You are on page 1of 12

Ὁμιλία τῆς Α. Θ.

Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ
Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου κατὰ τὸν Ἑσπερινὸν τῆς
Ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Νικολάου καὶ τὴν πρώτην συνάντησιν
Αὐτῆς μὲ τὸ ὀρθόδοξον ποίμνιον τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως
Κορέας (5 Δεκεμβρίου 2018)

Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Κορέας κ. Ἀμβρόσιε, και λοιποί Ἱερώτατοι
ἀδελφοί Ἱεράρχαι,
Εὐσεβὲς χριστεπώνυμον πλήρωμα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως
Κορέας,
Εὐλογημένοι προσκυνηταὶ τῆς χάριτος καὶ τῆς πρεσβείας τοῦ ἐν
Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Νικολάου Ἀρχιεπισκόπου Μύρων τῆς
Λυκίας,

«Θαυμαστός», ὡς ἀληθῶς, «ὁ Θεὸς ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ»,
ἀναφωνοῦμεν, προερχόμενοι ἐκ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου,
ἐκ τῆς πρώτης τῆς Ὀρθοδοξίας Καθέδρας, πρὸς τὴν ἐνταῦθα
τιμιωτάτην κληρουχίαν αὐτοῦ, ἡ ὁποία βιώνει συνεχῶς τὸ θαῦμα
τοῦ Κυρίου, συντελούμενον καθ᾿ ἑκάστην διὰ τῶν Ἁγίων Του,
ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ μὲ τὴν Ἐκκλησίαν τῶν μαρτύρων καὶ
τῆς συνεχοῦς σταυρώσεως, τὴν Μητέρα ὅλων μας Ἐκκλησίαν τῆς
Κωνσταντινουπόλεως, τῆς ὁποίας γνήσια τέκνα καὶ πνευματικὰ
ἀναστήματα εἶσθε ἐσεῖς, ὁ εὐαγὴς κλῆρος καὶ τὸ εὐσεβὲς
ποίμνιον τῆς ἁγιωτάτης Μητροπόλεως Κορέας.

Εἶναι μεγάλη ἡ χαρὰ καὶ ἡ τιμὴ τοῦ Πρώτου Πατριάρχου τῆς
Ὀρθοδοξίας καὶ Πατριάρχου τῆς εὐλογημένης ταύτης ἐπαρχίας,
νὰ συνεορτάζῃ σήμερον μαζί σας τὸν ἑσπερινὸν τῆς μνήμης τοῦ
Ἁγίου Νικολάου εἰς τὸν πανηγυρίζοντα Ἱερὸν τοῦτον Καθεδρικόν
Ναόν, ἀφιερωμένον εἰς τὸν μεγάλον αὐτὸν Ἅγιον τῆς πίστεώς
μας, τὸν ὁποῖον ἀνέδειξεν ὁ Θεὸς εἰς τοὺς δυσκόλους διὰ τὴν
Ἐκκλησίαν μας καιροὺς τῶν αἱρέσεων καὶ ὁ ὁποῖος, ὡς ἄλλος
ἥλιος, ἀνέτειλεν καὶ ἐφώτισε, τότε, τὰς ἐργασίας τῆς Α´ ἐν Νικαίᾳ
Οἰκουμενικῆς Συνόδου, συνεχίζει δὲ νὰ φωτίζῃ μέχρι καὶ σήμερον
τὰ σκότη τῆς ἀμφιβολίας, τῆς ἀνησυχίας, τῆς ἀβεβαιότητος καὶ
τῆς ἀνασφαλείας τῶν καρδιῶν ὅλων τῶν πιστῶν καὶ εὐσεβῶν
Χριστιανῶν, ἰδιαιτέρως δέ ὑμῶν τῶν ἀγαπητῶν καὶ πιστῶν
Κορεατῶν, ἐδῶ εἰς τήν ὄμορφην χώραν τῆς Ἄπω Ἀνατολῆς.

Μὲ βαθυτάτην συγκίνησιν, λοιπόν, ἐπισκεπτόμεθα τὴν
Ἱεραποστολικὴν ταύτην Μητρόπολιν τῆς Κορέας,
ἐπικοινωνοῦντες πατρικῶς μετὰ τοῦ Ὀρθοδόξου πληρώματος
αὐτῆς, χαιρόμεθα δὲ χαρὰν μεγάλην, διότι θεωροῦμεν αὐτὴν
καρπὸν τῆς ταπεινῆς μας Πατριαρχικῆς πορείας, ἐφ᾽ ὅσον, ὡς
γνωρίζετε, ἡ Ἱερὰ Μητρόπολις αὕτη ἱδρύθη διὰ Πατριαρχικῆς καὶ
Συνοδικῆς Πράξεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τῇ προτάσει
καὶ προβολῇ τῆς ἡμετέρας Μετριότητος, κατὰ τὴν 20ην Ἀπριλίου
2004, ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς μέχρι τότε Ἐξαρχίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ
Πατριαρχείου ἐν Κορέᾳ, ἥτις δικαιοδοσιακῶς ὑπήγετο εἰς τὴν
Ἱερὰν Μητρόπολιν Νέας Ζηλανδίας. Πρῶτος ποιμενάρχης αὐτῆς
ἐξελέγη ὁ ἐκλεκτὸς ἀδελφός, Ἱερώτατος Μητροπολίτης Πισιδίας
κύριος Σωτήριος, ὁ ὁποῖος ἠνάλωσε κυριολεκτικῶς τὸν ἑαυτόν του
διὰ τὴν ἱεραποστολήν καὶ τὸν φωτισμὸν τοῦ εὐγενοῦς κορεατικοῦ
λαοῦ, τῇ οἰκειοθελεῖ δὲ παραιτήσει αὐτοῦ ἐξελέγη δεύτερος εἰς
τὴν ἱστορίαν τῆς τοπικῆς Μητροπόλεως, Μητροπολίτης, ὁ ἐξίσου
ἱκανὸς καὶ χαρισματοῦχος ἀδελφὸς Μητροπολίτης κύριος
Ἀμβρόσιος ὁ ἀπὸ Ζήλων, ὅστις ποιμαίνει αὐτὴν ἕως τῆς σήμερον
εὐόρκως καὶ ὑποδειγματικῶς.

Δὲν θὰ ἦτο ὑπερβολικὸν νὰ θεωρηθῇ ὅτι οἱ δύο προαναφερθέντες
ἄξιοι Ἱεράρχαι τῆς Μητρός Ἐκκλησίας, Σωτήριος καὶ Ἀμβρόσιος,
διακονοῦντες εἰς τὸν ἀμπελῶνα τοῦτον τῆς Κορέας καὶ ἔχοντες
ὡς πρότυπον τὸν ἑορταζόμενον μεγάλον Ἱεράρχην τῆς
Ἐκκλησίας μας, ἐπέτυχον νὰ καταστήσουν τὴν εὐλογημένην
ταύτην ἐπαρχίαν ἱεραποστολικόν κέντρον, τὸ ὁποῖον ἤδη
ἀπέδωσε πολλοὺς καὶ εὐχύμους καρπούς. Διὰ τῆς ἀφοσιώσεώς
των καὶ τῆς ἀγάπης των πρὸς τὸν Κορεατικὸν λαόν, διὰ τῆς
ἐμπιστοσύνης των εἰς τὸν Θεόν καὶ διὰ τῶν ἐντόνων
ἀρχιερατικῶν των προσευχῶν καὶ δεήσεων, διά τῶν ὁποίων
ἐπικαλοῦνται τὰς πρεσβείας τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ἀναγκάζουν,
τρόπον τινά, τόν μεγάλον τοῦτον Ἱεράρχην νά παρίσταται ἐν
μέσῳ ἡμῶν καὶ νὰ προΐσταται πάσης ἱεραποστολικῆς
προσπαθείας. Καὶ ὄντως αἰσθανόμεθα ὅτι εἶναι μαζί μας καὶ
κοντά μας, κατὰ δὲ τὰς δυσκόλους στιγμὰς τῆς συντόμου ἱστορίας
τῆς τοπικῆς ταύτης θεοσώστου Μητροπόλεως πολλάκις ἠκούσθη
ἔντονος ἡ παρηγορητικὴ φωνή του νὰ μᾶς λέγῃ: «Μὴ φοβῆσθε,
εἶμαι μαζί σας. Ὁ Θεὸς σᾶς εὐλογεῖ. Μὴν ἀπογοητεύεσθε, διότι ὁ
καρπὸς τῆς ἱεραποστολῆς χρειάζεται χρόνον καὶ πολλὴν
ὑπομονήν, διὰ νὰ καρποφορήσῃ καὶ νὰ εὐδοκιμήσῃ. Αἱ δυσκολίαι
τῆς διαδόσεως τοῦ Εὐαγγελίου θὰ παύσουν μόνον μὲ τὴν δύναμιν
καὶ τὴν χάριν τοῦ Κυρίου πού μᾶς λέγει: «πορευθέντες
μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη» (Ματθ. Κη´, Ιθ´). Εἰς τὴν Βασιλείαν
τοῦ Θεοῦ συμβαίνει ὅ,τι ἀκριβῶς καὶ μὲ τὸν ἄνθρωπον ὁ ὁποῖος
σπείρει τὸν σπόρον εἰς τὴν γῆν: κοιμᾶται τὴν νύχτα καὶ ἐγείρεται
τὴν ἡμέραν καὶ ὁ σπόρος βλαστάνει καὶ αὐξάνει κατά τρόπον, τὸν
ὁποῖον ὁ ἄνθρωπος δὲν δύναται νὰ ἑρμηνεύσῃ (Μάρκ. Δ´, Κστ´ -
Κζ´).

Ὁ Ἅγιος Νικόλαος εἶναι ὁ Ἅγιος τῆς ἀγάπης, τῆς θυσίας, τῆς
πίστεως, τῆς αὐταπαρνήσεως, τῆς ἀρετῆς, τῆς καρτερίας, τῆς
ὑπομονῆς, ὁ ὁποῖος μᾶς παρακολουθεῖ καὶ κατὰ τὴν ἑσπερινὴν
ταύτην δέησιν μὲ τὴν ἀπέραντον ἀγάπην καὶ στοργὴν του, μᾶς
προστατεύει, μᾶς παρηγορεῖ καὶ μᾶς παρακινεῖ πρὸς ἐπιστροφὴν
εἰς τὰς ἀξίας τοῦ Θεοῦ, τῆς Ἐκκλησίας μας, τοῦ Ὀρθοδόξου
πολιτισμοῦ μας καὶ τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου. Ἀλλά, συγχρόνως, ὁ
Ἅγιος Νικόλαος εἶναι καὶ οἰκουμενικὸς Ἅγιος, χωρὶς ἐπίγειον
πατρίδα. Ἀληθινὴ πατρίς του δὲν ἦτο οὔτε τὰ Πάταρα τῆς Μικρᾶς
Ἀσίας, ὅπου ἐγεννήθη, οὔτε τά Μύρα τῆς Λυκίας, ὅπου
διηκόνησεν ὡς Ἐπίσκοπος, οὔτε τὸ Μπάρι τῆς Ἰταλίας, ὅπου
σήμερον εἶναι ἀποτεθησαυρισμένον τὸ τίμιον λείψανόν του.
Πατρίς του ἦτο καὶ εἶναι ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἀπὸ ὅπου καὶ
κηρύττει, παρὰ τὴν ἁπλότητα καὶ τὴν πρᾳότητά του, λόγον
οἰκουμενικόν. λόγον τιμαλφῆ ἀξιῶν αἰωνίων, αἱ ὁποῖαι ὁδηγοῦν
εἰς ἀνάπαυσιν καρδιῶν καὶ ψυχῶν.

Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ἐπέλεξεν ἐκ νεότητος τὸν τρόπον τοῦ
χριστιανικοῦ βιώματος. Χαρακτηριστικὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ εἶναι
τὸ σταυρικόν, τὸ μαρτυρικὸν καὶ τὸ θυσιαστικὸν στοιχεῖον. Αἱ
πνευματικαὶ ρίζαι καὶ πηγαί του καὶ κυρίως ὁ σπόρος τῆς ἀρετῆς,
τὸν ὁποῖον ἐφύτευσαν εἰς τὴν καιομένην καρδίαν του οἱ εὐσεβεῖς
γονεῖς του, ἐκαρποφόρησαν εἰς τὸν Ἅγιον Νικόλαον
ἑκατονταπλασίως. Ἡ ἀγάπη διὰ τὸν Χριστόν καὶ τὴν Ἁγίαν μας
Ἐκκλησίαν ὠθοῦσε καὶ καθοδηγοῦσε τὸν Ἅγιον πρὸς ἕν διαρκὲς
μαρτύριον συνειδήσεως, τὸ ὁποῖον διελαλεῖτο εἰς τὴν γενέτειραν
πόλιν του, εἰς τὴν ἀρχιερατικήν του Καθέδραν εἰς τὰ Μύρα, εἰς
τὰς ἐργασίας τῆς Πρώτης ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ
εἰς τὴν οἰκουμένην ἅπασαν. Δὲν εἶναι τυχαῖον, ἄλλως τε, ὅτι εἰς
τὸ ἀπολυτίκιόν του, τὸ ὁποῖον μόλις ἠκούσαμεν, χαρακτηρίζεται
εὐστόχως ὑπὸ τοῦ ὑμνογράφου ὡς «κανών πίστεως, εἰκὼν
πραότητος καὶ ἐγκρατείας διδάσκαλος» ὁ ὁποῖος «διὰ τῆς
ταπεινώσεως ἀπέκτησε τὰ ὑψηλὰ καὶ διὰ τῆς πτωχείας τὰ
πλούσια».

Τὸ σημερινὸν μήνυμα τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ἐντὸς τῶν πολλῶν
δυσκολιῶν ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου, εἶναι ἡ ἐλπίς ποὺ ἀπευθύνεται
πρὸς πάντα ἀπηλπισμένον καὶ προβληματισμένον ἄνθρωπον,
ἰδίᾳ δὲ εἰς τὸν σύγχρονον, ὁ ὁποῖος εἶναι βυθισμένος εἰς
ἀπογοήτευσιν καὶ ἀπελπισίαν. Ἡ ζωή τοῦ Ἁγίου εὑρίσκει
ἀπήχησιν εἰς τὴν καρδίαν παντὸς πιστοῦ, διότι ἠγάπησε, –καὶ
ἠγάπησε πολύ- τὸν ἄνθρωπον. Εὑρίσκει ἀπήχησιν, διότι δὲν
ὑπάρχει δυσκολία, τὴν ὁποίαν ἐμπειρικῶς δὲν ἔζησεν ὁ Ἅγιος
Νικόλαος. Ἐβασανίσθη κατὰ τὸν σκληρόν διωγμόν τοῦ
Διοκλητιανοῦ, ἀπελευθερωθεὶς ὑπὸ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου
μετὰ τὴν κατάπαυσιν τῶν διωγμῶν καὶ τὴν ἔκδοσιν τοῦ ἱστορικοῦ
διατάγματος τῶν Μεδιολάνων. Παρ᾽ ὅτι δὲ ἐγεννήθη πλούσιος,
μετὰ τὸν θάνατον τῶν γονέων του, ἐπώλησε τὰ ὑπάρχοντά του
καὶ ἐμοίρασε τὰ χρήματα εἰς τοὺς πτωχούς. Δὲν ἐπεθύμησε τὴν
πολυτέλειαν. Ἀπέρριψε τὴν δόξαν τῶν ἀνθρώπων. Ἠγάπησε τὴν
σιωπὴν. Ἀπέφυγε τὴν δικαιολογίαν καὶ τὴν αὐτοδικαίωσιν.
Ἐπεδίωξε περισσότερον τὸ δίκαιον τοῦ πλησίον παρὰ τὸ ἰδικὸν
του.

Ἔτσι σήμερον, διὰ τῆς ζωῆς του καὶ τοῦ παραδείγματός του,
ἀπευθύνει παρηγορητικὴν φωνὴν πρὸς πάντας ὁ Ἅγιος
Νικόλαος, λέγων: «Δὲν ἔχετε χρήματα; Καὶ ἐγὼ δὲν εἶχα ποτέ.
Ὅλα τὰ ἐμοίραζα εἰς τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην. Εἶσθε πτωχοί; Ἐγὼ
ὑπῆρξα πτωχότερος ἀπὸ ἐσᾶς. Πεινᾶτε; Εἰς ὅλην τὴν ζωὴν μου
ἑκουσίως ἐπείνασα, διὰ νὰ θρέψω τοὺς πτωχούς. Κρυώνετε;
Πάντοτε ἐκρύωνα, διὰ νὰ περιθάλψω τοὺς ἐμπεριστάτους
ἀδελφούς μου. Πονεῖτε καὶ κλαίετε; Μίαν ζωὴν ὁλόκληρον
πονοῦν διὰ τοὺς ἐν ἀνάγκαις συναθρώπους μου, τοὺς ἀσθενεῖς,
τοὺς φυλακισμένους, τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανά».

Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ἐσφράγισε τὴν ζωήν του μὲ τὸ ἑκούσιον
μαρτύριον τῆς συνειδήσεως, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς βασικόν
χαρακτηριστικόν «τὸ διδόναι» καὶ «τὸ προσφέρειν». Τὸ μαρτύριον
τοῦτο ἦτο διὰ τὸν Ἅγιον δῶρον καὶ χάρισμα∙ ἦτο ἡ δύναμις τοῦ
Θεοῦ καὶ συγχρόνως ἡ ἰδική του δύναμις, ἡ ὁποία ἐνίσχυε τὴν
διακονίαν του, ὅπως ἐνίσχυε καὶ τὸν ἀδύναμον Ἀπόστολον
Παῦλον, ὁ ὁποῖος ἔλαβε τὴν θείαν ἀπάντησιν εἰς τὴν προσευχήν
του: «ἡ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται». Ἡ ζωή του, λοιπὸν,
ἀποτελεῖ δι᾽ ἡμᾶς παραμυθίαν καὶ παρηγορίαν. Εἴμεθα δὲ βέβαιοι
ὅτι, ἐὰν ἔχωμεν τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ καὶ ἐναποθέτωμεν τὴν
ἐλπίδα μας εἰς Ἐκεῖνον, τότε ἔχομεν τὰ πάντα. Ὁ Θεὸς εἶχε
πάντοτε τὴν ἀγκαλιά του ἀνοικτὴν εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος εἰσήρχετο
πονεμένος καὶ ἀπογοητευμένος μέσα εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ἐκ τῆς
ὁποίας ἐξήρχετο χαριτωμένος καὶ ἀναπαυμένος.

Ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἐν Κυρίῳ λίαν ἀγαπητά,

Ὁ Ἅγιος Νικόλαος εἶχε μεταβάλει τὴν καρδίαν του καὶ τὴν ζωήν
του εἰς μίαν παγκόσμιον τράπεζαν τοῦ οὐρανοῦ, ἡ ὁποία
ἐχωροῦσε ὅλον τὸν κόσμον. Μίαν τράπεζαν, ἡ ὁποία παρέμενε
πάντοτε πλήρης, ὅσα καὶ ἄν ἔπαιρνε κανεὶς ἀπὸ αὐτὴν
πνευματικὰ ἀγαθά. Μᾶς προβληματίζει ἀσφαλῶς ὅλους, πατέρες
καὶ ἀδελφοί, αὐτὴ ἡ στάσις ζωῆς τοῦ Ἁγίου. Καὶ πρέπει νὰ μᾶς
προβληματίζῃ, ἀφοῦ τὸ μήνυμα τοῦ κόσμου τούτου δὲν εἶναι
θυσιαστικὸν καὶ ἀγαπητικὸν ἀλλὰ κυριαρχικὸν καὶ ἐγωιστικὸν,
ὡς ἀποβλέπον εἰς τὸ ἴδιον ὄφελος.

Εὐχαριστοῦμεν, Ἱερώτατε ἀδελφὲ, ἅγιε Κορέας κύριε Ἀμβρόσιε,
διὰ τὴν χαράν νὰ εὑρισκώμεθα ἀπόψε προσκυνηταὶ τῆς χάριτος
τοῦ Ἁγίου ἐδῶ, εἰς τὸν Καθεδρικὸν σας Ναόν. Εἴμεθα βέβαιοι ὅτι ὁ
Ἅγιος Νικόλαος μᾶς συνοδεύει ὅλους, μᾶς διδάσκει, μᾶς
παραδειγματίζει, φωτίζει τὴν ἀτραπὸν τῆς ζωῆς μας. Εἶναι παρὼν
εἰς τὴν ζωὴν ὅλων ἡμῶν, τῶν ἐπαινούντων ἀπόψε τὴν σεμνὴν καὶ
τελεσφόρον ἀεὶ παρουσίαν του εἰς τὸν κόσμον, κόσμον ὀδύνης καὶ
περισκέψεως, εἰς τὴν εὐλογημένην αὐτὴν χώραν τῆς Κορέας,
χώραν χειμαζομένην ὑπὸ πειρασμῶν διαιρέσεων καὶ καταιγίδων
μεριστικῶν τοῦ παρελθόντος. Τὴν διαρκῆ παρουσίαν αὐτὴν τοῦ
Ἁγίου Νικολάου ἐπιδιώκει νὰ σημειώσῃ καὶ νὰ ἐξάρῃ ἡ
προσκυνηματικὴ Πατριαρχική ἡμῶν ἐπίσκεψις καὶ προσευχητικὴ
δέησις σήμερον ἐδῶ, ὥστε ἡ Ἀγαθότης τοῦ Παντοδυνάμου,
ἀναφαινομένη κατὰ τὸ σχέδιον τῆς Θείας Προνοίας, νὰ διαλάμψῃ
ταχέως καὶ νὰ καταυγάσῃ τὰς ἀποθαρρημένας ψυχὰς τοῦ
χριστωνύμου λαοῦ καὶ νὰ ἐνισχύσῃ τὴν πορείαν τῆς θεοσώστου
Μητροπόλεως Κορέας. Μόνον ὁ Θεός, ταῖς πρεσβείαις τῶν Ἁγίων
Του, δύναται νὰ σώσῃ τὰ ἀπολεσθέντα, νὰ ὑποδείξῃ ἐξόδους καὶ
φυγὰς ἐκ τῶν ἀδιεξόδων, νὰ μετατρέψῃ σκολιὰς καὶ δυσβάτους
ἀτραποὺς εἰς λεωφόρους παραμυθίας καὶ χάριτος. Εἰς δὲ τὴν
εὐμένειαν τοῦ Δεσπότου μας Χριστοῦ μεγάλως συμβάλλει ἡ
γνησίως οἰκουμενικὴ ἁγιότης τοῦ Ἁγίου Νικολάου.
Ἂς ἔχωμεν, ἀδελφοί, ὅλοι μας, τὰς θεοπειθεῖς εὐχάς του καὶ
κυρίως ἡ Ἱερά Μητρόπολις Κορέας εἰς τὸν εὐλογημένον ἀγῶνα
της διὰ ὑλικὴν καὶ πνευματικὴν ἐπιβίωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ Ἅγιος
Νικόλαος, ὁ καὶ τῆς οἰκουμένης Ἅγιος, ὁ πρᾶος, ταπεινὸς καὶ
ἡσύχιος διδάσκαλος, προπορεύεται καὶ μᾶς δείχνει τὸν δρόμον ὡς
ἀσφαλὴς ὁδοδείκτης.

Χρόνια σας πολλὰ καὶ εὐλογημένα!

Ὁμιλία τῆς Α. Θ. Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ
Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου μετά τήν Θείαν Λειτουργίαν
τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Νικολάου

(Κορέα, 6 Δεκεμβρίου 2018)

Ἱερώτατοι ἀδελφοί καί συλλείτουργοι,
Ἐξοχώτατε κύριε Ὑπουργέ Πολιτισμοῦ τῆς Κορέας,
Ἐξοχωτάτη κυρία Πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος ἐν Κορέᾳ,
Ἐντιμότατοι φίλοι τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κορέας,
Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

Ζῶμεν σήμερον παγκοσμίως τήν ἐπανεκτίμησιν τοῦ ρόλου καί
τῶν λειτουργιῶν τῆς θρησκείας διά τά ἄτομα, τήν κοινωνίαν καί
τόν πολιτισμόν. Ἡ θρησκεία ἐπηρεάζει τάς ἐξελίξεις τοπικῶς καί
παγκοσμίως, ὡς παράγων συγκλίσεως, συνεργασίας καί εἰρήνης,
ἀλλά καί ὡς αἰτία ἀντιπαραθέσεων καί διασπάσεων. Ὀρθῶς
ὑποστηρίζεται, ὅτι ἡ ἱστορία τοῦ πολιτισμοῦ εἶναι ἀδύνατον νά
κατανοηθῇ ἀνεξαρτήτως ἀπό τήν ἐπίδρασιν τῶν θρησκειῶν ἐπ᾿
αὐτῆς, καί ὅτι ὁποιαδήποτε ἀνάλυσις τῆς συγχρόνου παγκοσμίου
καταστάσεως ἀγνοεῖ τόν ρόλον τῆς θρησκείας εἶναι ἐλλιπής.
Μέ τήν θρησκείαν συνδέονται καί σήμερον τά ἐρωτήματα, αἱ
ἀναζητήσεις καί αἱ ἀπαντήσεις διά τήν νοηματοδότησιν τῆς ζωῆς,
δι᾿ ἀξιολογικόν προσανατολισμόν, διά τήν προέλευσιν καί τόν
τελικόν προορισμόν τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ θρησκευτική πίστις μᾶς
φέρνει ἀντιμετώπους μέ τά κρίσιμα ἐρωτήματα τῆς ἀνθρωπίνης
ζωῆς, μᾶς δίδει νέας δυνατότητας κατανοήσεως τῆς ταυτότητός
μας, μᾶς προσανατολίζει πρός τό βάθος τῶν πραγμάτων καί πρός
τήν πνευματικότητα, ἀνοίγει τήν διάστασιν τῆς αἰωνιότητος.

Πέραν ἀπό τόν ὑπαρξιακόν προσανατολισμόν, ἡ θρησκεία
συνδέεται μέ τήν ταυτότητα τῶν λαῶν καί τῶν πολιτισμῶν, ἀλλά
καί μέ τά σπουδαιότερα πολιτισμικά ἐπιτεύγματα καί τάς ὑψηλάς
ἀξίας, μέ τήν πνευματικήν κληρονομίαν τῶν λαῶν, τῶν
πολιτισμῶν καί ὁλοκλήρου τῆς ἀνθρωπότητος. Ἡ θρησκεία εἶναι
μία μεγάλη ἱστορική καί πολιτισμική δύναμις.

Σήμερον, καλεῖται ἡ θρησκεία νά συμβάλει εἰς τήν ὑπόθεσιν τῆς
εἰρήνης, μέ πρῶτον βῆμα τήν εἰρήνην μεταξύ τῶν ἴδιων τῶν
θρησκειῶν. Ὡς ἔχει λεχθῆ: «Καμμία εἰρήνη μεταξύ τῶν ἐθνῶν
χωρίς εἰρήνη μεταξύ τῶν θρησκειῶν. Καμμία παγκόσμια εἰρήνη
χωρίς τήν εἰρήνην τῶν θρησκειῶν». Ἐδῶ, βεβαίως, ἐγείρεται
ἀμέσως τό ἐρώτημα, ἐάν καί κατά πόσον ἡ εἰκών τοῦ συγχρόνου
κόσμου, μέ τόν θρησκευτικόν φονταμενταλισμόν, τήν βίαν ἐν
ὀνόματι τοῦ Θεοῦ, τήν σύγκρουσιν τῶν πολιτισμῶν, τήν
καταστροφήν θρησκευτικῶν μνημείων, τά ὁποῖα δῆθεν θίγουν
καί προκαλοῦν τήν γνησίαν πίστιν καί ἄλλα τοιαῦτα, ἐάν αὐτή ἡ
είκόνα τοῦ κόσμου ἐπιτρέπει νά ὁμιλῶμεν περί τῆς θρησκείας ὡς
εἰρηνοποιητικῆς δυνάμεως.

Τό πρῶτον, τό ὁποῖον ὀφείλομεν νά τονίσωμεν, εἶναι ὅτι ἡ
θρησκεία ἔχει ἀνεκτιμήτους φωτεινάς καί θετικάς πλευράς καί
ὅτι δέν πρέπει νά ταυτίζεται μέ ἀρνητικάς αὐτῆς ἐκφάνσεις, αἱ
ὁποῖαι ὄχι μόνον δέν ἐκφράζουν τόν ἀξιολογικόν της πυρῆνα,
ἀλλά τόν ἀκυρώνουν καί τόν ἀναιροῦν. Ἰσχύει, ἀπολύτως, ὅτι βία
καί πόλεμος ἐν ὀνόματι τῆς θρησκείας εἶναι βία καί πόλεμος
κατά τῆς θρησκείας.

Ἀναμφισβητήτως, εἰς ὅλας τάς μεγάλας θρησκείας ὑπάρχουν αἱ
προϋποθέσεις, αἱ ἀξίαι, τά κίνητρα καί αἱ τάσεις ὂχι μόνον πρός
προώθησιν τῆς προσωπικῆς ἐσωτερικῆς εἰρήνης, ἀλλά καί διά τήν
ὑπέρβασιν τοῦ μίσους, τῆς ἐπιθετικότητος καί τῆς βίας εἰς τήν
κοινωνίαν. Ἡ ἀξιοπιστία τῶν θρησκειῶν κρίνεται μεγάλως ἀπό
τήν συμβολήν των εἰς τόν ἀγῶνα διά τήν εἰρήνην, τήν
καταλλαγήν, τήν συνεργασίαν καί τήν ἀλληλεγγύην.

Ἡ εἰρήνη δέν εἶναι αὐτονόητον ἀποτέλεσμα τῆς
παγκοσμιοποιήσεως, τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως, της ἀνόδου
τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου, τῆς προόδου τῆς ἐπιστήμης καί τῆς
τεχνολογίας, τῆς ψηφιακῆς ἐπικοινωνίας καί τοῦ διαδικτύου. Δέν
εἶναι δυνατόν νά ὑπάρξῃ εἰρήνη χωρίς τήν συμβολήν τῶν
μεγάλων πνευματικῶν δυνάμεων, τῶν θρησκειῶν, καί ὃπως ἤδη
εἴπαμε, χωρίς τήν εἰρήνην καί τόν διάλογον τῶν θρησκειῶν καί
τήν συνεργασίαν των ἐπ᾿ ἀγαθῷ τοῦ ἀνθρώπου.
Πιστεύομεν εἰς τήν δύναμιν καί τήν ἀποτελεσματικότητα τοῦ
διαλόγου. Ὁ εἰλικρινής διάλογος δέν ἔχει χαμένους, ἡττημένους.
Δυνάμεθα, μέσω τοῦ διαλόγου, νά συμφωνήσωμεν, νά
ἀναλάβωμεν κοινάς πρωτοβουλίας, νά συμπράξωμεν διά τό
κοινόν μας μέλλον. Δι᾿ ἡμᾶς ὁ διάλογος εἶναι ὄχημα
ἀλληλεγγύης. Ὁ διαθρησκειακός διάλογος προωθεῖ γενικῶς τό
φιλειρηνικόν κλῖμα, τήν ἀμοιβαίαν ἐμπιστοσύνην καί τήν
καταλλαγήν καί διευκολύνει εὐρύτερον τήν κατανόησιν καί τόν
διάλογον. Ἡ γνησία θρησκευτική πίστις ἐμπνέει τάς
δημιουργικάς δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου, ἐνισχύει τήν ἀνθρωπίνην
προσπάθειαν, ἀκόμη καί ὅταν αὐτή φαίνεται ὅτι προσκρούει εἰς
ἀνυπέρβλητα ἐμπόδια. Ἡ αὐθεντική πίστις βοηθεῖ τόν ἄνθρωπον
νά ἀναπτύξῃ ἀνοικτοσύνην διά τάς διαφορετικάς παραδόσεις, νά
κατανοήσῃ τήν ἀξίαν τῆς διαπολιτισμικότητος καί νά ἀποκτήσῃ
αἰσθητήριον διά τάς παγκοσμίους ἀξίας, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουν εἰς
τήν κοινήν πνευματικήν κληρονομίαν τῆς ἀνθρωπότητος. Βοηθεί
ἀκόμη νά κατανοήσωμεν τήν μεγάλην σημασίαν τῆς
Οἰκουμενικῆς Διακηρύξεως τῶν Δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου, τήν
συμπλήρωσιν 70 ἐτῶν ζωῆς τῆς ὁποίας ἑορτάζομεν ἐφέτος, καί
μάλιστα, μετά τέσσαρες ἡμέρας ἀπό σήμερον, τήν 10ην
Δεκεμβρίου, ὡς ἔκφρασιν τῆς συναινέσεως τῆς παγκοσμίου
κοινότητος εἰς τό πεδίον τῶν θεμελιωδῶν ἀξιῶν. Ὡς βάσιν διά τήν
συμβίωσιν τῶν ἀτόμων καί τῶν λαῶν ἐν ἐλευθερίᾳ, δικαιοσύνῃ
καί εἰρήνῃ. Εἰς τό ἀξονικόν τοῦτο κείμενον διεκηρύχθησαν εἰς 30
ἄρθρα, μέ τήν μορφήν τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου τά ὑψηλά
ἰδανικά, τά ὁποῖα ἀνήκουν καί εἰς τάς φιλανθρώπους παραδόσεις
τῶν μεγάλων θρησκειῶν.

Ἐξοχώτατε κύριε Ὑπουργέ,

Ἤλθομεν εἰς τήν ἱστορικήν χώραν σας ὡς φορεύς καί πρέσβυς
αὐτοῦ τοῦ πνεύματος, τοῦ πνεύματος τῆς εἰρήνης, τῆς
καταλλαγῆς καί τῆς ἀλληλεγγύης. Δέν εἴμεθα πολιτικοί, οὔτε
οἰκονομολόγοι, οὔτε κοινωνιολόγοι. Γνωρίζομεν ὅμως ὅτι σκοπός
τῆς πολιτικῆς, τῆς οἰκονομίας καί τῆς κοινωνικῆς δράσεως εἶναι ἡ
διακονία τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου του, εἶναι ἡ ἐλευθερία, ἡ
κοινωνική δικαιοσύνη καί ἡ εἰρηνική συμβίωσις. Ἐπί τῆς βάσεως
αὐτῆς, ἀπευθυνόμεθα πρός πάντα ἄνθρωπον καλῆς θελήσεως
καί καλοῦμεν εἰς κοινόν ἀγῶνα ἐπ’ἀγαθῷ τῆς ἀνθρωπότητος.
Θρησκεῖαι, εἰρηνιστικά, κοινωνικά, ἀνθρωπιστικά, οἰκολογικά
κινήματα ὀφείλουν νά συμπράξουν διά τήν οἰκοδόμησιν τοῦ
πολιτισμοῦ τῆς ἀλληλεγγύης καί τῆς εἰρήνης.

Πρώτην φοράν εἰς τήν ἱστορίαν της, ἡ ἀνθρωπότης δύναται, διά
τῶν πυρηνικῶν ὄπλων, νά ἀφανίσῃ τήν ζωήν ἐπί τῆς γῆς.
Δυστυχῶς, ἡ ἐπιστημονική γνῶσις δέν διεισδύει εἰς τά βάθη τῆς
ἀνθρωπίνης ψυχῆς, καί δέν ἐξασφαλίζει ἀφ᾿ ἑαυτῆς τήν ὀρθήν
ἐφαρμογήν της. Ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει, ἀλλά δρᾷ καί ἐνεργεῖ
ὡσάν νά μή ἐγνώριζεν. Ἡ ἀναμφισβήτητος ἄνοδος τοῦ βιοτικοῦ
ἐπιπέδου διά μεγάλα τμήματα τοῦ παγκοσμίου πληθυσμοῦ
συμβαδίζει σήμερον μέ τήν ἀνάπτυξιν, παραγωγήν καί μέ τό
ἐμπόριον ὅλον καί φονικωτέρων ὄπλων, μέ τήν καταστροφήν τοῦ
φυσικοῦ περιβάλλοντος, τήν κλιματικήν ἀλλαγήν, τήν
ἀποψίλωσιν τῶν δασῶν καί τήν ρύπανσιν τῶν ὑδάτων, ἐνῶ ὁ
εὐδαιμονισμός καί ἡ κτητική διάθεσις μετατρέπουν τά ἄτομα καί
τάς μάζας εἰς ἀκορέστους καταναλωτάς.

Πρός ἀντιμετώπισιν τῶν τάσεων αὐτῶν δέν ὑπάρχει ἄλλη λύσις
ἀπό τήν κοινήν προσπάθειαν, τήν συνεργασίαν καί τόν διάλογον.
Ὁμιλοῦμεν ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Ὀρθοδοξίας, ἡ ὁποία, ὡς
Ἐκκλησία, διασώζει τήν γνησιότητα τῆς χριστιανικῆς
παραδόσεως τῆς πίστεως, τῆς ἐλπίδος καί τῆς ἀγάπης ὡς πυρῆνα
τῆς ζωῆς της. Ὁ θεμελιωτής τῆς πίστεως ἡμῶν, ὁ Χριστός, χαιρετᾷ
μέ τό «εἰρήνη ὑμῖν» (Λουκ. κδ’, 36), μακαρίζει τούς εἰρηνοποιούς
(Ματθ. ε’, 9), παροτρύνει τούς ἀνθρώπους νά ἀγαποῦν τούς
ἐχθρούς των (Ματθ. ε’, 44). Εἰς τήν λατρευτικήν ζωήν τῆς
Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἡ λέξις εἰρήνη κατέχει σπουδαίαν θέσιν.
Δέν πρόκειται φυσικά μόνον διά τήν «ἄνωθεν εἰρήνην», «τήν
ὑπερέχουσαν πάντα νοῦν» (Φιλιπ. δ’, 7). Ὁ Χριστός εἶναι ἡ «εἰρήνη
ἡμῶν» (Ἐφεσ. β’, 14), εἰρήνη, ἡ ὁποία ἐκφράζεται «ἐπί γῆς» ὡς
ἀγών διά τήν δικαιοσύνην καί τήν εἰρηνικήν συμβίωσιν.
Ὑπαρξιακή εἰρήνη, εἰρήνη μέσα εἰς τήν καρδίαν τοῦ ἀνθρώπου,
καί κοινωνική εἰρήνη, εἶναι δύο ὄψεις τοῦ ἰδίου νομίσματος. Ἡ
Ἐκκλησία προσεύχεται πάντοτε ὑπέρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος
κόσμου, μιᾶς εἰρήνης, ἡ ὁποία εἶναι, τό τονίζομεν αὐτό καί πάλιν,
συνώνυμος τῆς δικαιοσύνης. «Ἡ εἰρήνη, τῇ δικαιοσύνῃ
συγκεκραμένη, θεῖόν ἐστι χρῆμα» (Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης PG
78, 924).

Ἐκφράζουσα τήν θέσιν ταύτην, ἡ ἐν Κρήτῃ, κατά Ἰούνιον τοῦ
ἔτους 2016, συνελθοῦσα Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς
Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὑπεγράμμισε τά ἑξῆς: « Ἡ Ὀρθόδοξος
Ἐκκλησία θεωρεῖ καθῆκον αὐτῆς νά ἐπικροτῇ πᾶν ὅ,τι ἐξυπηρετεῖ
πράγματι τήν εἰρήνην ( ωμ. ιδ, 19) καί ἀνοίγει τήν ὁδόν πρός τήν
δικαιοσύνην, τήν ἀδελφοσύνην, τήν ἀληθῆ ἐλευθερίαν καί τήν
ἀμοιβαίαν ἀγάπην μεταξύ ὅλων τῶν τέκνων τοῦ ἑνός οὐρανίου
Πατρός, ὡς καί μεταξύ ὅλων τῶν λαῶν τῶν ἀποτελούντων τήν
ἑνιαίαν ἀνθρωπίνην οἰκογενείαν. Συμπάσχει δέ μεθ᾿ ὅλων τῶν
ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι εἰς διάφορα μέρη τοῦ κόσμου στεροῦνται
τῶν ἀγαθῶν τῆς εἰρήνης καί τῆς δικαιοσύνης» (Ἀποστολή τῆς
Ἐκκλησίας, Γʹ 5).

Πιστή εἰς τόν ἀρχηγόν της, ἡ Ἐκκλησία μας προσεύχεται καί
ἀγωνίζεται διά τήν προάσπισιν τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου
ἔναντι τῶν κινδύνων, τούς ὁποίους ἐμπερικλείουν ἡ
ἐκκοσμίκευσις, ἡ ἀπόλυτος κυριαρχία τῆς τεχνολογίας εἰς ὅλας
τάς διαστάσεις τῆς ζωῆς, ὁ οἰκονομισμός, ἡ κερδοσκοπία καί ἡ
κοινωνική ἀδικία.

Ἐν τῷ πνεύματι τούτῳ, Ἐξοχώτατε κ. Do Jong Hwan,
προσευχόμεθα διά τήν θεραπείαν τῆς ὑπαρχούσης διαιρέσεως τῆς
Κορεατικῆς Χερσονήσου, διά τήν εὐημερίαν ὅλων τῶν κατοίκων
αὐτῆς, διά νά ριζώσουν εἰς τάς καρδίας των τά πολυπόθητα
ἀγαθά τῆς εἰρήνης καί τῆς ἁρμονίας, καί διά τήν ἐπιτυχῆ ἔκβασιν
ὅλων τῶν προσπαθειῶν διά ἑνότητα καί καταλλαγήν, ἀγαθῶν τά
ὁποῖα ἀτυχῶς ἐστερήθησαν ἐπί 65 ἔτη. Ὁ Θεός τῆς εἰρήνης νά
εὐλογῇ τάς προσπαθείας καί τάς πρωτοβουλίας τῶν ἀρχῶν καί
τῶν πολιτῶν, ὥστε αἱ ἐνέργειαί των νά ἀποβοῦν καρποφόροι καί
ἀποδοτικαί διά ὅλους τούς Κορεάτας. Δραττόμεθα τῆς εὐκαιρίας,
διά νά ἀπευθύνωμεν πρός ὑμᾶς ἐγκαρδίους εὐχαριστίας διά τήν
στήριξιν καί τήν ἐλευθερίαν, τάς ὁποίας ἀπολαμβάνει ἡ
Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐν Κορέᾳ, καί εὐρύτερον, διά τήν
διασφάλισιν καί προστασίαν τῆς ἐλευθερίας τῆς θρησκείας καί
τῆς λατρείας, εἰς τήν φιλόξενον χώραν σας.