You are on page 1of 28

MARGARITAI EXWFYLLO_Layout 1 22/11/2016 12:54 μ.μ.

Page 1

ΚΟΙΝΩΦΕΛΕΣ ΙΔΡΥΜΑ «ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΝΗ» ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΙΕΡΑΠΥΤΝΗΣ ΚΑΙ ΣΗΤΕΙΑΣ


ΚΟΙΝΩΦΕΛΕΣ ΙΔΡΥΜΑ «ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΝΗ»
ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΙΕΡΑΠΥΤΝΗΣ ΚΑΙ ΣΗΤΕΙΑΣ

Μαργαρίται
Μαργαρίται

Επιμέλεια
Μανόλης Σ. Πατεδάκης - Kώστας Δ. Γιαπιτσόγλου

ISBN: 978-960-86769-6-1 ΣΗΤΕΙΑ 2016


BORBOUDAKHS tomos PROTOSELIDA_Layout 1 26/09/2016 1:43 μ.μ. Page 2

ΚΟΙΝΩΦΕΛΕΣ ΙΔΡΥΜΑ «ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΝΗ»


ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΙΕΡΑΠΥΤΝΗΣ ΚΑΙ ΣΗΤΕΙΑΣ

Η έκδοση πραγματοποιήθηκε με τη χρηματοδότηση


του Κοινωφελούς Ιδρύματος «Παναγία η Ακρωτηριανή»
της Ιεράς Μητροπόλεως Ιεραπύτνης και Σητείας.

Μαργαρίται
Μαργαρίται. Μελέτες στη Μνήμη του Μανόλη Μπορμπουδάκη ΜΕΛΕΤΕΣ
EΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ
Μανόλης Σ. Πατεδάκης - Kώστας Δ. Γιαπιτσόγλου
στη Μνήμη του
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΕΚΔΟΣΗΣ
Μιχάλης Γ. Ανδριανάκης, π. Κύριλλος Διαμαντάκης
Μανόλη Μπορμπουδάκη
ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ
Ελευθερία Μαυρογιάννη

ΣΧΕΔΙΑΣΗ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ Επιμέλεια


Νίκος Ντρετάκης Μανόλης Σ. Πατεδάκης - Kώστας Δ. Γιαπιτσόγλου

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: Χριστός Παντοκράτωρ, λεπτομέρεια (14ος αι.).


Ναός Αγίου Γεωργίου στη Λούτρα, Μάλλες.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟΥ: O Μελισμός (14ος αι.).


Ναός Παναγίας Μεσοχωρίτισσας, Μάλλες.


ΕΚΤΥΠΩΣΗ-ΒΙΒΛΙΟΔΕΣΙΑ
ΤΥΠΟΚΡΕΤΑ Γ. Καζανάκης ΑΒΕ
τηλ. 2810 382800, www.kazanakis.gr

ISBN: 978-960-86769-6-1

Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις


της ελληνικής νομοθεσίας (Ν. 2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί και
ισχύει σήμερα) και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας.
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή ολόκληρου του κειμένου χωρίς
την έγγραφη συναίνεση από τους συγγραφείς και τον εκδότη. ΣΗΤΕΙΑ 2016
BORBOUDAKHS tomos A1 meros_Layout 1 26/09/2016 1:51 μ.μ. Page 138

Δημήτριος Ἐμμ. Καλομοιράκης

«Πρωτάτου Ἱστόρησις»:
Εἰκόνα ἀρχέτυπη καὶ
ὁμολογιακὴ τῆς καθολικότητας
τῆς ὀρθοδόξου χριστιανικῆς
ἱεροκοσμικῆς ἀνθρωπολογίας
καὶ πολιτογραφίας
Εἰσαγωγή1
«Ὅμηρον ἐξ Ὁμήρου σαφηνίζειν»,
Ἀρίσταρχος Σαμοθρὰξ ὁ Γραμματικός. (~220 - ~143 π.Χ.)

Ἡ μελέτη γιὰ τὶς εἰκόνες τῆς ἱστορήσεως τοῦ Πρωτάτου, τοῦ καθε-
δρικοῦ ναοῦ τῆς μοναχικῆς πολιτείας τοῦ Ἁγίου Ὄρους, δὲν παρου-
σιάζεται σὲ μορφὴ καθόλα συστηματικῆς καὶ σχολαστικῆς διατριβῆς·
δίδεται ὡς ἕνα πλαίσιο ἐρευνητικῆς προτάσεως, ἢ ἐν εἴδει ὑποτί-
τλου, σὲ μορφὴ «κριτικοῦ δοκιμίου μεθοδολογίας, ἐπὶ χρήσεως τῶν ὀνο-
μάτων καὶ ἐπὶ δεδομένων τεχνοτροπικῶν, ἱστορικῶν, πολιτιστικῶν». Ἡ

1
Τὰ ἀποτελέσματα τοῦ δοκιμίου δὲν θὰ εἶχαν προσφέρει ὅποιους καρποὺς
ἔχουν δώσει, ἂν σὲ κάθε ἕνα ἀπὸ τὰ ποικίλα ἐπὶ μέρους θέματα ποὺ πε-
ριέχει, δὲν εἶχε ὑπάρξει οὐσιαστικὴ ἐξηγητικὴ βοήθεια ἀπὸ κατὰ περί-
πτωση ἔμπειρους, εἴτε στὸν ἀκαδημαϊκὸ εἴτε στὸν ὀρθόδοξο χριστιανικὸ
πνευματικὸ χῶρο. Ἀπὸ αὐτοὺς ὁρισμένοι σήμερα σὺν Θεῷ ἀναπαύονται
στοὺς κόλπους τοῦ Ἀβραὰμ καὶ ἄλλοι εὑρίσκονται ἐν ζωῇ. Οἱ ἀστοχίες
ὡστόσο ὀφείλονται στὸν ὑπογράφοντα, παρὰ τὶς σχετικὲς ἐξηγήσεις ὅσων
συνέβαλαν οὐσιαστικά. Λόγω στενότητος χώρου, γιὰ ὅλους ἐπιφυλάσσο-
μαι νὰ ἀναφερθῶ ἀναλυτικὰ κατὰ τὴν δημοσίευση τοῦ δοκιμίου· παρὰ
ταῦτα ἐδῶ δὲν μπορῶ νὰ μὴν μνημονεύσω τὴν συμβολὴ τοῦ ἀείμνηστου
Μανόλη Μπορμπουδάκη τὸν ὁποῖο εἶχα προϊστάμενό μου, ὅπου πάντα
Εἰκ. 1. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς Παντοκράτωρ ἔνθρονος, λεπτομέρεια. «Μανουὴλ Πανσέληνος»,
ἡ ἐμπιστοσύνη του μὲ τιμοῦσε. Μὲ ἀφετηρία τὴν θεολογικὴ ἀκαδημαϊκή
Καρυές, Πρωτᾶτο. Ἡ εἰκόνα εὑρίσκεται στὸν νότιο πεσσὸ τοῦ φράγματος τοῦ Ἁγίου Βή-
του καὶ εὐρύτερη ἀρχαιολογικὴ παιδεία καὶ ἐμπειρία, ὑπῆρξε ὁ πρῶτος
ματος. Ἡ προδημοσιευόμενη λεπτομέρεια δὲν εἶναι κατὰ τὴν σημερινὴ κατάσταση τῆς
ποὺ ἔμαθε γιὰ τὴν περὶ τὴν ἱστόρηση τοῦ Πρωτάτου μελέτη· αὐτὴν παρα-
διατηρήσεως ἀλλὰ μὲ ψηφιακὰ συμπληρωμένα τὰ ἀνάλογα φθαρμένα της τμήματα. Τὸ
κολούθησε ἐξελισσόμενη μὲ συζητήσεις καὶ ὑποδείξεις γιὰ μιὰ δεκαπεν-
ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ ὅλες τὶς προδημοσιευόμενες στὴν συνέχεια εἰκόνες τῆς ἱστορήσεως,
ταετία πολλαπλῶς, ἀδιάλειπτα καὶ ἐνθαρρυντικά.
οἱ ὁποῖες δίνονται ψηφιακὰ συμπληρωμένες.
BORBOUDAKHS tomos A1 meros_Layout 1 26/09/2016 1:51 μ.μ. Page 140

140 ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΕΜΜ. ΚΑΛΟΜΟΙΡΑΚΗΣ «ΠΡΩΤΑΤΟΥ ΙΣΤΟΡΗΣΙΣ»: ΕΙΚΟΝΑ ΑΡΧΕΤΥΠΗ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗ ΤΗΣ ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΤΑΣ 141
ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΙΕΡΟΚΟΣΜΙΚΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΟΓΡΑΦΙΑΣ

δοκιμιακὴ μορφή προτιμήθηκε, διότι τὰ παράγωγα ἀποτελέσματα μενα ἀνακεφαλαιώνουν τὸ τρέχον τότε περὶ τὸν ἄνθρωπο καταγραμ-
στὸ δοκίμιο συνιστοῦν μία ἑρμηνευτικὴ θεώρηση καὶ μεθοδολογία, μένο ὀρθόδοξο χριστιανικὸ πολίτευμα, τὸ διαμορφωμένο ἤδη κατὰ
τμήματα τῆς ὁποίας ἀφοροῦν σὲ μία περισσότερο πολυεπίπεδη τὴν 1η μ.Χ. χιλιετία.
ἐπιστημονικὴ διαδικασία· τοῦτο συμβαίνει διότι ἡ ὅλη προσέγγιση Ἡ ἀρχὴ τῆς παραζεύξεως εἶχε γνωρίσει μεγάλη ἐπικαιρότητα,
ποὺ ἀκολουθήθηκε, ἔφθασε σὲ ἕνα εὐρύτερο σύνολο μελετητικῶν ἰδιαίτερα περὶ τὰ ἔτη 1275-1290, κατὰ μία παρεμφερῆ διατύπωση
θεμάτων καὶ ἐπὶ μέρους θέσεων καὶ παρατηρήσεων, ὅλων κινού- ὡς «λόγῳ καὶ ἒργῳ ἀκρίβεια», ἢ ἀπόρριψη τῶν «ψιλῶν γραμμάτων»,
μενων πέραν τῶν συνηθισμένων ὁρίων τῆς πρωτογενοῦς τεχνοτρο- ὅπως θὰ λέγαμε καὶ σήμερα, κάθε ἡγεμονικῆς διγλωσσίας. Ἡ ἀρχὴ
πικῆς καὶ εἰκονογραφικῆς μελέτης, καὶ μετὰ ταῦτα ἱστορικῆς αὐτὴ ἐντοπίσθηκε ὅτι διέπει καθοριστικὰ μία «ὁμολογιακὴ» ἐπιστολὴ
ἀντιστοιχήσεως καὶ πολιτιστικῆς ἐξηγήσεως. Πρὸς ὅλα αὐτά, πα- ἁγιορειτῶν πατέρων πρὸς τὸν αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Η΄, ὅπως ἐπί-
ράλληλα ἀνακεφαλαιώνεται καὶ ὡς ἕνα βαθμὸ ὁλοκληρώνεται μία σης καὶ κείμενα ποὺ συνέγραψαν δύο πρώην Ἐσφιγμενίτες μοναχοὶ
μελέτη ἡ ὁποία στὶς μέρες μας συμπληρώνει συνολικὴ περίοδο καὶ πνευματικὰ τέκνα τοῦ ἐκ Νοτίου Ἰταλίας ἁγιορείτη ὁσίου Νικη-
πέραν τῶν σαράντα τεσσάρων ἐτῶν (1972-2016), ἀσχέτως ἂν κά- φόρου τοῦ Ἡσυχαστῆ (†1295-1300)3. Ὁ ἕνας εἶναι ὁ μὴ λόγιος
ποιες ἀπὸ τὶς θέσεις τῶν ἐπὶ μέρους ἀποτελεσμάτων της ἀπαιτοῦν ἅγιος Ἀθανάσιος Α΄, ὁ «Νέος Χρυσόστομος», Ἀρχιεπίσκοπος Κων-
περαιτέρω τεκμηρίωση. σταντινουπόλεως, Νέας Ῥώμης καὶ Οἰκουμενικὸς πατριάρχης» (1η
Μία ἀπὸ τὶς κύριες μεθοδολογικὲς ἀρχὲς ποὺ ἀκολούθησε ἡ με- πατρ. 1289-1293, 2η πατριαρχεία 1304-1309, βίος περ. 1245-
λέτη, εἶναι ἡ διασταύρωση δεδομένων ἀπὸ τὶς εἰκόνες τῆς ἱστορή- 1311)4· ὁ δεύτερος, ὁ λόγιος ἅγιος Θεόληπτος, μητροπολίτης Φι-
σεως τοῦ Πρωτάτου πρὸς τὰ κείμενα ποὺ ἀποτελοῦν πηγὲς γιὰ τὴν λαδελφείας (1283-1322, βίος 1250-1322).
ἱστορία τῆς ἐποχῆς. Τοιουτοτρόπως ἀξιοποιήθηκε μία ἀρχὴ τὴν
ὁποία ὁ ἱστορικός, πανεπιστήμων καὶ λόγιος θεολόγος, Νικηφόρος 3
Ὁ Meyendorff, μολονότι ἀναφέρει ἀπὸ κοινοῦ τοὺς ἁγίους Νικηφόρο,
Γρηγορᾶς (1295-1360) θὰ ἀποκαλοῦσε «παράζευξι», τὴν ὁποία καὶ Ἀθανάσιο A´ καὶ Θεόληπτο, δὲν σημείωσε καμία πνευματικὴ σχέση τῶν
μνημονεύει ὅτι ἐφάρμοσε στὸ ἔργο του «Ῥωμαϊκὴ Ἱστορία»2. Ἡ ἐφαρ- δύο πρὸς τὸν ὅσιο Νικηφόρο, ἐνῶ μνημονεύει τὴν ἀντίστοιχη πνευματικὴ
μογὴ τῆς ἀρχῆς τῆς «παραζεύξεως» ὁδήγησε σὲ μία σχολαστικὰ ἀκριβῆ σχέση τους πρὸς τὸν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ. (J. Meyendorff, Spiritual
Trends in Byzantium in the Late Thirteenth and Early Fourteenth centu-
σύγκριση καὶ χρήση «ὅρων» ἢ «ὀνομάτων» κατὰ τὴν πρωτογενῆ κατα-
ries, Art et société à Byzance sous les Paléologues, Colloque par l’Association
γραφὴ τῶν δεδομένων τῆς τοπογραφικῆς διατάξεως, τῆς θεματογρα- internationale des ́etudes byzantines 1968, Βενετία, Βενετία 1971 καὶ ἀνατ.
φίας καὶ τῆς εἰκονογραφίας τῶν ἀπεικονίσεων τῆς ἱστορήσεως τοῦ Kariye Djami 1976, σ. 8) Γιὰ τὴν σχετικὴ ταύτιση βλ. Δ. Καλομοιράκης,
Πρωτάτου, σὲ «παράζευξη» μὲ τὴν ὁρολογία τῶν κειμένων τῆς τότε Ἑρμηνευτικὲς παρατηρήσεις στὸ εἰκονογραφικὸ πρόγραμμα τοῦ Πρωτά-
ἐποχῆς. Ὅσον ἀφορᾶ στὰ κείμενα ποὺ ἐλέγχθηκαν, ἀπὸ αὐτὰ ἡ κύρια του, ΔΧΑΕ 15 (1989-1990), σ. 197-199, σημ. 6, καὶ ἀνεξάρτητα τούτου,
Ι. Κ. Γρηγορόπουλος, Θεολήπτου Φιλαδελφείας τοῦ Ὁμολογητοῦ (1250-1322
ὁμάδα περιλαμβάνει ἕνα πυρῆνα ἔργων, χρονολογούμενων κα-
μ.Χ.) βίος καὶ ἔργα, Κατερίνη 1996, τ. Α΄, σ. 41-43. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ
ταρχὴν σὲ διάστημα περίπου τριάντα ἐτῶν 1279-1309, κατὰ δεύτε- Παλαμᾶς, ἀρχιεπίσκοπος τῆς Θεσσαλονίκης (1347-1359, βίος 1296-
ρον σὲ ἕνα διευρυμένο διάστημα ἑκατὸ περίπου ἐτῶν (1210-1310) 1359), κατὰ δική του ὁμολογία εὐτύχησε νὰ ἔχει ὑπάρξει πνευματικὸ
καὶ κατὰ τρίτον σὲ μία εὐρύτερη κύρια ἱστορικὴ περίοδο ἐκτάσεως τέκνο τόσο τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου Α΄ ὅσο καὶ τοῦ ἁγίου Θεολήπτου.
4
περίπου ἑξακοσίων ἐτῶν (787-1392). Ὅλα τὰ προαναφερόμενα κεί- Ὡς πρὸς τὸν ἀναθεωρημένο πιθανὸ χρόνο τῆς γεννήσεως τοῦ ἁγ. Ἀθα-
νασίου Α΄ περὶ τὸ 1245 μ.Χ. καὶ ὄχι περὶ τὸ 1230-1235 μ.Χ., βλ. Γρηγο-
ρόπουλος, Θεολήπτου Φιλαδελφείας τοῦ Ὁμολογητοῦ, τ. Α΄, σ. 43, σημ. 30.
2
«Δεῖν γὰρ ὡς τὰ πολλὰ καὶ πράξεσι λόγους καὶ λόγοις πράξεις πανταχῆ παρε- Μὲ βάση τὰ προαναφερόμενα δείχνει νὰ προκύπτει ὅτι ὁ ἅγιος Ἀθανασιος
ζεῦχθαι· μὴ μόνον ὅτι ψυχῆς εἰκόνες ἀμφότερα καὶ τῆς ἐν αὐτῇ κατοικούσης Α΄ τὸ πολὺ νὰ ἦταν κατὰ πέντε ἔτη μεγαλύτερος τοῦ ἁγίου Θεολήπτου, γε-
γνώμης καὶ γνώσεως αὐτάγγελοι κήρυκες, κἀντεῦθεν χρῆναι σαφεστέραν τὴν γονὸς ποὺ ἐξηγεῖ τὴν κοινὴ ἄσκησή τους, τόσο ὡς συμμονάζοντες στὴν Ἱ.
τῶν ἱστορουμένων προσώπων καὶ πραγμάτων γίνεσθαι δήλωσιν διὰ τῶν Μ. Ξηροποτάμου, ὅσο καὶ ἀσκούμενοι στὴν ἡσυχία ὑπό τὴν πνευματικὴ
τοιούτων· ἀλλὰ καὶ ὅτι σκιαγραφία τίς ἐστι τῶν πράξεων ὁ λόγος· καὶ τούτων καθοδήγηση τοῦ ὁσίου Νικηφόρου τοῦ Ἡσυχαστῆ. Γιὰ τὰ δημοσιευμένα
μὲν οὗτος ἡγεῖται· τούτου δ’ αὗται κατόπιν ἒρχονται.» Νικηφόρος Γρηγορᾶς, ἔργα τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου Α΄, βλ. A. M. Talbot, The Correspondence of
῾Ρωμαϊκὴ ἱστορία, τ. 2, σ. 641.12-19. (ἔκδ. Bekker-Schopen). Athanasios I Patriarch of Constantinople. Letters to the Emperor Andronikos
BORBOUDAKHS tomos A1 meros_Layout 1 26/09/2016 1:51 μ.μ. Page 142

142 ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΕΜΜ. ΚΑΛΟΜΟΙΡΑΚΗΣ «ΠΡΩΤΑΤΟΥ ΙΣΤΟΡΗΣΙΣ»: ΕΙΚΟΝΑ ΑΡΧΕΤΥΠΗ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗ ΤΗΣ ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΤΑΣ 143
ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΙΕΡΟΚΟΣΜΙΚΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΟΓΡΑΦΙΑΣ

Ἡ διευρυμένη μεθοδολογικὰ καὶ ἀναπροσανατολισμένη μελε- πρὸς τοὺς «Νέους» χρόνους. Γιὰ τὴν τέχνη μάλιστα τοῦ «Πανσελήνου»
τητικὰ προοπτική τοῦ δοκιμίου δὲν ἔχει ἀρκεσθεῖ στὰ κοινὰ τεχνο- ἡ τρέχουσα ἐπιστημονικὴ θεώρηση δέχεται ὅτι προαναγγέλλει τάσεις
τροπικὰ ἐρωτήματα ποὺ συνηθίζουν νὰ ἐξηγοῦν τὸν λόγον τῆς ρήξεως μὲ τὸν «Μεσαίωνα», προσανατολισμένες στὸν «Ἀνθρωπισμὸ
δημιουργίας τοῦ ἀποδιδομένου ζωγραφικοῦ ἔργου στὸν «ἐκ Θεσσα- τῆς Ἀναγεννήσεως», ἢ διάφορες «ἐθνογενετικὲς» τάσεις. Ὡς βασικὴ ἀφε-
λονίκης δίκην σελήνης λάμψαντα κὺρ Μανουὴλ Πανσέληνο»5 κατὰ τηρία τῆς ἐδῶ μελέτης ἔχει σταθεῖ ἕνα ἐρώτημα προσανατολισμένο
κάποιον τρόπο ἐντάσσοντάς το στὴν πορεία τῆς ἰδεολογίας τῆς «ἱστο- στὴν ἀνίχνευση τοῦ «οἴκοθεν» λόγου -στὸ πλαίσιο τῆς ἴδιας τῆς
ρικῆς ἐξελίξεως» καὶ «προόδου» ποὺ συνηθίζει νὰ ἐφαρμόζει ἡ σύγ- ἐποχῆς του- τῆς δημιουργίας τῆς ἱστορήσεως τοῦ Πρωτάτου, καὶ ὄχι
χρονη σκέψη, ὅταν θεωρεῖ ἱστορικὰ γεγονότα ἀπὸ τὸν «Μεσαίωνα» σὲ σχέση πρὸς τὴν ἱστορικὰ ἐξελικτικὴ πορεία τοῦ δυτικοῦ κόσμου
ἀπὸ τὸν «Μεσαίωνα» καὶ μετά. Τοιουτοτρόπως ἀπὸ τὸ ἐρώτημα αὐτὸ
II, members of the imperial family and officials, CFHB VII, Washington D.C. προέκυψε ἕνας μεθοδολογικὸς ἀναπροσανατολισμὸς καὶ μία διευ-
1975· Δ. Καλομοιράκης, Ὁ Oἰκουμενικὸς πατριάρχης ἅγιος Ἀθανάσιος ρυμένη θεωρητικὴ προσέγγιση, πέραν τῶν ὁρίων ποὺ ἐφαρμόζει ἡ
A΄ καὶ ἡ διδασκαλία του πρὸς τοὺς κατοίκους τῆς Mικρᾶς Ἀσίας κατὰ τὸ τρέχουσα λογικὴ τῆς ἐπιστημονικῆς παραδόσεως περὶ τὴν ἱστορία
1303, Δελτίον Kέντρου Mικρασιατικῶν Σπουδῶν 8 (1991), σ. 23-45· M.
τῆς τέχνης καὶ κυρίως τοῦ πολιτισμοῦ.
Patedakis, Athanasios I Patriarch of Constantinople (1289-1293, 1303-
1309): A critical edition with introduction and commentary of selected Ἡ ὅλη διεύρυνση ἀσχολήθηκε κυρίως μὲ τὴν συστηματικὴ με-
unpublished works, Oxford (D.Phil. Thesis) 2004· Μ. Πατεδάκης, Η λέτη τῶν δεδομένων τῆς ἱστορήσεως ποὺ δὲν ἀφοροῦν τόσο στὴν
διαμάχη του πατριάρχη Αθανασίου Α΄ (1289-1293, 1303-1309) με τον «τέχνη τοῦ ζωγράφου», ἀλλὰ κυρίως μὲ τὴν τοπογραφικὴ διάταξη τῆς
κλήρο της Αγίας Σοφίας (1306-1307) μέσα από ένδεκα ανέκδοτες επι- θεματογραφίας τῶν εἰκόνων τῆς ἱστορήσεως, συνιστῶντας τὴν βάση
στολές, Ελληνικά 56.2 (2006), σ. 279-319· M. S. Patedakis, Athanasios’
τῆς μελέτης τοῦ δοκιμίου6. Στὸ σύνολό της ἡ διαδικασία αὐτὴ ἐπε-
I Patriarch of Constantinople Anti-Latin Views and Related Theological
Writings, στὸ Byzantine Theologians. The systematization of their own doc-
6
trine and their perception of foreign doctrines, A. Rigo-P. Ermilov (επιμ.), Τὸ πλῆρες δοκίμιο, ὡς προδημοσίευση τοῦ ὁποίου ἡ Εἰσαγωγή, τὰ Προ-
Rome 2009, σ. 125, σημ. 6· M. S. Patedakis, Τhe Testament of the Pa- λεγόμενα καὶ τὰ ἐπιλεγόμενα ὑπάρχουν στὸ παρὸν κείμενο, θὰ ἀποτελεῖται
triarch Athanasios I of Constantinople (1289-93, 1303-09), στὸ D. Sul- ἀπὸ πέντε κεφάλαια, ὅσα καὶ τὰ ἐπάλληλα ἐπίπεδα, τῶν δεδομένων τῆς
livan-Elizabeth Fisher-Str. Papaioannou (ἐπιμ.), Byzantine Religious μελέτης, κατανεμημένα σὲ τρεῖς τόμους. Ὁ Α΄ τόμος διαιρεῖται σὲ Πρόλογο,
Culture: Studies in Honor of Alice-Mary Talbot, Leiden-Boston 2012, σ. Πίνακα Περιεχομένων, Προλεγόμενα, Α΄ κεφάλαιο: «Ἡ τεχνοτροπία καὶ ἡ διάταξις
439-463. τῶν εἰκόνων τῆς ἱστορήσεως τοῦ Πρωτάτου», σὲ τρεῖς ἑνότητες, 1. Ἡ ἱστορικὴ
5
A. Παπαδόπουλος-Kεραμεύς, Διονύσιος ὁ ἐκ Φουρνᾶ Ἑρμηνεία τῆς Ζωγραφικῆς ἐπισκόπησις τῆς τεχνοτροπικῆς ἀποτιμήσεως καὶ χρονικῆς τοποθετήσεως
Τέχνης, St Petersburg 1909, σ. ια΄, σημ. 3· σ. ιβ΄, σημ.3· σ. ια΄-ιβ΄, σημ. τῆς τέχνης τοῦ «Πανσελήνου», 2. Ἡ ἀποκατάστασις τῆς ἱστορήσεως, 3. Ἡ
3· σ. ια΄, σημ. 1· σ. ι΄-ιβ΄, σημ. 3· σ. ι΄, σημ. 3· σ. θ΄, σημ. 4, σημ. 3· σ. μυσταγωγικὴ εἰκόνα τῆς ἱστορήσεως. Ὁ Β΄ τόμος διαιρεῖται σὲ Β΄ κεφάλαιο:
ιβ΄, σημ. 4. Σχετικὰ μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ «Πανσελήνου», βλ. M. Βασιλάκη, «Τὸ ἱεροκοσμικὸ ἐκκλησιαστικὸ ἒπος τῆς ἱστορήσεως τοῦ Πρωτάτου», σὲ τέσσε-
Υπήρξε Μανουήλ Πανσέληνος;, στο 3ο Συμπόσιο Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών ρεις ἑνότητες, Γ΄ κεφάλαιο: «Ἡ εἰκόνα τῆς ἱστορήσεως ὡς εἰκαστικὴ κιβωτὸς
/ Ινστιτούτου Βυζαντινών Ερευνών, (στὸ ἐξῆς ΣΕΙΕ/ΙΒΕ), Ἀθήνα 1999, σ. 39- τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς ἱεροκοσμικῆς πολιτογραφίας», σὲ πέντε ἑνότητες,
51 και M. J. Milliner, Man or Metaphor? Manuel Panselinos and the Pro- Δ΄ κεφάλαιο: «Ἡ εἰκόνα τῆς ἱστορήσεως τοῦ Πρωτάτου συσχετιζόμενη μὲ ἐπι-
taton Frescoes, στὸ M. J. Johnson, R. Ousterhout, Α. Papalexandrou στημονικὴ μεθοδολογία καὶ τὸν κόσμο τῆς «καινῆς» οἰκουμένης τῆς Νέας Ρώμης»,
(επιμ.), Approaches to Byzantine Architecture and its Decoration. Studies in σὲ τρεῖς ἑνότητες, Ε΄ κεφάλαιο: «Ἡ εἰκόνα τῆς ἱστορήσεως τοῦ Πρωτάτου σὲ
Honor of Slobodan Curcic, Farnham 2012, σ. 228. Στὸ δοκίμιο ἐπιλέχθηκε παράζευξη πρὸς «καινὰ» ὀνόματα καὶ ρήματα», σὲ δύο ἑνότητες. Ἐπιλεγόμενα.
ὡς συμβατικὴ ἡ χρήση διατυπώσεων ὅπως «τὸ ἔργο τοῦ Πανσελήνου», «ἡ Ὁ Γ΄ τόμος διαιρεῖται σὲ «Παραρτήματα»: Κατάλογοι: Α΄ τῆς βιβλιογραφίας,
τέχνη τοῦ Πανσελήνου», ἢ γενικώτερα «Πανσέληνος» -μολονότι εἶναι δεδομένο Β΄ τῶν ἀπεικονίσεων, Γ΄ Ὅρων, Δ΄ Ὀνομάτων, Ε΄ Ψηφιακὴ ἀποκατάσταση
ὅτι τουλάχιστον ἄλλοι δύο ἁγιογράφοι συνεργάσθηκαν-, συνδυαζόμενες μὲ ἐπιλεγμένων ἀπεικονίσεων, ΣΤ΄ Σχεδιαστικὰ τοπογραφικὰ ἀναπτύγματα,
ἄλλες διατυπώσεις ὅπως, «τὸ ἐργαστήριο» ποὺ ἱστόρησε τὸ Πρωτᾶτο. Καθὼς Πίνακες: Ζ΄ Καταστάσεως διατηρήσεως τῶν ἀπεικονίσεων, Η΄ Συγκεντρω-
ἡ προσωπικότητα τοῦ πρωτομάστορα χαρακτηρίζει καὶ τὸ ἔργο τῶν βοηθῶν τικῶν δεδομένων τῶν ἀπεικονίσεων, Θ΄ Πλήρη κείμενα ἱστορικῶν πηγῶν,
ποὺ ἐργάσθηκαν μαζί μὲ τὸν πρωτομάστορα, κρίθηκε ὅτι μὲ τὴν χρήση τοῦ Ι΄ Ἀποσπάσματα κειμένων ἱστορικῶν πηγῶν, ΙΑ΄ Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ
ὀνόματος τοῦ «Πανσελήνου» διευκολύνεται ἡ κατανόηση τῆς κύριας ὑψηλῆς ἔργο τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου Α΄, ΙΒ΄ Ἀποσπάσματα νεωτέρων κειμένων, ΙΓ΄
εἰκαστικῆς ἀντιλήψεως ποὺ διέπει τὴν ἱστόρηση. Ἀποσπάσματα ἀδημοσίευτα νεωτέρων κειμένων, ΙΔ΄ Ψηφιακὸς δίσκος μὲ
BORBOUDAKHS tomos A1 meros_Layout 1 26/09/2016 1:51 μ.μ. Page 144

144 ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΕΜΜ. ΚΑΛΟΜΟΙΡΑΚΗΣ «ΠΡΩΤΑΤΟΥ ΙΣΤΟΡΗΣΙΣ»: ΕΙΚΟΝΑ ΑΡΧΕΤΥΠΗ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗ ΤΗΣ ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΤΑΣ 145
ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΙΕΡΟΚΟΣΜΙΚΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΟΓΡΑΦΙΑΣ

κτάθηκε σὲ πέντε κύριες παραμέτρους: α΄ τὶς ἀρχὲς τῆς πρωτογενοῦς ἱστορική τους ἔνταξη, τὸ 3ο στὴν εὐρύτερη πολιτιστική τους θεώ-
ἀρχαιολογικῆς καταγραφῆς, β΄ τὴν ἀναζήτηση κειμένων δημοσιευ- ρηση, τὸ 4ο στὴν κοσμοθεωρητικὴ λογικὴ στὸ πλαίσιο τῆς ὁποίας
μένων ἢ μή, ὅπως ἐπίσης καὶ τὴν ἀξιοποίηση κειμένων δημοσιευ- δημιουργήθηκε ἡ ἱστόρηση, συγκρινόμενη μὲ τὴν ἀντίστοιχη κο-
μένων μέν, ἀλλὰ παραθεωρημένων, γ΄ τὶς παραμετροποιήσεις ποὺ σμοθεώρηση τῆς ἐπιστημονικῆς λογικῆς μὲ τὴν ὁποία αὐτὴ με-
ἐφαρμόζονται στὴν σύγχρονη πολιτισμικὴ πληροφορική, δ΄ τὶς λετᾶται ἕως σήμερα, καὶ τὸ 5ο στὸν τρόπο τῆς χρήσεως τῶν
πολλαπλοῦ χαρακτῆρος ἀπαριθμήσεις, στατιστικὲς ἀναλύσεις, ἐπι- ὀνομάτων καὶ τῶν ρημάτων, τόσο κατὰ τοὺς χρόνους τῆς δημιουρ-
μετρήσεις πρὸς ἔλεγχο τῆς διαψευσιμότητας τῶν συμπερασμάτων γίας τῆς ἱστορήσεως ὅσο καὶ σήμερα. β΄. Ἡ μεθοδολογία ποὺ ἀνα-
σὲ σχέση πρὸς τὴν ἀποκατάσταση τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀπεικονίσεων πτύχθηκε, μὲ βάση τὴν ὁποία προέκυψε ἡ ἀποκατάσταση τοῦ
ποὺ ἀρχικὰ σχεδιάσθηκε νὰ περιλαμβάνει ἡ ἱστόρηση, ἕως καὶ συμ- ἀρχικοῦ ἀριθμοῦ τῶν εἰκόνων τῆς ἱστορήσεως. γ΄. Ἡ διεύρυνση
περασμάτων ἱστορικῶν, καὶ ε΄ τὴν σύγκριση τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρησιμοποιούμενης σχετικῆς ὁρολογίας ἀπὸ τὸ ἐπίπεδο τῆς
τῶν προαναφερομένων τεσσάρων παραμέτρων πρώτιστα πρὸς τὰ πρωτογενοῦς καταγραφῆς ἕως τῆς πολιτιστικῆς θεωρήσεως τῶν δε-
κείμενα τῶν πηγῶν τῆς περιόδου καὶ κατὰ δεύτερον πρὸς τὰ συμ- δομένων. δ΄. Τὰ κριτήρια γιὰ τὴν ἀκριβέστερη ἀποτίμηση τῶν δυ-
περάσματα ποὺ ἔχουν οἰκοδομηθεῖ βασισμένα στὴν τρέχουσα ἐπι- νατοτήτων τῆς ἕως σήμερα ἀκολουθούμενης θεωρητικῆς
στημονικὴ λογική. μεθοδολογίας, μὲ τὴν ὁποία συνήθως οἱ πρωτογενεῖς τεχνοτροπικὲς
Ἀπὸ ὅσα ἐπὶ μέρους μεθοδολογικὰ θέματα ἀκολουθήθηκαν καὶ καὶ εἰκονογραφικὲς ἐκτιμήσεις ἑρμηνεύονται ἢ παρερμηνεύονται
μελετητικὰ προέκυψαν, ἕξι ἀπὸ αὐτά ἴσως παρουσιάζουν ἕνα εὐρύ- ἱστορικῶς ἕως πολιτιστικῶς. ε΄. Ἡ μεθοδολογία καταγραφῆς μὲ
τερο ἐνδιαφέρον7: α΄. Ἡ διάκριση σὲ πέντε ἐπίπεδα-κεφάλαια τῶν ἀκριβέστερη ὁρολογία ἐπὶ εἰκαστικῶν θεμάτων, ὥστε νὰ καταγρά-
δεδομένων τόσο τῆς προγενέστερης μελέτης τοῦ μνημείου ὅσο καὶ φεται ἐπαρκέστερα ἡ «εἰκαστικὴ ἀποφατικότητα» ποὺ διέπει τὴν τέχνη
τοῦ δοκιμίου τῆς ἱστορήσεως. Τὸ 1ο ἐπίπεδο ἀφορᾶ στὴν πρωτο- καὶ τὴν διάταξη τῶν εἰκόνων τῆς ἱστορήσεως. ς΄. Ὁ τρόπος τῆς ἀπο-
γενῆ καταγραφὴ καὶ χρονικὴ τοποθέτηση δεδομένων, τὸ 2ο στὴν φυγῆς λαθῶν προσλήψεως ἀπὸ τὴν τρέχουσα χρήση τοῦ κόσμου
τῆς ἐπιστημονικῆς λογικῆς περὶ τὴν φιλοσοφία τῆς ἱστορίας περὶ
τὰ δεδομένα τῶν παραρτημάτων τοῦ Γ΄τόμου καὶ στατιστικὰ γραφήματα ἐξελίξεως, διὰ τῆς πληρέστερης κατανοήσεως τοῦ διαφορετικοῦ κό-
ἀπὸ τὰ δεδομένα τῶν εἰκόνων τῆς ἱστορήσεως.
7
σμου τῆς ἀντίστοιχης ἀνθρωπολογίας καὶ φιλοσοφίας τῆς ἱστορίας,
Στὸ δοκίμιο περιέχεται συστηματικὰ ἡ προσπάθεια παραμετροποιήσεως
τῶν διαφόρων δεδομένων τῆς ἱστορήσεως, ὄχι ὡς τὶς μόνες δυνατὲς σχέ- ἀνάμεσα στῆν 1η καὶ 2η παρουσία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὴν γῆ, στὸ
σεις πρὸς τὰ διάφορα χαρακτηριστικά, ἀλλὰ γιὰ νὰ γίνεται εὐκολότερη ἡ πλαίσιο τῆς ὁποίας δημιουργήθηκε ἡ ἱστόρηση τοῦ Πρωτάτου.
κατὰ περίπτωση διαδικασία ἐλέγχου ἕως διαψεύσεως, ὅπως ἐπίσης νὰ Ἀπαιτεῖται ἐργασία περισσότερη τοῦ ἑνὸς ἀνθρώπου ἢ μιᾶς γε-
εἶναι δυνατὸς κάθε ἐμπλουτισμὸς -ἕως καὶ πιθανὸς ἀναπροσανατολισμός- νιᾶς γιὰ τὴν ἀκριβέστερη καταγραφή, κατανόηση καὶ πλήρη τεκμη-
τῆς κατὰ περίπτωση παραμετροποιήσεως, κατὰ τρόπο ὥστε τὰ δεδομένα
ριωμένη ἀποτίμηση, κατηγοριοποίηση ἕως ἐπιμέτρηση ἑνὸς
σὲ μία εὐρύτερη ψηφιακὴ βάση νὰ μποροῦν νὰ συγκρίνονται πρὸς ἄλλα,
ἐπίσης ψηφιοποιημένα, δεδομένα μνημείων. Στὸ πλαίσιο τοῦ δοκιμίου ὁ μνημείου μὲ «ἀξία ἀρχετύπου»8 ὅπως αὐτὸ τῆς ἱστορήσεως τοῦ Πρω-
προσανατολισμὸς αὐτὸς ἔχει δειγματοληπτικὰ ὑλοποιηθεῖ σὲ σχέση πρὸς τάτου, ποὺ διέπεται ἀπὸ ἕνα ἐκπλήσσοντα εἰκαστικὸ δυναμισμὸ ὑψη-
τὴν κατὰσταση διατηρήσεως ἕως ἀποκαταστάσεως τοῦ ἀρχικοῦ ἀριθμοῦ λοῦ ἐπιπέδου τέχνης καὶ μία ποικιλία ἐκφραστικῶν διατυπώσεων
τῶν ἀπεικονίσεων, ἕως καὶ σὲ σχέση μὲ τὴν τοπογραφικὴ διάταξη τῆς θε- ἀντίστοιχης ποιότητας. Εὐλογία θὰ ἦταν ἐάν, συνεργαζόμενη μὲ τοὺς
ματογραφίας τῆς ἱστορήσεως. Δὲν περιέχεται ἡ σὲ ἐξέλιξη εὑρισκόμενη
νεωτέρους της, ἡ ἐν ζωῇ γενιὰ τῶν μελετητῶν, παρέδιδε μία κατὰ
εἰκονογραφικὴ παραμετροποίηση τῶν εἰκαστικῶν δεδομένων τῶν μεμο-
νωμένων μορφῶν, ἐνῶ τὸ ἴδιο μένει νὰ γίνει καὶ γιὰ τὶς ἀφηγηματικὲς τὸ δυνατὸν λεπτομερῆ ψηφιοποιημένη ἀποδελτίωση, ἀνοικτὴ σὲ
ἀπεικονίσεις. Πρόσθετη σημαντικὴ βοήθεια προέκυψε καὶ ἀπὸ τὴν χρήση διαπιστευμένες ἐνημερώσεις διαδικτυακὴ βάση τῶν παραμέτρων
μιᾶς ὁρολογίας ποὺ ἐπιλέχθηκε, οἰκείας κατὰ τὸ δυνατὸν τόσο πρὸς τὴν ποὺ ἀφοροῦν τόσο στὰ δεδομένα τῆς ἱστορήσεως, ὅσο καὶ στὴν ἕως
ἐποχή τῆς ἱστορήσεως, καὶ πάντα σὲ ἀντιπαραβολὴ μὲ τὴν τρέχουσα ἐπι-
στημονικὴ ὁρολογία, ὅσο καὶ σὲ σχέση πρὸς τὰ πρότυπα ποὺ ἐφαρμόζει
8
ἡ πολιτισμικὴ πληροφορική· τοιουτοτρόπως ὅσα προέκυψαν εἶναι διατυ- Μ. Χατζηδάκης, Βυζαντινὴ Τέχνη στὸ Ἅγιον Ὄρος, στο Θησαυροὶ τοῦ Ἁγίου
πωμένα κατὰ τρόπο συμβατὸ σὲ κάθε ἠλεκτρονικὴ διαχείριση. Ὄρους. Κατάλογος ἔκθεσης, Θεσσαλονίκη 1997, σ. 24.
BORBOUDAKHS tomos A1 meros_Layout 1 26/09/2016 1:51 μ.μ. Page 146

146 ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΕΜΜ. ΚΑΛΟΜΟΙΡΑΚΗΣ «ΠΡΩΤΑΤΟΥ ΙΣΤΟΡΗΣΙΣ»: ΕΙΚΟΝΑ ΑΡΧΕΤΥΠΗ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗ ΤΗΣ ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΤΑΣ 147
ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΙΕΡΟΚΟΣΜΙΚΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΟΓΡΑΦΙΑΣ

σήμερα τρέχουσα σχετικὴ μελετητικὴ παράδοση, ὅπως ἐπίσης καὶ Ἀπὸ πλευρᾶς τοῦ δοκιμίου, ἡ υἱοθέτηση μιᾶς ἀντίστοιχης «οἴκο-
τὶς ἐκκρεμοῦσες παρατηρήσεις πρὸς τεκμηρίωση9 μὲ παράλληλη θεν» προοπτικῆς μελετητικῆς προσεγγίσεως δὲν ἀπέβλεπε σὲ μία
ἀκριβῆ σήμανση τῶν παραμέτρων ποὺ ἔχουν οἰκοδομήσει ὅλη τὴν «βυζαντινοκεντρικὴ» ἢ «ὀρθοδοξοκεντρικὴ» θεώρηση τῆς ἱστορήσεως,
ἀναπροσανατολισμένη προσέγγιση, ὥστε νὰ εἶναι εὔκολη κάθε νέα οὔτε σὲ μία θεώρηση ποὺ ὡς πλαίσιό της ἔχει τὴν γνωστὴ διάκριση
ἐνημέρωση, διεύρυνση, ἐμπλουτισμός, ἀναθεώρηση ἕως καὶ ὅποια ἀνάμεσα στὴν «Λατινικὴ Δύση» πρὸς τὴν «Ἑλληνικὴ Ἀνατολή»· βε-
διάψευσή της. βαίως ἡ χρήση τῆς κάθε μιᾶς ἀπὸ τὶς δὺο συνημμένες πρὸς αὐτὲς
γλῶσσες καὶ τὶς ἀντίστοιχες παραδόσεις, τὴν Ἑλληνορωμαϊκὴ καὶ
τὴν Φραγκορωμαϊκή, προκαθορίζει πολλά· πρὸς αὐτὲς ἄλλωστε το-
Ἡ ἱστόρηση τοῦ Πρωτάτου καὶ ἡ μελετητικὴ ποθετούμενος ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος Α´ ἀναφέρεται στὸ «στενὸν τῆς
διερεύνηση τῆς περὶ τὸ 1280-1290 ἐπικαιρότητας (λατινικῆς) διαλέκτου τὸ ὁποῖο παρέχει αἰτίας βλασφημίας». Παράλληλα
ἡ προαναφερόμενη «οἴκοθεν» προσέγγιση προέκυψε κατὰ τὴν ροὴ
Ἀπὸ ἱστορικῆς πλευρᾶς ὅλο τὸ δοκίμιο εὑρίσκεται προασανα- τῆς μελέτης, ἐνῶ στὴν πράξη ὑποστηρίχθηκε ἀπὸ μία σχολαστικὴ
τολισμένο κυρίως στὴν πολιτικὴ καὶ τὴν λόγια καὶ νηπτικὴ πνευμα- πρωτογενῆ ἀρχαιολογικὴ καταγραφὴ τῶν δεδομένων τῶν εἰκόνων
τικὴ ἐπικαιρότητα τοῦ τέλους τῆς 1ης δεκαετίας ἀπὸ τὴν βασιλεία τῆς ἱστορήσεως, ὅπως αὐτὲς εὑρίσκονται διαταγμένες τοπογραφικά,
τοῦ αὐτοκράτορος Ἀνδρονίκου Β΄ Παλαιολόγου (βασιλεία 1282- θεματογραφικὰ καὶ εἰκονογραφικά, σὲ συσχετισμὸ μὲ μία ἐξ ἴσου
1328, βίος περ. 1259-1332). Ἀνάμεσα στὰ ἔτη 1282-1289 ὁ υἱὸς σχολαστικὴ πρωτογενῆ φιλολογικὴ ἀποδελτίωση σχετικῶν πρὸς
καὶ διάδοχος τοῦ Μιχαὴλ Η΄, Ἀνδρόνικος Β΄, κινούμενος παράλ- αὐτὰ ὀνομάτων ἀπὸ κείμενα. Ὅλα τὰ προαναφερόμενα ἀπὸ ἕνα ση-
ληλα πρὸς τὸ «δημοτικὸ» αἴσθημα ἐπανέφερε τὴν προγενέστερη μεῖο καὶ μετὰ ἄρχισαν νὰ ἀποκαλύπτουν τὴν κοινὴ ἐντελέχεια ποὺ
«οἴκοθεν»10 πολιτικὴ τῶν προκατόχων τους Λασκαριδῶν. συνέχει ἀμφότερα, κατὰ κάποιο τρόπο παραπέμποντας ταυτόχρονα
τόσο στὸν ἐν ἀρχῇ λόγο τῆς δημιουργίας τῆς ἱστορήσεως, ὅσο καὶ
9
Θὰ ἦταν ἰδιαίτερα χρήσιμο ἂν ἀναπτυσσόταν μία διαδικτυακὴ ἐφαρμογή σὲ λανθάνουσες ἕως σήμερα κύριες παραμέτρους τοῦ -ἀπὸ τὸ 1289
ἀρχείου ψηφιοποιημένων δεδομένων, ὅπου διὰ ἐξουσιοδοτήσεως οἱ με- καὶ μετά- συστηματικὰ ἐφαρμοζόμενου πολιτικοῦ δόγματος, μιᾶς
λετητὲς θὰ εἶχαν τὴν δυνατότητα ἐνημερώσεως, εὔκολης προσθήκης νε-
κρατικῆς καὶ ἀνθρωπολογικῆς «ἀνανεώσεως» ποὺ μέσα ἀπὸ πολλὲς
ώτερων πληροφοριῶν ποὺ ἐπαληθεύουν, διαψεύδουν ἢ διευρύνουν
διάφορα παραμετροποιημένα θέματα περὶ τὴν μελέτη τῆς ἱστορήσεως τοῦ ἀντιρρήσεις καὶ ἱερατικὲς «ἀρρητουργίες» εἶχε δρομολογήσει ὁ
Πρωτάτου. Τοιουτοτρόπως τὸ διαδικτυακὸ αὐτὸ ἀρχεῖο θὰ μποροῦσε νὰ Ἀνδρόνικος Β΄, πρὸς τοῦτο βοηθούμενος ἀπὸ τοὺς ἁγίους Ἀθανά-
φιλοξενεῖ καταχωρημένες ὅλες τὶς σχετικὲς τοποθετήσεις καὶ διαφορετικὲς σιο Α΄ καὶ Θεόληπτο καὶ τὸν νεαρὸ τότε Θεόδωρο Μετοχίτη. Τὰ
προσεγγίσεις τῶν μελετητῶν, μὲ τρόπο ὥστε ἡ σχετικὴ μελετητικὴ διαδι- ἀποτελέσματα τοῦ δόγματος ἐκείνου μέχρι σήμερα μελετητικὰ δὲν
κασία καὶ παραγωγὴ νὰ προσφέρεται ἄμεσα ἐνημερωμένη μὲ βιβλιογρα-
ἔχουν πάψει νὰ θεωροῦνται ἀπὸ πολλοὺς ὡς ἀποτέλεσμα ἑνὸς πα-
φικὲς παραπομπές καὶ σχόλια.
10
«Ἄγρυπνοῦμεν εὐχαριστοῦντες Θεῷ, καὶ μάλιστα ὅτε φροντίζειν ἀκράτως· καὶ ράδοξου φαινομένου, μιᾶς κατ’ ἐπιστημονικὴν οἰκονομίαν ἀποκα-
τοῦτο κατὰ δίκαιον, ὅτι γε μὴ ἀξίους ὄντας ἡμᾶς πολλῶν κατέστησε φροντιστάς. λούμενης «Παλαιολόγειας Ἀναγεννήσεως» ποὺ συνόδευσε μὲ μεγάλα
Ταῦτα ποιοῦντες καὶ αὔριον ἄλλας ἐγείρει μερίμνας. Κινεῖται γὰρ ἡ ἔχθρα τῷ μνημεῖα τὴν βασιλεία τοῦ Ἀνδρονίκου Β΄, σὲ χρόνους ποὺ θεω-
πλήθει καὶ τὰ ἒθνη μάχεται καθ’ ἡμῶν· καὶ τὶς ὁ βοηθήσων ἡμῖν; Πέρσης πῶς ροῦνται ὡς πολιτικὴ παρακμή.
βοηθησει τῷ Ἕλληνι; Ἰταλὸς καὶ μάλιστα μαίνεται, Βούλγαρος προφανέστατα,
Σέρβος τῇ βίᾳ βιαζόμενος καὶ συστέλλεται· ὁ δ’ ἡμέτερος τάχα, τάχα δὴ οὐ τῶν
ἡμετέρων κατὰ ἀλήθειαν· μόνον δὲ τὸ Ἑλληνικὸν αὐτὸ βοηθεῖ ἑαυτῷ οἴκοθεν φυλάττειν ἐκ τῶν ἐναντίων λύκων αὐτήν.» Βλ. σχετικά τὴν ἔκδοση τῶν ἐπι-
λαμβάνον τὰς ἀφορμᾶς. Τὸν στρατὸν ὁριζόμεθα κολοβῶσαι, ἢ τὰ χρήματα, δι’ στολῶν τοῦ Θεοδώρου Β΄ Δούκα Λάσκαρι (βασιλεία 1254-1258 μ.Χ.,
ὧν συνέστηκεν ὁ στρατός; εἰ μὲν οὖν πρῶτον, βοηθοῦμεν τοῖς ἐναντίοις· εἰ δέ βίος περ. 1222-1258 μ.Χ.), N. Festa, Theodori Ducae Laskaris Epistulæ
γε τὸ δεύτερον, ἐπὶ τὸ βοηθοῦν τὸν στρατόν, τὰ χρήματα καταβάλλομεν, κατα- CCXVII, Firenze 1898, σ. 58-59. Πρβλ. ἐπίσης τὸ ἀπόσπασμα «ἡδύτερον
βάλλομεν τὸν στρατόν, καὶ πάλιν βοηθοῦμεν τοῖς ἐναντίοις. Οὐ σόφισμα τοῦτο, γὰρ ἐστί τινι ἐξ οἰκείου ἀγροῦ ἐλαίας κλάδους ἀναλαμβάνειν καὶ στέφεσθαι, ἢ
ἀλλ’ ἀληθείας πάσης διαφανέστερον. Μία γὰρ ἐμὴ ἡ ἀληθεια, εἷς ὁ σκοπὸς, ἓν ἐξ ἑτέρου τοῦ τὸν κόπον καὶ τὴν καταβολὴν τοῦ σπέρματος κεκτημένου παρ’
δὲ μοι καθέστηκε καὶ τὸ σπούδασμα, τὸ συνιστᾶν ἀεὶ τὴν ποίμνην τοῦ Θεοῦ καὶ ἄλλο.» (ἔκδ. Festa, σ. 271-276).
BORBOUDAKHS tomos A1 meros_Layout 1 26/09/2016 1:51 μ.μ. Page 148

148 ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΕΜΜ. ΚΑΛΟΜΟΙΡΑΚΗΣ «ΠΡΩΤΑΤΟΥ ΙΣΤΟΡΗΣΙΣ»: ΕΙΚΟΝΑ ΑΡΧΕΤΥΠΗ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗ ΤΗΣ ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΤΑΣ 149
ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΙΕΡΟΚΟΣΜΙΚΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΟΓΡΑΦΙΑΣ

Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος Α΄, σὲ κρίσιμες στιγμὲς τῶν δύο πατριαρ- σημαντικὸ ὅτι κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους τόσο ὁ προφορικὸς καὶ
χειῶν του, τόνιζε ὅτι ὡς πρότυπό του ἀκολουθοῦσε τὸ κείμενο τοῦ φιλολογικὸς λόγος, ὅσο καὶ ὁ εἰκαστικός, ἀντιμετωπίζονταν ὡς ἰσό-
Συνοδικοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας· ὅταν ἤθελε νὰ κάνει συνοπτικὴ ἀνα- τιμοι, ὅπως καὶ στὰ κείμενα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ
φορὰ στὴν παράδοση ποὺ εἶχε διακονήσει, μὲ συνείδηση ἀρχιποι- ποὺ ἔβλεπε τὶς ἱερὲς εἰκόνες ὡς «μιμήματα καὶ ὁμοιώματα καὶ βίβλους
μένος, χρησιμοποιοῦσε τὸ ὄνομα «πολιτογραφία». Μὲ τὸν ὅρο αὐτὸ τῶν ἀγραμμάτων»13 στὴν εἰκονολογία τοῦ ὁποίου κυρίως εἶχε βασι-
ἐν πρώτοις δήλωνε ὅτι δὲν βασιζόταν σὲ θεωρητικὲς ἢ ἰδεολογικὲς σθεῖ ὁ δογματισμὸς τῆς ἐν Νικαίᾳ Ζ΄ οἰκουμενικῆς συνόδου (787).
καὶ ἀτομικὲς ἀπόψεις ἀλλὰ στὴν ἱερατικὴ πεῖρα του, παράλληλα Στὸ κείμενο τοῦ Μανουὴλ Φιλῆ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐνδιαφέρουσα
πρὸς τὴν συνοδικὰ κεκτημένη καὶ δημόσια καταγραμμένη κατὰ τὴν χρήση τῶν ρημάτων «γράφω» καὶ «περιγράφω», διὰ τῶν ὁποίων ση-
1η μ.Χ. χιλιετία ὀρθόδοξη χριστιανική καὶ ρωμαϊκὴ πολιτεία. Κατὰ μαίνεται ἡ ἁγιογραφία, ὅπως καὶ στον Μετοχίτη, προβάλλεται καὶ ἡ
δεύτερον ἔμμεσα ὑπενθύμιζε, ὅπως καὶ σὲ ἄλλες σχετικὲς περιπτώ- χρήση τοῦ ἐπιθέτου «καινός», ποὺ σημαίνει μία κατάσταση ἡ ὁποία
σεις, ὅτι στηριζόταν στὰ πρακτικὰ τῆς ἑνωτικῆς ἐν Ἁγίᾳ Σοφίᾳ Η΄ δὲν διέπεται μόνο ἀπὸ τὴν αἰτιοκρατία τοῦ κατὰ κόσμον πλαισίου
Οἰκουμενικῆς Συνόδου (879-880 μ.Χ.), ὅπου ἀνακεφαλαιώνονται τῆς ἱστορίας. Ταυτόχρονα, θὰ λέγαμε, σημαίνει μία κατὰ κόσμον με-
ὅσα «ἡ ἁγία καὶ μεγάλη ἐν Νικαίᾳ σύνοδος ἐθεμελίωσε, καὶ αἱ ἄλλαι ταβολὴ «ἱεροκοσμικῆς καὶ καθολικῆς» διαστάσεως τῆς ἐπὶ γῆς ἱστορίας
ἅγιαι καὶ οἰκουμενικαὶ σύνοδοι συνεπῳκοδόμησάν τε καὶ συνεκρότησαν», τοῦ ἀνθρώπου, καθὼς συμπεριέχει καὶ τὴν εὐαγγελικὴ καὶ ἀποστο-
καὶ γιὰ τὰ ὁποῖα οἱ συνυπογράψαντες τὰ πρακτικὰ ἅγιοι πατέρες καὶ λικὴ συγκατάβαση τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο14. Ὅμως στὸ σύνθετο ὄνομα
ὁ αὐτοκράτωρ ἐπιγράφουν ἑαυτοὺς ὡς «συγκλήρους τῆς πολιτογρα-
φίας» ὅλης τῆς χριστιανικῆς περιόδου τῆς «τῶν Ῥωμαίων ἀρχῆς». χαριζόμεναι ...»· βλ. Γ. Δ. Πολέμης, Θεόδωρος Μετοχίτης: Οἱ δύο βασιλικοὶ
λόγοι, Ἀθήνα 2007, σ. 278.5-10, πρβλ. καὶ μὲ χωρίο ἀπὸ ἀνέκδοτο λόγο
Ἡ κύρια τριακονταετία (1280-1310) ποὺ καλύπτει τὶς περισσό-
τοῦ ἰδίου, «τὸ τῆς γραφικῆς ἐργασίας ὡς ἒχον τινὰ τοῖς τοῦ λόγου πράγμασιν
τερες -μεταξύ τους ἀντικρουόμενες- προτάσεις περὶ τὴν χρονικὴ το- ὡς ἀληθῶς συγγένειαν» (ὅ.π., σ. 281, ὑποσ. 151). Ἐπίσης ὁ Ἱερομόναχος
ποθέτηση τῆς ἱστορήσεως τοῦ Πρωτάτου, συμβαίνει νὰ ἀντιστοιχεῖ Ἱερόθεος (13ος αἰώνας) διατεινόταν ὅτι: «Ἅπερ γοῦν ἀκοῇ παρειλήφαμεν,
πρὸς τὸ πρῶτο τέταρτο τοῦ βίου τοῦ λόγιου ποιητῆ Μανουὴλ Φιλῆ ταῦτα δι’ ἀπεικονισμάτων καὶ σχηματίζομεν ... οὐδὲ γὰρ πᾶσα εἰκὼν ἑαυτὴν τοῦ
(1275-1345)· αὐτὸς σὲ ποίημά του ἔγραφε τὰ ἑξῆς γιὰ τὴν τέχνη ἐκεῖθεν εἶναι παρίστησι, ἀλλὰ κατ΄ οὐσίαν μόνην, ὡς εἴρηται, τοῦ εἰκονιζομένου
παρεμφερῆ»· ἀρχιμ. Ν. Χ. Ἰωαννίδης, Ὁ Ἱερομόναχος Ἱερόθεος (ΙΓ΄ αι.) καὶ
τῶν εἰκόνων: «Εἰ σωμάτων μίμησιν ἡ τέχνη γράφει, | τοῦτο γραφική,
τὸ ἀνέκδοτο συγγραφικό του ἒργο, Ἀθήνα 2007, σ. 121.683-84, 123.739-
τοῦτο καὶ φύσιν ἒχον· | καινὸν γὰρ οὐδὲν ζωγραφεῖν ὕλην ὕλῃ· | ὅταν δὲ 742.
καὶ νοῦν καὶ πυρὸς φλόγα γράφῃ | καὶ πνεῦμα καὶ φῶς ἐν βραχεῖ περι- 13
«Οὕτως καὶ ἐν τῷ πράγματι τῶν εἰκόνων χρὴ ἐρευνᾶν τήν τε ἀλήθειαν καὶ τὸν
γράφῃ, | τέρας βλέπων θαύμαζε τὴν τέχνην, ξένε»11. Κατὰ τὸν Φιλὴ ὁ σκοπὸν τῶν ποιούντων καί, εἰ μὲν ἀληθὴς καὶ ὀρθὸς καὶ πρὸς δόξαν θεοῦ καὶ
εἰκαστικὸς λόγος τῆς τέχνης τῶν εἰκόνων δὲν μιμεῖται μόνο τὴν τῶν ἁγίων αὐτοῦ καὶ πρὸς ζῆλον ἀρετῆς καὶ ἀποφυγὴν κακίας καὶ σωτηρίαν
ψυχῶν γίνονται, ἀποδέχεσθαι καὶ τιμᾶν ὡς εἰκόνας καὶ μιμήματα καὶ ὁμοιώματα
φύση, ἀποδίδοντάς την κατὰ «φυσικό» τρόπο, ἀλλὰ «περιγράφει ἐν
καὶ βίβλους τῶν ἀγραμμάτων καὶ προσκυνεῖν καὶ καταφιλεῖν καὶ ὀφθαλμοῖς καὶ
βραχεῖ», κατὰ τρόπο «καινὸ» τὴν «φλόγα πυρὸς», τὸ «πνεῦμα» καὶ τὸ χείλεσι καὶ καρδίᾳ ἀσπάζεσθαι ὡς σεσαρκωμένου θεοῦ ὁμοίωμα ἢ τῆς τούτου
«φῶς» ποὺ δὲν προέρχονται ἐκ τοῦ κόσμου τούτου. Τὸ φῶς αὺτὸ ὁ μητρὸς ἢ τῶν ἁγίων τῶν κοινωνῶν τῶν παθημάτων καὶ τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ
ἅγιος Ἀθανάσιος Α´ χαρακτήριζε «ἀνείδεο» συσχετίζοντάς το μὲ τὴν ...». (ἔκδ. Κotter, τ. 3, 2,10, στ. 48-69)
14
«δόξα τῆς μακαρίας Ἁγίας Τριάδος, τοῦ ἡλίου τῆς Δικαιοσύνης, τῆς βα- Ὁ πατριάρχης Ἀθανάσιος Α΄, κατηγοριοποιοῦσε τὸ ἀντίστοιχο σύνολο
τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως σὲ τρεῖς κύριες περιόδους: α΄ τὴν «προ-
σιλείας τῶν οὐρανῶν» ἡ ὁποία «καὶ ἐντὸς ἡμῶν εἶναι»12. Εἶναι ἰδιαίτερα
φητική», β΄τὴν «εὐαγγελικὴ» καὶ γ΄ τὴν «ἀποστολική»· τὴν τελευταία περίοδο
ποὺ ταύτιζε μὲ τὴν περίοδο τοῦ «νέου ἀνθρώπου» -σὲ ἀντίθεση πρὸς τὴν
11
Ε. Braounou-Pietsch, Beseelte Bilder. Epigramme des Manuel Philes auf bild- «προφητικὴ», ποὺ τὴν κατηγοριοποιοῦσε ὡς τὴν περίοδο τοῦ «παλαιοῦ»,
liche Darstellungen, Wien 2010, αρ. 6, σ. 66-68. «κατὰ κόσμον φυσικοῦ ἀνθρώπου»-, τὴν θεωροῦσε ὡς τὴν ἐνδιάμεση πε-
12
Ἀνάλογα ὁ Θεόδωρος Μετοχίτης παρατηροῦσε, στὸ ἐγκώμιό του γιὰ τὸν ρίοδο ἀπὸ τὴν 1η πρὸς τὴν 2α παρουσία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὴν γῆ.
Ἀνδρόνικο Β΄, «τὸν σὸν τῆς φύσεως καὶ τῆς ψυχῆς κόσμον, ἀπαράμιλλον οἷον Βλ.Talbot, The Correspondence, επ. 55.12-13: «πρὸς τὸ δράξασθαι θείας παι-
καὶ πρᾶγμα σχεδὸν ἀμίμητον, ὅσοι καὶ μάλιστ’ ἐν λόγῳ ἢ ὃ τῶν γραφικῶν χεῖρες δείας, προφητικῆς, ἀποστολικῆς, εὐαγγελικῆς, ὡς ὀρθοδόξοις ἐξόν». Ἡ ἴδια
δύνανται, τὸ σωματικὸν μόνον κάλλος τῷ μέλλοντι χρόνῳ παραπέμπουσαι καὶ τριπλὴ ἱστορικὴ περιοδολόγηση τῆς χριστιανικῆς ἐκκλησίας ἐντοπίσθηκε
BORBOUDAKHS tomos A1 meros_Layout 1 26/09/2016 1:51 μ.μ. Page 150

150 ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΕΜΜ. ΚΑΛΟΜΟΙΡΑΚΗΣ «ΠΡΩΤΑΤΟΥ ΙΣΤΟΡΗΣΙΣ»: ΕΙΚΟΝΑ ΑΡΧΕΤΥΠΗ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗ ΤΗΣ ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΤΑΣ 151
ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΙΕΡΟΚΟΣΜΙΚΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΟΓΡΑΦΙΑΣ

«ἱεροκοσμικός», τοῦ ὁποίου ἡ «καθολικὴ» διάσταση (secular καὶ divine) ἀκριβῆ κατανόηση κάθε ἐκδηλώσεώς του, ὅπως ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν
σημαίνεται μὲ τὸ ὄνομα «καινὸς», συμπεριέχεται μία διαφορετικὴ λο- καινότητα ποὺ διέπει καὶ τὴν ἱστόρηση τοῦ Πρωτάτου. Ἐξηγῶντας
γικὴ ἀπὸ ἐκείνη τοῦ ἀριστοτελικοῦ ἀξιώματος τῆς «μὴ ἀντιφάσεως»15. ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος Α΄ τὴν «καινότητα» τοῦ ὀρθόδοξου χριστιανικοῦ
Τὸ ὄνομα «καινὸς» παραπέμπει σὲ κάτι ποὺ δὲν ἐξηγεῖται «λογικά», βίου σημείωνε ὅτι ὁ «καινὸς ἄνθρωπος» «κτίζεται» ὡς «καταξίωσι» μιᾶς
σὲ μία πορεία καθάρσεως τοῦ ἀνθρώπου σὲ σχέση μὲ τὴν ἱερότητα πορείας βίου «ἐπιστροφῆς» καὶ «μετανοίας», κυρίως δὲ «ἀκριβείας
τοῦ χρόνου τῆς παρὰ Θεῷ αἰωνιότητας, ἱερότητα ποὺ ἀπηχεῖ μία λόγου καὶ ἔργων», καὶ μακρὰν κάθε «ἀλλοτριώσεως τῶν ὀνομάτων», δη-
αἰτιότητα μυσταγωγικὴ καὶ ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τῆς αἰτιοκρατίας τῆς λαδὴ ὅποιας «κατ΄ οἰκονομίαν» στάσεως ἢ ἰδεολογικῆς χρήσεως τῶν
ἱστορίας. Κατ’ οὐσίαν μὲ τὰ ἐπίθετα «καινὸς» καὶ «καθολικὸς» δηλώ- ὀνομάτων, τὴν ὁποία ἀποκαλοῦσε «τερθρεία». Χρησιμοποιοῦσε τὸ
νεται ὅτι στὴν πραγματικότητα τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς πολιτο- ὄνομα «πολιτογραφία» στὶς περιπτώσεις ποὺ ἤθελε νὰ κάνει μία συ-
γραφίας καὶ ἀνθρωπολογίας συμβίωναν δύο νομοτέλειες, ἡ κοσμική νοπτικὴ ἀναφορὰ στὴν «ἐν καινότητι ζωή», τονίζοντας ὅτι ἡ χριστια-
(secular), τοῦ χρόνου τῆς ἱστορικῆς αἰτιοκρατικῆς ἐξελίξεως, καὶ ἡ νικὴ ζωὴ δὲν εἶναι θεωρητικὴ ἢ ἰδεολογικὴ, ἀλλὰ στόχος μιᾶς ἐν
ἱερή (divine), τοῦ χρόνου τῆς θεϊκῆς αἰωνιότητας. τοῖς πράγμασιν ἀρετῆς, ὅπως αὐτὴ καθοριζόταν ὡς κατακλεῖδα ἀπὸ
Ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὸ ποίημα τοῦ Φιλῆ, ὁ ἴδιος, εἶχε πλήρη ὅσα σχετικὰ εὑρίσκονταν διατυπωμένα καὶ δογματισμένα στὰ πρα-
συνείδηση γιὰ τὴν παράδοση αὐτὴ τῆς παραδοξότητας σὲ σχέση μὲ κτικὰ τῆς Η΄ οἰκουμενικῆς συνόδου (879-880), ὅρους τὴς ὁποίας
τὴν λογικὴ τοῦ φυσικοῦ κόσμου τούτου, παραδοξότητα ποὺ συντε- συχνὰ μνημονεύει. Ἀντίστοιχα ἔκρινε ὡς «νομίμων ἀθέτησιν», δια-
λέσθηκε μὲ τὴ γέννηση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἐκπόρευση τοῦ πραττόμενη ἀπὸ συνειδήσεις «βυθισμένες σὲ ἀπόνοια», κατὰ πα-
Ἁγίου Πνεύματος· τοῦτο ἐκφράζει ὁ Φιλὴς μὲ τὸ ἐπίθετο «καινός», τὸ ρέκκλιση πρὸς ὅσα καταγραμμένα συνιστοῦσαν τὴν «προφητική»,
ὁποῖο χρησιμοποιεῖ μὲ τρόπο μαχητικό, ἀδιαφορῶντας γιὰ τὴν ἀ- «εὐαγγελική», «ἀποστολικὴ» ἕως καὶ «συνοδικὴ» παράδοση τῆς Ἐκκλη-
ντίδραση κάθε «ξένου», ὁ ὁποῖος στέκεται σκεπτικά ἀπέναντι στὸ σίας, τὴν ὁποία ὀνοματίζει καὶ «θεία παιδεία ὡς ὀρθοδόξοις ἐξόν».
«θαῦμα» καὶ τὸ «τέρας», ἀπορρίπτοντας κατ’ οὐσίαν ὁλόκληρη τὴν Σειρὰ ὀνομάτων, ὅπως τὰ προαναφερόμενα, τὰ ὁποῖα ἐντοπί-
ὀρθόδοξη πολιτογραφία. Προφανῶς ὁ Φιλῆς βασιζόταν σὲ ὅλο τὸν σθηκαν συσχετιζόμενα μὲ τὰ δεδομένα τῆς ἱστορήσεως τοῦ Πρωτά-
δογματισμὸ τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων καὶ ὑπερασπιζόταν τὴν, του, δείχνουν νὰ αὐτοπροσδιορίζουν τὴν «ἀνακεφαλαιούμενη» καὶ
κατὰ τὴν ἀνθρώπινη λογική, παραδοξότητα τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ «ὡς πρὶν συγκροτούμενη» καὶ «ἀνανεούμενη», περὶ τὸ 1290, ὀρθόδοξη
Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνευματος, δηλαδὴ τὴν χριστιανικὴ ἱεροκοσμικὴ ἀνθρωπολογία καὶ πολιτογραφία. Ὅλα τὰ
ἀπόλυτη διπλὴ νομοτέλεια ποὺ δηλώνεται ὅτι διέπει τὴν ὀρθόδοξη παράπανω ὀνόματα βοήθησαν, ὄχι μόνο στὴν κατανόηση τῆς τότε
χριστιανικὴ ζωὴ ἡ ὁποία ἔτσι μονίμως ὑμνεῖται καὶ λειτουργικά. ἐποχῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀκρίβειας τῆς μυσταγωγικῆς διατάξεως τῶν
Στὴν πράξη, ἡ ἀνακριβὴς κατανόηση τοῦ τρόπου τῆς λειτουργίας εἰκόνων τῆς ἱστορήσεως τοῦ Πρωτάτου, ὅπως ἀκόμη καὶ τὶς ἐλάχι-
τῆς καταστάσεως τῆς «καινότητας» ποὺ χαρακτηρίζει ἀνθρωπολογικὰ στες παρεκκλίσεις ἀπὸ αὐτήν. Ἀκόμη ὁδήγησαν σὲ μία τεκμηρίωση
τὸν ὀρθόδοξο βίο, καθιστᾶ ἀδύνατη τὴν ἐπαρκῆ ἀποδοχὴ καὶ τὴν τοῦ ἀντικρίσματός τους στὴν τότε ἐποχή, δείχνοντας πόσο τὸ εὐρύ-
τερο αἴτημα τῆς «λόγῳ καὶ ἔργῳ» ἀκριβείας διεδραμάτισε πρωτεύοντα
ὅτι διέπει καὶ τὴν ἱστόρηση τοῦ Πρωτάτου, ὅπου διὰ μιᾶς εἰκαστικῆς ἀπο- ἱστορικὸ ρόλο σὲ σχέση πρὸς τὸν λόγο καὶ τὸν τρόπο τῆς δημιουρ-
φατικότητας, ἐπιπρόσθετα προβάλλεται τόσο ἡ περίοδος τῶν χρόνων τῆς γίας τῆς ἱστορήσεως τοῦ Πρωτάτου16.
ἱδρύσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὅσο καὶ τῆς 1ης περιόδου τῶν Μα-
κεδόνων αὐτοκρατόρων.
15 16
Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὰ σύνθετα ἐπίθετα «θεανδρικὸς» καὶ «θεομητορι- Ὀνόματα ποὺ διακρίθηκαν ὡς πλέον σημαντικὰ στὴν κατανόηση τῆς πα-
κός», τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦσε ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος Α΄· τὰ δύο συνθετικά ραδοξότητας, ποὺ ἐκπροσωποῦν τὸ «καινό», διεπόμενο ἀπὸ πνεῦμα καὶ
τους ἀντιφάσκουν στὴν κοινὴ λογική, κάνοντάς τα νὰ μοιάζουν «παρά- φῶς ἐκ Θεοῦ, τῆς ἱστορήσεως εἶναι τὰ ἀκόλουθα: «πνεῦμα-πνευματικός»,
δοξα»· τὸ «θεανδρικὸς» παραπέμπει στὴν κτιστὴ ἰδιότητα κάθε ἀνδρὸς καὶ «ἐπίνοια», «ὑπόνοια», «ἀπόνοια», «οἰκονομία», «καινοτομία», «οἴκοθεν», «ὑποκρι-
μαζὶ στὴν ἄκτιστη ἰδιότητα τοῦ Θεοῦ· τὸ «θεομητορικός» ἀντίστοιχα περιέχει σία», «σκηνή-σκηνικός», «παίγνιο», «ἀλλοτρίωσις ὀνομάτων», «ψιλὰ γρἀμματα»,
δύο ὀνόματα, ταυτόχρονα γιὰ τὴν κτιστὴ οὐσία τῆς Παναγίας καὶ τὴν ἄκτι- «κομψεία», «τερθρεία», «ἐπιστροφή», «συντήρησις», «ἀνανέωσις», «φύσις», «με-
στη τοῦ ὑπερούσιου Θεοῦ. τάνοια», «μεταβολή», καὶ γιὰ τὸ «ἄνθρωπος», τὰ «ἀρχαῖος», «παλαιός», «νέος»,
BORBOUDAKHS tomos A1 meros_Layout 1 26/09/2016 1:51 μ.μ. Page 152

152 ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΕΜΜ. ΚΑΛΟΜΟΙΡΑΚΗΣ «ΠΡΩΤΑΤΟΥ ΙΣΤΟΡΗΣΙΣ»: ΕΙΚΟΝΑ ΑΡΧΕΤΥΠΗ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗ ΤΗΣ ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΤΑΣ 153
ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΙΕΡΟΚΟΣΜΙΚΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΟΓΡΑΦΙΑΣ

Γενικὰ Προλεγόμενα κοσίων δεκαοκτὼ ἐτῶν (1698- 2016)·


1. Ἡ συνοπτικὴ ἱστορικὴ ἀνασκόπηση τῆς μελέτης τοῦ ἔργου ἀπὸ αὐτά, ἂν τὰ συνταγμένα κατὰ τὰ πρῶτα
ἑκατὸν σαράντα ἑπτὰ ἔτη (1698-1845)
τοῦ Πανσέληνου
ἔχουν ὡς ἀφετηρία τὴν συμβολὴ τοῦ
«Ὅταν μὴ ὡς ἒστιν ὁ Θεὸς φαίνηται, ἀλλ΄ ὡς ὁ δυνάμενος αὐτὸν θεωρεῖν οἷός Ἄγγλου διπλωμάτη καὶ ἱστορικοῦ Sir Paul
τε ἐστιν, οὕτως ἑαυτὸν δεικνύῃ, ἐπιμετρῶν τῇ τῶν ὁρώντων ἀσθενείᾳ τῆς ὄψεως τὴν Rycaut (1628-1700)17 τὰ ὑπόλοιπα τῆς
ἐπίδειξιν.» (ἔκδ. Malingrey, ὁμιλία 3, στ. 163-166) ἑπιστημονικῆς περιόδου, ἔχουν γιὰ δική
Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, τους ἀφετηρία ὅσα πρῶτος κατέγραψε ὁ
Νέας Ῥώμης καὶ Πατριάρχης. (398-404 περ.βίου: 347-407) ἱστορικὸς τῆς τέχνης Adolphe Napoléon
(εἰκ. 2) Didron (1806-1867)18. Ἕνας ὑφέρπων
Τὰ δημοσιεύματα τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν στὴν ἱστόρηση τοῦ Πρω- ἀτέρμων διάλογος μονολόγων ἐντοπίζεται
τάτου, συμπληρώνουν στὶς ἡμέρες μας μία περίοδο διαρκείας τρια- στὸ σύνολο τῶν ἑκατὸν ἑβδομῆντα ἑνὸς
ἐτῶν ποὺ ἀφοροῦν στὶς περὶ τὸ Πρωτᾶτο
«καινός». Προκειμένου νὰ ἀποφεύγονται ἀνυπόστατα μελετητικὰ συμπε- 17
Ἀφορᾶ στὴν μαρτυρία σύμφωνα μὲ τὴν
ράσματα, κατὰ περίπτωση τοῦ κάθε ὀνόματος, θὰ δίνεται ἡ ἀκριβὴς ση-
ὁποία: «Outre cela, il y a une Maison ou
μασία του, κατὰ κανόνα πλήρως διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν τρέχουσα
Halle commune, dans laquelle ils tiennent
σύγχρονη. Ἐπίσης ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ μία σημαντικὴ διασαφήνιση σὲ
leur Synode, ou leur assemblée générale, au
σχέση μὲ τὴν χρήση τῆς προθέσεως «μετὰ» κατὰ τὴν σύνθεση τῶν λέξεων.
sujet des intérests de tous les Couvents. Ce
Ὀνόματα ὅπως «μετά-νοια», «μετα-βολή», «μετά-ληψις», «μετα-μόρφωσις» πα-
Synode est appelé l’Assemblée des Anciens.
ραπέμπουν σὲ μία ἀλλαγὴ τῆς ὁποίας ἡ νομοτέλεια προϋποθέτει συνέργεια
Prés de-là est une fortbelle Eglise, bastie par
στὸ πλαίσιο μιᾶς θείας φιλάνθρωπης, κατ’ οἰκονομίαν συγκαταβάσεως Constantin le Grand, & dédiée à l’assomption
πρὸς τὸν ἄνθρωπο, ποὺ παραδόξως ἀνατρέπει τὴν κατὰ κόσμον ἐξελι- de Nôtre Dame, qu’ils appelent le dormir de
κτικὴ νομοτέλεια, τὴν καὶ ὑμνολογικὰ ἀποκαλούμενη «κατάρα τοῦ νόμου», la S. Vierge. Cette Eglise, qui est trés-an-
στὸ πλαίσιο τῆς ἐπὶ γῆς ἱστορίας τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ διασάφηση αὐτὴ βοή- cienne, fut réparée, il y a environ cent-soi-
θησε στὴν περαιτέρω κατανόηση τῆς διπλῆς νομοτέλειας ποὺ ὁρίζεται ἀπὸ xante & quatre ans, comme on le voit par
τὴν κατὰ κόσμον ἐξελίξη τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν καθ’ ὑπέρβαση αὐτῆς με- une inscription, qui se trouve sur l’une ce
ταβολὴ τοῦ «παλαιοῦ» ἀνθρώπου σὲ «νέο-καινό», μὲ τὴν συνέργεια τοῦ Θεοῦ murailles»· Sir P. Rycaut, Histoire de l’état
μὲ στόχο μία ἀνθρώπινη ἐλευθερία καὶ βασιλεία ὄχι ἐπίγεια ἀλλὰ οὐρά- présent de l’église Grecque et de l’église
νια, ἡ ὁποία «καὶ ἐντὸς ἡμῶν ἐστί». Στὸ ἀνθρωπολογικὸ αὐτὸ πλαίσιο, ἡ Arménienne, Amsterdam 1698, σ. 256. Γιὰ
μόνη κατὰ κόσμον ἐξέλιξη ποὺ θεωρεῖται δυνατὴ καὶ σύμφυτη μὲ τὴν τὴν ἐπιγραφὴ αὐτὴ ποὺ συνδέεται ἴσως μὲ
ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου –ὅπως ὁρίζεται τόσο στὸν δογματισμὸ τῆς Η΄ ἐργασίες στὸν Νάρθηκα, σὲ περίοδο κατὰ τὴν
Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὅσο καὶ στά κείμενα τοῦ τέλους τοῦ 13ου αἰῶνος, ὁποία Πρῶτος ἦταν ὁ Σεραφείμ, βλ. Καλομοι-
ὅπως καὶ τὰ ἱστορικὰ ποὺ παραπέμπουν σὲ αὐτόν–, ἀφορᾶ τὴν παράγωγη ράκης, Ἑρμηνευτικὲς παρατηρήσεις, σ. 198,
ἤθους «διακρίσεως» μὲ βάση τὴν «ἀκρίβεια διανοίας» ἢ τὴν «μὴ ἀντίφαση σημ. 13. Εἰκ. 2.
λόγων καὶ ἔργων»· ὡς ἀντίθετο της δηλώνεται τὸ ἦθος τῆς φαρισαϊκῆς «ὑπο- 18
«Un seul excepté, le plus ancien, le plus il- Ὁ Θεοπάτωρ Ἰσαάκ. «Μανουὴλ Πανσέληνος», Κα-
κρίσεως» ποὺ χειρίζεται τὴν «ἀλλοτρίωσι τῶν ὀνομάτων» (ἀσυνέπεια-ἀντί- lustre, le maître dont on allait étudier les ρυές, Πρωτᾶτο. Ὡς ἡ 16η μορφὴ τῆς σειρᾶς τῶν
φαση λόγων καὶ πράξεων), καταλήγοντας στὴν «ἀπόνοια» καὶ συνιστῶντας oeuvres au Prôtaton de Karès ou au Catholi- Θεοπατόρων· εὑρισκεται στὴν ἐκ τῶν κάτω πρὸς
τὴν κατὰ κόσμον «ὕβρι» σὲ βάρος τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ὕβρις αὐτὴ, ἰσότιμη con (la grande église) de Vatopédi, tous étai- τὰ ἄνω 4η ζώνη τοῦ νοτίου τοίχου τοῦ κεντρικοῦ
τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, χρησιμοποιεῖ «σκηνικὰ παιχνίδια», ὑπο- ent complétement oubliés; même on ne se κλίτους τοῦ ναοῦ τοῦ Πρωτάτου, περιβαλλόμε-
καθιστῶντας ἐπὶ γῆς τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπιφέροντας νομοτελειακὰ souvenait que vaguement des peintres du νος δεξιά του καὶ ἀνατολικὰ ἀπὸ τὴν μορφὴ τοῦ
τὴν ἀναστολὴ κάθε κατὰ κόσμον «μεταβολῆς» ἀπὸ Θεοῦ καὶ ἐν τέλει «δολι- XVIIIe siècle. Quant au chef, au patriarche Ἀβραὰμ καὶ ἀριστερά του καὶ δυτικὰ ἀπὸ τὴν
ευομένη» τὴν κατὰ κόσμον ἑνότητα τοῦ σώματος τῆς ἐκκλησίας καὶ ὅλης de l’école athonite ou aghiorite, il s’appelle μορφὴ τοῦ Ἰακώβ.
τῆς οἰκοδομημένης ἐν Χριστῷ ὀρθόδοξης ρωμαϊκῆς πολιτογραφίας τῆς Pansélinos, et vivait au XIe siècle. On verra
1ης μ.Χ. χιλιετίας. son nom glorifié dans l’ouvrage qui suit;
BORBOUDAKHS tomos A1 meros_Layout 1 26/09/2016 1:51 μ.μ. Page 154

154 ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΕΜΜ. ΚΑΛΟΜΟΙΡΑΚΗΣ «ΠΡΩΤΑΤΟΥ ΙΣΤΟΡΗΣΙΣ»: ΕΙΚΟΝΑ ΑΡΧΕΤΥΠΗ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗ ΤΗΣ ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΤΑΣ 155
ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΙΕΡΟΚΟΣΜΙΚΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΟΓΡΑΦΙΑΣ

μελέτες τῆς ἐπιστημονικῆς περιόδου (1845-2016). Ὁ διάλογος ποὺ ἐδῶ καὶ ἑκατὸ τριάντα τρία ἔτη, ἀπὸ τὸ 1883, εἶχε πρῶτος προ-
αὐτὸς καταγράφεται πορευόμενος μέσω διαφόρων δοξογραφικῶν τείνει ὁ Ch. Bayet (περ. βίου: 1849-1918).
παραλλήλων ἀτομικῶν ἐπιστημονικῶν τοποθετήσεων ἤ, πολλὲς Ἀναλύοντας κριτικὰ τὴν τρέχουσα εὐρύτερη πολιτιστική, τριτο-
φορές, ἰδιαίτερης ἀντικειμενικῆς ἀξίας ἀποφθεγματικῶν τοποθετή- γενῆ θεώρηση τοῦ ἔργου τῆς τέχνης τοῦ «Πανσελήνου», προκύπτει
σεων, ὅπου δὲν ἀποφεύγονται γρῖφοι, ἀντιφάσεις ἢ μύθοι, καθὼς ὅτι αὐτὸ διεθνῶς ἐξηγεῖται ὡς ἕνας τοιχογραφημένος διάκοσμος «ἐν
δὲν ὑφίσταται μία κοινὰ ἀκολουθούμενη μεθοδολογία, ποὺ νὰ οἰκο- τοῖς διαγεγραμμένοις ὁρίοις τῆς θρησκευτικῆς ἰδέας»23 μὲ προοπτικὴ
δομεῖ σταθερὴ γνώση. Παρὰ ταῦτα, πρέπει νὰ τονισθεῖ ὅτι οἱ προ- προσέγγιση ἀπόλυτα παράλληλη πρὸς τὸ ἰδεολογικὸ δόγμα τοῦ
αναφερόμενες ἀποτιμήσεις δὲν ἀφοροῦν στὸ πρωτογενὲς μελετητικὸ «ἐκκοσμικευμένου ἀνθρωπισμοῦ / secular humanism»24 θεϊστικοῦ ἢ
ἐπίπεδο. Στὸν μέγιστο βαθμό τους οἱ πρωτογενῶς διατυπωμένες τε- ἀθεϊστικοῦ. Ὅλη ἡ εὐρύτερη θεωρητικὴ ἀποτίμηση τῆς τέχνης τοῦ
χνοτροπικὲς καὶ εἰκονογραφικὲς ἐκτιμήσεις δὲν ἐντοπίζεται ὅτι πε- «Πανσελήνου» ἔχει φθάσει νὰ εἶναι μελετητικὰ οἰκοδομημένη στὸ
ριέχουν μεγάλα σφάλματα, ἀντίθετα ἀπὸ ὅ,τι συμβαίνει, σχεδὸν πλαίσιο τῆς προοπτικῆς αὐτῆς. Πρωτογενῶς ἐκτιμούμενη ἡ τέχνη
κατὰ κανόνα, στὶς δευτερογενεῖς ἱστορικὲς καὶ τριτογενεῖς εὐρύτερες τῆς ἱστορήσεως, ἔχει πιστοποιηθεῖ μὲ ἀρκετὴ βεβαιότητα ὅτι διέπε-
πολιτιστικὲς καὶ περαιτέρω θεωρητικὲς ἐξηγήσεις. ται ἀπὸ μία τεχνοτροπικὴ «μεταβατικότητα»25 σὲ σχέση πρὸς τὴν με-
Ἡ ἱστόρηση τοῦ Πρωτάτου συνθεωρούμενη ἀπὸ ὅλες τὶς περὶ ταβολὴ τῆς μνημειακότητας καὶ πλαστικότητας τοῦ 13ου, πρὸς τὴν
αὐτὴν μελέτες, κυρίως τεχνοτροπικά, σήμερα διεθνῶς φθάνει, ἐν ἀφηγηματικότητα καὶ ζωγραφικότητα τοῦ 14ου αἰῶνος. Ἡ τέχνη τοῦ
ἀμφιγνωμίαις τοποθετούμενη, σὲ ἕνα χρονικὸ διάστημα πενῆντα
ἐτῶν (~1262 - ~1312). Τέσσερεις εἶναι οἱ σταθερὰ χρονολογημέ- ment of Palaeοlogan Art, στο P. A. Underwood, The Kariye Djami, Prin-
νες ἱστορήσεις ὅπου κυρίως παραπέμπουν οἱ σχετικὲς πρωτογενεῖς ceton 1975, σ. 155.
23
Κ. Βλάχος, Ἡ Χερσόνησος τοῦ Ἁγίου Ὄρους Ἄθω καὶ αἱ ἐν Αὐτῇ Μοναὶ καὶ οἱ
τεχνοτροπικὲς ἀναφορές: α. τῆς Ἁγίας Τριάδος στὴν Sopoćani Μοναχοὶ Πάλαι τε καὶ Νῦν, Βόλος 1903· Φωτ. Ἀνατ., Θεσσαλονίκη 2005,
(1260-1265) τῆς Σερβίας19· β. τῆς Περιβλέπτου στὴν Ἀχρίδα, σή- σ. 164-165.
μερα ἅγιος Κλήμης, παρὰ τὶς λίμνες τῶν Πρεσπῶν (1294-1295)20· 24
Γιὰ τὴν σημασία, τὴν χρήση καὶ τὴν βιβλιογραφία τῶν ὅρων «Secularism»
γ. τοῦ Παρεκκλησίου τοῦ ἁγίου Εὐθυμίου στὴν Βασιλικὴ τοῦ ἁγίου καὶ «Secular Humanism», βλ.: τ. Γ΄. π. Γ΄. Πρόκειται γιὰ ἕνα διεθνὲς ἰδεο-
Δημητρίου τῆς Θεσσαλονίκης (1303)21· καὶ δ. τοῦ ἐξωνάρθηκα τοῦ λογικὸ κίνημα, μὲ πλαίσιο ἀναφορᾶς ἐκκοσμικευμένες ἀξίες περὶ τὸν
ἄνθρωπο, ἀδιακρίτως ἐθνικῶν, θρησκευτικῶν ἢ ἀθεϊστικῶν πεποιθή-
καθολικοῦ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Βατοπεδίου (1312) στὸ Ἅγιον Ὄρος22. σεων, κινούμενο περὶ τὸ ἐρώτημα κατὰ πόσον ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ
Ἐν πολλοῖς τὸ πλαίσιο τῆς τρέχουσας χρονικῆς τοποθετήσεως, ποὺ εἶναι ἠθικὸς καὶ ἀθεϊστής, μὲ θεωρήσεις καὶ προσλήψεις θεϊστικὲς ἕως
συμβαίνει νὰ ἀντιστοιχεῖ σὲ ἕνα πενηνταετὲς χρονικὸ διάστημα ἀνά- ἀθεϊστικές καὶ παράγωγες τούτων ἐξηγήσεις. Ἂν καὶ κανεὶς ἐξ ὅσων ἔχουν
μεσα στὸν «13ο ἓως τὶς ἀρχὲς τοῦ 14ου αἰώνα», εἶναι τὸ αὐτὸ ἀκριβῶς μελετήσει τὴν τέχνη τοῦ «Πανσελήνου» δὲν ἀναφέρεται στὸν «ἐκκοσμικευμένο
ἀνθρωπισμό», ὅλες οἱ σχετικὲς τοποθετησεις «ἒργῳ» κινοῦνται σὲ ἀπολύτως
c’est de lui et de ses oeuvres vénérable que relève toute la peinture by- παράλληλη ἰδεολογικὴ κατεύθυνση πρὸς τὶς θέσεις τῆς «’Eκκοσμικεύσεως»
zantine» καὶ «Pansélinos est ce peintre du XIIe siècle, le Raphael ou plutôt (secularism), ὅπως αὐτὴ πρωτοδιατυπώθηκε τὸ 1851 ἀπὸ τὸν G. J. Ho-
le Giotto de l’école byzantine, dont on montre des fresques dans la prin- lyoake (1817-1906), ἢ τοῦ «’Eκκοσμικευμένου Ἀνθρωπισμοῦ / secular hu-
cipale église de Karès, au mont Athos.»· M. Didron, Manuel d’iconographie manism», τὸ 1933 ἀπὸ τοὺς R. W. Sellars (1880-1973) καὶ R. B. Bragg
chrétienne grecque et latine, avec une introduction et des notes, Paris 1845, (1902-1979), σὲ σχέση πρὸς τὴν ἐξέλιξη ποὺ ἔχει ἕως τὶς ἡμέρες μας τὸ
εἰσαγωγή, σ. XX καὶ σ. 7, ὑποσ. 1. κίνημα αὐτὸ καὶ ἀδιακρίτως πρὸς τὶς ὅποιες θεϊστικὲς ἢ ἀθεϊστικὲς θέσεις
19
B. Djurić, Sopoćani, Beograd 1963, σ. 127. ἔχουν ὑποστηριχθεῖ περὶ αὐτόν.
20
P. Milijković-Pepek, L’oeuvre des peintres Michel et Eutych, Skopje 1967, 25
Δ. Καλομοιράκης, Παρατηρήσεις ἐπάνω στὸ Volume Style καὶ στὶς τοι-
σ. 169-177. χογραφίες τοῦ Πρωτάτου, Συμπόσιο Χριστιανικῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας
21
Γ. Α. καὶ Μ. Γ. Σωτηρίου, Ἡ Βασιλικὴ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου τῆς Θεσσαλονίκης, (στὸ ἑξῆς: ΣΧΑΕ) 2 (1982), σ. 38-39· τοῦ ἰδίου, Παρατηρήσεις ἐπάνω
Ἀθήνα 1952, τ. 1, σ. 214 καὶ Ε. Ν. Τσιγαρίδας, Οἱ τοιχογραφίες τοῦ παρεκ- στὶς τοιχογραφίες τοῦ Πρωτάτου καὶ τὸ Volume Style, Μυριόβιβλος 7
κλησίου τοῦ ἁγίου Εὐθυμίου (1302/3), ἒργο τοῦ Μανουὴλ Πανσέληνου στὴν (1985), σ. 3-7, ὅπου καὶ τὸ πλῆρες κείμενο τῆς ἀνακοινώσεως τοῦ 1982·
Θεσσαλονίκη, Θεσσαλονίκη 2008, σ. 237-270. τοῦ ἰδίου, Ἡ Ἐμπειρία τῆς Ἐσωτερικῆς Ἀλήθειας τῆς Ἐκκλησίας μας στὶς
22
O. Demus, The Style of the Kariye Djami and its Place in the Develop- τοιχογραφίες τοῦ Πρωτάτου, Σύναξη 12 (1984), σ. 18-32· τοῦ ἰδίου,
BORBOUDAKHS tomos A1 meros_Layout 1 26/09/2016 1:51 μ.μ. Page 156

156 ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΕΜΜ. ΚΑΛΟΜΟΙΡΑΚΗΣ «ΠΡΩΤΑΤΟΥ ΙΣΤΟΡΗΣΙΣ»: ΕΙΚΟΝΑ ΑΡΧΕΤΥΠΗ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗ ΤΗΣ ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΤΑΣ 157
ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΙΕΡΟΚΟΣΜΙΚΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΟΓΡΑΦΙΑΣ

«Πανσελήνου» στὸ πλαίσιο τῆς συνολικῆς τρέχουσας ἄποψης γιὰ τὴν νης» ἢ «ματωμένης»28· διατυπώθηκε ὅτι τότε «ἡ βυζαντινὴ ζωγραφικὴ
προαναφερόμενη «μεταβολή», ἐντάσσεται σχεδὸν μὲ πρωτοπόρο γνώρισε μία τόσο τολμηρὴ ἀναγέννησι, ποὺ ἒθεσε σὲ κίνδυνο τὰ ἴδια τὰ
τρόπο θεωρούμενη ὡς μία εὐρύτερη λόγια «πρώιμη προσπάθεια ἀπεγ- θεμέλια τῆς αἰσθητικῆς της, ἀλλὰ ὁ “θαυμάσιος” αὐτὸς κίνδυνος ξορκί-
κλωβισμοῦ ἀπὸ τὸν Μεσαίωνα ποὺ ξεκίνησε τὸ πρῶτο τέταρτο τοῦ 13ου στηκε ἒγκαιρα»29 καθὼς ἡ «προοδευτικὴ» ἐκείνη μετάβαση «διακόπηκε»,
αἰώνα»26 στὸ πλαίσιο «μιᾶς ἀναγεννήσεως ποὺ διακόπηκε»27 «ματαιωμέ- ἀπὸ τὴν «ἡσυχαστική»-«συντηρητικὴ» παράδοση τῆς Ορθόδοξης Χρι-
στανικῆς Ἐκκλησίας· μία παράδοση ἡ ὁποία, στὰ μέσα τοῦ 14ου
Ἑρμηνευτικὲς παρατηρήσεις, σ. 197-220· τοῦ ἰδίου, Πρωτᾶτο, ἡ Ἔρευνα,
τὸ Mνημεῖο καὶ οὶ Πάτρωνές του, Kληρονομία 22 (1990), σ. 73-104· τοῦ αἰῶνος, ὑπερίσχυσε πλήρως, «ἐνάντια στὸ [ἀναγεννησιακό] ρεῦμα»30.
ἰδίου, Ὁ Oἰκουμενικὸς πατριάρχης ἅγιος Ἀθανάσιος A΄ καὶ ἡ διδασκαλία Ὁ ἀρχιεπίσκοπος τῆς Θεσσαλονίκης ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς θε-
του, σ. 33· τοῦ ἰδίου, Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Ἀθανάσιος καὶ ἡ Ἱστό- ωρεῖται ὑπεύθυνος γιὰ τὴν «συντηρητικὴ» διακοπὴ τῆς «ἀναγεννήσεως»
ρηση τοῦ Πρωτάτου. Παλαιολόγειος Ἀναγέννηση ἢ Ἀνακαίνιση; «Ἐπι- ἐκείνης, καθὼς ἡ πνευματική του διδασκαλία στάθηκε ἡ βάση γιὰ
στολὴ» τοῦ ἐν Ἁγίοις Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀθανασίου πρὸς τὸν
τὶς ἀποφάσεις τῶν συνόδων τῆς Κωνσταντινουπόλεως (1341, 1347,
Αὐτοκράτορα Ἀνδρόνικο Β΄ Παλαιολόγο, Θεσσαλονίκη 2004, Χριστιανικὴ
Θεσσαλονίκη 3 (2011), σ. 125-176· τοῦ ἰδίου, Ἡ Ἱστόρηση τοῦ Πρωτάτου. 1351, 1368), συνολικὰ συνιστώντων τὴν Θ΄ οἰκουμενικὴ σύνοδο.
Σύντομο χρονικὸ τῆς χρονολόγησης καὶ ἑρμηνείας, Το μεγαλείο του Πρω- Ὡς πρὸς τὰ ἐπὶ μέρους της, ἡ τότε τεχνοτροπικὴ «μεταβολὴ-
τάτου 2006. Πρακτικά Συνεδρίου, Θεσσαλονίκη 21-24 Οκτωβρίου 2006 (ὑπὸ μεταβατικότητα» κρίνεται ὅτι συνοδευόταν ἀπὸ ἕναν ἰδιότυπο «ρεαλι-
ἐκτύπωσι)· τοῦ ἰδίου, Πρόοδος καὶ Ἀνανέωση κατὰ τὸν οἰκουμενικὸ πα- σμό»31 ὡς ἕνα προϊόν «οὐμανιστικό», «κλασικιστικό»32, «ἀναγεννησια-
τριάρχη ἅγιο Ἀθανάσιο Α΄ κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους πρὸ τοῦ 1300,
στὸ 7η ΣΕΚΒ, Πανεπιστήμιο Θράκης, Κομοτηνὴ 2007, Κομοτηνὴ 2011, σ. κὸ»33 ἢ «μεταρρυθμίσεως τῆς ὀρθοδοξίας / reformation of Orthodoxy»34
383-384. Γιὰ τὶς παράλληλες διαφορετικὲς τεχνοτροπικὲς διατυπώσεις ἀκόμη δὲ καὶ κατὰ κάποιο τρόπο, ἡ ἴδια τέχνη ὑπάρχουσα ὡς ἀπο-
ποὺ ἔχουν προταθεῖ, ὥστε νὰ σημειωθεῖ ἡ τεχνοτροπικὴ μεταβολὴ ἀπὸ
τὸν 13ο στὶς ἀρχὲς τοῦ 14ου αἰῶνος, βλ. A. Vasilakeris, Les fresques du 27
Protâton au Mont Athos, Analyse du processus créateur dans un atelier de Velmans, La fabuleuse histoire, σ. 294-297.
28
peintres byzantins du XIIIe siècle, Paris (thèse de doctorat), 2007, σ. 34- Μ. Στεφανίδης, Ἑλληνομουσεῖον, ἑπτὰ αἰῶνες Ἑλληνικῆς Ζωγραφικῆς, τ. 1,
35, σημ. 58-62· σ. 234-235, σημ. 335-337. Σὲ σχέση μὲ τὴν περὶ τὴν Ἀθήνα 22009, σ. 33.
29
ἱστόρηση τοῦ Πρωτάτου λοιπὴ ἐργογραφία τοῦ ἰδίου, βλ. Α. Vasilakeris, Velmans, La fabuleuse histoire, σ. 294.
30
Distinguishing the painters that participated in the Protaton frescoes, 2η Velmans, La fabuleuse histoire, σ. 321-331.
31
Συνάντηση Ἑλλήνων καὶ Κυπρίων Βυζαντινολόγων (στὸ ἑξῆς: ΣΕΚΒ), Πανεπι- Γιὰ τὴν κύρια βιβλιογραφία σὲ σχέση πρὸς τὸν «ρεαλισμὸ» ποὺ μεταξὺ
στήμιο Ἀθηνῶν, Ἀθήνα 1999· τοῦ ἰδίου, A Spectator on Stage: Action and ἄλλων χαρακτηρίζει τὴν ἱστόρηση τοῦ Πρωτάτου βλ. Καλομοιράκης,
Narration in the Protaton Frescoes, στο 39th Spring Symposium of Byzantine Πρωτᾶτο, ἡ Ἔρευνα, τὸ Mνημεῖο, σ. 80-82, σημ. 35-36, 44· βλ. ἐπίσης τ.
Studies, Μπέλφαστ 2005· τοῦ ἰδίου, The Protaton frescoes: a display of Γ΄, π. Γ΄, «Κατάλογοι Ὀνομάτων».
32
the new emperor’s orthodoxy?, στο 21ο Διεθνὲς Συνέδριο Βυζαντινῶν Γιὰ τὴν κύρια βιβλιογραφία σὲ σχέση πρὸς τὸν «οὑμανισμὸ» καὶ «κλασσι-
Σπουδῶν, Πεπραγμένα (στὸ ἑξῆς: ΔΣΒΣ) 2006, London 2006· τοῦ ἰδίου, In- κισμὸ» ποὺ μεταξὺ ἄλλων χαρακτηρίζει τὴν ἱστόρηση τοῦ Πρωτάτου, βλ.
tellectual Painters: A Phenomenon Related to the Palaiologan Court?, Καλομοιράκης, Πρωτᾶτο, ἡ Ἔρευνα, τὸ Mνημεῖο, σ. 82, σημ. 41-42· P.
στο International Sevgi Gönül Byzantine Studies Symposium, Κωνσταντινού- Muratoff, La peinture byzantine, Paris 1928, σ. 117, 127, 146· L. Bréhier,
πολη 2010· Α. Βασιλακέρης, Σχετικά με το σπάραγμα τοιχογραφίας ποὺ La renovation artistique sous les Paleologues et le movement des idees,
φυλάσσεται στη Λαύρα και αποδίδεται στο ζωγράφο του Πρωτάτου, ΣΧΑΕ στὸ Melanges Charles Diehl, τ. 2, Paris 1930, σ. 1-10· E. Kitzinger, The
20 (2000)· τοῦ ἰδίου, Χρήση σχεδιαστικών υποδειγμάτων από το συνερ- Hellenistic Heritage in Byzantine Art, DOP 17 (1963), σ. 95-115· τοῦ
γείο του Πρωτάτου, ΣΧΑΕ 21 (2001)· τοῦ ἰδίου, Η τεχνοτροπία που εμ- ἰδίου, The Byzantine Contribution to Western Art of the Twelfth and Th-
πνέεται από τεχνική στην Παλαιολόγεια ζωγραφική, ΣΧΑΕ 22 (2002)· τοῦ irteenth centuries, DOP 20 (1966), σ. 32· τοῦ ἰδίου, The Hellenistic He-
ἰδίου, Οι τοιχογραφίες του Πρωτάτου και το πρόσωπο του Αυτοκράτορα, ritage in Byzantine Art Reconsidered, JÖB 31.2 (1981), σ. 637-675· τοῦ
στο Το μεγαλείο του Πρωτάτου. Η διαχρονική συμβολή των Καρυών. Πρακτικά ἰδίου, Reflections on the Feast Cycle in Byzantine Art, CArch 36 (1988),
Α΄ Επιστημονικού Συνεδρίου (Αγιορειτική Εστία) Θεσσαλονίκη, Οκτώβριος σ. 51-73· βλ. ἐπίσης τ. Γ΄, π. Γ΄, «Κατάλογοι Ὀνομάτων».
33
2006 (υπό δημοσίευση)· τοῦ ἰδίου, Λόγιοι ζωγράφοι στην παλαιολόγεια Καλομοιράκης, Ἀναγέννησι ἢ Ἀνακαίνισι, σ. 125-176.
34
καλλιτεχνική παραγωγή. Η μαρτυρία των έργων, ΣΧΑΕ 30 (2010). J. L. Boojamra, Church Reform in the Late Byzantine Empire. A Study for the
26
T. Velmans, La fabuleuse histoire de l’icône, Monaco 2005 = Ἡ συναρπαστικὴ Patriarchate of Athanasios of Constantinople, Θεσσαλονίκη 1982, σ. 84–
ἱστορία τῶν εἰκόνων, μτφ. Μ. Κοσμοπούλου, Ἀθήνα 2006, σ. 296-297. 87· τοῦ ἰδίου, Social thought and reforms of the Patriarch Athanasios of
BORBOUDAKHS tomos A1 meros_Layout 1 26/09/2016 1:51 μ.μ. Page 158

158 ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΕΜΜ. ΚΑΛΟΜΟΙΡΑΚΗΣ «ΠΡΩΤΑΤΟΥ ΙΣΤΟΡΗΣΙΣ»: ΕΙΚΟΝΑ ΑΡΧΕΤΥΠΗ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗ ΤΗΣ ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΤΑΣ 159
ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΙΕΡΟΚΟΣΜΙΚΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΟΓΡΑΦΙΑΣ

τέλεσμα «ἐθνογενετικό», ὅσον ἀφορᾷ στοὺς λαοὺς τοῦ νότιου χώρου Ἐσφιγμενίτη, ὁμολογητῆ, λόγιου καὶ νηπτικοῦ ἁγίου Θεολήπτου
τῆς χερσονήσου τοῦ Αἵμου, Ἕλληνες35 ἢ Σλαύους36 παράλληλα καὶ Μητροπολίτη Φιλαδελφείας. Ὅπως ἔδειξε ἡ νεώτερη ἔρευνα, ἀμφό-
πρὸς μία ποικίλη σχέση πρὸς ἀπροσδιόριστες «λαϊκὲς τάσεις»37. τεροι οἱ πνευματικοὶ γέροντες τοῦ ἁγίου Γρηγορίου, εἶχαν ὡς δικό
Στὸ πρόσωπο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου ἔχει προσωποποιηθεῖ τόσο τους πνευματικὸ καθοδηγητὴ καὶ γέροντα, τὸν ἐκ Νοτίου Ἰταλίας
ἡ δογματικὴ ὑπεράσπιση τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐμπειρίας ποὺ δί- ἁγιορείτη ὅσιο Νικηφόρο τὸν Ἡσυχαστῆ. Ὅταν τὸ 1337 ὁ ἐκ Καλα-
δασκαν πνευματικῶς οἱ τότε «ἱερῶς ἡσυχάζοντες», ὅσο καὶ ἡ ἐκτιμώ- βρίας τῆς Νοτίου Ἰταλίας λόγιος μοναχὸς Βαρλαάμ (1290-1348)40
μενη «ὀπισθοδρομικὴ» κατεύθυνση ποὺ ἔκτοτε ἀκολούθησε ἡ πρῶτος εἶχε ἐλέγξει ἀπαξιωτικὰ ὡς «καινοτομία», σημεῖα ἀπὸ τὶς
ὀρθόδοξη χριστιανικὴ πνευματικότητα καὶ πολιτογραφία. Κατὰ τὴν πνευματικὲς καθοδηγήσεις τοῦ ὁσίου Νικηφόρου, γίνεται πλέον
ὁμολογία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου38 ὁ ἴδιος εἶχε διατελέσει πνευματικὸ
39
τέκνο τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου Α΄, τότε προσαγορευομένου ὡς «Νέου «Ἀνδρόνικος ἦν ἐκεῖνος ὁ μέγας ἐν βασιλεῦσιν ὁ Παλαιολόγος, ... καὶ πατριάρχης,
ὁ ἐν ἁγίοις Ἀθανάσιος ὁ οἰκουμενικὸς καὶ θαυμάσιος … Πρὸς δὲ τὸν πατριάρχην
Χρυσοστόμου»39 ὅπως ἐπίσης καὶ τοῦ ἐκ Νικαίας ἐπίσης πρώην
τὸν ἅγιον συνήθης γενόμενος, ἀεὶ εἰσελύληθεν, καὶ αὐτοῦ τοῖς γλυκυτάτοις λόγοις
κατετρύφα καὶ ἐπευφραίνετο, νέον Χρυσόστομον λέγων αὐτόν. Πολλὰ δ’ ὁ πα-
Constantinople (1289-1293; 1303-1309), Byzantion 55 (1985), σ. 332- τριάρχης κατηγωνίσατο εἰσάξαι αὐτὸν ἐν τοῖς κοινοβίοις, οἷς ἀνήγειρεν καὶ ἐκτί-
82· τοῦ ἰδίου, The Church and the Social Reform. The Policies of the Patriarch σατο ἐν τῇ Κωνσταντινουπόλει μονύδρια, ἀλλ’ οὐ κατένευσεν οὗτος ὁ ὅσιος», F.
Athanasios of Constantinople, New York 1993· S. Kalopissi-Verti, Aspects Halkin, Δύο βίοι τοῦ Ἁγίου Μαξίμου Καυσοκαλύβη τοῦ Ὄρους Ἄθως τοῦ
of Byzantine Art after the Recapture of Constantinople (1261-c.1300): 14ου αἰῶνος, ΑΒ 54 (1936) = Saints d’ orient, Paris 1973, (Var. Repr.),
Reflections of Imperial Policy, Reactions, Confrontation with the Latins, XVII, σ. 71-72· Meyendorff, Spiritual Trends, σ. 60, σημ.12· Καλομοι-
στὸ Orient et Occident méditeranées au XIIIe siècle. Les programmes picturaux, ράκης, Ὁ Oἰκουμενικὸς πατριάρχης ἅγιος Ἀθανάσιος A΄ καὶ ἡ διδασκαλία
Paris 2012, σ. 55. του, σ. 32, σημ. 31· Patedakis, Athanasios I Patriarch of Constantinople
35
Γιὰ τὴν κύρια βιβλιογραφία σὲ σχέση πρὸς τους Ἕλληνες καὶ τὴν ἱστόρηση (1289-1293, 1303-1309), κεφ. A. i. Sources and Literature about Atha-
τοῦ Πρωτάτου, Καλομοιράκης, Πρωτᾶτο, ἡ Ἔρευνα, τὸ Mνημεῖο, σ. 82- nasios Revisited, σ. 14, σημ. 120. Βλ. ἐπίσης «Ἀλλ’ ἐκεῖσε ἐπάνειμι. διαδέχε-
83, σημ. 38, 40, 42. ται μέντοι τὸν πατριαρχικὸν θρόνον μοναχός τις Ἀθανάσιος ὄνομα, ἐκ παιδὸς
36
Γιὰ τὴν κύρια βιβλιογραφία σὲ σχέση πρὸς τὸν «Σλαυικὸ λαὸ» ποὺ μεταξὺ τοῖς ἀσκητικοῖς ἐγγυμνασάμενος πόνοις καὶ τὸν ἡσύχιον βίον ἤδη διάγων ἐν
ἄλλων ἀποδίδεται στὴν ἱστόρηση τοῦ Πρωτάτου, βλ. Καλομοιράκης, ὄρεσι τοῖς τοῦ Γάνου. ἦν δὲ ὁ ἀνὴρ ἀδαὴς μὲν τῆς τῶν γραμμάτων παιδείας καὶ
Πρωτᾶτο, ἡ Ἔρευνα, τὸ Mνημεῖο, σ. 82-84, σημ. 39, 45-46. τῶν πολιτικῶν ἠθῶν, τἄλλα δὲ ἀγαθὸς καὶ θαυμάσιος, ὅσα τὸν μοναδικὸν
37
M. Chatzidakis, Classicisme et tendances populaires au XIVe siècle, Actes ἀπεργάζεται βίον, ἐγκράτειάν φημι καὶ στάσεις παννύχους· χαμαιεύνης καὶ
du XIVe Congrès international des études Byzantines, Bucharest 1974-1976, ἀνιπτόπους καὶ πεζοπορῶν ἀεὶ καὶ τρόπον ἔχων μάλα προσήκοντα τοῖς διαι-
τ. 1, σ. 105, σημ. 31/31. τωμένοις καθ’ αὑτοὺς ἐν ὄρεσι καὶ σπηλαίοις. καὶ ἦν ἂν διὰ βίου μακαριστὸς ὁ
38
«Συμεῶνος γὰρ τοῦ νέου Θεολόγου τὸν βίον οἶσθα ... καὶ Νικηφόρον δὲ τὸν ὅσιον ἀνὴρ, εἰ καθ’ αὑτὸν ἀεὶ διῆγεν· ἀλλ’ ἐχρῆν ὡς ἒοικε παθεῖν κακῶς τούς τε ἄλλους
ἐκεῖνον ὅς, πολυετῆ χρόνον ἐν ἠρεμίᾳ καὶ ἡσυχίᾳ διενεγκών, ἒπειτα τοῖς ἐρημι- τῶν ἀρχιερέων καὶ ὅσοι τοῦ κλήρου ἐλλόγιμοι, καὶ ἀντίσταθμα τὰ δεινὰ τῆς σφῶν
κωτέροις μέρεσι τοῦ ἁγίου ὄρους ἐμφιλοχωρήσας καὶ ἀπασχολήσας ἑαυτόν, ἐκ εὑρηκέναι κακίας, τῆς τε προτέρας ἐκείνης καὶ ἣν κατὰ τοῦ πατριάρχου ἐνε-
πασῶν τῶν πατερικῶν φωνῶν συνειλοχώς, τὴν νηπτικὴν ἡμῖν παρέδωκεν πρᾶξιν δείξαντο Γρηγορίου. πρὸς γὰρ τὸν πατριαρχικὸν ἀναβεβηκὼς θρόνον αὐτοῖς
... Καὶ τί λέγω τοὺς παλαιοὺς τῶν ἁγίων; Ἄνδρες γὰρ μικρῷ πρὸ ἡμῶν μεμαρτυ- πρώτοις εὐθὺς βλοσυρόν τε ἐπέῤῥιψεν ὄμμα καὶ ζήλου θείου καὶ πικρίας μεστόν·
ρημένοι καὶ ἀποδεδειγμένοι ἐν δυνάμει πνεύματος τοῦ ἁγίου ταῦθ’ ἡμῖν διὰ στό- ὡς μὲν ἐντεῦθεν τοὺς μὲν συνετωτέρους ἀπὸ πρώτης ὅ φασι γραμμῆς στοχα-
ματος οἰκείου παρέδωκαν, τόν τε Θεολόγον τοῦτον, ὡς ἀληθῶς θεολόγον καὶ τῆς σαμένους τοῦ μέλλοντος τὴν κατ’ οἶκον ἑκόντας ἑλέσθαι κεκρυμμένην διαγωγὴν,
ἀληθείας τῶν θεοῦ μυστηρίων ἐπόπτην ἀσφαλέστατον ἐφ’ ἡμῶν ἀνεκήρυττον, πρὶν ἄκοντας παθεῖν τι τῶν ἃ μὴ πρὸς βουλήσεως ἦν· τοὺς δ’ ἀναγκασθέντας
τὸν φερωνύμως Θεόληπτον ἐκεῖνον ἀκούεις, τὸν Φιλαδελφείας πρόεδρον, μᾶλλον μετὰ βραχὺ τῆς βασιλευούσης ὥσπερ φυγάδας γενέσθαι». Νικηφόρος Γρη-
δ’ ἀπὸ ταύτης ὡς ἀπὸ λυχνίας τὸν κόσμον φωτίσαντα, τὸν Ἀθανάσιον ἐκεῖνον, γορᾶς, Ῥωμαϊκὴ ἱστορία, τ. 1, σ. 180.15-181.12. (ἔκδ. Bekker-Schopen).
40
ὃς ἐπ’ ἐνιαυτοὺς οὐκ ὀλίγους τὸν πατριαρχικὸν ἐκόσμησε θρόνον, οὗ καὶ τὴν Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἄρχισε ἀπὸ τὸ 1337 καὶ μετὰ νὰ ἀντιπαρα-
σορὸν ὁ Θεὸς ἐτίμησε ... Τούτους πάντως ἀκούεις παραινοῦντας ... κατέχειν τοὺς τίθεται στὸν ἐκ Καλαβρίας τῆς Νοτίου Ἰταλίας λόγιο μοναχὸ Βαρλάαμ, σὲ
βουλομένους τὴν παράδοσιν ταύτην ... Ἡμεῖς δὲ καὶ τῶν ἁγίων ἐκείνων ἔστιν οἷς σχέση πρὸς ὅσα ἐκεῖνος λογίως θεολογικὰ ἀπέρριπτε, καταφερόμενος
αὐτοπροσώπως ὡμιλήσαμεν καὶ διδασκάλοις ἐχρησάμεθα» (ἐκδ. J. Meyendorff κατὰ τοῦ ὁσίου Νικηφόρου, ὡς «καινοτομία» περὶ τὴν «νηπτικὴ ἄσκησι» καὶ
Grégoire Palamas. Défense des saints hésychastes, Louvain 1973, Triad 1, τὴν ἐξ αὐτῆς δυνατότητα «νηπτικῆς θέας» τοῦ «Θαβωρίου Φωτός». Ἐν τέλει
1,2, 12.1-33)· Καλομοιράκης, Ἡ Ἐμπειρία τῆς Ἐσωτερικῆς, σ. 23· J. τὴν θεολογικὴ ἐκείνη λόγια ἀπόρριψη ποὺ εἶχε ἀμφισβητήσει τὸ σύνολο
Meyendorff, Spiritual Trends, σ. 58. τῆς ὀρθόδοξης ἐμπειρικῆς θεολογικῆς νηπτικῆς παραδόσεως ἀνέλαβαν
BORBOUDAKHS tomos A1 meros_Layout 1 26/09/2016 1:51 μ.μ. Page 160

160 ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΕΜΜ. ΚΑΛΟΜΟΙΡΑΚΗΣ «ΠΡΩΤΑΤΟΥ ΙΣΤΟΡΗΣΙΣ»: ΕΙΚΟΝΑ ΑΡΧΕΤΥΠΗ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗ ΤΗΣ ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΤΑΣ 161
ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΙΕΡΟΚΟΣΜΙΚΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΟΓΡΑΦΙΑΣ

εὔκολα κατανοητό, γιατὶ προκάλεσε τὴν ὑπερασπιστικὴ ἀπάντηση (realism) –ποὺ μεταξὺ ἄλλων χαρακτηρίζει τὴν τέχνη τοῦ «Πανσελή-
τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ41· στηρίζοντάς τον, ἐπιβεβαίωνε νου»– ἡ παράμετρος τῆς «μυσταγωγικῆς πραγματικότητας». Τὸν συσχε-
καὶ ὅλη τὴν παράδοση στὴν ὁποία καὶ ὁ ἴδιος μετεῖχε, κατὰ τὴν τισμὸ αὐτὸ εἶχε ἰδιαίτερα ἐνισχύσει ὁ ἀντίστοιχος τὸν ὁποίο εἶχε
ἄμεση πνευματικὴ διαδοχὴ ἀπὸ τὸν ἅγιο Νικηφόρο, στοὺς ἁγίους κάνει ἡ Θάλεια Γκούμα-Peterson, σὲ σχέση μὲ τὴν θεματογραφία τῶν
Ἀθανάσιο Α΄ καὶ Θεόληπτο καὶ μετὰ στὸν ἴδιο. εἰκόνων τῆς ἱστορήσεως τοῦ Παρεκκλησίου τοῦ ἁγίου Εὐθυμίου,
Ὅταν κατὰ πρῶτον τὸ 1982 διατυπώθηκε ἀπὸ τὸν ὑπογράφοντα στὴν Βασιλικὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου τῆς Θεσσαλονίκης (1303), ὅπου
μία πρόταση συνοδευόμενη ἀπὸ σειρὰ παρατηρήσεων, οἱ ὁποῖες συ- εἶχε ἐντοπίσει κοινούς τόπους μὲ τὰ κείμενα τοῦ ἁγίου Θεολήπτου43.
σχέτιζαν τὴν δημιουργία τῆς ἱστορήσεως τοῦ Πρωτάτου μὲ τὴν περὶ β. Ἀπὸ τὸ 1969 ἡ Μαρία Σωτηρίου, ἂν καὶ παραθεωρημένη στὶς
τὸ 1290 πολιτεία τῶν πνευματικῶν καθοδηγητῶν τοῦ ἁγίου Γρηγο- ἀναφορὲς τῆς ἐπιστημονικῆς κοινότητας, εἶχε προτείνει μὲ ἰδιαίτερα
ρίου τοῦ Παλαμᾶ, ἁγίων Ἀθανασίου Α΄ καὶ Θεολήπτου, εἶχαν κυ- προσεκτικὸ τρόπο μία χρονικὴ τοποθέτηση τοῦ ἔργου τοῦ Πανσελή-
ρίως ἀξιοποιηθεῖ δύο πληροφορίες: α. Ἀπὸ τὸ 1968 εἶχε ἀναδείξει νου ἀνάμεσα στὰ ἔτη 1290-1294, στηριζόμενη σὲ αἰσθητικὲς καὶ
ὁ αἰδ. J. Meyendorff, τὸν τονισμὸ τῆς «μυσταγωγικῆς πραγματικότητας εἰκονογραφικὲς παρατηρήσεις44, χωρὶς ὅμως νὰ διαγράφει πλήρως
/ sacramental realism»42 τὴν ὁποία κατὰ τὸ τέλος τοῦ 13ου αἰώνα καὶ μία τοποθέτηση περὶ τὸ 130045. Ἀπὸ κοινοῦ ὅλα τὰ προαναφε-
ἐκπροσωποῦσαν μὲ τὴν πολιτεία τους οἱ ἅγιοι Ἀθανάσιος Α´ καὶ ρόμενα ἐν συνόλῳ εἶχαν ἱστορικὰ ὁδηγήσει σὲ μία χρονολόγηση στὸ
Θεόληπτος. Κατὰ κύριο λόγο τὸ 1982 συσχετίσθηκε ἱστορικὰ μὲ τὴν τέλος τῆς 1ης δεκαετίας τῆς βασιλείας τοῦ λόγιου καὶ νηπτικοῦ αὐτο-
ἰδιότυπη εἰκαστικὴ τεχνοτροπικὴ ἀπόδοση τῆς «πραγματικότητας» κράτορος Ἀνδρονίκου Β΄ Παλαιολόγου, καὶ συγκεκριμένα κατὰ τὴν
1η πατριαρχεία τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου Α´ (1289-1293)46.
οἱ ἁγιορεῖτες πατέρες διὰ τῆς κατὰ τὸ 1341 συντάξεως τοῦ «Ἁγιορειτικοῦ Στὴν τοποθέτηση αὐτή, ὅσον ἀφορᾷ ἐπὶ μέρους τεχνοτροπικὰ
Τόμου». Ἀμέσως μετὰ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὑπῆρξε ὁ κύριος κριτήρια, εἶχε τότε συνηγορήσει ἡ ἀναφορὰ στὴν τέχνη δύο σταθερὰ
ἐμπειρικὸς θεολόγος στὶς διατυπώσεις τοῦ ὁποίου στηρίχθηκαν οἱ σχε-
χρονολογημένων μνημείων· αὐτὰ ὅμως ἀπέχουν μεταξύ τους κατὰ
τικὲς ἀποφάσεις τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Θ΄ οἰκουμενικῆς Συνόδου
(1341-1351) ποὺ συνεκάλεσε ὁ αὐτοκράτορας Ἰωάννης ΣΤ΄ ὁ Καντα- εἴκοσι ἐννέα ἔτη (1265-1294), τὸ ἕνα τῆς Sopoćani (1260-1265)
κουζηνὸς (1347-1354, περ. βίου 1292-1383). Γιὰ τὴν σχετικὴ βιβλιο- καὶ τὸ ἄλλο τῆς Περιβλέπτου (1294-1295). Σύμφωνα μὲ τὶς τότε
γραφία βλ. τ. Β΄, κεφ. Β΄, ἑνότητα α΄: Τὰ ἒτη 1258-1290· σχ. βλ. καὶ τ. Β΄, παρατηρήσεις, ἡ ὅποια ἀπορία, σὲ σχέση μὲ τὴν χρονικὴ ἀπόσταση
κεφ. Πρόλογος. τῆς ἱστορήσεως τοῦ Πρωτάτου ἀπὸ ἐκείνη τῆς Sopoćani, δὲν μπο-
41
J. Meyendorff, Les débuts de la controverse hésychaste, Βυζάντιο 23
(1953), σ. 87-120· τοῦ ἰδίου, L’origine de la controverse Palamite: La
ροῦσε νὰ ἐπιλυθεῖ μόνο μέσα ἀπὸ τεχνοτροπικὲς παρατηρήσεις καὶ
premiere lettre de Palamas à Akindynos, Θεολογία 25 (1954), σ. 602- συσχετισμούς. Ἀντίθετα, οἱ παρατηρήσεις τῆς Σωτηρίου ποὺ ἀφο-
630 καὶ 26 (1955), σ. 77-90· τοῦ ἰδίου, Humanisme nominaliste et my-
stique chrétienne à Byzance au XIV siècle, Nouvelle Revue Théologique 79 43
Th. Gouma-Peterson, The Parecclesion of St. Euthymios in Thessalonica:
(1957), σ. 905-914· τοῦ ἰδίου, Introduction à l’étude de Grégoire Palamas, Art and Monastic Policy under Andronicus II, The Art Bulletin 58 (1976),
Paris 1959, σ. 31, 70, 210-211, 349, 404, 414. σ. 168-183.
42
«Wealthy dignitaries and humanists, and not the Hesychast ascetics, had both 44
«Ἡ χρονολογία τῆς Περιβλέπτου στὰ 1295 δέν ἀποτελεῖ ἐμπόδιο, γιὰ τὴν ἐξάρ-
the necessary means, the necessary interest, and the taste to become the pro- τησή της ἀπὸ τὸ Πρωτᾶτο, ἀπεναντίας μπορεῖ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάση, γιὰ νὰ
moters of what is called the Palaeologan «renaissance». From examining the χρονολογηθῇ τὸ Πρωτᾶτο πρὶν ἀπὸ τὸ 1295, ὅπως ἁρμόζει στὸν κλασσικὸ χα-
figures of Theoleptus and Athanasius, to whom Palamas refers explicitly as ρακτῆρα τῆς τέχνης τοῦ Πανσελήνου, ποὺ τὸν τοποθετεῖ στὴν ἀρχὴ τῆς Μακεδο-
the main leaders of the Hesychast movement, we already have gained some νικῆς Σχολῆς καὶ σὰν πρωτοπόρο τῆς γενιᾶς 1290-1320». Μ. Σωτηρίου, Ἡ
idea of the main trends of spirituality among the byzantine monks of that μακεδονικὴ σχολὴ καὶ ἡ λεγόμενη σχολὴ Μιλούτιν, ΔΧΑΕ 5 (1969), σ. 20.
time: sacramental realism, with a correlative interest in the affairs and struc- 45
«Στὸ Ἅγιον Ὄρος ἔχουμε τὰ τρία Καθολικά, τοῦ Πρωτάτου (γύρω στὰ 1300),
ture of the visible historical church, individual perfection being unthinkable τοῦ Βατοπεδίου (1312), καὶ τοῦ Χιλανδαρίου (μεταξὺ 1299-1320) -τὰ δύο τε-
unless belonging to the visible society where the sacraments are performed, λευταῖα ἐπιζωγραφισμένα- καὶ ἓνα μικρὸ δεῖγμα ἀπό τις τοιχογραφίες τοῦ Κα-
and austere Puritanism, reflecting the eremitic origins of the movement, its θολικοῦ τῆς Λαύρας.» Βλ. Σωτηρίου, Ἡ μακεδονικὴ σχολή, σ. 3.
46
lack of interest in material wealth, and its ascetical approach to life.» Meyen- Καλομοιράκης, Παρατηρήσεις ἐπάνω στὸ Volume Style, σ. 38-39· ὁμοίως
dorff, Spiritual Trends, σ. 62. τοῦ ἰδίου, Ἑρμηνευτικὲς παρατηρήσεις, σ. 3-7.
BORBOUDAKHS tomos A1 meros_Layout 1 26/09/2016 1:51 μ.μ. Page 162

162 ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΕΜΜ. ΚΑΛΟΜΟΙΡΑΚΗΣ «ΠΡΩΤΑΤΟΥ ΙΣΤΟΡΗΣΙΣ»: ΕΙΚΟΝΑ ΑΡΧΕΤΥΠΗ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗ ΤΗΣ ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΤΑΣ 163
ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΙΕΡΟΚΟΣΜΙΚΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΟΓΡΑΦΙΑΣ

ροῦσαν στὴν ξαφνικὴ εἰσαγωγὴ «ἀρχαϊκῶν», περὶ τὸν 9ο μὲ 10ο σης, ἀπὸ τὸ 1995 καὶ μετά, ὁ Ε. Ν. Τσιγαρίδας κινήθηκε μὲ σειρὰ
αἰώνα, εἰκονογραφικῶν ἰδιομορφιῶν, ἀπὸ κοινοῦ νεοεμφανιζόμε- ἀνασκοπήσεων καὶ τεκμηριώσεων περὶ τὸ 129049.
νων στὶς ἱστορήσεις τοῦ Πρωτάτου καὶ τῆς Περιβλέπτου, ἔδειχναν Συγκρινόμενη ἡ πρόταση τοῦ γράφοντος, τὸ 1982 (ποὺ περιό-
ὅτι συντρέχει μία πλησιέστερη χρονικὴ μεταξύ τους συγγένεια. Τότε ριζε σὲ τέσσερα ἔτη τὴν τοποθέτηση τοῦ ἔργου τοῦ «Πανσελήνου»),
τὶς παρατηρήσεις αὐτὲς εἶχε ἐνισχύσει τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἀρχόμενη πρὸς τὶς ὑπόλοιπες τρέχουσες ἕως σήμερα μελετητικὲς τοποθετήσεις
ἀφηγηματικότητα ποὺ διέπει τὴν ἱστόρηση τῆς Περιβλέπτου ἐκτιμή- (1982-2016)50 προκύπτουν οἱ ἀκόλουθες διαπιστώσεις: 1. Στὸ
θηκε ὅτι κατεῖχε ἕνα μικρὸ βῆμα μεθύστερο σὲ σχέση πρὸς τὴν πρω-
θύστερη μνημειακότητα τοῦ 13ου αἰῶνος, ποὺ χαρακτηρίζει τὴν Μονῆς Βατοπεδίου. Ἡμερολόγιο 1995, Ι. Μ. Βατοπεδίου 1995· τοῦ ἰδίου,
Διάγραμμα της μνημειακής ζωγραφικής κατά την βυζαντινή περίοδο (963-
τέχνη του «Πανσελήνου», παρέχοντας ἔτσι τὴν αἴσθηση ὅτι τὸ ἔργο 1453), στο Τάσεις του Ορθοδόξου Μοναχισμού, 9ος-20ος αιώνες. Πρακτικά
του ἀποτελεῖ «τὸ ζητούμενο “μνημεῖο κλειδὶ” στὴν μελέτη τῶν θεωρητικῶν του Διεθνοὺς Συμποσίου με θέμα, που διοργανώθηκε στα πλαίσια του Προ-
καὶ εἰκαστικῶν προϋποθέσεων ποὺ διεμόρφωσαν τὸ στὺλ στὸ ὁποῖο κα- γράμματος «Οι δρόμοι του Ορθόδοξου Μοναχισμού», Ἀθήνα: Ε.Ι.Ε. 1996· τοῦ
τατάσσεται»47. Τὴν παρατήρηση αὐτὴ τὸ 2007 ὁ Α. Βασιλακέρης τεκ- ἰδίου, Παλαιολόγειες εικόνες της Μονής Βατοπεδίου, Το Άγιον Όρος: χθες-
μηρίωσε ἀναλυτικά, μελετῶντας τὴν μεταβατικότητα τῆς δομῆς τῆς σήμερα-αύριο, Θεσσαλονίκη 1996, σ. 255-273· τοῦ ίδίου, Τὰ ψηφιδωτὰ
καὶ οἱ Βυζαντινὲς τοιχογραφίες, Ἱερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου: Παράδοση-
συνθέσεως τῆς θεματογραφίας τῶν εἰκόνων τοῦ Πρωτάτου48. Ἐπί- Ἱστορία-Τέχνη, τ. 1, Ἅγιον Ὄρος 1996, σ. 259-279· τοῦ ίδίου, Πρωτᾶτο. Ὁ
Κυρ Μανουὴλ Πανσέληνος, Ἡμερολόγιο-Λεύκωμα, Θεσσαλονίκη 1996· τοῦ
47
«Ἐὰν εἶναι ὀρθὲς ὅλες οἱ παρατηρήσεις ποὺ ἒχουν μέχρι τώρα ἀναφερθῇ, πρέπει ἰδίου, Τοιχογραφίες της Περιόδου των Παλαιολόγων σε Ναούς της Μακεδονίας,
ἴσως νὰ ἐξετασθῇ πλέον σοβαρὰ ἡ περίπτωσις μήπως στὸ Πρωτᾶτο μὲ χρονο- Θεσσαλονίκη 1999· τοῦ ἰδίου, Ὁ κὺρ Μανουὴλ Πανσέληνος, Καθημερινή-
λόγησι τῶν τοιχογραφιῶν του στὰ 1289-1293, ἒχουμε τὸ μνημεῖο ἀφετηρία Ἑπτὰ Ἡμέρες, 29-30 Ἀπριλίου 2000· τοῦ ἰδίου, Οἱ τοιχογραφίες τοῦ πα-
ὅπου, γιὰ πρώτη φορὰ τὴν ἐποχὴ αὐτή, διατυπώθηκαν μὲ εἰκαστικὸ τρόπο οἱ ρεκκλησίου τοῦ ἁγίου Εὐθυμίου· τοῦ ἰδίου, L’art au Mont Athos à
ἀπόψεις τῶν “Ἡσυχαστῶν”∙ μία ἄποψι σὰν αὐτὴ θὰ μᾶς ὁδηγοῦσε ἴσως καὶ στὶς l’époque byzantine à la lumière de nouvelles trouvailles. Le rôle de Con-
ἀκόλουθες σκέψεις: τὸ μνημεῖο ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ νὰ εἶναι τὸ ζητούμενο “μνη- stantinople et de Thessalonique, στο XXe Congrès international des études
μεῖο κλειδὶ” στὴν μελέτη τῶν θεωρητικῶν καὶ εἰκαστικῶν προϋποθέσεων ποὺ byzantines. Pré-Actes, vol. I: Séances plénières, Paris 2001, σ. 123-131· τοῦ
διεμόρφωσαν τὸ στὺλ στὸ ὁποῖο κατατάσσεται∙ εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ δοῦμε ἰδίου, L’activité artistique de peintres thessaloniciens Manuel Panselinos
ἀπὸ διαφορετικὴ σκοπιὰ τὸ πρόβλημα τῆς ἐπιλεγόμενης “σχολῆς Μιλοὺτιν” καὶ et Georges Kalliergis, Ἀνακοίνωση στὸ Διεθνὲς Συμπόσιο μὲ θέμα Late
τῆς “Σερβικῆς” τέχνης∙ θὰ ἐξηγηθῇ πιὸ ἱκανοποιητικὰ ἡ διηγηματικότητα τῶν Byzantine Thessalonike, στὸ Dumbarton Oaks. Washington D.C. (4-6
παραστάσεων καὶ ἡ αὔξησι τῶν εἰκονογραφικῶν κύκλων τῶν τοιχογραφιῶν τῶν Μαΐου 2001)· τοῦ ἰδίου, Μανουήλ Πανσέληνος: ὁ κορυφαῖος ζωγράφος
ἀρχῶν του 14ου αἰώνα∙ θὰ γίνῃ πιὸ κατανοητὸ γιατὶ στὸ τελευταῖο τέταρτο τοῦ τῆς ἐποχῆς τῶν Παλαιολόγων, Μανουήλ Πανσέληνος: ἐκ τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ
14ου αἰώνα ἐπανέρχεται τὸ μνημειακὸ στὺλ σὲ ἐποχὴ ποὺ εἶναι γνωστὴ ἡ κυ- Πρωτάτου, Θεσσαλονίκη 2003, σ. 17-65· τοῦ ἰδίου, Les fresques de l’église
ριαρχία τοῦ Ἡσυχασμοῦ∙ τέλος δὲ ἴσως διαχωρισθῇ τὶ σήμανε ἡ “Ἡσυχαστικὴ” Sainte-Catherine de Thessalonique, στο Sur les pas de Vojislav J. Djurí.
ἀπὸ τὴν “Οὐμανιστικὴ” ἐπίδρασι σὲ συγκεκριμένα μνημεῖα καὶ περιόδους πα- Reçu à la séance de la classe des sciences historiques le 31 Mars 2010, Beo-
ράλληλα μὲ τὴν ἐξέτασι τοῦ προβλήματος τῆς προσωπικῆς συμβολῆς τοῦ grad 2011, σ. 157-165.
Γρηγορίου Παλαμᾶ στὴν θεωρητικὴ διαμόρφωσι τοῦ “Ἡσυχασμοῦ”». Καλομοι- 50
Καλομοιράκης, Παρατηρήσεις ἐπάνω στὸ Volume Style· Μ. Χατζηδάκης,
ράκης, Παρατηρήσεις ἐπάνω στὸ Volume Style, σ. 38-39· ὁμοίως τοῦ Ἡ τέχνη κατὰ τὴν ὕστερη Βυζαντινὴ ἐποχή, στὸ Μακεδονία: 4000 χρόνια
ἰδίου, Παρατηρήσεις 2, σ. 6-7. ἑλληνικῆς ἱστορίας καὶ πολιτισμοῦ, Ἀθήνα 1982, σ. 348· τοῦ ἰδίου, Βυζαν-
48
Vasilakeris, Les fresques du Protâton, σ. 94-196, σ. 247-256. Ὁ Βασιλα- τινὴ Τέχνη στὸ Ἅγιον Ὄρος, στὸ Θησαυροὶ τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Κατάλογος
κέρης, βασιζόμενος στὶς διάσπαρτες ἀπεικονίσεις ἱεραρχῶν ὑπὸ τὸ ὄνομα ἒκθεσης, σ. 24· St. Philips, The Church of Protaton and the Art of Panse-
Γρηγόριος ἔχει προτείνει ἕνα συσχετισμὸ τῆς ἱστορήσεως τοῦ Πρωτάτου linos, Greek Accent 3 (1982), σ. 25· Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Πανσέληνος
μὲ τὴν προγενέστερη τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου Α΄ πατριαρχεία τοῦ Γρηγορίου καὶ Πρωτᾶτο: Μερικὰ ἐρωτήματα, Σύναξη 14 (1985), σ. 68-71· τοῦ ἰδίου,
Β΄ τοῦ Κυπρίου (1283-1289, περ. βίου 1241-1290). Τόσο στὰ κείμενα Τέχνη καὶ Λατρεία. Κείμενα γιὰ τὴ Ζωγραφικὴ στὴν Ὀρθόδοξη ἐκκλησία, Ἀθήνα
τοῦ Γρηγορίου ὅσο καὶ στὸ πλαίσιο τῆς πολιτικῆς ὅπου κινήθηκε, δὲν πε- 2001, σ. 39-47· Π. Φουντάς, Ἡ τυπολογία τῆς πρώτης φάσης τοῦ Πρω-
ριέχεται κανένα στοιχεῖο συμβατὸ μὲ τὸν τονισμὸ τῆς «μυσταγωγικῆς» καὶ τάτου, ΣΧΑΕ 5 (1985)· T. Παπαμαστοράκης, Οἱ Προεικονίσεις τῆς Θεο-
«ἡσυχαστικῆς» πνευματικότητας ποὺ πολλαπλῶς ἐντοπίζονται σημαινόμε- τόκου στὸν Ἅγιο Γεώργιο Βιάννου, ΔΧΑΕ 14 (1987-1988), σ. 315-328·
νες στὴν ἱστόρηση τοῦ Πρωτάτου. τοῦ ἰδίου, Ένα εικαστικό εγκώμιο του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου: οι εξω-
49
Ε. Ν. Τσιγαρίδας, Οἱ τοιχογραφίες τοῦ ἐξωνάρθηκα τοῦ Καθολικοῦ τῆς Ἱερᾶς τερικές τοιχογραφίες στο καθολικό της μονής της Μαυριώτισσας στην Κα-
BORBOUDAKHS tomos A1 meros_Layout 1 26/09/2016 1:51 μ.μ. Page 164

164 ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΕΜΜ. ΚΑΛΟΜΟΙΡΑΚΗΣ «ΠΡΩΤΑΤΟΥ ΙΣΤΟΡΗΣΙΣ»: ΕΙΚΟΝΑ ΑΡΧΕΤΥΠΗ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗ ΤΗΣ ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΤΑΣ 165
ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΙΕΡΟΚΟΣΜΙΚΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΟΓΡΑΦΙΑΣ

1982 ἀντιλέγονταν τέσσερεις κύριες χρονικὲς πρωτογενεῖς τεχνο- ἀντιλέγονται πρόσθετες ἄλλες δύο, προεκτείνοντας τὸ σχετικὸ διά-
τροπικὲς τοποθετήσεις μέγιστου χρονικοῦ διαστήματος εἴκοσι τριῶν στημα στὰ πενῆντα ἔτη (1262 ― ~1312)55· 2. τότε ἦταν σὲ συζή-
ἐτῶν (1289 - ~1312), κατὰ χρονικὴ σειρὰ τὰ ἔτη: α. 1289-129351· τηση δύο διαφορετικὲς πολιτικο-ἱστορικὲς δευτερογενεῖς
β. 1295-130352· γ. 1300-131353· δ. 1295 - ~131254. Σήμερα ἀντιστοιχήσεις: α. τῶν χρόνων τῆς βασιλείας τοῦ Ἀνδρονίκου Β΄
Παλαιολόγου56 καὶ β. τῶν χρόνων τῆς βασιλείας τῶν Σέρβων κρά-
στοριά, ΔΧΑΕ 15 (1989-90), σ. 221-240· S. Kalopissi-Verti, Painters in λεων Στέφανου ΣΤ΄, Οὔρεση Β΄, Μιλούτιν (1282-1321, περ.βίου
Late Byzantine Society. The Evidence of Church Inscriptions, CArch 42 ~1253-1321)57. Σήμερα, ὅπως προαναφέρθηκε, ἔχουν προστεθεῖ
(1994), σ. 139-158· τῆς ἰδίας, Τάσεις της μνημειακής ζωγραφικής περί καὶ ἄλλες δύο: α. ἐπὶ τοῦ Μιχαὴλ Η΄ Παλαιολόγου (1261-1282,
το 1300 στον ελλαδικό και νησιωτικό χώρο (εκτός από τη Μακεδονία), περ.βίου: 1223-1282), στὸ πλαίσιο τῶν ἐτῶν 1262-1270 μ.Χ.58·
3ο ΣΕΙΕ/ΙΒΕ 1999, σ. 63-100· καὶ Ε. Ν. Τσιγαρίδας, Οἱ τοιχογραφίες τοῦ
ἐξωνάρθηκα, ὅ.π. σημ. 57· τοῦ ἰδίου, Διάγραμμα, σ. 147-160· τοῦ ἰδίου,
β. ἐπὶ τοῦ Ἀνδρονίκου Β΄ Παλαιολόγου, στὸ πλαίσιο τῶν ἐτῶν
Παλαιολόγειες εικόνες· τοῦ ἰδίου, Τὰ ψηφιδωτά καὶ οἱ Βυζαντινὲς τοιχο- 1282-128959: Ἐν τέλει σήμερα τέσσερεις ἱστορικὲς τοποθετήσεις.
γραφίες· τοῦ ἰδίου, Τοιχογραφίες της Περιόδου των Παλαιολόγων· τοῦ 3. Ἐπίσης, τότε ὑπῆρχαν τέσσερεις κύριες τριτογενεῖς εὐρύτερες
ἰδίου, Ὁ κὺρ Μανουὴλ Πανσέληνος· τοῦ ἰδίου, L’art au Mont Athos à ἑρμηνευτικὲς πολιτιστικὲς θεωρήσεις: α. «προ-ἀναγεννησιακή, προ-
l’epoque byzantine· τοῦ ἰδίου, Μανουήλ Πανσέληνος ὁ κορυφαῖος ζω- οὐμανιστική»60· β. «προ-ἀναγεννησιακή, προ-ρεαλιστική»61· γ. «προ-ἡσυ-
γράφος· τοῦ ἰδίου, Οἱ τοιχογραφίες τοῦ παρεκκλησίου τοῦ ἁγίου Εὐθυμίου
(1303/3) στὸν ναὸ τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ἒργο τοῦ Μανουὴλ Πανσέληνου στὴν
Θεσσαλονίκη, Θεσσαλονικη 2008, σ. 247-248, σημ. 266· Γρηγορόπουλος, σέληνον, ΕΕΒΣ 11 (1935), σ. 531-532· V. J. Djurić, L΄Art des Paléolo-
Θεολήπτου Φιλαδελφείας τοῦ Ὁμολογητοῦ, τ. Α΄, σ. 153, σημ. 496· Ε. Con- gues et l’État Serbe. Rôle de la Cour et de l’Église serbes dans la première
stantinides, The Wall Paintings of the Panagia Olympiotissa at Elasson in moitié du XIVe siècle, στὸ Art et société a Byzance sous les Paléologues: actes
Northern Thessaly, τ. Α΄-Β΄, Ἀθήνα 1992, σ. 285· Μ. Ἀχειμάστου-Ποτα- du colloque organisé par l’Association Internationale des Études Byzantines
μιάνου, Ἑλληνικὴ Τέχνη. Βυζαντινὲς Τοιχογραφίες, Ἀθήνα 1994, σ. 25-26, a Venise en septembre 1968, Venise 1971, σ. 177-191.
54
237· Ι. Μ. Χατζηφώτης, Μακεδονική Σχολή. Ἡ Σχολὴ τοῦ Πανσέληνου (1290- R. Hamann-Maclean, H. Hallensleben, Die Monumentalmalerei in Serbien
1320), Ἀθήνα 1995, σ. 348· Μ. Panayotidi, Les tendances de la peinture und Makedonien vom 11. bis zum frühen 14. Jahrhundert, Giessen 1963, σ.
de Thessalonique en comparaison avec celles de Constantinople, comme 148-152.
55
expression de la situation politico-économique de ces villes pendant le α. 1262-1270: A. Καρακατσάνη, Μία τυχαία συνάντηση μὲ τὸν Διονύσιο ἐκ
XIVe siècle, στο Βυζάντιο και Σερβία κατὰ τον ΙΔ΄ αιώνα, Αθήνα: ΕΙΕ 1996, Φουρνᾶ ποὺ καταλήγει σὲ περιδιάβαση στὸν 13ο αἰώνα καὶ τὸν Μανουὴλ Παν-
σ. 351-362· G. Subotić, L’art médiéval du Kossovo, Paris 1997· H. J. Ger- σέληνο, Ἀθήνα 2008, σ. 66-69· β. 1282-1289: Vasilakeris, Les fresques
stel, Beholding the Sacred Mysteries: Programs of the Byzantine Sanctuary, du Protâton, σ. 258-260.
56
Seattle 1999· τῆς ἰδίας, Civic and Monastic Influences on Church Deco- Μὲ τρεῖς ἐπιμέρους διαφοροποιήσεις ποὺ ἀντιστοιχοῦν στὴν 1η τριακον-
ration in Late Byzantine Thessalonike, DOP 57 (2003), σ. 225-239· ταετία τῆς 46 χρόνων βασιλείας τοῦ Ἀνδρονίκου Β΄: α. 1289-1293: Κα-
Βασιλάκη, Υπήρξε Μανουήλ Πανσέληνος;· Δ. Ἀμπόνης, Στοιχεῖα Οἰκο- λομοιράκης, Παρατηρήσεις ἐπάνω στὸ Volume Style, σ. 38-39·
δομικῆς Ἱστορίας τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Πρωτάτου, Μανουήλ Πανσέληνος ἐκ Τσιγαρίδας, Διάγραμμα της μνημειακής ζωγραφικής, σ. 147-160· β.
τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Πρωτάτου, σ. 70-81· Ν. Παζαράς, Εἰκονογραφικοὶ 1295-1303: Γ. καὶ Μ. Σωτηρίου, Ἡ Βασιλική τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, τ. 1, σ.
τύποι, Ὁ ἅγιος Δημήτριος στὴν τέχνη τοῦ Ἅγίου Ὄρους, Θεσσαλονίκη 2005, 214· γ. 1300-1313: Hamann-Maclean, Hallensleben, Die Monumental-
σ. 43· Γ. Καραμπελιάς, 1204. Η Διαμόρφωση του Νεώτερου Ελληνισμού, malerei, σ. 148-152.
57
Ἀθήνα 2006, σ. 257-259· Γ. Φουστέρης, Εικονογραφικά προγράμματα σε Ἀνάμεσα στὰ ἔτη: α. 1295-1312: Hamann-Maclean, Hallensleben, Die
βυζαντινούς σταυρεπίστεγους ναούς, Θεσσαλονίκη: Διδ. Διατρ. Α.Π.Θ., Monumentalmalerei, σ. 148-152 καὶ S. Djurić, The Painter Manuel Panse-
2006, σ. 23, σημ. 57· Ι. Ταβλάκης, Ν. Μίνως, Ἱερὸς Ναὸς Πρωτάτου 2007- linos: Towards a Reconstruction of the Opus (ca.1295-1312), Byzantine
2008, Πολύγυρος 2008, v, πίν. 1-361· G. Kakavas, Dionysios of Fourna. Studies 25 (1999), σ. 78-80· β. 1295-1305: Milliner, Man or Metaphor?,
Artistic Creation and Literary Description, Leiden 2008, σ. 117-118· Ν. σ. 228.
58
Τοῦτος-Γ. Φουστέρης, Εὑρετήριον τῆς Μνημειακῆς Ζωγραφικῆς τοῦ Ἁγίου Καρακατσάνη, Μία τυχαία συνάντηση, σ. 64.
59
Ὄρους, 10ος-17ος αἰώνας, Ἀθήνα 2010. Vasilakeris, Les fresques du Protâton, σ. 258-260.
51 60
Vasilakeris, Les Fresques du Protâton, σ. 258-260. Ξυγγόπουλος, Οἱ ἐν Ἁγίῳ Ὄρει ζωγράφοι.
52 61
Γ. καὶ Μ. Σωτηρίου, Ἡ Βασιλική τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, τ. 1, σ. 214. G. Millet, L’Art des Balkans et Italie au XIII siècle, στο Atti del V Congresso
53
A. Ξυγγόπουλος, Οἱ ἐν Ἁγίῳ Ὄρει ζωγράφοι οἱ μιμηθέντες τὸν Μ. Παν- internazionale di studi bizantini, Roma 1940, τ. 2, σ. 240.
BORBOUDAKHS tomos A1 meros_Layout 1 26/09/2016 1:51 μ.μ. Page 166

166 ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΕΜΜ. ΚΑΛΟΜΟΙΡΑΚΗΣ «ΠΡΩΤΑΤΟΥ ΙΣΤΟΡΗΣΙΣ»: ΕΙΚΟΝΑ ΑΡΧΕΤΥΠΗ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗ ΤΗΣ ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΤΑΣ 167
ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΙΕΡΟΚΟΣΜΙΚΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΟΓΡΑΦΙΑΣ

χαστική»62 καὶ δ. διαφόρως «προ-ἐθνογενετική»63. Σήμερα ὑπάρχουν μανση εἶχε πραγματοποιηθεῖ στὸ πλαίσιο τῆς διευρυμένης μελετη-
πρόσθετες ἄλλες δύο: α. «ἀντικαθολικῆς ὀρθοδοξίας»64· β. «Μεταρρυθ- τικῆς καὶ μεθοδολογικῆς διεργασίας ποὺ εἶχε ἀρχίσει νὰ δρομολο-
μίσεως τῆς Ὀρθοδοξίας / Reformation of Orthodoxy»65· δηλαδή συνο- γεῖται, προκειμένου νὰ ἐντοπισθοῦν οἱ πραγματικοὶ λόγοι ποὺ εἶχαν
λικὰ ἕξι. 4. Τέλος, ἀπὸ τὸ 1982, στὴν ἐξ ἀρχῆς ἐπικρατοῦσα «δυτικὴ» προκαλέσει ὅλη αὐτὴ τὴν μεθοδολογικὴ τρέχουσα ἀταξία. Ἡ ἔκτοτε
μεθοδολογικὴ προοπτικὴ καὶ κοσμοθεωρητικὴ προσέγγιση ἔχει δρομολογημένη διεύρυνση, καθὼς περιέλαβε τὴν ἀναλυτικὴ μελέτη
προστεθεῖ καὶ ἡ «οἴκοθεν» προοπτικὴ «ἡσυχαστικὴ» προσέγγιση. τῆς πολιτικῆς καὶ πολιτιστικῆς καταστάσεως τῆς ἐποχῆς διὰ κειμέ-
Ἤδη ἀνάμεσα στὰ ἔτη 1984-1991 εἶχε ἐπισημανθεῖ ὡς παρα- νων συγγραφέων οἱ ὁποῖοι τότε πρωταγωνίστησαν, στὸ πέρασμα
θεωρημένος ἕνας ἰσχυρὸς σκεπτικισμός, προσανατολισμένος στὴν τοῦ χρόνου ὄχι μόνο ἐπιβεβαίωσε τὴν ἐνδελεχῆ σχέση τῆς ἱστορή-
ἀνάγκη μιᾶς μεθοδολογικῆς ἐπαναξιολογήσεως ὅλης τῆς περὶ τὸ σεως τοῦ Πρωτάτου μὲ τὰ ἔτη τῆς 1ης πατριαρχείας τοῦ Ἁγίου Ἀθα-
Πρωτᾶτο τρέχουσας οἰκοδομημένης θεωρητικῆς γνώσεως66. Πρὸς νασίου Α΄ (1289-1293), ἀλλὰ ἐπίσης ἔδειξε πόσο τὰ ἱστορικὰ
ἐνίσχυση τοῦ τότε διατυπωμένου σκεπτικισμοῦ εἶχαν συμπεριλη- γεγονότα τῆς ἐποχῆς διαψεύδουν καταλυτικὰ τὶς δύο πρωϊμότερες
φθεῖ προγενέστερες σχετικὲς ἀπορίες, διατυπωμένες σὲ μία ἔκταση χρονικὲς τοποθετήσεις τοῦ μνημείου, ὅπως ὑποστήριξαν ἡ Καρα-
εἴκοσι ἑνὸς ἐτῶν (1969-1980) ἀπὸ τὴν Μ. Σωτηρίου (1969)67 τὸν κατσάνη, ἡ ὁποία πρότεινε μία τοποθέτηση ἀνάμεσα στὰ ἔτη 1262-
Μ. Χατζηδάκη (1974)68 καὶ τὸν C. Mango (1980)69. Ἡ τότε ἐπισή- 1270, κατὰ τοὺς χρόνους τῆς βασιλείας τοῦ Μιχαὴλ Η΄
Παλαιολόγου, καὶ ὁ Βασιλακέρης σὲ συσχετισμὸ μὲ τὴν πατριαρχεία
62
Καλομοιράκης, Παρατηρήσεις ἐπάνω στὸ Volume Style· τοῦ ἰδίου, Ἑρμη- τοῦ λόγιου οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου τοῦ Κυπρίου, ἐπί-
νευτικὲς παρατηρήσεις. σης ἐπὶ βασιλείας Ἀνδρονίκου Β΄.
63
Σωτηρίου, Ἡ μακεδονικὴ σχολή· A. Προκοπίου, Το μακεδονικό ζήτημα στη
Ἔκτοτε, στὸ σύνολό του, ὁ περὶ τὴν ἱστόρηση τοῦ Πρωτάτου διά-
βυζαντινή ζωγραφική, Ἀθήνα 1962· K. Καλοκύρης, Προέλευσις τῶν Βυζαν-
τινῶν μνημείων τοῦ γεωγραφικοῦ χώρου τῆς Μακεδονίας, Σερβίας καὶ τῆς Βουλ- λογος, μὲ ἐξαίρεση τὴν πρὸ τοῦ 1294 τεκμηρίωση ἀπὸ τὸν Βασιλα-
γαρίας, Θεσσαλονίκη 1970. κέρη, ἐντοπίζεται μᾶλλον πορευόμενος μέσω διάφορων δοξογρα-
64
Χατζηδάκης, Βυζαντινὴ Τέχνη στὸ Ἅγιον Ὄρος, σ. 23. φικῶν παραλλήλων, ἐπαναλαμβανόμενων ἐπιστημονικῶν μονολό-
65
Kalopissi-Verti, Aspects of Byzantine Art, σ. 55. γων, ἢ μὲ ἐπιγραμματικὲς τοποθετήσεις, ἀκόμη καὶ διὰ τῆς ρητο-
66
«Ἐὰν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἒρευνας (δηλαδὴ ὅτι πρωτεύοντα καὶ πρωτοποριακὸ
ρικῆς ἀναφορᾶς στὶς ὑφιστάμενες ἀμφιγνωμίες ποὺ συνεχίζουν
ρόλο στὴν κατεύθυνση ποὺ πῆρε ἀπὸ τὸ 1290 μ.Χ. καὶ μετὰ ἡ τέχνη, δὲν ἒπαιξε
μόνο ἡ ἀρχαιοελληνικὴ κλασσικὴ παράδοση, ἀλλὰ ἐξ ἴσου καὶ ἡ ἐμπειρία τῆς
μυστικῆς θεολογίας), βγῆκε νὰ εἶναι τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο ἀπὸ τὸν ἀρχικό μου τοῦ 14ου αἰώνα δὲν ἒχει μέχρι τώρα ἀντιμετωπισθεῖ ὡς ἓνα ὁμοιογενὲς σύνολο,
προσανατολισμὸ καὶ ἀπὸ τὶς προκαταλήψεις ποὺ εἶχα, συνεπῶς δὲ ἀντίθετο καὶ ἀνεξάρτητο ἀπὸ γεωγραφικὰ καὶ πολιτικὰ πλαίσια, ἒξω ἀπὸ «ἐθνικὲς» ἢ «τοπικὲς»
ἀπὸ ὅσα σχεδὸν μέχρι τώρα εἶναι σὲ γενικὲς γραμμὲς ἀποδεκτά, ἦταν ἓνα γεγονὸς σχολές.»: Μ. Χατζηδάκης, Ἡ Ὕστερη Βυζαντινὴ Τέχνη. Μνημειακὴ Ζω-
ποὺ μὲ ξάφνιασε ἒντονα. Γιὰ ἓνα μεγάλο χρονικὸ διάστημα μὲ εἶχε κάνει νὰ ἀμφι- γραφικὴ (1204–1300), Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τ. 9, Ἀθήνα 1974,
βάλλω καὶ νὰ ἐπανεξετάζω ὅλη τὴν πορεία τῆς ἒρευνάς μου. Μιὰ κατάληξη αὐτῆς σ. 440· ἐπίσης Καλομοιράκης, Ὁ Oἰκουμενικὸς πατριάρχης ἅγιος Ἀθα-
τῆς μορφῆς ἀνέτρεπε τὴν βαθειὰ ριζωμένη μέσα μου πεποίθηση γιὰ τὴν «συντη- νάσιος A΄ καὶ ἡ διδασκαλία του, σ. 73, σημ. 1.
69
ρητικότητα», ὅπως εἶχα διδαχθεῖ σὲ σχολεῖο καὶ πανεπιστήμιο, καὶ τὴν «ἀνεδα- «Τὴν τελευταία δημιουργικὴ προσπάθεια τῆς βυζαντινῆς τέχνης τὴν ἀντιπροσω-
φικὴ» τοποθέτηση καὶ στάση τῶν μοναστικῶν κύκλων, μπροστὰ στὰ γεγονότα τῆς πεύει ἡ παλαιολόγεια ζωγραφικὴ ... Ἡ ἀκτινοβολία τῆς τεχνοτροπίας αὐτῆς ...
ἐποχῆς ἐκείνης»: Καλομοιράκης, Ἡ Ἐμπειρία τῆς Ἐσωτερικῆς, σ. 19. ἦταν ... σημαντική: τὴ συναντᾶμε σὲ ὅλα τὰ Βαλκάνια, σὲ ὁρισμένες περιοχὲς
67
«Διαφορὲς γνωμῶν ἀπὸ ἒλλειψη ἀκριβολόγου συγκριτικῆς μεθόδου, προκατα- τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, καὶ κάπως ἀργότερα στὴ Ρωσία. Αὐτὸ ἀποδεικνύει ξεκάθαρα
λήψεις ἐθνικοῦ εἴδους, ἐπαναλήψεις λανθασμένων ἀπόψεων δυσκολεύουν τὴν τὸ πνευματικὸ κῦρος τοῦ Βυζαντίου, ἀκόμη καὶ σὲ μιὰ ἐποχὴ μεγάλης πολιτικῆς
ἀντικειμενικὴ ἒρευνα. Τελευταῖα ὑποστηρίζεται ἐντονώτερα ἡ ἄποψη, ὅτι τὰ σερ- ἀδυναμίας.»· «Τὸ νὰ μιλᾶμε λοιπὸν γιὰ παλαιολόγεια ἀναγέννηση εἶναι κάπως
βικά μνημεῖα τῆς ἐποχῆς αὐτῆς ἀποτελοῦν μία ἰδιαίτερη σχολή, τὴν λεγόμενη παραπλανητικό, καθὼς ὁ ὅρος «ἀναγέννηση» ὑπονοεῖ μιὰ διεύρυνση τῶν ὁρι-
«Σχολή Μιλούτιν» πού περιλαμβάνει καὶ τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἒχει ἀκαθόριστες ζόντων καὶ μιὰ ἀπελευθέρωση τοῦ πνεύματος, ἐνῶ ἡ παλαιολόγεια τέχνη φανε-
σχέσεις μὲ τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὴν Θεσσαλονίκη»: Σωτηρίου, Ἡ μακε- ρώνει μία ἀρχαϊκὴ ἐσωστρέφεια.»: C. Mango, Βυζάντιο, ἡ αὐτοκρατορία τῆς
δονικὴ σχολή, σ. 2· Καλομοιράκης, Ὁ Oἰκουμενικὸς πατριάρχης ἅγιος Νέας Ρώμης, ἑλλ. μτφ. Δ. Τσουγκαράκης, Ἀθήνα 1988, σ. 326, 328· ἐπίσης
Ἀθανάσιος A΄ καὶ ἡ διδασκαλία του, σ. 73-74, σημ. 2. Καλομοιράκης, Ἑρμηνευτικὲς παρατηρήσεις, σ. 217, σημ. 175· τοῦ ἰδίου,
68
«Ὑπάρχει ἀρκετὴ σύγχυση καὶ ἀσάφεια ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἐπίσημη ζωγραφικὴ Πρωτᾶτο, ἡ Ἔρευνα, τὸ Mνημεῖο, σ. 79, σημ. 26.
BORBOUDAKHS tomos A1 meros_Layout 1 26/09/2016 1:51 μ.μ. Page 168

168 ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΕΜΜ. ΚΑΛΟΜΟΙΡΑΚΗΣ «ΠΡΩΤΑΤΟΥ ΙΣΤΟΡΗΣΙΣ»: ΕΙΚΟΝΑ ΑΡΧΕΤΥΠΗ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗ ΤΗΣ ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΤΑΣ 169
ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΙΕΡΟΚΟΣΜΙΚΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΟΓΡΑΦΙΑΣ

διεθνῶς νὰ τοποθετοῦν τὸ μνημεῖο αὐτὸ ἀκόμη, ὅπως ἀπὸ τὸ 1883 θετα τούτου ἕως σήμερα, ὑπερίσχυσε μία τοποθέτηση κατὰ τὸν 13ο
ὁ Bayet «au ΧΙΙΙe ou au commencement du ΧIVe siècle», κυρίως ἀνά- ἕως τὶς ἀρχὲς τοῦ 14ου αἰώνα, ὀγδόντα περίπου ἔτη, ἕως καὶ λίγο
μεσα στο 1290 μὲ 131070 ἢ περιφραστικὰ καὶ μὲ πολλὲς συμπεριε- ἀργότερα, ἀπὸ τὴν σταυροφορικὴ ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως
χόμενες ἀμφιγνωμίες, νὰ καταλήγουν στὴν ἀμφιλεγόμενη συμφω- τοῦ 1204. Κατὰ τὸ 1883 ὁ Ch. Bayet εἶχε πρῶτος προτείνει τεχνο-
νία, «seven art historians to the stand: Soteriou, Xyngopoylos, Chatzi- τροπικά, προσεγγίζοντας τὴν τέχνη τοῦ «Πανσελήνου», μία τοποθέ-
dakis, Mouriki, Kalomirakis, and Djurić largely agreed that Panselinos τηση κατὰ «τὸν 13ο ἢ τὶς ἀρχὲς τοῦ 14ου αἰῶνος»73· ἡ πρότασή του
flourished in the late thirteenth and early fourteenth century»71. ἦταν ἀποδεκτὴ ἀπὸ ἐλαχίστους74 ἐνῶ ἀπὸ τὸ 1927 ἕως τὶς ἡμέρες
Σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις, κατὰ κανόνα ἱσχύουν αὐτά, κατ’ ἀκο- μας εἶναι ἡ πλέον εὐρύτερα ἀποδεκτή, ἀσχέτως ἂν τὸ ὄνομα τοῦ
λουθίαν πρὸς τὰ ἀτομικὰ ἐνδιαφέροντα καὶ κριτήρια τῶν μελετητῶν Bayet δὲν μνημονεύεται75.
οἱ ὁποῖοι κατὰ τρόπο ἀντιστοίχως ἐπιλεκτικὸ μνημονεύουν ἢ παρα-
θεωροῦν προγενέστερες τοποθετήσεις. Εἰδικὰ ὅσον ἀφορᾷ στὶς ἐπι- ιβ΄, σημ. 3-4, γιὰ τὴν σύνοψη τῆς σχετικῆς ρωσικῆς βιβλιογραφίας· E.
μέρους ἀποτιμήσεις τῆς τέχνης τοῦ «Πανσελήνου», αὐτὲς συμβαίνει, Mutafov, Περί Πανσελήνου και του τέλους της αληθινής τέχνης, στὸ Ο
Μανουήλ Πανσέλινος και η εποχή του, Ἀθήνα 1999, σ. 55-61· V. G. Barskij,
ὁμολογουμένως ἢ ὄχι, νὰ ἀποτελοῦν ἀμφιγνωμίες οἱ ὁποῖες ἄλλοτε
Voyage aux lieux Saints d’Europe, d’Asie et d’Afrique (στὰ Ρωσικά), St. Pe-
εἶναι ἀτομικές, καὶ ἄλλοτε ἐκπροσωποῦν τάσεις κυρίως ἐθνικῶν με- tersburg 1780· V. G. Barskij, L. Duchesne, Votorje poseščenie svjatoj Ath-
λετητικῶν παραδόσεων. Στὸ σύνολό τους οἱ πραγματοποιημένες το- onskoj gori, St. Petersburg 1887, σ. 171· Μ. Τριγώνης, Προσκυνητάριον
ποθετήσεις, καθὼς δὲν ἔχουν μία παγιωμένη παρουσία καὶ κοινὸ τῆς Μονῆς Μεγίστης Λαύρας τῆς ἐν τῷ Ἄθῳ, Βενετία 1780, σ. 30 και Βενετία
ἄξονα ἀναφορᾶς, δὲν ἔχουν βοηθήσει πρὸς μία ἐπαγωγικὴ σύνθεση 1792, σ. 23· K. Σάθας, Νεοελληνικὴ Φιλολογία, Ἀθήνα 1868, σ. 99-100·
K. Σάθας, Παράρτημα Νεοελληνικῆς Φιλολογίας, Ἀθήνα 1870, σ. 10· L. Du-
θέσεων ποὺ θὰ διαμόρφωνε ἕνα συνεπῆ, μὴ αὐτοδιαψευδόμενο
chesne, Ch. Bayet, Memoire sur une Mission au Mont Athos, Paris 1876, σ.
γνωσιακὸ κόσμο, ἔστω μὲ ἐντοπισμένα ἀπορούμενα ἢ ἐκκρεμῆ θέ- 35· R. Nikolai, Geschichte der Neugriechischen Litteratur, Leipzig 1876, σ.
ματα, «desiderata». Συνήθως ὅσες θέσεις ἐπικρατοῦν, εὑρίσκονται 6· P. Uspenskij, Vtoroe putéestvie po svatoj gore Athosnskoj, II.2, Mόσχα
βιβλιογραφικὰ σὲ μία σχετικὴ ἐπικαιρότητα, ὅσο εἶναι στὴν ζωὴ οἱ 1880, σ. 272· Ch. Diehl, Manuel d’art byzantin, Paris 1910, σ. 762-776,
εἰσηγητές τους, ἕως καὶ οἱ ἄμεσοι μαθητές τους, καὶ στὴν συνέχεια ἰδ. σ. 766· V. Georgievskij, Freski Panselina u Protate na Afone, St. Peter-
sburg 1913· Γ. Σωτηρίου, Τὸ Ἅγιον Ὄρος, Ἀθήνα 1915, σ. 12, 123-124·
περιπίπτουν σὲ λήθη, ἀσχέτως πρὸς τὴν πολλὲς φορὲς πραγματικὴ
G. Millet, Recherches sur l’iconographie de l’évangile aux XIVe, XVe et XVIe
ἢ γόνιμη ἀξία ποὺ περιέχουν. siècles d’après les monuments de Mistra, de la Macédoine et du Μont Athos,
Ἀντίθετα πρὸς τὶς ἀμφιγνωμίες ποὺ χαρακτηρίζουν τὶς ἐπὶ μέ- Paris 1916, σ. 2, 630, 656-658· A. Ξυγγόπουλος, Ἡ Ἑρμηνεία τῆς Ζω-
ρους τεχνοτροπικὲς ἐκτιμήσεις περὶ την τέχνη τοῦ «Πανσελήνου», μία γραφικῆς Τέχνης καὶ ὁ Μανουὴλ Πανσέληνος, Πινακοθήκη Ζ, τεῦχ. 193-
χαρακτηριστικὴ ὁμογνωμία ἐντοπίζεται σὲ σχέση πρὸς τὴν εὐρύτερη 195 (1917), σ. 20-21.
73
Ch. Bayet, L’art byzantin, Paris 1883 και 31904, σ. 263.
πολιτιστική ἀποτίμηση καὶ θεώρησή της, ποὺ μὲ ἀφετηρία τὸ 1845 74
H. Brockhaus, Die Kunst in den Athos-Klöstern, Leipzig 1891, σ. 24-25,
ἔχει προσεγγισθεῖ μὲ βάση μία πάγια «δυτικὴ» θεωρητικὴ προ- 60, 271· Γ. Λαμπάκης, Βυζαντινὴ Πινακοθήκη, Ἀθήνα 1891· Βλάχος, Ἡ
οπτική. Ἡ «δυτικὴ» αὐτὴ προοπτικὴ μελετητικὰ ὑπάρχει ἀδιαπραγ- Χερσόνησος τοῦ Ἁγίου Ὄρους Ἄθω, σ. 164-165· Χ. Κωνσταντινίδη, Μελι-
μάτευτη, παρὰ μία μεγάλη διάψευση ποὺ γνώρισε: Ἀρχικὰ καὶ γιὰ σμός. Οἱ συλλειτουργοῦντες ἱεράρχες καὶ οἱ ἄγγελοι-διάκονοι μπροστὰ στὴν
ἑξῆντα ἔτη (1867-1927) γινόταν ἀποδεκτὴ ἡ τοποθέτηση τῆς τέχνης Ἁγία Τράπεζα μὲ τὰ τίμια δῶρα ἢ τὸν εὐχαριστιακὸ Χριστό, Ἀθήνα 2008.
75
Ἀναφέρονται, κατὰ χρονικὴ σειρά, ὁρισμένα βασικὰ δημοσιεύματα ποὺ
τοῦ «Πανσελήνου», περὶ τὸ 1536, δηλαδὴ περίπου ὀγδόντα ἔτη μετὰ
διαμόρφωσαν τὴν μελετητικὴ παράδοση τῆς ἱστορήσεως τοῦ Πρωτάτου,
τὴν ὀθωμανικὴ ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ 145372· ἀντί- ὅπως τὰ Bayet, L’art byzantin, καὶ Ch. Bayet, Notes sur le peintre byzantin
Manuel Pansélinos et sur le guide de la peinture du moine Denys, Revue
70
E. C. Ryder, Micromosaic Icons of the Late Byzantine Period, New York Uni- archéologique 3 (1884), σ. 325-334· Brockhaus, Die Kunst in den Athos-
versity 2007, σ. 101, σημ. 204. Klöstern· Παπαδόπουλος-Kεραμεύς, Διονυσίου τοῦ ἐκ Φουρνᾶ· Ξυγγόπου-
71
Milliner, Man or Metaphor?, σ. 228. λος, Περὶ τὸ πρόβλημα τοῦ Πανσελήνου, Μακεδονικὸ Ἡμερολόγιο 1933, μὲ
72
Α. Παπαδόπουλος-Kεραμεύς, Διονυσίου τοῦ ἐκ Φουρνᾶ, σ. θ΄, σημ. 4, ὅπου πολλαπλὲς δημοσιεύσεις ἕως τὸ 1981· Σωτηρίου, Ἡ μακεδονικὴ σχολὴ
καὶ ἡ ὑπόλοιπη ἕως τὸ 1909 περὶ τὸν 16ο αἰώνα βιβλιογραφία, καὶ σ. ι΄- καὶ ἡ λεγόμενη σχολὴ Μιλούτιν· Καλομοιράκης, Παρατηρήσεις ἐπάνω
BORBOUDAKHS tomos A1 meros_Layout 1 26/09/2016 1:51 μ.μ. Page 170

170 ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΕΜΜ. ΚΑΛΟΜΟΙΡΑΚΗΣ «ΠΡΩΤΑΤΟΥ ΙΣΤΟΡΗΣΙΣ»: ΕΙΚΟΝΑ ΑΡΧΕΤΥΠΗ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗ ΤΗΣ ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΤΑΣ 171
ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΙΕΡΟΚΟΣΜΙΚΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΟΓΡΑΦΙΑΣ

Ἐνῶ γιὰ σαράντα τέσσερα ἔτη (1883-1927) συνυπῆρχαν οἱ δύο καὶ ἀπὸ τότε πρότεινε μία γενικὴ χρονικὴ τοποθέτηση στὸν 14ο
διαφορετικὲς τοποθετήσεις, στάθηκε ἀρκετὴ μία ἄνευ τεκμηριώσεως αἰώνα78. Τὸν ἴδιο χρόνο τὴν τοποθέτηση αὐτὴ εἶχε ἀποδεχθεῖ ὁ Th.
ἐπιγραμματικὴ τοποθέτηση τοῦ G. Millet76 προκειμένου ἡ ἀκαδη- Davidson79 τὸ 1884 ὁ Ch. Βayet80 τὸ 1891 ὁ Γ. Λαμπάκης81 καὶ ὁ
μαϊκὴ κοινότητα νὰ ἀρχίσει νὰ ἐγκαταλείπει σταδιακὰ τὸν 16ο αἰώνα H. Brockhaus –βάσει ἱστορικῶν μαρτυριῶν τὰ ἔτη μετὰ τὸ 131082–,
καὶ τὴν μεταβυζαντινὴ τοποθέτηση τοῦ ἔργου τοῦ «Πανσελήνου». καὶ τὸ 1903 ὁ Κ. Βλάχος83. Τέλος, ἀπὸ τὸ 2008, ἀπὸ τὴν Α. Καρα-
Παρὰ ταῦτα, ἀπαιτήθηκε νὰ παρέλθει ἕνα πρόσθετο διάστημα ἑξῆντα κατσάνη, ἔχει προκύψει ὁ νέος συσχετισμὸς μὲ τοὺς χρόνους τῆς
ἐννέα ἐτῶν (1927-1996), ἕως ὅτου ἡ ὅποια ἀποδοχή, ἢ ἡ ρητορική βασιλείας τοῦ Μιχαὴλ Η΄ Παλαιολόγου. Πολιτιστικὰ θεωρούμενες
της μνημόνευση, σταματήσει βιβλιογραφικὰ πλήρως77. Ἔκτοτε, κατὰ καὶ οἱ τρεῖς προαναφερόμενες ἱστορικὲς ἀντιστοιχήσεις -πρὸς τὶς
τὸ ἕνα της σκέλος, ἡ κύρια κατεύθυνση τῶν σχετικῶν μελετῶν γιὰ βασιλεῖες τῶν Μιχαὴλ Η΄, Ἀνδρονίκου Β΄ καὶ Μιλούτιν-, κινοῦνται
τὴν εὐρύτερη ἱστορικὴ ἢ πολιτιστικὴ δημιουργία τῆς ἱστορήσεως, σὲ ἕνα ποικίλο προ-ἀναγεννησιακὸ ἰδεολογικὸ πλαίσιο «δυτικῆς»
διὰ τοῦ Millet εἶναι προσανατολισμένη στοὺς χρόνους τῆς διοική- προοδευτικῆς προοπτικῆς, ἀσχέτως ἐὰν ἡ περὶ «Ἀναγεννήσεως» καὶ
σεως τῶν Σέρβων βασιλέων Στέφανου ΣΤ΄, Οὔρεση Β΄, Μιλούτιν. οἱ περισσότερες καίριες ἀπὸ τὶς ὑπόλοιπες ἐκτίμησεις δὲν παύουν
Κατὰ τὸ δεύτερο σκέλος της, τὸ ἴδιο μνημεῖο εὑρίσκεται ἱστορικὰ διαφόρως νὰ ἀμφιγνωμοῦνται ἀπὸ ἕνα κριτικὸ σκεπτικισμό, ὅπως
ἀντιστοιχούμενο μὲ τὴν περίοδο τῶν πρώτων Παλαιολόγων, ἀρχῆς ἀπὸ τὸ 1968 τοῦ Meyendorff84 τὸ 1969 τῆς Σωτηρίου85 τὸ 1974 τοῦ
γενομένης ἀπὸ τὸ 1881, ὅταν ὁ Σ. Λάμπρος (1851-1919) θεώρησε
«γνώμη ἀπιθανοτάτη» τὴν ἀξία τῶν μαρτυριῶν περὶ τὸν 16ο αἰώνα, 78
Λάμπρος, Ὁ Ἰησοῦς τοῦ Πανσελήνου, ὅ.π.
79
Th. Davidson, Reviews and book notices, Journal of Philology 2/8 (1881),
στὸ Volume Style· Ν. Ζάρρας, Ὁ Χριστὸς ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ, ΣΧΑΕ 22 σ. 507.
80
(2002), σ. 34-35· τοῦ ἰδίου, Ὁ Χριστὸς ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ, ΔΧΑΕ 28 (2007), Bayet, Notes sur le peintre byzantin Manuel Pansélinos, ὅ.π.
81
σ. 213-224· τοῦ ἰδίου, The Iconographical Cycle of the Eothina Gospel Λαμπάκης, Βυζαντινὴ Πινακοθήκη.
82
pericopes in churches from the reign of King Milutin, Ζograf 31 (2006- Brockhaus, Die Kunst in den Athos-Klöstern.
83
2007), σ. 98· Βασιλάκη, Υπήρξε Μανουήλ Πανσέληνος;· Vasilakeris, διά- Βλάχος, Ἡ Χερσόνησος τοῦ Ἁγίου Ὄρους, σ. 167-168.
84
φορες δημοσιεύσεις ἀνάμεσα στὰ 1999 καὶ 2010· Καρακατσάνη, Μία Meyendorff, Spiritual Trends in Byzantium, σ.62: «Wealthy dignitaries
τυχαία συνάντηση μὲ τὸν Διονύσιο· Milliner, Man or Metaphor? Ἐπίσης οἱ and humanists, and not the Hesychastes ascetics, had both the necessary
κύριες φωτογραφικὲς παρουσιάσεις τῆς ἱστορήσεως τοῦ Πρωτάτου, Σπ. means, the necessary interest, and the necessary taste to become the promoters
Λάμπρος, Ὁ Ἰησοῦς τοῦ Πανσελήνου μετὰ μιᾶς χρωματολιθογραφίας, of what is called the Palaeologan “renaissance”»· σ. 63-64: «This is true as
Παρνασσὸς 5.5 (1881), σ. 445-452· Georgievskij, Freski Panselina u Pro- least of Byzantine society taken as a whole. A few individuals appeared from
tate na Afone· G. Millet, Monuments de l’Athos, Paris 1927, πίν. 5-58· Γ. time who had some feeling of nostalgia for ancient «Hellas», but they could
Τσίμας- Π. Παπαχατζηδάκης, Τοιχογραφίαι Πρωτάτου Ἁγίου Ὄρους, Ἀθήνα never break through the walls of the Christian medieval, theocratic fortress of
1931, τ. Ι-IV· Π. Μυλωνᾶς, Τὸ Πρωτάτο τῶν Καρυών καὶ ὁ ζωγράφος Byzantine civilization. The result of this situation was an obvious lack of cre-
Μανουὴλ Πανσέληνος, Ημερολόγιο 1973 (ἔκδ. Εμπορικής Τράπεζας Ελ- ative vigor and organic outburst in what is called «Byzantine humanism». Ar-
λάδος)· Ν. Νικονάνος, Μανουὴλ Πανσέληνος. Ἡμερολόγιον τῆς Γενικῆς tificially imitating the language of Plato or of Demosthenes ordering very
Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος τοῦ 1981· Τσιγαρίδας, Μανουήλ Πανσέληνος: ὁ κο- costly copies of their writings, repeating their cosmological and methodological
ρυφαῖος ζωγράφος· Ταβλάκης, Μίνως, Ἱερὸς Ναὸς Πρωτάτου 2007-2008. ideas, these individuals were, at the same time, fervent followers of the unch-
76
Millet, Monuments de l’Athos· τοῦ ἰδίου, Les peintures de l’Athos, Revue angeable rites of the church under the same ancient writers were anathematized
Archeologique 26/5 (1927), σ. 274-278· τοῦ ἰδίου, L’art des Balkans et and occasionally were not reluctant to write very classical and orthodox theo-
Italie au XIII siècle, σ. 274-278, καὶ μὲ ἄλλες δημοσιεύσεις ἕως τὸ 1954. logical treatises, which had no direct connection with their humanistic inte-
77
F. Fichter, Wandmalereien der Athos-Klöster. Grundsätzliches zu den Planun- rests. These different and contradictory elements of Byzantine culture, put side
gen der Bildfolgen des 14-17. Jahrhunderts Berlin 1931, σ. 52· S. Bettini, La by side as in an encyclopedia without any real interested synthesis, could not
pittura bizantina, Firenze 1938, σ. 43· E. Wiegand, F. Dölger, Mönchsland give birth to a cultural revolution similar to the Italian Renaissance. The By-
Athos, Munich 1943, σ. 25· A. M. Gravgaard, Inscriptions of Old Testament zantine «renaissance» provoked slight changes in taste and in outlook. But the
Prophesies in Byzantine Churches, Copenhagen 1979, σ. 100· Ε. Aragonés, medieval patterns of mind were never really abandoned.»
85
La imagen del mal en el Roḿnico Navarro, Pamblona 1996, σ. 42. Σωτηρίου, Ἡ μακεδονικὴ σχολή, σ. 2.
BORBOUDAKHS tomos A1 meros_Layout 1 26/09/2016 1:51 μ.μ. Page 172

172 ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΕΜΜ. ΚΑΛΟΜΟΙΡΑΚΗΣ «ΠΡΩΤΑΤΟΥ ΙΣΤΟΡΗΣΙΣ»: ΕΙΚΟΝΑ ΑΡΧΕΤΥΠΗ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗ ΤΗΣ ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΤΑΣ 173
ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΙΕΡΟΚΟΣΜΙΚΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΟΓΡΑΦΙΑΣ

Χατζηδάκη86 τὸ 1980 τοῦ C. Mango87 τὸ 1984 καὶ 1990 τοῦ ὑπο- Καθὼς δὲν ἔχουν ἀκόμη ὁλοκληρωθεῖ οἱ ἀπαραίτητες ἐργασίες
γράφοντος88 τὸ 2000 τοῦ R. Cormack89 τὸ 2007 τοῦ Ε. C. Ryder90 συντηρήσεως, αἰσθητικῆς ἀποκαταστάσεως καὶ τελικῆς φωτογραφή-
καὶ τὸ 2012 τοῦ M. J. Milliner91. σεως τῆς ἱστορήσεως τοῦ Πρωτάτου, πρὸς τὸ παρὸν δὲν συμπερι-
Ἡ ἀφετηρία τοῦ συνόλου τῆς μελέτης τοῦ δοκιμίου, ὅπως προ- λαμβάνεται ἐδῶ μία νέα συνθετικὴ μελέτη τῆς τεχνοτροπίας καὶ τῆς
αναφέρθηκε, ἀνάγεται στὸ ἔτος 197292, ἐνῶ κατὰ τὸ 1982 ἔγινε ἡ εἰκονογραφίας τῶν ἀπεικονίσεων μὲ ἀναλυτικὴ ἀναφορὰ καὶ κριτικὴ
πρώτη διατύπωση τῶν ἀρχικῶν σχετικῶν συμπερασμάτων μέσα ὅσων δεδομένων ἔχουν ἐκτιμηθεῖ· παρὰ ταῦτα, περιέχεται μία πρώτη
ἀπὸ μία σειρὰ παρατηρήσεων93· σὲ ἕνα βαθμὸ οἱ παρατηρήσεις παραμετροποίηση τοῦ ἀντικειμένου τους. Ἡ μελλοντικὴ δημοσίευση
αὐτὲς τεκμηριώθηκαν ἀποσπασματικὰ στὸ διάστημα τῶν ἐτῶν τῆς μελέτης αὐτῆς θὰ συσχετισθεῖ καὶ μὲ τὸ ἀδημοσίευτο ἀρχεῖο τῆς
1984-199194 ἀλλὰ καὶ ἕως τὸ 201195, μὲ κύριο προσανατολισμὸ Μ. Σωτηρίου, κάτω ἀπὸ τὸν εὐρύτερο συντονισμὸ τοῦ ἐπὶ τιμῇ ἐφό-
παρατηρήσεις στὸ εἰκονογραφικὸ πρόγραμμα τῆς ἱστορήσεως τοῦ ρου ἀρχαιοτήτων Ἰ. Ταβλάκη, μὲ τὴν συμμετοχὴ τοῦ ὑπογράφοντος
Πρωτάτου καὶ διερευνήσεις περὶ τὸν λόγο τῆς δημιουργίας του σὲ καὶ ὁμάδας μελετητῶν μὲ ἐμπειρία στὴν τέχνη τοῦ Πρωτάτου.
συνάρτηση μὲ τὴν ἱστορία τῆς ἐποχῆς, στὸ πλαίσιο τῆς ὁποίας δη- Κατὰ τοὺς χρόνους περὶ τὸ 1982 ἡ παράδοση τῆς μυσταγωγικῆς
μιουργήθηκε. ἐμπειρίας τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς πνευματικότητας εἶχε προ-
ταθεῖ, ὅπως προαναφέρθηκε στὴν Εἰσαγωγή, ὡς ἕνας κύριος λόγος
86
Χατζηδάκης, Ἡ Ὕστερη Βυζαντινὴ Τέχνη, σ. 440 γιὰ τὸ ἱστορικὸ πλαίσιο ποὺ ὁδήγησε στὴν δημιουργία τῆς ἱστορή-
87
Mango, Βυζάντιο, ἡ αὐτοκρατορία, σ. 326-328. σεως τοῦ Πρωτάτου. Ὁ λόγος αὐτὸς εἶχε τότε ἀντιστοιχηθεῖ: α. τε-
88
Καλομοιράκης, Ἡ Ἐμπειρία τῆς Ἐσωτερικῆς, σ. 19· Καλομοιράκης, χνοτροπικά, μὲ τὸν ἰδιότυπο πραγματισμὸ που χαρακτηρίζει
Πρωτᾶτο, ἡ Ἔρευνα, τὸ Mνημεῖο, σ. 73-74, σημ. 1-2. πλευρὲς τῆς τέχνης τῆς ἱστορήσεως· β. πολιτικά, μὲ τὸ τέλος τῆς 1ης
89
R. Cormack, Byzantine Art, Oxford 2000, σ. 131.
90 δεκαετίας τῆς βασιλείας τοῦ λόγιου καὶ νηπτικοῦ αὐτοκράτορα
Ryder, Micromosaic Ιcons, σ. 101, σημ. 204.
91
«In a similar way the Manuel Panselinos tradition has infiltrated byzantine art Ἀνδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου, προσαγορευομένου τὸν καιρὸ ἐκεῖνο
history with Renaissance ideals (yet again) a dependence that has since required ὡς «Νέου Κωνσταντίνου»· γ. ἐκκλησιαστικά, μὲ τὴν 1η πατριαρχεία
art historians to erect the awkward scaffolding of Panselinos΄s historicity, de- τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου Α΄ (1289-1293)· δ. μὲ τὸ πολιτικὸ καὶ πνευ-
spite strong evidence to the contrary.»: Milliner, Man or Metaphor?, σ. 231. ματικὸ δόγμα τῆς ἀνασυγκροτήσεως ποὺ ἀπὸ κοινοῦ Ἀνδρόνικος
92
Ἡ μελέτη ἄρχισε ὡς φροντιστηριακὴ ἐργασία στὸ μάθημα τῆς Βυζαντινῆς
Β΄ καὶ ἅγιος Ἀθανάσιος Α΄ ἄρχισαν νὰ ἐφαρμόζουν, δόγμα «τῆς τῶν
Ἀρχαιολογίας στὸ Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο τῆς Θεσσαλονίκης. Ἡ σχε-
τικὴ ἀνάθεση εἶχε δοθεῖ τὸ Φθινόπωρο τοῦ 1972 ἀπὸ τὸν ἀείμνηστο κα- Ρωμαίων πραγμάτων μεταβολῆς» ποὺ χαρακτήρισε ὅλη τὴν μετέπειτα
θηγητὴ Στυλιανὸ Πελεκανίδη, σὲ περίοδο κατὰ τὴν ὁποία εἶχε ὡς βοηθοὺς ἰδιαίτερα μακρόχρονη βασιλεία τοῦ Ἀνδρονίκου Β΄· μία «μεταβολὴ»
τοὺς μετέπειτα καθηγητὲς κ.κ. Ἄννα Τσιτουρίδου καὶ Γ. Γούναρη. Ἡ πρώτη ἡ ὁποία κυρίως ἐπέτυχε σὲ ἐπίπεδο πολιτιστικῆς παραδόσεως, λό-
καταγραφὴ στὸ μνημεῖο ἔγινε στὶς 24 Δεκεμβρίου τοῦ 1972 (κατὰ τὸ πα- γιας μυσταγωγικῆς, παρὰ πολιτικῆς, μὲ καταγράψιμους τοὺς λόγους
λαιὸ ἡμερολόγιο), ὅταν Πρωτοεπιστάτης ἦταν ὁ μακαριστὸς σήμερα
τῆς ἐπιτυχίας ἕως καὶ τῆς ἀποτυχίας, μέχρι καὶ μιᾶς συνολικης ἀπο-
γέρων Κλεόνικος ὁ Ἰβηρίτης, ὅπως ἐπίσης ἐπιστάτες, ὁ γέρων Παρθένιος
Παντοκρατορινός, ὁ προηγούμενος Εὐγένιος Φιλοθεΐτης καὶ ὁ ἱερομόνα- τιμήσεως. Ὅπως, ἐπίσης προαναφέρθηκε στὴν Εἰσαγωγή, ἀπὸ τὸ
χος Χρυσόστομος Σιμωνοπετρίτης. Τότε τὸ διακόνημα τῆς λειτουργίας τοῦ 1968 ὁ J. Meyendorff εἶχε σημειώσει ὅτι μία ἀπὸ τὶς βασικὲς
ναοῦ τοῦ Πρωτάτου εἶχε ὁ μακαριστὸς γέρων Ἱερόθεος. πλευρὲς τῆς ἀρχιερατείας τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου Α΄ ἦταν ἑστιασμένη
93
Καλομοιράκης, Παρατηρήσεις ἐπάνω στὸ Volume Style, σ. 38-39· τοῦ στὴν «μυσταγωγικὴ πραγματικότητα» (Sacramental realism)96 τῆς ὀρθό-
ἰδίου, Παρατηρήσεις ἐπάνω στὶς τοιχογραφίες, σ. 3-7, ὅπου τὸ πλῆρες δοξης χριστιανικῆς «πνευματικότητας»97.
κείμενο τῆς ἀνακοινώσεως τοῦ 1982.
94
Καλομοιράκης, Ἡ Ἐμπειρία τῆς Ἐσωτερικῆς, σ. 19-32· τοῦ ἰδίου, Ἑρμη- Ἤδη ἀπὸ τὰ ἔτη 1982-1984 εἶχε κατασταλάξει μία συνειδητο-
νευτικὲς παρατηρήσεις, σ. 197-220· τοῦ ἰδίου, Πρωτᾶτο, ἡ Ἔρευνα, τὸ ποίηση ὅτι εἶχαν πλέον ἐξαντληθεῖ οἱ ὅποιες τεχνοτροπικὲς συσχετί-
Μνημεῖο, σ. 73-104· τοῦ ἰδίου, Ὁ Oἰκουμενικὸς πατριάρχης ἅγιος Ἀθα-
νάσιος A΄ καὶ ἡ διδασκαλία του, σ. 22-50.
95 96
Καλομοιράκης, Ἀναγέννησι ἢ Ἀνακαίνισι, σ. 125-176· τοῦ ἰδίου, Ἡ Ἱστό- Meyendorff, Spiritual Trends, σ. 58.
97
ρηση τοῦ Πρωτάτου· τοῦ ἰδίου, Πρόοδος καὶ Ἀνανέωση. Καλομοιράκης, Ἡ Ἐμπειρία τῆς Ἐσωτερικῆς.
BORBOUDAKHS tomos A1 meros_Layout 1 26/09/2016 1:51 μ.μ. Page 174

174 ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΕΜΜ. ΚΑΛΟΜΟΙΡΑΚΗΣ «ΠΡΩΤΑΤΟΥ ΙΣΤΟΡΗΣΙΣ»: ΕΙΚΟΝΑ ΑΡΧΕΤΥΠΗ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗ ΤΗΣ ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΤΑΣ 175
ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΙΕΡΟΚΟΣΜΙΚΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΟΓΡΑΦΙΑΣ

σεις μὲ βάση τὰ ἀνάμεσα στὰ ἔτη 1260- ναοὺς δειμάμενοι, ταύτας ἐστηλογράφησαν ... τοῦ γὰρ ζωγράφου ἡ τέχνη μόνον· ἡ
1294 διαθέσιμα σταθερά χρονολογημένα δὲ διάταξις πρόδηλον τῶν δειμαμένων ἁγίων πατέρων ...»
μνημεῖα. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, ἀπὸ τότε προ- Πρακτικὰ τῆς ἐν Νικαίᾳ
Ζ΄ οἰκουμενικῆς συνόδου 787 μ.Χ.100
έκυψε ἕνας προσανατολισμός, σύμφωνα
μὲ τὸν ὁποῖο ἡ ὅποια μελετητικὴ πρόοδος
Ἡ ἀποκατάσταση τῆς ἱστορήσεως101 βασίσθηκε κυρίως στὴν
ἔδειχνε ὅτι ἔπρεπε νὰ περάσει μέσα ἀπὸ
ἀνάπτυξη μιᾶς προτυποποιημένης μεθοδολογίας, ἡ ὁποία καθόρισε
μία μελετητικὴ διεύρυνση πρὸς ἄλλα δε-
τὴν ἀκριβῆ ὁρολογία ποὺ χρησιμοποιήθηκε γιὰ τὴν πρωτογενῆ
δομένα τοῦ ἴδιου τοῦ μνημείου, καὶ κυ-
ἀρχαιολογικὴ καταγραφὴ ἕως τὴν ἀποκατάσταση τῶν δεδομένων
ρίως τῆς τοπογραφικῆς διατάξεως τῆς
τῶν «ἀπεικονίσεων»102. Κυρίως ἡ μεθοδολογία αὐτὴ ἀξιοποίησε
θεματογραφίας τῶν εἰκόνων του98. Ἐν
γένει ἀπὸ τὰ ἔτη 1984-1989 εἶχε παρατη- 100
Τὴν Ζ΄ οἰκουμενικὴ συνοδο εἶχαν συγκαλέσει ὁ Ρωμαῖος αὐτοκράτωρ Κων-
ρηθεῖ ἀπὸ τὸν γράφοντα ὅτι εἰκαστικὰ δὲν σταντῖνος Δ΄ (780-797, περ. βίου: 771-802) καὶ ἡ μητέρα του αὐτοκρά-
προβάλλουν ἔντονα τὰ ἰδιαίτερα χαρακτη- τειρα Εἰρήνη ἡ Ἀθηναία (797-802, περ. βίου: 752-803). Ἡ συνέχεια τοῦ
ριστικὰ τοῦ μνημείου, ὥστε νὰ γίνωνται ἀποσπάσματος ἔχει ὡς ἑξῆς: «τὸ δὲ Χριστός, ὄνομα σημαντικόν ἐστι θεότητος
ἀμέσως κατανοητά· τότε εἶχε διαπιστωθεῖ καὶ ἀνθρωπότητος, τῶν δύο τελείων τοῦ σωτῆρος φύσεων· καὶ καθ’ ἣν ὡράθη
φύσιν, τὴν εἰκόνα αὐτοῦ οἱ Χριστιανοὶ ἀναζωγραφεῖν ἐδιδάχθησαν, ἀλλ’ οὐ καθ’
ὅτι αὐτὰ διέπονται ἀπὸ μία «εἰκαστικὴ ἀπο- ἥν ἀόρατος ἦν· αὐτὴ γὰρ ἀπερίγραπτος· Θεὸν γὰρ οὐδεὶς ἐώρακε πώποτε, εὐαγ-
φατικότητα»99 ἄμεσα βασιζόμενη στὴν «ἐμ- γελικῶς ἠκούσαμεν· τῇ ἀνθρωπίνῃ οὖν φύσει τοῦ Χριστοῦ ἀναζωγραφομένου
πειρία» τῆς «μυσταγωγικῆς πραγματικότητας». δῆλον ὅτι καθὼς ἡ ἀλήθεια ἒδειξε, κατὰ τὸ ὄνομα μόνον ὁμολογοῦσιν οἱ Χριστια-
νοῖ κοινωνεῖν τὴν ὁρωμένην εἰκόνα τῷ ἀρχετύπῳ καὶ οὐ κατὰ τὴν οὐσίαν.» Mansi,
13, 252b-d. Γιὰ τὴν σχετικὴ βιβλιογραφία βλ.: Τριανταφυλλόπουλος, Τέχνη
2. Ἡ ἀποκατάσταση τῆς ἱστορήσεως καὶ Λατρεία, σ. 30.
τοῦ Πρωτάτου 101
Βλ. τ. Α΄, κεφ. Α΄, ἑνότητα β. «Ἡ ἀποκατάσταση τῆς ἱστορήσεως». Ἡ μελε-
τητικὴ ἀποκατάσταση τοῦ ἀρχικοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀπεικονίσεων τῆς ἱστο-
Εἰκ. 3. «Οὐ ζωγράφων ἐφεύρεσις ἡ τῶν εἰκόνων ποί- ρήσεως ἔγινε δυνατὴ μετὰ τὴν δημοσίευση τοῦ Ἰ. Ταβλάκη, Ἱερὸς Ναὸς
Ὁ ἅγιος Κωνσταντῖνος ὁ Μέγας, λεπτομέρεια. ησις, ἀλλὰ τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας ἒγκριτος θε- Πρωτάτου 2007-2008. Ὁ Ἰ. Ταβλάκης ὡς Ἔφορος τῆς 10ης Ἐφορείας Βυ-
«Μανουὴλ Πανσέληνος», Καρυές, Πρωτᾶτο. Ὁ σμοθεσία καὶ παράδοσις ... μαρτυρεῖ δὲ αὐτὴ τῶν ζαντινῶν καὶ Μεταβυζαντινῶν Ἀρχαιοτήτων τοῦ Ἑλληνικοῦ Ὑπουργείου
ἅγιος εἰκονίζεται στηθαῖος· εὑρίσκεται στὴν 1η πραγμάτων ἡ ἀρχαιότης, καὶ ἡ τῶν πνευματοφόρων Πολιτισμοῦ καὶ Τουρισμοῦ, ὅπου ὑπάγεται ἡ προστασία καὶ τῶν χριστια-
ἀπὸ κάτω πρὸς τὰ ἄνω ζώνη τοῦ ἀνατολικοῦ πατέρων ἡμῶν διδασκαλία, ὅτι ὁρῶντες ταύτας ἐν νικῶν μνημείων τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἐξέδωσε τὸν σχετικὸ τόμο μὲ τὴ συ-
ἐσωραχίου τοῦ διαβατικοῦ πρὸς τὸ ΒΔ διάχωρο τοῖς σεπτοῖς ναοῖς ἠσμενίσαντο· καὶ αὐτοὶ σεπτοὺς νεργασία τοῦ Ν. Μίνου, Διευθυντῆ Συντήρησης Ἀρχαίων καὶ Νεωτέρων
τοῦ ναοῦ. Ἡ εἰκόνα εἶναι ἀμέσως ὁρατὴ γιὰ τὸν Μνημείων τοῦ προαναφερόμενου Ὑπουργείου, καὶ τοῦ Χ. Λιονῆ τοῦ Τμή-
εἰσερχόμενο στὸν ναὸ ἀπό τὴν βασίλειο πύλη ματος Συντήρησης Βυζαντινῶν καὶ Μεταβυζαντινῶν Ἀρχαιοτήτων καὶ μὲ
98
τοῦ δυτικοῦ τοίχου τοῦ κεντρικοῦ κλίτους. Ἔχει Ἀναλυτικὰ βλ. τ. Α΄, κεφ. Α΄, β. Ἡ ἀποκα- τὴν ὅλη ἐπίβλεψη τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος τοῦ Ἁγίου Ὄρους διὰ τοῦ Προ-
συσχετισθῇ μὲ τὸν Ἀνδρόνικο Β΄ Παλαιολόγο τάστασις τῆς ἱστορήσεως καὶ γ. Ἡ μυσταγωγικὴ έδρου τῆς Ἐπιτροπῆς Πρωτάτου, Γέροντα Βασιλείου Ἰβηρίτη.
καὶ τὴν πιθανὴ προσωπογραφία του, ὅταν ἦταν εἰκόνα τῆς ἱστορήσεως. 102
Στὸ δοκίμιο ὁ ὅρος δηλώνει κάθε εἰκαστικὴ σύνθεση ἡ ὁποία παριστᾷ
99
σὲ ἡλικία περίπου τριάντα ἐτῶν. «Τὰ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ τοῦ μνημείου ἕνα πλῆρες θέμα. Μία ἀπεικόνιση μπορεῖ νὰ ὁλοκληρώνεται σὲ μία πα-
δὲν προβάλλουν ἒντονα ὅπως εἶναι ὑπαγορευ- ραστατικὴ ἑνότητα στὸν χῶρο ἢ σὲ περισσότερες, ἀλλά πάντα στὸ ἴδιο ἐπί-
μένα ἀπὸ τὴν ἀποφατικότητα τῆς μυσταγωγικῆς πεδο ζώνης ἑνὸς τοίχου. Ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενο της κάθε ἀπεικόνισης
ἐμπειρίας τῆς λειτουργικῆς ζωῆς καὶ νηπτικῆς ἐντάσσεται σὲ μία ἀπὸ τὶς ἑξῆς 3 κατηγορίες κατὰ τὸ περιεχόμενό τους: α.
παραδόσεως· τὸ περιεχόμενό τους ἀποκαλύπτε- τὴν ἀφηγηματική, β. τὴν προσωπογραφικὴ καὶ γ. τὴν διακοσμητική. Κάθε
ται ὅσο δίνεται ἰδιαίτερη προσοχὴ καὶ ὑπάρχει ἀφηγηματικὴ καὶ προσωπογραφικὴ ἀπεικόνιση πάντοτε συνιστᾷ μία κατ’
ἀπορία γιὰ τὴν θέση, τὴν θεματογραφία καὶ ἔτος ἑορταζόμενη ἐκκλησιαστικὰ εἰκαστικὴ ἱστορία γεγονότος ἢ προσώ-
τὴν εἰκονογραφία τῶν παραστάσεων.» Καλο- που. Σχετικὰ βλ. τ. Α΄, κεφ. Α΄, Α2 ἡ ἀποκατάστασις τῆς ἱστορήσεως, ἡ
μοιράκης, Ἑρμηνευτικὲς παρατηρήσεις, σ. μεθοδολογία τῆς ἀποκαταστάσεως, ἡ τυποποίησις τῆς ὁρολογίας, καὶ τ.
214-215. Γ΄, π. Γ΄: λῆμμα «ἀπεικόνισις».
BORBOUDAKHS tomos A1 meros_Layout 1 26/09/2016 1:51 μ.μ. Page 176

176 ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΕΜΜ. ΚΑΛΟΜΟΙΡΑΚΗΣ «ΠΡΩΤΑΤΟΥ ΙΣΤΟΡΗΣΙΣ»: ΕΙΚΟΝΑ ΑΡΧΕΤΥΠΗ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗ ΤΗΣ ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΤΑΣ 177
ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΙΕΡΟΚΟΣΜΙΚΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΟΓΡΑΦΙΑΣ

σειρὰ δεδομένων τῶν ἀπεικονίσεων ἀπὸ τὴν ήθηκε ἰδιαιτέρως ἡ ἐφαρμογὴ διαφόρων ἐπιμετρήσεων ἐπὶ τῶν
«ἀρχιτεκτονικὴ» καὶ «τοπογραφική» τους θέση103 δεδομένων τῶν ἀπεικονίσεων, ὅπως ἐπίσης καὶ πολλαπλῶν στατι-
συσχετίζοντάς τα πρὸς δεδομένα τῆς «εἰκονο- στικῶν ὑπολογισμῶν, τόσο γιὰ τὴν διαμόρφωση μετρήσιμων συμ-
γραφίας» καὶ τῆς «θεματογραφίας» τους.104 περασμάτων ἐξ αὐτῶν, ὅσο καὶ γιὰ τὴν ἐπαλήθευση τῆς ἐγκυρότητός
Πέρα ἀπὸ τὴν προκαθορισμένη ὁρολο- τους, καθὼς ἀπὸ τὸν τεκμηριούμενο ἀρχικὸ ἀριθμὸ τῶν ἀπεικονί-
γία, στὴν ὁποία ἐφαρμόσθηκαν οἱ ἀρχὲς τῆς σεων δὲν σώζεται σήμερα τὸ σύνολό τους.
πολιτισμικῆς πληροφορικῆς γιὰ τὴν σύνταξη Ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴ τῆς προαναφερομένης μεθοδολογίας προ-
ἠλεκτρονικῶν θησαυρῶν ὅρων105 ἀξιοποι- έκυψε ὅτι ἡ ἱστόρηση πρέπει νὰ περιλάμβανε κατὰ τὸν ἀρχικό της
Eἰκ. 4. Ἡ ἀποκατάσταση τῆς ἱστορήσεως τοῦ σχεδιασμὸ ἕνα συνολικὸ ἀριθμὸ τετρακοσίων εἴκοσι δύο (422)
Πρωτάτου. 103
Ἡ «ἀρχιτεκτονικὴ θέση» παραπέμπει σὲ ἑνότητες ἀπεικονίσεων, ἀπὸ τὶς ὁποῖες σήμερα σώζονται οἱ τριακόσιες ἑξῆντα
χώρων τοῦ ναοῦ, ἐνῶ ἡ «τοπογραφικὴ θέση» σὲ (360) (τὸ 85% ὅλων), ἐνῶ δὲν σώζονται ἑξῆντα δύο (62) ἀπὸ τὶς
ἐπιφάνειες τῆς τοιχοποιίας ὅλων τῶν πλευρῶν ἀρχικὲς (τὸ 15%) (εἰκ. 4). Παράλληλα ἔχει προκύψει ὅτι ἀπὸ τὸν
κάθε χώρου, ὅπως αὐτὸς εἶναι διαχωρισμένος συνολικὸ ἀρχικὸ ἀριθμὸ (422), μία ἑνότητα, σωζομένων ἢ μή, τρια-
σὲ ἐπάλληλες ζῶνες. Βλ. ὁμοίως καὶ τ. Γ´,
κοσίων ἐνενῆντα μιᾶς ἀπεικονίσεων (391) (τὸ 93%) ἦταν «εἰκόνες»
π. Γ´: λήμματα, «ἀρχιτεκτονικὴ θέσις», «τοπογρα-
φικὴ θέσις». μὲ ἱστορικό, «ἀφηγηματικὸ» ἢ «προσωπογραφικὸ» θεματολόγιο, βασι-
104
Κρίθηκε ἀπαραίτητη ἡ διάκριση τῆς θεματο- σμένο στὴν Βίβλο καὶ τὸ Συναξάριο τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἀπὸ
γραφίας ἀπὸ τὴν εἰκονογραφία, ἐπειδὴ σὲ περι- τὸν ἴδιο συνολικὸ ἀρχικὸ ἀριθμό (422), ὁ ὑπολοιπόμενος ἀριθμὸς
πτώσεις σωζόμενων ἀπεικονίσεων ἡ μὲν τῶν τριάντα μιᾶς ἀπεικονίσεων (31) ἀφορᾶ σὲ «ἀπεικονίσεις διακο-
εἰκονογραφία σώζεται πλήρως, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ
σμητικές» (τὸ 7%) (εἰκ. 5). Ὡς πρὸς τὰ ἐπὶ μέρους τους, ἀποδελτιώ-
νὰ ταυτισθεῖ θεματογραφικὰ τὸ ἱστορούμενο
Eἰκ. 5. Ἱστορικὲς ἀπεικονίσεις-εἰκόνες. γεγονὸς ἢ πρόσωπο, π.χ. ἑνὸς εἰκονιζομένου νοντας τὰ δεδομένα τοῦ συνολικοῦ ἀριθμοῦ τῶν τετρακοσίων εἴκοσι
ἁγίου, γιὰ τὸν ὁποῖο ὅμως κατὰ τὰ ἐνδυματολο- δύο ἀπεικονίσεων (422), ἐκτὸς ἀπὸ τὶς τριάντα μία (31) «διακοσμη-
γικά του δεδομένα τεκμηριώνεται ὅτι πρόκειται
γιὰ Μάρτυρα ἢ Ἱεράρχη. Ἐπίσης συμβαίνει σὲ Οἱ τρεῖς «παράμετροι» εἶναι οἱ ἑξῆς: α. «ἑορτολογική», β. «τοπογραφική», γ.
ἄλλες περιπτώσεις ἀπεικονίσεων ποὺ δὲν σώ- «ἀρχιτεκτονική». Τὰ ἑπτὰ «κριτήρια» εἶναι τὰ ἑξῆς: α. «εἰκονογραφικῆς συνά-
ζονται, νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ταύτιση τῆς εἰκονογρα- φειας ζώνης», β. «εἰκονογραφικῆς ἀναγνώρισης», γ. «ἁρμονικῆς ἀντιστοιχίας
φίας ἢ καὶ τῆς θεματογραφίας. Περιπτώσεις εἰκονογραφίας χώρων», δ. «τοπικῆς εἰκονογραφίας χώρου», ε. «ἁγιολογικῆς
ταυτίσεως θεματογραφίας καὶ εἰκονογραφίας μὴ ἐντάξεως», ς. «ἀμφίβολης ταυτίσεως», ζ. «λειτουργικῆς συνάφειας χώρου». Μετὰ
σωζόμενων εἰκόνων ἀποτελεῖ ἡ εἰκόνα τοῦ τὴν ἀναγραφὴ τοῦ θέματος ἀκολουθεῖ σὲ παρένθεση ἡ μία ἀπὸ τὶς πέντε
Ἀδάμ πρὸ τῆς Εὔας ἀνάμεσα στοὺς θεοπάτορες διαφορετικὲς ἐνδείξεις ποὺ δηλώνουν τὴν ποιότητα τῆς ταυτίσεως τοῦ
ἢ ἀπὸ τὸν κύκλο τοῦ Δωδεκαόρτου οἱ εἰκόνες θέματος ἢ τῆς εἰκονογραφίας τῶν ἀπεικονίσεων, γιὰ τὶς σωζόμενες (1),
τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, τῆς Ἐγέρσεως του Λαζάρου (1α), (1β), (1γ) καὶ γιὰ τὶς μὴ σωζόμενες (2), (2α), (2β), (2γ), μὲ προκα-
Eἰκ. 6. Ἡ θεματογραφία τῶν ἀπεικονίσεων.
καὶ τῆς Βαϊοφόρου, χωρὶς βεβαίως νὰ εἶναι καὶ θορισμένη τὴν σημασιολογία ἑκάστης· ὅταν δὲν ταυτίζεται ἡ θεματογρα-
γνωστὴ ἡ ἐπὶ μέρους τυπολογία τῆς εἰκονογρα- φία δινεται ἡ εἰκονογραφικὴ ταύτιση· ἡ περίπτωση αὐτὴ ἀφορᾶ ὄχι μόνο
φίας κάθε μιᾶς ἀπὸ τὶς μὴ σωζόμενες εἰκόνες. μὴ σωζόμενες ἀπεικονίσεις, ἀλλὰ καὶ σωζόμενες. Οἱ δέκα «Δεῖκτες» εἶναι
105
Γιὰ τὴν ἀποκατάσταση ἐφαρμόσθηκε μεθοδολο- οἱ ἑξῆς: α. «διατηρήσεως», β. «ἐντάξεως Χώρου», γ. «ἐντάξεως Ζώνης», δ.
γία βασιζόμενη στὶς ἀρχὲς τῆς πολιτισμικῆς «Ἐκκλησιολογικῆς Ἀναφορᾶς», ε. «Εἰκονογραφικοῦ Κύκλου», ς. «Παρεκκλίσεως
πληροφορικῆς μὲ προκαθορισμένη τὴν κατὰ Κύκλου», ζ. «Θεματογραφίας», η. «Ἱστορικῆς Ἀναφορᾶς», θ. «Γεωγραφικῆς Πε-
περίπτωση σημασιολογία τῶν χρησιμοποιουμέ- ριοχῆς», ι. «Εἰκονογραφικῆς Ἀναφορᾶς». Παράλληλα καταρτίσθηκαν κατά-
νων ὅρων. Παράλληλα προκαθορίσθηκαν γιὰ λογοι καὶ πίνακες δεδομένων τῶν ἀπεικονίσεων ποὺ παρουσιάζουν τὶς
τὴν ἀποτίμηση κάθε «ἀπεικονίσεως», τρεῖς «πα- ἀριθμήσεις, τὶς στατιστικὲς καὶ τὶς ἐπιμετρήσεις τῶν δεδομένων τῶν ἀπει-
ράμετροι ταυτοποιήσεως θέματος καὶ εἰκονογρα- κονίσεων. Ὁ ἀριθμὸς τῶν καταρτισμένων διαφόρων πινάκων ὑπερβαίνει
φίας», ἑπτὰ «κριτήρια ταυτοποιήσεως» θέματος καὶ τὸν ἀριθμὸ τῶν χιλίων περιπτώσεων. Ὅλα τὰ παραπάνω δεδομένα θὰ
εἰκονογραφίας καὶ δέκα «δεῖκτες ἐπιμετρήσεως». περιέχονται σὲ συνημμένο ψηφιακὸ δίσκο.
Εἰκ. 7. Ἡ ταύτιση τῶν ἀπεικονίσεων.
BORBOUDAKHS tomos A1 meros_Layout 1 26/09/2016 1:51 μ.μ. Page 178

178 ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΕΜΜ. ΚΑΛΟΜΟΙΡΑΚΗΣ «ΠΡΩΤΑΤΟΥ ΙΣΤΟΡΗΣΙΣ»: ΕΙΚΟΝΑ ΑΡΧΕΤΥΠΗ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗ ΤΗΣ ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΤΑΣ 179
ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΙΕΡΟΚΟΣΜΙΚΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΟΓΡΑΦΙΑΣ

τικὲς» ἀπεικονίσεις, ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν ὑπο- φατικὸ εἰκαστικὸ τρόπο ἔχει τοποθετηθεῖ ἔτσι ὥστε νὰ ἱστορεῖ τὴν
λειπόμενων τριακοσίων ἐνενῆντα μία (391) ἐπικαιρότητα τῶν χρόνων τῆς δεκαετίας 1280-1290, ἀπὸ τὸ ὁλο-
«ἱστορικῶν ἀπεικονίσεων-εἰκόνων», οἱ πενῆντα καύτωμα τοῦ Πρωτάτου ἕως τὸ δόγμα τῆς «ὡς πρὶν συγκροτήσεως» τοῦ
πέντε (55) σχεδιάσθηκαν ὡς «ἀφηγηματικὲς» Ἀνδρονίκου Β΄, ὑποστηριζόμενο ἀπὸ τὴν «μυσταγωγικὴ πραγματικό-
(14%) καὶ τριακόσιες τριάντα ἕξι (336) ὡς τητα» ποὺ τότε τόνιζαν οἱ ἅγιοι Νικηφόρος, Ἀθανάσιος Α΄ καὶ Θεό-
«προσωπογραφικὲς» (τὸ 86%) (εἰκ. 6), ὅλες σὲ ληπτος.
θεματογραφικὸ συσχετισμὸ μὲ τὶς κατ’ ἔτος τι- Συνοπτικὰ ἐπισκοποῦντες τὴν «παράζευξη» τῆς τοπογραφικῆς
Εἰκ. 8. Ἡ Μυσταγωγικὴ διάταξη τῶν μώμενες ἑορτὲς κατὰ τὸ συναξάριο τῆς διατάξεως τοῦ μυσταγωγικοῦ κανόνα που ἐκπροσωπεῖ ἡ προαναφε-
εἰκόνων καὶ οἱ παρεκκλίσεις ἀπὸ αὐτή. Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καὶ σὲ ρόμενη εὐρύτερη ὁμάδα τῶν εἰκόνων (376) πρὸς τὴν ἐξέλιξη τῆς
σχέση μὲ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴν Βίβλο, Πα- Θείας Λειτουργίας106 διακρίνονται οἱ ἀκόλουθοι ὀκτὼ τοπογραφικοὶ
λαιὰ καὶ Καινή Διαθήκη. Μὲ ἰσχυρὴ βεβαιότητα ἔχει τεκμηριωθεῖ κύκλοι: α. τῶν Προεικονίσεων μὲ τρεῖς εἰκόνες107 β. ὁ Δογματικός
τὸ 100% τῆς εἰκονογραφίας καὶ τὸ 83% τῆς θεματογραφίας ἀπὸ τὶς μὲ τέσσερεις εἰκόνες108 γ. τῶν Προσωπογραφικῶν μὲ τριακόσιες
τετρακόσιες εἴκοσι δύο ἀρχικὲς ἀπεικονίσεις· τοῦτο σημαίνει ὅτι τριάντα ἐννέα εἰκόνες109 δ. τοῦ Βίου τῆς Θεοτόκου μὲ δύο εἰκόνες110
ἀπὸ τὶς ἀρχικὲς ἀπεικονίσεις, μόνο γιὰ τὶς τριακόσιες σαράντα ἐννέα ε. τοῦ Δωδεκαόρτου μὲ δώδεκα εἰκόνες111 ς. τῶν Δεσποτικῶν Πα-
(349) ταυτίζεται ἡ θεματογραφία τους (εἰκ. 7). Τὸ μέγιστο ποσοστὸ θῶν μὲ δεκατρεῖς εἰκόνες112 ζ. τῆς Πεντηκοστῆς μὲ ἐννέα εἰκόνες113
τοῦ θεματογραφικοῦ χάσματος ἐντοπίζεται στὶς παρὰ τὴν στέγη, ὑψη-
106
λότερες ζῶνες τῆς ἱστορήσεως. Ἐλεγχόμενα στατιστικά, τὰ ὑφιστά- Βλ. τ. Α΄, κεφ. Α΄, ἑνότητα β, «Ἡ ἀποκατάστασις τῆς ἱστορήσεως».
107
Α. Ἡ Βάτος, β. Ἡ Κλῖμαξ τοῦ Ἰακώβ,γ. Ἡ Σκηνὴ τοῦ Μαρτυρίου.
μενα θεματογραφικὰ χάσματα δὲν εἶναι ἱκανὰ στὸν ἀριθμό, ὥστε νὰ 108
Α. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, Ἔνθρονος Παντοκράτωρ, β. Τὸ Ἅγιον Μανδήλιον,
ἀνατρέψουν διάφορα γενικὰ εἰκονογραφικά, ἱστορικὰ ἢ γεωγραφικὰ γ. Ἡ Θεοτόκος Ἔνθρονη Βρεφοκρατοῦσα, δ. Ἡ Πλατυτέρα.
συμπεράσματα ποὺ ἔχουν ἐξαχθεῖ. 109
Α. Τῶν Ἀρχαγγέλων (2), β. τοῦ τιμίου Προδρόμου καὶ πάντων τῶν ἁγίων
Κρίνοντας ἀπὸ τοὺς ἐπὶ μέρους θεματικοὺς κύκλους ποὺ δια- Προφητῶν καὶ Προπατόρων (69), γ. τῶν ἁγίων Ἀποστόλων (12)· δ. τῶν
μορφώνει ἡ τοπογραφικὴ διάταξη τῆς θεματογραφίας τῶν ἀπει- μεγάλων Ἱεραρχῶν καὶ οἰκουμενικῶν Διδασκάλων (60), ε. τῶν Διακόνων,
Μαρτύρων καὶ Μεγαλομαρτύρων (156), ϛ. τῶν Ὁσίων καὶ θεοφόρων Πα-
κονίσεων-εἰκόνων, ὁ μέγιστος ἀριθμὸς τῶν τριακοσίων ἑβδομῆντα
τέρων (29), ζ. τῶν ἁγίων Ἀναργύρων καὶ Θαυματουργῶν (10), η. Πάντων
ἕξι (376) εἰκόνων (τὸ 96%) δὲν ἔχει τοποθετηθεῖ κατὰ χρονικὴ δια- τῶν Ἁγίων (1)· θ. τῶν συγγραψάντων τὴν Θεία Λειτουργία, κυρίως ἁγίων
δοχή, ἀλλὰ ἡ διάταξή τους διαμορφώνει ὀκτὼ εὐρύτερους θεματι- Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου καὶ Μεγάλου Βασιλείου (μνημονευομένων καὶ
κοὺς τοπογραφικοὺς κύκλους, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴν σειρά τους συνιστοῦν στοὺς μεγάλους Ἱεράρχες). Ἂν καὶ ὁ ναὸς τοῦ Πρωτάτου ἱστορήθηκε ὡς ὁ
ἕνα διαχρονικὸ εἰκαστικὸ μυσταγωγικὸ «κανόνα». Οἱ ὑπολειπόμενες καθεδρικὸς τῆς μοναχικῆς Ἁγιορειτικῆς Πολιτείας, ἐκ τῶν διακοσίων
πενῆντα ἕξι ἀπεικονίσεων τῶν ἁγίων τῆς ἀποστολικῆς περιόδου, οἱ εἴκοσι
δεκαπέντε εἰκόνες (15) (τὸ 4% τῶν 391) ἐντοπίσθηκε ὅτι κατὰ τὴν
ἑννέα ἱστορούμενοι Ὅσιοι ἐκπροσωποῦν μόνο τὸ 11% τοῦ συνόλου, μὲ
θεματογραφία τους παρεκκλίνουν τῆς τοπογραφικῆς ἐντάξεως, σὲ τὸν ἀριθμὸ τῶν Ὁσίων στὸ ἱστορούμενο ἁγιολόγιο, ἀσχέτως τῆς προβε-
σχέση πρὸς τὸν προαναφερόμενο «κανόνα» ὅπου εἶναι ἐνταγμένες οἱ βλημένης θέσεώς τους, νὰ μὴν ἀλλοιώνει τὴν γενική του οἰκονομία.
110
ὑπόλοιπες (οἱ 376 τῶν 391) (εἰκ. 8). Κατὰ τὴν μελέτη τῶν χαρακτη- Τὸ Γενέσιον τῆς Θεοτόκου καὶ τὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου.
111
ριστικῶν ποὺ διαχωρίζουν τὶς δύο αὐτὲς ὁμάδες τῶν εἰκόνων, ἡ Α. Ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου, β. ἡ Γέννησις τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, γ. ἡ
Ὑπαπαντή, δ. ἡ Βάπτισις, ε. ἡ Μεταμόρφωσις, ϛ. ἡ Ἔγερσις τοῦ Λαζάρου,
μεγαλύτερη ὁμάδα τῶν 376 εἰκόνων συνδέεται μὲ ἄξονα τὸν
ζ. ἡ Βαϊοφόρος, η. ἡ Σταύρωσις, θ. ἡ Κάθοδος στὸν Ἅδη, ι. ἡ Ἀνάληψις,
μυσταγωγικό τους ἀκριβῆ συσχετισμὸ πρὸς τὴν διαχρονικότητα τῆς ι. ἡ Πεντηκοστή, ιβ. ἡ Κοίμησις τῆς Θεοτόκου.
τελέσεως τῆς Θείας Λειτουργίας. Οἱ ὀκτὼ εἰκονογραφικοὶ κύκλοι ποὺ 112
Α. Ὁ Μυστικὸς Δεῖπνος, β. ὁ Νιπτήρ, γ. ἡ Διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ
συναπαρτίζουν τὴν ὁμάδα τῶν εἰκόνων αὐτῶν, βρέθηκε ἐπακριβῶς μετὰ τὸν Νιπτῆρα, δ. ἡ Ἱερὰ Προσευχὴ στὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν, ε. ἡ Προδο-
συναρμοζόμενη πρὸς τὶς τρεῖς διαδοχικὲς ἑνότητες διὰ τῶν ὁποίων σία τοῦ Ἰούδα, ς. ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς πρὸ τοῦ Ἄννα καὶ τοῦ Καϊάφα, ζ. ἡ
Ἀπόνιψις τοῦ Πιλάτου, η. ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς Ἑλκόμενος, θ. ἡ Ἀνάβασις τοῦ
ἐξελίσσεται ὅλη ἡ τελούμενη Μυσταγωγία. Ἀντίστοιχα ἡ μικρότερη
Ἰησοῦ Χριστοῦ στὸν Σταυρό, ι. ὁ Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας στὸν Πιλᾶτο,
ὁμάδα τῶν δέκα πέντε εικόνων ἔχει ἐντοπισθεῖ ὅτι κατὰ ἕναν ἀπο- ια. ἡ Ἀποκαθήλωσις, ιβ. ὁ Ἐπιτάφιος Θρῆνος, ιγ. Ἡ Ψηλάφησις τοῦ Θωμᾶ.
BORBOUDAKHS tomos A1 meros_Layout 1 26/09/2016 1:51 μ.μ. Page 180

180 ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΕΜΜ. ΚΑΛΟΜΟΙΡΑΚΗΣ «ΠΡΩΤΑΤΟΥ ΙΣΤΟΡΗΣΙΣ»: ΕΙΚΟΝΑ ΑΡΧΕΤΥΠΗ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗ ΤΗΣ ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΤΑΣ 181
ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΙΕΡΟΚΟΣΜΙΚΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΟΓΡΑΦΙΑΣ

καὶ η. τῆς Λογικῆς Θυσίας ἕως τῆς Θείας Εὐχαριστίας μὲ δύο εἰκό- ράλληλο πρὸς τὴν ἐκκλησιαστικὴ ὑμνογραφία, ὅπου στὸ τέλος κάθε
νες, τοῦ Μελισμοῦ καὶ τῆς Θείας Μεταλήψεως114. ἑορτῆς προαναγγέλεται ἡ ἀντίστοιχη ἑπόμενή της.
Σε σχέση μὲ τὴ Θεία Λειτουργία ἀντιστοιχοῦν: Ἐν τέλει ἡ διάταξη τῶν εἰκόνων στὴν ἱστόρηση τοῦ Πρωτάτου,
1. Στὴν Ἀκολουθία τῆς Ἁγίας Προθέσεως: α. ὁ κύκλος τῶν φθάνει γιὰ πρώτη φορὰ μὲ περισσὴ ἀκρίβεια νὰ ἐπεξηγεῖ σὲ ὅ,τι
Προεικονίσεων, β. ὁ δογματικὸς κύκλος περὶ τὴν «θεανδρικότητα» παρέπεμπε ὁ σχετικὸς δογματισμὸς τῆς ἐν Νικαίᾳ Ζ΄ οἰκουμενικῆς
τοῦ προσώπου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν «Θεομητορικότα» τῆς Παρ- συνόδου (787 μ.Χ.), ὅταν θεσμοθετοῦσε ὅτι ἦταν ἔργο τῆς «ἐπινοίας
θένου Μαρίας, γ. ὁ κύκλος τῶν προσωπογραφικῶν ἀπεικονίσεων, τῶν πνευματοφόρων πατέρων» μυσταγωγικὰ συναρτημένο πρὸς «τὰς θε-
σὲ πλήρη ἀντιστοιχία πρὸς τὶς μερίδες τῶν ἐννέα ἀγγελικῶν ταγμά- αποδέκτους αὐτῶν εὐχὰς καὶ ἀναιμάκτους θυσίας», ἡ «στηλογράφησις τῆς
των ποὺ μνημονεύονται στὴν ἀκολουθία τῆς Ἁγίας Προσκομιδῆς. διατάξεως τῶν εἰκόνων ἐν τοῖς σεπτοῖς ναοῖς» ποὺ ἔκτιζαν, καὶ ὄχι ἔργο
2. Στὴν Θεία Λειτουργία τῶν Κατηχουμένων παραπέμπουν: α. ὁ κύ- «τῆς τέχνης τοῦ ζωγράφου».
κλος τοῦ Βίου τῆς Θεοτόκου Μαρίας, β. ὁ κύκλος τοῦ Δωδεκαόρ-
του115 ποὺ ἀμφότεροι ἀντιστοιχοῦν στὴν ἑνότητα τῆς Μικρᾶς
Εἰσόδου, συνιστῶντας ἕνα εἰκαστικὸ συνοπτικὸ Εὐαγγέλιο ἀπὸ Κύρια Ἐπιλεγόμενα
ἀρχῆς ἕως τέλους τῆς Εὐαγγελικῆς περιόδου ποὺ ἀρχίζει καὶ ὁλο-
κληροῦται διὰ τοῦ βίου τῆς Θεοτόκου (Γέννηση, Κοίμηση), ἀντι- «Τὰ ἐπὶ τῇ φιλανθρωπίᾳ τοῦ Ἰησοῦ καταφασκόμενα, δύναμιν ὑπεροχικῆς ἀπο-
στοιχῶντας εἰκαστικὰ πρὸς τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ ὁ ἱερεὺς ἀνακρατᾶ φάσεως ἒχοντα». (Γαΐῳ θεραπευτῇ, ἐπιστολὴ 3η, PG 3, 1072Β)
κατὰ τὴν Μικρὰ Εἴσοδο. 3. Στὴν Θεία Λειτουργία τῶν Πιστῶν ἀντι- Ἅγιος Διονύσιος Ἀρεοπαγίτης
στοιχοῦν οἱ ἀκόλουθοι κύκλοι κατὰ τὴν ἐξέλιξή της: α. στὴν Μεγάλη
Εἴσοδο παραπέμπει ὁ κύκλος τῶν Δεσποτικῶν Παθῶν· β. στὴν Μυ- Ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν θεματογραφικὰ ταυτισμένων μορφῶν ἁγίων
σταγωγία τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς ὡς Λειτουργικῆς Πεντηκοστῆς ἀντι- τῆς ἱστορήσεως, ἐντοπίζεται ὅτι συγκεκριμένες ὁμάδες διαφόρως
στοιχεῖ ὁ κύκλος τῆς Πεντηκοστῆς· γ. στὴν ἑνότητα τῆς Λογικῆς ἐξηγοῦν καὶ τὸν λόγο τῆς δημιουργίας τοῦ μνημείου. Ἡ προβολὴ
Θυσίας ἕως τῆς Θείας Εὐχαριστίας ἀντιστοιχοῦν οἱ εἰκόνες τοῦ «Με- τῶν ἁγίων παραπέμπει εὐθέως στὰ κύρια πρότυπα τοῦ βίου πρὸς
λισμοῦ» καὶ τῆς «Θείας Μεταλήψεως». Ἀνάμεσα στοὺς κύκλους ποὺ μίμησιν, ποὺ διαχρονικῶς πρεσβεύει ἡ ὀρθόδοξη πολιτογραφία,
ἱστοροῦν τὴν εὐαγγελικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, παρατηρεῖται τονίζοντας τὴν ἕως μαρτυρικῆς θυσίας τήρηση τῆς ἀρετῆς τῆς ἀκρί-
ὅτι συγκεκριμένες ἀπεικονίσεις ὑπάρχουν ὡς «γέφυρες» ἱστορικῆς βειας στὸν βίο τους. Οἱ ἐντοπιζόμενες ποικίλες ἰδιαιτερότητες δὲν
καὶ λειτουργικῆς μεταβάσεως ἀπὸ κύκλο σὲ κύκλο, ὡς εἰκαστικὸ πα- δείχνουν ὅτι ὑπάρχουν μόνο σὲ «παράζευξι» πρὸς τὶς εὐρύτερες
κατηγοριοποιήσεις ποὺ ἀφοροῦν στὴν διαχρονικὴ «πατερικὴ ἐπίνοια»
113
Α. Τὸ Χαίρετε τῶν Μυροφόρων, β. ἡ Ἴασις τοῦ Παραλυτικοῦ ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ περὶ τὴν ἱεροκοσμικὴ παράδοση καὶ μυσταγωγικὴ πραγματικότητα
Χριστό, γ. ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς στὸν Ναό, δ. ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ ἡ Σαμαρεί- τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας· οἱ ἴδιες μορφὲς προ-
τιδα, ε. ἡ Ἴασις τοῦ Τυφλοῦ ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ς. ἡ ἐκδίωξις τῶν Ἐμπό- κύπτει ὅτι ἐπίσης διευκρινίζουν εἰκαστικὰ καὶ τὴν περὶ τὸ 1290
ρων ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ζ. ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἐν Ἑτέρᾳ Μορφῇ, η. τὸ ἐπίκαιρη πατερικὴ ἢ λόγια «ὑπόνοια», ἀπηχῶντας τὴν τότε δρομο-
Δεῖπνο στοὺς Ἐμμαούς, θ. ἡ Ἴασις τοῦ Ξηρὰν Ἔχοντος τὴν Χεῖρα.
114
λογοὺμενη «ἀνακεφαλαίωσι», «ὡς πρὶν συγκρότησι» καὶ μία πλήρη
Ἀντί τοῦ καθιερωμένου ὅρου «Θεία Κοινωνία» χρησιμοποιεῖται ὁ ὁρος «Θεία
Μετάληψις» ὡς ἀκριβέστερη διατύπωση, καθὼς στὸ συγκεκριμένο λειτουρ- ἐλπίδων «ἐπὶ τὰ κρείττω μεταβολὴ» γιὰ μία «ἀνανέωσιν» τῆς ἐννιακο-
γικὸ γεγονὸς προηγεῖται καὶ ἕπεται ἀντίστοιχη ἀκολουθία τῆς «Θείας Με- σίων ἑξήντα χρόνων ἐν Χριστῷ πίστεως καὶ ἀρχῆς τῶν Ῥωμαίων
ταλήψεως». στὴν Κωνσταντινούπολη (330-1290).
115
Ὅπως βάσει ὑμνογραφικῶν καὶ εἰκονογραφικῶν δεδομένων στὸ δοκίμιο Στὴν ἱστόρηση τοῦ Πρωτάτου, μὲ βάση τὰ ἐκ τῆς καταγωγῆς τῶν
τεκμηριώνεται, ὁ κατὰ τὰ ἄλλα ἀμφισβητούμενος στὶς ἡμέρες μας κύκλος ἱστορουμένων ἁγίων συναξαριακὰ δεδομένα, τὸ ὑπερκείμενο νέφος
τοῦ Δωδεκαόρτου, κατὰ τὸν συγκεκριμενο κανόνα τοῦ Πρωτάτου, πρέπει
αὐτῶν εὑρίσκεται νὰ ὁριοθετεῖ μία εὐρεῖα γεωγραφικὴ ἔκταση ἐκτει-
νὰ διαμορφώθηκε ἀνάμεσα στὰ τέλη τοῦ 10ου μὲ ἀρχὲς τοῦ 11ου αἰῶνος.
Βλ τ. Α΄, κεφ. Α΄, ἑνότητα Α.2.2.β. Ἡ εὐαγγελικὴ περίοδος καὶ παράδοση νόμενη ἀπὸ τὴν Ἰταλία, τὴν Χερσόνησο τοῦ Αἵμου, τὴν Σκυθία ἕως
τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ κύκλος τῶν Δώδεκα ἑορτῶν. τὴν Περσία καὶ τὴν δυτικὴ Ἰνδία και τέλος τὴν βορειοανατολικὴ
BORBOUDAKHS tomos A1 meros_Layout 1 26/09/2016 1:51 μ.μ. Page 182

«ΠΡΩΤΑΤΟΥ ΙΣΤΟΡΗΣΙΣ»: ΕΙΚΟΝΑ ΑΡΧΕΤΥΠΗ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗ ΤΗΣ ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΤΑΣ 183


ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΙΕΡΟΚΟΣΜΙΚΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΟΓΡΑΦΙΑΣ

πλευρὰ τῆς Ἀφρικῆς. Στὴν οἰκουμένη αὐτὴ χὼρα κατὰ 54% ὑπερι-
σχύουν ἅγιοι μὲ καταγωγὴ ἀπὸ τὶς περιοχὲς περὶ τὸ ἀρχιπέλαγος
τοῦ Αἰγαίου. Ἀντίστοιχα πρὸς τὰ κείμενα τῆς ἴδιας ἐποχῆς ἡ περιοχὴ
αὐτὴ ἀντιμετωπιζόταν ὡς ὁ μητροπολιτικὸς χῶρος τῆς ἱστορούμενης
στὸ Πρωτᾶτο ὀρθόδοξης χριστιανικῆς οἰκουμένης· μιᾶς οἰκουμένης
ἡ ὁποία ἀπὸ τὸν 4ο ἕως καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 14ου αἰῶνος ἐντοπίζεται
μὲ κέντρο της τὴν Κωνσταντινούπολη, «οἴκοθεν» καταγραφόμενη ὡς
«δεσμὸς» ἢ «σύνδεσμος» ἀνατολῆς καὶ δύσεως, βορρᾶ καὶ νότου. Στὴν
Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως παραπέμπει τὸ 60% τῶν συλ-
λειτουργούντων οἰκουμενικῶν διδασκάλων στὶς κόγχες τῆς Προθέ-
σεως, τοῦ Ἁγίου Βήματος καὶ τοῦ Διακονικοῦ. Γιὰ τὴν περίοδο τῶν
πρώτων πεντακοσίων χρόνων τῆς χιλιετοῦς ἱστορουμένης πολιτο-
γραφίας, οἱ ἅγιοι τοῦ 3ου καὶ τοῦ 4ου αἰ. μ.Χ., ὑπερισχύουν κατὰ
78%, ἐνῶ γιὰ τὴν δεύτερη περίοδο πεντακοσίων χρόνων κατὰ 52%
εἰκονογραφοῦνται ἅγιοι τῆς περιόδου τοῦ 8ου καὶ 9ου αἰ. Τοιουτο-
τρόπως τεκμηριώνεται ποιὲς κύριες περιόδους «ἀνακεφαλαίωνε» ἡ
ἐπιχειρούμενη τότε «ὡς πρὶν συγκρότησι». Ἐπίσης, στὸ ἴδιο χιλιετὲς
διάστημα, ἐντοπίζεται κατὰ 59% ὡς προέχουσα ἡ παρουσία ἁγίων
Μαρτύρων καὶ Μεγαλομαρτύρων, τὸ πλεῖστον «ξίφει τελειωθέντων»
ἀπὸ χριστιανοὺς ἢ μὴ ἡγεμόνες. Στὴν ἱστόρηση τοῦ Πρωτάτου ὡς
ἐπιστέγασμα τῆς προβολῆς τοῦ μαρτυρίου τῶν ἁγίων ἐντοπίζεται ἡ
διὰ τὴς εἰκόνος τῶν Τριῶν Παίδων ἐν τῇ Καμίνῳ, ἔμμεση ἀποφα-
τικὴ εἰκαστικὴ ἀναφορὰ στὸ μαρτύριο τῶν σφαγέντων Ἁγιορειτῶν
μαρτύρων τὸ ὁποῖο συνόδευσε τὸ περὶ τὸ 1280 ὁλοκαύτωμα τοῦ
Πρωτάτου. Ἡ εἰκόνα αὐτή, ἀντὶ τοῦ χώρου τῆς Προθέσεως, ἔχει το-
ποθετηθεῖ σὲ σημεῖο τῆς ἱστορήσεως, ἐνδιάμεσο τοῦ τάφου τῶν
μαρτυρησάντων Ἁγιορειτῶν καὶ τοῦ σημεῖου τῆς σφαγῆς τους, ὅπου
ἔκτοτε καὶ γιὰ ἑπτακόσια τριάντα ἕξι περίπου χρόνια (~1280-2016)
ἀνάβει ἀκοίμητη κανδὴλα.
Κατὰ τὴν ἐπίκαιρη εἰκαστικὴ «ὑπόνοια» τῶν συντακτῶν τοῦ θε-
ματολογίου τῆς ἱστορήσεως τοῦ Πρωτάτου, ἡ ὁποία ὑπερτονίζει τὴν
μαρτυρικὴ θυσία τῶν ἁγίων, προκύπτει ὅτι ἡ δόξα καὶ ἡ μακροη-
μέρευση τῆς ὀρθόδοξης οἰκουμένης δὲν λογιζόταν ἑδραζόμενη τόσο
στὴν πορφύρα τῶν ἡγεμόνων της, ὅσο στὴν πορφύρα τοῦ αἵματος
τῶν μαρτύρων της· μαρτύρων οἱ ὁποῖοι ὑμνολογικὰ καὶ συναξα-
ριακὰ προβάλλονταν γιὰ τὸν μὲ «παρρησία» ἔλεγχο τῆς «ἀπονοίας»
τῶν ἡγεμόνων τους. Τὸ θυσιαστικὸ ἦθος τῶν μαρτύρων, ὅπως προ-
βάλλεται στὴν ἱστόρηση τοῦ Πρωτάτου καὶ τὰ κείμενα τῆς ἰδιας
Εἰκ. 9. Ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, λεπτομέρεια. «Μανουὴλ Πανσέληνος», ἐποχῆς, δείχνει ὅτι δὲν καμπτόταν ἀπὸ κανένα ἐκφοβισμὸ ἐξ ἡγε-
Καρυές, Πρωτᾶτο. Ἡ παράσταση εὑρίσκεται στὴν ζώνη του Δωδεκαόρτου, τὴν 3η ἀπὸ
κάτω τοῦ κεντρικοῦ κλίτους, στὴν δυτικὴ ἄκρη τοῦ νότιου τοίχου. μονικῶν προσταγμάτων ποὺ ἐπὶ γῆς ἐπιχειροῦσαν νὰ ὑποκαταστή-
BORBOUDAKHS tomos A1 meros_Layout 1 26/09/2016 1:51 μ.μ. Page 184

184 ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΕΜΜ. ΚΑΛΟΜΟΙΡΑΚΗΣ «ΠΡΩΤΑΤΟΥ ΙΣΤΟΡΗΣΙΣ»: ΕΙΚΟΝΑ ΑΡΧΕΤΥΠΗ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗ ΤΗΣ ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΤΑΣ 185
ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΙΕΡΟΚΟΣΜΙΚΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΟΓΡΑΦΙΑΣ

Εἰκ. 10. Ὅ ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Εἰκ. 11. Ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ


Σύρος, λεπτομέρεια. «Μανουὴλ Τήρων, λεπτομέρεια. «Μανουὴλ
Πανσέληνος», Καρυές, Πρωτᾶτο. Πανσέληνος», Καρυές, Πρωτᾶτο.
Ὁ ἅγιος εἰκονίζεται ὁλόσωμος Ὁ ἅγιος εἰκονίζεται ὁλόσωμος
καὶ μετωπικός, στὴ δυτικὴ ἄκρη καὶ μετωπικὸς στὴν 1η ἀπὸ
της 1ης ζώνης τοῦ νοτίου τοίχου κάτω ζώνη στὴν δυτικὴ πλευρὰ
τοῦ ἐγκαρσίου κλίτους τοῦ ναοῦ. τοῦ νότιου τοίχου τοῦ κεντρικοῦ
κλίτους τοῦ ναοῦ.

σουν τὸν λόγο τῆς ἀλήθειας τοῦ Θεοῦ· παράλληλα οἱ μάρτυρες συ- «ἀντικαθολικῆς ὀρθοδοξίας» ἢ «μεταρρυθμίσεως τῆς ὀρθοδοξίας», ἀλλὰ
νήθιζαν νὰ ἐλέγχουν «κατ΄ οἰκονομίαν» «σκηνικὰ παίγνια», ὅπως ἀπὸ μία περὶ τὰ τέλη τοῦ 13ου αἰῶνος μαχητικὴ περιφρούρηση τῆς
ἐκεῖνα τοῦ αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Η΄ Παλαιολόγου ἢ τῆς «Ἡγεμονίας ὀρθόδοξης ἀνθρωπολογίας ἀπὸ τὴν τότε πολιτικὰ ὑπερισχύσασα
τῆς Ἀποστολικῆς Καθέδρας / Sedis Apostolicae Principatus» τῆς Ρώμης δυτικοευρωπαϊκὴ ἡ ὁποία ἀντιμετωπιζόταν ὡς ὅλως «ὑπερόρια» καὶ
ποὺ τότε ἀπὸ κοινοῦ ἐπεδίωκαν μία ἐκκλησιαστικὴ ἕνωση, ὁ καθέ- «ξένη» τῆς «οἴκοθεν» χριστιανικῆς ὀρθόδοξης πολιτογραφίας. Τόσο
νας τους γιὰ διαφορετικοὺς λόγους. τὰ κείμενα τῆς ἐποχῆς ὅσο καὶ τὸ εἰκαστικὸ ἦθος τῆς ἱστορήσεως
Συνολικὰ στὸ Πρωτᾶτο ἱστορεῖται αὐτοπροσδιοριστικὰ ἡ παρά- τοῦ Πρωτάτου ἐντοπίζονται ἀπὸ κοινοῦ νὰ ὑπερασπίζονται μαχητικὰ
δοση τῆς «οἴκοθεν» «καινῆς» ὀρθόδοξης ἱεροκοσμικῆς πολιτογρα- τὴν κατὰ κόσμον ἀκρίβεια καὶ ἐλευθερία του ἀνθρώπου, ὡς ἀντί-
φίας καὶ ἀνθρωπογραφίας τῆς ὑπερέχουσας οἰκουμένης τῆς 1ης δραση τόσο πρὸς τὴν τότε «γέμουσα αἵματος» πολιτικὴ τοῦ Μιχαὴλ
μ.Χ. χιλιετίας. Ἡ παράδοση αὐτὴ ἀποδίδεται ὡς ἕνα εἰκαστικὸ ἱερο- Η΄, ὅσο καὶ τὴν ἀντίστοιχη σταυροφορικὴ «εἰρωνεία καὶ τὰ παίγνια
κοσμικὸ ἔπος προσώπων καὶ γεγονότων τῆς ἐκ Θεοῦ ἐπὶ γῆς σωτη- κατὰ τοῦ σταυροῦ ... ἅπερ, ἰδίων ἓνεκα πλεονεξιῶν, ἐπενοήθησαν τοῖς
ρίας τῶν ἀνθρώπων, 6508 ἐτῶν, ποὺ ἐκτείνονται ἀπὸ Ἀδὰμ καὶ Εὔα πλείστοις, καὶ φιλαρχικῆς καὶ φιλοχρύσου γνώμης, εὐπρεπὲς προκάλυμμα
ἕως τὴν κοίμηση τοὺ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου, διοργανωτῆ καὶ συσκίασμα». Ἡ «καινὴ» καὶ «παράδοξη» «καθολικότητα» ποὺ αὐτο-
τοῦ κοινοβιακοῦ ἁγιορειτικοῦ βίου. Ἐπίσης ἐντοπίζεται ὅτι αὐτὸ τὸ προσδιορίζει τὸ εἰκαστικὸ ἦθος τῶν ἀπεικονίσεων τῆς ἱστορήσεως
εἰκαστικῶς ἱστορούμενο ἔπος δὲν ἔχει προκύψει ἀπὸ μία τάση προ- τοῦ Πρωτάτου, σημαίνει μία ἱεροκοσμικότητα διεπόμενη ἀπὸ τὸ
δρομικῆς ἀνθρωπιστικῆς διαμάχης πρὸς ἕνα Μεσαίωνα ἢ μιᾶς φῶς καὶ τὴν χάρη, ὄχι μιᾶς ἐπίγειας καθολικῆς βασιλείας, ἀλλὰ ἐκεί-
BORBOUDAKHS tomos A1 meros_Layout 1 26/09/2016 1:51 μ.μ. Page 186

186 ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΕΜΜ. ΚΑΛΟΜΟΙΡΑΚΗΣ «ΠΡΩΤΑΤΟΥ ΙΣΤΟΡΗΣΙΣ»: ΕΙΚΟΝΑ ΑΡΧΕΤΥΠΗ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗ ΤΗΣ ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΤΑΣ 187
ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΙΕΡΟΚΟΣΜΙΚΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΟΓΡΑΦΙΑΣ

Εἰκ. 13. Ὁ Ἐπιτάφιος Θρῆνος,


Εἰκ. 12. Ὁ Ἐπιτάφιος Θρῆνος, λε- λεπτομέρεια. «Μανουὴλ Πανσέλη-
πτομέρεια. Giotto di Bondone. νος», Καρυές, Πρωτᾶτο. Ἡ παρά-
Πάδοβα, Παρεκκλήσιο Σκροβένι σταση εὑρίσκεται στὸ βόρειο
(1303-1304). (Ἐνδεικτικὰ βλ. B. τμῆμα τοῦ ἐγκαρσίου κλίτους τοῦ
Cole, Giotto: The Scrovegni Chapel, ναοῦ, στὴν ἀνατολικὴ πλευρά,
Padua, New York 1993, σ. 108- ὑπεράνω τῆς πύλης πρὸς τὸν
109.) χῶρο τῆς Προθέσεως.

νης τῆς καθολικότητας τῆς «βασιλείας τῶν οὐρανῶν ποὺ καὶ ἐντὸς ἡμῶν Πόσο εἶχε ἀποξενωθεῖ ἤδη ἀπὸ τότε ὁ δυτικὸς κόσμος ἀπὸ τὴν
εἶναι», ὅπως ὑπενθύμιζε ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος Α΄. Ὁ ἴδιος ὀνομάζει καθολικὴ ἱεροκοσμικότητα τὴς οἰκουμένης τῆς 1ης μ.Χ. χιλιετίας,
τὸ φῶς αὐτὸ ὡς τὸ «ἀνείδεο τοῦ Ἡλίου τῆς Δικαιοσύνης», δηλαδὴ τὸ ὄντας πλέον προσανατολισμένος στὴν καθολικότητα τῆς φυσικῆς
«μὴ ὁρατὸ στὰ σαρκικὰ μάτια», ὅπως ἀργότερα διατύπωσε καὶ τὸ σκηνῆς τοῦ κόσμου τούτου, προκύπτει ἀπὸ μία σύγκριση σὲ σχέση
πνευματικό του τέκνο, ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς (εἰκ. 9). Σὲ με- μὲ τὴν ἀπεικόνιση ἑνὸς κοινοῦ θέματος ἀνάμεσα στὰ πρόσωπα τοῦ
γάλο βαθμὸ ἡ ἀποφατικὴ εἰκαστικὴ ἀπόδοση τοῦ Θαβωρίου Φωτὸς Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Θεοτόκου ἀπὸ τὸν Ἐπιτάφιο Θρήνο. Ἡ σύγ-
στὸ Πρωτᾶτο συμβαίνει κατὰ μία πενηνταετία νὰ προεικονίζει τὶς κριση γίνεται ἀνάμεσα στὸ ἔργο τοῦ «Πανσέληνου» καὶ τὸ κατὰ δέκα
διατυπώσεις τῶν σχετικῶν ἀποφάσεων τῆς Θ΄ Οἰκουμενικῆς Συ- ἔτη μεταγενέστερο τοῦ Giotto. Ὅταν τὸ 1845 ὁ M. Didron συσχέτιζε
νόδου τῶν μέσων τοῦ 14ου αἰ. Ὡς «ἀνείδεο», τὸ φῶς αὐτὸ ἱστορεῖται τὸν «Πανσέληνο» μὲ τὸν Giotto di Bondone (1267-1337) ἢ τὸν Raf-
μελανό, περιβάλλοντας ὄχι μόνον ὅλες τὶς μορφὲς τῶν εἰκονιζομέ- faello Sanzio (1483-1520), δὲν εἶχαν περάσει παρὰ μόνο 24 ἔτη
νων ἁγίων, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ αὐτὴν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὴν εἰκόνα ἀπὸ τὸ 1821, ὅταν ὁ ἀρχαιολόγος καὶ τεχνοτροπικὸς G. Tambroni
τῆς Μεταμορφώσεως. Ἐπίσης τὸ ἴδιο φῶς, διερχόμενο ἀπὸ τὰ μάτια (1773-1824) εἶχε προβεῖ σὲ ἕνα σύντομο σχόλιο ἀνασκοπήσεως
τῶν ἁγίων, φωτίζει κατὰ τρόπο «ἱλαρὸ» πρόσωπα (εἰκ. 10-11), σώ- 384 ἔτων (1437-1821), σὲ σχέση μὲ τὴν συμβολὴ τοῦ ἔργου τοῦ
ματα καὶ ἐνδύματα, ὄχι διὰ φυσικῆς μιμήσεως, ἀλλὰ «περιγράφοντας Giotto στὴν δυτικὴ τέχνη116. Στὸ σχόλιο αὐτὸ παρέπεμπε τόσο στὸν
ἐν βραχεῖ» τὴν μεταμορφωμένη γήινη φύση τους κατὰ τρόπο «καινό»,
ὅπως ἀκριβῶς, ποιητικὰ ἔχει περιγράψει ὁ Μανουὴλ Φιλής. 116
C. Cennini, Il libro dell’arte, o trattato della pittura, ἐπιμ. G.Tambroni, L.
BORBOUDAKHS tomos A1 meros_Layout 1 26/09/2016 1:51 μ.μ. Page 188

188 ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΕΜΜ. ΚΑΛΟΜΟΙΡΑΚΗΣ

Giorgio Vasari (1511-1574) ποὺ προσέδιδε στὸν Giotto τὴν ὑπε-


ροχὴ τῆς «φυσικῆς λατινικῆς / ἰταλικῆς» τεχνοτροπίας σὲ βάρος τῆς
«ἀδέξιας ἑλληνικῆς»117, ὅσο καὶ στὸν Cennino Cennini (~1370 -
~1440)118 που κατέγραψε ὅτι ὁ Giotto «ἄλλαξε τὴν ζωγραφικὴ τέχνη
ἀπὸ ἑλληνικὴ σὲ λατινικὴ κάνοντάς την σύγχρονη» (εἰκ. 12), ἐγκαταλεί-
ποντας τὴν «ἀδέξια ἑλληνικὴ τεχνοτροπία» τῶν «συγχρόνων του Ἑλλή-
νων», δηλαδὴ τῆς τέχνης τοῦ «Πανσελήνου». Σὲ σχέση πρὸς τὴν
προγενέστερη ἑλληνικὴ ἱεροκοσμικὴ εἰκονογραφία καὶ θεματογρα-
φία, ὁ ἐκσυγχρονισμὸς ἐκεῖνος προκύπτει ὡς συνδυάζων μιὰ «λατι-
νικὴ» «σκηνικὴ μίμηση» τῆς κατὰ κόσμον φύσεως, κατὰ «τελειότερα
πρότυπα, ἐν τοῖς ὁρίοις τῆς θρησκευτικῆς ἰδέας». Ἡ τότε σύγχρονη «λα-
τινικὴ» τεχνοτροπία συμβαίνει κυρίως νὰ ἀποδίδει ἐκκοσμικευμένα
ἱστορούμενα γεγονότα, ὅπως αὐτὰ ὁρῶνται ὑπὸ τὸ φῶς καὶ τὶς σκιὲς
τοῦ φυσικοῦ ἥλιου, ἀπορρίπτοντας δηλαδὴ ὅ,τι «καινὸν» καὶ ἱεροκο-
σμικῶς «παράδοξον» –ἕως «τερατῶδες»– σημαινόταν τότε σὲ εἰκαστικὰ
ἔργα διατυπωμένα μὲ τὴν «ἀρχαία» καὶ «divota maniera graeca», ὅπως
αὐτὸ τοῦ «Πανσελήνου» (εἰκ. 13).

Mussini, Ρώμη 1821, σ. 3, ὑποσ. 1: «Il Vasari dona a questo passo un


senso figurato. Io però lo credo proprio, essendo chè Giotto tolse via quella
goffa maniera dei greci moderni, e ne fece una tutta latina, cioè italiana.»
117
G. Vasari, Vite de’ piú eccellenti pittori, scultori e architetti, ἐπιμ. L. Bellosi,
A. Rossi, Τorino 1986, σ. 147, 148.
118
Cennini, Il libro dell’arte, ὅ.π.