You are on page 1of 2

ΤΟ ΘΕΡΟΣ ΚΑΙ Η ΓΥΝΑΙΚΑ

Μεσοκαλόκαιρο, καθόντουσαν και συζητούσαν ανάμεσα σε νότες και όμορφες κολώνες,


ανάμεσα σε αγάλματα που προκαλούσαν ίαση της ψυχής ο Βάρναλης, ο Παπάζογλου ο
Ρασούλης, με τον Αυτοκράτορα Θεόφιλο, την Κασσιανή και τον αρχαίο ποιητή Αλκαίο.

Σε αυτό το ξεχωριστό μέρος που φιλοξενεί εκείνους που ανήκουν στο Πάνθεο της μουσικής
και της ποίησης.

Ήταν σπουδαίο εκείνο το μεσημέρι, γιατί επετράπη στον Θεόφιλο να βρεθεί στον κήπο και να
δει μετά από τόσους καιρούς την θεοφιλέστατη του Κασσιανή.

Μπήκε ο Θεόφιλος με τις αυτοκρατορική κοψιά του, την πορφύρα, το διβητήσιο διακοσμημένο
με καρδιόσχημα φύλλα, το λώρο και το μανιάκιον να κοσμεί τον λαιμό του, τα πορφυρά
μυτωτά υποδήματα του και κάθισε δίπλα στην ομήγυρη. Σήκωσε το βλέμμα του και ταξίδεψε
στο πρόσωπο της ποθητής του γυναίκας.

Ψέλισσε και πάλι εκστασιασμένος ο Αυτοκράτορας :

Ως αρα εκ της γυναικος ερρυη τα φαυλα; Αλλα και δια γυναικος πηγαζει τα κρειττονα......!

«Όπως από την γυναίκα ρέουν τα χειρότερα, τα άσχημα, Έτσι και από την γυναίκα, πηγάζουν
και αναβλύζουν τα ομορφότερα!»

Αμέσως ο Νίκος, άφησε τον Αύγουστο να καίει την καρδιά του και λέει στον Μανώλη… σαν
αυτό που τραγουδήσαμε.. ε;

«Από τη γυναίκα ούτε ένα καλό δεν είδα μα πίστεψε με είναι μόνη μου ελπίδα»

Γεροντακι ο Βάρναλης..χαμογέλασε πονηρά, γύρισε και τους είπε:

Σα γέρασα.. έμεινα στο Παγκράτι.

Ξεκινούσα για το καφενείο της Δεξαμενής, όπου συχνάζανε οι Γιάννης Βλαχογιάννης, Παύλος
Νιρβάνας, Νίκος Καζαντζάκης, Μάρκος Αυγέρης και ο Οδυσσέας Ελύτης. Όλοι αυτοί που
περιμένουμε να έρθουν και όπου να ναι θα φανούν..είναι η ώρα τους, είπε κοιτώντας προς τα
επανω..

Για να ανέβω όμως σε εκείνη την ανηφόρα, απο το Κολωνάκι μέχρι την στροφή του Saint
George Lycabetous, περίμενα να περάσει καμιά όμορφη κοπελούδα, να πάρω από πίσω την
λικνιζόμενη έδρα της για να φτάσω στην κορυφή του λόφου.

Ας λένε μερικοί ότι ο έρωτας περνάει απο το στομάχι..

Σας λέγω ότι ο έρωτας για την ζωή περνάει μέσα απο τα όμορφα καλλίγραμμα λικνιζόμενα
νεραιδοκόριτσα,…

Μα έτσι έγραψα και το τελευταίο μου ποίημα.. τα Μουνάκια

Γύρισαν όλοι με έκπληξη και αιφνιδιασμένοι από την Αριστοφανική του προστυχολογία και
τον κοίταξαν.

και άρχισε με τρεμάμενη φωνή να απαγγέλει:

Μουνάκια φλογισμένα σαν τα ρόδα


Σαν του νεοφούρνιστου ψωμιού τη θραψερή ζεστοβολιά
Μες τα τρεμόπαχα μεριά σας
που ονειρεύεστε νυχτιές οργιακές
Παρθενικά μουνάκια!
αργοσαλεύουν τα χειλάκια
τα χνουδωτά!
Σαν γαρούφαλλων ανεμόσειστα φυλλάκια
Σαν στοματάκια διψασμένα
από ποια δίψα;
Και κάπου κάπου αργοκυλά
στων διακαμένων σας χειλιών την άκρη
της βαρβατίλας καβλομύριστο ένα δάκρυ!

Έσκασε ένα γέλιο από το στόμα της Κασσιανής, ενώ το πρόσωπο του Θεόφιλου είχε πάρει
χρώμα ένα με την πορφύρα του.

Ω γέρο Βάρναλη είπαν με την μία ο Νίκος και ο Μανώλης, δε γνωρίζαμε πως ακόμα και στα
βαθιά των γηρατειών ο άνθρωπος διψά για την γυναίκα..

Μωρέ διψά.. μα δεν πίνει τους απάντησε ο Βάρναλης.

Ακούγοντας τους ο Αλκαίος πήρε την λύρα του κι άρχισε μελωδικά ,,

Μούσκευε το πλεμόνι με κρασί,

γιατί το Αστρί του αψήλου παίρνει.

Είναι πολύ δύσκολη αυτη η εποχή

κι όλα διψούν απ᾽ το μεγάλο κάμα.

Γλυκά μέσα στι φυλλωσιές τραγουδεί

ο τζίτζικας… κι ο ασκόλυμπρος ανθίζει.

Τώρα οι γυναίκες είναι φλογισμένες από τον πόθο

τον πολύ, κι οι άντρες ισχνοί, γιατί κεφάλι

και γόνατα ο Σείριος τα φυραίνει.

Ακούς γέροντα; Είπε κοιτώντας προς τον Βάρναλη.. Τα φυραίνει!