You are on page 1of 49

Η ΓΕΝΕΣΗ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ

Το αποκορύφωµα της θεατρικής τέχνης


Σαράντου Καργάκου

Εκφράσεις δραµατικής δηµιουργίας σε πρωτεϊκή µορφή


απαντούν σ. όλους τους λαούς της γης, αλλά µόνο στην Ελλάδα
για πρώτη φορά και θα λέγαµε προνοµιακά το ποιητικό/µουσικό
αυτό είδος µορφώθηκε σε έντεχνη ποιητική καλλιτεχνική
δηµιουργία. Παρά την αφθονία των πληροφοριών, παρά την
πολυσέβαστη µελέτη του Αριστοτέλη στην «Ποιητική» του, η
µελέτη του δράµατος είναι µια πολύ δύσκολη υπόθεση, διότι
είναι αδύνατο να αναπλάσουµε και πολύ περισσότερο να
βιώσουµε τις συνθήκες µέσα στις οποίες γεννήθηκε ή από τις
οποίες γεννήθηκε και µέσα στις οποίες αναπτύχθηκε το αρχαίο
δράµα. Συνεπώς, όλες οι προσεγγίσεις έχουν έναν πιθανολογικό
χαρακτήρα. Είναι ανάγκη να τονισθεί ότι του δράµατος
προηγήθηκαν η επική και η λυρική ποίηση. Όµως το
γενεσιουργικό «κύτταρο» του δράµατος, ο τελετουργικός χορός,
προϋπήρχε των ποιητικών αυτών ειδών, τουλάχιστον στη µορφή
που τη γνωρίζουµε. Οι τελετουργικοί χοροί εµφανίζονται σε
όλους τους λαούς της γης σαν συνοδευτικά στοιχεία της
εργασίας και της θρησκευτικής λατρείας. Εµφανίζονται σαν
αγροτικές τελετές, οι οποίες συνδέονται µε κάποιες θεϊκές
µορφές, που τιµώνται σε κάποια χρονική στιγµή, ιδίως την
άνοιξη, που συνδέεται µε τη βλάστηση. Αγροτική «καταγωγή»
έχουν οι τελετές του Όσιρη στην Αίγυπτο, του Ταµµούζ στη
Βαβυλώνα, του Άττη στη Φρυγία, της Περσεφόνης, Υάκινθου,
Άδωνη και Διονύσου στην Ελλάδα. Ενδεικτικά της αγροτικής
καταγωγής του Διονύσου είναι τα επίθετα που τον συνοδεύουν.
Δενδρεύς, Ληναίος, Βάκχος. Η γένεση του δράµατος,
ανεξάρτητα από άλλες καταβολές ή συµβολές, συνδέεται µε τη
λατρεία του Διονύσου. Ο Διόνυσος ήταν θεός της αµπέλου και
του οίνου, άρα και της µέθης. Στον Αθηναίο (II, 11) υπάρχει η
«κατάθεση» του Σιµωνίδη, που λέει πως «από τη µέθη
ξεπήδησε η κωµωδία και η τραγωδία στην Ικαρία». Ικαρία ήταν
δήµος της Αττικής στις πλαγιές της Πεντέλης και σήµερα
ονοµάζεται Διόνυσος. Τοτέµ, δηλαδή ιερό έµβληµα του

1
Διονύσου ήταν ο τράγος και γι’ αυτό οι χορευτές κατά τις
εορτές του θεού µεταµφιέζονταν σε τράγους, φορώντας
τραγίσια δέρµατα και τοποθετώντας στο κεφάλι τους κέρατα.
Έτσι ξέφευγαν από την ανθρώπινη κατάσταση και περνούσαν
σε µια θεϊκή έκσταση, κάνοντας πράξεις µιµητικές των
αναπαραγωγικών κυρίως στοιχείων της ζωής.

ΔΙΘΥΑΜΒΟΣ: Η ΠΡΩΤΗ ΜΟΡΦΗ ΔΡΑΜΑΤΟΣ


Ο Πλάτων στους «Νόµους» (III, 15,790 b.) ονοµάζει τον
διθύραµβο άσµα που αναφέρεται στη γέννηση του Διονύσου. Ο
Ευριπίδης στις «Βάκχες» ονοµάζει διθύραµβο τον ίδιο τον
Διόνυσο. Ο Ηρόδοτος (1, 23) θεωρεί ότι εφευρέτης του
διθυράµβου είναι ο ποιητής Αρίων από τη Μήθυµνα της
Λέσβου. Τον διθύραµβο παρουσίασε ο Αρίων στην Κόρινθο σαν
µια σύνθεση λυρικών και δωρικών/χορικών στοιχείων. Η
Κόρινθος είναι δωρική πολιτεία που γειτνιάζει µε την Αρκαδία,
πατρίδα των τραγόµορφων Σατύρων. Οι Δωριείς είχαν επίδοση
στη χορική ποίηση. Οι διθύραµβοι εκτελούνταν στις γιορτές του
Διονύσου που λέγονταν «Διονύσια». Κατά τη µαρτυρία του
Πλουτάρχου (Ηθικά, 257 c), η πρώτη παράσταση του
διθυράµβου ήταν απλή: πρώτα έµπαινε ένας χορευτής που
κρατούσε έναν αµφορέα µε κρασί και µια κληµατόβεργα. Μετά
ακολουθούσε άλλος σέρνοντας τον τράγο, έπειτα άλλος
κρατώντας ένα καλάθι σύκα και τελευταίος ο χορευτής που
κρατούσε τον φαλλό, το σύµβολο της γονιµότητας. Άρα, η
πρώτη µορφή διθυράµβου είχε φαλλικό χαρακτήρα, ψάλλονταν
δηλαδή και εκτελούνταν χορευτικά φαλλικά άσµατα. Σε
παραστάσεις αγγείων παρατηρούµε ότι συχνά ο Διόνυσος
µεταφέρεται από Σιληνούς πάνω σε άρµα. Η µεταφορά του
στην ορχήστρα, στον τόπο που γινόταν όρχηση (=χορός) και ο
οποίος πρέπει να ήταν ένα αλώνι, αποτελεί το σπέρµα της
τραγωδίας. Ο Ρωµαίος ποιητής Οράτιος µας πληροφορεί (Ars
poetica, 276) πως οι παλαιότερες τραγωδίες «παίζονταν» πάνω
σε άρµατα. Φαίνεται πως σε κάποια φάση
«επαγελµατοποιήθηκαν» οι χορευτές του διθυράµβου και
µετακινούνταν από χωριό σε χωριό πάνω σε άρµα προφανώς
τετράτροχο που έπαιζε ρόλο σκηνής και προσκηνίου. Όµως για

2
να γεννηθεί το δράµα σαν αυτόνοµο καλλιτεχνικό είδος, έπρεπε
να αυτονοµηθεί από την πρώτη σύσταση του, δηλαδή τη
λατρεία. Η τέχνη γεννιέται µέσα στη θρησκεία αλλά αποκτά
αισθητική αξία, όταν αποσυνδέεται από τη θρησκεία. Ό, τι είναι
συστατικό λατρείας, παρά την οποιαδήποτε αισθητική αξία του,
είναι συστατικό θρησκείας. Άρα, αφετηρία του ελληνικού
δράµατος είναι η αποσύνδεση αρχικά του διθυράµβου από τη
λατρεία. Οι θεοί για τους αρχαίους Έλληνες δεν ήταν κάτι
απρόσιτο. Ήσαν προέκταση του εαυτού τους, ίσως σε πιο
µεγεθυµένη διάσταση. Ζούσαν όπως οι άνθρωποι. Το ελληνικό
ιερατείο δεν κρατούσε τους θεούς σε απρόσιτο σηµείο. Δεν
απαγόρευε την απεικόνιση τους µε µορφή ανθρώπων ή την
ποιητική περιγραφή τους µε πάθη ή αδυναµίες ανθρώπων.
Γι’αυτό η µυθολογία των αρχαίων απέκτησε πλούτο και
ποικιλία που δεν παρατηρείται σε κανέναν άλλο λαό. Έτσι
διάφορες φάσεις της ζωής και της δράσης των θεών έπαιρναν
χαρακτήρα εορταστικό µε παράσταση της εορταζόµενης
πράξης. Π.χ. στην Ελευσίνα εορταζόταν παραστατικά ο γάµος
του Δία µε τη Δήµητρα, η απαγωγή της Περσεφόνης από τον
Πλούτωνα, η επιστροφή της Περσεφόνης, η συµφιλίωση της
Δήµητρας µε τους θεούς και η µύηση του Τριπτόλεµου
(Βασιλιά της Ελευσίνας) στην τεχνική της γεωργίας. Η
σφριγηλή αναπλαστική έµπνευση των Ελλήνων έδινε ποικιλία
στο µύθο. Έτσι ο κεντρικός ήρωας του µύθου από πόλη σε πόλη
έπαιρνε άλλη µορφή. Π.χ. στη Σικυώνα τη θέση του Διονύσου
έπαιρνε ο Άδραστος. Αυτό σηµαίνει ότι η αρχαία ελληνική
θρησκεία δεν είχε κανένα καταναγκαστικό τυπικό. Επέτρεπε
ελευθερία στην έµπνευση. Ήταν περισσότερο ποίηση και
λιγότερο θρησκεία. Όµως στοιχείο ζωής δεν είναι µόνο η
αναπαραγωγή αλλά και ο θάνατος. Οι αρχαίοι τιµούσαν το
θάνατο µε «θρήνους» που εξέλιξη τους είναι τα σηµερινά
µοιρολόγια. Ήδη στον Όµηρο έχουµε το ξακουστό µοιρολόι της
Ανδροµάχης και της Εκάβης αλλά και του Αχιλλέα πάνω στο
νεκρό σώµα του Πατρόκλου. Αυτό γεννά την ακόλουθη σκέψη:
το δράµα είναι µια σύνθεση εύθυµων και σοβαρών στοιχείων.
Ίσως, τουλάχιστον κατά το σοβαρό µέρος του, το δράµα να

3
γεννήθηκε από τους θρήνους που συνόδευαν την παράσταση
του θανάτου και της ταφής του Διονύσου.

Η ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ ΣΤΗΝ ΑΤΤΙΚΗ


Το δράµα γεννήθηκε και αναπτύχθηκε στην Αττική από τη
λατρεία του Διονύσου και παραστάσεις γίνονταν µόνο κατά τις
εορτές του Διονύσου που ήσαν τέσσερις: α) «Κατ. αγρούς
Διονύσια» κατά το µήνα Ποσειδεώνα (Δεκέµβριος -
Ιανουάριος),
Β) Τα «Λήναια» κατά το µήνα Γαµηλεώνα (Ιανουάριος -
Φεβρουάριος),
γ) Τα «Μικρά Διονύσια» κατά το µήνα Ανθεστηρίωνα
(Φεβρουάριο - Μάρτιο) και
δ) τα «Εν άστει» ή τα «Μεγάλα Διονύσια», κατά το µήνα
Ελαφηβολιώνα (Μάρτιο -Απρίλιο).
Στα «Μικρά Διονύσια» οι νεκρικές τελετές συνοδεύονταν
από το άνοιγµα των βαρελιών µε το νέο κρασί. Επίσης στόλιζαν
τα σπίτια µε τους πρώτους ανοιξιάτικους ανθούς.
Ανθοστόλιζαν και τα παιδιά και τους χάριζαν παιχνίδια. Τη
δεύτερη µέρα Σάτυροι, περιφερόµενοι στην πόλη, έκαναν
συναγωνισµό σε οινοποσία. Οι νικητές έπαιρναν ένα στεφάνι
από κισσό και ένα ασκί γεµάτο κρασί. Επίσης πάνω στο άρµα
των «ανθεστηρίων», που είχε µορφή πλοίου καθόταν ο
Διόνυσος. Πάνω στο άρµα του Διονύσου τοποθετούσαν το
σύµβολο του, το φαλλό. Εκείνοι που έπαιρναν µέρος στη
φαλλική ποµπή, οι λεγόµενοι «ιθύφαλλοι», τραγουδούσαν
ύµνους στο θεό. Κατά τα «Διονύσια» οι διάφορες κτήσεις των
Αθηναίων έστελναν στην πόλη «φαλλούς».
Τα «Μεγάλα» ή «Εν Άστει Διονύσια» ήταν η λαµπρότερη εορτή
των Αθηναίων µετά την εορτή των «Παναθηναίων». Την
εποπτεία της εορτής είχε ο Επώνυµος Άρχων, βοηθούµενος από
δέκα επιµελητές. Υπήρχε νόµος που καθόριζε τα της εορτής.
Απόσπασµα του νόµου παραθέτει ο Δηµοσθένης (Κατά
Μειδίου, § 10). Οι εορτές κρατούσαν 4 ηµέρες. Κατ. αυτές
δίνονταν και θεατρικές παραστάσεις. Όµως παράλληλα προς
αυτές εκτελούνταν και διθύραµβοι.

4
Τη λατρεία του Διονύσου επέβαλε στην Αττική ο τύραννος
Πεισίστρατος (561-527 π.Χ.), λαϊκός άρχοντας που στηριζόταν
στο αγροτολαϊκό στοιχείο των Διακρίων, κατοίκων της ορεινής
Αττικής. Ο Διόνυσος ήταν λαϊκός θεός και η εισαγωγή της
λατρείας του σήµαινε νίκη των λαϊκών δυνάµεων επί της
αριστοκρατίας.

ΠΡΟΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ


Η αρχαία παράδοση θεωρεί ως ευρετή της τραγωδίας τον
θέσπι από την Ικαρία της Αττικής. Ο Οράτιος λέγει πως η
παράσταση γινόταν πάνω σε άρµα. Οι «υποκριτές» είχαν το
πρόσωπο τους αλειµµένο µε «τρυγία», (λάσπη του κρασιού).
Υπάρχει ακόµη παράδοση πως οι κάτοικοι της Ικαρίας
οργάνωσαν τους πρώτους χορούς τους γύρω από έναν τράγο. Η
καινοτοµία του Θέσπι συνίσταται στο ότι σε κάποια φάση του
χορού ο κορυφαίος αποσπάται, τοποθετείται έναντι αυτού και
αρχίζει να «υποκρίνεται» (αποκρίνεται), δηλαδή ν. απαντά στο
χορό. Έτσι µεταξύ του «υποκριτή» και του χορού αναπτύσσεται
ο διάλογος, το κύριο συστατικό του θεατρικού λόγου. Η
ονοµασία «υποκριτής» έκτοτε έγινε δηλωτική των ηθοποιών. Ο
όµιλος των χορευτών προς τιµή του Διονύσου λεγόταν
«θίασος». Δεν έχει σωθεί τίποτα από τα έργα του Θέσπι, εκτός
από τέσσερα ονόµατα τραγωδιών. Από αυτές µόνο ο «Πενθεύς»
ανήκει στο µυθολογικό κύκλο του Διονύσου. Μαθητής του
Θέσπι θεωρείται ο Φρύνιχος που ανήκε στον πολιτικό κύκλο
του Θεµιστοκλή. Το 494 π.Χ. ανέβασε την τραγωδία «Μιλήτου
Άλωσις», που προκάλεσε τέτοιο συγκλονισµό στους Αθηναίους
που του επέβαλαν πρόστιµο 1.000 δραχµών, διότι τους έκανε να
κλάψουν, θυµίζοντας τους «οικήια κακά». (Οι λόγοι ήσαν
πολιτικοί). Είναι η πρώτη τραγωδία που δεν έχει
µυθολογικό/θρησκευτικό αλλά πολιτικό περιεχόµενο. Όµοια
πολιτικό περιεχόµενο έχει και η άλλη τραγωδία του Φρυνίχου,
οι «Φοίνισσες» που µιµήθηκε και µάλιστα µε ίδιο τίτλο ο
Ευριπίδης. Όµως το ίδιο θέµα διαπραγµατεύθηκε ο Αισχύλος
στην τραγωδία του «Πέρσαι». Ο Χοιρίλος που η πρώτη
εµφάνιση του τοποθετείται το 524-520 π.Χ., εµφανίζεται σαν

5
ανταγωνιστής του Αισχύλου και του Σοφοκλή. Κατά µια
υπερβολική εκδοχή έγραψε 160 δράµατα. Είναι γνωστό το
όνοµα µιας τραγωδίας του, «Αγαύη, που ενέπνευσε και τον
Ευριπίδη. Ο Πρατίνος από τον Φλιούντα Αργολίδας λένε πως
έφερε από την πατρίδα του τους σατυρικούς χορούς και
διαµόρφωσε το σατυρικό δράµα. Αυτό συνόδευε ως τέταρτο
συµπληρωµατικό µέρος τις τραγωδίες. Διότι οι Αθηναίοι
έβλεπαν µε δυσαρέσκεια ότι οι τραγικοί ποιητές
αποµακρύνονται από τη µυθολογία του τιµώµενου θεού κι
έλεγαν για τα έργα τους: «Οὐδέν πρός Διόνυσον», ότι δεν έχουν
καµµία σχέση µε το Διόνυσο. (Από εδώ προέκυψε ο όρος
«απροσδιόνυσος» µε τη σηµασία του αµύητου, του άσχετου,
του απαίδευτου).

ΠΩΣ ΦΘΑΣΑΜΕ ΣΤΗΝ ΤΡΑΓΩΔΙΑ


Ο µεγάλος φιλόλογος Βιλαµόβιτς - Μέλλεντορφ
διατύπωσε την άποψη ότι ο διθύραµβος αρχικά ήταν άσµα του
Σόλωνα προς τιµή του Διονύσου, που ο Αρίων στην Κόρινθο το
µετέτρεψε σε χορικό άσµα. Ο Θέσπις ακολούθως
χρησιµοποίησε τον υποκριτή για να απαγγέλλει τους ιαµβικούς
στίχους γραµµένους σε αττική γλώσσα, ενώ ο χορός κράτησε
για λόγους παραδοσιακούς τη δωρική γλώσσα. ’Ετσι εξηγείται
το γιατί τα διαλογικά µέρη της τραγωδίας γράφονται στην
αττική και τα χορικά στη δωρική διάλεκτο. Όµως η ουσία του
δράµατος δεν είναι ο διάλογος αλλ’ η «δράση», από το ρήµα
δράω-ω που σηµαίνει πράττω. Γι’ αυτό και ο Αριστοτέλης στον
πολυθρύλητο ορισµό της τραγωδίας λέει: «Ἐστίν οὖν τραγωδία
µίµησης πράξεως σπουδαίας καί τελείας, µέγεθος ἐχούσης,
ἡδυσµένῳ λόγῳ χωρίς ἑκάστῳ τῶν εἰδῶν ἐν τοῖς µορίοις,
δρώντων καί οὐ δι’ ἀπαγγελίας, δι’ ἐλέου καί φόβου
περαίνουσα τήν τῶν τοιούτων παθηµάτων κάθαρσιν». [= Η
τραγωδία είναι µιµητική πράξη µε σοβαρό περιεχόµενο και
τέλεια, δηλαδή έχει αρχή, µέση, τέλος, έχει συγκεκριµένη
έκταση, που κάθε µέρος της χωριστά έχει δική του καλλιτεχνική
έκφραση [(«ἡδησµένος λόγος»), δηλαδή µέτρο τα διαλογικά,
µελωδία τα χορικά], µε πρόσωπα που δρουν µπρος στα µάτια

6
των θεατών και δεν απανγέλλουν απλώς αλλά µε τη δράση
γεννούν στην ψυχή των θεατών τη συγκίνηση και την αγωνία
και έτσι επιτυγχάνεται η κάθαρση της ψυχής από τέτοια
παθήµατα). Ο Αριστοτέλης υποστηρίζει πως η τραγωδία
γεννήθηκε από το δράµα (δράση) των Σατύρων (σατυρικό
δράµα) που στην αρχή είχε ευτράπελο χαρακτήρα. Σταδιακά
αυτονοµήθηκε και πήρε πιο σοβαρό χαρακτήρα. (« Ἐκ µικρῶν
µύθων καί λέξεων γελοίας διά τό ἐκ σατυρικοῦ µεταβαλεῖν,
ὀψέ ἀπεσεµνύθη»). Η τραγωδία, λέει ο Αριστοτέλης
(«Ποιητική», 1449 α) είχε αρχικά αυτοσχεδιαστικό χαρακτήρα
και δηµιουργοί της ήσαν οι κορυφαίοι του χορού («Ἀπό τῶν
ἐξαρχόντων τόν διθύραµβον»). Μια µαρτυρία που διασώζει ο
βυζαντινός Ιωάννης Διάκονος επιβεβαιώνει την άποψη του
Αριστοτέλη. Η µαρτυρία αυτή λέει πως όταν οι άνθρωποι
εγκατέλειψαν τον πρωτόγονο βίο κι ασχολήθηκαν µε τη γεωργία
έκαναν γιορτές για να προσφέρουν στους θεούς µέρος της
συγκοµιδής τους. Οι άρχοντες για να δώσουν αίγλη στη γιορτή
καθιέρωσαν αρχικά την κωµωδία, που ευρετής της ήταν ο
Σουσαρίων. Επειδή όµως η κωµωδία πήρε πρόστυχο
χαρακτήρα, δηµιουργήθηκε σαν αντίβαρο η τραγωδία. Και τα
δύο είδη, λέει ο Αριστοτέλης, δηµιούργησαν οι Αθηναίοι. Το
τραγικό δράµα επινόησε ο Αρίων, όπως λέει ο Σόλων, όµως ο
Δράκων ο Λαµψακηνός υποστηρίζει πως η πρώτη δραµατική
θεατρική παράσταση δόθηκε στην Αθήνα από το Θέσπι.
Άρα, ακόµη και στην αρχαιότητα υπήρχε διάσταση
γνωµών για τη γέννηση της τραγωδίας. Επίσης και το όνοµα
τραγωδία γεννά απορία. Άλλοι λένε πως το «τράγων ωδή»
σηµαίνει «ωδή» που άδετοι από χορό που τα µέλη του λέγονται
«τράγοι», επειδή είναι ντυµένοι σαν τράγοι (πράγµα που
επιβεβαιώνεται και από τις παραστάσεις αγγείων) και άλλοι
διότι η αµοιβή των χορευτών ήταν ένας τράγος. Δηλαδή «ωδή
έναντι αµοιβής τράγου», άποψη πάντως εξεζητηµένη. Ωστόσο,
εδραία παραµένει η άποψη πως η τραγωδία προήλθε από τη
διαπλοκή του χορού µε τον κορυφαίο που ενσάρκωνε το θεό
στις σχέσεις του µε τους πιστούς. Οι σχέσεις εκφράζονται µε
τον όρο «πλοκή» που αποδίδει την ανέλιξη του µύθου.

7
ΟΙ ΔΡΑΜΑΤΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ
Ο «αγών» είναι η λέξη που εκφράζει περισσότερο το χαρακτήρα
του Έλληνα, όπως η λέξη «πειθαρχία» (disciplina) εκφράζει το
χαρακτήρα του Ρωµαίου. Ο Γερµανός διανοητής Ι.
Μπούρκχαρντ ονόµασε τον Έλληνα «αγωνιζόµενο άνθρωπο»
(«Der agonale Mensch»). Όλα στη ζωή του Έλληνα ήταν
αγώνας. Η πολεµική και η πολιτική αναµέτρηση ήταν άγων.
Αγών και η αθλητική αναµέτρηση, άγων και η µουσική και
ποιητική αναµέτρηση. Άρα και η παράσταση του δράµατος
ήταν άγων, δραµατικός αγών.
Τα έξοδα για τις θεατρικές παραστάσεις ανελάµβαναν οι
χορηγοί. Η χορηγία ήταν µια από τις πιο τιµητικές
«λειτουργίες». Λειτουργίες (=έργα υπέρ του λαού) ήσαν
δαπάνες που ανελάµβαναν υποχρεωτικά κατ’ ανάθεση εύποροι
Αθηναίοι. Η συγκεκριµένη λειτουργία ονοµάστηκε χορηγία,
διότι τα περισσότερα έξοδα απαιτούσε ο χορός. Ο «δραµατικός
άγων» ήταν ένας ανταγωνισµός ανάµεσα στους τραγικούς
ποιητές, που συνήθως ήσαν και σκηνοθέτες, και µουσικοί και
πρωταγωνιστές. Την εποπτεία των αγώνων είχε ο αγωνοθέτης.
Αυτός στις 8 Ελαφηβολιώνα (Μαρτίου) οργάνωνε τον λεγόµενο
«προάγωνα» που γινόταν στο ωδείο. Ήταν µια συνάντηση όλων
αυτών που θα έπαιρναν µέρος στις παραστάσεις:
ποιητών, υποκριτών, χορηγών, χορευτών. Ενώπιον του κοινού
οι ποιητές εξηγούσαν στους θεατές την πλοκή των έργων τους.
Πριν από τους αγώνες µε κλήρο έβγαιναν οι 10 κριτές, ένας από
κάθε φυλή, που θα έκριναν την αξία των διαγωνιζοµένων. Ο
κλήρος εξασφάλιζε κάποιες εγγυήσεις αντικειµενικότητας και
περιόριζε το ενδεχόµενο εξαγοράς. Δεν εξασφάλιζε όµως την
ποιότητα. Γι. αυτό συχνά οι κρίσεις τους ήσαν άδικες. Οι κριτές
έγραφαν την προτίµηση τους σε µια πινακίδα. Προκειµένου να
εκλεγεί ο πρώτος νικητής, έπρεπε η απόφαση να είναι οµόφωνη.
Τα βραβεία ήταν τρία απλά στεφάνια από κισσό: ένα για τον
ποιητή, ένα για το χορηγό κι ένα για τον πρωταγωνιστή. Ο
χορηγός µπορούσε να στήσει, για να διαιωνίσει τ’ όνοµα του,
τρίποδα αναθηµατικό.

8
Σήµερα σώζεται η περίκοµψη βάση του τρίποδα που είχε
τοποθετήσει ο Λυσικράτης.
(Μνηµείο Λυσικράτους που ο λαός ονόµασε «Φανάρι του
Διογένη»). Η πολιτεία σκάλιζε σε µαρµάρινη πλάκα τα ονόµατα
των νικητών και τ’ όνοµα του έργου. Η πλάκα αυτή λεγόταν
«διδασκαλία» και φυλασσόταν στα κρατικά αρχεία.

ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ
Το πρώτο θέατρο της Αθήνας, άρα και του κόσµου, φτιάχτηκε
στην Αγορά, κοντά στο ναό του Διονύσου. Ήταν ξύλινο. Το 490
π.Χ. λόγω συνωστισµού (συναγωνίζονταν Πρατίνος, Χοιρίλος,
Αισχύλος) το θέατρο κατέρρευσε. Επιλέχτηκε τότε στερεότερο
έδαφος, κάτω από την Ακρόπολη κι εκεί ίδρυσαν το περίφηµο
Διονυσιακό θέατρο κοντά στο ναό του Διονύσου. Ήταν και αυτό
ξύλινο, µέχρι που ο περίφηµος ρήτορας Λυκούργος το έφτιαξε
όλο από µάρµαρο, εκτός από τις τελευταίες θέσεις που
σκαλίστηκαν στο Βράχο. Στην Αθήνα υπήρχε και δεύτερο θέ-
ατρο, ξύλινο, το λεγόµενο Ληναϊκό. Θέατρα υπήρχαν σε κάθε
δήµο της Αττικής (π.χ. το σωζόµενο στον Θορικό παρά το
Λαύριο) και δύο στον Πειραιά. Με την αρχιτεκτονική του
αρχαίου θεάτρου έχει ασχοληθεί ο Ρωµαίος αρχιτέκτονας
Βιτρούβιος που έχει γράψει το έργο «Περί αρχιτεκτονικής». Ο
Βιτρούβιος µας δίνει τον ιδεότυπο του ελληνικού θεάτρου αλλά
κανένα ελληνικό θέατρο δεν είναι κτισµένο σύµφωνα µε την
περιγραφή του. Σε γενικές γραµµές το αρχαίο θέατρο
αποτελείται από τα εξής µέρη:
α) Ορχήστρα: κυκλικός χώρος στον οποίο γύριζε ο χορός. Στο
κέντρο ήταν η θυµέλη, δηλαδή ο Βωµός του Διονύσου.
β) Κοίλον ή θέατρον: το µέρος που κάθονταν οι θεατές και
«εθεώντο» (έβλεπαν). Το θέατρο έδωσε τ’ όνοµα του σ. όλο το
κτίσµα. Ήταν ένα σύνολο από καθίσµατα που σχηµάτιζαν
ηµικύκλιο, χωρισµένο κάθετα από τις σκάλες σε κερκίδες και
οριζόντια σε δύο διαζώµατα. Μεταξύ του άνω και κάτω
διαζώµατος υπήρχε διάδροµος για την ευχερή κίνηση των
θεατών. Στην πρώτη σειρά ήταν οι προεδρικές θέσεις, µε

9
σκαλίσµατα. Η πιο επίσηµη ανήκε στον ιερέα του Ελευθερέως
Διονύσου.
γ) Σκηνή: Βρισκόταν απέναντι από το κοίλο. Η λέξη αρχικά
σηµαίνει παράπηγµα, καλύβα. Ήταν ο χώρος που οι υποκριτές
άλλαζαν στολές. Αργότερα η σκηνή έγινε ένα επιβλητικό δίπατο
ή τρίπατο οικοδόµηµα σκεπασµένο, που στις δύο άκρες του
υπήρχαν προεξέχοντα τα παρασκήνια (για τους ηθοποιούς, τις
στολές και τα µηχανήµατα). Μπροστά στη σκηνή, σε
υψηλότερο επίπεδο από την ορχήστρα, ήταν το προσκήνιο ή
λογείο, στο οποίο παράσταιναν οι υποκριτές.
δ) Πάροδοι: Είναι δύο ανοικτοί και ξέσκεποι δρόµοι, που
χώριζαν το θέατρο από τη σκηνή. Η ονοµασία δεξιά πάροδος
και αριστερά πάροδος ορίζεται σε σχέση πάντα προς τη σκηνή.
Από τις παρόδους περνούσαν οι θεατές για να µπούνε στο
θέατρο και οι χορευτές για να µπουν στην ορχήστρα. Από
αριστερά έµπαιναν οι υποκριτές που έρχονταν από τη θάλασσα
και από δεξιά οι ερχόµενοι από τους αγρούς.
ε) Σκηνογραφία. Στην αρχή το σκηνικό ήταν απλό. Τη
σκηνογραφία επινόησε ο Σοφοκλής και τον µιµήθηκε ο
Αισχύλος στην Ορέστεια. Κατά Βάση το σκηνικό εικονίζε το
χώρο του δράµατος: ναό, παλάτι, σκηνή αρχιστρατήγου,
αγροτικό ή θαλάσσιο τοπίο. Υπήρχαν ακόµη περιστρεφόµενοι
πάσσαλοι («περίακτοι») πάνω στους οποίους υπήρχαν
ζωγραφισµένοι πίνακες, για ν. αλλάξει µορφή το σκηνικό.
Μπρος στη σκηνή υπήρχαν τρεις θύρες από τις οποίες έβγαιναν
κι έµπαιναν οι υποκριτές,
στ) Μηχανές: Κανονικά και οι «περίακτοι» ανήκουν στις
µηχανές.
Κλασικά όµως µηχανήµατα είναι το «εκκύκληµα» που µε τη
στροφή του παρουσίαζε τα συµβαίνοντα µέσα στη σκηνή, η
«µηχανή», είδος γερανού που ανέβαζε ή κατέβαζε τους θεούς
(«από µηχανής θεός»), το «θεολογείο» ένας εξώστης απ. όπου
µιλούσαν θεοί και ηµίθεοι, το «βροντείον» ή
«κεραυνοσκοπείον», οι «χαρώνειες κλίµακες» και το
«αναπίεσµα», δύο µηχανήµατα, τα οποία ανέβαζαν τις ψυχές
από τον Άδη. Από τις «χαρώνειες κλίµακες» ανέβαιναν στη
σκηνή υποχθόνιες θεότητες, ερινύες, φαντάσµατα κ.λπ. Στο

10
θέατρο της Ερέτριας υπάρχει ένας υπόγειος διάδροµος που από
το προσκήνιο φθάνει στο κέντρο της ορχήστρας. Κάτι ανάλογο
υπάρχει και στο θέατρο των Φιλίππων.

ΟΙ ΥΠΟΚΡΙΤΕΣ (ΗΘΟΠΟΙΟΙ).
Στις πρώτες δραµατικές παραστάσεις ο υποκριτής ήταν ένας,
και τον υποδυόταν ο δραµατουργός. Όταν ο Αισχύλος
προσέθεσε και δεύτερο υποκριτή, τότε ο δραµατουργός αρχίζει
ν’ αποσυνδέεται από την παράσταση. Ο Αριστοτέλης στην
«Ποιητική» λέει ότι ο Αισχύλος προσέθεσε το δεύτερο υποκριτή
και ο Σοφοκλής τον τρίτο. Την καινοτοµία του Σοφοκλή
υιοθέτησε και ο Αισχύλος. Στην «Ορέστεια» οι υποκριτές είναι
τρεις. Οι δραµατουργοί πρόσεχαν να µην εµφανίζονται ποτέ
ταυτόχρονα πάνω από τρεις υποκριτές επί σκηνής, όµως στον
«Οιδίποδα επί Κολωνώ» του Σοφοκλή, και σ’ άλλες τραγωδίες,
φαίνεται ότι υπήρχαν τέσσερις.
Λίγες είναι οι πληροφορίες των αρχαίων σχετικά µε το παίξιµο
των ηθοποιών. Περισσότερα µπορούµε να συµπεράνουµε από
τις παραστάσεις αγγείων, κυρίως.
Φαίνεται όµως ότι το παίξιµο δεν ήταν κάτι άπαξ
διαµορφωµένο και κρυσταλλωµένο σε µόνιµο σχήµα.
Εικάζεται ότι περί τα µέσα του 5ου αιώνα πρέπει ν’
ακολουθούσε τον αυστηρό ρυθµό που κυριαρχούσε και σ. άλλες
µορφές τέχνης. Από διάφορα στοιχεία µπορούµε να
υποθέσουµε ότι οι υποκριτές πρέπει να είχαν αναπτύξει πολύ
την τέχνη της φωνής, διότι τους γυναικείους ρόλους υποδύονταν
άνδρες, ενώ οι πιο επιβλητικές µορφές της τραγωδίας είναι
γυναίκες (π.χ. Μήδεια, Αντιγόνη, Ηλέκτρα, Εκάβη). Επίσης
πρέπει να είχαν αναπτύξει πολύ την υποκριτική τέχνη των
χεριών και των κινήσεων του σώµατος, µια και το πρόσωπο,
λόγω προσωπείου, δεν συµµετείχε στην υπόκριση. Έπρεπε
ακόµη να είναι καλλίφωνοι, διότι ορισµένα µέρη του δράµατος
απαγγέλλονταν τραγουδιστά. Ασφαλώς το πρώτο προσόν των
παλαιότερων (αλλά και νεώτερων) υποκριτών ήταν η όρχηση.

11
Ας µη µας διαφεύγει ότι αφετηρία των παραστάσεων είναι η
ορχήστρα, που σήµερα θα την λέγαµε «χορεύτρα» ή, κατά τον
παλαιό λαµπρό φιλόλογο Δηµ. Σάρρο, «χοροστάσι». (Στη
σύγχρονη «ελληνική» ονοµάζεται «πίστα»!). Όσο κι αν οι
κινήσεις στο αρχαίο δράµα υποκαθιστούσαν ή συµπλήρωναν
συχνά το λόγο, δεν έπαυε, ωστόσο, µια θεατρική παράσταση να
είναι λόγος, όχι απλά ηδυ-σµένος, αλλά συχνά και δυνατός,
διότι η φωνή έπρεπε να φθάνει και στις ψηλότερες θέσεις, και ν’
ακούγεται από ένα πλήθος που σταθερά ξεπερνούσε τους
10.000 ανθρώπους. Βέβαια τα αρχαία θέατρα, µε πρώτο της
Επιδαύρου, είχαν θαυµάσια ακουστική. Αλλά για να γίνεται
ακόµη πιο δυνατή η φωνή, χρησιµοποιούσαν αγγεία, που τα
έλεγαν ηχεία, σε ειδικές εσοχές των τοίχων τοποθετηµένα.
Όπως και σήµερα, υπήρχε µια διάκριση ανάµεσα στους
τραγικούς και στους κωµικούς υποκριτές. Υπήρχαν εξαιρετικά
ταλέντα, όπως φυσικά γίνεται και σήµερα, που µπορούσαν να
παίξουν µε την ίδια επιτυχία τραγικούς και κωµικούς ρόλους.
Φαίνεται πάντως πως οι αρχαίοι εκτιµούσαν ιδιαίτερα τους
υποκριτές που µπορούσαν να παίζουν ανόµοιους ρόλους, π.χ.
του θερσίτη και του Αγαµέµνονα. Κυρίως όµως να ταυτισθούν
προς την κοινωνική θέση του υποδυόµενου προσώπου
Σηµαντικό ρόλο για την επιτυχία ενός υποκριτή έπαιζε η
σωµατική εµφάνιση και φυσικά η σωµατική διάπλαση. Ο
υποκριτής που θα έπαιζε τον Ηρακλή ή τον Αίαντα πρέπει να
ήταν µεγαλόσωµος, αν όµως έπαιζε την Ισµήνη µικρόσωµος.
Κάποιος Απολλογένης από την Τεγέα, που έπαιζε τους ρόλους
του Ηρακλή και του Αχιλλέα, ήταν πρώην πυγµάχος. Οι αρχαίοι
είχαν φθάσει στο µεγάλο πρόβληµα που θίγει ο Ντιντερό στο
βιβλίο του «Το παράδοξο µε τον ηθοποιό». Το πρόβληµα
παραµένει και σήµερα «κοµβικό» σηµείο της ηθοποιίας: ο
υποκριτής πρέπει να ταυτίζεται ψυχικά µε το πρόσωπο που
υποδύεται; Η απάντηση των περισσοτέρων αρχαίων είναι
καταφατική.
Αναφέρεται ότι ο ηθοποιός Καλλιπίδης, προκαλούσε δάκρυα
στους θεατές µε το συναρπαστικό παίξιµο του. Για τον ηθοποιό
Θεόδωρο λέγεται πως όταν κάποτε έπαιζε το ρόλο της Μερόπης
ανάγκασε τον τύραννο των Φερών Αλέξανδρο να εγκαταλείψει

12
το θέατρο κλαίγοντας. Όπως κάνουν και σήµερα πολλοί
σκηνοθέτες και θεατρικοί συγγραφείς, όµοια και οι αρχαίοι
δραµατουργοί χρησιµοποιούσαν συχνά µόνιµους ηθοποιούς.
Π.χ. ο Αριστοφάνης χρησιµοποιούσε σταθερά τους Φιλωνίδη
και Καλλίστρατο. Μεγάλους ηθοποιούς δεν ανέδειξε µόνο η
Αθήνα αλλ. όλες οι ελληνικές περιοχές. Ονοµαστοί ήσαν ο
Πώλος από την Αίγινα, ο Απολλογένης από την Αρκαδία, ο
Ευδαίµων από τη Θήβα, ο Νεοπτόλεµος από τη Σκύρο, ο
Σάτυρος από την Όλυνθο κ.ά. Το επάγγελµα του ηθοποιού δεν
ήταν υποτιµηµένο κοινωνικά, όπως συνέβαινε σε νεώτερες
εποχές, απεναντίας οι υποκριτές έπαιζαν σηµαντικό ρόλο στην
πολιτική ή κάποιοι σηµαντικοί πολιτικοί, όπως ο Αισχίνης, ήσαν
και καλοί υποκριτές. Από το Δηµοσθένη µαθαίνουµε ότι οι
υποκριτές Αριστόδηµος, Νεοπτόλεµος και Κτησιφών
υποστήριζαν την πολιτική του Φιλίππου. Πάγια άλλωστε
πολιτική του Φιλίππου ήταν να προσεταιρίζεται τους ηθοποιούς,
επειδή ασκούσαν επιρροή στο λαό. Την τακτική του πατέρα
ακολούθησε και ο γιος. Στο γάµο του στα Σούσα είχε καλέσει
τους τραγικούς ηθοποιούς Θεσσαλό Αθηνόδωρο, Αριστοκράτη
και τους κωµικούς Λύκωνα Φορµίωνα, Αρίστωνα. Τον Θεσσαλό
χρησιµοποίησε και για διπλωµατικές αποστολές.
Μερικοί βγάζουν το συµπέρασµα πως οι Σπαρτιάτες δεν
εκτιµούσαν τους ηθοποιούς, επειδή ο βασιλιάς Αγησίλαος
ένιωθε περιφρόνηση γι. αυτούς Οι σύγχρονοί του όµως
αποδίδουν αυτή τη συµπεριφορά στην κακή ανατροφή του
Αγησιλάου. Γενικά οι αρχαίοι τιµούσαν πολύ τους ηθοποιούς κα
τους έδιναν ειδικά προνόµια, όπως π.χ. απαλλαγή από τους
φόρους. Οι Ρωµαίοι, όταν κατέλαβαν τη Ελλάδα διέλυσαν όλες
τις ενώσεις και µόνο για τις «εταιρείες» των ηθοποιών έκαναν
εξαίρεση. Η συντεχνιακή οργάνωση δεν ήταν άγνωστη στην
αρχαία Ελλάδα. Ένα από τα ισχυρότερα σωµατείο ήταν η
«Σύνοδος των περί Διόνυσον τεχνιτών» (=ηθοποιών).
Τα σωµατεία πρόσεχαν πολύ την επαγγελµατική κατάρτιση των
υποκριτών. Υπήρχαν ακόµη και σωµατεία «κορδακιστών»,
όπως φαίνεται από µια επιγραφή της Αµοργού.

13
Ο «κόρδαξ» ήταν οργιαστικός χορός. Στα ύστερα χρόνια σε
παραστάσεις µετείχαν και γυναίκες, και ακόµη µερικοί ηθοποιοί
έπαιζαν χωρίς προσωπείο.
Το προσωπείο πάντως ήταν βασικό συστατικό του αρχαίου
θεάτρου.
Υποδήλωνε το δεσµό µε αρχέγονες τελετές, όπως η µάσκα του
µάγου σε πολλούς πρωτόγονους λαούς Όταν εξελίχθηκε σε
αυτόνοµο είδος η τραγωδία, εµπόδιζε
οπωσδήποτε τον ηθοποιό, αν λάβουµε µάλιστα υπόψη τη
διάρκεια των παραστάσεων
(τρεις τραγωδίες και ένα σατυρικό δράµα σε µια µέρα) και
φυσικά αλλαγή προσω-
πείου κατά την εναλλαγή των ρόλων. Απαρίθµηση των
προσωπείων έχει κάνει ο
Πολυδεύκης στο «Ονοµαστικόν» του, αλλά τα προσωπεία µας
είναι περισσότερο
γνωστά από τις παραστάσεις και από τα πήλινα προσωπεία που
έχουν σωθεί Το
προσωπείο απέδιδε κάπως τονισµένα__________, χάρη στο
ειδικό «µακιγιάζ» τις ιδιότητες του
ήρωα που υποδυόταν ένας ηθοποιός. Έτσι το τραγικό
προσωπείο έχει έντονα τραγικά
χαρακτηριστικά (έκφραση άλγους, µεγαλοπρέπειας κ.λπ.), ενώ
τα κωµικά έχουν πιο
έντονο το κωµικό, δηλαδή το «γελαστικό» στοιχείο.
Ιδιαίτερη σηµασία στις παραστάσεις έπαιζε η ενδυµασία. Στην
αρχή οι
υποκριτές φορούσαν θεσσαλικές φορεσιές. Ο Αισχύλος έντυσε
τους υποκριτές του µε
πολυτελή και µεγαλοπρεπή ενδύµατα. Έτσι σιγά-σιγά
καθιερώθηκε ένας τύπος
ενδυµασίας που θύµιζε ιερατική αµφίεση. Αυτό θύµιζε και τις
θρησκευτικές κατα-
βολές του δράµατος. Ο Πολυδεύκης δίνει επαρκή περιγραφή
των ενδυµασιών.
Πλούσιες και µεγαλοπρεπείς των επιφανών, ευτελείς οι
ενδυµασίες των

14
«παρακατιανών». Οι βοσκοί π.χ. φορούσαν κατσικίσια δέρµατα,
οι παράσιτοι
φορούσαν µαύρα ρούχα και οι µάντεις ειδική στολή. Οι
κωµικοί, για να δηµιουργούν
µεγαλύτερη ιλαρότητα «φούσκωναν» την κοιλιά τους µε
παραγεµίσµατα. Ο
Πολυδεύκης γράφει πως υπήρχε διαφορά στα υποδήµατα των
τραγικών και κωµικών
ηθοποιών. Οι τραγικοί φορούσαν κοθόρνους, υποδήµατα µε
χοντρά καττύµατα
(πέλµατα) για να φαίνονται ψηλότεροι. Οι κωµικοί φορούσαν
εµβάδες (κετσεδενία
υποδήµατα). Ωστόσο στην ακµή της τραγωδίας δεν φαίνεται να
γινόταν χρήση
κοθόρνων, τουλάχιστον τέτοιας κατασκευής. Εκφράζεται η
άποψη πως οι κόθορνοι
εµφανίζονται κατά τον 2ο π.Χ. αιώνα. Ωστόσο η λέξη κόθορνος
πάντοτε υπήρχε προς
υποδήλωση υποδήµατος στο οποίο µπορούσε να χωρέσει και το
δεξί και τ’ αριστερό
ποδάρι. Έτσι µεταφορικά «κόθορνος» ονοµαζόταν ο ασταθής, ο
ευµετάβολος
άνθρωπος. Κόθορνος ονοµαζόταν ο πολιτικός Θηραµένης, ένας
από του Τριάκοντα
Τυράννους, επειδή «χώραγε» σ. όλες τις καταστάσεις.
Ο ΧΟΡΟΣ
Αν σήµερα δεν µπορούµε να Βιώσουµε το αρχαίο δράµα, δεν
είναι γιατί ζούµε έξω
από τις συνθήκες των αρχαίων, είναι ακόµη και κάτι πολύ
σηµαντικό: δεν έχει δοθεί
λύση στο πρόβληµα του χορού. Ξέρουµε πολλά για το
σχηµατισµό του (κυκλικός στο
διθύραµβο, τετράγωνος στο δράµα), για τη διαίρεση του σε
ηµιχόρια, για τη στροφή
που έκανε το ένα και την αντιστροφή το άλλο και την τελική
συνένωση τους για ν’
απαγγείλουν µαζί την επωδό κ.λπ.

15
Ωστόσο µας διαφεύγει η ουσία της θεατρικής του παρουσίας.
Ίσως
περισσότερο από τις φιλολογικές και αρχαιολογικές µαρτυρίες
στην ουσία του χορού
µας µπάζουν κάποιες θρησκευτικές τελετουργίες ή εορταστικές
τελετές (όπως π.χ. τ’
Αναστενάρια, η γιορτή των Καλόγερων και της Μπάµπως που
παρασταινόταν τη
Δευτέρα της Τυρινής στη Βιζύη της Αν. Θράκης, το πανηγύρι
του «Aη Συµιού» στο
Μεσολόγγι κ.λπ.). Ωστόσο, την καλύτερη µαρτυρία προσφέρει
ο νεοελληνικός χορός,
µε την έννοια της όρχησης, κυρίως ο «συρτός». Άλλωστε για
ποιο λόγο στα
νεοελληνικά η όρχηση ονοµάσθηκε χορός και το άσµα
τραγούδι; Το τραγούδι είναι
παράγωγο της τραγωδίας. Όσο για τα θρηνητικά µέρη υπάρχει
και σήµερα το
µανιάτικο µοιρολόι που οι γυναίκες χωρίζονται σε δύο
ηµιχόρια, βάζοντας στη µέση
το νεκρό, υπάρχει και η κορυφαία (πρωτοµοιρολογίστρα) που
συντονίζει τον κοµµό
και µε την έννοια του θρήνου και µε την έννοια του χτυπήµατος
του στήθους. Όµως,
πρέπει να πούµε λίγα λόγια για το κοινό. Τις παραστάσεις
παρακολουθούσαν άνδρες
και γυναίκες. Υπήρξε πρόταση να κάθονται χωριστά, αλλ. αυτό
σηµαίνει ότι
κάθονταν άνδρες και γυναίκες µαζί, κατά οικογενειακά ζεύγη.
Οι θεατές φορούσαν
στεφάνια και στα πέτρινα εδώλια τοποθετούσαν µαξιλάρια. Δεν
υπήρχαν ερεισίνωτα
(στηρίγµατα για την πλάτη), εκτός από τα πρώτα προεδρικά
καθίσµατα. Οι θέσεις
ορίζονταν µε κοκάλινα κέρµατα. Στην αρχή οι θεατές πλήρωναν
εισιτήριο στον

16
«θεατρώνη». Ο Περικλής, θεωρώντας το θέατρο σχολείο του
λαού, καθιέρωσε τα
λεγόµενα «θεωρικά». Η πολιτεία δηλαδή πλήρωνε για τους
άπορους πολίτες το
αντίτιµο του εισιτηρίου. Το θέατρο υπήρξε γέννηµα της
δηµοκρατίας και ήκµασε όσο
ήκµασε η δηµοκρατία. Την τάξη εντός του θεάτρου τηρούσαν οι
«ραβδούχοι»
(αστυνοµικοί υπάλληλοι). Λόγω της µεγάλης διάρκειας των
παραστάσεων (από την
ανατολή ως τη δύση του ηλίου) οι θεατές έπαιρναν µαζί τους
φαγητά, γλυκίσµατα,
νερό κ.λπ. Δεν ήταν σπάνιες οι αποδοκιµασίες εις βάρος των
ηθοποιών που δεν
έπαιζαν καλά. Είπαµε πιο πάνω ότι η τραγωδία είναι γέννηµα
της δηµοκρατίας. Το
ότι έχει λαϊκές καταβολές φαίνεται από το ξεκίνηµα της που
είναι η λατρεία του
Διονύσου. Ο Διόνυσος όµως ως λαϊκός θεός λατρευόταν παντού
αλλά µόνο στην
Αθήνα διαµορφώθηκε το δράµα, που η εξέλιξη του
συµπορεύεται µε την εξέλιξη της
δηµοκρατίας. Διότι η θεατρική παράσταση, είτε τραγωδία είτε
κωµωδία, απηχεί ένα
συγκεκριµένο πολιτικό κλίµα. Αυτό φαίνεται άµεσα στις
«Φοίνισσες» του Φρυνίχου,
στους «Πέρσες» του Αισχύλου, που δείχνει πως η τραγωδία έχει
την κορυφαία στιγµή
της κατά τη µεγάλη περίοδο του αγώνα εναντίον των Περσών.
Βγαίνει δηλαδή µέσα
από µια ατµόσφαιρα ηρωικού πατριωτισµού και πυρετώδους
δηµιουργίας. Και αν
ακόµη δεν είναι εµφανής η πολιτική επίδραση, αυτή ωστόσο
υπάρχει. Οιδίπους
Τύραννος είναι η Αθήνα στα χρόνια της µεγάλης δυνάµεως της,
η οποία την οδηγεί

17
στην «ύβριν», δηλαδή στην αλαζονεία της δυνάµεως που φέρνει
την καταστροφή. Με
την τραγωδία αυτή, πολλά χρόνια πριν, ο Σοφοκλής δεν ήθελε
απλώς να συγκινήσει,
ήθελε και να προειδοποιήσει για την επερχόµενη καταστροφή,
διότι έβλεπε, όπως ο
τυφλός Τειρεσίας, πως ο πολιτικός ηγετικός πυρήνας των
Αθηνών ήταν «τυφλός τα τε
όµµατα, τα τε ώτα και νουν». Γι. αυτό πάντα η τραγωδία θα
είναι επίκαιρη. Μας λέει
τη µοίρα µας. Γι. αυτό και τον κοµµό στα νεοελληνικά τον λέµε
µοιρολόι.

* Δηµοσιεύθηκε στο πρωτοχρονιάτικο τεύχος του περιοδικού


«ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ
ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 1996__

18
ΣΤΟΙΧΕΙΩΔΕΙΣ ΓΝΩΣΕΙΣ
ΑΡΧΑΙΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ
��
Το Δράμα είναι ένα απ’ τα μεγαλύτερα δημιουργήματα του
Αρχαίου Ελληνικού Πνεύματος και φανερώθηκε όταν το Έπος
κι η Λυρική Ποίηση αγγίξαν την τελειότητα. Η λέξη Δράμα
προέρχεται απ’ το αρχαίο ρήμα δράω-δρω που σημαίνει
πράττω.. Επομένως η πνευματική αυτή δημιουργία, άλλοτε με
θλιβερή υπόθεση (τραγωδία) κι άλλοτε πάλι με εύθυμη
(κωμωδία), δεν απαγγέλλεται τα το Έπος ή το Λυρικό Ποίημα
ούτε εξιστορείται τα η Διήγηση, αλλά ξετυλίγεται στη σκηνή του
θεάτρου που είναι ανάλογα διακοσμημένη, με διάλογο και
μίμηση από ειδικούς καλλιτέχνες, τα Υποκριτές που αργότερα
ονομαστήκαν Ηθοποιοί και αναδημιουργούν και συμμετέχουν
στα διαδραματιζόμενα γεγονότα.
��
Η Τραγωδία, καθώς μας λένε τα παλιά βιβλία,
είναι κάποιου ανθρώπου ιστορία
που τον ευλόγησε στα πρώτα χρόνια η ευτυχία,
μα πέφτοντας από ψηλά που βρίσκονταν σε δυστυχία
άθλια τελειώνει τη ζωή του – σ’ αγωνία.
Chaucer The Monk’s Tale
��

19
Τ ΡΑ Γ Ω Δ Ι Α
Ορισμός
Ἔστιν οὗν τραγῳδία μίμησις πράξεως σπουδαίας καὶ τελεία
ς μέγεθος εχούσης, ἡδυσμένῳ λόγῳ χωρὶς ἑκάστῳ τῶν εἰδ
ῶν ἑν τοῖς μορίοις, δρώντων καὶ οὐ δι’ ἀπαγγελίας, δι’
ἐλέου καὶ φόβου περαίνουσα τὴν τῶν τοιούτων παθημάτω
ν κάθαρσιν.
Αριστοτέλους Ποιητική 1449b,24
ΤΑ ΜΕΡΗ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ
Τα κατά ποσόν μέρη της Τραγωδίας .
1. Διαλογικό

1. Πρόλογος (Το πριν απ’ την είσοδο του Χορού μέρος)


2. Επεισόδιο (Το μεταξύ δυο Χορικών μέρος)
3. Έξοδος (Το τελευταίο μέρος που δεν υπάρχει μέλος του
Χορού)

2. Χορικό

1. Πάροδος (Το τραγούδι που λέει ο Χορός μπαίνοντας [παριών]


στην Ορχήστρα)
2. Στάσιμο (Το τραγούδι που λέει ο Χορός όταν έχει μπει πια
στην ορχήστρα και στέκεται)
Τα κατά ποιόν μέρη της Τραγωδίας

1. Μύθος (Η σύνθεση των πραγμάτων)


2. Ήθος (Οι χαρακτήρες των προσώπων)
3. Λέξις (Η γλώσσα και το μέτρο)
4. Διάνοια (Ό,τι μπορεί να ειπωθεί κι ό,τι ταιριάζει στη σχετική
περίπτωση)
5. Όψις (Τα σκηνογραφικά στοιχεία)
6. Μέλος (Μελοποιία) (Τα μουσικά στοιχεία)

20
Δ Ι ΑΛ Ε Κ Τ Ο Ι
Τα μέρη των Υποκριτών διαφέρουν απ’ τα μέρη του Χορού και
στη Διάλεκτο και στο Μέτρο. Η Διάλεκτος στα μεν Διαλογικά
μέρη είναι Αρχαία Αττική, μεγαλοπρεπής και κάπως σκληρή
στον Αισχύλο, ομαλή και γλαφυρή στο Σοφοκλή και ομαλότερη
και πιο μουσική στον Ευριπίδη. Στα Χορικά δε η Αττική
Διάλεκτος μεταχειρίζεται Δωρισμούς, γιατί η Τραγωδία πήρε τα
μέλη της απ’ τη Χορική ποίηση των Δωριέων.
Το μέτρο στα Διαλογικά μέρη στην αρχή ήταν Τροχαϊκό
Τετράμετρο, αργότερα όμως καθιερώθηκε το Ιαμβικό Τρίμετρο.
Στα τραγούδια χρησιμοποιούσαν τα ποικίλα μέτρα του Χορικού
μέλους.
Όπως το Ελληνικό έθνος ήταν χωρισμένο σε φυλές, έτσι κι η
Ελληνική γλώσσα ήταν χωρισμένη σε τέσσερις διαλέκτους :

1. Αιολική

2. Δωρική

3. Ιωνική

4. Αττική

Η καθεμιά απ’ αυτές τις Διαλέκτους είχε τα δικά της


χαρακτηριστικά, τα δικά της ιδιώματα που της δίναν το
ιδιαίτερο φιλολογικό χρώμα της.
Ιδιώματα Διαλέκτων :

• Αιολική.

⇒ Βαρύτητα του τόνου (χείμων, θύμος, άστερες, άγαθος).

⇒ Τα εις μι ρήματα αντί των συνηρημένων (όρημι, φίλημι,


κάλημι).

21
⇒ Τα διπλά υγρά ή ένρινα (κρίννω, κτέννω, φθέρρω,
σπέρρω).

• Δωρική ή Δωρίς.

⇒ Φθόγγος α αντί του η (αμέρα, σελάνα, Αθάνα, δάμος).


Επειδή μ’ αυτή την προφορά το στόμα πλαταίνει λέγεται
πλατιάζειν, πλατειασμός.

⇒ Στην κατάληξη του ρήματος έχει τους τύπους λέγομες,


τίθητι.

• Ιωνική.

⇒ Το η αντί του α μακρού (Αθήνη, ημέρη, πρήγμα).

⇒ Τους ασυναίρετους τύπους (ποιέω,).

⇒ Τα ψιλά σύμφωνα και πνεύματα (κατήμενος, δέκομαι).

• Αττική ή Ατθίς.

⇒ Προήρθε απ’ την Ιωνική. Ούτε τα πολλά η της Ιωνικής


έχει ούτε τα πολλά α της Δωρικής (ημέρα, Αθηνά).

⇒ Απ’ το τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου προτιμάει


τα ττ αντί των σσ (θάλαττα, ήττα).

⇒ Την πρόθεση εις και συν αντί ες και ξυν.

⇒ Την κατάληξη της ονομαστικής πληθυντικού εις αντί


της προηγούμενης ης (βασιλείς, ιππείς αντί βασιλής,
ιππής).

⇒ Τα δυο ρ (χερρόνησος αντί χερσόνησος).

22
⇒ Το α΄ πρόσωπο του υπερσυντέλικου (ενεγράφειν αντί
ενεγράφη).

⇒ Το γ΄ πρόσωπο του παθητικού παρακείμενου και


υπερσυντέλικου (τεταγμένοι εισί, ήσαν αντί τετάχαται,
ετετάχατο).

Η Μακεδονική κατάχτηση επιτάχυνε την ισοπέδωση των


Ελληνικών διαλέκτων. Η Αττική διάλεκτος πήρε κι απ’ τις άλλες
διάφορα στοιχεία ακόμα και ξενικά κι έτσι έφτασε αργότερα να
λέγεται Κοινή. Αυτή η διάλεκτος έγινε γλώσσα της βασιλικής
αυλής κι απ’ τα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου
χρησιμοποιούταν σ’ όλη την Ελλάδα και στις Μακεδονικές
κτήσεις στη Μ. Ασία, τη Συρία και την Αίγυπτο. Σ’ αυτή τη
γλώσσα γραφτήκαν τα βιβλία της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης
κι η Ιστορία του Πολύβιου. Η Κοινή γενικά έχει τα δυο σ κι όχι
τα δυο τ κι απεικονίζεται στους επίσημους παπύρους της
Αιγύπτου την εποχή των Πτολεμαίων. Όμως η επιμειξία του
έθνους με άλλους λαούς έγινε αιτία ώστε η γλώσσα να
αλλοιωθεί.

23
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
525-456 π.Χ.
Ο Αισχύλος υπήρξε ο μεγαλύτερος τραγικός ποιητής της
Αρχαίας Ελλάδας και του κόσμου όλων των εποχών. Ήταν γιος
του Ευφορίωνος, ιερέως της Ελευσίνας που ανήκε σε παλιά
μεγάλη οικογένεια. Νέος ακόμα έζησε την εποχή που οι
Αθηναίοι νικήσαν τους Πέρσες στον Μαραθώνα και τη
Σαλαμίνα. Σύμφωνα με τη Σούδα έγραψε 90 τραγωδίες και
σατυρικά δράματα και κατά τον βιογράφο του κέρδισε 13
πρώτες νίκες, χωρίς να υπολογίζονται εκείνες που πήρε μετά τον
θάνατό του. Απ’ τις τραγωδίες σωθήκαν 7: Ικέτιδες, Πέρσαι,
Επτά επί Θήβας, Προμηθεύς Δεσμώτης, Αγαμέμνων, Χοηφόροι,
Ευμενίδες. Οι τρεις τελευταίες αποτελούν την τριλογία
Ορέστεια. Ο Αισχύλος πρόσθεσε τη δράση στο λυρικό χορικό
και καθιέρωσε τον δεύτερο υποκριτή, ενώ στη μουσική
διατήρησε τον Δωρικό τρόπο. Τα έργα του, παρόλο που έχουν
απλή και φυσική πλοκή, καταπλήσσουν με την πρωτότυπη
εφευρετικότητα του ποιητή, τη δυνατή του φαντασία, το βάθος
του θρησκευτικού του συναισθήματος και τη μουσικότητα των
στίχων του. Ο Αισχύλος πέθανε στη Γέλα της Σικελίας, όπου
είχε πάει μετά από πρόσκληση του τυράννου των Συρακουσών
Ιέρωνος.
Καινοτομίες:

1. Πρόσθεση δράσης στον 12 μελή Χορό.

2. Καθιέρωση του 2ου υποκριτή.

��
Σωζόμενα έργα :
1. Ικέτιδες
2. Πέρσαι
3. Επτά επί Θήβας
4. Προμηθεύς Δεσμώτης
5. Αγαμέμνων ]
6. Χοηφόροι } Ορέστεια (Τριλογία)
7. Ευμενίδες ]

24
��

25
ΣΟΦΟΚΛΗΣ
496-406 π.Χ.
Ο Σοφοκλής υπήρξε ένας απ’ τους μεγαλύτερους τραγικούς
ποιητές της Ελλάδας κι όλου του κόσμου. Ήταν γιος του
Σοφίλλου και γεννήθηκε στον δήμο του Ιππείου Κολωνού, όπου
διαδραματίζεται και το τελευταίο του δράμα Οιδίπους επί
Κολωνώ. Έγραψε έναν μεγάλο αριθμό δραμάτων (γύρω στα
123) απ’ τα οποία σώζονται μόνο 7 : Αντιγόνη, Αίας, Οιδίπους
Τύραννος, Τραχινίαι, Ηλέκτρα, Φιλοκτήτης, Οιδίπους επί
Κολωνώ. Ακόμα σώζονται και πολλά αποσπάσματα από άλλες.
Ήταν εκείνος που καθιέρωσε τον τρίτο υποκριτή και τον Χορό
από δωδεκαμελή που ήταν τον έκανε δεκαπενταμελή. Οι
πολυάριθμες νίκες που κέρδισε μας δείχνουν τη μεγάλη
αναγνώριση που βρήκε ο Σοφοκλής όσο ζούσε.
Καινοτομίες:

1. Αύξηση των χορευτών από 12 σε 15.

2. Εισαγωγή του 3ου υποκριτή

3. Ανακάλυψη της σκηνογραφίας

4. Εισαγωγή καμπύλης βακτηρίας.

5. Λευκές κρηπίδες για χορευτές κι ηθοποιούς.

6. Εισαγωγή της Φρυγικής μελωδίας.

��
Σωζόμενα έργα :
1. Αίας (447-440)
2. Αντιγόνη (443-441)
3. Οιδίπους Τύραννος (431-422)
4. Ηλέκτρα (430-410)
5. Τραχινίαι (420-410)
6. Φιλοκτήτης (409-408)

26
7. Οιδίπους επί Κολωνώ (γράφτηκε το 406 και παίχτηκε το 402,
μετά το θάνατο του ποιητή)
��

27
ΕΥ ΡΙΠΙΔΗ Σ
480-406 π.Χ.
Ο Ευριπίδης είναι ο τρίτος μεγάλος Αθηναίος τραγικός ποιητής,
γιος του Μνησάρχου ή Μνησαρχίδου και της Κλειτούς.
Γεννήθηκε στη Σαλαμίνα και πέθανε στην αυλή του Αρχελάου,
βασιλιά της Μακεδονίας. Τα κύρια πρόσωπα των τραγωδιών
του είναι κατά προτίμηση γυναίκες για τις οποίες πολλές φορές
εκφράζεται ευνοϊκά παρά τον χαρακτηρισμό του μισογύνη που
του είχαν αποδώσει. Στις τραγωδίες του εισήγαγε το φιλοσοφικό
πνεύμα και γι’ αυτό ονομάστηκε από σκηνής φιλόσοφος. Από
μερικούς χαρακτηρίζεται σαν κήρυκας του Ελληνικού
Διαφωτισμού και της ελευθερίας στη θρησκεία, τη σκέψη και
την Τέχνη. Απ’ τα 88 δράματά του σωθήκαν 19 : Άλκηστις,
Μήδεια, Ηρακλείδαι, Ιππόλυτος, Ανδρομάχη, Εκάβη, Ικέτιδες,
Ηρακλής Μαινόμενος, Τρωάδες, Ίων, Ηλέκτρα, Ιφιγένεια εν
Ταύροις, Ελένη, Φοίνισσαι, Ορέστης, Ιφιγένεια εν Αυλίδι,
Βάκχαι, Ρήσος και το σατυρικό δράμα Κύκλωψ καθώς και 50
περίπου αποσπάσματα.
Καινοτομίες:

1. Πρόλογοι κατατοπιστικοί.

2. Από μηχανής θεός.

3. Εμβόλιμα του Χορού.

4. Γνωμικά κι αποφθέγματα.

5. Αποδοχή του ερωτισμού σαν κινητήρια δύναμη.

6. Εισαγωγή Λυδικής μελωδίας και ξύλινου οστράκου.

��
Σωζόμενα έργα :
1. Άλκηστις (438) 10. Τρωάδες (415)
2. Μήδεια (431) 11. Ηλέκτρα (414-413)

28
3. Εκάβη (430-425) 12. Ιφιγένεια εν Ταύροις (414-409) 4.
Ηρακλείδαι (430-422) 13. Ελένη (412)
5. Ιππόλυτος (428) 14. Φοίνισσαι (411-408)
6. Ίων (428-413) 15. Ορέστης (408)
7. Ανδρομάχη (420;) 16. Ιφιγένεια εν Αυλίδι (406)
8. Ικέτιδες (420;) 17. Βάκχαι (406)
9. Ηρακλής μαινόμενος (420-415) 18. Κύκλωψ (Σατυρικό
Δράμα)
��

29
Κ Ω Μ ΩΔΙΑ
Ορισμός
Ἡ δὲ κωμῳδία ἐστὶν ὥσπερ εἴπομεν μίμησις
φαυλοτέρων μέν, οὐ μέντοι κατὰ πᾶσαν κακίαν, ἀλλὰ
τοῦ αἰσχροῦ ἐστι τὸ γελοῖόν ἐστιν ἁμάρτημά τι καὶ
αἶσχος ἀνώδυνον καὶ οὐ φθαρτικόν, οἶον εὐθὺς τὸ
γελοῖον πρόσωπον αἰσχρόν τι καὶ διεστραμμένον ἄνευ
ὀδύνης.
Αριστοτέλους Ποιητική 1449a,30
Την Αρχαία Αττική Κωμωδία μπορούμε να την χωρίσουμε σε
τρεις περιόδους :

1. Αρχαία Αττική Κωμωδία (578-405 π.Χ.) : διακωμωδούσε


ορισμένα πρόσωπα.

2. Μέση Αττική Κωμωδία (404-338 π.Χ.) : διακωμωδούσε


επαγγέλματα και κοινωνικές. τάξεις

3. Νέα Αττική Κωμωδία (337-258 π.Χ.) : διακωμωδούσε


οικογενειακά πάθη κι ελαττώματα.

ΠΑΡΑΒΑΣΙΣ
Η Παράβασις είναι βασικό μέρος στην καθιερωμένη δομή της
Αρχαίας Αττικής Κωμωδίας που αποτελούσε δημηγορία,
ιαμβογράφημα ή εγκώμιο, ανάλογα με την περίπτωση.
Σταματώντας ξαφνικά την εξέλιξη της πλοκής, ο κωμικός Χορός
φεύγει απ’ τη θεατρική του υπόσταση (και το προσωπείο του,
πιστεύουν ορισμένοι) και παραβαίνει προς το κοινό, για να
μεταφέρει ένα κήρυγμα του δραματουργού, σχετικό με την
πολιτική κατάσταση, τα κοινωνικά ήθη, τις λογοτεχνικές του
απόψεις κλπ.
��
TA ΜΕΡΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΒΑΣΕΩΣ
Κυρίως παράβασις

30
1. Κομμάτιον: (Μικρή περικοπή δραματικού μέρους) Σύντομη
Εισαγωγή απ’ τον Χορό ή ένα μέλος του κι εφιστούσε την
προσοχή γι’ αυτά που θα λέγονταν μετά.

2. Ανάπαιστοι: Κύριο μέρος σε αναπαιστικούς στίχους απ’ τον


κορυφαίο του Χορού εξ ονόματος του ποιητή και περιείχε
παράπονα του ποιητή, τα νέα της ημέρας, γνώμες για τα
πολιτικά, σκώμματα κι ειρωνείες για γνωστές
προσωπικότητες.

3. Πνίγος (Μακρόν): Φράση που έλεγε ο Χορός με μιαν ανάσα


και σε πολύ γρήγορο ρυθμό ώστε να πνίγονται αυτοί που τον
λέγαν γι’ αυτό και λέγεται έτσι. Αποτελούσε το αντίρροπο
του Κομματίου κι ήταν ένα είδος επιλόγου της Κυρίως
Παραβάσεως (κάτι σαν όρκος, ευχή ή κατάρα).

Ανταποκρινόμενα

1. Ωδή (Στροφή): Τραγούδι που το έλεγε ο Χορός ορχούμενος


και περιείχε επικλήσεις στους θεούς που συνδέονταν με το
δράμα κι ακόμα μορφές και κατηγορίες για φαύλα πρόσωπα.

2. Επίρρημα: Συμβουλή (πολιτική συνήθως) σοβαρή ή σατιρική


που την έλεγε ίσως ο πρώτος κορυφαίος. Ακόμα υπήρχε ο
διασυρμός γνωστών φαύλων.

3. Αντωδή (Αντιστροφή): Τραγούδι που το έλεγε ο Χορός


ορχούμενος κατ’ αντίθετον φοράν κι είχε το ίδιο περιεχόμενο
της Ωδής.

4. Αντεπίρρημα: Προέκταση της συμβουλής απ’ τον δεύτερο


κορυφαίο.

31
ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ
455-385; π.Χ.
Ο Αριστοφάνης θεωρείται ο μεγαλύτερος απ’ τους κωμικούς
ποιητές της αρχαιότητας που άφησε εποχή στην εξέλιξη της
αρχαίας κωμωδίας, στην οποίαν αναδείχτηκε ο σημαντικότερος
εκπρόσωπος και διαμορφωτής. Για τη ζωή του ξέρουμε πολύ
λίγα, ίσως γιατί παρόλο που κυριάρχησε για 40 χρόνια στο
αττικό θέατρο κι ήταν πολύ δημοφιλής, ζούσε μια μοναχική ζωή
γεμάτη από πνευματικές ασχολίες. Το σίγουρο πάντως είναι πως
ήταν Αθηναίος, απ’ τον δήμο των Κυδαθηναίων κι απ’ την
Παντιονίδα φυλή. Ονομαζόταν ακόμα κι Αιγινίτης, γιατί έμενε
σχεδόν συνέχεια στ’ αγρόκτημά του στην Αίγινα. Γεννήθηκε
ανάμεσα στο 455 και 450 π.Χ. και πέθανε ίσως το 385 π.Χ. Είχε
εξαιρετική μόρφωση και παρακολουθούσε με πολύ ενδιαφέρον
την πολιτική και κοινωνική ζωή της Αθήνας σατιρίζοντας στις
κωμωδίες του που τις παρουσίαζε στη σκηνή με ψευδώνυμο, τα
τρωτά προσώπων και γεγονότων μ’ απαράμιλλο τρόπο.
Παντρεύτηκε νέος κι έκανε τρία παιδιά (Φίλιππο, Νικόστρατο,
Αραρότα). Απ’ αυτούς ο τελευταίος συνέχισε το έργο του
πατέρα του. Έγραψε 44 κωμωδίες απ’ τις οποίες ολόκληρες
σωθήκαν 11 που είναι σε χρονολογική σειρά: Αχαρνής, Ιππής,
Νεφέλαι, Σφήκες, Ειρήνη, Όρνιθες, Λυσιστράτη,
Θεσμοφοριάζουσαι, Πλούτος, Βάτραχοι, Εκκλησιάζουσαι. Στα
έργα του που ήσαν γεμάτα από αισχρολογίες οι οποίες δεν
θεωρούνταν τότε απρεπείς, περιέλαβε τα ζωντανότερα και πιο
καθημερινά γλωσσικά στοιχεία δίνοντας έτσι στην αττική
διάλεκτο ύψος, λεπτότητα κι ευλυγισία.
��
Σωζόμενα έργα :
1. Αχαρνής (425)
2. Ιππής (424)
3. Νεφέλαι (423)
4. Σφήκες (422)
5. Ειρήνη (422)
6. Όρνιθες (414)
7. Λυσιστράτη (411)
8. Βάτραχοι (405)

32
9. Θεσμοφοριάζουσαι (392)
10. Εκκλησιάζουσαι (392)
11. Πλούτος (388)
��

33
Μ Ε ΝΑΝΔΡΟΣ
337-285 π.Χ.
Ο Μένανδρος είναι ο κυριότερος εκπρόσωπος της Νέας Αττικής
Κωμωδίας που σατίριζε με λεπτότητα τον έρωτα και την
καθημερινή ζωή. Ήταν γιος του Διοπείθους και της
Ηγηστράτης, γεννημένος το 342 π.Χ. Έγραψε 108 κωμωδίες απ’
τις οποίες σώζονται μικρά αποσπάσματα. Υπήρξε
νεωτεριστικών και σοσιαλιστικών αντιλήψεων. Πέθανε το 292
π.Χ.
Καινοτομίες:
Εισήγαγε πρώτος την εικόνα του οικογενειακού βίου.
��
Σωζόμενα έργα (με κενά) :
1. Δύσκολος (317-6 π.Χ.)
2. Επιτρέποντες (Μετά το Δύσκολο)
3. Σαμία
4. Ασπίς
��

34
ΜΙΜΟΙ
Ορισμός
Ἐοίκασι δὲ γεννήσαι μὲν ὅλως τὴν ποιητικὴν αἰτίαι
δύο τινὲς καὶ αὖται φυσικαὶ. Τό τε γὰρ μιμεῖσθαι
σύμφυτον τοῖς ἀνθρώποις ἐκ παίδων ἐστὶ καὶ τούτῳ
διαφέρουσι τῶν ἄλλων ζῴων ὅτι μιμητικώτατόν ἐστι
καὶ τάς αθήσεις ποιεῖται διὰ μιμήσεως τὰς πρώτας,
καὶ τὸ χαίρειν τοῖς μιμήμασι πάντας.
Αριστοτέλους Ποιητική 1448b
��
Η έκφραση στο μίμο διανθίζεται συχνά με γνωμικά κι
αποφθέγματα, πράγμα που ενισχύει την άποψη για τη λαϊκή
προέλευση του μίμου. Είναι τέχνασμα του μίμου το να εκφράσει
τη λαϊκή σοφία σε μια αντίνομη κατάσταση, ώστε να καταλήξει
το πράγμα στο γελοίο. Το ύφος του μίμου είναι επίσης
χαρακτηριστικό γνώρισμα της κοινωνίας, όπου προοριζόταν να
παιχτεί ο μίμος. Είναι απαλλαγμένο απ’ την επιτηδευμένη ηθική
και τείνει να τονίσει την ασκήμια της ζωής με το να γίνεται
χυδαίο και πρόστυχο.
Οι Μίμοι χωρίζονταν σε δυο κατηγορίες: τους Σπουδαίους
που είχαν σκοπό την ηθικοποίηση των θεατών και τους
Γελοίους που παρασταίναν με γελοίο τρόπο τα χαρακτηριστικά
ήθη μιας κοινωνικής τάξης.
Οι Μίμοι χωρίζονταν επίσης σε Ανδρείους και Γυναικείους,
δηλαδή εκείνους που μιμούνταν άντρες κι εκείνους που
μιμούνταν γυναίκες.
��
Κατά τόπους ονόματα των Μίμων
Αυτοκάβδαλοι (Ιταλία)
Γεφυρισταί (Αθήνα)
Δεικηλισταί (Λακωνία)
Εθελονταί (Θήβα)
Ιαμβισταί (Λακωνία)
Ιθύφαλλοι (Ιταλία)
Φαλλοφόροι (Σικυώνα)
Φλύακες (Ιταλία)

35
��
Επί αιώνας μένοντες κρυμμένοι
εντός του σκότους Αιγυπτίας γης
μέσω τοιαύτης απελπιστικής σιγής
έπληττον οι μιμίαμβ’ οι χαριτωμένοι:
αλλά επέρασαν εκείν’ οι χρόνοι,
έφθασαν από τον Βορρά σοφοί
άνδρες, και των ιάμβων έπαυσ’ η ταφή
κ’ η λήθη. Οι ευτράπελοί των τόνοι
μας επανέφεραν τας ευθυμίας
ελληνικών οδών και αγορών,
κ’ εμβαίνομεν μαζύ των εις τον ζωηρόν
βίον μιας περιέργου κοινωνίας.
Κ. Καβάφης
��

36
ΘΕΟΚΡΙΤΟΣ
305;-245; π.Χ.
Ο Θεόκριτος είναι ο μεγαλύτερος βουκολικός ποιητής της
αρχαιότητος. Στα ειδύλλιά του που είναι γραμμένα στη δωρική
γλώσσα περιγράφει σκηνές απ’ τη ζωή των βουκόλων κι
αιγοβοσκών της Σικελίας, τοπεία, ήθη, πρόσωπα και
παραδόσεις απ’ τη Σικελία. Σωθήκαν 30 και 24 επιγράμματα. Τα
ειδύλλιά του από πολλούς θεωρούνται Μίμοι.
Σωζόμενα ειδύλλια :
1. Θύρσις ή Ωδή
2. Φαρμακεύτρια
3. Αιπόλος ή Αμαρυλλίς ή Κωμαστής
4. Νομείς, Βάττος και Κορύδων
5. Βουκολιασταί ή Οδοιπόροι (Κομάτας και Λάκων)
6. Βουκολιασταί (Δάφνις και Δαμοίτας)
7. Θαλύσια
8. Βουκολιασταί (Δάφνις και Μενάλκας)
9. Νομεύς ή Βουκόλος
10. Εργατίναι ή Θερισταί
11. Κύκλωψ
12. Αΐτης
13. Ύλας
14. Κυνίσκος έρως
15. Συρακόσιαι ή Αδωνιάζουσαι
16. Χάριτες ή Ιέρων
17. Εγκώμιον εις Πτολεμαίον
18. Ελένης επιθαλάμιος
19. Κηριοκλέπτης
20. Βουκολίσκος
21. Αλιείς
22. Διόσκουροι
23. Εραστής ή Δίσερως
24. Ηρακλίσκος
25. Ηρακλής Λεοντοφόνος ή Αυγείου κλήρος
26. Λήναι ή Βάκχαι
27. Οαριστύς
28. Ηλακάτη

37
29. Παιδικά
30. Εις νεκρόν Άδωνιν
��

38
Η Ρ Ω Ν ΔΑ Σ
3ος αιώνα π.Χ.
Ο Ηρώνδας υπήρξε Δωριεύς μιμογράφος που τον περισσότερο
καιρό του τον πέρασε στην Αλεξάνδρεια. Σωθήκαν ολόκληροι
επτά μίμοι του σε χωλιάμβους.
��
Σωζόμενοι μίμοι :
1. Προκυκλίς ή Μαστροπός.
2. Πορνοβοσκός.
3. Διδάσκαλος.
4. Ασκληπιώ ανατιθείσαι και θυσιάζουσαι.
5. Ζηλότυπος.
6. Φιλιάζουσαι ή Ιδιάζουσαι.
7. Σκυτεύς.
8. Ενύπνιον. (Δεν σώζεται ολόκληρος)
9. Απονηστιζόμεναι. (Δεν σώζεται ολόκληρος) Απονηστιζόμεναι
σημαίνει αυτές που διακόπτουν τη νηστεία.
10. Συνεργαζόμεναι. (Δεν σώζεται ολόκληρος) Τον μοναδικό
στίχο απ’ το μίμο αυτόν τον διάσωσε ο Αθήναιος.
11. Μολπείνος. (Δεν σώζεται ολόκληρος) Οι 4 στίχοι σώζονται
απ’ το Στοβαίο (Ανθολόγιο 116, 21).
��

39


1. Η αρχαία Τραγωδία, κατά κανόνα, έχει 5 Διαλογικά μέρη


(Πρόλογος, 3 Επεισόδια και Έξοδος) και 4 Χορικά
(Πάροδος και 3 Στάσιμα). Το ίδιο συμβαίνει και με την
αρχαία Κωμωδία στην οποίαν ένα στάσιμο είναι η
Παράβαση.

2. Πρόλογος δεν υπάρχει μόνο σε 3 Τραγωδίες : Ικέτιδες


(Αισχ.), Πέρσαι (Αισχ.) και Ρήσος (Ευρ.). Οι Πρόλογοι
του Ευριπίδη είναι κατατοπιστικοί.

3. Παράβαση δεν υπάρχει ή δεν έχει σωθεί σε 3 Κωμωδίες :


Λυσιστράτη, Εκκελησιάζουσαι και Πλούτος. Με τα δυο
τελευταία του έργα ο Αριστοφάνης παραιτήθηκε απ’ την
επίκαιρη πολιτική (το 404 π.Χ. η Αθήνα της Αρχαίας
Κωμωδίας δεν υπήρχε πια). Τη θέση της πολιτικής την
πήρε στα δυο αυτά έργα η πραγμάτευση του κοινωνικού
προβλήματος. Εξωτερικά σημάδια της αλλαγής είναι η
παράλειψη της παράβασης κι η υποχώρηση του Χορού ως
τον μέτριο ρόλο που ανατίθεται στη μεταξύ των πράξεων
μουσική.

4. Επιπάροδος υπάρχει στις Τραγωδίες : Ευμενίδες (Αισχ.),


Αίας (Σοφ.) Άλκηστις (Ευρ.) και Ελένη (Ευρ.). Στις
Κωμωδίες είναι συγκεχυμένες.

5. Το σκηνικό αλλάζει στις Τραγωδίες : Ευμενίδες (Αισχ.),


Αίας (Σοφ.) και Ελένη (Ευρ.).

��
ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ
��
600 π.Χ. Αρίων Συστηματοποίηση Διθυράμβου – 12μελής
Χορός.
535 Θέσπις Πρώτος Υποκριτής.
525 Χοιρίλος Προσωπεία.

40
520 Πρατίνας Σατυρικό Δράμα.
509 Φρύνιχος Γυναικείοι ρόλοι (που τους υποδύονταν άντρες).
500 ; Επίχαρμος Σικελιώτικη Κωμωδία.
484 Αισχύλος Δεύτερος Υποκριτής.
468 Σοφοκλής Τρίτος Υποκριτής – 15μελής Χορός.
450 ; Κρατίνος Πολιτικό Θέατρο – Σχήμα Κωμωδίας.
404 Μέση Κωμωδία Κατάργηση Χορού.

41
Τα τρία γένη της μουσικής των αρχαίων Ελλήνων
mi fa sol la
1
/2 1 1
Διατονικό Γένος
mi fa sol b la
1 1
/2 /2 1 1/2
Χρωματικό Γένος
mi fa la
1 1
/4 /4 2
Εναρμόνιο Γένος
��
Οι κυριότεροι Τρόποι των αρχαίων Ελλήνων
1. Δώριος .............................................................. : mi-fa-sol-la-
si-do-re-mi
2. Φρύγιος ............................................................. : re-mi-fa-sol-
la-si-do-re
3. Λύδιος ............................................................... : do-re-mi-fa-
sol-la-si-do
4. Μιξολύδιος ....................................................... : si-do-re-mi-
fa-sol-la-si
Οι Τρόποι που είχαν αφετηρία τους φθόγγους: la, sol, fa,
θεωρούνταν ότι παράγονται απ’ τους πρώτους και ονομάζονταν:
1. Υποδώριος ...................................................….. : la - la
2. Υποφρύγιος ....................................................... : sol - sol
3. Υπολύδιος ......................................................... : fa - fa
Αργότερα δημιουργηθήκαν κι οι Τρόποι:
1. Υπερδώριος .....................................…............... : si - si
2. Υπερφρύγιος ............................…...................... : la - la
3. Υπερλύδιος ....................................…................. : sol - sol
Η αντιστοιχία τους είναι:
1. Ο Υπερδώριος με τον Μιξολύδιο
2. Ο Υπερφρύγιος με τον Υποδώριο
3. Ο Υπερλύδιος με τον Υποφρύγιο

42
Συνώνυμα των Υποκριτών
Αγωνισταί
Αλεξανδροκόλακες
Ατταλισταί
Βασιλισταί
Βιολόγοι
Διονυσιακοί
Διονυσιοκόλακες
Ευπατορισταί
Ηθοπποιοί
Θυμελικοί
Μουσικοί
Περί τους Θεούς Τεχνίται
Περί τον Διόνυσον Τεχνίται
Συναγωνισταί (Δευτεραγωνιστές)
Συνοδείται
Τεχνίται
��
ατά τόπους ονόματα των Μίμων
Αυτοκάβδαλοι (Ιταλία)
Γεφυρισταί (Αθήνα)
Δεικηλισταί (Λακωνία)
Εθελονταί (Θήβα)
Ιαμβισταί (Λακωνία)
Ιθύφαλλοι (Ιταλία)
Φαλλοφόροι (Σικυώνα)
Φλύακες (Ιταλία)

43
Τα Μεγάλα Διονύσια διαρκούσαν από την 8η μέχρι τη 14η του
Ελαφηβολιώνα μήνα
που αντιστοιχεί με την 28η μέχρι την 2η Απριλίου.
��
Πρόγραμμα Μεγάλων Διονυσίων
8η Eλαφηβολιώνα Προάγων. Παρουσίαση των ποιητών και των
έργων τους.
9η Ελαφηβολιώνα (βράδυ) Επαναφορά του λατρευτικού
αγάλματος.
10η Ελαφηβολιώνα Ημέρα πρώτη. Πομπή, θυσία, διθύραμβος,
κώμος;
11η Ελαφηβολιώνα Ημέρα δεύτερη. Αγώνας κωμωδίας (5 έργα).
12η - 14η Ελαφηβολιώνα Ημέρα τρίτη ως πέμπτη. Αγώνας
τραγωδίας.
��
Χρονολογικός πίνακας Μεγάλων Διονυσίων
απ’ το 534 π.Χ. περ. Αγώνας τραγικών ποιητών (νικητής
Θέσπις).
απ’ το 509 π.Χ. περ. Αγώνας αντρικών διθυραμβικών χορών
(νικητής Υπόδικος).
απ’ το 486 π.Χ. Αγώνας των κωμικών ποιητών (νικητής
Χιονίδης).
απ’ το 447 π.Χ. περ. Αγώνας τραγικών υποκριτών.
386 π.Χ. Πρώτη επανάληψη μιας αρχαίας τραγωδίας εκτός
συναγωνισμού.
341 π.Χ. Καθιέρωση επανάληψης τραγωδίας εκτός
συναγωνισμού.
339 π.Χ. Πρώτη επανάληψη μιας αρχαίας κωμωδίας εκτός
συναγωνισμού.
311 π.Χ. Καθιέρωση επανάληψης κωμωδίας εκτός
συναγωνισμού.
μετά 329 π.Χ. Αγώνας κωμικών υποκριτών.
315 π.Χ. Κατάργηση του θεσμού της χορηγίας. Διοργάνωση από
κρατικό αγωνοθέτη.

44
Υποκριτές
Εποχή. Υποκριτής. Είδος. Παρατηρήσεις.
6ος π.Χ. Αίσωπος Τραγ. Γιος του μυθογράφου.
6ος-5ος π.Χ. Κλέανδρος Τραγ. Τον χρησιμοποιούσε ο Αισχύλος.
6ος-5ος π.Χ. Μυννίσκος Τραγ. Τον χρησιμοποιούσε ο Αισχύλος.
5ος π.Χ. Καλλιπίδης Τραγ. Νίκησε σε αγώνες το 418 π.Χ.
5ος π.Χ. Κλειδημίδης Τραγ. Τον χρησιμοποιούσε ο Σοφοκλής.
5ος π.Χ. Τληπόλεμος Τραγ. Τον χρησιμοποιούσε ο Σοφοκλής.
5ος π.Χ. Κηφισοφών Τραγ. Τον χρησιμοποιούσε ο Ευριπίδης.
5ος π.Χ. Καλλίστρατος Κωμ. Το όνομά του δανειζόταν ο
Αριστοφ.
5ος π.Χ. Φιλωνίδης Κωμ. Σύγχρονος του Αριστοφάνη.
5ος π.Χ. Μνησίλοχος Τραγ. Γιος του Ευριπίδη.
5ος π.Χ. Αρχέλαος Τραγ. Έπαιξε στην Ανδρομέδα του Ευριπίδη.
4ος π.Χ. Νεοπτόλεμος Τραγ. Ξακουστός την εποχή του.
4ος π.Χ. Μόλων Τραγ. Έπαιξε στο Φοίνικα του Ευριπίδη.
4ος π.Χ. Αθηνόδωρος Τραγ. Νίκησε σε αγώνες τον Θεσσαλό.
4ος π.Χ. Αισχίνης Τραγ. Ο γνωστός ρήτορας. Κακός υποκριτ.
4ος π.Χ. Σίμυλος Τραγ. Σύγχρονος του Αισχίνη. Κακός υποκρ.
4ος π.Χ. Σωκράτης Τραγ. Σύγχρονος του Αισχίνη. Κακός
υποκρ.
4ος π.Χ. Ανδρόνικος Τραγ. Δάσκαλος του Δημοσθένη.
4ος π.Χ. Σάτυρος Τραγ. Δάσκαλος κι αυτός του Δημοσθένη.
4ος π.Χ. Αριστόδημος Κωμ. Ξακουστός στην εποχή του.
4ος π.Χ. Τιμόθεος ; Ξακουστός στην εποχή του.
4ος π.Χ. Στρατοκλής Κωμ. Είχε μεγάλα προσόντα κωμικού.
4ος π.Χ. Αρχίας ; Πρόδωσε το Δημοσθένη.
4ος π.Χ. Θεόδωρος Τραγ. Ονομαστός για το ταλέντο του.
4ος π.Χ. Θεσσαλός Τραγ. Ακολούθησε την εκστρ. του
Αλέξανδρ.
4ος π.Χ. Πώλος Τραγ. Έπαιξε τους δυο Οιδίποδες.
3ος π.Χ. Σάτυρος Κωμ. Φίλος του Φίλιππου Β’
3ος π.Χ. Πώλος Τραγ. Ο υποκριτής με την αντοχή.
3ος π.Χ. Ηγέλοχος ; Ονομαστός για τα σαρδάμια του.
3ος π.Χ. Νικόστρατος Τραγ. Ο τέλειος Υποκριτής.
��

45
Το Ημερολόγιο των Ποιητών
Έτος. Γεγονός. Διάρκεια.
540 π.Χ. Γέννηση Επίχαρμου.
536 π.Χ. Ακμή Θέσπη.
525 π.Χ. Γέννηση Αισχύλου. ]
524 π.Χ. Ακμή Χοιρίλου. ]
520 π.Χ. Γέννηση Κρατίνου. ]
Ακμή Πρατίνου. ]
512 π.Χ. Ακμή Φρυνίχου. ]
496 π.Χ. Γέννηση Σοφοκλή. ] ]
Ακμή Πρατίνα. ] ]
486 π.Χ. Ακμή Χιωνίδη. ] ]
484 π.Χ. Ακμή Αισχύλου. ] ]
482 π.Χ. Ακμή Αχαιού. ] ]
480 π.Χ. Γέννηση Ευριπίδη. ] ] ]
472 π.Χ. Ακμή Μάγνη. ] ] ]
470 π.Χ. Θάνατος Έρμιππου. ] ] ]
468 π.Χ. Ακμή Σοφοκλή. ] ] ]
458 π.Χ. Ακμή Εκφαντίδη. ] ] ]
456 π.Χ. Θάνατος Αισχύλου. ] ] ]
455 π.Χ. Γέννηση Αριστοφάνη. ] ] ]
453 π.Χ. Ακμή Κρατίνου. ] ] ]
452 π.Χ. Θάνατος Ίωνα. ] ] ]
450 π.Χ. Θάνατος Επίχαρμου. ] ] ]
Ακμή Κράτη. ] ] ]
446 π.Χ. Γέννηση Εύπολη. ] ] ]
438 π.Χ. Ακμή Ευριπίδη. ] ] ]
437 π.Χ. Ακμή Φερεκράτη. ] ] ]
427 π.Χ. Ακμή Αριστοφάνη. ] ] ]
424 π.Χ. Θάνατος Κράτη. ] ] ]
Ακμή Εύπολη. ] ] ]
422 π.Χ. Θάνατος Κρατίνου. ] ] ]
Ακμή Λεύκωνα. ] ] ]
420 π.Χ. Ακμή Σώφρονα. ] ] ]
415 π.Χ. Ακμή Ξενοκλή. ] ] ]
406 π.Χ. Θάνατος Ευριπίδη. ] ] ]
Θάνατος Σοφοκλή. ] ]

46
Θάνατος Αριστία. ]
405 π.Χ. Γέννηση Αντιφάνη. ]
Θάνατος Εύπολη. ]
400 π.Χ. Θάνατος Αγάθωνα. ]
394 π.Χ. Γέννηση Άλεξη. ]
389 π.Χ. Ακμή Πλάτωνα. ]
385 π.Χ. Θάνατος Αριστοφάνη. ]
380 π.Χ. Ακμή Αντιφάνη.
361 π.Χ. Γέννηση Φιλήμωνα.
350 π.Χ. Ακμή Άλεξη.
Ακμή Εύβουλου.
Ακμή Αναξανδρίδη.
344 π.Χ. Ακμή Αστυδάμα.
342 π.Χ. Γέννηση Μενάνδρου. ]
Ακμή Φιλήμωνα. ]
340 π.Χ. Ακμή Έφιππου. ]
333 π.Χ. Θάνατος Αντιφάνη. ]
323 π.Χ. Ακμή Μενάνδρου. ]
330 π.Χ. Γέννηση Λυκόφρωνα. ]
305 π.Χ. Γέννηση Θεοκρίτου. ] ]
300 π.Χ. Ακμή Δίφιλου. ] ]
Ακμή Ρίνθωνα. ] ]
292 π.Χ. Θάνατος Μενάνδρου. ] ]
263 π.Χ. Θάνατος Φιλήμωνα. ]
245 π.Χ. Θάνατος Θεόκριτου. ]
188 π.Χ. Θάνατος Άλεξη.

47
Διδασκαλία Δραμάτων
494 π.Χ. Φρυνίχου: Μιλήτου Άλωσις.
476 π.Χ. Φρυνίχου: Φοίνισσαι
Αισχύλου: Αιτναίαι στη Σικελία..
472 π.Χ. Αισχύλου: Πέρσαι.
470 π.Χ. Αισχύλου: Προμηθεύς Δεσμώτης.
467 π.Χ. Αισχύλου: Επτά επί Θήβας.
458 π.Χ. Αισχύλου: Ορέστεια.
443 π.Χ. Σοφοκλή: Αντιγόνη - Αίας.
Ευριπίδη: Κύκλωψ.
438 π.Χ. Ευριπίδη: Άλκηστις.
430 π.Χ. Σοφοκλή: Οιδίπους Τύραννος - Ηλέκτρα.
Ευριπίδη: Εκάβη - Ηρακλείδαι.
428 π.Χ. Σοφοκλή: Ιππόλυτος.
427 π.Χ. Αριστοφάνη: Διαιταλείς.
425 π.Χ. Αριστοφάνη: Αχαρνής.
424 π.Χ. Αριστοφάνη: Ιππής.
423 π.Χ. Αριστοφάνη: Νεφέλαι.
Κρατίνου: Πυτίνη.
422 π.Χ. Αριστοφάνη: Σφήκες.
421 π.Χ. Σοφοκλή: Τραχινίαι.
Ευριπίδη: Ανδρομάχη - Ικέτιδες.
Αριστοφάνη: Ειρήνη.
418 π.Χ. Ευριπίδη: Ίων - Ηρακλής Μαινόμενος.
415 π.Χ. Ευριπίδη: Τρωάδες.
414 π.Χ. Ευριπίδη: Ηλέκτρα.
Αριστοφάνη: Ορνιθες.
413 π.Χ. Ευριπίδη: Ιφιγένεια εν Ταύροις.
412 π.Χ. Ευριπίδη: Ελένη.
Αριστοφάνη: Λυσιστράτη.
410 π.Χ. Σοφοκλή: Φιλοκτήτης.
Ευριπίδη: Φοίνισσαι
Αριστοφάνη: Θεσμοφοριάζουσαι.
408 π.Χ. Ευριπίδη: Ορέστης.
405 π.Χ. Ευριπίδη: Ιφιγένεια εν Αυλίδι – Βάκχαι.
Αριστοφάνη: Βατραχοι.
401 π.Χ. Σοφοκλής: Οιδίπους επί Κολωνώ.

48
392 π.Χ. Αριστοφάνη: Εκκλησιάζουσαι.
388 π.Χ. Αριστοφάνη: Πλούτος.
��

49