You are on page 1of 164

Ο Γαλλατσέχος συγγραφέας Μίλαν Κούντερα

γεννήθηκε ατο Μηρνο και αηό το 1975 ζει

στη δεύτερη ηατρίδα του τη Γαλλία. Έχει γρά­

ψει τα μυθιστορήματα Το οστείο, Η ζωπ είνοl

ολλού, Το βαλς του αποχαιρετισμού, Το βι­

βλίο του γέλιου και τπς λπθπς, Η αβάστσχτπ

ελσφρότπτα του είναι και Η αθονασία, τη

συλλογή διηγημάτων Κωμικοί έρωτες, κα­

θώς και το θεατρικά Ο Ιάκωβος κι ο αφέvτπς

του, όλα στην ταέχικη γλώσαα. Τα παλαιότε­

ρα δοκίμια Η τέχνπ του μυθιστορπματος και

Οι προδομένες διαθπκες, το νεότερο Ο πέ­

πλος, καθώς και τα πιο πρόσφατα μυθι­

στορήματά ταυ Η βραδύτπτα, Η ταυτότπτα και

Η άγνοια γράφτηκαν στα γαλλικά.

Σχεδιααμός εξωφύλλαυ
Φωκίων Κοπανάρπς
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ
ΜΙΛΑΝ ΚΟΤΝΤΕΡΑ

ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ

Μετάφραση
από την αναθεωρημένη, γαλλική έκδοση

ΓΙΑΝΝΗΣ Η, ΧΑΡΗΣ

ΤΡΙΤΗ ΕΚΔΟΣΗ
8η χιλιάδα

Σημ είωση τ ο υ συ γΥ()αφέα

Η μετάφραση α υτή έχει την έγκρισή μοl) χαι ευχαριστώ τον

Γιάννη Η. Χάρη για την εξαιρετική δο υλειά του. που είχα τη

χαρά να την παρακολουθήσω απΩ πολιί κοντά

Σημ είω ση της γ α λ λ ι κ ής έκδοση ς

Μεταξύ 1985 και 1987 οι γαλλικές μεταφράσεις των έργων του Β ΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ 'ΈΣΤΙΑΣ"
Μ. ΚοιΥντερα αναθεωρήθηκαν πλήρως απ" τον συγγραφ έα και Ι.Δ, ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α,Ε.
έχουν έκτοτε την ίδια ισχύ πρωτοτύπου με το τσέχικο κείμενο ΑΘΗΝΑ 2008
Απαγορε'Jεται η αναδημοσίευση. η αναπαραγωγή. καθώς και
η ΟΠΟΙΟlJδήποτε είδους διασκευή το" έργο" αιιτού

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο :νι Ε Ν Α

Ι Κανείς δε θα γελάσει 9

1I. Το χρυσό μήλο του αιώνιου πόθου 53

111. Το παιχνίδι του οτοστόπ 79

IV. Το συμπ6σω 107

Υ. Οι παλιοί VExrol να παραχιιφήσουν τη θέση τους

στους καινούριους 159

ΥΙ Ο γιατρ6ς Χάβελ είκοσι χρόνια μετά 189


Σειρά Ξένης ΑΟΥοτεχν,ας
ΥΠ. Ο Έντουαρντ χαι ο Θε6ς 231
lIfJώτη έκδοση: "Ιοέμβριος :ωΟί
Δε,;τερη έκδοση: Δεκέμβριος :!(ιΟί
Τρίτη έκδοση: Απρίλιος L()()/-I

Τίτλος πρωτοτύπου: ΜίΙαη Kundc·ra. Sl1lesl1" IAsky


© '.1ilan Kundera. 1968

Σχεδιασμός εξωφύλλοlJ: Φωκίων Κοπανάρης


Δι6ρΟωση: Μιμίκα Σώζου
Σελιδοποίηση: Αναστασία Σπανιολέτου
Φιλμ. μοντάζ: "Αλφάβητο»
Ι:;κτύπωση: Ι'ραφικές Τέχνες Δημήτριος Αλέξ. Γιωτάχος
Εκτόπωση εξωφι'Jλλου: Δ. Μωλ & Υιός
Βιβλιοδεσία: ΜΕΤΡΟΝ Α.Ε.

ΒΙΒΛJOΠΩΛΕJO"i ΤΗΣ "ΕΣΤΙΑΣ"


Ι. Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε.
Ευριπίδου 84 - AO'�να 105 53
info@hestia.gr • www.hestia.gr

ISBN 978-960-05-1349-:3
ΚΑΝΕΙΣ ΔΕ ΘΑ ΓΕΛΑΣΕΙ
« Βάλε μου λίγο ακόμα» μου είπε η Κλάρα, και δεν έφερα
καμία αντίρρηση. Είχαμε βρει μια αφορμή ν' ανοίξουμε ένα
μπουκάλι σλιβοβίτσα, όχι καμιά σπουδαία αφορμή, όχι
ιΊμως και αμελητέα, Εκείνη τη μέρα είχα εισπράξει ένα
γενναίο ποσό για ένα πολυσέλιδο δοκίμιό μου που είχε δη­
μοσιευτεί σε μια επιθεώρηση τέχνης.
Βέβαια η δημοσίευσή του δε στάθηκε και πολύ εύκολη
lJπόθεση, καθώς ήταν ιδιαίτερα μαχητικό και γεμάτο αιχ­
μές. Γι' αυτό και το είχε απορρίψει η Εικαστική σκέψη, με
τη γηραλέα και επιφυλακτική συντακτική επιτροπή της, και
τελικά το έδωσα σε μια ανταγωνιστική επιθεώρηση, λιγότε­
(>0 σημαντική είν' η αλήθεια, που έχει όμως στη συντακτική
επιτροπή της ανθρώπους πιο νέους και πιο τολμηρούς.
Ο ταχυδρόμος μού έφερε την επιταγή στο πανεπιστή­
μιο, και μαζί ένα γράμμα, ένα γράμμα άνευ σημασίας, που
μες στην πρώτη έξαψη του μεγαλείου μου ίσα που του 'ρι­
ξα μια ματιά το πρωί. Αλλά στο σπίτι, όταν κόντευαν πια
μεσάνυχτα και είχε κατέβει η στάθμη στο μπουκάλι, πήρα
το γράμμα απ' το τραπέζι και το διάβασα στην Κλάρα για
να σπάσουμε πλάκα:
«Αγαπητέ σύντροφε και -αν μου επιτρέπετε τη λέξη­
ΟlJνάδελφε, συγχωρέστε κάποιον που, χωρίς να τον έχετε
i'ίει ποτέ. παίρνει το ελεύθερο να σας γράψει. Απευθύνομαι
ο' εσάς με την παράκληση να διαβάσετε το άρθρο που σας
caωκλείω. Δεν σας γνωρίζω προσωπικά, αλλά τρέφω μεγά­
λη εκτίμηση στο πρόσωπό σας, γιατί είστε για μένα ο άν-

11


ΚΑΝΕΙΣ ΔΕ ΘΑ ΓΕ ΛΑΣΕΤ
ΚΩΜΙΙ{ΟΙ Ε Ι'ΩΤΕΣ

να της βρω με τη βοήθεια των φίλων μου. Επέμενα ότι δεν


θρωπος που οι απόψεις του, οι σκέψεις και τα συμπερά­
νοείται μια τόσο γοητευτική κοπέλα να χαραμίζει την ομορ­
σματά του επιβεβαιώνουν κατά έναν όλως παράδοξο τρό­
φιά της μπροστά σε μια ραπτομηχανή και αποφάσισα πως
πο τα αποτελέσματα των δικών μου ερευνών...» Ακολου­
Οα 'πρεπε να γίνει μανεκέν.
θούσαν διάφορα εγκώμια για την αξία μου, και μια άλλη
Η Κλάρα δεν έφερε αντίρρηση και περάσαμε τη νύχτα
πα(lάχληση: αν είχα την καλοσύνη να γράψω ένα σημείωμα
αρμονικά κι ευτυχισμένα.
προς την επιθεώρηση Η εικαστική σκέψη, όπου εδώ και έξι
μήνες του έβγαζαν άχρηστο το άρθρο του και το απέρρι­
πταν. Του είχαν πει ότι η γνώμη μου θα είχε καθοριστική
σημασία, κι έτσι ήμουν η μοναδική του ελπίδα, το μοναδικό
φως μες στο απόλυτο σκοτάδι του.
Κάναμε διάφορα αστεία με την Κλάρα γι' αυτόν τον Ζα­
Διασχίζουμε το παρόν με τα μάτια δεμένα. Το πολύ πολύ
τούρετσκι, ενθουσιασμένοι με το πομπώδες όνομά του' τε­
να διαισθανθούμε και να μαντέψουμε αυτό που ζούμε τη
λείως άκακα αστεία. εννοείται, γιατί τα εγκώμιά του με εί­
συγκεκριμένη στιγμή. Αργότερα μόνο, όταν πια λύσουμε
χαν κάνει μεγαλόψυχο, μ' ένα μπουκάλι εξαιρετική σλιβο­
τα μάτια μας και εξετάσουμε το παρελθόν, αντιλαμβανό­
βίτσα μάλιστα στο πλάι. Τόσο μεγαλόψυχο. που εκείνες τις
μαστε αυτό που ζήσαμε και κατανοούμε τη σημασία του.
αλησμόνητες στιγμές ένιωθα πως αγαπάω όλο τον κόσμο.
Το βράδυ εκείνο φανταζόμουν ότι πίνω στην επιτυχία
Κι αφού δεν μπορούσα να γεμίσω δώρα όλο τον κόσμο. γέ­
μου και ούτε που υποΨιαζόμουν πως αυτό ήταν το πρελού­
μιζα δώρα την Κλάρα. Κι αν όχι δώρα, τουλάχιστον υπο­
διο της καταστροφής μου.
σχέσεις.
Κι επειδή τίποτα δεν υποψιαζόμουν, την επομένη ξύ­
Η Κλάρα. με τα είκοσί της χρόνια, ήταν κορίτσι από κα­
πνησα ευδιάθετος, κι ενώ η Κλάρα κοιμόταν ακόμα μακα­
λή οικογένεια. Τι λέω καλή. από εξαίρετη οικογένεια! Ο
()ίως δίπλα μου. πήρα το άρθρο που ήταν μαζί με το γράμ­
πατέρας της. πρώην διευθυντής τραπέζης. και συνεπώς εκ­
μα του κ. Ζατούρετσκι και άρχισα να το διαβάζω στο κρε­
πρόσωπος της μεγαλοαστικής τάξης, είχε εκδιωχθεί από
[jάτι με εύθυμη αδιαφορία. Το άρθρο είχε τίτλο «Μίκολας
την Πράγα γι>ρω στο 1950 και είχε εγκατασταθεί στο χωριό
Άλες. μια αυθεντία του τσέχικου σχεδίου», και τζάμπα
Τσελακόβιτσε. αρκετά μακριά απ' την πρωτεύουσα. Η κό­
έχασα και τη μισή ώρα που το διέτρεξα τελείως πρόχειρα.
ρη του. με βεβαρημένο έτσι μητρώο. δούλευε μοδίστρα
ΊΙταν μια συλλογή από κοινοτοπίες, ριγμένες άτσαλα στο
μπροστά σε μια ραπτομηχανή. στο αχανές ατελιέ ενός ερ­
χαρτί, χωρίς την παραμικρή λογική ανάπτυξη. χωρίς την
γοστασίου ροι>χων της Πράγας. Εκείνο το βράδυ. καθισμέ­
παραμικρή πρωτότυπη ιδέα.
νος μπροστά της, προσπαθούσα να κεντρίσω ακόμα περισ­
Μια σαχλαμάρα και μισή, οίιτε λόγος. Και μου το επιβε­
σότερο το ενδιαφέρον της για μένα, μιλώντας της επιπό­
βαίωσε την ίδια κιόλας μέρα απ' το τηλέφωνο ο Κάλουσεκ.
λαια για τα πλεονεκτήματα μιας δουλειάς που υποσχόμουν
13
12
ΚΩΜΙΚΟΙ i':F'ΩΤΕΣ ΚΑΝΕI2: ΔΕ ΘΑ ΓΕΛΛΣω

ο αρχισυντάκτης της Εικαστικής σκέψης (από τα πλέον αιώνα θεωρούνται γενικά εσφαλμένες, ειδικά από τη συ­
αντιπαθή άτομα. κατά τα άλλα). Μου τηλεφώνησε στο πα­ ντακτική επιτροπή της Εικαστικής σκέψης, κι έτσι υπήρχε
νεπιστήμιο και μου είπε: «Σου ήρθε αυτή η μελέτη κάποιου κίνουνος η παρέμβασή μου να του κάνει μάλλον κακό παρά
Ζατούρετσκι; Κάνε μου λοιπόν τη χάρη να γράψεις ένα ση­ καλ()' παράλληλα τον κατέκλυσα με μια φιλική πολυλογία.
μείωμα' πέντε συνεργάτες μας του την έβγαλαν σκάρτη. που αποκλείεται να μην την είδε σαν ένδειξη συμπάθειας
αλλά αυτός επιμένει. και θεωρεί ότι εσύ είσαι η μία και μο­ στο πρόσωπό του.
ναδική αυθεντία. Γράψε λοιπόν πέντε γραμμές ότι αυτό το 'Εριξα το γράμμα σ' ένα γραμματοκιβώτιο και ξέχασα
πράμα δε στέκει με τίποτα. είσαι μανούλα εσl) σ' αυτά. ξέ­ ιχμέσως τον κ. Ζατούρετσκι. Αλλά ο κ. ΖαΤΟIJρετσκι δε με
ρεις και γίνεσαι καυστικός. κι έτσι θα μας παρατήσει ήσυ­ ξέχασε.
χους».
Κάτι όμως μέσα μου κλότσησε: Γιατί δηλαδή να γίνω
εγώ ειδικά ο δήμιος αυτού του Ζατούρετσκι; Μήπως εγώ
έπαιρνα μισθό αρχισυντάκτη γι' αυτές τις δουλειές; Εξάλ­
λου η Εικαστική σκέψη δεν είχε απορρίψει και τη δική μου
μελέτη; Χώρια που για μένα το όνομα του Ζατούρετσκι εί­ Μ ια μέρα. μόλις είχα τελειώσει το μάθημά μου (διδάσκω

χε συνδεθεί με την ανάμνηση της Κλάρας, της σλιβοβίτσας ιστορία της τέχνης σαν βοηθός στο πανεπιστήμιο), ήρθε και
και μιας ωραίας βραδιάς. Κι έπειτα. γιατί να το κρύΨω. αν­ ΧΤΙJπησε την πόρτα της τάξης η κ. Μαρία. η γραμματέας.
θρώπινο είναι. αυτοί που με θεωρούν «μία και μοναδική μια γλυκομίλητη γυναίκα κάποιας ηλικίας που μου φτιά­
αυθεντία» μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού, και xνει καφέ και λέει πως δεν είμαι εκεί κάθε φορά που αΚΟIJ­
ίσως σ' ένα δάχτυλο μόνο. Γιατί να κάνω εχθρό μου τον μο­ γονται στο τηλέφωνο ανεπιθίιμητες γυναικείες φωνές. Έχω­
ναδικό μου θαυμαστή; σε μέσα το κεφάλι και μου είπε ότι με περιμένει κάποιος
Τέλειωσα τη συνδιάλεξη με τον Κάλουσεκ με μερικά κl'φιος.
πνευματώδη και αόριστα λόγια, που ο καθένας μας θα Οι κύριοι δε με φοβίζουν. Χαιρέτησα τους φοιτητές μου
μπορούσε να τα πάρει όπως τον βολεύουν. αυτός σαν υπό­ και βγήκα ευδιάθετος στο διάδρομο. όπου με χαιρέτησε
σχεση κι εγώ σαν υπεκφυγή. κι έκλεισα το τηλέφωνο απο­ ένας μικρόσωμος άντρας. με μαύρο πολυκαιρισμένο κου­
φασισμένος οριστικά και αμετάκλητα να μην το γράψω πο­ σΤΟIJμι και άσπρο πουκάμισο. Έπειτα μου ανακοίνωσε όλο
τέ αυτό το σημείωμα. σεβασμό πως ονομάζεται Ζατοίιρετσκι.
Πήρα λοιπόν απ' το συρτάρι μου ένα επιστολόχαρτο κι 'Rβαλα τον επισκέπτη μου σε μια άδεια αίθουσα, του
έγραψα στον κ. Ζατούρετσκι ένα γράμμα όπου απέφευγα Π(Jόσφερα κάθισμα. κι άρχισα να μιλάω σε είιθυμο τόνο πε­
επιμελώς οποιαδήποτε κρίση για την εργασία του, και του ιιί ανέμων και υδάτων. για το ελεεινό καλοκαίρι που είχαμε
εξηγούσα πως οι απόψεις μου για τη ζωγραφική του 190υ και για τις εκθέσεις που γίνονταν εκείνη την εποχή στην

14 15
ΚΩΜ!ΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΚΑ.'<Ε! Σ ΔΕ ΘΑ !ΈΛΑΣΕ!

Πράγα. Ο κ. Ζατούρετσκι συγκατένευε ευγενικά στις αερο­ χάσει την ετοιμότητά μου και δεν κατάφερνα να βρω καμία
λογίες μου, αλλά προσπαθούσε συνέχεια να πιαστεί από δικαιολογία της προκοπής. Ήξερα πως δε θα το έγραφα
κάποια παρατήρησή μου και να γυρίσει την κουβέντα στο αυτό το σημείωμα. αλλά ήξερα και πως δεν είχα τη δύναμη
άρθρο του. που ορθωνόταν ξαφνικά αόρατο ανάμεσά μας. να το πω κατάμουτρα σ' αυτόν το μικρόσωμο ικέτη.
σαν ένας ακαταμάχητος μαγνήτης. Άρχισα να χαμογελάω και να ξεστομίζω αόριστες υπο­
«Πολύ ευχαρίστως θα έγραφα ένα σημείωμα για τη με­ σχέσεις. Ο κ. Ζατοιψετσκι με ευχαρίστησε και είπε πως θα
λέτη σας» είπα κάποια στιγμή. «αλλά. όπως σας εξήγησα ξαναπεράσει σι>ντομα να μάθει νεότερα' χωρίσαμε όλο χα­
στο γράμμα μου, δε θεωρούμαι ειδικός στην τσέχικη ζω­ μόγελα.
γραφική του 190υ αιώνα. και συν τοις άλλοις δεν έχω διό­ Ξαναπέρασε βεβαίως σε λίγες μέρες κατάφερα να τον
λου καλές σχέσεις με τη συντακτική επιτροπή της Εικαστι­ αποφύγω επιδέξια, αλλά την επομένη μού είπαν πως με εί­
κής σκέψης, όπου με βλέπουν σαν αδιόρθωτο μοντερνιστή, χε ξαναζητήσει στο πανεπιστήμιο. Κατάλαβα πως δεν πά­
οπότε μια θετική εισήγηση εκ μέρους μου είναι σίγουρο νε καλά τα πράγματα. Πήγα και βρήκα αμέσως την κ. Μα­
πως μόνο κακό θα σας έκανε.» ρία για να πάρω τα κατάλληλα μέτρα.
«Α, μα παραείστε μετριόφρων» είπε ο κ. Ζατούρετσκι. «Σας παρακαλώ. κυρία Μαρία. αν τυχόν ξανάρθει και
«Πώς γίνεται να υποτιμά τόσο πολύ το κύρος του ένας ει­ με ζητήσει αυτός ο κύριος. πέστε του πως έχω φύγει για
δήμων όπως εσείς! Από τη συντακτική επιτροπή μού είπαν επαγγελματικούς λόγους στη Γερμανία και θα γυρίσω σ'
ότι όλα εξαρτώνται από τη δική σας γνώμη. Αν είναι ευνο'ί­ ένα μήνα πια. Και κάτι άλλο: όλα μου τα μαθήματα είναι
κή για το άρθρο μου, θα το δημοσιεύσουν. Είστε η μόνη Τρίτη και Τετάρτη. Από δω και πέρα θα τα κάνω Πέμπτη
μου ελπίδα. Αυτή η εργασία αντιπροσωπεύει τρία χρόνια και Παρασκευή. Μόνο οι φοιτητές μου να ενημερωθούν,
μελέτη. τρία χρόνια έρευνες. Τώρα πια όλα είναι στα χέρια μην το πείτε σε κανέναν και μην αλλάξετε το πρόγραμμα
σας. » στον πίνακα. Πρέπει να περάσω στην παρανομία.»
Πόσο πρόχειρα και με τι φτωχά υλικά κατασκευάζει κα­
νείς τις δικαιολογίες του! Δεν ήξερα τι να του απαντήσω.
Σήκωσα μηχανικά το βλέμμα για να κοιτάξω το πρόσωπό
του και είδα κάτι αθώα, παλιομοδίτικα γυαλάκια, αλλά και 4
μια έντονη. βαθιά ρυτίδα, χαραγμένη κάθετα στο μέτωπό
του. Σε μια σύντομη στιγμή διαύγειας ένιωσα ρίγος στη Λίγον καιρό αργότερα ο κ. Ζατούρετσκι ήρθε φυσικά και

σπονδυλική μου στήλη: αυτή η επίμονη. πεισματική ρυτίδα με ζήτησε στο πανεπιστήμιο. και φάνηκε απελπισμένος

δεν αντανακλούσε απλώς το διανοητικό μαρτύριο του κα­ (ίταν η γραμματέας τού ανακοίνωσε πως είχα φύγει εσπευ­

τόχου της έτσι όπως έσκυβε πάνω στα σχέδια του Μίκολας σμένα για τη Γερμανία. «Μα δεν είναι δυνατόν! Ο κύριος

Άλες, αλλά και μια ασυνήθιστη δύναμη της θέλησης. Είχα καθηγητής έπρεπε να γράψει ένα σημείωμα για το άρθρο

16 17
ΚΩΜΙ ΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕ ΘΑ ΓΕΛΑΣΕΙ

μου! Πώς έφυγε έτσι;» «Ιδέα δεν έχω» απάντησε η κ. Μα­ πι ι λ ι ικ ατοικίας, απέναντι απ' τη σχολή, και απολάμβανα το
ρία. «αλλά θα γυρίσει σ' ένα μήνα.» «Άλλον ένα μήνα...» fICIXila. τον κ. Ζατούρετσκι που παραφύλαγε να με δει να
κλαψούρισε ο κ. Ζατούρετσκι. «Και δεν έχετε τη διεύθυνσή liγ'Χίνω. 'Ι:<.;τσι μου ' ρχόταν να φορέσω περούκα και ψεύτικα
του στη Γερμανία;» «Δυστυχώς όχι» είπε η κ. Μαρία. Υcνια. Ί�νιωθα Σέρλοκ Χολμς. Τζακ ο Αντεροβγάλτης, ο
Και για ένα μήνα βρήκα την ησυχία μου. ι\,ψατος άνθρωπος που οργώνει την πόλη. Το καταδιασκέ­
Πέρασε όμως πολύ πιο γρήγορα απ' όσο φανταζόμουν ί),χζα.
αυτός ο μήνας, και ο κ. Ζατούρετσκι ξαναεμφανίστηκε στο Λλλά κάποια μέρα ο κ. Ζατούρετσκι βαρέθηκε πια να
πανεπιστήμιο. «Όχι. ακόμα να γυρίσει» του είπε η κ. Μα­ ΙΗψαφολάει και έδωσε ένα γερό χτύπημα στην κ. Μαρία.
ρία. και όταν με είδε. με ρώτησε ικετευτικά: «ο κυριούλης .. '·:π:ιτέλους πότε κάνει τα μαθήματά του ο σύντροφος κα­
σας ξανάρθε, τι θέλετε να του πω;» «Να του πείτε πως ΙΙηγητής;» «Δεν έχετε παρά να συμβουλευτείτε το πρό­
έβγαλα τη χρυσή στη Γερμανία κι είμαι στο νοσοκομείο γι ιιψι-ια» απάντησε η κ. Μαρία, δείχνοντάς του στον τοίχο
στην Ιένα.» «Στο νοσοκομείο; Μα δεν είναι δυνατόν! Ο κιΥ­ cνιχν μεγάλο πίνακα καντριγιέ όπου αναγραφόταν με υπο­
ριος καθηγητής έπρεπε να γράψει ένα σημείωμα για το άρ­ ί'icl,γματική σαφήνεια το ωράριο των μαθημάτων.
θρο μου!» αναφώνησε ο κ. Ζατούρετσκι όταν του ανακοί­ " Ξέρω» είπε ο κ. Ζατούρετσκι, που δεν τον ξεγέλαγες
νωσε το νέο η γραμματέας. έπειτα από λίγες μέρες. «Κύριε cl'ικιιλα. «αλλά ο σύντροφος καθηγητής δεν έρχεται ποτέ
Ζατούρετσκι» είπε επιτιμητικά η γραμματέας. «ο κύριος γιιχ το μάθημά του την Τρίτη. ούτε την Τετάρτη. Κάνει
καθηγητής είναι στο εξωτερικό βαριά άρρωστος κι εσείς , ι Ηχση εργασίας;»
μόνο το άρθρο σας σκέφτεστε!» Ο κ. Ζατούρετσκι έχωσε ,,'( )χι» απάντησε αμήχανα η κ. Μαρία.
το κεφάλι στους ώμους και έφυγε, αλλά σε δεχαπέντε μέ­ Ι\αι τότε ο κοντούλης τα 'βαλε με την κ. Μαρία. Της κα­
ρες ήταν πάλι εχεΙ «Έστειλα ένα συστημένο γράμμα στον ι λι ιγισε ότι δεν ενημερώνει το πρόγραμμα. Τη ρώτησε ει­
τ Χ '

κύριο καθηγητή στο νοσοκομείο της Ιένας. Και μου γύρισε (ιωνικά πώς και δεν ήξερε πότε ακριβώς κάνουν τα μαθή­
πίσω!» «Θα τρελαθώ μ' αυτό τον άνθρωπο» μου είπε την lωτά τους οι καθηγητές. Την προειδοποίησε πως θα της
επομένη η κ. Μαρία. «Μη μου θυμώσετε. αλλά τι να του xιχνcι αναφορά. Έβαλε τις φωνές. Δήλωσε ότι θα κάνει ανα­
'λεγα πια κι εγώ; Του είπα πως γυρίσατε. τώρα πια βγάλτε ψι ι( ιά και για τον σύντροφο καθηγητή που δεν εμφανίζεται
τα πέρα μόνος σας!» γιιχ τα μαθήματά του. Ρώτησε αν είναι εχεί ο πριΥτανης.
Δεν κρατούσα κακία στην κ. Μαρία. έκανε ό.τι μπορού­ Δυστυχώς, ο πρύτανης ήταν εκεΙ
σε, κι άλλωστε δε θεωροιΥσα επ' ουδενί πως έχω χάσει το () κ. Ζατούρετσκι χτύπησε την πόρτα στο γραφείο του
παιχνίδι. Ήξερα καλά τον εαυτό μου. δε με στρίμωχναν εύ­ χω μπήκε. Έπειτα από δέκα λεπτά εμφανίστηκε ξανά στο
κολα. Ζούσα πια στην παρανομία, έκανα κρυφά τα μαθή­ γι ιιχφείο της κ. Μαρίας και της ζήτησε ξερά τη διεύθυνσή
ματά μου Πέμπτη και Παρασκευή. και πήγαινα, πάλι κρυ­ 1)( ιι ι.
φά. Τρίτη και Τετάρτη, και κρυβόμουν στην είσοδο μιας " �καλνίκoβα 20, στο Λίτομυσλ» είπε η κ. Μαρία.

18 19
ΚΩΜΙΚOJ ΕΡΩΤΕΣ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕ ΘΑ ΓΕΛΑΣΕΙ

«Πώς δηλαδή στο Λίτομυσλ;» μου έκαναν σιωπηρό πόλεμο, ο οποίος εκδηλωνόταν με έγ­
«ο κύριος καθηγητής έχει απλώς ένα πρόχειρο κατάλυ­ γραφες προειδοποιήσεις που μου έστελνε κατά καιρούς η
μα στην Πράγα, και δε θέλει να δίνω αυτήν τη διεύθυνση...» συνοικιακή επιτροπή, ακόμα και με έγγραφη καταγγελία
«Απαιτώ να μου δώσετε τη διεύθυνση της κατοικίας του που κατέθεσαν στην υπηρεσία στέγασης.
κυρίου καθηγητή στην Πράγα» φώναξε ο κοντούλης αν­ Την εποχή στην οποία αναφέρομαι η Κλάρα άρχισε να
θρωπάκος, κι η φωνή του έτρεμε. βρίσκει κουραστικό να έρχεται για τη δουλειά της στην
Η κ. Μαρία έχασε τελείως το θάρρος της. Έδωσε τη δι­ Πράγα από το Τσελακόβιτσε, και πήρε την απόφαση και
εύθυνση της σοφίτας μου, του φτωχικού μου καταφύγιου, κοιμόταν σ' εμένα, στην αρχή δισταχτικά και σε εξαιρετι­
της ευτυχισμένης μου φωλιάς όπου έμελλε να πιαστώ στη κές περιπτώσεις, έπειτα άφησε ένα φόρεμα, έπειτα κι άλ­
φάκα. λα, και σε λίγο τα δύο κουστούμια μου συνθλίβονταν στο
[1άθος της ντουλάπας, και το δωματιάκι μου μεταμορφώθη­
κε σε γυναικείο σαλόνι.
Μου άρεσε πολύ η Κλάρα' ήταν όμορφη' μου άρεσε και
5 που γυρνούσαν και μας κοίταζαν όταν περπατούσαμε μαζί'
ήταν τουλάχιστον δεκατρία χρόνια μικρότερή μου, κι αυτό
Ναι. η μόνιμη κατοικία μου είναι στο Λίτομυσλ' έχω εκεί τη φυσικά με ανέβαζε στα μάτια των φοιτητών μου' εν ολίγοις
μητέρα μου και τις αναμνήσεις από τον πατέρα μου' όποτε είχα χίλιους λόγους να κρέμομαι από πάνω της. Ωστόσο,
τα καταφέρνω. αφήνω την Πράγα και πάω εκεί και δου­ ()εν ήθελα να ξέρει κανείς πως έμενε σπίτι μου. Φοβόμουν
λεύω και γράφω, στο διαμερισματάκι της μαμάς. Κρατάω πως θα τα βάζαν με τον καλό μου το σπιτονοικοκύρη, έναν
έτσι μόνιμη διεύθυνση τη διεύθυνση της μητέρας μου. Αλλά ηλικιωμένο άνθρωπο πολύ διακριτικό, που δεν ασχολιCJΤΓl.ν
στην Πράγα δεν αξιώθηκα να βρω μια γκαρσονιέρα της Ιlαζί μου' έτρεμα μην εμφανιστεί κάποια ωραία πρωία, πα­
προκοπής. και υπενοικιάζω στα περίχωρα μια μικρή, εντε­ (ιά τη θέλησή του και με βαριά καρδιά, και με παρακαλέσει
λώς ανεξάρτητη σοφίτα, κρατώντας όσο γίνεται κρυφή την να Ωιώξω τη φίλη μου απ' το σπίτι, για να προστατέψει το
ύπαρξή της, για να αποφεύγω ανώφελες συναντήσεις ανε­ καΜ του όνομα. Έτσι, είχα δώσει αυστηρές οδηγίες στην
πιθύμητων επισκεπτών με τις εφήμερες συντρόφους μου. Ι\.λάρα να μην ανοίγει ποτέ σε κανέναν.
Δε θα μπορούσα λοιπόν να ισχυριστώ πως είχα και την Τη μέρα εκείνη ήταν μόνη στο σπίτι. Ήταν μια ωραία,
καλύτερη φήμη στην πολυκατοικία. Κι επιπλέον, όποτε ΑιιΊλουστη μέρα, και μέσα στη σοφίτα η ζέστη ήταν αποπνι­
έμενα στο Λίτομυσλ δάνειζα συχνά το δωμάτιό μου σε φί­ κ τ ική Οπότε η Κλάρα είχε ξαπλώσει γυμνή στο κρεβάτι
.

λους. που το αξιοποιοι)σαν και με το παραπάνω. και δεν ΙΙΟΙΙ και χάζευε με τις ώρες το ταβάνι.
άφηναν να κλείσει μάτι κανείς σ' όλη την πολυκατοικία. Ξαφνικά κάποιος άρχισε να χτυπάει δυνατά και επίμο­
Όλα αυτά είχαν καταγανακτίσει ορισμένους ενοίκους, που νιχ την πόρτα.

20 21
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ KANEI� ΔΕ ΘΑ ΓΕΛΑΣΕΙ

Κανονικά δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας. γιατί η πόρτα


της σοφίτας δεν είχε κουδούνι. κι όποιος ερχόταν χτυπούσε
αναγκαστικά με το χέρι. Έτσι. η Κλάρα δεν ανησύχησε από
τη φασαρία και δε διανοήθηκε να πάψει να χαζεύει το τα­ Την επομένη η κ. Μαρία μου είπε πως ο κ. Ζατούρετσκι
βάνι. Αλλά τα χτυπήματα στην πόρτα δε σταματούσαν' ίσα άuχισε να ωρύεται. να την απειλεί. και πήγε να την καταγ­
ίσα συνέχιζαν με αδιατάρακτη και ακατανόητη επιμονή. γείλει' η δόλια. μου μιλούσε κι έτρεμε η φωνή της, ήταν
Στο τέλος την κατέλαβε νευρικότητα' άρχισε να φαντάζε­ έτοιμη να βάλει τα κλάματα' τότε πια θύμωσα. Κατάλαβα
ται μπροστά στην πόρτα έναν κύριο που άνοιγε αργά και τωλι'ι καλά πως η κ. Μαρία. που ώς τότε διασκέδαζε με όλο
με νόημα το αριστερό μέρος του σακακιού του, κι έπειτα αείνο το κρυφτό (μάλλον από συμπάθεια προς εμένα πα­
τη ρωτούσε κοφτά γιατί δεν ανοίγει. τι κρύβει. και αν το (lrx από πραγματική διάθεση για αστεία) ένιωσε ξαφνικά
έχει δηλώσει πως μένει σ' αυτήν τη διεύθυνση. Την κυρίευ­ π(lοσβεβλημένη. και φυσικά θεωΡΟΙJσε πως η αιτία για τους
σε ένα αίσθημα ενοχής. σταμάτησε να χαζεύει το ταβάνι κι ιιπελάδες της ήμουν εγώ. Κι όσο σκεφτόμουν πως μαθεύ­
έψαξε με το βλέμμα να βρει πού είχε αφήσει τα ρούχα της. τηκε η διεύθυνση της σοφίτας μου. πως βροντούσε επί δέκα
Τα χτυπήματα όμως εξακολουθούσαν τόσο πεισματικά. ΛcπτrX η πόρτα και κατατρόμαξε η Κλάρα. ο θυμός μου έγι­
που μες στη σύγχυσή της βρήκε μονάχα το αδιάβροχό μου, νε λl')σσα.
που ήταν κρεμασμένο στο χολ. Το φόρεσε και άνοιξε. Κι εκεί που πηγαινοερχόμουν νευρικά μέσα στο γρα­
Αντί για ένα μοχθηρό. ερευνητικό πρόσωπο. είδε έναν φείο της κ. Μαρίας και δάγκωνα τα χείλια μου κι έβραζα
κοντούλη που τη χαιρετούσε: «Είναι μέσα ο κι'ιριος καθη­ οί.,ι')κληρος και σκεφτόμουν πώς να πάρω εκδίκηση. ανοίγει
γητής;» «Όχι, έχει βγει!» «Κρίμα» είπε ο κοντούλης και ΎΙ π:ι'ψτα και εμφανίζεται ο κ. Ζατούρετσκι.
ζήτησε ευγενικά συγνώμη' «το θέμα είναι ότι ο κύριος κα­ Μ(')λις με είδε. το πρόσωπό του φωτίστηκε από ευτυχία.
θηγητής έπρεπε να γράψει ένα σημείωμα για κάποιο άρθρο 1':ΚΓχνε μια ελαφρά υπόκλιση και μου είπε καλημέρα.
μου. Μου το έχει υποσχεθεί. και είναι πολύ επείγον. Αν Ι':ίχε έρθει πολύ νωρίς. πριν προλάβω να σκεφτώ την εκ-
μου επιτρέπετε, να του αφήσω τουλάχιστον ένα μήνυμα.» ίi;,χησή μου.
Η Κλάρα έδωσε στον κοντούλη χαρτί και μολύβι, και το Με ()ώτησε αν είχα πάρει το χτεσινό του μήνυμα.
βράδυ διάβασα πως η τύχη του άρθρου για τον Μίκολας Δεν απάντησα.
Άλες είναι στα χέρια μου και πως ο κ. Ζατούρετσκι περιμέ­ 1':πανέλαβε την ερώτηση.
νει ευσεβάστως να γράψω εκείνο το σημείωμα που του εί­ ,. Ναι» του απάντησα τελικά.
χα υποσχεθεί. Πρόσθετε πως θα με αναζητήσει και πάλι ,. Ι\αι Οα το γράψετε λοιπόν αυτό το σημείωμα;»
στο πανεπιστήμιο. Τον είδα μπροστά μου: καχεκτικό. πεισματάρη, ικετευ-
11)(1)' εί;)α την κάθετη ρυτίδα στο μέτωπό του. τη γραμμή
ι νι ι" ιχνεπανάληπτου πάθους είδα τη γραμμή αυτή και συ-

22 23
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕ ΘΑ ΓΕΛΑΣΕΙ

νειδητοποίησα πως είναι μια ευθεία που ορίζεται από δύο


., Ilάυτε πίσω αυτά τα λόγια!» είπε απειλητικά ο κ. Ζα­
σημεία: το άρθρο το δικό του και το σημείωμα το δικό μου' ιιll·ψcτσκι .

και πως. εκτός από το ψεγάδι αυτής της μανιακής γραμμής.


., Ω(ιαία!» είπα διαλλακτικά. «ο γάμος δεν αποκλείει
γι' αυτόν δεν υπήρχε τίποτ' άλλο στη ζωή πέρα από έναν
ι lωVCΙ και καλά το να είναι κανείς γυναικάς. Αλλά τι σημα­
ασκητισμό αγίου. Και κατέφυγα σ' ένα σωτήριο κακεντρε­
ιιιn [ΧΕι. 2:ας είπα ότι δε σας κρατώ κακία και σας καταλα­
χές τέχνασμα.
Ι\ι(;.νω απολύτως. Όχι όμως και να ζητάτε να σας γράψει
«Ελπίζω να καταλαβαίνετε ότι μετά τα χτεσινά δεν έχω
ΥΙΙ( το άρθρο σας κάποιος που πάτε να ξελογιάσετε τη φι­
τίποτα να πω μαζί σας» του είπα.
λινιΧΛα του.»
«Δε σας καταλαβαίνω.»
., �/'ιντρoφε! Το σημείωμα αυτό σας ζητάει να το γράψε­
«Αφήστε το θέατρο. Μου τα είπε όλα. Μην πάτε να το
ιι () κιί ρ ω ς Κάλουσεκ, διδάκτωρ φιλολογίας και αρχισυ-
αρνηθείτε. »
ν ιι�){της της επιθεώρησης Εικαστική σκέψη, που εκδίδεται
«Δε σας καταλαβαίνω» ξανάπε ο κοντούλης. αλλά έντο­ '
ιιι(ιι την αιγίδα της Ακαδημίας Επιστημών, και οφείλετε να
να αυτήν τη φορά. (Ι ι Υιιάψ ετε!»
Πήρα ένα εύθυμο. σχεδόν φιλικό ύφος: «Κοιτάξτε, κύριε
., Διαλέξτε! Το σημείωμα ή τη φιλενάδα μου. Και τα
Ζατούρετσκι. δεν μπορώ να σας κατηγορήσω. Είμαι κι εγώ
ί)/ιι Ι, ι)ε γίνεται!»
γυναικάς και σας καταλαβαίνω. Κι εγώ στη θέση σας θα τα
.. Τι συμπεριφορά είναι αυτή!» φώναξε ο κ. Ζατούρε-
'ριχνα σαν τρελός σε μια όμορφη κοπέλα. έτσι και βρισκό­
τοκι, με θυμό και απόγνωση μαζΙ
μασταν μόνοι σ' ένα διαμέρισμα κι εκείνη ήταν γυμνή μέσα
Ι';ατά έναν περίεργο τρόπο είχα ξαφνικά την αίσθηση
από 'να αδιάβροχο».
,'ηι ο κ. Ζατούρετσκι είχε όντως θελήσει να ξελογιάσει την
Ο κοντούλης μελάνιασε: «Αυτό είναι προσβολή!» l\λιΧ(lα. Βράζοντας από θυμό. άρχισα κι εγώ να φωνάζω:
«Όχι. είναι η αλήθεια. κύριε Ζατούρετσκι.» .. llιΧτε να βγείτε κι αποπάνω τώρα; Αντί να μου ζητήσετε
«Εκείνη η κυρία σάς τα είπε αυτά;» τ ωΤΕινά συγνώμη, μπροστά στη γραμματέα μας!»
«Εκείνη η κυρία δεν έχει μυστικά από μένα.»
Τοιι γύρισα την πλάτη, κι εκείνος βγήκε απ' το δωμάτιο
«Αυτό είναι προσβολή, σύντροφε, εγώ είμαι παντρεμέ­
πιψιχπατώντας, σαν χαμένος.
νος άνθρωπος! Έχω γυναίκα! Έχω παιδιά!» Κι έκανε ένα
. , 1':πιτέλους!» αναστέναξα με ανακούφιση, έπειτα από
βήμα μπροστά, αναγκάζοντάς με να κάνω εγώ ένα βήμα
ιχ/ιr ή ν τη δύσκολη αλλά νικηφόρα μάχη, και στράφηκα
πίσω.
π(ιιις την κ. Μαρία: «Φαντάζομαι πως θα μ' αφήσει ήσυχο
«Τόσο το χειρότερο, κύριε Ζατούρετσκι.»
πω μ' αυτ{) το σημείωμα!»
«Τι εννοείτε;»
11 κ. Μαρία έμεινε για λίγο σιωπηλή και ρώτησε έπειτα
«Εννοώ ότι τόσο το χειρότερο να είναι κανείς παντρεμέ­ (;, l.Λι�:
νος και γυναικάς.»
.,Ι\αι γιατί δεν του το γράφετε αυτό το σημείωμα;»

24 25
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕ ΘΑ ΓΕΛΑΣΕΙ

«Γιατί, καλή μου κυρία Μαρία, το άρθρο του είναι σκέ­ ι Ι 11. πτη σκόνη σαν κατάκοπος πεζικάριος. Όταν η Κλάρα εί­
τες βλακείες.»
Ι! ι Tιr.)ς δεν είχε τη διάθεση να καβαλικέψει καμία περιπέ­
«Και γιατί δε γράφετε ένα σημείωμα και να λέτε πως ι ι rrx, τη διαβεβαίωσα ότι δεν πρόκειται να συναντήσει ποτέ
είναι σκέτες βλακείες;»
ΙΙΙ\l κ. ϊ,ατούρετσκι ούτε και τη γυναίκα του, κι ότι με την
«Και γιατί να το γράψω εγώ; Γιατί να δημιουργώ εγώ
Ι! L(ι1.π:έτεια που είχα διαλέξει ο ίδιος να καβαλικέψω. θα τα
συνέχεια εχθρούς;» '[lyrι.ζrx πέρα μόνος μου, χωρίς την παραμικρή βοήθεια.
Η κ, Μαρία με κοίταξε χαμογελώντας συγκαταβατικά, Το πρωί. τη στιγμή που βγαίναμε από την πολυκατοι­
και τότε ξανάνοιξε η πόρτα' εμφανίστηκε ο κ. Ζατούρε­
x;.rx, [ιας σταμάτησε ο θυρωρός. Δεν ήταν εχθρός ο θυρω­
τσκι, με το χέρι υψωμένο:
(11'(. Ι';ίχα την πρόνοια να του δώσω πενήντα κορόνες λίγον
«Θα δούμε ποιος θα ζητήσει συγνώμη απ' τον άλλο!»
κro.(ιr') πριν, και έκτοτε ζούσα με την ευχάριστη σιγουριά
μου πέταξε με τρεμουλιαστή φωνή και εξαφανίστηκε.
ιτως είχε μάθει να αγνοεί την ύπαρξή μου και πως δεν έρι­
χνε λάδι στη φωτιά που κρατούσαν αναμμένη οι εχθροί μου
ι Ι ι ην πολυκατοικία.
.. �ας έψαχναν δύο άτομα χτες» είπε.
7 .. �αν ποιοι;»
.. Ί·;νας κοντοπίθαρος με τη γυναίκα του.»
Δε θυμάμαι ακριβώς πότε. την ίδια εκείνη μέρα ή μερικές
., Ilώς ήταν η γυναίκα του;»
μέρες αργότερα. βρήκαμε στο γραμματοκιβώτιό μου ένα
"Tou ' ριχνε δl)ο κεφάλια. Πολύ δυναμική γυναίκα. Αυ­
φάκελο χωρίς διεύθυνση. Μέσα είχε ένα φύλλο χαρτί με
(J ιη( ιή. Ζητούσε πληροφορίες για τα πάντα.» Έπειτα στρά­
κάτι μεγάλα. αδέξια γράμματα: «Αγαπητή Κυρία! Ελάτε
φηκε σ την Κλάρα: «Ιδίως για σας. Ήθελε να μάθει ποια εί­
σπίτι μου την Κυριακή να συζητήσουμε σχετικά με την
(ΙΤΕ και πώς σας λένε».
προσβολή που έγινε στον σl:Ιζυγό μου! Θα είμαι στο σπίτι
"Ηεέ μου. και τι της είπατε;» φώναξε η Κλάρα.
όλη τη μέρα. Αν δεν έρθετε. θα αναγκαστώ να ενεργήσω
. : 1 \ θέλατε να της πω; Σάμπως ξέρω ποιος μπαίνει και
αλλιώς. Άννα Ζατοl:Ιρετσκι. Νταλιμίλοβα 14, Πράγα ΠΙ».
πoιrις βγαίνει στου κυρίου καθηγητή; Της είπα πως κάθε
Η Κλάρα φοβήθηκε κι άρχισε να λέει πως έφταιγα εγώ. li( ιrxί) ι Ι έχει κι από μιαν άλλη.»
Έδιωξα τους φόβους της με μια κίνηση του χεριού και δήλω­
"Τέλεια» είπα. κι έβγαλα δέκα κορόνες απ' την τσέπη
σα ότι το νόημα της ζωής είναι ακριβώς να διασκεδάζουμε
Ι J r ιι Ι. « �I)νεxίστε έτσι!»
με τη ζωή. κι αν η ζωή η ίδια τεμπελιάζει και δε βοηθάει σ'
., Μη φοβάσαι τίποτα» είπα έπειτα στην Κλάρα. «δε θα
αυτό. χρειάζεται λίγο σκούντημα από μας. Ο άνθρωπος πρέ­
ιως πουθενά την Κυριακή κι ούτε και θα σ' ενοχλήσει κανέ-
πει διαρκώς να καβαλικει:Ιει καινούριες περιπέτειες. αυτές V(J..c,. Η

τις ατρόμητες φοράδες. χωρίς τις οποίες θα έσερνε τα πόδια


11(IΟε η Κυριακή. και μετά την Κυριακή η Δευτέρα, η

26 27
t

ΚΩΜΙΚOl ΕΡΩΤΕΣ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕ ΘΑ ΓΕΛΑΣΕΙ

Τρίτη, η Τετάρτη. Τίποτα δε συνέβη. «Βλέπ


εις;» είπα στην Η Κλάρα κατάλαβε αμέσως ότι πρόκειται γι' αυτήν,
Κλάρα.
αφο/) Ακακίας 5 είναι η διεύθυνσή μου. Αλλά. δασκαλεμένη
Έφτασε όμως η Πέμπτη. Σ' ένα από τα
παράνομα ως τψοσεχτικά από μένα. δε σάλεψε καθόλου. γιατί ξέρει ότι
συνήθως μαθήματά μου. την ώρα που έλεγα
στους φοιτητές ItιiVEl παράνομα στο σπίτι μου, κι ότι αυτό όμως δεν αφορά
μου με πόση ζέση και γενναιότητα απελευθέρω
σαν οι νεα­ κανέναν. «Ορίστε, αυτό της έλεγα κι εγώ» είπε ο ευγενικός
ροί φωβιστές το χρώμα από τον περιγραφικό '
ιμπρεσιονι­ κl φως. όταν καμία από τις μοδίστρες δεν απάντησε. και
σμό, η κ. Μαρία άνοιξε ξαφνικά την πόρτα
και μου είπε σι­ [iγήκε. Η Κλάρα έμαθε έπειτα πως μια αυστηρή γυναικεία
γανά: «Σας ζητάει η γυναίκα αυτού του
Ζατούρετσκι!» φωνή στο τηλέφωνο τον είχε υποχρεώσει να εξετάσει τις
«Ξέρετε πολύ καλά ότι δεν είμαι εδώ» είπα'
«δείξτε της το ί')ιευΟ/)νσεις όλων των εργατριών και επί ένα τέταρτο προ­
πρόγραμμα των μαθημάτων.» Αλλά η κ. Μαρία
κούνησε το ππαΟο/)σε να τον πείσει ότι κάποια απ' όλες τους πρέπει να
κεφάλι της: «Το είπα ότι δεν είστε εδώ, έριξε
όμως μια μα­ ItιivEI. Ακακίας 5.
τιά στο γραφείο σας και είδε κρεμασμένο
το αδιάβροχό I1 σκιά της κ. Ζατούρετσκι εγκαταστάθηκε στην ειδυλ­
σας. Τώρα κάθεται και σας περιμένει στο διάδρο
μο». λΙΓχκή σοφίτα μας.
Το αδιέξοδο είναι το πεδίο των πιο ωραίω
ν εμπνεύσεών «llώς ανακάλυψε όμως πού δουλεύεις; Εδώ στην πολυ­
μου: «Θα μου κάνεις μια χάρη;» είπα στον
αγαπημένο μου κιnοικία κανένας δεν ξέρει τίποτα για σένα!» είπα υψώνο­
φοιτητή. «Τρέχα στο γραφείο μου. φόρα το
αδιάβροχό μου ντας τη φωνή.
και βγες απ' τη σχολή! Κάποια κυρία θα
προσπαθήσει να Ναι. ήμουν πεπεισμένος ότι κανείς δεν ήξερε τίποτα για
σου αποδείξει πως είσαι εγώ. αλλά η αποστ
ολή σου είναι lως, Ζο/)σα σαν αυτούς τους ιδιόρρυθμους που νομίζουν
ακριβώς να το αρνηθείς με κάθε τρόπο.»
ιιn ζουν απαρατήρητοι πίσω από ψηλά τείχη. ενώ τους δια­
Ο φοιτητής έφυγε και γύρισε σ' ένα τέταρ
το. Μου ανα­ φcl'ιγει μια μικρολεπτομέρεια: ότι τα τείχη αυτά είναι από
κοίνωσε πως η αποστολή εξετελέσθη, ο δρόμο
ς ήταν ελεύ­ ίir,ιχφανο γυαλΙ
θερος, η κυρία είχε φύγει.
ΔΙo>(Jοδοκούσα το θυρωρό για να μην πει πουθενά πως η
Τη φορά αυτή είχα κερδίσει.
Ι':' Λι'l.( ια μένει μαζί μου, επέβαλλα στην Κλάρα να ζει με τη
Έφτασε όμως κι η Παρασκευή, και όταν γύρισε
το από­ 1I cγΓl.λ/ίτερη δυνατή διακριτικότητα. σε καθεστώς απόλυ­
γευμα η Κλάρα απ' τη δουλειά έτρεμε.
της πιφανομίας. και παρ' όλα αυτά όλη η πολυκατοικία
Τη μέρα εκείνη ο ευγενικός κύριος που
υποδέχεται τις ΥIΙ:φε γι' αυτήν. Μια επιπόλαιη συζήτηση με τη νοικάρισσα
πελάτισσες στο ωραίο σαλόνι του εργοστασίου
άνοιξε από­ rI Η ι ι)ει ιτέρου ήταν αρκετή για να μάθουν έπειτα οι πάντες
τομα την πόρτα που οδηγεί προς το βάθος
του ατελιέ όπου πι Η 'ι ί)ι ιr ιλει)ει.
δουλεύει η Κλάρα, σκυμμένη πάνω στη ραπτο
μηχανή της. �Ιας είχαν ανακαλύψει από καιρό κι εμείς ούτε που το
μαζί με άλλες δεκαπέντε μοδίστρες, και
φώναξε: «Μένει r lιιιιιlιΙΙΧζιίμασταν. Ένα μόνο δεν ήξεραν ακόμα οι διώκτες
καμιά από σας Ακακίας 5;»
1//1. , : το ,ίνομα της Κλάρας. Χάρη σ' αυτό το μικρό μυστικό

28 29
....

ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕ ΘΑ ΓΕΛΑΣΕ!

και μόνο καταφέρναμε για την ώρα και ξεφεύγαμε από Ι ιιΊηιl)νε τον άντρα της. Ο κ. Ζατούρετσκι σήκωσε το σκυ­
την
κ. Ζατούρετσκι, που είχε ριχτεί στη μάχη με τέτοια μεθοδι­ ΟΙ ι(.)π(ι βλέμμα του και το περιέφερε από τη μια άκρη του
κότητα και πείσμα, που μου προκαλούσε ανατριχίλα. ()ωματίου στην άλλη. «Είναι καμιά απ' αυτές;» του ψιθύρι­
Κατάλαβα πως τα πράγματα σοβαρεύουν' πως τη φορά <IC η κ. Ζατούρετσκι.
αυτή είχα καβαλικέψει για τα καλά το άλογο της περιπέ­ Λλλά ακόμα και με τα γυαλιά του ο κ. Ζατούρετσκι δεν
τειάς μου. ι ιπ(> ( > ο ιι σε να δει καθαρά και ν' αγκαλιάσει μ' ένα μόνο
[iλέμμα αυτό τον τεράστιο. ακατάστατο χώρο, με τις διά­
ψι ψες στοίβες μες στη μέση και τα ρούχα που κρέμονταν
ιJC κάτι μεγάλες οριζόντιες μπάρες. με τις αεικίνητες μοδί­
8 ιι τι ΙCς που δεν εννοούσαν να σταθούν ήσυχες με μέτωπο

τφιις την πόρτα, αλλά γυρνούσαν την πλάτη, στριφογύρι­


Αυτά λοιπόν την Παρασκευή. Και το Σάββατο, όταν ζ(�ν στην καρέκλα τους, σηκώνονταν ή έστρεφαν αλλού το
η Κλά­
ρα γύρισε απ' τη δουλειά, έτρεμε και πάλι ολόκληρη. χcφάλι. Ο κ. Ζατούρετσκι πήρε τελικά την απόφαση να
Ιδού
τι είχε συμβεί: πι ιιιχωρήσει πιο μέσα στο ατελιέ και να τις περιεργαστεί
Η κ. Ζατούρετσκι είχε πάει μαζί με τον άντρα
της στο lοτιΊ κοντά μία μία.
εργοστάσιο ρούχων, όπου είχε τηλεφωνήσει την προηγο '( )ταν είδαν οι γυναίκες να τις περιεργάζεται έτσι ένα
υ­
μένη ζητώντας από τον διευθυντή την άδεια να επισκεφ ι:χγνωστο άτομο, κάθε άλλο παρά ελκυστικό μάλιστα. ένιω­
τεί
μαζί με τον άντρα της το ατελιέ και να δουν μία μία τις ιιιχν ένα συγκεχυμένο αίσθημα ντροπής και άρχισαν να εκ­
μο­
δίστρες που δούλευαν εκεΙ Φυσικά, ο σιΥντροφος διευθυ­ rιΙΙΙΙXζOlιν την αγανάκτησή τους με χοντροκομμένα αστεία
ντής ξαφνιάστηκε με το αίτημα αυτό, αλλά δεν μπορού ΙlOιφμουρητά. Μία από αυτές. μια εύσωμη κοπέλα,
σε χω

να κάνει κι αλλιώς. μπροστά στο επίμονο ύφος της φι;ιναξε 6λο αναίδεια: «Ψάχνει παντού να βρει την παλιο­
κ. Ζα­
τούρετσκι, που έλεγε κάτι για συκοφαντίες, για
κατε­ ίιJιιl'ιλα που τον γκάστρωσε!»
στραμμένες ζωές και δικαστήρια. Ο κ. Ζατούρετσκι στεκό­ Τα ξαφνικά χαχανητά των γυναικών κατατρόπωσαν το
ταν πλάι της συνοφρυωμένος και σιωπηλός. ζιιιγιις. που στεκόταν συνεσταλμένο και με μια περίεργη.
Τους πήγαν λοιπόν στο ατελιέ. Οι μοδίστρες σήκωσα ιτCl.ιψατική αξιοπρέπεια.
ν
αδιάφορα το κεφάλι και η Κλάρα αναγνώρισε τον κοντού­ .. Μ αμά» ξαναφώναξε η αναιδής στην κ. Ζατούρετσκι,
λη' χλόμιασε και συνέχισε να ράβει, με κραυγαλέα iil'V τον προσέχεις τον κανακάρη σου! Αν είχα εγώ ένα τό­
πια ..

αμεριμνησία. IlΙι ιψιφφο αγόρι, δε θα τ' άφηνα να ξεμυτίσει απ' το σπίτι!»


«Ορίστε» είπε με ειρωνική ευγένεια ο διευθυντής στο .. Ι\ιιίταζε εσύ!» ψιθύρισε η σύζυγος στον σύζυγο, και ο
απολιθωμένο ζευγάρι. Η κ. Ζατούρετσκι κατάλαβε κοντούλης. κατηφής και συνεσταλμένος. έκανε αρ­
πως ί)ΙΙΛιιις (J

έπρεπε να αναλάβει πρωτοβουλία: «Κοίτα, λοιπόν! ) ι ι Ι (ι ιγά το γύρο του ατελιέ. σαν να προχωρούσε κάτω από
» πα-

30 31
ΚΩΜΙΚΟΙ RΡΩΤΕΣ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕ ΘΑ ΓΕΛΑΣΕΙ

μια αψίδα ραβδισμών και προσβολών, βαδίζοντας σταθερά Γιατί η Κλάρα ούτε ψηλή ούτε ξανθιά είναι. Μόνο το
παρ' όλα αυτά, χωρίς να παραλείψει να περιεργαστεί ούτε εσωτερικό ύψος της ομορφιάς μπορούσε να της δώσει την
ένα πρόσωπο, εικόνα του εξωτερικού ύψους στα μάτια του κ. Ζατούρε­
Ο διευθυντής παρακολουθούσε τη σκηνή μ' ένα ουδέτε­ τσκι. Και το φως που πηγάζει από την ομορφιά έδινε στα
ρο χαμόγελο' ήξερε τις εργάτριές του κι ήξερε πως δεν μαλλιά της την όψη του χρυσού.
μπορεί κανείς να τα βγάλει πέρα ει'ικολα μαζί τους κάνο­ Όταν ο κοντούλης έφτασε τελικά στη γωνία του δωμα­
ντας πως δεν ακούει όλο αυτό το πανδαιμόνιο. ρώτησε τον τίου όπου η Κλάρα με την καφετιά φόρμα της ζάρωνε πά­
κ. Ζατούρετσκι: «Μα πώς ήταν τελικά α υτή η γυναίκα;» νω απ' τα κομμάτια μιας φούστας. δεν την αναγνώρισε. Δεν
Ο κ. Ζατούρετσκι γύρισε προς τον διευθυντή και απά­ την αναγνώρισε, επειδή δεν την είχε δει ποτέ.
ντησε αργά και σοβαρά: «Όμορφη... πολι'ι 6μορφη...»

Ι Στο μεταξι'> η Κλάρα είχε ζαρώσει σε μια γωνιά, και με


το ανήσυχο ύφος της, το σκυμμένο κεφάλι και τον πυρετώδη
ρυθμό με τον οποίο δούλευε, δημιουργοι'ισε έντονη αντίθεση 9
με όλες τις άλλες που είχαν αποχαλινω()εί. Α, τι άσχημα
που έπαιζε το ρόλο της ασήμαντης και αμέριμνης! Και ο κ. 'Ωταν η Κλάρα τέλειωσε την ασυνάρτητη και σχεδόν ακατα­
Ζατούρετσκι ήταν τώρα δύο βήματα από τη ραπτομηχανή ν6ητη εξιστόρησή της. της είπα: «Βλέπεις, είμαστε τυχεροί!»
της απ6 στιγμή σε στιγμή θα την κοιτοι'ισε καταπρόσωπο! «Τυχεροί; Τι λες τώρα!» μου είπε μέσα σε λυγμούς.
«Θυμάστε πως ήταν όμορφη. αλλά αυτ6 δε λέει τίποτα» «Μπορεί να μη με βρήκαν σήμερα. θα με βρουν αύριο.»
παρατήρησε ευγενικά ο σύντροφος διευθυντής στον κ. Ζα­ «Γιά πες μου δηλαδή πώς θα σε βρουν! »
τούρετσκι. «Υπάρχουν πολλές όμορφες γυναίκες! Ήταν ψη­ «Θά 'ρθουν να με ψάξουν εδώ, στο σπίτι σου.»
λή; κοντή;» «Δε θ' ανοίξω σε κανέναν.»
«Ψηλή» είπε ο κ. Ζατοι'ιρετσκι. «Κι αν στείλουν την αστυνομία; Αν επιμείνοuν και σε
«Ξανθιά ή μελαχρινή;» αναγκάσουν να φανερώσεις ποια είμαι; Εκείνη είπε θα κά­
«Ξανθιά» απάντησε ο κ. Ζατοι'ιρετσκι. έπειτα από κά­ νει μήνuση. με κατηγορεί πως σuκοφάντησα τον άντρα
ποιο δισταγμό. της.»
Αυτό το κομμάτι της αφήγησής μου θα μπορούσε να «Έλα τώρα! Θα το γuρίσω στην πλάκα. Στο κάτω κάτω,
χρησιμεύσει σαν παραβολή για τη δί>ναμη της ομορφιάς. ένα αστείο ήταν όλα αuτά.»
Τη μέρα που ο κ. Ζατούρετσκι είδε σπίτι μου την Κλάρα «Δεν είναι εποχές αuτές για αστεία' σήμερα όλα τα
θαμπώθηκε τόσο πολύ. που εντέλει δεν την είδε. Η ομορ­ παίρνουν στα σοβαρά' θα πουν ότι θέλησα σκόπιμα να σπι­
φιά έβαλε ένα αδιαπέραστο φίλτρο μπροστά στα μάτια λώσω την υπόληψή του. Δηλαδή. άμα τον δουν, περιμένεις
του. Ένα φίλτρο από φως που την έκρυβε σαν πέπλο. να πιστέψουν ότι πήγε αυτός να ξεμυαλίσει γυναίκα;»

32 33
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕρςΠΕΣ ΚΑΝΕΙΣ Δt: ΘΑ ΓΕΛΑΣΕΙ

«Δίκιο έχεις. Κλάρα» της είπα. «πιθανότατα θα σε κλεί­ ιιής υπήρχε ένα στοιχείο υπέρ σας. κάνατε τακτικά το μά­
σουνε μέσα.» ΙΙημά σας. σας αγαπούσαν οι φοιτητές σας, που όντως μά­
«Άσ' τις εξυπνάδες» είπε η Κλάρα. «Αφού ξέρεις πόσο Οαιναν μαζί σας. Αλλά ούτε σ' αυτό μπορείτε πλέον να βα­
πρέπει να φυλάγομαι. Ξεχνάς ποιος είναι ο πατέρας μου; πίζεστε. Μόλις μου ανακοίνωσε ο ΠΡΙJτανης ότι εδώ και
Έτσι και με καλέσουν για ανάκριση. ακ6μα και για το πιο φας μήνες δεν κάνετε μαθήματα. και μάλιστα τελείως αδι­
απλό πράμα, θα μπει στο φάκελ6 μου. και δε θα ξεκολλή­ καιολόγητα. Αυτό και μόνο θα ήταν αρκετ6 για άμεση
σω ποτέ απ' αυτό το ατελιέ. Επί τη ευκαιρία. πολύ θα 'θε­ (�πιJλυση.»
λα να μάθω τι γίνεται μ' αυτή την ιστορία, με τη δουλειά Του εξήγησα πως δεν είχα παραλείψει ούτε ένα μάθη­
μανεκέν που μου έταξες. Κι έπειτα. δε θέλω να μένω άλλο ιια, πως όλα αυτά ήταν ένα αστείο. και του διηγήθηκα όλη
τις νύχτες εδώ. θα 'μαι συνέχεια με το φόβο ότι θα 'ρθουν την ιστορία με τον Ζατούρετσκι και την Κλάρα.
να με ζητήσουν. Θα γυρίσω στο Τσελακόβιτσε.» «Ωραία. σας πιστεύω» είπε ο καΗηγητής. «αλλά αυτό
Ήταν η πρώτη συζήτηση της μέρας. ι)εν αλλάζει σε τίποτα την όλη υπόθεση. Τώρα οι πάντες
Υπήρξε κι άλλη. το απόγευμα. μετά τη συνεδρίαση του πτη σχολή λένε ότι δεν κάνετε μαθήματα. Το θέμα συζητή­
διδακτικού προσωπικού του τμήματός μου. Οηκε ήδη στον σύλλογο προσωπικοι) και χτες έφτασε στο
Ο διευθυντής του τμήματος. ένας γκριζομάλλης ιστορι­ πι ψβοιιλιο της σχολής.»
κός της τέχνης. συνεννοήσιμος άνθρωπος. με κάλεσε στο «Ι'ιατί όμως δε μίλησαν σ' εμένα πρώτα;»
γραφείο του. «Να σας μιλήσουν. να σας πουν τι; Όλα είναι ξεκάθαρα
«Θα το ξέρετε. φαντάζομαι. πως η μελέτη που μόλις δη­ ΥΙ' αυτούς. Τώρα εξετάζουν αναδρομικά όλη την προηγοι)­
μοσιεύσατε δε βοηθάει καθόλου τη θέση σας» μου είπε. ιιενη διαγωγή σας. προσπαθώντας να βρουν κάποια σχέση
«Ναι. το ξέρω» απάντησα. ανάμεσα στο παρελθόν σας και στην τωρινή συμπεριφορά
«Πολλοί από τους καθηγητές μας εδώ πιστεύουν ότι πας. »
αναφέρεστε σ' αυτούς και ο πρι)τανης θεωρεί ότι πρόκειται «Τι το κακό μποροι)ν να βρουν στο παρελθόν μου; Ξέ­
για άμεση επίθεση κατά των απόψεών του.» (ιετε κι εσείς πόσο την αγαπάω τη δουλειά μου. Δεν παρέ­
«Και τι μπορώ να κάνω τώρα δηλαδή ;» είπα εγώ. λειψα ποτέ ούτε ένα μάθημά μου. Έχω ήσυχη τη συνείδησή
«Τ(ποτα» απάντησε ο καθηγητής. «Αλλά οι βοηθοί ΙΗιυ.»
όπως εσείς έχουν αρχική σύμβαση για τρία χρόνια. Η δική «Κάθε ανθρώπινη ζωή έχει πολλές και διαφορετικές
σας όπου να 'ναι λήγει. και θα προκηρυχΗεί η θέση βάσει πλευρές» είπε ο καθηγητής. «ΊΌ παρελθόν του καθενός
τίτλων πια. Συνήθως η επιτροπή δίνει τη θέση σε κάποιον ιιας. ανάλΟΥα με τον τρόπο που το παρουσιάζουμε. μπορεί
που έχει ήδη διδάξει στη σχολή' είστε όμως σίγουρος ότι θα κΓιλλιστα να αποτελέσει βιογραφία ενός λαοφιλούς πολιτι­
τηρηθεί αυτό στη δική σας περίπτωση; Αλλά δεν είναι αυτό κ(ιιί ή ενός εγκληματία. Κοιτάξτε απλώς τη δική σας περί­
το βασικό για το οποίο ήθελα να σας μιλήσω. Μέχρι στιγ- ιττωση. Δεν πατούσατε στις συνεδριάσεις. χαι τις σπάνιες

34 35
ΚΩΜΙ ΚΟΙ ΕΡΩΤΕ2: Κ ΑΝΕΙ Σ ΔΕ ΘΑ ΙΈΛΑΣΕΙ

φορές που εμφανιζόσασταν μένατε σιωπηλός. Κανένας δεν νή εντύπωση στην πρόεδρο του συλλόγου. Το θέμα θα βγει
μπορούσε να ξέρει τι ακριβώς σκεφτόσασταν. Εγώ ο ίδιος παραέξω, κι ένας Θεός ξέρει τι άλλες φήμες θα κυκλοφορή­
θυμάμαι ότι σε ορισμένα σοβαρά θέματα πετοιΥσατε ξαφνι­ σουν, προς μεγάλη αγαλλίαση αυτών που ενοχλούνται από
κά ένα αστείο που προκαλούσε κάποιες αμφιβολίες για τη τις απόψεις σας, αλλά δε θα 'θελαν και να φανεί πως σας
στάση σας. Οι αμφιβολίες αυτές τότε ξεχνιόνταν αμέσως, χτυπάνε γι' αυτές.»
αλλά τώρα, όταν τις ανασύρει κανείς από το παρελθόν, Καταλάβαινα πως ο καθηγητής ούτε να με τρομοκρατή­
αποκτούν αυτομάτως συγκεκριμένη σημασία. Ή πάλι θυ­ σει ήθελε ούτε να με παραπλανήσει' αλλά τον θεωρούσα
μηθείτε όλες αυτές τις γυναίκες που έρχονταν και σας ζη­ έτσι κι αλλιώς ιδιόρρυθμο και δεν ήθελα να τον ακολουθή­
τούσαν κι εσείς βάζατε να τους λένε πως δεν είστε εδώ! Ή σω στον σκεπτικισμό του. Αυτό το άλογο το είχα καβαλικέ­
ας πάρουμε την τελευταία σας μελέτη, για την οποία ο κα­ ψει μόνος μου' δε γινόταν λοιπόν να το αφήσω να μου τρα­
θένας μπορεί να ισχυριστεί ότι ξεκινά από πολιτικά ύπο­ βήξει τα χαλινάρια απ' τα χέρια μου και να με πάει όπου
πτες θέσεις. Πρόκειται βεβαίως για μεμονωμένα γεγονότα' ήΗελε αυτό. 'Η μουν έτοιμος να δώσω μάχη.
αν όμως τα εξετάσει κανείς υπό το πρίσμα του τωρινού σας Και το άλογο δεν την απέφυγε τη μάχη. Γυρίζοντας σπί­
παραπτώματος, σχηματίζουν ένα συνεκτικό σύνολο που τι. βρήκα στο γραμματοκιβώτιο μια κλήση για την επόμενη
απεικονίζει πειστικά τη νοοτροπία και τη συμπεριφορά συνεδρίαση της συνοικιακής επιτροπής.
σας.»
«Μα ποιο παράπτωμα!» αναφώνησα. «Θα εξηγήσω
μπροστά σε όλους τι ακριβώς συνέβη' αν έχουμε να κάνου­
με με ανθρώπους, θα βάλουν απλούστατα τα γέλια.» 10
«Όπως νομίζετε. Αλλά θα μάθετε ότι δεν έχουμε να κά­
νουμε με ανθρώπους, ή ότι δεν ξέρετε τι εστί άνθρωπος. Δε Η συνοικιακή επιτροπή συνεδρίαζε γι)ρω από 'να μακρό­
θα γελάσουν. Αν τους εξηγήσετε τα πράγματα όπως ακρι­ στενο τραπέζι σ' ένα παλιό, κλειστό πια κατάστημα. Ένας
βώς έγιναν, θα διαπιστωθεί ότι δεν ανταποκριθήκατε στις γκριζομάλλης με γυαλιά και ανύπαρκτο πηγούνι μου έδειξε
υποχρεώσεις σας όπως ορίζονται στο πρόγραμμα διδασκα­ μια καρέκλα. Τον ευχαρίστησα, κάΗισα, κι εκείνος πήρε το
λίας, ότι δηλαδή δεν κάνατε αυτό που έπρεπε να κάνετε, λόγο. Μου ανακοίνωσε πως η συνοικιακή επιτροπή με πα­
αλλά και ότι, επιπλέον, κάνατε κρυφά το μάθημά σας, δη­ ρακολουθούσε εδώ και αρκετόν καιρό. πως ήξεραν πολύ κα­
λαδή κάνατε αυτό που δεν έπρεπε να κάνετε. Θα διαπι­ λά ότι διάγω έκλυτο βίο, κι αυτό προξενούσε αλγεινή εντύ­
στωθεί έπειτα ότι προσβάλατε έναν άνθρωπο που ζητούσε πωση στη γειτονιά' πως οι ένοικοι της πολυκατοικίας μου
τη βοήθειά σας. Θα διαπιστωθεί ότι διάγετε έκλυτο βίο. ότι είχαν ήδη παραπονεθεί μία φορά ότι ολόκληρη νύχτα δεν
μένει στο σπίτι σας μια κοπέλα χωρίς να το έχετε δηλώσει έκλεισαν μάτι από τη φοβερή φασαρία στο διαμέρισμά
στις αρχές, γεγονός που θα προκαλέσει εξαιρετικά δυσμε- μου' πως όλα αυτά ήταν αρκετά για να έχουν σαφή αντίλη-

36 37
ΚΩΜΙΚΟ! ΕΡΩΤJ<:Σ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕ ΘΑ ΙΈΛΑΣΕΙ

ψη για το άτομό μου' και σαν να μην έφταναν όλα αυτά. γυναίκας που διέβαλε τον σύζυγό της και να φέρει το θέμα
ήρθε να ζητήσει τη βοήθειά τους η σύζυγος ενός εργάτη της στο πειθαρχικό της Εθνικής Επιτροπής, επειδή η συκοφα­
επιστήμης, η συντρόφισσα Ζατοι)ρετσκι: εδώ και πάνω από ντία αυτή σπιλώνει το όνομα του συζύγου της.»
έξι μήνες έπρεπε να γράψω ένα σημείωμα για την επιστη­ Προσπάθησα άλλη μια φορά να συμμαζέψω αυτή την
μονική εργασία του συζύγου της. και δεν το είχα γράψει, ιστορία, που είχε πάρει τεράστιες διαστάσεις: «Ακούστε.
παρόλο που ήξερα πολι) καλά ότι η τύχη αυτής της εργα­ σι>ντροφοι» τους είπα. «όλα αυτά είναι αστεία. Η συγκεκρι­
σίας βρισκόταν στα χέρια μου. μένη εργασία είναι τόσο ασήμαντη. που κανένας δε θα δε­
«Δύσκολα θα τη χαρακτήριζε κανείς επιστημονική αυτή χ6ταν να κάνει κάποια θετική εισήγηση. Κι αν έγινε και μια
την εργασία' είναι ένα αναμάσημα ξένων ιδεών» διέκοψα παρεξήγηση ανάμεσα σ' αυτήν τη γυναίκα και τον κ. Ζατού­
τον άνθρωπο με το ανι)παρκτο πηγούνι. ()ετσκι, δεν είναι δα λόγος να κάνετε ολόκληρη συνεδρίαση».
«Περίεργο. σύντροφε» παρενέβη τότε μια ξανθιά τρια­ «Ευτυχώς, σύντροφε. δεν αποφασίζεις εσύ πότε πρέπει
ντάρα, ντυμένη με την τελευταία λέξη της μόδας. και μ' ένα να κάνουμε συνεδρίαση και πότε όχι» μου απάντησε ο άν­
αστραφτερό χαμόγελο. μόνιμα (όπως μου φάνηκε) κολλη­ Ορωπος με το ανύπαρκτο πηγούνι. «Κι αυτά που ισχυρίζε­
μένο στο πρόσωπό της. «Επιτρέψτε μου να σας κάνω μια σαι τώρα. πως η εργασία του σύντροφου Ζατούρετσκι δεν
ερώτηση: ποια είναι η ειδικότητά σας;» έχει την παραμικρή αξία, πρέπει να θεωρήσουμε πως είναι
«Ιστορία της τέχνης.» από σκέτη εκδίκηση. Η συντρόφισσα Ζατούρετσκι μας
«Και του σύντροφου Ζατούρετσκι;» έδωσε ένα γράμμα που έγραψες στον σύζυγό της αφού εί­
«Ιδέα δεν έχω. Ενδεχομένως προσπαθεί να κάνει κάτι χες διαβάσει την εργασία του.»
ανάλογο.» «Ναι. Αλλά στο γράμμα αυτό δε γράφω ούτε λέξη για
«Βλέπετε;» αναφώνησε ενθουσιασμένη η ξανθιά. γυρ­ την ποιότητα της εργασίας του.»
νώντας προς τα άλλα μέλη της επιτροπής. «Για τον σύ­ «Όντως. Αλλά έγραψες στον σύντροφο Ζατοι)ρετσκι ότι
ντροφο από δω ένας μελετητής στον ίδω τομέα δεν είναι Οα τον βοηθούσες ευχαρίστως κι όταν διαβάσει κανείς το
σι)ντροφος αλλά ανταγωνιστής.» γράμμα σου. φαίνεται ξεκάθαρα ότι σου άρεσε η εργασία
«Συνεχίζω» είπε ο άνθρωπος με το ανύπαρκτο πηγούνι. του. Και τώρα λες πως είναι αναμάσημα ξένων ιδεών. Για­
«Η συντρόφισσα Ζατούρετσκι μας είπε ότι ο σύζυγός της τί τότε δεν του το έγραψες αμέσως; Γιατί δεν του το 'πες
ήρθε να σας βρει στο διαμέρισμά σας κι εκεί συνάντησε μια στα ίσα;»
γυναίκα. Φαίνεται πως η γυναίκα αυτή τον διέβαλε έπειτα «ο σύντροφος είναι διπρόσωπος» είπε η ξανθιά.
σ' εσάς, ισχυριζόμενη ότι την παρενόχλησε σεξουαλικά. Η Εκείνη τη στιγμή παρενέβη μια γυναίκα κάποιας ηλικίας
συντρόφισσα Ζατούρετσκι έχει στα χέρια της ντοκουμέντα με περμανάντ πέρασε κατευθείαν στο ψητό: «Θέλουμε να
που αποδεικνύουν πως ο σύζυγός της δεν είναι ικανός για ιιας πεις, σύντροφε. ποια είναι αυτή η γυναίκα που συνά­
μια τέτοια ενέργεια. Και θέλει να μάθει το όνομα αυτής της ντησε στο σπίτι σου ο κ. Ζατούρετσκι».

38 39
ΚΩΜΙΚOl Εj'ΩΤΕΣ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕ ΘΑ ΓΕΛΑΣΕΙ

Κατάλαβα πολύ καλά ότι δεν ήταν πια στο χέρι μου να στο πανεπιστήμιο. Όταν γύρισα. ήταν αηδιασμένη, μου εί­
απογυμνώσω όλη αυτή την υπόθεση από την παράλογη σο­ πε πως είχε έρθει κάποιος κύριος και της έκανε ανήθικες
βαρότητά της, και ένα μόνο μου έμενε: να θολώσω τα νερά, προτάσεις νόμισε πως ήταν συνεννοημένος μαζί μου, προ­
να τους απομακρύνω όλους αυτούς από την Κλάρα, να σβλήθηκε, και δε θέλησε να με ξαναδεί. Όπως βλέπετε, λοι­
τους παρασύρω μακριά, όπως η πέρδικα παρασέρνει μα­ πόν, δεν πρόλαβα καν να μάθω το πραγματικό της όνομα.»
κριά απ' τη φωλιά της το κυνηγόσκυλο, προσφέροντας το «Σύντροφε, είτε αλήθεια λέτε είτε ψέματα» είπε η ξαν­
δικό της σώμα για να γλιτώσει τα μικρά της. Οιά, «το βρίσκω εντελώς αδιανόητο ότι μπορεί να διαπαιδα­
«Δυστυχώς» είπα, «δε θυμάμαι τ' όνομά της.» γωγεί τη νεολαία μας ένας άνθρωπος σαν κι εσάς. Το μόνο
«Πώς; Δε θυμάσαι το όνομα της γυναίκας με την οποία Ωηλαδή που σας εμπνέει η ζωή στη χώρα μας είναι να πίνετε
συζείς;» ρώτησε η γυναίκα με την περμανάντ. και να ξελογιάζετε γυναίκες; Να είστε βέβαιος ότι θα μετα­
«Η συμπεριφορά σας απέναντι στις γυναίκες είναι υπο­ φέρουμε την άποψή μας σχετικά με το θέμα όπου δει.»
δειγματική. σύντροφε» είπε η ξανθιά. «ο θυρωρός δεν μας μίλησε για καμιά Ελένη» πήρε το
«Μπορεί να το θυμηθώ, αλλά πρέπει να σκεφτώ. Μή­ λ(ίγο η γυναίκα με την περμανάντ, «αλλά μας είπε ότι εδώ
πως ξέρετε τι μέρα ήρθε να με βρει ο κ. Ζατούρετσκι;» και ένα μήνα κοιμίζεις στο σπίτι σου χωρίς να το δηλώσεις
«Στις... μισό λεπτό», είπε ο άνθρωπος με το ανύπαρκτο στην αστυνομία μια κοπέλα που δουλεύει σ' ένα εργοστάσιο
πηγούνι. κοιτάζοντας τα χαρτιά του. «Στις 14 του μηνός. (Jοιίχων. Μην ξεχνάς ότι είσαι σε υπενοικιασμένο δωμάτιο,
Τετάρτη απόγευμα.» σl'ιντροφε! Νομίζεις ότι μπορείς να κοιμίζεις όποιον θέλεις;
«Τετάρτη. 14 ... Σταθείτε...» Έπιασα το κεφάλι μου με Μπορντέλο το πέρασες το σπίτι σου; Άμα δε θες εσύ να μας
τα δυο μου χέρια και άρχισα να σκέφτομαι. «Α ναι, θυμά­ πεις το όνομά της, μη φοβάσαι, θα το βρει η αστυνομία.»
μαι. Ήταν η Ελένη.» Τους είδα να κρέμονται όλοι απ' τα
χείλη μου.
«Ελένη... και το άλλο της;»
«Το άλλο της; Λυπάμαι. δεν έχω ιδέα. Δε θέλησα να τη 11
ρωτήσω. Για να 'μαι ειλικρινής, δεν είμαι και σίγουρος πως
την έλεγαν Ελένη. Εγώ τη φώναζα Ελένη, γιατί ο άντρας Το έδαφος χανόταν κάτω απ' τα πόδια μου. Στο πανεπι­
της ήταν κοκκινοτρίχης σαν τον Μενέλαο. Τη γνώρισα την στήμιο άρχισα να συνειδητοποιώ το εχθρικό κλίμα για το
Τρίτη το βράδυ. σ' ένα χορευτικό κέντρο, και κατάφερα ν' οποίο μου είχε μιλήσει ο καθηγητής. Βέβαια. δεν είχα λάβει
ανταλλάξω δυο κουβέντες μαζί της την ώρα που ο Μενέ­ ια('ιμα καμιά κλήση, αλλά έπιανα από δω κι από κει διάφο­
λαός της έπινε ένα κονιάκ στο μπαρ. Ήρθε την επομένη στο ιιιιιις υπαινιγμούς, και μου έλεγε και η κ. Μαρία, όλο συ­
διαμέρισμά μου και έμεινε όλο το απόγευμα. Το βράδυ, IJ n:r'JVla. ορισμένα πράγματα. που τα άκουγε απ' τους καθη­
έπρεπε να την αφήσω για δυο ώρες. για μια συνεδρίαση γητές που πήγαιναν για καφέ στο γραφείο της και δεν πρό-

40 41
ΚΩΜΙ ΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕ ΘΑ ΓΕΛΑΣΕΙ

σεχαν καθόλου τη γλώσσα τους. Η επιτροπή κρίσεων θα συ­ ί)ι,ψάτιο μ' ένα μικρό ντιβάνι κι ένα μεγάλο επικλινές πα­
νεδρίαζε σε μερικές μέρες και συγκέντρωνε γνώμες και (ιιΧΙΙιψο. απ' όπου έβλεπες τα νυχτερινά φώτα της Πράγας
αξιολογήσεις από όλες τις μεριές φανταζόμουν τα μέλη τής ι( ν ιχμεσα σ' ένα σωρό πίνακες ακουμπισμένους χάμω, γύρω

επιτροπής να διαβάζουν την αναφορά της συνοικιακής επι­ γl)()(ο) στους τοίχους. μες στη βρόμα και την ανέμελη ακα­
τροπής. μια αναφορά για την οποία ήξερα μόνο πως είναι ιll.Πτασία ενός καλλιτέχνη. ξαναβρήκα μονομιάς την παλιά
απόρρητη και δεν μπορούσα να διατυπώσω καμία ένσταση. l!.i.πΙΙηση μιας γλυκιάς ελευθερίας. Κυλίστηκα στο ντιβάνι,
Έρχονται στιγμές στη ζωή που πρέπει να δώσει κανείς ι"χωπα το ανοιχτήρι στο φελλό κι άνοιξα το μπουκάλι το
τη μάχη του οπισθοχωρώντας που πρέπει να εγκαταλείψει )φαπί. Φλυαρούσα χαρούμενα κι ανέμελα. με το μυαλό μου
τις ήσσονος σημασίας θέσεις για να περισώσει τις ζωτικής οτην ωραία βραδιά και την ωραία νύχτα που θα περνούσαμε.
σημασίας. Και η πιο σημαντική μού φάνηκε πως ήταν ο Λλλά το άγχος που έφυγε από πάνω μου έπεσε μ' όλο
έρωτάς μου. Ναι. τις ταραγμένες εκείνες μέρες. άρχισα ΓΙ)Ι) το βάρος πάνω στην Κλάρα.

ξαφνικά να συνειδητοποιώ πως είμαι ερωτευμένος. πραγ­ Ι';χω ήδη αναφέρει ότι η Κλάρα είχε αποφασίσει να
ματικά ερωτευμένος. με τη μοδιστρούλα μου. L γ κατ α σταθεί στη σοφίτα μου όχι απλώς χωρίς τον παρα-

Εκείνη τη μέρα τής είχα δώσει ραντεβοι) μπροστά σε 111.Χ(ιι·) ενδοιασμό. αλλά ίσα ίσα με τη μεγαλύτερη άνεση
μια εκκλησία. Όχι. όχι στο σπίτι. Σάμπως ήταν σπίτι το σπί­ (1)/) κιίσμου. Όμως τώρα που βρισκόμαστε για λίγες στιγ­

τι;Ένα δωμάτιο με γυάλινους τοίχους μπορεί να εξακολου­ ' Χειρότερα κι από


lιcς π ένα ξένο ατελιέ. ένιωθε άσχημα.
θεί να είναι σπίτι;Ένα δωμάτιο που το παρακολουθούν με lί.ιJχημ.α. «Είναι ταπεινωτικό» είπε.
τα κιάλια; Ένα δωμάτιο όπου πρέπει να κρύβεις σαν λα­ "llοω είναι ταπεινωτικό;» ρώτησα εγώ.
θραίο εμπόρευμα τη γυναίκα που αγαπάς; " 11ου δανείστηκες το διαμέρισμα.»
Στο σπίτι μας λοιπόν δε νιώθαμε πως ήμασταν σπίτι " Ι 'ιατί είναι ταπεινωτικό που δανείστηκα το διαμέρι-
μας. Νιώθαμε εισβολείς σε ξένο χώρο όπου κινδυνει)ουν να lψι1.; »

τους επιτεθοι)ν ανά πάσα στιγμή. χάναμε την ψυχραιμία " Ι 'ιατί έτσι' γιατί είναι ταπεινωτικό.»
μας έτσι κι ακούγονταν βήματα στο διάδρομο. περιμέναμε "Δε γινόταν διαφορετικά.»
συνέχεια πως κάποιος θ' αρχίσει να χτυπάει επίμονα την ., Το ξέρω» είπε. «αλλά σε δανεικό διαμέρισμα νιώθω
πόρτα. Η Κλάρα γι)ρισε στο Τσελακόβιτσε και δεν είχαμε lιιι.ν ποιnάνα.»
πια διάθεση να βρεθούμε. έστω και για λίγες στιγμές. σ' .. Ηεέ και Κύριε! Από πού κι ώς πού να νιώθεις σαν που­
αυτό το σπίτι που μας είχε γίνει πλέον ξένο. Γι' αυτό και {ονl!. επειδή είμαστε σε δανεικό διαμέρισμα; Οι πουτάνες

ζήτησα από ένα φίλο ζωγράφο να μου δανείσει το ατελιέ lωχl )I')v πυνήθως τη δραστηριότητά τους σε δικό τους δια­

του για μια νύχτα. Και τη μέρα εκείνη κρατούσα για πρώτη Iι'(ιr.rψα κι όχι σε δανεικό.»
φορά στα χέρια μου το κλειδί. Ι,;i.vαι μάταιο να επιτίθεσαι με τη λογική στον στέρεο
Ξαναβρεθήκαμε λοιπόν σε μια σοφίτα. σ' ένα τεράστιο ι' )1/.') του παραλόγου, απ' το οποίο είναι πλασμένη. ως

42 43
ΚΩΜΤΚOJ ΕΡΩΤΕΣ ΚΑΝΕΤΣ ΔΕ ΘΑ ΓΕΛΑ ΣΕΙ

γνωστόν, η Ψι>χή της γι>ναίκας. Η σι>ζήτησή μας ξεκινούσε �Iήπως δεν ήταν ψέματα όλα αι>τά για την Ελένη; Έπειτα
με κακούς οιωνούς. Αι ιι.πι ί ν απ' όλα αι>τά τα ψέματα, τι σε πειράζει να πεις άλλη
Της είπα αι>τά ποι> μοι> είχε πει ο καθηγητής, της είπα ΙJI(� φορά ψέματα και να γράψεις ένα θετικό σχόλιο για το
αι>τά ποι> είχαν γίνει στη σι>νοικιακή επιτροπή. και προ­ ι(ι ,Οι ,ο τοι>; Είναι ο μόνος τρόπος να τακτοποιηθούν όλα.»
σπάθησα να την πείσω ότι στο τέλος θα ξεπεράσοι>με κάθε « [(οίτα, Κλάρα» της είπα. «εσύ νομίζεις πως όλα τα ψέ­
εμπόδιο. ιωτα είναι ίδια, αλλά δεν έχεις δίκιο. Μπορώ να σκαρφιστώ
Έμεινε για λίγο σιωπηλή. κι έπειτα δήλωσε πως για όλα ι, τιΛήποτε. να κορο'ίδεύω τους πάντες, να σκαρώνω φάρσες,
έφταιγα εγώ. «Θα μπορέσεις τουλάχιστον να με βγάλεις νι� κάνω κάθε λογής αστεία, αλλά δεν έχω την αίσθηση πως
απ' αι>τό το ατελιέ με τις ραπτομηχανές;» ιίιυχι Φει'ιτης αυτά τα Ψέματα, αν θες να τα πούμε Ψέματα.
Είπα ότι προς το παρόν θα 'πρεπε να κάνει λίγο ι>πομονή. ιίναι εγώ, έτσι όπως είμαι στην πραγματικότητα' με τα
«Βλέπεις» είπε. «όλο λόγια είσαι, και στο τέλος τίποτα. ι!ιCΙΗχτα αι>τά δεν κρύβω τίποτα, με τα ψέματα αι>τά λέω
Και τώρα δεν πρόκειται να ξεκολλήσω από κει μέσα, ακό­ ιντΕλει την αλήθεια. Για μερικά όμως πράγματα δεν μπο­
μα κι αν βρισκόταν κάποιος άλλος να με βοηθήσει. γιατί (1(,) να πω Ψέματα. Για μερικά πράγματα που τα γνωρίζω
εξαιτίας σοι> θα λερωθεί ο φάκελός μοι>.» Ο[ [iά()ος. ποι> έχω σι>λλάβει το νόημά τοι>ς, που τα αγαπώ.

Έδωσα στην Κλάρα το λόγο της τιμής μοι> ότι δε θα την Μ' αυτά τα πράγματα δεν κάνω αστεία. Αν έλεγα ψέματα
επηρέαζαν στο παραμικρό τα δικά μου μπλεξίματα με τον γι.' ΙΧlJτά. θα ξέπεφτα στα ίδια μοι> τα μάτια. κι αι>τό δε γί­
κ. Ζατούρετσκι. VCTΙXΙ. μη μοι> το ζητάς αι>τό, δε θα το κάνω.»

«Αλλά και δεν καταλαβαίνω» είπε η Κλάρα. «γιατί δεν Δεν καταλαβαινόμασταν.
το γράφεις αι>τό το σημείωμα. Αν το 'Υραφες, θα ησι>χάζα­ Την αγαπούσα όμως πραγματικά την Κλάρα κι ήμοι>ν
με αμέσως.» (�π()φασισμένoς να κάνω τα πάντα για να μην έχει να μοι>
«Εν πάση περιπτώσει τώρα είναι πολύ αργά» της είπα. κιnαλογίσει το παραμικρό. Την άλλη κιόλας μέρα έγραψα
«Έτσι και το γράψω τώρα, θα ισχι>ριστοι'ιν ότι καταδικάζω αι>­ ίνι� γuάμμα στην κ. Ζατούρετσκι, όποι> της έλεγα πως την
τή την εργασία από εκδίκηση. και θα εκμανούν περισσότερο.» 1!φψ ένω την επομένη, στις δύο η ώρα. στο γραφείο μοι>.
«Και γιατί πρέπει να την καταδικάσεις; Γράψε ένα θε­
τικό σχόλιο!»
«Αποκλείεται» της είπα. «Το άρθρο αυτό είναι ανεκ­
διήγητο.» 1'2
«Και λοιπόν; Τώρα ξαφνικά σε μάρανε η αλήθεια; Μή­
πως δεν ήταν ψέματα όταν έγραφες σ' αυτό τον κι>ριούλη ΙΙ χ. ϊ,ατούρετσκι, πιστή στο μεθοδικό της πνεύμα. χτύπη­
πως δε μετράει καθόλοι> η γνώμη σοι> στην Εικαστική σκέψη; οι [ην π6ρτα τοι> γραφείοι> μοι> ακριβώς την καθορισμένη

Μήπως δεν '�ταν ψέματα όταν τοι> είπες πως μοι> ρίχτηκε; ιοι( ιιχ. ί\νοιξα και της είπα να περάσει.

44 45
ΚΩΜ Ι ΚΟΤ ΕΡΩΤΕΣ ΚΑΝΕ!Σ ΔΕ ΘΑ ΓΕΛΑΣΕ!

Επιτέλους την έβλεπα. Ήταν ψηλή. πανύψηλη. και στο γι γιιναίκα. ας έρθει να το επαναλάβει μπροστά και στους
αδύνατο. μακρόστενο. χωριάτικο πρόσωπό της ξεχώριζαν φας μας! Τις ξέρω εγώ τις γυναίκες. μπορεί αυτή να σας
δυο ξεθωριασμένα γαλάζια μάτια. ι( y (� πάει κι εσείς να μην την αγαπάτε. Μπορεί να ήθελε να

«Βγάλτε το παλτό σας» της είπα. κι εκείνη έβγαλε με ιιιl.� κάνει να ζηλέψετε. Αλλά. πιστέψτε με. ποτέ δε θα τολ­
αδέξιες κινήσεις ένα μακριΊ σκούρο καφέ παλτό. σφιχτό ιιιιιιπε κάτι τέτοιο ο άντρας μου!»
στη μέση και μ' ένα περίεργο κόψιμο που μου θύμιζε παλιά Την ώρα που άκουγα την κ. Ζατούρετσκι. μου συνέβη
στρατιωτική χλαίνη. Ι:μφνικά κάτι περίεργο: ξέχασα πως εξαιτίας αυτής της γυ­
Δεν ήθελα να περάσω πρώτος στην επίθεση' ήθελα ν' \ιιl.lκας θα υποχρεωνόμουν να φι>γω από το πανεπιστήμιο.
ανοίξει πρώτος τα χαρτιά του ο αντίπαλος. Η κ. Ζατούρε­ πως εξαιτίας της είχε γλιστρήσει ανάμεσα στην Κλάρα και
τσκι κάθισε. κι εγώ με δυο-τρεις κουβέντες μου την παρό­ 11· [μ.ένα μια σκιά. πως εξαιτίας της είχα περάσει τόσες μέ­

τρυνα να μιλήσει. ι ιcς ιπς στο θυμό και τις σκοτοιΊρες. Κάθε σχέση ανάμεσα
«Ξέρετε γιατί σας έψαχνα» είπε σοβαρά και καθόλου ιJ' ω ιτήν τη γυναίκα και στην ιστορία στην οποία παίζαμε

επιθετικά. «ο σύζυγός μου σας εκτιμούσε ανέκαθεν. και ι/(Ι.ζί κι εγώ δεν ξέρω ποιον θλιβερό ρόλο ο καθένας μας
σαν άνθρωπο και σαν επιστήμονα. Όλα εξαρτώνταν από το ι/ιιιι φαινόταν τώρα συγκεχυμένη. αυθαίρετη. τυχαία. Κα­
δικό σας σημείωμα. Κι εσείς αρνηθήκατε να το γράψετε. ι(�λ(Ψα ξαφνικά πως ήταν αυταπάτη όταν φανταζόμουν
Τρία ολόκληρα χρόνια αφιέρωσε στην εργασία αυτή ο σύ­ "ΙTl. ΙΗίνοι μας καβαλικεύουμε το άλογο των περιπετειών

ζυγός μου. Που είχε πολύ πιο διΊσκολη ζωή απ' τη δική σας. ιως και έχουμε και τον έλεγχο της πορείας κατάλαβα πως
Ήταν δάσκαλος εξήντα χιλιόμετρα έκανε καθημερινά για οι. πε(>ιπέτειες αυτές δεν είναι διόλου δικές μας. παρά μας

να πάει στο σχολείο του έξω απ' την Πράγα. Εγώ τον υπο­ ίχιιιιν κατά κάποιον τρόπο επιβληθεί απ' έξω' πως δεν μας
χρέωσα να πάρει άδεια πέρσι. για να μπορέσει να αφοσιω­ rxντιπ(>οσωπεύουν κατά κανέναν τρόπο' πως δεν είμαστε
θεί εξολοκλήρου στην έρευνα.» ΙΙ/Είς υπεύθυνοι για τους περίεργους δρόμους που τραβά­
«Δεν εργάζεται ο κύριος Ζατούρετσκι;» ρώτησα εγώ. VC' πως εκείνες μας παρασέρνουν. κατευθυνόμενες άγνω­
«Όχι...» (!ίΟ από ποιΊ και άγνωστο από ποιες περίεργες δυνάμεις.

«Και πώς ζείτε;» Ι\οιτούσα την κ. Ζατούρετσκι στα μάτια. αλλά είχα την
«!Ία την ώρα πρέπει να τα βγάζω πέρα εγώ. μόνη μου. ιΧί.πΙΙηπη πως τα μάτια αυτά δεν μπορούσαν να δουν το βά­
Η έρευνα είναι το πάθος του. Να ξέρατε τι έχει μελετήσει. IIII� των πράξεων, πως δεν κοιτούν καθόλου αυτά τα μάτια'
Να ξέρατε τι χαρτί έχει ξοδέψει. Πάντα λέει πως ο πραγ­ (t πΛ(:)ς επιπλέουν στην επιφάνεια του προσώπου.

ματικός επιστήμονας πρέπει να γράψει τρακόσες σελίδες .. ,νΙπορεί και να 'χετε δίκιο, κυρία Ζατούρετσκι» είπα
για να κρατήσει στο τέλος τριάντα. Και είναι τώρα κι αυτή l�ωΛΛακτικά. «Μπορεί και να 'πε ψέματα η φίλη μου. Ξέρετε
η γυναίκα. Πιστέψτε με. τον ξέρω τον άντρα μου. δεν 'ψ(,ις τι σημαίνει να ζηλεύει ένας άντρας την πίστεψα κι έχα­
υπάρχει περίπτωση να έκανε αυτό που τον κατηγορεί αυτή ι 111 ){(χ.Οε έλεγχο. Στον καθένα θα μπορούσε να συμβεί αυτό.»

46 47
ΚΩΜΤΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕ ΘΑ ΓΕΛΑ2:Ε!

«Μα και βέβαια» είπε η κ. Ζατούρετσκι. σαν να της ((ντιγράφει πράγματα ήδη γνωστά, πράγματα που τα
έφυγε ξαφνικά ένα μεγάλο βάρος από πάνω της. «Αφού το ι: Υ( ιαψαν άλλοι.»

αναγνωρίζετε και μόνος σας. εντάξει. Φοβόμασταν μήπως ., Δεν υπάρχει περίπτωση να αντέγραψε ο σύζυγός μου.»
την πιστεύατε. Γιατί αυτή η γυναίκα θα μπορούσε να κα­ "Κυρία Ζατούρετσκι, σίγουρα θα τη διαβάσατε τη...»
ταστρέψει ολόκληρη τη ζωή του συζύγου μου. Και δεν στέ­ IIΙΙελα να συνεχίσω, αλλά μ' έκοψε:

κομαι στη σκιά που ρίχνει όλη αυτή η ιστορία από ηθικής ,/Οχι. δεν τη διάβασα.»
απόψεως. Αυτό θα μπορούσαμε και να το αντέξουμε. Αλλά Τα 'χασα. «Τότε, διαβάστε την.»
ο σύζυγός μου έχει στηρίξει τα πάντα στο σημείωμά σας. <:I�χω πρόβλημα με τα μάτια μου» είπε η κ. Ζατούρετσκι.
Από τη συντακτική επιτροπή του περιοδικού τον διαβεβαίω­ "Ι':ι')ώ και πέντε χρόνια δεν έχω διαβάσει ούτε μία γραμμή,

σαν ότι τα πάντα εξαρτώνται από εσάς. Ο σύζυγός μου εί­ I(Αλά δε χρειάζεται να διαβάσω για να ξέρω αν είναι τίμιος
ναι σίγουρος πως. άμα δημοσιευτεί το άρθρο του. θα μπο­ ιι ιχνψας μου ή όχι. Είναι πράγματα που τα νιώθει κανείς,
ρέσει επιτέλους να ασχοληθεί επισήμως με την έρευνα. Λοι­ iic χ(ιειάζεται να διαβάσει τίποτα γι' αυτά. Τον άντρα μου

πόν, θα το γράψετε αυτό το σημείωμα, τώρα που όλα ξε­ rov ξέρω όπως η μάνα το παιδί της. ξέρω γι' αυτόν τα πά­
καθάρισαν; Και θα μπορούσατε να το γράψετε σύντομα;» ν ω. Και ξέρω πως οτιδήποτε κάνει, είναι πάντοτε τίμιο.»
Είχε φτάσει επιτέλους η στιγμ'ή να πάρω την εκδίκησή Μου έμελλε να υποστώ και τα χειρότερα' διάβασα στην
μου και να καταπραυνω το θυμό μου, αλλά τη στιγμή εκεί­ κ. Ι,ατούρετσκι μερικά αποσπάσματα από το άρθρο του

νη δεν ένιωθα πια κανέναν θυμό, και ό,τι είπα στην κ. Ζα­ (χν φα της και τα αντίστοιχα αποσπάσματα από τους συγ­
τούρετσκι το είπα μόνο και μόνο επειδή δε γινόταν αλλιώς: γιιωρείς απ' όπου είχε δανειστεί τις απόψεις του. Φυσικά,
«Κυρία Ζατούρετσκι. υπάρχει μια δυσκολία ως προς αυτό �(ν ήταν συνειδητή λογοκλοπή. αλλά μάλλον τυφλή υποταγή
το σημείωμα. Θα σας πω την πάσα αλήθεια για όλη αυτή nτr.ς αυθεντίες που του ενέπνεαν ειλικρινή και υπέρμετρο

την ιστορία. Απεχθάνομαι να λέω δυσάρεστα πράγματα nε[iασμό. Ήταν πάντως σαφές ότι κανένα σοβαρό επιστημο­
κατάμουτρα στον άλλο. Είναι μια αδυναμία μου. 'b;xava τα \ιικl'ι περιοδικό δεν μπορούσε να δημοσιεύσει αυτό το άρθρο.
πάντα για να αποφι>γω τον κύριο Ζατούρετσκι και πίστευα Δεν ξέρω ώς ποιο βαθμό πρόσεχε τις εξηγήσεις μου η κ.
ότι στο τέλος θα καταλάβαινε το λόγο. Η αλήθεια είναι πως ί',ΙΗιιlί(ιετσκι, ώς ποιο βαθμό τις παρακολουθούσε και τις
η μελέτη του είναι πολύ αδύνατη. Δεν έχει καμία επιστημο­ χιχ ωλάβαινε. Καθόταν πειθήνια στην πολυθρόνα της. υπο­

νική αξία. Με πιστει>ετε;» Τ/ΧΥιιένη και υπάκουη σαν στρατιώτης που ξέρει πως δεν
«Είναι κάτι που δυσκολεύομαι να το πιστέψω. Όχι. δε ιπl.φέπεται να εγκαταλείψει το πόστο του. Μιλούσα κοντά
σας πιστει>ω» είπε η κ. Ζατούρετσκι. ΙJl.rJΊΊ (;ψα. Έπειτα εκείνη σηκώθηκε απ' την πολυθρόνα της.
«Καταρχήν η εργασία αυτή δεν είναι καθόλου πρωτότυ­ ΧΙ,( ιψωσε πάνω μου τα ημιδιάφανα μάτια της. και με άχρω­

πη. Καταλαβαίνετε; Ένας επιστήμονας πρέπει να φέρνει IΙ"Ij ψωνή είπε <<με συγχωρείτε»' αλλά ήξερα ότι δεν είχε
πάντοτε κάτι καινούριο' ένας επιστήμονας δεν νοείται να "ΧΙ ι, Ι: Ι. την πίστη της στον άντρα της. και δεν κατηγορούσε

48 49
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ

παρά μόνο τον εαυτό της. που δεν ήξερε πώς να αντικρού­ " Ηcς να σ' ,ο πω;»
σει τα επιχειρήματά μου. τα οποία της φαίνονταν σκοτεινά " Ι Ίι� λέγε.»
και ακατάληπτα. Φόρεσε τη στρατιωτική χλαίνη της. και '. Ι<'.πω ένας τυπικός κυνικός.»
συνειδητοποίησα πως η γυναίκα αυτή είναι ένας στρατιώ­ .. () Ι,άλουσεκ σ' το είπε αυτό;»
της. στρατιώτης Ψυχή τε και σώματι. ένας περίλυπος και " Ι Ί.Γπί ο Κάλουσεκ; Νομίζεις πως δεν μπορώ να το δω χι
πιστός στρατιώτης. ένας στρατιώτης κατάκοπος από τις ΙΙιtΙΙ IJι'ιvη μου; Με θεωρείς ανίκανη να αντιληφθώ το παιχνίδι
μακρινές εκστρατείες. ένας στρατιώτης που δεν είναι σε "' 11': �ι 11 ι αρέσει να δουλεύεις τον χόσμο. Υποσχέθηκες στον
θέση να κατανοήσει το νόημα των διαταγών. όμως τις εκτε­ )(Ι 'Ι IIrι Ί,ατοι'ιρετσκι πως θα του γράΨεις ένα σημείωμα ...»
λεί πάντοτε χωρίς ποτέ να προβάλλει αντιρρήσεις. ένας .. Ilοτέ δεν του υποσχέθηκα κανένα σημείωμα...»
στρατιώτης που φεύγει νικημένος αλλά με το κεφάλι Ψηλά. .. 1\ '. εμένα μου υποσχέθηκες μια δουλειά. Με χρησιμο-
1\ι ιιψκς εναντίον του κυρίου Ζατοι'ιρετσχι όπως χαι τον χι)­
ΙΗΙ ι Ί,ιπιιι'ιρετσκι εναντίον μου. Αλλά. αν θες να ξέρεις. θα
την lU�( ι (ο) μόνη μου αυτήν τη δουλειά.»
13 .. \ ιχιιη στον Κάλουσεκ;» ΙΙροσπάθησα να είμαι σαρκα-

«Και τώρα δεν έχεις να φοβάσαι πια τίποτα» είπα στην .. Ilιχντως όχι χάρη σ' εσένα! Εσύ είσαι παντού καμένος.
Κλάρα αργότερα. στο Δαλματικό Εστιατόριο. αφού της με­ Κι f 111 ί" έχεις ιδέα πόσο.»

τέφερα όλη τη συζήτησή μου με την κ. Ζατούρετσκι. " Ι Ί.ατί. έχεις εσύ;»
«Δε βλέπω τι είχα να φοβηθώ» απάντησε η Κλάρα. με " Νω. δεν πρόκειται να ανανεωθεί η σιΊμβασή σου. και
μια σιγουριά που με ξάφνιασε. να Ί)(u [ιιτυχής αν σε δεχτούν για υπάλληλο σε καμιά γκα­
«Τι θες να πεις; Αν δεν ήσουν εσι> στη μέση. δε θα είχα ).1(11, οτην επαρχία. Αλλά πρέπει να το καταλάβεις πως για
κανένα λόγο να δω την κυρία Ζατούρετσκι! » όλΗ ι/.l)τΓ,ι φταις εσύ και μόνο. Αν θες μια συμβουλή από μέ­
«Καλά έκανες και την είδες. γιατί ήταν πολύ άσχημο \/α. () Ι'Ο μ.έλλον κοίτα να είσαι ειλικρινής και άσ' τα Ψέματα.
αυτό που τους έκανες. Ο κι'ιριος Κάλουσεκ είπε πως δύσκο­ Υιιω: ()ι γυναίκες δεν τρέφουν καμία εκτίμηση για τους
λα μπορεί να το συλλάβει αυτό ένας λογικός άνθρωπος.» �\I ψ�(� που λένε Ψέματα.»
«Πότε τον είδες τον Κάλουσεκ;» »ιjκ(;)()ηκε. μου έδωσε το χέρι (για τελευταία προφανώς
«Τον είδα» είπε η Κλάρα. 'ΡΟΙΗΙ). IΗι!) γύρισε την πλάτη και έφυγε.
«Και του τα είπες όλα;» \ιιcιΓωτηκαν μερικά λεπτά για να καταλάβω πως η
«Και λοιπόν; Μήπως ήταν κανένα μυστικό; Τώρα ξέρω Ln ι r '(',,Ι. μ . Ο!) (παρά την παγερή σιωπή τριγύρω μου) ανήκει
πολύ καλά ποιος είσαι.» IΗιλλιιν πτο κωμικό είδος παρά στο τραγικό.
«Α μπα;» \ 11 [(ι κάπως με παρηγόρησε.

50
ΤΟ ΧΡΥΣΟ ΜΗΛΟ ΤΟΥ ΑΙΩΝΙΟΥ ΠΟΘΟΥ

$7
() Μάρτιν

() Μάρτιν είναι ικανός για πράγματα για τα οποία εγώ εί­


Ilrxt ανίκανος. Να πλευρίσει οποιαδήποτε γυναίκα σε οποιον­
,-;ήποτε δρόμο. Οφείλω να ομολογήσω πως. από τότε που
[Ον ξέρω (και πάει καιρός τώρα), έχω επωφεληθεί ιδιαίτε­
(/α από το ταλέντο του, γιατί κι εμένα μου αρέσουν οι γυ­
νrΧίκες όσο κι εκείνου. αλλά δεν έχω το δικό του ακάθεκτο
ΙΙ(/άσος. Από την άλλη. ο Μάρτιν υποβιβάζει το πλεύρισμα
οε άσκηση δεξιοτεχνίας. που καταντά αυτοσκοπός. Συχνά
IΗΧλιστα λέει, με κάποια πικρία πάντως. πως είναι σαν τον
επιΟετικό παίκτη που δίνει ανιδιοτελώς σίγουρες πάσες
ιnrιν συμπαίκτη του. ο οποίος σημειώνει έτσι εύκολα γκολ
χω μαζεύει εύκολη δόξα.
Τη Δευτέρα το μεσημέρι τον περίμενα. μετά τη δουλειά,
() ένα καφενείο στην πλατεία του Αγίου Βέντσεσλας. χω­
I!Ενος σ' ένα χοντρό γερμανικό βιβλίο για τον αρχαίο ετρου­
πχικ() πολιτισμό. Μήνες χρειάστηκαν για να καταφέρει η
[il.[iλιοθήκη του πανεπιστημίου να το δανειστεί για λογα­
(IΙ,ruψ6 μου από τη Γερμανία, και τη μέρα εκείνη. που είχε
επιτέλους φτάσει. το κρατούσα σαν ιερό κειμήλιο, και κατά
[ir:ιΟrις ήμουν πολύ ευ χαριστημένος που ο Μάρτιν με είχε
χω περίμενα, κι έτσι μπορούσα να ξεφυλλίζω το πολυπό­
lΙηΗ) βιβλίο στο τραπεζάκι ενός καφενείου.
!"άτι σαν νοσταλγία με κυριεύει όταν αναλογίζομαι αυ­
ιι Η/ς τους αρχαίους πολιτισμούς. Νοσταλγία αλλά και ζήλια
yrrx τη γλυκιά βραδύτητα που χαρακτήριζε την ιστορία
, ΚΕίνων των εποχών. Ο αρχαίος αιγυπτιακός πολιτισμός

55

\
ΚΩ.\1ΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΤΟ ΧΡΥΣΟ ΜΗΛΟ ΤΟΥ ΑΙΩΝΙΟΥ ΠΟΘΟΥ

απλώνεται σε αρκετές χιλιετίες η ελληνική αρχαιότητα «Ας το βάλουμε καλύτερα εδώ» είπε με τη μεγαλι'ιτερη
κράτησε σχεδόν χίλια χρόνια. Από αυτή την άποψη η ζωή φυσικότητα του κόσμου, κι έβαλε προσεχτικά το βιβλίο
κάθε ανθρώπου μιμείται την Ιστορία της ανθρωπότητας: ατην τσάντα της κοπέλας, που έμεινε κατάπληκτη αλλά
στην αρχή είναι βυθισμένη σε μιαν ακίνητη βραδύτητα, και οεν ήξερε τι να πει.
έπειτα. σιγά σιγά. επιταχύνεται όλο και περισσότερο. Εδώ «Δεν κουβαλιέται στο χέρι αυτό το πράμα» πρόσθεσε ο
και δύο μήνες ο Μάρτιν είχε σαρανταρίσει. Μάρτιν. και. όταν η κοπέλα πήγε να σηκώσει μόνη της την
τnάντα. με μάλωσε πως δεν ξέρω να φέρομαι.
Ήταν νοσοκόμα σ' ένα επαρχιακό νοσοκομείο. Είχε πε­
ταχτεί για λίγο στην Πράγα κι έπρεπε να βιαστεί για το λε­

Η ιστορία αρχίζει ωφορείο της. Τη συνοδέψαμε ώς τη στάση του τραμ, και


ατο δρόμο μάθαμε όλα τα βασικά γι' αυτήν, και συμφωνή­
Και τότε ακριβώς εμφανίστηκε ο Μάρτιν και διέκοψε τις ααμε πως θα πάμε στο Κ. το ερχόμενο Σάββατο. για να
σκέψεις μου. Πρόβαλε ξαφνικά πίσω από την τζαμένια [1()ούμε αυτήν τη γοητευτική δεσποινίδα. που όλο και κά­
πόρτα του καφενείου και προχώρησε προς το μέρος μου, ποια όμορφη συνάδελφο θα έφερνε μαζί της, όπως είπε με
κάνοντας μορφασμούς και εκφραστικές χειρονομίες προς ψίημα ο Μάρτιν.
την κατεύθυνση μιας κοπέλας που καθόταν σ' ένα τραπέζι, Το τραμ πλησίαζε αργά. Έδωσα την τσάντα στην κοπέ­
μπροστά σ' ένα φλιτζάνι καφέ. Κάθισε πλάι μου και, χωρίς λα. που πήγε να βγάλει το βιβλίο, αλλά ο Μάρτιν την εμπό­
να την αφήσει απ' τα μάτια του, με ρώτησε: «Πώς σου φαί- ()ισε με μια μεγαλόψυχη κίνηση' θα μας το δώσει το Σάβ­
νεται;» [1ατο, και ώς τότε μπορεί να του ρίξει μια ματιά... Εκείνη
Ντράπηκα' ήμουν τόσο πολύ βυθισμένος στο βιβλίο μου, γέλασε αμήχανα, το τραμ την πήρε μαζί του, κι εμείς κου­
που δεν την είχα προσέξει' ομολογουμένως ήταν όμορφη. νοιίσαμε από μακριά το χέρι.
Εκείνη τη στιγμή η κοπέλα ίσιωσε το κορμί της, και φώναξε Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα' το βιβλίο που περίμενα
το γκαρσόνι με το μαύρο σακάκι: ήθελε να πληρώσει. τιίαον καιρό βρισκόταν ξαφνικά επικίνδυνα μακριά' αν το
«Πλήρωσε κι εσι)!» με διέταξε ο Μάρτιν. καλοσκεφτόσουν. ήταν εξωφρενικό' αλλά δεν ξέρω ποια
Φανταζόμασταν κιόλας πως θα 'πρεπε να τρέχουμε πί­ η)έλα με σήκωσε ψηλά στα φτερά της που ξεδιπλώθηκαν
σω της στο δρόμο. αλλά ήμασταν τυχεροί: η κοπέλα στα­ (Χ(Jτραπιαία. Ο Μάρτιν, χωρίς να χάσει λεπτό, άρχισε να
μάτησε στην γκαρνταρόμπα' είχε αφήσει εκεί μια τσάντα. ακέφτεται τι δικαιολογίες θα πει στη γυναίκα του για το από­
που πήγε και την έφερε. άγνωστο από ποι). μία υπάλληλος γευμα του Σαββάτου και τη νι)χτα προς Κυριακή (γιατί τα
και την ακούμπησε μπροστά της στον πάγκο. Έπειτα η κο­ τφάγματα έχουν ως εξής: ο Μάρτιν είναι παντρεμένος. έχει
πέλα τής έδωσε κάτι ψιλά. και εκείνη τη στιγμή ο Μάρτιν ,ιια νέα γυναίκα, και το χειρότερο: την αγαπά' και το ακόμα
μου άρπαξε απ' τα χέρια το χοντρό γερμανικό βιβλίο μου. χεφ6τερο: τη φοβάται' το τρισχειρότερο; φοβάται ΥΙ' αυτή))).

56 57
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕ2; ΤΟ ΧΡΥΣΟ ΜΗΛΟ ΤΟΥ ΑιΩΝΙΟΥ ΠΟΘΟΥ

«Συμφωνώ! Αλλά δεν έχουμε καιρό. »

Ένας επιτυχής εντοπισμός ,,'Εναν εντοπισμό. έναν εντοπισμό» είπε ο Μάρτιν. και
ιτΥιγε σ' ένα αγοράκι λίγο πιο χει που ετοιμαζόταν να φορέ­
Δανείστηκα λοιπόν ένα ωραίο Φιατάκι για την εξόρμησή ocι το σορτσάκι του: «Δε μου λες, φιλαράκο. μήπως ξέρεις
μας. και το Σάββατο στις δύο η ώρα πέρασα να πάρω τον ιτ(;ις τη λένε αυτή την κοπέλα;» και έδειξε την κοπέλα που
Μάρτιν μπροστά απ' το σπίτι του' με περίμενε και ξεκινή­ Υιτα.ν πάντα στην ίδια στάση. αφημένη σε μια περίεργη
σαμε αμέσως. Ήταν ΙΟΙJλιος κι έκανε φριχτή ζέστη. (χ;)( ιάνεια.
Θέλαμε να φτάσουμε στο Κ. όσο νωρίτερα γίνεται. αλλά «Αυτήν εκεί;»
περνώντας από ένα χωριό. όταν είδα δυο νεαρούς με αθλη­ «Ναι. αυτήν εκεΙ»
τικό σορτσάκι και βρεμένα μαλλιά. σταμάτησα. Εκεί κο­ «Δεν είναι από δω» είπε το αγοράκι.
ντά. πίσω απ' τα σπίτια. ήταν μια μικρή λίμνη. Ήθελα επει­ Τότε ο Μάρτιν γύρισε σ' ένα κοριτσάκι γύρω στα δώδε­
γόντως να δροσιστώ' συμφώνησε κι ο Μάρτιν. ΧΙ'!.. που έκανε ηλιοθεραπεία πλάι μας.
Βάλαμε το μαγιό μας και βουτήξαμε. Κολύμπησα γρή­ «Δε μου λες. μικρούλα. μήπως ξέρεις εκείνη την κοπέλα.
γορα ώς την απέναντι όχθη. Ο Μάρτιν ίσα που βούτηξε. τί­ αείνη που στέκεται όρθια πλάι στο νερό;»
ναξε το νερό από πάνω του και βγήκε. ΚολΙJμπησα ανάπο­ Το κοριτσάκι σηκώθηκε υπάκουα: «Εκείνη εκεί πέρα;»
δα. και βγαίνοντας τον πέτυχα βαθιά προσηλωμένο σε κά­ «Ναι. »
τι. Στην όχθη τα παιδιά χαλΟΙJσαν τον κόσμο με τις φωνές «Είναι η Σοφία.»
τους, λίγο πιο πέρα οι νέοι του χωριού έπαιζαν μπάλα, αλ­ «Σοφία; Το άλλο της;»
λά ο Μάρτιν είχε καρφωμένα τα μάτια στο σφριγηλό κορμί « Σοφία Πάνεκ. απ' το Τράπλιτσε. . . »

μιας κοπέλας που στεκόταν καμιά δεκαπενταριά μέτρα 11 κοπέλα εξακολουθΟΙJσε να στέκεται όρθια στην όχθη
πιο κει. με γυρισμένη την πλάτη προς το μέρος' μας. και της λίμνης. με την πλάτη γυρισμένη προς το μέρος μας.
παρατηρούσε εντελώς ακίνητη το νερό. Ι':πκιιψε να πιάσει το σκουφάκι της. και. όταν σηκώθηκε και
«Κοίτα» είπε ο Μάρτιν. το φ6ρεσε στα μαλλιά της, ο Μάρτιν ήταν κιόλας πλάι μου:
«Κοιτάω. » .. Τη λένε Σοφία Πάνεκ. απ' το Τράπλιτσε. Τώρα μπορούμε
«Και τι έχεις να πεις;» νιχ πηγαίνουμε».
«Τι να πω δηλαδή;» Ί lταν τελείως ήρεμος και ικανοποιημένος, και δεν έδει­
«Δεν ξέρεις τι πρέπει να πεις;» χνε να σκέφτεται τίποτα άλλο από τη συνέχεια του ταξι­
«Κάτσε πρώτα να γυρίσει. » ;)I.()Ι) μας.
«Δε χρειάζεται να περιμένουμε να γυρίσει. Αυτό που
δείχνει από τούτη τη μεριά εμένα μου φτάνει και με το πα­
ραπάνω. »

58 59
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΤΟ ΧΡΥΣΟ ΜΗΛΟ ΊΌΥ AJΩNIOY ΠΟΘΟΥ

[1άλεις ένα γκολ (ή και πολλά γκολ) δεν αρκεί η παράφορη


επιθυμία να σουτάρεις, αλλά χρειάζεται πρώτα μελετημένο
Λίγη θεωρία
και συστηματικό παιχνίδι στο γήπεδο.

Αυτό ακριβώς ονομάζει ο Μάρτιν ειιτοπισμό. Από την πλού­ «Πιστεύεις πως θα σου δοθεί ποτέ η ευκαιρία να πας να

σια εμπειρία του κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, για κάποιον τη βρεις στο Τράπλιτσε;» ρώτησα τον Μάρτιν, καθώς συνε­

που δίνει μεγάλη σημασία στους αριθμούς, το πιο δύσκολο χίζαμε με το αυτοκίνητο.

δεν είναι να ξελογιάσει μια κοπέλα όσο να γνωρίσει αρκε­ «Ποτέ δεν ξέρει κανείς» απάντησε.

τές κοπέλες που δεν τις έχει ακόμα ξελογιάσει κανένας. «Πάντως. καλά άρχισε η μέρα μας» είπα εγώ.

Υποστηρίζει λοιπόν ότι οφείλουμε διαρκώς, οπουδήποτε


και με οποιεσδήποτε συνθήκες, να εντοπίζουμε συστηματι­
κά γυναίκες, που σημαίνει να καταγράφουμε σ' ένα σημει­
ωματάριο ή στη μνήμη μας το όνομα των γυναικών που μας Το Παιχνίδι και η Αναγκαιότητα
άρεσαν και που θα μπορούσαμε κάποια στιγμή να τις προ­
σεγγίσουμε. Φτάσαμε στο νοσοκομείο του Κ. σε εξαιρετική διάθεση,

Η προσέγγιση είναι ένα ανώτερο στάδιο δραστηριότη­ γ,'ιρω στις τρεισήμισι. Από το θυρωρείο καλέσαμε στο τη­

τας, και σημαίνει πως ερχόμαστε σε επαφή με μια συγκε­ λέφωνο τη νοσοκόμα μας. Λίγο αργότερα κατέβηκε με το

κριμένη γυναίκα, και έτσι διευκολύνεται η πρόσβασή μας σκούφο της και την άσπρη στολή' πρόσεξα πως είχε κοκκι­

σ' αυτήν. νίσει, κι αυτό μου φάνηκε καλός οιωνός.

Αυτοί που κοιτάζουν κομπάζοντας πίσω, στο παρελθόν, Ο Μάρτιν άρχισε αμέσως να μιλάει και η νοσοκόμα μάς

στέκονται στον αριθμό των γυναικών που έχουν τ


κα ακ τή­ ανακοίνωσε πως η υπηρεσία της τελειώνει στις εφτά και να

σει' αλλά αυτοί που κοιτάζουν μπροστά, προς το μέλλον, την περιμένουμε εκείνη την ώρα έξω απ' το νοσοκομείο.

πρέπει ουσιαστικά να φροντίσουν να είναι ικανοποιητικός «Με τη συνάδελφό σου τα κανόνισες;» ρώτησε ο Μάρ­

ο αριθμός των γυναικών που τις έχουν εντοπίσει και τις ην, και η κοπέλα κούνησε το κεφάλι καταφατικά.

έχουν προσεγγίσει. «Ναι. θα είμαστε δύο.»

Μετά την προσέγγιση υπάρχει μόνο ένα τελευταίο στά­ «Τέλεια» είπε ο Μάρτιν, «αλλά δεν μπορούμε να φέ­

διο δραστηριότητας, και με χαρά μου υπογραμμίζω, για να ι ιοuμε το φίλο μου προ τετελεσμένου.»

χαρεί και ο Μάρτιν, ότι όσοι αποβλέπουν αποκλειστικά σ' «Καλά» είπε η κοπέλα, «μπορούμε να περάσουμε να τη

αυτό το ανώτατο στάδιο είναι άνθρωποι αξιοθρήνητο ι και ί)ο,'ιμε' είναι στο χειρουργικό.»

πρωτόγονοι, σαν αυτούς που παίζουν μπάλα στην αλάνα Καθώς διασχίζαμε αργά την αυλή του νοσοκομείου, ρώ­

της γειτονιάς και τους βλέπεις να ξεχύνονται με το κεφάλι τησα δειλά: «Το βιβλίο μου το έχετε ακόμα;»

κάτω προς το αντίπαλο τέρμα, λησμονώντας πως για να 11 νοσοκόμα έκανε ναι με μια κίνηση του κεφαλιού: το

60 61
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΏΤΕΣ ΊΌ ΧΡΥΣΟ ΜΗΛΟ ΤΟΥ ΛΙΏΝΙΟΥ ΠΟΘΟΥ

είχε ακόμα, και μάλιστα εδώ, στο νοσοκομείο. 'Ενα βάρος στεύομαι το γούστο του Μάρτιν παρά το δικό μου, γιατί
έφυγε από πάνω μου, και επέμεινα να πάμε πρώτα να πά­ ξέρω 6τι το γούστο του βασίζεται σ' ένα ενδιαφέρον πολύ
ρουμε το βιβλίο. μεγαλύτερο απ' το δικ6 μου, ΥΙου αρέσει σε όλα η αντικει­
Ο Μάρτιν, εννοείται, θα το θεώρησε ανάρμοστο που μενικ6τητα και η τάξη, το ίδιο και στις ερωτικές υποθέσεις,
έδειχνα έτσι ανοιχτά ότι πιο πολύ μ' ενδιαφέρει ένα βιβλίο κι έτσι σέβομαι πολύ περισσ6τερο την άποψη ενός γνώστη
από μια γυναίκα που θα μου έδειχναν, αλλά ήταν κάτι που παρά εν6ς ερασιτέχνη.
με ξεπερνούσε. Ομολογώ πως υπέφερα πολύ αυτές τις λί­ Ίσως το θεωρήσει κανείς υποκριτικό να αυτοχαρακτηρί­
γες μέρες που δεν είχα κοντά μου το βιβλίο για τον ετρου­ ζεται ερασιτέχνης κάποιος χωρισμένος 6πως εγώ, που κά­
σκικό πολιτισμό. Χρειάστηκε να καταβάλω τεράστια προ­ θεται μάλιστα και διηγείται μια (σίγουρα δι6λου ξεχωρι­
σπάθεια για να υπομείνω στωικά την έλλειψη αυτή. γιατί στή) ερωτική του ιστορία. Κι όμως: είμαι ερασιτέχνης. Θα
δεν ήθελα να χαλάσω επ' ουδενί το Παιχνίδι, αυτή την αξία μπορούσε να πει κανείς 6τι εγώ παίζω αυτ6 που ο Μάρτιν
που είχα μάθει να τη σέβομαι από τα νεανικά μου χρόνια το ζει, Μερικές φορές έχω την αίσθηση πως ολόκληρη η πο­
και στην οποία υπέτασσα όλα μου τα προσωπικά συμφέ­ λυγαμική ζωή μου είναι απλώς μίμηση της ζωής των άλλων
ροντα και όλες μου τις προσωπικές επιθυμίες. αντρών' δεν αρνούμαι 6τι βρίσκω κάποια ευχαρίστηση σ'
Ενώ εγώ ξανάβρισκα με συγκίνηση το βιβλίο μου. ο αυτήν τη μίμηση. Σκέφτομαι ωστόσο 6τι σ' αυτή την ευχα­
Μάρτιν συνέχιζε την κουβέντα με τη νοσοκόμα' είχε μάλι­ ρίστηση υπάρχει κάτι απολι)τως ελεύθερο, χαλαρ6, προσω­
στα προχωρήσει τόσο πολύ. που η κοπέλα τού υποσχέθηκε ριν6, κάτι που χαρακτηρίζει και την επίσκεψη σε μια αίθου­
να δανειστεί για το βράδυ το εξοχικό σπιτάκι ενός συνα­ σα έργων τέχνης ή την ανακάλυψη εξωτικών τοπίων, κάτι
δέλφου της. κοντά στη λίμνη Χότερ. Ήμασταν πανευτυχείς που δεν υπακοι)ει σ' αυτή την άτεγκτη επιταγή την οποία
και οι τρεις και ξεκινήσαμε πάλι για το χαμηλό πράσινο διαισθάνομαι πίσω από την ερωτική ζωή του Μάρτιν. Αυτό
κτίριο που στεγάζει το χειρουργικό τμήμα. που με εντυπωσιάζει στον Μάρτιν είναι ακριβώς αυτή η
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή βάδιζαν προς το μέρος μας μια άτεγκτη επιταγή. Όταν διατυπώνει μια άποψη για μια γυ­
νοσοκόμα μ' ένα γιατρό. Ο γιατρός ήταν ένας αστείος ψηλό­ ναίκα, έχω την αίσθηση ότι με τη φωνή του μιλάει η Φύση
λιγνος τύπος με πεταχτά αφτιά, γεγονός που με χαροποίησε προσωποποιημένη, η ίδια η Αναγκαιότητα.
ιδιαίτερα' η νοσοκόμα με σκούντησε με νόημα κι εγώ άφη­
σα να μου ξεφύγει ένα γελάκι. Όταν μας προσπέρασαν, ο
Μάρτιν γύρισε προς τα μένα: «Τυχερός είσαι. μάγκα μου.
Και πολύ σου πέφτει τέτοιο καταπληκτικ6 κορίτσι!» Στη θαλπωρή της οικογεν ειακής εστίας
Δεν τ6λμησα ν' απαντήσω πως κοίταζα μόνο τον ψηλόλι­
γνο τύπο, κι έτσι προσποιήθηκα πως συμφωνώ. Άλλωστε Όταν βρεθήκαμε έξω απ' το νοσοκομείο. ο Μάρτιν μοι) τ6-
δεν ήταν καμιά υποκρισία απ6 μέρους μου: πιο πολύ εμπι- νισε με έξαψη πως όλα πάνε περίφημα. Και πρ6σθεσε:

62

-
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ 1'0 ΧΡΥΣΟ ΜΗΛΟ ΤΟΥ ΑΙΩΝΙΟΥ ΠΟΘΟΥ

«Πρέπει να κάνουμε γρήγορα απόψε. Πρέπει να είμαι πί­


σω στις εννιά». Η εξαπάτηση
Έπεσα απ' τα σύννεφα: «Στις εννιά; Αυτό σημαίνει πως
πρέπει να φύγουμε από δω στις οχτώ! Ποιος ο λόγος τότε Πήραμε τον μεγάλο διάδρομο του δημοτικού πάρκου όπου

να 'ρθούμε; Νόμιζα πως είχαμε όλη τη νι)χτα μπροστά μας!» κάνουν τη βόλτα τους οι ντόπιοι. Περιεργαστήκαμε διάφο­

«Γιατί θες να χάνουμε το χρόνο μας;» ρα ζευγάρια κοριτσιών που περπατούσαν πλάι μας ή κάθο­

«Τι νόημα είχε να 'ρθούμε εδώ για μία ώρα; Τις θες να νταν στα παγκάκια, αλλά δε μείναμε ικανοποιημένοι από

κάνουμε απ' τις εφτά ώς τις οχτώ;» την εμφάνισή τους. Παρ' όλ' αυτά ο Μάρτιν πλησίασε δύο,

«Τα πάντα. Όπως άκουσες, έχω βρει ένα εξοχικό σπιτά­ τους έπιασε κουβέντα, κι έκλεισε μάλιστα και ραντεβού

κι, έτσι όλα θα πάνε καταπληκτικά. Από σένα πια εξαρτά­ μαζί τους, αλλά ήξερα πως δεν το 'κανε στα σοβαρά. Ήταν

ται' φτάνει να είσαι αποφασισμένος.» κάτι που το ονόμαζε άσκηση πρoσέyyισrις, στην οποία επι­

«Και μπορώ να μάθω γιατί πρέπει να είσαι πίσω στις διδόταν κάθε τ6σο, για να μη χάνει τη φ6ρμα του.

εννιά;» Βγήκαμε δυσαρεστημένοι από το πάρκο και πήραμε

«Το 'χω υποσχεθεί στη Μαρία. Κάθε Σάββατο βράδυ τους δρόμους που βυθίζονται στο κενό και την πλήξη της

παίζουμε το χαρτάκι μας πριν πέσουμε για ύπνο.» μικρής επαρχιακής πόλης.

«Θεέ και Κύριε!» αναστέναξα. «Έλα να πιούμε κάτι, διψάω» είπα στον Μάρτιν.

«Χτες είχε πάλι προβλήματα στη δουλειά της θα 'θελες Βρήκαμε ένα μέρος με την επιγραφή «Καφενείο». Μπή­

δηλαδή να της στερήσω αυτήν τη μικροδιασκέδαση του καμε, αλλά ήταν ένα σελφ σέρβις μια αίθουσα με πλακά­

Σαββάτου; Αφού ξέρεις, είναι η καλύτερη γυναίκα που εί­ κια, ψυχρή και αφιλόξενη' κατευθυνθήκαμε προς το ταμείο

χα ποτέ. Εξάλλου» πρόσθεσε, «θα σου αρέσει που τελικά και αγοράσαμε από μια βλοσυρή γυναίκα κάτι λεμονάδες

θα 'χεις όλη τη νι)χτα μπροστά σου στην Πράγα.» σκέτο νερό, και πήγαμε και τις ακουμπήσαμε σ' ένα τραπέ­

Κατάλαβα πως δεν είχε νόημα η όποια συζήτηση. Τίπο­ ζι λερωμένο με σάλτσες, που ήταν σαν να μας έλεγε να φύ­

τα δεν μπορεί να καθησυχάσει τους φόβους του Μάρτιν για γουμε το ταχύτερο δυνατόν.

τη συζυγική του γαλήνη και τίποτα δεν μπορεί να κλονίσει «Μη δίνεις σημασία» είπε ο Μάρτιν, «στον κόσμο μας η

την πίστη του στις άπειρες ερωτικές δυνατότητες κάθε ασκήμια λειτουργεί θετικά. Κανένας δε θέλει να μείνει για

ώρας και κάθε λεπτού. ώρα πουθενά, οι πάντες βιάζονται, κι αυτ6 δίνει στη ζωή

«Έλα» μου είπε, «ώς τις εφτά έχουμε τρεις ώρες ακό­ τον επιθυμητ6 ρυθμό. Αλλά δε θα το βάλουμε κάτω εμείς.

μα! Δε θα κάτσουμε με σταυρωμένα χέρια!» Μπορούμε να πούμε ένα σωρό πράματα εδώ, στην ασφά­
λεια που μας παρέχει αυτό το άσκημο μαγαζί.» Ήπιε τη
λεμονάδα του και με ρώτησε: «Τι έγινε μ' αυτήν τη φοιτή­
τρια της ιατρικής; Την προσέγγισες τελικά;»

64 6!)
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΤΟ ΧΡΥΣΟ ΜΗΛΟ ΤΟΥ ΑΙΩ ΝΙΟΥ Π ΟΘΟΥ

«Και βέβαια» είπα.


«Και πώς είναι; Θέλω λεπτομερή περιγραφή!» Μια επιτυχής προσέγγιση
Του περιέγραψα τη φοιτήτρια της ιατρικής, χωρίς την
παραμικρή δυσκολία. αφού δεν υπάρχει καμιά φοιτήτρια Έπειτα μπήκε μια κοπέλα με κοτλέ παντελόνι. Προχώρησε
της ιατρικής. Ναι. Αυτό ίσως δε με κολακεύει ιδιαίτερα, στο ταμείο και περίμενε τη λεμονάδα της. Έπειτα σταμά­
αλλά έτσι είναι: η φοιτήτρια της ιατρικής αποτελεί επι νόη­ τησε σ' ένα κοντινό μας τραπέζι και άρχισε να πίνει χωρίς
σήμου. να καθίσει.
Στο λόγο μου: δεν είχα καμιά κακή πρόθεση, να κάνω Ο Μάρτιν γύρισε προς το μέρος της: «Δεσποινίς» της εί­
επίδειξη στον Μάρτιν ή να τον δουλέψω. Επινόησα αυτήν πε. «δεν είμαστε από δω και θα θέλαμε να σας ρωτήσουμε
τη φοιτήτρια, απλούστατα επειδή δεν μπορούσα πια να κάτι».
αντισταθώ στην επιμονή του. Η κοπέλα χαμογέλασε. Ήταν πανέμορφη.
Ο Μάρτιν παραήταν απαιτητικός όσον αφορά τη δρα­ «Έχουμε σκάσει απ' τη ζέστη και δεν ξέρουμε τι να κά­
στηριότητά μου. Ήταν πεπεισμένος πως κάθε μέρα βγαίνω νουμε... »
και με άλλην. Με έβλεπε διαφορετικό απ' ό,ΤΙ ήμουν. κι «Να πάτε για μπάνιο. »
έτσι και του 'λεγα απερίφραστα πως την τελευταία βδομά­ «Αυτό είναι το πρόβλημα. Δεν ξέρουμε πού πάνε για
δα όχι μόνο δεν είχα καμιά καινούρια κατάκτηση αλλά ού­ μπάνιο εδώ γύρω. »
τε άγγιξα γυναίκα θα με θεωρούσε υποκριτή. «Πουθενά. »
Γι' αυτό και λίγες μέρες πριν είχα αναγκαστεί να του «Πώς πουθενά;»
διηγηθώ πως εντόπισα μια φοιτήτρια της ιατρικής. Φάνηκε «Υπάρχει βέβαια μια πισίνα. αλλά εδώ κι ένα μήνα την
ικανοποιημένος και με ενθάρρυνε να περάσω στο στάδιο έχουν αδειανή. »
της προσέγγισης. Και σήμερα ελέγχει την πρόοδό μου. «Και στο ποτάμι;»
«Και τι στιλ είναι; Του επιπέδου τής... »Έκλεισε τα μά­ «Κάνουν έργα αυτή την εποχή. »
τια, αναζητώντας στο μισοσκόταδο ένα σημείο σύγκρισης «Και ποι) πάτε τότε για μπάνιο;»
έπειτα θυμήθηκε μια κοινή μας φίλη: «... του επιπέδου της «Μόνο στη λίμνη Χότερ. αλλά είναι τουλάχιστον εφτά
Συλβί;» «Σκάλες ανώτερη» είπα εγώ. χιλιόμετρα από δω. »
«Πλάκα κάνεις... » τα 'χασε ο Μάρτιν. «Δεν είναι τίποτα αυτό. είμαστε με αυτοκίνητο, αρκεί
«Του επιπέδου της Μαρίας σου!» να ερχόσασταν μαζί. να μας δείχνατε το δρόμο.»
Για τον Μάρτιν η γυναίκα του είναι το υπέρτατο κριτή­ «Θα είστε ο οδηγός μας» είπα εγώ.
ριο. Έμεινε πολύ ικανοποιημένος από την αναφορά μου και «Το άστρο που μας οδηγεί» με διόρθωσε ο Μάρτιν.
βυθίστηκε σε ονειροπόληση. «Το αστέρι μας» είπα εγώ.
Η κοπέλα ζαλισμένη δέχτηκε τελικά να μας συνοδέψει'

66 67
-

ΚΩΜΙΚΟΙ l':]'ΩΤΕΣ ΤΟ ΧΡΥΣΟ ΜΗΛΟ ΊΌΥ ΑΙΩΝΙΟΥ ΠΟΘΟΥ

έπρεπε όμως να τελειώσει κάτι ψώνια και να πάει να πάρει Και καθίσαμε. αναπαυτικά κι ωραία. γέρνοντας προς τα
το μαγιό της να την περιμένουμε σε μία ώρα ακριβώς στο πίσω , με το πρόσωπο στραμμένο στον ήλιο. κι αφήσαμε για
ίδιο μέρος. μερικά λεπτά τον κόσμο να συνεχίζει γύρω μας την πορεία
Ήμασταν ικανοποιημένοι. Τη βλέπαμε που απομακρυ­ του χωρίς να μας απασχολεί στο ελάχιστο.
νόταν. κουνώντας χαριτωμένα τους γοφούς και τινάζοντας
τις μαύρες μπούκλες της.
«Βλέπεις» είπε ο Μάρτιν. «η ζωή είναι μικρή, πρέπει να
εκμεταλλευόμαστε το κάθε λεπτό.» Το κοριτσάκι με τα λευκά

Ξαφνικά ο Μάρτιν σηκώθηκε (παρακινημένος προφανώς


από κάποια μυστική αίσθηση). με το βλέμμα καρφωμένο σε
Φιλ[ας Εγκώμιο μια μοναχική αλέα του πάρκου όπου περπατούσε ένα κορί­
τσι με λευκό φόρεμα. Ακόμη κι από μακριά. κι ενώ δεν ξε­
Ξαναγυρίσαμε στο δημοτικό πάρκο και αρχίσαμε να χαζεύ­ χώριζες καθαρά τις αναλογίες του κορμιού και τα χαρακτη­
ουμε τις κοπέλες που κάθονταν δυο δυο στα παγκάκια. αλ­ ριστικά του προσώπου. μάντευες πάνω του μια ξεχωριστή.
λά όταν ήταν όμορφη η μία. όπως συνέβαινε μερικές φορές. άπιαστη γοητεία. ένα είδος αγνότητας και τρυφερότητας.
δεν ήταν ποτέ και η φίλη της. Όταν πέρασε μπροστά μας. διαπιστώσαμε πως είναι
«Είναι ένας περίεργος νόμος της φύσης» είπα στον πολι) μικρό. Δεν ήταν ούτε παιδί ούτε κοπέλα, κι αυτό μας
Μάρτιν. «Μια άσχημη γυναίκα ελπίζει να κερδίσει κάτι από αναστάτωσε πια τελείως. Ο Μάρτιν τινάχτηκε πάνω: «Δε­
τη λάμψη της όμορφης φίλης της, και η όμορφη πάλι ελπίζει σποινίς, είμαι ο σκηνοθέτης Φόρμαν, ο σκηνοθέτης του κι­
να λάμψει ακόμα περισσότερο στο φόντο της ασχήμιας με νηματογράφου.»
αποτέλεσμα να περνάει από συνεχείς δοκιμασίες η φιλία Έδωσε το χέρι του στο κοριτσάκι. κι αυτό του το 'σφιξε.
μας. Κι είμαι πολύ περήφανος που δεν αφήνουμε ποτέ να με μια έκφραση φοβερής κατάπληξης στα μάτια.
επιλέξει για λογαριασμό μας ούτε η τύχη ούτε ο ανταγωνι­ Ο Μάρτιν στράφηκε προς τα μένα: «Από δω ο οπερατέρ
σμός. Για μας. η επιλογή είναι πάντοτε θέμα ιπποτισμού. Ο μου».
καθένας προτείνει στον άλλο την ομορφ ότερη. κι εδώ μοιά­ «Ό ντριτσεκ» συστήθηκα. δίνοντας κι εγώ το χέρι μου.
ζουμε σαν δυο τζέντλεμαν του παλιού καιρού που δεν μπο­ Το κοριτσάκι έκανε μια ελαφρά υπόκλιση.
ρούν να μπουν σ' ένα δωμάτιο. γιατί κανένας τους δε θέλει «Έχουμε μια μικρή δυσκολία. δεσποινίς. Ψάχνω εδώ
να περάσει πρώτος.» εξωτερικούς χώρους για την καινούρια μου ταινία. Θα μας
«Ναι» είπε με κάποια συγ κίνηση ο Μάρτιν. «Είσαι πραγ­ περίμενε εδώ ο βοηθός μου, που ξέρει καλά την περιοχή,
ματικός φίλος. Έλα να κάτσουμε λίγο. Πονέσαν τα πόδια μου.» αλλά δε φάνηκε, και τώρα αναρωτιόμαστε από πού να ξε-

68 69
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΊΌ χι'γΣΟ ΜΗΛΟ ΤΟΥ ΑΙΩΝΙΟΥ ΠΟΘΟΥ

κινήσουμε την περιήγησ ή μας στην πόλη και τα περίχωρα. «Με τα πόδια;» είπε ο Μάρτιν.

Ο οπερατέρ» αστειεύτηκε ο Μάρτιν «μελετά το θέμα σ ' «Ναι, με τα πόδια» είπε το κοριτσάκι.
αυτό το χοντρό γερμανικό βιβλίο, αλλά δυστυχώς δεν πρό­ «Έχουμε όμως αυτοκίνητο» είπα εγώ.
κειται να βρει τίποτα σχετικό. » «Θέλετε να γίνετε οδηγός μας;» είπε ο Μάρτιν. αλλά
Τσαντίστηκα μ' αυτ ήν τη νύξη για το βιβλίο το οποίο εί­ εγώ προτίμησα να μη συνεχίσω τη συνηθισμένη τελετουρ­
χα στερηθεί μία ολόκληρη βδομ άδα: «Κρίμα που δεν ενδια­ γία με τα λογοπαίγνια, γιατί είμαι καλύτερος στην ψυχολο­
φέρεσαι λίγο παραπάνω γι' αυτό το βιβλίο» πέρασα στην γ ία από τον Μάρτιν , και αισθάνθηκα πως στη συγκεκριμένη
επίθεση κατά του σκηνοθέτη μ ου. «Αν ασχο λιόσουν σοβα­ περίπτωση τα ανάλαφρα αστεία μάλλον θα μας έβλαπταν:
ρά με την προετοιμασία και δε ν άφηνες όλη την έρευνα το καλ ι'ιτερο όπλο μας θα ήταν η απόλ υτη σοβαρότητα.
στους οπερατέρ σου. μπορεί να ήταν λιγότερο επιφανεια­ «Δε θέλουμε να κάνουμε κατάχρηση του χρόνου σας.

κές οι ταινίες σου και να είχαν λιγότερα λάθη.» Έπειτα ζή­ δεσποινίς» είπα εγώ. «αλλά θα σας ήμασταν ευγνώμονες.
τησα συγνώμη από τη νεαρή δεσποινίδα: «Συγνώμη. δε­ αν ε ίχατε την καλοσι'ινη να μας αφιερώσετε λίγο χρόνο κα ι
σποινίς. που σας ενοχλοι'ιμε με τα επαγγελ ματικά μας να μας δείξετε ορισμένα από τα μέρη που θέλουμε να επι­
ετοιμάζουμε μια ιστορική ταινία για τον ετρουσκικό πολιτι­ σκεφτούμε.»
σμό στη Βοημία». «Μα ναι» έκανε το κοριτσάκι, με μια ελαφρά υπόκλιση

« Μάλιστα» είπε το κοριτσάκι. με μια ελαφρά υπόκλιση. και πάλι, «πολι'ι θα το ήθελα. αλλά...» και μόλις τότε προ­
«Είναι ένα συναρπαστικό βιβλίο. κοιτάξτε!» σέξ αμε ότι κρατούσε στο χέρι ένα δίχτυ για ψώνια με δύο
Έδωσα το βιβλίο στο κοριτσάκι. που το πήρε με θρη­ μαροι'ιλια μέσα... «Π ρέπει να πάω τα μαροι'ιλια στη μαμά,
σκευτική σχεδόν ευλάβεια κι ά ρχισε αφηρημένα να το ξε­ αλλά είναι εδώ δίπλα και γυρίζω αμέσως. »
φυλλίζει, νομίζοντας ότι αυτό της ζήτησα. «Φυσικά, πρέπει να πάτε τα μαρούλια στη μαμά σας»

«Έχω την εντύπωση ότι ο πύργος του Πχάτσεκ είναι κά­ είπα εγώ. «Σας περιμένουμε εδώ.»
που εδώ κοντά» συνέχισα' «ήταν το κέντρο των Τσέχων «Δέκα λεπτά το πολύ» είπε το κοριτσάκι.
Ετρούσκων. αλλά πώς πάει κανείς εκεί;» Έκανε και πάλι μια ελαφρά υπόκλιση κι έφυγε σχεδόν

«Είναι δυο βήματα από δω» είπε το κοριτσάκι. και ξαφ­ τρέχοντας.
νικά ζωήρεψε. γιατί το γε γονός πως γνC:ψιζε το δρόμο για «Παναγία μου!» έκανε ο Μάρτιν.
το Πχάτσεκ της πρόσφερε επιτέλους ένα πω στέρεο έδα­ « llρώτο πράμα, ε;»
φος σ ' αυτ ή την κάπως μπε ρδεμένη συζήτηση. «Άκου λέει! Ευχαρίστως θυσιάζω για χάρη της τις δύο
«Σοβαρά; Γνωρίζετε τον πύ ργο;» ρώτησε ο Μάρτιν. κά­ νοσοκόμες.»
νοντας πως ανακουφίστηκε βαθιά.
«Και βέβαια» είπε το κοριτσάκι. «Είναι μια ώρα από
δω. »

70 71
Ι'
Ι:
ι ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΤΟ ΧΡΥΣΟ ΜΗΛΟ ΤΟΥ ΑΙΩΝΙΟΥ ΠΟΘΟΥ

ρά αποδεκτές δικαιολογίες οι αφελείς που τα παίρνουν

Η παγίδα της υπερβολικής πίστης στα σοβαρά. αργά ή γρήγορα θα ανακαλύψουν τις αντιφά­
σεις που κρύβουν. θα αρχίσουν να επαναστατούν. και θα
Πέρασαν δέκα λεπτά, έπειτα δεκαπέντε, και πουθενά το καταλήξουν με τη ρετσινιά του αιρετικού ή του αποστάτη.
κοριτσάκι. Όχι, η υπερβολική πίστη ποτέ δε φέρνει τίποτα καλό' κι όχι

«Μη φοβάσαι» με καθησύχαζε ο Μάρτιν, «το μόνο σί­ μόνο στα θρησκευτικά και πολιτικά συστ ήματα' ακόμα και
γουρο είναι πως θά ' ρθει. Το νούμερό μας ήταν απολύτως στο δικό μας σύστημα. αυτό που χρησιμοποιήσαμε για να
πειστικό και η μικρή είχε εκστασιαστεί. » προσεγγίσουμε το κοριτσάκι».
Κι εγώ το ίδιο πίστευα. κι έτσι μείναμε και περιμέναμε, «Τώρα δε σε καταλαβαίνω» είπε ο Μάρτιν.
και κάθε στιγμή που περνούσε δυνάμωνε τον πόθο μας γι' «Κι όμως. είναι πολύ απλό: γι' αυτό το κοριτσάκι ήμα­
αυτ ή την έφηβη που ήταν παιδί ακόμα. Στο μεταξύ, πέρα­ σταν τελικά δύο πολι> σοβαροί κύριοι, κι έτσι θέλησε να
σε και η ώρα του ραντεβού μας με την κοπέλα με το κοτλέ φερθεί καλά. σαν καλοαναθρεμμένο παιδί που σηκώνεται
παντελόνι. αλλά ήμασταν τόσο απορροφημένοι από την ει­ να καθίσουν οι ηλικιωμένοι στο λεωφορείο. »
κόνα της μΙΚΡ'ής με τα λευκά, που δεν διανοηθήκαμε καν να «Και τότε γιατί δε φέρθηκε καλά μέχρι τέλους;»
σηκωθούμε. «Επειδή ακριβώς μας παραπίστεψε. Πήγε τα μαρούλια
Κι η ώρα περνοι>σε. στη μαμά της και της τα είπε όλα γεμ άτη ενθουσιασμό: για
«Άκου, νομίζω πως δε θά ' ρθει πια» είπα τελικά στον την ιστορική ταινία, για τους Ετρούσκους στη Βοημία... Κι
Μάρτιν. η μαμά...»
«Και πώς το εξηγείς αυτό; Μας πίστεψε, όπως θα πί- «Μάλιστα... Καταλαβαίνω τη συνέχεια» με διέκοψε ο
στευε τον ίδιο το Θεό. » Μάρτι ν, και σηκώθηκε.

«Ναι. κι αυτό ακριβώς είναι το κακό' μας παραπίστεψε. »


«Τι δηλαδή; Θα ' θελες να μη μας πίστευε;»
«Μπορεί και να 'ταν καλι>τερα. Η υπερβολική πίστη εί­
ναι ο χειρότερος σύμμαχος. » Παρασυρμένος από την ιδέα Η προδοσία
αυτ ή άρχισα να αγορεύω: «Όταν παίρνουμε κάτι κατά
γράμμα. η πίστη μας αυτ ή το φτάνει στα όρια του παραλό­ Ο ήλιος κατέβαινε αργά πάνω στις στέγες της πόλης ο αέ­
γου. Ο πραγματικός υπερασπιστ ής μιας πολιτικής δεν ρας άρχιζε να δροσίζει, κι εμείς ήμασταν λυπημένοι. Περά­
παίρνει ποτέ στα σοβαρά τις σοφιστείες αυτ ής της πολιτι­ σαμε απ' το σελφ σέρβις. μπας και ήταν ακόμα εκεί η κο­

μ νο τους πρακτικούς στόχους που κρι βονται


ή
κ ς, αλλά ό > πέλα με το κοτλέ παντελόνι. Φυσικά και δεν ήταν. Είχε
από πίσω. Γιατί τα πολιτικά κλισέ και οι σοφιστείες δεν εί­ πάει εξήμισι η ώρα. Πήραμε το δρόμο για το αυτοκίνητο.
ναι για να τα πιστεύουμε' χρησιμει>ουν μάλλον σαν σιωπη- Ξαφνικά αισθανόμασταν διωγμένοι από μια ξένη πόλη και

72

11
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΤΟ ΧΡΥΣΟ ΜΗΛΟ ΊΌΥ ΑΙΩΝΙΟΥ ΠΟΘΟΥ

από τις χαρές της, και μόνο καταφύγιο μας έμενε το αυτο­ ρισσότερο το ίδιο το κυνήγι. Αν δεχτούμε ότι πρόκειται για
κίνητό μας, που έμοιαζε να καλύπτεται από το καθεστώς κυνήγι εξ ορισμού ανώφελο, μ πορεί κανείς να κυνηγάει κά­
της ετεροδικίας. θε μέρα αναρίθμητες γυναίκες και να μετατρέψει έτσι το

«Έλα τώρα!» φώναξε ο Μάρτιν μόλις μπήκαμε στο αυ­ κυνήγι σε απόλυτο κυνήγι. Ναι: ο Μάρτιν είχε φτάσει στο
τοκίνητο. «Δε θα τα βάψουμε και μαύρα! Έχουμε ακόμα στάδιο του απόλ υτου κυνηγιού.
μπροστά μας το κυριότερο. » Περιμέναμε ήδη πέντε λεπτά. Οι κοπέλες δε φαίνονταν.
Μου ' ρθε να του πω πως. εξαιτίας της Μ αρίας του και Καθόλου δε μ' απασχολούσε αυτό. Έρθουν δεν έρθουν,

των χαρτιών της, είχαμε μία ώρα όλη κι όλη για το κυριότε­ καμία σημασία δεν είχε. Δηλαδή. αν έρχονταν. θα μπορού­
ρο, αλλά προτίμησα να σωπάσω. σαμε τάχα μέσα σε μία ώρα να τις πάμε σ' ένα μακρινό
«Άλλωστε» πρόσθεσε, «η μέρα μας πήγε καλά. Εντοπι­ εξοχικό σπιτάκι, να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη τους, να
σμός της μικρής απ' το Τράπλιτσε, προσέγγιση της κοπέ­ κάνουμε έρωτα μαζί τους, κα ι στις οχτώ η ώρα να ποι'ιμε
λας με το κοτλέ παντελόνι' όλα είναι έτοιμα για μας σ ' αυ­ ευγενικά αντίο και να φύγουμε; Όχι, απ' τη στιγμή που ο
τ ή την πόλη, δεν έχουμε παρά να ξανάρθουμε μιαν άλλη Μάρτιν είχε αποφασίσει πως όλα έπρεπε να τελειώσουν
φορά.» στις οχτώ η ώρα, είχε μεταφέρει (όπως τόσες και τόσες φο­
Δεν απάντησα. Ναι. Ο εντοπισμός και η προσέγγιση εί­ ρές!) την ιστορία αυτ ή στη σφαίρα του παιχνιδιού της ψευ­
χαν στεφθεί από επιτυχία. Αυτά είχαν πάει μια χαρά. Αλλά δαίσθησης.

σκέφτηκα ξαφνικά ότι, εκτός από εντοπισμούς και προσεγ­ Περιμέναμε ήδη δέκα λεπτά. Κανένας δε φάνηκε στην

γίσεις, εδώ κι ένα χρόνο ο Μάρτιν δεν προχωρούσε ούτε βή­ είσοδο του νοσοκομείου.
μα παραπέρα. Ο Μάρτιν είχε αγανακτ ήσει και σχεδόν φώναζε: « Τους
Τον κοίταξα. Τα μάτια του είχαν και πάλι αυτ ή την αιω­ δίνω άλλα πέντε λεπτά' δε θα περιμένω άλλο!»
νίως άπληστη λάμψη τους εκείνη τη στιγμή ένιωσα πόσο Ο Μάρτιν δεν είναι πια νέος, συνέχισα τις σκέψεις μου.
τον αγαπούσα τον Μάρτιν, πόσο αγαπούσα τη σημαία με Τη γυναίκα του την αγαπάει στ' αλήθεια. Τελικά, έχει την
την οποία είχε παρελάσει όλη του τη ζωή: τη σημαία του πιο τακτοποιημένη συζ υγική ζωή. Αυτ ή είναι η πραγματι­
αιώνιου κυνηγιού των γυναικών. κότητα. Και πέρα από αυτ ή την πραγματικότητα, στο επί­
Ο χρόνος κυλούσε και ο Μάρτιν είπε: «Εφτά η ώρα». πεδο μιας αθώας και συγκινητικής Ψευδαίσθησης, η νεότη­
Παρκάραμε καμιά δεκαριά μέτρα από τα κάγκελα του τα του Μάρτιν συνεχίζεται. μια ανήσυχη. άτακτη και άσωτη
νοσοκομείου. για να μπορώ να παρακολουθώ την είσοδο νεότητα, που περιορίζεται σ' ένα απλό παιχνίδι, ένα παι­
απ' τον καθρέφτη. χνίδι που δεν κατορθώνει να ξεπεράσει τα όριά του και να
Σκεφτόμουν ακόμα αυτ ήν τη σημαία. Σκεφτόμουν πως βρεθεί στην πραγματική ζωή, να γίνει πραγματικότητα.
με το πέρασμα του χρόνου το θέμα σ ' αυτό το κυνήγι των Και επειδή ο Μάρτιν είναι ένας τυφλός ιππότης πάνω στο

γυναικών ήταν όλο και λιγότερο οι γυναίκες και όλο και πε- άλογο της Αναγκαιότητας. δίνει στις ερωτικές ιστορίες του

74 75
ΚΩΜΤΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΤΟ ΧΡΥΣΟ ΜΗΛΟ ΤΟΥ AIΩNlOY ΠΟΘΟΥ

την αθωότητα του Παιχνιδιού, χωρίς καν να το υποψιάζεται' απερι6ριστα σ' αυτ6γ δεν είχε την υπομονή να περιμένει
εξακολουθεί να βάζει σ' αυτές όλη τη φλόγα της Ψυχής του. το θαύμα με το οποίο θα έδειχνε εκείνος σ' 6λους τους Ε­
Καλά, έλεγα, ο Μάρτιν είναι δεσμώτης της ψευδαίσθη­ βραίους τη θε'ίκή του δύναμη' τον παρέδωσε λοιπ6ν στους
σής του, αλλά εγώ; Τι είμαι εγώ; Γιατί του παραστέκομαι βασανιστές του, για να τον εξαναγκάσει εντέλει να δράσει'
σ' αυτό το γελοίο παιχνίδι; Εγώ που ξέρω πως όλα αυτά εί­ τον πρ6δωσε, επειδή ήθελε να επισπεύσει την ώρα της νί­
ναι σκέτη αυταπάτη; Δεν είμαι ακόμα πιο γελοίος κι από κης του.
κείνον; Γιατί να παριστάνω τώρα πως περιμένω ότι θα ζή­ Αλίμονο, σκέφτηκα, εγώ αντίθετα τον Μάρτιν τον πρό­
σω μια ερωτική ιστορία, ενώ ξέρω περίφημα ότι στην καλύ­ δωσα επειδή έπαψα να πιστεύω σ' αυτόν (και στη θε'ίκή δύ­
τερη περίπτωση θα χάσω μία ώρα με δύο άγνωστες και ναμη των γυναικοδουλειών του)' είμαι ένα αχρείο υβρίδιο
αδιάφορες κοπέλες; Ι ούδα και άπιστου Θωμά. Ένιωθα πως η άνομη πράξη μου
Και τη στιγμή εκείνη είδα στον καθρέφτη μου τις δύο μεγάλωνε ακ6μα περισσ6τερο την αγάπη μου για τον Μάρ­
κοπέλες να βγαίνουν απ' την είσοδο του νοσοκομείου. Ακό­ τιν και πως η σημαία του, η σημαία του αιώνιου κυνηγιού
μα και από αυτή την απόσταση διέκρινες μια ανταύγεια των γυναικών (που την ακούγαμε να πλαταγίζει αδιάκοπα
από πούδρα και ρουζ στο πρόσωπό τους ήταν ντυμένες με πάνω απ' το κεφάλι μας) με συγκινούσε μέχρι δακρύων.
επιδεικτική κομψότητα, και η καθυστέρησή τους είχε προ­ Άρχισα να τα βάζω με τον εαυτ6 μου για τη βιασύνη μου.

φανώς σχέση με την τόσο προσεγμένη εμφάνισή τους. Κοί­ Θα καταφέρω άραγε μια μέρα να παραιτηθώ απ6 αυτές
ταξαν γύρω και κατευθύνθηκαν προς το αυτοκίνητό μας. τις κινήσεις που μου δίνουν ακόμα την αίσθηση της νεότη­
«Τόσο το χειρότερο» είπα στον Μάρτιν, κάνοντας πως τας; Και τι άλλο θα μπορώ πλέον να κάνω απ' το να περιο­
δεν τις είδα. «Έχει περάσει πάνω από τέταρτο, Φύγαμε. » ρίζομαι να τις μιμούμαι και να προσπαθώ να βρω στην ορ­
Και πάτησα το γκάζι. θολογική ζωή μου μια μικρή. ασφαλή γωνιά γι' αυτή την
παράλογη δραστηρι6τητα; Τ ι σημασία έχει που 6λα αυτά
είναι ένα ανώφελο παιχνίδι; Τι σημασία έχει που το ξέρω;
Θα πάψω να παίζω αυτό το παιχνίδι, μ6νο και μόνο επειδή

Η μεταμέλεια είναι ανώφελο;

Βγήκαμε από το Κ., περάσαμε τα τελευταία σπίτια, και


τρέχαμε μέσα από χωράφια και συστάδες δέντρων, με τον
ήλιο να κατεβαίνει στις κορυφές τους. Το χρυσό μήλο του αιώνιου πόθου
Σωπαίναμε.
Σκεφτ6μουν τον lοι'ιδα, για τον οποίο ένας πνευματώδης Ο Μάρτιν καθ6ταν δίπλα μου και λίγο λίγο συνερχ6ταν απ'
συγγραφέας έγραψε πως πρ6δωσε τον Ιησού γιατί πίστευε τον εκνευρισμ6 του.

7β 77
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ

« Άκου» μου είπε, «η φοιτήτριά σου, αυτή της ιατρικής.


είναι αλήθεια πρώτο πράμα;»
«Σου είπα. Του επιπέδου της Μαρίας σου. »
Με ρώτησε και διάφορα άλλα. Χρειάστηκε να του περι­ ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ ΟΤΟΣΤΟΠ
γράψω και πάλι τη φοιτήτρια της ιατρικής.
Έπειτα είπε: «Γίνεται άραγε να μου την πασάρεις. με­
τά;»
Ήθελα να είμαι αληθοφανής: « Φοβάμαι πως δε θα 'ναι
εύκολο. Θα την πείραζε που είσαι φίλος μου. 'Εχει αρχές ...»
«Έχει αρχές...» επανέλαβε λυπημένα ο Μάρτιν, κι είδα
πως στεναχωρέθηκε.
Δεν ήθελα να τον στεναχωρώ.
«Εκτός κι αν κάνω πως δε σε ξέρω» είπα. « Θα μπορού­
σες να παραστήσεις πως είσαι κάποιος άλλος.»
«Καλή ιδέα! Να παραστήσω τον Φόρμαν. ας πούμε.
όπως σήμερα. »
«Δεν την ενδιαφέρουν οι σκηνοθέτες. Προτιμάει αθλητές.»
«Γιατί όχι; » είπε ο Μάρτιν. «Κανένα πρόβλημα», κι αρ­
χίσαμε να το συζητάμε. Απ' τη μια στιγμή στην άλλη το
σχέδιο άρχισε να γίνεται όλο και πιο συγκεκριμένο. και σε
λίγο αιωρούνταν μπροστά στα μάτια μας, σαν το σούρουπο
που άρχιζε να πέφτει, σαν ένα ωραίο. λαμπερό και ώριμο
μήλο.
Επιτρέψτε μου να ονομάσω αυτό το μήλο, μ' έναν κά­
ποιο στόμφο, Χρυσό Μήλο του Αιώνιου Πόθου.
1

Η βελόνα του μετρητή της βενζίνης ταλαντεύτηκε ξαφνικά


προς το μηδέν και ο νεαρός οδηγός είπε πως είναι τρελό το
τι καταβροχθίζει αυτό το σπορ αμάξι. «Μόνο να μη μείνου­
με πάλι από βενζίνη» γκρίνιαξε η κοπέλα (γύρω στα είκοσι
δύο), και του υπενθύμισε διάφορα μέρη όπου τους είχε ξα­
νασυμβεί η ίδια ιστορία. Ο νεαρός τής είπε πως εκείνον δεν
τον νοιάζει. γιατί ό,ΤΙ του συνέβαινε μαζί της είχε τη μαγεία
της περιπέτειας. Η κοπέλα δεν ήταν της ίδιας γνώμης όπο­
τε μέναν από βενζίνη στις μαύρες ερημιές, περιπέτεια ήταν
για εκείνη και μόνο, γιατί αυτός κρυβόταν κι εκείνη έπρεπε
να επιστρατει'>σει τη γυναικεία της γοητεία. να σταματήσει
ένα αυτοκίνητο για να την πάει στο κοντινότερο βενζινάδι­
κο, και μετά να σταματήσει άλλο και να γυρίσει μ' ένα μπι­
τόνι βενζίνη. Ο νεαρός είπε πως πρέπει να ήταν πολι'> αντι­
παθητικοί οι οδηγοί που την έπαιρναν με το αυτοκίνητό
τους. αφού μιλούσε έτσι για την αποστολή της. σαν να 'ταν
αγγαρεία. Η κοπέλα απάντησε (με αδέξια φιλαρέσκεια)
πως μερικές φορές ήταν και πολύ συμπαθητικοί, αλλά δε
γινόταν να επωφεληθεί. έτσι όπως κουβάλαγε το μπιτόνι
και έπρεπε να τους αφήσει προτού προλάβουν να ξεκινή­
σουν οτιδήποτε. «Είσαι ένα τέρας» της είπε. Εκείνη του εί­
πε πως αν κάποιος ήταν τέρας. ήταν εκείνος.'Ενας Θεός ξέ­
ρει πόσες του έκαναν οτοστόπ όταν ταξίδευε μόνος του! Ο
νεαρός. οδηγώντας πάντα. την αγκάλιασε με το ένα χέρι
απ' τους ώμους και της έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο. Ήξερε
πως τον αγαπάει και τον ζηλεύει. Η ζήλια δεν είναι και πο-

81
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ ΟΤΟΣΤΟΠ

λύ συμπαθητικό γνώρισμα. όταν όμως δε γίνεται υπερβολι­


κή (όταν συνδυάζεται με μετριοπάθεια). παρ ' όλες τις δυ­ 2
σάρεστες συνέπειες. έχει ίσως και κάτι το συγκινητικό.
Έτσι τουλάχιστον σκεφτόταν. Γιατί ήταν μόλις είκοσι οχτώ Η κοπέλα απεχθανόταν να τον παρακαλάει να σταματήσει

χρονών. αλλά πίστευε πως είναι κιόλας γέρος και φανταζό­ μια στιγμή μπροστά σε μια συστάδα δέντρων. γιατί ο νεα­
ταν πως ξέρει για τις γυναίκες όλα όσα μπορεί να ξέρει ρός συνήθως οδηγούσε ασταμάτητα ώρες ολόκληρες. Και
ένας άντρας. Αυτό που του άρεσε ιδιαίτερα στην κοπέλα την εκνεύρ ιζε κάθε φορά η προσποιητή έκπληξη με την
που καθόταν δίπλα του ήταν ακριβώς αυτό που σπάνια εί­ οποία τη ρωτούσε εκείνος γιατί. Το ήξερε κι η ίδια πως
χε συναντήσει στις γυναίκες: η αγνότητα. ήταν γελοία και παλιομοδίτικη αυτή η συστολή της. Το είχε
Η βελόνα ήταν ήδη στο μηδέν. όταν πήρε το μάτι του. διαπιστώσει πολλές φορές και στη δουλειά της. όπου την
στα δεξιά του δρόμου. μια πινακίδα που έδειχνε πως κορόιδευαν γι' αυτό και την προκαλούσαν επίτηδες. Κοκκί­
υπάρχει βενζ ινάδικο στα πεντακόσια μέτρα. 'Ωσπου να πει νιζε πάντοτε προκαταβολικά στην ιδέα πως θα κοκκινίσει.
η κοπέλα πόσο ανακουφισμένη νιώθει. ο νεαρός είχε βγάλει Λαχταρούσε να νιώσει άνετα και ελεύθερα με το σώμα της.
δεξί φλας και πλησίαζε προς τις αντλίες. Αναγκάστηκε χωρίς άγχη. σαν τις περισσότερες κοπέλες που γνώριζε. Εί­
όμως να σταματήσει πίσω από 'να μεγάλο βυτιοφόρο που χε μάλιστα επινοήσει μια ειδική μέθοδο αυτοεκπαίδευσης:
ήταν ήδη μπροστά στις αντλίες και τις γέμιζε με μια χοντρή επαναλάμβανε στον εαυτό της ότι σε κάθε άνθρωπο. όταν
μάνικα. «Την πατήσαμε» είπε. και κατέβηκε. «Αργείτε πο­ γεννιέται. του δίνεται ένα σώμα ανάμεσα σε εκατομμιΥρια
λύ;» φώναξε στο παιδί με την μπλε φόρμα. «Μισό λεπτά­ άλλα. προκατασκευασμένα σώματα. όπως του δίνεται ένα
κι.» «Μισό λεπτάκι... το 'χουμε ξανακούσει αυτό.» Πήγε δωμάτιο για να μένει. ολόιδιο με εκατομμύρια άλλα σ ' ένα
να καθίσει στο αυτοκίνητο. αλλά είδε πως η κοπέλα είχε τεράστιο κτίριο' άρα το σώμα είναι κάτι τυχαίο και απρόσω­
βγει από την άλλη πόρτα. «Με συχωρείς» του είπε. «Για πο' ένα αντικείμενο ετοιμοπαράδοτο και δανεικό. τίποτ ' άλ­
πού το 'βαλες;» τη ρώτησε επίτηδες εκείνος. για να τη φέ­ λο. Αυτό έλεγε και ξανάλεγε σε όλους τους τόνους στον εαυ­
ρει σε αμηχανία. Γνωρίζονταν εδώ κι ένα χρόνο. αλλά εκεί­ τό της. χωρίς όμως να μπορέσει ποτέ να το αισθανθεί. Της
νη ακόμα κοκκίνιζε μπροστά του κι εκείνου του άρεσαν πο­ ήταν ξένος αυτός ο δυϊσμός σώματος και Ψυχής. Ταυτιζό­
λύ αυτές οι στιγμές της συστολής πρώτον. επειδή την ξε­ ταν τόσο πολύ με το σώμα της. που της προκαλούσε άγχος.
χώριζαν από τις γυναίκες που ε ίχε γνωρίσει ώς τότε. δεύτε­ Το ίδιο άγχος ένιωθε ακόμα και όταν ήταν μ' αυτόν το νε­
ρον. επειδή ήξερε τον οικουμενικό νόμο του εφήμερου. που αρό. με τον οποίο είχε σχέσεις εδώ κι ένα χρόνο και ήταν ευ­
έκανε πολι)τιμη γι' αυτόν ακόμα και τη συστολή της κοπέλας τυχισμένη μαζί του. ίσως επειδή αυτός δεν ξεχώριζε ποτέ την
του. Ψυχή της από το σώμα της. οπότε ζούσε μαζί του και με την
Ψυχή της και με το σώμα της. Σ' αυτή την ενότητα υπήρχε
ευτυχία. αλλά κοντά στην ευτυχία βρίσκεται και η υποΨία. κι

82 83
ΚΩΜΙΚΟΤ ΕΡΩΤΕΣ ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ ΟΤΟΣΤΟΠ

η κοπέλα ήταν γεμάτη υποΨίες. Συχνά λόγου χάρη σκεφτό­ γάλο βυτιοφόρο είχε ήδη φύγει και το σπορ αυτοκίνητο
ταν πως υπάρχουν άλλες, πιο γοητευτικές γυναίκες (και μά­ προχωρούσε προς την κόκκινη αντλία. Η κοπέλα βάδιζε
λιστα χωρίς άγχος), κι ο φ ίλος της, που δεν το 'κρυβε πως στο πλάι του δρόμου και κάθε τόσο γύριζε κι έριχνε απλώς
τον ήξερε καλά αυτό τον τύπο γυναικών. μια μέρα θα την μια ματιά. να δει αν έρχεται το σπορ αυτοκίνητο. Επιτέ ­
παρατούσε για κάποια απ' αυτές. (Εκείνος βέβαια δήλωνε λους το είδε' σταμάτησε κι άρχισε να κάνει σήμα, όπως κά­
πως είχε γνωρίσει τόσες, που του έφταναν για όλη του την νουν οτοστόπ σ' ένα ξένο αμάξι. Το σπορ αυτοκίνητο φρε­
υπόλοιπη ζωή. αλλά αυτή ήξερε πως είναι πολι) πιο νέος νάρισε ακριβώς δίπλα της. Ο νεαρός έσκυΨε προς το παρά­
απ' όσο ένιωθε ο ίδιος.) Τον ήθελε αποκλειστικά δικό της θυρο, κατέβασε το τζάμι, χαμογέλασε και ρώτησε: «Πού
και ήθελε να είναι κι αυτή αποκλειστικά δική του. αλλά όσο πηγαίνετε, δεσποινίς;» «Μήπως πάτε προς Μπύστριτσα;»
περισσότερο προσπαθούσε να του δώσει τα πάντα τόσο ρώτησε τώρα εκείνη μ' ένα φιλάρεσκο χαμόγελο. «Ανεβεί­
εντονότερα αισθανόταν πως του αρνείται κάτι: αυτό το κάτι τε, παρακαλώ» είπε ο νεαρός, ανοίγοντας την πόρτα. Εκεί­
που μπορεί να μας το δώσει μια πιο ανάλαφρη και επιφα­ νη ανέβηκε και το αυτοκίνητο ξεκίνησε.
νειακή αγάπη. ένα φλερτ. Τα έβαζε με τον εαυτό της που
δεν μπορούσε να συνδυάσει το σοβαρό με το ανάλαφρο.
Εκείνη τη μέρα όμως δεν την ένοιαζε. δε σκεφτόταν τί­
ποτα τέτοιο. Ένιωθε όμορφα. Ήταν η πρώτη μέρα των δια­ 3
κοπών τους (δεκαπέντε μέρες διακοπές που τις περίμενε
έναν ολόκληρο χρόνο). ο ουρανός ήταν γαλανός (ολόκληρο Ο νεαρός χαιρόταν κάθε φορά που την έβλεπε καλοδιάθε­
το χρόνο ζοι)σε με την αγωνία αν θα 'ναι πραγματικά γα­ τη' δεν της συνέβαινε και πολύ συχνά: ήταν αρκετά σκληρή
λανός ο ουρανός). κι αυτή ήταν μαζί του. Όταν της είπε η δουλειά της. σε δυσάρεστη ατμόσφαιρα, με πολλές υπε­
εκείνο το «Για πού το ' βαλες;» κοκκίνισε κι έφυγε τρέχο­ ρωρίες που δεν τις πληρωνόταν, και είχε άρρωστη τη μητέ­
ντας. χωρίς να πει λέξη. Έκανε το γύρο του βενζ ινάδικου ρα της στο σπίτι' ήταν συχνά κουρασμένη. δεν είχε και πο­
που βρισκόταν στην άκρη του μεγάλου δρόμου μες στις λι) γερά νεύρα, ούτε αυτοπεποίθηση, και έπεφτε εύκολα σε
ερημιές σε καμιά εκατοστή μέτρα (προς την κατεύθυνση μια κατάσταση φόβου και άγχους. Οπότε αυτός δεχόταν
που θα έπαιρναν μετά) άρχιζε ένα δάσος. Έτρεξε προς τα κάθε σημάδι ευθυμίας από μέρους της με την τρυφερή
κει και εξαφανίστηκε πίσω από ένα θάμνο. παραδομένη σε φροντίδα μεγαλύτερου αδερφού. Της χαμογέλασε και είπε:
μια αίσθηση ευφορίας. (Πρέπει να είναι κανείς μόνος για «Τυχερός είμαι σήμερα. Στα πέντε χρόνια που οδηγώ, δε
να αισθανθεί σε όλη της την έκταση τη χαρά που προξενεί η μου 'χει κάνει ποτέ οτοστόπ μια τόσο όμορφη κοπέλα».
παρουσία του αγαπημένου προσώπου.) Η κοπέλα δεχόταν με ευγνωμοσύνη και το παραμικρό
Έπειτα βγήκε από το δάσος και ξαναβρέθηκε στο δρό­ κοπλιμέντο του φίλου της για να παρατείνει λίγο τη ζεστα­
μο' από το σημείο εκείνο φαινόταν το βενζ ινάδικο' το με- σιά του, είπε: «Τι ωραία που τα λέτε τα Ψέματα».

84 85
ΚΩΜΙΚOJ ΕΡΩΤΕΣ ΊΌ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ ΟΤΟΣΤΟΠ

«Μοιάζω για Ψεύτης;» «Να κατέβετε, να κάνετε τι;»


«Μοιάζει να σας αρέσει να λέτε ψέματα στις γυναίκες» «Δε θα χρειαζόταν και πολλή σκέψη για να δω τι θα έκα­
του είπε, και χωρίς να το θέλει, λίγο από το παλιό της άγ­ να με μια τόσο όμορφη κοπέλα» είπε ιπποτικά ο νεαρός,
χος διαπέ ρασε τα λόγια της, γιατί όντως πίστευε πως του και αυτήν τη φορά απευθυνόταν ξανά πολύ περισσότερο
φίλου της του άρεσε να λέει ψέματα στις γυναίκες. στη δικιά του κοπέλα παρά στην άγνωστη του οτοστόπ.
Αυτός συνήθως θύμωνε με τις ζήλιες της κοπέλας του. Τα κολακευτικά αυτά λόγια την έ καναν να αισθανθεί
αλλά εκείνη τη μέρα μπορούσε εύκολα να μη δώσει σημα­ σαν να τον είχε πιάσει επ' αυτοφώρω, σαν να του είχε απο­
σία. αφού τα λόγια αυτ& δεν απευθύνονταν σ' εκείνον αλλά σπάσει με κάποιο έξυπνο τέχνασμα μια ομολογία' αισθάν­
σ' έναν άγνωστο οδηγό. Αρκέστηκε σε μια τετριμμένη ερώ­ θηκε μέσα της ένα σύντομο ξέσπασμα έντονου μίσους και
τηση: «Σας πειράζει;» είπε: «Σ αν να παραείστε σίγουρος για τον εαυτό σας!»
«Αν ήμουν η κοπέλα σας θα με πείραζε» είπε εκείνη, και Ο νεαρός την κοίταξε: το όλο πείσμα πρόσωπό της είχε
τα λόγια της περιείχαν ένα διακριτικό μάθημα ηθικής για συσπαστεί' ένιωσε γι' αυτήν έναν περίεργο οίκτο και πα­
τον νεαρό' αλλά το τέλος της φράσης της ίσχυε μόνο για τον ρακαλούσε να ξαναδεί το συνηθισμένο, οικείο της βλέμμα
άγνωστο οδηγό: «αλλά αφού δε σας ξέρω, τι να με πειράξει». (το απλό και παιδικό, όπως το έλεγε αυτός)' έσκυψε προς
«Μια γυ ναίκα συγχωρεί πΓ..<ντοτε ευκολότερα έναν ξένο το μέρος της, την αγκάλιασε απ' τους ώμους και, θέλοντας
παρά τον φίλο της» (αυτό ήταν τώρα το δικό του διακριτι­ να δώσει ένα τέλος στο παιχνίδι, πρόφερε απαλά το όνομα
κό μάθημα ηθικής προς την κοπέλα)' «οπότε, αφού εμείς που της είχε βγάλει ο ίδιος.
είμαστε ξένοι, θα τα πάμε μια χαρά.» Εκείνη όμως τραβήχτηκε και είπε: «Σαν πολύ γρήγορα
Η κοπέλα έκανε πως δεν έπιασε τη διδακτική απόχρω­ προχωρήσατε!»
ση αυτής της παρατήρησης, και αποφάσισε να απευθύνεται «Με συγχωρείτε, δεσποινίς» έκανε ο νεαρός έπειτα από
πια αποκλειστικά στον άγνωστο οδηγό: «Τι σημασία έχουν αυτή την απόκρουση. Κι έμεινε να κοιτάει το δρόμο μπρο­
όλ' αυτά, αφού σε λίγα λεπτά θα χωριστοιJμε». στά του σιωπηλός.
«Γιατί;» ρώτησε εκείνος.
«Ε, αφού θα κατέβω στην Μ πύστριτσα.»
«Κι αν κατέβω κι εγώ μαζί σας;»
Σ τα λόγια αυτά η κοπέλα σήκωσε τα μάτια προς τον νε­ 4
αρ και τον είδε ακριβώς έτσι όπως τον φανταζόταν τις
ό,
πιο οδυνηρές στιγμές της ζήλιας της τρόμαζε με τη φιλα­ Η κοπέλα παραιτήθηκε από τη ζήλια όσο γρήγορα είχε πα­

ρέσκεια με την οποία της απευθυνόταν τώρα (σ' αυτή την ραδοθεί προηγουμένως σ' αυτήν. Διέθετε τη στοιχειώδη λο­
άγνωστη του οτοστόπ), και η οποία τον έκανε έτσι γοητευ­ γική για να δει πως όλα αυτά είναι απλώς παιχνίδι' ένιωθε
τικό. Του απάντησε λοιπόν με προκλητική θρασύτητα: μάλιστα κάπως γελοία που απώθησε το φίλο της σ' ένα ξέ-

86 87
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ ΟΤΟΣΤΟΠ

σπασμα ζήλιας ευχόταν μόνο να μην το είχε προσέξει εκεί­ παιδιάστικες επιθυμίες ξεΥλιστροuν απ' όλες τις παΥίδες
νος. Ευτυχώς, διέθετε τη θαυματουΡΥή ικανότητα να αλλά­ του μυαλοι) του ενηλίκου και επιζοuν καμιά φορά ώς τα
ζει εκ των υστέρων το νόημα των πράξεών της, κι έτσι απο­ βαθιά Υεράματα. Κι αυτή η παιδιάστικη επιθυμία βρήκε
φάσισε πως δεν τον είχε απωθήσει από θυμό, αλλά απλώς την ευκαιρία να πάρει σάρκα και οστά στο ρόλο που της
Υια να συνεχίσει το παιχνίδι, που ο αυθορμητισμός του ήταν προσφερόταν.
ό,τι έπρεπε Υια μια πρώτη μέρα διακοπών. Η σαρκαστική απόσταση που κρατοuσε ο νεαρός τη βό­
Οπότε, έΥινε και πάλι η κοπέλα του οτοστόπ που μόλις εί­ λευε πολι) την κοπέλα: την απελευθέρωνε από τον εαυτό
χε απωθήσει τον υπερβολικά διαχυτικό οδηΥό, αλλά μόνο και της. Γιατί αυτή η ίδια ήταν η προσωποποίηση της ζήλιας.
μόνο Υια να καθυστερήσει τη σΤΙΥμή της κατάκτησης και να Μόλις έπαψε ο φίλος της να επιδεικνuει το ταλέντο τοι) κα­
την κάνει πιο ερεθιστική. Γuρισε ελαφρά προς το μέρος του τακτητή και έδειξε το απόμακρο πρόσωπό του, η ζήλια της
και είπε ναζιάρικα: «Δεν ήθελα να σας πληΥώσω, κUριε». μαλάκωσε. Τώρα μποροuσε να ξεχαστεί και να αφεθεί στον
«ΣυΥνώμη. δε θα σας ξαναΥΥίξω» είπε εκείνος. δικό της ρόλο.
Ήταν έξαλλος που δεν τον κατάλαβε και αρνήθηκε να Τον δικό της ρόλο; Ποιο ρόλο;Ένα ρόλο βΥαλμένο από
ξαναΥίνει ο εαυτός της όταν το θέλησε εκείνος κι αφοι) τη λΟΥοτεχνία της σειράς. Μια άΥνωστη κάνει οτοστόπ όχι
εκείνη επέμενε να κρατήσει το προσωπείο της, μετέφερε Υια να πάει κάπου αλλά Υια να ξελΟΥιάσει τον άντρα που
το θυμό του στην άΥνωστη του οτοστόπ την οποία παρί­ κάθεται στο τιμόνι' είναι μια φτηνή ξελΟΥιάστρα που ξέρει
στανε η κοπέλα του' και αποκάλυψε ξαφνικά τη φuση τού να χρησιμοποιεί περίφημα τα θέλΥητρά της. Η κοπέλα μπή­
δικοι) του ρόλου: σταμάτησε τις φιλοφρονήσεις. που ήταν κε στο πετσί αυτής της Υελοίας ηρωίδας μυθιστορήματος
ένας πλάΥιος τρόπος να κολακέψει την κοπέλα του. κι άρχι­ με μια ευκολία που την ξάφνιασε και τη μάΥεψε.
σε να παίζει τον σκληρό που, στις σχέσεις του με τις Υυναί­ Έτσι συνέχισαν το ταξίδι ο ένας πλάι στον άλλο: ένας
κες. προβάλλει τις βιαιότερες πλευρές του ανδρισμοι) του: οδηΥός και μια κοπέλα που έκανε οτοστόπ δύο άΥνωστοι.
ισχυΡΟΥνωμοσUνη. κυνισμό, αυτοπεποίθηση.
Ο ρόλος αυτός ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με την τρυ­
φερότητα και τη φροντίδα με την οποία την περιέβαλλε. Η
αλήθεια είναι ότι, προτοι) τη Υνωρίσει, δεν υπήρξε και τόσο 5
αβρός με τις Υυναίκες. αλλά ακόμα και τότε δεν ήταν καθό­
λου ο τuπος του αναίσθητου και σκληροι) άντρα, Υιατί οuτε Η ξενοιασιά ήταν ό.τι του έλειπε περισσότερο του νεαροι)
ισχυρή θέληση τον διέκρινε οuτε οι ηθικοί ενδοιασμοί τοι) στη ζωή του. Ο δρόμος της ζωής του ήταν χαραΥμένος με
έλειπαν. Παρ' όλα αυτά. παρόλο που δεν έμοιαζε σ' αυτό αμείλικτη ακρίβεια: η δουλειά του όχι μόνο τον απασχο­
τον τuπο του άντρα, κάποια εποχή το ήθελε πολU. Ήταν βε­ λοι)σε πάνω από οχτώ ώρες καθημερινά αλλά διαπότιζε και
βαίως μια αρκετά αφελής επιθυμία, αλλά τι να Υίνει: οι την υπόλοιπη μέρα του με την αναΥκαστική πλήξη των συ-

88 89
ΚΩ.\1IΚOJ ΕΡΩΤΕΣ ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ ΟΤΟΣΤΟΠ

νεδριάσεων και με τη μελέτη στο σπίτι' μαζί πια και με τα «Κι έτσι και δεν εμφανιστείτε στο ραντεβού σας;»
αδιάκριτα βλέμματα των συναδέλφων η δουλειά του δια­ «Θα φταίτε εσείς και θα πρέπει ν' ασχοληθείτε μαζί μου.»
πότιζε και τον απεφοελάχιστο χρόνο της προσωπικής του «Δεν προσέξατε πως έστριψα προς το Νόβε Ζάμκυ;»
ζωής. που ποτέ δεν είχε παραμείνει κρυφή και πολλές φο­ «Σοβαρά; Τρελαθήκατε;»
ρές αποτελούσε αντικείμενο κουτσομπολιού και δημόσιων «Μη φοβάστε! Θ' ασχοληθώ εγώ μαζί σας» είπε ο νεαρός.
συζητήσεων. Ακόμα και οι δεκαπενθήμερες διακοπές δεν Αμέ σως το παιχνίδι πήρε καινούρια τροπή. Το αυτοκί-
του πρόσφεραν καμία αίσθηση λύτρωσης ή περιπέτειας νητο δεν απομακρυνόταν μόνο από τον φανταστικό προο­
ακόμα κι εδώ απλωνόταν η γκριζωπή σκιά ενός αυστηρού ρισμό. την Μπύστριτσα. αλλά και από τον πραγματικό. για
προγραμματισμού' και επειδή τα περιθώρια να βρει κανείς τον οποίο είχαν ξεκινήσει το πρωί εκείνο: τα Τάτρας και το
κατάλυμα για διακοπές ήταν πολύ στενά, αναγκάστηκε να δωμάτιο που είχαν κλείσει εκεί. Η φανταστική ζωή κατα­
κλείσει δωμάτιο στα Τάτρας έξι μήνες πριν. και πάλι χρειά­ πατούσε τα εδάφη της πραγματικής. Ο νεαρός απομακρυ­
στηκε συστατική επιστολή από το γραφείο του, που το πα­ νόταν από τον εαυτό του και ταυτόχρονα από τον άτεγκτα
νταχού παρόν πνεύμα του δεν έπαυε έτσι ούτε στιγμή να χαραγμένο δρόμο απ' όπου δεν είχε παρεκκλίνει ποτέ του.
είναι ενήμερο για την κάθε του κίνηση. «Ναι. αλλά μου είπατε πως πηγαίνατε στα Τάτρας»
Είχε συμφιλιωθεί τελικά με όλα αυτά. αλλά μερικές φορές ξαφνιάστηκε η κοπέλα.
περνούσε από τα μάτια του η φριχτή εικόνα ενός μεγάλου. « Όπου θέλω πηγαίνω. δεσποινίς. Ελεύθερος άνθρωπος
ίσιου δρόμου όπου έτρεχε κυνηγημένος μπροστά στα μάτια είμαι και κάνω ό.τι θέλω κι ό.τι μου αρέσει.»
των περαστικών, χωρίς να μπορεί να στρίψει πουθενά. Εκεί­
νη ακριβώς τη στιγμή ζωντάνεψε αυτή η εικόνα, και μ' ένα
περίεργο βραχυκι)κλωμα ο φανταστικός δρόμος ταυτίστη­
κε με τον πραγματικό δρόμο στον οποίο οδηγούσε' αυτός ο 6
περίεργος συνειρμός τον οδήγησε σε μια ξαφνική τρέλα:
«Πού είπατε πώς πάτε;» Είχε αρχίσει να νυχτώνει όταν έφτασαν στο Νόβε Ζάμκυ.
«Στην Μπύστριτσα.» Ο νεαρός δεν είχε περάσει ποτέ από εκείνα τα μέρη και
«Και τι πάτε να κάνετε εκεί;» χρειάστηκε λίγο χρόνο να προσανατολιστεί. Σταματούσε
«Έχω κάποιο ραντεβού.» κάθε τόσο και ρωτούσε τους περαστικοι'ις πού υπάρχει ξε­
«Με ποιον;» νοδοχείο. Οι δρόμοι ήταν όλοι σκαμμένοι. και για να φτά­
«Με κάποιον κύριο.» σουν στο ξενοδοχείο. παρόλο που ήταν πολύ κοντά (όπως
Το σπορ αυτοκίνητο μόλις είχε φτάσει σε μια μεγάλη τους έλεγαν όλοι οι περαστικοΟ. έκαναν σχεδόν ένα τέταρ­
διασταύρωση. Ο νεαρός έκοψε ταχύτητα για να διαβάσει το. με χιλιάδες στροφές και παρακάμψεις. Το ξενοδοχείο δεν
τις πινακίδες έπειτα έστριψε δεξιά. είχε τίποτα το συμπαθητικό, αλλά ήταν το μοναδικό στην

90 91
ΚΩΜΤΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΊΌ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ ΟΤΟΣΤΟΠ

πόλη και ο νεαρός είχε βαρεθεί να οδηγεί. «Περιμέντε με σφέρει επιτέλους στο φίλο της αυτό που δεν είχε μπορέσει
εδώ» είπε στην κοπέλα και βγήκε απ' τ' αυτοκίνητο. να του προσφέρει ώς τότε: ελαφρότητα. ξενοιασιά, ξεδια­
Μόλις βγήκε, ξανάγινε ο εαυτός του. Ξαφνικά δεν του ντροπιά' ένιωθε μια περίεργη ικανοποίηση στη σκέψη πως
άρεσε καθόλου που βρέθηκε σ' ένα μέρος τελείως άσχετο μόνο αυτή μπορούσε να είναι όλες οι γυναίκες. και έτσι
με τον προορισμό του' πόσο μάλλον που δεν τον είχε ανα­ μπορούσε (μόνο αυτή) να μονοπωλήσει την προσοχή του
γκάσει κανένας, κι εδώ που τα λέμε ούτε ο ίδιος το είχε θε­ καλού της. να την απορροφήσει εξολοκλήρου.
λήσει. Τα 'βαλε με τον εαυτό του γι' αυτή την τρέλα που του Ο νεαρός άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και οδήγη­
'ρθε κι έκανε, αλλά έπειτα το πήρε απόφαση: το δωμάτιο σε την κοπέλα στην τραπεζαρία. Σε μια άκρη. μες στη φα­
στα Τάτρας μποροι'ισε να περιμένει μία μέρα. και τι το κα­ σαρία, τη βρομιά και τον καπνό, ανακάλυψε το μοναδικό
κό να γιορτάσουν την πρώτη μέρα των διακοπών τους με ελεύθερο τραπέζι.
κάτι απρόοπτο;
Διέσχισε την τραπεζαρία, που ήταν ασφυκτικά γεμάτη.
πνιγμένη στον καπνό και τη φασαρία. και ρώτησε πού είναι
η ρεσεψιόν. Του έδειξαν το βάθος του χολ, πλάι στη σκάλα, 7
όπου μια ξανθιά περασμένης ηλικίας ήταν θρονιασμένη κά­
τω από έναν πίνακα γεμάτο κλειδιά' με τα χίλια ζόρια την «Γιά να δούμε τώρα. πώς θ' ασχοληθείτε μαζί μου» είπε
κατάφερε να του δώσει το κλειδί του τελευταίου ελεύθερου προκλητικά η κοπέλα.
δωματίου. «Τι θα πάρετε για απεριτίφ;»
Και η κοπέλα. μόλις έμεινε μόνη. εγκατέλειψε το ρόλο Δεν τη συγκινούσε ιδιαίτερα το αλκοόλ' έπινε απλώς λί­
της. Δεν την πείραξε όμως που άλλαξαν δρομολόγιο. Ήταν γο κρασΙ αλλά της άρεσε το τσέρι. Αυτήν όμως τη φορά
τόσο αφοσιωμένη στο φίλο της. που δεν είχε ποτέ αμφιβο­ απάντησε επίτηδες: «Μια βότκα».
λίες για οτιδήποτε έκανε εκείνος, και του πρόσφερε με «Περίφημα» είπε εκείνος. «Ελπίζω να μη μεθι'ισετε.»
εμπιστοσύνη κάθε στιγμή της ζωής της. Έπειτα σκέφτηκε «Και λοιπόν;» είπε εκείνη.
πως κι άλλες γυναίκες, από αυτές που συναντοι'ισε στα Ο νεαρός δεν απάντησε. αλλά φώναξε το γκαρσόνι. πα­
επαγγελματικά ταξίδια του. θα είχαν μείνει να τον περιμέ­ ράγγειλε δύο βότκες και Οι)ο μπριζόλες. Σε λιγάκι το γκαρ­
νουν στο αυτοκίνητό του. όπως αυτή τώρα. Περιέργως, δεν σόνι έφερε δί>ο ποτήρια και τα άφησε μπροστά τους.
την αναστάτωσε καθόλου αυτή η σκέψη' χαμογέλασε' της Ο νεαρός ύψωσε το ποτήρι του και είπε: «Στην υγειά σας!»
άρεσε η ιδέα πως τούτη τη φορά η ξένη είναι αυτή' μια «Τίποτα πιο πρωτότυπο δε βρήκατε;»
ανέμελη και πρόστυχη ξένη γυναίκα, από αυτές που τόσο Κάτι στο παίξιμό της είχε αρχίσει να τον εκνευρίζει' τώ­
τις ζήλευε' της φαινόταν ότι έτσι τις βγάζει απ' το παιχνίδι' ρα που βρίσκονταν πρόσωπο με πρόσωπο. συνειδητοποίη­
ότι βρήκε τον τρόπο να τους κλέψει τα όπλα τους όη προ- σε πως του φαινόταν άλλη, όχι μόνο από τα λόΥια της. αλλά

θ2 93
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΤΟ ΠΑΤΧΝΙΔΤ ΊΌΥ ΟΤΟΣΤΟΠ

κυρίως επειδή είχε μεταμορφωθεί ολόκληρη, στις κινήσεις φέρεται σαν εύκολη γυναίκα' αφού μπορούσε να την υπο­
του κορμιού της και στις εκφράσεις του προσώπου της, και δύεται τόσο καλά, σκεφτόταν. άρα έτσι ήταν και πραγματι­
έμοιαζε αξιοθρήνητα πιστά στο είδος των γυναικών που κά' δηλαδή δεν είχε περάσει μέσα στο πετσί της κάποια ξέ­
του ήταν πολύ γνώριμο και του ενέπνεε ελαφρά αηδία, νη Ψυχή. ουρανοκατέβατη' η γυναίκα την οποία ενσάρκωνε
Οπότε, καθώς κρατούσε πάντα το ποτήρι του ψηλά, διόρ­ μ' αυτό τον τρόπο ήταν ο πραγματικός της εαυτός ή του­
θωσε την πρόποσή του: «Καλά, δεν πίνω στην υγειά σας, αλ­ λάχιστον ένα μέρος του εαυτού της που το κ ρατούσε ώς
λά στη συνομοταξία σας, που συνδυάζει τις αρετές του ζωι­ τότε φυλακισμένο, αλλά που με το πρόσχημα του παιχνι­
κού βασιλείου με τα ελαττώματα του ανθρώπινου γένους», διού είχε ξεφύγει απ' τη φυλακή του' και σίγουρα θα πί­
«Όταν λέτε "η συνομοταξία μου ", εννοείτε όλες τις γυ­ στευε ότι παίζοντας αυτό το παιχνίδι απαρνιέται τον εαυτό
ναίκες;» ρώτησε εκείνη, της μήπως όμως συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο; μήπως
«Εννοώ αυτές που σας μοιάζουν.» μέσα ακ ριβώς από το παιχνίδι γινόταν ο εαυτός της; μήπως
«Όπως και να 'ναι, δεν το βρίσκω και πολύ πνευματώ­ μέσα από το παιχνίδι απελευθερωνόταν; Όχι, απέναντί του
δες να συγκρίνετε τις γυναίκες με τα ζώα.» δεν κα θόταν κάποια άλλη με το κορμί της κοπέλας του'
«Καλά» απάντησε εκείνος. με υψωμένο πάντα το ποτή­ ήταν η κοπέλα του, αυτ ή και καμία άλλη. Την κοιτοιΥσε με
ρι, «δε θα πιω στη συνομοταξία σας, αλλά στην ψυχή σας αποστροφή που όλο και μεγάλωνε.
συμφωνείτε; Στην ψυχή σας, που παίρνει φωτιά όταν κατε­ Αλλά δεν ήταν μόνο αποστροφή. Όσο πιο ξένη τού ήταν
;.
βαίνει απ' το κεφάλι στην κοιλιά σας. και σβήνει όταν ξα­ διανοητικά τόσο περισσότερο την ποθούσε σωματικά' η ξε­
νανεβαίνει απ' την κοιλιά σας στο κεφάλι σας.» νικότητα της Ψυχής της χάριζε μοναδικότητα στο κορμί
Σήκωσε κι εκείνη το ποτήρι της. «Σύμφωνοι, στην ψυχή της ακόμα καλύτερα, η ξενικότητα αυτή έκανε επιτέλους
μου που κατεβαίνει στην κοιλιά μου.» το κορμί της κορμί, σαν να μην είχε υπάρξει ώς τότε για
«Άλλη μια μικρή διόρθωση» είπε εκείνος, «Καλύτερα κείνον αυτό το κορμί παρά μόνο μες στην ομίχλη της συ­
να πιούμε στην κοιλιά σας όπου κατεβαίνει η ψυχή σας.» μπ όνιας, της τρυφεράδας, της φροντίδας, της αγάπης και
«Στην κοιλιά μου» είπε κι εκείνη, και η κοιλιά της (τώρα της συγκίνησης σαν να ' χε χαθεί μέσα σ' αυτή την ομίχλη
που την είχαν κατονομάσει) φάνηκε να ανταποκρίνεται στο (ναι, σαν να είχε χαθεί το κορμί!). Ο νεαρός είχε την αίσθη­
κάλεσμα: η κοπέλα αισθανόταν κάθε χιλιοστό της επιδερ­ ση πως πρώτη φορά βλέπει το κορμί της κοπέλας του.
μίδας της. Μετά την τρίτη βότκα με σόδα η κοπέλα σηκώθηκε.
Έπειτα το γκαρσόνι έφερε τις μπριζόλες. Παράγγειλαν «Με συγχωρείτε» είπε φιλάρεσκα.
άλλη μια βότκα και σόδα (αυτήν τη φορά ήπιαν στα στ ήθη «Μπορώ να ρωτήσω πού πάτε, δεσποινίς;»
της κοπέλας) και η συζήτηση συνεχίστηκε σ' αυτό το πε­ «Για κατούρημα, με την άδειά σας» είπε εκείνη, και πέ­
ρίεργα ανάλαφρο ύφος. Ο νεαρός εκνευριζόταν όλο χαι πε­ ρασε ανάμεσα απ' τα τραπέζ ια προς τη βελούδινη κουρτί­
ρισσότερο βλέποντας πόσο καλά ήξερε η κοπέλα του να να στο βάθος της τραπεζαρίας.

94 95

------ --"'-----
ΚΩΜ lκΟ! EPΩTI�Σ ΤΟ ΠΑΙΧΝΤΔΙ ΤΟΥ ΟΤΟΣΤΟΠ

απευθύνεται μόνο στον άντρα που αγαπούσε' όταν κοιτοι)­

8 σαν το στήθος της οι άντρες στο δρόμο. είχε την αίσθηση


πως τα βλέμματα αυτά κηλίδωναν κάπως τον πιο απόκρυ­

Χάρηκε που τον άφησε εμβρόντητο μ' αυτήν τη λέξη, την φο κόσμο της. που ανήκε μονάχα σ' αυτήν και στον εραστή

ανώδυνη βεβαίως, που εκείνος όμως δεν την είχε ακούσει της. Αλλά τώρα ήταν η κοπέλα τού οτοστόπ. η γυναίκα χω­

ποτέ απ' το στόμα της κατά τη γνώμη της , τίποτα δεν εξέ­ ρίς πεπρωμένο' είχε ελευθερωθεί από τις τρυφερές αλυσί­

φραζε καλύτερα τον τύπο γυναίκας τον οποίο υποδυόταν δες του έρωτά της κι άρχιζε να αποκτά όλο και πιο έντονα

από την έμφαση που έδωσε φιλάρεσκα στην επίμαχη λέξη' συνείδηση του κορμιού της και όσο πιο ξένα ήταν τα βλέμ­

ναι, ήταν ευχαριστημένη. ήταν σε εξαιρετική διάθεση' το ματα που το παρατηρούσαν τόσο πιο πολύ την ερέθιζε το

παιχνίδι τη συνάρπαζε' της χάριζε πρωτόγνωρες αισθήσεις: κορμί αυτό.

λόγου χάρη την αίσθηση μιας ανεύθυνης ξενοιασιάς. Τη στιγμή που περνούσε πλάι από το τελευταίο τραπέ­

Αυτή που πάντοτε έτρεμε για το αμέσως επόμενο λε­ ζ ι. ένας άντρας μισομεθυσμένος. θέλοντας να κάνει τον κο­

πτό, ξαφνικά έν ιωθε τελείως χαλαρά. Η ξένη ζωή στην σμογυρισμένο, της φώναξε στα γαλλικά: «Πόσο πάει. δε­

οποία βρέθηκε ξαφνικά βυθισμένη ήταν μια ζωή χωρίς σποινίς;»

ντροπές, χωρίς βιογραφ ικά στοιχεία, χωρίς παρελθόν και Η κοπέλα κατάλαβε. Φούσκωσε το στήθος και άρχισε

χωρίς μέλλον, χωρίς υποχρεώσεις ήταν μια ασυνήθιστα να ζει έντονα κάθε κίνηση των γοφών της έπειτα χάθηκε

ελεύθερη ζωή. Απ' τη στ ιγμή που έγινε η κοπέλα του οτο­ πίσω απ' την κουρτίνα.

στόπ. μπορούσε να κάνει οτιδήποτε' της επιτρέπονταν τα


πάντα' μπορούσε να πει. να κάνει, να νιώσε ι τα πάντα.
Καθώς διέσχιζε την τραπεζαρία πρόσεξε πως την παρα­
τηρούσαν απ' όλα τα τραπέζια' ήταν κι αυτό μια πρωτό­ 9
γνωρη αίσθηση: η ξεδιάντροπη ηδονή που της χάριζε το
κορμί της. Ίσαμε τότε δεν είχε κατορθώσει να ξεφύγει εντε­ Ήταν ένα περίεργο παιχνίδι. Περίεργο. γιατί ο νεαρός, ενώ

λώς απ' το δεκατετράχρονο κορίτσι που ντρεπόταν για τα υποδυόταν λόγου χάρη τέλεια τον άγνωστο οδηγό. δεν

στήθη του και είχε μια δυσάρεστη αίσθηση απρέπειας, έτσι έπαυε ούτε στιγμή να βλέπει, στο πρόσωπο της κοπέλας

που τα έβλεπε να προεξέχουν απ' το κορμί του. να είναι του οτοστόπ, την κοπέλα του. Κι αυτό ακρι βώς ήταν οδυ­

ορατά. Κι ενώ ήταν περήφανη για την ομορφιά της και το νηρό' έβλεπε την κοπέλα του να σαγηνεύει έναν άγνωστο

καλοφτιαγμένο κορμί της. η συστολή μετρίαζε αμέσως την και είχε το θλι βερό προνόμιο να παρίσταται στη σκηνή' να

περηφάνια της: καταλάβαινε πολύ καλά πως η γυναικεία βλέπει από κοντά πώς έδειχνε και τι έλεγε όταν τον απα­

ομορφιά λειτουργεί προπαντός σαν σεξουαλική πρόκληση. τούσε (όταν θα τον απατούσε)' είχε την παράδοξη τιμή να

κι αυτό δεν της άρεσε καθόλου' ήθελε το κορμί της να χρησιμεύει ο ίδιος σαν δόλωμα για την απιστία της.

96 97
ΚΩΜΙ ΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ ΟΤΟΣΤΟΩ

Το χειρότερο είναι πως δεν την αγαπούσε απλώς: τη λά­ βγουν απ τα τετραγωνάκια της σκακιέρας τα όρια του
τρευε' σκεφτόταν πάντοτε πως η κοπέλα αυτή είναι πραγ­ αγωνιστικού χώρου είναι αδιάβατα. Η κοπέλα ήξερε πως

ματική μόνο μέσα στα όρια της πίστης και της αγνότητας είναι υποχρεωμένη να δεχτεί τα πάντα. επειδή ακριβώς
και πως πέρα από αυτά τα όρια απλούστατα δεν υπάρχει' επρόκειτο για παιχνίδι. Ήξερε πως ό σο πιο ακραίο γινόταν
πως πέρα από αυτά τα όρια θα έπαυε να είναι ο εαυτός της. το παιχνίδι τόσο περισσότερο παιχνίδι θα ήταν και τό σο πε­
όπως παύει να είναι νερό το νερό πέρα από το σημείο βρα­ ρισσότερο θα ήταν υποχρεωμένη αυτή να παίξει υπάκουα.
σμού. Κι όταν την έβλεπε να ξεπερνά αυτά τα φριχτά όρια Και δεν είχε νόημα να επιστρατεύσει τη λογική και να προ­

με τόσο φυσική κομΨότητα, του ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι. ειδοποιήσει τη ζαλισμένη ψυχή της να κρατήσει τις απο­
Η κοπέλα γύρισε από τις τουαλέτες και παραπονέθηκε: στάσεις της, να μην παίρνει στα σοβαρά το παιχνίδι. Ακρι­
«Ένας τύπος μού είπε: Πόσο πάει, δεσποινίς;» βώς επειδή ήταν παιχνίδι και μ όνο, η ψυχή δεν αισθανόταν
«Γιατί σας κάνει εντύπωση! Μοιάζετε με πό ρνη. » φόβο. δεν αμυνόταν. και αφηνόταν στο παιχνίδι όπως αφή­
« Και ποιος σας είπε πως με νοιάζει;» νεται κανείς σ' ένα ναρκωτικό.
« Τότε γιατί δε μένατε μ' εκείνο τον κύριο;» Ο νεαρός φώναξε το γκαρσόνι και πλήρωσε. Έπειτα ση-
«Μα αφού είμαι μαζί σας. » κώθηκε και είπε: «Πάμε» .
«Μπορείτε να βρεθείτε αργότερα. Απλώς συνεννοηθείτε «Πού δηλαδή;» έκανε πως δεν καταλαβαίνει η κοπέ λα.

μαζί του. » «Άσε τις ερωτήσεις και πάμε!»


«Δε μου αρέσει όμως. » «Π ώς μου μιλάτε έτσι;»
«Πάντως δε θα σας πείραζε καθόλου να έχετε πολλούς «Έτσι μιλάω εγώ στις πουτάνες. »

άντρες σε μια νύχτα. »


«Γιατί όχι; Άμα είναι ωραίοι. »
« Και τους προτιμάτε έναν έναν ή όλους μαζί;»
«Δεν έχω πρόβλημα. » 10
Η συζήτηση χόντραινε όλο και περισσότερο' αυτό τη σό ­

καρε λίγο την κοπέλα. αλλά δεν μπορούσε να διαμαρτυρη­ Ανέβαιναν την κακοφωτισμένη σκάλα' στο κεφαλό σκαλο

θεί. Ακό μα και στο παιχνίδι δεν είναι ελεύθερος κανείς: το περίμεναν έξω απ' τις τουαλέτες κάτι μισομεθυσμένοι
παιχνίδι είναι παγίδα για τον παίκτη' αν δεν επρόκειτο για άντρες. Ο νεαρός έβαλε το χέρι του γύρω απ' τους ώμους
παιχνίδι κι ο οδηγός με την κοπέλα του οτοστόπ ήταν δυο της κοπέλας και της έπιασε το ένα στήθος. Το είδαν οι
άγνωστοι μεταξύ τους, η κοπέλα θα είχε προσβληθεί και θα άντρες έξω απ' τις τουαλέτες κι άρχισαν τα πειράγματα. Η
είχε φύγει από ώρα' αλλά απ' το παιχνίδι δεν υπάρχει δια­ κοπέλα έκανε να τραβηχτεί. αλλά ο νεαρός τής είπε απότο­
φυγή' η ομάδα δεν μπορεί να φύγει από το γήπεδο προτού μα: «Ήσυχα!» και οι άντρες χαιρέτισαν τη φράση του με
τελειώσει ο αγώνας, τα πιόνια στο σκάκι δεν μπορούν να βίαιες εκφράσεις αλληλεγγι>ης και με προστυχόλογα για

98 99
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ
ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΤ ΤΟΥ ΟΤΟΣΤΟΠ

την κοπέλα. Είχαν φτάσει στο πρώτο πάτωμα. Ο νεαρός


του ήταν απελπιστικά άλλη. απελπιστικά ξέvη. απελπιστι­
άνοιξε την πόρτα του δωματίου και γύρισε το διακόπτη.
κά πολύμορφη. Τη μισούσε.
Ήταν ένα μικρό δίκλινο, μ' ένα τραπέζι, μια καρέκλα κι
«Τι κάθεσαι; Γδύσου!»
ένα νιπτήρα. Ο νεαρός κλείδωσε και στράφηκε στην κοπέ­
«Είναι απαραίτητο;» είπε εκείνη, χαμηλώνοντας φιλά­
λα. Εκείνη στεκόταν μπροστά το υ, με μια αυθάδη ηδυπά­
ρεσκα το κεφάλι.
θεια στο βλέμμα, σαν να του πετούσε το γάντι. Την κοιτού­
Του φάνηκε πολύ οικείος αυτός ο τόνος, σαν να του το
σε και προσπαθούσε να ανακαλύψει, πίσω από αυτήν τη
ί
ε χε πει παλιά αυτό και κάποια άλλη. μόνο που τώρα δε
λάγνα έκφραση, τα γνώρψά του χαρακτηριστικά, αυτά
θυμόταν ποια. Ήθελε να την ταπεινώσει. Όχι την κοπέλα
που τό σο τρυφερά αγαπούσε. Ήταν σαν να κοιτούσε δύο
του οτοστόπ, αλλά αυτήν, την κοπέλα του. Το παιχνίδι τε­
εικόνες μέσα από τον ίδιο φακό, δύο εικόνες τη μια πάνω
λικά γινόταν ένα με τη ζωή. Τ ο παιχνίδι της ταπείνωσης
στην άλλη, που τις έβλεπε, σαν να 'ταν διάφανες, τη μια
της κοπέλας του οτοστόπ ήταν απλώς πρόσχημα για να τα­
μέσα απ' την άλλη. Αυτές οι δύο επάλληλες εικόνες τοl)
πεινώσει την κοπέλα του. Είχε ξεχάσει πως παίζει ένα παι­
έλεγαν πως η κοπέλα του μπορούσε να περιέχει τα πάvτα,
χνίδι. Μισούσε τη γυναίκα που είχε μπροστά του. Την κοί­
πως η ψυχή της ήταν τρομαχτικά απροσδιόριστη. πως μέσα
ταξε καλά καλά' έπειτα έβγαλε απ' το πορτοφόλι του πε­
εκεί η πίστη έβρισκε θέση πλάι στην απιστία. η προδοσία
νήντα κορόνες: «Φτάνουν;» της είπε.
πλάι στην αθωότητα, η κοκεταρία πλάι στη συστολή' αυτό
Εκείνη πήρε το χαρτονόμισμα και είπε: «Δεν είστε και
το άτσαλο ανακάτεμα του φαινόταν εξίσου αποκρουστικό
πολl) γενναιόδωρος».
με το παρδαλό συνονθύλευμα ενός σωρού σκουπιδιών. Οι
«Δεν αξίζεις περισσότερα» είπε εκείνος.
δύο επάλληλες εικόνες εξακολουθούσαν να προβάλλουν η
Εκείνη σφίχτηκε πάνω του: «Γιατί μου φέρεσαι έτσι;
μία μέσα απ' την άλλη, και ο νεαρός κατάλαβε πως η δια­
Πιο γλυκός πρέπει να 'σαι. Προσπάθησε λιγάκι!»
φορά ανάμεσα στην κοπέλα του και τις άλλες γυναίκες
Τον αγκάλιασε και πλησίασε το στόμα της στο δικό του.
ήταν εντελώς επιφανειακή και πως βαθιά μέσα της η κοπέ­
Αλλά εκείνος ακούμπησε τα δάχτυλά του στα χείλη της και
λα του ήταν ίδια με τις άλλες γυναίκες: ίδιες σκέψεις. ίδια
την απώθησε μαλακά: «Φιλάω μόνο τις γυναίκες που αγα­
συναισθήματα. ίδια ελαττώματα. γεγονός που δικαιολο­
πάω» είπε.
γούσε τις κρυφές του αμφιβολίες και ζήλιες κατάλαβε πως
«Κι εμένα δε μ' αγαπάς;»
η εντύπωση από το περίγραμμα που όριζε την προσωπικό­
«Όχι. »
τητά της ήταν απλώς Ψευδαίσθηση στην οποία παραδιδό­
«Και ποιαν αγαπάς;»
ταν ο άλλος, αυτός που κοιτούσε, δηλαδή ο ίδιος. Του φά­
«Τι σε νοιάζει εσένα; Γδύσου!»
νηκε πως η κοπέλα την οποία είχε αγαπήσει ήταν απλώς
γέννημα του πόθου του. της σκέψης του. της εμπιστοσύνης
του. ενώ η πραΥματική κοπέλα που έστεκε τώρα μπροστά

100
101
ιωΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΊΌ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ ΟΤΟΣΤΟΠ

του. αλλά εκείνος της είπε: «Μείνε εκεί που είσαι, να σε


11
βλέπω καλά». Ένα μόνο ήθελε πια, να την αντιμετωπίσει
σαν πόρνη. Δεν είχε όμως γνωρίσει ποτέ του πόρνες. και η
Ποτέ της δεν είχε γδυθεί έτσι. Η ντροπή. η αίσθηση πανι­ ιδέα που είχε γι' αυτές προερχόταν απ' τα βιβλία κι απ'
κού, ο ίλιγγος. όλα όσα ένιωθε όταν γδυνόταν μπροστά του όσα είχε ακουστά. Μια τέτοια εικόνα έφερε λοιπόν στο νου
(χωρίς να μπορεί να κρυφτεί στο σκοτάδι), όλα αυτά είχαν του, και το πρώτο πράγμα που είδε ήταν μια γυναίκα με
εξαφανιστεί. Στεκόταν μπροστά του, σίγουρη για τον εαυ­ μαύρα εσώρουχα που χόρευε πάνω στο γυαλιστερό καπά­
τό της. προκλητική. λουσμένη στο φως. κατάπληκτη που κι ενός πιάνου. Δεν υπήρχε πιάνο στο δωμάτιο του ξενοδο­
ανακάλυψε ξαφνικά τις άγνωστες ώς τότε γι' αυτήν κινή­ χείου, υπήρχε μόνο ένα μικρό τραπέζι κολλητά στον τοίχο.
σεις ενός αργού. μεθυστικού στριπτίζ. Προσέχοντας τον καλυμμένο μ' ένα τραπεζομάντιλο. Πρόσταξε την κοπέλα
τρόπο που την κοιτούσε εκείνος. έβγαζε ένα ένα τα ροι)χα του ν' ανέβει πάνω στο τραπέζι. Εκείνη έκανε μια ικετευτι­
της. με ερωτικές κινήσεις. απολαμβάνοντας το κάθε στάδιο κή κίνηση, αλλά εκείνος είπε: «Γι' αυτό πληρώθηκες».
αυτού του ξεγυμνώματος. Μπροστά στην αμετακίνητη αποφασιστικότητα που διά­
Και ξαφνικά βρέθηκε να στέκεται ολόγυμνη μπροστά βασε στο βλέμμα του, η κοπέλα προσπάθησε να συνεχίσει το
του' και τότε σκέφτηκε πως δεν πάει άλλο αυτό το παιχνί­ παιχνίδι, αλλά δεν μπορούσε πια, δεν ήξερε πώς. Με δάκρυα
δι' πως. από τη στιγμή που πέταξε τα ρούχα της, πέταξε στα μάτια ανέβηκε στο τραπέζι. Το τραπέζι ήταν μόλις ένα
και τη μάσκα της κι έμεινε γυμνή. που σήμαινε πως ήταν επί ένα, και είχε κι ένα πόδι κοντύτερο' κι εκείνη. όρθια πά­
πια ο εαυτός της. κι ο νεαρός έπρεπε τώρα να κάνει ένα νω σ' αυτό το τραπέζι. φοβόταν μη χάσει την ισορροπία της.
βήμα προς το μέρος της, μια κίνηση με το χέρι. μια κίνηση Εκείνος όμως απολάμβανε τη θέα του γυμνού κορμιού
rl
που θα τα έσβηνε όλα. και που μετά απ' αυτήν θα έρχονταν που ορθωνόταν μπροστά του. και η γεμάτη συστολή αβε­
μόνο οι πιο προσωπικές ερωτικές στιγμές τους. Ήταν λοι­ βαιότητα της κοπέλας τον έκανε ακόμα πιο τυραννικό. Ήθε­
πόν γυμνή μπροστά του και είχε σταματήσει το παιχνίδι' λε να δει αυτό το κορμί σ' όλες τις στάσεις κι απ' όλες τις
αισθανόταν αμήχανα, και τότε εμφανίστηκε στο πρόσωπό γωνίες, όπως φανταζόταν πως το είχαν δει και θα το έβλε­
της εκείνο το ντροπαλό και αβέβαιο χαμόγελο που ανήκε παν άλλοι άντρες. Φερόταν χοντροκομμένα, χυδαία. Χρησι­
πράγματι σ' αυτήν και μόνο. μοποιούσε λέξεις που αυτή δεν τον είχε ακούσει να τις ξε­
Εκείνος όμως έμενε ακίνητος. δεν έκανε καμία κίνηση στομίζει ποτέ. Τώρα η κοπέλα ήθελε να αντισταθεί. να ξε­
που να σημάνει το τέλος του παιχνιδιού. Δεν έβλεπε το τό­ φύγει απ' αυτό το παιχνίδι' τον φώναξε με τ' όνομά του, αλ­
σο γνώριμο χαμόγελό της δεν έβλεπε μπροστά του παρά λά εκείνος της έβαλε τις φωνές. από πού κι ώς πού του μι­
μόνο το ωραίο. άγνωστο σώμα της κοπέλας του, που τη μι­ λάει με τέτοια οικειότητα. Έτσι. σαστισμένη κι έτοιμη να ξε­
σούσε. Το μίσος ξέπλενε την ηδυπάθειά του από κάθε συ­ σπάσει σε κλάματα. υπάκουσε τελικά, έσκυψε μπροστά. έκα­
ναισθηματικό επίχρισμα. Η κοπέλα έκανε να πάει κοντά τσε στις φτέρνες, σι>μφωνα με τις επιθυμίες του φίλου της,
102 103
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ το ΠΑΙΧΝΙΔ.Ι ΤΟΥ ΟΤΟΣΤΟΠ

χαιρέτησε στρατιωτικά. κι έπειτα ξεβιδώθηκε να του χο­ νω απ' το κ ρεβάτι. έσβησε το φως. Δεν ήθελε να βλέπει το
ρεύει τουίστ σε κάποια απότομη κίνηση. όταν γλίστρησε πρόσωπό της. Ήξερε πως το παιχνίδι είχε τελειώσει, αλλά
το τραπεζομάντιλο κάτω απ' τα πόδια της και παραλίγο να δεν είχε καμία διάθεση να επιστρέψει στην κανονική τους
πέσει, ο νεαρός την άρπαξε και την τράβηξε στο κ ρεβάτι. σχέση' τη φοβόταν αυτή την επιστροφή. Ήταν ξαπλωμένος
Έσμιξε μαζ ί της. Η κοπέλα χάρηκε που επιτέλους στα­ πλάι στην κοπέλα στα σκοτεινά. έτσι όμως που να μην αγ­
μάτησε αυτό το άθλιο παιχνίδι, που θα ήταν και πάλι οι δυο γίζονται τα κορμιά τους.
τους, έτσι όπως ήταν και προηγουμένως και έτσι όπως αγα­ Έπειτα από λίγο άκουσε τα πνιχτά αναφιλητά της το
πιόνταν. Θέλησε να πιέσει τα χείλη της πάνω στα δικά του, χέρι της άγγιξε το χέρι του με μια δειλή. παιδιάστικη κίνη­
αλλά εκείνος την απώθησε και επανέλαβε πως φιλάει μόνο ση' τον άγγιξε, τραβήχτηκε, τον ξανάγγιξε, κι έπειτα, μέσα
τις γυναίκες που αγαπάει. Η κοπέλα ξέσπασε σε λυγμούς. απ' τ' αναφιλητά, ακούστηκε μια ικετευτική φωνή που τον
Αλλά ούτε και να κλάψει δεν αξιώθηκε τελικά. γιατί το βί­ φώναζε με τ' ό νομά του κι έλεγε: «Είμαι ε γώ, είμαι εγώ...»
αιο πάθος του φίλου της κυρίευε σιγά σιγά το κορμί της, Ο νεαρός σώπαινε. έμενε ακίνητος και συνειδητοποιού­
και το κορμί της έπνιξε στο τέλος το παράπονο της Ψυχής σε τη θλιβερή κενότητα της διαβεβαίωσης της κοπέλας του.
της. Σύντομα στο κρεβάτι έμειναν δυο κορμιά σε απόλυτη όπου το άγνωστο οριζόταν διά του αγνώστου.
αρμονία. δυο αισθησιακά κορμιά ξένα μεταξύ τους. Αυτό Τα αναφιλητά έδωσαν τη θέση τους σ' ένα ηχηρό κλάμα'
ακριβώς που μια ζωή φοβόταν η κοπέλα όσο τίποτα στον η κοπέλα επαναλάμβανε συνέχεια αυτήν τη συγκινητική
κόσμο και το είχε αποφύγει επιμελώς ώς τώρα: τον έρωτα κενολογία: «Είμαι εγώ. είμαι εγώ. είμαι εγώ ..»
.

χωρίς συναίσθημα και χωρίς αγάπη. Ήξερε πως είχε διαβεί Τότε ο νεαρός αποφάσισε να καλέσει σε βοήθεια τη συ­
τα απαγορευμένα σύνορα, πέρα από τα οποία προχωρούσε μπόνια (και χρειάστηκε να την καλέσει από μακ ριά, γιατί
πλέον χωρίς τον παραμικ ρό ενδοιασμό και συμμετέχοντας δε βρισκόταν πουθενά εκεί κοντά). για να μπορέσει να πα­
απόλυτα' μόνο που σε κάποια μακ ρινή γωνιά του μυαλού ρηγορήσει την κοπέλα. Είχαν άλλες δεκατρείς μέρες διακο­
της ένιωθε κάτι σαν τρόμο στη σκέψη ότι ποτέ της δεν είχε πές μπροστά τους.
γνωρίσει τέτοια και τόση ηδονή όσο αυτήν τη φορά -πέρα
από αυτά τα σύνορα.

12

Έπειτα τέλειωσαν όλα. Ο νεαρός τραβήχτηκε από την κο­


πέλα και. φτάνοντας το μακ ρύ κορδόνι που κ ρεμόταν πά-

104
ΤΟ ΣΤΜΠΟΣΙΟ

Ό
ΠΡΩΤΗ ΠΡΑΞΗ

Ο θάλαμος εφημερίας

Ο θάλαμος εφημερίας (σε οποιοδήποτε τμήμα ενός οποιου­


δήποτε νοσοκομείου μιας οποιασδήποτε πόλης) συγκέ­
ντρωσε πέντε διαφορετικά άτομα και έπλεξε τις πράξεις
τους και τις κουβέντες τους σε μια κοινότοπη και γι' αυτό
ιδιαίτερα διασκεδαστική ιστορία.
Είναι ο Χάβελ ο γιατρός με μια νοσοκόμα. την Ελίζα­
μπετ (σε νυχτερινή βάρδια και οι δυο), και άλλοι δύο για­
τροί (που κάποιο μάλλον ασήμαντο πρόσχημα τους έφερε
εδώ για κουβεντολόι μαζί με μερικά μπουκάλια κρασΟ: ο
φαλακρός διευθυντής του τμήματος και μια όμορφη για­
τρός γΙJρω στα τριάντα, από άλλο τμήμα, που σ' όλο το νο­
σοκομείο όμως ξέρουν πως κοιμάται με τον διευθυντή.
(Ο διευθυντ ής είναι βεβαίως παντρεμένος, και μόλις πριν
ξεστόμισε την προσφιλή του φράση, απ' την οποία καταλα­
βαίνουμε το χιούμορ του αλλά και τις προθέσεις του: «Αγα­
πητοί συνάδελφοι, η μεγαλύτερη δυστυχία για τον άντρα
είναι ο ευτυχισμένος γάμος. Καμία ελπίδα για διαζύγιο».)
Εκτός από αυτά τα τέσσερα πρόσωπα υπάρχει και πέ­
μπτο, αλλά δεν είναι τώρα εδώ, γιατί είναι ο μικρότερος
και τον έστειλαν να φέρει άλλο ένα μπουκάλι κρασί. Και
υπάρχει κι ένα παράθυρο, που είναι σημαντικό, επειδή εί­
ναι ανοιχτό. και απ' έξω, απ' το σκοτάδι. περνάει μέσα στο
δωμάτιο μια ζεστή, φεγγαρόλουστη καλοκαιριάτικη νύχτα,

109
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ

γεμάτη αρώματα. Και τέλος, υπάρχει και μια ευχάριστη


διάθεση, όπως μαντεύουμε από την ευφρόσυνη φ λυαρία Ο Χάβελ είναι σαν το θάνατο' παίρνει τα πάντα
όλων τους, και ιδιαίτερα του διευθυντή, που ακούει τις αε­
ρολογίες του με αφτιά ερωτευμένου. «Δε μου λες, Χάβελ» είπε ο διευθυντής όταν βγήκε (εμφα­
Λίγο αργότερα (κι εδώ αρχίζει η δική μας ιστορία) πα­ νώς θιγμένη) απ' το θάλαμο εφημερίας η Ελίζαμπετ, κατα­
ρατηρείται μια κάποια ένταση: η Ελίζαμπετ ήπιε παραπά­ δικασμένη να κάνει ενέσεις σε δύο γέρικους πισινούς,
νω απ' όσο επιτρέπεται σε νοσοκόμα εν ώρα υπηρεσίας, «μπορείς να μου εξηγήσεις γιατί αποκρούεις με τέτοιο πεί­
και σαν να μην έφτανε αυτό εκδηλώνει απέναντι στον Χά­ σμα αυτήν τη δόλια την Ε λίζαμπετ;»
βελ μια ηδυπαθή φιλαρέσκεια, η οποία τον εκνευρίζει και Ο Χάβελ ήπιε μια γουλιά και απάντησε: «Μη με παρεξη­
προκαλεί απ' τη μεριά του μια μάλλον έντονη επίπληξη, γήσετε. Δεν έχει να κάνει με το ότι είναι άσχημη ή ότι τα 'χει
πια τα χρονάκια της. Πιστέψτε με, έχω πάει και με ασχη­
μότερες γυναίκες στη ζ ωή μου και με πολύ μεγαλύτερες».
«Ναι, σε ξέρουμε: είσαι σαν το θάνατο' παίρνεις τα πά­
Η επίπληξη του Χάβελ ντα. Αφού όμως παίρνεις τα πάντα, γιατί δεν παίρνεις και
την Ελίζαμπετ;»
«Αγαπητή μου Ελίζαμπετ, δε σε καταλαβαίνω. Κάθε μέρα «Ίσως» είπε ο Χάβελ «επειδή εκδηλώνει τόσο απροκά­
τσαλαβουτάς μέσα σε πυΟΡΡΟΟΙJσες πληγές, κάνεις ενέσεις λυπτα τον πόθο της, που μοιάζει με διαταγή. Είπατε πως
σε ζαρωμένους γερονΤΙΚΟΙJς πισινούς. κάνεις κλιJσματα. με τις γυναίκες είμαι σαν το θάνατο. Μόνο που του θανά­
αδειάζεις πάπιες. Η μοίρα σού έδωσε την αξιοζήλευτη ευ­ του δεν του αρέσει να παίρνει διαταγές.»
καιρία να αντιληφθείς τη σαρκική φύση του ανθρώ που σ'
όλη τη μεταφυσική ματαιότητά της. Αλλά η ζωτικότητά σου
αρνείται ν' αΚΟΙJσει τη λογική. Τίποτα δεν μπορεί να κλονί­
σει την πεισματική επιθυμία σου να είσαι ένα κορμί και τί­ Η μεγαλύτερη επιτυχία του διευθυντή
ποτα παραπάνω. Τα στήθη σου τρίβονται πάνω στους
άντρες από πέντε μέτρα απόσταση! Με πιάνει ίλιγγος, μ' «Νομίζ ω πως σε καταλαβαίνω» είπε ο διευθυντής. «Όταν
αυτές τις ατέλειωτες σπείρες που ζ ωγραφίζ ουν τα ακατα­ ήμουν κάμποσα χρόνια νεότερος, γ νώρισα μια κοπέλα που
πόνητα οπίσθιά σου καθώς περπατάς. Τι διάβολο, τράβα πήγαινε με όλους, κι επειδή ήταν όμορφη, θέλησα να πάω
λίγο πιο πέρα! Τα στήθη σου είναι πανταχο ύ παρόντα, σαν κι εγώ μαζ ί της. Ε λοιπόν. δε με ήθελε! Πήγαινε με τους συ­
το Θεό! Έχεις ήδη αργήσει δέκα λεπτά για τις ενέσεις!» ναδέλφους μου. με τον οδηγό. με τον μάγειρα, μ' αυτόν που
κουβαλούσε τα φορεία με τα πτώματα. μόνο μ' εμένα δεν
ερχόταν. Το διανοείστε;»

110 111
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΤΟ Σγ.vrΠΟΣΙΟ

«Φυσικά» έκανε η γιατρός. επιτυχία μου;» είπε ο διευθυντής. «Πρέπει να με καταλά­


«Αν θέλετε να μάθετε» είπε εκνευρισμένος ο διευθυ­ βετε. Αν και είστε ενάρετη γυναίκα, δεν είμαι για σας (και
ντής, που μπροστά σε κόσμο μιλούσε στην ερωμένη του να ξέρατε πόσο με θλίβει αυτό) ούτε ο πρώτος ούτε ο τε­
στον πληθυντικό. «την εποχή εκείνη είχα μόλις τελειώσει τη λευταίος. ενώ για κείνη τη μικρή πόρνη ήμουν. Να 'στε σί­
σχολή και είχα μεγάλες επιτυχίες. Πίστευα πως κάθε γυ­ γουρη, δε μ' έχει ξεχάσει ποτέ, και ακόμα και σήμερα θυ­
ναίκα είναι προσιτή, κι είχα καταφέρει να το αποδείξω με μάται με νοσταλγία πως με απέκρουσε. Αλλά την ιστορία
γυναίκες που τις πλησίαζες μάλλον δύσκολα. Αλλά, βλέπε­ αυτή την είπα απλώς για να δείξω την αναλογία με τη στά­
τε. μ' αυτή την τόσο εύκολη κοπέλα απέτυχα.» ση του Χάβελ απέναντι στην Ελίζαμπετ.»
«Έτσι που σας ξέρω, σίγουρα θα 'χετε μια θεωρία για
το θέμα» είπε ο Χάβελ.
«Ναι» είπε ο διευθυντής. «ο ερωτισμός δεν είναι πόθος
απλώς και μόνο για ένα άλλο κορμί, αλλά εξίσου πόθος και Ελευθερίας εγκώμιο
για διάκριση. Ο σύντροφος που αποκτούμε, που μας νοιάζε­
ται και μας αγαπάει, γίνεται ο καθρέφτης μας, αποτελεί το «Θεέ και Κύριε» έκανε ο Χάβελ. «δε φαντάζομαι να εννο­
μέτρο της σημασίας και της αξίας μας. Από αυτή την άπο­ είτε πως αναζητώ στην Ελίζαμπετ το μέτρο της ανθρώπινης
ψη, η μικρή μου πόρνη είχε δύσκολο έργο. Όταν πηγαίνεις με αξίας μου!»
τον καθένα. παύεις πια να πιστεύεις πως κάτι τόσο κοινό «Όχι βέβαια!» έκανε σαρκαστικά η γιατρός. «Αυτό μας
όπως η ερωτική πράξη μπορεί να έχει ακόμα οποιαδήποτε το εξηγήσατε ήδη: η προκλητική στάση της Ελίζαμπετ σας
σημασία. Κι έτσι αναζητείς την πραγματική ερωτική διάκρι­ δίνει την εντύπωση διαταγής, κι εσείς θέλετε να διατηρήσε­
ση στην αντίθετη κατεύθυνση. Μόνο ένας άντρας που θα την τε την ψευδαίσθηση πως διαλέγετε μόνος σας τις γυναίκες
ήθελε κι εκείνη θα τον απέρριπτε μπορούσε να προσφέρει με τις οποίες θα πάτε.»
στη μικρή μου πόρνη 7,0 μέτρο της αξίας της. Κι επειδή η «Ξέρετε. μια και μιλάμε ανοιχτά. δεν είναι ακριβώς αυ­
ίδια ήθελε να είναι στα μάτια της η καλύτερη κι η ομορφότε­ τό» είπε σκεφτικός ο Χάβελ στον διευθυντή. «Στην πραγ­
ρη. φάνηκε υπερβολικά αυστηρή και απαιτητική όταν έπρε­ ματικότητα αστειευόμουν όταν έλεγα πως μ' ενοχλεί η προ­
πε να διαλέξει αυτόν, τον μοναδικό, που θα τον ξεχώριζε με κλητική στάση της Ελίζαμπετ. Εδώ που τα λέμε, έχω πάει
την άρνησή της. Τελικά διάλεξε εμένα, και τότε εγώ κατά­ με πολύ πιο προκλητικές γυναίκες και με βόλευε μια χαρά
λαβα πως ήταν μια εξαιρετική διάκριση, και σήμερα ακόμα η προκλητικότητά τους, γιατί επιτάχυνε την πορεία των
θεωρώ πως ήταν η μεγαλύτερη ερωτική επιτυχία μου.» πραγμάτων. »
«Έχετε ένα εκπληκτικό ταλέντο να παρουσιάζετε το «Τότε γιατί στο καλό δεν πας με την Ελίζαμπετ;» φώ­
μαι'φο άσπρο» είπε η γιατρός. ναξε ο διευθυντής.
«Σας έθιξε που δε θεωρώ εσάς τη μεγαλύτερη ερωτική «Η ερώτησή σας δεν είναι και τόσο παράλογη όσο μου

112 113

s
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΓΩΤΕΣ ΤΟ ΣΥ Μ 1l0ΣΙΟ

φάνηκε στην αρχή, γιατί διαπιστώνω πως μου είναι πολύ των γιατρών. Ο γοητευτικός Ψηλολέλεκας που στεκόταν στην
δύσκολο να απαντήσω. Για να 'μαι ειλικρινής, δεν ξέρω για πόρτα με το μπουκάλι στο χέρι ήταν ο Φλάισμαν, φοιτητ"ής
ποιο λόγο δεν πάω με την Ελίζαμπετ. Έχω πάει με πιο της ιατρικής που έκανε πρακτική εξάσκηση στο τμήμα αυ­
άσχημες, πιο μεγάλες και πιο προκλητικές γυναίκες. Άρα τό. Ακούμπησε (αργά) το μπουκάλι στο τραπέζι, αναζήτη­
θα έλεγε κανείς πως τελικά θα πάω αναγκαστικά και μ' αυ­ σε (με το πάσο του) το ανοιχτήρι, έπειτα έμπηξε (χωρίς κα­
τήν. Έτσι θα έλεγαν όλοι οι στατιστικολόγοι. Το ίδιο συ­ μία βιασύνη) το ανοιχτήρι στο φελλό και το βύθισε περι­
μπέρασμα θα έβγαζαν και όλοι οι ηλεκτρονικοί υπολογι­ στρέφοντάς το (σκεφτικός), έπειτα τράβηξε (ονειροπόλα)
στές. Και βλέπετε. μάλλον γι' αυτόν το λόγο δεν πάω κι το φελλό και τον έβγαλε. Οι παραπάνω παρενθέσεις σκοπό
εγώ μ' αυτήν. Μάλλον θέλω να αντισταθώ στην αναγκαιό­ έχουν να φωτίσουν τη βραδύτητα του Φλάισμαν. αυτήν τη
τητα. Να βάλω τρικλοποδιά στην αρχή της αιτιότητας. Να βραδύτητα που μαρτυρεί όχι τόσο αδεξιότητα όσο τον νω­
ξεγελάσω τη θλιβερή προβλεψιμότητα της τροχιάς του κό­ χελικό θαυμασμό με τον οποίο παρατηρούσε ο νεαρός φοι­
σμου μ' ένα καπρίτσιο της ελει'ιθερης βούλησης.» τητής της ιατρικής τα βάθη της ύπαρξής του, παραμερίζο­
«Και γιατί διάλεξες την Ελίζαμπετ γι' αυτόν το σκοπό;» ντας τις ασήμαντες λεπτομέρειες του εξωτερικοι'ι κόσμου.
φώναξε ο διευθυντής. «Αλλά τι καθόμαστε και λέμε τώρα;» είπε ο Χάβελ.
«Επειδή ακριβώς δεν υπάρχει λόγος. Αν υπήρχε, θα «Δεν αποκρούω εγώ την Ελίζαμπετ εκείνη δε με θέλει.
μπορούσε να είναι γνωστός εκ των προτέρων, και έτσι θα Αλίμονο! Είναι τρελή και παλαβή με τον Φλάισμαν.»
μποροιΥσε να καθοριστεί και η συμπεριφορά μου εκ των «Μ' εμένα;» σήκωσε το κεφάλι ο Φλάισμαν. και πήγε με
προτέρων. Και ακριβώς σ' αυτή την απουσία συγκεκριμέ­ μεγάλες δρασκελιές να ξαναβάλει το ανοιχτήρι στη θέση του,
νου λόγου βρίσκεται αυτό το κομματάκι ελευθερίας που κι έπειτα ξαναγύρισε στο χαμηλό τραπεζάκι και γέμισε τα
μας δόθηκε και στο οποίο οφείλουμε να προσβλέπουμε ποτήρια.
ακατάπαυστα. αν θέλουμε να διατηρηθεί λίγη ανθρώπινη «Καλός είσαι κι εσύ» είπε ο διευθυντής. σιγοντάροντας
αταξία σ' αυτό τον κόσμο των αμείλικτων νόμων. Αγαπητοί τον Χάβελ. «Όλοι το ξέρουν εκτός από σένα. Απ' τη στιγμή
μου συνάδελφοι. ζήτω η ελευθερία!» είπε ο Χάβελ και ύψω­ που πάτησες το πόδι σου στο τμήμα μας, η Ελίζαμπετ έγινε
σε θλιμμένα το ποτήρι του για να τσουγκρίσουν. ανυπόφορη. Δυο μήνες τώρα!»
Ο Φλάισμαν κοίταξε (επί ώρα) τον διευθυντή και είπε:
«Εγώ ιδέα δεν έχω». Και πρόσθεσε: «Εν πάση περιπτώσει,
δε μ' ενδιαφέρει αυτή η ιστορία».
Τα όρια της ευθύνης «Κι όλες εκείνες οι ευγενικές σου διακηρύξεις; Όλες
εκείνες οι αγορεύσεις για το σεβασμό προς τις γυναίκες;»
Τη στιγμή εκείνη εμφανίστηκε στο θάλαμο ένα καινούριο είπε τάχα αυστηρά ο Χάβελ. «Κάνεις την Ελίζαμπετ να
μπουκάλι κρασΙ και τράβηξε πάνω του όλη την προσοχή υποφέρει κι ούτε που σ' ενδιαφέρει;»

114 115


ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ

«Τις γυναίκες τις συμπονώ και δε θα μπορούσα ποτέ να «Όχι ακόμα, αλλά το φροντίζω.»
τις πληγώσω συνειδητά» είπε ο Φλάισμαν. «Ό,τι όμως προ­ «Εγώ σας πληροφορώ ότι ο Φλάισμαν είναι πολύ κύριος
καλώ ασυνείδητα δε μ' ενδιαφέρει. αφού δεν μπορώ να κάνω με τις γυναίκες. Δεν τους πουλάει παραμύθια» μπήκε στη
τίποτα γι' αυτό, και συνεπώς δεν έχω και καμία ευθύνη.» μέση η γιατρός. παίρνοντας το μέρος του.
Τότε ξαναφάνηκε η Ελίζαμπετ. Προφανώς είχε αποφα­ «Δεν αντέχω τη σκληρότητα απέναντι στις γυναίκες,
σίσει πως το καλύτερο ήταν να ξεχάσει την προσβολή, και επειδή τις συμπονώ» επανέλαβε ο φοιτητής της ιατρικής.
να συμπεριφερθεί σαν να μη συνέβη τίποτα' έτσι. συμπερι­ «Πάντως η Κλάρα δε σου έκατσε» του είπε η Ελίζα­
φερόταν εντελώς αφύσικα. Ο διευθυντής τής πρόσφερε μια μπετ, και ξέσπασε σ' ένα τόσο ανάρμοστο γέλιο, που ο δι­
καρέκλα και της γέμισε το ποτήρι. «Πιες, Ελίζαμπετ! Να ευθυντής ένιωσε υποχρεωμένος να ξαναπάρει το λόγο:
πάνε κάτω τα φαρμάκια!» «Είτε του έκατσε είτε όχι, έχει πολύ λιγότερη σημασία
«Φυσικά» έκανε η Ελίζαμπετ, μ' ένα πλατύ χαμόγελο, απ' όσο νομίζεις, Ελίζαμπετ. Τον Αβελάρδο, ως γνωστόν.
κι άδειασε το ποτήρι της. τον είχαν ευνουχίσει. αλλά αυτό δεν εμπόδισε να μείνουν
Και ο διευθυντής στράφηκε και πάλι στον Φλάισμαν: πιστοί εραστές με την Ελο"ί"ζα. κι ο έρωτάς τους πέρασε
«Αν ήμασταν υπεύθυνοι μόνο για όσα συνειδητοποιούμε. οι στην αθανασία. Εφτά χρόνια έζησε η Γεωργία Σάνδη με τον
ηλίθιοι θα απαλλάσσονταν προκαταβολικά από κάθε ευθύ­ Σοπέν, άσπιλη σαν παρθένα, κι ακόμα μιλάμε για τον έρω­
νη. Μόνο που ο άνθρωπος οφείλει να γνωρίζει, αγαπητέ μου τά τους! Δε θα 'θελα να βάλω πλάι σε μια τέτοια εκλεκτή
Φλάισμαν. Ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για την άγνοιά του. συντροφιά και την περίπτωση της μικρής πόρνης που απο­
Η άγνοια αποτελεί παράπτωμα. Γι' αυτό και τίποτα δε σε κρούοντάς με μου επιφύλαξε τη μεγαλύτερη τιμή που μπο­
απαλλάσσει απ' τις ευθι'ινες σου, και σου δηλώνω πως συ­ ρεί να επιφυλάξει μια γυναίκα σε άντρα. Αλλά σημείωσε
μπεριφέρεσαι σαν αγροίκος απέναντι στις γυναίκες. όσο κι αυτό που θα σου πω. αγαπητή μου Ελίζαμπετ: η σχέση ανά­
αν το αρνείσαι». μεσα στον έρωτα και σ' αυτό που σκέφτεσαι εσύ συνεχώς εί­
ναι πολύ πιο χαλαρή απ' όσο βάζει ο νους του ανθρώπου.
Μην αμφιβάλλεις, η Κλάρα τον αγαπάει τον Φλάισμαν. Είναι
γλυκιά μαζί του, κι όμως τον απορρίπτει. Σου φαίνεται πα­
Πλατωνιχού έρωτος εγΧώμω ράλογο, αλλά αυτό ακριβώς είναι ο έρωτας: παράλογος».
«Μα πού το βλέπετε το παράλογο;» είπε η Ελίζαμπετ
«Και δε μου λες. Φλάισμαν» ξαναπέρασε στην επίθεση ο με το ίδιο ανάρμοστο γέλιο. «Η Κλάρα χρειάζεται ένα δια­
Χάβελ. «βρήκες αυτό το διαμέρισμα που είχες υποσχεθεί μέρισμα. και γι' αυτό είναι γλυκιά με τον Φλάισμαν. Δεν
στη δεσποινίδα Κλάρα;» τον ρώτησε, υπενθυμίζοντάς του έχει όμως διάθεση και να κάνει έρωτα μαζί του, γιατί τα
τις μάταιες προσπάθειές του να κερδίσει την καρδιά κά­ 'χει σίγουρα με κάποιον άλλο. Αλλά αυτός () άλλος δεν μπο­
ποιας κοπέλας (που την ήξεραν όλοι εκεΟ. ρεί να της βρει διαμέρισμα.»

116 117
ΚΩ\1ΤΚΟΤ F:ΡΩτεΣ το ΣΥΜΠΟl:lO

Εκείνη τη στιγμή σήκωσε το κεφάλι το!) ο Φλάισμαν: Έπειτα από μια τέτοια ανταλλαγή βλεμμάτων η γιατρός
«Mou δίνετε στα νεUρα. Σα μικρά παιδιά κάνετε. Κι αν δι­ σηκώθηκε ξαφνικά, πλησίασε στο παράθuρο και είπε: «Τι
στάζει από ντροπή; Δε σας περνάει καν απ' το μuαλό; Ή αν ωραία πο!) είναι έξω. Έχει πανσέληνο ...» και ξανά το βλέμ­
έχει καμιά αρρι�στια που μου την ΚΡΙJβει; Ή καμιά οuλή μα της στάθηκε για μια στιγμή πάνω στον Φλάισμαν.
πο!) την ασχημαίνει; Μερικές γυναίκες ντρέπονται φοβερά. Ο Φλάισμαν. που τέτοιες καταστάσεις τις έπιανε στον
Αλλά ποι) να καταλάβεις εσι) από τέτοια!» είπε στην Ελί­ αέρα. κατάλαβε αμέσως πως αuτό ήταν σήμα. ένα σήμα
ζαμπετ. που απευθυνόταν σ' εκείνον. Ένιωσε ένα κuμα να φοuσκώ­
«Ή πάλι» είπε ο διεuθuντής. σπει'ιδοντας να βοηθήσει νει στο στήθος Tou. Όντως. το στήθος το!) ήταν ένα εuαί­
τον Φλάισμαν. «ίσως η Κλάρα να παραλuει τόσο πολι) από σθητο όργανο, αντάξια του εργαστηρίου ενός Στραντιβάρι.
ερωτικό άγχος μπροστά στον Φλάισμαν. που να μην μπορεί Κατά καιροuς ένιωθε αυτή την έξαψη, και κάθε φορά ήταν
να κάνει έρωτα μαζί του. Εσένα δηλαδή. J:<;λίζαμπετ. δε σου σίγοuρος ότι το κuμα αυτό στο στήθος το!) είχε τον αμετά­
περνάει καν απ' το μuαλό πως θα μποροuσες ν' αγαπήσεις κλητο χαρακτήρα ενός OlWVOU: κάτι μεγαλειώδες και πρω­
κάποιον τόσο πολι) που να σου είναι αδuνατο να κάνεις τάκοuστο ερχόταν. κάτι που ξεπερνοι'ισε όλα του τα όνειρα.
έρωτα μαζί Tou;» Αuτήν τη φορά ένιωθε ζαλισμένος από το κuμα αυτό αλ­
Η Ελίζαμπετ ομολόγησε πως όχι. λά και (σε μια γωνίτσα του μuαλοu του. που ξέφεuγε από
τη ζάλη) κατάπληκτος: πώς ήταν δυνατόν να έχει τέτοια
δuναμη ο πόθος του. πο!) στο κάλεσμά το!) να σπεuδει πει­
θήνια η πραγματικότητα, έτοιμη να τον uπηρετήσει; )1;ξα­

Το σήμα κολοuθώντας να μένει κατάπληκτος για τη δι'ιναμή Tou. πα­


ραμόνεuε τη στιγμή πο!) θα ζωήρεuε ακόμα περισσότερο η
Εδώ μποροι'ιμε να σταματήσουμε για λίγο να παρακολου­ συζήτηση κι αυτός θα ξέφεuγε από την προσοχή των αντι­
θοι'ιμε τη συζήτηση (πο!) τροφοδοτείται σuνέχεια με νέες πάλων. Μόλις έκρινε πως είχε φτάσει η στιγμή. γλίστρησε
κοινοτοπίες) και να επισημάνουμε πως όλη αυτή την ώρα ο με τρόπο έξω απ' το θάλαμο.
Φλάισμαν προσπαθεί να κοιτάξει στα μάτια τη γιατρό. που
του άρεσε φοβερά από την πρώτη στιγμή πο!) την είδε (πάει
περίπο!) ένας μήνας). Τον θάμπωνε το μεγαλείο της ηλικίας
της. τα τριάντα της χρόνια. Ώς τώρα διασταυρώνονταν Ο ωραίος νεαρός με τα χέρια σταυρωμένα
απλώς τuχαία. και η βραδιά αυτή ήταν η πρώτη εuκαιρία
πο!) το!) δινόταν να βρεθεί για λίγο μαζί της στο ίδιο δωμά­ Το τμήμα όπο!) γινόταν αυτό το αuτοσχέδιο συμπόσιο κα­
τιο. Tou φάνηκε μάλιστα πως η γιατρός ανταποκρινόταν κά­ ταλάμβανε το ισόγειο ενός όμορφο!) περιπτέρου. που ήταν
θε τόσο στις ματιές που της έριχνε. κι αuτό τον αναστάτωνε. χτισμένο (κοντά και σε άλλα περίπτερα) στον μεγάλο κήπο

118 119
ΚΩΜΤΚΟΙ ΕΡΩΊΈΣ ΊΌ ΣγΜΠΟΣIΟ

του νοσοκομείου. Σ' αυτό τον κήπο βγήκε τώρα ο Φλάι­ πλάτανο και κάπνιζε νωχελικά. Απόλαυσε για ώρα αυτό το
σμαν. Ακούμπησε με την πλάτη στον χοντρό κορμό ενός θέαμα, και τέλος άκουσε ανάλαφρα βήματα που έρχονταν
πλατάνου, άναψε τσιγάρο και χάζευε τον ουρανό: ήταν κα­ '
προς το μέρος του απ το περίπτερο. Δε γύ ρισε. επίτηδες.
τακαλόκαιρο, αρώματα ταξίδευαν στον αέρα, κι από τον Τράβηξε άλλη μια ρουφηξιά, φύσηξε τον καπνό. και συ­
μαύρο ουρανό κρεμόταν ένα στρογγυλό φεγγάρι. νέχισε να χαζεύει τον ουρανό. Όταν τα βήματα έφτασαν
Προσπάθησε να φανταστεί τι θα επακολουθούσε: η για­ '
πολιΥ κοντά, είπε τρυφερά και με νόημα: «Το ξερα πως θα
τρός που λίγο πριν του είχε στείλει σήμα να βγει έξω θα ' θεί
ρ τε».
περίμενε να παρασυρθεί ο καράφλας της περισσότερο απ'
την κουβέντα παρά από τις υποψίες του, και θ' άφηνε να
εννοηθεί με τρόπο ότι μια μικρή προσωπική ανάγκη την
υποχρεώνει να λείψει για λίγο. Ούρηση
Και τι θα γινόταν μετά; Μετά, προτιμούσε να μη φαντα­
στεί τίποτα. Το κύμα στο στήθος του προανάγγελλε μια «Δεν ήταν και τόσο δύσκολο να το μαντέψεις» του απάντησε
ερωτική ιστορία, κι αυτό τού ήταν αρκετό. Πίστευε στην ο διευθυντής. «Προτιμώ να κατουράω στη φύση παρά στις
καλή του τύχη, πίστευε στο ερωτικό του άστρο. πίστευε σύγχρονες εγκαταστάσεις που είναι μες στη βρόμα. Εδώ, σε
στη γιατρό. Μεθυσμένος από την αυτοπεποίθησή του (μια λίγο. το μικρό χρυσαφένιο ρυάκι μου θα με ενώσει θαυμα­
αυτοπεποίθηση λίγο κατάπληκτη με τον εαυτό της) αφηνό­ τουργά με το χώμα, με το χόρτο. με τη γη. Γιατί χους ειμί,
ταν σε μια ευχάριστη παθητικότητα. Γιατί έβ λεπε πάντοτε Φλάισμαν, και τώρα σε λίγο εις χουν απελεύσομαι, εν μέρει
τον εαυτό του σαν έναν γοητευτικό, ποθητό και όλο επιτυ­ τουλάχιστον. Το κατούρημα στη φύση είναι μια θρησκευτι­
χίες άντρα. και του άρεσε να περιμένει τις ερωτικές ιστο­ κή τελετουργία με την οποία δίνουμε την υπόσχεσή μας στη
ρίες με τα χέρια (κομψά) σταυρωμένα. Ήταν σίγουρος ότι '
γη πως κάποια μέρα θα επιστρέψουμε οριστικά σ αυτήν.»
αυτή ακριβώς η στάση κεντρίζει τις γυναίκες και την τύχη Επειδή ο Φλάισμαν σώπαινε, τον ρώτησε ο διευθυντής:
και τις καθυποτάσσει. « Κι εσύ;Ήρθες για να χαζέψεις το φεγγάρι;» Ο Φλάισμαν
Με την ευκαιρία αυτή αξίζει ίσως να σημειωθεί ότι του σώπαινε πεισματικά και ο διευθυντής συνέχισε: «Είσαι τε­
Φλάισμαν του συνέβαινε πολύ συχνά, αν όχι διαρκώς. να λικά με τα φεγγάρια σου, Φλάισμαν, και γι' αυτό μ' αρέ­
'
βλέπει τον εαυτό τοσ οπότε συνοδευόταν μονίμως από ένα σεις». Ο Φλάισμαν πήρε τα λόγια του διευθυντή για κορο ί­
αντίγραφο, κι έτσι η μοναξιά του γινόταν φοβερά διασκε­ δία και είπε, θέλοντας να κρατήσει κάποιες αποστάσεις:
δαστική. Απόψε, λόγου χάρη, όχι μό νο ήταν με την πλάτη «Τι φεγγάρια μου λέτε τώρα; Κι εγώ για κατούρημα ήρθα».
ακουμπισμένη σ' έναν πλάτανο και κάπνιζε, αλλά παρατη­ « Κ αλέ μου Φλάισμαν» είπε πολύ μαλακά ο διευθυντής.
ρούσε ταυτόχρονα με απόλαυση αυτό τον (όμορφο και νε­ «αυτό το ερμηνεύω σαν εκδήλωση εξαιρετικής συμπάθειας
αρό) άντρα που ήταν με την πλάτη ακουμπισμένη σ' έναν απέναντι στον διευθυντή σου που γερνάει.»

120 121
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ

Και στάθηκαν κι οι δυο κάτω απ' τον πλάτανο για να


εκτελέσουν την πράξη που ο διευθυντής, με ακατάβλητο
ενθουσιασμό και ολοένα καινούριες εικόνες, τη συνέκρινε
με θεία λειτουργία. ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΑΞΗ

Ο ωραίος και σαρκαστικός νεαρός


Ι


Επέστρεφαν απ' τον μακρύ διάδρομο και ο διευθυντής
κρατούσε τον φοιτητή της ιατρικής απ' τους ώμους, αδερ­
φικά. Ο φοιτητής της ιατρικής ήταν σίγουρος πως αυτός ο
ζηλιάρης καράφλας είχε πιάσει το σήμα της γιατρού και
τον δούλευε τώρα ψιλό γαζί με τις φιλικές διαχύσεις του!
Βέβαια, δεν μπορούσε να τραβήξει το χέρι του διευθυντή
από τον ώμο του, κι αυτό τον εξόργιζε ακόμα περισσότε­
ρο. Ένα μόνο τον παρηγορούσε: πως, έτσι όπως έβραζε α­
πό θυμό, έβλεπε τον εαυτό του μέσα σ' αυτόν το θυμό,
έβλεπε την έκφραση του προσώπου του, κι ήταν ικανοποιη­
μένος απ' αυτό τον έξαλλο νεαρό που επέστρεφε στο θά­
λαμο εφημερίας και, προς γενική κατάπληξη, θα εμφανιζό­
ταν ξαφνικά τελείως διαφορετικός: σαρκαστικός, δηκτι­
κός, σατανικός.
Όταν μπήκαν στο θάλαμο, η Ελίζαμπετ ήταν στη μέση
του δωματίου και ξεβιδωνόταν έξαλλα. σιγομουρμουρίζο­
ντας τις νότες μιας μελωδίας. Ο Χάβελ κοιτοι>σε χάμω στο
πάτωμα. και η γιατρός εξήγησε. για να προλάβει το σοκ
των νεοφερμένων: «Η Ελίζαμπετ χορεύει».
«Ήπιε λίγο παραπάνω» πρόσθεσε ο Χάβελ.
Η Ελίζαμπετ εξακολουθούσε να κουνάει τους γοφΟΙJς
της και τα στήθια της. που σαν να χόρευαν μπροστά στο
χαμηλωμένο κεφάλι του Χάβελ.

122 123
1

Η βελόνα του μετρητή της βενζίνης ταλαντεύτηκε ξαφνικά


προς το μηδέν και ο νεαρός οδηγός είπε πως είναι τρελό το
τι καταβροχθίζει αυτό το σπορ αμάξι. «Μόνο να μη μείνου­
με πάλι από βενζίνη» γκρίνιαξε η κοπέλα (γύρω στα είκοσι
δύο), και του υπενθύμισε διάφορα μέρη όπου τους είχε ξα­
νασυμβεί η ίδια ιστορία. Ο νεαρός τής είπε πως εκείνον δεν
τον νοιάζει. γιατί ό,ΤΙ του συνέβαινε μαζί της είχε τη μαγεία
της περιπέτειας. Η κοπέλα δεν ήταν της ίδιας γνώμης όπο­
τε μέναν από βενζίνη στις μαύρες ερημιές, περιπέτεια ήταν
για εκείνη και μόνο, γιατί αυτός κρυβόταν κι εκείνη έπρεπε
να επιστρατει'>σει τη γυναικεία της γοητεία. να σταματήσει
ένα αυτοκίνητο για να την πάει στο κοντινότερο βενζινάδι­
κο, και μετά να σταματήσει άλλο και να γυρίσει μ' ένα μπι­
τόνι βενζίνη. Ο νεαρός είπε πως πρέπει να ήταν πολι'> αντι­
παθητικοί οι οδηγοί που την έπαιρναν με το αυτοκίνητό
τους. αφού μιλούσε έτσι για την αποστολή της. σαν να 'ταν
αγγαρεία. Η κοπέλα απάντησε (με αδέξια φιλαρέσκεια)
πως μερικές φορές ήταν και πολύ συμπαθητικοί, αλλά δε
γινόταν να επωφεληθεί. έτσι όπως κουβάλαγε το μπιτόνι
και έπρεπε να τους αφήσει προτού προλάβουν να ξεκινή­
σουν οτιδήποτε. «Είσαι ένα τέρας» της είπε. Εκείνη του εί­
πε πως αν κάποιος ήταν τέρας. ήταν εκείνος.'Ενας Θεός ξέ­
ρει πόσες του έκαναν οτοστόπ όταν ταξίδευε μόνος του! Ο
νεαρός. οδηγώντας πάντα. την αγκάλιασε με το ένα χέρι
απ' τους ώμους και της έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο. Ήξερε
πως τον αγαπάει και τον ζηλεύει. Η ζήλια δεν είναι και πο-

81
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ ΟΤΟΣΤΟΠ

λύ συμπαθητικό γνώρισμα. όταν όμως δε γίνεται υπερβολι­


κή (όταν συνδυάζεται με μετριοπάθεια). παρ ' όλες τις δυ­ 2
σάρεστες συνέπειες. έχει ίσως και κάτι το συγκινητικό.
Έτσι τουλάχιστον σκεφτόταν. Γιατί ήταν μόλις είκοσι οχτώ Η κοπέλα απεχθανόταν να τον παρακαλάει να σταματήσει

χρονών. αλλά πίστευε πως είναι κιόλας γέρος και φανταζό­ μια στιγμή μπροστά σε μια συστάδα δέντρων. γιατί ο νεα­
ταν πως ξέρει για τις γυναίκες όλα όσα μπορεί να ξέρει ρός συνήθως οδηγούσε ασταμάτητα ώρες ολόκληρες. Και
ένας άντρας. Αυτό που του άρεσε ιδιαίτερα στην κοπέλα την εκνεύρ ιζε κάθε φορά η προσποιητή έκπληξη με την
που καθόταν δίπλα του ήταν ακριβώς αυτό που σπάνια εί­ οποία τη ρωτούσε εκείνος γιατί. Το ήξερε κι η ίδια πως
χε συναντήσει στις γυναίκες: η αγνότητα. ήταν γελοία και παλιομοδίτικη αυτή η συστολή της. Το είχε
Η βελόνα ήταν ήδη στο μηδέν. όταν πήρε το μάτι του. διαπιστώσει πολλές φορές και στη δουλειά της. όπου την
στα δεξιά του δρόμου. μια πινακίδα που έδειχνε πως κορόιδευαν γι' αυτό και την προκαλούσαν επίτηδες. Κοκκί­
υπάρχει βενζ ινάδικο στα πεντακόσια μέτρα. 'Ωσπου να πει νιζε πάντοτε προκαταβολικά στην ιδέα πως θα κοκκινίσει.
η κοπέλα πόσο ανακουφισμένη νιώθει. ο νεαρός είχε βγάλει Λαχταρούσε να νιώσει άνετα και ελεύθερα με το σώμα της.
δεξί φλας και πλησίαζε προς τις αντλίες. Αναγκάστηκε χωρίς άγχη. σαν τις περισσότερες κοπέλες που γνώριζε. Εί­
όμως να σταματήσει πίσω από 'να μεγάλο βυτιοφόρο που χε μάλιστα επινοήσει μια ειδική μέθοδο αυτοεκπαίδευσης:
ήταν ήδη μπροστά στις αντλίες και τις γέμιζε με μια χοντρή επαναλάμβανε στον εαυτό της ότι σε κάθε άνθρωπο. όταν
μάνικα. «Την πατήσαμε» είπε. και κατέβηκε. «Αργείτε πο­ γεννιέται. του δίνεται ένα σώμα ανάμεσα σε εκατομμιΥρια
λύ;» φώναξε στο παιδί με την μπλε φόρμα. «Μισό λεπτά­ άλλα. προκατασκευασμένα σώματα. όπως του δίνεται ένα
κι.» «Μισό λεπτάκι... το 'χουμε ξανακούσει αυτό.» Πήγε δωμάτιο για να μένει. ολόιδιο με εκατομμύρια άλλα σ ' ένα
να καθίσει στο αυτοκίνητο. αλλά είδε πως η κοπέλα είχε τεράστιο κτίριο' άρα το σώμα είναι κάτι τυχαίο και απρόσω­
βγει από την άλλη πόρτα. «Με συχωρείς» του είπε. «Για πο' ένα αντικείμενο ετοιμοπαράδοτο και δανεικό. τίποτ ' άλ­
πού το 'βαλες;» τη ρώτησε επίτηδες εκείνος. για να τη φέ­ λο. Αυτό έλεγε και ξανάλεγε σε όλους τους τόνους στον εαυ­
ρει σε αμηχανία. Γνωρίζονταν εδώ κι ένα χρόνο. αλλά εκεί­ τό της. χωρίς όμως να μπορέσει ποτέ να το αισθανθεί. Της
νη ακόμα κοκκίνιζε μπροστά του κι εκείνου του άρεσαν πο­ ήταν ξένος αυτός ο δυϊσμός σώματος και Ψυχής. Ταυτιζό­
λύ αυτές οι στιγμές της συστολής πρώτον. επειδή την ξε­ ταν τόσο πολύ με το σώμα της. που της προκαλούσε άγχος.
χώριζαν από τις γυναίκες που ε ίχε γνωρίσει ώς τότε. δεύτε­ Το ίδιο άγχος ένιωθε ακόμα και όταν ήταν μ' αυτόν το νε­
ρον. επειδή ήξερε τον οικουμενικό νόμο του εφήμερου. που αρό. με τον οποίο είχε σχέσεις εδώ κι ένα χρόνο και ήταν ευ­
έκανε πολι)τιμη γι' αυτόν ακόμα και τη συστολή της κοπέλας τυχισμένη μαζί του. ίσως επειδή αυτός δεν ξεχώριζε ποτέ την
του. Ψυχή της από το σώμα της. οπότε ζούσε μαζί του και με την
Ψυχή της και με το σώμα της. Σ' αυτή την ενότητα υπήρχε
ευτυχία. αλλά κοντά στην ευτυχία βρίσκεται και η υποΨία. κι

82 83
ΚΩΜΙΚΟΤ ΕΡΩΤΕΣ ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ ΟΤΟΣΤΟΠ

η κοπέλα ήταν γεμάτη υποΨίες. Συχνά λόγου χάρη σκεφτό­ γάλο βυτιοφόρο είχε ήδη φύγει και το σπορ αυτοκίνητο
ταν πως υπάρχουν άλλες, πιο γοητευτικές γυναίκες (και μά­ προχωρούσε προς την κόκκινη αντλία. Η κοπέλα βάδιζε
λιστα χωρίς άγχος), κι ο φ ίλος της, που δεν το 'κρυβε πως στο πλάι του δρόμου και κάθε τόσο γύριζε κι έριχνε απλώς
τον ήξερε καλά αυτό τον τύπο γυναικών. μια μέρα θα την μια ματιά. να δει αν έρχεται το σπορ αυτοκίνητο. Επιτέ ­
παρατούσε για κάποια απ' αυτές. (Εκείνος βέβαια δήλωνε λους το είδε' σταμάτησε κι άρχισε να κάνει σήμα, όπως κά­
πως είχε γνωρίσει τόσες, που του έφταναν για όλη του την νουν οτοστόπ σ' ένα ξένο αμάξι. Το σπορ αυτοκίνητο φρε­
υπόλοιπη ζωή. αλλά αυτή ήξερε πως είναι πολι) πιο νέος νάρισε ακριβώς δίπλα της. Ο νεαρός έσκυΨε προς το παρά­
απ' όσο ένιωθε ο ίδιος.) Τον ήθελε αποκλειστικά δικό της θυρο, κατέβασε το τζάμι, χαμογέλασε και ρώτησε: «Πού
και ήθελε να είναι κι αυτή αποκλειστικά δική του. αλλά όσο πηγαίνετε, δεσποινίς;» «Μήπως πάτε προς Μπύστριτσα;»
περισσότερο προσπαθούσε να του δώσει τα πάντα τόσο ρώτησε τώρα εκείνη μ' ένα φιλάρεσκο χαμόγελο. «Ανεβεί­
εντονότερα αισθανόταν πως του αρνείται κάτι: αυτό το κάτι τε, παρακαλώ» είπε ο νεαρός, ανοίγοντας την πόρτα. Εκεί­
που μπορεί να μας το δώσει μια πιο ανάλαφρη και επιφα­ νη ανέβηκε και το αυτοκίνητο ξεκίνησε.
νειακή αγάπη. ένα φλερτ. Τα έβαζε με τον εαυτό της που
δεν μπορούσε να συνδυάσει το σοβαρό με το ανάλαφρο.
Εκείνη τη μέρα όμως δεν την ένοιαζε. δε σκεφτόταν τί­
ποτα τέτοιο. Ένιωθε όμορφα. Ήταν η πρώτη μέρα των δια­ 3
κοπών τους (δεκαπέντε μέρες διακοπές που τις περίμενε
έναν ολόκληρο χρόνο). ο ουρανός ήταν γαλανός (ολόκληρο Ο νεαρός χαιρόταν κάθε φορά που την έβλεπε καλοδιάθε­
το χρόνο ζοι)σε με την αγωνία αν θα 'ναι πραγματικά γα­ τη' δεν της συνέβαινε και πολύ συχνά: ήταν αρκετά σκληρή
λανός ο ουρανός). κι αυτή ήταν μαζί του. Όταν της είπε η δουλειά της. σε δυσάρεστη ατμόσφαιρα, με πολλές υπε­
εκείνο το «Για πού το ' βαλες;» κοκκίνισε κι έφυγε τρέχο­ ρωρίες που δεν τις πληρωνόταν, και είχε άρρωστη τη μητέ­
ντας. χωρίς να πει λέξη. Έκανε το γύρο του βενζ ινάδικου ρα της στο σπίτι' ήταν συχνά κουρασμένη. δεν είχε και πο­
που βρισκόταν στην άκρη του μεγάλου δρόμου μες στις λι) γερά νεύρα, ούτε αυτοπεποίθηση, και έπεφτε εύκολα σε
ερημιές σε καμιά εκατοστή μέτρα (προς την κατεύθυνση μια κατάσταση φόβου και άγχους. Οπότε αυτός δεχόταν
που θα έπαιρναν μετά) άρχιζε ένα δάσος. Έτρεξε προς τα κάθε σημάδι ευθυμίας από μέρους της με την τρυφερή
κει και εξαφανίστηκε πίσω από ένα θάμνο. παραδομένη σε φροντίδα μεγαλύτερου αδερφού. Της χαμογέλασε και είπε:
μια αίσθηση ευφορίας. (Πρέπει να είναι κανείς μόνος για «Τυχερός είμαι σήμερα. Στα πέντε χρόνια που οδηγώ, δε
να αισθανθεί σε όλη της την έκταση τη χαρά που προξενεί η μου 'χει κάνει ποτέ οτοστόπ μια τόσο όμορφη κοπέλα».
παρουσία του αγαπημένου προσώπου.) Η κοπέλα δεχόταν με ευγνωμοσύνη και το παραμικρό
Έπειτα βγήκε από το δάσος και ξαναβρέθηκε στο δρό­ κοπλιμέντο του φίλου της για να παρατείνει λίγο τη ζεστα­
μο' από το σημείο εκείνο φαινόταν το βενζ ινάδικο' το με- σιά του, είπε: «Τι ωραία που τα λέτε τα Ψέματα».

84 85
ΚΩΜΙΚOJ ΕΡΩΤΕΣ ΊΌ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ ΟΤΟΣΤΟΠ

«Μοιάζω για Ψεύτης;» «Να κατέβετε, να κάνετε τι;»


«Μοιάζει να σας αρέσει να λέτε ψέματα στις γυναίκες» «Δε θα χρειαζόταν και πολλή σκέψη για να δω τι θα έκα­
του είπε, και χωρίς να το θέλει, λίγο από το παλιό της άγ­ να με μια τόσο όμορφη κοπέλα» είπε ιπποτικά ο νεαρός,
χος διαπέ ρασε τα λόγια της, γιατί όντως πίστευε πως του και αυτήν τη φορά απευθυνόταν ξανά πολύ περισσότερο
φίλου της του άρεσε να λέει ψέματα στις γυναίκες. στη δικιά του κοπέλα παρά στην άγνωστη του οτοστόπ.
Αυτός συνήθως θύμωνε με τις ζήλιες της κοπέλας του. Τα κολακευτικά αυτά λόγια την έ καναν να αισθανθεί
αλλά εκείνη τη μέρα μπορούσε εύκολα να μη δώσει σημα­ σαν να τον είχε πιάσει επ' αυτοφώρω, σαν να του είχε απο­
σία. αφού τα λόγια αυτ& δεν απευθύνονταν σ' εκείνον αλλά σπάσει με κάποιο έξυπνο τέχνασμα μια ομολογία' αισθάν­
σ' έναν άγνωστο οδηγό. Αρκέστηκε σε μια τετριμμένη ερώ­ θηκε μέσα της ένα σύντομο ξέσπασμα έντονου μίσους και
τηση: «Σας πειράζει;» είπε: «Σ αν να παραείστε σίγουρος για τον εαυτό σας!»
«Αν ήμουν η κοπέλα σας θα με πείραζε» είπε εκείνη, και Ο νεαρός την κοίταξε: το όλο πείσμα πρόσωπό της είχε
τα λόγια της περιείχαν ένα διακριτικό μάθημα ηθικής για συσπαστεί' ένιωσε γι' αυτήν έναν περίεργο οίκτο και πα­
τον νεαρό' αλλά το τέλος της φράσης της ίσχυε μόνο για τον ρακαλούσε να ξαναδεί το συνηθισμένο, οικείο της βλέμμα
άγνωστο οδηγό: «αλλά αφού δε σας ξέρω, τι να με πειράξει». (το απλό και παιδικό, όπως το έλεγε αυτός)' έσκυψε προς
«Μια γυ ναίκα συγχωρεί πΓ..<ντοτε ευκολότερα έναν ξένο το μέρος της, την αγκάλιασε απ' τους ώμους και, θέλοντας
παρά τον φίλο της» (αυτό ήταν τώρα το δικό του διακριτι­ να δώσει ένα τέλος στο παιχνίδι, πρόφερε απαλά το όνομα
κό μάθημα ηθικής προς την κοπέλα)' «οπότε, αφού εμείς που της είχε βγάλει ο ίδιος.
είμαστε ξένοι, θα τα πάμε μια χαρά.» Εκείνη όμως τραβήχτηκε και είπε: «Σαν πολύ γρήγορα
Η κοπέλα έκανε πως δεν έπιασε τη διδακτική απόχρω­ προχωρήσατε!»
ση αυτής της παρατήρησης, και αποφάσισε να απευθύνεται «Με συγχωρείτε, δεσποινίς» έκανε ο νεαρός έπειτα από
πια αποκλειστικά στον άγνωστο οδηγό: «Τι σημασία έχουν αυτή την απόκρουση. Κι έμεινε να κοιτάει το δρόμο μπρο­
όλ' αυτά, αφού σε λίγα λεπτά θα χωριστοιJμε». στά του σιωπηλός.
«Γιατί;» ρώτησε εκείνος.
«Ε, αφού θα κατέβω στην Μ πύστριτσα.»
«Κι αν κατέβω κι εγώ μαζί σας;»
Σ τα λόγια αυτά η κοπέλα σήκωσε τα μάτια προς τον νε­ 4
αρ και τον είδε ακριβώς έτσι όπως τον φανταζόταν τις
ό,
πιο οδυνηρές στιγμές της ζήλιας της τρόμαζε με τη φιλα­ Η κοπέλα παραιτήθηκε από τη ζήλια όσο γρήγορα είχε πα­

ρέσκεια με την οποία της απευθυνόταν τώρα (σ' αυτή την ραδοθεί προηγουμένως σ' αυτήν. Διέθετε τη στοιχειώδη λο­
άγνωστη του οτοστόπ), και η οποία τον έκανε έτσι γοητευ­ γική για να δει πως όλα αυτά είναι απλώς παιχνίδι' ένιωθε
τικό. Του απάντησε λοιπόν με προκλητική θρασύτητα: μάλιστα κάπως γελοία που απώθησε το φίλο της σ' ένα ξέ-

86 87
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ ΟΤΟΣΤΟΠ

σπασμα ζήλιας ευχόταν μόνο να μην το είχε προσέξει εκεί­ παιδιάστικες επιθυμίες ξεΥλιστροuν απ' όλες τις παΥίδες
νος. Ευτυχώς, διέθετε τη θαυματουΡΥή ικανότητα να αλλά­ του μυαλοι) του ενηλίκου και επιζοuν καμιά φορά ώς τα
ζει εκ των υστέρων το νόημα των πράξεών της, κι έτσι απο­ βαθιά Υεράματα. Κι αυτή η παιδιάστικη επιθυμία βρήκε
φάσισε πως δεν τον είχε απωθήσει από θυμό, αλλά απλώς την ευκαιρία να πάρει σάρκα και οστά στο ρόλο που της
Υια να συνεχίσει το παιχνίδι, που ο αυθορμητισμός του ήταν προσφερόταν.
ό,τι έπρεπε Υια μια πρώτη μέρα διακοπών. Η σαρκαστική απόσταση που κρατοuσε ο νεαρός τη βό­
Οπότε, έΥινε και πάλι η κοπέλα του οτοστόπ που μόλις εί­ λευε πολι) την κοπέλα: την απελευθέρωνε από τον εαυτό
χε απωθήσει τον υπερβολικά διαχυτικό οδηΥό, αλλά μόνο και της. Γιατί αυτή η ίδια ήταν η προσωποποίηση της ζήλιας.
μόνο Υια να καθυστερήσει τη σΤΙΥμή της κατάκτησης και να Μόλις έπαψε ο φίλος της να επιδεικνuει το ταλέντο τοι) κα­
την κάνει πιο ερεθιστική. Γuρισε ελαφρά προς το μέρος του τακτητή και έδειξε το απόμακρο πρόσωπό του, η ζήλια της
και είπε ναζιάρικα: «Δεν ήθελα να σας πληΥώσω, κUριε». μαλάκωσε. Τώρα μποροuσε να ξεχαστεί και να αφεθεί στον
«ΣυΥνώμη. δε θα σας ξαναΥΥίξω» είπε εκείνος. δικό της ρόλο.
Ήταν έξαλλος που δεν τον κατάλαβε και αρνήθηκε να Τον δικό της ρόλο; Ποιο ρόλο;Ένα ρόλο βΥαλμένο από
ξαναΥίνει ο εαυτός της όταν το θέλησε εκείνος κι αφοι) τη λΟΥοτεχνία της σειράς. Μια άΥνωστη κάνει οτοστόπ όχι
εκείνη επέμενε να κρατήσει το προσωπείο της, μετέφερε Υια να πάει κάπου αλλά Υια να ξελΟΥιάσει τον άντρα που
το θυμό του στην άΥνωστη του οτοστόπ την οποία παρί­ κάθεται στο τιμόνι' είναι μια φτηνή ξελΟΥιάστρα που ξέρει
στανε η κοπέλα του' και αποκάλυψε ξαφνικά τη φuση τού να χρησιμοποιεί περίφημα τα θέλΥητρά της. Η κοπέλα μπή­
δικοι) του ρόλου: σταμάτησε τις φιλοφρονήσεις. που ήταν κε στο πετσί αυτής της Υελοίας ηρωίδας μυθιστορήματος
ένας πλάΥιος τρόπος να κολακέψει την κοπέλα του. κι άρχι­ με μια ευκολία που την ξάφνιασε και τη μάΥεψε.
σε να παίζει τον σκληρό που, στις σχέσεις του με τις Υυναί­ Έτσι συνέχισαν το ταξίδι ο ένας πλάι στον άλλο: ένας
κες. προβάλλει τις βιαιότερες πλευρές του ανδρισμοι) του: οδηΥός και μια κοπέλα που έκανε οτοστόπ δύο άΥνωστοι.
ισχυΡΟΥνωμοσUνη. κυνισμό, αυτοπεποίθηση.
Ο ρόλος αυτός ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με την τρυ­
φερότητα και τη φροντίδα με την οποία την περιέβαλλε. Η
αλήθεια είναι ότι, προτοι) τη Υνωρίσει, δεν υπήρξε και τόσο 5
αβρός με τις Υυναίκες. αλλά ακόμα και τότε δεν ήταν καθό­
λου ο τuπος του αναίσθητου και σκληροι) άντρα, Υιατί οuτε Η ξενοιασιά ήταν ό.τι του έλειπε περισσότερο του νεαροι)
ισχυρή θέληση τον διέκρινε οuτε οι ηθικοί ενδοιασμοί τοι) στη ζωή του. Ο δρόμος της ζωής του ήταν χαραΥμένος με
έλειπαν. Παρ' όλα αυτά. παρόλο που δεν έμοιαζε σ' αυτό αμείλικτη ακρίβεια: η δουλειά του όχι μόνο τον απασχο­
τον τuπο του άντρα, κάποια εποχή το ήθελε πολU. Ήταν βε­ λοι)σε πάνω από οχτώ ώρες καθημερινά αλλά διαπότιζε και
βαίως μια αρκετά αφελής επιθυμία, αλλά τι να Υίνει: οι την υπόλοιπη μέρα του με την αναΥκαστική πλήξη των συ-

88 89
ΚΩ.\1IΚOJ ΕΡΩΤΕΣ ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ ΟΤΟΣΤΟΠ

νεδριάσεων και με τη μελέτη στο σπίτι' μαζί πια και με τα «Κι έτσι και δεν εμφανιστείτε στο ραντεβού σας;»
αδιάκριτα βλέμματα των συναδέλφων η δουλειά του δια­ «Θα φταίτε εσείς και θα πρέπει ν' ασχοληθείτε μαζί μου.»
πότιζε και τον απεφοελάχιστο χρόνο της προσωπικής του «Δεν προσέξατε πως έστριψα προς το Νόβε Ζάμκυ;»
ζωής. που ποτέ δεν είχε παραμείνει κρυφή και πολλές φο­ «Σοβαρά; Τρελαθήκατε;»
ρές αποτελούσε αντικείμενο κουτσομπολιού και δημόσιων «Μη φοβάστε! Θ' ασχοληθώ εγώ μαζί σας» είπε ο νεαρός.
συζητήσεων. Ακόμα και οι δεκαπενθήμερες διακοπές δεν Αμέ σως το παιχνίδι πήρε καινούρια τροπή. Το αυτοκί-
του πρόσφεραν καμία αίσθηση λύτρωσης ή περιπέτειας νητο δεν απομακρυνόταν μόνο από τον φανταστικό προο­
ακόμα κι εδώ απλωνόταν η γκριζωπή σκιά ενός αυστηρού ρισμό. την Μπύστριτσα. αλλά και από τον πραγματικό. για
προγραμματισμού' και επειδή τα περιθώρια να βρει κανείς τον οποίο είχαν ξεκινήσει το πρωί εκείνο: τα Τάτρας και το
κατάλυμα για διακοπές ήταν πολύ στενά, αναγκάστηκε να δωμάτιο που είχαν κλείσει εκεί. Η φανταστική ζωή κατα­
κλείσει δωμάτιο στα Τάτρας έξι μήνες πριν. και πάλι χρειά­ πατούσε τα εδάφη της πραγματικής. Ο νεαρός απομακρυ­
στηκε συστατική επιστολή από το γραφείο του, που το πα­ νόταν από τον εαυτό του και ταυτόχρονα από τον άτεγκτα
νταχού παρόν πνεύμα του δεν έπαυε έτσι ούτε στιγμή να χαραγμένο δρόμο απ' όπου δεν είχε παρεκκλίνει ποτέ του.
είναι ενήμερο για την κάθε του κίνηση. «Ναι. αλλά μου είπατε πως πηγαίνατε στα Τάτρας»
Είχε συμφιλιωθεί τελικά με όλα αυτά. αλλά μερικές φορές ξαφνιάστηκε η κοπέλα.
περνούσε από τα μάτια του η φριχτή εικόνα ενός μεγάλου. « Όπου θέλω πηγαίνω. δεσποινίς. Ελεύθερος άνθρωπος
ίσιου δρόμου όπου έτρεχε κυνηγημένος μπροστά στα μάτια είμαι και κάνω ό.τι θέλω κι ό.τι μου αρέσει.»
των περαστικών, χωρίς να μπορεί να στρίψει πουθενά. Εκεί­
νη ακριβώς τη στιγμή ζωντάνεψε αυτή η εικόνα, και μ' ένα
περίεργο βραχυκι)κλωμα ο φανταστικός δρόμος ταυτίστη­
κε με τον πραγματικό δρόμο στον οποίο οδηγούσε' αυτός ο 6
περίεργος συνειρμός τον οδήγησε σε μια ξαφνική τρέλα:
«Πού είπατε πώς πάτε;» Είχε αρχίσει να νυχτώνει όταν έφτασαν στο Νόβε Ζάμκυ.
«Στην Μπύστριτσα.» Ο νεαρός δεν είχε περάσει ποτέ από εκείνα τα μέρη και
«Και τι πάτε να κάνετε εκεί;» χρειάστηκε λίγο χρόνο να προσανατολιστεί. Σταματούσε
«Έχω κάποιο ραντεβού.» κάθε τόσο και ρωτούσε τους περαστικοι'ις πού υπάρχει ξε­
«Με ποιον;» νοδοχείο. Οι δρόμοι ήταν όλοι σκαμμένοι. και για να φτά­
«Με κάποιον κύριο.» σουν στο ξενοδοχείο. παρόλο που ήταν πολύ κοντά (όπως
Το σπορ αυτοκίνητο μόλις είχε φτάσει σε μια μεγάλη τους έλεγαν όλοι οι περαστικοΟ. έκαναν σχεδόν ένα τέταρ­
διασταύρωση. Ο νεαρός έκοψε ταχύτητα για να διαβάσει το. με χιλιάδες στροφές και παρακάμψεις. Το ξενοδοχείο δεν
τις πινακίδες έπειτα έστριψε δεξιά. είχε τίποτα το συμπαθητικό, αλλά ήταν το μοναδικό στην

90 91
ΚΩΜΤΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΊΌ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ ΟΤΟΣΤΟΠ

πόλη και ο νεαρός είχε βαρεθεί να οδηγεί. «Περιμέντε με σφέρει επιτέλους στο φίλο της αυτό που δεν είχε μπορέσει
εδώ» είπε στην κοπέλα και βγήκε απ' τ' αυτοκίνητο. να του προσφέρει ώς τότε: ελαφρότητα. ξενοιασιά, ξεδια­
Μόλις βγήκε, ξανάγινε ο εαυτός του. Ξαφνικά δεν του ντροπιά' ένιωθε μια περίεργη ικανοποίηση στη σκέψη πως
άρεσε καθόλου που βρέθηκε σ' ένα μέρος τελείως άσχετο μόνο αυτή μπορούσε να είναι όλες οι γυναίκες. και έτσι
με τον προορισμό του' πόσο μάλλον που δεν τον είχε ανα­ μπορούσε (μόνο αυτή) να μονοπωλήσει την προσοχή του
γκάσει κανένας, κι εδώ που τα λέμε ούτε ο ίδιος το είχε θε­ καλού της. να την απορροφήσει εξολοκλήρου.
λήσει. Τα 'βαλε με τον εαυτό του γι' αυτή την τρέλα που του Ο νεαρός άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και οδήγη­
'ρθε κι έκανε, αλλά έπειτα το πήρε απόφαση: το δωμάτιο σε την κοπέλα στην τραπεζαρία. Σε μια άκρη. μες στη φα­
στα Τάτρας μποροι'ισε να περιμένει μία μέρα. και τι το κα­ σαρία, τη βρομιά και τον καπνό, ανακάλυψε το μοναδικό
κό να γιορτάσουν την πρώτη μέρα των διακοπών τους με ελεύθερο τραπέζι.
κάτι απρόοπτο;
Διέσχισε την τραπεζαρία, που ήταν ασφυκτικά γεμάτη.
πνιγμένη στον καπνό και τη φασαρία. και ρώτησε πού είναι
η ρεσεψιόν. Του έδειξαν το βάθος του χολ, πλάι στη σκάλα, 7
όπου μια ξανθιά περασμένης ηλικίας ήταν θρονιασμένη κά­
τω από έναν πίνακα γεμάτο κλειδιά' με τα χίλια ζόρια την «Γιά να δούμε τώρα. πώς θ' ασχοληθείτε μαζί μου» είπε
κατάφερε να του δώσει το κλειδί του τελευταίου ελεύθερου προκλητικά η κοπέλα.
δωματίου. «Τι θα πάρετε για απεριτίφ;»
Και η κοπέλα. μόλις έμεινε μόνη. εγκατέλειψε το ρόλο Δεν τη συγκινούσε ιδιαίτερα το αλκοόλ' έπινε απλώς λί­
της. Δεν την πείραξε όμως που άλλαξαν δρομολόγιο. Ήταν γο κρασΙ αλλά της άρεσε το τσέρι. Αυτήν όμως τη φορά
τόσο αφοσιωμένη στο φίλο της. που δεν είχε ποτέ αμφιβο­ απάντησε επίτηδες: «Μια βότκα».
λίες για οτιδήποτε έκανε εκείνος, και του πρόσφερε με «Περίφημα» είπε εκείνος. «Ελπίζω να μη μεθι'ισετε.»
εμπιστοσύνη κάθε στιγμή της ζωής της. Έπειτα σκέφτηκε «Και λοιπόν;» είπε εκείνη.
πως κι άλλες γυναίκες, από αυτές που συναντοι'ισε στα Ο νεαρός δεν απάντησε. αλλά φώναξε το γκαρσόνι. πα­
επαγγελματικά ταξίδια του. θα είχαν μείνει να τον περιμέ­ ράγγειλε δύο βότκες και Οι)ο μπριζόλες. Σε λιγάκι το γκαρ­
νουν στο αυτοκίνητό του. όπως αυτή τώρα. Περιέργως, δεν σόνι έφερε δί>ο ποτήρια και τα άφησε μπροστά τους.
την αναστάτωσε καθόλου αυτή η σκέψη' χαμογέλασε' της Ο νεαρός ύψωσε το ποτήρι του και είπε: «Στην υγειά σας!»
άρεσε η ιδέα πως τούτη τη φορά η ξένη είναι αυτή' μια «Τίποτα πιο πρωτότυπο δε βρήκατε;»
ανέμελη και πρόστυχη ξένη γυναίκα, από αυτές που τόσο Κάτι στο παίξιμό της είχε αρχίσει να τον εκνευρίζει' τώ­
τις ζήλευε' της φαινόταν ότι έτσι τις βγάζει απ' το παιχνίδι' ρα που βρίσκονταν πρόσωπο με πρόσωπο. συνειδητοποίη­
ότι βρήκε τον τρόπο να τους κλέψει τα όπλα τους όη προ- σε πως του φαινόταν άλλη, όχι μόνο από τα λόΥια της. αλλά

θ2 93
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΤΟ ΠΑΤΧΝΙΔΤ ΊΌΥ ΟΤΟΣΤΟΠ

κυρίως επειδή είχε μεταμορφωθεί ολόκληρη, στις κινήσεις φέρεται σαν εύκολη γυναίκα' αφού μπορούσε να την υπο­
του κορμιού της και στις εκφράσεις του προσώπου της, και δύεται τόσο καλά, σκεφτόταν. άρα έτσι ήταν και πραγματι­
έμοιαζε αξιοθρήνητα πιστά στο είδος των γυναικών που κά' δηλαδή δεν είχε περάσει μέσα στο πετσί της κάποια ξέ­
του ήταν πολύ γνώριμο και του ενέπνεε ελαφρά αηδία, νη Ψυχή. ουρανοκατέβατη' η γυναίκα την οποία ενσάρκωνε
Οπότε, καθώς κρατούσε πάντα το ποτήρι του ψηλά, διόρ­ μ' αυτό τον τρόπο ήταν ο πραγματικός της εαυτός ή του­
θωσε την πρόποσή του: «Καλά, δεν πίνω στην υγειά σας, αλ­ λάχιστον ένα μέρος του εαυτού της που το κ ρατούσε ώς
λά στη συνομοταξία σας, που συνδυάζει τις αρετές του ζωι­ τότε φυλακισμένο, αλλά που με το πρόσχημα του παιχνι­
κού βασιλείου με τα ελαττώματα του ανθρώπινου γένους», διού είχε ξεφύγει απ' τη φυλακή του' και σίγουρα θα πί­
«Όταν λέτε "η συνομοταξία μου ", εννοείτε όλες τις γυ­ στευε ότι παίζοντας αυτό το παιχνίδι απαρνιέται τον εαυτό
ναίκες;» ρώτησε εκείνη, της μήπως όμως συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο; μήπως
«Εννοώ αυτές που σας μοιάζουν.» μέσα ακ ριβώς από το παιχνίδι γινόταν ο εαυτός της; μήπως
«Όπως και να 'ναι, δεν το βρίσκω και πολύ πνευματώ­ μέσα από το παιχνίδι απελευθερωνόταν; Όχι, απέναντί του
δες να συγκρίνετε τις γυναίκες με τα ζώα.» δεν κα θόταν κάποια άλλη με το κορμί της κοπέλας του'
«Καλά» απάντησε εκείνος. με υψωμένο πάντα το ποτή­ ήταν η κοπέλα του, αυτ ή και καμία άλλη. Την κοιτοιΥσε με
ρι, «δε θα πιω στη συνομοταξία σας, αλλά στην ψυχή σας αποστροφή που όλο και μεγάλωνε.
συμφωνείτε; Στην ψυχή σας, που παίρνει φωτιά όταν κατε­ Αλλά δεν ήταν μόνο αποστροφή. Όσο πιο ξένη τού ήταν
;.
βαίνει απ' το κεφάλι στην κοιλιά σας. και σβήνει όταν ξα­ διανοητικά τόσο περισσότερο την ποθούσε σωματικά' η ξε­
νανεβαίνει απ' την κοιλιά σας στο κεφάλι σας.» νικότητα της Ψυχής της χάριζε μοναδικότητα στο κορμί
Σήκωσε κι εκείνη το ποτήρι της. «Σύμφωνοι, στην ψυχή της ακόμα καλύτερα, η ξενικότητα αυτή έκανε επιτέλους
μου που κατεβαίνει στην κοιλιά μου.» το κορμί της κορμί, σαν να μην είχε υπάρξει ώς τότε για
«Άλλη μια μικρή διόρθωση» είπε εκείνος, «Καλύτερα κείνον αυτό το κορμί παρά μόνο μες στην ομίχλη της συ­
να πιούμε στην κοιλιά σας όπου κατεβαίνει η ψυχή σας.» μπ όνιας, της τρυφεράδας, της φροντίδας, της αγάπης και
«Στην κοιλιά μου» είπε κι εκείνη, και η κοιλιά της (τώρα της συγκίνησης σαν να ' χε χαθεί μέσα σ' αυτή την ομίχλη
που την είχαν κατονομάσει) φάνηκε να ανταποκρίνεται στο (ναι, σαν να είχε χαθεί το κορμί!). Ο νεαρός είχε την αίσθη­
κάλεσμα: η κοπέλα αισθανόταν κάθε χιλιοστό της επιδερ­ ση πως πρώτη φορά βλέπει το κορμί της κοπέλας του.
μίδας της. Μετά την τρίτη βότκα με σόδα η κοπέλα σηκώθηκε.
Έπειτα το γκαρσόνι έφερε τις μπριζόλες. Παράγγειλαν «Με συγχωρείτε» είπε φιλάρεσκα.
άλλη μια βότκα και σόδα (αυτήν τη φορά ήπιαν στα στ ήθη «Μπορώ να ρωτήσω πού πάτε, δεσποινίς;»
της κοπέλας) και η συζήτηση συνεχίστηκε σ' αυτό το πε­ «Για κατούρημα, με την άδειά σας» είπε εκείνη, και πέ­
ρίεργα ανάλαφρο ύφος. Ο νεαρός εκνευριζόταν όλο χαι πε­ ρασε ανάμεσα απ' τα τραπέζ ια προς τη βελούδινη κουρτί­
ρισσότερο βλέποντας πόσο καλά ήξερε η κοπέλα του να να στο βάθος της τραπεζαρίας.

94 95

------ --"'-----
ΚΩΜ lκΟ! EPΩTI�Σ ΤΟ ΠΑΙΧΝΤΔΙ ΤΟΥ ΟΤΟΣΤΟΠ

απευθύνεται μόνο στον άντρα που αγαπούσε' όταν κοιτοι)­

8 σαν το στήθος της οι άντρες στο δρόμο. είχε την αίσθηση


πως τα βλέμματα αυτά κηλίδωναν κάπως τον πιο απόκρυ­

Χάρηκε που τον άφησε εμβρόντητο μ' αυτήν τη λέξη, την φο κόσμο της. που ανήκε μονάχα σ' αυτήν και στον εραστή

ανώδυνη βεβαίως, που εκείνος όμως δεν την είχε ακούσει της. Αλλά τώρα ήταν η κοπέλα τού οτοστόπ. η γυναίκα χω­

ποτέ απ' το στόμα της κατά τη γνώμη της , τίποτα δεν εξέ­ ρίς πεπρωμένο' είχε ελευθερωθεί από τις τρυφερές αλυσί­

φραζε καλύτερα τον τύπο γυναίκας τον οποίο υποδυόταν δες του έρωτά της κι άρχιζε να αποκτά όλο και πιο έντονα

από την έμφαση που έδωσε φιλάρεσκα στην επίμαχη λέξη' συνείδηση του κορμιού της και όσο πιο ξένα ήταν τα βλέμ­

ναι, ήταν ευχαριστημένη. ήταν σε εξαιρετική διάθεση' το ματα που το παρατηρούσαν τόσο πιο πολύ την ερέθιζε το

παιχνίδι τη συνάρπαζε' της χάριζε πρωτόγνωρες αισθήσεις: κορμί αυτό.

λόγου χάρη την αίσθηση μιας ανεύθυνης ξενοιασιάς. Τη στιγμή που περνούσε πλάι από το τελευταίο τραπέ­

Αυτή που πάντοτε έτρεμε για το αμέσως επόμενο λε­ ζ ι. ένας άντρας μισομεθυσμένος. θέλοντας να κάνει τον κο­

πτό, ξαφνικά έν ιωθε τελείως χαλαρά. Η ξένη ζωή στην σμογυρισμένο, της φώναξε στα γαλλικά: «Πόσο πάει. δε­

οποία βρέθηκε ξαφνικά βυθισμένη ήταν μια ζωή χωρίς σποινίς;»

ντροπές, χωρίς βιογραφ ικά στοιχεία, χωρίς παρελθόν και Η κοπέλα κατάλαβε. Φούσκωσε το στήθος και άρχισε

χωρίς μέλλον, χωρίς υποχρεώσεις ήταν μια ασυνήθιστα να ζει έντονα κάθε κίνηση των γοφών της έπειτα χάθηκε

ελεύθερη ζωή. Απ' τη στ ιγμή που έγινε η κοπέλα του οτο­ πίσω απ' την κουρτίνα.

στόπ. μπορούσε να κάνει οτιδήποτε' της επιτρέπονταν τα


πάντα' μπορούσε να πει. να κάνει, να νιώσε ι τα πάντα.
Καθώς διέσχιζε την τραπεζαρία πρόσεξε πως την παρα­
τηρούσαν απ' όλα τα τραπέζια' ήταν κι αυτό μια πρωτό­ 9
γνωρη αίσθηση: η ξεδιάντροπη ηδονή που της χάριζε το
κορμί της. Ίσαμε τότε δεν είχε κατορθώσει να ξεφύγει εντε­ Ήταν ένα περίεργο παιχνίδι. Περίεργο. γιατί ο νεαρός, ενώ

λώς απ' το δεκατετράχρονο κορίτσι που ντρεπόταν για τα υποδυόταν λόγου χάρη τέλεια τον άγνωστο οδηγό. δεν

στήθη του και είχε μια δυσάρεστη αίσθηση απρέπειας, έτσι έπαυε ούτε στιγμή να βλέπει, στο πρόσωπο της κοπέλας

που τα έβλεπε να προεξέχουν απ' το κορμί του. να είναι του οτοστόπ, την κοπέλα του. Κι αυτό ακρι βώς ήταν οδυ­

ορατά. Κι ενώ ήταν περήφανη για την ομορφιά της και το νηρό' έβλεπε την κοπέλα του να σαγηνεύει έναν άγνωστο

καλοφτιαγμένο κορμί της. η συστολή μετρίαζε αμέσως την και είχε το θλι βερό προνόμιο να παρίσταται στη σκηνή' να

περηφάνια της: καταλάβαινε πολύ καλά πως η γυναικεία βλέπει από κοντά πώς έδειχνε και τι έλεγε όταν τον απα­

ομορφιά λειτουργεί προπαντός σαν σεξουαλική πρόκληση. τούσε (όταν θα τον απατούσε)' είχε την παράδοξη τιμή να

κι αυτό δεν της άρεσε καθόλου' ήθελε το κορμί της να χρησιμεύει ο ίδιος σαν δόλωμα για την απιστία της.

96 97
ΚΩΜΙ ΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ ΟΤΟΣΤΟΩ

Το χειρότερο είναι πως δεν την αγαπούσε απλώς: τη λά­ βγουν απ τα τετραγωνάκια της σκακιέρας τα όρια του
τρευε' σκεφτόταν πάντοτε πως η κοπέλα αυτή είναι πραγ­ αγωνιστικού χώρου είναι αδιάβατα. Η κοπέλα ήξερε πως

ματική μόνο μέσα στα όρια της πίστης και της αγνότητας είναι υποχρεωμένη να δεχτεί τα πάντα. επειδή ακριβώς
και πως πέρα από αυτά τα όρια απλούστατα δεν υπάρχει' επρόκειτο για παιχνίδι. Ήξερε πως ό σο πιο ακραίο γινόταν
πως πέρα από αυτά τα όρια θα έπαυε να είναι ο εαυτός της. το παιχνίδι τόσο περισσότερο παιχνίδι θα ήταν και τό σο πε­
όπως παύει να είναι νερό το νερό πέρα από το σημείο βρα­ ρισσότερο θα ήταν υποχρεωμένη αυτή να παίξει υπάκουα.
σμού. Κι όταν την έβλεπε να ξεπερνά αυτά τα φριχτά όρια Και δεν είχε νόημα να επιστρατεύσει τη λογική και να προ­

με τόσο φυσική κομΨότητα, του ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι. ειδοποιήσει τη ζαλισμένη ψυχή της να κρατήσει τις απο­
Η κοπέλα γύρισε από τις τουαλέτες και παραπονέθηκε: στάσεις της, να μην παίρνει στα σοβαρά το παιχνίδι. Ακρι­
«Ένας τύπος μού είπε: Πόσο πάει, δεσποινίς;» βώς επειδή ήταν παιχνίδι και μ όνο, η ψυχή δεν αισθανόταν
«Γιατί σας κάνει εντύπωση! Μοιάζετε με πό ρνη. » φόβο. δεν αμυνόταν. και αφηνόταν στο παιχνίδι όπως αφή­
« Και ποιος σας είπε πως με νοιάζει;» νεται κανείς σ' ένα ναρκωτικό.
« Τότε γιατί δε μένατε μ' εκείνο τον κύριο;» Ο νεαρός φώναξε το γκαρσόνι και πλήρωσε. Έπειτα ση-
«Μα αφού είμαι μαζί σας. » κώθηκε και είπε: «Πάμε» .
«Μπορείτε να βρεθείτε αργότερα. Απλώς συνεννοηθείτε «Πού δηλαδή;» έκανε πως δεν καταλαβαίνει η κοπέ λα.

μαζί του. » «Άσε τις ερωτήσεις και πάμε!»


«Δε μου αρέσει όμως. » «Π ώς μου μιλάτε έτσι;»
«Πάντως δε θα σας πείραζε καθόλου να έχετε πολλούς «Έτσι μιλάω εγώ στις πουτάνες. »

άντρες σε μια νύχτα. »


«Γιατί όχι; Άμα είναι ωραίοι. »
« Και τους προτιμάτε έναν έναν ή όλους μαζί;»
«Δεν έχω πρόβλημα. » 10
Η συζήτηση χόντραινε όλο και περισσότερο' αυτό τη σό ­

καρε λίγο την κοπέλα. αλλά δεν μπορούσε να διαμαρτυρη­ Ανέβαιναν την κακοφωτισμένη σκάλα' στο κεφαλό σκαλο

θεί. Ακό μα και στο παιχνίδι δεν είναι ελεύθερος κανείς: το περίμεναν έξω απ' τις τουαλέτες κάτι μισομεθυσμένοι
παιχνίδι είναι παγίδα για τον παίκτη' αν δεν επρόκειτο για άντρες. Ο νεαρός έβαλε το χέρι του γύρω απ' τους ώμους
παιχνίδι κι ο οδηγός με την κοπέλα του οτοστόπ ήταν δυο της κοπέλας και της έπιασε το ένα στήθος. Το είδαν οι
άγνωστοι μεταξύ τους, η κοπέλα θα είχε προσβληθεί και θα άντρες έξω απ' τις τουαλέτες κι άρχισαν τα πειράγματα. Η
είχε φύγει από ώρα' αλλά απ' το παιχνίδι δεν υπάρχει δια­ κοπέλα έκανε να τραβηχτεί. αλλά ο νεαρός τής είπε απότο­
φυγή' η ομάδα δεν μπορεί να φύγει από το γήπεδο προτού μα: «Ήσυχα!» και οι άντρες χαιρέτισαν τη φράση του με
τελειώσει ο αγώνας, τα πιόνια στο σκάκι δεν μπορούν να βίαιες εκφράσεις αλληλεγγι>ης και με προστυχόλογα για

98 99
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ
ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΤ ΤΟΥ ΟΤΟΣΤΟΠ

την κοπέλα. Είχαν φτάσει στο πρώτο πάτωμα. Ο νεαρός


του ήταν απελπιστικά άλλη. απελπιστικά ξέvη. απελπιστι­
άνοιξε την πόρτα του δωματίου και γύρισε το διακόπτη.
κά πολύμορφη. Τη μισούσε.
Ήταν ένα μικρό δίκλινο, μ' ένα τραπέζι, μια καρέκλα κι
«Τι κάθεσαι; Γδύσου!»
ένα νιπτήρα. Ο νεαρός κλείδωσε και στράφηκε στην κοπέ­
«Είναι απαραίτητο;» είπε εκείνη, χαμηλώνοντας φιλά­
λα. Εκείνη στεκόταν μπροστά το υ, με μια αυθάδη ηδυπά­
ρεσκα το κεφάλι.
θεια στο βλέμμα, σαν να του πετούσε το γάντι. Την κοιτού­
Του φάνηκε πολύ οικείος αυτός ο τόνος, σαν να του το
σε και προσπαθούσε να ανακαλύψει, πίσω από αυτήν τη
ί
ε χε πει παλιά αυτό και κάποια άλλη. μόνο που τώρα δε
λάγνα έκφραση, τα γνώρψά του χαρακτηριστικά, αυτά
θυμόταν ποια. Ήθελε να την ταπεινώσει. Όχι την κοπέλα
που τό σο τρυφερά αγαπούσε. Ήταν σαν να κοιτούσε δύο
του οτοστόπ, αλλά αυτήν, την κοπέλα του. Το παιχνίδι τε­
εικόνες μέσα από τον ίδιο φακό, δύο εικόνες τη μια πάνω
λικά γινόταν ένα με τη ζωή. Τ ο παιχνίδι της ταπείνωσης
στην άλλη, που τις έβλεπε, σαν να 'ταν διάφανες, τη μια
της κοπέλας του οτοστόπ ήταν απλώς πρόσχημα για να τα­
μέσα απ' την άλλη. Αυτές οι δύο επάλληλες εικόνες τοl)
πεινώσει την κοπέλα του. Είχε ξεχάσει πως παίζει ένα παι­
έλεγαν πως η κοπέλα του μπορούσε να περιέχει τα πάvτα,
χνίδι. Μισούσε τη γυναίκα που είχε μπροστά του. Την κοί­
πως η ψυχή της ήταν τρομαχτικά απροσδιόριστη. πως μέσα
ταξε καλά καλά' έπειτα έβγαλε απ' το πορτοφόλι του πε­
εκεί η πίστη έβρισκε θέση πλάι στην απιστία. η προδοσία
νήντα κορόνες: «Φτάνουν;» της είπε.
πλάι στην αθωότητα, η κοκεταρία πλάι στη συστολή' αυτό
Εκείνη πήρε το χαρτονόμισμα και είπε: «Δεν είστε και
το άτσαλο ανακάτεμα του φαινόταν εξίσου αποκρουστικό
πολl) γενναιόδωρος».
με το παρδαλό συνονθύλευμα ενός σωρού σκουπιδιών. Οι
«Δεν αξίζεις περισσότερα» είπε εκείνος.
δύο επάλληλες εικόνες εξακολουθούσαν να προβάλλουν η
Εκείνη σφίχτηκε πάνω του: «Γιατί μου φέρεσαι έτσι;
μία μέσα απ' την άλλη, και ο νεαρός κατάλαβε πως η δια­
Πιο γλυκός πρέπει να 'σαι. Προσπάθησε λιγάκι!»
φορά ανάμεσα στην κοπέλα του και τις άλλες γυναίκες
Τον αγκάλιασε και πλησίασε το στόμα της στο δικό του.
ήταν εντελώς επιφανειακή και πως βαθιά μέσα της η κοπέ­
Αλλά εκείνος ακούμπησε τα δάχτυλά του στα χείλη της και
λα του ήταν ίδια με τις άλλες γυναίκες: ίδιες σκέψεις. ίδια
την απώθησε μαλακά: «Φιλάω μόνο τις γυναίκες που αγα­
συναισθήματα. ίδια ελαττώματα. γεγονός που δικαιολο­
πάω» είπε.
γούσε τις κρυφές του αμφιβολίες και ζήλιες κατάλαβε πως
«Κι εμένα δε μ' αγαπάς;»
η εντύπωση από το περίγραμμα που όριζε την προσωπικό­
«Όχι. »
τητά της ήταν απλώς Ψευδαίσθηση στην οποία παραδιδό­
«Και ποιαν αγαπάς;»
ταν ο άλλος, αυτός που κοιτούσε, δηλαδή ο ίδιος. Του φά­
«Τι σε νοιάζει εσένα; Γδύσου!»
νηκε πως η κοπέλα την οποία είχε αγαπήσει ήταν απλώς
γέννημα του πόθου του. της σκέψης του. της εμπιστοσύνης
του. ενώ η πραΥματική κοπέλα που έστεκε τώρα μπροστά

100
101
ιωΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΊΌ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ ΟΤΟΣΤΟΠ

του. αλλά εκείνος της είπε: «Μείνε εκεί που είσαι, να σε


11
βλέπω καλά». Ένα μόνο ήθελε πια, να την αντιμετωπίσει
σαν πόρνη. Δεν είχε όμως γνωρίσει ποτέ του πόρνες. και η
Ποτέ της δεν είχε γδυθεί έτσι. Η ντροπή. η αίσθηση πανι­ ιδέα που είχε γι' αυτές προερχόταν απ' τα βιβλία κι απ'
κού, ο ίλιγγος. όλα όσα ένιωθε όταν γδυνόταν μπροστά του όσα είχε ακουστά. Μια τέτοια εικόνα έφερε λοιπόν στο νου
(χωρίς να μπορεί να κρυφτεί στο σκοτάδι), όλα αυτά είχαν του, και το πρώτο πράγμα που είδε ήταν μια γυναίκα με
εξαφανιστεί. Στεκόταν μπροστά του, σίγουρη για τον εαυ­ μαύρα εσώρουχα που χόρευε πάνω στο γυαλιστερό καπά­
τό της. προκλητική. λουσμένη στο φως. κατάπληκτη που κι ενός πιάνου. Δεν υπήρχε πιάνο στο δωμάτιο του ξενοδο­
ανακάλυψε ξαφνικά τις άγνωστες ώς τότε γι' αυτήν κινή­ χείου, υπήρχε μόνο ένα μικρό τραπέζι κολλητά στον τοίχο.
σεις ενός αργού. μεθυστικού στριπτίζ. Προσέχοντας τον καλυμμένο μ' ένα τραπεζομάντιλο. Πρόσταξε την κοπέλα
τρόπο που την κοιτούσε εκείνος. έβγαζε ένα ένα τα ροι)χα του ν' ανέβει πάνω στο τραπέζι. Εκείνη έκανε μια ικετευτι­
της. με ερωτικές κινήσεις. απολαμβάνοντας το κάθε στάδιο κή κίνηση, αλλά εκείνος είπε: «Γι' αυτό πληρώθηκες».
αυτού του ξεγυμνώματος. Μπροστά στην αμετακίνητη αποφασιστικότητα που διά­
Και ξαφνικά βρέθηκε να στέκεται ολόγυμνη μπροστά βασε στο βλέμμα του, η κοπέλα προσπάθησε να συνεχίσει το
του' και τότε σκέφτηκε πως δεν πάει άλλο αυτό το παιχνί­ παιχνίδι, αλλά δεν μπορούσε πια, δεν ήξερε πώς. Με δάκρυα
δι' πως. από τη στιγμή που πέταξε τα ρούχα της, πέταξε στα μάτια ανέβηκε στο τραπέζι. Το τραπέζι ήταν μόλις ένα
και τη μάσκα της κι έμεινε γυμνή. που σήμαινε πως ήταν επί ένα, και είχε κι ένα πόδι κοντύτερο' κι εκείνη. όρθια πά­
πια ο εαυτός της. κι ο νεαρός έπρεπε τώρα να κάνει ένα νω σ' αυτό το τραπέζι. φοβόταν μη χάσει την ισορροπία της.
βήμα προς το μέρος της, μια κίνηση με το χέρι. μια κίνηση Εκείνος όμως απολάμβανε τη θέα του γυμνού κορμιού
rl
που θα τα έσβηνε όλα. και που μετά απ' αυτήν θα έρχονταν που ορθωνόταν μπροστά του. και η γεμάτη συστολή αβε­
μόνο οι πιο προσωπικές ερωτικές στιγμές τους. Ήταν λοι­ βαιότητα της κοπέλας τον έκανε ακόμα πιο τυραννικό. Ήθε­
πόν γυμνή μπροστά του και είχε σταματήσει το παιχνίδι' λε να δει αυτό το κορμί σ' όλες τις στάσεις κι απ' όλες τις
αισθανόταν αμήχανα, και τότε εμφανίστηκε στο πρόσωπό γωνίες, όπως φανταζόταν πως το είχαν δει και θα το έβλε­
της εκείνο το ντροπαλό και αβέβαιο χαμόγελο που ανήκε παν άλλοι άντρες. Φερόταν χοντροκομμένα, χυδαία. Χρησι­
πράγματι σ' αυτήν και μόνο. μοποιούσε λέξεις που αυτή δεν τον είχε ακούσει να τις ξε­
Εκείνος όμως έμενε ακίνητος. δεν έκανε καμία κίνηση στομίζει ποτέ. Τώρα η κοπέλα ήθελε να αντισταθεί. να ξε­
που να σημάνει το τέλος του παιχνιδιού. Δεν έβλεπε το τό­ φύγει απ' αυτό το παιχνίδι' τον φώναξε με τ' όνομά του, αλ­
σο γνώριμο χαμόγελό της δεν έβλεπε μπροστά του παρά λά εκείνος της έβαλε τις φωνές. από πού κι ώς πού του μι­
μόνο το ωραίο. άγνωστο σώμα της κοπέλας του, που τη μι­ λάει με τέτοια οικειότητα. Έτσι. σαστισμένη κι έτοιμη να ξε­
σούσε. Το μίσος ξέπλενε την ηδυπάθειά του από κάθε συ­ σπάσει σε κλάματα. υπάκουσε τελικά, έσκυψε μπροστά. έκα­
ναισθηματικό επίχρισμα. Η κοπέλα έκανε να πάει κοντά τσε στις φτέρνες, σι>μφωνα με τις επιθυμίες του φίλου της,
102 103
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ το ΠΑΙΧΝΙΔ.Ι ΤΟΥ ΟΤΟΣΤΟΠ

χαιρέτησε στρατιωτικά. κι έπειτα ξεβιδώθηκε να του χο­ νω απ' το κ ρεβάτι. έσβησε το φως. Δεν ήθελε να βλέπει το
ρεύει τουίστ σε κάποια απότομη κίνηση. όταν γλίστρησε πρόσωπό της. Ήξερε πως το παιχνίδι είχε τελειώσει, αλλά
το τραπεζομάντιλο κάτω απ' τα πόδια της και παραλίγο να δεν είχε καμία διάθεση να επιστρέψει στην κανονική τους
πέσει, ο νεαρός την άρπαξε και την τράβηξε στο κ ρεβάτι. σχέση' τη φοβόταν αυτή την επιστροφή. Ήταν ξαπλωμένος
Έσμιξε μαζ ί της. Η κοπέλα χάρηκε που επιτέλους στα­ πλάι στην κοπέλα στα σκοτεινά. έτσι όμως που να μην αγ­
μάτησε αυτό το άθλιο παιχνίδι, που θα ήταν και πάλι οι δυο γίζονται τα κορμιά τους.
τους, έτσι όπως ήταν και προηγουμένως και έτσι όπως αγα­ Έπειτα από λίγο άκουσε τα πνιχτά αναφιλητά της το
πιόνταν. Θέλησε να πιέσει τα χείλη της πάνω στα δικά του, χέρι της άγγιξε το χέρι του με μια δειλή. παιδιάστικη κίνη­
αλλά εκείνος την απώθησε και επανέλαβε πως φιλάει μόνο ση' τον άγγιξε, τραβήχτηκε, τον ξανάγγιξε, κι έπειτα, μέσα
τις γυναίκες που αγαπάει. Η κοπέλα ξέσπασε σε λυγμούς. απ' τ' αναφιλητά, ακούστηκε μια ικετευτική φωνή που τον
Αλλά ούτε και να κλάψει δεν αξιώθηκε τελικά. γιατί το βί­ φώναζε με τ' ό νομά του κι έλεγε: «Είμαι ε γώ, είμαι εγώ...»
αιο πάθος του φίλου της κυρίευε σιγά σιγά το κορμί της, Ο νεαρός σώπαινε. έμενε ακίνητος και συνειδητοποιού­
και το κορμί της έπνιξε στο τέλος το παράπονο της Ψυχής σε τη θλιβερή κενότητα της διαβεβαίωσης της κοπέλας του.
της. Σύντομα στο κρεβάτι έμειναν δυο κορμιά σε απόλυτη όπου το άγνωστο οριζόταν διά του αγνώστου.
αρμονία. δυο αισθησιακά κορμιά ξένα μεταξύ τους. Αυτό Τα αναφιλητά έδωσαν τη θέση τους σ' ένα ηχηρό κλάμα'
ακριβώς που μια ζωή φοβόταν η κοπέλα όσο τίποτα στον η κοπέλα επαναλάμβανε συνέχεια αυτήν τη συγκινητική
κόσμο και το είχε αποφύγει επιμελώς ώς τώρα: τον έρωτα κενολογία: «Είμαι εγώ. είμαι εγώ. είμαι εγώ ..»
.

χωρίς συναίσθημα και χωρίς αγάπη. Ήξερε πως είχε διαβεί Τότε ο νεαρός αποφάσισε να καλέσει σε βοήθεια τη συ­
τα απαγορευμένα σύνορα, πέρα από τα οποία προχωρούσε μπόνια (και χρειάστηκε να την καλέσει από μακ ριά, γιατί
πλέον χωρίς τον παραμικ ρό ενδοιασμό και συμμετέχοντας δε βρισκόταν πουθενά εκεί κοντά). για να μπορέσει να πα­
απόλυτα' μόνο που σε κάποια μακ ρινή γωνιά του μυαλού ρηγορήσει την κοπέλα. Είχαν άλλες δεκατρείς μέρες διακο­
της ένιωθε κάτι σαν τρόμο στη σκέψη ότι ποτέ της δεν είχε πές μπροστά τους.
γνωρίσει τέτοια και τόση ηδονή όσο αυτήν τη φορά -πέρα
από αυτά τα σύνορα.

12

Έπειτα τέλειωσαν όλα. Ο νεαρός τραβήχτηκε από την κο­


πέλα και. φτάνοντας το μακ ρύ κορδόνι που κ ρεμόταν πά-

104
ΤΟ ΣΤΜΠΟΣΙΟ

Ό
ΠΡΩΤΗ ΠΡΑΞΗ

Ο θάλαμος εφημερίας

Ο θάλαμος εφημερίας (σε οποιοδήποτε τμήμα ενός οποιου­


δήποτε νοσοκομείου μιας οποιασδήποτε πόλης) συγκέ­
ντρωσε πέντε διαφορετικά άτομα και έπλεξε τις πράξεις
τους και τις κουβέντες τους σε μια κοινότοπη και γι' αυτό
ιδιαίτερα διασκεδαστική ιστορία.
Είναι ο Χάβελ ο γιατρός με μια νοσοκόμα. την Ελίζα­
μπετ (σε νυχτερινή βάρδια και οι δυο), και άλλοι δύο για­
τροί (που κάποιο μάλλον ασήμαντο πρόσχημα τους έφερε
εδώ για κουβεντολόι μαζί με μερικά μπουκάλια κρασΟ: ο
φαλακρός διευθυντής του τμήματος και μια όμορφη για­
τρός γΙJρω στα τριάντα, από άλλο τμήμα, που σ' όλο το νο­
σοκομείο όμως ξέρουν πως κοιμάται με τον διευθυντή.
(Ο διευθυντ ής είναι βεβαίως παντρεμένος, και μόλις πριν
ξεστόμισε την προσφιλή του φράση, απ' την οποία καταλα­
βαίνουμε το χιούμορ του αλλά και τις προθέσεις του: «Αγα­
πητοί συνάδελφοι, η μεγαλύτερη δυστυχία για τον άντρα
είναι ο ευτυχισμένος γάμος. Καμία ελπίδα για διαζύγιο».)
Εκτός από αυτά τα τέσσερα πρόσωπα υπάρχει και πέ­
μπτο, αλλά δεν είναι τώρα εδώ, γιατί είναι ο μικρότερος
και τον έστειλαν να φέρει άλλο ένα μπουκάλι κρασί. Και
υπάρχει κι ένα παράθυρο, που είναι σημαντικό, επειδή εί­
ναι ανοιχτό. και απ' έξω, απ' το σκοτάδι. περνάει μέσα στο
δωμάτιο μια ζεστή, φεγγαρόλουστη καλοκαιριάτικη νύχτα,

109
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ

γεμάτη αρώματα. Και τέλος, υπάρχει και μια ευχάριστη


διάθεση, όπως μαντεύουμε από την ευφρόσυνη φ λυαρία Ο Χάβελ είναι σαν το θάνατο' παίρνει τα πάντα
όλων τους, και ιδιαίτερα του διευθυντή, που ακούει τις αε­
ρολογίες του με αφτιά ερωτευμένου. «Δε μου λες, Χάβελ» είπε ο διευθυντής όταν βγήκε (εμφα­
Λίγο αργότερα (κι εδώ αρχίζει η δική μας ιστορία) πα­ νώς θιγμένη) απ' το θάλαμο εφημερίας η Ελίζαμπετ, κατα­
ρατηρείται μια κάποια ένταση: η Ελίζαμπετ ήπιε παραπά­ δικασμένη να κάνει ενέσεις σε δύο γέρικους πισινούς,
νω απ' όσο επιτρέπεται σε νοσοκόμα εν ώρα υπηρεσίας, «μπορείς να μου εξηγήσεις γιατί αποκρούεις με τέτοιο πεί­
και σαν να μην έφτανε αυτό εκδηλώνει απέναντι στον Χά­ σμα αυτήν τη δόλια την Ε λίζαμπετ;»
βελ μια ηδυπαθή φιλαρέσκεια, η οποία τον εκνευρίζει και Ο Χάβελ ήπιε μια γουλιά και απάντησε: «Μη με παρεξη­
προκαλεί απ' τη μεριά του μια μάλλον έντονη επίπληξη, γήσετε. Δεν έχει να κάνει με το ότι είναι άσχημη ή ότι τα 'χει
πια τα χρονάκια της. Πιστέψτε με, έχω πάει και με ασχη­
μότερες γυναίκες στη ζ ωή μου και με πολύ μεγαλύτερες».
«Ναι, σε ξέρουμε: είσαι σαν το θάνατο' παίρνεις τα πά­
Η επίπληξη του Χάβελ ντα. Αφού όμως παίρνεις τα πάντα, γιατί δεν παίρνεις και
την Ελίζαμπετ;»
«Αγαπητή μου Ελίζαμπετ, δε σε καταλαβαίνω. Κάθε μέρα «Ίσως» είπε ο Χάβελ «επειδή εκδηλώνει τόσο απροκά­
τσαλαβουτάς μέσα σε πυΟΡΡΟΟΙJσες πληγές, κάνεις ενέσεις λυπτα τον πόθο της, που μοιάζει με διαταγή. Είπατε πως
σε ζαρωμένους γερονΤΙΚΟΙJς πισινούς. κάνεις κλιJσματα. με τις γυναίκες είμαι σαν το θάνατο. Μόνο που του θανά­
αδειάζεις πάπιες. Η μοίρα σού έδωσε την αξιοζήλευτη ευ­ του δεν του αρέσει να παίρνει διαταγές.»
καιρία να αντιληφθείς τη σαρκική φύση του ανθρώ που σ'
όλη τη μεταφυσική ματαιότητά της. Αλλά η ζωτικότητά σου
αρνείται ν' αΚΟΙJσει τη λογική. Τίποτα δεν μπορεί να κλονί­
σει την πεισματική επιθυμία σου να είσαι ένα κορμί και τί­ Η μεγαλύτερη επιτυχία του διευθυντή
ποτα παραπάνω. Τα στήθη σου τρίβονται πάνω στους
άντρες από πέντε μέτρα απόσταση! Με πιάνει ίλιγγος, μ' «Νομίζ ω πως σε καταλαβαίνω» είπε ο διευθυντής. «Όταν
αυτές τις ατέλειωτες σπείρες που ζ ωγραφίζ ουν τα ακατα­ ήμουν κάμποσα χρόνια νεότερος, γ νώρισα μια κοπέλα που
πόνητα οπίσθιά σου καθώς περπατάς. Τι διάβολο, τράβα πήγαινε με όλους, κι επειδή ήταν όμορφη, θέλησα να πάω
λίγο πιο πέρα! Τα στήθη σου είναι πανταχο ύ παρόντα, σαν κι εγώ μαζ ί της. Ε λοιπόν. δε με ήθελε! Πήγαινε με τους συ­
το Θεό! Έχεις ήδη αργήσει δέκα λεπτά για τις ενέσεις!» ναδέλφους μου. με τον οδηγό. με τον μάγειρα, μ' αυτόν που
κουβαλούσε τα φορεία με τα πτώματα. μόνο μ' εμένα δεν
ερχόταν. Το διανοείστε;»

110 111
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΤΟ Σγ.vrΠΟΣΙΟ

«Φυσικά» έκανε η γιατρός. επιτυχία μου;» είπε ο διευθυντής. «Πρέπει να με καταλά­


«Αν θέλετε να μάθετε» είπε εκνευρισμένος ο διευθυ­ βετε. Αν και είστε ενάρετη γυναίκα, δεν είμαι για σας (και
ντής, που μπροστά σε κόσμο μιλούσε στην ερωμένη του να ξέρατε πόσο με θλίβει αυτό) ούτε ο πρώτος ούτε ο τε­
στον πληθυντικό. «την εποχή εκείνη είχα μόλις τελειώσει τη λευταίος. ενώ για κείνη τη μικρή πόρνη ήμουν. Να 'στε σί­
σχολή και είχα μεγάλες επιτυχίες. Πίστευα πως κάθε γυ­ γουρη, δε μ' έχει ξεχάσει ποτέ, και ακόμα και σήμερα θυ­
ναίκα είναι προσιτή, κι είχα καταφέρει να το αποδείξω με μάται με νοσταλγία πως με απέκρουσε. Αλλά την ιστορία
γυναίκες που τις πλησίαζες μάλλον δύσκολα. Αλλά, βλέπε­ αυτή την είπα απλώς για να δείξω την αναλογία με τη στά­
τε. μ' αυτή την τόσο εύκολη κοπέλα απέτυχα.» ση του Χάβελ απέναντι στην Ελίζαμπετ.»
«Έτσι που σας ξέρω, σίγουρα θα 'χετε μια θεωρία για
το θέμα» είπε ο Χάβελ.
«Ναι» είπε ο διευθυντής. «ο ερωτισμός δεν είναι πόθος
απλώς και μόνο για ένα άλλο κορμί, αλλά εξίσου πόθος και Ελευθερίας εγκώμιο
για διάκριση. Ο σύντροφος που αποκτούμε, που μας νοιάζε­
ται και μας αγαπάει, γίνεται ο καθρέφτης μας, αποτελεί το «Θεέ και Κύριε» έκανε ο Χάβελ. «δε φαντάζομαι να εννο­
μέτρο της σημασίας και της αξίας μας. Από αυτή την άπο­ είτε πως αναζητώ στην Ελίζαμπετ το μέτρο της ανθρώπινης
ψη, η μικρή μου πόρνη είχε δύσκολο έργο. Όταν πηγαίνεις με αξίας μου!»
τον καθένα. παύεις πια να πιστεύεις πως κάτι τόσο κοινό «Όχι βέβαια!» έκανε σαρκαστικά η γιατρός. «Αυτό μας
όπως η ερωτική πράξη μπορεί να έχει ακόμα οποιαδήποτε το εξηγήσατε ήδη: η προκλητική στάση της Ελίζαμπετ σας
σημασία. Κι έτσι αναζητείς την πραγματική ερωτική διάκρι­ δίνει την εντύπωση διαταγής, κι εσείς θέλετε να διατηρήσε­
ση στην αντίθετη κατεύθυνση. Μόνο ένας άντρας που θα την τε την ψευδαίσθηση πως διαλέγετε μόνος σας τις γυναίκες
ήθελε κι εκείνη θα τον απέρριπτε μπορούσε να προσφέρει με τις οποίες θα πάτε.»
στη μικρή μου πόρνη 7,0 μέτρο της αξίας της. Κι επειδή η «Ξέρετε. μια και μιλάμε ανοιχτά. δεν είναι ακριβώς αυ­
ίδια ήθελε να είναι στα μάτια της η καλύτερη κι η ομορφότε­ τό» είπε σκεφτικός ο Χάβελ στον διευθυντή. «Στην πραγ­
ρη. φάνηκε υπερβολικά αυστηρή και απαιτητική όταν έπρε­ ματικότητα αστειευόμουν όταν έλεγα πως μ' ενοχλεί η προ­
πε να διαλέξει αυτόν, τον μοναδικό, που θα τον ξεχώριζε με κλητική στάση της Ελίζαμπετ. Εδώ που τα λέμε, έχω πάει
την άρνησή της. Τελικά διάλεξε εμένα, και τότε εγώ κατά­ με πολύ πιο προκλητικές γυναίκες και με βόλευε μια χαρά
λαβα πως ήταν μια εξαιρετική διάκριση, και σήμερα ακόμα η προκλητικότητά τους, γιατί επιτάχυνε την πορεία των
θεωρώ πως ήταν η μεγαλύτερη ερωτική επιτυχία μου.» πραγμάτων. »
«Έχετε ένα εκπληκτικό ταλέντο να παρουσιάζετε το «Τότε γιατί στο καλό δεν πας με την Ελίζαμπετ;» φώ­
μαι'φο άσπρο» είπε η γιατρός. ναξε ο διευθυντής.
«Σας έθιξε που δε θεωρώ εσάς τη μεγαλύτερη ερωτική «Η ερώτησή σας δεν είναι και τόσο παράλογη όσο μου

112 113

s
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΓΩΤΕΣ ΤΟ ΣΥ Μ 1l0ΣΙΟ

φάνηκε στην αρχή, γιατί διαπιστώνω πως μου είναι πολύ των γιατρών. Ο γοητευτικός Ψηλολέλεκας που στεκόταν στην
δύσκολο να απαντήσω. Για να 'μαι ειλικρινής, δεν ξέρω για πόρτα με το μπουκάλι στο χέρι ήταν ο Φλάισμαν, φοιτητ"ής
ποιο λόγο δεν πάω με την Ελίζαμπετ. Έχω πάει με πιο της ιατρικής που έκανε πρακτική εξάσκηση στο τμήμα αυ­
άσχημες, πιο μεγάλες και πιο προκλητικές γυναίκες. Άρα τό. Ακούμπησε (αργά) το μπουκάλι στο τραπέζι, αναζήτη­
θα έλεγε κανείς πως τελικά θα πάω αναγκαστικά και μ' αυ­ σε (με το πάσο του) το ανοιχτήρι, έπειτα έμπηξε (χωρίς κα­
τήν. Έτσι θα έλεγαν όλοι οι στατιστικολόγοι. Το ίδιο συ­ μία βιασύνη) το ανοιχτήρι στο φελλό και το βύθισε περι­
μπέρασμα θα έβγαζαν και όλοι οι ηλεκτρονικοί υπολογι­ στρέφοντάς το (σκεφτικός), έπειτα τράβηξε (ονειροπόλα)
στές. Και βλέπετε. μάλλον γι' αυτόν το λόγο δεν πάω κι το φελλό και τον έβγαλε. Οι παραπάνω παρενθέσεις σκοπό
εγώ μ' αυτήν. Μάλλον θέλω να αντισταθώ στην αναγκαιό­ έχουν να φωτίσουν τη βραδύτητα του Φλάισμαν. αυτήν τη
τητα. Να βάλω τρικλοποδιά στην αρχή της αιτιότητας. Να βραδύτητα που μαρτυρεί όχι τόσο αδεξιότητα όσο τον νω­
ξεγελάσω τη θλιβερή προβλεψιμότητα της τροχιάς του κό­ χελικό θαυμασμό με τον οποίο παρατηρούσε ο νεαρός φοι­
σμου μ' ένα καπρίτσιο της ελει'ιθερης βούλησης.» τητής της ιατρικής τα βάθη της ύπαρξής του, παραμερίζο­
«Και γιατί διάλεξες την Ελίζαμπετ γι' αυτόν το σκοπό;» ντας τις ασήμαντες λεπτομέρειες του εξωτερικοι'ι κόσμου.
φώναξε ο διευθυντής. «Αλλά τι καθόμαστε και λέμε τώρα;» είπε ο Χάβελ.
«Επειδή ακριβώς δεν υπάρχει λόγος. Αν υπήρχε, θα «Δεν αποκρούω εγώ την Ελίζαμπετ εκείνη δε με θέλει.
μπορούσε να είναι γνωστός εκ των προτέρων, και έτσι θα Αλίμονο! Είναι τρελή και παλαβή με τον Φλάισμαν.»
μποροιΥσε να καθοριστεί και η συμπεριφορά μου εκ των «Μ' εμένα;» σήκωσε το κεφάλι ο Φλάισμαν. και πήγε με
προτέρων. Και ακριβώς σ' αυτή την απουσία συγκεκριμέ­ μεγάλες δρασκελιές να ξαναβάλει το ανοιχτήρι στη θέση του,
νου λόγου βρίσκεται αυτό το κομματάκι ελευθερίας που κι έπειτα ξαναγύρισε στο χαμηλό τραπεζάκι και γέμισε τα
μας δόθηκε και στο οποίο οφείλουμε να προσβλέπουμε ποτήρια.
ακατάπαυστα. αν θέλουμε να διατηρηθεί λίγη ανθρώπινη «Καλός είσαι κι εσύ» είπε ο διευθυντής. σιγοντάροντας
αταξία σ' αυτό τον κόσμο των αμείλικτων νόμων. Αγαπητοί τον Χάβελ. «Όλοι το ξέρουν εκτός από σένα. Απ' τη στιγμή
μου συνάδελφοι. ζήτω η ελευθερία!» είπε ο Χάβελ και ύψω­ που πάτησες το πόδι σου στο τμήμα μας, η Ελίζαμπετ έγινε
σε θλιμμένα το ποτήρι του για να τσουγκρίσουν. ανυπόφορη. Δυο μήνες τώρα!»
Ο Φλάισμαν κοίταξε (επί ώρα) τον διευθυντή και είπε:
«Εγώ ιδέα δεν έχω». Και πρόσθεσε: «Εν πάση περιπτώσει,
δε μ' ενδιαφέρει αυτή η ιστορία».
Τα όρια της ευθύνης «Κι όλες εκείνες οι ευγενικές σου διακηρύξεις; Όλες
εκείνες οι αγορεύσεις για το σεβασμό προς τις γυναίκες;»
Τη στιγμή εκείνη εμφανίστηκε στο θάλαμο ένα καινούριο είπε τάχα αυστηρά ο Χάβελ. «Κάνεις την Ελίζαμπετ να
μπουκάλι κρασΙ και τράβηξε πάνω του όλη την προσοχή υποφέρει κι ούτε που σ' ενδιαφέρει;»

114 115


ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ

«Τις γυναίκες τις συμπονώ και δε θα μπορούσα ποτέ να «Όχι ακόμα, αλλά το φροντίζω.»
τις πληγώσω συνειδητά» είπε ο Φλάισμαν. «Ό,τι όμως προ­ «Εγώ σας πληροφορώ ότι ο Φλάισμαν είναι πολύ κύριος
καλώ ασυνείδητα δε μ' ενδιαφέρει. αφού δεν μπορώ να κάνω με τις γυναίκες. Δεν τους πουλάει παραμύθια» μπήκε στη
τίποτα γι' αυτό, και συνεπώς δεν έχω και καμία ευθύνη.» μέση η γιατρός. παίρνοντας το μέρος του.
Τότε ξαναφάνηκε η Ελίζαμπετ. Προφανώς είχε αποφα­ «Δεν αντέχω τη σκληρότητα απέναντι στις γυναίκες,
σίσει πως το καλύτερο ήταν να ξεχάσει την προσβολή, και επειδή τις συμπονώ» επανέλαβε ο φοιτητής της ιατρικής.
να συμπεριφερθεί σαν να μη συνέβη τίποτα' έτσι. συμπερι­ «Πάντως η Κλάρα δε σου έκατσε» του είπε η Ελίζα­
φερόταν εντελώς αφύσικα. Ο διευθυντής τής πρόσφερε μια μπετ, και ξέσπασε σ' ένα τόσο ανάρμοστο γέλιο, που ο δι­
καρέκλα και της γέμισε το ποτήρι. «Πιες, Ελίζαμπετ! Να ευθυντής ένιωσε υποχρεωμένος να ξαναπάρει το λόγο:
πάνε κάτω τα φαρμάκια!» «Είτε του έκατσε είτε όχι, έχει πολύ λιγότερη σημασία
«Φυσικά» έκανε η Ελίζαμπετ, μ' ένα πλατύ χαμόγελο, απ' όσο νομίζεις, Ελίζαμπετ. Τον Αβελάρδο, ως γνωστόν.
κι άδειασε το ποτήρι της. τον είχαν ευνουχίσει. αλλά αυτό δεν εμπόδισε να μείνουν
Και ο διευθυντής στράφηκε και πάλι στον Φλάισμαν: πιστοί εραστές με την Ελο"ί"ζα. κι ο έρωτάς τους πέρασε
«Αν ήμασταν υπεύθυνοι μόνο για όσα συνειδητοποιούμε. οι στην αθανασία. Εφτά χρόνια έζησε η Γεωργία Σάνδη με τον
ηλίθιοι θα απαλλάσσονταν προκαταβολικά από κάθε ευθύ­ Σοπέν, άσπιλη σαν παρθένα, κι ακόμα μιλάμε για τον έρω­
νη. Μόνο που ο άνθρωπος οφείλει να γνωρίζει, αγαπητέ μου τά τους! Δε θα 'θελα να βάλω πλάι σε μια τέτοια εκλεκτή
Φλάισμαν. Ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για την άγνοιά του. συντροφιά και την περίπτωση της μικρής πόρνης που απο­
Η άγνοια αποτελεί παράπτωμα. Γι' αυτό και τίποτα δε σε κρούοντάς με μου επιφύλαξε τη μεγαλύτερη τιμή που μπο­
απαλλάσσει απ' τις ευθι'ινες σου, και σου δηλώνω πως συ­ ρεί να επιφυλάξει μια γυναίκα σε άντρα. Αλλά σημείωσε
μπεριφέρεσαι σαν αγροίκος απέναντι στις γυναίκες. όσο κι αυτό που θα σου πω. αγαπητή μου Ελίζαμπετ: η σχέση ανά­
αν το αρνείσαι». μεσα στον έρωτα και σ' αυτό που σκέφτεσαι εσύ συνεχώς εί­
ναι πολύ πιο χαλαρή απ' όσο βάζει ο νους του ανθρώπου.
Μην αμφιβάλλεις, η Κλάρα τον αγαπάει τον Φλάισμαν. Είναι
γλυκιά μαζί του, κι όμως τον απορρίπτει. Σου φαίνεται πα­
Πλατωνιχού έρωτος εγΧώμω ράλογο, αλλά αυτό ακριβώς είναι ο έρωτας: παράλογος».
«Μα πού το βλέπετε το παράλογο;» είπε η Ελίζαμπετ
«Και δε μου λες. Φλάισμαν» ξαναπέρασε στην επίθεση ο με το ίδιο ανάρμοστο γέλιο. «Η Κλάρα χρειάζεται ένα δια­
Χάβελ. «βρήκες αυτό το διαμέρισμα που είχες υποσχεθεί μέρισμα. και γι' αυτό είναι γλυκιά με τον Φλάισμαν. Δεν
στη δεσποινίδα Κλάρα;» τον ρώτησε, υπενθυμίζοντάς του έχει όμως διάθεση και να κάνει έρωτα μαζί του, γιατί τα
τις μάταιες προσπάθειές του να κερδίσει την καρδιά κά­ 'χει σίγουρα με κάποιον άλλο. Αλλά αυτός () άλλος δεν μπο­
ποιας κοπέλας (που την ήξεραν όλοι εκεΟ. ρεί να της βρει διαμέρισμα.»

116 117
ΚΩ\1ΤΚΟΤ F:ΡΩτεΣ το ΣΥΜΠΟl:lO

Εκείνη τη στιγμή σήκωσε το κεφάλι το!) ο Φλάισμαν: Έπειτα από μια τέτοια ανταλλαγή βλεμμάτων η γιατρός
«Mou δίνετε στα νεUρα. Σα μικρά παιδιά κάνετε. Κι αν δι­ σηκώθηκε ξαφνικά, πλησίασε στο παράθuρο και είπε: «Τι
στάζει από ντροπή; Δε σας περνάει καν απ' το μuαλό; Ή αν ωραία πο!) είναι έξω. Έχει πανσέληνο ...» και ξανά το βλέμ­
έχει καμιά αρρι�στια που μου την ΚΡΙJβει; Ή καμιά οuλή μα της στάθηκε για μια στιγμή πάνω στον Φλάισμαν.
πο!) την ασχημαίνει; Μερικές γυναίκες ντρέπονται φοβερά. Ο Φλάισμαν. που τέτοιες καταστάσεις τις έπιανε στον
Αλλά ποι) να καταλάβεις εσι) από τέτοια!» είπε στην Ελί­ αέρα. κατάλαβε αμέσως πως αuτό ήταν σήμα. ένα σήμα
ζαμπετ. που απευθυνόταν σ' εκείνον. Ένιωσε ένα κuμα να φοuσκώ­
«Ή πάλι» είπε ο διεuθuντής. σπει'ιδοντας να βοηθήσει νει στο στήθος Tou. Όντως. το στήθος το!) ήταν ένα εuαί­
τον Φλάισμαν. «ίσως η Κλάρα να παραλuει τόσο πολι) από σθητο όργανο, αντάξια του εργαστηρίου ενός Στραντιβάρι.
ερωτικό άγχος μπροστά στον Φλάισμαν. που να μην μπορεί Κατά καιροuς ένιωθε αυτή την έξαψη, και κάθε φορά ήταν
να κάνει έρωτα μαζί του. Εσένα δηλαδή. J:<;λίζαμπετ. δε σου σίγοuρος ότι το κuμα αυτό στο στήθος το!) είχε τον αμετά­
περνάει καν απ' το μuαλό πως θα μποροuσες ν' αγαπήσεις κλητο χαρακτήρα ενός OlWVOU: κάτι μεγαλειώδες και πρω­
κάποιον τόσο πολι) που να σου είναι αδuνατο να κάνεις τάκοuστο ερχόταν. κάτι που ξεπερνοι'ισε όλα του τα όνειρα.
έρωτα μαζί Tou;» Αuτήν τη φορά ένιωθε ζαλισμένος από το κuμα αυτό αλ­
Η Ελίζαμπετ ομολόγησε πως όχι. λά και (σε μια γωνίτσα του μuαλοu του. που ξέφεuγε από
τη ζάλη) κατάπληκτος: πώς ήταν δυνατόν να έχει τέτοια
δuναμη ο πόθος του. πο!) στο κάλεσμά το!) να σπεuδει πει­
θήνια η πραγματικότητα, έτοιμη να τον uπηρετήσει; )1;ξα­

Το σήμα κολοuθώντας να μένει κατάπληκτος για τη δι'ιναμή Tou. πα­


ραμόνεuε τη στιγμή πο!) θα ζωήρεuε ακόμα περισσότερο η
Εδώ μποροι'ιμε να σταματήσουμε για λίγο να παρακολου­ συζήτηση κι αυτός θα ξέφεuγε από την προσοχή των αντι­
θοι'ιμε τη συζήτηση (πο!) τροφοδοτείται σuνέχεια με νέες πάλων. Μόλις έκρινε πως είχε φτάσει η στιγμή. γλίστρησε
κοινοτοπίες) και να επισημάνουμε πως όλη αυτή την ώρα ο με τρόπο έξω απ' το θάλαμο.
Φλάισμαν προσπαθεί να κοιτάξει στα μάτια τη γιατρό. που
του άρεσε φοβερά από την πρώτη στιγμή πο!) την είδε (πάει
περίπο!) ένας μήνας). Τον θάμπωνε το μεγαλείο της ηλικίας
της. τα τριάντα της χρόνια. Ώς τώρα διασταυρώνονταν Ο ωραίος νεαρός με τα χέρια σταυρωμένα
απλώς τuχαία. και η βραδιά αυτή ήταν η πρώτη εuκαιρία
πο!) το!) δινόταν να βρεθεί για λίγο μαζί της στο ίδιο δωμά­ Το τμήμα όπο!) γινόταν αυτό το αuτοσχέδιο συμπόσιο κα­
τιο. Tou φάνηκε μάλιστα πως η γιατρός ανταποκρινόταν κά­ ταλάμβανε το ισόγειο ενός όμορφο!) περιπτέρου. που ήταν
θε τόσο στις ματιές που της έριχνε. κι αuτό τον αναστάτωνε. χτισμένο (κοντά και σε άλλα περίπτερα) στον μεγάλο κήπο

118 119
ΚΩΜΤΚΟΙ ΕΡΩΊΈΣ ΊΌ ΣγΜΠΟΣIΟ

του νοσοκομείου. Σ' αυτό τον κήπο βγήκε τώρα ο Φλάι­ πλάτανο και κάπνιζε νωχελικά. Απόλαυσε για ώρα αυτό το
σμαν. Ακούμπησε με την πλάτη στον χοντρό κορμό ενός θέαμα, και τέλος άκουσε ανάλαφρα βήματα που έρχονταν
πλατάνου, άναψε τσιγάρο και χάζευε τον ουρανό: ήταν κα­ '
προς το μέρος του απ το περίπτερο. Δε γύ ρισε. επίτηδες.
τακαλόκαιρο, αρώματα ταξίδευαν στον αέρα, κι από τον Τράβηξε άλλη μια ρουφηξιά, φύσηξε τον καπνό. και συ­
μαύρο ουρανό κρεμόταν ένα στρογγυλό φεγγάρι. νέχισε να χαζεύει τον ουρανό. Όταν τα βήματα έφτασαν
Προσπάθησε να φανταστεί τι θα επακολουθούσε: η για­ '
πολιΥ κοντά, είπε τρυφερά και με νόημα: «Το ξερα πως θα
τρός που λίγο πριν του είχε στείλει σήμα να βγει έξω θα ' θεί
ρ τε».
περίμενε να παρασυρθεί ο καράφλας της περισσότερο απ'
την κουβέντα παρά από τις υποψίες του, και θ' άφηνε να
εννοηθεί με τρόπο ότι μια μικρή προσωπική ανάγκη την
υποχρεώνει να λείψει για λίγο. Ούρηση
Και τι θα γινόταν μετά; Μετά, προτιμούσε να μη φαντα­
στεί τίποτα. Το κύμα στο στήθος του προανάγγελλε μια «Δεν ήταν και τόσο δύσκολο να το μαντέψεις» του απάντησε
ερωτική ιστορία, κι αυτό τού ήταν αρκετό. Πίστευε στην ο διευθυντής. «Προτιμώ να κατουράω στη φύση παρά στις
καλή του τύχη, πίστευε στο ερωτικό του άστρο. πίστευε σύγχρονες εγκαταστάσεις που είναι μες στη βρόμα. Εδώ, σε
στη γιατρό. Μεθυσμένος από την αυτοπεποίθησή του (μια λίγο. το μικρό χρυσαφένιο ρυάκι μου θα με ενώσει θαυμα­
αυτοπεποίθηση λίγο κατάπληκτη με τον εαυτό της) αφηνό­ τουργά με το χώμα, με το χόρτο. με τη γη. Γιατί χους ειμί,
ταν σε μια ευχάριστη παθητικότητα. Γιατί έβ λεπε πάντοτε Φλάισμαν, και τώρα σε λίγο εις χουν απελεύσομαι, εν μέρει
τον εαυτό του σαν έναν γοητευτικό, ποθητό και όλο επιτυ­ τουλάχιστον. Το κατούρημα στη φύση είναι μια θρησκευτι­
χίες άντρα. και του άρεσε να περιμένει τις ερωτικές ιστο­ κή τελετουργία με την οποία δίνουμε την υπόσχεσή μας στη
ρίες με τα χέρια (κομψά) σταυρωμένα. Ήταν σίγουρος ότι '
γη πως κάποια μέρα θα επιστρέψουμε οριστικά σ αυτήν.»
αυτή ακριβώς η στάση κεντρίζει τις γυναίκες και την τύχη Επειδή ο Φλάισμαν σώπαινε, τον ρώτησε ο διευθυντής:
και τις καθυποτάσσει. « Κι εσύ;Ήρθες για να χαζέψεις το φεγγάρι;» Ο Φλάισμαν
Με την ευκαιρία αυτή αξίζει ίσως να σημειωθεί ότι του σώπαινε πεισματικά και ο διευθυντής συνέχισε: «Είσαι τε­
Φλάισμαν του συνέβαινε πολύ συχνά, αν όχι διαρκώς. να λικά με τα φεγγάρια σου, Φλάισμαν, και γι' αυτό μ' αρέ­
'
βλέπει τον εαυτό τοσ οπότε συνοδευόταν μονίμως από ένα σεις». Ο Φλάισμαν πήρε τα λόγια του διευθυντή για κορο ί­
αντίγραφο, κι έτσι η μοναξιά του γινόταν φοβερά διασκε­ δία και είπε, θέλοντας να κρατήσει κάποιες αποστάσεις:
δαστική. Απόψε, λόγου χάρη, όχι μό νο ήταν με την πλάτη «Τι φεγγάρια μου λέτε τώρα; Κι εγώ για κατούρημα ήρθα».
ακουμπισμένη σ' έναν πλάτανο και κάπνιζε, αλλά παρατη­ « Κ αλέ μου Φλάισμαν» είπε πολύ μαλακά ο διευθυντής.
ρούσε ταυτόχρονα με απόλαυση αυτό τον (όμορφο και νε­ «αυτό το ερμηνεύω σαν εκδήλωση εξαιρετικής συμπάθειας
αρό) άντρα που ήταν με την πλάτη ακουμπισμένη σ' έναν απέναντι στον διευθυντή σου που γερνάει.»

120 121
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ

Και στάθηκαν κι οι δυο κάτω απ' τον πλάτανο για να


εκτελέσουν την πράξη που ο διευθυντής, με ακατάβλητο
ενθουσιασμό και ολοένα καινούριες εικόνες, τη συνέκρινε
με θεία λειτουργία. ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΑΞΗ

Ο ωραίος και σαρκαστικός νεαρός


Ι


Επέστρεφαν απ' τον μακρύ διάδρομο και ο διευθυντής
κρατούσε τον φοιτητή της ιατρικής απ' τους ώμους, αδερ­
φικά. Ο φοιτητής της ιατρικής ήταν σίγουρος πως αυτός ο
ζηλιάρης καράφλας είχε πιάσει το σήμα της γιατρού και
τον δούλευε τώρα ψιλό γαζί με τις φιλικές διαχύσεις του!
Βέβαια, δεν μπορούσε να τραβήξει το χέρι του διευθυντή
από τον ώμο του, κι αυτό τον εξόργιζε ακόμα περισσότε­
ρο. Ένα μόνο τον παρηγορούσε: πως, έτσι όπως έβραζε α­
πό θυμό, έβλεπε τον εαυτό του μέσα σ' αυτόν το θυμό,
έβλεπε την έκφραση του προσώπου του, κι ήταν ικανοποιη­
μένος απ' αυτό τον έξαλλο νεαρό που επέστρεφε στο θά­
λαμο εφημερίας και, προς γενική κατάπληξη, θα εμφανιζό­
ταν ξαφνικά τελείως διαφορετικός: σαρκαστικός, δηκτι­
κός, σατανικός.
Όταν μπήκαν στο θάλαμο, η Ελίζαμπετ ήταν στη μέση
του δωματίου και ξεβιδωνόταν έξαλλα. σιγομουρμουρίζο­
ντας τις νότες μιας μελωδίας. Ο Χάβελ κοιτοι>σε χάμω στο
πάτωμα. και η γιατρός εξήγησε. για να προλάβει το σοκ
των νεοφερμένων: «Η Ελίζαμπετ χορεύει».
«Ήπιε λίγο παραπάνω» πρόσθεσε ο Χάβελ.
Η Ελίζαμπετ εξακολουθούσε να κουνάει τους γοφΟΙJς
της και τα στήθια της. που σαν να χόρευαν μπροστά στο
χαμηλωμένο κεφάλι του Χάβελ.

122 123
ΚΩΜΙΚOl ΕΡΩΤΕΣ το ΣΥΜΠΟΣΤΟ

«Και πού τον έμαθες αυτό τον ωραίο χορό;» ρώτησε ο


διευθυντής. Θλίψη σε σχήμα οπισθίων
«Χα! Ωραίος χορός! Χα χα χα!» γέλασε επιδεικτικά ο
Φλάισμαν, σε μια έκρηξη σαρκασμού. Η Ελίζαμπετ εξακολουθούσε να χορεύει, αλλά το κοινό της
«Είναι ένα νούμερο που το είδα σ' ένα στριπτιζάδικο ήταν σίγουρα πολύ χειρότερο από τους θεατές στο στριπτι­
στη Βιέννη» απάντησε η Ελίζαμπετ. ζάδικο της Βιέννης: ο Χάβελ είχε το κεφάλι κάτω, η γιατρός
«Μπα μπα!» τη μάλωσε τρυφερά ο διευθυντής. «Κι κοιτούσε περιφρονητικά, ο Φλάισμαν αποδοκιμαστικά, και
από πότε συχνάζουν σε στριπτιζάδικα οι νοσοκόμες μας;» ο διευθυντής με πατρική επιείκεια. Και τα οπίσθια της Ελί­
«Κι από πότε απαγορεύεται δηλαδή;» έκανε η Ελίζα­ ζαμπετ, όπου τσίτωνε το λευκό ύφασμα της ποδιάς της, πε­
μπετ, με τα στήθια της να χορεύουν τώρα μπροστά στον δι­ ριφέρονταν μέσα στο θάλαμο σαν ένας εξαίσια στρογγυλός
ευθυντή. ήλιος. αλλά ένας ήλιος σβηστός και νεκρός (τυλιγμένος σε
Χολή πλημμύριζε το σώμα του Φλάισμαν, αναζητώντας λευκό σάβανο), ένας ήλιος που τα αδιάφορα και αμήχανα
διέξοδο: «Ηρεμιστικό σού χρειάζεται» είπε, «όχι στριπτίζ. βλέμματα των γιατρών που παρακολουθούσαν τη σκηνή
Στο τέλος θα μας βιάσεις κιόλας!» τον καταδίκαζαν σε αξιολύπητη αχρηστία.
«Εσύ δεν έχεις φόβο. Δεν πάω με βυζανιάρΙΚα» τον Κάποια στιγμή νόμισαν πως θ' αρχίσει πραγματικά να πε­
έκοψε η Ελίζαμπετ, κάνοντας το στήθος της να χορεύει γύ­ τάει ένα ένα τα ρούχα της. οπότε ο διευθυντής είπε ανήσυ­
ρω απ' τον Χάβελ. χος: «Έλα τώρα, Ελίζαμπετ! Δεν είμαστε στη Βιέννη εδώ!»
«Και σου άρεσε εκείνο το στριπτίζ;» τη ρώτησε πατρι­ «Και τι φοβάστε δηλαδή; Τουλάχιστον θα μάθετε πώς
κά ο διευθυντής. είναι μια γυμνή γυναίκα!» έβγαλε μια κορόνα η Ελίζαμπετ,
«Ου! Ήταν μια Σουηδέζα με κάτι τεράστια στήθια, αλλά και στράφηκε και πάλι στον Χάβελ, απειλώντας τον με τα
τα δικά μου είναι ωραιότερα!» είπε χιiίδεύoντάς τα, «και στήθια της: «Άντε λοιπόν, γιατρούλη μου! Τι ύφος είν' αυ­
ήταν και μια που παρίστανε πως έκανε μπάνιο με αφρό­ τό, λες και πας σε κηδεία; Σήκωσε το κεφάλι! Σου πέθανε
λουτρο μέσα σε κάτι σαν μπανιέρα από χαρτόνι, και μια μι­ κανένας; Έχεις πένθος; Κοίταξέ με! Είμαι ζωντανή εγώ!
γάδα που αυνανιζόταν μπροστά στο κοινό: αυτό ήταν το Δεν πεθαίνω! Είμαι ζωντανή ακόμα! Είμαι ζωντανή!» κι
καλύτερο απ' όλα!» όπως τα έλεγε αυτά. τα οπίσθιά της δεν ήταν πια οπίσθια,
«Χα χα!» έκανε ο Φλάισμαν στο απόγειο του σατανικού αλλά η ίδια η θλίψη, μια εξαίσια σχηματισμένη θλίψη που
σαρκασμοι> του. «Αυνανισμός, αυτό ακριβώς σου χρειάζε­ χόρευε ένα γύρο στο δωμάτιο.
ται!» «Νομίζω πως φτάνει τώρα, Ελίζαμπετ» είπε ο Χάβελ,
με τα μάτια καρφωμένα στο πάτωμα.
«Φτάνει;» έκανε η Ελίζαμπετ. «Μα εγώ χορεύω για σέ­
να! Και τώρα θα σου κάνω στριπτίζ! Ένα μεγάλο στριπτίζ!»

124 125
ΚΩ\,[ΤΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΤΟ ΣΥΜΠΟΣJO

κι έλυσε την ποδιά της. που ήταν δεμένη πίσω στη μέση. και τα, με κινήσεις χορεύτριας. ξανάφερε μπροστά τα χέρια, χάι­
με μια κίνηση χορεύτριας την πέταξε πάνω στο γραφείο. δεψε τον δεξή της ώμο με τ' αριστερό της χέρι και τον αρι­
«Ελίζαμπετ» ακούστηκε δειλά η φωνή του διευθυντή. στερό της ώμο με το δεξί της χέρι. και έκανε ξανά μια κίνηση
«ωραία θα 'ταν να μας έκανες στριπτίζ, αλλά αλλού. Εδώ. όλο χάρη. αυτήν τη φορά προς την κατεύθυνση του Χάβελ
καταλαβαίνεις. είμαστε σε νοσοκομείο.» που κι αυτός έκανε με το χέρι μιαν αόριστη, αμήχανη κίνηση.
Τώρα η Ελίζαμπετ βημάτιζε μεγαλοπρεπώς μέσα στο
θάλαμο' έκανε αργά αργά το γύρο των τεσσάρων θεατών
της. ορθώνοντας μπροστά στον καθένα τη συμβολική γύ­

Το μεγάλο στριπτΙζ μνια του στήθους της. Τελικά. σταμάτησε μπροστά στον
Χάβελ ξανάρχισε να κουνάει τους γοφούς της, και σκύβο­
«Ξέρω να φέρομαι!» του απάντησε η Ελίζαμπετ. Ήταν τώ­ ντας ελαφρά γλίστρησε τα δυο της χέρια από πάνω ώς κά­
ρα με το φόρεμα της στολής. γαλάζιο με άσπρο γιακά. και τω στα πλευρά της και άλλη μια φορά (όπως και πριν) σή­
συνέχισε να χοροπηδάει γύρω γύρω. κωσε εναλλάξ πρώτα το ένα πόδι. έπειτα το άλλο. και ίσιω­
Έπειτα έφερε τα χέρια στους γοφούς. τα γλίστρησε στα σε το κορμί της θριαμβευτικά. υψώνοντας το δεξί της χέρι
πλευρά της. τα σήκωσε πάνω απ' το κεφάλι' έπειτα το δεξί και κρατώντας με τα δυο της δάχτυλα ένα αόρατο κιλοτά­
της χέρι χάιδεψε ώς απάνω το σηκωμένο αριστερό της χέρι κι. Και έκανε ξανά μια κίνηση όλο χάρη προς τον Χάβελ
και το αριστερό της χέρι χάιδεψε ώς απάνω το δεξί της χέ­ Στητή μέσα στη δόξα της φανταστικής γύμνιας της. δεν
ρι. κι έπειτα έκανε μια κίνηση και με τα δυο της χέρια προς κοιτούσε πια κανέναν. οιΊτε τον Χάβελ Με μισόκλειστα
τη μεριά του Φλάισμαν. σαν να του πετούσε την μπλούζα μάτια και το κεφάλι γερμένο στο πλάι κοιτούσε την κυμα­
της. Ο Φλάισμαν φοβήθηκε και αναπήδησε. «Δεν την έπια­ τιστή κίνηση του δικοιΊ της κορμιοιΊ.
σες. μπέμπη!» του φώναξε. Ξαφνικά η περήφανη αυτή στάση έσπασε, και η Ελίζα­
Ξανάφερε έπειτα τα χέρια στους γοφούς και τα γλί­ μπετ κάθισε στα γόνατα του Χάβελ «Είμαι πτώμα» είπε
στρησε ώς κάτω στις γάμπες κι όπως ήταν σκυμμένη. σή­ μ' ένα παρατεταμένο χασμουρητό. Πήρε το ποτήρι του κι
κωσε πρώτα το δεξί της πόδι κι έπειτα το αριστερό. Έπει­ ήπιε μια γουλιά. «Γιατρέ» του είπε, «έχεις τίποτα χάπια
τα. κοίταξε τον διευθυντή κι έκανε μια κίνηση με το δεξί να με κρατήσουν ξύπνια; Δε σκοπεύω να πάω για ύπνο!»
της χέρι. πετώντας του μια φανταστική φούστα. Ο διευθυ­ «Για σένα. Ελίζαμπετ. ό,ΤΙ θες» είπε ο Χάβελ' τη σήκω­
ντής άπλωσε το χέρι του κι έκλεισε σφιχτά τα δάχτυλα' και σε απ' τα γόνατά του. την έβαλε να καθίσει σε μια καρέκλα
με το άλλο του χέρι τής έστειλε ένα φιλί. και πήγε προς το φαρμακείο. Βρήκε ένα ισχυρό υπνωτικό.
Μερικά στροβιλίσματα και μερικά βήματα ακόμα. και η κι έδωσε διΊο χάπια στην Ελίζαμπετ.
Ελίζαμπετ σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών. κι έφερε τα χέ­ «Θα με ξυπνήσουν αυτά;» ρώτησε εκείνη.
ρια, με τα δάχτυλα ενωμένα, ψηλά πίσω απ' την πλάτη. Έπει- «Να μη με λένε Χάβελ» είπε αυτός.

126 127
ΚΩΝIlΚOl ΕΡΩΤΕΣ ΤΟ ΣγΜΠΟΣIO

Τα αποχαιρετιστήρια λόγια της Ελίζαμπετ Το κατηγορητήριο του διευθυντή κατά του Φλάισμαν

Η Ελίζαμπετ ήπιε τα δύο χάπια και πήγε να ξανακαθίσει Αφού έφυγε η Ελίζαμπετ. επικράτησε σιωπή. που τη διέκο­
στα γόνατα του Χάβελ αλλά αυτός άνοιξε τα πόδια του κι ψε πρώτος ο διευθυντής: «Βλέπεις, αγόρι μου» είπε στον
η Ελίζαμπετ έπεσε χάμω. Φλάισμαν. «Ισχυρίζεσαι πως συμπονάς τις γυναίκες. Αν
Ο Χάβελ αισθάνθηκε αμέσως άσχημα, γιατί δεν είχε όμως συμπονάς τις γυναίκες, την Ελίζαμπετ γιατί δεν τη
πρόθεση να την αφήσει να πέσει μ' αυτό τον εξευτελιστικό συμπονάς;»
τρόπο, αλλά άνοιξε μηχανικά, ενστικτωδώς, τα πόδια του, «Τι σχέση έχω τώρα εγώ;» διαμαρτυρήθηκε ο Φλάισμαν.
από αληθινή αηδία στη σκέψη πως με τα πόδια του θ' άγγι­ «Μην κάνεις τον ανήξερο! Τώρα δα σ' το είπαμε. Είναι
ζε τα οπίσθιά της. τρελή και παλαβή μαζί σου!»
Έτσι, προσπάθησε να τη σηκώσει, αλλά η Ελίζαμπετ. μ' «Και τι να κάνω εγώ δηλαδή;» ρώτησε ο Φλάισμαν.
ένα παραπονιάρικο πείσμα, έμενε κολλημένη μ' όλο της το «Τίποτα να μην κάνεις» είπε ο διευθυντής. «Αλλά δεν
βάρος στο πάτωμα. υπάρχει λόγος να της φέρεσαι σκαιά και να τη βασανίζεις.
Τότε στάθηκε μπροστά της ο Φλάισμαν: «Έχεις μεθύ­ Όλο το βράδυ για ένα μόνο ενδιαφερόταν, τι θα κάνεις εσι'ι.
σει, να πας να ξαπλώσεις». αν θα την κοιτάξεις, αν θα της χαμογελάσεις, αν θα της πεις
Η Ελίζαμπετ τον κοίταξε από κάτω προς τα πάνω με μια γλυκιά κουβέντα. Και δες τι της είπες εσύ!»
απέραντη περιφρόνηση (απολαμβάνοντας με μαζοχιστικό «Δεν της είπα και τίποτα φοβερό» διαμαρτυρήθηκε ο
πάθος το ότι ήταν πεσμένη στο πάτωμα) και του είπε: Φλάισμαν (αλλά υπήρχε κάποια αμφιβολία στη φωνή το!!).
«Ζώον, ηλίθιε». Και ξανά: «Ηλίθιε». «Τίποτα φοβερ6» έκανε ειρωνικά ο διευθυντής. Την κο­
Ο Χάβελ ξαναδοκίμασε να τη σηκώσει. αλλά εκείνη του ρόιδευες όταν χόρευε. παρόλο που χόρευε αποκλειστικά
ξέφυγε βίαια και ξέσπασε σε αναφιλητά. Κανένας δεν για σένα. της είπες να πάρει ηρεμιστικό, της είπες καλι'ιτε­
έβρισκε τι να πει. και τ' αναφιλητά της Ελίζαμπετ αντηχοι'ι­ ρα να πάει να αυνανιστεί. Τίποτα φοβερό. Κι όταν έκανε
σαν στον σιωπηλό θάλαμο σαν σόλο βιολί. Πέρασε έτσι λίγη το στριπτίζ της, άφησες να πέσει χάμω η μπλούζα της.»
ώρα, και ξαφνικά η γιατρός άρχισε να σιγοσφυρίζει. Η Ελί­ «Ποια μπλούζα;» διαμαρτυρήθηκε ο Φλάισμαν.
ζαμπετ πετάχτηκε πάνω και τράβηξε προς την πόρτα, και με «Η μπλούζα της» είπε ο διευθυντής. «Μην κάνεις τον χα­
το χέρι στο πόμολο γύρισε και τους είπε: «Ζώα, ε ζώα. Να ζό. Και στο τέλος την ξαπόστειλες για ύπνο, παρόλο που
ξέρατε μόνο. Αλλά δεν ξέρετε τίποτα. Δεν ξέρετε τίποτα». είχε πάρει χάπια για να μείνει όρθια.»
«Αφού αυτή τον Χάβελ είχε στο μάτι!» εξακολούθησε
να διαμαρτύρεται ο Φλάισμαν.
«Σταμάτα να παίζεις θέατρο» είπε αυστηρά ο διευθυ-

128 12Η
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΤΟ ΣΥΜΠΟΣJO

ντής. «Τι ήθελες να κάνει, αφού δεν της έδινες εσύ σημα­ κατακτητής σ' ένα πεδίο όπου δεν του αντιστέκεται κανέ­
σία; Σε προκαλούσε. Κι ένα μονάχα ήθελε από σένα, λίγα νας. όπου όλα είναι δυνατά και όλα επιτρέπονται;
Η εποχή
ψίχουλα ζήλιας. Γιά κοίτα ένας τζέντλεμαν!» των Δον Ζουάν έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Ο σημερινός
«Μην τον βασανίζετε άλλο» είπε η γιατρός. «Μπορεί να απόγονος του Δον Ζουάν δεν κατακτά πλέον, απλώς συλλέ­
είναι σκληρός, αλλά είναι μικρός ακόμα.» γει. Ημορφή του Μεγάλου Κατακτητή έδωσε τη θέση της
«ο τιμωρός αρχάγγελος» είπε ο Χάβελ. στη μορφή του Μεγάλου Συλλέκτη. μόνο που ο Συλλέκτης
δεν έχει κανένα απολύτως κοινό με τον Δον Ζουάν. Ο Δον
Ζουάν ήταν μορφή τραγική. Κουβαλούσε το βάρος της ενο­
χής του. Αμάρτανε με χαρά και χλεύαζε το Θεό. Ήταν βλά­
Οι μυθολογικοί ρόλοι σφημος και κατέληξε στην κόλαση.
»0 Δον Ζουάν κουβαλούσε στους ώμους του ένα τραγι­
«Όντως» είπε η γιατρός. «Γιά δέστε τον, ένας ωραίος και κό φορτίο. παντελώς άγνωστο στον Μεγάλο Συλλέκτη. για­
τρομερός αρχάγγελος.» τί στον δικό του κόσμο κάθε φορτίο έχει χάσει το βάρος
«Είμαστε μια πραγματική κοινωνία των μυθικών χρό­ του. Οι βράχοι έγιναν πούπουλα. Στον κόσμο του Κατα­
νων» παρατήρησε νυσταγμένα ο διευθυντής «γιατί εσύ εί­ κτητή ένα βλέμμα μετρούσε όσο δέκα ολόκληρα χρόνια
σαι η Άρτεμη: ψυχρή, αθλητική, μοχθηρή.» αδιάκοπη ερωτική πράξη στον κόσμο του Συλλέκτη.
«Κι εσείς, εσείς είστε ένας σάτυρος. Γερασμένος, λά­ »0 Δον Ζουάν ήταν αφέντης. ενώ ο Συλλέκτης είναι
γνος, φλύαρος» είπε η γιατρός. «Και ο Χάβελ ο Δον Ζουάν. σκλάβος. Ο Δον Ζουάν παραβίαζε ανενδοίαστα συμβάσεις
Όχι γέρος. αλλά γερνάει.» και νόμους. Ο Μέγας Συλλέκτης απλώς ακολουθεί υπά­
«Όχι δα! Ο Χάβελ είναι ο θάνατος» αντέτεινε ο διευθυ­ κουα. με τον ιδρώτα του προσώπου του. συμβάσεις και νό­
ντής, επιμένοντας στην προηγούμενη θέση του. μους. γιατί το να συλλέγεις είναι πια θέμα καλής συμπερι­
φοράς. καλών τρόπων. αποτελεί σχεδόν υποχρέωση. Οπό­
τε, αν με βαραίνει κάποια ενοχή είναι αποκλειστικά που
δεν πήγα με την Ελίζαμπετ.
Το τέλος των Δον Ζουάν »0 Μέγας Συλλέκτης δεν έχει καμία σχέση με τραγωδία
ή δράμα. Ο ερωτισμός. αυτό το σπέρμα της καταστροφής.
«Αν με ρωτούσατε τι είμαι, ο Δον Ζουάν ή ο θάνατος. θα με τον Συλλέκτη έγινε κάτι ανάλογο με το πρωινό ή το βρα­
έκλινα. αν και με βαριά καρδιά. προς την άποψη του διευ­ δινό φαγητό. με τη συλλογή γραμματοσήμων, με το πιγκ
θυντή» είπε ο Χάβελ και κατέβασε μια γενναία γουλιά. «ο πογκ. ή με μια βόλτα στα μαγαζιά για ψώνια. Ο Συλλέκτης
Δον Ζουάν ήταν κατακτητής. Και με κεφαλαία. Μέγας Κα­ έβαλε τον ερωτισμό στην καθημερινή ρουτίνα. Τον μετέ­
τακτητής. Αλλά σας ρωτάω. πώς μπορεί να είναι κανείς τρεψε σε μια σκηνή με τα καμαρίνια της, όπου όμως δε θα

130 131
ΚΩΥ1ΙΚOl ΕΡΩΤΕΣ ΤΟ ΣγΜΠΟΣJO

παιχτεί ποτέ το πραγματικό δράμα. Δυστυχώς. φίλοι μου»


αναφώνησε ο Χάβελ όλο πάθος. «οι έρωτές μου (αν μπορώ Νέα σήματα
να τους αποκαλώ έτσι) είναι μια σκηνή όπου δε συμβαίνει
τίποτα. Ο Χάβελ κουρασμένος από αυτό τον ατέλειωτο μονόλογο
»Αγαπητή μου γιατρίνα και αγαπητέ μου διευθυντή. (στη διάρκεια του οποίου δύο φορές έπεσε απ' τη νύστα το
Δημιουργήσατε ένα αντιθετικό σχήμα ανάμεσα στον Δον κεφάλι του διευθυντή). σώπασε. Έπειτα από μια φορτισμέ­
Ζουάν και το θάνατο. Από καθαρή τύχη και χωρίς να το νη παύση, πήρε το λόγο η γιατρός: «Δεν ήξερα πως είστε
έχετε επιδιώξει, αγγίξατε την ουσία του προβλήματος. τόσο καλός ρήτορας, γιατρέ μου. Περιγράψατε τον εαυτό
Κοιτάξτε. Ο Δον Ζουάν πάλευε με το ανέφικτο. Κι αυτό σας σαν ήρωα κωμωδίας, μουντό, πληκτικό, σαν ένα μηδε­
ακριβώς είναι κατεξοχήν ανθρώπινο. Αντίθετα, στο βασί­ νικό! Δυστυχώς, ο τρόπος που εκφραστήκατε παραήταν τέ­
λειο του Μεγάλου Συλλέκτη τίποτα δεν είναι ανέφικτο. λειος. Είστε διαβολεμένα πανούργος: αυτοχαρακτηρίζεστε
γιατί είναι το βασίλειο του θανάτου. Ο Μέγας Συλλέκτης ζητιάνος, διαλέγοντας όμως τόσο ηγεμονικές λέξεις, που να
είναι ο θάνατος που ήρθε και πήρε απ' το χέρι την τραγω­ φαίνεστε βασιλιάς. Είστε ένας παλιοαπατεώνας, κύριε Χά­
δία, το δράμα, τον έρωτα. Ο θάνατος που ήρθε και πήρε βελ. Ματαιόδοξος, ακόμα κι όταν κυλιέστε μες στη λάσπη.
τον Δον Ζουάν. Μες στη φωτιά της κόλασης όπου τον έριξε Ένας γηραλέος και καταχθόνιος απατεώνας».
ο Διοικητής. ο Δον Ζουάν παραμένει ζωντανός. Αλλά στον Ο Φλάισμαν γέλασε δυνατά, γιατί νόμισε, προς μεγάλη
κόσμο του Μεγάλου Συλλέκτη. όπου τα πάθη και τα συναι­ του ικανοποίηση, ότι στα λόγια της γιατρού διέκρινε περι­
σθήματα στροβιλίζονται σαν πούπουλα στον αέρα, στον φρόνηση απέναντι στον Χάβελ. Έτσι, παίρνοντας θάρρος
κόσμο αυτό είναι οριστικά νεκρός. από τη δική της ειρωνεία και από το δικό του γέλιο, πήγε
»Ελάτε τώρα, αγαπητή κυρία» είπε θλιμμένα στη για­ στο παράθυρο και είπε με νόημα: «Τι νύχτα!»
τρό ο Χάβελ, «εγώ κι ο Δον Ζουάν! Και τι δε θα 'δινα για «Ναι» είπε η γιατρός, «θεσπέσια νύχτα. Και ο κιΥριος
να 'βλεπα τον Διοικητή, να νιώσω στην ψυχή μου το φοβε­ Χάβελ παίζει το θάνατο! Μήπως αλήθεια το προσέξατε,
ρό φορτίο της κατάρας του, να νιώσω μέσα μου το μεγα­ γιατρέ μου, τι υπέροχη νύχτα που είναι απόψε;»
λείο της τραγωδίας! Ελάτε τώρα. εγώ είμαι το πολύ πολύ «Πού να το προσέξει» είπε ο Φλάισμαν. «Για τον κύριο
ήρωας κωμωδίας. αλλά κι αυτό ακόμα δεν το χρωστάω Χάβελ η μια γυναίκα είναι ίδια με την άλλη, η μια νύχτα
στον εαυτό μου. αλλά ακριβώς σ' εκείνον. τον Δον Ζουάν. ίδια με την άλλη, χειμώνας και καλοκαίρι είναι ένα και το
γιατί μόνο στο ιστορικό φόντο της τραγικής ευθυμίας του αυτό. Ο κύριος Χάβελ αρνείται να διακρίνει επιμέρους χα­
μπορείτε ακόμα να συλλάβετε. ώς ένα βαθμό, την κωμική ρακτηριστικά.»
θλίψη της ζωής μου πίσω απ' τον ποδόγυρο, μιας ζωής που. «Με ξεσκεπάσατε» είπε ο Χάβελ.
χωρίς αυτό το σημείο αναφοράς, θα 'ταν απλώς μια μουντή Ο Φλάισμαν έκρινε ότι αυτήν τη φορά το ραντεβού του
ρουτίνα. ένα πληκτικό τοπίο.» με τη γιατρό θα πετύχει: ο διευθυντής είχε πιει πολύ και η

132 133
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ

νύστα που τον είχε κυριειΥσει εδώ και μερικά λεπτά φαινό­ είναι κλειδωμένη ή θα είναι βαλμένος ο σύρτης). Προς με­
ταν να μειώνει αισθητά την επαγρύπνησή του. «Ωχ. η κύ­ γάλη του έκπληξη η πόρτα άνοιξε. Ένα δυνατό φως απ' το
στη μου!» είπε με τρόπο ο Φλάισμαν. έριξε ένα βλέμμα ταβάνι φώτιζε ένα γυμνό, ψηλό γυναικείο κορμΙ που ήταν
στη γιατρό, και τράβηξε προς την πόρτα. ξαπλωμένο στο ντιβάνι. Ο Φλάισμαν κοίταξε ένα γύρο το
δωμάτιο και όρμησε προς ένα μικρό καμινέτο. Έκλεισε τη
στρόφιγγα του γκαζιού. που ήταν ανοιχτή. Έπειτα έτρεξε
στο παράθυρο και το άνοιξε διάπλατα.

Το γκάζι

Καθώς βάδιζε στο διάδρομο σκεφτόταν με ευχαρίστηση


πως όλη τη βραδιά η γιατρός κορόιδευε τους δύο άντρες, Παρατήρηση εντός παρενθέσεως
τον διευθυντή και τον Χάβελ. τον οποίο μόλις είχε αποκα­
λέσει πολύ εύστοχα απατεώνα, και είδε έκθαμβος να επα­ (Μπορούμε να πούμε ότι ο Φλάισμαν επέδειξε ψυχραιμία
ναλαμβάνεται κάτι που κάθε φορά τον ξάφνιαζε. ακριβώς και προπαντός ετοιμότητα. Είναι όμως και κάτι που δεν το
επειδή επαναλαμβανόταν τόσο τακτικά: άρεσε πολύ στις κατέγραψε αρκετά Ψύχραιμα. Η αλήθεια είναι πως για μια
γυναίκες. τον προτιμούσαν από τους έμπειρους άντρες. γε­ στιγμ'� έμεινε με τα μάτια καρφωμένα στο γυμνό κορμί τής
γονός που. στην περίπτωση της γιατρού -που ήταν ολοφά­ Ελίζαμπετ. αλλά φοβόταν τόσο που δεν μπόρεσε. πίσω απ'
νερα μια εξαιρετικά απαιτητική. έξυπνη και αρκετά (αλλά το φίλτρο αυτού του φόβου. να συνειδητοποιήσει αυτό που
ευχάριστα) υπεροπτική γυναίκα-ο αποτελούσε έναν και­ μπορούμε να απολαύσουμε τώρα εμείς με την άνεσή μας.
νούριο και απροσδόκητο θρίαμβο. από πλεονεκτική απόσταση:
Μ ' αυτές τις ευχάριστες σκέψεις ο Φλάισμαν διέσχισε Ήταν θεσπέσιο αυτό το κορμί. Ήταν ξαπλωμένο στο δε­
όλον το μακρόστενο διάδρομο. ώς την έξοδο. Όταν είχε ξί πλευρό. ο αριστερός ώμος πλησίαζε λίγο τον άλλο και τα
σχεδόν φτάσει στην πόρτα που έβγαζε στον κήπο. μυρωδιά δυο όμορφα στήθη σφίγγονταν μεταξύ τους. τονίζοντας το
πλούσιο σχήμα τους. Το ένα πόδι ήταν τεντωμένο και τ'
γκαζιού χτύπησε ξαφνικά στα ρουθούνια του. Σταμάτησε
και μύρισε προσεχτικά. Η μυρωδιά ερχόταν από μια πόρτα
, άλλο ελαφρά λυγισμένο. αναδεικνύοντας τους εντυπωσια­
του διαδρόμου, απ' το δωματιάκι όπου ξεκουράζονταν οι κά μεστούς μηρούς της και την εξαιρετικά πυκνή. μαιΥρη
νοσοκόμες. Ξαφνικά ο Φλάισμαν συνειδητοποίησε ότι φο­ σκιά του εφηβαίου.)
βάται πολύ.
Στην αρχή σκέφτηκε να τρέξει να φωνάξει τον διευθυ­
ντή και τον Χάβελ. αλλά έπειτα αποφάσισε να δοκιμάσει
το πόμολο της πόρτας (προφανώς υπέθετε πως η πόρτα θα

134 135
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤRΣ

Η κλήση για βοήθεια

Ο Φλάισμαν άνοιξε διάπλατα το παράθυρο και την πόρτα, ΤΡΙΤΗ ΠJ:>ΑΞΗ

κι αμέσως όρμηξε στο διάδρομο και κάλεσε βοήθεια. Όσα


ακολούθησαν έγιναν γρήγορα και αποτελεσματικά: τεχνη­
τή αναπνοή. τηλεφώνημα στα επείγοντα περιστατικά, φο­ Ποι ος είπε τι
ρείο, μεταφορά στον εφημερεύοντα γιατρό, και πάλι τεχνη­
τή αναπνοή, επαναφορά στη ζωή, μετάγγιση αίματος, και Όταν οι τέσσερις γιατροί βγήκαν απ' τα Επείγοντα έξω
τέλος βαθύς αναστεναγμός ανακούφισης, όταν ήταν πια στην αυλή, έδειχναν εξαντλημένοι.
φανερό πως η ζωή της Ελίζαμπετ είχε σωθεί. Ο διευθυντής είπε: «Μας χάλασε το συμπόσιό μας η δό­
λια η Ελίζαμπετ».
Η γιατρός είπε: « Ο ι ανικανοποίητες γυναίκες φέρνουν
πάντοτε γρουσουζιά».
Ο Χάβελ είπε: «Περίεργο. Έπρεπε ν' ανοίξει το γκάζι
για να δοιΥμε πως έχει ωραίο σώμα».
Σ ' αυτά τα λόγια ο Φλάισμαν κοίταξε (επί ώρα) τον Χά­
βελ και είπε: «Δεν έχω διάθεση να πιω άλλο, ούτε και να
κάνω πνειΥμα. Καληνύχτα». Και τράβηξε για την έξοδο του
νοσοκομείου.

Η θεωρία του Φλάισμαν

Ο Φλάισμαν αηδίασε με τα λόγια της παρέας του. Έβλεπε


σ' αυτά την αναισθησία των ανθρώπων που γερνούν. τη
σκληρότητα της ηλικίας τους που ορθωνόταν μπροστά στα
δικά του νιάτα σαν εχθρικό εμπόδιο. Γι' αυτό χαιρόταν που
έμεινε μόνος, και ξεκίνησε επίτηδες με τα πόδια, για να
γευτεί ελεύθερα την έξαψή του: έλεγε και ξανάλεγε μόνος

1:36 137
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΤΟ ΣγΜΠΟΣΙΟ

του, συνέχεια, πως η Ελίζαμπετ είχε βρεθεί δυο βήματα απ' διευθυντή πως δεν είναι υπεύθυνος για οτιδήποτε προκαλεί
το θάνατο, και για το θάνατό της θα ήταν υπεύθυνος αυτός. άθελά του. Πώς ήταν δυνατόν να περιορίσει τον εαυτό του
Ήξερε φυσικά πως κάθε αυτοκτονία δεν είναι αποτέλεσμα μόνο σε ό.τι ήταν συνειδητό και σκόπιμο; Οτιδήποτε προ­
μιας αιτίας μόνο, αλλά ολόκληρου πλέγματος αιτιών' ωστόσο καλούσε άθελά του δεν ανήκε κι αυτό στη σφαίρα της προ­
δεν μπορούσε ν' αρνηθεί πως μία από αυτές τις αιτίες. και σωπικότητάς του; Ποιος άλλος θα μπορούσε να 'ναι υπεύ­
οπωσδήποτε η καθοριστική. ήταν αυτός ο ίδιος. το γεγονός θυνος γι' αυτό; Ναι, ήταν ένοχος ένοχος που τον αγαπούσε
και μόνο της ύπαρξής του. αλλά και το αποψινό του φέρσιμο. η Ελίζαμπετ' ένοχος που δεν είχε πάρει τίποτα είδηση' ένο­
Τώρα κατηγορούσε με πάθος τον εαυτό του. Έλεγε πως χος που δεν είχε δώσει σημασία' ένοχος. Παραλίγο να είχε
είναι ένας εγωιστ ής, με το ματαιόδοξο βλέμμα του προση­ σκοτώσει ένα ανθρώπινο πλάσμα.
λωμένο στις ερωτικές επιτυχίες του. Έβρισκε πως είναι γε­
λοίος που άφησε να τυφλωθεί από το ενδιαφέρον που του
είχε δείξει η γιατρός. Μεμφόταν τον εαυτό του. γιατί είχε
μετατρέψει την Ελίζαμπετ σε απλό αντικείμενο. ένα δοχείο Η θεωρία του διευθυντή
που του χρησίμεψε για να χι)σει τη χολή του όταν ο ζηλότυ­
πος διευθυντής τού χάλασε το νυχτερινό ραντεβοι) του. Με Ενώ ο Φλάισμαν ήταν απορροφημένος από την αυτοκριτική
ποιο δικαίωμα είχε φερθεί έτσι σ' ένα αθώο πλάσμα; του. ο διευθυντής, ο Χάβελ και η γιατρός ξαναγύριζαν στο
Πάντως, ο νεαρός φοιτητής της ιατρικής δεν ήταν κάνα θάλαμο εφημερίας. Δεν είχαν καμία διάθεση να πιουν άλ­
πρωτόγονο πλάσμα' κάθε Ψυχική του διάθεση εμπεριείχε λο' έμειναν για λίγο σιωπηλοί' κι έπειτα είπε ο Χάβελ: «Πώς
τη διαλεκτική της κατάφασης και της άρνησης. κι έτσι, στην στο καλό τής μπήκε αυτή η παλαβή ιδέα στο κεφάλι;»
εσωτερική φωνή του κατηγόρου. αποκρινόταν τώρα η εσω­ «Όχι συναισθηματισμούς» είπε ο διευθυντής. «Όταν
τερική φωνή του συνηγόρου: βέβαια. τα σαρκαστικά λόγια βλέπω και κάνουν τέτοιες βλακείες. αρνούμαι να συγκινη­
που είχε απευθι)νει στην Ελίζαμπετ ήταν άτοπα, αλλά δε θώ. Εξάλλου. αν δε σ' είχε πιάσει τέτοιο πείσμα κι είχες
θα είχαν σίγουρα τόσο τραγικές συνέπειες αν η Ελίζαμπετ κάνει μαζί της αυτό που δε διστάζεις να κάνεις μ' όλες τις
δεν ήταν ερωτευμένη μαζ ί του. Τι έφταιγε όμως εκείνος αν άλλες, δε θα 'χε γίνει ό. τι έγινε.»
κάποια γυναίκα ήταν ερωτευμένη μαζ ί του; Γινόταν αυτο­ «Ευχαριστώ που με καθιστάτε υπεύθυνο για μια αυτο­
μάτως υπεύθυνος γι' αυτήν; κτονία» είπε ο Χάβελ.
Σταμάτησε για λίγο σ' αυτό το ερώτημα' του φάνηκε «Ας είμαστε ακριβείς» απάντησε ο διευθυντής. «Δεν
πως αποτελεί το κλειδί ολόκληρου του μυστηρίου της αν­ πρόκειται για αυτοκτονία αλλά για επίδειξη αυτοκτονίας.
θρώπινης ύπαρξης. Σταμάτησε μάλιστα και να περπατάει οργανωμένη έτσι ώστε να αποφευχθεί το κακό. Αγαπητέ
και απάντησε στον εαυτό του με τη μεγαλύτερη σοβαρότη­ μου γιατρέ. άμα θέλει κανείς να πάθει ασφυξία από γκάζι.
τα του κόσμου: Δεν είχε δίκιο όταν είπε πριν από λίγο στον κλειδώνει καταρχήν την πόρτα. Κι όχι μόνο. αλλά φροντίζει

138 139
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ

να κλείσει κι όλες τις χαραμάδες, ώστε να γίνει αντιληπτή πρόκειται για μένα. Δεν είμαι δα ο μόνος που αρνήθηκε να
όσο το δυνατόν αργότερα η διαρροή γκαζιού. Μόνο που η πάει με την Ελίζαμπετ. Κανένας δεν ήθελε να πάει μαζί της.
Ελίζαμπετ δε σκεφτόταν το θάνατο. εσένα σκεφτόταν. »Προηγουμένως. όταν με ρωτήσατε γιατί δεν ήθελα να
»Ένας Θεός ξέρει πόσες βδομάδες τώρα ζούσε με τη πάω με την Ελίζαμπετ. σας είπα διάφορες μπούρδες για τη
σκέψη πως θα 'χει νυχτερινή βάρδια μαζ ί σου. κι απ' την γοητεία της ελευ θερίας της βούλησης και για τη δική μου
αρχή της βραδιάς σού ρίχνεται κανονικά. Εσύ όμως μουλά­ ελευθερία την οποία προσπαθώ να διαφυλάξω. Αλλά ήταν
ρωσες. Κι όσο πιο πολ ύ μουλάρωνες, τόσο πιο πολύ έπινε απλώς λόγια του αέρα. με σκοπό να κρύψουν την αλήθεια.
αυτή, και γινόταν όλο και πιο προκλητική: είπε. είπε, χόρε­ που είναι τελείως διαφορετική και διόλου κολακευτική:
ψε. θέλησε να κάνει και στριπτίζ... απέκρουσα την Ελίζαμπετ επειδή ακριβώς δεν είμαι ικανός
»Τελικά. αναρωτιέμαι μήπως υπάρχει κάτι όντως συγκι­ να συμπεριφερθώ σαν ελεύθερος άνθρωπος. Γιατί η μόδα
νητικό σ' όλη αυτή την ιστορία. Όταν πια το πήρε απόφαση είναι να μην πηγαίνει κανείς με την Ελίζαμπετ. Κανείς δεν
πως δεν μπορεί να προσελκύσει ούτε την όρασή σου ούτε πάει με την Ελίζαμπετ. αλλά κι αν πήγαινε. δε θα το παρα­
την ακοή σου. τα 'παιξε όλα για όλα, ποντάροντας στην δεχόταν ποτέ. γιατί όλοι θα τον κορόιδευαν. Η μόδα είναι
όσφρησή σου. κι άνοιξε το γκάζι. Και πριν ανοίξει το γκάζι, ένας φοβερός κέρβερος. κι εγώ υπάκουσα δουλικά. Μόνο
γδύθηκε. Το ξέρει πως έχει ωραίο σώμα, και θέλησε να σε που η Ελίζαμπετ είναι πια ώριμη γυναίκα. και της τη βάρε­
αναγκάσει να το ανακαλύψεις. Θυμήσου τι μας είπε φεύγο­ σε στο κεφάλι. Κι εκεί που της τη βάρεσε πιο πολ ύ είναι
ντας: Να ξέρατε μό))ο. Αλλά οε)) ξέρετε τίποτα. Δε)) ξέρετε που την αποκρούω εγώ. που όλος ο κόσμος ξέρει πως πάω
τίποτα. Τώρα ξέρεις. η Ελίζαμπετ έχει άσχημο πρόσωπο με ό.τι βρεθεί μπροστά μου. Αλλά η μόδα μετράει πιο πολ ύ
αλλά ωραίο κορμί. Το παραδέχτηκες κι ο ίδιος. Βλέπεις. για μένα απ' το κεφάλι της Ελίζαμπετ.
δεν ήταν και τόσο ανόητος ο συλλογισμός της. Αναρωτιέ­ »Κι έχετε δίκιο: ξέρει πως έχει ωραίο σώμα. και θεώρη­
μαι μήπως το ξανασκεφτείς τώρα.» σε πως είναι εντελώς παράλογη και άδικη αυτ ή η κατάστα­
Ο Χάβελ ανασήκωσε τους ώμους. «Μπορεί» είπε. ση. και θέλησε να διαμαρτυρηθεί. Θυμηθείτε που όλη τη
«Είμαι σίγουρος» είπε ο διευθ υντής. βραδιά δεν έπαψε να προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή
στο σώμα της. Όταν μας είπε για τη Σουηδέζα στριπτιζέζ
που είχε δει στη Βιέννη. χάιδευε τα στήθη της και δήλωσε
πως είναι ωραιότερα από της Σουηδέζας. Και θυμηθείτε:
Η θεωρία του Χάβελ όλο το βράδυ τα στήθη της και τα οπίσθιά της κατέκλυζαν
τούτο το δωμάτιο σαν στίφη διαδηλωτών. Σοβαρολογώ.
«Μοιάζει πειστικό αυτό που λέτε» είπε ο Χάβελ στον διευ­ ήταν σωστ-� διαδήλωση.
θυντή. «αλλά υπάρχει κά ποιο κενό στο συλλογισμό σας: »Και θυμηθείτε το στριπτίζ. θυμηθείτε πώς το ζούσε! Το
υπερεκτιμάτε το ρόλο μου στην υπόθεση αυτή. Γιατί δεν θλιβερότερο στριπτίζ που είδα ποτέ μου. Προσπαθούσε με

140 141
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΤΟ ΣΥΥ[ΠΟΣΙΟ

πάθος να γδυθεί, αλλά της ήταν αδύνατον να ξεφΙJγει από λαβαίνετε. δεν ήθελε να τη δοι)με όταν θα είχε πια μελανιά­
τη μισητή φυλακή της στολής της νοσοκόμας. Προσπαθού­ σει, θα μύριζε και θα είχε παραμορφωθεί απ' το θάνατο.
σε να γδυθεί. αλλά δεν μποροι)σε. Κι ενώ το ήξερε πως δε Ήθελε να μας δείξει το τόσο όμορφο αλλά υποτιμημένο
θα γδυνόταν. προσπαθΟΙJσε παρ' όλα αυτά να γδυθεί, γιατί κορμί της. που όδευε εν πλήρει δόξη να ενωθεί ερωτικά με
ήθελε να μας μεταδώσει τη θλιβερή και μη πραγματοποιή­ το θάνατο. Ήθελε. τουλάχιστον αυτή την τόσο ζωτικής ση­
σιμη επιθυμία της να γδυθεί. Δεν ήταν γδύσιμο αυτό, ήταν η μασίας στιγμή. να ζηλέψουμε το θάνατο που παίρνει τοι)το
ελεγεία του γδυσίματος. μια ελεγεία για την αδυναμία της το κορμί και έτσι να το ποθήσουμε.»
να γδυθεί. για την αδυναμία να κάνει έρωτα. για την αδυ­
ναμία της να ζήσει! Κι εμείς δε θελ'�σαμε ούτε καν να τον
ακούσουμε αυτόν το θρήνο. κοιτάζαμε στο πάτωμα και
παίρναμε ύφος αδιάφορο.» Η θεωρία της γιατρού
«Πόπο ένας ρομαντικός γυναικάς!» αναφώνησε ο διευ­
θυντής. «Πιστεύεις πως ήθελε πραγματικά να πεθάνει;» «Κι)ριοι» άρχισε η γιατρός που είχε μείνει ώς τότε σιωπηλή
«Θυμηθείτε» είπε ο Χάβελ «τι μου είπε την ώρα που και άκουγε προσεχτικά τους δυο γιατρούς. «λογικά μου
χόρευε! Μου είπε: Είμαι ζωντανή εγώ! Είμαι ζωντανή ακό­ φαίνονται όσα είπατε και οι δυο σας. όσο μπορεί να κρίνει
μα! Θυμάστε; Απ' τη στιγμή που άρχισε να χορεύει. ήξερε μια γυναίκα. Οι θεωρίες σας από μόνες τους είναι αρκετά
τι θα έκανε μετά!» πειστικές και μαρτυρούν γνώση της ζωής εις βάθος. Έχουν
«Και γιατί θέλησε να πεθάνει ολόγυμνη; Τι εξήγηση δί­ μόνο ένα ελάττωμα: δεν περιέχουν ίχνος αλήθειας. Η Ε­
νεις εσύ γι' αυτό;» λίζαμπετ δε σκεφτόταν την αυτοκτονία. Ούτε την πραγ­
«Ήθελε να χωθεί στην αγκαλιά του θανάτου όπως στην ματική αυτοκτονία οι)τε τη σκηνοθετημένη. Καμία αυτο­
αγκαλιά ενός εραστή. Γι' αυτό και γδύθηκε. έφτιαξε τα κτονία. »
μαλλιά της. βάφτηκε...» Έμεινε για λίγο να απολαμβάνει τον αντίκτυπο των λό­
«Και γι' αυτό δεν κλείδωσε και την πόρτα. ε;Έλα τώρα. γων της. και συνέχισε: «Κύριοι. είναι φανερό πως δεν έχετε
μην προσπαθείς να πείσεις τον εαυτό σου πως ήθελε πραγ­ ήσυχη τη συνείδησή σας. Όταν γυρίσαμε από τα Επείγοντα.
ματικά να πεθάνει. » αποφύγατε το δωματιάκι των νοσοκόμων. Οι'ηε να το δείτε
«Μπορεί και να μην ήξερε τι ακριβώς ·�θελε. Εσείς δη­ δε θέλατε πια. Εγώ όμως το εξέτασα προσεχτικά. όσο κά­
λαδή ξέρετε τι θέλετε; Ποιος από μας ξέρει τι θέλει; Ήθελε νατε τεχνητή αναπνοή στην Ελίζαμπετ. Πάνω στο καμινέτο
να πεθάνει. αλλά και δεν ήθελε. Για την ακρίβεια. ήθελε ει­ ήταν ένα κατσαρολάκι. Η Ελίζαμπετ έβαλε να ζεστάνει νε­
λικρινά να πεθάνει και ταυτόχρονα (εξίσου ειλικρινά) ήθε­ ρό για καφέ. και την πήρε ο ύπνος, το νερό χύθηκε κι έσβη­
λε να παρατείνει την πράξη που θα την οδηγούσε στο θά­ σε τη φλόγα».
νατο και με την οποία ένιωθε να εξυψώνεται. 1'ιατί. κατα- Οι δυο γιατροί πήγαν στο δωματιάκι των νοσοκόμων

142 143
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΤΟ ΣγΜΠΟΣΙΟ

μαζ ί με τη γιατρό. Όντως, πάνω στο καμινέτο ήταν ένα κα­ λευταία της λόγια: τα είπε με τόσο πάθος, σαν να 'ταν λό­
τσαρολάκι, κι είχε μείνει μάλιστα και λίγο νερό. για αποχαιρετισμού: Να ξέρατε μόνο. Αλλά δεν ξέρετε τί­
«Τότε γιατί ήταν ολόγυμνη;» επέμεινε παραξενεμένος ο ποτ α. Δεν ξέρετε τίποτα. »
διευθυντής. «Ελάτε τώρα» του είπε η γιατρός. «Λες και δεν ξέρετε
«Κοιτάξτε εδώ» είπε η γιατρός. δείχνοντας στις τέσσε­ πως τα ενενήντα εννιά τοις εκατό απ' αυτά που λέμε τα λέ­
ρις γωνίες του δωματίου: το γαλάζιο φόρεμα της στολής με έτσι, στον αέρα. Μήπως κι εσείς ο ίδιος, τις περισσότε­
σερνόταν στο πάτωμα, κάτω απ' το παράθυρο, το σουτιέν ρες φορές, δε μιλάτε μόνο και μόνο για να μιλάτε;»
κρεμόταν απ' το ντουλαπάκι με τα φάρμακα. και το άσπρο Οι γιατροί συνέχισαν την κουβέντα λίγο ακόμα, κι έπει­
κιλοτάκι ήταν πεταμένο χάμω, στην άλλη άκρη. «Η Ελίζα­ τα βγήκαν απ' το θάλαμο' ο διευθυντής και η γιατρός έδω­
μπετ πέταξε σε διαφορετικά σημεία τα ρούχα της, γεγονός σαν το χέρι στον Χάβελ και απομακρύνθηκαν.
που αποδεικνύει πως θέλησε να ολοκληρώσει. έστω για τον
εαυτό της, το στριπτίζ της. αυτό που εσείς, κύριε διευθυ­
ντά. κρίνατε φρόνιμο να της απαγορεύσετε!
» Όταν έμεινε ολόγυμνη, θα ένιωθε πια κουρασμένη. Αυ­ Αρώματα ταξίδευαν στον νυχτερινό αέρα
τό δε θα της άρεσε, γιατί δεν είχε ακόμα εγκαταλείψει τις
ελπίδες της γι' αυτήν τη vtJXTa. Ήξερε πως κάποτε θα φεΙJ­ Ο Φλάισμαν έφτασε κάποτε στο δρόμο της συνοικίας όπου
γαμε εμείς οι άλλοι. κι ο ΚΙJριος Χάβελ θα 'μενε μόνος. Γι' έμενε με τους γονείς του σ' ένα μικρό σπιτάκι με κήπο γύ­
αυτό και ζήτησε χάπια να μείνει ξίJπνια. Αποφάσισε να ρω γύρω. Άνοιξε την καγκελόπορτα και κάθισε σ' ένα πα­
φτιάξει καφέ κι έ βαλε ένα κατσαρολάκι με νερό στο καμι­ γκάκι που από πάνω του έγερνε μια ολάνθιστη τριαντα­
νέτο. Έπειτα ξανακοίταξε το σώμα της κι αυτό την ερέθι­ φυλλιά που τη φρόντιζε με αγάπη η μητέρα του.
σε. Κύριοι, η Ελίζαμπετ είχε ένα πλεονέκτημα σε σχέση μ' Αρώματα ταξίδευαν στον καλοκαιρινό νυχτερινό αέρα,
εσάς. Δεν έβλεπε το κεφάλι της. Άρα για κείνην η ομορφιά και οι λέξεις «ένοχος», «εγωισμός», «αγαπημένος», «θάνα­
της ήταν αψεγάδιαστη. Την ερέθισε το κορμί της και ξά­ τος» στριφογύριζαν μες στο κεφάλι του Φλάισμαν και τον
πλωσε λάγνα στο ντιβάνι. Αλλά. απ' ό,ΤΙ φαίνεται, ο ΙJπνος γέμιζαν ανείπωτη ευχαρίστηση' είχε την αίσθηση ότι στην
την πρόλαβε πριν από την ηδονή.» πλάτη του φύτρωσαν φτερά.
«Σ ίγουρα» είπε ο Χάβελ. «Αφού μάλιστα της είχα δώ­ Μέσα σ' αυτό το κύμα μελαγχολικής ευτυχίας, συνειδη­
σει υπνωτικά! » τοποίησε πως είχε αγαπηθεί όπως ποτέ πριν. Βέβαια. αρ­
«Διόλου παράξενο απ ό μέρους σας» είπε η γιατρός. κετές γυναίκες τού είχαν ήδη δώσει απτές αποδείξεις των
«Λοιπόν. δεν είναι όλα ξεκάθαρα τώρα;» αισθημάτων τους, αλλά τώρα έπρεπε να πει με το χέρι στην
«Ό χι» είπε ο Χάβελ. «Θυμηθείτε τι μας είπε: Δεν πεθαί­ καρδιά: ήταν πάντοτε αγάπη τα αισθήματα αυτά; μήπως
νω εΥώ! Είμαι ζωντανή ακόμα! Είμαι ζωντανή! Και τα τε- είχε αφεθεί ορισμένες φορές σε αυταπάτες; μήπως φαντα-

'1 t,t, 145


ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤl<:2;

ζόταν πιο πολλά απ' όσα συνέβαιναν στην πραγματικότη­


τα; νά, η Κλάρα, ας πούμε, μήπως ήταν υπολογίστρια κι όχι
ερωτευμένη; μήπως σκεφτόταν πιο πολύ το διαμέρισμα
που θα της έβρισκε παρά τον ίδιον; Ό λα αυτά, μπροστά ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΡΑΞΗ

στην πράξη της Ελίζαμπετ, φάνταζαν χλομά.


Μεγάλα λόγια ταξίδευαν στον αέρα, κι ο Φλάισμαν σκέ­
φτηκε πως για τον έρωτα μόνο ένα κριτήριο υπάρχει: ο θά­ Η επιστροφή της γιατρού
νατος. Στο τέρμα του αληθινού έρωτα βρίσκεται ο θάνατος.
και μόνο ο έρωτας που στο τέρμα του βρίσκεται ο θάνατος Ο Χάβελ είχε ξαπλώσει στο ντιβάνι εδώ και λίγη ώρα. σκε­
είναι έρωτας. πασμένος με μια λεπτή μάλλινη κουβέρτα' ξαφνικά άκουσε
Αρώματα ταξίδευαν στον αέρα. και ο Φλάισμαν αναρω­ να χτυπούν στο τζάμι. Στο φως του φεγγαριού διέκρινε το
τήθηκε: θα τον αγαπούσε ποτέ άλλος κανείς όσο αυτή η πρόσωπο της γιατροι'ι. Άνοιξε το παράθυρο και ρώτησε:
άσχημη γυναίκα; Αλλά τι είναι η ομορφιά ή η ασχήμια «Τι συμβαίνει;»
μπροστά στην αγάπη; Τι είναι η ασχήμια ενός προσώπου «Ανοίχτε μου» είπε η γιατρός και κινήθηκε σβέλτα προς
μπροστά σ' ένα συναίσθημα που το μεγαλείο του αντανα­ την πόρτα του κτιρίου.
κλά το απόλυτο; Ο Χάβελ κούμπωσε το πουκάμισό του. αναστέναξε. και
(Το απόλυτο; Ναι. Ο Φλάισμαν είναι ένας έφηβος που βγήκε απ' το δωμάτιο.
μόλις πρόσφατα εκσφενδονίστηκε στον αβέβαιο κόσμο των Ξεκλείδωσε την πόρτα του κτιρίου. και η γιατρός. χωρίς
ενηλίκων. Βάζει τα δυνατά του να κατακτήσει γυναίκες. να δώσει καμία εξήγηση. κατευθύνθηκε στο θά λαμο εφημε­
αλλά προπάντων αναζητεί μια παρηγορητική, απέραντη. ρίας. στρογγυλοκάθισε σε μια πολυθρόνα απέναντι απ' τον
λυτρωτική αγκαλιά. που θα τον σώσει από τη φριχτή σχετι­ Χάβελ και μόνο τότε άρχισε να εξηγεί πως της ήταν αδύ­
κότητα του κόσμου τον οποίο μόλις τώρα ανακάλυψε.) νατον να γυρίσει σπ ίτι της. πως ήταν φοβερά αναστατωμέ­
νη, πως δεν υπήρχε περίπτωση να την πάρει ο ι'ιπνος. και
ήθελε να κουβεντιάσουν λίγο ακόμα, μπας και ηρεμήσει.
Ο Χάβελ δεν πίστεψε λέξη απ' όλα αυτά. κι ήταν αρκε­
τά αγενής (ή απρόσεχτος), ώστε να το δείξει κιόλας.
Γι' αυτό και η γιατρός τοι'ι είπε: «Φυσικά και δε με πι­
στεύετε. αφού είστε πεπεισμένος πως ξαναγύρισα μόνο
και μόνο για να κοιμηθώ μαζ ί σας». Ο Χάβελ έκανε μια αρ­
νητική χειρονομία. αλλά η γιατρός συνέχισε: «Ένας φαντα­
σμένος Δον Ζουάν! Αλίμονο. Μόλις σας δει μια γυναίκα.

146 147
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ
ΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ

μόνο αυτό σκέφτεται. Κι εσείς, απηυδισμένος και αηδια­ «Τότε;»


σμένος, εκτελείτε τη θλιβερή αποστολή σας». «Γιατί τα 'χετε με τον διευθυντή.»
Ο Χάβελ έ κανε και π άλι μια αρνητική χειρονομί α, αλ­ «Ε και;»
λά η γιατρός. που είχε ανάψει στο μεταξύ τσιγάρο και φυ­ «ο διευθυντής ζηλει)ει. Θα πληγωνόταν.»
σούσε νωχελικά τον καπνό, συνέχισε: «Φουκαρά μου Δον «Έχετε ηθικοι)ς ενδοιασμούς;» είπε γελώντας η γιατρός.
Ζουάν. μην ανησυχείτε. Δεν ήρθα για να σας ενοχλήσω. Δεν «Ξέρετε» είπε ο Χάβελ. «στη ζωή μου είχα ένα σωρό
έχετε καμιά σχέση με το θάνατο. Αυτό είναι μια από τις σχέσεις με γυναίκες. κι έτσι έμαθα να σέβομαι περισσότερο
παραδοξολογίες του αγαπητού μας διευθυντή. Δεν τα την αντρική φιλία. Κι αυτή η φιλία που δεν κηλιδώνεται
παίρνετε όλα, γιατί απλούστατα δεν είναι όλες οι γυναίκες από την ηλιθιότητα του ερωτισμού είναι η μόνη αξία που
διατεθειμένες να σας δοθούν. Εγώ λόγου χάρη σας εγγυώ­ γνώρισα στη ζωή μου.»
μαι πως έχω απόλυτη ανοσία απέναντί σας». «Και τον διευθυντή τον θεωρείτε φίλο σας;»
«Αυτό ήρθατε να μου πείτε;» «ο διευθυντής έχει κάνει πολλά για μένα.»
«Ίσως. Ήρθα να σας παρηγορήσω, να σας πω πως δεν «Και πολύ περισσότερα για μένα» είπε η γιατρός.
είστε σαν το θάνατο. Πως εγώ δε θ' αφηνόμουν ποτέ να με «Μπορεί» είπε ο Χάβελ. «Αλλά δεν είναι θέμα ευγνω-
πάρετε.» μοσύνης. Απλούστατα ο διευθυντής είναι φίλος. Είναι υπέ­
ροχος τύπος. Και είναι πολ ύ δεμένος μαζ ί σας. Έτσι και
κάναμε κάτι οι δυο μας, θα ήμουνα σκέτο κάθαρμα.»

Η ηθική του Χάβελ

«Πολύ ευγενικό εκ μέρους σας» είπε ο Χάβελ «πολύ ευγενι­


Το θάΨιμο του διευθυντή
κό που δεν αφήνεστε να σας πάρουν κι ήρθατε και να μου το
πείτε. Δίκιο έχετε. Δεν έχω καμία σχέση με το θάνατο. Όχι μό­ «Δεν το περίμενα ν' ακούσω από σας τέτοιο φλογερό εγκώ­
νο δεν παίρνω την Ελίζαμπετ, αλλά ούτε κι εσάς θα πάρω.» μιο της φιλίας!» είπε η γιατρός. «Μου αποκαλύπτετε μια
«Ω!» έκανε η γιατρός. ολοκαίνουρια και απολ ύτως απροσδόκητη πλευρά σας. Όχι
«Δεν εννοώ πως δε μου αρέσετε. Ίσα ίσα.» απλώς διαθέτετε. πέρα από κάθε προσδοκία, αισθήματα. αλλά
«Πάλι καλά» είπε η γιατρός. και τα εκδηλώνετε (κι αυτό είναι το συγκινητικό) απέναντι
«Ναι. Μου αρέσετε πολι).» σ' έναν ηλικιωμένο, καραφλό κύριο με λίγες γκρίζες τρίχες,
«Τότε γιατί δε με παίρνετε; Επειδή δε σας δείχνω κανέ­ που μόνο τη γελοιότητά του προσέχει κανείς. Τον είδατε
να ενδιαφέρον;» απόψε; Είδατε που συνέχεια είναι όλο φιγούρα; Θέλει πά­
«Όχι, καμία σχέση» είπε ο Χάβελ. ντα να αποδεικνύει πρά γματα που κανείς δεν τα πιστεύει.
148
149
ΚΩΜΙΚΟΙ 13ΓΩΤΕΣ ΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ

»Καταρχήν, θέλει να αποδείξει τι πνευματώδης που είναι, φαλάκρα που ούτε εγώ θα τη γλιτώσω εντέλει; Γιατί να κο­
Τον ακούσατε. Όλη τη βραδιά μιλούσε χωρίς να λέει τίποτα, ρο'ίδέψω τις επίμονες προσπάθειες του διευθυντή να μην εί­
διασκέδαζε τη γαλαρία, έκανε πνεύμα. ο Χάβελ είναι σαν το ναι αυτό πού είναι;
θάνατο, επινοεί παραδοξολογίες όπως τα περί δυστυχίας » Όταν γερνάει ο άνθρωπος, ή δέχεται να είναι αυτό που
του ευτυχισμένου γάμου (εκατό φορές την έχω ακούσει αυ­ είναι, δηλαδή ένα αξιοθρήνητο απομεινάρι του παλιού εαυ­
τή την εξυπνάδα!), προσπαθούσε να δουλέψει τον Φλάισμαν τού του, ή δεν το δέχεται, Αν όμως δεν το δέχεται, τι κάνει;
(λες και χρειάζεται να 'ναι κανείς πνευματώδης γι' αυτό!). Το μόνο που του μένει είναι να παραστήσει πως δεν είναι
»Δει)τερον, προσπαθεί να παίξει τον πολύ άνετο. Στην αυτό που είναι' το μόνο που του μένει είναι να αναδημι­
πραγματικότητα, απεχθάνεται όποιον έχει ακόμα μαλλιά ουργήσει, με επίπονες προσπάθειες, αυτό που δεν είναι πια,
στο κεφάλι του. αλλά γι' αυτό ακριβώς καταβάλλει ακόμα αυτό που έχει πια χαθεί' να επινοήσει, να παίξει, να μιμηθεί
μεγαλι)τερη προσπάθεια να κάνει τον άνετο. Κολάκευε το κέφι του, τη ζωντάνια του, τη φιλικότητά του' να ξανα­
εσάς, κολάκευε εμένα, ήταν πατρικός και τρυφερός με την ζωντανέψει τον νεανικό του εαυτό, να προσπαθήσει να γί­
Ελίζαμπετ. ενώ τον Φλάισμαν τον δοι)λευε τόσο προσεχτι­ νει ένα μαζί του, και να αντικαταστήσει με αυτόν τη σημε­
κά που να μην το πάρει είδηση. ρινή του εικόνα. Σ' αυτό το θεατρικό παιχνίδι του διευθυ­
»Και τρίτον. που είναι και το βασικότερο. θέλει να απο­ ντή εγώ βλέπω τον εαυτ6 μου, το μέλλον μου -αν, βεβαίως,
δείξει πως είναι ακαταμάχητος. Προσπαθεί απεγνωσμένα έχω αρκετή δύναμη να αντισταθώ και να μην αφεθώ, γιατί
να κρύψει τη σημερινή του εικόνα πίσω από την αλλοτινή. η παραίτηση είναι σίγουρα πολύ χειρότερη από αυτό το
που δυστυχώς δεν υπάρχει πια αλλά οι)τε και τη θυμάται θλιβερό θεατρικό παιχνίδι.
κανένας. Είδατε πόσο επιδέξια τα κατάφερε να μας διηγη­ » Ίσως εσείς να είδατε ξεκάθαρα το παιχνίδι του διευθυ­
θεί την ιστορία εκείνης της μικρής πόρνης που δεν τον ήθελε, ντή. Αλλά εγώ τον συμπαθώ ακόμα περισσότερο γι' αυτό,
μόνο και μόνο για να αναφερθεί στο αλλοτινό του πρόσωπο και δε θα μπορούσα ποτέ να τον πληγώσω, που σημαίνει
και να μας κάνει να ξεχάσουμε τη θλιβερή φαλάκρα του;» πως δε θα μπορούσα ποτέ να κάνω τίποτα μαζί σας.»

γπεράσπωη του διευθυντή Η απάντηση της γιατρού

«Όλα όσα λέτε είναι μάλλον αλήθεια» απάντησε ο Χάβελ «Αγαπητέ μου γιατρέ» απάντησε η γιατρός, «οι διαφορές
«Αλλά σ' όλα αυτά εγώ βλέπω επιπλέον λόγους. και σοβα­ μας είναι λιγότερες απ' όσο νομίζετε. Κι εγώ τον συμπαθώ.
ρούς λόγους, να συμπαθώ τον διευθυντή, γιατί όλα αυτά με Κι εγώ τον λυπάμαι, όπως ακριβώς κι εσείς. Και του οφεί­
αγγίζουν όσο δεν το φαντάζεστε, Γιατί να ΚΟΡΟ'ίδέψω μια λω ίσως περισσότερα απ ' ό,τι εσείς. Χωρίς αυτόν. δε θα 'χα

150 151
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΊΈΣ

μια τόσο καλή θέση. (Το ξέρετε άλλωστε. όλοι το ξέρουν,


και πολ ύ καλά μάλιστα.) Πιστεύετε ότι τον κοροϊδεύω; Ότι
τον απατάω; Ότι έχω κι άλλους εραστές; Με τι χαρά θα του
το 'χαν προφτάσει οι πάντες! Δε θέλω να πληγώσω ούτε ΠΕΜΠΤΗ ΠΡΑΞΗ
εκείνον ούτε τον εαυτό μου, κι έτσι είμαι πολύ λιγότερο
ελεύθερη απ' όσο νομίζετε. Για την ακρίβεια, δεν είμαι κα­
θόλου ελεύθερη. Αλλά χαίρομαι που καταλαβαινόμαστε
Σ' έναν στρόβιλο ευγενών αισθημάτων
τόσο καλά οι δυο μας. Γιατί είστε ο μόνος άντρας με τον
οποίο θα επέτρεπα στον εαυτό μου να απατήσει τον διευ­ Μετά τη νύχτα ήρθε το πρωί, και ο Φλάισμαν κατέβηκε στον
θυντή. Γιατί όντως τον αγαπάτε ειλικρινά, και δε θα θέλατε κήπο να κόψει μερικά τριαντάφυλλα. Έπειτα πήρε το τραμ
ποτέ να τον πληγώσετε. Θα είστε σχολαστικά διακριτικός. για το νοσοκομείο.
Εσάς μπορώ να σας έχω εμπιστοσύνη. Άρα μπορώ να κοι­ Η Ελίζαμπετ ήταν σε μονόκλινο στο τμήμα των Επειγό­
μηθώ μαζί σας...» και κάθισε στα γόνατα του Χάβελ κι άρ­ ντων. Ο Φλάισμαν κάθισε κοντά στο κρεβάτι της, ακούμπη­
χισε να του ξεκουμπώνει τα ρούχα. σε στο κομοδίνο τα τριαντάφυλλα, και πήρε το χέρι τής
Ελίζαμπετ για να μετρήσει το σφυγμό της.
«Είσαι καλ ύτερα τώρα;» ρώτησε.
Τι έχανε ο Χάβελ; «Ναι» είπε η Ελίζαμπετ.
«Δεν έπρεπε να κάνεις τέτοια ανοησία, καλή μου» είπε
Εμ τι θα 'κανε; ζεστά ο Φλάισμαν.
«Έχεις δίκω» είπε η Ελίζαμπετ. «αλλά με πήρε ο ύπνος.
Έβαλα να ζεστάνω νερό για να φτιάξω καφέ. και με πήρε ο
ύπνος. την ανόητη.»
Ο Φλάισμαν έ μεινε να την κοιτάζει κατάπληκτος, γιατί
δεν περίμενε τόση μεγαλοψυχία: η Ελίζαμπετ ήθελε να τον
απαλλάξει απ' τις τύψεις, δεν ήθελε να τον φορτώσει με
τον έρωτά της. και μάλιστα τον αρνιόταν αυτό τον έρωτα!
Της χάιδεψε το πρόσωπο, και κυριευμένος από συγκίνη­
ση της είπε τρυφερά: «Τα ξέρω όλα. Δε χρειάζεται να λες
Ψέματα. Αλλά σ' ευχαριστώ γι' αυτό σου το ψέμα».
Κατάλαβε πως τόση ευγένεια. αυταπάρνηση και αφο­
σίωση δε θα 'βρισκε σ' άλλη γυναίκα. και λίγο έλειψε να
152 153
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ

υποκύ Ψει στον πειρασμό να της ζητήσει να γίνει γυναίκα μηνεία όσων συνέβησαν» είπε ο διευθυντής στη γιατρό και
του. Αλλά τελευταία στιγμή ξαναβρήκε τον αυτοέλεγχό του στον Χάβελ όταν ξαναβρέθηκαν οι τρεις τους στην υπηρε­
(πάντα υπάρχει χρόνος για πρόταση γάμου) και είπε απλώς: σία. «Η Ελίζαμπετ έβαλε να ζεστάνει νερό για καφέ και
«Ελίζαμπετ. Ελίζαμπετ. καλή μου. Αυτά τα τριαντά­ την πήρε ο ύπνος. Έτσι τουλάχιστον ισχυρίζεται.»
φυλλα είναι για σένα.» «Βλέπετε;» είπε η γιατρός.
«Για μένα;» είπε η Ελίζαμπετ, κοιτάζοντάς τον μ' ανοι­ «Δε βλέπω τίποτα απολ ύτως» είπε ο διευθυντής. «Τελι­
ό
χτ το στόμα. κ κανένας δεν ξέρει τι ακριβώς συνέβη. Μπορεί το κα­
ά.
«Ναι. για σένα. Επειδή είμαι ευτυχισμένος που βρ ίσκο­ τσαρολάκι να ήταν από πριν πάνω στο καμινέτο. Αν η Ελί­
μαι εδώ μαζί σου. Επειδή είμαι ευτυχισμένος που υπάρ­ ζαμπετ ήθελε να αυτοκτονήσει με γκάζι. γιατί να το 'βγαζε
χεις, Ελίζαμπετ. Ίσως να σ' αγαπάω. Ίσως να σ' αγαπάω το κατσαρολάκι;»
πολύ. Αλλά ίσως γι' αυτό ακριβώς να 'ταν καλΙJτερα να «Μα αφού σας τα εξήγησε όλα! » επέμεινε η γιατρός.
μείνουμε όπως είμαστε. Πιστεύω πως ένας άντρας και μια «Έπειτα απ' το θέατρο που μας έπαιξε και μας κατα­
γυναίκα αγαπιούνται περισσότερο όταν δε ζούνε μαζ ί κι τρόμαξε. γιατί να σας εκπλήσσει που προσπαθεί να μας
όταν το μόνο που ξέρουν ο ένας για τον άλλο είναι πως πείσει ότι για ό λα έφταιγε ένα κατσαρολάκι; Μην ξεχνάτε
υπάρχουν. κι είναι ευγνώμονες ο ένας απέναντι στον άλλο πως σε τούτη τη χώρα όποιος κάνει από πειρα αυτοκτονίας
επειδή υπάρχουν κι επειδή το ξέρουν πως υπάρχουν. Κι πάει αυτομάτως στο Ψυχιατρείο για θεραπεία. Κανέναν
αυτό και μόνο τούς αρκεί για να 'ναι ευτυχισμένοι. Σ ' ευ­ δεν τον ενθουσιάζει αυτή η προοπτική.»
χαριστώ. Ελίζαμπετ. σ' ευχαριστώ που υπάρχεις.» «Μου φαίνεται πως σας αρέσουν οι ιστορίες με αυτο­
Η Ελίζαμπετ δεν καταλάβαινε τίποτα. αλλά χαμογελού­ κτονίες» είπε η γιατρό ς στον διευ θυντή.
σε μ' ένα μακάριο χαμόγελο. μ' ένα ηλίθιο χαμόγελο. γεμά­ «Θα 'θελα για μια φορά να βασανιστεί ο Χάβελ από τύ­
το από κάποια αόριστη ευτυχία και μιαν αόριστη ελπίδα. Ψεις» είπε γελώντας ο διευθυντής.
Έπειτα ο Φλάισμαν σηκώθηκε. έσφιξε τον ώμο της Ελί­
ζαμπετ (σημάδι ενός διακριτικού και συγκρατημένου έρω­
τα). έκανε μεταβολή και έφυγε.
Η μεταμέλεια του Χάβελ

Η ένοχη συνείδηση του Χάβελ διέκρινε στα επουσιώδη λό­


Η αβεβαιότητα όλων των πραγμάτων για του διευθυντή μια κρυπτογραφημένη μομφή, σταλμένη
διακριτικά από τον ουρανό για να τον συνετίσει: «Καλά
«Η ωραία συνάδελφός μας. που ακτινοβολεί κυριολεκτικά λέει ο διευθυντής μας» είπε. «Δεν ήταν σώνει και καλά από­
από νιάτα σήμερα. φαίνεται πως βρήκε τη σωστότερη ερ- πειρα αυτοκτονίας. αλλά θα μπορούσε και να είναι. Άλλω-

154 155
ΊΌ ΣΥΜΠΟΣΙΟ
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ

στε, και μιλάω ειλικρινά, δεν υπήρχε περίπτωση να κρατή­ Είναι πράγματι εξαιρετικά έντιμη γυναίκα. Τα αρνήθηκε

σω κακία στην Ελίζαμπετ. Γιά πείτε μου. υπάρχει στη ζωή όλα. Τα πήρε όλα πάνω της».

κάποια απόλυτη αξία βάσει της οποίας η αυτοκτονία θεω­ «Βλέπετε λοιπόν;» είπε γελώντας ο διευθυντής. «Λίγο

ρείται εξ ορισμού ανεπίτρεπτη; Μήπως ο έρωτας; Ή η φι­ ακόμα και ο Χάβελ θα μας έσπρωχνε όλους στην αυτοκτο­

λία; Σας εγγυώμαι πως η φιλία δεν είναι λιγότερο εύθραυ­ νία.»

στη απ' τον έρωτα, κι έτσι τίποτα δεν μπορεί να θεμελιωθεί «Φυσικά» είπε η γιατρός. Και πήγε προς το παράθυρο.

πάνω σ' αυτήν. 'Η μήπως η φιλαυτία, τουλάχιστον; Μακάρι. «Θα 'χουμε πάλι ωραία μέρα σήμερα. Ο ουρανός είναι κα­

Αλλά» στράφηκε σχεδόν με ζέση στον διευθυντή, και τα ταγάλανος. Εσύ, Φλάισμαν, τι λες;»

λόγια του ακούστηκαν κάπως σαν μεταμέλεια. «σας τ' ορ­ Λίγο πιο πριν ο Φλάισμαν τα 'βαζε με τον εαυτό του

κίζομαι, καθόλου δε μ' αρέσει ο εαυτός μου!» πως είχε φερθεί υποκριτικά, ξεγλιστρώντας απ' την όλη

«Κύριοι» είπε χαμογελώντας η γιατρός, «αν είναι να ιστορία με μερικά τριαντάφυλλα και μερικά ωραία λόγια,

ομορφύνει η ζωή σας και να σωθεί και η ψυχή σας, ας συμ­ αλλά τώρα συνέχαιρε τον εαυτό του που δεν είχε επισπεύ­

φωνήσουμε πως η Ελίζαμπετ ήθελε όντως ν' αυτοκτονήσει. σει περισσότερο τα πράγματα. Έπιασε πολύ καλά το σήμα

Εντάξει;» της γιατρού. Θα ενωνόταν δηλαδή ξανά το νήμα της ιστο­


ρίας στο σημείο όπου είχε κοπεί χτες, όταν η μυρωδιά του
γκαζιού είχε χαλάσει το ραντεβού του με τη γιατρό. Και ο
Φλάισμαν δεν μπόρεσε να μη χαμογελάσει στη γιατρό. και
Χάπι εντ μάλιστα μπροστά στο ζηλότυπο βλέμμα του διευθυντή.
Η ιστορία συνεχίζεται λοιπόν από εκεί που είχε τελειώ­

«Αρκετά» είπε ο διευθυντής. «Ας αλλάξουμε θέμα. Χάβελ σει χτες. αλλά ο Φλάισμαν πιστεύει ότι τώρα πια ο ίδιος

μη μολύνεις τον υπέροχο πρωινό αέρα με τις ρητορείες σου! συνεχίζει πολύ πιο ώριμος σε ηλικία και πολύ πιο δυνατός.

Σε περνάω δεκαπέντε χρόνια. Είμαι φοβερά άτυχος, γιατί Έχει πίσω του έναν έρωτα μεγάλο σαν το θάνατο. Αισθάνε­

έχω έναν ευτυχισμένο γάμο. και συνεπώς δεν μπορώ να χω­ ται ένα κύμα να φουσκώνει στο στήθος του. κι είναι το πιο

ρίσω. Και είμαι άτυχος και στον έρωτα, γιατί, δυστυχώς, η ψηλό και το πιο δυνατό κύμα που γνώρισε ποτέ. Γιατί αυτό

γυναίκα που αγαπάω είναι η γιατρός από δω! Κι όμως, εί­ που τον συνεπαίρνει τόσο ηδονικά είναι ο θάνατος: ο θάνα­

μαι ευτυχισμένος σ' αυτό τον κόσμο!» τος που του δόθηκε σαν δώρο' ένας θεσπέσιος και ζωογό­

«Βέβαια, βεβαιότατα» είπε η γιατρός με ασυνήθιστη νος θάνατος.

τρυφερότητα, και του 'πιασε το χέρι. «Κι εγώ είμαι ευτυχι­


σμένη σ' αυτό τον κόσμο.»
Εκείνη τη στιγμή προστέθηκε στην ομάδα των τριών και
ο Φλάισμαν, και είπε: «Μόλις έρχομαι από την Ελίζαμπετ.

156
ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΝΕΚΡΟΙ Ν Α ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΟΎΝ

ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΎΣ ΣΤΟΎΣ ΚΑΙΝΟΎΡΙΟΎΣ


1

Γύριζε σπίτι του, στη μικρή πόλη της Βοημίας όπου ζούσε
εδώ και αρκετά χρόνια, έχοντας αποδεχτεί μια μάλλον
αδιάφορη ζωή, τους κουτσομπόληδες γείτονές του και τη
μονότονη χυδαιότητα που τον περιτριγύριζε στο γραφείο,
και βάδιζε τόσο μηχανικά (έτσι όπως βαδίζουμε σ' ένα δρό­
μο που τον έχουμε πάρει εκατοντάδες φορές), που παραλίγο
να μην τη δει. Τον είχε όμως αναγνωρίσει εκείνη από μα­
κριά, και προχωρώντας προς το μέρος του τον κοιτούσε μ'
ένα χαμόγελο, που μόλις την τελευταία στιγμή, όταν πια βρέ­
θηκαν πρόσωπο με πρόσωπο, κατάφερε να σημάνει συνα­
γερμό στη μνήμη του και να τον βγάλει από την υπνηλία του.
«Συγνώμη, δε σε γνώρισα αμέσως!» της είπε, αλλά
ήταν μια αδέξια δικαιολογία, που τους πήγε κατευθείαν σ '
ένα δυσάρεστο θέμα που θα 'ταν προτιμότερο να το απο­
φύγουν: είχαν δεκαπέντε χρόνια να ιδωθούν κι είχαν μεγα­
λώσει αρκετά και οι δύο. «Τόσο πολύ άλλαξα;» ρώτησε
εκείνη, κι εκείνος είπε όχι, κι ενώ ήταν Ψέμα, δεν ήταν και
τελείως Ψέμα, γιατί αυτό το αχνό χαμόγελο (που εξέφραζε
συνεσταλμένα και συγκρατημένα μια ικανότητα αιώνιου
ενθουσιασμού) έφτανε ώς εδώ αναλλοίωτο, μέσα από τόσα
χρόνια, και τον αναστάτωνε: γιατί αυτό το χαμόγελο του
θύμιζε τόσο καθαρά την αλλοτινή εικόνα αυτής της γυναί­
κας, που χρειάστηκε προσπάθεια για να το αγνοήσει και να
τη δει έτσι όπως ήταν τώρα: σχεδόν γριά.
Τη ρώτησε πού πάει, αν έχει κάποιο συγκεκριμένο πρό­
γραμμα, κι εκείνη του απάντησε πως είχε έρθει να τακτο-

161


ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ οι ΠΑΛΙΟΤ ΝΕΚΡΟΙ ΝΑ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΟΥΝ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥΣ...

ποιήσει κάτι υποθέσεις και απλώς περίμενε πια το τρένο του άντρα της γραμμένο με χρυσά γράμματα, τώρα έβλεπε
για να γυρίσει το βράδυ στην Πράγα. Εκείνος είπε πόσο (ήταν σίγουρη πως αναγνώρισε το μέρος, από τους δι)ο
χάρηκε μ' αυτή την απροσδόκητη συνάντηση, κι αφού συμ­ πλα'ίνούς τάφους) ένα μνημείο από μαύρο μάρμαρο και, με
φώνησαν (ορθώς) ότι τα δύο καφενεία της περιοχής είναι χρυσά γράμματα, ένα άλλο, άγνωστο όνομα.
βρόμικα και μες στον κόσμο, την κάλεσε στη μικρή γκαρ­ Πήγε συγχυσμένη στα γραφεία του νεκροταφείου. Εκεί
σονιέρα του εκεί κοντά' υπήρχε και τσάι και καφές, και της είπαν ότι, μόλις λήξει ο χρόνος της μίσθωσης, οι τάφοι
προπαντός ήταν ένα μέρος καθαρό και ήσυχο. εκκενώνονται αυτομάτως. Τους κατηγόρησε πως δεν την
ειδοποίησαν για την ανανέωση, και της απάντησαν πως
υπήρχε ελάχιστος χώρος στο νεκροταφείο, και οι παλιοί νε­
κροί έπρεπε να παραχωρούν τη θέση τους στους καινού­
2 ριους. Έγινε έξω φρενών και, συγκρατώντας με δυσκολία
τα δάκρυά της, τους είπε πως δεν έχουν ιδέα τι εστί αν­
Η μέρα της είχε αρχίσει άσχημα. Ο άντρας της (πριν από θρώπινη αξιοπρέπεια ούτε σεβασμός προς τον άλλο, αλλά
τριάντα χρόνια είχαν ζήσει νιόπαντροι για ένα διάστημα σύντομα κατάλαβε πόσο ανώφελη ήταν η συζήτηση. Όπως
εδώ, κι έπειτα μετακόμισαν στην Πράγα, όπου εκείνος πέ­ δεν είχε μπορέσει να εμποδίσει το θάνατο του άντρα της,
θανε πριν από δέκα χρόνια) είχε ταφεί στο νεκροταφείο έτσι και τώρα 'ήταν ανυπεράσπιστη μπροστά σ' αυτόν το
αυτής της μικρής πόλης, ύστερα από μια περίεργη ευχή δεύτερο θάνατο, το θάνατο ενός παλιού vεχρού που δεν εί­
που είχε εκφράσει μαζί με τις τελευταίες του επιθυμίες. χε πλέον το δικαίωμα να υπάρχει έστω σαν νεκρός.
Εκείνη λοιπόν είχε πληρώσει τότε για έναν τάφο για δέκα Ξαναπήρε το δρόμο για το κέντρο της πόλης, κι η θλίψη
χρόνια, και πριν από μερικές μέρες διαπίστωσε πως είχε της σύντομα έγινε ανησυχία. όταν αναρωτήθηκε πώς θα
ξεχάσει να ανανεώσει τη μίσθωση, και η προθεσμία είχε εκ­ εξηγήσει στο γιο της ότι χάθηκε ο τάφος του πατέρα του
πνεύσει. Αρχικά σκέφτηκε να γράψει στη διεύθυνση του και πώς θα δικαιολογήσει την αμέλειά της. Κι έπειτα ήρθε
νεκροταφείου, αλλά έπειτα ξανασκέφτηκε πόσο μάταιη η κούραση: δεν ήξερε πώς να περάσει τις ατέλειωτες ώρες
και χρονοβόρα είναι η επικοινωνία δι' αλληλογραφίας με αναμονής ώσπου να φύγει το τρένο που θα τη γύριζε στην
δημόσιες υπηρεσίες, κι έτσι σηκώθηκε και ήρθε. Πράγα, γιατί δεν ήξερε κανέναν πια εδώ, κι ούτε είχε και
Παρόλο που ήξερε απέξω το δρόμο που οδηγούσε στον καμία διάθεση για συναισθηματικούς περιπάτους, αφού η
τάφο του άντρα της, τη μέρα εκείνη είχε την αίσθηση πως πόλη είχε αλλάξει τόσο με τα χρόνια, που τα άλλοτε οικεία
πρώτη φορά βλέπει το νεκροταφείο αυτό. Δεν μπορούσε μέρη τής φαίνονταν σήμερα τελείως ξένα. Γι' αυτό και δέ­
να βρει τον τάφο και πίστεψε πως είχε χαθεί μες στους δια­ χτηκε με ευγνωμοσύνη την πρόσκληση του παλιού (και μι­
δρόμους και τα δρομάκια. Τελικά κατάλαβε: εκεί όπου άλ­ σοξεχασμένου) φίλου που τον συνάντησε τυχαία: έτσι μπό­
λοτε ορθωνόταν το μνημείο από Ψαμμόλιθο, με το όνομα ρεσε να πλύνει τα χέρια της στο μπάνιο του, να καθίσει

162 163

n
ΚΩΜΙΚor ΕΡΩΤΕΣ
ΟΙ ΠΑΛΙΟ! ΝΕΚΡΟΙ ΝΑ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΟΥΝ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥΣ ...

έπειτα σε μια μαλακιά πολυθρόνα (την πονούσαν τα πόδια


αυτός που η δουλειά του ήταν αδιάφορη και δίχως προο­
της). και να περιεργαστεί το δωμάτιο, ενώ άκουγε το νερό
πτικές δεν έφταιγε αυτός που δεν μπορούσε να κάνει τα­
που έβραζε πίσω απ' το χώρισμα που έκρυβε τη γωνία με
ξίσια, αφού ούτε χρήματα είχε ούτε θετικές κομματικές συ­
το κουζινάκι.
στάσεις σεν έφταιγε αυτός για τη ρήξη μηνίσκου που είχε
πάθει στα είκοσί του και αναγκάστηκε να απαρνηθεί τα
σπορ που αγαπούσε. Αντίθετα, ο γυναικείος τομέας ήταν
μια σφαίρα σχετικής ελευθερίας γι' αυτόν, κι εκεί δεν μπο­
3
ρούσε να επιστρατεύσει καμία δικαιολογία. Εκεί θα μπο­
ρούσε να είχε δείξει ποιος είναι. να αποδείξει τον πλούτο
Είχε κλείσει πρόσφατα τα τριάντα πέντε και ξαφνικά διαπί­
του' οι γυναίκες είχαν γίνει γι' αυτόν το μόνο αξιόπιστο
στωσε πως τα μαλλιά στην κορφή του κεφαλιού του είχαν
κριτήριο για την πυκvότητα της ζωής.
αραιώσει αισθητά. Δε θα την έλεγες ακόμη φαλάκρα, αλλά
Τι ατυχία όμως! Ποτέ σεν τα πολυκατάφερε με τις γυ­
τη μάντευες ήδη (κάτω απ' τα μαλλιά φαινόταν πια το δέρ­
ναίκες: ώς τα είκοσι πέντε του (και παρόλο που ήταν ωραίο
μα): ήταν απολύτως αναπόφευκτη και πολύ κοντινή. Είναι
αγόρι) παρέλυε από το τρακ' έπειτα ερωτεύτηκε, παντρει)­
σίγουρα γελοίο να θεωρεί κανείς πρόβλημα ζωής και θανάτου
τηκε. και επί εφτά χρόνια προσπαθούσε να πείσει τον εαυ­
την απώλεια των μαλλιών, αλλά συνειδητοποίησε πως με
τό του ότι μπορεί κανείς να βρει σε μία και μόνο γυναίκα
τη φαλάκρα θα άλλαζε το πρόσωπό του, πως η τωρινή όψη
τις άπειρες εκσοχές του έρωτα' έπειτα χώρισε, και η απο­
του (και αναμφίβολα η καλύτερη) είχε εκμετρήσει το ζην.
λογητική της μονογαμίας (η ψευσαίσθηση των άπειρων εκ­
Τότε αναρωτήθηκε ποιος ακριβώς είναι ο απολογισμός
σοχών του έρωτα) έσωσε τη θέση της σ' έναν ανέμελο και
αυτού του ανθρώπου (με τα μαλλιά) που έφευγε σιγά σιγά,
τολμηρό πόθο για γυναίκες (για το πολύχρωμο και πεπε­
τι ακριβώς είχε ζήσει, τι ακριβώς χαρές είχε γνωρίσει, και
ρασμένο πλήθος τους), αλλά συστυχώς αυτός ο πόθος και
διαπίστωσε κατάπληκτος ότι ελάχιστες ήταν αυτές οι χα­
αυτή η τόλμη σκόνταφταν στα άσχημα οικονομικά του
ρές κοκκίνισε και μόνο με τη σκέψη αυτή' ναι, ντρεπόταν:
(πλήρωνε διατροφή στην πρώην γυναίκα του για ένα παισί
ήταν εξευτελιστικό να έχει ζήσει τόσο πολύ σ' αυτό τον κό­
που του επιτρεπόταν να το βλέπει μία ή δύο φορές το χρό­
σμο και να 'χει ζήσει τόσο λίγα.
νο) και στις συνθήκες ζωής σε μια μικρή πόλη, όπου η πε­
Τι ακριβώς εννοούσε όταν έλεγε πως είχε ζήσει τόσο λί­
ριέργεια των γειτόνων ήταν απεριόριστη όσο περιορισμένη
γα; Εννοούσε τα ταξίδια. τη δουλειά. τη δημόσια ζωή, τα
ήταν απ' την άλλη η δυνατότητα επιλογής γυναικών.
σπορ. τις γυναίκες; Σίγουρα εννοούσε όλα αυτά, αλλά προ­
Στο μεταξύ ο χρόνος κυλούσε πολύ γρήγορα, κι αυτός
πάντων τις γυναίκες γιατί, αν η ζωή του ήταν φτωχή σε άλ­
βρέθηκε κάποια στιγμή μπροστά στον οβάλ καθρέφτη που
λoυς τομείς, σίγουρα τον ενοχλούσε κάπως, αλλά δεν μπο­
ήταν πάνω απ' το νιπτήρα της τουαλέτας, να κρατάει με το
ρούσε να ρίξει το φταίξιμο στον εαυτό του: δεν έφταιγε
σεξί του χέρι ένα στρογγυλό καθρεφτάκι πάνω απ' το κε-
164
165
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΝΑ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΟΥΝ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥΣ...

φάλι του και να κοιτάζει σαν υπνωτισμένος την αρχή της


φαλάκρας του' ξαφνικά (χωρίς καμιά Ψυχική προετοιμα­ 4
σία) συνειδητοποίησε την πεζή αλήθεια πως δεν ξανακερδί­
ζουμε ό.τι αφήσαμε να μας φι'ιγει. Από τότε έχασε οριστικά Εκείνη δε θα μπορούσε φυσικά να φανταστεί ότι στα μάτια
το κέφι του, και έφτασε μάλιστα να σκέφτεται ακόμα και του ήταν κάποια την οποία είχε αφήσει εκείνος να του
την αυτοκτονία. Φυσικά (και πρέπει να υπογραμμιστεί αυ­ φύγει' θυμόταν βέβαια πάντα μια νύχτα που είχαν περάσει
τό. για να μην τον περάσουμε για κανέναν υστερικό ή ηλί­ μαζΙ θυμόταν πώς ήταν τότε εκείνος (είκοσι χρονών. δεν
θιο) είχε συναίσθηση πόσο γελοίες ήταν αυτές οι σκέΨεις ήξερε να ντύνεται, κοκκίνιζε, και τη διασκέδαζε με το παι­
και ήξερε και πως δε θα τις πραγματοποιούσε ποτέ (γελού­ διάστικο φέρσιμό του), θυμόταν επίσης πώς ήταν η ίδια τό­
σε μόνος του στην ιδέα του αποχαιρετιστήριου γράμματος: τε (περασμένα σαράντα και με μια δίψα για ομορφιά που
Δε θα δεχτώ ποτέ να είμαι φαλακρός! Α ντίο!), αρκεί την έριχνε σε ξένες αγκαλιές. αλλά και την έδιωχνε μακριά
όμως
και που του περνούσαν από το μυαλό αυτές οι σκέΨεις, όσο τους σκεφτόταν πάντοτε πως η ζωή της έπρεπε να μοιάζει
αόριστες κι αν ήταν. Ας προσπαθήσουμε να τον καταλά­ μ' έναν εξαίσιο χορό. και φοβόταν πως οι συζυγικές απι­
βουμε: οι σκέΨεις αυτές τού έρχονταν έτσι όπως έρχεται στίες της μπορεί να καταντούσαν αποτρόπαιος εθισμός).
στον μαραθωνοδρόμο η ακαταμάχητη επιθυμία να εγκατα­ Ναι. επέβαλλε στον εαυτό της την ομορφιά έτσι όπως
λείΨει τον αγώνα, όταν διαπιστώνει. στα μισά της διαδρο­ άλλοι επιβάλλουν στον εαυτό τους μια ηθική επιταγή' μό­
μής. ότι θα χάσει (και μάλιστα από δικά του λάθη). 'Ετσι κι λις αντιλαμβανόταν ασχήμια στη ζωή της, βούλιαζε στην
αυτός. θεωρούσε χαμένο τον αγώνα, και δεν είχε όρεξη να απελπισία. Κι επειδή καταλάβαινε πως ο οικοδεσπότης της
συνεχίσει να τρέχει. θα την έβρισκε πολι; γερασμένη έπειτα από δεκαπέντε χρό­
Και τώρα έσκυβε πάνω απ' το τραπεζάκι κι ακουμπού­ νια (με όλη την ασχήμια που συνεπάγεται αυτό), έσπευσε
σε ένα φλιτζάνι καφέ μπροστά στο ντιβάνι (όπου θα καθό­ ν' ανοίξει μπροστά στο πρόσωπό της μια φανταστική βε­
ταν έπειτα ο ίδιος) κι άλλο ένα μπροστά στην πολυθρόνα ντάλια, και άρχισε να τον βομβαρδίζει με ερωτήσεις: τον
όπου καθόταν η επισκέπτριά του, και σκεφτόταν πως ήταν ρώτησε πώς είχε βρεθεί σ' αυτή την πόλη' τον ρώτησε για
μια περίεργη κακία της τι'ιχης το γεγονός ότι συνάντησε τη δουλειά του' έπλεξε το εγκώμιο της γκαρσονιέρας του,
τώρα αυτήν τη γυναίκα. με την οποία ήταν άλλοτε τρελά του είπε τι ευχάριστη που ήταν, με τη θέα στις στέγες της
ερωτευμένος αλλά την είχε αφήσει να του φύγει (από δικά πόλης (είπε πως φυσικά δεν ήταν τίποτα το εξαιρετικό αυ­
του λάθη), το γεγονός ότι τη συνάντησε ακριβώς την εποχή τή η θέα. έδινε όμως μια αίσθηση καθαρού αέρα και ελευ­
που βρισκόταν σε τέτοια κακή Ψυχική διάθεση κι όπου τί­ θερίας) ανάφερε τα ονόματα των ζωγράφων καθώς παρα­
ποτα δεν ήταν πια δυνατόν να ξανακερδηθεί. τηρούσε τις διάφορες κορνιζωμένες αφίσες από ιμπρεσιονι­
στικούς πίνακες (δεν ήταν και δύσκολο, γιατί στα σπίτια
των περισσότερων άφραγκων Τσέχων διανοουμένων έβρι-

166 167
ΚΩΜΙΚΟΙ RΡΩΤΕΣ οι ΠΑΛΙΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΝΑ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΟΥΝ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥΣ...

σκες οπωσδήποτε τις ίδιες φτηνές αφίσες), έπειτα σηκώθη­ εικόνες (την τωρινή και την εικόνα του παρελθόντος) σαν
κε με το φλιτζάνι στο χέρι και έσκυψε πάνω απ' το γραφει­ μία. Αλλά τώρα οι δύο αυτές εικόνες ήταν απελπιστικά
άκι, όπου ήταν μια κορνίζα με διάφορες φωτογραφίες
απομακρυσμένες η μία απ' την άλλη.
(πρόσεξε πως δεν υπήρχε ούτε μία φωτογραφία νέας γυ­ Η γυναίκα είχε τελειώσει τον καφέ της και μιλούσε, κι
ναίκας), και ρώτησε αν το πρόσωπο της ηλικιωμένης σε μία εκείνος προσπαθούσε να προσδιορίσει ακριβώς το μέγεθος
από αυτές είναι της μητέρας του (ναι, της απάντησε). αυτής της μεταμόρφωσης, που εξαιτίας της εκείνη θα του
Έπειτα τη ρώτησε εκείνος τι υποθέσεις ήταν αυτές που έφευγε και δεύτερη φορά: το πρόσωπό της ήταν όλο ρυτί­
είχε έρθει να τακτοποιήσει, όπως του είπε όταν συναντήθη­ δες (κάτι που μάταια προσπαθούσαν να το διαψεύσουν αλ­
καν. Εκείνη δεν είχε καμία διάθεση να μιλήσει για το νε­ λεπάλληλα στρώματα πούδρας)' ο λαιμός μαραμένος (κάτι
κροταφείο (εδώ. στον πέμπτο όροφο αυτής της πολυκατοι­ που μάταια προσπαθούσε να το κρύψει ο ψηλός γιακάς)'
κίας ένιωθε να αιωρείται πάνω απ' τις στέγες και μαζί, αί­ τα μάγουλα κρεμασμένα' τα μαλλιά (αυτό όμως ήταν σχε­
σθηση ακόμα πιο ευχάριστη, πάνω απ' τη ζωή της)' αλλά δόν όμορφο!) είχαν αρχίσει να γκριζάρουνο αλλά εκείνο που
εκείνος επέμενε, κι έτσι του εξομολογήθηκε εντέλει (αλλά τράβηξε πάνω απ' όλα την προσοχή του ήταν τα χέρια (που
πολύ συνοπτικά, γιατί της ήταν πάντα ξένη η αδιακρισία ούτε η πούδρα ούτε κανένα βάψιμο μπορούν δυστυχώς να
της υπερβολικής ειλικρίνειας) πως είχε ζήσει εκεί πριν από τα ομορφύνουν): το γαλάζιο δίκτυο απ' τις φλέβες που σχε­
πολλά χρόνια, πως εκεί ήταν θαμμένος ο άντρας της (δεν διαζόταν ανάγλυφα τα έκανε σχεδόν χέρια αντρικά.
είπε τίποτα για την ιστορία του τάφου) και πως ερχόταν Η λύπη γινόταν μέσα του ένα με το θυμό' ήθελε να πνί­
κάθε χρόνο με το γιο της το Ψυχοσάβ βατο. ξει στο αλκοόλ αυτή την τόσο καθυστερημένη συνάντηση'
τη ρώτησε αν ήθελε κάνα κονιάκ (είχε ένα ανοιχτό μπουκά­
λι στο ντουλάπι, πίσω απ' το χώρισμα)' εκείνη είπε όχι, κι
αυτός θυμήθηκε ότι και πριν από δεκαπέντε χρόνια δεν
5 έπινε σχεδόν καθόλου, ίσως επειδή φοβόταν πως το αλκοόλ
θα της χαλούσε το όλο στιλ της κοσμιότητας και του καλού
«Κάθε χρόνο;» Μελαγχόλησε με την αποκάλυψη αυτή, και
γούστου. Κι όταν είδε τη λεπτή κίνηση του χεριού της με
σκέφτηκε και πάλι την κακία της τύχης αν την είχε συνα­ την οποία αρνήθηκε την πρόταση για κονιάκ, συνειδητοποί­
ντήσει έξι χρόνια πιο πριν, όταν ήρθε να εγκατασταθεί σ' ησε πως αυτή η γοητεία την οποία απέπνεε το καλό γού­
αυτή την πόλη, όλα θα ήταν ακόμα πιθανά: εκείνην δε θα στο, η σαγήνη. η χάρη που τον είχαν μαγέψει, έμεναν πάντα
την είχε ακόμα σημαδέψει τόσο πολι> η ηλικία και δε θα ίδιες πάνω της, αν και κρυμμένες πίσω από τη μάσκα της
'ταν τόσο διαφορετική απ' την εικόνα της γυναίκας την
ηλικίας, και πάντα το ίδιο ελκυστικές, ακόμα και πίσω από
οποία είχε ερωτευτεί πριν από δεκαπέντε χρόνια' κι αυτός ένα κιγκλίδωμα.
θα μπορούσε να ξεπεράσει τη διαφορά και να δει τις δύο
Όταν σκέφτηκε πως το κιγκλίδωμα αυτό είναι το ΚΙΥκλί-

168 169
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ οι ΠΑΛΙΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΝΑ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΟΥΝ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥΣ ...

δωμα της ηλικίας ένιωσε απέραντο οίκτο, κι ο οίκτος αυτός


του για τους άλλους. Δεν χρησιμοποιούσε κανένα καινούριο
τού την έκανε πιο οικεία (αυτ ή την άλλοτε εκτυφλωτική επιχείρημα' το είχε επιστρατεύσει πριν από τριάντα χρόνια,
γυναίκα. που μπροστά της έχανε τα λόγια του)' θέλησε να όταν είχε ερωτευτεί τον μετέπειτα σύζυγό της, που την περ­
φλ υαρήσει μαζί της. να κουβεντιάσουν σαν φίλος με φίλη, νούσε δεκαεννιά χρόνια' και δεν είχε πάψει ποτέ να τον σέ­
με τις ώρες, στη γαλαζωπή ατμόσφαιρα της μελαγχολικής βεται ειλικρινά (παρ' όλες τις απιστίες της, για τις οποίες
παραίτησης. Έτσι, άρχισε να μιλάει, ασταμάτητα, ώσπου εκείνος δεν ήξερε τίποτα ή δεν ήθελε να ξέρει τίποτα) κι
έφτασε και στις απαισιόδοξες σκέψεις που τον πολιορκού­ αγωνιζόταν να πείσει τον εαυτό της πως το μυαλό του και η
σαν εδώ και λίγον καιρό. Δεν είπε βέβαια τίποτα για την αξία του αντιστάθμιζαν το β αρύ φορτίο της ηλικίας του.
αρχ ή της φαλάκρας του (όπως δεν είπε κι εκείνη για την «Ποιο έργο. γιά πες μου κι εμένα! Ποιο έργο αφήνου με
ιστορία με τον τάφο)' το φάντασμα της φαλάκρας μετου­ τάχα πίσω μας;» αντέδρασε εκείνος μ' ένα πικρό γέλιο.
σιώθηκε σε διάφορες φιλοσοφίες γύρω απ' το χρόνο που Εκείνη δεν ήθελε να αναφερθεί στον νεκρό άντρα της,
κυλάει πολύ γρήγορα κι ο άνθρωπος δεν μπορεί να τον αν και πίστευε ακράδαντα πως ό,τι είχε δημιουργ ήσει εκεί­
ακολουθήσει, για τη ζωή όπου τα πάντα οδεύουν προς την νος στη ζωή του είχε μια σταθερή αξία' έτσι. περιορίστηκε
αναπότρεπτη αποσύνθεση, κι άλλα τέτοια διάφορα. στα να πει πως κάθε άνθρωπος στον κόσμο αυτό κάτι φτιάχ νει,
οποία περίμενε να ανταποκριθεί η επισκέπτριά του μ' ένα όσο ταπεινό κι αν είναι. και σ' αυτό και μόνο έγκειται η
συμπονετικό σχόλιο' μάταια περίμενε όμως. αξία του' και συνέχισε να μιλάει. να μιλάει για τον εαυτό
«Δε μ' αρέσουν αυτού του είδους οι κουβέντες» του εί­ της. για τη δου λειά της σ' ένα πολιτιστικό κέντρο στα περί­
πε σχεδόν απότομα' «είναι φοβερά επιπόλαια όλα αυτά χωρα της Πράγας, για τις διαλέξεις και τις ποιητικές βρα­
που λες.» διές που οργάνωνε' μιλούσε (με μια έξαψη που εκείνου του
φάνηκε εκτός τόπου και χρόνου) για τα «όλο ευγ νωμοσύνη
πρόσωπα του κοινού»' έπειτα είπε τι ωραίο που είναι να
έχεις ένα γιο και να βλέπεις τα δικά σου τα χαρακτηριστι­
6 κά (ο γιος της τ ής έμοιαζε) να αλλάζ ουν σιγά σιγά και να
γίνονται ένα αντρικό πρόσωπο. τι ωραίο που είναι να του
Δεν της άρεσαν οι συζητήσεις για τα γερατειά που έρχονται δίνεις όλα όσα μπορεί να δώσει μια μάνα στο γιο της. κι
και για το θάνατο, γιατί μέσα τους υπήρχε η εικόνα της σω­ έπειτα να σβήνεις αθό ρυ βα πάνω στα χνάρια της ζ ωής του.
ματικής ασχ ήμιας. που την απεχθανόταν. Επανέλαβε αρκε­ Δεν ήταν τυχαίο που άρχισε να μ ιλάει για το γιο της,
τές φορές στον οικοδεσπότη της, σχεδόν με κάποια ταραχή, γιατί εκείνη τη μέρα ο γιος της ήταν παρών σε κάθε της
πως οι απόψεις του είναι επιπόλαιες' ο άνθρωπος, του είπε. σκέψη και την κατηγορούσε για την αποτυχία της στο νε­
είναι κάτι περισσότερο από ένα σώμα που μαραίνεται, γιατί κροταφείο' τι περίεργο' δεν είχε ποτέ επιτρέψει σε κανέ­
ουσία είναι το έργο του ανθρώπου, αυτό που αφήνει πίσω ναν άντρα να της επιβάλει τη θέλησ ή του , αλλά ο γιος της
170 171
ΟΙ ΠΑΛlOΙ ΝΕΚΡΟΙ ΝΑ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΟΥΝ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥΣ...
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ

(που χωρίς αυτ ήν οι ρυτίδες του προσώπου της θα την τυ­


την είχε ουσιαστικά καθυποτάξει, χωρίς αυτ ή να καταλάβει
ραννούσαν ακόμα πιο πολύ) δόθηκε με τόσο απροσδόκητη
πώς. Κι η αποτυχία στο νεκροταφεί ο την είχε αναστατώσει
ζέση στη συζήτηση με τον οικοδεσπότη της.
τόσο πολι), κυρίως επειδή αισθανόταν ένοχη απέναντί του
Αλλ ά εκείνος έσκυψε ξαφνικά πάνω απ' το τραπέζ ι που
και φοβόταν τις κατηγορίες του. Ο γιος της επαγρυπνούσε
τους χώριζε, της χάιδεψε το χέρι και είπε: «Με συχωρείς
και φρόντιζε ζηλότυπα να τιμά δεόντως η μητέρα του τη
για τις βλακείες που είπα' αφού το ξέρεις, πάντα έτσι βλά­
μνήμη του πατέρα του (αυτός επέμενε κάθε χρόνο να μην
ξεχάσουν να πάνε στο νεκροταφείο το Ψυχοσάββατο!)' κι κας ήμουν».

αυτή από καιρό ήταν σίγουρη: η φροντίδα του δε ν υπαγο­


ρευόταν από αγάπη για τον νεκρό πατέρα αλλά από μια
επιθυμία να βασανίσει τη μητέρα, να την κρατ ήσει στα
7
ό ρια που αρμόζουν σε μια χ ήρα' γιατί έτσι ήταν, αν και ο
ίδιος δεν το είχε εκφράσει ποτέ κι εκείνη αγωνιζόταν (μά­
Δεν τον εξόργισε η κου βέντα τους, ίσα ίσα. η επισκέπτριά
ταια) να το αγ νοήσει: τον γέμιζε αηδία η σκέψη και μόνο
του επιβεβαίωσε εντέλει στα μάτια του την ταυτότητά της:
πως θα μπορούσε να έχει σεξουαλική ζ ωή η μητέρα του,
στη διαμαρτυρία της για τα απαισιόδοξα λόγια του (αλλά
αντιμετώπιζε με αηδία καθετί το σεξουαλικό που μπορεί
δεν ήταν τάχα διαμαρτυρία προπάντων για την ασχήμια
να υπήρχε ακόμη πάνω της (έστω και σαν πιθανότητα), και
και το κακό γοι)στο;) την ξανάβρισκε όπως την είχε γ νωρί­
επειδή η ιδέα του σεξουαλικού συνδέεται με την ιδέα της
νεότητας, αντιμετώπιζε με αηδία καθετί το νεανικό που σει, κι έτσι η αλλοτινή μορφή της κι η αλλοτινή τους ιστορία
διατηρούνταν πάνω της δεν ήταν πια παιδί. και τα νιάτα γέμιζαν όλο και περισσότερο τη σκέψη του, κι ένα μόνο ευ­
χόταν, να μην έρθει τίποτα να ταράξει αυτ ήν τη γαλαζ ωπή
της μητέρας του (σε συνδυασμό με την επιθετικότητα της
ατμόσφαιρα, που ήταν ιδεώδης για τη συζήτησ ή τους (γι'
μητρικής φροντίδας) ορθώνονταν σαν εμπόδιο ανάμεσα σ'
αυτό και της χάιδεψε το χέρι κι είπε πως είναι βλάκας), και
αυτόν και στα νιάτα των κοριτσιών, που άρχιζαν να τον εν­
να μπορέσει να της μιλήσει γι' αυτό που του φαινόταν πως
διαφέρουν- ήθελε να έχει ηλικιωμένη μητέρα, για να μπορεί
να ανέχεται την αγάπη της και να μπορεί από την άλλη να είναι τώρα το πιο βασικό: την κοινή τους ιστορία' γιατί
ήταν σίγουρος πως είχε ζήσει κάτι εντελώς ξεχωριστό μαζί
την αγαπάει. Κι αυτ ή, παρόλο που ώρες ώρες συνειδητο ­
της, κάτι που δεν το υποψιαζόταν καν εκείνη κι έπρεπε αυ­
ποιούσε ότι με τον τρόπο αυτό την έσπρωχ νε στον τάφο,
τός να ψάξει μόνος του και να βρει τις κατάλληλες λέξεις.
ε ίχε τελικά υποκύψει, είχε συνθηκολογ ήσει κάτω απ' την
Δε θυμόταν ούτε πώς είχαν πρωτογ νωριστεί- μάλλον
πίεσ ή του, και μάλιστα εξιδανίκευσε αυτ ήν τη συνθηκολό­
εκείνη είχε βρεθεί μερικές φορές στην παρέα των συμφοι­
γηση, πείθοντας τον εαυτό της πως η ομορφιά της ζ ωής της
τητών του, αλλά θυμόταν ακόμα πολύ καλά το διακριτικό
οφειλόταν ακριβώς σ' αυτ ήν τη σιωπηλή εξαφάνιση πίσω
από μιαν άλλη ζ ωή. Εν ονόματι αυτ ής της εξιδανίκευσης μπαράκι της Πράγας όπου είχαν δώσει το πρώτο τους ρα-

173
172
ΚΩ.ΥΙΙΚΟΙ F:l'ΩΤΕΣ
ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ NtKPOl ΝΑ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΟΥΝ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥΣ...

ντεβού: καθόταν απέναντί της, σ' ένα σεπαρέ ντυμένο ε Τ ο φοιτητικό δωμάτιο στο οποίο έμενε μ' έναν συμφοι­
μ
κόκκινο βελούδο, ήταν αμήχανος και σιωπηλός αλλά ταυ
, ­ τητ ή του, που για ένα ποτ ήρι ρούμι υποσχ έθηκε να μη γυ­
τόχρονα εντελώς συνεπαρμένος από τα ανεπαίσθητα σχε '
­ ρίσει εκείνο το βράδυ πριν απ τα μεσάνυχτα, δεν έμοιαζε
δόν σημάδια με τα οποία του έδι ε εκεί
ν νη να καταλάβει τα καθόλου με τη σημερινή γκαρσονιέρα: δυο σιδερένια κρε­
αισθήματά της. Προσπαθούσε να φανταστεί (χωρίς α τολ
ν ­ βάτια, δυο καρέκλες , μια ντουλάπα, ένας εκτυφλωτικός ,
μάει να ελπίσει ότι θα πραγματοποιηθούν αυτά τα όνε ρά
ι γυμνός γλόμπος, και τρομερή ακαταστασία. Συμμάζεψε το
του) τις αντιδράσεις της αν τη φιλούσε αν την έγδυ δωμάτιο, και στις εφτά η ώ ρα (εκείνη ήταν πάντα ακριβής,
, νε και
έκανε έρωτα μαζί της αλλά δε τα κατά Ν
, ν φερνε. αι, ήταν αποτελούσε μέρος της κομψότητάς της αυτό) χτύπησε η
περίεργο: προσπάθησε χιλιάδες φορές να τη φανταστεί στο
πόρτα. Ήταν Σεπτέμβριος μήνας και σκοτείνιαζε πια νωρίς.
κρεβάτι, αλλά μάταια: το πρόσωπό της εξακολουθούσε α Κάθισαν στην άκρη του σιδερένιου κρεβατιού κι άρχισαν
ν
τον κοιτάζει με το ίδιο γαλήνιο, αχ νό χαμόγελο και του
, να φιλιούνται. Έπειτα σκοτείνιασε κι άλλο, κι αυτός δεν
ήτα ν αδύνατον (ακόμα κα με την πιο επί ο
ι μ νη προσπάθεια ήθελε ν' ανάψει το φως, γιατί ήταν ευτυχ ής που δεν μπο­
της φαντασίας του) να δει σ' αυτό το πρόσωπο τις συσπά '
­ ρούσαν να τον δουν, και είχε την ελπίδα πως το σκοτάδι θ
σεις της ερωτικής έκστασης. ί
Η γυνα κα αυτή ξεγλιστρούσε ανακούφιζε την αμηχα νία που σίγουρα θα ένιωθε ότα ν θα
από τη φαντασία του τελείως
. ξεντυ νόταν μπροστά της . (Αν κι ήξερε κουτσά στραβά να
Δεν ξαναβρέθηκε έκτοτε ποτέ σε τέτοια
κατάσταση στη ξεκουμπώνει καμιά μπ λοι'ιζα στις γυναίκες, ο ίδιος μπρο­
ζωή του: αντιμέτωπος με το ασύλληπτο από
τη φαντασία, στά τους ξεντυνότα ν με συνεσταλμένη βιασύνη. ) Εκείνη
με το αφάνταστο. Περνούσε τ ότε αυτ ή την πολύ σύντο η όμως τη φορά δίστασε αρκετά πριν ξεκουμπώσει το πρώτο
μ
περίοδο της ζωής μας (την παραδεισιακή περίοδο) όπου
η κου μπί της μπλοι'ιζας ( σκεφτόταν πως η αρχική κίνηση του
φαντασία δεν έχει ακόμη κορεστεί από την εμπειρία δε
, ν γδυσίματος πρέπει να είναι μια κίνηση κομψή και λεπτή,
έχει γίνει ρουτίνα όπου ξέρου ε ελάχιστα
, μ και κάνουμε ελά­ που μόνο οι έμπειροι άντρες την ξέρουν, και φοβόταν μην
χιστα, κι έτσι υπάρχει ακόμη το αφάνταστο' και τη στ γ ή
ι μ προδοθεί η απειρία του), ώσπου τελικά σηκώθηκε εκείνη
που το αφάνταστο αρχίζει να γίνεται πραγματικότητα (χω '
­ μόνη της και του είπε χαμογελώ ντας «Μήπως να βγαζα
ρίς πια τη βοήθεια αυτού που μπορούμε να το φα
νταστού­ αυτ ή την πανοπλία;» κι άρχισε να γδύνεται' ήταν όμως
με, χωρίς τη γέφυρα που μας προσφέρουν οι εικόνες) μας
, σκοτάδι, κι αυτός έβλεπε μόνο τη σκιά των κινήσεών της .
πιάνει πανικός και ίλιγγος. Κα όντως τον έπιασε ίλιγγος Γδύθηκε κι αυτός βιαστικά, κι ένιωσε κάποια αυτοπεποίθη­
ι ,
όταν, μετά από πολλές άλλες συ α τ ή
ν ν σεις τους όπου δεν ση μό νο όταν άρχισαν (χάρη στην υπομονή που έδειξε εκεί­
αποφάσιζε να κάνει την παραμικρή κίνηση άρχισε εκεί
, νη νη) να κάνου ν έρωτα. Την κοιτούσε στο πρόσωπο, αλλά
να τον ρωτάει, με περιέργεια γεμάτη νόημα λεπτομέρε ες
, ι στο μισοσκόταδο του διέφευγε εντελώς η έκφρασ ή της, και
για το δωμάτιό του στη φοιτητική εστία ώσπου σύ το
, ν μα ούτε τα χαρακτηριστικά της δε διέκρινε καλά καλά. Μετά­
τον υποχρέωσε σχεδόν να την καλέσει
. νιωνε που δεν είχε ανάψει το φως, αλλά του φαινόταν αδια-
174 175
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΝΑ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΟΥΝ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥΣ...

νόητο να σηκωθεί τώρα και να πάει ώς την πόρτα, να γυρί­ κύλησε μάταια η ζωή μου, αν κάτι από τα νιάτα μου ζει
σει το διακόπτη' οπότε, συνέχισε να καταπονεί ανώφελα ακόμα στις αναμνήσεις αυτού του άντρα' κι αμέσως σκέ­
τα μάτια του: δεν την αναγνώριζε όμως είχε την αίσθηση φτηκε πως αυτό επιβεβαιώνει άλλη μια φορά την πεποίθη­
πως κάνει έρωτα με κάποιαν άλλη' με κάποιο πλάσμα ψεύ­ σή της πως η αξία του ανθρώπου έγκειται στην ικανότητά
τικο, αφηρημένο, απρόσωπο. του να ξεπερνά τον εαυτό του, να βγαίνει έξω από τον εαυ­
Έπειτα εκείνη κάθισε πάνω του (αλλά και πάλι αυτός τό του, να υπάρχει μέσα στον άλλο και για τον άλλο.
έβλεπε μόνο τη στητή σκιά της), και καθώς κουνούσε τους Τον άκουγε και δεν αντιδρούσε όταν της χάιδευε κάθε
γοφούς της κάτι είπε με πνιχτή φωνή, ψιθυριστά, αλλά δεν τόσο το χέρι' η κίνηση αυτή ταίριαζε με τη ζεστή ατμόσφαι­
ήταν ξεκάθαρο αν το έλεγε σ' εκείνον ή στον εαυτό της. ρα της συζήτησης και απέπνεε κάτι το αφοπλιστικά διφο­
Εκείνος δεν ξεχώριζε τις λέξεις και τη ρώτησε τι λέει. Εκείνη ρούμενο (σε ποιον απευθυνόταν η κίνηση αυτή; στη γυναί­
εξακολούθησε να Ψιθυρίζει, αλλά αυτός, ακόμα κι όταν την κα για την οποία μιλούσε αυτός ή στη γυναίκα στην οποία
ξανάσφιξε πάνω του, δεν κατάφερε να καταλάβει τι έλεγε. μιλούσε;)' στο κάτω κάτω αυτός που τη χάιδευε της άρεσε'
σκέφτηκε μάλιστα πως της άρεσε πιο πολύ από εκείνον το
νεαρούλη δεκαπέντε χρόνια πριν, που το παιδιάστικο φέρ­
σιμό του, αν θυμάται καλά, ήταν μάλλον κουραστικό.
8 Όταν αυτός, συνεχίζοντας την αφήγησή του, έφτασε στη
στιγμή που η κινοι>μενη σκιά της ορθωνόταν από πάνω του
Τώρα αυτή άκουγε τον οικοδεσπότη της, κι όλο και περισ­ κι αυτός προσπαθούσε μάταια να καταλάβει τα λόγια της,
σότερο τη συνέπαιρναν λεπτομέρειες που τις είχε ξεχάσει έμεινε για λίγο σιωπηλός, κι αυτή (αφελώς, λες κι αυτός
από καιρό: φερειπείν, εκείνο το γαλαζωπό της ταγέρ από ήξερε τι του έλεγε κι εκείνη ήθελε να της το θυμίσει, έπειτα
ελαφρύ καλοκαιρινό ύφασμα με το οποίο έμοιαζε, όπως από τόσα χρόνια, σαν κάποιο ξεχασμένο μυστικό) τον ρώ­
της έλεγε αυτός, με άσπιλο άγγελο (ναι, το θυμόταν εκείνο τησε απαλά: «Και τι έλεγα;»
το ταγέρ), ή εκείνη τη μεγάλη χτένα από ταρταρούγα που
είχε στα μαλλιά και της έδινε, όπως της έλεγε αυτός, την
αίγλη κυρίας του παλιού καιρού, ή ότι παράγγελνε πάντοτε
τσάι με ροι>μι (η μοναδική της παρασπονδία στο αλκοόλ) 9
στο μπαρ όπου έδιναν τα ραντεβού τους, κι όλα αυτά την
έπαιρναν ευχάριστα μακριά απ' το νεκροταφείο, από τον «Δεν ξέρω» της απάντησε. Και δεν ήξερε' τότε του είχε ξε­
χαμένο τάφο, μακριά από τα πονεμένα πόδια της, από το γλιστρήσει όχι μόνο από τη φαντασία του αλλά και από την
πολιτιστικό κέντρο, μακριά από το επιτιμητικό βλέμμα του αντίληψή του' από το βλέμμα του αλλά κι από την ακοή
γιου της. Αχ, σκέφτηκε, όπως κι αν έχω γίνει σήμερα, δεν του. Όταν άναψε το φως στο δωματιάκι της φοιτητικής

176 177
ΚΩΜΙΚΟΙ EPΩTE� ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΝΑ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΟΥΝ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥΣ . . .

εστίας, εκείνη είχε ήδη ντυθεί, τα πάντα επάνω της ήταν τή η γυναίκα, που του είχε φύγει πριν από δεκαπέντε χρό­
και πάλι στιλπνά, εκθαμβωτικά, άψογα, κι αυτός αναζη­ νια, ήταν τώρα εδώ, αρκεί ν' άπλωνε αυτός το χέρι του.
τούσε μάταια τη σχέση ανάμεσα στο φωτισμένο πρόσωπο «Έχεις δίκιο. το παρόν είναι πιο σημαντικό» της είπε με
και το πρόσωπο που μάντευε στα σκοτεινά λίγο πριν. Δεν νόημα, και κοίταξε πολύ έντονα το χαμογελαστό της πρό­
είχαν ακόμα χωρίσει εκείνο το βράδυ, κι εκείνος επιστρά­ σωπο, όποu τα μισάνοιχτα χείλη της αποκάλυπταν μια σει­
τευε ήδη τη μνήμη του' προσπαθούσε να φανταστεί πώς ρά από λευκά δόντια' και τότε μια ανάμνηση πέρασε
ήταν το (κρυμμένο στο μισοσκόταδο) πρόσωπό της και το αστραπιαία απ' το μυαλό του: το βράδυ εκείνο. στο δωμα­
(κρυμμένο στο μισοσκόταδο) κορμί της λίγο πριν. όταν τιάκι της φοιτητικής εστίας, του είχε πάρει τα δάχτυλα και
έκαναν έρωτα. Μάταια' εκείνη ξεγλιστρούσε συνέχεια από τα 'χε βάλει στο στόμα της. και του τα είχε δαγκώσει τόσο
τη φαντασία του. δυνατά που τον πόνεσε, και στο μεταξύ εκείνος Ψηλάφιζε
Αποφάσισε πως την επόμενη φορά θα κάνουν έρωτα με το εσωτερικό του στόματός της. και θυμάται ακόμα καθα­
αναμμένο φως. Μα δεν υπήρξε επόμενη φορά. Εκείνη τον ρά πως απ' τη μία πλευρά στο βάθος τής έλειπαν μερικά
απέφευγε επιδέξια και ευγενικά κι εκείνος παραδόθηκε δόντια (δεν τον είχε αηδιάσει τότε η ανακάλuψη αυτή' ίσα
στην αμφιβολία και την απελπισία: μπορεί να είχαν κάνει ίσα, αυτή η μικρή ατέλεια ταίριαζε στην ηλικία της. μια ηλι­
έρωτα όμορφα. αλλά ήξερε και πόσο ανυπόφορος είχε κία που τον έθελγε και τον ερέθιζε). Αλλά τώρα. κοιτάζο­
υπάρξει πριν, και ντρεπόταν γι' αυτό' ένιωθε καταδικα­ ντας το σημείο ανάμεσα στα δόντια και τη γωνία των χει­
σμένος επειδή εκείνη τον απέφευγε, και δεν τόλμησε να λιών της πρόσεξε ότι τα δόντια της παραήταν αστραφτερά
επιμείνει άλλο να ξαναίδωθούν. λευκά και δεν της έλειπε κανένα, κι αυτό κάπως τον δυσα­
«Γιά πες μου, γιατί με απέφευγες;» ρέστησε: για άλλη μια φορά οι δύο εικόνες ξεχώριζαν η μια
«Σε παρακαλώ» του είπε με την πιο τρυφερή φωνή της απ' την άλλη. αλλά αυτός δεν ήθελε να το παραδεχτεί. ήθε­
«πάει τόσος καιρός. Ξέρω κι εγώ;» Κι επειδή αυτός εξακο­ λε να τις ξαναενώσει, με το ζόρι, με τη βία. και της είπε:
λουθούσε να επιμένει, του είπε: «Δεν πρέπει να γυρίζεις συ­ «Αλήθεια δε θα 'θελες ένα κονιάκ;» κι όπως εκείνη έκανε
νέχεια στο παρελθόν. Φτάνει που του αφιερώνουμε τόσο όχι μ' ένα γοητευτικό χαμόγελο κι ελαφρά σηκωμένα τα
χρόνο έτσι κι αλλιώς, παρά τη θέλησή μας!» Αυτό το είπε φρύδια, εκείνος πήγε πίσω απ' το χώρισμα, πήρε το μπου­
μόνο και μόνο για να κάμψει λίγο την επιμονή του (κι η τε­ κάλι. το σήκωσε στο στόμα του και ήπιε γρήγορα. Έπειτα
λευταία φράση, έτσι όπως την πρόφερε μ' έναν ελαφρό ανα­ σκέφτηκε ότι μπορεί αυτή να τον καταλάβαινε απ' την
στεναγμό, είχε σίγουρα να κάνει με την πρωινή επίσκεψή αναπνοή του πως ήπιε στα κρυφά, οπότε πήρε δύο ποτή­
της στο νεκροταφείο), αλλά εκείνος ερμήνευσε διαφορετικά ρια, το μπουκάλι. και τα έφερε μέσα. Εκείνη κούνησε και
τη δήλωσή της: σαν να ήθελε να τον ταρακουνήσει και να πάλι αρνητικά το κεφάλι. «Τουλάχιστον συμβολικά» της
τον κάνει να καταλάβει (το προφανές) πως δεν υπήρχαν είπε. και έβαλε στα δυο ποτήρια. Τσούγκρισε μαζί της:
δύο γυναίκες (η σημερινή και η αλλοτινή). αλλά μία, κι αυ- «Για να μιλάω πια για σένα μόνο στον ενεστώτα!» Άδειασε

178 179
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ
ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΝΑ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΟΥΝ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥΣ...

το ποτήρι του, εκείνη έβρεξε τα χείλια της, εκείνος κάθισε παλιά ευαισθησία της, στην παλιά της νοοτροπία, ξανάβρι­
πλάι της στο μπράτσο της πολυθρόνας και της έπιασε τα σκε την παλιά αυτοπεποίθηση της έμπειρης στον έρωτα γυ­
χέρια. ναίκας, κι όπως είχε καιρό να νιώσει αυτή την αυτοπεποίθη­
ση, την ένιωθε τώρα εντονότερα παρά ποτέ' το κορμί της,
που λίγο πιο πριν ήταν ακόμα σαστισμένο, τρομαγμένο,
παθητικό και μαλακό, τώρα ζωντάνευε, απαντούσε με τα
10
δικά του χάδια, κι η ίδια ένιωθε την ακρίβεια και την εμπει­
ρία αυτών των χαδιών, κι αυτή η αίσθηση τη γέμιζε ευτυ­
Όταν δέχτηκε να πάνε στην γκαρσονιέρα του, ούτε που της χία' τα χάδια αυτά, το πώς ακουμπούσε το πρόσωπό της
είχε περάσει από το νου ότι μπορεί να κατέληγαν σε τέτοια στο κορμί του, οι λεπτές κινήσεις με τις οποίες αντιδρούσε
επαφή, κι αμέσως την έπιασε τρόμος γιατί η επαφή είχε το στήθος της στο αγκάλιασμά του, όλα αυτά τα ξανάβρι­
έρθει πριν προλάβει αυτή να προετοιμαστεί (την κατάστα­ σκε όχι σαν κάτι που το είχε μάθει, κάτι που το ήξερε και
ση συνεχούς προετοιμασίας, που είναι χαρακτηριστική στην
το εκτελούσε τώρα με ψυχρή ικανοποίηση, αλλά σαν κάτι
ώριμη γυναίκα, την είχε χάσει προ πολλού)· (σ' αυτό τον ουσιαστικά δικό της, με το οποίο γινόταν πλέον ένα μέσα
τρόμο μπορούμε ίσως να ανακαλύψουμε κάτι κοινό με τον στη μέθη και την έξαψη, σαν να ξανάβρισκε μια γνώριμή
τρόμο του κοριτσιού που μόλις το πρωτοφίλησαν, γιατί, αν της ήπειρο (α, την ήπειρο της ομορφιάς!), απ' όπου είχε
το κορίτσι δεν είναι ακόμα έτοιμο, κι αυτή, η επισκέπτρια, εξοριστεί και τώρα επέστρεφε με κάθε επισημότητα.
δεν είναι πια έτοιμη, αυτό το «πια» κι εκείνο το «ακόμα» Τώρα ο γιος της ήταν αφάνταστα μακριά' όταν την
συνδέονται μυστηριωδώς, όπως συνδέονται τα γερατειά με έκλεισε στην αγκαλιά του ο οικοδεσπότης της, σε μια γω­
την παιδική ηλικία). Έπειτα την έβαλε να καθίσει στο ντι­ νιά του μυαλού της είδε το αγόρι να την επιπλήττει' όμως
βάνι, την έσφιξε πάνω του, τη χάιδεψε σ' όλο της το σώμα, το αγόρι εξαφανίστηκε γρήγορα, και τώρα, σε ακτίνα εκα­
κι εκείνη ένιωσε τελείως μαλακιά μες στα χέρια του (ναι. τοντάδων χιλιομέτρων, δεν υπήρχε κανείς άλλος, μόνο αυτή
μαλακιά: γιατί το σώμα της είχε χάσει από καιρό τον αι­ και ο άντρας που την έσφιγγε στην αγκαλιά του και τη χάι­
σθησιασμό που το εξουσίαζε κάποτε, αυτόν που έδινε στους δευε. Όταν όμως αυτός ακούμπησε το στόμα του στο δικό
μυς της το ρυθμό των συσπάσεων και των χαλαρώσεων και της και πήγε να της ανοίξει με τη γλώσσα του τα χείλη της,
συντόνιζε τη δραστηριότητα εκατοντάδων ευαίσθητων κι­ άλλαξαν όλα: η γυναίκα ξαναγύρισε στην πραγματικότη­
νήσεων). τα. Έσφιξε γερά τα δόντια (ένιωσε τη μασέλα της να κολ­
Αλλά τα χάδια του διέλυσαν γρήγορα τον τρόμο των λάει στον ουρανίσκο της και να γεμίζει το στόμα της), κι
πρώτων στιγμών, κι αυτή, αν και πολύ μακριά πια από την έπειτα τον απώθησε απαλά: «Μη! Αλήθεια, σε παρακαλώ,
ομορφιά τής ήδη ώριμης τότε γυναίκας, ξαναγύριζε τώρα άσε καλύτερα».
με ιλιγγιώδη ταχύτητα σ' εκείνη τη χαμένη ύπαρξη, στην Κι επειδή εκείνος εξακολούθησε να επιμένει, τον έπιασε
180 181
ΚΩΜΙΚOJ ΕΡΩΤΕΣ OJ ΠΑΛΙOJ ΝΕΚΡOJ ΝΑ ΓΙΑΡΑΧΩΡΗΣΟΥΝ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥΣ...

σφιχτά απ' τους καρπούς και επανέλαβε την άρνησή της κι στο τέλος θα τον περίμενε η αηδία, κι η αηδία αυτή μοιραία
έπειτα του είπε (μιλούσε με δυσκολία, μα ήξερε πως για να θα κηλίδωνε όχι μόνο εκείνη τη στιγμή αλλά και την εικόνα
την ακούσει έπρεπε να μιλήσει) πως είναι πια πολύ αργά μιας από χρόνια αγαπημένης γuναίκας, αυτή την εικόνα την
για να κάνουν έρωτα' του υπενθύμισε την ηλικία της του οποία διατηρούσε μες στη μνήμη του σαν κάτι πολύτιμο.
είπε ότι, έτσι κι έκαναν έρωτα, εκείνος θα ένιωθε αηδία και Τα ήξερε όλα αυτά, αλλά όλα αυτά ήταν απλώς σκέ­
μόνο. κι αυτό θα τη γέμιζε απελπισία, γιατί εκείνο που της ψεις, και οι σκέψεις δεν μπορούσαν να πολεμήσουν τη θέ­
είχε πει για την παλιά τους ιστορία ήταν απείρως πιο όμορ­ ληση, που μόνο ένα ήξερε: αυτή η γυναίκα που επί δεκαπέ­
φο και πιο σημαντικό για κείνην- ήταν θνητό το κορμί της ντε ολόκληρα χρόνια ενσάρκωνε γι' αυτόν το απαραβίαστο
και παραδινόταν στη φθορά, όμως αυτή ήξερε τώρα πως και το ασύλληπτο ήταν τώρα εδώ' θα μποροι)σε επιτέλους
απομένει κάτι το άυλο, κάτι σαν αχτίδα που εξακολουθεί να τη δει στο φως της μέρας, θα μπορούσε επιτέλους πάνω
να λάμπει, ακόμα κι όταν σβήσει πια το αστέρι' κι ας γερ­ στο σημερινό της κορμί να αποκρυπτογραφήσει το αλλοτι­
νάει αυτή, σημασία έχει πως η νεότητά της μένει ανέπαφη, νό. πάνω στο σημερινό της πρόσωπο να αποκρυπτογραφή­
ζωντανή μέσα σ' ένα άλλο πλάσμα. «Ύψωσες ένα μνημείο σει το αλλοτινό. Επιτέλους, θα ανακάλυπτε αυτό που δεν
για μένα στη μνήμη σου. Δε γίνεται να τ' αφήσουμε να κα­ είχε κατορθώσει ποτέ να φανταστεί, την έκφραση του προ­
ταστραφεί. Κατάλαβέ με» του έλεγε, κάνοντάς τον πέρα. σώπου της. τις συσπάσεις του προσώπου της πάνω στην
«Δεν έχεις το δικαίωμα, δεν έχεις το δικαίωμα. » ερωτική πράξη.
Την αγκάλιασε απ' τους ώμους και την κοίταξε στα
μάτια: «Γιατί με κάνεις πέρα; Για ποιο λόγο τώρα αντιστέ­
κεσαι;»
11

Εκείνος τη διαβεβαίωσε πως είναι πάντα όμορφη, πως στην


πραγματικότητα τίποτα δεν είχε αλλάξει, πως πάντα ίδιοι 12
μένουμε. το 'ξερε όμως ότι λέει ψέματα κι ότι εκείνη έχει
δίκιο: γνώριζε πολύ καλά ο ίδιος την υπερευαισθησία του Εκείνη όμως κούνησε το κεφάλι, γιατί ήξερε ότι δεν ήταν
στο θέμα της εξωτερικής εμφάνισης, την ολοένα και μεγα­ καθόλου παράλογο να του αντιστέκεται' ήξερε καλά τους
λύτερη αποστροφή που ένιωθε για τα ελαττώματα του γυ­ άντρες και τη στάση τους απέναντι στο γυναικείο κορμί'
ναικείου κορμιού και που τα τελευταία χρόνια τον οδηγού­ ήξερε ότι στον έρωτα ακόμα και ο πιο φλογερός ιδεαλισμός
σε σε όλο και πιο νέες γυναίκες, και συνεπώς, όπως διαπί­ δεν μπορεί να αναιρέσει τη φοβερή δύναμη που έχει η εξω­
στωνε με πίκρα. όλο και πιο κενές και ανόητες ναι, δεν τερική όψη του σώματος βέβαια, είχε ακόμα πολύ ωραία
υπήρχε καμία αμφιβολία: αν την έπειθε να κάνουν έρωτα, σιλουέτα, που είχε διατηρήσει τις αρχικές της αναλογίες,

182 183
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩ Τ ΕΣ ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΝΑ ΠΑΡΑΧΩΡΗ ΣΟΥΝ ΊΉ ΘΕΣΗ ΤΟΥΣ ...

και ειδικά όταν ήταν ντυμένη έδειχνε τελείως νέα' αλλά την κατηγορούσε για τον χαμένο τάφο, και μέσα από το
ήξερε πως, μόλις ξεντυνόταν, θα αποκαλ ύπτονταν οι ζάρες χάος της μνήμης της, πέρα από κάθε λογική, ξεπήδησε αυ­
στο λαιμό της και η μεγάλη ουλή στο στομάχι, από μια εγ­ τή η φράση, που του τη φώναξε καταπρόσωπο με λ ύσσα:
χείρηση που είχε κάνει δέκα χρόνια πριν. Οι παλιοί νεκροί πρέπει να παραχωρήσουν τη θέση τους
Και όσο συνερχόταν και συνειδητοποιούσε τη σημερινή στους καινούριους, αγόρι μου!
της εμφάνιση, που λίγες στιγμές πιο πριν την είχε ξεχάσει,
τόσο ανέβαιναν από κάτω απ' το δρόμο ώς το παράθυρο
του δωματίου (που ωστόσο είχε πιστέψει ότι είναι αρκετά
ψηλά, για να την προστατέψει απ' τη ζωή της) οι αγωνίες 13
εκείνου του πρωινού, και γέμιζαν όλον το χώρο, προσγειώ­
νονταν πάνω στις κορνιζωμένες αφίσες, στην πολυθρόνα, Ο άντρας δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία πως όλο αυτό
στο τραπέζι, στο άδειο φλιτζάνι του καφέ, και στην κεφαλή θα κατέληγε σε αηδία. γιατί ήδη τώρα, από το βλέμμα που
αυτής της παρέλασης ήταν το πρόσωπο του γιου της κοκ­ της έριξε (ένα διερευνητικό και διεισδυτικό βλέμμα), δεν
κίνισε μόλις το είδε, κι έψαξε να κρυφτεί κάπου στα βάθη έλειπε μια κάποια αηδία, κι ωστόσο, τι περίεργο, δεν τον
του εαυτού της: τι τρελή που ήταν, παραλίγο να ξεστρατί­ ενοχλούσε αυτό. ίσα ίσα τον ερέθιζε και τον ενθάρρυνε, λες
σει από το δρόμο που της είχε χαράξει εκείνος κι αυτή τον και τη λαχταρούσε αυτή την αηδία: ο πόθος της συνουσίας
είχε ακολουθήσει μέχρι σήμερα με χαμόγελο και με ενθου­ συγγένευε μέσα του με τον πόθο της αηδίας ο πόθος να
σιασμό' θέλησε (έστω και για μια τόση δα στιγμή) να το διαβάσει πάνω στο κορμί της αυτό που δεν είχε σταθεί ικα­
σκάσει. και νά που έπρεπε τώρα να ξαναγυρίσει υπάκουα νός να μάθει τόσα χρόνια γινόταν ένα με τον πόθο να κηλι­
και να παραδεχτεί ότι αυτός είναι ο μόνος δρόμος που της δώσει αμέσως το μυστικό που μόλις θα 'χε ανακαλύψει.
ταιριάζει. Κι ήταν τόσο σαρκασ τικό το πρόσωπο του γιου Από πού πήγαζε αυτό το πάθος; Είτε το συνειδητοποι­
της, που ένιωσε, μες στην ντροπή της. να γίνεται όλο και ούσε είτε όχι. του παρουσιαζόταν μια μοναδική ευκαιρία: η
πιο μικρή μπροστά του, ώσπου τέλος, στο αποκορύφωμα επισκέπτριά του ενσάρκωνε γι' αυτόν όλα όσα δεν είχε πο­
της ταπείνωσης, δεν ήταν πια παρά μόνο η ουλή που είχε τέ του, όλα όσα του είχαν ξεφύγει, όλα όσα του είχαν λεί­
στο στομάχι της. ψει, όλα αυτά που η έλλειψή τους έκανε αβάσταχτη την τω­
Ο οικοδεσπότης της την κρατούσε απ' τους ώμους και ρινή ηλικία του, με τα μαλλιά που άρχιζαν να πέφτουν κι
της επανέλαβε: «Για ποιο λόγο τώρα αντισ τέκεσαι;» κι αυτό τον αξιοθρήνητα ισχνό απολογισμό' κι αυτός, είτε το
εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι. αλλά τελείως μηχανι­ συνειδητοποιούσε ξεκάθαρα είτε το υποψιαζόταν αόριστα.
κά, γιατί τα μάτια της δεν έβλεπαν αυτόν αλλά το πρόσω­ μπορούσε τώρα να απογυμνώσει από τη σημασία τους όλες
πο του γιου-εχθρού, που όσο πιο μικρή και ταπεινωμένη αυτές τις χαρές τις οποίες είχε στερηθεί (και που τα φαντα­
αισθανόταν τόσο πιο πολύ τον μισούσε. Τον άκουγε που χτερά τους χρώματα έκαναν τη ζωή του να φαίνεται τόσο

184 185
ΚΩΜΤΚΟΤ ΕΡΩΤΕΣ ΟΙ ΠΑΛΙOl ΝΕΚΡOl ΝΑ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΟΥΝ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥΣ...

θλιβερά άχρωμη), μπορούσε να ανακαλύψει πως ήταν εντε­ γουρα) ο τελευταίος άντρας που της αρέσει και που μπορεί
λώς ασήμαντες, πως ήταν αχνά σχήματα έτοιμα να διαλυ­ να τον έχει, και μόνο αυτό μετράει' αν του εμπνεύσει αηδία
θούν, σκόνη του αέρα και τίποτα παραπάνω, μπορούσε να και καταστρέψει έτσι η ίδια το μνημείο της στη σκέψη του.
τις εκδικηθεί, να τις ταπεινώσει, να τις εκμηδενίσει. λίγο τη νοιάζει. γιατί αυτό το μνημείο είναι έξω απ' αυτήν.
«Για ποιο λόγο μου αντιστέκεσαι» ξανάπε, και προ­ όπως είναι έξω απ' αυτήν η σκέψη και η ανάμνηση αυτού
σπάθησε να την τραβήξει πάνω του. του άντρα, και τίποτα απ' όσα είναι έξω απ' αυτήν δε με­
τράει. «Ποτέ δε μίλησες έτσι εσύ, μητέρα!» Άκουγε την κραυ­
γή του γιου της, αλλά δεν έδινε σημασία. Χαμογελούσε.
«Δίκιο έχεις. γιατί να αντιστέκομαι;» είπε απαλά και
14 σηκώθηκε. Έπειτα άρχισε να ξεκουμπώνει αργά το φόρεμά
της. Το βράδυ ήταν ακόμα μακριά. Αυτήν τη φορά το δω­
Η γυναίκα είχε πάντα μπροστά στα μάτια της το σαρκα­ μάτιο ήταν όλο φως.
στικό πρόσωπο του γιου της, κι όταν ο άντρας την τράβηξε
με δύναμη πάνω του, του είπε: «Μισό λεπτό, σε παρακα­
λώ» και ξέφυγε απ' την αγκαλιά του' δεν ήθελε να διακό­
ψει τον ειρμό των σκέψεών της: οι παλιοί νεκροί έπρεπε να
παραχωρήσουν τη θέση τους στους καινούριους, και τα μνη­
μεία είναι άχρηστα' ακόμα και το δικό της το μνημείο, αυ­
τό το οποίο τιμούσε επί δεκαπέντε χρόνια αυτός ο άντρας
πλάι της. άχρηστο είναι. όλα τα μνημεία άχρηστα είναι,
απολι'ιτως. Νά τι έλεγε στο γιο της νοερά, και κοιτούσε με
εκδικητική ικανοποίηση το πρόσωπό του που συσπώνταν
και της φώναζε: «Ποτέ δε μίλησες έτσι εσύ, μητέρα!» Αυτή
βεβαίως το ήξερε ότι ποτέ δεν είχε μιλήσει έτσι, μα τη στιγ­
μή εκείνη ήταν λουσμένη σ' ένα φως που έδινε στα πάντα
μια τελείως διαφορετική όψη:
Δεν είχε κανένα λόγο να προτιμάει μνημεία αντί για τη
ζωή' και το δικό της το μνημείο ένα μόνο λόγο ύπαρξης έχει
πια: μπορεί τώρα αυτή να το εκμεταλλευτεί, για χάρη τού
περιφρονημένου κορμιού της γιατί ο άντρας που κάθεται
πλάι της τής αρέσει, είναι νέος και πιθανότατα (αν όχι σί-

186
Ο ΓΙΑΤΡΟΣ ΧΑΒΕΛ

ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ


1

Τη μέρα που ο γιατρός Χάβελ έφευγε για θεραπεία σε κά­


ποια λουτρόπολη, η όμορφη σύζυγός του είχε δάκρυα στα
μάτια. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ήταν δάκρυα συμπόνιας
(τον τελευταίο καιρό ο Χάβελ είχε προβλήματα με τη χολη­
δόχο κύστη, και η γυναίκα του πρώτη φορά τον έβλεπε να
υποφέρει έτσι), από την άλλη όμως η προοπτική τριών εβδο­
μάδων χωρισμοι> ξυπνούσε μέσα της το μαρτύριο της ζήλιας.
Ορίστε; Αυτ ή η όμορφη, διάσημη και κατά πολύ νεότερή
του ηθοποιός ζήλευε έναν κύριο που γερνούσε και που μή­
νες τώρα δεν έβγαινε απ' το σπίτι χωρίς να βάλει στην τσέ­
πη του ένα μπουκαλάκι χάπια για τους ι)πουλους πόνους του;
Κι όμως. έτσι ήταν. και κανένας δεν την καταλάβαινε.
Ούτε καν ο Χάβελ. που κι εκείνου. όταν την πρωτοείδε, του
είχε φανεί άτρωτη και αγέρωχη' και είχε γοητευτεί ακόμα
περισσότερο. πριν από μερικά χρόνια, όταν άρχισε να τη
γνωρίζει καλύτερα και να ανακαλύπτει πόσο απλή ήταν,
σπιτόγατα από φυσικού της και συνεσταλμένη' και τι πε­
ρίεργο: ακόμα και αφού παντρεύτηκαν, δεν εκμεταλλεύτη­
κε ποτέ τα πλεονεκτήματα που της εξασφάλιζε η νεαρή της
ηλικία' ήταν σαν μαγεμένη από έρωτα και από την κατα­
πληκτική φήμη του γυναικά που συνόδευε τον άντρα της. ο
οποίος της φαινόταν πάντα άπιαστος και ανεξιχνίαστος,
και όσο κι αν εκείνος προσπαθούσε καθημερινά να την πεί­
σει. με απέραντη υπομονή (και απόλυτη ειλικρίνεια), πως
δεν υπάρχει κι ούτε και θα υπάρξει ποτέ γυναίκα ισάξιά
της, εκείνη ζήλευε παράφορα και οδυνηρά' και μόνο η φυ-

191
ΚΩΜΙΚOJ ΕΡΩΤΕΣ Ο ΓΙΑΤΡΟΣ ΧΑΒΕΛ ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

σική λεπτότητά της κατόρθωνε να κρατάει κλειστό το κα­ βάρσιζε με πληροφορίες για ό,τι συνέβαινε στα λουτρά και
πάκι σ' αυτό το απαίσιο αίσθημα, που ωστόσο έβραζε όλο για τα σύο παισιά της, προπάντων για το γιο της, που όπως
και πιο έντονα. έλεγε της έμοιαζε.
Ο Χάβελ τα ήξερε όλα αυτά, κι άλλοτε τον συγκινού­
Σ' αυτή την κατάσταση βρισκόταν όταν του ήρθε γράμ­
σαν, άλλοτε τον εκνεύριζαν, καμιά φορά τον κούραζαν κιό­ μα απ' τη γυναίκα του. Αλίμονο! Τούτη τη φορά η λεπτό­
λας, επεισή όμως την αγαπούσε τη γυναίκα του έκανε ό,τι τητά της σεν κατάφερε να κρατήσει κλειστό το καπάκι που
μπορούσε για να ανακουφίσει το άγχος της. Αυτήν τη φο­ από κάτω του έβραζε η ζήλια' ήταν ένα γράμμα όλο ανα­
ρά, προσπαθούσε να τη βοηθήσει: υπερέβαλλε σχετικά με στεναγμούς και παράπονα: σεν τον κατηγορούσε, έλεγε,
τους πόνους του και τη σοβαρότητα της κατάστασής του, για τίποτα, αλλά σεν έκλεινε μάτι όλη νύχτα' ήξερε καλά,
γιατί ήξερε ότι ο φόβος που ένιωθε η γυναίκα του στη σκέ­ έλεγε, πως η αγάπη της του ήταν βάρος, και μπορούσε κάλ­
ψη της αρρώστιας του ήταν για κείνην κάπως τονωτικός και λιστα να φανταστεί πόσο ευτυχής θα ένιωθε που βρισκόταν
ανακουφιστικός, ενώ ο φόβος που της ενέπνεε η καλή του μακριά της και είχε την ευκαιρία να ξεκουραστεί λιγάκι'
υγεία (γεμάτη απιστίες και κακοτοπιές) την παρέλυε' γι' ναι, το καταλάβαινε πολι) καλά πως τον εκνεύριζε' και ήξε­
αυτό κι εκείνος έφερνε συχνά την κουβέντα στη Φράντι­ ρε επίσης πόσο ανίσχυρη ήταν και σε γινόταν να του αλλά­
σκα, τη γιατρό που θα τον παρακολουθούσε κατά τη σιάρ­ ξει τη ζωή του, όπου παρέλαυναν συνέχεια ορσές γυναι­
κεια της θεραπείας του' η ηθοποιός την ήξερε, και η εξωτε­ κών' ναι, το ήξερε. δε διαμαρτυρόταν, αλλά έκλαιγε και
ρική της εμφάνιση, που έσειχνε άνθρωπο καλοκάγαθο και σεν την έπιανε ύπνος ...
σιόλου φιλήσονο, την καθησύχαζε. Όταν ο Χάβελ σιάβασε αυτή την ατέλειωτη λίστα των
Μέσα από το λεωφορείο πια, ο Χάβελ είσε τα σακρυ­ θρήνων, έφερε στο νου του τα τρία χρόνια που προσπαθού­
σμένα μάτια της όμορφης γυναίκας του που έστεκε όρθια σε υπομονετικά αλλά μάταια εντέλει να παρουσιαστεί στη
στο πεζοσρόμιο, και για να λέμε την αλήθεια αισθάνθηκε γυναίκα του σαν μεταμελημένος πλέον άσωτος και σαν φι­
κάποια ανακούφιση, γιατί ήταν γλυκιά η αγάπη της, αλλά λόστοργος σύζυγος ένιωσε απέραντη κούραση και απελπι­
ήταν και καταπιεστική. Βέβαια, και στη λουτρόπολη τα σία. Τσαλάκωσε θυμωμένος το γράμμα και το πέταξε στο
πράγματα σεν ήταν ισανικά. Αφού μούλιαζε τρεις φορές τη καλαθάκι για τα σκουπίδια.
μέρα το γέρικο κορμί του στα ιαματικά νερά, πονούσε
έπειτα, ήταν κατάκοπος, κι όταν συναντούσε τίποτα όμορ­
φες γυναίκες κάτω απ' τις καμάρες σιαπίστωνε έντρομος
πως νιώθει γέρος και σεν του γεννιέται η παραμικρή επιθυ­ 2
μία. Η μόνη γυναίκα που χόρταινε τη συντροφιά της ήταν η
καλή του η Φράντισκα, που του έκανε τις ενέσεις, του με­ Την επομένη αισθανόταν κάπως καλύτερα' δεν τον πονού­
τρούσε την πίεση, του Ψηλάφιζε την κοιλιά, και τον βομ- σε η κύστη του και ένιωσε μια ελαφρά αλλά ξεκάθαρη επι-
192
193
ΚΩΜΙΚOl ΕΡΩΤΕΣ Ο ΓlATI'()2.: ΧΛΙ;ΕΛ ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ .\1ΕΤΑ

θυμία για διάφορες γυναίκες που είδε το πρωί να κυκλοφο­ να περάσει μέσα και εξήγησε στον Χάβελ: «Είναι ο αρχι­
ρούν κάτω απ' τις καμάρες. Δυστυχώς, αυτή η μικρή πρόο­ συντάκτης ενός τοπικο!) περιοδικού και δύο μέρες τώρα
δος επισκιάστηκε από μια πολύ πιο σοβαρή ανακάλυψη: οι προσπαθεί ν α σε πετ ι 'ιχει» .
γυναίκες αυτές περνούσαν από δίπλα του χωρίς καν να τον Ο νεαρός ά(ιχισε να απολογείται διά μακρών που ενό­
προσέξουν' γι' αυτές ανήκε στην ίδια αρρωστιάρικη συνο­ χλησε σε τύσο ακατΓι.λληλη ώρα τον κ. Χάβελ και προσπά­
μοταξία με τους ωχρούς πότες μεταλλικού νερού... θησε να πά(lει ανάλαφρο !)φος (δυστυχώς τοι; βγήκε κάπως
«Βλέπεις; πας καλύτερα» του είπε η Φράντισκα, αφού δυσάρεστα σφιγμένο): τον παρακάλεσε να μην τα βάλει με
τον ακροάστηκε το πρωί. «Προπαντός να ακολουθείς σχο­ τη γιαηιιί ποιι αποκάλυψε την παρουσία του εδώ, γιατί έτσι
λαστικά τη δίαιτά σου. Ευτυχώς, οι γυναίκες που συναντάς κι αλλι(;>ς Οα τον ανακάλυπτε ο ίδιος. ακόμα και μέσα στην
κάτω απ' τις καμάρες είναι πολύ ηλικιωμένες και σε κακό μπανι έ(ια των λο l ) Τ (ιώ ν ' τον παρακάλεσε επίσης να μην τα

χάλι από υγεία, κι έτσι δεν υπάρχει περίπτωση να σε ανα­ βάλει και ιιε το ;)ικι'ι του θράσος. γιατί είναι κάτι απαραίτη­
στατώσουν, άρα τόσο το καλύτερο για σένα, γιατί πάνω το στη ;)ηΙlOσΙΟΥ(ιαφία. και χωρίς αυτό δε θα 'βγαζε το ψωμί
απ' όλα χρειάζεσαι ηρεμία. » του. Ί':πειτα άΙJχισε να μιλάει για το μηνιαίο εικονογραφη­
Ο Χάβελ έβαλε το πουκάμισο μέσα στο παντελόνι του' μένο π ειι ιο () ι κ ι ί των λουτρών, που σε κάθε του τεύχος είχε
στάθηκε μπροστά στον μικρό καθρέφτη που κρεμόταν στη μια συνέντεΙJζη με κάποιον διάσημο ασθενή που ήταν εκεί
γωνία πάνω απ' το νιπτήρα, και περιεργάστηκε με πίκρα για θεραπεία' και ανάφερε για παράδειγμα μερικά ονόμα­
το πρόσωπό του. Έπειτα της είπε με μεγάλη θλίψη: «Δεν τα. μεταξι! των οποίων και ένα μέλος της κυβέρνησης. μια
έχεις δίκιο. Πρόσεξα ότι ανάμεσα στις γριές που κυκλοφο­ τραγουδίσφια της ιΊπερας κι ένας παίκτης του χόκε·ί.
ρούν κάτω απ' τις καμάρες είναι και μερικές πανέμορφες «Βλέπεις» είπε η Φράντισκα, <<μπορεί να μην ενδιαφέ­
κοπέλες. Αλλά ούτε που γυρίζουν να με κοιτάξουν». ρονται για σένα οι ωραίες γυναίκες στις καμάρες, ενδιαφέ­
«Να πιστέψω ό,τι θες, αλλά αυτό όχι!» είπε η Φράντι­ ρονται όμως οι δημοσιογράφοι. »
σκα, και ο Χάβελ αποστρέφοντας τα μάτια από το θλιβερό «Τι φριχτός ξεπεσμός» είπε ο Χάβελ. Αλλά ήταν ευτυ­
θέαμα που του έδειχνε ο καθρέφτης, βύθισε το βλέμμα του χής μ' αυτό το ενδιαφέρον' χαμογέλασε στον δημοσιογρά­
στα ευκολόπιστα και αφοσιωμένα μάτια της ένιωσε ευγνω­ φο και απέρριψε την πρότασή του με τόσο έκδηλη ανειλι­
μοσύνη, παρόλο που ήξερε πως η Φράντισκα απλώς εξέ­ κρίνεια, που γινόταν πια συγκινητική: «Εγώ, αγαπητέ μου,
φραζε την πίστη της σε μια παράδοση, την πίστη στο ρόλο ούτε μέλος της κυβέρνησης είμαι, ούτε παίκτης του χόκε'ί,
που ήταν συνηθισμένη να τον βλέπει να παίζει (ένα ρόλο και πολύ περισσότερο τραγοuδίστρια της όπερας. Φυσικά
ποι; αυτή τον αποδοκίμαζε, αλλά πάντοτε με τρυφερότητα). και δεν υποτιμώ τις επιστημονικές μου εργασίες, αυτές
Έπειτα χτύπησε η πόρτα. Η Φράντισκα άνοιξε, και εμ­ όμως ενδιαφέρουν τους ειδικούς και όχι το ευρύ κοινό».
φανίστηκε το κεφάλι ενός νεαρού που υποκλίθηκε με σεβα­ «Μα δεν ήθελα να πάρω συνέντευξη από σας δεν το
σμό. «Α, εσείς είστε! Σας είχα ξεχάσει τελείως!» Του είπε σκέφτηκα καν» απάντησε αυτομάτως, με όλη του την ειλι-

194 195
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ
Ο ΓIATI)()� ΧΛΒΕΑ ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

κρίνεια, ο νεαρός. «Από τη γυναίκα σας ήθελα. Άκουσα τελευταίες βδομάδες τους κατηφείς ασθενείς, οσφράνθηκε

πως θα σας επισκεφτεί κάποια στιγμή εδώ. » θήραμα και βγήκε αμέσως για κυνήγι.

«Είστε καλύτερα πληροφορημένος από μένα» είπε μάλ­ Τώρα όμως ντρεπ6ταν.

λον ψυχρά ο Χάβελ έπειτα πήγε κοντά στον καθρέφτη και Πάντα αμφέ[jαλλε για τον εαυτό του, ήταν πάντα δουλι­

ξανακοίταξε το πρόσωπό του' δεν του άρεσε. Κούμπωσε κά εξαρτημένος απ6 τους ανθρώπους τους οποίους συνα­

σιωπηλός το γιακά του πουκαμίσου του, ενώ ο νεαρός δη­ ναστρεφ6ταν, και αναζητούσε φοβισμένα στο βλέμμα τους

μοσιογράφος ένιωσε τέτοια αμηχανία. που έχασε αμέσως την επιβεβαίωση της ταυτότητάς του και της αξίας του.

το επαγγελματικό του θράσος, για το οποίο είχε υπερηφα­ Τώρα έκρινε πως Οα τον είχαν βρει αξιοθρήνητο, ηλίθιο και

νευτεί λίγο ΠΡΙν" ζήτησε συγνώμη απ' τη Φράντισκα, ζήτη­ ενοχλητικ(Ί. και η σκέψη αυτή τού ήταν ιδιαίτερα οδυνηρή,

σε συγνώμη απ' τον Χάβελ, κι αισθάνθηκε ανακούφιση μό­ καΟώς () άν()ιιωπος που τον είχε κρίνει έτσι του είχε φανεί

λις βρέθηκε έξω. συμπαΟητικιΊς. Ι'ι' αυτό και τηλεφώνησε την ίδια κιόλας μέ­
ρα φο[Jφά ανήσυχος στη γιατρό και τη ρώτησε τι ακριβώς
ήταν () άνηιας της ηθοποιού, κι έτσι έμαθε ότι ο άνθρωπος
αυτός δεν ήταν απλώς κορυφαία μορφή του ιατρικού κό­

3 σμου, αλλά πολι') διάσημος και γι' άλλους λόγους: είναι δυ­
νατόν να μην είχε ακούσει τίποτα γι' αυτόν;

Ο δημοσιογράφος ήταν μάλλον επιπόλαιος παρά ηλίθιος. Ο δημοσιογράφος ομολόγησε πως όχι, και η γιατρός τού

Δεν το πολυέπαιρνε στα σοβαρά το περιοδικό των λου­ είπε συγκαταβατικά: «Εντάξει, παιδί είσαι ακόμα. Κι ευτυ­

τρών, αλλά αφού ήταν ο μοναδικός συντάκτης του έπρεπε χώς, στον τομέα όπου διέπρεψε ο γιατρός είσαι άσχετος».

να κάνει οτιδήποτε για να γεμίζει κάθε μήνα τις είκοσι τέσ­ Όταν ο δημοσιογράφος ρώτησε κι άλλους και κατάλαβε

σερις σελίδες του με τις απαραίτητες φωτογραφίες και λέ­ πως η ειδικότητα την οποία είχε υπαινιχθεί η γιατρός πρέ­

ξεις. Το καλοκαίρι κουτσά στραβά τα κατάφερνε, γιατί στα πει να ήταν η ερωτική τέχνη. ένας τομέας όπου ο Χάβελ

λουτρά συνέρεαν πλήθος προσωπικότητες, έρχονταν και φαίνεται πως ήταν ασυναγώνιστος σ' ολόκληρη τη χώρα,

διάφορες ορχήστρες που έδιναν υπαίθριες συναυλίες, και ντράπηκε που τον είχαν χαρακτηρίσει άσχετο, και μάλιστα

δεν έλειπαν και τα πικάντικα κουτσομπολιά. Αντίθετα, τους τους το επιβεβαίωσε ο ίδιος. αφού δεν είχε ακούσει ποτέ

βροχερούς μήνες, οι διάδρομοι κάτω απ' τις καμάρες πλημ­ τίποτα για τον γιατρό. Κι επειδή πάντα ονειρευόταν να γί­

μύριζαν από χωριάτισσες και πλήξη, κι έπρεπε να εκμεταλ­ νει κάποια μέρα ειδήμων, σαν κι αυτό τον άνθρωπο, καταρ­

λευτεί και την παραμικρή ευκαιρία. Έτσι, όταν άκουσε κά­ ρακώθηκε στη σκέψη πως είχε φερθεί σαν ελεεινός βλάκας

που την προηγουμένη ότι τα λουτρά φιλοξενοι'ισαν και τον ακριβώς μπροστά σ' αυτόν, μπροστά στον δάσκαλο' θυμή­

άντρα μιας διάσημης ηθοποιού, αυτής μάλιστα που έπαιζε θηκε τη φλυαρία του, τα βλακώδη αστεία του, την έλλειψη

στην καινούρια αστυνομική ταινία που Ψυχαγωγούσε τις τακτ, και αναγκάστηκε να αναγνωρίσει ταπεινά πόσο βά-

196 197
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ Ο ΓιΑΤΤ'ΟΣ ΧΑΒΕΛ ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

σιμη ήταν η ετυμηγορία που νόμισε πως διάβασε στην όλο «Ώστε έτσι, άκουσες να λεν για μένα;» και κάθε φορά έβα­
αποδοκιμασία σιωπή και στο αφηρημένο βλέμμα του δα­ ζε πανευτυχής τα γέλια.
σκάλου στον καθρέφτη. «Ναι» σ υ μφωνο{! σε ζωηρά ο δημοσιογράφος. «Αλλά δε
Η λουτρόπολη όπου διαδραματίζεται η ιστορία αυτή δεν σας φανταζόμοον καθόλου έτσι. »
είναι μεγάλη, και όλοι συναντιούνται μεταξύ τους αρκετές «Πώς δηλαδή με φανταζόσουν;» ρώτησε ο Χάβελ με
φορές μέσα στην ίδια μέρα, θέλοντας και μη. 'Ετσι ο νεαρός πραγμαΤΙΚrJ ενδι αφ έρον, και καθώς ο δημοσιογράφος δεν
δημοσιογράφος δε δυσκολεύτηκε καθόλου να συναντήσει έβρισκε τι να πει και κάτι Ψέλλιζε, είπε μελαγχολικά: «Ξέ­
σύντομα τον άνθρωπο που είχε στο μυαλό του. Ήταν προ­ ρω. ΑντίΟετα απι! εμάς, οι ήρωες των μυθιστορημάτων, των
χωρημένο μεσημέρι και το πλήθος των ηπατικών πηγαινο­ θ(>{!λων και των διαφόρων ιστοριών είναι φτιαγμένοι από
ερχόταν κάτω απ' τις καμάρες. Ο Χάβελ σιγόπινε ένα δύ­ ένα l)λικιΊ πο{) δεν υπόκειται στη φθορά της ηλικίας. Όχι,
σοσμο νερό από μια πορσελάνινη κούπα. Ο νεαρός δημο­ δεν εννιι(:) πως οι διάφορες ιστορίες και οι θρύλοι είναι
σιογράφος πήγε κοντά του κι άρχισε να του ζητάει μασημέ­ αθάνατοι' σίγο{ψα γερνούν κι αυτοί, και μαζί τους γερνούν
να συγνώμη. Ούτε που το είχε φανταστεί. είπε, πως ο σύ­ και οι ήυωές το{)ς μόνο που γερνούν κατά έναν τέτοιον
ζυγος της κυρίας Χάβελ, της διάσημης ηθοποιού, ήταν αυ­ τρόπο ποο δεν αλλάζουν τα χαρακτηριστικά τους και οι ί­
τός, ο γιατρός Χάβελ, κι όχι κάποιος άλλος Χάβελ' υπήρχαν διοι δεν πα(>αμιφφώνονται, αλλά ξεθωριάζουν, σβήνουν σι­
πολλοί Χάβελ στη Βοημία, και δυστυχώς δεν είχε συνδυά­ γά σιγά, και τελικά γίνονται ένα με τη διαφάνεια του χώ­
σει τον σύζυγο της ηθοποιού με τον περίφημο γιατρό, τον ρου. Έτσι Θα χαι-Jεί στο τέλος κι ο Πεπέ Αε Μοκό και ο Χά­
οποίο και βέβαια είχε ακουστά από καιρό, όχι μόνο σαν κο­ βελ ο Συλλέκτης, όπως κι ο Μωυσής και η Παλλάδα Αθηνά
ρυφαία φυσιογνωμία στον ιατρικό κόσμο, αλλά και -με όλο ή ο άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης σκέΨου όμως ότι ο άγιος
του το σεβασμό- από ποικίλες διαδόσεις και ιστορίες. Φραγκίσκος θα ξεθωριάσει σιγά σιγά, μαζί με τα πουλάκια
Ο Χάβελ, έτσι κακόκεφος που ήταν, άκουσε σίγουρα με που θα κάθονται στον ώμο του' με το ελαφάκι που θα τρί­
ευχαρίστηση τα λόγια του νεαρού, και ιδιαίτερα την ανα­ βεται στο πόδι του και μερικές ελιές που θα του χαρίζουν
φορά του στις διαδόσεις και τις ιστορίες, για τις οποίες τον ίσκιο τους σκέΨου πως όλο το τοπίο θα σβήσει σιγά σι­
όμως ήξερε καλά ότι, όπως και οι ίδιοι οι άνθρωποι, υπό­ γά μαζί του και θα μεταμορφωθεί μαζί του σ' ένα παρηγο­
κεινται στους νόμους της γήρανσης και της λήθης. ρητικό βαθύ γαλάζιο, ενώ εγώ, αγαπητέ μου φίλε, έτσι
«Δε χρειάζεται να ζητάς συγνώμη» είπε στον νεαρό, κι όπως είμαι, γυμνός, χωρίς το περίβλημα κανενός θρύλου,
επειδή έβλεπε την αμηχανία του τον έπιασε ελαφρά απ' το θα εξαφανιστώ στο φόντο ενός τοπίου με ανελέητα κραυ­
μπράτσο και τον πήρε να περπατήσουν κάτω απ' τις καμά­ γαλέα χρώματα και μπροστά στα μάτια μιας σαρκαστικά
ρες. «Δεν αξίζει καν να μιλάμε γι' αυτό» του είπε για να ζωντανής νεολαίας».
τον παρηγορήσει, αλλά την ίδια στιγμή στεκόταν αυτάρε­ Ο δημοσιογράφος είχε σαστίσει αλλά και ενθουσιαστεί
σκα στις συγνώμες αυτές και επανέλαβε αρκετές φορές: με τον μονόλογο του Χάβελ, και οι δύο άντρες περπάτησαν

198 199
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ () I'IΛTI'()� ΧΛΙΙΕΛ ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

πολλή ώρα ακόμα μέσα στη νύχτα που άρχιζε να πέφτει. βασάνιζε. άf)ελά το! ) . επιμένοντας να ζητάει συνέχεια τη
Όταν χώρισαν, ο Χάβελ δήλωσε ότι αρκετά πια με τη δίαιτά γνώμη του τι να διαλέξουν από ορεκτικά, από κυρίως πιά­
του, και ευχαρίστως θα 'βγαινε για ένα καλό φαΙ την επομέ­ τα, από κ( ) ασί. απιί τι ψ ί. . .
νη' ρώτησε τον δημοσιογράφο αν ήθελε να του κάνει παρέα. Όταν ο δημοσιιιγ ( > άφο ς κατάλαβε πως η επιτροπή τού
Και βέβαια ήθελε. έδωσε κ α κιί [:Ια()μιί στα προφορικά στη γαστρονομία, έβα­
λε όλα τ ο ! ) τα ι)!)νατά να αντισταθμίσει αυτή την απώλεια,
και αν άμε σα στα ιψε κτικά και στο κυρίως πιάτο άρχισε να
περι εργ άζε τ αι επιδεικτικά τις γυναίκες που βρίσκονταν
4 στο εστιατιίιιιιι' lίστερα επιχείρησε με ορισμένες παρατη­
ρήσεις να αποδείξει το ενδιαφέρον του και την πείρα του.
«Μην το πεις στη γιατρό» είπε ο Χάβελ όταν κάθισε στο ΟIJτ ε αιιτήν τη φ ιψά τα κατάφερε. Όταν είπε για μια κοκ­
τραπέζι απέναντι από τον δημοσιογράφο και πήρε αμέσως κινομάλλα. ποιι κ αΟιΊταν δυο τραπέζια παραπέρα, πως σί­
τον κατάλογο στα χέρια του, «αλλά έχω μια πρωτότυπη γουρα Οα είναι εξα ψ ετική στο κρεβάτι, ο Χάβελ τον ρώτη­
αντίληψη περί διαίτης: αποφεύγω αυστηρά όλα τα φαγητά σε εντ ελC:) ς αΟ(;)α απ6 πού βγάζει αυτό το συμπέρασμα. Ο
που δε μου αρέσουν.» Έπειτα ρώτησε τον νεαρό τι απερι­ δημοσιογιιάφος έδωσε μιαν αόριστη απάντηση, κι όταν ο
τίφ θα ήθελε. Χάβελ τον (>C:Jτησε για τις εμπειρίες του με κοκκινομάλλες,
Ο δημοσιογράφος δεν συνήθιζε να πίνει πριν από το φα­ εκείνος τα μποι ψο ο ι)κλωσε με κάτι απίθανα ψέματα και
γητό, και καθώς δεν του ερχόταν τίποτα στο νου, είπε: γρήγορα σώπασε.
«Βότκα». Αντίθετα. ο Χάβελ ένιωθε άνετα και ευτυχής μπροστά
Ο Χάβελ φάνηκε δυσαρεστημένος: «Βότκα; Η βότκα στα έκθαμβα μ άτια του δημοσιογράφου. Παράγγειλε ένα
βρομάει ρωσίλα!» μπουκάλι κ6κκινο κρασί μαζί με το κρέας, και ο νεαρός,
«Όντως» είπε ο δημοσιογράφος, και από εκείνη τη που είχε ξεθαρρέψει με το αλκοόλ, έκανε άλλη μια απόπει­
στιγμή ήταν σαν χαμένος. Ένιωθε σαν να 'ναι στις απολυ­ ρα να φανεί άξιο ς της ει)νοιας του δασκάλου' άρχισε να μι­
τήριες του λυκείου, μπροστά στην επιτροπή για τα προφο­ λάει για μια κοπέλα που την είχε γνωρίσει πρόσφατα και
ρικά. Δεν κοιτοι)σε να πει αυτό που σκεφτόταν και να κάνει τη φλέρταρε εδώ και μερικές βδομάδες, με μεγάλες πιθα­
αυτό που ήθελε, αλλά προσπαθούσε να ικανοποιήσει τους νότητες επιτυχίας. Η εξομολόγησή του ήταν αρκετά νεφε­
εξεταστές προσπαθούσε να μαντέψει τις σκέψεις τους, τις λώδης, και το βεβιασμένο χαμόγελο που απλώθηκε στο
ιδιοτροπίες τους, τα γούστα τους ήθελε να φανεί αντάξιος πρόσωπό του και ήθελε, με τη σκόπιμη αμφισημία του, να
των προσδοκιών τους. Με τίποτα στον κόσμο δε θα παρα­ εκφράσει ό,τι δεν είχε ειπωθεί με λόγια, εξέφραζε εντέλει
δεχόταν ότι συνήθως έτρωγε πρόχειρα και απρόσεχτα, ότι την προσπάθειά του να ξεπεράσει την ανασφάλειά του. Ο
δεν είχε ιδέα τι κρασί πάει με ποιο κρέας. Και ο Χάβελ τον Χάβελ τα ένιωθε όλα αυτά, και επειδή του ήταν συμπαθής

200 201
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΙ'ΩΤΕΣ () lϊΛΊΊ'()� λΛI\I·:Λ ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

ο δημοσιογράφος, άρχισε να τον ρωτάει για τα πιο απίθανα κή, που γεννήΟηκε απ' το κρασί και τη σφοδρή επιθυμία
χαρακτηριστικά της κοπέλας, θέλοντας να του επιτρέψει να του να πει κάτι:
σταθεί αρκετά σ' ένα προσφιλές του θέμα και να μιλήσει Όσο αu()('ι(ιμ η τα κι αν του 'χε έρθει, ο νεαρός υπολόγιζε
πιο ελεύθερα. Αλλά και πάλι απέτυχε ο νεαρός: οι απαντή­ σ' ένα τριπλ() κέ{)(')ος:
σεις του ήταν εντυπωσιακά αόριστες δε στάθηκε ικανός να -η συνωμοσία της κοινής και κρυφής πραγματογνωμοσύ­
περιγράψει με κάποια ακρίβεια τη γενική αρχιτεκτονική νης (η έγχ{)ιση) Οα δημιουργούσε έναν μυστικό σύνδεσμο
του σώματος της κοπέλας ούτε τις διάφορες ανατομικές ανάμεσα σ' α!)τι'ιν χαι τον δάσκαλο. θα ενίσχυε την πολυ­
λεπτομέρειές του, και πολι) περισσότερο το χαρακτήρα πόf)ητη σIΝΤ{)οφικ(')τητα.
της. Έτσι, ο γιατρός πήρε τελικά πάνω του όλη τη συζήτη­ -η έγκυιση τοl) δασκάλου (που ο νεαρός την ευχόταν, για­
ση, και, όπως αφηνόταν λίγο λίγο να ζαλιστεί από την ευχά­ τί ήταν πολl'ι έλξη που ασκούσε πάνω του η συγκε­
έντονη η
ριστη ατμόσφαιρα της βραδιάς κι απ' το κρασί, επέβαλε κ(ιιμένη χοπέλα), Οα ήταν έγκριση και για τον ίδιο, για την
στον δημοσιογράφο έναν πνευματώδη μονόλογο με τις επιλογή τοιι, για το γούστο του, και έτσι θα προβιβαζόταν.
αναμνήσεις του, τις ιστορίες του, τα ευφυολογήματά του. στα μάτια ΤΟΙJ δασκάλου, από μαθητευόμενος σε σύντρο­
Ο δημοσιογράφος έπινε αργά το κρασί του, και άκουγε. φο, οπ()τε Ιι ανέr1αινε και στα δικά του μάτια'
ενώ παράλληλα τον πλημμύριζαν αντιφατικά συναισθήμα­ -και τέλος: Οα ανέβαινε στα μάτια του και η ίδια η κοπέ­
τα' απ' τη μια ήταν δυστυχισμένος: ένιωθε ασήμαντος και λα. και η απ('ιλα!ιση που ένιωθε με την παρουσία της. από
ηλίθιος. ένιωθε σαν αδαής μαθητευόμενος μπροστά σ' έναν πλασματική απ('ιλαιιση θα γινόταν πραγματική (γιατί ο νε­
αδιαφιλονίκητο δάσκαλο, και ντρεπόταν ν' ανοίξει το στό­ αρός είχε σιιχνά την αίσθηση ότι ο κόσμος στον οποίο ζούσε
μα του' αλλά ταυτόχρονα ήταν ευτυχισμένος: ένιωθε κολα­ ήταν γι' α!ιτι'ιν ένας λαβύρινθος από αξίες που το νόημά
κευμένος που καθόταν απέναντί του ο δάσκαλος και κου­ τους του πα(i()lισιαζ6ταν εξαιρετικά συγκεχυμένο. και δε
βέντιαζε μαζί του σαν φίλος και του εμπιστευόταν διάφο­ γινόταν ν' αλλάξοιιν, και από επιφανειακές αξίες να γίνουν
ρες εξαιρετικά πολύτιμες προσωπικές παρατηρήσεις. ουσιαστικές, παρά μ6νο αφοι) επικυρώνονταν).
Καθώς ο μονόλογος του Χάβελ είχε ήδη τραβήξει πολύ
σε μάκρος, ο νεαρός θέλησε ν' ανοίξει κι αυτός το στόμα
του, να πει κι αυτός κάτι, να συμμετάσχει, να δείξει πως εί­
ναι καλός παρτενέρ' έτσι. έφερε και πάλι την κουβέντα στη 5
φιλενάδα του, και ρώτησε τον Χάβελ αν θα ήθελε να τη
γνωρίσει την επομένη και να του πει πώς τη βλέπει με το Όταν ξύπνησε το πρωί ο Χάβελ ένιωσε να τον πονάει λίγο η
έμπειρο μάτι του' εν ολίγοις (ναι. με τη φόρα που είχε πά­ κύστη του, από το χτεσινό φαγητό' κι όταν κοίταξε το ρο­
ρει, ξεστόμισε αυτ!jν τη λέξη ) να την εγκρίνει. λόι του, είδε πως σε μισή ώρα έπρεπε να 'ναι στο ραντεβού
Πώς του 'ρθε αυτή η ιδέα; Ήταν απλώς μια ιδέα ξαφνι- του για την υδροθεραπεία, συνεπώς έπρεπε να βιαστεί. αν

202 203
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ
Ο ΓlATlo02; ΧΑΗ1':Λ ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

και η βιασύνη ήταν από τα πράγματα που σιχαινόταν όσο


μα, με κάνα κουτσομπολιό, με μια πνευματώδη ερώτηση,
τίποτα στον κόσμο' και καθώς χτενιζόταν, είδε στον καθρέ­
να αναγκάσει την ξανθιά να εγκαταλείψει το ψυχρό και
φτη ένα πρόσωπο που δεν του άρεσε καθόλου. Η μέρα άρ­
αγενές ύφος της αλλά ο Χάβελ είχε θυμώσει και είχε προ­
χιζε άσχημα. σβληθεί πολιΊ. �κέφτηκε πως της αξίζει τιμωρία, και πά­
Δεν πρόλαβε ούτε να πάρει το πρωινό του (κι αυτό επί­
ντως δεν είχε σκοπ(Ί να της κάνει τη ζωή εύκολη. Και κα­
σης του φάνηκε κακό σημάδι, γιατί δεν του άρεσε να παρα­
θώς εκείνη εφά(ψοζε το σωλήνα στο υπογάστριό του κι αυ­
βαίνει τις καθημερινές συνήθειές του ), και τράβηξε βιαστι­
τός σκέπαζε τα γεννητικά του όργανα με τα χέρια, γιατί
κά για τα λουτρά. Εκεί, διέσχισε έναν μακρόστενο διάδρο­
φοβ6ταν μήπως τον πονέσει το ορμητικό νερό, τη ρώτησε τι
μο' χτύπησε μια πόρτα, και πρόβαλε μια όμορφη ξανθιά με
κάνει το β()άΟυ. Εκείνη τον ρώτησε χωρίς να τον κοιτάει τι
λευκή μπλούζα: του επισήμανε με στρυφνό ύφος πως άρ­ τον νοιάζει. Της εξήγησε πως μένει μόνος σ' ένα μονόκλινο
γησε και του είπε να περάσει. Ο Χάβελ άρχισε να ξεντύνε­ κι ήΟελε να πάει να τον βρει. «Λάθος πόρτα χτυπήσατε»
ται σε μια καμπίνα, πίσω απ' το χώρισμα. «Άντε λοιπόν! » του είπε η ξανΟιά. και του ζήτησε να γυρίσει μπρούμυτα.
άκουσε πριν περάσει μισό λεπτό. Η φωνή της μασέζ, όλο Τώ()α ο Χάβελ ήταν ξαπλωμένος μπρούμυτα μέσα στην
και πιο αγενής, τον πρόσβαλλε και τον προκαλούσε να εκ­ μπανιέ(ια και κ()ατοιΊσε ψηλά το σαγόνι για να αναπνέει.
δικηθεί (και δυστυχώς, όλα αυτά τα χρόνια ο Χάβελ μόνο Ένιωθε το ο(ιμητικ6 νερ6 που του έκανε μασάζ στους μη­
μια μορφή εκδίκησης ήξερε απέναντι στις γυναίκες! ). Έτσι,
ρούς κι ήταν ικανοποιημένος από τον τρόπο με τον οποίο
έβγαλε το σλιπ του, ρούφηξε μέσα την κοιλιά του, φούσκω­ απευθύνθηκε στη μασέζ. Γιατί ο Χάβελ τιμωρούσε ανέκα­
σε το στήθος, και πήγε να βγει απ' την καμπίνα' αλλά τότε, θεν τις απείθαρχες, τις αυθάδεις ή τις κακομαθημένες γυ­
αηδιασμένος από μια πράξη που τη θεωρούσε ανάξιά του, ναίκες, οδηγώντας τες Ψυχρά, χωρίς ίχνος τρυφερότητας
που θα την έβρισκε τελείως γελοία αν την έβλεπε σε άλλον, και σχεδόν σιωπηλά, στο κρεβάτι του, απ' όπου τις απέπε­
άφησε άνετα να ξαναπέσει η κοιλιά του, και με μια νωχέ­ μπε ύστερα εξίσου Ψυχρά. Μόνο που έπειτα από μια στιγ­
λεια που του φάνηκε η μόνη αντάξιά του πήγε στη μεγάλη
μή συνειδητοποίησε ότι και βέβαια απευθύνθηκε στη μασέζ
μπανιέρα και βουτήχτηκε στο χλιαρό νερό.
με την κατάλληλη ψυχρότητα και χωρίς ίχνος τρυφερότη­
Η μασέζ παντελώς αδιάφορη για το στήθος του και για
τας, αλλά ούτε την οδήγησε και ούτε θα την οδηγούσε ποτέ
την κοιλιά του, γύριζε διάφορες στρόφιγγες στον πίνακα στο κρεβάτι του. Συνειδητοποίησε ότι τον είχαν πάλι απορ­
ελέγχου, κι όταν ο Χάβελ ξάπλωσε τελείως μέσα στην μπα­ ρίψει, κι αυτό ήταν μια νέα προσβολή. Ένιωσε ευτυχής μό­
νιέρα, εκείνη του άρπαξε το δεξί του πόδι και εφάρμοσε λις βρέθηκε μόνος μέσα στην καμπίνα, τυλιγμένος στην πε­
κάτω απ' την πατούσα του το στόμιο ενός σωλήνα απ' όπου τσέτα του μπάνιου.
εκτοξευόταν με δύναμη νερό. Ο Χάβελ, που γαργαλιόταν, Έπειτα, βγήκε βιαστικά απ' τα λουτρά και κατευθύνθη­
κούνησε το πόδι του, και η μασέζ τον ανακάλεσε στην τάξη. κε προς τον κινηματογράφο, να δει απ' έξω τις βιτρίνες:
Οπωσδήποτε δεν του ήταν δύσκολο, μ' ένα ευφυολόγη- υπήρχαν τρεις φωτογραφίες. στη μία ήταν η γυναίκα του,
204
205
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ Ο ΓIATI)()� ΧΑΒΕΛ ΕΙΚΟΣΙ Χ!)ΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

έντρομη, γονατισμένη μπροστά σ' ένα πτώμα. Ο Χάβελ άνθρωποι έτσι κι αλλιώς πεθαίνουν; " Πώς σου φαίνεται; Τι
κοίταξε αυτό το γλυκό πρόσωπο, που είχε παραμορφωθεί θ' απαντούσες εσι'ι;»
απ' τον τρόμο, κι ένιωσε μιαν αγάπη χωρίς όρια και απέρα­ Ευτυχώς () Χάβελ δε χρειάστηκε ν' απαντήσει, γιατί χτύ­
ντη νοσταλγία. Έμεινε ώρα πολλή χωρίς να μπορεί να ξε­ πησε το τηλέφωνο. �ήκωσε το ακουστικό, και μόλις άκου­
κολλήσει τα μάτια του απ' τη βιτρίνα. Έπειτα αποφάσισε σε τη φωνή της γιιναίκας του της είπε αμέσως πως είναι
να περάσει απ' τη Φράντισκα. πολι) στεναχω(ιημένος. πως δεν έχει κανέναν να πει μια
κουβέντα. κανέναν που να θέλει να τον δει, πως δεν αντέχει
μόνος το" εο(;) πέ(ια .
Μέσα απ' το ακουστικό βγήκε μια ψιλή φωνή, στην αρχή
6 δι)σπιστ η , ξαφνιασμένη, τραύλιζε σχεδόν, αλλά στο τέλος,
ι)στευα απ(Ί τα πιεστικά λόγια του Χάβελ κάπως λύγισε.
«Ζήτα γραμμή για υπεραστικό, σε παρακαλώ, πρέπει να « � ε παι ιακαλι;) , έλα εδώ να με δεις, έλα να με δεις. έλα
μιλήσω στη γυναίκα μου» της είπε μόλις έφυγε ο ασθενής αμ έσως μ{ιλις μ π ( ψ έ σεις!» είπε ο Χάβελ, και άκουσε τη γυ­
της κι εκείνη του είπε να περάσει μέσα. ναίκα του να του λέει πως ευχαρίστως θα ερχόταν, αλλά
«Συμβαίνει τίποτα;» έχει πα(ιάσταση σχεδ()ν κάθε μέρα.
«Ναι» είπε ο Χάβελ «έχω μοναξιές!» «Το σχεoιJν κάΟε μέρα δεν είναι κάθε μέρα» είπε ο Χά­
Η Φράντισκα τον κοίταξε δύσπιστα, σχημάτισε τον βελ, κι άκουσε τη γυ ναίκα του να του λέει πως έχει ρεπό
αριθμό για τα υπεραστικά και επανέλαβε τον αριθμό που αύριο. αλλά δεν ξέρει αν αξίζει τον κόπο να πάει ίσα για
της υπαγόρευε ο Χάβελ. Έπειτα κατέβασε το ακουστικό μια μέρα.
και είπε: «Εσύ μοναξιές;» «Τι λες τώρα;» απάντησε ο Χάβελ. «Δεν το καταλαβαί­
«Γιατί όχι εγώ;» είπε κακόκεφα ο Χάβελ. «Σαν τη γυ­ νεις πόσο πολύτιμη είναι μια μέρα στην τόσο σύντομη ζωή
ναίκα μου είσαι κι εσύ. Βλέπετε πάνω μου κάποιον που μας;»
έχω πάψει να είμαι προ πολλού. Έχω πια μαζευτεί, είμαι «Και δηλαδή δε μου 'χεις θυμώσει;» ρώτησε η ψιλή φω­
απομονωμένος, είμαι θλιμμένος. Γερνάω. Κι ένα πράγμα νή μέσα απ' το ακουστικό.
σου λέω, δεν είναι καθόλου ευχάριστο αυτό.» «Γιατί να σου 'χω θυμώσει;»
«Έπρεπε να 'χεις παιδιά» του είπε η Φράντισκα. «Δε «Για κείνο το γράμμα. Εσύ έχεις τους πόνους σου, κι
θα σκεφτόσουν τόσο τον εαυτό σου. Κι εγώ γερνάω, αλλά εγώ σε ζαλίζω με το βλακώδες γράμμα μιας γυναίκας που
ούτε που το σκέφτομαι. Βλέπω το γιο μου να μεγαλώνει, κι ζηλεύει.»
αναρωτιέμαι πώς θα μοιάζει όταν θα είναι άντρας πια, και Ο Χάβελ πλημμύρισε το ακουστικό μ' ένα κύμα τρυφε­
δεν κλαίγομαι για τα χρόνια που φεύγουν. Άκου τι έκατσε ρότητας. και η γυναίκα του τού ανακοίνωσε (με φωνή που
και μου 'πε χτες: "Σε τι χρησιμεύουν οι γιατροί, αφού οι είχε πια εντελώς μαλακώσει) πως αύριο θα είναι εκεΙ

206 207
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ Ο ΓΊΑΤΓ'ΟΣ ΧΑΒΕΛ ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

«Πάντως σε ζηλεύω» του είπε η Φράντισκα, όταν έκλει­


σε εκείνος το τηλέφωνο. «Τα έχεις όλα. Έχεις όσες γυναί­ 7
κες θες, κι επιπλέον έναν ευτυχισμένο γάμο!»
Ο Χάβελ κοίταξε τη φίλη του που μιλούσε για ζήλια, αλ­ Ο δημοσιογράφος καΟ(ιταν από ώρα με την κοπέλα του σ'
λά ήξερε πως η φίλη του είχε τόσο μεγάλη καρδιά, που δεν ένα σεπαρέ (είχε διαλέξει μια θέση απ' όπου έβλεπε την εί­
υπήρχε περίπτωση να αισθανθεί ποτέ ζήλια για κανέναν' σοδο). και. αντίΘετα απ6 άλλες φορές, που η συζήτηση ανά­
και τη λυπήθηκε, γιατί ήξερε πως η χαρά που δίνουν τα μεσά τοι)ς ζωή()εuε. ειίθυμα και αβίαστα, τώρα δεν μπο­
παιδιά δεν μπορεί να αντικαταστήσει άλλες χαρές, και μια ρούσε να συγκεντρωθεί καθ6λου. Είχε τρακ εξαιτίας του
χαρά που τη βαραίνει η υποχρέωση να αντικαθιστά άλλες Χάβελ. Π()C:nη φορά απ6 τ6τε που είχε γνωρίσει την κοπέ­
χαρές σύντομα φθείρεται, γίνεται ανιαρή χαρά. λα του επιχεψοιίσε να τη δει με κριτικ6 μάτι' κι ενώ εκείνη
Έφυγε έπειτα για φαγητό, μετά το φαγητό έπεσε για μιλοι')σε (ευτυχώς δε σταματούσε λεπτό να μιλάει, κι έτσι
τον μεσημεριανό του ύπνο, και μόλις ξύπνησε, θυμήθηκε περνοι')σε απαρατήρητη η δική του ανησυχία), ανακάλυψε
πως τον περίμενε στο καφενείο ο νεαρός δημοσιογράφος διάφορες μικυοατέλειες στην ομορφιά της ενοχλήθηκε, αλ­
να του συστήσει τη φίλη του. Ντύθηκε λοιπόν και βγήκε. λά αμέσως διαβεβαίωσε τον εαυτ6 του 6τι αυτές οι μικροα­
Κατεβαίνοντας τη σκάλα του κτιρίου όπου έμεναν οι ασθε­ τέλειες έκαναν ακ6μα περισσ6τερο ενδιαφέρουσα την ομορ­
νείς. είδε στην είσοδο. μπροστά στην γκαρνταρόμπα, μια φιά της, (ΙΤΙ χά(Jη σ' αυτές ακριβώς τις μικροατέλειες ένιω­
ψηλή γυναίκα που έμοιαζε με όμορφο άλογο κοιίρσας. Ωχ, θε τόσο τρυφερά κοντά του οΜκληρη την ύπαρξή της.
αυτό του 'λειπε τώρα! Γιατί αυτές ακριβώς οι γυναίκες τον Δηλαδή ο νεαυ6ς την αγαπούσε την κοπέλα αυτή.
ξετρέλαιναν ανέκαθεν. Η γυναίκα της γκαρνταρόμπας έδω­ Αφού 6μως την αγαπούσε, γιατί υπέκυψε στην τ6σο τα­
σε στην ψηλή γυναίκα το παλτό της και ο Χάβελ έσπευσε πεινωτική ιδέα να την υποβάλει προς έγκριση σ' έναν ακό­
να τη βοηθήσει να το φορέσει. Η γυναίκα που έμοιαζε με λαστο γιατρ6; Κι αν του αναγνωρίσουμε ελαφρυντικά, δε­
άλογο κούρσας τον ευχαρίστησε αδιάφορα και ο Χάβελ της χ6μενοι Μγου χάρη πως (ιλο αυτό ήταν ένα παιχνίδι, γιατί
είπε: «Μπορώ να κάνω τίποτ' άλλο για σας, κυρία μου;» τότε ταράχτηκε τ6σο πολύ από 'να απλ6 παιχνίδι;
Της χαμογέλασε, αλλά εκείνη, χωρίς κανένα χαμόγελο, Δεν ήταν παιχνίδι. Ο νεαρ6ς 6ντως δεν ήξερε τι να σκε­
απάντησε όχι, και βγήκε βιαστικά. φτεί για τη φίλη του, όντως δεν ήταν σε θέση να αξιολογή­
Του Χάβελ τού ήρθε σαν χαστούκι, και με ανανεωμένο σει τη γοητεία και την ομορφιά της.
το αίσθημα της μοναξιάς τράβηξε για το καφενείο. Δηλαδή ήταν τόσο αφελής και άπειρος, που δεν μπορού­
σε να ξεχωρίσει μια ωραία γυναίκα απ6 μια άσχημη;
Όχι, δεν ήταν τόσο άπειρος είχε ήδη γνωρίσει μερικές
γυναίκες και είχε κάθε είδους σχέσεις μαζί τους, αλλά πά­
ντοτε τον απασχολούσε περισσ6τερο ο εαυτ6ς του παρά

208 209
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ Ο ΓΙΑΤΓΟΣ ΧΛΒΕΛ ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

εκείνες. Ιδού μια αξωσημείωτη λεπτομέρεια: θυμόταν έμπωνε στο καφενείο κάποιο πολύ σημαντικό πρόσωπο, απ'
επακριβώς τι φορούσε τη μέρα που είχε βγει με την άλφα το οποίο ήθελε να πά ( ι ει συνέντευξη για το περωδικό. Σηκώ­
κοπέλα, ήξερε πως την τάδε κω τάδε μέρα φορούσε ένα θηκε να πάει να του μιλήσει, κω τον έφερε στο τραπέζι τους.
υπερβολικά φαρδύ παντελόνι κι ένιωθε άθλια, ήξερε πως Η κοπέλα, έπειτα απ(Ί τη σι)ντομη διακοπή με τις συστά­

μιαν άλλη μέρα φορούσε ένα άσπρο πουλόβερ με το οποίο σεις, ξανάπια σε το νήμα της ανεξάντλητης φλυαρίας της.
έμοιαζε με στιλάτο αθλητικό τύπο, αλλά δε θυμόταν ούτε Ο Χά β ελ ποι ι Μκα λεπτά πω πριν είχε δεχτεί την απόρ­
στο ελάχιστο τι φορούσαν οι φιλενάδες του. ριψη της γιιναίκας που έμοιαζε με άλογο κούρσας, περιερ­
Νω, είνω όντως αξωσημείωτο: κάθε φορά που είχε μία γαζόταν την κοπελίτσα που τιτίβιζε ασταμάτητα, κω βυθι­
από αυτές τις σύντομες σχέσεις του, περνούσε ώρες ατέ­ ζόταν (ίλο και πε( ι ισσ6τερο στην κακοκεφιά του. Η κοπε­
λειωτες μπροστά στον καθρέφτη, να περιεργάζεται εξονυ­ λίτσα Ωεν ήταν καμιά καλλονή, αλλά ήταν πολύ χαριτωμέ­

χιστικά τον εαυτό του, ενώ απ' την άλλη είχε μια γενική μό­ νη. κω Ωεν lιπή(ιχε αμφLβoλία πως ο Χάβελ (που τον παρο­

νο κω επιφανειακή αντίληψη των γυνωκών με τις οποίες μοίαζαν με το Οάνατο, που όλα τα παίρνει) πολύ ευχαρί­

έβγωνε' τον ενδιέφερε πολύ περισσότερο η εικόνα που έδι­ στ ω ς Οα την έπαφνε σε πρώτη ευκαφία. Όντως, η κοπελί­
νε αυτός στην εκάστοτε σύντροφό του παρά η δική της. τσα είχε (ψισμένα χαρακτηριστικά αξωπρόσεχτα, επειδή
Αυτό δεν σημαίνει πως δεν τον ένοιαζε αν ήταν όμορφη ή από αισΟητική άποψη ήταν αμφιλεγόμενα: στη βάση της
όχι η κοπέλα με την οποία έβγωνε. Κάθε άλλο. Γιατί, εκτός μύτης ε ίχε μια λεπτή [jροχή από χρυσά στίγματα, που θα
από το ότι έβλεπε τον εαυτό του μέσα από τα μάτια της μπορούσες να τα πάρεις σαν ψεγάδι στη λευκότητα της
κοπέλας, και τους δύο μαζί τούς έβλεπαν κω τους έκριναν επιδερμίδας, αλλά κω σαν φυσικό κόσμημα σ' αυτήν τη
τα μάτια των άλλων (τα μάτια του κόσμου), κι ήταν σημα­ λευκότητα' παραήταν λεπτοκαμωμένη, κάτι που θα μπο­
ντικό γι' αυτόν να είναι ικανοποιημένος ο κόσμος από την ρούσες να το πάρεις σαν ατέλεια σε σχέση με τις ιδεώδεις
κοπέλα του, γιατί ήξερε ότι στο πρόσωπό της κρινόταν η γυνωκείες αναλογίες, αλλά και σαν ερεθιστική τρυφερότη­
επιλογή του, το γούστο του, το επίπεδό του, δηλαδή ο ίδως. τα του πωδιού που εξακολουθεί να υπάρχει μέσα στη γυ­
Αλλά ακριβώς επειδή το ζήτημα ήταν η κρίση των άλλων, ναίκα' ήταν υπερ[jολικά φλύαρη, κάτι που θα μπορούσες
δεν τολμούσε να εμπιστευτεί κω πολύ τα δικά του μάτια' να το πάρεις σαν μια μανία κουραστική, αλλά και σαν ευ­
το αντίθετο μάλιστα: ώς τώρα περωριζόταν να αφουγκρά­ εργέτημα, αφού επέτρεπε στον σύντροφό της να αφήνεται
ζετω τη φωνή της κοινής γνώμης κω να ταυτίζετω μαζί της. στις δικές του αποκλειστικά σκέΨεις, χωρίς τον κίνδυνο να
Αλλά τι ήταν η φωνή της κοινής γνώμης μπροστά στη γίνει αντιληπτός.
φωνή ενός δασκάλου, ενός ειδήμονα; Ο νεαρός κοιτούσε Ο δημοσωγράφος παρατηρούσε με τρόπο και γεμάτος
ανυπόμονα προς την είσοδο, κι όταν επιτέλους είδε μέσα άγχος το πρόσωπο του γιατρού, κι έτσι όπως του φαινόταν
απ' την τζαμένια πόρτα τη σιλουέτα του γιατρού, έκανε τον επικίνδυνα σκεφτικό (κάτι που δεν ήταν και πολύ καλός οι­
έκπληκτο κι είπε στην κοπέλα του πως από καθαρή τύχη ωνός) φώναξε το γκαρσόνι και παράγγειλε τρία κονιάκ. Η

210 211
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ
Ο ΓΙΑΤΡΟΣ ΧΑΒΕΛ ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

κοπέλα διαμαρτυρήθηκε, λέγοντας πως δεν πίνει, έπειτα και πρόλαβε τον Χάβελ στο δρόμο. «Λοιπόν, πώς σας φαί­
από πολλά αφέθηκε να την πείσουν ότι μπορεί και πρέπει νεται;» ρώτησε.
να πιει, και ο Χάβελ συνειδητοποίησε με θλίψη ότι αυτό το Ο Χάβελ κοίταξε πολλή ώρα κατάματα τον νεαρό, που
αισθητικά αμφιλεγόμενο πλάσμα, που μέσα από έναν πο­ ο ικετευτικός Ααιιμασμός του τοό ζέστανε την καρδιά.
ταμό λέξεων αποκάλυπτε μιαν απλο'ίκή ψυχή, θα ήταν πι­ Αντίθετα, η σιωπή του γιατροό πάγωσε τον νεαρό, που
θανότατα η τρίτη του αποτυχία μέσα σε μια μέρα, αν τυχόν έσπευσε να τον Π(Η)λάβει: «Ξέρω, δεν είναι και καμιά καλ­
έκανε κάποια απόπειρα, γιατί ο γιατρός Χάβελ, κραταιός το λονή».
πάλαι ποτέ σαν το θάνατο, δεν ήταν πια αυτός που ήταν. «Σίγοιψα {)χι» είπε ο Χάβελ.
Έπειτα το γκαρσόνι έφερε τα τρία κονιάκ, όψωσαν κι οι Ο νεα(Η')ς χαμήλωσε το κεφάλι: «Είναι και λίγο φλόαρη.
τρεις τους τα ποτήρια να τσουγκρίσουν, και ο Χάβελ βυθί­ Κατά τα άλλα (ίμως, είναι καλή! »
στηκε μέσα στα γαλανά μάτια της κοπέλας σαν μέσα στα «Ναι, καλή είπε ο Χάβελ. «Αλλά κι ένας σκόλος μπο­
»

εχθρικά μάτια ενός πλάσματος που δε θα το αποκτοόσε ρεί να είναι καλrίς, ένα καναρίνι ή μια πάπια που περπα­
ποτέ. Κι όταν τα είδε αυτά τα μάτια πια σαν εχθρικά, τους τάει σεινάμενη κουνάμενη στην αυλή μιας φάρμας. Αυτό
ανταπέδωσε την εχθρότητα, και ξαφνικά είχε μπροστά του που μεψάει στη ζωή δεν είναι να έχεις όσο περισσότερες
ένα πλάσμα καθόλου αμφιλεγόμενο από αισθητική άποψη: γυναίκες γίνεται, γιατί αυτό είναι κατ' επίφαση επιτυχία.
ένα καχεκτικό κοριτσάκι, με το πρόσωπο λεκιασμένο από Το ζήτημα είναι κυρίως να καλλιεργήσει κανείς το δικό του
φακίδες, ανυπόφορα φλι'ιαρο. απαιτητικ(ί γOlίστο. Να θυμάσαι, φίλε μου: ο σωστός ψα­
Αν και χάρηκε μ' αυτήν τη μεταμόρφωση ο Χάβελ, όπως ράς τα μικρά ψαράκια τα ξαναρίχνει στο νερό.»
και με το βλέμμα του νεαροό που κρεμόταν ερωτηματικά Ο νεαρός άρχισε τις συγνώμες και τον διαβεβαίωσε ότι
και όλο άγχος από πάνω του, οι χαρές αυτές ήταν πολό μι­ κι ο ίδιος είχε σοβαρές αμφιβολίες για την κοπέλα, όπως
κρές μπροστά στην άβυσσο της πίκρας που ανοιγόταν μέ­ έδειχνε άλλωστε και το γεγονός ότι του είχε ζητήσει τη
σα του. Σκέφτηκε πως θα ήταν λάθος να παρατείνει κι άλ­ γνώμη του.
λο αυτήν τη συνάντηση που δεν μποροόσε να του προσφέ­ «Μη σκας για τέτοια μικροπράματα» είπε ο Χάβελ.
ρει καμία ευχαρίστηση' πήρε λοιπόν το λόγο, έκανε μερικά Αλλά ο νεαρός εξακολουθοόσε να ζητάει συγνώμη και
χαριτωμένα λογοπαίγνια μπροστά στον νεαρό και την κο­ να δικαιολογείται' στο τέλος είπε πως το φθινόπωρο είναι
πέλα, εξέφρασε την ικανοποίησή του που πέρασε μερικές ελάχιστες οι ωραίες κοπέλες στη λουτρόπολη, κι έτσι ήταν
πολι'ι ευχάριστες στιγμές μαζί τους, δήλωσε ότι τον περιμέ­ κανείς υποχρεωμένος να πέσει σ' ό,ΤΙ βρεθεί μπροστά του.
νουν, και έφυγε. «Εδώ δεν συμφωνώ» είπε ο Χάβελ. «Εγώ είδα αρκετές
Όταν ο Χάβελ έφτασε στην πόρτα, ο νεαρός χτόπησε με γυναίκες εξαιρετικά γοητευτικές. Θα σου πω όμως ένα
το χέρι το μέτωπό του και είπε πως ξέχασε τελείως να κα­ πράγμα. Υπάρχει μια επιφανειακή γυναικεία ομορφιά που
νονίσει το ραντεβοό για τη συνέντευξη. Σηκώθηκε βιαστικά το επαρχιακό γοόστο εσφαλμένα τη θεωρεί ουσιαστική
21 2
213
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ Ο ΓΙΑΤΡΟΣ ΧΛΒΕΛ ΕΤΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

ομορφιά. Και υπάρχει και η αυθεντική ερωτική ομορφιά σε σκανδαλωδώς λαμπερή διάθεση. τόσο που ο νεαρός
της γυναίκας. Αλλά φυσικά, το να αναγνωρίσει κανείς αυτή ένιωσε ακόμα πιο αξιοθρήνητος.
την ομορφιά με την πρώτη ματιά δεν είναι εύκολο πράμα. «Να σου συστήσω τον αρχισυντάκτη του περιοδικο!)
Είναι ολόκληρη τέχνη.»Έπειτα έδωσε το χέρι του στον νε­ των λουτρών» είπε ο Χάβελ. «Επιδίωξε να με γνωρίσει.
αρό και απομακρύνθηκε. μόνο και μ6νο για να μπορέσει να συναντήσει εσένα.»
Μόλις κατάλαr1ε () νεαρός πως βρίσκεται μπροστά σε μια
γυναίκα ποl) την είχε δει στην οθόνη του κινηματογράφου,
μεγάλωσε ακιΊμα περισσότερο η αμηχανία του' ο Χάβελ τον
8 πίεσε να τοιις συνοδέψει, κι ο δημοσιογράφος, που δεν ήξερε
τι να πει. άυχισε να εξηγεί το σχέδιο που είχε για τη συνέ­
Τον νεαρό τον έπιασε απελπισία: κατάλαβε πως είναι ένας ντευξη. συμπληρώνοντάς το με μια καινούρια ιδέα: θα έκα­
αδιόρθωτος βλάκας. χαμένος στην απέραντη (ναι, απέρα­ νε μια διπλή συνέντευξη, με την κ. Χάβελ και με τον γιατρό.
ντη τη νόμιζε) έρημο της ίδιας του της νεότητας κατάλαβε «Καλέ μου φίλε» του είπε ο Χάβελ, «ανταλλάξαμε με­
πως ο γιατρός τού είχε βάλει κακό βαθμό' και πια του φά­ ρικές ευχάριστες αλλά και ενδιαφέρουσες, θα 'λεγα, κου­
νηκε, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, πως η κοπέλα του βέντες. Αλλά γιά πες μου, τι δουλειά έχουν σ' ένα περιοδι­
είναι ασήμαντη. πως δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον, κό που απευθl)νεται σε ηπατικούς και σε αρρώστους με έλ­
και πως δεν είναι και όμορφη. Όταν ξανακάθισε πλάι της. κος του δωδεκαδακτύλου;»
άρχισε να σκέφτεται πως όλοι οι θαμώνες εκεί μέσα όπως «Μπορώ κάλλιστα να φανταστώ τι κουβέντες είχατε»
και τα δυο γκαρσόνια που πηγαινοέρχονταν το ξέρουν και είπε χαμογελώντας η κ. Χάβελ.
τον οικτίρουν με κακεντρέχεια. Ζήτησε το λογαριασμό, «Λέγαμε για γυναίκες» είπε ο Χάβελ. «Στο πρόσωπο
εξήγησε στην κοπέλα πως έχει μια επείγουσα δουλειά και του νεαρού από δω βρήκα έναν παρτενέρ και συνομιλητή
πρέπει να την αφήσει. Εκείνη κατσούφιασε κι αυτός ένιωσε πρώτης τάξεως, έναν φωτεινό σ!)ντροφο των σκοτεινών μου
να σφίγγεται η καρδιά του: ήξερε πως. σαν σωστός Ψαράς, ημερών.»
θα την ξαναρίξει στο νερό, αλλά βαθιά μέσα του (κρυφά Η κ. Χάβελ στράφηκε στον νεαρό: «Δε σας έκανε να βα­
και με κάποια ντροπή) εξακολουθούσε να την αγαπάει. ρεθείτε;»
Η επόμενη μέρα δεν έφερε κανένα φως στη σκοτεινή Ο δημοσιογράφος ήταν πανευτυχής που ο γιατρός τον
του διάθεση, κι όταν διασταυρώθηκε μπροστά στα λουτρά αποκάλεσε φωτεινό σύντροφό του, και μέσα στη ζήλια του
με τον γιατρό που συνόδευε μια κομΨοντυμένη κυρία. αι­ ήρθε να μπερδευτεί και η ευγνωμοσύνη: μάλλον αυτός έκα­
σθάνθηκε να τον κυριεύει ζήλια. μια ζήλια που έμοιαζε σχε­ νε τον γιατρό να βαρεθεί' είχε απόλυτη επίγνωση της απει­
δόν με μίσος: αυτή η γυναίκα ήταν σκανδαλωδώς ωραία. ρίας του, το ήξερε πως δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέ­
και ο γιατρός, που του έγνεψε εύθυμα μόλις τον είδε, ήταν ρον' «είμαι τελείως ασήμαντος» πρόσθεσε στο τέλος.

214 215
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ Ο ΓιΑΤΙ'ΟΣ ΧΑΒΕΛ ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

«Αχ καλέ μου» είπε η ηθοποιός στον Χάβελ, «όλο περι­ γούστο. Υπάρχουν γι'ιρω μας γυναίκες που θα μπορούσαν
αυτολογίες θα ήσουν!» να γνωρίσουν σ' έναν άντρα τις πιο ιλιγγιώδεις περιπέτειες
Ο νεαρός δημοσιογράφος πήρε το μέρος του γιατρού. των αισθήσεων. και κανένας δεν τις βλέπει.»
«Δεν είναι αλήθεια! Το λέτε αυτό επειδή δεν ξέρετε τι ση­ «Δίκιο έχετε» συμφώνησε ο νεαρός.
μαίνει μικρή πόλη, τι σημαίνει αυτή η τρύπα όπου ζω.» «Κανένας nEV τις βλέΠΕΙ» συνέχισε ο γιατρός, «επειδή
«Μα είναι ωραία πόλη» διαμαρτυρήθηκε η ηθοποιός. δεν ανταποκ(lίνονται στα εδώ πρότυπα' γιατί η ερωτική
«Ναι, για σας, επειδή έρχεστε για λίγο. Εγώ όμως ζω μαγεία Εκ([ψάζεται πιο πολύ με το ασυνήθιστο παρά με το
εδώ και θα συνεχίσω να ζω εδώ. Πάντα ο ίδιος κύκλος αν- συνηOlσμένo' πιο πολύ με το εκρηκτικό παρά με το συ­
θρώπων, που τους ξέρω ήδη απέξω κι ανακατωτά. Πάντα γκrιατηΙLένο' πιο πολι'ι με αυτό που είναι εκτός της πεπα­
οι ίδιοι άνθρωποι, που σκέφτονται όλοι το ίδιο πράγμα, κι τημένης πιψά μΕ τη συμβατική ομορφιά.»
όλα αυτά που σκέφτονται είναι βλακείες και κοινοτοπίες. « Ναι» κοl'ινησΕ το κεφάλι του ο νεαρός.
Θέλω δε θέλω, πρέπει να τα πηγαίνω καλά μαζί τους, και «Την ξέ(ιεις τη Φράντισκα» είπε ο Χάβελ στη γυναίκα του.
λίγο λίγο, χωρίς να το παίρνω καν είδηση, προσαρμόζομαι «Ναι» ΕίΠΕ η ηΗοποιός.
κι εγώ. Σκέτη φρίκη! Σκεφτείτε να γίνω μια μέρα ίδιος μ' «Και πίγοιφα ξέρεις ότι πολλοί φίλοι μου θα έδιναν ό,τι
αυτούς! Σκεφτείτε να βλέπω τον κόσμο με τα μυωπικά έχουν και nEV έχουν για να περάσουν μια νύχτα μαζί της.
τους μάτια!» Κόβω το ΚΕφάλι μου 6τι κανένας δεν την έχει καν προσέξει
Ο δημοσιογράφος μιλούσε με έξαψη που μεγάλωνε ολο­ σ' αυτή την π ι ) λη. Ο(ιίστε, γιά πες μου εσύ. φίλε μου. εσύ
ένα, και η ηθοποιός είχε την αίσθηση πως άκουγε στα λόγια που την ξέΡΕις. το π(>6σεξες ποτέ σου πως η Φράντισκα εί­
του την αιώνια διαμαρτυρία της νιότης καταγοητευμένη, ναι εξαΙΡΕτικά Ελκυστική γυναίκα;»
σχεδόν συγκλονισμένη, του είπε: «Όχι, δεν πρέπει να προ­ «Για να είμαι ειλικρινής, όχι!» Είπε ο νεαρός. «Ούτε
σαρμοστείτε. Δεν πρέπει!» που διανοήΗηκα ποτέ να τη δω σαν γυναίκα!»
«Δεν πρέπει» συμφώνησε ο νεαρός. «Χτες ο γιατρός «Δε μου κάνει ενΤΙJπωση» είπε ο γιατρός. «Δεν τη βρή­
μου άνοιξε τα μάτια. Πρέπει πάση θυσία να ξεφΙJγω απ' κες ούτε αρκετά αοι'ινατη ούτε αρκετά φλύαρη. Και δεν
τον φαύλο κύκλο αυτού του περιβάλλοντος. Από τον φαύ­ έχει και αρκετές φακίδες!»
λο κύκλο αυτής της μικρότητας, αυτής της μετριότητας. «Δίκιο έχετε» είπε ο νεαρός με δυστυχισμένο ύφος. «Το
Πρέπει να ξεφύγω» επανέλαβε ο νεαρός, «να ξεφύγω.» είδατε χτες πόσο ηλίθιος είμαι.»
«Λέγαμε» εξήγησε ο Χάβελ στη γυναίκα του «ότι το «Έχεις προσέξει ποτέ σου πώς περπατάει;» συνέχισε ο
κοινό γούστο της επαρχίας δημιουργεί ένα ψεύτικο ιδεώδες Χάβελ. «Έχεις προσέξει ότι τα πόδια της κυριολεκτικά μι­
της ομορφιάς, κι αυτό το ιδεώδες είναι ουσιαστικά ανερω­ λάνε όταν περπατάει; Φίλε μου, αν άκουγες τι λένε αυτά
τικό. και μάλιστα αντιερωτικό, ενώ η πραγματική, η εκρη­ τα πόδια, θα κοκκίνιζες. αν και, απ' όσο σε ξέρω, μόνο σε­
κτική ερωτική μαγεία περνάει απαρατήρητη γι' αυτό το μνότυφος δεν είσαι!»

216 217
ΚΩΊ,l!Κor ΕΙ'ΩΤΕΣ Ο lΊΛTI>()� ΧΑΒΕΛ ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟ:\ΤΙΑ ΜΕΤΑ

'
σαν για ώρα μ ένα τ;αιnιάστικο παιχνίδι, προσπαθώντας
9 να μαντέψουν ποιοι απ' (>λους αυτοι>ς που κυκλοφορούσαν
γι>ρω τους Αα την αναγν(ιφίσοuν και ποιοι όχι, και στοιχη­
«Σου αρέσει να δουλεύεις τους αφελείς» είπε η ηθοποιός ματίζοντας πι)σοι Οα την αναγνωρίσουν στον επόμενο δρό­
στον άντρα της μόλις έμειναν μόνοι. μο. Κι ο κ()σιως γι)(ιιζε και τους κοιτούσε. ηλικιωμένοι κιί­
«Ξέρεις πολι> καλά ότι για μένα αυτό είναι σημάδι κα­ ρωι. χω(ιικο[, πιτσ φ ί κια . καθώς και μερικές ωραίες γυναί­
λής σιάθεσης» της είπε. «Και σου ορκίζομαι πως πρώτη κες πι)!) r1 [ ) lΓί χονταν την εποχή εκείνη στα λουτρά.
φορά έχω τόσο καλή διάθεση από τότε που ήρθα εδώ. » () \ΙΨελ. ποι) τις τελευταίες μέρες ζοι>σε νιώΑοντας τα­
Αυτήν τη φορά δεν έλεγε ψέματα ο Χάβελ' το πρωΙ πεινωηκΓΧ. ω'ψατος. απολάμβανε το ενδιαφέρον των περα­
όταν έφτασε το λεωφορείο στο σταθμό και είσε μέσα απ' σ τικ(:)ν ΚΓΗ λ(XXτr:φOΙίσε να πέσουν και σ' αυτόν όσο το δυ­
το τζάμι καθισμένη τη γυναίκα του. κι έπειτα όταν την είδε νατ6ν πψισσι)τψες ακτίνες απ' αυτή την προσοχή' έπιανε
χαμογελαστή στο σκαλοπάτι του λεωφορείου, ένιωσε ευτυ­ τη γι)να ί κ (χ τοι) απ' τη μέση, της Ψιθύριζε γλυκόλογα στ'
χισμένος και καθώς οι προηγούμενες μέρες είχαν αφήσει αφ-;:-!, lωζί ιιε (Χλλες . άσεμνες κουβέντες, κι εκείνη για απά­
άθικτα μέσα του τεράστια αποθέματα ευrJυμίας. όλη τη μέ­ ντηση σφ ιγγι')ταν πάνω του και σήκωνε τα ευτυχισμένα μά­
ρα εκδήλωνε κάπως τρελά τη χαρά του. Ι Ιερπατοι>σαν οι τια της στο π()(ίσωπό του. Και ο Χάβελ, κάτω από τόσα
δυο τους κάτω απ' τις καμάρες, μασοιΥλαγαν κάτι στρογ­ βλέμματα. ένιωΟε πως είχε ξαναγίνει επιτέλους ορατός.
γυλά. γλυκά μπισκότα, πέρασαν απ' τη Φράντισκα ν' ακού­ πως τα Οολά χα(ιακτηριστικά του ξεκαθάριζαν. πως ξανα­
σουν τα τελευταία αποφθέγματα του γιου της, πήγαν μαζί γίνονταν ευΩιάκ(ιιτα. κι 'ήταν και πάλι περήφανος για τη
με τον δημοσιογράφο τη βόλτα που περιγράφεται στο προη­ χαρά που του έΩινε το σώμα του, τα βήματά του. όλη του η
γούμενο κεφάλαιο, και γελούσαν με τους ασθενείς που έκα­ ύπαρξη.
ναν τον υγιεινό περίπατό τους στους δρόμους των εγκατα­ Χάζευαν έ-;:-σι αγκαλιά, σαν δυο ερωτευμένοι, τις βιτρίνες
στάσεων των λουτρών. Μ' αυτή την ευκαιρία ο Χάβελ πρό­ του κενψικ()ιί Ωιιόμου, και ξαφνικά ο Χάβελ είδε μέσα σ'
σεξε ότι μερικοί κάρφωναν το βλέμμα τους στην ηθοποι6' ένα κατάστηlια με κυνηγετικά είδη την ξανθιά μασέζ που
γύρισε και είδε πως είχαν σταματήσει και τους κοιτοι>σαν. του είχε φφΟεί με τόση αγένεια την προηγουμένη' ήταν μέ­
«Σε αναγνώρισαν» της είπε. «Εδώ οι άνθρωποι δεν σα στο άδειο μαγαζί και κουβέντιαζε με την πωλήτρια.
έχουν τι να κάνουν και πάνε σινεμά μετά μανίας. » «Έλα» είπε ξαφνικά στην κατάπληκτη γυναίκα του. «Είσαι
«Σ' ενοχλεί;» ρώτησε η ηθοποιός, που θεωρούσε αμάρ­ το πω υπέροχο πλάσμα του κόσμου' θέλω να σου κάνω ένα
τημα τη δημοσιότητα που είναι συνυφασμένη με το επάγ­ δώρο»' και την πήρε από το χέρι και την τράβηξε μέσα.
γελμά της, γιατί, όπως όλοι όσοι αγαπούν πραγματικά, Οι δύο γυναίκες σώπασαν' η μασέζ κοίταξε αρκετή ώρα
ήθελε έναν γαλήνιο και κρυφό έρωτα. την ηθοποιό. έπειτα για λίγο τον Χάβελ. έπειτα πάλι την
«Ίσα ίσα» είπε ο Χάβελ και γέλασε. Έπειτα διασκέδα- ηθοποιό και πάλι τον Χάβελ' αυτός το αντιλήφθηκε ικανο-
218 2Η)
Ο Γ1ΑΠ'()Σ ΧΛΒΕΛ ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ

ποιημένος, αλλά χωρίς να της χαλαλίσει ούτε ένα βλέμμα Χάβελ τον χαιρέτησε. σχεδόν άθελά της. Ο Χάβελ τη χαιρέ­

άρχισε αμέσως να περιεργάζεται τα διάφορα αντικείμενα' τησε κι αυτός. και σκι'ιβοντας στο αφτί της γυναίκας του τη

είδε κέρατα ελαφιού, σακίδια, καραμπίνες, κιάλια, μπα­ ρώτησε αν τον αγαπάει. Η ηθοποιός τον κοίταξε με ερω­

στούνια, φίμωτρα για σκύλους. τευμένο βλέμμα και το!) χάιδεψε το μάγουλο.

«Τι θα θέλατε;» ρώτησε η πωλήτρια. Ύστερα κάΟισαν σ' ένα τραπέζι, έφαγαν ελαφρά (γιατί η

«Μια στιγμή» είπε ο Χάβελ' τελικά ανακάλυψε κάτι ηθοποι6ς Π(Η'ισεχε σ χο λα στικά τη δίαιτα του άντρα της),

σφυρίχτρες κάτω απ' το τζάμι της προθήκης και τις έδειξε ήπιαν κ('ικκινο κ ( ι ασ ί (γιατί μόνο κόκκινο επιτρεπόταν να

με το δάχτυλο. Η πωλήτρια του έδωσε μία, ο Χάβελ την πιει ο Χά[1ελ). κι ένα κ ίψ α συγκίνησης παρέσυρε την κ.

έβαλε στο στόμα, σφύριξε. έπειτα την περιεργάστηκε απ' Χάβελ. Ί·;γεφε πάνω στον άντρα της, πήρε το χέρι του στα

όλες τις μεριές, και σφύριξε άλλη μια φορά μαλακά. δικά της και ΤΙJl) ε ί πε ότι αυτή η μέρα ήταν από τις ωραιό­

«Εξαιρετική» είπε στην πωλήτρια, κι ακούμπησε μπροστά τφες της ζωής της το!) εξομολογήθηκε πόσο θλιμμένη

της τις πέντε κορόνες που του ζήτησε. Έδωσε τη σφυρίχτρα ένιωΟε (Ίταν εκείνος έφυγε για τα λουτρά' ζήτησε πάλι συ­

στη γυναίκα του. γνΙ:ψη για εκείνο το βλακώδες γράμμα μιας γυναίκας που

Η ηθοποιός είδε σ' αυτό το δώρο ένα από τα παιδιαρί­ ζηλει Ί ε ι και τον ε ι ιχα (> ίσ τησε που της τηλεφώνησε να έρθει

σματα που τόσο της άρεσαν στον άντρα της, μια ευχάριστη να τον δει' το!) είΠΕ με πόση χαρά θα ερχόταν να τον βλέ­

πλάκα, την προσωπική του αίσθηση του α-νόητου, και τον πει. έστω και για ένα λεπτ6' έπειτα του εξομολογήθηκε επί

ευχαρίστησε μ' ένα όμορφο, ερωτευμένο βλέμμα. Αλλά του ώρα πως η ζωή μαζί του ήταν βάσανο και συνεχής ανασφά­

Χάβελ δεν του φάνηκε αρκετό και της είπε σιγανά: «Έτσι λεια, στη σκέψη πως εκείνος μποροίισε ανά πάσα στιγμή

μ' ευχαριστείς για ένα τόσο ωραίο δώρο;» Η ηθοποιός τού να της φίιγει. αλλά. γι' αυτό ακριβώς, κάθε μέρα ήταν γι'

έδωσε ένα φιλί. Οι δυο γυναίκες δεν τους άφηναν απ' τα αυτήν μια χαρά πο!) ξαναγεννιόταν. ένας έρωτας που ξα­

μάτια' τους παρακολουθοίισαν με το βλέμμα ακόμα κι νάρχιζε, ένα καινοι'ιριο δώρο.

όταν βγήκαν απ' το μαγαζί. Έπειτα πήγαν μαζί στο δωμάτιο του Χάβελ και η χαρά

Αυτοί συνέχισαν τη βόλτα τους στους δρόμους και στο της ηθοποιοίι οδηγήθηκε σίιντομα στον παροξυσμό.

δημόσιο πάρκο, μασούλησαν διάφορα μπισκότα. σφίιριξαν


με τη σφυρίχτρα, κάθισαν σ' ένα παγκάκι, κι άρχισαν τα
στοιχήματα, προσπαθώντας να μαντέψουν πόσοι απ' τους
περαστικοίις θα γυρίσουν να τους κοιτάξουν. Το βράδυ, 10
καθώς έμπαιναν στο εστιατόριο, παραλίγο να πέσουν πάνω
στη γυναίκα που έμοιαζε με άλογο κοίιρσας. Εκείνη τους Τη μεθεπομένη ο Χάβελ έφτασε πάλι καθυστερημένος για

κοίταξε κατάπληκτη, πολλή ώρα την ηθοποιό, λιγότερη τον την υδροθεραπεία του, αν και, για να λέμε την αλήθεια, πο­

Χάβελ, έπειτα πάλι την ηθοποιό, και όταν ξανακοίταξε τον τέ δεν ήταν στην ώρα του. Και τον υποδέχτηκε η ίδια ξαν-

221
220

J
ΚΩ\IΙΚΟΙ RΓΩΤRΣ Ο JΊΛΤΙ'()L XAIJRA RΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

θιά μασέζ, μ6νο που αυτήν τη φορά δεν του φέρθηκε αυ­ ντα. πως η ζωή τοι) υποσχ6ταν σιωπηρά τα πάντα, προχα-
στηρά, (σα ίσα του χαμογέλασε και τον φώναξε «γιατρό», ταβολικά.
κι ο Χάβελ συμπέρανε πως πήγε κι είδε την καρτέλα του ή Αλλά τότε σuνέ[:Jη α!Jτό που συμβαίνει συχνά στη ζωή!
ζήτησε πληροφορίες για το άτομό του. Σημείωσε με ικανο­ 'Οταν είμαστε ικανοποιημένοι. αρνιόμαστε εύκολα και υπε­
ποίηση το ενδιαφέρον αυτό και πήγε στην καμπίνα να ξε­ ροπτικά τις ειικαψίες που μας παρουσιάζονται, για να αυ­
ντυθεί. υταν του φώναξε η μασέζ πως η μπανιέρα έχει γε­ τοεπιβε[:JαιωΟοιίμε έτσι μες στον ευδαίμονα κορεσμό μας.
μίσει, βγήκε προτάσσοντας περήφανα την κοιλιά του και Μόλις η ξαν ( ) ι Γχ κοπέλα εγκατέλειΨε την προσβλητιχή υπε­
ξάπλωσε ηδονικά μέσα στην μπανιέρα. ροΨία της και είχε πια γλυκιά φωνή και ταπεινό βλέμμα, ο
Η μασέζ γύρισε τη στρόφιγγα στον πίνακα ελέγχου και Χάβελ έχασε χάΟε ενδιαφέρον γι' αυτήν.
τον ρώτησε αν είναι ακόμα εκεί η σύζυγός του. Ο Χάβελ είπε Ε
' ΠΕιτα.

όχι και η μασέζ ρώτησε αν θα την ξαναδούν σύντομα σε κα­ σαγΙ>ν', [ζω απ' το νερό και να αφεθεί στις ορμητικές υδάτι­
μιά ωραία ταινία. Ο Χάβελ είπε ναι. και η μασέζ τού σήκωσε νες (Ηπές π()!) τον μαστίγωναν απ' την κορφή ώς τα νι)χια.
το δεξί πόδι. Το νερό που εκτοξευόταν με Μναμη τον γαργα­ Του φάνηκε πως αυτή είναι η τελετουργική στάση της τα­
AOl'Jac: στην πατοι)σα, και η μασέζ χαμογέλασε και εΙπε πως ο πείνωσης και της ευγνωμοσι)νης προς το θείο' σκεφτόταν
γιατρός φαίνεται να έχει πολύ ευαίσθητο σώμα. 'Τ<:πειτα συ­ τη γυναίκα του. σκεφτόταν π6σο όμορφη είναι, πόσο την
νέχισαν να λένε διΓ..<φορα, και ο Χάβελ εΙπε πως η ζωή εδώ εί­ αγαπάει και πΙ>σο τον αγαπάει κι εκείνη, σκεφτόταν πως
ναι πληκτιχή. Η μασέζ χαμογέλασε με νόημα και είπε πως ο αυτή είναι το τυχερό του άστρο, που του φέρνει την εύνοια
γιατρός ήξερε σίγουρα να οργανώνει τη ζωή του έτσι ώστε της τι)χης και των σφριγηλών κοριτσιών.
να μην πλήττει. Όταν έσκυψε από πάνω του για να εφαρμό­ Κι 6ταν τέλειωσε το μασάζ και σηκώθηκε να βγει απ'
σει το στόμιο του σωλήνα στο στήθος του, ο Χάβελ της έδω­ την μπανιέρα. η όλο υγεία ομορφιά της μασέζ τοι) φάνηκε
σε συγχαρητήρια για τα στήθη της, που από τη θέση στην τόσο ζουμερή. με την επιδερμίδα υγρή απ' τον ιδρώτα. και
οποία βρισκόταν έβλεπε καλά το πάνω μέρος τους, και η μα­ το βλέμμα της τ6σο ταπεινά υποταγμένο, που θέλησε να
σέζ απάντησε πως ο γιατρός θα είχε δει σίγουρα ωραιότερα. υποκλιθεί προς τη μακρινή κατεύθυνση όπου υπέθετε πως
Από όλα αυτά ο Χάβελ συμπέρανε πως η σύντομη πα­ βρίσκεται η γυναίκα του. Γιατί είχε την αίσθηση πως το
ραμονή της γυναίκας του είχε αλλάξει εντελώς την εικόνα κορμί της μασέζ στεκόταν όρθιο πάνω στην πελώρια παλά­
του στα μάτια αυτής της χαριτωμένης σφριγηλής κοπέλας, μη του χεριού της γυναίκας του, και το χέρι αυτό του την
πως είχε γίνει ξαφνικά γοητευτικός και, ακόμα καλίJτερα: πρόσφερε σαν μήνυμα αγάπης, σαν δώρο. Και σκέφτηκε
πως το κορμί του ήταν για κείνην η ευκαιρία να συνδεθεί ξαφνικά ότι θα ήταν προσβολή για τη γυναίκα του αν αρ­
μυστικά με μια γνωστή ηθοποιό, να γίνει ίση με μια διάση­ νιόταν αυτή την προσφορά, αν αρνιόταν αυτή την τρυφερή
μη γυναίκα, που όλοι γύριζαν στο δρόμο και την κοιτούσαν' φροντίδα. Χαμογέλασε στην ιδρωμένη κοπέλα και της είπε
ο Χάβελ κατάλαβε πως διαμιάς του επιτρέπονταν τα πά- πως είχε κλεισμένη τη βραδιά του γι' αυτήν και θα την πε-

222 22:1
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ () ΓlATl'O}; ΧΑΒΕΛ ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

ρίμενε στις εφτά στις θερμές πηγές. Η κοπέλα δέχτηκε, και το εγκώμιο ο δάσκαλός του. Έπειτα από μερικές φράσεις.
ο Χάβελ τυλίχτηκε σε μια μεγάλη πετσέτα του μπάνιου. ο νεαρός βρήκε μέσα του μια εκπληκτική τόλμη και της εί­
Όταν ντύθηκε και χτενίστηκε, διαπίστωσε πως βρίσκε­ πε πως του αρέσει. πως Ηέλει να ιδωθούν. Η γιατρός ψέλλι­
ται σε εξαιρετικά καλή διάθεση. Είχε όρεξη για κουβέντα σε πως είναι μεγαλι)τερή του και έχει και παιδιά. Τότε ο
και σταμάτησε στη Φράντισκα: η επίσκεψή του ήρθε σε πο­ νεαρός ένιωσε να μεγαλc;)νει η αυτοπεποίθησή του και δε
λι) κατάλληλη στιγμή, γιατί κι εκείνη ήταν σε φοβερά κέ­ δυσκολει)τηκε να β(ιει τα λciγια του: τη διαβεβαίωσε πως
φια. Μιλούσε περί ανέμων και υδάτων, πηδούσε απ' το ένα διακρίνει πάνω της μια κρυμμένη ομορφιά, πολυτιμότερη
θέμα στο άλλο, αλλά ξαναγύριζε συνέχεια στο θέμα που εί­ από αιιτιί που OΕCOΨεί όλος ο κόσμος ομορφιά' έπλεξε το
χαν θίξει την τελευταία φορά: την ηλικία της προσπαθούσε εγκυ'ψω του [1αδίσματός της και της είπε πως όταν περπα­
με διφορούμενα λόγια να εκφράσει την ιδέα ότι δεν πρέπει τάει τα πιίΩια της μιλάνε.
να καταθέτουμε τα όπλα μπροστά στα χρόνια που συσσω­ Δι)ο μέuες α(ιγιίτερα. την ώρα που ο Χάβελ έφτανε με

ρεύονται, ότι η μεγάλη ηλικία δεν είναι σώνει και καλά μει­ το πάσο του στις Οφμές πηγές και έβλεπε από μακριά να
ονέκτημα, και ότι είναι εντελώς υπέροχη αίσθηση να ανα­ έρχεται η οψ(ιιγηλή ξανθιά κοπέλα, ο δημοσιογράφος πή­
καλύπτεις ξαφνικά πως μπορείς να μιλάς ήρεμα με νεότε­ γαινε πέρα δώΗε ανυπ6μονα μέσα στη στενόχωρη σοφίτα
ρούς σου. σαν ίσος προς ίσο. «Και τα παιδιά δεν είναι το του' ήταν σχεδόν σίγουρος για την επιτυχία. αλλά γι' αυτό
παν» πέταξε μια στιγμή. «Ξέρεις πόσο τ' αγαπάω τα παι­ ακριβώς φοβόταν όλο και πιο πολίι. μήπως κάποιο λάθος ή
διά μου, υπάρχουν όμως κι άλλα πράγματα στη ζωή.» κακοτυχία τού τη στερήσουν' κάθε λίγο και λιγάκι άνOlγε
Οι σκέψεις της Φράντισκας δεν ξέφυγαν οι)τε στιγμή από την πόρτα και κοιτοι)σε κάτω. στο κλιμακοστάσιο' επιτέ­
τη θολή αοριστία τους. και σ' έναν τρίτο, άσχετο, θα έμοια­ λους, την είδε.
ζαν σίγουρα σκέτη φλυαρία. Αλλά ο Χάβελ δεν ήταν άσχε­ Η φροντίδα με την οποία είχε ντυθεί και βαφτεί η για­
τος, και πίσω από τη φλυαρία μάντευε το κρυμμένο νόημα. τρός σ' έκανε σχεδόν να ξεχνάς τη γνώριμη εικόνα της γυ­
Κατέληξε πως η δική του ευτυχία ήταν απλώς ένας κρίκος ναίκας με το λευκό παντελόνι και τη λευκή μπλούζα' γεμά­
σε μια μεγάλη αλυσίδα από ευτυχίες, και επειδή είχε καρ­ τος ταραχή ο νεαρός σκέφτηκε πως η ερωτική γοητεία της
διά γενναιόδωρη, η καλή του διάθεση δεκαπλασιάστηκε. Φράντισκας. που ώς τότε απλώς την είχε υποψιαστεί, είναι
εκεί μπροστά του, σχεδόν αδιάντροπα εκτεθειμένη, κι
ένιωσε να τον κυριεύει η ατολμία που γεννιέται από το σε­
βασμό' για να την ξεπεράσει, άρπαξε τη γιατρό στην
11 αγκαλιά του. προτού καν κλείσει την πόρτα. κι άρχισε να
τη φιλάει ορμητικά. Εκείνη τρόμαξε από την ξαφνική επί­
Ναι, σωστά είχε μαντέψει ο Χάβελ: ο δημοσιογράφος είχε θεση και τον παρακάλεσε να την αφήσει να καθίσει. Εκεί­
περάσει από τη γιατρό την ίδια μέρα που της είχε πλέξει νος την άφησε, αλλά αμέσως έκατσε πλάι στα πόδια της κι

224 �2S
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ Ο ΓΙΑΊΙ)Ο2; λΑΗΕΛ ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

άρχισε να φιλάει τις κάλτσες στα γόνατά της. Εκείνη έβαλε «Ναι, και φαίνεται. Δε Ηέλω να με κοιτάζεις. »
το χέρι της στα μαλλιά του και δοκίμασε να τον κάνει πέρα Ο νεαρός τώuα κρι)ωσε κάπως, έχασε τον αρχικό ζ'ήλο
απαλά. του, και με κόπο ξαναβρήκε τον κατάλληλο βαθμό ερεθι­
Ας στήσουμε αφτί ν' ακούσουμε τι του έλεγε: στην αρχή σμοι)' για να τα καταφέρει, προσπάΗησε να ενισΧΙJσει με
του επανέλαβε αρκετές φορές: «Να 'στε φρόνιμος. να 'στε λόγια τη μέΟη που χανόταν και ψιθύρισε στο αφτί της για­
φρόνιμος, δώστε μου το λόγο σας πως θα 'στε φρόνιμος». τρού π6σο του rJψεσε που ήταν εδώ μαζί του. γυμνή, ολόγυ­
Όταν ο νεαρός της είπε: «Καλά. καλά, θα είμαι φρόνιμος». μνη.ολ{ιγιψνη.
προχωρώντας στο μεταξύ τα χείλη του λίγο ψηλότερα στο «Τι γλιι){ι')ς πιιι) είσαι. είσαι φοβερά γλυκός» του είπε η
τραχύ νάιλον, εκείνη του είπε: «Μη, μη, μη αυτό, μη»' κι γιατ(ιι')ς,
όταν αυτός τα ακούμπησε ακόμα Ψηλότερα, άρχισε ξαφνι­ () νεα( )(Jς πι ινέχιπε να λέει για τη γύμνια της, και τη ρώ­
κά να του μιλάει στον ενικό: «Είσαι τρελός, είσαι τρελός!» τηπε αν την φεΟίζει κι αιιτήν που βρίσκεται εδώ μαζί του.
του είπε. γ υ μν ή .
Αυτή η φράση έκρινε τα πάντα. Ο νεαρός δε συνάντησε ,,1,:ΙaΓI.l παιΩί ! » τοιι είπε. «Και βέβαια με ερεθίζει»' αλ­

πλέον καμία αντίσταση. Ήταν εκστασιασμένος εκστασια­ λά έτcειτ(!. α πι) πl'ιντομη σιωπή πρόσΗεσε πως την είχαν δει
σμένος με τον εαυτό του, με την ταχι)τητα της επιτυχίας γυμγή τι)π()[ γιαηιο[, που ήταν πια κάτι άνευ σημασίας.
του, εκστασιασμένος με τον γιατρό, που το πνεύμα του τον «llεριππιίτφο[ γιατροί παρά εραστές» είπε. και χωρίς να
ακολουθούσε και εισχωρούσε μέσα του, εκστασιασμένος διακόψει τις φωτικές κινήσεις τους. άρχισε να μιλάει για
με τη γύμνια της γυναίκας που ήταν ξαπλωμένη από κάτω τις διίπκολες γέννες της. «Άξιζε όμως» κατέληξε λέγοντας:
του σε ερωτικό αγκάλιασμα. Ήθελε να αποδειχτεί δάσκα­ «'Εχω δ ιίο ιίμ,(ψφα παιδιά. Τόσο όμορφα. τόσο όμορφα!»
λος, ήθελε να αποδειχτεί δεξιοτέχνης. ήθελε να αποδείξει Ο ε{ιεΟιπ!.Η)ς. που με τόσο κόπο είχε έρθει. άρχισε και
τον αισθησιασμό του και τη βουλιμία του. Ανασηκώθηκε πάλι να εγκαταλείπει τον δημοσιογράφο' που ξαφνικά είχε
ελαφρά, να περιεργαστεί με λαίμαργο βλέμμα το ξαπλω­ την αίΠ()ΊjσΊj πως βρίσκεται σε κάποιο καφενείο και φλυα­
μένο κορμί της γιατροι), και μουρμούρισε: «Είσαι όμορφη, ρεί με τη γιατρ6 μπροστά από 'να φλιτζάνι τσάι' άρχισε ν'
είσαι θεσπέσια, είσαι θεσπέσια... » αγανακτεί' οι κινήσεις του έγιναν βίαιες και προσπάθησε
Η γιατρός έκρυψε με τα δυο της χέρια την κοιλιά της να την παρασι'ψει σε πιο αισθησιακές σκέψεις: «Την τελευ­
και του είπε: «Δεν είναι σωστό να με κορΟίδεύεις... » ταία φορά που ή{ιθα να σε δω, το 'ξερες πως θα κάναμε
«Τι 'ναι αυτά που λες! Εγώ να σε κορο'ίδέψω! Είσαι θε­ έρωτα;»
σπέσια!» «Εσύ;»
«Μη με κοιτάζεις» του είπε. σφίγγοντάς τον πάνω της. «Εγώ το ήθελα» είπε ο δημοσιογράφος. «το ήθελα πο­
για να μην τη βλέπει. «Έχω κάνει δι')() παιδιά. Το ξέρεις;» λύ!» και έβαλε σ' αυτό το «ήΗελα» απέραντο πάβος.
«Δι)ο παιδιά;» έκανε ο νεαρός χωρίς να καταλαβαίνει. «Σαν το γιο μου είσαι» του είπε στ' αφτί η γιατρός. «Κι

226 227
ΚΩΜΙΚΟ Ι ΕΡΩΤΕΣ () Ι ' Ι Λ Τ Ι' () Σ ΧΑΒ"Λ Ε ΙΚΟ Σ Ι Χ Ι'Ο Ν Ι Α ΜΕΤΑ

αυτός θα 'θελε να 'χει τα πάντα. Κάθε φορά του λέω : τον ακτινοβολΟΙJσε από ευφορία. Οι γυναίκες που πριν από λί­
ουρανό με τ' άστρα θέλεις πια ;» γες μέρες πψνο! ίσαν δίπλα του χωρίς να τον προσέξουν.
Μ ' αυτό τον τρόπο έκαναν έρωτα' η Φράντισκα μιλΟΙJ ­ τώρα είχαν τα μάτια στραμμένα πάνω του. κι αυτός τις χαι­
σε. και απολάμβανε την κουβέντα τους. ρ εΤΟΙJσε με μ ια κ ίνηση του κεφαλιοι). 'Οταν πήρε το μάτι
'Rπειτα. 6ταν ανακάΟ ισαν στο ντιβάνι δίπλα δίπλα. γυ­ του τον Ωη μοαιι ιγι ιάφο. τον πλησίασε εΙJθυμα: «Πέρασα
μνοί και κουρασμένοι. του χάιδεψε τα μαλλιά και του είπε: από τη γιαφι) π( ι ιν απ6 λίγο και. αν κρίνω από ορισμένα
«Έχεις εδώ ένα τσουλοι'ι φι. σαν κι αυτόν» . σημάΩια πο! ι () ε ν i) ιαφεΙJγουν απ6 έναν καλό Ψυχολόγο,
«Σαν ποιον;» έχω την c:: ν τ ι 'ι πωση πως τα κατάφερες! »
«Σαν το γιο μου.» ( ) ν[(ψι)� YI ( ) C:: A C IJao τίποτα στον κόσμο να εκμυστηρευτεί
«Όλο για το γιο σου μιλάς» είπε ο δημοσιογράφος με στον () Γωκιχλι) Τ Ι Η Ι (Ίσα έγιναν. αλλά. έτσι όπως είχε κυλήσει
μια έκφραση δειλής αποδοκιμασίας. η r) (JΓXι) ,. rx. c ν ιω() c:: κάπως μπερδεμένος δεν ήταν σίγουρος
«Πώς να το κάνουμε» του είπε περήφανα. «R lvat το πως rxι ιτΥI η r1( 1ιxi) lιX ήταν τ6σο μαγευτική 6σο υποτίθεται πως
χαίδεμένο της μαμάς του. το χαίδεμένο της μαμάς του . » έπιιc:: πε νιχ c:: lνat. και δεν ήξερε αν μια ακριβής και πιστή
Έπειτα σηκώθηκε και ντιJθηκε. Και ξαφνικά. σ' αυτό το αναφιψά ( ) α τον αν έ β αζε στην εκτίμηση του γιατροι'! ή θα
δωματιάκι του vcaCJOtJ. είχε την αίσθηση πως είναι νέα. μια τον με ιωνc:: ' ιχναυωτι6ταν τι να του εκμυστηρευτεί και τι όχι.
πολι'! νέα και ηδονικά ωραία γυναίκα. Καθώς έφευγε. έσφι­ Α λ λ/χ Ι)ΤΓχν ε ίΩ ε το πρ6σωπο του Χάβελ να λάμπει από
ξε τον δημοσιογράφο στην αγκαλιά της τα μάτια της ήταν ιλαριJτητα και ανα ισχυντία. του απάντησε κι αυτός με το ίδιο
υγρά από ευγνωμοσι'ινη. ιλαρ6 και ανα ίσχυντο ΙJφος, και έπλεξε με ενθουσιώδη λόγια
το εγκ(;ψ. ω της γl Jναίκας που του είχε συστήσει εκείνος. Εί­
πε π(ισο εΛκι )ατική τη βρήκε. μόλις έπαψε να τη βλέπει με
τα μάτια τοι ι επαρχιώτη. είπε πως εκείνη δέχτηκε πρόθυμα
12 να π ά ε ι σπίτι του. και πως του δόθηκε απίστευτα γρήγορα.
'Οταν (J XιXriCA άυχισε να τον ρωτάει για το καθετί επα­
Μετά από μια ωραία νιJχτα. άρχιζε μια ωραία μέρα για τον κριβώς. &)στε να avaAtJaEl την κατάσταση στις λεπτομέ­
Χάβελ. Την ώρα που έπαιρνε το πρωιν6 του αντάλλαξε λ6- ρειές της. ο νεαUcJς υποχρεώθηκε θέλοντας και μη να έρθει
για γεμάτα σημασία με τη γυναίκα που έμοιαζε με άλογο όλο και πιο κοντά στην αλήθεια, και στο τέλος ομολόγησε
κούρσας, και στις δέκα ή ώρα, όταν γύρισε από τη θερα­ ότι, ενώ ήταν απόλυτα ικανοποιημένος από κάθε άποψη,
πεία του, τον περίμενε στο δωμάτιό του ένα ερωτικό γράμ­ όλα αυτά που του έλεγε η γιατρός την ώρα που κάναν έρω ­
μα από τη γυναίκα του. Έπειτα πήγε να περπατήσει κάτω τα τον είχαν αφήσει κάπως αμήχανο.
απ' τις καμάρες ανάμεσα στο πλήθος των ασθενών- κρα­ Ο Χάβελ έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον, και αφού έπεισε με
τούσε μπροστά στα χείλη του την πορσελάνινη κούπα και τα πολλά τον δημοσιογράφο να του επαναλάβει λεπτομε-
228 229
ΚΩΜΙΚO l J<:j'ΩΤJ<: 2:

ρώς τη στιχομυθία. διέκοπτε κάθε τ6σο την αφήγηση ανα­


φωνώντας με ενθουσιασμ6: «Εξαιρετικά! Τέλειο! » «Αχ. η
αιώνια μητρική καρδιά! » Και: «Σε ζηλεύω. φίλε μου! »
εκείνη τ η στιγμή ήρθε και στάθηκε μπροστά τους η γυ­
() Ι ': Ν Τ Ο ΎΆ Ι) Ν Τ Κ Α Ι Ο Θ Ε Ο Σ
ναίκα που έμοιαζε με άλογο κοι'ιρσας. Ο Χάβελ έκανε μια
ελαφρά υπ6κλιση και η ψηλή γυναίκα τού έδωσε το χέρι.
« Συγνώμη που άργησα λιγάκι» του είπε.
«Δεν πειράζει» είπε ο ΧΓιβελ. «Εχω μια πολι) ενδιαφέ­
ρουσα συζ'ήτηση με το φίλο μου απ6 δω. Με συγχωρείτε
μια στιγμή . θα 'θελα να τελειώσουμε αυτήν τη συζ·ήτηση. »
Και χωρίς ν' αφήσει το χέρι της. στράφηκε στον δημο­
σιογράφο: «Φίλε μου. αυτό που μόλις μου είπες. ξεπερνά
κάθε μου προσδοκία. Γιατί πρέπει να το χωνέψεις καλά 6τι
οι σαρκικές απολαι)σεις που αφήνονται στη σιωπή τους
έχουν μια ενοχλητική μονοτονία' η μια γυναίκα γίνεται σαν
την άλλη. και 6λες λησμονιοι'ινται η μια μέσα στην άλλη.
'Ομως εμείς ριχνόμαστε στις ηδονές του έρωτα για να τις
Ο uμ6μαστε. Για να συνδέουν οι φωτεινές στιγμές τους με
μια αστραφτερή κορδέλα τη νεανική με την προχωρημένη
ηλικία μας. Για να οιατηροι)ν τη μνήμη μας σε μια αιώνια
φλ6γα! Και να το ξέρεις, φίλε μου, πως μία λέξη και μ6νο.
()ταν προφέρεται σ' αυτή την κατάσταση, την πιο κοιν6το­
πη απ' 6λες. μπορεί να τη φωτίσει μ' ένα φως που την κάνει
αλησμόνητη. Λένε πως είμαι συλλέκτης γυναικών. Στην
πραγματικ6τητα, είμαι πολι) περισσότερο συλλέκτης λέ­
ξεων. Πίστεψέ με, τη χτεσινή βραδιά δε θα την ξεχάσεις
ποτέ, και θα 'σαι ευτυχισμένος γι' αυτό σ' όλη σου τη ζωή ! »
Έπειτα χαιρέτησε με μια κίνηση του κεφαλωύ τον νεα­
ρό. και κρατώντας πάντα το χέρι της ψηλής γυναίκας που
έμοιαζε με άλογο κούρσας, απομακρύνθηκε αργά μαζί της
κάτω απ' τις καμάρες.
1

Ας αρχίσω την ιστορία του 'Εντουαρντ απ' το μικρό σπίτι


του μεγαλύτερου αδερφού του στο χωριό. Ο μεγάλος αδερ­
φός ήταν ξαπλωμένος στο ντιβάνι κι έλεγε στον Έντουαρντ:
«Πήγαινε βρες την, μη φοβάσαι τίποτα. Είναι μεγάλη βρό­
μα, δε λέω. αλλά πιστεύω ότι ακόμα και τέτοιοι άνθρωποι
έχουν συνείδηση. Και ακριβώς επειδή μου έκανε τότε εκεί­
νη τη βρομιά. μπορεί και να χαρεί τώρα που Οα σε εξυπη­
ρετήσει, για να εξιλεωθεί».
Πάντα ίδιος ήταν ο αοφφιις τ()υ"Εντουαρντ: ωραίος τύ­
πος. που του άρεσε η τεμπελιά. �[γ()uρα έτσι αραχτός στο
ντιβάνι του θα 'ταν και τιίτε. στη φοιτητική σοφίτα του,
πάνε κάμποσα χ()όνια τι;ψα (() Ί':ντουαρντ ήταν ακόμα μι­
κρός). και XOUlOIJuεoE και μισοκοιμιίταν όλη μέρα. τη μέρα
του θανάτοl) τοι) �τάλιν' την επομένη πέρασε ανύποπτος
απ' τη σχολή. χι είδε μια συμφοιτήτριά του, τη συντρόφισ­
σα Τσεχάτσκοβα. να στέκεται στη μέση της εισόδου επιδει­
κτικά ακίνητη. σαν το άγαλμα της οδύνης έκανε τρεις βόλ­
τες γύρω της. και έφυγε σκασμένος στα γέλια. Η κοπέλα
θίχτηκε, κατάγγειλε το γέλιο του σαν πολιτική προβοκά­
τσια. και ο αδερφός του Έντουαρντ υποχρεώθηκε να εγκα­
ταλείψει τις σπουδές του και να πάει να δουλέψει σ' ένα
χωριό. όπου έχει πλέον το σπίτι του, το σκύλο του. τη γυ­
ναίκα του. δυο παιδιά, ακόμα κι ένα μικρό εξοχικό για τα
σαββατοκύριακα.
Και τώρα ήταν ξαπλωμένος στο ντιβάνι του. σ' αυτό το
χωριάτικο σπίτι, και εξηγούσε στον Έντουαρντ: «Τη φωνά-

233
ΚΩλΤΤΚΟΙ ΕΡΩΤf;;Σ Ο ΕΝΤΟΥΑΡ.\"Τ ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ

ζαμε εκδικητικό χέρι της εργατικής τάξης. Αλλά μη σε φο­ ρακτήρα. Δεν το είχε διαλέξει. Του το είχαν επιβάλει οι
βίζει αυτό. �ήμερα είναι μεγάλη γυναίκα, κι είχε πάντα ανάγκες της κοινωνίας, οι αξιολογήσεις στον κομματικό
αδυναμία στους νεαρούς, οπότε θα σε βοηθήσει». του φάκελο, οι βαθμοί στο απολυτήριο του λυκείου, τα
Ο Έντουαρντ ήταν πολύ νέος την εποχή της ιστορίας αποτελέσματα των εισαγωγικών εξετάσεων. Η συντονισμέ­
μας. Μόλις είχε τελειώσει την παιδαγωγική ακαδημία (την νη δράση όλων αυτών των δυνάμεων τον είχε πετάξει
ίδια απ' όπου είχαν διώξει τον αδερφό του) κι έψαχνε για (όπως πετάπ ο γεραν6ς ένα σακί στην καρότσα ενός φορ­
καμιά θέση. Ακολούθησε τη συμβουλή του αδερφού του τηγού) από το λύκειο στη σχολή. Πήγε και γράφτηκε με
και την επομένη πήγε και χτύπησε την πόρτα στο γραφείο βαριά καρδιά (η αποτυχία του αδερφού του ήταν κακός οι­
της διευθύντριας. Κι είδε μπροστά του μια ψηλή κοκαλιά­ ωνός), αλλά στο τέλος το πήρε απόφαση. Πάντως συνειδη­
ρα με λαδωμένα μαύρα μαλλιά, μαύρα μάτια και μαύρο τοποίησε πως το επΓ,(γγελμά του θα ήταν κι αυτό μία από
χνούδι κάτω απ' τη μύτη. Αυτή η ασχήμια τον γλίτωσε απ' τις συμπτώσεις της ζωής του. Πως θα κολλοι>σε πάνω του
το τρακ που τον έπιανε πάντοτε μπροστά στη γυναικεία σαν ψεύτικο μουστάκι, που είναι για γέλια.
ομορφιά. κι έτσι μπόρεσε να κουβεντιάσει μαζί της χαλαρά, Αν όμως κάτι υποχρεωτικό είναι ασόβαρο (για γέλια),
με όλη την απαιτούμενη ευγένεια και όλη την απαιτούμενη σοβαρό από την άλλη είναι σίγουρα το προαιρετικό: στον
αβρότητα. Αυτός ο τόνος καταγοήτευσε εμφανώς τη διευ­ νέο τόπο διαμονής του ο Έντουαρντ δεν άργησε να γνωρί­
θύντρια, που είπε στον Έντουαρντ αρκετές φορές, με ολο­ σει μια κοπέλα που την έβρισκε όμορφη, και άρχισε να την
φάνερη έξαψη: «Έχουμε ανάγκη από νέους εδώ». Και του πολιορκεί σχεο()ν στα σοβαρά. Την έλεγαν Άλιτσε και,
υποσχέθηκε πως θα προωθήσει όσο μπορεί την αίτησή του. όπως ανακάλυψε προς μεγάλη του λύπη, από τα πρώτα
τους κιόλας ραντεβοι), ήταν πολύ μαζεμένη και ενάρετη.
Στις βραδινές βόλτες τους ο Έντουαρντ έκανε διάφορες
απόπειρες να την αγκαλιάσει απ' τους ώμους, έτσι που να
2 μπορέσει ν' αγγίξει την άκρη απ' το δεξί της στήθος, και
κάθε φορά εκείνη του έπιανε το χέρι και το 'σπρωχνε πέ­
Έτσι ο Έντουαρντ έγινε δάσκαλος σε μια μικρή πόλη της ρα. Ένα βράδυ που αυτός έκανε για πολλοστή φορά την
Βοημίας. Ούτε κρύο του έκανε ούτε ζέστη. Προσπαθοι>σε ίδια απόπειρα, αυτή του 'σπρωξε πέρα (για πολλοστή φο­
πάντα να ξεχωρίζει το σοβαρό από το ασόβαρο, και τη δι­ ρά) το χέρι, κι έπειτα στάθηκε ξαφνικά και του είπε: «llι­
δασκαλική σταδιοδρομία του την κατέτασσε στην κατηγο­ στει>εις στο Θεό;»
ρία του ασόβαρου. Όχι πως ήταν ασόβαρο το ίδιο το επάγ­ Τα ευαίσθητα αφτιά του Έντουαρντ διέκριναν στην
γελμα του εκπαιδευτικού (στο οποίο υπολόγιζε άλλωστε ερώτηση αυτή μια κρυφή εμμονή και ξέχασε αμέσως την
πολύ, αφοι> δεν είχε άλλον τρόπο να βγάλει το ψωμί του). υπόθεση στήθος.
αλλά το θεωροι>σε ασόβαρο σε σχέση με τον δικό του χα- «Πιστει)εις;» επανέλαβε την ερώτησή της η Άλιτσε, και

234 235
ΚΩΜΙΚΟΤ ΕΙ'ΩΤΕΣ Ο F:NTOYAPNT ΚΑΙ Ο ΘΕΟ2;

οΈντουαρντ δεν τόλμησε ν' απαντήσει. Ας μην τον Ψέξου­ αρντ με πνιχτή φωνή. «Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν

με που φοβήθηκε να φανεί ειλικρινής είχε έρθει πρόσφατα όντως υπάρχει.»

σ' αυτή την πόλη κι ένιωθε μεγάλη μοναξιά, και η Άλιτσε «Μα πώς γίνεται να αμφιβάλλεις;» ρώτησε φωνάζοντας

του άρεσε τόσο πολύ, που δε θα 'θελε να χάσει τη συμπά­ σχεδόν η Άλιτσε.

θειά της με μια σκέτη. απλή απάντηση. Ο Έντουαρντ σ(:)πασε και. αφού σκέφτηκε μια στιγμή,

«Εσύ;» τη ρώτησε για να κερδίσει χρόνο. κατέφυγε στο κλασικ() επιχείρημα: «Όταν βλέπω τόση δυ­

«Εγώ ναι» είπε η Άλιτσε, και επέμεινε να πάρει μια στυχία γύρω μου. αναρωτιέμαι συχνά αν είναι δυνατόν να

απάντηση. υπάρχει Θεός που τα επιψέπει όλα αυτά».

Ως τη στιγμή εκείνη δεν του 'χε περάσει ποτέ από το νου Είχε τόση θλίψη η φωνή το!). που η Άλιτσε του έπιασε το

να πιστέψει στο Θεό. Αλλά κατάλαβε ότι αυτό δε θα 'πρε­ χέρι: «Ναι. υπάΡΧεl ι'ιντως πολλή δυστυχία στον κόσμο αυ­

πε να το ομολογήσει' ίσα ίσα. θα 'πρεπε να εκμεταλλευτεί τό. Το ξέρω. και πολl) καλά μάλιστα. Αλλά γι' αυτό ακρι­

την ευκαιρία και να κατασκευάσει με την πίστη του στο βώς πρέπει να πωτεl)()ιψε στο Θεό. Χωρίς το Θεό, όλος

Θεό έναν ωραίο δούρειο ίππο και να κρυφτεί στην κοιλιά αυτός ο π6νος Οα 'ταν μάταιος. Τίποτα δε θα 'χε νόημα.

του, κατά το αρχαίο παράδειγμα, κι έπειτα να γλιστρήσει Και τ6τε εγι;) δε Οα lLnOPOI)aa να ζήσω άλλο».

με τρόπο μέσα στην καρδιά της Άλιτσε. Μόνο που οΈντου­ «Μ πουεί να 'χεις δίκιο» είπε σκεφτικός ο Έντουαρντ.

αρντ ήταν ανίκανος να της πει έτσι απλά, ναι. πιστεύω στο και την Κιψιακή τη συνόδεψε στην εκκλησία. Έβρεξε τα

Θεό' δεν ήταν καθόλου θρασύς και ντρεπόταν να λέει ψέ­ δάχτυλά τω) στον αγιασμό κι έκανε το σταυρό του. 'Επειτα

ματα' τα χοντροκομμένα, απλο"ίκά ψέματα του γεννούσαν άρχισε η λειτουργία, και όλοι έψαλλαν. έψαλε κι αυτός μαζί

αποστροφή' αν ήταν απαραίτητο να πει κάποιο Ψέμα, θα τους έναν l'ιμνο που θυμόταν αμυδρά τη μελωδία του αλλά

ήθελε τουλάχιστον να μένει όσο πιο κοντά στην αλήθεια γί­ δεν ήξερε τα λόγια. Οπότε αποφάσισε να αντικαταστήσει

νεται. Απάντησε λοιπόν με εξαιρετικά στοχαστική φωνή: τα λόγια με διάφορα φωνήεντα. και έπιανε κάθε νότα μ'

«Αλήθεια, δεν ξέρω τι να σου απαντήσω σ' αυτή την ένα κλάσμα του δευτερολέπτου καθυστέρηση. αφού δεν

ερώτηση. Και βέβαια πιστεύω στο Θεό. αλλά...»Έκανε μια καλοήξερε και τη μελωδία. Απ' τη στιγμή όμως που διαπί­

μικρή παύση και η Άλιτσε τον κοίταξε στα μάτια κατάπλη­ στωσε πως ψέλνει σωστά. άφησε ελεύθερη τη φωνή του.

κτη. «Αλλά θέλω να είμαι απόλυτα ειλικρινής μαζί σου. γιατί πρώτη φορά στη ζωή το!) συνειδητοποιούσε πως έχει

Μπορώ να είμαι απόλυτα ειλικρινής μαζί σου;» μια ωραία μπάσα φωνή. 'Επειτα άρχισαν να λένε όλοι μαζί

«Πρέπει» του είπε εκείνη. «Αλλιώς. δε θα 'χε νόημα να το Πάτερ ημών. και μερικές γριές γονάτισαν. Δεν μπόρεσε

'μαστε μαζί.» ν' αντισταθεί στον πειρασμό, και γονάτισε κι αυτός στις

«Αλήθεια;» πέτρινες πλάκες. Σταυροκοπιόταν με υπερβολικές πια κι­

«Αλήθεια» είπε η Άλιτσε. νήσεις, και είχε την υπέροχη αίσθηση πως μπορεί να κάνει

«Μερικές φορές έχω κάποιες αμφιβολίες» είπε οΈντου- κάτι που δεν το είχε ξανακάνει ποτέ στη ζωή του. που δεν

236 237
ΚΩΜΙΚOl ΕΡΩΤΕΣ Ο ΕΝΤΟΥΑΡΝΤ ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ

μπορούσε να το κάνει ούτε μέσα στην τάξη, ούτε έξω στο στη θρησκεία μπορούν (στο ρόλο των αθέων που αντιμάχο­
δρόμο, πουθενά. Ένιωθε υπέροχα ελεύθερος. νται τους θρήσκους) και ξαναβρίσκονται απ' την καλή με­
Όταν βγήκαν έξω, η Άλιτσε τον κοίταξε με φλογερά μά­ ριά, και διατηρούν αλώβητη τη συνήθη και τόσο πολύτιμη
τια και ρώτησε: «Μπορείς ακόμα να λες πως έχεις αμφιβο­ αίσθηση της ανωτερότητάς τους.
λίες για την ύπαρξή του ;» Αλλά, για να λέμε την αλήθεια, αυτό το υποκατάστα­
«Όχι» είπε οΈντουαρντ. το μετώπου ήταν κελεπούρι και για τους άλλους, στους
Και η Άλιτσε είπε: «Θα 'θελα να σε μάθω να τον αγα­ οποίους, καιρός να το αποκαλύψουμε, συγκαταλεγόταν και
πάς όπως τον αγαπώ εγώ». η Άλιτσε. Όπως η διευθύντρια που ήθελε να είναι απ' την
Στέκονταν στα πλατιά σκαλοπάτια της εκκλησίας και η καλή μεριά, η Άλιτσε ήθελε να είναι απ' την αvτίθετη. Το
ψυχή του Έντουαρντ γελούσε ολόκληρη. Για κακή του τύ­ μαγαζί του πατέρα της είχε εθνικοποιηθεί με τη λεγόμενη
χη, εκείνη ακριβώς τη στιγμή περνούσε η διευθύντρια, και επανάσταση και η Άλιτσε μισούσε τους ανθρώπους που
τους είδε. τους είχαν κάνει αυτό το κακό. Αλλά πώς να εκδήλωνε το
μίσος της; Ν' άρπαζε ένα μαχαίρι και να πήγαινε να πάρει
εκδίκηση για τον πατέρα της ; Δε συνηθίζεται κάτι τέτοιο
στη Βοημία. Η Άλιτσε βρήκε καλύτερο τρόπο να εκδηλώσει
3 την αντίθεσή της: άρχισε να πιστεύει στο Θεό.
Έτσι ο καλός Θεός βοηθούσε και τις δύο πλευρές, και
Άσχημο αυτό. Εδώ πρέπει να υπενθυμίσω (γι' αυτούς που εξαιτίας του οΈντουαρντ βρέθηκε μεταξύ δύο πυρών.
μπορεί να τους διαφεύγει το ιστορικό πλαίσιο) ότι την επο­ Τη Δευτέρα το πρωί, όταν πήγε και τον βρήκε η διευθύ­
χή εκείνη οι εκκλησίες δεν ήταν απαγορευμένες, αλλά πά­ ντρια στο γραφείο των δασκάλων, οΈντουαρντ ένιωσε εξαι­
ντως δεν ήταν και ακίνδυνο να εκκλησιάζεται κανείς. ρετικά άσχημα. Και δεν υπήρχε περίπτωση να ξαναζωντα­
Δεν είναι τόσο δύσκολο να το καταλάβουμε. Όσοι πολέ­ νέψει το φιλικό κλίμα της πρώτης τους συνάντησης, γιατί,
μησαν γι' αυτό που αποκαλούσαν επανάσταση διατηρού­ από εκείνη τη μέρα (από χαζομάρα ή από αμέλεια), δεν ξα­
σαν από αυτή την υπόθεση μια μεγάλη περηφάνια : τη)) πε­ νάπιασε ποτέ το νήμα της φιλόφρονης συζήτησής τους. Έτσι
ρ ηφάv ι α vα είσαι από τη)) καλή μ εριά τη ς γραμμής του μ ε­ η διευθύντρια του είπε, με επιδεικτικά ψυχρό χαμόγελο:
τώπου. Δέκα με δώδεκα χρόνια αργότερα (πάνω κάτω την «Ειδωθήκαμε χτες, έτσι δεν είναι;»
περίοδο όπου εκτυλίσσεται η ιστορία μας) η γραμμή του «Ναι, ειδωθήκαμε» είπε οΈντουαρντ.
μετώπου αρχίζει να χάνεται, και μαζί μ' αυτήν και η καλή ή «Δεν καταλαβαίνω πώς είναι δυνατόν να πηγαίνει στην
κακή μεριά της γραμμής. Δεν είναι λοιπό παράξενο που οι εκκλησία ένας νέος άνθρωπος σαν κι εσάς» συνέχισε η δι­
παλιοί οπαδοί της επανάστασης νιώθουν εξαπατημένοι και ευθύντρια. Ο Έντουαρντ σήκωσε τους ώμους αμήχανα και
σπεύδουν να αναζητήσουν υποκατάστατα μετώπων. Χάρη η διευθύντρια κούνησε το κεφάλι: «Ένας νέος άνθρωπος».

238 239
KΩ.rνllKOI ΕΡΩΊΈΣ Ο ΕΝΤΟΥΑΡΝΤ ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ

«Είχα πάει να δω το μπαρόκ εσωτερικό του καθεδρικού κορμί της, αλλά αυτό το κορμί τού ήταν τελείως απρόσιτο.


ι
'1 ναοι)>> είπε οΈντουαρντ σαν δικαιολογία.
«Α. μάλιστα» έκανε ειρωνικά η διευθύντρια. «Δεν ήξε­
Μαρτυρικοί ήταν και οι χώροι όπου έβγαιναν στα ραντεβού
τους: βολόδερναν μία ή δύο ώρες στους δρόμους αφού σκο­
ρα ότι ενδιαφέρεστε για την αρχιτεκτονική.» τείνιαζε, ή πήγαιναν στον κινηματογράφο' η μονοτονία και
Αυτή η συζήτηση δεν του άρεσε καθόλου του Έντου­ οι ασήμαντες ερωτικές δυνατότητες αυτών των δύο παραλ­
αρντ. Θυμήθηκε που ο αδερφός του είχε κάνει τρεις βόλτες λαγών (δεν υπήρχαν άλλες) έκαναν τον Έντουαρντ να σκε­
γύρω από τη συμφοιτήτριά του κι είχε φύγει έπειτα σκα­ φτεί πως ίσως κατάφερνε περισσότερα αν λόγου χάρη συ­
σμένος στα γέλια. Έμοιαζε να επαναλαμβάνονται οι οικο­ ναντιόνταν σε διαφορετικό περιβάλλον. Της πρότεινε λοι­
γενειακές περιπέτειες, και φοβήθηκε. Το Σάββατο τηλεφώ­ πόν. με εντελώς αθώο ύφος, να πάνε μαζί το σαββατοκύρια­
νησε στην Άλιτσε και της ζήτησε συγνώμη που δε θα πήγαι­ κο εκδρομή στο σπίτι του αδερφού του, που είχε κι ένα μι­
νε στην εκκλησία, αλλά είχε κρυολογήσει. κρό εξοχικό πλάι στο ποτάμι. σε μια δασωμένη κοιλάδα. Της
«Πολι! λεπτεπίλεπτος μου είσαι» του είπε επιτιμητικά η περιέγραψε με ενθουσιασμό τις αγνές ομορφιές της φΙJσης,
Άλιτσε 6ταν ξαναειδωθήκαν την επόμενη βδομάδα, και του αλλά η Άλιτσε (πάντα αφελής και ει)πιστη σε άλλα θέματα)
'Rντουαρντ του φάνηκε πως δεν υπήρχε ίχνος ευαισθησίας κατάλαβε πού το πάει και του είπε ένα κοφτό όχι. Γιατί δεν
στα λόγια της. Άρχισε λοιπόν να της μιλάει (αινιγματικά του αντιστεκόταν μόνο η Άλιτσε, αλλά και ο (αιωνίως επιφυ­
και αόριστα, γιατί ντρεπόταν να ομολογήσει το φόβο του λακτικός και άγρυπνος) Θεός της Άλιτσε αυτοπροσώπως.
και τις πραγματικές αιτίες του) για τα προβλήματα που Αυτός ο Θεός ενσάρκωνε μία όλη κι όλη ιδέα (άλλες επι­
του δημιουργούσαν στο σχολείο και για τη φριχτή διευθύ­ θυμίες δεν είχε, οι)τε άλλες έγνοιες): την απαγ6ρευση των
ντρια που τον κυνηγούσε χωρίς λόγο. Tfθελε να αφυπνίσει προγαμιαίων σχέσεων. Μάλλον κωμικός ήταν δηλαδή αυ­
τη συμπόνια της Άλιτσε, αλλά εκείνη είπε: τός ο Θεός. αλλά ας μην ΚΟΡΟίδέψουμε γι' αυτό την Άλιτσε.
«Εμένα η αφεντικίνα μου είναι πολι! εντάξει» κι άρχισε Από τις Δέκα Εντολές που μετέφερε στους ανθρώπους ο
να του διηγείται χασκογελώντας διάφορα κουτσομπολιά Μωυσής. υπήρχαν αμέσως αμέσως εννιά από τις οποίες δεν
απ' τη δουλειά της. Ο Έντουαρντ άκουγε το χαρούμενο τι­ διέτρεχε κανέναν κίνδυνο η ψυχή της γιατί η Άλιτσε ούτε
τίβισμά της και σκοτείνιαζε όλο και περισσότερο. να CPOVEtJaEl ήθελε, οι)τε στον πατέρα της έδειχνε ασέβεια,
ούτε τα αγαθά του πλησίον της επιθυμούσε' μόνο μία εντο­
λή τής φαινόταν ότι δεν είναι αυτονόητη, και κατά συνέπεια
αποτελούσε πραγματική πρόκληση: η έβδομη εντολή, το πε­
Ι :1
4 ρίφημο ου μοιχεύσεις. δηλαδή ου πορνεύσεις. Για να κάνει
1., πράξη, να δείξει και να αποδείξει τη θρησκευτική πίστη
Κυρίες και κύριοι, ακολούθησαν εβδομάδες μαρτυρίου! Ο της, έπρεπε να επικεντρωθεί σ' αυτήν αποκλειστικά την
Έντουαρντ ποθούσε κολασμένα την Άλιτσε. Τον ερέθιζε το εντολή. Έτσι. από έναν συγκεχυμένο, ακαθόριστο και αφη-

240 241
ΚΩΜικω Εl'ΩΤΕΣ Ο RNTOYAf'NT ΚΑ! Ο ΘΕΟ2:

ρημένο Θεό. έφτιαξε ένα Θεό απολύτως καθορισμένο, κα­ τό που γινόταν μες στην ψυχή ενός ανθρώπου. Ο Χριστός
ταληπτό και συγκεκρψένο: τον Α ντιπορνικό Θεό. όμως θεώρησε όλες αυτές τις εντολές και τις απαγορεύσεις
Αλλά σας ερωτώ, πού ακριβώς αρχίζει η πορνεία; Κάθε σαν κάτι το εξωτερικό. Γι' αυτόν μεγαλύτερη σημασία είχε
γυναίκα βάζει τα δικά της όρια με εντελώς μυστηριώδη ο άνθρωπος όπως πραγματικά είναι μέσα του. Απ' τη στιγ­
κριτ'ήρια, JT Άλιτσε καθόταν και τη φιλούσε ο Έντουαρντ, μή που ο άνθρωπος ακολουθεί την ορμή τής γεμάτης ζέση
κι έπειτα απ6 αναρίθμητες απόπειρες δικές του τον άφησε και πίστη καρδιάς του. του φλογεροι) είναι του, ό.τι κάνει
τελικά να της χαϊδεύει και το στήθος αλλά στη μέση του είναι καλό και αρεστό στο Θεό. Γι' αυτό και ο απ6στολος
κορμωύ της τραβΟΙJσε μια αυστηρή και αδιάβατη ορωθετι­ ΠαΙJλος λέει: πάντα καθαρά τοις καθαροίς.»
κή γραμμή. κάτω απ' την οποία εκτεινόταν η επικράτεια «Αρκεί να είναι καθαροί» είπε η Άλιτσε.
των ιερών απαγορεύσεων. της αδιαλλαξίας του Μωυσή και «Και ο Ιερός Αυγουστίνος» συνέχισε ο'Εντουαρντ «έλε­
της οργής του Κυρίου. γε: αγΓι.πα το Θεό και κάνε 6.τι επιθυμείς. Καταλαβαίνεις;
Ο Έντουαρντ άρχισε να διαβάζει την Αγία Ι'ραφή και να Αγάπα το Θεό και κάνε ό.τι επιθυμείς.»
μελετά θεολογικά κείμενα' είχε αποφασίσει να αντψετωπί­ «Μ6νο που αυτό που επιθυμείς εσύ δεν είναι αυτό που
σει την Άλιτσε με τα δικά της 6πλα. επιθυμώ εγώ» είπε η Άλιτσε. και ο 'Εντουαρντ συνειδητο­
«Μικρή μου Άλιτσε» της είπε, «τίποτα δεν απαγορεΙJε­ ποίησε πως αυτήν τη φορά η θεολογική επίθεσή του είχε
ται σε κάποιον που αγαπά το Θε6. Όταν επιθυμούμε κάτι. αΠΟΤΙJχει πλήρως γι' αυτό και είπε:
το επιθυμούμε διά της χάριτός του. Ο Χριστός ένα μόνο «Δε μ' αγαπάς».
ήθελε, οδηγός μας να είναι πάντοτε η αγάπη.» «Πώς!» είπε η Άλιτσε απολύτως λακωνικά. «Γι' αυτό και
«Οπωσδήποτε» είπε η Άλιτσε. «αλλά όχι η αγάπη που δε θέλω να κΓι.νουμε κάτι που δεν πρέπει να το κάνουμε.»
νομίζεις εσύ.» 'Όπως είπα ήδη, ήταν εβδομάδες μαρτυρίου. Και το
«Μόνο μία αγάπη υπάρχει» είπε ο Έντουαρντ. μαρτύριο ήταν πολύ πιο έντονο καθώς ο πόθος του Έντου­
«Θα σε β6λευε, ε;» είπε η Άλιτσε. «Μ6νο που ο Θε6ς θέ­ αρντ για την Άλιτσε δεν ήταν απλώς ο πόθος ενός κορμιού
σπισε ορισμένες εντολές κι εμείς οφείλουμε να τις τηρούμε.» για κάποιο άλλο' ίσα ίσα, όσο περισσότερο τον απέκρουε
«Ναι, ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης» είπε ο Έντουαρντ. αυτ6 το κορμί τ6σο πιο θλψμένος και μελαγχολικός γιν6-
Ι!
«αλλά όχι ο Θεός των χριστιανών.» ταν αυτός και τόσο περισσότερο ποθούσε και την καρδιά
!
«Τι πράμα! Ένας είναι ο Θεός» αντέδρασε η Άλιτσε. της κοπέλας. Αλλά ούτε το κορμί ούτε η καρδιά της Άλιτσε
«Ναι» είπε ο Έντουαρντ, «μόνο που οι Εβραίοι της Πα­ νοιάζονταν για τη θλίψη του' ήταν εξίσου Ψυχρά και τα
Ί λαιάς Διαθήκης δεν τον EVVOotJarxv ακριβώς όπως τον εννο­ δι)ο. εξίσου κλεισμένα στον εαυτό τους και ικανοποιημένα
Ι ούμε εμείς. Πριν απ6 την έλευση του Χριστοι) οι άνθρωποι από τον εαυτό τους.
όφειλαν προπάντων να συμμορφώνονται με ένα σύστημα Αυτό που δαψόνιζε πάνω απ' όλα τον 'l!;ντουαρντ στην
θείων εντολών και ν6μων. Δεν είχε και μεγάλη σημασία αυ- Άλιτσε ήταν η αδιατάραχτη αυτοσυγκράτησή της. Αν και ο

'24'2 243
Ι, ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ Ο ΕΝΤΟΥΑΡΝΤ ΚΑ! Ο ΘΕΟΣ

ίδιος ήταν μάλλον μετρημένος, άρχισε να ονειρεύεται μια κτικότητα. Αλλά δεν μπόρεσε να δει τι εντι)πωση προκάλε­
ακραία πράξη που θα έβγαζε την Άλιτσε από την αταραξία σε η χειρονομία του αυτή στην Άλιτσε. γιατί εκείνη ακρι­
της. Και επειδή ήταν πολύ παρακινδυνευμένο να την προ­ βώς τη στιγμή είδε στο απέναντι πεζοδρόμιο την επιστά­
καλέσει με τη βλασφημία ή τον κυνισμό (όπως τον ωθούσε τρια του σχολείου. Τον κοίταζε. Και ο Έντουαρντ κατάλα­
ο χαρακτήρας του) αναγκάστηκε να καταφύγει σε αντίθε­ βε πως είναι χαμένος.
τες (άρα πολι') πιο δι'ισκολες) ακρότητες. οι οποίες θα
απέρρεαν από τις θέσεις της ίδιας της Άλιτσε, θα έφταναν
όμως σε τέτοιες υπερβολές, που θα την έκαναν να ντραπεί
για τη χλιαρή στάση της. Με άλλα λόγια: οΈντουαρντ άρ­ 5
χισε να επιδεικνύει υπέρμετρη ευσέβεια. Δεν έχανε την πα­
ραμικρή ευκαιρία να πηγαίνει στην εκκλησία (ο πόθος του Οι φόβοι του επαληθεύτηκαν τη μεθεπομένη, όταν τον στα­
για την Άλιτσε ήταν πολύ πιο ισχυρός απ' το φόβο των μάτησε στο διάδρομο η επιστάτρια και του ανακοίνωσε με­
όποιων συνεπειών), όπου φερόταν με εκκεντρική ταπεινο­ γαλοφu')νως ότι την επομένη στις δώδεκα η ώρα έπρεπε να
σύνη: γονάτιζε σε κάθε ευκαιρία, ενώ η Άλιτσε προσευχό­ παρουσιαστεί στο γραφείο της διευθύντριας: «Πρέπει να
ταν κι έκανε το σταυρό της όρθια δίπλα του, γιατί φοβόταν σου μιλήσουμε. σύντροφε».
μην της φύγει κάνας πόντος απ' τις κάλτσες της. Τον 'Rντουαρντ τον κυρίευσε αγωνία. Το βράδυ είδε την
Μια μέρα την κατηγόρησε για χλιαρή πίστη. Της υπεν­ Άλιτσε και άρχισαν ως συνήθως να τριγυρνάνε στους δρό­
θύμισε τα λόγια του Ιησού: Ου πας ο λέγων μοι. Κύριε Κύ­ μους. αλλά είχε παραιτηθεί από τον θρησκευτικό ζήλο του.
ριε, εισελεύσεται εις την βασιλείαν των ουρανών. Της είπε Ήταν αποκαρδιωμένος και ήθελε να μοιραστεί με την Άλι­
πως η πίστη της είναι τυπική, εξωτερική, ει'ιθραυστη. Την τσε αυτ() που του συνέβαινε. αλλά δεν είχε το σθένος. γιατί
κατηγόρησε για την άνετη ζωή της. Την κατηγόρησε πως ήξερε πως. για να κρατήσει την ανεπιθΙJμητη (αλλά απα­
παραείναι ικανοποιημένη με τον εαυτό της. Την κατηγόρη­ ραίτητη) δουλειά του, ήταν έτοιμος να προδώσει χωρίς κα­
σε ότι δε βλέπει τίποτ' άλλο πέρα από τον εαοτό της. νένα δισταγμό τπν καλό Θεό. Οπότε δεν είπε τίποτα για τη
Κι όση ώρα μιλούσε (η Άλιτσε δεν την περίμενε τέτοια δυσοίωνη κλήση στο γραφείο της διευθι'ιντριας. και συνε­
ι! επίθεση και αμυνόταν υποτονικά) είδε ξαφνικά ένα προ­ πώς δεν μπορούσε να περιμένει καμία λέξη παρηγοριάς.
lί σκυνητάρι. έναν παλιό μπρούτζινο σταυρό μ' έναν σκουρια­ Την επομένη μπήκε στο γραφείο της διευθύντριας μ' ένα
σμένο εσταυρωμένο από λευκοσίδηρο, που ορθωνόταν αίσθημα απόλυτης μοναξιάς.
11
στην άκρη του δρόμου. Τράβηξε απότομα το χέρι του από Στο γραφείο τον περίμεναν τέσσερις κριτές: η διευθι'ι­
το χέρι της Άλιτσε, στάθηκε (σαν διαμαρτυρία για την ντρια. η επιστάτρια. ένας συνάδελφός του (κοντός και με
αδιαφορία της και για να δείξει ότι ξεκινά η καινούρια του γυαλιά) και ένας άγνωστος (γκριζομάλλης) κύριος. που οι
εκστρατεία) και έκανε το σταυρό του με επιθετική επιδει- άλλοι τον αποκαλούσαν σύντροφο επιθεωρητή. Η σιευθύ-

244 '245
ΚΩΜΙΚΟΤ ΕΡΩΤΕΣ Ο ΕΝ1ΌΥΑΡΝΤ ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ

ντρια έκανε νόημα στον Έντουαρντ να καθίσει. και ύστερα ακριβέστερα, κοντά στην εικόνα που είχαν σχηματίσει εκεί­
του είπε ότι τον κάλεσαν για μια τελείως φιλική και ανεπί­ νοι γι' αυτόν' αν ήθελε να διορθώσει ώς ένα βαθμό αυτή την
σημη συζήτηση, γιατί ήταν εξαιρετικά ανήσυχοι με τη συ­ εικόνα. έπρεπε ώς ένα βαθμό και να την αποδεχτεΙ
μπεριφορά του εκτός σχολείου. Μιλοι)σε και παράλληλα «Σύντροφοι. μπορώ να μιλήσω ειλικρινά;» τους είπε.
ΚΟΙΤ(Η'ισε τον επιθεωρητή, και ο επιΟεωρητής κουνοι)σε επι­ «Και βέβαια» είπε η διευθύντρια. «Γι' αυτό βρίσκεστε
δοκιμαστικά το κεφάλι' έπειτα έριξε ένα βλέμμα στον δά­ EQC;). »
σκαλο με τα γυαλιά, που όλη αυτή την ώρα την κοιτούσε «Και δε θα θυμώσετε;»
προσεχτικά. και μόλις έπιασε το βλέμμα της άρχισε μια ατέ­ «Π είτε ό.ΤΙ έχετε να πείτε» απάντησε η διευθύντρια.
λειωτη αγόρευση. Είπε πως Οέλουμε να διαπαιδαγωγήσου­ «Ε λοιπόν, θα σας τα ομολογήσω όλα» είπε ο Έντου­
με μια υγιή και απαλλαγμένη από προκαταλήψεις νεολαία αρντ. «Όντως πιστεύω στο Θεό.»
και πως είμαστε απολύτως υπεύθυνοι γι' αυτήν τη νεολαία. Κοίταξε τους κριτές του και διαπίστωσε πως έμοιαζαν
γιατί εμείς (οι δάσκαλοι) χρησιμεύουμε σαν παράδειγμα' όλοι ανακουφισμένοι' μόνο η επιστάτρια του φώναξε: «Σή­
γι' αυτό και δεν μπορούμε να ανεχτοι'ιμε ανάμεσά μας την μερα, σύντροφε; Στην εποχή μας;»
παρουσία θρησκόληπτων' ανέπτυξε διά μακρών αυτήν τη Ο Έντουαρντ συνέχισε: «Το περίμενα πως θα θυμώσετε
σκέψη και στο τέλος δήλωσε πως η συμπεριφορά του αν σας πω την αλήθεια. Αλλά δεν ξέρω να λέω Ψέματα. Μη
Έντουαρντ αποτελεί σκάνδαλο για ολΩκληρο το σχολείο. μου ζητάτε να σας πω ψέματα».
Λίγα λεπτΓι. πιο πριν ο 'J:<:ντουαρντ '�ταν σίγουρος πως θα «Δε σας ζητάει κανείς να πείτε ψέματα» είπε (ήρεμα) η
απαρνηθεί το Θεό τον οποίο είχε πρόσφατα ανακαλύψει και διευθύντρια. «Καλά κάνετε και λέτε την αλήθεια. Εγώ
θα παραδεχτεί πως ο εκκλησιασμΩς του και το δημόσιο σταυ­ απλC;)ς θα ήθελα να μου εξηγήσετε πώς γίνεται να πιστεύει
ροκόπημά του ήταν σκέτο θέατρο. Αλλά τώρα που είχε έρ­ στο Θεό ένας νέος άνθρωπος σαν κι εσάς!»
θει αντιμέτωπος με την κατάσταση, ένιωσε πως δεν είναι «Σήμερα, σήμερα που στέλνουμε πυραύλους στο φεγ­
δυνατ6ν να τους πει την αλήθεια' αν μη τι άλλο. δεν μπορού­ γάρι!» υπερθεμάτισε ξαναμμένος ο δάσκαλος.
σε να πει σ' αυτά τα τέσσερα άτομα, τα τόσο σοβαρά και «J:<:ίναι κάτι πάνω απ' τις δυνάμεις μου» είπε ο Έντουαρντ.
τόσο παθιασμένα, ότι παθιάζονται για μια παρανόηση, για «Δεν το θέλω που πιστεΙJω στο Θεό. Αλήθεια δεν το θέλω.»
μια ανοησία. Κατάλαβε πως, αν τους έλεγε κάτι τέτοιο. θα «Δηλαδή πώς δεν το θέλετε, αφοl) πιστει'ιετε!» παρενέ­
ήταν σαν να τους κορο·ίδεύει. χωρίς να το θέλει. για τη σο­ βη (σε υπερβολικά φιλικό τόνο) () γκριζομάλλης κύριος.
βαρότητά τους κατάλαβε ότι αυτοί οι άνθρωποι περίμεναν «Δε θέλω να πιστεύω, αλλά πιστεύω» επανέλαβε χαμη­
από εκείνον υπεκφυγές και δικαιολογίες. που ήταν εκ των λόφωνα την ομολογία του ο Έντουαρντ.
προτέρων έτοιμοι να τις απορρίψουν. Και κατάλαβε (αστρα­ «Μα εδώ υπάρχει αντίφαση!» γέλασε ο δάσκαλος με τα
πιαία, γιατί δεν είχε χρόνο να σκεφτεΟ πως τη στιγμή αυτή γυαλιά.
το πιο σημαντικό ήταν να μείνει κοντά στην αλήθεια, ή. «Σύντροφοι, σας λέω τα πράγματα όπως ακριβώς εί-

247
246

L
ΚΩΜΙΚΟ! Εl'ΩΤΕΣ Ο ΕΝΤΟΥΑΡΝΤ ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ

ναι» είπε ο 'Εντουαρντ. « Ξέρω πολι'ι καλά 6τι η πίστη στο ντροφοι. σας λέω τα πράγματα όπως είναι! Καλύτερα να σας
Θε6 μάς απομακρύνει από την πραγματικότητα. ΤΙ θα γι­ πω την αλήθεια, δε θέλω να είμω υποκριτής, θέλω να με μά­
νόταν ο σοσιαλισμός, αν όλοι πίστευαν πως ο κόσμος βρί­ θετε έτσι όπως είμαι πραγματικά»' και χαμήλωσε το κεφάλι.
σκετω υπό την εξουσία του Θεού; Δε θα 'κανε τίποτα κα­ Ο δάσκαλος ήταν στενόμυαλος δεν ήξερε ότι ακόμα κω
νείς κω θα τα περίμεναν όλα απ' το Θει).» ο πιο σκληρός επαναστάτης θεωρεί τη βία απλώς αναγκαίο
«Ακριβώς» συμφώνησε η διευθιJντρια. κακό. ενώ το καλό της επανάστασης είναι η αναμόρφωση. Ο
«Κανένας δεν απέδειξε ποτέ την ύπαρξη του Θεοι>)) δή­ ίδιος είχε ασπαστεί τα επαναστατικά πιστεύω απ' τη μια
λωσε ο δάσκαλος με τα γυαλιά. μέρα στην άλλη κω δεν ενέπνεε κανένα σεβασμό στη διευ­
Ο Έντουαρντ συνέχισε: «Η διαφορά ανάμεσα στην ιστο­ θύντρια. κω ούτε που υποψιαζόταν πως τη στιγμή αυτή ο
ρία της ανθρωπότητας κω την προ'ίστορία είναι ότι ο άν­ Έντουαρντ. που μόλις είχε τεθεί στη διάθεση των κριτών του.
θρωπος πήρε την τι'ιχη του στα χέρια του κω δε χρειάζετω σαν μια δύσκολη περίπτωση που όμως επιδέχεται αναμόρ­
πλέον το Θεό». φωση, μετροιΥσε χίλιες φορές περισσότερο από εκείνον. Και
«Η πίστη στο Θεό οδηγεί στη μοιρολατρία» είπε η διευ­ επειδή δεν το υποψιαζόταν. άρχισε μια βίαιη επίθεση στον
θύντρια. Έντουαρντ, δηλώνοντας πως Γiνθρωποι σαν κι αυτόν, που δεν
«11 πίστη στο Θεό είνω κατάλοιπο του l\lεσαίωνα» είπε μπορούν να απαλλαγΟΙJν από μια μεσωωνική πίστη. ανήκουν
ο 'Εντουαρντ. κι έπειτα κάτι είπε πάλι η διευθι'ιντρια. έπει ­ στον Μεσαίωνα και δεν έχουν θέση σ' ένα σημερινό σχολείο.
τα ο δάσκαλος. έπειτα οΈντουαρντ. έπειτα ο επιθεωρητής. 11 διευθύντρια τον άφησε να τEAElC;)aEt και τον επανέφε­
κι όλες αυτές οι σκέψεις αλληλοσυμπληρώνονταν αρμονικά. (Ι::: στην τάξη: «Δε μ' αρέσει να πέφτουν κεφάλια. Ο σι'ι­
ώσπου στο τέλος ο δάσκαλος με τα γυαλιά δεν άντεξε και νψοφος υπήρξε ειλικριγ�ς κω μας είπε την αλήθεια. Πρέ­
διέκοψε τον Έντουαρντ: ΠΤΙ. να το λάβουμε υπόψη μας αυτό». Έπειτα στράφηκε
«Τότε γιατί κάθεσω κω σταυροκοπιέσω μες στη μέση ()τιιν Ί ' : ν ΤΟ Ι J α ρ ντ : «Οι σύντροφοι βέβωα έχουν δίκιο. όταν
του δρόμου, αφού τα ξέρεις όλα αυτά ;» Acvc τιω� ι)Ε γίνεται να διαπωδαγωγεί τη νεολαία μας ένας
Ο Έντουαρντ τον κοίταξε με απέραντα θλιμμένη έκφρα­ Ο( ΙΊj()}{ιιΛηΠΤOς. Ι 'ιά πείτε μας λοιπόν εσείς. τι προτείνετε».
ση κω είπε: «Γιατί πιστεύω στο Θεό». .. Λεν IΞC(J(,). σι'ιντροφοι» είπε ο Έντουαρντ με ύφος δυ-
«Μα εδώ υπάρχει αντίφαση!» ξανάπε περιχαρής ο δά­ () (ιιχl.ιψ:::\!ιι .
σκαλος με τα γυαλιά. .. Ι\()ιτιί.(π τι σκέφτομαι» είπε ο επιθεωρητής. «Η μάχη
«Ναι» είπε ο Έντουαρντ. «υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στη τοιι πιιλιι JI Ι !1::: το νέο δε γίνεται μόνο μεταξι) των τάξεων
γνώση κω την πίστη. Αναγνωρίζω ότι η πίστη στο Θεό οδηγεί αΛΛΓΧ χω Ι1::Πrx π::: χάΟε άνθρωπο. Αυτήν ακριβώς τη μάχη
στον σκοταδισμό. Αναγνωρίζω πως καλύτερα να μην υπήρχε π ΓΧ(!(Χ){()Λ()ι ι()ιιιψ::: !lCna στον σύντροφο. Ξέρει, αλλά η ευω­
Θε6ς. Αλλά τι να κάνω όταν εδώ. βαΘιά μέσα μου». και έδειξε σ()ησία του τον η ι α [i ά ε ι πίσω. Οφείλουμε να βοηθήσουμε
την καρδιά του. «ωσθάνομαι πως υπάρχει ; Βλέπετε. σι'ι- τον σl'ινη Jοφο να O(JlΓXIl[:JEtJaEι η λογική.»

ι
ΚΩΜΙ Κ()] ΕΡΩΙΈΣ ο Κ'ΠΟΥΛΓ!\'Τ ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ

ΗδιευfJι')ντρια συμφώνησε. Και πρόσθεσε: «Πολύ καλά' μπήκε στο μικρό διαμέρισμά της με κατεβασμένο το κεφά­
θα τον αναλάβω εγώ προσωπικά». λι και χωρίς την παραμικρή πρόθεση να την εντυπωσιάσει
με την αντρική γοητεία του. Εκείνη του έδειξε μια πολυ­
θρόνα να καθίσει κι άρχισε την κουβέντα σε πολύ φιλικό
τόνο' τον ρώτησε τι θα πάρει: καφέ; Εκείνος είπε όχι. Τότε.
ένα ποτό; Ένιωσε αμήχανα: «Αν έχετε ένα κονιάκ...» Και
αμέσως φoβϊlθηκε μήπως είπε κάτι ανάρμοστο. Αλλά η δι­
Ο Έντουαρντ είχε λοιπόν καταφέρει να απομακρύνει τον ευθι'ιντρια απάντησε ευγενικά: «'Οχι, δεν έχω κονιάκ. Λίγο
άμεσο κίνδυνο' η δ�δασκαλική σταδιοδρομία του ήταν απο­ κρασί έχω μόνο... » και έφερε ένα μισοάδειο μπουκάλι. που
κλειστικά στα χέρια της διευθύντριας. κι αυτό τον χαροποί­ έφτανε ίσα ίσα για δι'ιο ποτήρια.
ησε ιδιαίτερα: θυμόταν τα λόγια του αδερφοι'ι του, πως η Έπειτα είπε στον Έντουαρντ ότι δεν πρέπει να τη βλέ­
διευθύντρια είχε πάντοτε αδυναμία στους νεαροιΥς, και μ' πει σαν ιεροεξεταστή' ο καθένας έχει, εννοείται. το δικαίω­
όλη την ασταθή νεανική αυτοπεποίθησή του (υπερβολική μα να διατηρεί τις πεποιθήσεις που θεωρεί ο ίδιος σωστές
τη μια μέρα, ανύπαρκτη την άλλη) αποφάσισε ότι θα βγει βέβαια. μπορεί να αναρωτηθεί κανείς (πρόσθεσε αμέσως)
νικητής από αυτήν τη δοκιμασία, κερδίζοντας, σαν άντρας, αν ένα τέτοιο άτομο έχει θέση στην εκπαίδευση' γι' αυτό
την εύνοια της επικυριάρχου του. αναγκάστηκαν να τον καλέσουν (με βαριά καρδιά πάντως)
Λίγες μέρες αργότερα. όταν κατά τα συμφωνημένα πϊl­ χαι να συζητήσουν μαζί του. κ� ήταν πολι) ικανοποιημένοι
γε στο γραφείο της διευθιΥντριας, δοκίμασε να πάρει ανέ­ (rxι lτή κι ο επιθεωρητής, εν πάση περιπτώσει) που τους μί­
μελο ύφος και δεν έχανε ευκαιρία να παρεμβάλλε� στη συ­ ληπ::: :::ιλικρινά και δεν προσπάθησε να αρνηθεί τίποτα. Εν
ζήτηση μια πιο προσωπική παρατήρηση ή ένα λεπτό κοπλι­ ιιι ι ν ε χε ί α . πρόσθεσε. μίλησαν πoλλϊl ώρα γι' αυτόν με τον

μέντο. ϊl να υπογραμμίζει με διακριτικά διφορούμενο τρό­ , IlI.( Jcω( lητϊl και αποφάσισαν να τον καλέσουν σε έξι μήνες

πο τον ιδιαίτερο χαρακτψ)α της θέσης του: ένας άντρας ΥΙΙΙ ιιl.ι� χιιινοl)(>ια συζήτηση' &)ς τότε έπρεπε αυτή με την
στο έλεος μιας γυναίκας. 'Ομως δεν του επιτράπηκε να επι­ Jl ψ( Η lγl ίη:::: να τον βOηθϊlσει να εξελιχτεί. Και υπογράμμι­

λέξει αυτός τον τόνο της συζήτησης. Η διευθύντρια του μι­ ιl: ι/ΑΛΊI μΙ/Ι. ψ ι ψ ά πως η βοήθεια που ήθελε να του προσφέ-

λούσε ευγενικά, αλλά υπερβολικά συγκρατημένα' τον ρώ­ ( " Ι. , l.\ιιΗ φιλική (jοήfJεια. πως ούτε ιεροεξεταστής είναι ού-
τησε τι βιβλία διαβάζει και του υπέδειξε ορισμένα που θα [[ ιω ΓII\lΙΨΙΧΙ',::::. Ί';πειτα αναφέρθηκε στον δάσκαλο που

'πρεπε να τα διαβάσει, γιατί ήθελε προφανώς να αναλάβει τι", [ι:χε CIHTcOci τιΊπ() άγρια και είπε: «'Εχει κι αυτός προ­

το μακρόπνοο έργο της πνευματικής του αναμόρφωσης. [Ίληιιιι. ul.. χιl.ι, Οα Ίαν εlJτυχής αν μπορούσε να κάνει δι'ισκο­
Στο τέλος τον κάλεσε στο σπίτι της. λη τη (ι"γl των ιΧλλων. 11 επιστάτρια πάλι λέει παντού πως
Με τον συγκρατημένο τόνο της διευθύντριας η ωραία γιπιχπτιχ\l r::( ιι IΧλητιχιΊς και επψένατε πεισματικά στις θέσεις
αυτοπεποιΘηση του Έντουαρντ πήγε περίπατο, κι έτσι σιχς. 1';(\ιΙ/.l (1.[Jπαχίvητη στην άποψή της πως έπρεπε να σας

250
ΚΩ\lΤΚΟΙ RΓΩΤF:Σ Ο J.:NTOYAfJNT ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ

διώξουμε απ' το σχολείο. Φυσικά. δε συμφωνώ μαζί της, �τo πρόσωπο της διευθύντριας ζωγραφίστηκε ένα πι­

από την άλλη όμως πρέπει να την καταλάβετε. Ούτε εμένα κρό χαμόγελο. και ο Έντουαρντ σχεδόν τη λυπήθηκε. Ήταν

θα μου πολυάρεσε να εμπιστευτώ τα παιδιά μου σ' ένα δά­ συγκινητικά άσχημη' τα μαύρα μαλλιά πλαισίωναν ένα

σκαλο που σταυροκοπιέται μες στη μέση του δρόμου». στενόμακρο οστεc,')δες πρόσωπο, και το μαι'φο χνοlΥδι κάτω

.\lε τον τρόπο αυτό η διευθι'ιντρια, μέσα από ένα ακατά­ απ' τη μΙJτη σαν να σχημάτιζε κανονικό μουστάκι. Μεμιάς

σχετο κύμα λέξεων και φράσεων, επιδείκνυε άλλοτε τις σα­ κατάλαβε όλη τη θλίψη της ζωής της παρατηροι)σε τα χα­

γηνευτικές πλευρές της επιείκειΓ..<ς της, Γ..<λλοτε τις απειλη­ ρακτηριστικά της που φανέρωναν έναν έντονο αισθησια­

τικές πλευρές της αυστηρότητάς της, και μετά, για να δεί­ σμό, και μαζί παρατηρούσε την ασχήμια που φανέρωνε την

ξει πως η συνάντησή τους ήταν πράγματι φιλική. πέρασε σε αδυναμία να ικανοποιηθεί αυτή η ένταση' και τη φανταζό­

άλλα Οέματα: άρχισε να μιλάει για βιβλία, έδειξε στον ταν να έχει μεταμορφωθεί 6λο πάθος σε ζωντανό άγαλμα

Έντουαρντ τη βιβλιοθήκη της, του μίλησε ιδιαίτερα για τη της οδύνης τη μέρα του θανάτου του Στάλιν. να τρέχει 6λο

ΜαΥεμέvΎ) Φυχή του Ρομαίν Ρολλάν. και συγχι')στηκε όταν πάθος σε χιλιάδες συγκεντρώσεις, να αγωνίζεται όλο πάθος

της είπε πως δεν την είχε διαβάσει' ιΊστερα τον ρ(�τησε αν ενάντια στον διΥστυχο Ιησού, και κατάλαβε πως 6λα αυτά

του αρέσει το σχολείο, και έπειτα από μια συμβατική απά­ ήταν μια θλιβερή διέξοδος για τον πόθο της, που δεν μπο­

ντησή του. άρχισε να μιλάει ασταμάτητα: είπε πόσο μακα­ (JOΙJaE να δωχετευτεί εκεί που ήθελε η ίδια. Ο Έντουαρντ

ρίζει την τι)χη της για το επάγγελμά της, πόσο αγαπάει τη ήταν νέος και είχε ακόμα τεράστια αποθέματα συμπόνιας.

δουλειά στο σχολείο, γιατί εκπαιδει)οντας μικρά παιδιΓ..< l\οιτοlΊσε τη διευθιΊντρια με κατανόηση. Εκείνη 6μως, σαν

βρίσκεσαι σε διαρκή και ουσιαστική επαφή με το μέλλον. νι, ντ(ιεπ6ταν για την ακούσια σιωπή της, είπε με φωνή που

και μόνο το μέλλον μπορεί σε τελική ανάλυση να δικαιώσει ηΟελε να φανεί ζωηρή:

όλον αυτ6 τον π6νο που υπάρχει γιΊρω μας (<<ναι, πρέπει " '-:ν πάση περιπτώσει, δεν είναι αυτό το θέμα. Δε ζοιΥμε

να το παραδεχτοlΊμε» είπε) εν αφθονία. «Αν δεν πίστευα Υ',ΙΧ ων EΓXIΙT() μας. ΖοιΊμε πάντα για κάτι άλλο». Τον κοί­
6τι ζω για κΓ..<τ ι μεγαλι'ηερο απ6 τη δική μου ζω'ή. πιθαν6τα­ ω!,l [1Ι,()ιrx στα μάτια. «Αλλά πρέπει να ξέρουμε για ποιο
τα δε θα μποροιΊσα να ζήσω. » ΙΨΙ'ΥIιιι. , Λν είναι κάτι πραγματικό ή κάτι πλασματικό. Εί­

ΛκοιΊστηκαν πολl) ειλιχρινή τα λ6για αυτά. και ο ']<;ντοu­ νιο. ι,ψι�ίιx ι(:;έα () Θεός. Αλλά το μέλλον του ανθρώπου,

αρντ δεν κατάλαβε ξεκάθαρα αν η διευθιΊντρια 'ήθελε έτσι Ι-:νιιιιιιψνr. είναι η πραγματικότητα. Και γι' αυτή την

να του ανοίξει την καρδιά της ή να αρχίσει ιδεολογική ανά­ ΠΙΗχγιιιnl.κι'ιτητα έζησα εγώ, γι' αυτή την πραγματικότητα

λυση για το νόημα της ζωής προτίμησε να τα δει σαν κά­ ΟlιοίΙΧΙΗΙ τιχ πάντα.»

ποια προσωπική νύξη και ρώτησε με μισή φωνή, διακριτικά: 1\1 ιλιιιH)C ΙΙΕ τέτοια ζέση, που ο Έντουαρντ δεν έπαψε να

«Και η ζωή σας, κατά τα άλλα;» νl.(:)Οει ιωτι'ι το ξαφνικό κύμα κατανόησης που τον είχε

«Η ζωή μου;» επανέλαβε η διευθύντρια. πληιψ1ιιιί,ocι λίγο πιο πριν' του φάνηκε ανόητο να λέει έτσι

«Ναι, η ζωή σας. Δε σας ικανοποιεί;» ζε(:;ιιJινφιιπα ψέματα σ' έναν συνάνθρωπό του και πίστεψε

252 253
ΚΩ.\!ΙΚΟΙ ΕΙ'ΩΤΕΣ Ο ΕΝΤΟΥΑΡΝΤ ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ

ότι αυτή η ΤΡΟΠ'ή της συζήτησης, με τον πιο οικείο τόνο. του λημένος πεισματικά σ' αυτό που πιστεύετε. Κανείς δε σας
πρόσφερε την ευκαιρία να παραιτηθεί επιτέλους από την καταλαβαίνει όσο εγι;). Υπήρξα κι εγώ νέα, σαν κι εσάς.
άνευ αντικειμένου (και τόσο δύσκολη πάντως) απάτη του. Ξέρω τι είναι τα νιάτα. Κι αυτό που μ' αρέσει σ' εσάς είναι
«lVTa συμφωνώ απόλυτα μαζί σας» έσπευσε να τη δια­ ακριβώς τα νιάτα σας. �10υ είστε πολι) συμπαθής.»
βεβαιώσει. «Κι εγώ προτιμώ την πραγματικότητα. Κοιτάξ­ Νά το. τελικά' ήρθε. OtJTE νωρίτερα ούτε αργότερα'
τε. μην παίρνετε και τόσο σοβαρά την ευσέβειά μου!» ακριβώς την κατάλληλη στιγμή. (Αυτή την κατάλληλη στιγ­
Αλλά αμέσως διαπίστωσε ότι δεν πρέπει ποτέ να παρα­ μή, όπως βλέπουμε. δεν την επέλεξε ο Έντουαρντ- η ίδια η
συρόμαστε από μια ξαφνική έκρηξη των συναισθημάτων στιγμή επέλεξε τον Έντουαρντ για να παροuσιαστευ Όταν
μας.Η διευθύντρια τον κοίταξε έκπληκτη και είπε εμφα­ η διευθύντρια είπε ότι της είναι συμπαθής. εκείνος απάντη­
νώς ψυχρά: «Μην παίζετε θέατρο. Εμένα μου άρεσε ακρι­ σε μάλλον άχρωμα:
βώς η ειλικρίνειά σας. Τώρα πάτε να παραστήσετε κάτι «Κι εσείς μου είστε συμπαθής».
που δεν είστε». «Αλήθεια;»
Όχι. δεν του επιτρεπόταν να απαλλαγεί από το θρησκευ­ «Αλήθεια.»
τικό κοuστοι)μι που μόνος του φόρεσε μια μέρα' παραιτήθηκε «Ελάτε τώρα! Εγώ. γριά γυναίκα...» αντέτεινε η διευ-
γρήγορα και προσπάθησε να εξαλείψει την άσχημη εντύπω­ ()ι'ιντρια.
ση που μόλις είχε δημιουργήσει: «Μα όχι. δεν ήθελα να υπεκ­ «Δεν είν' αλήθεια» αναγκάστηκε να πει οΈντουαρντ.
φι)γω. Και βέβαια πιστεύω στο Θεό. και δε θα μπορούσα "llώς δεν είναι!» είπε η διευΟιΊντρια.
ποτέ να το αρνηθώ. Ήθελα απλώς να πω ότι κι εγώ πιστεύω "Δεν είστε καθόλου γριά' αυτά είναι ανοησίες» αναγκά-
στο μέλλον της ανθρωπότητας. στην πρόοδο, σ' όλα αυτά. οτηκε να πει πολύ αποφασιστικά οΈντοοαρντ.
Αν δεν πίστευα σ' όλα αυτά, τι νόημα θα είχε όλη μου η δου­ .. Ί ,; ται λέτε;»
λειά στο σχολείο, τι νόημα θα είχε να έρχονται παιδιά στον .. 1\ Γ/.Ι ["\έβαια. Και μου αρέσετε πολύ.»
κόσμο, τι νόημα θα είχε όλη μας η ζωή; Και μάλιστα σκεφτό­ .. \Ιη λΕτε Ψέματα. Ξέρετε πως δεν κάνει να λέτε Ψέματα.»
μουν πως είναι θέλημα και του Θεού να βελτιώνεται συνε­ .. Λc Ac(,) ψέματα. Είστε όμορφη.»
χώς και να προοδεύει η κοινωνία. Σκεφτόμουν ότι μπορού­ .. ()IJιψφη» έκανε η διευθύντρια μ' ένα μορφασμό δυ-
με κάλλιστα να πιστει)ουμε στο Θεό και μαζί στον κομμουνι­ ο Π 1,0 ( Ι.ι Ι. (� ,
σμό, ότι αυτά τα δι)ο μπορούν κάλλιστα να συμβιβαστούν». .. Νω, ι'ψιφφψ> είπε ο Έντουαρντ, και σαν να φοβόταν
«Όχι» είπε η διευθύντρια με μητρική αυταρχικότητα. [ην C/:,OCjJ()rxAI1Yj αναληθοφάνεια αυτής της διαβεβαίωσης,
«Δε συμβιβάζονται αυτά τα δυο.» C:OJTCI )f)[ να την τεκμηριώσει με επιχεΙΡή
' ματ
«Το ξέρω» είπε θλιμμένα ο Έντουαρντ. «Αλλά μη μου ιψΕο()l!\) οι lιελαχιιινές. όπως εσείς».
θυμώνετε.» .. �ιl.ς ιφΕαοl!ν οι μελαχρινές;» ρώτησε η διευθύντρια.
«Δε σας θυμώνω. Είστε ακόμα νέος και είστε προσκολ- .:I'ι)εΑιί." είπε () Ί�ντoυαρντ.

254
ΚΩΜΙΚor F:ΡΩΤΕ�
Ο E�TOYAP:\'T ΚΑΙ Ο ΘεΟΣ

«Και πώς και δεν ήρθατε να με βρείτε, από τότε που εί­ Ήταν περίεργΟ" ο Έντουαρντ δεν καταλάβαινε τίποτα.
στε στο σχολείο; Είχα την εντύπωση πως μ' αποφεύγετε.» Τη μεθεπομένη. καθώς περπατούσαν στους σκοτεινούς
«Δίσταζα» είπε ο Έντουαρντ. «Θα έλεγαν όλοι πως έρ­ δρόμους, διαπίστωσε κατάπληκτος πως τα φιλιά της. που
χομαι για γλείψιμο. Κανένας δε θα πίστευε πως έρχομαι συνήθως ήταν τόσο θλιβερά ανοι)σια. είχαν γίνει ξαφνικά
μόνο και μόνο επειδή μου αρέσετε.» υγρά. θερμά. φλογερά. Όταν σταμάτησαν κάτω από ένα
«Τώρα δεν έχετε να φοβάστε τίποτα» είπε η διευθιι­ φανάρι του δρόμου, ο Έντουαρντ είδε δυο μάτια να τον
ντρια. «Τώρα υπάρχει επίσημη απόφαση πως πρέπει να κοιτάζουν ερωτευμένα.
βλεπόμαστε κάπου κάπου.» «Σ' αγαπώ, αν θες να ξέρεις» του είπε εντελώς ξαφνικά
Τον κοιτούσε στα μάτια με τις μεγάλες μαιψες κόρες η Άλιτσε και του έκλεισε αμέσως το στόμα: «Μη. μην πεις
των ματιών της (πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι δεν ήταν τίποτα. Ντρέπομαι για τον εαυτό μου. Δε θέλω ν' ακο!)σω
άσχημα τα μάτια της), κι όταν αυτός έκανε να φύγει, του τίποτα.»
χάιδεψε απαλά το χέρι, έτσι που ο ανόητος έφυγε συνεπαρ­ Περπάτησαν λίγο ακόμα. ξανασταμάτησαν. και η Άλι­
μένος, με την αίσθηση του νικητή. τσε είπε: «Τα καταλαβαίνω όλα τώρα. Καταλαβαίνω γιατί
με κατηγορούσες για χλιαρή πίστη».
Λλλά ο Έντουαρντ δεν καταλάβαινε τίποτα και προ­
τίμησε να σωπάσει' έκαναν μερικά βήματα ακόμα, και η
7 Λλιτσε είπε: «Και δε μου 'πες τίποτα. Γιατί δε μου 'πες τί-
πιιτα;»
Ο Έντουαρντ ήταν σίγουρος ότι αυτή η δυσάρεστη υπόθε­ "Τι να σου 'λεγα δηλαδή;» ρώτησε ο Έντουαρντ.
ση γυρνούσε προς όφελός του, και την Κυριακή συνόδεψε "Λχ. πάντα ο ίδιος» έκανε η Άλιτσε μ' έναν ήρεμο εν­
την Άλιτσε στην εκκλησία, με θρασύτατη άνεση' κι όχι μό­ ()()Ι ιπιαπμό. «Άλλος στη θέση σου θα κοκορευ6ταν. αλλά
νο: είχε ξαναβρεί όλη την αυτοπεποίθησή του, γιατί (ακόμα :'ιιIΊ πωπαίνεις. Μα γι' αυτό ακριβώς σ' αγαπ(:).»
κι αν αυτό μπορεί να προκαλέσει ένα χαμόγελο οίκτου) η ( ) Ί':νΤ()I)Γφντ άρχισε να χαταλαβαίνει περί τίνος πρόκει-
επίσκεψή του στη διευθύντρια του πρόσφερε αναδρομικά [ω. ,,,λλ(χ. (){;nησε: «Για τι πράγμα μιλάς;»

μια λαμπρή απόδειξη της αντρικής γοητείας του. . . Ι Ί: (χι )τrί που σου συνέβη.»
Εκείνη την Κυριακή, όταν έφτασε στην εκκλησία. διαπί­ .. 1\ ι ιχ π/) τω!') το 'μαθες εσύ;»
στωσε πως η Άλιτσε είχε αλλάξει: μόλις συναντήθηκαν τον "Ι·:λα τr:ψα! Όλος ο κόσμος το ξέρει. Σε κάλεσαν, σε
έπιασε αγκαζέ, και δεν τον άφησε ούτε μέσα στην εκκλη­ r!-Πci.ληπαν. κι επι') τους κορόιδεψες κατάμουτρα. Δεν αρνή­
σία' συνήθως ήταν διακριτική και συγκρατημένη, αλλά εκεί­ ()ηχcς τίποτα. υλος ο κόσμος σε θαυμάζει.»
νη τη μέρα κοιτούσε συνέχεια γι'φω και χαιρέτησε χαμογε­ .. Λφ()ι'ι εγ(;) (')εν είπα τίποτα σε κανέναν.»
λώντας τουλάχιστον δέκα φίλους και γνωστο!)ς. ,,�lην C:lΠrxι αφελής. Μια τέτοια ιστορία ξεσηκώνει θόρυ-

256 257
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ U Ι:ΧΙΌΥΑΡ:\Τ ΚΑ! U ΘΕΟΣ

βο. Και δεν είναι μικρή υπόθεση. εδώ που τα λέμε. Υπάρ­ «Γιατί δηλαδή;» Ψιθύρισε η Άλιτσε.
χουν νομίζεlς πολλοί σ'ήμερα με μια στάλα θάρρος;» « Θα με διώξουν απ' το σχολείο, κι αυτοί που με αντιμε­
Ο Έντουαρντ ήξερε ότι σε μια μικρή πόλη το παραμικρό τωπίζουν σήμερα σαν ήρωα. ούτε το δαχτυλάκι τους δε θα
μετατρέπεται γρήγορα σε θριΥλο, αλλά πού να το φαντα­ κουνήσουν για μένα. Το σίγουρο είναι ένα: στο τέλος θα
στεί πως θα γεννιόταν ένας θρύλος από τις δlκές του. γε­ μείνω τελείως μόνος. »
λοίες περιπέτειες, που δεν είχε ποτέ εκτιμήσει ιδιαίτερα τη «Όχι» είπε η Άλιτσε κουνώντας το κεφάλι της.
σημασία τους δεν αντιλαμβανόταν αρκετά καθαρά πόσο «]'\αι» είπε οΈντουαρντ.
βόλευε όλη αυτή η ιστορία τους συμπολίτες του. που ως «Όχι» ξανάπε η Άλιτσε. φωνάζοντας σχεδόν.
γνωστόν λατρειΊουν τους μάρτυρες. γιατί οι μάμτυρες τους « Οι πάντες μ' εγκατέλειψαν. »
καθησυχάζουν. μες στη γλυκιά αδράνειά τους. επιβεβαιώ­ «Εγι.') ποτέ δε θα σ' εγκαταλείψω» είπε η Άλιτσε.
νοντάς τους πως η ζωή μία εναλλακτική λι'Jση προσφέρει: ή «Στο τέλος θα μ' εγκαταλείψεις κι εσύ» είπε θλιμμένα ο
να παραδοθείς στον δήμω ή να υποκύψεις. Κανένας δεν 'Εντουαρντ.
αμφέβαλλε πως ο Έντουαρντ θα παραδινόταν στον δήμω. «Ποτέ στη ζωή μου!» είπε η Άλιτσε.
κι όλοι Οlέοιδαν τώρα το νέο με ικανοποίηση και θαυμα­ «Όχι, Άλιτσε» είπε ο Έντουαρντ. «Δε μ' αγαπάς. Ποτέ
σμό. έτσι που οΈντουαρντ βρέθηκε μέσω της Άλιτσε μπρο­ n::: μ' αγάπησες. »
στά στην υπέροχη εικ6να της σταιΊρωσής του. Αντέδρασε «Δεν είναι αλήθεια» Ψιθι'>ρισε η Άλιτσε. και ο 'Εντουαρντ
ΨιΊχραιμα και είπε: «Και βέβαια δεν αρνΨJηκα τίποτα. ()ιαπίστωσε με ικανοποίηση πως τα μάτια της ήταν υγρά.
Αλλά είναι απολύτως φυσικό. Ο καθένας το ίδιο θα ·κανε». ,:Οχι. Άλιτσε. Αυτά τα πράγματα τα νιώθει κανείς. Πά­
«ο καθένας;» φώναξε η Άλιτσε. «Γιά κοίτα γύρω σου τι ν τrx ή σουν εξαιρετικά ψυχρή μαζί μου. Δε φέρεται έτσι μια
κάνουν όλοι οι άλλοι. Τι δειλοί που είναι! Θ' αρνι6ντουσαν ΥΙ )ναίκα που αγαπάει. Το ξέρω. Και τώρα. νιώθεις συμπό­

και τη μάνα τους ακόμα!» ν ll( Υω. μένα. γιατί ξέρεις πως οι άλλοι θέλουν να με εξο­

Ο Έντουαρντ σώπαινε- το ίδιο και η Άλιτσε. Περπατού­ ν ι(.)()()()ν. Λλλά δε μ' αγαπάς και μην κορα'ίδείJεις τον εαυ-
σαν και κρατιόνταν απ' το χέρι. Έπειτα η Άλιτσε είπε σlγα­ l () ()()Ο. �)

νΓ,(: «Θα κάνω τα πάντα για σένα». 1':ΕιΟ(ο/ωυΗούσαν να βαδίζουν. σιωπηλά. πιασμένοι απ'
Κανείς δεν του είχε πει ποτέ τέτοια κουβέντα του ιl) χηιι. 11 Λλιτσε έκλαιγε βουβά. αλλά ξαφνικά σταμάτησε
Έντουαρντ η κουβέντα αυτή ήταν δώρο εξ ουρανού. Πέ­ ){ΙΗ [Ιιιι lCf.TClc. μέσα απ' τα αναφιλητά της: «Όχι, δεν είναι
βαια ήξερε πως δεν του άξιζε αυτό το δώρο, σκέφτηκε IIAYjI)cu{. Δεν έχεις δικαίωμα να λες κάτι τέτοιο. Δεν είναι
όμως πως. αφού η τύχη τού αρνιόταν τα δώρα που του άξι­ IΙΛΊj[)::I.({ ".
ζαν. είχε το δικαίωμα να δεχτεί αυτά που δεν του άξιζαν: .. 1':'.\}Ι!.l.» π ε () 'F:ντουαρντ. κι όπως δε σταματοιΊσε το
εί

«Κανένας δεν μπορεί να κάνει πια τίποτα YlCI. μένα» της ιι.ΑΙf!ll! Ίj .\λιτσε. της πρότεινε να πάνε το Σάββατο εκδρο­
είπε. !Jfl ��c Il.ια ('ψ(ψφη κοιλάδα. πλάι στο ποτάμι. ο αδερφός

258 2S9
ΚΩΜΙΚΟΙ El'ΩTE� Ο Ε;,\ΤΟΥΑΡΝΤ ΚΑΙ Ο ΘRΟΣ

του είχε ένα μικρό εξοχικό, όπου θα μπορούσαν να είνω λώς ανίδεος για το τι τον περίμενε. Έπειτα από κάνα μισάω­
μόνοι. ρο. ίσως κω ώρα. η διευθύντρια έφερε με τρόπο τη συζήτηση
Με το πρόσωπο μουσκεμένο απ' τα δάκρυα η Άλιτσε σε πιο προσωπικά θέματα' άρχισε να μιλάει ατέλειωτα για
έγνεψε σιωπηλά νω. τον εαυτό της, κω από τα λόγια της αναδυόταν μπροστά
στον Έντουαρντ η εικόνα της όπως την ήθελε η ίδια: μια συ­
νετή γυναίκα. ώριμης ηλικίας. όχι πολίι ευτυχισμένη, αλλά
αξιοπρεπής κω συμφιλιωμένη με τη μοίρα της. μια γυναίκα
8 που δε μετάνιωνε για τίποτα, ίσα ίσα χαιρόταν που δεν είχε
παντρευτεί. γιατί διαφορετικά δε θα μπορούσε να απολαύ­
Αυτά την Τρίτη. Την Πέμπτη ο Έντουαρντ ήταν κω πάλι σει πλήρως την ανεξαρτησία της κω τις χαρές της ιδιωτικής
καλεσμένος στο σπίτι της διευθύντριας, κω ξεκίνησε ευδιά­ ζωής στο όμορφο διαμερισματάκι της, όπου ήταν ευτυχής κω
θετος κω όλο αυτοπεποίθηση. γιατί ήταν απολι)τως σίγου­ όπου έλπιζε να μη νιώθει κω πολύ άβολα τώρα ο Έντουαρντ.
ρος πως η φυσική του γοητεία θα διέλυε οριστικά όλη αυτή «Κάθε άλλο» είπε ο'tντουαρντ. «μια χαρά είμω εδώ»,
την ιστορία της εκκλησίας σαν ένα σύννεφο καπνοι). Αλλά και το είπε με πνιγμένη φωνή, γιατί ξαφνικά ένιωσε άσχη­
έτσι γίνεται πάντα στη ζωή: νομίζει κανείς πως παίζει το μα. Το μπουκάλι με το κονιάκ (που το είχε ζητήσει απερί­
ρόλο του σ' ένα συγκεκριμένο θεατρικό έργο. κω ούτε που σκεπτα στην πρώτη επίσκεψή του και που τώρα είχε εμφα­
υποψιάζετω 6τι στο μεταξύ το/) άλλαξαν με τρ6πο τα σκη­ νιστεί πάνω στο τραπέζι με απειλητική σπουδή). οι τέσσε­
νικά, κω χωρίς να το πάρει είδηση βρίσκετω τελικά να παί­ ιιις τοίχοι του μοναδικο/) δωματίου του διαμερίσματος (που
ζει σε άλλη παράσταση. ιΊι ιι.ζαν έναν όλο και πιο στενό, όλο και πιο περίκλειστο χώ­
Καθόταν στην ίδια πολυθρόνα. απέναντι από τη διευθύ­ (ιιι). ο μονόλογος της διευθύντριας (που εστιαζόταν σε όλο
ντρια' ανάμεσά τους ήταν ένα στρογγυλό τραπέζι κω πά­ χω πιο προσωπικά θέματα), το βλέμμα της (επικίνδυνα

νω του ένα μπουκάλι κονιάκ με δυο ποτήρια. ένα από κάθε χιφφωμένο πάνω του), c'ιλα αυτά φανέρωναν σιγά σιγά την
μεριά. Κι αυτ6 το μπουκάλι κονιάκ ήταν ακριβώς μέρος IΧι\ι\ΙΧΥή TΓ(iOΎράμματoς κατάλαβε πως είχε βρεθεί σε μια
του καινοί>ρlOυ σκηνικοι) απ' το οποίο ένας οξυδερκής κω χιι.τιΧοταοη με αμετάκλητα προκαθορισμένη εξέλιξη' κατά­
λογικός άνθρωπος θα καταλάβωνε αμέσως ότι δεν επρό­ AII.[i::: ΠΓ.uρ(;)ς πως η καριέρα του δεν κινδύνευε από την απέ­
κειτο πια καθόλου για την ιστορία με την εκκλησία. χ():::ω τηι:: Ωιευθύντριας. αλλά ίσα ίσα από τη σωματική
Αλλά ο αφελής Έντουαρντ ήταν τόσο γοητευμένος από ΙΟΤ::-Χ():::ΙΙl. που ένιωθε αυτός για τούτη την κοκαλιάρα με το
τον εαυτό του που στην αρχή δεν κατάλαβε τίποτα. 2:υμμε­ Iuι.ΙI(IΙΙ χνιι/ίΩι κάτω απ' τη μύτη. που τον παρότρυνε να πιει.
τείχε ευδιάθετος στην προκαταρκτική συζήτηση (γύρω από Τιιν ::-τιιαοε ένα σφίξιμο στο λαιμό.
ένα αόριστο χω γενικό θέμα). άδειασε το ποτήρι που του )'ΠΙΧΧιιlιο::: στη διευθ/J'Iτρια και άδειασε το ποτήρι του.
πρόσφερε η διευθύντρια κω παραδόθηκε στην πλήξη. παντε- ιχΛΛιί. γι ul.v τιΊσο έντονο τώρα το άγχος του. που το αλκοόλ

260 261
ΚΩΜΙΙ{Ol F: Ι'ΩΤΕΣ
Ο ΕΝΤΟΥΑΡΝΤ ΚΑΙ Ο ΘF:ΟΣ

δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα. Α ντιθετα. η διευθύντρια.


Ο Έντουαρντ ένιωθε τόσο άσχημα. που αρκετές φορές
που είχε πιει ήδη αρκετά. εγκατέλειψε εντελιος τη συνηθι­
σταμάτησε το χορό για να πιει λιγάκι. Τίποτα δε λαχτα­
σμένη. συγκρατημένη στάση της. και στα Μγια της φάνηκε
ροι>σε περισσότερο απ' το να δ&)σει ένα τέλος στη φρίκη
μια σχεδόν απειλητική έξαψη: «Για ένα σΙ,<ς ζηλει>ω» του
αυτού του αδιάκοπου πηγαινέλα. αλλά και τίποτα δε φοβ6-
είπε. «για τα νιάτα σας. Δεν μπορείτε ακόμα να ξέρετε τι
ταν περισσότερο από αυτ6 το τέλος. γιατί η φρίκη που θα
εστί διάΨευση. τι εστί απογοήτευση. Βλέπετε ακόμα τον
επακολουθούσε του φαινόταν μεγαλύτερη. Έτσι. εξακο­
κόσμο με τα χρώματα της ελπίδας και της ομορφιάς».
λούθησε να στριφογυρίζει γύρω γύρω στο στενό δωμάτιο
Έσκυψε πάνω από το τραπέζι. πλησίασε το πρόσωπό
την ντάμα του που σιγοτραγουδούσε. και στο μεταξι) περί­
της στο πρόσωπο του Έντουαρντ. και μέσα σε μελαγχολική
μενε (με εναγώνια ανυπομονησία) την πολυπόθητη επίδρα­
σιωπή (μ' ένα βεβιασμένο χαμόγελο) κάρφωσε πάνω του
ση του αλκο6λ. Όταν επιτέλους του φάνηκε πως οι αισθή­
κάτι τρομαχτικά μεγάλα μάτια. ενώ εκείνος στο μεταξύ
σεις του είχαν αρκετά αμβλυνθεί απ' το κονιάκ. έσφιξε με
σκεφτόταν πως, αν δεν τα καταφέρει να μεθύσει λιγάκι. η
το ένα χέρι πάνω του τη διευθύντρια. κι έβαλε το άλλο του
βραδιά θα καταλήξει σε φοβερό φιάσκο' έβαλε κονιάκ στο
χέίΙΙ στο στήθος της.
ποτήρι του χαι κατέβασε γρήγορα μια μεγάλη γουλιά.
Ναι. έκανε τη χειρονομία που και μόνο η σκέψη της τον
Και η διευθι>ντρια συνέχισε: «Θέλω όμως κι εγώ να βλέ­
φ('ιμαζε απ' την αρχιj της βραδιάς θα Όινε τα πάντα για
πω τον κόσμο όπως εσείς. με τα ίδια χρC:ψατα!» Έπειτα
ψι- μην είχε να την χάνει. και TCrAfJ' όλα αυτά την έκανε
σηκώθηκε απ' την πολυθρόνα της. φοι>σχωσε το στήθος της
eπε,Λή. πιστέψτε με. ήταν πραγματιχά υποχρεωμένος να
και είπε: «Αλήθεια σας αρέσω; Αλήθεια;» Και πήγε γύρω
[ην κάνει: η κατάσταση στην οποία είχε μπλέξει απ' την
απ' το τραπέζι και τράβηξε τον 'F:ντuυαρντ απ' το μανίκι:
lφχη της βραδιάς δεν του άφηνε κανένα περιθώριο διαφυ­
«Αλήθεια;»
yI/,�' Οα ιιπορούσε σίγουρα να επιβραδύνει τη ροή της. αλ­
«Ναι» είπε ο Έντουαρντ.
Λ" ίΊeν 11π(φοι)σε με τίποτα να τη σταματήσει. κι έτσι. βά­
«Ελάτε, θα χορέΨουμε» του είπε' άφησε το μανίκι του.
(ιιν [It,� τ() χέ(ιι του στο στήθος της διευθύντριας. ο Έντου­
τινάχτηκε προς το ραδιόφωνο κι άρχισε να γυρίζει το κου­
Ι'ι'ν ι Il.πΛ(;>ς υπάκουε στις επιταγές μιας αναπότρεπτης
μπί. ώσπου πέτυχε χορευτική μουσική. Έπειτα στάθηκε χα­
Il.νII.Υ)(II.,,ι"ιτητας.
μογελαστή μπροστά του.
ΛΛΛιl. οι σι ινέπειες της χειρονομίας του ξεπέρασαν όλες
Ο Έντουαρντ σηκώθηκε. την έπιασε και άρχισε να τη
11" , Π( Η ,liΛCr!ιεις. 2:αν έπειτα από χτύπημα μαγικού ραβδιού
στριφογυρίζει γύρω γι)ρω στο δωμάτιο. στο ρυθμό της μου­
'/ ,i,.ι"Οllνφια άρχισε να σπαρταράει μέσα στην αγκαλιά
σικής. Η διευθύντρια κάθε τόσο ακουμπούσε τρυφερά το
ΙΙΗΙ Cτιel,ΗI. πίεσε το τριχωτό πάνω της χείλι στο στόμα
κεφάλι της στον ώμο του. έπειτα ξαφνικά το σήκωνε και
111". 1':τιe'.ΗI. τον έσπρωξε πάνω στο ντιβάνι. και με σπα­
τον κοιτούσε στα μάτια. έπειτα έπιανε και σιγομουρμούρι­
',I,(.}ί;'.){�ζ κιν ή σεις και βαθείς αναστεναγμούς του δάγκωσε
ζε τη μελωδία.
[" Ι' ,λι )(ιι.ι την άκρη της γλώσσας του. και τον πόνεσε πο-
262
Ο ΕΝΤΟΥΑΡΝΤ ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ
ΚΩΜ Ι Κ Ο ! ΕΡΩΤΕΣ

λύ. '�πειτα τραβήχτηκε απ' την αγκαλιΓι. του. του είπε «Πε­ νόρθωτο στίγμα, ανεξάρτητα αν για μάρτυρά του είχε ένα
ρίμενε!» κι έτρεξε στο μπάνιο. όμορφο πρόσωπο ή ένα άσχημο και κωμικό σαν της διευθι)­
Ο Έντουαρντ έγλειψε το δάχτυλό του και διαπίστωσε ντριας. Και ενώ η διευθύντρια ήθελε πια μόνο ένα βήμα για
πως η γλώσσα του είχε ματώσει ελαφρά. Τον πονοι)σε τόσο να τον φτάσει, αυτός. έντρομος και μην ξέροντας τι να κά­
πολι) η δαγκωματιά, που χάθηκε η μέθη την οποία είχε με νει. είπε ξαφνικά. χωρίς καν να ξέρει πώς (μάλλον από
κόπο πετι)χει, κι ένιωσε πάλι εκείνο το σφίξιμο στο λαιμό. έμπνευση της στιγμής παρά από μελετημένο ελιγμό): «.\lη.
στη σκέψη τού τι τον περιμένει. Από το μπάνιο άκουγε με­ μη! Θεέ μου. μη! Είναι αμαρτία, θα 'ταν αμαρτία!» και τι­
γάλο θόρυβο από νερό. Άρπαξε το μπουκάλι το κονιάκ. το νάχτηκε μ' έναν πήδο μακριά της.
έφερε στα χείλη του και κατέβασε μια γερή δόση. Αλλά η διευθύντρια άρχισε να τον πλησιάζει μουρμουρί­
Αλλά είχε ήδη εμφανιστεί η διευθύντρια στην πόρτα. ζοντας: «Τι αμαρτία ; Δεν υπάρχει αμαρτία!»
φορώντας ένα διάφανο νυχτικό (όλο δαντέλες στο στήθος) Ο Έντουαρντ κατέφυγε πίσω απ' το τραπέζι όπου κά­
και προχωρούσε αργά προς το μέρος του. Τον αγκάλιασε. θονταν πριν από λίγο: «Όχι. Δεν έχω το δικαίωμα. δεν έχω
Έ πειτα έκανε ένα βήμα πίσω και του είπε με επιτιμητικό το δικαίωμα».
ύφος: «Γιατί είσαι ακόμα ντυμένος ;» Η διευθύντρια έσπρωξε την πολυθρόνα που της έφραζε
O '�ντoυαρντ έβγαλε το σακάκι του και. καθώς κοιτοι)σε το δρόμο και συνέχισε να πλησιάζει τον Έντουαρντ. χωρίς
τη διευΟι)ντρια (που είχε καρφωμένα πάνω του τα μεγάλα να ξεκολλάει από πάνω του τα μεγάλα μαύρα μάτια της
της μάτια) . ένα μόνο σκεφτόταν. πως τ ο κορμί του πιθανό­ «Δεν υπάρχει αμαρτία! Δεν υπάρχει αμαρτία!»
τατα θα σαμποτάριζε την προσπάθεια της θέλησής του. Γι' Ο Έντουαρντ έκανε το γίψο του τραπεζιού' πίσω του
αυτό, με μοναδική του έγνοια να αφυπνίσει το κορμί του. ήταν πια μόνο το ντιβάνι. και η διευθύντρια ήταν πολι) κο­
της είπε με αβέβαιη φωνή: «Γδυθείτε εντελώς». ντά του. Δεν μπορούσε πια να ξεφύγει. και σίγουρα η τερά­
Κι εκείνη. με μιαν απότομη κίνηση. με υπάκουη θέρμη. στια απελπισία του τον ώθησε, εκείνη τη στιγμή του αδιε­
πέταξε το νυχτικό της, αποκαλύπτοντας το λευκό κοκαλιά­ ξrίδoυ. να προστάξει τη διευθύντρια: «Γονάτισε!»
ρικο σώμα της. όπου ξεχώριζε η πυκνή μαύρη τούφα σε με­ Ι{ διευθι)ντρια τον κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει. αλλά
λαγχολική εγκατάλειψη. Τον πλησίαζε αργά αργά. και ο ('ιταν αυτός της ξανάπε με σταθερή αν και απελπισμένη
Έντουαρντ συνειδητοποίησε έντρομος αυτό που ήδη ήξερε: φωνή: «Ι Όνάτισε!», εκείνη γονάτισε με θέρμη μπροστά του
το κορμί του είχε κυριολεκτικά παραλύσει απ' το άγχος. και του αγκάλιασε τα πόδια.
Ξέρω, κύριοι, πως με τα χρόνια συνηθίσατε αυτού του « Κάτω τα χέρια σου!» της φώναξε. «Ένωσέ τα!»
είδους την προσωρινή ανυπακοή του κορμιού σας, και κα­ Ε κείνη τον κοίταξε και πάλι χωρίς να καταλαβαίνει.
θ όλου δε σας ανησυχεί. Αλλά καταλαβαίνετε; Ο Έντουαρντ </ I�νωσε τα χέρια! Δεν ακούς ;»
ήταν νέος τότε. Το σαμποτάζ του κορμιού του τον έριχνε 11 δ ιεuΘι')ντρια ένωσε τα χέρια της.
κάθε φορά σε απίστευτο πανικό και το θεωρούσε ανεπα- « 1 1 (>oσεuχήσoυ!» τη διέταξε.

264
ΚΩΜI Κ O l ΕΡΩΤΕΣ Ο ΕΝ ΤΟΥΑΡΝΤ ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ

Η διευθύντρια με τα χέρια ενωμένα σήκωσε προς αυτόν


τα φλογισμένα μάτια τη ς. 9
«Προσευχήσου ! Για να μας συχωρέσει ο Θεός ! » της φώ­
ναξε. Αυτά την Πέμπτη ' το Σάββατο ο Έντουαρντ πήγε με την
Η διευθύντρια είχε τα χέρια της ενωμένα κα ι τον κοιτού­ Άλιτσε εκδρομή. στο σπίτι του αδερφού του, που τους υπο­
σε με τα μεγάλα της μάτια, και οΈντουαρντ όχι μόνο κέρ­ δέχτηκε εγκάρδια και τους έδωσε το κλειδί του μικρού εξο­
διζε πολύτιμο χρόνο, αλλά στη στάση αυτή, έτσι όπως την χικού του.
κοιτούσε από ψηλά, άρχισε να χάνει το οδυνηρό συναίσθη­ Οι δυο ερωτευμένοι πέρασαν όλο το απόγευμα περπα­
μα πως ήταν απλώς η λεία της και ξαναβρήκε την αυτοπε­ τώντας στα δάση και τα λιβάδια . Φ ιλιόντουσαν, και τα ευ­
ποίθη σή του . Έκανε ένα βήμα πίσω, για να τη βλέπει ολό­ χαριστη μένα χέρια του Έντουαρντ διαπίστωσαν πως η φα­
κληρη. και επανέλαβε τη διαταγή του: «Ωροσευχήσου ! » νταστική γραμμή που χώριζε στο ύψος του αφαλού τη ζώνη
Κ ι επειδή εκείνη έμενε σιωπηλή, της φώναξε: «Δυνατά ! » της αθωότητας από τη ζώνη της πορνείας δεν ίσχυε πια.
Κα ι ιδού: η γονατιστή κοκαλ ιάρα κα ι γυμνή γυναίκα άρ­ Αρχικά θέλη σε να επιβεβαιώσει το πολυπόθητο αυτό γεγο­
χισε να απαγγέλλει: Πάτερ ημών εν τοις ουρανοίς, αγιασθή­ νός και με λόγια, αλλά δίστασε' σκέφτηκε πως καλύτερα
τω το όνομά σου. ελθέτω η βασιλεία σου. . . να μην πει τίποτα.
Και καθώς πρόφερε τα λόγια της προσευχής σήκωνε τα Σωστά το σκέφτηκε: η απρόσμενη μεταστροφή της Άλι­
μάτια της πάνω του σαν να 'ταν ο ίδιας ο Θεός . Εκείνος την τσε δεν είχε καμία σχέση με τις προσπάθειες που κατέβαλ­
παρατηρούσε με όλο και μεγαλύτερη απόλαυση: μπροστά λε εδώ και βδομάδες οΈντουαρντ για να την πείσει, δεν εί­
του ήταν γονατιστή η διευθύντρια, ταπεινωμένη από έναν χε καμία σχέση με τη λογική της επιχειρη ματολογίας του.
υφιστάμενο ' μπροστά του ήταν γυμνή η επαναστάτρια. τα­ Στην πραγματικότητα. οφειλόταν αποκλειστικά στην είδη­
πεινωμένη από την προσευχή ' μπροστά του ήταν μ ια γυ­ ση για το μαρτύρια του Έντουαρντ . άρα σε ένα λάθος αλ­
ναίκα σε στάση προσευχής. ταπεινωμένη από τη γύμνια της. λά και πάλι. ανάμεσα σ' αυτό το λάθος και στην απόφαση
Η τριπλή αυτή εικόνα της ταπείνωσης τον μέθυσε. και στην οποία οδηγήθηκε η Άλιτσε δεν υπήρχε καμία λογική
τότε συνέβη κάτι απροσδόκητο: το κορμί του σταμάτησε σχέση ' γιατί. ελάτε να το σκεφτούμε μ ισό λεπτό: το γεγο­
την παθητική αντίστασή του ' ο Έντουαρντ καύλωσε ! νός ότι ο Έντουαρντ δεν απαρνήθηκε την πίστη του ακόμα
Τη στιγμή που η διευθύντρια έλεγε: Και μη εισενΈΥκης και τη στιγμή του μαρτυρίου γιατί τάχα να παρακινήσει την
ημάς εις πεψασμόν, οΈντουαρντ πέταξε βιαστικά όλα του Άλιτσε να απιστήσει στον θείο νόμο; Έπρεπε να προδώσει
τα ρούχα. Όταν η διευθύντρια είπε: Αμήν, τη σήκωσε από το Θεό της μπροστά στον Έντουαρντ, επειδή ο Έντουαρντ
κάτω βίαια και την έσυρε στο ντιβάνι. αρνήθηκε να τον προδώσει μπροστά στην εξεταστική επι­
τροπή;
Σ ' αυτή την κατάσταση η παραμικρή σκέψη που θα εκ-

266 267
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ Ο ΕΝΤΟΥΑΡΝΤ ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ

φραζόταν μεγαλόφωνα υπήρχε κίνδυνος να αποκαλύψει εσωτερικές συγκρούσεις, σίγουρη για τον εαυτό της και
στην Άλιτσε τον παραλογισμό της στάσης της. Άρα, καλά χωρίς καμία δυσκολία. Και κυριευμένος πια από αυτή την
έκανε και σώπαινε ο Έντουαρντ, γεγονός που πέρασε τε ­ αγανάκτηση, προσπάθησε να κάνει έρωτα μαζ ί της β ίαια
λείως απαρατήρητο, αφού η Άλιτσε δεν είχε πάψει να μι­ και μανιασμένα, μήπως της αποσπάσει κάποια κραυγή,
λάει ' ήταν χαρούμενη, και τίποτα δεν έδειχνε πως η μετα­ έναν αναστεναγμ ό, μια λέξη, ένα βογκητό' αλλά τίποτα! Η
στροφή που είχε σημειωθεί μέσα στην ψυχή της υπήρξε κοπέλα έμενε βουβή και, παρ' όλες τις προσπάθειες του
δραματική ή οδυνηρή. Έ ντουαρντ, όλα τέλειωσαν ήπια και σιωπηλά.
Όταν σκοτείνιασε. γύρισαν στο μικρό εξοχικό, άναψαν το Έ πειτα η Άλιτσε χώθηκε στην αγκαλιά του κι αποκοιμή­
φως, άνοιξαν το πτυσσόμενο κρεβάτι, άρχισαν να φιλιού ­ θηκε γρήγορα, ενώ ο Έ ντουαρντ έμεινε ώρα ξύπνιος και
νται, και η Άλιτσε είπε στον Έ ντουαρντ ν α σβήσει τ ο φως. συνειδητοπο ίησε πως δε νιώθει καμία χαρά. Προσπάθησε
Επειδή όμως από το παράθυρο περνούσε το νυχτερινό ημ ί­ να φανταστεί την Άλιτσε (όχι εμφανισιακά, αλλά ει δυνα­
φως, η Άλιτσε έβαλε τον Έ ντουαρντ να κλείσει και τα πα­ τόν την ύπαρξή της στη βαθύτερη ουσία της) και κατάλαβε
ντζούρια. Και μέσα στο απόλυτο σκοτάδι η Άλιτσε γδύθηκε αμέσως πως η εικόνα που είχε γι' αυτήν ήταν συΥκεχυ­
και του δόθηκε. μ ένη.
Τόσες βδομάδες περίμενε ο Έντουαρντ αυτές τις στιγ­ Ας σταθούμε λίγο στη λέξη αυτή: η Άλιτσε, όπως την
μές και, τι περίεργο, τώρα που επιτέλους γίνονταν πραγ­ έβλεπε ώς τότε, παρ' όλη την αφέλειά της, ήταν ένα πλά­
ματικότητα, η σημασία τους δεν ανταποκρινόταν στο χρόνο σμα σταθερό, με σαφές περίγραμμα: η όμορφη απλότητα
της αναμονής του' ίσα ίσα, του φάνηκαν όλα τόσο εύκολα της εμφάνισής της έμοιαζε να αντιστοιχεί στη στοιχειώδη
και αυτονόητα που, κατά τη διάρκεια της ερωτικής πράξης, απλότητα της πίστης της, και η απλότητα του πεπρωμένου
ήταν σχεδόν αφηρημένος και μάταια αγωνιζόταν να διώξει της έμοιαζε να είναι η αιτία της στάσης της. Ώς τότε ο
τις σκέψεις που του περνούσαν απ' το μυαλό: αναλογιζό­ Έ ντουαρντ την έβλεπε σαν ένα πλάσμα μονολιθικό και συ­
ταν αυτές τις ατέλειωτες κι ανώφελες βδομάδες που η Άλι­ μπαγές: μπορεί να την κορόιδευε. να την αναθεμάτιζε, να
τσε τον βασάνιζε με την ψυχρότητά της, αναλογιζόταν όλα την εξαπατούσε με τις πονηριές του, αλλά ήθελε δεν ήθελε
τα προβλήματα που του είχε δημιουργήσει η Άλιτσε στο (και δεν ήθελεη τη σεβόταν.
σχολείο, κι έτσι, αντί για ευγνωμοσύνη που του δόθηκε, Νά όμως που η παγίδα της Ψεύτικης είδησης (μια παγί­
ένιωθε κάτι σαν εκδικητική μνησικακία. Αγανακτούσε που δα που δεν την είχε στήσει ο ίδιος) έσπασε τη συνοχή τής
η Άλιτσε είχε προδώσει έτσι εύκολα και δίχως τύψεις τον ύπαρξής της, κι ο Έ ντουαρντ σκέφτηκε πως οι ιδέες τής
Αντιπορνικό Θεό της, τον οποίο λάτρευε φανατικά ώς τότε' Άλιτσε στην πραγματικότητα ήταν απλώς κάτι κολλημ έ νο
αγανακτούσε που καμία επιθυμία, κανένα συμβάν, καμία πάνω στο πεπρωμένο της. και το πεπρωμένο της ήταν απλώς
αναστάτωση δεν μπορούσε να ταράξει τη νηφαλιότητά κάτι κολλημένο πάνω στο σώμα της κι έτσι την έβλεπε πια
της αγανακτούσε που την έβλεπε να τα ζει όλα αυτά χωρίς σαν τυχαίο σύνολο κορμιού, ιδεών και κάποιων βιογραφι-

268 269
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ Ο ΕΝΤΟΥΑΡΝΤ ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ

κών δεδομένων, ένα μη οργανικό, αυθαίρετα συγκροτημένο μπροστά σε επιτροπή, πως αυτή η Τσεχάτσκοβα είχε θελή­
και ασταθές σύνολο. Ο Έντουαρντ έφερε στο νου του την σει να τον αναμορφώσει, και τελικά η Άλιτσε του δόθηκε.
Άλιτσε (που ανάσαινε βαθιά πάνω στον ώμο του) , και είδε παίρνοντάς τον για οσιομάρτυρα . Αλλά δεν του διηγήθηκε
απ' τη μια το κορμί της κι απ' την άλλη τις ιδέες της. το την ιστορία ώς το τέλος, που υποχρέωσε τη διευθύντρια να
κορμί τού άρεσε, οι ιδέες τού φαίνονταν γελοίες, και το πει το Πάτερ ημ ών, γιατί του φάνηκε ότι διέκρινε στα μά­
κορμί αυτό κι αυτές οι ιδέες δεν σχημάτιζαν καμία ενότη­ τια του αδερφοι'ι του κάποια αποδοκιμασία. Σώπασε, και ο
τα' την ε ίδε σαν μια γραμμή ρουφηγμένη από στυπόχαρτο: αδερφός του τού είπε:
χωρίς περίγραμμα, χωρίς σχήμα. «Σίγουρα έχω ελαττώματα. αλλά ένα πράγμα μπορώ να
Ναι, του άρεσε όντως το κορμί αυτό. Το πρωί που ξύ ­ πω με σιγουριά : Δεν έπαιξα ποτέ θέατρο και πάντοτε έλε­
πνησε η Άλιτσε, την υποχρέωσε να μείνει γυμνή, κι αυτή γα καταπρόσωπο στους άλλους αυτό που σκεφτόμουν».
που χτες ακόμα επέμενε να κλείσουν τα παντζούρια, γιατί Ο Έντουαρντ τον αγαπούσε τον αδερφό του και πληγώ­
την ενοχλούσε το χλομό φως των αστεριών, ξέχασε τώρα θηκε από την αποδοκιμασία του. Πήγε να δικαιολογηθεί κι
κάθε ντροπή. Ο Έντουαρντ την περιεργαζόταν, έτσι που άρχισαν να μαλώνουν. Στο τέλος ο Έντουαρντ του είπε:
την έβλεπε να τριγυρνάει χαρούμενη. ψάχνοντας το τσάι «Το ξέρω πως ήσουν πάντοτε ευθύς και πως είσαι πε­
και τις φρυγανιές για το πρωινό' όταν εκείνη γύρισε και τον ρήφανος γι' αυτό. Αλλά γιά πες μου τώρα: Γιατί να λέμε
κοίταξε κάποια στιγμή, τον είδε σκεφτικό. Τον ρώτησε τι την αλήθεια ; Τι μας υποχρεώνει να λέμε την αλήθεια ; Και
έχει. Της είπε ότι, μόλις πάρουν το πρωινό τους, πρέπει να γιατί το να λέμε την αλήθεια θεωρείται αρετή ; Πες ότι συ­
πεταχτεί να δει τον αδερφό του. ναντάς έναν τρελό, που ισχυρίζεται πως είναι Ψάρι, αλλά
Ο αδερφός του τον ρώτησε πώς τα πάει με το σχολείο' ο και πως όλοι μας είμαστε ψάρια. Θα κάτσεις να τσακωθείς
Έντουαρντ είπε πως γενικά καλά τα πάει, και ο αδερφός μαζ ί του ; Θα γδυθείς για να του δείξεις πως δεν έχεις πτε ­
του τού είπε: «Αυτή η Τσεχάτσκοβα είναι μεγάλη βρόμα, ρύγια ; Θα του πεις καταπρόσωπο αυτό που σκέφτεσαι ; Γιά
αλλά την έχω συχωρέσει από καιρό. Τη συχώρεσα γιατί δεν πες μου!»
ήξερε τι έκανε. Ήθελε να μου κάνει κακό, αλλά χάρη σ' αυ­ Ο αδερφός του σώπαινε και ο Έ ντουαρντ συνέχισε : «Αν
τήν είμαι ευτυχισμένος τώρα. Βγάζω περισσότερα σαν του έλεγες την αλήθεια και μόνο την αλήθεια, αυτό δηλαδή
αγρότης, και η επαφή μου με τη φύση με σώζει απ' τον που σκέφτεσαι για κείνον. σημαίνει πως δέχεσαι να πιάσεις
σκεπτικισμό στον οποίο υποκύπτουν οι άνθρωποι της πό­ σοβαρή κουβέντα μ' έναν τρελό, και άρα είσαι κι εσύ τρε­
λης». λός. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με τον κόσμο που μας περι­
«Κι εμένα τελικά μου έφερε τύχη αυτή η γυναίκα» είπε βάλλει. Αν επέμενες να του πεις την αλήθεια καταπρόσω­
σκεφτικός ο Έ ντουαρντ, και διηγήθηκε στον αδερφό του πο. θα σήμαινε πως τον παίρνεις στα σοβαρά. Και το να
πως είχε ερωτευτεί την Άλιτσε, πως είχε προσποιηθεί ότι παίρνεις στα σοβαρά κάτι τόσο ασόβαρο, σημαίνει πως
πιστεύει στο Θεό, πως είχε χρειαστεί να παρουσιαστεί έχεις χάσει όλη τη σοβαρότητά σου. Ε γώ όμως πρέπει να

270 271
ΚΩΜ Ι ΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ Ο ΕΝΤΟΥΑΡΝΤ ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ

πω ψέματα, για να μην πάρω στα σοβαρά τους τρελούς και τους μιμηθεί' όμως. όσο και να τους μιμούνταν γελώντας
να μην τρελαθώ κι ο ίδιος». από μέσα του, χωρίς να τους παίρνει στα σοβαρά, όσο κι αν
προσπαθούσε να τους γελοιοποιήσει κρυφά (και να δικαιώ­
σει έτσι τη δική του προσπάθεια προσαρμογής) , δεν άλλαζε
τίποτα, γιατί η μίμηση. ακόμα και η κακεντρεχής. δεν παύει
10 να 'ναι μίμηση, ακόμα κι η σκιά που γελάει σαρκαστικά δεν
παύει να 'ναι σκιά. κάτι πάντοτε δευτερογενές, παράγωγο.
Κυριακή απόγευμα πια, και οι δυο ερωτευμένοι πήραν το αξιοθρήνητο.
δρόμο της επιστροφής ήταν μόνοι τους σ' ένα κουπέ (η κο­ Ήταν ταπεινωτικό. φοβερά ταπεινωτικό. Οι ρόδες χτυ­
πέλα τιτίβ ιζε και πάλι μες στην καλή χαρά) και ο Έντου­ πούσαν ειδυλλιακά στους αρμούς των σιδηροτροχιών (η κο­
αρντ θυμήθηκε πόσο είχε χαρεί, εντελώς πρόσφατα, στη πέλα τιτίβιζε) και ο Έντουαρντ είπε:
σκέψη ότι μπορεί να έβρισκε στην Άλιτσε, σ' αυτό το προ ­ «Άλιτσε, είσαι ευτυχισμένη;»
αιρετι κό στοιχείο της ζωής του, μια σοβαρότητα που δε θα «Ναι» είπε η Άλιτσε.
την έβρισκε ποτέ στις δικές του ασχολίες, και συνειδητο­ «Εγώ είμαι απελπισμένος» είπε οΈντουαρντ.
ποίησε με θλίψη (οι ρόδες χτυπούσαν ειδυλλιακά στους αρ­ «Τρελάθηκες;» είπε η Άλιτσε.
μούς των σιδηροτροχιών) πως η ερωτική ιστορία που μόλις «Δεν έπρεπε να το κάνουμε αυτό. Δεν έπρεπε.»
είχε ζήσει με την Άλιτσε ήταν γελοία, φτιαγμένη από τυ­ «Τι σ' έπιασε τώρα; Αφού εσύ το ήθελες!»
χαία γεγονότα και από λάθη. χωρίς καμία σοβαρότητα ή «Ναι. το ήθελα» είπε ο Έντουαρντ. «Αλλά ήταν το με­
σημασία' άκουγε τα λόγια της Άλιτσε. έβλεπε τις κινήσεις γαλύτερό μου σφάλμα. που δε θα μου το συχωρέσει ποτέ ο
της (του έσφιγγε το χέρι) και σκέφτηκε πως είναι σημάδια Θεός. Ήταν αμαρτία, Άλιτσε.»
χωρίς σημασία. ακάλυπτες επιταγές. χάρτινα β άρη, που «Έλα τώρα. τι έπαθες ξαφνικά;» είπε ήρεμα η κοπέλα.
δεν μπορούσε να τους δώσει μεγαλι)τερη αξία απ' όση θα «Εσύ δεν έλεγες και ξανάλεγες πως ο Θεός θέλει την αγά­
'δινε ο Θεός στην προσευχή της γυμνής διευθύντριας και πη, προπάντων την αγάπη;»
σκέφτηκε ξαφνικά πως όλοι αυτοί τους οποίους συνανα­ Όταν ο Έντουαρντ είδε πως η Άλιτσε είχε ιδιοποιηθεί
στρεφόταν σε τούτη την πόλη ήταν στην πραγματικότητα ήσυχα και ωραία τις θεολογικές σοφιστείες του που τόσο
γραμμές ρουφηγμένες από στυπόχαρτο, πλάσματα με εναλ­ λίγο τον είχαν βοηθήσει εκείνον, πρόσφατα ακόμα. στη δύ­
λάξιμες στάσεις. πλάσματα χωρίς συμπαγή ουσία' αλλά το σκολη μάχη που έδινε. έγινε θηρίο: «Σ' το 'πα για να σε δο­
χειρότερο. το ακόμα χειρότερο (σκέφτηκε έπειτα) , είναι που κιμάσω. Τώρα ξέρω τι σόι πίστη έχεις στο Θεό! Αλλά ό­
ο ίδιος δεν ήταν τίποτα περισσότερο από σκιά όλων αυτών ποιος φτάνει να προδώσει το Θεό, εκατό φορές πιο ει)κολα
των ανθρώπων- σκιών. γιατί εξαντλούσε όλη τη δύναμη του θα προδώσει έναν άνθρωπο!»
μυαλού του στο πώς θα προσαρμοστεί σ' αυτούς και θα Η Άλιτσε έβρισκε πάντοτε έτοιμες απαντήσεις, αλλά θα

272 273
ΚΩΜΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ Ο ΕΝΤΟΥΑΡΝ Τ ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ

ήταν πιο συνετό εκ μέρους της να μην τις έβρισκε, γιατί μ' αρέσουν οι μοναχικοί περίπατοι, που τους συνδύαζε καμιά

αυτές τις απαντήσεις υποδαύλιζε το εκδικητικό μένος του φορά ( δώστε λίγη προσοχή, παρακαλώ, σ' αυτήν τη λεπτο­

Έντουαρντ , Ο Έντουαρντ συνέχισε να μιλάει ασταμάτητα μέρεια) μ' ένα πέρασμα από την εκκλησία .

και με ευφράδεια ( κάποια στιγμή χρησιμοποίησε και τις Όχι, μη φοβάστε, ο Έντουαρντ δεν άρχισε να πιστεύει

λέξεις ναυτία και σωματική αποστροφή) , ώσπου κατάφερε στο Θεό. Δεν έχω την πρόθεση να κορυφώσω την ιστορία
( επιτέλους ! ) να αποσπάσει από αυτό το γαλήνιο και τρυφε­ μου με μια τόσο κραυγαλέα παραδοξολογία. Αλλά, ενώ

ρό πρόσωπο αναφιλητά, δάκρυα και βογκητά, ήταν μάλλον σίγουρος πως δεν υπάρχει Θεός, οΈντουαρντ

«Αντίο» της είπε στο σταθμό, και την άφησε δακρυσμέ­ γυρόφερνε στο μυαλό του με κάποια νοσταλγία την ιδέα

νη , Όταν πια βρέθηκε σπίτι του, έπειτα από κάμποσες του Θεού.

ώρες, και καταλάγιασε αυτός ο περίεργος θυμός του, συ­ Ο Θεός είναι η ίδια η ουσία, ενώ οΈντουαρντ ( και πέρα­

νειδητοποίησε όλες τις συνέπειες αυτού που μόλις είχε κά­ σαν στο μεταξύ κάμποσα χρόνια από τις ιστορίες του με

νει: έφερε στο νου του αυτό το κορμί που το ίδιο εκείνο την Άλιτσε και με τη διευθύντρια) δε βρήκε ποτέ τίποτα

πρωινό τριγυρνούσε ολόγυμνο μπροστά του, κι όταν σκέ­ ουσιαστικό ούτε στους έρωτές του, οι)τε στη δουλειά του,

φτηκε ότι αυτό το όμορφο κορμί το είχε διώξει ο ίδιος, με ούτε στις ιδέες του. Αλλά είναι τόσο έντιμος, που δεν μπο­

τη θέλησή του, χαρακτήρισε τον εαυτό του ηλίθιο και πολύ ρεί να ισχυριστεί πως βρίσκει το ουσιαστικό στο μη ουσια­

θα 'θελε να τον χαστουκίσει , στικό, και τόσο αδύναμος που λαχταράει κρυφά το ουσια­

Αλλά ό,ΤΙ έγινε έγινε, και τίποτα δεν άλλαζε πια. στικό.

Εδώ, για να είμαι ειλικρινής, πρέπει να προσθέσω ότι ο Αχ, κυρίες και κι)ριοι, τι θλιβερή που είναι η ζωή, όταν

Έντουαρντ, παρόλο που ένιωθε κάποια θλίψη στη σκέψη δεν μπορείς να πάρεις τίποτα στα σοβαρά, τίποτα και κα­

πως είχε χαθεί έτσι ένα όμορφο κορμί, αρκετά γρήγορα ξε­ νέναν!

πέρασε αυτή την απώλεια. Όταν πρωτόρθε σ' αυτήν τη μι­ Γι' αυτό και οΈντουαρντ λαχταράει έναν Θεό, γιατί μό­

κρή πόλη, του έλειπε ο σαρκικός έρωτας, και υπέφερε' αλ­ νο ο Θεός είναι απαλλαγμένος από την υποχρέωση να εμ­

λά αυτή η έλλειψη ήταν τελείως προσωρινή' ο Έντουαρντ φα νίζεται και μπορεί απλώς να υπάρχει' γιατί μόνο αυτός
)
δε χρειάστηκε να υποφέρει πια. Μία φορά τη βδομάδα πή ­ αποτελεί ( μόνο αυτός, μοναδικός και ανύπαρκτος την ου­

γαινε στο σπίτι της διευθύντριας (η συνήθεια απελευθέρω­ σιαστική αντίθεση αυτού του κόσμου, που είναι υπαρκτός

σε το σώμα του απ' το αρχικό άγχος) , και είχε αποφασίσει κυρίως επειδή είναι μη ουσιαστικός.

πως θα εξακολουθήσει να πηγαίνει τακτικά, ώσπου να ξε­ Έτσι, ο Έντουαρντ πάει καμιά φορά και κάθεται μέσα

καθαρίσουν οριστικά τα πράγματα στο σχολείο. Επιπλέον, στην εκκλησία και σηκώνει ψηλά στο θόλο τα ονειροπόλα

επιδιδόταν με όλο και μεγαλύτερη επιτυχία στο κυνήγι διά­ μάτια του . Σε μια τέτοια στιγμή θα τον αποχαιρετήσουμε

φορων γυναικών και νεαρών κοριτσιών. Έτσι, εκτιμούσε κι εμείς: αργά το απόγευμα, η εκκλησία είναι σιωπηλή και

ιδιαίτερα τις στιγμές που έμενε μόνος, κι άρχισαν να του άδεια, ο Έντουαρντ κάθεται σ' έναν ξύλινο πάγκο και νιώ -

275
274
ΚΩΜΙ ΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ

θει θλίψη στη σκέψη πως δεν υπάρχει Θεός . Αλλά είναι τέ­
τοια η θλίψη του εκείνη τη στιγμή, που βλέπει ξαφνικά να
αναδύεται από τα βάθη της το πραγματικό. ζω ντανό πρό­
σωπο του Θεού . Κοιτάξτε! Είναι αλήθεια ! Ο Έντουαρντ χα ­
μογελάει ! Χαμογελάει, και το χαμόγελό του είναι ευτυχι­
σμένο . . .
Κρατήστε τον , σας παρακαλώ, στη μνήμη σας μ ' αυτό
το χαμόγελο.

Γράφτηκε στη Βοημ ία μεταξύ 1 95 9 και 1 968


Από τις εκδόσεις τπς Εστίας κυκλοφορούν:

Το αστείο
Μετ. Γιόννης Η. Χάρης

Η ζωΓι είναι αλλού


Μετ. Γιάννης Η. Χάρης

Το βαλς του αποχαιΡετισμού


Μετ. Γιάννης Η. Χάρης

Ο Ιάκωβος κι ο αφέντπς του


Μετ. Αμολίο Τσακνιά

Η αβάσταχτπ ελαφρότπτα του είναι


Μετ. Κατερίνα Δασκαλάκη

Η τέχνπ του μυθιστορΓιματος


Μετ. Φίλιππος Δρακονταειδής

Η αθανασία
Μετ. Κατερίνα Δασκαλάκη

Οι προδομένες διαθΓικες
Μετ. Γιάννης Η. Χάρης

Η βραδύτπτα
Μετ. Σεραφείμ Βελέντζας

Η ταυτότπτα
Μετ. Γιάννης Η. Χόρης

Η άγνοια
Μετ. Γιάννης Η. Χάρης

Ο πέπλος. Δοκίμιο σε εφτά μέρπ


Μετ. Γιάννης Η. Χάρης
ΣΕ Ι Ρ Α Ε Ν Η Σ ΛΟΓΟΤΕΧ ΝΙΑΣ

«Πες ότι συναντάς έναν τρελό, που ισχυρίζεται πως είναι ψάρι, αλλά και π

όλοι μας είμαστε ψάρια. θα κάτσεις να τσακωθείς μαζί του; θα γδυθείς για

του δείξεις πως δεν έχεις πτερύγια; θα του πεις καταπρόσωπο αυτό που σκέ­

φτεσαι; Γιά πες μουl"

Ο αδερφός του σώπαινε και ο Έντουαρντ συνέχισε: «Αν του έλεγες τπν o�

θεια και μόνο τπν αλrΊθεια, αυτό δπλαδrΊ που σκέφτεσαι για κείνον, σπμαίνει

πως δέχεσαι να πιάσεις σOβαρrΊ κουβέντα μ' έναν τρελό, και άρα είσαι κι εσύ

τρελός. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με τον κόσμο που μας περιβάλλει. Αν επέ­

μενες να του πεις τπν αλrΊθεια καταπρόσωπο, θα σrΊμαινε πως τον παίρνεις στα

σοβαρά. Και το να παίρνεις στα σοβαρά κάτι τόσο ασόβαρο, σπμαίνει πως

έχεις Χάσει όλπ τπ σοβαρότπτά σου. Εγώ όμως πρέπει να πω ψέματα, για να

μπν πάρω στα σοβαρά τους τρελούς και να μπν τρελαθώ κι ο ίδιος".

Οι Κωμικοί έρωτες, γραμμένοι μέσα σε μια δεκαετία, μεταξύ 1959 και 1968,

πριν δπλαδι1 από το Αστείο (1967) και παράλλπλα με αυτό, εκδίδονται το 1970

και θεωρούνται έτσι το δεύτερο έργο του Κούντερα. «Ως τα τριάντα μου» λέ­

ει σε συνέντευξπ του ο Κούντερα «έγραφα διάφορα πράγματα: κυρίως μου σl­

κΓΊ, αλλά και ποίπσπ, έγραψα ακόμα κι ένα θεατρικό, [...] αναζπτώντας τπ φω­

νπ μου, το ύφος μου, αναζπτώντας τον εαυτό μου. Με τπν πρώτπ ιστορία των

Κωμικών ερώτων (γραμμένπ το 1959) είχα τπ βεβαιότπτα πως "με βρΓΊκα". "Εγl­

να πεζογράφος, μυθιστοριογράφος, και δεν είμαι τίποτ' άλλο".

Το εντυπωσιακό είναι ότι με το έργο αυτό, που αρθρώνεται σε επτά ανεξάρτπ­

τες ιστορίες, ο Κούντερα δεν έχει βρει μόνο τα θέματά του, προαναγγέλλο­

ντας έτσι τα κατοπινά μυθιστορπματά του, αλλά και τα εκφραστικά του μέσα,

το ύφος του, πλr'1ρως διαμορφωμένο rΊδπ.

Κωμικοί έρωτες, δπλαδι1 έρωτες για γέλια, στπν κατπγορία μάλλον του ασό­

βαρου παρά του γελοίου, με τον γνωστό πικρό σαρκασμό με τον οποίο ανατέ­

μνει ο συγγραφέας τπν ψυχπ του σύγχρονου ανθρώπου και τπς εποχπς του.

ISBN 978-960-05-1349-3

11
9 7�9ι)υυ