You are on page 1of 4

Ορισµένοι προβληµατισµοί σχετικά µε την τραγωδία στο Ōtau-

tahi / Christchurch

Πριν λίγες εβδοµάδες δύο τζαµιά στη Νέα Ζηλανδία δέχτηκαν επίθεση από έναν
λευκό ρατσιστή µε τέσσερα πυροβόλα όπλα. Σκοτώθηκαν 50 άνθρωποι και άλλοι 50
τραυµατίστηκαν. Ο δράστης µετέδωσε επίσης ζωντανά την επίθεση στο διαδίκτυο και
το βίντεο που προέκυψε από αυτό έκανε το γύρο του κόσµου πολύ γρήγορα. Ο ίδιος
κυκλοφόρησε επίσης ένα µανιφέστο 78 σελίδων όπου φανερώνει τα πιστεύω του και
γιατί προέβη στην πράξη του αυτή.

Έκτοτε έγιναν πολλές συζητήσεις γύρω από το αποικιακό παρελθόν της Νέας
Ζηλανδίας, τις ακροδεξιές οµάδες της και την ύπαρξη ρατσισµού στην νεοζηλανδική
κοινωνία γενικότερα. Ενώ όλες οι απόψεις πρέπει να ακουστούν, ωστόσο, δεν
µπορούν να εξηγήσουν πραγµατικά τι συνέβη σε αυτήν την περίπτωση και γιατί.
Αυτό ήταν ένα διεθνούς εµβέλειας γεγονός που συνέβη ακριβώς στη Νέα Ζηλανδία.

Για να κατανοήσουµε πραγµατικά τη φύση της εµφάνισης του ρατσισµού και της
λευκής υπεροχής, πρέπει να εξεταστεί το σηµερινό σύστηµα κάτω από το οποίο
ζούµε, ο καπιταλισµός, και µε βάση το πώς έχει χρησιµοποιήσει τον ρατσισµό και
συνεχίζει να τον χρησιµοποιεί προς όφελός του για τον έλεγχο και τη διαίρεση των
εργαζοµένων. Απαιτείται, επίσης, µια προσεκτική ανάλυση του ποιος επωφελείται
από τη φυλετική καταπίεση. Η απλή επισήµανση των πρόσφατων φασιστικών
επιθέσεων ως κάτι το ασυνήθιστο, ή ως την πράξη ενός «κακού» ανθρώπου δεν
είναι αρκετή.

Ο καπιταλισµός είναι αλληλένδετος µε τον ρατσισµό. Ως ιδέα, αναπτύχθηκε και


χρησιµοποιήθηκε για να δικαιολογήσει τον αποικισµό και τη δουλεία. Ως µορφή
διακρίσεων και καταπίεσης χρησιµοποιήθηκε και χρησιµοποιείται για να
δηµιουργήσει και δικαιολογήσει υψηλά επίπεδα εκµετάλλευσης και υπήρξε ένας από
τους πιο σηµαντικούς παράγοντες στην ανάπτυξη του καπιταλισµού. Το τέλος των
πιο εµφανών ρατσιστικών δοµών της δουλείας και της αυτοκρατορίας δεν έθαψε τον
ρατσισµό.

Ο ρατσισµός επιβιώνει τόσο ως ιδέα όσο και ως πρακτική, καθώς συνεχίζει να


εξυπηρετεί δύο βασικές λειτουργίες υπό τον καπιταλισµό. Πρώτον, επιτρέπει στους
καπιταλιστές να εξασφαλίσουν πηγές φθηνής, ανοργάνωτης και εξαιρετικά
εκµεταλλεύσιµης εργατικής δύναµης, για παράδειγµα µετανάστες και µειονότητες.
Δεύτερον, ο ρατσισµός επιτρέπει στην καπιταλιστική άρχουσα τάξη να διαιρεί και να
διακυβεύει την εργατική τάξη, καθώς χρησιµοποιείται για να προωθήσει τις διαιρέσεις
µέσα σε αυτή µε δύο τρόπους: στο εσωτερικό, µε τον κλασικό τρόπο του
αποδιοποµπαίου τράγου στο πρόσωπο των µεταναστών και των προσφύγων, και
στο εξωτερικό ενισχύοντας την εικόνα του έθνους-κράτους, δείχνοντας µια αίσθηση
ανωτερότητας έναντι των εργαζοµένων άλλων εθνών, δηµιουργώντας την εµφάνιση
των υποτιθέµενων κοινών συµφερόντων εργαζοµένων και καπιταλιστών µιας φυλής
ή έθνους, µε τους οποίους στην πραγµατικότητα οι εργαζόµενοι δεν έχουν τίποτα
κοινό.

Είναι αυτονόητο ότι πρέπει να αντισταθούµε σ’ αυτές τις ιδέες. Ο ρατσισµός δεν
ωφελεί τους εργαζόµενους. Ακόµη και οι εργαζόµενοι που δεν είναι οι ίδιοι
καταπιεσµένοι από τον ρατσισµό χάνουν από τον ρατσισµό επειδή χωρίζουν την
εργατική τάξη.

Παρ΄όλα αυτά, πολλοί εργαζόµενοι συχνά υποστηρίζουν τον ρατσισµό λόγω του ελέγχου
που ασκει ο καπιταλισµός στις ιδέες. Οι καπιταλιστές δεν κυβερνούν απλώς µε βία,
κυβερνούν επίσης µε την προώθηση µιας καπιταλιστικής κοσµοθεωρίας. Τροφοδοτούν την
εργατική τάξη µε απόψεις για εθνική και φυλετική υπεροχή και υπερηφάνεια µέσω του
εκπαιδευτικού συστήµατος, των µέσων ενηµέρωσης και της λογοτεχνίας. Ο αντίκτυπος και η
επίδραση αυτής της προπαγάνδας καθ 'όλη τη διάρκεια της ζωής δεν µπορούν να
υποτιµηθούν.

Ένας άλλος παράγοντας είναι οι υλικές συνθήκες της ίδιας της εργατικής τάξης. Η
φτώχεια αφήνει τους ανθρώπους ανοιχτούς σε ιδέες, σύµφωνα µε τις οποίες
µπορούν να υπερηφανεύονται για την ανωτερότητά τους έναντι άλλων εργαζόµενων
όταν η δική τους οικονοµική και κοινωνική θέση είναι χαµηλή. Οι άνθρωποι της
εργατικής τάξης είναι επίσης επιρρεπείς σε κάθε είδους ανταγωνισµό για έναν
περιορισµένο αριθµό θέσεων εργασίας, στέγασης και άλλους πόρους και είναι
εύκολο να επωφεληθούν από κάθε προνόµιο που µπορεί να πέσει στην αντίληψή
τους.

Με την αυξανόµενη απώλεια πολλών θέσεων εργασίας λόγω της επέκτασης της
τεχνολογίας, τηςαυξανόµενης επισφάλειας της εργασίας και της στασιµότητας και
πτώσης των µισθών, πολλά µέλη της λευκής εργατικής τάξης έχασαν την ασφάλεια
που κάποτε θεωρούσαν δεδοµένη. Η αναζωπύρωση της λευκής υπεροχής
αντιπροσωπεύει το άγχος για το ενεδεχόµενο σε µια κάθοδο σε συνθήκες από τις
οποίες ο καπιταλισµός και ο ρατσισµός είχαν αφήσει νωρίτερα τους περισσότερους
λευκούς να ξεφύγουν.
Εάν, όπως ισχυριζόµαστε, είναι ο καπιταλισµός που δηµιουργεί συνεχώς τις
συνθήκες για ρατσιστική καταπίεση και ιδεολογία, τότε έπεται ότι ο αγώνας κατά του
ρατσισµού µπορεί να πραγµατοποιηθεί µόνο µε την ανατροπή του καπιταλιστικού
συστήµατος. Η ανατροπή του καπιταλισµού, ωστόσο, απαιτεί την ενοποίηση της
εργατικής τάξης σε διεθνές επίπεδο, πέρα από χρώµα και εθνικότητα.

Αυτό δεν σηµαίνει ότι ο αγώνας κατά του ρατσισµού πρέπει να αναβληθεί µετά την
επανάσταση. Αντίθετα, υποστηρίζουµε ότι µόνο µια ενωµένη εργατική τάξη µπορεί να νικήσει
τον ρατσισµό και τον καπιταλισµό και ότι µια ενωµένη εργατική τάξη µπορεί να οικοδοµηθεί
µόνο µε βάση την αντίθεσή της σε όλες τις µορφές καταπίεσης και προκαταλήψεων και την
υποστήριξη εκ µέρους όλων των µελών της εργατικής τάξης. Είναι προς το συµφέρον όλων
των εργαζοµένων να υποστηρίξουν τον αγώνα κατά του ρατσισµού.

Η απαγόρευση των επιθετικών τυφεκίων, ή η απαίτηση από τους παρόχους


διαδικτύου να αποκλείουν την πρόσβαση σε συγκεκριµένους ιστότοπους, ή η
κατασκοπεία στην ακροδεξιά δεν θα τερµατίσουν τον ρατσισµό. Ούτε και το να
προσβλέπουµε στους πολιτικούς για λύσεις όταν αυτοί οι ίδιοι έχουν συχνά την
ευθύνη ή έχουν µε τον ένα ή τον άλλο τρόπο συνεισφέρει στην επίθεση. Αυτό πρέπει
να είναι το έργο των απλών ανθρώπων της Νέας Ζηλανδίας.

Ο αντιρατσισµός θα πρέπει να καταλάβει υψηλή προτεραιότητα στις δραστηριότητες


όλων των αναρχικών. Αυτό δεν είναι σηµαντικό µόνο επειδή αντιτιθόµαστε πάντοτε
σε κάθε καταπίεση, αλλά και επειδή ένα τέτοιο έργο είναι απαραίτητο για το ζωτικό
καθήκον της ενοποίησης της εργατικής τάξης, µιας ενότητας χωρίς την οποία δεν
µπορούν ο ρατσισµός και ο καπιταλισµός να λάβουν ένα τέλος. Ο κόσµος που
πρέπει να δηµιουργήσουµε είναι ένας κόσµος χωρίς φυλετική κατηγοριοποίηση,
χωρίς "λευκότητα" και χωρίς καπιταλισµό. Ένας κρίσιµος τρόπος εργασίας για έναν
τέτοιο κόσµο είναι η υπεράσπιση των περιθωριοποιηµένων στο εδώ και τώρα. Οι
κοινότητες πρέπει να αναπτύξουνστην υπεράσπιση των έγχρωµων.

Οι κίνδυνοι της πολιτικής της λευκής ταυτότητας πρέπει να εξηγούνται σε λευκούς στην
κοινότητά τους και τους χώρους εργασίας τους. Οποιεσδήποτε ελπίδες για την οικοδόµηση
ενός αντιρατσιστικού κινήµατος απαιτούν από τους λευκούς ριζοσπάστες να εκπαιδεύουν
άλλους λευκούς στο να αναγνωρίσουν ότι η πρόοδος για άλλες οµάδες σηµαίνει ότι όλοι οι
εργαζόµενοι επωφελούνται και ότι η άνοδός τους δεν σηµαίνει την πτώση άλλου. Πρέπει να
αµφισβητήσουµε αυτούς που λένε "ίσως η µετανάστευση είναι πολύ µεγάλη" ή "οι
µουσουλµάνοι είναι διαφορετικοί". Πρέπει να σταµατήσουµε τους πολιτικούς και τους
σχολιαστές των µέσων ενηµέρωσης να χρησιµοποιούν τις πλατφόρµες τους για να
επιτίθενται στους µουσουλµάνους και τους µετανάστες για πολιτική υπεραξία.

Χωρίς τέτοιου είδους δράσεις, η άκρα δεξιά θα συνεχίσει να κερδίζει έδαφος


ανάµεσα στην λευκή εργατική τάξη καθώς παρουσιάζεται ως η εναλλαγή για
ανθρώπους που ψάχνουν απαντήσεις στον µεταβαλλόµενο κόσµο γύρω τους.

Πρέπει να καταπολεµήσουµε κάθε φασιστική οργάνωση δηµόσια, χωρίς εξαιρέσεις.


Όταν οι φασίστες αισθάνονται ελεύθεροι να οργανώνονται δηµόσια, ο λόγος τους
νοµιµοποιείται και οι υποστηρικτές τους µπορούν να κερδίσουν δύναµη και
αυτοπεποίθηση από αυτό. Επιπλέον, η φασιστική οργάνωση αποτελεί απειλή για τη
ζωή των ανθρώπων που έχουν χαρακτηριστεί ως αποδιοποµπαίοι. Μην
παρασυρόµαστε από επιχειρήµατα για την ελευθερία του λόγου, αυτοί οι άνθρωποι
δεν ενδιαφέρονται για συζήτηση, είναι ήδη πεπεισµένοι για την ορθότητα των ιδεών
τους και θέλουν απλώς εξουσία.

Ωστόσο, πρέπει να θυµόµαστε ανά πάσα στιγµή ότι ο ρατσισµός δεν µπορεί να
καταπολεµηθεί µόνο από τον αντιρατσισµό. Η καταπολέµηση του καπιταλισµού και ο
αγώνας κατά του ρατσισµού είναι δύο όψεις του ίδιου νοµίσµατος. Ούτε µπορεί να
πετύχει χωρίς το άλλο. Η δεξιά είναι καλή στο να παρουσιάζει ένα όραµα µιας
εναλλακτικής λύσης απέναντι στους δυσαρεστηµένους. Πρέπει να κάνουµε το ίδιο
και πρέπει να το κάνουµε καλύτερα, αφού το όραµά µας για ένα ολόπλευρο, ισότιµο
µέλλον είναι πιο ικανοποιητικό.

Ένα ακόµη πράγµα που πρέπει να αναλογιστούµε είναι, ότι παρά τα συνθήµατα του
στυλ "δεν είµαστε αυτοί” ή “ποιοι είµαστε”, πρέπει να θυµόµαστε ότι δεν υπάρχει ένα
"εµείς" που να καλύπτει ολόκληρο το λαό της Aotearoa / Νέας Ζηλανδίας. Αυτή η
χώρα, όπως και ο κάθε χώρα στον κόσµο, είναι µια ταξικά διαχωρισµένη κοινωνία,
αποτελούµενη από αντίθετες τάξεις, µε αντικρουόµενα συµφέροντα, και µόνο µία
από όλες αυτές τις τάξεις κυβερνά. Αυτή είναι η τάξη που αντιπροσωπεύει η Jacinda
Ardern, και µεταξύ όλων των συνθηµάτων και δοξασιών της πρωθυπουργού, αυτό
πρέπει να θυµόµαστε. Ενώ µπορούµε να κοιτάξουµε τις κοινές αξίες που µας εκ-
προσωπούν ως εργαζόµενους και την αντίδραση του λαού της Νέας Ζηλανδίας που
ήταν γεµάτη ενθουσιασµό, δεν υπάρχουν κοινές αξίες µεταξύ της άρχουσας τάξης και
της δικής µας. Η Jacinda Ardern, ανεξάρτητα µε τον τρόπο µε τον οποίο χειρίστηκε
την τραγωδία, ως εκπρόσωπος της άρχουσας τάξης και των θεσµών της που οδη-
γούν στον λευκοκρατία που πραγµατοποίησε αυτή την επίθεση, είναι µέρος του
προβλήµατος και όχι η λύση.

*Το κείµενο είναι της νεοζηλανδέζικης αναρχοκοµµουνιστικής οµάδας Aotearoa Workers Soli-
darity Movement (AWSM) και βρίσκεται εδώ: http://awsm.nz/2019/03/25/some-reflec-
tions-on-the-christchurch-tragedy/ Το ίδιο κείµενο έχει επίσης δηµοσιευθεί και εδώ
https://melbacg.wordpress.com/2019/04/03/some-reflections-on-the-otautahi-christchurch-
tragedy/ αλλά και εδώ: https://www.anarkismo.net/article/31357 Μετάφραση: Ούτε Θεός-Ούτε
Αφέντης.