You are on page 1of 5

ΣΚΗΝΗ 1η

(Η αφηγήτρια εκφωνεί τα εξής χωρίς να τη βλέπουμε.)

(Μουσική: Σάλπισμα)

Αφηγήτρια (Ναταλία): Καλώς ήρθατε στο Ιστορικό Μουσείο των Ηρώων της Επανάστασης
του 1821. Δεν επιτρέπονται το φαγητό, η φωτογράφιση, η κινηματογράφηση και η χρήση
κινητών τηλεφώνων σε όλους τους χώρους του μουσείου. Οι επισκέπτες δεν πρέπει σε καμία
περίπτωση να αγγίζουν όσα εκθέματα βρίσκονται έξω από προστατευτικές βιτρίνες και για
λόγους ασφαλείας δεν πρέπει να ακουμπούν ή να στηρίζονται πάνω στις γυάλινες βιτρίνες.
Ευχαριστώ.

Πρόσωπα-εκθέματα: Κωνσταντίνος Κανάρης, Μαντώ Μαυρογένους, Λασκαρίνα


Μπουμπουλίνα, Δόμνα Βιζβίδη

Προβολέας στον ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΚΑΝΑΡΗ (Αναστάσης): Γεννήθηκα και μεγάλωσα στα


Ψαρά. Στις 20 Οκτωβρίου 1827 έγινε η Ναυμαχία του Ναυαρίνου στον κόλπο της Πύλου.
Πολεμήσαμε γενναία, με αυτοθυσία. Γύρω στις 6 το απόγευμα τα πάντα είχαν τελειώσει. 60
εχθρικά πλοία καταστράφηκαν εντελώς και πολλά άλλα ανατινάχθηκαν από τους ίδιους τη
νύχτα για να μην τα αιχμαλωτίσουν οι σύμμαχοι. Σταθήκαμε απέναντί τους ηρωικά και
πετύχαμε.

Προβολέας στην ΔΟΜΝΑ ΒΙΖΒΙΖΗ (Μάρθα): Είμαι η κυρά της Θάλασσας. Γεννήθηκα στη
Θράκη το 1783. Στην Αγία Μαρίνα ο άντρας μου έπεσε νεκρός. Συνέχισα μόνη μου τον αγώνα
δίνοντας όλη μου την περιουσία καθώς και το πλοίο με το οποίο πολεμούσαμε με τον άντρα
μου για τον αγώνα. Τα υπόλοιπα χρόνια μου τα έζησα πάμφτωχα με μια σύνταξη 30 δραχμών
σε ένα σπίτι χωρίς πόρτες και παράθυρα στο Ναύπλιο.

Προβολέας στη ΜΑΝΤΩ ΜΑΥΡΟΓΕΝΟΥΣ (Βιβή): Γεννήθηκα στην Τεργέστη σε οικογένεια


εμπόρων. Σαν άρχισε η Επανάσταση πήγα στη Μύκονο να ξεσηκώσω τους νησιώτες. Με δικά
μου πλοία κυνήγησα απ΄ άκρη σ’ άκρη τους πειρατές. Στον αγώνα χάρισα όλη μου την
περιουσία. Ο Ιωάννης Καποδίστριας μου απέμεινε την τιμή της επίτιμου αντιστράτηγου. Πέθανα
μόνη και πάμφτωχη λίγα χρόνια μετά στην Πάρο, ξεχασμένη απ’ όλους.

Προβολέας στη ΛΑΣΚΑΡΙΝΑ ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑ (Μαριλένα): Γεννήθηκα το 1771, μέσα


στις φυλακές της Κωνσταντινούπολης. Σαν πέθανε ο δεύτερος μου άντρας ο Δημήτριος
Μπουμπούλης, έμεινα μόνη με 7 παιδιά και πολλά πολλά χρήματα. Συντηρούσα τα πλοία μου
και πλήρωνα το στρατό μου μόνη μου. Τα πλοία μου χτύπησαν τα τουρκικά οχυρά στο Ναύπλιο
και την Τρίπολη. Μετά θάνατον οι Ρώσοι μου απέμειναν τον τίτλο της «Ναυάρχου». Τίτλος
παγκοσμίως μοναδικός για μια γυναίκα.

(Κλείνει η αυλαία)

ΣΚΗΝΗ 2η
(Γίνεται φασαρία, τα παιδιά είναι με τα χαρτιά στα χέρια, ελέγχουν τη σκηνή, τα σκηνικά,
συζητάνε μεταξύ τους και με τη δασκάλα.)

ΔΑΣΚΑΛΑ: Εντάξει, εντάξει. Νομίζω ότι πήρατε όλοι τους ρόλους σας. Λοιπόν, Αναστάση, θα
είσαι ο Κανάρης, σου ταιριάζει. Εσύ Βιβή, πού είναι η Βιβή; Εσύ θα είσαι η Μαντώ
Μαυρογένους. Μάρθα θα κάνεις τη Δόμνα Βιζβίδη και εσύ Μαριλένα την Μπουμπουλίνα. Οι
υπόλοιποι θα παίξετε στα επόμενα σκετς. Καταλάβατε;
ΟΛΟΙ: (βαριεστημένα) Μάλιστα…
ΜΑΡΙΛΕΝΑ: Κυρία, εμείς να κάνουμε τις Σουλιώτισσες;
ΔΑΣΚΑΛΑ: Σας είπα οι Σουλιώτισσες δεν παίζουν σ’ αυτό το σκετς!
ΒΙΒΗ: Μα… ήταν ηρωίδες του ’21!
ΔΑΣΚΑΛΑ: Συμφωνώ. Αλλά δεν παίζουν στο συγκεκριμένο σκετς! Καταλάβατε;
ΚΟΡΙΤΣΙΑ: Μάλιστα κυρία!
ΔΑΣΚΑΛΑ: Λοιπόν, θα πρέπει να βρούμε τα ρούχα, να φτιάξουμε τα σκηνικά, και να
διαλέξουμε τη μουσική. Ο καθένας θα πρέπει να φροντίσει να βρεθούν αυτά που μας
χρειάζονται, να μάθει το ρόλο του για να ετοιμάσουμε το σκετς.
ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ: Ωραία! Εγώ θα ψάξω για περικεφαλαία και φουστανέλα.
ΦΩΤΗΣ: Εγώ για βράκα και φέσι.
ΜΑΡΙΛΕΝΑ : Εγώ έχω στολή Σουλιώτισσας από πέρσι.
ΔΑΣΚΑΛΑ: (αγριεμένη) Δεν έχει Σουλιώτισσες το σκετς!
ΒΙΒΗ: Μάλιστα κυρία... για να μη μείνουν οι στολές…
ΔΑΣΚΑΛΑ: Χαίρομαι που είστε πρόθυμοι όλοι σας. Να μάθετε καλά τα λόγια σας, σύμφωνοι;
ΟΛΟΙ: Μάλιστα κυρία! (τα παιδιά φεύγουν και επανέρχονται μετά από λίγο φέρνοντας ένα
τραπεζάκι, και τα υπόλοιπα αντικείμενα)
(αδειάζει η σκηνή και έπειτα από λίγο όλοι ξαναμπαίνουν)
ΔΑΣΚΑΛΑ: Είστε όλοι εδώ;
ΟΛΟΙ: Ναι ναι...
ΜΑΡΙΛΕΝΑ: Έχουμε βρει κι αυτά που χρειαζόμαστε.
ΒΙΒΗ: Φέραμε και στολές για τις Σουλιώτισσες...
ΔΑΣΚΑΛΑ: ΚΟΡΙΤΣΙΑ !!!
ΚΟΡΙΤΣΙΑ: Καλά, καλά..
ΔΑΣΚΑΛΑ: (Παίρνει ανάσες, προσπαθεί να ηρεμήσει) Ωραία! Η πρόβα ξεκινάει. Πάρτε τις
θέσεις σας!
ΜΑΡΘΑ: Αν κατάλαβα καλά κυρία , εγώ θα παίξω τη Μαριώ στο χορό του Ζαλόγγου!
ΒΑΣΙΑ: Κι εγώ μαζί σου θα ‘μαι! Η Δεσπούλα!
ΔΑΣΚΑΛΑ: Σωστά. Βλέπω τα έχετε καταλάβει όλα.
ΜΑΡΘΑ: Εδώ καταλαβαίνουμε στα μαθηματικά την αναγωγή στη μονάδα κυρία, το σκετς θα
μας δυσκολέψει;
ΔΑΣΚΑΛΑ: Αναστάση θυμήσου πως αργότερα θα παίξεις και τον Τούρκο!
ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ: Ας κουρσούμ μπουγιουρούμ γιαβρούμ, γιαβάς γιαβάς, αμάν!
ΒΑΣΙΑ: Ωχ! Αυτός πήρε το ρόλο του στα σοβαρά. Μίλα ελληνικά παιδί μου!
ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ: Οκέι!
ΒΑΣΙΑ: Έτσι μπράβο!
ΜΑΡΙΛΕΝΑ: Εγώ πού θα κάθομαι κυρία; Δίπλα στον Κανάρη;
ΒΙΒΗ: Να κάθεται δίπλα σε μας;
ΜΑΡΙΛΕΝΑ: .... που έχουμε και τις στολές...
ΔΑΣΚΑΛΑ: Εσείς στο Ζάλογγο!! Δεν έχει Σουλιώτισσες αυτό το σκετς!
ΚΟΡΙΤΣΙΑ: Καλά, καλά κυρία… (τα κορίτσια φεύγουν).
ΔΑΣΚΑΛΑ: Εμέλια είσαι έτοιμη;
ΕΜΕΛΙΑ: Βεβαίως!
ΔΑΣΚΑΛΑ: Τέλεια! Λοιπόν ξεκινάμε. Στις θέσεις σας, αρχίζει η πρόβα…

(Μουσική: Παραδοσιακό)

ΣΚΗΝΗ 3η

Αφηγήτρια (Εμέλια): Το παιδομάζωμα ήταν ίσως η μεγαλύτερη πληγή για τον ελληνισμό στη
διάρκεια της τουρκοκρατίας. Τα παιδιά που αρπάζονταν από τους Τούρκους θεωρούνταν
οριστικά χαμένα.... Οι απεσταλμένοι του Σουλτάνου, αφού τα άρπαζαν από τους γονείς τους,
τα έστελναν στην Πόλη. Εκεί, τους ξύριζαν το κεφάλι και διάλεγαν τα πιο γερά και όμορφα, στα
οποία άφηναν πιο πάνω από το αυτί μια τούφα μαλλιά, που την έλεγαν «τζουλούφι». Οι πιο
άξιοι γενίτσαροι κατέληγαν στο παλάτι, όπου εκπαιδεύονταν και μάθαιναν την τέχνη του
πολέμου. Οι πιο έμπιστοι μπορούσαν να γίνουν προσωπικοί φρουροί του σουλτάνου.
-Θεατρικό: Το παιδομάζωμα-

(Σκηνικό: Το εσωτερικό ενός σπιτιού της τουρκοκρατίας. Τρεις γυναίκες κάνουν δουλειές και
συζητούν.)

ΖΩΗ : Μάνα, τι έχεις; Είναι κάμποσες μέρες που είσαι σαν χαμένη. Ούτε τρως, ούτε
μιλάς. Κι ο νους σου τρέχει σ’ άλλα μέρη.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ : Όλο να σε ρωτήσουμε θέλουμε κι όλο κρατιόμαστε, μα δεν πάει άλλο. Και
σήμερα μπουκιά δεν έβαλες στο στόμα σου. Πες μας λοιπόν, τι συμβαίνει; Έλα, μίλησέ μας !
ΜΑΝΑ : Μιας και λείπουν όλοι στα χωράφια, μπορώ να σας μιλήσω. Μα ό,τι πούμε θα μείνει
μεταξύ μας.
ΖΩΗ : Μας κάνεις κι ανησυχούμε….
ΜΑΝΑ : Να… είναι τα μαντάτα που ακούστηκαν τις τελευταίες μέρες στο χωριό.
ΖΩΗ : Σαν τι μαντάτα, μάνα;
ΜΑΝΑ : Είπαν ότι τάχα στα χωριά του κάμπου ήρθαν Τούρκοι απ’ τα βάθη της Ανατολής.
ΖΩΗ : Ούτε η πρώτη φορά είναι μάνα, ούτε η τελευταία.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ : Αυτό γίνεται συνέχεια όταν έρχονται για χαράτσι οι καταραμένοι.
ΜΑΝΑ : Τούτοι είναι αλλιώτικοι, ήρθαν γι’ άλλο λόγο. Λένε γι’ αυτούς άσχημα πράματα.
ΖΩΗ : Δηλαδή;
ΜΑΝΑ : Αυτοί δεν ήρθαν για φόρους. Ακούστηκε ότι γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι και
ψάχνουν για νεογέννητα μωρά. Τ΄ αρπάζουν από τις κούνιες τους και τα πάνε στην Τουρκιά…
ΖΩΗ : Παναγιά μου, βόηθα!
ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ : Μα γιατί να το κάνουν αυτό;
ΜΑΝΑ : Τα μεγαλώνουν σαν Τούρκους μέσα σε στρατόπεδα και τα κάνουν στρατιώτες. Και
μετά τα στέλνουν ακόμα και στον τόπο τους να πολεμήσουν τους ίδιους τους πατεράδες τους
και τ’ αδέρφια τους.
ΖΩΗ : Τι λες καλέ μάνα;; Εγώ έχω μικρό παιδί!!!
ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ : Αν είναι αλήθεια κινδυνεύει και το νιογέννητο της Ζωής!
ΜΑΝΑ : Γι’ αυτό κόρες μου, κάτι πρέπει να κάνουμε. Δεν μπορούμε να μείνουμε με
σταυρωμένα τα χέρια. Πρέπει να πάρουμε το μωρό, μακριά από ‘δω.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ : Να το στείλουμε στη θεία–Κατίνα στο βουνό.
ΜΑΝΑ : Ναι, δε γίνεται αλλιώς. Σήμερα κιόλας θα μιλήσω στο Δημητρό. Μόλις φάμε να
σελώσει τ’ άλογο και να κινήσει για την αδερφή μου. Να της πάει το μικρό να το φυλάξει. Σε
κείνα τα βουνά δεν πατάει εύκολα τούρκικο πόδι. Έχει πολλές ελπίδες να γλιτώσει ο μικρός.
ΖΩΗ : Τι λες μωρ’ μάνα; Κι εσύ αδερφούλα μου; Το χάσατε το μυαλό σας; Μου ζητάτε ν’
αποχωριστώ τον Γιωργή;
ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ : Κάλλιο να το αποχωριστούμε για λίγο καιρό, παρά να το χάσουμε για πάντα.
ΜΑΝΑ : Και να ‘ρχεται εδώ τουρκόπουλο, να σκοτώνει τ’ αδέρφια του. Άντε να μη χάνουμε
χρόνο. Συγύρισέ το Ζωή. Κι εσύ Παναγιώτα, πάρε κι ετοίμασε κάτι να πάρει ο πατέρας σου για
το δρόμο.
ΖΩΗ : Μάνα, ακούω άλογα να πλησιάζουν!
ΜΑΝΑ : Για κοίτα, μην είν’ τ’ αδέρφια σου με τον πατέρα;
ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ : Μην είναι Τούρκοι;
ΖΩΗ : Τούρκοι, μάνα!
ΜΑΝΑ :Αμάν!
ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ : Αχ, οι έρμες, τι κακό μας βρήκε;
(Χτυπάει δυνατά η πόρτα.)
ΤΟΥΡΚΟΣ 1 : Ανοίξτε!
ΖΩΗ : Ποιος είναι;
ΤΟΥΡΚΟΣ 2 :Ανοίξτε στο όνομα της Υψηλής Πύλης!
ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ :Τι θέλετε; Τι ζητάτε από μας;
ΤΟΥΡΚΟΣ 1 : Εκτελούμε διαταγές του σουλτάνου.
ΖΩΗ : Άνοιξέ τους μάνα, δεν μπορούμε να κάνουμε κι αλλιώς. Ας μην τους νευριάσουμε
περισσότερο…
(Ανοίγουν, μπαίνουν μέσα δυο Τούρκοι.)
ΤΟΥΡΚΟΣ 1 : Υπάρχει γεννησιάρικο παιδί σ΄ αυτό το σπίτι;
ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ : Παιδί εδώ; Όχι μπέη μου.
ΜΑΝΑ : Εμείς είμαστε εδώ μόνο.
ΤΟΥΡΚΟΣ 1 : (Στον άλλο Τούρκο.) Ψάξε το σπίτι ορέ, καλά! Μη σου ξεφύγει γωνιά.
ΤΟΥΡΚΟΣ 2 : Αμέσως. (Μπαίνει με θριαμβευτικό ύφος. Κρατάει στην αγκαλιά ένα μωρό.) Εδώ
μπέη, ένα αγοράκι!
ΖΩΗ : Παναγιά μου, το παιδί μου!
ΤΟΥΡΚΟΣ 1 : Ωραία! Ώστε δεν υπάρχει μωρό εδώ, ε; Βάλε το έξω με τ’ άλλα. Όσο για σας θα
΄πρεπε να σας σκοτώσω, αλλά έχετε χάρη που είναι το πρώτο μωρό που βρίσκω σήμερα. Μου
κάνατε σεφτέ, χα, χα, χα…
ΖΩΗ : Πού το πάτε το παιδί μου άπιστοι; Ας ζούσε ο μακαρίτης ο άντρας μου και θα σας
έλεγα εγώ…
ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ : Ηρέμησε αδερφούλα μου. (Γονατιστή παρακαλεί.) Σε ικετεύω μπέη, άσε το
μονάκριβό μας. Να χαρείς τα παιδάκια σου…

(Φεύγουν οι Τούρκοι.)

-κλείνει η αυλαία-

(Τραγούδι: Γκιουλ μπαξέ)

ΣΚΗΝΗ 4η
Αφηγήτρια (Μάρθα): Σας 18 Δεκεμβρίου 1803, ηρωίδες Σουλιώτισσες ρίχτηκαν στον γκρεμό
μαζί με τα παιδιά τους για να μην πέσουν στα χέρια των αχρείων δολοφόνων του Αλή Πασά,
που τους πολιορκούσαν στο Ζάλογγο. 60 γυναίκες με τα παιδιά τους χόρεψαν το «Χορό του
Ζαλόγγου» και γκρεμίστηκαν στα βράχια για μην πιαστούν αιχμάλωτες. Το Ζάλογγο
μεταβλήθηκε σε σύμβολο ηρωισμού και αυτοθυσίας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Τούρκου
αξιωματικού Σουλεϊμάν αγά, οι γυναίκες «πιάστηκαν από τα χέρια κι άρχισαν ένα χορό, που τα
βήματά του τα κινούσε ασυνήθιστος ηρωισμός και η αγωνία τού θανάτου τόνιζε το ρυθμό του...
Στο τέλος των επωδών, οι γυναίκες έβγαλαν μία διαπεραστική και μακρόσυρτη κραυγή, που ο
αντίλαλός της έσβησε στο βάθος του τρομακτικού γκρεμού, όπου ρίχτηκαν μαζί με τα παιδιά
τους».

-Θεατρικό: Ο χορός του Ζαλόγγου-

Καπετάνισσα: Άιντε γυναίκες, κουράγιο. Φτάσαμε στο Ζάλογγο, στην κορφή. Εσύ Λάμπω, κι
εσύ Χρύσω κι εσύ Μαριώ, θα πιάσετε ρίζες όπου κι αν σας φυτέψουν. Είστε σαν τα τρυφερά
βλαστάρια που φυτρώνουν όπου κι αν πέσουν. Ο αέρας μπορεί να σας ξεριζώσει μα δε σας
τσακίζει. Εμείς, τα πολύχρονα δέντρα, λυγίζουμε μια και καλή και πέφτουμε από το φύσημά
του.
Χρύσω: Λογάριαζα να κάμω πολλά τούτη τη χρονιά. Έλεγα να φυτέψω ζουμπούλια και
βασιλικούς στην αυλή μου.
Λάμπω: Αχ… το σπίτι μου, το πατρικό μου. Ποτέ δεν ξεμάκρυνα απ’ αυτό. Εκεί πρωτοείδα το
φως. Εκεί στολίστηκα νυφούλα, εκεί γέννησα το μωρό μου. Και τώρα τ’ αφήνω. Κατακαημένο
Σούλι!
Όλες: Κατακαημένο Σούλι!
Μαριώ: Ήταν όμορφο το Σούλι μας. Λυπάμαι τούτα τα παιδιά που δεν θα το γνωρίσουν! Που
δε θα σκαρφαλώσουν στα βουνά του, που δε θα ανασάνουν τον αγέρα του, που δε θα
γευτούνε τους καρπούς της λεύτερης γης του. Κατακαημένο Σούλι!
Λάμπω: Ξύπνησε το μωρό μου. Πείνασε φαίνεται.
(ΤΟΥΦΕΚΙΕΣ)
Χρύσω: Παναγιά μου. Τι γίνεται; Δεν ακούτε τουφεκιές;
Λάμπω: Ναι, κάπου χτυπιούνται.
Χρύσω: Οι Τούρκοι! Ο Αλή πασάς! Ο Βελής! Τι θα γίνουμε τώρα;
(ΤΟΥΦΕΚΙΕΣ)
Λάμπω: Ακόμα βαστά το τουφεκίδι.
Μαριώ: Έσβησε ο αχός. Τι να ‘γινε τάχα;
(Μπαίνει τρέχοντας η Δεσπούλα.)
Δεσπούλα: Οι Τούρκοι μας κύκλωσαν από παντού. Χιλιάδες ανηφορίζουν κατά δω. Από ’κει
ανεβαίνουν καβαλαραίοι. Οι γυναίκες καπετάνισσα ρωτάνε τι θα κάμουμε; Αποκλείεται να τους
ξεφύγουμε. Δεν υπάρχει πέρασμα.
Καπετάνισσα: Υπάρχει .. πως δεν υπάρχει! Το Ζάλογγο! Ο γκρεμός!
Όλες: Ο γκρεμός;
Χρύσω: Μα θα τσακιστούμε καπετάνισσα. Δεν έχει δρόμο.
Καπετάνισσα: Έχει πως δεν έχει. Δρόμος είναι ο γκρεμός που θα σας γλιτώσει από την
ντροπή. Γυναίκες Σουλιώτισσες! Θέλετε να πέσετε στα χέρια των Τούρκων;
Όλες: Ποτέ!
Καπετάνισσα: Ποια θέλει να σύρει πρώτη το χορό;
Λάμπω: Εγώ με το σπλάχνο μου. Έρχεσαι καπετάνισσα;
Καπετάνισσα: Δεν την πρόσμενα τέτοια τιμή στα γεράματά μου.
Μαριώ: Έρχομαι κι εγώ Δήμο μου. Οι χαρές μας θα γίνουνε στον Άδη..
Δεσπούλα: Κάντε θέση και στην εγγόνα της Δέσπως Μπότση.
Καπετάνισσα: Κι εσύ Χρύσω;
Χρύσω: Έρχομαι κι εγώ. Δε θέλω να ζήσω σκλάβα.
Καπετάνισσα: Γεια σας Σουλιώτισσες. Σε σας μιλώ. Εμπρός αρχίστε το χορό για να μάθει ο
κόσμος πώς να πεθαίνει για τη λευτεριά του!

(ΤΡΑΓΟΥΔΙ: Ο χορός του Ζαλόγγου)

(Οι Σουλιώτισσες χορεύουν και σε κάθε στροφή μία πέφτει.)

Καπετάνισσα: (πέφτει τελευταία) Είμαι Σουλιώτισσα! Δε φοβάμαι να κάνω εκείνο που πρέπει.
Είναι γλυκός ο θάνατος για τη λευτεριά… Έρχομαι κοντά σας… Έχε γεια καημένε κόσμε…

(Τραγούδι: Είσαι το φλάμπουρο)

ΤΕΛΟΣ