You are on page 1of 222

Η ΚΥΡΙΑ ΑΤΑΤΟΥΡΚ

Tο παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας
(N. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής
ιδιοκτησίας. Aπαγορεύεται απολύτως άνευ γραπτής αδείας του εκδότη η κατά οποιονδήποτε τρόπο ή
μέσο (ηλεκτρονικό, μηχανικό ή άλλο) αντιγραφή, φωτοανατύπωση και εν γένει αναπαραγωγή,
εκμίσθωση ή δανεισμός, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή και η
εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου.

Η έκδοση του βιβλίου αυτού πραγματοποιήθηκε με την υποστήριξη του


Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού της Τουρκίας στο πλαίσιο του
προγράμματος TEDA.

Εκδόσεις Πατάκη – Ντοκουμέντα-βιογραφίες


Ιπέκ Τσαλισλάρ, Η κυρία Ατατούρκ. Λατιφέ Χανούμ
İpek Çalișlar, Latife Hanım
Yπεύθυνος έκδοσης: Kώστας Γιαννόπουλος
Μετάφραση: Γιώργος Σαγκριώτης
Eπιμέλεια-διορθώσεις: Δημοσθένης Κερασίδης
Σελιδοποίηση: Aλέξιος Δ. Mάστορης
Φιλμ-μοντάζ: Κέντρο Γρήγορης Εκτύπωσης
Copyright© İpek Çalișlar, 2006
Copyright© Kalem Lit. Agency, 2006
Copyright© για την ελληνική γλώσσα Σ. Πατάκης AEΕΔΕ
(Eκδόσεις Πατάκη), 2011
Πρώτη έκδοση στην τουρκική γλώσσα από τις εκδόσεις
Doğan Kitap, 2006
Πρώτη έκδοση στην ελληνική γλώσσα από τις Eκδόσεις Πατάκη,
Aθήνα, Οκτώβριος 2014
Κ.Ε.Τ. 7533 • Κ.Ε.Π. 796/14 • ISBN 978-960-16-4665-7
Πρώτη ψηφιακή έκδοση στην ελληνική γλώσσα από τις Eκδόσεις Πατάκη,
Aθήνα, Δεκέμβριος 2014
Κ.Ε.Τ. 9309 • ISBN 978-960-16-5866-7

ΠANAΓH TΣAΛΔAPH (ΠPΩHN ΠEIPAIΩΣ) 38, 104 37 AΘHNA


ΤΗΛ.: 210.36.50.000, 210.52.05.600, 801.100.2665 – ΦAΞ: 210.36.50.069
ΚΕNΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ: ΕΜΜ. ΜΠΕNΑΚΗ 16, 106 78 ΑΘΗNΑ, ΤΗΛ.: 210.38.31.078
ΥΠOΚATAΣTHΜΑ: ΚΟΡΥΤΣΑΣ (ΤΕΡΜΑ ΠΟΝΤΟΥ – ΠΕΡΙΟΧΗ Β´ ΚΤΕΟ), Τ.Θ. 1213,
570 09 ΚΑΛΟΧΩΡΙ ΘΕΣΣΑΛONΙΚΗΣ, ΤΗΛ.: 2310.70.63.54, 2310.70.67.15 – ΦAΞ: 2310.70.63.55
Web site: http://www.patakis.gr • e-mail: info@patakis.gr, sales@patakis.gr
Πρόλογος

ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ έβλεπα τη Λατιφέ Χανούμ σε μια φωτογραφία


στον τοίχο. Η φωτογραφία τραβήχτηκε όταν η Λατιφέ Χανούμ1* και ο
Μουσταφά Κεμάλ* επισκέφθηκαν το Ουσάκ.
Η εν λόγω φωτογραφία του πατέρα μου, Κελ Οσμάν (Ερκελέρ),2 του
πρώτου αστυνομικού διευθυντή του τμήματος της Άγκυρας στις μέρες του
εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα* ανήκε, όπως είναι αυτονόητο, στο σπίτι μας.
Κάθε φορά που έβλεπα τη Λατιφέ Χανούμ αναρωτιόμουν: «Άραγε
πρόκειται για γυναίκα ή για ξωτικό; Πώς παντρεύτηκε τελικά τον Μουσταφά
Κεμάλ;».
Όταν τον Μάρτιο του 2004 ανακάλυψα στη βιβλιοθήκη ενός φίλου ένα
φθαρμένο βιβλίο για τη Λατιφέ Χανούμ, το ενδιαφέρον μου μεμιάς
ξαναζωντάνεψε.
Διάβασα το βιβλίο, που αφηγoύνταν την ιστορία του γάμου της Λατιφέ
Χανούμ και του Μουσταφά Κεμάλ, στο λεωφορείο με το οποίο γύρισα το
βράδυ στο σπίτι μου. Η σπουδαία αυτή γυναίκα, που απλώς περίμενε να την
ανακαλύψουν, με έχει τυλίξει και πάλι στα δίχτυα της γοητείας της.
Με τον ενθουσιασμό μιας δημοσιογράφου και με το αίσθημα ότι θα έπρεπε
να ετοιμάσω επειγόντως ένα άρθρο, κατέβασα, την ίδια κιόλας νύχτα, από το
ράφι όλα τα βιβλία για κείνη την εποχή και όλα τα ιστορικά περιοδικά κι
άρχισα να διαβάζω. Έτσι ξεκίνησε η δίχρονη «σχέση» μου με τη Λατιφέ
Χανούμ.
Η Λατιφέ Χανούμ ήταν αινιγματική προσωπικότητα. Σχεδόν όλοι μιλούσαν
αρνητικά γι’ αυτήν, σαν να επρόκειτο για μια συμφορά που είχε βρει τον
Μουσταφά Κεμάλ. Και καθώς τα βιβλία της Ιστορίας αγνοούσαν
συστηματικά τις γυναίκες και θεωρούσαν σημαντικό να αναφέρονται μόνο
στις ιδιοτροπίες τους, ήταν βέβαιο ότι κάτω από την επιφάνεια υπήρχαν
κρυμμένα πράγματα που έπρεπε να βγουν στο φως.
Κατάλαβα ότι επρόκειτο για μια γυναίκα ανεξάρτητη, που έπαιξε
σημαντικό ρόλο στα πρώτα στάδια συγκρότησης του κράτους. Απλώς
απέμενε να βρω τα ντοκουμέντα που θα το αποδείκνυαν.
Και τα βρήκα. Διάβασα επισταμένα βιογραφίες του Ατατούρκ,
ανταποκρίσεις και βιβλία ξένων δημοσιογράφων από κείνη την εποχή.
Ακόμα κι όταν έβαζαν τη Λατιφέ Χανούμ στο περιθώριο, σε κάθε έγγραφο
γινόταν τουλάχιστον μία αναφορά στο πρόσωπό της ως κυρίας Μουσταφά
Κεμάλ ή υπήρχαν λίγες προτάσεις. Ανακάλυψα επίσης κάποια σχόλια
σχετικά με την προσωπικότητά της, γεγονός που διευκόλυνε την εργασία
μου.
Διάβασα, ως επί το πλείστον, απευθείας στο πρωτότυπο τα βιβλία που
έχουν μεταφραστεί στα τουρκικά. Φρόντισα να βρω τις πρώτες εκδόσεις των
απομνημονευμάτων και των βιογραφιών. Στα ιστορικά βιβλία δε γινόταν η
παραμικρή αναφορά στη Λατιφέ Χανούμ και στις γυναίκες εκείνης της
εποχής. Αλλά ακόμα και σε αυτή την περίπτωση η συγκριτική ανάγνωση
έφερνε στο φως πολλά στοιχεία. Η σκιά που βάραινε τη Λατιφέ
συρρικνωνόταν όλο και περισσότερο, καθώς τα απομνημονεύματα, οι
ειδήσεις των εφημερίδων και οι προφορικές μαρτυρίες έρχονταν σταδιακά να
πλαισιώσουν τα γεγονότα εκείνων των χρόνων.
Το μυστικό της εν λόγω εργασίας ήταν ότι είδα τα γεγονότα με τα μάτια
μιας γυναίκας.
Σε αντίθεση με τα απομνημονεύματα που συνέταξαν μεμονωμένα άτομα, οι
εφημερίδες έδειχναν μια πολύ πιο φιλική στάση απέναντι στη Λατιφέ. Ιδίως
στον ξένο Τύπο υπήρχαν απίστευτες πληροφορίες. Μάλιστα, όταν άρχισα να
μελετώ τα αρχεία των εφημερίδων της δεκαετίας του 1920, η Λατιφέ Χανούμ
κατάφερε να με καταπλήξει. Την έβλεπαν ως εκπρόσωπο των αλλαγών οι
οποίες καθόρισαν την τουρκική κοινωνία. Όταν, μετά το έμφραγμα του
Μουσταφά Κεμάλ, συντάχθηκε ένας κατάλογος με τα πρόσωπα τα οποία θα
μπορούσαν να αναλάβουν τη θέση του, το όνομα της Λατιφέ βρισκόταν στην
κορυφή. Αυτές οι εκτιμήσεις του διεθνούς Τύπου για την τουρκική ιστορία
και τη Λατιφέ Χανούμ ουδέποτε μεταφράστηκαν στα τουρκικά. Στο
διάστημα μεταξύ 1923 και 1925 η Λατιφέ Χανούμ είχε αναλάβει καθήκοντα
πολιτικού, δε φορούσε φερετζέ και, ως σύζυγος του Μουσταφά Κεμάλ
Πασά, απέκτησε παγκόσμια φήμη διότι αγωνίστηκε για τα δικαιώματα των
γυναικών. Η εικόνα της που προέκυψε με αυτόν τον τρόπο έφερε στο φως
άγνωστες έως σήμερα πτυχές του Μουσταφά Κεμάλ Πασά.
Ως σύζυγος ο Μουσταφά Κεμάλ θεωρούσε ευχάριστο να συζητά με τη
γυναίκα του, να ανταλλάσσει μαζί της ιδέες και να επιβεβαιώνει τις δικές
της, παρά τις περί του αντιθέτου φήμες που διέδιδε το περιβάλλον του.
Θα ρωτήσετε αν στον γάμο τους υπήρχε και έρωτας... Στο βιβλίο αυτό
συγκέντρωσα και παρουσιάζω όλα τα σχετικά στοιχεία. Δεν μπορώ παρά να
υποθέσω ότι αυτός ο γάμος, που έληξε άδοξα, σήμαινε πόνο όχι μόνο για τη
Λατιφέ Χανούμ αλλά και για τον Μουσταφά Κεμάλ.
Ωστόσο, στα χρόνια έπειτα από τον χωρισμό τους, το κύρος της Λατιφέ
υπέστη πλήγματα, ενώ τα της σχέσης της με τον Μουσταφά Κεμάλ
παραποιήθηκαν και οτιδήποτε αφορούσε τον έρωτά τους αποκρύφτηκε.
Μετά τον χωρισμό της από τον Μουσταφά Κεμάλ, η Λατιφέ Χανούμ έζησε
ακόμα μισόν αιώνα μέσα σε αυτό το σκοτάδι όπου την είχαν εξορίσει.
Προκειμένου να γράψω για την περίοδο αυτή, για την οποία δεν υπάρχουν
ντοκουμέντα, χρειάστηκε να έρθω σε επαφή με την οικογένειά της. Στην
προσπάθειά μου αυτή συνάντησα ένα απροσδόκητο εμπόδιο. Η Λατιφέ
Χανούμ είχε ορίσει να μη μιλήσει για την ίδια κανένας από τους δεύτερης
γενιάς συγγενείς της. Γι’ αυτό κι εκείνοι προτίμησαν τη σιωπή.
Περιορίστηκαν στην επαλήθευση των πληροφοριών που είχα συγκεντρώσει
από μόνη μου. Σε αυτή την απελπιστική κατάσταση γνώρισα τον επίτιμο
πρόξενο της Αυστρίας στη Σμύρνη, Μουαμμέρ Ερμπόυ, εγγονό της Βετζιχέ
Ιλμέν, αδερφής της Λατιφέ.
Με βοήθησε να βρω απαντήσεις σε ανοιχτά ερωτήματα και μου γνώρισε
τον άνθρωπο Λατιφέ Χανούμ. Ήξερε πολλά πράγματα για τη ζωή της θείας
του έπειτα από τον χωρισμό.
Για ορισμένα σκοτεινά σημεία με διαφώτισαν κάποιες συνεντεύξεις της
Βετζιχέ Ιλμέν, που είχαν καταχωνιαστεί στα αρχεία και τις οποίες μπορούσα
να συγκρίνω με πληροφορίες για τη Λατιφέ που αντλούσα από την
οικογένεια.
Σημαντική ήταν και η βοήθεια ορισμένων συγγενών της που διέμεναν στο
Προεδρικό Μέγαρο στο Τσάνκαγια τα πρώτα χρόνια μετά την ίδρυση του
κράτους. Το σπίτι του Φετχί και της Γκαλιμπέ Οκυάρ στην Πρίγκιπο ή η
απείραχτη βιβλιοθήκη της Γκαλιμπέ Χανούμ ξαναζωντάνεψαν μπροστά στα
μάτια μου εκείνη την εποχή. Ο Φετχί Οκυάρ, εγγονός της Γκαλιμπέ Χανούμ,
μου παρείχε πρόσβαση στις επιστολές και στα αποκόμματα εφημερίδων της
γιαγιάς του, που ήταν δεμένα με σπάγκο. Τα έγγραφα της Σουρεγιά
Αγάογλου, που φυλάσσονται στη Γυναικεία Βιβλιοθήκη της
Κωνσταντινούπολης, με βοήθησαν να κατανοήσω τη θέση των γυναικών
πριν από ογδόντα χρόνια. Ορισμένοι από εκείνους που μου έδωσαν
πληροφορίες προτίμησαν να κρατήσουν την ανωνυμία τους.
Όλες οι πληροφορίες που παρουσιάζονται στο βιβλίο έχουν ελεγχθεί από
τουλάχιστον δύο διαφορετικές πηγές.
Μετά το διαζύγιο η Λατιφέ κράτησε μια στάση σιωπής για πενήντα
ολόκληρα χρόνια. Όμως δε σκόπευε απλώς να εξαφανιστεί. Σιωπούσε διότι
συστηματικά παρερμήνευαν οτιδήποτε την αφορούσε. Για να μπορέσουν
κάποτε να την καταλάβουν, κατέγραψε τις αναμνήσεις της και τις φύλαξε σε
μια τραπεζική θυρίδα, έτσι ώστε να μπορούν να διαβαστούν όταν θα ήταν
κατάλληλη η ώρα. Η δουλειά της μοιάζει με αυτήν του Ιδρύματος Τουρκικής
Ιστορίας.* Ο κατάλογος των εγγράφων της τραπεζικής θυρίδας με
καθοδήγησε στην έρευνά μου.
Η Λατιφέ Χανούμ που ζωντανεύει σε αυτό το βιβλίο θα καταπλήξει τους
πάντες. Διαφέρει αισθητά από τη Λατιφέ Χανούμ που γνωρίζαμε ως σήμερα.
Ιπέκ Τσαλισλάρ
Γαλατάς/Κωνσταντινούπολη
Απρίλιος 2006
Η φυγή από τη Σμύρνη

ΣΤΗ ΣΜΥΡΝΗ, ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΤΟΥ 1919,* μια κλειστή άμαξα σταμάτησε


μπροστά στο κτίριο με το όνομα Λευκή Έπαυλη (Beyaz Köşk).* Η ελληνική
κατοχή* σε ολόκληρη την πόλη είχε αρχίσει από τις 15 Μαΐου εκείνης της
χρονιάς, και τα πράγματα ήταν δύσκολα για τους Τούρκους.
Ένας κομψά ντυμένος διπλωμάτης κατέβηκε από την άμαξα, πάνω στην
οποία κυμάτιζε μια γαλλική σημαία. Ο Έλληνας στρατιώτης που φρουρούσε
το κτίριο πλησίασε με γοργά βήματα την πόρτα του κήπου. Με το όπλο στον
ώμο έκοψε απειλητικά τον δρόμο στον διπλωμάτη. Ο διπλωμάτης τον έβαλε
στη θέση του: «Είμαι Γάλλος πρόξενος και ήρθα να παίξω μπριτζ με τον
Μουαμμέρ Μπέη».
Καθώς ο φύλακας δεν καταλάβαινε γαλλικά, ο διπλωμάτης έβγαλε ως
απόδειξη τα χαρτιά του από την τσάντα και του τα έδειξε. Πριν καν προλάβει
ο διπλωμάτης να χτυπήσει το κουδούνι, η πόρτα που οδηγούσε στη Λευκή
Έπαυλη άνοιξε από μέσα. Ο Μουαμμέρ Ουσακίζαντε περίμενε ήδη στην
πόρτα για να προϋπαντήσει τον φίλο του. Όπως πάντα, φορούσε λαμπερό
λευκό σακάκι. Οι δύο άντρες αγκάλιασαν ο ένας τον άλλο για να
χαιρετηθούν. Όταν ο πρόξενος μπήκε, ως συνήθως, στο χολ, είδε τις βαλίτσες
έτοιμες. «Είναι προετοιμασμένοι λοιπόν…» είπε από μέσα του.
Ο Μουαμμέρ Ουσακίζαντε ήταν ένας από τους σημαντικότερους εμπόρους
της Σμύρνης. Οι κατοχικές δυνάμεις ασκούσαν μεγάλη πίεση στους ισχυρούς
Τούρκους, προκειμένου να τους πάρουν με το μέρος τους. Μόλις στην
τελευταία τους συνάντηση ο Μουαμμέρ είχε πει στον πρόξενο: «Με πιέζουν
να γίνω δήμαρχος. Με απειλούν διαρκώς ότι θα με σκοτώσουν».
Οι δύο άντρες ήταν τέκτονες και η φιλία τους είχε αρχίσει στη λέσχη
μπριτζ πριν από την κατοχή. Ο διπλωμάτης φοβόταν μήπως οι Έλληνες
κατακτητές σκοτώσουν τον Μουαμμέρ. Ήδη πιο πριν είχε βοηθήσει μερικούς
από τους Τούρκους φίλους του να διαφύγουν από τη Σμύρνη. Αν όλα
πήγαιναν καλά, τότε ο Μουαμμέρ και η οικογένειά του θα έφευγαν με το
πλοίο για τη Μασσαλία την ίδια κιόλας νύχτα. Ο πρόξενος έβγαλε τα
εισιτήρια και τα διαβατήρια που είχε ετοιμάσει για την οικογένεια
Ουσακίζαντε από μια μυστική θήκη της τσάντας που κρατούσε.
«Θα έρθει μαζί και η Μακμπουλέ Χανούμ; Τι αποφασίσατε;»
«Όχι» είπε ο Μουαμμέρ. «Η μητέρα μου λέει πως λόγω ηλικίας θέλει να
μείνει εδώ. Το ταξίδι είναι πιο επικίνδυνο για κείνην απ’ ό,τι για μας».
«Τα διαβατήρια είναι έτοιμα. Ορίστε για τη σύζυγό σας Αντεβιγέ, για τις
κόρες σας Λατιφέ, Ρουκιγέ και Βετζιχέ, για τους γιους σας Ισμαήλ, Ομέρ και
Μουντζί, πάρτε κι ένα για σας. Έχω φέρει και το διαβατήριο για τη μητέρα
σας. Μπορεί να αλλάξει γνώμη. Εσείς τι νομίζετε;»
Τη στιγμή εκείνη μπήκαν στο δωμάτιο η Λατιφέ και η μητέρα της, η
Αντεβιγέ. Το βλέμμα της Λατιφέ ήταν σκοτεινό.
«Η γιαγιά δε θα έρθει μαζί μας» είπε. «Δε μας είναι εύκολο που την
αφήνουμε εδώ».
«Μα θα είμαστε εμείς μαζί της. Σε περίπτωση που κάτι της συμβεί,
μπορείτε το αργότερο σε τρεις μέρες να είστε πίσω στη Σμύρνη. Αυτή η
κατοχή δεν μπορεί να διαρκέσει πολύ, η αντίσταση εξαπλώνεται… Όλοι
δείχνουν μεγάλη εμπιστοσύνη στον Κεμάλ Πασά. Λένε ότι είναι στρατιωτική
ιδιοφυΐα». Με αυτά τα λόγια προσπαθούσε να καθησυχάσει τη Λατιφέ.
Έπειτα στον κήπο στήθηκε το τραπέζι του μπριτζ. Τα πάντα φαίνονταν
ίδια, όπως κάθε φορά. Για να συμπληρωθεί το τραπέζι, κάθισαν κι ο Ισμαήλ
με τη Λατιφέ και άρχισαν να συζητούν με φυσιολογική ένταση στη φωνή
τους. Συνέχισαν να παίζουν μέχρι που έπεσε η νύχτα. Οι υπηρέτες είχαν
λάβει οδηγίες και όλες οι δραστηριότητες του σπιτιού κυλούσαν ως συνήθως.
Όταν θα είχε σκοτεινιάσει εντελώς, η οικογένεια θα ξέφευγε από τους
φρουρούς και θα ανέβαινε στην άμαξα. Πρώτη βγήκε από το σπίτι η Λατιφέ.
Οι υπόλοιποι την ακολούθησαν. Ο Μουαμμέρ αποχαιρέτησε τον Γάλλο φίλο
του. Η Μακμπουλέ Χανούμ τούς ακολούθησε ως τον κήπο με μια
κρυστάλλινη καράφα και πότισε το παλιό νυχτολούλουδο.3
Καθότι η άμαξα ήταν πολύ μικρή για όλη την οικογένεια, ο Μουντζί και ο
Ομέρ ξάπλωσαν πάνω στις βαλίτσες, ενώ τα κορίτσια στριμώχτηκαν σε μία
θέση. Όταν έφτασαν στο λιμάνι, παντού επικρατούσε ησυχία. Οι τελευταίοι
επιβάτες μόλις ανέβαιναν στο γαλλικό πλοίο. Η οικογένεια Ουσακίζαντε
πέρασε κι αυτή από τον έλεγχο διαβατηρίων και σε λίγο όλοι έριχναν μια
τελευταία ματιά στη Σμύρνη. Αντιθέτως, ο Γάλλος πρόξενος πέρασε τη
νύχτα στο σπίτι του φίλου του, Μουαμμέρ, έχοντας βοηθήσει τον ίδιο και την
οικογένειά του να διαφύγουν.

Επιστροφή από τη Μασσαλία


Η Λατιφέ στεκόταν στο κατάστρωμα του πλοίου που είχε ξεκινήσει το ταξίδι
του από τη Μασσαλία και κοιτούσε απορροφημένη το βαθύ γαλάζιο της
θάλασσας. Μετά από τρία χρόνια στο εξωτερικό επέστρεφε στη Σμύρνη,
όπου η ελληνική κατοχή συνεχιζόταν ακόμη. Αυτό που η οικογένεια
φοβόταν επί καιρό είχε συμβεί τελικά. Η γιαγιά Μακμπουλέ Χανούμ είχε
αρρωστήσει. Η δυσάρεστη είδηση έφτασε αμέσως στη Μασσαλία. Ο
Μουαμμέρ Μπέης είχε αρχίσει τις ετοιμασίες της επιστροφής, όμως η
Λατιφέ δεν ήθελε να τον αφήσει να γυρίσει.
«Πατέρα, θα σας σκοτώσουν, μείνετε εδώ, θα επιστρέψω εγώ στη
Σμύρνη».
Έκανε αυτό που είχε βάλει στο μυαλό της. Στην αρχή πάντως τής έλειπαν
τα απαραίτητα ταξιδιωτικά έγγραφα, οπότε έπρεπε να έρθει σε επαφή με την
αρμόδια υπηρεσία στη Γαλλία. Ωστόσο η επιρροή του Μουαμμέρ Μπέη ήταν
το κλειδί που άνοιγε όλες τις πόρτες και η Λατιφέ κατόρθωσε να αποκτήσει
διαβατήριο. Προκειμένου να φτάσει με ασφάλεια στον προορισμό της, πάνω
στο διαβατήριό της σημειώθηκε ότι «τελεί υπό ιδιαίτερη προστασία».
Το πλοίο την έφερε αρχικά στην Κωνσταντινούπολη. Η Λατιφέ θα
περνούσε εκεί δύο μέρες και έπειτα θα συνέχιζε τη διαδρομή της για τη
Σμύρνη. Προτού εγκαταλείψει την Τουρκία, η Λατιφέ είχε γίνει μέλος της
μυστικής οργάνωσης εναντίον των Ελλήνων. Και τώρα έπρεπε να μεταφέρει
στους αντιστασιακούς της Σμύρνης κάποια έγγραφα που θα της παρέδιδαν
στην Κωνσταντινούπολη.
Στο εσωτερικό της χώρας οι Έλληνες είχαν ηττηθεί σε όλα τα μέτωπα. Η
Λατιφέ παρακολουθούσε από τη Γαλλία όλες τις ειδήσεις σχετικά με την
αντίσταση. Είχε κόψει από κάποια εφημερίδα μια φωτογραφία του Κεμάλ
Πασά και την είχε βάλει για γούρι σε ένα μενταγιόν που φορούσε στον λαιμό
της.
Στον δρόμο για τη γιαγιά της, τη Μακμπουλέ Χανούμ, η Λατιφέ συνάντησε
τον Μουσταφά Κεμάλ με τη μητέρα του, Ζουμπεϊντέ Χανούμ, στο
Ανταπαζαρί, πολλά χιλιόμετρα μακριά. Ένα πλήθος συγκινημένο θα
παρακολουθούσε εκεί, στις 17 Ιουνίου του 1922, τη συνάντηση μητέρας και
γιου.
Η μοίρα θέλησε, λίγους μήνες αργότερα, να ξανασυναντηθούν αυτά τα
τέσσερα πρόσωπα.
Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της με το πλοίο, η Λατιφέ είχε σχεδιάσει τι θα
κάνει με κάθε λεπτομέρεια. Φτάνοντας στην Κωνσταντινούπολη, πήγε στη
διεύθυνση που της είχαν δώσει και παρέλαβε τα εν λόγω έγγραφα από τους
ανθρώπους της αντίστασης. Δίχως να έχει ανοίξει καν τη βαλίτσα της,
επιβιβάστηκε στο πλοίο για τη Σμύρνη. Στην Κωνσταντινούπολη όλα πήγαν
σύμφωνα με το σχέδιο. Τη φορά αυτή, σε αντίθεση με τις συνήθειές της υπό
άλλες συνθήκες και ως μέτρο για να αποφύγει πιθανές έρευνες, φόρεσε ένα
τσαρσάφ,4 ένα ρούχο το οποίο κάλυπτε ολόκληρο το σώμα. Αν και το
διαβατήριο την εμφάνιζε σαν Γαλλίδα υπήκοο, στην πραγματικότητα ήταν η
κόρη μιας οικογένειας από τη Σμύρνη που ήταν γνωστή στα κατοχικά
στρατεύματα.
Όταν η Λατιφέ έφτασε επιτέλους στη Σμύρνη, το ημερολόγιο έδειχνε 17
Ιουνίου του 1922. Την ημέρα εκείνη γινόταν είκοσι τριών ετών. Ωστόσο δεν
έφτασε στη γενέθλια πόλη της τόσο εύκολα όσο είχε ταξιδέψει στην
Κωνσταντινούπολη. Οι Έλληνες στρατιωτικοί έβλεπαν με δυσπιστία αυτή τη
νεαρή Τουρκάλα που ταξίδευε με γαλλικό διαβατήριο, τη θεώρησαν
κατάσκοπο και θέλησαν να την υποβάλουν σε σωματική έρευνα. Η Λατιφέ
προέβαλε αντιρρήσεις. «Δεν μπορείτε να κάνετε σωματική έρευνα σε μια
μουσουλμάνα» τους είπε. Αυτή η πεισματάρα γυναίκα μιλούσε στους
κατακτητές με αυταρχικό ύφος και δεν τους επέτρεπε να ακουμπήσουν το
χέρι τους στο τσαρσάφ που την κάλυπτε.
Η Λατιφέ είχε κρύψει στα εσώρουχά της τα έγγραφα που ήθελε να
μεταφέρει στους αντιστασιακούς. Οι στρατιώτες δεν μπορούσαν να τα
βγάλουν πέρα με αυτή τη νεαρή, παραδοσιακά ντυμένη γυναίκα που δεν
ήθελε να την ψάξουν. Στο τέλος την έκλεισαν σε ένα κελί.
Η είδηση ότι είχε έρθει η Λατιφέ Ουσακίζαντε και την είχαν βάλει φυλακή
διαδόθηκε σαν πυρκαγιά. Οι κατακτητές, που φοβόντουσαν ότι μπορεί να
υπάρξουν εντάσεις στην πόλη, την τρίτη μέρα αναγκάστηκαν να την
απελευθερώσουν. Πριν περάσει μία εβδομάδα, η Λατιφέ βρισκόταν
επιτέλους δίπλα στο κρεβάτι της γιαγιάς της, Μακμπουλέ Χανούμ.
Τα βάσανα όμως δεν έλεγαν να τελειώσουν. Μόλις τις πρώτες μέρες της
κατοχής η Λατιφέ είχε γράψει μια επιστολή σε έντονο ύφος προς κάποιον
σημαντικό αξιωματούχο της πόλης, λέγοντας: «Ο εχθρός κατέλαβε την πόλη,
όμως ο Μουσταφά Κεμάλ θα σώσει την πατρίδα μας, θα μας σώσει».

Η πρώτη συνάντηση της Λατιφέ με τον Μουσταφά Κεμάλ


Στις 11 Σεπτεμβρίου η Λατιφέ ήθελε να εκπληρώσει έναν όρκο που είχε
κάνει για την απελευθέρωση της Σμύρνης. Κάθισε στην μπροστινή θέση μιας
άμαξας, γιατί ήθελε να μοιράσει δώρα στους στρατιώτες που έρχονταν στην
πόλη. Τους έφερε τσιγάρα, γλυκά, λουκούμια και φάρμακα. Όταν έπειτα
γύρισε στο σπίτι της, διαπίστωσε ότι και πάλι είχαν τοποθετηθεί φρουροί.
«Απαγορεύεται η διέλευση, δεν επιτρέπεται η είσοδος!» άκουσε να της λέει
μια δυνατή φωνή.
Ενώ πρώτα η Λατιφέ ήταν κλεισμένη επί τρεις μήνες στο σπίτι της σαν
φυλακή, τώρα πια η κατάσταση είχε αντιστραφεί. Δεν επιτρεπόταν να μπει.
Έκπληκτη κοιτούσε κατάματα τους άντρες που κατέβαιναν. Είχαν
κρεμασμένα όπλα στους ώμους και ήταν ζωσμένοι με σφαίρες.
«Μα αυτό είναι το σπίτι μου…» ήταν το μόνο που κατάφερε να πει.
Στο σπίτι της, το οποίο είχε αφήσει για λίγες ώρες μόνο, αυτή τη φορά
βρήκε τον διοικητή που ήθελε τόσο πολύ να φιλοξενήσει.
Ο Μουσταφά Κεμάλ κάπνιζε κοιτάζοντας τον ορίζοντα. Ξαφνικά στράφηκε
προς το μέρος της, σαν να κατάλαβε εκείνη τη στιγμή ότι η νεαρή κοπέλα
ήταν η κυρία του σπιτιού. Σηκώθηκε ευγενικά, κατέβηκε τη σκάλα και πήγε
να τη συναντήσει. Καθώς έβγαζε τον μάλλινο σκούφο του για να τη
χαιρετήσει, ο φθινοπωρινός ήλιος έκανε τα ξανθά μαλλιά και τα γαλάζια
μάτια του να αστράφτουν. Το βλέμμα της Λατιφέ έπεσε στο χέρι που της
πρότεινε.
«Καλώς ήρθατε, Κεμάλ Πασά. Επιτρέψτε μου να σας φιλήσω το χέρι».
Η Λατιφέ δεν έπαυε να τον ευχαριστεί. Ο Κεμάλ άκουσε την περιγραφή
της για τον τρόπο που επέστρεψε στη Σμύρνη και έμαθε ότι η Λατιφέ είχε τη
φωτογραφία του στο μενταγιόν που φορούσε στον λαιμό της. Η συζήτηση
δεν κράτησε πολύ, όμως ο Κεμάλ εντυπωσιάστηκε από τη Λατιφέ και από το
πάθος της. Και έκρινε ότι το σπίτι ήταν κατάλληλο ως έδρα της διοίκησης.
Την ίδια νύχτα κιόλας ο Μουσταφά Κεμάλ Πασά διηγήθηκε στη Χαλιντέ
Εντίπ (Αντιβάρ) πως γνώρισε μια κοπέλα ονόματι Λατιφέ. «Στον λαιμό της
φορούσε ένα μενταγιόν με τη φωτογραφία μου» είπε.
Η Λατιφέ, από την πλευρά της, έγραψε στον δεύτερο θείο της, Χαλίτ Ζιγιά,
σχετικά με τα αισθήματα που έτρεφε για τον Μουσταφά Κεμάλ και
περιέγραψε τη στιγμή της συνάντησής τους: «Είδα μπροστά μου δυο όμορφα
γαλάζια μάτια».
Κυκλοφορούν πολλές ιστορίες για την πρώτη συνάντηση του Μουσταφά
Κεμάλ και της Λατιφέ. Θρυλείται ότι «μια κομψά ντυμένη κοπέλα, χωρίς
φερετζέ, μπαίνει στο διοικητήριο του Μουσταφά Κεμάλ, επιμένει να του
μιλήσει, πηγαίνει στο δωμάτιό του και τον καλεί στο σπίτι της».
Κι όμως το μέρος όπου πήγε η Λατιφέ ήταν το ίδιο της το σπίτι, το οποίο
μέσα σε λίγες ώρες είχε μετατραπεί σε έδρα της διοίκησης. Υποτίθεται ότι η
Λατιφέ έγραψε την πρόσκληση κατά παραγγελία ενός γραμματέα του πατέρα
της. Ίσως με αυτόν τον τρόπο να ικανοποιούνταν η απαιτούμενη για την
εποχή εκείνη διακριτικότητα. Η αυτοπεποίθηση της Λατιφέ ήταν αρκετή
ώστε να διατηρηθεί επί αρκετό διάστημα ο μύθος για την «κοπέλα που πήγε
στο διοικητήριο».
Η Λατιφέ και η οικογένειά της

Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΗΣ ΛΑΤΙΦΕ, Η ΑΝΤΕΒΙΓΕ, ήταν κόρη μιας επιφανούς και εύπορης
οικογένειας της Σμύρνης. Όταν ήταν μικρή, της είχαν δασκάλα στο σπίτι·
έτσι έμαθε αραβικά και γαλλικά. Ο πατέρας της Λατιφέ, ο Μουαμμέρ, ήταν ο
μοναδικός γιος μιας πλούσιας οικογένειας που προερχόταν από το Ουσάκ,
περίπου διακόσια χιλιόμετρα μακριά από τη Σμύρνη, και ασχολούνταν εδώ
και τρεις γενιές με το εμπόριο. Η Αντεβιγέ και ο Μουαμμέρ είχαν δέκα
παιδιά, τα τέσσερα από τα οποία πέθαναν. Το μεγαλύτερο παιδί από αυτά
που επέζησαν ήταν η Λατιφέ, που γεννήθηκε στις 17 Ιουνίου του 1899. Μετά
τη Λατιφέ η οικογένεια απέκτησε δύο γιους, τον Ισμαήλ και τον Ομέρ. Στη
συνέχεια γεννήθηκαν οι δύο κόρες, η Βετζιχέ κι η Ρουκιγέ, καθώς και ο
μικρός γιος, ο Μουντζί.
Παραδοσιακά η οικογένεια είχε δυτικό προσανατολισμό, ωστόσο σεβόταν
τις αξίες της Ανατολής και τις ενσωμάτωνε στον τρόπο ζωής της. Κατά τη
διάρκεια της εξουσίας του σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ ο Μουαμμέρ
Μπέης συγκαταλεγόταν στους ελάχιστους Τούρκους εξαγωγείς. Διατηρούσε
εμπορικές σχέσεις με την Αγγλία, τις οποίες σύντομα διεύρυνε ακόμα
περισσότερο, έως την Αμερική.
Το 1900 ήταν ο πρώτος Τούρκος έμπορος που είχε, στο όνομά του, έδρα
στον Σύνδεσμο Καπνού. Αλλά και σε συνδέσμους βάμβακος της Νέας
Υόρκης και της Νέας Ορλεάνης ήταν, μαζί με τον πατέρα του, το πρώτο
μέλος από την Τουρκία.

Η ανατροφή της Λατιφέ


Η Λατιφέ μεγάλωσε σε ένα σπίτι όπου υπήρχαν γκουβερνάντες, μάγειρες,
κηπουροί και άλλο υπηρετικό προσωπικό. Ως παιδί ήταν κάθε άλλο παρά
συνεσταλμένη και κοιτούσε τον συνομιλητή της στα μάτια. Μέχρι να
γεννηθεί η μικρή αδερφή της, η Βετζιχέ, μοιραζόταν τον ίδιο κόσμο με τους
αδερφούς της, Ισμαήλ και Ομέρ. Προσπαθούσε να είναι σαν κι αυτούς, να
επιβάλλει την παρουσία της και να μην την αγνοούν. Έτσι, δεν είχε συχνά
την ευκαιρία να παίξει με τις κούκλες της.
Ως έμπορος με διεθνείς δραστηριότητες, ο Μουαμμέρ Μπέης θεωρούσε
πολύ σημαντικό να μάθουν τα παιδιά του ξένες γλώσσες. Καθότι γνώριζε
πολύ καλά ότι τα αγγλικά θα γίνονταν παγκόσμια γλώσσα, επέλεξε η πρώτη
γκουβερνάντα της Λατιφέ να είναι από την Αγγλία. Στα τέσσερά της η
Λατιφέ ξεκίνησε μαθήματα αγγλικών, ενώ στη συνέχεια έμαθε γαλλικά,
γερμανικά και λατινικά. Οι γονείς της Λατιφέ δεν την έβαζαν να κάνει
μάθημα ξεχωριστά από τους γιους τους. Τα παιδιά μεγάλωναν με
γκουβερνάντες, που η καθεμιά τους μιλούσε και διαφορετική γλώσσα.
Κοντά στο σημερινό σχολείο Τουρκικό Κολέγιο Σμύρνης (İzmir Türk
Koleji, πρώην Ευαγγελική Σχολή) ο Μουαμμέρ έχτισε ένα κτίριο όπου
διδάσκονταν και άλλα παιδιά εκτός από τα δικά του.
Αργότερα η Λατιφέ θα έπρεπε να βελτιώσει επίσης τις γνώσεις της στα
τουρκικά, στα περσικά και στα αραβικά, και για τον λόγο αυτό αποφάσισαν
να τη στείλουν για κάποιο διάστημα στην Κωνσταντινούπολη, σε έναν
ανιψιό του παππού της, Σαντίκ Μπέη. Ο συγγενής αυτός δεν ήταν άλλος από
τον Χαλίτ Ζιγιά, έναν από τους γνωστότερους Τούρκους συγγραφείς την
εποχή εκείνη,
Όταν η Λατιφέ πήγε στην Κωνσταντινούπολη, ήταν δεκατεσσάρων ετών.
Οι λογοτεχνικές γνώσεις του Χαλίτ Ζιγιά τής προκάλεσαν μεγάλη εντύπωση.
Ο Χαλίτ Ζιγιά τής έκανε μάθημα αραβικών, ενώ μια άλλη λογοτεχνική
προσωπικότητα της εποχής, ο Τεβφίκ Φικρέτ, της μάθαινε τουρκικά και
περσικά. Ο Χαλίτ Ζιγιά μεριμνούσε επίσης για τις γνώσεις της Λατιφέ στα
τουρκικά και στα γαλλικά, καθώς και για τη γενική παιδεία της. Επίσης η
Λατιφέ περνούσε πολλή ώρα κάνοντας παρέα με τον Βεντάντ, τον γιο του
Χαλίτ Ζιγιά.
Είναι γνωστό ότι τη χρονιά που έμενε στην Κωνσταντινούπολη η Λατιφέ
παρακολουθούσε για ένα διάστημα την τάξη προετοιμασίας του
αμερικανικού σχολείου. Καθότι έκανε πάντα μάθημα σε ιδιωτική βάση με
δασκάλους, έπρεπε, έστω και μία φορά, να ζήσει την ατμόσφαιρα ενός
κανονικού σχολείου.
Η Λατιφέ είχε ιδιαίτερο ταλέντο στην τέχνη, ιδίως στη λογοτεχνία και στη
μουσική. Ο προπάππος της, Σαλίχ Μπέης, της είχε στείλει ένα πιάνο από το
Λονδίνο. Η πιανίστρια Άννα Γκρόσσερ-Ρίλκε, ανιψιά του περίφημου ποιητή
Ράινερ Μαρία Ρίλκε, έκανε επί τρία χρόνια μάθημα πιάνου στη Λατιφέ.
Ο Μουαμμέρ Μπέης έθετε μια υπηρέτρια στη διάθεση κάθε κόρης του
όταν έκλεινε τα δεκαπέντε της. Τη Λατιφέ φρόντιζε μια Ελληνίδα ονόματι
Καλλιόπη. Η Καλλιόπη δεν έφυγε ποτέ από το πλευρό της Λατιφέ.
Τα όσα συνέβαιναν στον κόσμο ενδιέφεραν πολύ τη Λατιφέ, η οποία
παρακολουθούσε προσεκτικά όλα τα γεγονότα. Τα μέλη της οικογένειας
ήταν επηρεασμένα από τις ιδέες της εποχής, ενδιαφέρονταν για όλες σχεδόν
τις απόψεις που υποστηρίζονταν την εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας
και ήταν ενταγμένα σε διάφορα ρεύματα. Άλλοι ήταν πιστοί στο παλάτι,
άλλοι ενδιαφέρονταν για το κίνημα των Νεότουρκων,* ενώ άλλοι, πάλι,
διατηρούσαν στενές επαφές με τα μέλη της τοπικής οργάνωσης Ένωση και
Πρόοδος (Ittihat ve Terraki Cemiyeti*). Υπήρχαν ακόμα και σοσιαλιστές.
H Λατιφέ στα νιάτα της είχε ερωτικές σχέσεις; Στα χρόνια που έμεινε στην
Αγγλία υπήρχε ένας νέος που της άρεσε. Σύμφωνα με τα όσα διηγούνταν
στην οικογένεια, επρόκειτο για έναν ξανθό γαλανομάτη δούκα.
Η Λατιφέ μπήκε στην εφηβεία όταν άρχισε ο Πρώτος Παγκόσμιος
πόλεμος. Η Εκστρατεία των Δαρδανελίων,* που έγινε αμέσως μετά, άλλαξε
τη ζωή της. Ο νεαρός που της άρεσε τόσο πολύ τα χρόνια εκείνα πήγε στον
πόλεμο και δεν επέστρεψε ποτέ. Έτσι, τα ρομαντικά της αισθήματα έσβησαν
μέσα στον καημό και στην οδύνη.
Η Λατιφέ έδειχνε ζωηρό ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία και την ποίηση,
διάβαζε και έγραφε πολύ. Είχε πρόσβαση σε μια πλούσια βιβλιοθήκη. Το
1916 διάβασε βιβλία σχετικά με το γυναικείο κίνημα και κράτησε
σημειώσεις. Όταν, το 1918, οι Νεότουρκοι έκλεισαν τα μάτια στο ζήτημα της
κοινωνικής υποβάθμισης των γυναικών, η Λατιφέ άρχισε να τους επικρίνει
ανοιχτά.
Όσον αφορά τις αθλητικές επιδόσεις της, η Λατιφέ ήταν εξαιρετική ιππέας
και χειριζόταν πολύ καλά το τουφέκι. Ωστόσο δεν πήγαινε ποτέ για κυνήγι,
γιατί ένιωθε απέχθεια στη θέα του αίματος.
Δεν είναι λίγοι αυτοί που συνέκριναν την εξωτερική εμφάνιση της Λατιφέ
με την ομορφιά των Τσερκέζων γυναικών. Το λευκό δέρμα της και τα μαύρα
της μαλλιά θύμιζαν τη γιαγιά της, τη Μακμπουλέ Χανούμ. Το ανάστημά της
ήταν παρόμοιο με εκείνο της γιαγιάς της από την πλευρά της μητέρας, της
Χαβά Ρεφικά Χανούμ, που στην οικογένεια την αποκαλούσαν
«μικροσκοπική κυρία». Η Λατιφέ ήταν μόλις 1,56 μ. Μπορούσε να γελάει με
τα μάτια της, όπως μπορούσε επίσης να εκφράζει τον συσσωρευμένο θυμό
της με ένα βλέμμα. Μιλούσε τουρκικά πότε με χαρούμενο και πότε με
περήφανο, μελωδικό τόνο και με μια στάση που δήλωνε «εδώ είμαι εγώ». Εν
γένει η Λατιφέ ήταν μια πολύ ζωηρή και πολύ εκφραστική κοπέλα.

Τα χρόνια στην Ευρώπη


Μετά την επικίνδυνη φυγή το φθινόπωρο του 1917, η οικογένεια
Ουσακίζαντε σκορπίστηκε στην Ευρώπη, στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.
Ο Μουαμμέρ Μπέης και η Αντεβιγέ Χανούμ πήγαν μαζί με τον μικρό τους
γιο Μουντζί, που έπασχε από πολιομυελίτιδα, στο Μπιαρρίτς, τη γαλλική
παραλιακή πόλη στα σύνορα με την Ισπανία.
Η οικογένεια αποφάσισε να στείλει τη Λατιφέ σε ένα σχολείο θηλέων
αντίστοιχο με τη μόρφωση και το επίπεδό της. Το Tudor Hall School, που
βρισκόταν στο Τσίσλχερστ, λίγο έξω από το Λονδίνο, θεωρήθηκε το πλέον
κατάλληλο. Από ακαδημαϊκή άποψη, το Tudor Hall διέφερε από τα άλλα
σχολεία θηλέων της εποχής, καθώς πρόσφερε ευρείες, εξειδικευμένες και
ποικίλες μορφωτικές δυνατότητες. Τα κορίτσια μεταξύ έντεκα και δεκαοκτώ
ετών μπορούσαν να μένουν εσώκλειστα. Σε αυτό το σχολείο, που
ειδικευόταν προπάντων στις γλώσσες και στον πολιτισμό, διδάσκονταν
μαθηματικά, γεωγραφία, ιστορία, βοτανική, αστρονομία, χημεία, λογοτεχνία,
γαλλικά, σχέδιο, γραφή και γυμναστική, σχεδόν το κάθε μάθημα από
διαφορετικό δάσκαλο. Στη Λατιφέ άρεσαν περισσότερο τα μαθήματα πιάνου
και χορού.
Οι σημαντικότεροι ακαδημαϊκοί και μουσικοί εκείνης της εποχής έρχονταν
στο σχολείο για να δώσουν διαλέξεις. Χωρίς να ασκούν πίεση στις
μαθήτριες, η καθεμιά λάμβανε ερεθίσματα ανάλογα με τα ταλέντα της.
Συχνά οργανώνονταν συζητήσεις. Τα θέματα που επιλέγονταν για τον σκοπό
αυτό ήταν πολύ ενδιαφέροντα. Για παράδειγμα, γίνονταν συζητήσεις για τις
φεμινίστριες, για την ελευθερία του Τύπου και για την κατασκευή μιας
υπόγειας σήραγγας κάτω από τη Μάγχη, η οποία εγκαινιάστηκε τελικά το
1994.
Τα κορίτσια πήγαιναν σχολικές εκδρομές στις πινακοθήκες του Λονδίνου
και σε σημαντικά αξιοθέατα της πόλης. Επίσης οι μαθήτριες μελετούσαν
θεατρικά έργα, τα οποία έπειτα παρουσίαζαν σε φτωχές γειτονιές της πόλης.
Ωστόσο η οικογένεια Ουσακίζαντε είχε κι ένα σπίτι στο Παρίσι. Όταν
έφτασε η εποχή για τη Λατιφέ να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο,
αποφασίστηκε να πάει στο Παρίσι. Έπρεπε να στηριχτεί πια στις δικές της
δυνάμεις, οπότε βρέθηκε ξαφνικά εν μέσω της πρωτοποριακής καλλιτεχνικής
ζωής της πόλης.
Στα χρόνια μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο διανοούμενοι από πολλές
χώρες, κυρίως από τις ΗΠΑ, κατέφθασαν στο Παρίσι. Πραγματοποιούνταν
πολλές εκθέσεις υψηλής καλλιτεχνικής αξίας. Ο κόσμος των γραμμάτων και
των τεχνών είχε το βλέμμα του στραμμένο στο Παρίσι. Η Λατιφέ πήγαινε
στο θέατρο, στην όπερα, επισκεπτόταν εκθέσεις. Μετείχε κανονικά στην
πολιτιστική κίνηση της πόλης. Το ενδιαφέρον της για τη μουσική παρέμενε
αμείωτο και συνέχιζε να παίζει πιάνο.
Η Λατιφέ γράφτηκε στη Σορβόννη· ωστόσο, αντί για Λογοτεχνία, που
αγαπούσε ιδιαίτερα, άρχισε να σπουδάζει Νομικά. Έκανε σχέδια για το
μέλλον. Θα μπορούσε να γίνει δικηγόρος, να διδάξει στο πανεπιστήμιο ή
ακόμα να εργαστεί σε κάποια πρεσβεία.
Στη διάρκεια σημαντικών ημερών και εορτών η οικογένεια Ουσακίζαντε
μαζευόταν στο σπίτι. Όλοι τους παρακολουθούσαν τα νέα για την εξέγερση
εναντίον των ελληνικών κατοχικών δυνάμεων στην Τουρκία, τόσο στον
διεθνή Τύπο, όσο και μέσα από τις επιστολές που λάμβαναν από συγγενείς
και φίλους από τη χώρα τους. Οι ειδήσεις αποτελούσαν αφορμή για την
αναπτέρωση των ελπίδων και πρόσφεραν χαρά σε όλη την οικογένεια, η
οποία άρχισε την προετοιμασία για την επιστροφή. Είχαν ζήσει τρία χρόνια
στην Ευρώπη. Όταν η γιαγιά αρρώστησε και χρειαζόταν τη βοήθεια κάποιου,
η Λατιφέ ήταν η πρώτη που επέστρεψε.
Η κατοχή της Σμύρνης

Η ΣΜΥΡΝΗ ΩΣ ΠΟΛΗ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας παρουσίαζε τη


σημαντικότερη οικονομική δραστηριότητα. Στις αρχές του 20ού αιώνα
ζούσαν εκεί 250.000 άνθρωποι, εκ των οποίων 55.000 Έλληνες, 21.000
Εβραίοι, 10.000 Αρμένιοι, 50.000 αλλοδαποί και Λεβαντίνοι,* ενώ οι
υπόλοιποι –περίπου το 50%– ήταν Τούρκοι μουσουλμάνοι. Καθεμιά από
αυτές τις εθνοτικές ομάδες έμενε σε διαφορετική συνοικία της πόλης. Έτσι η
Σμύρνη φαινόταν σαν να αποτελείται, κατά κάποιον τρόπο, από μικρότερες
πόλεις μέσα στην ίδια την περιφέρειά της. Στους ξένους επισκέπτες συχνά
έκανε εντύπωση ο μεγάλος αριθμός των Ελλήνων. Μέχρι την ίδρυση του
ελληνικού κράτους οι Έλληνες ζούσαν υπό την οθωμανική εξουσία. Με την
ίδρυση του κράτους, όσοι ήθελαν μπορούσαν να πάρουν την ελληνική
υπηκοότητα.
Οι Αρμένιοι, ως προς τον τρόπο ζωής τους, παρουσίαζαν μεγαλύτερες
ομοιότητες με τους Τούρκους της Σμύρνης. Μιλούσαν καλά τα τουρκικά και
ζούσαν μια ζωή ήσυχη πριν αναμειχθούν στα πολιτικά δρώμενα. Η Σμύρνη
είχε εξαιρεθεί από την υποχρεωτική απέλαση των Αρμενίων του 1915.
Οι Εβραίοι, από την πλευρά τους, σχετίζονταν κυρίως με τους Τούρκους
και τους Αρμένιους, δεν αναμειγνύονταν στα πολιτικά ζητήματα και δεν
αντιτίθεντο στην κυρίαρχη τάξη.
Τη μικρότερη σχέση με τους Τούρκους είχαν οι λεγόμενοι Λεβαντίνοι και
οι υπόλοιποι αλλοδαποί. Υπόκειντο ως επί το πλείστον στις αποφάσεις των
προξενείων τους και στους δικούς τους νόμους. Στη συνοικία που έμεινε
γνωστή με το όνομα Φραγκομαχαλάς ζούσαν μια ευχάριστη ζωή και ήταν
απαλλαγμένοι από τη φορολογία.
Το 1908 υπήρχαν στη Σμύρνη 53 τζαμιά, 51 μικρότερα τεμένη (μεστζίτ),
35 εκκλησίες και 17 συναγωγές. Τα διάφορα θρησκευτικά δόγματα και οι
παραδόσεις είχαν τους δικούς τους χώρους στις αντίστοιχες γειτονιές.
Ορισμένες γειτονιές χωρίζονταν από τις άλλες με τείχη, σε κάποιες μάλιστα
υπήρχαν και πύλες οι οποίες έκλειναν μόλις έπεφτε το σκοτάδι.
Επειδή η Σμύρνη διέθετε πολλά ξενοδοχεία και κέντρα διασκέδασης, θύμιζε
πόλεις της Δυτικής Ευρώπης. Υπήρχαν πολλά όμορφα σπίτια, καθώς και
καλά φωτισμένοι δρόμοι. Το Κορντόν, ο παραλιακός δρόμος της Σμύρνης,
ήταν γνωστός για τις διώροφες βίλες του. Παρ’ όλα αυτά, στους δρόμους του
κέντρου της πόλης χωρούσε να περάσει μόνο μία άμαξα.
Η τουρκική γειτονιά βρισκόταν στο ψηλότερο σημείο της πόλης, στους
πρόποδες του παλιού βυζαντινού οχυρού. Τους στενούς δρόμους, όπου
υπήρχαν πολλά πηγάδια, πλαισίωναν μικρά σπίτια και δέντρα.
Στη Σμύρνη, που ονομάστηκε «Παρίσι της Ανατολής», τα κέντρα
διασκέδασης, οι λέσχες, τα θέατρα και η μουσική έπαιζαν σημαντικό ρόλο.
Το πρώτο θέατρο της πόλης ιδρύθηκε μόλις το 1775 και ανέβαζε
παραστάσεις πολύ συχνά. Με το πέρασμα του χρόνου, ήρθαν να προστεθούν
πολλά θέατρα, τα οποία έγιναν σημαντικός πόλος έλξης. Όταν ο συγγραφέας
Γκυστάβ Φλωμπέρ επισκέφθηκε τη Σμύρνη το 1850, συμπεριέλαβε στις
ταξιδιωτικές του σημειώσεις τις εντυπώσεις του από τα δύο έργα που
παρακολούθησε.
Οι παραστάσεις της όπερας και οι συναυλίες συχνά επαναλαμβάνονταν,
ενώ όταν η πόλη φιλοξενούσε κάποιον ξεχωριστό θίασο, ήταν αδύνατο να
βρει κανείς εισιτήριο για την όπερα. Στους δρόμους ομάδες μουσικών με
κιθάρες και μαντολίνα έπαιζαν ελληνικά τραγούδια, ενώ τη νύχτα κομψά
ντυμένοι άνθρωποι γέμιζαν τα καφέ. Από τις μουσικές αίθουσες του Κορντόν
δεν έλειπε ούτε το βαριετέ.
Μπορούσε να αναγνωρίσει κανείς την εθνική καταγωγή μιας γυναίκας από
την προσπάθεια που κατέβαλλε να κρύβει το πρόσωπό της στους δημόσιους
χώρους. Ενώ τα πρόσωπα των Ελληνίδων και των Δυτικοευρωπαίων
γυναικών έμεναν εντελώς ακάλυπτα, οι Εβραίες και οι Αρμένισσες έδειχναν
μόνο το μισό τους πρόσωπο. Οι Τουρκάλες εν γένει είχαν εντελώς
καλυμμένα το πρόσωπό τους.
Οι πιο κομψές γυναίκες της Σμύρνης ήταν οι Λεβαντίνες και οι Ελληνίδες.
Με έμφαση οι ταξιδιώτες περιέγραφαν την ομορφιά των Ελληνίδων, οι
οποίες, ήδη από τον 19ο αιώνα. είχαν πάψει να καλύπτουν το πρόσωπό τους.
Οι Τουρκάλες, που, σύμφωνα με το ισλαμικό έθιμο, φορούσαν τσαρσάφ,
μακριά παλτά και φερετζέ, άρχισαν σταδιακά να ακολουθούν τη μόδα, να
κόβουν κοντά τα μαλλιά τους και να πειραματίζονται με διάφορα μοντέλα
παλτών και καλσόν.
Στους δρόμους μπορούσε να διακρίνεις τις γυναίκες και από το χρώμα των
παπουτσιών τους. Οι Τουρκάλες φορούσαν κίτρινα, οι Αρμένισσες κόκκινα,
οι Ελληνίδες μαύρα και οι Εβραίες γαλάζια παπούτσια.
Οι Τουρκάλες φορούσαν μεταξένια ρούχα με πολύχρωμα σχέδια και
κίτρινα δερμάτινα μποτίνια που έφταναν έως το γόνατο. Από το δεύτερο μισό
του 19ου αιώνα, το τούλι που κάλυπτε το πρόσωπο άρχισε να γίνεται όλο και
πιο διαφανές. Οι γυναίκες της Σμύρνης σιγά σιγά αντιδρούσαν στους
αυστηρούς κανόνες, που τους απαγόρευαν να φορούν ό,τι τους άρεσε και να
δείχνουν τον εαυτό τους δημοσίως όποτε και όπου ήθελαν.

Ο δήμαρχος Μουαμμέρ Μπέης


Από το 1908 ο Μουαμμέρ Μπέης διατηρούσε σχέσεις με τη δημοτική
διοίκηση της Σμύρνης. Στην αρχή απέκτησε έδρα στο δημοτικό συμβούλιο.
Ως πρόεδρος της τοπικής οργάνωσης Ένωση και Πρόοδος ίδρυσε μια
επιτροπή με σκοπό την αντιμετώπιση των διαφόρων προβλημάτων της
πόλης. Οι συνελεύσεις ήταν τακτικές και πραγματοποιούνταν στο δημαρχείο.
Το 1909 διενεργήθηκαν οι πρώτες ελεύθερες εκλογές της πρώτης
συνταγματικής περιόδου, με στόχο να καλυφθούν οι θέσεις που είχαν μείνει
ελεύθερες στο δημοτικό συμβούλιο. Ο Μουαμμέρ Μπέης εξελέγη τότε
δήμαρχος μιας πόλης που τα ταμεία της ήταν εντελώς άδεια. Γι’ αυτόν τον
λόγο, μόλις ανέλαβε τα καθήκοντά του, στράφηκε αμέσως στα πιο επείγοντα
ζητήματα. Σχεδίαζε να διαπλατύνει τους δρόμους, να κατασκευάσει
δημόσιους κήπους και να χτίσει ένα εργοστάσιο ηλεκτρισμού, προκειμένου
να διευρύνει το δίκτυο φωτισμού των δρόμων. Πέραν αυτών, χρειαζόταν να
γίνει επέκταση της γραμμής του τραμ από την Ενόπη (KokaryalI) στη δυτική
πλευρά προς το Ναρλίντερε. Ήταν πολλά αυτά που έπρεπε να γίνουν, όμως
πρώτα έπρεπε να βρεθούν τα απαιτούμενα χρήματα. Ο νέος δήμαρχος
προώθησε μια σειρά μεταρρυθμίσεων η οποία περιλάμβανε δεκαπέντε
σημεία και θα επέτρεπε στη δημοτική διοίκηση να φέρει εις πέρας αυτά που
είχε σχεδιάσει. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές, οι οποίες αφενός περιλάμβαναν
προτάσεις για την αύξηση των εσόδων της δημοτικής διοίκησης και
αφετέρου στόχευαν στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των κατοίκων με
εκσυγχρονιστικά μέτρα, έγιναν δεκτές σε περιορισμένη κλίμακα. Έπειτα
άρχισε η υλοποίηση των σημείων που είχαν γίνει δεκτά.
Επιθεωρήθηκαν οι ζυγαριές και τα σταθμά των εμπόρων, έγιναν έλεγχοι
στην καθαριότητα των φούρνων και στην ποιότητα του ψωμιού, ενώ συνάμα
καταβλήθηκε ιδιαίτερη μέριμνα για την καθαριότητα των δρόμων. Έγιναν
σχέδια για τη δημιουργία ενός δημόσιου πάρκου, μιας λέσχης, ενός θεάτρου
και μιας βιβλιοθήκης. Ο Τύπος είδε με καλό μάτι τις αποφάσεις της
δημοτικής διοίκησης.
Ωστόσο, όταν ήρθε στην πόλη ο νέος κυβερνήτης, ο Μουχτάρ Πασάς,*
διαφώνησε έντονα με τη δημοτική διοίκηση εξαιτίας των μεταρρυθμιστικών
σχεδίων της. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να είναι σύντομη η θητεία του
Μουαμμέρ Μπέη ως δημάρχου.

Η κατάληψη της Σμύρνης


Η κατάληψη της Σμύρνης στις 15 Μαΐου του 1919 ανακοινώθηκε από την
εφημερίδα Istiklal Harbi ως εξής:
«Ο ελληνικός στρατός άρχισε την κατάληψη νωρίς χθες το πρωί με μια
φοβερή σφαγή. Στις 8.40 αποβιβάστηκαν οι πρώτοι Έλληνες στρατιώτες,
που είχαν φτάσει στις επτά και μισή στο λιμάνι της Σμύρνης με εμπορικά
πλοία…».
Την ημέρα της κατάληψης σκοτώθηκαν στο λιμάνι πολλοί Τούρκοι, ενώ
πολλοί άλλοι αιχμαλωτίστηκαν.
Η πόλη όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε η Λατιφέ είχε πάψει να είναι όπως
παλιά. Η Χαλιντέ Εντίπ (Αντιβάρ) γράφει στα απομνημονεύματά της ότι την
πρώτη εβδομάδα της κατάληψης βιάστηκαν γυναίκες και ότι η θάλασσα
βάφτηκε κόκκινη από το αίμα που χύθηκε.
Η κατάληψη της Σμύρνης είχε εξαντλήσει την υπομονή των Τούρκων
απέναντι στις ξένες δυνάμεις. Στις 16 Μαΐου ο Μουσταφά Κεμάλ
αποχαιρέτησε τη μητέρα του, που ζούσε στο Σισλί, μια συνοικία της
Κωνσταντινούπολης, και ξεκίνησε, μαζί με δεκαοκτώ αξιωματικούς, για τη
Σαμψούντα με το πλοίο «BandIrma».* Ήταν ο πρώτος αγγελιαφόρος της
αντίστασης.
Στις 24 Μαΐου η Χαλιντέ Εντίπ πραγματοποίησε την περίφημη ομιλία της
στην πλατεία Σουλτάν Aχμέτ της Κωνσταντινούπολης, στο πλαίσιο μιας
διαδήλωσης στην οποία πήραν μέρος πολλές γυναίκες. Εκατό χιλιάδες
Κωνσταντινουπολίτες ορκίστηκαν να εξεγερθούν εναντίον της κατοχής. Η
αντίσταση στις κατοχικές δυνάμεις ξεκίνησε.

Η Σμύρνη καίγεται
Όταν η Λατιφέ επέστρεψε στη Σμύρνη, η κατοχή συνεχιζόταν, αποτελώντας
ένα ψυχικό βάρος για τον λαό. Τα όσα έζησε η Λατιφέ στην εν λόγω περίοδο
αρκούσαν για μια ολόκληρη ζωή. Συνέβησαν πράγματα που δεν μπορούσε
να διανοηθεί ποτέ της. Οι μέρες της σύλληψής της είχαν παρέλθει, η Σμύρνη
είχε απελευθερωθεί και η ίδια είχε γνωρίσει τον Μουσταφά Κεμάλ, ο οποίος
είχε διαλέξει το σπίτι της ως νέο στρατηγείο. Με πολύ ζήλο η Λατιφέ
ανέλαβε να μετατρέψει τη Λευκή Έπαυλη σε διοικητήριο. Ούτε στιγμή δεν
έβγαλε από πάνω της το τυχερό μενταγιόν της.
Η μεγάλη πυρκαγιά ξέσπασε τις 13 Σεπτεμβρίου, ημέρα Τετάρτη, γύρω στο
μεσημέρι. Οι φλόγες έφταναν έως τον ουρανό. Ενώ πλήθη ανθρώπων
έτρεχαν να γλιτώσουν από τη φωτιά και κατέφυγαν στο λιμάνι για να
σωθούν, τα ελλιμενισμένα πλοία των συμμάχων απαντούσαν στις
απελπισμένες εκκλήσεις βοήθειας με βραδινές συναυλίες.
Την επόμενη μέρα η φωτιά πλησίασε και στη συνοικία όπου κατοικούσε
ακόμα ο Μουσταφά Κεμάλ. Οι αξιωματικοί του έφεραν ένα φορτηγό γεμάτο
στρατιώτες και μερικά αυτοκίνητα. Ο Μουσταφά Κεμάλ ανέβηκε στο
ανοιχτό αυτοκίνητο που του είχαν κάνει δώρο οι κάτοικοι της Σμύρνης και
ξεκίνησε για τη Λευκή Έπαυλη. Το σπίτι των Ουσακίζαντε ήταν πράγματι το
ασφαλέστερο μέρος για το διοικητήριό του.
Η Λατιφέ προϋπάντησε τον Μουσταφά Κεμάλ στην πόρτα: Ο Μουσταφά
Κεμάλ είπε στη νεαρή σπιτονοικοκυρά: «Το σπίτι σας είναι πολύ όμορφο,
Λατιφέ Χανούμ. Τα πάντα είναι στη θέση τους. Σας ευχαριστώ που μου
προσφέρετε ένα στρατηγείο με τέτοια εξαιρετική διαρρύθμιση».
Το βράδυ εκείνο ο Μουσταφά Κεμάλ και η Λατιφέ έμειναν για λίγη ώρα
μόνοι τους στη βεράντα που έβλεπε στη θάλασσα. Η πυρκαγιά συνέχιζε να
μαίνεται ανελέητα. Ο Μουσταφά Κεμάλ ρώτησε τη Λατιφέ: «Υπήρχαν και
δικά σας σπίτια μεταξύ αυτών που κάηκαν;».
Η Λατιφέ απάντησε: «Ναι, μεγάλο μέρος της περιουσίας μας». Όμως με
ένταση πρόσθεσε: «Πασά μου, ας καούν όλα. Αρκεί που είστε εσείς καλά
στην υγεία σας. Τι αξία έχει η ιδιοκτησία για τους ανθρώπους αυτές τις μέρες
της ευτυχίας; Η χώρα μας είναι ελεύθερη. Αργότερα θα ξαναχτίσουμε όλα
αυτά τα κτίρια και θα είναι ομορφότερα».
Η απάντηση αυτή άρεσε πολύ στον Μουσταφά Κεμάλ.
«Ναι! Ας καούν κι ας γκρεμιστούν τα πάντα» είπε. «Όλα αυτά μπορούν να
αντικατασταθούν».

Γιατί κάηκε η Σμύρνη;


Αληθεύει άραγε ότι οι Έλληνες πυρπόλησαν τη Σμύρνη, όπως υποστηρίζεται
στις μέρες μας; Αν και έχει κάποιο νόημα ότι οι εμπρηστές ήταν οι
ηττημένοι, τα όσα έχουν γραφτεί σχετικά περιέχουν πολλές αντιφάσεις. Οι
New York Times, τις 15 Σεπτεμβρίου του 1922, έγραψαν ότι οι Τούρκοι
πυρπόλησαν τη Σμύρνη. Ωστόσο δεν ήταν λίγες οι εφημερίδες που
κατηγόρησαν τους Έλληνες για την πυρκαγιά. Ο Φαλίχ Ριφκί Μπέης (Ατάι),
διάσημος την εποχή εκείνη δημοσιογράφος και συχνός επισκέπτης στη
Λευκή Έπαυλη, έγραψε ότι υπεύθυνος για την πυρκαγιά είναι ο Νουρεντίν
Πασάς.* Ο Ισμέτ Πασάς είπε για τη φωτιά ότι δεν ήξερε «από πού και από
ποιον ξεκίνησε», προσθέτοντας: «Η οδυνηρότερη ανάμνηση από τις μέρες
που φτάσαμε στη Σμύρνη είναι αυτή της πυρκαγιάς. Τα αίτια τέτοιων
εμπρησμών θα πρέπει να αναζητηθούν στο πλαίσιο των μεγάλων ιστορικών
γεγονότων. Οι κατώτεροι θα πουν ότι απλώς εκτελούσαν εντολές, ενώ οι
κάτοχοι της εξουσίας θα υποστηρίξουν ότι δεν υπήρχε πειθαρχία πλέον».
Η Λευκή Έπαυλη ως διοικητήριο

ΑΦΟΥ Η ΛΑΤΙΦΕ ΔΕΧΤΗΚΕ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ, το οποίο τώρα πια είχε μετατραπεί σε
διοικητήριο, τους καλεσμένους της, αποσύρθηκε μαζί με τη γιαγιά της στο
σπίτι στο Καρσίγιακα. Σκόπευε να διαχειρίζεται από εκεί τη Λευκή Έπαυλη.
Όταν όμως έμαθε ότι τα πράγματα στο διοικητήριο δεν πήγαιναν καλά, πήγε
το πρωί της τρίτης μέρας να ελέγξει από κοντά τι συνέβαινε. Η τάξη του
σπιτιού είχε πράγματι διασαλευτεί και η Λευκή Έπαυλη βρισκόταν σε
κατάσταση που την καθιστούσε μη κατοικήσιμη. Η Λατιφέ έβαλε εργάτες να
καθαρίσουν το σπίτι. Κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να διευθύνει το νοικοκυριό
από μακριά, γι’ αυτό και αποφάσισε να μείνει σε ένα παράπλευρο οίκημα
στον κήπο της Λευκής Έπαυλης.
Τις πρώτες μέρες η Λατιφέ έμεινε στο παρασκήνιο, για να μην ενοχλεί τον
Μουσταφά Κεμάλ, ωστόσο φρόντιζε για όλα τα αναγκαία. Είχε καταλάβει
ποια φαγητά άρεσαν περισσότερο στους φιλοξενούμενούς της. Στο στρωμένο
τραπέζι υπήρχαν πάντα τα αγαπημένα πιάτα του Μουσταφά Κεμάλ Πασά.
Κάθε φορά που εκείνος πήγαινε στον κήπο για έναν περίπατο, ένας υπηρέτης
εμφανιζόταν αμέσως από πίσω του για να του ρίξει μια ζακέτα στους ώμους.
Όταν είχε πολύ κρύο σε κάποιο δωμάτιο όπου καθόταν, αμέσως κάποιος
έκλεινε τα παράθυρα. Κι όταν σε κάποια εφημερίδα που του έφερναν στο
δωμάτιο υπήρχε φωτογραφία του, αυτή ήταν κυκλωμένη με ζωγραφισμένα
λουλούδια. Το βάζο στο κομοδίνο του είχε κάθε μέρα φρέσκα ευωδιαστά
λουλούδια.
Ελάχιστοι γνωρίζουν ότι εκείνες τις μέρες στη Σμύρνη ο Μουσταφά Κεμάλ
παρουσίασε καρδιακά προβλήματα. Ο γιατρός που τον επισκέφθηκε
διαπίστωσε ότι επρόκειτο για αρρυθμίες και συνέστησε μεγάλο περιορισμό
στην κατανάλωση αλκοόλ και τσιγάρων. Η Λατιφέ φρόντισε αμέσως να
τηρηθούν οι συστάσεις του γιατρού. Εξαφάνισε όλα τα μπουκάλια με τα
ποτά και άλλαξε το πρόγραμμα του φαγητού, καθώς και τον εσωτερικό
κανονισμό του σπιτιού. Τώρα πια μόνο δύο τσιγάρα περίμεναν τον
Μουσταφά Κεμάλ το βράδυ στο κομοδίνο του.
Ο Μουσταφά Κεμάλ δεν είχε συνηθίσει ακόμα να μην ικανοποιούνται οι
επιθυμίες του. Θύμωνε και διαμαρτυρόταν για τους περιορισμούς. Όμως ποτέ
δεν έδειξε τον θυμό του μπροστά στη Λατιφέ. Αντιθέτως, επιθυμούσε να
γνωρίσει καλύτερα τη νεαρή γυναίκα που ήξερε τόσο καλά να κατευθύνει
τους υπηρέτες της. Στις μέρες που ακολούθησαν, οι δυο τους συζήτησαν
αρκετές φορές και για πολλή ώρα. Ο Μουσταφά Κεμάλ είχε εντυπωσιαστεί
από τη Λατιφέ.
Ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας διευθυνόταν από τη Λευκή Έπαυλη.
Ακόμα και τα σπίτια στον κήπο ανήκαν στο στρατηγείο. Οι αξιωματικοί που
είχαν έρθει στη Σμύρνη είχαν καταλύσει στη Λευκή Έπαυλη. Ο Ισμέτ
Πασάς, ο πρωθυπουργός Ραούφ Μπέης (Ορμπάυ), ο υπουργός Εξωτερικών
Γιουσούφ Κεμάλ (Τενγκιρσέκ) και ο πρόεδρος της Ομάδας των Κεμαλικών
«Για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων» (Müdafaâ-i Hukuk Grubu),* ο Αλί
Φουάτ (Τζεμπέσοϋ), όλοι τους έμεναν στους Ουσακίζαντε.
Οι διοικητές και οι στρατιώτες ήταν πολύ ευχαριστημένοι με τη φιλοξενία
που τους πρόσφεραν. Όλοι όσοι έμειναν για κάποιο διάστημα στη Λευκή
Έπαυλη επαινούσαν τη Λατιφέ με τα καλύτερα λόγια, καθώς θυμούνταν τις
μέρες εκείνες.
Όταν ήρθε η ώρα της διπλωματίας, ο Μουσταφά χρειάστηκε επειγόντως
έναν μεταφραστή. Χάρη στην εξαιρετική της γλωσσομάθεια, η Λατιφέ
έπαιζε τον ρόλο του διερμηνέα ανάμεσα στον Μουσταφά Κεμάλ και στους
ξένους δημοσιογράφους που επιθυμούσαν να μιλήσουν μαζί του. Κρατούσε
σημειώσεις για λογαριασμό του και τον υποστήριζε με τη μόρφωση και την
ευστροφία της.

Μια αλησμόνητη νύχτα στη Λευκή Έπαυλη


Τη νύχτα της 18ης Σεπτεμβρίου του 1922 η Λατιφέ προσκάλεσε στο σπίτι
της τον Ισμέτ Πασά, τη Χαλιντέ Εντίπ και μια ομάδα δημοσιογράφων για να
γιορτάσουν τη νίκη. Με την αφορμή αυτή, η σκάλα που οδηγούσε στη
βεράντα, αλλά και η ίδια η βεράντα ήταν στολισμένες με γιρλάντες από
δάφνες, γιασεμί, νυχτολούλουδα και τριαντάφυλλα. Έτσι, ο κήπος, που είχε
θέα στη γαλάζια θάλασσα, έγινε ακόμα πιο γοητευτικός.
Ήταν μια αλησμόνητη νύχτα στο σπίτι των Ουσακίζαντε. Η Λατιφέ, η
οποία υποδεχόταν στη βεράντα τους επισκέπτες που κατέφθαναν, ήταν
προετοιμασμένη να αντιμετωπίσει περίεργα βλέμματα. Ο ίδιος ο Μουσταφά
Κεμάλ είχε πάει να φέρει τη Χαλιντέ Εντίπ στο σπίτι στο Γκιοζ Τεπέ. Η
Χαλιντέ Εντίπ περιγράφει ως εξής την ψυχική διάθεση του Μουσταφά
Κεμάλ το συγκεκριμένο βράδυ: «Στη φωνή εκείνου του σκληρού στρατιώτη
αντηχούσε κάτι που έλεγε ότι ήθελε επιτέλους να στεριώσει σε ένα σπίτι και
να εγκατασταθεί εκεί». Και συνεχίζει: «Ο Μουσταφά Κεμάλ την είχε
γοητεύσει από κάθε άποψη, όμως κι εκείνος έδειχνε ερωτευμένος με τη
Λατιφέ Χανούμ. Η έντονη έλξη ανάμεσα σε αυτούς τους δυο μαγεμένους
ανθρώπους ήταν η μεγαλύτερη ατραξιόν εκείνης της βραδιάς. Χωρίς αυτήν,
η νύχτα θα ήταν κρύα και βαρετή».

Η Λατιφέ γράφει ένα διπλωματικό σημείωμα


Πριν από καιρό η Λατιφέ είχε πάψει πια να είναι απλώς σπιτονοικοκυρά. Ως
μεταφράστρια και γραμματέας είχε αναλάβει σημαντικά καθήκοντα για
λογαριασμό του Κεμάλ και, ως εκ τούτου, ανήκε στο επιτελείο του. Λίγο
μετά τη γνωριμία τους, ο Μουσταφά Κεμάλ απέκτησε τη συνήθεια να τη
φωνάζει «Λατίφ». Μάλιστα, την προσφωνούσε ακόμα και «υπασπιστή».
Ο Μουσταφά Κεμάλ είχε θυμώσει γιατί 64 εχθρικά πλοία ήταν ακόμη
αγκυροβολημένα στο λιμάνι της Σμύρνης. Διέταξε λοιπόν τον υπουργό
Εξωτερικών του, Γιουσούφ Κεμάλ Μπέη: «Γράψτε ένα σημείωμα στην
αγγλική ναυτική διοίκηση. Πρέπει να εγκαταλείψουν τη Σμύρνη μέσα σε 24
ώρες. Δεν έχουν καμία δουλειά πια εδώ πέρα. Έχουμε νικήσει και μας αρκεί
η ειρήνη του κράτους μας. Δε χρειαζόμαστε εδώ αυτόν τον ναυτικό στόλο.
Αν αρνηθούν να εγκαταλείψουν το λιμάνι, θα διατάξω τη βύθισή τους».
Ωστόσο η συγγραφή αυτού του μηνύματος δεν ήταν εύκολη, διότι η
λεπτότητα της διπλωματίας απαιτούσε από τον Γιουσούφ Κεμάλ Μπέη να
χρησιμοποιήσει νηφάλια λόγια. Ο Μουσταφά Κεμάλ ήταν πολύ θυμωμένος
που χρειαζόταν τόσος χρόνος για να γραφτεί το σημείωμα: «Τι συμβαίνει,
ακόμα δε γράφτηκε επιτέλους αυτό το σημείωμα;».
Όταν η Λατιφέ αντιλήφθηκε την ένταση του Μουσταφά Κεμάλ, είπε:
«Πασά μου, αν δεν έχετε αντίρρηση, λέω να γράψω εγώ αυτές τις γραμμές».
«Το σημείωμα πρέπει να γραφτεί στα αγγλικά, γράψτε το λοιπόν εσείς».
Η Λατιφέ έγραψε το σημείωμα και το παρέδωσε στον Μουσταφά Κεμάλ.
«Υπέροχα! Είναι γραμμένο όπως ακριβώς το φαντάστηκα. Γιουσούφ
Κεμάλ Μπέη, για το σημείωμα που καταβάλατε τόση προσπάθεια, αλλά
τελικά δεν το γράψατε, η κυρία αυτή δε χρειάστηκε περισσότερο από δύο
λεπτά. Την ευχαρίστησα. Εσείς πηγαίνετε να αναπαυθείτε…» Έπειτα
απευθύνθηκε και πάλι στη Λατιφέ: «Αξιότιμη κυρία, με ποια πένα γράψατε
το σημείωμα;».
Όταν η Λατιφέ τού έδειξε τη χρυσοποίκιλτη πένα που κρατούσε στο χέρι
της, εκείνος είπε: «Δώστε μου την πένα». Πήρε την πένα από το χέρι της
Λατιφέ, την έφερε στα χείλη του και τη φίλησε.
Η Λατιφέ κράτησε φυλαγμένη σε όλη της τη ζωή τη χρυσοποίκιλτη πένα
που είχε φιλήσει ο Κεμάλ Πασάς.
Η πρόταση γάμου του Μουσταφά Κεμάλ

ΣΥΖΗΤΩΝΤΑΣ ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΣ κάποιες δροσερές νύχτες στη


Σμύρνη, ο Μουσταφά Κεμάλ και η Λατιφέ γνωρίστηκαν καλύτερα κι
άρχισαν να συμπαθούν όλο και περισσότερο ο ένας τον άλλον. Η Λατιφέ
ήταν μια ελκυστική κοπέλα, έξυπνη, γεμάτη ζωντάνια, ήξερε να εκφράζεται,
σκεπτόταν με ακρίβεια και υπερασπιζόταν άφοβα τις απόψεις της. Ήταν
αποφασισμένη να απελευθερώσει τις γυναίκες από τις παραδόσεις αιώνων,
που τις καθυπότασσαν και τις μετέτρεπαν σε δούλες των αντρών. Με τις
ιδέες της κατέκτησε την καρδιά του Μουσταφά Κεμάλ.
Ο Μουσταφά τής εξήγησε τα πολιτικά του οράματα για την Τουρκία, και η
αποφασιστικότητά του να εξαλείψει τις δεισιδαιμονίες, τις προκαταλήψεις
και την άγνοια ενισχύθηκε. Η κοπέλα τον άκουγε απορροφημένη. Ο έρωτας
βρισκόταν προ των πυλών.
Ο συγγραφέας Πάτρικ Κίνρος γράφει για κείνες τις μέρες στη βιογραφία
του για τον Μουσταφά Κεμάλ:
«… οι σκέψεις της, οι συμβουλές της και τα έξυπνα λόγια της
αναστάτωναν ευχάριστα τον Μουσταφά Κεμάλ. Επρόκειτο για μια
γυναίκα που ήξερε να εκφράζεται καλύτερα από τους περισσότερους
άντρες στο περιβάλλον της. Συνδύαζε ένα ευφυές ανδρικό μυαλό κι ένα
ελκυστικό γυναικείο σώμα».
Στο τέλος ο Μουσταφά Κεμάλ πήρε την απόφασή του. Πολλά πράγματα θα
γίνονταν πιο εύκολα αν ξεκινούσε τη διαδικασία για τη μεταρρύθμιση της
Τουρκίας με μια γυναίκα σαν τη Λατιφέ. Όποιος τη γνώριζε τα πήγαινε
θαυμάσια μαζί της, ενώ ακόμα και οι στρατηγοί κι οι στρατιώτες του
Μουσταφά Κεμάλ ήταν ενθουσιασμένοι με αυτή τη νεαρή γυναίκα. Φυσικά,
υπήρχαν και εμπόδια. Αφενός υπήρχε η Φικριγέ, για την οποία στην Άγκυρα
έλεγαν ότι ήταν στο πλευρό του, όμως αυτήν μπορούσε να τη διώξει.
Αφετέρου οι συνθήκες στην Άγκυρα ήταν δύσκολες, αν και η Λατιφέ
μπορούσε να τις αντιμετωπίσει. Ο πόλεμος πλησίαζε στο τέλος του, θα
ακολουθούσε η ειρήνη.
Αφότου ο Μουσταφά Κεμάλ έλυσε τα προβλήματα που θα μπορούσαν να
εμποδίσουν τη συμβίωση με τη Λατιφέ, θέλησε αμέσως να κάνει την ιδέα
του πραγματικότητα. Κάποια φορά που δειπνούσαν στον κόλπο της Σμύρνης,
της πρότεινε: «Ας παντρευτούμε χωρίς καμία καθυστέρηση». Και
συμπλήρωσε πως θα μπορούσαν να βγουν έξω και να τους παντρέψει ο
πρώτος μουφτής που θα έβρισκαν. Σε αυτή την πρόταση η Λατιφέ απάντησε
απλώς: «Σε καμία περίπτωση».
Ένα τέτοιο διάβημα ήταν εντελώς αδύνατο πριν γυρίσει ο πατέρας της από
το Μπιαρρίτς. Της ήταν αδιανόητο να παντρευτεί χωρίς τη συγκατάθεση της
οικογένειάς της.
Η Λατιφέ είχε απαντήσει μεν «όχι» στον Μουσταφά Κεμάλ, όμως αυτό το
«όχι» είχε να κάνει προπάντων με την ακατάλληλη χρονική στιγμή. Στο εξής
θα έκανε αισθητή με θέρμη την παρουσία της στο σπίτι. Συνέχισε να του
αφήνει κάθε πρωί στο κρεβάτι ένα ροζ τριαντάφυλλο που είχε κόψει η ίδια
από τον κήπο.
Σύμφωνα με τα όσα αφηγείται η αδερφή της, Βετζιχέ Ιλμέν, στις δεκαπέντε
μέρες που έμεινε στη Σμύρνη ο Μουσταφά Κεμάλ Πασάς έκανε τρεις φορές
πρόταση γάμου στη Λατιφέ.

Μια ποιητική πρόταση γάμου


Ένα πρωί, καθώς ο Μουσταφά Κεμάλ έφευγε από το σπίτι και
αποχαιρετούσε τη Λατιφέ, της απηύθυνε μια ασυνήθιστη παράκληση:
«Αγαπητή Λατιφέ, θα μπορούσατε να συγυρίσετε το δωμάτιό μου;».
«Φυσικά, πασά μου» απάντησε η Λατιφέ.
Όταν όμως μπήκε στο υπνοδωμάτιο του Μουσταφά Κεμάλ, διαπίστωσε με
έκπληξη ότι το κρεβάτι ήταν στρωμένο και τα πάντα ήταν στη θέση τους.
Απόρησε: «Αναρωτιέμαι γιατί με παρακάλεσε να συγυρίσω το δωμάτιό του».
Μόνο ένα αντικείμενο δεν ήταν στη θέση του, και συγκεκριμένα η
φωτογραφία του Μουσταφά Κεμάλ, που συνήθως κρεμόταν στον τοίχο.
Ήταν φανερό ότι ο Μουσταφά Κεμάλ την είχε ξεκρεμάσει και την είχε βάλει
στο κρεβάτι. Το τριαντάφυλλο που του είχε αφήσει το πρωί στο κομοδίνο
ήταν στερεωμένο στη μία πλευρά του κάδρου της φωτογραφίας. Δίχως να
σκεφτεί παραπάνω, η Λατιφέ ξανακρέμασε τη φωτογραφία στον τοίχο.
Υπέθεσε ότι ο Μουσταφά Κεμάλ απλώς την είχε ξεχάσει.
Μπορεί το ίδιο βράδυ, ίσως και το επόμενο, καθώς κάθονταν αντικριστά
μπροστά στο στρωμένο τραπέζι, ο Μουσταφά Κεμάλ ρώτησε τη Λατιφέ:
«Λατίφ, δεν προσέξατε τίποτα όταν συγυρίσατε το δωμάτιό μου;».
Η Λατιφέ δεν ήταν έτοιμη να απαντήσει αμέσως. Έπειτα είπε: «Στο
κρεβάτι υπήρχε μια φωτογραφία, την πήρα και την κρέμασα στον τοίχο».
Ο Μουσταφά Κεμάλ ήταν αποφασισμένος να συνεχίσει το παιχνίδι. «Θα
μπορούσατε να πάτε στο δωμάτιό μου και να φέρετε τη φωτογραφία που
κρεμάσατε;» είπε με πονηρό χαμόγελο.
Η Λατιφέ δεν μπορούσε να βγάλει νόημα από όλα αυτά, όμως πήγε αμέσως
στο δωμάτιό του, ξεκρέμασε τη φωτογραφία και την έφερε στο τραπέζι.
«Θέλετε να κοιτάξετε την πίσω πλευρά;» συνέχισε ο Μουσταφά Κεμάλ.
Το τριαντάφυλλο που του είχε αφήσει το πρωί ήταν στερεωμένο στη μία
πλευρά του κάδρου. Στην πίσω πλευρά της φωτογραφίας ο Μουσταφά
Κεμάλ είχε γράψει την πρόταση γάμου του στη Λατιφέ και είχε προσθέσει
μια αιτιολόγηση.
Όταν η Λατιφέ απάντησε στον Μουσταφά Κεμάλ «ναι», αυτό δεν έγινε
λόγω της ευφορίας μιας νεαρής κοπέλας που της είχε γίνει μόλις προ ολίγου
πρόταση γάμου, αλλά εξαιτίας του ρεαλιστικού συλλογισμού ότι ένας γάμος
θα έδινε διάρκεια στη σχέση τους.
«Ο δεσμός μας γεννήθηκε προπάντων ως σχέση πνευματική» είπε
αργότερα σε κάποιον ξένο δημοσιογράφο.

Ο πρώτος χωρισμός
«Ξέχασα να σου το πω χθες βράδυ. Φεύγω για ταξίδι» είπε ο Μουσταφά
Κεμάλ.
«Όσο εσείς θα λείπετε σε ταξίδι, θα ανησυχώ πολύ για σας! Δεν πιστεύω
ότι αυτή η ανησυχία θα μειωθεί προτού φτάσετε στην Άγκυρα. Πόσο θα
ήθελα, λατρευτέ μου πασά, να έρθω μαζί σας στην Άγκυρα. Αν δεν έχετε
αντίρρηση, πάρτε με μαζί σας. Επιτρέψτε μου να έρθω κι εγώ στην
Άγκυρα…»
Ο Μουσταφά Κεμάλ δεν υποχωρούσε. «Όχι, εσείς θα μείνετε εδώ!
Περιμένετε εδώ! Πρώτα θα πάμε εμείς κι όταν αργότερα το θεωρήσω
αναγκαίο, θα έρθω να σας πάρω» απάντησε.
Ο λόγος για τον οποίο η Λατιφέ δεν έπρεπε να ταξιδέψει αμέσως μαζί του
στην Άγκυρα ήταν ότι εκεί τον περίμενε η Φικριγέ. Η Φικριγέ ήταν κόρη του
Μιραλάι Χουσαμετίν Μπέη, αδερφού του πατριού του Μουσταφά Κεμάλ,
Ραγκίπ Μπέη. Είχε γεννηθεί το 1897 (σύμφωνα με ορισμένες πηγές, το 1887)
στη Θεσσαλία, στη Λάρισα. Όπως γνωρίζουμε από φωτογραφίες της, ήταν
όμορφη γυναίκα, με ονειροπόλο βλέμμα και λεπτό σώμα, με καλές
αναλογίες.
Όταν ο Μουσταφά Κεμάλ βρισκόταν στην Ανατολία, οι συγγενείς του την
έστειλαν να τον βρει, για να τον υποστηρίξει στον απελευθερωτικό αγώνα.
Έπειτα από ένα επικίνδυνο ταξίδι, η Φικριγέ έφτασε στην Άγκυρα τον
Νοέμβριο του 1920. Στo σπίτι του Μουσταφά Κεμάλ στο Τσάνκαγια τη
θεωρούσαν κυρία του σπιτιού. Οπότε η συνάντηση των δύο γυναικών σε
αυτό το μέρος θα δημιουργούσε αφορμή μεγάλου σκανδάλου.
Αφότου ο Μουσταφά Κεμάλ ανακοίνωσε τη συγκατάθεσή του για τη
σύγκληση διάσκεψης στα Μουδανιά που πρότειναν οι σύμμαχοι, έφυγε από
τη Σμύρνη τη νύχτα της 29ης Σεπτεμβρίου του 1922. Η Λατιφέ ήταν πολύ
στενοχωρημένη. Δεν ήξερε πια αν θα έπρεπε να σχεδιάσει τη ζωή της με τον
Μουσταφά Κεμάλ ή χωρίς αυτόν.
Η μητέρα της Λατιφέ και οι αδερφές της επέστρεψαν στη Σμύρνη πριν από
τον Μουαμμέρ Μπέη. Η Λατιφέ περίμενε με αγωνία την επιστροφή του
πατέρα της και τη συγκατάθεσή του για τον γάμο της με τον Μουσταφά
Κεμάλ. Ένιωθε ανασφάλεια. Η πρόταση γάμου την οποία είχε κάνει δεκτή
εξακολουθούσε να κρέμεται στον τοίχο, ενώ ο Μουσταφά Κεμάλ παρέμενε
σιωπηλός για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η αναμονή του γάμου

ΕΙΧΕ ΠΕΡΑΣΕΙ ΠΟΛΥΣ ΚΑΙΡΟΣ και η Λατιφέ δεν είχε λάβει καμιά είδηση από
τον Μουσταφά Κεμάλ. Κόντευε να τρελαθεί. Αν μπορούσε να ακούσει τις
συζητήσεις που γίνονταν στο σπίτι του στην Άγκυρα, θα καταλάβαινε ότι οι
ανησυχίες της ήταν εντελώς αδικαιολόγητες. Με κάθε ευκαιρία ο Μουσταφά
Κεμάλ μιλούσε για κείνη, για τις γνώσεις της, τη μόρφωσή της, την
εμβρίθειά της.
Μια μέρα ρώτησε ανοιχτά κάποιους φίλους στο σπίτι του στο Τσάνκαγια:
«Ποια είναι η γνώμη σας για τη Λατιφέ;». Η απάντηση του Ισμέτ Πασά ήταν
σαφής: «Είμαι από κάθε άποψη ενθουσιασμένος με τη Λατιφέ. Προπάντων
είναι μια γυναίκα μορφωμένη. Όχι μόνο πήγε σχολείο και το τελείωσε, αλλά
είναι επίσης μια νεαρή γυναίκα που έχει διαβάσει και έχει κατανοήσει τα
σημαντικότερα βιβλία της εποχής μας. Γνωρίζει τον κόσμο και τη χώρα μας.
Οι γνώσεις της στις ξένες γλώσσες θα βοηθήσουν ακόμα περισσότερο στο
μέλλον τον πασά μας, όταν οι διπλωματικές σχέσεις θα ενταθούν
περισσότερο. Είναι κόρη μιας πλούσιας και επιφανούς οικογένειας της
Σμύρνης… Απ’ όσο μπορώ να καταλάβω, και αυτή σας θεωρεί θεό, πασά
μου! Τι άλλο να πει κανείς για μια όμορφη, ερωτευμένη, ξεχωριστή νέα
γυναίκα;».
Ο Μουσταφά Κεμάλ απάντησε: «Βλέπω ότι είμαστε όλοι σύμφωνοι όσον
αφορά τη μόρφωση, το κύρος και την ομορφιά της. Δε θέλω να παντρευτώ τη
Λατιφέ επειδή τη βρίσκω εξαιρετικά όμορφη. Αυτό που αγαπάμε στο
πορτρέτο ενός ζωγράφου είναι το νόημα και το βάθος. Νόημα και βάθος
διακρίνω και στη Λατιφέ. Αν δεν αλλάξουν αργότερα τα πράγματα, είναι,
στα σημερινά πλαίσια, το ιδεώδες πορτρέτο για έναν γάμο».

Η Ζουμπεϊντέ Χανούμ και η Φικριγέ


Ούτε από τη Ζουμπεϊντέ Χανούμ, τη μητέρα του Μουσταφά Κεμάλ, πέρασε
απαρατήρητο ότι κάθε βράδυ ο γιος της έστρεφε τη συζήτηση στην κοπέλα
της Σμύρνης. «Θα δεις, μητέρα…» έλεγε. «Θα σου αρέσει κι εσένα. Είναι
πολύ έξυπνη κοπέλα».
Η Ζουμπεϊντέ Χανούμ κατάλαβε ότι ο γιος της ήθελε να παντρευτεί.
«Πρέπει οπωσδήποτε να δω τη Λατιφέ» είπε εκείνη.
Ο Μουσταφά Κεμάλ αποφάσισε να παντρευτεί τη Λατιφέ, ενώ η Φικριγέ στο
μεταξύ είχε αρρωστήσει από φυματίωση. Αυτό έδινε μια λύση στο δίλημμα.
Η Φικριγέ, που έμενε στο σπίτι του στην Άγκυρα, έπρεπε να μεταφερθεί σε
ένα σανατόριο στο Μόναχο. Η Φικριγέ συμφώνησε να πάει σε σανατόριο για
θεραπεία, όμως πρώτα ήθελε να ταξιδέψει με τον Μουσταφά Κεμάλ στην
Προύσα. Η Φικριγέ ήξερε για τη νεαρή γυναίκα στη Σμύρνη.
Γνώριζε και η Λατιφέ για τη Φικριγέ; Αυτό μπορεί να το υποθέσει κανείς,
καθώς η Λατιφέ ήταν πληροφορημένη επακριβώς για ό,τι σχετιζόταν με τον
Μουσταφά Κεμάλ. Αλλά, καθώς η Φικριγέ ήταν μακρινή συγγενής του
Μουσταφά Κεμάλ, η μεταξύ τους σχέση δεν μπορούσε να ανακοινωθεί
δημόσια. Ως γυναίκα που είχε δεχτεί πρόταση γάμου, η Λατιφέ υπέθετε
πιθανόν ότι η προηγούμενη σχέση είχε λήξει. Ωστόσο το γεγονός ότι δε
λάμβανε κανένα μήνυμα από την Άγκυρα την οδηγούσε στη Φικριγέ. Άρχισε
να φοβάται ότι θα χάσει τον Μουσταφά Κεμάλ.
Όταν ο Μουσταφά Κεμάλ έμαθε ότι η Λατιφέ είχε τόσο μεγάλη έγνοια,
στενοχωρήθηκε πολύ. Για να απαλλάξει τη νεαρή γυναίκα από τις
αμφιβολίες και τις έγνοιες, της έστειλε κάποια δώρα. Ανέθεσε σε στρατιώτες
να φέρουν στη Σμύρνη το αγαπημένο του άλογο, που λεγόταν Σακάρια, μαζί
με πολλά δοχεία μέλι. Παρακάλεσε επίσης τον αξιωματικό του, Σαλίχ
Μποζόκ, να γράψει στη Λατιφέ μια επιστολή που θα την έκανε χαρούμενη.
Η Λατιφέ χάρηκε πάρα πολύ όταν έμαθε για το αγαπημένο άλογο του
Μουσταφά Κεμάλ. Ο Μουσταφά Κεμάλ είχε αγαπήσει πολύ αυτό το αραβικό
άλογο με τα τρία λευκά χαλινάρια κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού
αγώνα. Ποτέ δεν το αποχωρίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου.
Το σημαντικότερο πολιτικό συμβάν των ημερών εκείνων ήταν η
κατάργηση του σουλτανάτου την 1η Νοεμβρίου του 1922. Ο Βαχντεντίν* το
πληροφορήθηκε από τον Ρεφέτ Πασά στο Γιλντίζ Σαράι.* Την κυριαρχία και
την κυβερνητική εξουσία θα είχε στο εξής το Κοινοβούλιο, ενώ το χαλιφάτο
θα συνέχιζε για κάποιο διάστημα να υφίσταται ως ένας ιδιαίτερος θεσμός.
Όταν ο Βαχντεντίν διέφυγε στη Μάλτα, ανακοινώθηκε ότι το αξίωμα του
χαλίφη θα αναλάμβανε ο Αμπντούλ Χαμίντ Εφέντι.
Κι ενώ ο Μουσταφά Κεμάλ έβαζε την υπογραφή του σε αυτές τις
σημαντικές αποφάσεις, ταυτόχρονα ετοίμαζε τον γάμο του με τη Λατιφέ.
Ο Μουαμμέρ Μπέης αρνείται να δώσει τη συγκατάθεσή του. Η οικογένεια της
Λατιφέ έβλεπε την ιδέα του γάμου με σκεπτικισμό. Ο Μουαμμέρ Μπέης, που
διέμενε στη Γαλλία όταν πληροφορήθηκε τις εξελίξεις, ήταν εξαιρετικά
απαισιόδοξος. Η Λατιφέ έγραφε στις επιστολές της προς τον πατέρα της ότι
θαύμαζε πολύ τον Μουσταφά Κεμάλ και ότι ήταν πολύ ευτυχισμένη που το
σπίτι τους χρησιμοποιούνταν ως διοικητήριο.
Ο Μουαμμέρ Μπέης έτρεφε κι εκείνος μεγάλο θαυμασμό για τον
Μουσταφά Κεμάλ Πασά ως στρατιωτικό διοικητή. Αλλά, ως έμπορος που
βλέπει μακριά, πίστευε ότι η Λατιφέ δε θα ήταν ευτυχισμένη με έναν
άνθρωπο που είχε συνηθίσει να διατάζει και ο οποίος είχε πολεμήσει επί
πολλά χρόνια. Της εξέφρασε απερίφραστα τις αμφιβολίες του. Ωστόσο η
Λατιφέ τον διαβεβαίωσε ότι αγαπούσε τον Μουσταφά Κεμάλ, καθιστώντας
με αυτό τον τρόπο σαφές πως ήταν αποφασισμένη.
Η Ζουμπεϊντέ Χανούμ, η μητέρα του Κεμάλ, βρισκόταν ήδη στον δρόμο
προς τη Σμύρνη. Ο Μουαμμέρ Μπέης θα γύριζε από τη Γαλλία την ίδια μέρα
που θα έφτανε στη Σμύρνη και η Ζουμπεϊντέ Χανούμ.

Η Ζουμπεϊντέ Χανούμ έρχεται να δει τη νύφη


Όταν ο Μουσταφά Κεμάλ αποχαιρετούσε τη μητέρα του στον σταθμό, είπε
σε έναν από τους συνοδούς της, στον υπασπιστή του, Σαλίχ Μποζόκ: «Σαλίχ,
η αρρώστια της μητέρας μου έχει επιδεινωθεί. Φοβάμαι μήπως της συμβεί
κάτι στον δρόμο. Δεν ήθελα όμως να της αρνηθώ την εκπλήρωση της
τελευταίας της επιθυμίας».
Καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού η Ζουμπεϊντέ Χανούμ μιλούσε με τον
Σαλίχ για τη Λατιφέ: «Στη Σμύρνη μένει κάποια Λουτφιγέ. Η κοπέλα αρέσει
στον γιο μου… Ας πάμε να δούμε τι είδους κοπέλα είναι, αν του ταιριάζει ή
όχι. Εσύ τι γνώμη έχεις για την ιστορία αυτή;».
Η Ζουμπεϊντέ Χανούμ ήταν τυλιγμένη με ένα λευκό τσαρσάφ, ωστόσο, όταν
έφτασε στη Σμύρνη, δε φορούσε φερετζέ. Τη συνόδευαν τα θετά της παιδιά
Αμπντουραχίμ, Φατμά, ο λοχίας Αλί Τσαβούς και Μουσταφά, ο αξιωματικός
Σαλίχ και η γυναίκα του, Πακιζέ, καθώς και ο γιατρός της, ο λοχαγός Ασίμ.
Η Λατιφέ είχε ήδη φροντίσει την άρρωστη γιαγιά της, εξαιτίας της οποίας
είχε επιστρέψει άρον άρον από τη Γαλλία, και τώρα κατέστρωνε σχέδια πως
να βοηθήσει τη μητέρα του Κεμάλ, τη Ζουμπεϊντέ Χανούμ, για την
αποκατάσταση της υγείας της.
Η Λατιφέ παρέλαβε τη Ζουμπεϊντέ Χανούμ από τον σταθμό του τρένου. Ο
αξιωματικός Σαλίχ σύστησε τις δύο γυναίκες. Όταν είπε: «Να, καλή μου
μητέρα, αυτό το κορίτσι είναι η Λατιφέ», η Ζουμπεϊντέ Χανούμ αποκρίθηκε:
«Σαλίχ, παιδί μου, το κορίτσι μας είναι πράγματι όμορφο».
«Με κολακεύετε, αξιότιμη κυρία, φιλώ το χέρι σας» ήταν τα μόνα λόγια
που μπόρεσε να ψελλίσει η Λατιφέ.
Αφού η Ζουμπεϊντέ Χανούμ έλεγξε με το βλέμμα της τη Λατιφέ από πάνω
μέχρι κάτω, είπε: «Φτου να μη σε ματιάσω, είσαι ακόμα ομορφότερη απ’ ό,τι
στις φωτογραφίες, παιδί μου».
Στη Ζουμπεϊντέ Χανούμ άρεσε το σπίτι που είχαν ετοιμάσει ειδικά για
κείνην. Η Λατιφέ, που την έφερε στο σπίτι με το αναπηρικό αμαξάκι, είχε
αφαιρέσει όλα τα σκαλοπάτια. Η Ζουμπεϊντέ Χανούμ ήταν πολύ χαρούμενη
που μπορούσε να κινηθεί τόσο εύκολα μέσα στο σπίτι.
Η μητέρα του Μουσταφά Κεμάλ μιλούσε με χαρακτηριστικά ελληνική
προφορά, κάνοντας έτσι τους πάντες να γελούν. Όλοι οι υπηρέτες, οι
μάγειρες και οι υπηρέτριες του σπιτιού επιδείκνυαν μεγάλο ζήλο στη δουλειά
τους, προκειμένου η φιλοξενούμενη να μείνει ικανοποιημένη. Αλλά και η
Λατιφέ έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να μπορέσει η Ζουμπεϊντέ
Χανούμ να ξεκουραστεί και να υποχωρήσουν κάπως οι πόνοι της, έστω κι αν
αυτό θα διαρκούσε μόνο λίγες μέρες. Της έβαζε έμπλαστρα, της χορηγούσε
τα φάρμακά της με επιμέλεια νοσοκόμας και φρόντιζε να κάνει τις ενέσεις
της.
Οι δύο γυναίκες ήταν τελείως διαφορετικές μεταξύ τους. Η Ζουμπεϊντέ
Χανούμ κοίταζε προσεκτικά τη μέλλουσα γυναίκα του Μουσταφά και της
έδινε συμβουλές, τις οποίες κοσμούσε με παροιμίες. Κουβέντιαζε επί ώρα με
τη Λατιφέ για τα παιδικά χρόνια του γιου της, για τον χαρακτήρα του και για
τη ζωή που έκανε ως στρατιωτικός. Μιλώντας για τον γιο της, περιγράφοντάς
τον όπως τον γνώριζε, η Ζουμπεϊντέ Χανούμ ήθελε να προετοιμάσει τη
Λατιφέ για τον γάμο τους. Σύμφωνα με αναφορές, η μητέρα και ο γιος είχαν
πολύ καλή σχέση μεταξύ τους. Τους άρεσε να κάνουν πολύωρες, ευχάριστες
συζητήσεις.
«Παντρεύομαι!»
Ενόσω η Ζουμπεϊντέ Χανούμ βρισκόταν στη Σμύρνη, ο επικείμενος γάμος
του Μουσταφά Κεμάλ μονοπωλούσε σχεδόν τις συζητήσεις στην Άγκυρα. Ο
Σεφίρ Ιμπραήμ Αμπίλοφ, μια από τις αλησμόνητες μορφές του
εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, στις 4 Ιανουαρίου του 1923, ημέρα
Παρασκευή, οργάνωσε μια δεξίωση στην πρεσβεία του Αζερμπαϊτζάν στο
Τζεμπετζί για είκοσι έως είκοσι πέντε προσκεκλημένους. Εκείνη τη νύχτα ο
Μουσταφά Κεμάλ ανακοίνωσε στο τραπέζι: «Παντρεύομαι!».
Στην ερώτηση «Ποια είναι η τυχερή που κατέκτησε την καρδιά του
κατακτητή της Σμύρνης;» απάντησε: «Δεν είναι κάτι τόσο ιδιαίτερο. Ωστόσο
στα λόγια φαίνεται έξυπνη και προσηνής… Γνωρίζει τι γίνεται μέσα στο
μυαλό ενός άντρα». Και έπειτα συμπλήρωσε: «Ούτως ή άλλως, δεν
παντρεύομαι για να παντρευτώ. Αν θέλω να δημιουργήσω μια καινούρια
οικογενειακή ζωή στην πατρίδα μας, θα πρέπει εγώ να δώσω το καλό
παράδειγμα. Οι γυναίκες πρέπει να μείνουν για πάντα υπηρέτριες;».
Όταν η Αγγλίδα συγγραφέας Γκρέις Έλλισον επισκέφθηκε τον Μουσταφά
Κεμάλ και κατά τη διάρκεια της συζήτησής τους έφτασαν στο ζήτημα της
θέσης των γυναικών, εκείνος είπε: «Σε έναν χρόνο από τώρα οι γυναίκες θα
είναι ελεύθερες. Καμία δε θα καλύπτει το πρόσωπό της και θα έχουν ισότιμη
θέση με τους άντρες». Τότε η Έλλισον του είπε: «Οι φίλοι σας φοβούνται ότι
θα παντρευτείτε μια πριγκίπισσα».
«Αυτό δεν πρόκειται να γίνει ποτέ» είπε ο Κεμάλ Πασάς και συνέχισε:
«Διάλεξα μια μορφωμένη γυναίκα από τον λαό μου, μια γυναίκα που θα είναι
πιστή σύντροφός μου σε οτιδήποτε κάνω. Δεν μπορεί να περιμένει κανείς την
ευτυχία από μια ένωση που συμφωνείται λόγω του μισού μόνο χαρακτήρα ή
του μισού της ζωής. Επέλεξα την πλευρά της δημοκρατίας…».
Ο Μουσταφά Κεμάλ και η Λατιφέ αρραβωνιάστηκαν προτού πεθάνει η
Ζουμπεϊντέ Χανούμ. Ο αρραβώνας έγινε στη Σμύρνη χωρίς τελετές, χωρίς
δαχτυλίδια και χωρίς γαμπρό, καθώς ο Μουσταφά Κεμάλ βρισκόταν σε
ταξίδι στη δυτική Ανατολία. Καθότι εκείνη την εποχή η τηλεφωνική
επικοινωνία από μεγάλη απόσταση ήταν αδύνατη, η Λατιφέ και ο Μουσταφά
Κεμάλ αρραβωνιάστηκαν πιθανόν με τη βοήθεια του τηλέγραφου.
Προτίμησαν να αρραβωνιαστούν από μακριά παρά να αφήσουν τη
Ζουμπεϊντέ Χανούμ να περιμένει τον γάμο στο κρεβάτι του πόνου.
Η συμπάθεια της Ζουμπεϊντέ Χανούμ προς τη Λατιφέ
Η Ζουμπεϊντέ Χανούμ ανήκε σε εκείνο το είδος των μητέρων για τις οποίες
καμία γυναίκα δεν είναι αρκετά καλή για τον γιο τους. Κάποιοι λένε ότι της
άρεσε πολύ η Λατιφέ, ενώ άλλοι αφηγούνται ότι ήταν κατά αυτού του
γάμου…
Είναι μάλλον απίθανο να μη συμπαθούσε η Ζουμπεϊντέ Χανούμ τη Λατιφέ,
η οποία της φέρθηκε με τόση καλοσύνη. Παρ’ όλα αυτά, κάθε τόσο μιλούσε
στους ανθρώπους του πολύ στενού της κύκλου για τις επιφυλάξεις της. Δε θα
πρέπει να ξεχνά κανείς ότι τις μέρες εκείνες η Ζουμπεϊντέ Χανούμ βρισκόταν
στο κρεβάτι ετοιμοθάνατη και υπέφερε από έντονους πόνους.
Σύμφωνα με τον Γιουσούφ Χαλάτσογλου, πάλαι ποτέ διευθυντή του
Ιδρύματος Τουρκικής Ιστορίας, ανάμεσα στις επιστολές της Λατιφέ
υπάρχουν στοιχεία που φωτίζουν τη σχέση της με τη Ζουμπεϊντέ Χανούμ.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η Λατιφέ και ο Μουσταφά Κεμάλ Πασά
αρραβωνιάστηκαν ενόσω ακόμα ζούσε η Ζουμπεϊντέ Χανούμ. Αν η
Ζουμπεϊντέ Χανούμ δε συμφωνούσε με τον αρραβώνα, τότε σίγουρα θα τον
απέφευγαν, για να μην τη στενοχωρήσουν στις τελευταίες μέρες της ζωής
της.

Ο θάνατος της Ζουμπεϊντέ Χανούμ


Η Ζουμπεϊντέ Χανούμ πέθανε το βράδυ της 15ης Ιανουαρίου του 1923. Στην
κηδεία της παρευρέθη σχεδόν ολόκληρη η Σμύρνη. Η Λατιφέ ήθελε να πάρει
μέρος στην πομπή φορώντας μαύρο παλτό και μαύρο φερετζέ. Όταν όμως η
οικογένεια και οι ιερείς αντέδρασαν, αναγκάστηκε να ακολουθήσει απλώς
την πομπή με μια άμαξα. Της είπαν ότι στο Ισλάμ οι γυναίκες δεν
επιτρέπεται να συμμετέχουν σε κηδείες.
Ακολουθώντας τις παραδόσεις, η Λατιφέ έφερε από τη Σμύρνη για την
πρώτη νύχτα τριάντα τρεις γνωστούς αναγνώστες του Κορανίου, οι οποίοι δε
σταμάτησαν να απαγγέλλουν σούρες έως το ξημέρωμα. Επί τρεις διαδοχικές
μέρες τελούνταν προσευχές και στα σαράντα διαβάστηκε το μεβλίτ. Την 52η
νύχτα μοιράστηκε στους φτωχούς ασουρέ, ένα ειδικό φαγητό φτιαγμένο από
επτά συστατικά, και απαγγέλθηκαν και πάλι χωρία από το Κοράνι.
Η Λατιφέ έλαβε από τον Μουσταφά Κεμάλ ένα τηλεγράφημα με το οποίο
την ευχαριστούσε διότι έκανε ό,τι ήταν δυνατόν για την πεθερά της.
Ο γάμος

ΤΟ ΠΡΩΙ ΤΗΣ 27ΗΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ ο Μουσταφά Κεμάλ έφτασε στο Καρσίγιακα,


μια συνοικία της Σμύρνης, ακριβώς στην ακτή του Αιγαίου πελάγους. Καθώς
δεν κατάφερε να παραστεί στην κηδεία της μητέρας του, θέλησε εκείνη τη
μέρα να την αποχαιρετήσει. Στη συνέχεια ήθελε να πάει στη Λατιφέ, τη
γυναίκα που τον περίμενε. Στη Σμύρνη είχαν έρθει και όλοι οι διοικητές,
εκτός από τον Ισμέτ Πασά, ο οποίος εκπροσωπούσε την Τουρκία στις
διαπραγματεύσεις της Λοζάννης.*
Μόλις ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάστηκε από το τρένο στον σταθμό, οι
κάτοικοι της Σμύρνης τον καλωσόρισαν με επευφημίες. Συνοδευόμενος από
πλήθος ανθρώπων πήγε στον τάφο της Ζουμπεϊντέ Χανούμ, όπου εκφώνησε
έναν λόγο γεμάτο συναίσθημα.
Όταν έφυγε από τον τάφο της Ζουμπεϊντέ Χανούμ, ρώτησε τον κυβερνήτη
Αμπντούλ Χαλίκ Μπέη: «Τι άλλο έχουμε να κάνουμε;».
«Περιμένουμε τις διαταγές σας, αφέντη μου» ήταν η απάντηση.
«Τότε ας πάμε στο σπίτι της Λατιφέ Χανούμ και της οικογένειάς της».
Ο Μουσταφά Κεμάλ, που τώρα γνώριζε και την οικογένεια Ουσακίζαντε,
τους ευχαρίστησε για τη φροντίδα και την προσοχή που αφιέρωσαν στην
άρρωστη μητέρα του. Ήπιαν μαζί καφέ.5
Απευθυνόμενος στον Μουαμμέρ Μπέη, ο Μουσταφά Κεμάλ είπε: «Αν
επιτρέπετε, υπάρχει κάτι που θα ήθελα να πω στην κόρη σας». Κι αμέσως
πήρε τη Λατιφέ από το χέρι και βγήκαν έξω μαζί.
Όλοι όσοι βρίσκονταν στο σπίτι κατάλαβαν τι σήμαιναν αυτά τα λόγια.
«Ετοιμάσου γρήγορα» είπε ο Μουσταφά Κεμάλ στη Λατιφέ. «Θα φωνάξω
τον μουφτή».
Η Λατιφέ είχε ενστάσεις γι’ αυτόν τον γάμο, που έμοιαζε περισσότερο με
διαταγή εφόδου: «Πασά μου, πώς είναι δυνατόν να προλάβω σε δύο ώρες;».
Ο Μουσταφά Κεμάλ ήταν αμετάπειστος: «Η διαταγή είναι διαταγή. Είσαι
υποχρεωμένη να υπακούσεις».
Όμως η Λατιφέ απάντησε: «Μα πρέπει να καλέσω τουλάχιστον μερικούς
φίλους». Ούτε κι εκείνη θα υποχωρούσε από αυτή την απαίτηση.
Τότε ο Μουσταφά Κεμάλ γύρισε προς τον Μουαμμέρ Μπέη και είπε: «Η
κόρη σας είναι πολύ ατίθαση, Μουαμμέρ Μπέη!». Όμως δεν είχε άλλη
επιλογή από το να δεχτεί την άρνηση της Λατιφέ. Λέγοντας: «Καλώς, σου
δίνω δύο μέρες», έκλεισε το ζήτημα.

Ο Μουσταφά Κεμάλ προτιμά τον γάμο


Το πρωί της 29ης Ιανουαρίου του 1923 ο Μουσταφά πήρε με το αυτοκίνητο
τον Ασίμ Γκιουντούζ, τον στρατάρχη Φεβζί Τσακμάκ και τον Καραμπεκίρ
Πασά και πήγε μαζί τους στη Λευκή Έπαυλη. Ο κυβερνήτης Αμπντούλ
Χαλίκ Μπέης και ο Κιαζίμ Πασάς* (Οζάλπ) βρίσκονταν ήδη εκεί.
Ο Ασίμ Πασάς θυμάται: «Καθόμασταν μια ώρα με τη Λατιφέ Χανούμ στο
σαλόνι και κουβεντιάζαμε… Ωστόσο ήταν σαφές ότι κάτι ιδιαίτερο
συνέβαινε. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε η πόρτα και μπήκε ο μουφτής».
Η οικογένεια Ουσακίζαντε εκείνη τη μέρα δεχόταν επισκέψεις με αφορμή
την απελευθέρωση της Σμύρνης, γι’ αυτό είχαν προσκληθεί όλοι οι
αξιωματικοί και οι καλοί φίλοι. Η διήμερη προθεσμία που είχε ζητήσει η
Λατιφέ και της είχε παραχωρήσει πρόθυμα ο Μουσταφά Κεμάλ θα έληγε την
Τρίτη. Όμως ο Μουσταφά Κεμάλ, σαν να ήταν αυτονόητο και με πολύ
επιδέξιο τρόπο, μετέτρεψε τη συνεστίαση σε γαμήλια γιορτή.
Είχαν έρθει όλοι οι επισκέπτες και η Λατιφέ στην κουζίνα επέβλεπε την
προετοιμασία των φαγητών. Ο Μουσταφά Κεμάλ Πασάς τής έκανε ένα
νεύμα να έρθει. Με ένα χαμόγελο στα χείλη τη ρώτησε: «Έχεις κάποια
αντίρρηση να μετατρέψουμε αυτή τη γιορτή σε γαμήλια γιορτή;». Όταν η
Λατιφέ τον ρώτησε αν έχει μιλήσει ήδη επ’ αυτού με τον πατέρα της, ο
Μουσταφά Κεμάλ απάντησε: «Θα μιλήσουμε».
Ο Μουαμμέρ Μπέης έδωσε το έναυσμα της γαμήλιας τελετής λέγοντας:
«Αν είναι εντάξει για σας, είναι εντάξει και για μας».
Ο γάμος έγινε στην τραπεζαρία του σπιτιού. Η Λατιφέ φορούσε μια βιολετί
μαντίλα, που κάλυπτε το κεφάλι της, και βιολετί γάντια. Στα χέρια κρατούσε
ένα λευκό τριαντάφυλλο. Το βραδινό φόρεμά της ήταν σκούρο γκρι και
κάλυπτε τις καμπύλες του σώματός της. Σύμφωνα με την επιθυμία του
Μουσταφά Κεμάλ, το μεϊκάπ της ήταν διακριτικό.
Ο Μουσταφά Κεμάλ φορούσε σκούρο μπλε κοστούμι, αποτελούμενο από
τρία κομμάτια και μπλε γραβάτα με κόκκινα σχέδια. Στην τσέπη του στήθους
είχε βάλει ένα λινό μαντίλι. Στο κεφάλι φορούσε σκούφο από γκρίζα περσική
γούνα.
Στο τραπέζι πήραν θέση έξι άτομα: οι μάρτυρες της Λατιφέ, ο αξιωματικός
Σαλίχ Μπέης και ο κυβερνήτης της Σμύρνης, ο Αμπντούλ Χαλίκ Μπέης, και
οι μάρτυρες του Μουσταφά Κεμάλ, Φεβζί (Τσακμάκ) Πασάς και Κιαζίμ
(Καραμπεκίρ) Πασάς. Συνολικά σαράντα προσκεκλημένοι έγιναν τη μέρα
εκείνη μάρτυρες αυτού του ιστορικής σημασίας γάμου.
Ο Μουσταφά Κεμάλ είπε: «Αν ήμουν ακόμα νέος, η τελετή αυτή, φυσικά,
θα ήταν διαφορετική. Θα είχα βάλει τη Λατιφέ Χανούμ πάνω σε ένα άλογο
και θα την απήγαγα καλπάζοντας, όμως καταλαβαίνω ότι είμαι πολύ μεγάλος
για κάτι τέτοιο».
Απευθύνθηκε στον μουφτή: «Αξιότιμε κύριε! Η Λατιφέ Χανούμ κι εγώ
αποφασίσαμε να παντρευτούμε. Θα μπορούσατε να αναλάβετε το
απαιτούμενο τυπικό;».
Ο μουφτής ρώτησε ποια είναι η τιμή που αναλογεί στη νύφη, σύμφωνα με
το ισλαμικό έθιμο.
«Δέκα ασημένια γρόσια» απάντησε ο Μουσταφά Κεμάλ.
«Ο μουφτής έλεγε προσευχές επί ώρα και ο Μουσταφά Κεμάλ είχε αρχίσει
να πλήττει. Τότε είπε στους φίλους του: «Ο Θεός θέλει να έρθει η εποχή που
τον γάμο θα κάνει ο κυβερνήτης».
Στις 23 Ιανουαρίου του 1923, στις πέντε το απόγευμα, ο Μουσταφά Κεμάλ
και η Λατιφέ Χανούμ ενώθηκαν με τα δεσμά του γάμου σύμφωνα με τα
θρησκευτικά ήθη.

Ένας μοντέρνος γάμος


Αντί της Πέμπτης, όπως συνηθιζόταν, ο γάμος έγινε Δευτέρα. Κατά την
παράδοση, η νύφη δεν καθόταν στο τραπέζι ακριβώς απέναντι από τον ιερέα
και επίσης την εκπροσωπούσε στην τελετή ένας κηδεμόνας. Όμως η Λατιφέ
καθόταν ακριβώς εκεί και ρωτήθηκε αν ήθελε να παντρευτεί τον Μουσταφά
Κεμάλ.
Η τιμή της νύφης περιλάμβανε παραδοσιακά τα χρήματα και τα αγαθά που
θα εξασφάλιζαν την υλική ασφάλειά της. Είτε πληρώνονταν τη μέρα του
γάμου είτε δινόταν η υπόσχεση της πληρωμής τους.
Στην περίπτωση του Μουσταφά Κεμάλ και της Λατιφέ Χανούμ, η τιμή
αυτή καθορίστηκε στο συμβολικό ποσό των δέκα γροσιών. Το μικρό μέγεθος
του ποσού θεωρήθηκε σύμβολο της ισοτιμίας μεταξύ άντρα και γυναίκας.
Πάντως, ο γάμος είχε και μια άλλη ενδιαφέρουσα πτυχή. Δεν υπήρχαν
βέρες. Οι εκπρόσωποι στη Λοζάννη, μαθαίνοντας την είδηση του γάμου,
ιδίως ο Ισμέτ Ινονού,* έκαναν σαν παιδιά από χαρά και αποφάσισαν να
αγοράσουν βέρες ως δώρο γάμου. Ο Ισμέτ Πασάς θα τις έφερνε αργότερα.
Η εφημερίδα Vakit είχε ως τίτλο, στο φύλλο της 30ής Ιανουαρίου, «Ένας
πολύ ευτυχισμένος γάμος στη Σμύρνη» και παρουσίαζε τη Λατιφέ με τα
ακόλουθα λόγια:
«Η αξιότιμος κυρία Λατιφέ διαθέτει εξαιρετικά προσόντα. Έχει ταξιδέψει
σε ολόκληρη την Ευρώπη, έχει δει και έχει γνωρίσει από κοντά τα πάντα.
Μιλάει πολύ καλά γαλλικά, αγγλικά και γερμανικά. Διαθέτει ευρείες
μουσικές γνώσεις. Τα γραπτά τουρκικά της είναι πολύ καλά. Όποιος έχει
γνωρίσει τη Λατιφέ Χανούμ μιλάει με μεγάλο σεβασμό για την ευφυΐα
της, την αποφασιστικότητα και την ισχυρή της θέληση. Αυτό σημαίνει ότι
είναι ένθερμη πατριώτισσα».
Όλος ο κόσμος είχε αγωνία αν, μετά τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, η
Τουρκία θα προσχωρούσε στη Δύση ή στην Ανατολή. Ο δυτικός Τύπος, που
παρακολουθούσε τον γάμο στη Σμύρνη, έδωσε μεγάλη σημασία στις
φωτογραφίες των νεονύμφων. Το γεγονός ότι η νύφη είχε πάει σχολείο και
είχε σπουδάσει στην Ευρώπη, ότι μιλούσε για τα δικαιώματα των γυναικών,
ότι πόζαρε για τον Τύπο δίπλα στον Μουσταφά Κεμάλ, όλα αυτά έδιναν την
εικόνα ότι η Τουρκία στρεφόταν προς τη Δύση.
Σε μια εποχή που οι διαπραγματεύσεις στη Λοζάννη είχαν καταλήξει σε
τέλμα, ο γάμος συμβόλιζε για τον υπόλοιπο κόσμο και κάτι άλλο: «Για δείτε,
όλα ακολουθούν την πορεία τους, ο αγωνιστής μας παντρεύεται, συνεχίζουμε
τον δρόμο μας».
Η χρονική στιγμή του γάμου ήταν μια πολύ έξυπνη επιλογή.
Γαμήλιο ταξίδι και άφιξη στην Άγκυρα

Ο ΜΟΥΣΤΑΦΑ ΚΕΜΑΛ ΚΑΙ Η ΛΑΤΙΦΕ είχαν σχεδιάσει απλώς ένα σύντομο


γαμήλιο ταξίδι. Ήθελαν να ταξιδέψουν στη γύρω περιοχή κι έπειτα να
επιστρέψουν στη Σμύρνη. Κίνησαν προς τον βορρά με κατεύθυνση το
Μπαλικεσίρ και επισκέφθηκαν τις περιοχές που ερημώθηκαν και κάηκαν
κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Στις 10 Φεβρουαρίου του 1923 οι νεόνυμφοι είχαν επιστρέψει στη Σμύρνη,
όπου έμειναν για άλλη μια εβδομάδα. Στο διάστημα αυτό η Λατιφέ μάζεψε
όλα τα πράγματα που ήθελε να πάρει μαζί της στην Άγκυρα και έκανε
αποχαιρετιστήριες επισκέψεις.
Ο Μουσταφά Κεμάλ ήταν απασχολημένος με τα εγκαίνια του οικονομικού
συνεδρίου, στο οποίο προσέδιδε μεγάλη σημασία. Στις 17 Φεβρουαρίου
συγκεντρώθηκαν οι χίλιοι εκατό αντιπρόσωποι. Μπορούσαν να πάρουν
μέρος και γυναίκες, τόσο ως αντιπρόσωποι όσο και ως θεατές, γεγονός
αξιοσημείωτο για μια τόσο σημαντική συνάντηση. Την πρώτη μέρα
παρευρέθηκε και η Λατιφέ μεταξύ των γυναικών θεατών. Για τον Μουσταφά
Κεμάλ, η αντιπροσώπευση των γυναικών στον δημόσιο χώρο είχε μεγάλη
σημασία. Το ότι στο συνέδριο έλαβαν μέρος περισσότερες γυναίκες από όσες
αναμενόταν ήταν αποτέλεσμα των δικών του προσπαθειών.

Η άφιξη στην Άγκυρα


Στην Άγκυρα όλοι είχαν αγωνία να δουν αν η Λατιφέ είναι όμορφη. Ο
Μουσταφά Κεμάλ ήταν ένας άντρας πολύ ελκυστικός, και πολλοί
αναρωτιόντουσαν αν θα του ταίριαζε η Λατιφέ όσον αφορά την εξωτερική
εμφάνιση. Η Λατιφέ δεν ήταν εντυπωσιακά όμορφη ως γυναίκα. Αν όμως
την πρόσεχες καλύτερα, τότε η ομορφιά της αναδεικνυόταν από μόνη της. Τα
χαρακτηριστικά του προσώπου της ήταν γλυκά, ενώ τα σκούρα καστανά της
μάτια άστραφταν.
Οι ξένες εφημερίδες που αναφέρονταν στη Λατιφέ εκείνες τις μέρες τη
χαρακτήριζαν συχνά ως «η ωραία γυναίκα του Κεμάλ».
Αντίθετα, ο Μουσταφά Κεμάλ επαναλάμβανε με κάθε αφορμή ότι δε
θεωρούσε τη Λατιφέ εξαιρετικά όμορφη. Ωστόσο στο σπίτι των Ουσακίζαντε
είχε πει στη Λατιφέ: «Δεν είσαι η Λατιφέ, είσαι η Λατίφ, παιδί μου. Στο εξής
θα σε φωνάζω Λατίφ». Σημειωτέον, «latif» σημαίνει ωραία, όμορφη,
ελκυστική.
Στην πραγματικότητα, η Λατιφέ ήταν πιο όμορφη απ’ ό,τι δείχνει στις
φωτογραφίες. Όποιος τη γνώριζε και μιλούσε μαζί της εντυπωσιαζόταν, διότι
αναμφισβήτητα ήταν μια χαρισματική γυναίκα. Πολλοί ήταν εκείνοι που
ήρθαν να γνωρίσουν την άγνωστη νύφη, γιατί όλοι είχαν μεγάλη περιέργεια.
Νωρίς το πρωί οι νεόνυμφοι έφτασαν στον ανθοστολισμένο σιδηροδρομικό
σταθμό της Άγκυρας. Μέσα σε ζητωκραυγές ο Μουσταφά Κεμάλ κατέβηκε
από το τρένο και η Λατιφέ τον ακολούθησε. Ο Μουσταφά Κεμάλ είχε φύγει
εργένης και τώρα επέστρεφε παντρεμένος. Οι άνθρωποι στον σταθμό
στριμώχνονταν για να καταφέρουν να ρίξουν έστω μια ματιά στην
απαστράπτουσα Λατιφέ.

Μια άγονη γη μέσα στο πουθενά


Οι επευφημίες στον σταθμό δεν κράτησαν πολύ. Οι νεόνυμφοι ξεκίνησαν για
το σπίτι που βρισκόταν στη συνοικία Τσάνκαγια. Δεν ήταν η πρώτη φορά
που η Λατιφέ άφηνε το σπίτι της οικογένειάς της, αλλά ήταν η πρώτη της
διαμονή στην Άγκυρα. Είχε ακούσει μόνο ότι η Άγκυρα και τα περίχωρά της
ήταν μια άγονη γη μέσα στο πουθενά.
Εκείνη την εποχή η Άγκυρα αποτελούνταν μόνο από λίγους λόφους στη
μέση του υψιπέδου της Ανατολίας. Αυτό το αφιλόξενο, θαμπό τοπίο, που τον
χειμώνα γινόταν ένα γυμνό και άδεντρο έλος, φωτιζόταν το βράδυ από ένα
κόκκινο βιολετί φως. Κι αυτό το φως φάνταζε σαν να ήταν το μόνο που
χάριζε ελπίδα στους ντόπιους και στους πρόσφατα αφιχθέντες στην Άγκυρα
εν μέσω αυτής της ερημίας και φτώχειας. Όσοι μιλούν για τις νύχτες στην
Άγκυρα εκείνης της εποχής κάνουν πάντα λόγο για ένα σκοτεινό χωριό.
Ευτυχώς η Λατιφέ έφτασε στο Τσάνκαγια με το φως της ημέρας. Στις 20
Φεβρουαρίου το κρύο ήταν τσουχτερό και οι δρόμοι παγωμένοι. Από τον
σταθμό χρειάστηκαν είκοσι λεπτά με το αυτοκίνητο έως το προάστιο
Τσάνκαγια.
Περνώντας από τα αμπέλια, συνάντησαν κάποια μεμονωμένα σπίτια.
Μπροστά τους απλωνόταν το τοπίο μιας στέπας με λίγους μικρούς ελαιώνες
και αχλαδιές. Ο δρόμος προς το Τσάνκαγια ήταν σε κακή κατάσταση και
καθώς ανέβαιναν το βουνό, τραντάζονταν μέσα στο αυτοκίνητο. Τέλος, μόλις
λίγα μέτρα πριν από τον λόφο, πρόβαλε ένα πέτρινο σπίτι, το οποίο, χτισμένο
σε ένα κοίλωμα του βράχου, θύμιζε αετοφωλιά. Το χαρούμενο κόκκινο
χρώμα στα παντζούρια έκανε τη Λατιφέ να ξεχάσει την ταραχή της. Αυτό το
σπίτι, που ήταν εκτεθειμένο στον ανελέητο άνεμο, απέπνεε μια απίστευτη
γαλήνη, σε αντίθεση με το περιβάλλον του.
Γύρω από το σπίτι υπήρχαν στρατιώτες από τη Μαύρη Θάλασσα με την
εθνική τους ενδυμασία. Φορούσαν μαύρα πουκάμισα, ζώνες με σφαίρες και
είχαν τυλιγμένα στο κεφάλι τα παραδοσιακά μαντίλια. Ο υπασπιστής του
Μουσταφά Κεμάλ και όλοι όσοι φρόντιζαν το σπίτι ένιωθαν ιδιαίτερη χαρά
καθώς χαιρετούσαν το ζευγάρι που μόλις είχε φτάσει.
Ο Μουσταφά Κεμάλ άφησε τη Λατιφέ στο νέο της σπίτι και έφυγε
κατευθείαν για το Κοινοβούλιο, προκειμένου να προεδρεύσει σε μια
συνέλευση της κυβέρνησης.
Η Άγκυρα την εποχή εκείνη φαινόταν σαν μεγάλο χωριό, όπου δεν
υπήρχαν ούτε δέντρα ούτε νερό ούτε και σπίτια που να δείχνουν
κατοικημένα. Στην αγορά δεν υπήρχαν πάγκοι πωλητών ούτε καν
εμπορεύματα προς πώληση. Αντίθετα, η πλατεία ήταν γεμάτη από χωριάτες
με τους νεροβούβαλούς τους. Άφηναν τις βοϊδάμαξές τους στην άκρη.
Οι δρόμοι στο κέντρο ήταν τόσο στενοί, που δε χωρούσε να περάσει ούτε
ένα αυτοκίνητο. Η παλιά Άγκυρα θύμιζε τις μεσαιωνικές πόλεις που
περιέγραψε ο Εβλιγιά Τσελεμπί στις ταξιδιωτικές του σημειώσεις, στο
Ταξιδιωτικό βιβλίο (Seyahatname). Οι άνθρωποι έφταναν στα σπίτια τους,
που ήταν φτιαγμένα από αλουμίνιο ή ξύλο, σκαρφαλώνοντας σαν τα
κατσίκια.
Οι άνθρωποι που ζούσαν σε αυτή την ερημιά ήταν πάμφτωχοι. Το 1917 η
Άγκυρα είχε ζήσει τη μεγαλύτερη πυρκαγιά της ιστορίας της. Μεγάλο μέρος
του οικισμού, όπου διέμεναν κυρίως οικοδόμοι και Αρμένιοι χρυσοχόοι,
κάηκε ολοσχερώς. Μέχρι και το βυρσοδεψείο στον ποταμό Μπεντ Ντερεσί
παραδόθηκε στις φλόγες.
Εξαιτίας της φωτιάς, η οποία ξέσπασε κατά τη διάρκεια του Πρώτου
Παγκοσμίου πολέμου, ο αριθμός των κατοίκων μειώθηκε στις 30.000, και
σύμφωνα με κάποιες αναφορές ίσως και στις 20.000. Στους πρόποδες του
οχυρού ήταν ακόμα ορατά τα ίχνη της φωτιάς. Και τα ερείπια των πλίθινων
σπιτιών στέκονταν στις πλαγιές το ένα δίπλα στο άλλο σε γραμμές που
σχημάτιζαν ζικ ζακ.
Τα μέλη του νέου Κοινοβουλίου έρχονταν μόνα τους ή με τους συγγενείς
τους στην Άγκυρα, ωστόσο ήταν δύσκολο να βρεθεί κατάλυμα, ένα σπίτι ή
έστω μια καλύβα, όπου θα μπορούσαν να εγκατασταθούν με την οικογένειά
τους. Τα πιο περιζήτητα ήταν τα σπίτια στους αμπελώνες.
Όμως η μόνη δυνατότητα διαμονής ήταν οι αίθουσες του Τασχάν στη
συνοικία Ουλούς, του μεγαλύτερου κτιρίου της Άγκυρας εκείνης της εποχής.
Οι αίθουσες αυτές μετατράπηκαν σε κοιτώνες για τους βουλευτές.
Εν γένει η Άγκυρα δε διέθετε την υποδομή για μια τόσο μεγάλη αύξηση
του πληθυσμού. Ακόμα και τα μικρά καταστήματα τροφίμων αδυνατούσαν
να ανταποκριθούν στην ξαφνική αγοραστική αύξηση, γι’ αυτό και ουρές
βουλευτών σχηματίζονταν μπροστά τους.
Η απουσία γυναικών ήταν ολοφάνερη παντού. Η Λατιφέ ήρθε ως νύφη σε
μια Άγκυρα «χωρίς γυναίκες».

Οι πρώτες μέρες στο Τσάνκαγια


Όταν ο Μουσταφά Κεμάλ επέστρεψε από το Κοινοβούλιο, είπε στη Λατιφέ:
«Έχω καλέσει κάποιους φίλους για φαγητό. Αν θέλεις, μείνε να μας κάνεις
παρέα». Και συνέχισε: «Υποθέτω όμως ότι απλώς θα βαρεθείς. Θα φροντίσω
να τελειώσει γρήγορα το τραπέζι».
Αφήνοντάς τη μόνη της την πρώτη νύχτα στην Άγκυρα, ο Μουσταφά
Κεμάλ πλήγωσε τη Λατιφέ. Εκείνη μετέφερε σε ένα τετράδιο τις σημειώσεις
που είχε κρατήσει στη διαδρομή και κατέγραψε τα όσα έπρεπε να γίνουν τις
επόμενες μέρες. Από κάτω ακούγονταν γέλια. Αυτό σήμαινε ότι το θέμα στο
τραπέζι δεν ήταν μόνο η Λοζάννη… Η Λατιφέ διάβασε ένα νέο βιβλίο
φιλοσοφίας και περίμενε τον Μουσταφά Κεμάλ.
Όταν εκείνος έφυγε το επόμενο πρωί από το σπίτι και πήγε στο γραφείο του
στο κτίριο του σταθμού, ξεκίνησε η μεγάλη επιχείρηση καθαριότητας.
Καθαρίστηκαν τα πάντα, το πατάκι έως και οι λάμπες, πλύθηκαν τα χαλιά,
γυαλίστηκαν τα πόμολα. Όταν η Φικριγέ είχε φύγει για το Μόναχο, τη
διεύθυνση του σπιτιού στο Τσάνκαγια είχαν αναλάβει οι στρατιώτες. Έκτοτε
δεν υπήρχε τάξη. Τώρα, έως το απόγευμα, το σπίτι έγινε αγνώριστο πια.
Η οικογένεια Ουσακίζαντε είχε το μεγαλύτερο καραβάνι με καμήλες στο
Αιγαίο και είχε στείλει επτά φορτωμένες καμήλες για τη μετακόμιση της
κόρης τους στο σπίτι στο Τσάνκαγια: ασήμια, αντίκες, χρυσά κηροπήγια,
πορσελάνες, χειροποίητες κουβέρτες, χαλιά, εξοπλισμό για το υπνοδωμάτιο
και το σαλόνι.
Η Λατιφέ διαρρύθμισε εκ νέου το σπίτι στο Τσάνκαγια σύμφωνα με το
προσωπικό της γούστο και μέσα σε λίγες μέρες το μεταμόρφωσε με τα
προικιά της από το λιτό σπίτι ενός αξιωματικού σε κανονικό παλάτι.

Οι υπασπιστές δεν έχουν πρόσβαση στο υπνοδωμάτιο


Αφότου ήρθε στην Άγκυρα, η Λατιφέ άρχισε να ενδιαφέρεται πολύ για το
θέμα «υπασπιστές». Μια μέρα παραπονέθηκε στον Μουσταφά Κεμάλ: «Με
φωνάζετε υπασπιστή, όμως εγώ ούτε σπαθί δεν έχω». Λίγες μέρες αργότερα
ο Μουσταφά Κεμάλ έδωσε στη Λατιφέ ένα μικρό κουτάκι: «Παρακαλώ,
αυτό είναι δικό σας». Μέσα στο κουτί υπήρχε ένα μικροσκοπικό σπαθί,
διακοσμημένο με χρυσάφι και διαμάντια, που ήταν ό,τι έπρεπε για μια
γυναίκα υπασπιστή. Έτσι ο Μουσταφά Κεμάλ ανταποκρίθηκε στο παράπονο
της Λατιφέ με μια διακριτική χειρονομία.
Με τον καιρό το αντάρτικο κατάλυμα μετατράπηκε σε μόνιμη κατοικία. Ως
γυναίκα ενός μεγάλου στρατιωτικού διοικητή, η Λατιφέ ζούσε μέσα σε ένα
γιγαντιαίο διοικητήριο. Αξιωματικοί έφερναν στον Μουσταφά Κεμάλ
σημαντικά έγγραφα, μπαίνοντας ακόμα και μέσα στο υπνοδωμάτιο. Η νεαρή
γυναίκα στην καθημερινή της ζωή περιστοιχιζόταν από άντρες. Στο σπίτι δεν
υπήρχαν καθόλου γυναίκες. Οι υπασπιστές, οι στρατιώτες, αλλά και οι
καλεσμένοι ήταν στο σύνολό τους άντρες.
Ο Μουσταφά Κεμάλ γνώριζε ήδη από χρόνια πολλούς από τους
αξιωματικούς του. Ήταν μαζί στο μέτωπο, είχαν πολεμήσει στις ίδιες μάχες
και είχαν παίξει από κοινού κορόνα γράμματα τη ζωή τους για τα ιδανικά
τους. Αν και ανάμεσά τους ίσχυε η στρατιωτική ιεραρχία, οι φιλίες που
αναπτύχθηκαν ήταν βαθιές, με αποτέλεσμα όλοι μαζί να σχηματίζουν μια
σχεδόν αδιάσπαστη ενότητα. Όποιος δε μοιραζόταν το ίδιο παρελθόν μαζί
τους αισθανόταν κάπως αμήχανα. Και ακόμα μεγαλύτερη αμηχανία ένιωθε
αν ήταν γυναίκα και, επιπλέον, παντρεμένη με τον Μουσταφά Κεμάλ.
Ακόμα δεν είχε υπογραφεί συμφωνία ειρήνης. Όλοι ανησυχούσαν, διότι
αρκούσε μια σπίθα για να ανάψει ο πόλεμος και πάλι. Μέσα σε αυτές τις
συνθήκες, δεν ήταν εύκολο για τη Λατιφέ να επιβάλει την ιδιωτικότητα του
υπνοδωματίου, στο οποίο μόνο αυτή και ο άντρας της επιτρεπόταν να
μπαίνουν.

Η Λατιφέ στο Κοινοβούλιο


Η Λατιφέ είχε έρθει στην Άγκυρα στις 20 Φεβρουαρίου του 1923 και είχε
πια πίσω της τις μέρες και τις εβδομάδες της έντονης απασχόλησης. Έκανε
καινούριες γνωριμίες. Συμπαθούσε πολύ τον Φετχί Μπέη και τη γυναίκα του,
Γκαλιμπέ (Οκυάρ). Τώρα είχε στην Άγκυρα μια φίλη ίδιας ηλικίας και
παρόμοιων αντιλήψεων με αυτήν, η οποία ζούσε σε ένα σπίτι πολύ κοντά
της.
Την τελευταία μέρα του Φεβρουαρίου ο Μουσταφά Κεμάλ υπαγόρευε στη
Λατιφέ τον λόγο με τον οποίο θα άνοιγε την τέταρτη περίοδο του
Κοινοβουλίου την επόμενη μέρα. Η Λατιφέ τον βοηθούσε, οπότε μετά από
τρεις ώρες είχαν ολοκληρώσει από κοινού το κείμενο.
Κατά τη διάρκεια της συζήτησής τους η Λατιφέ αποφάσισε να συνδέσει τη
θεωρία με την πράξη και να ακούσει η ίδια την επόμενη μέρα στο
Κοινοβούλιο τον λόγο που είχαν επεξεργαστεί από κοινού. Η ιδέα αυτή την
είχε ενθουσιάσει. Όταν ανακοίνωσε την επιθυμία της στον Μουσταφά
Κεμάλ, εκείνος συμφώνησε χωρίς αντίρρηση. «Και οι γυναίκες θα πρέπει να
έχουν το δικαίωμα να μπαίνουν στο Κοινοβούλιο ως ακροατήριο. Εσύ θα
είσαι αυτή που θα αρχίσει την αλλαγή» αποφάσισε, και η Λατιφέ χάρηκε
πολύ.
Στον Μουσταφά Κεμάλ άρεσε να κάνει τα σχέδιά του αμέσως πράξη: «Ας
ξεκινήσουμε αύριο. Ο αξιωματικός Μαχμούτ θα σε συνοδεύσει στο
Κοινοβούλιο. Θα καθίσετε μαζί στο θεωρείο του διπλωματικού σώματος».
Η Λατιφέ ήθελε να αποτελέσει πρότυπο για τις γυναίκες στην Τουρκία και
να κομίσει ένα σημαντικό μήνυμα στον κόσμο. Γι’ αυτόν τον λόγο σκέφτηκε
προσεκτικά τι ρούχα θα ταίριαζαν για την περίσταση. Την ειδοποίησαν ότι το
αυτοκίνητο ήταν έτοιμο. Μια καλογυαλισμένη Μπεντς την οδήγησε στο
Κοινοβούλιο, που βρισκόταν στη συνοικία Ουλούς. Τα ανοιξιάτικα αρώματα
πλημμύριζαν τον αέρα.
Όταν η Λατιφέ πάτησε το πόδι της στο θεωρείο του διπλωματικού
σώματος, βαθιά σιωπή απλώθηκε στην αίθουσα. Λευκά τουρμπάνια, κόκκινα
φέσια και σκούροι γούνινοι σκούφοι στράφηκαν προς το μέρος της, μόλις
εμφανίστηκε στο θεωρείο. Ο Γάλλος πρεσβευτής Μενγκάν και ο Σοβιετικός
πρεσβευτής Αραλόφ σηκώθηκαν από τη θέση τους. Ήταν μια ιστορική
στιγμή για την Τουρκία. Ο Μουσταφά Κεμάλ κάλεσε με ένα νεύμα τη
γυναίκα του στο Κοινοβούλιο. Η σιωπή μετατράπηκε σε ζωηρό
μουρμουρητό. Όλοι έριχναν κλεφτές ματιές στη Λατιφέ.
Ένας από τους αντιπροέδρους έλεγξε τον κατάλογο παρουσιών και κήρυξε
την έναρξη της συνεδρίασης. Ο Μουσταφά Κεμάλ μπήκε από μια πλαϊνή
πόρτα και μόλις ανέβηκε στο βήμα, το πλήθος ξέσπασε σε χειροκροτήματα.
Μπορεί σε όλους τους τοίχους της αίθουσας να είχαν πέσει οι σοβάδες, όμως
η ζωντάνια που απλώθηκε ακόμα και στις απόμερες γωνιές της αίθουσας
δημιουργούσε στο Κοινοβούλιο μια καταπληκτική ατμόσφαιρα.
Ο Μουσταφά Κεμάλ ξεκίνησε την ομιλία του, που είχε γράψει την
προηγούμενη νύχτα, χωρίς να χρειάζεται να κοιτάζει τις σημειώσεις του.
Μιλούσε με λεπτομέρειες για τους στόχους που είχαν ήδη επιτευχθεί την
προηγούμενη χρονιά και για εκείνους που έπρεπε να επιτευχθούν το 1923.
Η Λατιφέ έβλεπε τον άντρα της από το θεωρείο. Γύρω επικρατούσε σιωπή.
Ο Μουσταφά Κεμάλ φορούσε φράκο και έναν γούνινο σκούφο στο κεφάλι.
Η Λατιφέ ήταν ευτυχισμένη. Ήταν η πρώτη Τουρκάλα που είχε μπει στο
Κοινοβούλιο ως μέλος του ακροατηρίου.
Όταν ο Μουσταφά Κεμάλ τελείωσε τον λόγο του, πήγε στο γραφείο του
στο κτίριο του Κοινοβουλίου.
Μόλις σηκώθηκε ο αξιωματικός Μαχμούτ, σηκώθηκε και η Λατιφέ από τη
θέση της. Οι πρεσβευτές τη χαιρέτισαν και πάλι. Στο γραφείο του Μουσταφά
Κεμάλ συναντήθηκαν ο Ρουσέν Εσρέφ, ο Αμπντουλάχ Σούφι, και ο Σεΐχ
Σερβέτ, ο βουλευτής από την Προύσα, ο οποίος, κατόπιν επιθυμίας της
Λατιφέ, της είχε στείλει εκείνη τη μέρα την πρόσκληση για την
Εθνοσυνέλευση. Ο Μουσταφά Κεμάλ σηκώθηκε και πρόσφερε στη Λατιφέ
μια θέση δίπλα του.
Η Λατιφέ είχε καταλάβει πολύ καλά την ατμόσφαιρα στο Κοινοβούλιο.
«Είχα μεγάλη ένταση, πασά μου» είπε εκείνη. «Το Κοινοβούλιο είναι
πραγματικό επαναστατικό Κοινοβούλιο».
Ο Ρουσέν Εσρέφ απάντησε στα λόγια της Λατιφέ με μια φιλοφρόνηση:
«Αξιότιμη κυρία, μαγέψατε το Κοινοβούλιο».
Ο Σεΐχ Σερβέτ είπε ότι η Λατιφέ μάλλον δε θα ξεχνούσε ποτέ αυτή τη μέρα
και ο Αμπντουλάχ Σούφι συμπλήρωσε: «Στο πρόσωπό σας η γυναίκα της
Τουρκίας έζησε σήμερα μια επανάσταση! Μας ενθουσιάσατε από το θεωρείο
σας. Ήσαστε η σημαία της επανάστασης».
Σε όλες τις παρατηρήσεις η Λατιφέ έδινε τις κατάλληλες απαντήσεις, ενώ
με τους πρεσβευτές στους οποίους τη σύστησαν μίλησε στα γαλλικά. Ενώ
απαντούσε ευγενικά σε όλες τις ερωτήσεις, κοιτούσε ολοένα τον Κεμάλ και
συνεννοούνταν μαζί του πριν πει το οτιδήποτε.
Επί δύο ώρες στο γραφείο υπήρχε μεγάλη κινητικότητα. Η Λατιφέ, που
είχε συνηθίσει τις τελετές, έδειχνε ενδιαφέρον για τον καθένα και με όποιον
μιλούσε τον εντυπωσίαζε. Ακόμα κι όταν μιλούσε με κάποιον άλλο,
παρατηρούσε διαρκώς τον Μουσταφά Κεμάλ με την άκρη του ματιού της. Κι
αυτός έδειχνε πολύ ευχαριστημένος.

Ο ξένος Τύπος στο Τσάνκαγια


Τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο ο Μουσταφά Κεμάλ δεχόταν τους
αντιπροσώπους του ξένου Τύπου στο Τσάνκαγια. Μεγάλο θόρυβο έκανε
ιδίως μια επίσκεψη που έγινε στις τελευταίες μέρες του Φεβρουαρίου. Οι
σημαντικότερες εφημερίδες ανταγωνίζονταν μεταξύ τους με τίτλους όπως «Η
κυρία Κεμάλ μάγεψε τους Αμερικανούς επισκέπτες της», «Η όμορφη νύφη
πρόσφερε τσάι στους ξένους δημοσιογράφους», «Αγωνίζεται για τα
δικαιώματα των γυναικών» ή «Ο Κεμάλ και η σύζυγός του επιθυμούν την
απελευθέρωση των γυναικών στην Τουρκία». Το γεγονός ότι η Λατιφέ
πρόσφερε τσάι στους καλεσμένους εκτιμήθηκε ως μια κίνηση που «έβαζε
τέλος σε παραδόσεις πέντε αιώνων και προσέδιδε μια μοντέρνα ατμόσφαιρα
στο νεοσύστατο τουρκικό κράτος». Τους δημοσιογράφους εντυπωσίασαν
επίσης η αυτοπεποίθηση και η μόρφωση της Λατιφέ, καθώς και η
αποφασιστική στάση της όσον αφορά το γυναικείο ζήτημα και τα διεθνή
πολιτικά γεγονότα. Παρέθεσαν τα λόγια της Λατιφέ, η οποία, στο ερώτημα τι
σκόπευε να κάνει ως σύζυγος του Μουσταφά Κεμάλ, δήλωσε ότι θα
συνεργαζόταν με αυτόν σε θέματα εκπαίδευσης και πολιτικής.
Η σημασία που προσδόθηκε στο γεγονός ότι η Λατιφέ πρόσφερε τσάι
στους δημοσιογράφους ήταν ίδια με εκείνη που αποδόθηκε στην
αποφασιστική νίκη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα στις 26 Αυγούστου
του 1922 στο Αφιόν-Καραχισάρ.* Η σύνθεση Ανατολής και Δύσης, της
οποίας έγιναν μάρτυρες οι δημοσιογράφοι στο Τσάνκαγια, είχε κεντρίσει το
ενδιαφέρον τους.
«Αυτή είναι η πρώτη σας ήττα!»
Μια από τις επισκέπτριες ήταν η δημοσιογράφος Μπερτ Ζορζ-Γκωλί, η
οποία κάλυπτε τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Έγραψε και αυτή τις
εντυπώσεις της από το σπίτι στο Τσάνκαγια και τη Λατιφέ. Η εν λόγω
Γαλλίδα, που απολάμβανε την εκτίμηση του Μουσταφά Κεμάλ, είχε έρθει
στην Τουρκία το 1896 μαζί με τον άντρα της, ο οποίος ήταν ανταποκριτής
των Les Temps. Μετά τον θάνατο του τελευταίου άρχισε η ίδια να εργάζεται
ως δημοσιογράφος. Η Μπερτ Ζορζ-Γκωλί αλληλογραφούσε ενίοτε με τον
Μουσταφά Κεμάλ και ήδη το 1922 ήταν καλεσμένη σε ένα από τα περίπτερα
του προεδρικού μεγάρου. Στις 11 Μαρτίου του 1923 η Γαλλίδα
δημοσιογράφος βρισκόταν και πάλι στην Άγκυρα και κατέγραψε τις
αναμνήσεις της στο βιβλίο της La Nouvelle Turquie:
«Το σφίξιμο που παρατηρεί κανείς στους άντρες παντού σε όλο τον
κόσμο οι οποίοι δεν έχουν συνηθίσει ακόμα τον γάμο ήταν εμφανές και
σε κείνον.
»Γι’ αυτόν τον λόγο και οι πρώτες λέξεις που έβγαλα από το στόμα μου
ήταν ένα πείραγμα. Αφού του θύμισα τις μακρές συζητήσεις μας για τη
στάση εκείνων που ιδρύουν αυτοκρατορίες ή κράτη, τον ρώτησα: “Τι
απέγιναν οι αρχές μας;”.
»Γέλασε κι αυτός μαζί μου. “Αυτό θα σας το εξηγήσει εκείνη”, είπε.
»Αμέσως του απάντησα: “Αυτή είναι η πρώτη σας ήττα”.
»Δεν έφερε αντίρρηση λέγοντάς μου: “Σύντομα θα καταλάβετε τους
λόγους”.
»Προικισμένη με τη θαυμαστή τόλμη της νιότης, η γοητευτική και
αποφασιστική Λατιφέ Χανούμ δεν έτρεφε αμφιβολίες για τον εαυτό της
ούτε καχυποψία για τους άλλους.
»Πλησίασε ντυμένη με ένα απλό αλλά κομψό φόρεμα, ραμμένο από
έναν γνωστό ράφτη στο Παρίσι, το οποίο εναρμονιζόταν υπέροχα με την
ανατολίτικη ομορφιά της.
»Μιλούσε γαλλικά σαν Γαλλίδα και γνώριζε τη γλώσσα μας με κάθε
λεπτομέρεια.
»Με το ζωηρό, χαρούμενο γέλιο της, που ακουγόταν συνεχώς, μας
μάλωνε επειδή βιαστήκαμε να περάσουμε σε σοβαρότερα θέματα
συζήτησης. Όπως φαινόταν, είχε συνηθίσει να επιβάλλεται και είχε
επίγνωση της δύναμής της. Σήκωσε με περηφάνια το όμορφο κεφάλι της
και μου είπε: ‘‘Είμαι ο υπασπιστής του άντρα μου’’.
»Πίσω από το αστραφτερό χαμόγελο, την ετοιμότητα και την
περηφάνια της, που πρόδιδαν την ευτυχία της, κρυβόταν μια ευέλικτη και
λεπτή σκέψη. Ήξερε να χειρίζεται αριστοτεχνικά τις ικανότητές της. Και,
πέραν αυτού, ήταν προφανείς και η εργατικότητα και η
παρατηρητικότητά της…
»Τώρα αντιλαμβανόμουν τι ήταν εκείνο που τον έκανε να την
παντρευτεί προτού ακόμα εδραιωθεί η ειρήνη, αγνοώντας με αυτόν τον
τρόπο όλες τις περίφημες αρχές του.
»Θεωρούσα ότι η Λατιφέ διέθετε όλα εκείνα τα στοιχεία που
απαιτούνταν σε μια γυναίκα για να αποπλανήσει και να κρατήσει έναν
άντρα σαν τον Μουσταφά Κεμάλ. Ήταν ταυτόχρονα γυναίκα και
σύντροφος, συνάδελφος και συνοδοιπόρος, ερωμένη και πιστή φίλη».

Το ταξίδι στα Άδανα


Ο Μουσταφά Κεμάλ και η Λατιφέ ετοίμασαν τις βαλίτσες τους για μια
περιοδεία δεκατριών ημερών στην Τουρκία. Όταν έφτασαν στα Άδανα,
πλήθος γυναικών είχε βγει στις ταράτσες και στα παράθυρα. Ενώ οι γυναίκες
σφύριζαν με τον παραδοσιακό τρόπο και πλατάγιζαν τη γλώσσα τους για να
δείξουν τον ενθουσιασμό τους, οι άντρες χειροκροτούσαν διακριτικά.
Το πλήθος αγκάλιαζε και φιλούσε τον Μουσταφά Κεμάλ, που φορούσε
στολή στρατηγού. Θερμή ήταν και η υποδοχή προς τη Λατιφέ.
Ο μουφτής των Αδάνων τη μέρα εκείνη δημοσίευσε μια ασυνήθιστη
ανακοίνωση στον Τύπο. Δήλωσε ότι το κοινό ταξίδι του Μουσταφά Κεμάλ
και της συζύγου του δεν παραβίαζε τους κανόνες του Ισλάμ, ότι το ντύσιμο
της Λατιφέ ήταν το πρέπον και ότι η δημόσια εμφάνιση με αυτά τα ρούχα
ήταν συμβατή με τη Σαρία, τον ισλαμικό νόμο. Ο λόγος αυτής της δήλωσης
ήταν ότι η Λατιφέ φορούσε ένα μακρύ φόρεμα και κάλυπτε το κεφάλι της με
ένα κομψό μαντίλι, που άφηνε να φαίνεται το πρόσωπό της.

Ικανοποιημένος από τις αρετές της συζύγου του


Στο Ικόνιο, όπου το ζεύγος έγινε δεκτό με ενθουσιώδεις επευφημίες, ο
Μουσταφά βρισκόταν σε επίσκεψη στις τοπικές αρχές, ενώ την ίδια ώρα η
Λατιφέ έπινε τσάι σε ένα άλλο δωμάτιο μαζί με τις γυναίκες αντιπροσώπους.
Για την εσπερίδα, που είχε διοργανωθεί σε ένα σχολείο για δασκάλες, οι
κοπέλες είχαν ετοιμάσει ένα σκετς.
Από τον δημοσιογράφο Ισμαήλ Χαμπίμπ δεν πέρασε απαρατήρητο το
γεγονός ότι στη διάρκεια του ταξιδιού ο Μουσταφά Κεμάλ εγκωμίαζε συχνά
τη γυναίκα του:
«Χρησιμοποιώντας ρήσεις σπουδαίων φιλοσόφων της Δύσης, η Λατιφέ
μιλούσε με εκφραστική άνεση για τα δικαιώματα των γυναικών. “Ο Καντ
είπε: το ομορφότερο κόσμημα των γυναικών είναι η αρετή τους…”.
Πολλές φορές γίναμε μάρτυρες της ευχαρίστησης που έδειχνε ο
Μουσταφά Κεμάλ κάθε φορά που, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, είχε
την ευκαιρία να στρέψει την κουβέντα στις αρετές της γυναίκας του. Με
οποιαδήποτε αφορμή έλεγε στη Λατιφέ: “Απάγγειλε ένα ποίημα του
Μπάυρον, Λατιφέ. Ακόμα κι αν δεν καταλαβαίνουμε το νόημα, ο ήχος
είναι πολύ ωραίος”. Και αφού η Λατιφέ ολοκλήρωνε τη μελωδική
απαγγελία της, εκείνος συμπλήρωνε: “Απάγγειλε τώρα και ένα του
Ουγκώ, για να καταλάβουμε το νόημα”. Μια μέρα, ενώ συνομιλούσε με
Έλληνες αιχμαλώτους και η γυναίκα του μετέφραζε, μας ρώτησε, με
μάτια που άστραφταν από περηφάνια: “Μα δεν είναι καταπληκτική;”».
Στη συνέχεια πήγαν πρώτα στο Μέρσιν κι έπειτα στην Ταρσό. Ήταν
χαρακτηριστικό ότι μεταξύ εκείνων που ήρθαν να συναντήσουν τη Λατιφέ
και τον Μουσταφά Κεμάλ υπήρχαν πολλές γυναίκες. Οι γυναίκες φορούσαν
καρό τσαρσάφ και ο κυριότερος λόγος που είχαν έρθει ήταν το ότι ήθελαν να
δουν από περιέργεια τη Λατιφέ. Η Ντουρσούν Μπουλμπούλογλου
αφηγήθηκε αργότερα στην κόρη της, Φαζιλέτ, το γεγονός ως εξής:
«Πήγαμε όλες μαζί να δούμε τη Λατιφέ Χανούμ και η περιέργειά μας
ήταν μεγάλη. Ευτυχώς το πρόσωπό της δεν ήταν καλυμμένο. Φορούσε τη
μαντίλα με ρώσικο τρόπο. Το πρόσωπό της έμενε ακάλυπτο».
Καθώς η Λατιφέ και ο Μουσταφά Κεμάλ περπατούσαν στους δρόμους της
Ταρσού, τους έραιναν από τα παράθυρα με άνθη και ροδόνερο. Σε όλη τη
διάρκεια του ταξιδιού ο λαός υποδεχόταν τη Λατιφέ με συμπάθεια και
αγάπη.
Αλλά και από τα κείμενα του Ισμαήλ Χαμπίμπ είναι πρόδηλο πως το ταξίδι
ήταν πολύ ευχάριστο. Ήταν εμφανές ότι το ζεύγος συζητούσε με
τρυφερότητα, ότι ο Μουσταφά Κεμάλ αντάλλασσε διαρκώς ιδέες με τη
Λατιφέ σχετικά με τους λόγους που θα εκφωνούσε. Η Λατιφέ δε
συμφωνούσε σε όλα με τον άντρα της, όμως υπερασπιζόταν τις απόψεις της
με τον δικό της, ιδιαίτερο τρόπο. Από τις σημειώσεις του Ισμαήλ Χαμπίμπ
προκύπτει ότι η Λατιφέ συνήθιζε να έχει έναν περιπαικτικό τόνο στη φωνή
της κάθε φορά που ασκούσε κριτική στον σύζυγό της.
Επίθεση στο σπίτι στο Τσάνκαγια

Ο ΜΟΥΣΤΑΦΑ ΚΕΜΑΛ ΚΑΙ Η ΛΑΤΙΦΕ επέστρεψαν από το ταξίδι τους σε


διάφορες πόλεις της χώρας στις 25 Μαρτίου του 1923. Στην Άγκυρα τους
περίμεναν παράξενες μέρες. Ο Αλί Σουκρού,* γνωστός ως ηγέτης της
κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης που είχε το όνομα «Δεύτερη ομάδα*», είχε
εξαφανιστεί χωρίς να αφήσει ίχνη πίσω του. Η κατάσταση ήταν ιδιαίτερα
τεταμένη, γεγονός που δεν άφησε ανεπηρέαστη τη Λατιφέ. Τον καιρό εκείνο
είχαν συμπληρώσει μόλις δύο μήνες γάμου με τον Μουσταφά Κεμάλ.
Ο Αλί Σουκρού Μπέης, που καταγόταν από την Τραπεζούντα, στα παράλια
της Μαύρης Θάλασσας, δεν είχε βρεθεί ακόμα, και στο Κοινοβούλιο
διεξάγονταν έντονες συζητήσεις. Ως πρόεδρος του Κοινοβουλίου, ο
Μουσταφά Κεμάλ δεχόταν σκληρή κριτική.
Το βράδυ που εξαφανίστηκε ο Αλί Σουκρού, τον είχαν δει να κάθεται στο
Κουγιουλού καφέ στην αγορά Καραογλάν. Στη συνέχεια τον είδαν να
περπατάει πιασμένος χέρι χέρι με τον Μουσταφά Καπτάν, από το τάγμα του
Οσμάν Αγά. Εκτός αυτού, τη νύχτα που εξαφανίστηκε ο Σουκρού Μπέης
ακούστηκαν κραυγές στο σπίτι του Οσμάν Αγά. Το επόμενο πρωί, με
πρόσχημα τη μεταφορά αποσκευών, είχε γίνει η μεταφορά ενός αυτοκινήτου.
Ο Τοπάλ Οσμάν καταγόταν από την Κερασούντα, στη Μαύρη Θάλασσα.
Όταν, το 1919, ο Μουσταφά Κεμάλ πήγε στη Σαμψούντα, ο Τοπάλ Οσμάν
εντάχθηκε στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα* και σχημάτισε έναν στρατό
εθελοντών εναντίον των Ελλήνων της περιοχής του Πόντου.* Ο στρατός του,
που αποτελούνταν από πέντε χιλιάδες οπλισμένους άντρες, έγινε διάσημος
στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας για τη σκληρότητά του. Ο ίδιος
κατόρθωσε να ανελιχθεί έως τον βαθμό του επιλοχία, παρότι ήταν
αμόρφωτος και αναλφάβητος.
Ο Αλί Σουκρού Μπέης, που είχε σπουδάσει στην Αμερική, μιλούσε
άπταιστα αγγλικά και ήταν ένας μορφωμένος διανοούμενος.

Το Κοινοβούλιο διαλύεται
Μετά τα γεγονότα που ακολούθησαν την εξαφάνιση του Αλί Σουκρού ο
Μουσταφά Κεμάλ δεν είχε άλλη λύση από τη διάλυση του Κοινοβουλίου.
Την 1η Απριλίου του 1923 αποφασίστηκε να διαλυθεί η Βουλή και να
επανεκλεγούν τα μέλη της.
Η εξαφάνιση του Αλί Σουκρού Μπέη είχε προκαλέσει σοκ στην Άγκυρα.
Τον αναζητούσαν παντού. Στο τέλος της πέμπτης μέρας, στις 2 Απριλίου,
βρέθηκε τελικά το πτώμα του κάτω από έναν σωρό χώμα γύρω από το οποίο
πετούσαν μύγες. Ο Αλί Σουκρού ήταν ένας δυνατός, ρωμαλέος άντρας, όμως
ο Οσμάν ήταν λεπτοκαμωμένος… Διαπιστώθηκε ότι ο Αλί Σουκρού είχε
προβάλει αντίσταση και είχε στραγγαλιστεί με ένα σκοινί από μια ομάδα
οκτώ έως δέκα ατόμων.
Το πτώμα είχε θαφτεί πρόχειρα κοντά στο Τσάνκαγια, στον κήπο του
Τοπάλ Οσμάν, «Το αμπέλι του ιερέα».
Εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης για τον Οσμάν Αγά και τον Μουσταφά
Καπτάν.

Ο Μουσταφά Κεμάλ διασώζεται


Πριν από την τοποθέτηση της επίσημης σωματοφυλακής στο σπίτι στο
Τσάνκαγια, τον Μουσταφά Κεμάλ φρουρούσαν ο Οσμάν Αγά και οι άντρες
του. Τους αντικατέστησε ένα τακτικό σώμα υπό τις διαταγές του Ισμαήλ
Χακκί (Τεκτσέ). Έτσι, ο στρατός του Οσμάν Αγά ήταν πλέον περιττός, όμως
για πολύ καιρό δίσταζαν να το πουν στον ίδιο. Στο τέλος έγινε αυτό που όλοι
φοβόντουσαν. Ο στρατός του Οσμάν Αγά στράφηκε εναντίον του ίδιου του
Μουσταφά Κεμάλ.
Η ομάδα γύρω από τον Οσμάν Αγά περικύκλωσε το σπίτι στο Τσάνκαγια,
στο οποίο τις μέρες εκείνες βρισκόταν και η Βετζιχέ, η αδερφή της Λατιφέ.
Μετά από χρόνια η Βετζιχέ Ιλμέν αποκάλυψε σε κάποιους στενούς συγγενείς
της τι συνέβη πραγματικά εκείνη τη νύχτα. Η αφήγησή της φέρνει στο φως
κάποια γεγονότα που έως σήμερα παρέμεναν άγνωστα.
«Ο ηγέτης του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, ο Μουσταφά Κεμάλ
Πασάς, διέτρεχε κίνδυνο. Προέκυψε μια σύντομη λογομαχία. Το πιο
σημαντικό ήταν η ζωή του. Αν συνέβαινε σε αυτόν οτιδήποτε, σίγουρα
κανένας από εμάς δε θα έμενε ζωντανός. Άρχισαν οι διαπραγματεύσεις με
τους άντρες που βρίσκονταν έξω. Όπως συνήθως λεγόταν, εκείνοι είπαν:
“Να βγουν πρώτα οι γυναίκες και τα παιδιά”. Κι έτσι το σχέδιο ήταν το
εξής: ο Μουσταφά Κεμάλ θα μεταμφιεζόταν και θα εγκατέλειπε το κτίριο
μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά. Όμως κάποιος έπρεπε να μείνει στο
σπίτι. Η Λατιφέ ήθελε να μείνει πίσω, μαζί με τη σωματοφυλακή. “Θα
δημιουργήσω αντιπερισπασμό” είπε. Στην αρχή ο Μουσταφά Κεμάλ είχε
σοβαρές αντιρρήσεις. Γνώριζε ωστόσο το πείσμα της Λατιφέ. Εκείνη
έφερε στον Μουσταφά Κεμάλ ένα τσαρσάφ, που το έριξε πάνω του και
με αυτό διέφυγε από το σπίτι.
»Τότε η Λατιφέ φόρεσε το γούνινο καπέλο του. Είπε σε έναν από τους
στρατιώτες: “Φέρε μου από την κουζίνα το καφάσι με τα πορτοκάλια”.
Το φως στο σπίτι ήταν αναμμένο, οπότε απέξω μπορούσαν να δουν τι
γίνεται μέσα. Η Λατιφέ όμως ήταν τόσο μικροκαμωμένη, που δε
φαινόταν από τον κήπο. Γι’ αυτό και έτρεχε πέρα δώθε με το καφάσι, για
να δίνει την εντύπωση ότι ο Μουσταφά Κεμάλ βρίσκεται ακόμα στο
σπίτι. Κι ενώ η Λατιφέ αποσπούσε την προσοχή της συμμορίας
διακινδυνεύοντας τη ζωή της, ο Μουσταφά Κεμάλ σχεδίαζε την
αντεπίθεση στον Τοπάλ Οσμάν.
»Στο τέλος οι άντρες του Τοπάλ Οσμάν άρχισαν να πυροβολούν τους
περικυκλωμένους και στη συνέχεια εισέβαλαν στο σπίτι. Όταν είδαν ότι ο
Μουσταφά Κεμάλ είχε διαφύγει, θύμωσαν πολύ και άρχισαν να
καταστρέφουν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους. Ο Μουσταφά Κεμάλ τούς
είχε ξεγλιστρήσει. Αμέσως μετά η φρουρά του Μουσταφά Κεμάλ
περικύκλωσε και απέκλεισε τον Τοπάλ Οσμάν και τους άντρες του».
Ο Οσμάν Αγά και έξι από τους έμπιστούς του σκοτώθηκαν. Το πτώμα του
Τοπάλ Οσμάν ξεθάφτηκε αργότερα από τον τάφο του και κρεμάστηκε
ανάποδα μπροστά στην πόρτα του Κοινοβουλίου. Η μεγάλη τουρκική
Εθνοσυνέλευση, στην οποία όλος ο κόσμος είχε τα μάτια του στραμμένα,
είχε υποστεί πλήγμα. Η ειρηνική ατμόσφαιρα στο Τσάνκαγια είχε
διαταραχθεί.
Η Λατιφέ είδε για πρώτη φορά τον θάνατο με τα μάτια της. Όμως δεν
έμελλε να είναι και η τελευταία.
Η Λατιφέ βουλευτής;

Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΕΙΡΗΝΗΣ ΠΟΥ ΥΠΟΓΡΑΦΗΚΕ μετά το πέρας των διαπραγματεύσεων


στη Λοζάννη ήταν πιο σημαντική από οτιδήποτε άλλο.
Είχε αποφασιστεί η διάλυση του Κοινοβουλίου και η προκήρυξη νέων
εκλογών. Το νέο καθεστώς έπρεπε, λοιπόν, να λάβει μια απόφαση όσον
αφορά το δικαίωμα ψήφου των γυναικών. Από τότε που επέστρεψε από τα
Άδανα, η Λατιφέ ασκούσε πίεση στον Μουσταφά Κεμάλ σχετικά με το
δικαίωμα συμμετοχής των γυναικών στην πολιτική. Η Λατιφέ σχεδίαζε να
εμφανιστεί ως υποψήφιος στην απομακρυσμένη πόλη Άγκρι, που βρισκόταν
σε μια ανατολική επαρχία.
Η Λατιφέ, που είχε πάει σχολείο στην Αγγλία, γνώριζε ότι οι γυναίκες
απέκτησαν εκεί το δικαίωμα του εκλέγεσθαι το 1918. Την ίδια κιόλας χρονιά
η πρώτη βουλευτής εισερχόταν στο Κοινοβούλιο. Στη Φινλανδία, στη
Νορβηγία, στη Σοβιετική Ένωση, στη Γερμανία, στην Αυστρία, στη
Σουηδία, στη Λετονία, στην Πολωνία, στην Ολλανδία, στο Βέλγιο, στην
Αλβανία, στην Τσεχοσλοβακία, στην Αρμενία, στο Αζερμπαϊτζάν, στην
Μπούρμα, στη Μογγολία, στο Τατζικιστάν, στη Νέα Ζηλανδία και στις ΗΠΑ
οι γυναίκες μπορούσαν επίσης να ψηφίζουν και να εκλέγονται ως υποψήφιοι.
Ο αγώνας των γυναικών για τα δικαιώματά τους, που διαρκούσε ήδη πενήντα
χρόνια, είχε αρχίσει να αποδίδει καρπούς. Ακόμα και στην Τουρκία και υπό
το νέο καθεστώς οι γυναίκες άρχισαν να υποστηρίζουν ανοιχτά την επιθυμία
τους να αποκτήσουν δικαίωμα πολιτικής συμμετοχής. Σχηματίστηκε μια
ομάδα γυναικών, υπό την ηγεσία της Νεζιχέ Μουχιντίν,* με σκοπό την
προώθηση αυτού του αιτήματος.
Η Λατιφέ είχε σαφή άποψη όσον αφορά το ζήτημα της απελευθέρωσης των
γυναικών. Κατά τη διάρκεια της διαμονής στο Τσάνκαγια εμφανιζόταν ως
υπέρμαχος των δικαιωμάτων των γυναικών, ενώ εξέφραζε τις απόψεις της
και σε ξένους δημοσιογράφους.
Ο δυτικός Τύπος χαρακτήριζε τη γυναίκα που είχε παντρευτεί ο Μουσταφά
Κεμάλ ως αγωνίστρια για τα δικαιώματα των γυναικών και φεμινίστρια, μια
γυναίκα που διεκδικούσε το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι.
Στις 18 Απριλίου του 1923 η εφημερίδα Vakit διενήργησε μια
δημοσκόπηση σχετικά με το δικαίωμα της πολιτικής συμμετοχής των
γυναικών. Καθώς η δημοσκόπηση έγινε δεκτή με μεγάλο ενδιαφέρον, η Vakit
πρόσθεσε το ερώτημα «Ποια από τις γυναίκες θα μπορούσε να θέσει
υποψηφιότητα ως βουλευτής». Ανάμεσα στις απαντήσεις υπήρχε και το δικό
της όνομα.
Το πολιτικό αγωνιστικό πνεύμα του γυναικείου κινήματος έφτασε στην
κορύφωσή του στις 30 Μαΐου του 1923. Δεκατρείς γυναίκες, υπό την ηγεσία
της Νεζιχέ Μουχιντίν, διακήρυξαν δημοσίως ότι στο εξής θα αγωνίζονταν
για τα δικαιώματα των γυναικών. Δύο εβδομάδες αργότερα δημοσιοποίησαν
την απόφασή τους να δημιουργήσουν πολιτικό κόμμα με το όνομα «Λαϊκό
Κόμμα των Γυναικών».

Ψήφοι στη Λατιφέ


Παρ’ όλα αυτά, οι γυναίκες αποκλείστηκαν από τις εκλογές που έλαβαν
χώρα τον Ιούνιο. Ωστόσο σε ορισμένες επαρχίες άντρες εκλογείς έδωσαν την
ψήφο τους στις αγωνίστριες στις οποίες ανήκε και η Λατιφέ, μολονότι αυτές
δεν μπορούσαν να θέσουν υποψηφιότητα.
Τα εκλογικά αποτελέσματα στη Σμύρνη, στο Ικόνιο, στη Μαλάτια και στο
Ντιγιαρμπακίρ ήταν εκπληκτικά. Δόθηκαν ψήφοι στη Λατιφέ, στη Χαλιντέ
Εντίπ, στη Μεβχιμπέ Χανούμ, στη Νεζιχέ Μουχιντίν, στην Καρά Φατμά, στη
Μουφιντέ Φερίτ και στην Αλιγέ Φεχμί.* Οι εκλογείς φάνηκαν πιο
αποφασισμένοι από το Κοινοβούλιο.
Μέχρι τα τέλη του 1923 το Λαϊκό Κόμμα των Γυναικών δεν είχε λάβει
απάντηση από την κυβέρνηση. Γι’ αυτόν τον λόγο οι γυναίκες αποφάσισαν
να συνεχίσουν τις δραστηριότητές τους υπό την ονομασία «Τουρκικός
Σύνδεσμος Γυναικών». Ωστόσο οι πολιτικοί συνέχισαν αρχικά με επιτυχία
την παρελκυστική τακτική τους. Χρειάστηκε να περιμένουν έντεκα
ολόκληρα χρόνια ώσπου να αποκτήσουν οι γυναίκες δικαίωμα εισόδου στο
Κοινοβούλιο.
Αφότου ο Ισμέτ Πασάς υπέγραψε τη Συνθήκη της Λοζάννης, στις 24
Ιουνίου του 1923 έγινε μια μεγάλη γιορτή στο Τσάνκαγια. Χαρούμενοι, ο
Μουσταφά Κεμάλ και η Λατιφέ, έπειτα από αυτή την ευχάριστη είδηση,
πήραν το τρένο για να πάνε λίγες μέρες διακοπές στη Σμύρνη.
Η ανακήρυξη της δημοκρατίας

Ο ΜΟΥΣΤΑΦΑ ΚΕΜΑΛ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΖΟΤΑΝ για μια σημαντική απόφαση, κι αυτό


ήταν εύκολο να το αντιληφθεί κανείς από τη συμπεριφορά του.
Στις 28 Οκτωβρίου του 1923 ήρθαν στο κιόσκι στο Τσάνκαγια ο Φουάτ
Μπέης, ο βουλευτής από το Ριζέ, και ο Ρουσέν Εσρέφ, ο βουλευτής από το
Αφιόν. Δεν είχαν βρει ευκαιρία να μιλήσουν με τον Κεμάλ στο Κοινοβούλιο,
γι’ αυτό και ήρθαν να τον δουν από κοντά.
Αλλά και η Λατιφέ περίμενε τον άντρα της. Ενώ είχε αρχίσει να μιλά με
τον Ρουσέν Εσρέφ για πρόσφατα εκδοθέντα γαλλικά βιβλία, ο Μουσταφά
Κεμάλ μπήκε στο σπίτι με μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων. Τον συνόδευαν ο
Ισμέτ Πασάς, ο Κιαζίμ Πασάς (Οζάλπ), ο Χαλίτ Πασάς, ο Κεμαλετίν Σαμί
Πασάς και ο Φετχί Μπέης (Οκυάρ). Όταν ο Μουσταφά Κεμάλ είδε τον
Ρουσέν Εσρέφ και τον Φουάτ Μπέη, τους πρότεινε να μείνουν κι αυτοί για
φαγητό, διότι εκείνο το βράδυ επρόκειτο να συζητηθεί ένα σημαντικό θέμα.
Κάθισαν στο τραπέζι. Ωστόσο δεν προσφέρθηκε αλκοόλ. Μετά από λίγο ο
Μουσταφά Κεμάλ είπε: «Αύριο θα ανακηρύξουμε τη δημοκρατία». Όλοι
ενθουσιάστηκαν και υποστήριξαν το σχέδιό του, γιατί είχε φτάσει το
πλήρωμα του χρόνου για να δώσουν νέο όνομα στο καθεστώς.
Η παρέα των συνδαιτυμόνων διαλύθηκε νωρίς. Ο Μουσταφά Κεμάλ είπε
στη Λατιφέ: «Τη νύχτα ο Ισμέτ Πασάς θα μείνει μαζί μας. Μπορείς να του
ετοιμάσεις ένα δωμάτιο;».
Τη νύχτα εκείνη οι δύο φίλοι συζήτησαν μεταξύ τους τα της ανακήρυξης
της δημοκρατίας. Στο βιβλίο του Büyük Nutuk ο Μουσταφά περιγράφει την
εν λόγω νύχτα με τον ακόλουθο τρόπο:
«Κατά τη διάρκεια του φαγητού είπα “Αύριο θα ανακηρύξουμε τη
δημοκρατία”. Οι πάντες συμφώνησαν αμέσως. Διακόψαμε το δείπνο.
Αμέσως έγραψα ένα σύντομο πρόγραμμα το οποίο προέβλεπε όλα τα
επόμενα βήματα και μοίρασα στους παρόντες τα καθήκοντα που
αναλογούσαν στον καθένα. Θα δείτε για τι πρόγραμμα και για ποιες
οδηγίες πρόκειται. Τη νύχτα εκείνη οι φίλοι μας έφυγαν νωρίς. Μόνο ο
Ισμέτ Πασάς έμεινε ως φιλοξενούμενος στο Τσάνκαγια. Όταν μείναμε
μόνοι μας, αρχίσαμε να επεξεργαζόμαστε ένα σχέδιο νόμου. Στο σχέδιο
αυτό άλλαξα τα άρθρα του συντάγματος της Τουρκίας που ρυθμίζουν το
πολίτευμα. Το Άρθρο 1* ορίζει: Το τουρκικό κράτος κυβερνάται από τη
Μεγάλη Εθνοσυνέλευση. Η Μεγάλη Εθνοσυνέλευση ελέγχει την
κυβέρνηση, η οποία διευθύνεται από υπουργούς στα επιμέρους
εκτελεστικά όργανα».
Η Βετζιχέ, η αδερφή της Λατιφέ, που έμενε επίσης στο σπίτι εκείνο το
διάστημα, είπε στον δημοσιογράφο Γιαλτσίν Πεκσέν για τη συγκεκριμένη
νύχτα τα εξής:
«Ήμουν εκεί όταν ανακηρύχθηκε η δημοκρατία. Μια μέρα κάλεσε στο
σπίτι τον Ισμέτ Πασά, ο οποίος διέμενε τότε στο διαμέρισμα των
υπασπιστών του σπιτιού στο Τσάνκαγια. Ο Μουσταφά Κεμάλ τον έβαλε
να καθίσει δίπλα του στο τραπέζι. ‘‘Κάθισε εδώ, πασά’’ είπε. Τότε του
έδωσε χαρτί και μολύβι και του είπε: ‘‘Γράψε: Η εποχή της δυναστείας
των Οθωμανών έχει παρέλθει πλέον’’ (ασφαλώς εννοούσε ότι το
σουλτανάτο, που είχε καταργηθεί ήδη από την 1η Νοεμβρίου του 1922,
θα έδινε τώρα τη θέση του στη δημοκρατία). Έπειτα συνέχισαν να
γράφουν. Σύμφωνα με αυτά που μας διηγήθηκαν, ο Μουσταφά Κεμάλ
είχε κάνει αυτή τη σκέψη από την εποχή που φοιτούσε στη στρατιωτική
ακαδημία. Το σκεφτόταν ακόμα κι όταν ήταν σε ταξίδι με τον
Βαχντεντίν.
»Έλεγε πάντα ότι μισούσε τη μοναρχία. Γι’ αυτό και δε συμπαθούσε
τον Ναπολέοντα. Συχνά μας μιλούσε για την ιδέα ενός δημοκρατικού
κράτους. Φυσικά, δε γνωρίζαμε πραγματικά περί τίνος επρόκειτο. Αλλά
από καιρό σε καιρό ακούγαμε τη λέξη».
Αντίθετα, ο Χασάν Ριζά Σογιάκ* αναφέρει ότι ο Μουσταφά Κεμάλ είχε
αρχίσει να επεξεργάζεται το σχέδιο νόμου τέσσερις μήνες νωρίτερα και ότι
του έδωσε τις σημειώσεις προετοιμασίας ενώπιον της Λατιφέ, προκειμένου
να τις διορθώσει. Στη συνέχεια τις έστειλε στον υπουργό Δικαιοσύνης Σεγίτ
Μπέη.
Ήταν Ιούλιος του 1923. Η Μεγάλη Εθνοσυνέλευση συνερχόταν μετά τις
εκλογές για τη δεύτερη περίοδο. Ο Μουσταφά Κεμάλ ήταν απασχολημένος
με την ίδρυση του Λαϊκού Κόμματος* (Halk Fırkası). Τις μέρες εκείνες
υπογράφηκε και η Συνθήκη της Λοζάννης ή τουλάχιστον επίκειτο η
υπογραφή της.
Την ίδια εποχή αποφάσισαν να επεκτείνουν το σπίτι στο Τσάνκαγια, το
οποίο δεν ήταν παρά ένα σπίτι μέσα στον ελαιώνα. Γι’ αυτόν τον λόγο
απομακρύνθηκαν οι βράχοι πίσω από το σπίτι, ώστε να δημιουργηθεί χώρος
για τις σχεδιαζόμενες οικοδομικές εργασίες. Ο Χασάν Ριζά και ο Τζεβάτ
Αμπάς, βουλευτής από το Μπόλου, είχαν έρθει για επίσκεψη στον
Μουσταφά Κεμάλ. Εκείνος πρότεινε στη Λατιφέ και στους καλεσμένους του:
«Αν δε σας πειράζει, πάμε στον κήπο να δούμε πώς γίνεται η μεταφορά των
βράχων. Έτσι θα πάρουμε και λίγο καθαρό αέρα». Και πρόσθεσε:
«Παρακαλώ, πηγαίνετε πρώτα εσείς, σε λίγο θα έρθω κι εγώ».
Ο ίδιος έμεινε στο σαλόνι με τον Χασάν Ριζά και έβγαλε κάποια χαρτιά
από το τσεπάκι του γιλέκου του. Ήταν σελίδες από το σημειωματάριο που
εκείνη την εποχή συνήθιζε να χρησιμοποιεί… Σύμφωνα με τα όσα αφηγείται
ο Χασάν Ριζά Σογιάκ, δίνοντας τις σελίδες εκείνες, ο Μουσταφά Κεμάλ δεν
παρέλειψε να πει: «Δεν είναι ανάγκη να ενημερώσετε σχετικά τους
προϊσταμένους σας».
Ο Σογιάκ γράφει ακόμα ότι το θέμα δεν ξανασυζητήθηκε στους επόμενους
μήνες. Και ο Κιλίτς Αλί, ένας από τους στενότερους φίλους του Κεμάλ,
περιγράφει τη μέρα εκείνη με παρόμοιο τρόπο:
«Αφού ο Μουσταφά Κεμάλ έδωσε τα χαρτιά στον Ριζά Μπέη, τον άφησε
μόνο του στο σαλόνι και βγήκε στον κήπο μαζί με τη Λατιφέ Χανούμ και
τον Τζεβάτ Αμπάς.
»Περπατούσε χαρούμενος στον κήπο και μάλιστα διασκέδαζε
χοροπηδώντας εδώ κι εκεί.
»Οι σημειώσεις που έδωσε στον Χασάν Ριζά Μπέη και έστειλε στον
Σεγίντ Μπέη ήταν τα άρθρα που αφορούσαν την ανακήρυξη της
δημοκρατίας και την αναθεώρηση του συντάγματος.
»Στο Büyük Nutuk γράφει: “Έδιωξα τους φίλους μου και όταν έμεινα
μόνος με τον Ισμέτ Πασά, επεξεργάστηκα μαζί του νέες ιδέες σχετικά με
τα άρθρα του συντάγματος”. Το ισχυρίζεται αυτό για να προσφέρει στον
Ισμέτ Πασά την τιμή να είναι παρών στη δημιουργία αυτής της ιδέας».
Ο Μουσταφά Κεμάλ ανακοίνωσε την ιδέα του για αναθεώρηση του
συντάγματος και την ανακήρυξη της δημοκρατίας όχι μόνο στο στενό του
περιβάλλον, αλλά και σε κάποιους δημοσιογράφους.
Έναν μήνα πριν από την ανακήρυξη της δημοκρατίας είχε προβεί σε μια
δήλωση προς έναν ανταποκριτή του Νέου Ελεύθερου Τύπου, στην οποία
μιλούσε εμμέσως για τα σχέδιά του.

«Θα γίνει δεκτή η δημοκρατία;»


Ο Μουσταφά Κεμάλ μίλησε και με τη Λατιφέ για την εγκαθίδρυση της
δημοκρατίας. Εκείνη με τη σειρά της φρόντισε να πληροφορηθεί ποιες ήταν
οι σκέψεις των ανθρώπων του περιβάλλοντός της για το θέμα «δημοκρατία»
αλλά και για το ποιος θα ήταν πρόεδρος. Αυτό έκανε και σε μια συζήτηση με
τον Γιουσούφ Κεμάλ Μπέη (Τενγκιρσέκ) την οποία είχε προκαλέσει ο
Μουσταφά Κεμάλ.
Πολύ καιρό πριν από την ανακήρυξη της δημοκρατίας, ο Μουσταφά Κεμάλ
είπε στον Γιουσούφ Κεμάλ Μπέη: «Η Λατιφέ θέλει να σε δει». Έπειτα ο
Γιουσούφ Κεμάλ Μπέης πραγματοποίησε μια επίσκεψη στη Λατιφέ. Κατά τη
διάρκεια της συζήτησής τους η Λατιφέ τον ρώτησε ξαφνικά: «Τι θα πει ο
λαός; Θα γίνει δεκτή η δημοκρατία;». Επέμενε να ακούσει τη γνώμη του. Ο
Γιουσούφ Κεμάλ Μπέης τής απάντησε: «Δεν υπάρχει καμιά διαφωνία.
Απλώς το όνομα αλλάζει… Ο Μουσταφά Κεμάλ είναι ούτως ή άλλως ο
πρόεδρος εδώ και καιρό, έτσι δεν είναι;». Μετά από λίγο ήρθε να τους βρει ο
Μουσταφά Κεμάλ και η Λατιφέ τού είπε για τη συζήτηση που έκαναν.
Εκείνος είπε: «Όχι, αγάπη μου, εμένα θα πρέπει να με ξεχάσετε. Θα
προσπαθήσω να γίνω πρωθυπουργός. Θέλω να αγωνιστώ. Ας κάνουμε
πρόεδρο τον Φεβζί Πασά». Όταν άκουσε αυτά τα λόγια, ο Γιουσούφ Κεμάλ
Μπέης δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί άλλο και αναφώνησε: «Ας μην
πολεμάμε με φαντάσματα».
Ο Φεβζί Πασάς προφανώς θεωρούνταν ήδη άνθρωπος του παρελθόντος,
παρά τις επιτυχίες του στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης τα όσα διηγήθηκε η Λατιφέ σε κάποιον
ανταποκριτή της Saturday Evening Post, ο οποίος είχε έρθει στην Άγκυρα
τον Ιούλιο προκειμένου να συνομιλήσει με τον Μουσταφά Κεμάλ.
«Δεν είναι μόνο μεγάλος πατριώτης και μεγάλος στρατιωτικός, αλλά και
ηγέτης που δε σκέφτεται μόνο τον εαυτό του. Το σύστημα διακυβέρνησης
που έχει δημιουργήσει θα λειτουργήσει και χωρίς αυτόν. Ο ίδιος δε ζητά
τίποτα για τον εαυτό του. Μόλις διαμορφώσει την πεποίθηση ότι η
Τουρκία μπορεί να πάρει τη μοίρα της στα χέρια της, είναι πρόθυμος να
αποσυρθεί χωρίς χρονοτριβή».
H συζήτηση αυτή δημοσιεύτηκε μία εβδομάδα πριν από την ανακήρυξη της
δημοκρατίας.
Αν μελετήσει κανείς τη διαδοχή των γεγονότων τον Οκτώβριο του 1923,
είναι σαφές ότι τα πάντα είχαν σχεδιαστεί με ακρίβεια.
13 Οκτωβρίου – Η Άγκυρα ανακηρύσσεται πρωτεύουσα.
23 Οκτωβρίου – Ο Αλί Φουάτ Πασάς παραιτείται από τη θέση του
αντιπροέδρου της Εθνοσυνέλευσης.
26 Οκτωβρίου – Ο Φετχί Μπέης αποχωρεί από την κυβέρνηση.
Μπορεί να υποθέσει κανείς ότι ο Μουσταφά Κεμάλ υποστήριζε την κρίση
στην κυβέρνηση, καθώς κανένας δεν ήταν πρόθυμος να αναλάβει αυτά τα
καθήκοντα.
Όταν, τέλος, τη νύχτα της 28ης Οκτωβρίου, ο Μουσταφά Κεμάλ
ανακοίνωσε στο Τσάνκαγια: «Αύριο θα προβούμε στην ανακήρυξη της
δημοκρατίας», εστίασε στη ρίζα του προβλήματος.
Ωστόσο την επόμενη μέρα ο Μουσταφά Κεμάλ υπέφερε από φρικτό
πονόδοντο και είχε βαρύ κρυολόγημα. Το προηγούμενο βράδυ είχαν
εργαστεί μαζί με τον Ισμαήλ Πασά έως αργά. Κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια
για να σηκωθεί, ντύθηκε και φόρεσε το παράσημο της ανεξαρτησίας. Η
Λατιφέ ντύθηκε κι εκείνη και ετοιμάστηκε για τη σημαντική εκείνη μέρα.
Διότι ήταν η μέρα που θα ανακηρυσσόταν η δημοκρατία.
Η Λατιφέ και οι αδερφές της, Ρουκιγέ και Βετζιχέ, παρακολουθούσαν τα
διαδραματιζόμενα από το θεωρείο. Αργότερα η Βετζιχέ Ιλμέν ανέφερε:
«Παρά την ασθένειά του, ο Μουσταφά Κεμάλ εκφώνησε έναν μεγαλειώδη
λόγο μετά την εκλογή του ως προέδρου. Ήμαστε πολύ ανήσυχες, διότι
γνωρίζαμε την κατάστασή του».

Τρεις αξιωματικοί αποκλείονται


Οι φίλοι του Μουσταφά από τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα Αλί Φουάτ
Μπέης (Τζεμπέσοϋ), Ραούφ Μπέης (Οχράν) και Κιαζίμ Πασάς (Καραμπεκίρ)
αποκλείστηκαν από την πρόσφατα εγκαθιδρυμένη δημοκρατία. Ο Μουσταφά
Κεμάλ ήταν της γνώμης ότι οι συγκεκριμένοι τάσσονταν εναντίον της
δημοκρατίας. Στο βιβλίο του, Büyük Nutuk, αποτύπωσε τις σκέψεις του:
«Ποτέ δεν είχα κάποιον λόγο ή δεν ένιωσα την ανάγκη να συζητήσω
λεπτομερώς με όλους τους φίλους μου στην Άγκυρα σχετικά με την
απόφαση ανακήρυξης της δημοκρατίας, διότι δεν αμφέβαλλα καθόλου ότι
είχαν την ίδια γνώμη με μένα. Υπήρχαν ωστόσο και ορισμένοι που δε
βρίσκονταν στην Άγκυρα, οπότε δεν είχαν καμιά αρμοδιότητα να μας
φέρουν αντιρρήσεις. Μας κατηγόρησαν ότι δε φροντίσαμε να μάθουμε τη
γνώμη τους και δε ζητήσαμε τη συγκατάθεσή τους. Γι’ αυτό και
θεώρησαν ότι διέθεταν πια μια αφορμή για να διαχωρίσουν τη θέση
τους».
Στις 25 και 26 Οκτωβρίου ο Αλί Φουάτ Πασάς έμεινε στο σπίτι στο
Τσάνκαγια. Έλαβε μέρος στις συζητήσεις, που κράτησαν έως αργά τη νύχτα.
Ο Μουσταφά Κεμάλ τον παρακάλεσε να μείνει στην Άγκυρα μέχρι το βράδυ
της 27ης Οκτωβρίου και να έρχεται κάθε βράδυ στο Τσάνκαγια. Τις μέρες
εκείνες ο Αλί Φουάτ Πασάς παραιτήθηκε από τα καθήκοντα του
αντιπροέδρου του Κοινοβουλίου και χρίστηκε επιθεωρητής της Δεύτερης
Εταιρείας, που ήταν εγκατεστημένη στο Ικόνιο. Ο Μουσταφά Κεμάλ
πρότεινε τον Ραούφ Μπέη για τη θέση που έμεινε κενή. Ωστόσο ο Ραούφ
Μπέης δεν ενθουσιάστηκε και πολύ με αυτή την πρόταση.
Επιστρέφοντας από την Άγκυρα στην Κωνσταντινούπολη, ο Αλί Φουάτ
Πασάς συζήτησε με τον Αντνάν Μπέη (Αντιβάρ), τον Ραούφ (Ορμπάυ) και
τον Ρεφέτ Πασά (Μπέλε). Ενημέρωσε τον Αντνάν Μπέη ότι σε λίγο θα
γινόταν η ανακήρυξη της δημοκρατίας. Ο Αντνάν Μπέης λέγεται ότι
αποκρίθηκε: «Δεν μπορούσαν να περιμένουν μέχρι να ψηφιστεί το
σύνταγμα;». Στο τέλος όλοι τους έμαθαν για την ανακήρυξη της δημοκρατίας
από τους κανονιοβολισμούς.
Ο Ενβέρ Μπεχνάν Σαπόλιο, που έκανε κοινοβουλευτικό ρεπορτάζ,
περιγράφει την ανακήρυξη της δημοκρατίας στην εφημερίδα Öğüt:
«Ήταν το πρωί της 29ης Οκτωβρίου του 1923. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη.
Ένα μεγάλο πλήθος συνέρρεε από τις συνοικίες Σαμάν-Παζαρί και
Καραογλάν στο κτίριο του Κοινοβουλίου. Άντρες με φέσια, γούνινους
σκούφους και καπέλα, αλλά και πολλές γυναίκες, συγκεντρώθηκαν στο
δημόσιο πάρκο απέναντι από το Κοινοβούλιο.
»Ο λαός περίμενε με αγωνία την απόφαση της Εθνοσυνέλευσης.
Πολλοί περικύκλωναν τους βουλευτές που έρχονταν, για να μάθουν τα
νέα.
»Τέλος, ο ήλιος έδυσε και έπεσε σκοτάδι. Όμως το πλήθος δε
διαλυόταν. Όλοι μας περιμέναμε με αδημονία την είδηση. Τελικά από τη
στενή πόρτα του Κοινοβουλίου βγήκε ένας βουλευτής και
περικυκλώθηκε από τους παρευρισκόμενους δημοσιογράφους.
»Ανακοίνωσε τη μόνη είδηση που βγήκε προς τα έξω εκείνο το βράδυ:
‘‘Αυτή τη στιγμή που μιλάμε μέσα λαμβάνονται ευχάριστες και ιστορικές
αποφάσεις’’.
»Η συνεδρίαση του Κοινοβουλίου είχε αρχίσει από τις 18.45. Στα δεξιά
είχαν ανοίξει χώρο για το ακροατήριο, στο μπαλκόνι κάθονταν οι
δημοσιογράφοι, στη μέση, σε θρανία ο ένας δίπλα στον άλλον, οι
βουλευτές. Ο Μουσταφά Κεμάλ δε φαινόταν πουθενά. Εν μέσω ησυχίας
ο Ισμέτ Ινονού ανακοίνωσε: ‘‘Αρχίζει η συζήτηση για την αλλαγή του
άρθρου του συντάγματος ως εξής – Όλη η εξουσία πηγάζει από τον λαό.
Το κράτος της Τουρκίας είναι δημοκρατία’’. Υπήρχαν και άλλα άρθρα
που έπρεπε να αλλάξουν. Πολλοί βουλευτές πήραν τον λόγο και
λογομαχούσαν με ένταση. Περίπου στις 20.30 ο εθνικός ποιητής Μεχμέτ
Εμίν Γιουρντακούλ φώναξε: ‘‘Ζήτω η δημοκρατία’’, ακολούθησαν και
άλλοι. Από τη στιγμή εκείνη το κράτος της Τουρκίας ήταν δημοκρατικό».
158 βουλευτές επέλεξαν τον Μουσταφά Κεμάλ ως πρώτο πρόεδρο της
Τουρκίας, ενώ 100 ψήφισαν λευκό. Κάτω από χειροκροτήματα ο Μουσταφά
Κεμάλ εισήλθε στην αίθουσα και εκφώνησε τον πρώτο του λόγο ως
πρόεδρος.
Η Λατιφέ συνεχάρη τον άντρα της: «Είμαι πολύ ευτυχισμένη. Ας είναι
ευλογία για το κράτος και το έθνος». Στη συνέχεια, με τα λόγια: «Έχει πολύ
κόσμο, πολλοί από τους φίλους σας είναι εδώ», αποσύρθηκε στο γραφείο του
στο σπίτι στο Τσάνκαγια, όπου την πήρε ο ύπνος σε μια πολυθρόνα. Όταν ο
Μουσταφά Κεμάλ μπήκε στο υπνοδωμάτιο τα ξημερώματα και δε βρήκε τη
Λατιφέ, πήγε στο γραφείο του. Τη βρήκε να κοιμάται στην πολυθρόνα. Την
έβαλε στο κρεβάτι και τη σκέπασε. Ο ίδιος έκανε ένα μπάνιο και πήγε στο
Κοινοβούλιο χωρίς να κοιμηθεί.

Το έμφραγμα
Η περίοδος μετά την ανακήρυξη της δημοκρατίας είχε μεγάλη ένταση. Τη
δεύτερη εβδομάδα του Νοεμβρίου ο Μουσταφά Κεμάλ υπέστη ένα σοβαρό
έμφραγμα. Σε λίγο ακολούθησε και δεύτερο. Ο Ραούφ Μπέης, που εκείνες
τις μέρες επισκέφθηκε τον άρρωστο Μουσταφά Κεμάλ, εντυπωσιάστηκε
τόσο πολύ από τη στοργή που έδειχνε η Λατιφέ στον άντρα της, ώστε
κατέγραψε αυτές τις εντυπώσεις στα απομνημονεύματά του: «Η Λατιφέ
ήξερε τόσο καλά τα πάντα, ήταν προσεκτική και ταυτοχρόνως τόσο τρυφερή
και στοργική, που οι γιατροί είπαν με βεβαιότητα ότι δε χρειάζεται
νοσοκόμα».
Οι γιατροί συνιστούσαν ότι ο Μουσταφά Κεμάλ έπρεπε να ξεκουραστεί.
«Πού θα ήταν καλύτερα;» ρώτησε η Λατιφέ. Καθώς ο Νεσέτ Ομέρ* πρότεινε
διαμονή κοντά σε θάλασσα, αποφάσισαν να πάνε στη Σμύρνη.
Όταν η Λατιφέ έμεινε μόνη μαζί του στο δωμάτιο, ο Μουσταφά Κεμάλ
είπε: «Έχεις αναλάβει κανονικότατα τη διεύθυνση, Λατιφέ. Μπράβο! Δεν
ήξερα ότι είσαι τόσο ικανή». Στη συνέχεια άρχισαν οι ετοιμασίες για το
ταξίδι.

«Η Κεμάλ θα μπορούσε να κυβερνήσει την Τουρκία»


Τις μέρες που ακολούθησαν την αποθεραπεία του Κεμάλ, στις 23
Δεκεμβρίου, ένα άρθρο δημοσιεύτηκε στους New York Times, με τίτλο: «Η
χήρα του Κεμάλ θα μπορούσε να κυβερνήσει την Τουρκία». Το άρθρο του
Φρέντερικ Κάνλιφ-Όουεν αναφέρεται στις φήμες που κυκλοφορούν στην
Άγκυρα εξαιτίας της αρρώστιας του Μουσταφά Κεμάλ. Λεγόταν ότι «σε
περίπτωση θανάτου του Μουσταφά Κεμάλ, η χήρα του θα ήταν σε θέση να
κυβερνήσει την Τουρκία».
Δεδομένου αυτού του άρθρου, δεν είναι υπερβολικό να πει κανείς ότι η
εικόνα της Λατιφέ στο εξωτερικό αφορούσε μια γυναίκα που θα ήταν από
κάθε άποψη ικανή να αναλάβει τη διακυβέρνηση της Τουρκίας.
Απόπειρα δολοφονίας στη Σμύρνη

ΜΙΑ ΔΕΥΤΕΡΑ ΒΡΑΔΥ ο Μουσταφά Κεμάλ και η Λατιφέ αποχαιρέτησαν την


Άγκυρα και ξεκίνησαν χαρούμενοι για τη Σμύρνη. Εκεί όμως παραλίγο να
βρουν τραγικό θάνατο. Παρόλο που η ακριβής ημερομηνία του συμβάντος
δεν είναι γνωστή και δεν αναφέρεται σε απομνημονεύματα εκείνης της
εποχής, είναι σίγουρο ότι το ζεύγος έγινε στόχος απόπειρας δολοφονίας.
Στις 7 και 8 Ιανουαρίου είδε το φως της δημοσιότητας στον διεθνή Τύπο η
εξής είδηση: «Απόπειρα δολοφονίας με χειροβομβίδα εναντίον του Τούρκου
προέδρου». Σύμφωνα με την είδηση αυτή, «η σύζυγος του προέδρου
τραυματίστηκε σε μια βομβιστική επίθεση, η οποία δεν είχε ως στόχο τον
Μουσταφά Κεμάλ». Από κείμενα και αναμνήσεις εκείνων των ημερών
γίνεται σαφές ότι υπήρχαν φόβοι για την ασφάλεια του Μουσταφά Κεμάλ.
Στον τουρκικό Τύπο δε γράφτηκε τίποτα γι’ αυτή τη δολοφονική απόπειρα
εναντίον του προέδρου.
Η Λατιφέ είχε επιβάλει στον Κεμάλ Πασά αυστηρή δίαιτα. Μετά από έναν
μήνα ο γιατρός του Μουσταφά Κεμάλ, Νεσέτ Ομέρ, έγραψε μια
γνωμάτευση, όπου βεβαίωνε ότι η κατάσταση της υγείας του Κεμάλ ήταν
ικανοποιητική, και άφησε το ζευγάρι μόνο του.
Ο Μουσταφά Κεμάλ Πασάς δεν έπινε πια αλκοόλ και είχε αυστηρό
πρόγραμμα στον τρόπο ζωής του. Μαζί με τη Λατιφέ έκανε εκδρομές στη
γύρω περιοχή, διάβαζε και εργαζόταν. Οι δυο τους περνούσαν χαρούμενες
διακοπές αποθεραπείας.
Η Λατιφέ πίεζε τον Μουσταφά Κεμάλ να τρώει πρωινό και δεν του
επέτρεπε να σηκωθεί από το τραπέζι έχοντας πιει μόνο έναν καφέ. Σε λίγο
καιρό το αγαπημένο του φαγητό ήταν πια τα ντολμαδάκια.

Το χαλιφάτο είναι πηγή κινδύνου


Ένα απόγευμα, την ώρα που έπαιρναν το τσάι τους, ήρθε ένα
κωδικοποιημένο τηλεγράφημα από τον Ισμέτ Πασά. Ο χαλίφης
διαμαρτυρόταν γιατί μέλη της κυβέρνησης που ήρθαν στην
Κωνσταντινούπολη δε ζήτησαν να τον δουν και απαιτούσε από την
κυβέρνηση να χρηματοδοτεί το θησαυροφυλάκιο του χαλιφάτου. Άρα
ζητούσε εμμέσως μεγαλύτερο θεσμικό ρόλο.
Ο Μουσταφά Κεμάλ εξοργίστηκε: «Είναι ο σουλτάνος ή ο χαλίφης;»
αναφώνησε.
Η Λατιφέ ανησύχησε κι εκείνη. Ο Μουσταφά Κεμάλ τής έδωσε το
αποκρυπτογραφημένο τηλεγράφημα: «Πάρ’ το και διάβασέ το» είπε. Ο
Μουσταφά Κεμάλ δε δίσταζε να δίνει στη Λατιφέ να διαβάζει επίσημα
έγγραφα. Εκείνη διάβασε προσεκτικά το τηλεγράφημα και του είπε τη γνώμη
της: «Μη μου πεις να μην ανακατεύομαι σε κυβερνητικές υποθέσεις. Αλλά
ακόμα και στη Γαλλία, όπου η εποχή της μοναρχίας έχει παρέλθει εδώ και
εκατό χρόνια, δεν υπάρχει πια θέση για βασιλιάδες. Το χαλιφάτο δεν
αποτελεί απειλή για τη δημοκρατία;».
«Μπράβο, Λατίφ! Έχεις απόλυτο δίκιο. Πάρε μολύβι και χαρτί, να
γράψουμε αμέσως μια επιστολή προς την κυβέρνηση». Υπαγόρευσε στη
Λατιφέ μια επιστολή για να σταλεί στην κυβέρνηση, με την οποία ασκούσε
έντονη κριτική στον θεσμό του χαλιφάτου.
Ο Μουσταφά Κεμάλ και η Λατιφέ έμειναν στη Σμύρνη ακριβώς 52 μέρες
και εκείνο το διάστημα έζησαν έναν δεύτερο μήνα του μέλιτος.

Σε προστατεύω με τη ζωή μου


Καθώς πλησίαζε η μέρα της αναχώρησης, ο Μουσταφά Κεμάλ έκανε στη
γυναίκα του μια απροσδόκητη πρόταση. Ο Ισμέτ Μποζντάγ* αναφέρει τα
εξής από τη συζήτησή τους:
«Θα επιστρέψουμε στην Άγκυρα. Αν θέλεις όμως, μείνε λίγες μέρες
ακόμα στη Σμύρνη».
«Γιατί να έρθω σε λίγες μέρες και να μην ταξιδέψω μαζί σας;»
«Είχαμε καλεσμένους, είσαι εξαντλημένη. Σκέφτηκα ότι θα ήθελες να
μείνεις λίγες μέρες για να ξεκουραστείς».
«Αφού γνωρίζετε ότι αυτό που με ξεκουράζει είναι να βρίσκομαι μαζί
σας. Υπάρχει κάποιος λόγος που μου κάνετε αυτή την πρόταση;»
«Φυσικά και υπάρχει λόγος… Δεν ήθελα όμως να σου τον πω. Είσαι
καχύποπτη γυναίκα».
«Θέλεις να πεθάνω από την περιέργειά μου, Κεμάλ; Τώρα εσύ με
αναγκάζεις να είμαι καχύποπτη».
Ο Μουσταφά Κεμάλ πρόσθεσε χαμηλόφωνα: «Οι δυνάμεις ασφαλείας
με ειδοποίησαν ότι κάποιοι μου έχουν στήσει παγίδα θανάτου. Δεν
ξέρουμε όμως πού και πότε θα συμβεί. Δε θα ήθελα να πάθεις κι εσύ
κάτι».
«Πιστεύεις ότι σε συνοδεύω μόνο στις γιορτές κι έπειτα δε με
ενδιαφέρει τίποτα, ενώ κινδυνεύει η ζωή σου; Θα μείνουμε μαζί, στην
ευτυχία και στον θάνατο. Και όχι μόνο αυτό. Ακόμα και το στήθος μου
θα έβαζα μπροστά στη σφαίρα για να σε προστατεύσω με τη ζωή μου».
Ο Μουσταφά Κεμάλ αγκάλιασε τη Λατιφέ από τους ώμους και
απάντησε: «Εντάξει, παιδί μου. Όμως μην πεις σε κανέναν ότι φεύγουμε,
ακόμα και σε όσους έχεις απόλυτη εμπιστοσύνη».
Ο Μουσταφά Κεμάλ ήθελε να ανακοινώσει τη θρησκευτική πολιτική του
νέου καθεστώτος. Στόχος του ήταν να διαχωρίσει τη θρησκεία από το
κράτος. Η ανακοίνωση έγινε στο Κοινοβούλιο την 1η Μαρτίου. Στις 3
Μαρτίου του 1924 καταργήθηκε το Υπουργείο για τη Σαρία και τα
θρησκευτικά ιδρύματα* και εγκρίθηκε ο νόμος για την ενοποίηση της
παιδείας. Από τούδε και στο εξής όλοι οι επιστημονικοί και μορφωτικοί
θεσμοί υπάγονταν πια στο Υπουργείο Παιδείας.
Με αυτή τη ρύθμιση δεν υπήρχε πια θέση για το χαλιφάτο. Τη νύχτα της
3ης προς 4η Μαρτίου ο χαλίφης Αμπντούλ Μετζίτ μεταφέρθηκε στο
εξωτερικό. Στις 4 Μαρτίου το Κοινοβούλιο ενέκρινε τον νόμο που
καταργούσε το χαλιφάτο. Το άρθρο «Επίσημη θρησκεία του κράτους είναι το
Ισλάμ» έμεινε στο σύνταγμα έως το 1928. Ο Μετέ Τουντζάυ γράφει:
«Η κατάργηση του χαλιφάτου και, αμέσως μετά, του Υπουργείου για τη
Σαρία και τα θρησκευτικά ιδρύματα, καθώς και η ενοποίηση της παιδείας
και της δικαστικής εξουσίας ήταν, από νομική άποψη, τα πλέον
σημαντικά βήματα για την εκκοσμίκευση του καθεστώτος».
Η κοινωνική ζωή στο Τσάνκαγια

ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΕΡΧΟΝΤΑΝ ΠΟΛΛΟΙ ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ, αν και οι υπασπιστές δεν ήταν


αρκετά συνεπείς όσον αφορά την τήρηση του προγράμματος των
επισκέψεων. Ορισμένοι φίλοι του Μουσταφά Κεμάλ είχαν τη συνήθεια να
τον επισκέπτονται νωρίς το πρωί, οπότε με τον καιρό ο Μουσταφά Κεμάλ
άρχισε να κουράζεται λόγω αυτής της έλλειψης προγράμματος. Έτσι, η
Λατιφέ αποφάσισε να βάλει τάξη στις επισκέψεις και στο τυπικό της
υποδοχής.
Μεταξύ άλλων, η Λατιφέ ήθελε να προγραμματίζονται εκ των προτέρων οι
βραδινές επισκέψεις. Φρόντισε να υπάρχει ειδική ενδυμασία για τους
υπηρέτες του σπιτιού, ενώ εκείνοι που σέρβιραν έπρεπε να φορούν λευκά
γάντια. Πάντως, οι εργαζόμενοι στο σπίτι ήταν στην πραγματικότητα
στρατιώτες, που μόλις είχαν γυρίσει από το μέτωπο. Το σερβίρισμα του
φαγητού με τα γάντια ήταν γι’ αυτούς μια εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση.
Παρ’ όλα αυτά, η Λατιφέ ήταν αποφασισμένη να μετατρέψει τη
στρατιωτική έδρα σε προεδρικό μέγαρο. Ήταν καταπληκτική οικοδέσποινα
και φρόντιζε για τα πάντα, ακόμα και για τα ενισχυμένα σεντόνια. Ήταν η
μόνη υπεύθυνη για όλα τα καθήκοντα της τήρησης του πρωτοκόλλου, τα
οποία συνήθως φροντίζουν περισσότεροι από ένας εντεταλμένοι.

Το τραπέζι του φαγητού


Το τραπέζι του Μουσταφά Κεμάλ ήταν εστία ζωηρών συζητήσεων. Η
Λατιφέ το εκλάμβανε ως προσωπική προσβολή να υπάρχουν ώρες
συζήτησης μόνο για τους άντρες. Ήθελε στο τραπέζι να τηρούνται οι τύποι
της ευγένειας. Προσπαθούσε πάντα να έρχονται οι προσκεκλημένοι με τις
γυναίκες τους. Δεν της άρεσε, μέσα στο ίδιο της το σπίτι, αυτή να βρίσκεται
στο παρασκήνιο, παίζοντας τον ρόλο της γυναίκας που στρώνει το τραπέζι.
Με μια συντροφιά συνδαιτυμόνων χωρίς γυναίκες, ήταν σίγουρο ότι η
ατμόσφαιρα θα ήταν τεταμένη.
Η Λατιφέ προσφωνεί τον άντρα της «Κεμάλ»
Η Λατιφέ και ο Μουσταφά Κεμάλ διατηρούσαν ισότιμη θέση, χωρίς καμιά
ιεραρχία. Καθώς την εποχή εκείνη το αναμενόμενο από μια γυναίκα ήταν να
προσφωνεί τον άντρα της «κύριέ μου», «πασά μου» ή απλώς «κύριε», το
γεγονός ότι εκείνη προσφωνούσε τον εθνάρχη ως «Κεμάλ» προκαλούσε
δυσαρέσκεια στο περιβάλλον. Αν και η Λατιφέ συνήθως προσφωνούσε τον
άντρα της «πασά* μου» ή «αξιότιμε πασά», όταν βρίσκονταν με παρέα, το
απλό «Κεμάλ» εντυπώθηκε στους περισσότερους.
Κάθε φορά που η Λατιφέ έλεγε «Κεμάλ», οι γυναίκες κοκκίνιζαν, ενώ οι
άντρες θύμωναν. Λόγω αυτής της συμπεριφοράς της, ορισμένοι τη
χαρακτήριζαν ως κακομαθημένη, ενώ άλλοι το απέδιδαν σε έλλειψη
σεβασμού.
Στην πραγματικότητα, το όνομα «Κεμάλ» ήταν αυτό που προτιμούσε
περισσότερο ο Μουσταφά Κεμάλ Πασάς. Τα επόμενα χρόνια θα υπέγραφε
ως Κεμάλ Ατατούρκ (σύμφωνα με τον νόμο περί οικογενειακού ονόματος*).
Ακόμα και σε σοβιετικά έγγραφα που έχουν ως θέμα την τότε σχέση με την
Τουρκία υπάρχει μια σημείωση για τον τρόπο που η Λατιφέ προσφωνούσε
τον άντρα της. Διαβάζουμε: «Προσφωνεί τον σύζυγό της ‘‘πασά μου’’». Από
άλλα έγγραφα προκύπτει ότι η Λατιφέ φώναζε τον Μουσταφά Κεμάλ «πασά
μου» μπροστά σε άλλους, αλλά τον έλεγε «Κεμάλ» όταν θύμωνε ή όταν τον
συναντούσε σε ιδιωτικό χώρο.

Η κομψή κυρία
Η Λατιφέ ήταν μια κομψή κυρία. Από τότε που ήταν κοπέλα είχε συνηθίσει
να φορά ρούχα που παράγγελνε σε καταστήματα φημισμένων οίκων της
Ευρώπης. Και κράτησε την ίδια συνήθεια και μετά τον γάμο της. Της άρεσε
να φορά μαύρα και να στολίζεται με διαμαντένια σκουλαρίκια. Ποτέ δεν
έβγαλε από πάνω της το μονόπετρο που της είχε χαρίσει ο πατέρας της.
Οι δημοσιογράφοι από τη Δύση που έρχονταν για επίσκεψη στην Άγκυρα
έγραφαν πολλά για το ενδυματολογικό στιλ της Λατιφέ και τόνιζαν ότι δε
φορούσε ούτε τσαρσάφ ούτε φερετζέ.
Στους New York Times της 14ης Μαρτίου του 1923 δημοσιεύτηκε ένα άρθρο
για την Τουρκία όπου διαπιστωνόταν η σταδιακά σημαντική αναβάθμιση του
ρόλου των γυναικών στην εν λόγω κοινωνία και ότι ο φερετζές
χρησιμοποιούνταν όλο και πιο σπάνια πλέον. «Ένας από τους
σημαντικότερους στόχους του νέου καθεστώτος της Τουρκίας ήταν να
απελευθερώσει τις γυναίκες», όπως έλεγε.
Κατά την αντίληψη του μέσου Τούρκου, η γυναίκα του Μουσταφά Κεμάλ
εκπροσωπούσε τη νέα Τουρκία.

Η βοηθός του Κεμάλ


«Η Λατιφέ ήταν από τους σημαντικότερους βοηθούς του συζύγου της» λέει η
αδερφή της, Βετζιχέ Ιλμέν. Κατά κάποιον τρόπο αυτά τα λόγια αποτελούν
μια περίληψη των χιλίων ημερών που πέρασε η Λατιφέ στο Τσάνκαγια.
Το πρωί η Λατιφέ σηκωνόταν πριν από τον Μουσταφά Κεμάλ και
κατέβαινε στο γραφείο, για να διαβάσει τις εφημερίδες και τις ανακοινώσεις
των πρακτορείων Τύπου. Διάβαζε με ζήλο τη μια σελίδα μετά την άλλη στις
εφημερίδες, που έφταναν από το εξωτερικό με μία ή δύο μέρες καθυστέρηση.
Συχνά δίπλα στις φωτογραφίες του Μουσταφά Κεμάλ υπήρχαν και κάποιες
της Λατιφέ. Για παράδειγμα, το περιοδικό Time, που υπήρχε από το 1923,
αφιέρωσε το τεύχος της 24ης Μαρτίου στον Μουσταφά Κεμάλ.
Αργότερα η Λατιφέ μιλούσε με τον άντρα της για τις ειδήσεις που είχαν
δημοσιευτεί στις εφημερίδες ολόκληρου του κόσμου και ακολουθούσαν
συζητήσεις για την αποτίμησή τους. Από μια άποψη, χάρη στη
γλωσσομάθειά της, η Λατιφέ ήταν για τον Μουσταφά Κεμάλ μια πύλη προς
τον κόσμο.

Παιχνίδια στο σπίτι


Πότε πότε η Λατιφέ και ο Μουσταφά Κεμάλ έπαιζαν παιχνίδια μέσα στο
σπίτι. Εκείνη που τα επινοούσε ήταν η Λατιφέ. Για παράδειγμα, άλλαζε τη
θέση ορισμένων αντικειμένων στο σπίτι ή έκρυβε κάποια άλλα και ζητούσε
από τον Μουσταφά Κεμάλ να τα βρει. Ένα βράδυ στερέωσε με μια ταινία
κάτω από την πολυθρόνα που καθόταν ο Κεμάλ ένα μικρό πορσελάνινο
πιάτο, το οποίο κανονικά κρεμόταν σε ένα παραβάν στο σαλόνι με το
σιντριβάνι. Αφού εκείνος, όσο κι αν έψαξε, δεν κατάφερε να βρει το πιάτο,
στο τέλος η Λατιφέ το έβγαλε από την πολυθρόνα. Επί ώρες γελούσαν με
αυτό το αστείο.
Ο Μουσταφά Κεμάλ είπε: «Τα παρατάω… Η γυναίκα μου έχει γίνει
ταχυδακτυλουργός! Δε θα μου έκανε εντύπωση αν κάποια μέρα, αντί για
μαντίλι, έβγαζα από την τσέπη μου κανένα κουνέλι».
Ωστόσο μια από τις πιο ευχάριστες ασχολίες του ζεύγους ήταν οι κοινές
βόλτες με τα άλογα.

«Αγάπη μου, παίξε μας λίγο Τσαϊκόφσκι»


Μια από τις πρώτες χώρες που αναγνώρισαν την Τουρκία ήταν η Σοβιετική
Ένωση. Μάλιστα, στην Άγκυρα υπήρχε και σοβιετική πρεσβεία.
Το 1923 ο Μουσταφά Κεμάλ και η Λατιφέ επισκέφθηκαν τον πρέσβη Σ.Ι.
Αραλόφ και τη γυναίκα του Σοφία Ιλνίτσνα, που ετοιμάζονταν στο εξοχικό
τους να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Τη μέρα εκείνη ο Μουσταφά Κεμάλ
ζήτησε μια χάρη από τη Λατιφέ: «Αγάπη μου, γιατί δε μας παίζεις για
αποχαιρετισμό εκείνο το ρομάντσο του Τσαϊκόφσκι;». Ο Αραλόφ αναφέρει
στα απομνημονεύματά του ότι το παίξιμο της Λατιφέ τον ενθουσίασε.
Μεγάλο μέρος της μέρας της η Λατιφέ το περνούσε διαβάζοντας. Είχε
φέρει στο Τσάνκαγια τα δικά της βιβλία. Στο βιβλίο του Η σύγκρουση των
πασάδων, το επαναστατικό μας κίνημα, ο Κιαζίμ Καραμπεκίρ θυμάται τη
βιβλιοθήκη της Λατιφέ, που κάλυπτε όλους τους τοίχους του επάνω ορόφου
και περιείχε σπάνια και πολύτιμα βιβλία. Στον Μουσταφά Κεμάλ άρεσε να
του διαβάζει η Λατιφέ, λόγου χάρη, ποιήματα ή να του παίζει πιάνο.
Όταν δεν υπήρχαν καλεσμένοι για φαγητό, ο Μουσταφά και η Λατιφέ
κάθονταν μόνοι να φάνε για βράδυ. Η Λατιφέ έκανε τα πάντα για να τον
χαλαρώνει. Συνόψιζε για χάρη του τα βιβλία που είχε διαβάσει κατά τη
διάρκεια της ημέρας και αφηγούνταν διασκεδαστικές ιστορίες.

Υποδοχή γυναικών
Μια από τις επιδιωκόμενες κοινωνικές αλλαγές στην Τουρκία ήταν να
καταργηθεί η ανισότητα των δύο φύλων σύμφωνα με την ισλαμική
παράδοση.
Αφού η Λατιφέ και ο Μουσταφά Κεμάλ μίλησαν πολύ για το εν λόγω
θέμα, στο τέλος όρισαν κάποιες μέρες στις οποίες επιτρεπόταν η επίσκεψη
γυναικών στο προεδρικό μέγαρο. Σύμφωνα με τα όσα αφηγείται η Βετζιχέ
Ιλμέν, οι κυρίες έρχονταν το απόγευμα του Σαββάτου μεταξύ 15.00 και
18.30. Αργότερα, όταν ο Μουσταφά Κεμάλ είπε ότι θα ερχόταν κι εκείνος
στην παρέα και ότι μπορούσαν να έρθουν και οι κύριοι, τα απογεύματα αυτά
πήραν διαφορετική μορφή. Οι επισκέψεις του Σαββάτου έγιναν το
σημαντικότερο κοινωνικό γεγονός στην Άγκυρα.
Σύντομα στο γαλάζιο σαλόνι, το οποίο η Λατιφέ χρησιμοποιούσε για τις
επισκέψεις, δεν έβρισκες θέση. Ανάμεσα στις επισκέπτριες ήταν και οι
κυρίες της Άγκυρας, σύζυγοι υπουργών, βουλευτών και δημοσιογράφων. Και
δεν έρχονταν μόνο από το Τσάνκαγια αλλά και από τα προάστια Ντίκμεν και
Κετσίορεν. Οι κυρίες κάθονταν σιωπηλές σε πολυθρόνες που σχημάτιζαν
κύκλο στο γαλάζιο σαλόνι, και η Λατιφέ τις καλούσε για τσάι, μόλις άνοιγε η
πόρτα που οδηγούσε στην τραπεζαρία.

Μετά τη Φικριγέ η Λατιφέ είναι η νέα κυρία του σπιτιού


Οι λίγες γυναίκες που είχαν έρθει στην Άγκυρα πριν από το 1923 είχαν
γνωρίσει ως γυναίκα του Μουσταφά Κεμάλ, ως πρώτη κυρία στο Τσάνκαγια,
τη Φικριγέ και είχαν δημιουργήσει φιλική σχέση μαζί της. Το σπίτι που είχε
φτιάξει για τον Μουσταφά Κεμάλ και ο τρόπος που διηύθυνε το νοικοκυριό
άρεσαν σε όλους. Όταν ερχόταν στην Άγκυρα, η Χαλιντέ Εντίπ περνούσε
πάντα να δει τη Φικριγέ. Η Φικριγέ είχε πιάνο, συνήθιζε να κάνει βόλτες με
το άλογο στα περίχωρα του Τσάνκαγια και πήγαινε σε συγκεντρώσεις μιας
ένωσης που αργότερα μετατράπηκε στην οργάνωση Ερυθρά Ημισέληνος.*
Όταν ήρθε στο Τσάνκαγια, φορούσε ακόμα το παραδοσιακό τσαρσάφ, το
οποίο όμως στη συνέχεια αντικατέστησε με ρούχα δυτικού τύπου.
Η Λατιφέ ήρθε μόλις λίγους μήνες αφότου η Φικριγέ έφυγε αθόρυβα από
την Άγκυρα. Η Σουρεγιά Γιγίτ σχολίασε:
«Όταν ο Μουσταφά Κεμάλ ήρθε στην Άγκυρα με τη Λατιφέ, η είδηση
διαπέρασε σαν κύμα την υψηλή κοινωνία. Οι κυρίες της Άγκυρας
συμφωνούσαν μεταξύ τους ότι η Λατιφέ, την οποία ο Μουσταφά Κεμάλ
είχε παντρευτεί τόσο βιαστικά, μόλις δύο εβδομάδες μετά τον θάνατο της
μητέρας του, Ζουμπεϊντέ Χανούμ, θα πρέπει να διέθετε ξεχωριστές
αρετές».
Όταν ήρθε στην Άγκυρα, η Λατιφέ δημιούργησε στενή φιλική σχέση με
την Γκαλιμπέ, τη γυναίκα του πρωθυπουργού Φετχί Μπέη. Η Γκαλιμπέ ήταν
πολύ μορφωμένη γυναίκα. Καθώς ο πατέρας της ήταν πρέσβης στο Μόναχο,
πήγε σχολείο στη Γερμανία κι έμαθε γερμανικά, αγγλικά και περσικά. Είχε
δύο παιδιά, μία κόρη κι έναν γιο. Για τη Λατιφέ, η φιλία της ήταν
αναντικατάστατη.
Η Λατιφέ και το γυναικείο κίνημα

ΣΤΙΣ ΓΡΑΠΤΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ από κείνη την εποχή η αναφορά γυναικείων


ονομάτων είναι σπάνια. Αν βασιστεί κανείς στα απομνημονεύματα επιφανών
αντρών, φαίνεται σαν να μην υπήρχαν ποτέ γυναίκες. Τον καιρό εκείνο οι
γυναίκες αυτοπροσδιορίζονταν μέσω των δραστηριοτήτων των αντρών τους.
Πολλές φορές μάλιστα ήταν δύσκολο να μάθει κανείς τα ονόματα των
γυναικών, καθώς σχεδόν όλες χαρακτηρίζονταν ως η γυναίκα του τάδε ή του
δείνα βουλευτή ή η κόρη του ενός ή του άλλου δημοτικού συμβούλου. Λες
και ήταν παιδιά, μιλούσαν γι’ αυτές μόνο με αναφορά στη θέση του άντρα
τους.
Ήταν η εποχή του λεγόμενου κατσγκιότς,* της παραδοσιακής ισλαμικής
διάκρισης μεταξύ άντρα και γυναίκας. Οι γυναίκες κάλυπταν το πρόσωπό
τους όταν βρίσκονταν σε δημόσιο χώρο και απέφευγαν την επαφή με άντρες
με τους οποίους δεν ήταν ούτε παντρεμένες ούτε συγγενείς. Γι’ αυτόν τον
λόγο, ιδιαίτερα στην Άγκυρα, οι άντρες κυριαρχούσαν στη δημόσια ζωή.
Ήταν ασυνήθιστο να κάθονται πολλές γυναίκες μαζί στο ίδιο μέρος.
Ωστόσο κατά τη διάρκεια του πολέμου, εφόσον οι άντρες έλειπαν, οι
γυναίκες ανέλαβαν κάθε λογής εργασίες και καθήκοντα εκτός σπιτιού. Κατά
τη διάρκεια της κατοχής υπήρχαν μάλιστα και γυναίκες που πολεμούσαν στο
μέτωπο, ενώ πολλές γυναίκες συμμετείχαν στους αγώνες που διεξάγονταν
πίσω από το μέτωπο. Οι γυναίκες έζησαν μια εποχή απελευθέρωσης. Όμως η
Άγκυρα, που εξακολουθούσε να είναι μια πόλη πολύ επαρχιώτικη, παρέμενε
«χωρίς γυναίκες», ακόμα και μετά την ανακήρυξή της σε πρωτεύουσα.
Στην Εθνοσυνέλευση συμμετείχαν ως επί το πλείστον συντηρητικοί
βουλευτές, οι οποίοι υποστήριζαν τη διατήρηση της ανισότητας μεταξύ
αντρών και γυναικών. Για να μπορέσει να αλλάξει η κατάσταση των
γυναικών, ήταν αναγκαίο να γίνουν ριζικές αλλαγές. Ταυτόχρονα με την
ίδρυση του Κοινοβουλίου, πολλές γυναίκες μετακόμισαν στην Άγκυρα, αν
και αυτό συνεπαγόταν κάποια προβλήματα, όπως, λόγου χάρη, περιορισμένο
χώρο κατοικίας. Οι νεοαφιχθέντες πήγαιναν κατά κύριο λόγο στα σπίτια
στους αμπελώνες, που ήταν στα προάστια του Τσάνκαγια και του Κετσίορεν.
Κι ενώ ήταν ντροπή να μένει κανείς στην Κωνσταντινούπολη, θεωρούνταν
τιμή να είναι κανείς κάτοικος της Άγκυρας.

Η Λατιφέ υποστηρίζει τα δικαιώματα των γυναικών


Ήδη στα δεκαοκτώ της, η Λατιφέ είχε ασκήσει κριτική στην πολιτική των
Νεότουρκων σχετικά με το γυναικείο ζήτημα. Από τότε κιόλας, κατά το
πρώτο τέταρτο του αιώνα και προτού αρχίσει τις σπουδές της στην Ευρώπη,
είχε συνείδηση του τι σημαίνει να είσαι γυναίκα στην Τουρκία. Εκείνη την
εποχή δεν ήταν λίγες οι γυναίκες που είχαν παρόμοιες αντιλήψεις με αυτήν.
Όπως κι εκείνες, έτσι και η Λατιφέ είχε επηρεαστεί από τα ανερχόμενα
γυναικεία κινήματα στον κόσμο και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Η άποψη της Λατιφέ για τα δικαιώματα των γυναικών ήταν σαφής. Έβλεπε
ως αίτημα απελευθέρωσης την κατάργηση του φερετζέ, διεκδικούσε το
δικαίωμα της πολιτικής αντιπροσώπευσης και ασκούσε πίεση στον
Μουσταφά Κεμάλ ώστε να μπορέσει να θέσει υποψηφιότητα η ίδια ως
βουλευτής. Υποστήριζε την ανάγκη δημιουργίας ενός αστικού δικαίου το
οποίο θα καταργούσε την ανισότητα μεταξύ αντρών και γυναικών, σύμφωνα
με το ισλαμικό δίκαιο, καθώς και την πολυγαμία. Υπερασπιζόταν την άποψη
ότι η παιδεία και η θρησκεία θα έπρεπε να διαχωριστούν προκειμένου να
βελτιωθεί η κοινωνική θέση των γυναικών.
Κι ενώ υιοθετούσε όλες αυτές τις απόψεις, δεν λησμονούσε ότι ήταν η
γυναίκα μιας ηγετικής πολιτικής φυσιογνωμίας. Επαναλάμβανε ότι
υποστήριζε τον Μουσταφά Κεμάλ στον αγώνα του για την απελευθέρωση
των γυναικών.
Με τα χρόνια, ο ρόλος τον οποίο διαδραμάτισε η Λατιφέ εκείνη την εποχή
λησμονήθηκε, και μάλιστα μετά από προσπάθειες. Ωστόσο, στην πεντηκοστή
επέτειο της ανακήρυξης της δημοκρατίας, η Σουρεγιά Αγάογλου, η πρώτη
δικηγόρος της Δημοκρατίας και μια από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες,
στην εκδήλωση που έγινε στον δικηγορικό σύλλογο της Τουρκίας
ευχαρίστησε όχι μόνο τον Μουσταφά Κεμάλ μα και τη Λατιφέ. «Θα είναι
ισόβιο καθήκον μου να θυμάμαι τον Ατατούρκ και τη Λατιφέ, η οποία στην
αρχή στάθηκε δίπλα του, για όλα όσα δημιούργησαν στην Τουρκία και
προπάντων για τη θέση της γυναίκας στην Τουρκία».
Κατά την περίοδο του γάμου μεταξύ του Μουσταφά Κεμάλ και της Λατιφέ
οι γυναίκες ενθαρρύνθηκαν να πάψουν πλέον να κρύβουν το πρόσωπό τους,
ενώ συνάμα επιχειρήθηκαν σημαντικά βήματα προς τη διεκδίκηση της
ισότητας.
Από την ημέρα του γάμου, ο κόσμος συνέκρινε τη Λατιφέ με μια πύλη
προς τα δικαιώματα των γυναικών. Όσον αφορά τα δικαιώματα αυτά, η
Λατιφέ ασκούσε πίεση ακόμα και στις ξένες πρεσβείες στην Άγκυρα.
Δημιουργήθηκαν μάλιστα και εντάσεις, καθώς κατά την υποδοχή των Ιταλών
διπλωματών ρώτησε, μεταξύ άλλων: «Ποια είναι η κατάσταση του
φεμινισμού στη χώρα σας;». Οι διπλωμάτες τής απάντησαν γελώντας:
«Μαντάμ, στη χώρα μας η ανάπτυξη του φεμινισμού είναι ελάχιστη. Οι
γυναίκες της χώρας μας έχουν τον δικό τους ορισμό για τον φεμινισμό. Γι’
αυτές, φεμινισμός σημαίνει να οργανώσουν ένα σπιτικό και να χαρίσουν
στους άντρες τους υγιείς απογόνους».
Η Λατιφέ απάντησε: «Τι οπισθοδρομική ιδέα!».

«Ο φερετζές δεν μπορεί να καταργηθεί με επανάσταση»


Όσον αφορά το ζήτημα του φερετζέ, η Λατιφέ έκανε δύο δηλώσεις. Η πρώτη
ανάγεται στις μέρες της υπογραφής της Συνθήκης της Λοζάννης. Μιλώντας
με τον Μάρκοσσον* είπε: «Βεβαίως και τάσσομαι υπέρ της κατάργησης του
φερετζέ, όμως θεωρούμε λάθος να γίνει απότομα μια τέτοια αλλαγή. Θα
πρέπει να γίνει σταδιακά. Η αλλαγή δε θα συντελεστεί με επανάσταση αλλά
με μεταρρύθμιση». Έξι μήνες αργότερα, σε μια συνέντευξη στο αμερικανικό
περιοδικό The Current Opinion, υποστήριξε πως βλέπει την κατάργηση του
φερετζέ ως μέρος του αγώνα για την απελευθέρωση των γυναικών.
Ο Κίνρος γράφει ότι ο Μουσταφά Κεμάλ συζητούσε ιδιαίτερα με τη
Λατιφέ τα νομοσχέδια που είχαν ως αντικείμενο τη γυναικεία απελευθέρωση.
Αλλά και η Βετζιχέ Ιλμέν αφηγείται ότι η Λατιφέ υποστήριζε μαζί με τον
Μουσταφά Κεμάλ μια επανάσταση όσον αφορά την κοινωνική θέση της
γυναίκας.
Ο Γιοχάννες Γκλαίσνεκ αναφέρει ότι η Λατιφέ, στα ταξίδια που έκανε στην
Τουρκία, δεν παρέλειπε να μιλά στους συγκεντρωμένους, ενώ έπαιρνε θέση
στο βάθρο του ομιλητή, υπό τα έκπληκτα βλέμματα του κοινού. Η Βετζιχέ
υποστηρίζει ότι ο Μουσταφά Κεμάλ ζήτησε από τη Λατιφέ να μιλά σε
συγκεντρώσεις γυναικών και σε γυναικείες οργανώσεις. Για να προκαλούν οι
ομιλίες της την επιθυμητή εντύπωση, έκανε πρόβες στον κήπο του
προεδρικού μεγάρου. Στα απομνημονεύματά του, ο Χουσρέφ Γκερεντέ*
αποδίδει αυτές τις πρόβες στην επιθυμία μιας φιλόδοξης γυναίκας να
επισκιάσει τον άντρα της, τον ηγέτη. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που θεώρησαν
την επιθυμία της Λατιφέ να μιλά δημοσίως ως πράξη εναντίωσης προς τον
Μουσταφά Κεμάλ.

Το νέο αστικό δίκαιο


Ο σημαντικότερος δείκτης τον αλλαγών όσον αφορά τα δικαιώματα των
γυναικών ήταν οι νόμοι. Τα μεγαλύτερα εμπόδια για την απελευθέρωση της
γυναίκας ήταν το διαζύγιο (ταλάκ), που ήταν επιτρεπτό μόνο από την πλευρά
του άντρα, και η πολυγαμία. Για να αλλάξει το οικογενειακό δίκαιο, το οποίο
όριζε το ταλάκ και την πολυγαμία, σχηματίστηκαν ειδικές επιτροπές οι
οποίες έπρεπε να ασχοληθούν ενδελεχώς με το ζήτημα.
Στις αρχές του 1924, γυναίκες του πολιτιστικού συλλόγου Τουρκ Οτζαγί*
στην Κωνσταντινούπολή διοργάνωσαν μια μεγάλη συγκέντρωση.
Διαμαρτυρήθηκαν εναντίον των προτάσεων για το οικογενειακό δίκαιο που
βασίζονταν στη Σαρία και οι οποίες συζητούνταν τις μέρες εκείνες στην
Εθνοσυνέλευση. Επέκριναν τη στάση των αντρών που εξουσίαζαν τις
γυναίκες. Η Νεζιχέ Μουχιντίν, που πήρε τον λόγο εξ ονόματος της
Τουρκικού Συνδέσμου Γυναικών, περιέγραψε την τραγική θέση στην οποία
το δίκαιο του διαζυγίου οδηγούσε τις γυναίκες ως εξής: «Είναι δικαίωμά μας
να προσδοκούμε από το κοσμικό μας κράτος, το οποίο δε διαχωρίζει τις
γυναίκες από την υπόλοιπη κοινωνία, ισότητα στον γάμο, στο διαζύγιο, στην
κληρονομιά, καθώς και στη σχέση αντρών-γυναικών».
Τελικά αποφασίστηκε να υιοθετηθεί μια παραλλαγμένη εκδοχή του
ελβετικού αστικού δικαίου. Το αστικό δίκαιο, που κατατέθηκε στην
Εθνοσυνέλευση στις 20 Δεκεμβρίου του 1925 και δημοσιεύτηκε στη Resmi
Gazete* στις 17 Φεβρουαρίου, ετέθη σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου του 1926. Αν
και δεν ήταν αυτή η εκτίμηση στις τουρκικές πηγές, στον ξένο Τύπο βρίσκει
κανείς άφθονα σχόλια σύμφωνα με τα οποία το αστικό δίκαιο διαμορφώθηκε
με προτροπές της Λατιφέ και χάρη στις δικές της προσπάθειες.
Το περιοδικό Time φιλοξένησε αυτή την άποψη:
«Η Λατιφέ Χανούμ χρησιμοποίησε τη θέση και το κύρος της για να
διευρύνει τα δικαιώματα των γυναικών, όμως η δύναμή της δεν ήταν
αρκετή για να μετατρέψει αυτά τα δικαιώματα σε νόμους σε μια
συντηρητική χώρα προσδεδεμένη στις παραδόσεις. Ωστόσο η
αποφασιστική της στάση όσον αφορά τη μονογαμία είχε μεγάλη
επιτυχία».
Το γυναικείο κίνημα στην Τουρκία εκείνης της εποχής εκπροσωπούσε ο
Τουρκικός Σύνδεσμος Γυναικών υπό την ηγεσία της Νεζιχέ Μουχιντίν. Η
Λατιφέ υποστήριζε κι εκείνη τις δραστηριότητες του συλλόγου.
Η επίσημη ιστοριογραφία αγνοούσε μονίμως τη Λατιφέ.
Όμως μεταξύ των βιογραφιών που έγραψαν ξένοι συγγραφείς για τον
Μουσταφά Κεμάλ υπάρχουν πολλές που κάνουν λόγο για τον ρόλο της
Λατιφέ και για τη συμβολή της στα δικαιώματα των γυναικών.
Ο Αργεντινός διπλωμάτης Χόρχε Μπλάνκο Βιγιάλτα, για παράδειγμα,
έγραψε:
«Το γεγονός ότι η Λατιφέ διαδραμάτισε έναν ρόλο στην πραγματοποίηση
των μεταρρυθμίσεων, ιδίως των μεταρρυθμίσεων που αφορούσαν την
απελευθέρωση των γυναικών, ικανοποιούσε τον Μουσταφά Κεμάλ και
τον έκανε περήφανο για κείνη. Και με τη συμβολή της αυτή προχώρησε
πολύ πέραν της θέσης της ως συζύγου του Τούρκου προέδρου».
Ούτε το τουρκικό γυναικείο κίνημα ασχολήθηκε περαιτέρω με τη Λατιφέ.
Επειδή ως γυναίκα, από την εποχή κιόλας της ίδρυσης της δημοκρατίας,
εξαφανίστηκε από το προσκήνιο, ίσως δεν τράβηξε την προσοχή, οπότε η
συνεισφορά της παραγνωρίστηκε.
Κρίση στον γάμο

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΗΤΑΝ ΜΑΪΟΣ ΤΟΥ 1924. Ο Μουσταφά Κεμάλ και η Λατιφέ ήταν
αφοσιωμένοι στη συζήτησή τους στο τραπέζι, όταν εμφανίστηκε ο επιλοχίας
Αλί, που ήταν σε υπηρεσία εκείνη τη μέρα. Έδειχνε ταραγμένος, κοιτούσε
τον Μουσταφά Κεμάλ και φαινόταν να αμφιταλαντεύεται αν έπρεπε να πει
κάτι ή όχι. Όταν ο Μουσταφά Κεμάλ τον κοίταξε απορημένος, είπε:
«Αξιότιμε πασά, έχει έρθει η Φικριγέ Χανούμ».
Κατά τη διάρκεια του γάμου της Λατιφέ και του Μουσταφά Κεμάλ η
Φικριγέ επισκέφθηκε το Τσάνκαγια μόνο δύο φορές. Ο Μουσταφά Κεμάλ
δεν ήθελε να έρχεται η Φικριγέ στην Άγκυρα, ενώ η ίδια, κατά κάποιον
τρόπο, θεωρούσε ακόμα τον εαυτό της κυρία του σπιτιού. Η δεύτερη
επίσκεψή της είχε ολέθριο τέλος. Οι πυροβολισμοί που ακούστηκαν, αφότου
οι υπασπιστές έδιωξαν τη νεαρή γυναίκα, σήμαναν τον θάνατό της. Το
τραγικό τέλος της ανακοινώθηκε στις εφημερίδες στις 2 Ιουνίου του 1924.
Ενώ, όσο ζούσε, η Φικριγέ δεν είχε προκαλέσει σοβαρά προβλήματα
ανάμεσα στη Λατιφέ και στον Μουσταφά Κεμάλ, ο θάνατός της άγγιξε βαθιά
και τους δύο. Η αυτοκτονία της βάρυνε πολύ στον γάμο. Τις επόμενες μέρες
μετά τον θάνατο της Φικριγέ, ένας σοβαρός καβγάς ξέσπασε ανάμεσα στη
Λατιφέ και στον Μουσταφά Κεμάλ. Λέγεται ότι η Λατιφέ έφτιαξε χωριστές
κρεβατοκάμαρες, επειδή είχε θυμώσει που ο Μουσταφά Κεμάλ εκείνες τις
μέρες την είχε φωνάξει με το όνομα της Φικριγέ. Αλλά ούτε και αυτό το
μέτρο τής ήταν αρκετό. Παρακάλεσε τους γονείς της να έρθουν στην Άγκυρα
και τους είπε ότι ήθελε να χωρίσει. Ωστόσο η Αντεβιγέ Χανούμ και ο
Μουαμμέρ Μπέης θεώρησαν την επιθυμία του χωρισμού παιδιάστικη και
έπεισαν την κόρη τους να μην προχωρήσει σε μια τέτοια κίνηση.

Το φθινοπωρινό ταξίδι
Στις 30 Αυγούστου του 1924 η Λατιφέ και ο Μουσταφά Κεμάλ ξεκίνησαν
για μια περιοδεία έξι εβδομάδων στην Τουρκία. Η περιοδεία άρχισε από το
Ντουμλούπιναρ κατά την επέτειο της αποφασιστικής νίκης στον
απελευθερωτικό αγώνα, ενώ ο δεύτερος σταθμός ήταν η Προύσα. Το
πολεμικό πλοίο «Hamidiye» τούς περίμενε στα Μουδανιά. Αποφάσισαν να
κάνουν μια μικρή διαδρομή στη Θάλασσα του Μαρμαρά. Μετά τη νίκη ο
Μουσταφά Κεμάλ δεν είχε έρθει ξανά στην Κωνσταντινούπολη, οπότε τώρα
θα έβλεπε την πόλη από τον Μαρμαρά και από τον Βόσπορο.
«Ας κάνουμε για λίγες ώρες μια διαδρομή στη Θάλασσα του Μαρμαρά. Θα
αναπνεύσουμε την αύρα της θάλασσας και θα μπορέσουμε να
ξεκουραστούμε λιγάκι» είπε. Η Λατιφέ ήταν ενθουσιασμένη από τη
διαδρομή με το πλοίο. Πρώτη φορά ανέβαινε σε πολεμικό πλοίο, είχε
περιέργεια για τα κανόνια και τις τορπίλες και εξέταζε τα πάντα με προσοχή.
Σε λίγες ώρες είχαν κάνει τον γύρο της Θάλασσας του Μαρμαρά.
Οι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης είδαν τη «Hamidiye» να έρχεται από
μακριά γύρω στις 11 το πρωί της 12ης Σεπτεμβρίου. Τα πλοία στο λιμάνι
χαιρέτισαν το πολεμικό σκάφος με τις σειρήνες τους. Και στις δύο πλευρές
του Βοσπόρου είχαν συγκεντρωθεί μεγάλα πλήθη. Όλοι όσοι είχαν έρθει να
δουν τη «Hamidiye» περίμεναν ότι το πολεμικό σκάφος θα προσάραζε στο
ύψος του Μπεσίκτας-Ουσκιουντάρ. Αλλά ούτε καν η επίσημη
αντιπροσωπεία είχε την ευκαιρία να χαιρετίσει το πλήρωμα, καθώς το
σκάφος πέρασε από τον Βόσπορο χωρίς να σταματήσει. Οι δημοσιογράφοι
έπαιρναν τηλέφωνο συνεχώς στα αστυνομικά τμήματα που βρίσκονταν κατά
μήκος του Βοσπόρου. Όμως λάμβαναν διαρκώς την ίδια απάντηση: ο
Μουσταφά Κεμάλ είχε περάσει από την Κωνσταντινούπολη χωρίς καν να
χαιρετήσει τους κατοίκους της.
Όταν έφτασαν στη Μαύρη Θάλασσα, ο καιρός ήταν πολύ καλός. Στο
κατάστρωμα είχε στρωθεί ένα μεγάλο τραπέζι. Την ώρα της δύσης του ηλίου
ήπιαν και τραγούδησαν. Ο Μουσταφά Κεμάλ άρχισε να λέει ένα τραγούδι:
«Θάλασσα, Μαύρη Θάλασσα – δεν έρχεται ο εχθρός αλλά εμείς». Η Λατιφέ
τον συνόδευε. Η διάθεση που επικρατούσε στο πλοίο ήταν πολύ ευχάριστη, η
«Hamidiye» μεταμορφώθηκε από πολεμικό πλοίο σε εκδρομικό ατμόπλοιο.
Άραξαν στη στεριά, μίλησαν με τους κατοίκους των χωριών, άκουσαν τις
έγνοιες και τα προβλήματά τους, αγόρασαν τρόφιμα και επέστρεψαν στο
πλοίο. Ήταν σαν μια πραγματική κρουαζιέρα. Με τέτοια διάθεση έπλεαν
προς την Τραπεζούντα.
Καθώς πλησίαζαν στην Τραπεζούντα, η ευτυχία μετατράπηκε σε θλίψη. Στις
13 Σεπτεμβρίου του 1924 έγινε ένας σεισμός στο Ερζουρούμ, στα βάθη της
Ανατολίας. Εκείνη τη νύχτα δεν ήπιαν αλκοόλ στο πλοίο. Το ζευγάρι
αποσύρθηκε νωρίς στην καμπίνα του.
Ο σεισμός προκάλεσε βαθιά συγκίνηση στη Λατιφέ. Αναφέρεται ότι είπε
στον Μουσταφά Κεμάλ: «Φοβάμαι. Λες και ο σεισμός τάραξε όχι μόνο το
Ερζουρούμ αλλά και μένα… Έχω το παράξενο αίσθημα πως προμηνύονται
νέες καταστροφές». Ο Μουσταφά Κεμάλ πρότεινε: «Τότε μην έρθεις μαζί
μου. Από τη Σαμψούντα μπορείς να πας κατευθείαν στην Άγκυρα». Εκείνη
αντέτεινε: «Για τους ανθρώπους στο Ερζουρούμ θα είναι παρηγοριά να μας
δουν».
Έφτασαν στο Ερζουρούμ στις 30 Σεπτεμβρίου. Ο Μουσταφά Κεμάλ
επισκέφθηκε διαδοχικά όλες τις πληγείσες περιοχές γύρω από την πόλη. Η
Λατιφέ υποστήριξε οικονομικά τους επιζήσαντες του σεισμού, όπως και ο
Μουσταφά Κεμάλ. Οι προσφορές τους καταγράφονται ως εξής: Ο
Μουσταφά Κεμάλ έδωσε δέκα χιλιάδες λίρες, το ίδιο και η Λατιφέ. Οι
βουλευτές έδωσαν ο καθένας από τρεις χιλιάδες λίρες, οι υπασπιστές, ο
γενικός γραμματέας και όλοι οι υπόλοιποι έδωσαν εκατό ή διακόσιες λίρες.
Η Λατιφέ έβλεπε τον εαυτό της ως μέρος των σχεδίων του Μουσταφά Κεμάλ
και είχε το αίσθημα πως φέρει την ίδια ευθύνη με τον άντρα της. Έδωσε τα
χρήματα με τη θέλησή της.
Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού έζησαν διαδοχικά τη χαρά και τον θάνατο.
Η αγάπη των κατοίκων και οι συγκλονιστικές εικόνες από τη σεισμική
καταστροφή τούς γέννησαν ανάμεικτα συναισθήματα. Ωστόσο το ταξίδι
επισκιάστηκε από έναν καινούριο καβγά τους.

Στα πρόθυρα του χωρισμού


Βρίσκονταν στο Σαρίκαμις, νοτιοανατολικά του Καρς, στο σπίτι του
στρατιωτικού διοικητή Αλί Σαΐτ Πασά όπου δινόταν δείπνο προς τιμήν του
Μουσταφά Κεμάλ. Στο τραπέζι κάθονταν ο κυβερνήτης του Ερζουρούμ, οι
στρατιωτικοί διοικητές, καθώς και άλλοι επισκέπτες, στρατιωτικοί και
πολίτες. Στο ίδιο τραπέζι κάθονταν η Λατιφέ και η γυναίκα του στρατιωτικού
διοικητή, η Νατσιγέ. Μετά από ένα απεριτίφ πέρασαν στο δείπνο.
Ο Μουσταφά Κεμάλ και η Λατιφέ είχαν σταματήσει από την προηγούμενη
μέρα να μιλούν ο ένας στον άλλο. Και αυτός ήταν ένας από τους λόγους που
ο Μουσταφά Κεμάλ συζητούσε ασταμάτητα με τη Νατσιγέ και επαινούσε
την ομορφιά και την ευγλωττία της. Όταν ο σερβιτόρος πρόσφερε στον
Μουσταφά Κεμάλ το πιάτο με τα ζυμαρικά, η Λατιφέ τού είπε δυνατά:
«Κεμάλ, πρόσεχε τα πόδια σου. Φτάνουν ως εμένα».
Έπεσε νεκρική σιγή. Ο Μουσταφά ζήτησε συγγνώμη και σηκώθηκε μαζί με
τη Λατιφέ από το τραπέζι. Πήγαν σε ένα από τα ιδιωτικά δωμάτια δίπλα από
την τραπεζαρία. Ο Κιλίτς Αλί ήταν ένας από εκείνους που άκουσαν τις
φωνές από το δωμάτιο. Γινόταν μεγάλη φασαρία. Πάντως, εκείνη που ύψωνε
τον τόνο της φωνής της ήταν η Λατιφέ.
Σύμφωνα με μια ανέκδοτη μαρτυρία, η Λατιφέ εκείνη τη νύχτα είπε στον
Μουσταφά Κεμάλ: «Χώρισέ με». Το θέμα του καβγά ήταν μάλλον ότι ο
Μουσταφά Κεμάλ φλέρταρε μια άλλη γυναίκα, γι’ αυτό και παραλίγο να
καταλήξουν πράγματι στον χωρισμό.
Ο Μουσταφά Κεμάλ αποσύρθηκε σε ένα άλλο δωμάτιο, για να περάσει
εκεί τη νύχτα. Τα απόγευμα της επόμενης μέρας ήθελαν να επιστρέψουν στο
Ερζουρούμ. Ο Μουσταφά Κεμάλ έδειχνε θυμωμένος, η Λατιφέ είχε
αξιολύπητη έκφραση. Όταν μπήκαν στα αυτοκίνητα, ο Μουσταφά Κεμάλ
παρακάλεσε τη Νατσιγέ να καθίσει δίπλα του. Η Λατιφέ, που έμεινε μόνη
της, πήγε με ένα άλλο αυτοκίνητο, μαζί με τον γενικό γραμματέα, Τεβφίκ
Μπέη.
Πολύ νωρίς το επόμενο πρωί ο Σαλίχ Μπέης (Μποζόκ) χτύπησε την πόρτα
του Κιλίτς Αλί. Τον πληροφόρησε ότι ο Μουσταφά Κεμάλ έμεινε ξάγρυπνος
όλη τη νύχτα. Αργά τη νύχτα τον είχε φωνάξει για να του ανακοινώσει την
απόφασή του να χωρίσει τη Λατιφέ Χανούμ και να τη στείλει πίσω στην
Άγκυρα. Ο Μουσταφά Κεμάλ είχε παραδώσει επίσης στον Σαλίχ Μπέη
(Μποζόκ) μια επιστολή με θέμα την επισημοποίηση του διαζυγίου. Πάντως,
ούτε ο Κιλίτς Αλί ούτε ο αξιωματικός Σαλίχ προέβησαν σε ενέργειες προς
την κατεύθυνση του διαζυγίου.
Όταν η Λατιφέ εγκατέλειψε την παρέα του ταξιδιού, ήταν φανερό ότι ο
Μουσταφά Κεμάλ ένιωθε βαθιά λύπη. Φαινόταν πως ήθελε να
συμφιλιωθούν. Αλλά και η Λατιφέ λυπόταν που είχε παραφερθεί με αυτόν
τον τρόπο και έγραψε μια επιστολή στον Μουσταφά Κεμάλ. Ο Κιλίτς Αλί
μετέφερε στον Μουσταφά Κεμάλ την είδηση ότι έχει έρθει ένα γράμμα από
τη Λατιφέ. Στο γράμμα αυτό η Λατιφέ ζητούσε συγγνώμη από τον
Μουσταφά Κεμάλ. Η επιστολή έκλεινε με τα εξής λόγια: «Έχω θάψει όλη
την οργή και τα νεύρα μου στη σεισμοπαθή περιοχή του Ερζουρούμ.
Συγχώρησέ με. Ας επιστρέψουμε μαζί χαρούμενοι στο ευτυχισμένο σπίτι μας
στο Τσάνκαγια».
Η επιστολή ικανοποίησε τον Μουσταφά Κεμάλ και η ηρεμία επανήλθε.
Όταν συναντήθηκε στην Καισάρεια με τη Λατιφέ, της είπε: «Αξιότιμη κυρία,
δεν υπάρχει λόγος να επιστρέψετε τόσο βιαστικά στην Άγκυρα».
Όλοι ήταν ευτυχείς. Στον δρόμο ήπιαν καφέ σε έναν κήπο και
ξεκουράστηκαν. Το επόμενο πρωί ο Μουσταφά Κεμάλ δεν παρέλειψε,
φυσικά, να ρωτήσει τον Σαλίχ Μπέη για την επιστολή που ήθελε να στείλει
στον Ισμέτ Πασά. Αναρωτιόταν τι απέγινε το γράμμα στο οποίο εξέφραζε
την επιθυμία του να χωρίσει. Όταν ο Σαλίχ Μπέης είπε: «Το έχω επάνω
μου», ο Μουσταφά Κεμάλ τού έδωσε την εξής εντολή: «Σκίσ’ το και πέταξέ
το».
Αφού πέρασαν μια νύχτα στη Σεβάστεια, συνέχισαν το ταξίδι τους για την
Άγκυρα, περνώντας από το Κίρσεχιρ. Ο τοπικός διοικητής δώρισε στη
Λατιφέ δύο χαλιά από την πόλη.
Στην Άγκυρα η απουσία του Μουσταφά Κεμάλ είχε γίνει αισθητή. Κατά την
επιστροφή του το ζεύγος έγινε δεκτό με μια εορταστική τελετή. Εξαιτίας του
ρόλου που είχε παίξει στη συμφιλίωση, η Λατιφέ φιλοξένησε τον Κιλίτς Αλί
στο σπίτι στο Τσάνκαγια για έναν μήνα. Το ταξίδι και οι εντάσεις μεταξύ
τους είχαν, παρ’ όλα αυτά, αίσιο τέλος.
Μια περίοδος αντιπαραθέσεων

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΚΡΙΣΗ της Λατιφέ και του Μουσταφά Κεμάλ στο
Σαρίκαμις, διάφορες εντάσεις έκαναν την εμφάνισή τους στο πεδίο της
πολιτικής. Στην πραγματικότητα, η πολιτική αναστάτωση δεν ήταν κάτι
καινούριο. Η αιτία των εντάσεων υπήρχε ήδη από την εποχή των
διαπραγματεύσεων στη Λοζάννη. Την περίοδο κατά την οποία ο Ραούφ
Μπέης ήταν πρωθυπουργός, είχε ενοχληθεί από τη συμπεριφορά του Ισμέτ
Πασά στη Λοζάννη. Την ίδια μέρα που ο τελευταίος επέστρεψε στην
Άγκυρα, ο Ραούφ Μπέης παραιτήθηκε από το αξίωμά του. Αργότερα, στα
απομνημονεύματά του, περιγράφει αναλυτικά τις αντιρρήσεις του για τη
μετάθεση της επίλυσης του ζητήματος της Μοσούλης* για μετά τη Λοζάννη.
Οι τρεις σημαντικοί διοικητές του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα –ο Αλί
Φουάτ, ο Καραμπεκίρ Πασάς και ο Ραούφ Μπέης– θεώρησαν ότι
επιβεβαιωνόταν η πεποίθησή τους πως είχαν τεθεί εκτός κινήματος όταν
άκουσαν τους κανονιοβολισμούς για την ανακήρυξη της δημοκρατίας. Η
κατάργηση του χαλιφάτου είχε προκαλέσει νέες εντάσεις. Όταν οι τρεις
αξιωματικοί εναντιώθηκαν σε αυτή την απόφαση, κατηγορήθηκαν ότι ήταν
υπερασπιστές του χαλιφάτου, κατηγορία την οποία οι ίδιοι δεν μπορούσαν να
αποδεχτούν.
Καθώς πολλές πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονταν στο Τσάνκαγια, η Λατιφέ
παρακολουθούσε ό,τι συνέβαινε με ιδιαίτερη προσοχή. Ο θαυμασμός της για
τον Μουσταφά Κεμάλ ήταν πολύ μεγάλος, ωστόσο είχε και τη δική της
γνώμη για τα πράγματα. Συχνά συζητούσε, διαφωνούσε, υποστήριζε τις
απόψεις της χωρίς δισταγμό. Η Λατιφέ είχε νομική παιδεία και κατά κάποιον
τρόπο συνέχιζε επί δύο χρόνια τις σπουδές της στη «σχολή πολιτικής» του
Μουσταφά Κεμάλ. Δεν ήταν μια σύζυγος προέδρου που αρκούνταν στη
φροντίδα του νοικοκυριού και ούτε έμενε στο παρασκήνιο ως θεατής των
πολιτικών εξελίξεων.
Το Κοινοβούλιο βρισκόταν στα πρόθυρα μιας μεγάλης αντιπαράθεσης.
Αναμένονταν προτάσεις για το ζήτημα της Μοσούλης. Αναστάτωση
προκάλεσε ωστόσο η ανταλλαγή πληθυσμών* μεταξύ Τουρκίας και
Ελλάδας, η οποία είχε αποφασιστεί στη Λοζάννη. Η κατάσταση των
προσφύγων που γύριζαν από την Ελλάδα είχε δώσει αφορμή για επερωτήσεις
στη Βουλή. Υπήρχαν φωνές μέσα στο Λαϊκό Κόμμα που πρόβαλλαν
αντιρρήσεις στην αποχώρηση ορισμένων από τους Έλληνες-Ρουμ από την
Τουρκία, διότι θα έπαιρναν μαζί τους τη μεγάλη περιουσία τους.
Ο Κιαζίμ Καραμπεκίρ, που εκτελούσε χρέη επόπτη του Πρώτου
Συντάγματος στην Άγκυρα, παραιτήθηκε από τα καθήκοντά του. Το
παράδειγμά του ακολούθησαν ο Ρεφέτ Πασάς και ο Αλί Φουάτ Πασάς, οι
οποίοι επίσης παραιτήθηκαν στον στρατό. Οι αξιωματικοί πέρασαν στην
αντιπολίτευση. Υπήρχε η εκτίμηση ότι η αντιπολίτευση διέθετε περίπου
τριάντα ή σαράντα έδρες στη Βουλή. Η Λατιφέ είχε στενή φιλική σχέση με
τον πρώην πρωθυπουργό Ραούφ Μπέη. Ο Αλί Φουάτ, από την άλλη, ήταν
ένας από τους πιο παλιούς φίλους του Μουσταφά Κεμάλ, κι αυτός άλλωστε
ήταν ο λόγος που η Λατιφέ τον κάλεσε για φαγητό ιδιαιτέρως.
Η 5η Νοεμβρίου ήταν μια σημαντική μέρα, καθώς οι ενστάσεις όσον
αφορά τον νόμο που ρύθμιζε, μεταξύ άλλων, την ανταλλαγή πληθυσμών
μετατράπηκαν σε ψήφο εμπιστοσύνης. Ο Ραούφ Μπέης είχε προσβληθεί από
ελονοσία και τη μέρα εκείνη απουσίαζε από το Κοινοβούλιο. Στην
ψηφοφορία δεκαεννέα άτομα στράφηκαν εναντίον της κυβέρνησης. Αμέσως
μετά την ψήφιση ο Ραούφ Μπέης και δέκα φίλοι του αποχώρησαν από το
Λαϊκό Κόμμα. Αναμένονταν σαράντα έως πενήντα επιπλέον αποχωρήσεις.
Η τεταμένη ατμόσφαιρα στο Κοινοβούλιο, που ήταν αισθητή από τις 5
Νοεμβρίου, οδήγησε εντέλει στην ίδρυση ενός αντιπολιτευόμενου κόμματος.
Στις 17 Νοεμβρίου του 1924 δημιουργήθηκε το Προοδευτικό
Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.
Έτσι, στο μονοκομματικό κράτος της Τουρκίας εμφανίστηκε μια δεύτερη
παράταξη. Στο Λαϊκό Κόμμα οι αποχωρήσεις διαδέχονταν η μία την άλλη.
Εκείνοι που εγκατέλειπαν το κόμμα ήταν σημαντικές προσωπικότητες που
είχαν λάβει μέρος στον απελευθερωτικό αγώνα και είχαν αναλάβει υπηρεσίες
σε σημαντικές κυβερνητικές θέσεις. Η μεταβολή των πολιτικών απόψεων
των προσώπων αυτών επρόκειτο να έχει επιπτώσεις και για τη Λατιφέ.
Σήμερα οι ιστορικοί είναι της άποψης ότι το πρόγραμμα του Προοδευτικού
Ρεπουμπλικανικού Κόμματος ήταν πιο φιλελεύθερο από εκείνο του Λαϊκού
Κόμματος. Αυτό ισχυρίζεται, για παράδειγμα, ο Μετέ Τουντζάυ, ο οποίος,
από πολιτική και οικονομική σκοπιά, αξιολογεί τόσο την ιδρυτική διακήρυξη
του νέου κόμματος, όσο και το πολιτικό του πρόγραμμα ως τεκμήρια
υποστήριξης μιας φιλελεύθερης δημοκρατίας.
Καθώς όμως το πολιτικό πρόγραμμα του Προοδευτικού Ρεπουμπλικανικού
Κόμματος δεν προέβλεπε εκλογικό δικαίωμα για τις γυναίκες, το κόμμα δεν
ανέπτυξε κάποια πολιτική όσον αφορά τις γυναίκες. Χρειάστηκε να περάσει
χρόνος ώσπου οι νίκες που είχαν σημειώσει οι γυναίκες στο παρελθόν να
μετατραπούν σε γραπτά τεκμήρια.
Ενώ ο Μουσταφά Κεμάλ αντιμετώπισε με ψυχραιμία την ίδρυση του
Προοδευτικού Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, ο Ισμέτ Πασάς πρότεινε να
κηρυχθεί κατάσταση εκτάκτου ανάγκης.

Υπήρξε η Λατιφέ μέλος του Προοδευτικού Ρεπουμπλικανικού


Κόμματος;
Ποια ήταν η στάση της Λατιφέ απέναντι στο Προοδευτικό Ρεπουμπλικανικό
Κόμμα; Η ανιψιά του Αλί Φουάτ Τζεμπέσοϋ, Αϊσέ Τζεμπέσοϋ, και ο
ιστορικός Κεμάλ Κουτάυ αναφέρουν: «Η Λατιφέ Χανούμ ήταν ενεργό μέλος
του κόμματος».
Ο Μουσταφά Κεμάλ πιθανόν να πίστευε ότι η συμμετοχή της Λατιφέ στο
κόμμα της αντιπολίτευσης θα αποτελούσε μια δυνατότητα άρσης των
πολιτικών εντάσεων στην Τουρκία. Άλλωστε μια από τις τακτικές του
Μουσταφά Κεμάλ ήταν να ζητά την υποστήριξη της Λατιφέ για την
υπέρβαση των πολιτικών εντάσεων.
Μέχρι τον Φεβρουάριο, το σημαντικότερο πολιτικό γεγονός μετά την ίδρυση
του Προοδευτικού Ρεπουμπλικανικού Κόμματος ήταν η παραίτηση του Ισμέτ
Πασά και της κυβέρνησης. Ο Φετχί Μπέης (Οκυάρ) σχημάτισε νέα
κυβέρνηση. Ο Ισμέτ Πασάς, ο οποίος μετά την ίδρυση του Προοδευτικού
Ρεπουμπλικανικού Κόμματος είχε προτείνει την κήρυξη κατάστασης
εκτάκτου ανάγκης, αποσύρθηκε, οπότε επανήλθε η ηρεμία και πάλι. Ο
Κιαζίμ Καραμπεκίρ ανέλαβε την ηγεσία του Προοδευτικού
Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και δήλωσε ότι θα υποστήριζε την κυβέρνηση
του Φετχί Μπέη.
Στις 13 Φεβρουαρίου του 1925 δέκα άντρες που καταδιώκονταν ως ληστές
αντιστάθηκαν ενόπλως στη σύλληψή τους. Το επεισόδιο έλαβε χώρα στο
Γκεντς (σήμερα περιοχή στην επαρχία Μπίνγκολ). Οι άντρες ανήκαν στους
αντάρτες του Σεΐχ Σαΐντ.* Οι αντάρτες αυτοί έθεσαν υπό την κατοχή τους το
Ελαζίγ και πολιόρκησαν το Ντιγιαρμπακίρ. Η εξέγερση δεν μπορούσε να
κατασταλεί και επρόκειτο να επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό το μέλλον της
Τουρκίας. Ίσως αποτελούσε και ένα σημείο καμπής στη ζωή της Λατιφέ.
Από την Ανατολή ακούγονταν οι συνήθεις ήχοι των πυροβολισμών.
Υπήρχε η πρόθεση να κηρυχθεί όλη η περιοχή σε κατάσταση εκτάκτου
ανάγκης. Ο Κιαζίμ Καραμπεκίρ πήρε το μέρος της κυβέρνησης και
εκφώνησε μια ομιλία όπου τόνισε ότι ο τουρκικός λαός είναι αδιαίρετος.
Αμέσως μετά η πλειοψηφία του Κοινοβουλίου ψήφισε υπέρ της κήρυξης
κατάστασης εκτάκτου ανάγκης.
Για την επιβολή σκληρών μέτρων χρειάζονταν σκληροί νόμοι. Στον νόμο
περί προδοσίας του έθνους προστέθηκε ένα άρθρο εναντίον της
χρησιμοποίησης της θρησκείας για πολιτικούς σκοπούς. Το Προοδευτικό
Ρεπουμπλικανικό Κόμμα δεν έθεσε ουδεμία ένσταση επί του άρθρου.
Η προσωρινή συμφωνία στο Κοινοβούλιο έληξε με την πτώση της
κυβέρνησης του Φετχί Μπέη. Ο Ισμέτ Πασάς, που θεωρούσε ότι τα μέτρα
στην Ανατολία δεν ήταν αρκετά σκληρά, αναδείχθηκε νέος πρωθυπουργός.
Η πρώτη του ενέργεια ήταν να παρουσιάσει έναν νόμο ο οποίος θα εγγυάτο
ειρήνη και ασφάλεια, παραχωρώντας στην κυβέρνηση πρόσθετες
αρμοδιότητες.
Ο νέος νόμος πρόσφερε για δύο χρόνια απεριόριστη εξουσία στην
κυβέρνηση σε όλη τη χώρα. Το Προοδευτικό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα έθεσε
βέτο και άσκησε δριμεία κριτική. Παρ’ όλα αυτά, ο νόμος εγκρίθηκε στις 4
Μαρτίου του 1925. Ο Κιαζίμ Καραμπεκίρ τάχθηκε εναντίον της
καταπάτησης των συνταγματικών δικαιωμάτων.
Στις 6 Μαρτίου οι συντακτικές ομάδες πέντε εφημερίδων (Tevhid-i Efkâr,
Istiklal, Son Telgraf, Aydınlık Orak Çekiç, Sebilürreşat) και, έναν μήνα
αργότερα, ακόμα μίας, της Tanin, υποχρεώθηκαν να διακόψουν τη
λειτουργία τους.
Τριάντα τρεις σοσιαλιστές και κομμουνιστές συνελήφθησαν και
οδηγήθηκαν στο δικαστήριο. Τα έκτακτα δικαστήρια Ιστικλάλ [της
Ανεξαρτησίας] εργάζονταν ακατάπαυστα. Στο βιβλίο του, Ατατούρκ, η
αναγέννηση ενός έθνους (Atatürk, Rebirth of a Nation), ο λόρδος Κίνρος
γράφει ότι στην κυβέρνηση παραχωρήθηκαν «εκτεταμένες, δικτατορικές
αρμοδιότητες». Μια εποχή καταπίεσης άρχιζε. Στις ανατολικές επαρχίες
πολλά μέλη του Προοδευτικού Ρεπουμπλικανικού Κόμματος συνελήφθησαν.
Η ηγεσία του κόμματος, αντιθέτως, δήλωσε ότι δεν έχει αντιδραστικές
επιδιώξεις ή μυστικές δραστηριότητες.
Στις 15 Απριλίου ο Σεΐχ Σαΐντ παραδόθηκε, αναγνωρίζοντας την ήττα του.
Το κίνημα της καταπίεσης διήρκεσε μέχρι τα τέλη Μαΐου.

Η Λατιφέ ως επίτιμος πρόεδρος του Τουρκ Οτζαγί


Το φθινόπωρο του 1925 η Λατιφέ εξελέγη στην κεντρική επιτροπή καθώς
και επίτιμος πρόεδρος του Τουρκ Οτζαγί, ενός πολιτιστικού συλλόγου, ο
οποίος είχε μεγαλύτερο κύρος από τον σύλλογο προστασίας παιδιών Χιμαγέ-
ι Ετφάλ Τσεμιγετί, του οποίου ήταν πρόεδρος. Με τον ρόλο της συζύγου του
προέδρου, είχε διευθύνει πολλές δραστηριότητες του συλλόγου από το 1923
έως το 1925.
Ο σύλλογος Τουρκ Οτζαγί είχε ιδρυθεί το 1912 υπό τη διεύθυνση του
Αμπντουλάχ Σούφι και του Ζιγιά Γκέκαλπ. Στις συγκεντρώσεις επιτρεπόταν
να παρευρίσκονται και γυναίκες. Εκτός από τις πολιτιστικές εκδηλώσεις,
οργανώνονταν και συνέδρια, τα οποία ήταν ανοιχτά και στις γυναίκες, ενώ
καταβάλλονταν προσπάθειες για τη συμμετοχή των γυναικών στην
κοινωνική ζωή. Ανάμεσα στις γυναίκες που έλαβαν μέρος στα συνέδρια ήταν
και τα ονόματα της Χαλιντέ Εντίπ και της Μουφιντέ Φερίτ. Το 1913 οι εν
λόγω γυναίκες εξελέγησαν μάλιστα στη διευθύνουσα επιτροπή του Τουρκ
Οτζαγί.
Πριν από την ανακήρυξη της δημοκρατίας, ο Τουρκ Οτζαγί φρόντιζε ώστε
να παραμένει στην επικαιρότητα το ζήτημα της κοινωνικής θέσης των
γυναικών. Ο σύλλογος, οι δραστηριότητες του οποίου έπαυσαν κατά τον
Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, ανασυγκροτήθηκε ταυτόχρονα με την ανακήρυξη
της δημοκρατίας. Στα τέλη του 1923 υπήρχαν ήδη σαράντα τοπικές ομάδες.
Την εν λόγω εποχή ο σύλλογος ήταν πολύ δημοφιλής και στους
προύχοντες. Συζητούνταν ιδεολογικά ζητήματα, ενώ πρόσωπα με σημαντική
θέση στην κυβέρνηση έγραφαν στο επίσημο περιοδικό του συλλόγου, Türk
Yuadu.
Τα χρόνια εκείνα ο Τουρκ Οτζαγί ήταν ένας πολιτιστικός θεσμός που είχε
ασπαστεί την ιδεολογία της δημοκρατίας. Στο πλαίσιο του συλλόγου
παρουσιάζονταν και συζητούνταν οι επικείμενες μεταρρυθμίσεις. Γι’ αυτό
και ο σύλλογος έπαιζε σημαντικό ρόλο στις προσπάθειες του
εκσυγχρονισμού.
Με αφορμή την εξέγερση του Σεΐχ Σαΐντ, το συνέδριο του Τουρκ Οτζαγί
βρισκόταν υπό την επιρροή του εθνικισμού και του τουρκισμού.
Στις 2 Μαΐου του 1925 η εφημερίδα Cumhuriyet δημοσίευσε στην πρώτη
της σελίδα ένα άρθρο για την ομιλία της Λατιφέ στον Τουρκ Οτζαγί, με
τίτλο: «Μια σημαντική ομιλία της Λατιφέ Χανούμ Εφέντι». Η είδηση
δημοσιεύτηκε την ίδια μέρα και στην εφημερίδα Vatan. Προφανώς το
πρακτορείο Τύπου Anadolu AjansI* είχε στείλει στις εφημερίδες μια
περίληψη της ομιλίας αυτής, τονίζοντας τα σημεία τα οποία έγιναν δεκτά με
ιδιαίτερα θετικό τρόπο.
Στην ομιλία της στο συνέδριο η Λατιφέ τόνισε ότι η θρησκεία και οι
ιδεολογίες διχάζουν τη χώρα, ότι ο Τουρκ Οτζαγί αντιπαρατίθεται διαρκώς
σε αυτές τις ιδεολογίες και έχει επιτύχει εντυπωσιακά αποτελέσματα.
Με αυτή την ομιλία η Λατιφέ υποστήριζε ανοιχτά την πολιτική της
κυβέρνησης. Η τότε παρουσίαση της ομιλίας στον Τύπο είναι ενδεικτική της
σημασίας που αποδιδόταν στην υποστήριξη της κυβέρνησης εκ μέρους της
Λατιφέ.
Αμέσως μετά το συνέδριο η κεντρική επιτροπή εξέλεξε τη Λατιφέ ως
επίτιμο πρόεδρο, στις 17 Μαΐου. Η Λατιφέ είχε δρέψει τους καρπούς των δύο
και πλέον χρόνων στο Τσάνκαγια. Είχε εκλεγεί επίτιμος πρόεδρος ενός
συλλόγου με μεγάλο κύρος.

Η θέση της Λατιφέ στην πολιτική


Αντιθέτως, πυκνά ήταν τα σύννεφα πάνω από το Προοδευτικό
Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Η Εθνοσυνέλευση δεν μπορούσε να ανεχθεί την
ύπαρξη δύο κομμάτων. Τέλος, στις 3 Ιουνίου του 1925 το Προοδευτικό
Ρεπουμπλικανικό Κόμμα ετέθη εκτός νόμου. Αλλά και η εξέγερση στην
Ανατολία έφτασε στο τέλος της. Στις 28 Ιουνίου ο Σεΐχ Σαΐντ και οι σαράντα
έξι υποστηρικτές του εκτελέστηκαν μπροστά στο Ουλουτσαμί τζαμί στο
Ντιγιαρμπακίρ.
Ποια ήταν όμως η θέση της Λατιφέ στην πολιτική; Ο ξένος Τύπος έγραφε ότι
η Λατιφέ διέθετε μεγάλη επιρροή. Η ίδια δε δίσταζε ποτέ να εκφράζει τις
απόψεις της στους δημοσιογράφους. Μάλιστα, τις πρώτες μέρες του γάμου
της είχε πει στον δημοσιογράφο Ουόρντ Πράις: «Όλα όσα σας λέω μπορείτε
να θεωρήσετε ότι σας τα είπε ο ίδιος ο στρατηγός Μουσταφά Κεμάλ».
Ο Ισμέτ Μποζντάγ έγραψε ότι η Λατιφέ αναμειγνυόταν στις κρατικές
υποθέσεις από τη θέση του υπασπιστή ή του γραμματέα, κι αυτός ήταν ο
λόγος που στη συνέχεια δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τον αποκλεισμό της.
Κατά τον πρώτο χρόνο του γάμου της η Λατιφέ είχε αναμειχθεί, χάρη στον
Μουσταφά Κεμάλ, σε όλες τις υποθέσεις. Αυτό άλλαξε δραστικά τον
δεύτερο χρόνο, με αποτέλεσμα να αισθάνεται εντελώς αποκλεισμένη.
Εξέφρασε το παράπονό της στους γονείς της, ενώπιον του Μουσταφά Κεμάλ.
Ωστόσο, λίγο πριν από τον χωρισμό, τον Μάιο του 1925, η Λατιφέ ήρθε και
πάλι στο προσκήνιο, γεγονός το οποίο έδειχνε ότι η κατάσταση είχε αλλάξει
και πάλι.
Τα βιβλία και οι βιογραφίες που γράφτηκαν για τον Ατατούρκ παρουσιάζουν
πάντα το ενδιαφέρον της Λατιφέ για την πολιτική σαν ελάττωμα. Η
περιέργειά της όσον αφορά τα πολιτικά ζητήματα αντιμετωπίζεται σαν
υπέρβαση των αρμοδιοτήτων της. Σε τελική ανάλυση, η πολιτική
θεωρούνταν προνομιακό πεδίο των αντρών, από το οποίο οι γυναίκες έπρεπε
να απέχουν.
Στο βιβλίο του Αργεντινού διπλωμάτη Βιγιάλτα, Ατατούρκ, βρίσκουμε μια
ενδιαφέρουσα εκτίμηση:
«Η Λατιφέ είχε καταλάβει ότι η πολιτική που ακολουθούσε ο σύζυγός της
δεν ήταν η κατάλληλη για την Τουρκία. Το έλεγε αυτό ακόμα και
μπροστά σε καλεσμένους από το εξωτερικό και σε δημόσιες συζητήσεις.
Είχε αρχίσει να αντιτίθεται στον κεμαλισμό. Στο τέλος η υπομονή του
Κεμάλ εξαντλήθηκε, είδε το λάθος του και πήρε μια γρήγορη απόφαση».
Σύμφωνα με το βιβλίο του Άρμστρονγκ, Ο γκρίζος λύκος, η Λατιφέ είχε
αντιπολιτευτική στάση:
«Όσον αφορά τις γυναίκες, εκείνη είχε πιο σαφείς και ώριμες
φιλελεύθερες αντιλήψεις. Θεωρούσε ότι τα δύο φύλα θα έπρεπε να είναι
ισότιμα και να απολαμβάνουν ίσες ευκαιρίες. Με τον καιρό όμως, η
Λατιφέ και ο Μουσταφά Κεμάλ άρχισαν να διαφωνούν όλο και
συχνότερα. Εκείνη πλέον βρισκόταν κοντά στην αντιπολίτευση.
Ακολουθούσε μια δική της πολιτική γραμμή και άρχισε να εκφράζει
αντιρρήσεις απέναντι στον Μουσταφά Κεμάλ.
»Όπως έκανε και για ζητήματα της ιδιωτικής του ζωής, άρχισε να ασκεί
κριτική και στην κοινωνική του ζωή. Εξέφραζε αντιρρήσεις σχετικά με
την εργασία και τις αποφάσεις του. Όσο περιοριζόταν σε γυναικείες
συγκεντρώσεις, ο Μουσταφά Κεμάλ δεν είχε καμιά αντίρρηση…».
Αυτά τα δύο σχόλια ίσως εκφράζουν υπερβολικές εκτιμήσεις. Από τις
πηγές πάντως προκύπτει ότι, όσον αφορά την πολιτική, ακολουθούσε τον
Μουσταφά Κεμάλ κατά το διάστημα που ζούσαν στο Τσάνκαγια. Ίσως όμως
ο χαρακτήρας της –που την έκανε να τα αμφισβητεί όλα και να ζητά
εξηγήσεις για τα πάντα– ευθυνόταν για το γεγονός ότι τη θεωρούσαν
αντιπολιτευόμενη. Απέναντι στον Μουσταφά Κεμάλ η Λατιφέ δεν εκδήλωνε
ούτε απόλυτη εναντίωση ούτε απόλυτη υπακοή. Στις εντάσεις που συχνά
προέκυπταν ανάμεσά τους έπαιξαν ρόλο σίγουρα και οι πολιτικές
αναταραχές στην Τουρκία.
Ποια ήταν τα θεμέλια του γάμου;

Η ΛΑΤΙΦΕ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΑΝΑΠΟΣΠΑΣΤΟ ΜΕΡΟΣ της βιογραφίας του Μουσταφά


Κεμάλ. Όποιος ασχοληθεί με τον Ατατούρκ είναι υποχρεωμένος να αναφέρει
και τη Λατιφέ.
Στη βιογραφία με τίτλο, Ölümsüz Atatürk, που εξέδωσαν το 1998 ο Νόρμαν
Ίτσκοβιτς και ο Βαμίκ Ντ. Βολκάν, ένα βιβλίο ιδιαίτερα σημαντικό, που έχει
ως θέμα την ψυχoλογία του Μουσταφά Κεμάλ, οι συγγραφείς καταλήγουν σε
ένα ενδιαφέρον συμπέρασμα:
«Ο γάμος στηριζόταν σε θεμέλια που ξεπερνούσαν τη γοητεία της Λατιφέ
και την ικανοποίηση του Μουσταφά Κεμάλ για τη μεγάλη αγάπη που
έτρεφε εκείνη προς το πρόσωπό του. Όπως φαίνεται, ο Μουσταφά Κεμάλ
έβλεπε τη Λατιφέ ως σύμβολο της επιτυχίας του ως ατόμου. Είναι
προφανές ότι η Λατιφέ ήταν πολύ ικανοποιημένη από το ότι ήταν
παντρεμένη με τον ήρωα, τον οποίο είχε εξιδανικεύσει στο μυαλό της.
Ωστόσο δεν έδειξε σοβαρή επιθυμία να γνωρίσει τον Μουσταφά Κεμάλ
ως άνθρωπο, με αντικειμενικό τρόπο».
Στο ερώτημα ποιος ήταν ο ρόλος του έρωτα στον διετή αυτό γάμο, οι
λεπτομέρειες του οποίου θα μπορούσαν να γίνουν αντικείμενο αμέτρητων
ταινιών, ο καθένας έχει διαφορετική απάντηση.
Ο Σεβκέτ Σουρεγιά θεωρεί ότι και οι δύο παντρεύτηκαν για λόγους που δεν
είχαν σχέση με τον έρωτα:
«Όταν ο Μουσταφά Κεμάλ ήρθε στην Άγκυρα ως ηγέτης ενός κράτους,
ήταν ένας εργένης χωρίς πείρα στις γυναίκες και στα ερωτικά, ενώ ήταν
μόλις σαράντα δύο ετών. Μια γυναίκα δε σημαίνει σε κάθε περίπτωση
και έρωτα. Παρότι σε τελική ανάλυση παντρεύτηκε… δεν ήταν ένας
γάμος από έρωτα. Φαίνονταν σαν να ήθελαν να φτιάξουν ένα κοινό σπίτι.
Ο έρωτας δε βασιζόταν σε αμοιβαιότητα. Ο γάμος έγινε βιαστικά και
άλλο τόσο βιαστικά διαλύθηκε. Διότι κάτι έλειπε. Απλώς δεν ήταν
ερωτευμένοι μεταξύ τους».
Η Χαλιντέ Εντίπ, σε αντίθεση με τον Σεβκέτ Σουρεγιά, ήταν της γνώμης
ότι ο Μουσταφά Κεμάλ ερωτεύτηκε τη Λατιφέ αμέσως μόλις τη γνώρισε. «Ο
Μουσταφά Κεμάλ την είχε γοητεύσει από κάθε άποψη, αλλά επίσης ήταν
φανερό ότι και ο ίδιος ήταν ερωτευμένος με τη Λατιφέ Χανούμ», όπως
έγραψε.
Αυτό σημαίνει ότι τους πρώτους μήνες ήταν πολύ ευτυχισμένοι.
Αλλά και ο Άρμστρονγκ έγραψε ότι ο Μουσταφά Κεμάλ την είχε ερωτευτεί
παράφορα:
«Δίπλα του είχε μια κοπέλα που προσωρινά του ασκούσε ερωτική έλξη
και η οποία ήταν σε θέση να αποτελέσει ταυτόχρονα σύντροφο και
βοηθό. Πέραν αυτών, η νεαρή γυναίκα διέθετε απαλές καμπύλες, απέπνεε
και ξυπνούσε πόθο, ήταν όμορφη και γοητευτική. Τον είχε κάνει τρελό,
του είχε γυρίσει το κεφάλι. Κυριολεκτικά καιγόταν για κείνη. Για πρώτη
φορά ήταν ερωτευμένος».
Στις βιογραφίες και στα απομνημονεύματα δεν υπάρχει κάποιο στοιχείο για
να συμπεράνει κανείς ότι ο Μουσταφά Κεμάλ ένιωθε πάθος για τη Λατιφέ.
Ίσως να μην ήταν παράφορα ερωτευμένος –σύμφωνα με τη γνώμη του
Σεβκέτ Σουρεγιά–, ωστόσο, χωρίς αμφιβολία, είχε συναντήσει μια γυναίκα
που θύμιζε εκείνη που θα ήθελε να ερωτευτεί.
Η Σαμπιχά Γκιοκτσέν, μια από τις θετές κόρες του Ατατούρκ, ανήκε σε
εκείνους που πίστευαν ότι κατά βάθος ο δεσμός της Λατιφέ και του
Μουσταφά Κεμάλ δεν ήταν ερωτικός. Κατά την άποψή της, μόνο η φήμη του
γάμου, που δημιουργήθηκε όταν έμενε στο σπίτι της Λατιφέ στη Σμύρνη,
οδήγησε τελικά τον Μουσταφά Κεμάλ σε μια συμβίωση με αυτήν. Σε μια
συζήτηση με τον Σεμσί Μπελί, επιβεβαίωσε τη διαπίστωση του τελευταίου
ότι ο γάμος του Ατατούρκ με τη Λατιφέ Χανούμ δε θα πρέπει να έγινε από
έρωτα, δίνοντας την εξής απάντηση: «Όχι, όχι».
Στη συζήτηση εκείνη, η Σαμπιχά Γκιοκτσέν συνέκρινε τη Φικριγέ και τη
Λατιφέ λέγοντας τα εξής:
«Η Φικριγέ Χανούμ ήταν νέα, όμορφη και διανοούμενη. Ενδέχεται να
υπήρχε ανάμεσά τους αισθηματικός δεσμός. Ίσως ο Ατατούρκ να
πλησίασε συναισθηματικά τη Φικριγέ… Όμως η Φικριγέ ήταν πολύ πιο
έντονα δεμένη με τον Ατατούρκ… Η Φικριγέ ήταν πραγματικά
ερωτευμένη με τον Ατατούρκ. Ο Ατατούρκ δεν ήταν αδιάφορος απέναντι
σε αυτόν τον έρωτα. Ένιωθε κι αυτός ένα ενδιαφέρον για τη Φικριγέ
Χανούμ… όχι όμως τόσο όσο ένιωθε η Φικριγέ για κείνον… και τελικά η
Φικριγέ Χανούμ οδηγήθηκε εξαιτίας αυτού του έρωτα στην αυτοκτονία…
»Όσον αφορά τα αισθήματα, η Λατιφέ Χανούμ δεν ήταν από την αρχή
όπως η Φικριγέ. Πιθανόν να δέθηκε συναισθηματικά με τον Ατατούρκ
αργότερα… Πιστεύω πάντα ότι καλύτερα θα ήταν ο Ατατούρκ να είχε
παντρευτεί τη Φικριγέ, διότι η Φικριγέ Χανούμ χρησιμοποιούσε πάντα το
μυαλό της και αγαπούσε πάντα τον Ατατούρκ… Κάθε άνθρωπος έχει
κάποιες ιδιοτροπίες… ίσως και ο Ατατούρκ… Αλλά η Φικριγέ σίγουρα
θα τις είχε αντιμετωπίσει με ανοχή… Η Λατιφέ Χανούμ, δυστυχώς, δεν
ανέχθηκε ποτέ αυτές τις ιδιοτροπίες».
Αυτή την εντύπωση αποκόμισε η Σαμπιχά Γκιοκτσέν από συζητήσεις στο
τραπέζι του Μουσταφά Κεμάλ. Λυπάται που ο Μουσταφά Κεμάλ δεν
παντρεύτηκε τη Φικριγέ, συμπληρώνει όμως ότι ο ίδιος ποτέ δεν εξέφρασε
παρόμοια πρόθεση.
Κατά γενική ομολογία, στη Φικριγέ φέρθηκαν άδικα. Ίσως γι’ αυτό και να τη
συγκρίνουν τόσο συχνά με τη Λατιφέ. Πολλές γυναίκες που είναι σήμερα
γύρω στα δεκαοκτώ θεωρούν ότι η Φικριγέ θα ταίριαζε καλύτερα στον
Μουσταφά Κεμάλ και ότι, αν την είχε παντρευτεί, θα ήταν ευτυχισμένος.
Αυτό που τονίζεται συχνά είναι πως η Φικριγέ, σε αντίθεση με τη Λατιφέ,
θεωρούσε τα λόγια του Μουσταφά Κεμάλ νόμο.
Πώς θα μπορούσε ο Μουσταφά Κεμάλ να παντρευτεί τη Φικριγέ, η οποία
ζούσε μαζί του τουλάχιστον δυόμισι χρόνια; Σίγουρα θα φαινόταν παράξενο
αν ο Μουσταφά Κεμάλ, ο οποίος ήθελε και με τον γάμο του να αποτελέσει
πρότυπο για τον τουρκικό λαό, ανακοίνωνε ότι θα παντρευόταν τη γυναίκα
με την οποία ήδη μοιραζόταν το σπίτι του. Εκτός αυτού, παραμένει ανοιχτό
το ερώτημα αν ο Μουσταφά Κεμάλ θα ήθελε να έχει ως σύντροφο μια
γυναίκα που δε θα του αντιμιλούσε ποτέ.
Ένας από τους σημαντικότερους λόγους που ο Μουσταφά Κεμάλ
παντρεύτηκε τη Λατιφέ ήταν το γεγονός ότι αυτή δε δίσταζε να του αντιμιλά
για πολλά πράγματα, ότι έκανε συζητήσεις μαζί του και ότι υποστήριζε τις
ιδέες του συνεισφέροντας και η ίδια σε αυτές. Σύμφωνα με τις αφηγήσεις, η
Φικριγέ ήταν διαφορετική. Έδειχνε την αγάπη της στον Μουσταφά Κεμάλ,
ακολουθώντας τον σε όλα.
Οι βιογραφίες και τα απομνημονεύματα, όπου υπάρχει συμφωνία ότι η
Φικριγέ αποτελούσε αναφαίρετο κομμάτι της ζωής του Μουσταφά Κεμάλ,
μιλούν πάντα καλοπροαίρετα για κείνην· ίσως επειδή πέθανε νέα, ίσως γιατί
γνώριζε πώς να κερδίζει τη συμπάθεια όλων. Οι πάντες στο περιβάλλον της
Φικριγέ τής αναγνώριζαν καλοσύνη και ωριμότητα. Ουδέποτε διατυπώθηκαν
εναντίον της τόσο σοβαρές κατηγορίες όπως εκείνες που εκτοξεύτηκαν
εναντίον της Λατιφέ. Η όμορφη και ανιδιοτελής γυναίκα που ήρθε στο
Τσάνκαγια στις πιο ταραγμένες μέρες του πολέμου έγινε δεκτή από όλους
και δεν έδωσε ποτέ αφορμές για συζητήσεις. Σίγουρα έπαιξε ρόλο και το
γεγονός ότι είχε μακρινή συγγένεια με τον Μουσταφά Κεμάλ.
Η αυτοπεποίθηση της Λατιφέ, το ανοιχτό και απροκατάληπτο μυαλό της
είχαν γοητεύσει από την πρώτη μέρα τον Μουσταφά Κεμάλ. Δεδομένων των
τότε αντιλήψεων, η απόφαση να παντρευτεί μια γυναίκα που διεκδικούσε
ισότητα ήταν κάτι πολύ ευχάριστο για τον Μουσταφά Κεμάλ. Η σύζυγός του
εκπροσωπούσε το πρότυπο της γυναίκας του μέλλοντος.
Ο Πάτρικ Κίνρος εκφράστηκε σε σχέση με τη Λατιφέ με τον εξής τρόπο:
«Η Λατιφέ, η οποία δεν ήταν γυναίκα που έμενε στη σκιά, δεν άφηνε σε
κανέναν αμφιβολίες για την προσωπικότητά της. Από τις πρώτες μέρες
του γάμου ο Μουσταφά Κεμάλ βρήκε στο πρόσωπό της έναν
ενδιαφέροντα φίλο, κάτι που καμιά άλλη γυναίκα δε θα μπορούσε να του
προσφέρει.
»Εκτός αυτού, πάντα ήταν κατά κάποιον τρόπο και η “γραμματέας”
του, τον βοηθούσε στη δουλειά, του έδινε συμβουλές. Ήταν ευφυής και
πολύ μορφωμένη, είχε αυτοπεποίθηση και δικές της ιδέες, ήταν σε θέση
να επιχειρηματολογεί και να συζητά. Ανάμεσά τους υπήρχε δεσμός
ισότιμος κατά το δυτικό πρότυπο του γάμου, κι αυτό ήταν κάτι που το
έβλεπε και ο Μουσταφά Κεμάλ».

Έπαιξαν ρόλο τα χρήματα στη σύναψη του γάμου;


Ο συγγραφέας Σεμσί Μπελί, ο οποίος έκανε πολλές συζητήσεις με τη
Μακμπουλέ Αταντάν, την αδερφή του Μουσταφά Κεμάλ, σημειώνει ότι η
Λατιφέ παντρεύτηκε τον Μουσταφά Κεμάλ λόγω των χρημάτων του.
Σύμφωνα με τον Σεμσί Μπελί, η Μακμπουλέ Χανούμ δήλωσε ότι ο ίδιος ο
Ατατούρκ είχε πει πως η Λατιφέ τον αγάπησε μόνο για τα λεφτά και τη θέση
του, ενώ η Φικριγέ γι’ αυτό που ήταν.
Είναι βέβαιο πως το ηγετικό χάρισμα του Μουσταφά Κεμάλ και το γεγονός
ότι ηγούνταν του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα έπαιξαν ρόλο για τον έρωτα
της Λατιφέ. Ωστόσο δε φαίνεται πειστικό το επιχείρημα ότι τον παντρεύτηκε
λόγω της οικονομικής του επιφάνειας. Ανάμεσά τους αυτός που είχε
οικονομική ευχέρεια ήταν η Λατιφέ. Επίσης δεν είναι και πολύ πιθανό να
έκανε η Μακμπουλέ μια τέτοια δήλωση.
Ένας αριστερός Αμερικανός δημοσιογράφος, ο Λούις Μπράιαντ,
υποστήριξε το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή ότι ο Μουσταφά Κεμάλ
παντρεύτηκε τη Λατιφέ απλώς επειδή ήταν πλούσια:
«Η Λατιφέ δεν ήταν ούτε η πιο θαρραλέα ούτε η πιο όμορφη, ούτε η πιο
έξυπνη ούτε η πιο ελκυστική γυναίκα της Τουρκίας. Ήταν η πιο πλούσια.
Ήταν η κόρη του πλουσιότερου άντρα της Τουρκίας, ενός εμπόρου από
τη Σμύρνη. Ο Μουσταφά Κεμάλ περίμενε ότι ο πεθερός του θα του
πρόσφερε εκείνο που χρειαζόταν πραγματικά: χρήματα».
Η Λατιφέ ήταν πολύ ερωτευμένη με τον Μουσταφά Κεμάλ. Ο έρωτας
αυτός είχε αρχίσει πολύ πριν τον γνωρίσει, συνεχίστηκε και έγινε ακόμα
εντονότερος. Είναι γνωστό ότι η Λατιφέ τις τελευταίες μέρες της ζωής της
ζούσε μόνη της ενώ είχε πάντα μαζί της μια φωτογραφία του Μουσταφά
Κεμάλ, όπως επίσης και ότι από το παράθυρό της έβλεπε ένα άγαλμά του
που της άρεσε πολύ.
Όμως η αγάπη της Λατιφέ δεν ήταν χωρίς όρους. Όταν ένιωθε ότι έχει
πληγωθεί η αξιοπρέπειά της, δεν μπορούσε να συγκρατηθεί και κάθε φορά
διακινδύνευε μια ρήξη.

Δύο έντονες προσωπικότητες


Πώς μπορούσαν να ζήσουν μαζί δύο τόσο ισχυρές προσωπικότητες; Η
Γαλλίδα δημοσιογράφος Μπερτ Ζορζ-Γκωλί είχε θέσει αυτό το ερώτημα ήδη
από τις πρώτες μέρες του γάμου:
«Ποιος από τους δύο θα έχει το πάνω χέρι; Το βέβαιο ήταν ότι ο ένας από
τους δύο θα έπρεπε, σε τελική ανάλυση, να υποταχθεί στον άλλο.
Κανένας από το περιβάλλον τους δε θα μπορούσε να πει ποιος θα ήταν
αυτός, όμως όλοι περίμεναν με αγωνία την έκβαση. Η Λατιφέ είχε αρκετά
όπλα για να προστατεύσει τον εαυτό της. Ωστόσο ήταν γοητευμένη από
τον μαγνητισμό ενός σπουδαίου μυαλού, του οποίου η μορφή και το ύφος
μεταβάλλονταν διαρκώς και έως τώρα είχε αποφύγει κάθε μορφή
κυριαρχίας. Ποιος άραγε θα έβγαινε νικητής;».
Ο Γερμανός συγγραφέας Ντάγκομπερτ φον Μίκους το 1929 έγραψε:
«Και οι δύο ήταν πολύ ισχυρές προσωπικότητες, περήφανοι, σκληροί,
άκαμπτοι, υπερβολικά όμοιοι στον χαρακτήρα, για να δημιουργηθεί
μεταξύ τους αρμονία. Μοιραία θα αναπτυσσόταν μια βουβή
αντιπαλότητα η οποία θα έκρινε τελικά ποιος από τους δύο θα
κυριαρχούσε».
Οι συγγραφείς Βαμίκ Βολκάν και Νόρμαν Ίτσκοβιτς συμμερίζονται αυτή
την άποψη:
«Παραδόξως, ο Μουσταφά Κεμάλ παντρεύτηκε τη Λατιφέ επειδή ήταν
πολύ διαφορετική από τη μητέρα του. Η τόλμη της, η ικανότητά της να
κάνει ό,τι η ίδια θεωρούσε σωστό, η υπέρβαση κάθε ορίου τού θύμιζαν
μάλιστα τον εαυτό του. Σε λίγο καιρό θα βίωνε την καταπιεστική,
ασφυκτική πλευρά της Λατιφέ».
Ο Άρμστρονγκ έγραψε:
«Ήταν δυνατοί άνθρωποι και οι δύο, με ισχυρή θέληση, που δεν
υποτάσσονταν. Εκείνη ήταν εξίσου ευφυής, ετοιμόλογη και δεικτική με
αυτόν. Δεν ανεχόταν την κριτική, τουλάχιστον όσο κι αυτός. Και δεν
έκαναν παιδί, το οποίο θα μπορούσε να τους κρατήσει μαζί και να τους
προσφέρει γαλήνη».

Η Λατιφέ φρόντιζε για την υγεία του Κεμάλ


Η Λατιφέ ήθελε ο Μουσταφά Κεμάλ να αποκτήσει αίσθηση της οικογένειας.
Η εκτίμηση του Σεβκέτ Σουρεγιά είναι η εξής: «Η Λατιφέ Χανούμ
αναζητούσε έναν άνθρωπο του σπιτιού και μια κεφαλή στην οικογένεια.
Αντίθετα, ο Μουσταφά Κεμάλ παρέμενε πιστός στις συνήθειές του».
Η Λατιφέ ήταν παντρεμένη με τον άντρα που ηγούνταν της Τουρκίας και
δεν της άρεσε καθόλου που έμενε στο τραπέζι με τους φίλους του έως τις
πρώτες πρωινές ώρες.
Η Σουρεγιά Αγάογλου σχολίασε σχετικά:
«Η Λατιφέ φρόντιζε για την υγεία του… Για παράδειγμα, ήθελε να
πηγαίνει για ύπνο γύρω στα μεσάνυχτα. Αυτός ήταν ο λόγος που οι άλλοι
δε συμπαθούσαν τη Λατιφέ Χανούμ. Η Λατιφέ δεν ήθελε να πίνει αλκοόλ
ο Μουσταφά Κεμάλ. Ως οικογένεια θαυμάζαμε πολύ τη Λατιφέ και
μάλιστα την αγαπούσαμε. Βλέποντας με τα μάτια μιας γυναίκας, θα
ήθελα να πω ότι, αν ο Ατατούρκ έμενε παντρεμένος και δε χώριζε τη
Λατιφέ, αφενός θα είχε ζήσει περισσότερο… και αφετέρου θα μπορούσε
να έχει γίνει πρότυπο με διαφορετικό τρόπο».
Οι προσπάθειες της Λατιφέ να περιορίσει την κατανάλωση αλκοόλ, καθώς
και τις ώρες που βρισκόταν στο τραπέζι με τους φίλους του θύμωναν τον
Μουσταφά Κεμάλ. Ο λόρδος Κίνρος γράφει: «Από ψυχολογική άποψη, το
μεγαλύτερο λάθος της Λατιφέ ήταν ότι φρόντιζε με διάφορους τρόπους ώστε
να μην πίνει αλκοόλ ο Μουσταφά Κεμάλ. Προσπαθούσε να περιορίσει την
κατανάλωση αλκοόλ στο τραπέζι. Κάποτε μπήκε στο δωμάτιο κι άρχισε να
φωνάζει μπροστά στους φίλους του: «Μα τι κάνεις, Κεμάλ, πάλι πίνεις;».
Ωστόσο πολλοί από αυτούς που διαμόρφωναν το πεπρωμένο της Τουρκίας
πίστευαν ότι οι προσπάθειες της Λατιφέ μπορούσαν να βοηθήσουν. Ο
συνταγματάρχης Φεβζί Τσακμάκ εξέφρασε την άποψή του ως εξής: «Από τη
Λατιφέ, μια πανέξυπνη και ικανή γυναίκα, μπορεί κανείς να περιμένει
σπουδαία πράγματα. Αν η Λατιφέ Χανούμ κατόρθωνε να ελέγξει την
κατανάλωση αλκοόλ στο τραπέζι εκ μέρους του αρχηγού, θα πρόσφερε τη
μεγαλύτερη υπηρεσία στη χώρα».
Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που περίμεναν από τη Λατιφέ να βοηθήσει τον
Κεμάλ ώστε να βάλει τάξη στη ζωή του, μιας και αυτός δεν ενδιαφερόταν για
την υγεία του. Περίμεναν όμως να ακολουθήσει μια πιο διακριτική και
επιδέξια τακτική. Ωστόσο, όπως ήταν ο χαρακτήρας της, η Λατιφέ
ακολούθησε μια κάπως αυταρχική μέθοδο και κρατούσε στην τσάντα της τα
κλειδιά του ραφιού με τα ποτά. Ο Μουσταφά Κεμάλ, από την πλευρά του,
δεν ανεχόταν οποιονδήποτε περιορισμό της ελευθερίας του.

Ένας γάμος χωρίς παιδιά


Τόσο ο Μουσταφά Κεμάλ, όσο και η Λατιφέ αγαπούσαν πολύ τα παιδιά.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον Χουσρέφ Γκερεντέ, ο Μουσταφά Κεμάλ δεν
μπορούσε να κάνει παιδιά. Κατά τη γνώμη του Ριζά Νουρ, τούτο υπήρξε
συνέπεια μιας ασθένειας που είχε περάσει στην παιδική του ηλικία. Είναι
άγνωστο πότε βρέθηκε η Λατιφέ αντιμέτωπη με αυτό το γεγονός, καθώς και
το αν γινόταν ανοιχτά λόγος γι’ αυτό. Είναι γνωστό πάντως ότι κατά τη
διάρκεια των δυόμισι χρόνων η Λατιφέ επισκεπτόταν συχνά γυναίκες που
είχαν αποκτήσει παιδιά και μάλιστα βάφτισε κάποια από αυτά. Ο Αλτεμούρ,
ο γιος του Κιλίτς Αλί και της Χουμεϊρά, που γεννήθηκε εκείνη την εποχή,
πήρε και αυτός το όνομά του από τη Λατιφέ.
Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής της στο κρεβάτι του τοκετού της
Μεβχιμπέ Ινονού πέρασε από το μυαλό της Λατιφέ η ιδέα ότι κι εκείνη θα
ήθελε να κάνει παιδί. Έπειτα από χρόνια αναφέρθηκε σε αυτό το γεγονός σε
μια επιστολή της προς τη Μεβχιμπέ:
«Αξιότιμη κυρία,
Αγαπημένη αδερφή,
Χθες το βράδυ έλαβα μια επιστολή από τον (γιο σας), Ομέρ, που με
συγκίνησε πολύ και του απάντησα αμέσως, σαν να ήταν δικό μου παιδί.
Περιέγραψε τόσο όμορφα την Καλιφόρνια, το κλίμα και τα αισθήματά
του. Διάβασα τα λόγια του με μεγάλη ευχαρίστηση. Έπειτα βυθίστηκα σε
σκέψεις. Θυμήθηκα τον Ομέρ, μικροσκοπικό και φασκιωμένο, καθώς και
τα μητρικά αισθήματα που μου προκάλεσε για πρώτη φορά.
»Ήταν μέρες ελπίδας και χαράς. Αλλά σε πολύ σύντομο διάστημα οι
επιθυμίες, οι ανάγκες μου, ακόμα και τα δικαιώματά μου ως ανθρώπου
και ως πολίτη σκορπίστηκαν σαν φθινοπωρινά φύλλα. Θυμήθηκα εκείνες
τις πικρές μέρες κατά τις οποίες είχα να παλέψω με τόσο πολλές
στερήσεις, κάτι που κανένας δεν καταλάβαινε. Και συνειδητοποίησα πάλι
ότι η δική σας ειλικρινής καλοσύνη και κατανόησή υπήρξαν η μοναδική
μου υποστήριξη. Χωρίς να το θέλω, δάκρυσα. Η υπέροχη αδελφή μου,
που πάντα με έβλεπε και με καταλάβαινε όπως ήμουν. Ας σας έχει ο Θεός
καλά».
Λατιφέ Ουσσακί

Ήταν η Λατιφέ ζηλιάρα


Η ερωτική ζωή του Μουσταφά Κεμάλ προκάλεσε την περιέργεια πολλών
συγγραφέων. Στη σχετική βιβλιογραφία περιγράφεται συνήθως ως γυναικάς,
οπότε η Λατιφέ, ως γυναίκα του, έπρεπε να αποδεχτεί τις ερωτικές του
περιπέτειες και να συμβιβαστεί με αυτό το γεγονός.
Επί αιώνες οι Τούρκοι ηγεμόνες είχαν δικά τους χαρέμια. Αν και εκείνη την
εποχή η πολυγαμία ήταν ακόμα νόμιμη, ο Μουσταφά Κεμάλ αποφάσισε να
ζήσει μονογαμικά και επιδίωκε ισότιμη σχέση με τη γυναίκα του. Ούτε η
Λατιφέ υποκρινόταν, ήθελε όντως έναν ισότιμο δεσμό. Άρα ο γάμος με μια
γυναίκα που απέδιδε τόσο μεγάλη αξία στην ισότητα δικαιωμάτων
απαιτούσε, σύμφωνα με την κοινή γνώμη, μεγάλες θυσίες από τον Κεμάλ
Πασά.
Ο Μουσταφά Κεμάλ επέτρεπε στη Λατιφέ να τον προκαλεί, ωστόσο καμιά
φορά δυσανασχετούσε κι εκείνος. Λέγεται ότι κάθε φορά που η ένταση
μεταξύ τους γινόταν αφόρητη, εκείνος έφευγε από το σπίτι.
Ο Ερτσουμέντ Εκρέμ (Ταλού), ο οποίος μετά την ανακήρυξη της
δημοκρατίας έγινε γενικός γραμματέας του προέδρου, ανέφερε ότι η Λατιφέ
απαιτούσε να βλέπει όχι μόνο την ιδιωτική αλλά και τη δημόσια
αλληλογραφία του Μουσταφά Κεμάλ. Στα αδημοσίευτα απομνημονεύματά
της, η Εσίν Τσελικάν, κόρη του Ερτσουμέντ Εκρέμ, σχολίασε τη
συμπεριφορά της Λατιφέ με τον εξής τρόπο:
«Η Λατιφέ Χανούμ είναι ζηλιάρα, ευερέθιστη και ιδιότροπη. Ίσως έχει
δίκιο. Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που η Φικριγέ χτύπησε την
πόρτα του προεδρικού μεγάρου για να δει “τον Ατά της” (τον ηγέτη της).
Στη συνέχεια πολλές κυρίες έκαναν τα γλυκά μάτια στον Ατά. Η Λατιφέ
Χανούμ ήθελε να βλέπει όχι μόνο την ιδιωτική μα και την επίσημη
αλληλογραφία, και ο πατέρας μου είπε: “Μα αυτό δε γίνεται, αξιότιμη
κυρία”».
Ο λόρδος Κίνρος θεωρεί ότι η Λατιφέ άρχισε να ζηλεύει όταν τα
συναισθήματα του Μουσταφά Κεμάλ τής φάνηκαν να ψυχραίνονται:
«… η ζήλια πήρε τέτοιες διαστάσεις, που η Λατιφέ, όπως ακριβώς οι
γυναίκες στο χαρέμι, δεν μπορούσε να την κρύβει πια αλλά την εξέφραζε
ανοιχτά. Ζήλευε τις γυναίκες στις οποίες ο Μουσταφά Κεμάλ έκανε
κάποιο κομπλιμέντο, τους φίλους του και την επιρροή τους στον Γαζή,*
ακόμα και τον σκύλο, για τον οποίο ο Μουσταφά Κεμάλ έδειχνε
ενδιαφέρον. Ένα βράδυ ο Μουσταφά Κεμάλ χάιδεψε στους ώμους
επαινετικά τη μικρή ανιψιά της Λατιφέ, που έπαιζε στο πιάνο. Η Λατιφέ
δεν το ανέχτηκε κι άρχισε τον καβγά».
Μελετώντας όλα τα κείμενα που γράφτηκαν γι’ αυτούς τους τσακωμούς,
γίνεται σαφές ότι κατά τη διάρκεια των δυόμισι ετών του γάμου υπήρξαν
τρεις μεγάλες αντιπαραθέσεις, που τελικά οδήγησαν στον χωρισμό. Σύμφωνα
με τα όσα αφηγούνται, και στις τρεις έπαιξε ρόλο η ζήλια.
Η Σουρεγιά Αγάογλου ανέφερε: «Πρώτα απ’ όλα η Λατιφέ Χανούμ ήταν
μια γυναίκα ερωτευμένη με τον Ατατούρκ. Και όπως όλες οι γυναίκες, έτσι
κι εκείνη ήταν ζηλόφθων. Μια γυναίκα ζηλεύει αυτόν που αγαπά. Και δεν
υπάρχει αμφιβολία ότι η Λατιφέ ζήλευε τον Ατατούρκ. Όλοι λένε ότι θα
έπρεπε να λειτουργεί με μεγαλύτερη σύνεση. Εγώ δεν είμαι αυτής της
γνώμης».
Ο ίδιος ο Κεμάλ θεωρούσε ότι δεν είχε απατήσει τη Λατιφέ. Οι Βολκάν και
Ίτσκοβιτς γράφουν: «Κάποτε είπε στον Νουρί Τζονκέρ ότι μετά τον γάμο
έμεινε πιστός στη Λατιφέ και δεν την απάτησε ποτέ».
Αυτό σημαίνει ότι ο Μουσταφά Κεμάλ κατέβαλλε προσπάθειες ώστε να
μην πληγώσει τη Λατιφέ, όσο καιρό ήταν μαζί της. Ο Άρμστρονγκ,
συγγραφέας του βιβλίου Ο γκρίζος λύκος, γράφει ότι ο Μουσταφά Κεμάλ,
αφότου χώρισε από τη Λατιφέ, δεν είχε κανέναν έλεγχο πια και ζούσε
εντελώς ασύνετα.

Ο θρύλος για τον θόρυβο με τα τακούνια


Η ιστορία για τον θόρυβο με τα τακούνια είχε συμβολικό χαρακτήρα στις
αναφορές στη σχέση της Λατιφέ και του Κεμάλ. Ειδικά ο Σαλίχ Μποζόκ
περιέγραψε στα απομνημονεύματά του ότι η Λατιφέ, όταν ήταν θυμωμένη,
πήγαινε στον επάνω όροφο κι εκεί έκανε θόρυβο με τα τακούνια της και
πετούσε αντικείμενα στο πάτωμα. Τα βιβλία και οι επιφυλλίδες του Ισμέτ
Μποζντάγ, που βασίζονται σε αφηγήσεις ανθρώπων της εποχής,
ξαναζωντανεύουν τον θρύλο των τακουνιών κάθε 10 Νοεμβρίου, την ημέρα
του θανάτου του Ατατούρκ.
Η Αϊντάν Εράλπ, που ήταν παντρεμένη τριάντα χρόνια με τον Οσμάν
Οκυάρ, τον γιο της Γκαλιμπέ Οκυάρ, της καλύτερης φίλης της Λατιφέ,
υποστηρίζει, επικαλούμενη την πεθερά της, ότι όλες αυτές οι ιστορίες ήταν
φανταστικές:
«Στην εφημερίδα δημοσιεύτηκε μια σειρά άρθρων για τη Λατιφέ Χανούμ.
Η Γκαλιμπέ Χανούμ έκοβε και μάζευε προσεκτικά αυτά τα άρθρα. Τη
μέρα που δημοσιεύτηκε η ιστορία με τα τακούνια, θύμωσε και λυπήθηκε
πολύ. Είπε: “Αυτά είναι πολύ άσχημα πράγματα. Είναι ντροπή. (Η
Λατιφέ) ήταν μια διανοούμενη που θαύμαζε τον Ατατούρκ, τον αγαπούσε
και πατούσε πάντα και με τα δυο της πόδια στη γη. Δεν ήταν ικανή να
κάνει κάτι τέτοιο. Και ειδικά σε αυτήν να κάνουν ένα τέτοιο πράγμα, σε
αυτήν, που μέχρι σήμερα δεν έχει πει κουβέντα…”».
Η Γκαλιμπέ Οκυάρ είχε φυλάξει, μαζί με τα σημαντικά της έγγραφα, ένα
φύλλο της Hürriyet της 29ης Ιουνίου του 1973, που έκανε λόγο για τη
Λατιφέ. Μέχρι τη στιγμή που ο άντρας της αναγορεύθηκε πρέσβης στο
Παρίσι και η οικογένεια μετακόμισε, αυτή και η Λατιφέ ήταν αχώριστες και
η φιλία τους συνεχίστηκε και μετά.
Τα παράπονα ορισμένων αντρών για τον θόρυβο που έκαναν τα τακούνια
της Λατιφέ στο Τσάνκαγια φαντάζουν μάλλον σαν έκφραση δυσαρέσκειας
για την ίδια τη Λατιφέ. Αναφέρεται μάλιστα ότι η Λατιφέ περπατούσε
θορυβωδώς και έτριζαν οι σκάλες. Το γεγονός ότι η Λατιφέ κυκλοφορούσε
με ψηλά τακούνια και σταθερά βήματα στα ξύλινα πατώματα του παλιού
σπιτιού στον αμπελώνα θα μπορούσε όντως να είναι η αιτία του εν λόγω
θρύλου.

Ήθελε να μπαίνει μπροστά του


Ορισμένοι άνθρωποι που έζησαν την εποχή εκείνη έχουν την άποψη ότι κατά
τη διάρκεια του γάμου η Λατιφέ ήθελε να επισκιάζει τον Μουσταφά Κεμάλ.
Ο λόρδος Κίνρος συμπύκνωσε την άποψη αυτή με τα εξής λόγια στο βιβλίο
του:
«Το λάθος της Λατιφέ ήταν ότι προσπάθησε να τον καθοδηγήσει. Ο
Μουσταφά Κεμάλ δεν είχε παντρευτεί τη Φικριγέ διότι δεν ήθελε μια
γυναίκα πίσω του αλλά μια γυναίκα δίπλα του. Ωστόσο σε καμία
περίπτωση δεν ήθελε μια γυναίκα που θα έμπαινε μπροστά του, όπως
προσπάθησε να κάνει η Λατιφέ».
Ο Χουσρέφ Γκερεντέ έθεσε το εξής ερώτημα:
«Πώς είναι δυνατόν η Λατιφέ, η οποία διέθετε εξαιρετικά προσόντα, να
μην κατάλαβε τη σημασία ενός τόσο σπουδαίου ανθρώπου όπως ήταν ο
Ατατούρκ για την Τουρκία; Για ποιο λόγο δεν μπόρεσε να κάνει κάποιες
θυσίες; Είναι ακατανόητο». Και πρόσθεσε: «Είναι κρίμα που η Λατιφέ
δεν ήξερε ότι δεν μπορούσε να γίνει η ίδια στρατηγός δίπλα σε έναν
μεγάλο στρατιωτικό, έναν στρατηγό, και ότι ένας μεγάλος πρόεδρος δεν
μπορεί να μοιράζεται την εξουσία του. Αυτή η άγνοια, σε τελική
ανάλυση, δηλητηρίασε με αρκετά προβλήματα την οικογενειακή ζωή του
μεγάλου πολιτικού και εντέλει έκανε τη Λατιφέ να κλάψει και να
μετανιώσει γιατί έχασε την ιστορική ευκαιρία που κρατούσε στα χέρια
της».
Θα μπορούσε κανείς να συμπληρώσει ότι ο Μουσταφά Κεμάλ Πασάς,
όπως ο ίδιος έλεγε συχνά, ήταν ιδιότροπος και η συμπεριφορά του δεν
αντιστοιχούσε στις προσδοκίες που έχει κανείς από έναν παντρεμένο άντρα.
Με τον καιρό άρχισε να του τριβελίζει το μυαλό η ιδέα πως ήταν μεγάλο
λάθος το ότι παντρεύτηκε.
Οι κάτοικοι της Άγκυρας αλλά και κάποιοι ξένοι αντιπρόσωποι είχαν
αρχίσει ήδη να λένε ότι ο γάμος περνούσε κρίση. Αλλά η Λατιφέ δεν το
αντιλαμβανόταν.
Φωτογραφικό υλικό

Μια φωτογραφία από το σπίτι μας. Η Λατιφέ Χανούμ και ο Μουσταφά Κεμάλ στο Ουσάκ. Ο γελαστός
άντρας δίπλα στον Μουσταφά Κεμάλ είναι ο παππούς μου, Κελ Οσμάν (Ερκελέρ).

Κατά τη διάρκεια της κατάληψης της Σμύρνης η Λατιφέ επέστρεψε από τη Μασσαλία μεταμφιεσμένη,
προκειμένου να μην υποστεί έρευνα.
Ο παππούς, Σαντίκ Μπέης. Η γιαγιά από την πλευρά του πατέρα, Μακμπουλέ Χανούμ.

Μια παιδική φωτογραφία της Λατιφέ. Δίπλα της είναι καθισμένος ένας από τους αδερφούς της, είτε ο
Ομέρ είτε ο Ισμαήλ.
Η Λατιφέ στα δεκαοκτώ της. Η φωτογραφία είναι υπογεγραμμένη από την ίδια και περιέχει αφιέρωση
στην Άννα Γκρόσσερ-Ρίλκε, τη δασκάλα του πιάνου της.
Ο πατέρας της Λατιφέ Χανούμ, Μουαμμέρ Μπέης, την εποχή που ήταν δήμαρχος της Σμύρνης.

Η Σμύρνη μετά τη μεγάλη πυρκαγιά.


Η Ζουμπεϊντέ Χανούμ λίγο πριν από τον θάνατό της στο σπίτι της οικογένειας Ουσακίζαντε στο
Καρσίγιακα. Όρθια δίπλα της η Λατιφέ με στολή νοσοκόμας. Το πρόσωπό της είναι ρετουσαρισμένο.
Δεξιά από τη Λατιφέ Χανούμ είναι ο αδερφός της, Μουντζί.

Η έπαυλη στο Τσάνκαγια (1920).


Δύο μέρες μετά τον γάμο της η Λατιφέ Χανούμ κρατά σημειώσεις σε μια συνέλευση στο τελωνείο της
Σμύρνης. Δίπλα της ο Γιαβέρ Σαλίχ και η αδερφή της, η Βετζιχέ.

Η Λατιφέ και ο Μουσταφά Κεμάλ Πασάς στο σύντομο ταξίδι του μέλιτος που έκαναν στην πόλη Εντρεμίτ.
Ο Ισμέτ Πασάς, η Λατιφέ και ο Μουσταφά Κεμάλ Πασάς.
Η Λατιφέ έχει καλυμμένο το κεφάλι, τα μαλλιά της όμως διακρίνονται στο ύψος του ώμου. Η φωτογραφία
της Λατιφέ και του Μουσταφά Κεμάλ Πασά τραβήχτηκε στα Άδανα. Οι αντίπαλοι του Ατατούρκ τη
μοίρασαν στον κόσμο στο πλαίσιο αντιπροπαγάνδας. Αμέσως μετά ο Μουφτής των Αδάνων δήλωσε ότι
το ταξίδι και η ενδυμασία δεν έρχονταν σε αντίθεση με τα όσα επιτάσσει η θρησκεία.

Η Λατιφέ και ο Μουσταφά Κεμάλ Πασάς στην Ταρσό.


Η Λατιφέ στο πιάνο της στο Τσάνκαγια.

«Τι σκέφτεσαι;»
Η Λατιφέ χαμογελαστή πίσω από μια παλιά θερμάστρα που, σύμφωνα με την επιθυμία της, είχε
μετατραπεί σε γλάστρα.

Η Λατιφέ και ο Μουσταφά Κεμάλ Πασάς σε μια διαδρομή τους με την άμαξα στην Άγκυρα.
Το ζεύγος σε έναν περίπατο.

Η Λατιφέ με τη μητέρα και τις αδερφές της στο Τσάνκαγια.


Η Λατιφέ Χανούμ και ο Μουσταφά Κεμάλ Πασάς σε μια άμαξα που είχε διακοσμήσει ένα μικρό κορίτσι.

Η Λατιφέ και ο Μουσταφά Κεμάλ Πασάς με την Γκαλιμπέ και τον Φετχί Οκυάρ.
Η Λατιφέ και ο Μουσταφά Κεμάλ Πασάς στην Προύσα. Είχαν περάσει δέκα μέρες στην κοιλάδα του
Ουλουντάγ.
Η Λατιφέ με την ανιψιά της, Γκιουνέλ, κόρη της αδερφής της, Βετζιχέ.

Η Λατιφέ με τον ανιψιό της, Ερντέμ Ιλμέν, με τον οποίο είχε στενή σχέση (γύρω στο 1960).
Η Λατιφέ έπειτα από μακρά διαμονή στην Ευρώπη για λόγους υγείας.

Η Λατιφέ στον γάμο της ανιψιάς της, Γκιουνέλ. Πίσω της η αδερφή της, Βετζιχέ Ιλμέν, και πρώτος από
δεξιά ο ανιψιός της, Ερντέμ Ιλμέν.
Η Λατιφέ με κάποια γνωστή της στον γάμο της ανιψιάς της, Γκιουνέλ.
Ο χωρισμός

Ο ΚΑΒΓΑΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗ ΛΑΤΙΦΕ και στον Μουσταφά Κεμάλ που έμελλε να
αποτελέσει την αιτία για τον χωρισμό τους ξέσπασε τελικά μια νύχτα στο
Τσάνκαγια, όταν η παρέα στο τραπέζι είχε διαλυθεί. Ήταν στις 20 ή στις 21
Ιουλίου του 1925. Το τι ακριβώς συνέβη εκείνη τη νύχτα δεν είναι γνωστό. Ο
Μουσταφά Κεμάλ βρισκόταν στον κήπο. Η Λατιφέ τού φώναξε από το
παράθυρο και μάλλον είπε κάτι που τον θύμωσε πολύ. Λέγεται ότι ο
Μουσταφά Κεμάλ σχεδόν λιποθύμησε από τον θυμό του. Το μέτωπό του είχε
ιδρώσει και το πρόσωπό του είχε γίνει κατακόκκινο, όταν μπήκε στο σπίτι,
πήγε στο γραφείο του και διαμήνυσε τηλεφωνικά στον υπασπιστή του, Σαλίχ
Μποζόκ, καθώς και στον Κιλίτς Αλί ότι επιθυμεί να τους δει αμέσως. Το
τηλεφώνημα στον Κιλίτς Αλί έγινε γύρω στα μεσάνυχτα. Στο τηλέφωνο ήταν
ο υπασπιστής Μουζαφέρ, ο οποίος είπε: «Ο Μουσταφά Κεμάλ επιθυμεί να
σας δει».
Στον δρόμο ο Κιλίτς Αλί συνάντησε τον Σαλίχ Μποζόκ. Όταν μπήκαν μαζί
στο δωμάτιο του Μουσταφά Κεμάλ, το πρόσωπό του ήταν κόκκινο. Ήταν
ξαπλωμένος με τα ρούχα στον καναπέ. «Πάμε να φύγουμε από αυτό το σπίτι,
αλλιώς θα το περιχύσω με πετρέλαιο και θα το κάψω» είπε. Αμέσως ο
υπασπιστής Σαλίχ Μποζόκ έλυσε τη γραβάτα που φορούσε στον λαιμό ο
Μουσταφά Κεμάλ και άνοιξε το κουμπί του γιακά στο πουκάμισό του.
Ο λόρδος Κίνρος έγραψε γι’ αυτή τη σκηνή: «Ένα βράδυ η Λατιφέ δεν
μπορούσε να ελέγξει τον εαυτό της και άρχισε να λέει κατάμουτρα στον
Μουσταφά Κεμάλ και στους φίλους του που έπιναν μαζί του ό,τι της
κατέβαινε».
Σε ένα έγγραφο του αυστριακού Υπουργείου Εξωτερικών διαπιστώνεται
ότι ο καβγάς έγινε παρουσία του Ισμέτ Πασά και του Φεβζί Πασά.
Είναι προφανές ότι η Λατιφέ εκείνη τη νύχτα έχασε τον έλεγχο, διότι δεν
έκρυψε τον θυμό της από τους φρουρούς και τους αγγελιαφόρους. Παρ’ όλα
αυτά, δε μίλησε σε κανέναν για τις λεπτομέρειες αυτών των γεγονότων, γιατί
είχε δώσει τον λόγο της στον Μουσταφά Κεμάλ. Το ποια ήταν τελικά η
αφορμή του χωρισμού έμεινε κρυμμένο πίσω από τις κουρτίνες του σπιτιού
στο Τσάνκαγια.
Η αδερφή της, Βετζιχέ Ιλμέν, ανέφερε: «Ο Ατατούρκ και η Λατιφέ Χανούμ
υποσχέθηκαν ο ένας στον άλλο να μη μιλήσουν ποτέ για την ιδιωτική τους
ζωή. Αν και γνωρίζω πολλά πράγματα, δεν μπορώ να πω τίποτα».
Ας διαβάσουμε πάλι τα απομνημονεύματα του Κιλίτς Αλί:
«Αφού ο Μουσταφά Κεμάλ, καταπτοημένος, μας εξιστόρησε τα πάντα,
είπε: ‘‘Εσείς μείνετε εδώ, εγώ θα βγω για να καθαρίσει το μυαλό μου. Θα
κάνω μια μικρή βόλτα με το αυτοκίνητο για να πάρω αέρα’’.
»Μπήκε στο αυτοκίνητο μαζί με τον γενικό υπασπιστή Ρουσουχί Μπέη
και είπε στον οδηγό να πάει ‘‘στο Γιοζγκάτ’’». Ο Μουσταφά Κεμάλ, που
είχε πει ‘‘στο Γιοζγκάτ’’, εκείνη τη νύχτα πήγε στον Μαρμαρά. Είχε
δώσει την εντολή, σε όποιον ρωτήσει, να του πουν ότι δεν ήταν στο
κιόσκι. Κατά τη διάρκεια της νύχτας διέταξε να στείλουν αμέσως τη
Λατιφέ Χανούμ στη Σμύρνη».
Ο Σαλίχ Μποζόκ θυμάται ότι ο Μουσταφά Κεμάλ μετά τον καβγά πήρε
τηλέφωνο τον Ισμέτ Πασά.

Ο Ισμέτ Πασάς κατέβαλε μάταιες προσπάθειες


Ήταν νωρίς το απόγευμα, όταν χτύπησε η πόρτα του σπιτιού του Ισμέτ
Πασά. Ο υπηρέτης έσπευσε να ανοίξει. Η γυναίκα του, η Μεβχιμπέ,
αναγνώρισε από τις φωνές ότι ο επισκέπτης δεν ήταν άλλος από τον πρόεδρο
αυτοπροσώπως. Αμέσως πήγε στο χολ για να τον χαιρετήσει. Ωστόσο η
έκφραση του προσώπου του Μουσταφά Κεμάλ ήταν τόσο σκοτεινή, που η
οικοδέσποινα δεν ήξερε τι να πει.
«Καλώς ορίσατε, κύριέ μου. Τι κάνει η σύζυγός σας;» ήταν τα μόνα λόγια
που κατάφερε να ψελλίσει. Ο Μουσταφά Κεμάλ έδειχνε να βρίσκεται σε
μεγάλη ένταση. Με οργισμένη έκφραση στο πρόσωπό του είπε: «Καλά
είναι».
Ο Μουσταφά Κεμάλ είχε έρθει για να μιλήσει με τον Ισμέτ Πασά. Ήθελε
να χωρίσει. Ο Ισμέτ Πασάς διηγήθηκε αργότερα με τρεμάμενη φωνή τα νέα
στη γυναίκα του. Παρά τις επίμονες προσπάθειές του, δεν μπόρεσε να
μεταπείσει τον Μουσταφά Κεμάλ.
Σε μια αναφορά του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ αναφέρεται η εξής
πληροφορία: «Η Λατιφέ έστειλε ένα τηλεγράφημα στη Σμύρνη, όπου έλεγε
ότι δε θα ζούσε πλέον στην Άγκυρα και ήθελε να έρθουν να την πάρουν».
Στην Άγκυρα εξεπλάγησαν οι πάντες. Οι φήμες οργίαζαν. Ο Μουσταφά
Κεμάλ ήταν εξαφανισμένος.
Ο Ριζά Σογιάκ περιέγραψε τη μέρα εκείνη ως εξής:
«Μια νύχτα ξέσπασε ένας πολύ σοβαρός καβγάς ανάμεσά τους. Ο
Ατατούρκ έφυγε από το σπίτι και πήγε στην υπουργική γραμματεία στον
σιδηροδρομικό σταθμό. Από την κατάσταση στην οποία βρισκόταν και
από τα λόγια του μπορούσες να συμπεράνεις ότι είχε αποφασίσει να
τερματίσει τη συμβίωσή τους, όμως προς το παρόν δε θεωρούσε
κατάλληλη τη στιγμή για να το ανακοινώσει.
»Στο γραφείο της υπουργικής γραμματείας έγραψε μια επιστολή στη
Λατιφέ Χανούμ. Σύμφωνα με αυτά που έχω ακούσει, της έλεγε ότι και οι
δύο πλευρές έχουν χάσει την υπομονή τους και την ενημέρωνε ότι θα
ήταν καλό να ζήσουν ένα διάστημα χωριστά για να ξαναβρούν την
ηρεμία τους. Τη συμβούλευε να επιστρέψει στη Σμύρνη μαζί με τη
μητέρα της, η οποία βρισκόταν ήδη καθ’ οδόν από την
Κωνσταντινούπολη προς την Άγκυρα, κι εκεί να ξεκουραστεί για λίγο
καιρό. Έδωσε εντολή να παραδώσουν το γράμμα στην αξιότιμο κυρία το
επόμενο πρωί, ενώ ο υπασπιστής Μουζαφέρ Κιλίτς Μπέης θα τη
συνόδευε στο ταξίδι της».
Η Λατιφέ κράτησε αυτό το γράμμα έως το τέλος της ζωής της. Μετά τον
θάνατό της η επιστολή παραδόθηκε μαζί με άλλα ντοκουμέντα στο Ίδρυμα
Τουρκικής Ιστορίας* (Türk Tarih Kurumu – ΤΤΚ). Ο πάλαι ποτέ πρόεδρος
της εταιρείας, Γιουσούφ Χαλάτσογλου, σχολιάζει: «Υπάρχουν βαλίτσες
γεμάτες ντοκουμέντα και επιστολές. Νομίζω όμως πως η επιστολή του
χωρισμού είναι εκείνη που θα προκαλέσει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Είναι
γραμμένη με συγκινητικό τρόπο. Το ύφος της με συγκλόνισε. Πιστεύω ότι η
επιστολή του χωρισμού θα συγκινήσει πολλούς μέχρι δακρύων».
Σύμφωνα με τον Γιουσούφ Χαλάτσογλου, η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο
Ατατούρκ στην επιστολή του δείχνει ότι η σχέση ανάμεσα σε κείνον και στη
Λατιφέ Χανούμ ήταν ιδιαίτερη. «Στην επιστολή ο Ατατούρκ δηλώνει στη
γυναίκα του το τέλος του γάμου τους, που κράτησε δυόμισι χρόνια. Όταν θα
ανοίξει το αρχείο, θα αφαιρεθεί κι ένα σκοτεινό παραπέτασμα από την
προσωπική ζωή του Ατατούρκ».
Φαίνεται ότι ο Μουσταφά Κεμάλ Πασάς, για την οργή του οποίου κάνουν
λόγο ο Κιλίτς Αλί και ο Σαλίχ Μπέης, έγραψε στη Λατιφέ με αγάπη, παρά
τον θυμό του. Αυτό συμπέρανε ο Χαλάτσογλου από την επιστολή που
διάβασε.

Η τελευταία μέρα της Λατιφέ στο Τσάνκαγια


Ένας από τους τελευταίους ανθρώπους που είδε τη Λατιφέ προτού αυτή
αναχωρήσει από το Τσάνκαγια ήταν η Μεβχιμπέ Ινονού. Επισκέφθηκε τη
Λατιφέ νωρίς το πρωί. Η νεαρή γυναίκα την υποδέχτηκε στο δωμάτιό της. Το
πρόσωπό της ήταν άσπρο σαν το χιόνι. Εξαντλημένη, έδειξε στη Μεβχιμπέ
το ακατάστατο υπνοδωμάτιο.
«Όλα είναι άνω κάτω» είπε.
Το βλέμμα της Μεβχιμπέ στράφηκε στα αντικείμενα που ήταν πεταμένα
στο πάτωμα, στα ανοιχτά συρτάρια και στις αραδιασμένες βαλίτσες. Είχε την
εντύπωση ότι η Λατιφέ δε μιλούσε για την ακαταστασία στο δωμάτιο αλλά
για την ίδια της τη ζωή. Αντιλαμβανόταν ότι τα δυόμισι χρόνια που πέρασε
με τον Μουσταφά Κεμάλ θα καθόριζαν όλη της τη ζωή. Η Λεμάν
Καραοσμάνογλου, φίλη της Λατιφέ και της αδερφής της, Ρουκιγέ, έγραψε τα
εξής για τις αναμνήσεις της από εκείνη τη μέρα.
«Νομίζω ότι ήταν Σάββατο. Εκείνη (η Λατιφέ) μου είπε: “η μητέρα μου
έρχεται με τα αδέρφια μου από την Άγκυρα. Θα μείνουν εδώ μαζί μας
λίγες μέρες”. Μιλήσαμε πολύ ωραία, ωστόσο της ζήτησα να με
συγχωρέσει, αλλά έπρεπε να φύγω. Την επόμενη μέρα ήρθαν στο σπίτι
μας ο Αγάογλου Αχμέτ Μπέης, ο βουλευτής από τη Νικομήδεια, ο
Σουρεγιά Μπέης και κάποιοι ακόμα βουλευτές. Υπήρχε ένα δωμάτιο στο
οποίο κοιμόταν συνήθως ο μεγάλος μου αδερφός, Μπουρχάν Μπελγκέ.
Ήρθαν πιο κοντά ο ένας στον άλλο και άρχισαν να συζητούν
χαμηλόφωνα, ενώ εγώ ήμουν στο σαλόνι. Αλλά μη σας απασχολεί το
γεγονός ότι εγώ ήμουν στο σαλόνι, άλλωστε επρόκειτο για ένα από
εκείνα τα ξύλινα σπίτια της Άγκυρας όπου μπορούσες να ακούσεις τα
πάντα. Ρώτησα τους κυρίους τι συνέβη. Ο Αγάογλου Αχμέτ Μπέης είπε:
“Αξιότιμη κυρία, θα σας λυπήσει αυτό που θα σας πω… Η Λατιφέ
Χανούμ και ο λατρεμένος μας Γαζής Μουσταφά Κεμάλ χώρισαν. Εκείνη
έφυγε από την Άγκυρα”. Έκλαιγα όλη τη μέρα.
»Ο Τζολί έτρεχε πέρα δώθε στο σπίτι. Ο Τζολί είναι ο σκύλος του
Ατατούρκ. Η Λατιφέ Χανούμ τον είδε και είπε: “Τι παράξενο, μικρέ μου
Τζολί, εσύ θα μείνεις εδώ, αλλά εγώ πια δεν μπορώ να μείνω”. Όταν το
αφηγήθηκε αυτό ο Αγάογλου, στενοχωρήθηκα ακόμα περισσότερο».
Ο Μουσταφά Κεμάλ έφυγε με ένα ειδικό μικρό τρένο, που είχε δύο μόνο
βαγόνια, για τη Σεβάστεια. Μαζί του ήταν οι φίλοι του Νουρί (Τζονκέρ),
Ρετζέπ Ζουχτού (Σογιάκ), ο υπασπιστής Ρουσουχί και ο Χασάν Ριζά
(Σογιάκ).
Η σιδηροδρομική γραμμή για τη Σεβάστεια είχε ολοκληρωθεί εκείνες τις
μέρες και μόλις είχε δοθεί στην κυκλοφορία. Το τρένο σταμάτησε στον
σταθμό του Γιοζγκάτ. Με τον τηλέγραφο που υπήρχε στον σταθμό
επικοινώνησαν με τη γενική γραμματεία και ενημέρωσαν την Άγκυρα για το
τι συνέβαινε.
Το πρωί μπήκαν στο αυτοκίνητο ο Κιλίτς Αλί, που πήγαινε τη Λατιφέ στο
τρένο, και ο υπασπιστής Μουζαφέρ (Κιλίτς), ο οποίος θα τη συνόδευε ως τη
Σμύρνη. Ο πρωθυπουργός Ισμέτ Πασάς, ο διευθυντής του γενικού επιτελείου
Φεβζί Πασάς, κάποια μέλη της κυβέρνησης, καθώς και διάφοροι βουλευτές
είχαν έρθει επίσης στον σταθμό για να χαιρετήσουν τη Λατιφέ.
Φεύγοντας από το Τσάνκαγια, η Λατιφέ αρκέστηκε να πάρει μαζί της μόνο
λίγα προσωπικά αντικείμενα.
Σύμφωνα με τα όσα αφηγείται ο Κιλίτς Αλί, η Λατιφέ τού είπε: «Ήδη με
σώσατε μία φορά από μια παρόμοια κατάσταση. Και τώρα πιστεύω πως είστε
η μοναδική μου ελπίδα». Όμως ο Κιλίτς Αλί θεωρούσε ότι δεν υπήρχε πλέον
επιστροφή.
Ο ανιψιός της Λατιφέ, Μουαμμέρ Ερμπόυ, περιγράφει πως, ύστερα από
πολλά χρόνια, τριγυρνούσε κλαίγοντας στο σπίτι όπου είχαν ζήσει ο
Μουσταφά Κεμάλ και η Λατιφέ:
«Πριν από κάποια χρόνια βρήκαμε την ευκαιρία να επισκεφθούμε το
σπίτι. Το μικρό τραπέζι του καφέ με τους καθρέφτες και τους δράκους
βρισκόταν μπροστά από μια πόρτα που δε χρησιμοποιούνταν. Στο σπίτι
υπήρχε κι άλλος ένας όμοιος καθρέφτης, ο οποίος όμως είχε εξαφανιστεί.
Τριγυρίζαμε κλαίγοντας στα δωμάτια. Ο παππούς μου είχε δώσει και στις
τρεις του κόρες την ίδια προίκα. Από τα πιρούνια μέχρι το κρεβάτι… Το
κρεβάτι που ήταν κάποτε στο υπνοδωμάτιο του σπιτιού βρισκόταν τώρα
στο διαμέρισμα της θείας μου. Το σπίτι ήταν ένα μέρος όπου η θεία μου
ήρθε με δέκα βαριά φορτωμένες καμήλες και από το οποίο έφυγε μόνο με
μία βαλίτσα».

«Ο άσπλαχνος τύπος …»
Όταν η Λατιφέ έφευγε για τη Σμύρνη, δεν περίμενε ότι αποχαιρετούσε για
πάντα το Τσάνκαγια. Ο Μουσταφά Κεμάλ θα πρέπει κι εκείνος να σκεφτόταν
αρχικά ότι ένας προσωρινός χωρισμός θα έκανε καλό και στους δύο.
Την υπόθεση αυτή επιβεβαιώνει και η επιστολή που έγραψε στις 29
Ιουλίου του 1925 από το Γκιοζ Τεπέ της Σμύρνης στον Σαλίχ Μποζόκ:
«Γράφω από το λευκό σπίτι όπου γνωριστήκαμε και ζήσαμε μέσα σε
τόσο μεγάλη οικειότητα, μολονότι δε με πήρατε ούτε ένα τηλέφωνο στα
πιο θλιβερά λεπτά της ζωής μου. Ρώτησα μερικές φορές τον Μαχμούτ
Μπέη για σας. Μάλιστα, του εκμυστηρεύτηκα τον αποχαιρετισμό μου
από εσάς. Λόγω αυτής της αδιαφορίας από την πλευρά σας, ίσως δε
βρήκα το θάρρος να σας πάρω τηλέφωνο στην Άγκυρα. Υπήρξατε ένας
από τους πιο ευχάριστους επισκέπτες σε αυτό το σπίτι, το οποίο δεν έχει
ζήσει δυστυχία στο παρελθόν.
»Το να σας ξεχάσω εδώ θα σήμαινε ότι απλώς θάβω ένα ευχάριστο
παρελθόν. Ωστόσο δεν είμαι αγνώμων.
»Σαλίχ Μπέη, μπορείς να πεις ότι είσαι θυμωμένος, όμως διαθέτεις
μεγάλες αρετές. Είσαι τίμιος. Και λες πάντα την αλήθεια. Όσα δεν
μπορείς να πεις σε κάποιον καταπρόσωπο δεν τα λες ούτε πίσω από την
πλάτη του. Είσαι πατέρας, ανησυχείς για τα παιδιά σου. Η καημένη μου η
μητέρα σού μιλά αδιάκοπα μέσα στον ύπνο της. Γιατί, αν εσύ ήσουν στη
θέση αυτού του άσπλαχνου τύπου, θα μου έλεγες την αλήθεια. Ωστόσο
δεν έχει σημασία. Θα έρθει η ώρα της τιμωρίας του.
»Σαλίχ Μπέη, πριν από τρία χρόνια έδωσες στον πατέρα μου τον λόγο
σου ότι θα με φροντίζεις σαν πατέρας. Εκείνος τώρα είναι στην Ευρώπη.
Για να μη θέσω σε κίνδυνο τις δουλειές του, δεν του είπα καν ότι
βρίσκομαι εδώ. Έχω μια μητέρα που από την εξάντληση δεν μπορεί να
σηκωθεί από την καρέκλα, και μια γιαγιά η οποία, κατά τη γνώμη μου,
χρειάζεται συνεχή φροντίδα.
»Είμαι ορφανή. Δεν έχω κανέναν. Γι’ αυτό και γράφω στον Σαλίχ
Μπέη, που ανέλαβε να είναι για μένα σαν δεύτερος πατέρας και ο οποίος
τηρεί τον λόγο του. Πήγαινε και μίλησε με τον Πασά. Είμαι σίγουρη όσον
αφορά τον άντρα μου. Ξέρει να εκτιμά αυτό που του προσφέρθηκε. Είναι
άνθρωπος ευγνώμων, είναι μεγαλόθυμος. Είναι άνθρωπος.
»Παρακάλεσέ τον επίμονα να δώσει τέλος στον καβγά ανάμεσά μας.
Στην επιστολή που του έγραψα τον παρακαλούσα να στείλει εσένα μαζί
με τη γυναίκα σου. Εδώ και μια εβδομάδα δεν τρώω και δεν κοιμάμαι,
είμαι καταδικασμένη σε θάνατο. Μου μένει η παιδικότητα. Αλλά τα
παιδιά δεν έχουν να αντιμετωπίσουν πολύ σκληρές τιμωρίες.
»Εσύ, Σαλίχ, είσαι ο “κατάλληλος”. Είμαι βέβαιη ότι θα προσφέρεις
ειρήνη και γαλήνη».
Λατιφέ Γαζή Μουσταφά Κεμάλ
Όπως προκύπτει από αυτό το γράμμα, η Λατιφέ πήγε στη Σμύρνη στις 22
Ιουλίου.
Ο αναγνώστης, με τη φαντασία του, μπορεί να καταλάβει ποιον εννοεί με
τη φράση «άσπλαχνος τύπος».

Το διαζευκτήριο παραδίδεται μέσω απεσταλμένου


Δεν είναι δυνατόν να διευκρινιστεί πλέον αν ο Μουσταφά Κεμάλ είχε
αποφασίσει να χωρίσει όταν πρότεινε στη Λατιφέ να ζήσουν για λίγο καιρό
χωριστά. Πάντως, το έγγραφο που ρύθμιζε το διαζύγιο ετοιμάστηκε
αργότερα. Παραδόθηκε στη Λατιφέ δύο εβδομάδες αφότου έφυγε για τη
Σμύρνη.
Ο Χασάν Ριζά Σογιάκ είπε: «Ο Μουσταφά Κεμάλ έστειλε το διαζευκτήριο
στη Σμύρνη με τον μακαρίτη, στο μεταξύ, πρώην διοικητή του Ναυτικού, τον
Αλί Ριζά Μπέη, τον βουλευτή από την Κασταμονή, που ήταν στενός
συγγενής της κυρίας. Ταυτόχρονα ενημέρωσε για το διαζύγιο την κυβέρνηση
με μια ανακοίνωση που έστειλε στον πρωθυπουργό».
Η ανακοίνωση του διαζυγίου εστάλη στον Τύπο στις 12 Αυγούστου από το
Anadolu Ajansι. Αν και τονιζόταν ότι το διαζύγιο ήταν κοινή συναινέσει, οι
διάδικοι δεν είχαν καταθέσει αίτηση στον δικαστή, κι αυτός ήταν ο λόγος
που δε δόθηκαν αμοιβαίες εξηγήσεις.
Η Βετζιχέ Ιλμέν, η αδερφή της Λατιφέ, συνόψισε τα γεγονότα ως εξής:
«Ο Ατατούρκ επιθυμούσε να πάρει διαζύγιο. Πρότεινε να χωρίσουν.
Έγραψε κάτι και μας το έστειλε μέσω κάποιου τρίτου. Το κείμενο έλεγε:
“Αποφασίσαμε κοινή συναινέσει να διαλύσουμε αυτόν τον γάμο”. Αν και
εκείνη δεν είπε: “Είμαι σύμφωνη”, αυτό έγραφε στο κείμενο. Κάτι τέτοιο
συνηθιζόταν σε διαζύγια στην Τουρκία. Παντρεύτηκαν με δυτικό τρόπο
και χώρισαν με τουρκικό».
Όταν παντρεύτηκαν, το 1923, είχαν καλέσει τον μουφτή και είχαν
υπογράψει ένα συμφωνητικό γάμου. Σύμφωνα με τους νόμους της εποχής, το
συμφωνητικό αυτό μπορούσε να λυθεί με κυβερνητική απόφαση.
Η νομική κατάσταση της εποχής εκείνης ήταν κάπως ασαφής, διότι η
Τουρκία βρισκόταν σε μεταβατική περίοδο. Συνεχιζόταν ακόμα η
επεξεργασία μιας νέας νομοθετικής ρύθμισης για τον γάμο και το διαζύγιο. Ο
Μουσταφά Κεμάλ χώρισε τη Λατιφέ σε μια περίοδο κατά την οποία
προετοιμαζόταν η μετάφραση του αστικού κώδικα σύμφωνα με το ελβετικό
πρότυπο. Ήταν τελείως αντίθετο στο κυρίαρχο κλίμα της εποχής να χωρίσει
απλώς ένας άντρας τη γυναίκα του, πόσω μάλλον ο ίδιος ο Μουσταφά
Κεμάλ.
Για τη ριζική μεταβολή του οικογενειακού δικαίου διαμαρτυρήθηκαν μόνο
οι συντηρητικοί, οι οποίοι δεν ήθελαν να στερηθούν την εξουσία που
διέθεταν οι άντρες επί των γυναικών, η οποία καλά κρατούσε επί αιώνες. Γι’
αυτό και στον δυτικό κόσμο προκάλεσε έκπληξη το ότι ο Μουσταφά Κεμάλ,
που υποστήριζε δημόσια τέτοιου είδους ριζικές αλλαγές, προέβη ιδιωτικά σε
έναν χωρισμό που θα μπορούσαν κάλλιστα να τον εκμεταλλευτούν οι
συντηρητικοί.
Και ειδικά η Λατιφέ, η οποία είχε αγωνιστεί υπέρ του νέου αστικού
δικαίου, είχε «δεχτεί» ένα εντελώς απρόσμενο πλήγμα.
Δε θεωρώ αναγκαίο να συζητήσω, στο σημείο αυτό, αν αυτά που συνέβησαν
πριν από τόσα χρόνια ήταν σε συμφωνία με τους τότε ισχύοντες νόμους.
Εκτός αυτού, ο τρόπος με τον οποίο εκφραζόταν το επίσημο έγγραφο ήταν ο
ενδεδειγμένος, αν και δεν αντιστοιχούσε πλήρως στα γεγονότα. Διότι ο
Μουσταφά δε δήλωσε ότι αποφάσισε μόνο εκείνος να χωρίσει, αλλά το
κείμενο έγραφε: «Αποφασίσαμε κοινή συναινέσει».
Στις αρχές του 20ού αιώνα, αλλά και παλιότερα, υπήρχαν πολλές
περιπτώσεις αρχηγών κρατών που χώρισαν τις γυναίκες τους με τον ίδιο
τρόπο. Ωστόσο στην Τουρκία οι γυναίκες προσδοκούσαν να εκπληρωθεί η
υπόσχεση της ισότητας σε όλους τους τομείς. Το παράδειγμα του Μουσταφά
Κεμάλ τούς δημιούργησε αρνητική εντύπωση.
Για να δικαιολογήσει στη συνείδηση του κόσμου αυτόν τον χωρισμό, ήταν
αναγκαίο να παρουσιάσει τη Λατιφέ Χανούμ σαν κακή σύζυγο. Ίσως αυτός
ήταν και ο λόγος της δυσφημιστικής εκστρατείας που για χρόνια διεξαγόταν
εναντίον της.

«Πώς θα χωρίσω; Πολύ απλά…»


Είχαν περάσει χρόνια από τον χωρισμό, όταν ο Μουσταφά Κεμάλ σκέφτηκε:
«Μπόρεσα να διοικήσω έναν στρατό, όχι όμως και μια γυναίκα».
Μια μέρα, καθώς συζητούσαν για διάφορα πράγματα στο μπαλκόνι του
μεγάρου Ντολμά Μπαχτσέ, ο Μουσταφά Κεμάλ –στο μεταξύ γνωστός με το
όνομα Ατατούρκ– άρχισε να μιλά για τον γάμο του. Στις δύο προτάσεις που
είπε σχετικά τη μέρα εκείνη συνόψισε και τα συναισθήματά του απέναντι
στον γάμο με τη Λατιφέ:
«Είναι πολύ δύσκολο να ανταποκριθείτε σε κάθε επιθυμία μιας γυναίκας.
Για παράδειγμα, θέλετε να διαβάσετε τη στιγμή αυτή ένα βιβλίο, ενώ
εκείνη, ακριβώς την ίδια στιγμή, δε θέλει να διαβάσετε. Στον γάμο μας
υπήρχαν συχνά αυτού του είδους οι καβγάδες». Και συνέχισε: «Αυτό που
ήταν πραγματικά παράξενο είναι ότι για τη Λατιφέ Χανούμ δεν υπήρχε
πιθανότητα χωρισμού. Όταν μια μέρα αναφέρθηκα σε αυτή την
πιθανότητα, εκείνη μου είπε: “Πώς μπορεί να γίνει αυτό; Πώς μπορεί ο
διάσημος σε όλον τον κόσμο Μουσταφά Κεμάλ να χωρίσει τη γυναίκα
του ενώπιον ολόκληρου του κόσμου;”. Με αυτά τα λόγια έδειχνε ότι
θεωρούσε τον χωρισμό αδιανόητο λόγω της θέσης μου και των τυπικών
δυσκολιών.
»Εγώ της είπα: “Είναι πολύ απλό. Δε θα ήθελα να βρεθώ ποτέ σε αυτή
τη θέση. Σε περίπτωση όμως που θα χρειαζόταν, απλώς θα έπαιρνα το
τηλέφωνο και θα καλούσα τον γενικό γραμματέα Τεβφίκ Μπέη. Θα
έστελνα δύο προτάσεις στο ειδησεογραφικό πρακτορείο Anadolu Ajansι,
λόγου χάρη, ‘ο Γαζής χώρισε τη Λατιφέ Χανούμ’, και αυτό θα ήταν
αρκετό”. Η Λατιφέ Χανούμ εξεπλάγη πολύ με αυτή την απάντηση.
Ρώτησε: “Είναι όντως τόσο απλό;” κι εγώ είπα: “Ναι, είναι τόσο απλό”».
Δεν μπορεί να φανταστεί κανείς ότι η Λατιφέ πίστευε πως θα ήταν αδύνατο
για τον Μουσταφά Κεμάλ να τη χωρίσει, αφού η ίδια γνώριζε τόσο τον
τρόπο που χώρισε ο Ναπολέων την Ιωσηφίνα, όσο και τις ιστορίες για τις
γυναίκες του Ερρίκου Η΄. Ήταν βέβαιη όμως ότι ο Μουσταφά Κεμάλ δε θα
την έδιωχνε, λόγω του ότι την εποχή εκείνη προσπαθούσε να απαλλάξει την
Τουρκία από μια άδικη παράδοση αιώνων στο ζήτημα του διαζυγίου.
Όμως η Λατιφέ έκανε λάθος. Ο Μουσταφά Κεμάλ, όπως ακριβώς το είχε
πει, χώρισε τη Λατιφέ με μια κρατική ανακοίνωση δύο αράδων.
Ο απόηχος του χωρισμού ήταν παγκόσμιος

Ο ΧΩΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΛΑΤΙΦΕ και του Μουσταφά Κεμάλ χαροποίησε ορισμένους


στο περιβάλλον τους, ενώ σε κάποιους άλλους προκάλεσε βαθιά θλίψη.
Υπήρχαν εκείνοι που έλεγαν: «Τυραννούσε τον άντρα της, γι’ αυτό κι
εκείνος τη χώρισε», ενώ άλλοι ανέφεραν: «Τα πράγματα πήγαν άσχημα». Ο
Ραούφ Ορμπάυ, η οικογένεια Αγάογλου, ο στρατηγός Φαχρεττίν Αλτάι, ο
Ασίμ Γκιουντούζ, ο Ισμέτ Πασάς και η Μεβχιμπέ Χανούμ ανήκαν σε κείνους
που στενοχωρήθηκαν πολύ. Η Οζντέν Τοκέρ αφηγείται ότι ο Ισμέτ Πασάς
φορούσε για μέρες σκούρα γυαλιά ηλίου. «Ο πατέρας μου λυπήθηκε πολύ με
τον χωρισμό. Τόσο πολύ, που για να κρύψει τη λύπη του φορούσε μαύρα
γυαλιά» διηγείται.
Ο Φετχί και η Γκαλιμπέ Οκυάρ εκείνη την εποχή βρίσκονταν στο Παρίσι.
Όταν έμαθαν την είδηση, στενοχωρήθηκαν πολύ. Η επιστολή που έστειλε
αμέσως μετά η Λατιφέ στην Γκαλιμπέ βρίσκεται ανάμεσα στα ντοκουμέντα
του Ιδρύματος Τουρκικής Ιστορίας.
Ο Φαχρεττίν Αλτάι Πασάς αναφέρει στις αναμνήσεις του από το 1925: «Το
θλιβερότερο γεγονός εκείνου του χρόνου ήταν ο χωρισμός του Ατατούρκ και
της Λατιφέ Χανούμ».
Ο Ραούφ Ορμπάυ, που εκείνη την εποχή οι δρόμοι του με του Μουσταφά
Πασά χώρισαν, είδε το γεγονός ως ένα πλήγμα της μοίρας για τον Μουσταφά
Κεμάλ.
Ο Αχμέτ Αγάογλου ήταν ένας από εκείνους που είπαν στον ίδιο τον
Μουσταφά Κεμάλ πόσο λυπήθηκαν: «Πασά μου, η Τουρκία έζησε δύο πολύ
δυστυχή γεγονότα. Το ένα είναι ο χωρισμός σας από τη Λατιφέ, το άλλο
είναι ο χωρισμός σας από τους συμπολεμιστές σας».
Ο Μουσταφά Κεμάλ συνήθιζε να επισκέπτεται την οικογένεια Αγάογλου
μαζί με τη Λατιφέ, όμως μετά τον χωρισμό δεν το έκανε ποτέ ξανά.
Εκείνη την εποχή η πολιτική ατμόσφαιρα στην Άγκυρα ήταν τεταμένη και οι
οπαδοί της αντιπολίτευσης βρίσκονταν σε δύσκολή θέση. Οι γείτονες των
Αγάογλου, που έμεναν και αυτοί στο Κετσίορεν, συλλαμβάνονταν ο ένας
μετά τον άλλον. Ο βουλευτής από την Κωνσταντινούπολη Αλί Ριζά Μπέης, ο
βουλευτής από το Κοζάν, Σαΐπ Μπέης, καθώς και ο Ιχσάν Μπέης
οδηγήθηκαν στη φυλακή. Ύστερα από αυτά τα γεγονότα που έλαβαν χώρα
στη συνοικία, η Σιταρέ Χανούμ (Αγάογλου) συνάντησε τον Μουσταφά
Κεμάλ.
Η Σουρεγιά Αγάογλου έγραψε στα απομνημονεύματά της:
«Ο Ατατούρκ, που μετά τον χωρισμό του από τη Λατιφέ Χανούμ διέκοψε
κάθε σχέση με την οικογένειά μας, συνάντησε στο σπίτι του Κιαζίμ
Οζάλπ τη μητέρα μου και τη ρώτησε να μάθει νέα από το Κετσίορεν… Η
απάντηση της μητέρας μου ήταν η εξής: “Πασά μου, είχε απομείνει ένας
φούρνος, όμως κι αυτόν τον έσπασαν στην έφοδο της τελευταίας
νύχτας”».
Σύμφωνα με τη Σουρεγιά Αγάογλου, «μετά τον χωρισμό ο Ατατούρκ
βρισκόταν υπό την επιρροή ατόμων που εκμεταλλεύονταν τη μοναξιά του».
Στο άμεσο περιβάλλον του Μουσταφά Κεμάλ, ο Σαλίχ Μποζόκ και ο
Κιλίτς Αλί ήταν από εκείνους που χάρηκαν με τον χωρισμό.
Ο Σαλίχ Μποζόκ ανέφερε:
«Από ένα σημείο και μετά η Λατιφέ έκανε όλα εκείνα για τα οποία θα
μετάνιωνε αργότερα. Δεν μπορούσε να ελέγξει και να απαλύνει τον θυμό
της, ο οποίος της κατέτρωγε το μυαλό». Και συνέχισε: «Επειδή όμως ο
Μουσταφά Κεμάλ βαρέθηκε να ακούει τον θόρυβο από τα τακούνια στο
Τσάνκαγια, πήγε στο διαμέρισμα της Γεωργικής Σχολής, όπως τότε που
ήταν εργένης. Άρχισε να πίνει περισσότερο, έγινε ευερέθιστος και
επιθετικός. Καθώς ήμαστε πάντα μαζί του, χάσαμε την όποια ισορροπία
και στη δική μας ζωή. Οι νύχτες έγιναν μέρες. Ναι μεν αυτός ο τρόπος
ζωής δεν παρέλυσε τις κυβερνητικές ασχολίες του Μουσταφά Κεμάλ
Πασά, όμως τον κατέστρεψε».
Στα απομνημονεύματά του, ο Κιλίτς Αλί γράφει ότι η γαλήνη και η τάξη
είχαν χαθεί από την οικογένεια, ότι η Λατιφέ βασάνιζε τον Μουσταφά
Κεμάλ:
«Η Λατιφέ, η οποία κατά τα άλλα έκανε πάντα ό,τι άρεσε στον
Μουσταφά Κεμάλ, άρχισε να παρουσιάζει διάφορες ιδιοτροπίες. Έκανε
λοιπόν πράγματα που δεν άρεσαν στον Γαζή. Δε συμπαθούσε τα άτομα
που συμπαθούσε ο Γαζής, και μάλιστα συνήθως τα εχθρευόταν. Αυτές οι
ιδιοτροπίες αυξάνονταν μέρα τη μέρα. Η Λατιφέ δεν του έδειχνε αγάπη
και συμπεριφερόταν με τρόπο απαράδεκτο, σαν να μην ήταν παντρεμένη
με τον Γαζή Μουσταφά Κεμάλ αλλά με κάποιον συνηθισμένο άνθρωπο,
ώσπου στο τέλος οι ιδιοτροπίες της έγιναν ανυπόφορες.
»Η αλλαγή αυτή της Λατιφέ δεν άρεσε καθόλου στον Γαζή. Και
σταδιακά επέστρεψε στις παλιές του επιτραπέζιες συνήθειες. Προτού
περάσει πολύς καιρός, άρχισε, όπως και παλιά, να καλεί φίλους, να τρώει
και να πίνει μαζί τους. Έφτασε η μέρα που οι συζητήσεις στο τραπέζι
περί επιστήμης, πολιτικής και στρατιωτικών θεμάτων κρατούσαν έως τις
πρώτες πρωινές ώρες. Κάποιες φορές δεν κοιμόντουσαν καθόλου,
διασκέδαζαν και άκουγαν μουσική.
»Και ο Γαζής άνθρωπος ήταν. Κι όπως κάθε άνθρωπος, είχε καλές και
κακές μέρες. Η Λατιφέ έδειχνε πως ευχαριστιόταν να τον βασανίζει
πάντα και παντού. Όλοι το έβλεπαν και στενοχωριούνταν».
Η Εσίν Ουμάυ, κόρη του προέδρου του Συλλόγου Προστασίας Παίδων,
Φουάτ Ουμάυ, είπε: «Οι Αμερικανοί ρώτησαν πολλές φορές τον πατέρα μου
γιατί ο Μουσταφά Κεμάλ, ο οποίος μπορούσε να χειριστεί τόσο σπουδαίες
υποθέσεις, δεν κατάφερε να επιβληθεί στη Λατιφέ Χανούμ. Εκείνος
περιορίστηκε στην εξής δήλωση: “Δεν υπάρχει άντρας πιο σκληρός από τον
Μουσταφά Κεμάλ”».

Μήπως η Λατιφέ δεν ήταν αρκετά ανιδιοτελής;


Η μικρή αδερφή της Λατιφέ, η Ρουκιγέ, ήταν της γνώμης ότι η μεγάλη
αδερφή της θα έπρεπε να είναι πιο ανιδιοτελής. Κατά τη διάρκεια μιας
συζήτησης είπε στη φίλη της, Λεμάν Καραοσμάνογλου: «Μια μέρα μού είπε:
“Ξέρεις, Λεμάν, η αδερφή μου έκανε ένα μεγάλο λάθος. Αν ήμουν εγώ η
γυναίκα του Ατατούρκ, θα του έλεγα: Αγάπα, καλέ μου… Αγάπα όλο το
σύμπαν… Αγάπα, καλέ μου, μην απαγορεύεις στον εαυτό σου τίποτα, μην
απαγορεύεις στον εαυτό σου καμιά. Και δε θα το είχα κάνει τόσο μεγάλο
ζήτημα”».
Ο μικρός αδερφός της, ο Μουντζί Ουσακίζαντε, είχε την εξής άποψη: «Η
αδερφή μου είναι σπουδαία γυναίκα. Φέρθηκε όμως στον Γαζή όπως φέρεται
κανείς σε έναν συνηθισμένο άντρα. Δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι είχε
παντρευτεί μια “μεγαλοφυΐα”, από αυτές που σπάνια εμφανίζονται στην
Ιστορία. Γι’ αυτό και έγινε βάρος τελικά στον Μουσταφά Κεμάλ».
Η θετή κόρη του Μουσταφά Κεμάλ, Σαμπιχά Γκιοκτσέν, αντιθέτως, είπε:
«Αν η Λατιφέ ήταν πιο υπομονετική, λίγο πιο έξυπνη, και με αυτό δεν εννοώ
ότι ήταν χαζή, θα έμενε ίσως παντρεμένη μαζί του για πάντα».
Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι μια δήλωση του παππού της, ονόματι Χαλίτ
Ζιγιά, όσον αφορά τον χαρακτήρα της: «Όλοι συμφωνούσαμε ότι η Λατιφέ
ήταν μια πολύ έξυπνη, αξιαγάπητη, υπάκουη και πολύ μορφωμένη κοπέλα,
για την οποία η οικογένειά της μπορούσε να είναι περήφανη. Οι εναλλαγές
των αισθημάτων της όμως ήταν τόσο έντονες, που οι αιφνίδιες διαθέσεις της
έμοιαζαν με καταιγίδες που ξεσπούν ξαφνικά μέσα στην άνοιξη. Μια φορά
μάλιστα χρειάστηκε γι’ αυτόν τον λόγο να της απευθύνω μια
προειδοποίηση».
Μετά από χρόνια η Λατιφέ, μιλώντας με τον καλό της φίλο Σεχβάρ
Τσαγλαγιάν για τον γάμο της, είπε τα εξής: «Κοίτα, αν είχα τότε τα μυαλά
που έχω τώρα, θα είχα φερθεί διαφορετικά. Υπήρχαν στον περίγυρο τόσα
παράσιτα και εγώ ήμουν πολύ άπειρη, ώστε να μπορώ να τα αντιμετωπίσω».

Η άποψη των βιογράφων


Οι περισσότεροι βιογράφοι του Μουσταφά Κεμάλ θεωρούν ότι η Λατιφέ
εξάντλησε την υπομονή του άντρα της με τις αλλαγές της διάθεσής της,
καθώς και με την εξουσιαστική συμπεριφορά της, γι’ αυτό και της άξιζε ο
χωρισμός.
Ο Ντάγκομπερτ φον Μίκους, στη βιογραφία Γαζής Μουσταφά Κεμάλ, που
εκδόθηκε μόλις το 1929, υποστήριξε την εξής άποψη:
«Η Λατιφέ Χανούμ επί δύο χρόνια έπαιξε σημαντικό ρόλο, ήταν η πρώτη
κυρία της Τουρκίας, κάτι σαν συγκυβερνήτης, και είχε μεγάλο μερίδιο
στις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, ιδίως όσον αφορά την απελευθέρωση
των γυναικών. Παιδιά δεν απέκτησε. Όμως στο τέλος υπερεκτίμησε τη
θέση της, ήθελε να αποκτήσει υπερβολική επιρροή πάνω στον σύζυγό
της… Η Λατιφέ ήταν πολύ έξυπνη για να αρκεστεί στον περιορισμένο
κύκλο του σπιτιού, όμως από την άλλη όχι τόσο έξυπνη ώστε να τυλίξει
τον άντρα της με τις χαρακτηριστικά γυναικείες αρετές, να του δώσει
αυτό που του έλειπε και αυτό που χρειαζόταν. Φαίνεται επίσης ότι δεν
μπορούσε να ανεχτεί τον άστατο τρόπο ζωής του και ήθελε να του
επιβάλει περιορισμούς, όπως τότε στη Σμύρνη, που του έκρυβε “ό,τι
μπορούσε να βλάψει την υγεία του”. Αυτό θα πρέπει να ήταν το κερασάκι
στην τούρτα. Όσο ξαφνικά ο Μουσταφά Κεμάλ έκανε τον γάμο, εξίσου
ξαφνικά της έγραψε και την επιστολή του διαζυγίου (ίσχυε ακόμα το
παλιό μωαμεθανικό δίκαιο). Και η Λατιφέ υποχρεώθηκε να φύγει από το
Τσάνκαγια» (σ. 325 κ.ε.).
Ο Αργεντινός διπλωμάτης Χόρχε Μπλάνκο Βιγιάλτα έγραψε, το 1979, ότι
η Λατιφέ υπερέβη κατά πολύ τις αρμοδιότητές της ως συζύγου του προέδρου
της Τουρκίας για την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων, ιδίως όσον αφορά την
αναγνώριση των δικαιωμάτων των γυναικών. Και συμπλήρωσε ότι δεν της
άρεσε να περιορίζεται στη σφαίρα της δικής της ευθύνης, μολονότι ήταν
πολλά αυτά που είχε να κάνει. Το σχόλιό του ήταν το εξής: «Δεν ήταν τόσο
ευφυής όσο φαινόταν», και συμπλήρωσε: «Σταδιακά άρχισαν οι καβγάδες
και η ατμόσφαιρα μεταξύ τους έγινε ψυχρή πια. Με τον καιρό, η Λατιφέ
αποκάλυπτε έναν όλο και πιο αυταρχικό χαρακτήρα. Με κάθε αφορμή ήθελε
να γίνεται το δικό της. Κυριαρχούσε στη ζωή και στις συνήθειες του άντρα
της».
Ο Κίνρος, αντιθέτως, είχε άλλη άποψη:
«Η Λατιφέ Χανούμ αντιστεκόταν σαν δυτική γυναίκα στην καταπίεσή
της. Εξάλλου δεν είχε τη γυναικεία αίσθηση της διακριτικότητας που
απαιτούνταν για να κρύψει τα συναισθήματά της και να κατευθύνει τον
Γαζή διακριτικά. Του ασκούσε κριτική, τον εξόργιζε».
Και στη συνέχεια αναφέρει ότι είχαν αρχίσει να πληγώνουν ο ένας τον
άλλο και πως η ζήλια της Λατιφέ είχε γίνει αφόρητη. Σύμφωνα με τον
Κίνρος, στο τέλος ο Μουσταφά Κεμάλ έχασε την υπομονή του κι αποφάσισε
να χωρίσει.
Αν και ο Κίνρος θεωρούσε τον χωρισμό αναγκαίο, δε συμφωνούσε με τον
τρόπο που έγινε:
«Αυτό που είναι παράξενο δεν είναι ο χωρισμός ανάμεσα σε αυτούς τους
δύο ανατολίτικους χαρακτήρες, που δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν
στους όρους της ισοτιμίας, αλλά ο τρόπος με τον οποίο έγινε. Στον
χωρισμό ο Μουσταφά Κεμάλ ακολούθησε τους νόμους του Ισλάμ, οι
οποίοι επιτρέπουν στον άντρα να χωρίσει τη γυναίκα χωρίς σοβαρό
λόγο». Και, εν όψει του αστικού δικαίου που σε λίγο θα ετίθετο σε ισχύ,
συμπλήρωσε: «Λίγους μήνες αργότερα δε θα μπορούσε να το πράξει με
τον ίδιο τρόπο».

Το διαζύγιο στον Τύπο


Ενώ το διαζύγιο του Μουσταφά Κεμάλ και της Λατιφέ ανακοινώθηκε στον
τουρκικό Τύπο ως μια σύντομη είδηση, στα διεθνή μέσα ενημέρωσης δόθηκε
μεγάλη σημασία στο γεγονός αυτό.
Κοινό σημείο αναφοράς σε όλες τις ειδήσεις ήταν ότι η «υπερμοντέρνα
γυναίκα» του Μουσταφά Κεμάλ, που θεωρούνταν σπουδαίο σύμβολο του
επίκαιρου τότε αγώνα κατά του συντηρητισμού, έπεσε θύμα του ρόλου τον
οποίο έπαιζε στο τουρκικό γυναικείο κίνημα. Στην Τουρκία υπήρχαν
ορισμένοι που οπωσδήποτε διάβασαν τις ανακοινώσεις στον διεθνή Τύπο.
Ωστόσο στα βιβλία που αναφέρονταν μετέπειτα στη Λατιφέ δεν
περιλαμβανόταν καμιά από αυτές τις αξιολογήσεις. Για πρώτη φορά
δημοσιεύονται εδώ τα διεθνή σχόλια.
Ορισμένα σχόλια ασχολούνται με τη διαδικασία του διαζυγίου. Θεωρούσαν
παράξενο και ασύμβατο με τη νέα Τουρκία το γεγονός ότι ο Μουσταφά
Κεμάλ χώρισε τη γυναίκα του μέσω ενός διατάγματος. Η γυναίκα του
προέδρου της δημοκρατίας περιγραφόταν με πολιτικούς όρους: «Ο
Μουσταφά Κεμάλ χωρίζει τη φεμινίστρια σύζυγό του με διάταγμα».
Ο διεθνής Τύπος ισχυριζόταν ότι ο χωρισμός είχε προκαλέσει πολιτικές
αναταράξεις. Σε αυτό πιθανόν παίζει κάποιο ρόλο η δήλωση που έκανε η
Λατιφέ σε έναν δημοσιογράφο μετά την επιστροφή της στη Σμύρνη. Η
Λατιφέ είχε συγκρίνει τον δικό της χωρισμό με εκείνο του Ναπολέοντα και
της Ιωσηφίνας. Ο κόσμος έστρεφε και πάλι την προσοχή του στην Τουρκία,
στον γάμο και στο διαζύγιο, μια κληρονομιά της Οθωμανικής
Αυτοκρατορίας.
Τη χρονιά μετά τον χωρισμό το θέμα εξακολουθούσε να είναι επίκαιρο
στους New York Times, στην Washington Post, στην Toronto Daily Star, στη
Chicago Tribune και στο περιοδικό Time.
24 Αυγούστου 1925, Time Magazine
ΠΗΡΕ ΔΙΑΖΥΓΙΟ
«Ο Γαζής Μουσταφά Κεμάλ Πασάς δήλωσε ότι πήρε διαζύγιο από τη
γυναίκα του. Δε θεώρησε αναγκαία κάποια άλλη τυπική διαδικασία από
το να υπογράψει ένα έγγραφο. Οι υποθέσεις για τους λόγους της
σύγκρουσης μεταξύ των συζύγων αντιφάσκουν μεταξύ τους. Ορισμένοι
λένε ότι η κυρία Κεμάλ, που είναι φανατική φεμινίστρια, αναμείχθηκε σε
θέματα που δεν την αφορούσαν και ότι έχει την τάση να συμπεριφέρεται
στον άντρα της σχεδόν με αυταρχικό τρόπο. Άλλοι ισχυρίζονται ότι η
Λατιφέ είχε αρχίσει να θεωρεί τον άντρα της ανυπόφορο και δεν ήθελε
πλέον να ζει μαζί του, οπότε η επιθυμία του χωρισμού προήλθε από
κείνη. Στις επίσημες δηλώσεις δεν υπάρχουν πληροφορίες. Γεγονός είναι
ότι ξαφνικά, πριν από τρεις εβδομάδες, η μαντάμ Κεμάλ εγκατέλειψε την
Άγκυρα. Είναι χαρακτηριστικό ότι κανένα μέλος της κυβέρνησης δεν
ήταν παρόν για να την αποχαιρετήσουν, ενώ απουσίαζε και ο ίδιος ο
πρόεδρος.
»Η κομψή, μικροκαμωμένη Λατιφέ, με τις καμπύλες της, που το
βλέμμα της διαπερνά τον παρατηρητή με τα μεγάλα μαύρα λαμπερά της
μάτια, είναι η κόρη του εύπορου εμπόρου από τη Σμύρνη Μουαμμέρ
Μπέη, ο οποίος για κάποιο διάστημα δραστηριοποιήθηκε και στο
χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης.
»Η επιτυχημένη, ευφυής, γεμάτη ζωή και λάμψη Λατιφέ διαφέρει πολύ
από τις άλλες γυναίκες της Τουρκίας της εποχής της. Εκτός από τα
τουρκικά, που είναι η μητρική της γλώσσα, μιλά εξίσου καλά αγγλικά,
γαλλικά και γερμανικά και είναι πεπεισμένη ότι οι γυναίκες θα πρέπει να
μορφώνονται. Στόχος της ήταν να εξομοιώσει το κοινωνικό και το
μορφωτικό επίπεδο των γυναικών της Τουρκίας με εκείνο των γυναικών
της Δύσης, καθώς και η ρήξη με τις παραδόσεις (ως επί το πλείστον
έχουν τη βάση τους στο Κοράνι) οι οποίες επί αιώνες έχουν μετατρέψει
τις γυναίκες σε δούλες των αντρών. Εκτός αυτού, είναι κόρη μιας
πλούσιας οικογένειας. Ο Μουσταφά Κεμάλ τής ήταν πολύ
αφοσιωμένος».
Στο άρθρο του Τζον Κάρτερ περιγράφονται με μυθιστορηματικές
λεπτομέρειες η ιστορία των επιτυχιών του Μουσταφά Κεμάλ και η σχέση του
με τη Λατιφέ. Ο συγγραφέας τονίζει ότι ο γάμος τους, σε αντίθεση με τις
τουρκικές συνήθειες, δεν κανονίστηκε από τις οικογένειές τους.
Τζον Κάρτερ, 23 Αυγούστου 1923, New York Times
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΠΑΙΞΕ ΡΟΛΟ ΣΤΟΝ ΧΩΡΙΣΜΟ ΤΟΥ ΚΕΜΑΛ
«Είναι γνωστό ότι ο Κεμάλ, ήρωας του Πολέμου του Τσανάκαλε* και
αρχιτέκτονας της σύγχρονης τουρκικής δημοκρατίας, είναι άντρας με
μεγάλες φιλοδοξίες. Είναι επίσης γνωστό ότι στην παρούσα στιγμή
βρίσκεται στο αποκορύφωμα της προσωπικής του ισχύος. Η ιστορία της
σταδιοδρομίας του δείχνει ότι είναι άνθρωπος με πολλή ενέργεια, του
οποίου το πείσμα και η φιλοδοξία αποτελούν τεκμήρια της μεγαλοφυΐας
του. Έχει δρομολογήσει δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις, φροντίζοντας
όμως να μη χάσει τη δύναμή του μέσα από τα χέρια του. Τι σχεδίαζε;
Κανένας δε γνώριζε. Κανένας έως σήμερα δεν το γνωρίζει. Ονειρευόταν,
όπως ο Ναπολέων, μια αυτοκρατορία; Σχεδίαζε να προσαρτήσει πάλι
στην Τουρκία παλιές επαρχίες; Τι μπορούσε να έχει κατά νου ένας
φλογερός πατριώτης για την ταλαίπωρη χώρα του; (…)
»Μετά τον γάμο (ο Μουσταφά Κεμάλ και η Λατιφέ) ταξίδεψαν επί
μήνες σε ολόκληρη την Ανατολία. Ο Κεμάλ, μετρίου αναστήματος,
επιφυλακτικός, λακωνικός και νευρικός, έδινε πράγματι την αντίθετη
εντύπωση από τη χαρωπή, μικροκαμωμένη και παχουλή γυναίκα του,
όπως ακριβώς ο Ναπολέων και η Ιωσηφίνα. Ο Μουσταφά Κεμάλ
ντυνόταν με το καλύτερο αγγλικό τουίντ και φορούσε στο κεφάλι ένα
καλπάκι από μαλλί προβάτου. Η γυναίκα του προτιμούσε την επίσημη
ενδυμασία της τουρκικής αυλής και τύλιγε ένα πέπλο γύρω από το
πρόσωπό της, χωρίς όμως να το καλύπτει.
»Τον γάμο διαδέχτηκαν σπουδαία γεγονότα. Ο σουλτάνος Μεχμέτ ΣΤ΄
καθαιρέθηκε και το σουλτανάτο καταργήθηκε. Η Τουρκία έγινε
δημοκρατία και ο Μουσταφά Κεμάλ πρόεδρος. Και επειδή το χαλιφάτο
θεωρήθηκε “ιστορικό λάθος”, καταργήθηκε. Κατά την εν λόγω εποχή ο
Μουσταφά Κεμάλ είχε πάντα το πάνω χέρι και κατόρθωσε να διευρύνει
κι άλλο την εξουσία και το κύρος του. Πριν από την κουρδική εξέγερση
είχε συμπηχθεί εναντίον του ένα αντιπολιτευτικό μέτωπο εκ μέρους των
υποστηρικτών του σουλτανάτου, ωστόσο μετά την πάταξη των Κούρδων
έγινε ισχυρότερος από ποτέ».
Στο άρθρο διατυπώνεται η υπόθεση ότι το επόμενο βήμα του Μουσταφά
Κεμάλ θα μπορούσε να είναι η αναρρίχηση στην κορυφή του ισλαμικού
κόσμου:
«Υπάρχουν άνθρωποι που λένε ότι η Λατιφέ Χανούμ αποτελούσε το
μοναδικό εμπόδιο στις φιλοδοξίες του συζύγου της. Η Λατιφέ δεν
υπάρχει πια. Αν θέλει, ο Μουσταφά Κεμάλ μπορεί να παντρευτεί και
πάλι, και αυτή τη φορά μια γυναίκα από το γένος των προφητών.
»Αν οι εξεγερμένοι που συνελήφθησαν πριν από λίγο καιρό πειστούν
για την αλλαγή της πίστης του, θα μπορούσαν να υποστηρίξουν τα σχέδια
του Κεμάλ. Παρότι η Λατιφέ Χανούμ δεν ήταν ηγέτιδα των φεμινιστριών,
ήταν το μισητό σύμβολο της αλλαγής και του εκσυγχρονισμού. Αυτό το
διαζύγιο μπορεί να γίνει κατανοητό και ως μια παραχώρηση στους
συντηρητικούς μουσουλμάνους».
Ο δημοσιογράφος Γ.Τζ. Ραπ έγραψε ένα άρθρο από την Τουρκία:
Γ.Τζ. Ραπ, New York Times, Κυριακάτικο ένθετο, 30 Αυγούστου 1925
ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΞΕΠΕΡΝΟΥΝ ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΟΡΙΑ
«Μήπως δεν είναι ειλικρινής η επιθυμία του νέου ηγέτη της Τουρκίας να
επιτρέψει στις γυναίκες να συμμετάσχουν ισότιμα με τους άντρες στη
ζωή της σύγχρονης Τουρκίας; Μήπως η συμβίωση με μια φεμινίστρια τον
έπεισε ότι η γυναίκα θα έπρεπε να επιστρέψει στον παλιό της ρόλο;
»Ο νέος αρχηγός του κράτους της Τουρκίας χώρισε τη σύζυγό του με
τρόπο απολύτως σύμφωνο με τις παραδόσεις, διότι είναι της άποψης ότι η
γυναίκα του είναι πολύ μοντέρνα και προσπαθεί να παίξει έναν ρόλο που
αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο των αντρών. Αυτό δείχνει ότι η Τουρκία
έχει ακόμα πολύ δρόμο μπροστά της ώσπου να απελευθερωθεί από
παραδόσεις αιώνων. Το γεγονός ότι κάποιες γυναίκες στην
Κωνσταντινούπολη και σε ορισμένες μεγάλες πόλεις κυκλοφορούν στον
δρόμο χωρίς καλυμμένο πρόσωπο δε σημαίνει ότι έχουν κατακτήσει την
ίδια ελευθερία με τις ομόφυλές τους στη Δύση. Η συμμετοχή τους στην
κοινωνική ζωή συνεχίζει να είναι εξαιρετικά περιορισμένη.
»Για παράδειγμα, είναι λίγες οι οικογένειες στην Κωνσταντινούπολη
που επιτρέπουν στα αγόρια και στα κορίτσια να βρίσκονται μαζί στον ίδιο
χώρο».
Ο Ραπ υποστηρίζει ότι, από νομική άποψη, οι γυναίκες έχουν γευτεί ριζικές
αλλαγές, τις οποίες όμως η Τουρκία δεν έχει αφομοιώσει ακόμα, και ότι,
παρ’ όλα αυτά, στην Άγκυρα και στην Κωνσταντινούπολη δεν έχει αλλάξει
τίποτα. Παραθέτει μάλιστα μια συζήτηση με έναν Τούρκο δημοσιογράφο
σχετικά με τον υποδεέστερο ρόλο της γυναίκας. Στην ερώτηση του Τούρκου
δημοσιογράφου «Λοιπόν, δεν είστε ευτυχής; Είναι χειρότερη η θέση μιας
μητέρας ή μιας νοικοκυράς από εκείνη ενός εργάτη, ενός δικηγόρου ή ενός
γιατρού;» ο Ραπ απάντησε: «Του είπα ότι οι γυναίκες, όπως ακριβώς και οι
άντρες, θα έπρεπε να έχουν το δικαίωμα να ξαναπαντρεύονται».
«Το έθιμο που ήθελε τη νύφη να εκπροσωπείται στον γάμο από κάποιον
κηδεμόνα καταργήθηκε. Στην Τουρκία ο γάμος δεν αποτελεί πλέον
θρησκευτική τελετή αλλά νομική. Για τα διαζύγια δεν είναι πια
υπεύθυνος ο καδής, ο θρησκευτικός δικαστής, αλλά ο πολιτικός δικαστής.
Ωστόσο ο μεγάλος πολιτικός άνδρας της Τουρκίας αποφάσισε μόνος του
στην περίπτωση του δικού του διαζυγίου. Σύμφωνα με τον παλιό
κανονισμό, ένας άντρας μπορούσε να χωρίσει τη γυναίκα του για πολλούς
λόγους. Αρκούσε να δώσει στον καδή λίγα πρόβατα ή μερικά κιλά
ζάχαρη για να λάβει την άδεια του διαζυγίου. Προς το παρόν οι νόμοι που
αφορούν το δικαίωμα του διαζυγίου δεν έχουν ρυθμιστεί ακόμα
επακριβώς. Αναμένεται όμως μια ρύθμιση παρόμοια με κείνη των
δυτικών χωρών. Υποστηρίζεται πάντως ότι οι πολιτικοί δικαστές
ενδιαφέρονται για δώρα το ίδιο με τον καδή.
»Εξαιτίας του πολέμου των τελευταίων χρόνων στην Τουρκία, ο
πληθυσμός των γυναικών έχει αυξηθεί αισθητά έναντι εκείνου των
αντρών. Σε ορισμένες επαρχίες υπολογίστηκε ότι σε κάθε άντρα
αναλογούν πέντε γυναίκες. Έτσι, οι οπαδοί της πολυγαμίας συνεχίζουν να
υπάρχουν.
»Καθώς οι γυναίκες δεν έχουν δικά τους εισοδήματα, πολλοί Τούρκοι
σήμερα διστάζουν να παντρευτούν. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η οικονομική
κατάσταση της χώρας επιτρέπει στον άντρα να κυριαρχεί.
»Η Λατιφέ Χανούμ υποστήριζε ένα σχέδιο νόμου το οποίο θα
υποχρέωνε τους άντρες να παντρεύονται, όμως ο νόμος αυτός δεν έγινε
δεκτός από τη Βουλή.
»Η γυναίκα της Τουρκίας, για την οποία λέγεται ότι απελευθερώθηκε,
βρίσκεται σε δυσχερή θέση. Δε διαθέτει ούτε τη μόρφωση ούτε τις
δυνατότητες που απαιτούνται προκειμένου να προσαρμοστεί στις
μεταβαλλόμενες συνθήκες. Το μέλλον των γυναικών είναι αβέβαιο».
Washington Post, 14 Αυγούστου 1925,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΧΩΡΙΣΕ ΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ, ΠΟΥ ΤΟΥ ΕΔΩΣΕ ΜΕΓΑΛΗ ΠΡΟΙΚΑ
«Δημοσιεύτηκε το διάταγμα με την ανακοίνωση του χωρισμού του
Κεμάλ Πασά από τη Λατιφέ Χανούμ. Σύμφωνα με φήμες, ο λόγος του
διαζυγίου ήταν ότι η Λατιφέ είχε αρχίσει να δίνει διαταγές στον άντρα
της. Η χωρισμένη γυναίκα ήταν η ηγέτιδα του γυναικείου κινήματος. Με
βάση την επίσημη τοποθέτηση, ο διαζευγμένος πολιτικός εξέδωσε ένα
διάταγμα το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 5 Αυγούστου. Εδώ και κάποιο
καιρό ωστόσο κυκλοφορούν φήμες γύρω από την ιδιωτική ζωή του
αρχηγού του κράτους. Ορισμένοι αποδίδουν τον χωρισμό στο γεγονός ότι
η Λατιφέ Χανούμ εκδήλωσε εξουσιαστικές τάσεις και αναμείχθηκε σε
πράγματα που δεν την αφορούσαν.
»Πριν από δύο εβδομάδες, μετά από έναν καβγά του ζεύγους, η κυρία
Λατιφέ επέστρεψε στην οικογένειά της. Στην τελετή αποχαιρετισμού που
οργανώθηκε με αυτή την αφορμή έλαβε μέρος, εκτός του προέδρου,
ολόκληρη η Βουλή.
»Η Λατιφέ Χανούμ πρόσφερε μεγάλη προίκα στον άντρα της. Ο
Μουσταφά Κεμάλ παντρεύτηκε την κόρη του εύπορου εμπόρου
Μουαμμέρ Μπέη στις 29 Ιανουαρίου του 1923 και λέγεται ότι έλαβε
προίκα ενός εκατομμυρίου τουρκικών λιρών. Η Λατιφέ Χανούμ, που
είναι γνωστή ως οπαδός των δικαιωμάτων των γυναικών, μετά από λίγους
μήνες, με τη βοήθεια των γυναικών της Κωνσταντινούπολης, έθεσε
υποψηφιότητα στις βουλευτικές εκλογές. Εκείνη την εποχή ο Σαλίχ
Εφέντι, υπόψιν, είχε προκαλέσει το μένος των γυναικών της
Κωνσταντινούπολης με το σχέδιο νόμου του, το οποίο, προτείνοντας
υποχρεωτικό γάμο για τους άντρες, απαξίωνε το γυναικείο φύλο.
»Ο Μουσταφά Κεμάλ ενδιαφερόταν πολύ για τη βελτίωση της
κοινωνικής θέσης των γυναικών της Τουρκίας. Όταν, δύο μήνες μετά τον
γάμο του, στις 25 Μαρτίου του 1923, κάλεσε και γυναίκες σε μια γιορτή
που έγινε προς τιμήν του στο Ικόνιο, ήρθε σε σύγκρουση με την
παράδοση με δύο τρόπους. Αφενός για πρώτη φορά άντρες και γυναίκες
λάμβαναν μέρος από κοινού σε επίσημη υποδοχή. Αφετέρου
παραβιάστηκε ο κανόνας που απαγόρευε στις γυναίκες να κυκλοφορούν
στον δρόμο μετά τη δύση του ηλίου. Ο Τούρκος αρχηγός του κράτους
δήλωσε ότι είναι σύμφωνος με ένα λιγότερο συντηρητικό
ενδυματολογικό στιλ και προέβη σε μια μεταρρύθμιση όσον αφορά την
ενδυμασία των γυναικών.
»Έγινε γνωστό ότι η κυρία Λατιφέ τραυματίστηκε από χειροβομβίδα
τον Ιανουάριο του 1924 σε μια απόπειρα δολοφονίας με στόχο τον άντρα
της. Από την επίσημη πλευρά η πληροφορία αυτή στη συνέχεια
διαψεύστηκε. Όταν όμως έγινε γνωστό ότι ένας άντρας από την Κρήτη
κρατούνταν στις φυλακές λόγω απόπειρας δολοφονίας, η είδηση
επιβεβαιώθηκε.
»Όταν παντρεύτηκαν, η κυρία Λατιφέ ήταν δεκαεννέα χρόνια
μικρότερη του άντρα της. Την περιγράφουν ως ελκυστική, κομψή
γυναίκα, με μεγάλα μαύρα μάτια. Μετά τον γάμο, και αφού συνόδευσε
για πρώτη φορά τον Μουσταφά Κεμάλ σε επίσημο ταξίδι, η Λατιφέ
Χανούμ δε φορούσε πλέον τον παραδοσιακό τουρκικό φερετζέ. Αντ’
αυτού είχε τυλιγμένο στα μαλλιά της ένα λαμπερό μεταξωτό μαντίλι και
φορούσε ρούχα σύμφωνα με την ευρωπαϊκή μόδα.
»Η προίκα του ενός εκατομμυρίου λιρών, που συνεισέφερε η κυρία
Λατιφέ στον γάμο, αντιστοιχεί σε αξία 650.000 δολαρίων».
Στο άρθρο της η Λουίζ Μπράιαντ επικρίνει το γεγονός ότι ο διεθνής Τύπος
έδωσε μεγαλύτερη σημασία στη Λατιφέ από ό,τι χρειαζόταν, και ισχυρίζεται
ότι το διαζύγιο δε σημαίνει απολύτως τίποτα για τη θέση των γυναικών στην
Τουρκία. Η Μπράιαντ, μια φεμινίστρια συγγραφέας, δε γράφει για τη Λατιφέ
από φεμινιστική σκοπιά.
Λουίζ Μπράιαντ, The Nation, 26 Αυγούστου 1925
ΕΝΑ ΤΟΥΡΚΙΚΟ ΔΙΑΖΥΓΙΟ
«Ο Πασάς χώρισε τη γυναίκα του. Ο Κεμάλ έστειλε τη Λατιφέ Χανούμ
πίσω στο σπίτι του πατέρα της, από όπου την είχε πάρει πριν από τέσσερα
χρόνια, την εποχή που, με τον θριαμβευτή στρατό του, καταδίωξε ως τη
θάλασσα τους τελευταίους εναπομείναντες Έλληνες. Αυτή η ερωτική
περιπέτεια, η οποία κάποτε υποσχόταν να αλλάξει την ιστορική πορεία
της Εγγύς Ανατολής, έλαβε τέλος χωρίς να γεννηθούν παιδιά, κάτι που
πολύ συχνά αποτελεί δηλητήριο για τον έρωτα, με ολέθριες συνέπειες.
»Όταν ο Κεμάλ παντρεύτηκε τη Λατιφέ, είχε την Τουρκία στα πόδια
του. Είχε κατορθώσει το αδύνατο. Με έναν στρατό που στηριζόταν μόνο
στην αποφασιστικότητά του, είχε εκδιώξει τους Έλληνες κατακτητές από
την παρηκμασμένη, αποδυναμωμένη, πληγωμένη και ερειπωμένη χώρα,
εξευτελίζοντας τους Βρετανούς υποστηρικτές τους. Στην
Κωνσταντινούπολη ο σουλτάνος και ο χαλίφης ήταν τα σύμβολα της
ήττας και της ντροπής. Ο Κεμάλ, αντιθέτως, ήταν το σύμβολο της
αναγέννησης και της νίκης, ήταν ο ήρωας του Ισλάμ.
»Ο σουλτάνος δεν αρκέστηκε στην εναντίωσή του στην κεμαλική
εξέγερση, αλλά έστειλε τον στρατό του εναντίον των Κεμαλιστών και
υποσχέθηκε αμοιβή σε όποιον θα του έφερνε το κεφάλι του Κεμάλ. Γι’
αυτόν ακριβώς τον λόγο η καθαίρεση του σουλτάνου ήταν αναπόφευκτη.
Ωστόσο ο Κεμάλ δεν περιορίστηκε στην εκθρόνιση του σουλτάνου,
κατήργησε το σουλτανάτο και προέβη στην ανακήρυξη της δημοκρατίας.
Αν και κατήργησε την ενότητα θρησκείας και κράτους, επέτρεψε στον
διάδοχο του θρόνου να διατηρήσει τον τίτλο του χαλίφη. Όπως ο
Ναπολέων, μετά τους πρώτους του πολιτικούς ελιγμούς,
αυτοαναγορεύτηκε σε αυτοκράτορα, έτσι και ο Κεμάλ, όπως πίστευαν
πολλοί, θα ανακηρυσσόταν σουλτάνος στην Τουρκία.
»Όταν ο Κεμάλ παντρεύτηκε τη Λατιφέ, φαινόταν βέβαιο ότι θα ίδρυαν
μαζί μια νέα δυναστεία (…).
»Αφότου ο χαλίφης εξορίστηκε, δημιουργήθηκε περιβάλλον κατάλληλο
για μια κεμαλική δυναστεία. Όμως δυναστεία δεν αναπτύχθηκε. Η
Λατιφέ έμεινε άτεκνη.
»Για την περιγραφή της ομορφιάς, των χαρισμάτων, του θάρρους, του
προοδευτικού πνεύματος και της γοητείας της Λατιφέ χύθηκαν ποταμοί
μελάνης στον δυτικό Τύπο. Στην Τουρκία ήταν, για το ίδιο θέμα, μόνο
ρυάκια. (…) (Η Λατιφέ) ήταν μια παρορμητική, ζηλιάρα γυναίκα,
περιορισμένης ομορφιάς, περιορισμένης γοητείας (…)».
Η Μπράιαντ γράφει ότι ο Μουσταφά Κεμάλ έκανε στο στρατόπεδο μια
ζωή ελεύθερη και με πολλές δραστηριότητες, όμως με την εμφάνιση της
Λατιφέ αποσύρθηκε στο σπίτι. Και συνεχίζει ως εξής:
«Η Λατιφέ και ο Κεμάλ ζούσαν στην Άγκυρα μια οικογενειακή ζωή. Το
σπίτι τους, που είχε έξι δωμάτια, δεν ήταν αρκετά μεγάλο για να
φιλοξενήσει δύο τόσο έντονους χαρακτήρες. Ολοφάνερα το σπίτι ήταν
πολύ μικρό.
»Το γεγονός ότι η Λατιφέ εκδιώχθηκε δεν έχει συνέπειες για τις
γυναίκες της Τουρκίας. Δεν ήταν αρχηγός του γυναικείου κινήματος της
χώρας. Και αυτό το κίνημα υπάρχει. Το κίνημα της είχε προτείνει αμέσως
συνεργασία, όμως εκείνη αρνήθηκε. Η σημαντική ηγετική φυσιογνωμία
του κινήματος αυτού είναι η Νεζιχέ Χανούμ από την Κωνσταντινούπολη,
αλλά το πιο λαμπρό αστέρι του είναι η Χαλιντέ Εντίπ.
»Στα παλιά σπίτια της Κωνσταντινούπολης και στις ξύλινες επαύλεις
κατά μήκος του Βοσπόρου, όπως ακριβώς στο Λονδίνο, στο Παρίσι και
στη Νέα Υόρκη, ζουν εκατοντάδες θαυμαστές, ευφυείς, εξαιρετικά
μορφωμένες, φιλελεύθερες και προοδευτικές, γενικά σπουδαίες γυναίκες.
Έχουν ως στόχο να αποκτήσουν δικαίωμα ψήφου, χωρίς να περιμένουν
χρόνια. Οι γυναίκες αυτές καταναλώνουν το μεγαλύτερο μέρος του
χρόνου τους και όλα τους τα χρήματα στη φροντίδα των εκατοντάδων
χιλιάδων πεινασμένων ορφανών και φυγάδων της Τουρκίας».
Η Λουίζ Μπράιαντ κλείνει το άρθρο της με τα εξής λόγια: «Ο Μουσταφά
Κεμάλ θα έπρεπε να είχε μια οικογένεια, έτσι ώστε να θεμελιώσει μια
δυναστεία. Ίσως όμως και ο ίδιος να αναρωτιόταν μήπως έφταιγε η Λατιφέ
που έμεινε χωρίς κληρονόμους».
Toronto Daily Star, 18 Αυγούστου 1925
ΛΑΤΙΦΕ ΚΕΜΑΛ
«Η κυρία Κεμάλ χώρισε από τον σύζυγό της με ένα διάταγμα που
εξέδωσε ο ίδιος ως πρόεδρος της Τουρκίας. Οι ισλαμιστές
φονταμενταλιστές εξεγείρονται λόγω του τρόπου με τον οποίο ασκήθηκε
το εν λόγω δικαίωμα, το οποίο έχουν μόνο οι θρησκευτικοί ηγέτες.
Ακόμα κι αν κάτι τέτοιο δεν αντέβαινε στους κανόνες της θρησκείας, για
μας θα παρέμενε ακατανόητο. Εδώ δεν υπάρχουν ισλαμιστές
νομοδιδάσκαλοι για να μας πουν αν πρόκειται για τουρκικό διαζύγιο όταν
ο άντρας απλώς χωρίζει, όποτε και όπως θέλει.
»Επειδή ο Κεμάλ κατά τον χωρισμό δεν ανταποκρίθηκε σε κάποιες
θρησκευτικές απαιτήσεις, λέγεται ότι παραβίασε τους κανόνες της
θρησκείας.
»Στη σύγχρονη Τουρκία τα πάντα μπορούν να συμβούν, όπως άλλωστε
και οπουδήποτε αλλού στον κόσμο. Αλλά, αν είναι αλήθεια αυτά που
γνωρίζουμε από την Ιστορία για τα έθιμα, κάθε μουσουλμάνος άντρας
μπορεί να χωρίσει τη νόμιμη σύζυγό του, απλώς λέγοντας ‘‘Φύγε!’’, κι
εκείνη φεύγει».
Εδώ λοιπόν αντί της τριπλής επανάληψης της φράσης «Σε διώχνω», έχουμε
τη δημοσίευση ενός διατάγματος διαζυγίου.
«Πριν από εκατόν πενήντα χρόνια η λαίδη Μαίρη Μόνταγκ έγραφε στις
επιστολές της από την Κωνσταντινούπολη ότι το Ισλάμ δεν ήταν
παράδεισος για τις γυναίκες.
»Η Λατιφέ Χανούμ ήταν η κόρη ενός πλούσιου εμπόρου της Σμύρνης.
Η μικροκαμωμένη Λατιφέ, η οποία επέστρεψε στην Ανατολία (…) μετά
τις καταναγκαστικές σπουδές που απόλαυσε στο Παρίσι και στο Λονδίνο,
ήταν ακριβώς αυτή η περίπτωση.
»Η Λατιφέ και ο Κεμάλ συναντήθηκαν την εποχή που οι Έλληνες,
ενισχυμένοι από τις Βερσαλλίες, κατέλαβαν τη Σμύρνη, οπότε οι
Τούρκοι, που ήθελαν να τους εκδιώξουν από την Ανατολία, εισέβαλαν
στη Σμύρνη. Η συνάντηση των δυο τους δεν ταίριαζε καθόλου με τους
κανόνες του χαλιφάτου. Μετά από λίγο καιρό παντρεύτηκαν. Η προίκα
ήρθε από το Παρίσι. Όσον αφορά το ντύσιμο και τη συμπεριφορά, δεν
έμοιαζε καθόλου με τις συζύγους των σουλτάνων, που γνωρίζουμε από
τις αφηγήσεις της λαίδης Μαίρης, αλλά μάλλον με τις Αγγλίδες
μαθήτριες. Ολόκληρος ο κόσμος γνώρισε έναν Τούρκο στρατηγό και τη
γυναίκα του. Στη συνέχεια, τη θέση αυτής της εικόνας κατέλαβε εκείνη
του Τούρκου αρχηγού κράτους και της νεαρής συζύγου του, που δεν
έφευγε λεπτό από το πλευρό του. Η μύτη της, το στόμα της και το πιγούνι
της δεν κρύφτηκαν ποτέ πίσω από φερετζέ. Δε φορούσε ποτέ εκείνα τα
μακριά ρούχα που θα την εμπόδιζαν να ξεπερνά τα εμπόδια στον δρόμο
της. Ήταν η πρωτοπόρος της μόδας της κοντής φούστας στην Ασία.
»Λέγεται ότι πριν από δεκαοκτώ μήνες προφύλαξε τον Μουσταφά
Κεμάλ από το να περάσει σε έναν κόσμο όπου τα διαζύγια είναι περιττά,
τραβώντας επάνω της την προσοχή ενός σκοτεινού ατόμου.
»Και τώρα αυτή παραγκωνίστηκε. Καθώς φαίνεται, οι Τούρκοι είναι
ακόμα Τούρκοι, ενώ και ο “Νεότουρκος” παραμένει ο Τούρκος που
γνωρίζουμε».

Μια γελοιογραφία του 1925


Το 1990, στη Βιβλιοθήκη Johns του τμήματος Ανατολικών Επιστημών του
Πανεπιστημίου του Πρίνστον στις ΗΠΑ έγινε μια έκθεση, όπου μεταξύ άλλων
παρουσιάστηκε μια γελοιογραφία για τον χωρισμό της Λατιφέ και του
Μουσταφά Κεμάλ. Σε αυτή τη γελοιογραφία, που δείχνει τον αρχηγό της
Τουρκίας με ανατολίτικη ενδυμασία να βγάζει τη δυτική μάσκα του και να
στέλνει τη γυναίκα του πίσω στο σπίτι των γονιών της, βλέπουμε τη Λατιφέ,
με ένα μπουκέτο στα χέρια και καπέλο στο κεφάλι, να εκδιώκεται από τον
άντρα της.
Η Γεσίμ Αράτ γράφει γι’ αυτή τη γελοιογραφία:
«Η γελοιογραφία αποτελεί κραυγαλέο παράδειγμα του ότι ακόμα και ο
Ατατούρκ, αν και ένθερμος υπερασπιστής του εκδυτικισμού και των
δικαιωμάτων των γυναικών, στην προσωπική του ζωή ήταν η
πατριαρχική κεφαλή της οικογένειας (ή θα μπορούσε να είναι). Η εν λόγω
γελοιογραφία, που σχεδίασε ένας Αιγύπτιος και δημοσιεύτηκε το 1925
στο εβδομαδιαίο περιοδικό Hayalü’l-Ziz, δείχνει τον Ατατούρκ με
ανατολίτικη ενδυμασία να χωρίζει τη γυναίκα του, που είχε δυτική
μόρφωση. Ο Ατατούρκ, ο οποίος έχει βγάλει τη μάσκα του
εκσυγχρονισμού, όπως επίσης το καβουράκι και το σμόκιν, τα σύμβολα
του εκδυτικισμού, διατάζει τη γυναίκα του, όπως ορίζουν οι κανόνες της
Σαρία, να φύγει από το σπίτι του. Όταν πρόκειται για την ιδιωτική του
σχέση με τη δική του γυναίκα, ο Ατατούρκ μεταμορφώνεται σε
παραδοσιακό πατέρα της οικογένειας και η διαφορά μεταξύ αντρών και
γυναικών λειτουργεί υπέρ των αντρών».
Σε ολόκληρη τη ζωή της η Λατιφέ απασχολούσε τον διεθνή Tύπο.
Λατιφέ και Ιωσηφίνα

ΤΟ ΔΙΑΖΥΓΙΟ ΟΔΗΓΗΣΕ τη Λατιφέ σε μια πολύ επώδυνη περίοδο. Ο θυμός της


μπορούσε να ξεσπά από τη μια στιγμή στην άλλη, όμως συνήθως ήταν
μικρής διάρκειας. Ωστόσο, όταν έφτασε στη Σμύρνη, το μόνο που της έμεινε
ήταν η θλίψη. Κατηγορούσε τον εαυτό της για την έκβαση της σχέσης και
θεωρούσε ότι είχε φερθεί «παιδιάστικα».
Η Λευκή Έπαυλη στη Σμύρνη τής θύμιζε διαρκώς το παρελθόν. Σε όποιο
δωμάτιο κι αν πήγαινε, ξυπνούσαν οι αναμνήσεις.
Της ήταν αδύνατο να βγει στη βεράντα, όπου συνάντησε για πρώτη φορά
τον Μουσταφά Κεμάλ, ή να κοιτάξει την ελαιογραφία του στον τοίχο. Το
σπίτι όπου κάποτε είχαν ψιθυρίσει ο ένας στον άλλο λόγια ερωτικά έμοιαζε
τώρα με τάφο. Η Λατιφέ δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει τα όσα
συνέβησαν. Έκλαιγε μαζί με τη μητέρα της και τη γιαγιά της.
Η Λατιφέ δεν ήθελε ούτε να δει τις αγγλικές, γερμανικές και γαλλικές
εφημερίδες οι οποίες στο σύνολό τους έγραφαν για κείνην. Ιδιαίτερα ο
αμερικανικός Τύπος την «έπνιγε» στα εγκώμια και στα κομπλιμέντα. Ο
χωρισμός τους ήταν πρωτοσέλιδο θέμα.
Η Λατιφέ προσπαθούσε απελπισμένα να καταλάβει τα όσα έγιναν και ενώ
βρισκόταν σε κατάσταση σύγχυσης, ένας Αμερικανός δημοσιογράφος τής
χτύπησε την πόρτα για να μιλήσει μαζί της. Σήμερα δεν μπορεί πια να
εξακριβωθεί αν ο δημοσιογράφος ήταν γνωστός της ή αν απλώς την πέτυχε
σε καλή στιγμή. Όπως και να ’χει, η Λατιφέ τον δέχτηκε και συνομίλησε
μαζί του. Η ενδιαφέρουσα αυτή συνέντευξη της Λατιφέ Χανούμ, που δε
δημοσιεύτηκε στην Τουρκία, δεν παρουσιάζει μια συντετριμμένη γυναίκα,
αλλά μια γυναίκα που ήταν αποφασισμένη να αντιδράσει με τον καλύτερο
δυνατό τρόπο για τη ζωή της. Εδώ παρουσιάζονται ξανά τα λόγια της, όπως
δημοσιεύτηκαν την τελευταία εβδομάδα του Αυγούστου στην Toronto Daily
Star, στο Time Magazine και στους New York Times:
«“Είναι φοβερό να διαλύεται με τέτοιο τρόπο το όνειρο της ευτυχίας ενός
ανθρώπου και να χάνεται μονομιάς ο έρωτας από τη ζωή”, λέει η Λατιφέ.
Το σχόλιό της για την κυβερνητική απόφαση που έθεσε τέρμα στον γάμο
της ήταν γεμάτο πόνο: “Ο άντρας μου πείστηκε από τους ανθρώπους του
περιβάλλοντός του ότι η γυναίκα του αποτελεί εμπόδιο και, όπως ο
Ναπολέων, θυσίασε την αγάπη του στις φιλοδοξίες του”.
»Η Λατιφέ Χανούμ προφανώς είχε παρασυρθεί. Όταν έφευγε από την
Κωνσταντινούπολη, αγχωμένη ότι ο γάμος και η ευτυχία της θα
διαλύονταν, πίστευε, παρ’ όλα αυτά, “ότι όλα θα διορθωθούν”».
Η εφημερίδα υποθέτει λοιπόν ότι η Λατιφέ πήγε πρώτα στην
Κωνσταντινούπολη και μετά ταξίδεψε στη Σμύρνη.
«“Για άλλη μια φορά διαδραματίζεται μια υπόθεση όπως εκείνη του
Ναπολέοντα και της Ιωσηφίνας. Αγαπούσα τον άντρα μου. Έκανα ό,τι
περνούσε από το χέρι μου για να επιτύχει τα πράγματα που επιθυμούσε
για τον εαυτό του και τη χώρα. Από τώρα και στο εξής όμως η
συνύπαρξή μας αποτελεί εμπόδιο για την πρόοδό του. Όπως και στην
περίπτωση της Ιωσηφίνας, η γυναίκα είναι αυτή που πρέπει να θυσιαστεί.
Αλλά δε θέλω να παραπονιέμαι. Αν τον κάνω ευτυχισμένο με τον
χωρισμό, είμαι χαρούμενη και περήφανη. Αλλά όταν (εκ των υστέρων)
θυμάμαι τα όσα έζησα, μου σφίγγεται λίγο η καρδιά”.
»Η Λατιφέ Χανούμ επέδειξε τη στάση που θα περίμενε κανείς από μια
γυναίκα που είχε κατορθώσει να ενισχύσει την πολιτική θέση του άντρα
της και είχε παίξει τόσο σημαντικό ρόλο στην πολιτική της Τουρκίας.
Αυτή η όμορφη και ευγενής κυρία έδειχνε γεμάτη αυτοπεποίθηση· ήταν
εμφανές ότι δεν είχε μεγάλη πείρα στις κρατικές υποθέσεις.
»“Είναι άσχημο να καταλήγουν σε χωρισμό δύο άνθρωποι τους οποίους
ένωσε ο Θεός. Ο γάμος μας ήταν ακριβώς ό,τι εσείς στη Δύση
καταλαβαίνετε ως γάμο από έρωτα. Ο άντρας μου κι εγώ ήμαστε τόσο
ευτυχισμένοι όσο μπορούν να είναι ένας άντρας και μια γυναίκα στον
Παράδεισο. Ώσπου εμφανίστηκε ο όφις… Θα ρωτήσετε ποιος είναι ο
όφις. Μπορώ να δω το ερώτημα να σχηματίζεται στο μυαλό σας. Αυτό
είναι το μυστικό μου και θα το πάρω μαζί μου στον τάφο. Για τον κόσμο
είναι αρκετό να γνωρίζει το εξής: Έπεισαν τον άντρα μου πως θα πρέπει
να διαλέξει ανάμεσα στο μέλλον του και στη γυναίκα του. Κι αυτός έκανε
την επιλογή του”.
»Η Λατιφέ Χανούμ πρόσθεσε τα εξής: “Πρέπει οπωσδήποτε να πω
κάτι. Αυτό δεν είναι το τέλος της σταδιοδρομίας μου. Οι μέρες που οι
γυναίκες πέθαιναν με ραγισμένη την καρδιά ανήκουν στο μακρινό
παρελθόν. Δεν υπάρχει καλύτερο βάλσαμο από την εργασία για μια
γυναίκα που πλήγωσαν και κακομεταχειρίστηκαν. Κι εγώ, από τώρα
κιόλας, θα πέσω με τα μούτρα στη δουλειά για τη χώρα και για το φύλο
μου. Θα τους δείξω ότι δεν μπορεί κανείς να ανακόψει έτσι απλά τον
ενθουσιασμό μιας γυναίκας σαν κι εμένα”».
(«Η Λατιφέ νικήθηκε από τη φιλοδοξία», 28 Αυγούστου 1925, Toronto
Daily Star)
Τα άρθρα που δημοσιεύτηκαν στους New York Times και στο Time
Magazine περιέγραφαν τη Λατιφέ με παρόμοια λόγια. Οι New York Times,
που προσπαθούσαν να εξιχνιάσουν το μυστικό γύρω από τον χωρισμό της
για το οποίο η Λατιφέ είπε ότι «θα το κρατήσει κρυφό έως το τέλος της ζωής
της», εστίασαν στο πολιτικό περιβάλλον στην Άγκυρα και κατέληξαν στο
συμπέρασμα ότι το διαζύγιο ήταν συνέπεια του γεγονότος ότι η Τουρκία
βρισκόταν αντιμέτωπη με τον μεγαλύτερο κίνδυνο από την εποχή του
Πολέμου του Τσανάκαλε:
«Οι πολιτικοί και οι ανταποκριτές αναζητούν το μυστικό που η Λατιφέ
μετέφερε από την Άγκυρα στο σπίτι του πατέρα της, κλειδωμένο σε μια
μικρή θήκη στην καρδιά της. Ο μόνος τρόπος να λύσει κανείς το αίνιγμα
είναι να προσπαθήσει να μαντέψει την απάντηση. Η απάντηση στην
ερώτηση “Ποιος ήταν ο δαίμονας;” βρίσκεται ίσως στα μαύρα σύννεφα
που έχουν σκεπάσει τη Μοσούλη και τα σύνορα με το Ιράκ. Όταν
μαθεύτηκε ότι ο σωτήρας της Τουρκίας και πρόεδρος της Τουρκικής
Δημοκρατίας, Γαζής Μουσταφά Κεμάλ Πασάς, χώρισε την όμορφη,
νεαρή, φεμινίστρια γυναίκα του, οι φήμες οργίαζαν στα καφενεία. Οι
ξένοι ανταποκριτές τέντωναν τα αυτιά τους, ο διεθνής Τύπος
αφουγκραζόταν προσεκτικά ακόμα και την παραμικρή νύξη που θα
μπορούσε να φωτίσει τον λόγο του χωρισμού. Διότι κανένας βασιλιάς,
κανένας αυτοκράτορας και κανένας αρχηγός κράτους που κυβερνά τη
χώρα του με σιδερένια πυγμή, όπως ο σοβαρός και ιδιοφυής στρατηγός
με το ατσαλένιο βλέμμα, που νίκησε τους Έλληνες, δε θα παντρευόταν
έτσι απλά για να χωρίσει στο τέλος.
»Τα αρμόδια πρόσωπα σιωπούν. Εκείνοι που μιλούν εξ ονόματός του
λένε ότι ο χωρισμός επήλθε μόνο εξαιτίας προσωπικών λόγων. Είναι
πιθανό. Οι ηγεμόνες της Ανατολής φημίζονται για το γεγονός ότι σε
τέτοιου είδους θέματα ακούν πρώτα τη φωνή της καρδιάς τους».
Ο Τζον Κάρπεντερ των New York Times ασχολήθηκε με την ομοιότητα στο
σενάριο του χωρισμού ανάμεσα στην Ιωσηφίνα και τη Λατιφέ, και στο
άρθρο του τις 23 Αυγούστου του 1925 αναφέρει ότι «ο Ναπολέων χώρισε
την Ιωσηφίνα προς όφελος του κράτους, γι’ αυτό και η Λατιφέ συγκρίνει τον
εαυτό της με την Ιωσηφίνα».
Εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι ο Ναπολέων δεν ήταν παρά ένας
φτωχός αξιωματικός του πυροβολικού όταν γνώρισε την Ιωσηφίνα, κι ότι
εκείνη του πρόσφερε μεγάλη υποστήριξη στην προώθηση και στην
πραγματοποίηση των σχεδίων του.

Ο έρωτας μεταξύ Ιωσηφίνας και Ναπολέοντα


Ας ρίξουμε μια σύντομη ματιά σε αυτή την αλησμόνητη ερωτική ιστορία.
Εκείνο που χαρακτήριζε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο τον δεσμό
ανάμεσα στον Ναπολέοντα και στην Ιωσηφίνα ήταν ο αμοιβαίος έρωτας και
ο δραματικός χωρισμός. Όταν παντρεύτηκαν, ο Ναπολέων ήταν ένας άπορος
και άγνωστος στρατιωτικός. Η Ιωσηφίνα, αντιθέτως, ήταν μια επιφανής
κυρία της παρισινής κοινωνίας. Η Ιωσηφίνα βοήθησε τον Ναπολέοντα να
ανέλθει κοινωνικά. Του γνώρισε τη γαλλική αριστοκρατία. Ο Ναπολέων τη
θεωρούσε πάντα το πιο σημαντικό του στήριγμα· στο πεδίο της μάχης τού
έδινε δύναμη, ενώ ο ίδιος την αποκαλούσε «τυχερό αστέρι» του.
Η Ιωσηφίνα ανέβηκε μαζί με τον Ναπολέοντα στον θρόνο. Οι ιστορικοί την
περιγράφουν ως μια γυναίκα γοητευτική και χαρισματική. Το στέμμα της
αυτοκράτειρας της ταίριαζε πολύ. Με το ελκυστικό της βάδισμα και το
γοητευτικό της στιλ κατέπλησσε όλο το Παρίσι.
Η Ιωσηφίνα δεν μπόρεσε να χαρίσει στον Ναπολέοντα τον διάδοχο που
όλοι περίμεναν. Όταν μία από τις μετρέσες του έμεινε έγκυος, ο Ναπολέων
γνώριζε πια με βεβαιότητα ότι μπορούσε να κάνει παιδιά. Ωστόσο στην αρχή
διαφώνησε με τον υπουργό του, Ταλλεϋράν, ο οποίος τον συμβούλευσε να
χωρίσει την Ιωσηφίνα, με τα εξής λόγια: «Θα ήταν η μεγαλύτερη αχαριστία
από πλευράς μου να χωρίσω τη γυναίκα που έκανε τόσα για μένα».
Παρ’ όλα αυτά, ο γάμος, που διήρκεσε δεκατρία χρόνια, έλαβε τέλος όταν
ο Ναπολέων αποφάσισε να στερεώσει τον θρόνο του και να παντρευτεί τη
Μαρία Λουίζα, τέκνο της αυστριακής βασιλικής οικογένειας. Την απόφασή
του να χωρίσει την Ιωσηφίνα την ανακοίνωσε στην αγαπημένη του γυναίκα
ένα βράδυ την ώρα του φαγητού. Είχε περάσει μαζί της τις πιο ευτυχισμένες
μέρες της ζωής του, όμως για το συμφέρον της Γαλλίας έπρεπε να χωρίσουν.
Στο άκουσμα της είδησης, η Ιωσηφίνα λιποθύμησε.
Η τελετή του χωρισμού ήταν πολύ συγκινητική. Στην ομιλία της, η
Ιωσηφίνα είπε ότι συναινεί στον χωρισμό για το συμφέρον της Γαλλίας,
αφού δεν έφερε διάδοχο στον κόσμο. Με αυτό τον τρόπο επιβεβαίωνε την
εξάρτησή της από τον Ναπολέοντα. Αλλά κι εκείνος δήλωσε κατά τη
διάρκεια της τελετής ότι δε θα ξεχάσει ποτέ τα δεκατρία χρόνια που ήταν
μαζί, ως τα καλύτερα της ζωής του.
Μετά τον χωρισμό η Ιωσηφίνα περνούσε τη ζωή της σε έναν κήπο με
τριαντάφυλλα. Ο πρώην άντρας της την επισκεπτόταν για να ρωτήσει πώς τα
πάει. Λέγεται ότι πριν από την εκστρατεία στη Ρωσία ο Ναπολέων
συναντήθηκε με την Ιωσηφίνα και τη ρώτησε ποια είναι η γνώμη της.
Η Ιωσηφίνα πέθανε το 1814, όταν ο Ναπολέων βρισκόταν εξόριστος στο
νησί Έλβα. Όταν πληροφορήθηκε τον θάνατό της, ο ξακουστός στρατιωτικός
ηγέτης κλείστηκε επί μέρες στο δωμάτιό του θρηνώντας. Αφού διέφυγε από
την Έλβα, είχε πάντα μαζί του, έως το τέλος της ζωής του, μια θήκη όπου
φυλούσε μενεξέδες, που τόσο αγαπούσε η Ιωσηφίνα.

Μουσταφά Κεμάλ Πασάς και Ναπολέων


Πολλοί άνθρωποι εκείνης της εποχής συνέκριναν τον Μουσταφά Κεμάλ με
τον Ναπολέοντα και προσπαθούσαν να βρουν ομοιότητες μεταξύ τους, ως
προς τον διοικητικό τους ρόλο, αλλά και την πολιτική τους. Γι’ αυτόν τον
λόγο, ήδη από τα χρόνια του γάμου του Μουσταφά Κεμάλ και της Λατιφέ,
γίνονταν συγκρίσεις με το ζεύγος Ναπολέοντα και Ιωσηφίνας. Σε αυτό το
πλαίσιο η Λατιφέ έπαιζε, είτε το ήθελε είτε όχι, τον ρόλο της Ιωσηφίνας.
Όμως και η ίδια είχε κάποιους πρόσθετους λόγους να συγκρίνει τον εαυτό
της με αυτήν.
Η Λατιφέ διάβαζε βιβλία για τη ζωή του Ναπολέοντα και της Ιωσηφίνας. Η
ιστορία της μάντισσας που διάβασε τη μοίρα της Ιωσηφίνας στο χέρι της
θύμιζε σε αυτήν μια Τσιγγάνα που είχε διαβάσει και τη δική της μοίρα όταν
ήταν μικρή. Κι αυτό γιατί και οι δύο μάντισσες είχαν προβλέψει ότι στη ζωή
των δύο γυναικών θα εναλλάσσονταν η μεγάλη ευτυχία και η βαθιά
δυστυχία.
Ο Μουσταφά Κεμάλ αρνιόταν τη σύγκριση. Ακόμα κι αν θαύμαζε τον
Ναπολέοντα ως στρατηγό, ήταν της γνώμης ότι εκείνος έβαζε πάντα τα
προσωπικά του συμφέροντα πάνω από εκείνα της Γαλλίας. Ο Κεμάλ
συνήθιζε να λέει: «Ο Ναπολέων ήταν ένας τυχοδιώκτης που κυνηγούσε το
στέμμα και τη δόξα». Κάποτε είπε σε έναν Άγγλο δημοσιογράφο: «Δε
συμπαθώ καθόλου τον Ναπολέοντα, διότι πάντα τον επηρέαζαν τα
προσωπικά του συμφέροντα. Ο αγώνας δεν υπηρετούσε έναν συγκεκριμένο
σκοπό παρά μόνο τις προσωπικές του φιλοδοξίες. Όντας σε αυτή την πορεία,
κατέληξε στο καταστροφικό του τέλος, το οποίο τιμωρεί όλους τους άντρες
που είναι σαν κι αυτόν».
Όσον αφορά τα δικαιώματα των γυναικών, ο Μουσταφά Κεμάλ
περιγράφεται ως ένας ηγέτης ο οποίος είχε αποφασίσει να αναλάβει ρόλο
πρωτοπόρου σε αυτό το πεδίο.
Αντιθέτως, ο Ναπολέων δεν έχει τίποτα να επιδείξει στο πεδίο των
δικαιωμάτων των γυναικών. Διακόσια χρόνια μετά την άνοδό του στον
θρόνο, ο Σαρλ Ναπολεόν, απόγονος έκτης γενιάς του αδερφού του
Ναπολέοντα, άσκησε κριτική στον φημισμένο αυτοκράτορα με τα εξής
λόγια:
«Η μεγαλύτερη αποτυχία του Ναπολέοντα δεν ήταν η ήττα στο Βατερλώ
ή τα όσα συνέβησαν στη Ρωσία αλλά η συντηρητική και αντιδραστική
του στάση απέναντι στις γυναίκες. Για όλους εμάς που μιλάμε σήμερα για
τα δικαιώματα των γυναικών και για την ισότητα αντρών και γυναικών,
το γεγονός αυτό είναι κατάπτυστο».

Το διαζύγιο του Ναπολέοντα αντέβαινε στους νόμους


Ο Ναπολέων εξέδιδε νόμους των οποίων ο αριθμός αυξανόταν στο μέτρο της
επέκτασης της αυτοκρατορίας και της ανάπτυξης ενός νέου ολοκληρωμένου
νομικού συστήματος. Δικό του δημιούργημα ήταν και το αστικό δίκαιο που
ονομάστηκε Ναπολεόντειος Κώδικας.
Σε μια βιογραφία της Ιωσηφίνας που γράφτηκε το 1999 τεκμηριώνεται ότι
ο Ναπολέων την ενέπλεξε στην επεξεργασία της κοινωνικής νομοθεσίας.
Σύμφωνα με τη συγγραφέα, Κάρολλυ Έρικσον, ο Ναπολέων ανέθεσε στην
Ιωσηφίνα αυτό το καθήκον, διότι την εμπιστευόταν όσον αφορά την
εισαγωγή μεταρρυθμίσεων.
«Εκείνη την εποχή ο Ναπολέων είχε αρχίσει να σκέφτεται μήπως πρέπει
να χωρίσει τη γυναίκα του, η οποία δεν έκανε παιδιά. Ενώ ο φόβος της
Ιωσηφίνας λόγω αυτής της πιθανότητας την ωθούσε να υποστηρίζει την
ενίσχυση του γαμήλιου δεσμού, ο Ναπολέων αρνιόταν τον καταναγκασμό
ενός γάμου χωρίς τέλος, για λόγους προσωπικού συμφέροντος. Ο
Ναπολέων ήταν αντίθετος στην ανάμειξη του δικαστηρίου στα ζητήματα
του γάμου και συνήθιζε να λέει: “Η μόνη υποχρέωση του δικαστηρίου
είναι να ανακοινώσει το διαζύγιο, εφόσον υπάρχει αυτή η επιθυμία”».
Ο Καναδός ιστορικός Ρόντερικ Φίλλιπς γράφει σχετικά με το διαζύγιο
Ναπολέοντα και Ιωσηφίνας:
«Μία από τις διαμάχες στις οποίες ενεπλάκη ο Ναπολέων ήταν εκείνη του
διαζυγίου του. Το 1809 η γυναίκα του είχε συμφωνήσει για συναινετικό
διαζύγιο. Ο αυτοκρατορικός νόμος του 1806 δεν επέτρεπε διαζύγια στους
κόλπους της αυτοκρατορικής οικογένειας. Ο νόμος περί διαζυγίου, που
είχε θεσπίσει ο ίδιος ο Ναπολέων το 1803, επέτρεπε, παρ’ όλα αυτά, το
διαζύγιο σε περίπτωση που υπήρχε κοινή συναίνεση και η γυναίκα ήταν
μεταξύ 21 και 45 ετών. Ένας επόμενος γάμος επιτρεπόταν, μόνο υπό τον
όρο ότι θα μεσολαβούσαν τρία χρόνια από το διαζύγιο. Όταν ο Ναπολέων
χώρισε την Ιωσηφίνα, εκείνη ήταν 46 ετών, ενώ ο Ναπολέων
παντρεύτηκε την αρχιδούκισσα της Αυστρίας, Μαρία Λουίζα, μόλις τρεις
μήνες μετά το διαζύγιο».
Γενικά η σύγκριση ανάμεσα στην ιστορία του Ναπολέοντα και της
Ιωσηφίνας και εκείνη του Μουσταφά Κεμάλ και της Λατιφέ αποκαλύπτει
μεγάλες διαφορές.
Προσπάθησα πολύ να φωτίσω τους λόγους που οδήγησαν τη Λατιφέ
Χανούμ να αναφέρει στον δημοσιογράφο τη σύγκριση με τον Ναπολέοντα
και την Ιωσηφίνα. Μπορούμε κάλλιστα να πούμε ότι η Λατιφέ Χανούμ
ασκούσε συγκαλυμμένα κριτική στον Μουσταφά Κεμάλ, ο οποίος πήρε
διαζύγιο σύμφωνα με την ισλαμική παράδοση, λίγο προτού τεθεί σε ισχύ το
νέο αστικό δίκαιο. Και οι δύο χωρισμοί λοιπόν παρουσιάζουν, από κάθε
άποψη, κοινά σημεία.
Δε γνωρίζουμε τον τρόπο αντίδρασης του Μουσταφά Κεμάλ όταν
πληροφορήθηκε την εν λόγω δήλωση της Λατιφέ στον διεθνή Τύπο. Ωστόσο
μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει σε αυτό το πλαίσιο μια συζήτησή του,
αρκετά χρόνια έπειτα από το διαζύγιο, με την κόρη κάποιου πρεσβευτή όσον
αφορά τα ερωτικά του Ναπολέοντα. Η συζήτηση μάς έχει παραδοθεί από τον
λόρδο Κίνρος:
«Η κόρη ενός πρεσβευτή, μια πολύ έξυπνη φοιτήτρια, έθετε συνεχώς
κατά τη διάρκεια του γεύματος ερωτήματα που αφορούσαν διάφορα
ιστορικά θέματα, ιδίως περί τον Ναπολέοντα. Όταν η κοπέλα είπε ότι ο
Ναπολέων είχε ερωτευτεί βαθιά την Ιωσηφίνα, ο Ατατούρκ θύμωσε.
Ένας τόσο πολυάσχολος άντρας δεν μπορεί να έχει την πολυτέλεια του
έρωτα, όπως ισχυρίστηκε. Ο Ατατούρκ είπε στην κοπέλα: “Μου
χαλάσατε τη διάθεση” και άλλαξε θέμα, αρχίζοντας να μιλά για τον
Καίσαρα».
Η Λατιφέ έπειτα από το διαζύγιο

ΤΙΣ ΠΡΩΤΕΣ ΜΕΡΕΣ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ορισμένοι προσπάθησαν να


ΧΩΡΙΣΜΟ
συμφιλιώσουν τη Λατιφέ και τον Μουσταφά Κεμάλ, όπως αφηγείται η
Βετζιχέ Ιλμέν:
«Η Λατιφέ Χανούμ υπέφερε πολύ που έχασε έναν άνθρωπο με τον οποίο
είχε τις ίδιες απόψεις. Το περιβάλλον τους είχε χωριστεί σε δύο
στρατόπεδα. Οι μεν ήθελαν να ενώσουν και πάλι τη Λατιφέ και τον
Ατατούρκ, οι δε ήταν υπέρ του χωρισμού. Πόσες φορές δεν άκουσα τον
Νουρί Τζονκέρ με τα ίδια μου τα αυτιά να λέει: “Αν είναι δυνατόν, πασά
μου, ποιος κάθεται να ακούει τις βλακείες μιας γυναίκας; Ελάτε, ας
πιούμε κάτι…”».
Αφού έλαβε τα έγγραφα του διαζυγίου στο σπίτι του πατέρα της στη
Σμύρνη, η Λατιφέ άρχισε σιγά σιγά να συνειδητοποιεί ότι στο εξής η ζωή της
θα ήταν διαφορετική. Θα υπέφερε σε μεγάλο βαθμό.
Η Λατιφέ, η γυναίκα που βρισκόταν στην κορυφή και ήταν πρότυπο για
πολλές άλλες, έγινε από τη μια στιγμή στην άλλη η γυναίκα που είχε διώξει ο
σημαντικότερος άντρας στη χώρα. Ο Μουαμμέρ Μπέης βρισκόταν κατά την
περίοδο του χωρισμού στην Τριέστη. Η Λατιφέ δεν ήθελε να ενημερώσει τον
πατέρα της ότι είχε επιστρέψει στη Σμύρνη. Γι’ αυτό ο Μουαμμέρ Μπέης
έμαθε τι είχε συμβεί στην επιστροφή του και έστειλε μια αποχαιρετιστήρια
επιστολή στον Μουσταφά Κεμάλ:
«Έμαθα για το κρατικό διάταγμα που αφορά την κόρη μου την Πέμπτη,
όταν επέστρεψα από την Τριέστη.
»Την εξοχότητά του, τον ηγέτη και λυτρωτή του έθνους τον
αγαπούσαμε πάντα με τον μέγιστο σεβασμό, που κάνει οτιδήποτε άλλο να
ξεχνιέται. Και θα συνεχίσουμε να τον αγαπάμε. Σας εκφράζω την
ευγνωμοσύνη μου που μου κάνατε την τιμή και μου δώσατε την άδεια να
σας παρουσιάζω πότε πότε τις υποθέσεις μου και τολμώ να συνεχίζω να
ελπίζω στη συμπάθειά σας, εξοχότης μου».
Ουσακίζαντε Μουαμμέρ, 16 Αυγούστου 1925.
Ύστερα από τον χωρισμό ολόκληρη η οικογένεια Ουσακίζαντε
αντιμετωπιζόταν με τόσο μεγάλη επιφύλαξη, ώστε άρχισε να γίνεται
δύσκολη η ζωή στη Σμύρνη. Καθώς πολλοί παλιοί «φίλοι» τούς είχαν
εγκαταλείψει, θεώρησαν πως καλύτερο θα ήταν να μετακομίσουν στην
Κωνσταντινούπολη. Στη συνοικία Γκουμουσουγιού της Κωνσταντινούπολης
είχαν ένα πολύ όμορφο διαμέρισμα στο κτίριο «Εξέλσιορ Παλάς» με θέα στη
θάλασσα. Ωστόσο η οικογένεια ήταν μεγάλη και είχε εξίσου μεγάλα
προβλήματα.
Λίγο μετά τον χωρισμό η Λατιφέ έλαβε δύο επιστολές από ένα μέλος του
αμερικανικού Κογκρέσου, στις οποίες ο θαυμαστής της την εγκωμίαζε σε
όλους τους τόνους και την καλούσε να δώσει διαλέξεις στο Παρίσι και στη
Νέα Υόρκη: «Με την ευφυΐα σας, τη λεπτότητά σας, το θάρρος και τη
λαμπρότητά σας έχετε στρέψει πάνω σας την προσοχή ολόκληρου του
κόσμου. Στα νιάτα σας, βοηθήσατε με τις πράξεις σας τη χώρα σας να φτάσει
σε δυσθεώρητα ύψη». Τα λόγια αυτά έδωσαν θάρρος στη Λατιφέ.
Το γεγονός ότι στους αμερικανικούς κινηματογράφους παίζονταν ταινίες
για κείνη, το ότι ο Τύπος δημοσίευε εκατοντάδες ειδήσεις σχετικά με το
άτομό της, αλλά και το ταξίδι που της προσφέρθηκε, ήταν στοιχεία που
έδειχναν ότι η Λατιφέ ήταν μία από τις πιο σημαντικές γυναίκες στον κόσμο
και μπορούσε να φανεί χρήσιμη στη χώρα της. Το κόστος συμμετοχής που
θα πλήρωναν οι ακροατές για τις διαλέξεις της θα της απέφερε πάρα πολλά
χρήματα, ενώ θα εξασφάλιζε τόση προσοχή όση και η Μαντάμ Κιουρί. Το
θέμα των διαλέξεων είχε ήδη οριστεί: «Η Τουρκία, οι γυναίκες και ο κόσμος
– χθες, σήμερα και αύριο».
Η επιστολή του μέλους του Κογκρέσου ήταν ιδιαίτερα κολακευτική. Παρ’
όλα αυτά, η Λατιφέ δυσκολευόταν να πάρει την απόφαση. Ως διαζευγμένη
σύζυγος του προέδρου της Τουρκίας έπρεπε να σταθμίζει πολύ προσεκτικά
τις προσκλήσεις για ταξίδια στο εξωτερικό και για διαλέξεις.

Μια παράκληση στον Μουσταφά Κεμάλ


Η Λατιφέ είχε απορρίψει την πρόταση του Μουσταφά Κεμάλ να τη στηρίξει
οικονομικά. «Δεν το έχω ανάγκη» του διαμήνυσε. Σε ένα ντοκουμέντο από
τα ρουμανικά κρατικά αρχεία, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Hürriyet,
σημειώνεται ωστόσο ότι ο Μουσταφά Κεμάλ έδωσε για το διαζύγιο 50.000
λίρες (ποσό που αντιστοιχούσε τότε σε αξία 1.240.000 τουρκικών λιρών). Το
ντοκουμέντο αυτό έφτασε στο κρατικό αρχείο μέσω της αναφοράς αρ. 44292
του Ρουμάνου αντιπροσώπου Β. Αναστασίου, στις 27 Δεκεμβρίου του 1925.
Η Λατιφέ σχεδίαζε μετά τον χωρισμό να εργαστεί και έγραψε στον
Μουσταφά Κεμάλ ένα σημείωμα όπου του εξηγούσε την ιδέα. Τον
ενημέρωνε επίσης για τις ανησυχίες της.
Μέσω ενός φίλου της οικογένειας, του Ριζά Μπέη, ο Μουσταφά Κεμάλ,
τον Οκτώβριο του 1925, έλαβε την είδηση ότι η Λατιφέ τον παρακαλούσε να
της εξασφαλίσει μια θέση δασκάλας σε κάποιο σχολείο, γραμματέως σε μια
πρεσβεία ή κάποια άλλη υπαλληλική εργασία.
Ο στρατηγός Φαχρεττίν Αλτάι, που τον καιρό εκείνο βρισκόταν στο
Τσάνκαγια ως επισκέπτης, έγραψε την εξής σημείωση στο ημερολόγιό του:
«Προφανώς δε βγαίνει στον δρόμο, επειδή φοβάται μήπως αρχίσουν να
τη βρίζουν, και την πονά το γεγονός ότι κάποιοι γνωστοί κάνουν σαν να
μην την ξέρουν. Αν είχε μια θέση υπαλλήλου, θα το άντεχε», γράφει. «Ο
Ατατούρκ τα διηγήθηκε όλα αυτά πολύ ήρεμα και χωρίς προκατάληψη,
όμως δεν ανακοινώνει την απόφασή του. Αντ’ αυτού, στράφηκε στην
Αφέτ Χανούμ [τη θετή του κόρη εδώ και λίγο καιρό], λέγοντάς της ότι
πρώτα θα πρέπει να αρχίσει να εργάζεται ως δασκάλα και μετά θα τη
στείλει στο Παρίσι για να ολοκληρώσει εκεί την εκπαίδευσή της».
Οπότε, αφού διάβασε την επιστολή, ο Μουσταφά Κεμάλ άλλαξε θέμα.
Όπως φαίνεται, η Λατιφέ δεν έλαβε θετική απάντηση στην παράκλησή της
να της εξασφαλίσει μια θέση υπαλλήλου. Άραγε ήταν κλειστές όλες οι
πόρτες σε αυτή τη νεαρή μορφωμένη γυναίκα, που είχε τόσα σχέδια; Θα
απομόνωναν τη Λατιφέ, παρά τις γνώσεις της, τις ικανότητες και την
ενεργητικότητά της;
Ο διεθνής Τύπος ασχολήθηκε κι εκείνος με τον χωρισμό. Μια είδηση από
την Washington Post της 16ης Νοεμβρίου του 1924, με τίτλο «Το διαζύγιο
του Κεμάλ Πασά», παρέχει ενδιαφέρουσες πληροφορίες:
«Λέγεται ότι η γυναίκα του Μουσταφά Κεμάλ, η Λατιφέ Χανούμ, θα
κινηθεί νομικά κατά του διαζυγίου από τον Κεμάλ Ατατούρκ. Η ίδια η
Λατιφέ Χανούμ, που είναι στην κυριολεξία η πρώτη ελεύθερη γυναίκα,
είχε πείσει τον άντρα της να βάλει τέλος στο διαζύγιο ισλαμικού τύπου, κι
εκείνος εξέδωσε έναν καινούριο νόμο για τον γάμο.
»Το διαζύγιο της Λατιφέ και του Μουσταφά Κεμάλ δεν εκδόθηκε από
κάποιο τουρκικό δικαστήριο αλλά με βάση μια δήλωση του Κεμάλ.
Ωστόσο το ισλαμικό δίκαιο, το οποίο επέτρεπε αυτό το είδος διαζυγίου,
δεν ισχύει πλέον… Σύμφωνα με τις ειδήσεις που φτάνουν από την
Τουρκία, η διαζευγμένη γυναίκα του Μουσταφά Κεμάλ και οι στενοί της
συγγενείς θα ζητήσουν την ακύρωση του διαζυγίου. Με αυτόν τον τρόπο
ο νέος νόμος, που δημιουργήθηκε σε μεγάλο βαθμό χάρη στην
προσωπική επιρροή της Λατιφέ Χανούμ, θα εφαρμοστεί για πρώτη
φορά».
Δε γνωρίζουμε αν η Λατιφέ έκανε όντως κάποια προσπάθεια να ακυρώσει
το διαζύγιο. Είναι εύλογο όμως να της πέρασε αυτή η ιδέα από το μυαλό.
Ενώ το άρθρο της Washington Post μιλά επαινετικά για τη «Μεταρρύθμιση
του καπέλου», που πραγματοποιούνταν εκείνη την εποχή στην Τουρκία,
ασκεί κριτική στα μονομερή διαζύγια των αντρών από τις γυναίκες τους:
«Θα φανεί τώρα αν θα μεταβληθεί το αδιαμφισβήτητο προνόμιο των
αντρών να διώχνουν με συνοπτικές διαδικασίες τις γυναίκες τους. Θα
διασχίσει ο αέρας της αλλαγής τον Βόσπορο;».
Καθώς το νέο αστικό δίκαιο, το οποίο ήταν αντικείμενο συνεχούς
επεξεργασίας, δεν είχε κατατεθεί ακόμα στη Βουλή, η Λατιφέ δε θα
κατόρθωνε και πολλά πράγματα.
Εκτιμώντας τις μεταρρυθμίσεις που δρομολογούνταν στην Τουρκία, οι
δημοσιογράφοι ωστόσο εκκινούσαν από μια γενική νομική λογική, σύμφωνα
με την οποία οι νόμοι του Ισλάμ δεν ίσχυαν πια, γι’ αυτό και η Λατιφέ
μπορούσε να εγείρει ένσταση κατά του διαζυγίου. Το σχέδιο νόμου για το
αστικό δίκαιο, που θα ανακούφιζε τη Λατιφέ αλλά και όλες τις γυναίκες στην
Τουρκία, κατατέθηκε στη Βουλή έναν μήνα έπειτα από τη δημοσίευση της
συγκεκριμένης είδησης, στις 29 Δεκεμβρίου του 1925.

Αν η γυναίκα του Ουάσινγκτον ήταν σαν τη Λατιφέ


Σχεδόν έναν χρόνο αργότερα δημοσιεύτηκε στους New York Times το άρθρο
«Αυτά δε συμβαίνουν ούτε στα μυθιστορήματα», που είχε ως θέμα τον
χωρισμό της Λατιφέ και του Μουσταφά Κεμάλ.
Το άρθρο ξεκινούσε με την εξής φράση: «Μπορείτε να φανταστείτε τον
Τζορτζ Ουάσινγκτον να φέρνει στο Κογκρέσο τις προοδευτικές προτάσεις
της γυναίκας του;» και συνέκρινε τη Λατιφέ με τη γυναίκα του Ουάσινγκτον,
τη Μάρθα:
«Τον αποκαλούν Τζορτζ Ουάσινγκτον της χώρας του. Αυτός, η
στρατιωτική ιδιοφυΐα της Τουρκίας, ηγήθηκε ενός στρατεύματος
καταπονημένων αγροτών, το οποίο ήταν δικό του δημιούργημα, εκδίωξε
τους κατακτητές από το τουρκικό έδαφος, απελευθέρωσε τη χώρα από
την ευρωπαϊκή κυριαρχία και έγινε ο πρώτος πρόεδρος μιας νεοπαγούς,
διόλου ανεπτυγμένης δημοκρατίας, που προσπαθεί να σταθεί στα πόδια
της. Όμως από κανενός το μυαλό δεν πέρασε να συγκρίνει τη γυναίκα του
με τη Μάρθα Ουάσινγκτον. Φανταστείτε τον Τζορτζ Ουάσινγκτον να
βλέπει τη Μάρθα Κούστις, ενώ για πρώτη φορά εισερχόταν στη Νέα
Υόρκη ως επικεφαλής του εξαντλημένου στρατεύματός του. Φανταστείτε
τους να παντρεύονται μετά από μερικές εβδομάδες, και μάλιστα όχι από
ιερέα αλλά από έναν δικαστικό υπάλληλο που κάλεσαν εσπευσμένα στο
σπίτι των Κούστις. Φανταστείτε ακόμα τη σύζυγο του προέδρου
Ουάσινγκτον να είχε πετάξει τα παραδοσιακά βαριά ρούχα του φύλου
της, αντικαθιστώντας τα με ένα παντελόνι ιππασίας, το οποίο στο εξής θα
φορούσε δημοσίως, σε επίσημες εκδηλώσεις, όπως, για παράδειγμα, στην
επιθεώρηση του στρατιωτικού σώματος της Νέας Υόρκης από τον
πρόεδρο.
»Κι αν όλα αυτά δεν είναι αρκετά, φανταστείτε τον Τζορτζ
Ουάσινγκτον όχι μόνο να επαινεί τις προοδευτικές ιδέες της γυναίκας
του, αλλά και να τις επαναλαμβάνει στις ομιλίες του στο Κογκρέσο.
»Και, τέλος, φανταστείτε, το καλύτερο, το Κογκρέσο και το έθνος, που
θα αποτελούνταν στην πλειοψηφία του από αγρότες, να αποδέχονται με
ευκολία τις μοντέρνες ιδέες του Τζορτζ και της Μάρθας Ουάσινγκτον, το
ίδιο και ο λαός, ο οποίος επί αιώνες αντιστεκόταν στην πρόοδο.
»Όλα αυτά αποδεικνύουν ότι οι ιστορικοί παραλληλισμοί είναι
επικίνδυνοι, παρότι η Ιστορία διαρκώς επαναλαμβάνεται.
»Η συνέχιση της σύγκρισης με τον Ουάσινγκτον θα παραποιούσε την
ιστορία της συζύγου του ανδρός που εξακολουθεί να ηγείται της
Τουρκίας. Αυτή λοιπόν γεννήθηκε σε έναν λόφο πάνω από την πόλη, στο
τέρμα μιας ανηφόρας με χίλια σκαλοπάτια, εκεί που υπάρχουν συκιές.
»Ο πατέρας της ήταν ένας επιφανής έμπορος, που γνώριζε καλά τον
κόσμο και δεν ήθελε να μεγαλώσει την κόρη του σύμφωνα με τα αυστηρά
ισλαμικά έθιμα. Μικρό κορίτσι ακόμα, έμαθε γαλλικά στο Παρίσι και
αγγλικά στο Λονδίνο. Ο τρόπος σκέψης της ήταν ευρύς, κοσμοπολίτικος,
όμως κατ’ ουσίαν το πνεύμα της παρέμεινε τουρκικό.
»Έκαναν μοντέρνο γάμο, το διαζύγιό τους όμως ήταν σύμφωνο με τα
παλιά ισλαμικά ήθη. Η μόνη απαιτούμενη διατύπωση ήταν η δήλωση του
άντρα ότι χωρίζει τη γυναίκα του. Ο εκπρόσωπος της νέας Τουρκίας και η
εκπρόσωπος της γυναικείας απελευθέρωσης χώρισαν με τρόπο που
ευνοούσε το παρελθόν, το οποίο ήταν τόσο πρόθυμοι να ανατρέψουν.
»Ακόμα και τώρα η πρώην γυναίκα του προέδρου της Τουρκίας
αρνείται να ρίξει άπλετο φως στα όσα συνέβησαν. Απέρριψε την πρόταση
να γράψει ένα βιβλίο για τον χωρισμό της. Ωστόσο ως γυναίκα ίσως να
μιλήσει για τα θέματα αυτά.
»Η κυβέρνηση στην Άγκυρα αρνήθηκε να εκδώσει διαβατήριο στη
διαζευγμένη Λατιφέ Χανούμ, η οποία το χρειάζεται για να πάρει μέρος σε
συνέδρια στο Λονδίνο και στην Αμερική».
(Σ.Τ. Ουίλλιαμσον, New York Times, 6 Ιουνίου 1926)
Ανάμεσα στα έγγραφα της Λατιφέ Χανούμ που βρίσκονται στην κατοχή
του Ιδρύματος Τουρκικής Ιστορίας ξεχωρίζει μια επιστολή στον Μουσταφά
Κεμάλ, γραμμένη στις 18 Μαρτίου του 1926.
Η επιστολή αυτή, που συντάχθηκε εννέα μήνες μετά το διαζύγιο, συνδέεται
κατά πάσα πιθανότητα με την αίτηση έκδοσης διαβατηρίου. Ο Ρεσάτ
Καϋνάρ, που θεωρείται ειδικός όσον αφορά την αλληλογραφία της Λατιφέ,
θυμάται ότι η Λατιφέ έγραψε το γράμμα αφότου αρρώστησε με φυματίωση,
γι’ αυτό και ζητούσε την άδεια να ταξιδέψει στην Ευρώπη. Ο Μουσταφά
Κεμάλ, όπως αναφέρει ο Καϋνάρ, της έδωσε την άδεια, υπό τον όρο ότι εκεί
που θα πήγαινε δε θα μιλούσε με κανέναν.
Τον Ιούνιο του 1926 δημοσιεύτηκαν στον διεθνή Τύπο πολλές ειδήσεις για
το διαβατήριο που δε χορηγήθηκε στη Λατιφέ. Δόθηκε έμφαση στο γεγονός
ότι την εμπόδισαν να γράψει κάποιο βιβλίο ή να δώσει διαλέξεις κατά τη
διάρκεια του ταξιδιού: «Η κυβέρνηση της Άγκυρας αρνήθηκε να εκδώσει
διαβατήριο στη Λατιφέ για το ταξίδι της στην Ευρώπη και στην Αμερική,
όπου είχε σκοπό να δώσει διαλέξεις» (New York Times, 6 Ιουνίου 1926). «Η
διαζευγμένη από τον Μουσταφά Κεμάλ Πασά Λατιφέ Χανούμ δεν επιθυμεί
να καταθέσει αίτηση έκδοσης διαβατηρίου για τις διαλέξεις στις ΗΠΑ, διότι
φοβάται ότι ο πρώην σύζυγός της και το εθνικιστικό καθεστώς ενδέχεται να
πουν “Θα ασκήσει κριτική”» (Toronto Daily Star, 10 Ιουνίου 1926).
Δεν είναι σαφές αν εκείνη την εποχή η Λατιφέ ήθελε όντως να κάνει αίτηση
έκδοσης διαβατηρίου ή αν αυτό αποτελούσε απλώς έναν ισχυρισμό του
διεθνούς Τύπου. Ίσως την έκαναν αναποφάσιστη οι δικοί της ενδοιασμοί
μαζί με την άτυπη απαγόρευση εξόδου από τη χώρα. Η αναμφισβήτητη
δήλωση της ανιψιάς της, Ντιλέκ Μπεμπέ, είναι η εξής: «Από όλο τον κόσμο
έρχονταν προτάσεις για διαλέξεις. Της πρότειναν να γράψει άρθρα, να
διδάξει σε πανεπιστήμια. Όμως δεν της επέτρεπαν να κάνει τίποτε από όλα
αυτά».
Η αίτηση της Λατιφέ για έκδοση διαβατηρίου συνέπεσε με ένα συμβάν το
οποίο προκάλεσε μεγάλη αναταραχή στους κόλπους των Τούρκων
πολιτικών, την απόπειρα δολοφονίας που σημειώθηκε εναντίον του
Μουσταφά Κεμάλ στη Σμύρνη.

Η απόπειρα δολοφονίας στη Σμύρνη


Στις 14 Ιουνίου του 1926, και ενώ ο Μουσταφά Κεμάλ ετοιμαζόταν να
μεταβεί στη Σμύρνη, έλαβε ένα τηλεγράφημα από τον Κιαζίμ Ντιρίκ, τον
κυβερνήτη της πόλης. Είχαν ανακαλύψει ότι υπήρχε σχέδιο δολοφονικής
απόπειρας εναντίον του Μουσταφά Κεμάλ στη Σμύρνη, γι’ αυτό ο
κυβερνήτης παρακαλούσε τον πασά να αναβάλει το ταξίδι του.
Οι θεωρούμενοι πρωταίτιοι της δολοφονικής απόπειρας συνελήφθησαν στη
Σμύρνη την ίδια κιόλας μέρα. Ο Ζιγέ Χουρσίτ, ο φλογερός ρήτορας και
αρχηγός της αντιπολίτευσης στην προηγούμενη Βουλή, προσήχθη μαζί με
τρεις πληρωμένους εκτελεστές. Η κατηγορία ήταν η εξής: Ο Ζιγέ Χουρσίτ,
πρώην βουλευτής από το Ριζέ, είχε σκοπό να προκαλέσει πανικό κατά τη
διάρκεια της απόπειρας, έτσι ώστε να διευκολύνει τη διαφυγή των
δολοφόνων.
Ολόκληρη η χώρα βρισκόταν σε αναστάτωση. Αποφασίστηκε να
οδηγήσουν τους κατηγορούμενος στο έκτακτο δικαστήριο Ιστικλάλ. Το
δικαστήριο διέταξε την κράτηση των υπόπτων. Αρχικώς συνελήφθησαν
βουλευτές του Προοδευτικού Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και ηγετικά
στελέχη της οργάνωσης Ένωση και Πρόοδος (Ittihat ve Terak-ki*), που είχε
ιδρυθεί πριν από την ανακήρυξη της δημοκρατίας.
Μεταξύ των συλληφθέντων υπήρχαν πρώην υπουργοί, βουλευτές και
συμπολεμιστές του Μουσταφά Κεμάλ. Σε όλους απαγγέλθηκαν κατηγορίες
συμμετοχής στην απόπειρα δολοφονίας.
Μεταξύ άλλων, συνελήφθησαν και οι Αλί Φουάτ Τζεμπέσοϋ και Κιαζίμ
Καραμπεκίρ. Ο Ραούφ Ορμπάυ εξαφανίστηκε. Ο Σουρεγιά Γιγίτ, στενός
φίλος του Μουσταφά Κεμάλ από τις μέρες του απελευθερωτικού πολέμου,
έκρυψε αρχικά τον Ραούφ Ορμπάυ στο σπίτι του και έπειτα τον βοήθησε να
διαφύγει, αρχικά στην Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια στην Ευρώπη. Η
Χαλιντέ Εντίπ και ο σύζυγός της, Αντνάν Αντιβάρ, αντιθέτως, είχαν ήδη
διαφύγει στο εξωτερικό.
Τα δεκατρία άτομα που συνελήφθησαν καταδικάστηκαν σε θάνατο από το
δικαστήριο Ιστικλάλ στη Σμύρνη και απαγχονίστηκαν τις πρώτες πρωινές
ώρες, στους δρόμους και στις πλατείες όπου επρόκειτο να πραγματοποιηθεί η
απόπειρα δολοφονίας.
Υπό την επιρροή του Ισμέτ Πασά, ο Κιαζίμ Καραμπεκίρ, οι Αλί Φουάτ και
Ρεφέτ, όπως επίσης ο Ταγιάρ Πασάς αφέθηκαν ελεύθεροι. Κατά την
ακροαματική διαδικασία, που άρχισε στις 2 Αυγούστου στο δικαστήριο
Ιστικλάλ στην Άγκυρα, απαγγέλθηκαν στους πρώην ηγέτες της οργάνωσης
Ένωση και Πρόοδος οι κατηγορίες ότι επιχείρησαν να ανατρέψουν το
πολίτευμα και να διαλύσουν την Εθνοσυνέλευση. Η απόφαση του
δικαστηρίου ανακοινώθηκε στις 26 Αυγούστου. Τέσσερα μέλη της
οργάνωσης Ένωση και Πρόοδος, μεταξύ αυτών και ο πρώην υπουργός
Οικονομικών, Τζαβίτ, καταδικάστηκαν με την εσχάτη των ποινών.
Στη Σμύρνη και στην Άγκυρα απαγγέλθηκαν κατηγορίες σε υπόπτους –
βουλευτές, πρώην υπουργούς, κυβερνήτες και γραφειοκράτες– από μια
έκτακτη επιτροπή και εκδόθηκαν θανατικές καταδίκες, χωρίς να δοθεί στους
κατηγορούμενους το δικαίωμα υπεράσπισης από δικηγόρο.

Η Λατιφέ στην Κωνσταντινούπολη


Ένας Αμερικανός δημοσιογράφος αναφέρει ότι εκείνες τις κρίσιμες μέρες η
Λατιφέ έφυγε από τη Σμύρνη για να μετακομίσει μαζί με ολόκληρη την
οικογένειά της στην Κωνσταντινούπολη.
«Με την επιστροφή της Λατιφέ Χανούμ στην Κωνσταντινούπολη
ζωντάνεψαν και πάλι οι φήμες σχετικά με το ερώτημα για ποιο λόγο τη
χώρισε ο Μουσταφά Κεμάλ.
»Παρ’ όλα αυτά, η Λατιφέ κράτησε το στόμα της κλειστό, ενώ ο νέος
πρόεδρος της Νέας Τουρκίας δε φαίνεται διατεθειμένος να συζητήσει το
θέμα. Οι ηλικιωμένες γυναίκες πιστεύουν ότι ο άντρας της τη χώρισε
επειδή δε γέννησε παιδιά. Όλοι οι Τούρκοι θέλουν παιδιά, ιδιαίτερα
γιους. Ωστόσο στα δυόμισι χρόνια του γάμου τους η Λατιφέ δεν μπόρεσε
να χαρίσει στον άντρα της διάδοχο.
»Όμως οι νεαρές και μοντέρνες γυναίκες που ενδιαφέρονται για την
πολιτική σκέφτονται διαφορετικά. Η Λατιφέ δε συμπαθούσε τους άντρες
του περιβάλλοντος του συζύγου της, οι περισσότεροι από τους οποίους
ήταν πολιτικοί. Αλλά τον άντρα της τον λάτρευε. Γι’ αυτό έγινε τόσο
ζηλότυπη, που έφτασε στο σημείο να ανοίγει τις επιστολές και τα
τηλεγραφήματα που έφταναν στον Κεμάλ».
(Washington Post, 14 Ιουνίου 1926)
Ο Μουσταφά Κεμάλ δεν ήταν ούτε σουλτάνος ούτε αυτοκράτορας.
Συνεπώς η έλλειψη διαδόχου είναι μάλλον απίθανο να αποτέλεσε τον λόγο
του διαζυγίου. Ωστόσο στον δημόσιο λόγο εκφραζόταν αυτή η εικασία.
Σε ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1930 σε μια
γαλλική εφημερίδα λεγόταν ότι η Λατιφέ δεν μπόρεσε να χαρίσει παιδί στον
άντρα της και ότι αυτή ήταν η αιτία του χωρισμού τους. Το ίδιο άρθρο
δημοσιεύτηκε και στην τουρκική εφημερίδα Cumhuriyet.
«Στη ζωή του Μουσταφά Κεμάλ, του απελευθερωτή των Οθωμανών
γυναικών, ο οποίος απορρίπτει τη στάση των προηγούμενων Τούρκων
ηγεμόνων απέναντι στο χαρέμι, υπάρχει μόνο μία γυναίκα. Η Λατιφέ
Χανούμ είναι η μούσα στο έπος του κεμαλισμού. Ο νικητής μοιράζεται
μαζί της τη νίκη. Η γυναίκα γίνεται σύζυγός του και αρχίζει, μετά την
κατάκτηση, να λέει τραγούδια για την ανοικοδόμηση και τα νομοθετικά
σχέδια. Μήπως δεν ξέρει να παίζει λύρα; Στις 4 Αυγούστου του 1925 ο
τουρκικός λαός μαθαίνει με μια σύντομη ανακοίνωση ότι το ζευγάρι
χώρισε.
»Στις ερωτήσεις που της απευθύνονται στη συνέχεια η Λατιφέ απαντά
ως εξής: “Δεν ανταποκρίθηκα στον ρόλο μου ως συζύγου. Δεν μπόρεσα
να χαρίσω παιδιά στον άντρα μου”».
(Λουί Κομπαλουζιέ: «Ο Κεμάλ Ατατούρκ είναι εδώ και δεκατρία
χρόνια ο πατέρας της Τουρκίας», όνομα και ημερομηνία της εφημερίδας
είναι άγνωστα.)
Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς τα λόγια της Λατιφέ. Τα ατελείωτα
σχόλια για τον χωρισμό τους πρέπει να της προκαλούσαν θλίψη· γι’ αυτό και
πρόβαλε ως λόγο την ατεκνία. Αλλά η Λατιφέ δεν είχε τέτοιο πρόβλημα· ο
ίδιος ο Μουσταφά Κεμάλ είχε αναφέρει: «Δεν μπορώ να κάνω παιδιά».
Η Λατιφέ ήταν ένα πρόσωπο που δεν απουσίαζε ποτέ από τα μέσα μαζικής
ενημέρωσης της εποχής. Ο κόσμος ήθελε να μάθει από μια τόσο σημαντική
γυναίκα ποιες αλλαγές πραγματοποιούνταν στην Τουρκία. Γι’ αυτό και έως
τη δεκαετία του 1930 η Λατιφέ βρισκόταν στο επίκεντρο της παγκόσμιας
δημοσιότητας και συνέχιζε να λαμβάνει προσκλήσεις από το εξωτερικό.
Η Λατιφέ διατηρούσε στενές σχέσεις με τον διεθνή Τύπο από τα χρόνια
που βρισκόταν στο πλευρό του Μουσταφά Κεμάλ. Όταν ο Μουσταφά Κεμάλ
έδινε συνεντεύξεις, εκείνη ήταν δίπλα του, βρισκόταν στη διάθεση των
δημοσιογράφων ως διερμηνέας ή, υπό την ιδιότητα της πρώτης κυρίας της
χώρας, τους παρείχε επίκαιρη πληροφόρηση. Φυσικά, οι δημοσιογράφοι
αυτοί συνέχισαν να παρακολουθούν τη συμπεριφορά της και μετά τον
χωρισμό. Ενώ στην Τουρκία προσπαθούσαν απλώς να σβήσουν το όνομά της
από την Ιστορία, ο υπόλοιπος κόσμος έβλεπε τη Λατιφέ Χανούμ ως μια
γυναίκα που αδικήθηκε, γι’ αυτό και της συμπαραστεκόταν.

Ποιος ρωτούσε να μάθει για κείνη;


Είχε επισκέπτες τις μέρες εκείνες η Λατιφέ; Ρωτούσαν να μάθουν για κείνη;
Σύμφωνα με τον Ριζά Νουρ, ανάμεσα στους πολιτικούς που επισκέπτονταν
τη Λατιφέ βρίσκονταν μόνο ο γενικός γραμματέας Τεβφίκ και ο βουλευτής
Μαχμούτ (Σοϊντάν) από το Σιίρτ. Και οι επισκέψεις αυτές δεν ήταν τόσο
φιλικού χαρακτήρα. Αντίθετα, τη νουθετούσαν «να μην πει τίποτα σε
κανέναν». Κατά τον Ριζά Νουρ, μόλις η Λατιφέ έφτασε στη Σμύρνη, κάλεσε
τη γυναίκα του, Ιφέτ, την οποία γνώριζε από την Άγκυρα και ήταν κόρη του
αδερφού του Σουρεγιά Πασά. Από τότε που η αδερφή της Λατιφέ, η Βετζιχέ,
παντρεύτηκε τον οικονομολόγο Χαϊρί Ιλμέν, τον Μάρτιο του 1925, η Λατιφέ
είχε αποκτήσει συγγενική σχέση με την Ιφέτ.
Ο Ριζά Νουρ επισκέφθηκε μια μέρα τη Λατιφέ, για να δει αν υπήρχαν νέα:
«Προσπάθησα επανειλημμένα και με διάφορους τρόπους. Εκείνη δεν είπε
τίποτα. Σκόπιμα έμεινα πολλές ώρες. Ο πατέρας της δε μας άφησε μόνους
ούτε λεπτό. Ήταν πολύ επιφυλακτικός άνθρωπος. Κανένας δεν τολμούσε
να πάει να τη δει. Η καημένη δε μιλούσε με κανέναν. Ούτε και έβγαινε
στον δρόμο, που της φαινόταν σαν καταραμένος πια. Η θέση της ήταν
δεινή. Μόλις χθες είχε κυρίαρχη θέση, την επευφημούσαν και την
αποθέωναν. Τώρα ήταν ένας απλός άνθρωπος… Παλιότερα ένα σχολείο
είχε το όνομά της: “Σχολείο Λατιφέ Γαζή”. Την επόμενη μέρα μετά το
διαζύγιο το όνομά της αφαιρέθηκε. Όταν το έμαθε, η Λατιφέ πληγώθηκε
πολύ. Έχασε μεγάλο μέρος από τη δύναμή της. Της είπα: “Πρέπει να
βγείτε να πάρετε αέρα”, όμως δε με άκουσε. Γινόταν όλο και πιο αδύνατη
και πιο χλωμή, στο τέλος έπαθε φυματίωση».
Αυτά είναι όλα όσα γνωρίζαμε σχετικά με τη δεύτερη ζωή της Λατιφέ. Τη
Λατιφέ σαν μια γυναίκα εγκαταλειμμένη, κατεστραμμένη, που ζούσε
απολύτως αποσυρμένη! Ύστερα από τις μακρές συζητήσεις που έκανα με τον
ανιψιό της, Μουαμμέρ Ερμπόυ, γνώρισα μια Λατιφέ τελείως διαφορετική.
Ήταν μια γυναίκα που προσπαθούσε να ξεπεράσει την οδύνη της, που
περνούσε τον καιρό της με ανθρώπους που αγαπούσε και ζούσε πιθανόν
καλύτερα από πολλούς άλλους. Γνώρισα μια Λατιφέ Χανούμ η οποία
παρακολουθούσε με ενδιαφέρον τα προβλήματα της Τουρκίας και του
κόσμου, που συχνά αποτραβιόταν στη βιβλιοθήκη της, όπου διάβαζε
ασταμάτητα, μια Λατιφέ που έγραφε. Και μια Λατιφέ η οποία, παρότι έδειχνε
στον κόσμο ότι είχε διαγράψει τον Μουσταφά Κεμάλ από τη ζωή της, δεν
τον είχε βγάλει από μέσα της.

Το νέο σπίτι των Ουσακίζαντε


Όταν η οικογένεια Ουσακίζαντε αγόρασε μια τετραώροφη ξύλινη έπαυλη
στο Αγιάς Πασά με θέα στον Βόσπορο, η Λατιφέ εγκαταστάθηκε στον
τέταρτο όροφο. Έμεναν σε ένα από τα πιο όμορφα σπίτια της
Κωνσταντινούπολης, στην καρδιά της πόλης. Συνεπώς ποτέ δε σκέφτηκαν να
διακόψουν τις σχέσεις τους με την πόλη και τους ανθρώπους. Ο Μουαμμέρ
Ερμπόυ περιγράφει την έπαυλη στο Αγιάς Πασά σε όλη της τη
μεγαλοπρέπεια:
«Υπήρχε μια επιβλητική εξώπορτα. Και ένα γκαράζ στο οποίο έμπαινες
από μια πόρτα που βρισκόταν πιο χαμηλά. Η κύρια είσοδος δεν ήταν στην
πλευρά της θάλασσας, αλλά στην πλευρά που έβλεπε στη στεριά. Τρία
μαρμάρινα σκαλοπάτια οδηγούσαν στην είσοδο. Θυμάμαι τα παράθυρα,
που ήταν πολύ λεπτοδουλεμένα. Όταν τα άνοιγες, ένα δεύτερο τζάμι
εμπόδιζε τον κρύο αέρα να μπει στο σπίτι. Στα παράθυρα κρέμονταν
βαριές κουρτίνες. Ήταν ένα τεράστιο σπίτι, στο οποίο έμπαινες από ένα
χολ. Στο χολ υπήρχαν δύο σχετικά μεγάλες πόρτες. Η δίφυλλη πόρτα στα
δεξιά οδηγούσε στην τραπεζαρία, ενώ η μονόφυλλη πόρτα οδηγούσε στη
σκάλα που κατέβαινε στην κουζίνα. Η τραπεζαρία ήταν ενιαία με ένα
μεγάλο σαλόνι. Είχες στα πόδια σου το παλάτι του Τοπ Καπί και όλο τον
Βόσπορο. Στους τοίχους κρέμονταν ελαιογραφίες με χρυσοποίκιλτα
κάδρα, από την οροφή κρυστάλλινοι πολυέλαιοι, ενώ αριστερά και δεξιά
από τη μεγάλη σκάλα υπήρχαν μπρούντζινα αγαλματίδια γυμνών
γυναικών με πυρσούς. Σχεδόν όλα τα αντικείμενα στο Αγιάς Πασά
προέρχονταν από το Παρίσι της δεκαετίας του 1920. Η λάμπα με τις
φουντίτσες φώτιζε ολόκληρο τον χώρο.
»Στους τοίχους αριστερά και δεξιά της εισόδου ήταν κρεμασμένοι
μεγάλοι καθρέφτες από την εποχή του Ναπολέοντα Γ΄. Καθώς η οροφή
είχε ύψος τεσσεράμισι μέτρα, υπήρχε ένα μέτρο κενό πάνω από τους
καθρέφτες. Η σκάλα οδηγούσε με έναν μακρύ διάδρομο τρεις ορόφους
πιο πάνω. Στο δάπεδο υπήρχαν γκρίζα, μπεζ και κόκκινα χαλιά,
κεντημένα στο Ουσάκ.
»Από τα παράθυρα της έπαυλης φαίνονταν το στενό του Βοσπόρου, ο
Πύργος του Λεάνδρου και το ακρωτήριο με το Τοπ Καπί. Στην άλλη του
πλευρά εκτεινόταν ένας μεγάλος κήπος όπου ψηλά δέντρα χάριζαν
απλόχερα τη σκιά τους».
Τον κήπο αυτόν, στον οποίο υπήρχε μια γιγάντια φλαμουριά, φρόντιζε ένας
πολύ καλός κηπουρός. Τα παιδιά και οι γείτονες αγαπούσαν τον Ντουσάν
Εφέντι, ο οποίος καταγόταν από το Καρά Αγάτς και φορούσε συνήθως ένα
γκρίζο παλτό. Η έπαυλη στο Αγιάς Πασά είχε χτιστεί στην πραγματικότητα
για τη Σαϊχά Χανούμ, ο παππούς της οποίας, ο Ναμίκ Πασάς, είχε
υπηρετήσει πέντε σουλτάνους ως βεζίρης. Ο Βαρκίν, ένας από τους εγγονούς
του Ναμίκ Πασά, μας μιλά για το παρελθόν του σπιτιού το οποίο αργότερα
κατεδαφίστηκε:
«Το παλιό κονάκι (έπαυλη) ήταν πολύ μακρόστενο, έφτανε από την οδό
Σαραγιάρ Κασί έως την πύλη και περιλάμβανε το σπίτι του Κιαζίμ
Τασκέντ και τη διπλανή πλατεία. Έμοιαζε με νησί. Εκεί όπου είναι τώρα
το ξενοδοχείο Set βρίσκονταν οι στάβλοι, εκεί όπου είναι το σπίτι μας
βρίσκονταν οι ιδιωτικοί χώροι. Ανάμεσά τους υπήρχε ένας μπαξές με
αγκινάρες. Μετά τον θάνατο του Ναμίκ Πασά όλα αυτά μοιράστηκαν στα
παιδιά του. Αυτό εκεί το πήρε ο Μουσταφά Μπέης, ενώ το σπίτι μου,
όπου μένω σήμερα, το πήρε ο παππούς μου, ο Αλί Μπέης, ο οποίος ήταν
μαζί με τον Μιτχάτ Πασά εξορία στη Μεδίνα. Ο Ναμίκ Πασάς είναι ο
παππούς της μητέρας μου Μεριέμ Τσελεμπιλέρ. Το σπίτι που αγόρασε ο
Μουαμμέρ Μπέης είχε χτιστεί για τη Σαϊχά Χανούμ, την κόρη του
Μουσταφά Μπέη. Εκείνη πούλησε το σπίτι, όπως είπαν, σε κάποιον
ονόματι Monsieur George. Διάφοροι άνθρωποι έμειναν εκεί ως
ενοικιαστές. Στη συνέχεια το αγόρασε ο Μουαμμέρ Μπέης, μαζί με το
μερίδιο (της κληρονομιάς), που αντιστοιχούσε στο σπίτι».
Ο Μουαμμέρ Μπέης, ο οποίος σταδιακά μείωσε τις εμπορικές του
δραστηριότητες, αφότου έγινε πεθερός του Μουσταφά Κεμάλ, τον Ιούνιο του
1926 προσπάθησε να αγοράσει το νεκροταφείο του Αγιάς Πασά, το οποίο
είχε έκταση 27 στρεμμάτων και πουλιόταν έναντι 78.000 λιρών. Ήθελε
προφανώς να επενδύσει την περιουσία του. Το νεκροταφείο ωστόσο
πουλήθηκε σε άλλον.
Οι αδερφοί της Λατιφέ, Ομέρ και Ισμαήλ, όπως και οι αδερφές της, Βετζιχέ
και Ρουκιγέ, παντρεύτηκαν όταν η Λατιφέ βρισκόταν στο Τσάνκαγια. Σε μια
αγγελία που δημοσίευσε η εφημερίδα Cumhuriyet στις 2 Μαρτίου του 1925
ανακοινώθηκαν οι γάμοι του Ισμαήλ και της Βετζιχέ. Έτσι, οι Ουσακίζαντε
συνδέθηκαν με την οικογένεια του Σουρεγιά Πασά, ο οποίος ήταν γνωστή
προσωπικότητα της Κωνσταντινούπολης. Έχαιρε μεγάλης εκτίμησης, ιδίως
στην περιοχή γύρω από το Καντίκιοϋ. Το 1927 ίδρυσε την όπερα «Σουρεγιά»
και τον κινηματογράφο «Σουρεγιά», επίσης μπήκε στην πολιτική ως
βουλευτής. Ήταν ένας άντρας με μεγάλη περιουσία, ο οποίος εργάστηκε
επίσης στη δημοτική διοίκηση.
Η Μελαχάτ, η κόρη του Σουρεγιά Πασά και της Ανταλέτ Χανούμ, θα
παντρευόταν τον Ισμαήλ, τον αδερφό της Λατιφέ, ενώ ο γιος τους, ο Χαϊρί,
τη Βετζιχέ, την αδερφή της Λατιφέ. Η Ρουκιγέ είχε γνωρίσει τον μετέπειτα
σύζυγό της, τον Τζεβάτ Ατσικαλίν, όταν η Λατιφέ έμενε στο Τσάνκαγια, τον
παντρεύτηκε και μετακόμισε μαζί του στην Άγκυρα. Η Ρουκιγέ θεωρούνταν
η πιο όμορφη από τις τρεις αδερφές. Όταν η οικογένεια ζούσε στη Γαλλία,
είχαν δώσει στις τρεις κοπέλες το προσωνύμιο «Οι τρεις χάριτες». Οι Γάλλοι
βάφτισαν, συγκεκριμένα, τη Ρουκιγέ «Madamoiselle Beauté», τη Βετζιχέ
«Mademoiselle Grace» και τη Λατιφέ «Mademoiselle Intelligence».
Ο Ομέρ, που όλοι τον περιέγραφαν ως πολύ όμορφο, εργαζόταν στην
Οθωμανική Τράπεζα, ενώ ο Ισμαήλ δούλευε στη Hariciye. Ο γάμος του
Ομέρ με την Ατιφέτ, την κόρη της οικογένειας Καπανίζαντε, καταγράφεται
ως γεγονός της μόδας στη L’Illustration, γνωστό περιοδικό εκείνης της
εποχής. Οι φωτογραφίες της νύφης και του γαμπρού τραβήχτηκαν μπροστά
σε έναν τοίχο όπου κρέμονταν οι φωτογραφίες του Μουσταφά Κεμάλ και της
Λατιφέ Χανούμ.
Ο γάμος του Ισμαήλ και της Μελαχάτ είχε σύντομη διάρκεια. Όταν
χώρισαν, η οικογένεια της Μελαχάτ ζήτησε να χωρίσει και ο γιος τους, ο
Χαϊρί, από τη Βετζιχέ.
Όταν ο Χαϊρί, που τελείωνε τις σπουδές του στα Οικονομικά στη Δρέσδη,
αντιτέθηκε σε αυτή την παράλογη αξίωση, αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη ρήξη
ανάμεσα στον ίδιο και στην οικογένειά του. Η Βετζιχέ και ο Χαϊρί
μετακόμισαν αμέσως μετά στην έπαυλη στο Αγιάς Πασά. Έτσι η Λατιφέ είχε
ξανά κοντά της την αδερφή της.
Η Λατιφέ ζούσε και πάλι με την αγαπημένη της οικογένεια στο Αγιάς
Πασά, στο σπίτι του πατέρα της, και περνούσε πολλές ώρες στο δωμάτιό της,
απορροφημένη στις σκέψεις της. Έκανε μεγάλους περιπάτους στον κήπο,
κάτω από τη σκιά που έριχναν οι μανόλιες, και απολάμβανε τη θέα στον
Βόσπορο. Όταν κοιτούσε έξω από το δωμάτιό της, μπορούσε μάλιστα να
βλέπει τον Μουσταφά Κεμάλ να μπαίνει και να βγαίνει από το ανάκτορο του
Ντολμά Μπαχτσέ. Μπορούσε κατ’ αυτόν τον τρόπο να παρακολουθεί
καθημερινά τη ζωή του πρώην συζύγου της, τουλάχιστον τμηματικά.
Υπάρχουν φήμες ωστόσο ότι και η κυβέρνηση παρακολουθούσε τη Λατιφέ.

Επιστολές στον Βασίφ Τσινάρ


Οι επιστολές της Λατιφέ δε μας πληροφορούν ιδιαίτερα για την κατάστασή
της μετά τον χωρισμό. Σε μια επιστολή της 21ης Αυγούστου του 1926, την
πρώτη που έγραψε στον στενό της φίλο, Βασίφ Τσινάρ, πρώην υπουργό,
χαρακτηρίζει τον εαυτό της ως την πιο αξιολύπητη κοπέλα της Σμύρνης, η
οποία, σε μια γωνιά της Κωνσταντινούπολης, πνίγεται από τη θλίψη και τον
πόνο.
Η ανιψιά του Βασίφ Τσινάρ, η Νεριμάν Σελγκίλ, κράτησε για πολλά χρόνια
αυτές τις επιστολές, μέχρι που τις παρέδωσε στον Μεχμέτ Μπαρλάς. Όταν
εκείνος δημοσίευσε πρώτη φορά τα γράμματα στην εφημερίδα Güneş,
κράτησε μυστικό το όνομα του ανθρώπου στον οποίο απευθύνονταν. Μόνο
όταν επρόκειτο να ανοίξουν τα έγγραφα της Λατιφέ και να δημοσιεύσουν
ξανά τις επιστολές στην εφημερίδα Sabah, έγινε γνωστό ότι ο παραλήπτης
τους ήταν ο πρώην πρεσβευτής και υπουργός Παιδείας Βασίφ Τσινάρ. Τον
Απρίλιο του 2004 πέθανε η Σελγκίλ, ενώ πριν από το τέλος της χρονιάς
αποφασίστηκε να ανοίξουν όλα τα έγγραφα της Λατιφέ. Γι’ αυτό και η
υπόσχεση μυστικότητας που είχε δώσει ο Μεχμέτ Μπαρλάς δεν ίσχυε πια.
Και στις έξι επιστολές που δημοσίευσε ο Μεχμέτ Μπαρλάς η Λατιφέ
εκδηλώνει άμεσα τα συναισθήματά της. Ο Βασίφ Τσινάρ ήταν εκείνος που
άρχισε την αλληλογραφία. Ο παλιός φίλος τη θυμήθηκε στον πρώτο χρόνο
μετά το διαζύγιο.
Διαβάζοντας κανείς τις επιστολές, καταλαβαίνει ότι η Λατιφέ είναι βαθιά
θλιμμένη και απελπισμένη. Η ίδια περιγράφει τον εαυτό της ως ένα πλάσμα
που, όπως τα πεσμένα φύλλα του φθινοπώρου, είναι έτοιμο να λιώσει και να
γίνει ένα με τη γη. Άρα σκέφτεται τον θάνατο. Γράφει ότι είναι ψυχικά και
σωματικά άρρωστη. Λέει ότι δε θέλει να αποχωριστεί την τουρκική γλώσσα
και την πατρίδα της. Φαίνεται πως οι μέρες που δεν της ενέκριναν
διαβατήριο ανήκουν στο παρελθόν. Παρ’ όλα αυτά, εκείνη δίσταζε να φύγει.
Η Λατιφέ, η οποία περιγράφει τη μοίρα της με κομψές, βαθυστόχαστες και
λογοτεχνικές φράσεις, συνοψίζει την τραγωδία που έζησε με τα παρακάτω
λόγια: «Η θλίψη είναι μεγάλος δάσκαλος… Αν γνωρίζατε πόσες αλήθειες
μού διδάσκει!…».
Γράφει ότι στάθηκε και πάλι στα πόδια της, ενώ λίγο έλειψε να
καταρρεύσει από το βάρος του πόνου, και ότι φαντάζεται τη μέρα που θα
είναι τόσο δυνατή, ώστε να θεωρεί μηδαμινούς όλους τους πόνους του
κόσμου.
Στην πρώτη επιστολή, που έγραψε από την Κωνσταντινούπολη στις 21
Αυγούστου του 1926, απευθύνεται στον φίλο της στον πληθυντικό:
«Το γεγονός ότι δεν έχετε ξεχάσει την αξιολύπητη κοπέλα από την ωραία
Σμύρνη, που παραδέρνει μες στη στενοχώρια και στον πόνο σε μια γωνιά
της Κωνσταντινούπολης, αποτελεί τη μεγαλύτερη απόδειξη της ηθικής,
των αισθημάτων, της αξιοπρέπειας και του ευγενούς μεγαλείου σας. Είχα
ξεχάσει κιόλας την υπόθεση του ταξιδιού. Χωρίστηκα με τόσο τραγικό
τρόπο από την ευτυχία μου, από το σπίτι μου και από τις τόσο βαθιές
επιθυμίες μου, που δεν μπορούσα να αποχωριστώ την αγαπημένη μου
τουρκική γλώσσα και την πατρίδα μου, με την οποία είμαι δεμένη ψυχή
τε και σώματι. Για λόγους ειλικρινείς και σοβαρούς, δεν μπορούσα να
αποφασίσω να εγκαταλείψω την πατρίδα μου. Ίσως γνωρίζατε τη Λατιφέ
Χανούμ σαν μια γυναίκα με ισχυρή θέληση και αυτοπεποίθηση. Πόσο
λάθος ήταν αυτό εκ μέρους μου! Γιατί υπέκυψα σε έναν τόσο βαθύ πόνο;
Θα ρωτήσετε πού είναι η μεγάλη της αυτοπεποίθηση, η θηλυκότητα και η
τιμή της. Σας παρακαλώ πολύ να μη με μαλώσετε. Στη ζωή έρχεται
κανείς αντιμέτωπος με τόσο αξεδιάλυτα αινίγματα, τέτοιες σφοδρές
καταιγίδες, που ακόμα και ο πιο ισχυρός νους κλονίζεται και χάνει την
ισορροπία του. Σε μια τέτοια κατάσταση, οι κοντινοί μας άνθρωποι
αρχίζουν να τρέμουν σαν τα φύλλα του φθινοπώρου, να θροΐζουν, να
χάνουν το χρώμα τους και να χλωμιάζουν, ώσπου στο τέλος κόβονται από
το κλαδί, με το οποίο είναι παρ’ όλα αυτά δεμένοι, πέφτουν, λιώνουν και
γίνονται ένα με τη γη. Ωστόσο κάποιοι πόνοι κρατούν την
εγκαταλειμμένη, ταπεινωμένη ψυχή σφιχτά δεμένη. Μια μέρα, που θα
είναι τόσο δυνατή, ώστε να θεωρεί μηδαμινούς όλους τους πόνους του
κόσμου, θα επιστρέψει στους ανθρώπους. Η θλίψη είναι μεγάλος
δάσκαλος. Αν γνωρίζατε πόσες αλήθειες μού διδάσκει! Μου εύχεστε μια
ζωή γεμάτη υγεία και χαρά. Σίγουρα, για να ζει κανείς μια χαρούμενη
ζωή, πρέπει να είναι πρώτα απ’ όλα υγιής. Μεγάλη σημασία έχουν ο νους
και το συναίσθημα. Δυστυχώς, έχω αρρωστήσει σωματικά και ψυχικά.
Υποφέρω πολύ. Έχω ξεχάσει κάθε χαρά».
Λατιφέ

Πώς άρχισε η αλληλογραφία μεταξύ Λατιφέ και Βασίφ Τσινάρ;


Όπως και η Λατιφέ, ο Βασίφ Τσινάρ ήταν από τη Σμύρνη. Ο πατέρας του
καταγόταν από την οικογένεια Μπεντιρχάν,* ενώ η μητέρα του από την
Κρήτη. Ο Βασίφ Τσινάρ γεννήθηκε στην Κρήτη το 1896 και μεγάλωσε στη
Σμύρνη. Πολέμησε στις τάξεις των επαναστατών εναντίον της κατοχής και
σπούδασε Νομικά, όπως και η Λατιφέ. Με τη Λατιφέ είχαν σχεδόν την ίδια
ηλικία. Τον Αύγουστο του 1923 απέκτησε έδρα στο Κοινοβούλιο, και ενώ η
Λατιφέ βρισκόταν στο Τσάνκαγια, έγινε υπουργός Παιδείας. Εκείνος
ανέλαβε το καθήκον να επεξεργαστεί και να παρουσιάσει στη Βουλή το
νομοσχέδιο για τα εκπαιδευτικά ζητήματα, για το οποίο η Λατιφέ έδειχνε
μεγάλο ενδιαφέρον.
Υπηρετώντας ως εισαγγελέας στο δικαστήριο Ιστικλάλ της
Κωνσταντινούπολης, ήταν ένας από εκείνους που πήραν μέρος στη μεγάλη
συνέλευση για το νέο οικογενειακό δίκαιο, που οργάνωσαν οι ιδρύτριες του
Γυναικείου Λαϊκού Κόμματος, υπό την ηγεσία της Νεζιχέ Μουχιντίν στις 17
Φεβρουαρίου του 1925 στο Τουρκ Οτζαγί της Κωνσταντινούπολης.
Μάλιστα, ο Βασίφ Τσινάρ πρότεινε τη δημιουργία μιας επιτροπής με σκοπό
την επεξεργασία των ιδεών που είχαν οι γυναίκες της Κωνσταντινούπολης
για το συγκεκριμένο θέμα.
Τη δεύτερη επιστολή στον Βασίφ Τσινάρ η Λατιφέ την έγραψε στις 10
Δεκεμβρίου του 1926. Σε αυτήν η Λατιφέ φαίνεται αποφασισμένη να ζήσει,
με οποιοδήποτε τίμημα. Γράφει: «Τελικά συμφώνησα και επιτέλους θα
ταξιδέψω και θα πάω για θεραπεία στο εξωτερικό». Γράφει επίσης ότι θέλει
να πάει σε ένα σανατόριο και θα ταξιδέψει με τη συνοδεία μιας νοσοκόμας.
Αξιοπρόσεκτο είναι το γεγονός ότι η Λατιφέ χρησιμοποιεί στην επιστολή τη
λέξη «kemal», που σημαίνει «τέλειος». Κατά τη διάρκεια του γάμου
χρησιμοποιούσε αυτή τη λέξη ως κώδικα κάθε φορά που δεν ήθελε να
μιλήσει ανοιχτά για τον Μουσταφά Κεμάλ Πασά.
«Σήμερα θα είμαι τελείως [kemal-i] ειλικρινής απέναντί σας… Διότι
πήρα την απόφαση να ακούω εκείνους που με σκέφτονται, που θέλουν να
ζήσω και να αρχίσω κανονική θεραπεία. Τον τελευταίο καιρό η
κατάστασή μου ήταν πολύ άσχημη. Τελικά συμφώνησα να ταξιδέψω και
θα πάω για θεραπεία στο εξωτερικό. Για να μην έχω επιπλέον βάρη στο
ταξίδι, θα παραμείνω incognito. Δεν μπόρεσα όμως να μη σας
ενημερώσω προσωπικά. Τη Δευτέρα θα φύγω μαζί με μια νοσοκόμα με
προορισμό τη Βιέννη. Σκέφτομαι να καταλύσω στο ξενοδοχείο Bristol.
Θα μείνω εκεί το πολύ μία εβδομάδα. Αφού μάθω τη γνώμη των ειδικών,
θα αποσυρθώ σε ένα σανατόριο και θα προσπαθήσω να γίνω καλά όσο το
δυνατόν γρηγορότερα. Μου λένε καλά λόγια για κάποιον ειδικό, ο οποίος
έχει χτίσει στους πρόποδες των βουνών Τάτρα στα Καρπάθια το πιο
μοντέρνο, αυτή την εποχή, συγκρότημα, το “Syontag Sanatorium Palace”.
Ο λόγος που μου προτείνουν αυτό το σανατόριο είναι κυρίως ότι δε
θέλουν να βρίσκομαι ανάμεσα σε ασθενείς που πάσχουν από μεταδοτικές
ασθένειες. Η απόφαση ανήκει στους καθηγητές στη Βιέννη».
Λατιφέ
Ενόσω η Λατιφέ έκανε τη θεραπεία της στην Τσεχοσλοβακία, σε ένα
ορεινό χωριό στα Τάτρα, ο Βασίφ Τσινάρ βρισκόταν κι εκείνος στην
Τσεχοσλοβακία ως πρέσβης της Τουρκίας. Ήρθε στην Πράγα τον Ιούνιο του
1925 και έμεινε ως το Δεκέμβριο του 1927. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός
ότι η Λατιφέ υπέγραφε τα γράμματα που έστελνε στον Βασίφ Τσινάρ από τα
Τάτρα με το όνομα Φατμά Σαντίκ. Αυτό ήταν το όνομα που χρησιμοποιούσε
όσο καιρό βρισκόταν στο εξωτερικό. Η αδερφή της, Βετζιχέ Ιλμέν,
αφηγείται: «Έτσι ήθελε ο Ατατούρκ, για να μην την αναγνωρίσει κανείς.
Σύμφωνα με δική του επιθυμία, απέκτησε ένα διαβατήριο με το όνομα
Φατμά Σαντίκ».
Η Λατιφέ γνώριζε καλά την Ευρώπη; Για ποιο λόγο επέλεξε ένα σανατόριο
στα βουνά Τάτρα, κοντά στην Πράγα; Μπορεί κανείς να υποθέσει με
ασφάλεια πως το γεγονός ότι ο Βασίφ Τσινάρ βρισκόταν την ίδια εποχή στην
Πράγα ως πρέσβης επηρέασε την απόφασή της. Ο Μεχμέτ Μπαρλάς
πιστεύει, αντίθετα, ότι εκείνος που της έδωσε αυτή τη συμβουλή ήταν ο
Ισμέτ Πασάς. Ο Φραντς Κάφκα πέθανε το 1924 και από το 1921 έως το 1922
διέμενε σε ένα σανατόριο στα Τάτρα. Εκεί έγραψε το περίφημο μυθιστόρημά
του Ο πύργος και συνάντησε για τελευταία φορά τη Μίλενα. Όταν, το 1925,
δημοσιεύτηκε η Δίκη, ο Κάφκα βρέθηκε ως συγγραφέας στο επίκεντρο του
παγκόσμιου ενδιαφέροντος. Είναι πολύ πιθανό εκείνη την εποχή η Λατιφέ να
ταυτίστηκε μαζί του.
Από την επιστολή της 26ης Ιανουαρίου του 1927 στον Βασίφ Τσινάρ
μαθαίνουμε ότι η Λατιφέ έγραφε ένα παιδικό βιβλίο:
«Εδώ και μια εβδομάδα είμαι στο κρεβάτι. Έπαθα μια ελαφριά γρίπη.
Σήμερα το πρωί θα γίνει μια δεύτερη ακτινογραφία. Καθώς εδώ και πέντε
εβδομάδες ακολουθώ μια αυστηρή αγωγή, είναι βέβαιοι ότι θα έχει
αποτέλεσμα. Προς το παρόν η μοναδική μου επιθυμία είναι να φύγω από
αυτό το μέρος. Έμαθα από τις εφημερίδες για το ταξίδι του υπουργού
Παιδείας Νετζατί Μπέη. Άμα αναρρώσω, θα του κάνω δώρο ένα πολύ
μικρό έργο το οποίο ολοκλήρωσα μετά από μακρά εργασία, το οποίο
πιστεύω ότι θα είναι χρήσιμο στη χώρα μας. Φυσικά, το έργο μου είναι
τόσο ασήμαντο όσο κι εγώ. Αλλά, όσον αφορά το θέμα της αγάπης για
την πατρίδα και το έθνος, θα βοηθήσει πολύ. Αν στο Υπουργείο Εθνικής
Παιδείας δώσουν σημασία στις ιδέες και στις αλληγορίες μας, αυτό είναι
ήδη αρκετό».
Φατμά Σαντίκ
Αν τα «έγγραφα της Λατιφέ Χανούμ» είχαν γίνει προσβάσιμα από το
Ίδρυμα Τουρκικής Ιστορίας ήδη τον Φεβρουάριο του 2005 και είχα μπορέσει
να τα δω, ίσως να διακρίναμε από το «πολύ μικρό έργο» της ποιες ήταν οι
απόψεις της για το τουρκικό εκπαιδευτικό σύστημα.
Στις 4 Φεβρουαρίου του 1927 γράφει στον Βασίφ Τσινάρ:
«Λατρευτέ αδερφέ μου,
»Μου λέτε ότι η ειλικρίνειά σας θα μου αποδείκνυε ότι ήταν λάθος να
μη σας πιστέψω. Θα είμαι εδώ έως το τέλος του μήνα. Από τους έξι μήνες
που υπολείπονται, θα περάσω τους τρεις στη θάλασσα μιας άλλης χώρας.
Έτσι συμφωνήσαμε με τους καθηγητές στη Βιέννη. Αν μια καταστροφική
γυναίκα όπως εγώ, που μόλις ξέφυγε από μια καταστροφή και προσπαθεί,
μόνη και έρημη, να τα βγάλει πέρα με τη ζωή, εκδηλώνει πάρα πολλά
συναισθήματα και υπερβολική ένταση, οι άνθρωποι πρέπει να είναι
διακριτικοί και να προσπαθούν να την καταλάβουν.
»Ζω εδώ μόνη μου και θλιμμένη. Ο αέρας στα Τάτρα είναι πράγματι
εξαιρετικός, αλλά, όσον αφορά το περιβάλλον, δε συναντώ ανθρώπους με
τα ίδια πιστεύω».
Φατμά Σαντίκ
Στην πέμπτη επιστολή της στον φίλο της, που γράφτηκε στις 25
Φεβρουαρίου, η Λατιφέ αναφέρεται σε μια τηλεφωνική συνομιλία με τον
Βασίφ Τσινάρ. Παραμένει ωστόσο άγνωστο ποια ήταν η είδηση που της
μετέφερε από το τηλέφωνο. Η Λατιφέ σκόπευε να επιστρέψει στην Τουρκία
τον Σεπτέμβριο. Αρχικά θα πήγαινε στη Βιέννη και από εκεί στην Ιταλία, στο
Μεράν, στους πρόποδες των Άλπεων:
«Λατρευτέ αδερφέ μου,
»Την είδηση που μου μεταφέρατε από το τηλέφωνο την περίμενα.
Καθώς ήταν αναμενόμενη, ήμουν αναγκασμένη να σας ενοχλήσω και
πάλι. Ο δόκτωρ Ζίνταγκ, που φροντίζει πολύ την υγεία και την ηρεμία
μου, θέλει να περάσω τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο στο Μεράν, ένα
μέρος που συνιστάται ιδιαίτερα για τέτοιου είδους παθήσεις και που την
άνοιξη λάμπει από ομορφιά. Μου αρέσει κι εμένα από το χιόνι και τον
πάγο να πάω στο πράσινο, εκεί όπου τα πάντα ανθίζουν. Ούτως ή άλλως
εδώ, όπως λένε, θα έχει πολλή υγρασία από τις 10 Μαρτίου και μετά. Στις
5 Μαρτίου θα έρθει εδώ και η σύζυγος του δόκτορα Ζίνταγκ. Λέει ότι θα
με συνοδεύσει, έτσι όπως επιθυμούσα. Θεωρώ σωστό να επωφεληθώ από
τη συνοδεία αυτής της ηλικιωμένης και έμπειρης γυναίκας, που είναι
πραγματική μητέρα.
»Η κατάσταση της υγείας μου έχει βελτιωθεί πολύ. Πήρα τέσσερα κιλά.
Μάλιστα έχω μαυρίσει. Εδώ λένε ότι αν αναπνεύσω για έξι, επτά
εβδομάδες τον ανοιξιάτικο αέρα, αυτό θα βάλει τέλος στα βάσανά μου. Η
μέρα που θα επιστρέψω στην αγαπημένη μου πατρίδα πλησιάζει. Αν
γνωρίζατε πόσο με ευχαριστεί αυτό! Μερικές φορές κλαίω σαν παιδί.
Στενοχωριέμαι που μένω στο νοσοκομείο».
Λατιφέ
Η Λατιφέ έστειλε στις 5 Ιουλίου του 1928 κι ένα γράμμα στη Μεβχιμπέ
Χανούμ. Από το γράμμα αυτό προκύπτει ότι αρρώστησε πάλι και δεν
μπορούσε να επιστρέψει στην Τουρκία, όπως σχεδίαζε:
«Αξιότιμη Μεβχιμπέ Χανούμ Εφέντι, αδερφή μου,
»Εδώ και μια εβδομάδα βρίσκομαι στο σανατόριο. Καθώς η καρδιά μου
είναι κάπως αδύναμη, δεν έχω καταφέρει ακόμα να συνηθίσω το
υψόμετρο. Χτυπά πολύ γρήγορα. Οι γιατροί με διαβεβαιώνουν ότι είναι
περαστικό. Είναι πολύ όμορφα εδώ, τα πάντα γύρω είναι χιονισμένα. Πώς
θα ήταν άραγε αν είχα ένα τέτοιο ίδρυμα στα βουνά της Ανατολίας…»
Λατιφέ
Ο Μουσταφά Κεμάλ μετά τον χωρισμό

ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΑΝ τον χωρισμό η Λατιφέ είχε την αίσθηση ότι
«είναι μια γυναίκα που την έχει βρει μια μεγάλη ατυχία». Αντίθετα, ο
Μουσταφά Κεμάλ ήταν εκείνος που είχε θελήσει το διαζύγιο. Ήταν πάλι
εργένης και απολύτως ελεύθερος. Είχε απαλλαγεί από τον γάμο, ο οποίος τον
κρατούσε για κάποιο καιρό δεσμευμένο. Αν και τον απασχολούσαν οι
δρομολογούμενες μεταρρυθμίσεις, αν και είχε δύναμη, πιστούς
συμπολεμιστές και αναρίθμητους θαυμαστές, τώρα πια ήταν ένας άνθρωπος
μόνος. Άραγε ήταν ικανοποιημένος με την απόφασή του; Πουθενά στα
απομνημονεύματά του δε μαθαίνουμε κάτι γι’ αυτό.
Ο Φαχρεττίν Αλτάι Πασάς, γνωστός ως ο πρώτος στρατιωτικός ηγέτης που
μπήκε στη Σμύρνη, είναι ίσως ο μοναδικός που μας μιλά για κείνη την εποχή.
Όταν ήταν επισκέπτης στο Τσάνκαγια, κρατούσε ημερολόγιο. Στις
σημειώσεις του ο Φαχρεττίν Πασάς τονίζει ότι ο Μουσταφά Κεμάλ ήταν
πολύ στενοχωρημένος:
«Το πιο θλιβερό γεγονός αυτής της χρονιάς ήταν ο χωρισμός Ατατούρκ και
Λατιφέ. Καταλάβαινες ότι αυτός ο χωρισμός τον είχε λυπήσει πολύ και
προσπαθούσε να μη φαίνεται η στενοχώρια του. Συνέβη κάποτε να παίζει
στο δωμάτιό του το τραγούδι “Μπαγρί Γιανίκ Μπουλμπουλέ Ντοντούμ”
(“Με μάτια που καίνε γίνομαι αηδόνι”) και να κλαίει».
Η αδερφή του, Μακμπουλέ Αταντάν, αφηγείται: «Έκλαιγε πολύ σπάνια. Τα
μάτια του δε δάκρυζαν ούτε και στα χειρότερα γεγονότα. Θυμάμαι ότι
έκλαψε όταν πέθανε η μητέρα μας. Από τη μέρα εκείνη δεν τον ξαναείδα να
κλαίει».
Η Λατιφέ είχε φίλους με τους οποίους μπορούσε να μοιραστεί τον πόνο
της. Αλλά ο Μουσταφά Κεμάλ δεν είχε μια τέτοια δυνατότητα. Μερικούς
μήνες μετά την αναχώρηση της Λατιφέ από την Άγκυρα, ο Μουσταφά
Κεμάλ ταξίδεψε μαζί με τον Φαχρεττίν Αλτάι για τη Σμύρνη. Σαν να ήθελε
να αντισταθεί στη λύπη του για τη Λατιφέ, οργάνωσε στη Σμύρνη τον πρώτο
χορό που έγινε για την επέτειο της Δημοκρατίας. Το ταξίδι του στη Σμύρνη,
εκεί όπου είχαν συναντηθεί πρώτη φορά με τη Λατιφέ, θα πρέπει να ήταν
πολύ επώδυνο και για τους δύο.

«Φοβόμασταν μήπως υποστεί νευρικό κλονισμό!»


Ο στρατηγός Φαχρεττίν Πασάς περιγράφει με εμπιστευτικό τόνο τη θλίψη
ενός άντρα που χώρισε τη γυναίκα του. Γράφει επίσης ότι υπήρχε ο φόβος
μήπως ο Μουσταφά Κεμάλ υποστεί νευρικό κλονισμό. Θεωρεί ότι μάλλον ο
μόνος που το απέτρεψε ήταν η Αφέτ* (Ινάν), την οποία συνάντησαν στη
διαδρομή για τη Σμύρνη. Η Αφέτ, δεκαέξι ετών εκείνη την εποχή, ήταν εδώ
και τρεις εβδομάδες δασκάλα στο σχολείο Ρεντί Ιλχάκ της Σμύρνης. Κατά τη
διάρκεια μιας συνάντησης για τσάι στις 11 Οκτωβρίου στο σχολείο της, είχαν
βάλει την Αφέτ να καθίσει ανάμεσα στον Μουσταφά Κεμάλ και τον Κιαζίμ
Πασά (Οζάλπ). Η νεαρή κοπέλα, που καταγόταν από την κωμόπολη της
Δοϊράνης κοντά στη Θεσσαλονίκη, ξύπνησε το ενδιαφέρον του Μουσταφά
Κεμάλ. Την ίδια μέρα ο Μουσταφά Κεμάλ γνώρισε την Αφέτ και στον
Φαχρεττίν Πασά:
«Ενώ μιλούσε με το διδακτικό προσωπικό, μια νεαρή δασκάλα τράβηξε
την προσοχή του. Μου τη σύστησε ως “κυρία δασκάλα” κι εγώ τη
χαιρέτησα με σεβασμό. Περιέγραψε τη νεαρή ξανθιά και γαλανομάτα
δασκάλα με τα εξής λόγια: “Η οικογένειά της στη Θεσσαλονίκη
βρίσκεται τόσο κοντά στη δική μας, που σχεδόν μπορεί να γίνει λόγος για
συγγένεια. Η μητέρα της έχει πεθάνει, ο πατέρας της παντρεύτηκε μια νέα
γυναίκα και η ίδια έγινε δασκάλα, για να εξασφαλίζει τα προς το ζην.
Ενδιαφέρεται πολύ για τις σπουδές, όμως δε διαθέτει τα μέσα για να τις
συνεχίσει. Συμφώνησε να γίνει κόρη μου. Θα έρθει στην Άγκυρα. Από τη
μια θα εργάζεται ως δασκάλα και από την άλλη εγώ θα της προσφέρω τη
δυνατότητα να συνεχίσει την εκπαίδευσή της”.
»Όλοι χαρήκαμε που ο Μουσταφά Κεμάλ βρήκε μια φίλη για να
ξεπεράσει τον πόνο του. Φοβόμασταν μήπως υποστεί νευρικό κλονισμό.
Η κυρία αυτή πρόσφερε μεγάλες υπηρεσίες στην πατρίδα, καθώς
απέτρεψε κάτι τέτοιο».
Στις 22 Οκτωβρίου του 1925 ο Φαχρεττίν Πασάς (Αλτάι) άρχισε να κρατά
ημερολόγιο. Σύμφωνα με τις σημειώσεις του, μετά την αναχώρηση της
Λατιφέ, ζούσαν μαζί στο Τσάνκαγια η «διαχειρίστρια του σπιτιού», η
πενηνταπεντάχρονη μαντάμ Μπαβέρ και τα τέσσερα κορίτσια που στο
μεταξύ είχε υιοθετήσει ο Μουσταφά Κεμάλ. Η μαντάμ Μπαβέρ ήταν μια
μεγαλόσωμη, ήρεμη και ευγενική γυναίκα, που είχε έρθει από την Ελβετία.
«Αποστολή της ήταν να διδάξει στις κόρες του Ατατούρκ τους ευρωπαϊκούς
τρόπους» λέει ο Αλτάι.
Το κενό που είχε δημιουργήσει η φυγή της Λατιφέ γέμισαν λοιπόν η Αφέτ
Χανούμ, τέσσερις ακόμα κόρες και η μαντάμ Μπαβέρ. Ένα από τα κορίτσια
ήταν η Σαμπιχά Γκιοκτσέν από την Προύσα. Τα ονόματα των υπολοίπων δεν
είναι γνωστά. Αργότερα υιοθετήθηκαν η Ρουκιγέ και η Νεμπιλέ.
Ο Φαχρεττίν Πασάς αφηγείται ότι πήγαιναν μαζί με τον Μουσταφά Κεμάλ
στο Κοινοβούλιο, έτρωγαν μαζί και ότι κάθε μέρα υπήρχαν και άλλοι
καλεσμένοι στο προεδρικό μέγαρο. Ο Αλτάι σημείωνε ασήμαντες
λεπτομέρειες, όπως, λόγου χάρη, τους χορούς που χόρευαν, τα φαγητά που
έτρωγαν, καθώς και τα κατοικίδια που είχαν στον κήπο. Περιγράφει τη
συζήτηση στο τραπέζι την πρώτη μέρα ως εξής:
«Στις 20.30 ο Ατατούρκ με κάλεσε για φαγητό. Στο σαλόνι έπαιζε
μουσική. Ο Ατατούρκ καθόταν μαζί με την Ελβετίδα κυρία και τις
τέσσερις μικρές υιοθετημένες κόρες του στο πράσινο σαλόνι και
μιλούσαν με πολύ κέφι. Μπροστά του είχε ένα ποτήρι ρακί και λεμπλεμπί
(στραγάλια)».
Το ίδιο βράδυ καλεσμένοι στο δείπνο ήταν ο Ισμέτ Πασάς (Ινονού) και ο
Τεβφίκ Ρουστού (Αράς). Ο Τεβφίκ Ρουστού, με φράκο και ημίψηλο στο χέρι,
είχε έρθει μαζί με τη γυναίκα και την κόρη του. «Εκείνη την εποχή δεν
είχαμε ιδέα από φράκα ή τέτοιου είδους καπέλα» γράφει ο Φαχρεττίν Πασάς.
Ο Ισμέτ Πασάς εμφανίστηκε χωρίς τη Μεβχιμπέ, όπως άλλωστε σε κάθε
παρόμοια εκδήλωση. Παρούσα ήταν και η Αφέτ. Καθόταν στο τραπέζι στα
δεξιά του Ισμέτ Πασά. Η μαντάμ Μπαβέρ και τα μικρά κορίτσια είχαν πάρει
επίσης θέση.
Έφαγαν σούπα, ροζμπίφ, ογκρατέν, μελιτζάνες και ως επιδόρπιο πεπόνι με
σαντιγί. Με το φαγητό ήπιαν κρασί και τελείωσαν με σαμπάνια. Οι
επιτραπέζιες συνήθειες της Λατιφέ, λοιπόν, διατηρήθηκαν. Μετά το φαγητό
ο Μουσταφά Κεμάλ χόρεψε φοξτρότ με τη μαντάμ Μπαβέρ. Στη συνέχεια
έκανε νεύμα στον Αλτάι, που δεν είχε ιδέα από χορό, να ζητήσει από τη
μαντάμ Μπαβέρ να χορέψουν.
Ο Φαχρεττίν Πασάς (Αλτάι) γράφει: «Αφού πέρασα τα νιάτα μου στα
ανατολικά της χώρας μου, η μοίρα θέλησε να χορέψω τον πρώτο χορό της
ζωής μου με αυτή την κυρία των πενήντα πέντε ετών». Αναφέρει πως έπειτα
ο Μουσταφά Κεμάλ και η μαντάμ Μπαβέρ χόρεψαν ένα βαλς που
εντυπωσίασε τους πάντες. Ο Μουσταφά Κεμάλ Πασάς, που δεν του άρεσαν
τα μακριά μαλλιά της Εμέλ, της κόρης του Τεβφίκ Ρουστού, είπε: «Δεν είναι
πια στη μόδα». Φώναξε τη Σαμπρί να κόψει τα μαλλιά της Εμέλ. Έπειτα είπε
στην Εμέλ: «Δες, τώρα είσαι ακόμα ομορφότερη. Δεν είναι σωστό να
παραμελεί κανείς τη μόδα».
Καθώς πλησίαζαν τα μεσάνυχτα, ο Ισμέτ Πασάς ήταν ο πρώτος που ζήτησε
την άδεια να αποσυρθεί.
Ο Φαχρεττίν Αλτάι και ο υπασπιστής Μουζαφέρ (Κιλίτς) έκαναν μαζί
περίπατο στον κήπο στις 23 Οκτωβρίου του 1925, χάζευαν τα κουνέλια, δύο
μικρά αρκουδάκια, δύο γαζέλες, ένα πιθηκάκι, παγόνια και κότες. Στην άκρη
του κήπου φτεροκοπούσαν διαφόρων ειδών περιστέρια μέσα σε μεγάλα
κλουβιά. Κάνει επίσης λόγο για πουλάρια και άλογα, αφηγείται ότι ήρθε
κοντά του το άλογο Σακάρια [Σαγγάριος], για να παίξει μαζί του και να το
χαϊδέψει. «Καθώς ο Ατατούρκ δε διέθετε πλέον χρόνο, αυτά τα όμορφα
άλογα δεν είχαν τη φροντίδα που χρειάζονταν. Για πολύ καιρό κανένας δεν
τα είχε βγάλει από τον στάβλο» λέει με λύπη.
Ο Φαχρεττίν Αλτάι δε λέει ότι η περιποίηση των αλόγων μειώθηκε επειδή
έφυγε η Λατιφέ, φαίνεται όμως σαν να θέλει να πει αυτό ακριβώς. Όλοι
ήξεραν ότι ο Σακάρια ήταν το άλογο που είχε δωρίσει ο Μουσταφά Κεμάλ
στη Λατιφέ για τους αρραβώνες. Ο Φαχρεττίν Πασάς σκέφτηκε ότι μετά τη
φυγή της Λατιφέ αυτό το υπέροχο αραβικό άλογο ήταν πολύ θλιμμένο.
Η Βετζιχέ Ιλμέν είπε ότι η Λατιφέ έστειλε μετά τον χωρισμό το άλογο στον
Μουσταφά Κεμάλ με ένα εμπορικό τρένο, λέγοντας: «Ταιριάζει σε εσάς
πολύ καλύτερα».
Την περίοδο εκείνη μπορούσε να παρατηρήσει κανείς και επιπλέον αλλαγές
στο Τσάνκαγια. Η γυναίκα και οι κόρες του Σαλίχ Μποζόκ φορούσαν καπέλα
που ήταν της μόδας και ντύνονταν με ευρωπαϊκά ρούχα. Ο Φαχρεττίν Πασάς
γράφει ότι στην Άγκυρα οι πάντες φορούσαν καπέλα και για τον λόγο αυτό
δυσκολευόταν να αναγνωρίσει παλιούς φίλους. Όταν ο Μουσταφά Κεμάλ,
στις 25 Αυγούστου, εθεάθη να φορά παναμά σε μια εκδρομή στο Ινεμπολού,
οι άντρες και οι γυναίκες άρχισαν να δείχνουν ενδιαφέρον για τα καπέλα. Ο
«νόμος του καπέλου», που απαγόρευε τα παραδοσιακά καλύμματα του
κεφαλιού, το τουρμπάνι και το φέσι, εκδόθηκε στις 25 Νοεμβρίου του 1925.

Παρέες που τρώνε με φράκο και βραδινά φορέματα στο Τσάνκαγια


Ο Φαχρεττίν Πασάς αναφέρει ότι στις παρέες που έτρωγαν στο Τσάνκαγια οι
άντρες «εμφανίζονταν πάντα με φράκο και οι γυναίκες με βραδινά
φορέματα». Αυτό δείχνει ότι δεν ευσταθούν οι ισχυρισμοί σύμφωνα με τους
οποίους στον Μουσταφά Κεμάλ δεν άρεσε το πρωτόκολλο της Λατιφέ στο
Τσάνκαγια.
«Οι κόρες του Ατατούρκ φορούσαν μεταξωτά φορέματα σε διάφορα
χρώματα και τον πλαισίωναν σαν ένα μπουκέτο λουλούδια». Έτσι
περιγράφει ο Φαχρεττίν Πασάς μια βραδινή συντροφιά στις 23
Οκτωβρίου. «Σήμερα το βράδυ ήταν πολύ κομψή και η μαντάμ Μπαβέρ.
Ήταν μακιγιαρισμένη και φορούσε πούδρα. Φορούσε ένα μαύρο ανοιχτό
φόρεμα με κρόσσια στο κάτω μέρος του. Η Αφέτ Χανούμ φορούσε ένα
λαμπερό φόρεμα από μαύρο μετάξι, που της πήγαινε πάρα πολύ».
Μετά το φαγητό η ορχήστρα στο χολ του σπιτιού έπαιξε βαλς και
ζεϊμπέκικο, έναν λαϊκό τουρκικό χορό. Όλοι χόρευαν μαζί τον «Χόρον»,
έναν λαϊκό χορό από την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας. Αφού τα μικρά
κορίτσια πήγαν για ύπνο, αποσύρθηκε στο δωμάτιό της και η μαντάμ
Μπαβέρ, που είχε αρχίσει να χασμουριέται.
Ο Μουσταφά Κεμάλ έδειξε την Αφέτ, που φαινόταν λυπημένη, και είπε
στον Φαχρεττίν Πασά στα γαλλικά, για να μην καταλάβει κανείς: «Αυτή η
κοπέλα είναι πολύ καλή και θα γίνει ακόμα καλύτερη. Θα φροντίσω ώστε να
γίνει σπουδαίο άτομο. Της είναι δύσκολο να με βλέπει, αλλά θα συνηθίσει».
Ο Μουσταφά Κεμάλ έδειξε τον Σαλίχ Μποζόκ, που τον είχε πάρει ο ύπνος
σε μια γωνιά. Στη συνέχεια η παρέα διασκέδασε με ένα σκετς.
«Ο σερβιτόρος Σαΐμπ, ένας όμορφος νεαρός, εμφανίστηκε με γυναικεία
ρούχα και έκανε μερικά αστεία. Θύμιζε μια μοντέρνα εκδοχή των γυναικείων
ρόλων που παίζονταν από άντρες στο Ορταογιουνού [τουρκικό λαϊκό θέατρο,
που παιζόταν εν μέσω θεατών]. Εισέπραξε θερμό χειροκρότημα».
Ο Κεμάλ Πασάς, που όλη αυτή την ώρα ήταν όρθιος, κάθισε στον καναπέ
δίπλα στην Αφέτ και της επανέλαβε όσα είχε πει για κείνη στον Φαχρεττίν
Πασά, παραλλάσσοντας κάπως τα λόγια του:
«Η κόρη μου η Αφέτ με αγαπά πολύ και επίσης ενδιαφέρεται για τις
σπουδές. Τη στενοχωρεί να με βλέπει σε ορισμένες καταστάσεις και έχει
δίκιο. Κι εγώ την αγαπώ πολύ. Καθώς γνωρίζω τις ικανότητές της, θα της
προσφέρω την καλύτερη εκπαίδευση, θα τη βάλω να μάθει ξένες
γλώσσες. Στο μέλλον θα γίνει μια σπουδαία κυρία. Τα παιδιά μου είναι ο
θησαυρός μου».
Ο Ισμέτ Πασάς, που το επόμενο βράδυ ήταν και πάλι καλεσμένος για
φαγητό, ζήτησε συγγνώμη που δεν μπορούσε να έρθει, εξαιτίας μιας
αδιαθεσίας της Μεβχιμπέ Χανούμ. Οι καλεσμένοι εμφανίστηκαν και πάλι με
φράκο και βραδινά φορέματα. Ήπιαν κρασί και διασκέδασαν ξανά με χορούς
και παραδοσιακό τουρκικό θέατρο. Ωστόσο το βράδυ εκείνο δεν
προσφέρθηκε σαμπάνια.
Την επόμενη μέρα η κουβέντα περιστράφηκε στη Λατιφέ. Μέσω του Ριζά
Μπέη είχε απευθύνει κάποιες παρακλήσεις στον πρώην άντρα της. Ο
Μουσταφά Κεμάλ δεν μίλησε, ωστόσο διέταξε τον Μαχμούτ Μπέη να
βοηθήσει τον πρώην πεθερό του, Μουαμμέρ Μπέη, στη Σμύρνη, ο οποίος
αντιμετώπιζε πρόβλημα λόγω χρεών.
Εκείνη τη μέρα η Αφέτ έδειξε το σπίτι στον Φαχρεττίν Πασά. Από τις
σημειώσεις του προκύπτει ότι δεν είχαν γίνει αλλαγές στο υπνοδωμάτιο που
μοιραζόταν ο Μουσταφά Κεμάλ με τη Λατιφέ. «Απέναντι βρισκόταν το
υπνοδωμάτιο του Ατατούρκ, που ήταν αρκετά μεγάλο και είχε αντικείμενα
εξαιρετικής αισθητικής. Υπήρχαν δύο κρεβάτια, το ένα δίπλα στο άλλο, ενώ
το μπάνιο του υπνοδωματίου ήταν στρωμένο με πλακάκια από πάνω έως
κάτω, αρκετά μεγάλο και φωτεινό…» θυμάται ο Φαχρεττίν Πασάς.
Το δωμάτιο των μικρών κοριτσιών βρισκόταν κάτω από την οροφή, ενώ η
Αφέτ έμενε στο δωμάτιο δεξιά, πάνω από τη σκάλα, απέναντι από το
υπνοδωμάτιο του Μουσταφά Κεμάλ.
Το βράδυ δεν κάλεσαν τα μικρά κορίτσια στο τραπέζι, και ένας νεαρός
καλλιτέχνης διασκέδασε τους καλεσμένους με τουρκικά και ευρωπαϊκά
τραγούδια. Η μαντάμ Μπαβέρ απουσίαζε εδώ και δύο μέρες. Ο Μουσταφά
Κεμάλ είπε στον Τεβφίκ Ρουστού: «Η προηγούμενη γυναίκα μου απλώς
ξεσκόνιζε, αυτή εδώ παριστάνει τη μεγάλη κυρία και θέλει μόνο να δίνει
διαταγές. Διώξτε την και βρείτε μια άλλη που να είναι πιο βολική».
Το βράδυ της 27ης Οκτωβρίου ο Φαχρεττίν Πασάς ήταν καλεσμένος της
οικογένειας Ινονού. Η Μεβχιμπέ Χανούμ είχε τυλίξει σφιχτά γύρω από το
κεφάλι της ένα μαύρο σάλι, φορούσε σκούρο φόρεμα με μακριά μανίκια, που
ήταν κουμπωμένο μέχρι επάνω. Ο Φαχρεττίν Πασάς θεωρούσε αυτό το
ρούχο ταιριαστό για κείνη την εποχή, που μόλις είχαν απαλλαγεί από το
τσαρσάφ.
Οι σημειώσεις του σταματούν στην 1η Νοεμβρίου του 1925.

Μιλούσαν άσχημα στο Τσάνκαγια για τη Λατιφέ;


Από συζητήσεις που έκανα με τη Σουνά Γκιουλέρ, την εγγονή του Αχμέτ
Αγάογλου και κόρη του Τεζέρ Τασκιράν, έμαθα ότι ο Μουσταφά Κεμάλ δεν
ήθελε να μιλούν άσχημα για τη Λατιφέ. Η Σουνά Γκιουλέρ περιγράφει ένα
περιστατικό το οποίο άκουσε από την οικογένειά της:
«Λίγο πριν από τον χωρισμό κάποιος από το κοντινό του περιβάλλον,
μιλώντας για τη Λατιφέ, την ονόμασε “αυτό το θηλυκό”. Ο Μουσταφά
Κεμάλ απάντησε οργισμένος: “Είναι μια κυρία και θα παραμείνει πάντα
μια κυρία”. Αυτό συνέβη σε μια μικρή φιλική συγκέντρωση του παππού
μου».
Μια από τις γυναίκες που επηρεάστηκαν πολύ από τις αλλαγές που
προκάλεσε στο Τσάνκαγια ο χωρισμός ήταν η μεγαλύτερη κόρη της
οικογένειας Αγάογλου, η Σουρεγιά.
Επί όσο διάστημα ήταν παντρεμένοι, η Λατιφέ και ο Μουσταφά Κεμάλ
περνούσαν πολύ χρόνο με την οικογένεια Αγάογλου. Οι δύο ενήλικες κόρες
και η μητέρα τους, Σιταρέ Χανούμ, ήταν καλές φίλες της Λατιφέ. Στις
συναντήσεις τους περνούσαν ευχάριστα επί ώρες μεταξύ τους.
Η Σουρεγιά Αγάογλου είπε: «Αφού ο Ατατούρκ χώρισε τη γυναίκα του, δεν
τον βλέπαμε πια παρά μόνο σε χοροεσπερίδες και σε διάφορες επίσημες
συναντήσεις». Και πρόσθεσε: «Η φιλία μας δε διακόπηκε. Παρότι δεν τον
βλέπαμε συχνά, βρισκόταν πολλές φορές με τον πατέρα μου».
Το 1932 ο Μουσταφά Κεμάλ μετακόμισε στην ανακαινισμένη έπαυλή του
στο Τσάνκαγια. Η διαρρύθμιση του σπιτιού άλλαξε ολωσδιόλου και ο
Μουσταφά Κεμάλ ζήτησε από τον Ψάλτη, περίφημο τεχνίτη της
Κωνσταντινούπολης, να σχεδιάσει την κρεβατοκάμαρά του. Οι γαλάζιες
πολυθρόνες που η Λατιφέ είχε τοποθετήσει στο σαλόνι των επισκέψεων
αντικαταστάθηκαν με πράσινες. Κάποια αντικείμενα από το παλιό σπίτι,
αναμνηστικά εκείνης της εποχής, βρίσκονται ακόμα στον κήπο του
προεδρικού μεγάρου στο Τσάνκαγια.

Η Βετζιχέ δε δίνει το χέρι της στον Κιλίτς Αλί


Όταν ο Μουσταφά Κεμάλ ήρθε για πρώτη φορά στην Κωνσταντινούπολη, το
1927, οργάνωσε έναν χορό στο Ντολμά Μπαχτσέ. Ο Κεμάλ Πασάς επέμενε
να έρθουν η αδερφή της Λατιφέ, η Βετζιχέ, και ο σύζυγός της, Χαϊρί Ιλμέν.
Η Βετζιχέ όμως μόλις είχε γεννήσει. Ζήτησε συγγνώμη και διαμήνυσε ότι δε
θα μπορούσε να έρθει. Καθώς ο Μουσταφά Κεμάλ επέμενε στην πρόταση, η
Βετζιχέ και ο Χαϊρί Ιλμέν αποφάσισαν να συμμετάσχουν στον χορό.
Ήταν η πρώτη τους συνάντηση μετά τον χωρισμό. Όπως αφηγείται η ίδια,
η Βετζιχέ συνάντησε τον Μουσταφά Κεμάλ μόλις μπήκε στη σάλα. Όπως
πάντα, μαζί του ήταν ο Κιλίτς Αλί. Άπλωσε το χέρι του στη Βετζιχέ, αλλά
εκείνη δε δέχτηκε τον χαιρετισμό του. Τότε ο Μουσταφά Κεμάλ είπε στον
Κιλίτς Αλί: «Ίδια η μεγάλη αδερφή της… εσείς υποβάλατε τα σέβη σας,
όμως εκείνη δε σας αποδίδει τον σεβασμό που σας πρέπει».
Άρχισαν να συζητούν. Όταν ο Μουσταφά Κεμάλ είπε: «Βετζιχέ, δες πώς
έχω καταντήσει», εκείνη απάντησε: «Τι εννοείς, πασά μου;».
«Κοίταξέ με, δεν έχω κανέναν…».
Εκείνο τον καιρό η Λατιφέ έμενε στο Αγιάς Πασά. Ο Μουσταφά ρώτησε:
«Εκεί δεν είναι;», εννοώντας το σπίτι στο Αγιάς Πασά.
«Εκεί είναι ακόμα, πασά μου» απάντησε η Βετζιχέ Χανούμ.
Ο Μουσταφά Κεμάλ συνέχισε τη συζήτηση: «Δεν είναι κρίμα, Βετζίχ;».
«Πασά μου, εσείς το θελήσατε. Κανένας δε φταίει». Τότε ο Μουσταφά
Κεμάλ κατηγόρησε τον εαυτό του με σκληρά λόγια: «Εγώ φταίω».

Η θέση της Λατιφέ στο πρωτόκολλο καταλαμβάνεται από κάποια


άλλη
Ο Μουσταφά Κεμάλ είχε στείλει την Αφέτ στη Σχολή Rochemont στη
Λοζάννη, για να μάθει γαλλικά. Όταν το 1927 επέστρεψε στην
Κωνσταντινούπολη, η Αφέτ γράφτηκε στη Σχολή Notre Dame de Sion και
στη συνέχεια άρχισε να εργάζεται στην Άγκυρα ως δασκάλα. Είχε καταλάβει
τη θέση της Λατιφέ στο πρωτόκολλο.
Όταν, το 1929, ήταν δασκάλα στην Άγκυρα, η Αφέτ έφερε στην τάξη μια
κάλπη και ήθελε να κάνουν μια ψηφοφορία με τα παιδιά. Μόλις ένα από τα
αγόρια είπε: «Μα τα κορίτσια δεν επιτρέπεται να ψηφίζουν», η Αφέτ ένιωσε
τον κόσμο να χάνεται. Είπε: «Δεν το ήξερα, ποτέ δεν ασχολήθηκα με αυτό».
Αυτό που σκέφτηκε ήταν το εξής: «Συνεπώς ούτε κι εγώ έχω αυτό το
δικαίωμα, αλλά το έχουν οι μαθητές μου. Άρα δεν μπορώ να εργαστώ ως
δασκάλα». Έφυγε από το σχολείο κλαίγοντας.
Όταν το έμαθε, ο Μουσταφά Κεμάλ Πασάς γέλασε που η Αφέτ έβαλε τα
κλάματα και είπε: «Ας δούμε πώς είναι σε άλλες χώρες». Παρήγγειλαν
βιβλία και άρχισαν την έρευνα. Τον Απρίλιο του επόμενου έτους, κατά τη
διάρκεια ενός διεθνούς γυναικείου συνεδρίου στην Κωνσταντινούπολη, έγινε
μια νομοθετική αλλαγή, η οποία εξασφάλιζε και στις γυναίκες δικαίωμα
ψήφου στις δημοτικές εκλογές. Στον Τουρκ Οτζαγί η Αφέτ έδωσε μια
διάλεξη για το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι των γυναικών. Κατόπιν
συμβουλής του Μουσταφά Κεμάλ Πασά, έκανε μαθήματα ρητορικής με τον
Αμπντουλάχ Σούφι και πρόβαρε την ομιλία μπροστά σε καθρέφτη.
Καθώς η Λατιφέ έκανε πρόβα για τους λόγους της στον κήπο, οι άλλοι
γελούσαν μαζί της και έλεγαν ότι ήθελε να επισκιάσει τους στρατιωτικούς
διοικητές. Στην περίπτωση της Αφέτ, τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ήταν
μεγάλη αδικία για τη Λατιφέ.
Η Αφέτ πήγε στην Ελβετία για να σπουδάσει, αλλά όταν βρισκόταν στην
Τουρκία, ήταν πάντα στο πλευρό του Ατατούρκ, τον συνόδευε στα ταξίδια
του, όπως κι όταν υποδεχόταν σημαντικούς προσκεκλημένους, και τον
βοηθούσε στη δουλειά του. Τη θέση της Λατιφέ στο πρωτόκολλο και στις
φωτογραφίες είχε καταλάβει και πάλι μια γυναίκα, την οποία ο Μουσταφά
Κεμάλ είχε γνωρίσει στη Σμύρνη.
Χρόνια μοναξιάς

ΟΤΑΝ Η ΛΑΤΙΦΕ ΕΦΥΓΕ από την Τουρκία, φρόντισε να κρατήσει την ταυτότητά
της μυστική. Ακόμα και σε ανθρώπους με τους οποίους απέκτησε φιλική
σχέση συστηνόταν με το όνομα που έγραφε και το διαβατήριό της: Φατμά
Σαντίκ. Αυτή η μυστικότητα έδινε τη δυνατότητα στη Λατιφέ να κινείται
ελεύθερα. Πρόσεχε ώστε να μην αναγνωριστεί πουθενά ως η πρώην σύζυγος
του Τούρκου προέδρου.

Η φιλία με τον Έμιλ Λούντβιχ


Η Λατιφέ εξακολουθούσε να είναι μια γυναίκα νέα και εντυπωσιακή. Όμως η
ραγισμένη καρδιά της παρέμενε κλειστή για άλλους άντρες που εκδήλωναν
το ενδιαφέρον τους. Κατά την περίοδο της παραμονής της στο σανατόριο στα
βουνά Τάτρα γνώρισε έναν πολύ ενδιαφέροντα άντρα, ο οποίος ήθελε να την
κάνει δική του. Είχε ωραία εμφάνιση, ήταν μορφωμένος και συνομήλικος με
τον Μουσταφά Κεμάλ. Επρόκειτο για τον Έμιλ Λούντβιχ, έναν γνωστό
συγγραφέα της εποχής, ο οποίος βρισκόταν σε θεραπεία στο ίδιο σανατόριο
με τη Λατιφέ. Η γνωριμία, που ξεκίνησε με την ανταλλαγή βιβλίων,
εξελίχθηκε σε στενή φιλία, στο πλαίσιο της οποίας μοιράζονταν πολλά κοινά.
Ο Λούντβιχ είχε εργαστεί ως δημοσιογράφος στην Κωνσταντινούπολη τον
καιρό του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, γι’ αυτό και γνώριζε πολύ καλά
την Τουρκία. Εκείνη την εποχή γινόταν πολύς λόγος για τη βιογραφία του
Ναπολέοντα που έγραψε και δημοσίευσε το 1925.
Όταν τα συναισθήματα του Έμιλ Λούντβιχ για τη Λατιφέ άρχισαν να
υπερβαίνουν τα όρια της φιλίας, η Λατιφέ βρέθηκε σε σύγχυση. Είχε
συναντήσει και πάλι έναν άντρα ο οποίος την κατανοούσε πλήρως σε
πνευματικό επίπεδο. Ωστόσο η Λατιφέ ήταν πολύ κουρασμένη και δεν είχε
ψυχική δύναμη για μια καινούρια σχέση.
Η φιλία αυτή ήταν απροσδόκητη και κάπως αιφνιδιαστική για τη Λατιφέ.
Γι’ αυτό και αποφάσισε να αποκαλύψει στον Έμιλ Λούντβιχ την πραγματική
της ταυτότητα. Του εξήγησε ότι ως πρώην σύζυγος του Μουσταφά Κεμάλ
τής ήταν αδύνατον να μοιραστεί τη ζωή της με κάποιον άλλον άντρα. Εκείνη
τη συναισθηματική νύχτα η Λατιφέ μοιράστηκε με τον Λούντβιχ πολλές
λεπτομέρειες της ζωής της.
Ας σημειωθεί ότι ο Λούντβιχ ήταν παντρεμένος. Πιθανόν να είχε ήδη
χωρίσει από τη γυναίκα του, την Έλγκα, για την οποία μιλά τόσο
κολακευτικά στα απομνημονεύματά του. Διότι ο Λούντβιχ επιδίωκε μια
ισόβια σχέση με τη Λατιφέ.
Το γεγονός ότι ένας άντρας τη διεκδικούσε θύμιζε στη Λατιφέ το παρελθόν
της. Οι πληγές που προσπαθούσε να γιατρέψει πονούσαν ακόμα. Κατάλαβε
τότε ότι δεν είχε πάψει να αγαπά τον Μουσταφά Κεμάλ.

Επιστροφή από την Ευρώπη


Τον Αύγουστο του 1930 η Λατιφέ επέστρεψε από την Ευρώπη. Η
δημοκρατία δεν είχε κατορθώσει ακόμα να αποκτήσει βάσεις στην Τουρκία.
Παρότι είχαν βγάλει τις κρεμάλες που είχαν στηθεί μετά τη δολοφονική
απόπειρα στη Σμύρνη, οι δίκες εξακολουθούσαν να σπέρνουν τον τρόμο
στον λαό. Ούτε στο Κοινοβούλιο ούτε στον Τύπο άκουγε κανείς
αντιπολιτευόμενες φωνές. Η χώρα, που ήταν έτσι κι αλλιώς φτωχή, στέναζε
υπό το βάρος της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Η Λατιφέ είχε αφιερώσει
τα τέσσερα χρόνια που είχαν περάσει από τον χωρισμό στη θεραπεία της
πληγωμένης καρδιάς της και του ασθενικού της σώματος. Επέστρεψε στο
σπίτι του πατέρα της ως μια γυναίκα σημαδεμένη από τον πόνο,
αποφασισμένη όμως να οργανώσει εκ νέου τη ζωή της.
Τον Ιούνιο του 1930 είχαν έρθει στην Τουρκία ο Γάλλος πρεσβευτής στο
Παρίσι Φετχί Οκυάρ και η γυναίκα του, Γκαλιμπέ, για δύο μήνες διακοπές.
Έμεναν στο Μπουγιούκ Ντερέ στην παραλιακή έπαυλη του νομικού
Νεκμεντίν Μολά, ο οποίος ήταν επίσης στενός φίλος του πατέρα της Λατιφέ,
του Μουαμμέρ Μπέη. Ο Φετχί Οκυάρ ταξίδεψε στα νοτιοανατολικά παράλια
της Θάλασσας του Μαρμαρά, για να δει τον Μουσταφά Κεμάλ. Διαβίβασε
στον παλιό του φίλο τις θέσεις της γαλλικής κυβέρνησης για την Τουρκία. Ο
Μουσταφά Κεμάλ συνόψισε την κατάσταση που επικρατούσε στην Τουρκία
ως εξής:
«Το τωρινό τοπίο είναι σχεδόν αυτό μιας dictature [δικτατορίας]. Ωστόσο
δε θέλω να αφήσω στη χώρα ως κληρονομιά έναν αυταρχικό θεσμό και
να μείνω στην Ιστορία με αυτό τον τρόπο». Και συνέχισε με τα ακόλουθα
λόγια: «Βρήκα τη λύση. Πρέπει να σχηματιστεί ένα κόμμα
αντιπολίτευσης. Αν γεννηθεί ένα τέτοιο κόμμα, θα μπορούν να γίνονται
και συζητήσεις στο Κοινοβούλιο. Αν εσείς, για παράδειγμα, ήσασταν σε
θέση να ηγηθείτε ενός τέτοιου κόμματος, θα μπορούσατε ελεύθερα να
μεταδώσετε τις γνώσεις σας στο Κοινοβούλιο».
Το δεύτερο αντιπολιτευόμενο κόμμα της δημοκρατίας, με το όνομα
Ελεύθερο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα (Serbest Cumhuriyet Fırkası – SCF),
ιδρύθηκε στις 12 Αυγούστου υπό την ηγεσία του Φετχί Οκυάρ (στη συνέχεια
καλούνταν εν γένει με το όνομα Ελεύθερο Κόμμα – Serbest Fırka). Έπειτα
από διαπραγματεύσεις με τον Ισμέτ Πασά, αποφασίστηκε το κόμμα να
ξεκινήσει τις εργασίες του με εβδομήντα βουλευτές. Ο Μουσταφά Κεμάλ
ήθελε το νέο κόμμα να είναι πιο φιλελεύθερο και, με αυτή την έννοια, να έχει
πιο έντονο αριστερό προσανατολισμό σε σχέση με το Ρεπουμπλικανικό
Λαϊκό Κόμμα (Cumhuriyet Halk Fırkası).
Η Λατιφέ έμαθε για το SCF μόλις γύρισε από την Ευρώπη και οι εφημερίδες
δημοσίευαν τις σχετικές ειδήσεις. Το νέο κόμμα ενθουσίασε και τη Λατιφέ, η
οποία θεωρούσε αναγκαίο τον σχηματισμό ενός τέτοιου κόμματος, όμως δεν
ήταν βέβαιη για το μέλλον του. Η πολιτική τής είχε γίνει συνήθεια, την οποία
ουδέποτε εγκατέλειψε. Την ευχαριστούσε να παρακολουθεί τις πολιτικές
εξελίξεις στις εφημερίδες, καθώς και μέσω των φίλων της.

Το Ελεύθερο Κόμμα και οι γυναίκες


Το γυναικείο κίνημα, το οποίο η Λατιφέ υποστήριζε όταν ζούσε στο
Τσάνκαγια, σιωπούσε. Ο Τουρκικός Σύνδεσμος Γυναικών, υπό την ηγεσία
της Νεζιχέ Μουχιντίν, είχε διαλυθεί. Το Ελεύθερο Κόμμα είχε ενσωματώσει
στο πρόγραμμά του την αναγνώριση των πολιτικών δικαιωμάτων των
γυναικών, οπότε βρισκόταν ένα βήμα μπροστά από το Ρεπουμπλικανικό
Λαϊκό Κόμμα. Ο Μουσταφά Κεμάλ είχε προσθέσει αυτοπροσώπως το
γυναικείο ζήτημα στο πρόγραμμα του κόμματος. Η Λατιφέ παρακολουθούσε
βήμα βήμα την ίδρυση του Ελεύθερου Κόμματος υπό την καθοδήγηση του
Μουσταφά Κεμάλ.
Ο Φετχί Οκυάρ και η γυναίκα του, Γκαλιμπέ, συνέχιζαν να είναι πολύ
στενοί φίλοι της Λατιφέ. Ο Φετχί Μπέης είχε αγωνία να ακούσει τις απόψεις
της για το Ελεύθερο Κόμμα.
«Εσείς τι λέτε, τι πιστεύετε για τις πρόσφατες εξελίξεις;»
Η Λατιφέ χάρηκε με το ερώτημα του Φετχί Μπέη: «Με ενθουσίασαν πολύ,
η ελπίδα αυτού του έθνους στηρίζεται πάνω σας. Οι πάντες υπέφεραν πολύ.
Οι άνθρωποι θέλουν να νιώσουν και πάλι κάπως πιο ελεύθεροι».
Ο Φετχί Οκυάρ ξεκίνησε την προπαγανδιστική περιοδεία του από την
πατρίδα της Λατιφέ, τη Σμύρνη. Στις 5 Σεπτεμβρίου είχε συγκεντρωθεί
μεγάλο πλήθος έξω από το ξενοδοχείο İzmir Palas όπου διέμενε. Η ηγεσία
του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHF) στη Σμύρνη απάντησε στην
προγραμματισμένη συγκέντρωση του SCF με μια αντιδιαδήλωση.
Δημιουργήθηκε αναταραχή και λιθοβολήθηκε ένα τυπογραφείο το οποίο
δημοσίευε κείμενα εναντίον του Ελεύθερου Κόμματος. Τότε η αστυνομία
άνοιξε πυρ. Ένα δεκάχρονο παιδί σκοτώθηκε στις ταραχές.
Ο Φετχί Μπέης ήθελε να πάει στο ταχυδρομείο, για να στείλει
τηλεγράφημα στον Μουσταφά Κεμάλ. Όταν οι υπάλληλοι τον εμπόδισαν,
υπενθύμισε στον κυβερνήτη τα καθήκοντά του. Τελικά το τηλεγράφημα
έφτασε στον προορισμό του. Ο Μουσταφά Κεμάλ έστειλε στον Φετχί Οκυάρ
μια ενθαρρυντική απάντηση.
«Φαίνεται πως δε θέλουν να εκφωνήσεις τον λόγο σου. Αλλά θα τον
εκφωνήσεις οπωσδήποτε…»
Παρ’ όλα τα εμπόδια, ο Φετχί Μπέης εκφώνησε την ομιλία του στις 7
Σεπτεμβρίου. Είχαν έρθει πενήντα χιλιάδες άτομα να τον ακούσουν.
Διαβάζοντας τις εφημερίδες που μιλούσαν για περιοδεία Φετχί Μπέη, η
Λατιφέ παρατήρησε: «Μπράβο, συμπατριώτες μου!».
Τα κείμενα εναντίον του Ελεύθερου Κόμματος που δημοσιεύτηκαν μετά τα
γεγονότα στη Σμύρνη έβαλλαν τόσο εναντίον του νέου κόμματος, όσο και
εναντίον των πολιτών της Σμύρνης. Η Λατιφέ, που λυπόταν πολύ για τις
κατηγορίες εναντίον των κατοίκων της Σμύρνης, συζητούσε με εκείνους που
ασκούσαν κριτική στον λαό της πόλης: «Φυσικά, κανένας δε θα έπρεπε να
ρίχνει πέτρες. Ωστόσο τους έδωσαν πολλές αφορμές. Γι’ αυτό κανένας δεν
έχει δικαίωμα να προσβάλλει τους πολίτες της Σμύρνης. Ο λαός πεινά,
παγώνει, ενώ υπάρχουν άνθρωποι που ξοδεύουν τα χρήματα που με κόπο
συγκέντρωσε ο λαός. Πρέπει να βοηθήσουμε αυτούς που έχουν υποφέρει».
Ο Μουσταφά Κεμάλ θέλησε να βάλει τέλος στην εποχή της
μονοκομματικής κυριαρχίας, όμως μετά τα γεγονότα της Σμύρνης φοβόταν
για το μέλλον του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος. Αποφάσισε λοιπόν
να δηλώσει καθαρά την πολιτική του στάση. Τελικά ανακοίνωσε: «Από αυτή
τη στιγμή κατά κάποιον τρόπο θα αρχίσω να παίρνω θέση. Ειδάλλως το
Λαϊκό Κόμμα θα διαλυθεί και θα έχουμε ένα νέο κόμμα, κάτι που δε θα ήταν
σωστό».
Τις μέρες που ακολούθησαν το ταξίδι του Φετχί Οκυάρ στη Σμύρνη, ένα από
τα πρόσωπα που επισκέφθηκαν τον Φετχί και την Γκαλιμπέ Οκυάρ στο
Μπουγιούκ Ντερέ ήταν η αδερφή του Ατατούρκ, η Μακμπουλέ Χανούμ, ένα
από τα ιδρυτικά μέλη του νέου κόμματος. Όταν κάποια μέρα η Λατιφέ
επισκέφθηκε την Γκαλιμπέ, συνάντησε εκεί την πρώην κουνιάδα της. Η
Μακμπουλέ Χανούμ εξέφρασε τη λύπη της για τον χωρισμό της Λατιφέ και
του Μουσταφά Κεμάλ και επισκέφθηκε επίσης τη Λατιφέ στο σπίτι της στο
Αγιάς Πασά.

«Δεν μπορείς να συνεχίσεις να ζεις έτσι»


Η Λατιφέ έζησε και πάλι μέρες έντασης. Ο Μουσταφά Κεμάλ έμενε στο
Ντολμά Μπαχτσέ. Όποιος τον επισκεπτόταν εκεί πήγαινε μετά και στη
Λατιφέ. Είναι πιθανό, σε αυτή την ενδιαφέρουσα εναλλαγή επισκέψεων, να
υπήρξε ανταλλαγή πολλών ειδήσεων για τη Λατιφέ και τον Μουσταφά
Κεμάλ.
Στο σπίτι, στο Μπουγιούκ Ντερέ, η Λατιφέ και η Γκαλιμπέ συζητούσαν για
το παρελθόν και το μέλλον. Μίλησαν και για τον Κεμάλ Πασά. Η Γκαλιμπέ
ήταν της άποψης ότι η Λατιφέ και ο Μουσταφά Κεμάλ έπρεπε να
ξανασυναντηθούν.
«Έχω μεγάλες ελπίδες, θα ήθελα να συμβεί κάτι τέτοιο» είπε εκείνη.
Η Λατιφέ απάντησε: «Είναι αδύνατον, έχω πάρει την απόφασή μου». Αφού
έκλαψα επί τέσσερα χρόνια, αρχίζω να βλέπω με άλλο μάτι την ομορφιά του
κόσμου. Αφού ο γάμος αυτός δεν μπορεί να ευδοκιμήσει, αυτή είναι η γνώμη
μου, θα προτιμούσα μια εντελώς καινούρια ζωή. Αφού δεν μπορούμε να
γευτούμε τη θαλπωρή της οικογενειακής ζωής, προς τι τότε;».
Η Γκαλιμπέ μίλησε και για τη μέρα που η Λατιφέ συνάντησε τη
Μακμπουλέ στο Μπουγιούκ Ντερέ.
«Η Μακμπουλέ Χανούμ έκλαψε πολύ για σένα. Σε επαίνεσε πολύ. Αν
ήμουν εκεί, αυτό δε θα συνέβαινε».
Η Λατιφέ έσπασε τη σιωπή της λέγοντας: «Τέτοιου είδους συναντήσεις
είναι φυσιολογικές. Δεν έχω εγκαταλείψει τη θέση που κατέκτησα στην
κοινωνία. Αν θεωρούσα κάτι τέτοιο αναγκαίο, τότε θα έφευγα από την
πατρίδα μου».
Η Γκαλιμπέ απάντησε: «Δεν μπορείς σε καμιά περίπτωση να συνεχίσεις να
ζεις έτσι, αυτό είναι αδύνατον. Θα φανείς οπωσδήποτε χρήσιμη στη χώρα
σου… Έως τώρα έκανες πάντα το σωστό. Δεν έδωσες ποτέ λαβή για κριτική
σε κανέναν».
Η Λατιφέ είπε: «Κάνω το καθήκον μου. Θα τον τιμώ πάντα. Θέλω να
εργαστώ. Ωστόσο δεν έχω αποφασίσει ακόμα πώς να αρχίσω».
Η Γκαλιμπέ πρότεινε στη φίλη της να εργαστεί στο Ελεύθερο Κόμμα. Η
Λατιφέ, αντιθέτως, σκεπτόταν τις συνέπειες που θα είχε μια ανοιχτή πολιτική
δραστηριοποίηση από την πλευρά της. Της ήταν σαφές ότι το πείραμα του
Ελεύθερου Κόμματος δε θα είχε μεγάλη διάρκεια. Δεν ήθελε όμως να
απογοητεύσει τη φίλη της λέγοντάς της κάτι τέτοιο ανοιχτά.
Η Γκαλιμπέ είπε στη Λατιφέ: «Δεν ξέρω πώς θα αντέξω χωρίς εσένα στην
Άγκυρα». Τη στιγμή εκείνη κάποιος μπήκε στο δωμάτιο και οι δύο γυναίκες
βυθίστηκαν στη σιωπή.
Οι εκλογές πραγματοποιήθηκαν στις αρχές Οκτωβρίου. Για πρώτη φορά
υπήρχαν και γυναίκες υποψήφιες. Τα εκλογικά αποτελέσματα για το
Ελεύθερο Κόμμα ήταν τα αναμενόμενα. Σύμφωνα με τις επίσημες
ανακοινώσεις για τις εκλογές, το Ελεύθερο Κόμμα κέρδιζε 31 από τις 502
εκλογικές περιφέρειες. Στην Κωνσταντινούπολη, 13.000 από τις συνολικά
36.000 ψήφους πήγαν στο SCF. Στη Σμύρνη, το CHF έλαβε 14.600, ενώ το SCF
10.000 ψήφους.
Μετά τις εκλογές το Ελεύθερο Κόμμα είχε να αντιμετωπίσει την κατηγορία
ότι ήταν εχθρός της προόδου. Στις 17 Νοεμβρίου του 1930 ο Φετχί Μπέης
διέλυσε το Ελεύθερο Κόμμα. Η Τουρκία έγινε ξανά μονοκομματικό κράτος.
Η αντιπολίτευση κατεστάλη και πάλι.
Η Λατιφέ, που δεν μπορούσε να αποφασίσει «πώς να αρχίσει», επέλεξε
τελικά να μείνει στο παρασκήνιο, διότι αυτό ήταν το καλύτερο.

Ο θάνατος του Μουντζί


Στα τέλη του 1932 η Λατιφέ έζησε άλλη μια καταστροφή. Ο αδερφός της,
Μουντζί, τον οποίο αγαπούσε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στον κόσμο,
έχασε τη ζωή του εξαιτίας μιας τραγικής ερωτικής ιστορίας. Δε
διευκρινίστηκε αν ο θάνατός του ήταν αυτοκτονία ή ατύχημα.
Αφού ολοκλήρωσε τις νομικές σπουδές του στην Κωνσταντινούπολη, ο
Μουντζί εργάστηκε στην Τουρίνγκ, μια ένωση που, υπό την ηγεσία του
Ρεσίφ Σαφέτ Μπέη, είχε ως αποστολή να διαφημίζει την Τουρκία και να την
κάνει γνωστή στον κόσμο. Έγραφε πολλές επιστολές στη μεγάλη αδερφή του
και διατηρούσε στενές σχέσεις μαζί της. Μόλις η Λατιφέ πίστεψε ότι έχει
γιατρέψει τις πληγές της, ο θάνατος του Μουντζί ξύπνησε και πάλι τον πόνο
σε όλη του τη σφοδρότητα.

Ο ίδιος ο Ατατούρκ δίνει επώνυμο στη Λατιφέ


Όταν το 1934 εκδόθηκε ένας νόμος που καθιστούσε υποχρεωτικά τα
επώνυμα στην Τουρκία, ο δεύτερος παππούς της Λατιφέ, ο Χαλίτ Ζιγιά
Μουαμμέρ Μπέης, ειδοποίησε ότι θα δεχόταν να λάβει το επώνυμο
Ουσακλιγκίλ. Εξαιτίας ενός νόμου που καταργούσε ορισμένους τίτλους και
κάποιες προσθήκες στα ονόματα, οι καταλήξεις σε «-ζαντε» δεν
επιτρέπονταν πλέον. Γι’ αυτό και η οικογένεια δεν μπορούσε να κρατήσει το
όνομα Ουσακίζαντε. Ωστόσο ο Μουαμμέρ Μπέης δεν επιθυμούσε να έχει
επώνυμο που να τελειώνει σε «-γκιλ». Δεν του άρεσε να φέρει το όνομα
«Ουσακλιγκίλ», όπως ο Χαλίτ Ζιγιά, και ζήτησε αντ’ αυτού να λάβει το
όνομα «Ουσσακλί».
Σύμφωνα με τον νόμο, η Λατιφέ έπρεπε να πάρει το επώνυμο του πατέρα
της. Η γραφειοκρατική διαδικασία ωστόσο καθυστερούσε. Οι ταυτότητες της
οικογένειας έφτασαν έως το Τσάνκαγια. Τέλος, στον Μουαμμέρ Μπέη και
στην οικογένειά του δόθηκε το επώνυμο Ουσσακλί. Αλλά στη Λατιφέ
δόθηκε άλλο επώνυμο.
Σύμφωνα με αφηγήσεις, ο Ατατούρκ ζήτησε να δει τα έγγραφα και
επιβεβαίωσε αμέσως το επώνυμο του Μουαμμέρ Μπέη. Στη συνέχεια, όταν
ήρθε η σειρά της ταυτότητας της Λατιφέ, διέγραψε το «Ουσσακλί» και το
αντικατέστησε με το επώνυμο «Ουσσακί». Κοίταξε γύρω του και ρώτησε
τους παρευρισκόμενους: «Γνωρίζετε τι σημαίνει αυτό το όνομα; Σημαίνει
κάτι σαν: “Ταιριάζει στους ερωτευμένους”».
Ο ίδιος ο Μουσταφά Κεμάλ μετονομάστηκε σε Ατατούρκ, σε «πατέρα των
Τούρκων». Είναι γνωστό ότι του άρεσε, μετά την έκδοση του νόμου για τα
ονόματα, να δίνει ξαφνικά στους γνωστούς του ονόματα που του άρεσαν. Για
τη Λατιφέ βρήκε ένα όνομα πολύ ιδιαίτερο. Έχοντας ως βάση το όνομα της
οικογένειάς της, της χάρισε με ένα λογοπαίγνιο το όνομα «οι ερωτευμένοι».

Τριαντάφυλλα από τον Μουσταφά Κεμάλ


Ο Μουαμμέρ Ερμπόυ αφηγείται: «Κάθε φορά που ο Ατατούρκ ερχόταν στην
Κωνσταντινούπολη, έστελνε προσκλήσεις. Έστειλε στη θεία μου, τη Λατιφέ,
ένα αυτοκίνητο και υπασπιστές. Της έστελνε λουλούδια. Η γιαγιά μου και ο
παππούς μου λάμβαναν κάθε φορά την πρόσκληση. Ο παππούς μου έπαιζε
συχνά πόκερ με τον Ατατούρκ».
Η Λατιφέ και η Βετζιχέ αγαπούσαν τόσο πολύ τον Μουσταφά Κεμάλ, που
όταν έγραφαν δε χρησιμοποιούσαν ποτέ το μικρό «κ». Αποκαλούσαν η μία
την άλλη Βετζίχ και Λατίφ, δηλαδή όπως τις φώναζε πάντα ο Μουσταφά
Κεμάλ.
Πάντως, η Λατιφέ δεν είχε κρεμάσει στο σπίτι της ούτε μία κοινή
φωτογραφία με τον Μουσταφά Κεμάλ. Είχαν μείνει μόνο οι φωτογραφίες
όπου εμφανίζονταν ο καθένας μόνος του. Για τον έξω κόσμο είχαν σβήσει
τον Μουσταφά Κεμάλ από τη ζωή τους.
Άραγε δε συναντήθηκαν ποτέ οι δυο τους μετά τον χωρισμό; Η Βετζιχέ
αναφέρει ότι μια μέρα έπεσαν ο ένας πάνω στον άλλο στο Γκιόκσου: «Η
Λατιφέ καθόταν σε μια βάρκα με κουπιά. Ο Ατατούρκ είχε μια
βενζινοκίνητη βάρκα. Όταν είδαν ο ένας τον άλλον, ο Ατατούρκ σηκώθηκε
όρθιος και τη χαιρέτησε. Έπειτα η Λατιφέ έκλαψε πολύ, ήταν η μοναδική
τους συνάντηση. Παρ’ όλα αυτά, ήταν ο άνθρωπος που αγαπούσε μέχρι τον
θάνατό της, από την πρώτη στιγμή που τον είδε».
Δε μίλησαν ποτέ μεταξύ τους μετά τον χωρισμό; Το μόνο που γνωρίζουμε
είναι ότι μάθαιναν νέα ο ένας για τον άλλο.
Πώς ήταν η μετέπειτα ζωή της Λατιφέ; Πρόσεχε τον τρόπο που ντυνόταν; Η
Λατιφέ δεν έκανε οικονομία στα ταξίδια, στη διασκέδαση και στην
πολυτέλεια. Ντυνόταν κομψά και επιμελώς. Το αγαπημένο της χρώμα ήταν
το μαύρο. Το διαμαντένιο δαχτυλίδι της, δώρο από τον πατέρα της, δεν το
έβγαζε ποτέ.
Γιατί εγκατέλειψε η Λατιφέ το πιάνο; Ίσως γιατί της θύμιζε τις πληγές της.
Αυτό υπέθετε και ο Μουαμμέρ Μπέης: «Το πιάνο άφησε μάλλον βαθιά
σημάδια μέσα της. Δεν ξέρω για ποιο λόγο δε συνέχισε να παίζει, ίσως και να
ήταν το καλύτερο φάρμακο για την ψυχή της, πιθανόν όμως προτιμούσε να
γράφει».

Αποχαιρετισμός από τον Ατατούρκ


Στις αρχές του 1938 κυκλοφορούσαν φήμες σχετικά με την ασθένεια του
Ατατούρκ. Ο ίδιος είχε συνείδηση ότι ο θάνατος παραμόνευε. Στις 5
Σεπτεμβρίου ο Ατατούρκ συνέταξε τη διαθήκη του στο παλάτι του Ντολμά
Μπαχτσέ. Ο άνθρωπος που αγαπούσε η Λατιφέ ήταν βαριά άρρωστος, όμως,
απ’ ό,τι φαίνεται, η Λατιφέ δε γνώριζε κάτι γι’ αυτό. Βρισκόταν πριν από
μήνες στην Ελβετία για θεραπεία. Όταν στις 11 Νοεμβρίου τής έφεραν τις
εφημερίδες, διάβασε για τον θάνατο του άντρα που αγαπούσε. Η Λατιφέ
συγκλονίστηκε βαθιά. Φαίνεται ότι κανένας στο περιβάλλον της δεν είχε το
θάρρος να της μεταφέρει προσωπικά την οδυνηρή είδηση. Η Λατιφέ άφησε
όλο τον πόνο που ένιωθε να κυλήσει στην επιστολή που έστειλε, την ίδια
κιόλας μέρα, στον Ισμέτ Πασά, ο οποίος είχε αναλάβει πλέον την προεδρία.
«Προς τον πρόεδρο της Δημοκρατίας, στρατηγό Ισμέτ Ινονού, Άγκυρα
»Αξιότιμε και αξιοσέβαστε στρατηγέ,
»Σήμερα το πρωί διάβασα ως συνήθως τις εφημερίδες στο δωμάτιο του
νοσοκομείου όπου βρίσκομαι εδώ και μήνες για θεραπεία και
συγκλονίστηκα βαθιά. Είμαι σίγουρη ότι το κράτος, το οποίο με
προστάτευσε στα δεκατρία χρόνια του μεγάλου πόνου μου, κατανοεί
πόσο με επηρέασε αυτή η απερίγραπτη καταστροφή.
»Εκείνο που τη στιγμή αυτή με παρηγορεί για το έθνος και τη χώρα
είναι ότι φέρετε τη βαριά ευθύνη του στους ώμους σας. Γνωρίζετε με
πόσο βαθιά ειλικρίνεια απευθύνομαι σε εσάς. Σας εύχομαι επιτυχία, υγεία
και μακροζωία και σας παρακαλώ θερμά να συνεχίσετε να χαρίζετε
καλοσύνη και προστασία στην άρρωστη κόρη σας, που έχει σπασμένα τα
φτερά της. Φιλώ το ευλογημένο χέρι σας.
»Αποστολέας: Φ. Σαντίκ, Νοσοκομείο Linden, Βέρνη, Ελβετία».
Κατά τη διάρκεια του γάμου της η Λατιφέ ανησυχούσε τόσο πολύ για την
υγεία του Μουσταφά Κεμάλ, που έφτασε στο σημείο να θέσει σε κίνδυνο την
οικογενειακή γαλήνη. Με την ελπίδα να κατορθώσει να παρατείνει τη ζωή
του, κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια ώστε ο Μουσταφά Κεμάλ να περιορίσει
την κατανάλωση καπνού και αλκοόλ, καθώς και τις παρέες του στο φαγητό.
Η θλίψη για το γεγονός ότι δε βρισκόταν κοντά του στις τελευταίες του
μέρες, ότι δεν τον φρόντιζε, τη βάραινε πολύ.
Δεν είναι γνωστό ποιος είχε την ευγένεια να πει στη Λατιφέ συλλυπητήρια
για τον θάνατό του. Ολόκληρη η Τουρκία θρηνούσε για τον χαμό του
Μουσταφά Κεμάλ, όμως ο πόνος της Λατιφέ ήταν τελείως διαφορετικός. Δεν
είχε καταφέρει καν να τον αποχαιρετήσει.
Η σορός του Ατατούρκ μεταφέρθηκε τον Νοέμβριο του 1953 στο
Μαυσωλείο Ανίτ Καμπίρ της Άγκυρας. Η Λατιφέ έμαθε ότι η Γιαλέ Τολγκά,
μια νεαρή γυναίκα, που την επισκέφθηκε στο σπίτι στο Αγιάς Πασά,
επρόκειτο να πάει στην Άγκυρα. Η Λατιφέ τής ζήτησε μια χάρη. Η Νεζιχέ
Αράζ περιγράφει στο βιβλίο της 1000 μέρες με τον Μουσταφά Κεμάλ τον
τρόπο με τον οποίο διάλεξε αργότερα η Λατιφέ να αποχαιρετήσει τον
Μουσταφά Κεμάλ:
«Ποιος ξέρει πόσο έχει αλλάξει η μεγάλη Άγκυρα! Έχω ιδιαίτερη
περιέργεια γι’ αυτή την πόλη. Με ρωτάς λοιπόν αν θέλω κάτι. Καλά
λοιπόν, θα σου εμπιστευτώ ένα μυστικό… Υπάρχει κάτι που εδώ και
χρόνια θέλω να κάνω πράξη, όμως δεν είχα ποτέ το θάρρος να το πω σε
κανέναν. Όταν θα είσαι στην Άγκυρα, πήγαινε σε έναν ανθοπώλη και
αγόρασε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Όμως μόνο ένα. Πήγαινέ το στο
μαυσωλείο και τοποθέτησέ το πλάι στο ευλογημένο μνήμα του
Μουσταφά Κεμάλ. Στα πόδια του. Θα καταλάβει ποιος το στέλνει, όμως,
παρ’ όλα αυτά, πες του: “Το έστειλε η Λατιφέ”. Μπορείς να μου κάνεις
αυτή τη χάρη;».
Η Γιαλέ Τολγκά πήγε όντως νωρίς το πρωί με ένα βαθυκόκκινο
τριαντάφυλλο στο μαυσωλείο του Ατατούρκ. Καθώς ανέβαινε τα σκαλιά, την
τρόμαξε το πλήθος των επίσημων επισκεπτών. Όταν είδε τα τεράστια
στεφάνια, έκανε στην άκρη και περίμενε ώσπου να τελειώσει η τελετή.
Προτού μπει μέσα, ρώτησε έναν αξιωματικό: «Ποιος είναι εκεί μέσα;».
Πήρε την εξής απάντηση: «Ο κύριος πρόεδρός μας». Επρόκειτο για μια
επίσημη αντιπροσωπεία, η οποία πραγματοποιούσε επίσκεψη στο
μαυσωλείο. Για μια στιγμή η νεαρή γυναίκα σκέφτηκε να γυρίσει πίσω.
Έπειτα θυμήθηκε τη φωνή της Λατιφέ και συνέχισε τον δρόμο της.
Κατόρθωσε να στριμωχτεί μέσα στο πλήθος των αξιωματούχων και να μπει
στο εσωτερικό του μαυσωλείου. Τοποθέτησε το τριαντάφυλλο στο κάτω
μέρος του τάφου και ψιθύρισε: «Σας το έστειλε η Λατιφέ Χανούμ». Στη
συνέχεια έφυγε από το μαυσωλείο μαζί με τους υπόλοιπους.
Ο πατέρας της Λατιφέ Χανούμ, ο Μουαμμέρ Μπέης, πέθανε το 1951 από
έμφραγμα, ενώ η μητέρα της, η Αντεβιγέ, το 1956.
Ο Μουαμμέρ Μπέης δεν αρνήθηκε ποτέ στη Λατιφέ τη στοργή και την
οικονομική υποστήριξή του. Τη μέρα που η Λατιφέ είπε: «Θα παντρευτώ»,
εκείνος της απάντησε: «Σε περίπτωση που χωρίσεις και επιστρέψεις στο
σπίτι μου, δε θα μιλήσεις ποτέ γι’ αυτό το ζήτημα…». Η Λατιφέ τήρησε την
υπόσχεση που είχε δώσει στον πατέρα της για τον γάμο της επί είκοσι έξι
χρόνια. Ποτέ δεν ξέφυγε λέξη από το στόμα της μπροστά στον πατέρα της
για τον γάμο ή για τον χωρισμό της.

Έμεινε πάντα περήφανη


Η Λατιφέ, που για πολλές γυναίκες υπήρξε η συμβολική μορφή της
χειραφέτησης και τις βοήθησε να έρθουν στο προσκήνιο, έζησε τα υπόλοιπα
χρόνια της ζωής της στο περιθώριο. Αν και, κατά τη γνώμη της, υπήρχαν
στην Τουρκία πράγματα που θα μπορούσε να κάνει, ο ρόλος που της
αναλογούσε ήταν εκείνος μιας σιωπηλής και άπραγης γυναίκας. Είχε
αποτραβηχτεί από τη σκηνή, συνέχιζε όμως να παρακολουθεί όσα
διαδραματίζονταν στα παρασκήνια. Σύμφωνα με τα ίδια της τα λόγια, «δεν
εγκατέλειψε τη θέση που είχε κατακτήσει στην κοινωνία». Στους φίλους της
δήλωνε ότι θα είχε εγκαταλείψει τη χώρα αν θεωρούσε ότι κάτι τέτοιο ήταν
αναγκαίο.
Η Λατιφέ ήταν πολύ δυστυχισμένη, ωστόσο δεν ήταν μια γυναίκα
παραιτημένη. Διατηρούσε την περηφάνια και τη χαρισματική
προσωπικότητά της, η οποία τη βοηθούσε να επιβάλλεται.
Άραγε μετάνιωσε η Λατιφέ που παντρεύτηκε; Σύμφωνα με τα όσα
αφηγείται η ανιψιά της, Μεράλ Μπεμπέ, δεν το μετάνιωσε: «Αν
ξαναερχόμουν στον κόσμο, θα έκανα τα ίδια» συνήθιζε να λέει.
Η άποψη της Λατιφέ απέναντι στην ιδέα ενός δεύτερου γάμου ήταν
σαφέστατη. Όταν η Τζάκι Κέννεντυ παντρεύτηκε τον Έλληνα επιχειρηματία
Αριστοτέλη Ωνάση μετά τον θάνατο του συζύγου της, του Αμερικανού
προέδρου Τζον Κέννεντυ, η Λατιφέ σχολίασε: «Χρειαζόταν τόσο
εσπευσμένα άντρα και λεφτά; Κατεβαίνει κανείς από το άλογο για να ανέβει
σε γαϊδούρι;».

Από την έπαυλη στο διαμέρισμα


Μετά τον θάνατο των γονιών της η Λατιφέ έμεινε για μεγάλο χρονικό
διάστημα μόνη της στο Αγιάς Πασά. Τελικά αποφάσισε αργότερα να φύγει
από αυτό το σπίτι, που της φαινόταν πολύ μεγάλο και ήταν δύσκολο να
θερμανθεί. Στη δεκαετία του 1960 μετακόμισε στον τελευταίο όροφο της
πολυκατοικίας «Σαφίρ Απαρτμανί» στο Χαρμπιγέ. Στο καινούριο διαμέρισμα
δεν πήρε μαζί της το πιάνο, ενώ χρειάστηκε να μειώσει κατά το ήμισυ τη
μεγάλη βιβλιοθήκη της για να βολευτεί.
Ο Μουαμμέρ Ερμπόυ αφηγείται: «Στο διαμέρισμά της, στο Χαρμπιγέ, ήταν
μισοκαθισμένη σε ένα μικρό στρογγυλό μαξιλάρι, ντυμένο με κινεζικό
μετάξι, και κοιτούσε έξω από το παράθυρο. “Και πώς είναι;” ρώτησε.
Επέμενε: “Κοιτάξτε, κοιτάξτε ακριβώς απέναντι”. Εκεί βρισκόταν η λέσχη
των αξιωματικών του Χαρμπιγέ. Και μετά μας το έδειξε. Ήταν ένα άγαλμα
του Ατατούρκ. “Του μοιάζει περισσότερο απ’ όλα, δεν τον αδικεί καθόλου”.
Και πρόσθεσε: “Αλλιώς, θα ερχόμουν σ’ ένα τέτοιο διαμέρισμα;”».
«Δεν έπαψε ποτέ να τον αγαπά…» λέει ο Μουαμμέρ Ερμπόυ.
Η Λατιφέ ενθουσιαζόταν πολύ με τα παιδιά. Το 1950 η Λευκή Έπαυλή στη
Σμύρνη ήταν άδεια. Ο Μπαχααττίν Τατίς Μπέης, ο ιδρυτής του Τουρκικού
Κολεγίου στη Σμύρνη, επισκέφθηκε τη Λατιφέ. Ήθελε να μετατρέψει τη
Λευκή Έπαυλη σε σχολείο. Όταν η Λατιφέ κατάλαβε τι είχε στον νου του,
είπε: «Είμαι πρόθυμη να πουλήσω το μερίδιό μου. Εκεί θα ανατραφούν
μικροί Μουσταφά Κεμάλ».
Τελικά το σπίτι στη Σμύρνη έγινε πράγματι σχολείο.
Η Λατιφέ είχε πολύ στενή σχέση με τα παιδιά των φίλων της και της
οικογένειάς της. Έκανε εκλεκτά και προσεγμένα δώρα γενεθλίων στους
ξαδέρφους και στις ξαδέρφες της, στις ανιψιές και στους ανιψιούς της, και
πήγαινε πάντα αυτοπροσώπως σε όλα τα γενέθλια.
Οι άνθρωποι που είχαν δικά τους παιδιά θυμούνται ότι η Λατιφέ δεν τους
έκανε ποτέ παρατηρήσεις. Ενώ σε κείνους που μάλωναν τα παιδιά τους όταν
έπαιζαν με πολύτιμα αντικείμενα έλεγε: «Γιατί; Μήπως αξίζει περισσότερο
από το παιδί; Δεν αξίζει γι’ αυτόν τον λόγο να πληγώνει κανείς την καρδιά
ενός παιδιού».
Πολλοί ήταν εκείνοι που διατήρησαν σχέσεις με τη Λατιφέ. Μία από τις
οικογένειες με την οποία είχε περισσότερες επαφές ήταν η οικογένεια
Ινονού. Η Λατιφέ Χανούμ είχε ιδιαίτερο δεσμό με τη Μεβχιμπέ Χανούμ. Ο
Μουαμμέρ Ερμπόυ θυμάται: «Η Μεβχιμπέ Χανούμ τηλεφωνούσε συχνά στη
θεία μου τη Λατιφέ και μάθαινε νέα της».
Την περίοδο που ο Ινονού διέμενε στο Ντολμά Μπαχτσέ ως Πρόεδρος της
Δημοκρατίας, η Λατιφέ συχνά ήταν καλεσμένη για γεύμα. Τότε ολόκληρο το
μέγαρο βρισκόταν σε αναστάτωση για χάρη της, ενώ πότε πότε διανυκτέρευε
εκεί. Όποιος δε γνώριζε τη Λατιφέ ρωτούσε με περιέργεια να μάθει ποια
ήταν η γυναίκα που χαιρετούσε τον Ισμέτ Πασά με ένα φιλί στο μέτωπο.

Το πραξικόπημα της 27ης Μαΐου του 1960


Η Λατιφέ παρακολουθούσε πάντα με μεγάλο ενδιαφέρον τις πολιτικές
εξελίξεις στην Τουρκία. Μετά το πραξικόπημα της 27ης Μαΐου του 1960*
σχολίασε: «Ο Αντνάν Μεντερές διέπραξε σοβαρό σφάλμα και έκανε ένα
μεγάλο βήμα προς τα πίσω». Όμως δεν ανήκε σε κείνους που χάρηκαν με το
στρατιωτικό πραξικόπημα.
Όταν μετά την ακροαματική διαδικασία του Γιασσί Αντά επιβλήθηκε στον
Μεντερές η ποινή του θανάτου, η Λατιφέ πήρε τηλέφωνο τον Ισμέτ Πασά
και του είπε: «Πασά μου, αν πάτε στην πλατεία Κιζιλάυ, δε θα μπορέσουν να
σας το αρνηθούν. Κάντε το. Πηγαίνετε στην πλατεία Κιζιλάυ. Έχετε πίσω
σας πολλούς ανθρώπους, σε εσάς δεν μπορούν να κάνουν τίποτα. Εσείς
φέρατε σε αυτή τη χώρα τη δημοκρατία, και αυτό το πραξικόπημα δείχνει
σαν να στρέφεται εναντίον σας».
Εκστρατεία συκοφαντικής δυσφήμισης και θάνατος

ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΧΩΡΙΣΜΟ ΤΗΣ η Λατιφέ, που ήταν κάτι σαν «σταρ», έγινε μια
γυναίκα που συχνά δεχόταν επιθέσεις. Είχαν βάλει στόχο να τη ρίξουν από
τη θέση της. Οι άνθρωποι του περιβάλλοντος του Μουσταφά Κεμάλ που δε
συμπαθούσαν τη Λατιφέ ξεκίνησαν εναντίον της μια συκοφαντική
εκστρατεία.
Μια γυναίκα που ο άντρας της τη στέλνει πίσω στο σπίτι των γονιών της
είναι, στα μάτια της κοινωνίας, ατιμασμένη και υπεύθυνη για τη μοίρα της.
Καθώς ο άντρας που, στην περίπτωση αυτή, έστειλε σπίτι της τη γυναίκα του
ήταν ο Μουσταφά Κεμάλ, δεν ήταν αρκετό να χαρακτηριστεί η Λατιφέ ως
ένοχη. Καταδικάστηκε να είναι η «κακιά».
Αρχικά η Λατιφέ παρουσιάστηκε ως μια γυναίκα που ήταν εχθρική προς
τον Μουσταφά Κεμάλ. Στη συνέχεια, και στη βάση αυτής της εσφαλμένης
εικόνας, δεχόταν αλλεπάλληλες επιθέσεις. Οι ίδιες τακτικές φθοράς που
χρησιμοποιούνταν για τους πολιτικούς αντιπάλους εφαρμόστηκαν και στην
περίπτωση της Λατιφέ.
Ως πρώην σύζυγος ενός πολιτικού ηγέτη, η Λατιφέ αποτελούσε εν δυνάμει
κίνδυνο. Ως διαζευγμένη γυναίκα θα μπορούσε να βλάψει τον αρχηγό του
κράτους. Γι’ αυτόν τον λόγο θα έπρεπε να δρομολογηθεί ο αποκλεισμός της
από την κοινωνία. Μέσα σε λίγο χρόνο η γενική διάθεση απέναντί της
απέκτησε, από τη σκοπιά της Λατιφέ, καταπιεστικό χαρακτήρα.
Ένας λόγος για τη συκοφαντική εκστρατεία ήταν το γεγονός ότι η Λατιφέ
υπήρξε μάρτυρας πολλών περιστατικών τον καιρό που ζούσε στο Τσάνκαγια.
Γνώριζε πολλές προσωπικότητες απέξω κι ανακατωτά. Μεταξύ αυτών ήταν
και τα σημαντικότερα ονόματα της τουρκικής πολιτικής σκηνής. Εκτός
αυτού, ο Μουσταφά Κεμάλ είχε εμπιστευθεί στη Λατιφέ σημαντικά έγγραφα.
Με έναν απλό υπαινιγμό της σχετικά με τον Ατατούρκ θα μπορούσε να φέρει
τα πάνω κάτω στην πολιτική σκηνή της Τουρκίας.
Η συκοφάντηση της Λατιφέ εξασφάλιζε αφενός ότι θα παρέμενε στο
παρασκήνιο, ενώ αφετέρου είχε ως αποτέλεσμα να απαξιώνονται οι όποιες
δηλώσεις της. Γύρω από τη Λατιφέ χαράχτηκε ένας κύκλος ο οποίος την
απομόνωνε από τον έξω κόσμο. Είχε γίνει πραγματική μόδα να μιλά κανείς
άσχημα για το άτομό της.
Η ανησυχία σχετικά με τη Λατιφέ αυξήθηκε κι άλλο μετά τον θάνατο του
Μουσταφά Κεμάλ. Ο φόβος μήπως της περνούσε η ιδέα να ασχοληθεί με την
πολιτική έπαιξε σίγουρα ρόλο σε αυτή την εξέλιξη. Η Λατιφέ Χανούμ, που
είχε ωριμάσει με την πολιτική και είχε διαδραματίσει καταλυτικό ρόλο στην
αλλαγή της θέσης της γυναίκας στην κοινωνία, θα μπορούσε κάλλιστα να
αποτελέσει ένα από τα νέα ονόματα στο πλαίσιο ενός δικομματικού
συστήματος, και είναι βέβαιο ότι θα αποκόμιζε κάποιες ψήφους. Ίσως
ήθελαν να αποτρέψουν εκ των προτέρων ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Όταν, καθώς περνούσε ο χρόνος, κάποια από τα πρόσωπα της εποχής
εκείνης άρχισαν να δημοσιεύουν τα απομνημονεύματά τους, οι συκοφαντίες
πήραν τελικώς και γραπτή μορφή.
Ο πρώτος που δημιούργησε πρόβλημα στη Λατιφέ ήταν ο Κιλίτς Αλί (που
πέθανε το 1971), οι αναμνήσεις του οποίου δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα
Milliyet από το 1951 έως το 1952. Περιέγραφε τη Λατιφέ ως ιδιότροπη,
χολερική γυναίκα, η οποία μέσα στον θυμό της έφτανε στο σημείο να ρίχνει
στο πάτωμα τους πολυελαίους στο δωμάτιο πάνω από την τραπεζαρία, να
βηματίζει με όλη της τη δύναμη κι έτσι να ενοχλεί τους προσκεκλημένους.
Ο ιστορικός και δημοσιογράφος Ισμέτ Μποζντάγ κατέγραψε όσα άκουσε
και όσα του διηγήθηκαν. Σχεδίασε το πορτρέτο της Λατιφέ Χανούμ ως μιας
γυναίκας που πρόσβαλλε τον Μουσταφά Κεμάλ με κάθε ευκαιρία, τον
θύμωνε και προσπαθούσε να τον κρατά μακριά από τους φίλους του, και
όταν η βραδινή συντροφιά στο τραπέζι έμενε περισσότερη ώρα, θυμωμένη
έκανε θόρυβο με τα τακούνια της στον επάνω όροφο. Η εικόνα μιας Λατιφέ
Χανούμ που έπαιζε «συμφωνίες τακουνιών» και «έβγαζε κραυγές»
προκαλούσε μεγάλο ενδιαφέρον.
Υπήρχε άραγε κάποιος που την καταλάβαινε; Φυσικά, υπήρχαν κάποιοι
που μπορούσαν να κατανοήσουν τη Λατιφέ. Άτομα όπως ο Ασίμ Γκιουντούζ,
ο Ραούφ Ορμπάυ, ο Αλί Φουάτ Τζεμπέσοϋ και η Σουρεγιά Αγάογλου
εγκωμίασαν τη Λατιφέ στα απομνημονεύματά τους. Ωστόσο τα καλά τους
λόγια ξεχάστηκαν. Ο καθηγητής Γιουρντακούλ Γιουρντακούλ, ο οποίος,
εξαιτίας της φιλίας των δύο οικογενειών, συναντούσε συχνά τη Μακμπουλέ
Αταντάν, ήταν ένας από κείνους που εξέφρασαν την ενόχλησή τους για τη
συκοφαντική εκστρατεία.
Αποσιώπησε ότι έπασχε από καρκίνο
Ο ανιψιός της Λατιφέ, Μουαμμέρ Ερμπόυ, αφηγείται τις αναμνήσεις του από
τους δύο μήνες πριν από τον θάνατο της θείας του:
«Το 1975 πήγα στο αυστριακό σχολείο [στην Κωνσταντινούπολη]. Πήγα
να πάρω τους βαθμούς μου. Μου ήρθε μια βαριά μυρωδιά από θειάφι. Η
θεία μου, η Λατιφέ, είχε αρρωστήσει από καρκίνο. Δεν ξέρω αν έκαιγε
ενθύμια ή πράγματα που είχε γράψει. Ήταν 31 Μαΐου. Τον Ιούλιο τη
χάσαμε».
Η Λατιφέ Ουσσακί έμαθε ότι έπασχε από καρκίνο στην Ελβετία. Οι γιατροί
είχαν βρει μεταστάσεις στο συκώτι της και της το είχαν πει. Λέγεται πως η
ασθένειά της ξεκίνησε το 1969.
Όταν επέστρεψε στην Τουρκία, η Λατιφέ ούτε πήγε σε γιατρό ούτε και
μίλησε σε κανέναν για την αρρώστια της. Περιορίστηκε να πει για τον
καρκίνο της στην Ελληνίδα έμπιστη και υπηρέτριά της, την Καλλιόπη.
Ωστόσο είχε λάβει τα μέτρα της. Έβαλε την Καλλιόπη να ορκιστεί στον
Ιησού Χριστό και στον σταυρό ότι δε θα της ξεφύγει λέξη.
Ο καθηγητής Νεβζάτ Εκέ, σύζυγος της ανιψιάς της, Γκιουλουμσέρ, ήρθε
μια μέρα στα γενέθλια κάποιου συγγενή του ο οποίος έμενε έναν όροφο κάτω
από τη Λατιφέ Χανούμ στο σπίτι στο Χαρμπιγέ. Είπε: «Θα περάσω να δω τη
θεία της γυναίκας μου». Ανέβηκε στον τελευταίο όροφο και χτύπησε την
πόρτα του διαμερίσματος της Λατιφέ Χανούμ. Η απροειδοποίητη αυτή
επίσκεψη στάθηκε η αιτία να αποκαλυφθεί η αρρώστια.
Η Καλλιόπη άνοιξε την πόρτα. Η παράξενη συμπεριφορά της τράβηξε την
προσοχή του. «Η Λατιφέ Χανούμ Εφέντι είναι άρρωστη και δεν μπορεί
σήμερα να δεχτεί επισκέψεις». Ο Νεβζάτ Εκέ δεν μπορούσε να καταλάβει τη
συμπεριφορά της. Επέμεινε ότι θέλει να δει τη Λατιφέ Χανούμ. Όταν μπήκε
στο δωμάτιο, η Λατιφέ προσπάθησε να σκεπάσει το χέρι της, όμως ο Νεβζάτ
Εκέ είδε ότι στο χέρι της έχασκε μια μεγάλη υγρή πληγή. Πιέζοντάς τη λίγο,
έμαθε ότι είχε καρκίνο.
Η Λατιφέ Χανούμ παρακάλεσε θερμά τον Νεβζάτ Εκέ να μην πει τίποτα σε
κανέναν, ωστόσο αυτό δε συμβιβαζόταν με τα ιατρικά του καθήκοντα.
«Πρέπει να το πω» της είπε.
«Δώσε μου, σε παρακαλώ, τρεις μέρες, θα το πω η ίδια σε όλους.
Υπάρχουν όμως κάποια πράγματα που θέλω να τακτοποιήσω
προηγουμένως» του είπε η Λατιφέ.
Παρά την υπόσχεση που έδωσε, ο Νεβζάτ Εκέ μίλησε στη γυναίκα του,
Γκιουλουμσέρ, για την κατάσταση της θείας της: «Θα σε στενοχωρήσει πολύ
αν το ακούσεις, αλλά πρέπει να γνωρίζεις ότι η κατάσταση της θείας σου
είναι πολύ σοβαρή».
Ως ειδικός γνώριζε ότι στον καρκίνο κάθε λεπτό μετράει. Ωστόσο η Λατιφέ
για χρόνια δεν είχε πάει στον γιατρό.
Η Λατιφέ Χανούμ αξιοποίησε τις τρεις επόμενες μέρες για να κάψει κάποια
ντοκουμέντα. Το άρωμα καμένου που είχε αντιληφθεί ο Μουαμμέρ Ερμπόυ
ήταν από τα αναμνηστικά που κατέστρεφε η Λατιφέ προτού πεθάνει.
Η Καλλιόπη ήξερε ότι η Λατιφέ δεν ήθελε να ζήσει άλλο, και ίσως να
έκανε το σωστό. Ο Μουαμμέρ Ερμπόυ εξηγεί το γεγονός ότι η θεία του
αποσιώπησε την αρρώστια της με τον ακόλουθο τρόπο: «Δεν δέχτηκε
θεραπεία για τον καρκίνο της, καθότι συνήθιζε να λέει: “Όλη μου τη ζωή
ήμουν μια ζωντανή νεκρή, κάθε μέρα που πρέπει να ζήσω παραπάνω είναι
βασανιστήριο”».
Είναι γνωστό ότι η Λατιφέ Χανούμ είχε πει σε κάποιους από τους φίλους
της: «Πέθανα δύο φορές, το 1925 και το 1938».
Η ανιψιά της, Ντιλέκ Μπεμπέ, θεωρεί ότι ο θάνατος της Λατιφέ ήταν
αυτοκτονία. Όταν επισκέφθηκε τη θεία της, δύο μέρες πριν από τον θάνατό
της, είδε ότι η Λατιφέ είχε βάλει στο στήθος μια καρφίτσα που απεικόνιζε
τον Ατατούρκ.
Όταν έγινε γνωστή η ασθένειά της, η Λατιφέ δεν ήθελε να μεταφερθεί σε
νοσοκομείο, ωστόσο πέρασε τις τελευταίες της μέρες στην κλινική του
Γκιουζέλ Μπαχτσέ.
Ενώ βρισκόταν στο νοσοκομείο, η στενή της φίλη Σουρεγιά Αγάογλου της
έδειξε τα απομνημονεύματα που είχε γράψει. Το βιβλίο περιείχε και
αναμνήσεις από τη Λατιφέ. Η Λατιφέ διάβασε το βιβλίο και ήταν πολύ
ικανοποιημένη. «Κανένας δεν περιέγραψε τη ζωή μου όπως η Σουρεγιά»
είπε. Μιλώντας με έναν δημοσιογράφο για τη Λατιφέ, η Σουρεγιά Αγάογλου
είπε: «Ποτέ δεν αποκάλυψε κάτι για τον εαυτό της. Αυτό είναι κάτι που
κανένας δεν μπόρεσε να καταλάβει».
Αποχαιρετώντας τη ζωή…
Η Λατιφέ Ουσσακί πέθανε στις 12 Ιουλίου του 1975 γύρω στις έξι το πρωί.
Είχε δώσει εντολή, μετά τον θάνατό της, να την πάνε στο σπίτι οι πιο
κοντινοί της συγγενείς. Έτσι, προτού ταφεί, τη μετέφεραν στο διαμέρισμά
της.
Η οικογένειά της δημοσίευσε αναγγελίες θανάτου στη Milliyet και στην
Cumhuriyet, μεγέθους ενός τετάρτου της σελίδας. Υπήρχε κάτι το
αξιοπρόσεκτο. Στις αγγελίες, που άρχιζαν με τα λόγια «Στην αγαπημένη και
λατρευτή μας Λατιφέ Ουσσακί», δεν υπήρχε ούτε μία λέξη για τον
Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ.
Η κηδεία της Λατιφέ Χανούμ έγινε στις 13 Ιουλίου στο τζαμί του Τεσβίκιγε.
Δεν ετάφη δημοσία δαπάνη και δεν πραγματοποιήθηκε επίσημη τελετή. Ενώ
στην Τουρκία είναι παράδοση να τιμάται ο νεκρός με επαινετικά και
εγκωμιαστικά κείμενα, κάτι τέτοιο δεν έγινε στην περίπτωση της Λατιφέ. Η
στάση με την οποία την αντιμετώπιζαν, την αγνοούσαν και τη
συκοφαντούσαν δεν εγκαταλείφθηκε ούτε και μετά τον θάνατό της.

Στη θυρίδα της κρατούσε φυλαγμένη την ιστορία του κράτους


Μετά τον θάνατο της Λατιφέ Χανούμ έγινε αντιληπτό ένα σημαντικό
γεγονός. Είχε φύγει από αυτόν τον κόσμο χωρίς να πει ούτε λέξη για τη
σχέση της με τον Μουσταφά Κεμάλ. Αυτό εξέπληξε εκείνους που την
αντιμετώπιζαν εχθρικά και την έκανε στα μάτια τους και πάλι κυρία,
«Χανούμ Εφέντι». Οι πάντες περίμεναν και φοβόντουσαν πως θα μιλούσε
άσχημα για τον Μουσταφά Κεμάλ Πασά. Όμως η Λατιφέ δεν ήταν εχθρός
του Μουσταφά Κεμάλ, ήταν η πρώην γυναίκα του. Εκείνοι που την
παρουσίαζαν σαν εχθρό του φοβόντουσαν μια εχθρό που είχαν πλάσει οι
ίδιοι.
Η Λατιφέ Χανούμ πέθανε παραγνωρισμένη, ωστόσο είχε κρύψει επιμελώς
πολλά ντοκουμέντα που θα βοηθούσαν να την καταλάβουμε και τα οποία
είχε φυλαγμένα σε δύο διαφορετικές τραπεζικές θυρίδες στην
Κωνσταντινούπολη. Η οικογένειά της θεώρησε σωστό να μη μοιραστούν
ανάμεσα στα μέλη της τα ντοκουμέντα που άφησε η Λατιφέ Χανούμ και τα
οποία ήταν κομμάτι της ιστορίας της Τουρκίας. Δεν ήθελαν να θίξουν την
πληρότητά τους και να τα εκθέσουν στον κίνδυνο της σύγχυσης και εντέλει
της απώλειας. Την εποχή που ασχολούνταν με αυτό ακριβώς το ζήτημα
παρουσιάστηκε στην οικογένεια, στις 17 Μαρτίου του 1976, ο τότε πρόεδρος
της Ιδρύματος Τουρκικής Ιστορίας, ο τακτικός καθηγητής Ενβέρ Ζιγιά
Καράλ. Πρότεινε στην οικογένεια να μεταβιβάσει τα ντοκουμέντα στην
εταιρεία, και η πρότασή του έγινε δεκτή.
Αφού διάβασε τα ντοκουμέντα για λογαριασμό του Ιδρύματος Τουρκικής
Ιστορίας, ο τακτικός καθηγητής Ρεσάτ Καϋνάρ κατέγραψε την άποψή του:
«Αυτά τα ντοκουμέντα θα διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο τόσο στην
ιστορία της επανάστασής μας, όσο και στην ιστορία της Δημοκρατίας
μας. Είναι αδύνατον να γράψει κανείς την ιστορία της επανάστασης ή
μάλλον την ιστορία της Δημοκρατίας χωρίς να έχει δει αυτά τα
ντοκουμέντα. Αν και πρόκειται για συναισθηματικές εκφράσεις της
Λατιφέ Χανούμ Εφέντι έναντι διαφόρων προσώπων, το γεγονός αυτό δε
μειώνει τη σημασία τους ως ανεκτίμητης πηγής της ιστοριογραφίας μας.
Το έγγραφο αρ. 219 θα παραμείνει στα αρχεία μέχρι το άνοιγμα των
ντοκουμέντων».
Η Λατιφέ Χανούμ πέθανε εύπορη. Εκτός από τα κοσμήματά της, κατείχε
ένα διαμέρισμα στη συνοικία Πανγκάλτι της Κωνσταντινούπολης, ένα σπίτι
στη Σμύρνη, ένα πανδοχείο (χάνι), δύο οικόπεδα, μερίδια σε τριάντα πέντε
ακόμα οικόπεδα, καθώς και τμήμα ενός κτιρίου στη Σμύρνη.
Όταν άνοιξαν τα υπάρχοντα της Λατιφέ, βρήκαν μια βέρα. Στην εσωτερική
πλευρά ήταν χαραγμένο με οθωμανική τουρκική γραφή «Λατιφέ 1339
[1923]». Το δαχτυλίδι που βρέθηκε στη θυρίδα της Λατιφέ ήταν φυλαγμένο
μαζί με δέκα ασημένια νομίσματα που της είχε χαρίσει ο Μουσταφά Κεμάλ
ως δώρο γάμου.
Στην τραπεζική θυρίδα που ανοίχτηκε μετά τον θάνατο του Ατατούρκ
βρέθηκε, μεταξύ άλλων, μια βέρα που «προφανώς ήταν φτιαγμένη για λεπτό
δάχτυλο». Στη βέρα αυτή έγραφε «1339 Γαζής Μ. Κεμάλ».
Μετά τον χωρισμό τους ο Μουσταφά Κεμάλ και η Λατιφέ επέστρεψαν ο
ένας στον άλλο τις βέρες τους. Οι βέρες αυτές θύμιζαν τον γάμο τους, που
είχε τελειώσει. Τόσο η Λατιφέ, όσο και ο Ατατούρκ είχαν φυλάξει έως το
τέλος της ζωής τους τις βέρες που τους είχε φέρει από τη Λοζάννη ο Ισμέτ
Ινονού.
1. Οι όροι με τον αστερίσκο* εξηγούνται στο Γλωσσάριο στο τέλος του βιβλίου.
2. Σε παρένθεση αναφέρονται τα ονόματα που καθιερώθηκαν το 1934 με τον νόμο περί οικογενειακού
ονόματος (βλ. Γλωσσάριο).
3. Παλιότερα στην Τουρκία υπήρχε η συνήθεια να ρίχνουν έξω στον δρόμο νερό πίσω από τους
ταξιδιώτες, για να είναι ο δρόμος τους χωρίς εμπόδια, σαν τη ροή του νερού.
4. Η πρώτη σημασία της λέξης είναι σεντόνι. Χρησιμοποιείται παραδοσιακά ως φόρεμα. (Σ.τ.Μ.)
5. Παραδοσιακά ο καφές παρέχει το κατάλληλο πλαίσιο για να ζητήσει κανείς το χέρι μιας κοπέλας.
Γλωσσάριo

1919: Έναρξη του Ελληνοτουρκικού Πολέμου (1919-1923), αμέσως μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο
πόλεμο. Υπήρξαν πολεμικές αντιπαραθέσεις μεταξύ της Ελλάδας και του τμήματος της Ανατολίας
της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία διαλύθηκε κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο.
Anadolu AjansI (Πρακτορείο της Ανατολίας): Πρόκειται για πρακτορείο ειδήσεων στην Τουρκία. Η
Μεγάλη Εθνοσυνέλευση της Τουρκίας αποφάσισε την ίδρυση του πρακτορείου στις 6 Απριλίου του
1920. Σκοπός του ήταν η διάδοση των ειδήσεων σχετικά με τον τουρκικό απελευθερωτικό αγώνα
στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Το πρακτορείο διαθέτει 28 γραφεία εντός της Τουρκίας και 22
αντιπροσωπείες στο εξωτερικό. Έδρα της κεντρικής διοίκησης είναι η Άγκυρα.
Ανταλλαγή πληθυσμών: Στις 30 Ιανουαρίου του 1923 συμφωνήθηκε, στο πλαίσιο της Συνθήκης της
Λοζάννης, ένας κανόνας για την ανταλλαγή των πληθυσμών. Έτσι, οι Τούρκοι υπήκοοι που
κατοικούσαν στη Μικρά Ασία και ασπάζονταν το ελληνορθόδοξο δόγμα (περίπου 1,25
εκατομμύριο) απελάθηκαν στην Ελλάδα, ενώ οι Έλληνες υπήκοοι μουσουλμανικού δόγματος που
διέμεναν στο τμήμα της Μακεδονίας που τότε ανήκε στην Ελλάδα (περίπου 0,5 εκατομμύριο)
υποχρεώθηκαν να μεταναστεύσουν στην Τουρκία. Ο στόχος ήταν η μείωση των εντάσεων που
προκαλούσαν οι εθνικές μειονότητες. Έτσι η ειρήνη θα διασφαλιζόταν βάσει σαφώς καθορισμένων
συνόρων μεταξύ των εθνοτήτων.
Άρθρο 1 του Συντάγματος: Το κράτος της Τουρκίας είναι δημοκρατικό.
Αφέτ Ινάν (1908-1985): Μία από τις θετές κόρες του Μουσταφά Κεμάλ. Τον συνάντησε για πρώτη
φορά τον Οκτώβριο του 1925 κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στη Σμύρνη. Ο Ατατούρκ έστειλε
την Αφέτ το 1925 στη Λοζάννη της Ελβετίας για να μάθει τη γαλλική γλώσσα. Το 1927 η Αφέτ
επέστρεψε και υποστήριξε τη δημιουργία του ιδρύματος ανώτατης εκπαίδευσης θηλέων «Notre
Dame de Sion» στην Κωνσταντινούπολη.
Αχμέτ Μουχτάρ Πασάς: (1832-1919) Τούρκος στρατηγός. Γιος υψηλόβαθμου δημοσίου υπαλλήλου,
αποφοίτησε από τη στρατιωτική σχολή της Κωνσταντινούπολης και το 1854 εντάχθηκε ως
αξιωματικός στον στρατό.
Γαζής: Οθωμανικός τίτλος, που σημαίνει κατακτητής, ιππότης ή κυρίαρχος.
Γιλντίζ Σαράι: Πρώην κυνηγετικό περίπτερο και έδρα του σουλτανάτου του Αμπντούλ Χαμίτ Β΄
(1876-1909).
Γκερεντέ, Χουσρέφ: Από το 1939 έως το 1942 Τούρκος πρεσβευτής στο Βερολίνο.
«Δεύτερη Ομάδα» της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης: Ιδρύθηκε ως αντίπαλη ομάδα στον
Μουσταφά Κεμάλ στο πλαίσιο της πρώτης Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης (τουρκικό Κοινοβούλιο). Στη
δεύτερη ομάδα ανήκαν κυρίως οπαδοί της θρησκείας και συντηρητικοί βουλευτές, οι οποίοι
συγκεντρώθηκαν γύρω από τον Αλί Σουκρού Μπέη.
Διαπραγματεύσεις της Λοζάννης, Συνθήκη της Λοζάννης: Η συνθήκη ειρήνης μεταξύ της Τουρκίας
και των συμμαχικών δυνάμεων της Γαλλίας, της Μεγάλης Βρετανίας, της Ιταλίας, της Ιαπωνίας, της
Ελλάδας, της Ρουμανίας και της Γιουγκοσλαβίας υπογράφηκε στη Λοζάννη (Ελβετία) στις 24
Ιουλίου του 1923, αντικαθιστώντας τη Συνθήκη των Σεβρών. Σύμφωνα με τους όρους της Συνθήκης
των Σεβρών, η Τουρκία όφειλε να παραιτηθεί από τη διεκδίκηση όλων των μη τουρκικών περιοχών
και να δεχτεί σημαντικές εδαφικές απώλειες προς όφελος της Ελλάδας –μεταξύ άλλων, της Θράκης
και των περισσότερων νησιών του Αιγαίου–, όπως επίσης την παρουσία του ελληνικού στρατού στη
Σμύρνη. Η Συνθήκη των Σεβρών αποδοκιμάστηκε έντονα στην Τουρκία. Ο Μουσταφά Κεμάλ, ο
οποίος είχε σχηματίσει μια αντικυβέρνηση εναντίον της επίσημης κυβέρνησης στην
Κωνσταντινούπολη, που είχε κριθεί αναξιόπιστη εξαιτίας των όσων δέχτηκε στη Συνθήκη των
Σεβρών, προσπάθησε να αναθεωρήσει τη συνθήκη με τη δύναμη των όπλων και ξεκίνησε μια
τελικώς επιτυχημένη εκστρατεία εναντίον των ελληνικών κατοχικών δυνάμεων στη Σμύρνη.
Δεδομένης της νίκης του Κεμάλ και λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Κεμάλ κατήργησε το σουλτανάτο, οι
σύμμαχοι ήταν πρόθυμοι πλέον να επαναδιαπραγματευτούν τους όρους της ειρήνης. Οι
διαπραγματεύσεις άρχισαν στη Λοζάννη τον Νοέμβριο του 1922 και ολοκληρώθηκαν οκτώ μήνες
αργότερα με την υπογραφή της νέας συνθήκης. Η Τουρκία ανακτούσε την Ανατολική Θράκη και
ορισμένα νησιά του Αιγαίου και διασφάλιζε την προστασία των συμφερόντων των εθνικών
μειονοτήτων στη χώρα. Τα Δαρδανέλια αποστρατιωτικοποιήθηκαν και επαναρρυθμίστηκε η
διέλευση σε περιόδους ειρήνης και πολέμου (ρύθμιση η οποία τροποποιήθηκε το 1936 με τον
κανονισμό για τις διώρυγες). Επίσης, η συνθήκη έδινε τα Δωδεκάνησα στην Ιταλία και επικύρωνε
την προσάρτηση της Κύπρου στη Μεγάλη Βρετανία.
Εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας (Milli Mücadele): Με την έλευση του Μουσταφά Κεμάλ στη
Σαμψούντα στις 19 Μαΐου του 1919, άρχισαν ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας του τουρκικού λαού
και η αντίσταση εναντίον των κατοχικών δυνάμεων στην Ανατολία.
Ένωση και Πρόοδος (Ittihat ve Terakki): Πρόκειται για μια οργάνωση που ιδρύθηκε κατά την εποχή
της διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και βρισκόταν σε επαφή με τους Νεότουρκους
(ιδρύθηκε αρχικά στις 21 Μαΐου του 1889 υπό την ονομασία Εταιρεία Ittihad-I Osmani).
Ερυθρά Ημισέληνος: Τουρκική οργάνωση παροχής βοήθειας, ο οσμανικός πρόδρομος της οποίας
ονομαζόταν Ένωση (Hilahli-Ahmer) (Ένωση της Ημισελήνου).
Ίδρυμα Τουρκικής Ιστορίας (Türk Tarih Kurumu).
Ινονού, Μουσταφά Ισμέτ (1884-1973): Τούρκος πολιτικός του κεμαλικού κόμματος CHP και
συνοδοιπόρος του θεμελιωτή της δημοκρατίας Ατατούρκ. Ήταν ο πρώτος πρωθυπουργός και ο
δεύτερος πρόεδρος της Τουρκίας.
Κατοχή της Σμύρνης από τους Έλληνες: Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο παραχωρήθηκε στην
Ελλάδα από την Κοινωνία των Εθνών η διοίκηση της Σμύρνης (σήμερα Ιζμίρ) και της Ανατολικής
Θράκης. Στην Ιταλία δόθηκε το νότιο τμήμα της σημερινής Τουρκίας. Τελικά το τουρκικό κράτος θα
περιοριζόταν σε μια μικρή περιοχή γύρω από την Άγκυρα. Την εποχή εκείνη η Ελλάδα ήθελε να
συνενώσει σε ένα μεγάλο εθνικό κράτος όλες τις περιοχές της Ανατολίας και των Βαλκανίων που
είχαν ελληνικό πληθυσμό. Στις 15 Μαΐου του 1919 άρχισε η κατάληψη από τα ελληνικά
στρατεύματα, τα οποία στην αρχή σημείωσαν επιτυχίες. Ωστόσο, κατόπιν προσπαθειών του
Μουσταφά Κεμάλ, η εισβολή προκάλεσε διαμαρτυρίες σε ολόκληρη τη χώρα, οι οποίες
κορυφώθηκαν με μια μαζική διαδήλωση στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ 20 και 23 Μαΐου.
Κατσγκιότς: Ο όρος δηλώνει τον παραδοσιακό ισλαμικό διαχωρισμό μεταξύ αντρών και γυναικών,
κάτι που σημαίνει ότι οι γυναίκες κάλυπταν το κεφάλι τους και απέφευγαν την επαφή με άντρες με
τους οποίους δεν ήταν συγγενείς ή παντρεμένες. Στην κοινωνική ζωή σε μεγάλο βαθμό ήταν
κυρίαρχοι οι άντρες.
Κεμάλ, Μουσταφά/Ατατούρκ (1881-1938): Τούρκος στρατηγός, εθνικός ηγέτης και πολιτικός,
θεμελίωσε τη Δημοκρατία της Τουρκίας και ήταν ο πρώτος της πρόεδρος (1923-1938). Το όνομα
Ατατούρκ («Πατέρας των Τούρκων») του δόθηκε το 1934 από τη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση ως
αναγνώριση των εξαιρετικών του υπηρεσιών στο τουρκικό έθνος.
Κιαζίμ Πασάς (Οζάλπ): Υπήρξε ηγετική (στρατιωτική) προσωπικότητα στον τουρκικό απελευθερωτικό
αγώνα και στη συνέχεια πολιτικός στη Δημοκρατία της Τουρκίας.
Λαϊκό Κόμμα (Halk FIrkasi): Το κόμμα ιδρύθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου του 1923 υπό την ηγεσία του
Μουσταφά Κεμάλ (Ατατούρκ). Το 1924 μετονομάστηκε σε Cumhuriyet Halk FIrkasi. Το 1927
υιοθέτησε τις τέσσερις αρχές του ρεπουμπλικανισμού, του λαϊκισμού, του εθνικισμού και της
κοσμικότητας. Το 1931 προστέθηκαν οι αρχές του κρατισμού και της επαναστατικότητας και το
κόμμα μετονομάστηκε σε Cumhuriyet Halk Partisi. Πρώτος πρόεδρος ήταν ο Μουσταφά Κεμάλ.
Μετά τον θάνατό του, το 1938, τον διαδέχθηκε ο Ισμέτ Ινονού.
Λεβαντίνοι: Ο όρος δηλώνει τους κατοίκους του λεγόμενου Λεβάντε, δηλαδή των χωρών του
μεσογειακού χώρου ανατολικά της Ιταλίας, ιδίως των ακτών μεταξύ της νότιας Τουρκίας και της
χερσονήσου του Σινά. Με τη στενή έννοια, Λεβαντίνοι αποκαλούνταν οι μη μουσουλμανικές
μειονότητες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ιδίως στην Κωνσταντινούπολη, και τον 19ο αιώνα.
Επρόκειτο κυρίως για απογόνους Ευρωπαίων εμπόρων, κυρίως από τη Γένοβα και τη Βενετία,
κάποιοι από τους οποίους είχαν έρθει στον χώρο της Ανατολικής Μεσογείου ήδη από την εποχή του
Βυζαντίου.
Μάρκοσσον, Ισαάκ Φ.: Αμερικανός δημοσιογράφος. Ο Μάρκοσσον ήρθε στην Άγκυρα τον Ιούλιο του
1923, με σκοπό να πάρει συνέντευξη από τον Ατατούρκ για την εφημερίδα Saturday Evening Post,
οπότε στο πλαίσιο αυτό είχε συνομιλίες και με τη Λατιφέ Χανούμ.
Μάχη της Καλλίπολης (Εκστρατεία των Δαρδανελίων): Στρατιωτική επιχείρηση της Αντάντ από
θαλάσσης και από εδάφους κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, που διήρκεσε από τις 25 Απριλίου
του 1915 έως τις 8 Ιανουαρίου του 1916 και περιορίστηκε στα Δαρδανέλια και στη χερσόνησο της
Καλλίπολης (Γκελιμπολού), σηματοδοτώντας τη μάταιη προσπάθεια της Αντάντ να εισβάλει στην
Τουρκία. Οι δυνάμεις της Αντάντ ήθελαν με μια κοινή επιχείρηση να καταλάβουν τη χερσόνησο και
να τη χρησιμοποιήσουν ως βάση για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Ωστόσο η απόπειρα
απέτυχε. Οι δύο πλευρές απώλεσαν, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, 250.000 άνδρες, σχεδόν το 50% της
συνολικής δύναμής τους.
Μάχη του Αφιόν-Καραχισάρ: Κατά τη διάρκεια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα ο τουρκικός
στρατός, υπό τις διαταγές του Μουσταφά Κεμάλ, πέτυχε την αποφασιστική νίκη εναντίον των
ελληνικών στρατευμάτων στον λόφο Κοτζάτεπε, κοντά στο Αφιόν. Η νίκη αυτή κατέστησε εφικτή
την ταχεία προέλαση έως τις ακτές και την τελική νίκη.
Μοσούλη, ζήτημα της Μοσούλης: Ως ζήτημα της Μοσούλης χαρακτηρίστηκε το πρόβλημα του
καθεστώτος της οθωμανικής πόλης της Μοσούλης από την άποψη του διεθνούς δικαίου μετά τον
Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο. Η Μοσούλη και τα περίχωρά της προκαλούσαν, λόγω των κοιτασμάτων
πετρελαίου, το ενδιαφέρον της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας και των ΗΠΑ. Στο πλαίσιο της
συμφωνίας Σαικς-Πικό, η περιοχή δόθηκε το 1916 στη Γαλλία. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της
συνδιάσκεψης στη Λοζάννη η Τουρκία ανέφερε δύο λόγους για τους οποίους ενέτασσε τη Μοσούλη
στην επικράτειά της. Αφενός, όταν στις 30 Οκτωβρίου του 1918 υπογράφηκε η ανακωχή του
Μούδρου, η πόλη βρισκόταν υπό τον έλεγχο του τουρκικού στρατού και εντός των εθνικών ορίων.
Αφετέρου οι περιοχές της Μοσούλης και της Σουλαμανίγια κατοικούνταν ως επί το πλείστον από
Τούρκους. Βάσει των αντιρρήσεων της Αγγλίας, ορίστηκε, σύμφωνα με το τρίτο άρθρο της
Συνθήκης της Λοζάννης, μια τουρκο-αγγλική επιτροπή, με σκοπό την επίλυση του προβλήματος, η
οποία όμως για καιρό δεν κατόρθωσε να επιτύχει συμφωνία.
Μουχιντίν, Νεζιχέ (1889-1958): Πολύ μορφωμένη οπαδός των δικαιωμάτων των γυναικών και κόρη
κυβερνητικού υπαλλήλου. Υποστήριξε την κατάργηση όλων των νομικών κωδίκων του ισλαμικού
διαζυγίου και της πολυγαμίας, και απαίτησε την άρση όλων των εμποδίων που καθιστούσαν
δύσκολη για τις γυναίκες την είσοδο στην πνευματική και στην επαγγελματική ζωή. Τον Ιούνιο του
1923 κατέθεσε αίτηση για την ίδρυση ενός γυναικείου κόμματος το οποίο θα αγωνιζόταν για τα
πολιτικά και τα κοινωνικά δικαιώματα των γυναικών. Η αίτηση απορρίφθηκε. Αμέσως μετά ίδρυσε
έναν γυναικείο σύνδεσμο, υποστηρίζοντας με αυτό τον τρόπο την πολιτική ισότητα.
Μπεγιάζ Κιοσκ (Beyaz Koşk), «Λευκή Έπαυλη». Γνωστή επίσης με το όνομα «Βίλα Λατιφέ Χανούμ».
Η έπαυλη ανήκε στην οικογένεια Ουσακίζαντε από τη Σμύρνη. Κατά τη διάρκεια της κατάληψης της
Σμύρνης (Σεπτέμβριος του 1922) ο Ατατούρκ χρησιμοποίησε την Έπαυλη ως στρατηγείο και εκεί
γνώρισε τη Λατιφέ Χανούμ.
Μπελί, Σεμσί (1929-1955): Άσκησε κοινωνική κριτική, υπήρξε ποιητής, δημοσιογράφος και
συγγραφέας.
Μπεντιρχάν, γραμμή: Η ονομασία ανάγεται στον Κούρδο ηγεμόνα Μπεντιρχάν Μπέη (1803-1868), της
δυναστείας Βοτάν στο σημερινό Σιίρτ.
Μποζντάγ, Ισμέτ: Δημοσιογράφος και συγγραφέας. Γνωστός για τις πολυάριθμες έρευνές του σχετικά
με την τουρκική ιστορία, ιδίως σε σχέση με τον Ατατούρκ και τη Λατιφέ Χανούμ.
Müdafaâ-i Hukuk Grubu: Εταιρεία Υπεράσπισης των Δικαιωμάτων. Πρόκειται για πατριωτικές
ενώσεις που αποτέλεσαν τη βασική ομάδα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα.
Νεότουρκοι (Jöntürk): Ευρωπαϊκός χαρακτηρισμός για το καθεστώς που επικράτησε στην Οθωμανική
Αυτοκρατορία μεταξύ 1908 και 1918. Πριν από το 1908 οι Νεότουρκοι δρούσαν υπογείως εναντίον
του Τούρκου σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Β΄. Το 1908 κατέστη εφικτή η συνένωση των διαφόρων
αντιπολιτευτικών ομάδων στην Επιτροπή για την ενότητα και την πρόοδο υπό την ηγεσία των
Νεότουρκων, οι οποίοι είχαν πλήθος οπαδών κυρίως στις τάξεις των αξιωματικών του στρατού στα
Βαλκάνια. Με μια εξέγερση των μακεδονικών στρατευμάτων το 1908 ξεκίνησε το πραξικόπημα των
Νεότουρκων, το οποίο τελείωσε με την πτώση του σουλτάνου. Οι Νεότουρκοι υποστήριξαν τον
αυστηρό διαχωρισμό μεταξύ πολιτικής και θρησκείας, προέβησαν σε μεταρρυθμίσεις στο εμπόριο,
στο τραπεζικό σύστημα και στον στρατό, ενώ προήγαγαν τον τουρκικό πολιτισμό στο πλαίσιο του
κεντρικού κράτους, το οποίο ενίοτε διοικούνταν με δικτατορικό τρόπο. Ωστόσο αυτή η στρατηγική
δεν ευνοούσε την προσδοκώμενη ενότητα και ενίσχυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και,
επιπλέον, έφερνε στο προσκήνιο τις διάφορες μειονότητες. Τον Οκτώβριο του 1918 η νεοτουρκική
κυβέρνηση παραιτήθηκε.
Νόμος περί οικογενειακού ονόματος (SoyadI Kanunu): Μετά την εισαγωγή αυτού του νόμου η μεγάλη
τουρκική εθνοσυνέλευση (TBMM) έδωσε στον Μουσταφά Κεμάλ το επίθετο Ατατούρκ, στις 24
Νοεμβρίου του 1934.
Νουρεντίν Πασάς (1873-1932): Ένας από τους σημαντικότερους στρατιωτικούς ηγέτες του πολέμου
της ανεξαρτησίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.
Ομέρ, Νεσέτ (Ιρντέλπ): Ένας από τους γιατρούς του Ατατούρκ και ειδικευμένος καρδιολόγος.
Πασάς: Αρχικά ήταν τίτλος ανώτερων αξιωματούχων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όμως από το
1839 άρχισε να απονέμεται και σε πολιτικούς και σε στρατιωτικούς αξιωματούχους, ενώ
διατηρήθηκε και στη σύγχρονη Τουρκία ως βαθμός στη στρατιωτική ιεραρχία. Το 1934
αντικαταστάθηκε από τον βαθμό του «στρατηγού».
Πλοίο «BandIrma»: Είναι το πλοίο με το οποίο στις 19 Μαΐου του 1919 ο Μουσταφά Κεμάλ έφτασε
στη Σαμψούντα, στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας, απ’ όπου στη συνέχεια ξεκίνησε τον
εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα.
Πόλεμος του Τσανάκαλε: Στην Ευρώπη είναι γνωστός ως Μάχη της Καλλίπολης. Η μάχη διεξήχθη στη
χερσόνησο της Καλλίπολης (Δαρδανέλια) κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου
μεταξύ των δυνάμεων της Αντάντ και των Τούρκων.
Πόντος: Το νότιο τμήμα των παραλίων της Μαύρης Θάλασσας, το οποίο έως την ίδρυση του
τουρκικού κράτους κατοικούνταν κυρίως από Έλληνες.
Πραξικόπημα της 27ης Μαΐου του 1960: Οι τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις, υπό την ηγεσία του
στρατηγού Τζεμάλ Γκιουρσέλ, κατέλαβαν την εξουσία στη χώρα. Ο τότε πρωθυπουργός Αντνάν
Μεντερές και το κόμμα του παύθηκαν λόγω διαφθοράς, οικονομικής κακοδιαχείρισης και
δυσπιστίας. Ο Μεντερές συνελήφθη. Στις 17 Σεπτεμβρίου του 1961 επιβλήθηκε στον ίδιο και σε
έντεκα ακόμα κυβερνητικούς υπαλλήλους η θανατική ποινή.
Resmi Gazete: Υπηρεσιακή, κρατική εφημερίδα, που άρχισε να εκδίδεται στις 7 Οκτωβρίου του 1920.
Σκοπός της ήταν να δημοσιοποιεί τις αποφάσεις, τους νόμους και τις κυβερνητικές εγκυκλίους.
Σεΐχ Σαΐντ (κουρδικά: Sêx sêide Pîran), (1865-1925): Κούρδος πνευματικός ηγέτης. Υπό την ηγεσία
του ξέσπασε η εξέγερση Σεΐχ Σαΐντ εναντίον της τουρκικής κυβέρνησης του Μουσταφά Κεμάλ.
Μετά τη Συνθήκη της Λοζάννης ο Ατατούρκ σταθεροποίησε την εξουσία του. Η εξέγερση των
Κούρδων άρχισε στις 13 Φεβρουαρίου με τη Μάχη του Πιράν κοντά στο Εγκίλ. Στις 27 Απριλίου ο
Σεΐχ Σαΐντ αιχμαλωτίστηκε μαζί με 47 συναγωνιστές του στο στρατηγείο του στο Γεντς Ντεργκί και
καταδικάστηκε σε θάνατο από τουρκικό στρατοδικείο. Απαγχονίστηκε στις 4 Σεπτεμβρίου.
Σογιάκ, Χασά Ριζά: Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου και πρώην γενικός γραμματέας του
Ατατούρκ.
Σουκρού, Αλί: Βουλευτής από την Τραπεζούντα. Ήταν γνωστός για την αντίθεσή του στην πολιτική
του Ατατούρκ. Στις 27 Μαρτίου του 1923 ο Αλί Σουκρού Μπέης δολοφονήθηκε από τον Τοπάλ
Οσμάν, πρώην σωματοφύλακα της φρουράς του Ατατούρκ.
Σουλτάνος Βαχντεντίν: Έγινε ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα της τουρκικής ιστορίας λόγω της
πολιτικής του στάσης κατά τη διάρκεια του πολέμου της ανεξαρτησίας.
TFC: Προοδευτικό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Ιδρύθηκε το 1924 με σκοπό να λειτουργήσει ως
αντίθετος πόλος στο «Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα» (CHP) του Μουσταφά Κεμάλ Πασά.
Τουρκ Οτζαγί: Πρόκειται για έναν σύλλογο που ιδρύθηκε το 1912, αφιερωμένο στον εθνικισμό και
στις μελέτες, χωρίς πολιτικό υπόβαθρο. Αν και έπαυσε και επανεκκίνησε τη λειτουργία του πολλές
φορές, υπάρχει μέχρι σήμερα.
Υπουργείο για τη Σαρία και τα θρησκευτικά ιδρύματα: Η Σαρία, ο νόμος ή το ισλαμικό δίκαιο,
αποτελεί το σύνολο των θείων κανόνων που αφορούν τις πράξεις του ανθρώπου. Το σημαντικότερο
θεμέλιο είναι το Κοράνι, το οποίο περιέχει τους βασικούς νομικούς όρους που ρυθμίζουν τη ζωή σε
όλους τους τομείς. Το δεύτερο θεμέλιο είναι η Σούνα, οι οδηγίες του Προφήτη, ο τρόπος με τον
οποίο ο Μωάμεθ οδήγησε την πρώτη κοινότητα στον δρόμο του Θεού. Οι σχετικές αφηγήσεις
αποτελούν τη Χαντίτ. Το Υπουργείο για τη Σαρία και τα θρησκευτικά ιδρύματα, το οποίο έως εκείνη
τη στιγμή ρύθμιζε τις απαιτήσεις του ισλαμικού δικαίου, καθώς και των πολυάριθμων ιδρυμάτων,
καταργήθηκε λόγω του στόχου που είχε ο Μουσταφά Κεμάλ να ανυψώσει το εθνικό μορφωτικό
επίπεδο. Στον πυρήνα του προγράμματός του βρισκόταν μια πολιτιστική επανάσταση στραμμένη
εναντίον των ισλαμικών θεσμών. Πέντε μήνες μετά την ανακήρυξη της δημοκρατίας της Τουρκίας,
στις 18 Οκτωβρίου του 1923, εξέδωσε τρεις μεταρρυθμιστικούς νόμους, στους οποίους, εκτός από
την κατάργηση του υπουργείου, περιλαμβάνονταν η κατάργηση του χαλιφάτου και του νόμου για
την ενοποίηση του σχετικού μαθήματος. Σε αυτό το πλαίσιο ο Κεμάλ προκάλεσε το κλείσιμο των
θρησκευτικών σχολών στην Τουρκία, οι οποίες συχνά ήταν ιδρύματα των σουλτανικών οικογενειών.
Φεχμί, Αλιγέ: Μια από τις γυναίκες που πρωτοστάτησαν στον αγώνα για την εισαγωγή του εκλογικού
δικαιώματος για τις γυναίκες και συνιδρύτρια του Γυναικείου Λαϊκού Κόμματος.
Χανούμ (προσθήκη στο όνομα): Οι γυναίκες αποκαλούνται Χανούμ, όπως, για παράδειγμα, Λατιφέ
Χανούμ, που σημαίνει κυρία, γυναίκα.
Βιβλιογραφία

Adıvar, Halide Edip, Türk’ün Ateşle İmtihanı, Cumhuriyet Kitaplari, İstanbul, 1998.
Ağaoğlu, Süreyya, Bir Ömür Böyle Geçti, İsak Basımevi, İstanbul, 1975.
Akay, Oğuz, (der.) Gazi, Truva Yayınları, İstanbul, 2005.
Akın, Veysi, Bir Devrin Cemiyet Adamı Dr. Fuad Umay, AKDTYK Atatürk Merkezi, Ankara, 2000.
Aksoy, Yaşar, Bir Kent, Bir İnsan, Dr. Nejat Exzacıbaşı Vakfı, İstanbul, 1986.
Aktepe, Münir, İzmir Yazıları, İzmir Büyükşehir Belediyesi Kültür Yayını, İzmir, 2003.
Ali, Kılıç, Atatürk’ün Hususiyetleri, Cumhuriyet Kitapları, İstanbul, 1998.
– Kılıç Ali’nin Anıları, der. Hulusi Turgut, İş Bankası Yayınlan, İstanbul, 2005.
Alpkaya, Faruk, Türkiye Cumhuriyeti’nin Kuruluşu, İletişim Yayınları, İstanbul, 2005.
Altay, Fahrettin, 10 Yıl Savaş (1912-1922 ve Sonrası), İnsel Yayınevi, 1970, İstanbul.
Aralov, S.İ., Bir Sovyet Diplomatının Türkiye Hatıraları, Cumhuriyet’e, haz. Taylan Sorgun, Kamer,
İstanbul 1997.
Aralov, Yeşim, «Türkiye’de Modernleşme Projesi ve Kadınlar», Sibel Bozdoğan ve Reşat Kasaba der.
Türkiye’de.
Modernleşme ve Ulusal Kimlik, İstanbul, Tarih Vakfı Yurt Yayınları, 1998.
Araz, Nezihe, Mustafa Kemal’le 1000 Gün, Dünya Yayıncılık, İstanbul, 2002.
Arıkoğlu, Damar, Hatıralarım, Tan, İstanbul, 1961.
Armstrong, H.C., Bozkurt, Arba Yayınları, çev Gül. Çağalı Güven, İstanbul, 1996.
– Grey Wolf, Methuen and Co. Ltd., London, 1947.
Aslan, Betül, Türkiye Azerbaycan İlişkileri, Kaynak Yayınları, İstanbul, 2004.
Aslan, İzzet, Atatürk Silifke’de, Ankara, 1981.
Atatürk, Gazi M. Kemal, Nutuk, I-II-III, basıma hazırlayan H. Veldet Velidedeoğlu, Çağdaş
Yayınları, İstanbul, 1994.
Atatürk Ansiklopedisi, 1. cilt (1881-1908), haz. Ömer Sami Coşar, İstanbul Reklam Ltd. Şti.,
İstanbul, 1973.
Atatürk Hayath, Konuşmaları ve Yurt Gezileri, der. Necati Çankaya
Atatürk’ün Okuduğu Kitaplar: Özel İşaretleri, Uyarıları, ve Düştüğü Notlar ile, der. Gürbüz D.
Tüfekçi, Türkiye İş Bankası Kültür Yayınları, 1983-85.
Atatürk’ün Söylev ve Demeçleri I-III, Türk İnkılap Tarihi Enstitüsü Yayınları, Ankara, 1997.
Atay, Falih Rıfkı, Çankaya, Doğan Kardeş Matbaacılık, İstanbul, 1969.
Avcıoğlu, Doğan, Türkiye’nin Düzeni, Bilgi Yayınevı, Ankara, 1973.
Aydemir, Şevket Süreyya, Tek Adam, 1.2. cilt Remzi Kitabevi, İstanbul, 1995.
Tek Adam, 3. cilt, Remzi Kitabevi, İstanbul, 1995.

Baler, Mahmut, Baldan Damlalar 3 ve Hatıralarım, Kervan Kitapçilik, İstanbul, 1982.


Baltacıoğlu, İsmail Hakkı, Atatürk, Atatürk Üniversitesi Basımeci, Erzurum, 1973.
Banoğlu, Nayazi Ahmet, Atatürk’ün Siyasi ve Hususi Hayath, Pınar Yayınları, İstanbul, 1953.
Nükte ve Fıkralarla Atatürk, İstanbul, 1968.
Baran, Tülay Alim, Bir Kentin Yeniden Yapılanması, İzmir 1923-1938, Arma Yayınları, İstanbul,
2003.
Vasıf Çinar ve İzmir’e Doğru Gazetesi Yayınları, Arma Yayınları, 2001, İstanbul.
Barlas, Mehmet, Latife Hanimin Sırları ve Türk Sosyetesi, Birey Yayınları, İstanbul, 2005.
Baysal, Mevlüt, Çankaya’da Gazi’nin Hizmetinde, Ercan Matbaası, İstanbul, 1954.
Belli, Şemsi, Ağabayim Mustafa Kemal· Anlatan: Makbule Atadan, Ankara, 1959.
– Fikriye, Bilgi Yayınevi, Ankara, 1995.
Berktay, Fatmagül, Tarihin Cinsiyeti, Metis Yayınları, İstanbul, 2003.
Beyru, Rauf, 19. Yüzyılda İzmir’de Yaşam, Literatür Yayınları, İstanbul, 2000.
Bil, Hikmet, Atatürk’ün Sofrası, Uncu Yayınlan, İstanbul 1981.
Bilgehan, Gülsün, Mevhibe, cilt I, Bilgi Yayınevi, Ankara, 1998.
Borak, Sadi, Atatürk’ün Armstrong’a Cevabı, Kaynak Yayınları, İstanbul, 1997.
Bozdağ, İsmet, Atatürk ve Eşi Latife Hanım, Kervan Yayıncılık, İstanbul, 1975.
– Atatürk’ün Başyaveri Salih Bozok Anlatıyor· Latife ve Fikriye, İki Aşk Arasında Atatürk, Truva
Yayınları, İstanbul, 2005.
– Gazi ve Latife, Tekin Yayınevi, İstanbul, 2001.
Bozok, Salih, Yaveri Atatürk’ü Anlatıyor, haz. Can Dündar, Doğan Kitap, İstanbul 2003.
Bozok, Salih, Bozok, Cemil S., Hep Atatürk’ün Yanında Çağdaş Yanınları, İstanbul, 1985.

Caporal, Bernard, Kemalizm Sonrasında Türk Kadım, Cumhuriyet Kitapları, İstanbul, 2001.
Cebesoy, Ali Fuat, Siyasi Hatıraları Büyük Zaferden Lozan’a 2. cilt. Temel Yayınevi, İstanbul, 2002.
– Bilinmeyen Hatıralar, haz. Osman Selim Kocahanoğlu, Temel Yayınları, İstanbul, 2001.
Cin, Halil, İslam ve Osmanlı Hukukunda Evlenme, Ankara Üniversitesi Yayınları, Ankara, 1974.

Çakır, Serpil, Osmanı Kadın Hareketi, Metis Yayınları, İstanbul, 1994.


Çavuşoğlu, Turgay, Çocuk Esirgeme Kurumu, Beyaz Gemi Yayınları, İstanbul, 2001.

Davison, Andrew, Türkiye’de Sekülarizm ve Modernlik, İletişim Yayınları, İstanbul, 2002.


Deliorman, Altan, Atatürk’ün Hayatındaki Kadınlar, Bayrak Yayım, İstanbul, 2000.
Demirel, Ahmet, Birinci Meclis’te Muhalefet İkinci Grup, İletişim Yayınları, İstanbul, 2003.
Dobkin, Marjorie Housepian, Smyrna, 1922, Newmark Press, New York, 1988.
Duru, Orhan, Amerikan Gizli Belgeleryle Türkiye’nin Kurtuluş Yılları, İş Bankası Kültür Yayınları,
İstanbul, 2004.
Dündar, Can, Fikriye, Milliyet Yayınları, İstanbul, 1992.

Ellison, Grace, Ankara’da Bir İngilioz Kadım, Bilgi Yayınevi, çev, Osman Olcay, 1999, Ankara.
Erdoğdu, Şeref, Ankara’nın Tarihi Semt İsimleri ve Öyküleri, TC Kültür Bakanlığı, Ankara, 1999.
Erickson, Caroily, Josephine: A Life of the Empress, St Martins Pr· 1999.
Erke, Ülker-Gören, Şefika, Minyatürlerle Atatürk Evleri ve Atatürkle Anıtlaşan Yapılar, Bilay Vakfı,
1998 Ankara.
– Fotoğraflarla Atatürk, Doğumundan Cumhuriyetin İlanına Kadar (Yapi ve Kredi Bankası’nın 20.
kuruluş yılı dolayısıyla hazırlanmıştır) Tifdruk Matbaacılık Sanayi AŞ Baımevi, 1964.

Fromkin, David, A Peace To End Ali Peace, Penguin Books, New York, 1989.

Gencosman, Kemal Zeki-Banoğlu, Niyazi Ahmet, Atatürk Ansiklopedisi, cilt 3, May Yayınları,
Ankara, 1983.
Gentizon, Paul, Mustafa Kemal ve Uyanan Doğu, Kültür ve Turzm Bakanlığı Yayınları, Ankara, 1983.
Gerorges-Gaulis, Berthe, Çankaya Akşamları, Cumhuriyet Yayınları, İstanbul, 2001.
– La Nouvelle Turquie, Armand Colin, Paris, 1924.
Glaesneck, Johannes, Kemal Atatürk ve Çağdaş Türkiye, Cumhuriyet Kitapları, İstanbul, 1998.
Gölövalı, Şadan, Atatürk ve İzmir, İzmir Gazeteciler Cemiyeti Yayınları, İzmir, 1981.
Göldaş, İsmail, Takrir-i Sükün Görüşmeleri, Belge Yayınları, İstanbul, 1997.
Grosser-Rilke, Anna, «Nie verwehrte Klänge», Verlag Otto Beyer, Leipzig und Berlin, 1937.
Günzüz, Asım, Hatıratlarım, haz. İhsan Ilgar, Kervan Yayınları, İstanbul, 1973.
Güneş, İhsan, Birinci TBMM’nin Düşünce Yapısı, İş Bankası Kültür Yayınları, Ankara, 1997.
Gürer, Cevat Abbas, Ebedi Şef Kurtarıcı Atatürk’ün Zengin. Tarihinden Birkaç Yaprak, Halka
Basımevi, İstanbul 1939.

Halide Edip (Memoirs of Halide Edib), The Century Co., New York - London, 1926.
– The Turkish Ordeal, The Century Co., New York-London, 1928.
Hemingway, Ernest, The Snows of Kilimanjaro, Arrow Books, London, 2004.
– The Wild Years, Dell, 1. basım.
Huyugüzel, Ö. Faruk, İzmir’de Edebiyat ve Fikir Heraketleri Üzerine Araştırmalar, İzmir Büyükşehir
Belediyesi Kültür Yayını, İzmir, 2004.

İleri, Selim, Kırık Deniz Kabukları, Doğan Kitap, 3. baskı, İstanbul, 2003.
İlhan, Attila, Gazi Paşa, Türkiye İş Bankası Kültür Yayınları, İstanbul, 2006.
– Yasak Sevişmek, Bütün Şiirleri: 6 Bilgi Yayınevi, Ankara, 2001.
İnan, Afet, Atatürk Hakkında Hatıralar ve Belgeler, İş Bankası Kültür Yayınları, Ankara, 1984.
– Atatürk ve Türk Kadın Haklarının Kazanılması, Milli Eğitim Bakanlığı, İstanbul, 1968.
– M. Kemal Atatürk’ten Yazdıklarım, Kültür Bakanlığı, Ankara, 1981.
– Medeni Bilgiler ve M. Kemal Atatürl’ün El Yazıiarı, Türk Tarih Kurumu Yayınları, Ankara, 1998.
İnan, Anrı (yayına hazırlayan), Prof Dr. Afet İnan, Remzi Kitabevi, İstanbul 2005.
İnönü, İsmet, Hatıralar-I haz. Sabahattin Selek, Bilgi Yayınevi, İstanbul, 1985.
İren, Gülfem Kaatçılar, Anılarım, İstanbul, 2004.

Johnson, Brian, Bilgiye Uzanan Patikalar (SEV Vakfı ve Özel İzmir Amerikan Lisesi Bröşürü) 2004,
s. 16

Kal, Nazmi, Atatürk’le Yaşayanlar, T.C. Ziraat Bankası A.Ş. Kültür Yayınları, 2003.
Kal, Nazmi, Atatürkle Yaşadıklarını Anlattılar, Bilgi Yayınevi, Ankara, 2001.
Kandemir, Feridun, Hatıraları ve Söylemedikleriyle Rauf Orbay, Sinan Matbaası, İstanbul 1965.
Kandiyoti, Deniz, Cariyeler Bacılar Yurttaşlar, Metis Yayınları, İstanbul, 1997.
Karal, Enver Ziya, Atatürk’ten Düşünceler, Çağdaş Yayınları, İstanbul, 1991.
Kaplan, İsmail, Türkiye’de Mili Eğitim İdeolojisi, İletişim Yayınları, İstanbul 2002.
Kaplan, Leyla, Cemiyetlerde ve Siyasi Teşkilatlarda Türk Kadını (1908-1960), AKDTYK Atatürk
Araştırma Merkezi, Ankara, 1998.
Karabekir, Kâzım, Paşaların Kavgası, İnkılap Hareketlerimiz, Emre Yayınları, İstanbul 2000.
Karabuda, Güneş, İndim Zaman Bahçesine, Yapı Kredi Yayınları, İstanbul, 1998.
Karaosmanoğlu, Yakup Kadri, Ankara, İlteşim Yayınları, İstanbul, 2004.
– Atatürk, Kültür Bakanlığı, Ankara, 1981.
– Politikada 45 Yıl, İltişim Yayınları, İstanbul, 2002.
Kemal, Mehmet, Türkiye’nin Kalbi Ankara, Çağdaş Yayınları, İstanbul, 1983.
Kinross, Lord, Atatürk, Bir Milletin Doğuşu, Altın Kitaplar, 1994.
Kinross, Patrick, Atatürk, Rebirth of a Nation, Phoenix, London, 1995.
Kıray, Mübeccek, Örgütleşemeyen Kent İzmir, Bağlam Yayıncılık, İstanbul, 1998.
Kocabaşoğlu, Uygur, İş Bankası Tarihi, Tarih Vakfı, İstanbul, 2001.
Kocatürk, Utkan, Atatürk Çizgisinde Geçmişten Geleceğe, AKDTYK Atatürk Araştırma Merkezi,
Ankara, 2005.
Koloğlu, Orhan, Osmanlı’nın Son Döneminde İki Kent ve İlişkilerim der. Serfi Öngider, İki Şehrin
Hikâyesi, Aykırı Yayıncılık, İstanbul, 2003.
Kurnaz, Şefika, Cumhuriyet Öncesinde Türk Kadını, Milli Eğitim Bakanlığı, İstanbul, 1992.
Kutay, Cemal, Osmanlı’dan Cumhuriyet’e, Yüzyılımızda Bir İnsanımız, Hüseyin Rauf Orbay, 3. ve 5.
cilt, Kazancı Kitap Ticaret AŞ., İstanbul 1992.
Külçe, Süleyman, Mareşal Fevzi Çakmak, Askeri Hususi Hayat, LCi.lt, Cumhuriyet Matbaası,
İstanbul, 1953.

Leventoğlu, Mazhar, Atatürk’ün Vasiyeti, Leventoğlu Yayınevi, İstanbul, 1968.


Ludwig, Emil, Gifts of Life, G.P. Putnam’s Sons, London-New York, 1931.
– Napolyon, cilt 1-2, Kastaş Yayınları, İstanbul, 1998.

Mango, Andrew, Atatürk, Remzi Kitabevi, İstanbul, 2004


Marcosson, İsaac, Turbulent Years, Dodd, Mead and Company, New York, 1938.
Mardin, Şerif, Din ve İdeoloji, İletişim, Yayınları, İstanbul, 1983.
Mikusch, D. V., Gasi Mustafa Kemal, Paul List Verlag, Leipzig, 1929.
– Gazi Mustafa Kemal, Cumhuriyet Kitapları, İstanbul 2000.
– Modern Türkiye’de Siyasi Düşünce, Kemalizm 2. cilt, haz. Ahmet İnsel, İletişim Yayınları,
İstanbul, 2001.
– Modern Türkiye’de Siyasi Düşünce, Milliyetçlik, 4. cilt, haz. Tanıl Bora, İletişim Yayınları,
İstanbul, 2002.
– Modern Türkiye’de Siyasi Düşünce, Modernleşme ve Batıcilık, 3 cilt, haz.
– Uygur Kocabaşoğlu, İletişim Yayınları, İstanbul, 2004,
Morali, Nail, Mütarekede İzmir, Önceleri ve Sonraltin, Tekin Yayınevi, İstanbul, 1976.

Nadi, Yunus, Birinci Büyük Millet Meclisi, Sel Yayınları, İstanbul, 1955.
Nâzım Hikmet, Piraye’ye Mektuplar, der. Memet Fuat, 1. cilt, Adam Yayıncılık, 1998.
– Seçme Şiirler, TKP, İstanbul, 2002.
Neyzi, Leyla, Ben Kimim, İletişim Yayınları, İstanbul, 2004.
Nur, Rıza, Hayat ve Hatıratım 1. 2. 3. ciltler, İşaret Yayınları, İstanbul, 1992.

Okyar, Fethi, Üç Devirde Bir Adam (haz. Cemal Kutay) Tercüman yayınları, İstanbul, 1980.
– Serbest Cumhuriyet Fırkası Nasıl Doğdu Nasıl Feshedildi? İstanbul 1987.
– Fethi Okyar’ın Anıları, Osman Okyar, Mehmet Seyitdanlığoğlu, Türkiye İş Bankası Kültür
Yayınları, İstanbul, 1997.
Onat, Nuri, Cumhurbaşkanı Gazi. M. Kemal Paşa’nın Sonbahar Gezileri, Çağdaş Yayınları, İstanbul,
1984.
Oranlı, Ziya, Atatürk’ün Şimdiye Kadar Yayınlanmamış Anıları, Anlatan Ali Metin, Emir Çavuşu,
Alkan Matbaası, Ankara, 1967.
Orbay, Rauf, Cehennem Değirmeni, 1. 2. cilt, Emre Yayınları, İstanbul, 1993.

Ökçün, Gündüz, Türkiye İktisat Kongresi, İzmir 1923, A. Ü. SBF Yayınları, Ankara, 1971.
Önder, Mehmet, Atatürk Konya’da, AKDTYK, Atatürk Araştırma Merkezi, Ankara, 1989.
– Atatürk’ün Bildirileri, TC Kültür Bakanlığı Yayınları, Ankara, 2002.
– Atatürk’ün Yurt Gezileri, Türkiye İş Bankası Kültür Yayınları, İstanbul, 1998.
– Atatürk’ün Yurt Gezileri, Türkiye İş Bankası Kültür Yayınları, İstanbul, 1988.
Ötüş-Baskett, Belma, Bezihe Muhiddin ve Türk Kadım, İletişim Yayınları, İstanbul, 1999.
Öz, Hikmet, Atatürk Tarsus’ta, Kültür Bakanlığı Yayınları, Ankara, 1986.
– Hüsrev Gerede’nin Anıları, haz. Sami Önal, Literatür Yayıncılık, İstanbul, 2002.
Özakman, Turgut, Şu Çılgın Türkler, Bilgi Yayınevi, İstanbul, 2005.
Özalp, Teoman, Kâzim Özalp Atatürk’ten Anılar, İş Bankası Kültür Yayınları, Ankara, 1992.
Ösverim, Melda, Mustafa Kemal ve Corinne Lütfü: Bir Dosluğun Öyküsü, Milliyet Yayınları, İstanbul,
1998.

Parla, Taha, Türkiye’de Siyasal Kültürün Resmi Kaynakları, Cilt 2, Atatürk’ün Söylev ve Demeçleri,
İletişim Yayınları, İstanbul, 1997.
– Türkiye’de Siyasal Kültürün Resmi Kaynakları, 3. cilt, Kemalist Tek Parti İdeolojisi ve CHP’nin
Altı Ok’u, İletişim Yayınları, İstanbul, 1995.
– Türkiye’de Siyasal Kültürün Resmi Kaynakları, 1. cilt, Atatürk’ün Nutku, İletişim Yayınları,
İstanbul, 1994.
Perinçek, Mehmet, Atatürk’ün Sovyetlerle Görüşmeleri, Kaynak, Yayınları, İstanbul, 2005.
Phillips, Roderick, Family Breakdown in Late 19th Century France, Cambridge University Press,
New York, 1988
Pınar, İlhan, İzmir (1608-1918), İzmir Büyükşehir Belediyesi Kültür Yayınları, İstanbul, 2001.
Price, Ward G., Extra Special Correspondent, Harap, London, 1957.

Sakayan, Dora, Garabet Haçeryan’ın İzmir Güncesi, Belge Yayınları, İstanbul, 2005.
Sarıoğlu, Mehmet, Ankara Bir Modernleşme Öyküsü (1919-1935), Kültür Bakanlığı Kültür Eserleri,
Ankara, 2001.
Selek, Sabahattin, Milli Mücadele, 3. cilt, Ağaoğlu Yayınevi, İstanbul.
Serafimova, Liliana, Mustafa Kemal ve Mitio Kovaçeva, Doğan Kitap, İstanbul, 1999.
Serç, Erkan, Tanzimattan Cumhuriyet’e İzmir’de Belediye, 9 Eylül Yayınları İzmir, 1998.
Sertel, Sabiha, Roman Gibi, Belge Yayınları İstanbul, 1987.
Sertel, Zekeriya, Hatırladıklarım, Gözlem Yayınları İstanbul, 1977.
Sevük, İsmail, Habib, Atatürk İçin, Cumhuriyet Matbaası, İstanbul, 1939.
– O Zamanlar, Kültür Bakanlığı Ankara, 1981.
Sheridan, Claire, Nuda Veritas, London, 1927.
Sılan, Şen Sahir, Pişman Değilim, İletişim Yayınları, İstanbul, 2003.
Snowden, Charmian, The First Hundred Years, Tudor Hall (Okul broşürü Tarihsiz).
Soyak, Hadan Rıza, Atatürk’ten Hatıralar, Yapı Kredi Yayınları, İstanbul, 2005.
Sönmez, Cemil, Atatürk’ün Anesi Zübeyde Hanım, AKDTYK, Ankara, 1998.

Şener, Cemal, Topal Osman Olayı, Etik Yayınları, İstanbul, 2004.


Şimşir, Bilal, Atatürk ile Yazışmalar-I (1920-1923), Kültür Bakanlığı, Ankara, 1981.
– Dış Basında Atatürk ve Türk Devrimi 1. cilt, TTK Yayınları 1981, Ankara, σ. 814.

Taçalan, Nurdoğan, Ege’de Kurtuluş Savaşı Başlarken, İstanbul, 1981.


Tanju, Sadun, Bazı Anılar, Yalçın Yayınları, İstanbul, 1981.
Tanör, Bülent, Yüzbaşıoğlu, Nemci, 1982 Anayasasına Göre Türk Anayasa Hukuku, Yapı Kredi
Yayınları, İstanbul, 2001.
Taşkıran, Tezer, Cumhuriyetin 50. Yılında Türk Kadın Haklan. Başbakanlık Basımevi, Ankara, 1973.
Tekeli, Şirin, Kadınlar ve Siyasal Toplumsal Hayat, Birikim Yayınları, İstanbul, 1982.
Temelis, Nikos, Arayış. Doğan, Kitap, çev. Panayot Abacı, İstanbul, 2002.
Topuz, Hıfzı, Gazi ve Fikriye, İstanbul, 2001.
Toros, Taha, Atatürk’ün Adana Seyahatleri, Çukurova Gazeteciler Cemiyeti Yayını, 1982.
Tunaya, Tarif Zafer, Türkiye ‘de Siyasal Partiler, Cilt 1, Hürriyet Vakfi Yayınları, İstanbul, 1988.
Tunçay, Mete, Türkiye Cumhuriyetinde Tek Parti Yönetimi, Tarih Vakfı Yurt Yayınları, İstanbul,
2005.
Turan, Şerafettin, Mustafa Kemal Atatürk, Bilgi Yayınları, Ankara, 2004.

Umar, Bilge, İzmir’de Yunanlıların Son Günleri, Bilgi Yayınevi, Ankara, 1974.
Unat, Nermin Abadan, Toplumsal Deiğşme ve Türk Kadını, Türk Toplumunda Kadın, Türk Sosyal
Billimler Derneği, Ankara, 1982.
Urgan, Mina, Bir Dinozorun Anıları, Yapı Kredi Yayınları, 1998.
Uşaklıgil, Halit Ziya, Kırk Yıl, İnkikıp Kitabevi, İstanbul, 1987 Bir Acı Hikaye, İnkilap Kitabevi,
İstanbul, 1991.
Uyar, Hakkı, Tek Parti Donemi ve CHP, Boyut Yayınları, 1999.

Ülgerm Eriş, Latife Gazi Mustafa Kemal, İnkilap Yayınevi, İstanbul 2005.
Utlaydın, Ruşen Eşref, Atatürk’ü Özleyiş, Kültür Bakanlığı, Ankara, 1981.
Üstel, Füsün, Türk Ocakları, İltişim Yayınları, İstanbul, 2004.

Villalta, Jorge Blanco, Atatürk, Türk Tarih Kurumu Yayınlan, Ankara, 1979.
– Atatürk, Türk Tarih Kurumu Yayınları (İngilizce), Ankara, 1979.
Volkan, Vamık-İtkowitz, Norman, Ölümsüz Atatürk, Bağlam Yayınları, İstanbul, 1998.

Yalçin, Soner, Efendi, Doğan Kitap, İstanbul, 2005.


Yalman, Ahmet Emin, Yakın Tarihte Gördüklerim ve Geçirdiklerim, 2. cilt, Pera Turizm ve Ticaret
AŞ, İstanbul, 1997.
– 75 Yılda Kadınlar ve Erkekler, Tarih Vakfı Yayınları, İstanbul, 1998.
Yiğit, Niyan, Atatürk’le 30 Yıl, Remzi Kitabevi, İstanbul, 2005.
Yurdajul, Yurdakul, Atatürk’ün Hiç Yayınlanmamış, Anıları, Aksoy Yayıncılık, İstanbul, 1999.

Zihnioğlu, Yaprak, Kadınsız Inkilap, Metis Yayınları, İstanbul, 2003.


Zürcher, Erik Jan, Terakkiperver Cumhuriyet Fırkası, İletişim Yayınları, İstanbul, 2003.