You are on page 1of 31

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ
ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Δ/νσις : Ἰωάννου Γενναδίου 14 – 115 21, Ἀθῆναι
Τηλ. 210-72.72.204, Fax 210-72.72.210, e-mail:
contact@ecclesia.gr

Ðñùô. 1608
Áñéè. Áèçí?çóé 15ῃ Ἀπριλίου 2019
Äéåêð. 808

ΕΓΚΥΚΛΙΟΝ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Πρός
τήν Ἱεράν Ἀρχιεπισκοπήν Ἀθηνῶν,
τάς Ἱεράς Μητροπόλεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
τήν Ἐκκλησιαστικήν Κεντρικήν Ὑπηρεσίαν Οἰκονομι-
κῶν
καί τάς Συνοδικάς Σταυροπηγιακάς Μονάς

ΘΕΜΑ : «Δηλώσεις ἐμπραγμάτων δικαιωμάτων κατά


τήν φάση τῆς ὑποβολῆς τῶν δηλώσεων ἰδιοκτη-
σίας στά γραφεῖα κτηματογραφήσεως τοῦ
"Ἑλληνικοῦ Κτηματολογίου"»

Ἐκ Συνοδικῆς Ἀποφάσεως, ληφθείσης ἐν τῇ Συ-


νεδρίᾳ τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς 3ης μηνός
Ἀπριλίου ἐ.ἔ., καί κατόπιν συχνῶν ἐρωτημάτων Ἐκ-
κλησιαστικῶν Νομικῶν Προσώπων, γνωρίζομεν ὑμῖν τά
κάτωθι:

1. Ἀντικείμενο δηλώσεων στό Ἑλληνικό Κτηματολό-


γιο

Δηλώνεται στό Ἑλληνικό Κτηματολόγιο


(Ν.Π.Δ.Δ., πού ἱδρύθηκε μέ τόν ν. 4512/2018,
πρώην «Ε.Κ.Χ.Α. Α.Ε.» καί πρώην «Ἐθνικό Κτηματο-
λόγιο Α.Ε.») κάθε ἐμπράγματο δικαίωμα (κυριότητα,
ἐπικαρπία, δουλεῖες κ.λπ.) ἐκκλησιαστικοῦ νομικοῦ
προσώπου, πού ὑπάρχει σέ κάθε εἴδους ἀκίνητο (οἰ-
κόπεδο ἐντός σχεδίου ἤ οἰκισμοῦ, ἀγρός, δάσος).
Συχνά ἐπικρατεῖ ἡ ἐσφαλμένη ἐντύπωση, ὅτι
δέν δηλώνονται ἀκίνητα στά ὁποῖα ἑδρεύουν κτίρια
1
λατρευτικῆς χρήσεως (Ἐνοριακοί Ναοί, Παρεκκλήσια,
Ἐξωκκλήσια κ.λπ.). Καί τά κτίρια αὐτά (ἀκόμα καί
ἐάν πρόκειται γιά Παρεκκλήσια ἤ Ἐξωκκλήσια) δηλώ-
νονται, εἴτε τό ἐμβαδόν τοῦ ἀκινήτου στό ὁποῖο
κεῖνται τά κτίρια ἐξαντλεῖται στό ἐμβαδόν τοῦ
κτιρίου, εἴτε ὑφίσταται καί αὔλειος χῶρος (μέ ἤ
χωρίς περίβολο).
Διευκρινίζεται ὅτι δέν ὑπάρχει δικαίωμα τῶν
ἐκκλησιαστικῶν νομικῶν προσώπων πρός ἐπιλογή ἤ ἐ-
ξαίρεση ὁρισμένων ἐκκλησιαστικῶν ἀκινήτων ἀπό τή
διαδικασία ὑποβολῆς δηλώσεων. Γιά ὅσα ἀκίνητα ὑ-
φίστανται στοιχεῖα (εἴτε τίτλοι ἰδιοκτησίας εἴτε
στοιχεῖα πού ἀποδεικνύουν χρησικτησία) πρέπει νά
ὑποβληθοῦν δηλώσεις. Νόμιμοι ἐκπρόσωποι καί μέλη
συλλογικῶν ὀργάνων διοικήσεως ἐκκλησιαστικῶν νο-
μικῶν προσώπων (Ἐκκλησιαστικά Συμβούλια, Ἡγουμε-
νοσυμβούλια κ.λπ.) πού παραλείπουν νά δηλώσουν
ἐμπράγματα δικαιώματα, διαπράττουν τό ἀδίκημα τῆς
ἀπιστίας σέ βάρος τοῦ νομικοῦ προσώπου, τό ὁποῖο
διοικοῦν καί ἐκπροσωποῦν. Παράλειψη δηλώσεως τοῦ
ἀκινήτου ὁδηγεῖ σέ ἀμετάκλητη ἀπώλεια τῆς κυριό-
τητάς του, ἐάν μετά τήν ἔναρξη λειτουργίας τοῦ
κτηματολογικοῦ γραφείου δέν ἀσκηθεῖ ἐμπροθέσμως
κτηματολογική ἀγωγή ἀπό τό ἐκκλησιαστικό νομικό
πρόσωπο γιά τήν ἀναγνώρισή του ὡς κυρίου καί τή
διόρθωση τῆς κτηματολογικῆς ἐγγραφῆς.
Ὑπενθυμίζεται ὅτι δυνάμει τοῦ ἄρθρου 51 παρ.
2 τοῦ ν. 4301/2014 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 223/7.10.2014), πού
τροποποίησε τό ἄρθρο 39 παρ. 3 τοῦ Καταστατικοῦ
Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (ν. 590/1977,
Φ.Ε.Κ. Α΄ 146/1977), ἔχουν καταστεῖ αὐτοδικαίως
ἰδιοκτῆτες τῶν Ἱερῶν Ναῶν καί ὅλων τῶν ἀκινήτων
τῶν διαλελυμένων Ἱερῶν Μονῶν ὁποτεδήποτε καί ἐάν
αὐτές διαλύθηκαν ἤ συγχωνεύθηκαν σέ ἄλλες Μονές
μέχρι σήμερα μέ διοικητική πράξη τοῦ Κράτους
(π.χ. βασιλικό ἤ νομοθετικό ἤ προεδρικό διάταγμα
τῆς περιοχῆς δικαιοδοσίας τους): α) οἱ ἑκασταχοῦ
Ἱερές Μητροπόλεις ἤ β) οἱ κυρίαρχες Μονές, πρός
τίς ὁποῖες συγχωνεύθηκαν (εἴτε μέ κρατική πράξη,
π.χ. βασιλικό, προεδρικό ἤ νομοθετικό διάταγμα
εἴτε μέ ἀπόφαση ἐπιχωρίου Μητροπολίτη) ὡς μετόχια
οἱ διαλελυμένες Μονές ἤ γ) οἱ ἀνασυσταθεῖσες Μο-
νές, πού διαδέχθηκαν τίς διαλελυμένες Μονές. Τά
διάδοχα αὐτά νομικά πρόσωπα (Μητροπόλεις ἤ κυρί-
αρχες ἤ ἀνασυσταθεῖσες Μονές) ὀφείλουν κατά περί-
πτωση νά δηλώσουν τά ἀκίνητα τῶν διαλελυμένων Μο-

2
νῶν ἐπ' ὀνόματί τους κατά τό ἄρθρο 39 παράγραφος
3 τοῦ ν. 590/1977, ὅπως ἰσχύει:
«3. … Ναοί και περιουσίες διαλελυμένων ή δι-
αλυομένων Μονών παραμένουν στην κυριότητα του νο-
μικού προσώπου της οικείας Ιεράς Μητροπόλεως ή
περιέρχονται αυτοδίκαια, σε περίπτωση συγχωνεύ-
σεώς τους με άλλη Μονή, στην κυρία Μονή ή σε πε-
ρίπτωση ανασυστάσεως, στην ανασυνιστώμενη Μονή».
Ἐπί πλέον κηρυγμένα ὑπό ρυμοτομική ἤ ἀναγκα-
στική ἀπαλλοτρίωση ἀκίνητα, ἐάν δέν ἔχει καταβλη-
θεῖ ἀποζημίωση στόν ἰδιοκτήτη (συντέλεση ἀπαλλο-
τριώσεως), παραμένουν στήν κυριότητά του καί δη-
λώνονται ὡς ἀντικείμενο δικαιώματος κυριότητας.
Οἱ κατατιθέμενες δηλώσεις γιά ἐκκλησιαστικά
ἀκίνητα πρέπει νά εἶναι ὅσο τό δυνατόν περισσό-
τερο ἐμπεριστατωμένες καί νά ἐξαντλεῖται ἡ ἔρευνα
στοιχείων, ὄχι μόνο στά ἀρχεῖα, πού τηροῦν τά ἐκ-
κλησιαστικά πρόσωπα, ἀλλά καί σέ ἄλλες ὑπηρεσίες
(π.χ. κεντρικά καί περιφερειακά Γενικά Ἀρχεῖα
Κράτους), πρός ἀποφυγή δικαστικῶν ἐμπλοκῶν καί ἐ-
ξόδων σέ περίπτωση ὁριστικῆς ἀπορρίψεως τῆς δηλώ-
σεως ἀπό τό Ἑλληνικό Κτηματολόγιο.

2. Τρόπος ἀποδείξεως ἐμπραγμάτων δικαιωμάτων


(συστατικοί καί ἀποδεικτικοί τίτλοι καί ἔγγραφα)

Γιά τίς περιπτώσεις ἀκινήτων, περί τῶν ὁ-


ποίων ὑπάρχουν τίτλοι συστάσεως ἐμπράγματου δι-
καιώματος, τούς ὁποίους περιγράφει ὁ Ἀστικός Κώ-
δικας (συμβόλαια ἀγοραπωλησίας, ἀποδοχές κληρονο-
μίας, συμβόλαια δωρεᾶς κ.λπ.) ἤ ἄλλες διατάξεις
(π.χ. παραχωρητήρια), στίς δηλώσεις χρησιμοποι-
οῦνται οἱ τίτλοι αὐτοί.
Κατά τό ἄρθρο 1192 Ἀστικοῦ Κώδικα τίτλο ἀπο-
τελοῦν:
«1. Οι εν ζωή δικαιοπραξίες, στις οποίες πε-
ριλαμβάνονται και οι αιτία θανάτου δωρεές, με τις
οποίες συνιστάται, μετατίθεται, καταργείται εμ-
πράγματο δικαίωμα (εμπράγματες δικαιοπραξίες)
πάνω σε ακίνητα·
2. Οι επιδικάσεις ή οι προσκυρώσεις που γί-
νονται από την αρχή ή οι κατακυρώσεις κυριότητας
ή εμπράγματου δικαιώματος πάνω σε ακίνητο·
3. Οι εκθέσεις δικαστικής διανομής ακινήτου·

3
4. Οι τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις που
περιέχουν καταδίκη σε δήλωση βούλησης για εμπρά-
γματη δικαιοπραξία πάνω σε ακίνητο·
5. Οι τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις με
τις οποίες αναγνωρίζονται κυριότητα ή άλλο εμπρά-
γματο δικαίωμα σε ακίνητο που έχει κτηθεί με έ-
κτακτη χρησικτησία».
Ἐν συνόψει, νόμιμες βάσεις ἀποκτήσεως δικαι-
ωμάτων σέ ἀκίνητα καί δηλώσεώς τους στό Ἑλληνικό
Κτηματολόγιο εἶναι:
α. Κάθε εἴδους δικαιοπραξίες ἐν ζωῇ ἤ αἰτίᾳ
θανάτου, πού συνιστοῦν, μεταβιβάζουν ἤ τροποποι-
οῦν ἐμπράγματο δικαίωμα σέ ἀκίνητο ὑπέρ ἐκκλησια-
στικοῦ Ν.Π.Δ.Δ. ἤ Ν.Π.Ι.Δ. ἤ σέ δικαιοπάροχό του
ἤ δικαστικές ἀποφάσεις ἤ δικαστικές πράξεις, πού
ἀναγνωρίζουν τέτοια δικαιώματα (συμβάσεις μεταβι-
βάσεως λόγω ἀγοραπωλησίας ἤ λόγω δωρεᾶς ἐν ζωῇ ἤ
αἰτίας θανάτου, πράξεις ἀποδοχῆς κληρονομίας ἤ
κληροδοσίας, κληρονομητήριο).
β. Διοικητικές πράξεις (π.χ. συντελεσμένη ἀ-
ναγκαστική ἀπαλλοτρίωση ὑπέρ ἐκκλησιαστικοῦ νομι-
κοῦ προσώπου, ὑπουργική ἀπόφαση παραχωρήσεως κυ-
ριότητος, ἀπόφαση διοικητικῆς ἐπιτροπῆς, προε-
δρικό ἤ βασιλικό διάταγμα κ.λπ.), πού συνιστοῦν,
μεταβιβάζουν ἤ τροποποιοῦν ἐμπράγματο δικαίωμα σέ
ἀκίνητο ὑπέρ ἐκκλησιαστικοῦ Ν.Π.Δ.Δ. ἤ Ν.Π.Ι.Δ. ἤ
σέ δικαιοπάροχό του.
Οἱ διοικητικές πράξεις εἶναι δυνατόν νά ἔ-
χουν ἐκδοθεῖ καί πρίν τήν σύσταση τοῦ Ἑλληνικοῦ
Κράτους καί ἀποτελοῦν νομίμους τίτλους ἰδιοκτη-
σίας, ἐάν ἦταν ἔγκυρες κατά τό δίκαιο τοῦ χρόνου
ἐκδόσεώς τους, ὅπως προβλέπει τό ἄρθρο 51 τοῦ Εἰ-
σαγωγικοῦ Νόμου τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικα: («Η απόκτηση
κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πρίν
από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά
το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γε-
γονότα για την απόκτησή τους»), καί θεμελιώνουν
τήν κτήση κυριότητας μέ πρωτότυπο ἤ παράγωγο
τρόπο, π.χ. ὀθωμανικά φερμάνια, πού παραχωροῦν
κυριότητα, χοτζέτια, πού ἐπικυρώνουν συμφωνίες ἀ-
γοραπωλησίας κτημάτων.
γ. Ὁ νόμος: κατά τό ἄρθρο 51 παρ. 7 τοῦ ν.
4301/2014 : «Τα εκδοθέντα κατ' εξουσιοδότηση του
άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 4684/1930 (Α΄ 150), όπως
κωδικοποιήθηκε με το προεδρικό διάταγμα της
14/22.4.1931 (Α΄ 328), διαχωριστικά διατάγματα

4
και οι Πίνακες Α-Ε της Σύμβασης της 18.9.1952
(βασιλικό διάταγμα της 26.9.1952, Α΄ 289), όπως
τροποποιήθηκε με την από 27.12.1968 Σύμβαση (Α΄
161) συνιστούν νόμιμους τίτλους ιδιοκτησίας και
αποτελούν πλήρη απόδειξη των εμπραγμάτων δικαιω-
μάτων των Ιερών Μονών και του Δημοσίου έναντι
παντός τρίτου, χωρίς να απαιτείται μεταγραφή τους
στα οικεία βιβλία μεταγραφών ή καταχώριση στα
κτηματολογικά βιβλία».
Παρ’ ὅτι ἡ ἀνωτέρω διάταξη τοῦ ν. 4301/2014
ἀναφέρει ὅτι δέν ἀπαιτεῖται ἡ μεταγραφή στά Ὑπο-
θηκοφυλακεῖα ἤ ἡ καταχώριση στά κτηματολογικά βι-
βλία: α) τῶν Πινάκων Ἀκινήτων τῶν ἀπό 18.9.1952
Συμβάσεων Ἐκκλησίας Πολιτείας καί β) τῶν Προεδρι-
κῶν Διαταγμάτων διαχωρισμοῦ τῆς μοναστηριακῆς πε-
ριουσίας μεταξύ Ο.Δ.Ε.Π. καί Μονῶν, πού ἐκδόθηκαν
κατά τόν ν. 4684/1930, θά πρέπει νά ὑποβληθοῦν
δηλώσεις ἰδιοκτησίας καί γιά τά ἀκίνητα πού περι-
λαμβάνονται στούς Πίνακες τῶν ἀπό 18.9.1952 Συμ-
βάσεων καί τῶν Προεδρικῶν Διαταγμάτων διαχωρισμοῦ
μοναστηριακῆς περιουσίας ἀπό τούς ἰδιοκτῆτες. Ὡς
νόμιμοι τίτλοι ἰδιοκτησίας θά δηλωθοῦν οἱ Συμβά-
σεις τῆς 18.9.1952 καί ὁ οἰκεῖος Πίνακας ἤ τά
προεδρικά διατάγματα τοῦ νόμου 4684/1930 σέ συν-
δυασμό μέ τό ἄρθρο 51 παρ. 7 τοῦ ν. 4301/2014,
χωρίς νά ἀπαιτεῖται νά ἔχουν μεταγραφεῖ στό Ὑπο-
θηκοφυλακεῖο (ὅπως ἀναφέρει ἡ ἐν λόγῳ διάταξη τοῦ
ν. 4301/2014).
δ. Τακτική ἤ ἔκτακτη χρησικτησία πού στοι-
χειοθετεῖται μέ διάφορους τρόπους, π.χ. μέ τελε-
σίδικες δικαστικές ἀποφάσεις ἀναγνωρίσεως κυριό-
τητας σέ ἀκίνητο πού ἔχει ἀποκτηθεῖ μέ χρησικτη-
σία.
Σέ περιπτώσεις δηλώσεως ἰδιοκτησίας βάσει
τῆς χρησικτησίας, πρέπει νά συνταχθοῦν νέα τοπο-
γραφικά διαγράμματα, ἐάν δέν ὑπάρχουν, καί
α) νά συνταχθοῦν ἀπό τόν ἐπιχώριο Μητροπο-
λίτη ἤ τόν νόμιμο ἐκπρόσωπο τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἀ-
κινήτου:
αα) εἴτε ἐκθέσεις ἀπογραφῆς κατά τά ἄρθρα 47
παρ. 3.β τοῦ ν. 590/1977 καί 25 παρ. 1 τελευταῖο
ἐδάφιο τοῦ ν. 4301/2014 (ἐάν τό ἀκίνητο ἀνήκει
στήν νομή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ φορέα πρίν τήν
31.5.1977 καί ἔχει συμπληρωθεῖ ὁ χρόνος χρησικτη-
σίας πρίν τήν 31.5.1977).

5
ββ) εἴτε πράξεις συναινέσεως – τακτοποιήσεως
κυριότητας τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ ν. 3800/1957 καί 88
τοῦ ἀναγκαστικοῦ ν. 2200/1940, ἐάν τό ἀκίνητο ἀ-
νήκει στήν νομή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ νομικοῦ προσώ-
που ἀπό τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς περιοχῆς καί τῆς
ὑπαγωγῆς της στό Ἑλληνικό Κράτος.
Οἱ ἀνωτέρω συμβολαιογραφικές δηλώσεις μετα-
γράφονται στά βιβλία μεταγραφῶν τῶν Ὑποθηκοφυλα-
κείων καί καταχωρίζονται στά κτηματολογικά βιβλία
τῶν Κτηματολογικῶν Γραφείων.
Οἱ πράξεις συναινέσεως ἤ ἐκθέσεις ἀπογραφής,
εἀν στηρίζονται σέ προγενέστερα στοιχεῖα ἀποδεί-
ξεως τῆς νομῆς (π.χ. ἔγγραφα ἤ ἔνορκες βεβαιώ-
σεις), θά πρέπει νά τά ἐπικαλοῦνται στό κείμενό
τους, καί τά στοιχεῖα αύτά νά συγκατατίθενται μέ
τίς δηλώσεις.
β) εἴτε νά κατατεθοῦν δηλώσεις ἰδιοκτησίας
λόγῳ χρησικτησίας (χωρίς τά άνωτέρω
συμβολαιογραφικά ἔγγραφα) στηριζόμενες σέ ἄλλα
ἔγγραφα στοιχεῖα ἀποδείξεως τῆς κυριότητας μέ
χρησικτησία, π.χ. ἔνορκες βεβαιώσεις γιά τήν χρη-
σικτησία, συμβάσεις ἐπισκευῆς ἤ περιφράξεως ἀκι-
νήτου, πού ἀποδεικνύουν τήν νομή τοῦ ἀκινήτου ἤ
ὀθωμανικά ταχρίρ, πού ἐπίσης κατονομάζουν τόν
ἰδιοκτήτη τοῦ ἀκινήτου καί τήν πληρωμή τῶν φόρων
του στήν ὀθωμανική διοίκηση ἤ ὀθωμανικά φερμάνια
πού δίδουν οἰκοδομική ἄδεια σέ κτῆμα κατονομάζον-
τας τόν ἰδιοκτήτη τοῦ ἀκινήτου.
Τό πλεονέκτημα τῶν ἐκθέσεων ἀπογραφῆς καί
τῶν πράξεων συναινέσεως εἶναι ὅτι συντάσσονται μέ
σύγχρονο τοπογραφικό διάγραμμα, μεταγράφονται στό
Ὑποθηκοφυλακεῖο καί καταχωρίζονται στά κτηματολο-
γικά βιβλία, ἀποτελώντας γιά τό μέλλον σταθερό
νόμιμο τίτλο ἀποδείξεως τῆς κυριότητος μέ εἰδικά
στοιχεῖα τοπογραφικοῦ ἐντοπισμοῦ τοῦ ἀκινήτου.
Ἐάν δέν ὑπάρχει τίτλος νόμιμος ἤ νομιζόμενος
(π.χ. ἄκυρο συμβόλαιο), ἀποδεικτικός στόχος τοῦ
δηλοῦντος νομικοῦ προσώπου, εἴτε προσκομίσει μαζί
μέ τή δήλωση συμβολαιογραφικές πράξεις συναινέ-
σεως ἤ ἐκθέσεις ἀπογραφῆς, εἴτε προσκομίσει μαζί
μέ τή δήλωση ἄλλα στοιχεῖα, εἶναι νά ἀποδείξει
τήν ἄσκηση νομῆς ἐκ μέρους τοῦ ἰδίου ἤ ἐκ μέρους
τοῦ δικαιοπαρόχου του, προσμετρώντας τόν χρόνο
νομῆς τοῦ δικαιοπαρόχου στή δική του νομή (π.χ.
νομή τῆς Ἐπισκοπῆς ἤ Ἐνορίας ὡς δικαιοπαρόχου τῆς
σημερινῆς Μητροπόλεως ἤ Ἐνορίας) ὡς ἑξῆς:

6
α) Σέ περίπτωση ἰδιωτικοῦ (μή δημόσιου ἤ μή
δημοτικοῦ) ἀκινήτου, πρέπει νά ἀποδείξει νομή συ-
νεχοῦς διάρκειας, τουλάχιστον 20 ἐτῶν πρίν τήν ἡ-
μερομηνία ὑποβολῆς δηλώσεως στό Ἑλληνικό Κτηματο-
λόγιο,
β) Σέ περίπτωση δημόσιου κτήματος στήν Πα-
λαιά Ἑλλάδα (ὄχι γιά τίς Νέες Χῶρες), πρέπει νά
ἀποδείξει νομή συνεχοῦς διάρκειας, τουλάχιστον 30
ἐτῶν μέχρι τήν 11.9.1915 (ἡ δυνατότητα αὐτή δέν
δίδεται γιά τίς Νέες Χῶρες, καθώς περιῆλθαν στό
Ἑλληνικό Κράτος μετά τήν 11.9.1915), ὁπότε ἄρχισε
νά ἀπαγορεύεται ἡ χρησικτησία κατά τοῦ Δημοσίου,
καί ἐφ’ ὅσον ἡ νομή συνεχίζεται ἕως τήν ἡμερομη-
νία δηλώσεως στό Ἑλληνικό Κτηματολόγιο,
γ) Σέ περίπτωση δημοτικοῦ κτήματος, πρέπει
νά ἀποδείξει νομή συνεχοῦς διάρκειας, τουλάχιστον
20 ἐτῶν πρίν τήν 2.12.1968, ὁπότε ἄρχισε νά ἰ-
σχύει τό νομοθετικό διάταγμα 31/1968, μέ τό ὁποῖο
ἀπαγορεύθηκε ἡ χρησικτησία σέ βάρος ἀκινήτων τῶν
Ὀργανισμῶν Τοπικῆς Αὐτοδιοικήσεως, ἡ ὁποία νομή
δέν θά πρέπει νά ἔχει διακοπεῖ ἕως τήν ἡμερομηνία
δηλώσεως στό Ἑλληνικό Κτηματολόγιο.
Σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τῶν ἄρθρων 1045 καί
1046 Ἀστικοῦ Κώδικα, ἐκεῖνος πού ἀσκεῖ νομή σέ ἀ-
κίνητο ἐπί 20 ἔτη, καθίσταται κύριός του μέ ἔκτα-
κτη χρησικτησία, ἐκεῖνος δέ πού ἔχει στή νομή του
τό πρᾶγμα κατά τήν ἔναρξη καί τή λήξη ὁρισμένης
χρονικῆς περιόδου τεκμαίρεται ὅτι τό νέμεται καί
κατά τόν ἐνδιάμεσο χρόνο.
Περαιτέρω, κατά τά ἄρθρα 1041 καί 1043 Ἀστι-
κοῦ Κώδικα, ἐκεῖνος πού ἔχει στή νομή του μέ καλή
πίστη καί μέ νόμιμο ἤ ἔστω νομιζόμενο τίτλο ἀκί-
νητο (ἰδιωτικό) ἐπί 10 ἔτη, γίνεται κύριος τοῦ ἀ-
κινήτου μέ τακτική χρησικτησία.
Πρακτικά ἡ ἔκθεση ἀπογραφῆς καλύπτει χρονι-
κῶς καί ὅλα τά ἀκίνητα, γιά τά ὁποῖα συντάσσεται
πράξη συναινέσεως – τακτοποιήσεως κυριότητος τοῦ
ν. 3800/1957 καί ἀ.ν. 2200/1940, διότι, γιά νά
συνταχθεῖ ἔκθεση ἀπογραφῆς, ἀρκεῖ ὁ φορέας νά ἔ-
χει χρησιδεσπόσει (μέ τακτική ἤ ἔκτακτη χρησικτη-
σία) τό ἀκίνητο πρίν τήν 31.5.1977. Καλό εἶναι νά
προτιμᾶται ἡ ἔκθεση ἀπογραφῆς λόγῳ τῆς πρόσφατης
θέσεως ἐν ἰσχύι τῶν σχετικῶν διατάξεων πού τήν
ρυθμίζουν.
Διευκρινίζεται ὅτι τά ἀνωτέρω ἔγγραφα (ἐκθέ-
σεις ἀπογραφῆς καί πράξεις συναινέσεως) συντάσ-

7
σονται πάντοτε σέ συμβολαιογράφο καί πρέπει νά
συνοδεύονται ἀπό σύγχρονο τοπογραφικό διάγραμμα
ἐξαρτημένο στό Ἑλληνικό Γεωδαιτικό Σύστημα Ἀναφο-
ρᾶς τοῦ 1987 καί πάντως συνταχθέν σύμφωνα μέ τίς
προδιαγραφές τοῦ Ἐθνικοῦ Κτηματολογίου.

3. Τεκμήρια ἰδιοκτησίας ὑπέρ τοῦ Δημοσίου καί


Δάση

Γιά τίς ἐκτός σχεδίου ἤ οἰκισμοῦ ἐκκλησια-


στικές ἐκτάσεις, πού δηλώνονται μέ νόμιμη αἰτία
τήν χρησικτησία, θά πρέπει, μεταξύ ἄλλων, νά προ-
σκομίζονται καί στοιχεῖα πού νά ἀποδεικνύουν τόν
μή δασικό χαρακτῆρα τοῦ ἀκινήτου καί νά γίνεται
ἐπιπλέον ἔλεγχος στούς ἀναρτημένους δασικούς χάρ-
τες, ἐφ' ὅσον ἔχουν ἀναρτηθεῖ. Ἀλλά πρέπει νά
προσεχθεῖ, ὅτι τό προβαλλόμενο τεκμήριο κυριότη-
τας τοῦ Δημοσίου κατά τό ἄρθρο 3 ἐδάφιο β΄ τοῦ
βασιλικοῦ διατάγματος τῆς 17.11/1.12.1836 (Φ.Ε.Κ.
69/1.12.1836), ἐπί: α) ὅσων δασῶν προϋπῆρχαν τῆς
ἐκδόσεως τοῦ β.δ. τῆς 17.11/1.12.1836 καί β) δέν
ἀναγνωρίσθηκαν ἐντός ἔτους ἀπό τήν τότε Γραμμα-
τεία (Ὑπουργεῖο) Οἰκονομικῶν ὡς ἰδιωτικά δάση,
δέν ἰσχύει:
α) Ἐάν παρά τήν μή ὑποβολή στοιχείων στή
Γραμματεία Οἰκονομικῶν ἐντός ἔτους (1.12.1837) ἤ
τήν μή ἀναγνώριση τῶν δασῶν ὡς ἰδιωτικῶν ἀπό τή
Γραμματεία Οἰκονομικῶν, τό ἐκκλησιαστικό νομικό
πρόσωπο ἀπέκτησε μέ χρησικτησία τό ἀκίνητο ἐπειδή
ἄσκησε ἀδιάλειπτη νομή 30 ἐτῶν ἕως τήν 11.9.1915.
β) Σέ ὅσες περιοχές ἡ Ὀθωμανική Αὐτοκρατο-
ρία, πρίν τήν ὑπαγωγή τους στό Ἑλληνικό Κράτος,
εἶχε ἀναγνωρίσει τά δικαιώματα ἰδιοκτησίας τῶν ἰ-
διωτῶν καί δέν εἶχε δημεύσει τά ἀκίνητά τους (ἀ-
γροτικά ἤ δασικά), ὥστε νά καταστοῦν ὀθωμανικές
δημόσιες γαῖες. Τά ἰδιωτικά δικαιώματα ἐπί δασῶν
καί ἐν γένει ἐπί ἀκινήτων διατηρήθηκαν καί δέν
δημεύθηκαν ἀπό τήν Ὀθωμανική Αὐτοκρατορία σέ ὅσες
περιοχές οἱ Ὀθωμανοί δέν τίς κατέκτησαν μέ πόλεμο
(«δορυάλωτες»), ὁπότε τά κτήματα τῶν ἰδιωτῶν πα-
ρέμειναν στήν ἰδιοκτησία τους. Γιά τόν λόγο αὐτό,
τά ἰδιωτικά ἀκίνητα σέ αὐτές τίς περιοχές, δέν ἀ-
ποκτήθηκαν ἀκολούθως «δικαιώματι πολέμου» ἀπό τό
Ἑλληνικό Βασίλειο ὡς διάδοχο τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτο-
κρατορίας, ὥστε νά θεωροῦνται δημόσια κτήματα τοῦ
Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Ἔτσι π.χ. ἔχει κριθεῖ δικα-

8
στικῶς, ὅτι τό τεκμήριο κυριότητας τοῦ Δημοσίου
δέν ἰσχύει στά νησιά τῶν Κυκλάδων, τῆς Χίου, τῆς
Λέσβου καί στήν Θάσο.
γ) Σέ ὅσες περιοχές ὑπήχθησαν μέ Διεθνῆ Συν-
θήκη ἀπό τήν Ὀθωμανική Αὐτοκρατορία στό Ἑλληνικό
Κράτος καί δέν ὑπῆρξε διαδοχή τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐ-
τοκρατορίας «δικαιώματι πολέμου» ἀπό τό Ἑλληνικό
Βασίλειο, ὅπως π.χ. ὁ νομός Ἀττικῆς. Κατά τόν Ἄ-
ρειο Πάγο (ἀπόφαση 52/2014): «Από τις ρυθμίσεις
που ακολούθησαν της Συνθήκης του Λονδίνου της 6
Ιουνίου 1827 και περιέχονται στο Πρωτόκολλο του
Λονδίνου της 21.1/3.2.1830 "Περί ανεξαρτησίας της
Ελλάδος" και στα ερμηνευτικά αυτού πρωτόκολλα της
4/16.6.1830 και της 19.6./1.7.1830, σε συνδυασμό
με τις ρυθμίσεις της από 27.6./9.7.1832 Συνθήκης
της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονι-
σμού των ορίων της Ελλάδος" και του άρθρου 16 του
ν. της 21.6./10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων
κτημάτων", προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν
έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Κράτους,
αλλά στην κυριότητά του περιήλθαν εκείνα μόνο τα
κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια
του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις
και δήμευσε και εκείνα τα οποία κατά το χρόνο υ-
πογραφής των άνω τριών Πρωτοκόλλων είχαν εγκατα-
λειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθε-
ρωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και
δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη
ισχύος του ανωτέρω νόμου περί διακρίσεως κτημά-
των, όχι όμως και όσα κατά την έναρξη της Ελληνι-
κής Επαναστάσεως και ακολούθως κατείχοντο από Ελ-
ληνες ιδιώτες, με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς
έγκυρο και ισχυρό, κατά το οθωμανικό δίκαιο,
τίτλο (ταπί, χοτζέτι ή βουγιουρδί). Σημειωτέον,
ότι ως προς τα ευρισκόμενα στην Αττική οθωμανικά
κτήματα δεν μπορεί να γίνει λόγος για την περιέ-
λευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου
με το δικαίωμα του πολέμου, αφού η Αττική δεν κα-
τακτήθηκε με τα όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελλη-
νικό Κράτος στις 31.3.1833 με βάση την από
27.6/9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και
κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των ελληνικών
και των τουρκικών αρχών, ενώ, εξάλλου, κατά τη
διάρκεια της τρίτης τουρκικής κυριαρχίας στην Ατ-
τική (25.5.1827 έως 31.3.1833) και, ειδικότερα,
κατά το έτος 1829, ο Σουλτάνος, ως έχων, κατά το

9
οθωμανικό δίκαιο, την κυριαρχία εφ’ όλης της γης,
που ανήκε στο οθωμανικό κράτος, είχε εκδώσει θέ-
σπισμα, με το οποίο παραχώρησε δωρεάν στους Αθη-
ναίους -Οθωμανούς και Έλληνες- την κυριότητα των
ήδη κατεχομένων από αυτούς ακινήτων της Αττικής,
τα σχετικά δε ιδιοκτησιακά δικαιώματά τους ανα-
γνωρίσθηκαν ακολούθως με το από 21.1./3.2.1830
Πρωτόκολλο "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και με
την προαναφερόμενη Συνθήκη της Κωνσταντινουπό-
λεως. Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2
και 3 του Β.Δ. της 17.11./1.12.1836 "περί ιδιωτι-
κών δασών", που έχει ισχύ νόμου, αναγνωρίστηκε η
κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που απο-
τελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν
από την έναρξη του περί ανεξαρτησίας απελευθερω-
τικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες. Για την αναγνώριση
των τελευταίων ως ιδιωτικών δασών, όφειλαν οι ι-
διοκτήτες των δασικών εκτάσεων, μέσα σε αποκλει-
στική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του
διατάγματος αυτού, να παρουσιάσουν στη Γραμματεία
του Υπουργείου Οικονομικών τους τίτλους ιδιοκτη-
σίας, διαφορετικά θεωρούνται δημόσια δάση. Έτσι
με τις διατάξεις αυτές του πιο πάνω Β. Δ/τος θε-
σπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυ-
ριότητας σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ι-
σχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού
Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι
ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση, όμως, εφαρμογής
του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδι-
κουμένου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης
ισχύος του παραπάνω διατάγματος. Περαιτέρω, κατά
τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9
παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6
Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3
Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Β. Ρ. Δικαίου, οι
οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Εισ.Ν.Α.Κ., έ-
χουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας, εφόσον
τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που
αυτές ίσχυαν, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας
με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα που ανήκαν στο
Δημόσιο, ακόμη και αν αυτά ήταν δημόσια δάση ή
δασικές εκτάσεις. Προϋπόθεση της χρησικτησίας,
σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση νο-
μής πάνω στο ακίνητο και χωρίς νόμιμο τίτλο, αλλ’
απλώς με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποί-
θηση του νομέα ότι με τη κτήση της νομής του πρά-

10
γματος δεν προσβάλλει κατ’ ουσίαν το δικαίωμα κυ-
ριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν.
20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18
και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109
Πανδ. (50.16) τη συνδρομή της οποίας, ενόψει της
φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δι-
καστής της ουσίας συμπερασματικώς από τα περιστα-
τικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καθώς και με
διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνε-
χούς τριακονταετίας με τη δυνατότητα του χρησιδε-
σπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής
του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφ’
όσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδι-
κός διάδοχος αυτού. Οι διατάξεις αυτές δεν καταρ-
γήθηκαν με το νόμο της 21.6/3.7.1837 "περί δια-
κρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του ο-
ποίου ορίσθηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και
διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημά-
των, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω διατά-
ξεις". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων,
προς εκείνες του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων
"περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή
του, και ακόμη του άρθρου 21 του ν. δ. της
22.4/26.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των
κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλή-
φθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1 539/1938 "περί προ-
στασίας των δημοσίων κτημάτων", με τις οποίες α-
παγορεύθηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του
Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού από τις 26.5.1926
και εφεξής, συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημο-
σίων κτημάτων, όπως είναι και τα δημόσια δάση,
είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σ’
αυτά με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον όμως η τρια-
κονταετής νομή αυτών, με διάνοια κυρίου και καλή
πίστει, είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915 (Ολ.
Α.Π. 75/1987). Εφόσον δε, σύμφωνα με τις προανα-
φερόμενες διατάξεις, αποκτήθηκε κυριότητα σε δά-
σος ή σε δασική έκταση με έκτακτη χρησικτησία μέ-
χρι τις 11.9.1915, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην
κυριότητα που αποκτήθηκε η μεταγενέστερη διάταξη
του άρθρου 62 § 1 του ν. 998/1979 "περί προστα-
σίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων
της Χώρας", με την οποία ορίζεται ότι "σε κάθε
φύσεως αμφισβητήσεις ή διενέξεις ή δίκες μεταξύ
του Δημοσίου και φυσικού ή νομικού προσώπου, το
οποίο επικαλείται ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα,

11
εμπράγματο ή όχι, επί των δασών, των δασικών ε-
κτάσεων κ.λπ., το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο
οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματός
του" (ΑΠ. 975/2008). Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του
Β. Δ/τος 3/15.12.1833 "περί διορισμού του φόρου
βοσκής και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγ-
γείου φόρου κατά τα έτη 1833 -1834" όλα τα λιβά-
δια, δηλαδή οι βοσκότοποι, για την επικαρπία των
οποίων δεν υπάρχει έγγραφο "ταπί", εκδοθέν επί
τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους
παραμένει στο Δημόσιο. Η διάταξη αυτή αφορά τη
συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία
προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και
ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Η
έννοια αυτή προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1
παρ. 2 του ν. ΚΘ της 31.1./18.2.1864 "περί βοσκη-
σίμων γαιών", με την οποία ορίζεται ότι το Δημό-
σιο, ως και οι Κοινότητες, διατηρούν ανέπαφα τα
δικαιώματα όσα προ της εποχής ταύτης είχαν επί
των αμφισβητουμένων λιβαδίων άνευ βλάβης των παρά
τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων, αλλά και από τη
διάταξη του άρθρου 3 του ν. ΨΝΖ της
27.3./1.4.1880 "περί κοινοτικών και εθνικών λιβα-
δίων" κατά την οποία το Δημόσιο, ως προς τα ε-
θνικά και οι Κοινότητες ως προς τα κοινοτικά λι-
βάδια διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική
κατοχή επί των βοσκησίμων τόπων, επί των οποίων
εγένοντο μέχρι το έτος 1864 τοποθετήσεις ποι-
μνίων. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με
τις προαναφερόμενες διατάξεις περί κτήσεως κυριό-
τητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία του βυζαν-
τινορωμαϊκού δικαίου, που προαναφέρθηκαν, προκύ-
πτει ότι είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας επί
λιβαδίων ή βοσκοτόπων υπό ιδιωτών, εφόσον αυτοί
τους ενέμοντο με διάνοια κυρίου και καλή πίστει
επί τριακονταετία μέχρι και της 11.9.1915 (Α.Π.
1281/2002, Α.Π. 956/1990). Κατά το προϊσχύσαν δί-
καιο και ειδικότερα κατά το άρθρο 16 του ν. από
21.6./3.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", όπως
και κατά τον Α. Κ., κατά το άρθρο 972 αυτού, τα
αδέσποτα ακίνητα, δηλαδή εκείνα τα οποία μπορεί
να εξουσιάσει ο άνθρωπος, αλλά δεν υπάρχει κύριος
αυτών, ανήκουν στο Δημόσιο (Α.Π. 532/1980)».
Γιά ἀκίνητα σέ περιοχές ὅπου ἰσχύει τό
τεκμήριο κυριότητας τοῦ Δημοσίου πρέπει, μεταξύ
ἄλλων, νά κατατεθοῦν στοιχεῖα πού ἀποδεικνύουν

12
τόν μή δασικό χαρακτῆρα τοῦ ἀκινήτου, εἰδικά ἐάν,
κατά τόν ἔλεγχο σέ τυχόν ἀναρτημένους δασικούς
χάρτες, ὑπάρχει δασικός χαρακτηρισμός τοῦ
ἀκινήτου.
Γιά ἐκτάσεις πού ἔχουν ἀπωλέσει τό δασικό
τους χαρακτῆρα πρίν ἀπό τήν 11η.6.1975 λόγῳ
ἐπεμβάσεων, πού ἔλαβαν χώρα μέ βάση σχετική
διοικητική πράξη, πού δέν ἔχει ἀνακληθεῖ ἤ
ἀκυρωθεῖ δικαστικῶς, θά πρέπει νά προσκομίζεται ἡ
σχετική διοικητική πράξη, καθώς οἱ ἐκτάσεις αὐτές
δέν εἶναι δυνατόν νά χαρακτηρισθοῦν ὡς δάση ἤ
δασικές ἐκτάσεις, οὔτε νά κηρυχθοῦν ἀναδασωτέες
λόγῳ τῶν ἐπεμβάσεων αὐτῶν.

4. Δηλώσεις ἐμπραγμάτων δικαιωμάτων στό Ἑλλη-


νικό Κτηματολόγιο καί Ε.Ν.Φ.Ι.Α.
Συχνά ὑποβάλλεται ἡ ἐρώτηση, ἐάν ἡ δήλωση
στό Ἑλληνικό Κτηματολόγιο ἐπισύρει καί τήν ἐπιβά-
ρυνση τοῦ φορέα μέ ἐπιπλέον Ε.Ν.Φ.Ι.Α. γιά ἀκί-
νητα, τά ὁποῖα μέχρι σήμερα ὁ φορέας δέν δήλωνε
στή δήλωση περιουσιακῆς καταστάσεώς του (Ε9). Ὑ-
πενθυμίζεται ὅτι, ἐκτός ἀπό τά δεσμευμένα ἀκίνητα
τοῦ ἄρθρου 3 παρ. 2 τοῦ ν. 4223/2013, ἀπαλλάσσον-
ται ἐπίσης ἀπό τόν Ε.Ν.Φ.Ι.Α. κατά τό ἄρθρο 3
παρ. 1 τοῦ ν. 4223/2013 ἀκίνητα πού ἀνήκουν:

- «δ) Σε Ν.Π.Δ.Δ. που δεν εντάσσονται στους φο-


ρείς της Γενικής Κυβέρνησης και ιδιοχρησιμο-
ποιούνται αποκλειστικά για την εκπλήρωση μορ-
φωτικού, εκπαιδευτικού, πολιτιστικού, αθλητι-
κού, θρησκευτικού, φιλανθρωπικού και κοινωφε-
λούς σκοπού ή παραχωρούνται δωρεάν στο Δημό-
σιο».

Πράγματι, τά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου


τῆς ἐν εὐρεῖᾳ ἐννοίᾳ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλ-
λάδος (Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, Ἱερές Μητροπόλεις,
Ἐνορίες καί Ἱερές Μονές) εἶναι Ν.Π.Δ.Δ., πού δέν
ἀνήκουν στή Γενική Κυβέρνηση κατά τό ἄρθρο 68
παρ. 1 ὑποπαρ. 3 τοῦ ν. 4235/2014 καί ἐφαρμόζεται
ἡ παραπάνω διάταξη ὡς πρός αὐτά.

- «στ) α) Σε νομικά πρόσωπα και νομικές οντότη-


τες των γνωστών θρησκειών και δογμάτων κατά
την παρ. 2 του άρθρου 13 του Συντάγματος και
ιδιοχρησιμοποιούνται για την εκπλήρωση του λα-

13
τρευτικού, θρησκευτικού και κοινωφελούς έργου
τους».

Πρέπει νά προσεχθεῖ, ὅτι ὡς ἰδιοχρησιμοποι-


ούμενο ἀκίνητο κατά τόν ν. 4223/2013 θεωρεῖται ἐξ
ἀντιδιαστολῆς κάθε ἀκίνητο, πού δέν ἔχει ἐκμισθω-
θεῖ ἤ καθ' οἱονδήποτε ἄλλο τρόπο παραχωρηθεῖ
(π.χ. δωρεάν μέ χρησιδάνειο) σέ τρίτον κατά τό
ἄρθρο 2 παρ. 8 τοῦ νόμου 4223/2013:

«8. Για την εφαρμογή του ΕΝ.ΦΙ.Α. ακίνητα


που δεν ιδιοχρησιμοποιούνται από το υποκείμενο
του ΕΝ.Φ.Ι.Α θεωρούνται αυτά τα οποία εκμισθώνον-
ται ή παραχωρούνται καθ' οιονδήποτε τρόπο σε
τρίτο. Τα ακίνητα που δεν εμπίπτουν στο προηγού-
μενο εδάφιο θεωρούνται ιδιοχρησιμοποιούμενα.»

Συνεπῶς, τόσο τά νέα ἀκίνητα πού θά δηλω-


θοῦν, ὅσο καί τά ἀκίνητα πού ἤδη ἔχουν δηλωθεῖ
στή δήλωση Ε9, ἐάν δέν ἔχουν ἐκμισθωθεῖ ἤ καθ'
οἱονδήποτε ἄλλο τρόπο παραχωρηθεῖ (π.χ. δωρεάν μέ
χρησιδάνειο) σέ τρίτον, θεωροῦνται ἐκ τοῦ νόμου
ὡς ἰδιοχρησιμοποιούμενα κατά τό ἄρθρο 2 παρ. 8
τοῦ ν. 4223/2013 καί συνεπῶς θά δηλώνονται στή
δήλωση Ε9 ὡς ἐξυπηρετοῦντα σκοπούς μορφωτικούς,
ἐκπαιδευτικούς, πολιτιστικούς, ἀθλητικούς, θρη-
σκευτικούς, φιλανθρωπικούς καί κοινωφελεῖς κατά
τήν περίπτωση δ΄ τοῦ ἄρθρου 3 παρ. 1 τοῦ ν.
4223/2013, ἤ τούς λατρευτικούς ἤ θρησκευτικούς ἤ
κοινωφελεῖς σκοπούς τοῦ οἰκείου ἐκκλησιαστικοῦ
νομικοῦ προσώπου κατά τήν περίπτωση στ) α) τοῦ
ἄρθρου 3 παρ. 1 τοῦ ν. 4223/2013. Ὑπό τίς δύο αὐ-
τές προϋποθέσεις σωρρευτικῶς (ἰδιόχρηση καί ἐξυ-
πηρέτηση τῶν παραπάνω σκοπῶν) ἀπαλλάσσονται ἀπό
τόν Ε.Ν.Φ.Ι.Α.

Τέλος, σέ περιπτώσεις δωρεάν παραχωρήσεως


τῆς χρήσεώς τους στό Δημόσιο, τά ἀκίνητα τῶν ἐκ-
κλησιαστικῶν Ν.Π.Δ.Δ. ἀπαλλάσσονται ἐπίσης ἀπό
τόν Ε.Ν.Φ.Ι.Α., κατά τήν περίπτωση δ΄ τοῦ ἄρθρου
4 παρ. 1 τοῦ ν. 4223/2013.
Ἡ μή συμπερίληψη ἀκινήτου μέχρι σήμερα στήν
δήλωση περιουσιακῆς καταστάσεως (Ε9) δέν κωλύει
τήν ὑποβολή δηλώσεως στό Ἑλληνικό Κτηματολόγιο.
Σέ περίπτωση ἐγγραφῆς τοῦ δικαιώματος ὅμως, θά
πρέπει νά συμπεριληφθεῖ στή δήλωση Ε9, ὅπως καί

14
σέ περίπτωση ἀκολούθου ἀσκήσεως κτηματολογικῆς ἀ-
γωγῆς, καθώς ἀπαιτεῖται ἡ προσκόμιση τοῦ πιστο-
ποιητικοῦ ΕΝ.Φ.Ι.Α. τοῦ ἄρθρου 54Α τοῦ ν.
4174/2013 (γιά τήν ἔκδοση τοῦ ὁποίου ἀπαιτεῖται
εἴτε τό ἀκίνητο νά ἀπαλλάσσεται τοῦ ΕΝ.Φ.Ι.Α.
εἴτε νά ἔχει ἐξοφληθεῖ ὁ ΕΝ.Φ.Ι.Α. γιά τά τελευ-
ταία 5 οἰκονομικά ἔτη).

Ἐντολῇ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου


Ὁ Ἀρχιγραμματεύς

Ἀρχιμ. Φιλόθεος Θεοχάρης

___________________

Συνημμένως: Πίναξ περιπτωσιολογίας, ὁ ὁποῖος ἐν-


δεικνύει τά εἴδη τῶν ἀκινήτων, τό εἶδος συμβολαι-
ογραφικοῦ ἐγγράφου ἀποδείξεως κυριότητος, τό
ὁποῖο δύναται νά συνταχθεῖ ὡς πρός αὐτά, καθώς
καί ποῖος ὑπογράφει, ἐνώπιον τοῦ συμβολαιογράφου,
τό εἶδος τοῦ κάθε ἐγγράφου.

15
Πράξεις τακτοποίησης κυριότητας – εκθέσεις απογραφής
(Συγκεντρωτικός Πίνακας-Περιπτωσιολογία)

*Σημ.: Οι συμβολαιογραφικές πράξεις τακτοποίησης κυριότητας και οι εκθέσεις απογραφής δεν συνιστούν μη υπάρχουσα κυριότητα και
αποτελούν αποδεικτικούς και όχι συστατικούς τίτλους κυριότητας. Επομένως σε αυτές μνημονεύεται ως αιτία κτήσης, είτε α) ο υπάρχων τίτλος επ'
ονόματι του εκκλησιαστικού νομικού προσώπου (π.χ. οθωμανικό χοτζέτι ή φιρμάνι, νοταριακό ή συμβολαιογραφικό έγγραφο δωρεάς ή
αγοραπωλησίας, προεδρικό διάταγμα διαχωρισμού μοναστηριακής περιουσίας ή οι Πίνακες της Σύμβασης Εκκλησίας - Πολιτείας της 18.9.1952
κ.λπ.) ή επ' ονόματι τρίτου (π.χ. άτυπου δωρητή της περιουσίας) είτε β) η τακτική ή έκτακτη χρησικτησία είτε γ) άλλη νόμιμη αιτία, αυτοτελώς ή σε
συνδυασμό με τα παραπάνω (π.χ. άρθρο 39 παρ. 3 εδαφ. β ν. 590/1977, 4 παρ. 1 ν. 3127/2003).

Είδος ακινήτου Πού ανήκει το ακίνητο Ποιος υπογράφει Είδος


την συμβολαιογραφική δήλωση συμβολαιογραφικού
εγγράφου

1. Κτήματα (κάθε μορφής, δάση, Στην οικεία Ενορία, που ανήκει ο Υπογράφει ο φερόμενος ως κύριος τρίτος ή Δήλωση άρθρου 7 ν.
δασικές εκτάσεις, αστικά, Ναός (Ενοριακός, Παρεκκλήσιο, ο καθολικός ή ειδικός διάδοχός του (π.χ. 3800/1957 (πράξη
αγροτικά ακίνητα) που νέμονται Εξωκκλήσιο) κληρονόμος, αγοραστής), εάν σώζονται τακτοποίησης κυριότητας)*
Ιεροί Ναοί από την τίτλοι, που φέρουν ως ιδιοκτήτη τον τρίτο
απελευθέρωση του Ελληνικού *[σε παλαιότερα
Κράτους θεωρούνται ως ή συμβολαιογραφικά
ανήκοντα στους Ιερούς Ναούς έγγραφα ονομαζόταν
από της κτήσεώς τους, εάν Υπογράφει ο νόμιμος εκπρόσωπος της «πράξη συναίνεσης», διότι

16
στερούνται τίτλου λόγω νομικής Ενορίας μετά από έγκριση της απόφασης έπρεπε να εμφανισθεί ο
αδυναμίας κατά το επί του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου από το φερόμενος ως ιδιοκτήτης
Τουρκοκρατίας υφιστάμενο Μητροπολιτικό Συμβούλιο. τρίτος να συναινέσει υπέρ
καθεστώς (δεν αναγνώριζε της κυριότητας του
νομική προσωπικότητα στους εκκλησιαστικού νομικού
Ναούς). * Το άρθρο 2 παρ. 2 περ. ΙΓ ν. 4030/2011 προσώπου – το άρθρο 7 ν.
(προστέθηκε με το άρθρο 53 ν. 4178/2013) 3800/1957 χρησιμοποιεί
επιβεβαιώνει ότι υπογράφει ο νόμιμος τον όρο «τυπική
εκπρόσωπος της Ενορίας. τακτοποίησις δικαιώματος
κυριότητος», που είναι
καταλληλότερος μετά και
τον ν. 4178/2013, που
επέτρεψε ρητώς την
σύνταξη και από τον νόμιμο
εκπρόσωπο]

2. Κτήματα (κάθε μορφής, δάση, Στην Ι. Μονή* Υπογράφει ο φερόμενος ως κύριος τρίτος ή Δήλωση άρθρου 7 ν.
δασικές εκτάσεις, αστικά, ο καθολικός ή ειδικός διάδοχός του (π.χ. 3800/1957
αγροτικά ακίνητα) που νέμονται *Το άρθρο 2 παρ. 2 περ. ΙΓ ν. κληρονόμος, αγοραστής), εάν σώζονται (πράξη τακτοποίησης
Ιερές Μονές από την 4030/2011 (προστέθηκε με το τίτλοι, που φέρουν ως ιδιοκτήτη τον τρίτον κυριότητας).*
απελευθέρωση του Ελληνικού άρθρο 53 ν. 4178/2013)
Κράτους θεωρούνται ως επεξέτεινε την εφαρμογή του ή
ανήκοντα στις Ιερές Μονές από άρθρου 7 ν. 3800/1957 και στα *[σε παλαιότερα
της κτήσεώς τους, εάν ακίνητα, που νέμονται Μονές. Υπογράφει ο νόμιμος εκπρόσωπος της Ι. συμβολαιογραφικά
στερούνται τίτλου λόγω νομικής Μονής. έγγραφα ονομαζόταν
αδυναμίας κατά το επί «πράξη συναίνεσης», διότι
Τουρκοκρατίας υφιστάμενο * Μετά το άρθρο 2 παρ. 2 περ. ΙΓ ν. έπρεπε να εμφανισθεί ο

17
καθεστώς (δεν αναγνώριζε 4030/2011 (προστέθηκε με το άρθρο 53 ν. φερόμενος ως ιδιοκτήτης
νομική προσωπικότητα στις 4178/2013) μπορεί να υπογράψει και ο τρίτος να συναινέσει υπέρ
Μονές). νόμιμος εκπρόσωπος της Ιεράς Μονής. της κυριότητας του
εκκλησιαστικού νομικού
προσώπου – το άρθρο 7 ν.
3800/1957 χρησιμοποιεί
τον όρο «τυπική
τακτοποίησις δικαιώματος
κυριότητος», που είναι
καταλληλότερος μετά και
τον ν. 4178/2013, που
επέτρεψε ρητώς την
σύνταξη και από τον νόμιμο
εκπρόσωπο].

3. Αστικό ή αγροτικό ακίνητο, το Στην οικεία Ι. Μητρόπολη * Από τα άρθρα 88 α.ν. 2200/1940 και 2 Δήλωση άρθρου 88 α.ν.
οποίο νέμεται από την παρ. 2 περ. ΙΓ ν. 4030/2011 (προστέθηκε με 2200/1940
Τουρκοκρατία ή Ενετοκρατία το άρθρο 53 ν. 4178/2013) συνάγεται ότι
Μητρόπολη ή Επισκοπή ή υπογράφει ο νόμιμος εκπρόσωπος της
Μητροπολιτικοί Ναοί (Ενοριακοί Ιεράς Μητρόπολης, δηλαδή ο επιχώριος
ή μη), με σκοπό ή την Μητροπολίτης (29 παρ. 1 ν. 590/1977).
συμπλήρωση του μισθού του
Μητροπολίτου/Επισκόπου ή τις
επισκευές των μητροπολιτικών
οικημάτων ή για τις ανάγκες των
Ιερών Ναών.

18
4. Αστικό ή αγροτικό ακίνητο, το Στην Ιερά Μονή* Υπογράφει ο νόμιμος εκπρόσωπος της Ι. Δήλωση άρθρου 88 α.ν.
οποίο νέμεται από την Μονής. 2200/1940.
Τουρκοκρατία ή Ενετοκρατία *Το άρθρο 2 παρ. 2 περ. ΙΓ ν.
Ιερά Μονή για τις ανάγκες της. 4030/2011 (προστέθηκε με το * Από τα άρθρα 88 α.ν. 2200/1940 και 2
άρθρο 53 ν. 4178/2013) παρ. 2 περ. ΙΓ ν. 4030/2011 (προστέθηκε με
επεξέτεινε την εφαρμογή του το άρθρο 53 ν. 4178/2013) συνάγεται ότι
άρθρου 88 α.ν. 2200/1940 και στα υπογράφει ο νόμιμος εκπρόσωπος της Ι.
ακίνητα, που νέμονται Μονές. Μονής.

5. Εκκλησιαστικά κτίρια, Στην οικεία Ι.Μητρόπολη ή Ενορία Υπογράφει ο νόμιμος εκπρόσωπος της Δήλωση άρθρου 62 ν.
προοριζόμενα για την ή Ι.Μονή* Μητρόπολης ή της Ενορίας (μετά από 590/1977.
εγκατάσταση γραφείων έγκριση της απόφασης του Εκκλησιαστικού
Μητροπόλεων ή Ενοριών ή για *Το άρθρο 2 παρ. 2 περ. ΙΓ ν.
Συμβουλίου από το Μητροπολιτικό
κατοικία Αρχιερέων ή Εφημερίων 4030/2011 (προστέθηκε με το
και ανεγερθέντα ή αποκτηθέντα Συμβούλιο) ή της Ι. Μονής.
άρθρο 53 ν. 4178/2013)
δι' εισφορών Μονών και Ναών ή
επεξέτεινε την εφαρμογή του
εξ εράνων ή ειδικών φορολογιών,
φερόμενα δε επ' ονόματι άρθρου 88 α.ν. 2200/1940 και στα
ακίνητα, που νέμονται Μονές. * Το άρθρο 2 παρ. 2 περ. ΙΓ ν. 4030/2011
Φυσικών ή Νομικών Προσώπων,
(προστέθηκε με το άρθρο 53 ν. 4178/2013)
πλην του Δημοσίου,
μεταβιβάζονται υποχρεωτικώς επιβεβαιώνει ότι υπογράφει ο νόμιμος
στο ποιούμενο χρήση Νομικό εκπρόσωπος του νομικού προσώπου.
Πρόσωπο της Μητροπόλεως ή

19
Ενορίας ή Μονής, δι' απλής
ενώπιον συμβολαιογράφου
δηλώσεως, συντασσομένης και
μεταγραφομένης ατελώς. Τα
αυτά ισχύουν και για τα κτίρια
της Ιεράς Συνόδου, των λοιπών
αυτοτελών Συνοδικών Υπηρεσιών
και της Αρχιεπισκοπής Αθηνών.

Στην Ι. Μητρόπολη
6. Μητρόπολη οιονεί «καθολικός Ο επιχώριος Μητροπολίτης (μετά από Έκθεση απογραφής
διάδοχος» των ακινήτων, που *άρθρο 47 παρ. 3β εδαφ. α ν. έγκριση της Δ.Ι.Σ.). άρθρου 47 παρ. 3.β εδαφ.
ανήκαν σε παλαιά Επισκοπή της 590/1977 : α΄ ν. 590/1977.
εδαφικής της περιφέρειας. «Στην περίπτωση της
οποτεδήποτε σύστασης νέων
Ιερών Μητροπόλεων ή Ενοριών,
εκκλησιαστικά ακίνητα
Μητροπόλεων, Ενοριών, παλαιών
Επισκοπών ή τέως ορθοδόξων
χριστιανικών κοινοτήτων, που
υπάγονται πλέον στην εδαφική
περιφέρεια των νέων
Μητροπόλεων ή Ενοριών,
περιέρχονται κατά κυριότητα σε
αυτές από τη σύστασή τους ως
οιονεί καθολικούς διαδόχους,
χωρίς άλλη πράξη ή συμβόλαιο ή
αντάλλαγμα».

20
7. Μητρόπολη οιονεί «καθολικός Στην Ι.Μητρόπολη Ο επιχώριος Μητροπολίτης (μετά από Έκθεση απογραφής
διάδοχος» ακινήτων, που ανήκαν έγκριση της Δ.Ι.Σ.). άρθρου 47 παρ. 3.β εδαφ.
σε τέως Ορθόδοξη Χριστιανική α΄ ν. 590/1977.
Κοινότητα της εδαφικής της *άρθρο 47 παρ. 3β εδαφ. α ν.
περιφέρειας και αποτελούσαν 590/1977 :
«εκκλησιαστική περιουσία» της «Στην περίπτωση της
τέως Ορθόδοξης Κοινότητας οποτεδήποτε σύστασης νέων
Ιερών Μητροπόλεων ή Ενοριών,
εκκλησιαστικά ακίνητα
Μητροπόλεων, Ενοριών, παλαιών
Επισκοπών ή τέως ορθοδόξων
χριστιανικών κοινοτήτων, που
υπάγονται πλέον στην εδαφική
περιφέρεια των νέων
Μητροπόλεων ή Ενοριών,
περιέρχονται κατά κυριότητα σε
αυτές από τη σύστασή τους ως
οιονεί καθολικούς διαδόχους,
χωρίς άλλη πράξη ή συμβόλαιο ή
αντάλλαγμα».

**Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 ν.


2508/1920 οι περιουσίες των τέως
Ορθόδοξων Χριστιανικών
Κοινοτήτων διακρίθηκαν, πλην
άλλων, σε : α) «σχολικές», β)

21
«ενοριακές» (περιουσίες εν
ενεργεία Ιερών Ναών των οποίων
οι πρόσοδοι διετίθεντο υπέρ των
δαπανών και αναγκών των Ι.
Ναών), γ) «εκκλησιαστικές» (όσες
εκκλησιαστικές περιουσίες
απέδιδαν έσοδα υπέρ
γενικότερων εκκλησιαστικών
σκοπών, καθώς και τα κοινοτικά
και εκκλησιαστικά ακίνητα που
χρησιμοποιούνταν για τέτοιους
σκοπούς, π.χ. Μητροπολιτικά
μέγαρα, ιερατικές σχολές κ.λπ.), δ)
«ευαγείς» και ε) «κοινοτικές».

8. Ενορία οιονεί «καθολικός Στην νέα Ενορία Υπογράφει ο νόμιμος εκπρόσωπος της Έκθεση απογραφής
διάδοχος» ακινήτων της Ενορίας μετά από έγκριση της απόφασης άρθρου 47 παρ. 3.β εδαφ.
εδαφικής της περιφέρειας, που *άρθρο 47 παρ. 3.β εδαφ. α ν. του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου από το α΄ ν. 590/1977.
ανήκαν σε καταργηθείσα ή 590/1977 : Μητροπολιτικό Συμβούλιο.
συγχωνευθείσα Ενορία ή σε «Στην περίπτωση της
Ενορία από την οποία οποτεδήποτε σύστασης νέων
αποσπάσθηκε. Ιερών Μητροπόλεων ή Ενοριών,
εκκλησιαστικά ακίνητα
Μητροπόλεων, Ενοριών, παλαιών
Επισκοπών ή τέως ορθοδόξων
χριστιανικών κοινοτήτων, που

22
υπάγονται πλέον στην εδαφική
περιφέρεια των νέων
Μητροπόλεων ή Ενοριών,
περιέρχονται κατά κυριότητα σε
αυτές από τη σύστασή τους ως
οιονεί καθολικούς διαδόχους,
χωρίς άλλη πράξη ή συμβόλαιο ή
αντάλλαγμα».

Έκθεση απογραφής
9. Ενορία οιονεί «καθολικός Στην Ενορία Υπογράφει ο νόμιμος εκπρόσωπος της άρθρου 47 παρ. 3.β εδαφ.
διάδοχος» ακινήτων, που ανήκαν Ενορίας μετά από έγκριση της απόφασης α΄ ν. 590/1977.
σε τέως Ορθόδοξη Χριστιανική *άρθρο 47 παρ. 3β εδαφ. α ν. του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου από το
Κοινότητα της εδαφικής της 590/1977 : Μητροπολιτικό Συμβούλιο.
περιφέρειας και αποτελούσαν «Στην περίπτωση της
«ενοριακή περιουσία» της οποτεδήποτε σύστασης νέων
Ορθόδοξης Κοινότητας. Ιερών Μητροπόλεων ή Ενοριών,
εκκλησιαστικά ακίνητα
Μητροπόλεων, Ενοριών, παλαιών
Επισκοπών ή τέως ορθοδόξων
χριστιανικών κοινοτήτων, που
υπάγονται πλέον στην εδαφική
περιφέρεια των νέων
Μητροπόλεων ή Ενοριών,
περιέρχονται κατά κυριότητα σε
αυτές από τη σύστασή τους ως
οιονεί καθολικούς διαδόχους,

23
χωρίς άλλη πράξη ή συμβόλαιο ή
αντάλλαγμα».

**Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 ν.


2508/1920 οι περιουσίες των τέως
Ορθόδοξων Χριστιανικών
Κοινοτήτων διακρίθηκαν, πλην
άλλων, σε : α) «σχολικές», β)
«ενοριακές» (περιουσίες εν
ενεργεία Ιερών Ναών των οποίων
οι πρόσοδοι διετίθεντο υπέρ των
δαπανών και αναγκών των Ι.
Ναών), γ) «εκκλησιαστικές» (όσες
εκκλησιαστικές περιουσίες
απέδιδαν έσοδα υπέρ
γενικότερων εκκλησιαστικών
σκοπών, καθώς και τα κοινοτικά
και εκκλησιαστικά ακίνητα που
χρησιμοποιούνταν για τέτοιους
σκοπούς, π.χ. Μητροπολιτικά
μέγαρα, ιερατικές σχολές κ.λπ.),
δ) «ευαγείς» και ε) «κοινοτικές».

10. Μητρόπολη οιονεί Στην Ι. Μητρόπολη Ο επιχώριος Μητροπολίτης (μετά από Έκθεση απογραφής
«καθολικός διάδοχος» των έγκριση της Δ.Ι.Σ.). άρθρου 47 παρ. 3.β εδαφ.
ακινήτων της εδαφικής της *άρθρο 47 παρ. 3β εδαφ. α ν. α΄ ν. 590/1977.
περιφέρειας, που ανήκαν σε 590/1977 :

24
καταργηθείσα ή συγχωνευθείσα «Στην περίπτωση της
Μητρόπολη ή Μητρόπολη από το οποτεδήποτε σύστασης νέων
έδαφος της οποίας Ιερών Μητροπόλεων ή Ενοριών,
αποσπάσθηκε. εκκλησιαστικά ακίνητα
Μητροπόλεων, Ενοριών, παλαιών
Επισκοπών ή τέως ορθοδόξων
χριστιανικών κοινοτήτων, που
υπάγονται πλέον στην εδαφική
περιφέρεια των νέων
Μητροπόλεων ή Ενοριών,
περιέρχονται κατά κυριότητα σε
αυτές από τη σύστασή τους ως
οιονεί καθολικούς διαδόχους,
χωρίς άλλη πράξη ή συμβόλαιο ή
αντάλλαγμα».

11. Μητρόπολη οιονεί Στην Ι. Μητρόπολη Ο επιχώριος Μητροπολίτης (χωρίς έγκριση Έκθεση απογραφής
«καθολικός διάδοχος» της της Δ.Ι.Σ.). άρθρου 47 παρ. 3.β εδαφ.
περιουσίας διαλελυμένης Μονής. * άρθρο 39 παρ. 3 εδαφ. β ν. δ΄ ν. 590/1977:
590/1977 : «Ναοί και περιουσίες («Τα ανωτέρω ισχύουν στην
διαλελυμένων ή διαλυομένων περίπτωση διαλύσεως,
Μονών παραμένουν στην συγχωνεύσεως ή
κυριότητα του νομικού προσώπου ανασυστάσεως Ιερών Μονών
της οικείας Ιεράς Μητροπόλεως ή ή συστάσεως μετοχίου από
διαλελυμένες ή ερημωθείσες
περιέρχονται αυτοδίκαια, σε
Ιερές Μονές ή προσαρτήσεως
περίπτωση συγχωνεύσεώς τους με
Ιερών Ναών σε νομικά
άλλη Μονή, στην κυρία Μονή ή, σε

25
περίπτωση ανασυστάσεως, στην πρόσωπα του άρθρου 1
ανασυνιστώμενη Μονή». παράγραφος 4 ή μετατροπής
Ιερού Ναού σε Ιερά Μονή,
οπότε και συντάσσεται από
τον επιχώριο Μητροπολίτη
έκθεση απογραφής της
ακίνητης περιουσίας και
μεταγράφεται κατά τα
ανωτέρω»)

12. Μονή οιονεί «καθολικός Στην Ι. Μονή Ο επιχώριος Μητροπολίτης (χωρίς έγκριση Έκθεση απογραφής
διάδοχος» της περιουσίας της Δ.Ι.Σ.). άρθρου 47 παρ. 3.β εδαφ.
Μονής, η οποία συγχωνεύθηκε * άρθρο 39 παρ. 3 εδαφ. β ν. δ΄ ν. 590/1977:
σε αυτήν ως μετόχιό της. 590/1977 : «Ναοί και περιουσίες («Τα ανωτέρω ισχύουν στην
διαλελυμένων ή διαλυομένων περίπτωση διαλύσεως,
Μονών παραμένουν στην συγχωνεύσεως ή
κυριότητα του νομικού προσώπου ανασυστάσεως Ιερών Μονών
της οικείας Ιεράς Μητροπόλεως ή ή συστάσεως μετοχίου από
διαλελυμένες ή ερημωθείσες
περιέρχονται αυτοδίκαια, σε
Ιερές Μονές ή προσαρτήσεως
περίπτωση συγχωνεύσεώς τους
Ιερών Ναών σε νομικά
με άλλη Μονή, στην κυρία Μονή πρόσωπα του άρθρου 1
ή, σε περίπτωση ανασυστάσεως, παράγραφος 4 ή μετατροπής
στην ανασυνιστώμενη Μονή». Ιερού Ναού σε Ιερά Μονή,
οπότε και συντάσσεται από
τον επιχώριο Μητροπολίτη
έκθεση απογραφής της
ακίνητης περιουσίας και

26
μεταγράφεται κατά τα
ανωτέρω»)

13. Ανασυσταθείσα Μονή οιονεί Στην ανασυσταθείσα Ι. Μονή. Ο επιχώριος Μητροπολίτης (χωρίς έγκριση Έκθεση απογραφής
«καθολικός διάδοχος» της της Δ.Ι.Σ.). άρθρου 47 παρ. 3.β εδαφ.
περιουσίας της διαλυθείσας * άρθρο 39 παρ. 3 εδαφ. β ν. δ΄ ν. 590/1977:
Μονής. 590/1977 : «Ναοί και περιουσίες («Τα ανωτέρω ισχύουν στην
διαλελυμένων ή διαλυομένων περίπτωση διαλύσεως,
Μονών παραμένουν στην συγχωνεύσεως ή
κυριότητα του νομικού προσώπου ανασυστάσεως Ιερών Μονών
της οικείας Ιεράς Μητροπόλεως ή ή συστάσεως μετοχίου από
διαλελυμένες ή ερημωθείσες
περιέρχονται αυτοδίκαια, σε
Ιερές Μονές ή προσαρτήσεως
περίπτωση συγχωνεύσεώς τους με
Ιερών Ναών σε νομικά
άλλη Μονή, στην κυρία Μονή ή, πρόσωπα του άρθρου 1
σε περίπτωση ανασυστάσεως, παράγραφος 4 ή μετατροπής
στην ανασυνιστώμενη Μονή». Ιερού Ναού σε Ιερά Μονή,
οπότε και συντάσσεται από
τον επιχώριο Μητροπολίτη
έκθεση απογραφής της
ακίνητης περιουσίας και
μεταγράφεται κατά τα
ανωτέρω»).

27
14. Μονή οιονεί «καθολικός Ο επιχώριος Μητροπολίτης (χωρίς έγκριση Έκθεση απογραφής
διάδοχος» ως προς την Στην Ι. Μονή. της Δ.Ι.Σ.) άρθρου 47 παρ. 3.β εδαφ.
περιουσία μετοχίου, το οποίο δ΄ ν. 590/1977:
προσαρτήθηκε σε αυτήν και ή («Τα ανωτέρω ισχύουν στην
αποτελούσε περιουσία ήδη περίπτωση διαλύσεως,
διαλελυμένης Μονής (δεν Ο νόμιμος εκπρόσωπος της Ι. Μονής*. συγχωνεύσεως ή
διαλύθηκε δηλ. λόγω ανασυστάσεως Ιερών Μονών
συγχώνευσης, αλλά παλαιότερα) *[κατά το άρθρο 25 παρ. 1 εδαφ. β ν. ή συστάσεως μετοχίου από
4301/2014 για Μονές που ιδρύθηκαν προ του διαλελυμένες ή ερημωθείσες
ή ερημωθείσας Μονής.
31.5.1977 έκθεση απογραφής μπορεί να Ιερές Μονές ή προσαρτήσεως
συντάξει η Μονή ή το διάδοχο νομικό πρόσωπο Ιερών Ναών σε νομικά
(Μονή, προς την οποία συγχωνεύθηκε η πρόσωπα του άρθρου 1
διαλελυμένη) · η διάταξη μπορεί να παράγραφος 4 ή μετατροπής
εφαρμοσθεί και στις διαλελυμένες Μονές που Ιερού Ναού σε Ιερά Μονή,
συγχωνεύθηκαν, βλ. κατωτέρω]. οπότε και συντάσσεται από
τον επιχώριο Μητροπολίτη
έκθεση απογραφής της
[Συμπλήρωση : 30.6.2016] ακίνητης περιουσίας και
μεταγράφεται κατά τα
ανωτέρω»).

15. Νομικό Πρόσωπο του άρθρου Στο Νομικό Πρόσωπο, στο οποίο Ο επιχώριος Μητροπολίτης (χωρίς έγκριση Έκθεση απογραφής
1 παρ. 4 ν. 590/1977 (Εκκλησία προσαρτήθηκε ο Ι. Ναός. της Δ.Ι.Σ.). άρθρου 47 παρ. 3.β εδαφ.
Ελλάδος, Μητρόπολη, Ενορία, δ΄ ν. 590/1977:
Μονή, Εκκλ. Ίδρυμα, Ιερό («Τα ανωτέρω ισχύουν στην
Προσκύνημα, Αποστολική περίπτωση διαλύσεως,

28
Διακονία, Διορθόδοξο Κέντρο) συγχωνεύσεως ή
οιονεί «καθολικός διάδοχος» της ανασυστάσεως Ιερών Μονών
περιουσίας Ι. Ναού, ο οποίος ή συστάσεως μετοχίου από
προσαρτήθηκε στο νομικό αυτό διαλελυμένες ή ερημωθείσες
Ιερές Μονές ή προσαρτήσεως
πρόσωπο.
Ιερών Ναών σε νομικά
πρόσωπα του άρθρου 1
παράγραφος 4 ή μετατροπής
Ιερού Ναού σε Ιερά Μονή,
οπότε και συντάσσεται από
τον επιχώριο Μητροπολίτη
έκθεση απογραφής της
ακίνητης περιουσίας και
μεταγράφεται κατά τα
ανωτέρω»).

18. Ιερά Μονή οιονεί «καθολικός Στην Ι. Μονή. Ο επιχώριος Μητροπολίτης (χωρίς έγκριση Έκθεση απογραφής
διάδοχος» της περιουσίας Ιερού της Δ.Ι.Σ.). άρθρου 47 παρ. 3.β εδαφ.
Ναού οποιαδήποτε μορφής, που δ΄ ν. 590/1977:
μετατράπηκε σε Ι. Ναό της Ι. («Τα ανωτέρω ισχύουν στην
Μονής (Καθολικό ή περίπτωση διαλύσεως,
Παρεκκλήσιο). συγχωνεύσεως ή
ανασυστάσεως Ιερών Μονών
ή συστάσεως μετοχίου από
διαλελυμένες ή ερημωθείσες
Ιερές Μονές ή προσαρτήσεως
Ιερών Ναών σε νομικά
πρόσωπα του άρθρου 1
παράγραφος 4 ή μετατροπής

29
Ιερού Ναού σε Ιερά Μονή,
οπότε και συντάσσεται από
τον επιχώριο Μητροπολίτη
έκθεση απογραφής της
ακίνητης περιουσίας και
μεταγράφεται κατά τα
ανωτέρω»)

19. Ενορία συσταθείσα πριν την Η Ενορία ή το διάδοχό της νομικό Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο της Ενορίας Έκθεση απογραφής
31.5.1977 (με βασιλικό ή πρόσωπο (π.χ. εάν έχει μετά από έγκριση του Μητροπολιτικού άρθρου 25 παρ. 1 εδαφ. β
προεδρικό διάταγμα ή χωρίς μεσολαβήσει συγχώνευση Συμβουλίου ή το διάδοχο νομικό πρόσωπο ν. 4301/2014:
βασιλικό ή προεδρικό διάταγμα, Ενοριών ή προσάρτηση του Ναού σε περίπτωση διαδοχής*. («Κατά τα λοιπά, ισχύουν
αλλά αναγνωρίσθηκε με σε άλλο νομικό πρόσωπο λ.χ. σε και για αυτά τα
διαπιστωτική πράξη της Δ.Ι.Σ.). εκκλ. Ίδρυμα ή Προσκύνημα). *Ειδικά στην περίπτωση που μεσολάβησε εκκλησιαστικά νομικά
διαδοχή με κάποια από τις μορφές του πρόσωπα οι διατάξεις του
εδαφίου δ του άρθρου 47 παρ. 3.β του ν. ν. 590/1977 (Α΄146), καθώς
590/1977, την έκθεση απογραφής μπορεί και των άρθρων 7 του ν.
διαζευκτικά (εκτός του νομίμου 3800/1957 (Α΄256), 2 παρ. 2
εκπροσώπου της Ενορίας) να υπογράψει περίπτωση ΙΓ΄ του ν.
και ο επιχώριος Μητροπολίτης. 4030/2011 (Α΄249), 88 του
α.ν. 2200/1940 (Α΄42) για
τη σύνταξη πράξεων
τακτοποίησης και εκθέσεων
απογραφής δικαιωμάτων
τους από τα ίδια ή τους
διαδόχους τους») σε
συνδυασμό με το άρθρο 47

30
παρ. 3.β ν. 590/1977.

20. Μονή συσταθείσα πριν την Η Ι. Μονή ή το διάδοχό της νομικό Η Ι. Μονή ή το διάδοχό της νομικό πρόσωπο Έκθεση απογραφής
31.5.1977 (με βασιλικό ή πρόσωπο (π.χ. εάν διαλύθηκε η (σε περίπτωση διαδοχής, π.χ. συγχώνευση, άρθρου 25 παρ. 1 εδαφ. β
προεδρικό διάταγμα ή χωρίς Μονή, οπότε η περιουσία της διάλυση*). ν. 4301/2014 :
βασιλικό ή προεδρικό διάταγμα, ανήκει στην Ι. Μητρόπολη ή εάν («Κατά τα λοιπά, ισχύουν
αλλά αναγνωρίσθηκε με έχει μεσολαβήσει συγχώνευσή της *Ειδικά στην περίπτωση που μεσολάβησε και για αυτά τα
διαπιστωτική πράξη της Δ.Ι.Σ.) ως μετοχίου σε άλλη Μονή ή διαδοχή με κάποια από τις μορφές του εκκλησιαστικά νομικά
προσάρτηση της περιουσίας της εδαφίου δ του άρθρου 47 παρ. 3.β του ν. πρόσωπα οι διατάξεις του
Μονής σε άλλο νομικό πρόσωπο, 590/1977 (π.χ. «συγχώνευσης, διάλυσης ή ν. 590/1977 (Α΄146), καθώς
λ.χ. σε εκκλ. Ίδρυμα ή ανασύστασης» της Μονής ή προσάρτηση και των άρθρων 7 του ν.
Προσκύνημα). Ναού διαλελυμένης Μονής ως μετόχιο σε 3800/1957 (Α΄256), 2 παρ. 2
άλλη Μονή ή άλλο νομικό πρόσωπο του περίπτωση ΙΓ΄ του ν.
άρθρου 1 παρ. 4 ν. 590/1977) ισχύει 4030/2011 (Α΄249), 88 του
παράλληλα και η διάταξη του άρθρου 47 α.ν. 2200/1940 (Α΄42) για
παρ. 3β εδαφ. δ του ν. 590/1977, που τη σύνταξη πράξεων
προβλέπει ως αρμόδιο τον Μητροπολίτη. τακτοποίησης και εκθέσεων
απογραφής δικαιωμάτων
τους από τα ίδια ή τους
διαδόχους τους») σε
συνδυασμό με το άρθρο 47
παρ. 3.β ν. 590/1977.

31