You are on page 1of 6

14

πύρινα λόγια

«Όλες οι δικτατορίες τέλειωσαν με πόλεμο» είπε ένας, πάντα λιγομίλητος, ενεργητικός


παππούς, μόλις ακούστηκε η πρώτη ανακοίνωση στο ραδιόφωνο για επιστράτευση.
Τουλάχιστον δέκα άτομα στο καφενείο ήταν σε επιστρατεύσιμη ηλικία και έφυγαν για
τα σπίτια να δουν το χρώμα που είχε το «Φύλλο Πορείας» και, αν ταίριαζε, να φύγουν
για τη μονάδα τους. Στο τέλος της ανακοίνωσης γινόταν αναφορά για «Ειδικά Φύλλα
Πορείας», οι κάτοχοι των οποίων έπρεπε να παρουσιαστούν άμεσα στη μονάδα
επιστράτευσης για ειδικές εντολές. Έτσι, το απόγευμα της ίδιας μέρας βρέθηκε έξω από
τα Γιάννενα, στο μεγάλο στρατόπεδο. Κάποιοι στρατιώτες στην είσοδο, σε κατάσταση
τρέλας, προσπαθούσαν να κατευθύνουν εκατοντάδες ανθρώπους στα κτίρια στο
εσωτερικό του στρατοπέδου. Μετά από δύο ώρες κατάφερε να φτάσει σ’ ένα γραφείο,
που ήταν ένας λοχαγός κι ένας υπολοχαγός, που καθοδηγούσαν όσους είχαν «Ειδικό
Φύλλο Πορείας». Τους έδειξε το ΕΦΠ και την ταυτότητά του. Οι δυο τους
αλληλοκοιτάχτηκαν. Ο λοχαγός παίρνει τα χαρτιά και ανοίγοντας τη διπλή συρόμενη
πόρτα φάνηκαν μέσα ανώτεροι αξιωματικοί. Μια βαριά φωνή ακούστηκε: «Τώρα αυτοί
μας έλειπαν. Να πάει σπίτι του. Θα ειδοποιηθεί». Ο λοχαγός του έδωσε τα χαρτιά με τη
φράση «Θα ειδοποιηθείς με ατομική πρόσκληση». Βγήκε. Τι είδαν τάχα πάνω στο
Ειδικό Φύλλο Πορείας οι αξιωματικοί στρατολογίας-επιστράτευσης που αυτός δεν είδε
ποτέ ; Διασχίζοντας το στρατόπεδο αργά-αργά άκουγε μέσα από τα κτίρια-αποθήκες
φωνές, βρισίδια, κακό. Κοντοστάθηκε σε μια μεγάλη ανοιχτή πόρτα. Επιστρατευμένοι,
στρατιώτες, υπαξιωματικοί άνοιγαν κιβώτια οπλισμού, που μέσα δεν είχαν όπλα, αλλά
πέτρες από νταμάρια, αυτές που στρώνουν χωματόδρομους. Το βρίσιμο πήγαινε
σύννεφο. Σταμάτησε και στην επόμενη μεγάλη πόρτα. Το ίδιο σκηνικό. Οι
επιστρατευμένοι κρατούσαν στα χέρια τους ρούχα και άρβυλα και περίμεναν να
πάρουν όπλα απ’ τα κιβώτια που είχαν όμως κοτρώνες! Στο τρίτο κτίριο οι
επιστρατευμένοι ήταν έξω σε πηγαδάκια και σχολίαζαν το φαινόμενο, κάποιοι έδειχναν
να το διακωμωδούν. Πλησίαζε την έξοδο, την πύλη. Κόσμος και κοσμάκης ρωτούσε που
να πάει και κάποιοι λίγοι έβγαιναν και κατευθύνονταν προς την Εθνική Οδό. Εκεί σε μια
διασταύρωση περίμεναν κι άλλοι, στην ηλικία του και μεγαλύτεροι. Όλοι κατά μήκος
του δρόμου σήκωναν το χέρι σε όλα τα αυτοκίνητα. Πλησίασε. «Εμάς δε μας θέλουν
ούτε για επιστράτευση» φώναζε κάποιος και έβριζε. Κάποια ΙΧ. σταματούσαν.
Έπαιρναν έναν, δύο. Ένα φορτηγό σταματάει. Πήγαινε στην Πρέβεζα. Ανέβηκαν πάνω
από τριάντα άτομα. Στη γέφυρα Καλογήρου, στην διασταύρωση για την Άρτα,
κατέβηκαν οι μισοί. Προχωρούσαν με τα πόδια και συζητούσαν για τα κοτρώνια που
είδαν στα κιβώτια. Πολλοί έβριζαν. Ένα αγροτικό σταμάτησε. Τους άφησε στη γέφυρα
πριν την Άρτα. Έφτασε στο πρακτορείο των λεωφορείων και το ξημέρωμα ήταν στο
χωριό. Δεν τον περίμεναν. Τον ρωτούσαν τι έγινε. Τους απάντησε ότι «θα τον
ειδοποιήσουν» τις επόμενες μέρες. Στον πατέρα του είπε τι είδε στο στρατόπεδο.
Εκείνος έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Δεν πίστευε στ’ αυτιά του. Τον συμβούλεψε να μην
το πει πουθενά. Άκουγαν ειδήσεις στο ραδιόφωνο. Η «ειδοποίηση» δεν ήρθε ποτέ. Ούτε
μπορούσε να αποκρυπτογραφήσει το «Ειδικόν Φύλλον Πορείας». Φαίνεται πως κάποια
στοιχεία, γράμματα κεφαλαία ανακατεμένα με αριθμούς, έδιναν το στίγμα του
κατόχου. Των ανθρώπων που δεν τους ήθελαν ούτε για τον πόλεμο, να υπερασπιστούν
την πατρίδα. Θυμήθηκε ότι και το 1940 δεν αποφυλάκισαν τους εγκλείστους της
Ακροναυπλιάς που ζητούσαν να πάνε στο μέτωπο να πολεμήσουν και τους παρέδωσαν
στους κατακτητές. Ίδιο φαινόμενο σε άλλη έκδοση. Το φαινόμενο της
εθνικοπαραφροσύνης και της μιας και της άλλης δικτατορίας έχει πολλά κοινά
στοιχεία. Οι εθνικοκανίβαλοι δεν ήταν μόνο στην κορυφή αλλά και στη βάση. Τότε
δρούσαν οι Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου, οι ΜΑΥδες, τώρα τα Τάγματα Εθνικής
Ασφαλείας, οι ΤΕΑτζήδες, και γέμιζαν τους φακέλους με σημειώματα και αναφορές για
«τους εχθρούς της πατρίδος» τους αριστερούς! Τάχα η επανάληψη της ιστορίας να
είναι φάρσα, κωμωδία ή τραγωδία; Η σκέψη του, άθελά του, πήγαινε στα όσα είχε
ακούσει στη Σχολή Εθνικής Ασφαλείας. Θυμόταν την προγονοπληξία τους, αλλά και τα
όσα έλεγαν για εθνοπροδοσίες. Πήγαινε και πιο πίσω στο Μαυροκορδάτο, που ήθελε να
παραστήσει και τον στρατηγό στο Πέτα, στέλνοντας στο δικαστήριο τον Καραϊσκάκη!
Ε, ρε, και να μπορούσε να χρησιμοποιήσει το λεξιλόγιο του γιού της Καλόγριας, του
γύφτου; Πήγαινε και στους Μαυρομιχαλαίους, τους μπέηδες, τους δολοφόνους του
Καποδίστρια, αλλά και στο Μακρυγιάννη, στο Ρήγα, στον Ανώνυμο της Ελληνικής
Νομαρχίας. Το τουρκοπαπαδοκοτσαμπασέικο του Σκαρίμπα ήταν εδώ, οι προδότες που
αναζητούσαν προστάτες στας Ευρώπας, αλλά και πέραν του Ατλαντικού, τώρα έκαναν
ότι μπορούσαν για να βρεθεί η χώρα ξανά εκεί που ήταν πριν εκατόν πενήντα χρόνια. Η
χώρα που γέννησε την ιδέα της Δημοκρατίας και της Ελευθερίας, φαίνεται πως δεν
μπορεί τις ιδέες αυτές να της κρατήσει στην αγκαλιά της! Τι κρίμα…

Οι εξελίξεις ήταν ραγδαίες. Η Χούντα έπεσε. Οι Τούρκοι, με τη συγκατάθεση των


Ευρωπαίων και υπερατλαντικών, υλοποίησαν τα σχέδια τους και με τους δύο Αττίλες
και ο ανεκδιήγητος Κίσινγκερ απειλούσε πως αν δεν καθίσουμε καλά θα αφανιστούμε.
Όμως ήξερε ότι «θα καθίσουμε φρόνημα», γιατί το ‘χαν φροντίσει. Οι νέοι «άρχοντες»
των Αθηνών ήταν παλιοί και δοκιμασμένοι. Υποτακτικά ανθρωπάρια, οσφυοκάμυτες
ασπαζόμενοι «συρημένα ποδομακτρα»… Αρχές Σεπτέμβρη βρέθηκε στο νοτιότερο
σημείο της ηπειρωτικής Ελλάδας, στη χώρα των μπέηδων, αλλά και τόπος εξορίας σε
διάφορες περιόδους. Δούλευε και δεν ήθελε να έχει σχέση με τα όσα συνέβαιναν στο
πολιτικό σκηνικό. Ένιωθε μια τρομερή απογοήτευση. Παρακολουθούσε απ’ το
ραδιόφωνο και τις εφημερίδες τις πολιτικές διεργασίες και προσπαθούσε να
ερμηνεύσει τα γεγονότα και να δει αχτίδα ελπίδας. Δε μπορούσε να καταλάβει πού
βρίσκουν, πού βλέπουν την ελπίδα οι άλλοι κι αυτός δε μπορούσε να τη δει. Πώς ήταν
δυνατόν με παλιά αποσαθρωμένα υλικά να λένε ότι θα χτίσουν καινούρια οικοδομή;
Προκηρύχτηκαν εκλογές και περιοδικό ευρείας κυκλοφορίας κάνει εξώφυλλό του τον
πρωθυπουργό «της βίας και νοθείας», βάζοντας τίτλο «Είναι πρώτος. Πόσο πρώτος;». Η
ανάγνωση του άρθρου, της ανάλυσης δεν του προκάλεσε απλά μεγαλοψυχία, τον
έσπρωξε προς την κατάθλιψη. Δεν μπορούσε να το πιστέψει! Ούτε τώρα θ’ αλλάξει
κάτι! Η εξουσία θα αλλάξει μανδύα και φτιασιδώματα; Παρακολουθούσε, όσο
μπορούσε, και τα διαδραματιζόμενα στον αριστερό χώρο και αναρωτιόταν αν η Ιστορία
διδάσκει. Ζήτησε τρεις μέρες άδεια για να δώσει μαθήματα. Στην πραγματικότητα
ήθελε να δει την προεκλογική Αθήνα, το υποτιθέμενο κέντρο των εξελίξεων. Δέκα
χρόνια είχαν να γίνουν εκλογές. Θυμόταν καλά μια προεκλογική συγκέντρωση στην
Άρτα, στην πλατεία Μονοπ(ω)λιό, εκεί που ο αρματοζωσμένος με κουμπούρια και
μαχαίρια του είπε «θα μάθεις γράμματα, ωρέ πουτσαρά», του κατέβασε τον ώμο και
τον κέρασε τρίγωνο λουκούμι! Και τώρα οι αρματωμένοι μ’ άλλο τρόπο θα κεράσουν
λουκούμια, θα κερδίσουν τις εκλογές και θα εφαρμόσουν πιστά τις εντολές των
αόρατων και ορατών αφεντικών τους. Είχε νυχτώσει και ανέβαινε απ’ το Μεταξουργείο
προς την Ομόνοια διασχίζοντας την Αγίου Κωνσταντίνου. Χάζευε τις αφίσες στις
κολώνες. Έσκυβε και έπαιρνε φειγ-βολάν και τα διάβαζε. Πλησιάζοντας στην ομόνοια
κατάλαβε ότι κάτι γινόταν. Ήταν πολιτική συγκέντρωση. Δεν ήξερε ούτε ποιο κόμμα
την έκανε, ούτε και τον ενδιέφερε. Το παρατηρούσε σαν φαινόμενο. Στάθηκε σε μια
γωνία και παρατηρούσε τον κόσμο που είχε γεμίσει την πλατεία, αλλά αραιά-αραιά. Η
κυκλοφορία κομμένη. Πλησίασε κάπως την εξέδρα, προς την πλευρά της 3ης
Σεπτεμβρίου. Ήταν πάνω από δέκα άτομα ανεβασμένα με έντονο φως απ’ τους
προβολείς. Τα λόγια του ομιλητή πύρινα, για έναν αγώνα που τέλειωσε και έναν άλλον
που τώρα αρχίζει για να εδραιωθεί η δημοκρατία στη χώρα που τη γέννησε. Μιλούσε
για τόσους που χάθηκαν σ’ αυτούς τους αγώνες για τη δημοκρατία, για την ελευθερία.
Ο λόγος του ήταν ανθρώπινος, ζεστός. Πλησίασε περισσότερο. Κοίταξε καλά την
εξέδρα. Κάτι του θύμισε ο ομιλητής. Τα φώτα άλλαζαν και την όψη των ανθρώπων.
Έκανε μερικά πλάγια βήματα. Τον είδε κι από την άλλη πλευρά. Βρε, αυτός φαίνεται να
είναι. Δεν ήθελε να ρωτήσει. Και ποιόν να ρωτήσει; Στο κλείσιμο της ομιλίας ήρθε
παρατεταμένο χειροκρότημα. Όταν τέλειωσε κι αυτό και πριν αρχίσει να μιλάει, ο
επόμενος ομιλητής φωνάζει δυνατά «Νήγιας». Αλαφιάστηκε ο ομιλητής, λες και τον
χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. Ήρθε μπροστά-μπροστά στην εξέδρα κι έψαχνε με τα μάτια
του το πλήθος. Και οι γύρω κοιτούσαν παράξενα τον «Νήγιας». Τον χαιρέτησε
κουνώντας ψηλά το χέρι. Σαν αστραπή, σαν σίφουνας κατέβηκε απ’ την εξέδρα. Ο
κόσμος άνοιγε διάδρομο χωρίς να ξέρει γιατί. Φτάνει κοντά του. Τον αγκαλιάζει και με
βουρκωμένα μάτια τον ρωτάει «Ποιος είσαι;». «Ο Νήγιας» του απαντάει με χαμόγελο
και συμπληρώνει «αλλά δε φυλάχτηκες…» και κοιτάζει το χέρι του. Αυτός τον ξανά
αγκαλιάζει σφιχτά, σαν να ‘θελε να τον σηκώσει. Τον αφήνει κρατώντας μόνο τα χέρια
σφιχτά και του απαντάει, λες και την είχε ετοιμάσει την απάντηση, «…Κι εσύ δε
φυλάχτηκες και βρέθηκες στο νησί φύλακας και φυλακισμένος, όπως κι ο Μάκης…» και
ξανά βούρκωσε, έτοιμος να κλάψει. Ένας πυκνός κύκλος ανθρώπων τους είχε
περικυκλώσει κι άκουγε κι έβλεπε χωρία να καταλαβαίνει. «Να ξέρεις πρώτα πήρα το
σημείωμα και μετά γνώρισα το Μάκη, που το έκανε «κι-μας», όπως «Νή-γιας» και ποτέ
δε μου φανέρωσε το πραγματικό σου όνομα… Ούτε τώρα το ξέρω…». Φαινόταν να
νιώθει πραγματικό πόνο για το χαμό του Μάκη που δε ζει να δει αυτό που γίνεται τώρα.
Τον πιάνει απ’ το μπράτσο σφιχτά και με απόλυτο τρόπο, σαν να διατάζει και να
παρακαλεί μαζί, του λέει «Έλα μαζί μου στην εξέδρα»!
Το ίδιο απόλυτη ήταν και η αντίδρασή του «Αποκλείεται, ξέχασέ το, άλλη φορά μπορεί
να τα πούμε…». Ο γκριζομάλλης καθηγητής επέμενε «…Μα δεν καταλαβαίνεις, ένας
αγώνας δικαιώθηκε…» κι έλεγε, και δεν άφηνε το μπράτσο του. Σ’ αυτή τη μεγάλη
επιμονή αναγκάστηκε να του υποσχεθεί ότι θα φροντίσει να τον βρει και να τα πούνε
μετά τις εκλογές. Φάνηκε να πείστηκε κι έτσι γύρισε στην εξέδρα που τον περίμεναν. Τι
κρίμα! Ήξερε πως αυτή την υπόσχεση μπορεί και να μην την κρατούσε, κι ας «έδωσε το
λόγο του» που ήταν συμβόλαιο για τα «δικά του δεδομένα». Ο καθηγητής ανέβηκε στην
εξέδρα κι αυτός ανέβηκε αργά-αργά τη Σταδίου, αφήνοντας πίσω του τους
συγκεντρωμένους, την εξέδρα, τους ομιλητές. Ξανά θυμήθηκε τα λόγια του πατέρα του
«…πολέμησα γιατί έτσι πίστευα… Όσοι δεν πίστευαν, δεν πολέμαγαν. Πολέμησα στο
χαράκωμα. Ούτε οι μισοί δεν μείναμε. Πολέμησα στ’ αντάρτικα, χωρίς να σκέφτομαι
μην ορφανέψουν τα παιδιά μου… κάλλιο ορφανά, παρά σκλάβοι…»… Δέκα-δώδεκα
χρόνια μετά το ξανά θυμήθηκε, όταν δεν ήθελε να υποβάλλει δικαιολογητικά για
σύνταξη αγωνιστή Εθνικής Αντίστασης γιατί δεν πολέμησε γι’ αυτό, το θεωρούσε
προσβολή…

Το επόμενο καλοκαίρι που βρέθηκε στο χωριό έμαθε κάποια νέα για ανθρώπους που
μπορεί και να σημάδεψαν την ψυχή του, χωρίς οι ίδιοι να το θέλουν, χωρίς να το ξέρουν
και μάλλον δε θα το μάθαιναν ποτέ. Το «προξενιό της Θείας» είχε ναυαγήσει πριν πέσει
η Χούντα. Ο σκληρός αδερφός, ο αστυνομικός, επέβαλε την άποψή του και φρόντισε να
της κάνει άλλο προξενιό με άνθρωπο που αυτός διάλεξε, και η όμορφη θεία είχε
παντρευτεί τον εκλεκτό του αδερφού της. Μόνο που όταν «νομιμοποιήθηκε» το
Κομμουνιστικό Κόμμα, ο άνδρας της Θείας, που δεν είχε φάκελο στην Ασφάλεια
εκλέχθηκε γραμματέας της Κομμουνιστικής Οργάνωσης Βάσης (ΚΟΒΑ) του χωριού του.
Εδώ ήταν ο αδερφός με την Αννούλα ήταν ο πατέρας. Στα τραγούδια της Βάβως και
του μπάρμπα-Βλάση άλλοτε ο πατέρας, άλλοτε η μάνα, άλλοτε ολόκληρη η κοινωνία.
Είχε βάλει πολλούς φραγμούς, πολλούς νόμους, δικούς του, για τον εαυτό του. Ένας απ’
αυτούς ήταν να μη γυρίζει στο παρελθόν, να μη μιλάει γι’ αυτό, να μη «μηρυκάζει»
βιώματα, πράγμα που δε σήμαινε ότι θα ξεχνούσε όλα αυτά. Όμως φαίνεται πως κάθε
νόμος, κάθε κανόνας για να ισχύει θέλει τις εξαιρέσεις του. Έτσι, σαν έμαθε ο μπάρμπα-
Βασίλης που είδε στο διάδρομο-παραλληλόγραμμο στο κελί να χτενίζεται, έγινε
πρόεδρος στο χωριό του, αποφάσισε να πάει να τον δει σα φιγούρα να κυκλοφορεί,
χωρίς να επιδιώξει να του μιλήσει. Του καρφώθηκε η ιδέα στο μυαλό και δεν έλεγε να
ξεκολλήσει, λες και ήταν μαθηματικός, όπως ο φίλος του ο Γιώργος, που ήταν απ’ το
ίδιο χωριό με τον μπάρμπα-Βασίλη, που δεν έγινε πεθερός της Θείας. Σκέφτηκε να πάει
στο χωριό να πιει καφέ, να τον δει από μακριά και να φύγει. Κανόνισε με τον
τρικυκλιστή, τον ταχυδρόμο το βράδυ του δημοψηφίσματος, κι αν βραδάκι βρέθηκαν
στην πλατεία του χωριού, χωρίς να πει στον Πάνο γιατί ήθελε να πάει εκεί. Πριν φέρει
τους καφέδες ο καφετζής ήρθε η πρώτη έκπληξη. Απ΄ την άλλη άκρη της πλατείας
εμφανίστηκε ο Γιώργος, ο συμμαθητής του. Βάδιζε αργά κι ερχόταν προς το μέρος του,
προφανώς στο καφενείο. Τον άφησε να πλησιάσει. Ο Γιώργος, μόλις τον αντίκρισε,
όρμησε και τον αγκάλιασε. Είχε τελειώσει το Μαθηματικό, το στρατιωτικό και ήταν
στα Γιάννενα. Ο Γιώργος ρωτούσε, συνέχεια ρωτούσε. Τον έκοψε και τον ρώτησε για το
χωριό, την κοινότητα και ποιος είναι πρόεδρος. Τα μάτια του Γιώργου μεγάλωσαν και
καρφώθηκαν πάνω του. Ο Πάνος τα ‘χασε… «Θα σου πω για την κοινότητα και όχι
μόνο…», είπε ο Γιώργος. Σηκώθηκε και έκανε νόημα σ’ έναν πιτσιρικά, το γιό του
καφετζή – θα ‘ταν δωδεκάχρονος, κάτι του λέει στο αυτί κι ο πιτσιρικάς χάθηκε
τρέχοντας στον διπλανό δρόμο. Ο Γιώργος την άλλαξε την κουβέντα. Μίλησε για τα
Γιάννενα, την αδερφή του που τέλειωσε τις σπουδές της, και φαινόταν κάτι να
περιμένει μέχρι που απ’ το δρόμο που έφυγε ο πιτσιρικάς εμφανίστηκε ένας
εξηνταπεντάρης και βάλε… Ήταν ο πρόεδρος. Καλησπέρισε. Χαιρέτησε, σφίγγοντας με
ζέστη το χέρι και ένα «Καλωσορίσατε» από καρδιάς. Παλιά συνήθεια των κατοίκων
των ορεινών χωριών να καλωσορίζουν με χειραψία όλους τους ξένους. Ήταν μια γλυκιά
φυσιογνωμία με πλατύ χαμόγελο. Ο Γιώργος δε μίλησε. «Δε θα με συστήσεις στους
ξένους;» του είπε ο πρόεδρος. Όμως ο Γιώργος τη χαιρόταν τη συνάντηση και την έκανε
«μαθηματικό προβληματάκι» παίζοντας με γρίφο κι έχοντας μόνο αυτός όλα τα
δεδομένα. «Α, ναι, από ‘δω ο Πάνος» είπε δείχνοντας τον τρικυκλιστή «στον άλλο κύριο
θα με συστήσεις εσύ!...». Ο πρόεδρος τα ψιλό έχασε και μ’ ένα «Ώπα» έκατσε. Ήταν
πάνω από εξήντα πέντε και φαινόταν πάνω από εβδομήντα πέντε. Τον κοίταζε επίμονα.
Φαινόταν να κάνει συνδυασμούς, αλλά δεν ήθελε να πει και κάτι που θα ήταν εντελώς
λάθος. «Να βοηθήσω;» συνέχισε να παίζει ο Γιώργος, που έδειχνε να έχει μεγάλη
οικειότητα μαζί του κι απ’ το παιγνίδι φανέρωνε ότι είχαν κουβεντιάσει κάποια
πράγματα με τον πρόεδρο, ο οποίος όταν βγήκε απ’ τη Φυλακή είχε προσπαθήσει να
ξεδιαλύνει εκείνο το «Μαρκοβλάσης» και ήταν σχεδόν βέβαιος για τον άνθρωπο που
του το πέταξε βηματίζοντας. Αν ήταν αυτός, τότε ήταν ο συμμαθητής του Γιώργου. Οι
δυο τους το ’χαν κουβεντιάσει και περισσότερο σίγουρος ήταν ο Γιώργος. Έτσι όταν ο
Γιώργος έριξε το «Να βοηθήσω;» ο πρόεδρος δεν του απαντάει με ναι ή όχι παρά με ένα
«Όχι εσύ!». Ο Γιώργος όμως συνεχίζει «…Σε νησί να πας…» και ο πρόεδρος, σχεδόν
αγνοώντας το Γιώργο, τον κοιτάει στα μάτια με επιμονή και λέει ένα «Σήκω και πες μια
λέξη». Σηκώνεται σκύβει στ’ αυτί του και του λέει «Μαρκοβλάσης». Βάζει τα χέρια του
κάτω απ’ τις μασχάλες, τον σφίγγει στην αγκαλιά του και τον σηκώνει στον αέρα. Δεν
τον άφηνε. Δεν (είναι) εύκολη στιγμή να βλέπεις έναν εβδομηντάρη με δάκρια στα
μάτια. Κάθισαν. «Ναι μπορώ να σου συστήσω το Γιάννη» είπε στο Γιώργο. Αυτός που
τα ‘χασε τελείως ήταν ο Πάνος. «Θα σου εξηγήσω» του είπε ο Γιάννης. Ο μπάρμπα-
Βασίλης του εξήγησε, σχεδόν κωδικοποιημένα για τους άλλους δύο, ότι «οι μέσα
κρατούμενοι ήξεραν για τους «έξω» κρατούμενους». Αυτή η φράση τα ‘λεγε όλα.
Ρώτησε για το χωριό, για τον Μάρκο και το Βλάση, σπάζοντας με χαμόγελο τη μια λέξη.
Ρώτησε και για τον αδερφό του παππού του, τον πατέρα της Θείας, σημάδι ότι ήξερε
για το προξενιό ναυάγιο της Θείας. Ρώτησε και για άλλους χωριανούς. Ήξερε πολλούς
κι ας ήταν σχετικά μακριά τα χωριά. Είπε ακόμα πως κάποια στιγμή θέλει να ‘ρθει να
δει τον ξάδερφό του, το πρώτο συνθετικό του Μαρκοβλάσης, αλλά και το δεύτερο.
Πέρασαν οι πρώτες συγκινησιακές στιγμές, χωρίς να φύγουν, και ανοίχτηκε νεφελώδης
πολιτική συζήτηση, χωρίς να δείχνει κανένας να έχει όρεξη για κάτι τέτοιο, αλλά πώς
έγινε και του Πάνου του ξέφυγε, με αφέλεια μικρού παιδιού- ίσως για να δείξει ότι
νιώθει καλά με τους δύο ανθρώπους που μόλις γνώρισε- «Ξέρετε, στο χωριό τον
φωνάζουν ΑΜΙΤΗ και δε μας λέει γιατί». Το είπε και χαμογελούσε. Η απάντηση, κι αυτή
με χαμόγελο, ήρθε απ’ τον μπάρμπα-Βασίλη «Ας τον φωνάζουν. Σ’ άλλες εποχές ήταν
τιμή. Μην ξεχνάς ότι ο πατέρας του πολέμησε στην Αλβανία και μετά και με το ΕΑΜ και
με το ΕΔΕΣ. Αυτός με δύο άλλους πετσόκοψαν τους Γερμανούς στο Αννίνο κι άλλοι
κοκορεύονταν ότι τους λιάνισαν. Και μπορεί να ‘κανε καλά που στον εμφύλιο κάθισε
στην άκρη. Τώρα τι να τους πει ο Γιάννης όταν τον φωνάζουν ΑΜΙΤΗ; Τι ξέρουν αυτοί;
Τι είδαν ή τι έζησαν; Όποια απάντηση και να δώσει σε κάποιους ανθρώπους δε θα
καταλάβουν!» Ο Γιώργος κατάλαβε ότι η κουβέντα πήγαινε να βαρύνει και την άλλαξε
φέρνοντάς την αλλού. «Πάντως γίνατε διάσημοι στο χωριό! Τι BBC, τι Ντώυτσε
Βέλλε…» Ο Γιάννης άρπαξε την ευκαιρία. «Ένας απ’ τους δράστες είναι ο Πάνος» κι ο
Πάνος έλαμψε ολόκληρος. «Αλήθεια;» ρώτησε ο Γιώργος. «Ναι, ήταν ο κομιστής των
μηνυμάτων. Χάρη σ’ αυτόν τα νέα έβγαιναν απ’ το χωριό και ταξίδευαν…». Ο Πάνος
όμως τον έκοψε «… Αν δεν ήσουν εσύ και δυο-τρεις άλλοι δε θα υπήρχαν νέα». Η
αλήθεια ήταν ότι πράγματι ο Πάνος έπαιξε σημαντικό ρόλο κι επειδή το πίστευε κι
επειδή διέθετε όχημα ΔΧ. και μπορούσε να κυκλοφορεί χωρίς να τον υποψιάζονται. Απ’
την άλλη μεριά το χωριό στο οποίο βρίσκονταν τώρα είχε δώσει πολλούς ανθρώπους σ’
όλους τους αγώνες σε σχέση με άλλα χωριά της περιοχής και ο πραγματικός αγωνιστής
βρισκόταν στο τραπέζι τους. Μια πραγματική ζωντανή ιστορία με πολέμους,
στρατοδικεία, εξορίες, για τα οποία δεν ήθελε να πολύ συζητάει. Ο Γιώργος δεν άφηνε
κενό και χωρίς περιστροφές πρότεινε και επέμενε να πάνε δίπλα στην ψησταριά.
Επέμενε κι ο πρόεδρος. Όμως δεν ήταν σίγουρος αν θέλει να (επιμείνει) περισσότερο,
τουλάχιστον αυτή τη φορά. «Ξέρετε ο Πάνος το πρωί έχει δρομολόγιο…». Ο Πάνος το
κατάλαβε και εξήγησε ότι πρέπει να σηκωθεί πολύ πρωί. Είχαν περάσει πάνω από δύο
ώρες. Άφησαν ανοιχτό ότι σίγουρα θα ξαναβρεθούν σύντομα κάποια στιγμή και θα
κουβεντιάσουν πολλά… «να πούμε πολλά και σοβαρά κι αστεία…» είπε ο Γιώργος, για
να συμπληρώσει ο πρόεδρος «… με μαθηματικό τρόπο…» κι έσκασαν στα γέλια. Με τον
πρόεδρο δεν ξανασυναντήθηκαν. Εκείνος διακριτικά ρωτούσε χωρίς να πει ποτέ σε
κανέναν τι σήμαινε «νησί» και τι σήμαινε «μπάρμπα-Βλάσης». Με το Γιώργο υπήρχε
άτυπη επικοινωνία μέσα από ουδέτερους διαύλους…