You are on page 1of 209

Ομιλία σε εκδήλωση του ΕΚΠΑ για το

φοιτητικό κίνημα
Posted on April 6, 2017by stavrostsakyrakis

 Δεν είμαι καλός στους επετειακούς λόγους, αλλά ανταποκρίθηκα στην


τιμητική πρόσκληση της Κοσμήτορος της Νομικής κ. Διονυσίας Καλλινίκου
γιατί σκέφτηκα πως φέτος είναι η επέτειος των 50 χρόνων από την
επιβολή της χούντας των συνταγματαρχών. Για μένα και για κάποιους
ανθρώπους της ηλικίας μου ετούτη η επέτειος είναι μια επέτειος ζωής.
Πολύ απλά, η χούντα σημάδεψε ανεξίτηλα τη ζωή μας.
 Κι επειδή οι επέτειοι λίγην αξία έχουν αν δεν συμβάλλουν στη γνώση και
την πείρα τού σήμερα, θα αρπάξω την ευκαιρία για να σας θέσω έναν
προβληματισμό που μας είχε απασχολήσει πολύ κατά τη διάρκεια της
δικτατορίας, και που ακόμη, κατά τη γνώμη μου, έχει νόημα να τον
συζητούμε.
 Ο προβληματισμός αφορά τον ρόλο τού φοιτητικού κινήματος στην
αντίσταση κατά της δικτατορίας: αναρωτιόμασταν τότε ποιος πρέπει να
είναι ο ρόλος των φοιτητών στον αντιδικτατορικό αγώνα. Ως ερώτημα,
βέβαια, σχετίζεται και προϋποθέτει την απάντηση σε ένα άλλο, γενικότερο
ερώτημα: πώς θα πέσει η χούντα. Τούτο το τελευταίο ερώτημα ήταν,
φυσικά, κρίσιμο για όλες τις αντιστασιακές οργανώσεις, και στάθηκε η
αιτία σοβαρών ρήξεων ανάμεσά τους.
 Θεωρητικά εδώ υπάρχουν δύο απαντήσεις: η πρώτη προκρίνει τον ένοπλο
αγώνα, ή άλλη τον μαζικό ξεσηκωμό.
 Ο πρώτος δρόμος εστιάζει σε ορισμένες δυναμικές ενέργειες: είναι ο
δρόμος της απόπειρας δολοφονίας του Παπαδόπουλου από τον
Παναγούλη, που υπήρξε ίσως το μεγαλύτερο γεγονός αντίστασης κατά της
χούντας. Είναι δρόμος ηρωικός αλλά και μοιραία αποσπασματικός,
γεγονός που διαγράφει και τα όριά του. Πράγματι, χωρίς την οργάνωση
αντίστασης στα Σώματα Ασφαλείας ή στον Στρατό (που φυσικά δεν
υπήρχε), φαινόταν πολύ δύσκολο να πετύχει ένα τέτοιο εγχείρημα.
 Τώρα, ο μαζικός ξεσηκωμός προϋποθέτει μάζες, με άλλα λόγια ανθρώπους
συγκεντρωμένους σε ενιαίο χώρο με στοιχειωδώς κοινές
προσλαμβάνουσες και κοινά συμφέροντα.
 Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν τα εργοστάσια με χιλιάδες εργάτες που
συναντά κανείς σε χώρες όπως η Αγγλία ή η Αμερική, ούτε μπορεί εύκολα
να φανταστεί κανείς άλλες εστίες που συγκεντρώνουν κατά τέτοιο τρόπο
συστηματικά ομοιογενείς μάζες κόσμου.
 Υπάρχουν, όμως, τα πανεπιστήμια. Μάλιστα, ίσως ακριβώς επειδή δεν
υπήρχε άλλος αντίστοιχος εν δυνάμει πόλος ανάπτυξης αντιδικτατορικών
ιδεών, η Ελλάδα δεν κινδύνευε από φαινόμενα όπως αυτό που
αντιμετώπισε για παράδειγμα η Γαλλία, όπου οι εργάτες κοιτούσαν με
δυσπιστία τους φοιτητές και τα αιτήματά τους.
 Το πανεπιστήμιο στην Ελλάδα ήταν χώρος πρόσφορος για μαζικές
κινητοποιήσεις. Το ερώτημα, λοιπόν, ήταν πώς αυτές οι φοιτητικές μάζες
θα ενεργοποιηθούν ενάντια στο καθεστώς.
 Βλέπετε, σε αντίθεση με τις πράξεις ηρωισμού τού Παναγούλη ή των
αξιωματικών τού Ναυτικού, η εξέγερση των φοιτητών βασίζεται και
εξαρτάται από την κινητοποίηση πλατιών μαζών και κατά τούτο
προϋποθέτει μια κάποια στοιχειωδώς νόμιμη ή ημιπαράνομη δράση με
ορισμένη διάρκεια.
 Αντί, λοιπόν, να βασίζεται σε ακαριαία χτυπήματα με στόχο την
καρατόμηση της χουντικής συμμορίας, το φοιτητικό κίνημα έπρεπε να
χτιστεί πάνω στην προοδευτική καλλιέργεια αντιδικτατορικού κλίματος
στους κόλπους του πανεπιστημίου.Με άλλα λόγια, κάποιοι φοιτητές
έπρεπε να βγουν μπροστά, και να μιλήσουν ανοιχτά μέσα στο
πανεπιστήμιο ενάντια στη χούντα.
 Έτσι κι έγινε. Είτε με τις φοιτητικές επιτροπές αγώνα, είτε με τους
συλλόγους τους, είτε με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, τα πανεπιστήμια
έγιναν εστίες αντίστασης κατά της δικτατορίας.
 Με διάφορες μαζικές εκδηλώσεις κατά της χούντας σε όλη τη χώρα, το
φοιτητικό κίνημα αποτέλεσε την προμετωπίδα του αντιδικτατορικού
αγώνα. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι η χούντα προσπάθησε να ανασχέσει
το κίνημα, εκδίδοντας διάταγμα τον Φεβρουάριο του 1973 (το 1347 της
10.2.1973) για να επιστρατεύονται αυθαίρετα φοιτητές που συμμετείχαν
στις πλείστες τότε φοιτητικές αποχές.
 Φυσικά, αυτή η ενστικτώδης αντίδραση του καθεστώτος φαντάζει
πισωγύρισμα σε σχέση με τα όσα αγωνιζόταν να κατακτήσει το φοιτητικό
κίνημα: οι συνταγματάρχες πάσχιζαν να επαναφέρουν στα πανεπιστήμια
την περίοδο του τρόμου, την περίοδο που κανένας δεν τολμούσε να
εκφραστεί κατά του καθεστώτος.
 Τούτο όμως σχεδόν πάντα είναι καταδικασμένο σε αποτυχία: όταν
ξελασκάρει το λουρί, δύσκολα μαζεύεται πάλι. Από τη στιγμή που οι
φοιτητές είχαν ανταλλάξει ιδέες δημοκρατικές, από τη στιγμή που είχαν
γνωρίσει ψήγματα ελευθερίας στο πανεπιστήμιο, δεν ήταν διατεθειμένοι
να τα χάσουν.
 Και πράγματι, μόλις λίγες μέρες αργότερα εκδηλώθηκε η (πρώτη)
κατάληψη της Νομικής, ίσως το πρώτο περιστατικό του φοιτητικού αγώνα
που άγγιξε αισθητά την ευρύτερη κοινωνία.
 Αυτές οι πρώτες μαζικές εκδηλώσεις στη Νομική συνέβαλαν κι αυτές με
τον τρόπο τους, μαζί φυσικά με τη διεθνή πίεση και την απομόνωση της
δικτατορίας, σε μια προσπάθεια φιλελευθεροποίησης του καθεστώτος.
 Αρκεί να θυμηθούμε ότι λίγους μήνες μετά τη Νομική οι χουντικοί – που
στο μεταξύ είχαν καταργήσει τη βασιλεία – στο νέο πολίτευμα
προέβλεπαν δήθεν την εκλογή του ανώτατου άρχοντα (του Προέδρου της
Δημοκρατίας) απευθείας από τον λαό. Ίσως πιο σπουδαία,
εξαναγκάστηκαν για πρώτη φορά μετά από έξι χρόνια να διορίσουν
πολιτική κυβέρνηση – την κυβέρνηση Μαρκεζίνη –, την οποία μάλιστα
κάλεσαν να «φιλελευθεροποιήσει» το καθεστώς και να διεξαγάγει εκλογές
στις αρχές του 1975.
 Όμως το φοιτητικό κίνημα είχε πάρει τέτοια ορμή που ουσιαστικά τα
ήθελε όλα ή τίποτα. Στο κλίμα φιλελευθεροποίησης που προσπαθούσε να
επιβάλει το καθεστώς συνέβη η μεγαλειώδης εξέγερση του Πολυτεχνείου,
η οποία όμως είχε μαξιμαλιστικά αιτήματα, και δεν άφηνε περιθώρια για
την ειρηνική λήξη της.
 Η δικτατορία του Ιωαννίδη ήταν ένα τρομερό πισωγύρισμα. Στα
πανεπιστήμια επικρατούσε τρόμος, και κάθε είδους ημινόμιμη δράση των
φοιτητών είχε σταματήσει. Αυτό, φυσικά, δεν έγινε χωρίς κάποιο τίμημα.
Το καθεστώς του Ιωαννίδη ήταν βάναυσο και τελείως απομονωμένο.
 Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι, αν το φοιτητικό κίνημα δεν ήταν τόσο
μαξιμαλιστικό στα αιτήματά του, θα άνοιγε ένας δρόμος που θα οδηγούσε
στο τέλος της δικτατορίας. Η φιλελευθεροποίηση Μαρκεζίνη θα μπορούσε
να έχει το ίδιο τέλος που είχε η φιλελευθεροποίηση στη Χιλή ή στην
Ανατολική Γερμανία, δηλαδή στην ανατροπή των καθεστώτων.
 Κατά κάποιον ειρωνικό τρόπο, δηλαδή, από τη στιγμή που ένα δικτατορικό
καθεστώς εξωθηθεί σε παραχωρήσεις υπέρ της ατομικής ελευθερίας ή των
πολιτικών δικαιωμάτων, προσυπογράφει το τέλος του. Ελευθερία λίγη δεν
νοείται: είτε υπάρχει ελευθερία είτε δεν υπάρχει.
 Η αξία, λοιπόν, του φοιτητικού κινήματος δεν είναι ότι έριξε τη χούντα,
αλλά ότι λειτούργησε σαν αλογόμυγα, που υπενθύμιζε διαρκώς την αξία
της δημοκρατίας και της ελευθερίας.

Posted in Uncategorized | Leave a comment

ΤΕΛΟΣ ΜΕ ΤΗ ΜΗΝΥΣΗ ΘΑΝΟΥ


Posted on October 12, 2016by stavrostsakyrakis

Η δίκη Θάνου εναντίον Τσακυράκη δεν θα λάβει χώρα. Φρόντισε γι’ αυτό ο
Υπουργός Δικαιοσύνης, ο οποίος με το άρθρο 8 του ν. 4411/2016 που
εισηγήθηκε ήρε το αξιόποινο σωρείας ελαφρών πλημμελημάτων με το
σκεπτικό της ελάφρυνσης των ποινικών δικαστηρίων. Παρόμοιοι νόμοι είχαν
ψηφιστεί και στο παρελθόν με τη διαφορά ότι, ενώ τις προηγούμενες φορές
εξαλειφόταν το αξιόποινο για αδικήματα που τιμωρούνταν μέχρι ένα έτος,
αυτή τη φορά εξαλείφθηκε το αξιόποινο για αδικήματα που τιμωρούνται
μέχρι δύο έτη φυλάκισης. Έτσι συμπεριλήφθηκε και η δυσφήμηση (η
εξύβριση τιμωρείται μέχρι ένα έτος) στα αδικήματα για τα οποία ήρθη το
αξιόποινο, με αποτέλεσμα να μην εκδικασθεί ποτέ η μήνυση της κ. Θάνου.

Δεν μου άρεσε αυτή η εξέλιξη. Η αρχική μου σκέψη ήταν να επιδιώξω μια
δικαστική κρίση, η οποία, θα επιβεβαίωνε, αφενός, ότι επρόκειτο για μια
μήνυση αβάσιμη, αφετέρου, ότι ήταν αδιανόητο να ασκείται παρόμοια
μήνυση από την Πρόεδρο του Αρείου Πάγου. Σκέφθηκα να την εγκαλέσω εγώ
για ψευδή καταμήνυση ή να ασκήσω αγωγή για προσβολή της
προσωπικότητας. Πράγματι, ως νομικός η κ. Θάνου, γνώριζε ότι η δυσφήμηση
απαιτεί ψευδή ισχυρισμό γεγονότος και το άρθρο μου περιείχε μόνο κρίσεις
και κανένα ισχυρισμό γεγονότος. Σκέφτηκα, επίσης, να προσφύγω στο
Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ισχυριζόμενος ότι,
εφόσον ασκήθηκε δίωξη εναντίον μου, η χωρίς τη θέλησή μου κατάργηση της
δίκης αποτελεί άρνηση πρόσβασης σε δικαστήριο. Οι νόμοι που αίρουν το
αξιόποινο, όπως έχει παρατηρήσει ο εκ των δικηγόρων μου Αθανάσιος
Αναγνωστόπουλος, ουσιαστικά παρέχουν αμνηστία («κρυπταμνηστία») και,
γι’ αυτό το λόγο, είναι αντισυνταγματικοί.

Θα άξιζε, όμως τον κόπο να ασχοληθώ κι άλλο με τη μήνυση της κ. Θάνου;


Μήπως υπάρχει κάποιο εριζόμενο νομικό ζήτημα που καλό θα ήταν να
ξεκαθαριστεί με μια δικαστική κρίση; Υπάρχει αμφιβολία ότι αξιολογικές
κρίσεις για δραστηριότητα του Προέδρου του Αρείου Πάγου προστατεύονται
απολύτως από την ελευθερία του λόγου; Ότι αξιολογικοί χαρακτηρισμοί, όπως
το «αφελής» και το «μιλά ως πολιτικάντης», σε καμία δημοκρατία δεν
μπορούν να θεωρηθούν υβριστικοί για κανέναν πολίτη και για κανέναν
κρατικό αξιωματούχο, πόσω μάλλον για τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου;

Η πάνδημη συμπαράσταση που εκδηλώθηκε προς το πρόσωπό μου με αφορμή


αυτή τη μήνυση από συναδέλφους πανεπιστημιακούς, δικηγόρους, φοιτητές
και πολίτες απέδειξε ότι δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ως προς την ουσία της
υπόθεσης. Παρόλη την εξουσία που διαθέτει λόγω του αξιώματός της,
ελάχιστoι ήταν αυτοί που υποστήριξαν την κ. Θάνου. Σημειώνω δύο
δημοσιογράφους που συντάχθηκαν μαζί της: τον κ. Γ. Κυρίτση της Αυγής και
τον κ. Ν. Χατζηνικολάου. Ο πρώτος μολονότι διαφωνούσε με τη μήνυση,
χαρακτήρισε την κριτική μου «αναιδή» και πρόσθεσε ότι ίσως έπρεπε να
επιληφθεί ο Δικηγορικός Σύλλογος. Ο κ. Ν. Χατζηνικολάου θεώρησε ότι η κ.
Β. Θάνου «αμύνθηκε σε μια ανοίκεια επίθεση που δέχθηκε» και έπλεξε το
εγκώμιό της τόσο ως δικαστού όσο και ως υπηρεσιακής πρωθυπουργού. Και οι
δύο θεωρώ ότι εκτέθηκαν ως επαγγελματίες υποστηρίζοντας τον περιορισμό
της ελευθερίας του λόγου.

Η πλέον εξωφρενική, όμως, υποστήριξη της κ. Θάνου ήρθε από την Εφέτη κ.
Μαργαρίτα Στενιώτη, η οποία αφενός είχε δηλωθεί ως μάρτυς στην μήνυση,
αφετέρου ως Πρόεδρος τότε της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων,
προήδρευσε της συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου και με οριακή
πλειοψηφία (έξι έναντι πέντε) εξέδωσε ανακοίνωση που ουσιαστικά έπαιρνε
το μέρος της μηνύτριας. Η μειοψηφία δήλωσε το αυτονόητο ότι η Ένωση «δε
νομιμοποιείται νομικά και ηθικά να εκδώσει ανακοίνωση επί ιδιωτικής
υποθέσεως, για την οποία έχουν ήδη επιληφθεί οι δικαστικές αρχές». Οι
δικηγόροι δεν πηγαίνουν μάρτυρες σε δίκη χωρίς άδεια από το σύλλογό τους
και θα πήγαινε αυτή ως εφέτης; Να πει τι στους συναδέλφους της
δικαστές; Ότι, κατά την κρίση της, υπέπεσα στο αδίκημα της εξύβρισης και
δυσφήμησης και, άρα, παρόμοια πρέπει να κρίνουν και αυτοί; Εκφράζοντας
άποψη για μια εκκρεμή δίκη η Ένωση Δικαστών δεν θέτει θέμα μεροληψίας
της διαδικασίας; Πρόκειται για πρωτοφανείς ενέργειες.

Τέλος, λοιπόν, η μήνυση της κ. Θάνου εναντίον μου. Ευχαριστώ θερμά τους
δικηγόρους μου Βασίλη Δημακόπουλο και Αθανάσιο Αναγνωστόπουλο για την
ανέξοδη για μένα υπεράσπιση και λυπάμαι που δεν θα έχουν την ευκαιρία
μιας δίκης που αν μη τι άλλο διαφαινόταν διασκεδαστική.

Ο υπερβολικός φόρτος των ποινικών δικαστηρίων δεν φαίνεται να μειώνεται


από τον κρυπταμνηστευτικό νόμο του κ. Παρασκευόπουλου. Έτσι λιμνάζει
ακόμη η μήνυση που κατέθεσε ο κ. Α. Βγενόπουλος εναντίον της κ. Θάνου
εγκαλώντας την για τα πλέον επονείδιστα για δικαστή αδικήματα:
δωροληψία, απόπειρα εκβίασης, παράβαση καθήκοντος. Όταν υποβάλλονται
τέτοιες μηνύσεις, πρέπει να σταματά οποιαδήποτε άλλη διαδικασία και να
εκκαθαρίζεται αμέσως η υπόθεση. Αν ο μηνυτής είναι διασαλευμένος ή δεν
υπάρχουν στοιχεία, τίθεται στο αρχείο, αλλιώς, πρέπει να υπάρξει άμεση
εκδίκαση. Στη συγκεκριμένη μάλιστα περίπτωση, ο κ. Βγενόπουλος
ισχυρίσθηκε ότι η μήνυσή του στηρίζεται σε αδιάσειστα στοιχεία χωρίς, όμως,
να τα αποκαλύπτει. Όσο περνά ο καιρός χωρίς να γίνεται τίποτα τόσο
περισσότερο εγείρονται ανεπίτρεπτες υπόνοιες ότι εξυφαίνεται κάποια
«συμβιβαστική λύση».

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης κ. Ν. Παρασκευόπουλος επέδειξε ιδιαίτερο ζήλο για


να διαφυλάξει το κύρος της εκλεκτής του για την Προεδρία του Αρείου
Πάγου. Δεν θεώρησε επαρκή την επίπληξη που επέβαλε το Πειθαρχικό στον
κ. Ι. Ντογιάκο και άσκησε έφεση για μια υπόθεση που (ακόμη κι αν δεχτούμε
ότι είχε βάση) ήταν ήσσονος σημασίας. Διερωτώμαι αν προτίθεται να κάνει
κάτι για τη μήνυση που εκκρεμεί. Θεωρεί άραγε νοητό να αφήσει να κυλήσει
ο χρόνος και να εκκρεμεί η εκδίκαση της μήνυσης μέχρι τη συνταξιοδότηση
της κ. Θάνου τον Ιούλιο του 2017; Θα συνεχίζει μέχρι τότε να ανεβαίνει αυτή
στην έδρα και να προΐσταται του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας σαν να
μην συμβαίνει τίποτα; Η άλλη εκλεκτή του κ. Παρασκευόπουλου, η
εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κ. Ξ. Δημητρίου, αντί να λάβει κάθε μέτρο στο
πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της για την ταχύτερη διεκπεραίωση της υπόθεσης
είτε με την παραπομπή της στο ακροατήριο είτε με θέση της στο αρχείο,
παίρνει μέτρα εναντίον του μηνυτή σχετικά με άλλες εκκρεμείς του υποθέσεις.
Δεν επιτρέπεται να σέρνεται άλλο αυτή η υπόθεση χωρίς την άμεση
διαλεύκανσή της.

Πρόκειται για πρωτόγνωρες καταστάσεις στο χώρο της Δικαιοσύνης που


τραυματίζουν το κύρος της και διαλύουν κάθε έννοια δικαίου. Ο κ. Ν.
Παρασκευόπουλος ας μην έχει καμία αυταπάτη, η μεγαλύτερη μομφή για την
πρωτόγνωρη κατάσταση στη Δικαιοσύνη δεν επιρρίπτεται στην κ. Θάνου ή
στην κ. Δημητρίου αλλά στον ίδιο προσωπικά.

Posted in Uncategorized | 1 Comment

Δύο βροντερές παραιτήσεις


Posted on October 5, 2016by stavrostsakyrakis

Οι αντιπρόεδροι του Συμβουλίου Επικρατείας Κατερίνα Σακελλαροπούλου


και Χρήστος Ράμμος παραιτήθηκαν από την Ένωση Δικαστικών Λειτουργών
του ΣτΕ, της οποίας ήταν μέλη για πάνω από 30 χρόνια, εξαιτίας της
ανακοίνωσης που αυτή εξέδωσε για την αναβολή της διάσκεψης της υπόθεσης
των τηλεοπτικών αδειών. Η ανακοίνωση βεβαίωνε ότι μοναδικός λόγος της
αναβολής ήταν το τεταμένο κλίμα που είχε δημιουργηθεί και όσα αντίθετα
είδαν το φως της δημοσιότητας δεν ήταν αληθή.

Η κ. Κ. Σακελλαροπούλου σημείωσε στην επιστολή παραίτησής της ότι «με


την ανακοίνωση το ΔΣ αποδοκιμάζει, ως ψευδή, «όσα αντίθετα αναφέρονται
στον τύπο», με βάση όχι τη δική του αντίληψη για τα πράγματα αλλά την
ανακοίνωση του Προέδρου του Δικαστηρίου, μετατρέποντας ουσιαστικά την
Ένωση, για πρώτη, κατά την αντίληψή μου φορά, σε γραφείο τύπου του
Προέδρου του Δικαστηρίου.»
«Με την ανακοίνωσή του αυτή», πρόσθεσε η κ. Σακελλαροπούλου, το ΔΣ,
κατά πλήρη παραγνώριση του θεσμικού ρόλου της Ένωσης, εξέφερε γνώμη
για ζήτημα το οποίο ούτε είχε θεσμικά τη δυνατότητα να γνωρίζει ως
συλλογικό όργανο (πώς δηλαδή, υπό ποίες συνθήκες και για ποιο πραγματικά
λόγο διακόπηκε μία διάσκεψη) ούτε ανήκε στις αρμοδιότητές του.»

Ο κ. Χ. Ράμμος, από την πλευρά του, σημείωσε ότι «η άποψη ότι το


Δικαστήριο ή ο κάθε δικαστής στα πλαίσια των δικών του αρμοδιοτήτων
μπορεί να παραιτείται και να απέχει έστω και προσωρινά, αλλά πάντως επ’
αόριστον, από την επιτέλεση του θεσμικού συνταγματικού του καθήκοντος,
που δεν είναι άλλο από το να τέμνει αδιατάρακτο τις ενώπιόν του αγόμενες
διαφορές, έτσι ώστε να επιλύονται οι αμφισβητήσεις που διαπερνούν την
κοινωνία με την αυθεντία της δικαστικής λειτουργίας, όταν έχει αναπτυχθεί -
και μάλιστα εκτός Δικαστηρίου- κλίμα έντασης, είναι πρωτοφανής. Η άποψη,
με άλλα λόγια, που δέχεται ότι το Δικαστήριο αντί να διασκεφθεί και να
εκδώσει απόφαση επί οποιασδήποτε υποθέσεως, ανεξαρτήτως της φύσεώς
της, είναι σκόπιμο να αναβάλει επ’ αόριστον την διάσκεψή του με την
επίκληση ενός κάποιου κλίματος (το οποίο βεβαίως το Δικαστήριο δεν μπορεί
να ελέγξει) συνιστά κατά την γνώμη μου αρνησιδικία.»

Κάθε δικό μου σχόλιο είναι περιττό.

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Hillary for President


Posted on July 31, 2016by stavrostsakyrakis

Λαμβάνοντας και επίσημα το χρίσμα της υποψηφίας του Δημοκρατικού


Κόμματος για την Προεδρία των ΗΠΑ, η Hillary Clinton πέρασε στην ιστορία.
Θα είναι η πρώτη γυναίκα υποψηφία μεγάλου κόμματος που θα διεκδικήσει
με πολλές πιθανότητες επιτυχίας το ανώτατο αξίωμα στη χώρα της.
Για ορισμένους ενώ είναι εμφανής η σημασία της εκλογής ενός μαύρου στο
αξίωμα του Προέδρου, δεν είναι εξίσου προφανής η σημασία του ενδεχόμενου
εκλογής μιας γυναίκας. Κι αυτό μολονότι και στις δυο περιπτώσεις αυτό που
ιστορικά συντελείται έχει τον ίδιο συμβολισμό: την άρση των κοινωνικών
εμποδίων και των προκαταλήψεων έναντι ορισμένης ομάδας ανθρώπων (αν
μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει ομάδα το μισό του πληθυσμού). Η εξήγηση
ίσως να βρίσκεται στο γεγονός ότι η προκατάληψη εναντίον των γυναικών και
η καταπίεσή τους εξακολουθούν ακόμη να είναι τόσο διαπεραστικές ώστε
καταφέρνουν να περνούν ως ήσσονος σημασίας ζητήματα.

Η αλήθεια, όμως, είναι ότι η υποταγή των γυναικών στους άντρες υπήρξε η
διαρκέστερη και διαστροφικότερη καταπίεση ανθρώπων στην ιστορία της
ανθρωπότητας και η άρση των διακρίσεων απαιτεί συνεχή προσπάθεια και
αγώνες.

Το μεγάλο επίτευγμα της Hillary Clinton είναι ότι η ανάδειξή της δεν είχε
ανάγκη από κανένα «χάρισμα» λόγω φύλου. Έχει στο ενεργητικό της
σκληρούς αγώνες, έχει αντιμετωπίσει διάφορους αντιπάλους, έχει κερδίσει
πάμπολλες εκλογές. Έχει αποδείξει τις ιδιαίτερες ικανότητες της από
διάφορες θέσεις ευθύνης. Ο Πρόεδρος Ομπάμα, έφτασε στο σημείο να πει ότι
«δεν υπήρξε ποτέ άνδρας ή γυναίκα –ούτε εγώ ούτε ο Bill, κανένας- με
περισσότερα προσόντα για να υπηρετήσει ως Πρόεδρος των Ηνωμένων
Πολιτειών της Αμερικής από την Hillary Clinton».

Παρόλα αυτά η υποψηφιότητά της δεν ξεσηκώνει ενθουσιασμό. Της


προσάπτουν ότι ανήκει στο σύστημα και δεν είναι συμπαθής. Η
αντισυστημική ρητορεία, όπως πολύ καλά γνωρίζουμε, βρίσκει πάντα ευήκοα
ώτα. Η ειρωνεία είναι ότι αυτήν ακριβώς την αντισυστημική ρητορεία
χρησιμοποιεί ο αντίπαλός της Donald Trump για να σκιαγραφήσει μια
εναλλακτική κοινωνία κλειστή, φοβική και ανελεύθερη. Είναι άδικο να ξινίζει
κανείς τα μούτρα του επειδή η Hillary Clinton επί δεκαετίες ήταν παρούσα σε
όλους τους αγώνες για τις αξίες της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Η δε μομφή
ότι δεν είναι συμπαθής μάλλον συνδέεται με τη σοβαρότητά της, η οποία δεν
ταιριάζει με το στερεότυπο που θέλει τη γυναίκα να είναι πάντα πρόσχαρη,
χαμογελαστή και ευχάριστη.

Φυσικά θα ήταν παράδοξο μετά από τόσα χρόνια δημόσιας δραστηριότητας


(πρώτη κυρία των ΗΠΑ, γερουσιαστής, υποψηφία για την Προεδρία το 2008,
Υπουργός Εξωτερικών) να μην υπάρχουν αδύνατα σημεία στη δράση της.
Είναι αυτά ικανά για να μειώσουν την ιστορική υποψηφιότητά της; Νομίζω
πως η απάντηση είναι χωρίς περιστροφές αρνητική.

Δεν είμαι από αυτούς, που βλέποντας τον Donald Trump ως παγκόσμιο
κίνδυνο, συγκατατίθεμαι με σφιχτά τα δόντια στην υποστήριξη την Hillary
Clinton. Πιστεύω ότι η υποψηφιότητά της θα ήταν εξίσου ισχυρή με
οποιονδήποτε αντίπαλο και όπως ο πρώτος μαύρος Πρόεδρος των ΗΠΑ
απεδείχθη τεράστια επιτυχία έτσι και αυτή ως πρώτη γυναίκα Πρόεδρος των
ΗΠΑ θα αποδειχθεί ιδιαίτερα σημαντική. Καμία συγκατάβαση, λοιπόν, αλλά
με ενθουσιασμό Hillary for President.

Δημοσιεύτηκε στο http://www.factnews.gr στις 31 Ιουλίου 2016

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Διευκρινίσεις για τo ζήτημα της έκδοσης των 8 και το


Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων
του Ανθρώπου.
Posted on July 28, 2016by stavrostsakyrakis

α) Το 16ο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, που προβλέπει προδικαστικό ερώτημα στο


Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δεν έχει τεθεί
ακόμα σε ισχύ. Κατ’ αποτέλεσμα, οι μόνες οδοί μέσω των οποίων θα μπορούσε
να φτάσει η υπόθεση των 8 ενώπιον του ΕΔΔΑ είναι η προσφυγή και η αίτηση
ασφαλιστικών μέτρων.
β) Με βάση τη μέχρι τώρα νομολογία του ΕΔΔΑ, η μη πρόβλεψη θανατικής
ποινικής από το εθνικό δίκαιο ή η κατάργησή της δεν εμποδίζει το δικαστήριο
να κρίνει ότι ο κίνδυνος έκθεσης σε βασανιστήρια είναι αρκετός για να
επιφέρει παραβίαση της Σύμβασης και να επισύρει την ευθύνη του
εναγομένου κράτους σε περίπτωση έκδοσης του προσφεύγοντα (Ismoilov και
λοιποί κατά Ρωσίας). Κατά συνέπεια, υπάρχουν ενδείξεις ότι, σε μια πιθανή
υπόθεση των 8 κατά Ελλάδας, η επαναφορά ή μη της θανατικής ποινής από
την Τουρκία δεν θα αποτελέσει αποφασιστικό παράγοντα για τη διαμόρφωση
της κρίσης του δικαστηρίου.
γ) Όσον αφορά τον κίνδυνο έκθεσης σε βασανιστήρια, η Σύμβαση απαγορεύει
με απόλυτους όρους την επιβολή τους, ανεξαρτήτως των επιβαρυντικών
περιστάσεων που πιθανώς συντρέχουν στο πρόσωπο του προσφεύγοντα.
Κατά την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ, “Whenever substantial grounds have
been shown for believing that an individual would face a real risk of being
subjected to treatment contrary to Article 3 if removed to another State, the
responsibility of the Contracting State to safeguard him or her against such
treatment is engaged in the event of expulsion or extradition. In these
circumstances, the activities of the individual in question, however
undesirable or dangerous, cannot be a material consideration” (μεταξύ
πολλών, Soering, Ismoilov, Chahal κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Saadi κατά
Ιταλίας). Με βάση τα παραπάνω, πιθανολογώ ότι ο νομικός χαρακτηρισμός
των αδικημάτων των 8 με βάση το ελληνικό ή τουρκικό δίκαιο ως πολιτικών ή
μη, ειδεχθων ή μη κλπ. επίσης δεν θα επηρεάσει την κρίση του ΕΔΔΑ. Αυτό
που ενδιαφέρει το δικαστήριο είναι εάν στοιχειοθετείται αντικειμενικά
κίνδυνος έκθεσης σε βασανιστήρια.
δ) Σχετικά με τη στοιχειοθέτηση κινδύνου βασανιστηρίων, ο διεθνής τύπος
βρίθει σχετικών αναφορών, ενώ έχουν αρχίσει να δημοσιεύονται οι πρώτες
εκθέσεις ΜΚΟ, όπως αυτή της Διεθνούς Αμνηστίας, που κάνει συγκεκριμένη
αναφορά σε βασανιστήρια που σχετίζονται με το αποτυχημένο πραξικόπημα:
https://www.amnesty.org/en/latest/news/2016/07/turkey-independent-
monitors-must-be-allowed-to-access-detainees-amid-torture-allegations/ .
Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι δεδομένο ότι το δικαστήριο θα θεωρήσει τα
στοιχεία αυτά επαρκή για να ζητήσει τη μη έκδοση των κρατουμένων, όμως
θεωρώ ότι είναι πολύ πιθανό διότι υπάρχουν τόσο πολλές αναφορές διεθνώς,
βίντεο, φωτογραφίες κλπ. από συλλήβδην βασανισμούς υπόπτων ως
συμμετεχόντων στο πραξικόπημα.
ε) Σε κάθε περίπτωση η κήρυξη της Τουρκίας σε κατάσταση έκτακτης
ανάγκης και η συνακόλουθη δήλωση περί αναστολής της εφαρμογής της
ΕΣΔΑ δεν επηρεάζουν τη δυνατότητα του δικαστηρίου να επιληφθεί των
σχετικών υποθέσεων που θα φτάσουν ενώπιόν του, δεδομένου ότι τα κράτη-
μέλη απαγορεύεται να απεκδυθούν της υποχρέωσης σεβασμού των άρθρων 2
και 3 της ΕΣΔΑ. Αυτό σημαίνει ότι κάθε υπόθεση που θα φτάσει ενώπιον του
ΕΔΔΑ θα κριθεί ad hoc, και εάν το δικαστήριο θεωρήσει ότι τα άρθρα 2 και 3
έχουν παραβιαστεί, η Τουρκία θα καταδικαστεί χωρίς να ληφθεί υπόψη η
δήλωσή της περί αναστολής της εφαρμογής της Σύμβασης.
Το κείμενο ανήκει σε νομικό που θέλει να διατηρήσει την ανωνυμία του

Posted in Uncategorized | 1 Comment

H Δικαιοσύνη υπό κατάρρευση


Posted on July 26, 2016by stavrostsakyrakis

Σε ποιο κράτος δικαίου θα είχε υποβληθεί πριν από δυόμιση μήνες μήνυση
κατά της Προέδρου του Αρείου Πάγου για τα πλέον επονείδιστα για δικαστή
αδικήματα, δωροληψία, απόπειρα εκβίασης, παράβαση καθήκοντος, από έναν
κατά τεκμήριο μη διασαλευμένο πολίτη, επιχειρηματία και μάλιστα δικηγόρο,
τον κ. Α. Βγενόπουλο, και η δικαιοσύνη όχι μόνον δεν κινείται με ταχύτητα
αστραπής για την διαλεύκανση της υπόθεσης αλλά φαίνεται να σφυρίζει
αδιάφορα. Κάποια στιγμή, μετά από ενάμιση μήνα από την υποβολή της
μήνυσης, η κ. Β. Θάνου έστειλε ένα εξώδικο προς τον μηνυτή και ένα
τηλεοπτικό σταθμό στον οποίο αυτός έδωσε συνέντευξη καλώντας τους να
αποκαταστήσουν την προσβολή της προσωπικότητάς της. Κατά τα άλλα, η κ.
Β. Θάνου συνεχίζει να ανεβαίνει στην έδρα και να εκδικάζει υποθέσεις και η
εισαγγελική αρχή προχωρεί σε διάφορες ενέργειες εναντίον του μηνυτή:
ανασύρθηκε υπόθεσή του που είχε τεθεί στο αρχείο και έγινε έρευνα στο σπίτι
του.

Πρόκειται για πρωτοφανείς ενέργειες που αμαυρώνουν την εικόνα της


Δικαιοσύνης και πλήττουν ανεπανόρθωτα το κύρος της. Να το πω απλά: με
τέτοιες κατηγορίες εναντίον της Προέδρου του Αρείου Πάγου έπρεπε να γίνει
χαλασμός. Η νεοδιορισθείσα Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κ. Ξ. Δημητρίου,
αυτή που φαίνεται να πιστεύει ότι η ΕΛΣΤΑΤ είναι υπεύθυνη για τα
Μνημόνια, οφείλει να παρατήσει οποιαδήποτε άλλη δουλειά και να ασχοληθεί
με τη μήνυση. Να δώσει εντολή για ταχύτατη διεκπεραίωση της υπόθεσης είτε
με την παραπομπή της στο ακροατήριο είτε στο αρχείο.

Και για την πλευρά του μηνυτή εγείρονται διάφορα θέματα. Μολονότι είναι
δικαίωμά του να μην αποκαλύπτει τα στοιχεία που στηρίζουν τη μήνυσή του,
η ιδιομορφία της υπόθεσης επιβάλει τη δημοσιοποίησή τους. Αντίθετα οι
υπαινιγμοί του κ. Α. Βγενόπουλου για αδιάσειστα στοιχεία, χωρίς αυτά να
αποκαλύπτονται, μπορεί να εγείρουν υπόνοιες ότι τελικά αυτό που
επιδιώκεται είναι μια συμβιβαστική συναλλαγή.

H γνώμη μου είναι ότι κάθε μέρα που περνά χωρίς να ξεκαθαρίζει αυτή η
σκοτεινή υπόθεση πλήττεται ακόμη περισσότερο το ήδη τραυματισμένο κύρος
της Δικαιοσύνης.

Posted in Uncategorized | Leave a comment


Αναθεώρηση τώρα
Posted on July 27, 2014by stavrostsakyrakis

Κανείς δεν πήρε στα σοβαρά την εξαγγελία του Πρωθυπουργού για μια νέα,
ευρείας κλίμακας αναθεώρηση του Συντάγματος. Ως γνωστόν αυτή «ρίχτηκε
στο τραπέζι» λίγες μέρες πριν από τις εκλογές για την Αυτοδιοίκηση και την
Ευρωβουλή και δικαιολογημένα αντιμετωπίστηκε περισσότερο σαν ένα ακόμη
προεκλογικό τέχνασμα παρά σαν μια ουσιαστική πρόταση αναθεώρησης.
Μολονότι περιείχε προτάσεις για ριζικές αλλαγές (εκλογή Προέδρου της
Δημοκρατίας, Συνταγματικό Δικαστήριο) ήταν τόσο εμφανές ότι
αποσκοπούσε σε εντυπώσεις ώστε ουδείς ασχολήθηκε με αυτές. Όπως ήταν
αναμενόμενο, η εξαγγελία ξεχάστηκε εντελώς και από την ίδια τη κυβέρνηση
και φαντάζομαι ότι προορίζεται να ανασυρθεί ξανά σε κάποια νέα
προεκλογική εκστρατεία.

Αντιλαμβάνομαι ότι είναι σκληρό να ταράζει κανείς τα μπάνια της


κυβέρνησης και των κομμάτων, όμως, η επόμενη Βουλή πρέπει οπωσδήποτε
να είναι αναθεωρητική κι αυτό προϋποθέτει απόφαση για αναθεώρηση από
την παρούσα Βουλή. Αν δεν τεθεί το ζήτημα τώρα, υπάρχει ο κίνδυνος,
ιδιαίτερα σε περίπτωση πρόωρων εκλογών, να μην αποφασισθεί τίποτα και η
αναθεώρηση να παραπεμφθεί στις ελληνικές καλένδες.

Η παρούσα Βουλή πρέπει οπωσδήποτε να αποφασίσει αναθεώρηση του


Συντάγματος αν μη τι άλλο για να αλλάξει το διαβόητο άρθρο 86 (ποινική
ευθύνη υπουργών) για το οποίο όχι μόνο οι πολίτες αλλά και όλες οι πολιτικές
δυνάμεις έχουν συμφωνήσει ότι είναι σκανδαλώδες αφού εισάγει προνομιακό
καθεστώς οιoνεί ατιμωρησίας των υπουργών. Πρέπει, επίσης, οπωσδήποτε να
αποφασίσει την αναθεώρηση του άρθρου 101Α που προβλέπει ομοφωνία ή
πλειοψηφία τεσσάρων πέμπτων των μελών της Διάσκεψης των Προέδρων της
Βουλής για τον διορισμό των προσώπων που στελεχώνουν τις Ανεξάρτητες
Αρχές. Επειδή η ομοφωνία ή αυξημένη πλειοψηφία δεν επιτυγχάνεται, η
θητεία των μελών των Ανεξάρτητων Αρχών παρατείνεται στο διηνεκές με
νόμο, πρακτική που έχει κριθεί παράνομη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το
Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, του οποίου η θητεία των σημερινών
μελών έχει ήδη παραταθεί εφτά (!) φορές από το 2012 (τελευταία παράταση
στις 28.6.2014 με τον ν.4271/2014) παρά το γεγονός ότι επανειλημμένες
αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (1098/2011, 2074/2011,
4404/2013 κ.ά.) έχουν κρίνει παράνομη την παράταση της θητείας τους και
κατ’ επέκταση έχουν κρίνει παράνομη τη λειτουργία του ΕΣΡ. Πρέπει, τέλος,
οπωσδήποτε να αποφασίσει την αναθεώρηση του άρθρου 14 εδ. 9 (βασικός
μέτοχος) αφού μετά από απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
αυτή έχει καταστεί ανίσχυρη και δεν εφαρμόζεται.
Οι παραπάνω αλλαγές είναι υποχρεωτικές και, αν η κυβέρνηση ολιγωρεί, η
αντιπολίτευση έχει τη δυνατότητα να προκαλέσει τη διαδικασία αναθεώρησης
καταθέτοντας τη σχετική πρόταση. Αν αρχίσει η διαδικασία αναθεώρησης,
ασφαλώς και πρέπει να επιδιωχθούν επί μέρους ορθολογικές μεταρρυθμίσεις,
οι οποίες είναι ώριμες εδώ και καιρό. Διατάξεις όπως η συνταγματική
απαγόρευση των μη κρατικών πανεπιστημίων καθώς και η απαγόρευση του
προσηλυτισμού δεν υπάρχουν σε κανένα Σύνταγμα της υφηλίου και άφοβα
μπορούμε να τις καταργήσουμε. Το ίδιο άφοβα μπορούμε να καταργήσουμε
τις ανελεύθερες για τον Τύπο διατάξεις που επιτρέπουν την κατάσχεση
εντύπου για προσβολή του προσώπου του Προέδρου της Δημοκρατίας, για
προσβολή θρησκείας ή για δημοσίευση απορρήτων και ασέμνων. Η
κατάσχεση στην εποχή του Διαδικτύου είναι αναποτελεσματική και η κοινή
νομοθεσία αρκεί για την προστασία των εννόμων αγαθών που απειλούνται.

Γενικά έχουμε ένα ιδιαίτερα φλύαρο Σύνταγμα με πολλές άχρηστες και


λεπτομερείς διατάξεις που ανήκουν στην αρμοδιότητα του κοινού νομοθέτη.
Ας πάρουμε ένα ψαλίδι και ας κόψουμε τους βερμπαλισμούς και τις
ανάρμοστες για ένα Σύνταγμα διατάξεις προσβλέποντας σε ένα λιτό κείμενο
που να περιλαμβάνει τις θεμελιώδεις αρχές της κοινωνικής μας συμβίωσης.

Δεν νομίζω ότι υπάρχει χρόνος (ούτε η απαιτούμενη νηφαλιότητα) για μια
σοβαρή συζήτηση πάνω σε φιλόδοξες αλλαγές του πολιτικού μας συστήματος.
Ζητήματα, όπως, ο περιορισμός της πρωθυπουργοκεντρικής εξουσίας, ο
επανακαθορισμός της εξουσίας της Δικαιοσύνης, ο διαχωρισμός κράτους και
εκκλησίας και η αξιοκρατική και αποτελεσματική οργάνωση της διοίκησης,
απαιτούν έναν ουσιαστικό εθνικό διάλογο που φοβάμαι ότι δεν είμαστε σε
θέση να κάνουμε. Μπορούμε ίσως να επιδιώξουμε κάποιες μικρές αλλαγές,
όπως π.χ. την αλλαγή της σύνθεσης του λεγόμενου Μισθοδικείου. Πρόκειται
για ένα δικαστήριο που έχει προκαλέσει με την αποδοχή όλων των
συντεχνιακών αιτημάτων των δικαστών και γενικά έχει κάθε άλλο παρά έχει
πείσει για την αμεροληψία του.

Περιέγραψα τριών ειδών συνταγματικές αλλαγές που πρέπει να


πραγματοποιήσουμε: τις υποχρεωτικές, τις ορθολογικές και τις φιλόδοξες. Δεν
επιτρέπεται το πολιτικό προσωπικό της χώρας να αδρανήσει και να χαθεί η
δυνατότητα αναθεώρησης από την επόμενη Βουλή. Πρέπει να
πραγματοποιήσουμε τις πρώτες και κάποιες από τις δεύτερες και να
ανοίξουμε τη συζήτηση για τις τρίτες.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Καθημερινή στις 27 Ιουλίου 2014


Posted in Αρθρογραφία στον Τύπο | Leave a comment

Προβληματική δικαστική εξουσία


Posted on June 29, 2014by stavrostsakyrakis

Το Μισθοδικείο έκρινε τις περικοπές των μισθών των δικαστικών λειτουργών


αντισυνταγματικές και επιπλέον απένειμε και στους δικαστές το προνόμιο
που έχουν οι βουλευτές να είναι αφορολόγητο το 25% του μισθού τους. Το ΣτΕ
έκρινε αντισυνταγματικές τις περικοπές αποδοχών των ενστόλων, το
Ελεγκτικό Συνέδριο αντισυνταγματικές τις περικοπές των συνταξιούχων
δικαστικών. Επεται η κρίση για τις περικοπές όλων των ειδικών μισθολογίων.

Είναι πια φανερό ότι η δικαστική εξουσία θεωρεί ότι έχει την αρμοδιότητα να
καθορίζει το μισθολόγιο του Δημοσίου και κατ’ επέκταση ένα μεγάλο μέρος
της δημοσιονομικής πολιτικής της χώρας. Φυσικά, από καμία συνταγματική
διάταξη δεν προκύπτει η δικαιοδοσία της να καθορίζει τους μισθούς και τις
συντάξεις του Δημοσίου. Εχει «υφαρπάξει» αυτήν την αρμοδιότητα και το
έχει κάνει με τρόπο αυθαίρετο και προκλητικό.

Στο παρελθόν, από τις στήλες της «Κ» έχω ασκήσει κριτική στις σχετικές
αποφάσεις και δεν σκοπεύω να το επαναλάβω. Περιορίζομαι να πω ότι
πρόκειται για νομικές κατασκευές, που απλούστατα δεν είναι υποστηρίξιμες.
Στο μέλλον, θα αποτελούν υπόδειγμα αυθαιρεσίας και μόνο με τη γενική
κρίση που διέρχεται η κοινωνία μας θα μπορούν να κατανοηθούν.
Εκ των πραγμάτων, έχει διαμορφωθεί μια κατάσταση μέσα στην οποία η
δικαστική εξουσία διεκδικεί ιδιαίτερο πολιτικό ρόλο. Από μία άποψη είναι,
βεβαίως, ειρωνικό ότι η πλέον αποτυχημένη κρατική λειτουργία
αναδεικνύεται σε αποφασιστικό πολιτικό παράγοντα. Πράγματι, όπως είναι
γνωστό, η δικαστική λειτουργία αδυνατεί να επιτελέσει το βασικό έργο της,
δηλαδή να επιλύει τις διαφορές των πολιτών μέσα σε εύλογο χρόνο. Δεν
έχουμε απλώς καθυστέρηση εκδίκασης των υποθέσεων, αλλά ευρείας έκτασης
αρνησιδικία. Η τεράστια δυσλειτουργία της επιχειρείται να καλυφθεί με έναν
δίχως αρχές ακτιβισμό, που επιδιώκει να φαίνεται αρεστός στην κοινή γνώμη.

Το χειρότερο είναι ότι χρησιμοποιώντας παραδοσιακά επιχειρήματα για


ανεξαρτησία της δικαστικής λειτουργίας, οι δικαστές απορρίπτουν κάθε ιδέα
ελέγχου και θεσμοθετημένης παρέμβασης από τις άλλες εξουσίες. Η μόνη
παρέμβαση που προβλέπεται σήμερα είναι ο διορισμός της ηγεσίας των
ανωτάτων δικαστηρίων από την κυβέρνηση. Και σε αυτήν, όμως, αντιδρούν,
υποστηρίζοντας ότι πρέπει να τηρείται η επετηρίδα ή να εκλέγουν οι ίδιοι την
ηγεσία τους.

Με άλλα λόγια, επιδιώκουν μια εντελώς ανέλεγκτη εξουσία από ανθρώπους


που αρχίζουν τη σταδιοδρομία τους από τη Σχολή Δικαστών και στη συνέχεια,
ακολουθώντας μια δημοσιοϋπαλληλική πορεία, φτάνουν με την πάροδο του
χρόνου στα ανώτατα αξιώματα. Αυτοί οι άνθρωποι θέλουν να καθορίζουν οι
ίδιοι τους μισθούς και τις συντάξεις τους, τις προαγωγές τους, την ηγεσία τους
και το κυριότερο να αποφαίνονται τελικά για κάθε κοινωνικό ζήτημα, από το
ύψος των προστίμων για παράνομο παρκάρισμα μέχρι τη δημοσιονομική
πολιτική της χώρας. Κι αν κάποιος τους ασκήσει κριτική, εξανίστανται και τον
κατηγορούν ότι δεν σέβεται τη Δικαιοσύνη, την ίδια στιγμή που οι
συνδικαλιστικές ενώσεις τους κατακεραυνώνουν κάθε λίγο και λιγάκι τη
νομοθετική ή την εκτελεστική εξουσία.

Στις συζητήσεις που γίνονται για την αναθεώρηση του Συντάγματος, οι


διάφορες αναζητήσεις για μια ισορροπία στη λειτουργία του πολιτεύματος
αφορούν άλλα πολιτειακά όργανα, τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τη Βουλή ή
την κυβέρνηση. Αν, όμως, οι διαπιστώσεις που προανέφερα είναι ορθές, τότε
το μεγάλο ζητούμενο της αναθεώρησης πρέπει να είναι ο
επαναπροσδιορισμός της δικαστικής εξουσίας και η σχέση της με τις άλλες
λειτουργίες του κράτους.

Δεν είναι της στιγμής οι λεπτομερείς προτάσεις, αλλά πρέπει να καταλάβουμε


ότι χρειάζεται να επανεξετάσουμε αμέσως όλο το πλέγμα σύνθεσης,
οργάνωσης και αποτελεσματικής λειτουργίας της Δικαιοσύνης.

Να αρχίσουμε από τα Ανώτατα Δικαστήρια και να εξετάσουμε τις


αρμοδιότητές τους.

Να σκεφτούμε το ενδεχόμενο κατάργησης ορισμένων Δικαστηρίων (π.χ. του


Μισθοδικείου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οι δικαστικές αρμοδιότητες του
οποίου μπορεί να απορροφηθούν από τα διοικητικά δικαστήρια).

Να προβλέψουμε τον διορισμό της ηγεσίας όχι μόνον των ανωτάτων


δικαστηρίων, αλλά και των εφετείων, από μια επιτροπή της Βουλής ή από
κάποιο άλλο όργανο της πολιτείας έπειτα από δημόσια ακρόαση των
υποψηφίων, όπου θα συζητούνται οι επιδόσεις τους και οι αποφάσεις που
έχουν λάβει. Από το ίδιο όργανο να υπάρχει η δυνατότητα διορισμού
επιφανών νομικών ως δικαστών σε εφετεία και ανώτατα δικαστήρια ώστε να
πάψει η αποκλειστικότητα της δημοσιοϋπαλληλικής σταδιοδρομίας.

Η απονομή της δικαιοσύνης στη χώρα μας αποδεικνύει ότι πολλές φορές τα
μεγάλα προβλήματα δεν οφείλονται ούτε στα χρήματα που ξοδεύουμε ούτε
στον αριθμό των ανθρώπων που απασχολούνται με αυτήν. Οι δικαστές μας
ανά κάτοικο είναι περισσότεροι από αυτούς άλλων χωρών και οι αποδοχές
τους οι υψηλότερες του Δημοσίου. Πιστεύει κανείς ότι κάτι θα αλλάξει αν
διπλασιάσουμε τον αριθμό τους ή τις αποδοχές τους; Αλλος δρόμος από
ριζικές μεταρρυθμίσεις δεν υπάρχει.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Καθημερινή στις 29 Ιουνίου 2014


Posted in Αρθρογραφία στον Τύπο | Leave a comment

Όχι στη χαμένη ψήφο!


Posted on May 20, 2014by stavrostsakyrakis
Τον 17ο αιώνα ζούσε στο Κέμπριτζ της Μ. Βρετανίας ένας επιτυχημένος
επιχειρηματίας, ο Τόμας Χόμπσον. Είχε στάβλους και νοίκιαζε άλογα, κυρίως
σε φοιτητές του γειτονικού πανεπιστημίου. Ορισμένα άλογα είχαν
μεγαλύτερη ζήτηση από τα υπόλοιπα, με αποτέλεσμα να καταπονούνται
περισσότερο. Ο Χόμπσον αποφάσισε λοιπόν να εφαρμόσει ένα δικής του
έμπνευσης σύστημα ενοικίασης αλόγων, έτσι ώστε αυτά να ενοικιάζονται
κατά το δυνατόν εκ περιτροπής. Ο πελάτης μπορούσε να επιλέξει μόνο το
άλογο που βρισκόταν πιο κοντά στην πόρτα του στάβλου. Στην ουσία δηλαδή
οι πελάτες «επέλεγαν» το άλογο που ο ίδιος ο Χόμπσον είχε ήδη διαλέξει
γι΄αυτούς. Αυτή η λογική του «είτε αυτό είτε τίποτα» είναι γνωστή στους
Βρετανούς με τη φράση «η επιλογή του Χόμπσον». Έτσι δηλαδή μπορούν να
περιγραφούν όλες αυτές οι καταστάσεις όπου θεωρητικά έχουμε την
ελευθερία επιλογής, αλλά τελικά η προτεινόμενη λύση είναι μία και
παρουσιάζεται ως μονόδρομος.
Σας θυμίζει τίποτα αυτό; Μήπως σε όλη τη διάρκεια της προεκλογικής
περιόδου οι κύριοι Σαμαράς και Τσίπρας δεν μας σερβίρουν ξανά και ξανά την
επιλογή του Χόμπσον; Ο πρώτος επισείει τον μπαμπούλα του ΣΥΡΙΖΑ
λέγοντας ότι στις Ευρωεκλογές παίζεται η σταθερότητα της χώρας και
διακυβεύονται όσα η Κυβέρνηση έχει επιτύχει μέχρι σήμερα. «Οι πολίτες δεν
πρέπει να επιτρέψουν η χώρα να γυρίσει πίσω», υποστηρίζει. Αν όμως ήταν
πιο ειλικρινής θα μας έλεγε «ξεχάστε τον Μπαλτάκο, κάντε τώρα τα στραβά
μάτια για τις αλλαγές που έγιναν με το σταγονόμετρο στη λειτουργία του
κράτους, για τις μεταρρυθμίσεις που παραπέμψαμε στις ελληνικές καλένδες,
διότι το ξέρετε ότι δεν έχετε άλλη επιλογή. Θα μας ψηφίσετε, έστω και με το
ζόρι, επειδή φοβάστε την αβεβαιότητα της επόμενης μέρας με έναν
αλλοπρόσαλλο ΣΥΡΙΖΑ στο τιμόνι». Από την πλευρά του, ο αρχηγός του
ΣΥΡΙΖΑ επενδύει στην οργή των πολιτών που δοκιμάζονται από την πολυετή
κρίση. Στις ευρωεκλογές πρέπει να διεξαχθεί το δημοψήφισμα που δεν έγινε
ποτέ για το μνημόνιο, μας λέει όπου βρεθεί κι όπου σταθεί. Καλλιεργεί την
αυταπάτη ότι μπορεί να γυρίσουμε πίσω στην προ κρίσης εποχή, χωρίς να
υποψιάζεται ότι αυτό όχι μόνον είναι αδύνατο αλλά είναι και ανεπιθύμητο.
Στην προ κρίσης εποχή δεν μπορούμε και δεν θέλουμε να γυρίσουμε, γιατί
ξέρουμε ότι οι παθογένειές της μας έφεραν στην καταστροφή.

Με άλλα λόγια, το άλογο του κ. Σαμαρά είναι η μοναδική λύση ως «το μη


χείρον βέλτιστον». Κατά δε τον κ. Τσίπρα, το άτι του ΣΥΡΙΖΑ είναι η μόνη
επιλογή για να γυρίσουμε στο παρελθόν. Αν μάλιστα ο κ. Βενιζέλος ήταν ο
Χόμπσον, τότε ίσως μας απειλούσε με οριστικό κλείσιμο της επιχείρησής του
στην περίπτωση που δεν επιλέγαμε το άλογό του.

Η εκμετάλλευση του φόβου και της οργής του εκλογικού σώματος από την
Κυβέρνηση και την αξιωματική αντιπολίτευση, αποκαλύπτει με τον πιο
εκκωφαντικό τρόπο τη γύμνια των ιδεών τους για την Ελλάδα στη μετά τη
χρεοκοπία εποχή. Είναι ίσως παράδοξο, αλλά η ίδια η κρίση αποτελεί τον λόγο
ύπαρξης τόσο της Κυβέρνησης όσο και του ΣΥΡΙΖΑ. Η μεν Κυβέρνηση
δικαιολογεί την αναγκαιότητα της παραμονής της στην εξουσία απλώς και
μόνο διότι με τους άλλους θα ξανακυλήσουμε σε αυτήν. Ο ΣΥΡΙΖΑ από την
πλευρά του ζητάει την ψήφο μας χωρίς να προτείνει τι θα πρέπει να κάνουμε
από δω και πέρα, αλλά για να τιμωρήσουμε αυτούς που «μας στέρησαν την
αξιοπρέπειά μας». Πολώνοντας και οι δυο τους το εκλογικό κλίμα,
εμφανίζονται ως αναπόδραστες επιλογές. Μεταφέροντας τη λογική του
Χόμπσον στην ελληνική πολιτική πραγματικότητα, μας λένε- τι πρωτότυπο-
ότι κάθε ψήφος σε άλλο κόμμα θα είναι χαμένη.

Μήπως όμως συμβαίνει το αντίθετο; Μήπως αυτήν τη φορά κάθε ψήφος που
θα πάει σε Νέα Δημοκρατία και ΣΥΡΙΖΑ είναι στην ουσία χαμένη; Σκεφτείτε
το εξής: αντί να προτείνουν λύσεις για το μέλλον, ΣΥΡΙΖΑ και Νέα
Δημοκρατία νομιμοποιούν την ύπαρξή τους ανασκαλεύοντας το παρελθόν.
Καμία συζήτηση δεν διεξάγεται για τις μεταρρυθμίσεις που πρέπει
αναγκαστικά να γίνουν για να βρει η χώρα τον βηματισμό της μέσα σε μια
Ευρώπη που αλλάζει και η ίδια δραματικά. Μπορεί, όμως, να συνεχίσει έτσι ο
τόπος; Είναι δυνατόν ο πολιτικός διάλογος σε μια χώρα που έχει ρημάξει από
χρόνια πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης να διεξάγεται ακόμα και πριν από
τις ευρωεκλογές με όρους παρελθόντος; Πόσο επιτέλους μας υποτιμούν αυτοί
που ζητούν την ψήφο μας εκμεταλλευόμενοι αποκλειστικά και μόνο τον φόβο
και τον θυμό μας;

Η ψήφος στο Ποτάμι κάθε άλλο παρά χαμένη είναι. Πιστεύουμε ότι τώρα έχει
ανάγκη η χώρα μια πολιτική δύναμη, η οποία θα λειτουργήσει ως καταλύτης
του πολιτικού σκηνικού. Ξεκινώντας από τις ευρωπαϊκές εκλογές και την
εκπρόσωπηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από ανθρώπους που μπορούν να
συμβάλουν στις κρίσιμες συζητήσεις για τη μετεξέλιξη της Ευρωπαϊκής
Ένωσης. Αλλά, επίσης, και στη συνέχεια, με τη διαμόρφωση μιας πολιτικής
δυναμικής η οποία θα εκφράσει αυθεντικά το αίτημα όλων αυτών των
συμπολιτών μας που ζητούν δομικές μεταρρυθμίσεις του κράτους,
εξορθολογισμό του δημοσίου, ανταγωνιστικότητα, ισονομία, δίκαιες
ευκαιρίες, αξιοκρατία. Όλοι όσοι θέλουν πραγματικά να γίνει επιτέλους η
Ελλάδα μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα, έχουν την ευκαιρία στις ευρωπαϊκές
εκλογές να καταγράψουν αυτήν την απαίτησή τους με την ψήφο τους στο
Ποτάμι. Είναι κρίμα η ψήφος τους να πάει και αυτήν τη φορά χαμένη στον
πολτό της δεξιάς ή αριστερής παρελθοντολαγνείας. Όχι λοιπόν στη χαμένη
ψήφο!

Posted in Σχόλια | Leave a comment

Δεν Παίζουμε με το Σύνταγμα


Posted on May 11, 2014by stavrostsakyrakis
Φαντάζομαι ότι δεν υπάρχει νοήμων άνθρωπος που να μην αντιλαμβάνεται
ότι το πολιτικό προσωπικό της χώρας «παίζει» επικοινωνιακά με το
Σύνταγμα, τον θεμελιώδη νόμο του κράτους. Τι άλλο μπορεί να είναι η
πομπώδης εξαγγελία ευρείας αναθεώρησης από τον Πρωθυπουργό λίγες
μέρες πριν από τις εκλογές για την Αυτοδιοίκηση και την Ευρωβουλή;
Επιδιώκει μήπως σοβαρό διάλογο για συγκεκριμένες προτάσεις; Επιθυμεί να
διεξαχθεί ο διάλογος στα τηλεοπτικά παράθυρα, όπου οι υποψήφιοι Δήμαρχοι
και Ευρωβουλευτές, μεταξύ άλλων, θα πετούν και καμιά κουβέντα για το
Σύνταγμα;

Το χειρότερο είναι ότι έτσι συνεχίζεται μια κάκιστη παράδοση. Το 2001, πάλι
για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, χωρίς κανένας να ενδιαφέρεται και χωρίς
οι ίδιοι οι Βουλευτές να γνωρίζουν τι ψηφίζουν, πραγματοποιήθηκε μια
σαρωτική αναθεώρηση (άλλαξε 79 διατάξεις), η οποία ήταν μνημείο
προχειρότητας και πολυλογίας. Το Σύνταγμά μας κατέληξε να περιέχει πάνω
από 27.000 λέξεις, να είναι δηλαδή διπλάσιο σε μέγεθος από το μέσο
Σύνταγμα της Ευρώπης των 28 που είναι περίπου 15.000 λέξεις. Μόλις πέντε
χρόνια αργότερα εξαγγέλθηκε νέα εκτεταμένη αναθεώρηση που τελικά
κατέληξε το 2008 στην αναθεώρηση τεσσάρων μόνο διατάξεων.

Στο ερώτημα γιατί αρέσει στους πολιτικούς μας να «παίζουν» κάθε λίγο και
λιγάκι με το Σύνταγμα η απάντηση είναι απλή: επιχειρούν να καλύψουν την
απροθυμία και την ανικανότητά τους να πραγματοποιήσουν οποιαδήποτε
σημαντική μεταρρύθμιση με την εξαγγελία αναθεώρησης που λειτουργεί σαν
πανάκεια για τη λύση όλων των προβλημάτων μας. Δεν υπάρχει κανείς
σοβαρός άνθρωπος που να θεωρεί ότι το Σύνταγμα υπήρξε τροχοπέδη στις
αλλαγές που έχει ανάγκη η χώρα.

Βεβαίως, το ερώτημα αν χρειάζεται ή όχι αναθεώρηση τίθεται ανεξαρτήτως


των προθέσεων και των προεκλογικών παιχνιδιών του Πρωθυπουργού. Σε
αυτό η απάντηση είναι αδίστακτα καταφατική. Μερικές διατάξεις, όπως π.χ.
αυτή της ποινικής ευθύνης Υπουργών, είναι κοινός τόπος ότι πρέπει να
αναθεωρηθούν. Άλλες, όπως η αναθεώρηση του άρθρου 16, είναι ώριμες από
καιρό και μπορούν να προχωρήσουν.
Μεγάλες, όμως, θεσμικές αλλαγές, όπως η άμεση εκλογή του Προέδρου της
Δημοκρατίας με ταυτόχρονη ενίσχυση του ρόλου του ή η ίδρυση
Συνταγματικού Δικαστηρίου, που, χωρίς καμία ιδιαίτερη σκέψη επαναφέρει ο
Πρωθυπουργός, δεν μπορεί παρά να ενταχθούν σε μια γενικότερη συζήτηση
που αφορά την όλη αρχιτεκτονική του πολιτεύματος. Απομονωμένες αυτές οι
προτάσεις δεν σημαίνουν τίποτα και τα επιχειρήματα εναντίον τους είναι
πολλά και πειστικά. Το ίδιο απερίσκεπτη είναι και η πρόταση για περιορισμό
της επιλογής της δικαστικής ηγεσίας από την κυβέρνηση. Τα όρια της
δικαστικής εξουσίας και ο έλεγχος αυτής είναι από τα πιο σημαντικά
ζητήματα που πρέπει να μας απασχολήσουν.

Αν επιθυμούμε μια ουσιαστική αναθεώρηση ασφαλώς πρέπει να


προσεγγίσουμε το ζήτημα με μια διαφορετική φιλοσοφία από εκείνη του
παρελθόντος που συνεχίζει ο κ. Σαμαράς. Το Σύνταγμα αποτελεί καταστατικό
νόμο που προορίζεται να διαρκέσει, ει δυνατόν, στο διηνεκές και, γι’ αυτό,
πρέπει να περιέχει αποκλειστικά τις θεμελιώδεις και γενικές αρχές
συγκρότησης μίας πολιτείας. Δεν είναι ένα κείμενο στο οποίο
προσθαφαιρούμε λέξεις, προτάσεις και άρθρα κατά το δοκούν. Κυρίως, δεν
είναι ένα κείμενο στο οποίο προσθέτουμε διατάξεις πολιτικού βερμπαλισμού
(όπως π.χ., η πρόταση για την προστασία της εθνικής ταυτότητας και της
ελληνικής γλώσσας) είτε διατάξεις οι οποίες είναι της αρμοδιότητας του
κοινού νομοθέτη. Η συντριπτική πλειοψηφία των τριάντα προτάσεων του κ.
Σαμαρά είναι αρμοδιότητας του κοινού νομοθέτη και θα μπορούσαν να είχαν
ήδη υλοποιηθεί, αν υπήρχε στοιχειώδης πολιτική βούληση εκ μέρους του. Δεν
απαιτείται συνταγματική αναθεώρηση, για να μειωθεί ο αριθμός των
βουλευτών ή της κυβέρνησης ή να επιταχυνθούν οι αποκρατικοποιήσεις και οι
δημόσιες συμβάσεις. Η συμπερίληψη τέτοιων λεπτομερών διατάξεων στο
Σύνταγμα όχι μόνο δημιουργεί προβλήματα, όπως έγινε στο παρελθόν με την
περίπτωση του βασικού μετόχου, αλλά είναι αντίθετη στη δημοκρατική αρχή,
καθώς αφαιρεί τη δυνατότητα από τον κοινό νομοθέτη να ρυθμίζει ένα ευρύ
φάσμα κρίσιμων πολιτικών θεμάτων.

Το χειρότερο είναι ότι όλες αυτές οι άσχετες διατάξεις παράγουν τελικά ένα
φλύαρο και αναποτελεσματικό Σύνταγμα, που δεν ξεχωρίζει σε τίποτα από
τους κοινούς νόμους. Αν θέλουμε να κάνουμε μια σοβαρή αναθεώρηση, ας
πάρουμε ένα ψαλίδι και ας κόψουμε τους βερμπαλισμούς και τις ανάρμοστες
για ένα Σύνταγμα διατάξεις. Προφανώς, όμως, αυτό απαιτεί νηφαλιότητα,
ενδελεχή συζήτηση με όλες τις πολιτικές δυνάμεις και συναίνεση για ένα λιτό
Σύνταγμα που να περιλαμβάνει τις θεμελιώδεις αρχές της κοινωνικής μας
συμβίωσης. Η πρόταση του κ. Σαμαρά δεν έχει τη παραμικρή σχέση με αυτές
τις προυποθέσεις.

Δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ της Κυριακής, 11 Μαΐου 2014.

Posted in Αρθρογραφία στον Τύπο | 1 Comment

Η αβάσταχτη ελαφρότητα της κυβέρνησης


Posted on April 25, 2014by stavrostsakyrakis

Τα επικοινωνιακά παιγνίδια του Μαξίμου που κρύβουν την δύσκλολη


πραγματικότητα
Ειλικρινά, σηκώνω τα χέρια ψηλά. Δεν μπορώ να παρακολουθήσω αυτό που
γίνεται με τη δήθεν επικαιρότητα και τα όσα προκύπτουν ως «ζητήματα
αιχμής» στη δημόσια συζήτηση. Το ένα θέμα διαδέχεται το άλλο με απίστευτη
ταχύτητα και ένταση. Ξεσπά ορμητικά, με τις συνήθεις κορώνες και
μεγαλοστομίες, για να σβήσει πριν καλά-καλά περάσει το 24ωρο. Αμφιβάλω
αν υπάρχει άλλη χώρα που να παρουσιάζονται οι ειδήσεις με τόσο
επιφανειακό τρόπο.

Ας θυμηθούμε τη διαδοχή μερικών πρόσφατων γεγονότων. Το μέγα σκάνδαλο


της υπόθεσης Μπαλτάκου, η επανεμφάνιση της τρομοκρατίας με το
αυτοκίνητο-βόμβα έξω από την Τράπεζα της Ελλάδος «έπαιξαν» στο ίδιο
επίπεδο με το άρθρο του Νίκου Δήμου, τα προβλήματα του ψηφοδελτίου του
ΣΥΡΙΖΑ, τα εσωτερικά του ΠΑΣΟΚ. Πολύ μελάνι χύθηκε, όλοι μίλησαν για
όλα και δεν έμεινε τίποτα ουσιαστικό από τη συζήτηση. Κάποια θέματα, όπως
είναι οι τεκμηριωμένες αντιρρήσεις διεθνώς για τον υπολογισμό του
ελληνικού πρωτογενούς πλεονάσματος δεν συζητήθηκαν διόλου.
Δεν είναι άγνωστη αυτή η τακτική. Τα τελευταία χρόνια πυροτεχνήματα και
κραυγές στρέφουν τη δημόσια συζήτηση μακριά από τα πραγματικά θέματα,
τα οποία πρέπει να αναδείξουμε και να συζητήσουμε· ειδικά τα θέματα που
δεν βολεύουν την κυβέρνηση ενόψει εκλογών. Διότι τη Νέα Δημοκρατία δεν
βολεύει να μιλήσουμε ούτε για την οικονομία με τις μειούμενες εξαγωγές,
ούτε για τις λειψές μεταρρυθμίσεις, ούτε για τη σωστή λειτουργία της
δημόσιας διοίκησης και των θεσμών.

Όσο κι αν η Νέα Δημοκρατία επιχειρεί να μας παρουσιάσει ως αποκλειστικά


δικό της άθλο και επίτευγμα προσωπικό του Αντώνη Σαμαρά την επίτευξη
πρωτογενούς πλεονάσματος, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Η
πρόοδος που σημειώθηκε είναι το αποτέλεσμα ενός ολόκληρου λαού, το
προϊόν των θυσιών όλων των Ελλήνων που με όλα τα μέτρα που έχουν
υποστεί, δίκαια και άδικα, τα τελευταία τέσσερα χρόνια, συνέβαλαν στην
επίτευξη μιας σχετικής δημοσιονομικής ισορροπίας.

Κακώς λοιπόν ο πρωθυπουργός και οι συν αυτώ επιχαίρουν με ξένα κόλλυβα.


Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει ούτε τα συντρίμμια που άφησε το 2009 η
κυβέρνηση της ΝΔ στην οποία συμμετείχε ο κ. Σαμαράς, ούτε τις κορώνες
«δεν θα συναινέσω στο λάθος του Μνημονίου», ούτε τα Ζάππεια και τα 18 δις
ισοδύναμα που είχε εφεύρει. Στην πραγματικότητα εφάρμοσε όσα ξόρκιζε και
τα αποτελέσματα για τα οποία επαίρεται θα μπορούσαν να είχαν επέλθει πιο
γρήγορα και πιο ανώδυνα για τον τον ελληνικό λαό.

Ο κύριος Σαμαράς δεν δικαιούται να ομιλεί για δήθεν επιτυχίες και


μεταρρυθμίσεις, όταν ο ίδιος συνεχίζει να βλέπει το κράτος ως λάφυρο του
κομματικού στρατού του. Παράτη σαρωτική κρίση, που δεν άφησε τίποτα
όρθιο, η κυβέρνηση λειτουργεί με την νοοτροπία του παρελθόντος.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι κομματικοί διορισμοί ανθρώπων που θα
έπρεπε να πάνε στα σπίτια τους. Ας μας υποδείξει κάποιος μία μεταρρύθμιση
τον τελευταίο καιρό. Έχουμε μια κυβέρνηση που ξηλώνει ό,τι θετικό είχε γίνει
τα τελευταία χρόνια, όπως για παράδειγμα το opengovή τον Καλλικράτη, ή
την ενιαία φορολόγηση όλων των εισοδημάτων ανεξαρτήτως πηγής.
Την ίδια στιγμή που το επικοινωνιακό επιτελείο του Μαξίμου σκορπίζει
παραπολιτικά σχόλια για τις «εντολές Σαμαρά» -αυτές που έχουν
υποκαταστήσει τη λειτουργία των θεσμών, της Δημόσιας Διοίκησης και του
κράτους- ο πρωθυπουργός έχει να επιδείξει ως μοναδικό του επίτευγμα τη
λιγότερη δημοκρατία: δενγίνονται Υπουργικά Συμβούλια, κυβερνά μόνο με
Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου και δεν εμφανίζεται στη Βουλή ώστε να
λογοδοτήσει για τις αποφάσεις του. Στο ίδιο μοτίβο εξάλλου λειτουργούν και
οι υπουργοί του. Κι αυτοί δεν πατούν ούτε για τον στοιχειώδη
κοινοβουλευτικό έλεγχο. Αυτό δεν είναι μόνο ασέβεια προς τους θεσμούς,
είναι δυσλειτουργία της δημοκρατίας που δεν μπορεί να συνεχιστεί.

Όσο κι να προσπαθεί ο κύριος Σαμαράς και η κυβέρνησή του να μας πείσουν


για το αντίθετο, αδυνατούν να μας βγάλουν από την κρίση. Δεν μπορούν διότι
είναι παλαιοκομματικοί. Δεν έχουν αλλάξει σε τίποτα και ο μανδύας του
«μεταρρυθμιστή» που δοκίμασαν να φορέσουν δεν ξεγελά κανέναν.

Το υφιστάμενο πολιτικό κατεστημένο όχι μόνον φέρει βαριές ευθύνες για την
ελληνική χρεοκοπία, αλλά είναι ανίκανο και να δώσει διέξοδο. Η χώρα
χρειάζεται αλλαγή νοοτροπίας και μια υπεύθυνη πολιτική δύναμη που οφείλει
να συμβάλει στη ομαλή διακυβέρνηση μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες,
μέσα από διάλογο και συνεργασία. Πρέπει να υπάρξουν προγραμματικές
συγκλίσεις, και ανανέωση του πολιτικού προσωπικού. «Το Ποτάμι» είναι εδώ
για να δώσει μαζί με τους πολίτες αυτή τη μάχη. Δεν πρέπει να αφήσουμε το
παλαιό πολιτικό κατεστημένο να μάς πάει πίσω, εκεί που χρεοκοπήσαμε…

Posted in Σχόλια | 1 Comment


Posted on April 24, 2014by stavrostsakyrakis

Και την πίτα γεμάτη και τον σκύλο χορτάτο


Υπάρχουν δύο όψεις στην υπόθεση της Σαμπιχά Σουλεϊμάν. Η πρώτη είναι η
πολιτική. Αφού πρώτα επελέγη από τον ΣΥΡΙΖΑ ως υποψήφια του κόμματος
για τις ευρωεκλογές, στη συνέχεια, χωρίς πολλά-πολλά, αποσύρθηκε η
υποψηφιότητά της, προφανώς για λόγους ψηφοθηρικούς. Η κα Σουλεϊμάν
αυτοπροσδιορίζεται ως Ελληνίδα μουσουλμάνα Ρομά και όχι ως μουσουλμάνα
Τουρκάλα. Στον ΣΥΡΙΖΑ μέτρησαν τα κουκιά και τις αντιδράσεις των
τουρκογενών μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης και κατάλαβαν ότι, εάν
επέμεναν, οι τελευταίοι θα μποϋκοτάριζαν την υποψηφιότητά της. Λάθος
πολιτική επιλογή; Όπως το κρίνει κανείς. Άλλος είπε ότι η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ
ενέδωσε στις υποδείξεις του τουρκικού Προξενείου, άλλος ότι «εκλογές
έρχονται, το ζητούμενο είναι να μαζέψουν τις ψήφους της μειονότητας».
Βέβαιο είναι ότι έσπευσαν να αποφασίσουν μια υποψηφιότητα χωρίς να τους
νοιάζει τι ακριβώς εκπροσωπεί αυτή και προφανώς χωρίς να έχουν καμία
ουσιαστική επαφή με τη μειονότητα.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Καθημερινή στις 24 Απριλίου 2014


Υπάρχει όμως και μια άλλη, πιο σημαντική διάσταση στο ζήτημα: η
υποκριτική προσπάθεια να δικαιολογηθεί η αποπομπή της κας Σουλεϊμάν ως
συνεπής με τον αγώνα για τα δικαιώματα της μειονότητας και τον αριστερό
διμέτωπο αγώνα κατά τόσο του ελληνικού όσο και του τουρκικού εθνικισμού.
Έτσι, ο υποψήφιος με τον ΣΥΡΙΖΑ Δ. Χριστόπουλος υποστηρίζει το δικαίωμα
των μουσουλμάνων της Δ. Θράκης να αυτοπροσδιορίζονται. Στην περίπτωση
δηλαδή της μειονότητας να θεωρούν εαυτούς ως Τούρκους, Πομάκους, Ρομά,
Έλληνες, Ιταλούς ή Σουηδούς. Ταυτόχρονα όμως καταγγέλλει τους
μηχανισμούς του ελληνικού κράτους και την προπαγάνδα τους ότι η
μειονότητα «δεν είναι ένα ενιαίο συμπαγές πράμα αλλά δύο και τρεις
εθνοτικές ομάδες». Ο συλλογισμός του είναι στρεβλός. Από τη στιγμή που η
μειονότητα είναι ένα «συμπαγές τουρκικό πράμα», ο ανεκτός
αυτοπροσδιορισμός αναγνωρίζεται μόνο στους μουσουλμάνους που
ταιριάζουν σε αυτό το σχήμα, δηλαδή τους τουρκογενείς. Όλοι οι υπόλοιποι
μπορούν βέβαια να αυτοπροσδιορίζονται αλλά σε αυτήν την περίπτωση,
δυστυχώς γι΄αυτούς, αποτελούν και «δούρειους ίππους» του ελληνικού
εθνικισμού. Όπως θα έλεγαν και οι Άγγλοι, με αυτόν τον τρόπο ο κ.
Χριστόπουλος «βάζει το κάρο μπροστά από το άλογο». Η γνησιότητα του
αυτοπροσδιορισμού της κας Σουλεϊμάν αμφισβητείται καθώς δεν ταιριάζει με
τη θέση του ότι η μειονότητα πρέπει οπωσδήποτε να θεωρηθεί ένα «συμπαγές
τουρκικό πράμα».

Τώρα, μπορεί η μειονότητα να είναι όντως ένα «τουρκικό πράμα». Μπορεί


και να είναι τρία, τέσσερα ή εκατό πράματα. Το ζήτημα δεν βρίσκεται εκεί
αλλά αφορά, σε επίπεδο αρχών, το δικαίωμα κάθε μέλους της μειονότητας να
αυτοπροσδιορίζεται. Εάν δεχθούμε αυτήν τη βασική αρχή, δεν μπορούμε στη
συνέχεια να αρνούμαστε στην πράξη το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού
ανάλογα με τον επιθετικό προσδιορισμό που τοποθετούμε μπροστά από τη
μειονότητα της Δυτικής Θράκης. Εάν ο αυτοπροσδιορισμός της κας Σουλεϊμάν
είναι ψευδεπίγραφος, διότι η ίδια αποτελεί δούρειο ίππο του ελληνικού
εθνικισμού, με την ίδια ευκολία θα μπορούσε να θεωρηθεί κίβδηλος και ο
αυτοπροσδιορισμός του νέου υποψηφίου του ΣΥΡΙΖΑ, τουρκογενή
μουσουλμάνου, διότι υπηρετεί τον δούρειο ίππο του τουρκικού εθνικισμού.
Και πάει λέγοντας…

Δεν γίνεται να έχεις και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο. Και να
είσαι υπέρ του αυτοπροσδιορισμού των μελών της μειονότητας και μετά να
τους βαφτίζεις όπως εσύ θέλεις. Ή το ένα γίνεται ή το άλλο. Ο αγώνας κατά
του εθνικισμού δεν έχει πρόσημο αριστερό, δεξιό, τουρκικό ή ελληνικό.
Απαιτεί πρώτα απ΄όλα την απαλλαγή από την πολιτική ιδεοληψία.

Posted in Αρθρογραφία στον Τύπο, Uncategorized | Leave a comment

Η θεούσα
Posted on April 18, 2014by stavrostsakyrakis

Η διαβόητη στιχομυθία Μπαλτάκου-Κασιδιάρη σχολιάστηκε


ποικιλοτρόπως. Κανείς, όμως, μέχρι τώρα δεν έδωσε ιδιαίτερη
σημασία στον τρόπο με τον οποίο ο τέως γενικός γραμματέας του
Υπουργικού Συμβουλίου αναφέρθηκε στη θρησκευτική πίστη της
Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου κ. Ευτ. Κουτζαμάνη. Κάτω από εννέα
εικονίσματα στο τοίχο του, ο κ. Τ. Μπαλτάκος έκανε ειρωνικά (και
μάλιστα κάπως κακότεχνα) το σταυρό του όχι τόσο για να
αποκαλύψει την πίστη της Εισαγγελέως αλλά για να εξηγήσει,
υποτίθεται, τη στάση της στη δίωξη της Χρυσής Αυγής. Στη συνέχεια
έσπευσε να συμφωνήσει με τον χαρακτηρισμό «θεούσα» που της
απέδωσε ο κ. Η. Κασιδιάρης.

Καθένας δικαιούται να ασκεί κριτική στην εισαγγελέα του


Αρείου Πάγου για το έργο της υπό τον θεσμικό της ρόλο. Για
παράδειγμα, θεωρώ ότι η δημόσια τοποθέτησή της για την άσκηση
αναίρεσης στην υπόθεση του χρηματιστηρίου, πριν καν δημοσιευθεί
η δικαστική απόφαση, ήταν απαράδεκτη. Η επίκληση, όμως, των
θρησκευτικών της πεποιθήσεων, η οποία υποτίθεται ότι από μόνη της
εξηγεί την επίμεμπτη στάση της στη δίωξη της Χρυσής Αυγής, δεν
είναι κριτική αλλά βαριά προσβολή όχι μόνον του προσώπου της
Εισαγγελέως αλλά και όλων των πιστών. Και τούτο διότι εκλαμβάνει
ως δεδομένο τον εξοργιστικό ισχυρισμό ότι η πίστη της άνευ ετέρου
δείχνει «μεροληψία».

Απορώ γιατί άνθρωποι σαν τον Μπαλτάκο και τον Κασιδιάρη δεν
προκαλούν τη μήνι της εκκλησίας και των πιστών. Γιατί θεωρούνται
υποστηρικτές της εκκλησίας όσοι δεν διστάζουν να προσβάλουν με
τόσο βάναυσο τρόπο τη θρησκευτική πίστη; Αντίθετα, αντίπαλοι της
εκκλησίας θεωρούνται όσοι, όπως το Ποτάμι, υποστηρίζουν το
διαχωρισμό εκκλησίας και κράτους.

Καταλαβαίνω τη δυσπιστία των πιστών αλλά δεν είναι


δικαιολογημένη και το παράδειγμα της Αμερικής είναι ιδιαίτερα
διαφωτιστικό. Οι πατέρες της Αμερικανικής Δημοκρατίας, βαθιά
θρησκευόμενοι άνθρωποι, αποφάσισαν το διαχωρισμό κράτους-
εκκλησίας κρίνοντας ότι με τον τρόπο αυτό εξυπηρετούνται
καλύτερα τα συμφέροντα τόσο του κράτους όσο και των
θρησκευτικών κοινοτήτων. Από τη μία μεριά, το κράτος αποφεύγει
τη διακριτική μεταχείριση ή έστω την υποψία διάκρισης υπέρ ή κατά
ορισμένων πολιτών. Από την άλλη μεριά, η εκκλησία αφήνεται
απερίσπαστη στο πνευματικό της έργο και δεν περιέρχεται σε μία
κατάσταση πνευματικού εφησυχασμού που δημιουργείται από τη
διασύνδεσή της με το επίσημο κράτος.

Η θέση για σαφή διαχωρισμό κάθε άλλο παρά σημαίνει έλλειψη


σεβασμού προς το θρησκευτικό συναίσθημα των πολιτών και το ρόλο
των θρησκευτικών κοινοτήτων σε μια κοινωνία.. Ο σεβασμός
απορρέει από μια βαθιά φιλοσοφική θέση που απαιτεί από το κράτος
να σέβεται όχι μόνο τη πίστη των πολιτών προς μια θρησκεία αλλά
και κάθε πνευματική τους επιλογή που είναι πολύτιμη για τη
διαμόρφωση της ζωής τους.
Δημοσιεύθηκε στο blog http://mhmadas.blogspot.gr/ στις 18 Απριλίου 2014
Posted in Σχόλια, Uncategorized | 3 Comments

Disproportionate Individualism
Posted on December 28, 2013by stavrostsakyrakis

1. A tale of two societies


Since at least the publication of Alexis de Tocqueville’s famous
work Democracy in America, common wisdom has it that the USA is par
excellence an individualistic society.[1] The judiciary has had more than a fair
share in shaping and entrenching this belief, especially during the Lochner era
(1905–1937), when it all but embraced laissez-faire economics,[2] thus giving
effect to a strongly individualistic moral philosophy, which praised economic
liberty and the right to property. Its main tenets can be described as follows:
Liberty’s foundation lies with natural law and consists mainly in the freedom
of the individual to acquire property. Accordingly, property rights are elevated
to the quintessence of individual freedom. The jurisprudence of the courts
mirrored the priority of property rights: While freedom in other areas, such as
freedom of speech, association, and personal life, was systematically curtailed
in the Lochner era without much resistance from the courts, limitations of
property rights were automatically deemed problematic.
We can trace the origin of this philosophy back to John Locke. Locke insists
that ‘the reason that men enter into society is the preservation of their
property’.[3] It is true that he also uses the term property in a broad sense,
meant to include the life and liberty of individuals. Thus, within ‘the general
Name, Property’, he includes the ‘Lives, Liberties and Estates’ of
persons.[4] Nevertheless, it was around the narrow sense of possession that
individualism has developed. Whilst Locke’s individualism was far from
extreme insofar as it acknowledged that the ‘perfect freedom’ of individuals in
the state of nature was within the limits of natural law,[5] and although he
explicitly allows for the regulation of property,[6] there is no doubt that for
him political society has a limited aim, namely that of guaranteeing the
freedom individuals enjoy in the state of nature.
Contrary to the US, there has not flourished in Europe an individualistic
tradition championing property as the pinnacle of human rights[7].
Notwithstanding the fact that the French Declaration of the Rights of Man
deems property to be an ‘inviolable and sacred right’,[8] the political
mainstream never seriously questioned society’s right to regulate and restrict
private property. Quite the opposite, to the extent that most modern European
constitutions enshrine welfare rights (at least for citizens), restrictions of
property have typically been understood to have a distributive task.
However, individualism comes in many different forms. In this chapter I want
to argue that recent years have seen the rise in Europe of a type of
individualism which, following a conception of freedom that owes more to
Thomas Hobbes, ends up being more extreme than Locke’s. Needless to say, it
goes well beyond the scope of this chapter to map its presence in all fields of
social life. So what I propose to do instead is indicate its pervasiveness in
human rights adjudication. Just like the American courts of the Lochner era,
human rights courts in contemporary Europe can be seen as the bellwether of
the intellectual shift that is under way. Indeed, the recent European
adjudicative practice carves out a notion of individualism that finds itself at
odds with a sound theory of justice.
The touchstone of this peculiarly European brand of adjudicative
individualism is the principle of proportionality. Proportionality itself is of
course not narrowly European. It has become the word of the day in human
rights law. It is the prevailing method of human rights adjudication all over
the world and has come to shape a whole theory of human rights.[9] That
doesn’t make it correct, though. In fact, as I am going to argue, proportionality
offends our most elementary convictions about human rights. Its failure has to
do precisely with the deeply flawed individualism that underlies its
understanding of freedom. I start by elaborating this understanding of
freedom, which I shall call total freedom, and bringing out its individualistic
bias. I argue that total freedom has a striking similarity with the one that
Hobbes attributes to human beings in the state of nature. From the state of
nature, proportionality lets Hobbes into the city, so to speak. Furthermore, I
suggest that due to its individualism, total freedom assumes and reinforces a
skewed perception of society and social justice. In order to bring the defects of
total freedom into sharper relief, I contrast it to a different conception that
draws primarily on the philosophy of Ronald Dworkin. I argue that the latter
has significant advantages and should be preferred.
This chapter does not engage in a close examination of how proportionality is
used in the case-law[10]. Hence it takes it as a given that proportionality is the
guiding principle of European human rights adjudication. I hope that this
assumption is not too hard to swallow. To be convinced of its soundness, one
needs only take a cursory look at the jurisprudence of the most famous
European courts adjudicating human rights such as the European Court of
Human Rights, the German Constitutional Court and the UK Supreme
Court[11]. Equally, this chapter does not take up the broader project of
explaining why individualism has taken hold in Europe, what political and
intellectual developments have made it possible. All it does is to suggest that
in proportionality individualism has found the perfect partner in crime.
2. A prima facie right to everything?
Proportionality is a new label for an old idea. The old idea is balancing. In the
50’s and 60’s, balancing was routinely employed by American judges in the
context of First Amendment law. Its pros and cons were debated by
absolutists and balancers. Absolutists claimed that the First Amendment
contained a set of narrowly defined categorical rules. By contrast, for
balancing aficionados like Justice Frankfurter, its necessity derived from the
fact that human rights are not absolute, so the only way to determine their
limits is to balance the value of the right against the value of competing
individual and public interests. Frankfurter’s approach was criticized for its
lack of clarity on a series of issues: what is to be weighed (interests, principles,
rights, considerations); how it is weighed (with what metric); who should do
the balancing (judges or legislators). Moreover, balancing seemed to leave
obscure a more basic issue, which concerns the meaning and import of the
relevant constitutional provisions. Even if rights in general are subject to
balancing, this does not necessarily mean that our constitutional rights must
be balanced. Maybe those who enacted those provisions had already made a
balancing judgment about, say, the priority of freedom of speech over other
public goals. On the basis of that judgment, they may have intended to
entrench certain determinate legal standards that conferred something
concrete to the right holder. If that was the judgment that the provisions stood
for, shouldn’t judges be preempted from second-guessing it?

To most of these questions proponents of proportionality rehash old answers.


They stress the indeterminacy of human rights norms, which, as Alexy puts it,
“command […] that something must be realized to the highest degree that is
actually and legally possible”[12]and come to the conclusion that balancing is
inherent in the concept of human rights. This is no different from the claim
that, since human rights are not absolute, their content can only be
determined through balancing. To the question what shall be placed on the
scales, the answer is also much the same: every conceivable individual or
public interest. Finally, since proportionality started life as a method of
adjudication, it is taken for granted that judges should do the balancing.
The only fresh proposal concerns the specific method of balancing. At this
point the concept of proportionality is introduced. Proportionality is a
mathematical concept that refers to the relation of two variables to a stable
constant. Its use in the context of rights adjudication expresses the idea that
some kind of equilibrium is disturbed whenever someone’s freedom is
restricted in a way that is unsuitable, unnecessary or excessive compared to
the benefit that the restriction achieves.

By using the concepts of balance, scale, weight (all concepts coming from the
natural sciences) proportionality enjoins us to investigate whether something
is adequate, intensive or far-reaching instead of whether it is right or wrong.
What are we to make of this shift of focus? Some theorists seem to think that
conflicts of values can actually be reduced to questions of intensity or degree
and, more importantly, that intensity and degree can be measured by a
common metric (something like a natural force) and that this process will
reveal the solution of the conflict. Thus, they argue, proportionality is neutral,
objective and rational, and allows us to bypass moral reasoning.[13]
More plausibly, others use the natural-science language of balance, scale and
weight metaphorically. The value of proportionality, they contend, is that it
offers a structure for legal and moral argumentation[14]. But even on the
latter view, proportionality is a mistake. That is because the structure itself is
problematic and distorts our reasoning about rights. It is problematic
inasmuch as it indiscriminately takes into account any human interest, even
those that are worthless or ill-founded. It distorts moral reasoning inasmuch
as it requires that we examine to what extent pursuing a competing interest
would result in a serious, intermediate or light interference with the right in
question. But by placing all interests on the scales and by assigning each of
those interests some weight we have already skewed the outcome of the
balancing process. Take Dworkin’s example of an interest in killing those who
criticize me. Are we prepared to assign weight to outrageous interests such as
this one in the first place? Once we start going down this road, it makes little
difference to assign such interests only a slight weight. The damage will
already have been done. So for instance, a small fine for expressing a
controversial opinion may start to appear like a minor interference with the
right to free speech. Conversely, it may seem to us relevant that the
indignation of those who disagree with that opinion is grave. By framing the
balance in terms of interests and relative weights we are distracted from
proper moral reasoning.[15]
What has gone wrong? I want to claim that at the heart of proportionality’s
woes is its philosophical starting point, which we can label Hobbes in the city.
Proponents of proportionality introduce within organised society an idea that
Hobbes had reserved for the state of nature, namely that ‘every man has a
right to everything even to one another’s body’.[16] I shall refer to the
contemporary variant of this right as the right to total freedom. However,
there are two important differences between Hobbes in the state of nature and
in the city. Firstly, contemporary proponents of proportionality take the right
to total freedom to be only prima facie. Secondly, unlike Hobbes who did not
believe that freedom in the state of nature was of any particular value and was
perfectly willing to sacrifice it for the sake of security within a political order,
proponents of proportionality maintain that total freedom is of such value that
it ought to be optimized along with the freedom of other individuals and other
values. It follows from this that any interference with what someone wishes to
do is a potential abridgment of his rights or at least the starting point of a
human rights inquiry. Activities such as ‘falconry’,[17] or feeding pigeons on
public squares,[18] or spitting on the public sidewalk[19] raise human rights
issues just as torture or censorship does. From the perspective of this
conception, then, there are no specific human rights; rather individuals have a
general right to this kind of total freedom, from which we can derive its more
specific emanations after balancing it against competing interests and values
in order to determine in each case whether it will prevail or not. In this sense,
it is not far off the mark to say that a prima facie right to everything is
equivalent to a prima facie right to nothing in particular. The flipside is that
this conception erodes the distinctiveness of human rights as opposed to other
human interests.
Is it possible to arrive at a concept of society (let alone a fair society) with
Hobbes as our starting point? That is, starting with the notion that society is
an aggregate of individuals who by nature have ‘a right to every thing, even to
one another’s body’ and then trying to figure out how to come together in
order to form a commonwealth, Hobbes’ own solution was drastic: A
commonwealth is possible only if individuals forfeit not just the right to
everything but also all their rights. This was considered his weak point
because the absolutism he was proposing was not only unattractive, but also
in essence incompatible with the individualism he had as starting point. What
is the use of having a right if it only serves to license its forfeiture?

Hobbes’ absolutism never became popular. Still his scheme seems to persist in
public discourse, albeit with one basic adjustment. If a peaceful social
organization is possible without forfeiting every right, then such forfeiture is
unnecessary. Individuals need only forfeit those rights, the exercise of which is
incompatible with peaceful political coexistence; but they may hold on to the
rest of them. The scheme becomes clearer if it is recast in terms of freedom.
Individuals have an immense amount of freedom; they enjoy total freedom. In
a society they are enjoined to sacrifice not their total freedom but just the
amount that is necessary to secure the mutual enjoyment of the remaining
portion of their freedom under the auspices of a commonwealth. The modified
Hobbesian scheme is the basis of what could be called an ‘individualistic
liberalism’. Its motto is the following: ‘the less freedom we give away, the more
just a society is’. On this view, the minimal state becomes not merely an
efficient social organization, but something valuable, a realization of
justice.[20]
By adopting the Hobbesian idea that individuals have a prima facie right to
total freedom proportionality subscribes to an individualistic liberalism. But
this kind of individualism is a methodologically flawed abstraction which
makes social justice incomprehensible and, just as was the case with Hobbes,
ends up granting no rights to individuals. It is methodologically flawed since
it ignores the fact, so well captured by Aristotle, that man is a social being and
cannot be conceived outside society. It is society that comes first, not the
individual. This means that practices of sharing and accomplishing things
with others are prior to the individual pursuing his self-interest.
Consequently, we cannot start from the notion of total freedom, since social
beings constitutively lack it and society is not the right place to search for it.
Individualistic liberalism is not the only form of liberalism around. I propose
we start instead from thinking how we should regulate these practices of
sharing and accomplishing things with others, in such a way that they are just.
Our answers will vary from one social context to the other. We should expect
that individual rights will appear further downstream. But, again, the content
of those rights will be determined by a notion of fairness in different social
contexts. Take intimate relationships. Couples, we often say, are unions that
are supposed to strive for the fullest integration towards the achievement of
many shared goals. At the same time, though, we insist that persons remain
distinct and independent even in intimate relationships. From this we draw
more concrete conclusions. We contend, for instance, that one’s private
correspondence does not belong to the other, or that it is inappropriate for one
to spy on the other, even if it is for the purpose of knowing them better.

Political justice follows the same pattern. Theories of justice are theories about
our legitimate demands against our fellow-citizens. These demands cannot be
properly articulated unless we conceive everyone as a separate person whose
life is of special importance. Thus, we come to a notion of individuality that
derives from and relates to a notion of fair sociability. Basic liberties that grant
individuals rights are a cardinal element of a fair society; they are
indispensable social arrangements that enable all persons to conduct the plan
of life that they deem valuable. The maximization of liberty is not valuable in
itself, but only insofar as it is supported by this notion of fair sociability. We
could call such an approach that reconciles the affirmation of individual rights
with the primacy of social life liberal sociability. The thrust of liberal
sociability, then, is that individual rights are derived from a conception of a
just society (one in which everyone has the status of free and equal), rather
than from a doctrine that gives methodological priority to the individual and
his total freedom. Under liberal sociability, justice and solidarity find their
proper place. We care for justice and solidarity because we are the sorts of
being that participate in collective endeavours, which constitutively constrain
our liberty and implicate our interests and the interests of others. By contrast,
in the individualistic view justice gets a bad name and solidarity is all but
eliminated.

There is no space here to make a positive case for this conception of liberal
sociability, as I call it. My purpose in introducing it was to bring out that
individualistic liberalism is a highly contentious doctrine. In fact, as I go on to
argue in the following section, it propounds a very problematic understanding
of human rights.
1. 3. The liberty of human rights
Does individualistic liberalism with its commitment to total freedom help us
grasp the concept of human rights? Take for example traffic regulations.
Dworkin uses the example of prohibiting driving uptown on Lexington
Avenue.[21] Is it helpful to start with a prima facie freedom to drive however
someone wishes including uptown and then to examine whether the specific
prohibition infringes someone’s right? The proponents of proportionality will
answer “yes”. They will balance the loss of freedom of driving uptown with the
convenience or order in traffic produced by the existence of the traffic rule,
and they will probably find that these values outweigh the loss of freedom.
Even so, they will maintain that a loss of freedom has occurred, albeit one that
was easily exchangeable for the purpose of optimizing freedom overall.
Suppose now that new research has indicated that the restriction was
misguided, and convenience and order in traffic would be better served by the
opposite rule, one prohibiting driving downtown. Are we prepared to say that
prohibiting driving uptown was a violation that Human Rights Watch should
denounce?
What makes us think that a loss of freedom to drive as we wish, even if it is
proven to be grounded on mistaken assumptions, is not particularly grave?
Why can we live with it? I guess the answer is that nobody feels offended by
the prohibition; nobody feels that the prohibition denies his dignity as a moral
agent.[22] On the contrary, someone will feel deeply offended if he is not free
to worship the God he wishes or to express his political ideas. The conclusion
is that not every curtailment of freedom raises a human rights issue but only
the abridgment of certain basic liberties.
Which are these basic liberties? How are we going to distinguish which
liberties are basic (or fundamental or preferred) for a society to be just and
which are not? Rawls suggests two ways: a) we can use the list of the various
bills of rights and declarations of the rights of man;[23] b) we can ‘consider
which liberties are essential social conditions for the adequate development
and full exercise of the […] moral personality over a complete life.’[24]
Ronald Dworkin goes one step further in specifying the basic liberties and
thus buttressing the contrast between the idea of total freedom and the
alternative conception suggested above. He understands total freedom to be
the power to act as we wish unimpeded by others or by a political community.
He maintains that we do not actually ascribe value to such freedom. We do not
think, he says, that there is any moral loss, when the state forbids me to kill
my critics. ‘If nothing wrong has taken place when I am prevented from killing
my critics, then we have no reason for adopting a conception of liberty that
describes the event as one in which liberty has been sacrificed’.[25]
The liberty we value is, according to Dworkin, an interpretative concept that is
not and should not be coextensive to total freedom. The liberty we should be
committed to is “the area of [a person’s] freedom that a political community
cannot take away without injuring him in a special way: compromising his
dignity by denying him equal concern or an essential feature of responsibility
for his own life’.[26] This is not another formulation of the list of basic
liberties. True, insofar as the traditional basic liberties (freedom of speech,
freedom of religion etc) guarantee the “essential social conditions for the
adequate development and full exercise of the […] moral personality over a
complete life” (Rawls), these are also included in the Dworkinian formula. Still
there are substantial differences.
First, Dworkin’s formula seems broader since any interference that denies
equal concern and respect qualifies as giving rise to a claim of human
right.[27] Second, and more important, it does not allow that “fundamental or
preferred liberties” be determined by collective views. It is not that from the
immense amount of freedom we pick some liberties because they seem to us
more valuable than others. Doing so would be like imposing on others a
certain view about what is a good and valuable way of life. But this would
contradict our stated aim, because it would fail to respect everyone’s personal
responsibility to make the best of their own lives.
But even more fundamentally, Dworkin’s formula provides a robust
philosophical basis for the kind of liberty we should value. For Dworkin, it is
not the role of political society to satisfy our preferences, simply because they
are manifestations of our freedom. In fact, political society may and does use
its coercive force for all sorts of purposes and restricts freedom in all sorts of
ways. There is nothing prima facie problematic about that. What a political
society may not do is deny a liberty, when being denied that liberty would
compromise our dignity. In turn, an act is an assault to dignity when it denies
someone ‘equal respect and concern or an essential feature of responsibility
for his own life’[28]. Thus, what we really value is dignity. Dignity is the
central concept for human rights and all the more specific ‘valued liberties’ are
connected with it. So when, for example, we come to consider that on matters
of intimacy we should be free from governmental interference, our view
expresses rather the conclusion of an interpretation of the concept of dignity.
One of the characteristic ways in which a political society may fail in its duty to
act consistently with dignity is when it acts on discriminatory or moralistic
grounds. The first type of ground compromises equal standing, whereas the
latter vitiates the principle of personal responsibility for one’s own life.
These observations help vindicate the view that the characteristic operation of
rights is as trump cards.[29] It is not because rights are infinitely more
important than the considerations they trump, but because a state that acted
on those considerations would thereby assault dignity, and the recognition of
the right serves to act as a bulwark to that assault. Consider moralistic and
paternalistic laws. These are based on impermissible justifications because
they do not respect the ethical responsibility of individuals and thus injure
their dignity. So, for example, if the justification for prohibiting bird-feeding
in the park is that this kind of activity is worthless, a waste of time, this would
be an insult to the ethical responsibility of the individuals. The state cannot
restrict my choices on the basis that they are not worthy, because to do so
would be to make a judgment that the principle of personal responsibility
commands that each one of us make on our own. But the state can restrict my
choices when its reason for doing so does not assume any ethical evaluation.
This means that there is no general or prima facie right to feed the birds, to
engage in falconry or “to paint my Georgian house purple”. [30] A state
typically prohibits or at any rate regulates those activities on the basis of
considerations that do not compromise dignity (such as environmental
protection, public health and urban planning). However, the very same
activities raise human right issues whenever their justification is based on
ethical evaluation. Again what counts is not freedom as such (the same activity
can be restricted without injury) but the protection of ethical responsibility.
Now, someone could say that feeding the birds or falconry is the basic plan of
his life; it is not just a preference, like drinking soda instead of orange juice.
Does the state show lack of respect for someone’s ethical responsibility when,
although it abstains from any ethical evaluation, it forbids or makes more
difficult on other grounds the pursuit of a central element of my conception of
the good life? What is the use of not allowing the state to make ethical
judgments about my conception of the good life if it can forbid it altogether for
some other reason? This is a question that again shifts our focus from dignity
to total freedom. Our claim towards society is not freedom but respect for our
status as moral agents. So, if for example we had the freedom to feed the birds
on the ground that pointless activities should be given a space, this would
certainly be an insult to ethical responsibility, although freedom would be
intact.

If we take for granted that every society regulates most of the activities of its
members, it would be a disaster to consider every individual preference as an
ethical choice that raises a claim of right. We will end up ‘moralizing’ every
measure and unavoidably the majority will have to take stance on every ethical
choice. The deliberation would be something as follows: Is your life’s plan
feeding the birds? Then, it gives you a prima facie right, but so does our life’s
plan, which is to play football. For us, playing football is more valuable and,
since we are many, our choice must have the upper hand. Put differently, if
society takes every individual preference as an ethical choice – and thus
worthy of protection as a prima facie right – I doubt that the result will be
more freedom or just a lot of frustration. Everybody, sometime, will be deeply
offended because their choices will be opposed by others on the basis of their
own ethical valuations. The right to nothing in particular will then morph into
a right to nothing tout court.
It is true that the alternative strategy to forbid regulations that are based on
ethical justifications does not guarantee or facilitate any plan of life based on
any preference. But the real claim we have from society is not to provide
everything we need for the success of our plan, even prima facie. Our, claim is
not, to put it in Dworkin’s metaphor, to have all possible colors in our palette,
but to be able to design our life on the basis of our own value judgments with
the colors that are available to all.[31]
4. Human rights and the courts

Now, if we accept that only a few basic liberties are ‘essential social conditions’
of moral personality in Rawls’ sense or are needed to protect against violations
of dignity in Dworkin’s sense, it is less problematic to subscribe to a
constitutional arrangement whereby courts are called to safeguard them from
eventual abridgment by entrenching them against the legislative will. In other
words, this idea fits well with our traditional ideas of representative
democracy and judicial review. By contrast, the concept of total freedom that
is implicit in the principle of proportionality renders any interference with a
person’s total freedom a potential human rights violation or at least the
starting point for a human rights inquiry. That definitely seems to reflect the
position of the German Constitutional Court, which, as Mattias Kumm notes,
‘regards any liberty interest whatsoever as enjoying prima facie protection as
a right’.[32] In other words, as Mattias Kumm acknowledges, ‘the recognition
of a general right to liberty and a general right to equality means practically all
legislation can in principle be challenged on human rights grounds, leading to
an assessment of its justification in terms of public reason as prescribed by the
proportionality tests’.[33]
If in principle every piece of legislation gives rise to a human rights issue, then
the judiciary must decide on virtually any question of public policy, from fines
for parking violations to the fluctuation of interest rates. Furthermore, in
doing so, it is bound to employ a standard that is much more intrusive than
mere rational connection. As a result, the boundary between review and
appeal is automatically blurred, as is, along with it, the basis of the courts’
legitimacy. Legitimacy concerns are intensified when it is supranational courts
such as the European Court of Human Rights that are tasked to protect
human rights. Having to rely on an expansive understanding of the scope of
human rights, they end up becoming the ultimate arbiter of the legality of
every piece of national legislation.[34]
Independently of whether such a development would be desirable or not,
there is no doubt that it dramatically alters the way we conceive of judicial
review, the power of political majorities, the very concept of representative
democracy and, ultimately, the role of supranational human rights courts. In
reality, this shift would surreptitiously make proportionality not merely the
‘ultimate rule of law’[35] but the over-arching method for the moral
assessment of any form of human conduct.
Conclusion

To conclude, I have tried to draw a distinction between two understandings of


human rights. On the understanding I favour, limits to ‘total freedom’ in
themselves do not constitute an ‘invasion’ of valued liberties. Rather, we have
to determine which restrictions of freedom count as injuries to the dignity and
autonomy of the individuals. On the other hand, for a proponent of total
freedom, freedom is understood in quantitative terms; the more of it we have,
the better. This account, I have argued, is ill-equipped to make distinctions
between kinds of invasion of freedom depending on their justification, and on
this basis to exclude some justifications as incompatible with the very idea of
rights such as freedom of expression, religion and privacy. In fact, insofar as
the proportionality test is meant to be neutral and take at face value a wide
range of interests, it lacks the resources to exclude any consideration
whatsoever. Thus, it exposes all our rights to a very dangerous vulnerability.
More fundamentally, it seems to presuppose a perverse conception of the
relationship between the individual and society, one that builds up from a
radical individualism. But this starting point is deeply misguided. For social
beings like us, total freedom is not a value. Neither do we want our courts to
enforce it. An organized society routinely constrains our freedom; it imposes
limits on the ways we can use our shared social, natural and aesthetic
environment. Being members of such a society, we should be more concerned
that we can live our unavoidably constrained lives in dignity.

Some political ideas have the tendency to recur with slight adjustments in a
variety of contexts. Individualism is one of them. Europe prides itself for never
succumbing to the extreme individualism that underpinned laissez-faire
economic arrangements. But it may still be susceptible to individualism, if it
allows the ascendancy of a philosophy, whose hallmark is the prima
facie right to everything. If it does, it will expose itself to a much graver risk
than those associated with a free market: the risk of having the concepts of
justice and solidarity seriously undermined.

[1] Tocqueville’s description of individuals’ mentality in a democracy is that


‘[t]hey owe nothing to any man, they expect nothing from any man; they
acquire the habit of always considering themselves as standing alone, and they
are apt to imagine that their whole destiny is in their hands’. Such a
democracy ‘throws [man] back forever upon himself alone and threatens in
the end to confine him entirely within the solitude of his own heart’. Alexis de
Tocqueville, Democracy in America, vol. 2 (Alfred A. Knopf, 1945) 99.
[2] Recall Oliver Wendell Holmes’s famous phrase: “The 14th Amendment does
not enact Mr. Herbert Spencer’s Social Statics. […] [A] constitution is not
intended to embody a particular economic theory, whether of paternalism and
the organic relation of the citizens to the State or laissez faire.” Lochner v. New
York 198 U.S. 45 (1905) at 75.
[3] John Locke, Two Treatises of Government (edited by Peter Laslett, CUP
1980) par. 222. Cf par. 85, 94, 124, 134, 138.
[4] Ibid par. 123.
[5] Ibid par. 87
[6] Ibid par 3: ‘[P]olitical power then I take to be a right of making laws with
penalties of death, and consequently all less penalties, for the regulating and
preserving of property.’
[7] The most illustrative example of this is the European Convention of
Human Rights and Fundamental Freedoms itself, which reflects the common
constitutional traditions of the signatory (European) states on fundamental
rights. Article 1 of Protocol No. 1 of the Convention enounces the principle of
peaceful enjoyment of property (para. 1), but at the same time it subsumes its
use under state control so that it be ‘in accordance with the general interest’
(para. 2). The case-law of the European Court of Human Rights has always
reaffirmed this view (see, inter alia, Sporrong and
Lönnroth v. Sweden, Judgment of 23 September 1982, para. 61).
[8] Declaration of the Rights of Man and of the Citizen, art.17.
[9] “By the end of the 1990s, virtually every system of effective constitutional
justice in the world, with the partial exception of the United States, had
embraced the main tenets of P[roportionality] A[nalysis]”. Alec Stone and
Sweet-Jud Mathews, Proportionality Balancing and Global
Constitutionalism, 47 COLUMBIA JOURNAL OF TRANSNATIONAL LAW,
73, 74, (2008).
[10] For an overview of the use of proportionality in the case-law of the
European Court of Human Rights see Tsakyrakis, ‘Proportionality: An Assault
on Human Rights?’ [2009] 7 Int’l J. Const’l L. 468.
[11] See, in general, Hickman, ‘Proportionality: Comparative Law Lessons’
[2007] 12 Jud. Rev. 31, passim.
[12] Robert Alexy, Rights, Legal Reasoning and Rational Discourse, 5 RATIO
JURIS 143,145 (1992).
[13] See David Beatty, The Ultimate Rule of Law (OUP 2004)
[14] See Mattias Kumm, ‘The Idea of Socratic Contestation and the Right to
Justification: The Point of Rights-Based Proportionality Review’ [2010] 4 Law
& Ethics of Human Rights 141.
[15] See Stavros Tsakyrakis, supra n.10.
[16] Thomas Hobbes, Leviathan (edited by Edwin Curley, Hackett Publishing
1994) at 80.
[17] Falconry is a sport of hunting with falcons. Men train the birds to do the
hunting. See Frank Michelman, ‘Foxy Freedom?’ (2010) BOSTON
UNIVERSITY LAW REVIEW 949 at 965. There Michelman discusses the
activity inspired by a case that was brought before German courts.
[18] BVerfGE 54, 143.
[19] The spitting on the public sidewalks is not drawn from an actual case, but
a spirited example of Michelman, (n17) at 952.
[20] The collapse of communism lent additional support to the idea that what
distinguishes a ‘minimal’ from an “expansive” state is not efficiency but
freedom. Indeed, it was freedom and not welfare that was offered to
individuals in exchange for the misery that followed the end of communism.
[21] Ronald Dworkin, A Matter of Principle (Harvard University Press, 1985)
189
[22] ‘It is not demeaning for you to accept that a majority of your fellow
citizens has the right to fix traffic rules and enforce the rules they fix, provided
that the rules they chose are not wicked or desperately foolish’. Ronald
Dworkin, Justice For Hedgehogs (Harvard Univ. Press 2011) 367
[23] ‘Throughout the history of democratic thought the focus has been on
achieving certain specific liberties and constitutional guarantees, as found for
example, in various bills of rights and declaration of the rights of man’. John
Rawls, Political Liberalism(Columbia University Press, 1993) 292.
[24] Ibid at 293. Quite instructively, Rawls himself felt compelled to utilize the
notion of basic liberties in the light of HLA Hart’s famous critique of the initial
formulation of the liberty principle in A Theory of Justice. See HLA
Hart, Rawls on Liberty and Its Priority, UNIVERSITY OF CHICAGO LAW
REVIEW 40/ 3 551, 553 (1973) and J Rawls, ‘The Basic Liberties and their
Priority’ in JOHN RAWLS, COLLECTED PAPERS (edited by Samuel
Freeman, HARVARD UNIV. PRESS 1999). In important respects, my critique
of total freedom echoes Hart’s view. The failure he identified in Rawls’s
original proposal is the one I attribute to the principle of proportionality.
[25] Ronald Dworkin, Justice in Robes (Harvard University Press 2006) 115
[26] Roland Dworkin, supra n. 22, at 366
[27] But see Michelman and his Malthus Act hypothetical arguing that
sometimes Dworkin’s formula could be narrower and not include traditional
core liberties. Michelman (n17) at 968-970.
[28] Ronald Dworkin, supra n.22, at 366.
[29] See Ronald Dworkin, Rights as Trumps, in Jeremy Waldron
(ed), Theories of Rights(OUP 1984) 153.
[30] Painting one’s Georgian house purple is Dworkin’s example. See
Dworkin, supra n. 22, at 346.
[31] Dworkin, supra n. 22, at 367
[32] Mattias Kumm, The Idea of Socratic Contestation and the Right to
Justification (2010) 4 LAW & ETHICS OF HUMAN RIGHTS, 142 at 151. ‘In
Germany’, Kumm says, ‘the right to the “free development of personality” is
interpreted as a general right to liberty understood as the right to do or not to
do whatever you please. It has been held by the Constitutional Court to
include such mundane things as a right to ride horses through public woods,
feeding pigeons on public squares, or the right to trade a particular breed of
dogs’. Id (notes omitted).
[33] Ibid at 164.
[34] This is not to say that judges are eager to take up such an intrusive role or
that they actually exercise it. In fact, they typically devise strategies to limit
their interference with political decisions. This applies with even more force at
the supranational level. The doctrine of the margin of appreciation is a
characteristic example. Often those strategies bear the mark of their origin.
They replicate the philosophical confusion and dead ends of the principle of
proportionality. If we abandon the principle of proportionality, the usefulness
and cogency of such strategies is likely to be greatly diminished. On the other
hand, when sometimes the judges assume an expanded notion of judicial
review and proceed to apply the proportionality their judgment seems totally
ad hoc and arbitrary. For such a characteristic example see the case of the
European Court of Human Rights Mamidakis c. Grece (Judgment of 11
January 2007) where the amount of a fine, although found by the Greek
courts to be proportionate, was held to be excessive by the supranational
Court without any argument other than the amount of the fine.
[35] Beatty, supra n. 13.

[U1]In my view, this (now amended) paragraph reconnects my argument with


the notion of justice. At the same time, it clarifies what I mean with the term
‘adjudicative individualism’, which follows in the next paragraph.
Posted in Papers | Tagged Dworkin, European Court of Human Rights, Freedom, Hobbes, Human
rights, liberal sociability, Locke, Proportionality, Propotrtopnality, Rawls | 2 Comments

Δικαστές ή βουλευτές
Posted on December 21, 2013by stavrostsakyrakis

Το Μισθοδικείο, σύμφωνα με τις συνηθισμένες πια διαρροές, έκρινε ως


αντισυνταγματικές τις μειώσεις των μισθών των δικαστών. Αναμένοντας την
επιβεβαίωση από την απόφαση μπορεί να είναι χρήσιμο ένα παλιό άρθρο επί
του θέματος.

Την περίοδο που η χώρα αγωνίζεται να αποφύγει την οικονοµική κατάρρευση


µε περικοπές σε µισθούς και συντάξεις όλων των εργαζοµένων, πρώην
βουλευτές διεκδικούν αναδροµικές αυξήσεις των συντάξεών τους αντίστοιχες
µε τις αµοιβές και συντάξεις των ανωτάτων δικαστικών. Το κονδύλι που
διεκδικούν ανέρχεται σε πολλά εκατοµµύρια ευρώ και πολλοί πολιτικοί,
καθώς και µερίδα του Τύπου, θεώρησαν τη διεκδίκηση προκλητική και
απηύθυναν έκκληση προς τους πρώην βουλευτές να παραιτηθούν από τις
αξιώσεις τους. Η έκκληση για παραίτηση, ουσιαστικά, προσπερνά το θέµα της
νοµιµότητας ή µη της διεκδίκησης. Το νόηµά της είναι ότι, ανεξαρτήτως αν
είναι νόµιµες ή όχι οι αξιώσεις, στη σηµερινή συγκυρία αποτελεί πρόκληση
κάθε µαξιµαλιστικό οικονοµικό αίτηµα. Η πρόκληση είναι ασφαλώς ακόµη πιο
µεγάλη αν οι αξιώσεις δεν έχουν νοµικό έρεισµα. Πού βασίζονται νοµικά οι
αξιώσεις των πρώην βουλευτών; ∆εν βασίζονται σε κάποια ρητή διάταξη
νόµου που τους δίνει αυξήσεις και µάλιστα αναδροµικά, αλλά σε µια ερµηνεία
του Συντάγµατος που υποτίθεται ότι επιτάσσει την εξοµοίωση των αποδοχών
των βουλευτών µε αυτές των ανώτερων δικαστικών. Την ερµηνεία αυτή την
έδωσαν αρχικά οι δικαστές όταν διεκδίκησαν αυξήσεις για τον εαυτό τους και
στη συνέχεια την υιοθέτησε και το Μισθοδικείο. Πρόκειται για µια ερµηνεία
που ξεκινά από µια παραδοσιακή συνταγµατική διάταξη, την ερµηνεύει
αυθαίρετα και πατώντας από λάθος σε λάθος καταλήγει σε πρωτοφανή
συµπεράσµατα.

Ολα ξεκινούν από την γνωστή συνταγµατική διάκριση των εξουσιών. Από
αυτήν οι δικαστές µας συνάγουν ότι απορρέουν η ισοδυναµία και η ισοτιµία
των τριών λειτουργιών, «αφού µόνον διά της ισοδυναµίας και ισοτιµίας
επιτυγχάνεται η πραγµατική και αποτελεσµατική διάκριση αυτών». Η
ισοτιµία και ισοδυναµία µε τη σειρά τους, βασικά, σηµαίνουν ίσες αποδοχές
µεταξύ των κρατικών λειτουργών. Οι ίσες αποδοχές, τέλος, επιβάλλουν τη
συνεχή αναπροσαρµογή προς τα πάνω των αποδοχών των δικαστών
ανεξαρτήτως της ύπαρξης τεθειµένων νόµων.

Το ότι η ισοτιµία και ισοδυναµία είναι εγγενή στοιχεία της έννοιας της
διάκρισης των εξουσιών δεν είναι βεβαίως αυτονόητο. Αντίθετα, αυτό που
συνήθως υποστηρίζεται είναι η πρωτοκαθεδρία του νοµοθετικού σώµατος, ο
διαφορετικός και σηµαντικός ρόλος που καθεµιά από τις παραδοσιακές
εξουσίες επιτελούν, ο κυρίαρχος και άρα όχι ισοδύναµος ρόλος που κάθε
εξουσία έχει στο δικό της φάσµα αρµοδιοτήτων. Αλλά µήπως είναι αυτονόητο
ότι η ισοδυναµία και αυτονοµία των τριών εξουσιών σηµαίνουν και ίσες
αποδοχές των λειτουργών τους; Με ποια κριτήρια προκύπτει αυτή η ισότητα
στις αποδοχές; Με την ισοτιµία κύρους, το είδος της απασχόλησης, την
οµοιοµορφία της εργασίας; Εστω, όµως, ότι δεχόµαστε γενικά και την ισότητα
στις αποδοχές. Πώς θα την εξειδικεύσουµε, µε ποιον άραγε θα
αντιστοιχίσουµε τον πρωτοδίκη ή τον εφέτη – µε τον βουλευτή, τον
γραµµατέα υπουργείου ή µε κάποιον άλλον; Στο ζήτηµα αυτό η
ευρηµατικότητα των δικαστών µας ήταν αξιοθαύµαστη, αφού κατόρθωσαν να
παρακάµψουν τελείως το πρόβληµα. Ξεκίνησαν από την, παραδοσιακή
άλλωστε, αντίληψη ότι κανένας δηµόσιος λειτουργός δεν επιτρέπεται να
αµείβεται καλύτερα από τον πρόεδρο του Αρείου Πάγου. Επειδή δε οι
αποδοχές των προέδρων καθορίζονται µε ένα συντελεστή επί του µισθού του
πρωτοδίκη (Ν. 3205/2003) έκριναν ότι κάθε µεταβολή των αποδοχών στη
κορυφή αυτοµάτως επιφέρει και µεταβολή στις αποδοχές όλων των δικαστών.

Πώς στην πράξη αυξήθηκαν οι αποδοχές των προέδρων των δικαστηρίων µε


επακόλουθο την αύξηση των αποδοχών όλων των δικαστών; Οχι βεβαίως µε
την ψήφιση κάποιου νόµου ή επειδή ήταν κατώτερες του Προέδρου της
∆ηµοκρατίας ή του Πρωθυπουργού. Προέκυψε από το ότι κάποιοι δηµόσιοι
λειτουργοί αµείβονταν καλύτερα από τους δικαστές. Τη µία φορά
ανακαλύφθηκε ότι οι αποδοχές κάποιου γιατρού του ΕΣΥ σε µια
αποµακρυσµένη περιοχή λόγω πολλών εφηµεριών υπερέβαιναν τις απολαβές
του προέδρου του Αρείου Πάγου. Την άλλη, πιο πρόσφατα, διαπιστώθηκε ότι
ο πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδροµείων
αµειβόταν πολύ περισσότερο από τους προέδρους των δικαστηρίων. Οι
δικαστές την πρώτη φορά και το Μισθοδικείο τη δεύτερη (απόφαση 13/2006,
στην οποία µειοψήφησαν και οι τρεις καθηγητές του πανεπιστηµίου) δεν
έκριναν ότι οι αµοιβές του γιατρού ή του προέδρου της ΕΕΤΤ παραβιάζουν
την αρχή της ισότητας και άρα είναι παράνοµες αλλά αποφάνθηκαν ότι οι
µισθοί των προέδρων των δικαστηρίων και κατά συνέπεια όλων των δικαστών
έπρεπε να αναπροσαρµοσθούν ώστε να εξοµοιωθούν µε τις υψηλότερες
αµοιβές (επεκτατική ισότητα).

Το αποτέλεσµα αυτών των αποφάσεων ήταν να επιδικασθεί µια τεράστια


αύξηση στις αποδοχές και τις συντάξεις όλων των δικαστών και να
επιβαρυνθεί το ∆ηµόσιο µε µια δαπάνη εκατοντάδων εκατοµµυρίων ευρώ και
τούτο παρά τη ρητή διάταξη του Συντάγµατος (άρθρο 73 παρ. 2) που θέτει
συγκεκριµένες προϋποθέσεις ακόµη και για την υποβολή στη Βουλή
νοµοσχεδίων που αναφέρονται σε συντάξεις. Με τον τρόπο αυτόν
καταργήθηκε στη πράξη ο Ν. 3205/2003 που προσδιορίζει τον βασικό µισθό
του πρωτοδίκη και µε τον καθορισµό κάποιου συντελεστή προσδιορίζει το
ύψος των απολαβών όλων των δικαστών. Στα χαρτιά εξακολουθεί να
αναγράφεται ως βασικός µισθός ένα συγκεκριµένο ποσό. Στην
πραγµατικότητα, όµως, το ποσό αυτό έχει διπλασιασθεί. Προσωπικά δεν είµαι
θετικιστής αλλά οµολογώ ότι, αν ένας νόµος αναφέρει έναν συγκεκριµένο
αριθµό, µου είναι αδύνατο να εφεύρω ερµηνεία που να τον διπλασιάζει.

Ας µην κοροϊδευόµαστε. Στην ουσία η δικαστική εξουσία κατόρθωσε να


νοµοθετήσει γιατις απολαβές των λειτουργών της και η ειρωνεία είναι ότι το
κατόρθωµα αυτό το εµφανίζει σαν να απορρέει από τη διάκριση των
εξουσιών. Το χειρότερο είναι ότι ο σφετερισµός του νοµοθετικού έργου εκ των
πραγµάτων δεν µπορεί να περιορισθεί µόνο στιςαπολαβές των δικαστικών
λειτουργών. Με βάση το σκεπτικό που περιγράψαµε, οι πρώην βουλευτές µε
τη σειρά τους ζητούν χάριν της ισοτιµίας και ισοδυναµίας να εξοµοιωθούν οι
συντάξεις τους µε αυτές των δικαστικών. Το ίδιο φαντάζοµαι µπορούν να
κάνουν και οι υπουργοί, να διεκδικήσουν και αναδροµικά µάλιστα (όταν
δηλαδή θα έχουν φύγει από τη κυβέρνηση) εξοµοίωση των αποδοχών τουςµε
αυτές των δικαστικών. Υποθέτω ότι το ίδιο µπορεί να πράξει όποιος δηµόσιος
λειτουργός είναι αρκούντως εφευρετικός ώστε να επικαλεστεί και για τη δική
του περίπτωση την ισοτιµία που απορρέει από την αρχή της διάκρισης των
εξουσιών.

Πώς θα ξεπεράσουµε τον παραλογισµό να ασκεί η δικαστική εξουσία


δηµοσιονοµική πολιτική; Οχι πάντως µε εκκλήσεις στο αίσθηµα ευθύνης και
κοινωνικής αλληλεγγύης για παραίτηση από αξιώσεις. Ο πρόεδρος της
Ενωσης ∆ικαστών και Εισαγγελέων κ. Χ. Αθανασίου δείχνει τον δρόµο στους
πρώην βουλευτές. Απείλησε µε λευκή απεργία στην περίπτωση που περικοπεί
το κατ’ ευφηµισµόν επίδοµα ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών
υποθέσεων µε αποτέλεσµα να µειωθεί κατά 75% η εκδίκασή τους, λες και
τώρα που δουλεύουν 100% δεν έχουµε τα πρωτεία σε καθυστέρηση. Η µόνη
λύση είναι να επιδείξει η νοµοθετική εξουσία ανάλογη ευρηµατικότητα µε
αυτή των δικαστών και µε νοµοθετικά µέτρα να ακυρώσει στην πράξη
αυξήσεις που δεν προβλέφθηκαν νοµοθετικά ή να επιβάλει περικοπές που
αφορούν εισοδήµατα όχι της τάξεως ρετιρέ αλλά κεραίας του Υµηττού.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ στις 7 Μαίου 2011 Continue


reading →
Posted in Αρθρογραφία στον Τύπο | 2 Comments

Κοινοβουλευτικό κόμμα και εγκληματική οργάνωση


Posted on October 11, 2013by stavrostsakyrakis

Κατά το ισχύον Σύνταγμα δεν προβλέπεται διαδικασία διάλυσης ενός


κόμματος. Στην Αναθεωρητική Βουλή υπήρξε πρόταση για τη δυνατότητα
απαγόρευσης πολιτικού κόμματος αλλά αυτή απορρίφθηκε. Βέβαιο είναι ότι
στις λίγες χώρες (Γερμανία, Τουρκία) που το Σύνταγμα προβλέπει τη διάλυση
πολιτικού κόμματος, την σχετική απόφαση παίρνουν ανώτατα δικαστήρια
(συνταγματικά δικαστήρια). Μπορούμε να έχουμε ως δεδομένα δύο
πράγματα: πρώτον, ότι η διάλυση ενός κοινοβουλευτικού κόμματος σε μια
δημοκρατία είναι αμφιλεγόμενο ζήτημα και δεύτερον, αν, εν πάση περιπτώσει
προβλέπεται, είναι αδιανόητο να γίνεται χωρίς δικαστική απόφαση.

Πριν από λίγες μέρες, συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν ο αρχηγός της


Χρυσής Αυγής, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος, βουλευτές και μέλη της.
Διατάχθηκε έρευνα σε διάφορα γραφεία του κόμματος,
συμπεριλαμβανομένων των γραφείων του στη Βουλή. Προτάθηκε η
νομοθετική πρόβλεψη για τη διακοπή χρηματοδότησης κόμματος που
βουλευτές του διώκονται για κακουργήματα. Όλα αυτά δεν έγιναν κατόπιν
μιας δικαστικής απόφασης αλλά με την απόφαση δίωξης που έλαβε ο
εισαγγελέας. Αν ισοδυναμούν με de facto διάλυση ενός κοινοβουλευτικού
κόμματος έχουμε μια σοβαρή παραβίαση λειτουργίας της δημοκρατίας μας.

Υποστηρίζεται ότι δεν πρόκειται για διάλυση κόμματος αλλά για δίωξη
εγκληματικής οργάνωσης, σύμφωνα με το άρθρο 187 του ΠΚ. Με απλά λόγια,
ο εισαγγελέας, με βάση τις ενδείξεις που είχε, έκρινε ότι η Χρυσή Αυγή
πρέπει να διωχθεί ως εγκληματική οργάνωση, κάτι ανάλογο της Μαφίας, με
συνέπεια να διώκονται οι κατηγορούμενοι για το διαρκές και αυτόφωρο
κακούργημα της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση και να μην χρειάζεται
για τους βουλευτές άδεια της Βουλής για άρση της ασυλίας τους.
Υποθέτω ότι όλοι αντιλαμβάνονται πόσο προβληματικό είναι να ερμηνεύεται
και να εφαρμόζεται το άρθρο 187 ΠΚ έτσι ώστε να δίνει την ευχέρεια σε ένα
δικαστικό λειτουργό να διατάσσει τη σύλληψη και φυλάκιση όλων των μελών
ενός κοινοβουλευτικού κόμματος με μια απλή του ενέργεια: ασκώντας δίωξη
για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση. Θα ήταν αστείο να λέμε ότι δεν
επιτρέπει το Σύνταγμα τη διάλυση ενός κόμματος και να δεχόμαστε ως
συνταγματικό ένα νόμο που επιτρέπει σε έναν άνθρωπο να το κάνει.

Μα, λένε μερικοί, δεν συνέβη κάτι παρόμοιο, δεν ασκήθηκε δίωξη εναντίον
όλων των μελών της Χρυσής Αυγής αλλά μόνον κατά συγκεκριμένων 38
προσώπων. Το επίχειρημα είναι σαθρό. Πρώτον, διότι ακόμη κι αν η
συγκεκριμένη δίωξη περιορίζεται σε ορισμένα μόνο μέλη του κόμματος, ο
κανόνας που εφαρμόζεται δεν αποκλείει στο μέλλον τη δίωξη όλων. Δεν
αποκλείεται, δηλαδή, με βάση το 187 ΠΚ να συλλαμβάνονται και να
φυλακίζονται όλα τα μέλη ενός κοινοβουλευτικού κόμματος, αρκεί ένας
εισαγγελέας και ένας ανακριτής να κρίνουν το κόμμα ως εγκληματική
οργάνωση.

Δεύτερον, δεν είναι πειστικό ότι διώκεται μόνο μια εγκληματική ομάδα που
δρούσε μέσα στη Χρυσή Αυγή και όχι το κόμμα συνολικά. Κανένας δεν έχει
αναφερθεί στην ύπαρξη μια ιδιαίτερης οργάνωσης μέσα στο κόμμα (κάτι σαν
το ΚΚΕ με την ΕΔΑ), η οποία να είναι εγκληματική σε αντίθεση με το κόμμα
συνολικά που δεν είναι. Αντίθετα στη Χρυσή Αυγή συνολικά και στο
καταστατικό του κόμματος αναφέρεται το πόρισμα, τη Χρυσή Αυγή συνολικά
κατονομάζουν τα ΜΜΕ ως την εγκληματική οργάνωση, τη Χρυσή Αυγή
συνολικά αντιλαμβάνεται ως εγκληματική οργάνωση και η κοινή γνώμη.
Τέλος, μπορεί προς το παρόν η δίωξη να αφορά 38 πρόσωπα, αλλά κάλλιστα
μπορεί στο μέλλον να περιλάβει οποιοδήποτε μέλος της Χρυσής Αυγής για
συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση.

Μα για να το κάνουν αυτό πρέπει να υπάρχουν στοιχεία, αντιτείνουν


ορισμένοι, όπως υπάρχουν για τους 38 κατηγορούμενους. Το παράδοξο είναι
ότι όσο πιο πολλά στοιχεία υπάρχουν για την εμπλοκή προσώπων με
συγκεκριμένα αδικήματα, τόσο πιο άχρηστη είναι η δίωξη για συμμετοχή σε
εγκληματική οργάνωση. Με βάση αυτά θα μπορούσαν να λογοδοτήσουν
ενώπιον της Δικαιοσύνης. Η δίωξη και η προσωρινή κράτηση για συμμετοχή
σε εγκληματική οργάνωση δεν χρειάζεται να βασίζεται σε στοιχεία
αυτουργίας ή συμμετοχής σε κάποιο συγκεκριμένο έγκλημα. Αρκεί η ένταξη
στην εγκληματική οργάνωση. Η ένταξη καθεαυτή αποτελεί το έγκλημα.

Κατά την άποψή μου, ένα κοινοβουλευτικό κόμμα δεν μπορεί να εξομοιωθεί
με εγκληματική οργάνωση για τον απλούστατο λόγο ότι το πολιτικό στοιχείο
στις επιδιώξεις του είναι δεδομένο από το γεγονός της νόμιμης συμμετοχής
του στις εκλογές. Είναι ανεκτό, επομένως, να ενθαρρύνει ένα κόμμα
παράνομες πράξεις; Είναι ανεκτό να αμφισβητεί τη συνταγματική
νομιμότητα; Μη βιαστείτε να απαντήσετε αρνητικά γιατί ίσως αναγκαστείτε
να χαρακτηρίσετε εγκληματικές οργανώσεις πολλά κοινοβουλευτικά κόμματα.
Κατή τη γνώμη μου, αν η ενθάρρυνση δεν φτάνει στην άμεση υποκίνηση σε
εγκληματικές πράξεις ή σε ηθική αυτουργία, η απάντηση είναι καταφατική.
Αυτονόητο είναι ότι η συμμετοχή σε ένα κόμμα δεν συνεπάγεται για κανένα
πρόσωπο ασυλία για κάποια παράνομη πράξη, αφού ακόμη και οι βουλευτές
του διώκονται μετά από άδεια της Βουλής.

Ορθά αποτελεί αυτοτελές έγκλημα και τιμωρείται αυστηρά η συγκρότηση και


η ένταξη σε μια οργάνωση που αποσκοπεί σε εγκληματικές πράξεις. Αν, υπό
τον μανδύα ενός κόμματος, δρα μια εγκληματική οργάνωση, σαφώς και οι
διωκτικές αρχές πρέπει να εφαρμόσουν το νόμο. Ωστόσο στην περίπτωση
αυτή χρειάζονται αποδείξεις συμμετοχής στην ιδιαίτερη αυτή οργάνωση, οι
οποίες ασφαλώς διαφέρουν από αυτές της απλής συμμετοχής στο κόμμα.
Αυτός είναι ο μόνος δρόμος νομιμότητας που υπάρχει. Οι διωκτικές αρχές
οφείλουν να τεκμηριώσουν την ύπαρξη εγκληματικής οργάνωσης μέσα στο
κόμμα. Η ίδια η διατύπωση του κατηγορητηρίου πρέπει να ξεχωρίζει το
κόμμα από την εγκληματική οργάνωση. Τα περί διακοπής χρηματοδότησης
του κόμματος, άλλα φωτογραφικά μέτρα, και, ακόμη χειρότερα, οι κατηγορίες
περί στάσης, κατάλυσης του πολιτεύματος και εσχάτης προδοσίας κινούνται
προς την αντίθετη κατεύθυνση και κυριολεκτικά τινάζουν στον αέρα κάθε
επίφαση νομιμότητας.
Θα ήταν μυωπικό να παραβλέψει κανείς την ιδιομορφία του κόμματος Χρυσή
Αυγή. Δεν πρόκειται μονάχα για ένα κόμμα που ευθέως συντάσσεται με το
απόλυτο Κακό. Δεν πρόκειται απλώς για ένα κόμμα που αντιστρατεύεται τη
δημοκρατία και κάθε έννοια πολιτισμένης κοινωνικής συμβίωσης. Πρόκειται
για ένα κόμμα που συγχέει τα πολιτικά μηνύματα με τη βία και εγκληματικές
πράξεις. Πολλά από τα μέλη και τα στελέχη του κατηγορούνται για
συγκεκριμένα εγκλήματα. Ακόμη και στη συμπεριφορά των βουλευτών του
δυσκολεύεται κανείς να διακρίνει το πολιτικό στοιχείο από τη συμπεριφορά
του υποκόσμου. Αυτή η ιδιομορφία είναι που περιπλέκει τη κρίση μας για τις
διώξεις. Όμως ένας σημαντικός αριθμός πολιτών φαίνεται να υποστηρίζει
αυτό το κόμμα. Το στοίχημα της δημοκρατίας μας είναι να τους δείξουμε πόσο
λάθος κάνουν. Όσο πιο πολύ ξεχωρίζουμε την ευθύνη συγκεκριμένων
προσώπων για συγκεκριμένα εγκλήματα τόσο πιο πειστικό θα είναι το
επιχείρημά μας ότι πρόκειται για ένα πολιτικά εγκληματικό κόμμα. Αντίθετα,
όσο η ευθύνη για εγκληματική οργάνωση συγχέεται με την προσωπική ευθύνη
για εγκλήματα, τόσο πιο εύκολα οι οπαδοί της Χρυσής Αυγής θα πιστεύουν
την προπαγάνδα για πολιτική δίωξη και θα κλείνουν τα μάτια ακόμη και στην
εγκληματική δράση των μελών της.

Posted in Σχόλια | 3 Comments

Δημήτρης Κυρίτσης: Αλήθειες για το


συνταγματικό τόξο
Posted on October 9, 2013by stavrostsakyrakis

Δεν είναι τυχαίο ότι αρχίσαμε πρόσφατα να αναφερόμαστε τόσο συχνά στην
έννοια του συνταγματικού τόξου. Το πολιτικό πρόγραμμα της Χρυσής Αυγής
συνιστά μια ριζική πρόκληση της δημοκρατίας μας και των αρχών της.
Χρειαζόμαστε μια έννοια που θα απομονώνει τη Χρυσή Αυγή και θα καθιστά
σαφή την ιδεολογική απόσταση που μας χωρίζει από αυτήν. Αλλά για να
καταλάβουμε την έννοια του συνταγματικού τόξου, δεν αρκεί να γνωρίζουμε
ποιους έχουμε απέναντί μας. Επιπλέον, έχει αξία να μάθουμε κάτι για τους
ανθρώπους που στέκονται δίπλα μας. Είναι κι αυτή μια άσκηση που μπορεί να
ενδυναμώσει μια δημοκρατική κοινωνία. Προς αυτήν την κατεύθυνση
προτείνω τις εξής τρεις σκέψεις:
– 1. Το συνταγματικό τόξο συμπερικλείει εκείνους που αποδέχονται τους
συμπολίτες τους ως ισότιμους συμμέτοχους σε μια δημοκρατική κοινωνία. Την
έννοια της ισότιμης συμμετοχής εξειδικεύει μια σειρά από θεμελιακές
ηθικοπολιτικές αρχές: Το κράτος δικαίου, η ισότητα όλων ενώπιον του νόμου,
η ευτεταγμένη ελευθερία και η δημοκρατική αρχή συγκαταλέγονται χωρίς
αμφιβολία ανάμεσα στα συνταγματικά ουσιώδη (constitutional essentials),
για να χρησιμοποιήσω τον εύστοχο όρο του αμερικανού φιλοσόφου Τζον
Ρολς. Χωρίς αυτά τα προαπαιτούμενα δεν μπορεί να νοηθεί δίκαιη πολιτεία,
όπου όλοι νιώθουν ότι έχουν θέση και λόγο στη διαμόρφωση της συλλογικής
μας ζωής. Η αποδοχή τους αποτυπώνεται με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο
στη συμμόρφωση με τους βασικούς κανόνες του δημοκρατικού παιχνιδιού. Με
αυτό το κριτήριο αξιολογούμε οργανωμένες πολιτικές δυνάμεις αλλά και τον
καθένα ξεχωριστά. Εδώ μετρούν οι αριθμοί. Οσο περισσότεροι πολίτες
ενστερνίζονται τα συνταγματικά ουσιώδη εν τοις πράγμασι τόσο πιο εύρωστη
και σταθερή είναι μια πολιτεία. Γι’ αυτό θα πρέπει να μας ανησυχεί η απότομη
άνοδος της Χρυσής Αυγής: Οχι επειδή τάχα κλονίζει την πίστη μας στα
συνταγματικά ουσιώδη, αλλά επειδή πληθαίνει τους εχθρούς τους, εκείνους
που αντιστρατεύονται την ισότιμη συμμετοχή.
– 2. Οσοι ανήκουμε στο συνταγματικό τόξο έχουμε μεταξύ μας βαθιές – και
ίσως αγεφύρωτες – πολιτικές διαφορές. Οι διαφορές μας σχετίζονται π.χ. με
την οικονομική οργάνωση, το ακριβές περιεχόμενο των ατομικών και
συλλογικών δικαιωμάτων και άλλα κορυφαία ζητήματα. Αυτή είναι η
σημαντικότερη αλήθεια και συγχρόνως εκείνη που μας διαφεύγει πιο εύκολα.
Στο συνταγματικό τόξο πρέπει να κάνουμε χώρο και για συμπολίτες που οι
απόψεις τους μας εξοργίζουν. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι καλόπιστα
αναλογιζόμενοι το κοινό καλό κατέληξαν σε πολύ διαφορετικά συμπεράσματα
από εμάς, συμπεράσματα που εμείς θεωρούμε βαθιά εσφαλμένα.
Μολοντούτο, μας συνδέει μαζί τους κάτι εξαιρετικά πολύτιμο: Η πολιτική
διαπάλη έχει, ασφαλώς, νικητές και ηττημένους, αλλά εντός του
συνταγματικού τόξου διέπεται από τις αξίες της πολιτικής ανεκτικότητας και
του αλληλοσεβασμού. Χωρίς αυτό, θα λύναμε τις διαφορές μας με τη βία.
Αυτή η σκέψη έχει δύο σημαντικές πρακτικές απολήξεις. Πρώτον, το
συνταγματικό τόξο πρέπει να είναι ευρύ και περιεκτικό. Δεν μπορεί ένα πολύ
μικρό κομμάτι του πολιτικού φάσματος ή ακόμη χειρότερα μία μόνο
παράταξη να διεκδικεί μονοπώλιο στην υπεράσπιση των συνταγματικών
ουσιωδών. Δεύτερον, δεν δικαιολογούμαστε να απορρίπτουμε τη συμμετοχή
μας στο συνταγματικό τόξο από φόβο για την ιδεολογική μας καθαρότητα. Το
συνταγματικό τόξο δεν απειλεί την πολυφωνία, την προϋποθέτει.
– 3. Η συμφωνία των δυνάμεων του συνταγματικού τόξου στα συνταγματικά
ουσιώδη δεν είναι πάντοτε πιο σημαντική από τις επιμέρους διαφωνίες τους.
Υπάρχουν ιστορικές συγκυρίες κατά τις οποίες η αποδοχή των βασικών
κανόνων του παιχνιδιού είναι τόσο καθολική και ισχυρή, ώστε μας επιτρέπει
να αφοσιωθούμε απερίσπαστοι στην πολιτική επίλυση των επιμέρους
διαφωνιών μας. Αλλά υπάρχουν πολιτικοί σκοποί – όπως η αντιμετώπιση της
φασιστικής απειλής – που υπηρετούνται με τη συσπείρωση όλων στο όνομα
των θεμελιακών αρχών της πολιτείας μας και της ηθικής υπεροχής τους.
Ακόμη και τότε, όμως, δεν είναι ανάγκη να αποσιωπώνται οι διαφωνίες μας.
Οι σύγχρονες δημοκρατίες μπορούν να κάνουν πολλά πράγματα ταυτόχρονα,
να καταπολεμούν τη φασιστική μισαλλοδοξία και συγχρόνως να
διαβουλεύονται για την κοινωνική δικαιοσύνη. Η συμπερίληψη στο
συνταγματικό τόξο δεν είναι ούτε πολιτικός εκβιασμός ούτε σιωπητήριο.
Το ότι είσαι αντίπαλός μου σε ένα θέμα δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να
συνεργαστούμε σε ένα άλλο. Η δημοκρατική κοινωνία αποτελεί συλλογικό
επίτευγμα. Το συνταγματικό τόξο είναι ο άξονας που το στηρίζει.

Ο Δημήτρης Κυρίτσης είναι λέκτορας στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου


του Sheffiled.
Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ στις 9 Οκτωβρίου 2013
Posted in Διάλογος | Leave a comment

Τεχνάσματα απελπισίας
Posted on September 27, 2013by stavrostsakyrakis

Μερικοί πιστεύουν ότι η Χρυσή Αυγή μπορεί να προκαλέσει πανελλαδική


εκλογική αναμέτρηση με την παραίτηση του βουλευτή Επικρατείας και την
άρνηση όλων όσοι μετείχαν στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας να τον
αναπληρώσουν. Στο ενδεχόμενο αυτό, υποστηρίζουν, η αναπλήρωση εκ των
πραγμάτων θα γίνει με αναπληρωματική εκλογή σε όλη την επικράτεια. Η
άποψη αυτή ουσιαστικά αποδέχεται τον παραλογισμό να μπορεί κάθε κόμμα
(όσο μικρό και να είναι αυτό) να προκαλεί, όποτε θέλει, γενική εκλογική
αναμέτρηση με το τέχνασμα της παραίτησης των βουλευτών του (εννοείται με
έξοδα των φορολογουμένων). Αν ήταν βάσιμη, θα ακύρωνε όλες τις διατάξεις
για το πότε μπορούν να προκηρυχθούν γενικές εκλογές και βασικές αρχές της
κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Στην πραγματικότητα, όμως, η άποψη αυτή
δεν έχει κανένα έρεισμα στο Σύνταγμα.

Η συνταγματική διάταξη που προβλέπει αναπληρωματικές εκλογές έχει ως


εξής: «Βουλευτική έδρα που κενώθηκε μέσα στο τελευταίο έτος της περιόδου
δεν συμπληρώνεται με αναπληρωματική εκλογή, όταν απαιτείται κατά νόμο,
εφόσον οι κενές έδρες δεν είναι περισσότερες από το ένα πέμπτο του όλου
αριθμού των βουλευτών» (άρθρο 53§2 του Σ). Με άλλα λόγια, αφήνει
ελεύθερο τον κοινό νομοθέτη να ρυθμίσει το ζήτημα της αναπληρωματικής
εκλογής θέτοντάς του έναν και μόνο περιορισμό: δεν μπορεί να προβλέψει
διόλου αναπληρωματικές εκλογές στο τελευταίο έτος της περιόδου, εκτός κι
αν οι κενές έδρες είναι περισσότερες του ενός πέμπτου. Πέραν του
περιορισμού αυτού, η ευχέρεια του κοινού νομοθέτη είναι μεγάλη. Θα
μπορούσε πχ να μην προβλέπει διόλου το ενδεχόμενο αναπληρωματικών
εκλογών για κενωθείσες έδρες ή να τις προβλέπει μόνο αν ξεπερνούσαν
κάποιον αριθμό ή να γίνονται μια φορά το χρόνο σε συγκεκριμένη
ημερομηνία.

Επί πλέον, από την παραπάνω διάταξη συνάγεται ότι δεν χρειάζεται για την
ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος να είναι ανά πάσα στιγμή ενεργός ο
συνολικός αριθμός των βουλευτών που ορίζει ο νόμος. Πρόβλημα λειτουργίας,
κατά τον συντακτικό νομοθέτη, μπορεί να προκύψει αν οι κενωθείσες έδρες
ξεπερνούν το 1/5.

Ο εκλογικός νόμος που ισχύει προβλέπει αναπληρωματικές εκλογές «στην


βουλευτική περιφέρεια, στην οποία κενώθηκαν οι βουλευτικές έδρες». Αυτό
σημαίνει ότι, με την ισχύουσα νομοθεσία, αν παραιτηθούν οι βουλευτές της
Χρυσής Αυγής σε κάποια περιφέρεια και αρνηθούν οι υπόλοιποι στο
ψηφοδέλτιο να τους αναπληρώσουν, πρέπει να προκηρυχθούν
αναπληρωματικές εκλογές σε αυτή την περιφέρεια. Δεν ισχύει, όμως, το ίδιο
για την επικράτεια, η οποία δεν είναι ούτε μπορεί να εξομοιωθεί με εκλογική
περιφέρεια. Για αυτήν, και ορθά, ο νόμος δεν προβλέπει αναπληρωματική
εκλογή. Αν παραιτηθεί ο βουλευτής επικρατείας της Χρυσής Αυγής και
αρνηθούν οι υπόλοιποι να τον αναπληρώσουν, η Βουλή θα λειτουργεί
κανονικά με ένα μέλος λιγότερο δίχως να χάσει η Βενετιά βελόνι.
Με τεχνάσματα δεν μπορεί η Χρυσή Αυγή να ξεπεράσει την κατακραυγή που
έχει ξεσηκωθεί. Αν παραιτηθεί ο βουλευτής επικρατείας, γενική εκλογική
αναμέτρηση δεν προβλέπεται και δεν θα γίνει. Αν παραιτηθούν οι βουλευτές
στις περιφέρειες και γίνουν αναπληρωματικές εκλογές τότε, έχοντας όλα τα
κόμματα απέναντί της, θα μείνει εκτός Βουλής.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ στις 26 Σεπτεμβρίου 2012


Posted in Αρθρογραφία στον Τύπο | 3 Comments

Η βία δεν έχει άκρα


Posted on September 21, 2013by stavrostsakyrakis

Δεν είναι η πρώτη φορά στη μεταπολίτευση που ένας πολίτης πέφτει θύμα
δολοφονικής πολιτικής μισαλλοδοξίας. Η δολοφονία, ωστόσο, του Παύλου
Φύσσα αποτελεί νέα κλιμάκωση της βίας. Σε αντίθεση με τις δολοφονίες από
παράνομες οργανώσεις, αυτή συδέεται με τη μισαλλοδοξία ενός φασιστικού
κόμματος που έχει σημαντική εκπροσώπηση στο κοινοβούλιο και φέρεται να
έχει απήχηση στο εκλογικό σώμα.

Προφανώς υπάρχει κατεπείγουσα ανάγκη υπεράσπισης της δημοκρατίας από


το απόλυτο Κακό. Το ζήτημα, όμως, είναι με ποιον τρόπο θα την
υπερασπισθούμε. Πολλοί θεωρούν ότι πρέπει να ληφθούν έκτακτα μέτρα (να
τεθεί εκτός νόμου η Χρυσή Αυγή, να αντιμετωπισθεί ως εγκληματική
οργάνωση, να ψηφιστεί αυστηρότερος αντιρατσιστικός νόμος). Άλλοι, εν
μέσω αλληλοκατηγοριών για το ποιος ευθύνεται περισσότερο για την άνοδο
του φασισμού, καλούν σε ενιαία πολιτική στάση και δράση.

Κατά την άποψή μου, η υπεράσπιση της δημοκρατίας δεν θα είναι


αποτελεσματική αν δεν καταστεί εμφανές και δεν γίνει αποδεκτό ένα
θεμελιώδες στοιχείο της φιλοσοφίας της: η άρνηση κάθε μορφής βίας. Στο
σημείο αυτό ο φασισμός βρίσκεται στο άλλο άκρο. Επειδή αρνείται ότι όλοι οι
άνθρωποι έχουν αξία, είναι σύμφυτος με κάθε μορφή βίας. Δεν είναι τυχαίο
ότι ευθύνεται για τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα της ανθρωπότητας.

Το δράμα της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας μας είναι η ανοχή πρακτικών


επιβολής και βίας και συχνά η ιδεολογική δικαιολόγησή τους. Δεν θα
αντιταχθούμε αποτελεσματικά στο φασισμό, ξεχωρίζοντας τη δική του βία
από τη βία άλλων. Μπορούμε να αποκαλύπτουμε ότι είναι η πλέον
διαστροφική και επικίνδυνη, αλλά δεν θα πείσουμε, ιδιαίτερα τους νέους, αν
κάνουμε εκπτώσεις στην καταδίκη κάθε μορφής βίας. Για τα πολιτικά
κόμματα οι διακρίσεις των άκρων μπορεί να έχουν νόημα, για τις πράξεις βίας
δεν έχουν κανένα.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ 21 Σεπτεμβρίου 2013


Posted in Αρθρογραφία στον Τύπο | 5 Comments

Άσκηση αναθεώρησης του Συντάγματος


Posted on September 17, 2013by stavrostsakyrakis

Η εργασία που ακολουθεί αποτελεί άσκηση αναθεώρησης των 25 πρώτων


άρθρων του Συντάγματος, δηλαδή των άρθρων που περικλείουν τις λεγόμενες
βασικές διατάξεις του Συντάγματος, καθώς επίσης και τις διατάξεις για τα
δικαιώματα του ανθρώπου. Το ανά χείρας σχέδιο συντάχθηκε βασικά από τον
φοιτητή της Νομικής Σχολής Αθηνών Παναγιώτη Τσιάλα, σε συνεργασία με
τον καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου Σταύρο Τσακυράκη και δημοσιεύεται
με την ελπίδα ότι μπορεί να χρησιμεύσει στο δημόσιο διάλογο, που έχει ήδη
ανοίξει, με αντικείμενο μια πιθανή συνταγματική αναθεώρηση.

Όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης, δεν επιδιώξαμε να διατυπώσουμε ένα


νέο εξ αρχής Σύνταγμα ούτε προκρίναμε τη σύνταξη ενός ιδεώδους
συνταγματικού χάρτη. Απεναντίας, προτιμήσαμε να πατήσουμε στις
διατυπώσεις του ήδη υπάρχοντος συνταγματικού κειμένου και να προβούμε
σε ορισμένες (εκτενείς) αλλαγές, σεβόμενοι – όπου κρίθηκε αναγκαίο – την
ιδιαιτερότητα της ελληνικής συνταγματικής ιστορίας και παράδοσης.

Κύρια ανησυχία μας, κατά την επεξεργασία, των διατάξεων του ισχύοντος
Συντάγματος ήταν ο φλύαρος χαρακτήρας τους και βασικό εργαλείο για τη
διόρθωσή τους αποτέλεσε το ψαλίδι. Πράγματι, οι μακροσκελείς διατυπώσεις
και οι (από συνταγματικής άποψης) ασήμαντες διατάξεις κυριαρχούν στο
σώμα του ισχύοντος συνταγματικού κειμένου, ώστε ως πρώτη μας
προτεραιότητα θεωρήσαμε την απάλειψή τους. Έτσι, το αρχικό μέγεθος του
συντάγματος περιορίσθηκε δραστικά (από τις 5.236 λέξεις περιορίσθηκε στις
2.263 λέξεις).

Εκτός, όμως, από την περικοπή πολλών αχρείαστων διατάξεων, προχωρήσαμε


επίσης και σε ορισμένες παρεμβάσεις ουσίας στο συνταγματικό κείμενο, εκ
των οποίων παραθέτουμε τις πιο σημαντικές:

i. Απαλείφθηκε η συνταγματική διάταξη του άρθρου 25 που όριζε ότι, για να


θεσπισθεί ένας οποιοσδήποτε νομοθετικός περιορισμός σε ένα δικαίωμα, θα
πρέπει να διατυπώνεται επιφύλαξη νόμου στη διάταξη που το κατοχυρώνει. Η
ρύθμιση αυτή ενίσχυε την εσφαλμένη αντίληψη ότι τα δικαιώματα είναι κατ’
αρχήν (εννοιολογικά) απεριόριστα, γι’ αυτό και δεν επιτρέπεται να
περιορισθούν με νόμο, παρά μόνον αν στο Σύνταγμα περιέχεται επιφύλαξη
υπέρ αυτού. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη αντίληψη, κάθε
νομοθετική επίδραση στο δικαίωμα θεωρείται αντισυνταγματικός
περιορισμός δικαιώματος, εκτός αν διατυπώνεται επιφύλαξη νόμου στο οικείο
άρθρο. Ορθό είναι, όμως, να θεωρήσουμε ότι ο νόμος δεν αποτελεί περιορισμό
του δικαιώματος αλλά προσδιορισμό του περιεχομένου του, γι’ αυτό και
ελέγχεται από τα δικαστήρια κατά πόσον είναι συμβατός με το δικαίωμα ή
όχι. Νόμοι που δεν είναι συμβατοί με το περιεχόμενο ενός δικαιώματος είναι
αντισυνταγματικοί και φυσικά δεν σώζονται είτε υπάρχει επιφύλαξη νόμου
είτε όχι. Ο νόμος, δηλαδή, μπορεί να επιδρά σε ένα δικαίωμα, ανεξαρτήτως
της διατύπωσης επιφύλαξης σε αυτό, σε κάθε δε περίπτωση, η
συνταγματικότητα του εν λόγω νόμου θα ελεγχθεί από τα δικαστήρια, τα
οποία καλούνται να προσδιορίσουν εννοιολογικά το δικαίωμα.
Προσπαθώντας να μείνουμε συνεπείς σε αυτή μας τη θέση, εκτός από τη
γενική διάταξη του άρθρου 25, απαλείψαμε και πολλές επιφυλάξεις νόμου
από τα επί μέρους άρθρα, με στόχο να υπογραμμίσουμε ότι εργαλείο ελέγχου
της νομοθετικής παρέμβασης δεν είναι η ύπαρξη επιφύλαξης νόμου στο
Σύνταγμα, αλλά ο εννοιολογικός προσδιορισμός που εν τέλει γίνεται με τον
δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητάς της.
ii. Απαλείφθηκε από το συνταγματικό κείμενο η ρύθμιση του άρθρου 25,
σύμφωνα με την οποία, για να είναι συνταγματικός ένας περιορισμός
δικαιώματος θα πρέπει να υπακούει στην αρχή της αναλογικότητας.
Πρόκειται περί πεπλανημένης μεθοδολογικής αντίληψης, η οποία
αντιλαμβάνεται τα δικαιώματα του ανθρώπου και τους περιορισμούς τους ως
ποσοτικά μεγέθη που μπορούν να μετρηθούν με τα σταθμά μιας ζυγαριάς,
όπως μετρώνται περίπου τα μήλα και τα λεμόνια. Για μια ακόμα φορά, σκοπός
της επέμβασής μας στο συνταγματικό κείμενο ήταν να υπογραμμίσουμε πως
μοναδική μέθοδος για τον έλεγχο της συνταγματικότητας ενός νομοθετικού
περιορισμού είναι ο προσεκτικός και στέρεος εννοιολογικός προσδιορισμός
των δικαιωμάτων του ανθρώπου, βάσει πειστικών επιχειρημάτων.
iii. Απαλείφθηκαν όλες οι συνταγματικές παραπομπές στα χρηστά ήθη
(άρθρα 5 και 13), καθώς επίσης και η απαγόρευση καταχρηστικής άσκησης
θεμελιώδους δικαιώματος (άρθρο 25). Τόσο τα χρηστά ήθη, όσο και η
καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, αποτελούν αόριστες νομικές έννοιες, μη
επαρκώς αποσαφηνισμένες, από τις οποίες δε δύνανται να απορρεύσουν
παρά μόνον ερμηνείες που στηρίζουν αθέμιτους περιορισμούς των
δικαιωμάτων.
iv. Απαλείφθηκε από το άρθρο 25 η πρόβλεψη της λεγόμενης τριτενέργειας
των δικαιωμάτων του ανθρώπου, η οποία δεν έχει κάποια αυτοτελή νομική
σημασία. Πράγματι, η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων από το
Κράτος περιλαμβάνει οπωσδήποτε και την υποχρέωση του να θεσπίζει
κανόνες προστασίας τους από προσβολές ιδιωτών. Οποιαδήποτε άλλη
ερμηνεία οδηγεί σε άρνηση της ύπαρξης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Από
την ίδια την έννοια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, απορρέει η υποχρέωση
του κράτους να θεσπίζει κανόνες προστασίας τους από προσβολές ιδιωτών.
v. Αποκρούστηκε η τεχνική της διατύπωσης ερμηνευτικών δηλώσεων, καθώς
δεν αρμόζει σε ένα συνταγματικό κείμενο να περιλαμβάνει τους κανόνες
ερμηνείας του.
Όπως ήδη σημειώθηκε, η παρούσα εργασία φιλοδοξεί σαν μια άσκηση να
συμβάλει σε ένα διάλογο γύρω από την αναθεώρηση του Συντάγματος. Στο
διάλογο αυτό θα ήταν ωφέλιμο να μετάσχουν κυρίως οι φοιτητές της Νομικής
αλλά και όλοι εκείνοι που προβληματίζονται για τις βασικές διατάξεις των
δικαιωμάτων. Ευπρόσδεκτα, λοιπόν, τα σχόλια, οι παρατηρήσεις, οι
προτάσεις.

Για να ανοίξετε το κείμενο της αναθεώρησης πατήστε εδώ.


Posted in Διάλογος | Tagged Αναθεώρηση, Σύνταγμα | Leave a comment

Οι Ευρωπαίοι κάνουν μισές δουλειές


Posted on August 30, 2013by stavrostsakyrakis

Ως γνωστόν, είμαστε από τους πιο οικολογικά ευαίσθητους λαούς στον κόσμο.
Ιδιαίτερα η τοπική αυτοδιοίκηση μας είναι από τις πιο πράσινες στην υφήλιο.
Χιλιάδες οι προσφυγές για την ακύρωση έργων που βλάπτουν το περιβάλλον
κατατίθενται στο ΣτΕ και χιλιάδες ακίνητα δεσμεύονται για τη δημιουργία
πράσινων χώρων. Ένα μικρό θέμα έχει ξεφύγει από την ευαισθησία μας. Η
κατασκευή και λειτουργία βιολογικών καθαρισμών αστικών λυμάτων. Τα
αστικά λύματα εξακολουθούμε να τα πετάμε στη θάλασσα και στα ποτάμια
μας.

Θα πείτε, βέβαια, ότι, δόξα τω Θεώ, η θάλασσά μας είναι απέραντη και
σηκώνει μπόλικα λύματα. Έλα, όμως, ότι κάποιοι περίεργοι Ευρωπαίοι, μας
υποχρεώνουν να κατασκευάσουμε βιολογικούς καθαρισμούς και μας
χρηματοδοτούν κιόλας για αυτά τα έργα. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο μας έχει
ήδη καταδικάσει για ολιγωρία και έχουμε δεσμευθεί μέχρι τέλους του 2013 να
ολοκληρώσουμε τα έργα βιολογικών καθαρισμών και τα δίκτυα αποχέτευσης
για όλες τις μεγάλες πόλεις. Φυσικά όλοι ξέρουμε πως αποκλείεται να
προλάβουμε.

Αλλά και να προλαβαίναμε να ολοκληρώσουμε τα έργα, σάμπως θα


εξασφαλιζόταν η λειτουργία τους; Από τους ήδη υφιστάμενους βιολογικούς
καθαρισμούς, οι περισσότεροι υπολειτουργούν ή δεν λειτουργούν καθόλου. Κι
αυτό διότι τόσο η κεντρική διοίκηση όσο και η τοπική αυτοδιοίκηση δεν είναι
σε θέση να εξασφαλίσουν τη συντήρηση και τη καθημερινή επίβλεψη που
χρειάζονται, με αποτέλεσμα να σταματά η λειτουργία τους. Χαρακτηριστικό
παράδειγμα ο βιολογικός καθαρισμός στη Μήθυμνα Λέσβου, έργο
εκατομμυρίων ευρώ, που εδώ και ένα χρόνο σταμάτησε να λειτουργεί λόγω
αδυναμίας συντήρησης και ύπαρξης ειδικευμένου προσωπικού. Πού πάνε τα
λύματα; Όπου πήγαιναν και παλιά, στη θάλασσα.

Οι Ευρωπαίοι πρέπει να σταματήσουν να κάνουν μισές δουλειές. Πρέπει να


καταλάβουν ότι δεν φτάνει να πληρώνουν για τη κατασκευή βιολογικών
καθαρισμών αλλά πρέπει να φροντίζουν και για τη λειτουργία τους. Να
αναλάβουν εις το διηνεκές τη συντήρησή τους και να εξασφαλίσουν
προσωπικό για τη λειτουργία τους. Στο κάτω κάτω της γραφής η καθαρή
Μεσόγειος αφορά και τους ίδιους και είναι προς το συμφέρον τους να
κολυμπούν σε καθαρές θάλασσες το καλοκαίρι.

Posted in Σχόλια | 1 Comment

In memoriam Λεωνίδας Κύρκος


Posted on August 24, 2013by stavrostsakyrakis

Με κάποια απόσταση από τον θάνατο του Λεωνίδα Κύρκου θα ήθελα να


εξηγήσω για ποιον λόγο τον εκτιμώ βαθιά, γιατί τον θεωρώ όχι απλώς ως τον
σπουδαιότερο πολιτικό της Αριστεράς (αυτό δεν θέλει δα και πολύ ρώτημα)
αλλά ως μία από τις πιο σημαντικές πολιτικές μορφές της σύγχρονης Ελλάδας.
Δεν θα αναφερθώ στην προσωπικότητά του. Είναι γνωστό ότι διέθετε πολλά
χαρίσματα τα οποία γοήτευσαν πολλούς ανθρώπους, πολύ περισσότερους από
όσους κατά καιρούς τον ψήφισαν. Εδώ ο Λεωνίδας Κύρκος με ενδιαφέρει
αποκλειστικά ως πολιτικός, με ενδιαφέρει να εξετάσω ποιες από τις πολιτικές
ιδέες που πρότεινε στην κοινωνία παραμένουν ισχυρές και άξιες θαυμασμού.

Η πρώτη πηγαίνει πίσω στα χρόνια της δικτατορίας και αφορούσε τον
προβληματισμό για το πώς μπορεί να πέσει η χούντα. Ο Κύρκος, πιστεύοντας
ότι αυτό μπορούσε να γίνει αν οι πολίτες έβρισκαν διέξοδο για συλλογική
πολιτική δράση, θεώρησε τη «φιλελευθεροποίηση» που επιχείρησε η
δικτατορία ως μεγάλη ευκαιρία και πρότεινε να την εκμεταλλευθούν οι
αντιδικτατορικές δυνάμεις παίρνοντας μέρος στις εκλογές που σχεδίαζε το
καθεστώς. Η ορθή πολιτική σύλληψη μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: όταν ένα
αυταρχικό καθεστώς υπό την πίεση των αδιεξόδων που αντιμετωπίζει
επιχειρεί να μπει σε μια διαδικασία φιλελευθεροποίησης, ανοίγει μια
προοπτική που μετά είναι πολύ δύσκολο να ελέγξει. Οι δυνάμεις που έρχονται
στο προσκήνιο αποκτούν μια τέτοια δυναμική που προδιαγράφει το τέλος του
δικτατορικού καθεστώτος.

Στην Ελλάδα δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Η εξέγερση του Πολυτεχνείου ήρθε
πολύ νωρίς και ανέκοψε αυτή την πορεία «φιλελευθεροποίησης» προτού
προλάβουν οι πολίτες και οι πολιτικές δυνάμεις να οργανωθούν και να
αποκτήσουν δύναμη. Το καθεστώς ξανάσφιξε τα λουριά μέχρι να
καταρρεύσει, αργότερα, από την κρίση που δημιούργησε στην Κύπρο. Η ιδέα
όμως του Κύρκου ήταν ορθή και επιβεβαιώθηκε με όσα συνέβησαν σε άλλες
χώρες. Η φιλελευθεροποίηση, π.χ., των καθεστώτων του Χόνεκερ ή του
Πινοτσέτ κατέληξαν στο σάρωμά τους.

Μετά την πτώση της δικτατορίας ο Λεωνίδας Κύρκος πρότεινε σε όλες τις
πολιτικές δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένης της Νέας Δημοκρατίας, συμφωνία
πάνω στους γενικούς όρους διεξαγωγής του δημοκρατικού πολιτικού
παιχνιδιού. Η πολιτική της εθνικής αντιδικτατορικής δημοκρατικής ενότητας
(«Στόχοι του Εθνους») αποτελούσε πρόταση ουσιαστικής επανίδρυσης της
Ελληνικής Δημοκρατίας έπειτα από τους εμφύλιους σπαραγμούς και τις
δικτατορίες. Εξέφραζε την ορθή ιδέα ότι το γενικό δημοκρατικό πλαίσιο
χρειάζεται τη δεδηλωμένη συναίνεση των βασικών πολιτικών δυνάμεων της
χώρας. Ο συνειρμός με την έννοια της «επάλληλης συναίνεσης» του John
Rawls (overlapping consensus) φωτίζει το βάθος αυτής της ιδέας.

Η τρίτη μεγάλη ιδέα, η ένταξη στην ευρωπαϊκή κοινότητα, μοιάζει σήμερα


αυτονόητη. Με σύσσωμη, όμως, την αντιπολίτευση να κραυγάζει «ΕΟΚ και
ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» η υποστήριξη της ένταξης από τον Λεωνίδα Κύρκο
είχε ιδιαίτερη αξία. Μια μεγάλης σημασίας και ορθή εθνική επιλογή δεν
αποφασίστηκε μόνο από τη συντηρητική παράταξη αλλά είχε τη συναίνεση
ενός, έστω μικρού, τμήματος της Αριστεράς, που έτσι αποδείκνυε έμπρακτα
τον ρόλο της ως εθνική δύναμη.

Τέλος, ο Λεωνίδας Κύρκος, με την ίδρυση της Ελληνικής Αριστεράς,


εγκατέλειψε την κομμουνιστική ονομασία προτού ακόμη καταρρεύσει με
πάταγο ο υπαρκτός κομμουνισμός. Σε αυτό πρόλαβε ακόμη και τον «μεγάλο
αιρετικό του κομμουνιστικού κινήματος», το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα,
το οποίο χρειάστηκε την πτώση του Τείχους για να αλλάξει το όνομά του.
Κάποιοι υποστήριξαν ότι η αλλαγή ονόματος υπαγορεύθηκε από τη επιθυμία
του να συνεργαστεί με το ΚΚΕ που, ως γνωστόν, απαιτούσε αποκλειστικότητα
στα παραφερνάλια του κομμουνισμού. Αλλά ακόμη και αν αυτός ήταν ο λόγος,
δεν αλλάζει η σημασία της εγκατάλειψης της μάχης για τα σφυροδρέπανα, η
οποία εκ των πραγμάτων σήμαινε απόσταση από τον κομμουνισμό.

Βεβαίως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Λεωνίδας Κύρκος ανήκε στο


κομμουνιστικό κίνημα. Δεν είναι οι φυλακές, οι εξορίες, η καταδίκη σε θάνατο
που υποχρεωτικά τον τοποθετούν εκεί, αλλά το γεγονός ότι η όλη συγκρότησή
του βασιζόταν πάνω στη μαρξιστική κοινωνική θεωρία. Είχε όμως την παιδεία
που του επέτρεπε να αναπτύσσει την κριτική σκέψη, και έτσι ήταν απόλυτα
φυσιολογικό να συνταχθεί με ό,τι καλύτερο είχε να παρουσιάσει το
κομμουνιστικό κίνημα, τον ευρωκομμουνισμό. Αυτή η κριτική σκέψη τον
έκανε να αντιληφθεί ότι η Ιστορία εξέδωσε την ετυμηγορία της και προς το
τέλος της ζωής του παραδέχθηκε ότι τρόμαζε με τη σκέψη τού τι θα μπορούσε
να συμβεί αν οι κομμουνιστές κέρδιζαν τον Εμφύλιο.

Η λαϊκή σοφία αναγνωρίζει τον Λεωνίδα Κύρκο ως έναν συμπαθή και ακέραιο
άνθρωπο αλλά τον θεωρεί αποτυχημένο πολιτικό, αφού οι ιδέες του δεν
βρήκαν ποτέ μεγάλη απήχηση. Αντίθετα, ακόμη κι αυτές που ανέφερα
αντιμετωπίζονταν με αναθέματα και αφορισμούς. Σήμερα, που τα πολιτικά
αδιέξοδα είναι εμφανή, ίσως είναι καιρός να αναστοχαστούμε κάποιες από τις
ιδέες του και να του αποδώσουμε τα πολιτικά εύσημα που του αξίζουν.

Δημοσιεύθηκε στα ΝΕΑ στις 24.8.2013


Posted in Αρθρογραφία στον Τύπο | 1 Comment

Αξιοκρατία στη Δικαιοσύνη


Posted on May 28, 2013by stavrostsakyrakis

Η επετηρίδα και οι διορισμοί ανώτατων δικαστών στον Αρειο Πάγο


και το ΣτΕ
Σε λίγες εβδομάδες λήγει η θητεία του προέδρου του Αρείου Πάγου, του
προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του εισαγγελέα του Αρείου
Πάγου, καθώς και αρκετών αντιπροέδρων των ανώτατων δικαστηρίων της
χώρας. Σύμφωνα με το Σύνταγμα, το Υπουργικό Συμβούλιο πρέπει να
αποφασίσει ποιοι από τους υπηρετούντες δικαστές στα αντίστοιχα ανώτατα
δικαστήρια θα προαχθούν στις παραπάνω ηγετικές θέσεις. Ο υπουργός
Δικαιοσύνης φέρεται να ευνοεί τον διορισμό με βάση την επετηρίδα. Είναι
άραγε ορθή η άποψή του;

Από τη μία, όλοι γνωρίζουμε πόσο σημαντική είναι για ένα κράτος δικαίου η
ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας. Για αυτό άλλωστε το Σύνταγμά μας την
κατοχυρώνει θεσπίζοντας την ισοβιότητα των δικαστικών λειτουργών και τη
ρύθμιση της σταδιοδρομίας τους (προαγωγές, τοποθετήσεις κ.λπ.) από
δικαστικά συμβούλια. Από την άλλη, γνωρίζουμε ότι κάθε εξουσία πρέπει να
πηγάζει από τον λαό και να μην είναι ανέλεγκτη. Στην περίπτωση της
δικαστικής εξουσίας άμεση σύνδεση με τον λαό και έλεγχος δεν υπάρχουν, για
αυτό πρέπει, τουλάχιστον εμμέσως, να βρεθεί κάποια σύνδεση με τη λαϊκή
νομιμοποίηση και κάποιος τρόπος ελέγχου.
Στη χώρα μας δικαστές γίνονται όσοι αποφοιτούν από τη Σχολή Δικαστών και
μετά διορίζονται αρχίζοντας μια καριέρα που έχει πολλά κοινά
χαρακτηριστικά με τη δημοσιοϋπαλληλική. Η μόνη «εξωτερική» παρέμβαση
που προβλέπεται στη σύνθεση του δικαστικού σώματος είναι ο διορισμός από
το Υπουργικό Συμβούλιο της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων. Ξέρω ότι
στην Ελλάδα η λέξη διορισμός αντιμετωπίζεται με δικαιολογημένη δυσπιστία,
αφού τις πιο πολλές φορές σημαίνει διορισμό των ημετέρων. Αλλά η επιλογή
της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από την κυβέρνηση που ψηφίστηκε από τον λαό
αποτελεί τη μοναδική και έμμεση σύνδεση της δικαστικής εξουσίας με το
εκλογικό σώμα. Αποτελεί μια συνηθισμένη παγκοσμίως πρακτική (επιλογή
είτε από την κυβέρνηση είτε από τη Βουλή) και η δικαιολόγησή της αποσκοπεί
στο να διασκεδάσει τις ανησυχίες για μια ανέλεγκτη και πλήρως
αυτονομημένη εξουσία.

Τώρα, θα μπορούσε κανείς να συζητήσει κατά πόσον η συγκεκριμένη


συνταγματική ρύθμιση εξασφαλίζει την επιθυμητή σύνδεση με τον λαό. Θα
μπορούσε ενδεχομένως να προτείνει να επανεξετάσουμε την αποκλειστική
«δημοσιοϋπαλληλική» σύνθεση του δικαστικού σώματος, να τη
συμπληρώνουμε με διορισμούς κάποιων επιφανών νομικών που δεν έχουν
κάνει δικαστική καριέρα. Μου φαίνεται, όμως, αδιανόητο να θέλουμε να
κατοχυρώσουμε με τρόπο απόλυτο την πλήρη αυτοδιοίκηση της
δικαιοσύνης,χωρίς να καταλαβαίνουμε ότι έτσι δημιουργούμε ανεπίτρεπτα
στεγανά σε ένα βασικό μέρος της κρατικής εξουσίας. Και αυτό ακριβώς
κάνουν όσοι υποστηρίζουν ότι το δικαστικό σώμα θα πρέπει να λειτουργεί
αποκλειστικά με βάση την επετηρίδα ή με εσωτερικές διαδικασίες να
αποφασίζει το ίδιο τις προαγωγές των μελών του.

Θεωρώ ότι η κυβέρνηση οφείλει να αγνοήσει την επετηρίδα, αλλιώς


καταστρατηγεί τη συνταγματική ρύθμιση που της απονέμει αυτήν την ευθύνη.
Ελεύθερη, λοιπόν, να διορίσει όποιον της αρέσει; Οχι, οφείλει να διορίσει τους
πιο άξιους δικαστές. «Τώρα μάλιστα», θα ειρωνευτούν πολλοί, «βλέπουμε με
πόση συνέπεια υπηρετεί την αξιοκρατία». Ομως, δεν είναι δυνατόν να
συζητάμε ζητήματα αρχών και συγκρότησης θεσμών παίρνοντας ως σταθερό
δεδομένο την άθλια πρακτική μας. Δεν υπάρχουν θεσμοί που μπορούν να
λειτουργήσουν με κακόβουλους ανθρώπους.

Η τρικομματική κυβέρνηση, αντί να μοιράζει θέσεις αναλόγως της δύναμης


κάθε εταίρου, πρέπει να καταλάβει ότι είναι υπεύθυνη για κάθε διορισμό. Και
οι τρεις θα διορίσουν προέδρους και εισαγγελέα και οι τρεις θα είναι εξίσου
υπεύθυνοι για κάθε επιλογή. Υπάρχουν κριτήρια για ορθές επιλογές; Εκτός
από την ακεραιότητα και τις διοικητικές ικανότητες, πρώτο και κύριο είναι η
ποιότητα των αποφάσεων που πήραν οι δικαστές στη σταδιοδρομία τους.
Αυτό, βεβαίως, προϋποθέτει να γνωρίζει κανείς τις σημαντικές αποφάσεις που
έλαβαν στο παρελθόν και να έχει αξιολογήσει το σκεπτικό τους. Και αυτό δεν
μπορεί να γίνει παρά μόνο αν δημοσιεύονται στον Τύπο τα ονόματα των
δικαστών που παίρνουν σημαντικές αποφάσεις και έτσι να είναι σε θέση η
κοινή γνώμη να σχηματίζει εικόνα για το έργο κάθε δικαστή.

Η δημοσιότητα είναι στην πραγματικότητα και ο μόνος ουσιαστικός έλεγχος


που έχουμε ως κοινωνία πάνω στη δικαστική εξουσία. Οι δικαστικές
αποφάσεις πρέπει να υποβάλλονται σε έλεγχο, να συζητούνται ελεύθερα και
να συνδέονται με τα πρόσωπα που τις έλαβαν. Μερικοί τη δημοσιότητα και
την κριτική την εκλαμβάνουν ως αμφισβήτηση της σημασίας της δικαιοσύνης
ή, χειρότερα, ως πλήγμα στο κύρος της. Στην πραγματικότητα η κριτική
απορρέει από την αναγνώριση του θεμελιώδους ρόλου της στη σύγχρονη
δημοκρατία και αποτελεί καθήκον του πολίτη.

Δημοσιεύθηκε στη εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ 28.5.2013

Posted in Αρθρογραφία στον Τύπο | Tagged Δικαιοσύνη, επετηρίδα | 4 Comments

Μισαλλοδοξία και ελευθερία του λόγου


Posted on May 19, 2013by stavrostsakyrakis

Σε ποια βάση άραγε μπορεί μια φιλελεύθερη κοινωνία να απαγορεύσει τον


μισαλλόδοξο λόγο χωρίς να αντιφάσκει με τη θεμελιώδη σημασία που
αποδίδει στην ελευθερία της έκφρασης; Όχι ασφαλώς στη βάση ότι η
πλειοψηφία διαφωνεί ριζικά με το περιεχόμενό του ή ότι αποτελεί μια
βαθύτατα λανθασμένη ιδέα που διακηρύσσει μια αποκρουστική άποψη
κοινωνικής οργάνωσης. Η ελευθερία της έκφρασης συνεπάγεται την ελεύθερη
διακίνηση όλων των ιδεών και των απόψεων ανεξαρτήτως του περιεχομένου
τους. Δεν νοείται ελεύθερος δημόσιος διάλογος αν αυτός προσληφθεί ως
αποκαθαρμένος από τις λανθασμένες, εξωφρενικές ή απεχθείς ιδέες. Η ρήση
ότι νομικά δεν υπάρχουν ορθές ή λανθασμένες απόψεις δεν σημαίνει ότι το «η
γη είναι πιάτο» περιέχει την ίδια αλήθεια με το «η γη είναι στρογυλή».
Σημαίνει απλούστατα ότι και οι δύο απόψεις έχουν θέση στο δημόσιο διάλογο,
ότι και οι δύο προστατεύονται εξίσου.

Τα επιχειρήματα για το πόσο κακός και λανθασμένος είναι ο μισαλλόδοξος


λόγος είναι μεν ορθά, δεν βοηθούν όμως να απαντήσουμε στο ερώτημα που
θέσαμε. Προσωπικά, δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι οι μισαλλόδοξες απόψεις,
δηλαδή οι απόψεις που εκφράζουν μίσος προς άλλους ανθρώπους εξαιτίας
κάποιων χαρακτηριστικών τους (της φυλής, του φύλου, των πεποιθήσεων ή
των ερωτικών προτιμήσεων) αποτελούν βαθύτατα λανθασμένες ιδέες.
Εφόσον εξ ορισμού αντιστρατεύονται την ίση αξία των ανθρώπων και
διακηρύσσουν τον αποκλεισμό κάποιων από την κοινωνική οργάνωση, είναι
ασυμβίβαστες με την ίδια την έννοια της κοινωνικής συμβίωσης. Υπ΄αυτή την
έννοια είναι ακόμη πιο διαστροφικές από τις αντιδημοκρατικές απόψεις,
αφού δεν αρνούνται σε κάποιους την πολιτική συμμετοχή αλλά την ίδια την
ανθρώπινη ιδιότητά τους. Αλλά, όπως ακριβώς η διαφωνία ή το λανθασμένο
των αντιδημοκρατικών ιδεών δεν αποτελούν επαρκή δικαιολογία για τον
εξοβελισμό τους από το δημόσιο διάλογο, το ίδιο ισχύει και με τον
μισαλλόδοξο λόγο και αυτό δεν αλλάζει αν προσθέσουμε κάποιο επίθετο, αν
π.χ. πούμε ότι είναι ιδιαίτερα κακός λόγος.

Σταθερή βάση για την απαγόρευση του μισαλλόδοξου λόγου μπορεί να


αναζητηθεί μόνο όταν στοιχειοθετείται άμεσος και επικείμενος κίνδυνος
επέλευσης κάποιου κακού. Αυτό συμβαίνει όταν υπάρχει άμεση υποκίνηση σε
παράνομες πράξεις ή κατά πρόσωπο λεκτικές επιθέσεις κατά συγκεκριμένων
προσώπων. Στις περιπτώσεις αυτές δεν ενδιαφέρει τόσο το περιεχόμενο του
μηνύματος όσο μια συμπεριφορά που χρησιμοποιεί τον λόγο ως μέσο για να
επιφέρει άμεση βλάβη. Τέτοιες συμπεριφορές, όμως, τιμωρούνται ούτως ή
άλλως, ανεξαρτήτως αν ο λόγος (το μέσο) που χρησιμοποιείται είναι
μισαλλόδοξος ή όχι.

Όσοι υποστηρίζουν την απαγόρευση του μισαλλόδοξου λόγου δεν έχουν,


βέβαια, κατά νου το κακό που προκαλείται σε εξατομικευμένες περιπτώσεις.
Περιγράφουν την οδύνη, τον τρόμο και την ανασφάλεια που αισθάνονται τα
θύματα ως μέλη μιας ομάδας από την προπαγάνδιση μιας διεστραμμένης και
βλαβερής ιδεολογίας και προσβλέπουν στην απαγόρευση για να τους
απαλλάξει από αυτά τα δεινά. Πρόκειται, όμως, για δεινά που συνδέονται με
τις επιπτώσεις του λόγου, με την επίδραση που έχει στην κοινωνική ζωή ο
εκθειασμός της ανισότητας. Το πρόβλημα είναι ότι όσο πιο πολύ εντοπίζεται
το κακό στον ιδεολογικό ρόλο του μισαλλόδοξου λόγου, τόσο πιο πολύ
συγκρούεται με μια αντίληψη ισχυρής προστασίας της έκφρασης που
επιβάλλει την προστασία κάθε μηνύματος, ακόμη και του πλέον απεχθούς.

Αν περιορίζουμε την έκφραση βάσει των πραγματικών ή εικαζόμενων


επιπτώσεων που έχει το περιεχόμενο του μηνύματος σε κάποιους ανθρώπους,
τότε προσυπογράφουμε την πιο άγρια λογοκρισία. Κάθε ιδέα, ακόμη και η
πλέον «ευγενής», μπορεί να προκαλέσει πόνο, φοβία ή διάφορα άλλα
ανεπιθύμητα συναισθήματα σε κάποιον άνθρωπο. Ακόμη και η εκδήλωση
αγάπης, μια ερωτική εξομολόγηση, μπορεί να προκαλέσει αηδία, αποστροφή,
οδύνη. Αν επιδιώξουμε να φιμώσουμε κάθε λόγο που έχει δυσάρεστες
επιπτώσεις σε κάποιον, στην πραγματικότητα ανάγουμε τη σιωπή ως βασική
αρχή της κοινωνικής οργάνωσης (κρείττον το σιγάν). Αντίθετα, αν
συμφωνούμε με την αρχή της ελευθερίας της έκφρασης, τότε οδηγούμαστε
στο συμπέρασμα ότι η διαφωνία, η εναντίωση, η προσβολή, η οργή, η
αγανάκτηση, η ψυχική οδύνη δεν είναι θεμιτές δικαιολογίες περιορισμού του
λόγου.

Γινόμαστε έτσι αναίσθητοι στο ιδεολογικό κακό που προκαλεί ο μισαλλόδοξος


λόγος; Η απάντηση είναι ότι πρέπει να το αντιμετωπίσουμε με τον μόνο ορθό
και αποτελεσματικό τρόπο, που είναι ο αντίλογος. Ο αντίλογος στο
μισαλλόδοξο λόγο δεν αποσκοπεί στην ανακάλυψη της αλήθειας αλλά στην
ενδυνάμωση των δικών μας απόψεων, στην εξέταση των ζητημάτων σε βάθος,
στην εξαγωγή συμπερασμάτων για τη ζωή και την κοινωνία μας. Πριν από
λίγα χρόνια βαυκαλιζόμασταν ότι ήμασταν οι μεγαλύτεροι αντιρατσιστές του
κόσμου και η δυναμική εμφάνιση της Χρυσής Αυγής μάς προσγείωσε στην
πραγματικότητα. Επιφανειακά ήμασταν αντιρατσιστές, όπως επιφανειακά
ήμασταν χιλιάδες άλλα πράγματα. Δεν θα καταφέρουμε ποτέ να αποκτήσουμε
ως κοινωνία συνείδηση της κακίας του μισαλλόδοξου λόγου, αν επιδιώξουμε
να τον απαγορεύσουμε, αν θελήσουμε να τον αφήσουμε να λειτουργεί
υπόγεια.

Τέλος, όσοι πιστεύουν ότι οι νομοθετικές απαγορεύσεις μπορούν


αποτελεσματικά να υποκαταστήσουν τα επιχειρήματα, ας έχουν κατά νου ότι
μπορεί να φέρουν το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα. Οι αντιρατσιστικοί νόμοι
της Βαϊμάρης και οι διώξεις χιτλερικών χρησιμοποιήθηκαν προπαγανδιστικά
από τον Χίτλερ και μάλλον ευνόησαν παρά απέτρεψαν την άνοδό του.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Το Βήμα στις 19 Μαϊου 2013


*Λήδα Κοντογιαννοπούλου, Αυτοπροσωπογραφία (2001)

Posted in Αρθρογραφία στον Τύπο | Tagged Ελευθερία του Λόγου, μισαλλοδοξία | 2 Comments

Καμμένος Πρετεντέρης
Posted on April 26, 2013by stavrostsakyrakis

Γιατί άραγε η κοινή γνώμη δεν μπορεί να ξεχωρίσει δυο λογιών άχυρα; Γιατί
πολλοί πολίτες πιστεύουν ότι κάποιοι μας ψεκάζουν, ότι οι Ρώσοι είναι έτοιμοι
να μας δανείσουν, ότι τα πετρέλαιά μας είναι αμύθητος θησαυρός και άλλα
τέτοια παρόμοια; Η γνώμη μου είναι ότι δεν οφείλεται τόσο στους διάφορους
Καμμένους ή Τράγκες, οι οποίοι καθημερινά αφηγούνται τέτοια παραμύθια.
Οφείλεται στο ότι στην Ελλάδα δεν ξεχωρίζει η σοβαρή δημοσιογραφία από
την ευτράπελη. Σε όλο τον κόσμο υπάρχουν Καμμένοι και Τράγκες. Συνήθως,
όμως, είναι περιθωριακοί. Μόνο στην Ελλάδα δεν ξεχωρίζουν από τους
υποτιθέμενους σοβαρούς δημοσιογράφους. Το σημερινό άρθρο του κ.
Πρετεντέρη στα «Νέα» επιβεβαιώνει την άποψή μου. Αξίζει να το δούμε
αναλυτικά.
Ο τίτλος είναι «Μαζέψτε τον!», αναφέρεται στον Γερμανό Υπουργό
Οικονομικών Σόιμπλε και έχει ως εξής:
Έχω την αίσθηση ότι ο Βόλβραγκ Σόιμπλε θέτει πλέον σοβαρή υποψηφιότητα
να διαβεί τη λεπτή γραμμή που χωρίζει την ιδεοληψία από τη γραφικότητα.
Αρχίζει δηλαδή με δύο χαρακτηρισμούς, ιδεοληπτικός και γραφικός, τους
οποίους θεωρεί αυταπόδεικτους. Οι Τράγκες και οι Καμμένοι κάνουν το ίδιο.
Απλώς, δεν χρησιμοποιούν εκλεπτυσμένους όρους, προτιμούν τους πιο ωμούς
και λαϊκίστικους. Φυσικά, ουδείς σοβαρός δημοσιογράφος στον κόσμο
διανοείται να αποκαλέσει τον Σόιμπλε σχεδόν γραφικό.
Και διατηρώ τη βεβαιότητα ότι εξακολουθούμε να του αφιερώνουμε την
προσοχή μας μόνο και μόνο επειδή παραμένει υπουργός Οικονομικών της
ισχυρότερης ευρωπαϊκής χώρας. Διαφορετικά και υπό κανονικές συνθήκες
δεν θα ήταν παρά ένας πληκτικός συνταξιούχος από εκείνους που διορθώνουν
καθημερινά τον κόσμο σε κάποια γερμανική μπυραρία.
Οποία βεβαιότητα! Ασχολούμαστε με τον Σόιμπλε διότι είναι υπουργός
οικονομικών! Υπό κανονικές συνθήκες (ποιες άραγε εννοεί;), τον φαντάζεται
να κάνει μαθήματα στον κόσμο σε μπυραρία. Από πού άραγε το συνάγει αυτό;
Έχει ψάξει πώς είναι στη καθημερινή του ζωή ο Σόιμπλε; Γνωρίζει τις
συνήθειές του; Όχι βέβαια, απλώς εκφράζει άλλη μία μειωτική και φυσικά
αυθαίρετη περιγραφή. Ένα ασήμαντο ανθρωπάκι είναι που λόγω συνθηκών
βρέθηκε στη θέση του Υπουργού Οικονομικών αντί να σαχλαμαρίζει σε
μπυραρία. Τι θα έλεγε, άραγε, αν γράφαμε τα ίδια και για αυτόν. Ότι
ασχολιόμαστε μαζί του μόνο και μόνο επειδή έτυχε να είναι σημαντικός
διαμορφωτής της κοινής γνώμης; Ότι υπό κανονικές συνθήκες θα βρισκόταν
σε κανένα καφενείο να συζητεί με ποιο σύστημα πρέπει να παίξει ο
Παναθηναϊκός.

Παράξενη περίπτωση ανθρώπου. Κατάφερε να επιζήσει μιας δολοφονικής


απόπειρας και ενός τεράστιου οικονομικού σκανδάλου που του στοίχησε την
προεδρία των Χριστιανοδημοκρατών.
Υπό κανονικές συνθήκες, δηλαδή, το ανθρωπάκι θα ήταν πρόεδρος των
Χριστιανοδημοκρατών και όχι της τοπικής μπυραρίας! Το ότι είναι παράξενο
που επέζησε της δολοφονικής απόπειρας μπορεί να κάνει τους Τράγκες και
τους Καμμένους να τα βάλουν με την τύχη. Το οικονομικό σκάνδαλο πάλι
βοηθά στην εξομοίωσή του με τους απατεώνες. Ο Σόιμπλε πρέπει να
ζωγραφιστεί με τα πιο μαύρα χρώματα ως πρόσωπο και όχι ως πολιτικός.

Και τώρα με αναπόδεικτη σιγουριά και ανεπιβεβαίωτη εγκυρότητα παραδίδει


σε ολόκληρο τον πλανήτη μαθήματα ορθής οικονομικής συμπεριφοράς.
Τελευταίος αποδέκτης των νουθεσιών του οι ΗΠΑ. Οι οποίες (από ό,τι
φαίνεται…) οριακά γλίτωσαν κανέναν Φούχτελ να τους συμμαζέψει!…
Φυσικά δεν έχει ο Σόιμπλε την αποδεδειγμένη σιγουριά του Πρετεντέρη και
την επιβεβαιωμένη εγκυρότητά του. Αλλά γιατί άραγε να του χρειάζονται;
Πολιτικός είναι, δεν είναι δημοσιογράφος. Στους δημοσιογράφους
χρειάζονται οι αποδείξεις και η εγκυρότητα. Τα ειρωνικά περί νουθεσίας στην
πραγματικότητα είναι βέβαια προτάσεις για μια συγκεκριμένη πολιτική. Έτσι
τις αντιμετωπίζει ο πολιτισμένος κόσμος και τις αντικρούει με επιχειρήματα.
Ο Πρετεντέρης μάλλον εξοργίσθηκε περισσότερο από τους ίδιους τους
Αμερικανούς. Δεν μπορεί να καταλάβει ότι ο Σόιμπλε προτείνει μια πολιτική
(άλλο πράγμα αν αρέσει ή όχι) και είναι σε θέση να την λέει σε όλους και
φυσικά και στους Αμερικανούς.

Τι είναι όμως ο Σόιμπλε; Βασικά δεν είναι ούτε καν οικονομολόγος! Είναι
απλώς Γερμανός. Ο οποίος έχει διαμορφώσει την πεποίθηση ότι το φάρμακο
σε όλα τα προβλήματα είναι «ο γερμανικός τρόπος». Ένα ιδιότυπο μείγμα
τιμωρητικής παιδαγωγικής, ηθικής πειθαρχίας και κοινωνικού δογματισμού.
Κατά την αντίληψη αυτή, η κρίση δεν είναι παρά η τιμωρία για την έλλειψη
πειθαρχίας. Την οποία μόνο η αποκατάσταση της πειθαρχίας μπορεί να
αντιμετωπίσει, ανεξαρτήτως κοινωνικού ή οικονομικού κόστους. Υπενθυμίζω
ότι την περασμένη τριετία ήταν «οι Έλληνες πρέπει να κάνουν τα μαθήματά
τους».
Με τη δική του αποδεδειγμένη σιγουριά και την επιβεβαιωμένη εγκυρότητά
του σε ζητήματα οικονομίας η αμφισβήτηση των οικονομικών γνώσεων του
Σόιμπλε είναι καταλυτική. Του αποδίδει ότι η εθνική καταγωγή είναι το
κυρίαρχο στοιχείο και αυτή χαρακτηρίζεται από την πειθαρχία και την
τιμωρία. Με άλλα λόγια, όλα τα στερεότυπα για τα εθνικά χαρακτηριστικά
των Γερμανών. Δεν πρωτοτυπεί. Οι Τράγκες και οι Καμμένοι τα
επαναλαμβάβουν και μάλιστα χωρίς υπαινιγμούς. Η όλη εικόνα που
προβάλλει είναι ότι η κρίση στην Ευρώπη και στην Ελλάδα είναι κάτι που
οφείλεται σε ιδεοληψίες και δογματισμούς. Αν είχαν άλλη νοοτροπία οι
Γερμανοί, δεν θα είχαμε κανένα πρόβλημα. Όσο για τα μαθήματα, μήπως δεν
πρέπει να τα κάνουμε; Όχι βέβαια ο Πρετεντέρης, αλλά τουλάχιστον εμείς οι
υπόλοιποι;

Διάβασα κάπου πρόσφατα και μου άρεσε ότι η Μέρκελ δεν επιδιώκει να γίνει
αυτοκράτειρα της Ευρώπης αλλά γυμνασιάρχης της Ευρώπης. Υποθέτω ότι η
ίδια φιλοδοξία προσδιορίζει και τον ισχυρό υπαρχηγό της. Μόνο που αυτός
θέλει να είναι ο επιστάτης του σχολείου. Ενός σχολείου στο οποίο τα άτακτα
και κακομαθημένα παιδιά θα διδάσκονται την υπέρτερη ηθική αξία του
«γερμανικού τρόπου». Εν μέσω ερειπίων. Διότι τα ερείπια δεν τρόμαξαν ποτέ
τους Γερμανούς τύπου Σόιμπλε. Είναι και αυτά μέρος της επιβεβλημένης
τιμωρίας.
Τα ερείπια, η τιμωρία, η υπέρτερη ηθική αξία του «γερμανικού τρόπου» είναι
βεβαίως υπαινιγμοί του ναζιστικού παρελθόντος. Οι Τράγκες και οι Καμμένοι
δεν ξέρουν από υπαινιγμούς, τα λένε σταράτα.

Όλα αυτά βεβαίως είναι περίπου γνωστά. Το πρόβλημα προκύπτει επειδή ο


υπουργός Οικονομικών έχει πλέον ξεφύγει. Τυλιγμένος στις βεβαιότητες και
στις εμμονές του δεν μπορεί πια ούτε να κοιτάξει την τραγωδία που
εξελίσσεται μπροστά στα μάτια του. Και επιπλήττει όποιον του ζητάει να ρίξει
μια ματιά από το παράθυρο. Ο Σόιμπλε δεν κάνει πλέον κακό σε εμάς ή στην
Ευρώπη. Κάνει κακό και στη Γερμανία. Κατάφερε να ξυπνήσει όλους τους
εφιάλτες που γενιές Γερμανών προσπάθησαν υπομονετικά να ξορκίσουν
έπειτα από δύο πολέμους. Και γι’ αυτό μόνο μία λύση υπάρχει: Μαζέψτε τον!…
Ο άνθρωπος δεν περιορίζεται στους Έλληνες και στους Ευρωπαίους, δίνει
συμβουλές και στους Γερμανούς υποδεικνύοντας ποιο είναι το καλό τους.
Μπερδεύοντας την Ελλάδα με τη Γερμανία λέει ότι με τον Σόιμπλε ξύπνησαν
οι εφιάλτες του παρελθόντος. Η κατάληξη του άρθρου, που επαναλαμβάνει
τον τίτλο, είναι το απόγειο της καφενειακού λόγου. Η κρίση είναι θέμα
ανοησίας ενός ανθρώπου. Μαζέψτε τον! Ποιος άραγε να τον μαζέψει; Η
γυμνασιάρχης Μέρκελ; Να στείλουμε κανένα σώμα καταδρομών ή τον ίδιο
τον Πρετεντέρη να του κάνει μαθήματα;
Κείμενα σαν αυτό του Πρετεντέρη είναι που τελικά δεν αφήνουν τον πολίτη
να σκεφτεί. Δεν τον αφήνουν να αντιληφθεί τα στοιχειώδη: ότι ο Σόιμπλε ή η
Μέρκελ δεν είναι κάποιοι κακοί που παίζουν με τη μοίρα μας αλλά είναι
δημοκρατικά εκλεγμένοι ηγέτες της πιο ισχυρής Ευρωπαϊκής χώρας (οι
οποίοι, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, μάλλον θα επανεκλεγούν). Ότι έχουν
μια συγκεκριμένη αντίληψη για την έξοδο από την κρίση. Ότι μπορεί κανείς
να διαφωνεί με την αντίληψή τους, δεν επιτρέπεται, όμως, να την
αντιμετωπίζει χωρίς στοιχειώδη σοβαρότητα.

Posted in Σχόλια | 5 Comments

Είναι νόμιμη η απαγόρευση δημοσίευσης


δημοσκοπήσεων πριν τις εκλογές;
Posted on April 25, 2013by stavrostsakyrakis

Στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εκκρεμούν δύο


προσφυγές (Dimitras v. Greece και Voulgaris and Others v. Greece) που
ισχυρίζονται ότι η απαγόρευση δημοσίευσης δημοσκοπήσεων 15 μέρες πριν
τις εκλογές παραβιάζει το δικαίωμα της ελεύθερης λήψης πληροφοριών.
Επειδή το θέμα έχει γενικότερο ενδιαφέρον δημοσιεύω το περιεχόμενο της
δεύτερης προσφυγής. Για την επίσημη παρουσίαση της υπόθεσης από το
Δικαστήριο βλ. εδω.
Voulgaris and Others v. Greece
STATEMENT OF THE FACTS

Οι προσφεύγοντες είναι Έλληνες πολίτες. Στις 4 Οκτωβρίου 2009


διενεργήθηκαν βουλευτικές εκλογές και όλοι οι προσφεύγοντες είχαν
εκλογικό δικαίωμα ψήφου.

Στις εκλογές της 4 Οκτωβρίου 2009 ίσχυσε διάταξη νόμου που απαγόρευε τη
δημοσιοποίηση των δημοσκοπήσεων δεκαπέντε μέρες πριν από την
ημερομηνία διεξαγωγής των εκλογών. Συγκεκριμένα, στις 7 Αυγούστου 2009
με το άρθρο 13 του ν. 3783/2009 «επαναφέρεται σε ισχύ η διάταξη του
άρθρου 7 του νόμου 3603/2007» (Annex 1). Το άρθρο 7 του νόμου
3603/2007 έχει ως εξής: «1.α) Δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη διενέργεια
των βουλευτικών εκλογών, των εκλογών για την ανάδειξη αντιπροσώπων στο
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και των δημοψηφισμάτων και έως την 19.00 ώρα της
ημέρας της ψηφοφορίας, απαγορεύεται η δημοσιοποίηση δημοσκοπήσεων για
την πρόθεση ψήφου των εκλογέων και η καθ’ οιονδήποτε τρόπο μετάδοση
αποτελεσμάτων των δημοσκοπήσεων, καθώς και η καθ’ οιονδήποτε τρόπο
μετάδοση και αναμετάδοσή τους από τα μέσα ενημέρωσης, με οποιονδήποτε
τρόπο και αν διανέμονται ή εκπέμπουν. β) Με την επιφύλαξη του
προηγούμενου εδαφίου, δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από την ημέρα των
προαναφερόμενων εκλογών και μέχρι την 19.00 ώρα της ημέρας της
ψηφοφορίας, απαγορεύεται στους δημόσιους και ιδιωτικούς ραδιοφωνικούς
και τηλεοπτικούς σταθμούς ελεύθερης λήψης, στους φορείς παροχής
συνδρομητικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών, σε κάθε είδους
εφημερίδα και περιοδικό, καθώς και στα πολιτικά κόμματα και στους
υποψηφίους η καθ’ οιονδήποτε τρόπο δημοσιοποίηση ή μετάδοση ή
αναμετάδοση οποιασδήποτε έρευνας γνώμης, με οποιονδήποτε τρόπο και αν
διενεργείται, σχετικά με τις πολιτικές τάσεις, απόψεις και προτιμήσεις της
κοινής γνώμης, για πολιτικά κόμματα, πολιτικές θέσεις και πρόσωπα ή άλλα
οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα. (Annex 2).

Στη παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου προβλέπονται οι εξής κυρώσεις για την
παραβίαση της απαγόρευσης: «6. Οι παραβάτες των διατάξεων των
προηγούμενων παραγράφων τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι
(6)μηνών, η οποία δεν είναι δεκτική μετατροπής ή αναστολής και χρηματική
ποινή από τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ έως τριακόσιες χιλιάδες (300.000)
ευρώ». (Annex 2)

Πρέπει να τονισθεί ότι ο νόμος απαγορεύει μόνο τη δημοσιοποίηση και όχι τη


διενέργεια δημοσκοπήσεων. Δημοσκοπήσεις εξακολουθούσαν να γίνονται όσο
διάστημα ίσχυε η απαγόρευση δημοσιοποίησης, τα αποτελέσματά τους όμως
γίνονταν γνωστά μόνον σε αυτούς που τις είχαν παραγγείλει. Αφ’ ενός τα
επιτελεία των κομμάτων αλλά και οποιοσδήποτε οικονομικά ισχυρός
παράγοντας μπορούσαν να πληρώσουν και να γνωρίσουν τα ευρήματα των
δημοσκοπήσεων.
Είναι γεγονός ότι τα επιτελεία των κομμάτων είχαν πρόσβαση και
αξιοποιούσαν τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων που γίνονταν σε
καθημερινή βάση. Χαρακτηριστικά, ο γραμματέας της Νέας Δημοκρατίας κ.
Λ. Ζαγορίτης στις 28 Σεπτέμβρη 2009 σε ραδιοφωνική συνέντευξη που
παραχώρησε στον Ρ/Σ Real FM (ενόσω δηλαδή ίσχυε η απαγόρευση) δήλωσε
τα εξής: «…έχει αυξηθεί κατακόρυφα η συσπείρωση των νεοδημοκρατών (…)
ιδίως μετά το debate Καραμανλή-Παπανδρέου, η μέτρηση έδειξε ότι ο
Καραμανλής κυριάρχησε κυριολεκτικά στην αναμέτρηση αυτή και κόσμος
πάρα πολύς συσπειρώνεται, επανακάμπτει στη Νέα Δημοκρατία.» (Annex 3).
Ο γραμματέας της Νέας Δημοκρατίας αναφέρθηκε σε μέτρηση που έγινε μετά
το debate των αρχηγών των δύο μεγαλύτερων κομμάτων (δηλαδή όταν ίσχυε η
απαγόρευση) και σε τάσεις του εκλογικού σώματος όπως η συσπείρωση και
διάθεση των αναποφάσιστων, δηλαδή σε στοιχεία που έδιναν δημοσκοπήσεις.

Στις 25 Σεπτεμβρίου 2009 ο Προϊστάμενος της Εισαγγελίας Αθηνών κ.


Γιάννης Σακελάκος διέταξε κατεπείγουσα προκαταρκτική εξέταση για τη
δημοσιοποίηση, μέσω μπλογκς, δημοσκοπήσεων για τις επικείμενες εκλογές,
παρά τη ρητή απαγόρευση του νόμου. Ο ίδιος ο κ. Σακελάκος έδωσε εντολή να
αρθεί το απόρρητο των ιστολογίων και να δοθούν στην Εισαγγελία και οι
ταυτότητες των εταιριών που διενήργησαν τις δημοσκοπήσεις (Annex 4). Η
προκαταρκτική εξέταση που διετάχθη κατέστησε σαφές ότι θα εφαρμοσθεί με
αυστηρότητα ο νόμος.

Στις 29 Σεπτεμβρίου 2009 ο ραδιοφωνικός σταθμός ΣΚΑΪ κλήθηκε σε


απολογία από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης επειδή την Τρίτη 22
Σεπτεμβρίου παρουσίασε δημοσίευμα γερμανικής εφημερίδας για τις εκλογές
που ανέφερε ότι με βάση τις δημοσκοπήσεις έχουν προβάδισμα οι
σοσιαλιστές (Annex 5). Στις 13 Οκτωβρίου 2009 το ΕΣΡ επέβαλε πρόστιμο
3000 ευρώ στο ραδιοφωνικό σταθμό ΣΚΑΙ για την παραπάνω εκπομπή
(Annex 6).

STATEMENT OF ALLEGED VIOLATION(S) OF THE CONVENTION


AND/OR PROTOCOLS AND OF RELEVANT ARGUMENTS
Άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης

Οι προσφεύγοντες παραπονούνται για παραβίαση του άρθρου 10 της


Σύμβασης. Συγκεκριμένα, θεωρούν ότι οι εθνικές αρχές παρενέβησαν
αδικαιολόγητα και έθεσαν υπέρμετρους φραγμούς στο δικαίωμα τους για
ελεύθερη λήψη πληροφοριών. Ειδικότερα, πιστεύουν ότι οι εθνικές αρχές, με
το να απαγορεύσουν τη δημοσιοποίηση των δημοσκοπήσεων 15 μέρες πριν τη
διενέργεια των εθνικών εκλογών, δεν σεβάστηκαν το δικαιώμά τους να
λαμβάνουν ελεύθερα πληροφορίες και ιδέες. Εξάλλου στην παρ. 35 της
απόφασης TÁRSASÁG A SZABADSÁGJOGOKÉRT v. HUNGARY (Απόφ.
14/4/2009) το Δικαστήριό Σας έκρινε πως: «Nevertheless, the Court has
recently advanced towards a broader interpretation of the notion of “freedom
to receive information” (see Sdružení Jihočeské Matky c. la République
tchèque (dec.), no. 19101/03, 10 July 2006) and thereby towards the
recognition of a right of access to information». Επομένως η παρούσα
υπόθεση πρέπει να εξετασθεί με δεδομένη την ευρύτερη ερμηνεία που έδωσε
το Δικαστήριό Σας στη διάταξη του άρυθρου 10 που εγγυάται «την ελευθερία
λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, άνευ επεμβάσεως δημοσίων
αρχών και ασχέτως συνόρων».

Καταρχήν, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η απαγόρευση δημοσιοποίησης


των αποτελεσμάτων των δημοσκοπήσεων 15 μέρες πριν τη διενέργεια των
εθνικών εκλογών αποτελεί παρέμβαση στο δικαίωμα των προσφευγόντων να
λαμβάνουν ελεύθερα πληροφορίες και ιδέες. Από τη στιγμή που η εν λόγω
παρέμβαση έγινε στη βάση των ελληνικών νόμων πρέπει να εξεταστεί κατά
πόσον αυτή ήταν «αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία».

Το Δικαστήριό Σας στην παρ. 55 της Απόφασης Barthold της 25/3/1985 έχει
κρίνει ότι: «It has been pointed out in the Court’s case-law that, whilst the
adjective “necessary”, within the meaning of Article 10 para. 2 (art. 10-2) of
the Convention, is not synonymous with “indispensable”, neither does it have
the flexibility of such expressions as “admissible”, “ordinary”, “useful”,
“reasonable” or “desirable”; rather, it implies a “pressing social need”. The
Contracting States enjoy a power of appreciation in this respect, but that
power of appreciation goes hand in hand with a European supervision which
is more or less extensive depending upon the circumstances; it is for the Court
to make the final determination as to whether the interference in issue
corresponds to such a need, whether it is “proportionate to the legitimate aim
pursued” and whether the reasons given by the national authorities to justify it
are “relevant and sufficient”». Οι προσφεύγοντες θεωρούν ότι οι λόγοι που
δόθηκαν από τις εθνικές αρχές για να δικαιολογήσουν τη συγκεκριμένη
απαγόρευση δεν ήταν ούτε σχετικοί ούτε επαρκείς και ότι η τελευταία δεν
ήταν ανάλογη με τον επιδιωκόμενο σκοπό ούτε αντιστοιχούσε σε μια πιεστική
κοινωνική ανάγκη.

Η εισηγητική έκθεση του νόμου 3603/2007 σε σχέση με τις ρυθμίσεις του


άρθρου 7 αναφέρει πως: «Σκοπός των συγκεκριμένων ρυθμίσεων είναι η
διασφάλιση της ανόθευτης εκδήλωσης της λαϊκής βούλησης, εν όψει της
επερχόμενης κάθε φορά εκλογικής αναμέτρησης» (Annex 2). Όμως,
θεμελιώδης προϋπόθεση της ανόθευτης εκδήλωσης της λαϊκής βούλησης είναι
ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή η ελεύθερη ανταλλαγή πληροφοριών και ιδεών
και όχι η απαγόρευσή τους. Η ανόθευτη εκδήλωση της λαϊκής βούλησης, η
οποία αναντίρρητα αποτελεί βασικό στοιχείο του δημοκρατικού
πολιτεύματος, «νοθεύεται» όταν αποκρύπτονται πληροφορίες από το
εκλογικό σώμα γι αυτό και το Δικαστήριό Σας έχει αποφανθεί ότι «τo
δικαίωμα ελέυθερης λήψης πληροφοριών κυρίως απαγορεύει μια Κυβέρνηση
από το να περιορίζει ένα άτομο να λαμβάνει πληροφορίες που άλλοι
επιθυμούν ή θα ήθελαν ενδεχομένως να θέσουν υπόψη του». (Leander v.
Sweden, Απόφ. 26/3/1987, παρ. 74). Η δυνατότητα λήψης πληροφοριών
αποτελεί προυπόθεση της ελεύθερης έκφρασης, όπως αυτή νοείται στο
πλαίσιο μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Με την απαγόρευση που θέσπισε η
ελληνική Κυβέρνηση στέρησε από το εκλογικό σώμα τη δυνατότητα
πρόσβασης σε πληροφορίες σημαντικές, οι οποίες εκτός του ότι αποτελούν
συστατκά στοιχεία του δημοσίου διαλόγου, συμβάλλουν καταλυτικά στη
διαμόρφωση της άποψης των εκλογέων. Μπορεί επομένως να λεχθεί ότι
νόθευση δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση η διάθεση πληροφοριών στο κοινό
παρά μόνο η απόκρυψή τους, ενώ η περαιτέρω αξιολόγηση των πληροφοριών
αυτών (το κατά πόσον δηλαδή αυτές είναι αξιόπιστες ή όχι) εναπόκειται
αποκλειστικά στο ίδιο το εκλογικό σώμα. Το ζήτημα δηλαδή αν οι
δημοσκοπήσεις δεν παρέχουν έγκυρη πληροφόρηση, είναι κατευθυνόμενες ή
ύποπτες αποτελεί στοιχείο που το κρίνει ο κάθε ενδιαφερόμενος πολίτης. Η
μοναδική εγγύηση για την αποκάλυψη της όποιας χειραγώγησης ή απάτης
είναι ο ελεύθερος διάλογος και η ελεύθερη δημοσίευση κάθε
δημοσκόπησης. Γι’ αυτό το λόγο, δεν ανήκει στο Κράτος, αλλά στον τύπο και
στους πολίτες η εκτίμηση των διαφόρων δημοσκοπήσεων. Συνεπώς, ο λόγος
που προβλήθηκε από τις εθνικές αρχές προκειμένου να δικαιολογήσουν την
επιβληθείσα απαγόρευση όχι μόνον αντιστρατεύεται αυτό που υποτίθεται ότι
επιδιώκει να εξυπηρετήσει (την ανόθευτη λαϊκή βούληση) αλλά, όπως θα
καταδειχθεί παρακάτω, είχε προδήλως τα αντίθετα αποτελέσματα.

Όπως ελέχθη, η απαγόρευση αφορούσε μόνο την δημοσιοποίηση και όχι και
τη διενέργεια δημοσκοπήσεων. Αυτό εκ των πραγμάτων είχε ως αποτέλεσμα
τον διαχωρισμό των πολιτών σε δύο κατηγορίες: σε αυτούς που είχαν τη
δυνατότητα πρόσβασης στις συγκεκριμένες πληροφορίες και σε αυτούς που
αποκλείονταν. Την δυνατότητα πληροφόρησης είχαν τα επιτελεία των
κομμάτων αλλά και οποιοσδήποτε οικονομικά ισχυρός παράγων ήταν
διατεθειμένος να πληρώσει για τη διενέργεια δημοσκοπήσεων. Οι υπόλοιποι
πολίτες προορίζονται από το νόμο να μείνουν στο σκοτάδι. Πρόκειται για την
πλέον διαστροφική διαχείριση πληροφοριών που μπορεί να φανταστεί κανείς
σε μια δημοκρατία. Για ζητήματα όχι απλώς γενικού ενδιαφέροντος αλλά που
σχετίζονται με το ύψιστο δικαίωμα του πολίτη (εκλογές) κάποιοι (οικονομικά
ισχυροί) έχουν πρόσβαση σε πληροφόρηση και οι πολλοί αποκλείονται. Και
αυτά στο όνομα της ανόθευτης λαϊκής βούλησης! Στο βαθμό που η
συγκεκριμένη απαγόρευση δεν αποκλείει a priori όλους τους πολίτες από τις
πληροφορίες αυτές, αλλά επιτρέπει την πρόσβαση μόνο σε μερικούς από
αυτούς, παραβιάζει προδήλως το άρθρο 10 της Σύμβασης.

Η διακριτική μεταχείριση στη πληροφόρηση δεν ήταν απλώς ενδεχόμενη


αλλά επιβεβαιώθηκε στην πράξη. Εκτός από τις δηλώσεις του κ. Λ. Ζαγορίτη,
που εκτέθηκαν ανωτέρω και οι οποίες ομολογούσαν τη γνώση
δημοσκοπήσεων, και ο εκπρόσωπος τύπου του ΠΑΣΟΚ (που βρισκόταν στην
αντιπολίτευση τότε) κ. Γ. Παπακωνσταντίνου σχολιάζοντας τις δηλώσεις
Ζαγορίτη ανέφερε χαρακτηριστικά πως: «εμείς γνωρίζουμε τι λένε οι
κυλιόμενες [δημοσκοπήσεις] και εσείς το γνωρίζετε πολύ καλά και στη Νέα
Δημοκρατία το γνωρίζουν… ας είναι λοιπόν πιο προσεκτικοί». (Annex 7) Οι
δηλώσεις αυτές επιβεβαιώνουν ότι τα κόμματα είχαν πρόσβαση σε
δημοσκοπήσεις, γνώριζαν τα ευρήματα τους και τα χρησιμοποιούσαν για
προπαγανδιστικούς λόγους. Η απαγόρευση είχε ως αποτέλεσμα καθ’ όλη την
περίοδο των δύο βδομάδων που ίσχυσε η απαγόρευση να κυκλοφορούν
διάφορες φήμες για τις δημοσκοπήσεις και να παίζονται διάφορα παιχνίδια
εντυπώσεων και παραπληροφόρησης.

Αντίστοιχες απαγορεύσεις με αυτή του νόμου 3603/2007 έχουν απασχολήσει


τα τελευταία χρόνια τα ανώτατα δικαστήρια και άλλων χωρών. Το Δικαστήριο
έχει βέβαια εξαιρετικά πλούσια νομολογία, ιδιαίτερα σε θέματα ελευθερίας
του λόγου, όμως οι προσφεύγοντες θεωρούν οτι τα ζητήματα αυτά εκτός της
κεφαλαιώδους σημασίας τους έχουν και ένα χαρακτήρα οικουμενικό.
Θεωρούν έτσι χρήσιμο να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου τις αποφάσεις τόσο
του Γαλλικού Ακυρωτικού (Arrêt nu. 5302 du 4/9/2001) (Annex 8) όσο και
του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Καναδά (Thomson Newspapers Co. v. Canada,
29/3/1998) (Annex 9). Οι απαγορεύσεις των δημοσκοπήσεων προβλεπόταν
για διάστημα μιας εβδομάδας στη Γαλλία και τριών ημερών στον Καναδά πριν
από τη διενέργεια των εκλογών. Και οι δύο διατάξεις κρίθηκαν ασυμβίβαστες
με την ελευθερία λήψης πληροφοριών. Το σκεπτικό, ιδιαίτερα της Καναδικής
απόφασης είναι αποκαλυπτικό: «The benefits of the ban are, therefore,
marginal. The deleterious effects, however, are substantial. The ban sends
the general message that the media can be constrained by government not to
publish factual information. As well, the ban interferes with the media’s
reporting function with respect to the election. Further, by denying access to
electoral information which some voters may consider useful, the ban
interferes not only with their freedom of expression, but also with their
perception of the freeness and validity of their vote. In sum, the very serious
invasion of the freedom of expression of all Canadians is not outweighed by
the speculative and marginal benefits postulated by the government».
Συμπερασματικά, οι προσφεύγοντες παραπονούνται για παραβίαση του
δικαιώματός τους στη λήψη πληροφοριών όπως προβλέπεται από το άρθρο 10
της Σύμβασης. Η πληροφόρησή ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη για την άσκηση του
εκλογικού τους δικαιώματος. Συγκεκριμένα για τον πρώτο των
προσφευγόντων η έλλειψη πληροφόρησης ήταν τόσο σημαντική ώστε να
προτιμήσει τελικά να απέχει από τις εκλογές. Ο δεύτερος των προσφευγόντων
θα ψήφιζε διαφορετικά αν γνώριζε ότι ένα κόμμα προηγείτο σημαντικά στην
προτίμηση του εκλογικού σώματος και επομένως θα υπήρχε σταθερή
κυβέρνηση. Η τρίτη των προσφευγόντων στερήθηκε μια σημαντική
πληροφόρηση που της ήταν απαραίτητη για την πολιτική δραστηριότητα που
είχε αναπτύξει. Τέλος, η τέταρτη των προσφευγόντων λόγω ηλικίας άσκησε
για πρώτη φορά το εκλογικό της δικαίωμα, η επιλογή της στρεφόταν προς
κάποια μικρά κόμματα και ήθελε να γνωρίζει ποια από αυτά είχαν
πιθανότητες να έχουν αντιπροσώπευση στη Βουλή.

Posted in Uncategorized | Tagged Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Ελευθερία του
Λόγου, δημοσκοπήσεις | Leave a comment

Χτυπήματα κάτω από τη μέση


Posted on April 7, 2013by stavrostsakyrakis

Η μαζοχιστική μου διάθεση με ώθησε να διαβάσω όλα τα πρακτικά της


εξέτασης Βενιζέλου στην Επιτροπή της Βουλής, τα οποία υπάρχουν στην
ιστοσελίδα του Βήματος. Με βάση όσα είχα αναφερεθεί στον Τύπο, είχα την
αντίληψη ότι ο Βενιζέλος δεν έπρεπε να μπει στο παιχνίδι αντιπαράθεσης με
τον Κασιδιάρη και την Κωνσταντοπούλου. Εκτός από την θεσμική πλευρά που
απαιτούσε να το αποφύγει, δεν υπήρχε περίπτωση να βγει νικητής. Όχι γιατί
θα του ήταν δύσκολες οι δηλητηριώδεις απαντήσεις (που άλλωστε έδωσε)
αλλά διότι για τους αντιπάλους του (περί αντιπάλων, βεβαίως, πρόκειται και
όχι βουλευτών που θέλουν να ερευνήσουν μια υπόθεση) το στοίχημα ήταν να
καταγραφούν τα προσβλητικά σχόλια που εκστομίζουν, χωρίς να νοιάζονται
για αυτά που εκείνοι θα δεχθούν. Το προφίλ και των δύο δεν τσαλακώνεται με
ό,τι και να τους πει κανείς. Αντίθετα τρέφεται με ό,τι ακραίο οι ίδιοι
εκστομίζουν. Ο Κασιδιάρης υποθέτω ότι θα υπερηφανεύεται που αποκάλεσε
τον Βενιζέλο χοντρό και γελοίο, η Κωνσταντοπούλου ότι είναι ίδιος με τον
Κασιδιάρη “ένα βαθύτατο αντιδραστικό υποκείμενο πολιτικά”.
Τούτων λεχθέντων έμεινα κατάπληκτος με το περιεχόμενο των πρακτικών, με
την «εξέταση» ιδίως της κ. Ζ. Κωνσταντοπούλου αφού η «παράσταση» του κ.
Κασιδιάρη ήταν σχετικά σύντομη και οι προθέσεις του απροκάλυπτες.
Σταχυολογώ μερικά από τα καταφανώς προσβλητικά σχόλια που απηύθηνε
στον Βενιζέλο. «Το εγώ περιορίστε το. Δεν σας κάνει καλό.» «Και είναι κρίμα
που έχετε χειριστεί τόσο σοβαρά ζητήματα για τη χώρα.» « Ο γενεακός
ρατσισμός στον οποίο κατ’ επανάληψη ανακυκλώνετε. Επειδή έχετε διαλύσει
τη νέα γενιά.» «Έχετε διαλύσει τη νέα γενιά …πόσο αντιδραστική είναι η
νοοτροπία σας.» «Έχετε καταστρέψει τη χώρα.» «Είστε βαθύτατα
αντιδραστικό υποκείμενο πολιτικά.» «Προσέχετε.» «Προσέχετε λίγο».
«Αφήστε τα κόλπα.» «Αφήστε τα κόλπα και τις πονηριές». «Καλά πείτε και
ένα ‘εγώ’.» «Συγκρατηθείτε». «Ίδιος με τον Κασιδιάρη» (5 φορές). «Είστε
τόσο ίδιος με τον κ. Κασιδιάρη.» «Αφήστε αυτόν τον τραμπουκισμό». «Η
απώλεια εσόδων του Ελληνικού Δημοσίου την ώρα που πεθαίνουν παιδιά από
το κρύο.» «Έχετε πολλούς σκελετούς στη ντουλάπα σας.» «Αποδείξατε τη
στάθμη σας» (3 φορές) «Και το χυδαίο πραγματικά σεξιστικό μυαλό σας, την
αντίληψή σας για τις γυναίκες.» «Σας αφήνω να εκτεθείτε… θα φτάσετε στο
πάτο.» «Επειδή έχετε βάλει σχεδόν το πόδι σας επάνω στο έδρανο σας
παρακαλώ να είστε πιο ευπρεπής.»

Διαβάζοντας, λοιπόν, όλα αυτά έθεσα ξανά στον εαυτό μου το ερώτημα πώς
μπορεί να αντιμετωπίσει κανείς αποτελεσματικά και θεσμικά βάναυσες
προσβολές που γίνονται υπό το πρόσχημα της «εξέτασης» ή της
κοινοβουλευτικής αρμοδιότητας. Δεν είναι εύκολη η απάντηση. Η όλη
κατάσταση μου θυμίζει κάποιον που καταφέρει χτυπήματα κάτω από τη μέση
και, αν τύχει και απαντήσει ο αντίπαλός του με τον ίδιο τρόπο, φωνάζει
φάουλ.

Καταλαβαίνω την πικρία που αισθάνεται κανείς όταν τον εγκαλείς επειδή δεν
σέβεται τους κανόνες που ο αντίπαλος τους παραβιάζει. Όμως, χωρίς κανόνες
δεν υπάρχει παρά μόνο η βία και η κακία. Δεν υπάρχει άλλη επιλογή από το
να ψέγεις όλους τους παραβάτες, είτε έκαναν αυτοί την αρχή είτε όχι, και να
τους αποκλείεις από τον αγώνα. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι δεν πρέπει να
αντιμετωπίζουμε όσους περιφρονούν τη δημοκρατία και τον σεβασμό των
πολιτών στο πεδίο που οι ίδιοι επιλέγουν, δηλαδή στον παραμερισμό των
αξιών μας.

Posted in Σχόλια | 3 Comments

Ατρόμητη ΕΣΗΕΑ
Posted on March 30, 2013by stavrostsakyrakis

To δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο της ΕΣΗΕΑ επέβαλε ομόφωνα στον


δημοσιογράφο Πάσχο Μανδραβέλη την ποινή της επίπληξης επειδή
δημοσίευσε στην Καθημερινή άρθρο, με το οποίο επέκρινε την ΕΡΤ και την
απεργία που γινόταν. Η πρωτοβάθμια απόφαση είχε επιβάλει την ποινή της
τρίμηνης διαγραφής από την ΕΣΗΕΑ, θεωρώντας ότι η άποψη του
Μανδραβέλη παραβιάζει τη συναδελφική αλληλεγγύη που οφείλουν τα μέλη
της ένωσης. Η όλη υπόθεση είχε λάβει δημοσιότητα αφού ήταν φανερό ότι
επρόκειτο για μια δίωξη άποψης και η ποινή ήταν παράνομη. Το
δευτεροβάθμιο όργανο, αντί να εξαλείψει την παράνομη απόφαση, επέβαλε
μια «ήπια» ποινή θεωρώντας προφανώς ότι θα λήξει το θέμα χωρίς πολλές
αντιδράσεις. Οι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται ότι πρόκειται για ένα θέμα
αρχής και ότι οποιαδήποτε κύρωση, ακόμη και η πλέον ανώδυνη, συνιστά
βάναυση παραβίαση της ελευθερίας του λόγου.

Δεν αξίζει τον κόπο να ασχοληθεί κανείς με την ουσία της υπόθεσης. Μόνο σε
ολοκληρωτικά καθεστώτα και από εγκάθετες ενώσεις αναμένει κανείς να
συζητείται κατά πόσον είναι νοητό να τιμωρείται ένας δημοσιογράφος για τις
απόψεις του.

Συμμετείχα και στις δύο διαδικασίες ως μάρτυρας υπεράσπισης του Πάσχου


Μανδραβέλη. Μάταια επιχείρησα να εξηγήσω ότι οι απόψεις, όλες οι
απόψεις, ορθές ή λανθασμένες, προστατεύονται απόλυτα από την ελευθερία
του λόγου. Μάταια προσπάθησα να δείξω ότι είναι εξωφρενικό και σίγουρα
πρωτάκουστο σε όλο τον δημοκρατικό κόσμο, να λογοκρίνει η ίδια η ένωση
των δημοσιογράφων κάποιο μέλος της. Ότι ασφαλώς είναι ασύμβατο με τις
δημοκρατικές διεθνείς ενώσεις των δημοσιογράφων. Τα λόγια μου τα
εξέλαβαν ως προσπάθεια εκφοβισμού, «απαράδεκτη για μάρτυρα» και
μάλιστα καθηγητή Πανεπιστημίου. Ιδού το σχετικό απόσπασμα:
«Σχετικά με την κατάθεση του μάρτυρα κ. Τσακυράκη και τις αναφορές του
περί πιθανότητας προσφυγών στα δικαστήρια, τη Διεθνή Ένωση
Δημοσιογράφων κ.λπ., τα μέλη του ΔΠΣ θεωρούν ότι αυτό συνιστά
προσπάθεια επιρροής και εκφοβισμού τους, απαράδεκτη από μάρτυρα, ο
οποίος είναι μάλιστα διακεκριμένος καθηγητής Πανεπιστημίου. Τα μέλη του
ΔΠΣ διαμορφώνουν ελεύθερα και ανεξάρτητα τις απόψεις τους και παίρνουν
τις ευθύνες των επιλογών τους, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι ο κάθε
εγκαλούμενος έχει εκ του νόμου το δικαίωμα να προσφύγει στις δικαστικές ή
άλλες συνδικαλιστικές αρχές.»

Είναι ίσως αναμενόμενο από ανθρώπους που δεν αντιλαμβάνονται βασικά


στοιχεία για την ελευθερία του λόγου να μην καταλαβαίνουν και τι σημαίνει
εκφοβισμός. Η γνώμη ότι τυχόν κύρωση για έκφραση άποψης είναι παράνομη
και δεν πρόκειται να σταθεί σε κανένα δικαστήριο, καθώς επίσης, ότι
αποτελεί πρακτική ασύμβατη με κάθε δεοντολογία δημοκρατικής ένωσης
μόνο σε κατά φαντασίαν αντιστασιακούς μπορεί να εκληφθεί ως εκφοβισμός.

Δεν περνά βεβαίως από το μυαλό τους ότι δεν τους επιτρέπεται να σχολιάζουν
τις απόψεις μαρτύρων και μάλιστα να τις χαρακτηρίζουν. Τους επιτρέπεται να
μην τις λογαριάζουν, όπως άλλωστε έκαναν, αλλά όχι και να υποδεικνύουν
πότε το περιεχόμενο μιας μαρτυρίας είναι παραδεκτό ή όχι. Εξυπακούεται ότι
κάθε άλλο παρά έχω δεύτερες σκέψεις για όσα είπα.

Τέλος, εξακολουθώ να πιστεύω ότι η υπόθεση δεν πρέπει να κλείσει με την


ανώδυνη ποινή. Το λιγότερο που πρέπει να γίνει είναι να ενημερωθεί η
Ένωση Ευρωπαίων Δημοσιογράφων για όλη αυτή την υπόθεση που αποτελεί
ντροπή για την ελευθερία του τύπου στη χώρα μας.

Posted in Σχόλια | 7 Comments

Έχουμε δικαίωμα απόκρυψης των πληροφοριών που


μας αφορούν;
Posted on March 25, 2013by stavrostsakyrakis

Ποιες πληροφορίες που μας αφορούν οφείλουμε να μοιραζόμαστε με τους


άλλους; Ποιες πληροφορίες για τον εαυτό μας δικαιολογείται να
αποκρύπτουμε από τους άλλους; Έχω το δικαίωμα να κρατήσω μυστικό το
όνομά μου ή καλυμμένο το πρόσωπό μου; Τι γίνεται με τη διεύθυνση μου, την
ηλικία μου, το εισόδημά μου, το ιατρικό ιστορικό ή το ποινικό μητρώο μου;
Έχω το δικαίωμα να κρατήσω μυστικά τα συναισθήματά μου, τη θρησκεία
μου, τις πολιτικές πεποιθήσεις μου ή τις σεξουαλικές προτιμήσεις μου; Τι
γίνεται με τα δακτυλικά αποτυπώματα ή το DNA μου; Σε μια εποχή
επαναστατικών προόδων στην τεχνολογία των πληροφοριών, όταν ο καθένας
με έναν απλό υπολογιστή μπορεί να δημιουργήσει βάσεις δεδομένων που δεν
ήταν διαθέσιμες ακόμα και σε εξελιγμένες μυστικές υπηρεσίες πριν από είκοσι
χρόνια, το γνωστό θέμα σχετικά με τα όρια της δημόσιας και της ιδιωτικής
σφαίρας έχει αποκτήσει νέα σημασία. Αυτές οι νέες τεχνολογικές εξελίξεις
ήταν που οδήγησαν την Ευρωπαϊκή Ένωση να θεσπίσει την Οδηγία
95/46/ΕΚ, που ρυθμίζει την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων.
Στόχος της Οδηγίας ήταν η προστασία του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή,
και οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες θέσπισαν νόμους σύμφωνους με
αυτήν. Αλλά, το γεγονός ότι η επεξεργασία των δεδομένων είναι τώρα
ευκολότερη, δεν αλλάζει τη βασική αρχή του ζητήματος: ποιες πληροφορίες
σχετικά με τον εαυτό του έχει κάποιος το δικαίωμα να κρατά απόρρητες;

Τα τελευταία χρόνια φαίνεται να έχει επικρατήσει η αντίληψη ότι όλα τα


πρόσωπα έχουν ένα γενικό δικαίωμα ελέγχου στις πληροφορίες που τους
αφορούν. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, η χρησιμοποίηση των
πληροφοριών από τρίτους προϋποθέτει, κατ’ αρχήν την συναίνεση του
προσώπου. Η συναίνεση δεν είναι απαραίτητη σε όλες τις περιπτώσεις.
Πληροφορίες μπορούν να ληφθούν και να χρησιμοποιηθούν χωρίς συναίνεση,
υπό τον όρο ότι πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις. Κυρίως, πρέπει να
αποδειχθεί ότι η διαθεσιμότητα των πληροφοριών ή η χρήση τους για ένα
συγκεκριμένο σκοπό υπηρετεί ένα σημαντικό δημόσιο συμφέρον. Στην
τελευταία περίπτωση, το δικαίωμα εκδηλώνεται όχι με τη συναίνεση, αλλά
μάλλον με την αξίωση να αποδειχθεί αυτό το δημόσιο συμφέρον. Λειτουργεί
έτσι ως prima facie (κατ’ αρχήν) δικαίωμα, το οποίο μπορεί να σταθμιστεί ή
να παρακαμφθεί από ανταγωνιστικά συμφέροντα. Μερικές πληροφορίες
μπορεί να χρειάζονται μεγαλύτερη ή μικρότερη προστασία. Έτσι, για
παράδειγμα, ορισμένα δεδομένα μπορεί να είναι πιο ευαίσθητα από άλλα.
Αλλά αυτό δεν αναιρεί τη βασική θέση ότι έχουμε ένα prima facie δικαίωμα
να ελέγχουμε όλες τις πληροφορίες που μας αφορούν. Θα αποκαλέσω αυτό το
υποτιθέμενο δικαίωμα ως «γενικό δικαίωμα του απορρήτου».
Το «γενικό δικαίωμα του απορρήτου» στηρίζεται σε μια προσέγγιση βαθιά
προβληματική. Θα υποστηρίξω ότι, ακόμη και αν θεωρηθεί απλώς
ως prima facie, ένα γενικό δικαίωμα του απορρήτου, διευρύνει την ιδιωτική
ζωή πέραν πάσης εύλογης κοινωνικότητας παρερμηνεύοντας ουσιαστικά τη
θέση του ανθρώπου στην κοινωνία. Για το σκοπό αυτό, θα σκιαγραφήσω μια
εναλλακτική αντίληψη της κοινωνικότητας, η οποία παραμένει βασικά
φιλελεύθερη, ενώ συγχρόνως τονίζει τη σημασία της ανταλλαγής
πληροφοριών. Το απόρρητο έχει ένα σημαντικό, αν και οριοθετημένο, ρόλο σε
αυτήν την αντίληψη, την οποία ονομάζω φιλελεύθερη κοινωνικότητα.
Φιλελεύθερη κοινωνικότητα

Η διερεύνηση του εάν υπάρχει ένα γενικό δικαίωμα του απορρήτου θα


βασιστεί αναγκαία στην κατανόηση της κοινωνικής συνεργασίας και τη θέση
των προσώπων σε μια κοινωνία. Μας οδηγεί, επομένως, στα βασικά στοιχεία
της πολιτικής φιλοσοφίας, στα θεμελιώδη ερωτήματα σχετικά με το τι είναι
μια πολιτική κοινωνία και τι είδους ένωση απαιτεί από τα μέλη της.

Στα Πολιτικά, ο Αριστοτέλης ασκώντας κριτική στη συλλογικότητα του


Πλάτωνα, μας καλεί να σκεφτούμε ποια πράγματα είναι κοινά σε μια πολιτική
κοινωνία. Το ενδεχόμενο να μην υπάρχει τίποτα το κοινό αποκλείεται a
priori, διότι διαφορετικά δεν υπάρχει καθόλου κοινότητα. Είναι σωστό λοιπόν
να σκεφτούμε, όπως έκανε ο Πλάτωνας, ότι όσο περισσότερα πράγματα είναι
κοινά (γυναίκες, παιδιά, περιουσία), τόσο πληρέστερη, τόσο πιο ενωμένη
είναι η πολιτική κοινωνία; Ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι η άποψη αυτή δεν
συλλαμβάνει το είδος της ενότητας που μια πολιτική κοινότητα επιδιώκει.
Αντί να εντοπίζει τα ιδιαίτερα κοινά στοιχεία που χαρακτηρίζουν την πολιτική
κοινότητα, προσπαθεί να προσδώσει σε αυτήν την ενότητα μιας οικογένειας
ή, αν είναι δυνατόν, ενός μόνο ανθρώπου. Ωστόσο, η πολιτική κοινωνία δεν
είναι μια τεράστια οικογένεια ή ένας υπεράνθρωπος. Αντιθέτως, είναι μια
ενότητα εντελώς διαφορετικής φύσεως από αυτή των ειδικότερων ενώσεων
και των μεμονωμένων ανθρώπων, από τους οποίους αποτελείται. Ως εκ
τούτου, τα κοινά στοιχεία μιας πολιτικής κοινωνίας πρέπει να εντοπισθούν
στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τους διαφορετικούς σκοπούς της πολιτικής
οργάνωσης.
Οι σύγχρονες κοινωνίες, ασφαλώς, δεν αποτελούν μια οργανική ενότητα,
όπως την αντιλαμβανόταν ο Πλάτων ή ακόμη και ο Αριστοτέλης. Δεν
καλούνται να συλλάβουν την ολοκλήρωση του ανθρώπου μέσα από την
συλλογική κοινή δράση, αλλά μάλλον να εξασφαλίσουν τις αναγκαίες
προϋποθέσεις για την επίτευξη του ευ ζην από τα μέλη της. Σε αντίθεση με την
κλασική παράδοση, οι σύγχρονες κοινωνίες έχουν τα άτομα ως αφετηρία
τους. Αλλά τα άτομα μοιράζονται πράγματα στην κοινωνία. Θα ήταν μάλλον
παράδοξο να σκεφτεί κανείς ότι, μόνο και μόνο επειδή τα άτομα είναι το
σημείο αφετηρίας των κοινωνιών, όσο λιγότερα μοιράζονται τόσο καλύτερη
γίνεται η κοινωνία. Θα ήταν επίσης παράδοξο για μια κοινωνία να επιδιώκει
την απομόνωση των μελών της. Αν, όπως λέει ο Αριστοτέλης, το να
μοιραζόμαστε τα πάντα είναι μια καταστροφική αρχή για την πόλη, το να μη
μοιραζόμαστε τίποτα είναι προφανώς εξίσου καταστροφικό. Στην πρώτη
περίπτωση, αντί μιας πολιτικής κοινότητας οραματιζόμαστε μια οικογένεια ή
έναν υπεράνθρωπο, στη δεύτερη περίπτωση μια ομάδα Ροβινσώνων
Κρούσων. Αν ισχύει ότι το ευ ζην κάθε ανθρώπου δεν εξαρτάται αποκλειστικά
από τη συλλογική δράση, εξίσου ισχύει ότι δεν μπορεί να επιτευχθεί με την
απομόνωση του.

Η αναγνώριση των ανθρώπων ως ηθικών υποκειμένων, τα οποία δεν


απορροφώνται από τη συλλογική οντότητα, αλλά συγχρόνως συμμετέχουν σε
μια πολιτική ένωση αποτελεί τη βασική οργανωτική αρχή της φιλελεύθερης
κοινωνίας. Μπορούμε να διακρίνουμε τρία επίπεδα κοινωνικών σχέσεων. Τα
δύο είναι αμέσως διακριτά. Αφ’ ενός η κοινωνική συνεργασία στο πλαίσιο των
δραστηριοτήτων που στοχεύουν στο αμοιβαίο όφελος και αφετέρου η
κοινωνικότητα που στοχεύει στην πραγμάτωση του ευ ζην του κάθε
ανθρώπου. Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει τις περισσότερες από τις
δραστηριότητες σε δημόσιο χώρο, όπως τις οικονομικές συναλλαγές. Σε αυτήν
την κατηγορία προέχει το στοιχείο της αμοιβαίας συνεργασίας και το στοιχείο
της επιλογής ή της συναίνεσης κάθε ατόμου υποβαθμίζεται-έρχεται σε
δεύτερη μοίρα. Η δεύτερη περιλαμβάνει τις πιο στενές σχέσεις με ορισμένους
ανθρώπους και αποτελεί την κατηγορία όπου κυρίαρχο είναι το στοιχείο της
προσωπικής επιλογής. Η συμμετοχή στις κοινωνικές σχέσεις με στόχο το
προσωπικό καλό, καθώς και το ακριβές περιεχόμενο αυτών, εξαρτώνται σε
μεγάλο βαθμό από την επιλογή ή συναίνεση των ατόμων. Αντίθετα το ίδιο δεν
ισχύει με τις περισσότερες κοινωνικές σχέσεις που αποσκοπούν στην
καθημερινή συνεργασία προς αμοιβαίο όφελος. Μερικές είναι με ανθρώπους
που δεν γνωρίζουμε καν, άλλες είναι λιγότερο ή περισσότερο συναινετικές.
Δεν ξέρω για παράδειγμα, τον οδηγό του λεωφορείου ή το πρόσωπο που
κάθεται δίπλα μου στο λεωφορείο, αλλά μπορώ να επιλέξω αυτόν από τον
οποίο θα αγοράσω τον καφέ μου. Αλλά ακόμα και σε περιπτώσεις όπου το
συναινετικό στοιχείο είναι πιο σημαντικό, η φύση και το περιεχόμενο των εν
λόγω σχέσεων βασίζεται σε μια προϋπάρχουσα μήτρα κανόνων και κοινών
προσδοκιών.

Όμως, η κοινωνικότητα των ανθρώπων δεν εξαντλείται στις σχέσεις που


αποσκοπούν στη συνεργασία για αμοιβαίο όφελος. Ο Rawls επιμένει ότι «[…]
η κοινωνικότητα των ανθρώπων δεν πρέπει να γίνεται αντιληπτή με ένα
τετριμμένο τρόπο.», ότι δηλαδή δεν υπαγορεύεται αποκλειστικά από την
ανάγκη και δεν εξαντλείται στο αμοιβαίο όφελος.Υπάρχει κάτι παραπάνω σε
μία πολιτική κοινότητα, αυτό ακριβώς που συνιστά το τρίτο επίπεδο
κοινωνικών σχέσεων. Σε μια πολιτική κοινότητα οι άνθρωποι μοιράζονται ένα
κοινό σκοπό, συμμετέχουν στη διαμόρφωση θεσμών που πραγματώνουν
κανόνες δικαιοσύνης. Υπάρχει δηλαδή ένα συλλογικό ιδεώδες, στο οποίο όλοι
συμμετέχουμε και αντιπροσωπεύει όλα τα μέλη της πολιτικής κοινότητας. Ο
Dworkin το παρομοιάζει με μια ορχήστρα. Μια ορχήστρα βασίζεται,
προφανώς, στη συμβολή των μεμονωμένων μουσικών, αλλά η απόδοσή της
έχει μια δική της οντότητα που είναι κάτι περισσότερο από το άθροισμα της
επιδεξιότητας των μελών της. Οι καλύτεροι μουσικοί στον κόσμο δεν θα
αποτελούσαν μια ορχήστρα από μόνο το γεγονός ότι είναι μαζί στη σκηνή. Θα
πρέπει να στοχεύουν σε μια συλλογική επιχείρηση και να ακολουθούν τους
κανόνες που το καθιστούν δυνατό. “Είναι η ορχήστρα αυτή που πετυχαίνει ή
αποτυγχάνει», λέει ο Dworkin, αν και […] “η επιτυχία ή η αποτυχία αυτής της
κοινότητας είναι η επιτυχία ή η αποτυχία του καθενός από τα μέλη της”.
Σε μια πολιτική κοινότητα υπάρχει, λοιπόν, ένα επίπεδο ένωσης όλων των
πολιτών που δεν είναι ούτε επιφανειακό ούτε εργαλειακό. Περιλαμβάνει τη
συμμετοχή στο σχηματισμό της κυβέρνησης, καθώς και τις επίσημες πράξεις
της εξουσίας μέσω των νομοθετικών, εκτελεστικών και δικαστικών θεσμών
της. Οι πράξεις αυτές αποτελούν την κοινοτική ζωή της πολιτικής κοινότητας
ακριβώς όπως η μουσική αποτελεί την κοινοτική ζωή μιας ορχήστρας..

Για τους σκοπούς της παρούσας, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η


συμμετοχή μας σε μια πολιτική κοινότητα είναι κατ ‘αρχήν ανεξάρτητη από
την πραγματική συναίνεση ή την επιλογή των ατόμων. Οι κανόνες που
διέπουν τους δημόσιους θεσμούς αντανακλούν είτε τις γενικές ηθικές αρχές
της πολιτικής ένωσης είτε τις συλλογικές αποφάσεις που λαμβάνονται
σύμφωνα με τις αρχές αυτές. Δεν είναι διαμορφωμένοι, όμως, για να
εκφράζουν την ατομική προτίμηση του καθενός.
Έχοντας διαγράψει διαφορετικούς τομείς της κοινωνικότητας, τώρα θέλω να
κάνω κάποιες προτάσεις σχετικά με τους κανόνες που ρυθμίζουν την
ανταλλαγή των πληροφοριών σε κάθε τομέα. Κατ’ αρχήν, δεν υπάρχει
κανένας λόγος για να κρατήσουμε μυστική οποιαδήποτε πληροφορία
σχετίζεται με τη συμμετοχή μας στον γενικό σκοπό της κοινωνιάς, δηλαδή σε
αυτό που αποκάλεσα πριν τρίτο επίπεδο κοινωνικών σχέσεων. Αυτό θα ήταν
σαν να σκεφτόμαστε ότι μια ορχήστρα μπορεί να λειτουργήσει εάν ο
βιολιστής αρνείται να αποκαλύψει τις μουσικές του ικανότητες. Ομοίως, η
κοινωνική συνεργασία για αμοιβαίο όφελος, το πρώτο επίπεδο, απαιτεί την
κοινή χρήση των αναγκαίων πληροφοριών χωρίς αυτή να εξαρτάται από τη
συναίνεσή μας. Δεν μπορεί να επιτευχθεί κοινωνική συνεργασία αν η
διαθεσιμότητα των πληροφοριών εξαρτάται από την συναίνεση του
καθενός. Οι δεξιότητες και η εκπαίδευσή μας δεν μπορούν να μείνουν
απόρρητες σε μια αγορά εργασίας. Το όνομα και η διεύθυνση μας δεν
μπορούν να κρατηθούν απόρρητα, αν στείλουμε κάποιο γράμμα ταχυδρομικά.
Ή για να επιστρέψω σε ένα από τα προηγούμενα παραδείγματα μου, θέλω να
ξέρω αν ο οδηγός του λεωφορείου έχει την κατάλληλη άδεια οδήγησης ή αν το
πρόσωπο που κάθεται δίπλα μου είναι άρρωστος. Το συμπέρασμα είναι ότι
στη πολιτική συμμετοχή και τη συμεργασία για αμοιβαίο όφελος η αξίωση για
απόρρητο φαίνεται, κατ’ αρχήν, να αντιστρατεύεται την ίδια την ουσία της
κοινωνικότητας.
Αλλά, όπως επισημάνθηκε, η συλλογική επίτευξη της δικαιοσύνης και της
κοινωνικής συνεργασίας για αμοιβαίο όφελος δεν περιλαμβάνει και δεν θα
πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα χαρακτηριστικά μιας ανθρώπινης ζωής. Στη
θεωρία της φιλελεύθερης κοινωνικότητας υπάρχει χώρος – και εδώ
ερχόμαστε στο δεύτερο επίπεδο όπου κυρίαρχο στοιχείο είναι η προσωπική
επιλογή- για κάθε άνθρωπο να επιδιώξει το προσωπικό του καλό, κρατώντας
κάποια απόσταση από τους άλλους, εκτός βεβαίως από εκείνους με τους
οποίους έχει επιλέξει να μοιραστεί την επιδίωξή του. Αν οι πληροφορίες που
αφορούν τέτοιους σκοπούς δεν είναι απόρρητες, τότε οι προσωπικές επιλογές
του καθενός βρίσκονται συνεχώς υπό το βλέμμα και τα σχόλια όλων με
αποτέλεσμα να χάνεται ή να δυσκολεύει η ελευθερία του καθενός να
διαμορφώνει το ευ ζην του. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι
ασφαλώς οι ερωτικές σχέσεις και προτιμήσεις.

3. Ενάντια στο γενικό δικαίωμα του απορρήτου

Ποια είναι τα γενικά διδάγματα που μπορούν να αντληθούν από αυτή τη


σύντομη εξερεύνηση της ιδέας της φιλελεύθερης κοινωνικότητας; Γιατί είναι
λανθασμένη η έννοια του γενικού δικαιώματος του απορρήτου; Αν (όπως έχω
προσπαθήσει να αποδείξω) η κοινωνική συνεργασία δεν είναι πάντα και σε
όλα τα επίπεδα προαιρετική και -κατά συνέπεια- εάν απαιτεί την ανταλλαγή
πληροφοριών, τότε δεν μπορεί κανείς να ξεκινήσει με ένα δικαίωμα γενικό
δικαίωμα απορρήτου που περιλαμβάνει όλα τα προσωπικά δεδομένα. Τι
εικόνα της κοινωνίας έχουμε κατά νου, τι είδους κοινωνική συνεργασία, όταν
θεωρούμε ότι κάθε μέλος της είναι κάτοχος όλων των πληροφοριών σχετικά
με το πρόσωπό του, το όνομά του, τη διεύθυνσή του, τις δεξιότητές του, το
εισόδημά του, τις απόψεις του κλπ. και κατά περίσταση αναγκάζεται να τις
αποκαλύψει; Πρόκειται για μια πολύ φτωχή ιδέα της κοινωνίας και της
κοινωνικής συνεργασίας.

Αυτήν ακριβώς την φτωχή ιδέα της κοινωνίας φαίνεται να ασπάζονται οι


νόμοι προστασίας δεδομένων δημιουργώντας ένα γενικό δικαίωμα απορρήτου
που περιλαμβάνει όλες τις πληροφορίες που αφορούν ένα πρόσωπο. Σε
ορισμένες χώρες αυτό έχει οδηγήσει σε απίστευτες αξιώσεις και απίθανες
αποφάσεις από τις αρχές προστασίας προσωπικών δεδομένων. Στην Ελλάδα,
για παράδειγμα, η συλλογή δεδομένων, όπως ονομάτων, αριθμών τηλεφώνου
και διευθύνσεις των φίλων ενός πολιτικού κόμματος κρίθηκε παράνομη,
επειδή δεν ζητήθηκε άδεια για την επεξεργασία των δεδομένων αυτών.
Κρατικοί υπάλληλοι έχουν ισχυριστεί ότι οι μισθοί τους θα πρέπει να είναι
απόρρητοι, μαθητές ότι οι βαθμοί στο γυμνάσιο ή το πανεπιστήμιο δεν πρέπει
να δημοσιοποιούνται, ακόμη και οι οδηγοί, οι οποίοι έχουν παραβιάσει τον
κώδικα οδικής κυκλοφορίας, έχουν ισχυριστεί ότι απαγορεύεται να
φωτογραφίζονται οι πινακίδες των αυτοκινήτων τους. Τέτοιες αποφάσεις ή
απαιτήσεις αντανακλούν μια αντίληψη ακραίου ατομικισμού που ανάγει σε
κοινωνικό ιδεώδες τη συνολική ασφυξία ροής των πληροφοριών και
υπονομέυει την ίδια τη κοινωνική συνεργασία.

Αναφέρω αυτά τα παραδείγματα για να τονίσω μια συγκεκριμένη τάση.


Όμως, αυτό που με ενδιαφέρει δεν είναι οι μεμονωμένες περιπτώσεις ή
αποφάσεις. Η ανταλλαγή πληροφοριών είναι ένα αναπόφευκτο και
απαραίτητο στοιχείο της κοινωνικότητας και, πράγματι, ένα συστατικό
στοιχείο της συλλογικής επίτευξης της δικαιοσύνης και της συνεργασίας προς
αμοιβαίο όφελος. Δεν ανταποκρινόμαστε σε αυτό το χαρακτηριστικό, αν
δομούμε την ηθική και νομική συζήτησή μας με τρόπο που να δημιουργεί
χώρο για ένα γενικό ατομικό συμφέρον στο να μην φαινόμαστε, που
ανταγωνίζεται το κοινωνικό συμφέρον του να είμαστε διαφανείς. Πολύ απλά,
δεν υπάρχει τέτοιο ατομικό συμφέρον. Έτσι, αν μη τι άλλο, θα πρέπει να είναι
το άτομο αυτό που φέρει το βάρος απόδείξης ότι το απόρρητο των
πληροφοριών είναι απαραίτητο για το προσωπικό του καλό και/ή είναι
συμβατό με μια ουσιαστική κοινωνικότητα. Αντίθετα στην επιδίωξη του
προσωπικού ευ ζην ο καθένας έχει συμφέρον να μην φαίνεται από όλους τους
άλλους και το συμφέρον αυτό υπερισχύει κάθε ενδιαφέροντος των άλλων να
τον βλέπουν, τα στοιχεία που συνδέονται με αυτήν ο καθένας έχει δικαίωμα
να τα κρατεί απόρρητα.
Με βάση τα παραπάνω αξίζει να δούμε ποια προστασία θα δίναμε στα
λεγόμενα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, τα οποία περιλαμβάνουν τη
φυλετική ή εθνική καταγωγή, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές
πεποιθήσεις και τη συμμετοχή σε συνδικαλιστικές οργανώσεις, την
κατάσταση υγείας, τη σεξουαλική ζωή, τα ποινικά μητρώα. Είναι λογικό να
υποθέσουμε ότι οι θρησκευτικές πεποιθήσεις και η σεξουαλική ζωή στοχεύουν
στο προσωπικό καλό και πρέπει να απολαμβάνουν ειδικής προστασίας.
Ωστόσο, δεν είναι εξίσου προφανές σε ποιο επίπεδο τα πολιτικά φρονήματα, η
συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση ή το ποινικό μητρώο θα πρέπει να
τυγχάνουν ειδικής προστασίας. Τέτοια δεδομένα φαίνεται να σχετίζονται με
την κοινωνική ζωή στην οποία ο καθένας συμμετέχει. Αν αυτό είναι αλήθεια,
το τεκμήριο είναι υπέρ της παροχής αυτών των πληροφοριών στον καθέναν
και όχι της απόκρυψης τους.

Μπορούν άραγε κάποια από αυτά να προστατευθούν αν απορρίψουμε ένα


γενικό ατομικό δικαίωμα απορρήτου; Κατ’ αρχάς, θέλω να τονίσω ότι η
κοινωνική συνεργασία για αμοιβαίο όφελος υπαγορεύει μόνο την ανταλλαγή
πληροφοριών για ορισμένους σκοπούς. Ως εκ τούτου, ό, τι αρμόζει σε ένα
πλαίσιο, μπορεί να μην είναι κατάλληλο για κάποιο άλλο. Πολλές κατηγορίες
ευαίσθητων δεδομένων αφορούν στοιχεία που γνωστοποιούνται με
κατάλληλο τρόπο σε ορισμένες περιπτώσεις, αλλά μπορεί να κρατούνται
απόρρητα σε άλλες. Δεύτερον, και ίσως πιο σημαντικό, συχνά η βάση για την
ειδική προστασία των ευαίσθητων δεδομένων βρίσκεται σε σκέψεις που δεν
μπορούν να υπαχθούν σε μια ενιαία αρχή και εν πάση περιπτώσει, λίγη σχέση
έχουν με την προστασία της ιδιωτικής ζωής. Έτσι, για παράδειγμα, η μυστική
ψηφοφορία προωθεί τη γνήσια δημοκρατική συμμετοχή. Στηρίζεται στη
σκέψη ότι η πολιτική διαδικασία είναι πιθανό να στρεβλωθεί, αν η
πληροφορία αυτή δεν είναι απόρρητη. Το ίδιο ισχύει με το απόρρητο της
συνδικαλιστικής δραστηριότητας. Σε αυτά τα παραδείγματα, η προστασία του
απορρήτου δικαιολογείται από τον τρόπο που μια πληροφορία είναι πιθανό
να χρησιμοποιηθεί, αν αποκαλυφθεί και τις ανεπιθύμητες συνέπειες που
μπορεί να έχει. Αλλά δεν δικαιολογείται από την επίκληση κάποιου γενικού
ατομικού δικαιώματος απορρήτου. Το αντίθετο ισχύει στην περίπτωση των
σεξουαλικών προτιμήσεων. Η απόκρυψη των σχετικών δεδομένων είναι
πράγματι ζήτημα δικαιώματος σε μια δίκαιη κοινωνία.

Συμπέρασμα

Έχω υποστηρίξει ότι δεν υπάρχει γενικό ατομικό συμφέρον να ελέγχονται οι


πληροφορίες σχετικά με ένα άτομο. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να απορρίψουμε
την ιδέα ενός συνολικού δικαιώματος του απορρήτου, ακόμα και αν το
δικαίωμα αυτό θεωρείται ότι είναι απλώς prima facie. Αντίθετα, η φιλοσοφία
των ανθρωπίνων δικαιωμάτων θα πρέπει να αποδεχθεί την ανθρώπινη
κοινωνικότητα, τονίζοντας ωστόσο ότι η πολιτική κοινότητα δεν περιλαμβάνει
όλα τα χαρακτηριστικά και τις διαστάσεις της ανθρώπινης ζωής. Ο ισχυρισμός
μου έχει καταλήξει στην εξής απλή αρχή: Στο γενικό σχήμα κοινωνικής
αλληλεπίδρασης, το οποίο περιλαμβάνει τη συλλογική επίτευξη της
δικαιοσύνης, την κοινωνική συνεργασία για αμοιβαίο όφελος, και την
επιδίωξη του προσωπικού καλού, μόνο σε σχέση με το τελευταίο μπορούμε να
μιλάμε για δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή. Ένα κράτος μπορεί να επιλέξει να
περιορίσει την κοινή χρήση άλλων δεδομένων εάν τα θεωρεί λειτουργικά για
την προστασία ορισμένων κοινωνικών αξιών. Αλλά αυτή η επιλογή δεν είναι
ένα θέμα κάποιου δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή. Η αιτιολόγησή της
βασίζεται στη σχέση της με άλλες κοινωνικές αξίες ή δικαιώματα. Το δικαίωμα
να κρατά κανείς πληροφορίες απόρρητες σχετικά με τον εαυτό του
περιορίζεται σε πληροφορίες που αφορούν αυστηρά την επιδίωξη του
προσωπικού καλού του.
Ομιλία στο Συνέδριο “4ο Πανελλήνιο Συνέδριο e-Θέμις και ΠΑ.ΜΑΚ για το
Δίκαιο Πληροφορικής – LegalTech & Data Protection”

Θεσσαλονίκη 23 Μαρτίου 2013

Posted in Ομιλίες | 4 Comments

Η απαίτηση για κοσμικό δημόσιο λόγο


Posted on December 18, 2012by stavrostsakyrakis

Σκέψεις με αφορμή το άρθρο του Χάμπερμας Η Θρησκεία στο Δημόσιο Χώρο


1. Το άρθρο του Χάμπερμας διερευνά την απαίτηση του φιλελεύθερου
κράτους να οριοθετείται ο δημόσιος λόγος σε κοσμικά πλαίσια. Εξετάζει, κατά
πόσον η απαίτηση αυτή δεν είναι ιδιαίτερα περιοριστική για τις θρησκευτικές
κοινότητες και τους πιστούς με δεδομένο μάλιστα το σημαντικό ρόλο που
αυτοί παίζουν όχι μόνον σε χώρες του τρίτου κόσμου αλλά και σε
παραδοσιακές φιλελεύθερες δημοκρατίες, όπως η Αμερική, όπου συχνά οι
πολιτικές διαμάχες διεξάγονται με απροκάλυπτα θρησκευτικούς όρους. Και
καταλήγει στη διερεύνηση των απαιτήσεων που ο δημόσιος λόγος του
φιλελεύθερου κράτους θέτει στους άθρησκους πολίτες.

2. Κατ’ αρχάς ο Χάμπερμας αποδέχεται τα γενικά πλαίσια του φιλελεύθερου


κράτους, χαρακτηριστικό γνώρισμα του οποίου είναι η κατοχύρωση της
θρησκευτικής ελευθερίας, από την οποία προκύπτει η απαίτηση για κοσμικό
δημόσιο λόγο. Το φιλελεύθερο κράτος επεδίωξε οριστική λύση στο ζήτημα της
εξασφάλισης της κοινωνικής ειρήνης από τους θρησκευτικούς πολέμους και
διαμάχες. Η κατοχύρωση της θρησκευτικής ελευθερίας (Αμερικανική
επανάσταση) σήμαινε την υποχρέωση του αμοιβαίου σεβασμού των
διαφόρων θρησκευτικών πεποιθήσεων των πολιτών. Ο αμοιβαίος σεβασμός
με τη σειρά του δεν ήταν δυνατός παρά μόνον με τον διαχωρισμό της
νομιμοποίησης του κράτους από τον θρησκευτικό λόγο. Ο μόνος τρόπος για
να εξασφαλισθεί η ειρηνική συμβίωση των πολιτών διαφόρων θρησκειών,
πεποιθήσεων και δογμάτων, ήταν η θεμελίωση της νομιμοποίησης του
κράτους σε ένα λόγο κοινό, στον οποίο όλοι θα μπορούν να μετέχουν, όλοι θα
έχουν πρόσβαση. Αυτός ο κοινός λόγος εξ ορισμού δεν μπορούσε να είναι
θρησκευτικός. Ο διαχωρισμός κράτους και εκκλησίας που επαγγέλλεται το
φιλελεύθερο κράτος προκύπτει από την ανάγκη ειρηνικής συμβίωσης πολιτών
διαφόρων θρησκειών και πεποιθήσεων.

3. Η φιλελεύθερη παράδοση, ιδιαίτερα αυτή που χρησιμοποιεί την υπόθεση


του κοινωνικού συμβολαίου ως εργαλείο για τη νομιμοποίηση του κράτους,
βασίζεται στη πεποίθηση ότι οι άνθρωποι διαθέτουν κοινή λογική, η οποία
τους επιτρέπει να αναγνωρίζουν αρχές στη βάση επιχειρημάτων που, ως
έλλογα όντα, μπορούν να αποδεχθούν ακόμη κι αν δεν συμμερίζονται την
πεποίθηση ότι αυτές εκφράζουν όλη την αλήθεια. Κατά τον John Rawls, τον
σημαντικότερο θεωρητικό αυτής της παράδοσης, οι βασικές συνταγματικές
αρχές που αφορούν τη δομή και τον τρόπο σχηματισμού της εξουσίας, δηλαδή
η ίση πολιτική συμμετοχή, η διάκριση νομοθετικής, εκτελεστικής και
δικαστικής εξουσίας, η αποδοχή της πλειοψηφίας, μπορούν να προκύψουν ως
αποτέλεσμα μιας έλλογης διαβούλευσης και συμφωνίας.[1] Το ίδιο και τα
θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες των πολιτών, όπως π.χ. η ελευθερία του
λόγου, της συνείδησης, της ένωσης κλπ. Αν επιδίωξή μας είναι μια έλλογη
συμφωνία των μερών (συμβαλλομένων), η επιχειρηματολογία μας δεν μπορεί
παρά να απέχει από θρησκευτικό λόγο. Αλλιώς το εγχείρημά μας είναι εξ
αρχής υπονομευμένο. Δεν μπορούμε να προσδοκούμε από αλλόδοξους ή
ετερόδοξους να συμφωνήσουν σε θρησκευτικό λόγο που αυτοί δεν
συμμερίζονται (δεν έχουν πρόσβαση). Ο δημόσιος λόγος, δηλαδή ο κοινός
λόγος που απευθύνεται σε όλους και προσπαθεί να πείσει όλους τους πολίτες
δεν μπορεί παρά να είναι κοσμικός.
4. Η απαίτηση κοσμικού δημόσιου λόγου δεν ισχύει μόνο για τη θεμελίωση
και νομιμοποίηση των θεμελιωδών συνταγματικών αρχών του σύγχρονου
κράτους αλλά χαρακτηρίζει και τη λειτουργία του. Δεν είναι νοητό για
παράδειγμα τα δικαστήρια να αιτιολογούν τις αποφάσεις τους με προσφυγή
σε θρησκευτικό λόγο. Το ίδιο ισχύει και για τις πολιτικές αποφάσεις ή τη
δράση της διοίκησης. Η θρησκευτική επιχειρηματολογία για την αιτιολόγηση
των επιλογών μιας κοινωνίας ισοδυναμεί με αποκλεισμό ή περιφρόνηση όσων
δεν συμμερίζονται τις θρησκευτικές πεποιθήσεις που επικρατούν. Γι’ αυτό ο
John Rawls θεωρεί ότι από το ιδεώδες της ιδιότητας του πολίτη προκύπτει μια
ηθική, μη νομική υποχρέωση (duty of civility), που επιβάλει στον καθένα να
εξηγεί στους άλλους τις αρχές και τις επιλογές του στη βάση αξιών που
βρίσκουν ερείσματα στο δημόσιο λόγο.[2]
5. Οι θρησκευόμενοι πολίτες μπορεί φυσικά να θεωρούν ότι ο δημόσιος λόγος
δεν περιλαμβάνει όλη την αλήθεια και να διατηρούν τις πεποιθήσεις τους που
φωτίζουν τη δική τους προσωπική ζωή. Εκείνο, όμως, που καλούνται να
αποδεχθούν είναι ότι στο δημόσιο λόγο η επιχειρηματολογία τους πρέπει
αναγκαστικά να πάρει κοσμική μορφή. Αν, για παράδειγμα είναι εναντίον των
εκτρώσεων για θρησκευτικούς λόγους, η υποχρέωση πολιτισμένης
συμπεριφοράς υπαγορεύει να «μεταφράσουν» τη πεποίθησή τους σε κοσμικό
λόγο, να αιτιολογήσουν την επιλογή τους με αποκλειστική αναφορά στο
δικαιώμα της ζωής, στην προστασία του εμβρύου κλπ. Αλλιώς αν προβάλλουν
ως αιτιολογία της απαγόρευσης το θέλημα του δικού τους Θεού, γνωρίζουν
εξαρχής ότι αυτή δεν είναι αποδεκτή από τους ετερόδοξους ή αλλόθρησκους,
και συνεπώς δεν επιδιώκουν καν κάποια αποδοχή πάνω σε έλλογη βάση. Η
επιλογή τους αν είναι πλειοψηφική καταλήγει σε σκέτο καταναγκασμό χωρίς
αιτιολογία. Μόνο πάνω σε κοσμική δικαιολόγηση μπορούν οι πολίτες που
διαφωνούν, ακόμη κι αν δεν πείθονται, να αναγνωρίσουν ότι υπάρχει
αιτιολογία του καταναγκασμού δεκτική έλλογου ελέγχου.

6. Θα οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι απαιτείται από τον κάθε πολίτη που
συμμετέχει στο δημόσιο λόγο να απέχει από την εκφορά θρησκευτικών
λόγων, να «μεταφράζει» τις αξίες του σε κοσμική δικαιολόγηση; Εκτός του ότι
μια τέτοια απαίτηση θα ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθεί αφού πολλοί δεν
θα ήταν ούτως ή άλλως σε θέση να το κάνουν, αυτή φαίνεται να επιβάλει ένα
ασύμετρο βάρος στους πιστούς από το οποίο είναι απαλλαγμένοι οι μη
θρησκευόμενοι πολίτες. Οι πιστοί αφ’ ενός καλούνται να αναγνωρίσουν την
προτεραιότητα του κοσμικού κράτους, αφ’ ετέρου να «μεταφράσουν» τις
αξίες τους και να τις προσαρμόσουν στις απαιτήσεις του δημόσιου λόγου. Οι
μη θρησκευόμενοι πολίτες είναι απαλλαγμένοι από μια τέτοια προσπάθεια
αφού γι’ αυτούς ο λόγος είναι εκ προιμίου κοσμικός και η προτεραιότητα του
κοσμικού κράτους δεδομένη. Έτσι, όμως, η ουδετερότητα του φιλελεύθερου
κράτους που βασίζεται πάνω σε αυτή την ασυμετρία φαίνεται να ευνοεί τους
μη θρησκεύομενους πολίτες έναντι των πιστών.

7. Εκτός της ασυμμετρίας, η απαίτηση για εκκοσμίκευση του δημόσιου λόγου


των πιστών προσκρούει σε μια ένσταση που αποδέχεται πλήρως ο
Χάμπερμας. Για πολλούς η πίστη είναι τρόπος ζωής, περιλαμβάνει την
κοινωνική και πολιτική τους ύπαρξη, δεν είναι θέμα επιλογής επιχειρημάτων,
δεν μπορούν να διακρίνουν μεταξύ θρησκευτικών και πολιτικών λόγων. «Αν
δεχθούμε αυτήν την κατ’ εμέ επιβλητική ένσταση», λέει ο Χάμπερμας, «τότε
το φιλελεύθερο κράτος, το οποίο σαφώς προστατεύει παρόμοιες μορφές ζωής
ως ένα βασικό δικαίωμα, δεν μπορεί ταυτοχρόνως να προσδοκά
από όλους τους πολίτες να δικαιολογούν τις πολιτικές τους δηλώσεις
ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις ή
κοσμοθεωρήσεις». [3] Η απαίτηση για κοσμική δικαιολόγηση πρέπει να
ισχύει μόνον για τους πολιτικούς ή όσους κατέχουν δημόσιο αξίωμα. Μόνο
στο θεσμικό επίπεδο δηλαδή πρέπει να ισχύει η υποχρέωση ουδετερότητας
έναντι των ανταγωνιζόμενων θρησκειών.
8. Το ερώτημα που τίθεται είναι τί απομένει στο δημόσιο λόγο αν αυτός
δεσμεύει μόνον του αξιωματούχους και τους πολιτικούς. Αν αρθεί η δέσμευση
των πολιτών για κοσμική δικαιολόγηση, ακόμη κι αν θεσμικά διατηρείται μια
κοινή γλώσσα, δεν θα είναι αυτή τεχνητή και επιφανειακή; Μπορεί να μείνει
έτσι ανέπαφο το βάθρο του δημόσιου λόγου που υποτίθεται ότι νομιμοποιεί
όλη τη κοινωνική συμβίωση; Ο Χάμπερμας αντιλαμβάνεται ότι αν περιορίσει
κανείς υπερβολικά τις απαιτήσεις για εκκοσμίκευση του δημόσιου λόγου
κινδυνεύει να υπονομεύσει όλο το οικοδόμημα του φιλελεύθερου κράτους. Γι
αυτό δεν επιθυμεί την ανατροπή της θεμελιώδους απαίτησης του δημόσιου
λόγου να διεξάγεται σε γλώσσα στην οποία όλοι μπορούν να έχουν πρόσβαση,
αλλά τον επαναπροσδιορισμό της.

9. Θεωρεί ότι η μετα-μοντέρνα κοινωνία θέτει νέες προκλήσεις τόσο στους


πιστούς όσο και στους μη θρησκευόμενους πολίτες. Οι προκλήσεις που είναι
υποχρεωμένες να αντιμετωπίσουν οι θρησκευτικές κοινότητες συνίστανται
στη συμφιλίωσή τους με το γεγονός του θρησκευτικού πλουραλισμού στις
σύγχρονες κοινωνίες, με τα επιτεύγματα και την αυθεντία της επιστήμης, με
την επικράτηση του θετικού δικαίου και της κοσμικής ηθικής ως βασικών
στοιχείων του σύγχρονου κράτους. Κατά τον Χάμπερμας, η αντιμετώπιση
αυτών των προκλήσεων απαιτεί να διέλθουν μιας παιδευτικής
αναστοχαστικής διαδικασίας που επαναπροσδιορίζει την γνωσιολογική τους
στάση έναντι των άλλων θρησκειών και κοσμοθεωριών με τις οποίες
συνυπάρχουν. Επιτυχία θα είναι να μπορέσουν να συνδυάσουν τη δική τους
πίστη με την συνύπαρξη άλλων δογμάτων για τη σωτηρία, χωρίς αυτό να θέτει
σε κίνδυνο την αξίωσή τους ότι οι ίδιες αποκλειστικά κατέχουν την αλήθεια.
Πρέπει επίσης να επαναπροσδιορίσουν γνωσιολογικά τη στάση τους έναντι
της αλληλεπίδρασης κοσμικής και θρησκευτικής γνώσης. Επιτυχία θα είναι
να βρουν με ποιον τρόπο η εξέλιξη της επιστημονικής γνώσης δεν έρχεται σε
αντίφαση με την πίστη τους. Τέλος πρέπει να επαναπροσδιορίσουν τη στάση
τους έναντι της προτεραιότητας που χαίρει ο κοσμικός λόγος στον πολιτικό
διάλογο. Επιτυχία θα είναι να κατορθώσουν να συνδυάσουν πειστικά την
ισονομία και την οικουμενικότητα του σύγχρονου δικαίου και της ηθικής με
τις προκείμενες των δικών τους θρησκευτικών κοσμοθεωριών.[4]
10. Αλλά και οι κοσμικοί πολίτες με τη σειρά τους είναι υποχρεωμένοι να
αποφύγουν τις απλουστεύσεις όταν αντιμετωπίζουν την πρόκληση που θέτει
στο σύγχρονο κράτος η ύπαρξη διαφόρων θρησκευτικών κοινοτήτων. Κατά
τον Χάμπερμας και αυτοί πρέπει να διέλθουν μιας παιδευτικής
αναστοχαστικής διαδικασίας που απορρίπτει την αντίληψη ότι αρκεί η απλή
πολιτική ανοχή, ο σεβασμός στην υπαρξιακή σημασία που έχει για τους
πιστούς η θρησκεία για να θεμελιώσουν τη κοινωνική συμβίωση με τους
πιστούς. Αν οι θρησκείες θεωρούνται ως απομεινάρια μιας αρχαϊκής
περιόδου, χωρίς καμία δικαιολογία για την ύπαρξη τους, και άρα είναι
προορισμένες αργά ή γρήγορα να εξαφανιστούν, τότε η συμβολή τους στο
δημόσιο λόγο ακόμη και «μεταφρασμένη» σε αξίες κοσμικές δεν λαμβάνεται
σοβαρά υπόψη, δεν εκτιμάται ότι έχει καμιά επιστημολογική αξία. Οι
κοσμικοί πολίτες πρέπει να εκκινούν από μια γνωσιολογική στάση που
δέχεται τα όρια των δυνατοτήτων του λόγου. Μπορεί ορθά να επιμένουν στον
διαχωρισμό πίστης και γνώσης αλλά πρέπει να απορρίπτουν μια περιοριστική
αντίληψη του λόγου που αποκλείει από την γενεαλογία του τις θρησκευτικές
πεποιθήσεις. Η γνώση, λέει χαρακτηριστικά ο Χάμπερμας, «δεν περιορίζεται
στο συνολικό άθροισμα των πορισμάτων που σε κάθε χρονική περίοδο
αντιπροσωπεύουν το επίπεδο της επιστήμης (state of science)».[5]
11. Η αλληλοσυμπληρούμενη παιδευτική διαδικασία θρησκευόμενων και μη
πολιτών που προτείνει ο Χάμπερμας ουσιαστικά αποτελεί παρότρυνση για την
αποφυγή μιας δογματικής στάσης. Οι μη θρησκευόμενοι πολίτες καλούνται να
αναγνωρίσουν ότι μπορεί από την πλευρά της πίστης να εκπορεύονται
διαισθήσεις που δεν επιτρέπεται να αγνοήσουμε στην προσπάθεια
κατανόησης της ύπαρξής μας και του κόσμου. Οι θρησκευόμενοι πολίτες
καλούνται να αναγνωρίσουν την απαίτηση ότι στις σύγχρονες πλουραλιστικές
κοινωνίες ο δημόσιος διάλογος των αξιωματούχων του κράτους απαιτεί
κοσμική δικαιολόγηση. Όσο κι αν πολιτισμικά η πρότασή του έχει σημασία
και αξία, πρακτικά δεν μεταβάλλει, κατά την άποψή μου, την βασική θέση του
Rawls για την ανάγκη δικαιολόγησης των επιλογών μιας κοινωνίας με
προσβάσιμο σε όλους λόγο. Όσες κι αν είναι οι επιρροές αυτού του λόγου από
την θρησκεία, αυτός σε τελική ανάλυση αποκλείεται να είναι θρησκευτικός. Η
υποχρέωση των πιστών να «μεταφράζουν» τις αξίες τους σε κοσμικό λόγο
στην πραγματικότητα δεν αποτελεί κάποιου είδους ασυμμετρία σε σχέση με
τους μη θρησκευόμενους πολίτες. Οι τελευταίοι εξ ορισμού είναι αδύνατον να
μετέχουν του θρησκευτικού λόγου ακόμη κι αν τον αντιμετωπίζουν με την
ευρύτητα κατανόησης που προτείνει ο Χάμπερμας. Επομένως, οι απόψεις που
εκφράζει στο άρθρο του ο σημαντικός Γερμανός φιλόσοφος μεγαλύτερη
σημασία έχουν στο γνωσιολογικό επαναπροσδιορισμό της θρησκείας στη
σύγχρονη εποχή παρά σε αλλαγές των γενικών προδιαγραφών του
φιλελεύθερου κράτους.

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΣΥΝΑΞΗ (Τεύχος 124 Οκτώβριος-Δεκέμβριος


2012 σ.50-54)
James Ensor, Η Είσοδος του Ιησού στις Βρυξέλλες το 1889 (1888)
[1] Βλ. John Rawls POLITICAL LIBERALISM, ColumbiaUniversity Press,
1993, Lecture VI, The Idea of Public Reason, σ. 212-254
[2] Ο.π. σ. 217
[3] Jurgen Habermas, Θρησκεία στη Δημόσια Σφαίρα, σ. 9
[4] Ο.π. σ. 14
[5] Ο.π., σ. 17
Posted in Επιστημονικά άρθρα | Tagged Habermas, Rawls | Leave a comment

ΔΙΑΛΟΓΟΣ: ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ


Posted on December 17, 2012by stavrostsakyrakis

Πρόσφατα οι δηλώσεις του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χανίων κ. Γιάννη


Πενταγιώτη για κυβέρνηση δωσιλόγων, για αγώνα κατά της δήθεν
κοινοβουλευτικής δημοκρατίας για λειτουργία της βουλής οπερέτας κι άλλα
παρόμοια έθεσαν το ζήτημα της ελευθερίας του λόγου των δικαστικών
λειτουργών. Ο ίδιος στο κείμενό του καταλήγει με τη γνωστή φράση «θέλει
αρετή και τόλμη η ελευθερία». Πόση αρετή και τόλμη θέλει η ελευθερία του,
αξίζει να το εξετάσουμε. Πάντως δεν αντιστέκομαι στον πειρασμό να
παρατηρήσω ότι μου φαίνεται πιο σωστό η περίφημη φράση να χαρακτηρίζει
πράξεις άλλων παρά τις δικές μας. Η άποψή μου είναι ότι λίγη ελευθερία
λόγου έχει ο εισαγγελέας και γενικά οι δικαστικοί λειτουργοί και τούτο
συνάγεται από την ιδιότητά τους ως κρατικών οργάνων. Αλλά επιφυλάσσομαι
να επιχειρηματολογήσω επ’ αυτού αργότερα.

Η Βίβιαν Τιμπάνου και ο Μιχαήλ Ροδόπουλος έγραψαν δύο άρθρα με


αντίθετες απόψεις και αφού είχαν τη καλοσύνη να δεχτούν να τα
δημοσιεύσουν εδώ, σκέφθηκα ότι αξίζει τον κόπο να ανοίξουμε ένα διάλογο
για το θέμα. Ήδη και ο Σπύρος Σκλήρης ετοιμάζει ένα τρίτο άρθρο, το οποίο
σύντομα θα δημοσιευθεί και αυτό. Το ιδεώδες θα ήταν να πάρουν μέρος στο
διάλογο και φοιτητές, όχι βέβαια με εργασίες, αλλά με σχόλια.

Στο διάλογο, λοιπόν, με θέμα την ελευθερία του λόγου των δικαστών
δημοσιεύονται σήμερα το κείμενο του εισαγγελέα που έδωσε αφορμή για
συζήτηση, το άρθρο της Βίβιαν Τιμπάνου και του Μιχαήλ Ροδόπουλου.

1. Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Χανίων κ. Γιάννης Πενταγιώτης με αφορμή


την ιδιόμορφη απεργία των δικαστικών δημοσίευσε το παρακάτω κείμενο:
«Συνάδελφοι δικαστές και εισαγγελείς σαν απάντηση στους ελάχιστους
συναδέλφους που αντιδρούν στις κινητοποιήσεις μας αλλά και στις
αμφιβολίες και στις αντιρρήσεις που ήδη εγείρονται για την κλιμάκωση του
αγώνα, τις οποίες σέβομαι, αλλά δεν υιοθετώ αναφέρω τα κάτωθι:

Αγωνιζόμαστε ως κλάδος, ως ανεξάρτητη εξουσία ενάντια στην προκλητική


παραβίαση του Συντάγματος από την εκτελεστική και νομοθετική εξουσία,
ενάντια στην κατεδάφιση όλων των κοινωνικών δικαιωμάτων, ενάντια στην
ισοπέδωση της παιδείας και της υγείας του λαού μας, ενάντια στη γενοκτονία
που επιχειρείται εις βάρος όλων μας με την μείωση των μισθών και των
συντάξεων σε επίπεδα μη βιώσιμα στα πλαίσια δήθεν του αποκαλούμενου
δημοσίου συμφέροντος το οποίο όπως φαίνεται σύμφωνα με την 668/20-2-
2012 απόφαση του ΣτΕ, που έκρινε συνταγματικό το μνημόνιο σε όλα τα
μέτρα του υπερισχύει του ίδιου του Συντάγματος, των άρθρων που
κατοχυρώνουν τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα και αγαθά και της
ΕΣΔΑ.

Εδώ υπάρχει και μια αντίφαση και ειρωνεία των σοφών του ΣτΕ καθώς όλα τα
μέτρα που λαμβάνονται στα πλαίσια του δημοσίου συμφέροντος για τη
λειτουργία του κράτους και της κοινωνίας μας συγχρόνως τα ίδια μέτρα
καταστρατηγούν, ισοπεδώνουν το δημόσιο συμφέρον και καταστρέφουν την
κοινωνία μας για το καλό της οποίας εφαρμόζονται.

Αγωνιζόμαστε ενάντια στο καθεστώς κατοχής που έχουν επιβάλλει η Τρόικα,


οι σύμβουλοί τους, οι αξιωματούχοι της ευρωπαϊκής ένωσης και του ΔΝΤ και
οι ντόπιοι και ξένοι τραπεζίτες.

Αγωνιζόμαστε ενάντια στην κυβέρνηση «δωσίλογων» που προσφέρουν γη και


ύδωρ στους δανειστές μας εξοντώνοντας το λαό μας με την κατάλυση κάθε
είδους εργασιακού και κοινωνικού δικαιώματός του.

Αγωνιζόμαστε ενάντια στο φαύλο αυτό καθεστώς της δήθεν κοινοβουλευτικής


δημοκρατίας το οποίο νομοθετεί ενάντια στη θέληση και βούληση του λαού
υποστηρίζοντας ότι διαθέτει λαϊκή νομιμοποίηση και εντολή.

Αγωνιζόμαστε ενάντια στη λειτουργία της βουλής οπερέτας και της


κυβέρνησης «yes men» που έχουμε, που νομοθετούν πάντα με δημοκρατικό
τρόπο ψηφίζοντας όλα τα μέτρα που οδηγούν στην εξόντωση το λαό μας και
στη διάλυση το κράτος μας, σε ένα άρθρο, για να μην υπάρξουν αντιδράσεις
και διαρροές. Αλήθεια τι δημοκρατική πρακτική που είναι αυτή. Την
επικροτούμε ως δικαστική εξουσία.

Αγωνιζόμαστε ενάντια στην ανεργία που έχει ξεπεράσει το 30%,


αγωνιζόμαστε για τις οικογένειες των 3.000 συμπολιτών μας που
αυτοκτόνησαν μην αντέχοντας την εξαθλίωση που τις οδήγησε η νόμιμα και
δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνησή μας.

Αγωνιζόμαστε ενάντια στον ορυμαγδό των νέων αυτών μέτρων λιτότητας και
ισοπέδωσής μας, τα οποία κατά τους κυβερνώντες παίρνονται για το καλό μας
και για να υπάρξει ανάπτυξη, όμως εδώ και δύο χρόνια συνεχώς βαθαίνει η
ύφεση και δεν υπάρχει διέξοδος και τέλος.

Αγωνιζόμαστε για την εθνική μας κυριαρχία και ανεξαρτησία. Αλήθεια μήπως
δεν έχετε αντιληφθεί ότι ήδη ζούμε σε καθεστώς κατοχής, δουλείας,
αποικιοκρατίας γερμανικής προέλευσης. Ποιος πιστεύει ότι είμαστε ελεύθερο
και κυρίαρχο κράτος που θα δώσει ένα τέλος στην αυτοκαταστροφή του, στο
φαύλο κύκλο που μας οδηγεί η προδοτική αυτή πολιτική που δήθεν
υπερασπίζεται τα συμφέροντά μας ως ελληνικό κράτος και πολίτες.

Αγωνιζόμαστε ενάντια στην απώλεια της εθνικής μας ανεξαρτησίας, στην


αμετάκλητη και άνευ όρων παραίτησή μας από την εθνική κυριαρχία στην
οποία προβήκαμε στο άρθρο 14 παράγραφος 5 της δανειακής σύμβασης που
υπόγραψε ο υπουργός οικονομικών το Μάιο του 2010 χωρίς την έγκριση και
κύρωσή της από τη βουλή και με βάση την οποία εγκαταστάθηκαν στη χώρα
μας οι εκπρόσωποι της Τρόικας και του ΔΝΤ, οι οποίοι με τις ευλογίες των
πολιτικών μας συμπεριφέρονται σαν να βρίσκονται σε αποικία ή μήπως
βρίσκονται.

Αγωνιζόμαστε για να διατηρήσει ο καθένας το σπίτι του που με μόχθο και


κόπο και με τις οικονομίες του έφτιαξε και αγόρασε και να μη του το πάρει η
τράπεζα γιατί με την περικοπή του μισθού του δεν έχει πια τα χρήματα για να
πληρώνει το στεγαστικό του δάνειο.
Αγωνιζόμαστε για να έχουν τα παιδιά μας μέλλον σε αυτό τον τόπο και όχι να
μεταναστεύουν, να μένουν άνεργα και να αμείβονται με 500 ευρώ.

Αγωνιζόμαστε για να παραμείνουμε ελεύθεροι πολίτες με γνώμη και άποψη


και όχι δούλοι, απλοί διεκπεραιωτές και εφαρμοστές των άθλιων νόμων που
ψηφίζει η βουλή αυτή των άθλιων εκπροσώπων μας οι οποίοι για άλλη μια
φορά αφού υφάρπαξαν την ψήφο του λαού μας με ψευδή διλλήματα περί
δήθεν καταστροφή μας αν δεν ακολουθήσουμε πιστά τις οδηγίες των
δανειστών μας θεωρούν ότι έχουν τη λαϊκή νομιμοποίηση και εντολή.

Η μέχρι τώρα στάση μας και η κλιμάκωση του αγώνα μας όχι μόνο δεν είναι
αντισυνταγματική και παράνομη όπως θέλουν μερικοί να πιστεύουν και να
παρουσιάσουν αλλά αντίθετα υπηρετεί το λαό και το Σύνταγμα που
καλούμαστε να εφαρμόσουμε.

Αγωνιζόμαστε για να σταματήσει η προκλητική ισοπέδωση των ατομικών,


κοινωνικών, εργασιακών δικαιωμάτων του λαού μας.

Αγωνιζόμαστε για την προστασία των αδύνατων.

Αγωνιζόμαστε για να μην εξαφανιστεί η φυλή μας, το έθνος μας, η Ελλάδα


μας, ο τόπος μας που τόσο ξεδιάντροπα αφανίζεται από τους δήθεν
αντιπροσώπους του, από αυτούς που είναι βουτηγμένοι στη διαφθορά και
στην ανομία. Ας πληροφορηθεί λοιπόν η ηγεσία μας, η Πρόεδρος του Αρείου
Πάγου, ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και ο Εισαγγελέας του Αρείου
Πάγου καθώς και οι εκλεκτοί συνάδελφοι που διαφωνούν με τη στάση μας ότι
αγωνιζόμαστε για όλα τα ανωτέρω.

Η μόνη διέξοδος στην κρίση είναι η σθεναρή και αποφασιστική στάση μας για
να τεθεί τέρμα στην καταπάτηση κάθε έννοιας δικαίου και δικαιοσύνης που
βιώνουμε και για να υπάρξει μέλλον στον τόπο μας. Διαφορετικά αν πάψει να
υφίσταται και ο θεσμός της δικαστικής εξουσίας, της δικαιοσύνης που τώρα
τελευταία με αφορμή τις κινητοποιήσεις μας βάλλεται από παντού και κυρίως
από το εσωτερικό του, την ηγεσία του αλλά και τους ίδιους τους λειτουργούς
του δεν θα υπάρχει, δεν θα έχει μείνει όρθιο τίποτα πια. Τότε ας συνεχίσουμε
να μασάμε το κουτόχορτο που μας προσφέρουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης,
οι εργολάβοι – καναλάρχες και οι πολιτικοί πάτρωνές τους που θαυμάζουμε
στη βουλή και ας συμμορφωθούμε με τις υποδείξεις.

Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία.

Γιάννης Πενταγιώτης

Εισαγγελέας Πρωτοδικών»

2. Μπορούν οι εισαγγελείς να σχολιάζουν;

Βίβιαν Τιμπάνου[1]
Πριν από κάποιες μέρες κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο ένα κείμενο που
συνέγραψε και δημοσίευσε ένας εισαγγελέας πρωτοδικών Χανίων και στο
οποίο καταφερόταν εναντίον των περικοπών των δικαστικών, του Μνημονίου
και της κυβέρνησης, την οποία χαρακτήριζε «κυβέρνηση δωσίλογων και
κυβέρνηση yes men»». Πολλοί υποστήριξαν ότι θα έπρεπε να ασκηθεί
πειθαρχική δίωξη στον εισαγγελέα μέχρι και το ότι θα έπρεπε να απολυθεί.
Δεν πέρασαν λίγες μέρες και η πραγματικότητα δυσκόλεψε το πρόβλημα όταν
αποκαλύφθηκε ότι μια εισαγγελέας πρωτοδικών Κεφαλληνίας, επωνύμως και
με πιο ήπιες εκφράσεις, επικρότησε την άποψη του εισαγγελέα Χανίων.
Εναντίον των δύο ανωτέρω, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου διέταξε
πειθαρχική έρευνα. Ευτυχώς για τους υπόλοιπους δικαστικούς λειτουργούς
που σχολίασαν το άρθρο, χρησιμοποίησαν μόνο τα αρχικά τους, οπότε
γλίτωσαν την πειθαρχική έρευνα. Φαντάζομαι εάν το άρθρο είχε δημοσιευθεί
στο facebook θα είχε ασκηθεί δίωξη και σε αυτούς που έκαναν like και share
το κείμενο και είναι δικαστικοί λειτουργοί.
Ας δούμε όμως, είναι, πειθαρχικό παράπτωμα η δημοσίευση ενυπογράφως
ενός κειμένου σαν το ανωτέρω και ο σχολιασμός του επίσης; Οδηγός μας θα
είναι το Σύνταγμα και οι νόμοι.

Γενικά υπάρχει μια σημαντική αρχή, που γίνεται αποδεκτή από όλα τα δυτικά
κράτη δικαίου. Αυτή είναι η φιλελεύθερη αρχή. Η βασική αρχή λέει, ότι ο
καθένας, είναι ελεύθερος να κάνει ό,τι θέλει, αρκεί να μην του απαγορεύεται
από το νόμο. Μια από τις μερικότερες εκφάνσεις της φιλελεύθερης αρχής,
είναι η αρχή «in dubio pro libertate». Δηλαδή σε περίπτωση αμφιβολίας
υπερισχύει η ερμηνευτική εκδοχή που δεν περιορίζει την ελευθερία του
ατόμου.

Ένα σχεδόν απόλυτο δικαίωμα είναι το δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου.
Οπότε η φιλελεύθερη αρχή παίρνει μια μορφή πολύ περιοριστική για την
οποιαδήποτε απαγόρευση.

Ο πατέρας του Αμερικανικού Συντάγματος James Madison και συντάκτης της


περίφημης Πρώτης Τροποποίησης, έγραψε σχετικά «Δεν θα πρέπει να
αφαιρεθεί ή να περιοριστεί το δικαίωμα των ατόμων στο λόγο ή στην
δημοσίευση αυτών που πιστεύουν. Η δε ελευθερία του τύπου, που αποτελεί
ένα από τα μεγαλύτερα προπύργια της ελευθερίας, θα πρέπει να είναι
απαραβίαστη».
Το δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου είναι σχεδόν απόλυτο. Για να
περιοριστεί όπως και κάθε δικαίωμα, θα πρέπει να υπάρχει ειδική διάταξη
στο Σύνταγμα και το νόμο. Κανείς περιορισμός όμως δεν θα πρέπει να είναι
τόσο γενικός και με αυστηρές κυρώσεις που να περιορίζει υπέρμετρα το
δικαίωμα στο λόγο κάποιων μελών της κοινότητας. Σε μια κοινοβουλευτική
δημοκρατία, ο περιορισμός του πολιτικού λόγου δεν θα πρέπει να υφίσταται,
διότι ο πολιτικός συναγωνισμός, από τη στιγμή που δεχθήκαμε να μην
χρησιμοποιούμε τσεκούρια και παντός είδους όπλα για να πείσουμε τον
απέναντι, βασίζεται πλέον στον λόγο και στο λεκτικό επιχείρημα.

Κάθε κρατικός περιορισμός του πολιτικού λόγου, προσβάλει τον πολιτικό


ανταγωνισμό, αφού θεωρεί την έκφραση της ιδέας από ένα άτομο ως ήσσονος
βαρύτητας σε σχέση με την ίδια ιδέα που εκφράζεται από ένα άλλο άτομο και
του επιτρέπετε να την εκφράζει. Το Κράτος δεν μπορεί ΠΟΤΕ να είναι ο
κριτής του πολιτικού λόγου. Η ελεύθερη αγορά των ιδεών, ειδικότερα στον
χώρο της πολιτικής, είναι εκ των ουκ άνευ για μια κοινοβουλευτική
δημοκρατία όπου το άτομο θα πεισθεί από τα επιχειρήματα που θα ακούσει.
Τα δικαιώματα του ατόμου δεν είναι μέσα για την επίτευξη ενός στόχου, αλλά
αυτοσκοπός και αναγνωρίζονται σε κάθε άτομο. Το ίδιο το άτομο, ανεξάρτητα
από την ιδιότητα του και την θέση του σε μια κοινότητα, δεν είναι σκοπός για
την επίτευξη ενός στόχου της κοινότητας – αλλά αντιθέτως αυτοσκοπός της
κοινότητας είναι το ίδιο το άτομο. Ο σεβασμός των δικαιωμάτων του και του
δικαιώματός του να εκφράζεται πολιτικά, είναι συνυφασμένος με τον
σεβασμό του ίδιου του ατόμου ως έλλογου όντος.

Με τις παραπάνω παραδοχές, μπορούμε να συζητήσουμε, εάν θα


πρέπει σε κάποιες εξαιρετικές περιπτώσεις να περιορίσουμε και
κατά ποιόν τρόπο αλλά και με ποία απόλυτη ακρίβεια το δικαίωμα
στον ελεύθερο λόγο ενός μέλους της κοινότητας σε σχέση με τα
υπόλοιπα.
Ο περιορισμός του σχεδόν απολύτου δικαιώματος στον λόγο, σε ένα κράτος με
αυστηρό Σύνταγμα, θα πρέπει να προκύπτει αρχικά από το Σύνταγμα.

Στο Σύνταγμα εάν δεν υπάρχει επιφύλαξη υπέρ του νόμου, ώστε να παρέχεται
στον κοινό νομοθέτη η εξουσιοδότηση, να εξειδικεύσει στα όρια της
εξουσιοδότησης, περαιτέρω τον περιορισμό, τότε οποιαδήποτε με κοινό νόμο
επέκταση της απαγόρευσης και σε άλλα ζητήματα, εκφέυγει της αρχικής
συνταγματικής εξουσιοδότησης και είναι ανίσχυρη. Μοναδικός ερμηνευτικός
οδηγός σε περίπτωση μη επιφύλαξης υπέρ του νόμου, θα πρέπει να είναι το
ίδιο το κείμενο του Συντάγματος. Όταν ο Συντακτικός νομοθέτης θέλησε να
εξουσιοδοτήσει τον κοινό νομοθέτη για την περαιτέρω εξειδίκευση μια
ρύθμισής του, το έκανε ρητά, με την κλασσική διατύπωση «όπως νόμος
ορίζει», όταν όμως δεν το θέλησε η παράλειψη αυτή είναι μεγάλης
κανονιστικής σημασίας.

Στο άρθρο 29 παράγραφος 3 του Συντάγματος ορίζεται ότι απαγορεύονται


απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού
κόμματος στους δικαστικούς λειτουργούς, χωρίς ο νομοθέτης να
επιφυλάσσεται υπέρ του νόμου. Η μη επιφύλαξη υπέρ του νόμου, μας οδηγεί
στο συμπέρασμα, ότι ο περιορισμός της ελευθερίας της έκφρασης στους
δικαστικούς λειτουργούς, είναι αυτή και μόνο αυτή και καμία άλλη που να
επεκτείνει τον περιορισμό.
Φυσικά και για τους δικαστικούς λειτουργούς ισχύει ο γενικός περιορισμός
του λόγου του άρθρου 14 του Συντάγματος όπως και στους υπόλοιπους. Εάν
δούμε συγκριτικά το άρθρο 14 παράγραφος 1 και το άρθρο 29 παράγραφος 3
του Συντάγματος θα δούμε ότι στο μεν άρθρο 14 που αφορά τον περιορισμό
του δικαιώματος του λόγου σε όλους, υπάρχει επιφύλαξη υπέρ του νόμου, στο
δε άρθρο 29, που αφορά τα άτομα με την ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού,
δεν υπάρχει επιφύλαξη υπέρ του νόμου. Η μη επιφύλαξη υπέρ του νόμου στο
άρθρο 29 μας οδηγεί στο αβίαστο συμπέρασμα ότι οποιοσδήποτε περαιτέρω
περιορισμός στην ελεύθερη έκφραση των δικαστικών λειτουργών από το νόμο
(εκτός της έκφρασης υπέρ ή κατά ενός κόμματος) είναι αντίθετος με το
Σύνταγμα.

Θα μπορούσε όμως κανείς να υποστηρίξει, ότι από τη θέση των δικαστικών


λειτουργών στην πολιτική κοινότητα που δημιουργείται από το Σύνταγμα και
τον ρόλο τους σε αυτή, μπορούμε να εντοπίσουμε μερικούς ακόμα
περιορισμούς στην ελευθερία του λόγου που δεν εντοπίζονται αβίαστα στο
άρθρο 29 παράγραφος 3 και το άρθρο 14 παράγραφος 1. Οι περιορισμοί είναι
συνυφασμένοι με την αμεροληψία για τις υποθέσεις που εκδικάζουν και όχι
αυτές που πιθανόν θα εκδικάσουν στο απροσδιόριστο μέλλον. Αυτό θα
μπορούσε να γίνει εξ αρχής δεκτό, όμως επειδή ο οποιοσδήποτε περαιτέρω
περιορισμός, βασιζόμενος σε αόριστα κριτήρια, όπως η θέση και ο ρόλος σε
μια πολιτική κοινότητα είναι προδήλως αυθαίρετα και η επέκταση του
περιορισμού πρέπει να είναι ειδική, σχεδόν εξατομικευμένη στη θέση στην
ιεραρχία και στην επιρροή της θέσης στην πολιτική κοινότητα.

Αυτή την εξειδίκευση κάνει εν μέρει ο νόμος, ο οποίος προβλέπει στο άρθρο
91 του ν. 1756/1988 περί κατάστασης των δικαστικών λειτουργών, τα σχετικά
με τα πειθαρχικά παραπτώματα των δικαστικών λειτουργών. Στην
παράγραφο 4 ορίζεται ρητά ότι 1. δεν αποτελούν πειθαρχικά
παραπτώματα για το δικαστικό λειτουργό η έκφραση γνώμης
δημόσια, εκτός αν γίνεται…2. με προφανή σκοπό τη μείωση του κύρους
της δικαιοσύνης ή εκφράζεται υπέρ ή κατά ορισμένου κόμματος ή άλλης
ορισμένης πολιτικής οργάνωσης. Επίσης δεν αποτελούν πειθαρχικά
παραπτώματα…3. η συμμετοχή και η ανάπτυξη δραστηριότητας στις
αναγνωρισμένες ενώσεις δικαστών ή άλλα σωματεία και…4. η έκφραση
γνώμης και κριτικής άποψης που γίνεται στα πλαίσια της
συμμετοχής σε ένωση δικαστικών λειτουργών. Τέλος στην παράγραφο 1
περίπτωση δ του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι πειθαρχικό παράπτωμα συνιστά
και η αναξιοπρεπής ή απρεπής εντός ή εκτός υπηρεσίας συμπεριφορά.
Ο κοινός νομοθέτης επέκτεινε τον περιορισμό της ελεύθερης έκφρασης των
δικαστικών λειτουργών εκτός της περίπτωσης της έκφρασης υπέρ ή κατά
ορισμένου κόμματος και στις περιπτώσεις έκφρασης υπέρ ή κατά ορισμένης
πολιτικής οργάνωσης. Κατά τη δική μου γνώμη ο περαιτέρω περιορισμός είναι
αντίθετος στο Σύνταγμα το οποίο ρητά απαγορεύει την έκφραση υπέρ ή κατά
κόμματος και όχι υπέρ ή κατά πολιτικής οργάνωσης. Ένα κόμμα είναι πάντοτε
πολιτική οργάνωση, μια πολιτική οργάνωση όμως δεν είναι πάντοτε κόμμα.
Έτσι ο κοινός νομοθέτης επεκτάθηκε περαιτέρω κατά τρόπο αντίθετο στο
Σύνταγμα.

Επίσης ο κοινός νομοθέτης επέκτεινε τον περιορισμό και στις περιπτώσεις


όπου η έκφραση δημόσιας γνώμης γίνεται με προφανή σκοπό τη μείωση
του κύρους της δικαιοσύνης. Ο περιορισμός αυτός είναι τόσο αόριστος και
εκφεύγει των ορίων του Συντάγματος που γίνεται επικίνδυνος. Ο περιορισμός
αυτός εάν δεν κριθεί αντίθετος στο Σύνταγμα θα πρέπει να υποβληθεί στον
περιορισμό που συνίσταται από: α) τη φιλελεύθερη αρχή του σχεδόν
απόλυτου δικαιώματος στην ελεύθερη έκφραση, β) τη μη αναφορά στο
Σύνταγμα της εν λόγω περίπτωσης, γ) στην ίδια τη διάταξη που απαιτεί i)
προφανή και ii) σκοπό μείωση του κύρους της δικαιοσύνης. Το κριτήριο
«προφανής σκοπός» από μόνο του είναι πολύ περιοριστικό κριτήριο το
οποίο μαζί με τα υπόλοιπα μας οδηγεί σε ελάχιστες περιπτώσεις στις οποίες
μπορεί να ευρεθεί «προφανής σκοπός» μείωσης του κύρους της δικαιοσύνης
(δόλος α΄ βαθμού).
O νομοθέτης επιπλέον θεωρεί και ορθά, ότι η έκφραση γνώμης και κριτικής
άποψης που γίνεται στα πλαίσια συμμετοχής σε ένωση δικαστικών
λειτουργών δεν συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα. Το δικαίωμα αυτό δεν το
αναγνωρίζει μόνο στα μέλη της διοίκησης των ενώσεων αυτών, αλλά και στα
μέλη που συμμετέχουν στις ενώσεις αυτές και εκφέρουν γνώμη στα πλαίσια
της συμμετοχής τους σε αυτές. Όταν λέμε «συμμετοχή σε αυτές» προφανώς
δεν εννοούμε το δικαίωμα να εκφράζονται μονό σε διοργανώσεις των
ενώσεων αυτών (συνέδρια, συνελεύσεις, κ.α.) αλλά παντού. Οι ενώσεις αυτές
έχουν κυρίως ρόλο συνδικαλιστικό και τα μέλη τους έχουν δικαίωμα να
εκφράζουν τις απόψεις τους για τα θέματα που τους αφορούν.

Τέλος η περίπτωση της αναξιοπρεπούς ή απρεπούς εντός ή εκτός υπηρεσίας


συμπεριφοράς, λόγω της προφανούς αοριστίας της θα πρέπει ως ανωτέρω να
ερμηνεύεται στενά. Σε κάθε περίπτωση όταν θα προσπαθήσουμε να την
εφαρμόσουμε ώστε να περιορίσουμε το δικαίωμα του λόγου ενός δικαστικού
λειτουργού, θα πρέπει να τη θέσουμε υπό την ερμηνευτική μέγγενη της
περίπτωσης του προφανούς σκοπού μείωσης του κύρους της
δικαιοσύνης, ο οποίος θα έχει περάσει από την ερμηνευτική μέγγενη της
φιλελεύθερης αρχής και του άρθρου 29 του παρ. 3 του Συντάγματος. Εάν η
δημόσια έκφραση γνώμης δεν γίνεται με προφανή σκοπό τη μείωση του
κύρους της δικαιοσύνης δεν συνιστά παραπέρα αναξιοπρεπή ή απρεπή εντός
ή εκτός υπηρεσίας συμπεριφορά.
Ο εισαγγελέας Χανίων εξέφρασε την άποψη του αρχικά για τις μειώσεις των
μισθών των δικαστικών λειτουργών και τον ρόλο του δικαστικού λειτουργού
στην εποχή της οικονομικής κρίσης και του Μνημονίου. Ανεξάρτητα από εάν
μας αρέσει ή όχι η άποψη του, το κρίσιμο είναι το γεγονός ότι έχει το
δικαίωμα να εκφράζεται, ακόμα και με άστοχες εκφράσεις όπως περί
κυβέρνησης δωσίλογων και κυβέρνησης «yes men».

Αρχικά αναφέρθηκε στο γεγονός της μείωσης των αποδοχών τους που έχει
οδηγήσει σε μια πρωτοφανή αποχή, βεβαίως παράνομη και
αντισυνταγματική, αλλά κρίσιμη για τον κλάδο τους και για την ένωση τους.
Από το κείμενο του εισαγγελέα δεν προκύπτει «προφανής σκοπός» μείωσης
του κύρους της δικαιοσύνης αλλά σχολιασμός των πεπραγμένων της πολίτικης
εξουσίας. Η έκφραση των απόψεων του δεν συνιστούν έκφραση υπέρ ή κατά
ορισμένου κόμματος. Η αντίθεση στην κυβέρνηση, δεν συνιστά έκφραση κατά
κόμματος ή έκφραση υπέρ αντιπολιτευόμενου κόμματος διότι η ερμηνεία της
έννοιας «κόμμα» θα πρέπει να είναι στενή. Κόμμα εννοούμε την πολιτική
οργάνωση που έχει ως σκοπό την κατάληψη θέσεων στο κοινοβούλιο μιας
χώρας μέσω εκλογών στις οποίες συμμετέχει ή θα συμμετάσχει μετά
βεβαιότητας και την περαιτέρω εκλογή κυβέρνησης από στελέχη του που θα
στηριχθούν από την εκλεγείσα βουλή.

Το κόμμα μέσω της παροχής ψήφου εμπιστοσύνης, στηρίζει μια ομάδα


προσώπων που αποτελούν την κυβέρνηση, ήτοι την κορυφή της εκτελεστικής
εξουσίας μαζί με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Η κυβέρνηση παρόλο που
στηρίζεται από ένα ή περισσότερα κόμματα δεν ταυτίζεται με αυτά. Εάν ο
συντακτικός νομοθέτης ήθελε να συμπεριλάβει και την κυβέρνηση στις
απαγορευμένες περιπτώσεις έκφρασης υπέρ ή κατά θα το έκανε με ρητή
αναφορά. Οποιαδήποτε αναλογική – επεκτατική ερμηνεία του νοήματος του
άρθρου 29 και στην κυβέρνηση είναι προφανώς αβάσιμη και συνιστά
ανεπίτρεπτο λογικό άλμα περιοριστικό των δικαιωμάτων των ατόμων και
ασύμβατο με την προστασία των δικαιωμάτων αυτών. Επιπλέον η ελευθερία
του λόγου υπάρχει για να ελέγχονται πρωτίστως τα άτομα που ήδη ασκούν
την εξουσία και συνιστούν εν δυνάμει κίνδυνο για τα δικαιώματα των ατόμων
και όχι αυτά που διαγκωνίζονται να την καταλάβουν. Η απαγόρευση κριτικής
στην εκτελεστική εξουσία και την κυβέρνηση συνιστά πλήρη ανάστροφη του
νοήματος της ελευθερίας του λόγου και ανεπίτρεπτο γενικό περιορισμό
αυτού.

Σε σχέση με την εισαγγελέα Κεφαλληνίας που σχολίασε και επικρότησε τις


απόψεις του εισαγγελέα Χανίων, η έναρξη πειθαρχικής έρευνας εναντίον της
είναι προδήλως αβάσιμη. Φθάνει σε ακραία όρια διότι αυτό που υποδηλώνει η
έναρξη πειθαρχικής έρευνας εναντίων της είναι η πολιτική αντίθεση στα
λεγόμενα της και όχι οι ενδείξεις πειθαρχικού παραπτώματος.

Η προσπάθεια περιορισμού του λόγου των δικαστικών λειτουργών έχει


παρελθόν στην χώρα μας. Τον Δεκέμβριο του 1990 στα πλαίσια κριτικής στο
σχέδιο νόμου “Για την προστασία της κοινωνίας από το οργανωμένο
έγκλημα”, δημοσιεύθηκαν επικριτικές ή επαινετικές δηλώσεις και
ανακοινώσεις δικαστικών λειτουργών και δικαστικών ενώσεων, για το ζήτημα
του τότε αντιτρομοκρατικού νόμου και την απαγόρευση δημοσίευσης
προκηρύξεων τρομοκρατικών οργανώσεων αλλά και το 2008 με την άσκηση
πειθαρχικής δίωξης από τον ανεκδιήγητο Σανιδά εις βάρος του τότε προέδρου
της ένωσης εισαγγελέων Σ. Μπάγια που όμως δεν οδήγησαν τελικά σε διώξεις.

Με σκοπό την άσκηση κριτικής στην απεργία των δικαστικών λειτουργών,


είδαμε δημοσιευόμενα διάφορα κείμενα που μιλούσαν υπέρ ή κατά των
απεργιών των δικαστικών όπως της Εφέτη Χασιρτζόγλου που έκανε λόγο για
παράνομες απεργίες ή της Εφέτη Παγουτέλη να της απαντά αλλά και ενός
εισαγγελέα εφετών στην εφημερίδα «Τα Νέα» να μιλά για παράνομες
απεργίες. Σε αυτούς τους λειτουργούς που υποστήριξαν ή όχι τη θέση της
κυβέρνησης θα πρέπει να ασκηθεί δίωξη;
Προφανώς και όχι όπως και για τους άλλους δύο για τους οποίους ήδη
διατάχθηκε πειθαρχική έρευνα. Το επιχείρημα ότι σε σχέση με τους ανωτέρω,
ο εισαγγελέας Χανίων χρησιμοποίησε οξείες εκφράσεις ή ότι έκρινε γενικά το
κυβερνητικό έργο και όχι αποκλειστικά τα ζητήματα που αφορούν άμεσα τον
κλάδο του, δεν είναι πειστικό, για τον λόγο ότι πρωτίστως δεν στηρίζεται στο
νόμο όπως ανωτέρω ανέλυσα.

Η ανωτέρω κριτική των δικαστικών θεωρώ δεν πρέπει να μας οδηγήσει στο
συμπέρασμα ότι πιθανόν δεν θα είναι αμερόληπτοι στην εκδίκαση των
υποθέσεων που θα τους ανατεθούν και σχετίζονται με τα ανωτέρω νομικά
ζητήματα διότι εκφράστηκαν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Οι δικαστικοί λειτουργοί
για χρόνια ασχολούνται με πολιτικά ζητήματα ή εκφράζουν γνώμη για νομικά
ζητήματα Όσοι διαβάζουμε νομικά περιοδικά έχουμε δει μελέτες δικαστικών
λειτουργών να αναφέρονται σε νομοθετήματα τα οποία τα χαρακτηρίζουν
αναποτελεσματικά ή αντισυνταγματικά ή παίρνουν θέση υπέρ της μιας ή της
άλλης ερμηνευτικής εκδοχής. Το ότι αρθρογραφούν υπέρ ή ενάντιων αυτών
των νομοθετημάτων, δεν σημαίνει ότι εκφράζονται υπέρ ή κατά κομμάτων
που ψήφισαν το νόμο ή αναμιγνύονται με πολιτικά ζητήματα ή επιπλέον ότι
δεν θα είναι αμερόληπτοι στην άσκηση των καθηκόντων τους για υποθέσεις
σχετιζόμενες με το ανωτέρω ζήτημα.

Εάν δεχθούμε αυτήν την τελευταία εκδοχή, ότι δηλαδή δεν μπορούν να
δικάζουν υποθέσεις, για τα νομικά ζητήματα των οποίων έχουν εκφραστεί,
αυτομάτως αποκλείουμε πολλούς δικαστές που έχουν γράψει ή θα γράψουν
μελέτες με νομικό περιεχόμενο ή και το χειρότερο τους αποτρέπουμε από το
να δημοσιεύουν τις απόψεις τους επάνω σε νομικά ζητήματα.

Κλείνοντας θα πρέπει να υποστηρίξουμε ότι η θέση μεταξύ ενός δικαστή και


ενός εισαγγελέα δεν είναι η ίδια.

Ένας δικαστής που είναι ο τελικός κριτής σε μια υπόθεση και δεν υπόκειται
ιεραρχικά σε κανέναν για την άσκηση του ρόλου του και δεν μπορεί να
περιορίζεται το ίδιο με έναν εισαγγελέα.

Ο εισαγγελέας πρωτοδικών ο οποίος σε πολλές περιπτώσεις υπόκειται


ιεραρχικά στον προϊστάμενό του, για την άσκηση του ρόλου του, αλλά και
στον Υπουργό Δικαιοσύνης και μπορεί να εντέλλεται από αυτόν να ασκήσει
ποινική δίωξη ή να διατάζει προκαταρτική έρευνα ( βλέπε αρ. 29[2], 30[3],
35[4] κ.α. ΚΠΔ), δεν επιτελεί ρόλο τόσο αυστηρό όσο ο δικαστής ο οποίος για
την άσκηση του ρόλου του δεν υπάγεται ιεραρχικά σε κανέναν. Οπότε
μπορούμε να αναγνωρίσουμε διαφορετική μεταχείριση μεταξύ δικαστή και
εισαγγελέα σε σχέση με την ελευθερία του λόγου. Όσο ανεβαίνουμε στην
βαθμίδα της ιεραρχίας της εισαγγελικής αρχής τόσο περιορίζεται το δικαίωμα
του κατόχου της θέσης διότι δεν υπόκειται ιεραρχικά σε κανέναν να για
επιτελέσει το ρόλο του.
Κλείνοντας, υποστηρίζουμε ότι δεν υπάρχει καμία πειθαρχική παράβαση από
μέρους των εισαγγελέων, διότι από την ερμηνεία των ανωτέρω οικείων εν
ισχύ διατάξεων, δεν προκύπτει κάτι τέτοιο.

3. Αναζητώντας τα όρια στην ελευθερία του λόγου των δικαστικών


λειτουργών

Μιχαήλ Ροδόπουλος[5]

Εισαγωγικά
Σύντομο ιστορικό: Πριν από μερικές ημέρες αναγνώσαμε στο ημερήσιο
τύπο μια ασυνήθιστη για τον δικανικό βίο είδηση[6]. Εισαγγελέας
Πρωτοδικών με επιστολή του η οποία αναρτήθηκε σε διαδικτυακό ιστότοπο
υπερασπίζεται τις κινητοποιήσεις του κλάδου του για την διασφάλιση των
μισθολογικών απολαβών των δικαστών εξαπολύοντας μύδρους ενάντια στο
πολιτικό σύστημα αλλά και σε ανώτερους ιεραρχικά δικαστές που τηρούν
διαφορετική στάση στο ζήτημα. Η τοποθέτηση του εισαγγελέα προκάλεσε την
αντίδραση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ο οποίος διέταξε πειθαρχική
προκαταρκτική εξέταση σε βάρος του καθώς χαρακτηρισμοί που απαντώνται
στο άρθρο-παρέμβαση όπως ιδίως «κυβέρνηση δωσιλόγων που προσφέρουν
γη και ύδωρ στους δανειστές μας», «βουλή οπερέτα», «κυβέρνηση yes men»,
«καθεστώς κατοχής», «Σοφοί του ΣτΕ» φέρονται να αποτελούν προσβολή για
το κύρος της δικαιοσύνης. Αξίζει να σημειωθεί ότι πειθαρχικώς ελεγκτέα
τυγχάνει και δεύτερη εισαγγελική λειτουργός η οποία επικρότησε την
επιστολή του συναδέλφου της με την φράση «μπράβο συνάδελφε».
Προβληματισμοί: Κατόπιν των ανωτέρω εγείρονται ερωτηματικά
σχετικά με το δικαίωμα ελευθερίας του λόγου των δικαστικών λειτουργών.
Είναι ο δικαστής δέσμιος σε μια σχέση ανελευθερίας με το κράτος-εργοδότη ή
μήπως η άσκηση του λειτουργήματος του δικαστικού λειτουργού
συνεφέλκεται θεμιτούς περιορισμούς στο δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου;
Το ειδικό status του δικαστή «παρακολουθεί» την συμπεριφορά του και όταν
αυτός κατέρχεται της έδρας ή μήπως με την λήξη του ωραρίου των
δικαστηρίων αναβιώνει το γενικό του status, απολαμβάνοντας έτσι ευρύτερες
ελευθερίες έκφρασης και συμπεριφοράς που θα απολάμβανε και ως απλός
πολίτης;
Όπως γίνεται αντιληπτό τα ερωτήματα αυτά συνέχονται άρρηκτα με την
λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία του δικαστή και συνεπώς με την
ποιότητα του δικαιοδοτικού έργου. Άπτονται προσέτι του φιλελεύθερου
οικοδομήματος προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων που κατοχυρώνει η
έννομη τάξη μας από την οποία δεν γίνονται ανεκτές νησίδες ανελευθερίας
και αναστολής προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων των πολιτών.

Με την παρούσα ανάλυση θα επιχειρήσουμε να σκιαγραφήσουμε τα όρια


στην ελευθερία της έκφρασης που τίθενται στους δικαστικούς λειτουργούς.
Κάθε ελευθερία γίνεται αντιληπτή μέσα από τους περιορισμούς της,
διαφορετικά καταλήγει σε άναρχη εξουσία. Η ανάλυση θα βασιστεί επί του
διπόλου «κομματική έκφραση – πολιτική έκφραση» καθώς η απαγόρευση
κομματικής έκφρασης είναι όπως θα δείξουμε διάφορης νομικής φύσεως από
τους περιορισμούς που τίθενται σε έναν lato sensu πολιτικό λόγο του δικαστή.

Α) Η απαγόρευση κομματικής εκδήλωσης των δικαστικών


λειτουργών ως όρος άσκησης του λειτουργήματος τους.

Νομοθετικό πλαίσιο: Σύμφωνα με το άρθρο 29 § 3 εδ. α΄ του Συντάγματος


«Απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά
πολιτικού κόμματος στους δικαστικούς λειτουργούς και σε όσους υπηρετούν
στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας». Την επιταγή για
κομματική ουδετερότητα επαναλαμβάνει και ο Κώδικας Οργανισμού
Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (στο εξής ΚΟΔΚΔΛ)
στο άρθρο 40 § 6 του όποιου ορίζεται πως «απαγορεύονται στους δικαστικούς
λειτουργούς κάθε είδους εκδηλώσεις υπέρ πολιτικών κομμάτων». Για την
ταυτότητα του νομικού λόγου αλλά και σε σύμφωνη με το σύνταγμα ερμηνεία
της νομοθετικής αυτής διάταξης πρέπει να δεχθούμε πως η απαγόρευση
καταλαμβάνει και εκδηλώσεις κατά πολιτικών κομμάτων. Το άρθρο 91 §
τυποποιεί ως πειθαρχικό αδίκημα «κάθε υπαίτια και καταλογιστή πράξη ή
συμπεριφορά εν γένει του δικαστικού λειτουργού εντός ή εκτός υπηρεσίας,
εφ’ όσον αντίκειται προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το Σύνταγμα
και τις κείμενες διατάξεις ή είναι ασυμβίβαστη προς το αξίωμα του και θίγει
το κύρος του ή το κύρος της δικαιοσύνης» Διευκρινίζεται ωστόσο στο ίδιο
νομοθέτημα (άρθρο 91 § 5 περ. β΄) πως δεν συνιστά πειθαρχική παράβαση «η
έκφραση γνώμης δημοσίως, εκτός αν γίνεται με σκοπό τη μείωση του κύρους
της δικαιοσύνης ή υπέρ ορισμένου κόμματος ή άλλης ορισμένης πολιτικής
οργάνωσης».
Τελολογική και συστηματική ερμηνεία: Πριν προχωρήσουμε στον
ερμηνευτικό προσδιορισμό του εύρους της απαγόρευσης, σκόπιμο είναι να
διαγνώσουμε το σκοπό της. Από την συστηματική θέση που κατέχει η
απαγόρευση κομματικής εκφράσεως του δικαστή καθίσταται σαφές πως η
απαγόρευση αυτή δεν γίνεται αντιληπτή ως κλασσικού τύπου περιορισμός
ορισμένου ατομικού δικαιώματος και ειδικότερα του δικαιώματος στην
ελευθερία της έκφρασης, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 14 του
ισχύοντος Συντάγματος. Πράγματι, η επιταγή για κομματική αμεροληψία δεν
περιλαμβάνεται στο Μέρος Δεύτερο του Συντάγματος (άρθρα 4 έως 25) όπου
ρυθμίζονται τα σχετικά με ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα αλλά στο
Μέρος Τρίτο, Τμήμα Α΄ όπου διαλαμβάνονται ζητήματα οργάνωσης και
λειτουργίας της Πολιτείας και ειδικότερα εξαγγέλλονται θεσμικές αρχές
σύνταξης της Πολιτείας. Με άλλα λόγια, η κομματική ουδετερότητα
εκλαμβάνεται από το συντακτικό νομοθέτη ως υπαρξιακός όρος της σύνταξης
της πολιτείας αμέσως σχετιζόμενη με την οργανωτική αρχή της διάκρισης των
λειτουργιών. Η διάκριση των λειτουργιών προστάσσει τους εκπροσώπους των
τριών εξουσιών σε εκατέρωθεν αυτοσυγκράτηση για να διαφυλαχθεί η
ακώλυτη άσκηση εκάστης λειτουργίας[7]. Ο επιβαλλόμενος αυτοπεριορισμός
προλαμβάνει ανεπιθύμητες θεσμικές τριβές ανάμεσα στην δικαστική και την
νομοθετική λειτουργία, τριβές οι οποίες καθηλώνουν την κρατική δράση σε
μια αντιπαραγωγική αυτοαναφερόμενη εσωστρέφεια, η οποία σε προοπτική
έξαρσης ενδέχεται να τραπεί σε απειλητική του ίδιου του πολιτεύματος.
Όπως ακριβώς ολόκληρο πλέγμα διατάξεων περιορίζει την νομοθετική και την
εκτελεστική εξουσία από παρεμβάσεις στο έργο της δικαιοσύνης κατά τον ίδιο
τρόπο και η δικαιοσύνη περιορίζεται στις παρεμβάσεις της στο έργο της
Βουλής κατά την νομοθετική λειτουργία και στο έργο της Κυβέρνησης σχετικά
με την γενική διακυβέρνηση της Χώρας. Το άρθρο 26 Σ δηλαδή, το οποίο ρητά
διακηρύττει την μοντεσκιανής προέλευσης διάκριση των λειτουργιών ως
δομικό κανόνα αρχιτεκτονικής του συστήματος των σχέσεων κρατικής
εξουσίας, λειτουργεί ως κριτήριο ερμηνείας του επίμαχου νομοθετικού
πλαισίου για τις απαγορεύσεις στην ελευθερία έκφρασης των δικαστών[8].
Καίτοι στην πράξη έχει παρατηρηθεί πως οι παρεμβάσεις της εκτελεστικής
εξουσίας στο έργο των δικαστών είναι περισσότερο συχνές και σίγουρα πιο
δραστικές, δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος δικαστικής αυθαιρεσίας και
υπονόμευσης της εκτελεστικής εξουσίας από υπερτροφικής εξουσίας
δικαστικούς[9]. Η ερμηνεία των σχετικών διατάξεων οφείλει να είναι τέτοια
που να διασφαλίζει πως το κράτος δικαίου δεν θα διολισθήσει σε κράτος
δικαστών.
Το Σύνταγμα στα άρθρα 87 επ. εξοπλίζει τους δικαστές με λειτουργική και
προσωπική ανεξαρτησία εξυπηρετώντας τον στόχο για ορθή και ανεπηρέαστη
απονομή της δικαιοσύνης[10]. Αποτελώντας ωστόσο αναλυτική έκπτυξη της
θεμελιώδους αρχής της διάκρισης των λειτουργιών[11] οι εγγυήσεις υπέρ των
δικαστών δεν σκοπούν μόνο στην διασφάλιση μιας ανεπηρέαστης
δικαιοδοτικής κρίσης αλλά αποτελούν και συνταγματικά θεσπισμένο κώδικα
συμπεριφοράς ανάμεσα στα όργανα των τριών λειτουργιών. Ως εκ τούτου, η
ανεξαρτησία των δικαστών δεν είναι προνόμιο ή δικαίωμα των δικαστών αλλά
αντικειμενικός κανόνας που επιτάσσει την υπακοή των δικαστών μόνο στο
Σύνταγμα και τους νόμους[12]. Από την στιγμή όμως που οι διατάξεις περί
λειτουργικής ανεξαρτησίας δεσμεύουν τόσο την εκτελεστική και την
νομοθετική εξουσία όσο και την ίδια την δικαστική, ο δικαστής δεν μπορεί να
παραιτηθεί των θεσμικών αυτών εγγυήσεων. Δεν μπορεί επίσης να τις
διευρύνει πέρα από το ρητά συνταγματικά θεσπισμένο πλαίσιο. Με άλλα
λόγια, δεν μπορεί να διεκδικήσει στην πράξη μεγαλύτερη εξουσία από αυτή
που ρητά του απονέμεται. Δεν μπορεί δηλαδή να επεκτείνει την λειτουργική
του ανεξαρτησία και από εξουσία απόκρουσης παρεμβάσεων της
εκτελεστικής εξουσίας να την μετατρέψει σε εξουσία επέμβασης στα έργα της
Κυβέρνησης. Κάτι τέτοιο θα συνιστούσε ευθεία παράβαση τόσο του άρθρου
26 όσο και των άρθρων 87 επ. Σ. Διαβάζοντας την λειτουργική ανεξαρτησία
του Δικαστή από την αντίπερα όχθη, η Κυβέρνηση και η Βουλή υποχρεούται
να απέχει από παρεμβάσεις στο έργο της δικαιοσύνης αλλά υποχρεούται και
να αποκρούει οποιαδήποτε επέμβαση στο δικό της έργο (πχ άρθρο 82 § 1 Σ)
που προέρχεται από χώρο της Δικαιοσύνης[13]. Συνοπτικά, η ανάσχεση του
λόγου των δικαστών από κομματικές κορώνες ή από δημόσιες τοποθετήσεις
σε ζητήματα ρητά επιφυλασσόμενα στις άλλες δύο λειτουργίες αποτελεί
το ομοούσιον αντίρροπο της ανεξαρτησίας τους.
Σε όρους συνταγματικής θεωρίας ο δικαστής είναι άμεσο όργανο του κράτους
καθώς η συγκρότηση και οι αρμοδιότητές του προβλέπονται και ρυθμίζονται
απευθείας από το Σύνταγμα. Ως όργανο του κράτους ασκεί την κατά το
ισχύον δίκαιο κρατική εξουσία[14]. Οι πράξεις ή οι παραλείψεις του
συγκεκριμένου φυσικού προσώπου «ισχύουν, για τη νομική θεώρηση, όχι ως
πράξεις αυτών των προσώπων αλλά κάποιων άλλων»[15], δηλαδή των
δικαστών ως κρατικών οργάνων. Σύμφωνα με την θεωρητική αυτή σύλληψη,
για όσο χρόνο το φυσικό πρόσωπο ασκεί την δέσμη αρμοδιοτήτων που
προβλέπονται για το όργανο «δικαστικός λειτουργός» είναι υποχρεωμένο να
ενεργεί μόνο τις πράξεις που επιτάσσονται ή επιτρέπονται από τον νόμο. Η
απαγόρευση κομματικών εκδηλώσεων είναι δηλαδή μια παράμετρος
της αρμοδιότητας του. Είναι ο όρος, ένας από τους πολλούς, υπό τους
οποίους ασκείται η συγκεκριμένη αρμοδιότητα. Άρα, η απαγόρευση δεν παύει
ούτε αναστέλλεται με την λήξη του ωραρίου των δικαστηρίων. Δεν διαρκεί για
όσο χρόνο το φυσικό πρόσωπο βρίσκεται σε υπηρεσία αλλά αντιθέτως για όλο
το χρονικό διάστημα που είναι φορέας της αρμοδιότητας. Η απαγόρευση
κομματικής εκδήλωσης είναι συνεπώς ένα είδος ασυμβιβάστου για τους
δικαστικούς λειτουργούς ανάλογης νομικής φύσεως με την απαγόρευση
παροχής κάθε άλλης μισθωτής υπηρεσίας ή άσκησης οποιουδήποτε
επαγγέλματος (άρθρο 89 § 1 Σ). Όπως ο δικαστής δεν δικαιούται να ασκεί
άλλο επάγγελμα, ακόμη και στον ελεύθερο χρόνο του, κατά τον ίδιο ακριβώς
τρόπο απαγορεύεται σε αυτόν να εκδηλώνεται κομματικά ακόμη και όταν
είναι ελεύθερος υπηρεσίας[16]. Ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι οι
απαγορεύσεις αυτές βρίσκονται σε ένταση με το δικαίωμα για ελεύθερη
ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους (5 § 1 Σ) ή της ελευθερίας έκφρασης (14 §
1 Σ) όπως είναι γνωστό όλες οι διατάξεις του Συντάγματος είναι ισόκυρες και
σε καμία περίπτωση δεν γίνεται αποδεκτή η κατασκευή της θεωρίας των
αντισυνταγματικών διατάξεων του Συντάγματος. Ήδη όμως αναλύσαμε
εκτενώς ότι η απαγόρευση κομματικής εκδήλωσης δεν είναι
περιορισμός ορισμένου ατομικού δικαιώματος αλλά όρος άσκησης
της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ρητώς θεσπισμένος εκ του
Συντάγματος. Δεν πρόκειται για περιορισμό του δικαιώματος
ορισμένου φυσικού προσώπου αλλά για προσδιορισμό των
αρμοδιοτήτων ορισμένου κρατικού οργάνου.
Εύρος της απαγόρευσης: Ύστερα από τις σημαντικές αυτές
συστηματικές-τελολογικές επισημάνσεις είμαστε σε θέση να προχωρήσουμε
στην ερμηνεία της διάταξης 29 § 3 Σ και του συναφούς νομοθετικού πλαισίου.
Η ερμηνεία αυτή δεν χρειάζεται να υπακούει στους περιορισμούς των
περιορισμών των ατομικών δικαιωμάτων και ειδικότερα στην απαίτηση για
απαραβίαστο πυρήνα του δικαιώματος (άρθρο 25 Σ) ή στον ερμηνευτικό
κανόνα για στενή ερμηνεία των περιορισμών[17]. Η 29 § 3 Σ πρέπει να
ερμηνεύεται υπό το φως του πρωταρχικού σκοπού της που δεν είναι άλλος
από την διαφύλαξη της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης μέσα στο πλαίσιο της
συνταγματικής διάκρισης των λειτουργιών.
Η έκφραση γνώμης δημοσίως ή η οποιασδήποτε μορφής εκδήλωση υπέρ
πολιτικού κόμματος ή κατά πολιτικής οργάνωσης απαγορεύεται καθολικώς
και απολύτως. Απαγορεύεται δηλαδή η έκφραση γνώμης, είτε με
αρθρογραφία είτε προφορικώς, εγγράφως ή δια του τύπου, της οποίας το
περιεχόμενο εκδηλώνει θέση υπέρ συγκεκριμένου πολιτικού κόμματος ή
εκφράζει επίκριση για πολιτικό κόμμα ή για όλα τα κόμματα εν γένει[18].
Έκφραση γνώμης υπέρ πολιτικού κόμματος υπάρχει και όταν αυτή
διατυπώνεται εμμέσως συγκεκαλυμμένως ή πλαγίως, με εμφανή υπονοούμενα
ή με οποιασδήποτε μορφής επιδοκιμασίες ή αποδοκιμασίες των
δραστηριοτήτων και των επιδιώξεων συγκεκριμένων πολιτικών σχηματισμών.
Κριτήριο είναι αν ένας καλόπιστος αναγνώστης/ακροατής μπορεί να
διαγνώσει είτε φιλικό είτε εχθρικό δεσμό του δικαστικού λειτουργού με
ορισμένο ή ορισμένα κόμματα. Εκ του όρου «εκδήλωση» συνάγεται πάντως
πως η έκφραση γνώμης σε αμιγώς ιδιωτική συζήτηση δεν είναι
απαγορευμένη. Έτσι χαρακτηρισμοί όπως «κυβέρνηση δωσιλόγων» ή
«κυβέρνηση yes men» συνιστά ευθεία παραβίαση του άρθρου 29 § 3 Σ καθώς
καταφέρεται με τρόπο απαξιωτικό κατά των κυβερνητικών κομμάτων που
στηρίζουν την κυβέρνηση. Αντίθετα, δεν συνιστά κατά τη γνώμη μου
εκδήλωση σε βάρος κόμματος η απλή επιδοκιμασία «μπράβο συνάδελφε»
αφού δεν είναι ξεκάθαρο τι ακριβώς επαινείται. Επαινείται η έκφραση
γνώμης; Η υποστήριξη των απεργιακών κινητοποιήσεων των δικαστών; Το
ύφος; Το λεξιλόγιο; Σε κάθε περίπτωση ο καλόπιστος αναγνώστης δεν μπορεί
εναργώς να διακρίνει σε τι ακριβώς αναφέρεται η επιδοκιμασία και αν αυτή
αφορά τα επιτιμητικά σχόλια εναντίον της Κυβέρνησης.
Αξίζει να σημειώσουμε πως ορθά η Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου
εκφράστηκε υπέρ της άποψης πως η έκφραση γνώμης δικαστικού λειτουργού
δημοσίως υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος συνιστά καθεαυτή πειθαρχικό
παράπτωμα χωρίς να ερευνάται και αν ο δικαστικός λειτουργός είχε ή δεν είχε
σκοπό μείωσης του κύρους της δικαιοσύνης[19]. Η ανάμειξη του δικαστή
σε κομματικά θέματα αναγορεύεται δηλαδή σε ένα malum per se.

Β) To κύρος και η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης ως κλασικού τύπου


περιορισμός στο δικαίωμα ελευθερίας της γνώμης του δικαστικού
λειτουργού
Οι περιορισμοί λόγω της ειδικής σχέσης Δικαστή-Κράτους: Η
απαγόρευση κομματικής εκφράσεως δεν είναι όμως το μοναδικό όριο που
τίθεται στην ελευθερία του λόγου των δικαστών. Η ελευθερία έκφρασης τελεί
κατά το άρθρο 14 Σ υπό την επιφύλαξη του νόμου («τηρώντας τους νόμους
του κράτους»). Πέρα από τους περιορισμούς που θέτουν οι γενικοί νόμοι σε
όλους τους πολίτες (πχ απαγόρευση εξυβρίσεως) είναι δυνατόν να
προβλέπονται περιορισμοί που ο νόμος κρίνει αναγκαίους για την ορθή
λειτουργία της δικαιοσύνης. Το άρθρο 10 § 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για
τα Δικαιώματα του Ανθρώπου αναγνωρίζει ως θεμιτούς περιορισμούς στην
ελευθερία έκφρασης χάριν διασφαλίσεως του κύρους και της αμεροληψίας
της δικαστικής εξουσίας. Η ειδική κυριαρχική ή εξουσιαστική σχέση
δικαιολογεί δηλαδή ευρύτερους περιορισμούς στο ατομικό
δικαίωμα των δικαστών από τους περιορισμούς που θα υφίσταντο
ως απλοί πολίτες[20].
Οι περιορισμοί των περιορισμών: Οι περιορισμοί ωστόσο που θα
προβλέψει ο κοινός νομοθέτης τελούν υπό τους όρους νομιμότητας που
διέπουν κάθε περιορισμό ατομικού δικαιώματος. Ο κανόνας είναι η ελευθερία
και ο περιορισμός η εξαίρεση[21]. Πράγμα που σημαίνει ότι ο ερμηνευτής
πρέπει να ερμηνεύει τους περιορισμούς στενά και υπέρ του δικαιώματος. Ο
νομοθέτης αντιστοίχως δεν μπορεί προβλέψει περιορισμούς που
εξουθενώνουν το δικαίωμα, θίγοντας τον πυρήνα του. Συνεπώς η εξάρτηση
της άσκησης του δικαιώματος της ελεύθερης εκδήλωσης της γνώμης από
προηγούμενη διοικητική άδεια ή άδεια ανωτέρου δικαστικού οργάνου ή μια
γενική απαγόρευση δημοσιεύσεως της γνώμης στον τύπο θα εκρίνετο
αντισυνταγματική και μη αναγκαία στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής κοινωνίας.
Το επιτρεπτό της έκφρασης πολιτικής γνώμης: Με φιλελεύθερο
πνεύμα ο κοινός νομοθέτης κατήργησε την διάταξη του άρθρου 91 § 5 του ν.
1756/1988 που όριζε ότι δεν αποτελεί πειθαρχικό αδίκημα η έκφραση γνώμης
δημοσίως για φιλοσοφικά, επιστημονικά και πολιτιστικά θέματα. Η νέα, εν
ισχύι, διάταξη του άρθρου 91 § 5 του ΚΟΔΚΔΛ επιτρέπει γενικώς την έκφραση
γνώμης του δικαστικού λειτουργού δίχως να περιορίζει το επιτρεπτό της
εκφράσεως σε ορισμένα μόνο θέματα. Από την αντιπαραβολή της παλαιάς και
την ισχύουσας διατάξεως συμπεραίνεται πως διευρύνθηκαν σημαντικά τα
όρια στην ελευθερία έκφρασης του δικαστικού λειτουργού. Η απάλειψη της
περιοριστής αρίθμησης των θεματικών επί των οποίων εδικαιούτο να
εκφραστεί ο δικαστής συνάδει με την λογική του δικαιώματος ως κανόνα και
του περιορισμού ως εξαιρέσεως. Ο δικαστικός λειτουργός μπορεί να σχολιάζει
οποιοδήποτε θέμα, ακόμα και πολιτικό (εξαιρουμένων των αυστηρώς
κομματικών σχολιασμών), αρκεί να μην θίγεται το κύρος της δικαιοσύνης.
Οι όροι του επιτρεπτού: Η γενικότατη και χωρίς περιορισμούς
διατύπωση της ισχύουσας διατάξεως συνηγορεί υπέρ της άποψης πως ο
δικαστικός λειτουργός μπορεί να εκφέρει γνώμη επί πολιτικών θεμάτων ή επί
οποιασδήποτε φύσεως θέμα ή ζήτημα αρκεί α) να μην υποκρύπτεται
κομματική έκφραση (διότι τότε υποπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 29 §
3 Σ) και β) να μην γίνεται κατά τρόπο που δυσφημεί το κύρος της
δικαιοσύνης[22]. Το τελευταίο θα κριθεί αφού ληφθούν υπόψη ο τρόπος, τα
μέσα και οι περιστάσεις υπό της οποίες εκφράστηκε δημόσια ο δικαστικός
λειτουργός. Για παράδειγμα η εκφορά λόγου σε οργίλο τόνο και με υβριστικό
ύφος (π.χ. με συνθήματα) θα συνιστά πειθαρχική παράβαση αφού τα μέσα με
τα οποία εκφράστηκε ο δικαστικός είναι ασυμβίβαστα προς το αξίωμά του. Η
κριτική προς το νομοθετικό πλαίσιο είναι επιτρεπτή αρκεί να μην δηλώνει
γενική απαξίωση προς την συνολική έννομη τάξη.
Με άλλα λόγια, ο δικαστικός λειτουργός πρέπει να εκφράζεται με τη σύνεση
που προσήκει στο αξίωμα του. Σε αντίθεση με την απαγόρευση του 29 § 3 Σ,
που είναι μια απαγόρευση ως προς το περιεχόμενο των λόγων του δικαστή, η
απαγόρευση του άρθρου 91 § 5 του ΚΟΔΚΔΛ είναι πρωτίστως μια
απαγόρευση ως προς τον τρόπο και τα μέσα της έκφρασης. Δεν υφίσταται
σημαντικός περιορισμός ως προς το περιεχόμενο της άποψης που δύναται να
εκφέρει ο δικαστικός λειτουργός. Εξαίρεση, όπου το περιεχόμενο των λόγων
πρέπει να θεωρηθεί καθεαυτό ως προσβλητικό του κύρους της δικαιοσύνης,
πρέπει να δεχθούμε μόνο σε ακραίες περιπτώσεις όπως για παράδειγμα όταν
εκφράζεται ρατσιστικός λόγος ή απαρνούνται θεμελιώδεις και ακατάλυτες
αρχές (και όχι συγκεκριμένα νομοθετήματα) της συνταγματικής μας τάξης. Ως
εκ τούτου, ενώ μια κριτική προς το δικαιοδοτικό έργο του Συμβουλίου της
Επικρατείας είναι καθόλα θεμιτή, η ειρωνική αποστροφή «σοφοί του ΣτΕ»
τον καθιστά εξόχως προβληματικό διότι δεν τηρείται η επιβαλλόμενη
γλωσσική εγκράτεια και ευπρέπεια. Προάγει την εντύπωση μιας λυσσαλέας
εσωτερικής έριδας ανάμεσα στους λειτουργούς της δικαιοσύνης που εκφεύγει
κατά πολύ από την επιτρεπτή –ακόμα και επιθυμητή- υγιή αντιπαράθεση
επιχειρημάτων και επιστημονικών απόψεων.

Συμπερασματικές παρατηρήσεις
Σύνοψη: Ο δικαστικός λειτουργός διαθέτει υπό το ισχύον νομοθετικό
πλαίσιο ευρύτατα περιθώρια ελευθερίας του λόγου. Σε μια κοινωνία που
φιλοδοξεί να σέβεται τον πολίτη και να διαπλάθει δημοκρατικές δομές για να
αναπτύσσεται ομαλά η προσωπικότητα του ατόμου, η κατοχύρωση
πραγματικής ελευθερίας του λόγου συνιστά θεμελιακή προϋπόθεση της
ύπαρξης και της ευημερίας της. Αποτελώντας ένα εκ των πλέον πολύτιμων
δικαιωμάτων του ανθρώπου, ο δικαστής δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί από
την απόλαυση του θεμελιώδους αυτού δικαιώματος. Άλλωστε η ελευθερία της
γνώμης είναι συστατικό της ίδιας της δημοκρατίας. Ο δικαστής δεν μπορεί να
είναι μοναχά ένα στόμα που προφέρει μηχανιστικά τα λόγια του νόμου. Η
απομόνωση του σε ένα αποστειρωμένο νομικό περιβάλλον, μακριά από την
κοινωνία, αποδυναμώνει και την ίδια την ποιότητα των δικαιοδοτικών του
κρίσεων αφού ο πραγματικός κόσμος είναι συχνά πολύ διαφορετικός από τον
ιδεατό.
Η ελευθερία όμως αυτή τίθεται υπό ένα διπλό φραγμό. Αφενός
προσδιορίζεται από τους όρους που τίθενται στον δικαστικό λειτουργό ως
εγγενείς του λειτουργήματος του. Αφετέρου περιορίζεται λόγω της ειδικής
σχέσης που τον συνδέει τόσο με το κράτος όσο και με την κοινωνία.
Ειδικότερα, ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να ασκεί το λειτούργημά του
μέσα στο πλαίσιο που του ορίζει το Σύνταγμα. Συνεπώς, ο κομματικός λόγος
είναι απαγορευμένος στο δικαστικό λειτουργό. Συμμορφούμενος με τους ρητά
θεσπισμένους όρους άσκησης του λειτουργήματος είναι ελεύθερος να ασκεί
τα ατομικά του δικαιώματα, του άρθρου 14 §1 Σ συμπεριλαμβανομένου. Η
ελευθερία όμως αυτή πρέπει να ασκείται κατά τρόπο που να μην απαξιώνει
στα μάτια της κοινωνίας το κύρος της δικαιοσύνης. Συνελόντι ειπείν,
εξαιρουμένου του κομματικού λόγου, ο οποίος είναι ασυμβίβαστος
με την θέση του δικαστικού λειτουργού, ο δικαστής δικαιούται στον
ιδιωτικό του βίο να εκφράζεται δημόσια επί παντός επιστητού μέσω
ενός εκφραστικού πλαισίου που δεν αναιρεί την ιδιότητά του στον
εργασιακό του βίο.
Πειθαρχικό Δίκαιο: Σύμφωνα με το άρθρο 93 § 2 του ΚΟΔΚΔΛ «η
οριστική παύση επιβάλλεται σε ιδιαίτερα βαριές περιπτώσεις πειθαρχικών
παραπτωμάτων, όταν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν και ο
βαθμός υπαιτιότητας του διωκομένου μαρτυρούν ότι αυτός δεν έχει
συναίσθηση των βασικών υποχρεώσεων του ως δικαστικού λειτουργού ή
θίγουν σοβαρά σε κύρος της δικαιοσύνης». Σύμφωνα με όσα αναλύθηκαν,
μόνο σε ακραίες περιπτώσεις (υβριστικός λόγος, ρατσιστικός, συκοφαντικός)
θα πρέπει να καταφάσκεται αδυναμία διάκρισης των βασικών υποχρεώσεων
του δικαστικού λειτουργού όταν αυτός διώκεται πειθαρχικά για έκφραση
γνώμης για οποιοδήποτε γενικό-πολιτικό θέμα. Σε περιπτώσεις δηλαδή
αμετροεπούς εκφράσεως θα πρέπει να επιφυλάσσονται ελαφρύτερες ποινές.
Αντίθετα, η δημόσια τοποθέτηση δικαστικού λειτουργού υπέρ ή κατά
πολιτικού κόμματος μαρτυρεί πολύ πιο συχνά αδυναμία διάκρισης των
βασικών του υποχρεώσεων και ειδικότερα της ακρογωνιαίας υποχρέωσης του
να είναι ανεξάρτητος, αμερόληπτος και να σέβεται την συνταγματική
κατανομή των αρμοδιοτήτων ανάμεσα στις τρεις εξουσίες[23].

[1] H Βίβιαν Τιμπάνου, γεννήθηκε στην Καλαμάτα και σπούδασε Νομική στο
ΑΠΘ. Συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές Συνταγματικού Δικαίου στις ΗΠΑ και
δούλεψε ως δικηγόρος στην Αμερική και την Ευρώπη.
[2] Το δικαστήριο των εφετών συνεδριάζοντας ως συμβούλιο σε
ολομέλεια με την παρουσία και του εισαγγελέα έχει το δικαίωμα να ακούει
τις ανακοινώσεις μέλους του (άρθρ. 37) και να παραγγέλλει στον
αρμόδιο εισαγγελέα να κινήσει την ποινική δίωξη.
Έχει ακόμα το δικαίωμα να διατάξει τον εισαγγελέα εφετών να κινήσει
ποινική δίωξη για κάθε έγκλημα και για κάθε υπαίτιο. Αν αυτή έχει ήδη
ασκηθεί από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, έχει το δικαίωμα να
διατάξει να υποβληθούν τα έγγραφα στον εισαγγελέα εφετών.
[3] Ο Υπουργός Δικαιοσύνης έχει δικαίωμα να παραγγέλλει στον
εισαγγελέα πλημμελειοδικών τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης για
κάθε αξιόποινη πράξη.”
Σε υποθέσεις εξαιρετικής φύσης ο Υπουργός Δικαιοσύνης μπορεί να ζητήσει
από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να παραγγείλει τη διενέργεια της
ανάκρισης και την εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο κατ` απόλυτη
προτεραιότητα.

[4] Η ανώτατη διεύθυνση στην ανάκριση ανήκει στον εισαγγελέα εφετών, που
έχει επιπλέον το δικαίωμα να ενεργεί, προσωπικά ή με κάποιον από τους
αντεισαγγελείς που υπάγονται σε αυτόν, προκαταρκτική εξέταση κατά το
Άρθρο 31 για κάθε έγκλημα που γίνεται στην περιφέρεια του, εφόσον δεν έχει
διαταχθεί προηγουμένως προκαταρκτική εξέταση από τον εισαγγελέα
πλημμελειοδικών.
[5] Δικηγόρος, ΜΔΕ Ευρωπαϊκού Δικαίου, ΜΔΕ Αστικού Δικαίου, Υπ. ΔΝ
Νομικής Αθηνών.
[6] Βλ. Εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, φύλλο της 19/11/2012, «Εισαγγελέας σε επιστολή του
κάνει λόγο για Κυβέρνηση δωσιλόγων».
[7] Δημητρόπουλος, Σύστημα Συνταγματικού Δικαίου, σελ. 132 επ.
[8] Βενιζέλος, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου I, σελ. 284.
[9] Μαυριάς, Συνταγματικό Δίκαιο, σελ. 675 επ.
[10]Γεωργόπουλος, Επίτομο Συνταγματικό Δίκαιο, σελ. 392
επ.∙ Γιαννόπουλος, Οι εγγυήσεις της δικαστικής ανεξαρτησίας, ΝοΒ 1979,
1047.
[11] ΑΠ 8/1998 (Διοικ. Ολομ)
[12] Δημητρόπουλος, ο.π., σελ. 1365 επ.∙ Μπακόπουλος, Η ανεξαρτησία της
Δικαστικής λειτουργίας, ΤοΣ 1986, 21∙ Σκουρής, Εγγυήσεις και
παραμορφώσεις της λειτουργικής ανεξαρτησίας των Δικαστών, σε
Προβλήματα Ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης I, 1988, σελ. 18 επ.
[13] Ο έλεγχος και η οριοθέτηση που διέπει την σχέση των εκπροσώπων των
τριών λειτουργιών έλκει την θεωρητική του καλλιέργεια από τον
αγγλοσαξωνικό χώρο όπου διαπλάστηκε και το δόγμα checks and balances
(ανάσχεση και εξισορρόπηση).
[14] Μάνεσης, Συνταγματικό Δίκαιο I, σελ. 68. Στην πραγματικότητα το
φυσικό πρόσωπο δεν είναι το όργανο αυτό καθεαυτό, αλλά ο φορέας του
οργάνου. Βλ. Τσάτσο, Συνταγματικό Δίκαιο I, σελ. 267.
[15] Hans Kelsen, Hauptprobleme der Staatsrechtslehre, σελ. 183.
[16] Συμπέρασμα στο οποίο δυνάμεθα να καταλήξουμε και με e contrario
επιχείρημα από το β’ εδάφιο του 29 Σ το οποίο απαγορεύει τις κομματικές
εκδηλώσεις των απλών δημοσίων υπαλλήλων μόνο «κατά την άσκηση των
καθηκόντων τους». Για περισσότερα βλ. Ν. Κανελλοπούλου, Η κομματική
δραστηριότητα των δημοσίων υπαλλήλων, 1990 καθώς και Κόρσο, Υπάρχει εκ
του Συντάγματος πλαίσιο ελευθερίας των δημοσίων διοικητικών υπαλλήλων
προς εκδηλώσεις υπέρ πολιτικών κομμάτων, ΤοΣ 1987, 235.
[17] Γενικά για τους περιορισμούς των περιορισμών βλ. Χρυσόγονο, Ατομικά
και Κοινωνικά Δικαιώματα, σελ. 85 επ.
[18] Δαγτόγλου, Ατομικά Δικαιώματα, αρ. 639.
[19] ΑΠ 4/1991, Διοικ. Ολομ, ΔιΔικ 1991, 469. Στην απόφαση περιέχονται και
ενδιαφέρουσες δικαιοσυγκριτικές πληροφορίες από το νομοθετικό πλαίσιο
που διέπει την ελευθερία του λόγου των δικαστών σε άλλες έννομες τάξεις.
[20] Δαγτόγλου, ο.π, αρ. 641.
[21] Βλ. Τσακυράκη, Η ελευθερία του λόγου στις ΗΠΑ, 1997.
[22] Για την στοιχειοθέτηση της υπό β) πειθαρχικής παραβάσεως δέον να
απαιτείται δόλος ή αμέλεια του δικαστικού λειτουργού.
[23] Ο ΚΟΔΚΔΛ στο άρθρο 93 § 3 ορίζει πως «το είδος της ποινής που θα
επιβληθεί και η επιμέτρησή της προσδιορίζονται από τη βαρύτητα του
παραπτώματος, το βαθμό και την πείρα του δικαστικού λειτουργού, τις
περιστάσεις κάτω από τις οποίες τελέστηκε το παράπτωμα, την ένταση του
δόλου ή το βαθμό της αμέλειας του διωκομένου». Ως εκ τούτου, όσο πιο
υψηλά ιστάμενος είναι στην πυραμίδα της δικαιοσύνης ο λειτουργός που
εκδηλώνεται κομματικά υπέρ ή κατά κόμματος τόσο πιο βαριά πρέπει να είναι
η ποινή του.
Posted in Uncategorized | 1 Comment

Γιατί είναι άδικη η θανατική ποινή


Posted on December 13, 2012by stavrostsakyrakis
1. Είναι αυτονόητη η καταδίκη της θανατικής ποινής;
Στην Ελλάδα αλλά και σε όλη την Ευρώπη η θανατική ποινή δεν
αποτελεί πλέον νομική ζήτημα. Στην Ελλάδα έχει ολοσχερώς καταργηθεί και
στην Ευρώπη έχει ήδη καταργηθεί για εγκλήματα που διεξάγονται σε καιρό
ειρήνης[1], ενώ με το 13o Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των
Δικαιωμάτων του ανθρώπου που έχει τεθεί προς υπογραφή από τις χώρες του
Συμβουλίου της Ευρώπης και το οποίο πρόσφατα επικύρωσε η χώρα μας,
προβλέπεται να καταργηθεί ολοσχερώς για οποιοδήποτε αδίκημα
οποτεδήποτε κι αν διαπραχθεί.
Για ορισμένους η συζήτηση για το κατά πόσο μπορεί να δικαιολογηθεί ή όχι η
θανατική ποινή φαντάζει τελείως ανεπίκαιρη, κάτι σαν την ποινή του
ακρωτηριασμού ή του μαστιγώματος. Όμως είναι μια ποινή που εξακολουθεί
να επιβάλλεται σε πολλές χώρες του κόσμου. Κι αν κανείς μπορεί να
προσπεράσει τις διάφορες χώρες του τρίτου κόσμου, την Κίνα ή την Κούβα
που επιβάλλουν τη θανατική ποινή, με το σκεπτικό ότι δεν συμμερίζονται τον
δικό μας νομικό πολιτισμό, δεν μπορεί να κάνει το ίδιο με τις ΗΠΑ[2],
ηγεμονική χώρα της εποχής μας, με την οποία έχουμε κοινή πολιτιστική
παράδοση και σχέσεις που συχνά απαιτούν κοινή αντιμετώπιση ποινικής
καταστολής.
Νομίζω ότι μια σοβαρή συζήτηση για την θανατική ποινή πρέπει να πάει πέρα
από την προβολή του επιχειρήματος ότι η ανθρώπινη ζωή αποτελεί θεμελιώδη
αξία και κανείς ούτε η κοινωνία δεν δικαιούται να την αφαιρέσει. Η
ανθρώπινη ζωή ασφαλώς και αποτελεί θεμελιώδη αξία της κοινωνικής
οργάνωσης, όμως σε πολλές περιπτώσεις αποδεχόμαστε ηθικά την αφαίρεση
της. Αποδεχόμαστε π.χ. την αφαίρεση της ζωής στον πόλεμο ή όταν κάποιος
βρίσκεται σε άμυνα. Ο θεμελιώδης χαρακτήρας της ανθρώπινης ζωής δεν
αποτελεί, επομένως, κάποιο απόλυτο αξίωμα που τελειώνει άνευ ετέρου τη
συζήτηση.

Μπορεί κάποιος να επιμείνει λέγοντας ότι στον πόλεμο ή στην κατάσταση


άμυνας η αφαίρεση της ζωής δικαιολογείται διότι αποσκοπεί στην προστασία
της ζωής του αμυνόμενου. Το αντεπιχείρημα είναι ότι η θανατική ποινή στο
βαθμό που αποτρέπει κάποιους από το έγκλημα της ανθρωποκτονίας σώζει
τις ζωές πολιτών.

Μπορεί ακόμη να αντιτείνει ότι εν πάση περιπτώσει αφού συμφωνούμε ότι η


αφαίρεση της ζωής είναι η πιο αποτρόπαιη πράξη, δεν μπορεί η κοινωνία να
την διαπράττει η ίδια, είναι σαν να απαντά στο κακό του δράστη με ένα άλλο
ίδιο κακό. Όμως και αυτό το επιχείρημα δεν αντέχει σε σοβαρό έλεγχο. Η
ανθρωποκτονία δεν είναι το ίδιο με την θανατική ποινή. Στη μια περίπτωση
έχουμε την αφαίρεση της ζωής ενός αθώου, στην άλλη την τιμωρία ενός
ενόχου. Μπορεί η φυσική πράξη να είναι ίδια αλλά ηθικά είναι δύο
διαφορετικές πράξεις. Αν το κακό που επιβάλλει μια ποινή εξισωθεί ηθικά με
το κακό που προκαλεί ο δράστης τότε οδηγούμαστε στην κατάργηση όλων
των ποινών. Και για τη φυλάκιση θα μπορούσαμε να πούμε ότι η στέρηση της
ελευθερίας αποτελεί αποτρόπαιη πράξη που διπλασιάζει το κακό που
διέπραξε ο δράστης.

Η πιο σοβαρή ένσταση είναι ο υπαρκτός κίνδυνος της θανάτωσης αθώων. Το


ανεπανόρθωτο οποιουδήποτε λάθους μας αφήνει έκθετους στο ενδεχόμενο
διάπραξης μιας φοβερής αδικίας. Η ένσταση αυτή ασφαλώς επιβάλλει την
υιοθέτηση των πιο αυστηρών εγγυήσεων για μια δίκαιη δίκη, τη μη επιβολή
της θανατικής ποινής με την παραμικρή αμφιβολία για την ενοχή (καλύτερα
να αθωωθούν εκατό ένοχοι παρά να καταδικαστεί ένας αθώος). Είναι όμως
ικανή να στηρίξει από μόνη της την κατάργηση ολωσδιόλου της θανατικής
ποινής; Αυτό που ουσιαστικά υπαγορεύει είναι ότι προκειμένου να
αποφευχθεί και το παραμικρό ενδεχόμενο της θανάτωσης ενός αθώου πρέπει
να μην επιβάλλεται σε καμιά περίπτωση η θανατική ποινή. Η κοινωνία μας,
όμως, δεν ακολουθεί την αρχή της αποφυγής κάθε ενδεχόμενου θανάτου
αθώων. Αν το έκανε θα έπρεπε π.χ. να απαγορεύσει την κυκλοφορά
αυτοκινήτων ή διάφορες επικίνδυνες εργασίες που ενέχουν το ενδεχόμενο της
απώλειας ζωής αθώων. Θα έπρεπε να απορρίπτει σε κάθε περίπτωση τον
πόλεμο διότι αυτός ενέχει τον ενδεχόμενο θανάτωσης αθώων. Αν,
υποθέσουμε, λοιπόν, όπως πολλοί υποστηρίζουν, ότι η θανατική ποινή
αποτρέπει τις ανθρωποκτονίες σώζοντας έτσι πολλές ζωές, τότε, κάνοντας
φυσικά ό,τι περνά από το χέρι μας για να αποφύγουμε λάθη, μήπως πρέπει να
αποδεχθούμε και το τρομερό ενδεχόμενο της επιβολής της θανατικής ποινής
σε ένα αθώο[3];
2. Ο ανταποδοτικός χαρακτήρας της ποινής
Νομίζω ότι μια συζήτηση για τη θανατική ποινή δεν μπορεί τελικά να
αποφύγει μια πιο γενική συζήτηση περί εγκλημάτων και ποινών, όπως θα
έλεγε ο καλός μας Cesare Beccaria[4]. Μολονότι ασφαλώς ο Μαρκήσιος θα
διαφωνούσε, πρέπει από την αρχή να αποσαφηνίσω ότι συντάσσομαι με
αυτούς που θεωρούν ότι η ποινή έχει ανταποδοτικό χαρακτήρα[5]. Η επιβολή
ποινής σε όποιον διαπράττει ένα αδίκημα αποτελεί ανταπόδοση του κακού
που αυτός επέφερε. Η ανταπόδοση δεν βασίζεται κυρίως σε κάποια
πρωτόγονη επιθυμία εκδίκησης του θύματος ή των συγγενών του αλλά
απορρέει από άλλους γενικότερους κανόνες. Κατά τον Jeffrey Reiman
απορρέει υπό μια έννοια, από την κατηγορική προσταγή του Καντ[6], η οποία
υπαγορεύει να δρούμε σύμφωνα με αρχές που μπορούν να ισχύουν ως
καθολικοί κανόνες. Όταν κάνω κάτι στους άλλους και θέλω να ισχύει ως
καθολικός κανόνας, εννοείται ότι αποδέχομαι να κάνουν οι άλλοι το ίδιο σε
μένα. Όταν ένα έλλογο ον δρα με ένα συγκεκριμένο τρόπο έναντι των άλλων,
εννοείται ότι αποδέχεται να δράσουν οι άλλοι παρόμοια εις βάρος του. Η
αναγνώριση του έλλογου χαρακτήρα του δράστη σημαίνει ότι όταν αυτός
σκοτώνει αποδέχεται συγχρόνως να σκοτωθεί από τους άλλους. Γι αυτό ο
Καντ υποστηρίζει ότι «δεν ακούστηκε ποτέ να παραπονείται ένας
καταδικασμένος σε θάνατο για δολοφονία ότι η ποινή του είναι βαριά και
επομένως άδικη»[7].
Κατά τον Jeffrey Reiman, ο ανταποδοτικός χαρακτήρας της ποινής, απορρέει
επίσης από τον Hegel, ο οποίος θεωρεί ότι η αρχή της ισότητας που διέπει τη
σύγχρονη κοινωνική οργάνωση επιτάσσει να «ακυρωθεί το έγκλημα»[8].
Όταν κάποιος διαπράττει μια αδικία σε βάρος ενός άλλου ανθρώπου ασκεί
πάνω στο θύμα μια παράνομη κυριαρχία, τον θέτει, έστω πρόσκαιρα υπό την
κυριαρχία του, με αποτέλεσμα να διαταράσσεται η αρχή της ισότητας που
διέπει την κοινωνική οργάνωση. Είναι σαν να ασκεί ένα δικαίωμα (να κάνει
κακό στον άλλο) που η αρχή της ισότητας απαιτεί να το έχουν και οι άλλοι
έναντι αυτού. Η ανταπόδοση του κακού αποκαθιστά την τρωθείσα ισότητα
μεταξύ των μελών της κοινωνίας. Γι αυτό και η ποινή αφορά την πολιτεία
συνολικά, ξεπερνά το πρωτόγονο αίτημα της ατομικής εκδίκησης και δεν
συνδέεται με την αποκατάσταση κάποιας βλάβης. Ο δολοφονημένος δεν θα
επανέλθει στη ζωή είτε θανατωθεί ο δράστης, είτε όχι. Η ανταπόδοση όμως
του κακού επαναφέρει την ισότητα, εξαναγκάζει τον δράστη να αποστερηθεί
την παράνομη κυριαρχία που άσκησε.
Η ισότητα μεταξύ δράστη και θύματος οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το θύμα
έχει το δικαίωμα να κάνει στο δράστη ό,τι υπέστη από αυτόν. Το ίδιο
συνάγεται από την αναγνώριση του έλλογου χαρακτήρα των ανθρώπων. Η
αναγνώριση του έλλογου χαρακτήρα του δράστη σημαίνει την αποδοχή να
υποστεί από τους άλλους το ίδιο που αυτός διέπραξε σε αυτούς. Η lex talionis,
δηλαδή ο οφθαλμός αντί οφθαλμού, έχει πολύ πιο στέρεες βάσεις από όσες
συνήθως πιστεύουμε.

3. Η ανταπόδοση δεν είναι ανάγκη να είναι ίση

Φαντάζομαι ότι όσοι είναι κατά της θανατικής ποινής έχουν αρχίσει
στα σοβαρά να αναρωτιούνται πού το πάω αφού μέχρι τώρα μάλλον η
δικαιολόγηση της προβάλλεται παρά ο άδικος χαρακτήρας της. Η θέση που
υποστηρίζω είναι ότι δεν χρειάζεται να αμφισβητήσουμε το δίκαιο του
ανταποδοτικού χαρακτήρα της ποινής για να καταλήξουμε στο συμπέρασμα
ότι η ανταπόδοση του θανάτου με θάνατο είναι άδικη. Ή για να το πω αλλιώς,
δεν χρειάζεται να πούμε ότι δεν υπάρχει καμιά πράξη τόσο αποτρόπαιη που
να μην της «αξίζει» η θανατική ποινή, για να καταλήξουμε στο συμπέρασμα
ότι για καμιά πράξη, ακόμη και την πιο αποτρόπαιη δεν «αξίζει» να
επιβάλλουμε την θανατική ποινή[9].
Η θέση αυτή στηρίζεται στην εκτίμηση ότι η ανταπόδοση του κακού που
εκφράζει η ποινή απαιτεί μεν να μην υπερβαίνει αυτή σε μέγεθος το κακό που
προξένησε ο δράστης, δεν απαιτεί όμως αναγκαστικά να είναι ίση με αυτό. Το
πρώτο σκέλος είναι προφανές. Η κοινωνία δεν δικαιούται να επιβάλλει σε
κάποιον κακό μεγαλύτερο από αυτό που αυτός προξένησε. Η τιμωρία,
επομένως, με τη θανατική ποινή όλων των αδικημάτων εκτός από την
ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, δεν έχουν καμία απολύτων δικαιολογητική
βάση. Όταν π.χ. ο δικτάτορας της Κούβας Φιντέλ Κάστρο, καταδικάζει σε
θάνατο και εκτελεί τρεις νεαρούς που αποπειράθηκαν να το σκάσουν από τον
παράδεισό του χωρίς να προκαλέσουν την παραμικρή σωματική βλάβη σε
κανένα άνθρωπο, δεν απονέμει δικαιοσύνη αλλά δολοφονεί.

Το δεύτερο σκέλος είναι το κρίσιμο. Γιατί η ανταπόδοση να μην είναι ίση με το


κακό που προξένησε ο δράστης; Αν θελήσουμε στην κυριολεξία να
ανταποδώσουμε οφθαλμόν αντί οφθαλμού, τότε ουσιαστικά αποδεχόμαστε να
καθορίζουν οι ίδιοι οι εγκληματίες με τις πράξεις τους τα όρια και τα είδη των
ποινών[10]. Θα έπρεπε ως κοινωνία να ανταποδίδουμε με τη μορφή ποινής
όποια αγριότητα ή βαρβαρότητα διαπράττουν οι εγκληματίες. Κάτι τέτοιο,
όμως, διαισθητικά δεν είμαστε διατεθειμένοι να το κάνουμε. Δεν είμαστε π.χ.
διατεθειμένοι να βασανίζουμε τους βασανιστές[11] ή να βιάζουμε τους
βιαστές, ακόμη κι αν αυτό απαιτούσε η ίση ανταπόδοση, ακόμη κι αν
πιστεύουμε ότι οι πράξεις τους αυτό άξιζαν.
Δεν είμαστε διατεθειμένοι να βασανίζουμε τους βασανιστές όχι μόνο από
κάποια ιδιαίτερη ουμανιστική ευαισθησία, διότι δεν θέλουμε ανθρώπινη
ύπαρξη να υποβληθεί σε μια διαδικασία μαρτυρίου. Δεν είμαστε διατεθειμένοι
να το κάνουμε και για λόγους που αφορούν εμάς, επειδή δεν θέλουμε καν να
σκεφτούμε ότι εμείς οι ίδιοι είμαστε ικανοί για τέτοια σκληρότητα. Υπάρχουν
ορισμένες πράξεις όπως τα βασανιστήρια ή ο βιασμός που είναι τόσο φρικτές
ώστε δεν τις κάνουμε σε κανένα άνθρωπο και δεν μας περνάει από το μυαλό
ότι είμαστε ποτέ ικανοί να τις κάνουμε εμείς οι ίδιοι. Και αυτό ανεξάρτητα αν
ο βασανιστής ή ο βιαστής αξίζει να πάθει ό,τι αυτός έκανε και ανεξάρτητα αν,
όπως έχουμε πει, ηθικά δεν θα ήταν ίδια σε απαξία η πράξη αν επιβαλλόταν η
ποινή.
Η ιδέα ότι η ανταπόδοση θέτει ηθικά ζητήματα για τη κοινωνία που την
επιβάλλει και δεν είναι ανάγκη να είναι ίση με την πράξη του εγκληματία
διαφαίνεται (η αλήθεια είναι πολύ αχνά) και στον πιο δογματικό υποστηρικτή
της θανατικής ποινής και της ίσης ανταπόδοσης, στον Καντ. Αφού
υποστηρίζει ότι όποιος σκότωσε πρέπει να πεθάνει, διότι δεν υπάρχει άλλον
υποκατάστατο που να ικανοποιεί τη δικαιοσύνη και η μόνη ισότητα μεταξύ
εγκλήματος και ποινής είναι ο θάνατος που επιβάλλεται δικαστικά στον
δράστη, προσθέτει ότι αυτός όμως «πρέπει να είναι απογυμνωμένος από κάθε
κακομεταχείριση, η οποία θα μπορούσε να ευτελίσει την ανθρώπινη ιδιότητα
του δράστη»[12]. Αλλά, αν η κακομεταχείριση ή σκληρότητα δεν είναι ηθικά
επιτρεπτές, τότε ασφαλώς η ανταπόδοση δεν μπορεί να είναι ίση.
Η αρχή της ίσης ανταπόδοσης είναι το νόημα της απαγόρευσης των σκληρών
και απάνθρωπων ποινών που διατυπώνεται ρητά σε πολλά σύγχρονα
Συντάγματα. Η Όγδοη Τροποποίηση του Συντάγματος των ΗΠΑ π.χ.
απαγορεύει την επιβολή «σκληρών και ασυνήθιστων ποινών», το δε άρθρο 3
της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ορίζει ότι
«κανείς δεν υποβάλλεται σε βασανιστήρια ούτε σε απάνθρωπη ή
εξευτελιστική μεταχείριση ή ποινή»[13]. Οι κανόνες αυτοί δεν εξαλείφουν τον
ανταποδοτικό χαρακτήρα της ποινής. Αποκλείουν, όμως, την ίση ανταπόδοση
του κακού που προξένησε ο δράστης.
4. Σκληρή και απάνθρωπη όχι μόνο η θανατική ποινή αλλά και η
αναμονή του θανατοποινίτη

Είναι σκληρή και απάνθρωπη η θανατική ποινή; Έχουν γραφεί πολλά


για την παρατεταμένη αγωνία του θανατοποινίτη από την ώρα που
καταδικάστηκε μέχρι τη στιγμή της εκτέλεσης του ή για το βασανιστήριο της
ίδιας της θανάτωσης του ώστε να μην υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι πρόκειται
για άγριες πράξεις. Ο Καμύ στο παλιό, με πάθος γραμμένο άρθρο του
«Σκέψεις για τη γκιλοτίνα»[14] αναφέρει τον πατέρα του, ο οποίος πήγε να
παρακολουθήσει μια δημόσια εκτέλεση επειδή είχε αγανακτήσει από τις
πράξεις του εγκληματία και επιδοκίμαζε την ποινή αλλά όταν γύρισε σπίτι
έκανε εμετό σοκαρισμένος από το θέαμα που παρακολούθησε. «Όταν η
ανώτατη ποινή απλά προκαλεί εμετό στον έντιμο πολίτη, τον οποίο υποτίθεται
ότι προστατεύει, είναι δύσκολο να υποστηρίξει κανείς ότι αυτή αποσκοπεί,
όπως θα έπρεπε, να επιφέρει την ειρήνη και την τάξη στην κοινωνία.»[15].
Οι δημόσιες εκτελέσεις έχουν βέβαια πάψει προ πολλού και η γκιλοτίνα έχει
αντικατασταθεί από την ηλεκτρική καρέκλα ή από θανατηφόρες ενέσεις που
υποτίθεται καθιστούν βραχύτερη την αγωνία του καταδικασθέντος
θανατοποινίτη. Και οι δύο όμως αυτές εξελίξεις φαίνεται να ενισχύουν την
επιχειρηματολογία που μόλις ανέπτυξα. Γιατί μας νοιάζει αν θα πονέσει λίγο ή
περισσότερο αυτός που πρόκειται να εκτελεστεί αν δεν ανησυχούμε για τη
δική μας πράξη, αν δεν αναγνωρίζουμε ότι δεν είναι δίκαιο για μας να
προκαλούμε τέτοιο πόνο. Γιατί, αν υποθέσουμε ότι η θανατική ποινή
λειτουργεί αποτρεπτικά, αποφεύγουμε τη δημόσια εκτέλεση που υποτίθεται
ότι παραδειγματίζει τους επίδοξους δολοφόνους αν δεν ανησυχούμε για τη
δική μας επίδειξη βαρβαρότητας;

Το βασικό επιχείρημα των υποστηρικτών της θανατικής ποινής είναι ότι αυτή
λειτουργεί αποτρεπτικά και έτσι σώζει ζωές, μολονότι δεν υπάρχουν
επιστημονικά συμπεράσματα που να αποδεικνύουν την υπόθεση ότι όσο πιο
τρομακτική η ποινή τόσο μεγαλύτερη η αποτρεπτική της δύναμη. Είναι
χαρακτηριστικό αυτό που αναφέρει ο Καμύ ότι τον περασμένο αιώνα που
στην Αγγλία οι κλέφτες τιμωρούνταν με θανατική ποινή , οι διάφοροι
πορτοφολάδες εκμεταλλεύονταν το συνωστισμό του δημόσιου θεάματος για
να επιδοθούν σε κλοπές[16]. Αλλά ας δεχθούμε χάριν της συζήτησης ότι η
υπόθεση είναι ορθή και πράγματι η θανατική ποινή λειτουργεί αποτρεπτικά κι
ας αναρωτηθούμε μέχρι πού μπορεί αυτή να μας οδηγήσει; Θα μας οδηγήσει
στην επιβολή μεσαιωνικών ποινών με την υπόθεση ότι όσο πιο τρομερή είναι
η ποινή τόσο πιο μεγάλη αποτρεπτική δύναμη έχει; Το γεγονός ότι δεν το
κάνουμε ενισχύει το κεντρικό μου επιχείρημα ότι χάριν του δικού μας
πολιτισμού δεν είναι δίκαιο να επιβάλουμε ποινές ακόμη κι αν αυτές
ανταποδίδουν το κακό και ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι κάποια αποτρεπτική
δύναμη έχουν. Και τέτοια σκληρή και απάνθρωπη ποινή είναι η θανατική με
όποιο τρόπο κι αν επιβάλλεται.
Η κατάργηση της θανατικής ποινής στην Ευρώπη στηρίζεται στην πεποίθηση
ότι αυτή είναι ασυμβίβαστη με τον πολιτισμό και τις αξίες μας. Η Ευρωπαϊκή
Ένωση είχε θέσει αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση για την ένταξη της Τουρκίας
την εκ μέρους της κατάργηση της θανατικής ποινής. Το δε Ευρωπαϊκό
Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην περίφημη απόφαση του
Soering v. United Kingdom (1989)[17] έκρινε ότι η αναμονή του
θανατοποινίτη (death row) συνιστά απάνθρωπη μεταχείριση, η οποία
απαγορεύεται από το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Η υπόθεση
αφορούσε το αίτημα της μη έκδοσης από την Αγγλία στις ΗΠΑ ενός Γερμανού
πολίτη, κατηγορούμενου για ανθρωποκτονίες, με το σκεπτικό ότι
αντιμετώπιζε στην πολιτεία της Virginia το ενδεχόμενο της καταδίκης σε
θανατική ποινή. Επειδή εκδικάσθηκε πριν επικυρωθεί από όλα τα μέλη του
Συμβουλίου της Ευρώπης το 6ο Πρωτόκολλο, με το οποίο τελικά καταργήθηκε
η θανατική ποινή για αδικήματα που διαπράττονται σε καιρό ειρήνης, το
Δικαστήριο δεν μπορούσε (και δεν του ζητήθηκε) να εξετάσει κατά πόσο
αυτή κάθε εαυτή η θανατική ποινή είναι ασυμβίβαστη με την Ευρωπαϊκή
Σύμβαση. Δεν δίστασε, όμως, να αποφανθεί ότι η αναμονή του θανατοποινίτη
με όλο το ψυχικό άγχος που συνεπάγεται συνιστά απάνθρωπη μεταχείριση:
«Για κάθε φυλακισμένο που έχει καταδικαστεί σε θάνατο κάποιο στοιχείο
καθυστέρησης μεταξύ επιβολής και εκτέλεσης της ποινής και η βίωση
εντονότατης πίεσης υπό συνθήκες απαραίτητες για αυστηρή φυλάκιση είναι
αναπόφευκτα. Ο εν γένει δημοκρατικός χαρακτήρας του νομικού συστήματος
της Virginia και, ειδικότερα, τα θετικά χαρακτηριστικά της δικαστικής
διαδικασίας, της επιβολής ποινής και άσκησης έφεσης είναι πέραν πάσης
αμφιβολίας. Το Δικαστήριο συμφωνεί με την Επιτροπή ότι το σύστημα
δικαιοσύνης στο οποίο ο αιτών θα υπαγόταν στις ΗΠΑ δεν είναι καθ’ εαυτό
ούτε αυθαίρετο ούτε παράλογο, αλλά σέβεται την αρχή της νομιμότητας και
παρέχει στον κατηγορούμενο σε δίκες όπου μπορεί να επιβληθεί η θανατική
ποινή όχι ασήμαντες διαδικαστικές εγγυήσεις. Υπάρχουν δυνατότητες
βοήθειας των κρατουμένων που αναμένουν την εκτέλεση, ιδίως με την
παροχή ψυχολογικών και ψυχιατρικών υπηρεσιών […] Ωστόσο, κατά την
άποψη του Δικαστηρίου, λαμβάνοντας υπόψη την μακρά περίοδο αναμονής
των θανατοποινιτών υπό τέτοιες ακραίες συνθήκες, με το πάντοτε παρόν και
αυξανόμενο άγχος της αναμονής της εκτέλεσης, και τις ιδιαίτερες περιστάσεις
του αιτούντος, ιδίως την ηλικία του και την πνευματική του κατάσταση την
εποχή διάπραξης του αδικήματος, η έκδοση του στις ΗΠΑ θα τον εξέθετε στον
πραγματικό κίνδυνο να υποστεί μεταχείριση που ξεπερνά το όριο το οποίο
θέτει το άρθρο 3»[18].
Εκ πρώτης όψεως η Soering εμπεριέχει το παράδοξο να αποδέχεται ως νόμιμη
τη θανατική ποινή αλλά να θεωρεί παράνομη τη διαδικασία εκτέλεσης της.
Μήπως θα πρέπει να επιταχύνουμε τις διαδικασίες εκτέλεσης για να
καταστήσουμε βραχύτερη την αγωνία αναμονής του θανατοποινίτη; Πρέπει
να το κάνουμε περιορίζοντας τις διάφορες εγγυήσεις επανεξέτασης της
ποινής, αίτηση για μετατροπή της ποινής σε ισόβια που στην Virginia
υπολογίσθηκε ότι διαρκούν 6 με 8 χρόνια; Ασφαλώς το Δικαστήριο δεν
υπονοεί τίποτε από αυτά. Απλώς επισημαίνει ότι η αναμονή στην πτέρυγα
μελλοθανάτων ακριβώς επειδή είναι αναπόφευκτη με την επιβολή της
θανατικής ποινής είναι άλλος ένας ξεχωριστός λόγος που την καθιστά
απάνθρωπη. «Γενικά» υποστηρίζει ο Καμύ, « ο άνθρωπος καταστρέφεται από
την αναμονή της θανατικής ποινής πολύ προτού πεθάνει. Του επιβάλλουμε
δύο θανάτους εκ των οποίων ο πρώτος είναι χειρότερος από τον άλλο, ενώ
αυτός δεν σκότωσε παρά μια φορά»[19].
5. Η εξαίρεση των ΗΠΑ

Το μόνο δικαστήριο του δικού μας πολιτισμού που έχει αντίθετη γνώμη
για την θανατική ποινή είναι το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ. Ενώ το 1972
στην Furman v. Georgia[20] έκρινε ότι ήταν αντισυνταγματική επειδή
επιβαλλόταν χωρίς σταθερά κριτήρια και εγγυήσεις με αποτέλεσμα τόσο η
επιβολή όσο και η εκτέλεση της να αφήσουν ανοιχτό το ενδεχόμενο
διακρίσεων, το 1976 στη Gregg v. Georgia[21] έκρινε ότι αυτή δεν συνιστούσε
σε κάθε περίπτωση «σκληρή και ασυνήθιστη πράξη». Είχε μεσολαβήσει
έντονη αντίδραση της κοινής γνώμης κατά της κατάργησης της θανατικής
ποινής και 35 πολιτείες θέσπισαν νέους νόμους που προσπαθούσαν να
εφαρμόσουν τα κριτήρια που φαινόταν να απαιτεί το Δικαστήριο (κατάργηση
της υποχρεωτικής για τους ενόρκους επιβολής της θανατικής ποινής,
περιορισμός της σε ορισμένες εκ προθέσεως ανθρωποκτονίες, απαγόρευση
εκτέλεσης χωρίς προηγούμενη επανεξέταση από εφετείο). Πέραν από το
επιχείρημα ότι η πλειοψηφία δεν φαίνεται να την θεωρεί σκληρή και
ασυνήθιστη ποινή δεν υπάρχει τίποτε στο σκεπτικό της απόφασης που να
δικαιολογεί την κρίση της. Αλλά αν ο χαρακτηρισμός μιας ποινής ως σκληρής
και απάνθρωπης είναι θέμα που τελικά ανάγεται στο κατά πόσον εγκρίνεται ή
όχι από την πλειοψηφία, τότε και το μαστίγωμα ή ο ακρωτηριασμός θα
μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές ως νόμιμες ποινές αρκεί να τις ενέκρινε η
κοινή γνώμη.
Από το σκεπτικό της απόφασης λείπει κυρίως ο ηθικός προβληματισμός πάνω
σε ένα τεράστιο ζήτημα, όπως ακριβώς λείπει από τον Δικαστή Antonin
Scalia, ο οποίος δεκατρία χρόνια αργότερα εξ ονόματος μια ισχνής
πλειοψηφίας (5 έναντι 4) στην Stanford v. Kentucky[22] αποφάνθηκε ότι η
θανατική ποινή δεν είναι σκληρή και ασυνήθιστη ακόμη και όταν επιβάλλεται
σε ανηλίκους κάτω των 17 ή 18 ετών. Ο Δικαστής William J. Brennan εξ
ονόματος της μειοψηφίας έδειξε το πολιτιστικό χάσμα που ανοίγει αυτή η
απόφαση παρατηρώντας ότι από το 1979 μόνο 8 εκτελέσεις ανηλίκων έγιναν
σε όλο τον κόσμο και από αυτές οι 3 στις ΗΠΑ και οι άλλες 5 στο Πακιστάν,
στο Μπαγκλαντές, στη Ρουάντα και στο Μπαρμπάντος.
Όποιος αναζητεί τον ηθικό προβληματισμό επί του θέματος δεν έχει παρά να
ανατρέξει στις απόψεις του περίφημου Δικαστή William J. Brennan, ο οποίος
μαζί με τον Δικαστή Thurgood Marshall, ήταν οι δικαστές του Ανώτατου
Δικαστηρίου των ΗΠΑ που εξ αρχής δεν είχαν καμιά αμφιβολία ότι η
θανατική ποινή είναι αντισυνταγματική: «Ο θάνατος σήμερα είναι μια
ασυνήθιστα σκληρή ποινή, ασυνήθιστη στον πόνο που προκαλεί, στον
τελειωτικό της χαρακτήρα, στο ασύλληπτο μέγεθός της. Καμία από τις
υπάρχουσες ποινές δεν είναι συγκρίσιμη με το θάνατο ως προς το σωματικό
και ψυχικό πόνο που προκαλεί […] Συγκρινόμενη με οποιαδήποτε άλλη ποινή
σήμερα […] ο ενσυνείδητος αφανισμός της ανθρώπινης ζωής από το κράτος
υποβαθμίζει όσο τίποτε άλλο την ανθρώπινη αξιοπρέπεια»[23] έχει γράψει ο
Brennan στη Furman και επέμενε σταθερά σε αυτή την άποψη μειοψηφώντας
σε κάθε υπόθεση που αφορούσε θανατική ποινή. Οι δικαστικές αποφάσεις
ασφαλώς δεν διαμορφώνονται από τη μειοψηφία και οι απόψεις της
μειοψηφίας δεν αποτελούν παρηγοριά ιδιαίτερα για όσους εκτελέσθηκαν στις
ΗΠΑ. Όταν, όμως, έχουν ηθικό κύρος διαμορφώνουν συνειδήσεις. Το 1994
έτυχε να ακούσω ο ίδιος τον Δικαστή Harry Blackmun, ο οποίος είχε
συνταχθεί με την πλειοψηφία στην Gregg (όχι όμως και στην Stanford), να
ομολογεί σε μια διάλεξή του ότι ο Brennan είχε δίκιο και ότι ο ίδιος εν τω
μεταξύ άλλαξε άποψη και θεωρούσε ότι η θανατική ποινή προσκρούει στη
συνταγματική απαγόρευση των σκληρών και ασυνήθιστων ποινών.
Η πλειοψηφία στις ΗΠΑ είναι υπέρ της θανατικής ποινής διότι υποκύπτει σε
μια αποτελεσματική δημαγωγία, η οποία αντλεί τη δύναμή της από το δίκαιο
της ανταπόδοσης που περιέχει η ποινή καθώς και από την απαξία διάφορων
εγκλημάτων και εγκληματιών. Νομίζω ότι κάνει το ίδιο λάθος που κάνουν
ορισμένοι φίλοι, οι οποίοι ενώ γενικά και αφηρημένα είναι αντίθετοι με τη
θανατική ποινή είναι έτοιμοι να κάνουν κάποια εξαίρεση στην περίπτωση
επιφανών εγκληματιών λέγοντας π.χ. ότι «ο Χίτλερ, ο Στάλιν, ο Πολ Ποτ ή ο
Πινοσέτ θα άξιζαν τη θανατική ποινή». Το ουσιαστικό, όμως, ζήτημα δεν είναι
αν κάποιος εγκληματίας ή κάποιο αποτρόπαιο έγκλημα αξίζουν πράγματι τη
θανατική ποινή αλλά αν εμείς αξίζει ποτέ να την επιβάλουμε και η
απαγόρευση των σκληρών και απάνθρωπων ποινών λέει «όχι».

[1] Με το άρθρο 1 του 6ου πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των


Δικαιομάτων του Ανρθώπου που επικυρώθηκε από όλες τις χώρες του
Συμβουλίου της Ευρώπης καταργήθηκε η θανατική ποινή. Στο άρθρο 2
προβλέπεται μοναδική εξαίρεση ότι οι χώρες μπορεί να προβλέπουν με νόμο
τη θανατική ποινή για πράξεις εν καιρώ πολέμου ή άμεσης απειλής πολέμου.
[2] Από την μεγάλη βιβλιογραφία για την θανατική ποινή στις ΗΠΑ βλ. αντί
άλλων Hugo Adam Bedau, Τhe Death Penalty in America, Oxford University
Press, 1997. Από την ελληνική βιβλιογραφία βλ. αντί άλλων Νέστωρα
Κουράκη, Ποινική Καταστολή, Αντ. Σάκκουλας, σ. 269 επ.ψ 1997, και τον ίδιο,
Εσαγωγή στη Θεωρία της Ποινής, Π.Ν. Σάκκουλας, 2000 σ. 54-64 και την
ευρεία βιβλιογραφία που παραθέτει.
[3] Για την απόρριψη των εύκολων επιχειρημάτων κατά της θανατικής ποινής
αποδέχομαι ουσιαστικά την ανάπτυξη του Jeffrey H. Reiman, Justice,
Civilization, and the Death Penalty: Answering van den Haag, Philosophy &
Public Affairs 14 (1985), no2: 115
Βλ.επίσης Ernest van den Haag and John P. Conrad, The Death Penalty: A
Debate, New York Plenum Press, (1983). Γενικά οι οφειλές μου
στον J. Reiman είναι πολύμεγάλες αφού αποδέχομαι τα βασικά επιχειρήματα
του αλλά και την κεντρική θέση ότι δεν χρειάζεται να δεχθούμε ότι για κανένα
έγκλημα δεν «αξίζει» η θανατική ποινή για να αποδεχθούμε ότι εμείς ποτέ δεν
«αξίζει» να την επιβάλουμε.
[4] Βλ. το κλασσικό έργο του Cesare Beccaria, Dei Delitti e Delle Pene, 1764
σε έκδοση 1965, το οποίο εκτός των άλλων είναι το πρώτο που
επιχειρηματολογεί υπέρ της κατάργησης της θανατικής ποινής.
[5] Για μια συζήτηση πάνω στην ανταπόδοση βλ. το άρθρο του Κωνσταντίνου
Παπαγεωργίου, Ανταπόδοση, δίκαιη ανταμοιβή και δικαιοσύνη, ΠοινΧρ
ΜΒ΄(1992), 481-507.
[6] Βλ. J. Reiman, ό.π., σημ. 3, σ. 121. Η διατύπωση στην αγγλική της
κατηγορικής προσταγής του Καντ έχει ως εξής: «Act only on that maxim
through which you can at the same time will that it should become a universal
law» («Να πράττεις μόνο κατά τέτοιο τρόπο ώστε να θέλεις ο υποκειμενικός
κανόνας των πράξεων σου να μπορεί να καταστεί καθολικός
κανόνας») Immanuel Kant, Grundlegung zur Metaphysik der Sitten, (4:421
έκδοση Πρωσικής Ακαδημίας). Οι παραπομπές μου από την αγγλική
έκδοση, Immanuel Kant, Practical Philosophy, translated and edited by Mary
J. Gregor, CambridgeUniversity Press, 1996, σ. 73
[7] Immanuel Kant, Metaphysik der Sitten (6: 333 έκδοση Πρωσικής
Ακαδημίας). Οι παραπομπές μου από την αγγλική έκδοση Immanuel Kant,
Practical Philosophy, translated and edited by Mary J. Gregor,
CambridgeUniversity Press, 1996, σ. 475. Ο Καντ που θεωρεί δίκαιο το jus
talionis και την θανατική ποινή, γι αυτό μάλιστα εκφράζει την διαφωνία του
με τον Beccaria, φτάνει στο σημείο να υποστηρίξει ότι ακόμη και στην
περίπτωση που συμφωνούν τα μέλη της κοινωνίας να διαλυθούν θα έπρεπε
πριν να εκτελέσουν και τον τελευταίο δολοφόνο που βρίσκεται στην φυλακή
ώστε ο καθένας να υποστεί την ποινή της συμπεριφοράς του και το αίμα που
χύθηκε να μην πέσει πάνω στο λαό που δεν διεκδίκησε αυτή την τιμωρία.
Αλλιώς αυτός ο λαός θα μπορούσε να θεωρηθεί συνένοχος δημόσιας
παράβασης της δικαιοσύνης.
[8] Βλ. J. Reiman, ό.π., σημ. 3, σ. 122. Ο G. W. F. Hegel υποστηρίζει ότι η
τιμωρία της βούλησης του εγκληματία να βλάψει ακυρώνει το έγκλημα και
αποκαθιστά το δίκαιο. Βλ. G. W. F. Hegel, The Philosophy of Right, Oxford
Clarendon Press, 1962, σ. 69.
[9] Χρησιμοποιώ την έκφραση «αξίζει» με την κοινή και μη αυστηρή χρήση
της χωρίς να προχωρώ σε μια εξέταση που να προσδιορίζει την αξία ή απαξία
μιας πράξης και η οποία ασφαλώς απαιτεί πιο σύνθετους συλλογισμούς.
[10] «Where criminals set the limits of just methods of punishment, as they
will do if we attempt to give exact and literal implementation to lex talionis,
society will find it self descending to the cruelties and sanagery that criminals
employ.» Hugo Bedau, “Capital Punishment” in Matters of Life and Death,
New York, Random House, 1980, σ. 176
[11] Από τους εξέχοντες υποστηρικτές της θανατικής ποινής ο Ernest Van Den
Haag σχολιάζοντας το άρθρο του Reiman απορρίπτει την ιδέα του
βασανισμού των βασανιστών ως απωθητική (repulsive). Σπεύδει όμως να
προσθέσει ότι αν επείθετο ότι ως ποινή θα είχε αποτρεπτικά αποτελέσματα
δεν θα την απέκλειε. «I do not oppose torture as undeserved or nondeterrent
(although I doubt that the threat of the rack, or of anything adds deterrence to
the threat of execution), but simply as repulsive. Death is not; nor is death
penalty. Perhaps repulsiveness is not enough to exclude the rack. If Reiman
should convince me that the threat of the rack adds a great deal of deterrence
to the threat of execution he might persuade me to overcome my revulsion and
to favor the rack as well. It certainly can be deserved.». “Refuting Reiman and
Nathanson”, Philosophy & Public Affairs 14, no 2, σ. 171.
[12] Immanuel Kant, ό.π., σημ. 7, σ. 474 (6: 333 έκδοση Πρωσικής
Ακαδημίας).
[13] Η διατύπωση της Όγδοης Τροποποίησης έχει ως εξής: «Excessive bail
shall not be required, not excessive fines imposed, nor cruel and unusual
punishment inflected». Το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ έχει ως εξής: «No one shall be
subjected to torture or to inhuman or degrading treatment or punishment».
[14] Albert Camus, Reflecions sur la guillotine, στο τόμο Albert Camus Arthur
Koestler Reflecions sur la peine Capitale, Edition revue et augmentee,
Calmann-Levy, 1979, σ. 119-170
[15] Στο ίδιο, σ. 122.
[16] Ο Καμύ αναφέρει ότι η πληροφορία αυτή δίνεται από τον Koestler, ό.π.,
σ. 133
[17] Soering v. United Kingdom A. 161 (1989) II EHRP 439.
[18] Στο ίδιο, παρ. 111.
[19] Στο ίδιο, σ. 146: « En regle generale, l’homme est detruit par l’ attente de
la peine capitale bien avant de mourir. On lui inflige deux morts, dont la
premiere est pire que l’autre, alors qu’ il n’a tue qu’une fois. Comparee a ce
supplice la peine de talion apparait encore comme une lois de civilization. Elle
n’a jamais pretendu qu’il fallait crever les deux yeux de celui qui eborgne son
frère.
[20] Furman v. Georgia 408 U.S. 238 (1972).
[21] Gregg v. Georgia 428 U.S. 153 (1976).
[22] Stanford v.Kentucky 492 U.S. 361 (1989). Είχα γράψει και παραδώσει το
άρθρο μου όταν την 1η Ματρίου 2005 το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ με την
απόφαση του Roper v. Simmons 543 U.S. … (2005) ανέτρεψε την Stanford
και απεφάνθη ότι είναι αντισυνταγματική η επιβολή της θανατικής ποινής σε
ανήλικους. Σύμφωνα λοιπόν με τα νέα δεδομένα (και προς μεγάλη λύπη και
οργή του Δικαστή Antonin Scalia, ο οποίος μειοψήφησε) η θανατική ποινή
αποτελεί σκληρή και ασυνήθιστη ποινή για ανηλίκους και απαγορεύεται
πλέον να επιβάλλεται σε αυτούς.
[23] Furman v. Georgia 408 U.S. 238 (1972) “Death is today an unusually
severe punishment, unusual in its pain, in its finality, and in its enormity. No
other existing punishment is comparable to death in terms of physical and
mental suffering. […] In comparison to all other punishments today, then, the
deliberate extinguishment of human life by the State is uniquely degrading to
human dignity”.
Δημοσιεύθηκε στον τόμο Γενέθλιον του Απόστολου Σ. Γεωργιάδη, Αθήνα,
Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2005
To visual είναι από το διαδικτυακό παιχνίδι “Amnesty The Game” που
δημιούργησε ομάδα Ελλήνων για λογαριασμό της Διεθνούς Αμνηστείας με
σκοπό να ευαισθητοποιήσει την κοινή γνώμη στο θέμα της κατάργησης της
θανατικής ποινής. Το παιχνίδι και την καμπάνια της Διεθνούς Αμνηστείας
μπορείτε να τη δείτε εδώ.
Posted in Επιστημονικά άρθρα | 2 Comments

Κρίση και Δημοκρατία


Posted on December 9, 2012by stavrostsakyrakis
Μέχρι τη Μεταπολίτευση η Ελλάδα ήταν μια χώρα που πάσχιζε να αποκτήσει
μια ομαλή δημοκρατική λειτουργία. Τα Συντάγματα που ίσχυαν προέβλεπαν
μεν μία κοινοβουλευτική δημοκρατία, αλλά αυτή σπάνια λειτουργούσε ομαλά.
Μόνο τον 20οαιώνα μπορούμε να απαριθμήσουμε μία σειρά από σοβαρές
πολιτικές, αν όχι πολιτειακές, κρίσεις: Κίνημα στο Γουδή, Μικρασιατική
Καταστροφή, δικτατορία του Μεταξά, Κατοχή, Εμφύλιος, μαύρη δημοκρατία
στις δεκαετίες του 1950 και του 1960 και, τέλος, δικτατορία των
συνταγματαρχών. Θα τις ονομάσω κρίσεις που είχαν ως ζητούμενο τη
δημοκρατία.
Η Μεταπολίτευση έθεσε τέλος σε αυτού του είδους τις υπαρξιακές κρίσεις. Το
δημοψήφισμα έσβησε οριστικά τον βασιλιά ως τον αντίπαλο πόλο της
δημοκρατίας και οι κανόνες του δημοκρατικού παιχνιδιού που θεσπίστηκαν
από το Σύνταγμα σε γενικές γραμμές τηρήθηκαν με αποτέλεσμα να έχουμε
την πιο μακρά περίοδο ομαλής λειτουργία της Πολιτείας. Σταματήσαμε να
έχουμε διαμάχες για την αυθεντικότητα των εκλογών, για το ποιος τις κέρδισε
ή ποιος πρέπει να διοριστεί πρωθυπουργός και γενικά λειτουργούσαμε,
τουλάχιστον τυπικά, σαν όλες τις δυτικοευρωπαϊκές δημοκρατίες.
Σήμερα 38 ολόκληρα χρόνια από τη πτώση της δικτατορίας βρισκόμαστε ξανά
εν μέσω μίας βαθύτατης κρίσης η οποία, όπως πολλές από τις προγενέστερες,
θέτει θεμελιώδη ερωτήματα για το είδος της κοινωνίας στην οποία ζούμε. Κι
αυτό γιατί είναι, νομίζω, προφανές ότι δε διανύουμε απλώς μία σοβαρή
οικονομική κρίση αλλά και μία σοβαρή κρίση αξιών που αμφισβητεί όλο το
κοινωνικό οικοδόμημα. Από το πολιτικό σύστημα μέχρι το παραγωγικό
μοντέλο. Από το κράτος πρόνοιας μέχρι την ιδιωτική πρωτοβουλία. Από την
επιβίωση των πολιτών σήμερα μέχρι την εξασφάλιση των μελλοντικών
γενεών. Με άλλα λόγια, η κοινωνία που δημιουργήσαμε βρίσκεται σε
αδιέξοδο και βιώνουμε μια νέα υπαρξιακή κρίση που, όμως, διαφέρει από τις
προηγούμενες όχι ως προς το βάθος ή την οξύτητα αλλά ως προς το γενικό
πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώθηκε. Ενώ οι προηγούμενες ήταν κρίσεις
αναζήτησης της Δημοκρατίας, αυτή εδώ είναι κρίση εφαρμογής της
Δημοκρατίας.

Το μεγάλο ερώτημα είναι τι πήγε στραβά. Έφταιξε το γενικό πλαίσιο της


δημοκρατίας της μεταπολίτευσης; Ήταν οι γενικοί κανόνες λειτουργίας της
ελαττωματικοί; Διέφεραν ριζικά από τους αντίστοιχους των
δυτικοευρωπαϊκών δημοκρατιών; Ανεξαρτήτως της κριτικής που μπορεί να
ασκήσει κανείς σε επιμέρους ζητήματα, όπως στη βουλευτική ασυλία ή στην
ευθύνη υπουργών, σε γενικές γραμμές θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξει ότι
οι κανόνες λειτουργίας της δημοκρατίας στην Ελλάδα διέφεραν ουσιωδώς
από τους κανόνες λειτουργίας κάθε αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Εάν ισχύει η εκτίμηση αυτή, εάν δεν υπήρξαν ουσιαστικές διαφορές, ποια
ήταν η βασική αιτία που μας οδήγησε στο αδιέξοδο; Μερικοί βιάστηκαν να
αναθεματίσουν την ίδια την αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Και δεν εννοώ τις
χυδαίες ύβρεις κατά του Κοινοβουλίου ή τους προπηλακισμούς των πολιτικών
προσώπων αλλά όσους έσπευσαν να μιλήσουν για άμεση, λαϊκή ή άλλου τύπου
δημοκρατία. Η εντύπωσή μου είναι ότι πρόκειται μάλλον για λόγια
απερίσκεπτα παρά για σοβαρές προτάσεις. Κι άλλες χώρες της Ευρώπης
διέρχονται σοβαρή οικονομική κρίση. Σε καμιά, όμως, δεν αμφισβητήθηκε η
αντιπροσωπευτική δημοκρατία και σε καμιά δεν ακούστηκαν προτάσεις για
ριζικές πολιτειακές αλλαγές. Πολλοί θεωρούν και, κατά την άποψή μου
δικαιολογημένα, ότι αποτελούμε ιδιομορφία στην Ευρώπη και αυτή η
ιδιομορφία δεν περιορίζεται στην οικονομία, αλλά εκτείνεται σε όλη την
κοινωνική οργάνωση.

Η ιδιαιτερότητά μας δεν αφορά τόσο την τυπική λειτουργία των άμεσων
οργάνων του κράτους αλλά την ουσιαστική αποδοχή της φιλοσοφίας της
δημοκρατίας από την κοινωνία. Αυτό το ιδεολογικό δημοκρατικό έλλειμμα με
τη σειρά του επηρέασε τελικά και την ουσιαστική λειτουργία των θεσμών. Η
έλλειψη αποδοχής της φιλοσοφίας της δημοκρατίας εντοπίζεται, κατά τη
γνώμη μου, στην αμφισβήτηση της πλειοψηφίας να κυβερνά και στην
εξασθένηση του σεβασμού των δικαιωμάτων των άλλων.

Η αμφισβήτηση της αρχής της πλειοψηφίας φαίνεται από την ύπαρξη


γενικευμένης ανομίας, η οποία εμφανίζεται μάλιστα ως πολιτική ανυπακοή. Η
αντίληψη «δεν μας αρέσει ένας νόμος, δεν θα τον εφαρμόσουμε» είναι
αμφισβήτηση της ίδιας της αξίας της Δημοκρατίας. Αυτή με τη σειρά της
συνεπάγεται την αντίληψη ότι οι αλλαγές δεν εξαρτώνται από την αλλαγή
κυβερνήσεων αλλά από την εξωκοινοβουλευτική απόκτηση δύναμης.
Συνεπάγεται την κατάτμηση της κοινωνίας σε ομάδες συμφερόντων που
αγωνίζονται να επιβάλουν τη δική τους θέληση, την επικράτηση της
συντεχνιακής λογικής και τη διάλυση κάθε έννοιας γενικού συμφέροντος. Η
εκτεταμένη φοροδιαφυγή π.χ. ή το λεγόμενο κίνημα «δεν χρωστάω, δεν
πληρώνω» εκφράζουν με τον καλύτερο τρόπο αυτή τη συντεχνιακή λογική.

Η αδιαφορία για τα δικαιώματα των άλλων είναι χαρακτηριστική σε πολλές


εκδηλώσεις της κοινωνικής ζωής. Από την κατάληψη των πεζόδρομων από τα
τροχοφόρα μέχρι τη βία στα γήπεδα. Το πιο χαρακτηριστικό και συχνό
παράδειγμα είναι οι διαδηλώσεις μικρών ομάδων που παραλύουν τη
συγκοινωνία σε όλο το Κέντρο της Αθήνας. Το συντεχνιακό συμφέρον
επικρατεί οποιασδήποτε σκέψης και λογικής. Οι άλλοι πρέπει να υποφέρουν
για να μας υποστηρίξουν, πρέπει να εξαναγκαστούν να ενδώσουν στα
αιτήματά μας για να πάψει η ταλαιπωρία τους. Οι άλλοι μετρούν μόνο ως
σύμμαχοι ή φίλοι στην υποστήριξη των εγωιστικών μας συμφερόντων, ποτέ
ως άξιοι σεβασμού στην απόλαυση δικών τους δικαιωμάτων.
Δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξει κανείς ότι από το σύνολο των
δικαιωμάτων που προβλέπει το Σύνταγμα, ορισμένα θεωρήθηκαν ότι
υπερισχύουν όλων των άλλων. Το δικαίωμα στην απεργία, στη συνάθροιση,
στην ένωση, τα διάφορα κοινωνικά δικαιώματα επικράτησε να θεωρούνται ως
υπερδικαιώματα που μπροστά τους κάθε άλλο δικαίωμα, ακόμη και το
δικαίωμα στη ζωή, υποχωρεί. Θυμίζω ότι δεν υπήρξε ούτε μία μεγάλη
εκδήλωση κατά της τρομοκρατίας που είχε 27 θύματα. Και, πιο πρόσφατα, η
μνήμη για τους τρεις νεκρούς της Μαρφίν έχει ήδη ξεθωριάσει. Το ίδιο ισχύει
και για άλλα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου, όπως η ελευθερία του
λόγου. Οι αντιδράσεις της κοινωνίας σε απαγόρευση έργων τέχνης ή σε
καταδίκες για την έκφραση γνώμης ήταν υποτονικές σε σύγκριση με τις
αντίστοιχες που εκδηλώνονταν σε κάθε πραγματική ή εικαζόμενη παραβίαση
των κοινωνικών δικαιωμάτων.

Η προτεραιότητα που δόθηκε στην άσκηση αυτών των δικαιωμάτων-ας τα


πούμε συλλογικά για τις ανάγκες της συζήτησης- θεωρήθηκε ότι αποτελεί την
ουσία της δημοκρατίας μας. Κάθε οικονομική διεκδίκηση και ανεξαρτήτως
του τρόπου εκδήλωσής της θεωρείτο δίκαιη και δημοκρατική. Δεν υπήρχε
αίτημα που να θεωρείται άδικο ούτε τρόπος διεκδίκησής του που να είναι
αντιδημοκρατικός. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι κινητοποιήσεις αγροτών
που κατέλαβαν τους δρόμους απαιτώντας επιδοτήσεις απαγορευμένες από το
δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα χρήματα που έλαβαν μπορεί τελικά να
επιβαρύνουν όλους τους Έλληνες φορολογουμένους. Η κοινωνία, όμως, ποτέ
δε συζήτησε τον δίκαιο ή άδικο χαρακτήρα αυτού του μέτρου για τον
απλούστατο λόγο ότι στην Ελλάδα, όλα τα αιτήματα προς το κράτος για
παροχές θεωρούνταν εκ προοιμίου δίκαια. Ούτε φυσικά αντέδρασε στον
τρόπο διεκδίκησης που είχε όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία της επιβολής.

Όπως κάθε οικονομική διεκδίκηση θεωρείτο δίκαιη, το ίδιο δίκαιη λογιζόταν


κάθε απεργία. Το δικαίωμα της απεργίας από δικαίωμα των μισθωτών
εξελίχθηκε σε δικαίωμα όλων. Έτσι, για παράδειγμα, εδώ και πολλά χρόνια
έχει καθιερωθεί η απεργία δικηγόρων, ενώ πρόσφατα το δικαίωμα
επεκτείνεται και στους δικαστικούς λειτουργούς. Το χειρότερο είναι ότι
σπάνια ζητούνταν η γνώμη των μελών ενός κλάδου για την κήρυξη και τη
συνέχιση πολυήμερων κινητοποιήσεων. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις είχαν
και έχουν δυσανάλογη δύναμη σε σχέση με την ενεργό συμμετοχή των
εργαζομένων σε αυτές, με αποτέλεσμα συχνά να δημιουργείται μία στρεβλή
εικόνα για τη θέληση των ίδιων των εργαζομένων. Απόδειξη αυτού ήταν η
αντίδραση στην εφαρμογή του νόμου για τα πανεπιστήμια. Μόλις
εξασφαλίστηκε ένας τρόπος έκφρασης της μεγάλης πλειοψηφίας των
πανεπιστημιακών, αποδείχθηκε ότι η αντίδραση στηριζόταν σε μία δυναμική
μειοψηφία.

Η κρίση ανέδειξε με τον πιο δραματικό τρόπο όλες τις παθογένειες της
δημοκρατίας μας. Είναι αδύνατον να αποβάλουμε την ιδέα ενός κράτους
ανεξάντλητων παροχών και να συμφιλιωθούμε με την πραγματικότητα ενός
κράτους περιορισμένων παροχών. Αδύνατον να αποδεχθούμε ότι το κράτος
πρόνοιας συνδέεται άμεσα με τις οικονομικές-παραγωγικές δυνατότητες της
χώρας. Ότι οι συγκεκριμένες κάθε φορά παροχές ενός κράτους δεν είναι θέμα
διακηρύξεων και συνταγματικών διατάξεων, αλλά εξαρτώνται αποκλειστικά
από πόρους. Ότι το Σύνταγμα δεν δίνει λεφτά, διαφορετικά, όλες οι φτωχές
χώρες θα είχαν λύσει τα προβλήματά τους αν απλώς υιοθετούσαν μία
διακήρυξη.

Οι αντιδράσεις μας ήταν θυμικές και βίαιες. Αναζητούσαμε εναγωνίως μια


μαγική λύση (Κινέζοι, Ρώσοι, ορυκτός πλούτος, διαγραφή του χρέους, 600 δις
από τους ομογενείς) με μεγαλοστομίες και ανοησίες που με την βοήθεια των
ΜΜΕ καλλιέργησαν τη ψευδαίσθηση ότι η ευμάρεια με τα δανεικά μπορούσε
να διατηρηθεί. Αδύνατον να εγκαταλείψουμε την συνήθεια ότι κάθε
οικονομική διεκδίκηση είναι δίκαιη. Ότι είμαστε αναγκασμένοι να συζητούμε
με όρους δικαιοσύνης, να θέτουμε προτεραιότητες και να κάνουμε επιλογές.
‘Οτι δε φθάνει, πλέον, μόνο η προβολή οικονομικών αιτημάτων αλλά είναι
αναγκαία και η ένταξή τους στο πλαίσιο των αναγκών και δυνατοτήτων όλης
της κοινωνίας. Για παράδειγμα, δεν αρκεί οι δικαστικοί λειτουργοί να
υποστηρίζουν ότι δεν πρέπει να περικοπούν οι αποδοχές τους, αλλά οφείλουν
να πείσουν για την προτεραιότητα του αιτήματός τους σε σχέση με το ύψος
των αποδοχών άλλων ομάδων, π.χ των εκπαιδευτικών ή άλλων δημοσίων
υπαλλήλων. Είναι φανερό ότι μία τέτοια κρίση για το δίκαιο ή μη των
αιτημάτων δεν μπορεί να γίνει στο πλαίσιο μίας συντεχνιακής νοοτροπίας, η
οποία εξ ορισμού θεωρεί μόνο τα δικά της αιτήματα δίκαια αλλά στο πλαίσιο
μίας γενικότερης θεώρησης δικαιοσύνης.

Το ιδεολογικό έλλειμμα της δημοκρατίας της Μεταπολίτευσης δεν βοήθησε


στο να αντιμετωπίσουμε την κρίση με διάλογο και ενδυνάμωση της
δημοκρατίας. Αντίθετα, οι περικοπές ενίσχυσαν όσους ταύτιζαν την ουσία της
δημοκρατίας με τις κοινωνικές παροχές, και όσο αυτές μειώνονταν τόσο
μεγάλωνε η διάθεσή τους για αμφισβήτηση της δημοκρατίας. Στην ταύτιση
της δημοκρατίας με τις κρατικές παροχές θα μπορούσε κάποιος να
αναγνωρίσει στοιχεία μίας σοσιαλίζουσας ιδεολογίας που μετά την πτώση της
δικτατορίας κυριάρχησε και διαπέρασε όλα τα κόμματα, ακόμη και όσα
αυτοπροσδιορίζονται σαν συντηρητικά. Αρκεί να ακούσει κάποιος
συνδικαλιστές που πρόσκεινται στη Νέα Δημοκρατία για να αντιληφθεί τι
εννοώ. Η σοσιαλίζουσα ιδεολογία οδήγησε μερικούς να χαρακτηρίσουν την
Ελλάδα σαν το τελευταίο προπύργιο του υπαρκτού σοσιαλισμού. Πρόκειται,
φυσικά, για υπερβολή η οποία υποτιμά και την ύπαρξη δημοκρατικών θεσμών
και την ανάπτυξη ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Όσο υπήρχε δυνατότητα εύκολου
δανεισμού και, άρα, παροχών πάνω από τις δυνατότητες της χώρας, η
σοσιαλίζουσα ιδεολογία μπορούσε να συμβαδίζει με τον πιο άγριο
καταναλωτισμό και την ικανοποίηση διαφόρων συντεχνιακών αιτημάτων.

Σήμερα, όμως, είναι φανερό ότι αυτός ο συνδυασμός δεν είναι πλέον δυνατός.

Οι περιορισμένες κρατικές παροχές ή θα κατανεμηθούν με μία αίσθηση


δικαιοσύνης ή θα κερδηθούν από τις πιο ισχυρές συντεχνίες. Το πρώτο δεν
μπορεί να γίνει παρά με μία αντίληψη γενικού συμφέροντος, σύμφωνα με τις
θεμελιώδεις αρχές της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και με τον σεβασμό
της αρχής της πλειοψηφίας. Οι όποιες αλλαγές των πολιτικών επιλογών
πρέπει να γίνουν με την αλλαγή πολιτικών συσχετισμών μέσω των εκλογών
και όχι δια της επιβολής δυναμικών ομάδων. Αντίθετα, η επικράτηση της
συντεχνιακής λογικής με την πολιτική της δύναμης και της επιβολής
απομακρύνει την κοινωνία από κάθε συζήτηση περί δικαιοσύνης και, το
χειρότερο, την αποξενώνει από τον δημοκρατικό τρόπο λήψης των
αποφάσεων.

Κάποιος είπε ότι τα προβλήματα της δημοκρατίας λύνονται με περισσότερη


δημοκρατία. Το ίδιο ισχύει κι όταν αυτά είναι οικονομικά. Δεν θα λυθούν
παρά μόνο με δημοκρατικό διάλογο, με την εφαρμογή των νόμων και τον
σεβασμό των δικαιωμάτων των ανθρώπων. Όλα τα άλλα είναι εκ του
πονηρού. Φαιού ή ερυθρού λίγη σημασία έχει.

Ομιλία στο Συνέδριο “Η Δημοκρατία


Σήμερα: Μύθος ή Πραγματικότητα”
Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης και ο Τομέας Δημοσίου Δικαίου του
ΑΠΘ
Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2012
Φωτογραφία: Αύγουστου Ροντέν, Οι αστοί του Καλαί.
Posted in Ομιλίες | 2 Comments

Ημέρα καταδίκης της βίας εναντίον των γυναικών


Posted on November 26, 2012by stavrostsakyrakis
Δεν υπάρχει στην ιστορία της ανθρωπότητας διαρκέστερη και
διαστροφικότερη καθυπόταξη ανθρώπων από αυτή που υπέστησαν οι
γυναίκες από τους άντρες. Αρχίζοντας από τον Αριστοτέλη αναρίθμητα ήταν
τα μεγάλα πνεύματα που αρνιούνταν σε αυτές την ανθρώπινη αξία. Μέχρι τον
20ο αιώνα, με ελάχιστες εξαιρέσεις, όλες οι συζητήσεις για την ισότητα
θεωρούσαν ως δεδομένο ότι αυτή δεν περιλαμβάνει τις γυναίκες.
Η αντίληψη ότι είναι κατώτερα πλάσματα, φτιαγμένα για να εξυπηρετήσουν
την αναπαραγωγή του κόσμου των ανδρών, είχε ως συνέπεια μια τέτοια
κακομεταχείριση, βία και εκμετάλλευση που όμοιά της δεν έχει υποστεί καμιά
άλλη ομάδα ανθρώπων (ούτε οι μαύροι ούτε η εργατική τάξη, κανείς).

Σε πολλά μέρη του κόσμου ακόμη και σήμερα η ωμή βία εναντίον των
γυναικών είναι καθημερινή πρακτική. Στις δικές μας κοινωνίες οι ωμότητες
είναι παράνομες. Τα φαινόμενα, όμως, βιασμού, οικογενειακής βίας,
σεξουαλικής παρενόχλησης, και ποικίλλων άλλων προσβολών των γυναικών
κάθε άλλο παρά σπάνια είναι.
Ξέρω ότι οι καθιερωμένες ημέρες μνήμης δεν συγκινούν. Σήμερα, όμως,
ημέρα κατά της βίας εναντίον των γυναικών, δεν μπορεί παρά να
αναλογιζόμαστε με ενοχή τη μεγαλύτερη αδικία που υπήρξε από καταβολής
κόσμου, να συμπονούμε τις αμέτρητες γυναίκες θύματα, και να προσπαθούμε
να οραματιζόμαστε δικαιοσύνη.

Being a woman is not yet a way of being a human being.

Catharine Mackinnon

We’re saying we’re oppressed and they say we’re repressed. That is, when we
say we’re against rape, the immediate response is, “Does that mean you’re
against sex?” “Are you attempting to impose neo-Victorian prudery on sexual
expression?” This comes up with sexual harassment as well. When we say
we’re against sexual harassment, the first thing people want to know is, “What
is the difference between that and ordinary male-to-female sexual initiation?”
That’s a good question …
Catharine Mackinnon

If more women do feel free to say yes, that provides more reason – not less –
to credit the word of those who say no.”

Susan Estrich

A human infant originates from a minute quantity of abundantly available and


otherwise useless resource.

Susan Moller Okin

H φωτογραφία είναι από την ιστορική περφόρμανς της Yoko Ono “Cut Piece”
(1965) στη Νέα Υόρκη. Η περφόρμανς ήταν ένα σχόλιο ενάντια στη βία και
τον σεξισμό.
Βίντεο από την πρώτη περφόρμανς εδω.
Posted in Σχόλια | Tagged Estrich, Mackinnon, Okin | Leave a comment

Πανηγυρίζοντας στους δρόμους


Posted on November 18, 2012by stavrostsakyrakis

Η διεξαγωγή των εκλογών για τα Συμβούλια Ιδρύματος των Πανεπιστημίων


αποτελεί σοβαρή αιτία για να βγούμε στους δρόμους. Όχι βέβαια για να
διαμαρτυρηθούμε αγανακτισμένοι, αλλά για να πανηγυρίσουμε. Υπάρχουν
πολλοί λόγοι για να το κάνουμε.

Επιτέλους, άρχισε να εφαρμόζεται ένας νόμος που ψηφίστηκε με συντριπτική


πλειοψηφία. Δυναμικές μειοψηφίες φοιτητών και διδασκόντων έδωσαν τη
μάχη της ζωής τους με σκοπό να αποτρέψουν την εφαρμογή του. Ήταν μία
μάχη οπισθοφυλακής η οποία δεν είχε κανένα ηθικό επιχείρημα και δεν
τηρούσε κανένα πρόσχημα. Περιφρονούσε πλήρως τη νομιμότητα και
στηριζόταν στην απροκάλυπτη βία για να επιτύχει τη ματαίωση των εκλογών
και την μη εφαρμογή του νόμου.

Σε οποιαδήποτε άλλη δημοκρατική χώρα η παρεμπόδιση των εκλογών (με


αρπαγή κάλπης, κατάληψη των χώρων διεξαγωγής τους ή μπλακ άουτ των
Δικτύων) θα ήταν προκλητικό σκάνδαλο πρώτου μεγέθους. Οι πρωταγωνιστές
τέτοιων «αγώνων» θα εύχονταν να ανοίξει η γη να τους καταπιεί. Σε εμάς,
αποτέλεσε ένα συνηθισμένο επεισόδιο, άλλο ένα στα πολλά που έχουν
αναδείξει το πλήρες αδιέξοδο τόσο της ανώτατης παιδείας όσο και της
κοινωνίας μας.

Όλοι γνωρίζουν ότι στο ελληνικό πανεπιστήμιο χρόνια τώρα η βία και η
επιβολή ήταν συνυφασμένες με τη λειτουργία του. Οι συνασπισμένες
δυνάμεις πρυτανικών αρχών, φοιτητικών παρατάξεων, συνδικαλιστικών
οργανώσεων είχαν βρει ένα δικό τους, ιδιόμορφο τρόπο συνύπαρξης και
κατανομής της εξουσίας, ο οποίος, αν δεν ενθάρρυνε, ανεχόταν τη βία και
καταστάσεις τελείως ασύμβατες με κάθε έννοια εκπαιδευτικής διαδικασίας.
Αμφιβάλλω αν αυτά που συνέβησαν στα ελληνικά πανεπιστήμια έχουν συμβεί
ποτέ σε οποιαδήποτε άλλη χώρα της υφηλίου. Το πανεπιστημιακό
κατεστημένο επί τριάντα χρόνια αντιδρούσε λυσσασμένα σε οποιαδήποτε
αλλαγή, μολονότι ήταν φανερό ότι η λειτουργία των ελληνικών
πανεπιστημίων γινόταν ολοένα και πιο προβληματική. Με απερίγραπτα
ιδεολογήματα εμφάνιζαν κάθε απόπειρα μεταρρύθμισης σαν τη συντέλεια του
κόσμου, σαν τη μεγάλη συνωμοσία όλων των σκοτεινών δυνάμεων που
επιβουλεύονταν το δημόσιο πανεπιστήμιο. Στην πραγματικότητα το μόνο που
φοβούνταν ήταν μην κινδυνεύσει η δική τους προνομιακή θέση. Αξίζει να
υπενθυμίσουμε τι έλεγαν εναντίον των εξωτερικών μελών του Συμβουλίου
Ιδρύματος που προβλέπει ο νέος νόμος: «Μπορεί να εκλεγούν τραγουδιστές ή
ποδοσφαιριστές σε αυτές τις θέσεις». Φυσικά σκιαμαχούσαν. Κοιτάξτε τα
εξωτερικά μέλη που αναδείχθηκαν π.χ. στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο
Θεσσαλονίκης ή στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και θα διαπιστώσετε ότι
αποτελούνται από επιφανείς προσωπικότητες που προέρχονται από
φημισμένα πανεπιστήμια του εξωτερικού. Αυτούς φοβόταν το
πανεπιστημιακό κατεστημένο και την εκλογή αυτών των επιφανών
προσωπικοτήτων προσπαθούσε να αποτρέψει.

Με τις εκλογές, δεν ηττήθηκε μόνο η βία και τις δυνάμεις του κατεστημένου.
Πάνω απ’ όλα ηττήθηκε η φιλοσοφία της ακινησίας και της αντίδρασης σε
κάθε αλλαγή. Ανεξαρτήτως της τύχης του νέου νόμου, νομίζω ότι τώρα είναι
αδύνατο να επανέλθουμε σε μία στάση παράλυσης και εξωραϊσμού της
ακινησίας. Κι αν η ήττα της βίας μοιάζει σαν επικράτηση του αυτονόητου, η
αλλαγή νοοτροπίας είναι σημαντικός λόγος για να πανηγυρίσουμε.
Είναι σημαντικός και ο τρόπος που επιτεύχθηκε η νίκη κατά της ακινησίας,
δηλαδή το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των πανεπιστημιακών
συμμετείχε στις εκλογές, παρόλα τα εμπόδια που έθεσαν οι συντεχνίες. Τα
ποσοστά συμμετοχής ήταν αμείλικτα (79.3% στο ΕΚΠΑ, 76,6 % ΑΠΘ, 89,2%
Οικονομικό Πανεπιστήμιο, 75,7% Πάντειο, 75,7% Πανεπιστήμιο Πατρών,
79,5% Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, 83,7% Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης,
98,4% Πανεπιστήμιο Πειραιά, 96,4% Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, 73,2%
Πανεπιστήμιο Κρήτης).

Όταν βρήκε τον τρόπο να εκφραστεί η μεγάλη πλειοψηφία των


πανεπιστημιακών, αποδείχθηκε με αριθμούς ότι μια μικρή μειοψηφία
κυβερνούσε το Πανεπιστήμιο. Αυτή έδινε τον τόνο και αυτήν πρόβαλαν τα
ΜΜΕ. Όλος ο πανεπιστημιακός χώρος πνιγόταν μέσα στην εικόνα της
πλήρους ανομίας και έλλειψης οργάνωσης και χανόταν η πραγματικότητα.
Μια πραγματικότητα που περιλαμβάνει σοβαρούς ανθρώπους και ικανούς
επιστήμονες που πασχίζουν να κάνουν τη δουλειά τους, που καταφέρνουν να
έχουν αναγνώριση στο εξωτερικό και παρέχουν στους φοιτητές μια παιδεία
που δεν υστερεί σημαντικά από αυτήν καλών πανεπιστημίων του εξωτερικού.
Όταν δόθηκε η δυνατότητα στο σύνολο της πανεπιστημιακής κοινότητας να
εκφραστεί, να πάρει μέρος σε δημοκρατικές διαδικασίες, αποκαλύφθηκε ότι η
πλειονότητα των πανεπιστημιακών ευνοεί τις αλλαγές που έχει ανάγκη η
Ανώτατη Παιδεία.

Ο πιο σημαντικός, όμως, λόγος για να πανηγυρίσουμε, είναι το γενικότερο


συμπέρασμα που μπορούμε να βγάλουμε από τις εκλογές στα πανεπιστήμια.
Να δούμε με ποιον τρόπο μπορούμε να ξεπεράσουμε την στασιμότητα που
επιβάλλουν διάφορες δυναμικές συντεχνίες και ομάδες συμφερόντων. Αυτός
δεν είναι άλλος από την εξασφάλιση ουσιαστικής δημοκρατίας, με διαδικασίες
που δίνουν φωνή στη μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών.

Δημοσιεύθηκε στη Καθημερινή στις 18 Νοεμβρίου 2012


Gaston Batistini, Magritte Museum Brussels (from the collection “Inspired by
Magritte”)
Posted in Αρθρογραφία στον Τύπο | Leave a comment
Η ανωνυμία στο διαδίκτυο: αναγκαίο καλό ή κακό;
Posted on February 1, 2012by stavrostsakyrakis

Από την εκδήλωση που πραγματοποιηθήκε την 1η Φεβρουαρίου του 2012 στη
Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση.
Posted in Ομιλίες | Tagged Ανωνυμία, Διαδίκτυο, Δικαιώματα, Ελευθερία έκφρασης, Προσωπικά
Δεδομένα, Στεγη Γραμμάτων και Τεχνών | Leave a comment

Οι δικαστές ως φύλακες του έθνους


Posted on February 3, 2011by stavrostsakyrakis

Το ΣτΕ έκρινε αντισυνταγµατικό τον νόµο που όριζε τις προϋποθέσεις


απόκτησης ιθαγένειας αλλοδαπών, καθώς και το δικαίωµα ψήφου τους στις
εκλογές Αυτοδιοίκησης. Το σκεπτικό ότι ο νόµος αντιβαίνει στις περί έθνους
διατάξεις του Συντάγµατος δεν είναι απλώς νοµικά λανθασµένο, αλλά
συντονίζεται µε τις πιο «µαύρες» σελίδες της νοµικο-πολιτικής παράδοσής
µας. Είναι λανθασµένο διότι επιχειρεί να δώσει κανονιστικό περιεχόµενο στις
έννοιες έθνος και εθνική κυριαρχία, δηλαδή σε έννοιες κατ’ εξοχήν
νεφελώδεις, που η θέση τους στο Σύνταγµα µόνον ιστορικά εξηγείται. Το
χειρότερο, όµως, είναι ότι επιχειρεί να τους δώσει περιεχόµενο διαφορετικό
και υπερισχύον της λαϊκής βούλησης και της λαϊκής κυριαρχίας. Με άλλα
λόγια εκλαµβάνει ότι πάνω από τη βούληση του νοµοθετικού σώµατος, που
εκπροσωπεί τον λαό, υπάρχει η έννοια του έθνους που έχει συγκεκριµένο
κανονιστικό περιεχόµενο, το οποίο υπερισχύει και περιορίζει τις επιλογές.
Παλιά, η αντιπαράθεση έθνους και λαού, όπως έχει εξηγήσει ο Αριστόβουλος
Μάνεσης (Αι Εγγυήσεις Τηρήσεως του Συντάγµατος), είχε ως αποτέλεσµα την
περιφρόνηση της δηµοκρατικής αρχής. Για παράδειγµα, ο βασιλιάς µπορούσε
να διεκδικεί για τον εαυτό του την αντιπροσώπευση του έθνους και να
αντιτάσσεται στη βούληση του λαού.

Παρόµοιο ρόλο φαίνεται να διεκδικεί µε την απόφασή του το ΣτΕ. Η


απόφαση αραδιάζει όλες τις διατάξεις του Συντάγµατος που περιέχουν τη
λέξη έθνος ή εθνικό θεωρώντας ότι υπαγορεύουν κάτι συγκεκριµένο και
διαφορετικό από τη βούληση του νοµοθέτη. Υποθέτω ότι µε την ίδια λογική θα
µπορούσαν να κρίνουν ως αντισυνταγµατικό οποιονδήποτε νόµο θεωρούν ότι
αντιβαίνει στα εθνικά συµφέροντα ή παράνοµη την εκλογή ενός βουλευτή, αν
έκριναν ότι αυτός δεν αντιπροσωπεύει το έθνος.

Εκείνο που φαίνεται να µην κατάλαβαν οι δικαστές είναι ότι αν, εν πάση
περιπτώσει, πρέπει να προσδιορισθεί τι είναι έθνος και εθνικό συµφέρον, τότε
δεν έχει σηµασία αυτό που οι ίδιοι έχουν στο µυαλό τους αλλά εκείνο που
προσδιορίζεται κάθε φορά από τον αντιπρόσωπο του λαού, δηλαδή το
νοµοθετικό σώµα. Με απλά λόγια, µπορεί οι ίδιοι να θεωρούν ότι κάποιος
αλλοδαπός πρέπει πρώτα να περάσει από ιερή εξέταση πριν του γίνει η τιµή
να πολιτογραφηθεί Ελληνας ή, όπως έγραψαν στη απόφασή τους, να
αποδείξει µε διάφορους τρόπους «την εκ µέρους του εθελούσια αποδοχή των
αξιών που συνάπτονται προς τον ελληνισµό και την εντεύθεν απόκτηση
ελληνικής εθνικής συνειδήσεως», αλλά αυτό νοµικά δεν έχει καµιά σηµασία.
Αν οι εκπρόσωποι του ελληνικού λαού έχουν άλλη άποψη για το εθνικό
συµφέρον, τότε η δική τους είναι νόµιµη και όχι των δικαστών.

Τέλος, δεν µπορεί παρά να παρατηρήσει κανείς ότι και στο περιεχόµενό τους
οι επίµαχες διατάξεις κάθε άλλο παρά περίεργες ή καινοφανείς ήταν. Θυµίζω
ότι πολλές χώρες πολιτογραφούν όλους όσοι γεννιούνται στην επικράτειά
τους χωρίς καµιά άλλη διαδικασία. Ο δικός µας νόµος έθετε µια σειρά από
προϋποθέσεις για τον χρόνο παραµονής των γονιών τους. Όλες οι χώρες της
Ευρωπαϊκής Ενωσης επιτρέπουν στους κοινοτικούς αλλοδαπούς να ψηφίζουν
στις εκλογές Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Μήπως πρέπει άραγε να
απαγορεύσουµε και στους κοινοτικούς να ψηφίζουν; Απεµπολούν άραγε όλοι
οι άλλοι την εθνική τους κυριαρχία και µόνον χάρις στο ΣτΕ εµείς θα την
κρατήσουµε;

Δημοσιεύθηκε στα ΝΕΑ στις 3 Φεβρουαρίου του 2011

Posted in Αρθρογραφία στον Τύπο | Tagged Ιθαγένεια, ΣτΕ | 1 Comment

I•CON Debate! Proportionality: An assault on human


rights?: A rejoinder to Madhav Khosla
Posted on November 13, 2010by stavrostsakyrakis

Stavros Tsakyrakis[*]
In his interesting and thoughtful defence of proportionality, Madhav Khosla
concedes that “certain types of balancing [are] objectionable”. He cites with
approval the Israeli Supreme Court decision in Public Committee Against
Torture in Israel, which affirmed a blanket prohibition on torture, and he
endorses Ronald Dworkin’s warning against the “balancing metaphor” which,
if taken to its extreme, might be thought to warrant an assessment of “how
much torture we should facilitate”. Nevertheless, Khosla resists the idea that,
at least in some cases, proportionality should not be applied. That is because
in his view the application of the proportionality test does not necessitate
balancing. He claims that there will be cases in which the impugned measure
fails the first subtest of proportionality that examines whether the purpose of
the impugned measure is legitimate. In these cases, the proportionality
inquiry stops at the first step, and hence no balancing comes into play. He
uses this account to explain how the proportionality test, properly understood,
would vindicate the prohibition of segregation (Brown) and the prohibition of
discrimination (the Eskimo-haters hypothetical), without any recourse to
balancing. In short, he holds the view that balancing may sometimes be
wrong, but that does not render proportionality defective. Accordingly, his
basic critique against my argument is that I underestimate the first two
subtests of proportionality (legitimate purpose and suitability) and thus
mistakenly confuse the entire test with its third component (proportionality in
the strict sense).
Khosla offers a welcome reformulation of the proportionality test and its
operation. Still, I remain unconvinced. I stand by my original view that
bringing these cases under the proportionality test goes against our basic
intuitions about the meaning of human rights.

Is there any way to consider proportionality without referring to balancing?


Proportionality is commonly understood to be a specific method of balancing.
It is premised on the same basic idea that the only rational way to assess the
legitimacy of a limitation of a right (as Alexy for example says) is by balancing
the purpose served by the limitation against the severity of the infringement of
the right and appears to be a specific heuristic device for the achievement of
that purpose. I believe that this pedigree exerts a strong influence on the
application of the proportionality test. As a result, although it is no doubt true
that the proportionality test consists of three subtests, it is the third one that is
still the most crucial. This is so in at least two senses. First, as a matter of fact
it is treated as the most crucial. Second, the architecture of the proportionality
test would be destabilized if the first subtest were beefed up to accommodate
the human rights philosophy that I argued for. Running the risk of repeating
some of the claims of the original article, I want to say a few words about each
of these two senses.

To begin with, although judges as well as the most ardent defenders of


proportionality pay lip service to the first two subtests, they really don’t
attribute much significance to them. This is evinced in their endorsing an
approach with regard to what constitutes a right that I called definitional
generosity. It is also evinced in the rather cavalier approach they adopt when
specifying the value that is set against the right. To illustrate this approach, I
discussed the Otto-Preminger and IA cases, where it did not really matter
whether the purpose of the limitation was the protection of a right or a public
interest. Why are these tendencies in the case-law and the doctrine relevant to
the role of the first sub-test? They are, because an analysis of the content of
the right that is more closely attuned to its moral point would yield priorities
between rights and interests and dismiss certain interests as inappropriate
grounds for restriction. In other words, it would do precisely the kind of work
that Khosla wants to assign to the first sub-test.
There is a natural explanation for these tendencies. Many people are reluctant
to engage in a morally informed analysis of human rights. They fear that it
necessarily leads to indeterminacy. This fear is assuaged if any explicit
recourse to moral reasoning is avoided and all the crucial issues are deferred
to the balancing stage, since balancing is typically portrayed as a morally
neutral exercise. But, as I tried to show, when the more demanding inquiry
that I urge for is foregone, the outcome of such balancing is not only
controversial but seems hopelessly arbitrary, and the Eskimohaters
hypothetical aimed to illustrate this.
Khosla suggests that we can avoid such mistakes, if, instead of entirely
reducing human rights adjudication to questions of relative weight in order to
bypass the moral discourse on values and priorities, we emphasize the first
subtests of proportionality. But I think his proposal fails because either he
follows the traditional path or he masks moral discourse with the rhetoric of
proportionality.

To see this, we should examine what would be the implications of his


proposal, if it were put into practice. Firstly, we must notice that if the
assessment of a right is possible without reference to the intensity or the
severity of its restriction, there is no reason whatsoever to say that this inquiry
assesses the proportionality of the restriction in the first place. But, it is more
important to reflect on the substance of his warning not to treat the first test of
proportionality as farcical. What kind of inquiry are we supposed to
undertake? How should we establish whether the purpose of the restriction of
a right is “sufficiently important,” “legitimate” or “constitutional”? In a well
ordered society the limitation of a right is rarely completely irrational and its
aim is rarely obviously illegitimate. Moreover, when we deal with such an
obvious illegitimacy or irrationality, we hardly find it problematic to condemn
it. But the more common and theoretically more interesting cases are those
involving less blatantly illegitimate purposes. For instance, in Otto-
Preminger the purpose invoked was public order and the rights of others, not
bigotry. “Separate but equal” policies are unconstitutional not necessarily
because they are actually animated by racism but because they offend equality,
properly understood. Similarly, we cannot dismiss out of hand the view that
torture is “suitable” or “necessary” in some situations of extreme emergency.
That is, not without engaging in an exercise in political morality that relates
values, sets priorities and orders them into a system. The more of that we do,
the less room there is for the balancing stage.
Is it enough to save the proportionality test, if there is still some (however
little) room left for the last stage? Khosla seems to think so. He cites
approvingly Grimm’s hypothetical of a law permitting the police to shoot
someone to prevent him from destroying property. He says that “here the
purpose is appropriate as it aims to protect property; there is a rational
connection since the shooting will stop the perpetrator; and the means are
narrowly tailored as there is no other way to stop the destruction”. In this
situation he argues only proportionality in the strict sense will resolve the
conflict between life and property. In other words he thinks that it is possible
to resolve this conflict as the traditional proponents of proportionality
contend, by just investigating if the shooting is too intrusive a measure
compared to the loss suffered in terms of the right to life.

In fact, though, the example shows the instability of his proposal. If the
scrutiny at the first stage rests content with the abstract identification of the
protection of property as the purpose served by the measure, then it leads us
to the balancing stage without the appropriate theoretical resources to resolve
the conflict between the right to life and the right to property. If, on the other
hand, it embraces the more searching analysis of the competing rights from
the perspective of political morality, then the balancing stage is rendered
redundant. For, this analysis will have already assigned priorities to the values
of life and property. Either way it is untenable to argue that there is need for a
moral discourse of the sort I argue for and at the same time to engage in a
proportionality assessment.

One final point. I think that Khosla’s attempt to safeguard proportionality


runs into the same risk I envisaged in the Otto-Preminger and IA cases. That
is, it risks obscuring the decision making process. To see this, consider
Khosla’s claim that our disapproval of the outcome of these cases has more to
do with the poor implementation of proportionality or the margin of
appreciation doctrine of the Court and less with flaws of the principle per se.
On the contrary, Khosla thinks, the F v. Switzerland case (a challenge of a law
imposing a three-year prohibition on remarriage) was decided through the
proper application of proportionality, that is, by inquiring whether the means
of the impugned measure were appropriate and not by evaluating the
proportionality of the length of the prohibition.
Now one may wonder why the Court had to use the proportionality language if
the real ground of its ruling was the doctrine of the margin of appreciation.
The same is true for the F. v. Switzerland or the Lusting-Prean and Beckett v.
UK case. To my mind, in both cases the ruling of the Court was based on
substantive moral reasoning but was marred due to the use of the language of
proportionality. As a result, the final judgment obscured the Court’s decision-
making process. It stands to reason that the more explicit the moral
considerations of a case are made, the clearer the reasoning of the court.

[*] Associate professor of constitutional Law, University of Athens


Published in International Journal of Constitutional Law, (2010) Volume 8,
Number 2, pp. 307-310.
http://icon.oxfordjournals.org/content/8/2/307.full
Posted in Papers | Tagged balancing, Human rights, Proportionality | Leave a comment

Μνημόνιο για τη Δικαιοσύνη


Posted on August 8, 2010by stavrostsakyrakis

Το σύστημα απονομής δικαιοσύνης στην Ελλάδα είναι υπό κατάρρευση. Τα


δικαστήρια έχουν πνιγεί από εκκρεμείς υποθέσεις και βρίσκονται σε πλήρη
αδυναμία διεκπεραίωσής τους. Το χειρότερο είναι ότι ο αριθμός αυξάνεται
καθημερινά, με αποτέλεσμα σε λίγο ο χρόνος εκδίκασης των υποθέσεων στην
Ελλάδα να συναγωνίζεται τον προσδόκιμο χρόνο ζωής των διαδίκων. Νομίζετε
ότι υπερβάλλω; Τα στοιχεία από τα Διοικητικά Δικαστήρια της Αθήνας είναι
τρομακτικά. Οι εκκρεμείς υποθέσεις στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών
ξεπερνούν τις 149.000, στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών τις 11.000 και στο
Συμβούλιο της Επικρατείας τις 31.000. Καθένα από τα παραπάνω δικαστήρια
διεκπεραιώνει κατ΄ έτος λιγότερες υποθέσεις από αυτές που εισάγονται, με
αποτέλεσμα κάθε χρόνο να αυξάνονται οι εκκρεμείς υποθέσεις και ο
απαιτούμενος χρόνος εκδίκασης. Σήμερα μία διοικητική διαφορά χρειάζεται
πάνω από 17 χρόνια για να εκδικασθεί από όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας.
Του χρόνου θα χρειάζεται 20, σε πέντε χρόνια 30.

Δεν πρόκειται απλώς για συστηματική παραβίαση του εύλογου χρόνου που
θέτει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για την
εκδίκαση των υποθέσεων, αλλά για αρνησιδικία ευρύτατης κλίμακας. Τα
ελληνικά δικαστήρια κινδυνεύουν να παύσουν να αποτελούν τον θεσμό
επίλυσης των διαφορών της κοινωνίας μας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Η κοινή γνώμη δεν έχει αντιληφθεί το μέγεθος του προβλήματος.


Πληροφορείται ότι οι δικαστές αντιδρούν σε κάθε πραγματική ή εικαζόμενη
απόπειρα υποβάθμισης του ρόλου τους (όπως για παράδειγμα ο
χαρακτηρισμός τους στην απογραφή ως απλών δημοσίων υπαλλήλων και όχι
ως δημοσίων λειτουργών), σε κάθε μισθολογική περικοπή ή στην υπαγωγή
τους στο ενιαίο ταμείο μισθωτών, αλλά δεν ακούει λέξη για τη λειτουργία της
Δικαιοσύνης. Πληροφορείται ότι οι δικηγόροι απεργούν για την επιβολή
ΦΠΑ, συμβάλλοντας έτσι στην περαιτέρω διαιώνιση των εκκρεμών
υποθέσεων, αλλά δεν ακούει λέξη για μεταρρυθμίσεις που να περιορίζουν την
αρνησιδικία. Αντίθετα κάθε μείωση της δικηγορικής ύλης απορρίπτεται
ασυζητητί. Το ίδιο και η ιδέα επιμήκυνσης του χρόνου λειτουργίας των
δικαστηρίων ή αύξησης των δικαστικών εξόδων.

Το μόνο που ακούγεται, είναι μεγαλοστομίες για την ανεξαρτησία της


Δικαιοσύνης ή τη σημασία της δικαστικής προστασίας. Ισχύει δηλαδή και
στον χώρο της Δικαιοσύνης ό,τι συμβαίνει σε πολλούς τομείς του Δημοσίου. Η
χρεοκοπία καλύπτεται με τη ρητορεία περί δημόσιων αγαθών, η οποία με τη
σειρά της επιστρατεύεται για να δικαιολογήσει την άρνηση κάθε αλλαγής.
Ενώ όμως σε άλλους τομείς του Δημοσίου το μνημόνιο μας υποχρέωσε
(εκόντες άκοντες) να επανεξετάσουμε τι πραγματικά σημαίνει δημόσιο αγαθό
(οι δημόσιες συγκοινωνίες, ο ΟΣΕ, π.χ., με τα τεράστια ελλείμματα, είναι
αγαθό ή άγος), στον χώρο της Δικαιοσύνης δεν υπάρχει κάποιος διεθνής
οργανισμός που να μας επιβάλλει τα αναγκαία μέτρα. Το Ευρωπαϊκό
Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αργά ή γρήγορα θα αναγνωρίσει
το συστημικό πρόβλημα που έχουμε και θα επιβάλει κυρώσεις για την
καθυστέρηση απονομής της δικαιοσύνης, δεν έχει όμως την αρμοδιότητα να
υπαγορεύσει τις συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις που χρειαζόμαστε.

Στο σημείο που φτάσαμε δεν αρκούν κάποιες διορθωτικές παρεμβάσεις,αλλά


χρειάζεται μια πραγματική επανάσταση η οποία θα επιφέρει νέο σχεδιασμό
στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης και θα επανεξετάσει τα πάντα: τις
αρμοδιότητες κάθε δικαστηρίου, τη στελέχωσή του, την αποδοτικότητα κάθε
δικαστή, την επιμήκυνση του χρόνου λειτουργίας των δικαστηρίων, την
απλοποίηση της εκδίκασης των υποθέσεων (με την κατάργηση, π.χ., της
ακροαματικής διαδικασίας σε πολλές υποθέσεις ή με τον ορισμό χρονικών
ορίων στην ακροαματική διαδικασία), την αναθεώρηση του κόστους άσκησης
των ένδικων βοηθημάτων, την υποχρέωση του ηττημένου διαδίκου να
πληρώνει τα πραγματικά έξοδα της δίκης, τον περιορισμό του Δημοσίου ή των
ΝΠΔΔ να προσφεύγουν στα δικαστήρια, την απαγόρευση αλόγιστης άσκησης
ενδίκων μέσων από το Δημόσιο, την υποχρέωση της διοίκησης να εφαρμόζει
τις αποφάσεις των Ανωτάτων Δικαστηρίων και άλλα πολλά.

Με δεδομένη όμως τη νοοτροπία που επικρατεί, ακόμη κι αν υπάρξει η


πολιτική βούληση, πολύ φοβάμαι ότι δικαστές και δικηγόροι δεν πρόκειται όχι
να προωθήσουν, αλλά ούτε καν να αποδεχθούν κάποια αλλαγή. Αν δεν μας
προκύψει κάποιο μνημόνιο για τη Δικαιοσύνη που να μας υπαγορεύσει άμεσα
τις μεταρρυθμίσεις που χρειαζόμαστε, δεν μπορώ να δω με ποιο τρόπο θα
αποφύγουμε την πλήρη κατάρρευση του συστήματος απονομής δικαιοσύνης
στη χώρα μας.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Το Βήμα στις 8 Αυγούστου 2010


H φωτογραφία είναι από τ’αποκαλυπτήρια της “Δικαιοσύνης” του ακτιβιστή
street artist Banksy το καλοκαίρι του 2004. Το έργο προκάλεσε αρθρογραφία
μέχρι και σε έγκριτα περιοδικά νομικών και πολιτικών επιστημών.
Posted in Αρθρογραφία στον Τύπο | Tagged Δικαιοσύνη. Δικαστές | 1 Comment

Proportionality: An assault on human rights?


Posted on November 13, 2009by stavrostsakyrakis

Stavros Tsakyrakis[1]
Balancing is the main method used by a number of constitutional courts
around the world to resolve conflicts of fundamentals rights. The European
Court of Human Rights routinely balances human rights against each other
and against conflicting public interests; it has elevated proportionality to the
status of a basic principle of interpretation of the European Convention on
Human Rights (ECHR). This paper examines the debate on balancing in the
context of American constitutional law and the convention and discusses
theories that claim some form of balancing is inherent in human rights
adjudication. It argues that proportionality constitutes a misguided quest for
precision and objectivity in the resolution of human rights disputes, and it
suggests that courts should focus, instead, on the real moral issues underlying
such disputes.

Introduction

Balancing is in vogue outside of the United States. In Europe, Canada, India,


South Africa, and elsewhere courts invoke balancing as the proper method of
human rights adjudication. The European Court of Human Rights (ECtHR),
by its own admission, routinely balances human rights against each other and
against conflicting public interests and, in many countries, proportionality has
been elevated, implicitly, to a basic constitutional principle. Not only have the
nations beyond the United States embarked upon the age of balancing, but
there is a marked complacency about it.[2] There are theories that claim not
only that balancing is the proper way of resolving human rights issues but also
that it is the only way; this, according to such theories, is because the very
concept of human rights implies balancing and is inseparable from it.[3]
Are we actually facing, here, a novel and radical method of human rights
adjudication, or are we, on the contrary, reinventing old theories and
concerns? I will argue that balancing, in the form of proportionality, is nothing
but a manifestation of the perennial quest to invest adjudication with
precision and objectivity. And, as such, it is vulnerable to some well-known
arguments and concerns that the American debate on balancing has revealed.

1. The American debate on balancing

What is so appealing about balancing? It is a powerful metaphor that claims to


capture, as a whole, the best method of decision making.[4] According to this
metaphor, rational people place, on one side of the scale, considerations in
favor of a course of action and, on the other side, considerations against it,
they weigh them, and then come up with a decision that follows from the
outcome of this balancing process. The metaphor is sufficiently vague so as to
include a great variety of reasons and human actions. Should I go to the
movies tonight or not? In order to make up my mind and act accordingly, I
will probably have to do some kind of reasoning. One way to describe this
reasoning is to say that I balance the pros and the cons of going to the movies,
and if the former outweigh the latter I will go, if not I will stay home.
In a sense, balancing appears to be a basic way of reasoning and, certainly, a
basic way of practical reasoning. This seems plausible only on the assumption
that every thought we have or choice we make is (or may be represented as
being) in conflict with its opposite. The idea of everything in constant conflict
with its opposite (something analogous to the Hegelian notion that every
thesis has to be confronted with an antithesis) has the great appeal of
simplicity and all-inclusiveness. Every course of action can be represented as
the outcome of a conflict between itself and its opposite. And every choice we
make can be depicted as the resolution of a divergence among countless
alternatives: going to the movies is in tension with a myriad other activities I
could pursue. These tensions, especially those that concern courses of action,
demand some kind of resolution.
Simplicity and all-inclusiveness are not the only appealing features of
balancing. The metaphor also suggests precision. We weigh things and our
decisions have the precision that weighing—as calculation—produces. The
scale as a symbol of justice expresses the ancient and well-known quest of
investing judicial judgments with the precision of natural sciences.

Why has American adjudication resisted the appeal of balancing? The reason
is that it was tested in the context of a powerful right—freedom of speech—and
was found problematic as a method of adjudication. In fact, the issue was
openly debated in the setting of the First Amendment duringthe famous
dispute between Justice Hugo Black, on the one hand, and Justices Felix
Frankfurter and John Marshall Harlan II, on the other, over the meaning of
freedom of speech. The dispute was often presented as one between
absolutists against balancers. The stubborn insistence of Justice Black on the
absolute character of the First Amendment was an easy target for the
balancers who, confident that there was no such thing as an absolute right,
were quick to reach the conclusion that balancing was unavoidable.

Justice Black, as well as many scholars, fiercely criticized the balancing


approach and, in the process, revealed in many ways the ambiguity of the
metaphor. Black and others variously pointed out that it is not clear what is
weighed (interests, principles, rights, considerations); how it is weighted (with
what metric); and who is doing—or should do—the balancing (judges or
legislators).

To the question of what is weighted, Justice Frankfurter replied that it is


interests that are weighted: “The demands of free speech in a democratic
society as well as the interests in national security are better served by candid
and informed weighing of competing interests, within the confines of the
judicial process, than by announcing dogmas too inflexible for the non-
Euclidean problems to be solved.”[5] The same answer was given by Justice
Harlan: “Where First Amendment rights are asserted to bar governmental
interrogation[,] resolution of the issue always involves a balancing by the
courts of the competing private and public interests at stake in the particular
circumstances.”[6]
The view that constitutional rights are nothing but private interests whose
protection depends, on each occasion, on being balanced with competing
public interests, in fact, renders the Constitution futile. Indeed, if
constitutional rights protect the same kind of interests as those of the
government, and if the protection depends on considerations of some kind of
relative “weight” given to the conflicting interests, it follows that the
protection accorded by the Constitution can never be stable but is always
conditional on various circumstances and depends on the outcome of
balancing. On this view, not only is it doubtful whether the Constitution is the
kind of law that includes stable and knowable propositions, but it also renders
the very idea of such a constitution futile. Laurent Frantz has made both of
these claims when he was provocatively asking if the First Amendment was
law at all[7] and, consequently, was asserting that “[t]he balancing test assures
us little, if any, more freedom of speech than we should have had if the first
amendment had never been adopted.”[8]
It should be noted that in the most simplistic version of balancing, there
cannot be any concept of fundamental rights having priority over other
considerations. Interests protected by rights find themselves in the scale on a
par with any of the other interests that individuals or the government have.
On this account, the interests of the majority tend to outweigh the interests of
individuals and minorities. It is not surprising that, under the balancing
approach, the outcomes of most free speech cases that involved communist
speech during the Cold War were decided against freedom of speech.[9]
The critics of balancing never accepted the either/or framing of the issue, that
is, rights either are absolute or balancing is unavoidable. They insisted that,
without some kind of definition (categorization), the whole idea of rights is
without any meaning, and they stressed that the ambiguity of balancing
reaches every single element in the process: what the metric should be and
who ought to do it.

The most effective critique of balancing concerns the assumption of a common


metric in the weighing process. The metaphor says nothing about how various
interests are to be weighted, and this silence tends to conceal the impossibility
of measuring incommensurable values by introducing the image of a
mechanistic, quantitative common metric.[10] The only way to attempt
introducing a common metric is to subscribe to some form of utilitarianism,
namely, to a moral theory that assumes all interests are ultimately reducible to
some shared metric (money or happiness or pleasure), and that, once
translated into this common standard, they can be measured against each
other. But, this would be a high-risk strategy. For one thing, it seems to make
our theory of constitutional adjudication stand or fall on having the correct
answer to an extremely vexing and controversial question in moral
philosophy. Besides, if we decide to go down this road, we strip the balancing
approach of much of its theoretical motivation. Arguably, balancing makes
sense only against the backdrop of various conflicting values. If all values are
reducible to a common metric, the problem that gave rise to the need for a
balancing method dissolves.
Finally, a third point of criticism contests the legitimacy of judicial balancing.
If we assume that human rights protection is the result of balancing interests,
one wonders whether judges should perform it instead of legislators. What is
the aim of judicial review? Is it to replicate or supervise the balancing of the
legislators? Or is it constrained by an overarching requirement of judicial
deference, as Justice Frankfurter, a keen balancer himself, was arguing?

Free speech cases are not an exception to the principle that we are not
legislators, that direct policy-making is not our province. How best to
reconcile competing interests is the business of legislatures and the balance
they strike is a judgment not to be displaced by ours, but to be respected
unless outside the pale of fair judgment.[11]
And even more clearly:

Primary responsibility for adjusting the interests which compete in the


situation before us of necessity belongs to the Congress.[12]
If we are not going to take metaphors very seriously,[13] then we must start by
altogether rejecting the myth of mathematical precision. Whatever else it may
be, it is quite certain that judicial reasoning has nothing to do with going to
the grocer’s. Very few, if any, genuine and important values are amenable to
any meaningful form of quantification. And, even if they were, balancing them
would require, in addition, coming up with a way to compare their respective
“weights,” which hardly anyone but the most hard-nosed utilitarian would
think is more than a chimera. In this sense, Justice Scalia is merely scoring an
easy point, when he is says that we cannot compare the length of a line with
the heaviness of a rock.[14]
It is important to circumvent a possible misunderstanding, at this point.
Scalia’s statement might be taken to suggest that values are incommensurable
in the sense that we could never adjudicate between them rationally or, put
differently, that we could never have rational grounds for preferring one over
the other. This is not the position I will be defending. Rather, I want to side
with Jeremy Waldron who argues that belief in such a “strong”
incommensurability would lead to a total agnosticism about morality, which
goes against our most strongly held intuitions regarding morality and the
point of moral reasoning. Instead, Waldron has argued in favor of a “weak”
incommensurability, which, while it acknowledges the lack of a common
metric for “balancing,” nevertheless permits us to bring values into relation
with each other.[15] He suggests that we do this intuitively when, for example,
we say things like: “Any reasonable person can see that saving an innocent
child from a painful death is to have priority over the preservation of the
statue that has fallen on top of her.”[16] He also suggests that we do it by
reasoning, that is, when we relate values, when we propose ways of ordering
them and of putting them into a system. That is exactly, says Waldron, what
John Rawls, Ronald Dworkin, or even Robert Nozick do, when they insist on
the lexical priority of basic liberties, on rights as trumps, or as side
constraints.[17]
The idea of putting values in an order and assigning them priorities is also a
way of reasoning about more ordinary courses of action. I do not go to the
movies when I have a class, and there is no balancing taking place in this case.
Going to the movies is ruled out simply because having a class enjoys a higher
priority; put another way, it trumps the consideration of going to the movies.
Now, one could describe the reasoning involved in relating values or having
priorities as a kind of balancing. In fact, Waldron maintains that “often when
people talk about weighing or balancing one value, principle, or consideration
against another, what they mean is not necessarily Benthamite quantification
but any form of reasoning or argumentation about the values in
question.”[18] He goes on to say that for “most ordinary people” elaborate
moral arguments, like those of Dworkin or Rawls, seem like balancing. And
because our moral reasoning certainly includes considerations in favor or
against an argument his conclusion is that “the reasoned articulation of our
moral principles and priorities inescapably involves what ordinary people
might regard as weighing and balancing.”[19]
The question is whether “weighing” or “balancing,” even taken in a broad
sense, are of any value in characterizing human rights adjudication. In
theory—and keeping in mind that these are just metaphors—there is no reason
to exclude them as shortcuts for describing the judicial process. However, in
practice, the term “balancing” has become tantamount to the principle of
proportionality, that is, a specific judicial test that pretends to balance values
while avoiding any moral reasoning. In fact, the principle of proportionality,
bypassing any discourse on priorities, pretends to resolve value conflicts by
assessing the degree of their relative coexistence. Human rights values, for
example, do not enjoy any priority vis-à-vis other public interests. They
compete on a par with them.[20] Such rights may prevail when the public
interest can be attained with a less restrictive measure, but they may be
curtailed when the measure seems proportional to the objective.
More precisely, the principle of proportionality consists in a three-prong test
that assesses (a) whether a measure that interferes with a right is suitable for
achieving its objective, (b) whether it is necessary for that purpose, and (c)
whether it burdens the individual excessively compared with the benefits it
aims to secure.[21] Since it is only rarely that measures are completely
irrational, and it is always possible to argue that they are suitable and
necessary to accomplish a legitimate aim, a measure fails only very
occasionally on the first two counts. Essentially, the proportionality test is
reduced, more often than not, to measuring the relative intensity of the
interference with the importance of the aim sought. The principle of
proportionality assumes that conflicts of values can be reduced to issues of
intensity or degree and, more importantly, it assumes further that intensity
and degree can be measured with a common metric (something like a natural
force), and that this process will reveal the solution to the conflict. Thus it
pretends to be objective, neutral, and totally extraneous to any moral
reasoning.
Now, while one might accept the idea of the commensurability of values
within the ambit of a moral discourse, there is no way to accept the notion that
values are commensurable without a moral argument, that is, an argument
that relates them and justifies degrees of priority. If the moral discourse is
lacking, there is no way to demonstrate that values, indeed, are
commensurable, and it makes no sense, therefore, to pretend that the
principle of proportionality allows us to do it.

That is the reason, it seems to me (and setting aside the “strong”


incommensurability of values), why we should not accept balancing—even in
the loose sense Waldron proposes—as the method of human rights
adjudication. Moreover, this method is, by its very nature, figurative. The
imagery of balancing unavoidably carries with it connotations of mathematical
precision or, at any event, seems to allude to some kind of
quantification,[22] Benthamite or other, and thus tends to neglect any moral
reasoning. The result is, as the principle of proportionality proves, to impress
on us an illusion of some kind of mechanical weighing of values similar to that
of weighing apples and oranges.
The adoption of a balancing test, according to the principle of proportionality,
risks neglecting the complexity of moral evaluation and, especially, the
complexity of rights. More specifically, it tends to overlook, or at least not
appreciate adequately, the fact that our moral universe includes ideas not
amenable to quantification, with the result that these ideas are not given due
consideration in our reasoning. Most importantly, as I am going to argue,
among the moral concepts that this kind of balancing is likely to distort are
fundamental individual rights.

These are strong claims, and the only way to defend them is to turn our
attention to real cases to see how balancing, according to the principle of
proportionality, unfolds. For this purpose, there is no better starting point
than the jurisprudence of the ECtHR, which is engaging in precisely this kind
of balancing.

2. Proportionality applied

By definition, any treaty for the protection of human rights gives priority to
rights. Its goal is to protect certain individual fundamental interests not only
from arbitrary state power but also from collective interests. So, although
accurate, it sounds somewhat strange to say, as did the former president of the
ECtHR Rolv Ryssdall, that “[t]he theme that runs through the Convention and
its case law is the need to strike a balance between the general interest of the
community and the protection of the individual’s fundamental rights.”[23]The
former president was simply repeating, almost verbatim, the dictum of the
Court that “inherent in the whole of the Convention is a search for a fair
balance between the demands of the general interest of the community and
the requirements of the protection of the individual’s fundamental
rights.”[24] There is no doubt that the ECtHR engages in a balancing
approach both as a method of interpretation and as a method of adjudication.
This balancing approach, under the rubric of the principle of proportionality,
“has acquired the status of general principle in the Convention system.”[25]
Now, one should expect that the rights convention itself reflects such a
balance, the outcome of which must be that human rights are to be protected
before other interests are even taken into consideration. If that is so, what
does it mean to say that the issue is to strike a further balance between the
general interest of the community and individual rights? The obvious answer
is that the vast limitations contained in articles 8 to 11 (the rights to respect of
private and family life, home, and correspondence; the right of freedom of
thought, religion, and conscience; the right of speech; and the right of
association and assembly), namely, the restrictions necessary in a democratic
society for the protection of public security, safety, protection of public order,
health or morals, and the rights and freedoms of others,[26] give rise to new
considerations and balancing. The concept of the restrictions necessary in a
democratic society is supposed to lead to the principle of proportionality, that
is, a balancing approach that requires the intensity of the restriction not to be
excessive in relation to the legitimate needs and interests, which the specific
restriction aims to redress. “The scale the Court utilizes seems to imply that
the more far-reaching the infringement or more essential the aspect of the
right that has been interfered with, the more substantial or compelling the
legitimate aims pursued must be.”[27]
There are, at least, two controversial assumptions underlying this approach:
first, that public interests, as a matter of principle, can always be weighted
against human rights; and, second, that measures aimed at promoting a public
interest may prevail unless they impose an excessive restriction compared to
the benefit they secure (the violation seems to depend rather on the intensity
of the restriction than on its incompatibility with the right in case).

Let us see what the impact of these assumptions was in two cases, Otto-
Preminger-Institut v. Austria[28] and İ.A.v. Turkey,[29] both of which
concerned freedom for blasphemous speech. I find these cases paradigmatic
because, although there was disagreement between majority and minority on
what should be put on the scale (rights or interests), there was, nevertheless,
agreement that a scale should be used and the principle of proportionality
should resolve the cases.
In the Otto-Preminger-Institut case a private nonprofit art cinema complained
about a violation of article 10 of the convention because the Austrian
authorities, at the request of the Innsbruck diocese of the Roman Catholic
Church, had seized and confiscated a film that was scheduled to be shown to
the public. The film Das Liebeskonzil (Council in Heaven) was based on a play
written by Oskar Panizza in 1894 that portrayed God, Christ, and the Virgin
Mary plotting with the devil how to punish mankind and deciding to infect
human beings with syphilis. The devil’s daughter assumes the task of
spreading it to the worldly and powerful, to the court of the pope, to the
bishops, to convents and monasteries, and, finally, to the common people.
Panizza was found guilty of “crimes against religion” and was sentenced to a
term of imprisonment in 1895 in Germany. However, recent productions of
the play were performed and the film actually reproduced one performance
that took place in Rome with the addition of some small parts in the beginning
and the end of the film, along with comments about the trial of Panizza. The
film depicted God, Christ, and the Virgin Mary in a demeaning way and also
contained some erotic scenes and innuendos. The seizure and confiscation in
Austria were based on article 188 of the Austrian Penal Law that punishes the
“disparage[ment] of a dogma, a lawful custom or a lawful institution of [a]
church or religious community.”

The court (with a majority of six out of nine) held that there was no violation
of freedom of speech. At the outset, it examined whether the seizure and
confiscation of the film constituted interference in pursuit of a “legitimate
aim.” The court found that these measures were meant “to protect the right of
citizens not to be insulted in their religious feelings by the public expression of
views of other persons,”[30] and, thus, it came to the conclusion that the
impugned measures pursued a legitimate aim under article 10 (2) of the
convention, namely, “the protection of the rights of others.” The court then
proceeded to examine whether the measures were “necessary in a democratic
society.” It referred to its case law on freedom of speech and its finding that
this freedom includes not only “information” or “ideas” that “are favourably
received or regarded as inoffensive or as a matter of indifference, but also . . .
those that shock, offend or disturb the State or any sector of population”
(Handyside v. United Kingdom judgment of December 7, 1976). However, the
court went on to stress that those who exercise their freedom of speech also
undertake duties and responsibilities and “among them—in the context of
religious opinions and beliefs—may legitimately be included an obligation to
avoid as far as possible expressions that are gratuitously offensive to others
and thus an infringement of their rights, and which therefore do not
contribute to any form of public debate capable of furthering progress in
human affairs.”[31] Finally, having established that states may sanction
improper attacks on objects of religious veneration, the court proceeded to a
final exercise in balancing by examining whether the seizure and the
confiscation of the film were restrictions proportionate to the legitimate aim
pursued.
On this final balancing the court was not unanimous. The majority dismissed
various arguments to the effect that many precautions were taken to prevent
offending the feelings of the believers. The film was to be screened in a cinema
and was addressed to a specific audience interested in avant-garde culture; the
public was to pay for a ticket to see the film; persons under seventeen were not
admitted; and there was an information bulletin helpfully describing the
theme of the film in detail,[32] so there was no danger of anyone’s being
exposed against his will to material he would find offensive. The majority
reasoned that because the film was advertised and precisely because there was
adequate public knowledge of its content, the expression had been made
“sufficiently” “public to cause offence.” Without elaborating, the majority
accepted the judgment of the Austrian courts that the film lacked any artistic
merit that could outweigh offense to the public. The majority went on to point
out that the Roman Catholic religion is the religion of the overwhelming
majority of Tyroleans (87 percent), and it thought that the authorities had not
overstepped their margin of appreciation by seizing the film and in wanting to
ensure religious peace and to secure some people from feeling offended. On
the other side, a minority of three judges out of nine was of the view that the
seizure and confiscation of the film, far from being the less restrictive solution,
amounted to a complete prevention of freedom of expression, which could be
accepted only if the speech was so abusive as to come close to a denial of the
freedom of religion for others. Arguing that “there was little likelihood [. . .] of
anyone being confronted with objectionable material unwittingly,”[33]the
minority found that “on balance [. . .] the seizure and forfeiture of the film in
question were not proportionate to the legitimate aim pursued.”[34]
In what follows I wish to focus on two problematic aspects of this decision.
The first has to do with the specification of the items that the court put in the
balance and the second aspect with the way the “weight” of those items was
compared in the balancing exercise. Let us take each of these aspects in turn.

2.1. What is to be compared?

Before we discuss the balancing stage, we should consider how the court has
structured the case up to that point. There is no need to dwell on the question
of whether there was interference in the first place. No one could deny that
there was an obvious (and I would say brutal) interference with the applicant’s
speech rights. What is more interesting is to examine how the court next
inquired whether the purpose of this interference was formally included in the
vast categories of restrictions listed by article 10 (2). The court seems to have
treated this as little more than a kind of formal inquiry, as mere taxonomic
exercise. Thus, for the majority, the interference fell under the “protection of
the rights of others” restriction. The minority, by contrast, pointed out that
“[t]he Convention does not, in terms, guarantee a right to protection of
religious feelings. More particularly, such a right cannot be derived from the
right to freedom of religion, which in effect includes a right to express views
critical of the religious opinion of others.”[35] However—and this is very
important—although the minority rejects the idea of a right to have one’s
religious feelings protected, it does not have any difficulty accepting the
proposition that such protection is “legitimate” since “the democratic
character of a society will be affected if violent and abusive attacks on the
reputation of a religious group are allowed.”[36] Thus, regardless of whether
limitations of the kind in question are premised on a right or not, both sides
agree that “it is necessary in a democratic society to set limits to the public
expression of such criticism or abuse.”[37]
Is it so trivial to affirm or deny the existence of a right? Does it make so little
practical difference whether we decide to ground a limitation of speech rights
on a public interest or on a competing right? Perhaps for the balancers it does,
since the methodology they recommend will be the same, whichever way we
go. But the truth is that at the level of moral theory, at least, we do attach great
importance to rights claims, and we do want to distinguish such claims from
claims based on mere public interest; therefore, before we go along with the
balancers’ suggestion, we should pause to think.

Let us see, then, how someone could come to the conclusion that there is a
right of protection for religious feelings. The majority inferred it from the right
to freedom of religion; however, since it did not elaborate on its reasons for
thinking so, we have to reconstruct them ourselves for the sake of argument.
Here is how the claim might go. One might say that since I am free to believe
in some religion and since religious beliefs typically arouse strong feelings, I
should be protected, in some fashion, from verbal attacks against my religion.
If I am not protected, such attacks will hurt my feelings and, hence, impede
my religious life. Of course, against this line of argument we can assert, with
the minority, that freedom of religion includes the right of others to advocate
their own religion and thus express views critical of my own religious beliefs.
The mere fact that there are people who do not share my religious beliefs may
hurt my feelings, but, obviously, I cannot seek any protection against this sort
of discomfort without denying others their freedom of religion.

Considerations of the same kind apply to other feelings we may have. We may,
for example, have strong feelings about certain political ideas, and contrary
opinions may deeply hurt our feelings. I may be deeply distressed (even
terrorized) by advocacy of the dictatorship of the proletariat, but I cannot lay
claim to be protected against this kind of distress if I am willing to accept a
right to free speech. I may have strong feelings about a person. I may be in
love with Jennifer Lopez, for instance. Still, the strength of my feelings for her
does not entitle me to any special protection. For instance, it does not give me
the right to demand the press stop gossiping about her or publishing
provocative photographs.

Of course, one can imagine cases where verbal attacks against one’s religious
feelings may constitute a genuine burden on the exercise of freedom of
religion. Imagine the following situation: a group of nonbelievers parades
every day outside a church shouting hostile slogans against the religion of the
believers inside. But, as so often in law and morality, context is everything. In
the example just given, our moral reaction stems not from the mere fact that
someone holds views that can hurt the religious feelings of other people but,
rather, from the circumstances in which these views are actually expressed,
with the apparent purpose of intimidating the believers.

This is no more than a rough outline of a much more complex argument


challenging the claim that religious feelings in themselves give rise to a right,
on the part of those who hold them, to be protected from the expression of
views that may hurt them. My aim was to show that the existence of such a
right must be premised on certain assumptions—themselves contestable and
in need of argumentative support—about what is worthy of being included in
the ambit of a right. When I say that such assumptions stand in need of
justification, I mean that they must draw on broader conceptions of the nature
of rights and of how an alleged right must fit with other rights recognized in
the convention and with the more general moral principles we happen to hold.
These assumptions may prove mistaken (as I think they are in the case of an
alleged right to have one’s religious feelings protected), with the result that the
case for the existence of a certain right must fail.

Now, this form of reasoning lies in stark contrast to the majority’s rather
cavalier approach toward the meaning of freedom of religion. Regardless of
how we choose to characterize it, however, the majority’s approach is in line
with one of the basic methodological principles of the balancing approach,
which we may call the “principle of definitional generosity.”[38] According to
this principle the interpreter assumes a broad definition of what can
conceivably count as an instance of the exercise of a certain right. He asks:
What can count as expression? What can count as religion? Value judgments
about the importance of a right or the salience of one form of its exercise may
inform this stage, though not necessarily in any particularly demanding way.
The interpreter’s purpose, here, is merely to assess whether a given act or
behavior will be prima facie included within the ambit of a provision
safeguarding, say, freedom of expression or freedom of religion. Since the
threshold is not demanding, the normative implications that such a
specification of a right carries with it are correspondingly limited. The
interpreter can be generous at the stage of specification, safe in the knowledge
that all the crucial normative issues may be deferred to the balancing stage.
But is he really safe? After all, if there is no such thing as a right to have one’s
religious feelings protected, then it makes no sense to speak of balancing in
the first place, since we would be lacking that against which we are supposed
to balance freedom of speech. This I take to be an embarrassing implication of
the balancing method. In response, the balancer can always point to the
strictures of the balancing stage as his safety net, but if the balancing stage is
supposed to remedy a confusion that the balancer’s approach itself has
engendered, you might start asking whether it would be better to scrap the
approach altogether.
At any rate, as we have said, the issue of whether or not the protection of
religious feelings was a matter of right did not seem, in any case, to make
much difference in Otto-Preminger-Institut, since the minority considered
that such protection constituted a public interest worth balancing against the
right to freedom of speech. So, let us now examine whether the principle of
definitional generosity is more at home in the specification of the concept of
public interest.

While we are familiar with the idea that there are different theories about
rights, we sometimes pay little attention to the fact that there are also different
theories about the concept of public interest.[39] The reason for this is that we
assume the public interest is the interest of the majority and, hence, we can
tell whether something is in the public interest just by looking at that for
which the elected representatives of the people have voted. The court seems to
favor this understanding when it assumes that the interest of 87 percent of the
Tyrolese not to be offended in their religious feelings constitutes a public
interest, stressing that it “cannot disregard the fact that the Roman Catholic
religion is the religion of the overwhelming majority of Tyrolese.”[40]
But suppose, for a moment, that 87 percent of the Tyrolese hated the Eskimos.
Suppose that, when Eskimo plays are staged or Eskimo films screened, the
“overwhelming majority” of Tyrolese feel stirred by violent feelings of moral
indignation and uncontrollable fear. Would we be willing to include protection
of these feelings within the ambit of public interest? If not, it is probably
because we have to be more discriminating in our specification of what counts
as public interest. We may, for example, not want external preferences to
count, that is, preferences people have not regarding themselves but
preferences they have about how other people should be
treated.[41] Unsurprisingly, the set of assumptions we need to bring to bear in
this exercise are very similar to the assumptions driving our specification of
rights. Our conception of the public interest also must incorporate or flow
from normative ideas about the relationship between the individual and
society, the importance of rights in structuring this relationship, and so forth.
2.2. Balancing in the strict sense
Earlier, I said that the balancing stage is the balancer’s last ditch. But
considering its importance within the balancing methodology, it is rather
surprising to observe the dearth of argument that supports the court’s
balancing exercise in Otto-Preminger-Institut. Admittedly, once you jettison
the idea that values are quantifiable and concede that the talk of “weight” is no
more than a metaphor, it is hard to imagine what shape arguments at the
balancing stage must take or, put otherwise, how we should tailor arguments
to fit the balancing methodology.

One of the putative advantages of the balancing approach is its rigor. But rigor
is one thing, and elegant formal structures are quite another. Otto-Preminger-
Institut amply demonstrates that the balancing approach fails, spectacularly,
to deliver what it promises. At the very least, we would expect that the
balancing approach would throw some light on the “black box” of comparisons
among weakly incommensurable values. What we find, instead, is a
characteristically impressionistic assessment of the relative weights of
competing considerations, which does not lend itself to a rational
reconstruction of the argumentative path that has led to a particular decision.
The reasoning is terse and fails to identify the contribution that different
considerations make to the outcome.

The preceding analysis suggests one possible explanation for this opacity.
According to the principle of definitional generosity, it is perfectly conceivable
that certain items will make their way into the balancing process that are not
genuine. Go back to the Eskimo example. I claimed in my analysis of that
example that the preferences of the Eskimo-haters should not be taken into
account at all. But a balancer, arguably, would let them play out in the
balance. How, then, would he assign a value to such preferences? Presumably,
he would assign them a very low value that would make them easy to override
by way of competing considerations. But that sounds hopelessly ad hoc. It is
not that the preferences of the Eskimo-haters should count or only count for
little. It is that they do not count at all.
In fact, even in those cases where the court does attempt to specify, with more
precision, the distinct contribution of different considerations, the result it
reaches is far from self-evident. Take the following example. The minority in
Otto-Preminger-Institut held that, while some restrictions might be thought
necessary in order to further the stated public interest (protection of religious
feelings), nevertheless the measures in question (seizure and confiscation of
the film) restricted the applicants’ freedom of speech in a manner
disproportionate to the benefit thereby achieved. The minority, therefore,
meant to suggest that although, in principle, restrictions on freedom of speech
for the protection of religious feeling are legitimate, they ought not to go too
far. If a less severe restriction can achieve the same goal, it must be
preferred.[42]
At this point, however, one might wonder what a less severe restriction would
look like. Here’s one suggestion. The minority seemed to favor taking
precautions with regard to the time and manner of expression as preferable to
seizure and confiscation. But if we take the offense to religious feelings to stem
from the mere knowledge that some people are engaging in this kind of
speech, then no precautions concerning the time and manner of expression
can cure it. The idea that some people may depict my God in a demeaning way
can hurt my feelings, whether they do it in private or in public. The only way
to be protected from such an offense, it seems, is to restrict that kind of speech
altogether. This is not, of course, to suggest that the majority approach is
preferable. Rather, it serves to point out that the problem lies less with the
severity of the restriction and more with the justifiability of imposing a
restriction, in the first place, on the grounds that it offends someone’s
religious feelings. By deferring all the crucial judgments to the final stage, the
balancing approach clouds the real problem and provides crude resources to
resolve it.

One might want to recall the famous Cohen v. California[43] case, where the
Supreme Court reversed a conviction for disturbing the peace by “offensive
conduct.” The offensive conduct of the appellant consisted of being in a
courthouse corridor wearing a jacket bearing the words “Fuck the Draft.”
Justice Harlan, who wrote the majority opinion, a keen balancer himself,
dismissed the possible annoyance of people confronting the four-letter word.
“Those in the Los Angeles courthouse,” he said, “could effectively avoid
further bombardment of their sensibilities simply by averting their
eyes.”[44] Gerald Gunther has praised Harlan for his balancing
approach, [45] but, whatever his balancing technique was, it certainly did not
take into account any claim of people aiming to avoid disturbance at the sight
of the controversial slogan. Advising these people to avert their eyes meant,
simply, that they did not have any claim whatsoever that could carry weight on
the balancing scale. In fact, if their claim enters the scale, it is not at all
obvious that the appellant’s right of free speech will prevail.
2.3. The İ.A. v. Turkey case: Proportionality unraveled

In our analysis of Otto-Preminger-Institut, we pointed out the failure on the


part of the court to articulate, carefully, the competing considerations and
their normative import for the determination of the outcome. I believe that
this failure is far from restricted to that particular case. Rather, it permeates
the ECtHR’s methodological approach. To illustrate this, I want briefly to
consider a more recent case, İ.A. v. Turkey,[46]where the restriction on
freedom of speech for the protection of religious feelings was, again, at issue.
The case is interesting not because it brings out novel aspects of the issue but,
rather, because it shows how the balancing approach can unravel and produce
decisions that are hardly recognizable as the adjudication of human rights
questions.
The applicant, a publisher, had published a novel (entitled The Forbidden
Phrases) with a print run of two thousand copies. The content of the book
contained various critical remarks about religion, in general, and the Muslim
religion, in particular. The most provocative passage was the following:

Some of these words, moreover, were inspired in a surge of exultation, in


Aisha’s arms. . . . God’s messenger broke his fast through sexual intercourse,
after dinner and before prayer. Muhammad did not forbid sexual relations
with a dead person or a live animal.[47]
The applicant was indicted on the basis of blasphemy (according to a Turkish
law that punishes blasphemy “against God, one of the religions, one of the
prophets, one of the sects or one of the holy books”) and was convicted and
sentenced to two years’ imprisonment and a fine. The Turkish courts
commuted the prison sentence to a fine, so that the applicant was obliged,
ultimately, to pay a total fine equivalent to sixteen U.S. dollars.

A majority of the court (four out of seven), relying on its previous rulings in
Otto-Preminger-Institut, constructed the case as a clash between two
fundamental freedoms, “namely the right of the applicant to impart to the
public his views on religious doctrine, on the one hand, and the right of others
to respect for their freedom of thought, conscience and religion, on the other
hand.”[48] The majority “therefore” explicitly engaged in balancing. It held
that there was no violation of freedom of speech because the law of blasphemy
was a measure intended to provide protection against offensive attacks on
matters regarded sacred by Muslims and, thus, was a reasonable measure
meeting a “pressing social need.”[49]
While there is nothing new in the reasoning (except maybe it shows how far
down the slippery slope can descend), it does include some striking thoughts
about the fine imposed. Thus, the majority said:

As to the proportionality of the impugned measure, the Court is mindful of the


fact that the domestic courts did not decide to seize the book, and accordingly
considers that the insignificant fine imposed was proportionate to the aims
pursued.[50]
I am not saying that the severity of the penalty should never be a
consideration in moral and legal reasoning. In fact, in some cases it makes all
the difference in the world.[51]However, when we are preoccupied with this
form of exercise, we risk losing sight of the battles of principle with which
human rights law is so intimately intertwined. We also risk losing sight of the
characteristic moral attitude that recognition of a right is supposed to display,
and the message it is supposed to convey. Imagine, by way of contrast, what
attitude toward individuals the following statement displays: “Why do you
make so much fuss over sixteen dollars?”
It may, of course, be objected that we can always discard this piece of the
court’s jurisprudence as a grotesque mistake. But even if reference to the fine
imposed in İ.A. were thought an unfortunate mistake, it is still true that
balancing according to proportionality must feel more at home with
considerations that seem amenable, at least prima facie,to some sort of
scaling, such as the penalty’s degree of severity. As a result of such thinking,
adherents of this approach will tend to privilege such considerations or, at any
rate, assign them a role in the reasoning process that they would otherwise
lack.

Moreover, we can find traces of this type of problematic reasoning in other


cases as well. Thus, in F. v. Switzerland,[52] the court had to evaluate a law
imposing a temporary prohibition on remarriage. The Swiss government
defended the law on the basis that it gave people time to reflect before
committing themselves to a new marriage. The court was not convinced that
this argument could apply to “a person of full age in possession of his mental
faculties.”[53] This reasoning seems to suggest that the court rejected out of
hand the paternalism underpinning the measure. However, the court
subsequently muddied the waters when it concluded that “the disputed
measure, which affected the very essence of the right to marry, was
disproportionate to the legitimate aim pursued.”[54]Should we infer from this
that, in the court’s view, the temporary prohibition of remarriage served a
legitimate aim, and that its sole concern was the disproportionate impact on
the applicant’s rights? Would the measure be allowed to stand, if, while still
paternalistic in spirit, it prescribed a shorter temporary prohibition?
A similar ambivalence affects the court’s treatment of a number of related
issues, notably the scope of the margin of appreciation. This can be seen, for
example, in Hirst v. UK,[55]which concerned interference with the ECHR
right to vote of criminal offenders (article 3 of protocol 1 of the convention).
The court largely bypassed the question whether negating the right of criminal
offenders to vote for the purpose of “enhancing civic responsibility and respect
for the rule of law” and “[conferring] an additional punishment” were aims
compatible with the recognition of the right.[56] Instead, it based its
judgment—that there had been a violation of the right to vote—on the fact that
the measure impugned, being a “blunt instrument,” fell way outside the
margin of appreciation accorded the contracting states. The court continued:
“It [the measure] strips of their Convention right to vote a significant category
of persons and it does so in a way which is indiscriminate. The provision
imposes a blanket restriction on all convicted prisoners in prison. It applies
automatically to such prisoners, irrespective of the length of their sentence
and irrespective of the nature or gravity of their offence and their individual
circumstances.”[57] Arguing in this manner meant that the court had
withdrawn from a battle regarding the general principle without a fight and
had focused, instead, on the more quantifiable aspects of the case such as “the
general, automatic, and indiscriminate” nature of the restriction. [58]
Similarly, in Hatton v. UK,[59]a case where the applicants complained that
the increase in noise levels from night flights at Heathrow airport deprived
them of sleep and thus was a violation of article 8 (respect for home, private
and family life), the court was satisfied with the assessment of the balance
struck by the national authorities. This balance weighed the conflicting
interests of the individual and the economic welfare of community, as a whole,
and came out in favor of the latter. By framing the discussion in terms of
interests and relative weights the court was able to dodge a number of the
difficult questions the case raised: Do the applicants have a actual rightto
sleep? If so, should it be given priority over the interests of the community? If
not, is it the court’s business to address the applicant’s claim in the first place?
3. Putting human rights back in focus

The balancing approach, in the form of the principle of proportionality,


appears to pervert rather than elucidate human rights adjudication. With the
balancing approach, we no longer ask what is right or wrong in a human rights
case but, instead, try to investigate whether something is appropriate,
adequate, intensive, or far-reaching.[60]
This is true not only of the jurisprudence of the ECtHR. It is characteristic of
the thinking of advocates of proportionality around the world. It is
exemplified, too, in the work of David Beatty. In his recent book, he has
launched a comprehensive and wide-ranging defense of the principle of
proportionality as the cornerstone of constitutional adjudication. He has gone
so far as to suggest that the best way to interpret the issue at stake in the
landmark desegregation case of Brown v. Board of Education is to see it in
terms of a conflict between the harm inflicted on black children from
segregation and the harm inflicted on white children from integration. He
writes: “Telling black children they cannot be educated in the same schools as
white students is brutally offensive to their dignity and self-worth in a way
that forcing whites to share their class-rooms is not. Segregationists may be
deeply offended by having to mix with people with whom they want no
association, but their stature and status in the community is not diminished
by their forced integration.”[61]If we take Beatty’s words at face value, the
reason why desegregation was required by the U.S. Constitution is that the
harm to black children outweighed the harm to whites. It would seem to
follow from this that if the loss of the whites’ sense of superiority (or self-
esteem) was greater than the blacks’ loss of self-worth, the outcome would be
different.[62] But this would be an absurd and extreme conclusion that goes
against our basic intuitions concerning the point of human rights. It erodes
these rights’ distinctive meaning by transforming them into something
seemingly quantifiable.
This is due to the very methodology the balancer employs. First, the balancing
method does not pay sufficient attention to the specification of the items it
purports to place in balance. It rests content with a prima facie specification of
the ambit of a human right or of the public interest that is set against it. I
remarked, earlier, that this strategy is grounded in the principle of definitional
generosity. The motivation behind this principle is that by keeping an open
mind about what is to go in the balance, you avoid excluding some claims
from the outset, and, hence, you do not unduly restrict the range of claims you
undertake to consider. But, in proceeding this way, the balancing approach
trades inclusiveness for superficiality. The proper specification of the content
of a human right is a specification guided by an understanding of its
importance, which is the point in awarding it this unique status; such a
specification needs to be sensitive to the important evaluative questions that
recognition of a right entails. This involves coming to terms with what we
value about that right and firmly placing the right in the constellation of our
other political and moral values. In short, it involves a good deal of moral
reasoning. This reasoning is likely to be lost when our analysis, at the first
stage, is insufficiently fine grained.
One particularly striking way in which the principle of definitional generosity
fails to capture the importance of the items it places in the scales is by not
weeding out, at the first stage, interests and preferences powered by what I
would characterize as illicit justifications. There are some types of justification
that are not just less weighty than the right with which they conflict. Rather,
their invocation is incompatible with the recognition of that right. An illicit
justification goes against the very core of what it is that we value in the right.
Freedom of speech, which was at issue in Otto-Preminger-Institut, provides a
useful illustration of this point.Before we decide to balance the protection of
religious sentiment against freedom of speech, we have to examine whether
this goal can ever be a ground for prohibiting freedom of speech. My reason
for believing that such a prohibition can never be accepted is not because, in
such cases, religious sentiment loses out in its comparison with freedom of
artistic expression; rather, a part of what we hold dear about freedom of
expression is fatally compromised whenever the state prohibits one view in
order to support another. Religious sentiment and freedom of expression can
never be put on the scale, whatever we take that scale to be. The balancing
approach, by contrast, reduces conflicts between rights or between rights and
the common good to comparisons of relative weights and thus overlooks the
justification-blocking function of rights.

Now, of course, this is a controversial claim. Reasonable people (like the


majority in Otto-Preminger-Institut)would reject the view that religious
feelings cannot ever be protected against irreverent speech. Thus, they would
argue that the balancing approach has the advantage of bypassing this
disagreement, without denying any claim, however frivolous, its day in court.
Weak claims, they would go on, are adequately dealt with at the balancing
stage, since they will not carry much weight and thus be easily overridden.

In response, the following may be said: Even if there is room for reasonable
disagreement in the case of protecting religious feelings, there are other cases
that self-evidently fit into the category of illicit justification. My example was
the feelings of the Eskimo-haters. Does it make sense to say that feelings like
those be allowed to play out at the balancing stage? To say that it does is to
miss the distinctive moral status that a rights claim presupposes and affirms.
We could say, following Dworkin, that this is the status of being entitled to
equal concern and respect, or, following Thomas Nagel, that it is the status of
inviolability.[63] However we decide to characterize such a claim, we have an
intuitive understanding of its implications in political argument; it removes
some issues from the table, or it trumps competing considerations.[64] The
balancing approach, by contrast, is committed to a view whereby everything,
even those aspects of our life most closely associated with our status as free
and equal, is, in principle, up for grabs. This is echoed in Robert Alexy’s
famous distinction between rules and principles. Alexy writes that “[r]ules are
norms that, given the satisfaction of specific conditions, definitively
command, forbid, permit, or empower. Thus they can be characterized as
‘definitive commands.’ . . .” “Principles . . . are commands to optimalize. . . .
They are norms commanding that something must be realized to the highest
degree that is actually and legally possible.”[65]Principles are optimization
requirements; they can be satisfied to varying degrees, which depends on the
legal and factual possibilities, while rules are always either fulfilled or not.[66]
In a sense, the İ.A. can be characterized as an optimization enterprise. The
“light” interference (an insignificant fine) still leaves freedom of speech
somehow in place while, at the same time, it serves public interest; in other
words, it optimizes the competing values. This idea assumes that human
rights guarantee degrees of liberty; the more liberty they guarantee the more
the right is affirmed. On the other hand, less severe interferences are not
negating the right altogether but, rather, accommodate public interest.

This view leads to a complete erosion of the notion of human rights. It


overlooks the idea that human rights are not merely quantities of freedom but
protect some basic status of people as moral agents. As Dworkin puts it: “If we
have a right to basic liberties not because they are cases in which the
commodity of liberty is somehow especially at stake, but because an assault on
basic liberties injures us or demeans us in some way that goes beyond its
impact on liberty, then what we have a right to is not liberty at all, but to the
values or interests or standing that this particular constraint defeats.”[67] One
might think that the sixteen-dollar fine is not a big constraint on the freedom
of speech for the Turkish publisher; he may continue to publish controversial
books, and on each occasion pay an insignificant fine. Still, there is a way to
see this sanction in a much deeper sense: as assault on him, as a moral agent,
who has a right not to be sanctioned because of his ideas.
The balancer may reply to this that it is wrong to view the balancing approach
as anything more than a handy heuristic device. Its purpose is not to articulate
any deep moral truths or to be faithful, in all its details, to our most
considered judgments about individuals and their relationship to society. If it
helps us find the right answer, it achieves everything expected of it. In fact—
the balancer will go on—it has an additional advantage over its rivals: it
provides a simple, structured, and manageable method to adjudicate human
rights issues that does not embroil judges in deep moral questions with all
their complexity and contestability, not to mention the legitimacy problems
they raise, when they are decided by judges. In this vein, some have pointed
out that it is not feasible to ask of judges that they engage every time in a full-
scale moral discourse calling upon all our basic moral values before they reach
a decision. “To expect judges to develop their own unifying theory . . . is
simply unrealistic—a task for Hercules perhaps, but not ordinary
judges.”[68] Judge Frank Coffin has made the same claim even more
emphatically: “When we try to see what would be substituted for all balancing
in the areas covered by the first ten and fourteenth amendments, we are told
only to ‘give up feigned mathematical precision and objective constitutional
science for serious theoretical investigations on the meaning of constitutional
language and structure.’ We are urged to ‘begin again a lively discussion about
the fundamental principles that we believe undergird our political system.’
Finally we are entreated ‘to begin to search for new liberating metaphors’. As a
practicing judge with a backlog of opinions to write and cases to decide, I hope
for forgiveness if, pending the result of theoretical investigations of the
meaning of the language and structure, I continue to resort to balancing.”[69]
One obvious objection to this line of thought is that a methodology is unlikely
to yield correct outcomes unless it does reflect, as far as possible, the true
nature of our moral concepts. However, even if we set this problem aside, we
must note that the balancing methodology is no less taxing on the intellectual
powers of judges than the full-scale moral argument they want to avoid. It is
noteworthy that, after having disparaged the alternatives as inappropriate for
“a practicing judge with a backlog of opinions to write and cases to decide,”
Judge Coffin goes on to explain how balancing must be properly conducted.
He suggests two prerequisite qualities (openness and carefulness) and then six
stages of balance! The whole process does not sound much easier than the
Herculean task of the Dworkinian judge. It becomes easier only if we skip all
these stages and rush to compare apples and oranges.

It seems to me that it would be a genuine assault on the very concept of


human rights if adjudication were based merely on the principle of
proportionality, and we were content with arguing about human rights issues
in terms of adequacy or intensity instead of right or wrong. Fortunately,
although our judges pay lip service to balancing and proportionality, it is more
than obvious that, most of the time, their judgment relies, in fact, on moral
considerations. In the F. v. Switzerland case, for example, they made reference
to the essence of the right in order to indicate that the measure offended the
very core of what we value in a right, such as the right to marry.

More revealingly, even when judges cloak their reasoning in the terminology
of proportionality, they often discount certain justifications as incompatible
with a right before they even reach the balancing stage. A characteristic
example, in this respect, is the court’s decision in Lustig-Prean and Beckett v.
UK, where the issue was the compatibility with the right to privacy (article 8)
of a policy to discharge homosexuals from the armed forces in the name of
national security and operational effectiveness. The court ruled that insofar as
the purported “threat to the fighting power and operational effectiveness of
the armed forces [was] founded solely upon the negative attitudes of
heterosexual personnel toward those of homosexual orientation”[70] and “a
predisposed bias on the part of a heterosexual majority against a homosexual
minority,”[71] these conditions could not furnish sufficient justification for
interference with the applicants’ privacy. Obviously, the court could not
exclude offhandedly the fact that the existence of such negative attitudes
might adversely affect the operational effectiveness of the armed forces. Its
insistence on discounting those attitudes stemmed, rather, from the fact that a
state committed to the protection of human rights cannot condone or protect
such attitudes or make them the basis of its policies.
The fact that courts often use the language of balancing and proportionality
while, in reality, they engage in substantive moral reasoning has also been
noted by authors who otherwise take a favorable stance toward balancing.
Julian Rivers, for instance, suggests that there are two conceptions of
proportionality: one common in Continental Europe, where rights and public
interests are formally indistinguishable (a situation he favors), and one
predominant in the English common law where public interest reasons are
treated as limitations on rights and the role of the court is to police those
limitations.[72]His explanation of the role of courts in human rights
adjudication, within the context of common law proportionality, is that “all
the court does is maintain an efficiency-based oversight to ensure that there
are no unnecessary costs to rights, that sledgehammers are not used to crack
nuts, or rather, that sledgehammers are only used when nutcrackers prove
impotent.”[73] But sometimes, Rivers concedes, the jargon of proportionality
is used by courts to denote the existence of an inviolable core of the right at
issue: “Finally—and this is less frequently observed—the state-limiting
conception of proportionality sometimes assumes that there is an absolute
minimum to each right, a core content, which may not be violated on any
account. This is supposedly defined without any reference to any public
interest and is, once again, the preserve of the courts.”[74]
It is this last point that poses difficulties for balancers. The position that there
is an inviolable core content of the right implies a substantive moral
assessment about what is right and wrong. Once we have accepted that this
core content cannot be compromised under any circumstances we have left
behind the idea that the right at stake can be weighed against competing
public interests. Put simply, there is no balance to talk about in the first place.
This explains why definitional generosity, no matter how broadly we
understand it, can never accommodate certain rights-restricting reasons. To
go back to my earlier example of Eskimo-haters, we reject the view that their
preferences should be taken into account when deciding whether to prohibit
the screening of an Eskimo film—not because that would have been an
excessive interference with free speech, but because such preferences are
altogether excluded from the range of permissible reasons the state could
invoke to prohibit the screening. A court that assumes that there is an absolute
minimum to each right is no longer concerned with issues of intensity and
degree, and, thus, proportionality. Or, to use the imagery suggested by Rivers,
sledgehammers and nutcrackers are irrelevant; the court’s concern is to keep
the nut intact.

The problem with the rhetoric of balancing in the context of proportionality is


that it obscures the moral considerations that are at the heart of human rights
issues, and it thus deprives society of a moral discourse that is indispensable.
It may be that our judges are worried about moral disagreements and that is
why they try to bypass the moral arguments by masking their reasoning in
neutral language. However, the best way to resolve our disagreements is to
spell them out and openly debate them.

[1] Associate professor of Constitutional Law, University of Athens.


Email: stavros.tsakyrakis@gmail.com. This paper was written during my
residency at NYULawSchool in 2007–2008 and presented in the Jean Monnet
Working Papers series. I am grateful to Sarah Barringe Gordon, Mattias
Kumm, Michel Rosenfeld, and Joseph Weiler for valuable comments. I am
also grateful to Nicholas Hatzis and Dimitris Kyritsis for comments and
discussions on earlier drafts.
[2] The phrase “age of balancing” is that of T. Alexander Aleinkoff,
Constitutional Law in the Age of Balancing, 96 Yale L.J. 943 (1987).
[3] See David M. Beatty, The Ultimate Rule of Law (OxfordUniv. Press 2004),
Robert Alexy, A Theory of Constitutional Rights (OxfordUniv. Press 2002).
[4] The metaphor goes at least as far back as the ancient Greeks, who used to
depict the goddess of divine law and order, Themis, as a blindfolded woman
holding a pair of scales and a cornucopia. The correlation of the scale with
justice has an obvious ideological message.
[5] Dennis v. United States,341 U.S. 494, 524–525 (1951).
[6] Barenblatt v. United States, 360 U.S. 109, 126 (1959).
[7] Laurent B. Frantz, Is the First Amendment Law? —A Reply to Professor
Mendelson, 51 Cal. L. Rev. 729 (1963); see also Laurent B. Frantz, The First
Amendment in the Balance, 71 Yale L.J. 1424 (1962); Wallace Mendelson, On
the Meaning of the First Amendment: Absolutes in the Balance, 50 Cal. L.
Rev. 821 (1962); Louis Henkin, Infallibility Under Law: Constitutional
Balancing, 78 Colum. L. Rev. 1024 (1978).
[8] Laurent B. Frantz, The First Amendment in the Balance, 71 Yale L.J. 1424,
1448 (1962).
[9] “I think it is more than mere coincidence that in the overwhelming
majority of the major free speech cases in which the ad hoc balancing
approach has been applied, the weighing of interests has come out on the side
which opposes freedom of speech.” Melville B. Nimmer, The Right to Speak
from Times to Time: First Amendment Theory Applied to Libel and
Misapplied to Privacy, 56 Cal. L. Rev.. 935, 939-940 (1968). Of course, this
does not mean that balance always tends to favor the restriction of rights. See
Kathleen Sullivan, Post-Liberal Judging: The Roles of Categorization and
Balancing, 63 U. Colo. L. Rev. 293 (1992); and Robert Nagel, Liberals and
Balancing, 63 U. Colo. L. Rev. 319 (1992).
[10] The concept of “balancing” is itself both a metaphor and an abstraction.
The metaphor is ambiguous. It describes both a process of measuring
competing interests to determine which is “weightier” and a particular
substantive outcome characterized as a “balance” of competing interests. The
abstract concept of balancing, furthermore, tells us nothing about which
interests, rights, or principles are weighted or how the weights are assigned.
Paul W. Kahn, The Court, The Community and the Judicial Balance: The
Jurisprudence of Justice Powell, 97 Yale L.J. 1 (1987).
[11] Dennis v. United States, 341 U.S. 494, 539–40 (1951).
[12] Id. at 525.
[13] Frank N. Coffin urges us to remember the warning of Professor Shapiro:
“Lawyers in general, and judges in particular, coin or adopt metaphors and
then forget that they are only metaphors.” Frank N. Coffin, Judicial Balancing:
The Protean Scales of Justice, 63 N.Y.U. L. Rev. 4, 16 (1988).
[14] Bendix Autolite Corp. v. Midwesco Enters., 486 U.S. 888, 897 (1988)
(Scalia, J. concurring). See Frederick Schauer, Commensurability and Its
Constitutional Consequences, 45 Hastings L.J. 785, 787 (1994): “no one
contends that length and weight can be reduced to a single measure, any more
than people contend that color and smell can be measured along a unitary
metric.”
[15] “In a case of weak incommensurability—and this is why I call it ‘weak’—
the values can be brought into relation with one another.” Jeremy Waldron,
Fake Incommensurability: A Response to Professor Schauer, 45 Hastings L.J.
813, 817 (1994).
[16] Id. at 818.
[17] Id. at 818–821. Waldron refers to Ronald Dworkin, Taking Rights
Seriously (Harvard Univ. Press 1977); Robert Nozick, Anarchy, State and
Utopia (Basic Books 1974); and John Rawls, A Theory of Justice (Harvard
Univ. Press 1971).
[18] Waldron, supra note 15,at 819.
[19] Id. at 821.
[20] “[ . . .] the conception of proportionality that predominates in continental
European contexts is rooted in an assumption that rights and other interests
are formally indistinguishable.” Julian Rivers, Proportionality and Variable
Intensity of Review, 65 Cambridge L.J. 174, 180 (2006).
[21] “The principle of proportionality consists of three sub-principles: the
principle of suitability, of necessity, and of proportionality in the narrow
sense.” Robert Alexis, Constitutional Rights, Balancing, and Rationality, 16
Ratio Juris 135 (2003).
[22] The same Waldron says “. . . ‘balance’ also has connotations of quantity
and precision, as when we use it to describe the reconciliation of [a] set of
accounts or the relative weight of two quantities of metal.” See Jeremy
Waldron, Security and Liberty: The Image of Balance, 11J. Pol. Phil. 191, 192
(2003).
[23] Rolv Ryssdal, Opinion: The Coming Age of the European Convention on
Human Rights, 1 Eur. Hum. Rts. L. Rev. 18, 26 (1996).
[24] Soering v. United Kingdom, 11 Eur. Ct. H.R. (ser. A) at ¶89 (1989).
[25] Theory and Practice of the European Convention on Human Rights 81
(Pieter van Dijk et al., eds., Martinus Nijhoff1998).
[26] The list of restriction is not identical for all four articles. The most
extensive restrictions are included in art. 10(2), while the more lenient are to
be found in art. 9(2). Note that art. 8(2) includes the “interest of the economic
well being of the country” as legitimate restriction.
[27] Theory and Practice of the European Convention on Human Rights ,
supra note 25, at 537.
[28] Otto-Preminger-Institut v. Austria, 295-A Eur. Ct. H.R. (ser. A) (1994).
[29] İ.A. v. Turkey, App. No. 42571/98 (Sept. 13, 2005).
[30] Otto-Preminger-Institut v. Austria, 95-A Eur. Ct. H.R. (ser. A) at ¶ 48.
[31] Id. at ¶ 49.
[32] The bulletin concluded by saying that “trivial imagery and absurdities of
the Christian creed are targeted in a caricatural mode and the relationship
between religious beliefs and worldly mechanisms of oppression is
investigated.” Id. at ¶ 10.
[33] Otto-Preminger-Institut v. Austria, 95-A Eur. Ct. H.R. (ser. A) at ¶ 9
(Joint Dissenting Opinion of Judges Palm, Pekkanen & Makarczyk).
[34] Id. at ¶ 11.
[35] Id. at ¶ 6.
[36] Id.
[37] Id.
[38] This generosity fits with Robert Alexy’s theory that “rights based on
principles are prima facie rights,” in Robert Alexy, Rights, Legal Reasoning
and Rational Discourse, 5 Ratio Juris 143, 145 (1992). For a full account of his
theory, see Robert Alexy, A Theory of Constitutional Rights (Julian Rivers
trans., Oxford Univ. Press 2002).
[39] See Aileen McHard, Reconciling Human Rights and Public Interest:
Conceptual Problems and Doctrinal Uncertainty in the Jurisprudence of the
European Court of Human Rights, 62 Modern L. Rev. 671(1999).
[40] Otto-Preminger-Institut v. Austria, 95-A Eur. Ct. H.R. (ser. A) at ¶ 56.
[41] See Ronald Dworkin’s external-preferences argument in Ronald Dworkin,
Taking Rights Seriously 277 (Harvard Univ. Press 1977).
[42] The test of proportionality, as construed by both the minority and the
majority in Otto-Preminger-Institut, focuses on an assessment of the necessity
of the measure and on whether that measure causes minimum impairment of
the competing right.
[43] 403 U.S. 15 (1971).
[44] Id. at 21.
[45] Gerald Gunther, In Search of Judicial Quality on a Changing Court: The
Case of Justice Powell, 24 Stan. L. Rev. 1001, 1006 (1972).
[46] İ.A. v. Turkey, App. No. 42571/98 (Sept. 13, 2005).
[47] Id. at ¶ 29.
[48] Id. at ¶ 27.
[49] Id. at ¶ 30.
[50] Id. at ¶ 32.
[51] Questions of legitimacy pertaining to the severity of the penalty have been
taken by Mattias Kumm to imply that there is still room for the principle of
proportionality, even if we subscribe to a theory of rights along the lines
suggested in this article. See Mattias Kumm, Political Liberalism and the
Structure of Rights: On the Place and Limits of the Proportionality
Requirement, in Law, Rights, Discourse: Themes of the Work of Robert Alexy
147 (Stanley Paulson & George Pavlakos eds., Hart 2007). From this he
concludes that proportionality is still “central to the understanding of
constitutional and human rights.” Id. at 148.
[52] F. v. Switzerland, 128 Eur. Ct. H.R. (ser. A) at 16 (1987).
[53] Id.at ¶ 37.
[54] Id. at ¶ 40.
[55] Hirst v. United Kingdom, (No. 2) App. No. 74025/01, Eur. Ct. H.R. (Oct.
6, 2005, Grand Chamber).
[56] Id. at ¶ 74.
[57] Id. at ¶ 82.
[58] Id.
[59] Hatton and others v. United Kingdom, App. No. 36022/97 Eur. Ct. H.R.
(July 8, 2003 Grand Chamber).
[60] The debate between Jurgen Habermas, Between Facts and Norms, 256–
259 (William Rehg trans., Harvard Univ. Press 1996); and Robert Alexy,
Constitutional Rights, ‘Balancing and Rationality’, 16 Ratio Juris 131 (2003) is
characteristic of this matter. Alexy summarizes Habermas’s point as follow:
“Habermas maintains that the balancing approach takes legal ruling out of the
realm defined by concepts like right and wrong, correctness and incorrectness,
and justification, and into a realm defined by concepts like adequate and
inadequate, and discretion.” Id. at 134.
[61] Beatty, supra note 2, at 186.
[62] Vicki Jackson in her rather friendly book review of Beatty’s book raises
this point and observes that “proportionality alone cannot provide us with the
principled values on which its operational analysis must rest” and concludes
that “for those whose foundational commitments are to other values, or to
other more formal conceptions of equality, proportionality analysis might
yield very different results.” Vicki Jackson, Being Proportional about
Proportionality, 21 Const. Comment. 803, 829 (2004).
[63] “The recognition of rights, even if they make more difficult the
achievement of a good or the prevention of an evil, expresses that aspect of
morality which sees persons not only as objects of benefit and protection but
also as inviolable and independent subjects, whose status as members of the
moral community is not exhausted by the inclusion of their interests as part of
the general good.” Thomas Nagel, Personal Rights and Public Space, 24 Phil.
& Pub. Aff. 83, 86 (1995).
[64] See Ronald Dworkin, Rights as Trumps, in Theories of Rights 153
(Jeremy Waldron ed., Oxford Univ. Press 1984).
[65] Robert Alexy, Rights, Legal Reasoning and Rational Discourse, 5 Ratio
Juris 143, 145 (1992). See the critique of Habermas, Between Facts and
Norms, supra note 60.
[66] For an account of Alexy’s theory, see Mattias Kumm, Constitutional
Rights as Principles: On the Structure and Domain of Constitutional Justice, 2
Int’l J. Const. L. (I•CON) 574 (2004); Steven Greer, The European Convention
of Human Rights 203 (Cambridge Univ. Press 2006). For a critique of Alexy’s
optimization approach, see Kai Moller, Balancing and the Structure of
Constitutional Rights, 5 Int’l J. Const. L. (I•CON) 453 (2007).
[67] Dworkin, Taking Rights Seriously, supra note 41, at 271.
[68] McHard, supra note 39, at 681.
[69] Coffin, supra note 13, at 22.
[70] Lustig-Prean and Beckett v. United Kingdom, 29 Eur. Ct. H.R. 548, ¶ 89
(1999).
[71] Id. at ¶ 90. See Kumm, supra note 51 (discussing the Lustig case and
examining the reasoning of the court both in terms of proportionality and
excluded reasons). Kumm’s own thesis is that “the idea of excluded reasons
complements, but does not replace, proportionality as central to the
understanding of constitutional and human rights.” Id. at 148.
[72] See the discussion in Rivers, supra note 20, at 177–182.
[73] Id. at 180.
[74] Id.
Published in Interantional Journal of Constitutional Law, (2009) Volume 7,
Number 3, pp. 468-493.
http://icon.oxfordjournals.org/content/7/3/468.full
Posted in Papers | Tagged Alexy, balancing, Dworkin, European Court of Human Rights, Human
rights, I.A v. Turkey, Otto-Preminger-Institut v. Austria, Proportionality | Leave a comment

Η πολιτική ανυπακοή
Posted on November 24, 1995by stavrostsakyrakis

1. Αντιγόνη και Σωκράτης: δύο παραδειγματικές στάσειςΤο φαινόμενο της


ανυπακοής σε επιταγές της εξουσίας που θεωρούνται άδικες είναι τόσο παλιό
όσο η περίφημη ανυπακοή του Προμηθέως στην εντολή του Δία να μην
αποκαλύψει στους ανθρώπους τη χρήση της φωτιάς. Η Αντιγόνη του Σοφοκλή
αποτελεί ασφαλώς το πιο λαμπρό παράδειγμα πολιτικής ανυπακοής, ενώ
αντίθετα στον Κρίτωνα του Πλάτωνος, ο Σωκράτης μας δίνει το πιο λαμπρό
παράδειγμα υπακοής σε μια άδικη αλλά νομότυπη καταδίκη. Τα δύο έργα
επιδέχονται διάφορες αναγνώσεις και έχουν άλλωστε σχολιασθεί από
επιφανείς διανοητές της ανθρώπινης σκέψης που έχουν επισημάνει πολύ πιο
σύνθετα στοιχεία από την σχηματική αντιπαράθεση υπακοής και ανυπακοής
στους νόμους. Ο Σωκράτης π.χ. είναι βέβαιο ότι σε άλλες περιστάσεις, πάλι με
κίνδυνο της ζωής του, δεν δίστασε να αψηφήσει εντολές της πόλεως που
θεωρούσε άδικες. Οπως έχει παρατηρήσει ο Γ. Βλαστός, στο Κρίτωνα το
βασικό ζήτημα δεν είναι η ανυπακοή στους νόμους αλλά η άρνηση αποδοχής
μιας πράξης ατιμωτικής, της δωροδοκίας των φρουρών, στην οποία ο
Σωκράτης δεν μπορεί να συναινέσει[1] Η ανυπακοή της Αντιγόνης πάλι έχει
δώσει λαβή για εμπνευσμένες ερμηνείες που ασφαλώς ξεπερνούν το ζήτημα
της άρνησης υποταγής στους ανθρώπινους νόμους[2]. Παρόλα αυτά, δεν είναι
άτοπο να εξετάσουμε εδώ την Αντιγόνη και τον Σωκράτη ως δύο αντίθετες
και παραδειγματικές στάσεις έναντι άδικων επιταγών της εξουσίας
Η Αντιγόνη παραβιάζει τις εντολές του Κρέοντος αντιτάσσοντας την
υποχρέωση υπακοής της σε ένα αλλο, κατά τη γνώμη της, ανώτερο δικαιικό
σύστημα.

«[Δεν] μπορούσα να φανταστώ ότι τα δικά σου κηρύγματα έχουν τόση


δύναμη, ώστε μπορείς εσύ αν και θνητός να υπερνικήσεις τους άγραφους και
ατράνταχους νόμους των θεών. Γιατί δεν υπάρχουν αυτά σήμερα μόνο και
χτες αλλά αιώνια ισχύουν…»[3].

Η ανυπακοή της γίνεται φανερά· στην προτροπή της Ισμήνης να κρατήσουν


μυστικό το σχέδιό της απαντά: «Αλίμονο, λέγε το φανερά· πολύ πιο μισητή θα
είσαι αν σιωπήσεις, αν σ’ όλους δεν διαλαλήσεις τούτα εδώ»[4], με
υπερηφάνεια, «από πού θα κέρδιζα ευγενέστερη φήμη παρά θάβοντας τον
αδελφό μου;»[5], με γνώση και αποδοχή των συνεπειών της πράξης της,
«θάναι ευτυχία για μένα αυτό να κάνω και μετά να πεθάνω»[6]. Η
επιχειρηματολογία του Κρέοντος προβάλλει την διασφάλιση του κύρους της
εξουσίας που, κατά τη γνώμη του, δεν μπορεί να ανεχθεί καμία ανυπακοή.
«Αλήθεια, τώρα εγώ άντρας δεν είμαι, αυτή θα είναι άντρας, αν αυτή η νίκη
της θα μείνει στο ενεργητικό της ατιμώρητη»[7].

Η υπακοή στους νόμους και η πειθαρχία είναι απαραίτητα στοιχεία της


σωστής διακυβέρνησης. «Από την αναρχία […] κακό δεν υπάρχει
μεγαλύτερο.»[8]. Όσο και αν ο Σοφοκλής παρουσιάζει με πειστικότητα και τις
δύο απόψεις δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι τη στάση της Αντιγόνης
θαυμάζουμε και αυτή μας φαίνεται σωστή[9].

Αντίθετα στον Κρίτωνα μας φαίνεται σωστή η στάση του Σωκράτη που
αρνείται την ευκαιρία ανυπακοής που του προσφέρεται για να διαφύγει τη
θανατική καταδίκη που άδικα αλλά νομότυπα του επεβλήθη. Τί θα
απαντήσουμε στους νόμους της πόλεως, όταν την ώρα που το βάζουμε στα
πόδια, μας θέσουν αμείλικτα ερωτήματα όπως το εξής: «Φαντάζεσαι ότι μία
πόλις μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει και να μην ανατραπεί αν οι νομικές
αποφάσεις που εκδίδονται δεν έχουν καμία δύναμη και μπορούν να
ακυρωθούν και να καταστραφούν από τους πολίτες; Ηταν μέρος της
συμφωνίας μας η ανυπακοή σου σε τυχόν λαθεμένες δικαστικές αποφάσεις, ή
είχες συμφωνήσει ότι όλες οι αποφάσεις της πόλεως είναι δεσμευτικές; Δεν
καταλαβαίνεις ότι αν δεν μπορείς να πείσεις πρέπει να κάνεις ό,τι σε διατάζει
η χώρα σου και υπομονετικά να υποτάσσεσαι σε οποιαδήποτε τιμωρία σου
επιβάλλει; Μολονότι οι εντολές μας δεν είναι ωμές διαταγές αλλά έχουν την
μορφή προτάσεων και δίνουμε την επιλογή είτε να μας πείσει κανείς σε κάτι
διαφορετικό είτε να κάνει ό,τι λέμε, εσύ ούτε υπακούς ούτε προσπαθείς να
μας πείσεις να αλλάξουμε την απόφασή μας αν ήταν λάθος σε κάτι[10].

Ο Σωκράτης δεν βρίσκει δικαιολογίες για την απόδρασή του από την άδικη
καταδίκη. Τα επιχειρήματά του είναι υπέρ της υπακοής στα κελεύσματα της
πόλεως.

2. Η αξίωση υπακοής της έννομης τάξης

Πώς μπορούμε άραγε να συμβιβάσουμε την συμπάθειά μας προς την


Αντιγόνη με την επιδοκιμασία μας προς τη στάση του Σωκράτη; Είναι
δυνατόν να αναγνωρίζουμε την καθολική υποχρέωση υπακοής ή εφαρμογής
των νόμων και συγχρόνως να αποδεχόμαστε ορισμένες περιπτώσεις
ανυπακοής και να αιτιολογούμε την ατιμωρησία; Η ενδεχόμενη αντίθεση
μεταξύ μιας συλλογικής αντίληψης της δικαιοσύνης, που υποτίθεται ότι
εκφράζει η έννομη τάξη, και της ατομικής ιδέας της δικαιοσύνης, φαίνεται
κατ’ αρχήν χωρίς περιθώρια συμβιβασμού.

Σε μία δημοκρατική κοινωνία η έννομη τάξη αποτελεί αξία καθεαυτήν. Η ίδια


δε η έννοια της έννομης τάξης φαίνεται να αναιρείται χωρίς την υποχρέωση
υπακοής στις επιταγές της. Ο Kant αρνούμενος το δικαίωμα αντίστασης
εκφράζει αυτήν την ιδέα. «Δεν μπορεί να υπάρξει δικαιολογημένη αντίσταση
από την πλευρά του λαού προς τη νομοθετική αρχή του κράτους. Ενα κράτος
δικαίου είναι δυνατό μόνον διά της υποταγής στην καθολική νομοθετική
βούλησή του […]. Ο λόγος για τον οποίο αποτελεί καθήκον του λαού να
ανέχεται ακόμη και ό,τι φαίνεται ως η πλέον αβάστακτη κατάχρηση της
ανώτατης εξουσίας είναι ότι είναι αδύνατον να νοηθεί ποτέ η αντίστασή του
στην ανώτατη νομοθετική αρχή ως κάτι διαφορετικό από παρανομία και
υπεύθυνο για την ακύρωση όλου του νομικού οικοδομήματος»[11]. Είναι
προφανώς αντιφατικό, υποστηρίζει ο Kant, να προβλέπει η ίδια η έννομη τάξη
τη δυνατότητα αντίστασης στις επιταγές της, διότι τότε αυτοαναιρείται ως
υπέρτατη αρχή.

Βεβαίως ο συλλογισμός αυτός έχει βάση μόνον στην περίπτωση που η έννομη
τάξη έχει δημοκρατική νομιμοποίηση. Σε ένα τυραννικό καθεστώς, που οι
πολίτες αποκλείονται από τη νομοθετική διαδικασία, δεν τίθεται θέμα
υποχρέωσης υπακοής σε μία ετερόνομη έννομη τάξη. Σε ένα τέτοιο καθεστώς,
ο καθένας έχει δικαίωμα αντίστασης, δικαίωμα εξέγερσης.

Το στοιχείο της συναίνεσης είναι το πιο ισχυρό επιχείρημα στον Πλατωνικό


διάλογο. Το δίλημμα που θέτουν οι νόμοι στον Σωκράτη, ή πείθεις για αλλαγή
ή υπακούς, ταιριάζει σε μια δημοκρατική κοινωνία που υποτίθεται ότι
εξασφαλίζει διαδικασίες διαλόγου και οι αποφάσεις της εκφράζουν τη θέληση
της πλειοψηφίας.

Νομιμοποιείται όμως μια δημοκρατική κοινωνία να αξιώνει την πλήρη και


τυφλή συμμόρφωση του πολίτη στις επιταγές της; Η θεμελίωση μιας τέτοιας
αξίωσης δεν μπορεί παρά να ανάγεται στην ίση συμμετοχή όλων των πολιτών
στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων και το σεβασμό της αρχής της
πλειοψηφίας. Όμως ούτε η ίση συμμετοχή ούτε η αρχή της πλειοψηφίας
ισοδυναμούν με την αυτονομία του πολίτη και επομένως δεν αποτελούν
επαρκείς αιτιολογίες για την δέσμευση των πολιτών. Γι’ αυτό άλλωστε στις
σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες η πλειοψηφία δεν είναι παντοδύναμη
αλλά περιορίζεται από αρχές που κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα. Νόμοι που
αντίκεινται στους συνταγματικούς κανόνες και αρχές δεν είναι δεσμευτικοί
για τον πολίτη, η δε ανυπακοή σε τέτοιους νόμους δεν αποτελεί νομική
παράβαση.

Η αρχή της πλειοψηφίας είναι ένα χρήσιμο μέσο λήψης των αποφάσεων, ο
καλύτερος διαθέσιμος τρόπος επιλογής μεταξύ εναλλακτικών λύσεων μέσα
στα πλαίσια που διαγράφει το Σύνταγμα και η νομική δέσμευση στις επιλογές
της εξαρτάται από τη συμβατότητά τους με τις γενικές συνταγματικές αρχές.
Όμως και το περιεχόμενο των γενικών συνταγματικών αρχών επιδέχεται
αμφισβητήσεις και διαφωνίες που ασφαλώς δεν αίρονται με καταμέτρηση
ψήφων ούτε ακόμη με μια δικαστική απόφαση. Οσες π.χ. δικαστικές
αποφάσεις και αν θεωρήσουν συνταγματικό το νόμο περί προσηλυτισμού δεν
πρόκειται να με πείσουν ότι ο εν λόγω νόμος δεν περιορίζει ανεπίτρεπτα το
δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας. Μπορεί βεβαίως να αντιταχθεί ότι σε
μια κοινωνία δεν είναι νοητό ο καθένας να κρίνει με ποιο τρόπο θα
εξειδικεύονται οι βασικές αρχές της κοινωνικής συμβίωσης και, επομένως, οι
διαφωνίες πάνω στο νόημα των βασικών αρχών και στην εφαρμογή τους
πρέπει να κρίνονται από κάποιο συντεταγμένο όργανο, του οποίου οι
αποφάσεις πρέπει να είναι σεβαστές. Η κρίση ενός τέτοιου οργάνου, ενός
Συνταγματικού Δικαστηρίου π.χ., ασφαλώς δημιουργεί πρόσθετα
επιχειρήματα υπέρ της συμμόρφωσης και εναντίον της ανυπακοής. Δεν είναι
όμως επιχειρήματα που θεμελιώνουν ηθική υποχρέωση υπακοής. Το
ενδεχόμενο άλλωστε αλλαγής της νομολογίας είναι πάντοτε ανοικτό και
κανείς δεν διανοείται ότι μία δικαστική απόφαση λύνει οριστικά και
αμετάκλητα ένα ζήτημα θεμελιώδους σημασίας. Τα επιχειρήματα υπέρ της
συμμόρφωσης ανάγονται όλα στη ρεαλιστική λογική διευθέτησης της
κοινωνικής τάξης και κανένα δεν είναι ικανό να θεμελιώσει απόλυτη
υποχρέωση υπακοής.

Αν μια τέτοια απόλυτη υποταγή δεν μπορεί να θεμελιωθεί ούτε με την


δημοκρατική αρχή ούτε με την αρχή της πλειοψηφίας, τότε το ζήτημα
υπακοής ή μη στις επιταγές της έννομης τάξης τίθεται με πιο ελαστικούς
όρους. Ασφαλώς δεν μπορούμε να φαντασθούμε την επιβίωση μιας κοινωνίας
αν η συμμόρφωση στους νόμους εξαρτάται από την προσωπική βούληση των
πολιτών. Δεν είναι ανάγκη όμως να φθάσουμε στο άλλο άκρο και να
θεωρούμε ότι κάθε ανυπακοή δοκιμάζει τη συννοχή της κοινωνίας και αναιρεί
την έννομη τάξη καθεαυτήν. Το πραγματικό ζήτημα επομένως είναι να
εξετάσουμε σε ποιες περιπτώσεις η έννομη τάξη μπορεί να ανεχθεί την
ανυπακοή και να την αιτιολογήσει.

3. Η αμερικανική παράδοση (Thoreau, Μ.L.King jr., Rawls)

Σε αντίθεση με την Ευρώπη, όπου η απολύτως κρατούσα δογματική


ητροσέγγιση του δικαίου δεν άφηνε περιθώρια αιτιολόγησης της ανυπακοής,
στις ΗΠΑ αναπτύχθηκε μια παράδοση ανεκτική και ευνοϊκή σε φαινόμενα
πολιτισμένης πολιτικής συμπεριφοράς, που ανήγαγε την ανυπακοή σε άδικους
νόμους σε μέσο πολιτικής έκφρασης. Θα αναφερθώ συνοπτικά σε αυτή την
παράδοση, θα προσπαθήσω να προσδιορίσω για το τί είδους ανυπακοή
πρόκειται και θα στηριχθώ βασικά στη θεωρία του John Rawls για την
δικαιολόγησή της.

Οι ΗΠΑ είναι, κατά τον Dworkin, μία χώρα «που υπέφερε από μακρά περίοδο
πολιτικών διχασμών, οι οποίοι κατέστησαν ιδιαίτερα έντονα τα διλήμματα
περί νομιμότητας.»[12]. Η δουλεία υπήρξε ένα μέγα ηθικό, πολιτικό και
νομικό ζήτημα και πριν τον εμφύλιο πόλεμο πολλοί άνθρωποι αρνιόνταν να
υπακούσουν στο νόμο που επέβαλλε την κατάδοση δούλων που δραπέτευαν.
Διάφορες θρησκευτικές ομάδες αρνιόνταν να υπακούσουν σε νόμους που
επέβαλλαν κάποια συμπεριφορά που θεωρούσαν αντίθετη προς την θρησκεία
τους.

Ετσι, π.χ. οι Μάρτυρες του Ιεχωβά αρνιόνταν να συμμορφωθούν με τον


υποχρεωτικό χαιρετισμό της σημαίας στο σχολείο. Πιο πρόσφατα οι αγώνες
των μαύρων για την κοινωνική τους απελευθέρωση, με επικεφαλής τον
μεγάλο ηγέτη τους Martin Luther King Jr., είχαν ως βασική στρατηγική τους
την ανυπακοή στους νόμους που διαιώνιζαν τη διάκριση μαύρων και λευκών.
Το κίνημα ειρήνης και η αντίθεση στον πόλεμο του Βιετνάμ οδήγησε πολλούς
ανθρώπους να αρνηθούν τη στράτευση. Ολα αυτά υπήρξαν γεγονότα που
σημάδεψαν την πορεία της Αμερικής και η πολιτική ανυπακοή επέδρασε
καταλυτικά στη διαμόρφωση μιας διαφορετικής συλλογικής συνείδησης για
την οποία σήμερα κανείς δεν φαίνεται μετανιωμένος. Ο σημερινός πρόεδρος
των ΗΠΑ ήταν αντίθετος στον πόλεμο του Βιετνάμ και ακόμη και πολλοί από
εκείνους που φανατικά επέμεναν στη τιμωρία όσων αρνήθηκαν να
καταταγούν τότε, σήμερα δεν θεωρούν ότι διαπράχθηκε κανένα τρομερό
έγκλημα.

Πατέρας της παράδοσης της πολιτικής ανυπακοής θεωρείται ο Henry David


Thoreau που, στα μέσα του περασμένου αιώνα, αρνήθηκε να πληρώσει
φόρους και φυλακίστηκε, όχι γιατί ήταν αντίθετος στη φορολογία γενικά,
αλλά επειδή ήταν αντίθετος στον πόλεμο της κυβέρνησης εναντίον του
Μεξικού, στη δουλεία και στην παραβίαση των δικαιωμάτων των Ινδιάνων.

Το ενδιαφέρον στη στάση του Thoreau είναι ότι σε αντίθεση με την Αντιγόνη
ή τον Σωκράτη δεν υφίστατο προσωπικά κάποια αδικία, αλλά αντιδρούσε και
αντιστεκόταν σε γενικές αδικίες που διέπραττε η κυβέρνηση και θεωρούσε ότι
με τη φορολογία γίνεται συνεργός σε αυτές τις αδικίες.

Με έντονη ατομιστική φιλοσοφία αμφισβητούσε το δικαίωμα της εξουσίας


και φυσικά της πλειοψηφίας να κυριαρχεί πάνω στη συνείδηση του ανθρώπου
(«Επιθυμητό δεν είναι να καλλιεργούμε το σεβασμό προς το νόμο αλλά το
σεβασμό προς το δίκαιο. Η μόνη υποχρέωση που πρέπει να έχω είναι να κάνω
πάντοτε ό,τι θεωρώ σωστό»[13]. «Ο σοφός άνθρωπος δεν θα αφήσει το ορθό
στο έλεος της τύχης ούτε [θα το εμπιστευθεί] στη δύναμη της
πλειοψηφίας»[14]. Όταν υπάρχουν άδικοι νόμοι πρέπει να τους υπακούμε ή
να πρέπει προσπαθούμε να τους αλλάξουμε; Και μέχρι να καταφέρουμε να
τους αλλάξουμε πρέπει να τους υπακούμε ή πρέπει να τους παραβιάζουμε
αμέσως; Οι άνθρωποι γενικά πιστεύουν ότι πρέπει να περιμένουμε μέχρι να
πείσουμε την πλειοψηφία να τους αλλάξει. Νομίζουν ότι αν αντισταθούν το
φάρμακο είναι χειρότερο από το κακό. Αλλά η κυβέρνηση ευθύνεται γι’ αυτό.
Εκείνη είναι που δημιουργεί αυτή την κατάσταση. Ας είναι καλύτερη κι ας
προβλέπει την αποφυγή τέτοιων αδικιών. Αν η αδικία είναι μικρή μπορεί
κανείς να την παραβλέψει, «αλλά αν είναι τέτοιας φύσης που να απαιτεί από
σένα να γίνεις ο δράστης της αδικίας προς ένα άλλο άνθρωπο, τότε λέω
παραβίασε το νόμο»[15].

Ο Thoreau θεωρεί ότι η ανυπακοή είναι ένας αποτελεσματικός τρόπος


ατομικής πολιτικής παρέμβασης που μπορεί να επιδράσει στην αποτροπή της
αδικίας με το παράδειγμα και τη συμβολική δύναμη που έχει. Δεν προχωρεί
σε μία θεωρία που να επιχειρεί να εντάξει κάποιες μορφές ανυπακοής σε μιαν
αντίληψη κοινωνικής αντιπαράθεσης αλλά μάλλον εκφράζει με πάθος την
ατομική αντίσταση στην αδικία.

Αντίθετα, ο Martin Luther King Jr., ως ηγέτης ενός ειρηνικού κινήματος που
είχε ως βασικό μέσο πάλης την πολιτική ανυπακοή, ήταν υποχρεωμένος να δει
το φαινόμενο στις κοινωνικές του διαστάσεις. Μολονότι το Ανώτατο
Δικαστήριο, με την απόφαση Brown ν. Board of Education of Topeka[16], το
1954, είχε ανοίξει το δρόμο για να τερματισθεί ο διαχωρισμός μαύρων και
λευκών στην εκπαίδευση, ιδιαίτερα στο Νότο, διάφορες ρυθμίσεις διαιώνιζαν
αυτόν τον απαράδεκτο διαχωρισμό. Στη δεκαετία του ’60 το κίνημα των
μαύρων στράφηκε εναντίον αυτών των ρυθμίσεων και με πορείες,
διαδηλώσεις και ειρηνική αντίσταση προσπάθησε να καλλιεργήσει μια
«δημιουργική μη βίαιη ένταση»[17] στην κοινή γνώμη για να κατακτήσει ίσα
δικαιώματα για όλους τους πολίτες. Εκτός από την αυτονόητη γενική έκκληση
για ανυπακοή σε όλους τους διαχωριστικούς νόμους, παραβιάζονταν επίσης
νόμοι που απαιτούν άδειες για πορείες και διαδηλώσεις. Το 1963, στη φυλακή
για μια τέτοια παραβίαση, ο King γράφει το περίφημο «Γράμμα από την
φυλακή της πόλης του Birmingham», όπου εκθέτει τις ιδέες του για την
πολιτική ανυπακοή.

Παραδέχεται ότι είναι δικαιολογημένη σε μια κοινωνία η ανησυχία από την


παραβίαση των νόμων. Ομως υπάρχουν δίκαιοι και άδικοι νόμοι και όπως
είπε και ο Αγιος Αυγουστίνος «ένας άδικος νόμος δεν είναι διόλου νόμος».
Αδικοι είναι οι νόμοι που έρχονται σε αντίθεση με τους νόμους της ηθικής και
τους νόμους του Θεού. Τέτοιοι είναι όλοι οι διαχωριστικοί νόμοι και με
αυτούς δεν πρέπει να συμμορφώνεται κανείς. Και πάλι όμως ο φόβος της
αναρχίας είναι δικαιολογημένος.

Γι’ αυτό δεν διακηρύσσει την υπεκφυγή ή αναμέτρηση με τον άδικο νόμο
αλλά την πολιτισμένη πολιτική ανυπακοή που απαιτεί η παραβίαση να γίνει
φανερά, με αγάπη και ετοιμότητα αποδοχής της ποινής. [Αυτός] «που
παραβιάζει ένα νόμο που η συνείδησή του λέει ότι είναι άδικος και πρόθυμα
αποδέχεται την τιμωρία μένοντας στη φυλακή για να εγείρει τη συνείδηση της
κοινότητας πάνω στην αδικία, αυτός στη πραγματικότητα εκφράζει το
μεγαλύτερο σεβασμό προς το νόμοι[18].

Στο παράδοξο που καταλήγει ο Μ.L. King, ότι δηλαδή αυτού του είδους η
ανυπακοή εκφράζει σεβασμό προς το νόμο, αποτελεί ίσως το πιο κρίσιμο
στοιχείο για την δικαιολόγηση της. Ο King δεν επαγγέλλεται οποιαδήποτε
ανυπακοή ή αντίσταση στον άδικο νόμο αλλά εκείνη που α) γίνεται φανερά,
δημόσια, ανοιχτά, β) που αποφεύγει τη βία, και γ) που είναι συνειδητή και
έτοιμη να αποδεχθεί την ενδεχόμενη κύρωση για την παράβαση του νόμου.
Πρόκειται για μια πολιτική πράξη που απευθύνεται στην κοινή γνώμη με
αίτημα την άρση της αδικίας. Σε αυτά τα στοιχεία, πολλά από τα οποία
υπάρχουν στην ανυπακοή της Αντιγόνης, στηρίζεται και ο ορισμός της
πολιτικής ανυπακοής που δίνει ο Rawls: «η πολιτική ανυπακοή είναι μία
δημόσια, μη βίαιη, ενσυνείδητη πολιτική πράξη αντίθετη στο νόμο, η οποία
γίνεται συνήθως με σκοπό να επιφέρει αλλαγή στο νόμο ή στις επιλογές της
κυβέρνησης»[19].

Η παραβίαση του νόμου έχει τον χαρακτήρα μιας δραματικής και ύστατης
έκκλησης προς τη συνείδηση της πλειοψηφίας να αναθεωρήσει τις απόψεις
της. Γι αυτό ακριβώς γίνεται πολιτισμένα και δημόσια, χωρίς βία, αφού σκοπό
έχει να πείσει για την ειλικρίνεια, την ένταση και την ακεραιότητα των
προθέσεων της πράξης. Στο σκοπό αυτό συμβάλλει και η αποδοχή της
ενδεχόμενης κύρωσης, η οποία δείχνει πράγματι ένα γενικότερο σεβασμό
προς την έννομη τάξη, αφού της αναγνωρίζει το δικαίωμα να επιβάλλει
κυρώσεις.

4. Η ανοχή της πολιτισμένης πολιτικής ανυπακοής

Αν έτσι οριοθετηθεί η πολιτική ανυπακοή, είναι σαφές ότι διακρίνεται από


άλλες μορφές αντίστασης ή ανυπακοής. Διακρίνεται από την επανάσταση ή
εξέγερση η οποία έρχεται σε ρήξη με την έννομη τάξη και αμφισβητεί
θεμελιακά τη νομιμοποίησή της. Διακρίνεται επίσης από την ατομική μη
συμμόρφωση για λόγους συνείδησης στο βαθμό που λείπει το πολιτικό
στοιχείο της έκκλησης προς την κοινή γνώμη. Στην περίπτωση των
αντιρρησιών συνείδησης προέχει το προσωπικό στοιχείο της ανυπακοής, δεν
είναι απαραίτητο η άρνηση τους να περιβάλλεται με δημοσιότητα, δεν είναι
αναγκαίο να έχει πολιτικό κίνητρο και είναι πιθανόν η διεκδίκησή τους να
περιορίζεται στην εξαίρεσή τους από την εφαρμογή του κανόνα.

Στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής έννομης τάξης, η πολιτική ανυπακοή, κατά


τον Rawls, έχει τον χαρακτήρα διορθωτικής παρέμβασης στη νομοθετική
διαδικασία. Βεβαίως, σε μια δημοκρατία οι αποφάσεις της πλειοψηφίας είναι
κατ’ αρχήν δεσμευτικές και μια τέτοια μη θεσμοθετημένη πίεση από την
μειοψηφία φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση με τον βασικό κανόνα που διέπει
την αρχή λήψης των αποφάσεων. Όμως, όπως ακριβώς και στην περίπτωση
συνδυασμού της παράβασης του νόμου με το αίσθημα σεβασμού προς την
έννομη τάξη, έτσι και εδώ δεν υπάρχει απόρριψη της αρχής της πλειοψηφίας,
αλλά μια προσπάθεια πειθούς της πλειοψηφίας.

Στο δημοκρατικό σύστημα, άλλωστε, δεν υπάρχει τρόπος υπολογισμού της


έντασης με την οποία επιθυμείται ένα μέτρο. Η πλειοψηφία που δεν
ενδιαφέρεται έντονα για ένα ζήτημα πιθανόν να επιβάλλει μέτρα που για μια
ομάδα ανθρώπων είναι ζωτικής σημασίας[20]. Η πολιτική ανυπακοή μπορεί
να δείξει την ένταση των αισθημάτων της μειοψηφίας, τις διαστάσεις του
προβλήματος και να προκαλέσει αναθεώρηση.

Πρόκειται ασφαλώς για μια ιδιόμορφη παρέμβαση που ασκεί πίεση στα
θεσμοθετημένα όργανα του κράτους και ιδιαίτερα η συστηματική πρακτική
της από διάφορες ομάδες ενέχει τον κίνδυνο της αταξίας. Γι’ αυτό, πολλοί
υποστηρίζουν ότι η πολιτική ανυπακοή πρέπει να θεωρείται έσχατο μέσο
διαμαρτυρίας, που προϋποθέτει την εξάντληση όλων των νόμιμων μέσων
προσβολής του άδικου νόμου. Σε κάθε περίπτωση, είναι φανερό ότι μια
κοινωνία δεν αντέχει πέρα από ορισμένα όρια την πολιτική ανυπακοή και δεν
υπάρχει αμφιβολία ότι πρέπει να ασκείται με φειδώ και σε περιπτώσεις που η
αδικία θεωρείται μεγάλη.

Το ζήτημα είναι αν η έννομη τάξη μπορεί να προβλέψει περιπτώσεις


πολιτικής ανυπακοής και να τις ανεχθεί. Αν ορισμένες φορές μπορεί να
αποδειχθεί ωφέλιμη στη κοινωνία, τότε η άκαμπτη θέση που θεωρεί κάθε
παραβίαση του νόμου προσβολή και αποδυνάμωση της έννομης τάξης δεν
είναι σωστή. Οπως λέει χαρακτηριστικά ο Dworkin, από τον συλλογισμό που
υπαγορεύει ότι «μια κοινωνία δεν μπορεί να αντέξει όταν ανέχεται κάθε
ανυπακοή, δεν προκύπτει ούτε είναι προφανές ότι αυτή θα διαλυθεί αν
ανέχεται κάποια μόνον ανυπακοή»[21]. Υπάρχει τουλάχιστον ένας ισχυρός
λόγος που συνηγορεί υπέρ της ανοχής του παραβάτη στην πολιτική ανυπακοή.
Αυτός είναι το κίνητρο. Ολες οι έννομες τάξεις αποδίδουν σημασία στο
κίνητρο και διαφοροποιούν την αξιόποινη συμπεριφορά ανάλογα με το
κίνητρο του δράστη. Στην πολιτική ανυπακοή (αλλά και στην περίπτωση των
αντιρρησιών συνείδησης) είναι πρόδηλο ότι το κίνητρο είναι ευγενές και ο
πολιτισμένος τρόπος της παραβίασης του νόμου δεν έχει καμία σχέση με την
συνήθη εγκληματική συμπεριφορά[22].

Παρόλα αυτά είναι δύσκολο να φαντασθεί κανείς κάποια γενική διάταξη που
να αίρει το αξιόποινο της πολιτικής ανυπακοής ή να θεωρεί την πολιτική
ανυπακοή ως δικαίωμα του πολίτη. Η δυσκολία δεν έγκειται τόσο στη
διάκριση της πολιτικής ανυπακοής από άλλες μορφές παράβασης ή
περιφρόνησης των νόμων, μολονότι στη σύγχρονη Ελλάδα ακόμη και
προκλητικές περιπτώσεις περιφρόνησης των νόμων εμφανίζονται ως πολιτική
ανυπακοή[23] Εγκειται κυρίως στο ότι μια τέτοια «θετικοποίηση» λογικά
αναιρεί το φαινόμενο της πολιτικής ανυπακοής. Πράγματι, αν υποθέσουμε ότι
η έννομη τάξη προβλέπει και δικαιολογεί συγκεκριμένες περιπτώσεις
ανυπακοής στους νόμους, τότε δεν υπάρχει νομική παράβαση και άρα
εκλείπουν όλα εκείνα τα στοιχεία που της προσδίδουν τον ιδιαίτερο,
δραματικό και εξωθεσμικό χαρακτήρα που εξ ορισμού έχει[24].

Η αντίφαση που περιέχει η προσπάθεια θεσμοθέτησης της πολιτικής


ανυπακοής δεν σημαίνει όμως και αδυναμία της κοινωνίας να διακρίνει
πράξεις ανυπακοής που συνεγείρουν τη συλλογική συνείδηση, να εκτιμά την
ακεραιότητα των προθέσεων και το ήθος που αναδύεται από ανθρώπους που η
στάση τους παραδειγματίζει. Και τελικά να βρίσκει τρόπους ανοχής και
αποδοχής μιας τυπικά παράνομης αλλά ηθικά υποκινούμενης συμπεριφοράς.

Στέλιου Φαϊτάκη, Ο Σωκράτης πίνει το κώνειο (2007). Φωτογραφία


εγκατάστασης 1η Μπιενάλε της Αθήνας 2007 “Destroy Athens”.

[1] Βλ. Gregory Vlastos, Socrates on Political Obedience and Disobedience,


Yale Review (Summer 1974), σ. 517.

[2] Διανοητές όπως ο Goethe και ο Hegel έχουν σχολιάσει την «Αντιγόνη».
Για μια πιο σύγχρονη και «ευφάνταστη» ανάγνωση βλ. Jacques Lacan, Le
Seminaire, livre VII, 1986, σ. 285-333.
[3] Σοφοκλέους, Αντιγόνη, κριτική και ερμηνευτική έκδοση Γερ.
Μαρκαντωνάτου, Αθήνα, 1991, σ. 183.

[4] Στο ίδιο σ. 159.

[5] Στο ίδιο σ. 185.

[6] Στο ίδιο σ. 157.

[7] Στο ίδιο σ. 185.

[8] Στο ίδιο σ. 197.

[9] Αντίθετα ο Jean Anouilh στο θεατρικό του έργο Antigone, αναδεικνύει,
χωρίς επιτυχία κατά τη γνώμη μου, την επιχειρηματολογία του Κρέοντος.

[10] »Και ότι ομολογήσας ημίν πείθεσθαι ούτε πείθεται ούτε πείθει ημάς, ει
μη καλώς τι ποιούμεν, προτιθέντων ημών και ουκ αγρίως επιταττόντων ποιείν,
ά αν κελεύωμεν, αλλά εφιέντων δυοίν θάτερα, ή πείθειν ημάς ή ποιείν, τούτων
ουδέτερα ποεί.» Πλάτων, Κρίτων § 13.

[11] Immanuel Kant, The Metaphysics οf Morals, στο τόμο Political Writings,
Cambridge, 1970, σ. 144.

[12] R. Dworkin, «Civil Disobedience and Nuclear Protest» στο «Α Matter of


Principle», Cambridge, 1985, σ. 104.

[13] Henry David Thoreau, Civil Disobedience, στον τόμο Civil Disobedience
in Focus, έκδ. Hugo Adam Bedau, 1991 σ. 29.

[14] Στο ίδιο σ. 33.

[15] Στο ίδιο σ. 36.


[16] 347 U.S. 483 (1954).

[17] Η φράση ανήκει στον Martin Luther King Jr.: «Nonviolent direct action
seeks to create such a crisis and establish such creative tension that a
community that has constantly refused to negotiate is forced to confront the
issue.» Letter from Birbingham City Jail, στο Civil Disobedience in Focus,
ό.π. σ. 71.

[18] Στο ίδιο σ. 74.

[19] John Rawls, Α Theory of Justice, Cambridge, 1971, σ. 364.

[20] Βλ. Peter Singer, Disobedience as a Plea for Reconsideration, στο Civil
Disobedience in Focus, ό.π. σ. 122.

[21] Ronald Dowrkin, Taking Rights Seriously, Cambridge, 1977, σ. 206.

[22] »Civil disobedience, whatever further dinstinctions we might want to


make within that general category, is very different from ordinary criminal
activity motivated by selfishness or anger or madness.» R. Dowrkin, Α Matter
of Principle, ό. π. σ. 105.

[23] Βλ. τον προβληματισμό της Κ.Δ. Σπινέλλη, «Περιφρόνηση των ποινικών
νόμων ως μορφή πολιτικής ανυπακοής» και «βαθύτερη φύση του
εγκλήματος», στην Υπεράσπιση, 1991, σ.1269 επ. Η γνώμη μου είναι ότι στον
τόπο μας περισσεύει η ανυπακοή και δεν υπάρχει διόλου το φαινόμενο της
πολιτισμένης πολιτικής ανυπακοής.

[24] Έτσι αντιλαμβάνομαι την επιχειρηματολογία του Joseph Raz, The


Authority of Law, Oxford, 1979, σ. 266-275, ότι δεν μπορούμε να
προσδιορίσουμε δικαίωμα στην πολιτική ανυπακοή.

Δημοσιεύθηκε στο Δικανικοί Λόγοι ΙΙΙ, 1995

Posted in Επιστημονικά άρθρα | Tagged Dworkin, Πολιτική Ανυπακοή, Rawls | Leave a comment