You are on page 1of 5

ΑΡΑΣ

:
Για την 1η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ
Είμαστε μπροστά στην Α' Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Το γεγονός αυτό αποτελεί ένα
σημαντικό βήμα παρότι και ο χρόνος που πραγματοποιείται (σε μια κρίσιμη πολιτική
συγκυρία) και ο τρόπος (με ελάχιστο χρονικό διάστημα για το άνοιγμα της πολιτικής
συζήτησης και στο εσωτερικό της, αλλά και σε ευρύτερα λαϊκά στρώματα) δεν είναι τα
καλύτερα δυνατά.

Η πολιτική του Μνημονίου και του Μεσοπρόθεσμου προγράμματος έχει χρεοκοπήσει ακόμα και
στα μάτια των πιο ένθερμων υποστηρικτών τους. Η αδυναμία διαχείρισης του δημόσιου χρέους
είναι σαφής ακόμα και αν το μεγαλύτερο μέρος της δημόσιας περιουσίας παραδοθεί προς
ιδιωτικοποίηση: όπως προκύπτει από την πρόταση Eureka ακόμα και αν δημόσια περιουσία αξίας
125 δις παραδοθεί σε εταιρεία holding συμφερόντων των δανειστών προκειμένου να αποπληρωθεί
αποκλειστικά το δημόσιο χρέος, ακόμα και αν βρισκόταν κυβέρνηση που θα συναινούσε σε ένα
τέτοιο εξόφθαλμο ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας και πάλι το υπόλοιπο του χρέους θα
ανέρχεται στο 88% του ΑΕΠ! Σε κάθε περίπτωση μία τέτοια διαδικασία ιδιωτικοποιήσεων δεν
πρόκειται να αποφέρει τα προσδοκώμενα για αυτούς οικονομικά αποτελέσματα. Πολύ περισσότερο
εντάσσεται σε μία διαδικασία υποτίμησης του υφιστάμενου υπό κρατική κυριότητα κεφαλαίου για
να αυξηθεί το ποσοστό κέρδους, που ήταν σε πτωτική τάση στην ελληνική οικονομία τα τελευταία
χρόνια και το οποίο μειώθηκε δραστικά στο πλαίσιο της κρίσης. Εντάσσεται επίσης, σε μία
διαδικασία διαμόρφωσης νέων πεδίων συσσώρευσης και κερδοφορίας για το ελληνικό και το
διεθνές κεφάλαιο αλλά και την δοκιμαστική εφαρμογή σε μία χώρα του ανεπτυγμένου
καπιταλισμού, μίας προσπάθειας τροποποίησης του καθεστώτος συσσώρευσης, προπομπός
ανάλογων εξελίξεων σε μια σειρά χώρες της Ε.Ε.

Στο έδαφος της χρεοκοπημένης πολιτικής επιχειρείται η αναίρεση του συνόλου των κατακτήσεων
και των συμβιβασμών που έχουν επιβληθεί από τους αγώνες των λαϊκών στρωμάτων όλο τον
προηγούμενο αιώνα (από την ΕΓΣΕΕ μέχρι και τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων). Η
πολιτική αυτή ούτε τυχαία είναι, ούτε προϊόν των αδυναμιών της ελληνικής οικονομίας.
Καταγράφεται μέσα στους ίδιους τους στόχους του συμφώνου για την προστασία του ευρώ (μαζί
με την απορρύθμιση των εκπαιδευτικών μηχανισμών) προκειμένου να μειωθεί το μισθολογικό
κόστος σε επίπεδα Κίνας και να αναπτυχθεί το μοντέλο του απασχολήσιμου εργαζόμενου.
Ταυτόχρονα τμήματα των μικροαστικών στρωμάτων που αποτελούσαν στήριγμα για τον
συνασπισμό εξουσίας μια προηγούμενη περίοδο δέχονται μια ευθεία κοινωνική υποβάθμιση που
αφενός μεν αυξάνει τον αριθμό των ανέργων, πιέζοντας ακόμα περισσότερο τους μισθούς,
αφετέρου όμως δημιουργεί κλυδωνισμούς στο πολιτικό σύστημα.

Δεν υπάρχει επιπλέον καμία αμφιβολία ότι τα μέτρα αυτά οδηγούν τη χώρα στη χρεοκοπία. Κατά
πόσον αυτό θα συμβεί ελεγχόμενα με την επιβολή ενός κοινού διευθυντηρίου ΕΕ-ΔΝΤ που θα
αναλάβει να συντρίψει κάθε λαϊκή αντίσταση (όπως επιθυμούν οι ηγεμονικές μερίδες του
κεφαλαίου) ή ανεξέλεγκτα με την έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη θα εξαρτηθεί από την
ταξική πάλη. Σίγουρα η έξοδος της Ελλάδας από την ευρωζώνη θα αποτελούσε πλήγμα όχι μόνο
για την ελληνική αστική τάξη, αλλά και για τις ηγεμονικές μερίδες των ευρωπαϊκών αστικών
τάξεων, καθώς κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο ντόμινο: τυχόν κατάρρευση της
ΟΝΕ θα αποτελέσει ένα συντριπτικό πλήγμα στο τρόπο συγκρότησης του συνασπισμού εξουσίας
σε εθνικό επίπεδο αλλά και των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών και συνασπισμών που
αποκρυσταλλώνονται στο μηχανισμό της Ε.Ε.. Παρότι σήμερα η προοπτική αυτή τρομάζει τις
κυρίαρχες τάξεις, τα λαϊκά στρώματα δεν θα έχουν παρά να επιχαίρουν: το ξεδόντιασμα της
ΕΕ από σημαντικά εργαλεία επιβολής των συμφερόντων του κεφαλαίου και ο κλυδωνισμός
του συνασπισμού εξουσίας θα κλυδωνίσουν και την ΕΕ την ίδια. Είναι σίγουρο ότι σε μια
τέτοια περίπτωση η ταξική πάλη θα ενταθεί και το αποτέλεσμα της θα εξαρτηθεί και πάλι
από τις αντιστάσεις και τις διεκδικήσεις των δυνάμεων της εργασίας.

Βέβαια δεν θα πρέπει κανείς να τρέφει αυταπάτες ότι μια ανεξέλεγκτη χρεοκοπία και έξοδος της
Ελλάδας από την ΟΝΕ θα οδηγήσει αυτόματα σε μια νίκη των ταξικών δυνάμεων. Η αστική τάξη
από τη μεριά της θα προσπαθήσει να ρίξει τα βάρη της ήττας της στα λαϊκά στρώματα
εκμηδενίζοντας το λαϊκό εισόδημα, πιθανόν δε να επιδοθεί σε ανεξέλεγκτους τυχοδιωκτισμούς
(τύπου ΑΟΖ) προκειμένου να αντισταθμίσει την κοινωνική δυσαρέσκεια.Είναι σίγουρο ότι οι
ηγεμονικές μερίδες της αστικής τάξης δεν πρόκειται να εγκαταλείψουν αναίμακτα πλευρές της
εξαιρετικής ισχύος που έχουν αποκτήσει μέσα στο νεοφιλελευθερισμό, ενώ έχουν πετύχει πολύ
περισσότερες νίκες στο κοινωνικό επίπεδο από τις δυνάμεις της εργασίας.

Εάν η κατεύθυνση της στάσης πληρωμών και της εξόδου από το ευρώ επιβαλλόταν από ένα
κοινωνικό και πολιτικό συνασπισμό των δυνάμεων της εργασίας και των σύμμαχων στρωμάτων σε
συνδυασμό με μέτρα εθνικοποίησης των τραπεζών και των στρατηγικών επιχειρήσεων, ελέγχου της
αγοράς, παραγωγικής ανασυγκρότησης και αναδιανομής του κοινωνικού προϊόντος σε όφελος των
λαϊκών στρωμάτων τότε προφανώς ο συσχετισμός θα μπορούσε να γείρει την πλάστιγγα υπέρ του
λαού σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Διαφορετικά υπάρχει περίπτωση να οδηγηθούμε σε έναν
νέο συνασπισμό εξουσίας και σε άκρως συντηρητικές κατευθύνσεις.

Αντίστοιχα δεν θα πρέπει κανείς να τρέφει αυταπάτες ότι η καπιταλιστική κρίση μπορεί να
οδηγήσει και στην κατάρρευση του καπιταλισμού από τις εσωτερικές του αντιφάσεις. Οι
καταστροφολογικές αναγνώσεις της συγκυρίας δεν έχουν καμία βάση: η παρούσα κρίση δεν
αποτελεί συνέχεια της κρίσης του 1973, ούτε αποτελεί την μεγαλύτερη κρίση στην ιστορία του
καπιταλισμού. Πρόκειται για μια κρίση του νεοφιλελεύθερου καθεστώτος συσσώρευσης.Υπό
αυτή την έννοια βέβαια η κρίση αυτή δεν είναι καθόλου εύκολο να ξεπεραστεί από τις δυνάμεις του
αστισμού. Όταν μιλάμε για την κρίση ενός καθεστώτος συσσώρευσης (όπως π.χ. συνέβη
αντιστοίχως στα 1929 και 1973), οι στρατηγικές διεξόδου δεν μπορούν να σχετίζονται ούτε με
κάποιες «ρυθμίσεις» που να αποσκοπούν στον έλεγχο της λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού
κεφαλαίου, ούτε καν μόνο με αναδιαρθρώσεις στην παραγωγή. Αν και οι αναδιαρθρώσεις είναι
αναγκαίες, τόσο στην οργάνωση της εργασίας (ο τεηλορισμός και ο φορντισμός ήταν μια απάντηση
στην κρίση του 29, όπως και ο μεταφορντισμός και το πολυατελιέ στην κρίση του 73), όσο και
στην τεχνολογική βάση (από τον ιμάντα μεταβίβασης μέχρι τους Η/Υ και τα ρομπότ), δεν αρκούν
από μόνες τους για να διαμορφώσουν ένα νέο πλαίσιο συσσώρευσης.

Απαιτούνται συνολικές μεταρρυθμίσεις, από τις κοινωνικές συμμαχίες και τις στρατηγικές του
συνασπισμού εξουσίας μέχρι τη δομή του πολιτικού συστήματος και τις κυρίαρχες ιδεολογικές
πρακτικές. Η στρατηγική αντιμετώπισης της κρίσης από τον συνασπισμό εξουσίας προς το
παρόν περιορίζεται στην μεταφορά των βαρών της κρίσης προς τα λαϊκά στρώματα.Η
στρατηγική αυτή (που παρά την όποια αντινεοφιλελεύθερη ρητορεία λειτουργεί απόλυτα μέσα στα
πλαίσια της νεοφιλελεύθερης λογικής) δύσκολα μπορεί να αποτελέσει μια πραγματική διέξοδο για
το κεφάλαιο. Έτσι βλέπουμε ότι η συμπίεση των λαϊκών στρωμάτων –ιδίως εκεί που υπάρχουν
έστω σπέρματα αντικαπιταλιστικών αντιλήψεων- γεννά νέες κοινωνικές πρακτικές που μπορεί να
καταλήγουν και σε εξεγερτικά φαινόμενα. Από την άλλη οι νίκες που έχει πετύχει το προηγούμενο
χρονικό διάστημα το κεφάλαιο απέναντι στις δυνάμεις της εργασίας (τόσο μέσα στην ίδια τη
διαδικασία παραγωγής, όσο και με την αποδιάρθρωση των συνδικαλιστικών πρακτικών και την
ιδεολογική νίκη που αποκρυσταλλώνεται στην πτώση του τείχους) δύσκολα μπορούν να
οδηγήσουν στην μετατροπή τέτοιων εξεγερτικών φαινομένων σε επαναστατικές καταστάσεις (ιδίως
όταν οι εξεγέρσεις δεν καταλήγουν σε πολιτικές μορφές και δομές ή ακόμα και σε μια ταξική
συνδικαλιστική αναγέννηση).

Υπό αυτή την έννοια έχει τεράστια σημασία για τις δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής
αριστεράς αφενός μεν να προωθεί τη σταθερότητα αυτών των δομών (Π.χ. λαϊκές
συνελεύσεις) που πρέπει να απευθύνονται στο σύνολο των πληττόμενων κοινωνικών
στρωμάτων και όχι απλώς σε δυνάμεις της αριστεράς ή ακόμα χειρότερα της
αντικαπιταλιστικής αριστεράς, αφετέρου δε να επιχειρεί να τις μπολιάσει με τα αναγκαία
σήμερα στοιχεία ενός μεταβατικού πολιτικού προγράμματος.

Πρέπει να είμαστε απολύτως σαφείς: είναι απόλυτα εσφαλμένη μια λογική ότι ο καπιταλισμός
καταρρέει και προκειμένου να μην μας πάρει μαζί του πρέπει να οικοδομηθεί ένα μέτωπο που θα
επιβάλει την εξουσία των εργαζομένων και τον σοσιαλισμό. Αντίθετα πρέπει να οικοδομηθούν
εκείνοι οι πολιτικοί και κοινωνικοί όροι που θα επιβάλουν μια εργατική διέξοδο από την
καπιταλιστική κρίση προκειμένου να μην οδηγηθούμε σε μια ισοπέδωση των κατακτήσεων: αυτό
απαιτεί ευρεία κοινωνική και πολιτική απεύθυνση τόσο στα μέτωπα της συγκυρίας, όσο και στο
πολιτικό επίπεδο.

Ειδικότερα, ως προς τα μέτωπα της συγκυρίας: σήμερα αναπτύσσονται κινηματικές αντιστάσεις σε
κρίσιμα μέτωπα που μπορούν να επιφέρουν σημαντικές ρωγμές στην μνημονιακή πολιτική. Οριακά
και με δεδομένη την κρίση απονομιμοποίησης του πολιτικού σκηνικού μπορεί να οδηγήσουν και
στην ανατροπή της κυβέρνησης. Τέτοια είναι πρωτίστως τα μέτωπα της μαζικής πολιτικής
ανυπακοής ενάντια στα χαράτσια, το οποίο μπορεί πραγματικά να αποτελέσει θρυαλλίδα
εξελίξεων εάν συνδυασθεί με το μέτωπο ενάντια στις απολύσεις του δημοσίου τομέα και στο
ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, το πανεκπαιδευτικό μέτωπο (το οποίο όμως οφείλει να
οργανωθεί ως τέτοιο) και σε δεύτερο επίπεδο το μέτωπο ενάντια στην καταστολή και την
περιστολή των δημοκρατικών δικαιωμάτων.Για την οργάνωση των κινημάτων αυτών πέρα από
τις μάχες που πρέπει να δοθούν σε σωματεία και συλλόγους πρέπει να ενεργοποιηθούν και
ευρύτατες τοπικές κοινωνικές επιτροπές και συνελεύσεις, καθώς αφενός μεν ένα μεγάλο τμήμα της
εργαζόμενης πλειοψηφίας λόγω των ηττών που έχει δεχθεί το εργατικό κίνημα δεν εκπροσωπείται
μέσω σωματείων, αλλά και αφετέρου επειδή αυτή τη στιγμή πλήττονται μικροαστικά στρώματα
που είναι στοίχημα να βρεθούν σε κοινές μορφές οργάνωσης με τους εργαζομένους. Η
ενεργοποίηση αυτών των κοινωνικών επιτροπών είναι άλλωστε αναγκαία και προκειμένου να
στεριώσουν μορφές κοινωνικής αυτοοργάνωσης που θα φανούν ιδιαίτερα χρήσιμες στην
περίπτωση της ανεξέλεγκτης χρεοκοπίας.

Ως προς τα πολιτικά μέτωπα: από τη συζήτηση στα πλαίσια του συντονιστικού κατεγράφησαν
σαφέστατες αποκλίσεις ως προς το εάν η ΑΝΤΑΡΣΥΑ οφείλει να αναλάβει πρωτοβουλίες (και
ποιες) για τη συγκρότηση ενός ευρύτερου πολιτικού μετώπου πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων
και με τι χαρακτηριστικά. Κατατέθηκαν αντιλήψεις που έτειναν στη λογική ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ
αποτελεί το επαρκές πολιτικό όχημα παρέμβασης στο οποίο καλούνται να ενταχθούν όλοι οι
αγωνιστές, αλλά και απόψεις που προέκριναν ένα ευρύτερο αντικαπιταλιστικό μέτωπο ή ένα
αριστερό μέτωπο σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Από τη δική μας τη μεριά πιστεύουμε ότι η
ύπαρξη και διεύρυνση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι αναγκαία ως το πολιτικό μέτωπο που
συμπυκνώνει το σύνολο των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων. Είμαστε αντίθετοι στην
αντικατάστασή της από ευρύτερα σχήματα που θα μετατοπίζουν την πολιτική της συμφωνία
στο έδαφος του αντινεοφιλελευθερισμού ή της παναριστεράς (τύπου Αριστερού Βήματος),
αλλά και στη λογική της μετατροπής της σε μια περίκλειστη οργάνωση ή νέο φορέα (με
δεδομένες άλλωστε και τις ιδεολογικοπολιτικές διαφωνίες που υπάρχουν ανάμεσα στις
οργανώσεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς).

Πιστεύουμε ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να αναλάβει πρωτοβουλίες προκειμένου να
συγκροτηθεί ένα ευρύ πολιτικό μέτωπο κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων στη βάση των 4
αξόνων του αναγκαίου μεταβατικού προγράμματος εργατικής διεξόδου από την κρίση (στάση
πληρωμών-έξοδο από ευρώ/ρήξη με την ΕΕ-εθνικοποιήσεις τραπεζών και στρατηγικών
επιχειρήσεων-αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις). Είναι βέβαια προφανές ότι ένα τέτοιο μέτωπο
χαράζει διαχωριστικές γραμμές τόσο από τις στρατηγικές του ταξικού αμυντισμού που
υποβαθμίζουν την δυνατότητα επίτευξης συγκεκριμένων νικηφόρων αποτελεσμάτων στο σήμερα
και παραπέμπουν τα πάντα στη στιγμή της κατάκτησης της εξουσίας (από το κόμμα ή από τους
εργαζόμενους, κοινοβουλευτικά ή μη), όσο και από τις στρατηγικές των κοινωνικών συμβολαίων
και του αριστερού ευρωπαϊσμού που είναι εξίσου ανεδαφικές και αποπροσανατολιστικές. Μετά τη
Συνδιάσκεψη πρέπει να αναληφθούν συγκεκριμένες πρωτοβουλίες από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, για την
διαμόρφωση μίας πολιτικής πρότασης συντονισμού και συζήτησης με άλλες δυνάμεις της
ριζοσπαστικής και εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς όπως το Μέτωπο Α.Α. η ΚΟΕ, η ΔΕΑ, το ΚΚΕ
μ-λ κ.λ.π.

Για να μπορέσει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ να αποτελέσει ένα ανοικτό και δημοκρατικό
αντικαπιταλιστικό μέτωπο πρέπει να διαθέτει και το κατάλληλο οργανωτικό πλαίσιο που θα
της επιτρέπει να διευρύνεται σε άλλες οργανώσεις και αγωνιστές. Για να επιτευχθεί αυτό
πρέπει αφενός μεν να οικοδομηθεί πρώτα και κύρια στη βάση των κοινωνικών αναφορών της,
αφετέρου δε να εξασφαλίζει τη δυνατότητα εκπροσώπησης των ανένταχτων αγωνιστών και
όλων των οργανώσεων αυτοτελώς και όχι εξαρτώμενων από τη καλή (ή κακή) βούληση των
μεγαλύτερων οργανώσεων.

Είναι προφανές ότι η πρώτη συνδιάσκεψη θα πραγματοποιηθεί με τους όρους που έχουν
καταληχθεί στο συντονιστικό και αποτελούν προϊόν συμβιβασμού. Από τη μεριά μας διαφωνήσαμε
με τη λογική που υποβαθμίζει τον μετωπικό χαρακτήρα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ιδίως την αφαίρεση των
ποσοστώσεων υπέρ των ανένταχτων και των οργανώσεων.

Ο τρόπος όμως με τον οποίο θα συγκροτηθεί οργανωτικά η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο χρονικό διάστημα
μετά τη συνδιάσκεψη είναι ένα κρίσιμο ζήτημα που πρέπει να αποφασισθεί από την ίδια τη
συνδιάσκεψη.

Κατά τη γνώμη μας λοιπόν η συνδιάσκεψη θα πρέπει να τροποποιήσει την οργανωτική της δομή ως
εξής:

1)Οι κλαδικές επιτροπές αποτελούν ισότιμη δομή με τις τοπικές επιτροπές και εκλέγουν
αντιπροσώπους για την πανελλαδική συνδιάσκεψη. Μέλη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ μπορούν να
εγγράφονται σε μια τοπική ή σε μια κλαδική επιτροπή ή και στις δυο, αλλά θα επιλέγουν να
ψηφίζουν μόνο στη μια από τις δυο.

2)Στη Πανελλαδική Συνδιάσκεψη να υπάρχουν ποσοστώσεις των αντιπροσώπων και των
ανένταχτων σε ποσοστό, 10% για κάθε μία κατηγορία. Οι μεν ανένταχτοι θα καταλαμβάνουν
τις τελευταίες θέσεις από τους εκλεγέντες σε κάθε επιτροπή, εφ όσον δεν έχει καταληφθεί το
10% μέσα από την κανονική ψηφοφορία. Το 10 % των εκπροσώπων των οργανώσεων που θα
είναι ισότιμο θα προσδιορίζεται αριθμητικά μετά από την εκλογή όλων των αντιπροσώπων.
3)Οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται με διευρυμένη πλειοψηφία 2/3. Δεν υπάρχουν
σημαντικά και μη σημαντικά θέματα και προφανώς εάν ένα θέμα δεν είναι σημαντικό πρέπει
να επιλύεται συναινετικά και όχι με ψηφοφορία. Φυσικά για να μπορεί να λαμβάνεται
απόφαση με διευρυμένη πλειοψηφία πρέπει να προβλεφθεί και μέτρο για την απαρτία (π.χ.
50% επί των ταμειακώς εντάξει μελών).

4)Η συνδιάσκεψη εκλέγει το πανελλαδικό συντονιστικό όργανο, το οποίο εκλέγει την κεντρική
συντονιστική επιτροπή. Η ΚΣΕ οφείλει να λογοδοτεί καθ' όλη τη διάρκεια της θητείας της
ενώπιον ενός διευρυμένου οργάνου και όχι απ' ευθείας στη συνέλευση (φυσικά η ρύθμιση
αυτή θα ισχύσει για την ΚΣΕ που θα εκλεγεί από την δεύτερη συνδιάσκεψη). Επίσης κάθε
οργάνωση που επιθυμεί να εισαχθεί στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει ισότιμα να εκπροσωπείται με
έναν εκπρόσωπο της στην ΚΣΕ.

5)πρέπει να μπει ένα όριο ανανέωσης της θητείας σε κάθε όργανο (δεν είναι δημοκρατικό να
εκλέγεται κανείς πάνω από δυο συνεχόμενες φορές στο ίδιο όργανο) Ιδίως στα τοπικά ή
κλαδικά συντονιστικά στόχος πρέπει να είναι να μετέχουν κυκλικά όλα τα μέλη της τοπική ή
κλαδικής επιτροπής.

6)τυχόν περιφερειακές συνδιασκέψεις και περιφερειακά συντονιστικά πρέπει να
συγκροτούνται αναλογικά με ό,τι ισχύει και για τα υπόλοιπα όργανα.

7)Θα πρέπει η σταυροδοσία ως προς την ενιαία λίστα για την εκλογή των αντιπροσώπων αλλά
και αυτών που συμμετέχουν θα πρέπει να γίνει αναλογικότερη π.χ. 1/5 των προς εκλογή
αντιπροσώπων, αντίστοιχα σε όλα τα όργανα π.χ. για την εκλογή του κεντρικού
συντονιστικού.