You are on page 1of 2

Με μια πυξίδα στα χέρια ξεκινάω

και ελπίζω κάποιο δρόμο θε να βρω

στα βήματα σου Αχιλλέα περπατάω

για κάποιο άθλο ηρωικό.

Με γέννησε μια θυσία

κι ορφάνεψα από παιδί

σε μία άδεια πολιτεία

έστησα για σπιτι μια σκηνή.

Στο δρόμο βλέπω βουβούς ανθρώπους

τα στόματα τους σφαλιστά

κουρελιασμένους άγιους τόπους

ερειπωμένα αρχοντικά.

Ζητιάνεψα την ιστορία

να πιω από σενανε νερό

γονάτισα εμπρός στην Τροία

τα σπλάχνα μου σε ένα βωμό.

Χίλιες φορες αργόπεθαίνω

και άλλες τόσες ξαναζω

σαν Οδυσσέα με χουν δεμένο

και τις σειρήνες αψηφώ.

Τα χώματα μου αγιασμένα

μ αίμα και λάσπη κι σταυρό


γιατι θεε με χουνε πλάσει

με το αθάνατο νερό.

Σαν όνειρο σε εφιάλτη

ξυπναω πάντα με λυγμό

ας ξαποστάσω σε μια στάση

κάτω απο άλλο ουρανό.

Σκοτάδια συνάντησα και φώτισα δρόμους για την δικιά σου Τροία
Άγνωστος τόπος. Άγριος. Με σπλάχνα ξένων, αλλότριων στρωμένος . Τις
δάφνες σου αγάπησα Ξαπόστασα στο νερό σου. Άγγιξα κόσμο δανεικό για
να σου κλέψω όνειρα, μικρά και τραυματισμένα. Άλλαξε η μέρα και είχε
φεγγάρια άδολα, ήσυχα και τότε σιώπησα