You are on page 1of 2

ΛΥΣΙΑΣ, ΥΠΕΡ ΜΑΝΤΙΘΕΟΥ: ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑ-ΛΕΞΙΛΟΓΙΚΑ §§ 18-19

v ἀπελείφθην < ἀπό + λείποµαι (θ. λειπ-, λιπ-, λοιπ-)> έλλειψη, παράλειψη,
λοιπός, λείψανο, διαλειµµα, ελλιπής, λιποταξία, λειψυδρία, λειψανδρία, λειψός

v διατετέλεκα< τελέω-ῶ > αποτέλεσµα, επιτέλεση, τελετή, τελεστήριο, αποτελώ,
συντελώ. τελετή

v ποιούµενος< (θ. ποι-) > ποίηµα, ποίηση, ποιητής, ποιητικός, χειροποίητος,
(µετα, παρα, µετα, εκ,) ποιώ, εµποιώ, προσποιούµαι, αντιποίηση (αρχής) Συν:
δρῶ, πράττω, τελῶ.

v ἀναχωρῶν < ἀνά + χωρέω-ῶ > αναχώρηση, αποχώρηση, συγχώρηση, εκχωρώ,
παραχωρώ, καταχωρώ

v πολιτευοµένους< πολιτεύω > πολιτεία, πολίτευµα, πολιτευτής, αντιπολίτευση,
πολιτειακός, πολιτικός, πολιτεύοµαι, πολιτικολογώ, πολιτικοποιούµαι.
v κοσµίως > κόσµιος, κοσµιοτάτη (διαγωγή) , διακοσµώ, διακοσµητής, κόσµηµα
v σκοπεῖν<σκοπέω-ῶ (θ. σκεπ-, σκοπ-)> σκοπός, σκοπιά, επισκοπή, σκόπιµος,
επισκόπηση, διασκόπιο, σκοπεύω, σκοπευτής, σκοπευτήριο, σκέψη, σκόπελος,
απερίσκεπτος, σκεπτικός, , αποσκοπώ, σκέπτοµαι, απερίσκεπτα, σκόπιµα. Συν.:
βουλεύοµαι, ἐνθυµοῦµαι

v κοµᾷ < κοµάω- ῶ > κόµη, κοµήτης κόµµωση, κοµµωτής, κοµµωτήριο,
συγκοµιδή, κοµψός, κοµψά

v µισεῖν <µισέω- ῶ > µίσος, µισώ, µισητός, µισαλλοδοξία, λαοµίσητος Συν.:
ἀποστρέφοµαι, ἐχθαίρω. Αντ.: ἀγαπῶ ἀσπάζοµαι, φιλῶ

v ἔργων> έργο, εργασία , εργάτης, άνεργος, εργάζοµαι, κάτεργο, εργολάβος,
εργοτάξιο

v ἐπιτηδεύµατα> επίτηδες, επιτήδειος, επιτηδευµατίας, ανεπιτήδευτος

v βλάπτει <βλάπτω > βλάβη, βλαπτικότητα, φρενοβλάβεια, αβλαβής, βλαπτικός,
επιβλαβής, βλάψιµο. Συν.: ἀδικῶ, κακουργῶ, λυµαίνοµαι Αντ.: λυσιτελῶ, ὠφελῶ
v ὠφελεῖσθε <ὠφελέω-ῶ/-οῦµαι > ωφέλεια, ωφέληµα, επωφελής, ωφέλιµος,
ανωφέλητος, επωφελούµαι, ωφέλιµα, ωφελιµιστικά, επωφελώς

v ἐθελόντων <ἐθέλω > θέληση, θέληµα, εθελοντής, εθελοντικός, εθελούσιος,
εθελοτυφλώ, άθελα. Συν.: βούλοµαι, ἐπιθυµῶ, ποθῶ, ὀρέγοµαι.
v κινδυνεύειν <κινδυνεύω > κίνδυνος, κινδύνευµα, ακίνδυνος, επικίνδυνος,
διακινδυνεύω, παρακινδυνευµένος

filologikos-istotopos.gr 1

γενη-. αναµφίλεκτος. αφίλητος. Fειδ-. εργάτης. ρήµα. γι-γν. επεξεργάζοµαι. λόγος. ανεµελιά. ραβδούχος. άποψη. γονίδιο. γυνή. προσφιλής.) > γίνοµαι. Fορα-. ῥε-. κάτοπτρο. επικός. οπή v φιλεῖν < φιλέω-ῶ > φιλία. σχεδόν. γένος. ρητός. σχέση. έπος. γεν-. ευεξία. προεξοχή. διάλεξη. λεκτικός.: ἀδρανῶ. πρόσοψη. ποιῶ.: ῥαθυµῶ. διαλεκτικός. νεογνό. ορατός. καχεξία. ανακωχή. γονιός. γόνος. εσοχή. Συν. είδωλο. (πολυ)λογάς. αντίρρηση v ἀµπεχόµενοι (< ἀµπέχοµαι ή ἀµπίσχοµαι <ἀµφί + ἐχω )> αµπέχονο . φιλικός. φίλος. λέξη. γενέτειρα. Fιδ-)> όραση. πολιούχος. κήδοµαι. επιµελητής.) > διάλογος. όψη. είδος. αδολέσχης (= φλύαρος) .: δρῶ. παραµελώ. ύποπτος. σχήµα. πράττω. σχολή. συνεργάζοµαι. καχεκτικός. απόρρητος. αόρατος. γενεά. γηγενής. λεγ-. ὀπ-. εν- οχή. ρήτρα. διάλεκτος. προσόψιον . ακατέργαστος. γενέθλιος. αµελητέος.gr 2 . λογικός. αυτόπτης. ανέµελος. απ-οχή. γόνιµος v ἀµελοῦντες <ἀµελέω-ῶ> αµέλεια. όραµα. επιµέλεια. ιδέα. ορθοεπής. γένεση. εἰπ. ΛΥΣΙΑΣ. Αντ. ολοµέλεια Συν. ειδύλλιο. ΥΠΕΡ ΜΑΝΤΙΘΕΟΥ: ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑ-ΛΕΞΙΛΟΓΙΚΑ §§ 18-19 v ὄψεως< ὁράω-ῶ(θ. εξής. ρήση. Αντ. διαλογή. κληρούχος v γεγόνασιν< (<γίγνοµαι (θ. εργατικός. άρρητος. λογικός.: ἐπιµελοῦµαι. µέτοχος. Fερε-. λέσχη. φροντίζω. v διαλεγόµενοι < διά + λέγοµαι (θ. ἐρε-. άγονος. εργασία. φίληµα. ἀργῶ filologikos-istotopos. οραµατισµός. φίλτρο. έξη. ρήση. v εἰργασµένοι εἰσίν < ἐργάζοµαι> εργαλείο. οραµατιστής. κατεργάζοµαι. ρήτορας.