You are on page 1of 13

Ναζὶμ Χικμέτ

Ποιήματα
Περιεχόμενα

 Γιὰ τὴ ζωή
 Γιὰ τὴ ζωή 2
 Τὰ τραγούδια τῶν ἀνθρώπων
 Στοὺσ δεκαπέντε ςυντρόφουσ
 Κλαίουςα ἰτιά
 Γιὰ τὰ τραγούδια μου
 Ἡ χώρα αὐτὴ εἶναι δική μασ
 Αὐτὸ εἶναι ὅλο
 Δὲ μᾶσ ἀφήνουν νὰ τραγουδᾶμε
 Ὁ ἄνθρωποσ μὲ τὸ γαρύφαλο
 Μονάκριβή μου
 Αὐτόγραφο

[2]
Γιὰ τὴ ζωή

(ἀπόδοςη: Γιϊννησ Ρύτςοσ)

Ἡ ζωὴ δὲν εἶναι παῖξε-γϋλαςε


Πρϋπει νὰ τόνε πϊρεισ ςοβαρϊ,
Ὅπωσ, νὰ ποῦμε, κϊνει ὁ ςκύουροσ,
Δύχωσ ἀπ᾿ ὄξω ἢ ἀπὸ πϋρα νὰ προςμϋνεισ τύποτα.
Δὲ θϊ ῾χεισ ἄλλο πϊρεξ μονϊχα νὰ ζεῖσ.
Σὶσ πιὸ ὄμορφεσ μϋρεσ μασ δὲν τὶσ ζόςαμε ἀκόμα
Κι ἂχ ὅ,τι πιὸ ὄμορφο θϊ ῾θελα νὰ ςοῦ πῶ
Δὲ ςτό ῾πα ἀκόμα.

Γιὰ τὴ ζωή

Ἡ ζωὴ δὲν εἶναι παῖξε-γϋλαςε


Πρϋπει νὰ τόνε πϊρεισ ςοβαρϊ,
Ὅπωσ, νὰ ποῦμε, κϊνει ὁ ςκύουροσ,
Δύχωσ ἀπ᾿ ὄξω ἢ ἀπὸ πϋρα νὰ προςμϋνεισ τύποτα.
Δὲ θϊ ῾χεισ ἄλλο πϊρεξ μονϊχα νὰ ζεῖσ.

Ἡ ζωὴ δὲν εἶναι παῖξε-γϋλαςε


Πρϋπει νὰ τόνε πϊρεισ ςοβαρὰ
Σόςο μὰ τόςο ςοβαρὰ
Ποὺ ἔτςι, νὰ ποῦμε, ἀκουμπιςμϋνοσ ς' ἕναν τοῖχο
μὲ τὰ χϋρια ςου δεμϋνα
Ἢ μϋςα ςτ᾿ ἀργαςτόρι
Μὲ λευκὴ μπλούζα καὶ μεγϊλα ματογυϊλια
Θὲ νὰ πεθϊνεισ, γιὰ νὰ ζόςουνε οἱ ἄνθρωποι,
Οἱ ἄνθρωποι ποὺ ποτὲ δὲ θϊ ῾χεισ δεῖ τὸ πρόςωπό τουσ
καὶ θὰ πεθϊνεισ ξϋροντασ καλὰ
Πὼσ τύποτα πιὸ ὡραῖο, πὼσ τύποτα πιὸ ἀληθινὸ
ἀπ᾿ τὴ ζωὴ δὲν εἶναι.

Πρϋπει νὰ τηνε πϊρεισ ςοβαρὰ


Σόςο μὰ τόςο ςοβαρὰ
Ποὺ θὰ φυτϋυεισ, ςὰ νὰ ποῦμε,
ἐλιὲσ ἀκόμα ςτὰ ἑβδομῆντα ςου
Ὄχι καθόλου γιὰ νὰ μεύνουν ςτὰ παιδιϊ ςου
Μὰ ἔτςι γιατὶ τὸ θϊνατο δὲ θὰ τόνε πιςτεύεισ
Ὅςο κι ἂν τὸν φοβᾶςαι
Μὰ ἔτςι γιατύ ἡ ζωὴ θὲ νὰ βαραύνει
πιότερο ςτὴ ζυγαριϊ.

[3]
Τὰ τραγούδια τῶν ἀνθρώπων

Σὰ τραγούδια τῶν ἀνθρώπων


εἶναι πιὸ ὄμορφα ἀπ᾿ τοὺσ ἴδιουσ
πιὸ βαριὰ ἀπὸ ἐλπύδα
πιὸ λυπημϋνα
πιὸ διαρκῆ.

***

Πιότερο ἀπ᾿ τοὺσ ἀνθρώπουσ,


τὰ τραγούδια τουσ ἀγϊπηςα.
Χωρὶσ ἀνθρώπουσ μπόρεςα νὰ ζόςω,
ὅμωσ ποτὲ χωρὶσ τραγούδια·
μοὔτυχε ν᾿ ἀπιςτόςω κϊποτε
ςτὴν πολυαγαπημϋνη μου,
ὅμωσ ποτϋ μου ςτὸ τραγούδι
ποὺ τραγούδηςα γι᾿ α὎τόν·
οὔτε ποτὲ καὶ τὰ τραγούδια
μ᾿ ἀπατόςανε.

***

Ὅποια κι ἂν εἶναι ἡ γλῶςςα τουσ


πϊντοτε τὰ τραγούδια τὰ κατϊλαβα.

***

΢᾿ α὎τὸν τὸν κόςμο τύποτα


ἀπ᾿ ὅςα μπόρεςα νὰ πιῶ
καὶ νὰ γευτῶ
ἀπ᾿ ὅςεσ χῶρεσ γνώριςα
ἀπ᾿ ὅςα μπόρεςα ν᾿ ἀγγύξω
καὶ νὰ νιώςω
τύποτα, τύποτα
δὲ μ᾿ ἔκανε ἔτςι ε὎τυχιςμϋνον
ὅςο τὰ τραγούδια...

[4]
Στοὺσ δεκαπέντε ςυντρόφουσ

Δὲ χύνουν δϊκρυ
μϊτια ποὺ ςυνηθύςαν νὰ βλϋπουνε φωτιὲσ
δὲ ςκύβουν τὸ κεφϊλι οἱ μαχητὲσ
κρατᾶν ψηλὰ τ᾿ ἀςτϋρι
μὲ περηφϊνεια
δὲν ἔχουμε καιρὸ νὰ κλαῖμε τοὺσ ςυντρόφουσ
τὸ τρομερό ςασ ὅμωσ κϊλεςμα
μὲσ ςτὴ ψυχό μασ
κι οἱ δεκαπϋντε ςασ καρδιὲσ
θὲ νὰ χτυπᾶνε
μαζύ μασ
τὸ ςιγανό ςασ βόγγιςμα
ςὰν προςκλητόρι
χτυπᾶ ςτ᾿ ἀφτιϊ μασ
ςὰν τὸν ἀντύλαλο βροντῆσ.

΢τϊχτη θὰ γύνεισ κόςμε γεραςμϋνε


ςοῦ ῾ναι γραφτὸσ ὁ δρόμοσ
τῆσ ςυντριβῆσ
καὶ δὲ μπορεῖσ νὰ μᾶσ λυγύςεισ
ςκοτώνοντασ τ᾿ ἀδϋρφια μασ τῆσ μϊχησ
καὶ νὰ τὸ ξϋρεισ
θὰ βγοῦμε νικητὲσ
κι ἂσ εἶναι βαριϋσ μασ
οἱ θυςύεσ.
Μαύρη ἐςὺ θϊλαςςα γαλόνεψε
τὰ κύματϊ ςου
καὶ θϊ ῾ρθει ἡ μϋρα ἡ ποθητὴ
ἡ μϋρα τησ ειρόνησ
τῆσ λευτεριᾶσ ςου
ὦ ναὶ θϊ ῾ρθει
ἡ μϋρα ποὺ θ᾿ ἁρπϊξουμε τὶσ λόγχεσ
ποὺ μὲσ ςτὸ αἷμα τὸ δικό μασ
ἔχουνε βαφτεῖ.

1921

[5]
Κλαίουςα ἰτιά

Κυλοῦςε τὸ νερὸ
καὶ ςτὸν καθρϋφτη του γυαλύζονταν ἰτιὲσ
τὰ πλούςια τὰ μαλλιϊ τουσ λούζαν λυγερϋσ.
Καὶ τὰ ςπαθιὰ τ᾿ ἀςτραφτερϊ τουσ
χτυπώντασ ςτοὺσ κορμοὺσ
καλπϊζαν κατακόκκινοι μὲσ ςτοὺσ δρυμοὺσ
καλπϊζαν πρὸσ τὴ δύςη
μεθύςι!...

Καὶ τότε ξϊφνου


ςὰ τὸ πουλὶ τὸ λαβωμϋνο
τὸ πληγωμϋνο
ςτὸ φτερό του
γκρεμύςτηκ᾿ ἕνασ καβαλϊρησ
ἀπ᾿ τ᾿ ἄλογό του.

Δὲ ςκλόριςε
τοὺσ ἄλλουσ πού ῾φευγαν δὲ ζότηςε
τὰ βουρκωμϋνα μϊτια του ἐγύριςε
μονϊχα γιὰ νὰ δεῖ
τὰ πϋταλα ποὺ λϊμπαν.
Σὸ ποδοβολητὸ ἐςβοῦςε μὲσ ςτὴ φύςη
καὶ τ᾿ ἄλογα ἐχϊνονταν ςτὴ δύςη!

Καμαρωτοὶ ἐςεῖσ καβαλαρϋοι


Ὦ κόκκινοι κι ἀςτραφτεροὶ καβαλαρϋοι
καβαλαρϋοι φτερωτοὶ
καμαρωτοὶ
ὡραῖοι!...
Μ᾿ ἴδιεσ φτεροῦγεσ πϋταξη ἡ ζωὴ ποὺ ῥϋει!

὇ φλοῖςβοσ τοῦ νεροῦ ςταμϊτηςε


ἐχϊθη
οἱ ἴςκιοι ἐβυθύςτηκαν ςτοῦ ςκοταδιοῦ τὰ βϊθη
τὰ χρώματα ςβηςτῆκαν
ςτὰ μϊτια του τὰ πϋνθιμα
τὰ πϋπλα κατεβῆκαν
καὶ τῆσ ἰτιᾶσ ἡ φυλλωςιὰ
χαώδεύει τὰ μαλλιϊ του!

Μὴ κλαῖσ ἰτιϊ μου θλιβερὰ


καὶ μὴ βαριοςτενϊζεισ
πϊν᾿ ἀπ᾿ τὰ ςκοτεινὰ νερὰ
τὸ δϊκρυ μὴ ςταλϊζεισ
Ὦ μὴ ςτενϊζεισ
μὲ ςφϊζεισ.
1925

[6]
Γιὰ τὰ τραγούδια μου

Δὲν ἔχω πόγαςο μὲ ςϋλαν ἀργυρὴ


οὔτε καὶ πόρουσ
-ὅπωσ τοὺσ λϋν᾿- ἀδόλουσ
δὲν ἔχω μότε γῆ
μιὰ ςπιθαμὴ
μονϊχα ἕνα ποτηρϊκι μϋλι
ςὰ νϊ ῾ναι φλόγα λαμπερό.

Α὎τὸ εἶναι τὸ βιόσ μου


κι εἶναι καὶ γιὰ τοὺσ φύλουσ
κι ἐνϊντια ς᾿ ὅλουσ τοὺσ ἐχθροὺσ
ἐντόσ μου
φυλϊγω α὎τὸν τὸν πλοῦτο μου
ἕνα ποτόρι μϋλι.

Ὑπομονό, ςυντρόφοι, ὏πομονὴ


καὶ θὰ ῾ρθει μϋρα ἡ τρανὴ
ναὶ θϊ ῾ρθει!
-΢᾿ α὎τοὺσ πού ῾χουν τὸ μϋλι θὲ νὰ ῾ρθεῖ
ἡ μϋλιςςα ἡ μιὰ
ἀπ᾿ τὴ Βαγδϊτη.

1935

[7]
Ἡ χώρα αὐτὴ εἶναι δική μασ

Ἡ χώρα α὎τὴ π᾿ ὁρμᾶ ἀπ᾿ τὴν Ἀςύα μὲ καλπαςμὸ


καὶ ποὺ προβϊλλει
τ᾿ ὥριο κεφϊλι
ςὰν τὸ πουλϊρι
γεμϊτο χϊρη
πρὸσ τῆσ Μεςόγειοσ τὸ νερὸ
ἡ χώρ᾿ α὎τὴ εἶναι δικό μασ
μὲ ματωμϋνουσ τοὺσ καρποὺσ
δόντια ςφιγμϋνα
πόδια γυμνϊ.

΢ὰ μεταξϋνιο τούτη ἡ γῆ μασ


εἶναι χαλύ μασ
τούτη ἡ γῆ μασ
ἡ κόλαςό μασ
τούτ᾿ ἡ παρϊδειςο
εἶναι δικό μασ.

Ἡ θϋληςό μασ
τώρα τρανεύει
νϊ ῾ναι δικό μασ
παντοτινὰ
νὰ ζοῦμε λεύτεροι ςὰ δϋντρα
ςὰ τὰ δεντρὰ τοῦ ἴδιου δϊςου
ἀδερφωμϋνα
ἀγκαλιαςτϊ.

1948

[8]
Αὐτὸ εἶναι ὅλο

Ζῶ ςτὴ φεγγοβολὴ
ποὺ προχωρϊει
ὁλόγιομα τὰ χϋρια μου
μὲ πόθουσ
κι ὁ κόςμοσ εἶναι ὄμορφοσ πολὺ
μοςκοβολϊει.

Σὰ μϊτια μου λιμπύςτηκαν


τὰ δϋντρα
τὰ δϋντρα ποὺ γιόμιςαν ἐλπύδεσ
καὶ ντύθηκαν τὴ πρϊςινη ςτολὴ
τὸ λιόχαρο δρομϊκι προχωρϊει
ς᾿ ὁλόδροςο χαλὶ
κι ἀπ᾿ τὸ φεγγύτη μὲ καλεῖ
ςτὶσ πρϊςινεσ νηςύδεσ.

Κι οὔτε μυρύζομαι τὰ φϊρμακα


τ᾿ ἀναρρωτόριο πιὰ δὲ βρωμϊει
-θ᾿ ἀνούξουν τὰ γαρούφαλα
ἡ ὥρα ἡ καλό-

Σύ τϊχα ἂν εἶςαι φυλακό;


Νὰ μὴ λυγᾶσ!
α὎τὸ εἶν᾿ ὅλο.
Δὲν εἶναι ἄλλη ςυμβουλό.

1948

[9]
Δὲ μᾶσ ἀφήνουν νὰ τραγουδᾶμε

Δὲ μᾶσ ἀφόνουν Ῥόμπςον νὰ τραγουδᾶμε


δὲ μᾶσ ἀφόνουν καναρύνι
πού ῾χεισ φτερὰ ἀητοῦ
μαῦρε ἀδερφϋ μου
δόντια ποὺ ἔχεισ
μαργαριτϊρια
δὲ μᾶσ ἀφόνουν νὰ ψηλώςουμε φωνό.

Φοβοῦνται Ῥόμπςον
φοβοῦνται τὴν α὎γό,
ν᾿ ἀκούςουνε φοβοῦνται
καὶ ν᾿ ἀγγύςουν
φοβοῦνται ν᾿ ἀγαπόςουν
φοβοῦνται ν᾿ ἀγαπόςουνε ςὰν τὸν Φερχὰτ
(Ἀλόθεια θὰ ῾χετε κι ἐςεῖσ ἕναν Φερχὰτ
οἱ νϋγροι πῶσ νὰ τόνε λϋνε Ῥόμπςον;)

Φοβοῦνται τὰ γεννόματα
τὴ γῆσ
τὸ γϊργαρο νερὸ φοβοῦνται τῆσ πηγῆσ
φοβοῦνται
νὰ θυμοῦνται
καὶ τὶσ χαρϋσ τουσ
τὸ χϋρι ἑνὸσ φύλου δὲν ἔςφιξε ποτϋ τουσ
τὸ χϋρι τουσ
ζεςτὸ
ςὰν τὸ πουλὶ
χωρὶσ νὰ θϋλει ςκόντα
προμόθειεσ
ἡ κϊποια ἀναβολὴ
ςτὴ πλερωμό.

Φοβοῦνται τὴν ἐλπύδα


φοβοῦνται Ῥόμπςον νὰ ἐλπύςουν
φοβοῦνται καναρύνι
πού ῾χεισ φτερὰ ἀητοὺ
φοβοῦνται τὰ τραγούδια μασ
μὴ τοὺσ τςακύςουν.

὆χτώβρησ 1949

[10]
Ὁ ἄνθρωποσ μὲ τὸ γαρύφαλο

Ἔχω πϊνω ςτὸ τραπϋζι μου


τὴ φωτογραφύα τοῦ ἀνθρώπου
μὲ τ᾿ ἄςπρο γαρούφαλο
ποὺ τὸν τουφϋκιςαν
ςτὸ μιςοςκόταδο
πρὶν τὴν α὎γὴ
κϊτω ἀπ᾿ τὸ φῶσ τῶν προβολϋων.

΢τὸ δεξύ του χϋρι


κρατᾶ ἕνα γαρούφαλο
πού ῾ναι ςὰ μιὰ φούχτα φῶσ
ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ θϊλαςςα
τὰ μϊτια του τὰ τολμηρὰ
τὰ παιδικὰ
κοιτϊζουν ἄδολα
κϊτω ἀπ᾿ τὰ βαριὰ μαῦρα τουσ φρύδια
ἔτςι ἄδολα
ὅπωσ ἀνεβαύνει τὸ τραγούδι
ςὰ δύνουν τὸν ὅρκο τουσ
οἱ κομμουνιςτϋσ.

Σὰ δόντια του εἶναι κϊταςπρα


ὁ Μπελογιϊννησ γελᾶ
καὶ τὸ γαρούφαλο ςτὸ χϋρι του
εἶναι ςὰν τὸ λόγο πού ῾πε ςτοὺσ ἀνθρώπουσ
τὴ μϋρα τῆσ λεβεντιᾶσ
τὴ μϋρα τῆσ ντροπῆσ.

Α὎τὴ ἡ φωτογραφύα
βγῆκε ςτο δικαςτόριο
ὕςτερ᾿ ἀπ᾿ τὴ θανατικὴ καταδύκη.

Ἀπρύλησ 1952

[11]
Μονάκριβή μου

(ἀπόδοςη: Γιϊννησ Ρύτςοσ)

Μονϊκριβό μου ἐςὺ ςτὸν κόςμο


μοῦ λὲσ ςτὸ τελευταῖο ςου γρϊμμα:
«πϊει νὰ ςπϊςει τὸ κεφϊλι μου, ςβόνει ἡ καρδιϊ μου,
Ἂν ςὲ κρεμϊςουν, ἂν ςὲ χϊςω θὰ πεθϊνω».

Θὰ ζόςεισ, καλό μου, θὰ ζόςεισ,


Ἡ ἀνϊμνηςό μου ςὰν μαῦροσ καπνὸσ
θὰ διαλυθεῖ ςτὸν ἄνεμο.
Θὰ ζόςεισ, ἀδελφό με τὰ κόκκινα μαλλιὰ τῆσ καρδιᾶσ μου
Οἱ πεθαμϋνοι δὲν ἀπαςχολοῦν πιότερο ἀπὸ 'να χρόνο
τοὺσ ἀνθρώπουσ τοῦ εἰκοςτοῦ αἰώνα.

὇ θϊνατοσ
Ἕνασ νεκρὸσ ποὺ τραμπαλύζεται ςτὴν ἄκρη τοῦ ςκοινιοῦ
ςὲ τοῦτον ῾δῶ τὸ θϊνατο δὲν ἀντϋχει ἡ καρδιϊ μου.
Μὰ νϊ ῾ςαι ςύγουρη, πολυαγαπημϋνη μου,
ἂν τὸ μαῦρο καὶ μαλλιαρὸ χϋρι ἑνὸσ φουκαρᾶ ἀτςύγγανου
περϊςει ςτὸ λαιμό μου τὴ θηλειὰ
ἄδικα θὰ κοιτᾶνε μὲσ ςτὰ γαλϊζια μϊτια τοῦ Ναζὶμ νὰ δοῦν τὸ φόβο.
΢τὸ ςούρπωμα τοῦ ςτερνοῦ μου πρωινοῦ
θὰ δῶ τοὺσ φύλουσ μου καὶ ςϋνα.
Καὶ δὲ θὰ πϊρω μαζύ μου κϊτου ἀπὸ τὸ χῶμα
παρὰ μόνο τὴν πύκρα ἑνὸσ ἀτϋλειωτου τραγουδιοῦ.

Γυναύκα μου
Μϋλιςςϊ μου μὲ τὴ χρυςὴ καρδιὰ
Μϋλιςςϊ μου μὲ τὰ μϊτια πιὸ γλυκὰ ἀπ᾿ τὸ μϋλι
Σύ κϊθηςα καὶ ςοῦ ῾γραψα πὼσ ζότηςαν τὸ θϊνατό μου.

Ἡ δύκη μόλισ ἄρχιςε


Δὲν κόβουν δὰ καὶ ςτὰ καλὰ καθούμενα ἔτςι τὸ κεφϊλι
ὅπωσ ἕνα γογγύλι.
Ἔλα, ἔλα, μό μου ςκᾶσ
Α὎τὰ εἶναι μακρινὰ ἐνδεχόμενα.
Ἂν ἔχεισ τύποτα λεφτὰ
Ἀγόραςϋ μου ἕνα μϊλλινο ςώβρακο
Μοῦ μϋνει ἀκόμα κεύνη ἡ ἰςχιαλγύα ςτὸ πόδι

Καὶ μὴν ξεχνᾶσ πῶσ ἡ γυναύκα ἑνὸσ φυλακιςμϋνου


Δὲν πρϋπει νὰ 'χει μαῦρεσ ἔγνοιεσ.

[12]
Αὐτόγραφο

Φύλοι κι ἀδϋλφια τῆσ ψυχῆσ μου. ἖ςεῖσ ποὺ πϋςατε ςτὶσ φυλακὲσ καὶ ςτὰ νηςιὰ
τῆσ κόλαςησ, ποὺ ςᾶσ κρατᾶν ἁλυςωμϋνουσ μὲσ ςτὰ ςτρατόπεδα ςυγκϋντρωςησ
γιατὶ πολεμᾶτε γιὰ τὴν ἀνεξαρτηςύα, τὸ ψωμὶ καὶ τὴ λευτεριὰ τοῦ ἑλληνικοῦ
λαοῦ, δεχτεῖτε τὴν ἀγϊπη καὶ τὸν θαυμαςμό μου.

Οἱ λαοὶ τῆσ Σουρκύασ καὶ τῆσ ἗λλϊδασ ἔχουνε τοὺσ ἴδιουσ θανϊςιμα μιςητοὺσ
ἐχθρούσ: τὸν ἀγγλοαμερικϊνικο ἰμπεριαλιςμὸ καὶ τοὺσ ντόπιουσ λακϋδεσ του.
Οἱ λαοὶ τῆσ Σουρκύασ καὶ τῆσ ἗λλϊδασ, φιλιωμϋνοι ὁ ἕνασ με τὸν ἄλλο, μὲ τὴ
βοόθεια τῶν φιλειρηνικῶν λαῶν ὅλου τοῦ κόςμου, θὰ τςακύςουνε ςτὸ τϋλοσ
α὎τοὺσ τοὺσ ἐχθρούσ τουσ. Α὎τὸ τὸ πιςτεύω. ὇ δικόσ ςασ ἔνδοξοσ ἀγώνασ εἶναι
μύα ἀπὸ τὶσ πιὸ λαμπρὲσ ἀποδεύξεισ ὅτι θὰ νικόςει ἡ ὏πόθεςη τῆσ εἰρόνησ, τοῦ
ψωμιοῦ καὶ τῆσ λευτεριᾶσ.

΢ᾶσ ςφύγγω ὅλουσ μ᾿ ἀγϊπη ςτὴν ἀγκαλιϊ μου.


ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΣ
10/8/1951 Βερολύνο

[13]