You are on page 1of 233

ΣΥΜΕΩΝ

ο
ΝΕΟΣ θΕΟΛΟΓΟΣ
ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ

ΤΩΝ

ΝΗΠΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΣΚΗΤΙΚΩΝ

19ΣΤ

'Επόπτης 'Εκδόσεως

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Κ. ΧΡΗΣΤΟΥ, Καθηγητης Πανεπιστημίου

Έπιμελητης 'Εκδόσεως

ΕΛΕΥθΕΡΙΟΣ Γ. ΜΕΡΕΤΑΚΗΣ, Πτυχιουχος θεολογ(ας

i
J
Ι;,

ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΕΛΕΥθΕΡΙΟΥ ΜΕΡΕΤ ΑΚΗ

«ΤΟ Β Υ Ζ ΑΝ Τ I ΟΝ»
ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ»

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1989
ΣΥΜΕΩΝ

ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ

Υ Μ Ν Ο 1
(ΚΗ'-ΝΗ')

ΕΙΣΑΓΩΓΉ

ΚΕΙΜΕΝΟ- ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ- ΣΧΟΛΙΑ

'Από τόν
ΙΓΝΑΤΙΟ ΣΑΚΑΛΗ

Φιλόλογο
ΕΙΣΑΓΩΓΉ

Στον παρόντα τόμο, έκτο κατe(σειρα των έργων του Συμε­


ών του Νέου θεολόγου, έκδ{δονται οί ύπόλοιποι 'Ύμνοι
(κη' - νη') και όλοκληρώνεται έτσι ή έκδοση των άπάντων του
ίερου αυτου πατρός, του μεγάλου πραγματικα και άληθινου μύ­
στη των μυστηρίων του θεου.
Σχετικα με την έκδοση των 'Ύμνων καταβλήθηκε προσπά­
θεια να έκδοθοGν σε ενα τόμο, ώστε να ~ταν συγκεντρωμένοι
δλοι, δυστυχώς δμως θα γινόταν ό τόμος όγκώδης, 800 σελίδες
περίπου, πράγμα που θα έκαμνε δυσχερέστατη την άνάγνωση
αυτου.
Τ ό κείμενο και των 'Ύμνων αυτων λαμβάνεται άπό τη σει­
ρα Sources Chretiennes.
ΤΩΝ θΕΙΩΝ ΥΜΝΩΝ ΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΤΩΝ θΕΙΩΝ ΥΜΝΩΝ

ΤΟΥ ΛΓΙΟΥ ΚΛΙ ΜΕΓΛΛΟΥ ΠΛΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΑΣ

ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ

ΗΓΟΥΜΕΝΟΥΚΛΙΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥΓΕΓΟΝΟΤΟΣ ΠΟΥ ΥΠΉΡΞΕ ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ

ΜΟΝΗΣΤΟΥΛΓΙΟΥΜΛΜΛΝΤΟΣΤΗΣΞΗΡΟΚΕΡΚΟΥ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΜΑΝΤΟΣ ΤΗΣ ΞΗΡΟΚΕΡΚΟΥ

Ό πiναξ τών θeiων Βpώτων Πίνακας των θείων έρώτων

(κη'- νηJ (κη' -νη')

κη Περι νοητfjς dποκαλύψεως των ένεργειων του θεfου Σελlς κη Περί της νοητης άποκάλυψης των ένεργειων του θε{ου
φωτός καί έργασ(ας νοερδ.ς τε και θεfας της έναρέτου ζωfjς. φωτός καi περί νοερης καi θε{ας έργασίας της ένάρετης ζωης
12-33 12-33
κθ 'Ότι μόνοις έκεfνοις καταφανfj τα των θεfων πραγμάτων, κθ 'Ότι τα θεία πράγματα εiναι όλοφάνερα μόνο σ' έκείνους
οίς δια τfjς μετουσfας του άγfου Πνεύματος ι'ίλοις ι'ίλος μέ τους όποίους άκέραιους ένώθηκε άκέραιος ό θεός δια της
ήνώθη Θεός. 34-57 μετουσίας του άγ{ου Πνεύματος. 34-57
λ 'Ότι ταϊς καθαρθεfσαις ψΙJχαίς δια δακρύων καi μετανοfας λ Πρός ένα μαθητή του· δτι, άγγίζοντας τiς ψυχές που κα­
προσψαυσαν το θείον του Πνεύματος πυρ δράσσεται αύτων θάρθηκαν μέ δάκρυα καi μετάνοια ή θεία φωτια του Πνεύμα­
καi πλέον καθαfρει, φωτfζον τα ύπο της dμαρτ(ας έσκοτι- τος, τις περιτυλίγει καi τiς καθα{ρει άκόμα περισσότερο,
σμένα μέρη αύτων κα) τα τραύματα έξ,ιώμενον εlς τελεfαν φωτίζοντας δσα μέρη τους τα σκοτίζει ή άμαρτία και θερα­
φέρει συνούλωσιν, ώς τφ θείφ κάλλει ύπεραστράπτειν αύ- πεύοντας τα τραύματά τους τά κλείνει όλότελα, ώστε νά ύπε-
τάς. 58-95 ραστράπτουν μέ τό θείο κάλλος. 58-95
λα Περi θεολογfας καi δτι άνεξ,ερεύνητος ή θεία φύσις καi λα Περί θεολογίας, καi δτι ή θεία φύση εiναι άνεξερεύνητη
πάντn τοίς dνθρώποις άκατανόητος. 96-109 καi έντελως άκατανόητη άπό τους άνθρώπους. 96-109
λβ 'Ότι oi /fνδοξ,οι της γης καi σοβαροί τφ πλούτφ περi την λβ 'Όσοι δοξάζονται στη γη καi ύπερηφανεύονται για τά
σκιαν των όρωμένων πλανωνται, ο/ δέ γε των παρόντων πλούτη τους πλανωνται κυνηγώντας τόν ίσκιο των φαινομέ­
καταφρονήσαντες έν dπλανεί μεθέξ,ει του Θεfου γfνονται νων· ένω δσοι περιφρονουν τά παρόντα φτάνουν στη δίχως
Πνεύματος. 110-119 πλάνη μέθεξη του θείου Πνεύματος. 110-119
λγ Περi θεολογfας, καi ι'ίτι οί κατ' εlκόνα φυλάξ,αντες τας λγ Περί θεολογίας, καi δτι δσοι φύλαξαν τό 'κατ' είκόνα' κα­
πονηρας δυνάμεις του dρχοντος του σκότους καταπατουσιν, of ταπατουν τις πονηρές δυνάμεις του άρχοντα του σκότους,
δ' dλλοι, οίς έμπαθης ό βfος, ύπ' αύτου κρατουνται και βασι- ένω οί άλλοι, που ό β{ος τους κυλα μέσα στα πάθη, τόν
λεύονται. 120-131 έχουν δυνάστη καi βασιλιά τους. 120-131
10 ΠΙΝΑΞ ΤΩΝ θΕΙΩΝ ΕΡΩΤΩΝ ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΩΝ θΕΙΩΝ ΕΡΩΤΩΝ 11

λδ 'Ότι ή τοϋ παvαγίου Πνεύματος /Ινωσις προς κεκαθαρμέ- Σελίς λδ 'Ότι ή ενωση του παναγ{ου Πνεύματος μέ καθαρμένες Σελίς
vας ψυχας έν α(σθήσει τρανει ~γουν έν έπιγνώσει γίνεται κα(, ψυχές γίνεται μέ έντονη αισθηση, δηλαδή μ' έπίγνωση, καi
έv αΤς αν γέvηται, φωτοειδεις 6μοίας έαυτοϋ και φως αύτας σ' δποιες έρθει τις κάνει δμοιες μέ τόν έαυτό του, φωτοειδε'ίς
dπεργdζεται. 132-141 καί φως. 132-141
λε 'Ότι πdντες oi Ιi.γιοι έλλαμπ6μενοι αύγdζονται και την δ6- λε 'Όλοι οί ι'iγιοι δεχόμενοι μέσα τους τήν έλλαμψη καταυ-
ξαν του ΘεοίJ καθορώσιν, ώς θεμιτόν dνθρωπίνn φύσει Θεον γάζονται και άντικρίζουν τή δόξα του θεου, δσο είναι έπι-
6ραν. 142-149 τρεπτό στήν άνθρώπινη φύση να βλέπει τό θεό. 142-149
λς Εύχαριστία ύπερ της έξορίας καί τών θλίψεωv, ibv ύπέστη λστ Εύχαριστ{α για τήν εξορία καi τις θλίψεις πού ύπέφερε
έν τφ κατ' αύτον διωγμώ. 150-155 κατά τό διωγμό πού του έγινε. 150-155
λζ Δέησις καί προσευχη του αύτοίJ προς τον Θεόν της έκείνου λζ Δέηση καi προσευχή του ίδίου πρός τό Θεό για τή βοή-
/Ινεκα βοηθείας. · 156-161 θεια πού έλαβε από αύτόν. 156-161
λη Περi θεολογfας καί ι'Jτι 6 vοϋς της υλης των παθών κα- λη Περi θεολογίας καi δτι ό νους καθαρμένος άπό τά σωμα-
θαρθεις dυλως τον tίϋλον και d6ρατον καθορα. 162-169 τικά πάθη άντικρίζει μέ ι'ί.υλα μάτια τόν ι'ί.υλο καi άόρατο. 162-169
λθ 'Ότι 6 π6θος και ή πρδς θεον dγdπη ύπερβαίνει πασαν λθ Ό πόθος και ή άγάπη πρός τό θεό ύπερβαίνει κάθε άγά-
dγdπην καί πdντα π6θον dνθρώπινοv· βαφεiς δε 6 νους τών πη και κάθε πόθο άνθρώπινο. Κι δταν ό νους έκείνων πού
καθαφομένωv έν τφ φωτi του ΘεοίJ δλος θεοίJται και νους καθαίρονται βυθιστε'ί μέσα στό φως του θεου θεώνεται καθ'
έκειθεν -χρηματίζει ΧριστοίJ. 170-175 όλοκληρία και γίνεται έτσι νους Χριστοί\. 170-175
μ Όμολογία της χάριτος των του θεοίJ δωρεών, και ι'Jπως 6 μ 'Ομολογία των δωρεών της χάριτος του θεου, καί πως τό
ταίJτα γράφων πατηρ ύπο του άγfου ένηργε'ίτο Πνεύματος χέρι του πατέρα, πού γράφει, αύτα τό κινουσε τό ι'iγιο Πνευ­
και διδασκαλία ρηθεισα ύπο θεοίJ, το τί δει ποιοίJντα τινα μα. 'Ακόμα διδαm<:αλία άπό τό θεό για τό τί πρέπει νά κάνει
της των σφζομένων σωτηρίας τυχείν. 176-183 κάποιος για να έπιτύχει τή σωτηρία έκείνων πού σώζονται. 176-183
μα Εύχαριστfα προς Θεον ύπερ των παρ' αύτοίJ γεγον6των μα Εύχαριστία πρός τό θεό για δσες εύεργεσίες δέχτηκε
εύεργεσιών και αrτησις του μαθε'iν, τίνος χάριν oi τέλειοι άπό αύτόν και αίτηση για νά μάθει για ποιό σκοπό δσοι έγι­
γεγον6τες ύπό των δαιμ6νων παραχωροίJνται πεφάζεσθαι · ναν τέλειοι παραδίνονται στους δαίμονες για να τούς πειρά-·
και περι των άποτασσομένων τφ κ6σμφ διδασκαλία και ζουν. 'Ακόμα διδασκαλία καi κανονισμοi πού δρισε ό θεός
ύποτύπωσιςρηθε'iσα παρα θεοίJ. 184-203 για δσους άπαρνιουνται τόν κόσμο. 184-203
μβ 'Ότι οί τφ θεφ άπ' έντείJθεν ~δη δια της του άγίου Πνεύ- μβ 'Όσοι 1'jδη άπό έδω μέ τή μετουσία του άγίου Πνεύματος
ματος μετουσ(ας ένωθέντες, έκδημοίJvτες του βίου ε(ς α(ώνας ένώθηκαν μέ τό θεό, έκδημώντας άπό τή ζωή θα είναι έκε'ί
αύτφ έκε'iθεν συνέσονται · εί δ' oίSv άλλα το άνάπαλιν τοις μαζί του στους αίωνες, σέ δσους δμως συμβαίνει έδω διαφο-
dλλως lχουσιv ένταίJ~α τ6τε γεvήσεται. 204-219 ρετικα θα γ{νει τότε τό άντίθετο. 204-219
μγ 'Ότι κρε'iσσον το καλώς ποιμαίνεσθαι ij τους μη βουλομέ- μγ 'Ότι είναι καλύτερο να ποιμαίνεται κανένας καλά, παρα
νους ποιμαίνειv· ούδεν γαρ lσται κέρδος τφ tίλλους μεν να ποιμαίνει έκείνους που δέ θέλουν. Γιατί δέ θα έχει κανένα
σπουδάζοντι σώσαι, έαυτον δε δια της έκεfνωv άπολέσαντι κέρδος, liν προσπαθε'ί νά σώσει τούς ι'ί.λλους καi χάσει τή
προστασίας. 220-231 δική του σωτηρία προστατεύοντας έκείνους. 220-231
12 ΠΙΝΑΞ ΤΩΝ θΕΙΩΝ ΕΡΩΤΩΝ ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΩΝ ΘΕΙΩΝ ΕΡΩΤΩΝ 13

μδ Tf έστι τό κατ' εlκόνα και πως εlκότως νοειται ώς του- Σελlς μδ Ποιό ειναι τό νόημα του 'κατ' είκόνα' καi πως ό ι'iνθρω- Σελίς

πρωτοτύπου εlκων ό dνθρωπος και ι'ίτι ό τους έχθρους ώς πος νοειται δικαιολογημένα ώς είκόνα του πρωτοτύπου. Καi

εύεργέτας φιλων μιμητής έστι του ΘεοίJ, Πνεύματος δε άγίου


δτι δποιος άγαπα τούς έχθρούς του ώς εύεργέτες του, είναι
μιμητης του θεου κι άφου άπό αύτό γίνει μέτοχος του άγίου
έντευθεν μέτοχος γεγονως θέσει Θεός και χάριτι γίνεται, μό-
Πνεύματος, γίνεται θέσει καi κατά χάρη θεός κι άναγνωρίζε-
νοις έκείνοις γνωριζόμενος, τοις ύπό του άγfου Πνεύματος
ται μόνο άπό έκείνους πού είναι όργανα του Πνεύματος. 232-259
ένεργουμένοις. 232-259
με Περί της άκριβέστατης θεολογίας, και δτι δποιος δε βλέ-
με Περι θεολογίας άκριβεστάτης και ι'ίτι ό μη όρων τό φως
πει τό φως της δόξας του Θεου εiναι σε χειρότερη κατάστα-
της του ΘεοίJ δόξης χείρων τυγχάνει τυφλων. 260-269 ση άπό τούς τυφλούς. 260-269
μστ Εξομολόγησις εύχfl συνημμένη· και περl συναφείας μστ 'Εξομολόγηση πού συνοδεύεται με προσευχή· έπίσης και
Πνεύματος άγίου και άπαθείας. 270-273 περi συνάφειας του άγίου Πνεύματος καi άπάθειας. 270-273
μζ Περι νοητοίJ παραδεiσου τηλαυγης θεωρία, καl περι του έν μζ Καταυγασμένη άπό φως θεωρία γιά τό νοητό παράδεισο
αύτφ ξύλου ζωης. 274-279 καi γιά τό ξύλο της ζωης πού ύπάρχει σ' αύτόν. 274-279
μιι 'Ότι δόξα και τιμη παντι άνθρώπφ έστιν ύβριζομένφ και μη Εiναι τιμή καi δόξα σε κάθε ι'iνθρωπο που ύβρίζεται καi
πάσχοντι κακως δια ΘεοίJ έντολήν, ή ύπερ αύτης της έντο- κακοποιειται, έπειδή έκτελει τίς έντολές του Θεου, ή άτιμία
που έπισύρει έξαιτίας της έκτέλεσης της έντολης του Θεου.
λης του Θεου άτιμfα · και διάλογος προς την Ιδίαν ψυχήν, δι-
'Επίσης διάλογος με τή ψυχή του, πού δείχνει τόν άνεξάντλη-
δάσκων τον άκένωτον πλουτον του Πνεύματος. 280-291
το πλουτο του Πνεύματος. 280-291
μθ 'Ότι ούκ /Jστιν ι'ίτε και δια της εiς τον πλησίον έπιμελείας
μθ Πολλές φορές κατά την έπιμέλειά του γιά τη διόρθωση
και διορθώσεως συγκατασπασθαι τον διδάσκαλον είς την
του πλησίον του ό δάσκαλος παρασύρεται άπό την άσθένεια
ένουσαν έκείνφ του πάθους άσθένειαν. 292-299
του πάθους που ύπάρχει στόν πλησίον. 292-299
V Περi θεωρίας ΘεοίJ και θεlων πραγμάτων και Πνεύματος
ν Περi θεωρίας του Θεου καi των θείων πραγμάτων και της
και άγίου παραδόξου ένεργεfας και περι των Ιδίων της άγίας παράδοξης ένέργειας του άγίου Πνεύματοςκαi των γνωρι-
και όμοουσίου Τριάδος και ι'ίτι ό μη φθάσας είσελθε'ίν εlς σμάτων της άγίας καi όμοούσιας Τριάδας. 'Ακόμα δτι,
την βασιλείαν των ούpανων ούδεν ώφεληθήσεται, καν έκτος δποιος δεν μπορέσει νά είσέλθει στη βασιλεία των ούρανων,
γένηται των του Ιf.δου κολάσεων. 300-323 δε θά ώφεληθει καθόλου άκόμα κι liv άπαλλαγει άπό τά βα-

vα 'Ότι του Πνεύματος λάμποντος ήμ'ίν του άγίου πάντα τα σανιστήρια του αδη. 300-323
των παθων φυγαδεύονται ώς ύπό του φωτός τό σκότος συ- ,. να 'Ότι, δταν λάμπει μέσα μας τό ίiγιο Πνευμα, δλα τρέπο-
νται σε φυγή δπως τό σκότος άπό τό φως, ένω, δταν αύτό
στέλλοντας δε αύτοίJ τας άκτ'ίνας, ύπό τούτων καi των πονη-
μαζεύει τiς άκτίνες του, δεχόμαστε τiς προσβολές των παθων
ρων βαλλόμεθα λογισμων. 324-335
καi των πονηρων λογισμων. 324-335
vβ Περι θεολογίας, και ι'ίτι τφ μη άλλοιωθέντι τfl του άγίου
νβ Περi θεολογίας, και δτι σε δποιον δεν άλλοιώθηκε με τή
Πνεύματος μετουσίq. καi γεγονότι θέσει έν γνώσει Θεφ, δι-
μετουσία του άγίου Πνεύματος και δεν εγινε εύσυνείδητα θέ-
δάσκειν τα θε'ία τους άνθρώπους ούκ /Jξεστι. 336-347
σει θεός δεν έπιτρέπεται νά διδάσκει τά θεια στούς άνθρώ-
πους. 336-347
14 ΠΙΝΑΞ ΤΩΝ θΕΙΩΝ ΕΡΩΤΩΝ ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΩΝ θΕΙΩΝ ΕΡΩΤΩΝ 15

vγ Κατα διάλεκτοv ΘεοίJ και του πατρός τώv λ6γωv 6 λ6γος Σελίς νγ Τό ποίημα είναι συνθεμένο ύπό μορφή διαλόγου του θεου Σελίς
και δπως ύπο του άγίου Πνεύματος έλλαμπ6μεvος 6 θειος κ:αί του πατέρα των λόγων αύτών. Άκ:όμα πώς ό θείος αύτός
οίSτος πατηρ ώμίλει Θεφ και ύπ' έκε(vου έμυσταγωγεf'το τα πατέρας φωτισμένος άπό τό αγιο Πνευμα μιλουσε μέ τό θεό
θεf'ά τε και άνθρώπιvα. 348-367 κ:αί διδασκόταν άπό 'Εκείνον τά θεία καi άνθρώπινα. 348-367
vδ 'Ότι τώv dvθρώπων έκάστφ δέδωκεv 6 Θεός προσφυώς νδ VΟτι ό θεός /!χει δώσει σέ κ:άθε dνθρωπο σύμφωνα μέ τή
και προς το συμφέρον το χάρισμα δια του Πνεύματος άγfου φύση του και πρός τό συμφέρον του τό χάρισμα μέσω του
είς το ένεργεf'ν, ούχ ωσπερ αύτος θέλει, dλλ' ώς ύπ' αύτοίJ άγίου Πνεύματος τό χάρισμα νά ένεργεί όχι δπως θέλει αύ­
προωρίσθη, είς το μη κενόν εlναι μέσον της Έκκλησίας αύ- τός, άλλά δπως προορίστηκε άπό 'Εκείνον, γιά να μην είναι
τοίJ. 368-379 dχρηστος μέσα σήν 'Εκκλησία του. 368-379
vε 'Ότι τοις το dγιον φυλάςασι βάπτισμα καθαρόν παραμένει νε 'Ότι τό άγιο Πνευμα παραμένει σέ δποιους φύλαξαν τό
το Πνεύμα το dγιον, dπο δε τών μολυvάντωv αύτο άπανίστα- βάπτισμα καθαρό, αναχωρεί δμως άπό δσους τό μόλυναν. 380-393
ται. 380-393 νστ Προσευχή στο θεό παρακλητική καi μαζί κι εύχαριστή-
vς Εύχη προς Θεοv έπl τοις γεγοv6σιv είς αύτ6v, iκετήρι6ς τε ρια για δσα του έχει κάνει. 394-397
6μοίJ και εύχαριστήριος. 394-397 νζ 'Ότι, δποιος πόθησε τό θεό, μισεί τόν κόσμο. 398-399
vζ 'Ότι 6 τον Θεοv ποθήσας, μισεf' τον κ6σμον. 398-399 νη Διδασκαλία κοινή με Ι!λεγχο πρός δλους, βασιλείς, άρ-
vη Διδασκαλfα κοινη συν έλέγχφ προς πάvτας βασιλεf'ς, dρ- χιερείς, ίερείς, μοναχούς, λαϊκούς, που διατυπώθηκε και
χιερεf'ς, /ερεf'ς, μοvάζοvτας, λαίίωύς, ύπο στ6ματος λαληθεf'σα εiπώθηκε άπό τό θεό. 400--425
και λεγομένη θεοίJ. 400-425
Γ
1

θΕΙΟΙ ΥΜΝΟΙ

(ΚΗ'-ΝΗ')

.
ΚΗ' 28*

ΠΕΡΙ ΝΟΗΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛ ΥΨΕΩΣ ΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ ΠΕΡΙ ΝΟΗΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛ ΥΨΗΣ ΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ
ΤΟΥ θΕΙΟΥ ΦΩΤΟΣ ΤΟΥ θΕΙΟΥ ΦΩΤΟΣ
Καi Βpγασfαι; vοΒpαι; τΒ καi θΒ(αι; τιjι; Και περι νοερης και θείας έργασίας της
Βναptτου ζωιjι;. ένάρετης ζωης.

Έάσατε τfl κέλλn με μ6νον έγκεκλεισμένον, Κλειομένο μέσα στό κελλί μου άφfjστε με μονάχο,
αφετέ με μετα ΘεοίJ του μ6νου φιλανθρώπου, μέ τό μόνο φιλάνθρωπο θεόν άφήσετέ με,
άπ6στητε, μακριJνατε, έάσατέ με μ6νον κάvι;τε πέρα; μακριά, μονάχο άφήσετέ με,
άποθανειν ένώπιον ΘεοίJ του πλάσαντ6ς με! για να πεθάνω έμπρός στό θεό που μ' έχει πλαστουργήσει.
s Μηδεις τfl θιJρq, κροιJσειε, μηδε1ς φωνην άφήσn, 5 Την πόρτα ας μη χτυπήσει μου κανείς, ας μη φωνάξει, .
μηδεις έπισκεψάτω με των συγγενων η φίλων, κανεi.ς να μη μ' έπισκεφτει άπό συγγενεις 'fl φίλους.
μηδείς μου την διάνοιαν έλκιJσας dποσπάσn κανεi.ς τόνου μου έλκύοντας α~ μην τόν άποσπάσει
της θεωρίας του καλοίJ και ώραίου Δεσπ6του, άπ' του Δεσπότη του καλοί\ κι ώραίου τη θεωρία,
μηδείς μοι βρωμα δώσειε, μη π6μα μοι κομίσn ! ας μη μου φέρει φαγητό μήτε νερό κανένας!
10 'Αρκέσει γάρ μοι το θανειν έμπροσθεν του ΘεοίJ μου, ιο Μου φτάνει έμένα ό θάνατος μέ τό θεό κοντά μου,
ΘεοίJ του έλεήμονος, ΘεοίJ του φιλανθρώπου, θεό που εiναι έλεήμονας και φίλος των άνθρώπων,
του κατελθ6ντος έπ1 γης dμαρτωλοbς καλέσαι όπου κατέβηκε στη γη άμαρτωλους να σώσει
και συν αιJτφ εlς την ζωην είσαγαγειν την θείαν. και στη ζωη τη θεϊκη μαζί του να τους πάρει.
Ού θέλω έτι κατιδειν το φως του κ6σμου τοιJτου, Δέ θέλω πια άλλο να θωρω τό φως αύτου του κόσμου,
1s ούδε αύτον τον ~λιον, ούδε τα έν τφ κ6σμφ · 15 οι\τε τόν ~λιο άκόμα αύτόν μα κι όσα εiναι του κόσμου,
βλέπω γαρ τον Δεσπ6την μου, βλέπω τον βασιλέα, γιατi τόν Κύριό μου θωρω, τό βασιλιά μου βλέπω,
βλέπω τον όντως όντα φως και παντος φωτος κτίστην, βλέπω τόν πού 'ναι άλήθεια φως, του φωτός δλου κτίστης,
βλέπω πηγην παντος καλοίJ, βλέπω α(τίαν πάντων, την πηγη βλέπω όποιου καλοί\ και την αίτία των δλων,
βλέπω άρχην την αναρχον, έξ ~ς παρήχθη πάντ.α, βλέπω την άναρχην άρχη τα πάντα άπ' δπου βγfjκαν,
20 δι' ~ς ζωουνται και τροφffς άπαντα έμπιπλωνται. 20 που δίνει σ' δλα τη ζωη και τροφη τα χορταίνει.

12. Ματθ. 9,13. 14. Ίω. 11,9. έπικαλείται τό θεό μέ όκτώ διαφορετικές προσφωνήσεις καί τόν παρακαλε'ί να
* Ό ύμνος χωρίζεται σέ δύο μέρη· στό πρωτο ό Συμεών παρακαλεί τούς άναρριπ{σει τή φλόγα της καρδιίiς του για τή θεία ζωή, τή φλόγα μέ τή φοβερή
άνθρώπους νάτόν άφήσουν μόνο, γιά να άσχοληθεί μέ τό θεό (1-110). VΥστερα άλλοιωτική δύναμή της.
20 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΚΗ' 21-51 21

Τούτου γαρ τφ θελήματι γίνονται και 6ρωνται Με του Κυρίου τό θέλημα γίνονται καt θεωρουμε
και τούτου τφ θελήματι έκλείπουσι τα πάντα. τα πάντα άλλα καt χάνονται με θέλημά του πάλι.
Πως οι3'ν αύτον καταλιπων έξέλθω μου της κέλλης; Να τόν άφησω πως λοιπόν κι άπ' τό κελλί μου νάβγω;
~Αφετέμε,θρηνήσομαικαικλαύσομαιήμέρας Άφηστε να θρηνήσω έγώ μέρες πολλές να κλάψω
25 και νύκτας, ας άπώλεσα 6ρων τον κ6σμον τουτον, 25 καt νύχτες που τις εχασα τόν κόσμο αύτόν θωρώντας
6ρων τουτον τον ijλιον, 6ρων το φως του κόσμου, τόν ηλιο τουτο βλέποντας, τό φως αύτου του κόσμου,
το α{σθητον και σκοτεινόν, δ ψυχήν ού φωτίζει, φως αiσθητό και σκοτεινό, ψυχη που δε φωτίζει,
οι3' και τυφλοι τους 6φθαλμους δίχα έν κόσμφ ζωσι . που δίχως του και oi τυφλοt ζουνε μέσα στόν κόσμο
και μεταστάντες έσονται των νυν βλεπόντων Υσοι · κι δμοιοι μ' δσους τώρα θωρουν δταν πεθάνουν θά 'ναι.
30 έν φ κάγω πλανώμενος δλος ένευφραινόμην, 30 Σ' αύτό πλανιόμουνα κι έγώ βαθια γοητευμένος
δλως δε εlναι έτερον φως ούκ έλογιζόμην, κι ουτε που φανταζόμουνα πώς κι αλλο φως ύπάρχει,
δ και ζωή, ώς εfρηται, ύπάρχει και αlτία πού, ώς είπα, είναι καt ή ζωη καt είναι μαζί καt ή αiτία
του εlναι, δ τι καί έστιν η γενήσεται δλως, της ϋπαρξης για δ,τι είναι καt κάθε που θα γίνει,
και ijμην ώσπερ άθεος άγνοων τον Θεόν μου. κι ημουν σαν ενας αθεος άγνοώντας τό θεό μου.
35 Νυνι δέ, ώς ηύδόκησεν άρρήτφ εύσπλάγχνίq, 35 Μα τώρα δπως εύδόκησε μετ' αρρητο ελεός του
6φθηναι τφ άθλίφ μαι και άποκαλυφθηναι, να φανει κι άποκαλυφθει στόν αθλιον έμένα,
εlδον και έγνων άληθως Θεον των πάντων εlναι, είδα κι έννόησα δτι θεός των δλων είναι άληθεια,
Θεόν, δν ούδεις των έν τφ κόσμφ εlδεν άνθρώπων. θεός που ουτε ενας ανθρωπος δεν είδε μες στόν κόσμο. [τος,
'Έξω του κ6σμου γάρ έστιν, έξω φωτος και σκότους, 'Έξω άπ' τόν κόσμο ύπάρχει αύτός, εξω άπό τό φως καt σκό-
40 έξω άέρος και νοος και αlσθήσεως πάσης 40 εξω άπ' τόν ούρανό, τόνου κι άπό την αισθηση εξω·
διο και ύπερ αl'σθησιν κατιδων έγενόμην. γι' αύτό καt άπό αισθηση μακρια βρέθηκα δταν τόν είδα.
Οί οί5ν ύπο την αfσθησιν δντες έάσατέ με 'Όσοι λοιπόν της αισθησης δουλοι είστε άφησετέ με,
μη κέλλαν μόνον κλε'ισαί τε και ένδοθεν καθίσω, όχι να κλείσω τό κελλt κι έκει μέσα να μείνω,
άλλα και λάκκον ύπο γην 6ρύξαντα κρυβηναι · άλλα λάκκο μες στη γη για να κρυφτω να σκάψω
45 κάκεΊ διάγων έσομαι έξω παντος του κόσμου, 45 κι έκει θα ζήσω μόνος μου μακρια άπ' τόν κόσμον δλον·
και βλέπων τον άθάνατον Δεσπότην μου και κτίστην βλέποντας τόν άθάνατο δεσπότη μου καt κτίστη
πόθφ θανε'ιν αiρήσομαι, ε{δως ώς ού θανουμαι. με πιάνει ό πόθος της θανης, βέβαιος πώς δεν πεθαίνω.
Τί οί5ν μαι προσεγένετο δφελος έκ του κόσμου, Ποιό κέρδος άποκόμισα λοιπόν άπό τόν κόσμο
τί δε και νυν κερδαίνουσιν oi δντες έν τφ κόσμφ; καt τώρα άποκομίζουνε στόν κόσμο δσοι είναι μέσα;
50 'Όντως ούδέν, άλλα γυμνοι ένοικήσουσι τάφοις 50 Κανένα άληθεια, άλλα γυμνοt στους τάφους τους θα μπουνε
και άναστήσονται γυμνοι και. κριθήσονται πάντες, καt θέ ν' άναστηθουν γυμνοt για να κριθουν οί πάντες
------

32. Ίω. 1,4 34. Έφ. 2,12. 43. Ματθ. 6,6. 47. Ψαλμ. 117,17. 48. Ματθ. 16,26.
35-36. Γαλ. 1,15 καί Α' Κορ. 15,8. 38. Α' Τιμ. 6,16. 50. Ψαλμ. 67,7. 51. Ίω. 5,28.
22 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΌΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΚΗ' 52-82 23

δτι ζωην την άληθη, δτι το φως του κόσμου, που την άληθινη ζωη και που τό φως του κόσμου,
Χριστον λέγω, έάσαντες ήγάπησαν το σκότος τό Χριστό λέω, άφήνοντας άγάπησαν τό σκότος
και έν αύτφ περιπατείν fιρετίσαντο πάντες, και να περιπατουν σ' αύτό δλοι τους προτιμfjσαν,
55 of μη το φως δεςάμενοι το λάμψαν έν τφ κόσμφ, 55 δσοι δέ δέχτηκαν τό φως όπου ελαμψε στόν κόσμο
δπερ ό κόσμος ού χωρεί ούδε ίδεΊν ίσχύει. που ό κόσμος ούτε τό χωρεί και μήτε που τό βλέπει.
Δια έγκαταλείψατε και αφετέ με μόνον, Για τουτο παρατfjστε με κι άφfjστε με μονάχο
παρακαλω, του κλαύσασθαι και έκζητησαι τουτον, να κλάψω, σας παρακαλω, και για να του ζητήσω
πλουσίως του δοθηναί μοι και άφθόνως όφθηναι. πλούσια σ' έμένα να δοθεi κι όλοένα να τόν βλέπω.
60 Ού μόνον καθοραται γάρ, ού μόνον θεωρείται, 60 Γιατι μόνο δέν τόν θεωρεις κι ούτε τόν άντικρ(ζεις,
άλλα και μεταδίδοται και κατοικεϊΊcαι μένει μ' άκόμα μεταδίδεται και κατοικεi και μένει
και Ιfστιν, όJσπερ θησαυρος έν κόλπφ κεκρυμμένος, και μές στόν κόσμο ώς θησαυρός είναι καλα κρυμμένος,
b'v ό βαστάζων ήδεται ιcαι βλέπων τουτον χαίρει, που δποιος τόν εχει εύφραίνεται και βλέποντάς τον χαίρει
δοκείκαι πάντας καθοραν αύτον έγκεκρυμμένον. και λέει πώς δλοι τόν θωρουν στόν κόρφο του κρυμμένο.
65 /1.λλ' ούχ όραται απασιν, ού ψηλαφαται δλως, 65 Άλλα δλοι δέν τόν βλέπουνε κι ουτε τόν ψηλαφουνε,
ού κλέπτης τουτον δύναται συλησαι, ού λnστής τε ό κλέφτης δέν τόν άφαιρεi, ό ληστης δέ θα μπορέσει
άρπάσαι, εf και κτείνειε τον βαστάζοντα τοίJτον· νά τόν άρπάξει άκόμα κι αν σκοτώσει δποιον τόν εχει.
αν άφελέσθαι βουληθfί, είς μάτην κ9πιάσει 'Άννα τόν κλέψει βουληθεi, μάταια θα κοπιάσει,
άνερευνων μαρσίππιον, άνερευνων χιτωνας, κι ας ψάχνει τό μαρσίππι του, τά ρουχα του κι ας ψάχνει
70 την ζώνην λύων άσφαλως άναζητων έκεινον, 70 κι ας λύνει τό ζωνάρι του για κεiνον έρευνώντας.
καν την κοιλfαν τέμνειε, καν σπλάγχνα ψηλαφήσn, Μα κι αν του άνοίξει την κοιλιά κι αν μες στα σπλάχνα ψάξει,
εύρείν έκεινον η λαβειν δλως ούκ έςισχύσει. δέν θα μπορέσει να τόν βρει iΊ και να τόν άγγίξει.
'Έστι και γαρ άόρατος, άκράτητος χερσί γε Γιατί 'ναι βέβαια άόρατος και δεν τόν πιάνουν χέρια
και άψηλάφητος όμοίJ, ψηλαφώμενος δλως κι άκόμα εiν' άψηλάφητος και πως να τόν άγγίξεις;
75 κρατείται δ' δμως έν χερσι και τότε των άςfων, 75 Και τότε δμως οί δίκαιοι στα χέρια τόν κρατουνε,
των δ' άναςίων άπαγε, κείται και έν παλάμn, τόν εχουν στις παλάμες τους-κι οί άνάξιοι μήτε λόγος­
το τί, ά) θαυμα, το ού τί, δνομα γαρ ούκ /fχει. τί νά 'ναι, τί δέν είναι αύτό; θαυμα, δνομα δέν εχει.
Έκπλαγεις οJν και κατασχείν αύτο έπιθυμήσας, Σάστισα και πεθύμησα λοιπόν να τό κρατήσω,
σφίγςας την χε'fρα Ιfδοξα κρατησαί τε και /fχειν, σφίγγω τό χέρι και θαρρω πώς τό κρατω πώς τό εχω,
so άλλα διέδρα μηδαμως κατασχεθεν χειρί μου, 80 μα ξεγλιστρα άπό τό χέρι μου και τίποτα δέ μένει
και λυπηθεις άνέφςα την πυγμην της χειρός μου και λυπημένος άνοιξα τη φούχτα του χεριου μου
και εΤδον πάλιν έν αύτfί, δπερ πρώην έώρων· και βλέπω πάλι νά 'ναι έκεi δ,τι εβλεπα και πρωτα·
------

52. Ίω. 8,12. 53. Ίω. 3,19. 62. Ματθ. 13,33 καi 23,12. 66. Ματθ. 6,19.
54. Ίω. 12,35. 55. Ίω. 9,5, 68. Ψαλμ. 126,1. ·
24 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΚΗ' 83-114 25

ώ θαίJμα άνεκλdλητον, ώ μυστηρίου ξένου/ ω θαυμα που δεν λέγεται, ω παράξενο μυστήριο.
Τί μάτην ταραττόμεθα, τί πλανώμεθα πάντες, Γιατί ή μάταιη ταραχή, γιατί πλανιόμαστε δλοι;
85 τί προς το φως κεχήναμεν, το άναίσθητον τουτο, 85 Γιατί τ' άναίσθητο αύτό φως να χάσκομε μας κάνει
οί έν αiσθήσει νοερφ τετιμημένοι λόγφ; έμας όπου αiσθανόμαστε με λόγο τιμημένοι;
Τί προς τας ύλας βλέπομεν, τας φθειρομένας ταύτας, Γιατί σε πράγματα φθαρτα καί ύλικα κοιταμε,
αϋλον έχοντες ψυχήν και dθάνατον δλην; . άφου έχομε άυλη ψυχη θάνατο που δεν ξέρει;
Τί δε ταυτα θαυμάζομεν δλως άναισθητουντες Γιατί θαυμάζομε δλα αύτα μ' άναισθησία μεγάλη
90 και προτιμωμεν ώς τυφλοι το βαρυ του σιδήρου 90 κι άπό σπειρί ενα χρυσαφιου η μικρό μαργαριτάρι
και μάζης τούτου μέγεθος ύπερ μικρον χρυσίον, τό σίδερο καθως τυφλοί τό βαρυ προτιμουμε
ij μαργαρίτην τίμιον ώς άτίμητον χρημα, καί τη μεγάλη μάζα του, πανάκριβο σανά 'ναι
και ού ζητουμεν τον μικρον του σινάπεως κάκτων, καί δεν ζητουμε τό μικρό του σιναπιου τό σπόρο,
δ τιμιώτερόν έστι πάντων των όρωμένων, πού 'ναι τό πιό πολύτιμο άπ' όσα έδω θωρουμε,
95 μειζον των άοράτων τε πραγμάτων και κτισμάτων; 95 κι άπ' όσα κτίσματ' άόρατα πού 'ναι τό πιό μεγάλο;
Τί ού διδουμεν tiπαντα και λαμβάνομεν τουτον, Γιατί δλα δεν τα δίνομε να τόν προμηθευτουμε,
τί δε και ζην βουλόμεθα μη κεκτημένοι τουτον; κι αν δεν τόν άποχτήσομε τί θέλομε να ζουμε;
Κρείσσον θανειν, πιστεύσατε, πολλάκις, εί οiόν τε, Καλύτερος ό θάνατος ό πολλαπλός, πιστέψτε,
και μόνον τουτον κτήσασθαι, τον μικρον λέγω κόκκον / αν γίνεται, καί μόνο αύτόν τό σπόρο ν' άποχτήσω.
100 Ούαι γαρ τοις μη έχουσιν αύτον πεφυτευμένον 100 'Αλίμονο σ' αύτους που δεν τόν έχουν φυτεμένο
έν κόλπφ της ψυχης αύτων, λιμώξουσι σφοδρως γάρ! στόν κόρφο μέσα της ψυχης, θα τους τρελάνει ή πείνα.
Ούαι τοις μη βλαστήσαντα αύτον θεασαμένοις, Άλί σ' αύτους που δεν είδαν γερό να βγάζει φύτρο,
δτι γυμνοι στήσονται ώς δένδρα φύλλων δίχα! γιατί θα μείνουνε γυμνοί σαν δέντρα δίχως φύλλα.
Ούαι τοις μη πιστεύουσι τφ λόγφ του Κυρίου, Άλί σ' αύτους όπου άπιστουν στό λόγο του Κυρίου,
105 ώς τουτον δένδρον γίνεσθαι και κλάδους άποπέμπειν, 105 πως δέντρο ό σπόρος γίνεται και ξεπετάει κλώνους
και έκζητουσιν έν σπουδfί και νοος τfί τηρήσει καί με του νου δεν προσπαθουν την πρόθυμην άγρύπνια,
την καθ' ήμέραν αύξησιν του μικροίJ τούτου κόκκου, τουτο τό φύτρο τό μικρό ν' αύξαίνει κάθε μέρα,
δτι ζημιωθήσονται τούτου την έργασίαν, άπ' την άδιαφορία τους θά 'χουν ζημια μεγάλη,
ώς δουλος ό το τάλαντον κατορύξας άφρόνως όπως ό δουλος που έκρυψε στη γη τό τάλαντό του.
11odJv εiς ύπάρχω δη κάγώ, άμελων καθ' έκάστην. 11 ο Δουλος τέτοιος είμαι κι έγω καθημερνα άμελώντας.
'Αλλ ', dJ τριας άμέριστε, dJ μονας dσυγχύτως, 'Αλλά, ω Τριάδα άχώριστη κι άσύγχυτη μονάδα,
dJ φως το τρισυπόστατον, Πάτερ, Υiε και Πνευμα, φως ενα τρισυπόστατο, Πατέρα, Υίε και Πνευμα,
dJ της άρχης ή αναρχος άρχη και έξουσfα, ω άναρχη της άρχης άρχη κι ω άναρχη έξουσία,
dJ φως άκατονόμαστον ώς άνώνυμον πάντn, φως που δεν όνομάζεσαι, άφου όνομα δεν έχεις,
------
84. Ψαλμ. 38,7. 92. Ματθ. 13,45 έ. 105. Ματθ. 13,32. 109. Ματθ. 25,18.
26 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΚΗ' 115-145 27

115 dJ πολυώνυμον αίJθις ώς ένεργουν τα πάντα, 115 και πάλι, ω μυριονόματο, άφου ένεργεις τα πάντα,
dJ δόξα μία και άρχή, κράτος και βασιλεία, φως με μια δόξα, μιαν άρχή, δύναμη, βασιλε{α,
dJ φως ώς έ'ν και θέλημα, γνώμη, βουλή, Ισχύς τε ω φως μ' ενα και θέλημα, βουλή, δύναμη, γνώμη,
έλέησον, οlκτείρησον έμε τον τεθλιμμένον! έλέησε και σπλαχν{σου με έμένα τό θλιμμένο.
Πως γαρ Υνα μη θλίβωμαι, πως Υνα μη λυπωμαι Γιατ{ πως να μη θλ{βομαι και πως να μη λυπουμαι
120 τοσαύτης σου χρηστότητος, έλέους σου τοσούτου 120 την τόση καλοσύνη σου, τό τόσο έλεός σου,
καταφρονων και ρq.θυμων, ό άγνώμων και τάλας που ό άχάριστος περιφρονω κι άδιαφορω ό άθλιος
και χαύνως πορευόμενος όδφ των έντολων σου; κι άνόρεχτα των έντολων σου περπατω τό δρόμο;
:4λλα και νυν σπλαγχνίσθητι και νυν έλέησόν με Και τώρ' δμως σπλαχν{σου με και τώρα έλέησέ με
και θέρμην της καρδίας μου έξάναψον, Χριστέ μου, και άναρρ{πισε, Χριστέ, τη φλόγα της καρδιας μου,
125 ην εσβεσεν ή άνεσις σαρκός μου της άθλίας, 125 που έσβησε ή καλοπέραση της άθλιάς μου σάρκας,
ύπνος και κόρος της γαστρος και οίνου πολλου πόσις! ό ύπνος και ό χορτασμός, τό άφθονο φαγοπότι.
Ταυτα και φλόγα εσβεσαν εiς άπαν τfjς ψυχfjς μου Αύτα τη φλόγα όλότελα σβήσανε της ψυχης μου
και την πηγην έξήραναν, την βpύσιν των δακρύων· και μου ξεράναν την πηγή, τη βρύση των δακρυων μου.
και γαρ ή θέρμη πυρ γεννij,, το δε πυρ αίJθις θέρμην, Γιατl φωτια ή θέρμη γεννα και ή φωτια πάλι θέρμη
130 και έξ άμφοΊν άνάπτεται φλόξ, πηγη των δακρύων. 130 κι άνάβει φλόγα άπό τα δυό και δάκρυα άναβρύζουν.
Ή φλοξ βλαστάνει νάματα, τα νάματα δε φλόγα· Ή φλόγα βγάζει νάματα, τα νάματα τη φλόγα,
έν ο Τς άδολεσχία με άνήγαγε των θεfων, σ' αύτα δπου μ' όδήγησεν ό λόγος για άπάθεια,
μελέτη σου των έντολων αίJθις και προσταγμάτων, ή μελέτη σου των έντολων μα και των προσταγών σου
ή τήρησις μετάνοιαν ώς συνεργον λαβουσα, ή τήρηση, άφου συνεργόν έλαβαν τη μετάνοια
135 και εστησαν έν μέσφ με των δντων και μελλόντων, 135 και μ' έστησαν στο μεταξυ δσων είναι κι δσων μέλλουν,
δθεν έκτων όρωμένων τε γεγονως αίφνης εξω κι άφου έτσι άπ' τα φαινόμενα βρέθηκα ξάφνου άπ' έξω,
είς φόβον περιέπεσον βλέπων, δθεν έρρύσθην. με φόβο βλέπω τό γκρεμόν άπό δπου εiχα γλιτώσει.
Τα μέλλοντα μακρόθεν δε δντα πάντως έώρων, Τα μέλλοντα αν κι άπό μακρια τα έβλεπα δτι ύπηρχαν
κάκεινά μοι καταλαβεΊν ποθουντι πυρ άνήφθη κι ένώ ποθουσα να βρεθω σ' αύτά, φωτια μου άνάφτη
140 του πόθου, και κατα μικρον φλοξ άρpήτως ώράθη 14Οτου πόθου και καταμικρόν φλόγα άρρητη πετάχτη
-έν τφ νοί"μου πρότερον, ύστερον δ' έν καρδίq,­ - μέσα στο νου μου στην άρχη κι ύστερα στην καρδιά μου­
και εβλυζε τα δάκρυα ή φλοξ του θείου πόθου κι άνάβρυζε τα δάκρυα του θε{ου πόθου ή φλόγα
και άφθεγκτον τον γλυκασμον συν αύτοις μοι παρε'ίχεν. κι άνε{πωτο ενα γλυκασμό ζευγάρωνε μ' έκεινα.
Θαpρήσας οίJν έν έμαυτφ, ώς ού σβέννυται δλως, Κι ώς εiπα μέσα μου λοιπόν δτι ποτε δε σβήνει,
145 καλως και γαρ έκκαίεται, εlπον, και ρq,θυμήσας 145 γιατι άνάβει όμορφα, εiπα, κι άδιαφορώντας

122. Ψαλμ. 118,32. 133. Ψαλμ. 118,143.


28 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΚΗ' 146-176 29

6πνφ και κόρφ της γαστρος έδουλώθην άφρόνως, άστόχαστα σκλαβώθηκα σε λαιμαργία κι ϋπνο
ύποχαλάσας οίνφ τε πλειόνως έχρησάμην· κι ύποχωρώντας τό κρασi τό τίμησα περίσσια·
ού μεθυσθείς, πλην κορεσθείς, και εύθυς άπεσβέσθη δε μέθυσα, τό χόρτασα καi σβήστηκεν άμέσως
το θαυμα τουτο το φρικτόν, ό έγκάρδιος πόθος, τό θαυμα τουτο τό φριχτό ό καρδιακός ό πόθος,
150 η φλοξ η μέχρις ούρανου φθάνουσα και έντός μου 150 ή φλόγα που ως τόν ούρανόν άνέβαινε κι έντός μου
έκκαιομένη μεν σφοδρως, ού κατακαίουσα δε λαμπάδιαζε δλη δύναμη χωρiς να κατακαίει
την έν τοις σπλάγχνοις οδσαν μου ούσίαν την χορτώδη, τα χορταρένια ύλικα που μες στα σπλάχνα μου έχω·
άλλ' δλην, ώ του θαύματος, είς φλόγα μετεποίει, μα ένω, & θαύμασμα, δλ' αύτα τα έκανε μια φλόγα,
και χόρτος ψαύων του πυρος ούκ έκαίετο δλως, μόλο που τη φωτια &.γγιζε τό χόρτο δεν καιγόταν,
155 μαλλον δε πυρ έν έαυτφ περιλαμβάνον χόρτον 155 η μάλλον περικλείνοντας ή φλόγα τό χορτάρι
tίνουτο και άνάλωτον αύτον δλον έτηρει. ένώνονταν καi άπείραχτο τέλεια τό κρατουσε.
'Ώ θείου δύναμις πυρός, ώ ένεργείας ξένης! 'Ώ δύναμη της θείας φωτιας, παράξενη ένέργεια
Ό λύων πέτρας και βουνους άπο μόνου του φόβου Συ πέτρες λιώνεις καi βουνα μονάχα με τό φόβο
και άπο του προσώπου σου, dJ Χριστέ, ό Θεός μου, καi με την παρουσία σου, Χριστέ μου έσυ ό Θεός μου·
160 πως χόρτφ άναμίγνυσαι θείq, δλως ούσίq, 160 πως με τό χόρτο ένώνεσαι ή θεία τέλεια ούσία,
φωτι δλως άστέκτφ ό ένοικων Θεός μου; ό Θεός μου ό που στό άβάσταχτο φως εtσαι τυλιγμένος;
Πως μένων άναλλοίωτος, άπρόσιτος εiς dπαν Πως άναλλοίωτος μένοντας κι άπρόσιτος άπό δλους
φυλάττεις άκατάφλεκτον του χόρτου την ούσίαν, φυλάγεις άκατάφλεχτη του χορταριου τη φύση

και άναλλοίωτον τηρων άλλοιοις δλον τουτον, κι ένω άναλλοίωτη την κρατας άκέριο τό άλλάζεις
165 και μένων χόρτος έστι φως, ούχι το φως δε χόρτος, 165 κι εtναι φως, χόρτο μένοντας, κι όχι τό φως χορτάρι,
άλλα τφ χόρτφ συ το φως άσυγχύτως ένουσαι, μα ένώνεται άσύγχυτα τό φως με τό χορτάρι
και χόρτος γίνεται ώς φως μεταβληθεις άτρέπτως; καi δίχως να μεταβληθει φως γίνε'ται τό χόρτο;
Ού φέρω σου τα θαύματα τfj σιωπfj καλύπτειν, Τα θαύματά σου δεν μπορω στη σιγη να τα κλείσω,
ού δύναμαι του μη λαλειν την σην ο(κονομίαν, τη θεία οίκονομία σου δεν μπορω να σωπάσω,
170 fjv μετ' έμου έποίησας, του άσώτου και πόρνου· 170 δπου για μένα έκανες τόν άσωτο καi πόρνο.
και της φιλανθρωπίας σου τον άκένωτον πλουτον Καi της φιλανθρωπίας σου τόν άκένωτο πλουτο
μη διηγεισθαι dπασιν ού στέγω, λυτρωτάμου! να μη διηγουμαι δε βαστω σε όλους, & λυτρωτή μου!
Βούλομαι γαρ τον σύμπαντα κόσμον λαβειν έκ τούτου Ό κόσμος θέλω όλόκληρος ν' άντλήσει άπό τουτον
και μη κενον τούτου τινα δλως καταλειφθijναι, να μη άπομείνει άμέτοχος κανένας άπό δαυτον.
175 πλην πρωτον, dJ παμβασιλευ, έν έμοι πάλιν λάμψον, 175 Άλλα πρωτα, & παμβασιλιά, λάμψε πάλι σ' έ°μένα,
ένοίκησον και φώτισαν την ταπεινην ψυχήν μου, στην ταπεινη κατοίκησε καi φώτισε ψυχή μου,
------

154, Έξ. 3,2. 158-159. 'Ιουδίθ 16,15 καi Ψαλμ. 113,6-7. 171. Έφ. 2,7. 172. Ψαλμ. 65,16.
168. Πραξ. 4,20. 175. Β' Κορ. 4,6.
30 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΚΗ' 177-205 31

δειξον θεότητος της σης τρανως το πρόσωπόν μοι της θεότητάς σου δειξε μου τό πρόσωπο καθάρια,
και άοράτως δλος μοι φάνηθι, dJ Θεέ μου! κι άκέριος φανερώσου μου κι άόρατος, ω θεέ μου!
Ούδ' δλως γαρ όρασαί μοι, δλος δε φαίνεσαί μοι · 'Ακέριο δέ σέ βλέπω έγώ, μα φα{νεσαί μου άκέριος,
180 άληπτος ιον δλος ληπτος θέλεις και γίνεσαί μοι, 180 και θές και γίνεσαι νοητός, άσύλληπτος ένώ εΙσαι,
άχώρητος ιον τφ παντι μικρος οι3'ν δντως γίνn, κι ένώ εΙσαι άχώρητος στό παν, μικρός γίνεσαι άλήθεια
και έν χερσί μου οίονει και έν τοις χεfλεσf μου και σάμπως μές στα χέρια μου μα και στό στόμα άκόμα,
dΊσπερ μαζος φωτοειδης και γλυκασμος όρασαι, ώσαν μαστός μου φαίνεσαι λαμπρός γεμάτος γλύκα,
άστράπτων και στρεφόμενος, ώ μυστηρίου ξένου! που άστράφτει και που στρέφεται, ω θαυμα κι ω μυστήριο.
185 Δός μοι σαυτον ο6τω και νυν, δπως έμφορηθω σου, 185 Δώσου έτσι τώρα και σ' έμέ άπό σένα να γεμίσω,
δπως καταφιλήσω σου και κατασπάσομαί σου να σέ φιλήσω άμέτρητες φορές, να σ' άγκαλιάσω,
την δόξαν την άπόρρητον, το φως του σου προσώπου, τη δόξα την άνέκφραστη τό φως του πρόσωπού σου,
και έμπλησθω και μεταδω τότε τοις άλλοις πασι και τότε ξεχειλίζοντας να δώσω και στους άλλους.
και μεταστας έλθω προς σέ, δλος δεδοξασμένος, κι άναχωρώντας να σου ρθω ντυμένος μέ τη δόξα
190 έκ του φωτός σου φως κάγω γεγονως παραστω σοι 190 άπό τό φως σου φως κι έγώ παραστεκάμενός σου
και τότε τούτων των πολλων κακων άμεριμνήσω, και γι' αύτα τ' άφθονα κακά. ν' άδιαφορήσω τότε
φόβου άπαλλαγήσομαι του μη πάλιν τραπηναι. και μη στραφώ πάλι σ' αύτα ν' άπαλλαγώ άπ' τό φόβο.
Ναί, τουτο δός μοι, Δέσποτα, ναί, τουτο χάρισα[ μοι, Ναί, τουτο δόσμου, Κύριε, ναι τουτο χάρισέ μου,
6 τάλλα πάντα δωρεαν δούς μοι τφ άναξίφ! που όλα τ' άλλα χάρισμα μου έκανες του άνάξιου.
195 Τούτου γαρ wείαμάλιστα, τουτο το παν και /Jστιν· 195 'Απ' όλατουτο χρειάζομαι, τουτο και τό παν εΙναι.
εi γαρ και νυν όρασαf μοι, ε{ γαρ και νυν σπλαγχνίζn, Γιατι κι liv τώρα σέ θωρώ και τώρα liv μέ λυπασαι,
εt γαρ και νυν φωτίζεις με και μυστικως διδάσκεις κι liv μέ ρωτας και μυστικά. κι liv μέ διδάσκεις τώρα,
και σκέπεις και φυλάττεις με τfί κραταιi/, χειρί σου μέ σκέπεις κι liv μέ τό κραταιό χέρι σου μέ φυλάγεις
και συμπάρει και δαίμονας τρέπεις και άφανίζεις δίπλα μου στέκεις και σκορπας και διώχνεις τους δαιμόνους,
200 και πάντα ύποτάσσεις μοι και πάντα μοι παρέχεις 200 όλα τα κάνεις σκλάβους μου κι όλα μου τα παρέχεις
και έμπιπλ{!.ς των άγαθων άπάντων, dJ Θεέ μου, κι, ω θεέ μου, άπ' όλα τ' άγαθα έσυ μ' άπλοχερίζεις.
άλλα ούδέν μοι δφελος τούτων, εi μή μοι δώσεις Μ' αύτα για μένα άνώφελα μένουν liv δέ μου δώσεις
άνεπαισχύντως παρελθειν του θανάτου τας πύλας. να διαβώ άνεπαίσχυντα του θανάτου τις πόρτες.
ΕΙ μη 6 άρχων /Jλθοιε του σκότους και την δόξαν "Αν δέν μου έρθει ό άρχοντας του σκότους κι άντικρίσει
205 ί'δοι συνουσάν μοι την σην και αίσχυνθfί είς dπαν, 205 να μέ τυλίγει ή δόξα σου κι άπ' την ντροπη δέ λιώσει,

177. 'Εξ. 33,18 ιcαί Ψαλμ. 79,4. 194. Άποιc. 21,6.


187. Ψαλμ. 4,7. 198. 'Εξ. 33,22.
188. 'Ο Συμεών ζητώντας νά 'έμφορηθεί' από τή θεότητα δέν ξεχνα δτι είναι
ιερέας ιcαi πρέπει, άφου έμπλησθεί ό ίδιος από τό φως του θείου προσώπου, νά τό 200. 'Ο έμπλησμός της ψυχfjς από δλα τά αγαθά δέν ώφελεί, dv δέν του
μεταδώσει ιcαi στους αλλους. δώσει ό θεός νά διαβεί: ανεπαίσχυντα τiς πύλες του θανάτου.
32 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΚΗ' 206-224 33

6 σκοτεινος καταφλεχθεις άπpοσίτφ φωτίσου, κι αν δεν καει άπ' τ' άπρόσιτον ό Σκοτεινός το φως σου,
και αί δυνάμεις απασαι συν αύτφ έναντίαι κι αν δλες οί άντίθετες μαζt μ' αύτον δυνάμεις
τpαπήσονται σημείωσιν σφpαγ'ίδος σης iδουσαι, δεν πάρουν δρόμο βλέποντας της σφραγίδας σου το ίχνος,
κάγω δε διελεύσομαι θαppων τfj χάpιτί σου, κι αν δεν περάσω έγώ άπ' αύτά στη χάρη σου θαρρώντας,
21οάτpέμας όλος, και προς σε έγγίσω και πpοσπέσω, 210 χωρtς να τρέμω, κι αν σ' έσε δεν έρθω νά προσπέσω,
τί μοι των νυν το όφελος έν έμοι γινομένων; ποιά ώφέλεια έχω έγώ άπ' αύτά πού τώρα μου συμβαίνουν;
'Όντως ούδέν, άλλα το πυρ άνάψουσί μοι πλέον. Καμιά, καμια μόν' τη φωτια πιότερο θα μ' άνάψουν.
Ό γαρ έλπίζων άγαθων και αίωνίου δ6ςης 'Εγώ πού έλπίζω σε άγαθά και στην αίώνια δόξα,
έν μετοχfj ύπάpχειν με και δουλ6ν σου και φίλον, δτι μετέχω κι δτι είμαι και δουλος σου και φίλος,
21 s εί στεpηθω πάντων 6μου και σου αύτου, Χριστέ μου, 215 δλα μεμια αν τα στερηθω, μαζt κι έσε Χριστέ μου,
πως ούχι χείρων έσται μοι των άπίστων ή θλ'ιψις, · πως πιο βαρια ή θλίψη μου δε θά 'ναι άπ' των άπίστων,
των μη έπεγνωκ6των σε, των μη το φως σου λάμψαν αύτων που δεν σε γνώρισαν και δεν εtδαν το φως σου
iδ6ντων και γλυκύτητας της σfjς έμφοpηθέντων; να λάμπει και δε γέμισαν άπ' τη γλυκύτητά σου;
Ei δε τυχε'ιν μοι γένηται των άppαβώνων τούτων Μ' αν να πετύχω μου δοθει τις ύποσχέσεις τουτες,
220 τα τέλη και τα έπαθλα άπολήψεσθαι, Σωτεp, 220 τα στέφανα και τα έπαθλα, Σωτήρα, ν' άπολαύσω,
α έπηγγείλω το'ις είς σέ, Χριστέ, πεπιστευκ6σι, δσα ύποσχέθηκες, Χριστέ, αύτους που σε πιστεύουν,
τ6τε κάγω μακάριος έσομαι και αiνέσω τότε κι έγώ πανευτυχης θα γίνω και θα ύμνήσω,
σέ, τον Πατέρα και Yfov και το αγιον Πνευμα, Πατέρα έσένα και Υίο μαζt και άγιο Πνευμα,
Θεον τον ένα άληθως είς αίωνας αfώνων. τον ένα Θεον άληθινο στους αίωνες των αίώνων.
'Αμήν. 'Αμήν.

208. Άποκ:. 9,4.


216.:~ Α' Τιμ. 5,8.
219. Έφ. 1,14.
221. Ίω. 7,38.
Κθ' 29 *

'Ότι μόνοιι; έκeίνοιι; καταφανή τα τών θeίων πραγμά­ 'Ότι τα θεία. πράγματα εlναι όλοφάνερα μόνο σ' έκείνους
των, οlι; δια τήι; μeτουσίαι; τού άγίου Πνeύματοι; όλοι; με τους όποίους άκέραιους ένώθηκε άκέραιος ό θεος
όλοιι; ήνώθη θeόι;. δια της μετουσίας του άγίου Πνεύματος.

Πόθεν έρχn, πως εfσέρχn, Πουθεν ερχεσαι, πως μπαίνεις


.ένδοθεν της κέλλης λέγω μέσα στο κελλί, ρωτουσα,
πάντοθεν ήσφαλισμένης; σφαλισμένο γύρω-γύρω;
Ξένον γαρ και τουτο έστιν Ναί, παράδοξο και τουτο,
5 ύπερ λ6γον, ύπερ νουν τε. 5 άπο νου καt λόγο πέρα.
Το δ' έντός μου γfνεσθαί σε Μα να μπαίνεις τώρα έντός μου
δλον αfφνης και έκλάμπειν δλος ξάφνου και να λάμπεις
και φωτοειδη όρασθαι και φωτόμορφος να δείχνεις
ώς 6λόφωτον σελήνην, σαν όλόφωτη σελήνη,
1οτουτο άνουν, άφωνόν με ιο τουτο το μυαλό να χάσω
άπεργάζεται, Θεέ μου. κι άφωνο μέ κάνει, θεέ μου.
Οlδα, δτι συ ύπάρχεις 'Ότι ύπάρχεις συ γνωρίζω,
6 έλθών, ίνα φωτίσnς που εχεις ερθει να φωτίσεις
τους έν σκ6τει καθημένους, δσους κάθονταν στο σκότος,
15 και έςfσταμαι και έςω 15 και σαστίζω και το νου μου
γίνομαι φρενων και λόγων, χάνω τώρα και τα λόγια,
δτι βλέπω θαυμα ςένον, θαυμα βλέποντας μεγάλο,
πασαν κτίσιν, πασαν φύσιν, που δποια κτίση κι δποια φύση
πάντα λόγον ύπερβαινον. ξεπερνα μα κι δποιο λόγο.
20 'Όμως άρτι πασι λέςω, 20 'Όμως τώρα θα πω σ' δλους

* Και στόν ύμνο τοϋτο τόν άπασχολεί ή διιcή του περίπτωση. Στην άρχή
3. Ματθ. 27,64. έιcθέτει τό πάθος μέ τό όποίο έπέμενε ν' άναζητεί τό θεό
(-136). Πως έγινε ιcαί ό
6. Λουιcα 17,21 Κύριος ηρθε νά τόν συναντήσει, είναι γι' αυτόν ιcάτι άιcατανόητο (-245)· ιcαί τέ­
14. Λουιcα 1,79. λος ιcαλεί τους άνθρώπους νά έπιμείνουν il:ι αυτοί σέ μια άνάλογη άναζήτηση.
36 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ Κθ' 21 - 53 37

α χαρίζn μοι λαλff σαι· τ{ μ' άφήνεις να κηρύξω·


7
Ω άνθρώπων απαν γένος, 'Ώ γενια δλων των άνθρώπων,
βασιλέων και άρχ6ντων, βασιλιάδες και δλοι οί άρχόντοι,
πλούσιοί τε, πένητές τε, πλούσιοι άντάμα και φτωχοί,
25 μοναχοι και κοσμικοί τε, 25 μοναχοι και κοσμικοt
πασα γλωσσα γηγενων με κι δποια γλώσσα των γη{νων
νυν άκούσατε λαλουντα, σας μιλω τώρα κι άκουστε,
μέγεθος φιλανθρωπίας της φιλανθρωπίας τόν πλουτο
του Θεου διηγούμενον ! του θεου να σας διηγουμαι.
30 'Ήμαρτον αύτφ ώς αλλος 30 'Ήμαρτον σ' αύτόν σαν άλλος
ανθρωπος ούδεiς έν κ6σμφ · ανθρωπος κανεi.ς στον κόσμο.
μή με ταπεινώσει ταυτα Μη νομίσετε πως τουτο άπό
ύπολάβn tις του λέγειν, ταπείνωση σας 'λέγω.
άληθείq, ~μαρτον γαρ Στην άλήθεια έχω άμαρτήσει
35 ύπερ απαντας άνθρώπους 35 πάνω άπ' δλους τους άνθρώπους.
πασαν πραξιν άμαρτίας, Κάθε σφάλμα κι άμαρτ{α
rva συνελών σοι εrπω, - για να πω με συντομία -
και κακίας είργασάμην. και κακ{α έχω διαπράξει.
Πλην έκάλεσέ με, οίδα, Πλην με κάλεσε, τό ξέρω,
40 και ύπήκουσα εύθέως. 40 κι έτρεξα στό κάλεσμά του.
Που δε κεκληκέναι τουτον Και που αύτός μ' έχει κα'λέσει
ύπεν6ησας εiπεΊν με; νόμισες πως θα σου πω;
Μη προς δ6ξαν την του κ6σμου Στη δόξα τάχα του κόσμου,
η τρυφάς με η άνέσεις, στις τρυφές και τις άνέσεις
45 άλλα μη προς πλουτον δλως 45 και στα πλούτη τάχα άκόμα
η φιλίαν με άρχ6ντων στη φιλία με τους άρχόντους
η προς αλλο τι των cbδε η κάποιο άλλο άπο τα έδω
έν τφ βίφ 6ρωμένων; που στό βίο αύτόν συμβαίνουν;
V Απαγε της βλασφημ(ας! Πέρα ας πάει ή βλασφη.μία!
50 Προς μετάνοιαν δε εlπον, 50 Σέ μετάνοια έννοουσα
δτι κέκληκέ με μαλλον, δτι αύτός μ' έχει κα'λέσει,
και εύθέως τφ καλουντι κι εύθυς τόν που μέ κ~ουσε
ήκολούθησα Δεσπ6τn· άκολούθησα δεσπότη. ·
------
43. Ματθ. 4,8. 53. Ματθ. 4,21-22 .

.
ΥΜΝΟΣ Κθ' 54-84 39
38 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ

τρέχοvτι οδv κατέτρεχοv, Σαν έτρεχε έτρεχα λοιπόν,

55 φεύγοvτι οδv έδ{ωκοv 55 τόν κυνηγουσα αν έφευγε

ώς τον λαγωοv 6 κύων. όπως τό λαγόν ό σκύλος.

Μακρυvθέvτος dπ' έμου δε Σαν ξεμάκρυνε από μένα


κι ό σωτήρας μου έκρύφτη,
και κρυβέvτος του Σωτηρος
δέν μέ αφήσανε οί έλπίδες
ούκ dπήλπιζοv έγωγε,
60 ούδ' ώς dπολέσας τουτοv 60 ουτε ώς να τόν εiχα χάσει
έστρεφόμουν πρός τα πίσω,
έστρεφ6μηv είς τούπ{σω,
dλλ' έv φ εύρέθηv τ6πφ μα στόν τόπο όπου βρισκόμουν
έκαθόμουν και θρηνουσα
καθεζ6μεvος έθρήvουv,
κι αντιφώναξα μέ κλάμα
έκλαιοv και dvτεκάλουv
65 τον κρυβέvτα μοι Δεσπ6τηv. 65 τό Δεσπότη μου που έκρύφτη.
ΟfJτως οι3'v κυλιvδομέvφ Καt λοιπόν έτσι ώς κυλιόμουν

και βοωvτ{ μοι ώρατο, κι όπως φώναζα μου έρχόταν

έγγιστά μου πλησιάσας. και τόν έβλεπα κοντά μου.

Τουτοv βλέπωv dvεπήδωv, Πεταγόμουν βλέποντάς τον

70 ώρμωv δράξασθαι αύτου δέ, 70 καt να τόν αδράξω όρμουσα·

έφευγεv έκειvος τάχος,


έφευγε γοργα έκεινος

έτρεχαν έγω εύτ6vως, κι έγω έτρεχα μέ πεισμα


κι άδραχνα λοιπόν συχνα
έδρασσ6μηv οι3'v πολλάκις
φ-~άνοντας τό κράσπεδό του.
του κρασπέδου τούτου φθάvωv,
75 i'στατο μικροv έκειvος, 75 Στέκονταν για λίγο έκεινος
έχαιραν έγω μεγdλως, κι ή χαρά μου ηταν μεγάλη·
και dφfπτατο, και πάλιν μα μου ξέφευγε και πάλι
γω τόν κυνηγουσα κι έτσι
κατεδ{ωκοv και οfJτως
dπι6vτος, έρχομέvου, μια να φεύγει μια να στέκει,

80 κρυπτομέvου, φαινομένου 80 να τόν χάνω ή να τόν βλέπω,


ούκ έστράφηv είς τούπfσω, δέν έστράφηκα πια πίσω,

ού κατώκvησα ούδ' δλως, δέ βαρέθηκα καθόλου,

ούκ έvέδωκα του τρέχειv, δέν κουράστηκα να τρέχω,


δεν τον πηρα ώς άπατεώνα
ούδ' ώς πλάvοv ήγησάμηv ------

61. Ματθ. 24,18. 63. Ψαλμ. 136,1. 63-64. οι δύο στίχοι άνακαλοϋν δλη τή ·συγκίνηση που διακατέχει τiς ψυ­
χές των έξόριστων στή Βαβηλό>να 'Ιουδαίων.
69. Ματθ. 10,50. 81. Ματθ. 24,18.
40 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ Κθ' 85-116 41

85 rj πειράζοντά με δλως, 85 ούτε πώς μ' επαιζε τάχα.


άλλα πάσn μου fσχύi; Μα με δύναμη δσην εΙχα
άλλα πάσn μου δυνάμει και το σθένος πού 'χα έντός μου,
μη όρώμενον έζήτουν, αν χανόταν τον ζητουσα,
τας όδους περιεσκόπουν δλο κοίταζα στους δρόμους
90 και φραγμούς, το που φανε'ιται · 90 κι άπό ποιόν θε να προβάλει
έπληρούμηντεδακρύων φράχτη· κι ετρεχαν τα δάκρυα
και τους πάντας έπηρώτων, και ρωτουσα δλους άράδα
τούς ποτε αύτον (δόντας. που τον εΙχαν συναντήσει.
Τlνας δε ύπολαμβάνεις Άλλα ποιούς νομίζεις τάχα
95 λέγειν με, δτι ήρώτων; 95 πώς σου λέγω δτι ρωτουσα;
Τους σοφους του κόσμου τούτου Τους σοφους του κόσμου τούτου
rj τους γνωστικούς με οί'ει; η θαρρεις τους σπουδασμένους;
Οϋμενον, άλλα προφήτας, Σίγουρα όχι άλλα προφήτες
άποστόλους και πατέρας, κι άποστόλους και πατέρες,
10Οτους σοφους έν άληθείq. 100 τους άληθινα σοφούς,
τους αύτην έκείνην δλην που την ίδια αύτη σοφία
την σοφίανκεκτημένους, εΙχαν δλοι άποχτήσει,
δς έστιν αύτος έκε'ινος που εΙναι αύτός έκεινος ό ίδιος
ό Χριστος θεου σοφία. ό Χριστός, του θεου ή σοφία.
105 Τούτους ο6ν μετα δακρύων 105 Ε{ναι αύτοι λοιπόν με δάκρυα
και σφοδρου καρδίας πόνου και καρδιας μεγάλο πόνο
έπηρώτων τοϋ είπε'ιν μοι, που ρωτουσα να μου πουνε
ποϋ ποτε αύτον κατε'ιδον που τον εΙχαν συναντήσει
rj έν ποίφ τουτον τόπφ, και σε ποιόνε τάχα τόπο
11 Ο είτε πως και πόίφ τρόπφ' 110 η και πως και με ποιό τρόπο.
και λεγόντων μοι έκείνων Κι δταν μου 'λεγαν έκεινοι,
έτρεχαν δυνάμει πάσn, έτρεχα δσο πιο μπορουσα,
ούκ έκάθευδον ούδ' δλως, δεν κοιμόμουνα καθόλου,
άλλ' έβίαζον έμαυτόν. μα έβιαζα τον έαυτό μου.
115 'Όθεν βλέπων μου τον πόθον 115 Την άγάπη μου θωρώντας
καθωρατό μοι μετρίως, μου δειχνόταν μετρημένα
------
85. Ίακ. 1, 13. 86. Λουκίi 10,27. 87. Σοφ. Σεφ. 7,30. 93. 7
Αισμα 3,3. 96. Α' Κορ. 1,20 καί 27. 104. Α' Κορ. 1,24.
42 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ Κθ' 117-150 43

δνπερ βλέπων -ώς προε'ίπον­ και θωρώντας τον ώς προειπα


κατεδίωκον εύτόνως. τόν καταδίωκα με πεισμα.
Ώς οιJν εiδέ με τα πάντα Κι δταν μ' εtδε δτι τα πάντα
120 είς ούδεν ήγησάμενον, 120 σαν μη δεν τα θεωρουσα,
άλλα πάντα τα έν κόσμφ, άλλα δσα στόν κόσμο ύπfjρχαν
συν αύτφ τφ κόσμφ λέγω, με τόν ίδιο κόσμο άντάμα
και τους έν τφ κόσμφ πάντας και στόν κόσμο μέσα δσοι ηταν
ώς μη όντας έν αiσθήσει σαν άνύπαρκτους στ' άλήθεια
125 λογιζόμενον έκ ψυχfjς 125 να τους βλέπω άπ' την ψυχή μου
και του κόσμου χωρισθέντα κι άπ' τόν κόσμο νά 'μαι χώρια
τfi τοιαύτn διαθέσει, άπ' τό πάθος μου τό μέγα
δλος δλφ μαι ώράθη, δλος σ' δλο πια μου έδείχτη,
δλος δλφ μαι ήνώθη δλος με δλο έμένα ένώθη
110 ό του κόσμου πέλων έςω 130 αύτός πού 'ναι έξω άπ' τόν κόσμο
και τον κόσμον περιφέρων και τόν κόσμο δλο σηκώνει
μετα των έν κόσμφ πάντων με δλα δσα περιέχει ό κόσμος,
και χειρι συνέχων μόνn συγκρατει με τόνα χέρι
όρατα συν άοράτοις. δσα βλέπεις και δε βλέπεις.
135 Οι5τος οιJν, άκούσατέ μου,
135 Λοιπόν τουτος καt άκουστε
συναντήσας εfJρατό με·
με συνάντησεν αίφνίδια·
πόθεν, πως έλθών, ούκ οiδα. πουθεν ηρθε, πως; δέν ξέρω.
Πως γαρ έμελλαν εiδέναι,
Πως μπορουσα να γνωρίζω
πόθεν ηλθεν, δν. άνθρώπων
πουθεν ηρθε που κανένας
14Οούδεις πώποτε ούκ εiδεν,
140 άνθρωπος δεν ξέρει ως τώρα
ούτε έγνω που ύπάρχει,
ουτε κι έμαθε που ύπάρχει,
που ποιμαίνει, που κοιτάζει;
που βοσκίζει, που σταλιάζει
'Όλως γαρ ού καθοραται,
εtναι άόρατος ώς πέρα
δλως ού κατανοειται,
μα κι άκατανόητος πάλι,
145 ένοικε'ί δε άπροσίτφ
145 σ' άπλησίαστο μένει μέρος,
έν φωτι και φως ύπάρχει
μες στό φως ζει καt φως εtναι
τρισpπόστατον άφράστως
αφραστο, τρεις ύποστάσεις
έν άπεριγράπτοις χώροις,
σ' έκταση με δίχως δρια,
άπερ{γραπτος Θεός μου,
άπεριόριστος θεός μου,
150 εiς Πατήρ, Υίος ώσαύτως
150 Πατέρας ενας, Υίός ενας,
118. Φιλ. 3,12. 120.Φιλ. 3,8. 138. 'Ιω. 3,8. 140. Α' Τιμ. 6,16. 142. 7
Α,σμα 1,7. 145. Α' Τιμ. 6,16.
44 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ Κθ' 151-182 45

συν τφ Πνεύματι τφ θείφ, κι ενα και τό θειο τό Πνευμα,


§v τα τρία και τα τρία τρία τό ενα και τα τρία
εlς Θεδς άνερμηνεύτως. άνερμήνευτος θεός ενας.
Λόγος γαρ ούκ έξισχύει Γιατι δεν μπορει ό λόγος λείπει
' 155 τα άνέκφραστα έκφράσαι, 155 δσα άνέκφραστα να έκφράσει
ούδε νους σαφώς νοfjσαι · ούτε ό νους να καταλάβει.
τα γαρ έν ήμιν σοι μόλις Μόλις δσα έντός μου ύπάρχουν
έξειπειν ποσώς Ισχύω, μπορω κάπως να σου έκφράσω,
έρμηνευσαι δέ σοι ταυτα άλλα να σου τα έρμηνεύσω
160 ουτ' έγώ, ουτε τις ι'iλλος 160 ούτε έγώ η άλλος κανένας
τουτο δλος έξισχύσει. θα μπορέσει να τό κάνει.
· Πώς Θεδς τών πάντων έξω, Πως ό θεός εξω άπ' τα πάντα
τfl ούσίq, και τfl φύσει, στην ούσία και στη φύση
τfl δυνάμει και τfl δόξn, και στη δϋναμη και δόξα,
165 πανταχου δε πώς κ' έν πα.σι, 165 και πως πανταχου και σ' δλα
κατ' έξαίρετον δε τούτων κι έξαιρετικα άπό τουτα
ένοικει έν τοις άγfοις κατοικει, κατασκηνώνει
και σκηνει γνωστώς έν τούτοις στους άγίους κι αύτοt τόν νιώθουν
και ούσιωδώς, 6 πάμπαν στην ούσία πέρα &ς πέρα
170 ύπερούσιος ύπάρχων; 110 ύπερούσιος πως ύπάρχει;
Πώς συνέχεται έν σπλάγχνοις Πως περικλείεται στα σπλάχνα
6 συνέχων πασαν κτίσιν, όπου περικλειει τό σύμπαν;
πώς δε λάμπει έν καρδίq,, Πως μες στην καρδιά μας λάμπει
τfl σαρκίνn και παχείq,, που πηχτή, πυκνη εΙναι σάρκα;
175 πώς και ένδον ταύτης έστι, 175 πως και μέσα σ' αύτην εΙναι,
πώς και έξω πέλει πάντων πως και πάλι άπ' εξω άπ' δλα
και πληροι αύτδς τα πάντα, κι δλα τα γεμίζει ώστόσο
έν νυκτι και.έν ήμέρq, μέρα νύχτα, νύχτα μέρα
λάμπει και ού καθοραται; κι ούτε φαίνεται κι ας λάμπει;
1so Ταυτα πάντα νους, εiπέ μοι, 180 'Όλα αύτα όνους για πές μου
6 άνθρώπινος νοήσει των άνθρώπων θα νοήσει
η εiπειν σοι έξισχύσει; η να έκφράσει θα μπορέσει;

168. 'Ιω. 1,14. 173. Β' Κορ. 4,6. 177. Έφ. 4,10.
46 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ Κθ' 183-214 47

06μενον, ούκ αγγελ6ς σοι, 'Όχι βέβαια· αγγελος κάποιος


ούκ άρχάγγελος έςείποι, ούτε άρχάγγελος να έκφράσει
185 ούδε παραστησαι ταίJτα 185 ούτε και να παραστήσει
δια λ6γου δυνηθείη. μέ τό λόγο θα μπορέσει.
ΤαίJτα οδν ΘεοίJ το ΠνείJμα, Του θεου λοιπόν τό Πνευμα
ΘεϊΌν δν, μ6νον γινώσκει πού 'ναι θεός, μόνο γνωρίζει
και έπίσταται ώς μ6νον και καλα ξέρει, άφου μόνο
190 συμφυες και σύνθρον6ν τε 190 σύμφυτο και σύνθρονό τους
καισυνάναρχονύπάρχον και συνάναρχό τους είναι
τφ Υiφ και τφ Πατρι δέ· με τόν Υίό και τόν Πατέρα·
οiς οδν λάμψει τοίJτο αδθις, και σ' αύτους λοιπόν που λάμψει
οiς και συναφθfί πλουσίως κι ένωθει μαζί τους πλούσια
195 πάντα δείκνυσιν άφράστως, 195 αφραστα δλα φανερώνει
ΙJργφ σοι τα πάντα λέγω. -γιά δλα σου μιλω άπ' την πράξη-.
'Ώσπερ γαρ τυφλ6ς, εt βλέψει, Σαν τυφλός που βρει τό φως του,
βλέπει μεν το φως έν πρώτοις, τό φως πρωτα πρωτα βλέπει,
ΙJπειτα και πα.σαν κτίσιν, κι επειτα κι δλη την κτίση
200 την έν τφ φωτι -ώ θαίJμα!­ 200 μες στό φως λουσμένη, ω θαυμα,
ο6τως 6 λημφθεις τφ Θείφ 'Έτσι κι δποιου άπ' τ' αγιο Πνευμα
Πνεύματι ψυχην εύθέως ή ψυχη λαμπρύνθη, άμέσως
του φωτος έν μετουσίq, ερχεται σε μετουσία
γίνεται και φως θεαται, του φωτός και φως κοιτάζει,
205 φως ΘεοίJ, Θε6ν τε πάντως, 205 φως του θεου και θεό στ' άλήθεια
δς και δεtκνυσι τα πάντα, που του δείχνει και τα πάντα
μαλλον δε δσα κελεύει, fι μαλλον δσα προστάζει
δσα βούλεται και θέλει. δσα έπιθυμει,,δσα θέλει.
06ς φωτίσει τfί έλλάμψει, 'Όποιους λάμψει και φωτίσει
210 τοι5τοις δίδωσι το βλέπειν 210 σ' αύτους δίνει να κοιτάζουν
τα έν τφ φωτι τφ θείφ. δσα είναι στό φως τό θειο.
'Αναλ6γως της άγάπης, Σύμφωνα μέ την άγάπη
φυλακης των έντολων δέ, και των έντολων την πράξη,
φωτιζ6μενοι 6ρωσι δταν φωτιστουνε βλέπουν
------

187. Α' Κορ. 2,11. 195. 'Ιω. 14,26. 209. Β' Κορ. 4,5. 212. 'Ιω. 14,15.
ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΌΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΚΘ' 215-248 49
48

215 και μυοίJνται άποκρύφων 215 σ' δσα άπόκρυφα μυουνται


μυστηρίων θείων βάθος. στων θείων μυστηρίων τό βάθος.
'Ώσπερ ει τις έν οiκίq. 'Όπως κάποιος μες σέ σπίτι

σκοτεινfl κρατων είσέλθοι σκοτεινό αν βρεθει κρατώντας

έν χειρι αύτοίJ λαμπάδα, μέ τό χέρι του λαμπάδα


220 ~ προάγοντας έτέρου 220 iΊ μπροστά του άλλος πηγαίνει
και κατέχοντος τον λύχνον, φέγγοντας μέ τό λυχνάρι
· κι αύτός έρευνα τά δσα
αύτος καθορi/, τα ένδον
μες στό σπίτι ύπάρχουν, ετσι
της οίκίας δντα, ουτως
κι όποιος λάμπει άπ' τις άκτίνες
6 λαμπόμενος άκτισι
225 του νοητου ήλίου με χάρη
225 νοητοίJ φαιδρως ήλίου
βλέπει όσα οί άλλοι δλοι
βλέπει τα τοις άλλοις πασιν
δέ γνωρίζουνε και λέει
άγνοούμενα και λέγει,
πλην δχι όλα, παρα δσα
πλην ού πάντα, άλλα δσα
ό λόγος του μπορει να έκφράσει.
λόγφ φράσαι δυνηθείη.
230 Ποιός ποτέ θέ νά μπορέσει
210 Τίς γαρ πώποτε δηλωσαι
τα έκει να φανερώσει
τα έκεισε έςισχύσει
όποια κι όσα κι δποιου είδους
οΤα, δσα, ποταπά τε,
και άκατανόητα που εΙναι
άκατάληπτά τε δντα
και κανεις που δεν τα βλέπει;
και άόρατα τοις πασιν;
235 Τό εiδος των Π')U εiδος δεν εχουν,
235 'Ανειδέων γαρ το εlδος,
τό ποσό των που άποσα εΙναι,
την ποσότητα άπόσων,
των άκατανόητων τό κάλλος
κάλλος άκατανοήτων
να νοήσει, πως να μετρήσει,
τίς νοήσει, πως μετρήσει,
να τα πει καν θα μπορέσει;
πως είπειν δλως Ισχύσει; 240 'Όντων αμορφωv μέ λόγο
240 Των άμόρφων τας μορφας δε τtς μορφές πως θα διαγράψει;
πως τφ λόγφ διαγράψει; θα μου πεις, βέβαια καθόλου.
Πάντως ούδαμως, έρεις μοι. Άλλα αύτα τα ξέρουν μόνο
'Αλλ' έκεινοι μόνοι ταίJτα όποιοι μέ τό νου τα βλέπουν.
ισασιν oi καθορωντες. 245 Γι' αύτό δχι μέ λόγια μα έργα
245 Διο μη λόγοις, άλλ' έργοις να ζητήσαμε ας βιαστουμε,
σπεύσωμεν τοίJ έκζητησαι, να δουμε, να διδαχτουμε
iδεΊν τε και διδαχθηναι _ _ _ _ _ _ των μυστηρίων του τα πλούτη
θείων μυστηρίων πλοίJτον,
248. Κολ. 1,27.
50 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ Κθ' 249-280 51

δν δωρεΊται ό Δεσπότης πού χαρίζει ό Δεσπότης


250 τοΊς έμπόνως έκζητοίJσι 250 σ' δποιους τον ζητουν μέ μόχθο
και παντος του κόσμου λήθην κι έχουν δλου αύτου του κόσμου
και τών έν αύτφ πpαγμάτων κι δσων τουτος περιέχει
έναργώς προσκτησαμένοις. λήθη φανερα άποχτήσει.
Ό γαρ έκζητών έκεΊνα Κι δποιος μ' δλη την καρδιά του
255 όλοψύχφ προαιρέσει, 255 ψάχνει τα μυστήρια έκείνα
πώς ούχι τών τfiδε πάντων πώς τα πάντα έδώ κάτω
άληθώς άμνημονήσει δε θα τα ξεχάσει άλήθεια
και γυμνον τον νουν έκ τούτων καi γυμνό δέ θα άποκτήσει
κτήσεται και πάντων έξω άπ' αύτα τόνου κι άπ' δλα
260 εύρεθήσεται εύθέως 260 πώς δε θα βρεθεί έξω άμέσως
μόνος; 'Ί)v Ιδων ό μόνος μόνος; Κι ό θεός ό μόνος,
θεος μόνον δι' έκεΊνον δταν εiδε δτι για κείνον
γεγονότα και τον κόσμον μόνος έγινε κι άρνήστη
άρνησάμενον και πάντα δλο τον κόσμο κι δσα ό κόσμος
265 τα του κόσμου, μόνος μόνον 265 έχει, μόνος μ' αύτόν μόνο
εύρηκως ένοίJται τούτφ. ένώθηκε, μόλις τον βρηκε.
'Ώ φρικτης οΙΚfJνομίας, 'Ώ οίκονομία να φρίττεις,
ω χpηστότητος άρρήτου! καλοσύνη άνεκδιήγητη!
Τα δ' έντείJθεν μη έρώτα, Μη ρωτας για τα πιο πέρα,
270 μη έρεύνα, μη έκζήτει! 270 μην τ' άναζητείς, μην ψάχνεις,
ΕΙ γαρ πληθος τών άστέρων αν των άστεριών τό πληθος
~ δλως ύετοίJ σταγόνας fι της μπόρας τiς ψιχάλες
εrτε ψάμμον άριθμησαι, η την άμμο να μετρήσει
άλλα και λοιπών κτισμάτων μα καi των λοιπών κτισμάτων
275 τα μεγέθη τε και κάλλη 275 τα μεγέθη καi τα κάλλη
~ τας φύσεις και τας θέσεις καi τη φύση fι καi τη θέση
~ τας τούτων τε αίτίας, η καi τiς αίτίες τούτων,
ώς εlσιν, ούδεις Ισχύσει πώς εiναι να πεί κανένας
~ εlπεΊν ~ έννοησαι, δεν μπορεί fι να έννοήσει,
280 πώς του κτίστου δυνηθείη 280 πώς του κτίστη θα μπορέσει
------

255. Δευτ. 4,29. 271. Ψαλμ. 146,4. 273. Σοφ. Σεφ. 1,2.
52 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ Κθ' 281-314 53

έξειπεί'ν την εύσπλαγχνίαν, πόση εΙναι ή εύσπλαχνία να δείξει,


ην ένδείκνυται, μεθ' dJνπερ πού έκδηλώνει στις ψυχες
ένωθfi ψυχων άγίων; των άγίων πού θα σμίξει;
Πάντως γαρ θεοί' κάκείνας Θεοποιεί βέβαια κι έκείνες,
285 τfi ένώσει τfi οiκείq, · 285 όταν ένωθεί μαζί τους.
θεωθείσης ψυχfjς τοίνυν Μια ψυχη λοιπόν θεωμένη
6 βουλ6μενος του λέγειν όποιος θέλει να iστορησει
τρόπους ταύτης η την φύσιν, ποιά έχει φύση κι έκδηλώσεις,
την διάθεσιν, την γνώμην, ποιά διάθεση και γνώμη
290 η τα κατ' αύτήν σαι πάντα 290 η όσα της συμβαίνουν όλα,
διηγεισθαι, ώς ούκ οlδε, πού δεν ξέρει, να σου έκθέσει,
ποταπός σαι δια λόγου παραστfjσαι προσπαθεί να πεί με λόγια
6 Θεός έστιν, πειραται. τί εΙναι ό Θεός κατα τη φύση.
'Αλλ' ούκ Ιfξεστι τοιαυτα 'Ανεπίτρεπτο εΙναι τέτοια
295 έκζητεί'ν τους έν τφ κόσμφ 295 να ζητουν όσοι στον κόσμο
η τους κατα σάρκα ζωντας, και στη σάρκα μέσα ζουνε·
άλλα πίστει μόνn ταυτα μα να δέχονται ό,τι ή πίστη
δεχομένους έκμιμεισθαι
λέει γι' αύτα και να μιμουνται
βίους των άγίων πάντων,
όλων των άγίων τους βίους,
300 δάκρυσι και μετανοίq,
300 με μετάνοια και με δάκρυα
και λοιπfi σκληραγωγfq,,
και όλη τη σκληραγωγία,
πειρασμων ύπομονfi τε
σ' όποιο πειρασμό ν' άντέχουν
τρέχειν, δπως Ιfξω κόσμου
κι απ' τόν κόσμο έξω να τρέχουν
γένωνται, ώς είρητα{ μαι,
, όπως εΙπα για να βουνε
305 και εύρήσουσιν, ώς εlπον,
305 κι, όπως εΙπα, άκόμα θά 'βρουν
άπαντα άπαραλείπτως.
δίχως μια έλλειψη τα πάντα.
Έκπλαγήσονται δ' εύρόντες
Θα έκπλαγουνε, όταν τα εύρουν,
και θαυμάσονται κάμου δε
θα θαυμάσουν και για μένα,
και του άθλίου ύπερεύξονται,
θα προσευχηθουν τόν άθλιο,
310 Ινα τούτων μη έκπέσω,
310 μην τα χάσω όλα τουτα
άλλ' αύτων έκε{νων τύχω,
μα όλα αύτα να τα πετύχω
dJνπερ και τυχεί'ν έπόθουν
που ποθουσα να πετύχω
και ποθω και πόθφ πόθον
και ποθω και μ' άλλον πόθο
άμαυρω και άπαμβλύνω.
τόν παλιό μου πόθο σβήνω.
298. Έβρ. 13,7.

1
54 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ Κθ' 315-346 55

315 'Ήκουσάς ποτε τοιουτον; 315 Τέτοιο λόγο έχεις άκούσει;


Πόθος γαρ πόθον άνάπτει 'Ένας πόθος dλλο άνάβει
και το πυρ τρέφει την φλόγα. κι ή φωτια τη φλόγα τρέφει.

έν έμοι δ' ούκ tστιν οι'Jτως, Δεν εiναι σ' έμένα έτσι·
άλλα -πως ε(πειν ούκ tχω- άλλα-πως να πω δεν ξέρω
320 του έρωτά μου άπομαραίνει
320 tρωτος το ύπερβάλλον
ή έξαψη τον έρωτά μου.
σβέννυσι τον §ρωτά μου.
Πιο μεγάλη άγάπη θέλω
Ούκ έpω γάp, δσον θέλω,
καi λογιάζω πώς καθόλου
και λογίζομαι μηδ' δλως
έρωτα Θεου δεν έχω.
tpωτα Θεου κεκτησθαι.
325 Καi άχόρταγα ζητώντας
325 Έκζητων δε άκορέστως
όσο θέλω ν' άγαπω
του έpαν με, δσον θέλω, έχασα μαζi κι όσο εiχα
προσαπόλλω και δν εfχον έρωτα Θεου, ω θαυμα.
tpωτα Θεου, ω θαυμα! 'Όπως θησαυρό αν κατέχει
'Ώσπερ θησαυpον ό tχων 330 καi φιλάργυρος τυχαίνει
330 και φιλάργυρος τυγχάνων, κάποιος, που αν δεν τάχει όλα
δτι μη τα πάντα §χει, τίποτε θαρρει δεν έχει
ού δοκει τι δλως tχειν, κι ας έχει πολυ χρυσάφι,
καν πολυ χρυσ(ον tχn, τ' όμοιο κι έγώ έχω πάθει
ουτω δη δοκω πανθάνειν 335 ό ταλαίπωρος νομίζω,
335 6 ταλαίπωρος έν τούτφ, γιατi δεν ποθω όπως θέλω
ουτε βέβαια κι όσο θέλω,
δτι μη ποθω, ώς θέλω,
λέω πώς δεν ποθω καθόλου.
μηδε δσον πάντως θέλω,
Λοιπόν να ποθω όσο θέλω
ού δοκω ποθειν καν δλως.
340 πόθος πέρα εiναι άπό πόθο
Το ποθειν οι3'v δσον θέλω
καi τη φύση παραβιάζω
340 ύπεp πόθον πόθος tστι,
ύπερ φύση ν' άγαπήσει.
και βιάζω μου την φύσιν,
Μα ώς άδύναμη εiνάι ή φύση
ύπερ φύσιν άγαπησαι ·
καi άπ' αύτην στερειται άκόμα
άσθενοίJσα δε η φύσις 345 την iσχυ που έχει άποχτήσει
και αύτης άποστεpειiαι κι άπροσδόκητα πεθαίνει,
------
345 ~σπεp κέκτηται iσχύος,
και νεκpουται παραδόξως
336. Ρωμ. 7,15.
56 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΚΘ' 249-280 57

ζων ό Ιfpως τότε μαλλον· ό ερως πιό πολυ ζει τότε,


ζfi γαρ έν έμοι και θάλλει. ναί, ζει μέσα μου και θάλλει.
Πως σοι εί'πω, δτι θάλλει; Πως νά σου τό πω ότι θάλλει;
350 Άποpω παραδειγμάτων. 35ΟΤό παράδειγμα μου λείπει.
ΤοίJτο μόνον δέ σοι φpάσω, Τουτο θά σου πω μονάχα·
δτι λόγφ τα τοιάδε ΕΙναι άνήμπορος νά έκφράσει
πας άδυνατει έκφpάζειν. ό καθεις αύτά μέ λόγο.
Δφη απασιν ό μόνος Σ' όλους μας aς δώσει ό μόνος
355 Θεδς ων και των τοιούτων 355 πού 'ναι Θεός και των παρόμοιων
άγαθων ύπάpχων όντως άγαθων πού 'ναι στ' άλήθεια
παpοχευς τοις έκζητουσι δωρητής σ' όσους γυρεύουν
μετανοίq, τα τοιαίJτα, όλα αύτά μέ τή μετάνοια
τοις πενθουσι και θpηνοίJσι και πενθουνε και θρηνουνε
360 και καλως καθαιpομένοις 360 και καθαίρονται όπως πρέπει
άπολαίJσαι των τοιούτων, ν' άπολαύσουν όλα τουτα
έν μεθέςει γενομένοις τ' άγαθά μετέχοντάς τα
άπ' έντείJθεν έν αfσθήσει νιώθοντάς τα άπό έδω κάτω
και συνεκδημησαι τούτοις και μαζί τους νά έκδημήσουν
365 ιcαl έν τούτοις καταπαυσαι 365 και σ' αύτά ν' άναπαυθουνε·
ιcαl ζωης έπαπολαίJσαι την αίώνια ν' άπολαύσουν
αfωνίου και της δόξης τή ζωη καινά βρεθουνε
κοινωνους της άποppήτου της άπόρρητης της δόξας
δια τούτων εύpεθηναι! κοινωνοι έξαιτίας τούτων.
'Αμήν. 'Αμήν.

354. Ίακ. 1,5.


364. Β' Κορ. 5,8.
367. Α' Πέτρ. 5,1.

-- 1
Λ' 30 *

Προς evα τώv μαθητώv, ότι ταίς καθαpθefσαις ψυχαίς Προς ενα μαθητή του· δτι, άγγίζοντας τiς ψυχες που κα­
δια δακpύωv κα"i μeταvοfας πpοσψαύσαv το θeίοv τού θάρθηκαν με δάκρυα και μετάνοια ή θεία φωτια του Πνεύ­
Πveύματος πύp δpάσσeται αύτώv καΊ πλιiοv καθα(ρeι, ματος, τις περιτυλίγει καi τiς καθαίρει άκόμα περισσότε­
φωτ(ζοv τα ύπο τής dμαpτfας eσκοτισμιivα μιipη αύτώv ρο, φωτίζοντας δσα μέρη τους τα σκοτίζει ή άμαρτία καi
καi τα τραύματα eξιώμevοv eir; τeλefαv φιipeι συvούλω- θεραπεύοντας τα τpαύματά τους τα κλείνει όλότελα, ωστε
σιv, ώς τφ θe(φ κάλλeι ύπepαστpάπτeιv ·aύτάς. να ύπεραστράπτουν με το θείο κάλλος.

'Έστι πυρ το θειον οντως, Ναί, ή θεία φωτιά. ύπάρχει


δπερ εlπεν ό Δεσπότης, που μας εΙπε ό Δεσπότης,
δτι ~λθεν l'va βάλn- ότι ~ρθε για ν' άνάψει ·
έπι ποίαν γην, εiπέ μοι;- -πάνω σε ποιά γη δμως; πές μου-.
5 έπι τους άνθρώπους πάντως, 5 Βέβαια πάνω στους άνθρώπους,
τους τα γήί'vα φρονουντας, που τα γήινα τους τραβουνε,
δπερ ήθελε και θέλει κι ήθελε και θέλει πάντα
του άνάπτεσθαι έν πασιν. να άνάψει μέσα σ' δλους.
'Άκουσον και γνώθι, τέκνον, ,, Ακου καt νιωσε, παιδί μου,
10 θείων μυστηρίων βάθος! 1ο των θείων μυστηρίων τό βάθος!
Το oJv πυρ τούτο το θεϊΌν Ή θεϊκή φωτιά. έτούτη
ποταπον εlναι λογίζn; τί λογης νομίζεις εΙναι;
Αρα όρατον η κτιστον
7
Όρατη η κτιστη εΙναι τάχα
η ληπτον ύπολαμβάνεις; η θαρρεις ότι τ' άγγίζεις;
15 Ούμενουν και γαρ ύπάρχεις 15 'Όχι βέβαια· γιατt εΙσαι
έν μυήσει του τοιούτου στο μυστήριο μυημένος,
και έπίστασαι βεβαίως και πολυ καλά. γνωρίζεις
dληπτον αύτο ύπάρχειν, πως άσύλληπτο εΙναι τουτο,
------
"' 'Ο ύμνος προσαρμόζεται στην άντιληπτικη ικανότητα καί τη μικρη
3. Βλ. Λουκα 12,49. πνευματικότητα τοϋ μαθητη.
60 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ Λ' 19-49 61

dκτιστον, άόρατόν γε, ακτιστο μαζt κι άθέατο,


20 dναρχόν τε και dϋλον, 20 dκτιστο μαζι εΙναι κι αυλο
άναλλοίωτον εfς dπαν, κι εΙναι όλότελα άναλλοίωτο
άπεpfγραπτον ώσαύτως, κι άπερίγραπτο εΙναι έπίσης
dσβεστον, άθάνατον, κι άπ' τα κτίσματα δλα άπ' έξω
άπερίληπτον πάντn, ένυλα εΙναι εϊτε κι dυλα,
25 εξω πάντων των κτισμάτων, 25 dσβηστο κι άθάνατο εΙναι
των ένύλων και άϋ'λων, δρια δεν τό περικλείουν
όρατων και άοράτων, όρατα εϊτε κι άόρατα,
άσωμάτων και ένσάρκων, ένσαρκα κι άσώματα εϊτε,
έπιγείων, ούρανίων· εϊτε έπίγεια εϊτε ούράνια.
30 τούτων πάντων εατιν εξω 30 'Έξω άπ' δλα εΙναι τουτα
κατα φύσιν, κατ' ούσίαν, κατα φύση κατ' ούσία
ναι δή, και κατ' έξουσfαν. άλλα και κατ' έξουσία.
ΤοίJτο oJv έν ποίq, ϋλn Τη φωτια τούτη σέ ποιά ϋλη,
έμβληθήσεται, εfπέ μοι; έλα πές μου, θα τη βάλει;
35 Έν ψυχαις έχούσαις dρα 35 Σέ ψυχές βέβαια που έχουν
ελεον δαψιλεστάτως ttλουτον αφθονο εύσπλαχνίας
και προ τούτου και συν τούτφ και προτου του και μετά του
πίστιν, εργα τε την πίστιν πίστη κι έργα που διαθέτουν
βεβαιοίJντα κεκτημέναις JJ;oυ την πίστη βεβαιώνουν.
40 ταύταις, ώσει λύχνφ πλήρει 40 Σ' αύτήν, δπως σέ γεμάτο
και έλαίου και στυπείου λάδι λύχνο μέ φυτίλι,
πυρ έμβάλλει ό Δεσπότης, φωτια βάζει ό νοικοκύρης,
δ ό κόσμος ού κατειδεν που ό κόσμος δέ γνωρίζει
ούδε κατιδειν Ισχύει ούτε καν μπορει να δει
45 (κόσμον λέγω τους έν κόσμφ 45 (κόσμο λέγω δσους στόν κόσμο
και τα κοσμικα φρονοίJντας). ζουνε και τα κοσμικα φρονουν).
'Ώσπερ dπτει δε ό λύχνος, Κι δπως τό λυχνάρι άνάβει,
έν τοις αfσθητοις σοι λέγω, - για τα αίσθητα σου λέγω -,
δταν τφ πυρι προσψαύσn, δταν στη φωτια σιμώσει,

27. Κολ. 1,16. 29. Φιλ. 2,10. 40. οι ψυχές είναι τά λυχνάρια τά γεμάτα άπό έλαιον (έλεον) που πλησιά­
40. Ματθ. 25.1 έ. 46. Φιλ. 3,19. ζοντάς τις τiς ανάβει ή θεία φλόγα.
62 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ Λ' 50-83 63

50 οfJτω και πνευματικώς μοι ν6ει 50 έτσι και πνευματικά.


λέγειν ταις ψυχαις προσψαυειν σκέψου λέω οί ψυχες άγγίζουν
και άνάπτειν πϋρ το θειον. κι άπ' τη θεία φωτιά. άνάβουν.
Πριν προσψαυσει, πώς άνάψει; Πριν άγγίξουν, πως θ' άνάψουν,
Πριν βληθfί δέ, πώς προσψαυσει; πως θ' άγγίζουν πριν ανάψει
55 'Όντως ουδαμώς, ούδ' δλως!
55 ή φωτιά; Καθόλου βέβαια.
'Όταν δε 6 λυχνος άπτn
Κι δταν τό λυχνάρι άνάβει
και τρανώς φωτίζn πάντας,
και σκορπα τό φως του σ' δλους
και το lλαιον έκλείψn,
ου σβεσθήσεται ό λυχνος; και τό λάδι του τελειώσει
60 θέα μοι και dλλο μειζον, δε θα σβήσει τό λυχνάρι;
δ φοβειμε πλέον πάντων! 60 Κοίταξε ίiλλο πιό μεγάλο
Φαίνοντά μου λυχνον μέγα που πιό άπ' δλα με φοβίζει!
έν έλαίου δαψιλείq. Μου 'φεγγε λυχνάρι μέγα
dφθονίq. τε στυπείου που άπό λάδι ~ταν γεμάτο
65 μϋς έλθων η lτερ6ν τι και φυτίλι εiχε μεγάλο.
η κατέστρεψε τον λυχνον 65 Κι ~ρθε ένα ποντίκι i1 ίiλλο
η κατα μικρον έκλειξαν
ζούδιο και χαλάει τό λύχνο
έπιέ τε το έλαιον,
γλείφοντάς το λίγο-λίγο
lφαγέ τε το στυπειον
δλο ρούφηξε τό λάδι
70 και την λαμπάδα lσβεσε.
Τούτο δέ τι θαυμαστ6τερον, κι έφαγε δλο τό φυτίλι
δτι το στυπειον δλον, 70 κι έσβησε τέλος τό λύχνο.
δπερ θρυαλλις καλειται, Τουτο πιό θαυμάσιο άκόμα·
έμπεσον έν τώ έλαίφ δτι τό στουπί δλο κι δλο,
75 σβέννυται το πϋρ εύθέως, που φυτίλι δλοι τό λένε,
και υπάρχει μοι ό λυχνος δπως πέφτει μες στό λάδι
σκοτειν6ς, δλωςμη φαίνων· 75 σβήνει τό λυχνάρι αμέσως
λυχνον ν6ει την ψυχήν μου, και μου μένει τό λυχνάρι
lλαιον τας άρετας δέ,
σκοτεινό και πια δεν φέγγει.
so τον δε νοϋν μου θρυαλλίδα, Την ψυχή μου πάρε ώς λύχνο
έν αύτφ δε πίJρ το θειον
και τις άρετες ώς λάδι,
φαινον και καταφωτίζον
τη}! ψυχην όμοϋ και οlκον 80 και τό νου μου σαν φυτίλι,
που σ' αύτόν ή θεία φωτιά.
λάμπει και καταφωτίζει
την ψυχη κι δλο τό σπίτι,
56. Λουιcα 11,33. 77. Βλ. Λουιcα 11,34 έ.
------
83. Ματθ. 5,15 έ.
64 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ Λ' 84-115 65

όλον όλου σώματός μου που τό σωμα μου εiναι δλο


85 και τους έν τφ οί'κφ πάντας 85 και μέσα στό σπίτι δσοι εiναι
λογισμους και ένθυμήσεις. λογισμοι και μύριες σκέψεις.
ΟfJτω φαίνοντος δε τούτου Κι ένω φέγγει ό λύχνος έτσι,
έαν φθόνος παρεμπέσn μές στη μέση αν έβγει ό φθόνος
η μνησικακίας πάθος η πάθος μνησικακίας
90 η φιλοδοξίας έρως 90 η έρωτας φιλοδοξίας
η dλλη τις έπιθυμία η καμια άλλη έπιθυμία
ήδονfjς τινος η πάθους για ήδονη η και κάποιο πάθος
και τον λύχνον καταστρέψn και χαλάσει τό λυχνάρι
ηγουν πρόθεσιν ψυχης μου, (της ψυχης μου τη διάθεση)
95 ij το έλαιον έκλεfξn, 95 η των άρετων τό λάδι,
το των άρετων σαι λέγω, λέγω έγώ, τό γλείφει άγάλια
f/ και dλλως θρυαλλίδα η και τό φυτίλι άκόμα,
οντα μου τον νουν, ώς εlπον, (που εiναι όνους μου, δπως σου εiπα,
και έν έαυτφ το θειον και που έντός του έχει τό θειο
1οοέχοντα φως λάμπον μέγα, 100 φως που βγάζει φέγγος μέγα)
καταφάγn πονηραις έννοίαις τουτο καταφάει μέ κακές σκέψεις
η και δλον άπορρίψn η και τό βουτήξει ακέριο
ένδοθεν έν τφ έλα{φ μές στου λυχναριου τό λάδι,
ηγουν έν τφ ένθυμεισθαι πάει να πει μέσα στη μνήμη
105 άρετων αύτου τας πράξεις 105 δσων oi άρετές του έπράξαν
και εiς οί'ησιν έντευθεν καt άπ' αύτό στην οίηση πέσει
έμπεσων έκτυφλωθείη, και τυφλός τό φως του χάσει
και τον λύχνον μου έκ τούτων και ό λύχνος μου άπό τουτα
η τυχόν τινος έξ dλλου η τυχόν άπό άλλο κάτι
11 ο εi συμβfi άποσβεσθfjναι, 110 αν συμβει να σβήσει τέλεια,
που το πυρ ύπάρχειν τότε που ή φωτια ύπάρχει τότε
η τί γίνεσθαι εί'πnς μαι, θα μου πεις η τί θα γίνει;
παραμένειν έν τφ λύχνφ θ' άπομείνει μές στό λύχνο
η χωρίζεσθαι του λύχνου; η θα χωριστει άπ' τό λύχνο;
115 'Ώ άγνοίας, ό) μανίας! 115 'Ώ άγνοια κι ω παραφροσύνη!

88. Τό ποντίκι πού μπορεί νά φάει τό φυτίλι καί νά πιεί τό έλαιον-έλεον


110. Ματθ. 25,8. της ψυχης παίρνει τίς μορφές πού άναφέρονται στους στίχους 88-92.
66 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ Λ' 116-149 67

Πως ένδέχεται τον λύχνον Πως χωρις φωτιά. ένας λύχνος


δίχα του πυρος έξάπτειν, είναι δυνατό ν' άνάψει
η το πυρ της υλης άνευ η ή φωτιά. να παραμείνει
παραμένειν έν τφ λύχνφ; δίχως τα ύλικα στό λύχνο;
120 Πάντοτε το πυρ της υλης 120 Πάντοτε ή φωτιά. ν' άρπάξει
δράσσεσθαι ποθεικαι θέλει,
τα ύλικα ποθει και θέλει,
άλλ' ημων ύπάρχει πάντως
άλλα χρέος δικό μας είναι
το προευτρεπίσαι ταύτην
να έτοιμάσομε όσα πρέπει
και παρέξαι εύπροθύμως
και να δώσομε σαν λύχνο
125 έαυτους ημας ώς λύχνους
έν έλέφ και παντοίως 125 πρόθυμα τόν έαυτό μας
άρεταις κεκοσμημένους, στολισμένοι μ' εύσπλαχνία
του νοος δε θρυαλλίδα και τις άρετες τις άλλες.
εύθυβ6λως προβαλέσθαι, Κι ας προβάλαμε του νου μας
130 iva τφ πυρ/ προσψαύσn καταλλήλως τό φυτίλι,
και κατα μικρον dνάψn, 130 για ν' άγγίξει τη φωτιά.
ουτω τε συμπαραμένn καιν' άνάψει λίγο-λίγο.
τοις αύτο προσκτησαμένοις.
Κι ετσι πια μ' αύτους να μείνει
'Άλλως γαρ -μηδεις πλανάσθω-
που την εχουν άποχτήσει.
135 ούχ 6ραται, ού κρατειται,
"Ας μη γελαστει κανένας,
ού συνέχεται καν δλως.
135 δεν τη βλέπεις, δεν την πιάνεις
'Έστι γάρ, καθάπερ είπαν,
lξω των κτισμάτων πάντων, άλλι&ς κι ουτε την άγγίζεις.
γίνεται ληπτον δ' dληπτως Γιατι είναι καθώς εlπα
140τfl ένώσει τfl dρρητφ εξω άπό τα κτίσματα δλα,
καi περιγραπτον ώσαύτως πιάνεται με τρόπο άσύλληπτο,
έν dπεριγράπτφ τρ6πφ. 140 σε μιαν ένωση άνείπωτη
Ταυτα δε μη λ6γοις δλως και περιγραμμένο πάλι
μηδε έπινοίαις ζητει, μ' ένα τρόπο άπερίγραπτο.
145 άλλα πυρ λαβειν έξαίτει, Μη γυρεύεις δλα τουτα
δ διδάσκει καi δεικνύει
σε συλλογισμους και λόγους
έναργως τοις κεκτημένοις
145 ζήτα τη φωτιά. να λάβεις
ταυτα πάντα καi τα τούτων
που διδάσκει και που δείχνει
μυστικώτερα dφράστως.
καθαρά. σ' δσους την εχουν,
δλ' αύτα και τ' άπό τουτα
146. Ίω. 14,16. πιό κρυφά. μ' άφραστο τρόπο.
68 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ Λ' 150-180 69
150 Μυστικώτερα δε τούτων 150 Κι άπ' αύτά πιό μυστικά
άκουσον, εί βούλει, τέκνον! άκουσε, παιδί μου, αν θέλεις.
'Όταν λάμψn, καθώς εlποv, VΟταν, δπως εiπα, λάμψει
και το σμηvος έκδιώςn και τό σμάρι άποδιώξει
των παθωv και έκκαθάρn των παθων και καθαρίσει
155 σου τον olκov της ψυχης, 155 αύτη τό σπίτι της ψυχης σου,
τότε μίγvυται αύτfl άμίκτως άσμιχτα μαζί της σμίγει
και έvουται άπορρήτως, κι άρρητα ένώνεται
έvουσίως τfl ούσία ούσία αύτη με την ούσία
ταύτης δλοv δλn πάντως της ψυχης δλη με δλη
160 και κατα μιιφοv λαμπρύνει, 160 και λαμπρύνει λίγ<rλίγο,
έκπυροι τε και φωτίζει φωτιά πιάνει καt φωτίζει
καί, το πως εfπειv ούκ Ιfχω, καί, τό πως να πω δεν ξέρω,
γίνονται εiς εν τα δύο, γίνονται τα δυό τους ένα,
ή ψυχη μετα του κόσμου ή ψυχη με τόν ποιητή της,
165 και έv τfl ψυχfl ό κτίστης 165 icαι μες στην ψυχην ό κτίστης,
μόνος μετα μόνης δλος, δλος μόνος μ' αύτην μόνη,
i. ό συvέχωv πασαv κτίσιv όπου έχει δλη την πλάση
έv τfl έαυτου παλάμn. μέσα στη δική του φούχτα.
Μη διστάσnς, οίSτος δλος Μη άμφιβάλλεις αύτός δλος
110 συν Πατρι και τφ Πνεύματι Ι 70 κι ό Πατέρας και τό Πνευμα
έv μιq, ψυχfl χωρειται σε ψυχη χωρουν μια μόνο
και ψυχηv έvτος έκείvου κι δλη έκείνη την ψυχη
δληv συμπεριλαμβάνει. την περιλαμβάνει έντός του.
Νόει, βλέπε, σκόπει ταυτα! Σκέψου, βλέπε, έξέτασέ τα·
175 Το γαρ αστεκτόv σαι εlποv 175 Τό άβάσταχτο σου εiπα
και άπρόσιτοv άγγέλοις και άπρόσιτο σε άγγέλους
φως έντος ψυχηv κατέχειv, φως πώς ή ψυχη κατέχει
έν ψυχfl οίκειv δε αίSθις κι ένω στην ψυχη αύτό μένει
και μη φλέγειv ταύτηv δλως. δέν την καίει καθόλου ώστόσο.
180 'Έγvως βάθος μυστηρίου; 180 Βλέπεις τό βαθυ μυστήριο;

150. Τά πιό έμπρός θεωρουνται πιό έπιφανειακά και άπλά. Μέ τή λέξη 'μυ­ 175 Πως γίνεται τό 'Ιiστεκτο' πυρ νά καίει μέσα στην ψυχή καί νά μην την
στικώτερα' ό Συμεών θέλει ν' άνεβάσει κάπως τό έπίπεδο. καταφλέγει;

.
ΥΜΝΟΣ Λ' 181-213 71
70 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ

Ό μικρος έν 6ρωμένοις Ό μικρός σέ δσα θωρουμε

άνθρωπος, σκια και κ6νις, άνθρωπος, σκια και σκόνη,


εχει τον Θεον έν μέσφ έχει έντός του το θεον δλο,
δλον, οί5 έν τφ δακτύλφ που άπο τ' άκροδάχτυλό του
185 άποκρέμαται η κτ{σις, 185 δλη κρέμεται ή κτίση
και το εlναι πας τις εχει κι ό καθεις την ύπαρξη έχει
και το ζην και το κινεισθαι, το να ζει και να κινειται,
νους άπας, ψυχη και λ6γος
κάθε νους, ψυχη και λόγος
λογικων εχει έκ τούτου,
την πνοην άπ' αύτον εχει,
19Οάλλα και άλ6γων πνευμα
190 όντων λογικών κι άλόγων,
και πάντων ώσαύτως ζφων,
δμοια και των ζώων δλων,
νοερων και αfσθητων τε,
δσα εχουν νου κι αiσθάνονται δσα
το εlναι έντευθεν εχει.
Τουτον εχων, δστις εξει, άπ' αύτο την ύπαρξη έχουν.
195 και έντος αύτου βαστάζων 'Έχοντας δποιος τον εχει
και 6ρων αύτου το κάλλος, 195 τουτον κι έντός του κρατώντας
πως ύποίσει π6θου φλ6γα, και το κάλλος βλέποντάς του
πως έvέγκει πυρ άγάπης, πως θ' άντέξει τέτοιου πόθου
πως θερμον ούκ άποστάξει φλόγα και φωτιαν άγάπης
200 δάκρυον έκτης καρδίας, και θερμα δέ θα σταλάξει
πως τα θαύματα έξείπει,
200 δάκρυα μέξάπ' την καρδιά του;
πως δε ταυτα άριθμησει,
Πως τα θαύματα που έντός του
dπερ έν αύτφ τελουνται;
γίνονται να έξαγγείλει
Πως και σιωπήσει δλως
205 βιαζ6μενος του λέγειν; μα και πως να τα μετρήσει;
Βλέπει γαρ αύτον έν q.δn, Πως και να σωπάσει τέλεια,
του φωτος τfl λάμψει λέγω· 205 να μιλήσει άναγκασμένος;
ούδεις γαρ άλλως έαυτον Βλέπει δτι είναι μες στον άδη,
των έκει καθεζομένων το φως δταν τους φωτίσει.
210 προ του λάμψαι φως το θειον Γιατι άλλιώτικα κανένας
έαυτον έπιγιvώσκει, άπο έκείνους που έκει κάτω
άλλ' εfσιν έν άγνωσίq, 2 ιο κάθονται προτου να λάμψει
του, έν φ κρατουνται, ζ6φου
το θεϊκό το φως γνωρίζει
τον έαυτό του, μ' άγνοουνε
186. Πραξ. 17,28. τον που τους κατέχει ζόφο
------
206. Λουκα 16,23.
195. Λουκα 11,27.
72 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ Λ' 214-245 73

και φθορας και του θανάτου. τη φθορά, τό θάνατο.


215 'Όμως βλέπει, ενθα λάμπει, 215 'Όμως βλέπει έκει που λάμπει
ή ψυχή έκείνη λέγω, ή ψυχη έκε{νη λέγω
και νοει, δτι έν σκ6τει κι ότι μες στό σκότος νιώθει
δλη ~v τφ δεινοτάτφ τό δεινότατο πως ζουσε
και φρουρij. άσφαλεστάτn σε φρουρά έξασφαλισμένη,
220 βαθυτάτης άγνωσ{ας. 220 την απύθμενη άγνοιά της.
Τ6τε βλέπει, ενθα κείται, Τότε που κε{τεται βλέπει,
ενθα εστι καθειργμένη, που εiναι φυλακισμένη·
δλοv β6ρβορον τον τ6πον, σ' ενα βουρκο πέρα ως πέρα
άκαθάρτων iοβ6λων άπό άκάθαρτα γεμάτο
225 έρπετων μεμεστωμένοv, 225 και φαρμακερά έρπετά·
έαυτήν δε δεδεμένην και δεμένη νά 'ναι ή ίδια
και δεσμοις κατεσφιγμένηv με δεσμά σφιχτά δεμένη
χειρας αμα τε και π6δας και στα χέρια και στα πόδια,
και αύχμωσαν και ρυπωσαν, βρομερη και λασπωμένη
230 τετραυματισμένην αμα 230 και πληγες καταγεμάτη
δήγμασι των έρπετων άπ' των έρπετων τα δόντια
και τας σάρκας οiδαινοι5σας με τις σάρκες της νά εiναι
· έαυτης φέρουσαν αμα άπό πρηξίματα γεμάτες
μετα πλήθους γε σκωλήκων. και μ' άμέτρητα σκουλήκια.
235 ΤαίJτα βλέπων πως ού φρίξει, 235 Βλέποντας πως νά μη φρίξει
πως ού κλαύσει, πως ού κράξει νά μην κλάψει, νά φωνάξει
και θερμως μετανοήσει και θερμά νά μετανοήσει
και αiτήσεται ρυσθηναι κι άπ' τ' άπαίσια τά δεσμά της
των δεσμων των δεινοτάτωv; . νά σωθει νά μη ζητήσει;
240 'Όντως πας 6 ταίJτα βλέπων 240 'Όποιος βλέπει αύτά και θρήνούς
και στενάξει και θρηνήσει κι άναστεναγμους θά βάλει
και συνέπεσθαι θελήσει και μαζi νά πάει θά θέλει
τφ το φως έκλάμψαvτι Χριστφ! στό Χριστό τό φως π' άνάβρυσε.
ΤαίJτα oιJv ποιων, ώς εΤποv, Κάνε αύτά λοιπόν ώς εiπα,
245 και τφ λάμψαντι προσπίπτων 245 πρόσπεσε σ' αύτόν που fλαμψε
------ ------

220-234. Ή ύπερβολή δέν χρησιμοποιείται μόνο στην προσωπική του περί­


228. Ματθ. 22,13. πτωση, ά'λλά γενικεύεται.
/
74 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ Λ' 246-279 75

-Θέα μοι καλως α λέςω !- - Κοίταξε καλά. δ,τι λέω -


άπτεται χεpσiν 6 λάμψας δεσμά. καi'πληγές μου άγγίζει
των δεσμων μου και τραυμάτων·
μέ τα χέρια του ό που ελαμψε.
ενθα δε ή χεip πpοσψαύσει
Και τό χέρι του δπου άγγίξει
250 η δακτύλφ προσεγγίσει,
250 η τό δάχτυλό του βάλει
λύονται δεσμα εύθέως,
τα δεσμά. σπάνουν άμέσως
σκώληκες άπονεκpοίJνται,
πίπτουσι τα τραύματα δέ, και πεθαίνουν τα σκουλήκια,
συνεκπίπτει τούτοις ρύπος οί πληγές έξαφανίζονται,
255 και κηλiς μικpα σαpκ6ς μου φεύγει κι ή βρομιά. μαζί τους
γίνεται, συνούλωσίς τε 255 στό σωμα ή πληγη μικραίνει
άθp6ως έπi τοσοίJτον, κι ή συνούλωση τελειται
ώς ούλην μη καθοpασθαι γρήγορα, σέ βαθμό τέτοιο,
δλως έν έκείνφ τ6πφ, ώστε στό σημειο έκεινο
260 dπαστpάπτοντα δε μαλλον
οίSτε ούλη να φαίνεται κάν·
δμοιον χειpος της θείας
260 και περσότερο ν' άστράφτει
dπεpγάζεται τον τ6πον.
δμοια με τό θειο τό χέρι
ΘαίJμα ξένον γε, ή σάpς μου,
κάνει τό σημειο έκεινο.
της ψυχης λέγω ούσίαν,
265 ναι δή, καi του σώματ6ς μου, θαυμα μέγα, ή σάρκα μου,
δ6ςης θείας μετασχ6ντα της ψυχης μου λέω ή υπόσταση,
αlγλην dπαστpάπτει θείαν. 265 δπως και του σώματός μου
Καθοpων τουτο έν μέρει κοινωνώντας θεία δόξα
τελεσθεν του σώματ6ς μου, άπό θεία λάμψη άστράφτει.
270 πως το δλον ού ποθήσω Βλέποντας του σώματός μου
σωμά μου και ikετεύσω ενα τμημα ετσι ν' άλλάζει,
των κακων dπαλλαγηναι
270 πως να μην ποθήσω κι δλο
και ύγείας, οίας εlπον,
μου τό σωμα να ίκετέψω
δ6ςης τε τυχε'ίν ώσαύτως;
άπ' τα κακά. ν' άπαλλαγει
275 'Όμως ούτω μου ποιοίJντος,
μαλλον δε και θεpμοτέpως,
και ύγεία τέτοια που εiπα
και καταπληττομένου μου και μαζι δόξα να λάβει;
dναλ6γως των θαυμάτων, 275 'Όμως ένεργώνtας ετσι
χειρρ, την αύτοίJ Δεσπ6της, η και πιο θερμά. άκόμα
μέ κατάπληξη μεγάλη,
που στό θαυμα άνάλογη ~ταν,
266. Α' Πέτρ. 5,1. ό καλός μετακινώντας
76 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ Λ' 280-310 77

280 ό καλός, μετακινησας 280 ό Δεσπότης μου τό χέρι


τα λοιπα του σώματός μου δλα τ' σλλα μέρη άγίζει
περιέρχεται και βλέπω του κορμιου και τό βλέπω
ταίJτα, φ προέφην τρόπφ, μέ τόν τρόπο που είπα πρωτα
καθαιρόμενα και δόξαν να καθαίρονται και δόξα
285 ένδυόμενα την θεfαν. 285 θεϊκη να ντύνονται.
Καθαρθέντος οιJν αύτiκα Μόλις που καθάρθηκα δμως
και δεσμων dπαλλαγέντος, και λυθήκαν τά δεσμά μου
δfδωσi μοι χειρα θεfαν, τό θεϊκό του απλώνει χέρι,
dνιστq. με του βορβόρου, μέ pηκώνει άπό το βουρκο
290 δλος περιπλέκεταf με, 290 κι δλος μέ σφιχταγκαλιάζει,
έπιπfπτει τφ τραχηλφ κρέμεται.άπ' τόν τράχηλό μου
-ΟΥμοι, πως ύποiσω ταίJτα;­ -πως ν' άντέξω σ' δλα τουτα;­
καi καταφιλει συχνως με. μέ γεμίζει άπ' τα φιλιά του.
Έκλυθέντα δέ με δλον Κι δταν πια παράλυσα όλος
295 και Ισχυν dποβαλόντα 295 κι έχασα τή δύναμή μου
-Φευ μοι, πως χαρdξω ταίJτα;­ -οίμοι πως να πω για τουτα;­
αίρει με έπι των ώμων που στους ώμους του μέ παίρνει
-ώ dγdπη, ώ χρηστότης/­ -ω άγά,πη, ω καλοσύνη!-
και έξάγει με του Ιf.δου, κι άπ' τόν αδη μ' άνασύρει,
300 του τε χώρου και του ζόφου 300 κι άπ' τόν τόπο κι άπ' τό ζόφο
καi ε(σάγει με είς άλλον και μΆεtσάγει μέσα σέ άλλον,
εrτε κόσμον ~ dέρα, κόσμος είναι ειτε άέρας
δλως έξειπειν ούκ έχω. δεν μπορω να πω καθόλου.
ΤοίJτο οίδα, δτι φως με 'Ένα ξέρω, δτι φως είναι
305 και βαστdζει καi συνέχει 305 που μέ πάει και που κρατεί με
καi προς φως εiσάγει μέγα, και στό μέγα φως με μπάζει,
οιJ το μέγα θειον θαίJμα που το μέγα, θείο του θαυμα
ούδε άγγελοι έκφράσαι μήτε οί άγγελοι να έκφράσουν
~ εiπειν έξισχύσουσιν dλληλοις fι να πουν ό ένας στόν άλλο
310 καν δλως, ώς γε δοκω. 310 δεν μπορουν θαρρω καθόλου.
------ ------
286--303. Ή γλυκιά παράλυση πού νιώθει όποιος συναντίi τό πρόσωπο πού
291. Λουκίi 15,20. άγαπίi καί ποθεί. 'Όλη ή πολύ άνώτερη ευτυχία του Συμεών έκφράζεται άριστα
297. Λουκίi 15,6. με τίς δύο άναφωνήσεις, πολύ έσωτερικές εΙναι άλήθεια, '& άγάπη! & χρηστό­
299. Ψαλμ. 29,4. της'.
78 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ Λ' 311-342 79

Γενομένφ μοι δ' έκείσε Κι δταν έφτασα έκει πέρα


ίίλλα μοι δεικνύει πάλιν, αλλα πάλι αύτός μου δείχνει,
τα έν τφ φωτί, σοι λέγω, μές στο φως, σου λέω, δ,τι εtναι
μαλλον τα έκ του φωτος δέ, iΊ άπ' τό φως που βγαίνει μάλλον·
315 την άνάπλασιν την ξένην 315 την άνάπλαση να νιώσω
δίδωσι κατανοείν μοι, την παράδοξη μου δίνει
ην αύτος άνέπλασέ με που ό ίδιος μου έκανε καt μ' έχει
και φθορας άπήλλαξέ με άπο τη φθορα άπαλλάξει
και θανάτου έν αiσθήσει κι άπ' τόν θάνατο δπως νιώθω
320 δλον ήλευθέρωσέ με 320 μ' έχει άκέριο έλευθερώσει.
και ζωην άθάνατόν μοι Τη ζωη μου έχει δωρίσει
έδωρήσατο και κόσμου την άθάνατη καt μ' έχει
του φθαρτοίJ και των του κόσμου άπο το φθαρτό τόν κόσμο
πάντων άπεχώρισέ με καt τα κοσμικα χωρίσει
325 και στολην ένέδυσέ με 325 καt στολη μ' έχ~ι φορέσει
ίίϋλον φωτοειδη τε, ανλη, σαν φως που άστράφτει,
ύποδήματα ώσαύτως κι ύποδήματα έπίσης,
και δακτύλιον και στέφος δαχτυλίδι καt στεφάνι
ίίφθαρτα άίοιά τε, άκατάλυτα κι αίώνια,
330 ίίπαντα ξένα των ώδε. 330 ασχετα άπ' δσα έδω εtναι.
Έποίησέ με άναφη, Μ' έχει άνέγγιχτο άναδείξει,
άψηλάφητον, ώ θαίJμα, άψηλάφητον, ω θαυμα,
και άόρατον όμοίως, μα και άθέατον έπίσης
συνημμένον άοράτοις. μέ τ' άόρατα ένωμένον.
335 Ουτως oιJ'v με και τοιοίJτον 335 Μέ τον τρόπο αύτον και τέτοιον
έργασάμενος ό κτίστης άφου μ' έκανεν ό κτίστης,
έν σκηνfi είσήγαγέ με σέ σκηνη μέ φέρνει μέσα,
αiσθητfi, σωματικfi γε τό αίσθητό μου σωμα που εtναι,
και ένέκλεισεν έν ταύτn καt μέσα σ' αύτη μέ κλείνει
340 και κατησφαλίσατό με, 340 και σοφα μ' έξασφαλίζει.
και καταγαγωv δ' έν κόσμφ Μές στον κόσμο ρίχνοντάς με,
αiσθητφ και όρατφ τε αίσθητός κι όρατός πού 'ναι,
------

325. Βλ. Λουκα 15,22. 338. Β' Κορ. 5,4. 331-334. Είναι ή θε{α άλλο(ωση.
80 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ Λ' 343-376 81

πάλιν έθετα βιοίJν με πάλι συντροφια μέ βάζει


και συνειναι τοις έν σκότει, να ζω με τους σκοτεινούς, ένω
345 τον άπαλλαγέντα σκότους, 345 εiχα άπαλλαγει άπ' τό σκότος,
και καθειρχθαι μετ' έκείνων, στην είρκτη μαζι μ' έκείνους
των έν τφ βορβόρφ λέγω·
που στό βουρκο μέσα ζουσαν·
μαλλον δε διδάσκειν τούτοις,
μαλλον,δάσκαλόςτουςνά'μαι
ε(ς έπίγνωσίν τε αγειν,
και να νιώσουν να τους κάνω
350 dJν περίκεινται τραυμάτων
350 πόσα τραύματα τους σφίγγουν
και dJν δεσμων κατέχονται.
Έντειλάμενος άπηλθεν. και δεσμα πόσα τους δένουν.
Έγκαταλειφθεlς οδ'ν μόνος, 'Έδωσε έντολη κι έχάθη
έν τφ πρώην σκότει λέγω, κι εμεινα λοιπόν μονάχος,
355 ούκ ηρκέσθην, οiσπερ εiπον στό προηγούμενο σκοτάδι.
δτι έδωρήσατό μαι, 355 Μα άρκετα δε μου φανηκαν
άγαθοις άνεκλαλήτοις δσα πως μου χάρισε εiπα
δλον με άνακαινfσας, άφραστα άγαθα μεγάλα·
δλον με άθανατίσας, μ' εiχε άνακαινίσει άκέριο
360 δλον με θεοποιήσας
κι άποθανατίσει άκέριο
και Χριστδν άποτελέσας.
360 και θεοποιήσει άκέριο
'Αλλ' ή στέρησις έκείνου
και Χριστό μ' εiχε άναδείξει.
λήθην πάντων ένεποίει
των καλων, dJν είπαν τούτων, Άλλα ή στέρηση έκείνου
· 365 και έδόκουν έστερησθαι. δλων των καλων τη λήθη,
Δια τοίJτο ώς τοις πρώην δσων εiπα, προξεvουσε
έμπαγεις κακοις ηχθόμην 365 κι δτι μου ελειπαν θαρρουσα.
και καθήμενος έν μέσφ Και γι' αύτό καθως λυπόμουν
της σκηνης, ωσπερ έν θήβn στα παλια δεινα μπλεγμένος
370 η έν πίθφ κεκλεισμένος, και καθήμενος στη μέση
έκλαιον, έθρήνουν σφόδρα της σκηνης σαν σε κιβούρι
έξωθεν δλως μη βλέπων.
37Οη κλεισμένος σε πιθάρι,
Έξεζήτουν γαρ έκεινον,
έκλαια και θρηνουσα δίχως
έκεινον δνπερ έπόθουν,
έξω να θωρω καθόλου.
375 οί5 ηράσθην, οί5 τφ κάλλει
ώραιότητος έτρώθην, -rΗταν που ζητουσα έκεινον,
~ταν που ποθουσα έκεινον
375 που έρωτεύτηκα και μ' εiχε
369. 'Εξ. 2,6. 374. 7
Α,σμα 3, l. άχ, λαβώσει ή όμορφιά του·
375. Ψαλμ. 44,2. 376. 7
Αισμα 5,8.
82 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ Λ' 377-410 83

έφλεγ6μην, έκαι6μην, φλογιζόμουν, έκαιγόμουν


όλος ένεπυριζ6μην. στη φωτια βασανιζόμουν.
Οδτως οίJν διάγοντά με, VΕτσι λοιπόν ένω ζουσα
380 σδτω καi δακρύοντά με, 380 κι έτσι ένω έκλαιγα συνέχεια
έκτηκ6μεν6ν τε dμα
κι έλιωνα έτσι άπό τον πόνο
καi δεινως με μαστιζ6μενον
μες σε φοβερό μαρτύριο
καi βσωντα κατωδύνως,
της κραυγης μου έπακούσας, κι έβαζα κραυγες όδύνης,
385 dπο dνεικάστου δψσυς τη φωνή μου άκούει στο τέλος
διακύψας καi fδών με 385 άπ' τ' άφάνταστό του ϋψος.
κατηλέησε και αίJθις Σκύβοντας και βλέποντάς με
κατιδειν ήξfωσέ με με σπλαχνίστηκε και πάλι
τον d6ρατον τοις πασιν, μ' έκανε άξιο να τον δω
39οδσον έφικτον dνθρώπφ. δσο ο{ άνθρωποι μπορουνε
''Ον fδων έξεθαμβήθην
390 τον άόρατο στους πάντες.
έν οfκίq. καθειργμένος
Σάστισα δταν τον εΙδα
και έν πίθφ κεκλεισμένος
σφαλισμένος μες στο σπίτι,
και του σκ6τους ών έν μέσφ,
στό πιθάρι μου κλεισμένος,
395Όύραν~ και γης σαι λέγω.
Αfσθητως καλω γαρ σκ6τος,
μες στου σκοταδιου τη μέση,

έπει dπαντας dνθρώπους 395 ούρανό και γη σου λέγω.


- καi τας τοιίτων διανοίας Για αtσθητό μιλω σκοτάδι
αfσθητοις συγκεκραμένας- γιατι σ' όλους τους άνθρώπους
400 έν τοιίτσις όντας ταυτα (και τις σκέψεις δλες τους
συγκαλύπτουσι βαρέως. με τα αίσθητα ένωμένες)
'Όμως ών έν τούτοις εlδον 400 τα αtσθητα δπου μέσα ζουνε
τον πρσ6ντα, καθως εlπον, κάλυμμα βαρυ τους ρίχνουν.
καi νυν όντα πάντων έξω νοερως
Μες σ' αύτα βρισκόμουν μα εΙδα
405 καi έθαιίμασα, έξέστην, τον που πριν και τώρα, ώς εΙπα,
έφοβήθην καi έχάρην.
νοερα ηταν έξω άπ' όλα.
Και κατανοων το θαυμα,
πως τον έξω πάντων όντα 405 θάμπος κι έκσταση με πιάνουν,
ένδον ών έγω των πάντων φόβος και χαρα μεγάλη,
410 βλέπω μ6νος βλέποντά με, και τό θαυμα συλλογιόμουν:
------ Πως αύτόν που εΙν' έξω άπ' όλα
έγω μεν στη μέση όλων
386. Ψαλμ. 101. 20. 410 μόνος βλέπω και με βλέπει,

L ···- j
84 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ
ΥΜΝΟΣ Λ' 411-442 85
μη γινώσκων, που ύπάρχει,
που εΙναι δίχως να γνωρίζω,
π6σος έστι, ποταπος δε
πόσος εΙναι, ποιά ή άρχή του,
η 6ποιος, δν και βλέπω,
τί λογfjς, αύτός που βλέπω,
η πως βλέπω η τί βλέπω·
πως τόν βλέπω και τί βλέπω.
415 δμως βλέπων απερ εlδον,
415 'Όμως βλέποντας δ,τι εΙδα
και θρηνων, δτι μη γνωναι
και θρηνώντας που να μάθω
δύναμαι τον τρ6πον τοίJτον
δεν μπορω τόν τρόπο τουτον
μηδε δλως έννοfjσαι
μήτε όλότελα να νιώσω
η ποσως κατανοfjσαι,
μήτε καν στό νου να βάλω,
420 πως, δν βλέπω, πως με βλέπει,
420 πως τόν βλέπω, πως με βλέπει,
εlδον πάλιν τοίJτον ένδον πως ξανάδα πάλι τουτο
της οlκίας και του πίθου
μες στό σπίτι, στό πιθάρι
δλον αί'φνηι; γεγον6τα,
νάρχεται αξαφνα δλος μέσα
ένωθέντα τε άφράστως,
κι αφραστα νά 'ναι ένωμένος
425 άπορρήτως συναφθέντα
425 και άπόρρητα δεμένος
και μιγέντα μαι άμίκτως
κι ασμιχτα να μ' έχει σμίξει,
ώς το πυρ αύτφ σιδήρφ
με τό σίδερο ή φωτια δπως
και το φως γε τφ ύέλφ,
και με τό γυαλι τό φως.
και έποίησεν ώς πυρ με
Κι ώς φωτια με κάνει νά 'μαι
430 και ώς φως άπέδειξέ με,
430 και μ' άνάδειξε δπως φως
και έκεινο έγενόμην,
κ:ι έγινε αυτό τό ιδιο
δπερ έβλεπαν προ τούτου
που έβλεπα πριν άπ' αύτό
και μακρ6θεν έθεώρουν,
και άπό μακρια θωρουσα.
και ούκ οlδα, πως σαι φράσω Και πως να σου πω δεν ξέρω
435 το παράδοξον του τρ6που·
435 τον παράδοξο αύτον τρόπο.
ού γαρ ήδυνήθην γνωναι,
Ουτε μπόρεσα να μάθω
ούδε νυν γινώσκω πάντως,
μα και τώρα μήτε ξέρω
πως είσfjλθε, πως ήνώθη.
πως μπfjκε και πως ένώθη.
Ένωθεις δέ, πως σαι είπω
Κι άφου ένώθη, πως να πω,
440 τίς έστιν ό ένωθείς μαι,
440 ποιός ένώθηκε με μένα,
τίνι δε κάγω ήνώθην;
μα'κι έγώ με ποιόν έπίσης;
Φρίττω και φοβοίJμαι, μήπως
Φρίττω και φοβουμαι μήπως
------
439 έ. Ό Συμεών γίνεται πολύ προσεκτικός μήπως μέ τό ύψος του όράματός
του προκαλέσει τόν σκανδαλισμό του άδελφου.
86 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ Λ' 443-476 87
έiιν είπω, άπιστήσας
άπιστήσεις, αν σου πω
περιπέσnς βλασφημίq,
και σε βλασφημία πέσεις
445 έξ άγvοίας και ψυχήν σου
445 κι άπό άγνοια, άδελφέ μου,
άπολέσnς, άδελφέ μου.
της ψυχης άπώλεια έχεις.
'Όμως εν έγω κάκειvος,
'Όμως άφου γίναμε ενα,
φ ήvώθηv, γεγοvότες
έγω κι αύτός όπού 'χα σμίξει,
τίvα έμαυτοv καλέσω;
τί να πω τόν έαυτό μου;
4,50 Ό Θεος διπλοίJς την φύσιν,
450 Ό διπλός στη φύση θεός,
την ύπόστασιv εΤς ά)v
άλλα στην ύπόσταση ενας
διπλοίJv με είργάσατο.
μ' έκανε διπλόν έμένα.
Έργασάμεvος διπλοίJv δε
Και διπλό άφου μ' έχει κάνει
διπλiι και όνόματα,
και διπλα τα όνόματά μου,
455 ώς όρ{!ς, παρέσχε μαι.
455 δπως βλέπεις, μου έχει δώσει.
Βλέπε την διαίρεσιv !
Πως χωρίζομαι, έλα κοίτα.
'Άνθρωπός είμι τfl φύσει,
,, Άνθρωπος εiμαι στη φύση
θεος δε τfl χάριτι.
και στη χάρη εiμαι θεός.
'Όρα, ποίαν χάριν λέγω
"Ακου ποιά χάρη σου λέγω·
460 §vωσιv την μετ' έκείvου
460 λέω την ενωση μ' έκεινον
αίσθητως και νοερως τε,
μ' αισθηση μαζι και νόηση
ούσιωδως και πvευματικως τε!
και μ' ούσία και με πνευμα.
~λλiι την μεν νοερiιv έξειποv
Τη νοερη ενωση σου εiπα
tvωσίv σαι διαφόρως
με πολλους και διαφόρους
465 και ποικίλως, αίσθητηv δε
465 τρόπους και την αίσθητη
την των μυστηρίων λέγω.
να σου πω των μυστηρίων.
Καθαρθεις γαρ μεταvοίq,
Σαν με κάθαρε ή μετάνοια
και τοις των δακρύων ρείθροις,
και τα δάκρυά μου ποτάμια,
σώματος τεθεωμέvου
θεωμένο κοινωνώντας
470 ώς ΘεοίJ μεταλαμβάνωv
47Οσωμα, θεου σωμα που ηταν,
θεος κάγω γίνομαι
γίνομαι κι έγω θεός
τfl έvώσει τfl άφράστφ.
με την άφραστη ενωσή μου.
'Όρα το μυστήριον!
Κοίτα τό μυστήριο τώρα!
Ή ψυχή oιJv το σωμα,
Ή ψυχή μου και τό σωμα,
475 Ι'vα ταίJτα πάλιν είπω
475 για να ξαναπω τα ιδια
έκ πολλffς περιχαρείας,
άπό την πολλη χαρά μου,
88 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ Λ' 477-508 89

έ'ν έν ούσίαις ταιςδυσί· γίνονται ενα με δυό ούσίες.


ταίJτα ο6ν τα έ'ν και δύο Αύτα λοιπόν τό ενα καi δύο
του ΧpιστοίJ μεταλαβόντα του Χριστου μου κοινωνώντας
480 και του αίματος πιόντα 480 καi τό αlμα πίνοντάς το
άμφοτέpαις ταις ούσίαις με τiς δυό του τiς ούσίες
και ταις φύσεσιν ώσαύτως καi τiς δυό φύσεις του επίσης
ένωθέντα του ΘεοίJ μου ένωμένα του Θεου μου
γίνονται Θεδς μεθέξει, γίνονται θεός 'μεθέξει,
485 όμωνύμως τε καλοίJνται 485 καi ομώνυμα καλουνται
τφ όνόματι έκείνου, με τό δνομα έκείνου
oiS ούσιωδως μετέσχον. την ούσία του που μετειχαν.
Λέγεται ο6ν πυρ ό άνθραξ Λεν τα κάρβουνα φωτια
και ό σίδηρος ό μέλας καi τό σίδερο τό μαυρο
490 πυpωθεις ώς πυρ όpαται. 490 αν πυρωθεi σα φωτια δείχνει.
Εί τοιοίJτος ο6ν όpαται, 'Άν λοιπόν τόν βλέπεις τέτοιο,
και τοιοίJτος αν κληθείη · τέτοιο εΙναι καi τ' δνομά του·
πυρ όpαται, πυρ κληθείη. φωτια βλέπεις, φωτια λές.
Ε( μη σεαυτδν τοιοίJτον "Αν δεν γνώρισες σαν τέτοιο
495 εγνως, τοις πεpι τοιούτων 495 τόν έαυτό σου σ' δσους τέτοια
μη άπίστει λέγουσί σαι, σου άναφέρουν μη άπιστεις,
άλλα ζήτησαν έξ δλης άλλα ζήτησε άπ' τα βάθη
της καρδίας σου και λήψn της καρδιας σου καi θα λάβεις
μαpγαpίτην lj σταγόνα μια σταλια η μαργαριτάρι
500 lj σινάπεως ώς κόκκον, 500 η καi σιναπιου ενα σπόρο,
ώς σπινθfjpα θεf'ον σπόpον. σπόρο σαν σπινθήρα θειο.
Πως ζητήσεις, δ σαι λέγω; Πως για δ,τι σου λέω θα ψάξεις;
'Άκουσον, σπουδfί τε πpαξον, "Ακου καi με βιάση πράξε
και εύpήσεις έν συντόμφ · τό γοργότερο να τό 'βρεις.
505 λάβε μαι σαφfj είκόνα, 505 Πάρε καθαρην είκόνα,
την του λίθου και σιδήρου· τό σίδερο καi την πέτρα
ενεστι και γαρ έν τούτοις καi σ' αύτα τα δύο ύπάρχει
του πυpδς ή φύσις πάντως, της φωτιας στ' άλήθεια ή φύση,
------
499. Ματθ. 13,45 έ. 500. Ματθ. 19,31 έ. 501. Λουκii 8,5 έ.
~;
90 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ Λ' 509-540 91

ούχ 6ραται δε κΙJ,ν δλως. μα δέ φαίνεται καθόλου.


5ΙΟΣυγκρουόμενα δε δμως 5 ιο 'Όταν τα συγκρούομε δμως
συνεχως πυρος σπινθfjρας συνεχως σπίθες φωτιας
άποπέμπουσικαιπασι ξεπετιουνται κι ό καθένας
καθορωνται μεν έν πρώτοις, τις διακρίνει μέ τό πρωτο.
ούκ άνάπτονται δε δμως, Άλλα ώστόσο δεν άνάβουν
515 εl μη δράξωνται και ύλης. 515 av δεν πέσουνε σέ φύλα.
Ταύτn δ' ένωθεις έκ τούτων Κι έτσι ένωθει άπό τουτες
ε{ς σπινθηρ μικρος είς απαν μια μικρη μικρούλα σπίθα
έξανάπτει κατ' όλfγον νά, κι άνάβει λίγο-λίγο
και εlς ύψος αίρει φλόγα καi πετάει ψηλά. τις φλόγες
520 και φωτ{ζει την οtκfαν 520 καταλάμπει δλο τό σπίτι,
και το σκότος έκδιώκει τό σκοτάδι κυνηγα
και ποιει του βλέπειν πάντας, και να βλέπουν δλοι κάνει
τους έν τfί otκfq, όντας. δσοι είναι μέσα στό σπίτι.
Είδες θαυμα; Λέγε οί5ν μοι · Νά, τό θαυμα, έξήγησέ το.
525 Προ του συνεχως κρουσθfjναι 525 Δίχως κρούση άπανωτη
πως έκπέμψουσι σπινθfjρας; πως θα βγάλουνε τις σπίθες;
'Άνευ δε σπινθfjρος ύλη Κι άπό μόνα τους τα ξύλα
αύτομάτως πως άνάψει; πως θ' άνάψουν δίχως σπίθα;
Πριν άνάψει, πως φωτfσει, Πριν ν' άνάψουν πως θα λάμψουν,
530 πως το σκότος έκδιώξει, 530 πως θα διώξουν τό σκοτάδι,
πως του βλέπειν σοι παράσχει; πως να δεις θα σου έπιτρέψουν;
Ούδαμως, μοι πάντως εfπεις, Τουτο, θα μου πεις, δεν είναι
δυνατόν ποτε γενέσθαι. δυνατό ποτέ να γίνει.
Ούτως οί5ν και συ ποιfjσαι 'Έτσι προθυμοποιήσου
535 προθυμήθητι και λήψnς 535 κι έσυ κάνε καi θα λάβεις,
, Tf σοι λέγω, δτι λήψn; - - Τί σου λέγω πώς θα λάβεις; -
θείας φύσεως σπινθfjρα, μια της θείας φύσης σπίθα
δν ώμο{ωσεν 6 κτίστης που παρόμοιασεν ό κτίστης
πολυτίμφ μαργαρfτn μ' άκριβό μαργαριτάρι
540 και σινάπεως τφ κόκκφ. 540 καi μέ σιναπιου ένα κόκκο.
------ ------
534. Δίνονται όδηγίες στό μαθητή πως θα λάβει τόν θε'iο σπινθήρα και θα
523. Ματθ. 5,15. τόν διακυρήσει.
92 ΥΜΝΟΣ Λ' 541-574 93
ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ

Τί σου λέω τώρα να κάνεις;


Τί ποιfjσαι δέ σαι λέγω;
'Άκουσον έμπόνως, τέκνον· "Ακου πρόθυμα, παιδί μου.
'Έστω σαι ψυχη και σωμα Σίδερο κι ώς πέτρα βάλε
άντι λίθου και σιδήρου, την ψυχή σου και τό σωμα
545 ό δε νους ώς αύτοκpάτωp 545 και κυρίαρχος ό νους σου
των παθων άδολεσχείτω των παθων ας άσχολειται
πpάξεσι ταις έναpέτοις με της άρετης τtς πράξεις
και έννοίαις θεαpέστοις και τiς εννοιες τις θεάρεστες
και ώς λίθον μεν το σωμα,
καt τό σωμα σαν τη πέτρα
550 ώς δε σίδηpον την ψυχην
550 και σαν σίδερο κρατώντας
χεpσι νοηταις κpατήσας
την ψυχη με νοητα χέρια
έλκυέτω και άγέτω
προς τας πράξεις μετα βίας όδηγώντας να τη σέρνεις
βιαστη και γαρ ύπάpχει προς τiς πράξεις με τη βία·
555 ούpανων ή βασιλεία. βιάζεται, δπως λέει ό λόγος,
Ποίας πράξεις δέ σαι λέγω,· 555 ή βασιλεία των ούρανων.
Άγpυπνίαν και νηστείαν, Και ποιές πράξεις σου προτείνω;
θεpμήν τε μετάνοιαν, 'Αγρυπνία και νηστεία
δακρύων όμβρους και πένθος, και όλόθερμη μετάνοια,
560 dπαυστον θανάτου μνήμην, και δακρύων ποτάμια, πένθος,
άδιάλειπτον εύχήν τε
560 μνήμη άδιάκοπη θανάτου,
και ύπομονην παντοίων
προσευχη με δίχως παύση
πειpασμων έπεpχομένων ·
και ύπομονη σε κάθε
προ τούτων πάντων σιωπην
565 και ταπείνωσιν βαθειαν πειρασμό που θα σε δέρνει.
καl ύπακοην τελείαν Και σιωπη πάνω άπ' δλα
και θελήματος έκκοπήν. 565 και ταπείνωση βαθια
Τούτοις οδν και τοις τοιούτοις και ύπακοη ως τό τέλος,
ή ψυχη άδολεσχοίJσα κόψε και τό θέλημά σου.
570 και άει συνεχομένη Τέτοια και παρόμοια άλλα
λαμπηδόνας μεν έν πpώτοις μελετώντας ή ψυχη
δέχε'σθαι ποιει τον νουν σου, 570 και σ' αύτα προσηλωμένη
άλλα σβέννυται συντόμως,
πάντα πρωτα λαμπηδόνες
ότι οίJπω έλεπτύνθη,
να δεχτει κάνει τόνου σου,
μόνο που σε λίγο σβήνει,
554. Ματθ. 11,12. ώς λεπτός τόσο δεν εΙναι
94 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ Λ' 575-608 95

575 fνα καi συντ6μως dψn. 575 για ν' άνάψει με τό πρωτο.
'Ότε δε καi της καρδίας 'Όταν πια και την καρδιά σου
dψεται βολiς ή θεία, ή ριπη άνάψει ή θεία
τ6τε καi αύτην φωτίζει κι αύτην τότε τη φωτίζει
και τον νουν άποκαθαίρει και τόνου τότε καθαίρει
580 και εlς υψος τούτον αίρει 580 και τόν άνεβάζει στα ί\ψη,
καi προς ούρανον άνάγει
τόν ύψώνει στα ούράνια,
καi ένοι pωτi τφ θείφ.
με τό θειο φως τόν ένώνει.
''Α σοι ε(πον πρiν ποιήσεις,
Πριν να κάνεις δσα σου εΙπα,
πως, εiπέ μοι, καθαρθήσn;
πές μου, πως θα καθαρθεις;
585 Προ του καθαρθηναι δέ σε,
585 Και προτου να καθαρθεις
πως 6 νους σου λαμπηδ6νας
ύποδέξεται τας θείας; πως τις θειες λαμπηδόνες
Πως δέ, λέγε μοι, καi π6θεν θα ύποδεχτει όνους σου;
άλλοθεν τfi σfi καρδίq. Πές μου, πως καi άπό που
590 έμπεσδν το πυρ το θειον άλλου μέσα στην καρδιά σου
άναφθήσεταικαiταύτην 590 πέφτοντας ή θεία φωτια
έξανάψει και πυρώσει θ' άναφτει μα και θ' άνάψει
και ένώσει και συνάψει την καρδια και θα πυρώσει
και άχώριστον ποιήσει και θα ένώσει, θα συνδέσει
595 το κτιστδν μετα του κτίστου; και άχώριστο θα κάνει
Ούδαμως ποτέ, μοl φήσεις, 595 με τό πλάσμα του τόν πλάστη;
τούτο δυνατόν ύπάρξειν
θα μου πεις ποτέ, καθόλου
ούδενι των γεννηθεντων
δεν μπορει να γίνει τουτο
fj γεννήσεσθαι μελλ6ντων.
σε κανένα άπ' δσους ηρθαν
600 Τα δ' έντευθεν μη έρώτα!
στη ζωη και σ' δσους θάρθουν.
ΕΙ ένωθfjς γαρ τφ φωτί,
600 Μη ρωτας τα παραπέρα.
πάντα σοι αύτδ διδάξει
καiάποκαλύψειπάντα Με τό φως αν ένωθεις
και καθυποδεfξει, δσα δλα αύτό θα στα διδάξει
605 καi συμφέρει του μαθε'ίν σε. κι δλα θα σου άποκαλύψει
"Άλλως γαρ άδύνατ6ν σε και θα σου ύποδείξει κι δσα
τα έκεισε λ6γφ μαθειν· 605 σου συμφέρει να τα μάθεις.
τφ Κυρίφ δε δ6ξα είς τους αlωνας. ΕΙναι έξάλλου άδύνατο να
:4μήν. μάθεις τα έκει με λόγια
Και στόν Κύριο δόξα στους αίωνες.
590. Λουκ:α 12,49. 602. Ίω. 14,26.
'Αμήν.
ΛΑ' 31 *

Πεpi θεολογίας και δτι άvεξεpεύvητος ή θεία φύσις Περi θεολογίας, και ότι ή θεία φύση εlναι άνεξερεύνητη
και πάvτn τοίς άvθpώποις άκαταvόητος. και όλότελα άκατανόητη άπό τους άνθρώπους.

Κύριε, ό Θεος ήμων, Πάτερ, Υiε και Πνευμα, Κύριε, ό θεός μας, Πατέρα, Υ{ε και Πνευμα,
συ τfί μορφfί άνεfδεος, παγκαλης δε τfί θέq,, χωρiς μορφη είναι ή όψη σου μα στη θωρια πανώριος,
τφ άμηχάνφ κάλλει σου άμαυρων πασαν θέαν, , στο άπίστευτο το κάλλος σου κάθε όψη ξεθωριάζει,
ώρα'ιος ύπερ όρασιν ύπέρκεισαι γαρ πάντων. γιατi στην όψη είσαι όμορφος καi ξεπερνας τους πάντες.
5 'Άπασας έν ποσότητι όρώμενος, ο[ς βούλει, 5 "Αποσος είσαι στο ποσό, σε βλέπουν δσοι θέλεις,
ούσ(q, ύπερούσιος, άγνωστος και άγγέλοις ή ούσία σου ύπερούσια, κι άγνωστος dτους άγγέλους
ότι γαρ ~ς, γινώσκοντες έκτων ένεργειων σου, δτι ύπάρχεις ξέρομε άπ' τις ενέργειές σου,
έπει αύτον ών6μασας Θεόν, τον όντως όντα, άφου αύτονομάστηκες θεός στ' άλήθεία δτι είσαι,
τουτο ούσfαν λέγομεν, ύπόστασιν καλουμεν · αύτό ούσία τό λέμε εμεις κι ύπόσταση bυνάμα·
zοτο γαρ μη δν άνούσιον δν άνυπόστατον πέλει, ιο άνούσιο άφου είναι τό μη δν άνυπόστα10 είναι·
και δια τουτο τολμηρως ένούσιον καλουμεν, γι' αύτό τό λόγο τολμηρα όνομάζομε ένούσιον,
ένυπόστατον λέγομεν, δν ούδε(ς ποτε εΤδε, καλουμε ένυπόστατον δποιον κανεiς δtν είδε,
τον τρισυπόστατον Θε6ν, άρχην dναρχον μfαν. τον τρίσυπόστατο θεόν, άρχη άναρχη και μία.
'Άλλως δε πως τολμήσωμεν ούσfαν σε καλέσαι Άλλιως πώς θα τολμήσομε ούσία να σε πουμε
15 η ύποστάσεις έπι σου τρε'ις μεριστας δοξάσαι; 15 η να πρεσβεύσομε για σε τρεις ύποστάσεις χώριες;
'Οποίαν δε και ένωσιν όλως τίς έννοήσει, Άλλα και ποιά είν' ή ένωση που θα σκέφτει κανένας,
εf ό Πατηρ γαρ έν σαι και συ έν τφ Πατρί σου αν ό Πατέρας σου σε σε καi Συ είσαι σιιόν Πατέρα
και ές αύτοσ το άγιον προέρχεταί σου Πνευμα και αν άπ' αύτόν προέρχεται τό άγιο σου τό Πνευμα .
και συ αύτός, ό Κύριος, το Πνευμά σου ύπάρχεις, και συ ό ϊδιος ό Κύριος εiσαι τό άγιο ftνευμα,
20 το δε Πνευμα ό Κύριος κέκλησαι και Θεός μου 20 και Πνευμα όνομάζεται ό Κύριος καi ~εός μου
και ό Πατήρ σου Πνευμα δε και Ιfστι και καλειται; και Πνευμα κι ό Πατέρας σου καi είναι και καλειται;
------
8. Έξ. 3,14. 12. Ίω. 1,18.
17. Ίω. 17,21. 18. Ίω. 15,26. * Ξαναδιάβασε τόν Ομνο 21 με τόν όποίο /!χει ούσιαστική σχέση ό Ομνος αύ­
20. Β' Κορ. 3,17 και Ίω. 20,28. 21. Ίω. 4,24. τός.
98 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΛΑ' 22-53 99

Ούδεις δε είδε σέ ποτε άγγέλων η άνθpώπων, Μα και κανένας άγγελος ουτε dνθρωπος δε σε εiδε,
ού ταυτα έθεάσατο, ού τον τρόπον έπέγνω, ουτε εiδε τό μυστήριο αύτό κι ουτε τον τρόπο ξέρει,
πως εί'πn, πως δε φθέγξ,οιτο, πως χωpισμον τολμήσn πως να μιλήσει, τί να πει και πως να τα χωρίσει
25 η ενωσιν η σύγχυσιν η μίξ,ιν η και κpασιν, 25 πως να τολμήσει ένωση, σύγχυση, μίξη i) κράση,
το έ'ν δε τρία πpοσειπειν, ενα πως δε τα τρία. τρία τό ένα για να πει και πως ένα τα τρία.
Δια τουτο οδν, Δέσποτα, έξ, cbv εlπας πιστεύει, Λοιπόν για τουτο, Δέσποτα, πιστεύει άπ' όσα εiπες
έξ, cbv έδίδαξ,ας ύμνει πας πιστός σου το κράτος, κι άπ' όσα δίδαξες ύμνει ό πιστός τη δύναμή σου,
έπει πάντα τα κατα σε άκατάληπτα πάντn, γιατi όσα σχετικά. με σε εiναι άκατανόητα
10 αγνωστα και άνέκφοpα τοις ύπο σου κτισθεισι. 30 και dγνωστα κι άνείπωτα άπό τά πλάσματά σου.
Και γαρ άκατανόητος έστιν ή υπαpξ,ίς σου, Γιατi εiν' άκατανόητη για μας ή υπαρξή σου,
δτι πέφυκας ακτιστος, έγέννησας δ' ώσαύτως άφου, ένω εiσαι dκτιστος, εχεις γεννήσει ώστόσο·
καi πως κτιστος νοήσει σου της ύπάpξ,εως τρόπον και πως να νιώσει τό κτιστό τον τρόπο που ύπάρχεις
η της γεννήσεως του σου Υίου, Θεου και Λόγου, i) πως εγινε ή γέννηση του Υίου σου, Θεου και Λόγου,
35 εί'τε της έκποpεύσεως Πνεύματός σου του Θείου, 35 ειτε πως έκπορεύεται τό Πνευμα σου τό θειο
ίνα και ενωσίν σου γνφ και χωpισμον κατίδοι κι ετσι ένωση καi χωρισμό να φανταστει σ' έσένα
και άκpιβως ούσίας σου το είδος καταμάθοι; και την ούσία σου άκριβως πως εiναι να έννοήσει;
Ούδεiς ούδέπω είδε σου τούτων τι, cbvπεp εlπον. Ποτέ κανένας άπ' αύτα που σου' πα ένα δεν ξέρει.
Ού γαρ ένδέχεται Θεον αλλον φύσει γενέσθαι, Γιατi 'ν' άδύνατο Θεός στη φύση άλλος να ύπάρχει,
40 ί'να καi φύσεως της σijς έpευνijσαι ίσχύσn 40 για να μπορέσει καi της φύσης σου νά έρευνήσει
ούσίαν, είδος και μορφήν, ύπόστασιν ώσαύτως, ούσία, εiδος καi μορφη κι ύπόσταση έπίσης,
άλλ' εl αύτος έν σεαυτφ, μόνος Τpιας Θεος εl, μα άπό τον έαυτό σου Θεός τριάδα έσυ εiσαι μόνος
μόνος γινώσκων σεαυτόν, Υίόν σου και το Πνευμα και τον έαυτό σου μόνος σου ξέρεις και Υίό καi Πνευμα
και ύπ' αύτων ώς συμφυων γινωσκόμενος μόνων. κι αύτοi γνωρίζουν πάλι έσj,, την ιδια ώς εχουν φύση.
45 Οί δ' αλλοι -ωσπεp αίσθητου ήλίου τας άκτινας 45 Καi όπως οί dλλοι του αίσθητου του ηλιου τις άκτίνες
και οίSτοι καλως βλέποντες και τηλαυγως όpωντες -καi τουτοι βλέποντας καλα και μακρινά. θωρώντας­
εν δον οiίωυ καθήμενοι εfσιούσας όpωσιν, όταν στο σπίτι κάθονται βλέπουν να μπαίνουν μέσα,
έκεινοι δε τον ηλιον δλως ού καθοpωσιν- άλλα τον ηλιο βέβαια καθόλου δεν τον βλέπουν,
ουτω της δόξης σου το φως, ουτω τας λαμπηδόνας, ετσι της δόξας σου τό φως, ετσι τις λαμπηδόνες
50 και ταύτας έν αίνίγματι νοΊ'κεκαθαpμένφ, 50 κι αύτές πάλι αίνιγματικα με τον καθάριο νου τους
οί έκ ψυχijς ζητουντές σε βλέπειν καταξ,ιουνται · όσοι έκ βαθέων σ' άναζητουν άξιώνονται να δουνε.
σε δέ, όποιος, ποταπος τfl ούσίq, τυγχάνεις Μα έσένα; Έσυ εiσαι ποιός και ποιά ή ούσία σου εiναι,
η πως απαξ, έγέννησας και γενν(Jς άεννάως - iΊ πως γέννησες μια φορά, κι όμως γεννας άέναα

22. Α' Τιμ. 6,16. 43. Ματθ. 11,27. 50. Α' Κορ. 13,12.
100 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΛΑ' 54-84 101

και ού χωρίζn του έκ σου γεννωμένου, άλλ' Ιfστιν καi δε χωρίζεσαι άπ' αύτόν' που έσυ γεννας μα ύπάρχει
55 δλος έν σοί, δλος πληρων θε6τητι τα πάντα, 55 δλος σ' έσέ, γεμίζοντας θεότητα τα πάντα,
δλος γε μένεις έν αύτφ τφ Υίφ 6 Πατηρ δε μα κι ό Πατέρας στόν Υiό δλος σ' αύτόν συ μένεις,
και σου έκπορευ6μενον Ιfχεις το Θείον Πνευμα, κι εχεις να έκπορεύεται άπό έσε τό θειο Πνευμα
πάντα γινωσκον και πληρουν, Θεος δν κατ' ούσίαν να ξέρει καi που ξεχειλα, θεός στην ούσία, τα πάντα,
και σου μη χωριζ6μενον, έκ σου γαρ και πηγάζει. · να μη χωρίζεται άπό σέ, γιατi άπό σε πηγάζει.
60 Συ εl πηγη των άγαθων, παν δ' άγαθον Υi6ς σου, 60 Σύ' σαι ή πηγη των άγαθων, κάθε άγαθό ό Υiός σου,
νέμων δια του Πνεύματος αύτα πασιν άςίως, που με τό Πνευμα τ' άγαθα μοιράζει σ' δλους άξια,
. εύσπλάγχνως, φιλανθρώπως τε άγγέλοις και άνθρώποις. εύσπλαχνα καi φιλάνθρωπα σ' άγγέλους καi σ' άνθρώπους.
Ούόεις δ' άγγέλων εlδέ σου, ακτιστος πέλεις. Κανεiς άπ' τους άγγέλους σου, κανεiς άπ' τους άνθρώπους
65 Πάντα δε συ παρήγαγες προστάγματί σου μ6νψ δεν ε{δε μήτε γνώρισε την iSπαρξή σου, άφου εΙσαι
πως απερ οδν παρήγαγες δι5ναταί σε γινώσκειν, 65α άκτιστος. Μα δλα τα εκτισες με πρόσταγμά σου μόνο.
δπως γενν~ς τον σαν Yi6v, δπως άει πηγάζεις, 'Όσα λοιπόν δημιούργησες πως μπορουν να σε ξέρουν,
δπως έκ σου προέρχεται το Πνεί5μά σου το Θειον τόν Υiό σου πως έσυ γεννας, πηγη πως εΙσαι άέναη,
και ού γενν~ς δλως ποτέ, άπας πάντως γεννήσας, πως άπό σένα προέρχεται τό Πνευμα σου τό θειο,
ούδε πηγάζων κένωσιν η μείωσιν ύπέστης; κι ούδέποτε γεννας, ένω μια φόρα εχεις γεννήσει
70 Μένεις γαρ ύπερπλήρης, κι ένω πηγάζεις, κένωση δεν επαθες 'f1 μείωση;
ύπερ το παν άνελλιπής, δλος έν δλφ κ6σμφ, 70 Μένεις γεμάτος ξέχειλα,
τφ 6ρατφ, τφ νοητφ, και Ιfςω αίJθις τούτων, πάνω άπ' τα πάντα άνελλιπής, δλος σ' δλο τόν κόσμο
προσθήκην μη δεχ6μενος, μηδ' Ιfλλειψιν εiς dπαν τόν όρατό, τό νοητό καi πάλι εξω άπό τούτους
και εl δλος άκίνητος μένων πάντοτε οfJτως. προσθήκη έσυ δε δέχεσαι μήτ' ελλειψη καθόλου,
75 Ταί'ς ένεργείαις οδν άει άεικίνητος πέλεις, καi ε{σαι δλος άκίνητος καi πάντα μένεις ετσι.
Ιfχεις και γαρ άέναον, 6 Πατήρ, έργασίαν· 75 Με τiς ένέργειές σου λοιπόν πάντα άεικίνητος εΙσαι
έργάζεται και 6 σος Υiος πάντων την σωτηρίαν συ ό Πατέρας κι εχεις άδιάκοπη έργασ{α,
και προνοει και τελειοι και συνέχει και τρέφει, άλλα κι ό Υiός σου έπιτελει τη σωτηρία δλων,
ζωοποιει, ζωογονει έν Πνεύματι άγίφ. προνοει καi τελειοποιει καi συγκρατει καi τρέφει,
so 'Όσα γαρ βλέπει 6 Υiος τον Πατέρα ποιουντα, δίνει ζωή, γεννα ζωη με τό άγιο τό Πνευμα.
ταί5τα 6μοίως και αύτος έκτελει, καθως εlπεν. 80 Γιατi δσα βλέπει ό Υiός να δημιουργει ό Πατέρας,
ΟfJτως άκίνητ6ς τε ων, άεικίνητος τέ πως δμοισ.: κι αύτός έπιτελει τα ίδια καθώς εΙπε.
οι'Jτε κινfl, ούχ i'στασαι, οfJτε κάθησαι πάλιν, 'Έτσι ένω εΙσαι άκίνητος καi άεικίνητος ε{σαι·
άλλα άει καθήμενος άει rστασαι δλος κινεισαι; όχι· ούτε στέκεσαι· μήτε κάθεσαι πάλι,
------ άλλα ένω πάντα κάθεσαι πάντοτε στέκεσαι δλος

55. Έφ. 4,10. 63. Α' Τιμ. 6,16. 76. 'Ιω. 5,17. 80. 'Ιω. 5,19.
Υ Μ ΝΟΣ ΛΑ' 85-115 103
102 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟf

85 ίστάμενος δε αίSθις άει κινεισαι δλος, 85 και πάλι ένω στέκεσαι όλος κινεισαι πάντα,
μη μεθιστάμενός ποτε. που γαρ και άπελεύσn; μέ δίχως μετακίνηση, γιατι και που νά φύγεις;

Το πiiν, ώς εϊρηται, πληρων ύπερ το πiiv δε πέλων Ώς εiπα ξεχειλας τό παν κι εiσαι άπ' τό παν πιό πάνω
σέ ποιά νά μετακινηθεις λοιπόν κάποια αλλη θέση;
προς ποιον άλλον μεταβfiς η τόπον η και χωρον;
'Αλλ' ούδε ί'στασαι, και γαρ άσώματος ύπάρχεις, 'Αλλά και μήτε στέκεσαι, άφου εiσαι δίχως σωμα,
90 άπλους πληρων τα σύμπαντα, άσχημάτιστος πάντn,
90 εiσαι άσχημάτιστος κι άπλός, τά σύμπαντα γεμίζεις,
αυλος κι απερίγραπτος κι άσύλληπτος συνάμα.
dϋλος, άπερίγραπτος, dληπτος δλος ifσθα ·
και πως καθησθαι εί'πωμεν, πως πάλιν Υστασθαί σε, Πως να πουμε ότι κάθεσαι κι ότι στέκεσαι πάλι;
Να πουμε ότι κάθεσαι μα πως και σέ ποιό θρόνο,
πως δε καθησθαι φήσωμεν η έν ποίφ σε θρόνφ,
συ που γη κι ούρανό κρατας μές στό δικό σου χέρι,
τον τfi χειρι κατέχοντα ούρανον και την γην δέ,
95 τα ύπο γην τε άπαντα ίσχύϊ σfi κρατουντα; 95 κι όσα εiναι κάτω άπό τη γη συνέχει ή δύναμή σου;
Ποιος θρόνος χωρήσειεν η ποταπη οίκία,
Ποιός θρόνος εiναι που μπορει να σέ χωρέσει η σπίτι
η πως η που ένίδρυται η ποίοις θεμελίοις, και πως και που εχει κτιστει, σέ ποιά θεμέλια έπάνω,
σέ ποιούς στύλους ύψώνεται, ποιός θα τό καταλάβει;
ποίοις δε στύλοις αίρεται, τίς δλως έννοήσει;
'Αβάλε τοις άνθρώποις γε και πάσn κτιστfi φύσει, · Τί κρίμα για τόν ανθρωπο κι όλη την κτιστη φύση,

1οο τfi τα τοιαυτα έρευνiiν περι Θεου τολμώσn, 100 όπου όλα αύτα για τό θεό τολμα να τα έρευνήσει,
πριν έλλαμφθει, πριν qιωτιστει πριν θεαστει τα θεια,
πριν έλλαμφθη, πριν φωτισθfi, πριν κατίδn τα θεί'α
των μυστηρίων του Χριστου θεωρός προτου να γίνει,
και θεωρος γενήσεται των Χριστου μυστηρίων,
α ο6τε Παυλος κατιδων ί'σχυσεν δλως φράσαι,
που μήτε ό Παυλος μπόρεσε που τα εiδε να τα έκφράσει,
οt5τε και ό Ήλf.ας πρωτύτερα κι οt5τε ό Μωυσης ό μέγας,
ο6τε Ήλίας πρότερον, ο6τε Μωσης ό μέγας,
105 άλλα τας έντολας Θεου και θελήματα μόνα
105 άλλα τις έντολές του θεου και τα θελήματά του
κι ό ιδιος να μάθει άξιώθηκε και σ' αλλους νά έρμηνεύσει.
κατηξιώθη και αύτος μαθεί'ν και άλλοις φράσαι.
Περι αύτου δε του Θεου πλέον ούδεν άκουσαι Μα για τόν ιδιο τό θεό τίποτα πια ν' άκούσει,
να μάθει δεν άξιώθηκε κι οt5τε διδάχτη κάπως,
κατηξιώθη μαθεί'ν η δλως διδαχθηναι,
εί μη δτι ό ών έστι Θεος πάντων και κτίστης, παρα μονάχα ότι εiναι ό θεός όπου εχτισε τα πάντα,
ι ιο που εκτισε και συγκρατει όσα εχει δημιουργήσει.
11 ο δημιουργος και συνοχευς πάντων των παραχθέντων.
Ήμεις δέ, οί πανάθλιοι, οί σκότει καθειργμένοι · 'Ωστόσο οί πανάθ~ιοι έμεις στις φυλακές του σκότους,
όπου μέ την άπόλαυση των ήδονων σκοτάδι
και σκότος δλως πέλοντες ήδονων άπολαύσει
γίναμε και τό που καt πως κλειστήκαμε αγνοώντας,
και άγνοουντες έαυτούς, δπου και πως κρατουνται,
στα πάθη που εχομε θαφτει, τυφλοι και πεθαμένοι,
oi τεθαμμένοι πάθεσιν, οί τυφλοι και νεκροί τε
115 τον δντα οντως dναρχον; dκτιστον Θεόν, μόνον
1 ι 5 τόν αναρχον άληθινά, θεόν ακτιστο, τόν μόνο

94. Ήσ. 66,1. 103. Β' Κορ. 12,2. 111. Βέβαια είναι oi άνθρωποι 'πανάθλιοι' μέσα στην σκοτεινή εiρκτή τους
104. Γ' Βασ. 19,9 έ. και 'Εξ. 19,lέ. και πολύ περισσότερο δταν p Συμεών συγκρίνει την κατάστασή τους μέ τόν
φωτεινό κόσμο στόν όποίο πλέει ή ψυχή του.
109. 'Εξ. 3,14.
104 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΛΑ' 116-145 105

άθάνατον ύπάpχοντα, άόpατον τοις πασιν όπου ύπάρχει άθάνατος κι άόρατος στους πάντες
έξεpευνωντεξ λέγομεν ώς άκpιβως εlδότες ψάχνομε ύποστηρίζοντας πως ξέρομε μ' άκρίβεια
πεpi Θεου, oi του Θεου όντες κεχωpισμένοι. περt θεου, ένω άπ' τόν θεόν είμαστε χωρισμένοι.
ΕΙ γαρ δη καl ήνωντο αύτφ, ούκ αν ποτε έτόλμων · 'Άν ένωμένοι είμαστε που θά 'χαμε την τόλμη
120 πεpi αύτου λαλfjσαι βλέποντες, ότι πάντα 120 για κεινον να μιλήσομε βλέποντας δτι δλα
αφpαστα, άκατάληπτα πέλουσι τα έκεlνου · δσα τόν ίδιον άφορουν δε λέγονται, δε νοουνται,
ού μόνον τα έκείνου δέ, άλλα και των έκείvου και δχι έκεινος μοναχα μα κι άπ' τα έργα έκείνου
έργων τα πλέίω αγνωστα ύπάpχουσι τοις πα.σι. τα περισσότερα άγνωστα για δλους έμας εtνqι.
Τίς γαρ και έpμηνεύσειε, πως έξ άpχfjς με πλάττει, Ποιός εΙναι αύτός όπου θα πει πως στην άρχη με πλάθει,
125 ποίαις χεpσi τον χουν λαβων ό άσώματος πάντn 125 με χέρια ποια ό άσώματος της γης τόν πηλό παίρνει,
στόμα μη /Jχων ώς ήμεις πως ένεφύσησέ μοι και πως στόμα μη έχοντας φυσάει στό πρόσωπό μου
και εlς ψυχην άθάνατον πως dpa γέγονέ μοι; και πως άθάνατη ψυχη μου έγινε ή πνοή του;
Άπο πηλου δέ, λέγε μοι, πως όστα, πως δε νευpα, Και πές μου τώρα· άπ' τόν πηλό πως κόκκαλα και νευρα,
πως κρέας, πως δε φλέβες μοι, πως δεpματίς, πως τρίχες, πως κρέας μα καi φλέβες πως, τρίχωμα πως και δέρμα,
130 πως όφθαλμοί, πως dJτα δέ, πως χείλεα, πως γλωσσα, 130 άύτια και μάτια πως, μα πως χείλη και πως και γλώσσα,
πως δpγανα φωνητικά, όδόντωv τε στεppότης πως της φωνης τα όργανα και των δοντιών τό φράγμα
έvapθpov λόγον πνεύj.~ατι τpανως άποτελουσιν;
, · -λόγο άρθρωμένο, καθαρό με νόημα μας δίνουν;
Άπο ξηpας δe και ύγpας ifλης, θεpμfjς τε και ψυχρας Κι άπ' τα στοιχεια ξηρό κι ύγρό, θερμό ψυχρό, με κάνει
ζφον με άπετέλεσε μίξει των έναντίων. ύπαρξη νά' χω ζωντανη τα ένάντια σμίγοντάς τα.
135 Πως οι3'ν δεσμειται νους σαpκί, πως σαρξ δε τφ άίJλφ )35 Πως νους και σάρκα δένονται, κι ή σάρκα με τόν αυλο
νοί συvαvακέκpαται άμίκτως, άσυγχύτως, τό νουν άσμιχτα σμίγουνε και σύγχυση καμία
· άφύpτως τε νους και ψυχη πpοσφέpουσι τον λόγον, και δίχως να συμφύρονται νους και ψυχη προφέρουν
τον ένδιάθετόν λαλω, και μένουσιν ώσαύτως τό λόγο τόν ένδιάθετο και πάλι μένουν ίδια,
ατμητα, άναλλοjωτα1 άσύγχυτα εlς απαν; άχώριστα, άναλλοίωτα κι άσύγχυτα ως τό τέλος;
140 Ταυτ' οι3'ν εlδόfες, άδελφοί, άνεpμήνευτα εlναι 140 Αύτά, άδελφοί μου, ξέροντας πως άνερμήνευτα εΙναι
και πασιν άκατάληπτα τα καθ' ήμας ύπάpχειν και δτι εΙναι άκατανόητα τα δσα μας άφορουνε,
iπως τον ήμας ποιήσαντα τοιούτους έκ μη όντων αύτόν που έτσι μας έκανε άπ' τό μηδέν πως φρίκη
έξεpευvαν ού tppίττομεν η έννοειν η λέγειν να μή με πιάνει ψάχνοντας και λέγοντας και νοώντας '
τα ύπεp λόγον, ύπερ νουν τον ήμέτεpον όντα; οσα τό λόγο ξεπερνουν, που εΙναι άπ' τόνου μας πέρα;
145 Κτίσματα όντες δε λοιπον φοβήθητε τον κτίστην 145 Σαν εΙστε κτίσματα λοιπόν τόν κτίστη φοβηθειτε

136. άμ{κτως- άσυγχύτως έννοιες πού έπαναλαμβάνονται συχνά άναφερό­


125. Γεν. 2,7 μενες κυρίως στην άγ{α Τριάδα· Ι!νωση χωρίς σύγχυση (μιά θεότητα- τρία πρό­
126.. Α' Κορ. 15,45. σωπα)..
106 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΛΑ' 146-174 107

τωι τας έκείνου έντολας μόνας έξεpευνατε, κ:αt να έρευνατε μοναχα τtς έντολες έκ:είνου
τηpε'ιν δε ταυτας σπευσατε υμων πάσn δυνάμει, κ:αt μ' δλη σας τή δύναμη τρέξτε να τtς τηρηστε,
εί βουλοισθε και της ζωης κληρονόμοι γενέσθαι! αν θέλετε να γίνετε κ:αt της ζωης κ:ληρονόμοι.
ΕΙ δε καταφρονήσετε των αύτου προσταγμάτων Μα σαν περιφρονήσετε τα θεια προστάγματά του
150 και τα θελήματα αύτου παpίδετε, ώς εlπε, 150 κ:αt σαν παραμελήσετε τό θέλημά του, ώς είπε,
και άπειθήσετε αύτφ έν ένι πάντως λόγφ, κ:ι αν άπειθήσετε σ' αύτόν τέλος, με λίγα λόγια,
ού δόξα, ούκ άξίωμα, ού πλουτος έκ του κόσμου, δόξα όχι, μή άξίωμα κ:αt πλούτη όχι του κ:όσμου,
άλλ' ούδ' ή γνωσις ή μωpα των έξω μαθημάτων, άλλα ούτε γνώση άνόητη των έξω μαθημάτων,
ού συνταξις, ού σύνθεσις καλλιεπείας λόγων σύνταξη όχι κ:αt σύνθεση κ:αt τορνευμένοι λόγοι
Ι 55 ούδ' άλλο τι των έπι γης πραγμάτων ij χρημάτων 155 ούτε άλλο τίποτ' άπ' τή γη πράγματα, χρήματα είτε,
ώφέλειαν την οίανουν παpέξουσί γε τότε, ώφέλεια όποιαδήποτε τότε θε να προσφέρουν,
δτε κpινεΊ τα συμπαντα και πάντας ό Θεός μου. δταν τα σύμπαντα ό Θεός θα κ:ρίνει κ:αt τους πάντες.
:4.λλ' 6 παpοφθεις λόγος παρ' ήμων του Δεσπότου Μα ό λόγος του Κυρίου μας όπου έχομε άμελήσει
στήσεται κατα πρόσωπον ένας έκάστου τότε θα σταθει κ:ατα πρόσωπο τότε του κ:αθενός μας
160 και έκαστον κατακpινεΊμη φυλάξαντα τουτον. 160 κ:ι αύτόν που δεν τόν φύλαξε θα τόν κ:αταδικ:άσει.
Ούκ έστι λόγος γαρ άpγός, άλλα ζων Θεου λόγος Δεν είναι λόγος άνεργος μα ζωντανός Θεου λόγος,
ζωντος και διαμένοντος εfς αίωνας αίώνων. Θεου που ζει παντοτινα στους αίωνες των αίώνων.
Λοιπόν, ή κρίσις έσεται οfJτω, καθως και εlπον, Λοιπόν ή κ:ρίση θα γινει έτσι κ:αθώς σας είπα
όμου τε και της έντολης, οfμοι, πpοσυνπαντώΟ'ης, κ:αt ή έντολή άλίμονο θα μας προϋπαντήσει
165 έλεγχούσης τον άπιστον ij πιστον πάντων δντα, 165 κ:αt θα μας δείξει άπιστος iΊ κ:αt πιστός ποιός είναι,
πειθήνιονij άπειθη τοις λόγοις του Δεσπότου, ύπάκ:ουος ποιός κ:ι άπείθαρχος στους λόγους του Κυρίου,
γενόμενον έπιμελως ij και άμεληθέντα, ποιός στάθηκ:ε έπιμελής κ:αt ποιός έδειξε άμέλεια,
και οfJτω χωpισθήσονται oi άδικοι δικαίων, κ:ι είναι έτσι που θα χωριστουν οί άδικ:οι άπ' τους δίκ:αιους,
of άπειθεις των τφ Χpιστφ πάντως ύπακουσάντων, άπ' τους ύπάκ:ουους στό Χριστό οί άπείθαρχοι δσοι είναι,
170 των φιλοθέων of νυν άγαπωντες τον κόσμον 110 κ:ι δσοι τόν κ:όσμον αγαπουν τώρα άπό τους φιλόθεους,
και των εύσπλάγχνων άσπλαγχνοι και των έλεημόνων οί άσπλαχνοι άπ' τους εύσπλαχνους κ:ι' άνελεήμονες δσοι
άνελεήμονος όμου, και στήσονται of πάντες χώρια άπ' τους έλεήμονες κ:αt θα σταθουνε δλοι
γυμνοι και πλουτου και τιμης και άpχης, ~ς έν κόσμφ γυμνοt άπό πλούτη κ:αι τιμές κ:αι τις άρχες στόν κ:όσμο,
άπήλαυσαν, και έαυτούς, οfμοι, κατακpινουσιν. που χάρηκ:αν κ:ι άλίμονο θ' αύτοκ:ατακ:ριθουνε.

146-147. Ίω. 14,21. 148. Τ{τ. 3,7.


151. Ματθ. 5,19. 158-159. Ίω. 12,48. 146. Τό μόνο και άσφαλές πού μπορεί νά κάνει ό πιστός, ό μοναχός είναι νά
161. Έβρ. 4,12. 162. Ήσ. 40,8. έρευνα καί να πράττει τίς έντολές του θεου. Εiναι δμως φρικτά να έρευνουμε ij
168. Ματθ. 13,49. 173. Έβρ. 4,13. νά θέλομε να νοήσομε ij να μιλήσομε γι' αυτόν που μας έπλασε 'έκτου μη όντος'.
108 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΛΑ' 175-181 , 109

175 Αύτοκατάκριτοι αύτών γεν6μενοι τοις έpγοις 175 Κι άφου αυτοκατακριθουν άπ' τα ίδια τους τα έργα
άκούσονται δ'· Άπέλθετε, μικρο{ τε και μεγάλοι, θ' άκούσουν τότε· Φύγετε, μικροi κι δσοι μεγάλοι,
μη πειθαρχήσαντες έμοί, Δεσπ6τn φιλανθρώπφ!
που δε με υπακούσατε τό φιλάνθρωπο Κύριο.
7Ης, Δέσποτα, ρυσθείημεν δικαίας καταδίκης
'Από τη δίκαιη, Δέσποτα, σωσε μας καταδίκη
και της μερίδος τύχοιμεν τών προβάτων σου, Λ6γε,
καi στων προβάτων τη μεριά, Λόγε, κατάταξέ μας,
180 δωρεάν, ώς μη /Jχοντες έλπίδα σωτηρίας
180 για χάρη, άφου δεν έχομε έλπίδα σωτηρίας
έξ /Jργων, of κατάκριτοι νυν και εfς τους α(ώνας!
άπό έργα, οί δικασμένοι έμέις τώρα κ:αi στους 'αίωνες.

175. Τίτ. 3,11


179. Ματθ. 25,3.
ΛΒ' 32

'Ότι οί ένδοξοι τής γης καi σοβαpοi τφ πλούτφ πεpi την 'Όσοι δοξάζονται στη γη και ύπερηφανεύονται για τα
σκιαv τώv όpωμέvωv πλανώνται, οί δέ γε τώv παpόvτωv πλούτη τους πλανώνται κυνηγώντας τόν ίσκιο των φαινο­
καταφpοvήσαvτες έv άπλαvεί μεθέξει τού Θε(ου γ(vο- μένων· ένω δσοι περιφρόνησαν τα παρόντα φτάνουν στη
vται Πνεύματος. δίχως πλάνη μέθεξη του θείου Πνεύματος.

Ύπο πιστων με, Δέσποτα, λοιδορούμενον βλέπων 'Όλοι οί πιστοί σου, Δέσποτα, βλέπεις μέ λοιδορουνε,
ώς ύπάρχοντα πλάνον τε και προπεπλανημένον, δτι τον κόσμο ξεγελω, κι ό ϊδιος γελασμένος,
δτι το ΠνείJμα λέγοιμι τfj σfj φιλανθρωπίq, λέγοντας πως το Πνευμά σου το αγιον εχω λάβει
και του πατρός μου ταίς εύχαίς, το ο.γιον λαβείν με, μέ τη φιλανθρωπία σου κι ευχές του γέροντά μου·
5 έλέησον και χάρισαι λόγον, γνωσιν, σοφίαν, 5 σπλαχνίσου με και δωσε μου λόγο, γνώση, σοφία,
ί'να οί πάντες γνώσωνται οί άντικείμενοί μαι, ωστε ν' άναγνωρίσουνε δλοι δσοι εiναι έχθροί μου,
δτι το σον έντος έμοίJ λαλεί ΠνείJμα το Θείον! πως δ,τι μέσα μου μιλει εiναι το θειο σου Πνευμα.
Δός μαι είπείν, ώς εί'ρηκας, δος κάμοί, ώς ύπέσχου, 'Ώς μου εiπες, δωσε μου νά πω, να πω δπως μου υποσχέθης,
οίς άντειπείν ούδεις αύτων ~ άντιστηναι, Σωτερ, ωστε ν' άντισταθει κανεις η να μου άντιλογήσει
1ο ίσχύσει · συ γαρ εl δοτηρ των άγαθων άπάντων. 10 να μην μπορέσει, δτι εiσαι έσυ των άγαθων δοτήρας,
Έγώ, Χριστέ, καν λέγωσι πλανασθαί με, σον δοίJλον, Χριστέ, κι αν ίσχυρίζονται δτι ό δουλος σου πλανιέται,
ούδέποτε πεισθήσομαι βλέπων σε, τον Θεόν μου, το Θεό μου έσένα βλέποντας δέ θα πειστω ποτέ μου
και καθορων το αχραντον πρόσωπόν σου και θείον και τ' αχραντο άντικρίζοντας και θειο πρόσωπό σου
και έξ αύτοίJ δεχόμενος έλλάμψεις σου τας θείας, και τις άντανακλάσεις του δεχόμενος τις θειες,
15 λαμπόμενος έν πνεύματι νοερους όφθαλμούς μου. 15 μέ φωτισμένα τα νοερα μάτια άπ' το θειο σου Πνευμα.
:4λλα μη &ρης, dJ Θεέ, απαντας πλανηθηναι Άλλα μην έπιτρέψεις, Θεέ, να όδηγηθουνε δλοι
τους νυν είς σε πιστεύοντας πλάνην την όλεθρίαν δσοι τώρα πιστεύουνε στην πλάνη την όλέθρια
του μη πιστεύειν, δτι συ πάντας και νυν φωτίζεις της άπιστίας, γιατι έσυ και τώρα όλους φωτίζεις
έλλάμπων της θεότητας άκτίσί σου της θείας. μέ λάμψεις περιχύνοντας της θείας θεότητάς σου.

8-9. Ματθ. 10,20 καί Λουκa 21,15.


Την έπιβεβαίωση των λόγων του ζητεί άπό τό θεό μέ την παραχώρηση λόγου,
7. Ό Συμεών έλεγε δτι είχε λάβει τό άγιο Πνευμα, oi έχθροί του δμως τόν γνώσης καί σοφίας, για ν' άποστομωθουν oi έχθροί του. Ό θεός φωτίζει δλους
κατηγορουσαν δτι παραπλανουσε τούς άλλους, πλανημένος πρωτύτερα ό ίδιος. τούς άνθρώπους.
112 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΛΒ' 20-49 113

20 Συ γαρ πολυς έν οίκτιρμοις, ήμεις έν άμαρτίαις 20 Οί οίκτιρμοί σου εiναι πολλοί, πολλές μας οί άμαρτίες
συ φως ο(κεις άπρόσιτον, σκότος ήμεις δε πάντες μένεις σέ φως άπρόσιτο κι έμείς στiς άμαρτίες
συ έξω εl της κτίσεως και ήμεις έν τfi κτίσει. εξω άπ' την κτίση εiσαι έσυ κι έμείς μέσα στην κτίση.
Οί πλείους δε των έξ ήμων και της κτίσεως έξω Κι οί περισσότεροι άπό μας εξω κι άπό την κτίση
έν τfi α(σθήσει πέλουσιν δλως άναισθητοίJντες ζωντανοi άκόμα βρίσκονται άναίσθητοι σε δλα
25 και παρα φύσιν δντες έξω ε(σι των πάντων, 25 κι άντίθετα στη φύση τους εiναι εξω άπό τα πάντα·
οί'βλέποντες ού βλέπουσιν, όρωντες ούχ όρωσιν αύτοi θωρουν και δέ θωρουν καl βλέπουν και δέ βλέπουν,
ούδε ΘεοίJ θαυμάσια έν νοερi/- αίσθήσει ούτε και του Θεου μπορουν τα θαύματα να νιώσουν
καταλαβειν ίσχύουσιν, άλλ' είσιν έξω κόσμου, μέ την νοερή τους δύναμη, μα εiν' εξω άπ' τόν κόσμο,
μαλλον δ' έν κόσμφ ώς νεκροι και προ θανάτου ε(σι η εiναι στον κόσμο σαν νεκροi πρiν άπ' τό θάνατό τους
10 και προ έξόδου κάτοχοι έν lf.δn τωτωτάτφ. 30 και πρiν πεθάνουν, εγκλειστοι στ' άπύθμενα του αδη.
Οδτοι οι3'ν δντως πέλουσιν, οϋς ή Γραφή γε λέγει, Αύτοt λοιπόν εiναι άκριβως που ή Γραφη άναφέρει,
oi ένδοξοι, oi πλούσιοι, oi σοβαροι τοις πασιν, οίενδοξοικιοίπλούσιοικιοίέπηρμένοισ'δλους
οί και δοκοίJντες εlναί τι έκ των' τοιούτων δλως, που και νομίζουν για δλα αύτά πώς κάτι εiναι στον κόσμο
μη συνιδειν ίσχύοντες την έαυτων α(σχύνην· καt δεν μπορουν ν' άντιληφθουν πόση ντροπη τους δέρνει.
35 καν γαρ σοφίαν κέκτηνται έν έαυτοις του κόσμου, 35 Κι αν τη σοφία μέσα τους σωριάζουν του κόσμου,
δόξαν τε ώς ίμάτιον, οi'ησιν την ματαίαν τη δόξα σαν ίμάτιο, την επαρση τη μάταιη
ώσπερ σκηνην δομήσαντες φρεσι πεπλανημέναις καθώς σκηνη σαν εφτιαξαν μέ πλανημένη σκέψη,
και την μεν ένδυσάμενοι, την δε έγκατοικοίJντες, και σαν τη δόξα ντύθηκαν και κατοικουν·στην οίηση
ώς έν πυθμένι κάθηνται έν Ιf.δου κατωτάτου εiναι σαν μέσα στ' απατα να κάθονται του αδη
40 και άγνοοίJσι τον Θεόν, άγνοοίJσι τον κόσμον 40 και δέ γνωρίζουν τό Θεό μα και άγνοουν τον κόσμο
και τα έν κόσμφ απαντα ποιήματα του κτίστου. και δλα του δημιουργου τα κτίσματα σιι:όν κόσμο.
Τίς γαρ τον κτίστην γνώσεται, πριν η την κτίσιν Υδοι Την κτίση ποιός προτου να δεί τόν κτίστη θα γνωρίσει
έν λόγφ ola λογικός, έν νο'ί'νοερως δέ, μέ λογικη σαν λογικός και ώς νοερός μέ νόηση
και έν α(σθήσει νοερi/- νοερως κατοπτεύων, κι άκόμα μ' αίσθηση νοερη θωρώντας μέ τόνου του;
45- τίς δέ; Ό καθορων πνευματικως δια Πνεύματος Θείου 45 Κι όποιος θωρεί πνευματικα μέ τό Πνευμα τό θείο,
μυστικως έλλαμπόμενος, όδηγούμενος θ' αμα -, δέχεται έλλάμψεις μυστικές συνάμα και όδηγίες,
προς γνωσιν την του ποιητοίJ άμυδρως πως άνέλθοι; μόλις που θα ύψωθεί θαμπα στου δημιουργου τη γνώση.
Οδτω γαρ καθαιρόμενον τρανοτέραν την γνωσιν 'Έτσι, μονάχα αν καθαρθεί θ' άξιωθεί να λάβει
λαβειν άξιωθήσεται, ώς Γβaφη π{j.σα λέγει. τη γνώση τη σαφέστερη που κάθε γραφη λέει.
------
21. Α' Τιμ.6,16. 26. Ματθ. 13,13.
32. Α' Κορ. 4,10. 33. Γαλ. 6,3
35. Α' Κορ. 1,20. 41. Ρωμ. 1,20. 33. Όt δοκουντες εiνα( τι' αύτοt δέν μπορουν νά προσεγγίσουν τά θαυμά­
49. Ματθ. 5,8.
σια του θεου καt είναι σκληρός άπέναντι σ' αυτούς ό ποιητής.
114 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΛΒ' 50-78 115

50 Οί έμπαθεις, ώς /Jφην δέ, dπόνοιαν έκεινοι 50 Κι ώς είπα, οί δέσμιοι των παθων έκεινοι σαν ίμάτιο
φοροί5ντες ώς iματιον, την οΥησιν ώς δόξαν φορώντας την άναμυαλιά, την έπαρση σά δόξα
ένδεδυμένοι τέρπονται και γελωσι τους αλλους ντυμένοι διασκεδάζουνε κι άναγελουν τους άλλους
και παίζουσιν έν ταις σκιαις τον των σκυλάκων τρόπον. κι όπου βρουν ισκιο παίζουνε σαν τά μικρά κουτάβια.
Κάρυον εl προσρίψειας και κροτήσειε τρέχον, Καρύδι όταν τους ρίξουνε καi με κρότο κυλήσει
55 έπιπηδωσι, δράσσονται, περιχαίνουσι τοί5το 55 αύτά πηδουν, τό άρπάζουνε καi θέλουν νά τό χάψουν,
και συν αύτφ κυλίονται και συσκιρτωσιν αμα · κυλιουνται παίζοντας μ' αύτό κι άναπηδουν άμέσως
καν φραγγελίου σύρn τις προ ποδων το σχονίον κι αν τό σκοινi άπό καμουτσi σύρει κανεiς μπροστά τους
συστρέφονται και πι'πτουσι και πόδας εlς dέρα πέφτουνε, κουλουριάζονται, τά πόδια στόν άέρα
έκτείνουσι και πρόξενοι γέλωτος τοις 6ρωσιν σηκώνουν κι όσους τά κοιτουν τριγύρω νά ξεσπανε
60 dνθρώποις έπι τfl αύτων γίνονται πτώσει πfiσιν. · 60 κάνουν σε γέλια βλέποντας νά πέφτουνε όλοένα.
Ούτως οδ'ν και οδ'τοι δαίμονας τέρπουσιν dναισθήτως Καi τουτοι έτσι τους δαίμονες τέρπουν χωρiς νά νιώθουν
έν ταις οίκείαις πράξεσι και ήθεσιν ώσαύτως με όσα ,έκεινοι πράττουνε κι όσα ποθει ή καρδιά τους.
οί γοί5ν τοιοί5τοι, λέγε μοι έρωτωντι, ώς έχεις, Τουτοι λοιπόν οί άνθρωποι, σε ρωτω, άπάντησέ μου,
πως τα Θεου μυστήρια διηγήσονται αλλοις; πως τά μυστήρια του Θεου θά διηγηθουνε σε άλλους;
60 Πως δε το φως της γνώσεως φωτισθωσι καν δλως 65 Πως με τό φως θά φωτιστουν της γνώσης καν με λίγο
και αλλοις μεταδώσουσιν, εi'τε κρίσιν εύθειαν καi θά τό μεταδώσουνε στους άλλους η θά βγάλουν
έν διακρίσειιtiληθει έξάξουσι δικαίως, σωστη μια κρίση δίκαιη μ' άληθινη διάκριση
οί σκότος ώς ίμάτιον δντες ένδεδυμένοι, αύτοi που σαν ίμάτιο φορανε τό σκοτάδι,
έν αlσθήσει dναίσθητοι, ζωfjς νεκροι έν μέσφ; στiς αίσθήσεις μέσα άναίσθητοι, νεκροt στης ζωης τη μέση;
70 'Αλλ ', dJ ύμεις φιλόθεοι, dκούσατε ρημάτων 70 'Αλλά, έσεις φίλοι του Θεου, άφουγκραστειτε λόγια
dληθινων και θαυμαστων, dJv το στόμα Κυρίου άληθινά και θαυμαστά, που του Κυρίου τό στόμα
και προλαβον έλάλησε και νί5ν λαλει τοις πfiσιν ! καt πιό μπροστά διαλάλησε καt τώρα λέει πρός όλους.
ΕΙ μη δόξαν dπώσεσθε, εi μη ρίψετε πλοί5τον, Τη δόξα αν δεν πετάξετε, τό βιό αν δεν άρνηθειτε,
εl μη ματαίαν οΥησιν έκδύσεσθε είς απαν, αν δε γδυθειτε όλότελα την οιηση τη μάταιη,
75 εί μη των πάντων γένησθε έσχατοι έν τοις έργοις 75 αν δε γενειτε έσχατοι στα έργα σας άπ' όλους,
και έν αύτοις τοις λογισμοις, μαλλον δε ταις έννοiαις ώς καi σ' αύτους τους λογισμους καi στiς άπλες τις σκέψεις
έσχάτους πάντων έαυτους νομίζετε ύπάρχειν, αν δεν πιστέψετε έσχατοι άπ' όλους ότι είστε,
ούι, αν δακρύων όχετούς, ού κάθαpσιν σαρκός τε· ποτε δακρύων ποταμους καi κάθαρση της σάρκας
------
64. Ψαλμ. 74,3 νες. Φρικτό καί νά τό σκεφτεί μόνο κανένας. Ή ζωηρή περιγραφή του μαρτυρεί
65. Ώσ. 10,12. όργή καί άγανάκτηση.
75. Ματθ. 19,30 καί Μάρκ. 10,44 71. 'Επανέρχεται στην άρχική του διατύπωση. Είναι τό στόμα του Κυρίου
53. Τούς άνθρώπους τfjς σημ. 33. παρομοιάζει μέ 'σκύλακες', μικρά σκυ­ πού λαλεί δσα λέει ό Συμεών. Γιq την όρθοδοξία του ό ποιητής είναι βεβαιότα­
λιά, με τά όποία παίζουν οί άνθρωποι. Μ' αυτούς δμως διασκεδάζουν οί δαίμο- τος.
116 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΌΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΛΒ' 79-107 117

κτήσησθε η θεάσησθε πως ένεργουνται ταυτα. δε θ' άποκτήσετε ούτε πώς γίνονται αύτα θα δειτε.
so Λοιπόν, θρηνειτε έαυτοι5ς, λοιπόν, μετανοειτε, 80 4-οιπόν, θρηνήσετε για σας, λοιπόν μετανοειτε,
λοιπόν, θερμα προχέετε δάκρυα καθ' ήμέράν, χύνετε δάκρυα θερμα λοιπόν την πασα ήμέρα,
ί'ν' όφθαλμους έκπλήνυτε νοερους της καρδίας, τα νοερ~ να πλύνετε τα μάτια της καρδιας σας,
ί'να το φως θεάσησθε το λάμψαν έν τφ κόσμφ, για ν' άντικρίσετε το φως που έλαμψε μες στον κόσμο,

δ λάμπον κράζει και βoif: Το φως έγω του κόσμου που βοα και κράζει λάμποντας 'Εγώ το φως του κόσμου
85 ημουνα, είμαι και θα είμαι, θέλω να με θωρατε.
85 ημην, είμι και /fσομαι και θέλω καθορiiσθαι!
Γιατl γι' αύτό κατέβηκα σωματικα στόν κόσμο·
Εfς τουτο γαρ έλήλυθα σωματικως έν κόσμφ,
ό ενας έγινα διπλός μένοντας δμως ενας,
διπλους ό εiς γενόμενος και μείνας εiς ώσαι5τως,
ώστε δποιοι ώς όρατό Θεό με προσκυνουν με πίστη
ί'να Θεόν με όρατον oi πιστως προσκυνουντες
και τlς δικ'; μου έντολες φυλάγοντας άοράτως
και τας έμας φυλάσσοντες έντολας άοράτως
90 δέχονται λάμψεις και νοερα είσάγονται στη δόξα
90 έλλάμπονται και νοερως μυοι5μενοι την δόξαν της θεότητάς μου της φρικτης καl της που έλαβε σάρκα
θεότητός μου της φρικτης, σαρκός τε προσληφθείσης καl τη διπλή μου μυστικα άντικρίζοντας τη φύση
και το διπλουν των φι5σεων μυστικως καθορωντες σαν ενα τότε άδίσταχτα Θεό με άνυμνουνε.
ώς §να με τότε Θεδν άδιστάκτως ύμνουσιν. 'Αλλιώς δεν είναι δυνατό τη συγκατάβασή μου
"Άλλως ούκ Ιfνι γαρ καλως έμην οfκονομίαν, 95 καl την οίκονομία μουν' άντιληφθουν, να φρίξουν,
95 έμήν τε συγκατάβασιν έπιγνωναι και φρίςαι κι αύτόν όπου ηρθε με μορφην άνθρώπου να λατρέψουν,
και προσκυνησαι ώς Θεον τον έν μορφfι άνθρώπου καθώς Θεόν καl που θεός άνέκφραστα έχει μείνει·

γενόμενόν με και Θεον μείναντα άνεκφράστως δύο το ενα άχώριστα άπό ύπόσταση, όχι φύση,

δύο το εν άμέριστα ύποστάσει, ού φι5σει,


ενας λοιπόν Θεός έγώ κι ανθρωπος τέλειος είμαι,
100 τέλειος κι άκέραιος, ψυχή, σάρκα και νους καl λόγος,
εiς οδ'ν Θεος έγώ εfμι, τέλειος ανθρωπός τε,
άκέραιος ανθρωπος καl Θεός έχοντας δύο ούσίες
1οοόλοτελής, όλόκληρος, σάρς, ψυχή, νους και λόγος
καl φύσεις δύο έχοντας καl δύο τις ένέργειες
ανθρωπος δλος και Θεος έν δυσι ταις ούσfαις,
κι έχοντας δύο θελήματα σε ύπόσταση δμως μία,
διπλαις ώσαι5τως φι5σεσι, διπλαις ταις ένεργείαις,
Θεός μαζl καl ανθρωπος άπ' την Τριάδα ό ενας.
διπλiiς και ταις θελήσεσιν έν μιq, ύποστάσει,
105 'Όποιοι έτσι με πιστεύουνε καl μ' ένιωσαν πώς είμαι
Θεος όμου και ανθρωπος εiς είμι της Τριάδος. τον έαυτό το\Jς καθαίροντας με ζηλο καl μετάνοια
105 Ο{ οδτω με πιστει5σαντες εlναι και έπιγνόντες καl μπόρεσαν με καθαρη καρδια πια ν' άντικρίσουν
έν τφ καθάραι έαυτους σπουδfι και μετανοίq, 83-84. 'Ιω. 8,12 και 9,5.
και δυνηθέντες κατιδειν έν καθαρq, καρδίq, 86. Μάρκ. 1,39.
96. Φιλ. 2,7.
ΥΜΝΟΣ ΛΒ' 108-113 119
118 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΌΓΟΥ

και νοερα να διδαχτουν τη θε{α μου οίκονομ{α,


και μυηθfjναι νοεpως έμην οiκονομίαν,
αύτοί με dγαπήσουσιν έξ δλης της καρδίας, αύτοt θα μ' άγαπήσουνε με δλη την καρδιά τους

11 ο αύτοι δε και φυλάξονται πάσας τας έντολάς μου 110 κι αύτοt θε να φυλάξουνε δλες τις έντολές μου
καταπλαγέντες την έμην άπειρον εύσπλαγχνίαν, κατάπληκτοι άπ' την αμετρη φιλανθρωπία που εχω,
αύτοί μοι και συνέσονται και κοινωνοι της δόξης, αύτοt θά 'ναι μαζt μ' έμε και θε να μοιραστουμε
της του Πg,τpός μου Ιfσονται είς αίωνας αiώνων. τη δόξα του Πατέρα μου στους αίώνες των αίώνων.
:4μήν. 'Αμήν.

109. Ματθ. 22,37.


112. Α' Πέτρ. 5, 1.
ΛΓ' 33

Περι θεολογ{ας, καΊ δτι οί το κατ' 11iκόνα φυλάξαντες Περi θεολογίας, και δτι δσοι φύλαξαν τό 'κατ' είκόνα'
τας πονηρας δυνάμεις τού άρχοντος τού σκότους καταπατουν τις πονηρες δυνάμεις του αρχοντα του σκό­
καταπατούσιν, οί δ' άλλοι, οlς έμπαθης ό β{ος, τους, ένώ οί αλλοι, που ό βίος τους κυλα μέσα στα πάθη,
ύπ' αύτού κρατούνται και βασιλεύονται. τον εχουν δυνάστη και βασιλιά τους.

Φως ό Πατήρ, φως ό Υίός, φως το ι'iγιον Πνεί5μα. Φως ό Πατέρας, φως ό Υtός, φως και το αγιο Πνευμα.
Βλέπε τί λέγεις, άδελφέ, βλέπε μη παρασφάλnς! Τί λέγεις πρόσεχε, άδελφέ, βλέπε μην κάνεις σφάλμα!
'Έν γαρ τα τρία φως είσιν, εν, ου l(εχωρισμένον, 'Ένα τά τρία τους είναι φως, ενα, δχι χωρισμένο,
άλλ' ήνωμένον έν τρισι προσώποις άσυγχυτως. άλλα σε τρία πρόσωπα άσύγχυτα ένωμένο.
5 Θεος γαρ άδιαίρετος δλως έστι τfi φυσει, 5 Γιατί είναι Θεός άδιαίρετος όλότελα στη φύση
l(α/ τfl ουσίq, άληθως ύπερ πασαν ουσίαν· και στη ούσία άληθινά πάνω άπο κάθε ούσία.
ού τfi δυνάμει τέμνεται, ού τfl μορφfl, ου δόξn, Δεν κόβετφ στη δύναμη, στη μορφη και στη δόξα,
ου τfi ίδέq,, δλος γαρ άπλοί5ν φως l(αθοραται. οϋτε στην δψη, γιατί φως άπλα φαίνεται δλος.
, Έν τούτοις έ'ν τα πρόσωπα, έ'ν αi τρεις ύποστάσεις 'Ένα σ' αύτά τά πρόσωπα, κι ενα ot τρεις ύποστάσεις,
1Ο τα τρία γαρ έν τφ ένί, έ'ν τα τρία δε μαλλον, 10 τά τρία σε ενα άληθινά, κάλλιο τά τρία ενα,
τα τρία μία δύναμις, τα τρία μία δόξα, τά τρία μιά είναι δύναμη, τά τρία δόξα μία,
τα τρία μία φύσις γε, ούσία l(αι θεότης. τά τρία είναι φύση μιά, μιά ούσία και θεότης
Αυτα l(αι φως το IJv εlσιν, δ φωτίζει τον l(όσμον, τά τρία αύτά είναι το φως, τον κόσμο πόύ φωτίζει,
ούχι τον l(όσμον, ι'iπαγε, τον όρώμενον τοί5τον δχι τον κόσμο, προς Θεου, τον όρατον έτουτον
15 - ούδε γαρ Ιfγνωl(εV αυτόν, ουδε δύναται γνωναι 15-γιατί δε γνώρισε το Θεον οϋτε καινά γνωρίσει
ό l(όσμος ό όρώμενος ουδ' of. του l(όσμου φίλοι· μπορει ό κόσμος ό όρατός, κι οϋτε του κόσμου ot φίλοι·
ό γαρ τον l(όσμον άγαπων έχθρας Θεοί5 τυγχάνει -, κι όποιος τον κόσμον άγαπα του Θεου έχθρας τυχαίνει­
άλλ 'δν αύτος πεποίηl(εν ι'iνθρωπον l(ατ' εfl(όνα φωτίζει έκεινον πού επλασεν ό ιδιος «κατ' είκόνα»
αύτοί5 l(αι l(αθ' όμοίωσιν, l(όσμον ήμεις καλοί5μεν, άλλα και καθ' όμοίωση. Κόσμον έμεις καλουμε
------

10-11. Μ{α θεότης, μία δυναμις, μ{α δόξα σέ τρ{α πρόσωπα iΊ τρείς ύπο­ 1. Α'. Ίω. 1,5. 3. Ίω. 1,9 καi 8,12.
στάσεις. Τό δόγμα της άγ{ας Τριάδας, πού είδαμε και κάπου προηγουμένως να 15. Ίω. 1,10 Α' Κορ. 2,14. 17. Ίακ. 4,4. 18. Γεν. 1,26.
διατυπώνεται κάπως παράξενα. Για τή διατύπωση τοϋ δόγματος αύτοϋ άφορμή 19. Κόσμος για τόν ποιητή δεν είναι αύτός πού λέμε έμείς, άλλα ό άνθρω­
δ{νει ό ϊδιος μέ δσα γράφει στούς πρώτους στίχους. πος πού μπορεί να κοσμηθεί μέ τiς άρετές.
122 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ
ΥΜΝΟΣ ΛΓ' 20-50 123
20 δτι κοσμειται άρεταΊς, άρχει των έπιγείων, 20 ό,τι στολίζουν οί άρετές και κυβερνα τα έπίγεια
καθώς έκεινος του παντος εχει την έξουσίαν, όπως έκεινος του παντός εχει την έξουσία.
και βασιλεύει των παθων τουτο το κατ' είκόνα Και με τό κατ' εiκόνα αύτό στα πάθη βασιλεύει,
και ύποτάσσει δαίμονας δημιουργους κακίας,
δουλαγωγει τους δαίμονες τους αιτιους της κακίας,
καταπατει τον δράκοντα, τον άρχαιον, τον μέγαν,
καταπατει τό δράκοντα, τόν παλαιό, τό μεγάλο,
25 ώσπερ στρουθίον εύτελές και πως; 'Άκουσον, τέκνον! 25 σα σπουργιτάκι ταπεινό. Και πως;" Ακου παιδί μου·
Ό άρχων οί5τος ό πεσών του φωτος τfί στερήσει Ό αρχοντας που γκρεμίστηκε τό φως εχοντας χάσει
έν σκότει γέγονεν εύθυς και εστι μετα πάντων στό σκότος βρέθηκε με μιας κι είναι μαζί με όλους
των συν αύτου έξ ούρανου πεσόντων έν τφ σκότει
που άντάμα άπό τόν ούρανό επεσαν στό σκοτάδι
και βασιλεύει έν αύτφ, τφ σκότει πάντως λέγω, και βασιλιας θέλω να πω του σκοταδιου θα γίνει
30 των κρατουμένων έν αύτφ δαιμόνων και άνθρώπωv. 30 και στους δεσμώτες που κρατει δαίμονες και άνθρώπους.
Πασα ψυχη μη βλέπουσα φως της ζωης το λάμπον Κάθε ψυχη που δε θωρεϊ τό φως της ζωης που λάμπει
εν τε ήμέρq, και vυκτι ύπ' αύτου τιμωρειται,
όλημερtς και όλονυχτiς σκληρα τη βασανίζει,
τιτρώσκεται, δαμάζεται, ι'iγεται και δεσμειται τήνε λαβώνει, τη χτυπα, τη σέρνει, τήνε δένει,
και βέλεσι των ήδονωv κενταται καθ' ήμέραν.
με τις σαϊτιές των ήδονων την τρυπα κάθε μέρα.
35 Ei και δοκει άνθίστασθαι, εi και δοκειμη πίπτειν, 35 Και μόλο πουν' άντισταθει θέλει και να μην πέσει,
άλλ' ούv ίδρωτι συν πολλφ, κόπφ, πόνφ και μόχθφ όμως με tδρώτα αφθονο, κόπο, πόνο και μόχθο
εχει άει τον πόλεμον dκατάλλακτον τούτου. πάντοτε άφίλιωτο κρατει τόν πόλεμο με τουτα.
Ψυχη δε πασα ή το φως καθορωσα το θειον,
Ένω ή κάθε μια ψυχη τό φως τό θε'ίο που βλέπει
δθεν έι,εινος πέπτωκε, καταφρονει έκείνου άπ' όπου αύτός έξέπεσε, καταφρονάει έκεινον
40 και λαμπομένη παρ' αύτου φωτος του άπροσίτου 40 και φωτισμένος άπ' τό φως τό άπρόσιτο τό ιδιο
καταπατει τον άρχοντα του σκότους ώσπερ φύλλα
καταπατει τόν αρχοντα του σκοταδιου σαν φύλλα
καταπεσόντα έπι γην άφ' ύψηλοί5 του δένδρου.
που επεσαν πάνω στη γη άπό ενα ψηλό δέντρο.
Έν σκότει γαρ την δύναμιν εχει και έξουσίαν, Το κράτος και τη δύναμη νά 'χει μέσα στο σκότος,
έν τω φωτι δε γίνεται πτωμα νεκρον εiς ι'iπαν.
ένω γίνεται μες στο φως τέλεια αψυχο κουφάρι.
45 Φω~ δε dκούων, πρόσεχε όποιον φως σοι λέγω, 45 Και πρόσεχε όταν φως άκους για ποιό φως σου μιλάω,
μη ύπολάβnς λέγειν με το φως το του ήλίου!
να μη νομίσεις πως σου λέω για το ήλιοφως που βλέπεις!
Και γαρ όρij.ς έν τφ φωτι τούτου πολλους άνθρώπους Γιατi μέσα σ' αύτό τό φως βλέπεις πολλους άνθρώπους
έξαμαρτόντας ώς έγώ, δεινως μαστιζομένους,
να κάνουν λάθη όπως έγώ, να μαστιγώνονται αγρια,
πίπτοντας και άφρίζοντας μεσούσης της ήμέρας να πέφτουν κάτω καi ν' άφρίζουν μέρα μεσημέρι
50 και άοράτως πάσχοντας έκ πονηρων πνευμάτων, 50 κι άόρατα άπο πονηρα πνεύματα να ύποφέρουν,

23. Λουκα 10,17. 24. Ψαλμ. 90,13 καi Άποκ. 12,9. 45. Καθιστά προσεκτικό τόν άκροατή του στό θέμα του φωτός. Δεν πρέπει
28. Λουκα 10,18 και Ήσ. 14,12. νά νομιστεί δτι ό θεός είναι τό ήλιακό φως πού φωτίζει τήν κτίση.

!
124 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΛΓ' 51-82 125

και του ήλίου λάμποντος ούδεν έκ τούτου πλέον κι αν λάμπει ό ήλιος άπ' το φως δεν εχουνε κανένα
έγγίνεται το δφελος τοις δαίμοσιν έκδότοις. ν' άποκομίσουν δφελος οί σκλάβοι των δαιμόνων.
Τοίνυν ού 1έγω σαι το φως του α(σθητου ήλίου, Δε σου μιλώ λοιπόν για φως του αίσθητου ήλίου,
ού της ήμέρας, άπαγε, ού λυχνιαιον δλως, για φως της μέρας, οίSτ' αύτό, οίSτε για φως του λύχνου,
55 ού των άστέρων των πολλων, ούδε σελήνης φάος, 55 οίSτε των άστρων των πολλων, για φεγγαρόφωτο οίSτε,
ούκ άλλους δλως άρατου άπαύγασμα φωτός σαι οίSτε άλλης μιας φωτοπηγης φως όρατό καθόλου
παραδηλων ένέργειαν τοιαύτην δλως έχειν. πώς εχει τέτοια δύναμη θά 'θελα να σου δείξω.
Τα αίσθητα τους αtσθητους όφθαλμους και γαρ μόνους Τα αίσθητα φώτα, μονάχα τα αίσθητα τα μάτια
φωτίζουσι και λάμπουσι φωτα και βλέπειν μόνον φωτίζουνε και φέγγουνε και κάνουνε να βλέπουν
60 παρέχουσι τα αtσθητά, τα νοητα ού μέντοι. 60 δ,τι εtναι μόνο αίσθητό και τα νοητα καθόλου.
Πάντες οίSν, δσοι βλέπουσι τα αtσθητα και μόνον, 'Όσοι λοιπόν μπορουν να δουν τα αίσθητα μονάχα
τυφλο( είσι τα νοερα δμματα της καρδίας. εχουν τυφλα τα νοερα τα μάτια της καρδιας τους.
Τα νοερα οίSν δμματα της νοερας καρδίας Τα νοερα μάτια λοιπόν της νοερης καρδιας
και νοερ6) φωτι'ζεσθαι όφείλουσι φωτί γε. με νοερό να φωτίζονται μονάχα φως όφείλουν.
65 Εί γαρ 6 Ιfχων σώματος τας κόρας έσβεσμένας 65 Γιατt τις κόρες των ματιων σβησμένες δποιος εχει
δλος ύπάρχει σκοτεινός, άγνοων που ύπάpχει, εtναι δλος κατασκό~εινος, που βρίσκεται δεν ξέρει·
πόσφ γε μαλλον 6 ψυχης έχων τυφλον το δμμα και πιο πολύ δποιος της ψυχης εχει τυφλα τα μάτια
έσκοτισμένος Ιfσεται, και σώματι και πράξει θά 'χει στο σκότος βυθιστει με σωμα και με έργα
μπφου νενεκρωμένος δε και πνεύματι ύπάρξει; και λίγο άκόμα θα τον δεις νεκρό στο σωμα έπίσης.
70 Νόησαν τοι'νυν άκριβως, όποwν φως σαι λέγω Ι 10 Σκέψου λοιπόν τώρα άκριβως για ποιό φως σου μιλάω.
Ού λέγω σαι την πι'στιν γάρ, ού λέγω την των έργων Δεν εtναι ή πίστη πού σου λέω, δε σου μιλω για εργα
πραξιν ούδε μετάνοιαν ούδε νηστείαν πάντως, οίSτε για τη μετάνοια μα οίSτε και για νηστεία·
άταημοσύνην ούδαμως, ού σοφι'αν, ού γνωσιν, γι' άκτημοσύνη; ξέχνα την· σοφία, γνώση έπίσης,
άλλ' ούδε το διδάσκειν · τούτων γαρ ούδέν έστιν, μήτε και το εργο διδαχης άπο αύτα κανένα
75 ού φως ούδε άπαύγασμα φωτός, οίSπέρ σαι λέγω, 75 δεν εtναι· φως, άπαύγασμα φωτός πού έγώ σου λέγω·
ούδέ γε ή εύλάβεια ή έξωθεν, ού σχημα δεν εtναι ή έξωτερικη εύλάβεια οίSτε τό σχημα
το ταπεινον και εύτελές πάντα γαρ ταυτα πράξεις το ταπεινό και φτωχικό· πράξεις εtναι δλα τουτα
και έντολων έκπλήρωσις, εί' γε καλως τελουνται κι έκπλήρωση των έντολων, δσο καλα τελουνται
και έτcπληρουνται, ώς αύτος έντέλλεται 6 κτίστης. κι δσο έκπληρώνονται καθώς ό ίδιος όρίζει ό κτίστης.
so Τα δάτφυα τωτα πολλους έκχέονται τους τρόπους 80 Τα δάκρυα οίSτε με πολλούς πού χύνονται τούς τρόπους
και η έπωφελη είσιν η και βλάπτουσι μαλλον· και οίSτε μας εtναι ώφέλιμα iΊ πιο πολύ ζημιώνουν,
τέως αύτα καθ' έαυτα άνόνητα είς άπαν. ένω αύτα άπό μόνα τους δεν ώφελουν καθόλου.

55. Α' Κορ. 15,41.


126 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΛΓ' 83 - 111 127

Ή δ' άγρυπνία μοναχων ούκ έστι πάντως μόνων, Κι ή άγρυπνία, των μοναχων δεν εiναι έργο μονάχα,
άλλα και του κοινοίJ λαοίJ έργοις άσχολουμένων, άλλα και του κοινου λαου πού τόν καλει ή δουλειά του
85 ιωι άγρυπνουσι πλείονα ύφαίνουσαι γυναίκες, 85 και ξαγρυπνουνε ύφαίνοντας περσότερο οί γυναικες
wυσοχόοι τε και χαλκεις ~ μονασται oi πλειστοι, κι οί χρυσοχόοι κι οί χαλκουργοt άπ' δ,τι δσοι μονάζουν,
και δια τουτο λέγομεν δτι τούτων άπάντων καινά, γιατί σου τόνισα δτι άπό τουτες δλες
των έναρέτων πράςεων ούδεν φάος καλειται. τις πράξεις τις ένάρετες καμια φως δεν καλειται.
'Όπου και συναγόμεναι εlς έ'ν ai πα.σαι πράςεις Μα κι αν άκόμα συναχτούν σε μιαν οί πράξεις δλες
90 και άρεται άνελλιπως φως ουκ εlσι το θειον, 90 κι δλες οί άρετες μαζt κι έτσι φως θειο δεν εiναι·
διίστανται γαρ ές αύτοίJ πα.σαι πράςεις άνθρώπων, δλες στέκουν μακρια άπ' αύτό οί πράξεις των άνθρώπων
και αί5ται μεν αi παρ' ήμων έκπληρούμεναι πράςεις δλες όπου έκπληρώνομε έμεις αύτες οί πράξεις
J(t
το καθ' ήμας προς τους λοιπους ζωντας έν πονηρίq, στους άλλους άπό μέρος μας πού ζουνε στην κακία
φως λέγονται προς τα καλα κάκείνους όδηγουσαι λέγονται φως, άφου όδηγουν προς τό καλό κι έκείνους
95 καί, δπερ έστιν έν έμοι σκότος και έκτυφλοιμε, 95 κι αύτό πού σκότος μέσα μου εiναι και με τυφλώνει
φως τφ πλησίον γίνεται και τοις όρωσι λάμπει. γίνεται φως στό διπλανό και φέγγει σ' δσους βλέπουν.
και rva μη παράδοςα ύποπτευθω σοι λέγειν, Και για να μη με ύποπτευθεις πως άτοπα σου λέγω,
ακουσον, και λαλήσω σοι αlνίγματος την λύσιν · άκου άπό έμένα να σου πω του αίνίγματος τη λύση.
νηστεύω ίσως δια σέ, rva φανω νηστεύων, Νηστεύω ϊσως για χάρη σου, για να δεις πως νηστεύω,
100 και τοίJτο κέντρον μεν έμοίJ τοις όφθαλμοις ύπάρχει 100 κι αύτό εiναι για τα μάτια μου πού τα πληγώνει άγκάθι
και ώς δοκος έμπέπηκται μέσον έν τούτοις πάντως και σαν δοκάρι άληθινα έχει στηθει μπροστά τους.
συ δε φωτίζn βλέπων με, εί μή με κατακρίνnς, Φωτίζεσαι θωρώντας με, αν δε με κατακρίν~ις,
άλλ' εlμεμφόμενος σαυτον ώς γαστρίμαργον πάντως μα τόν έαυτό σου μέμφεσαι δτι λαίμαργος είναι.
προς γαρ έγκράτειαν γαστρος καθοδηγfi έκ τούτου Σ' έγκράτεια σε καθοδηγει γαστρός ή πράξη τούτη
105 και της τρυφijς ύπεροραν προφανως έκμανθάνεις. 105 και να περιφρονεις λαμπρα κάθε τρυφη σου δείχνει.
Πάλιν έγω ένδέδυμαι εύτελij και ρακώδη "Εν' άλλο τώρα· ντύνομαι με φτωχικα κουρέλια
και μονοχίτων έν παντι περιπατων νομίζω κι δπως πηγαίνω πάντοτε φορώντας τα ϊδια ρουχα
δόςαν έκ των όρώντων με και έπαινον θηρασθαι θαρρω πως δόξα κι έπαινο έχω άπ' δσους με βλέπουν
και ώς άπόστολος αύτοις αλλος νέος όρασθαι, κι εiμαι μπροστα στα μάτια τους άπόστολος καινούργιος.
11 ο και τοίJτο γίνεται έμοι πάσης αίτιον βλάβης 110 Αύτό για μένα γίνεται αίτία κάθε βλάβης
και σκότος δντως και παχυ νέφος έν τfi ψυχfi μου· και στην ψυχή μου άληθινα σκότος παχύ και νέφος
------
99. Ματθ. 6,16. 100--101. Ματθ. 7,3
106. Βλ. Μάριc. 6,9. -ιcαί πως νά τό κάνομε; είναι- Έπιχεφει lός τό τέλος γιά άναλυτιιcότερη έξήγησή
τους.98. δ .,.... άξία. "Αν δ ο θ ει• ιc άτι ως
Ό τρόπος του Συμεών /Jχει ιcαί παι αγωγι .. , 1
' αί-
97. Ή έξήγηση πού δίνει στήν iδέα πού έχει ό ·Συμεών γιά τό φως άρχίζει
άπό τό στίχο 70. Τώρα παρατηρει δτι δσα λέει μπορει νά θεωρηθούν παράδοξα νιγμα πρός λύση προσιcταται μονιμότερα ιcαi σαφέστερα.
--------
1

128 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΛΓ' 112-139 129

τους δε 6ρωντάς με λαους φωτίζει και διδάσκει κι όσους άνθρώπους με θωρουν φωτίζει και διδάσκει
ύπερφρονεΊν καλλωπισμοί5, ύπερφρονεΊν και πλούτου τα πλούτη να περιφρονουν μαζi και τα στολίδια
και εύτελους άντέχεσθαι και τραχείας έσθijτος, και να τους φτάνει ρουχο άπλό και χοντροδουλεμένο,
115 δπερ και εστιν άληθως ενδυμα άποστ6λων. 115 όπού 'ναι και το άληθινο ρουχο των άποστόλων.
Ουτω και πασαι αί λοιπαι των άρετων γε πράξεις 'Έτσι κι όλες οί ύπόλοιπες της άρετης οί πράξεις,
πράξεις εlσιν έκτος φωτός, εργα άταΊνος δfχα, είναι πράξεις με δίχως φως, πράξεις με δίχως λάμψη.
6μου γαρ συναγόμεναι πασαι, ωσπερ προεΊπον, Γιάτi αν όλες συναχτουν μαζι καθώς προειπα
και εlς το εν γιν6μεναι αί ένάρετοι πράξεις, και γίνουν ενα κι ένωθουν της άρετης οί πράξεις,
120 εί'περ και εστι δυνατδν έν άνθρώπφ γενέσθαι, 120 αν είναι τουτο δυνατό σ' ενα άνθρωπο να γίνει,
λαμπάδι έξωμοίωνται φωτος έστερημένn. με μιά λαμπάδα είναι όμοιος όπου το φως της λείπει.
Ώς γαρ ούκ εστι λέγεσθαι πυρ τους καρβωνας μόνους, Κι όπως άδύνατο να πεις φωτια τα κάρβουνα είναι
άλλ, ούδε πάλιν ανθρακας ούδε φλόγα τα ξύλα, κι ούτε και πάλι κάρβουνα τα ξύλα κι ούτε φλόγες,
ουτως ού πίστις απασα, ούκ εργα ούδε πράξεις, έτσι ούτε ή πίστη όλόκληρη, μήτε έργα, μήτε πράξεις,
125 ούκ έντολων έκπλήρωσις πυρ, φλας η φως το θεwν 125 κι ή έκπλήρωση των έντολων εiν.αι άξια να τά λέμε
είσιν αςια λέγεσθαι, ού γάρ είσι τφ δντι, φλόγα, φωτια η θειο φως στ' άλήθεια άξια δεν είναι·
άλλ' δτι δέξασθαι το πυρ, τφ φωτί τε έγγfσαι άλλα να λέμε ότι μπορει τη φλόγα να δεχτουνε,
και άναφθijναι δύνανται άπορρήτφ ένώσει, το φως ν' άγγίξουν και με μια κρυφη ενωση ν' άνάψουν.
τουτο ύπάρχει άρετων επαινός τε και κλέος. Αύτος είναι των άρετων ό έπαινος κι ή δόξα.
130 Και δια τουτο ασκησις πασα και πασαι πράξεις 130 Κι είναι για τουτο που όλη αύτη κι ή άσκηση κι οί πράξεις
έπιτελουνται παρ' ήμων, ίνα φωτος του θεfου όλες που γίνονται άπο μας, ώστε άπ' το φως το θειο
ωσπερ λαμπας μετάσχωμεν, ώς έ'ν κηρfον πάσας ενας πυρσός ν' άνάψομε και σαν κερι δλες ενα
προβαλλομένης της ψυχijς φωτι τφ άπροσίτφ · στο άπλησίαστο ή ψυχη το φως νά τiς προβάλει.
μαλλον δε ωσπερ πάπυρος έμβάπτεται κηρίφ, 'Ή μάλλον όπως πάπυρος μες στο κερι βουτιέται,
135 ουτω ψυχη ταΊς άρετα'ίς άπάσαις πιανθεισα 135 έτσι ή ψυχη τις άρετες άπορροφώντας όλες
δλη άνάψει έξ αύτου, δσον 6pav Ισχύσει, θ' άνάψει όλόκληρη άπ' αύτό, όσο να δει μπορέσει,.
δσον έν οί'κφ τε αύτijς εfσαγαγε'ίν χωρήσει, όσο μέσα στο σπίτι μας μπορέσει να χωρέσει.
και τότε φωτιζόμεναι αί άρεται ώς θείφ Και οί άρετες όλόφωτες καθώς άπο το θειο
φωτι συγκοινωνήσασαι φως και αύται καλουνται, το φως κι αύτες μετάλαβαν κι έκεινες φως καλουνται
------
133. Α' Τιμ. 6,16 ναι οί fδιες φως είναι κατάλληλες νά δεχτοϋν το θείο φως καi νά φλογιστοϋν iΊ ν'
άνάψουν άπο αύτό, ώστε νά φωτίσουν κι αύτον πού δέχτηκε καί μεταδίδει το φως
129. Ό ι'!παινος καί ή άξία καί το κλέος των άρετων εiναι αύτές χωρίς νά εί- τους κι αύτον πού το δέχεται.
130 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΛΓ' 140-146 131

140 μαλλον δ' ε(σι και αί5ται φως φωτι συγκεκpαμέναι, 140 η μαλλον εiναι φως κι αύτες με τ' άγιο φως σμιγμένες,
πεpιαυγάζουσ( τε φως ψυχην αύτην και σωμα και περιλάμπουν την ψυχη την ίδια και τό σωμα
και λάμπουσί γε άληθως πpωτον τφ κεκτημένφ και φέγγουν πρωτα άληθινα αύτόν πού τις κατέχει
και τότε πασι τοις λοιποις τοις έν σκότει του βίου· κι επειτα κι οσους κάθονται στου β{ου τα σκοτάδια.
ofJς φώτισαν έν Πνεύματι, Χριστέ, τφ παναγίφ 'Όλους, Χριστέ μου, φώτισε με τό πανάγιο Πνευμα,
145 και κληρονόμους ποίησαν ούpανων βασιλείας 145 κάνε μας κληρονόμους της ούράνιας βασιλείας
μετα πάντων άγίων σου, νυν και είς τους αίωνας. με τούς άγίους δλους μαζi τώρα και στους αίωνες.
'Αμήν. 'Αμήν.

143. Λουκa 1,79..


145. 'Ιακ. 2,5.
ΛΔ' 34

· 'Ότι 1τού παvαγίου Πνεύματος εvωσις προς κεκαθαp­ 'Ότι ή ενωση του παναγίου Πνεύματος με καθαρμένες ψυ­
μέvας ψυχας έv αίσθήσει τpαvfί ήγουv έv έπιγvώ­ χες γίνεται με εντονη αίσθηση, δηλαδη με έπίγνωση, και
σει γίνεται κα{, έv αlς αν γέvηται, φωτοειδείς σ' δποιες συμβεί τις κάνει δμοιες με τον έαυτό του, φωτοει-
όμοίας εαυτού καi φώς αύτας άπεpγάζεται. δείς και φως.

Διίσταται των 6ρατων 6 ά6ρατος πάντως Στέκει μακρια ό άόρατος από τα όρατα δλα
και των κτισμάτων 6 αύτα πρωτον κατασκευάσας κι άπ' τα δημιουργήματα αύτός που τά 'χει πλάσει
και των φθαρτων 6 dφθαρτος, το σκ6τος του φωτ6ς τε, άπ' τα φθαρτα ό άφθαρτος κι άπό τό φως τό σκότος
και μίξις τούτων γέγονεν, δτε Θεος κατfjλθε. ή άνάμιξή τουζ έγινε σανό θεός κατέβη.
5 Τα διεστωτα τότε γαρ ηνωσεν 6 Σωτήρ μου, 5 'Όσα ~ταν τότε χωριστα τα ένωσε ό Σωτήρας,
άλλ' oi τυφλοι την ενωσιν ούκ εlδον, oi νεκροι δε άλλα δεν είδαν οί τυφλοi την ένωση καi λένε
λέγουσι ταύτης αfσθησιν μηδ' δλως έσχηκέναι, οί νεκροi δτι καμιαν αισθηση δτι γι' αύτη δεν έχουν·
και ζην και βλέπειν οίΌνται, ώ μανiας έσχάτης, καi ζουν καi βλέπουνε θαρρουν, ώ άξεπέραστη τρέλα,
και άπιστοίJντες λέγουσιν· Ούδεις τfi πείρq, τούτο καi λένε, άνθρωποι άπιστοι· Στην πείρα του κανένας
1οεγνωκεν ~ επαθεν, ούκ εlδεν έν αίσθήσει, ιο οϋτε έμαθε κι οϋτε έπαθε κι οϋτε ή αισθησή του τό είδε,
άλλ' άκοfj και διδαχfi λόγων γίνεται μόνων.- μα αύτό μ' άκουσμα γίνεται καi διδαχη μονάχα.
'Αλλ ', dJ Χριστέ μου, δίδαξον ε(πειν μέ τι προς ταύτα Μά, ώ Χριστέ μου, μάθε μου να πω για τουτα κάτι
και της άγνοίας της πολλfjς και άπιστίας τούτους κι άπό την άγνοια την πολλη κι άπό την άπιστία
έκσπασαι και χαρίσασθαι ίδειν σε, φως του κόσμου! να τους τραβήξω καi να δουν έσε τό φως του κόσμου.
j 5 'Ακούσατε και σύνετε, πατέρες, θείους λόγους 15 Άκαυστε κι έννοήσετε, πατέρες, θείους λόγους,
και γνώσεσθε την ενωσιν έν γνώσει γινομένην καi μάθετε δτι ή ένωση γίνεται στόν κάθενα
και έν αίσθήσει έκ παντος και πείρq, και 6ράσει! με γνώση του καi μ' αισθηση, την νιώθει καi τη βλέπει.
Θεός έστιν άόρατος, 6ρατοι δ' ήμεις πάντως Είναι ό θεός άόρατος όρατοi έμεις ώστόσο.
εi οδ'ν αύτος τοις 6ρατοις θελήματι ένοίJται, Έαν λοιπόν ένώνεται με τα όρατα έκούσια,
20 ενωσις dpa γίνεται άμφοτέρων έν γνώσει. 20 συνειδητη άρα γίνεται ένωση καi των δύο.

14. Ίω. 8,12. .


ποιητη, ή ενωση θά είναι μεταξύ νεκρών. Τή σκέψη του τήν άποδεικνύει μέ τρία
15. Ή ενωση μέ τό θεό είναι συνειδητή άλλιως, κατά τό συλλογισμό τοϋ παραδείγματα (άόρατος-όρατό, κτίστης-κτίσμα, άφθαρτος-φθαρτό).

__J
134 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΛΔ' 21 - 52 135

ΕΙ δε άγνώστως εi'ποιας τουτο και άναισθήτως, Κι αν πεις πως άσυναίσθητα και δίχως γνώση τουτο
πάντως νεκρων ή Ι!νωσις και ού ζωης προς ζωντας. γίνεται, εΙν' ενωση νεκρων κι δχι ζωης μέ ζωντες.
Κτισμάτων κτίστης 6 Θε6ς, κτιστοι δι' ήμεις ώσαύτως ΕΙναι ό θεός δημιουργός κι έμεις δημιουργημένοι.
εf οδν τφ κτίσματι Θεος 6 κτίσας συγκατέλθn "Αν ό θεός συγκατεβει, ό δημιουργός στο κτίσμα,
25 και ένωθfj και γένηται ώς 6 κτίστης το κτίσμα, 25 κι αν ένωθουν κι δμοιο γινει το κτίσμα μέ τον κτίστη,
αίσθησιν όντως λάβοιεν άληθους θεωρίας, τότε θά λάβουν αϊσθηση άληθινης θεωρίας
ότι τφ κτίστn το κτιστον άπορρήτως ήνώθη. πως το κτιστον άπόρρητα ένώθη μέ τον κτίστη.
Είδε μη τουτο δώσομεν, άπ6λωλεν ή πίστις "Αν όμως τ' άρνηθουμε αύτο έχάθηκεν ή πίστη,
και ή έλπις ήφάνισται των μελλ6ντων είς απαν, ή έλπίδα έξαφανίστηκε του μέλλοντος αίώνα,
30 άνάστασις ούκ Ι!σεται ούδ' ή καθ6λου κρίσις. 30 ή άνάσταση δε γίνεται και ή τελευταία κρίση.
Έπειδη και τα κτίσματα, ώς λέγεις, άναισθήτως Άφου κι έμεις τά κτίσματα άσυναίσθητα, όπως θέλεις,
τφ ποιητfj ένούμεθα μηδεν γνωστως νοουντες, μέ τον ποιητή ένωνόμαστε χωρις νά το έννοουμε.
και κινδυνεύει γε Θεος κατα σέ, ώς ούκ Ι!στι Καινά μην εΙναι σύμφωνα μ' έσέ ό θεός κοντεύει,
ζωη ούδε ζωην ήμιν ένούμενος παρέχει. ζωη κι αν ένωθει μ' έμας μήτε ζωη νά δίνει. [του.
35 Πάλιν 6 κτίστης αφθαρτος, τα κτίσματα φθαρτα δέ · 35 Κι αλλο· εΙναι ό κτίστης αφθαρτος, φθαρτά τά κτίσματά
και γαρ oi άμαρτήσαντες ούχι το σωμα μ6νον, Γιατi όσοι άμαρτήσανε δχι το σωμα μόνο,
άλλα και τας ψυχας αύτας εtς φθοραν παρεισηςαν, μά στή φθορά όδήγησαν μαζt και τις ψυχές τους.
και σώματι και ψυχfj κατα τον λόγον τουτον Κι όπως ό λόγος λέει αύτος και με ψυχη και σωμα
φθαρτοί έσμεν, ώς τfj φθορq, του νοητου θανάτου φθαρτοί 'μαστε, άφου στη φθορα του νοητου θανάτου
40 κρατηθέντες 6μου πάντες και τfj της άμαρτίας. 40 όλοι μαζι πιαστήκaμε μα και της άμαρτίας.
Εί οδν 6 φύσει αφθαρτος ένωθfj τφ φθαρτφ μαι, Κι αν σμίξει ό φύσει αφθαρτος με τον φθαρτον έμένα
όντως έ'ν τούτων Ι!σεται, ώνπερ λέγειν σαι μέλλω· ενα άπο τουτα θα συμβει πού νά σου πω σκοπεύω·
η γαρ έμε μεταβαλει και αφθαρτον ποιήσει η έμε θ' άλλάξει δηλαδη κι άφθαρτο θα με κάνει,
η προς φθοραν μεταβληθfj 6 αφθαρτος και οf5τως η σέ φθαρτον ό άφθαρτος μεταβολη θα πάρει·
45 ίσως έγω ού γνώσομαι έκείνου πεπονθ6τος 45 κι ετσι ϊσως δέ θ' άντιληφθω πως εχει άλλάξει έκεινος
και γεγονότος ώς έγώ · έγω δ' εί γένωμαί γε κι tδιος μ' έμένα εγινε· όμως έγω αν άλλάξω
αφθαρτος όλος έκ φθαρτου κολληθεις τφ άφθάρτφ, κι άφθαρτος γίνω άπο φθαρτός στον άφθαρτο δεμένος,
πως αν ούκ αίσθανθήσομαι, πως αν αύτfj τfj πείρq., πως καi να μην το αίσθανθω και μ' αύτή μου τήν πείρα
ούκ ίδω ούδε γνώσομαι γεγονώς, δ ούκ ημην; να μη γνωρίσω και να δω πως εγινε κάτι άλλο;
50 Το γαρ εtπειν ότι Θεος ένούμενος άνθρώποις 50 "Αν πει κανεις ότι αν ένωθει ό θεός με τούς άνθρώπους
ού μεταδίδωσιν αύτοις της θείας άφθαρσίας, δέ μεταδίνει και σ' αύτούς τή θεία του άφθαρσία,
άλλα έκείνων τfj φθορq, συγκατασπαται μαλλον, μα στή φθορα ύποτάσσεται έκείνος τή δική τους,

22. Ίω. 14,6. 28. Α' Κορ. 15,14. 34. Ίω. 14,6 καi. 17 ,2. 47. Α' Κορ. 6, 18.
136 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΛΔ' 53-82 137

του άνωλέθρου όλεθροv 6 λέγων δογματίζει δποιος τό πεί τόν όλεθρο του άνώλεθρου διδάσκει
και βλασφημεί και της ζωης αύτος όλως έκπίπτει. καi βλαστημα καi τη ζωην ό ίδιος τέλεια χάνει.
55 Ε( δε τουτο άδύvατοv, δέςαι μαλλοv το ίίλλο 55 Κι αν είναι τουτο άδύνατο τότε τό άλλο δέξου
και άφθαρσίας μετασχείν σπούδασαν προ του τέλους! καi βιάσου πρiν τό τέλος σου την άφθαρσία να λάβεις.
Το φως ύπάρχει 6 Θε6ς, οί έν σκ6τει ήμείς δέ, Τό ίδιο τό φως είναι ό θεός κι έμείς μες στό σκοτάδι·
ij άληθέστερον ε(πείv, ήμείς αύτοι το σκ6τος καi για να πουμε πιό σωστά, είμαστε έμείς τό σκότος.
ούδε γαρ λάμψει άλλαχου 6 Θε6ς, μη πλανασθε, Ουτε θα λάμψει κάπου άλλου ό θεός, μην ξεγελιέστε,
60 εί μη έν μ6ναις ταίς ψυχαίς, αlς ένωθfί προ τέλους 60 παρα σ' έκείνους μοναχα που θάμπει πρiν τό τέλος.
τοίς δ' ίίλλοις, ε( και λάμψειεv of κήρυκες, ώς εlποv, Στους άλλους, κι αν άστράψει ό θεός, δπως είπαν,
ώς πυρ αύτοίς φανήσεται άπρ6σιτοv ε(ς dπαv, σα φλόγα θα φανεί σ' αύτους όλότελα άπλησίαστη,
το έργον δοκιμάσει τε, 6ποίοv το έκάστου, θα δοκιμάσει τό εργο τους του καθενός ποιό είναι
και πάλιν χωρισθήσεται τούτων ώς άvαςίωv, καi πάλι θ' άπομακρυνθεί άπό τούτους σαν άνάξιους
65 έκείvοι δ' άπολήψοvται κ6λασιv έπαςίαv. 65 καi κόλαση άντάξια τους έκείνοι θ' άπολαύσουν.
'Όμως έvταυθα και έκεί φως ψυχωv αύτος μ6vος, Μα έδω κι έκεί φως των ψυχων αύτος είναι μονάχα
ήμείς δε σκ6τος τa·ς ψυχας έχοντες άφωτίστους κι έμείς σκοτάδι αν τiς ψυχές άφώτιστες κρατουμε.
ε( οι3Ύ το φως το των ψυχωv ένωθfί τfί ψυχfί μου, "Αν των ψυχων λοιπόν τό φως είσέλθει στην ψυχή μου
έκείvο συσβεσθήσεται,και γενήσεται σκ6τος έκείνο θα καταπνιγεί καi θα γινεί σκοτάδι
70 lj ή ψυχή μου ώς το φως έσεται φω-,:ισθείσα. 70 η σαν τό φως θα φωτιστεί καi θα γινεί ή ψυχή μου.
Το φως γάρ, όταν άvαφθfί, φεύγει εύθυς το σκ6τος, Γιατί, αν άνάψει κάπου φως, εύθυς διώχνει τό σκότος,
καίτοι έστι του αίσθητου φωτος έκείvο έργον. παρόλο που έδω ένεργεί φως αίσθητό μονάχα.
Είδε το φως το παραχθεv ένεργεί σαι τοιαυτα Άλλα αν τό φως που άνάψαμε σου δίνει τέτοια λάμψη
και 6φθαλμους φωτίζειv σου και ψυχην κατευφραίvει τα μάτια καταλάμπει σου καi την ψυχή σου εύφραίνει
75 καί, α το πριν ούκ έβλεπες, χαρίζεται 6pav σαι, 75 κι δσα δεν εβλεπες πιό πρίν, σου τα χαρίζει τώρα,
τί ού ποιήσει έν ψυχfί λάμψας 6 τούτου κτίστης, τί δε θα κάνει αν στη ψυχη λάμψει ό δημιουργός του,
6 «Γενηθήτω φως» ε(πωv και εύθυς παρεισήχθη; όπου είπε «να γινεί το φως» κι εύθυς ~ρθε στόν κόσμο;
.Τί δοκεί oιJv σαι, ε( λάμψει vοερως έν καρδίq, Τί θα μπορέσει στην ψυχη να κάνει που έφωτίστη
ij έν ναι· ώς άστραπη lj ώς ~λιος μέγας, ' νομίζεις, αν πνευματικα μες στην καρδιά σου λάμψει,
sοέμποιfjσαι δυνήσεται ψυχfί τfί έλλαμφθείσn; 80 μέσα στο νου σαν άστραπη καi σαν πελώριος ηλιος;
Ούχι φωτίσει ταύτην γε και γνωρίσω παρέςει θα τη φωτίσει σίγουρα κι έκείνον όπου ύπάρχει
έν έπιγνώσει άκριβεί αύτ6v, όστις ύπάρχει; με άκριβη έπίγνωση θα κάνει να γνωρίσει.

54. Γαλ'. 5,4. 57. Α' Ίω. 1,5 ιcαί Λουιcα 1,79.
58. Έφ. 5,8. 63. Α' Κορ. 3,13.
74. Ψαλμ. 12,4 ιcαί Παρμ. 15,30. 81. 'Απορει ό ποιητής θ.ν λάμψει μέσα στην ψυχή ό θεός είναι δυνατό να μην
77. Γεν. 1,3. τήν φωτίσει ιcαί να μην τήν κάνει να τόν συνειδητοποιήσει.
138 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΛΔ' 83-113 139

Ναί, δντως ούτω γίνεται, ούτως έπιτελειται, Ναί, άλήθεια έτσι γίνεται κι έτσι πραγματοποιειται
ούτως άποιcαλύπτεται του Πνεύματος ή χάρις και έτσι άποκαλύπτεται του Πνεύματος ή χάρη
85 καi δι' αύτοίJ καi έν αύτφ 6 Υiδς συν Πατρί τε· 85 και με τό Πνευμα και σ' αύτό κι ό Υίός με τόν Πατέρα.
καi τούτους βλέπει, ως έστι δυνατόν κατιδέσθαι, 'Όποιος μπορει να τους ίδει βλέπει τους τρεις άντάμα
καi τ6τε τα περi αυτων έξ αύτων άπορρήτως και τα δικά τους άπ' αύτους τότε με δίχως λόγια
διδάσκεται καi φθέγγεται καi πασιν άλλοις γράφει μαθαίνει και τα διαλαλει, τα γράφει και στους άλλους
και δόγματα θεοπρεπfj έκτίθεται, ώς πάντες και δόγματα θεοτικά εκφράζει δπως δλοι
90 οί προλαβόντες άγιοι διδάσκουσι πατέρες 90 οί αγιοι πριν άπό μας διδάσκουνε πατέρες.
ούτω γαρ έδογμάτισαν το συμβολον το θειον, 'Έτσι εΙναι που δογμάτισαν τό σύμβολο της πίστης
τοιουτοί τε γενόμενοι, ώς είποιμεν, κάκεινοι κι άφου τέτοιοι άναδείχτηκαν κι εκεινοι, δπως εiπα,
μετα Θεου τα του Θεου έφθέγξαντο καi εΤπον. με του θεου τή δύναμη περt θεου μιλησαν.
Τίς γαρ έθεολόγησε τριαδικην μονάδα Ποιός θεολογώντας μίλησε γιά τριαδική μονάδα
95 fj τίς αίρέσεις έτρεψε μη γεγονως τοιουτος 95 η τις αίρέσεις διάλυσε χωρις σ' αύτες να πέσει
fj τίς έκλήθη άγιος μη μετασχων άγίου η αγιος ποιός όνομάστηκε χωρtς να λάβει τ' αγιο
Πνεύματος; Ούδεις πώποτε. ''Ως και το φως αiσθήσει Πνευμα; Κανείς, καμιά φορά. Και τό νοητό φως έτσι
το νοητδν προσγίνεσθαι πέφυκεν, ο{ς προσέσται. από φύση του αίσθητά πηγαίνει σ' δποιους πάει.
Of δ' άναισθήτως λέγοντες τούτου μεταλαμβάνειν, Κι δσοι λένε ασυναίσθητα πώς άπ' αύτό μετέχουν
1οοαύτοi τφ δντι έαυτους καλουσιν άναισθήτους, 100 τόν έαυτό τους πράγματι άναίσθητο καλουνε,
ήμεις δε καi νε1φους δντας ζωfjς έστερημένους, κι έμεις τους λέμε και νεκρους όπου ή ζωή τους λείπει,
εί και δοκουσιν έτι ζην, ώ πλάνης, ώ μανίας! αν και θαρρουν που άκόμα ζουν, ω πλάνη κι ω μανία!
:4λλ ', dJ φως, λάμψον εiς αυτους, λάμψον, δπως iδόντες 'Αλλά, ω φως, λάμψε σ' αύτούς, λάμψε, για να σε δουν,
πεισθωσιν δντως δτι φ'ως συ άληθες ύπάρχεις, για να πειστουν βαθιά τό φως τ' άληθινό πώς εiσαι
105 και οΤς ένουσαι ωσπερ φως, 6μοίους σοι έργάζn!­ 105 και μ' δποιους ένωθεις σαν φως δμοιους μ' έσε τους κάνεις.
Λάμπω καθώς καi πάντοτε των τυφλων προ προσώπου, 'Όπως και πάντα στων τυφλών μπροστά τα μάτια λάμπω
άλλα iδειν ού βούλονται, καμμύουσι δε μαλλον άλλα δεν θέλουνε να δουν και πιό πολυ τα κλείνουν
καi άναβλέψαι προς έμε ού θέλουσιν, dJ τέκνον! κι ούτε, παιδί μου, έπιθυμουν σ' έμένα να κοιτάξουν.
Προς δε και άποστρέφονται τας δψεις άλλαχόθεν, Κι αύτό σά να μην έφτανε, στρέφουν άλλου τα μάτια,
110 κάγω συμπεριστρέφομαι, τούτων έμπροσθεν στήκω, 110 στρέφω κι έγώ μαζt μ' αύτους και στέκομαι μπροστά τους
κάκεινοι πά,λιν άλλαχοίJ έκπέμπουσι το δμμα και πάλι στρέφουνε κι αύτοt σ' άλλη μεριά τό βλέμμα
και δλως του προσώπου μου το φως ού καθορωσι. και του προσώπου μου τό φως δε βλέπουνε καθόλου.
Τούτων οί μεν καλυπτονται κολυμμασι τας δψεις, "Αλλοι άπ' αύτους σκεπάσματα βάζουν έμπρός στα μάτια

104. Ίω. 1,9


105. Α' Ίω. 3,2.
107. Πράξ. 28,27 (Ήσ. 6,9). 107. "Αν δεν βλέπουν τό Θεό εΙναι γιατί δέ θέλουν.
140 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΛΔ' 114-126 141

οί δε και έξω φεύγουσι μισήσαντές με πάντως. και αλλοι φεύγουνε μακρια άπό μίσος πρός έμένα.
115 Τί οιJν τούτους ποιήσαιμι, έξαπορω εfς απαν · 115 Τίνα τους κάνω άπορω όλότελα όλους τούτους
το άβουλήτως γαρ αύτους και βfq, τάχα σωσαι, τάχα χωρiς να θέλουνε με βία να τους σώσω
και τουτο θλιψις δόξειε, μη θέλοντας σωθηναι. είναι και τουτο θλιβερό τό να σωθουν άκούσια.
Το γαρ καλδν θελήματι Ιfσται καλον τφ δντι, Κι όποιο καλό έπιθυμεις είναι καλό στ' άλήθεια,
το δ' άβουλήτως άγαθον ούκ άγαθον ύπάρξει, ένω όποιο άγαθό δέ θες ουτε άγαθό θέ νά 'ναι.
120 και δια τουτο θέλοντας και όρω και όρωμαι 120 Γι' αύτό κι έγώ όσους θέλουνε τους βλέπω και μέ βλέπουν
και βασιλείας της έμης ποιω συγκληρονόμους, και μες στη βασιλεία μου τους παίρνω κληρονόμους
τους δε μη θέλοντας έω θέλοντας έν τφ κόσμφ κι άφήνω όσους δέ θέλουνε θέλοντας μες στόν κόσμο
και γίνονται κριται αύτοι έαυτων προ της δfκης, και πριν τή δίκη γίνονται κριτές του έαυτου τους,
ότι έμου έκλάμποντος φωτος του άπροσίτου γιατι ένω άκτινοβολουσα έγώ, τό φως τό άπλησίαστο,
125 αύτοι το σκότος έαυτοις προεξένησαν μόνοι, 125 αύτοι τό σκότος μάζεψαν μόνοι για τόν έαυτό τους,
φως fδειν μη θελήσαντες και μείναντες έν σκότει. μή θέλοντας να δQυν τό φως και μένοντας στό σκότος.

123. Τίτ. 3,11.


125. Ίω. 3,19.
126. Ίω.12,46.
ΔΕ' 35

'Ότι πάντες oi dγιοι έλλαμπόμεvοι αύγάζοvται καi τηv 'Όλοι οί άγιοι δεχόμενοι μέσα τους την ελλαμψη καταυγά­
δόξαν τού θεού καθοpώσιv, ώι; θεμιτοv άvθpωπίvn ζονται και άντικρίζουν τη δόξα του θεου, δσο είναι έπι-
φύσει θεοv όpiiv. τρεπτο στην άνθρώπινη φύση να βλέπει το θεό.

Βλέψον άνωθεν, Θεέ μου, θεέ μου, κοίταξ' άπ' τά ούράνια,


και εύδόκησον φανηναι δέξου νά φανεις σ' έμένα,
και πτωχφ προσομιλησαι! με φτωχό ενα νά συντύχεις.
'Αποκάλυψαν το φως σου "Ανοιξε τους ούρανούς σου
5 διανοίςας ούρανούς μοι, 5 κι άποκάλυψε τό φως σου·
ανοιςον τον νουν μου μαλλον, ανοιξε τόνου μου κάλλιο,
εισελθε και νυν έντός μου! έλα μέσα μου και τώρα.
Λάλησαν, καθάπερ πάλαι, Μίλησε, καθώς και πρωτα,
δια ρυπαρας μου γλώσσης, με τη ρυπαρή μου γλώσσα
1ο περι cbv τινες λαλουσιν, 10 για δσα κάποιοι βεβαιώνουν,
δτι νυν ούδεις ύπάρχει, πώς κ:ανεις δέν εΙναι τώρα
ας Θεον γνωστως κατείδεν, που τό θεό εΙδε και τό ξέρει·
ούδε γέγονε προ τούτου μά και πριν δεν έχει γίνει
παρεκτος των άποστόλων. έξω άπό τους άποστόλους.
15 Άλλ' ούδε αύτους έκείνους 15 Μά κι οί άπόστολοι άκόμα,
λέγουσι τρανως ίδέσθαι λέν, δέν εΙδαν καθαρά
τό θεό σου και Πατέρα,
τον Θεόν σου και Πατέρα,
άλλα αγνωστος σε δλους
άλλα αγνωστον τοις πασιν,
μά κι άνίδωτος έπίσης
άθεώρητον ώσαύτως
20 δογματίζουν πως ύπάρχει
20 δογματίζουσιν ύπάρχειν,
και προβάλλουνε τό λόγο
προβαλλόμενοι το ρημα
του πολυαγαπημένου
του ύπερηγαπημένου ------

5. Πράξ. 7,56. 6. Λουκα 17,21. 11. Ό Ί5μνος τούλάχιστο ξεκινα άπό τό ίδιο σημειο με τόν προηγούμενο μέ
14. Α' Ίω. 1,1-3. 17. Ίω. 14,9. την προσθήκη ενός 'νυν'.
ΥΜΝΟΣ ΑΕ' 23-54 145
144 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ

μαθητη σου του 'Ιωάννη


μαθητου σου Τωάννου
που λέει· «τό θεόν &ς τώρα
λέγοντας «Θεον ούδέπω
25 ανθρωπος κανεις δεν εtδε».
25 έωράκει τις άνθρώπων».
Ναί, Χριστέ μου, πές μου εύθύς,
Ναί, Χριστέ μου, λέςον τάχος,
για να μη θαρρουν οί άνόητοι
ίνα μη τοις άσυνέτοις
πως παραμιλω και παίω.
έγωγε δόςω ληρειν ! -
Γράφε μου 'πε δ,τι σου λέγω,
Γράφε, εlπεν, απερ λέγω,
30 γράφε και μην άμελήσεις.
30 γράφε και μη κατοκνήσnς!
Εtμαι θεός ναί, πριν άπό δλα,
ΤΗ Θεος έγω προ πάντων
άπό μέρες, d>ρες, χρόνια
ήμερων, ώρων και wόνων μα κι άπ' δλους τους α{ωνες
άλλα και αίώνων πάντων κι άπ' τα κτίσματα δλα κι δλα,
και των όρωμένων πάντων 35 δσα βλέπομε και νοουμε.
35 νοουμένων τε κτισμάτων. VΗμουν άπό νου και λόγο έπάνω,
'Ήμην ύπερ νουν και λόγον, πάνω κι άπό κάθε έννοια,
ύπερ έννοιάν τε πασαν μόνος με τό μόνο μόνος
μόνος μετα μόνου μόνος, κι άπ' δσα θωρρουμε ουτ' ενα,
και ούδεν των όρωμένων, 40 άλλα κι απ' τα άόρατα ουτε
40 άλλ' ούδε των άοράτων ~ταν πριν γινει στ' αλήθεια.
~ν προ του γενέσθαι όντως. Μόνος άκτt'στος έγω εtμαι
Μόνος ακτιστος έγω 6 Πατέρας και τό Πνευμα
συν Πατρι και Πνεύματί μου και χωρiς αρχη έγω μόνος,
μόνος αναρχος ύπάρχω 45 δπως εtναι κι 6 Πατέρας.
45 ές άνάρχου του Πατρός μου· "Άγγελος κανεiς ακόμα
άγγέλων δε ούδεις ούδέπω, μα κι αρχάγγελος κανένας
άλλ' ούδε των άρχαγγέλων, ουτε άπ' τ' σλλα τάγματα ένας
ού των αλλων τε ταγμάτων δεν μου αντίκρισε τη φύση
εlδέ μου ποτε την φύσιν 50 ουτε και τον tδιο έμένα
.wούδ' αύτον έμε τον κτίστην πως 6 κτίστης δλος εtμαι .
όλον, οίόσπερ τυγχάνω. Άλλα μόνο ακτίνα δόξας
Μόνην δε άκτινα δόξης κι απολάμπισμα απ' τό φως μου
και άπόρροιαν φωτός μου βλέπουν, που θεους τους κάνει.
------
καθορωσι και θεουνται.
31. 'Από τό στίχο αύτόν ό ίδιος ό Χριστός μιλώντας lός τό τέλος άνασκευά­
24. Ίω. 1,18. 33. Ψαλμ. 54,20. ζει τή γνώμη δτι Όύδεiς τόν θεόν γνωστως κατοiδε'.
31. Κολ. 1,17. 39. Κολ. 1,16.
146 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΑΕ' 55-88 147

55 Ώς γαρ έσοπτρον ήλίου 55 'Όπως δέχεται του ηλιου


τας άκτινας δεδεγμένον τις άκτ{νες ό καθρέφτης
η κρυστάλλινος ώς λίθος 11 κομμάτι ένός κρυστάλλου
έλλαμφθεις έν μεσημβρίq., που έφωτίστη μεσημέρι,
οϋτω δέχονται άκτινας έτσι όλοι τις άκτίνες
60 της θεότητός μου πάντες. 60 δέχονται της θεότητάς μου.
'Όλον δέ με κατιδέσθαι Μα να με άντικρ{σει όλον
οϋπω τις κατηξιώθη, δεν άξιώθη άκόμη ουτ' ένας
ούκ άγγέλων, ούκ άνθρώπων, αγγελος είτ' ανθρωπος
ού δυνάμεων άγίων. 11 άπ' τις θεϊκές δυνάμεις.
65 "Έξω γάρ ε(μι των πάντων 65 Εiμ' έγώ άπ' όλα χώρια
και άόρατος τοις πασιν, κι εiμαι άόρατος για όλους.
ού φθονων δε τούτοις πάντως, 'Αφανέρωτος δε μένω
δπως μή με καθορωσιν, άπό φθόνο για όλους τούτους,
ούδ' ώς άκαλλης ύπάρχων για να μη με άντικρ{ζουν
70 κρύπτομαι του μη φανηναι, 7011 γιατι ή όμορφια μου λε{πει.
άλλα dξιος ούδείς μου '.Αλλα δεν εύρέθηκε αξιος
της θεότητος εύρέθη, της θεότητάς μου ουτε ένας
ούδε γέγοyε του κτίστου ουτε κι έγινε τό κτίσμα

(σοδύναμον το κτίσμα. με τόν κτίστη του tσάξιο,


75 Τουτο γαρ ούδε συμφέρει· 75 ουτε και συμφέρον του εiναι·

μικραν δ' όρωντες άπαυγην


μα ένα άπαύγασμα θωρώντας

δντως εlναί με μυουνται πώς στ' άλήθεια εiμαι μαθαίνουν


και ώς θεό μ' άναγνωρ{ζουν
και γινώσκουσι Θεόν με
που τους έχω δημιουργήσει,
τον αύτους παραγαγόντα,
80 και με τρόμο και με φόβο
80 και έκπλήξει με και φόβφ
με άνυμνουν και με λατρεύουν.
άνυμνουντες λειτουργουσιν.
V Αλλος θεός κατα τη φύση
Ούκ ένδέχεται Θεον γαρ
εiναι άδυνατο να γ{νει
dλλον φύσει παραχθfjναι
με τό δημιουργόν ίσάξιος
ίσοδύναμον του κτίστου
85 και την ίδια φύση νά 'χει·
85 ούδ' 6μοφυη έκείνου,
ουτε δυνατό ποτέ εiναι
ούδε δυνατον γαρ δλως
όμοούσιο με τόν κτίστη
6μοούσιον του κτίστου
τό δημιούργημα να γίνει·
το κτιζόμενον γεγέσθαι. ------
------
55. Α' Κορ. 13,12. 66. Α' Τιμ. 1,17.
' ?~· Φτ~ν~ι μι~ μικρή 'άπαυγή' -αυτό μόνο είναι δυνατό γιά τόν άνθρωπο-
για να μυηθουν οί ανθρωποι καινά γνωρίσουν τό θεό. ·
148 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ
ΥΜΝΟΣ ΑΕ' 89-122 149

Τω άκτίστω το κτιστον γαρ με τόν ακτιστο τό κτίσμα


90 π6'Jς ποτε έξισωθείn; 90 πως θα έξισωθει ποτέ;
Του άεl ώσαύτως όντος
Άπό αύτόν που ό ϊδιος πάντα,
καz άνάρχου και άκτίστου
αναρχος κι ακτιστος είναι,
τα κτιζ6μενα έλάττω ·
είν' τα κτίσματα πιό κάτω.
και γαρ εlναι μαρτυρήσεις
95 και τοσουτον διαφέρειν, Είσαι μάρτυρας πως είναι
όσον dμαςα καz πρίων· 95 και πώς διαφέρει τόσο
του αύτα τεκτηναμένου. όσο άμάξι καi, πριόνι
Πως οι3'ν dμαςα τον ταύτην άπό αύτόν που τα μαστόρεψε.
τεκτηνάμενον έκμάθοι; Καi τό άμάξι πως θα μάθει
100Πωςδε πρίων τον κινουντα κεινον που τό εχει φτιάξει;
έπιγνώσεται, είπέ μοι, 100 Πές μου· πως και τό πριόνι
εl μη τούτοις δώσει γνωσιν, όποιον τό κινει θα νιώσει,
εl μη όρασιν ένθείη αν σ' αύτα δε δώσει γνώση,
ό αύτα κατασκευάσας, αν και μάτια δεν τους βάλει
105 δ άδύνατον ύπάρχει όποιος τά 'χει μαστορέψει,
τουτο πασι τοις κτισθεισιν;
105 πράγμα που άδύνατο είναι
Ούδεzς άνθρώπων όλως οδν,
για όλα τα δημιουργημένα;
ούδεlς και των άγγέλων
"Άνθρωπος λοιπόν κανένας
του διδ6ναι πνευμα ίiλλοις
άλλα κι αγγελος έπίσης
11 ο tλαβε την έςουσίαν
έξουσία δεν εχει λάβει
~ ζωην αύτοις παρέχειν,
ό δε Κύριος των πάντων 110 να έμφυσα πνευμα στους αλλους
tχων έξουσίαν μ6νος, η ζωη σ' αύτους να δίνει.
μ6νος tχων δυναστείαν Μόνο ό Κύριος των όλων
115 ώς πηγη ζωης ύπάρχων που εχει έξουσία σ' όλα
tμψυχα παράγει ζφα, κι εχει δύναμη σε όλα
ola πάντως και θελήσει, 115 ώς πηγη ζωης που είναι
και χαρίζεται έκάστφ πλάθει εμψυχα τα ζωα
ώς τεχνίτης, ώς Δεσπ6της, τέτοια που θα τα θελήσει,
120 όσα βούλεται και θέλει, καi χαρίζει στό καθένα
φ ή δ6ςα και το κράτος σαν τεχνίτης καi άφέντης
νυν, άει και εlς τους αlωνας των αίώνων.
120 όσα έπιθυμει και θέλει.
'Αμήν.
Ή δύναμη σ' αύτόν κι ή δόξα
100. Ήσ. 10,15. 112. Ρωμ. 10,12. τώρα, πάντοτε, στους αίωνες.
113. Ματθ. 28,18.
115. Ψαλμ. 35,10. 121. Α' Πετρ. 4,11. 'Αμήν.
ΛΣΤ' 36

Εύχαpιστfα ύπεp τής εξορίας καΊ τώv θλίψeωv, Εύχαριστία για την έξορία και τις θλίψεις που ύπέφερε
ώv ύπέστη έv τφ κατ' αύτοv διωγμφ. κατα το διωγμό που του εγινε.

Εύχαριστω σοι, Κύριε, εύχαριστω σοι, μόνε, 'Ώ Κύριε, σ' εύχαριστω, σ' εύχαριστω, ω Μόνε,
καρδιογνωστα, βασιλείJ δίκαιε, πανοικτίρμον ! καρδιογνώστη, βασιλια δίκαιε, πανοικτίρμων!
Εύχαριστω σοι, άναρχε, παντοδύναμε Λόγε, 'Ώ <'iναρχε, σ' εύχαριστω, παντοδύναμε Λόγε,
ό κατελθων έπι της γης και σαρκωθεις Θεός μου ό Θεός μου πού κατέβηκες στη γη καi που σαρκώθης
5 και γεγονώς, δπερ ούκ ης, άνθρωπος δμοιός μου 5 κι δ,τι δέν ,Ίσουν εγινες ανθρωπος δμοιός μου
δίχα τροπης και ρεύσεως και πάσης άμαρτίας, χωρiς τροπη, χωρiς ροη καt κάθε άμαρτία,
rva παθων ό άπαθης ύπ' άνόμων άδίκως ωστε <'iδικα σύ ό άπαθης άπό ανομους να πάθεις
άπάθειαν παράσχnς μοι τφ κατακεκριμένφ χαρίζοντας άπάθεια στο δικασμένο έμένα,
έν τφ μιμήσασθαι τα σα παθήματα, Χριστέ μου! Χριστέ μου, μέ τη μίμηση δσων έσύ εχεις πάθει.
1ο Δικαία οδν ή κρίσις σου και ή πρόσταξ,ις άμα, 10 Δίκαιη ή άπόφαση μαζt κι ή προσταγή σου,
ηνπερ προσέταξ,ας ήμας φυλάσσειν, πανοικτίρμον, πού, πανοικτίρμων, δρισες σ' έμας για να τηρουμε.
Αυτη δ' έστιν ή μίμησις της ταπεινώσεώς σου, Καt τουτο είναι ή μίμηση της ταπεινώσεώς σου,
ί'ν ', d'Jσπερ έπαθες αύτδς άναμάρτητος πέλων, ωστε, όπως ό άναμάρτητος έσύ εχεις ύποφέρει,
ουτως ήμεις ύποίσωμεν άμαρτήσαντες πάντα, ετσι κι έμεις οί άμαρτωλοt να πάθομε τα πάντα,
15 και πειρασμους και διωγμους και μάστιγας και θλίψεις 15 καi πειρασμους καt διωγμους καt μάστιγες καi θλίψεις
και τελευταιον θάνατον παρα των παρανόμων. καi τέλος καi το θάνατο άπό τους παρανόμους.
Συ δαιμοναν γαρ ηκουσας και πλάνος ένομίσθης Δαιμονισμένο σέ εϊπανε καi πλάνο σέ λογιάσαν
άθέοις και άντίθεος και παραβάτης νόμου. οί αθεοι κι άντίθεο, του νόμου παραβάτη.
Συ ώς κακοίJργος συλληφθεις και δεθεις μόνος ήχθης, Σαν τον κακουργο σ' έπιασαν καi μοναχό δεμένο
20 πάντων καταλιπόντων σε μαθητων τε και φίλων. 20 σέ πηραν, δλοι σ' αφησαν καt μαθητές καi φίλοι.
Συ και παρέστης τφ κριτff ώς κατάκριτος, Λόγε, Σαν ένοχος έστάθηκες μπρος στον κριτη σου, Λόγε,
------
20. Ματθ. 26,56.
6. Έβρ. 4,16. 9. Α' Πέτρ. 2,21.
10. Άποκ. 16,7. 15. Ρωμ. 8,35. 12. Ή προσταγή του Χριστου στους άνθρώπους είναι νά μιμηθουν την τα­
17. Ίω. 10,20 έ. 19. Ματθ. 26,55. πείνωσή του καi την υπομονή του στους πειρασμούς καi τά πάθη.

J
152 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΛΣΤ' 22-53 153

και κρίσιν, fjv έςήνεγκε κατά σου, κατεδέςω. κι εσκυψες στην άπόφαση που εβγαλε για σένα.
Συ και λαλήσας ράπισμα παρα δούλου ύπέστης Έμίλησες και δέχτηκες τό ράπισμα του δουb·
και σιωπήσας θάνατον εύθυς κατεδικάσθης. σώπασες και σε θάνατο εύθυς καταδικάστης.
25 Of λ6γοι σου γαρ μάχαιρα τοις άν6μοις ύπηρχον, 25 Μαχαίρι για τους ανομους τα λόγια σου ύψωθηκαν
ή σιωπη δέ, βασιλευ, καταδίκης αfτία · και ή σιωπή σου, βασιλιά, αiτία καταδίκης.
δια μη φέροντες 6ραν σε τον δίκαιον μ6νον Γι' αύτό κι έσε τόν δίκαιο μη άντέχοντας να βλέπουν
οί άδικοι θανάτφ σε παρέδωκαν αίσχίστφ. μονάχο oi αδικοι σ' αiσχρη θανη σε παραδωσαν.
'Όθεν έτύφθης κεφαλην και άκάνθαις Σε χτύπησαν στην κεφαλη για τουτο και μ' άγκάθια
30 έστεφανώθης, χλαινάν τε κοκκίνην ένεδύσω. 30 σε στεφανωσαν και με χλαμύδα αλικη σε ντύσαν.
Ένεπτύσθης το πρ6σωπον, οί'μοι, και ένεπαίχθης, Σε φτύσανε στό πρόσωπο, άλί, σε περιπαιξαν,
Χαιρε! άκούσας παικτικως, βασιλευ, ύφ' Έβραίων. σου έκράξαν 'Χαιρε, βασιλευ,' oi Έβραιοι περιγελώντας.
Συ τον σταυρον έβάστασας, Σωτερ, έπι των ώμων Συ τό σταυρό σου έσήκωσες, Σωτήρα μου, στους ωμους
και προσεπάγης έν αυτφ άνυψωθείς, Θεέ μου. και άνυψωμένο έπάνω του σε κάρφωσαν, Θεέ μου.
35 Χειρας ήλώθης π6δας τε, και δςος έποτiσθης 35 Στα χέρια και στα πόδια σου καρφια εμπηξαν, οiκτίρμων,
και την πλευραν ένύγης σου τfί λ6γχn, πανοικτίρμον. σου δωσαν ξίδι κι εσκισε ή λόγχη την πλευρά σου.
Ταυτα ή γη μη φέρουσα έκλονειτο τφ φ6βφ Αύτα δεν αντεχεν ή γη κι ετρεμε άπό τό φόβο
και τους νεκρους τους έν αύτfί άπεδίδου έν τάχει, και τους νεκρους που φύλαγε στα σπλάγχνα της ξερνουσε.
6 ηλιος είς α'{μα δε μετεστράφη 6ρων σε Σ' αiμα τό φως του αλλαξε θωρώντας σε ό ήλιος
40 και ή σελήνη ζ6φωσιν ένεδύσατο τ6τε. 40 και τό φεγγάρι φόρεσε ρουχο του τό σκοτάδι.
Το καταπέτασμα ναου του τ6τε διεσχίσθη Τότε τό καταπέτασμα και του ναου έσκίστη
άπο των άνω γεγονος δύο §ως των κάτω, και δυό κομμάτια γίνηκε άπό ψηλά ως κάτω.
και ούδεν oi παράνομοι τούτων συνηκαν δλως, 'Απ' όλα τουτα τίποτα oi παράνομοι δε νιωσαν,
άλλα και τάφφ κείμενον φύλαιως έφιστασι άλλα σου βάλαν και φρουρους στό μνημα που κειτόσουν
45 και τον λίθον σφραγίζουσι σε κατασχειν δοκουντες. 45 και τό σφραγίσαν θέλοντας σ' αύτό να σε κρατήσουν.
Συ oJv άνέστης, Δέσποτα, fδίq, έςουσίq, Μα συ άναστήθής, Δέσποτα, με δύναμη δική σου
και τας σφραγιδας §λιπες σώ.ας τοις παραβάταις και τις σφραγίδες αφησες στους παραβάτες σωες
άγγέλων παρουσία δε έκύλισε τον λίθον άγγέλων παρουσία έκει άποκύλισε την πέτρα
και τους έκει φυλάσσοντας κατέπληςε τφ φ6βφ, στους φύλακες που φύλαγαν τρομάρα προκαλώντας,
50 και ούκ ήθέλησαν ποσως του συνιέναι δλως, 50 άλλα δε θέλησαν ποσως αύτοt να καταλάβουν,
άλλ' §μειναν τυφλώττοντες τον νουν και την καρδfαν μόνο άπομείνανε τυφλοι στό νου και την καρδιά τους,
πεπωρωμένην την αύτων §χοντες μέχρι τέλους. πέτρα την κράτησαν σκληρη κι άναίσθητη ως τό τέλος.
Τί oJv ύπάρχει μέγα μαι, εί ταυτα κάγω πάθω, Ποιό τό έξαιρετικό λοιπόν, αν κι έγω πάθω τα ϊδια
------
23. 'Ιω. 18,22. 25. Ματθ. 10,34. 29. Ίω. 19,2. 37. Ματθ. 27,52. 39. Ματθ. 27,45. Πράξ. 2,20.
30. Ματθ. 29,27. 'Ιω. 19,3. 31. Ματθ. 26,27. 32. 'Ιω. 19,3. 41. Ματθ.27,51. 44. Ματθ. 27,66. 48. Ματθ. 28,2.
33. 'Ιω. 19,17. 35. 'Ιω. 19,29. 36. 'Ιω. 19,34. 49. Ματθ. 28,4. 51. Ματθ. 28,11.
154 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΛΣΤ' 54-75 155

απεp αύτος συ πέπονθας άναμάpτητος πέλων - πόυ av κι άναμάρτητος έσυ ό ιδιος εχεις πάθει,
55 ύπεp του κόσμου, Δέσποτα, iνα τον κόσμον σώσnς, 55 Δέσποτα, για τόν κόσμο σου, τόν κόσμο για να σώσεις-,
ό άμαpτήσας πάμπολλα έκ νέας ήλικίας έγω που άμάρτησα πολυ άπό τη νεότητά μου
και παpοpγίσας σε, Χριστέ, έν εpγοις τε και λόγοις; και σε παρόργισα, Χριστέ, με πράξεις και με λόγια;
Μέγα μοι δντως, μαλλον δε και ύπεp πασαν δόξαν, Είναι για με σημαντικό, πάνω ά-ιtό κάθε έλπίδα,
δτι με μέτοχον ποιει δόξης σου της άppήτου που μέτοχο της δόξας σου της αρρητης μέ κάνει,
60 ή κοινωνία των παθων, ή μίμησις των εpγων, 60 τα πάθη σου ότι κοινωνώ τά εργα σου πως μιμουμαι
και πρόξενος θεότητας ή ταπείνωσις πέλει κι ερχεται κι ή ταπείνωση τη θέωση για να δώσει
ή ση τοις μετα γνώσεως ταύτην μετεpχομένοις. σ' όλους αύτους που ξέροντας θερμα την κυνηγουνε.
Εύχαpιστω σοι, Δέσποτα, πάσχων μαλλον άδίκως, 'Ώ Κύριέ μου, σ' εύχαριστω που αδικα μάλλον πάσχω
εi δε δικαίως, εστω μοι εiς εκτισιν πταισμάτων, κι αν πάσχω δίκαιά ας είναι για έξόφληση πταισμάτων,
65 είς κάθαpσιν άμέτpων μου, Χριστέ, πλημμελημάτων, 65 για κάθαρση άμέτρητων σφαλμάτων μου, Χριστέ μου.
και μη έάσnς μοί ποτε πόνους έπενεχθηναι Και μην άφήσεις κάποτε να μέ πλακώσουν πόνοι,
ύπεp δύναμιν, Δέσποτα, ij πειpασμους ij θλίψεις, Κύριε, που δέν τους μπορώ, η πειρασμοι ειτε θλίψεις,
άλλα άεί μοι χάpισαι την εκβασιν, Θεέ μου, άλλα δίνε μου πάντοτε τη λύτρωση άπό τουτα
και την iσχυν του δύνασθαι ύπενεγκειν τας λύπας! και δώσε μου τη δύναμη τις λύπες να ύποφέρω.
70 Συ γαρ ύπάpχεις των καλων ό παpοχευς άpχηθεν 70 Γιατi συ είσαι άπ' την άρχη κάθε άγαθου ό δοτήρας
τοις έκ ψυχης πpοσπίπτουσι τφ σφ κpάτει άξίως, σ' όποιους προσπέφτουν πρόθυμα στην έξουσία σου αξια
της πίστεως, των εpγων τε και των χpηστων έλπίδων της πίστης και των πράξεων και των καλών έλπίδων
παρέχων τα χαρίσματα, τας δωρεάς τε πάσας δίνοντας τα χαρίσματα και τα δωρήματα όλα
του Θείου και πpοσιωνητου Πνεύματός σου, οiκτίpμον, του θείου καl προσκυνητου, οiκτίρμων, Πνεύματός σου,
75 νυν και άει και πάντοτε είς αlωνας αlώνων. 75 τώρα και πάντοτε και στους αίωνες των αiώνων.
'Αμήν. 'Αμήν.

63. Ό Συμεών πού διαμαρτύρεται για δσα /!χει ύποστεί. Εύχαριστεί άπενα­
ντ{ας για τό δτι συμμετέχει στα πάθη του Χριστού. Είναι καλά liv πάσχει dδικα
καi liv δίκαια για ι'!κτιση καi κάθαρση άμέτρων πταισμάτων.

55. 'Ιω. 12,45. 57. Δευτ. 32,21.


66. Α' Κορ. 10,13. 73. Πράξ. 2,38.
37
ΛΖ'
Δέηση καi. προσευχη του ίδιου πρός τό Θεό έξαιτίας
Δέησις καΊ προσευχη τού αύτού προς Θεοv τής έκεlvου
τής βοήθειας που ελαβε άπό αύτόν.
ifvεκα βοηθεlας.

'Ώ Κύριέ μου Χριστέ, ω Κύριε ψυχοσώστη,


Δέσποτα Χριστέ, Δέσποτα ψυχοσωστα,
ω Κύριέ μου θεέ όλων όσα θωρουμε
Δέσποτα Θεε πάντων των 6ρωμένων
καi των άοράτων δυνάμεων, ώς JCτ{στης
άοράτων τε δυνάμεων, ώς κτίστης
όλων όσα στόν ούρανόν ύπάρχουν καi όσα
των έν ούρανφ πάντων, των ύπεράνω
5 πάνω άπ' τόν ούρανό καi τους ούρανους όλους,
5του ούρανου τε και ούρανων άπάντων, όσα κάτω άπ' τη γη καi μές στη γην έπ{σης.
των ~πα γην τε και των έν γft ώσαύτως!
Έσυ κυρίαρχος είσαι τούτων, θεός κι άφέντης,
Συ εί 6 Κύριος τούτων, Θε6ς τε και Δεσπ6της,
έσυ περικρατε'ίς στό χέρι σου τη γη όλη,
συ τft χεφί σου περικρατεu; την κτίσιν,
γιατi μπορε'ίς σ' αύτό τα πάντα να περιέχεις.
δτι έν αύτft περιέχεις τα πάντα.
ιοΤό χέρι σου είναι, Κύριε, ή δύναμη ή μεγάλη,
10Χείρ σου, Δέσποτα, δύναμις ή μεγάλη,
όπου τό θέλημα έκπληρώνει του Πατέρα
η το θέλημα του σου Πατρος πληρουσα
καi δημιουργε'ί συνέχεια, εργάζεται καi κτίζει
και δημιουργει, έργάζεται τωι κτίζει
καi οiκονομε'ί μ' άρρητο τρόπο τα δικά μας.
και οίτct;νομε'ί τα καθ' ήμfi.ς άρρήτως
Αύτό λοιπόν κι έμένα τώρα άφου δημιούργησε
αυτη ούν κάμε νυνι παραγαγουσα
15 άπ' την άνυπαρξία μ' έφερε στό είναι,
15 έκτου μη δντος πεποίηκε του εlναι, κι άφου έγινα καi μές σ' αύτόν τόν κόσμο βρέθηκα
δς και γεγονως ημην έν τφδε κ6σμφ
τόν καλό έσένα άφέντη ν' άγνοω όλότελα,
άγνοων δλως σέ, τον καλον Δεσπ6την,
έσέ τόν κτίστη μου, ω δημιουργέ μου, έσένα,
σέ, τον κτίστην μου, σέ, dJ δημιουργέ μου, καi σαν τυφλός πηγαινοερχόμουνα στόν κόσμο
και ωσπερ τυφλος ύπfjρχον έν τφ κ6σμφ
20 καi σαν χωρiς θεό τό θεό μου άγνοώντας.
20 και ώς αθεος, άγνοων τον Θε6ν μου. ____Μ_'_έ_λέ_'ησες τότε ό ϊδιος συ καi μ' έπισκέφτηκες,
______Α_ύτος οί5ν έλέησας και έπεσκέψω
16. Ίω. 1,9.
3. 'Εξ. 20,11 και Κολ. 1,16. 19. Τυφλότητα του άνθρώπου χαρακτηρίζεται ή έπιδίωξη των άγαθων του
7. 'Ιούδα 4. κόσμου και ή γοητεία του άπό αύτά.
11. Λουκa 22,42.
158 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΌΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΛΖ' 22-52 159

και έπέστρεψας λάμψας έν σκότει φως μοι το δρόμο μου άλλαξες άστράφτοντάς μου φως
και έλκύσας με προς έαυτόν, dJ πλάστα, προς τον έαυτό σου μ' εσυρες, ω πλαστουργέ μου,
έξαγαγών τε έκ κατωτάτου λάκκου, άφου άπ' τον τρίσβαθο μέ τράβηξες το λάκκο μου,
25 σκότους των παθων, σκότους του βαθυτάτου 25 άπο το σκότος των παθών, το άπύθμενο
έπιθυμιων και ήδονων του βίου σκότος των έπιθυμιών και των ήδονών του βίου,
έδειξας όδόν, δέδωκας 6δηγόν μοι το δρόμο μου εδειξες και όδηγο μου εδωσες
προς τας έντολας τας σας καθοδηγσυντα. να μέ όδηγει στις έντολές σου να βαδίζω.
7
Ω, άτωλουθων αφροντις διετέλουν, Αύτον άκολουθουσα και περνουσα άμέριμνα
30 έχαιραν χαραν ού λαλουμένην, Λόγε, 30 και χαρά, Λόγε, ενιωθα άνεκλάλητη
6ρων κατα πόδας σου άκολσυθουντα τ' άχνάρια των ποδιών σου βλέποντας ν' άκολουθώ
και προσομιλουντά σοι πολλάκις τουτον. και κουβέντα συχνα μαζt μ' έσέ να άνο{γω.
:.4λλα και βλέπων σε, τον καλοiι Δεσπότην, Άλλα κι έσένα, τον καλό δεσπότη, βλέποντας
τφ όδηγφ μου και πατρι συμπαρόντα να συντροφιάζεις μέ τον όδηγό μου και πατέρα μου
35 dφραστον εlχον άγάπην τε και πόθον, 35 ηταν άνέκφραστη ή άγάπη μου και ό πόθος μου, [μου
ύπερ πίστιν τε και έλπίδα ύπfjρχσν πάνω άπο πίστη ή π{στη μου κι άπ' την έλπ{δα ή έλπ{δα
καί· Ιδού, 6ρω τα μέλλοντα, έλεγαν, κι ίδού, μονολογουσα, τα μελλοντικα θωρώ
και των ούρανων πάρεστι βασιλεία κι ή βασιλεία των ούρανών εχει πια φτάσει
και τα άγαθα θ, όφθαλμος ούκ εlδεν, και τ' άγαθα που μάτια δέν τα εχουν δει κι αύτια
40 σίSς ούκ ήκουσε, προ όφθαλμων μου βλέπω, 40 δέν εχουνε άκούσει βλέπω μπρος στα μάτια μου·
έχων τε αύτα και τί πλέον έλπίσω, κι αύτα άφου εχω τί να έλπ{σω περισσότερο
η την πίστιν μου έν άλλοις ποίοις δείξω; η σέ ποιά άλλα την πίστη μου να έκδηλώσω;
Μειζον γαρ αλλο ύπερ ταυτα ούκ έσται. 'Ανώτερο άπ' αύτα δεν είναι άλλο.
Έν τούτοις όντος και τούτοις έντρυφωντος Αύτα ηταν ή ζωή μου κι ή τρυφή μου αύτά,
45 έλαβες έκ γης τον πατέρα μου, σί'μοι, 45 όταν, άλί μου, πf\ρες τον πατέρα μου άπ' τη γη,
~ρας 6δηγον έμον έξ όφθαλμων μου, πf\ρες τον όδηγό μου άπο τα μάτια μου
dJ φιλάνθρωπε, και κατέλιπας μόνον, καt μ' άφησες, φιλάνθρωπε, όλομόναχο,
πάντως όρφανόν, πάντως μεμονωμένον, όλότελα όρφανο κι όλότελα μονάχο
πάντως έκ πάντων άβοήθητον όντα, κι όλότελα χωρις καμια βοήθεια άπ' όλους,
50 και ποίμνης, οί'μοι, προστάτην και ποιμένα, 50 κι, άλ{, του παιδιου προστάτη και ποιμένα [τος,
τον ώς άληθως άπροσταύτευτσν ξένον έμένα, που στ' άλήθεια ήμουν ό ξένος ό άπροστάτευ­
έστησας αύτος τοις κρίμασιν, ο Τς οlδας. μ' εβαλες συ ό ϊδιος με τις κρίσεις τtς βαθιές σου.
------

22. Β' Κορ. 4,6. 24. Ψαλμ. 87,6. 38. Ματθ. 3,2. 39. Βλ. Α' Κορ. 2,9.
26. Λουκα 8,14. 46. Πραξ. 1,9.
160 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΌΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΛΖ' 53-74 161

Δια τουτο σε άρτι καθικετεύω, Για τουτο τώρα σέ θερμοπαρακαλω,


άρτι δέομαι, άντιβολω προσπίπτων· σου δέομαι και σέ ίκετεύω πέφτοντας στα πόδια σου·
55 μη άποστραφflς, μή με έγκαταλίπnς 55 μη μέ άποστραφεις και μη μ' έγκαταλείψεις
μηδε άφflς με, dJ Δέσποτά μου, μόνον! και μη μ' άφήσεις, Κύριε, μοναχό μου.
Οlδας των λnστων την καθ' ήμων μανίαν, Ξέρεις τη δύσκολη πορεία στό δύσβατο τό δρόμο,
οlδας την πληθυν των πονηρων θηρίων; ξέρεις των ληστων τη μανία έναντίον μας,
60 οlδας την έμην άσθένειαν, Χριστέ μου, ξέρεις των πονηρων θηρίων τό πληθος,
και την άγνοιαν, ~ν ώς άνθρωπος εχω. 60 ξέρεις και τη δική μου άσθένεια, Χριστέ μου,
Πλην ούδ' άνθρωπος δλως δοκω ύπάρχειν, και την αγνοια όπου σαν ανθρωπο μέ δέρνει.
άλλα άνθρώπων πολυ άπολιμπάνειν· Μα θαρρω πως μήτε κι ανθρωπος δεν είμαι
κατα πάντα γαρ πάντων έσχατος πέλω και πολυ άπό τους άνθρώπους πίσω μένω,
65 και έλάχιστός εtμι δντως άνθρώπων πάντων. γιατt σέ όλα άπ' όλους είμαι τελευταιος [όλους.
Έπίχεέ μοι, βασιλευ και Θεέ μου, 65 και πιό μικρός στ' άλήθεια ε{μ' άπ' τους άνθρώπους
το ελεός σου, έξαιτουμαι, το μέγα, Πλημμύρισέ με, βασιλιά μου και Θεέ μου,
ί'να τα έμα ύστερήματα, Σωτερ, μέ τό έλεος τό μέγα, σ' τό ζητω για χάρη,
και έλλείματα τουτο άναπληρώσn ωστε, Σωτήρα μου, τα ύστερήματά μου
το και σωον δλον ανθρωπόν με ποιήσn και τiς έλλείψεις όλες μου αύτό ν' άναπληρώσει
ύστερούμενον ούδεν των άναγκαίων 70 και να μέ κάνει όλον ανθρωπο σωστό,
και ουτω στήσn ένώπιόν σου, Λόγε, που τίποτε να μη μου λείπει άπ' όσα εiναι άνάγκη,
άκατάκριτον, άμεμπτόν με σον δουλον κι έτσι άντικρί σου να μέ βάλεις, Λόγε,
άνυμνουντά σε ε(ς αίωνας αίώνων. τό δουλο τό δικό σου άκατάκριτο κι αμεμπτο
'Αμήν. όπου να σ' άνυμνω στους αίωνες των αίώνων.
'Αμήν.

65. Α' Κορ. 15,9.


66. Σοφ. Σεφ. 18,9. 55. Ot στίχοι αύτοi έκφράζουν καi τό λόγο γραφης της προσευχης καi tκε­
68. Α' Κορ. 16,17. σ{ας αύτης 'νά μή έγκαταλειφθεί μόνος' τώρα πού έχει πεθάνει ό όδηγός του.

_J
ΛΗ' 38

Περι θεολογ(αι; καi δτι ό vούς τής ύλης τώv παθών Περi θεολογίας καi οτι ό νους καθαρμένος άπό τα σωμα­
καθαρθεΊς άϋλωι; τοv άϋλοv καi άόρατοv καθορij. τικα πάθη άντικρίζει με αυλα μάτια τον αυλο και άόρατο.

Ποίαν 6δοv 6δεύσοιμι, ποίαν έκκλίvω τρίβοv; Δρόμο να περπατήσω ποιόν, ποιό δρόμο να ξεκλίνω;
Ποίαν άνέλθω κλίμακα, ποίαν είσέλθω πύλην Πάλι. ποιά σκάλα ν' άνεβω, ποιά πύλη να περάσω,
ij πως άvοίξω θύραν δε και ποίου κουβουκλείου; ποιά πόρτα και ποιά κάμαρη και πως να την άνοίξω;
'Οποίας δε και ποταπffς ένδον ο(κίας ευρω Σε σπίτι ποιό και ποιας λογης μέσα του μέλλω νά 'βρω
5 τον έν χειρι τα σύμπαντα και παλάμn κρατουvτα; 5 έκεινον που τα σύμπαντα στη φούχτα μέσα κλείνει;
'Όρος εiς ποιον άναβω, έκ ποίου τε του μέρους Σε ποιό ορος ν' άναρριχηθω και άπό ποιά μεριά του
και ποιον άρα σπήλαιον έκεισε ψηλαφήσω και ποιό τάχατε σπήλαιον έκει να άνερευνήσω;
ij ποιον έλος διελθωv τον παvταχοίJ παρ6vτα ποιά να περάσω τέλματα για ν' άξιωθω, ό τάλας,
και αληπτοv τυγχάvσντα ά6ρατ6v τε δντα τόν πού 'ναι πανταχου παρων κι άσύλληπτος ώστόσο
1ο του κατιδειv άξιωθω και τωτασχειv, 6 τάλας; 10 κι άόρατος να τόν {δω μα και να τόν άγγίξω;
Είς ποίον (ί.δηv καταβω, εiς ούραvον δε ποιον Σε ποιόν αδη να κατεβω, σ' ποιόν ούρανό ν' άνέβω
άνέλθω και είς έσχατα ποίας θαλάσσης άρα και σε ποιας τάχα θάλασσας τα πέρατα και αν φτάσω
γεν6μενος εύρήσαιμι τον άπρ6σιτοv πάvτn, αύτόν που εtναι άπροσπέλαστος όλότελα για νά βρω
τον πάμπαν άπερίγραπτοv, άψηλάφητοv δλον, και που σε όρια δε χωρει κι άγγισμα δεν τόν πιάνει
J5 τον αϋλοv έν ύλικοίς, τον κτίστην έv τfi κτίσει, 15 τόν άυλο μες στα ύλικά, τόν κτίστη μες στην κτίση,
τον dφθαρτοv έv τοις φθαρτοίς, είπέ μαι, πως εύρήσω; τόν άφθαρτο μες στα φθαρτα πως να τόν βρω για πές μου;
Πως δ' έξω κ6σμου γένωμαι, 6 τυγχάvωv έν κ6σμφ, Πως να διαβω τα σύνορα του κόσμου όπου ύπάρχω,
πως τφ άf5λφ συvαφθω, φθαρτος δλος ύπάρχωv, πως να ένωθω μετ' άυλο ό δεμένος με την ύλη;
20 6 έν θανάτφ τfi ζωfi πως δλως πλησιάσω, Πως να πλεχτω με τό άφθαρτο, άφου φθαρτός έγώ 'μαι,
20 πως καν ν' άγγίξω τη ζωη στό θάνατο κλεισμένος
1-21. Τά ρητορικά κάπως αύτά έρωτηματικά δίνουν τό πλαίσιο για νά
έκτεθουν δσα άκολουθουν άπό την κοσμογονία. Ή άγων{α του ποιητfj έκφράζε­
1. Ήσ. 40,3. 6. Έξ. 24,12. ται μέ τiς λέξεις 'θά βρω, θά προσπελάσω, θά δω, θά ψηλαφήσω'· που και πως
7. Γ' Βασ 19,9. 11. Βλ. Ψαλμ. 138,8 έ. δμως αύτόν πού περιέχει τά πάντα, πού είναι άπροσπέλαστος καί άόρατος και
11-12. Ψαλμ. 138,8 και 9. άψηλάφητος;
164 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΛΗ' 21-49 165

τφ άθανάτφ 6 νεκρος πως άρα προσπελάσω; καi στόν άθάνατο ό νεκρός πως τάχα να πλησιάσω;
Ό χόρτος δλος τφ πυρι πως προσψαυσαι τολμήσω; Πως να τολμήσω τη φωτια ν' άγγίξω έγω χορτάρι;
'Αλλ' δμως άρτι άκουε των άπορρήτων λι5σιν ! Μα τώρα την έξήγηση των άπορρήτων άκου:
Προ του γενέσθαι ούρανόν, προ του γην παραχθηναι Προτου να γίνει ό ούρανός κι ή γη προτου να γίνει
25 Θεος ι5πηρχεν, ή Τριάς, μόνος μεμονωμένος, 25 ύπηρχε ό τριαδικός θεός μόνος καi μοναχός του,
φως άναρχον, φως άκτιστον, φως άφραστον εfς άπαν, φως άναρχο, φως άκτιστο κι εκφραση που δεν εχει,
δμως Θεος άθάνατος, άτελει5τητος, μόνος, μα καi θεός άθάνατος, μονάχος, δίχως τέλος,
ά'fοιος, αfώνιος, άγαθώτατος άγαν. άίδιος, αtώνιος, καλότατος περίσσια.
Νόει καλως μόνον Θεον έν άρχfί την Τριάδα Σκέψου καλα μόνος θεός άρχη ηταν ή Τριάδα,
30 ι5περανάρχως οίJσαν μέν, ι5περ άρχήν τε πασαν 30 που ηταν χωρtς καμιαν άρχή, πάνω άπ' τiς άρχες δλες,
άνείκαστον, άμέτρητον f5ψει, βάθει και πλάτει, άμοιαστη, άκαταμέτρητη σ' ί5ψος, βάθος καi πλάτος,
του τε μεγέθους και φωτος πέρας μη κεκτημένον ! που δρια ή μεγαλοσύνη της δεν εχει και τό φως της.
Ούκ ην άήρ, καθάπερ νυν, ούκ ην σκότος ούδ' δλως, 'Αέρα σαν αύτόν έδω δεν εiχε κι ουτε σκότος,
ού φως, ούχ f5δωρ, ούκ αiθήρ, ούκ άλλο τι των οντων· τό φως, ό αtθέρας, τό νερό, κανένα άπ' δλα τα όντα,
35 πνευμα δε μόνον 6 Θεός, φωτοειδες είς άπαν, 35 και πνευμα μοναχα ό θεός, φως δλος πέρα πέρα
6μου τε παντοδύναμον και άϋλον ι5πηρχεν. καt παντοδύναμο μαζί βασίλευε καi άυλο.
Έποίησεν άγγέλους δέ, άρχας και έςουσίας, 'Αγγέλους έπλαστούργησε κι άρχες καi έξουσίες
τα Χερουβιμ και Σεραφίμ, κυριότητας, θρόνους καi Χερουβίμ, και Σεραφίμ, κυριότητες καi θρόνους
και τα άκατωνόμαστα τάγματα λειτουργουντα κι δλα δσα δίχως όνομα τάγματα ύπηρετουνε,
40 αύτφ και παριστάμενα έν φόβφ τε και τρόμφ. 40 δίπλα του παραστέκονται με φόβο καi με τρόμο.
'Ύστερον δε παρήγαγεν ούρανον ώς καμάραν, 'Αργότερα τόν ούρανόν εφτιασε σαν καμάρα,
ι5λικον και 6ρώμενον, afσθητον και παχύν τε ύλικό που να φαίνεται, πυκνός κι αίσθητός νά 'ναι
και έν ριπfί έςέτεινε τουτον, ώς ο{δε μόνος. κι άστραπιαια τόν απλωσε δπως έκεινος ξέρει.
Γην τε 6μοίJ και f5δατα και άπάσας άβι5σσους Τη γη μαζi καi τα νερα καi τiς άβύσσους δλες
45 μέσον αύτοίJ έν τφ αύτφ έννοήματι μόνφ 45 μέσα στη μέση του εφτιαξε με μιά του σκέψη μόνο
πεποίηκεν, ο{α 1ca1 νυν πάντα ήμιν 6ρωνται. τέτοια δπως τώρα τά 'φτιαξε καθ ως τα βλέπομε δλα.
Kaz έμεινεν, ένδον το φως το άϋλον μη έχων, Καi σαν άπλώθη ό ούρανός αtσθητός, δπως εiπα,
6 ούρανος έκτανυσθεzς αίσθητός, καθώς ε{πον, εμεινε, μέσα μη εχοντας τό άυλο τό φως,
ού περιέκοψε φωτος άυλου λαμπηδόνας. μα ουτε καi τ' άυλου του φωτός έμπόδισε τiς λάμψεις.
------ ----'---

24. Βλ. Παρμ. 8,24 έ. 31. Έφ. 3,18. 24-t26. Ό ποιητής εΤναι κατηγορηματικός. Ή Τριάδα εΤναι θεός 'μόνος με­
35. Γεν. 1,2. 41. Ήσ. 40,22. μονωμένος, φως ίiναρχον, φως ίiκτιστον, φως ίiφραστον εiς Ιiπαν'.
43. Ψαλμ. 103,2 και Ήσ. 44,24. 35. Ό θεός, έπαναλαμβάνει ό Συμεών, εΤναι 'Πνεϋμα ... φωτοειδές εiς
44. Παρμ. 8,23. Ιiπαν'. Αύτό είναι ή μία βασική iδέα. Ή άλλη έκφράζεται λίγο πιό κάτω.
166 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΛΗ' 50-80 167

50 'Ένυλος γάρ, ώς εί'ρηται, ών, των dϋλων Ιfςω, 50 ~σντας, ώς εiπα, ένυλος, άπό τα αυλα έξω
ού τόπφ πάντως, φύσει δε εύρέθη και ούσfq,. δε βρέθη νά 'ναι τοπικα μα στην ούσία, στη φύση.
Ένύλων γαρ ό αϋλος Ιfστι κεχωρισμένος, Γιατι ό αυλος άπ' τα ένυλα εiναι άποχωρισμένος,
ούκ Ιfχων τόπον ϊδιοv, _dπερ{γραπτος γάρ ών· τόπο δικό του μη έχοντας και δίχως δρια δντας.
αύτδς λόγφ τα σύμπαντα έν έαυτφ παράγει Αύτός με λόγο μέσα του τα σύμπαντα παράγει
55 και φύσει Ιfστι των κτιστων πάντn κεχωρισμένος 55 και εiναι άπό τη φύση του άπ' τα κτιστα δλα χώρια·
και φέρων πάντα έν αύτφ Ιfςω έστι των πάντων. έχοντας δλα μέσα του εiναι έξω άπό τα πάντα.
'Ώσπερ γαρ νους και αγγελος τοfχοις και θύραις Ιfςω Καθώς όνους κι ό αγγελος με τοίχους και με πόρτες
ο{κfας ούκ dπεfργονται ούδε κρατοίJνται lfvδov, δεν έμποδίζονται να μπουν στό σπίτι ειτε να βγουνε,
οϋτως ό τούτων ποιητης δλως ούκ Ιfξω πέλει, δμοια κι αύτός που τά 'κτισε καθόλου δεν εiναι έξω
60 ούκ Ιfνδοθεν του ούρανοίJ ούδ' έν έτέρφ τόπφ, 60 ουτε και μες στόν ούρανό ουτε και σ' αλλον τόπο,
dλλ' Ιfστι πάντως πανταχοίJ Θεδς κεχωρισμένος άλλα εiναι ώστόσο πανταχου ό Θεός, μα χωρισμένος
ένύλων πάντων τωι κτιστων ύπ' αύτοίJ παραχθέντων. άπ' τα ένυλα και τα κτιστα που έχει δημιουργήσει.
Έγένετο οδν ούρανδς Ιfνυλος και διέστη 'Έγινε ό ούρανός λοιπόν ένυλος και χωρίστη
τfl φύσει, καθώς εί'ρηται, του φωτδς του άυλου στη φύση, καθώς ειπαμε, άπό τό φως τό αυλο
65 και Ιfμεινε δ{χα φωτός, οlκος καθάπερ μέγας. 65 κι άπόμεινε με δίχως φως, καθώς μεγάλο σπίτι.
Ό δε Δεσπότης του παντός τον ijλιον άνffψε Και τότε ό Κύριος του παντός τόν λαμπρό άνάβει
και την σελήνην, αlσθητοις αiσθητως δπως λάμπn, ηλιο και τό φεγγάρι, στα αίσθητοοίσθητως να λάμπουν·
δέδωκε δε και έν χερσι φως έν νυκτι του φαίνειν, βάζει στα χέρια μας και φως να φέγγει μες στη νύχτα
dπδ σιδήρου λίθου τε τικτόμενον άρρήτως. που να γεννιέται άπόκρυφα άπό σίδερο και πέτρα.
70 Έκεινος δε παντός φωτδς έστι κεχωρισμένος, 70 Μα έκεινος άπό κάθε φως εiν' άποχωρισμένος,
ύπέρφωτος, ύπέρλαμπρος, αστεκτος πάσn κτίσει· πάνω άπό λάμψη κι άπό φως, ή φύση δεν τόν στέργει·
ώς γαρ ήλίου λάμποντος ού φαίνονται τα άστρα, δπως ό ηλιος σαν σκορπα τό φως του σβήνουν τ' αστρα,
οϋτως, εί λάμψαι βουληθfl ήλίου ό Δεσπότης, έτσι αν θελήσει ό Κύριος του ηλιου να φωτίσει
ούχ ύποστήσεται πας ζων dνατολην την τούτου. δε θε ν' άντέξει ζωντανό δν την άνατολή του.
75Διδ συνέζευςε τον νουν τφ χοί'τφ ένύλφ 75 Γι' αύτό συνένωσε τόνου με τό ένυλο τό χώμα
και έν ένύλοις τέθηκεν ήμας άνθρώπους πάντας, και μες στα ένυλα έβαλε δλους μας τους άνθρώπους, .,,.
iv 'έν βεβαίq, πίστει γε και έντολων τηρήσει ώστε με πίστη σταθερη τις έντολες τηρώντας,
τόν, δνπερ συνεχέαμεν παραβάσεως ζόφφ, τόνου που άπ' της παράβασης συγχέαμε τό ζόφο,
νουν αϋλον έν ύλικων παθων έπιθυμίq, τόν αυλο νου άπ' την πεθυμια των ύλικων παθών μας
so και γεύσει τfl των ήδονων έκκαθάραντες αδθις, 80 και τη γνώση των ήδονων καθαίροντάς τα πάλι,

66. Βλ. Γεν. 1,14 έ. 72. Ματθ. 24,27 50. Τό 'Ι~ξω των ένύλων' του Θεου δεν έχει τοπική έννοια· Ό θεός εiναι ,
75. Γεν. 2,7. 'φύσει και ούσ(q, κεχωρισμένος" άπό δλα ένω είναι μέσα σέ δλα.
168 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΛΗ' 81 - 105 169

το dϋλον έν ύλικοις άυλως καθορωμεν τό αυλο μες στα ύλικα φως αυλα να θωρουμε,
φως, δπεp εlπον, δτι ~ν Θεος ύπεpανάpχως, πού, όπως είπα, ό θεός πριν άπό κάθε άρχή 'ταν
άόpατον τοις αfσθητοις όφθαλμοις και ένύλοις, άόρατο στα αίσθητα και ενυλα μας μάτια,
άπpόσιτον τοις νοεpοις δμμασι της καρδίας. άπρόσιτο στα νοερα τα μάτια της καρδιας μας.
85 Θαυμάζω γαρ πως ή ψυχή, δλη dϋλος οίSσα 85 Έγώ άπορω πως ή ψυχη που όλόκληρη αυλη είναι
και νοεpον τον του νοος όφθαλμον κεκτημένη, και δ{χως ύλη, νοερα εχει του νου τα μάτια,
ώσπερ θυpίσι γε δυσιν αίσθητως κεχpημένη όπως θυρίδες αίσθητα τους δυό χρησιμοποιώντας,
του σώματος τοις όφθαλμοις παpακύπτουσα βλέπει τους όφθαλμους του σώματος γέρνοντας λ{γο βλέπει
δι 'αύτων πάντα όpατα και πάλιν ύποqτpέφει, όλα τριγύρω τα άρατα και πάλι έπιστρέφει,
90 τα νοητα και dυλα άυλως καθοpωσα, 90 τα δίχως ύλη και νοητα αυλα παρατηρώντας [των·
μέσον δ' άφθάpτων και φθαpτων άppήτως κpατουμένη· στη μέση αρρητα μένοντας των φθαρτων και άφθάρ­
ύπο μεν των καθέλκεται προς ήδονάς, προς πάθη, έκεινα προς τις ήδονες τη σέρνουν και τα πάθη
ύπο δε των προς ούpανον πτεpουμένη έκεισε και τουτα προς τόν ούρανό φτερα να πάει της δίνουν,
μένειν μεν έκβιάζεται, κατασπαται δε δμως τη βιάζουνε να μείνει έκει, μ' αύτη γλιστράει κάτω
95 και πάλιν άναφέpεσθαι άεl θεpμως σπουδάζει 95 καi πάλι βιάζεται θερμα έκει ψηλα ν' άνέβει
άεpοβάμων θέλουσα εlναι έξ όρωμένων. μετέωρη νά 'ναι θέλοντας πάνω άπό όσα θεωρουμε.
Ώς γαρ παγίδας βλέπουσα τα έν τφ κόσμφ πάντα Καθώς παγίδες βλέποντας τα πράγματα του κόσμου
φοβε'ίται δλως έν τfl γfl πατησαι fj καθίσαι, φόβος την πιάνει έδω στη γη να ρθει να περπατήσει,
ί'να μη πάντως έμπαγfl κpατηθεισα έν τούτοις μήπως τυχόν παγιδευτει και κρατηθει άπό τουτα
1 οο και γένηται κατάβpωμα θηρίων άνημ'έpων. 100 και γίνει βρώση και τροφη άνήμερων θηρίων.
ΤοιοίJτος 6 των εύσεβων και πιστων και άγίων Αύτός είναι τφν εύσεβων και των πιστων κι άγίων
άπάντων βίος, δνπεp χpη έκμιμεισθαι τας πάντας, όλων ό βίος, που όλοι τους να τον μιμουνται πρέπει,
ί'να και συν αύτοις Χpιστφ, Θεφ, κpιτfl των πάντων ώστε μαζ{ τους στό Χριστό, τό θεό, κριτη των όλων,
dμέμπτως παpαστήσονται και κοινωνοι της δόξης αμεμπτα να παρασταθουν και κοινωνοi της δόξας
105 και βασιλείας της αύτοίJ έσονται είς αfωνας. 105 μα και της βασιλείας του να είναι στους αίωνες.
'Αμήν. 'Αμήν.

100. 'Ιεζ. 34,5.


104. Α' Πέτρ. 5,1.

''

L
ΛΘ' 39

'Ότι ό πόθος καΊ ή προς τοv Θεοv άγάπη ύπεpβαfvει Ό πόθος και ή άγάπη προς το θεό ύπερβαίνει κάθε άγάπη
πiί.σαv άγάπηv καΊ πάvτα πόθοv άvθpώπιvοv· βαφεΊς καi κάθε πόθο άνθρώπινο. Κι δταν όνους έκείνων που κα­
δε ό vούς τώv καθαιpομέvωv έv τφ φωτΊ τού Θεού δλος θαίρονται βυθιστεί μέσα στο φως του θεου θεώνεται καθ'
θεούται καΊ vούς έκείθεv χpηματ(ζει Χριστού. όλοκληρία και γίνεται ετσι νους Χριστου.

Άμήχανον το κάλλος σου, άσύγκριτον το εlδος, Ή όμορφιά σου άσύλληπτη κι άσύγκριτη ή θωριά σου,
ή ώραιότης αφατος, ύπερ λόγον ή δόξα, άφατη ή ώραιότητα, πέρ' άπ' τα λόγια ή δόξα,
το ~θος, Δέσποτα Χριστέ, το άγαθον και πρq.ον ό τρόπος σου, Κύριε Χριστέ, πού 'ναι άγαθός και πραος
των γηγενων ύπέρκειται τας έννοίας άπάντων, πάνω άπ' τή σκέψη βρίσκεται των γήινων άνθρώπων
5 τω) δια τοίJτο ό προς σε πόθος και ή άγάπη s κι είναι για τουτο που ό σ' έσένα πόθος μας και ή άγάπη
πασαν άγάπην των βροτων ύπερνικq. και πόθον. κάθε άγάπη των θνητων και πόθον ύπερβαίνει.
Καθ' δσον γαρ ύπέρκεισαι των όρωμένων, Σωτερ, 'Όσο πιό πάνω βρίσκεσαι, Σωτήρα, άπ' τα φαινόμενα,
κατα τοσοίJτον 6 προς σε πόθος ύπάρχει μείζων τόσο είναι πιό τρανότερος ό πόθος ό δικός σου
και συγκαλύπτει απασαν άνθρωπίνην άγάπην κι άποσκεπάζει κάθε μιαν άγάπη των άνθρώπων
10 τω) ερωτας των σαρκικων ήδονων άποτρέπει, 10 και κάθε σαρκική ήδονη κι ερωτα έμποδίζει
έπιθυμίας πάσας δε άποκρούεται τάχος και άποδιώχνει γρήγορα κάθε έπιθυμία·
σκότος γαρ δντως των παθων έπιθυμία πέλει γιατί 'ναι άλήθεια των παθων η έπιθυμία τό σκότος
και νίJς βαθεΊα των αίσχρων άμαρτιων ή πραςις, και των αίσχρων άμαρτιων βαθια είναι ή πράξη νύχτα
φως δε 6 ερως 6 προς σε και ή άγάπη, Σωτερ. και είναι ό ερωτας σ' έσε κι ή άγάπη φως, Σωτήρα.
15 Διο έςανατέλλουσα έν ψυχαΊς φιλοθέοις ι s Για τουτο άνατέλλοντας μες σε ψυχές φιλόθεες
εύθυς ήμέραν έμποιεΊ άπαθείας, Θεέ μου, τή μέρα ξημερώνει, Θεέ, άμέσως της άπάθειας,
άποδιώκουσα παθων και ήδονων το σκότος­ των ήδονων και των παθων τό σκότος κυνηγώντας.
ώ θαίJμα, ώ παράδοξον εργον ΘεοίJ ύψίστου 'Ώ θαυμα και παράδοξον εργο του Θεου του 'Υψίστου
και μυστηρίων δύναμις των τφυπτως τελουμένων! και δύναμη των μυστηρίων που μυστικα τελουνται.
20 Συ και τα αφθαρτα ήμΊν και τα φθαρτα χαρίζn, 20 Έσυ και τ' άφθαρτα σ' έμας και τα φθαρτα χαρίζεις,
------
4. Ρωμ. 8,37.
10. 'VΕρωτες των σαρκικων ήδονων' σέ άντίθεση μέ τούς 'θείους Ι!ρωτες' 16. Ή άμαρτία καi ή προσκόλληση στά πάθη είναι ή νύχτα· ή άπαλλαγή
του Συμεών. άπό αύτά είναι 'ή ή μέρα της απάθειας'.
172 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΛΘ' 21-52 173

συ και τα γήίνα, Θεέ, συν τοις έπουpανίοις, έσύ, θεέ μου, τα γήινα μαζt καt τα έπουράνια,
τα ένεστωτά τε 6μοί5 και τα μέλλοντα, Λ6γε, μαζt τα τωρινά. άγαθα κι δσα μας μέλλουν, Λόγε,
ώς πάντων πάντως ποιητής, ώς έχων έςουσίαν άφου δλων είσαι ό δημιουργός κι εχεις τήν έξούσια
των ούpανίων, Δέσποτα, και των καταχθονίων· πάνω στα ούράνια, Δέσποτα, μα καt στα καταχθόνια.
25 και πως ήμεις οί αθλιοι άγαπωμεν άνθpώπους 25 Καt τους άνθρώπους πως έμεις οί άθλιοι άγαπουμε
ύπεp σε πλέον και αύτοις δουλούμεθα άθλίως, πάνω άπό σένα καt σ' αύτους σκλάβοι τους καταντουμε
ίνα μικpα ληψ6μεθα και φθαpτα παρ' έκείνων μικρές κι άπολαβές φθαρτές να λάβαμε άπό έκείνους
και αύτοις έκδιδόαμεν ψυχας ήμων άθλίας καt παραδίνομε σ' αύτους τις άθλιες ψυχές μας [ση;
και σώματα ώς ατιμα σκεύη τοί5 καταχpασθαι,· και τα κορμιά. -σκεύη άτιμα- γι' άταίριαστή τους χρή-
30 Και μέλη /fντες, Δέσποτα, σοί5 τοί5 πάντων Δεσπότου 30 Και μέλη δντας, Δέσποτα, δικά σου, που είσαι αγιος,
άγίου, πάντως αγια αύτοκpατοί5ς Δεσπότου, Κύριος δλων, κι αγια αύτά, Δεσπότη αύτοκυρίαρχου,
τοις πονηpοις ού φpίττομεν δαίμοσιν αύθαφέτως δε φρίττομε να πέφταμε στους πονηρους δαιμόνους
pίπτειν αύτους εiς ατιμα της άμαpτfας έργα; μέ θέλησή μας για άτιμα της άμαρτίας εργα; [δούλους
Τίς οδν μη κλαύσn των πιστων και γνησίων σου δούλων, Ποιός δε θα κλάψει τους πιστους καt γνήσιούς σου
35 τίς μη θpηνήσn της πολλfjς αύθαδείας την τόλμαν; 35 και τήν πολλή κι άπόκοτη δε θα θρηνήσει αύθάδεια;
Τίς δε μη φpίςn την πολλην άνοχήν σου, Θεέ μου, Ποιος για τήν πολλή σου άνοχή, θεέ μου, δε θα φρίξει,
τίς μη τpομάσn κρίσεως άνταπόδοσιν θείας, της θείας κρίσης τήν ποινή ποιός δε θα τήν τρομάξει,
το αστεκτον και ασβεστον πί5p, οίί,οι, το της γεέννης, τήν άσβηστη κι άβάσταγη φωτιά, άλί, της γέεννας,
ένθα κλαυθμός τε και βpυγμος ύπάpχει των 6δόντων όπου κλαυθμός και χτύπημα δοντιων ήχολογάει,
40 και πόνος άπαpάκλητος και αφpαστος όδύνη; 40 πόνος άπαρηγόρητος κι άνέκφραστη όδύνη;
~λλ ', dJ ήλιε ήλίου και σελήνης, Μά, ώ ηλιε, δημιουργέ του ήλίου και της σελήνης,
άστέpων πάντων και φωτος και παντος αλλου κτίστα, δλων των άστεριων κι δποιου φωτός ύπάρχει,
τούτων έςω με κpύψον έν τφ φωτίσου, κρύψε με εξω άπ' αύτα μες στό φως τό δικό σου,
Ι'να μόνον σε βλέπων έν τφ φωτίσου, ωστε θωρώντας μες στό φως σου μόνο έσένα
45 κόσμον μη 6pω μηδε τα έν τφ κόσμφ, 45 να μή θωρω τόν κόσμο μήτε δσα του κόσμου,
άλλα και βλέπων έσομαι ώς μη βλέπων άλλα και βλέποντας θα είναι σα να μή βλέπω
και άκούων ώς μη άκούων, Λόγε, και θά 'ναι πάλι άκούοντας, Λόγε, σα να μήν άκούω.
και καθώσπεp πάσχουσιν of έν τφ σκότει Κι δπως πονουν αύτοt που μέσα στό σκοτάδι
καθεζόμενοι των ήδονων του βίου, των ήδονων του βίου ζουν και κινουνται
50- φιλοδοςίας σκότει κεκαλυμμένοι, 50-τό σκότος της φιλοδοξίας τυλιγμένοι,
βλέποντες ού βλέπουσι δόςαν σου θείαν βλέπουνε μα δε βλέπουν τή θεϊκή σου δόξα
και άκούοντες ού σvνιουσιν δλως και δεν έννοουν καθόλου κι aς άκουνε
------ ------
24. Φιλ. 2,10. 30. Α' Κορ. 6,15. 37. Ήσ. 34,8. 38. Ματθ. 13,42. 51. Ματθ. 13,13.
174 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΛΘ' 53-83 175

τας έντολάς σου και τα πpοστάγματά σου-, τiς έντολες καi τά προστάγματά σου-,
οϋτω κάγω /Jσομαι έν τφ φωτίσου ετσι κι έγώ μέσα στό φως σου θά 'μαι,
55 μη βλέπων κόσμον μηδε τα έν τφ κόσμφ. 55 κόσμο μη βλέποντας κι δσα του κόσμου.
Τίς γαρ ίδών σε και άστpαφθεzς αίσθήσεις Ποιός δταν σ' εiδε κι αστραψαν οί αίσθήσεις του
έκτης δόξης σου, έκ φωτός σου του θείου, από τη δόξα καi τό θειο τό φως σου
ούκ ήλλοιώθη νουν, ψυχην και τας φρένας, δεν ενιωσε ν' αλλάζει ό νους, τά φρένα κι ή ψυχή του
και βλέπειν ι'iλλως και ά1ωύειν ώσαύτως, καi δεν αξιώθηκε πανθαύμαστα, Σωτήρα,
60 Σώτεp, κατηξίωται πανεξαισίως; 60 καi άλλιώτικα ν' ακούει κι αλλιως νά βλέπει;
Έμβάπτεται γαρ ό νους έν τφ φωτίσου Βυθίζεται όνους μέσα στό φως σου,
και λαμπρύνεται και φώς άποτελειται καταφωτίζεται κι αποτελειώνεται σε φως
δμοιον της δόξης σου, και νους καλειται παρόμοιο με τη δόξα σου, και νους καλειται
σος 6 τοιοiJτος άξιωθεzς γενέσθαι, δικός σου δποιος αξιώθηκε νά γίνει φως,
65 και νουν /Jχειν σαν τότε καταξιοiJται 65 καi αξιώνεται τόνου σου τότε νά 'χει
και έ'ν μετα σου γίνεται dχωpίστως κι αχώριστα μαζί σου γίνεται ενα.
και πώς μη βλέπει ωσπεp συ και d1ωύει Πως να μη βλέπει και να μην ακούει δπως έσυ
πάντα άπαθώς; Πώς δε έπιθυμήσει μ' απάθεια τά πάντα; Πως νά έπιθυμήσει
Θεδς γεγονως αfσθητοiJ τινος δλως -ένω εγινε θεός- κάτι αίσθητό, ρευστό
10 pευστοiJ και φθαpτοiJ πράγματος είτε δόξης, 70 μά και φθαρτόν όλότελα ειτε δόξα,
ό υπεράνω γεγονως τούτων πάντων αύτός που πάνω απ' δλα τουτα ανέβηκε
και ύπεp πα.σαν δόξαν την όpωμένην; και πάνω από τη δόξα αύτην που βλέπομε;
'Υπεράνω γαρ πάντων τών όpωμένων Γιατi δποιος πάνω απ' δσα βλέπομε
ό γενόμενος και Θεφ πλησιάσας, ανέβηκε και στο Θεόν έβρέθηκε κοντά,
75 μαλλον δε Θεος και αύτος χpηματίσας, 75 η μάλλον θεός αφου χρημάτισε κι ό ιδιος,
πώς έκ τών κάτω κειμένων δόξαν δλως πως απ' αύτους που χάμω κείτονται νά αναζητήσει
η τpυφην θελήσειεν έπιζητησαι; δόξα η τρυφη καθόλου θά θελήσει;
ΤαiJτα γαρ αύτφ αfσχύνη δντως πέλει, Εiναι δλα αύτά ντροπη γι' αύτόν στ' αλήθεια,
ϋβpις, έξουδένωσις και άτιμία. προσβολή, έξουδένωση και ατιμία.
so Δόξα δε αύτφ και τρυφή τε και πλοiJτος 80 Δική του δόξα και τρυφη και πλουτος
Θεός, ή Τριάς, και τα ΘεοiJ και θεια, πού 'ναι ό Θεός, ή Τριάδα, δσα του Θεου και θεια.
φ πρέπει πασα δόξα, τιμη και κράτος Στον όποιο πρέπει δλη ή δόξα κι ή τιμη
άεί τε και νυν και εfς πάντας αίώνας. κι ή δύναμη τώρα και.πάντοτε και στους αίωνες.
'Αμήν. 'Αμήν.

65. Ρωμ. 11,34. 82. Α' Πέτρ. 4,11. 55. Κλείνοντας τα μάτια στόν κ:όσμο άνοίγονται στό Θεό.
Μ' 40

Όμολογία τής χάριτος τών τού Θεού δωρεών, καi 'Ομολογία των δωρεών της χάριτος του θεου, καi. πώς το
δπως ό ταύτα γράφων πατηρ 6πο τού άγίου ένεργεί­ χέρι του πατέρα, που γράφει αύτά, το κινουσε το αγιο
το Πνεύματος· καi διδασκαλία ρηθείσα ύπο Θεού, τού Πνευμα. 'Ακόμα διδασκαλία άπό το θεό για το τί πρέπει
τf δeί ποιούντά τινα· τής τών σφζομένων σωτηρ(ας να κάνει κάποιος, για να έπιτύχει τη σωτηρία έκείνων
τυχείν. που σώζονται.

Πάλιν έκλάμπει μοι το φως, πάλιν τpανως 6pαται, Πάλι το θειο με λούζει φως, πάλι λαμπρό το βλέπω,
πάλιν άνοίγει ούpανούς, πάλιν τέμνει την νύκτα, πάλι τους ούρανους 4νοίγει, πάλι τη νύχτα σκίζει,
πάλιν παράγει απαντα, πάλιν 6pαται μόνον, πάλι τα πάντα φέρνει μας, πάλι τό βλέπω μόνο,
πάλιν άπάντων έςω με ποιει των 6pωμένων, απ' όσα βλέπω γύρω μου πάλι με βγάζει έξω
5 των αiσθητων ώσαύτως δέ, βαβαί, άποχωpίζει. 5 κι έπίσης κι απ' τα αίσθητα πάλι μ' αποχωρίζει.
Πάλιν 6 πάντων ούpανων ύπεpάνω τυγχάνων, Αύτός που πάνω βρίσκεται απ' τους ούρανους όλους,
δνπεp ούδεις έώpακε· πώποτε των άνθp~πων, που δεν τόν έχει δει κανεi.ς απ' όλους τους ανθρώπους,
μη διανοίγων ούpανούς, μη διατέμνων νύκτα, χωρις να σκίζει τη νυχτιά, τους ούρανους να ανοίγει,
μηδε άέpα διίστων μηδε στέγην οiκίας η τον αίθέρα η του σπιτιου τη στέγη να χωρίζει
10 άτόμως §λος μετ' έμοίJ γίνεται, του άθλίου, 10 αδιαίρετα όλος έρχεται στον αθλιο έμένα,
ένδοθεν του κελλίου μου, ένδοθεν του ναός μου και μπαίνει μέσα στο κελλί, μπαίνει μέσα στο νου μου
και μέσον της καρδίας μου, ω φpικτοίJ μυστηρίου! και μες στα βάθη της καρδιας, ω τό φριχτό μυστήριο!
Μενόντων πάντως ως εiσι, παραγίνεται πpός με Ένω τα πάντα μένουνε καθώς εiναι σ' έμένα,
το φως και άναφέpει με των πάντων ύπεpάνω, φτάνει τό φως και πιο ψηλα απ' όλα μ' ανεβάζει,
15 και μέσον πάντων δντων με έςω ποιει των πάντων. 15 κι ένω μες σε όλα βρίσκομαι με βγάζει έξω απ' όλα.
Ούκ οlδα εi και σώματι, τέως δ' έκεισε δλος Δεν ξέρω αν με τό σωμα μου, μα έκει ακsριος τότε
έπ 'άληθείας γίνομαι, ένθα φως έστι μόνον, έγώ στ' αλήθεια βρίσκομαι όπου φως μόνο ύπάρχει,
άπλοίJν, δ βλέπων γίνομαι άπλοίJς τfi άκακίq,. απλό και βλέποντάς το απλό στην ακακία με κάνει.
Ταυτά σου τα παράδοξα, Χριστέ μου, των θαυμάτων, Αύτα εiναι τα παράδοξα, Χριστέ μου, θαύματά σου,
------
2. Ματθ. 3,16. 6. Έφ. 4,10.
7. Α' Τιμ. 6,16. 8. Πράξ. 7,56. 16. Ή κατάσταση πού ζεί ό Συμεών σχετίζεται όπωσδήποτε μέ τήν κατά­
14. Έφ. 4,10. 16. Β' Κορ. 12,2. σταση του Παύλου (Β' Κορ. 12,2).
178 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ Μ' 20-50 179

20 ταυτα της δυναστείας σου και της φιλανθρωπίας 20 αύτα του μεγαλείου σου και της φιλανθρωπίας
τα εργα, απερ είς ήμας ποιεις τους άvαςίους τα εργα σου είναι, που σ' έμας χαρίζεις τους άνάξιους.
δια τουτο οί5v φόβος σου συνέχει με και τρέμω Γι' αύτό λοιπόν ό φόβος σου βαθια με συγκλονίζει,
και μεριμvω διηvεκως και δαπαvωμαι σφόδρα, τρέμω, φροντίζω άδιάκοπα και λιώνω άπό άγωνία,
το τί άvταποδώσω σοι, τό τί σοι προσεvέγκω τί να σου άνταποδώσω έγώ και τί να σου προσφέρω
25 άvτι τοσούτωv δωρεωv, τοσαύτης εύσπλαγχvίας, 25 άντi για τόσες δωρεες για τόσην εύσπλαχνία,
άvαριθμήτωv δωρεωv, cbv εlς έμε είργάσω. χάρες όπου εκανες σ' έμε και μετρημό δεν εχουν.
Μηδεv δ' εύρίσκωv έv έμοί, μηδεv έμοv έv βίφ, Κι άφου δε βρίσκω τίποτε μέσα μου η στη ζωή μου,
άλλα τα πάντα δουλα σά, έργα πάντα χειρωv σου μα δλα έσένα ύπηρετουν κι είναι εργα των χεριων σου,
μειζόvως καταισχύνομαι, μειζόvως όδυvωμαι, νιώθω τρανότερη ντροπη και πιό μεγάλη όδύνη
30 μειζόvως, Σωτερ, δυσωπω μαθειv, τί δει ποιησαι, 30 και πιό θερμα παρακαλω, Σωτήρα, τί να κάνω
Ι'vα θεραπεύσω σε, l'va εύαρεστήσω, για να σε ύπηρετήσω όρθα και να σου εύαρεστήσω
Ι'v' εύρεθω ένώπιοv άκατάκριτος, Σωτερ, και να βρεθω άκατάκριτος, Σωτήρα μου, μπροστά σου,
του βήματός σου του φρικτου έν ήμέρq, της δίκης. μπροστα στό βfjμα τό φριχτό στης κρίσης την ήμέρα.
- 'Άκουσον τί ποιήσειε πας ό μέλλων σωθηvαι, -" Ακου δποιος μέλλει να σωθει τί πρέπει για να κάνει
35 μαλλοv δε πρωτος πάντων συ ό και παρακαλωv με! 35 κι άπ' όλους πρωτος τώρα έσυ θερμα που μ' {κετεύεις.
Σήμερον, δόςοv, τέθvηκας, σήμερον άπετάςω, 'Ότι σήμερα πέθανες, πίστεψε, κι άπαρνήθης,
σήμερον κόσμον ι'J.παντα vόμισοv καταλειψαι! τόν κόσμον όλο σήμερα νόμισε πώς άφήνεις!
Σήμερον φίλους, συγγενείς, δόςαv ματαίαv πασαv Σήμερα φίλ9υς, συγγενεις και κάθε μάταιη δόξα
άφεις όμου άπάρvησαι και μέριμvαv των κάτω μαζi άφησες κι άρνήθηκες κάθε της γης φροντίδα
40 και έπι ώμων τον σταυροv ίf.ροv, σφοδρως τε σφίγςοv 40 και τό σταυρό στόν ώμο σου με δύναμη κρατώντας
και μέχρι τέλους βάστασοv των πειρασμωv τους πόνους, μέχρι τό τέλος άντεξε των πειρασμων τους πόνους.
όδύvας τε των θλίψεωv και λυπηρωv τους ηλους Τις μαχαιριες των θλίψεων και τα καρφια των πόνων
περιχαρως κατάδεςαι, ώσπερ στέφανον δόςης, όλόχαρος να τα δεχτεις καθώς στεφάνι δόξας.
των υβρεωv ταις λόγχαις δε βαλλόμενος καθ' ώραν Κι αν σε τρυπουν κάθε στιγμη των προσβολων ο{ λόγχες
45 και λιθαζόμεvος σφοδρως άπάσαις άτιμίαις 45 και δέχεσαι καταιγισμό άπό πέτρες άτιμίας,
δάκρυα άvτι αl'ματος προχέωv εσn μάρτυς, μάρτυρας θα είσαι χύνοντας άντi για αίμα δάκρυα·
και έμπαιγμους και ραπισμους φέρων παvτευχαρίστως κι έμπαιγμους και ραπίσματα αν δέχεσαι εύχαρίστως,
της έμης εσn κοιvωvος θεότητος και δ6ςης. της θεότητάς μου κοινωνός θα γίνεις και της δόξας.
Έαv δε πάντων εσχατοv σεαυτοv άποδεfςnς Κι αν τόν έαυτό σου έσχατον άπ' όλους άποδείξεις
50 και δουλοv και διάκοvοv, πρωτοv έκείvωv πάντων 50 και δουλο κι ύπηρέτη τους, άπ' αύτους όλους πρωτο

24. Τά έξαίσια αύτά όράματα γεννούν σ' αύτόν την ίδέα ανταπόδοσης.
33. Β' Κορ. 5,10 καί Ματθ. 12,36. 39. Ματθ. 16,24. 34. Μέ τόν τρόπο πού έκθέτει στους παρακάτω στίχους αποβάλλει τόν
43. Α' Πέτρ. 5,4. 50. Ματθ.19,30. τρόπο της ανταπόδοσης της δωρεας.
ΥΜΝΟΣ Μ' 51 - 80 181
180 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ

υστερον άποδείςω σε, καθάπερ ύπεσχόμην. θα σ' άποδείξω άργότερα, ώς είναι η ύπόσχεσή μου.
ΕΙ άγαπήσεις τους έχθροbς και πάντας τους μισοίJντας, "Αν άγαπήσεις κάθε έχθρό και όλους που σέ μισουνε,

των έπηρεαζόντων τε έκ ψυχijς ύπερεύςn κι αν εύχηθεις όλόψυχα γι' αύτους που τό κακό σου

και άγαθοποιήσειας τούτους κατα το δυνατόν σαι, ποθουν κι αύτους όσο μπορεις συ τους εύεργετήσεις,

55 δμοιος δντως γέγονας του ύψίστου Πατρός σου 55 στ' άλήθεια όμοιος εγινες του ούράνιου σου Πατέρα
και την καρδίαν καθαραν κτησάμενος έκ τούτων και την καρδιά σου καθαρη μέ τουτα κάνοντάς την
έν ταύτn δψει τον Θεόν, δν ούδείς ποτε εlδεν. θα δεις έντός της τό θεόν όπου κανεtς δέν~είδε.
ΕΙ δε και διωχθijναί σε ύπερ δικαιοσύνης Κι αν σου συμβει και να διωχθεις για τη δικαιοσύνη

γένηται, τότε σκίρτησαν, δτι ή βασιλεία ε, τότε πλέον σκίρτησε, γιατι εγινε δική σου

60 των ούρανων ση γέγονε -και ποιον τούτου μειζον; 60 η βασιλεία των ούρανών, και τί 'ναι πιό μεγάλο;
ΤαίJτα και τούτων πλείονα, απερ ένετειλάμην, Αύτές κι άλλες μου έντολές πιό πολλές άπό τουτες,

πραςον και ι'iλλους δίδαςον, και .συ και πάντες ι'iλλοι πράξε και σ' άλλους δίδαξε κι έσυ και όλοι οί άλλοι,
οί εlς έμε πιστεύοντες, εί βούλοισθε σωθijναι αν να σωθειτε θέλετε όσοι πιστοt σ' έμένα
και συν έμοι αύλίζεσθαι εlς αlωνας αίώνων ! καινά 'στε στη δική μου αύλη στους αίώνες των αίώνων.

65 ΕΙ δέ γε άπαναίνεσθε και δυσανασχετειτε, 65 Άλλα αν έσεις δε θέλετε και δυσανασχετειτε


αίσχύνην τε λογίζεσθε ταίJτα και άτιμίαν και για ντροπη λογιάζετε μαζι και άτιμία

παθειν και θειναι τας ψυχας ύπερ των έντολων μου, να πάθετε και τη ζωη να δώσετε για μένα,

τί και αίτεισθε του μαθειν πως δει ύμας σωθijναι τί θέλετε να μάθετε πώς πρέπει να σωθειτε

έν ποίαις τε ταις πράςεσιν έμοι οίκειωθijναι; και ποιό δικό σας φέρσιμο κοντά μου θα σας φέρει;

70 Τί δέ με και Θεδν ύμων όνομάζετε δλως, 70 Μα και πώς μ' όνομάζετε στό κάτω κάτω θεό σας
τί και πιστεύειν οίεσθε είς έμε άσυνέτως; κι άνόητα πώς νομίζετε κι ότι πιστοί μου είστε;
"Βγω γαρ ταίJτα δι' ύμας έπαθαν έκουσίως 'Εγώ για χάρη σας αύτα θέλοντας τά 'χω πάθει·

έσταυρώθην, άπέθανον θάνατον των κακούργων, σταυρώθηκα και πέθανα θάνατο των κακούργων,

και δόςα κόσμου γέγονε, ζωή τε και λαμπρότης, του κόσμου δόξα που εγινε, ζωη και μεγαλειο,
75 και νεκρων έςανάστασις και καύχημα άπάντων 75 Κι άνάσταση άπό τους νεκρούς και καύχημα ετσι όλων
των πιστευσάντων είς έμε τα είς έμε όνείδη, όσοι σέ έμένα πίστεψαν· και όλοι οί όνειδισμοί μου

και ό άσχήμων θάνατος ένδυμα άφθαρσίας κι η έξευτελιστικη θανη φόρεμα άφθαρσίας

και άληθους θεώσεως πασι πιστοις ύπijρςε. και θέωσης άληθινης για τους πιστούς μου έστάθη.

Δια και of μιμούμενοι τα έμα σεπτα πάθη Για τουτο κι όσοι τα σεπτα τα πάθη μου μιμουνται

ΒΟ συμμέτοχοι ύπάρςουσι και της θεότητός μου 80 θα γίνουν όλοι κοινωνοt και της θεότητάς μου

52. Λουκα 6,27. 56. Α' Τιμ. 1,5. 58. Ματθ. 5,10.
61. Ίω. 15,14. 62. Ματθ. 5,19. 67. Ίω. 15,13.
79. 'Επαναλαμβάνει δ,τι είπε καί σε προηγούμενο ποίημα: Συμμέτοχοι της
73. Β' Τιμ. 2,9. 75 Φιλ. 3,11. 76. Β' Κορ. 12,9-10.
θεότητάς του θά γίνουν δσοι μιμοϋνται τά σεπτά πάθη του (Βλ. ϋμνο 36).
77. Α' Κορ. 15,52. 80. Ρωμ. 8,17.
,.
182 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ Μ' 81-95 183

και βασιλείας της έμfjς έσονται κληρονόμοι, καt κληρονόμοι της δικης μου θά 'ναι βασιλείας,
συγκοινωνοί τε άγαθων άφpάστων, άποppήτων καt μυστικων κι άνε{πωτων καλων συγκληρονόμοι
γενήσονται και συν έμοι έσονται εfς αίωνας. θα γίνουν καt θα μείνουνε μαζ{ μου στους αίωνες.
Τους δ' αλλους τίς μη κλαύσει γε, τίς αύτους μη θρηνήσει, Τους αλλους δε θα κλάψει ποιός και ποιός δε θα θρηνήσει
85 τίς μη σταλάξει δάκρυον έκ συμπαθοίJς καρδίας, 85 και ποιός άπό συμπόνεση γι' αύτους δε θα δακρύσει,
τίς μη πενθήσει την αύτων πολλην άναισθησίαν, την ακρα άνοησ{α τους και ποιός δε θα πενθήσει,
δτι άφέντες την ζωην έαυτους τφ θανάτφ που τη ζωή τους αφησαν κι έδωσαν τόν έαυτό τους
παpαδεδώκασι ΘεοίJ δεινως άποppαγέντες; - στό θάνατο άπό τό Θεό φρικτα ξεκλαδισμένοι;­
'Ων της μερίδος pίJσαί με, Δέσποτα των άπάντων, Των όλων Κύριε, σωσε με άπό τη μερ{δατούτων,
90 και κοινωνον γενέσθαι με παθων σου των άχράντων 90 και των παθων σου κοινωνός να γ{νω των άχράντων
άξίωσον τον εύτελfj και έσχατόν σου δοίJλον, τόν ταπεινό σου άξ{ωσε και τελευταιο σου δουλο,
δπως-ώς εi'pηκας, Θεε- και κοινωνος ύπάpξω ωστε, καθως μας εiπες, Θεέ, και κοινωνός να γ{νω
της δόξης σου και της τpυφfjς των άγαθων σου, Λόγε, της δόξας σου και της τρυφης των άγαθων σου, Λόγε,
νυν μεν ώς έν αfνίγματι και τύπφ και έσόπτpφ, την ωρα αύτη σαν σ' αϊνιγμα κι είκόνα και καθρέφτη
95 τότε δε έπιγνώσομαι, δσον και έπεγνώσθην. 95 καi τότε να σε μάθω πια όσο καt μ' έχεις μάθει.
'Αμήν. 'Αμήν.

90. Β' Κορ. 1,7.


92. Α' Πέτρ. 5,1.
94. Α' Κορ. 13,12.
ΜΑ' 41

Εύχαpιστ(α προς θεοv ύπΒp τώv παρ' αύτού γεγοvότωv Εύχαριστία προς το θεο για οσες εύεργεσίες δέχτηκε άπο
εύεpγεσιώv και αίτησις τού μαθείv, τ(vος χάpιv οί τέ­ αύτον και αϊτηση για να μάθει για ποιό σκοπό οσοι εγιναν
λειοι γεγοvότες ύπο τώv δαιμόvωv παpαχωpούvται πει­ τέλειοι παραδίδονται στους δαίμονες για να τους πειρά­
pάζεσθαι· και πεpι τώv άποτασσομέvωv τφ κόσμφ δι- ζουν. 'Ακόμα διδασκαλία και κανονισμοi, που όρίστηκαν
δασκαλfα και ύποτύπωσις ρηθείσα παpα θεού. άπι) το θει) για οσους άπαρνιουνται τον κόσμο.

Γινώσκεις την πτωχείαν μου, οlδας την όρφανίαν, Γνωρίζεις την πτωχεία μου, την όρφάνια μου ξέρεις,
έπίστασαι την μόνωσιν, όρ{f.ς το άσθενές μου δέ σου διαφεύγει ή μοναξιά, βλέπεις καt την άσθένεια
και την άδυναμίαν μου, ό πλάσας με Θεός μου, καt την άδυναμία μου, ό πλαστουργός θεός μου,
ούκ άγνοεις, άλλ' έφορ{f.ς και τα πάντα γινώσκεις. δέν άγνοεις, άλλα θωρεις καt δλα τα γνωρίζεις.
5 'Ίδε καρδίαν ταπεινην, ί'δε συντετριμμένην, 5 Κοίταξε ταπεινη καρδιά, καρδια συντετριμμένη,
ί'δε έν άπογνώσει με έγγίζοντα, Θεέ μου, κοίτα μέ πόση άπόγνωση, θεέ μου, σέ πλησιάζω
' και δδς άφ 'υψους χάριν σου, δδς Πνευμά σου το Θειον ! κι άπό ψηλα τη χάρη σου και τ' αγιο Πνευμα δόσμου.
i!ι11

Δδς τον Παράκλητον, Σωτερ, πέμψον, καθώς ύπέσχου, Σωτήρα, τον Παράκλητο στειλε μου, ώς ύποσχέθης,
άπόστειλον και νυν τφ προσκαθεζομένφ στειλτον καt τώρα, στείλτονε σ' αύτόν που περιμένει
1οέν ύπερφφ, Δέσποτα, ύπεράνωθεν δντως 10 στο ύπερωο, Δέσποτα, στ' άληθινα πιο πάνω
παντδς γη'ί'vου πράγματος, έξω παντδς του κόσμου 'πό κ:άθε πράγμα γήινο, εξω άπ' τον κόσμον δλο,
και σε ζητουντι και το σαν Πνευμα έκδεχομένφ! κι έσένα και το Πνευμα σου ζητα και περιμένει!
Μη οδ'ν βραδύνnς, εύσπλαγχνε, μη παρίδnς, οίκτίρμον, Φιλάνθρωπε, μη μου άρνηθεις και μην άδιαφορήσεις,
μη έπιλάθn του ψυχft ζητουντός σε διψώσn! μη μέ ξεχνας που σέ ποθω με ψυχή διψασμένη!
15 Μη με στερησnς της ζωης τον άνάξιον ταύτης 15 Μη μου στερήσεις τη ζωή γι' αύτήν άνάξιος πού' μαι,
μηδε βδελύξn με, Θεέ, και μη έγκαταλίπnς! θεέ μου, μη με σιχαθεις καt μη με παρατήσεις!
Τα σπλάγχνα σου προβάλλομαι, το έλεος προτείνω Την εύσπλαχνία σου βάζω έμπρός, το ελεός σου άπλώνω
και την φιλανθρωπίαν σου μεσιτίν σοι προσφέρω. και τη φιλανθρωπία σου μεσίτη μου σου φέρνω.

Ι. Άποκ. 2,9. 5. Ψαλμ. 50,17. 1. Ή εiσαγωγή του ποιήματος έδω γίνεται με άλλο τόνο. 'Εγκαταλείπο­
7. Λουκα 24,49. νται οί αύτοκατηγορίες (άσωτος, πόρνος κλπ.) και προβάλλονται κάποια στοιχεία
9-10. Πράξ. 1,13. πού δεν άποτρέπουν, άλλα προσελκύουν τή θεία χάρη.
186 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΑ' 19-48 187

Ούκ έκαμαν, ούκ έπραςα δικαιοσύνης έργα, Δεν πάσχισα, δεν επραξα δικαιοσύνης εργα,
2οούδέποτε έτήρησαμίαv των έντολωv σου, 20 και δεν έφύλαξα ποτέ καμια άπ' τις έντολές σου,
άλλα άσώτως άπαντα τον βίον μου μετηλθον, μα με άσωτίες άπανωτες πέρασα τη ζωή μου,
πλην αύτος ού παρειδές με, άλλα ζητήσας είSρες μα έσυ δεν άδιαφόρησες, με ζήτησες και μ' ηδρες
πλανώμενον, έπέστρεψας έκ της όδου της πλάνης να τριγυρνω κι άπ' την όδό με γύρισες της πλάνης
και έπ' άχράντους ωμους σου φωτι της χάριτός σου και με τό φως της χάρης σου στους άχραντούς σου ωμους
25 έπανεβίβασας, Χριστέ, έβάστασας, οlκτίρμον, 25 έπάνω μ' εβαλες, Χριστέ, μ' έσήκωσες, οίκτίρμων,
και ι,όπου με ούκ εί'ασας δλως έπαισθανθηναι, και κόπο δεν έπέτρεψες να αίσθανθω καθόλου,
άλλ' έπαναπαυόμενον ώς έν όχήματί με άλλα πολυ άναπαυτικα σαν σε φορειο έπάνω [σου,
κούφως όδευσαι δέδωκας τας όδους τας τραχείας, λαφρια να όδεύσω μου 'δωσες τους δρόμους τους τραχιούς
έως άπεκατέστησας μάνδρq, των σων προβάτων, ώσότου με ξανάφερες στη μάντρα των άρνιων σου
30 έως συνήνωσας τοις σοις και κατέταςας δούλοις. 30 μ' ένωσες με τους δούλους σου μετρώντας με μ' έκείνους.
., Κηρύττω σου τον έλεον, ύμνω την εύσπλαγχνίαv, Τό ελεός σου διαλαλω κι ύμνω την εύσπλαχνία,
111· εύχαριστων θαυμάζω σου χρηστότητας τον πλουτον · σ' εύχαριστω για την πολλή σου έξαίσια καλοσύνη.
,,
1'
1!
άνακληθεις δε παρα σου, ώς είρηται, Θεέ μου, Κι άφου με ξαναφώναξες, θεέ μου, δπως είπα,
και νυν ύπάρχωv, ώς δοκω, δλος δεδουλωμένος, και δπως πιστεύω τώρα πια είμαι δλος σκλαβωμένος,
111
ii 35 προσηλωμένος τφ φωτι και σοι κεκολλημένος, 35 προσηλωμένος είς τό φως, σ' έσε προσκολλημένος,
•il κρατούμενος τφ πόθφ σου, δεδεμένος άγάπn, πιασμένος άπ' τόν πόθο σου, δεμένος άπό άγάπη,

i· Ι
έςαπορω, έκπλήττομαι και γινώσκειν ούκ έχω· θαυμάζω και ξαφνιάζομαι και δεν μπορω να μάθω,
I,

', πως άρα θλιψις άπτεται ψυχης μου της άθλίας, ή θλίψη πως πληγώνει μου την άθλια την ψυχή μου,
,:1 πως λύπη έπεισέρχεται, πως δλον με ταράττει, πως μπαίνει ή λύπη μέσα μου και πως με συγκλονίζει,
40 πως με της σης άποστερει γλυκύτητος, Θεέ μου, 40 και πως, θεέ μου, μ' άποστερει άπό τη γλυκύτητά σου
και της χαρiiς χωρίζει με ή των γη'f'vωv θλιψις; και με χωρίζει άπ' τη χαρα των γήινων ή θλίψη;
Τί με τοσουτον πταίσαντα και έςημαρτηκότα Τόσο πολυ σου εφταιξα και σου εχω άμαρτήσει,
η τί σε παροργίσαντα έπι πλειον, Χριστέ μου, σε τί και σε παρόργισα περισσότερο, Χριστέ μου,
καταλιμπάνεις, άγαθέ, του λυπεισθαι μειζόνως και με άφήνεις, άγαθέ, σε πιό μεγάλη λύπη
45 ύπερ το πρώην, δτε ~ν έμπαθης ή ψυχή μου; 45 άπ' δ, τι πρωτα που ητανε ή ψυχή μου μες στα πάθη;
Είπε και δίδαςόν με νυν κριμάτων σου το βάθος, Πές μου τώρα και μάθε μου της κρίσης σου τα βάθη,
εiπε και μη βδελύςn με άvαςίως λαλουντα, πές μου και μη με σιχαθεις που σου μιλω άνάξια,
ό πάλαι συνεστιαθεις άμαρτωλοις και πόρναις έσυ όπου εφαγες μαζι μ' άμαρτωλους και πόρνους

19. Τίτ.3,5. 20. Ματθ. 5,19.


21. Λουκα 15,12. 24. Λουκα 15,4-5.
32. Ρωμ. 2,4. 46. Ρωμ. 11,33. 40. Κάποια λύπη καταλαμβάνει τήν ψυχή του Συμεών καi στερούμενος τή
48. Βλ. Ματθ. 9,10 έ. 'θεία γλυκύτητα' ζητεί νά μάθει γιατί συμβαίνει αύτό.
188 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ 189
ΥΜΝΟΣ ΜΑ' 49-79

και συνδειπνήσας, Δέσποτα, dσώτοις και τελώναις!- και δείπνησες, Κύριε, μαζί, μ' ασωτους και τελωνες! -
50 Προς ταυrα ό Δεσπότης μαι dπεκρίθη και εlπεν · 50 Στα λόγια αύτα ό Δεσπότης μου μ' άπάντησε και μου' πε·
Έγω dπο του κόσμου σε ώς νήπιον βαστdσας 'Από τόν κόσμον αύτόν έγω κρατώντας σε δπως νήπιο
έν ταις dγκdλαις έφεραν -πdντως δ λέγω οlδας. στην άγκαλια σε σήκωνα, ξέρεις δ,τι σου λέγω.
Έγω και έσπαργdνουν σε δλον μέλεσι πασι 'Εγώ και σε σπαργάνωνα δλον μες στις φασκιές σου
και γdλακτι έςέτρεφον ύπερ βρωσιν και πόσιν και γάλα έγω σε πότιζα πιό άπό τροφή και πόση
55- αφραστα γαρ τα κατ' έμέ, dνερμήνευτα πdντn-, 55-αφραστα κι άνερμήνευτα εΙναι δλα τα δικά μου-
παιδαγωγφ τε δέδωκα -τίνα δν λέγω οlδας.:. Σ' έδωσα σε παιδαγωγό-ξέρεις για ποιόν σου λέγω­
και ώς παιδίον σε μικρον αύςdνοντα καθ' ωραν και σαν παιδι που αύξάνεται μικρόν ωρα την ωρα
έςυπηρέτησε καλως, dνέθρεψεν dςίως. σε ύπηρέτησε σωστα κι άνάθρεψέ σε αξια.
Πρόσηβος ηδη γέγονας, και δη και νεανίσκος 'Έφηβος τώρα έγινες, ανδρας σχεδόν πια τέλειος.
60 ούκ dγνοεις δε και αύτος dεi συν σοί με δντα 60 Δε σου ξεφεύγει πως κι έγω εΙμαι μαζί σου πάντα,
και συναυςdνοντα έν σαι και περισκέποντd σε, μαζί σου μεγαλώνοντας φρουρός σου και σκεπή σου,
έως πάσας διήμειψας καλως τας ήλικίας. ώσότου πέρασες μια μια καλα τις ήλικίες.
Νυν οι3'ν ούχι ένήλικος, dνηρ δε μαλλον δντως Και τώρα πια όχι ένήλικος άλλα αντρας πια στ' άλήθεια
γενόμενος και τέλειος προς γηρας ηδη κλίνας, άφου έγινες και τέλειος στό γηρας κλίνεις πλέον,
65 πως βοι5λει, ωσπερ νήπιος, νυν dγκαλοφορεισθαι, 65 πως θέλεις σαν μικρό παιδt στήν άγκαλια να σ' έχουν
πως αίτεις σπαργανουσθαί σε και βαστάζεσθαι πάλιν; κι άναζητεις τα σπάργανα, να σε κρατουν στα χέρια,
πως γάλακτι έκτρέφεσθαι ύπο παιδαγωγφ τε γάλα να σε ποτίζουνε και παιδοκόμο νά 'χεις;
εlναί σε; Ούκ έρυθριq.ς ταυτα λέγειν, είπέ μαι. Δεν κοκκινίζεις λέγοντας τέτοια και τέτοια; πές μου.
Άνηρ ύπάρχων αλλοις συ ύπηρέτει και τρέψε ΕΙσαι αντρας και να ύπηρετεις αλλους πια και να τρέφεις
70 και τα προς αυςησιν αύτων έπιτήδευε πάντα! 70 και κάνε δσα συντελουν για τό μεγάλωμά τους.
Προς τους έχθρους dνθίστασο και πληττόμενος πληττε! Στους έχθρους ν' άντιστέκεσαι κι αν σε χτυπουνε χτύπα
- οlδας έχθρους ο6ς λέγω σαι, δαιμόνων παρατάςεις-, - τις παρατάξεις ώς έχθρους σου λέγω των δαιμόνων -
λαμβάνων κρουε dφειδως, πίπτων πάλιν έγείρου, πιάστους και χτύπ' άλύπητα, σαν πέσεις σήκω πάλι,
τοις πεμπομένοις βέλεσι βάλλειν αι3'θις μη φείσn και ξαναχτύπα τους εύθυς με δσα σου ρίχνουν βέλη
75 τους βάλλοντας και κατα σου ταυτα μηχανωμένους, 75 δσους σου ρίχνουν κι δλο αύτόν τόν πόλεμο σου κάνουν,
dλλα dνελπιστίq, σε τιτρώσκοντες έκεινοι άλλα ένω εΙναι άνέλπιδος ό πόλεμος έκείνων
έλπίδι τιτρωσκέσθωσαν έκ σου έκπεμπομένn, άπ' την έλπίδα ας πληγωθουν του άγώνα του δικου σου.
όργfl δέ σε πυγμίζοντες και θυμφ συνωθουντες Με όργή αν σου δίνουνε γροθιές και με θυμό σε σπρώχνουν,
ύπο πρq,ότητος της σης ραπιζέσθωσαν δψεις, με την πραότητά σου έσυ χτύπα τό πρόσωπό τους

50. 'Από τό στίχο 50 &ς τό στίχο 173 εΙναι ή άπάντηση του Χριστου στα
54. Ρωμ. 14,17 καi Α' Κορ. 3,2. έρωτήματα του Συμεών· του ύπενθυμίζει τή συμπαράστασή του &ς έδω καi του
63. Βλ. Α' Κορ. 13,11. ζητεί άνδρική στάση στή θρησκευτική του ζωή και έκτέλεση των έντολων.
190 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΑ' 80-109 191

80 έςωθεν έκβαλλέσθωσαν, πόρρω της σfjς οiκίας ! 80 καi διωξ' τους εξω καi μακρια άπό τό δικό σου σπίτι.
Μη γάρ, ώς εΊπον, νήπιον ij παιδiον τυγχάνεις, Μήπως, ώς σου είπα, νήπιο η μην είσαι παιδάκι
μη γαρ άδυναμία σαι ψυχfjς και νυν ύπάρχει, καi μην άδυναμία ψυχης σε συντροφεύει άκόμα
μη γαρ έςασθενfi σου νους άρτι προς άντιστάσεις; κι ό νους σου για ν' άντισταθεί τό σθένος πια δεν εχει;
Οlδας και φεύγειν τους έχθρους και νικαν αύτους πάλιν Μπρός στους έχθρους να ύποχωρείς καi να νικας γνωρίζεις
85 και πολεμων γαρ έχεις με συνεργον και προστάτην 85 καi πολεμώντας σύμμαχό σου μ' εχεις καi προστάτη,
και φεύγων σκέπην κραταιάν, όχυραν κέκτησαί με· κι αν φεύγεις σκέπη άκλόνητη καi δυνατή σου μ' εχεις
και τί λυπει σε των έν γfi, ποιον τούτων, είπέ μαι; λοιπόν ποιό γήινο σε λυπεί, πές μου, ποιό άπ' δλα τουτα;
Χρυσiον ij άργύριον ij λiθοι των τιμiων; 'Ασήμι τάχα ειτε χρυσός η τ' άκριβα πετράδια;
Και τίς έμου λαμπρότερος ij τίς έκλάμπων πλέον Καi τί άπό έμε λαμπρότερο η πιότερο τί λάμπει
90 ij ποιος λiθος, ώς έγώ, άτiμητος εiς άπαν; 90 η πέτρα ποιά, δπως λάμπω έγώ, όπου άξετίμητη είναι;
Χωρίων δέσε στέρησις ij ένδεια του σiτου Στέρηση μήπως χωραφιων, του σιταριου άφορία
είτε του οίνου έκλειψις έκταράσσουσιν δλως; η τό κρασi που σου 'λειψε είναι που σε ταράζουν;
Και τiς άλλος παράδεισος οlος έγω τυγχάνει Καi ποιός αλλος παράδεισος καθώς έγώ ύπάρχει
ij γης των κάτω και ρευστων ώς ή γfj των πρq.έων; η γη των κάτω που κυλουν δπως ή γη των πράων;
95 Ποιος δε άρτος έτοιμος ij οίνος έν τφ κΜμφ 95 Καi ποιό ψωμi αλλο έτοιμο η καi κρασi στόν κόσμο
ola ή χάρις ή έμή, olov Πνευμα το Θειον, καθώς είναι ή χάρη μου, καθώς τό θείο τό Πνευμα,
οlος 6 άρτος της ζωfjς, δνπερ έγω ·παρέχω, καθώς ό αρτος της ζωης έγώ που σας προσφέρω,
το σωμα και το a{μά μου, τοις καθαρij, καρδίq. τό σωμα καi τό α{μα μου σ' δσους με καθαρη καρδια
και πiστει άδιστάκτφ με μετα φόβου και τρόμου καi πίστη άταλάντευτη, με φόβο καi με τρόμο,
1οο έσθίουσι και πiνουσι νοερως αίσθητως τε; 100 με τρωνε καi με πίνουνε μ' αισθηση καi με νόηση;
Ποία τρυφή, ποία χαρά, ποία δόςα, είπέ μαι, Ποιά είν' ή τρυφη καi ποιά ή χαρα καi ποιά ή δόξα, πές μου,
μείζων ύπάρχει έπι γης, ώς έμε μόνον βλέπειν, πάνω στη γη ή τρανότερη έμένα δσο να βλέπεις,
έμε ώς έν αiνίγματι ένοπτρίζεσθαι μόνον, μονάχον α{νιγματικα σαν μέσα σε καθρέφτη
έμου της δόςης καθοραν την άπαυγην και μόνην καi μόνο τ' άπολάμπισμα της δόξας μου να βλέπεις
105 και δι' αύτfjς διδάσκεσθαι ταυτα και πλείω τούτων 105 κι αύτα να σου μαθαίνει αύτό καi πιό πολλα άπό τουτα
και άκριβως, δτι Θεος κτίστης έγω των πάντων, καi άκριβως ν' άντιληφθείς δτι θεός καi κτίστης
είδέναι και κατανοειν, δτι μαι κατηλλάγη των δλων είμαι έγώ καi πώς μ' έμένα συμφιλιώθη
άνθρωπος καθεζόμενος έν λάκκφ κατωτάτφ, ό ανθρωπος που κείτονταν στόν τρίσβαθο τό λάκκο,
------
κι άπέναντί μου μου μιλα καθώς φίλος με φίλο,

86. Σοφ. Σολ. 6,14. 88. Α' Κορ. 3,12. 103. Α' Κορ. 13,12. 104. Έβρ. 1,3.
94. Ματθ. 5,5. 97. Ίω. 6,35. 106. Σοφ. Σεφ. 24,8. 108. Ψαλμ. 87,7.
98. Ίω. 6,54. 109. Έξ. 33,11.
192 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΑ' 110-141 193

11ομισθίου τάξιν ύπερβας και δουλείας τον φόβον, 110 χωρtς να είναι μισθωτός, χωρtς δουλείας φόβο,
άκαματι δουλει5ων μοι, άγάπn θεραπει5ων, δουλεύοντάς μου άκούραστα, μ' άγάπη ύπηρετώντας,

ύπακοfi των έντολων προσοικειούμενός μοι. μέ ύπακοή στις έντολές γινόμενος δικός μου.

Ού λέγω των μισθωτικως έμοι έκδουλευόντων Δεν λέγω αύτών που ώς μισθωτοt δουλεύουνε σ' έμένα
ούδε των πάλιν δουλικως έμοι προσερχομένων, οι5τε πάλι δσων ερχονται σαν δουλοι προς έμένα,

115 άλλα των φίλων και γνωστων και υίων μου τας πράξεις 115 άλλα των φίλων και γνωστών τις πράξεις και των γιων μου,
αί'τινες και πεφι5κασιν αί5ται, γράφε συντόμως! που είναι αύτές που άκολουθουν, γράφε μέ συντομία:
Το πάντων εύτελέστερον ήγεισθαι των έν κόσμφ Να θεωρεις κατώτερος άπ' δλους μες στον κόσμο,

ού μόνον των συνασκητων και κοσμικων άνθρώπων, οχι άπο τους συνασκητές και κοσμικους μονάχα,

άλλά γε και των έθνικων έαυτον δντως χείρω· μα δτι είσαι ό χειρότερος κι άπ' τους είδωλολάτρες.
120 το έκπτωσιν λογίζεσθαι ζωης της αlωνίου 120 Να λογαριάζεις εκπτωση άπ' τή ζωή την ούράνια
1
. :1
μιας παράβασιν μικραν έντολης έλαχίστης μιας έντολης έλάχιστης παράβαση μικρή.

το τα παιδία τα μικρα ωσπερ τελείους άνδρας Να βλέπεις τα μικρα παιδια σα νάναι τέλειοι αντρες

καθοραν τε και προσκυνειν καθάπερ τους ένδόξους και σάμπως νά 'ναι έπίσημοι να τα ύπηρετεις.

το τοις τυφλοις ώσαι5τως δε την τιμην άπονέμειν Να άποδίδεις τήν τιμή και στους τυφλους έπίσης,

125 ώς άνωθεν όρωντός μου πάντων άνθρώπων πράξεις 125 γιατt δλων βλέπω άπο ψηλα τις πράξεις των άνθρώπων.
και ταυτα δι} έμε ποιειν, απερ και πάλιν γράφε! Κάνε κι αύτα για χάρη μου και γράφε τα και τουτα.

Το μη έχειν κατά τινος δλως έν τfi καρδίq, Μην εχεις μέσα στην καρδια τίποτα ένάντια κάποιου,

μέχρι ψιλης ιανήσεως fj μικρας ύπονοίας μια σκέψη άσήμαντη, μικρή η μια μικρήν ύπόνοια.

το ευχεσθαι άπο ψυχης μετα πόνου καρδίας Να ει5χεσαι άπο ψυχης μέ πόνο της καρδιας σου

130 έκ συμπαθείας τους είς σε άμαρτάνοντας πάντας, 130 άπο συμπόνοια προς αύτους που σφάλλουνε σ' έσένα,
1.
ώσαι5τως και τους είς έμε τα τοιαυτα τολμωντας, έπίσης και σ' δσους τολμουν παρόμοια και σ' έμένα

μετα δακρύων έξαιτων έπιστροφην την τοι5των · μέ δάκρυα ίκετεύοντας για την έπιστροφή τους.

το εύλογειν μεθ} αμα δε τους σε καταρωμένους 'Ακόμα και να εύλογεις δσους σέ καταριουνται

και έπαινειν τους φθόνφ σε άει λοιδορουμένους κι δσους σέ βρίζουν πάντοτε άπο φθόνο, να παινεύεις

135 και τους έπηρεάζοντας ώς εύεργέτας έχειν, 135 κι ώς εύεργέτες να θωρεις έκείνους που σέ βλάφτουν,
τους δε μη καθυπείκοντας μήθ' ύπακοι5οντάς σου κι αύτους που δεν ύποχωρουν οι5τε ύπακουν σ' έσένα

ώς δλως άρνουμένους με τον έαυτων Δεσπότην δμοια μ' αύτους που άρνήθηκαν τον κύριο τους κι άφέντη

θρηνειν και κλαίειν συνεχως ού'ς νουθετων μη παύσn! να τους θρηνεις και να τους κλαις συνέχεια και συνέχεια

Ό γαρ ύμας δεχόμενος έμε δέχεται, είπον, συμβούλευέ τους εχω πει· «δέχεται έμένα δποιος

140 και ό άκοι5ων δε ύμων πάντως έμου άκοι5ει · 140 δέχετ' έσας κι έμένα άκούει δποιος έσας άκούει».
ό δε μη τρόμφ τους ύμων λόγους και παραινέσεις Κι δποιος μέ τρόμο συμβουλές και λόγους ίδικούς σας
------
121. Ματθ. 5,19. 133-135. Λουκα 6,28. 139. Ματθ. 10,40.
,.
194 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΑ' 142-172 195

δεχόμενος και έκπληρων αύτους μέχρι θανάτου, δε δέχεται ως τό θάνατο πιστα φυλάγοντάς τους,
ού μή μου κοινωνήσειε δόςης της αiωνίου, της δόξας της ούράνιας μου μέτοχος δε θα γίνει,
ού μη καταταγήσεται συν τφ έσταυρωμένφ, σ' έμένα πού σταυρώθηκα θέση ποτε δε θά 'χει·
145 έμοi τφ ύπακούσαντι Πατρl μέχρι θανάτου, 145 σ' έμένα πού ως τό θάνατο έσκυψα στόν Πατέρα
ού μη σταθfi έκ δεςιων, ού μη συγκληρονόμος άπό δεξια δε θα σταθει κι ουτε συγκληρονόμος
των σταυρωσάντων έαυτους γένηται ό τοιουτος. έκεινος θα γίνει μ' δσους σταύρωσαν τόν έαυτό τους.
Λοιπον μη παύσn νουθετων, λοιπον μη παύσn κλαίων, Μη σταματήσεις τό λοιπόν τiς νουθεσίες, τά'δάκρυα,
λοιπον μη παύσn την αύτων έκζητων σωτηρίαν, τη σωτηρία τους να ζητας λοιπόν μη σταματήσεις,
150 i'να εt ύπακούσωσι καi εί έπιστραφωσιν, 150 ώστε αν τελικα πειστουν καi αν γυρίσουν πίσω
έςεις αύτους ώς άδελφούς, κερδήσεις τα σα μέλη θε να τούς έχεις άδελφούς καi μέλη κερδισμένα,
καi προσαγάγεις μοι αύτους ύπηκόους γνησίους, να τούς προσφέρεις γνήσιους ύπήκοους σ' έμένα,
i'να κάγω είσδέςωμαι δια σου και δοςάσω ώστε κι έγώ να τούς δεχτω άπό σε δοξάζοντάς τους
και τφ έμφ συν σοi Πατρi προσενέγκω ώς δωρα! κι ώς δωρα στόν Πατέρα μου μ' έσε να τούς προσφέρω.
155 ΕΙ δε μη άπαρνήσονται θελήματα οiκεια, 155 "Αν όμως δεν άπαρνηθουν τό κάθε θέλημά τους,
εί μη καταφρονήσουσι ψυχων αύτων, ώς εiπον, αν δεν καταφρονήσουν δπως εΙπα τiς ψυχές τους
εf μη νεκροi γενήσονται θελήμασιν οfκείοις · καi αν δεν γίνουνε νεκροi με θέλημα δικό τους
1cai σου έν τφ θελήματι ζήσονται έν τφ βfφ καi τη ζωή τους ζήσουνε δπως έσύ τη θέλεις
δια του σου το θέλημα το έμον έκπληρουντες, με τό δικό σου θέλημα κάνοντας τό δικό μου,
160 ούκ dπολέσεις σου μισθόν, ού στερηθήσn τούτου, 160 δε χάνεις τό μισθό σου έσύ ουτε καi τόν στερεισαι,
άλλα διπλουν σοι άνθ' άπλου τουτον έγω παρέςω, καi όχι ένα, άλλα διπλόν έγώ θα σου τόν δώσω,
δτι και μη εiσακουόμενος ούκ άπέστης του λέγειν, γιατi κι ας μη σε άκουσαν έσύ δε σταματουσες,
άλλα και μαλλον έμισου και μαλλον άπεστρέφου κι ας σε μισουσαν πιό πολύ κι ας σε άποστρεφόταν
και έβδελύσσου παρ' αύτων, ώς έγω έμισήθην κι ως σε άποκρούανε καθώς κι έμένα με μισουσαν [τους.
165 ποτε και νυν δε δι 'αύτων και των τούτοις όμο{ων. 165 παλια καθώς καi τώρα αύτοi κι δσοι δμοιοι εΙναι με τού­
Δια τοιούτων βούλομαι Ιfργων με θεραπεύειν, Με τέτοια έργα έπιθυμω έγώ να με λατρεύεις
δια τοιούτων σπούδαζε καi των τούτοις όμοίων μ' αύτα προσπάθησε κι έσύ να εύαρεστεις σ' έμένα,
εύαρεστε'i'ν μοι · τούτοις γαρ έπευφραίνομαι λίαν. κι δσα δμοια τους εΙναι, γιατi αύτα εΙναι πού μ' εύφραίνουν.
Μη προτιμήσnς το άργε'i'ν μηδε προκρίνnς δλως Μην προτιμήσεις ν' άδρανεις καi μήτε να προκρίνεις
170 ύπερ ψυχijς ώφέλειαν αλλό τι των έν κόσμφ ! 170 άπ' την ώφέλεια της ψυχης τίποτε μες στόν κόσμο.
Τί γαρ ώφεληθήσεται ό κερδαίνων τον κόσμον Γιατi τί θα ώφεληθει τόν κόσμο δποιος κερδίζει
ij ό τους δντας έν αύτφ παιδεύων ij διδάσκων iΊ όποιους ζουν μέσα σ' αύτόν παιδεύει καi διδάσκει
------

145. Φιλ. 2,8. 146. Ρωμ. 8,17. 156. Βλ. Ματθ. 16,25.
151. Ματθ. 18,15. 171. Μάρκ. 8,36.
196 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ , ΥΜΝΟΣ ΜΑ' 173-202 197

η και 6 σφζων απαντας, εl μη κ' αύτδς σωθείη;­ η και τον κόσμο όλόκληρο σώσει κι δχι τον έαυτό του;
Τίς οί5ν ύπάρχει, εl'τε πως αλλους σώσας ού σώσει -Ποιός λοιπόν είναι, εϊτε και πως άλλους να σώσει κι δμως
175 την έαυτου 6 αθλιος ψυχήν, άλλ' άπολέσει; - 175 την ϊδια του ό άθλιος ψυχη ν' άφησει και να χάσει;
Ό παραλύων έντολην έμην Δεσπ6του πάντων -'Όποιος έμένα του Κυρίου των δλων παραβιάζει,
και ο ίον ει καταπατων και δι' αύτfjς έκβαίνων καταπατεί την έντολη, βγαίνει άπ' τα δριά της,
και παραβαίνων νόμους μου, ύπερπηδων προστάςΒις τους νόμους παραβαίνει μου, πατα τις προσταγές μου,
και της αύλfjς των έντολων και φραγμου τούτων Ιfςω κι άπ' την αύλη των έντολων κι άπ' τό φραγμό τους έξω
180 γενόμενος, εl σώσειε κόσμον και τους έν κόσμφ, 180 βγαίνει, τον κόσμο αν σώσει αύτός κι δσους ό κόσμος έχει,
ξένος έμου και των έμων πόρρω προβάτων Ιfσται, ξένος θέ νά 'ναι άπό έμέ, μακρια άπ' τα πρόβατά μου·
και μάλιστα ώς τον φραγμδν της αύλfjς καταλύσας και μάλιστα άφου της αύλης τό φράχτη έχει χαλάσει
και τοις προβάτοις Ιfςοδον, ούκ έκτης θύρας μόνης, κι δχι άπ' τη θύραν έξοδο στα πρόβατα μονάχα,
ιωι εl'σοδον την αδικον παρασχων τοις θηρίοις, μα και εϊσοδο παράνομη πρόσφερε στα θηρία,
185 δίκην ύποίσει αρρητον ύπερ δλων προβάτων 185 ποινη θα ύποστεί αρρητη για δλα τα πρόβατά μου,
και διχοτομηθήσεται ιωι πυρ/ και ταρτάρφ στά δύο θά πριονιστεί μές στη φωτιά του άδη
και των σκωλήκων Ιfσεται κατάβρωμα 6 τάλας. - και θα γινεί ό δύστυχος τροφη των σκουληκιωνε.­
Τουτο γαρ εfπεν 6 Πατηρ δι' Υίου και το Πνευμα Αύτό ό Πατέρας μέ τό Γιο είπε κι αύτό τό Πνευμα
έλάλησεν, δπερ έστι το στόμα του Δεσπότου, μίλησε κι είπε που εiναι τό στόμα του Κυρίου·
190 αγγελοι προσευφήμησαν φωναις άκαταπαύστοις, 190 άγγελοι έπιδοκίμασαν μέ φωνές δίχως τέλος,
οί δίκαιοι προσέπεσον άκούσαντες ιωι εlπον· κι οί δίκαιοι σαν τ' ακουσαν πέσαν στα πόδια κι είπαν:
'Αδέκαστος ή κρίσις μου, άνύποπτος ή ψfjφος, 'Αδέκαστη είναι ή κρίση του κι ή άπόφαση σου γνήσια,
άπροσπαθως γαρ Ιfιφινας, dJ Θεε πανοικτίρμον ! γιατί, ω Θεέ πανεύσπλαχνε, έκρινες δίχως πάθος.
Πως γαρ 6 μη το έαυτου θέλημα καταλείψας 'Όποιος δέν εγκατάλειψε τό ϊδιο τό θέλημά του
195 καl του έκπροσωπουντός σε, ώς το σαν του Δεσπότου, 195 κι έκείνου που σ' έκπροσωπεί σανά 'ναι τό δικό σου
έν προτιμήσει θέμενος ιωl φυλάςας άτρώτως, τό θέλημα δέ φύλαξέν, έκείνο προτιμώντας,
ώς αύτδς συ έτήρησας του σου Πατρός, οlκτίρμον, άλάβωτο, ώς συ φύλαξες, οiκτίρμων, του Πατέρα,
συγκληρονόμος σου 6φθfj συγιωινωνός τε δλως, πως θα γινεί συμμέτοχος μ' έσέ συγκληρονόμος
και μάλιστα συνθέμενος τουτο μέχρι θανάτου, και μάλιστα &ς τό θάνατο σέ τουτο συμφωνώντας:
200 το μη ποιfjσαι θέλημα Ιfν τινι το οίκειον, 200 να μην πράξει ότιδηποτε κατα τό θέλημά του,
μη προστεθfjναι αi'ματι, μη σάρκα προτιμfjσαι, άπό τό αiμα μη δεθεί, σάρκα μην προτιμήσει
δπερ έστl συγγένεια σύνδεσμος φυσιι,ός τε, κι ας είναι τουτο φυσικός σύνδεσμος και συγγένεια,
176. Ματθ. 5,19.
183-184. Ίω. 10,1 έ. Ίεζ. 34,5 έ.
186-187. Ματθ. 24,51. Μάρκ. 9,48. 188. 'Από έδω και πέρα μιλά ό ποιητής και σχολιάζει δτι του είχε πεί ό Κύ­
197. Ίω. 15,10. 201. Γαλ. 1,16. ριος συμφωνώντας μαζ{ του.

.
198 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΌΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΑ' 203-234 199

στοργη συνδουσα τους έν γfl προς τα άπαρνηθέντα στοργη που δένει δλους της γης με δσα άπαρνηθηκαν
και έπιστρέφουσα αύτους δλους εiς τα όπiσω; καt τους τραβάει δλους αύτους καt τους γυρίζει πίσω;
205 Οί μάρτυρες έβόησαν· Κρίσις δικαία όντως! 205 Οί μάρτυρές σου φώναξαν· Κρίση στ' άλήθεια δίκαιη!
Ώς γαρ ό προς μαρτύριον έαυτον δους προθύμως ΥΕδωσε στο μαρτύριο κάποιος τον έαυτό του
είτα έλθόντας συγγενεις, γυναικάς τε και παιδας, πρόθυμα, κι ~ρθαν συγγενεις, γυναίκα και παιδιά,
ταίJτα συν πένθει λέγοντας Ούκ έλεεις σα τέκνα σ' αύτον με πένθος λέγοντας Δεν πονας τα παιδιά σου,
ούδε οίκτείρεις, ι'iσπλαγχνε, γυναικός σου χηρfαν; ο1'5τε λυπασαι, άσπλαχνε, τη χήρα σου γυναίκα·
21οούδε πτωχείq, τfί αύτων συμπαθως έπικάμπτn 21 ο έπάνω άπο τη φτώχεια τους δε σκύβεις με συμπόνοια
ούδε άπώλειαν αύτων έννοεις και οίκτείρεις, καt μήτε την άπώλειά τους δε νιώθεις, δε λυπασαι,
άλλα άφίεις όρφανά, ξένα, πτωχά, και χήραν άλλα τ' άφήνεις όρφανά, ξένα, φτωχα καt χήρα
την σην γυναικα, και σαυτον προτιμq.ς σωσαι μόνον; τη σύζυγό σου θέλοντας συ να σωθεις μονάχα;
Και πως ούχ ώς φονευς μάλλον μέλλεις κατακριθffναι, Μα έτσι δε μέλλεις σα φονιας να δικαστεις, άφου δλους
215 δτι κατέλιπες ήμας εfς άπώλειαν πάντας 215 έμας μας καταδίκασες στην πιο βαριαν άπώλεια
και σωσαι μόνην σου ζητεις την ψυχήν; -ούκ όφείλει καi μόνο θέλεις τη ζωη νά σώσεις τη δική σου;
δλως αύτων καν προς βραχυ της φωνffς εiσακοίJσαι, Δεν πρέπει μήτε μιά στιγμη ν' άκούσει τiς φωνές τους
όλως προς θρήνους τους αύτων την άκοην προσκλιναι και την άκοη στους θρήνους τους με προσοχη να κλίνει
και εl'τε δώροις τα δεσμα και εfρκτην άποδράσαι, κι ειτε με δώρα άπ' τά δεσμα και την είρκτη να φύγει
220 η άπαρνήσει σου, Χριστέ, τούτων άπολυθffναι. 220 είτε άπ' αύτά να λυτρωθει, Χριστέ μου, με άρνησή σου,
άλλα ώς ~δη τεθνηκως έμμένειν ταις βασάνοις, άλλα σαν πεθαμένος πιάτα πάθη να ύπομένει,
έγκαρτερειν ταίς φυλακαις, λιμφ τε και τφ δίψει, να καρτερει στη φυλακή, στην πείνα και στη δίψα,
μη μνημονεύσας των αύτοίJ πραγμάτων η χρημάτων καt χρήματα να λησμονα και πράγματα δικά του
"' μήτε έκτος της φυλακης την έαυτοίJ έάσας, κι ο1'5τε ν' αφήσει μιά στιγμη έξω άπ' τη φυλακή του
225 εf δυνατόν, διάνοιαν καν προς βραχυ γενέσθαι, 225 τη σκέψη, dv είναι δυνατό, έστω για λίγο νά 'βγει,
άλλ' έν αύτfl σε καθοραν, Δέσποτα των άπάντων, μα έσέ των δλφν, Κύριε, σ' αύτην νά 'χει μπροστά του
και τfί προς σε άπασχολων θεωρίq, τας φρένας, καi το μυαλό ν' άπασχολει έσένα θεωρώντας·
μέχρι θανάτου καρτερε'ίν τφ σφ πόθφ και μόνφ, να καρτερει ι'ος τό θάνατο ποθώντας μόνο έσένα
και ούτε τους έκκλίνοντας βλέπειν δλως όφείλει, κι ο1'5τε καθόλου να θωρει δσους παραστρατίζουν,
210 ούδε τους άρνουμένουf σε και στρεφομένους πάλιν 230 οi5τε δσους άπαρνιουνται έσε και στρέφονται καi πάλι .
έπi τον πρώην έμετον, έπi τας πρώην πράςεις, στό ίδιο τους το ξερατό, στiς πρωτινές τους πράξεις,
έπι μερίμνας των έν γfl και γυναικός και τέκνων, στiς μέριμνες τiς γήινες, γυναίκας καi παιδιών του
μηδε προφάσει olq.oίJv έν έκείνοις δεσμεϊσθαι · καt να μη δένεται μ' αυτα με πρόφαση καμία.
ούκέτι γαρ της έαυτοϋ ψυχffς έςουσιάζει Γιατt δεν έξουσιάζει πια την ψυχη τη δική του
------
204. Μάρκ. 13,16. 'Ιω. 6,~6. 205. Άποκ. 16,7. 231. Παρμ. 26, 11. Β' Πέτρ. 2,22.
200 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΑ' 235-265 201

235- διο πολλοι των φυλαι<:ων παρα σου άνοιγέντων 235-Γι' αύτό πολλοι σαν άνοιξες έσύ τις φυλακές τους
ι<:αι των δεσμων του σώματος είς απαν άνεθέντων, και τά δεσμά του σώματος κατάπεσαν λυμένα
ούχ είλοντο oi δαυλοί σου δλως έξω γενέσθαι οί δουλοι σου δε διάλεξαν εξω νά βγουν καθόλου
ούδε φυγειν, άλλ' έμειναν ώς δεδεμένοι δντες - · άλλα εμειναν σά νά ητανε δεμένοι άκόμα άληθεια-.
ουτως οι3'ν, Σωτερ, 1ωι oi νυν τυγχάνοντες έν ι<:όσμφ 'Έτσι λοιπόν, Σωτήρα μου, κι δσοι στον κόσμο ζουνε
240 ι<:αι ι<:όσμον άπαρνούμενοι, συγγενεις όμου πάντας, 240 κι εχουν τόν κόσμο άρνηθει κι δλους τούς συγγενεις τους,
φίλους, έταίρους ι<:αι παντι πράγματι των έν ι<:όσμφ, τούς φίλους, τούς συντρόφους τους και δ,τι μες στον κόσμο,
ι<:αι τφ θελήματι αύτων πρό γε τούτων άπάντων, κι άπό δλα τουτα πιο μπροστά στό θέλημά τους το ιδιο
ούι<:έτι δλως έαυτων έχουσιν έξουσίαν, καμιά έξουσία δεν εχουν πια πάνω στόν έαυτό τους
άλλ' εi ι<:αι μη ι<:ωλύωνται ύπο των ήγουμένων, μά κι δταν δεν τούς συγκρατουν καθόλου οί ήγούμενοί τους
245 την συνταγην όφείλουσι σαι τηρεϊΊι τφ Δεσπότn. 245 τάξιμό τους νά κρατουν στόν Κύριο τους όφείλουν.
Ού γαρ άνθρώποις έφασαν; άλλα Θεφ φυλάξω 'Όχι σ' άνθρώπους μά στό Θεό εταξαν νά φυλάξουν
ύπαι<:οην ι<:αι δούλωσιν, ήγουμένοις ι<:αι πασι ύπακοη κι ύποταγη πρωτα στους ήγουμένους
τοις μετ' αύτων έν τfj μovfj άδελφοις συνασι<:ουσι. και σ' δσους στη μονη άδελφούς μαζι μ' αυτούς άσκουνται.
Νησον οι3'ν ό'Jσπερ την μονην μέσον θαλάσσης οι3'σαν Τό μοναστήρι σά νησι στη μέση της θαλάσσης
250 όφείλουσί γε ι<:ατοιι<:ειν ι<:αι απαντα τον ι<:όσμον 250 όφείλουνε νά κατοικουν κι όλόκληρος ό κόσμος
αύτοις είς απαν αβατον νομίζειν ι<:αθεστάναι, να θεωρουν άπάτητος γι' αύτούς πώς εχει γίνει,
ατε μεγάλου χάσματος έστηριγμένου ι<:ύι<:λφ σαν ενα χάσμα άπέραντο πού κυκλοτριγυρίζει
της έαυτων πάσης μονης, ώς μη τους έν τφ ι<:όσμφ δλο τό μοναστήρι τους, ωστε μητε άπ' τόν κόσμο
διέρχεσθαι προς την μονην μήτε τους έν τfj νήσφ νά 'ρχεται κάποιος στη μονη μητε άπ' τη μονη-νησο
255 διαπεραν προς τους έι<:ειι<:αι προσπαθως προσβλέπειν, 255 έκει στον κόσμο νά περνα καινά κοιτα δλος πάθη
μηδ' έν ι<:αρδίq. η νοι'την τούτων στρέφειν μνήμην, οtSτε και στην καρδιά η στό-νου τη μνημη νά 'χει τούτην,
άλλ' ώς νει<:ροι όφείλουσι προς νει<:ρους διαι<:εισθαι άλλα όφείλουν σά νεκροι μπρος σε νεκρούς νά στέκουν
άνεπαισθήτως προς αύτους έχοντες τfj αίσθήσει, κι άναίσθητες τις αiσθησεις τους νάχουν μπροστά σ' έκείνους
ι<:αι γίνονται ώς άληθως έθελόθυτοι αρνες. κι άρνιά έθελούσια θύματα γίνονται αύτοι στ' άληθεια.
260 Προς ταυτα τα πανάγια ρήματα των μαρτύρων, 260 Στα λόγια τά πανάξια αύτά οί μάρτυρες πού είπαν,
τα πόθου πλήρη ι<:αι στοργης μεστα προς τον Δεσπότην γεμάτα πόθο και στοργη μεστά, πρός το Δεσπότη
άι<:ούσαντα, τα Χερουβιμ υμνησαν ι<:αι έν φόβφ · σαν άκουσαν τά Χερουβιμ με φόβο ύμνησαν κι είπαν:
Δόξα σοί, εlπον, βασιλευ, δόξα σοί, πανοιι<:τίρμον, Δόξα σ' έσένα, βασιλιά, δόξα σ' έσένα, οίκτίρμων,
6 δείξας μάρτυρας έν γfj των τυραννούντων δίχα, πού δίχως τύραννους στη γη, μάρτυρεζ εχεις δείξει,
265 μόνφ τφ πόθφ τφ εiς σε μαρτυρουντας ι<:αθ 'ό'Jραν ! - 265 πού μαρτυρουν κάθε στιγμη άπ' τόν πόθο σου μονάχα.

236. Πράξ. 16,26. 235. VΟλα σβήνουν καί ύποχωρουν μπροστά στην αγάπη του Χριστου, γιατ!
252. Λουκα 16,26. ό μοναχός Όύκέτι της έαυτου ψυχης έξουσιάζει'.
202 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΑ' 266-276 203

Ναί, εlπε πάλιν ό Πατηρ δι' YfoίJ και το ΠνείJμα Πάλι ό Πατέρας μέσω Υίου 'ναι' εΙπε και τό Πνευμα
έλεςεv· 'Όντως, οί Θεον έκ καρδίας φιλοίJντες πρόσθεσε· 'Αλήθεια, δσοι τό θεό μέ την καρδιά. άγαπουνε
και τfl άγάπn τfl αύτοίJ μόνn προσκαρτεροίJντες κι ύπομονεύουν μοναχοι με τη δική του άγάπη
και τφ Ιδίφ θνnσκοvτες θελήματι καθ' ώραν!- και μέ δικό τους θέλημα πεθαίνουνε κάθε ώρα,
210 οίSτοι και φίλοι γνήσιοι, οίSτοι συγκληρονόμοι, 270 αύτοι και φίλοι γνήσιοι, αύτοι συγκληρονόμοι,
οίSτοι και μάρτυρές εlσι τfl προαιρέσει μόνn, αύτοi εΙναι και μάρτυρες μέ την προαίρεση μόνο,
χωρις ςεσμων, άναρτισμων, έσχαρων και λεβήτων χωρις ξεσμους και σταυρωμους και λέβητες κι έσχάρες,
και κατακαίοντος πυρος και ςιφων των τεμνόντων ! χωρi.ς φωτιά. που κατατρώει, ξίφη π_ου κομματιάζουν!
Προς ταίJτα ύπερκόσμιαι όμοίJ απασαι τάξεις Σε τουτα οί υπερκόσμιες δλες μαζi οί δυνάμεις
275 ήλάλαζαv· Δικαία σου ή κρίσις, πανρικτίρμον, 275 άλάλαξαν· Ή κρίση σου εΙναι δίκαιη, οiκτ{ρμων.
γραφήτω, σφραγισθήτω τε vίJv και εiς τους αlωνας! Τουτο liς γραφτει κι aς σφραγιστει τώρα και στους αίωνες.
'Αμήν. 'Αμήν.

275. Άποκ. 16,7.


ΜΒ' 42

'Ότι οί τφ Θεφ άπ' έvτεύθεv ήδη δια τής μετουσίας τού 'Όσοι ηδη άπό έδώ με τη μετουσία του άγίου Πνεύματος

άγίου Πνεύματος έvωθέvτες έκδημούvτες τού β(ου είς ένώθηκαν με τό θεό, έκδημώντας άπό τη ζωη θα είναι
αίώvας αύτφ έκείθεv συvέσοvται· εί δ' oιfv άλλα το άvά- έκεί μαζί του στους αίώνες· σε όσους όμως συμβαίνει

παλιv τοίς άλλως έχουσιv έvταύθα τότε γεvήσεται. έδώ διαφορετικά, θα γίνει τότε τό άντίθετο.

Άρχη του βίου τέλος μοι και το τέλος dρχή μαι. Για μένα τέλος ή άρχη του βίου κι άρχη τό τέλος.
Το δθεν ijκω, dγνοω, το που εfμι, σύκ σlδα Άγνοω άπό που ερχομαι, που βρίσκομαι δεν ξέρω
και που αί5θις dφίςομαι, ού γινώσκω, 6 τάλας. και που και πάλι θα βρεθω ό δόλιος δέ γνωρίζω.
Γεννωμαι γη άπο της γης, άπο σώματος σωμα, Γεννιέμαι γη άπό τη γη και σωμα άπό σωμα,

s άπο φθαρτοίJ πάντως φθαρτ6ς, και θνητος δλως πέλων 5 φθαρτός στ' άλήθεια άπό φθαρτό κι άφου θνητός είμαι δλος
μικρον έν γfi χρονοτριβω ζων έν σαρκι και θνfισκω λίγο στη γη χρονοτριβω στη σάρκα και πεθαίνω

και βίου άλλου άρχομαι μεταβαίνων έκ τοι5του. κι άρχίζω μια καινούργια ζωη φεύγοντας άπό τούτη.
Έω το σωμα έν τfi γfi dναστήσεσθαι μέλλον Μέσα στη γη τό σωμα μουν' άναστηθει τ' άφήνω

και άτελει5τητον ζωην ζήσεσθαι είς αfωνας. και άτελεύτητη ζωη να ζήσει στους αίωνες.
10 Νυν σί5ν έπίβλεψον, Θεέ, νυν σπλαγχνίσθητι, μ6νε, 10 Τώρα λοιπόν άπό ψηλά, Θεέ μόνε, κοίταξέ με
νυν με έλέησον ! 1δού, έςέλιπεν fσχύς μου, δειξε εύσπλαχνία κι ελεος. Ή δύναμή μου έχάθη,

εiς γηρας, Σωτερ, ijγγισα, ε(ς πρ6πυλα θανάτου. Σωτήρ, στό γηρας άγγιξα, πρόπυλα του θανάτου,
'Άρχων του κ6σμου Ιfρχεται άναζητησαι θέλων του κόσμου ερχεται ό άρχοντας θέλοντας να ζητήσει
τα Ιfργα και τας πράςεις μου, τας αίσχρας και βεβήλους, τις πράξεις μου τις βέβηλες κι αiσχρές κι δλα τα εργα.
15 oi δήμιοι παρίστανται άπηνως με 6ρωντες 15 Στέκονται οί δήμιοι κοντα και άγρια μέ θωρουνε,
και πρ6σταγμα έκδέχσνται λαβειν και κατασπάσαι και περιμένουν διαταγη άρπάζοντας να σύρουν,

εiς {ί.δου, Σωτερ, βάραθρον ψυχήν μου την dθλίαν. Σωτήρα, στου άδη τόν γκρεμό την άθλια την ψυχή μου.

Συ οί5ν, 6 φι5σει ε6σπλαγχνσς, 6 φιλάνθρωπος μ6νος, 'Εσύ άπ' τη φύση σου εύσπλαχνος, φιλάνθρωπος σύ μόνος,

6 πανοικτίρμων Κύριος, έλεησ6ν με τ6τε ό πανοικτίρμων Κύριος έλέησέ με τότε

13. Ίω. 14,30.


4. Γεν. 2,7
11. Ψαλμ. 70,9. 1. 'άρχή' προφανώς της άληθινης ζωης.
206 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΒ' 20-50 207

20 και μη μνησιιωκήσnς μοι, μή με έγκαταλίπnς, 20 καί μη φανεις μνησίκακος καί μη μ' έγκαταλείψεις,
μη δώσnς χώραν κατ' έμοίJ έχθρφ μου τφ δολίφ, μη δώσεις άδεια ένάντιά μου στό δολερόν έχθρό μου,
τφ καθ' έκάστην d:Jpav μοι προσεπαπειλουμένφ, που κάθε ώρα και στιγμη να μ' άπειλει δέν παύει,
ώρυομένφ κατ' έμοί5, τρίζοντι τους όδόντας να ώρύεται έναντίον μου, τα δόντια του να τρίζει,
καί· Που θαρρεις; μοι λέγοντι, Πως δε διαφυγειν μου καί να μου λέει· 'Τό θάρρος σου που έχεις, πως να ξεφύγεις
25 έλπίζεις χειρας, δτι με καταλιπων προσηλθες 25 έλπίζεις άπ' τα χέρια μου καί μ' άφησες καί πηγες
Χριστφ κάμοίJ τας έντολας άρτι παρελογίσω; στό Χριστό καί τις έντολές πάτησες τις δικές μου;
:4λλ' ούκ έκφύγεις ούδαμως, που γαρ και άπελεύσn; Μα δέ μου φεύγεις έτσι η άλλιως καί που θα καταφύγεις;
Ού διαδράσαι πώποτε δλως έμε ίσχύσεις, Δέ θα μπορέσεις άπό έμέ ποτέ σου να ξεφύγεις,
τον τον :4δαμ έξάξαντα και Εί5αν παραδείσου, έμέ που άπ' τόν παράδεισο έβγαλα Άδαμ και Ευα
30 τον και τον Κάιν άδελφοίJ ποιήσαντα φονέα, 30 καί που τόν Κάιν έκανα φονια του άδελφου του,
τον έπi του κατακλυσμοίJ πάντtJ.ς όμοίJ τfj πλάνn που τότε στόν κατακλυσμό δλους μαζι στην πλάνη
και τφ θανάτφ τφ φρικτφ περιπεσειν άθλίως και στόν φριχτό τό θάνατο να πέσουνε στό τέλος
είς τέλος δελεάσαντα ταις έμαις έξαπάταις, πανάθλιοι, ξεγελώντας τους μέ τις δικές μου άπάτες,
τον τον Δαυιδ πλανήσαντα προς μοιχείαν και φόνον, που τό Δαβίδ παρέσυρα σέ φόνο καί μοιχεία,
35 τον άραντα προς άπαντας πόλεμον τους άγίους 35 που σ' δλους έξεσήκωσα πόλεμο τους άγίους
και πολλοbς θανατώσαντα, σύ με πως διαδράσαι καί που θανάτωσα πολλούς, έσυ πως έχεις θάρρος
δλως θαρρεις και προσδοκ{!.ς, ό άσθενης είς άπαν; - καί να ξεφύγεις προσδοκας έτσι άσθενης όπου εΙσαι;'
ΤαίJτα άκούων, Δέσποτα και Θεέ μου και κτίστα, - Αύτα άκούοντας, Δέσποτα καί Θεέ μου έσυ καί κτίστη,
δημιουργέ μου και κριτά, ό έχων έξουσίαν δημιουργέ μου και κριτή, την έξουσία που έχεις
40 ψυχης έμης και σώματος ώς άμφοτέρων πλάστης, 40 στό σωμα μου καί την ψυχή, που επλασες καί τα δύο,
φρίττω και δλος δέδοικα, δλος τρέμω ό τάλας. φρίκη καί φόβος μέ κρατει τό δόλιο καί τρεμούλα.
Προβάλλεται και λέγει μοι ό δόλιος, Χριστέ μου, Προβάλλει καί μου λέει κοφτα ό δολερός, Χριστέ μου·
δτι · 1δοb ούκ άγρυπνεις, ίδού, ούκ έγκρατεύn, Συ την άγρύπνια δέν τηρεις, έγκράτεια έσυ δέν κάνεις,
ίδού, εύχην ού κέκτησαι, ού ποιε'ίς προσκυνήσεις, στην προσευχη δέ δίνεσαι, δέ σκύβεις σέ μετάνοιες,
45 κόπους ούκ έπιδείκνυσαι, οί'ους πάλαι άπήρξω, 45 κόπους δέν έχεις να μας πεις που άρχισες άπό πρωτα·
και δια ταίJτα μόνα σε του Χριστοί5 σε χωρίσω γι' αύτα καί μόνο άπ' τό Χριστό θέ να σ' άποχωρίσω
και μετ' έμοίJ σε λήψομαι έν πυρι τφ άσβέστφ. - και θα σέ πάρω στη φωτια την άσβεστη μαζί μου-.
Έγω οδ'ν, οlδας, Δέσποτα, ώς ούδέποτε έργοις Μα έγώ τό ξέρεις, Δέσποτα, στα έργα έγώ ποτέ μου
έπίστευσα fj πράξεσι ψυχης μου σωτηρίαν, τη σωτηρία της ψυχης δε στήριξα η στις πράξεις,
5Οάλλα τφ σφ, φιλάνθρωπε, προσέδραμον έλέει 5ομα πρόστρεξα, φιλάνθρωπε, στό έλεος τό δικό σου,

23. Α' Πέτρ. 5,8. Μάριc. 9,18. 47. Ματθ. 3,12.


39-40. Λουιcα 12,425. 49. Δεν είναι τα /iργα ιcαί οί πράξεις πού σώζουν, αλλά. τό έλεος του θεου.
208 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΒ' 51-82 209

θαppήσας, δτι σώσεις με δωρεάν, πανοικτίpμον, θαρρεύοντας πώς δωρεάν, εύσπλαχνε, θά μου δώσεις
και έλεήσεις ώς Θεος καθώς ποτε την πόpνην καi θά μέ ελεήσεις σά Θεός σαν κάποτε την πόρνη
και ώς τον ασωτον υfόν, το «'Ήμαρτον», είπόντα. κι δπως τόν dσωτο τό γιό τό '1Ίμαρτον' σαν εiπε.
Οϋτω πιστεύσας έδραμον, οϋτω θαppήσας ~λθον, Μέ τέτοια πίστη ετρεξα, μέ τέτοιο θάρρος ηρθα,
55 οϋτως έλπίσας, Δέσποτα, προς σε παρεγενόμην· 55 μέ τέτοια έλπίδα, Δέσποτα, εφτασα πρός έσένα,
και νυν μη έγκαυχήσηται κατ' έμου, του σου δούλου, κι ένάντια μου, του δούλου σου, ας μη θριαμβολογήσει,
μη εi'πn· Που σου ό Χριστός, που σου ό άντιλήπτωp; Που 'ναι ό Χριστός σου; ας μην πει, που 'ναι ό βοηθός σου;
ούχι έκεινος σε αύτος παpέδωκε χεpσ{ μου; - Ό ϊδιος δε σέ παρέδωσε στα χέρια τά δικά μου;
Εί γαρ και άπατήσn με και αi'χμάλωτον λάβn, - Κι αν μ' άπατήσει, άκόμα κι αν αίχμάλωτο μέ λάβει,
60 ού μη τfj πpοαιpέσει μου ούδε τfj pq,θυμίq, 60 στην προαίρεσή μου βέβαια κι ούτε στη ραθυμία
τουτο πpοσεπιγpάψηται, τfj δε έγκαταλείψει δέ θά τό άποδώσει αύτό, άλλα θά τό άναθέσει
σfi το παν άναθέμενος τα τοιαυτα έpει μοι · στό δτι μ' έγκατάλειψες καi τέτοια θά μου ψάλει·
'Ίδε, είς δν έθάppησας, ί'δε, είς δν πpοσηλθες, 'Κοίταξε αύτόν δπου ελπισες, κοίτα σέ ποιόν έπfjγες,
ί'δε, δν οίου σε φιλειν, δν οίου άγαπαν σε κοίτα ποιός σ' άγαπα ελεγες καi ποιος πώς σ' άγκαλιάζει,
651cal άδελφον και φίλον σε, υiον και κληpονόμον 65 καi φίλο έσένα κι άδελφό καt γιό καi κληρονόμο
ένεκαύχω κεκτησθαί σε, πως έγκατέλιπέ σε, καυχιόσουν πώς σέ πρόβαλλε, πως σ' εχει άφήσει τώρα
είς τας έμάς τε, του έχθpου, χειpας έςέδοτό σε και πως στα χέρια έμε του έχθρου σου σ' εχει παραδώσει
και αίφνης άπεστpάφη σε, αίφνης έμίσησέ σε; - κι dξαφνα σ' άποστράφηκε κι αϊφνης σ' εχει μισήσει'.­
Μη οί5ν άκουσαι ταυτά με, Σωτεp, έγκαταλείψnς, Ν' άκούσω τέτοια λόγια μή, Σωτη~α μου, έπιτρέψεις,
70 μη δνειδος γενήσεσθαι σου έάσnς, Θεέ μου, 70 καi μην άφήσεις νά γιν&, Θεέ μου, τ' όνειδός σου,
μη βασιλευ, μη Κύριε, ό του σκότους με πάλαι μη βασιλιά, μη Κύριε, όπου παλιά άπ' τό σκότος
και των χειpων και φάρυγγας έκείνου με έςάςας κι άπό τά χέρια μ' εβγαλες κι άπό τό στόμα έκείνου
και τφ φωτι έλεύθεpον τφ σφ με παpαστήσας! κι έλεύθερο μέσα στό φως μ' εδειξες τό δικό σου.
Σε γαρ όρων τιτpώσ1ωμαι τα έντος της καρδίας Σέ βλέπω καi πληγώνομαι μές στης καρδιας τά βάθη,
75 και βλέπειν ούκ Ισχύω σε και μη βλέπειν ού φέρω· 75 νά σέ Θωρ& δε δύναμαι κι ούτε νά μη σέ βλέπω·
άπpόσιτον το κάλλος σου, άμίμητον το εlδος, τό κάλλος σου άπροσπέλαστο κι άμίμητη ή μορφή σου,
άσύγκpιτος ή δόξα σου, και τίς ποτέ σε εlδεν άσύγκριτη εiναι ή δόξα σου καi ποιός εiναι που σ' εiδε
η τίς Ιδειν σε δυνf/θfj δλον, σέ, τον Θεόν μου; καi ποιός στό βάθος σου θά δει έσένα τό Θεό μου;
Το παν γαρ ποιος όφθαλμος κατιδειν έςισχύσει; Τό δλο σου ποιός όφθαλμός νά δει θέ νά μπορέσει;
so Τον δντα δε ύπεp το παν ποιος νους καταλάβn, 80 Κι αύτόν που πάνω εiν' άπ' τό παν ποιός νους θά καταλάβει
πεpιλαβειν τε δυνηθfj η έκτανθηναι δλος καi νά συλλάβει η νά έκταθει δλος ποιός θά μπορέσει
προς δλον και θεάσασθαι τον συνοχέα πάντων, σ' δλον έκεινον καi νά δει αύτόν που δλα συνέχει,

53. Λουκα 15,21. 77-78. Α' Τιμ. 6,16. 53. Ή άναγνώριση της άμαρτίας είναι σωτήρια.
210 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΒ' 83-113 211

τον πάντων έξω και το παν και τα πάντα πληροίJντα που εΤναι έξω άπ' δλα μα τό παν και τα πάντα γεμίζει
και έξω πάλιν τον αύτον δλον δντα dφράστως; και εiναι πάλι έξω αύτός άνέκφραστα άπ' δλα;
85 'Όμως ώς ήλιον 6ρω και ώς dστρον σε βλέπω, 85 'Όμως σαν ήλιο σε θωρω και σαν αστρο σε βλέπω
και έν τφ κ6λπφ φέρω σε, καθάπερ μαργαρίτην, και μες στον κόρφο σε κρατω καθώς μαργαριτάρι
και ώς λαμπάδα βλέπω σε σκεύους ήμμένην ένδον. και σα λαμπάδα σε θωρω που καίει κλειστη σε σκευος.
'Ότι δε ού πλατύνεσαι, δτι μη δλον φως με Μ' άφου δεν έπεκτείνεσαι και δε με κάνεις δλον
άποτελεις και δείκνυσαι δλος μοι, οiος, δσος φως και δε δείχνεσαι σ' έμε δλος ποιός μα και πόσος
90 ύπάρχεις, δλως ού δοκω έχειν σε την ζωήν μου, 90 εΤσαι, καθόλου δε θαρρω πώς έχω έσέ, τη ζωή μου,
άλλα θρηνω ώς τις πτωχος γεγονως έκ πλουσίων , άλλα θρηνω σάν τό φτωχό που έγινε άπό πλούσιος
και έξ ένδόξων dτιμος και μη έχων έλπίδα. κι άτιμος άπό ένδοξος, χωρις καμιαν έλπίδα.
ΤοίJτο oJv βλέπων 6 έχθρος λέγει μοι · Συ ού σφζn · Τά βλέπει τουτα ό έχθρός και λέει· 'Δεν έχει σωτηρία
και γαρ ίδού, έκπέπτωκας, ήστ6χησας έλπίδων, για σένα, γιατι ξέπεσες κι έχασες κάθε έλπίδα,
95 δτι ούκ έχεις προς Θεον ώς πάλαι παρρησίαν. - 95 γιατι δεν έχεις στό Θεό δπως πρωτα παρρησία'.
Προς δν ού λ6γον φθέγγομαι, ούκ άξιω, Θεέ μου, -Λόγο δε λέγω έγώ σ' αύτόν, άπαξιω, Θεέ μου,
άλλ' έμφυσω, και dφαντος εύθυς άποτελειται. φυσω έπάνω του κι εύθυς άφαντος άπό μπρός μου.
Ουτως αίτοίJμαι, Δέσποτα, ουτω παρακαλω σου, 'Έτσι γυρεύω, Δέσποτα, κι έτσι παρακαλω σε
την εύσπλαγχνίαν δώρησαι και τότε μοι, Σωτήρ μου, την εύσπλαχνία σου δωσε μου, Σωτήρα μου, και τότε,
1οοδτε ψυχη έξέλθn μου του σώματος, fσχύσαι 100 δταν άπό τό σωμα μου θα βγει ή ψυχή μου, ωστε
μ6νφ τφ έμφυσήματι dπαντας καταισχύναι μονάχα μ' ενα φύσημα δλους να τους ντροπιάσω,
τους κατ' έμοίJ, του δούλου σου, μέλλοντας έπιτρέχειν, δσοι σ' έμε τό δουλο σου ένάντια θε να όρμήσουν,
και διαβηναι άβλαβει φρουρουμένφ φωτίσου και να περάσω άβλαβης άπό του Πνεύματός σου
του Πνεύματος και έμπροσθεν στηναι του βήματ6ς σου, τό φως φρουρούμενος μπροστά στό βημα να σταθω σου,
105 έχοντι χάριν σου, Χριστέ, συνοίJσάν μοι την θείαν, 105 τη χάρη σου έχοντας, Χριστέ, τη θεία συντροφιά μου,
σκέπουσαν, άκαταίσχυντον δεικνύουσάν με δλον. να με φυλάει κι άντρόπιαστο να με παρουσιάζει.
Τίς γαρ τολμήσειεν dρα έμπροσθέν σου όφθηναι, Ποιός τάχα θά 'ναι ό τολμηρός που θα φανει μπροστά σου,
εί μη αύτην ένδέδυται, ε( μη αύτην έντ6ς γε . αν δεν έχει τη χάρη σου ντυθει και αν έντός του
κατέχει και φωτίζεται ύπ' αύτης; Πως την δ6ξαν δεν την κατέχει κι αν αύτη δεν τόν φωτίζει; 'Ακέρια
110 την dστεκτον θεάσασθαι δυνηθfί πας τις δλως; 110 τη δόξα την άβάσταχτη πως να βαστάξει κάποιος;
Δ6ξαν ΘεοίJ γαρ dνθρωπος, φύσιν θεότητός τε Τη δόξα ό, άνθρωπος του Θεου, της θεότητας τη φύση,
φύσις άνθρώπου ταπεινη πως κατιδειν ίσχύσει; πως θα μπορέσει ή ταπεινη φύση να δει του άνθρώπου;
~Εστι Θεος γαρ dκτιστος, ήμεις κτιστοι δε πάντες, "Άπλαστος εΙναι ό Θεός κι έμεις δλοι πλασμένοι,

95. Α' 'Ιω. 3,21. 100. Μεγάλη ή άπα{τηση του Συμεών· μέ άπλό φυσημα νά διαλυθουν οί ένα­
104. Β' Κορ. 5,21. ντίον του κατηγορίες τω'* έχθρων του σάν ίστοi άράχνης.
212 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΒ' 114-144 213

Έκεινος πέλει άφθαρτος, ήμεις φθαpτο) και κ6νις, έκεινος εlναι αφθαρτος, έμεις φθαρτοί και σκόνη·
115 Έκεινος πνείJμα πέφυκεν ύπεp άπαν δε πνείJμα 115 Πνευμα εΤναι αύτός στη φύση του πάνω άπό κάθε πνευμα,
ώς ποιητης πνευμάτων τε και Δεσπ6της ύπάpχων, άφου τα πνεύματα εκτισε και Κύριός τους εΤναι·
ήμεις σάpτ,ες χοίκαι και γεώδης ούσία, σάρκες έμεις χωμάτινες και χωματένια μάζα·
Έκεινος πάντων ποιητής, άναρχος άληπτ6ς τε, έκεινος δλων δημιουργός, άκατανόητος, δίχως
ήμεις σκώληκες 6μοί5 και β6pβοpος και τέφρα· άρχή, σκουλήκια έμεις μαζi και βόρβορος και τέφρα·
120 και τίς ίσχύσει έξ ήμων τοίJτον ποτε (δέσθαι 120 και ποιός θ' άντέξει άπό μας τουτον να δει ποτέ του
έξ ο(κείας δυνάμεως ~ ένεpγείας δλως, άπό δική του δύναμη η άπό μιά του ένέργεια,
ε( μη αύτδς έκπέμψειε ΠνείJμα αύτοίJ το Θειον έαν αύτός το Πνευμα του το θειο δεν του στείλει
και δι 'αύτοίJ τφ άσθενει της φύσεως παpάσχn και με αύτό στην άσθενη τη φύση του δεν δώσει
pώμην, ίσχυν και δύναμιν και iκανδν ποιήσn ρώμη, άντοχη και δύναμη και ίκανό δεν κάνει
125 τον άνθpωπον του τωτιδειν δ6ξαν αύτοίJ την θείαν; 125 τον ανθρωπο 'tη δόξα του τη θεία ν' άντικρίσει;
'Άλλως γαρ ού θεάσεται ούδε (δειν ίσχύσει Άλλιως δε θε να θεαστει οϋτε να δει θ' άντέξει
άνθpώπων τις τον Κύριον έpχ6μενον έν δ6ξn, ό ανθρωπος νά ερχεται τον Κύριο με δόξα
και ουτω χωpισθήσονται άδικοι των δικαίων και ετσι θε να χωριστουν οί αδικοι άπ' τους δίκαιους
και σκ6τει καλυφθήσονται άμαpτωλο) και πάντες κι οί άμαρτωλοi θα σκεπαστουν με τό σκοτάδι κι δλοι
130 δσοι μη έξουσι το φως έν αύτοις άπ' έντείJθεν. 130 δσοι δεν πάρουνε τό φως άπό έδω κάτω έντός τους.
Oi συνημμένοι δε αύτφ έκ των ώδε και τ6τε Άλλ' δσοι ένώθηκαν μ' αύτόν άπό τη γη, και τότε
μυστικως συναφθήσονται τφ Θεφ τω) γνησίως θά ένωθουνε μυστικά με τό Θεό και γνήσια
και της αύτοίJ ύπάpξουσι μετουσίας άχώpιστοι · κι άπό τη μετοχη 'μ' αύτόν άχώριστοι θα μείνουν.
oi δ' άπελθ6ντες του φωτός αύτοίJ κεχωpισμένοι Μά δσοι φύγουν άπ' τό φως έκείνου χωρισμένοι [πος;
135 πως τ6τε ένωθήσονται ~ κατα ποιον τp6πον, 135 πως τότε θα ένωθουν μ' αύτόν, ποιός θά 'ναι αύτός ό τρό­
"'μαθειν παρ' ύμων βούλομαι, εi'τε ύμας διδάξαι · θέλω να μάθω άπό σας, άλλιως να σας διδάξω·
Θεός γέγονεν άνθρωπος, ήνώθη τε άνθpώποις, "Ανθρωπος εγινε ό Θεός κι ένώθηκε μαζί τους,
μετέσχεν άνθpωπ6τητος και μετέδωκε πα.σι την άνθρωπότητα ελαβε και τη θεότητά του
τοις ε(ς αύτδν πιστει5ουσι τω) την πίστιν έξ έργων εδωσε κοινωνώντας την σ' δλους δσοι σ' έκεινον
140 δεικνι5ουσι θε6τητος αύτοίJ τfl μετουσίq,. 140 πιστεύουν και με τα εργα τους την πίστη τους του δείχνουν.
Τοι5τους οδν εΤπε σφζεσθαι μ6νους τους μετασχ6ντας Αύτοι δτι μόνοι σώζονται εΤπε που κοινωνησαν
έκείνου της θε6τητος, καθως αύτδς μετέσχε την ιδια του θεότητα καθως κι αύτός τη φύση
της ήμετέpας φύσεως, ό ποιητης των πάντων, κοινώνησε την ιδια μας ό ποιητης των δλων,
ό ΠαίJλος ώς μαpτύpεται ΧpιστοίJ την Έτ,κλησίαν καθως ό Παυλος μαρτυρει πως θα γινει ενα σωμα

126--127. Α' Τιμ. 6,16. 139. Ίακ. 2,17.


127. Ματθ. 24,30. 144. Βλ. Έφ. 1,22-23· 4,4.
214 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΒ' 145-174 215

145 έ'ν γενήσεσθαι σωμά γε δεσποτικδν και θείον, 145 ή 'Εκκλησία του Χριστου δεσποτικό καi θειο,
ασπιλον, αμωμον όμου, ρυτίδας πάσης δίχα · άσπιλο και πανάμωμο, χωρις καμια ρυτίδα,
οϊτινες αν εlεv οί πιστοί, κεφαλη ό Χριστός δέ. κι αύτοi θέ νά 'ναι οί πιστοi και ό Χριστός κεφαλή τους.
Εί τουτο τοίνυν Ιfσεται οϋτως, ώσπερ και Ιfστι, "Αν ετσι τουτο εΙναι λοιπόν, δπως έξάλλου κι εΙναι,
τίς αpα τότε τολμήσει pυπαpδς αύτου πpοσψαυσαι ποιός θα τολμήσει ρυπαρός να τόν άγγίζει τότε,
150 ij τίς πpοσκολληθήσεται άνάςιος τυγχάνωv; 150 ποιός θα προσκολληθει σ' αύτόν άνάξιος δταν εΙναι;
Εί γαρ και νυν έκβάλλονται της Έκκλησίας Ιfςω Γιατι αν και τώρα διώχνονται άπό την έκκλησία
και μετασχείν κωλύονται άμαpτωλοι εlς απαν, κι οί άμαρτωλοι έμποδίζονται κι άπό κάθε κοινωνία,
μαλλοv δε και της των θείων θέας άποστεpουνται κι άκόμα έμποδίζονται άπό τη θέα των θείων
οί μη πέλοντες άγιοι, πως οίμοι τότε άρα δσοι δέν εΙναι άγιοι, άλί, πως τάχα τότε
155 τφ παναμώμφ σώματι του Θεου ένωθωσι 155 μέ τό πανάχραντο του θεου σωμα θα ένωθουνε
και μέλη γένωvται Χpιστου έσπιλωμένοι οvτες; και θα γινουν μέλη Χριστου ένω εΙναι σπιλωμένοι;
Ούκ Ιfστι τουτο, άδελφοί, ού γεvήσεται δλως! Τουτο δέ γίνεται, άδελφοί, κι ούτε ποτέ θα γίνει.
Οί δε του θείου σώματος ηγουv της Έκκλησίας Κι δσοι άπ' τό σωμα τό θεϊκό, λέγω την 'Εκκλησία,
και του χορού των έκλεκτων χωpιζόμενοι, λέγε, κι άπ' τό χορό των έκλεκτων θα χωριστουνε, πές μου,
160 που αpα άπελεύσοvται, εlς ποίαν βασιλείαν, 160 που τάχατε θα πορευτουν και σέ ποιά βασιλεία
εiς ποίον τόπον, φpάσον μοι, έλπίζουσι σκηνωσαι; καi σέ ποιό τόπο έλπίζουνε, πές μου, σκηνη να στήσουν;
Πάντως γαρ και παράδεισος, ό 'Αβραάμ τε κόλπος 'Ωστόσο ό παράδεισος καi του Άβρααμ ό κόρφος
και πας τόπος άνέσεως των σφζομένων Ιfστιν · εΙναι γι' αύτους που σώζονται κι άνεσης τόποι χίλιοι.
oi δε σφζόμενοί εlσιν άγιοι πάντως πάντες, Κι αύτοi που σώζονται άγιοι εiναι δλοι τους καi μόνο,
165 ώς πασα θεία μαpτυpεΊ Γpαφη και έκδιδάσκει. 165 δπως ή θεία μαρτυρει Γραφη και δπως διδάσκει.
Πολλαι γαρ και μοvαί είσιν, άλλ' έντδς του νυμφωνος θέσεις ύπάρχουνε πολλές, μές στό νυμφώνα μέσα,
καθάπεp γαρ εlς ούpανδς και έν αύτφ άστέpες δπως εΙναι ενας ούρανός κι άστέρια σ' αύτόν λάμπουν,
άλλήλωv διαφέpοντες έν τιμfj και δόςn, που ξεχωρίζουν στην τιμη καi δόξα τό 'να άπ' τ' σλλο,
οϋτω και εlς νυμφών έστι και μία βασιλεία, κι ενας νυμφώνας ετσι είναι και μία βασιλεία·
170 άλλα γαρ και παράδεισος και πόλις ή άγία 170 ώστόσο καi παράδεισος άλλα καi ή άγία πόλη
και πας τόπος άνέσεως ό Θεός έστι μόνος. κι οί πολλοi τόποι άνεσης εΙναι ό θεός μονάχα.
Ώς γαρ ούκ Ιfχει ανεσιν άνθρωπος έν τφ βίφ, 'Όπως δεν εχει ό άνθρωπος άνεση στη ζωή του,
ό μη μένων έν τφ Θεφ και Θεδς έν αύτφ δέ, δποιος δέ μένει στο θεό και ό θεός σ' έκεινον,
οϋτω και μετα θάνατον έκτος έκείνου μόνου, ετσι και μετα θάνατον εξω άπ' αύτόν μονάχα

146. Έφ. 5,27. 156. Α' Κορ. 6,15. 166. Ίω. 14,2. 167-168. Α' Κορ. 15,41.
162. Λουκli 16,22. 173. Ίω. 15,4.5.
216 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΒ' 175-206 217

115 οlμαι, ουκ έσται ανεσις, ού τόπος ανευ λύπης, 175 θαρρω δεν είναι άνεση και τόπος δίχως λύπη,
ού στεναγμου, ου θλίψεως δλως άπηλλαγμένος. ή θλίψη κι ο{ άναστεναγμοt όλότελα να λείπουν.
Σπουδάσωμεν οί5ν, άδελφοί, σπουδάσωμεν προ τέλους Λοιπόν ας τρέξαμε, άδελφοί, βιαστειτε πρtν τό τέλος
προσκολληθfjναι τφ Θεφ, τφ ποιητfi των πάντων, να ένωθουμε με τό Θεό, τόν ποιητη των δλων,
τφ κατελθόντι δι' ήμiiς έπι γης τους άθλίους, δπου κατέβηκε στη γη για χάρη μας των άθλιων
180 τφ κλίναντι τους ουρανους και λαθόντι άγγέλους 180 και που εκλινε τους ούρανους κρυφα άπό τους άγγέλους
και έν γαστρι σκηνώσαντι της άγίας παρθένου και μες στα σπλάχνα σκήνωσε της άγιας της Παρθένου,
και σαρκωθέντι ές αυτFjς άτρέπτως, άνεκφράστως που άνέκφραστα σαρκώθηκε άπ' αύτην με τροπη δίχως
και προελθόντι εlς ήμων άπάντων σωτηρίαν. και που γεννήθηκε άπ' αύτην για δλων τη σωτηρία
Ή σωτηρfα δε ήμων αύτη πάντως ύπάρχει, και είναι ή σωτηρία μας αύτη τό δίχως άλλο,
185 καθώς πολλάκις ειπομεν και νυν αί5θις έρουμεν, 185 δπως συχνα τό 'χομε πει και πάλι θα τό πουμε,
ουχι ήμεις ές έαυτων, άλλα το θειον στόμα όχι άπό μόνοι μας έμεις, άλλα τό θειο στόμα
έπέφανε το μέγα φως του μέλλοντος αlωνος. φανέρωσε τό μέγα φως του μέλλοντος αίώνα.
Ή βασιλεία ούρανων έπι της γης κατfjλθε, Ή βασιλεία των ούρανων πάνω στη γη κατέβη
μiiλλον δε ό παμβασιλευς των ανω και των κάτω η μάλλον ό παμβασιλευς των άνω και των κάτω
190 έλήλυθεν, ήθέλησεν ήμιν όμοιωθfjναι, 190 ηρθε σ' έμας και θέλησε δμοιος μ' έμας να γίνει,
ί'v' ές αύτου ώς έκ φωτος πάντες μεταλαβόντες ωστε άπ' αύτόν σαν άπό φως δλοι μας κοινωνώντας
φωτα δειχθωμεν δεύτερα, δμοιά γε του πρώτου, δεύτερα φωτα δμοια με τό πρωτο να φανουμε,
και βασιλείας ούρανων κοινωνοι και της δόςης της βασιλείας των ούρανων κοινωνοi γινουμε,
συμμέτοχοι ύπάρςωμεν όμοίJ και κληρονόμοι της δόξας του συμμέτοχοι μαζt και κληρονόμοι
195των αίωνίων άγαθων, dJv ούδείς ποτε εlδε. 195 των αίωνίων του άγαθων που δεν τά εiδε κανένας.
Ταυτα δ' εlσfν, ώς πείθομαι και πιστεύω και λέγω, Κι αύτά είναι δπως δέχομαι, πιστεύω και κηρύττω,
Πατήρ, Υiος και αγιον Πνευμα, Τριας άγία, Πατήρ, Υίός και αγιο Πνευμα, Τριάδα άγία,
τουτο πηγη των άγαθων, τουτο ζωη των όντων, αύτό ή πηγη των άγαθων, τουτο ζωη των όντων,
τουτο τρυφη και ανεσις, τουτο στολη και δόςα, αύτό τρυφη και άνεση, τουτο στολη και δόξα,
200 τουτο χαρα άνέκφραστος ιωι σωτηρία πάντων 200 τουτο χαρά είναι ανέκφραστη και σωτηρία δλων
των μετασχόντων της αύτοίJ έλλάμψεως άρρήτου αύτων όπου την άρρητη λάμψη σου κοινωνησαν
και ιωινωνίαν μετ' αύτοίJ έχόντων έν αίσθήσει. κι εχουν με γνώση κι αισθηση μ' έκείνη κοινωνία.
'Ακούσατε· Σωτηρ και γαρ δια τουτο καλειται, 'Ακούσετε, σωτήρας μας γι' αύτό ε{ναι που καλειτάι,
δτι πiiσιν, οΤς ένωθfi, σωτηρίαν παρέχει, δτι με δσους ένωθει τους δίνει σωτηρία
205 ή σωτηρία δέ έστιν κακων μεν πάντων λι5σις, 205 κι ή σωτηρία άπαλλαγη άπ' τά δεινά είναι δλα
ιωλων δε πάντων έν ταυτφ εύρεσις αlωνία, και των καλων άπόκτηση μαζt γιά τους αίωνες,

180. Ψαλμ. 17,10. 195. Α' Κορ. 2,9. 192. Πρώτο φως ό Θεός 'δεύτερα φωτα' δσοι φωτίζονται άπό αύτόν.
218 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ
ΥΜΝΟΣ ΜΒ' 207-227 219
άπο θανάτου μεν ζωήν, άπο δε σκότους φάος,
που άπό τό θάνατο ζωη και φως άπό τό σκότος
άπο δουλείας των παθων και πράξεων αtσχίστων κι άπ' τη δουλεία των παθων και πράξεων των αίσχίστων
έλευθερίαν παντελη πασι χαριζομένη έλευθερία σ' δλους μας τέλεια μας χαρίζει,
210 τοις ένωθεισι τφ Χριστφ και Σωτηρι των δλων. 210 μέ τό Χριστό δσοι ένώθηκαν τό σωτήρα των δλων.
Οί'και τότε πασαν μεν χαραν άναφαίρετον κτωνται, Αύτοι κάθε χαρα άποχτουν άναφαίρετη τότε
πασάν τε άγαλλίασιν και πασαν εύφροσύνην,
και κάθε άναγάλλιαση και κάθε εύφροσύνη·
oi δε καν δλως πέλοντες τούτου κεχωρισμένοι μα δσοι όλότελα άπ' αύτόν μένουνε χωρισμένοι
και μη ζητήσαντες αύτον η τούτφ ένωθέντες
κι οίSτε τόν άναζήτησαν για να ένωθουν μαζί του
215 μηδε δουλείας των παθων και θανάτου ρυσθέντες, 215 κι άπ' τη δουλεία στό θάνατο η στα πάθη δέ σωθηκαν
καν βασιλεις, καν dρχοντές εiσι, καν μεγιστανες,
καν βασιλιάδες η αρχοντες και μεγιστάνες εtναι
καν τρυφαν καν εύφpαίνεσθαι καν άπόλαυσιν Ιfχειν
είτε νομίζουν πώς τρυφουν η εύφραίνονται είτε έχουν
οi'ονται και νομίζουσιν έν άγαθοις ύπάρχειν,
άπόλαυση κι είτε θαρρουν πώς στ' άγαθα βουλιάζουν,
άλλ' ούδέποτε κτήσονται τοιαύτην εύφροσύνην,
στ' άλλήθεια τέτοια μια χαρα ποτέ δέ θ' άποχτήσουν,
220 οί'αν oi δοίJλοι τοίJ ΧριστοίJ, oi έκ πάντων έλεύθεροι 220 δπως οί δουλοι του Χριστου πού, έλεύθεροι άπό δλα,
άτόπων έπιθυμιων ήδονων τε και δόξης
έπιθυμίες ατοπες και ήδονές και δόξα,
Ιfχουσιν άνεκλάλητον, dφραστον ο6σαν πάντn, χαρα έχουν άνεκλάλητη κι αρρητη πού 'ναι τέλεια,
ην ούδείς ποτε γνώσεται, ού μάθει, ού κατίδει
που δέ θ' άντιληφθει κανείς, θα μάθει η θα γνωρίσει
των μη γνησίως και θερμως τφ Χριστφ κολληθέντων,
άπ' δσους γνήσια και θερμα μέ τό Χριστό ένωθηκαν
225 άνακραθέντων τε αύτφ έν ένώσει άρρήτφ, 225 και σ' ενωση dρρητη μ' αύτόν έσμίξανε μαζί του.
φ πρέπει δόξα και τιμή, αlνος και dπας ϋμνος Σ' αύτόν ή δόξα κι ή τιμή, αtνος και κάθε ί\μνος
ύπο πάσης της κτίσεως και πνοης εtς αlωνας.
πρέπει άπ' την πλάση όλόκληρη και τα δντα στους αίωνες.
'Αμήν.
'Αμήν.

216. Άποκ. 6,15.


, ,
i. 224. Α' Κορ. 6,17.
ΜΓ' 43
'Ότι κρείσσοv το καλώς ποιμαfvεσθαι ίj τους μη βουλο­ 'Ότι είναι καλύτερο να ποιμαίνεται κανένας καλά, παρα
μέvους ποιμαfvειv· ούδεv γαρ έσται κέρδος τφ άλλους να ποιμαίνει έκείνου.ς που δε θέλουν. Γιατi δε θα εχει κα­
μεv σπουδάζοvτι σώσαι, έαυτοv δε δια τής έκεfvωv άπο- νένα κέρδος αν προσπαθεί να σώσει τους αλλους και χάσει
λέσαvτι προστάσiας. τη δική σου σωτηρία προστατεύοντας έκείνους.

Ε(πέ, Χριστέ, τφ δούλφ σου, είπέ, το φως του ιcόσμου, Χριστέ μου, πές στό δουλο σου, πές μου, τό φως του κόσμου,
είπέ, ή γνωσις του παντός, ε(πέ, Λόγε, Σοφία, πές μου, συ ή γνώση του παντός, πές μου, Λόγε, σοφία,
ή πάντα πpογινώσιcουσα, ή πάντα πpοειδυια που δλα τα ξέρεις από πριν κι δλα τα προγνωρίζεις
ιcαι τα ήμ'fv συμφέροντα διδάσιcουσα άφθόνως, και που διδάσκεις πλούσια δσα σ' έμας συμφέρουν,
5ε(πε ιcαι δίδαξον ιcάμε όδους σωτηpιώδεις 5 πές μου και δίδαξε κι έμέ της σωτηρίας τους δρόμους
των θελημάτων σου, Σωτήρ, ιcαι θείων προσταγμάτων! των θελημάτων σου, Χριστέ, των θείων προσταγων σου.
Είπε ιcαι μη παpίδnς με, μη ιcpύψnς, dJ Θεέ μου, Πές μου, μη μέ περιφρονεις και μην τό κρύβεις, Θεέ μου,
έξ άναξίου δούλου σου το θειον θέλημά σου! άπ' τόν άνάξιο δουλο σου τό θειο θέλημά σου!
Τί ιcpεισσον εστι παpα σου, ποιον εύάpεστόν σοι Ποιό είναι για σέ καλύτερο, ποιό εύάρεστο σ' έσένα
1οάπο των δύο, φpάσον μοι, dJ φιλάνθρωπε Σωτεp· 10 άπό τα δύο, μίλα μου, & φιλάνθρωπε σωτήρα·
το έν μεpίμνn εlναί με των της μονης πραγμάτων οί ύποθέσεις της μονfjς να μέ άπορροφουνε,
ιcαι των σωματιιcων χpειων το άφθόνως φpοντίζειν, να πνίγομαι στη μέριμνα των ύλικων πραγμάτων
διειcδιιcε'fv τε απαντα μετ' εχθpας τε ιcαι μάχης, και δλα να τα διεκδικω μέ εχθρα και μέ πάθος,
η το άει πpοσιcαpτεpειν μόνn τfl ήσυχίq, η νά 'ναι ή ζωή μου ύπομονη μέσα στην ήσυχία
15 ιcαι συντηpε'fv άθόλωτον τον νουν ιcαι την ιcαpδίαν 15 και να κρατάω άθόλωτο τόνου και την καρδιά μου
ιcαι δέχεσθαι της χάριτος της σfjς τας λαμπηδόνας της χάρης σου δεχόμενος τις θειες λαμπηδόνες
ιcαι ιcαταυγάζεσθαι άει τας της ψυχης αίσθήσεις και πάντα να φωτίζονται οί αiσθήσεις της ψυχfjς μου,
ιcαι θείους λόγους μυστιιcως ένηχεισθαι ιcαι αλλους ν' άκούω στ' αύτιά μου μυστικα τα θεια λόγια, κι ι'iλλους

10-15. Στους στίχους αύτούς τίθεται τό πρόβλημα πού άπασχολε'ί τό Συμε:


1. 'Ιω. 8,12.
ων ,ι, μάλλον τό δίλημμα πού άντιμετωπίζει· νά άσχοληθε'ί με τiς φροντίδες του
9. Σοφ. Σολ. 9,10.
μοναστηριοϋ ,ι, νά έπιδοθε'ί στην 'ήσυχ(α';
222 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΓ' 19-52 223

διδάσκειν πρq.ως και αύτος διδάσκεσθαι ώσαύτως πράα να διδάσκω και μαζι κι ό ϊδιος να μαθαίνω
20- ό λέγων γαρ και έαυτφ τα λεγόμενα λέγει 20-γιατι λέει δσα λέει κανένας και για τόν έαυτό του
και πρωτος οδτος του ποιεiν πάντως ταί5τα όφείλει -; κι αύτός πρώτος να πράττει αύτα τό δίχως αλλο όφείλει-.
Έκ τούτων τοίνυν λέγε μοι, dJ Θεέ μου και πλάστα, Άπ' δλα αύτα πές μου λοιπόν, πλάστη μου και θεέ μου,
ποιον ύπάρχει κρεισσόν μοι, ποιόν έστι συμφέρον, ποιό είναι τό καλύτερο για μέ και τό συμφέρον,
ποιον δε σοι εύάρεστον και τέλειον ύπάρχει; και ποιό σ' έσένα εύάρεστο και τέλειο είναι για σένα;
25 Ναι δή, μη κρύψnς άπ' έμοί5, dJ πανοικτίρμον Λόγε!­ 25 'Ώ, ναί, Λόγε πανεύσπλαχνε, άπό μένα μην τό κρύψεις.
ΥΆκουσον δπερ έρωτif.ς, γράψον απερ άκούεις! -" Ακουσε αύτό που μέ ρωτας κι δ,τι θ' άκούσεις γράψε!
Έγω Θεος προάναρχος, έγω Δεσπότης φύσει, 'Εγώ είμαι θεός πριν άπό άρχή, και Κύριος είμαι φύσει,
των ούρανων τε βασιλευς και των καταχθονίων ό βασιλιας στους ούρανους κι δσα στη γη κρυμμένα
και πάντες μη βουλόμενοι έμοι δουλοι τελουσι. κι δλοι χωρις να θέλουνε είναι δικοί μου δουλοι.
30 Κτίστης των πάντων γαρ έγω και κριτης και Δεσπότης 30 Γιατι των πάντων δημιουργός είμαι κριτης και Κύριος.
και νυν είμι και /fσομαι εfς αfωνας αfώνωv· είμαι και συνεχίζοντας θα είμαι στους αiώνες.
άλλ' ού βολόμενόν ποτε καταναγκάζω, Άλλα δποιον δέν έπιθυμεί ποτέ δέν άναγκάζω,
αύτεξούσιον θέλω δέ, αύτοπροαίρετόν γε έπιθυμώ αύτοπροαίρετα και αύτεξούσια έπίσης
τήν τε δουλείαν γίνεσθαι, τον φόβον ένεργεισθαι και η δουλεία να γίνεται κι ό φόβος να ύπάρχει
35 και την άγάπην δείκνυσθαι παρα των ύπηκόων. 35 κι οί ύπήκοοι την άγάπη τους δμοια να έκδηλώνουν.
Τοιούτους γαρ τους δούλους μου, τοιούτους τους μισθίους, Γιατι τέτοιοι οί δουλοι μου τέτοιοι κι οί μισθωτοί μου
τοιούτους και τους φίλους μου έπιποθω του εlvαι, και τέτοιοι και οί φίλοι μου ποθώ πολυ να είναι·
τους δ' αλλους ουπω Ιfγνωκα ούδ' ύπ' αύτων έγνώσθην · τους αλλους δέν τους γνώρισα ούτε και μέ γνωρίσαν,
διο σκληρόν με λέγουσιν, άσυμπαθη καλουσιν, γι' αύτό και μέ καλουν σκληρό μα κι ασπλαχνο μέ λένε
40 αδικον όνομάζουσι τα του άδίκου τέκνα. 40 και μέ όνομάζουν αδικο τpυ αδικου τα τέκνα.
Of οδν έμε ύβρίζοντες έμέ τε λοιδ[!pουντες, 'Όσοι μ' ύβρίζουνε λοιπόν κι δσοι μέ λοιδορουνε,
έμε κατονειδίζοντες, σοι πως ύποταγωσιν πώς κι δσοι μέ κατηγορουν να ύποταχτουν σ' έσένα
η πως σε καταδέξονται διδάσκαλον, είπέ μοι; η πως θα σέ καταδεχτουν, πές μου, για δάσκαλό τους;
ΟΙ λύκοι δε ποιμένα σε πως αρα λογιουνται Κι οί λύκοι σαν ποιμένα πώς τά 'χα θα σέ λογιάσουν,
45 η πως άκολουθήσουσι φωνfί σου θηρες δντες; 45 πώς θ' άκλουθήσουν τη φωνή σου άφου θηρία είναι;
'Έξελθε, φύγε και γενου έκ μέσου των τοιούτων, 'Έβγα και φύγε, γλίτωσε άπό άνάμεσά τους
και σεαυτον ε( σώσεις γάρ, άρκετόν σοι ύπάρξει! και συ ό ϊδιος αν σωθείς, θά 'ναι άρκετό για σένα.
Ε( δε τον κόσμον σώσειας, σεαυτον δ' άπολέσεις, Άλλα αν τόν κόσμο σώσεις συ και τόν έαυτό σου χάσεις,
τί σοι του κόσμου δφελος του δια σου σωθέντος; ποιό άπό τόν κόσμο τ' όφελος χαρα σ' έσέ που έσώθης;
50 Ού βούλομαι ποιμαίνειν σε τινα των μη θελόντων. 50 Δέ θέλω νά 'σαι έσυ βοσκός έκείνου που δέ θέλει.
'Όρα, δτι έφύλαξα τουτο κάγω έν κόσμψ Κοίταξε πώς τό φύλαξα τουτο κι έγώ στόν κόσμο·
των βουλομένων γαρ έγω και ποιμην και Δεσπότης, είμαι αύτών που θέλουνε ποιμένας και δεσπότης
24. Ρωμ. 12,2. 38. Ίω. 10,14. 45. Ίω. 10,5. 48. Λουκα 9,25. 32. Βασική άλήθεια του Χριστιανισμού τό «δστις θέλει ... ».
224 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΓ' 53-83 225

των δ' άλλων κτίστης μέν είμι και Θεος κατα φύσιν, κι είμαι των άλλων δημιουργός καi κατά. φύση θεός τους,
ού μην δε πέλω βασιλεύς, ούκ άpχηγος εiς άπαν άλλα δεν είμαι βασιλιας ούτε άρχηγός καθόλου
55 των μη άpάντων τον σταυpον κάμοι άτωλουθούντων· 55 δσων δεν πηραv τό σταυρό καi δε μ' άκολουθουvε,
του έναντίου γάp εiσι τέκνα, δουλοι και σκεύη. γιατί 'ναι του άvτίθετου παιδιά, δουλοι καi σκεύη.
Βλέπε μυστήρια φρικτά, βλέπε άναισθησίαν, Κοίτα μυστήρια φρικτά, κοίταξε άναισθησία,
βλέπε και θρήνει δι' αύτούς, εi δυνατόν, καθ' ωραν ! κοίτα κι αν τό μπορεις αύτους να τους θρηνεις κάθε ώρα!
Έκ σκότους γαρ τωλούμενοι προς άνέσπερον φέγγος, Που ένω στ' άνέσπερο τό φως καλουvται άπό τό σκότος
60 έκτου θανάτου προς ζωήν, εiς ούρανους έξ q.δου, 60 καi στη ζωη άπ' τό θάνατο, στόv ούρανό άπ' τόν αδη,
έκ των προσκαίρων και φθαρτων προς αfώνιον δόξαν, άπ' τα φθαρτά. καi πρόσκαιρα πρός την αίώνια δόξα,
όργίζονται και μαίνονται κατα των διδασκάλων μανιάζουνε κι όργίζονται κατά. των διδασκάλων
και κατ' αύτων συρράπτουσιν έπιβουλας παντοίας κι έπιβουλές ένάντια τους κάθε λογης ύφαίνουν
και προαιρουνται του θανειν η σκότους άποστfjναι και προτιμουν τό θάνατο η τό σκότος να χάσουν
65 τωι των του σκότους πράξεων τ,άμοι άκολουθfjσαι. 65 καi τiς πράξεις του σκοταδιου καi να μ' άκολουθήσουν.
Τούτους, εiπέ, πως ποιμανεις, πως τούτων πpοηγήσn, Πως θα ποιμάνεις τούτους, πές, πως θά 'σαι κεφαλή τους
πως όδηγήσεις, λέγε μαι, προς πυρ αύτομολουντας, καi θα τους όδηγήσεις πως ένω αυτομολουνε
προστιθεμένους τφ έχθρφ και συν αύτφ προθύμως πρός τη φωτιά. καi πρόθυμα μαζi με τόν έχθρό μας
τα έναντία των έμων προσταγμάτων ποιουντας; τ' άντίθετα προστάγματα κάνουν άπ' τα δικά μου;
70 Πως ποιμανεις ώς πρόβατα, πως είσάξεις, ε(πέ μαι, 70 Θα τους βοσκήσεις σαν άρνιά; Πως; Καi πως θα τους βάλεις
των έντολων μου προς νομάς, προς υδωρ θελημάτων στων έντολων μου τiς βοσκές κι δπου τό θέλημά μου
έμων έξάξεις δε αύτούς, προς νοητά τε όρη ρέει σα νερό καi στα νοητά. βουνά. πως θα τους βγάλεις
θεωριων των μυστικων, δόξης μου της άρρήτου, των μυστικων των θεωριων καi της άρρητης δόξας,
δι' ~ς ό ταύτην βλέποντες καταφpονουσι δόξης που δσοι την άντικρίζουνε καταφρονουν τη δόξα
75 της κάτω και των αiσθητων πάντων άμνημονουσι 75 τη γήινη καi τα αίσθητα τα λησμονουνε δλα
και ώς στααν και ώς τωπνον ταυτα πάντα ήγουνται; καi σαν σκιά. και σαν καπνό δλ' αύτα θεωρουνε;
Είπέ, πως τον άντίδικον συνήγορόν σου κτήσn, Πές μου, πως τον άντίδικο συνήγορο θα κάνεις
πως τον πολέμιον έχθpον φίλον σου πείσεις εlναι; καi πως θα πείσεις τόν έχθρό φίλος σου πια να γίνει;
Εύκόλως γαρoi φίλοι μεν έχθροι γίνονται μiiλλον Είναι πολυ πιό εύκολο οί φίλοι έχθροi να γίνουν
so μιτφαν εύρόντες πρόφασιν, oi έχθροι δε δυσκόλως 80 μικρη σαν ευρουν άφορμή, μα δύσκολα οί έχθροί μας
γενέσθαι φίλοι δύνανται καν εύεργετηθωσι, μπορουνε φίλοι να γινουν κι αν εύεργετηθουνε·
καν δωρεων μετασχωσιν ύψηλων και μεγάλων· κι αν δωρεές τους κάνουμε και πλούσιες καi μεγάλες
έγκεκρυμμένον έχουσι τον ίον έν καρδίq., εχουν τό δηλητήριο κρυμμένο στην καρδιά τους,

55. Ματθ. 16,24. 59. Α' Πέτρ. 2,9.


60. Α' Ίω. 3,14. 61. Α' Πέτρ. 5,10. 77-78. Μπορεί να είναι μια γενική γνώμη, δεν άποκλείει δμως ίσως καί τούς
65. Ρωμ. 13,12. 70. Ψαλμ. 22,1 έ. καί Ίω. 10,9. μοναχούς της μονfjς του Άγ. Μάμαντα.
ΥΜΝΟΣ ΜΓ' 84-113 227
226 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ

δνπερ καιροίJ δραςάμενοι έςεμοίJσιν άθρόως που δταν εύρουν τόν καιρό τό χύνουν μαζεμένο

85 και εύεργέτας τους αύτων άνηλεως, άσπλάγχνως 85 κι άνήλεα έκείνους κι άσπλαχνα όπου καλό τους κάνουν
άποκτειναι ού φρfττουσιν, ω μανίας έσχάτης! δε φρίττουνε, ω άνήκουστο πάθος, να τους σκοτώσουν.

Οί5τοι τοίJ Κάϊν μιμητα{, οί5τοι τοίJ Λάμεχ χείρους, Εiναι του Κάιν μιμητές, χειρότεροι άπ' τό Λάμεχ,
σαν τόν Σαουλ κακότροποι, όμοιοι με τους 'Εβραίους,
οί5τοι Σαουλ όμότροποι, μιμηται των Έβραίων
και τοίJ 1οι5δα ζηλωταί, άγχόνης κληρονόμοι! που τόν 'Ιούδα ζήλεψαν, της θηλειας κληρονόμοι.

90 Τούτων ήγεισθαι ε( ζητεις, βλέπε ποίJ καταντήσεις! 90 "Αν θες σ' αύτους νά 'σαι άρχηγός κοίτα που θα σε πανε.

Ού γαρ έπιστραφήσονται, ένθα αν συ θελήσnς, Δε θα γυρίσουν βέβαια έσυ δπου θα θελήσεις,

άλλ' έν όδφ σε τfl αύτων άναγκάσουσι βαίνειν


μα θα σε σύρουνε με βια στό δρόμο τό δικό τους

και πρωτον εfς άπώλειαν έμπεσειν προ έκείνων καi πρωτος στην άπώλεια πρiν άπ' αύτους να πέσεις

και κατωτέρω κατελθειν εfς πυθμένα τοίJ q.δου καi πιό βαθια να κατεβεις στου αδη τα μαυρα βάθη

95 ώς έπακολουθοίJντάς σοι έχων πάντως κάκείνους. 95 καi σίγουρα δλοι πίσω σου θ' άκολουθουν έκεινοι.
Είδε μη βουληθflς αύτοις δλως όμοιωθfjναι, Κι αν δε θελήσεις δμοιός τους όλότελα να γίνεις

συναπαχθfjναί τε αύτων ταις βουλαις μη θελήσnς κι αν άρνηθεις τό θέλημα αύτων ν' άκολουθήσεις

μηδε ταις πράςεσιν αύτων ταις κακαις κοινωνfjσαι,


μα καi να γίνεις μέτοχος στiς πράξεις τις κακές τους,
άρνηση, μάχη, πόλεμο δίχως ε{ρήνη θάχεις.
στάσιν, μάχην και πόλεμον άκατάλλακτον εξεις.
100 Ύφ' cbν τί σοι γενήσεται, τί δε συμβήσεταί σοι, 100 Τί θα βρεις άπ' τα χέρια τους καi τί θα σου συμβει
τί κερδανε'ις τε; V Άκουσον, και λέςω σοι συντόμως και ποιό τό κέρδος σου;" Ακουσε καi θα σου πω δυό λόγια·

Προ πάντων εlναι δοίJλός μου δλως ούκ έξισχι5σεις, Τό πρωτο άπ' δλα δουλος μου δε θα μπορέσεις νά 'σαι·
ό δουλος μου να μάχεται καθόλου δε μ' άρέσει.
έμον γαρ δοίJλον μάχεσθαι ού βοι5λομαι παράπαν.
ΜΊσός τε κτήσονται προς σε ασχετον και προς φόνον "Επειτα μισος θά 'χουνε άσυγκράτητο για σένα,

105 όρμήσουσι τον κατα σοίJ φανερως και λαθραίως, 105 θα έπιδιώξουν φανερα τό φόνο σου η λαθραια
και τοίJ έκείνων κρfματος συ δώσεις τας εύθι5νας. καi θά 'σαι έσυ ό ύπεύθυνος για τό εγκλημα έκείνων.

Ούδεν γαρ ό σος θάνατος ώφελήσει τους άλλους, Ό θάνατός σου όφελος στους άλλους δε θα δώσει,

καθώς ύπfjρςεν ό έμος θάνατος ζωη κόσμου, ένω ό δικός μου θάνατος ζωη του κόσμου έστάθη·
γι' αύτους α{τία θα γινεις έσυ του έγκλήματός τους
άλλα κάκείνοις αfτιος τοίJ κρίματος γενήσn
11 ο και συ άπαρρησίαστος έξέλθεις έκ τοίJ βίου. 11 Ο κι άπ' τη ζωη θα βγεις έσυ με δίχως παρρησία.
Κάλλιο λοιπόν τό πρόβατο νά 'σαι κι όχι ό ποιμένας
Κρεισσον τοίνυν ποιμαίνεσθαι και μη ποιμαίνειν δλως
τοιοι5τους, άλλα μάλιστα των fδίων φροντίζειν σε τούτους, άλλα πιό πολυ για σένα να φροντίζεις
καi να προσεύχεσαι για αύτους και δλους τους άνθρώπους,
και εϋχεσθαι ύπερ αύτων και άπάντων άνθρώπων
85-89. Λόγοι σκληροi πού θά έχουν όπωσδήποτε τή δικαιολογία τους.
111. Φθάσαμε στον τίτλο του ύμνου· καλύτερα νά ποιμαίνεσαι παρά νά ποι­
94. Παρμ. 14,12.
μάνεις ανθρώπους πού δεν έχουν γνήσιο μοναχικό φρόνημα καi δεν έχουν 'ο~ς
98. Β' Ίω. 11.
ευήκοον'.
103. Β' Τιμ. 2,24.
228 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΓ' 114-144 229

τοίJ έπιστρέψαι και έλθειν εfς έπfγνωσιν πάντας, για να έπιστρέψουν κι όλοι τους σ' έπίγνωση για νά 'ρθουν
115 διδάσκειν τε και κατηχε'ίν τοι5των τους βουλομένους. 115 καt να διδάσκεις άπ' αύτους έκείνους που τό θέλουν.
Μη άναγκάζnς δε αύτους ποιεΊν απερ διδάσκεις, Κι όσα διδάσκεις να έκτελουν μην τους ύποχρεώσεις,
άλλα τους λ6γους τους έμους λέγε και παρακάλει μα τα δικά μου λέγε τους λόγια καi παρακάλει
φυλάττειν τοι5τους ώς ζωης αfων{ου προξένους! να τα φυλάξουν, γιατi ζωην αίώνια προξενουνε
Αύτοι δ' oi λ6γοι στήσονται, δταν έλθω τοίJ κρ{ναι, κι αύτοι οί λόγοι θα σταθουν, όταν έρθω να κρίνω,
120 και τοι5των πάντων έκαστον κρινοίJσι κατ' άξίαν, 120 και τόν καθέναν άπ' αύτους θα κρίνουνε έπάξια.
και συ μενε'ίς άνεύθυνος, άκατάκριτος πάντn, Χωρις εύθύνες θα εΙσαι έσυ και δίχως καταδίκη,
δτι ούκ έκρυψας έμων άργύριον λογίων, τ' άργύρια άφου δεν έκρυψες των λόγων των δικων μου,
άλλ' δσον εί'ληφας αύτ6ς, κατεβάλου τοΊς πασι. άλλα όσα ό ίδιος έλαβες μέτρησες και στους αλλους
Τούτο έμοι άποδεκτ6ν, τουτο των άποστ6λων Αύτό εΙναι έγώ που δέχομαι κι αύτό των άποστόλων
125 και μαθητων μου γέγονε κατα τας έντολάς μου 125 και μαθητων μου έργο έγινε όπως εΙχα διατάξει
έργον, κηρι5ξαι με Θεδν είς τον σι5μπαντα κ6σμον θεό να με κηρύξουνε στόν κόσμο άπ' ακρη σ' άκρη
και τα έμα θελήματα και τα προστάγματά μου καi όλα τα θελήματα και τα προστάγματά μου
διδάξαι και καταλιπε'ίν έγγράφως το'ίς άνθρώποις. να τα διδάξουν και γραπτα στόν κόσμο να τ' άφήσουν.
οστω και συ άγώνισαι ποιησαι και διδάξαι, VΕτσι κι έσυ ν' άγωνιστεις να πράξεις, να διδάξεις.
130 τους δε μη θέλοντας έμων λ6γων δλως άκοι5ειν 130 Μα λέγε σ' όποιους δεν ποθουν τα λόγια μουν' άκουνε
λέγε, ώς εlπον και έγω προς τους τ6τε εfπ6ντας ό,τι κι έγώ άπάντησα σ' αύτους που μου 'παν τότε,
δτι · Σκληρος 6 λ6γος σου και τίς αύτοίJ άκούειν «εΙναι σκληρός ό λόγος σού καi ποιός να τόν άκούσει
δυνήσεται; και έφην γε· εί μη θέλετε οστως, μπορει;». Κι έγώ τους εΙπα εύθύς «αν δεν τό θέλετε έτσι
ύπάγετε, ώς βοι5λεσθε, έκαστος και ποιε'ιτε! πηγαίνετε και κάνετε καθένας όπως θέλευ>,
135 τfί έξουσίrι, τfί αύτων το παν και προαιρέσει 135 στην έξουσία άφήνοντας καi στην προαίρεσή τους
καταλιπων τον θάνατον η την ζωην έλέσθαι. τα πάντα, είτε τό θάνατο ,ι, τη ζωη να έκλέξουν.
Ούδεις γαρ γέγονέ ποτε καλος άπροαιρέτως, Γιατi κανεις δεν έγινε καλός χωρtς να θέλει,
ούδε πιστός 6 άπιστος και μη θέλων ύπάρξει, οt'Jτε πιστός ό άπιστος μη θέλοντας θα γίνει,
ούδε φιλ6θε6ς ποτε 6 φιλ6κοσμος έσται, μήτε πια φίλος του θεου του κόσμου ό φίλος θα εΙναι,
140 ούκ dβουλήτως 6 σκαιός μεταστρέψει την γνώμην 140 κι ό άπότομος άθέλητα τη γνώμη τη δική του
την έαυτοίJ και άγαθδς γενήσεται είς άπαν, δεν την άλλάζει, στό έξης, ώστε καλός να γίνει
- ούδεις γαρ γέγονε κακος φι5σει, άλλα προθέσει - -δεν κάνει ή φύση τόν κακό, μα μόνον ή πρόθεσή του.
οιJτω και πάλιν έκ κακοίJ και πονηρού προθέσει VΕτσι και πάλι όποιος κακός εΙναι άπό πρόθεσή του
και γνώμn καλός και άγαθ6ς, εf θέλει, και με τη γνώμη του καλός καi άγαθός, αν θέλει,

114. Α' Τιμ. 2,4. 118. Ίω. 5,24. 129. Πράξ. 1,1. 132. Ίω. 6,60.
119. Ίω. 12,48. 122. Ματθ. 25,18· Ψαλμ. 11,6. 133. Ίω. 6,667. 136. Δευτ. 30,19.
230 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΓ' 145-155 231

145 γενήσεται, μη θέλων δε ούδαμως τοiJτο lσται. 145 θα γίνει, άλλα άθέλητα καθόλου δε θα γίνει.
Ούδεις μη θέλων dρετην κατώρθωσεν έν κόσμφ, Την άρετη δποιος δεν ποθεt μήτε την κατορθώνει,
ούδεις μη θέλων σφζεται · πλέον τούτου μη ζήτει, κι άθέλητα δε σώζεται, μην ψάχνεις παραπέρα.
σπούδασαν σωσαι δε σαυτδν και τους dκούοντάς σου, Έσυ να σώσεις κοίταξε κι αυτους όπου σ' άκουνε,
εl dρα ευροις έπι γης Ιiνθρωπσν του dκούειν av τύχει κι εύρεις άνθρωπο στη γη όπου ν' άκούει,
150 tχοντα dJτa και των σων έπακούοντα λόγων! - 150 αύτια νά 'χει και προσοχη στα λόγια σου να δίνει.
Ουτω ποιήσω, Δέσποτα, καθώς προσέταςάς μοι, -'Έτσι θα κάνω,Κύριε, δπως μου έχεις όρ{σει,
dλλα την σην βοήθειαν, dλλα την σήν μοι χάριν άλλα και τη βοήθεια σου και τη δική σου χάρη
τφ άναςfφ δώρησαι δούλφ σου, dJ θεέ μου, χάρισε στόν άνάξιο σου τό δουλο σου, θεέ μου,
rva dει δοξάζω σε και dνυμνω σαν κράτος να σε δοξάζω πάντοτε, να ύμνω τη δύναμή σου
155 dκαταπαύστοις έν φωναις ε(ς α{ωνας αlώνων. 155 με άκατάπαυστες φωνες στους αίωνες των αίώνων.
:4μήν . 'Αμήν.

...

149-150. Μαtθ. ιι,15.


ΜΔ' 44

Τί ιίστι το κατ' eίκόvα καi πώς eίκότως vοeίται ώς Ποιό είναι τό νόημα του κατ' είκόνα καi πώς ό ανθρωπος
τού πρωτοτύπου eίκωv ό άνθρωπος· και ότι ό τους νοείται δικαιολογημένα ώς είκόνα του πρωτοτύπου. Καi
έχθρους ώς eύeργέτας φιλών μιμητής ιiστι τού θeού, οτι όποιος άγαπα τους έχθρούς του ώς εύεργέτες του είναι
Πveύματος δε άγίου ιivτeύθev μέτοχος γeγοvως θέσeι μιμητης του θεου κι άφου άπό αύτό γίνει μέτοχος του
θeος καi χάριτι γίveται, μόvοις ιiκeίvοις γvωριζό­ άγίου Πνεύματος, γίνεται θέσει καi κατα χάρη θεός κι
μevος τοίς ύπο τού άγίου Πveύματος ιίveργου­ άναγvωρίζεται μόνο άπό έκείνους που είναι οργανα του
μέvοις. Πνεύματος.

Δόξα, αlνος, υμvος, χάρις Χάρη, δόξα, κι αίνος κι ύμνος


τφ την κτίσιv έξ ούκ όντων στον πού άπ' τό μηδεν την κτίση
εlς το εlvαι λόγφ μόvφ με τό λόγο μόνο στό είναι
και θελήματι οlκείφ καt τό θέλημά του μόνο
5 άπασαν παραγαγόντι 5 εφερεν άπ' ακρη σ' ακρη,
Θεφ πάντων, έv Τριάδι θεό των όλων πού με τριάδα
ύποστάσεωv, μιf!- τε υποστάσεων και ούσία
προσκυvουμέvφ ούσίq.! μία έμείς τόν προσκυνουμε!
Ε[ς γαρ Θεός, Τριας άγία, 'Ένας θεός, Τριάδα άγία,
1ο ύπερούσιος ούσία, 10 ύπερούσια μία ούσία
μία έν τρισι προσώποις, μία, όπου τριπρόσωπη είναι,
ύποστάσεσι τρισί τε με τtς τρεις της ύποστάσεις
άχωρίστοις καl άτμήτοις, δίχως χώρισμα καt τμήση,
μία φύσις, μία δόξα, μία φύση καt μια δόξα
15 μία δύναμις ύπάρχει, i5 καt μια δύναμη είναι μόνο
θέλ~μά τε εν ώσαύτως. ~ςι ένα θέλημα έπίσης.
Α.υτη μόνη κτίσις πάντων, Μόνη αύτη εκτισε τα πάντα
αυτη έκ πηλοίJ με δλοv κι όλον άπό λάσπη έμένα
πλάσασα, ψυχήvτεδοίJσα μ' επλασε καt δίνοντάς μου
20 έθηκεv έπz της γης με, 20 καt ψυχη στη γη μ' άφήνει·
------
18. 'Ιώβ 10,9.
234 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΔ' 21-52 235

δέδωκε το φως τε βλέπειν μου 'δωσε το φως να βλέπω,


και όραν έν τούτφ πάντα να θωρω σ' αύτη τα πάντα,
τόνδε τον αίσθητον κόσμον, λέω τον αίσθητό αύτό κόσμο,
~λιον, σελήνην λέγω, το φεγγάρι και τον i\λιο,
25 τούς άστέρας ούρανόν τε, 25 λέω τον ούρανό και τ' αστρα,
γην και θάλασσαν και πάντα γfj και θάλασσα και δλα
τα έν μέσφ τούτων όντα. δσα άνάμεσά τους εΙναι.
Δέδωκε, και νουν και λόγον· 'Έδωσε και νου και λόγο,
άλλα πρόσεχε τφ λόγφ ! μα έσυ πρόσεχε στο λόγο.
30 Κατ' είκόνα οδ'ν του Λόγου 30 Είκόνα λοιπόν του Λόγου
δέδοται ήμ'ίν ό λόγος δόθηκε σ' έμας ό λόγος
λογικοι γαρ έκτου Λόγου λογικοi είμαστε άπ' το Λόγο,
του άνάρχου, του άκτίστου, αναρχος κι ακτιστος πού 'ναι
του άλήπτου, του θεοiJ μου. και άσύλληπτος και θεός μου.
35 'Όντως κατ' εiκόνα lστιν 35 Κατ' εiκόνα εΙναι στ' άλήθεια
ή ψυχη παντος άνθρώπου ή ψυχη του κάθε άνθρώπου,
λογικη εiκων του Λόγου. λογικη του Λόγου είκόνα.
- Πως, εiπέ μοι, δίδαξόν με; - Πές μου, πως κι έξήγησέ μου.
- ,,Άκουσον αύτοίJ του Λόγου· -Τον ίδιο ακουσε το Λόγο·
40 Ό θεδς Λόγος έκ θεου, 40 'Απ' το θεό ό θεός ό Λόγος
συναfδιός τε lστι κι εΙναι συναίδιος με
τφ Πατρι και τφ Πνεύματι. τον Πατέρα και τό Πνευμα.
Οι'Jτως οιJν και ή ψυχή μου 'Έτσι λοιπόν κι ή ψυχη
κατ' εiκόνα τούτου lστι, εΙναι κατ' εiκόνα τούτου,
45 νουν γαρ lχουσα και λόγον 45 άφου έχει νου και λόγο,
φέρει ταυτα κατ' ούσίαν στην ούσία του τάχει τούτα,
dτμητα άσύγχυτά τε, κι άτμητα κι άσύγχυτα εΙναι
όμοούσια ώσαύτως, κι όμοούσια εΙναι έπίσης,
Εν τα τρία ήνωμένως, ένωμένα τρία σ' ένα,
50 άλλα και δι17ρημένως. 50 άλλ' ωστόσο χωρισμένα·
Πάντοτε και ifνωνταί γε είναι πάντοτε ένωμένα
και εiσι μεμερισμένα. μα και πάντα χωρισμένα,
------
37. Τό 'κατ' είκόνα' άναφέρεται στήν ψυχή του άνθρώn:ου n:ού εΙναι 'λογι-
30. Γεν. l,26.
κή είκων του Λόγου'.
236 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΔ' 53-83 237

ijνωνται γαρ άσυγχύτως είναι άσύγχυτα ένωμένα


και μερfζονται άτμήτως. καi χωρίζουν δίχως τμήση.
55 'Έν έκ τούτων ε( καθέλnς, 55 'Ένα τους αν διαγράψεις,
συγκαθειλες πάντως πάντα· τα διαγράφεις πάντως όλα·
ψυχη γαρ dνους, dλογος, ψυχη δίχως νου καi λόγο
lσον εσται των άλόγων· τό ιδιο μέ τα αλογα είναι
dνευ δε ψυχης ούκ lστι καi χωρiς ψυχη δεν είναι
60 νουν fj λόγον ύφεστάναι, 60 νους η λόγος να ύπάρξει.
Ουτως οι3'ν έκ της εiκόνος Λοιπόν ετσι άπ' την είκόνα
το πρωτότυπον έννόει ! τό πρωτότυπο σύ έννόησε·
"Άνευ Πνεύματος ούκ lσται δίχως Πνευμα δεν ύπάρχει
ού Πατήρ, ού Λόγος τούτου· ό Πατέρας μήτε ό Λόγος
65 Πνευμα ό Πατηρ δε εστι, 65 Πνευμα είναι ό Πατέρας,
και Υίος ό τούτου, Πνευμα Πνευμα είναι και ό Υtός του
- εf και σάρκα ένεδύθη -, -μόλο που τη σάρκα έντύθη­
και Θεος το ΠνείJμα πάλιν· καi Θεός πάλι τό Πνευμα·
έ'ν γαρ φύσει και ούσίq, γιατi ενα στην ούσία
70 τα άμφότερα τελουσιν, 70 καi τα δυό είναι καi στη φύση
ωσπερ νους, ψυχη και λόγος. όπως νους, ψυχη καi λόγος.
:4λλ' ό μεν Πατηρ τον Λόγον Άλλα άπόρρητα ό Πατέρας
άπεγέννησεν άρρήτως. γέννησε ώς Υtό τό Λόγο.
'Ώσπερ νους έκτης ψυχης μου, 'Όπως άπό την ψυχή μου
75 μαλλον δε έν τfί ψυχfl μου, 75 όνους μέσα στην ψυχή μου,
ουτως έκ Πατρος το ΠνείJμα, ετσι άπ' τόν Πατέρα η κάλλιο
μαλλον δ' έν Πατρι και μένει μες σ' αύτόν τό Πνευμα μένει
και προέρχεται άφράστως. καlπροέρχεταιάνεξήγητα
'Ώσπερ πάλιν δε ό νους μου καi καθώς όνους μου πάλι
80 πάντοτε γενν~ τον λόγον 80 πάντοτε γεννα τό Λόγο,
και προφέρει και έκπέμπει τόν έκφράζει καi τόν στέλνει
και γνωστον ποιει τοις πασιν και γνωστό τόν κάνει σ' όλους
- ού χωρ(ζεται δε τούτου, - δέ χωρίζεται άπό τουτον,
------
61. 'Ιδέα για τό πρωτότυπο μπορουμε να ~χομε από την είκ:όνα του.
70 κ:.έ. 'Από όσα ύπάρχουν στόν άνθρωπο νους, ψυχή, λόγος βοηθεί να γί­
65. 'Ιω. 4,24. νουν κατανοητές οί σχέσεις των τριων προσώπων της άγίας Τριάδας.
238 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΔ' 84-113 239

άλλα και γεννi/, τον λόγον ά'λ,λα και γεννα τό λόγο


85 και έντος αύτον κατέχει-, 85 και τόν έχει ώστόσο έντός του-,
ουτω νόει τον Πατέρα, έτσι έννόησε τόν Πατέρα,
δτι έτεκε τον Λόγον, δτι γέννησε τό Λόγο,
δτι τίκτει άενάως, δτι άένναα τόν γεννάει,
ού χωρίζεται δε δλως ουτε που χωρίζεται δμως
90 του ΥίοίJ Πατηρ ό τούτου, 90 ό Πατέρας άπ' τό Γιό του,
άλλ' έν τφ Υiφ όραται, μα τόν βλέπομε στόν Γιό του
και Υiος έν τούτφ μένει. κι ό Υίός σ' έκεινον μένει.
Ταύτην άκριβff εlκόνα, Αύτή 'ναι ή άκριβης εiκόνα
εi και άμυδρα τυγχάνει, - μόλο που άχνοδιάκριτη εΙναι -,
95 καθυπέδειξεν ό λόγος, 95 που μας έδειξεν ό λόγος,
ijv ούδέποτε θεάσn, και ποτέ δέ θα τη δεις
ούδ' ού μη κατανοήσnς, μήτε και θα την έννοήσεις,
εl μη πρότερον καθάρnς, αν πιό πριν δέν καθαρίσεις
εi μη πρότερον έκπλύνnς, κι αν πιό πρtν άπ' την εiκόνα
1οο της εlκόνος σου τον ρύπον, 100 κάθε ρύπο δέν ξεπλύνεις,
ε( μη κεχωσμένην οδ'σαν αν χωμένη καθώς εΙναι
έν τοις πάθεσιν έξάξnς, άπ' τα πάθη δέν τη βγάλεις
άποσμήξnς τε τελείως, και σκουπίζοντάς την τέλεια
άποδύσnς τε ώσαύτως τα άκάθαρτά της βγάλεις
105 και λευκάνnς ώς χιόνα. 105 και σαν χιόνι τη λευκάνεις.
'Όταν ταίJτα δε ποιήσnς 'Όταν δλα αύτα τα κάνεις
και καλως σαυτον καθάρnς κι δταν καθαρθεις ώραια
και ε(κων τελεiα γένn, και είκόνα γίνεις τέλεια,
το πρωτότυπον ούκ δψn, δέ θα δεις τό πρότυπό της
11 ο ούδ' ού μη κατανοήσnς, 110 κι ουτε θα τό έννοήσεις,
ε( μη άποκαλυφθfί σοι αν δέ σου άποκαλυφθει
δια Πνεύματος άγίου. από τό αγιο τό Πνευμα.
Πάντα γαρ ΠνείJμα διδάσκει Μας διδάσκει δλα τό Πνευμα,

109. Προϋπόθεση νά δεί κανείς τό πρωτότυπο εΙναι ή κάθαρση της ψυχης


91. 'Ιω. 14,9. 92. 'Ιω. 17,21-22. και πάλι δμως αύτό δέ φτάνει, άλλα ή άποκάλυψή του θά γίνει με τή μεσολάβηση
105. Ήσ. 1,18. 111. Α' Κορ. 2,10. 113. 'Ιω. 14,26. του Πνεύματος.
240 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΌΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΔ' 114-144 241

έν φωτl λάμψαν άppητφ, που έλαμψε μ' άρρητο φως


115 νοεpως τα νοητά σαι 115 καi νοερα δσα νοητα εΙναι
άπαντα καθυποδείξει, δλα θα σου δείξει δσο
δσον δύνασαι και βλέπειν, δύνασαι και δσο μπορεί
δσον έφικτον άνθpώπφ, ό άνθρωπος να τα κοιτάξει,
κατα την άναλογίαν στό βαθμό που ή κάθαρση εχει
120 ψυχικfjς καθάpσεώς σου, 120 της ψυχής σου καταλήξει
καl Θεφ όμοιωθησn και με τό θεό θα γίνεις δμοιος
έργων άκpιβει μιμησει, πράττοντας τα ίδια έργα,
σωφροσύνης και άνδpείας, έργα άντρείας και σωφροσύνης,
άλλα και φιλανθρωπίας, άλλα και φιλανθρωπίας,
125 πειpασμων ύπομονfί τε 125 στους πειρασμους καρτερώντας
και τfί προς έχθpους άγάπn. κι άγαπώντας τους έχθρούς σου.
Τουτο γαρ φιλανθρωπία, Τουτο εΙναι ή φιλανθρωπία,
το έχθpους εύεpγετειν σε τους έχθρους να εύεργετείς και
και φιλειν αύτους ώς φίλους, να τους άγαπας σαν φίλους,
130 ώς γνησίους εύεpγέτας, 130 δπως γνήσιος εύεργέτης,
είJχεσθαί τε ύπεp πάντων καινά εύχεσαι για δ~υς
των σαι έπηpεαζόντων, δσοι τό κακό σου θέλουν
ί'σην τε προς πάντας έχειν και για δλους ίση νά 'χεις
άγαθους και πονηρούς τε -άγαθουςκαιπονηρους-
135 ένδιάθετον άγάπην, 135 μέσα στην ψυχή σου άγάπη
ύπεp πάντων δε τιθέναι και για χάρη δ'λmν νά δίνεις
την ψυχην σου καθ' έκάστην, κάθε μέρα την ψυχή σου,
ύπεp σωτηρίας λέγω, για τη σωτηρία τους 'λi.γω,
και του /Jva που σωθfjναι να σωθεί liς εΙναι κι ένας
140 η και πάντας, ε( οiόν τε. 140 είτε liv γίνεται και δλοι.
Ταυτα μιμητην Δεσπότου Μιμητη αύτα του Κυρίου
άπεpγάσονταί σε, τέκνον, θα σε κάνουνε, παιδί μου,
και ε(κόνα άληθfj σε και άληθινην είκόνα
άποδείξουσι του κτίστου, θα σε δείξουνε του πλάστη,
------
125. οι άρετές μέ τiς όποίες θά έπιτύχει κανείς την όμοίωσή του μέ τό
125. Ίακ. 1,12. 126. Ματθ. 5,44. 131. Λουκα 6,28. πρωτότυπο άναφέρονται στους στίχους 121-140 καi τότε θά στείλει ό θεός τό
136. Α' Ίω. 3,16. 141. Έφ. 5,1. Α' Κορ. 11,1. Πνεϋμα. ·
ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΔ' 145-176 243

145 μιμητήν τε κατα πάντα 145 μα και μιμητη της θείας


τελει6τητος της θείας. τελειότητας σε δλα.
Ό δε κτίστης τ6τε -πρ6σχες, Τότε ό κτίστης, πρόσεξέ με,
δπερ μέλλω σοι έκφράσαι!­ σαν τί θέλω να σου έκφράσω,
θειον άποστείλει Πνευμα · τό θειο Πνευμα θ' άποστείλει,
150 ού ψυχήν σοι λέγω αλλην, 150 δε σου λέγω ψυχην αλλη,
οίαν έσχες, άλλα Πνευμα, δποια έδέχτης, μα τό Πνευμα
το έκτου θεου σοι λέγω, πού έρχεται άπ' τό θεό έννοω,
και έμπνεύσει και οίκήσει κι ώς πνοη θα κατοικήσει
και ούσιωδως σκηνώσει κι ώς ούσία θα σκηνώσει,
155 και φωτίσει και λαμπρύνει 155 θα φωτίσει, θα λαμπρύνει
και άναχωνεύσει δλον, κι δλον θα σ' άναχωνεύσει,
τον φθαρτ6ν τε άφθαρτίσει τό φθαρτόν θε ν' άφθαρτίσει
και άνανεώσει αίJθις και θα καινουργιώσει πάλι
τον παλαιοθέντα οlκον, τό σπίτι πού έχει παλιώσει,
160 οlκον της ψυχης σου λέγω. 160 της ψυχης τό σπίτι λέγω.
Ταύτn δε συναφθαρτίσει Μ' αύτην θα συναφθαρτίσει
και το σωμα δλον δλως και τό σωμα δλον ώς πέρα
και θε6ν σε κατα χάριν καί, ώ θαυμα, θα σε κάνει
δμοιον του πρωτοτύπου θεόν έσένα κατα χάρη,
165 άπεργάσεται, ό) θαυμα, 165 όμοιο με τό πρότυπό σου.
ό) μυστήριον το πασιν 'Ώ μυστήριο πού 'ναι σ' δλους
αγνωστον τοις έμπαθέσιν, αγνωστο δσους δέρνουν πάθη,
αγνωστον τοις φιλοκ6σμοις, σ' δσους φίλοι εΙναι του κόσμου,
αγνωστον τοις φιλοδ6ςοις, σ' δσους κυνηγουν τη δόξα,
110 αγνωστον ύπερηφάνοις, 170 σ' δσους άπό ι'fπαρση φουσκώνουν,
αγνωστον όντως 6ργίλοις, αγνωστο σ' δσους θυμώνουν,
αγνωστον και μνησικάκοις, πού οί μνησίκακοι δεν ξέρουν,
αγνωστον τοις φιλοσάρκοις, αγνωστο στους φιλοσάρκους
αγνωστον τοις φιλαργύροις, σ' δσους ή φιλαργυρία
175 αγνωστον τοις φθονεροις τε, 175 δένει και στους φθονερούς,
αγνωστον πασι λοιδ6ροις, άγνωστο σ' δσους προσβάλλουν,
------
145. Ματθ. 5,84. 166-191. νΕχομε πάλι παρόμοια σύνταξη μέ την έπανάληψη του έπιθέτου
153-168. νΕχομε κ:ατά παράθεση σύνταξη μέ τό συμπλεκ:τικ:ό 'κ:αί'. 'άγνωστον' πού συνεχίζεται ή χρήση του άραιότερη &ς τό στίχο 204 .

.
244 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΔ' 177-210 245

dγνωστον ύποκριτα'ίς γε, άγνωστο σ' υποκριτές,


dγνωστον και γαστριμάργοις, άγνωστο στους λαίμαργους
dγνωστον τοις λαθροφάγοις μα και σ' δσους κρυφοτρωνε
180 και μεθύσοις τε και πόρνοις, 180 και στους μέθυσους και πόρνους,
dγνωστον τοις άργολόγοις, άγνωστο σ' δσους φλυαρουνε
dγνωστον το'ίς αiσχρολόγοις, και σ' αύτους που αίσχρολογουνε,
dγνωστον και το'ίς ρq,θύμοις, άγνωστο είναι και στους ράθυμους
dγνωστον το'ίς άμελοΓJσι μα και σ' δσους άμελουνε
185 της καθ' ώραν μετανοίας, 185 τη μετάνοια κάθε ώρα,
dγνωστον τοις μη πενθοΓJσιν και σ' αύτους που δέν πενθουνε
άενάως καθ' έκάστην, άδια"!(όπως κάθε μέρα·
dγνωστον άνυποτάκτοις, άγνωστο στους άνυπάκοους
dγνωστον το'ίς άντιλόγοις, και σ' αύτους που άντιλογουνε
190 dγνωστον fδιορρύθμοις, 190 και δσοι ίδιόρρυθμοι είναι·
dγνωστον τοις οiομένοις άγνωστο σ' δσους νομ{ζουν
εlναί τι, μηδεν δε οίJσιν, κάτι δτι είναι ένω δέν είναι
dγνωστον τοις καυχωμένοις, τίποτε· σ' δσους καυχιουνται
άλλα μη και τερπομένοις μα και σ' δσους καμαρώνουν
195 έπι σώματος μεγέθει 195 για το σώμα το ψηλό τους
η δυνάμει είτε κάλλει ή τη δύναμη ή το κάλλος
η χαρίσματι έτέρφ η για χάρισμά τους άλλο
οiφδήποτέ, σοι λέγω, δποιο νά 'ναι, άκουσέ με·
dγνωστον τοις μη καρδίαν άγνωστο σ' δσους δεν έχουν
200 καθαραν προσκτησαμένοις, 200 όλοκάθαρη καρδιά.
αγνωστον τοις μη αiτοΓJσιν "Άγνωστο σ' δσους μέ θέρμη
έν θερμότητι καρδίας της καρδιας τους δέν ζητανε
τοΓJ λαβε'ίν το θειον ΠνεΓJμα, το άγιο Πνευμα για να λάβουν
dγνωστον το'ίς άπιστοΓJσιν και σ' αύτους που δέν πιστεύουν
205 δτι δίδοται και ό.ρτι 205 δτι δίνεται και τώρα
τοις ζητοΓJσι ΠνεΓJμα θείΌν. σ' δποιους θέλουν τ' άγιο Πνευμα.
'Απιστία γαρ άπείργει 'Εμποδίζει τ' άγιο Πνευμα
και διώκει ΠνεΓJμα θειον· και το διώχνει ή άπιστία.
άπιστών τις ούκ αiτεί'ται, Δέν ζητα δποιος δεν πιστεύει
21 ο μη αfτών ούδε λαμβάνει, 210 κι άφου δέν ζητα ουτε παίρνει
------
191-192. Γαλ. 6,3. 210. Ματθ. 7,8.
246 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΌΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΔ' 211-243 247

μη λαβων νεκρος ύπάρχει. κι ίiν δεν πάρει είναι νεκρός.


Τον νεκρον δε τίς μη κλαύσει, Καί ποιός τό νεκρό δεν κλαίει που av
ότι ζην δοκε'ίνεκρος ων; καί νεκρός θαρρει πως ζει;
Οί νεκροι νεκρους ούδέπω Τους νεκρους ποτέ οί νεκροί
215 ουτ' ίδε'ίν ουτε θρηνfίσαι 215 ουτε νά τους δουν μπορουνε
όλως δύνανται· oi ζωντες ουτε νά τους κλάψουν· μά δσοι
τούτους βλέποντες πενθοίJσι. ζουν πενθουνε βλέποντάς τους.
Θαυμα γαρ 6ρωσι ξένον, θαυμα μέγα δ,τι θωρουνε
ζωντας τους νενεκρωμένους, δσοι είναι νεκροί νά ζουνε,
220 άλλα και περιπατουντας, 220 άλλα καινά περπατουνε,
τους τυφλους βλέπειν δοκοίJντας νά λεν οί τυφλοί δτι βλέπουν
κι οί κουφοί, κουφοί στ' άλήθεια,
και κωφους δε όντως όντας
νά θαρρουνε πώς άκουνε.
και άκούειν οfομένους
Γιατί ζουνε και κοιτάζουν
ζωσι γαρ και καθορωσι
225 και άκουνε σάν τα κτήνη
225 και άκούουσιν ώς κτήνη,
καί νοουνε σαν άνόητοι
ώς άν6ητοι νοοίJσιν
κι αισθηση με δίχως νιώθουν
έν αίσθήσει άναισθήτφ,
κι ώς νεκροί τη ζωή τους ζώντας.
έν ζωfi νενεκρωμένn.
Μπορεις ζώντας να μη ζεις,
'Έστι γαρ ζην μη ζωντα,
230 κι ένω βλέπεις νά μη βλέπεις,
230 έστι βλέποντα μη βλέπειν
κι ένω άκους να μην άκους.
μηδ' άκούοντα άκο.ύειν­
- Πές μου πως; - Σ' τό λέω άμέσως
Πως, εfπέ μοι; -Λέςω τάχος
'Όσοι ζουνε κατά σάρκα,
'Όσοι ζωσι κατα σάρκα,
δσοι βλέπόυν τά έδω κάτω
όσοι βλέπουσι τα τfiδε
235 καί άφουγκράζονται μ' αύτια
235 και ώσι σαρκίνοις μ6νοις
σάρκινα τά θεια τα λόγια,
θείων λ6γων άκροωνται,
τουτοι είναι κατα τό Πνευμα
οί5τοι κατα πνείJμα πάντες
κουφοί, τυφλοί καί νεκροί δλοι.
κωφοί, τυφλοι και νεκροί γε.
Γέννηση άπ' τό θεό δεν εiχαν,
Ούδε γαρ έκ ΘεοίJ γεγέννηνται
240 ωστε νά 'ναι ζωντανοί,
240 όλως, ί'να και ζωσί γε, ουτε κι ελαβαν τό Πνευμα·
άλλ' ούδ' έλαβον το ΠνείJμα δεν καθάρισαν τα μάτια
ούδ' άνέβλεψαν τας κ6ρας, κι ουτε είδαν τό φως τό θειο·
ού κατεiοον φως το θεϊΌν· ------
213. Άποκ. 3,1. 230.-231. Ματθ. 13,13. 233. Ρωμ. 8,12 έ. 212. 'Ο άπιστος κατά ένα σύνθετο συλλογισμό είναι νεκρός.
248 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΔ' 244-276 249

τούτου δε μη γενομένου κι αν τό θειο τό φως δεν είδαν


245 εμειναν κωφοι εfς dπαν. 245 έμειναν κουφοi. για δλα.
Οί τοιουτοι δέ, εfπέ μοι, Κι οί κουφοi. δλοι τοϋτοι, πές μου,
πως Χριστιανοι κληθωσιν; Χριστιανοi. πως θα λεχτοϋνε;
'Άκουε του θείου Παύλου "Ακουσε τό θειο τόν Παϋλο
ταυtά σοι σαφως δηλουντος, καθαρα να σοϋ δηλώνει
250 μfiλλον δε Χριστου λαλουντος 250 iΊ ό Χριστός να σοϋ μιλάει·
"Άνθρωπος έκ γης 6 πρωτος Ό άνθρωπος έπλάστη ό πρωτος
χοϊκος έκτfσθη πάντως, άπό γη χοϊκός - τό ξέρεις -
dνθρωπος 6 δεύτερος δε κι άπ' τόν ουρανό κατέβη
έκ των ούρανων κατηλθε. ό άνθρωπος ό δεύτερος.
255 Πρ6σεχε τοις λεγομένοις 255 Πρόσεχε σ' δ,τι σοϋ λέγω.
οΤος οδν 6 πρωτος πέλει 'Όπως λοιπόν είναι ό πρωτος
χοϊκος και οί έκ τούτου χοϊκός, κι δσοι άπό τοϋτον

πάντες χοίίωι γεννωνται · χοϊκοi. γεννιοϋνται δλοι·

οΤος δε Χριστος ύπάρχει Κι δπως ~:;{ναι ό Χριστός


260 έπουράνιος Δεσπότης, 260 έπουράνιος δεσπότης,
έπουράνιοι και πάντες
έπουράνιοι είναι κι δλοι
όσοι πίστεψαν σ' έκεινον,
οί αύτφ πεπιστευκότες,
άπό άνω γεννημένοι,
dνωθεν δε γεννηθέντες,
και τό ιδιο βαφτισμένοι
βαπτισθέντες δε ώσαύτως
265 με τό Πνεϋμα τό Πανάγιο.
265 Πνεύματι τω παναγίφ ·
Σαν τό Πνεϋμα που τους γέννησε
οΤον /Jστι το γεννijσαν
θεοι στ' άλήθεια κι άπ' αύτό
Θεος δντως, έξ αύτου τε
είναι θεοi. δσοι γεννιοϋνται
οί γεννώμενοι τοιουτοι
άπ' τό Θεό υίοθετημένοι
έκ Θεου θεοι θετοί γε
270 και παιδια του Ύ ψίστου δλοι,
270 και υίοι 'Υψίστου πάντες,
όπως λέει τό θειο τό στόμα.
ώς φησι το θειον στ6μα.
Τοϋ Θεοϋ άκουσες τα λόγια,
'Ήκουσας Θεου τους λ6γους,
άκουσες πως άπ' τους άλλους
ήκουσας πως έκ των dλλων
τους πιστους τους διαχωρίζει,
τους πιστοbς άναχωρίζει,
275 γνώρισμα πώς και σημάδι
275 πως σημεΊΌν γνώρισμά τε
στους δικούς του δούλους δίνει,
δέδωκε τοις αύτου δούλοις, ------
270. Ψαλμ. 81,6.
250 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΔ' 277-308 251

ίνα μη πλανωνται λόγοις άπό λόγια διδασκάλων


άλλοτρfων διδασκάλων; άσχετων να μη πλανιουνται;
Έκ της γης, φησfν, 6 πρωτος, Άπ' τη γη, μας λέει, ό πρωτος,
280 δτι χοϊκος έκτfσθη, 280 άφου χοϊκός έπλάστη,
6 δεύτερος ανθρωπος δέ, κι ό άνθρωπος ό δεύτερος
των άπάντων 6 Δεσπ6της, ό κυρίαρχος των δλων
έκ των ούρανων κατηλθε. άπ' τους ούρανους κατέβη,
Θάνατον πασιν 6 πρωτος θάνατον ό πρωτος σ' δλους
285 προεςένησεν άνθρώποις 285 τους άνθρώπους έχει φέρει
και φθοραν τfi παραβάσει · και φθορα ή παρακοή τους.
6 δε δέύτερος τφ κ6σμφ Άλλα ό δεύτερος στόν κόσμο
έδωρήσατο και νυν δε δώρισε και τώρ' άκόμα
απασι πιστοις παρέχει σ' δλους τους πιστους χαρίζει
290 φως, ζωην και άφθαρσίαν. 290 φως και ζωη και άφθαρσία.
'Ήκουσας, απερ σαι λέγει "Άκουσες δσα σου λέγει
6 των ούρανίων μύστης; ό μυημένος στά ούράνια;
·Ήκουσας Χριστου λαλουντος Με τό στόμα του να λέγει
δι 'αύτου και τους άνθρώπους τό Χριστό έχεις άκούσει,
295 έκδιδάσκοντος 6ποιοι 295 να διδάσκει τους άνθρώπους
οί αύτφ πεπιστευκ6τες που σ' αύτόν έχουν πιστέψει
και την πίστιν έκ των έργων και την πίστη τους με έργα
ένδεικνύμενοι τελουσι; δείχνουν; Σου μιλω για τούτους.
Μη οι3'ν άμφίβαλλε λοιπ6ν· Κι αν Χριστιανός στ' άλήθεια
100 εt Χριστιανος ύπάρχεις, 300 είσαι, να μην άμφιβάλλεις,
οlος 6 Χριστος ύπάρχει δπως ό Χριστός μας είναι
έπουράνιος, τοιουτος έπουράνιος και συ έτσι,
και αύτος 6φείλεις εlναι · τέτοιος χρεωστεϊς να γίνεις.
μη ύπάρχων δε τοιουτος, Κι αν δεν είσαι έπουράνιος
305 πως Χριστιανος κληθήσn; 305 Χριστιανό πως θα σε πουνε;
Εί γαρ οlος 6 Δεσπ6της Γιατί, αν δπως ό Κύριος
έπουράνιος ύπάρχει, έπουράνιος είναι άλήθεια
και τοιούτους εlναι λέγει και αν τέτοιοι λέει πώς είναι
------
279. Βλ. Α' Κορ. 15,47 έ. 285. Ρωμ. 5,17. 290. Β' Τιμ. 1,10.
297. Ίακ. 2,18. 308. Α' Κορ. 15,48. 300. 'Ο Χριστιανός όφείλει νά είναι έπουράνιος όπως ό Χριστός.
252 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΔ' 309-340 253

τους αύτφ πεπιστευκ6τας σ' αύτόν δσοι έχουν πιστέψει


310 πάντως γε έπουρανfους, 310 έπουράνιοι στ' άλήθεια,
δσοι κοσμικα φρονοί5σι, όσοι κοσμικα φρονουνε,
δσοι κατα σάρκα ζωσιν, όσοι κατα σάρκα ζουνε
ουκ ε(σι του έκ των ανω δεν εΤναι του θεου Λόγου
κατελθ6ντος ΘεοίJ Λ6γου, που άπ' τόν ούρανό κατέβη,
315 άλλα του έκ γfjς πλασθέντος 315 μα του χοϊκου άνθρώπου,
χοί'ιωί5 άνθρώπου πάντως. που άπ' την γην εΙναι πλασμένοι.
Οf5τω φρ6νει, οf5τως έχε, Τέτοιο φρόνημα έσυ νά 'χεις,
οf5τω πfστευε, και ζητει έτσιπίστευε,έτσιζήτα
rvα γένησαι τοιοίJτος κι έσυ τέτοιος για να γίνεις,
320 έπουpάνιος, ώς εlπεν 320 έπουράνιος καθώς εΙπε
6 ές ούρανων φοιτησας όποιος ~ρθε άπό τα ούράνια
και διδους ζωην τφ κ6σμφ! κι έδωσε ζωη στόν κόσμο.
Οδτος έστι και 6 αρτος, Τουτος εΙναι και ό "Αρτος
6 έκειθεν καταβαίνων, που άπ' τα ούράνια κατεβαίνει,
325 δν οί τpώγοντες ούδ' δλως 325 που ποτες όσοι τόν τρωνε
θάνατ6ν ποτε 6pωσιν· θάνατο δε θα γευτουνε.
έπουpάνιοι γαρ όντες Γιατί, άφου εΙναι έπουράνιοι,
εiς άει Ιfσονται πάντως θα ζουν στόν αίώνα πάντως,
την φθοραν άποδυθέντες, ξεντυμένοι άπ' τη φθορα
33Οάφθαρσίαν δ' ένδυθέντες, 330 και την άφθαρσ{α ντυμένοι,
θάνατον άποβαλ6ντες άποθέτοντας τό θάνατο
και ζωfί προσκολληθέντες. και με τη ζωη δεμένοι.
'Αθάνατοι γάρ, αφθαρτοι "Άφθαρτοι κι άθάνατοι
γίνονται και δια τουτο γίνονται κι εΙναι γι' αύτό
335 έπουpάνιοι καλούνται. 335 'έπουράνιοι' τ6νομά τους.
Τίς γαρ άπδ του αiωνος Ποιός άπ' τα παλια τα χρόνια
έχρημάτισε τοιοίJτος, έχρημάτισε έπουράνιος,
των Άδαμ υίων σοι λέγω, για του Άδαμ τους γιους σου λέγω,
πριν ές ούρανοί5 κατέλθr, πριν κατέβη άπό τα ούράνια ·
340 6 Δεσπ6της των άπάντων 340 ό κυρίαρχος των όλων, ·
------ ------
312. Ρωμ. 8,12. 313. Ίω. 3,13. 322. Ίω. 6,33. 323-326. 'Ιω. 6,50. 330. Α' Κορ. 15,53 έ. 340-341. Φιλ. 2,10.
254 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΌΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΔ' 341-372 255

ούρανίων, έπιγείων; ούρανίων κι έπιγείων;


Οί5τος /Jλαβε την σάρκα Τουτος έλαβε τη σάρκα
την ήμων και ΠνείJμα Θειον τη δική μας κι αγιο Πνευμα
δέδωκε, καθώς πολλάκις και μας έδωσε δπως τόσες
345 εl'πομεν, και τοίJτο πάντα 345 φορες εΙπα και μας δίνει
ώς Θεος ήμιν παρέχει. σαν θεός αύτό τά πάντα.
Ποια πάντα; - ''Α πολλάκις ύμιν εlπον, Ποιά τά πάντα; 'Όσα εiπα
άλλα και τα νυν έςείπω. συχνά και θά πω και τώρα.
Γίνεται ώς κολυμβήθρα Πρωτα κολυμβήθρα θεία
350 θεία φωτοειδεστάτη, 35Ογίνεται που φως άστράφτει
πάντας συμπεριλαμβάνει κι άγκαλιάζει δλους δσοι
τους άςίους, ofJς έφεύρn άξιοι εΙναι και θά τους εϋρει
ένδοθεν, -και πως έςείπω, πως έκφράσω μέσα-πως νά έκφράσω έπάξια
τα γιν6μενα άςίως; κι δσα γίνονται νά πω;
355 δ6ς μοι λ6γον, 6 ψυχήν μοι 355 Δωσ' μου λόγια, ό θεός μου,
χαρισάμενος Θε6ς μου-. που ψυχη μου 'χεις χαρίσει-.
Θεος δν το Θειον ΠνείJμα, 'Όντας θεός τό θειο Πνευμα
ofJς αν και λάβοι έντος αύτοίJ, δποιους κι αν έντός του πάρει
άναπλάττει τούτους δλως, έξαρχης τους ξαναπλάθει,
360 έςανακαινίζει τούτους, 360 τους άνακαινίζει δλους,
καινουργει τε παραδ6ςως. νέους παράδοξα τους κάνει.
Πως και τίνα γε τον τρ6πον Άλλα πως και με ποιό τρόπο
ού μεταλαμβάνει δλως δε μεταλαβαίνει ·έκεινο
του έκείνων αύτο ρύπου; άπό τό ρύπο τους καθόλου;
365 Ώς ούδε το πυρ μετέχει 365 'Όπως κι ή φωτιά δεν παίρνει
της σιδήρου μελανίας, του σιδήρου τη σκουριά,
μεταδίδωσι δ' έκείνφ μεταδίδει δμως σ' έκεινο
πάντα τα αύτφ προσ6ντα, δλα τά ίδιώματά της,
οf5τω και το Θειον ΠνείJμα έτσι και τό θειο τό Πνευμα
37Οαφθαρτον δν άφθαρσίαν 370 άφθαρτο εΙναι κι άφθαρσία.
καιάθάνατονύπάρχον και άθάνατο εΙναι πάλι
δίδωσιν άθανασίαν, και άθανασία δίνει .
....
362. 'Ο Χριστός άναλαμβάνοντας τούς άμαρτωλούς δέν μεταλαμβάνεί τό ρύπο τους, δπως και ή φωτιά δέν επηρεάζεται άπό τή σκουριά του σιδήρου.
Γ
1

256 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΔ' 373-404 257

φως τε αδυτον τυγχάνον Κ~ι ώς άνέσπερο φως εiναι


φως dποτελει τους πάντας σε φως όλους μεταβάλλει
375 έν οίσπερ κατασκηνώσει, 375 σ' όποιους μες σ' αύτό σκηνώσει,
και ζωη τυγχάνον πασι και ζωη άφου εiναι των όλων
την ζωην αύτοις παρέχει. τη ζωη σ' αύτους παρέχει.
Ώς ΧριστοίJ όμοφυές τε, Μια ώς με τό Χριστό εχει φύση
6μοούσιον ώσαύτως κι εiναι έπίσης όμοούσιο
380 και 6μ6δοξον ύπάρχον 380 και κοινη τη δόξαν εχει
και συνηνωμένον πέλον, και μαζι οί δυό ενα κάνουν
τούτους του Χριστου 6μο{ους όλους τούτους όμοιους κάνει
dπεργάζεται είς άπαν. όλότελα με τό Χριστό.
Ού φθονεί' γαρ 6 Δεσπ6της Ό Δεσπότης δε ζηλεύει
385 ίσους έαυτφ όφθηναι 385 να φανουν ίσοι μ' έκεινον
τους βροτους χάριτι θείq., όλοι με τη θεία χάρη,
ούδ' dπαξιοίγενέσθαι οi\τε να γινουν άρνιέται
6μοίους αύτφ τους δούλους, όμοιοι οί δουλοι του μ' έκεινον,
άλλα τέρπεται και χαίρει μα χαρά. μεγάλη του εiναι
390 καθορων ήμας τοιούτους 390 να μας βλέπει άπό άνθρώπους
έξ dνθρώπων γεγον6τας όμοιους του νά 'χομε γίνει
κατα χάριν, ώς Έκεινος κατά. χάρη, όπως έκεινος
πέφυκε και lστι φύσει. ~ταν κι άπ' τη φύση του εiναι.
Εύεργέτης γαρ ύπάρχων Εύεργέτης μας ώς εiναι
395 βούλεται ήμας τοιούτους 395 θέλει τέτοιοι κι έμεις όλοι
είναι, οlος και Έκεινος. νά 'μαστε καθώς έκεινος.
Ei γαρ μη τοιοίJτοι ihμεν Κι αν δεν είμαστε όλοι τέτοιοι
δμοιοι έν άκριβε{q., όμοιοί του με κάθε άκρίβεια,
πως έσ6μεθα έκείνφ πως μ' έκεινον θα βρεθουμε
400 ηνωμένοι, καθως εlπε, 400 ένωμένοι, όπως εiπε,
πως δε έν αύτφ μενοίJμεν, πως θα μείνομε σ' αύτόν
μη ύπάρχοντες τοιουτοι, τέτοιοι αν δεν είμαστε,
πως δ' αύτος έν ήμιν μεiνn πως κι αύτός σ' έμας θα μείνει
οίSσι τούτου dνομοίοις; αν δε μοιάζομε καθόλου;
------
384. 'Ο Κύριος άντίθετα με τούς άνθρώπους δεν φθονεί νά φανουν οι θνητοi
401. Βλ. Ίω. 15,4. 404-405. Πράξ. 19,2. Α' Κορ. 2,12. ίσοι μ' 'Εκείνον.
258 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΔ' 405-433 259

405 ΤοίJτο οδ'ν σαφως tfδότες 405 Μάθετε αύτό και τρέξτε
σπεύσατε λαβε'ίν το ΠνείJμα για να λάβετε τό Πνευμα,
το έκτου ΘεοίJ και θε'ίον, που είναι άπ' τό θεό και θειο,
rva γένησθε τοιοίJτοι, κι έσεις για να γίνετε ετσι,
οi'ους εδειςεν ό λόγος, όπως εχει δείξει ό λόγος,
4ΙΟέπουράνιοι και θε'ίοι, 410 έπουράνιοι και θειοι,
δσους εlπεν ό Δεσπότης, όσους εiπεν ό Δεσπότης,
rva και της βασιλεfας ώστε και της βασιλείας
γένησθε της ούραν{ου της ούράνιας να γινειτε
κληρονόμοι ε{ς αfωνας. κληρονόμοι στους αίωνες.
415 Ef δε μη τοιοίJτοι ~τε 415 Μα όμοιοι του σα δε γενειτε
η γενήσεσθε ένταίJθα ~ δε γίνετε έδω κάτω
έπουράνιοι, ώς εlπον, έπουράνιοι, όπως είπα,
πως τους ούρανους οίκησαι πώς θαρρειτε πώς μαζί του
δλως οί'εσθαι συν τούτφ; θα σκ:ηνώσετε στα ούράνια;
420Πως δε και εfς βασιλείαν 420 Και στη βασιλεία του πώς,
μετα των έπουρανίων με τους ούρανίους μαζt θα μπειτε,
εfσελθε'ίν και βασιλείJσαι για να βασιλέψτε άντάμα
και συνέσεσθαι τφ πάντων με τό βασιλια και Κύριο
βασιλε'ί τε και Δεσπότn; όλων και μαζί του νά 'στε;
425 Δράμετε σπουδfi οδ'ν πάντες, 425 VΟλοι τρέξετε λοιπόν
rva καταςιωθωμεν . με σπουδη για ν' άξιωθουμε
ένδοθεν της βασιλείας στην ούράνια βασιλεία
της των ούρανων γενέσθαι όλοι μέσα να βρεθουμε,
και Χριστφ συμβασιλείJσαι, με τόν Κύριο των όλων,
430 τφ Δεσπότn των άπάντων, 430 τό Χριστό, συμβασιλιάδες.
φ και πρέπει πασα δόςα Σ' αύτόν πρέπει κάθε δόξα
συνΠατρικαιΠνεύματίτε με τόν Πατέρα και τό Πνευμα
είς αfωνας των αfώνων. στους αίωνες των αίώνων.
'Αμήν. 'Αμήν.

412-413. Ίακ. 2,5. 429. Β' Τιμ. 2,12.


ΜΕ' 45

Πcρi θcολογίαr; άκριβcτάτηr; καi ότι ό μη όρών Περi της άκριβέστατης θεολογίας, καi δτι όποιος δε βλέ­
το φώr; τήr; τού θcού δόξης χοίρων τυγχάνcι πει τό φώς της δόξας του θεου εΤναι σε χειρότερη κατά­
τυφλών. σταση άπό τους τυφλούς.

Ω φιλοικτίpμον Θεέ μου, ποιητά μου,


7
θεέ μου, φιλεύσπλαχνε και δημιουργέ μου,
λάμψον πλει6ν μοι το άπpόσιτον φως σου, τ' απρόσιτό σου πιό πολυ στείλε μου φως σου,
ί'να μου χαpας έμπλήσnς την καpδίαν Ι να μου γεμίσεις την καρδια με τη χαρά σου.
Ναί, μη όpγισθfίς, ναί, μη έγκαταλίπnς, Ναί, μη μου όργιστείς, ναί, μη μ' αφήσεις,
5 άλλα αι'Jγασον ψυχήν μου τφ φωτίσου· 5 καταύγασε, ναί, την ψυχή μου με τό φως σου,
το γαρ φως σου σι5, 6 Θε6ς μου, τυγχάνεις. γιατι τό φως σο~ ό ίδιος είσαι έσυ ό θεός μου.
Ei γαρ κέκλησαι πολλοις και διαφ6pοις Κι αν σε καλουμε με πολλα και διάφορα
τοις όν6μασιν, άλλ' έ'ν αύτος ύπάpχεις στόματα, μα έσυ ένα πάντοτε είσαι
τουτο δε το έ'ν αγνωστον πάσn φι5σει και τό ένα αύτό άγνωστο σε κάθε φύση
10 και άόpατον και αφpαστον τυγχάνει, 10 κι αόρατο είναι κι άφραστον όλότελα,
δ παpαδεικνι5μενον πάντα καλειται. που δπου κι αν φαίνεται άλλο όνομα παίρνει.
Τουτο οδ'ν το έ'ν τpισυπ6στατος φι5σις, Τό ένα τουτο τρισυπόστατη είναι φύση,
μία θε6της, μία τε βασιλεία, μια θεότητα και μία βασιλεία,
μία δι5ναμις- έ'ν ή Τpιας γαρ πέλει, μα και μια δύναμη, ένα ή Τριάδα είναι.
15 Τpιας μία γαρ ό Θε6ς μου, ού τρία, 15 Γιατi είναι μια Τριάδα ό θεός μου όχι τρία,
τρία δμως δε το έ'ν καθ' ύποστάσεις, τρία τό ένα δμως σε ύποστάσεις
όμοφυεις άλλήλαις οι'Jσας τfί φι5σει, κι έχουν την ίδια φύση ή μία με την άλλη,
όμοδυνάμους δλως, όμοουσίως, όμοδύναμες τέλεια και όμοούσιες
άσυγχι5τως μεν ύπεp νουν ήνωμένας, και δίχως σύγχυση είναι πάνω από νου ένωμένες,

2. Α' Τιμ. 6,16.


8-8. Χαίρεται νά σημειώνει τiς αντιθέσεις ό Συμεών, δπως έδώ ό θεός
~χει πολλά όνόματα ένω είναι ένας. 'Πολυώνυμος' ώς πρός τίς ένέργειες, 'ένας' 14. 'Επιμονή στό δόγμα της άγίας Τριάδας Όύ τφ ένί τά τρία, έν τοίς τρισi
ως πρός τή θεότητα. τό εν'.
262 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΕ' 20-50 263

20 άδιαιpέτως δ' αί5θις διαιpουμένας, 20 άδιαίρετες και πάλι νά, διαιρουνται,


ε(ς έ'ν τα τρ(α και το εν γε είς τρία. ένα τα τρία, μα και τό ένα τρία.
Εiς γάρ έστιν ό ποιήσας τα πάντα 'Ένας εΙναι που εκτισε τα πάντα
Ιησους Χριστός συν Πατρι τφ άνάρχφ, ό Ίησους Χριστός με τόν χωρίς άρχη Πατέρα
συνανάρχφ τε Πνεύματι τφ άγίφ. μαζί με τό συνάναρχο τό άγιο Πνευμα.
25 'Έν οί5ν ή Τριας dμερίστως ε(ς άπαν, 25 'Ένα λοιπόν εΙναι ή Τριάδα άμέριστο τέλεια
έν τφ ένι τα τρία δέ, έν τοις τρισι το έ\ι δέ, κι εΙναι τα τρία στό ένα και στα τρία τό ένα,
μi'iλλον δε έ'ν τα τρία μοι και το §v τρία πάλιν. η πιό καλα ένα τα τρία και τό ένα τρία πάλι·
νόει, προσκύνει, πίστευε νυν και ε(ς τους α(ωνας! ετσι σκέψου και λάτρευε και πίστευε στους αίωνες.
Το έ'ν γαρ τουτο φαντασθέν, λάμψαν και καταυγάσαν, Και τό ένα αυτό που φάνταζε κι ελαμψε ως πέρα
30 μεταληφθέν, μεταδοθεν παν άγαθδν ύπάρχει · 30 έλήφθη, μεταδόθηκε και τ' άγαθα εΙναι δλα,
δια ούχ εν, άλλα πολλα και παρ' ήμιν καλειται. Γι' αύτό όχι ένα, άλλα πολλα κι έμεις δλοι τό λέμε·
φως και είρήνη και χαρά, ζωή, τροφη και πόσις, και φως κι είρήνη καt χαρά, ζωή, τροφη καt πιόμα
ενδυμα, περιβόλαιον, σκηνη και θειος οlκος, και φόρεμα και ίμάτιο, σκηνη και σπίτι θειο,
άνατολή, άνάστασις, άνάπαυσις, λουτρόν τε, άνατολή,άνάσταση,άνάπαυση,λουτρό,
35 πυρ, ύδωρ, ποταμός, πηγη ζωης και ρειθρον, 35 φωτιά, νερό καt ποταμός, πηγη ζωης και ρέμα,
άρτος και οlνος, ή καινη των πιστων καρυκεία, ψωμί, κρασί πού 'ν' των πιστων οί λιχουδιές οί νέες,
ή πανδαισία, ή τρυφη ηv μυστικως τρυφωμεν, ή πανδαισία κι ή τρυφη που μυστι!tα τρυφουμε,
ήλιος όντως άδυτος, άστρον άειλαμπές τε, i)λιος στ' άλήθεια άνέσπερος, άστρο που λάμπει πάντα,
λαμπας έντδς έκλάμπουσα της ψυχικης οίκίας. λαμπάδα μέσα dτης ψυχης τό σπίτι δπου ξεφέγγει.
40 Τουτο το έ'ν πολλά έστι καθαιpουν τε και κτίζον, 40 Τό ένα τουτο εΙναι rcολλά, γκρεμίζει μα καt χτίζει,
"tουτο το §ν τα σύμπαντα παρήγαγε τφ λόγφ τό ένα αύτό δημιούργησε τα πάντα με τό Λόγο
και πνεύματι δυνάμεως συνέχει ταυτα πάντα. κι αύτα δλα με δύναμης πνευμα τα συγκρατει.
Τουτο το έ'ν τον ούραν.σν και την γην έκ μη όντων Τόν ούρανό τό ένα αύτό και τη γη άπ' τό μη εΙναι
παρήγαγεν, ούσίωσε, συνέστησεν άρρήτως, εκτισε κι εδωσε άρρητη σύσταση και ούσία,
45 τουτο το §v τον ήλιον, σελήνην και τα άστρα 45 τό ένα αύτό τόν i)λιο, τ' άστρα καt τό φεγγάρι
θελήματι πεποίηκε, θαυμα καινδν και ξένον. θαυμα πρωτοφανέρωτο κτίζει με θέλησή του.
Τουτο το έ'ν τετράποδα, έρπετα και θηρία Τό ένα αύτό τετράποδα, έρπετα και θηρία
και πετεινα παντοδαπα και ένάλια πάντα και φτερωτα κάθε λογης και δλα τα πελαγίσια
τfl προστάξει παρήγαγε, καθώς όρωνται πάντα. με πρόσταγμα δημιούργησε, δπως τα βλέπομε δλα.
50 'Έσχατον δε έποίησεν έμε ώς βασιλέα 50 Και τελευταιον επλασε σα βασιλιαν έμένα

42. Ψαλμ. 32,6.


26. οι είκοσι πέντε πρώτοι στίχοι είναι δωδεκασύλλαβοι άπό τον είκοστό
~
r.κτο &ς τό τελος εινα δεκαπεντασύλλαβοι. 30 κ.έ. 'Αναφέρονται τά ονόματα γιά τά όποία ό θεός εiναι πολυώνυμος.
J( '

,.
264 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΕ' 51-80 265

και πάντα ταυτα δέδωκεν έμοι προς θεραπείαν και δλα αύτα μου τά 'δωσε για να με ύπηρετουνε,
ώς δουλα και την wείαν μοι δουλικως έκπληρουντα. δουλοι μου τις άνάγκες μου πιστά. να εκπληρώνουν.
Πάντα οίSν τούτου του ένος Θεου των δλων, λέγω, 'Όλα λοιπόν αύτου του ένός θεου των δλων, λέγω,
το πρόσταγμα έφύλαξε και είσέτι φυλάττει, τό πρόσταγμά του φύλαξαν κι άκόμα τό φυλάγουν,
55 κdγω μόνος, ό dθλιος, dχάριστος έδείχθην, 55 κι έγω μονάχα φάνηκα άχάριστος ό αθλιος
άγνώμων και άνήκοος Θεου, του πλάσαντός με άνηπάκοος κι άγνώμονας στό θεό που μ' έχει πλάσει
και ταυτα πάντα τα καλα άφθόνως παρασχόντος, και δλα τουτα τα καλά. αφθονα μου 'χει δώσει·
την έντολήν τε παραβας dwειος έγενόμην την έντολή του πάτησα κι άχρειος έχω γίνει,
και χείρων πάντων των κτηνων, χείρων και των θηρίων, άπό τα ζωα χειρότερος κι άπ' δλα τα θηρία
60 των έρπετων και πετεινων άπεφάνθην, ό τάλας, 60 φάνηκα κι άπ' τα έρπετα και τα πουλιά. ό αθλιος
και παρετράπην της όδου της εύθείας και θείας κι άπό το δρόμο ξέκλινα τον ίσιο και τό θειο
και της δοθείσης δόξης μοι έκπέπτωκα dθλίως και αθλια άπ' τη δόξα ξέπεσα που δόθηκε σ' έμένα
και έξεδύθην την στολην την φωτεινην και θείαν, και τη στολη ξεντύθηκα τη φωτεινη και θεία
και έν τφ σκότει γεγονως νυν έν τφ σκότει κειμαι, και στο σκοτάδι πέφτοντας τώρα στο σκότος είμαι
65 και dγνοω δτι φωτός είμι έστερημένος, 65 κι δτι έχω στερηθει τό φως ποσως δεν τό γνωρίζω
καί· 'Ίδε, λέγω, ijλιος την ήμέραν φωτίζει, και λέω· ό ήλιος κοίταξε, φωτίζει την ήμέρα,
και βλέπω τουτον · της νυκτός έλθούσης πάλιν δύνει, και τόν κοιτάζω· κι ή νυχτιά. σαν έρθει βασιλεύει
κάγω άνάπτω μοι κηρους και λαμπάδα και βλέπω. και τη λαμπάδα άνάβω έγω και τα κεριά. και βλέπω.
Και τί των πάντων έχει μου dνθρώπων πλέον dλλος; Τί περισσότερο άπό έμε οί αλλοι ανθρωποι έχουν;
70 ΟfJτω γαρ πάντως βλέπουσιν dνθρωποι έν τφ κόσμφ 70 'Έτσι και μόνο βλέπουνε μέσα στόν κόσμο οί άνθρωποι
και τούτου πλέον ούδαμως καθορq. τις dνθρώπων. και πιό πολυ άπ' αύτό κανεiς ανθρωπος δεν κοιτάζει.
Ταυτα οίSν λέγων ψεύδομαι και έμαυτον έμπαίζω Είναι δσα λέγω ψέματα; τόν έαυτό μου έμπαίζω,
και έμαυτόν, Σωτερ, πλανω κατ' έμαυτον κομπάζων, ' Σωτήρα μου, και ξεγελω τόν ίδιο τόν έαυτό μου
μη θέλων γνωναι έμαυτόν, δτι τυφλός τυγχάνω, κομπάζοντας, μη θέλοντας τυφλός να νιώσω δτι είμαι,
75 μη θέλων κοπιάσαι τε, μη θέλων dναβλέψαι, 75 τον κόπο άποκρούοντας, να ξαναδω δε θέλω,
μη θέλων ό κατάκριτος την τύφλωσίν μου γνωναι. δε θέλω έγω ό κατάκριτος την τύφλα μου να νιώσω.
Λέγω δέ · Τίς έώρακε Θεόν, το φως του κόσμου; Και λέω· Ποιός είδε τό θεό πού 'ναι τό φως του κόσμου;
και τουτο λέγων, Δέσποτα, dναισθητω είς dπαν και έτσι λέγοντας, Δέσποτα, αίσθηση έγω δεν έχω
· μη συνιεις δτι κακως λογίζομαι και λέγω. και δε νιώθω πως ασχημα σκέφτομαι και μιλάω.
so Ό γαρ το φως σου μη όρων, και βλέπειν δλως λέγων, 80 'Όποιος το φως σου δε θωρει και λtει πως τάχα βλέπει

76. Ίω. 9,41. 77. Στον προηγούμενο ύμνο 44, 227 μιλάει γιά 'άισθησιν άναίσθητον'. Ό
77. Ίω. 1,18. άνθρωπος tκανοποιείται με τά αtσθητά καί δεν άναγνωρίζει την τύφλωσή του,
80. Ίω. 9,41. άλλά θεωρεί άδύνατη τή θέα του θεου κι Ιiς είναι άντίθετη πρός τiς Γραφές.
266 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΕ' 81- 112 267

μαλλον δε και άδύνατον λέγων ύπάρχειν τουτο, καi μάλλον λέει άδύνατο τέλος πώς εΙναι τουτο,
το κατιδειν σου, Δέσποτα, το φώς τijς θείας δόξης, να άτενίσει, Δέσποτα, τό φως της θείας σου δόξας
πάσας άρνειται τας γραφας προφητών, άποστόλων, όλες άρνιέται τiς γραφές προφητων κι άποστόλων
τους σούς τε λόγους, 1ησοί5, και την οiκονομίαν. μα καi τα λόγια σου, Χριστέ, καi την οίκονομία.
85 Εί γαρ έξ f5ψους /Jλαμψας, έπέφανας έν σκότει 85 Γιατi άπ' τα ύψη αν έλαμψες καi στό σκοτάδι έφάνης
και παρεγένου, εf5σπλαγχνε, έν κόσμφ μετ' άνθρώπων, κι ~ρθες έδω, φιλάνθρωπε, στόν κόσμο των άνθρώπων
άναστραφijναι καθ' ήμας θελήσας φιλανθρώπως κι όπως έμεις να περπατεις, φιλάνθρωπε, βουλήθης
και φώς του κόσμου σεαυτδν άψευδώς /Jφης εlναι, κι εΙπες άλήθεια ότι εΙσαι έσυ τό φως όλου του κόσμου,
ήμεΊς δε ούχ όρώμέν σε, ούχι τυφλοι είς άπαν, μα δε σε βλέπομε κι έμεις, τυφλοi πέρα για πέρα
90 τυφλών τε άθλιώτεροι τυγχάνομεν, Χριστέ μου; 90 κι άπό τυφλους άθλιότεροι δεν είμαστε Χριστέ μου;
Ναί, οντως, ναί, ώς άληθώς και νεκροι και τυφλοί τε Στ' άλήθεια ναί, πραγματικα τυφλοi καi πεθαμένοι
ύπάρχομεν μη βλέποντες σε ζωοποιδν φάος. είμαστε, τό ζωοποιό τό φως έσένα μη θωρώντας.
Τον ηλιον τον αίσθητδν οί τυφλοι ούχ όρώσιν, Τόν 11λιο τόν αίσθητό βέβαια οί τυφλοi δε βλέπουν
άλλα και ζώσι, Δέσποτα, και όπωσουν κινουνται · κι ώστόσο ζουνε, Δέσποτα, κι έδω κι έκει πηγαίνουν,
95 ού γαρ ζωην χαρίζεται, άλλα το βλέπειν μόνον. 95 γιατi δε δίνει τη ζωη μα να θωρουμε μόνο.
Συ δε ύπάρχων άπαντα τα καλά, δίδως άει Μα έσυ που εΙσαι τα καλα όλα, σκορπίζεις πάντα
ταυτα τοις δούλοις σου τοις βλέπουσι το φώς σου, όλα αύτα στους δούλους σου που βλέπουνε τό φως σου·
ώς ων ζωη και την ζωην παρέχεις συν τοις άλλοις ζωη όπως εΙσαι τη ζωη παρέχεις μ' όλα τ' άλλα,
άπασι, λέγω, τοις καλοις, άπερ αύτδς τυγχάνεις. όσα εΙναι άγαθα έννοω πού έσυ τυχαίνει κι εΙσαι.
100 Ό έχων σε ώς άληθώς έχει έν σαι τα πάντα. 100 'Όποιος έχει στ' άλήθεια έσέ, σ' έσένα έχει τα πάντα.
Μη στερηθώ σου, Δέσποτα, μη στερηθώ σου, κτίστα, Δέσποτα, μη σε στερηθω, πλάστη, να μη σε χάσω,
μη στερηθώ σου, εf5σπλαγχνε, 6 ταπεινός και ξένος να μη σε στερηθω, εtSσπλαχνε, ό ταπεινός και ξένος.
ξένος γάρ, ώς εύδόκησας, και πάροικος ένταυθα Ξένος όπως εύδόκησες και πάροικος δω κάτω
ού προαιρέσει γέγονα, ού θελήσει μου ξένος, δεν έχω γίνει θέλοντας και ξένος όχι έκούσια,
105 άλλα τfl χάριτι τfl σfl έμαυτδν /Jγνων ξένον 105 άλλα έγώ ξένος ένιωσα με τη δική σου χάρη,
τών 6ρωμένων νοερώς έλλαμφθεις τφ φωτίσου ξένος άπ' τα φαινόμενα μ' έλλαμψη του φωτός σου
και γνοbς δτι προς άϋλον και άόρατον κόσμον νοερή, βλέποντας σ' άυλο κι άόρατο ένα κόσμο,
μετάγεις, κατοικίζεις τε το άνθρώπινον φυλον, πώς φέρνεις την άνθρώπινη γενια να κατοικήσει
μερίζεις τε και διαιρεΊς άξίους κατοικίας διαιρώντας κι άπονέμοντας την κατοικία που άξίζει
11 ο έκάστφ, ώς έφύλαξε, Σωτήρ, τας έντολάς σου. 110 καθένας όπως φύλαξε, Κύριε, τις έντολές σου.
Δια τουτο οδν δέομαι συν σοί με κατατάξω, Γι' αύτό λοιπόν παρακαλω μαζί σου να με βάλεις,
εi και πολλα έξήμαρτον ύπερ πάντας άνθρώπους αν καi άμάρτησα πολύ, πιό άπ' όλους τους άνθρώπους,
85. Λουκα 1,78-79. 88. Ίω. 8,12.
87. Βαρούχ 3,37., 103. Έφ. 2,19.
268 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΌΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΕ' 113 - 127 269

και αξιος κολάσεώς είμι και τιμωρίας, κι εΙμαι άξιος για την κόλαση και τα μαρτύριά της.
dλλά με ίκετεύοντα δέξαι ώς τον τελώνην Μα να που σε παρακαλω, δέξου με ώς τόν τελώνη
115 και ώς την π6ρνην, Δέσποτα, ε( και μη ίσως κλαίω, 115 κι όπως την πόρνη, Δέσποτα, αν και δεν κλαίω τό ίδιο
εί μη 6μοίως π6δας σου ταις θριξί μου έκμάσσω, κι αν όμοια δε σφουγγίζω σου με τα μαλλια τα πόδια
ε( μη στανάζω και θρηνω, Χριστέ, παραπλησίως κι αν δε στενάζω και θρηνω, Χριστέ, μ' αύτη παρόμοια·
άλλα έκβλύζεις έλεος και βρύεις εύσπλαγχνίαν, άλλα άναβλύζεις έλεος κι άναβρεις εύσπλαχνία,
πηγάζεις dγαθ6τητα, δι' cbv έλέησ6ν με! πηγάζεις άγαθότητα· κάνε έλεος στ' όνομά τους.
120 Ναί, 6 παγεzς τας χεφάς σου, ναί, 6 παγεις τους π6δας 120 Ναί, έσυ που σου καρφώσανε τα χέρια και τα πόδια
έν τφ σταυρφ και λογχευθεις την πλευράν, πανοικτίρμον, και πά' στό σταυρό την πλευρά, έσπλαχνε, σου λογχίσαν,
έλέησον και ρίJσαί με πυρος του αίωνίου, λυπήσου με κι άπ' τη φωτια σωσε με την αiώνια,
καλως καταξιώσας με έντείJθέν σοι δουλείJσαι, άξιώνοντάς με άπό δω δουλος καλός σου νά 'μαι
dκαταγνώστως τ6τε δε στffναι ένώπι6ν σου και να σταθω άκατάγνωστα τότε μπροστα σε σένα·
125 και προσδεχθffναι ένδοθεν του νυμφωνος σου, Σωτερ, 125 δεκτός και στό νυμφώνα σου, σωτήρα μου, να γίνω,
ένθα συνευφρανθήσομαι σοί, τφ καλφ Δεσπ6τn όπου άνεκλάλητη χαρα μαζι μ' έσε θα νιώσω
dνεκλαλήτφ τfi χαρ{!. εfς πάντας τους α(ωνας. τόν πάγκαλο Δεσπότη μου για τους αίωνες όλους.
'Αμήν. 'Αμήν.

114. Λουκα 18,13.


115. Λουκa 7,37έ.
121. Ίω. 19,34.
ΜΣΤ' 46

Έξομολόγησις eύχff συνημμένη- καi πepi συναφe(ας 'Εξομολόγηση που συνοδεύται με προσευχή· έπίσης και
Πνεύματος άγ(ου καi άπα~e(ας. περi συνάφειας του άγίου Πνεύματος και άπάθειας.

Έμάκρυνα, φιλάνθρωπε, ηύ)Jσθην έν έρήμφ Ξεμά1φυνα, φιλάνθρωπε, ή έρημος κατοικιά μου


και άπεκρύβην άπο σου του γλυκέος Δεσπότου· και άπό σένα τό γλυκυ κρύφτηκα Κύριό μου
ύπο την νύκτα γεγονως της του βίου μερίμνης στης βιοτικης της μέριμνας τη νύχτα βυθισμένος,
πολλα έκειθεν δήγματα και τραύματα ύπέστην, πολλες δαγκαματιες έκει και τραύματα έχω λάβει
5 πολλας πληγας έπανελθων φέρω έν τfί ψυχfί μου sκαi την ψυχη γυρίζοντας έχω πληγη γεμάτη.
και κράζω έν όδύνn μου και πόνφ της καρδίας Κράζω μες στην όδύνη μου και στης καρδιας τόν πόνο.
Έλέησον, οfκτείρησον έμε τον παραβάτην ! Λυπήσου με κι έλέησε τόν παραβάτη έμένα!
7
Ω Ιατρε φιλόψυχε και φιλοικτfρμον μόνε, Έσυ ό φιλόψυχος γιατρός κι εί\σπλαχνος έσυ μόνος,
ό δωρεαν τους άσθενεις και τετραυματισμένους πού δωρεαν τους άσθενεις και τους τραυματισμένους
10 Ιώμενος, iάτρευσον μώλωπας, τραύματά μου! 1ο γιατρεύεις, τα χτυπήματα και τiς λαβωματιές μου
Στάλαξόν σου το έλαιον της χάριτος, θεέ μου, γιάτρεψε, θεέ μου, στάλαξε της χάρης σου τό λάδι
και τας πληγάς μου αλειψον, έξάλειψον τα έλκη, και τiς πληγές μου άλειψε τα έλκη έξαλείφοντάς μου,
συνούλωσον και σύσφιγξον τα παραλελυμένα κάνε να κλείσουν oi πληγες καi τα χαλαρωμένα
μέλη μου και άφάνισον τας ούλας πάσας, Σώτερ, μέλη μου σφίξε, άφάνισε την κάθε ούλή, Σωτήρα,
15 και τέλεον ύγfωσον σλον με ώς το πρώην, 1s καi τέλεια κάνε με γερό δπως ήμουν καi πρώτα,
δτε ούκ ~ν μοι μολυσμός, δτε ούκ ~ν μοι μώλωψ δταν δεν είχα μολυνθει καi χτύπημα δεν είχα
ούδε πληγη φλεγμαίνουσα, ού κηλfς, dJ θεέ μου, καi κακοφόρμιστη πληγη οί\τε κηλίδα, θεέ μου,
άλλα γαλήνη και χαρά, εiρήνη και πρqΔτης άλλα γαλήνη και χαρά, πραότητα κι εiρήνη,
άγία τε ταπε'ίνωσις και ή μακροθυμία, κι άγια μαζi ταπείνωση και τη μακροθυμία,
20 ύπομονης ό φωτισμος και τών καλλίστων έργων· 20 τό φέγγος της ύπομονης καi των πάγκαλων έργων·
ύπομονη και δύναμις άήττητος ε(ς άπαν. ύπομονη και δύναμη άνίκητη άπ' τό κάθε

1. Ψαλμ. 54,7. 2. Γεν. 3,8. 1. Τό 'έμάκρυνα' του Συμεών άνακαλεί τό 'έμακρύνθην άπό σου' του
8. Σοφ. Σολ. 11,26. 11. Λουκa 10,34. 16. Ήσ. 1,6. ύμνογράφου γιά τόν άσωτο και άπηχεί τόν ίδιο σχεδόν πόνο.
272 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΣΤ' 21-49 273

Έξ οι3 πολλη παράκλησις δακρύων καθ' έκάστην, κι dφθονη νά, ή παρηγοριά. στα δάκρυα κάθε μέρας
έξ οιJ ή άγαλλίασις έν τfi έμfi καρδίq,, καινά, ή αγαλλίαση που μέσα στην καρδιά μου
ωσπερ πηγη άνέβρυεν, Ιfρρεεv άεννάως ανάβρυζε καθώς πηγη κι αέναα κυλουσε
25 και ρειθρον ~ν μελισταγές, εύφροσύνης τε πόμα, 25 ρυάκι μελιστάλαχτο πιοτό χαρας όπού 'ναι
διηνεκως στρεφόμενοv έν στόματι νοός μου. και μες στο στόμα αδιάκοπα στριφογυρνα του νου μου,
'Όθεν ύγεία άπασα, δθεν ή καθαρότης, και από τουτο δλη ή ύγειά, δλη ή καθαροσύνη,
δθεν ή ρύψις των παθων και λογισμωv ματαίων, ή κάθαρση δλη των παθων και των dτοπων σκέψεων
δθεν ή άστραπήμορφος άπάθεια συνηv μοι κι από δπου ή αστραπόβολη λαμποκοπουσε απάθεια
30 και συνεγίνετο άει -πvευματικως μοι νόει, 30 και πάντα με συντρόφευε -έσυ που αυτά. διαβάζεις
ό ταυτα διερχόμενος, μη μολυvθfiς άθλίως! - πνευματικά. στοχάσου τα και μη μολυνθεις άθλια­
αφατον έμποιουσ<ί. μοι ήδονην συνουσίας και μου 'δινε dφατη ήδονη από τη συντροφιά της
και γάμου πόθον άπειρον, ένώσεως ένθέου, και πόθο γάμου απέραντο για μιαν ένωση ένθεη,
έξ ~ς κάγω μεταλαβων άπαθης έγενόμην, που ώς τη δοκίμασα απαθης κι έγώ έγινα αμέσως
35 έκπυρωθεις τfi ήδovfi, φλεχθεις αύτης τφ πόθφ 35 καθώς με πύρωνε ή ήδονη και μ' άναβεν ό πόθος
και του φωτος μετέσχηκα, ναί, και φως έγενόμηv, κι από το φως μετάλαβα κι έγινα φως κι ό ίδιος
πάθους παντος άνώτερος, έκτος κακίας πάσης. άπο δποιο πάθος πιο ψηλά. κι δποια κακίαν έξω
Ού γαρ προσψαύει τφ φωτι της άπαθείας πάθος Γιατi της απάθ~ιας το φως δεν το άγγίζει πάθος
ώς ούδ' ήλίφ ή σκια η της νυκτος το σκότος. καθώς τον fιλιον ή σκιά. και της νυχτός το σκότος.
40 ΤοιοίJτος oίSv γενόμενος, τοιουτός τε ύπάρχωv 40 Τέτοιος ένω έγινα λοιπόν κι ένω ;ια τέτοιος -ιΊμουν,
ύπεχαυvώθηv, Δέσποτα, ώς έμαυτον θαρρήσας, Κύριε, κάπως άφέθηκα θαρρώντας στον έαυτό μου
μερίμνn ύπεσύρην τε των αlσθητων πραγμάτων, κι ή μέριμνα με τράβηξε των αίσθητων πραγμάτων
φροντίδι τε βιωτικων κατέπεσα, ό τάλας, και βούλιαξα ό δυστυχης στη βιοτικ:η φροντίδα
και ψυχρανθεις ώς σίδηρος μελανος έγενόμην και κρυώνοντας σαν σίδερο ~ρθα κι έγινα μαυρος
45 και έγχρονίσας κείμενος Ιον προσελαβόμην. 45 κι άφου έμεινα πολυν καιρό σκουριά. άρχισα να πιάνω
Και δια τουτό σοι βοω πάλιν καθαρισθηvαι κι εΙναι γι' αυτό που κράζω σου, φιλάνθρωπε, ζητώντας
αltούμενος, φιλάνθρωπε, και εlς το πρώην κάλλος καi πάλι να καθαριστω καi στο παλιό μου κάλλος
άvενεχθηναι και του σου φωτος καταπολαυσαι να έπιστρέψω και το φως να χαρω το δικό σου
νυν τε και άει και εlς πάντας τους αlωvας. για τώρα καi για πάντοτε καi για δλους τους αtωνες.
:Αμήν. 'Αμήν.

22. Ματθ. 5,4. 29. Ό Συμεών μιλά για τήν άπάθεια έρωτιιcά, αλλά καθώς έπισημαίνει ό
36. Έφ. 5,8. ίδιος μέ πνευματικό fρωτα.

1
ΜΖ' 47
Πεpi νοητού παpαδε{σου τηλαυγηι; θεωp{α, καi Καταυγασμένη άπό φως θεωρία για τό νοητό παράδεισο,
πεpi τού έv αύτφ ξύλου ζωής. και για τό ξύλο της ζωης που ύπάρχει σ' αύτόν.

Εύλογητος εl, Κύριε, εύλογητός εl, μόνε, Εύλογημένος, Κύριε, εύλογημένος, μόνε,
εύλογητος εl, εύσπλαγχνε, ύπεpευλογημένε, εύλογημένος, εύσπλαχνε, ύπερευλογημένε,
6 δους έν τfί καρδίq. μου το φως των έντολων σου που στην καρδιά μου έβαλες τό φως των έντολων σου
και έμφυτεύσας έν έμοι το της ζωης σου ξύλον καi μέσα μου έφύτευσες τό ξύλο της ζωης σου
5 και δείξας με παράδεισον ι'iλλον έν 6ρωμένοις, 5 καi μ' έκανες παράδεισο άλλον στα δσα θωρουμε,
έν α(σθητοις μεν νοητόν, νοητον δ' έν αίσθήσει. νοητό μέσα στα αίσθητα μα νοητό μ' αίσθήσεις.
Συνήνωσας γαρ τfί ψυχfί ι'iλλο ΠνείJμά σου Θείον, Με την ψυχή μου ένωσες τό Πνευμα σου τό θειο
δπερ και ένεσκήνωσας έν τοίς έμοίς έγκάτοις που να σκηνώσει τό 'βαλες μέσα στα σωθικά μου·
τοίJτο το ξύλον της ζωης δντως ύπάρχει μόνον, αύτό τό ξύλ~ της ζωης στ' άλήθεια εiναι μονάχα
1οτοίJτο, έν ~περ φυτευθfί γfί είτ' οδ'ν ψυχfί άνθρώπου 10 τουτο, σ' δποια γη φυτευτει η σε ψυχην άνθρώπου
και έν καρδίq. ριζωθfί, παράδεισον δεικνύει καi σε καρδια είτε ριζωθει, παράδεισο τη δείχνει
ταύτην εύθυς λαμπρότατον, πα.σι κεκοσμημένον αύτη μεμιας όλόλαμπρο, με όλα στολισμένο
φυτοίς ώραίοις δένδροις τε και καρποίς διαφόροις, τα ώραια φυτα καi τα δεντρα καi καρπους κάθε είδους,
πεποικιλμένον ι'iνθεσι και μυριπνόοις κρίνοις. με λούλουδα όλοπλούμιστο καi κρίνα που εύωδιάζουν.
1s ΤαίJτα δ' εtσι ταπείνωσις και χαρα και είρήνη, 15 Καi τουτα εiναι ταπείνωση, χαρα μαζi κι είρήνη,
πρq.ότης και συμπάθεια, πένθος, δμβροι δακρύων συμπάθεια και πραότητα, πένθος, βροχη άπό δάκρυα,
και ξένη τέρψις έν αύτοίς, αίγλη της χάριτός σου τέρψη παρ'άξενη σ' αύτά, λάμψη της χάριτός σου,
απασιν έπιλάμπουσα τοίς έν τφ παραδείσφ. που λάμπει σ' όσους βρίσκονται στον παράδεισο μέσα.
Συ εl κρατηρ προχέων μαι ζωης τα νq,ματά σου, · Εiσαι ό κρατήρας που της ζωης τα νάματα πηγάζεις
20 και λόγους θείας γνώσεως άφθόνως έμπαρέχεις. 20 καi προμηθεύεις άφθονα με θείας γνώσης λόγια.
Έπαν δε συ μη βουληθfίς, άλλ' άντανέλnς ταίJτα, Άλλα δταν δε θελήσεις συ κι αύτα μας τα στερήσεις,
άνους έγώ, άναίσθητος dJσπερ λίθος τυγχάνω. νόηση δίχως κι αίσθηση μένω καθώς λιθάρι.
Ή σάλπιγξ ι'ivευ πνεύματος ούδέποτε ήχήσει · Δε θα ήχήσει ή σάλπιγγα αν δεν φυσήξει κάποιος,

3. Παρμ. 6,23. 4. Γεν. 2,9. 13. «Οί καρποί του Πνεύματος» λέει ό Παυλος. Ό Συμεών εύρύνει την fκ­
8. Ψαλμ. 50,12. 15. Γαλ. 5,22. φρασή του δπως κάνει συνήθως. Οί καρποί γίνονται καί φυτά καί δέντρα καi
20. Α' Κορ. 12,8. 21. Ψαλμ: 50,13. άνθη κι αύτά στη συνέχεια (στίχοι 15,16,17) αναφέρονται ώς αρετές .

,
.
276 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΖ' 24-54 277

ουτω κάγώ σου ανευθεν ώς αψυχος ύπάρχω. έτσι κι έγω χωρις έσέ άψυχος εiμαι άλήθεια.
25 Δίχα ψυχfίς άδύνατον ένεργείν τι το σωμα · 25 Χωρiς ψυχη εiναι άδύνατο τό σώμα να ένεργήσει,
ουτως ού δύναται ψυχη δίχα του Πνεύματός σου έτσι εiναι άδύνατο ή ψυχη τό Πνευμα σου αν δεν έχει
κινε'ίσθαι και τας έντολας τας σάς, Σωτερ, φυλάττειν, να κινηθει, Σωτήρα μου, κάνοντας δ,τι όρίζεις
οιίδε όραν σε δύναται οιίδε παρίστασθαί σαι, οι5τε και να σέ δει μπορει και να σου παραστέκει,
οιίδε ύμνε'ίν την δόςαν σου συνετως, dJ Θεέ μου. οι5τε να ύμνει τη δόξα σου μέσ' άπό την ψυχή του,
30 Δια τουτο οιJ'ν σαι βοω και δια τουτο κράζω· 30 Για τουτο σέ παρακαλω, για τουτο σου φωνάζω:
Ό ανω ων συν τφ Πατρι και μεθ' ήμων τυγχάνων Μέ τόν Πατέρα εiσαι ψηλα κι δμως μαζί μας μένεις,
οιίχ, dJς τινες λογίζονται, τfl ένεργείq, μόνn, όχι δπως κάποιοι σκέφτονται μέ την ένέργεια μόνη,
οιίδ' ώς νομίζουσι πολλο{, τφ θελήματι μόνφ, οι5τε καi μέ τό θέλημα καθώς πολλοι λέν, οι5τε
οιίδε δυνάμει μόνn σου, άλλα και τfl οιίσίq,, μονάχα μέ τη δύναμη μα και με την ούσία,
35 εi'περ ουσίαν έπι σαι τολμητέον του λέγειν 35 αν πρέπει νά τολμήσομε να πουμε Όύσία' για σένα
η έννοείν, άθάνατε, ύπερούσιε, μόνε! η να σκεφτουμε, άθάνατε, τό μόνο ύπερούσιο.
Εί γαρ ύπάρχεις άληθως άνερμήνευτος δλως, Γιατί, αν άνερμήνευτος όλότελα εiσαι άλήθεια
άόρατος, άπρόσιτος, άκατανόητός τε, άόρατος, άπρόσιτος, άσύλληπτος στο νου μας,
άναφής, άψηλάφητος, αληπτος δλως, Σωτερ, αγγιχτος κι άψηλάφητος, Σωτήρα, άπιαστος τέλεια,
40 πως σε προσονομάσωμεν, πως δέ σε και ούσίαν 40 πως να σου δώσομε όνομα και πως ούσία κάποια,
ποταπήν τε και όποίαν τολμήσωμεν εtπείν σε; δποια καινά 'ναι μα καi ποιά με τόλμη να σε πουμε;
'Όντως ούδεν των πάντων γαρ ύπάρχεις, dJ Θεέ μου, 'Από δσα ύπάρχουν δεν εiσαι κανένα έσύ, θεέ μου,
άλλα τα πάντα έργα σα ές ούκ δντων παρήχθη· μα εiναι τα πάντα έργα σου άπ' τό μηδέν που βγηκαν
μόνος δ' ύπάρχεις ακτιστος, μόνος dναρχος, Σωτερ, καi εiσαι ό μόνος ακτιστος κι άρχη χωρίς, Σωτήρα,
45 Τριας άγfα και σεπτή, ό Θεός των άπάντων, 45 Τριάδα 'Αγία, σεβάσμια, και ό θεός των δλων,
"' και φως παρέδειςας ήμίν δόςης σου της άχράντου. όπου φανέρωσες σ' έμας την αχραντή σου δόξα.
Αύτο και νυν παράσχου μαι άδιάστατον, Σωτερ, Δόσμου καi τώρα αύτό τό φως, άχώριστο άπό μένα,
δός μαι άέί σε δι 'αύτου ένοπτρίζεσθαι, Λόγε, άδιάκοπα δόσμου σ' αύτό να σέ κοιτάζω, Λόγε,
και κάλλος το άμήχανον καλως κατανοείν σου, και τέλεια να κατανοω τό θαυμαστό σου κάλλος,
50 δπερ άκατανόητον παντάπασιν ύπάρχ9ν 50 όπου άκατανόητο καθως όλότελα εiναι
ύπερεκπλήττει μου τον νουν, έςιστ{j, μου τας φρένας ταράζει μ' έκπληξη τό νου και τό μυαλό σαλεύει
και πυρ έν τfl καρδίq, μου σfίς άγάπης άνάπτει! και στην καρδιά μου τη φωτια της ίδικης σου άγάπης
Τουτο δ' άποτελοιίμενον είς φλόγα θεfου πόθου άνάβει, που σαν ύψωθει σε φλόγα θείου πόθου,
τρανοτέραν δεικνύει μαι την δόςαν σου, Θεέ μου. μου δείχνει πιό τρανότερη τη δόξα σου, θεέ μου.
55 'Ήν προσκυνων αtτουμαί σε, Υiε Θεου, παράσχου 55 Την προσκυνω και σου ζητω, Γιε του θεου, άφήσε με
24. Ό ποιητής fχΒι αfσθημα όξυμμένο γι' αύτό καί βρ{σκΒι τiς άνάλογΒς σουν γιά τήν ούσία του θΒου.
έκφpάσΒις. 'Εδώ γ{νΒται δργανο πού πα{ζΒι ό θΒός. 42. Τον{ζΒται γι' άλλη μία φορά τό γΒγονός δτι ό θΒός Βίναι διάφορος άπό
34-41. Καi πάλι λόγος γιά τό ~τι Βίναι άδύνατο στούς άνθρώπους νά μιλή- δλαταδντα.
278 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΖ' 56-85 279

και νυν και έν τφ μέλλοντι dδιαδόχως §ςειν και τώρα και μελλοντίκα να την κατέχω πάντα
και δι' αύτης σε τον Θεον καθοpαν αiωνίως! κι έσένα τό θεό άπ' αύτην να σ' άτεν{ζω αίώνια.
Μη δός μοι δόςαν, Δέσποτα, έν κόσμφ την ματα{αν, Τη μάταιη δόξα, Δέσποτα, του κόσμου μη μου δώσεις,
μη πλουτον dπολλύμενον, μη τάλαντα χρυσίου, τόν πλουτο όχι που χάνεται, χρυσά. νομ{σματα όχι,
60 μη θρόνου fJψους, μη dpχην τωνδε των φθειpομένων ! 60 όχι θρόνου ύψος, μήτε άρχη άπό αύτές δπου ξεφτίζουν.
Τοις ταπεινοί'ς με σύζευςον, τοις πτωχοί'ς τε και πpq.οις, Βάλε με με τούς ταπεινούς, με τους φτωχους και πράους,
fva κdγω γενήσομαι και ταπεινος και πpff.dς, δμοια κι έγω για να γινω και ταπεινός και πράος,
και την διακονίαν μου, εl μη προς το συμφέρον κι άπ' τη διακονία μου αν όχι ώς με συμφέρει
και προς την σην dpέσκειαν και την σην θεpαπείαν και για δική σου άρέσκεια και θεραπεία δική σου
65 μετέρχομαι, εύδόκησον έςεωθηναι ταύτης 65 σου την προσφέρω, εύδόκησε ν' άποδιωχτω άπό έκείνη
και μάνας, Δέσποτα, θpηνεί'ν τας έμας άμαpτίας, καί, Δέσποτά μου, να θρηνω τις άμαρτίες μου μόνο
της κρίσεώς τε μεριμνάν της δικαίας σου μόνης, καινά 'ναι ή δίκαιη κρίση σου ή μόνη μου φροντίδα
και πως dπολογήσομαι πολλά σε παpοpγίσας! και πως θα σου άπολογηθω τόσο πολυ σαν σ' έχω
Ναί, ό ποιμην ό συμπαθής, ό dγαθος και πpff.oς, θυμώσει! Ναί, ώ βοσκέ καλέ, ό πράος κι δλος συμπάθεια,
70 ό θέλων πάντας τους εiς σε πιστεύοντας σωθηναι, 70 που θέλεις δλοι να σωθουν δσοι σ' έσέ πιστεύουν,
έλέησον, εlσάκουσον δεήσεώς μου ταύτης έλέησε κι είσάκουσε αύτη τη δέησή μου·
μη όpγισθfiς, μη πρόσωπον dπ' έμου dποστpέψnς, μην όργιστεις κι' άπό έμέ τό πρόσωπο άποστρέψεις,
dλλα το σόν με δίδαςον θέλημα έκπληpωσαι! μα να έκπληρώσω μάθε με τό θειο θέλημά σου.
Ού γαρ ζητω το θέλημα το έμαυτου γενέσθαι, Δέν άπαιτω τό θέλημα να γίνει τό δικό μου,
75 dλλα το σόν, ί'να και σε θεραπεύσω, οiκτipμον ! 75 μα τό δικό σου, εΙJσπλαχνε, για να σε ύπηρετήσω.
Όpκίζω σε, έλέησον, ό φύσει έλεήμων, Σέ έξορκίζω, έλέησε, ό φυσικά. έλεήμων
και το συμφέρον ποίησαν ψυχης μου της dθλίας, και τό συμφέρον κοίταξε της άθλιας της ψυχης μου,
δτι Θεος φιλάνθρωπος αύτος ύπάpχεις μόνος, γιατi φιλάνθρωπος θεός έσυ μονάχα εiσαι,
άκτιστος, dτελεύτητος, παντοδύναμος δντως, άκτιστος, παντοδύναμος κι άλήθεια δίχως τέλος,
80 πάντων ζωη και πάντων φως των σε dγαπησάντων 80 δλων ή ζωη κι δλων τό φως που σ' έχουν άγαπήσει
και παpα σου, φιλdνθpωπε, λίαν dγαπωμένων! και που κι έσύ, φιλάνθρωπε, τους άγαπας περίσσια.
Οίς με συντάςαις, Δέσποτα, και δόςης σου της θείας 'Ανάμεσά τους βάλε με, Κύριε 1 κι άμποτε να μέ δείξεις
dποτελέσαις κοινωνόν τε και συγκληpονόμον · της θείας σου δόξας κοινωνό μ' έσέ συγκληρονόμο·
σοι γαρ ή δόςα, τφ Πατpι συν Υίφ συνανάpχφ, 'Εσένα ή δόξα, του Πατρός, και του συνάναρχου σου
85 και Θείφ πρέπει Πνεύματι είς αiωνας αίώνων. 85 του Γιου και στ' άγιο Πνευμα σου πρέπει στους αίωνες.
'Αμήν. 'Αμήν.

61. Ματθ. 5,3.5. 62. Ματθ. 11,29. 69. Ίω. 10,11. 58. 'Από τό στίχο αύτόν και κάτω έχομε μιά ίδιότυπη προσευχή του ταπει­
70. Α' Τψ. 2,4. 72. Ψαλμ. 26,9. νου γεμάτη ήρεμ{α, γαλήνη και παράδοση μ' έμπιστοσύνη στόν ποιμένα τό συμ­
73. Ψαλμ. 142,10. 74. Λουκa 22,42. παθή, τόν άγαθό καί πράο. Λύτες τις άρετές σταλάζει και στήν ψυχή του άνα­
76. Μάρκ. 5,7. 83. Α' Πέτρ. 5,1. Ρωμ. 8,13. γνώστη ή θερμή και ηρεμη αύτή προσευχή.
ΜΗ' 48

'Ότι δόξα καi τιμή έστι παvτi άvθpώπφ ύβpιζομέ­ Είναι τιμη και δόξα σε κάθε άνθρωπο που ύβρiζεται και
vφ και πάσχοvτι κακώς δια θεού έvτοληv ή ύπep αύ­ κακοποιείται, έπειδη έκτελεί τις έντολες του θεου, ή άτι­
τής τής έvτολής τού θεού άτιμfα · καi διάλογος eiς την μία που έπισύρει έξαιτίας της έκτέλεσης της έντολης του
iδfαv ψυχηv διδάσκων τον άκέvωτοv πλούτοv τού Πνεύ- θεου. 'Επίσης διάλογος με την ψυχή του, που δείχνει τον
ματος. άνεξάντλητο πλουτο του Πνεύματος.

Δ6ς μαι την αίσθησιν, Χριστέ, ην dπας έδωρήσω, Δόσμου την αισθηση, Χριστέ, πού άλλοτε μου 'χεις δώσει,
σκέπασαν ταύτn με, Σωτήρ, κρυψον έντ6ς με δλον δόσμου την, Κύριε, σκέπασμα, κρύψε με έντός της δλον
και μη έάσnς αίσθησιν έγγίζειν μαι του κ6σμου, καινά μ' άγγίζει ή αισθηση του κόσμου μην άφήσεις
μη ενδοθεν είσέρχεσθαι, μη δλως με τιτρώσκειν, νά μην είσέλθει μέσα μου οίSτε κάν νά με λαβώσει,
5 τον δουλ6ν σου τον ταπειv6ν, δν ήλέησας μ6νος! 5 τόν δουλο τον ταπεινό πού έσυ σπλαχνίστης μόνος!
Τ.fι γαρ μερίμνn τ.fι καλ.fι αίφνης έπεισπεσουσα Γιατt στην αγια μέριμνα άπρόσμενα χυμώντας
ή αίσθησις ή κοσμικη κακας έπιθυμίας ή αισθηση του κόσμου αύτου κακές έπιθυμίες
εύθέως ένεποίησε ψυχ.fι μου τ.fι άθλίq, · με μιας έδημιούργησε στην άθλια την ψυχή μου.
δ6ςαν γαρ ύποδείκνυσι, πλουτου ύπομιμvfισκει, Τη δόξα έμπρός στά μάτια μου φέρνει, τά πλούτη δείχνει,
10 τοις βασιλευσί τε της γης έγγίζειν έποτρύνει ιο καινά πλησιάσω με καλεί της γης τούς βασιλιάδες,
ώς εύτυχίαν λέγουσα είναι τουτο μεγάλην. γιατι μου λέει πώς είναι αύτό ή πιό τρανη εύτυχία.
Έκ τούτων oίSv τών λογισμών, ώσπερ ύπο άνέμου 'Από τούς λογισμούς αύτούς δπως άπ' τον άέρα
άσκος όγκουται και το πυρ άνάπτεται ε(ς φλ6γα, το άσκι φουσκώνει κι ή φωτιά πετάει τη φλόγα έπάνω,
οΙJτως έκείνη ή ψυχη φυσωμένη όγκουται έτσι κι έκείνη ή ψυχη φουσκώνει, παίρνει άέρα
15 και διατείνεται σφοδρώς έπιθυμίq, δ6ςης 15 άπό τόν πόθο τό σφοδρό της δόξας πάει νά σπάσει,
πλούτου τε και άνέσεως τών κάτω συρομένων, του πλούτου και της άνεσης γιά δσα στη γη κ:υλιουνται·
έφίεται δοςάζεσθαι συν τοις δοςαζομένοις, έπιθυμεί νά δοξαστεί με δσους τη δόξαν έχουν,
περιφανής τε φαίνεσθαι συν τοις περιφανέσι [μένοις, νά φαίνεται περίλαμπρη μ' δσους περίλαμπροι είναι,
και πλουτον κτασθαι συν αύτοις τοις τον πλουτον κτω- και πλουτο ν' άποχτάει μαζt μ' δσους τά πλούτη έχουν,
20 ήνπερ έδ6ςασας αύτος φωτίσου τφ άρρήτφ, 20 πού δμως έσυ τη δόξασες με τό άρρητο τό φως σου,

1. Ή αίσθηση του Χριστου καί ή αίσθηση του κόσμου. Τό κλείσιμο μέσα στήν αίσθηση του Χριστου άποτελει έξασφάλιση άπό τήν αίσθηση του κόσμου.
282 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΗ' 21-50 283

~νπερ αύτος έστόλισας δόξn σου τfl άφράστφ, που δμως έσυ τη στόλισες με την άφραστη δόξα,
~νπερ αύτος παρέδειξας λαμπρότητά σου θείαν. που δμως έσυ τη φώτισες με τό θεϊκό σου φέγγος.
Ή αi'σθησις αίχμάλωτον τον νουν αύτης λαβουσα Ή αίσθηση σαν έπιασε τό νου αiχμάλωτό της
ύποδεικνύει βασιλε'ίς, ύπομιμνyσκει δόξης του φέρνει μπρός του βασιλεις, τη δόξα του θυμίζει
25 και πλουτον ύποδείκνυσι τον του παρόντος β{ου, 25 καi της παρούσας της ζωης δλα τα πλούτη δείχνει,
όργαν προς ταυτά τε ποιε'ί τfl ένθυμησει μόνn. να όρμα τόν κάνει πρός αύτα με τη φαντασία μόνο.
'Ώ σκότους, ω πωρώσεως, ω λο.γισμων ματαίων, Σκότος βαθυ καi πώρωση καi λογισμοί μου μάταιοι
προθέσεώς τε ρυπαρiiς και άναισθητου γνώμης, κι άκάθαρτή μου πρόθεση κι άνόητή μου γνώμη!
δτι λιπών τα άρρητα και άφθαρτα του βλέπειν Τ' άνείπωτα καi τ' άφθαρτα άφήνοντας να βλέπω
3Οτα έπι γης λογ{ζφαι και ταυτα ένθυμουμαι! 30 τα γήινα μόνο σκέφτομαι καi βάζω αύτα στό νου μου.
Ού τελευτησει βασιλεύς, ούχι παρέλθει δόξα, Δε θα πεθάνει ό βασιλιάς, δε θα περάσει ή δόξα,
ού πλουτος σκορπισθησεται ώσπερ χνους ύπ' άνέμου; τα πλούτη δε θα σκορπιστουν σαν σκόνη άπ' τόν άέρα;
Ούχι διdφθαρησεται τα qώματα έν τάφοις Τα σώματα στα μνήματα δε θα διαλυθουνε
και άλλοι κυριεύσουσι των έν τfl γfj χρημάτων καi δε θα γίνουν κύριοι άλλοι στης γης τα πλούτη
35 και μετ' έκείνους /Jτεροι και άπ' έκείνων άλλοι; 35 καi άλλοι πάλι t\στερα καi μετ' αύτους καi άλλοι;
Και τίνος, λέγε μοι, ψυχη, ό πλουτος έγεγόνει, Ψυχή μου, ποιός άπόχτησε αύτα τα πλούτη, πές μου,
τίς δε έν κόσμφ ϊσχυσε μικρον κερδησαι πρiiγμα, καi ποιός στόν κόσμο μπόρεσε κάτι τι ν' άποχτήσει,
Ιν' ώσπερ ζων τε και θανών μετ' αύτου τουτο λάβn; που ζώντας καi πεθαίνοντας μαζί του να τό πάρει;
Πάντως ούδένα ούδαμως δε'ίξαί μοι εύπορησεις, Δε θα μπορέσεις πουθενα μήτε ένα να μου δείξεις,
40 εί μη τους έλεημονας, τους μηδεν κτησαμένους, 40 παρα μονάχα δσοι έλεουν που τίποτα δεν έχουν,
άλλα τα πάντα έν χερσι των πενήτων διδόντας. άλλα τα πάντα στων φτωχών τα χέρια τά 'χουν δώσει.
Έκε'ίνοι γαρ και έχουσιν άσφαλως τα δοθέντα, Αύτοi κατέχουν σίγουρα τα δσα έχουν δοσμένα,
άφ' οδπερ και δεδώκασιν εlς χε'ίρας του Δεσπότου · άπό δταν τα παρέδωσαν στα χέρια του Κυρίου,
οί δ' άλλοι πάντες ό)ς πτωχοι και πτωχων πάντων χε/ρους ένώ δλοι οί άλλοι σαν φτωχοi κι άπό φτωχους πιό κάτω
45 ύπάρχουσιν, οί έχοντες άποκείμενον πλόυτον· 45 εΙναι δσοι έχουν στα σπίτια τους πλούτη πολλα σωριάσει·
γυμνοι γαρ ώσπερ πτώματα ρίπτονται έν τοις τάφοις γυμνοi στόν τάφο ρίχνονται δπως τα πτώματα δλα,
και των παρόντων άθλιοι και των μελλόντων ξένοι. για τα παρόντα θλιβεροi κι άπό δσα μέλλουν ξένοι.
Τ{ οδ{ ψυχη μου, έν αύτο'ίς καλον όρωσα τέρπn; Ποιό καλό βλέπεις σε αύτα και χαίρεσαι, ψυχή μου,
Ποιον δε τούτων άξιον κρίνεις έπιθυμεισθαι; άπ' δλα τουτα άξιο ποιό κρίνεις να έπιθυμήσεις;
50 Πάντως ούκ έχεις τι εlπειν, πάντως ούκ άποκρίνn. 50 Δεν έχεις βέβαια τί να πεις και τί να μου άπαντήσεις.

29-30. VΟπως λέει στούς πιό ιcάτω στίχους ή έγιcατάλειψη των άφθαρτων
32. Σοφ. Σολ. 5,14. 38. Ψαλμ. 48,18. άγαθων ιcαi ή στροφή στα έπίγεια εlναι τό τραγιιcό λάθος, έπειδή άιcριβως τά δεύ­
45. Λουιcα 19,20. τερα εlναι φθαρτά ιcαi παροδιιcά.
284 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΗ' 51-79 285

Ούαι τοις πλουτον έχουσιν έκτεθησαυρισμένον, 'Αλί, σ' έκείνους που εχουνε πλούτη θησαυρισμένα,
ούαι τοις δόξαν θέλουσι λαμβάνειν έξ άνθρώπων, άλί, σ' αύτους που έπιζητουν τη δόξα των άνθρώπων,
ούαι τοις παρενείρουσιν έαυτους τοις πλουσίοις άλί, σ' δσους βάζουν τόν έαυτό τους μέ τους πλούσιους
και μη την δόξαν του Θεου και τον έκείνου πλουτον και μόνο δεν έπιθυμουν νά 'ναι πάντα μαζί του,
55 και το συνειναι μετ' αύτου μόνον έπιθυμουσιν, 55 νάχουν τη δόξα του θεου καi του θεου τόν πλουτο,
δτι ό κόσμος μάταιος, τα δ' έν τφ κόσμφ πάντα γιατt εΙναι ό κόσμος μάταιος κι δσα μέσα στόν κόσμο
ματαιοτήτων έσονται, τα πάντα ματαιότης. ύπάρχουν ματαιότητες, τα πάντα ματαιότης.
Δια και παρελει5σονται, Θεος δε έσται μόνος Γι' αύτό καt θα περάσουνε κι ό θεός θα μείνει μόνο
αίώνιος και άφθαρτος είς άει διαμένων, αίώνιος περαμένοντας καi άφθαρτος στόν αίώνα
60 και
. συν αύτω
' δε έσονται οί νυν αύτον ζητουντες, 60 καt στό πλευρό του θά 'ναι αύτοt που τόν γυρεύουν τώρα
οί μόνον άγαπήσαντες έκεινογ άντι πάντων. αύτοt που τόν άγάπησαν πιό πολυ άπ' δ,τι άλλο.
Ούαι δε τότε τοις νυνι τον κόσμον άγαπωσιν. Καt τότε άλt στους τωρινους τόν κόσμο που άγαπουνε,
δτι κατακριθήσονται έν αύτφ ε(ς αiωνας! γιατi θα καταδικαστουν μαζί του στόν αίώνα.
Ούαί, ψυχή, τοις θέλουσι την δόξαν των άνθρώπων, 'Αλί, ψυχή, σ' δσους ποθουν τη δόξα των άνθρώπων,
65 δτι της δόξης του Θεου τότε άποστερουνται! 65 γιατi τη δόξα του θεου άποστερουνται τότε.
Ούαί, ψυχή, τοις έχουσι τον πλουτον συνηγμένον, Ψυχή μου, άλί, για δσους φυλουν τα πλούτη κλειδωμένα,
δτι έπιθυμήσουσιν έκει τυχειν ρανίδος! γιατt θα άναζητήσουνε σταγόνα έκει να βρουνε!
Ούαί, ψυχή, τοις έχουσιν έπ' 11.νθρωπον έλπίδα, Ώιμένα, για δσους εχουνε σ' άνθρώπους την έλπίδα,
δτι αύτος τεθνήξεται και συν αύτφ έλπίδες, πεθαίνουν οί άνθρωποι, ψυχή, κι οί έλπίδες μας μαζί τους
70 και τότε ει5ρεθήσονται μη έχοντες έλπίδα! 70 καt τότε θα βρεθουνε πια γυμνοi άπό κάθε έλπίδα.
Ούαί, ψυχή, τοις έχουσιν άνάπαυσιν ένταυθα, Ψυχή μου, άλί, για δσους έδω άνάπαυση άπολαυσαν,
δτι έκειθεν έξουσιν αίώνιον την θλιψιν! γιατt θέ να τους τρώει έκει ή άτέλειωτη ή θλίψη.
Είπέ, ψυχή μου, τί λυπfi, τί ζητεις των έν βίφ, Πές μου, ψυχή, τί σε λυπει, τί στη ζωη γυρεύεις,
εiπέ μοι, και διδάξω σε ένας έκάστου χρείαν ρώτα και θα σου μάθω έγω τί χρειάζεται καθένας
75 και μάθε και διδάχθητι το καλον έν έκάστφ! 75 καt μάθε και διδάξου έσυ τί εχει καλό καθένας.
Θέλεις, εiπέ, δοξάζεσθαι, θέλεις και έπαινεισθαι; Πές μου, τη δοξα άναζητεις, τόν επαινο γυρεύεις;
'Άκουσον τοίνυν, τί τιμή, τί δε και άτιμία · ,, Ακου λοιπόν τί 'ναι ή τιμη και τί ή άτιμία.
τιμ η το πάντας μεν τιμαν, τον Θεον δε προ πάντων Τιμη είναι δλους να τιμας και τό θεό πιό άπ' δλους
και τας έκείνου έντολας έπικτασθαι ώς πλουτον, καt ν' άποχτας σαν πλουτο σου τiς έντολές 'Εκείνου,
52. Ίω. 5,41-44. 57. Έκκλ. 1,2. 59. Α' Τιμ. 1,17.
62. Α' Ίω. 2,15. 63. Α' Κορ. 11,32. 64. Ίω. 12,43. 71-72. Βέβαια δέν παρατίθεται έδω ή παραβολή του πλουσίου καί του Λα­
65. Ρωμ. 3,23. 67. Λουκa 16,24. 68. Ίερ. 17,5. ζάρου, αλλά εΙναι fντονος στήν άκοή ό λόγος «δέν άπέλαβες τά άγαθά σου έν τft
ζωfi σου» (Λουκa 16,25).
Στους στίχους αύτούς άναπτύσσει τούς λόγους του Χριστου πρώτα
50--57. 74. Παρακάτω άποκαθιστa στό όρθό νόημά τους τίς fνοιες της τψης καί
γιά τούς πλουσiους κι fπειτα του Έκκλησιαστη. του πλούτου.
286 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΗ' 80-111 287

80 ύβρίζεσθαί τε δι 'αύτάς, δι 'αύτας λοιδορείσθαι 80 καt προσβολες να δέχεσαι γι' αύτες καt κατηγόριες
και δι' αύτας όνειδισμους ύποφέρειν παντοίους. καt χλευασμούς κάθε λογης γι' αύτούς να ύποφέρεις.
'Όταν γαρ πράγματί τινι, ψυχή, έπιχειρήσnς, 'Όταν, ψυχή μου, μια στιγμη καταπιαστεις μ' ένα έργο
ίνα τιμήσnς τον θεόν, i'να αύτον δοςάσnς πού θά 'ναι προσφορα άπό σε στό θεό τιμης καt δόξας
και δια τοϋτο ύβρισθflς και έςουδενωθήσn, καt σε προσβάλλουν γι' αύτό καt σε έξευτελίσουν
85 τότε τιμης έπέτυχες και δόςης της έστώσης, 85 πέτυχες τότε καt τιμη καt δόξα πού δεν φεύγουν,
δτι ή δόςα τοϋ θεοϋ έπί σε πάντως ηςει. γιατt ή δόξα του θεου θαρθει γοργα σ' έσένα.
Τότε σε και oi dγγελοι έπαινέσουσι πάντες, Καt τότε πια καt οί άγγελοι θα σ' έπαινέσουν δλοι,
δτι έτίμησας θεόν, δν ύμνοϋσιν έκείνοι. πού πρόσφερες τιμη στό θεό πού άνυμνουν κι έκεινοι.
θέλεις, ψυχή μου, κτήσασθαι ίματισμον και πλοϋτον; θέλεις, ψυχή, φορέματα καt πλούτη ν' άποκτήσεις;
90 'Άκουσον, dρτι δείςω σοι τον αίώνιον πλοϋτον· 90 "Ακουσε τώρα να σου πω τόν πλουτο τόν αίώνιο·
δάκρυσον, μετανόησον, καταφρόνησον πάντων, Κλάψε καt μετανόησε, παράτησε τα πάντα,
γενοϋ πτωχη τφ πνεύματι, γενοϋ και τfl καρδίq,, γίνε φτωχη στό φρόνημα, φτωχη καt στην καρδιά σου,
γενοϋ άκτήμων wήμασι, γενοϋ τοϋ κόσμου ςένη, γίνε φτωχη σε κτήματα, γίνε στόν κόσμο ξένη,
. γενοϋ των θελημάτων σου έχθρα των έναντίων καt γίνε στα θελήματα έχθρικη τ' άντίθετά σου,
95 και μόνου τοϋ θελήματος γενοϋ τοϋ σοϋ Δεσπότου 95 καt μόνο στου Δεσπότη σου τό θέλημα ύποτάξου,
καl άκολούθησον αύτοϋ τοις ίχνεσιν εύτόνως! και σταθερα άκολούθησε τ' άχνάρια των ποδιων του.
Και τότε σχολαιότερον βαδίσας 6 Δεσπότης Κι άφου βαδίσει πιό άργα πια τότε ό Δεσπότης
θέλων καταληφθήσεται ύπο σοϋ της άθλίας θ' άφήσει θέλοντας έσύ ή άθλια να τόν προλάβεις.
αύτον δ' (δοϋσα βόησον και κραύγασον μεγάλως, Κι δταν τόν δεις βάλε φωνη πού ν' άντηχήσει &ς πέρα
1οο αύτος δ' έπιστραφήσεται όμματι τφ iλέφ 100 και τότε θα γυρίσει αύτός τα ήμερά του μάτια,
και βλέψει και παράσχει σοι μικρον αύτον ίδέσθαι θα σε κοιτάξει άφήνοντας κι έσύ να τόν δεις λίγο
και πάλιν καταλείψει σε κρυβεις ές όφθαλμων σου. και πάλι θ' άπομακρυνθει και θα χαθει άπό έμπρός σου.
Τότε θρηνήσεις, τάλαινα, τότε κλαύσεις έμπόνως, Τότε θα κλάψεις, δύστυχη, πονώντας θα θρηνήσεις,
τότε αiτήσεις θάνατον μη φέρουσα τον πόνον, τό θάνατο, μη άντέχοντας τόν πόνο, θα καλέσεις,
105 μη στέγουσα τον χωρισμον τοϋ γλυκέος Δεσπότου. 105 τό χωρισμό άπό τό γλυκύ Δεσπότη μη βαστώντας.
Αύτος έςαποροϋσαν δε 6 άγαθος ίδών σε Κι ό άγαθός δταν σε δει σ' αύτη την άθλια θέση
και σφοδρως έπιμένουσαν τφ κλαυθμφ και τfl λύπn καt νά έπιμένεις σταθερα στό κλάμα και στη λύπη,
πάλιν αi'φνης φανήσεται, πάλιν σε καταυγάσει, αίφνίδια θα ξαναφανει να σε ξαναφωτίσει,
πάλιν καθυποδείςει σοι τον άκένωτον πλοϋτον, πάλι τόν άνεξάντλητο πλουτο του θα σου δείξει,
11 ο την δόςαν την άμάραντον τοϋ πατρικοϋ προσώπου, 110 τη δόξα την αμάραντη της όψης του Ηατέρα,
και εύφρανεί σε ώς το πριν και χαρας σε έμπλήσει και θα σ' εύφράνει δπως και πριν χαρα γεμίζοντάς σε
------
86. Ήσ. 60,1. 92. Ματθ. 5,3. 96. Α' Πέτρ. 2,21. 98. Φιλ.3,12. 110. Β' Κορ. 3,7.
Γ
1

288 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ


ΥΜΝΟΣ ΜΗ' 112-142 289
και ούτω καταλείψει σε της χαρας πεπλησμένην.
καi θα σ' άφήσει φεύγοντας άπό χαρα γεμάτο.
Κατα μικρον δε ή χαρα τοις έκτου κόσμου λόγοις
Μα λίγο λίγο τη χαρα θα διώξουνε τόυ κόσμου
και λογισμοις έκλείψει σε και προσέσται σοι λύπη, τα λόγια καi οί λογισμοi καt θέ να σούρθει ή λύπη
115 και ούτω πάλιν ώς το πριν §σn σφοδpως θρηνουσα
11 s καi πάλι όμοια ώς καi πριν γοερους θ' άρχίσεις θρήνους,
και κοκυτφ κραυγάζουσα κάκε'ίνον έκζητουσα, θα κράζεις μ' άναφιλητα καi θα καλείς 'Εκείνον,
τον εύφροσύνης πάροχον, τον της χαρας δοτfjρα,
πού 'ναι εύφροσύνης πρόξενος καi της χαρας δοτήρας,
τον πλουτον τον iστάμενον και άει όντως όντα.
ό πλουτος ό άδαπάνητος καi που στ' άλήθεια μένει.
Ούτω σου την προαίρεσιν δοκιμάζοντας βλέπε,
Να δοκιμάζει βλέποντας έτσι την πρόθεσή σου
120 μη άποκάμnς, dJ ψυχή, μη στραφflς εiς τούπίσω, 120 μην άποκάμεις, ω ψυχή, καt μη γυρίσεις πίσω,
μη εί'πnς Μέwι πότε μοι αληπτος ούτως §σται; μην πείς Ώς πότε άσύλληπτος έτσι θα μου ξεφεύγεις;
μη εί'πnς Τί φαινόμενος εύθυς κρύπτεται πάλιν
μην πείς Πως ένω φαίνεται, κρύβεται πάλι άμέσως
και §ως πότε κόπους μοι ούκ έλεει παρέχειν;
κι ως πότε άνελέητος θα μέ φορτώνεις κόπους;
μη εί'πnς Πως δε δύναμαι κοπιαν μέ'ΧJ)ι τέλους;
Μην πείς Πως θα μπορέσω έγω ως τό τέλος να ύποφέρω;
125 και κατοκνήσnς, dJ ψυχή, έκζητειν τον Δεσπότην, 12s καi να ζητείς τόν Κύριο δειλιάσεις, ω ψυχή μου,
άλλ' ώς προς θάνατον σαυτην dπαξ, ψυχή, έκδουσα άλλα σανά 'χεις πια δοθεί στό θάνατο, ψυχή μου,
μη ψηλαφήσnς ανεσιν, μη έκζητήσnς δόξαν,
μην ψάξεις για ξεκούραση καi μη ζητήσεις δόξα,
μηδε τρυφην του σώματος, μη συγγεvωv φιλίαν,
άπόλαυση σωματικη καi συγγενων άγάπη,
μη περιβλέψn δεξιq,, μη εύωνύμq, δλως,
μη ρίξεις βλέμματα δεξια κι άριστερα καθόλου,
130 άλλ' ώς ένήρξω, μαλλον δε θερμοτέρως δραμουσα
130 μα βιάσου όπως άρχισες καi πιό θερμα άκόμα
σπευσον άει καταλαβε'ίν, δράξασθαι του Δεσπότου! για να προλάβεις τρέχα έμπρός τόν Κύριο να φτάσεις.
Καν μυριάκις αφαντος, τοσαυτάκις φανής σοι
Κι αν άφαντος μύριες φορές γίνει καi μύριες πάλι
γένηται και ό dληπτος ούτως §σται ληπτός σοι,
φανερωθεί κι ό άσύλληπτος έτσι πιαστεί άπό σένα,
μυριοντάκις, μαλλον δε §ως πνέεις δλως,
μύριες φορές καi πιό καλα όσο πνοη σου μένει
135 προθυμοτέρως ζήτησαν και προς έκεινον δράμει
135 ζήτα τον προθυμότερα και προς 'Εκείνον τρέχα.
Και γαρ ού καταλείψει σε, ούκ έπιλήσεταί σου,
Δέ θα σ' άφήσει βέβαια κι ούτε θα σέ ξεχάσει
κατα μικρον δε μάλιστα έπι πλειον φανειται και λίγο λίγο να σου πω θα σου φανεί πιό. τέλεια
και συχνοτέρως σοι, ψυχή, συνέσται ό Δεσπότης
καt πιο συχνα ό Κύριος, ψυχή, θά 'ναι μαζί σου·
και καθαρθεισαν τέλεον του φωτος τfl έλλάμψει
κι άφου πια τέλεια καθαρθείς μέ του φωτός τη λάμψη,
140 δλος αύτος έλεύσεται, αύτος έγκατοικήσει,
140 άκέραιος θά 'ρθει πια σ' έσέ να κατοικήσει έντός σου
αύτος και §σται μετα σου ό τον κόσμον ποιήσας,
και θά 'ναι αυτός μαζt μ' έσέ τον κόσμο που έχει πλάσει
και πλουτον §ξεις άληθfj δν ό κόσμος ούκ §χει,
------ καt θά 'χεις πλούτη άληθινα που δεν τα έχει ό κόσμος,
120. Λουιcα 17,31.
131. Φιλ. 3, 13.
141. Πράξ. 17,24.
120. Τονίζεται ή άνάγιcη της έπιμονης στήν κατάκτηση του Χριστου.
1Ji

111
1,
Ι'
11 290 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΗ' 143-166 291
1
Ί

1 άλλ' ουρανος καί οί έι(ει έναπογεγραμμένοι. άλλα μονάχα ό ούρανός κι δσοι είναι έκει γραμμένοι.
Ί
1
ΕΙ ουτω σαι γενήσεται, είπέ, τί πλέον θέλεις; "Αν κάτι τέτοιο σου συμβει, τί θέλεις παραπάνω;
145 Είπέ, ψυχη άχάριστε, είπέ, ψυχη άγνωμον, 145 Πές μου, άχάριστη ψυχή, χωρις εύγνωμοσύνη,
ε(πέ, ψυχή μου ταπεινή, τί τοι5των μειζον έστιν πές μου, ψυχή μου ταπεινή, τί είναι άπ' αύτα πιό μέγα
έν ουρανοις είτ' έν τfl γfl, ίν 'έκεινο ζητήσnς; στους ούρανους εϊτε στη γη, κι έκεινο να γυρέψεις;
Του ουρανου 6 ποιητης και τfjς γfjς 6 Δεσπ6της Ό ποιητης των ούρανων και της γης ό Δεσπότης,
και πάντων των έν ουρανφ και πάντων των έν κ6σμφ όσων είναι στον ούρανό κι δσων στη γη είναι ό κτίστης
150 κτίστης, ιφιτης ιωι βασιλευς αυτος υπάρχων μ6νος 150 μα και ό κριτης κι ό βασιλιας οντας αύτός μονάχα,
έν σαι υπάρχει κατοικων, δλος δεικνι5μεν6ς σαι, νάτος που έντός σου κατοικει κι άκέριος δείχνεταί σου,
δλος έλλάμπων σε φωτz κα) ι(άλλος υποφαίνων άκέριος με τη λάμψη του σε φέγγει καiτό κάλλος
το του προσώπου, και αυτον έκτυπώτερον βλέπειν σου δείχνει του προσώπου του και πιό εντονα σε κάνει
παρέχων σαι και κοινωνον δ6ξης σε τfjς ίδίας να τόν θωρεις και κοινωνό της ϊδιας του της δόξας
155 άπεργαζ6μενος. Είπέ, τί τοι5του μειζον αλλο; 155 σε δείχνει, μεγαλύτερο ποιό εiν' άπό τουτο άλλο;
-Πάντως ουδέν, μαι προσερε'iς-. Έγω δε πάλιν λέγω· Τίποτε δε θ' άποκριθεις και θα ξαναρωτήσω.
Τοιαι5της δ6ξης, dJ ψυχή, συ καταξιωθεισα "Αν άξιωθεις έσύ, ψυχή, τόσο μεγάλη δόξα,
τί έτι κέχηνας προς γfjv, τί δε θέλγn το'iς dJδε, πως σε θαμπώνει άκόμα ή γη και σε τραβουν τα γήινα,
11 τί το'iς φθαρτο'iς προστέτηιως τα αφθαρτα λαβουσα, κι ένω ελαβες τα άφθαρτα για τα φθαρτα ύποφέρεις,
160 τί τοις παρουσι πρ6σιωσαι τα μέλλοντα εύρουσα; 160 πως στα παρόντα κόλλησες, τα μέλλοντα ένω βρηκες;
Έκεινα σποι5δασον, ψυχή, διηνεκως κειαfjσθαι, Έκεινα φρόντιζε, ψυχή, συνέχεια ν' άποχτήσεις,
έκείνοις δλην σεαυτην προσκ6λλησον, ψυχή μου, τόν έαυτό σου όλόκληρο δέσε μ' αύτά, ψυχή μου,
ί'να ιωι μετα θάνατον έν αύτοις εύρεθήσn άνάμεσά τους να βρεθεις μετα τό θάνατό μου
το'iς αίωνίοις άγαθο'iς, οΤς έντευθεν έκτήσω, στα αίώνια μέσα τ' άγαθα που έδω εχεις άποχτήσει,
165 και συν αύτο'iς τφ ποιητfl παραστflς ιω) Δεσπ6τn 165 και στον ποιητη να παραστεις μ' αύτα και στό Δεσπότη
εύφραινομένη συν αύτφ εtς αtωνας αίώνων. χαρα μεστη μαζι μ' αύτόν στους αίωνες των αίώνων.
'Αμήν. 'Αμήν.

143. Έβρ. 12,23.


154. Α' Πέτρ. 5,1.
163. Φιλ. 3,9.

~! __
Μθ' 49

Πολλες φορες κατα την έπιμέλειά του για τη διόρθωση του


VΟτι ούκ έστιv, ότε καi δια τήr; είr; τον πλησfοv eπιμε­
λεfαr; κα"i διοpθώσεωr; συγκατασπό.σθαι τον διδάσκαλοv πλησ(ον του ό δάσκαλος παρασύρεται άπό την άσθένεια
του πάθους που ύπάρχει στον πλησίον.
είr; τfιv evούσαv eκεfvφ τού πάθουr; άσθιivειαv.

Έλέησόν με, Κύριε, έλέησόν με, μόνε, Δειξε μου ελεος, Κύριε, δειξε μου ελεος, μόνε,

ό έκ νηπίας με, Σωτήρ, σκεπάσας ήλικίας, που άπό μικρό μέ σκέπασες, Χριστέ, μέ τα φτερά σου,

ό πάμπολλά μοι πταίσαντι, έν έπιγνώσει όντι, και τ' απειρα που άμάρτησα, δπως καλα γνωρίζω,

οiκείq, άγαθότητι dπαντα συμπαθήσας, έσυ μου τα συμπάθησες δλα άπό καλοσύνη·

5 ό κόσμου με ρυσάμενος του δεινού και ματαίου 5 άπό τόν κόμο μ' εσωσες τό φοβερό και μάταιο,
και συγγενών και φίλων τε και ήδονών άτόπων τους φίλους και τους συγγενεις, τις αiσχρές άπολαύσεις

κάνταίJθα άξιώσας με ώς έν όρει καθίσαι μ' άξίωσες έπάνω έδω σαν σέ όρος να καθίσω,
και δείξας μοι την δόξαν σου την θαυμαστήν, Θεέ μου, άφου τη δόξα μου 'δειξες τη θαυμαστή, Θεέ μου,
και Πνεύματος έμπλήσας με τοίJ Θείου σου, Χριστέ μου, κι άπό τό θειο τό Πνευμα σου μέ γέμισες, Χριστέ μου,

1ο και φωτισμού πνευματικού όλον με έμφορήσας Ι 10 μέ φωτισμό πνευματικό τό εiναι μου πλημμυρώντας!

Αύτος άμεταμέλητον την χάριν σου, Θεέ μου, Έσυ κι άμεταμέλητη τη χάρη σου, Θεέ μου,

παράσχου μοι τφ δούλφ σου εiς τέλος όλοκλήρως! δωσε σ' έμέ τό δουλο σου κι όλόκληρη &ς τό τέλος.

Μη άντανέλnς, Δέσποτα, μη άποστρέψnς, κτίστα, Δέσποτα, μην άποσυρθεις, μη φύγεις άπό μένα,

μηδε παρίδnς dπαξ με προ προσώπου σου στήσας μη δεις άλλου, σαν μ' εστησες άπέναντί σου, κτίστη,
15 και κατατάξας έν τοις σοις δούλοις με και σφραγίσας Ι 5 μ' εβαλες μέ τους δούλους σου μαζί σφραγίζοντάς με
σφραγίδι σου της χάριτος σόν με έπονομάσας! μέ τη σφραγίδα σου, Χριστέ, καλώντας με δικό σου.

Μη πάλιν άπορρίψnς με, μη πάλιν άποκρύψnς Μη μ' άπορρίψεις πάλι πιά, μην κρύψεις άπό μένα

το φώς το του προσώπου σου, κάμε καλύψn σκότος του αγιου προσώπου σου τό φως και μέ σκεπάσει σκότος

και καταπίn dβυσσος και σύσχn ούρανός με, και μέ ρουφήξει ή αβυσσος κι ό ούρανός μέ πνίξει,
20 δν ύπεράνωθεν αύτοίJ άνήγαγες, Σωτήρ μου, 20 δπου ψηλότερα άπ' αυτόν μ' άνέβασες, Σωτήρα,

και συν άγγέλοις, μfiλλον δε συν σοι τφ πάντων κτίστn κι αξιο μέ τους άγγέλους σου μ' εκανες η μ' έσένα

19. Ψαλμ. 68,15.


7. Ματθ. 17,1. 8. Έξ. 33,18.
13. Ψαλμ. 50,13. 7. Πρόκειται φυσικά γιά τό Θαβώρ, τό όρος της Μεταμόρφωσης.
".ί!!:·,.
! i!1

111 294 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΘ' 22-52 295
.,1
11!
ii
συνειναι τωτηξίωσας και συναγάλλεσθαί σοι μαλλον τον κτίστη του παντός να ζω άναγαλλιώντας,
'Ι τωι βλέπειν την άσύγκριτον του σου προσώπου δόξαν να βλέπω την άσύγκριτη του προσώπου σου δόξα,
του άπροσίτου τε φωτος είς κόρον άπολαύειν τ' άπρόσιτο άπολαύοντας φως σου να μή χορταίνω,
25 τωι χαίρειν και εύφραίνεσθαι άρρητον εύφροσύνην 25 χαρα να νιώθω άνείπωτη κι άνέκφραστη εύφροσύνη,
τfί συνουσίq,, Δέσποτα, της σης άφράστου αί'γλης. πλέοντας στην άπερίγραπτη την αϊγλη σου, Σωτήρα.
Κατατρυφων δε του φωτος έκείνου του άρρήτου Κι άπολαμβάνοντας το φως το άνείπωτο έκεινο
έσκίρτων, εχαιρον συν σοι τφ ποιητfί και πλάστn, σκιρτουσα κι εχαιρα μ' έσέ τον πλάστη και ποιητή μου,
άμήχανον τωτανοων κάλλος του σου προσώπου. νοώντας το άνυπέρβλητο του πρόσωπού σου κάλλος.
30 Έπει δε πάλιν προς την γην κατήγαγον τον νουν μου, 30 Μα δταν πάλι προς τή γη κατέβηκε ό νους μου
πεφωτισμένος ών έν σοί, ούκ εβλεπον τον κόσμον άπο το φως σου λάμποντας δεν εβλεπα τον κόσμο,
ούδε τα όντα πράγματα, Δέσποτα, έν τφ κόσμφ, οϋτε δσα ύπfjρχαν πράγματα, Δέσποτα, μές στον κόσμο,
άλλ' ύπεράνω των παθων και μεριμνων ύπηρχον άλλα στεκόμουν πιο ψηλα άπο μέριμνες και πάθη
τωι πράγμασι στροβούμενος και τα κακα έλέγχων. καt μ' εσερναν τά πράγματα μά ελεγχα τις κακίες.
35 Ούκ έκοινώνουν μεν το πριν κακίαις άνθρωπίναις 35 'Ήμουν πιο πριν ~μέτοχος άπο κακίες άνθρώπων·
ώς δ' έγχρονίσας έν αύτοις τα άλλων προεθέμην ζώντας δμως πολυ μ' αύτους αλλων άνέλαβα εργο
και φιλονείκοις, Δέσποτα, συνυπήχθην άνδράσιν, καί, ω Κύριε, άναμίχθηκα μέ φιλόνεικους ανδρες,
έλπίδι διορθώσεως μετέσχον της κατ(ίας μ' έλπίδα να διορθωθουν μπλέχτηκα στην κακία,
και στ(ότους, οί'μοι, των παθων μετέλαβον άφρόνως μέσα στο σκότος των παθών βούλί'αξα δίχως γνώση
40 και κρατηθεις ύπο θηρων άγρfων κινδυνεύω. 40 και κινδυνεύω αiχμάλωτος θηρίων αίμοβόρων.
'Άλλους έκσπασαι θέλων γαρ λύμης γε της έκείνων
... Άπ' τή βρωμιά τους θέλοντας να άποσπάσω αλλους,
αύτος πρωτον κατάβρωμα γέγονα τοις θηρίοις ό ϊδιος πρώτος εγινα τροφη στ' αγρια θηρία.
i :Άλλα προφθάσας οfκτειρον, άλλα ταχύνας ρυσαι Πρόφτασε και σπλαχνίσου με και βιάσου να μέ σώσεις,
11 τον δια σέ, φιλάνθρωπε, έν τούτοις έμπεσόντα! εϋσπλαχνε, που για χάρη σου μέ τούτους εχω μπλέξει.
li1' 45 Κατα την σην γαρ έντολην τέθεικα, έλεήμων, 45 Γιατί, ω έλεήμων, εδωσα κατα την έντολή σου
11
1! ψυχην την παναθλίαν μου ύπερ των άδελφων μου· την παναθλία μου ψυχή χάρη των άδελφων μου.
Ιi εί οι3'ν έτρώθην, δύνασαι (άσασθαί με, Σωτερ, Σωτήρα μου, αν λαβώθηκα, μπορεις να μέ γιατρέψεις
κι αν οί έχθροι μέ πιάσανε σαν αθλιο αίχμάλωτό τους,· '
1i
εf έκρατήθην παρ' έχθρων, αίχμάλωτος ό τάλας,
lii! άλλα αύτος ώς δυνατος και ίσχυρος ε(ς απαν δμως σαν παντοδύναμος και iσχυρος που εiσαι
50 ίσχύεις έκλυτρώσασθαι θελήματί σου μόνφ · 50 να μέ λυτρώσεις δύνασαι να το θελήσεις μόνο·
11
ii11 εί και θηρίων στόμασι και χερσι κατελήφθην, Κι αν σέ θηρίων πιάστηκα το στόμα και στα χέρια,
άλλα φανέντος θνήξονται εύθύς, έγω δε ζήσω. θα σβήσουνε μόλις φανεις εύθυς κι έγώ θα ζήσω.
11
1
; 24.
46.
Α' Τιμ.
Α' Ίω.
6,16.
3,16.
42.
53.
Ίε~. 34,5.
Έξ. 34,6.
41-42.
(Sμvος.
Είναι καi αύτός πραγματικός κίνδυνος, στόν όποιο άναφέρεται ό

11,
]!

11
li
ii
ιt_
296 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΘ' 53-83 297

Ναί, 6 πολυς έν οίκτιρμοις, Ιlφατος έν έλέει, Ναί, οί οίκτιρμοί σου άμέτρητοι κι αφατο τό έλεος,
έλέησον, οίκτείpησον έμε τον πεπτωκότα! έλέησον καi σπλαχνίσου με έμένα που έχω πέσει.
55 Κατfjλθον έν τφ φpέατι pύσασθαι τον πλησίον 55 Μες στό πηγάδι γλίστρησα τό διπλανό να σώσω
και συγκατέπεσα κάγώ, δικαιοκpίταΣωτερ· καi κάτω βρέθηκα κι έγώ, Σωτήρα δικαιοκρίτη.
μή με έάσnς κείμενον εfς τέλος έν τφ βόθpφ! "Ως τα στερνα να κείτομαι στό λάκκο μην άφήσεις.
Ναί, οίδα ώς πpοσέταξας, πανοικτίpμων Θεέ μου, Ναί, ξέρω καθώς πρόσταξες, πανεύσπλαχνε Θεέ μου,
δτι χρη πάντως pύεσθαι τον άδελφον θανάτου τόν άδελφό άπ' τό θάνατο να σώζομε πως πρέπει
60 και άμαpτίας δήγματος, άλλ' ού δι 'άμαpτίας 60 κι άπό άμαρτίας τό δάγκωμα, άλλα όχι με άμαρτία
συναπολέσθαι μετ' αύτου- δ πέπονθα 6 τάλας μαζί του να χαθω κι έγω -μ' αύτό έχω πάθει ό δόλιος,
και pq,θυμήσας πέπτωκα έμαυτφ γε θαppήσας -, και ραθυμώντας έπεσα θαρρώντας στόν έαυτό μου­
άλλα κάκεινον pύεσθαι και έμαυτον ώσαύτως, να σώσω έκεινον έπρεπε άλλα κι έμε τόν ϊδιο·
είδε μή, μένειν Ιlνωθεν και θpηνειν τον πεσόντα άλλιως έπάνω aς έμενα τόν που έπεσε να κλαίω
65 και φεύγειν, δση δύναμις, το πεσειν συν έκείνφ. 65 κι δσο μπορουσα aς ξέφευγα μαζι μ' αύτόν να πέσω.
'Αλλ' οι3'ν και νυν άνάστησον, άνάγαγε του χάους Μά σήκωσέ με τώρα πιά, βγάλε με άπό τό χάος,
και στfjσον έπι πέτpαν με, Χριστέ, των έντολων σου πάνω στην πέτρα στησε με, Χριστέ, των έντολων σου
και δειξον πάλιν μαι το φως, δ ού χωpει 6 κόσμος, καi ξαναδειξε μου τό φως, που δε χωράει ό κόσμος,
άλλ' έξω κόσμου και φωτος 6pατου και άέpος μα έξω άπ'·τόν κόσμο τό όρατό τό φως και τόν αίθέρα
10 του αiσθητου και ούρα νου αίσθητων τε άπάντων 70 τόν αίσθητό, τόν ούρανό καi τα αίσθητα δλα άντάμα
άποτελειγε τον αύτό, Σωτέp μου, καθοpωντα· βγάζει, Σωτήρα μου, αύτόν που μπορει καi τό βλέπει.
εfτε χωpις του σώματος, εfτε συν τούτφ δλως, Κι av βγαίνει μέ τό σωμα του εϊτε με δίχως τουτο
μη έπιστάμενος, Θεέ, κατα την τότε ωpαν, δεν τό γνωρίζει, Κύριε, κατα την ωρα έκείνη,
δοκω δέ, ωσπεp Ιlϋλος φωστηp ύπάpχων τότε άλλα θαρρω σαν αυλο λαμπρό άστέρι τότε,
75 τφ κάλλει τε του νοητου λαμπόμενος ήλίου, 75 που λάμπει με την όμορφια του νοητ9υ ήλίου,
το έαυτου ού καθοpαν Ισχύει φως αfσθήσει, άδυνατει άληθινα να δει τό φως του τό ϊδιο
έιcεινον μόνον δε 6pq. τον Ιlδυτον φωστfjpα καi μόνο τό άβασίλευτον αστρο θωρει έκεινο,
άμήχανον κατανοων κάλλος αύτου της δόξης, νοώντας τ' άνυπέρβλητο της δόξας του τό κάλλος
και έκπληττόμενος σφοδpως καταμαθειν ούκ έχει, κι άπ' τη σφοδρη κατάπληξη άδυνατει να μάθει
80 οϋτε κατανοήσασθαι τον θεωρίας τρόπον, 80 άκόμα καi ν' άντιληφθει της θεωρίας τόν τρόπο,
το πως ij που 6 πανταχου άνεpμηνεύτως πέλων πως η που ό άνεξήγητα σε κάθε τόπο ύπάρχων
6pαται, περιγράφεται θέλων έν τοις άγίοις. βλέπεται, περιορίζεται θέλοντας στους άγίους.
Τουτο δε ί'σμεν Ιlπαντες των τοιούτων οί μύσται, Μα δλοι οί γνωστες ξέρομε αύτων των μυστηρίιον,

67. 'Εξ. 33,21. 78. 'Αμήχανο είναι τό κάλλος της δόξας του, δηλαδή δέν μπορεί να τό άντι­
72. Β' Κορ. 12,3. κρίσει ό άνθρωπος καί να τό οiκειωθεί, έμβάλλει σ' άμηχανία.

·(
'298 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΜΘ' 84-104 299

δτι του κόσμου έξωθεν τότε έν άληθείq, δτι στ' άλήθεια βγαίνομε εξω άπ' τόν κόσμο τότε
85 γινόμεθα ιωι μένομεν, αχρις αυτδ όρωμεν, 85 κι εξω άπ' τόν κόσμο μένομε δσο που τό θωρουμε
και πάλιν ευρισκόμεθα έν σώματι και κόσμφ. κι επειτα ξαναρχόμαστε στό σωμα και στον κόσμο.
Μεμνημένοι δε της χαρας και του φωτδς έκείνου Κι έχοντας τη χαρα στό νου ώς και τό φως έκεινο
και της γλυ~είας ήδονης θρηνουμεν και πενθουμεν, και τη γλυκύτατη ήδονή, θρηνουμε και πενθουμε,
ωσπερ παιδίον νήπιον καθορων την μητέρα καθώς παιδάκι νήπιο τη μάννα του που βλέπει
90 και μεμνημένον γάλακτος γ λυκασμου κλαυθμυρίζει, 90 και κλαίει τό γάλα τό γλυκό καθώς στό νου του φέρνει,
έως έι(είνου δράξηται και είς κόρον θηλάσn. ώσότου άρπάξει τό μαστό κι άχόρταγα τό θηλάσει.
Τουτο αfτουμεθα ιωι νυν, τουτό σε δυσωπουμεν, Αύτό τώρα γυρεύομε και σε παρακαλουμε,
τουτο προσπίπτομεν λαβεi\ι άναφαίρετον, Σωτερ, Σωτήρα, σου προσπέφτομε και δωστο μας για πάντα
δπως και νυν τρεφώμεθα, πανοικτίρμον, έκ τοι5του και τώρα να εχομε τροφή, πανεύσπλαχνε, άπό τουτον
95 του άρτου του έξ ουρανου νοητως κατιόντος 95 τόν αρτο που άπ' τόν ούρανό νοητα κατεβαίνει
και πασι τοις μετέχουσι ζωης μεταδιδόντος, και σ' δλους που τόν κοινωνουν ζωη τους μεταδίνει
και άπιόντος και προς σε την πορείαν ποιουντες και φεύγοντας και προς έσε βαδίζοντας, Θεέ μου,
συνοδοιπόρον έξωμεν, βοηθάν τε και ρυστην συνοδοιπόρο νά 'χομε, βοηθό μας και σωτήρα,
και συν αυτφ και δι' αυτου προσαχθωμέν σαι, Σωτερ, μαζί και με τη χάρη του σ' έσε να όδηγηθουμε
100 και έν τfj κρίσει τfj φρικτfj τας ήμων άμαρτίας 100 κι ετσι στην κρίση τη φρικτη έκεινο να σκεπάσει
αυτδ σκεπάσn, Δέσποτα, του μη έκκαληφθηναι τις άμαρτίες μας, Δέσποτα, να μη ξεσκεπαστουνε
μηδε φανηναι απασιν άγγέλοις και άνθρώποις, κι ούτε σε δλους να φανουν άγγέλους και άνθρώπους,
άλλα και ίμάτιον ήμιν γένηται λαμπροφόρον άλλα και ίμάτιο για μας άστραφτερό να γίνει
και δόξα και διάδημα είς αfωνας αίώνων. και δόξα και διάδημα στους αίωνες των αίώνων.
'Αμήν. 'Αμήν.

95. Τα τίμια δώρα εiναι ή ζωή του πιστου, δπως τό γάλα τροφή και ζωή
95. Ίω. 6,31 έ. των παιδιών. Συντηρουν και συνοδεύουν τό Χριστιανό τώρα και στην έκδημία
του.
Ν'
50
Περi θεωρ{ας θεού καi θε{ωv πραγμάτων καi άγ{ου Περi της θεωρίας του θεού και των θείων πραγμάτων, της
Πνεύματος παραδόξου έvεργε{ας· καi περi τώv ίδ{ωv παράδοξης ένέργειας του άγ(ου Πνεύματος και των γνωρι­
τής άγ{ας καi όμοουσ{ου Τριάδος· καi ότι ό μiJ φθά­
σμάτων της άγίας και όμοούσιας Τριάδας. 'Ακόμα οτι,
σας είσελθείv είς τiJv βασιλε{αv τώv ούραvώv ούδεv οποιος δεν μπόρεσε να είσέλθει στη βασιλεία των ουρα­
ώφεληθησεται, καν ιiκτος γέvηται τώv τού v.δου νών, δε θα ώφεληθεί καθόλου άκόμα κι αν άπαλλαγεί άπό
κολάσεων. τα βασανιστήρια του αδη.

Τίτο έν έμοι παρα σου ε(ργασμένον, Τί είναι τό πράγμα που έκανες σ' έμένα,
dJ των πάντων αl'τιε Θεε και μέδον; ω αίτία των πάντων, θεε και βασιλιά μου;
Τί γαρ και εl'πω, τί δ' άρα έννοιjσφ; Τί τάχα να σου πω και τί νά έννοήσω;
Μέγα μεν έμοι το όρώμενον θαυμα, Σ' έμένα δ,τι θωρω μεγάλο θαυμα
5 αγνωστον δ' έστι και άόρατον πασι.­ s ένω άγνωστο είναι, άόρατο στους πάντες.
Ποιον τουτο, λέξον μοι;-Πιστως έξείπω · Ποιό είναι τουτο; θα στό πω μ' άκρ{βεια.
Σκότει και σκι{!., αίσθητοις και αiσθιjσει, Σε σκότος και σε σκια και σ' αίσθητό κι αίσθήσεις,
κτίσει ένύλφ, αίματι και σαρκί τε σ' ένυλη κτίση, σε αίμα και σε σάρκα
κρατουμαι, συμπέφυρμαι, Σωτερ, ό τάλας. κρατιέμαι κι έχω άναμιχτεί, Σωτήρα, ό δόλιος.
10 Έν τούτοις δ' δντα δυστυχως και άθλίως ιο Κι ένω σε τουτα βρίσκομαι δυστυχης κι άθλιος
έκπληξις συνέχει με θέλοντα φράσαι · θέλω να πω μα ή έκπληξη με δένει.
βλέπω νοερως που, τί η πως ούκ οlδα. Βλέπω νοερά· μα που, τί, πως δεν ξέρω.
Το γαρ πως άνέκφραστόν έστιν είς απαν, Τό πως όλότελα είναι άνέκφραστο,
το δε που γνωστον και αγνωστον δο1cειμαι' τόπου γνωστό μου φαίνεται κι άγνωστο πάλι·
1s γνωστον μέν, δτι έν έμοι καθοραται 1s γνωστό γιατi σε μένα μέσα άφήνει να τό βλέπω,
και μακρόθεν δείκνυται αύτό γε πάλιν, άλλα και μακρια φαίνεται τό ίδιο πάλι,
αγνωστον δ' δμως ώς κάμε συναπάγον μα αγνωστο, άφου κι έμε παίρνει μαζί του
έν τφ μηδαμου μηδαμως δλως τόπφ σε τόπο που καθόλου πουθενα δεν είναι
------
22. Έφ. 1,11. γιά τό τί εtναι ό θεός και τί ταραχή δημιουργεί στό πνεϋμα του ό άπεριόριστος
θεός πού χωρεί όλόκληρος σέ κάθε πλάσμα. "Ως τό στίχο 88 δίνεται άπάντηση
1. Τό ποίημα άρχ{ζει άναλογικά μέ την Ι!κφραση της άπορίας τοϋ ποιητ