You are on page 1of 19

Το παρασκήνιο της συνωμοσίας κατά της ζωής του

Ελευθερίου Βενιζέλου

Από τη δόξα των Σεβρών στο όνειδος της απόπειρας


δολοφονίας του δημιουργού της

Μέρος 1ο

Η Τρίτη, 28 Ιουλίου 1920, υπήρξε μια από τις ευτυχέστερες


ημέρες του Ελληνισμού και τις ενδοξότερες της Ελληνικής
Ιστορίας. Στις Σέβρες, προάστιο των Παρισίων, οι νικητές του
Αʼ Παγκοσμίου Πολέμου, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα,
υπέγραψαν την ομώνυμη Συνθήκη Ειρήνης με την ηττημένη
Οθωμανική Αυτοκρατορία, επιβάλλοντας σʼαυτήν τους όρους
τους.

Εκ μέρους της Ελλάδας υπέγραψε τη Συνθήκη ο τότε


πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος.

Στην Αθήνα και τις άλλες μεγάλες ελληνικές πόλεις, αλλά και
στα πιο απομακρυσμένα και φτωχά χωριά, η Συνθήκη των
Σεβρών, που έκανε την Ελλάδα χώρα δύο ηπείρων και πέντε
θαλασσών, γινόταν δεκτή με δοξολογίες στους ναούς,
κωδωνοκρουσίες, ομοβροντίες πυροβόλων, πυροβολισμούς
χαράς και ενθουσιώδεις ομιλίες στα σημαιοστόλιστα σχολεία
και τις δημόσιες υπηρεσίες.
Η Συνθήκη των Σεβρών επικύρωνε την
επέκταση των ελληνικών συνόρων προς ανατολάς,
περιλαμβάνοντας στην επικράτεια του Ελληνικού κράτους τη
Δυτική Θράκη και την απελευθερωθείσα από τον ελληνικό
στρατό, μέχρι την Τσατάλτζα, Ανατολική Θράκη, ενώ
προέβλεπε για την υπό ελληνική διοίκηση Σμύρνη και μια
περιοχή πέριξ αυτής, την μετά πενταετία διεξαγωγή
δημοψηφίσματος, ώστε να αποφανθεί ο λαός της εάν
επιθυμούσε την ένωσή του με τη μητέρα – πατρίδα του, την
Ελλάδα.

Η νέα Ελλάδα βρεχόταν, στο βορειοανατολικό τμήμα της, από


τα νερά των Δαρδανελίων, της Προποντίδας και του Ευξείνου
Πόντου, όπως επί Μεγάλου Αλεξάνδρου και Βυζαντίου, ενώ
στην Κωνσταντινούπολη ελληνικά πολεμικά σκάφη, με
επικεφαλής το θωρηκτό “Αβέρωφ” που ήταν αγκυροβολημένα
απέναντι από την Άγια Σοφιά, έκαναν τους 365.000 Έλληνες
κατοίκους της να αισθάνονται ότι πλησιάζει η άγια ημέρα της
εκπλήρωσης του θρύλου που ήθελε την Πόλη να ξαναγίνεται
ελληνική.

Η φοβερή είδηση

Δύο εικοσιτετράωρα μετά (την 30 Ιουλίου) κι ενώ ο δημιουργός


της νέας, ισχυρής Ελλάδας και εκτελεστής της “εθνικής
διαθήκης” των Αγωνιστών του ʽ21 για την πραγματοποίηση της
Μεγάλης Ιδέας, Ελευθέριος Βενιζέλος, προσερχόταν στο
“σιδηροδρομικό σταθμό Λυών” των Παρισίων για να
επιβιβαστεί τρένου, προκειμένου να μεταβεί στη Μασσαλία,
από όπου θα ταξίδευε με πλοίο για την Ελλάδα, υπήρξε στόχος
δολοφονικής επίθεσης δύο Ελλήνων απότακτων αξιωματικών,
τραυματισθείς ελαφρά.

Την επομένη, 31 Ιουλίου 1920, που η είδηση της απόπειρας


δολοφονίας του Βενιζέλου έφθασε στην Αθήνα, αόριστη και
συγκεχυμένη, λόγω της ανεπαρκούς λειτουργίας των μέσων
επικοινωνίας της εποχής, πολλοί νόμιζαν ότι ο δημιουργός της
Μεγάλης Ελλάδας είχε υποκύψει στο μοιραίο.

Ίσως μερικοί φανατικοί, συνεργάτες του Βενιζέλου, ενώ


γνώριζαν την αλήθεια, διέδωσαν ψευδείς πληροφορίες για την
τύχη του Εθνάρχη, ώστε να υποκινήσουν λαϊκές εκδηλώσεις
κατά των πολιτικών αντιπάλων του, οι οποίες όμως ξέφυγαν του
ελέγχου τους και κατέληξαν στη δολοφονία από
παρακρατικούς, ενός σπουδαίου Έλληνα, διπλωμάτη, λογοτέχνη
και πολιτικού, αντιπολιτευόμενου τον πρωθυπουργό, αλλά
εκτιμώμενου απʼ αυτόν σε μεγάλο βαθμό. Του Ίωνα Δραγούμη.

Για τη δολοφονία του Δραγούμη, ο Βενιζέλος έστειλε


συλλυπητήριο τηλεγράφημα στους γονείς του από το
νοσοκομείο, στο Παρίσι, όπου νοσηλευόταν μετά την εναντίον
του απόπειρα. Με το κείμενο του τηλεγραφήματός του, ο
Βενιζέλος εξέφραζε τη βαθιά λύπη του για την απώλεια ενός
ανθρώπου που αν ζούσε θα αποδεικνυόταν χρήσιμος για την
πατρίδα στο μέλλον.

Η κατάρα του διχασμού, βενιζελικών και αντιβενιζελικών, που


από το 1915 κατέτρωγε τα σωθικά της Ελλάδας, κατάφερε ένα
ακόμη επώδυνο πλήγμα κατά των συμφερόντων της πατρίδας.
Διότι ο θάνατος του Δραγούμη, υπήρξε μια από τις αιτίες που
Βενιζέλος, παρά την πλειοψηφία του σε ψήφους, απώλεσε σε
έδρες (λόγω του εκλογικού συστήματος), τις διεξαχθείσες μετά
τρείς μήνες εκλογές, της 1ης Νοεμβρίου, με συνέπεια να έλθουν
στην εξουσία οι αντίπαλοί του, να επαναφέρουν στο θρόνο τον
Κωνσταντίνο, παρά τις προειδοποιήσεις των συμμάχων μας να
μην το κάνουν και να στερηθεί έτσι η Ελλάδα της οικονομικής
και στρατιωτικής (σε υλικό) βοήθειάς τους με συνέπεια να
χάσει τον πόλεμο στην Μικρά Ασία, με όλα τα εξ αυτού
τραγικά επακόλουθα: Του ξεριζωμού των Ελλήνων της Μικράς
Ασίας από τις προαιώνιες πατρογονικές εστίες τους και της
μετατροπής τους σε πρόσφυγες στην κυρίως Ελλάδα και τα
νησιά της.

Οι ηθικοί αυτουργοί

Η δολοφονική απόπειρα κατά του Βενιζέλου, στο Παρίσι, που


αποτελεί το αντικείμενο του παρόντος άρθρου, οργανώθηκε από
μια Επιτροπή, μέλη της οποίας ήταν εξέχοντες (!) Έλληνες της
εποχής εκείνης.

Στο βιβλίο της, “Ελευθέριος Βενιζέλος” (επιμέλεια Π.Α. Ζάννας


– εκδόσεις ΕΡΜΗΣ), η διαπρεπής λογοτέχνις και προσωπική
φίλη του εθνάρχη, Πηνελόπη Δέλτα, χαρακτηρίζει την επιτροπή
“σπείρα δολοφόνων” και υποστηρίζει ότι είχε επικεφαλής της
τον πρίγκιπα Νικόλαο Γκλύξμπουργκ, αδελφό του τότε βασιλιά
Κωνσταντίνου ο οποίος ήταν εξόριστος στην Ελβετία, με όλη
την οικογένειά του, από την οποία μόνο ο γιός του Αλέξανδρος
είχε μείνει στην Ελλάδα και παρέμεινε στο θρόνο, ως
αντικαταστάτης του, μετά από απόφαση του Βενιζέλου. (Η
Πηνελόπη Δέλτα, κόρη του πάμπλουτου πολιτευόμενου
Εμμανουήλ Μπενάκη είναι προγιαγιά του τέως πρωθυπουργού
και αρχηγού της ΝΔ Αντώνη Σαμαρά).

Μέλη της “συμμορίας των δολοφόνων” υπήρχαν και στην


Αθήνα, με αποστολή, πρώτον την ανεύρεση και προετοιμασία
αυτών που θα εκτελούσαν τον Πρωθυπουργό και δεύτερον, την
ταυτόχρονη σχεδόν με την επιχείρηση, δολοφονίας του
Βενιζέλου στο Παρίσι, εκδήλωση στρατιωτικού
πραξικοπήματος στην αθηναϊκή πρωτεύουσα, για την ανατροπή
της κυβέρνησης των φιλελεύθερων και την κατάληψη της
εξουσίας από τους αντιβενιζελικούς αντιπάλους της.

Τα ονόματά τους, αποκαλύπτει ο εκ Χανίων αείμνηστος


δημοσιογράφος των Αθηνών και συγγραφέας Γιάννης
Μανωλικάκης, στο πολύτιμο για τον πλούτο των πληροφοριών
ογκώδες βιβλίο του “Ελευθέριος Βενιζέλος-Η άγνωστη ζωή
του” (εκδόσεις ΓΝΩΣΗ, 1985).

Ο Γιάννης Μανωλικάκης, τον οποίο ο γράφων ενθυμείται


ζωηρά, απολάμβανε μεγάλης εκτίμησης στον δημοσιογραφικό
και πολιτικό κόσμο της εποχής του, για την εγκυρότητα της
εργασίας του και την αφοσίωσή του στο δημοσιογραφικό
καθήκον.

Ο Τσερέπης αποκαλύπτει

Στο πλαίσιο της ανεκτίμητης έρευνάς του για τη ζωή του


Ελευθερίου Βενιζέλου, ο Μανωλικάκης συνάντησε ένα εκ των
δραστών της απόπειρας κατά της ζωής του Βενιζέλου στο
Παρίσι. Τον απότακτο, το 1920, αξιωματικό του Ναυτικού,
Απόστολο Τσερέπη, ο οποίος, το 1978, ηλικίας τότε 90 ετών,
διέμενε στο κέντρο των Αθηνών, επί της οδού Κριεζώτου 3 (ο
Τσερέπης, όπως αναφέρει ο Μανωλικάκης, απεβίωσε το 1980,
σε ηλικία 92 ετών).

Με τον Τσερέπη, ο Μανωλικάκης είχε σειρά συναντήσεων,


κατά τις οποίες ο επίδοξος δολοφόνος του Βενιζέλου διηγήθηκε,
λεπτομερώς, τα της οργάνωσης του πραξικοπήματος στην
Αθήνα, τα της επιλογής του, όπως και του Γεώργιου Κυριάκη,
απότακτου υπολοχαγού του Μηχανικού, από την Κορινθία, για
την επιχείρηση στο Παρίσι, τα της προετοιμασίας τους στη
Γαλλική πρωτεύουσα, της σύλληψής τους μετά την αποτυχία
της ενέργειάς τους και της δίκης τους στη Γαλλία.

Επίσης ο Τσερέπης αποκάλυψε στον Μανωλικάκη τα ονόματα


των μελών της εν Αθήναις Επιτροπής. Επρόκειτο για τους
πολιτικούς Νικόλαο Δημητρακόπουλο και Γεώργιο Ζωγράφο
και τους στρατιωτικούς Γεώργιο Γαβαλιά, Θεόδωρο Σκυλακάκη
και Επαμεινώνδα Καββαδία.

Τέως συνεργάτες του Βενιζέλου

Ο Νικόλαος Δημητρακόπουλος, εξέχων νομομαθής, υπήρξε ο


πρώτος υπουργός Δικαιοσύνης του Ελευθερίου Βενιζέλου, το
όνομα του οποίου είναι γραμμένο κάτω από το Σύνταγμα του
1911.

Το 1912 ο Δημητρακόπουλος διαφώνησε με την


ακολουθούμενη τότε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο πολιτική επί
του Κρητικού ζητήματος (της μη προβολής της ένωσης,
προσωρινά, για λόγους τακτικής) αποχώρησε από την
Κυβέρνηση και άρχισε να αντιπολιτεύεται τον Βενιζέλο,
προσχωρήσας αργότερα στη φιλοβασιλική μερίδα των
πολιτικών της εποχής.

Ο Δημητρακόπουλος, που στην περίοδο των βασιλικών


κυβερνήσεων πήρε εντολή να σχηματίσει κυβέρνηση, αλλά την
επέστρεψε στον Κωνσταντίνο, αποτυχών στην αποστολή του,
πέθανε το Δεκέμβριο του 1921, ενάμιση χρόνο μετά την
απόπειρα κατά της ζωής του Βενιζέλου στο Παρίσι, πάσχων από
βαριά λοιμώδη νόσο, η οποία πιθανόν να προκάλεσε, στον εξ
Αρκαδίας πολιτικό, ισχυρά ψυχολογικά προβλήματα και
συναισθηματική αστάθεια. Ο Δημητρακόπουλος ήταν ο
πρόεδρος του κλιμακίου της συνωμοτικής, εγκληματικής
οργάνωσης, στην Αθήνα.

Συνεργάτης, αρχικά, του Ελευθερίου Βενιζέλου ήταν και ο


μεγαλοκτηματίας και πολιτικός Γεώργιος Ζωγράφος (υπουργός
εξωτερικών της κυβέρνησης Δ. Ράλλη το 1909). Ο Ζωγράφος
διορίστηκε από τον Εθνάρχη γενικός διοικητής Βορείου
Ηπείρου (Μάρτιος 1913) και ηγήθηκε μετά ένα περίπου χρόνο
του αυτονομιστικού της κινήματος ως πρόεδρος της
προσωρινής της Κυβέρνησης. Τότε ο Ζωγράφος διαφώνησε με
την πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου επί του
Βορειοηπειρωτικού (μετάθεση της επίλυσής του για αργότερα,
διότι αντιμετώπιζε απειλές των Μεγάλων Δυνάμεων κυρίως της
Ιταλίας, να μην κατοχυρωθούν στην Ελλάδα τα νησιά του
Ανατολικού Αιγαίου) και προσχώρησε στο αντιβενιζέλικο
στρατόπεδο.

Οι τρείς αξιωματικοί

Όσον αφορά τους τρείς αξιωματικούς, ήταν φιλοβασιλικών και


αντιβενιζελικών φρονημάτων.

Επρόκειτο για τον Γεώργιο Γαβαλιά, ο οποίος το 1921


υπηρέτησε ως επιτελάρχης του πρίγκιπα Ανδρέα όταν αυτός
διοικούσε το Β΄ Σώμα Στρατού στη Μικρά Ασία. Ο Ανδρέας,
αδελφός του εξόριστου βασιλιά Κωνσταντίνου, είναι πατέρας
του Φιλίππου, συζύγου της βασίλισσας της Μεγάλης Βρετανίας
Ελισάβετ και παππούς του διαδόχου του βρετανικού θρόνου,
πρίγκιπα Καρόλου.

Ο Θεόδωρος Σκυλακάκης, αξιωματικός και αυτός από τους


σκληρούς της αντιβενιζελικής παράταξης, συνδεόταν από την
εποχή εκείνη με τον Ιωάννη Μεταξά και έγινε υπουργός του επί
των Εσωτερικών μετά την επιβολή της δικτατορίας το 1936.

Ο Επαμεινώντας Καββαδίας ήταν ο τρίτος αξιωματικός της


επιτροπής που ανέλαβε την οργάνωση του πραξικοπήματος
κατά της Κυβέρνησης Βενιζέλου. Ο Καββαδίας είχε στενές
σχέσεις με τη βασιλική οικογένεια και συνωμοτούσε κατά της
νόμιμης κυβέρνησης της χώρας από τις πρώτες ημέρες του
διχασμού, το 1915. Γι΄αυτό και διώχτηκε από τον Βενιζέλο
κατά την περίοδο 1917-1920.

Στον Βʼ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Καββαδίας, ναύαρχος πλέον,


ηγήθηκε του Πολεμικού Ναυτικού και το 1947-1951 διετέλεσε
υπασπιστής του βασιλιά Παύλου.

Οι στρατιωτικοί, μέλη της Επιτροπής, είχαν την ευθύνη της


στρατιωτικής εκδήλωσης του πραξικοπήματος και οι πολιτικοί
την πολιτική του εξέλιξη.

Κωνσταντίνος και Αλέξανδρος

Οι σχέσεις των μελών της Επιτροπής με τη βασιλική οικογένεια,


σε συνδυασμό με την εμπλοκή από την Πηνελόπη Δέλτα του
ονόματος του πρίγκιπα Νικολάου και με το ότι οι δαπάνες της
δίκης, στο Παρίσι, των απότακτων δύο αξιωματικών, Τσερέπη
και Κυριάκη, μετά την απόπειρα κατά του Βενιζέλου,
καταβλήθηκαν από τον έχοντα μεγαλύτερη οικονομική άνεση
αδελφό του Κωνσταντίνου, εξόριστο επίσης Πρίγκιπα
Χριστόφορο, αποτελούν σοβαρή ένδειξη ότι τα νήματα της
εγκληματικής ενέργειας τόσο στο Παρίσι, όσο και στην Αθήνα
(πραξικόπημα) κατευθύνονταν από τον τόπο της εξορίας του
εκθρονισθέντος βασιλιά, την Ελβετία.

Το γεγονός ότι μετά την απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου


δεν υπήρξε δήλωση αποδοκιμασίας της εγκληματικής ενέργειας
από τον εξόριστο βασιλιά ή από κύκλους του, εκθέτει τον
Κωνσταντίνο και προσθέτει άλλη μια σοβαρή ένδειξη, ακόμη
και για γνώση και έγκριση ίσως των παράλογων σχεδίων εκ
μέρους του.

Αντίθετα, ο γιος του Κωνσταντίνου, βασιλιάς Αλέξανδρος,


μόλις πληροφορήθηκε την απόπειρα κατά της ζωής του
πρωθυπουργού, απέστειλε προς αυτόν συγχαρητήριο
τηλεγράφημα επί τη διασώσει του και πήγε στο Φάληρο για να
τον υποδεχθεί προσωπικά, όταν επέστρεψε από τη Γαλλία, με
τον “Αβέρωφ”, ελαφρώς τραυματίας, την 18η Αυγούστου του
1920.

Η ενέργεια αυτή του Αλέξανδρου (βασιλιάς να υποδέχεται


πρωθυπουργό) αποτελούσε μεν παράβαση του πρωτοκόλλου,
έδειχνε όμως τα συναισθήματα του νεαρού μονάρχη και την
εκτίμησή του για το έργο του Ελευθερίου Βενιζέλου.
Μέρος 2ο (τελευταίο)

Βασιλική επίσκεψη

Αργότερα, την ίδια ημέρα, όπως αποκαλύπτει ο Χρήστος


Ζαλοκώστας (συγγραφέας, πολιτικός και κουμπάρος του νεαρού
βασιλιά) στο έξοχο βιβλίο του “Αλέξανδρος” (εκδόσεις ΑΛΦΑ,
Ι.Μ.Σκαζίκη), ο μονάρχης επισκέφτηκε τον Βενιζέλο στο σπίτι
του, στη γωνία Πανεπιστημίου και Λυκαβηττού και κάθισε στην
άκρη του κρεβατιού, που είχε ξαπλώσει ο τραυματίας
Πρωθυπουργός για να ξεκουραστεί, δείχνοντας του έτσι πόσο
κοντά του ήταν και πόσο αντιλαμβανόταν τα συναισθήματά
του.

Εκεί στην ενώπιος – ενωπίω συζήτηση βασιλιά και


πρωθυπουργού, ο πρώτος προσπάθησε να πείσει τον δεύτερο να
συμβιβαστεί με τον εξόριστο στην Ελβετία πατέρα του και τους
εν γένει πολιτικούς αντιπάλους του, ώστε να ειρηνεύσει το
“εσωτερικό μέτωπο”.

Ο Βενιζέλος όμως αντέδρασε. Ανασηκώθηκε από το κρεβάτι


του και με ύφος ελαφρώς οργισμένο (“ελαφρώς” διότι ο
βασιλιάς ήταν φιλοξενούμενος στο σπίτι του) του είπε: «Οι
βασιλικοί αρχίζουν πάντα χειρών αδίκων, οι οπαδοί μου
αμύνονται». Και τον ρώτησε: «Θα συνέβαινε το ξέσπασμα της
οργής των Ιουλιανών αν δεν δοκίμαζαν να με δολοφονήσουν»;
(σ.6 “Ιουλιανά” του 1920, ήταν τα επεισόδια που ξέσπασαν
στην Αθήνα από τους βενιζελικούς κατά των αντιπάλων του
αρχηγού τους λίγες ώρες μετά την απόπειρα στο Παρίσι, και
είχαν ως αποκορύφωμα τη δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη, την
31 Ιουλίου).

Στη συνέχεια ο Βενιζέλος κατηγόρησε ανοιχτά στον Αλέξανδρο


τον πατέρα του, εξόριστο Κωνσταντίνο, λέγοντάς του ότι
«αυτός οργάνωσε την εναντίον του απόπειρα». Και πρόσθεσε
ότι «σκοπεύει να κάμη επίσημο διάβημα στην Ελβετία για να
τον απομακρύνει από το έδαφός της».

Ο Ιεράρχης και η “σπείρα”

Φαίνεται ότι κρυφό μέλος της επιτροπής που είχε αναλάβει την
οργάνωση του πραξικοπήματος στην Αθήνα και της δολοφονίας
του Βενιζέλου στο Παρίσι ήταν ο τότε μητροπολίτης Ιωαννίνων
Σπυρίδων Βλάχος, ο οποίος είχε εκτοπιστεί από την έδρα του,
τα Ιωάννινα, στην Αθήνα, κατόπιν εντολής του Βενιζέλου, γιατί
δημιουργούσε στην κυβέρνηση των Αθηνών προβλήματα γύρω
από το Βορειοηπειρωτικό, δεδομένου ότι ήταν στενός
συνεργάτης του Γεωργίου Ζωγράφου και μετείχε στην
προσωρινή κυβέρνηση της Βορείου Ηπείρου ως υπουργός
Εκκλησιαστικών και Παιδείας.

Ο Σπυρίδων υπήρξε εθνική και εκκλησιαστική φυσιογνωμία.


Αγωνίστηκε σε όλη τη ζωή του για τις εθνικές υποθέσεις και
καταδικάστηκε δύο φορές σε θάνατο από τους εχθρούς της
πατρίδας. Από τους Τούρκους, το 1912 (η απόφαση ήταν
θάνατος δι΄ απαγχονισμού). Σώθηκε τότε με παρέμβαση, του
διαδόχου ακόμη Κωνσταντίνου, στους Τούρκους. Δεύτερη
φορά καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο από τους Ιταλούς
εισβολείς, το 1940, για την πατριωτική δράση του.

Μετά την εισβολή όμως των Γερμανών στην Ελλάδα, τον


Απρίλιο του 1941, ο Σπυρίδων πρωτοστάτησε, με την ηγεσία
της Στρατιάς Ηπείρου, υπέρ της συνθηκολόγησης. Το 1949
εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, για να
ηγηθεί κατόπιν της Επιτροπής του Κυπριακού Αγώνα, μέχρι το
θάνατό του, το 1956.

Αν και ιεράρχης, ο Σπυρίδων συγκατατέθηκε στην απόφαση


των συνωμοτών κατά της ζωής του Βενιζέλου, επειδή
προφανώς ο εκ Κρήτης πολιτικός δεν είχε πιέσει τους
συμμάχους να συμφωνήσουν στην παραχώρηση της Βορείου
Ηπείρου στην Ελλάδα, μολονότι είχε ήδη συνάψει την πρώτη
συμφωνία του με τον Ιταλό Πρωθυπουργό Τιττόνι που ρύθμιζε
το θέμα προς όφελος των ελληνικών συμφερόντων, βάσει μιας
πρότασης των Αγγλογάλλων με την οποία παραχωρούνταν στην
Ελλάδα τα ¾ του Βορειοηπειρωτικού εδάφους (τελικά η
συμφωνία αυτή τορπιλίστηκε από τον Τιττόνι).

Τόσο δηλαδή ο Σπυρίδων, όσο και ο Ζωγράφος αλλά και ο


Δημητρακόπουλος που ήταν υπέρ της άμεσης λύσης του
Βορειοηπειρωτικού, πίστευαν, ότι με τη δολοφονία του
Βενιζέλου, θα άνοιγε ο δρόμος για την ένωση της Βορείου
Ηπείρου με την Ελλάδα και θα επέστρεφε στην Αθήνα ο
εξόριστος Κωνσταντίνος, του οποίου ήταν αφοσιωμένα
όργανα.

Συνεχιστής του “αναθέματος”


Ο ρόλος του Αρχιερέα Σπυρίδωνα στη συνωμοσία κατά της
ζωής του Βενιζέλου αποτελεί τη δεύτερη ανεπίτρεπτη και
θλιβερή ανάμιξη εκκλησιαστικού λειτουργού στην πολιτική ζωή
της εποχής εκείνης και μάλιστα προς την κατεύθυνση της
όξυνσης των παθών που προκάλεσαν τον καταστροφικό
διχασμό.

Είχε προηγηθεί, τον Δεκέμβριο του 1916, το “ανάθεμα” κατά


του Βενιζέλου, στο πεδίον του Άρεως, με τον Αρχιεπίσκοπο
Αθηνών Θεόκλητο να πρωταγωνιστεί της “τελετουργίας” με την
εκτόξευση λίθων κατά του ομοιώματος, του εξαναγκασθέντος
σε παραίτηση από τον Κωνσταντίνο, πρωθυπουργού.

Αποστολή του Σπυρίδωνα ήταν να εξομολογήσει τους δύο


υποψήφιους δολοφόνους, ώστε να διαπιστώσει εάν ηθικά (!)
ήταν κατάλληλοι να αναλάβουν δράση. Και εάν ναι, να τους
ευλογήσει!

Όπως ο ίδιος ο Τσερέπης ανέφερε στον Μανωλικάκη,


συνάντησε τον Σπυρίδωνα στο ναϊδριο της οφθαλμολογικής
κλινικής των Αθηνών, που ανήκε στον γιατρό Γεωργαρίου, στην
οδό Πειραιώς, όπου ο εξ Ιωαννίνων ιεράρχης μετά το πέρας της
λειτουργίας που τέλεσε και αφού οι πιστοί εξήλθαν του μικρού
ναού, τον πήρε ιδιαιτέρως και υπό το ισχνό φως των κεριών και
σε ατμόσφαιρα μυστηρίου τον υπέβαλε σ΄ ένα είδος
εξομολόγησης, θέτοντάς του ερωτήσεις, από την απάντηση στις
οποίες θα έκρινε εάν έπρεπε ή όχι να σηκώσει το περίστροφό
του και να δολοφονήσει τον Πρωθυπουργό της Ελλάδας, που με
την πολιτική του είχε τριπλασιάσει σχεδόν την έκτασή της.

Στο ερώτημα του Σπυρίδωνα, γιατί ήθελε να σκοτώσει τον


Βενιζέλο, μήπως κατεχόταν από προσωπικό μίσος εναντίον του,
επειδή είχε αποταχθεί από το Πολεμικό Ναυτικό, ο Τσερέπης
απάντησε αρνητικά και πρόσθεσε ότι πεποίθησή του είναι πως ο
Βενιζέλος έχει βλάψει την πατρίδα και τον Βασιλέα, δύο
θεσμούς τους οποίους έχει ορκιστεί να υπερασπίζεται με
αυταπάρνηση. Ο Βενιζέλος είναι τύραννος, πρόσθεσε. Τότε ο
Σπυρίδων του είπε, ότι εν τοιαύτη περιπτώσει «είσαι εις θέσιν
να αναλάβεις αυτό το έργο»! πράγμα που σημαίνει ότι ο
Τσερέπης απέκτησε τη συγκατάθεση του μητροπολίτη να
δολοφονήσει τον Βενιζέλο, της δολοφονίας του Πρωθυπουργού,
μεγάλου ευεργέτη της Ελλάδας, θεωρουμένης από τον Ιεράρχη
ως “έργον”. Ως κάτι, δηλαδή, θετικό. Ως πράξη θεάρεστη, αφού
είχε την αρχιερατική έγκριση, η οποία θα μπορούσε να
εκληφθεί από τον Τσερέπη και ως ευλογία.

Αυτός που έδωσε τελικά την εντολή στον Τσερέπη να


δολοφονήσει τον Βενιζέλο ήταν ο Πρόεδρος της Επιτροπής
Δημητρακόπουλος, στον οποίο εμφανίστηκε ο υποψήφιος
δολοφόνος κατά σύσταση του Γαβαλιά.

Εύσημα δολοφόνου

Στη συζήτηση μεταξύ Δημητρακόπουλου και Τσερέπη αφού


έγινε αναφορά στην πολιτική κατάσταση της χώρας και
χαρακτηρίστηκε η κυβέρνηση ως “τυραννική” και δικτατορική,
ο διαπρεπής νομικός στράφηκε κάποια στιγμή προς τον
απότακτο αξιωματικό του Πολεμικού Ναυτικού και του είπε,
όπως αναφέρει ο Μανωλικάκης στο βιβλίο του: «Οι τύραννοι
δεν δικάζονται υπό δικαστών. Εκτελούνται εν μέση πλατεία υπό
των αρίστων πολιτών».

Είναι προφανές ότι με τη ρήση του αυτή ο Δημητρακόπουλος


παρέπεμπε στη δολοφονία του τυράννου των Αθηνών
Ίππαρχου, το 513 π.Χ από τους δύο Αθηναίους νέους, Αρμόδιο
και Αριστογείτονα, οι οποίοι δοξάστηκαν για την ενέργειά τους
ενώ αναγέρθηκαν ανδριάντες προς τιμήν τους, μετά την
εκτέλεσή τους από τον αδελφό του τυράννου, Ιππία.

Στη συνέχεια ο Δημητρακόπουλος ρώτησε τον Τσερέπη εάν


πιθυμεί να μετάσχει σε μία τέτοια ενέργεια. Και όταν ο
απότακτος αξιωματικός απάντησε θετικά, ο Δημητρακόπουλος
τον έστειλε για εξομολόγηση στον Σπυρίδωνα, για νʼ
ακολουθήσουν όσα αναφέρθηκαν ότι συνέβησαν στο ναϊδριο
της οδού Πειραιώς.

Η ίδια διαδικασία μύησης είναι πιθανόν να ακολουθήθηκε και


για τον Γεώργιο Κυριάκη, άτομο θεοσεβούμενο και κατεχόμενο
από έντονο πατριωτισμό, όπως και ο Τσερέπης. Επειδή
θεωρούσαν ότι με τη δολοφονία του Βενιζέλου θα εκτελούσαν
εθνική αποστολή και θα έσωζαν την πατρίδα αρνήθηκαν να
πάρουν χρήματα. Δέχθηκαν μόνο την πληρωμή των εξόδων της
δίκης από τον πρίγκιπα Χριστόφορο, ενώ είναι άγνωστο ποιος
κατέβαλε της εν γένει δαπάνες της διαμονής τους στο Παρίσι.

Οι δύο αξιωματικοί επελέγησαν για να εκτελέσουν τον Βενιζέλο


διότι ήταν φανατικοί βασιλόφρονες, από διακεκριμένες
οικογένειες (ο πατέρας του Τσερέπη ήταν Γυμνασιάρχης σε
Γυμνάσιο της Αθήνας και κατόπιν καθηγητής Πανεπιστημίου),
και κυρίως άριστοι σκοπευτές. Ο Τσερέπης μάλιστα ήταν
Ολυμπιονίκης της σκοποβολής!

Τσερέπης και Κυριάκης συναντήθηκαν στο Παρίσι, όπου


διέμειναν επί τρίμηνο στο ίδιο ξενοδοχείο, μέχρι να έλθει η
ημέρα της πραγματοποίησης της αποστολής τους.

Η απόπειρα
Στις 8 το βράδυ της 30ης Ιουλίου 1920, ο Βενιζέλος έφθασε στο
“Σιδηροδρομικό Σταθμό Λυών”. Οι δύο επίδοξοι δολοφόνοι
βρισκόταν στον τόπο που επρόκειτο να τελεστεί το έγκλημα
αρκετή ώρα πριν. Έκαναν την απαραίτητη έρευνα του χώρου,
ανεκάλεσαν στη μνήμη τους και την τελευταία λεπτομέρεια του
εγχειρήματός τους, οπλίστηκαν με ψυχραιμία και κάθισαν σʼ
ένα παγκάκι του σταθμού περιμένοντας να εμφανιστεί ο στόχος
τους.

Οι δράστες ήταν ντυμένοι στην εντέλεια. Ο Κυριάκης φορούσε


“αμπιγιέ” κοστούμι, ενώ ο Τσερέπης έφερε ρεντιγκότα και
ημίψηλο καπέλο, ώστε όταν θα εισερχόταν στο σταθμό η
ελληνική αντιπροσωπεία, με επικεφαλής τον Βενιζέλο, οι
υποψήφιοι εκτελεστές να εισχωρήσουν στις τάξεις της, ως
δήθεν μέλη της, να πλησιάσουν τον στόχο τους και να τον
πυροβολήσουν ανενόχλητοι, αφού η ενδυματολογική εμφάνισή
τους θα παραπλανούσε την Γαλλική αστυνομία.

Πρώτος πυροβόλησε ο Κυριάκης. Το έκανε δύο φορές. Αλλά


μόνο μία σφαίρα έπληξε τον Βενιζέλο και αυτή στον βραχίονά
του. Μόλις ακούστηκαν οι πυροβολισμοί, Γάλλοι αστυνομικοί
όρμησαν εναντίον του Κυριάκη, τον συνέλαβαν και τον
αφόπλισαν. Ο Τσερέπης εκμεταλλεύτηκε τη σύγχυση που
προκλήθηκε από τους πυροβολισμούς του Κυριάκη και λίγα
δευτερόλεπτα μετά πυροβόλησε στον αέρα για να την επιτείνει.
Το πέτυχε σε μεγάλο βαθμό καθώς μια σφαίρα έθραυσε ένα
μεγάλο υαλοπίνακα, ο θόρυβος από τον οποίο εκλήφθηκε ως
έκρηξη, οπότε τα περισσότερα μέλη της αντιπροσωπείας και οι
παρευρισκόμενοι στο σταθμό έτρεχαν δεξιά και αριστερά, για
να κρυφτούν.

Προς στιγμήν ο Βενιζέλος (που φορούσε προστατευτικό


θώρακα) έμεινε ακάλυπτος και άρχισε να τρέχει στους
διαδρόμους και την πλατφόρμα του σταθμού, κάνοντας ζικ-
ζάγκ, πηδώντας πάνω από τα δέματα και τις αποσκευές των
επιβατών και ελισσόμενος ως αίλουρος μεταξύ των κιόνων της
αποβάθρας για ν΄ αποφύγει τον δεύτερο σκοπευτή. Ο Τσερέπης
τον κυνήγησε και του έριξε τρείς σφαίρες, από τις οποίες μόνο
μία τον έπληξε, και αυτή στην ωμοπλάτη.

Στην τελική φάση της καταδίωξης, ο Τσερέπης ήρθε πρόσωπο


με πρόσωπο με τον Βενιζέλο, ύψωσε το περίστροφό του και
ετοιμάστηκε για τη μοιραία βολή. Γάλλοι αστυνομικοί όμως
έπεσαν επάνω του, τον εξουδετέρωσαν και τον συνέλαβαν.

Η δίκη

Οι δύο “πιστολέρος” έριξαν συνολικά 10 σφαίρες, αλλά ο


Βενιζέλος που είχε αποκτήσει αντανακλαστικά πολεμιστή –
επαναστάτη, στα βουνά της Κρήτης, μαχόμενος κατά των
Τούρκων, κατάφερε να διαφύγει τον κίνδυνο και να σωθεί,
μεταφερθείς στη συνέχεια σε κλινική, όπου έμεινε για πέντε
μέρες, μέχρι να συνέλθει από το σοκ και να αναλάβει από τα
τραύματά του.

Η δίκη των Τσερέπη και Κυριάκη έγινε στο Παρίσι, τον


Φεβρουάριο του 1921, παρουσία του Βενιζέλου, ο οποίος είχε
χάσει τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 και είχε
εγκατασταθεί στη Γαλλική πρωτεύουσα.

Οι κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σε πέντε χρόνια φυλάκιση.


Αφέθηκαν όμως ελεύθεροι όταν συμπλήρωσαν το μισό της
ποινής τους, μετά από σχετική έκκληση του Ελευθερίου
Βενιζέλου στη Γαλλική Δικαιοσύνη κι ενώ η υγεία του Κυριάκη
είχε επιβαρυνθεί (λόγω προσβολής του από φυματίωση) στη
φυλακή.
Ο Τσερέπης προσλήφθηκε από τον πρίγκιπα Χριστόφορο,
διαχειριστής της περιουσίας του, ενώ ο Παναγής Τσαλδάρης
διόρισε τον Κυριάκη νομάρχη (“ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η
εποχή του” - ΤΑ ΝΕΑ, Ιστορική Βιβλιοθήκη, επιμέλεια Θ.
Βερέμης – Η. Νικολακόπουλος). Επί δικτατορίας Μεταξά ο
Κυριάκης τοποθετήθηκε γενικός διευθυντής της Ραδιοφωνίας.
Πέθανε το 1968, σε ηλικία περίπου 70 ετών.

Ως προς το δεύτερο σκέλος του σχεδίου, το πραξικόπημα, που


προβλεπόταν να εκδηλωθεί την 3η πρωινή ώρα της 30ης
Ιουλίου 1920, ματαιώθηκε την τελευταία στιγμή.

Αναφερόμενος στις συνέπειες της απόπειρας δολοφονίας του


Βενιζέλου, στο έργο του “Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας
Ελλάδος” (εκδόσεις ΠΑΠΥΡΟΣ, τόμος 4) ο Σπύρος
Μαρκεζίνης αναφέρει μεταξύ άλλων, πέραν των σχετιζομένων
με την εσωτερική πολιτική ζωή και τις διεθνείς σχέσεις της
χώρας, ότι η εναντίον του επίθεση επηρέασε σε μεγάλο βαθμό
την ψυχολογία του.

«Όσοι πιστεύουν, όπως ο γράφων, τονίζει ο Μαρκεζίνης, ότι...


οι ήρωες είναι και αυτοί άνθρωποι των οποίων αι ψυχολογικαί
αντιδράσεις ασκούν μεγίστην επιρροήν εις τας πράξεις των,
δέχονται ότι εις τον Βενιζέλο, κατά την ώραν της απόπειρας,
εδημιουργήθη ανίατον ψυχικόν τραύμα». Και καταλήγει
επισημαίνοντας ότι το τραύμα αυτό “υπήρξε η αιτία να
αλλοιωθεί ο Ελευθέριος Βενιζέλος”. Εννοεί προφανώς ο
Μαρκεζίνης, την ψυχοσύνθεση και τον εν γένει χαρακτήρα του
Βενιζέλου.

Αναμφισβήτητα, η άλλη απόπειρα κατά Βενιζέλου, στη


λεωφόρο Κηφισίας, το βράδυ της 6ης Ιουνίου 1933, είχε
επιπτώσεις και στην πολιτική σκέψη του (αλλά γιʼ αυτήν θα
γράψουμε σε άλλη ευκαιρία).