ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΠΑΤΑ

ΚΑΙ ΤΟΝ ΤΑΤΟΗ,
ΣΤΟ ΧΑΛΑΝΔΡΙ
ΚΑΙ ΤΗ ΛΟΥΤΣΑ...
Οι αλβανικοί μεσαιωνικοί
εποικισμοί στον ελλαδικό χώρο
Αλβανική -κι όχι ελληνικήη καταγωγή των Αρβανιτών

Κ

ύρια προσπάθεια τής επιχείρησης δημιουργίας ελληνικής εθνικής ταυτότητας από
επίσημους και μη φορείς τής Ρωμιοσύνης από τον 19ο αιώνα και εντεύθεν αποτέλεσε η
προσπάθεια «απόδειξης» τής φυλετικής καθαρότητας, δηλαδή τής συνέχειας των σημερινών
κατοίκων τού ελλαδικού χώρου στο χρόνο και στο χώρο. Εργασίες - μελέτες από κύκλο
λογίων τής εποχής, που δημοσιεύτηκαν κατά κόρον σε διάφορα περιοδικά (Παρνασσός,
Ελληνομνήμων, κ.ά.), εξακολουθούν δε αυτούσιες ή παρόμοιες να δημοσιεύονται σε
εθνικιστικά περιοδικά και ιστοσελίδες ακόμα και σήμερα, αφιερώθηκαν σε μια αγωνιώδη
προσπάθεια να αποδοθεί η προέλευση αρβανίτικων, σλάβικων, τούρκικων κ.λπ. λέξεων,
ονομάτων και τοπωνυμίων σε δήθεν παραφθορές τής αρχαίας ελληνικής γλώσσας.
Στη νεοελληνική παιδεία στοχοποιήθηκε ο «ανθέλληνας» Φαλμεράγιερ, παρ΄ όλο, που δεν
είναι ο μόνος· το σύνολο των περιηγητών (αρχαιολατρών, ιστορικών, απεσταλμένων ξένων
κυβερνήσεων κ.λπ.) των μεσαιωνικών χρόνων περιγράφουν την μεγάλη έκταση των
εποικισμών στην περιοχή. Απάντηση σε όλους αυτούς επιχείρησε να δώσει ο ιστορικός τής
Ρωμιοσύνης, Κ. Παπαρρηγόπουλος (βλ. K. Παπαρρηγόπουλος: Ο “εγκέφαλος” τής απάτης
τού “ελληνοχριστιανισμού”, http://www.freeinquiry.gr/pro.php?id=596) γράφοντας περί τής
δήθεν συνέχειας και τής φυλετικής ενότητας των κατοίκων τού ελλαδικού χώρου στη
διαδρομή τής Ιστορίας. Η αμφισβήτηση τού κυρίαρχου αυτού ιστοριογραφικού μοντέλου στην
επιεικέστερη εκδοχή της επιχειρήθηκε να παρουσιασθεί ως προερχόμενη από ήσσονος αξίας
ιστορικούς και στην αυστηρότερη ως εθνική προδοσία.
Καμμία φυλή όμως, ούτε κανένας λαός στις μέρες μας είναι φυλετικά καθαρός. Στον
ελλαδικό χώρο ειδικότερα κι εξ αιτίας των βυζαντινών διωγμών, των επιδημιών, των
ανεπάλληλων κατακτήσεων και τής πειρατείας, ο αριθμός των ελληνόφωνων Ρωμιών
ελαττώθηκε σημαντικά. Έτσι, ο αριθμός των κατοίκων ενισχύθηκε επανειλημμένα στο
πέρασμα τής Ιστορίας από ξένους λαούς, στους οποίους τις περισσότερες φορές δόθηκαν
από τις εκάστοτε αρχές επί πλέον κίνητρα, προκειμένου να εγκατασταθούν στην περιοχή και
να καλύψουν τα πληθυσμιακά κενά.
Θα ξεκινήσουμε στην «Ελεύθερη Έρευνα» την παρουσίαση μιας σειράς μελετών μας
σχετικών με τους εποικισμούς (αλβανικών, σλάβικων, τούρκικων κ.ά) στην περιοχή, που
εκτείνεται το σημερινό ελληνικό κράτος.
Η αρχή γίνεται με την παρουσίαση των αλβανικών εποικισμών.
Γενικά ιστορικά στοιχεία για τους Αλβανούς

Από τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς γίνεται πολύς λόγος για Ιλλυριούς, που
κατοικούσαν από την περιοχή τής Βορείου Ηπείρου μεχρι τη σημερινή Κροατία και Σερβία. Οι
Ιλλυριοί αποτελούνταν από διάφορα φύλα, τους Ταυλάντιους, τους Δερρίποες, τούς
Δαλματούς, τους Αρδιαίους ή Ουαρδαίους κ.ά., καθώς και το πιο νότιο φύλο, τους Αλβανούς.
Από την αρχαιότητα ως τα πρώτα χρόνια τού περασμένου αιώνα oι Αλβανοί ήταν
ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

σκλαβωμένοι σε άλλες αυτοκρατορίες και δεν είχαν καταφέρει να σχηματίσουν ενιαίο και
ανεξάρτητο βασιλειο. Τον 4ο αιώνα π.Χ., ο βασιλιάς Βάρδυλλις μετάτρεψε την Ιλλυρία σε
αξιόλογη τοπική δύναμη. Οι πιο σημαντικές πόλεις των Ιλλυριών ήταν η Σκόδρα (στη
σημερινή Αλβανία) και η Ρίζων (στο σημερινό Μαυροβούνιο). Κατά την αρχαιότητα οι
Έλληνες είχαν καταλάβει τα παράλια τής Νότιας Ιλλυρίας. Οι αποικίες, που ίδρυσαν κυρίως οι
Αθηναίοι, οι Κορίνθιοι και οι Κερκυραίοι στα παράλια τής Ιλλυρίας αναπτύχθηκαν πολύ.
Μερικές μάλιστα πόλεις, όπως η Επίδαμνος (σήμερα λέγεται Durrës = Δυρράχιο), η
Απολλωνία (Fier), ο Ωρικός (Orikum), η Αυλώνα (Vlora) κι η Εφύρα ήταν ακουστές, γιατί
έγιναν κέντρα ανταλλακτικού εμπορίου και αμοιβαίας πολιτιστικής επίδρασης. Στα χρόνια τής
μακεδονοκρατίας οι Ιλλυριοί υποτάχτηκαν στους Μακεδόνες και αργότερα στους Ρωμαίους,
οπότε σιγά-σιγά εκλατινίστηκαν.
Στη διαδρομή των αιώνων οι Ιλλυριοί είχαν στενές σχέσεις (επικοινωνίες, επιγαμίες) με
τους Ηπειρώτες καί πολλές φορές ακολούθησαν την ίδια τύχη. Το αρχαίο όνομα των
κατοίκων τής Αλβανίας αν και διατηρήθηκε ως τα βυζαντινά χρόνια, στα νεώτερα ξεχάστηκε.
Από τίς πηγές που έφτασαν ως εμάς ξέρουμε, πως ο Έλληνας γεωγράφος Πτολεμαίος τού
2ου μ.Χ. αιώνα μνημονεύει μια αλβανική φυλή, καθώς και μια αλβανική πόλη, την
Αλβανόπολη (το σημερινό αλβανικό χωριό λίγο έξω από τα Τίρανα, Άρβανα). Με τον ερχομό
των σλαβικών φύλων τον 7ο αιώνα στα Βαλκάνια, πολλά ιλλυρικά φύλα τού βορά
εξαφανίστηκαν, ενώ άλλα καταπιέστηκαν και συγχωνεύτηκαν. Έτσι, σταδιακά, το όνομα
Ιλλυριοί αντικαταστάθηκε με το όνομα Αλβανοί από τα λίγα φύλα, που επιβίωσαν. Οι Έλληνες
τους κατοίκους τής Αλβανίας τους έλεγαν όχι μόνον Αλβανούς, αλλά και Αρβανούς και
Αρβανίτες, οι δυτικοί Arbanenses ή Albanenses, ενώ οι Τούρκοι Αρναούτ. Αργότερα πρόβαλε
ένα άλλο όνομα, το Σκιπετάρ, που ακόμα οι γλωσσολόγοι δεν κατόρθωσαν να συμφωνήσουν
για την ετυμολογία του. Επειδή η Αλβανία κατακτήθηκε από ξένους λαούς, η σημερινή
αλβανική γλώσσα έχει πολλές λέξεις ρωμαϊκές - λατινικές, βενετσάνικες, ελληνικές και
τουρκικές.
Η Αλβανία στη βυζαντινή περίοδο απο τη μια μεριά με το να είναι τόπος βουνήσιος και
άγονος και από την άλλη με το να είναι μακριά από τα τότε εμπορικά κέντρα και
σταυροδρόμια έμεινε καθυστερημένη. Η βυζαντινή κυβέρνηση δεν ενδιαφέρθηκε για την
Αλβανία, όπως γιά άλλες επαρχίες κι έτσι οι Αλβανοί έμειναν πολύ πίσω. Αποτελούσαν
ξεχωριστές κοινωνικές ομάδες, που λέγονταν φάρες. Αρκετοί Αλβανοί πάντως υπηρέτησαν
στο βυζαντινό στρατό και πολλοί ήταν στρατιωτικοί και πολιτικοί αξιωματούχοι. Μάλιστα
μερικοί απ΄ αυτούς πήραν μεγάλα αξιώματα. Βυζαντινολόγοι δέχονται, πως ο αυτοκράτορας
τού Βυζαντίου Αναστάσιος Α΄ ήταν Αλβανός, καθώς και η οικογένεια τού Ιουστινιανού. (Βλ.
Ούτε ένας Έλληνας βυζαντινός αυτοκράτορας! http://freeinquiry.gr/pro.php?id=509)
Όπως και στις άλλες περιοχές τής Βαλκανικής, έτσι και στην Αλβανία σημειώθηκαν
μεγάλες εθνογραφικές μεταβολές από την εισβολή διαφόρων φυλών, όπως κυρίως των
Σλάβων. Ο αρχαίος πληθυσμός της ανακατώθηκε με τους λαούς που εισέβαλαν από τον 4ο
αιώνα κι ύστερα από το βορά στο έδαφός της. Τον 7ο αιώνα εγκαταστάθηκαν στην Αλβανία
Σέρβοι καί Βούλγαροι, που με τις επιγαμίες τους με τους ντόπιους άσκησαν μεγάλη
επίδραση. Από την εποχή αυτή και μετά η πολιτιστική αλληλεπίδραση Αλβανών και Σλάβων
είναι φανερή κι εκδηλώνεται στα διαμορφωθέντα ήθη καί έθιμα. Η Αλβανία για μια ορισμένη
εποχή πέρασε και στην κατοχή των Βουλγάρων, τον 11ο όμως αιώνα, ο αυτοκράτορας
Βασίλειος έδιωξε τους Βούλγαρους από την Αλβανία.
Στα χρόνια τής παρακμής τού Βυζαντίου, η Αλβανία ξέφυγε από τον έλεγχο τής βυζαντινής
κυβέρνησης, οπότε τον 12ο αιώνα σχηματίστηκαν δύο ανεξάρτητα αλβανικά πριγκηπάτα με
επικεφαλής τούς αδελφούς Προγγόνη και Γκίνη, ο οποίος λεγόταν από τους βυζαντινούς
Ιωάννης Μπούας ή Σπάτας. Αργότερα, όταν σχηματίστηκε η λατινική αυτοκρατορία, η
Αλβανία μαζί με την Ήπειρο και τη δυτική κεντρική Ελλάδα ανήκαν στο δεσποτάτο τής
Ηπείρου, ενώ ορισμένες μόνον παράλιες πόλεις της ήταν κτήσεις τής Βενετίας. Στα κατοπινά
χρόνια, όταν η βαλκανική αναστατώθηκε από ξένες επιδρομές και πολέμους, η Αλβανία είδε
να πηγαινοέρχονται στόλοι και στρατοί των εμπολέμων. Ως εκείνη την εποχή δεν είχαν
σημειωθεί ομαδικές μετακινήσεις Αλβανών προς τις νοτιότερες περιοχές. Από τα μέσα όμως
τού 14ου αιώνα πολλοί Αλβανοί μετακινούνται προς τη Θεσσαλία και στο τέλος τού ίδιου
αιώνα και τον 15ο, ακόμα νοτιότερα, στην κεντρική Ελλάδα, Πελοπόννησο, νησιά
Αργοσαρωνικού και Αιγαίου. Ο Σπυρίδων Λάμπρου, σε μιά σχετικά σύντομη μελέτη του,
ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

θεωρεί τούς Αρβανίτες τής Θεσσαλίας λιγότερους από 10.000, αλλά χαρακτηρίζει μιά
μεταγενέστερη εποίκισή τους «έτι πολυπληθεστέρα», («Η ονοματολογία τής Αττικής και η εις
την χώραν εποίκισις των Αλβανών», Φιλολογικός Σύλλογος Παρνασσός, Επετηρίας, τόμ. Α΄,
σελ. 166, 1897.)
Οι Αλβανοί συνίστανται από δύο διακεκριμένους κλάδους. Τους Γκέγκηδες και τους
Τόσκηδες. Οι Γκέγκηδες είναι ψηλοί με σκοτεινό χρώμα τριχών, ενώ οι Τόσκηδες είναι
κοντύτεροι, λιγότερο βραχυκέφαλοι και με ανοικτό χρώμα τριχών. Οι αλβανικές αποικίες στην
Ελλάδα συνίστανται αποκλειστικά από Τόσκηδες. Ο κλάδος αυτός διαιρείται σε πολλές
φατρίες: Τους κυρίως Τόσκηδες, τους Τσάμηδες και τους Λιάπηδες.
*

*

*

Π

αλαιότερα υποστηρίχτηκε, πως οι Αλβανοί ήρθαν στην Ελλάδα κι εγκαταστάθηκαν
μάλιστα πολλοί στη Μάνη, από τον 8ο και 9ο αιώνα. (Βλ. μελέτη Σ.Γ. Παναγιωτόπουλου, στο
περ. «Εβδομάς», τ.4, 1884, σ. 113 και ΚανελλΙδη, στο ίδιο περιοδικό, τ.4, 1887, φύλ. 37, σελ.
1-3, φύλ. 38, σελ. 3 - 4 και φύλ. 39, σελ. 1). Πρίν όμως από αυτούς, ο Σάθας διατύπωσε τη
γνώμη, πως οι Αλβανοί είχαν έρθει στην Πελοπόννησο από τον 7ο αιώνα και πως οι
αναφερόμενοι από τους βυζαντινούς, Σλάβοι και Άβαροι, ήταν Αλβανοί. («Μνημεία τής
ελληνικής ιστoρίας», πρόλογοι τόμ. Ι και ΙV).
Η Ήπειρος, η Θεσσαλία, η Ρούμελη, η Αττική, η Μεγαρίδα, το μεγαλύτερο μέρος τής
Βοιωτίας, η Πελοπόννησος (όλη η Αργολίδα και η Κορινθία μέχρι την ανατολική Αχαΐα και τη
βόρεια Αρκαδία, οι πλαγιές τού Ταΰγετου -Βαρδούνια-, Κάβο Μαλιά -Βάτικα-, βόρεια
Καρύταινα, Πύλος, Κορώνη), η νότια Εύβοια και πολλά νησιά (Άνδρος, όλη η Ύδρα, όλες οι
Σπέτσες, όλη η Σαλαμίνα, μέρος τής Αίγινας, καθώς και πολλά νησιά τού Αιγαίου, π.χ. Κέα,
Κύθνος, Σκόπελος, Ίος, Σάμος, Κάσος κ.ά.) γέμισαν από Αλβανούς, πολλοί από τους
οποίους ακόμα και σήμερα μιλούν την αλβανική (αρβανίτικα). (Βλ. Σπυρ. Λάμπρου: «Η
ονοματολογία τής Αττικής και η εις την χώραν εποίκησις των Αλβανών» στην «Επετηρίδα
Συλλόγου Παρνασσού», τ. 1, 1896, Μ. Λαμπρινίδου: «Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα
και την Πελοπόννησον», Αθήνα, 1907, Ιωάννη Χρ. Πούλου: «Η εποίκησις των Αλβανών εις
Κορινθίαν», Αθήνα, 1950, Π. Φουρίκη: «Μελέτες και άρθρα», στη «Λαογραφία», τ. 9, 1926,
σελ. 507-563, στο περιοδ. «Αθηνά», τ. 40, 1928, σελ. 26-59 και τ. 43, 1931, σελ. 3 και πέρα,
στο «Ημερολόγιο Μεγάλης Ελλάδος», 1922, σελ. 404-420), Δ. Πασχάλη: «Οι Αλβανοί εις τας
Κυκλάδας», στο «Ημερολόγιο Μεγάλης Ελλάδος», 1934, σελ. 262-282.)
Πλήθος Αλβανών κατέκλυσαν και τα Ιόνια. Σύμφωνα με τον Ουίλλιαμ Μίλλερ, έως το 1470,
είχαν έλθει 15.000 στη Λευκάδα από την Ήπειρο και 10.000 στη Ζάκυνθο. («Ιστορία τής
Φραγκοκρατίας εν Ελλάδι», τόμ. III, σελ. 47.) Το 1528 ο Αλβανικός πληθυσμός τής Ζακύνθου
είχε αυξηθεί στα 17.255 άτομα.
Ο μεσαιωνοδίφης Κ. Σάθας, ανακάλυψε στα αρχεία τής Βενετικής Δημοκρατίας έγγραφα
και διατάγματα, που μας μιλούν γι΄ αυτές τις αλβανικές μεταναστεύσεις. Σύμφωνα με αυτά,
στις 30.4.1541, αποφασίστηκε από την Βενετική Γερουσία η εγκατάσταση τεσσάρων
σωμάτων Αρβανιτών με αρχηγούς τους Παύλο Μπούα, Ρεπούση Μπουζίκα, Γιώργο
Γκερμπέση και Αλέξη Γκαμπριέρα στις Βενετικές κτήσεις τής Κρήτης, Ζακύνθου, Κεφαλλονιάς
και Κέρκυρας.
Μέχρι σήμερα συναντάμε στα μέρη αυτά Αρβανίτικα ονόματα. Στην Κρήτη: Κούντουρος,
Βρεττός κ.λπ.. Στη Ζάκυνθο: Σιγούρος (Σγούρος ή Σγουρός), Μάτεσης, Δούσμανης,
Μάρμορης, Κόκλας κ.λπ.. Στην Κεφαλλονιά υπάρχουν ολόκληρα Αρβανιτοχώρια:
Κομποθεκράτα (Κομποθέκρα), Μουζακάτα (Μουζάκι), καθώς και ονόματα, όπως Μενάγιας,
Λουκίσιας.
Στην Κεφαλλονιά πρωτοκατέβηκαν οι Αρβανίτες με άδεια τής Βενετσάνικης Διοίκησης τον
Μάιο τού 1502 με αρχηγούς τον Γιάννη Σπάτα, Σγούρο Καγκάδη Μπούα, Θόδωρο
Μαρκεζίνη, Νικόλα Μενάγια κ.λπ.. (Κ. Σάθα: «Ελληνικά ανέκδοτα», τόμ. Α΄). Ο Θόδωρος
Μπούας Γρίβας εποίκισε στα 1502 επίσης, την σχεδόν έρημη κι ακατοίκητη Ιθάκη.
ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

Η κατάληξη -ατ είναι αθροιστική και σημαίνει
τους οικιστές, όταν τη βρίσκουμε σε ονόματα
χωριών, ή ολόκληρη μία φάρα Αρνανιτών.
Επικράτησε στην Κεφαλλονιά με τον τύπο
-άτα, από τους πρώτους Αρβανίτες εποίκους,
που εγκαταστάθηκαν εκεί κατά τις αρχές τού
16ου αιώνα. Στο χάρτη εικονίζεται ένα μέρος
τής Κεφαλονιάς· όλα τα τοπωνύμια είναι σε
-άτα, εκτός μιάς Παναγιάς και μιάς Αγίας
Ευφημίας.

Ο

«
Μαραθών, αι Πλαταιαί, τα Λεύκτρα, η Σαλαμίς, η Μαντινεία, η Είρα και η Ολυμπία
κατοικούνται νυν από Αλβανών και όχι υπό Ελλήνων. Ακόμη και εις τας οδούς των Αθηνών,
καίτοι διατελούσης ήδη τόσων χρόνων πρωτευούσης τού Ελληνικού βασιλείου, η Αλβανική
γλώσσα ακούεται ακόμη μεταξύ των παιδίων των παιζόντων εις τους δρόμους παρά τον ναόν
τού Θησέως και την πύλην τού Αδριανού». (Γεωργίου Φίνλεϋ: «Ιστορία τής ελληνικής
επαναστάσεως», μετάφραση: Αλ. Παπαδιαμάντη, τ. Α΄, κεφ. Β΄, σελ. 74, έκδ. «Ίδρυμα τής
Βουλής των Ελλήνων», Αθήνα, 2008).
Παρακάτω θα εξετάσουμε τους αλβανικούς αυτούς εποικισμούς αναλυτικότερα.
Γενική παρακμή - ερήμωση τού ελλαδικού χώρου

Σ

την Αθήνα, οι ανασκαφές τής Αγοράς απέδειξαν, ότι υπήρξαν εκτεταμένες καταστροφές
γύρω στο 580 κι ύστερα μια περίοδος πρόχειρων καταλυμάτων, πού διάρκεσε μέχρι το
δεύτερο μισό τού 7ου αιώνα, Στή συνέχεια η περιοχή τής Αγοράς εγκαταλείφθηκε τελείως και
ο οικισμός περιορίστηκε στην Ακρόπολη και σε ένα μικρό οχυρωμένο περίβολο προς τη
βόρεια πλευρά της.
Στην Κόρινθο, πολλοί από τους κατοίκους της κατέφυγαν στην Αίγινα περί το 580, ενώ η
βυζαντινή παρουσία διατηρήθηκε στο απρόσιτο φρούριο τής Ακροκορίνθου. Στήν υπόλοιπη
Πελοπόννησο όλες οι πόλεις εξαφανίστηκαν. Ο Cyriaco de Pizicolli, γνωστός ως Κυριακός ο
Αγκωνίτης, Καλαβρός αρχαιολάτρης περιηγητής τού ιε΄ αιώνα περιγράφει ως εξής τη Σπάρτη:
«Είδαμε τα ερείπια μεγάλης πολιτείας, περιφανή αγάλματα, μαρμαρένιους κίονες και επιστύλια
σκορπισμένα εδώ κι εκεί στους αγρούς. Από τα μέγιστα κι επιφανέστατα κτίρια απόμειναν το
γυμναστήριο από λείο μάρμαρο και πολλά μαρμάρινα βάθρα αγαλμάτων».
Για την κεντρική Ελλάδα οι μαρτυρίες που έχουμε είναι σποραδικές. Στις Βοιωτικές Θήβες
δεν υπάρχουν ενδείξεις για ύπαρξη αστικής ζωής ανάμεσα στον 6ο και το δεύτερο μισό τού
9ου αιώνα. Οι Φθιώτιδες Θήβες στη θεσσαλική ακτή καταστράφηκαν στο τέλος τού 6ου ή τον
7ο αιώνα. Ούτε μία παλαιοχριστιανική εκκλησία δεν έμεινε όρθια σε όλη την Ελλάδα με
εξαίρεση τη Θεσσαλονίκη και την Πάρο. Δεν υπάρχει κανένα δείγμα οικοδομικής
δραστηριότητας ανάμεσα στο 600 περίπου και στα πρώτα χρόνια τού 9ου αιώνα.
Η Θεσσαλονίκη, έδρα τού έπαρχου τού Ιλλυρικού, παρέμεινε σε βυζαντινά χέρια σε όλη τη
διάρκεια των σκοτεινών αιώνων. Τα τείχη της, πού πιθανόν χτίστηκαν περί το 450,
περιέκλειαν μια σημαντική έκταση: περίπου 1.750 μέτρα από τα ανατολικά προς τα δυτικά και
2.100 μέτρα από βορρά προς νότο. Πέντε φορές πολιορκήθηκε από τους Σλάβους και τους
Αβάρους κι επανειλημμένα προσβλήθηκε από το λοιμό και την πείνα.
Πολλές ιστορικές πηγές αναφέρουν πολλαπλά κρούσματα πανώλης σε πολλά μέρη τού
ελλαδικού χώρου. Ειδικά τo 746 η πανούκλα, που μεταδόθηκε στην Ελλάδα και την Ιταλία
εξολόθρευσε τον ελληνικό πληθυσμό. Ο αυτοκράτορας τού Βυζαντίου, Κωνσταντίνος
ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

Πορφυρογέννητος μνημονεύοντας το γεγονός τού λοιμού και κάνοντας λόγο για την τότε
κάθοδο των Σλάβων γράφει, πως «εσλαβώθη πάσα η χώρα» («Περί θεμάτων», ΙΙ, 3). (Για
τους σλάβικους εποικισμούς στον ελλαδικό χώρο θα παρουσιασθεί ειδική σχετική μελέτη
προσεχώς στην «Ελεύθερη Έρευνα».) Στη «λειψανδρία» αναφέρεται κι ο Κ.
Παπαρρηγόπουλος στην «Ιστορία τού ελληνικού έθνους» (τόμ. Δ΄, σελ. 391). Το 1348 η
πανούκλα, που έμεινε γνωστή στη μεσαιωνική ιστορία σαν μαύρος θάνατος, θέρισε τη
Μεσόγειο και ολόκληρη την ηπειρωτική Ευρώπη, από τη Μόσχα ως τη Φλάνδρα. Οι
πληθυσμοί των ελληνικών ακτών και των νήσων αποδεκατίστηκαν και πάλι.
Από τον 9ο έως τον 11ο αιώνα υπήρξε θαλασσοκρατία των Αράβων, οπότε η πειρατεία
στις ελληνικές θάλασσες είχε λάβει τρομακτικές διαστάσεις. Η Κρήτη έχει μεταβληθεί από το
823 σε ορμητήριο των Αράβων πειρατών, που ερήμωσαν τα νησιά τού Αιγαίου και τις
ηπειρωτικές ακτές. Πολιορκήθηκε η Πάτρα. Η Νικόπολη δέχθηκε επίθεση. Η Αίγινα
καταστράφηκε. Η Πελοπόννησος λεηλατήθηκε, εξαφανίστηκε η Δημητριάς. Το 904 οι
Σαρακηνοί πειρατές κυρίευσαν τη Θεσσαλονίκη κι αιχμαλώτισαν 22.000 ανθώπους.
Ο Λέων Χοιροσφάκτης, πρεσβευτής τού Βυζαντίου στους Άραβες τής Μάλτας, τής Ταρσού
και τής Βαγδάτης, υπερηφανευόταν, ότι κατόρθωσε να εξαγοράσει (πέτυχε «αλλάγιον»)
εκατόν είκοσι χιλιάδες αιχμαλώτους, που είχαν συλληφθεί κατά τις επιδρομές των πειρατών
στα εδάφη τής αυτοκρατορίας. Τη θαλασσοκρατία των Αράβων ακολούθησαν οι νορμαδικές
επιδρομές και οι σταυροφορίες. Η πειρατική δράση ξανάρχισε ακολουθώντας την πορεία των
δραματικών γεγονότων, που συντάραξαν την ανατολική λεκάνη τής Μεσογείου. Έτσι και κατά
τον 12ο αιώνα ήταν αβέβαιη η έκβαση τού ταξιδιού στο Αιγαίο. Τότε, η Αττική βρισκόταν στο
έλεος των πειρατών, Τούρκων, Λατίνων και Ελλήνων. Οι αυτοκρατορικές φυλακίδες δεν
περιπολούσαν πιά στο Σαρωνικό και τον Ευβοϊκό και οι παράκτιες φρουρές ήταν τόσο αραιές,
που αδυνατούσαν να αντιμετωπίσουν τις επιδρομές.
Ορμητήρια των κουρσάρων ήταν η Αίγινα, η Σαλαμίνα και η Μάκρη (πρόκειται για την
απέναντι τού Λαυρίου, Μακρόνησο, όπου υπήρχε μονή τού Αγίου Γεωργίου). Η Αίγινα είχε
ερημωθεί. Οι περισσότεροι κάτοικοι είχαν εγκαταλείψει το νησί κι όσοι απέμειναν
συνεργάζονταν με τους πειρατές. Ασύδοτοι αποβιβάζονταν στις ακτές τής Αττικής,
απογύμνωναν και αιχμαλώτιζαν τους κατοίκους και ακρωτηρίαζαν ή ρινοκοπούσαν όσους δεν
μπορούσαν να προσφέρουν λύτρα. Κλάδευαν τα χέρια των ανθρώπων «σαν ξερόκλαδα». Και
γέμισε ο τόπος από «χειροτμήτους» και «ρινοτμήτους». Κι είχαν τόσο αποθρασυνθεί, που
εισχωρούσαν και στα μεσόγεια. Οι πειρατικές επιδρομές είχαν ξεκληρίσει τους πληθυσμούς
των νησιών και των παραλιακών περιοχών τής ηπειρωτικής Ελλάδας.
Μεταξύ 1480 και 1546 η πόλη των Αθηνών είχε ξεκληρισθεί από επιδημίες, όπως
προκύπτει από το ανώνυμο χρονικό τής Οξφόρδης (Ectesis chronica and chronicon
Athenarum, London, 1902.) Οι ιστορικοί συμφωνούν: Η Αθήνα είχε απολησμονηθεί εξ αιτίας
τού ιστορικού κενού τόσων αιώνων. Ήταν ένα ασήμαντο κάστρο τής φραγκοκρατίας. Ως το
τελευταίο τέταρτο τού 17ου αιώνα ήταν σχεδόν ανύπαρκτη για τους ξένους. Όλοι πίστευαν,
πως αποτελούσε ένα σωρό ερειπίων, άν δεν είχε ολότελα εξαφανισθεί. Έγραφε το 1675 ο
Guillet: «Είχα διαβάσει κι είχα χίλιες φορές ακούσει, πως η Αθήνα ήταν ένας έρημος τόπος»
(Guillet, σελ. 211). Αλλά και και πριν 500 ακριβώς χρόνια βρισκόταν στην ίδια τραγική
παρακμή. Όταν ο Μιχαήλ Ακομινάτος ανήλθε στο μητροπολιτικό θρόνο των Αθηνών και
μπήκε (το 1175) εν πομπή στην πολιτεία είδε στο «κλεινόν άστυ» χαλάσματα και
καλυβόσπιτα εδώ κι εκεί σε πανάθλια στενορύμια. Η Αθήνα, γράφει, ήταν «σωρός ερειπίων
οικουμένων υπό ανθρώπων πενομένων».
Ο Ολλανδός περιηγητής Favolius περιέγραφε την πόλη των Αθηνών ως «μιά πολίχνη
φτωχών ανθρώπων». (Hodoeporiki byzantini lib. III auctore Hugone Favolio - Lovanii
(Excudebat Servatius Sassenus, 1563).
Ένα τουρκοχώρι είδε στην Αθήνα και ο Γάλλος ταξιδιώτης Julien Bordier: «Απ΄ αυτή την
πανένδοξη πολιτεία δεν έχει απομείνει παρά ένα θλιβερό τουρκοχώρι, που λέγεται Σετίνα και
βρίσκεται στα χέρια ενός αγά». (Η Αθήνα ονομαζόταν Σατίνες ή Σετίνες ή Στίνες. Η Ακρόπολη,
Κάστρο. O Πειραιάς λεγόταν Πόρτο-Δράκο ή Πόρτο-Λεόνε από το μαρμάρινο λεοντάρι, που
άρπαξαν αργότερα οι Βενετοί.)

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

Ο Γενοβέζος καπετάνιος Francesco - Maria Levanto σημείωνε στο χρονικό του: «Η
σημερινή Αθήνα δεν είναι παρά ένας έρημος, άγονος τόπος, κατασπαρμένος με πέτρες».
(Prima parte dello specchio del Mare Mediterraneo dal capitan Francesco - Maria Levanto (In
Genova, 1664.)
«Η άλλοτε ένδοξη Αθήνα είναι τόσο ερημωμένη, που φαίνεται απίστευτο, ότι υπήρξε
κάποτε ένδοξη. Εγώ, τουλάχιστον, δεν είδα πουθενά φοβερότερο τόπο. Ερημιά, ξεραΐλα,
αγκαθιές και βάλτοι.» Εντυπώσεις τού Γάλλου πρεσβευτή, D΄ Aramon, όπως τις κατέγραψε ο
γραμματικός του, ο ευγενής Jean Chesneau το 1546. (Jean Chesneau: Le voyage de
monsieur d΄ Aramon ambassadeur pour le Roy en Levant, escript par un noble homme Jean
Chesneau publie et annote par M. Ch. Schefer (Paris, 1887).
Οι Αλβανοί στη Θεσσαλία

Α

πό τις πηγές που έχουμε βγαίνει το συμπέρασμα, πως ο αλβανικός εποικισμός έγινε
ειρηνικά. Οι άποικοι Αλβανοί δεν ήρθαν ως κατακτητές, αλλά αναγκάστηκαν να
μεταναστεύσουν άλλοι μεν στην Ήπειρο από το Σέρβο βασιλιά Στέφανο Ντουσάν, που τους
είχε στρατιώτες του και τους έδωσε κτήματα και άλλοι προσκαλέστηκαν από τους δούκες και
κυβερνήτες τής Θεσσαλίας, Στερεάς και Πελοποννήσου, καθώς και από τους Βενετσάνους,
για να καλύψουν τα κενά στις αγροτικές περιοχές.
Αποικίζοντας τη Θεσσαλία [ο όρος Θεσσαλία (=Βλαχιά) την εποχή εκείνη περιλάμβανε όλη
τη Μέση Ελλάδα με την Αιτωλία και την Ακαρνανία], την Αττική, την Πελοπόννησο με μεγάλες
ομάδες (πατριές) Αλβανών, ήθελαν να καλύψουν τις γεωργικές ανάγκες των μερών αυτών,
γιατί δεν υπήρχαν εργατικά χέρια για την καλλιέργεια τής γης.
Εκτός από αυτούς τους λόγους όμως, οι Αλβανοί από τα μέσα τού 14ου αιώνα κι έπειτα
αντίκριζαν μεγάλες βιωτικές δυσχέρειες. Οι στρατοί, που πέρασαν από τον τόπο τους, το
σταμάτημα των ανταλλαγών στη βορειοδυτική Ελλάδα, η εγκατάλειψή τους από τους
κυβερνήτες τού Δεσποτάτου τής Ηπείρου και τού Βυζαντίου, δημιούργησαν σε πολλές
περιοχές τής Αλβανίας αφάνταστες βιωτικές δυσχέρειες. Αναγκάστηκαν λοιπον ν΄ αφήσουν
τα χωριά τους πολλές φάρες και να κατέβουν στη Θεσσαλία και Ήπειρο, για να βρουν τα
μέσα τής συντήρησής τους.
Ο Καντακουζηνός, γράφοντας για τις κινήσεις τού εξόριστου Συργιάννη, δίνει
αξιοπρόσεκτες πληροφορίες για τους Αλβανούς τής Θεσσαλίας: «Επιβάς (ο Συργιάννης)
νεώς επ΄ Εύβοιαν πλεούσης, εκεί απεκομίσθη πρώτον· έπειτα εκείθεν δια Λοκρών και
Ακαρνάνων εις Αλβανούς, οι περί την Θετταλίαν οικούσιν αυτόνομοι νομάδες, διεσώθη κατά
φιλίαν παλαιαν, ην προς αυτούς ην πεποιημένος, ότε τής εσπερίας εστρατήγει» (II, 450).
Ο ίδιος πιο κάτω κάνοντας λόγο για τις προσπάθειες τού Ανδρόνικου Γ΄ (1333) να φέρει
την τάξη στην κυρίως Ελλάδα, γράφει: «Διατριβόντα δε εν Θετταλία βασιλέα, οι τα ορεινά τής
Θεσσαλίας νεμόμενοι Αλβανοί αβασίλευτοι Μαλακάσιοι, Μπούιοι και Μεσαρίται από των
φυλάρχων προσαγορευόμενοι, περί δισχιλίους καί μύριους όντες, προσεκύνησαν ελθόντες και
υπέσχοντο δουλεύσειν. Εδεδοίκεσαν γαρ μη, χειμώνας επελθόντος, διαφθαρώσιν υπό των
Ρωμαίων (Βυζαντινών) α τε πόλιν οικούντες ουδεμίαν, αλλά όρεσιν ενδιατρίβοντες και χωρίοις
δυσπροσίτοις, ων αναχωρούντες τού χειμώνας δια το κρύος και την χιόνα, άπιστόν τινα εν
τοις όρεσιν εκείνοις νιφομένην, ευεπιχείρητοι έσεσθαι εδόκουν» (ΙΙ, 474).
Άλλη μαρτυρία για την κάθοδο των Αλβανών στη Θεσσαλία και δυτική Στερεά είναι τού
Χαλκοκονδύλη, πού φαίνεται έχει υπ΄ όψη του παλαιότερες πηγές: «Αλβανοί δε ωρμημένοι
από Επιδάμνου (Δυρραχίου) και το προς εω βαδίζοντες Θετταλίαν τε υπηγάγοντο σφίσι και
τής Μεσογείου Μακεδονίας τα πλέω. Αργυροπολίχνην τε και Καστορίαν. Αφικόμενοι δε επί
Θετταλίαν την τε χώραν σφίσιν υποχείριον ποιησάμενοι, και τας πόλεις επιδιελόμενοι, κατά
σφας ενέμοντο την χωραν, νομάδες τε όντες και ουδαμί έτι βέβαιον σφών αυτών την οίκησιν
ποιούμενοι. Επεί δε και εις Ακαρνανίαν αφικόμενοι γνώμη τού ηγεμόνος Ακαρνανίας
αφιεμένης αυτοίς τής χώρας, ενέμοντό τε τήνδε την χώραν» (Ι, 196).
Όσο για την Αχαΐα, εκεί γράφει, πως κατοικούσαν Αλβανοί, στους οποίους είχε επιτρέψει ο
ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

αυτοκράτορας να εξουσιάζουν τους τόπους, που τους κατείχαν, ως πατρική κληρονομιά.
(«Ώκουν άνδρες Αλβανοί, υπό βασιλέως συγχωρηθέντες έρχειν τής πατρώας αυτών χώρας»,
G. Hertzberg: «Ιστορία τής Ελλάδος από τής λήξεως τού αρχαίου βίου έως σήμερον»,
μετάφραση: Π. Καρολίδου, τόμ. Α΄, σελ. 555.)
Από τις παραπάνω πηγές εξάγεται, πως οι πρώτοι Αλβανοί που ήρθαν στη Θεσσαλία
ήταν νομάδες - κτηνοτρόφοι. Στην αρχή εγκαταστάθηκαν στα βουνά και αποτελούσαν
χωριστές κοινότητες (φάρες - πατριές). Με τον καιρό πολλοί απ΄ αυτούς κατέβηκαν στον
κάμπο και έγιναν γεωργοί ή ξενοδούλευαν στα φέουδα των βυζαντινών και άλλων αρχόντων
τής Θεσσαλίας.
Η παλαιότερη μαρτυρία για κάθοδο Αλβανών στη Θεσσαλία είναι μια επιστολή τού
Μαρίνου Σανούδου, που γράφτηκε το 1325 και στην οποία γίνεται λόγος για τους Αλβανούς,
που εκτόπισαν τους Βλάχους από τη Θεσσαλία. Άλλη μαρτυρία είναι έγγραφο τού δυνάστη
τού Φαναρίου (Θεσσαλίας) με χρονολογία 1342. Από τα όσα γράφει ο Κατακουζηνός, βγαίνει,
πως οι πρώτοι Αλβανοί, που εγκαταστάθηκαν στα θεσσαλικά βουνά, ήρθαν γύρω στο 1315.
(Βλ. Ιωάν. Χρ. Πούλου: «Η εποίκησις των Αλβανών εις Κορινθίαν», σελ. 14).
Μέσα σε 30 χρόνια οι Αλβανοί, που κατέβηκαν κι εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλία, όχι
μόνο πλήθαιναν πολύ, αλλά και με την εργατικότητά, τους, έγιναν περιζήτητοι. Ήταν
λιτοδίαιτοι και χωρίς αξιώσεις μισθών. Γι΄ αυτό πρόσφεραν σχεδόν δωρεάν την εργασία τους
στα αφεντικά - τσιφλικάδες.
Στη Θεσσαλία, στα χρόνια αυτά οι Βλάχοι αποτελούσαν την πλειοψηφία τού πληθυσμού.
Όμως, όταν οι Αλβανοί πλήθαιναν, άρχισαν να εκτοπίζουν από το θεσσαλικό κάμπο τους
Βλάχους. Ακόμα πρέπει να έχουμε υπ΄ όψη, πως οι Βενετσάνοι, που κατείχαν τότε τον
Πτελεό (Φτελιό) στη νοτιοανατολική μεριά τής Θεσσαλίας, έμειναν ευχαριστημένοι από την
αλβανική μετανάστευση, γιατί οι Άλβανοί χρησίμευαν και σαν φύλακες τής ανατολικής
Θεσσαλίας από τις επιδρομές των Καταλανών, που ήταν εγκατεστημένοι στα Σάλωνα
(Άμφισσα). [«Πλην δε των ποικίλων τούτων μνηστήρων τής κληρονομίας των Αγγέλων (τής
Ηπείρου) εναφανίσθησαν τότε το πρώτον εν τη πεδιαδη τής Θεσσαλίας και μεγάλα πλήθη
Αλβανών μεταναστών, αποτελεσάντων νέον και ακμαίον στοιχείον τού πληθυσμού αυτής. Οι
Αλβανοί εδήουν άπασαν την ύπαιθρον χώραν και επειδή έφερον μεθ΄ εαυτών τας γυναίκας, ο
αριθμός αυτών ηυξήθη ταχέως και ήρχισαν αντικαθιστάνοντες τους Βλάχους, οίτινες μέχρι
εκείνου τού χρόνου απετέλουν το μέγιστον πλήθος των εγκατοίκων τής Θεσσαλίας, ήτις εξ
αυτών είχε ονομασθεί Μεγαλοβλαχία. Οι δε Βενετοί (τού Πτελεού), εφρόνουν, ότι η αλβανική
αύτη μετανάστευσις παρείχε το μέγα κέρδος, ότι δι΄ αυτής απησχολούντο οι Καταλάνιοι ούτως,
ώστε να ηυκαίρουν να επιτίθενται κατά των γειτόνων των.» Μίλλερ - Λάμπρου: «Η
Φραγκοκρατία εν Ελλάδι», τ. Α΄, 354.]
Τόσο από τους Βλάχους, όσο κι από τους Αρβανίτες διακρίνονται οι Καραγκούνηδες τής
Θεσσαλίας, των οποίων η γλώσσα περιέχει Λατινικά, Ρουμάνικα και Αρβανίτικα στοιχεία. Από
παλαιότερα υπήρχε έντονο Αλβανικό στοιχείο στη Δακία (στη σημερινή Ρουμανία περίπου), οι
οποίοι παλινόστησαν κι ύστερα προωθήθηκαν προς τη Θεσσαλία. Αυτή η φυλή, που αποτελεί
επιμιξία Αλβανών και Ρουμάνων, είναι πιθανώς οι Καραγκούνηδες. Οι Αλβανορουμάνοι είναι
επίσης γνωστοί και ως Αρβανιτόβλαχοι.
Οι Βενετοί έφεραν πολλούς Αλβανούς στην Εύβοια, που ορισμένα σημεία της είχαν
ερημώσει από την πανώλη. Παραχώρησαν σ΄ αυτούς χέρσες εκτάσεις να καλλιεργούν με τον
όρο να διατηρούν αλόγα και να κατατάσσονται οι νέοι απ΄ αυτούς στο στρατό και να φυλάνε
την Εύβοια από τους ληστοπειρατές και άλλους εχθρούς. Το 1363 (8 Ιουνίου) η βενετική
Γερουσία διαπιστώνει, ότι «το Νεγρεπόντε (η πόλη) και ολόκληρο το νησί (τής Εύβοιας) έχουν
εποικισθεί και τα εισοδήματα από τους φόρους είναι πολύ αυξημένα»· (βλ. Thiriet, Regestes, I,
σελ. 105, αρ. 408). Από την Εύβοια οι Αλβανοί μετανάστευσαν στην Άνδρο και σ΄ αλλά νησιά.
Σ΄ όλη λοιπόν την Ελλάδα, από στόμα σε στόμα, διαδόθηκε πως οι Αλβανοί, που
φημίζονταν ως καλοί στρατιώτες - πολεμιστές, ήταν καί καλοί καλλιεργητές. Γι΄ αυτό άρχισαν
από παντού οι φεουδάρχες να καλούν Αλβανούς καλλιεργητές στα κτήματά τους.

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

Μιά μαρτυρία ενός Γάλλου γιατρού τής εποχής: «Στην Αράχωβα κατοικούν Έλληνες κι
Αρβανίτες μ΄ ένα Τούρκο σούμπαση.» (Spon, περιοδείες 1674-1676).
Οι Αλβανοί σε Πελοπόννησο και Αργοσαρωνικό

Το 1397 60.000 Τούρκοι υπό τον Εγιούπ-Πασά, κατά τους σύγχρονους χρονογράφους,
επέδραμαν στην «παλαιάν και ονομαστήν πόλιν τού Άργους πολεμήσαντες έλαβον και υπέρ
τας τριάκοντα χιλιάδας αιχμαλώτους λαβόντες εν τη Ασία αποίκους εποίησαν και τα τείχη
αυτής χαλάσαντες έρημον κατέλιπον.» Μετά την αποχώρηση των Τούρκων εισέρρευσε
πλήθος Αλβανών στον σχεδόν έρημο τόπο, οι οποίοι και την μητρική τους γλώσσα
μετέδωσαν και τις πλείστες θέσεις και χωριά μετονόμασαν με τα επώνυμα των προκριτέρων
Αλβανικών οικογενειών, τα οποία διατηρήθηκαν μέχρι την πρόσφατη αλλαγή των
περισσοτέρων από το σύγχρονο εθνικό ελληνικό κράτος.
Τον καιρό, που κυβερνούσε το Βυζάντιο ο Ιωάννης Καντακουζηνός, ο δεσπότης τού
Μυστρά, Μανουήλ Καντακουζηνός, εξ αιτίας, που στην Πελοπόννησο είχε αραιωθεί πολύ ο
αγροτικός πληθυσμός από τις επιδρομές των Φράγκων και Τούρκων και σε πολλές περιοχές
τα χωράφια και αμπέλια έμειναν ακαλλιέργητα, έστειλε απεσταλμένους στην Αλβανία και
κάλεσε 10.000 χιλιάδες Αλβανούς, που ήρθαν με τις οικογένειές τους και εγκαταστάθηκαν
στην ύπαιθρο. Ίδρυσαν χωριστούς συνοικισμούς και δούλευαν στα κτήματα των φεουδαρχών
για ένα κομμάτι ψωμί.
Ύστερα από μερικά χρόνια, όταν δεσπότης τού Μυστρά ήταν ο Θεόδωρος Α΄ (ο γιος τού
αυτοκράτορα τού Βυζαντίου Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου), ο Θεόδωρος κάλεσε αλλες 10.000
αλβανικές οικογένειες και τις εγκατέστησε στις διάφορες περιοχές τού Δεσποτάτου. (Βλ. Ε.
Legrand, «Lettres de l΄empereur Manuel Paleologue», Paris, 1893, σελ. 40-41).
Ο αυτοκράτορας Μανουήλ Παλαιολόγος, στον επιτάφιο προς τον αυτάδελφό του Θεόδωρο
Παλαιολόγο, μας δίνει αξιοπρόσεκτες πληροφορίες για την μετοίκηση χιλιάδων Αλβανών στην
Πελοπόννησο: «Αλλά και Ιλλυριοί περί μυριάδα αθρόοι μετοικήσαντες άμα παισί και γυναιξί
και θρέμμασι τον Ισθμόν κατέλαβον αυτού δε πηξάμενοι τας σκηνάς και τας κλισίας εκτείναντες
αυτοί καθ΄ εαυτούς ήσαν άγγελοι. Ούτως εξαίφνης παρεγένοντο· είτα μηδόλως μελλήσαντες
πρεσβείαν πάνυ λαμπράν προς όν αφικνούντο πέμψαντες επυθάνοντο τίποτ΄ αν είη το δοκούν
εκείνω περί αυτού, και εισιέναι και μείναι και άπερ άν όδε γνοίη πράττειν αυτούς. Ο δε δέχεται
τους πρέσβεις ασμένως και καλώς παρ΄ εαυτόν τους εξηγουμένους των άλλων και
φιλοφρονησάμενος αυτούς παραγεγονότας δεξιώς άγαν και τής εμφύτου γεύσας γλυκύτητος
επισπάται τας εαυτών γνώμας· μήτε δ΄ όμηρα λαβών μήτε εγγύας αιτήσας όρκοις ηρκέσθη
τοις παρ΄ αυτών, καίπερ οι πλείους παρήνουν μηδαμώς αυτούς εόξασθαι το τε πλήθος
δεδιότες και το έθεσιν ετέροις εκείνους ζην υποπτεύοντες αίτιον σκανδάλου γενήσεσθαι...
Κτάται τοιγαρούν στρατιάν τοιαύτην ουκ άπειρον μεν τραυμάτων, αγαθήν δε τα πολέμια»
(Λάμπρου: «Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά», τ. Β΄, σ. 41 - 42).
Από τα παραπάνω έχουμε επίσημη ομολογία, πως οι Αλβανοί στα χρόνια αυτά δεν ήρθαν
σαν επιδρομείς, αλλά σαν σύμμαχοι. Προσκλήθηκαν από το δεσπότη τής Πελοποννήσου
Θεόδωρο Παλαιολόγο και εγκαταστάθηκαν στις ρημαγμένες από τους Φράγκους και
Καταλάνους περιοχές. Κι έτσι, εξόν που σαν κτηνοτρόφοι και γεωργοί πρόσφεραν μεγάλες
υπηρεσίες, πολλοί απ΄ αυτούς υπηρέτησαν και ως μισθοφόροι τους Παλαιολόγους.
Αργότερα, οι Αρβανίτες τής Πελοποννήσου αντιτάχτηκαν στις εισβολές και επιδρομές των
Τούρκων και όταν οι Τούρκοι αποφάσισαν να καταλάβουν την Πελοπόννησο, ήταν σχεδόν οι
μόνοι, που αντιστάθηκαν και πολέμησαν.
Όταν διαλύθηκε το Δεσποτάτο τής Ηπείρου, ο Νικηφόρος Δούκας (απόγονος των Αγγέλων
Κομνηνών), προσπάθησε να ξαναϊδρύσει το Δεσποτάτο, αλλά οι Αλβανοί το 1358
επιτέθηκαν, τον νίκησαν και ίδρυσαν δικό τους κράτος. Ηγεμόνας τού κράτους αυτού ήταν ο
Γκίνης ή Ιωάννης Μπούας (Σπάτας), Αυτός κατέλυσε την Άρτα και την περιοχή της, καθώς και
την Αιτωλοακαρνανία και έδιωξε τους Ανδευαγούς από την κεντρική Ελλάδα. Έτσι, ο Αλβανός
πρίγκιπας, κατέχοντας τη Ναύπακτο, κρατούσε το ένα από τα κλειδιά τού Κορινθιακού
κόλπου.
ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

Την ίδια πάνω κάτω εποχή και ο βασιλιάς τής Αραγωνίας, που εξουσίαζε τα φραγκικά
δουκάτα τής ανατολικής κεντρικής Ελλάδος, κάλεσε Αλβανούς και Έλληνες να ΄ρθουν και να
εγκατασταθούν στην ανατολική Στερεά, γιατί και στην περιοχή αυτή ο αγροτικός πληθυσμός
είχε αραιωθεί πολύ από τις καταπιέσεις, τα θανατικά, τις εισβολές των ξένων στρατών κ.λπ..
Υποσχέθηκε μάλιστα, πώς για δυό χρόνια θα είναι απαλλαγμένοι από τα καθιερωμένα
δοσίματα (φόρους σε είδος ή χρήμα).
*

*

*

Ο

ι Αλβανοί επήλυδες, που ασκούσαν ποιμενικό βίο, επεκτάθηκαν στις πεδιάδες τής
Ήλιδας, τής Αχαΐας και της Μεσσηνίας, γρήγορα όμως, βρέθηκαν στην ανάγκη να
αναζητήσουν καταφύγιο κατά τις θερινές περιόδους σε δροσερότερα μέρη τής Πελοποννήσου
κι ιδιαίτερα στην ορεινή Αρκαδία. Στα μέσα τού 15ου αιώνα οι Αλβανοί τής Πελοποννήσου
διέθεταν ήδη πάνω από 30.000 άντρες των όπλων.
Ύστερα από διάφορα επεισόδια με τους Τούρκους, ορισμένοι Αλβανοί, φθίνοντος τού
15ου αιώνα, πέρασαν το Αραχναίο (άλλοι πήγαν στη Μάνη) και ξεχύθηκαν στην παραλία τής
Ερμιονίδας και τής Τροιζήνας κι από εκεί πέρασαν στα κοντινά -έρημα λόγω των πειρατικών
επιδρομών- νησιά, Ύδρα, Σπέτσες και Πόρο. Όλες αυτές οι αλβανικές οικογένειες είχαν ως
μητρική γλώσσα την αλβανική, την οποία σχεδόν καθιέρωσαν στα νησιά αυτά, όπως
μαρτυρούν εξ άλλου και τα τοπωνύμια, όπως π.χ. Πόρτο Χέλι (χέλι στα αλβανικά σημαίνει
οβελός, σούβλα), αλλά και τα ανθρωπωνύμια, όπως Μπότασης (από τις αλβανικές λέξεις
bote=άργιλος, χώμα και chi=βροχή).
Σε ένα τουρκικό κατάστιχο περιέχονται ποσοτικά δεδομένα για τον πληθυσμό τής
Πελοποννήσου τον 15ο αιώνα, που μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε μιά ιδέα για τους
οικισμούς τής εποχής εκείνης, τουλάχιστον στη βορειοδυτική ζώνη τής Πελοποννήσου.
Πρόκειται για ένα αναλυτικό κατάστιχο τιμαρίων (mufassal defter) τού 1461/1463, το οποίο
αναφέρεται σ΄ ένα τμήμα τής σημερινής Αχαΐας και Ηλείας, μας δίνει δηλαδή μιά εικόνα τής
περιοχής ακριβώς μετά την κατάκτηση τής χώρας από τους Τούρκους το 1460. Το κατάστιχο
αυτό σώζεται στη βιβλιοθήκη «Κύριλλος και Μεθόδιος» τής Σόφιας. (Βλ. P. Assenova - R.
Stojkov, Th. Kacori: «Prenoms, noms de famille et noms de localite dans le Nord-Ouest du
Peloponnese vers la moitie du XVe siecle», Annuaire de l΄Universite de Sofia. Faculte des
Philologies Slaves 68, αρ. 3, 1975, σελ. 213-297. Βλ. επίσης των ιδίων: «Oikonymes et
anthroponymes du Peloponnese vers la moitie du XVe siecle», Actes du XVe Congres
International des Sciences Onomatiques - Sofia, 1972- Ι, Sofia 1974, sel. 69-72).

Σ

ύμφωνα με το παραπάνω κατάστιχο, οι Έλληνες τής περιοχής ήταν λιγότεροι από τους
Αλβανούς: καταμετρούνται 1.742 ελληνικές οικογένειες και 1.836 αλβανικές. Περισσότερα
στοιχεία μπορείτε να βρειτε στο βιβλίο τού Βασίλη Παναγιωτόπουλου: «Πληθυσμός και
ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

οικισμοί τής Πελοποννήσου, 13ος-18ος αιώνας», (έκδ. Ιστορικό Αρχείο, Εμπορική Τράπεζα
τής Ελλάδος, Αθήνα, 1987), απ΄ όπου προέρχονται και οι πιο πάνω συγκεντρωτικοί πίνακες.
Αναλυτικά στοιχεία για όλα τα χωριά τής ΒΔ Πελοποννήσου μπορείτε να δείτε στο
Παράρτημα “Α”. Στη στήλη (γ) σημειώνονται με το γράμμα Ε τα ελληνικά και με το γράμμα
Α τα αλβανικά χωριά. (Για την περιοχή τής Αχαΐας για παράδειγμα, το ποσοστό των οικισμών
με αρβανίτικο όνομα είναι 74,5%).
Οι αλβανικοί εποικισμοί στα Αργολικά νησιά επέφεραν πληθώρα πληθυσμού δυσανάλογο
προς τους φυσικούς πόρους, οπότε οι Αλβανοί άφησαν σταδικά τον ποιμενικό βίο κι άρχισαν
εκμεταλλευόμενοι την φυσική αποστροφή των Τούρκων προς τη θάλασσα να ναυσιπλοούν
ασχολούμενοι στην αρχή κυρίως με την αλιεία. Η περιορισμένη κατ΄ αρχάς κυρίως σε Ύδρα
και Σπέτσες ακτοπλοΐα επεκτάθηκε βαθμηδόν και μέχρι των απώτερων νησιών τού Αιγαίου,
τής Κρήτης, ακόμα και τής Αλεξάνδρειας. Τότε βρέθηκαν αντιμέτωποι με τους Βερβερίνους
πειρατές τής Τύνιδας, Αλγερίας και Τρίπολης, που λυμαίνονταν τη Μεσόγειο, οπότε μη
εννοούντες να υποχωρήσουν εξόπλισαν τα πλοία τους με κανόνια και άλλα πολεμικά όργανα.
Ειδικά μετά τη συνθήκη Κουτσούκ - Καϊναρτζή πολλαπλασιάστηκαν οι ναυτιλιακές και
εμπορικές τους δραστηριότητες σε όλη τη Μεσόγειο.
Στο δεύτερο μισό τού 15ου αιώνα αναφέρεται στη Μάνη η παρουσία Αλβανών stradioti, οι
οποίοι σε συνεργασία με τους Μανιάτες πραγματοποιούσαν εξορμήσεις εναντίον των
οθωμανικών δυνάμεων. [Mε την ονομασία stradioti έγιναν γνωστοί στη Δύση οι Αλβανοί και
Έλληνες, που υπηρετούσαν υπό τους Βενετούς στις περιοχές των κτήσεων τής Γαληνοτάτης
Δημοκρατίας τής Βενετίας και στην ιταλική χερσόνησο. (K. Σάθα: «Documents inedits», τόμ.
6, σελ. 214-236, «Έλληνες στρατιώται εν τη δύσει», σελ. 126-128, «Τουρκοκρατούμενη
Ελλάς», σελ. 36-42, Κ. Μπίρη: «Αρβανίτες», σελ. 143-150 κ.ά.).] Ένα μέρος αυτών
εγκαταστάθηκε μόνιμα στη μανιάτικη επικράτεια. Αυτό επιβεβαιώνεται κατά κάποιο τρόπο
από ορισμένα τοπωνυμικά στοιχεία, όπως: τού Πούχαλη, τού Μενάγια, Σκούρκα (περιοχή
Φλομοχωρίου, Κότρωνα και Ταινάρου), Κάλιαζη ή Κάλιαζα (ερημωμένος οικισμός στα
βορειοανατολικά τού Βαχού, από το kallez=στάχυ), αλλά και ανθρωπωνυμικά, όπως: Κούκης
(i kuq=κόκκινος), Μπουζάς (buze=χείλος), Λεκάκος (Λέκας από το Leke=Αλέξανδρος),
Βρεττάκος (Βρεττός), Μέξης, Γκέκας, Αρβανιτάκος κ.λπ..
Στο Παράρτημα “B” παρατίθεται κατόλογος με αλφαβητική σειρά ονομάτων Αλβανών
καπετανέων ή απλών στρατιωτών από έγγραφα τού βενετικού αρχείου ή από άλλα κείμενα
των 15ου και 16ου αιώνων μαζί με σχετικές για το καθένα παραπομπές και εξηγήσεις. Πολλά
από αυτά ξεχωρίζουν ως αρβανίτικα, είτε από τον γλωσσικό τύπο τού επωνύμου, είτε από τα
ονόματα των μελών τής ίδιας οικογένειας. Ορισμένα συνεχίζονται ακόμη στην ελληνική
κοινωνία και άλλα, που ενώ έχουν εξαφανισθεί σαν επώνυμα, διατηρούνται ακόμη ως
ονόματα χωριών και ως τοπωνύμια στους τόπους, όπου ήταν προνοιασμένες οι φερώνυμες
οικογένειες των στρατιωτών, όπως: Σπάτα, Λιόπεσι, Σχηματάρι, Κούτσι κ.ά.. Τα ονόματα
αυτά σημειώνονται στα «Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας» τού Κωνσταντίνου Σάθα κι έχουν
αναδημοσιευθεί στο βιβλίο «Αρβανίτες: Οι Δωριείς τού νεώτερου ελληνισμού» τού Κ. Μπίρη
(έκδ. «Μέλισσα», Αθήνα, 1960).
Το όνομα Μάνη, που μνημονεύεται από τον Κωνσταντίνο Ζ΄ τον Πορφυρογέννητο (10ος
αιώνας) είναι καθαρά αλβανικό και μας υποχρεώνει να μεταφέρουμε την «κάθοδο» των
Αλβανών στην Πελοπόννησο πολύ νωρίτερα· σημαίνει μουριά (mene). Από τα χρόνια τού
Ιουστινιανού στην περιοχή είχε αναπτυχθεί η σηροτροφία (τα φύλλα μουριάς είναι η βασική
τροφή τού μεταξοσκώληκα.) Σύμφωνα με τον Χατζηδάκι, το όνομα Μορέας (Μοριάς) για
ολόκληρη την Πελοπόννησο σημαίνει περιοχή μορεόφυτη, οπότε πιθανότατα το Μοριάς να
είναι μετάφραση στα ελληνικά τού αλβανικού Μάνη. Τοπωνύμια Μάνη υπάρχουν και σε άλλα
μέρη, κυρίως σε δασικές θέσεις τής Ελλάδας.
«Η Πελοπόννησος», γράφει στα τέλη τού 18ου αιώνα ο Γάλλος ακαδημαϊκός, Barbie du
Bocage, «κατοικείται υπό τριών φυλών, των Τούρκων, των Ελλήνων και των Αλβανών». (Note
communiquee par M. Barbie du Bocage, membre de l΄institut de France).
Στη Λάλα, στο οροπέδιο τής Φολόης στην Ηλεία, ζούσαν περισσότεροι από 3.000
Αλβανοί, εκ των οποίων οι 400 ήταν καλά οπλισμένοι. Επί τρείς αιώνες το διαμέρισμα των
ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

Βαρδουνίων κατεχόταν από Αλβανούς, οι οποίοι πιθανώς είχαν εξώσει τον Σλαβικό
πληθυσμό, που κατείχε την περιοχή κατά την Τουρκοκρατία. Ο πληθυσμός τους μπορούσε
να οπλίζει περί τους 2.500 άνδρες.

Πλείστα Αρβανίτικα τοπωνύμια επιβίωναν έως τις αρχές τού 20ου αιώνα,
όπως φαίνεται από το παραπάνω χάρτη των Σπετσών τού 1901 (αριστερά σε σμίκρυνση ολόκληρος).

Π

ολλά χωρία στην Πελοπόννησο ακόμη έως τα χρόνια μας έχουν αρβανίτικα ονόματα,
όπως: Στην Ηλεία: Καγκάδι (=τραγουδιστό), Κακαρούκα (=κακοκυλημένος), Καράτουλα
-όπως και Καράτολα στην Κυνουρία-, Κόκλα, Κουρτέσι, Κριεκούκι (κόκκινο κεφάλι) -όπως και
στην Αιτωλία-, Λικούρεσι (=τομάρι) -όπως και στη Γορτυνία-, Λιόπεσι -όπως και στην
Κορινθία-, Μαζαράκι, Μάζι (maze=είδος τυριού) -όπως και στην Κορινθία-, Μουζάκι -όπως και
στην Αρκαδία-, Μπάστα, Μπεντένι, Μπόρσι, Σκουροχώρι, Σούλι (ψηλό), Σπάτα. Στην επαρχία
Πατρών: Γκέρμπεσι, Καλέντζι (καλέντζης=γανωτζής) -όπως και στην Αιτωλία-, Μαζαράκι,
Μάνεσι (μάνεσης=βραδύς), Μπούκουρα (ωραίο), Μπούμπα, Ρένεσι (ρένεσης=ψεύτης),
Σκούρα, Χαϊκάλι (κάλι=άλογο). Στην Τριφυλία: Κακάβα, Κούτσι (=καζάνι ή σκύλος στη
γλώσσα των παιδιών εξ ου και η φράση κουτς-κουτς για τα σκυλιά) -όπως και στην Κορινθία.
Στα Καλάβρυτα: Γκέρμπεσι, Λιόπεσι, Μάνεσι. Στη Μεσσηνία: Καμπάσι, Λικούρεσι, Μάνεσι,
Μπάστα, Χαϊκάλι.
Το 1485 εκδόθηκε ειδικό διάταγμα, βάσει του οποίου επιτρεπόταν ο εποικισμός τής
Ζακύνθου από Πελοποννήσιους stradioti και παρέχονταν σε αυτούς ειδικές διευκολύνσεις. Άν
και το διάταγμα αφορούσε περιοριστικά στη Ζάκυνθο, οι εποικισμοί επεκτάθηκαν και σε άλλα
νησιά τού Ιονίου, κυρίως στην Κέρκυρα και την Κεφαλλονιά.

Η εθνογραφική σύσταση τού νομού Αργολίδος και Κορινθίας τον 19ο αιώνα. (Αντωνίου Μηλιαράκη:
«Γεωγραφία πολιτική νέα και αρχαία τού νομού Αργολίδος και Κορινθίας», έκδ. Νότη Καραβιά, Αθήνα,
1995 (πρώτη έκδοση: 1886).

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

Δήμοι ολόκληροι στις επαρχίες Άργους, Κορινθίας, Ναυπλίας τον 19ο αιώνα οικούνται από
Αλβανούς, υπάρχουν δε επαρχίες ολόκληρες οικούμενες από Αλβανούς (Ύδρας, Τροιζηνίας,
Σπετσών και Ερμιονίδας). Αναλυτικότερα και δειγματοληπτικά από το βιβλίο τού Αντωνίου
Μηλιαράκη: «Γεωγραφία πολιτική νέα και αρχαία τού νομού Αργολίδος και Κορινθίας» (έκδ.
Νότη Καραβιά, Αθήνα, 1995, πρώτη έκδοση: 1886):
- Οι μισοί περίπου κάτοικοι τού νομού Αργολίδας και Κορινθίας είναι Αλβανοί (συνολικός
πληθυσμός: 136.081 κάτοικοι).
- Οι κάτοικοι τού δήμου Αργείων (11.793) είναι Αλβανοί, πλην τής πόλης τού Άργους
(9.861), όπου λίγος πληθυσμός έχει ως οικιακή γλώσσα τήν αλβανική.
- Από τους κατοίκους των χωριών τού δήμου Ναυπλιέων θεωρούνται αλβανικής
καταγωγής οι οικούντες το Κοφίνι (400 κάτοικοι) και Κούτσι (272 κάτοικοι), ομιλείται όμως, η
αλβανική και στα υπόλοιπα χωριά.
- Ο δήμος Κορίνθου (7.585 κάτοικοι) πλήν των χωριών Σουλιναρίου (86 κάτ.), Λιμοχωρίου
(75 κάτ.), Νεράντζας (136 κάτ.) και Νέας Κορίνθου (2.619 κάτ.), κατοικείται από Αλβανούς.
- Όλα τα χωριά τού δήμου Σικυώνος (5.438 κάτ.) κατοικούνται από Αλβανούς, πλην των
Κιάτου, Θολερού, Λαλιώτη, Μελισσίου και Συκιάς.
- Ο δήμος Σολυγείας έχει 3.958 κατοίκους, όλους Αλβανούς.
- Αλβανικά χωριά στο δήμο Στυμφαλίας είναι τα: Ντούσα, Καστανιά (895 κάτ.), Λαύκα (882
κάτ.), Μάτζιζα και Ζαρακάς.
- Από τους κατοίκους τού δήμου Πελλήνης (3.275) πλην των Μαρκασαίων (609 κάτ.), που
μιλούν ελληνικά, οι υπόλοιποι μιλούν αλβανικά.
- Στό δήμο Νεμέας κατοικούνται από Αλβανούς τα χωριά Στημάγκα (275 κάτ.) και Βοτζικά
(167 κάτ.). Στο χωριό Βοϊβοντά μιλιώνται και οι δύο γλώσσες. [Το όνομα Στήμαγκα πιθανώς
είναι σύνθετο από το Στη (στην, εις την) και Μάγκα. Μάγκες λέγονταν τα παλληκάρια των
αρματωλών. Η λέξη είναι αλβανική και σημαίνει αγέλη (Κ. Σάθα: «Μεσαιωνικός βίος τού
ελληνικού έθνους», εν Εστία αρ. 377, σελ. 182, 1883).]
- Το μεγαλύτερο χωριό τού δήμου Κλεωνών, τα Αθήκια (755 κάτ.) κατοικείται εξ ολοκλήρου
από Αλβανούς, όπως και το χωριό Άγιος Ιωάννης (347 κάτ.).
- Οι κάτοικοι τού δήμου Ύδρας (7.342) είναι όλοι Αλβανοί.
- Οι κάτοικοι τής επαρχίας Σπετσών και Ερμιονίδος, Κρανιδιώτες (5.628), Καστριώτες
(1.850) και Σπετσιώτες (6.899) πλην των Διδυμιωτών, φέρουν βράκες, όπως οι Υδραίοι
(7.342), Ποριώτες (5.414) και Δαμαλίτες, είναι δε όλοι Αλβανοί, που μιλούν και τα ελληνικά
μαζί με τα αλβανικά.

Αλβανοί, όλοι οι κάτοικοι τής Ύδρας. (Αντωνίου Μηλιαράκη: «Γεωγραφία πολιτική νέα και αρχαία τού
νομού Αργολίδος και Κορινθίας», έκδ. Νότη Καραβιά, Αθήνα, 1995 (πρώτη έκδοση: 1886).

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

Η

επιφανέστερη -άν και όχι η πολυαριθμότερη- μερίδα τού αλβανικού πληθυσμού στην
Ελλάδα αποτελούνταν από τους εμποροπλοιάρχους και ναύτες τής Ύδρας και των Σπετσών
και τους πορθμείς τού Πόρου, τού Καστρίου και Κρανιδίου. Η νήσος Ύδρα πριν την
επανάσταση έφτασε να έχει σχεδόν 20.000 κατοίκους καθαρά Αλβανούς. Μεγάλο μέρος τής
ακτοπλοΐας τού Αιγαίου ήταν στα χέρια των Αλβανών τού Πόρου, τού Καστρίου και τού
Κρανιδίου. Επί των ναυτικών αυτών πληθυσμών οι Υδραίοι και οι Σπετσιώτες ασκούσαν
επιρροή. (Γεωργίου Φίνλεϋ: «Ιστορία τής ελληνικής επαναστάσεως», μετάφραση: Αλ.
Παπαδιαμάντη, τ. Α΄, κεφ. Β΄, σελ. 74, έκδ. «Ίδρυμα τής Βουλής των Ελλήνων», Αθήνα,
2008).
Ο Άγγλος συνταγματάρχης Λήκ γράφει, πως οι Μωραΐτες, κυρίως οι προνομιούχες τάξεις,
δεν είχαν καλή ιδέα για τους Υδραίους. Μιλούσαν για αυτούς με καταφρόνηση, τους έλεγαν
χοντράνθρωπους, απελέκητους Αρβανίτες, καλούς ναυτικούς και πανέξυπνους εμπόρους,
που ξόδευαν όμως το χρήμα τους χτίζοντας και μπεκροπίνοντας στο νησί και καυγαδίζοντας
μεταξύ τους. (Researches in Greece, London, 1814, τόμ. Γ΄, σελ. 346). Ο Λήκ παρατήρησε
επίσης, ότι η Αρβανίτικη φορεσιά είχε μεγάλη διάδοση και στο Μωριά και στην υπόλοιπη
Ελλάδα. Την επικράτησή της πέρα από τον Κορινθιακό την απέδωσε στην αλβανική ισχύ σ΄
αυτές τις περιοχές. Για το Μωριά εκτίμησε, ότι οφειλόταν στην ευημερία τής
αρβανοκατοικημένης Ύδρας και στους Αρβανίτες, που είχαν εγκατασταθεί σε διάφορα μέρη,
ειδικά στην Αργολίδα, όπως άλλωστε στην Αττική και τη Βοιωτία.
Η οικογένεια τού Κουντουριώτη ήταν μία από τις αρχαιότερες στην Ύδρα. Ιδρύθηκε από
Αλβανό χωρικό και μετέπειτα πορθμέα από τα Κούντουρα, ένα από τα Δερβενοχώρια. Ο
Λάζαρος Κουντουριώτης ήταν κορυφαίος τής οικογένειας κατά την επανάσταση τού ΄21.
Οι Αλβανοί στην Αττική

Ε

πειδή και ο πληθυσμός τής Αττικής καί Βοιωτίας είχε κι αυτός αραιωθεί, οι φεουδάρχες
κάλεσαν Αλβανούς, για να καλλιεργούν τα κτήματά τους. Ο βασιλιάς τής Αραγωνίας Πέτρος Γ΄
με επιστολή του στις 31 Δεκεμβριου 1382, επέτρεψε την εγκατάσταση Αλβανών και τους
απάλλαξε από τους φόρους για δύο χρόνια. Είναι πολύ πιθανό να πρόκειται για τακτοποίηση
εκ των υστέρων μιάς κατάστασης, που είχε δημιουργηθεί de facto με την αιφνίδια και χωρίς
άδεια εγκατάσταση αλβανικών φύλων στο καταλανικό δουκάτο τής Αθήνας. (Το καταλανικό
έγγραφο έχει δημοσιευθεί από τον Rubio I Lluch, «Los Navaros en Grecia», σελ. 112. Σχετικά
με την εγκατάσταση των Αλβανών στην Αττική γενικά, το άρθρο τού Σπ. Λάμπρου, «Επετηρίς
Παρνασσού 1», 1896, σελ. 156-192, παραμένει ακόμα χρήσιμο). Ο εποικισμός τής Αττικής
άρχισε το 1382 και στα 1402 πήρε μαζικό χαρακτήρα. Τα πολλά αλβανικά τοπωνύμια τής
Αττικής και οι αλβανόγλωσσοι κάτοικοί της, μαρτυρούν για τον αλβανικό εποικισμό της.
Η εποίκηση των Αρβανιτών στην Αττική υπήρξε αιτία να επέλθει εν μέρει αντικατάσταση
στις προγενέστερες τοπωνυμίες, βυζαντινές και αρχαίες, κατά το πλείστον όμως, σύνθεση
άλλων με αρβανίτικους γλωσσικούς ή γραμματικούς τύπους· στη συνέχεια δε, με το χρόνο, να
δημιουργηθούν νέες «ελληνοαρβανίτικες». Αντικατάσταση υπέστησαν, σχεδόν αποκλειστικά,
τα ονόματα των χωριών, στα οποία εγκαταστάθηκαν Αρβανίτες στρατιώτες, με την
επικράτηση ως τοπωνυμίας τού οικισμού, τού επωνύμου τής φάρας τους, όπως: Σπάτα,
Λιόπεση (από τη φάρα τού επιφανούς Αλβανού στρατιωτικού, Λόπεση -κι όχι από το λιόπε =
αγελάδα- βλ. Κ. Σάθα: «Μνημεία ελληνικής ιστορίας, τόμ. VI σελ. 280, 285, VII σελ. 145, 146,
VIII σελ. 323, 324, 331, 338, 349, IX σελ. 262), Μαρκόπουλου, Μπάλα, καθώς και των
χωριών τής Αττικής και Βοιωτίας, όπως Μπού(γ)α - Μπουγιάτι, Κριεκούκι (κόκκινο κεφάλι),
Κιούρκα, Σχηματάρι (από την ομώνυμη φάρα, Σχηματάρης = φιγουρατζής, αλλά και
βαθμοφόρος αξιωματικός, βλ. Κ. Σάθα: «Μνημεία ελληνικής ιστορίας, τόμ. VII σελ. 104, 117,
127, 129, 139, 144, 145 και τόμ. VIII σελ. 341), κ.ά..

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

Λιόπεσι: Από τη φάρα τού επιφανούς
Αλβανού στρατιωτικού, Λόπεση. Η ονομασία
έχει διατηρηθεί στη συνείδηση των κατοίκων
τής περιοχής -επί το πλείστον Αρβανιτώνπαρά την σχετικά πρόσφατη μετονομασία της
σε Παιανία.

Το ίδιο συνέβη με τα ονόματα φυλάρχων των Μεσογείων: Μπουαίοι [Κούκης (=κόκκινος),
Γρίβας κ.λπ.], Γκίκας, Μουρίκης, Μερκούρης, Κριεζής (κεφάλι), Σκούρας κ.ά.. Άλλες επιφανείς
φάρες τής μεσαιωνικής Αρβανιτιάς ήταν οι Λιώσηδες, αρχηγοί των Μαλακασαίων και των
Μαζαρακαίων (Λιώσα -και όχι Λιόσια- από τον κτήτορα τού χωριού, όπως και των ομωνύμων
χωριών τού Δήμου Μαραθώνα και Αχαρνών, Πέτρου Λιώσα), οι Δουσμαναίοι, οι Μουζακαίοι,
οι Πετρομπουαίοι κ.ά.. Ο ιστορικός Charles Hopf, ο οποίος μελέτησε τη γενεολογία των
αρχόντων εκείνης τής εποχής στην Ελλάδα, έχει καταστρώσει γενεαλογικά δένδρα με όσα
ονόματα μπόρεσε να βρεί στις έρευνές του. (Βλ. Κ. Σάθα: «Ελληνικά Ανέκδοτα», τόμ. Α΄,
1867, σελ. ξδ΄, Charles Hopf, Chroniques Greco-Romanes, Berlin, 1873.)
Μερικά αλβανικά τοπωνύμια, ονόματα αλβανικών οικογενειών, ορέων, ποταμών και
αλβανικών εν γένει τοποθεσιών: Βίλια και Βάρη (βαρ=βάραθρο). Τα τοπωνύμια Βαρυμπόμπη
(βαρ=βάραθρο και μπόμπο=πωπώ) και Τατόι προέκυψαν από κτήματα των παληών
αθηναϊκών οικογενειών Βαρυμπόπη και Τατόη -κακώς μεταγραφόμενο σε Τατόι-, που ανήκαν
στην τάξη των Αρβανιτών στρατιωτών. Άλλα αλβανικά τοπωνύμια: Μπραχάμι, Καλέντζι
(καλέντζης=γανωτζής), Καπανδρίτι, Κιάφα, Μαλακάσα, Καβάσιλα, Μάζι (σημερινή Οινόη),
Κάζα (από τη φάρα τού Γκάζα=γελαστός), Πικέρμι (από το Πικέρνης), Κλημέντι, Σάλεσι, Άνω
και κάτω Σούλι (ψηλό), Χασιά, Ρέντη (=βαρύς, βαρετός, οχληρός) κ.λπ..

Σε κτήμα στο Κάτω Σούλι Μαραθώνα
διασώζεται το όνομα κάποιου απογόνου τής
μεγάλης φάρας τού θρυλικού stradioti,
Μερκούριου Μπούα, που εγκαταστάθηκε
στην Αττική. (Πηγή: «Αρβανίτες», έκδ.
«Πήγασος εκδοτική Α.Ε.», Αθήνα, 2009.)

Μερικές ακόμα τοπωνυμίες τής Αττικής, αλβανικές μεν, αλλά μή οικογενειακές: Χαλάνδρι
(Χαλαντέρε = το χωριό δίπλα στο ρέμα), Γκράβα (=γκρεμός), Λούτσα (=λάσπη), Κίτσι κ.λπ.,
Μενίδι, καθώς και τα λήγοντα σε -ζα π.χ. Καλογρέζα (=μοναχή, για μοναστήρι τής Αγίας
Φιλοθέης), Ξυλοκέριζα, Βάρκιζα, Καμάριζα. (Όταν το μόριο -ζα προστίθεται στο τέλος τής
λέξης δίνει την έννοια τού μικρότερου).

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

Η ονομασία Δραπετσώνα έχει δοθεί προφανώς από αρβανιτόγλωσσους ναυτικούς τής
γειτονικής Σαλαμίνας, από το κοντά στην ακτή ρέμα (ντράπε = χαράδρα στα αρβανίτικα, απ΄
όπου και η περιοχή Ντράφι κοντά στο Πικέρμι) και τού επωνύμου τού ιδιοκτήτη τής περιοχής Ρέμα τού Τσώνα. Το επώνυμο αυτό είναι και σήμερα συχνό μεταξύ των κατοίκων των
Αθηνών. Οι Πλαταιές ονομάζονταν Κόκ-λιάτ και επί το ελληνικότερο Κόκλα.
Μερικές αλβανικές λέξεις: Βλάμης (=αδελφός, από το αλβανικό βλα), δερβένι (=ορεινό
πέραμα συγκοινωνιακών δρόμων, βλ. Δερβενάκια, Δερβενοχώρια κ.λπ.), μπέσα (=πίστη),
λεμπέσης (αυτός, που άφησε την πίστη του από το λιέ=αφήνω και μπέσα). Στην
Τουρκοκρατία Λεμπέσηδες λέγονταν στρατιωτικά τμήματα Αλβανών, που αναλάμβαναν την
φύλαξη διαφόρων περιοχών, όπως τα περάσματα των Δερβενοχωρίων.

Αριστερά: Κοπέλα με αρβανίτικη
φορεσιά με το χαρακτηριστικό
κίτρινο σταμπωτό μαντήλι με
λουλούδια. Δεξιά: Κοπέλα μανιάτικου σωματείου σε εορτασμό τής
μάχης τού Διρού φέρει επίσης κίτρινο σταμπωτό μαντήλι με λουλούδια.
(Πηγή: «Ρίζες Ελλήνων: Αρβανίτες», «Ρίζες Ελλήνων: Μανιάτες»,
«Πήγασος Εκδοτική Α.Ε.», Αθήνα,
2009.) Στην «Ελεύθερη Έρευνα» θα
παρουσιάσουμε σε προσεχείς μελέτες μας χαρακτηριστικές παραδοσιακές Αλβανικές φορεσιές, που σήμερα νομίζουμε, ότι είναι ελληνικές.

Ας δούμε πώς περίγραφαν την κατάσταση διάφοροι ξένοι περιηγητές:
«Το Θριάσιον πεδίον. Στο βάθος τής πεδιάδας, δεξιά, το χωριό Μάντρα, φωτισμένο τώρα
από τον ήλιο· εδώ δεν μιλούν ελληνικά, αλλά αρβανίτικα», έγραφε το 1850 ο Γάλλος
φιλέλληνας περιηγητής, Gustave Flaubert, o oποίος συμπληρώνει, ότι αρβανίτικα μιλούσαν
πολλοί ακόμα κάτοικοι τής Παλαιοπαναγιάς και τής Ζαγοράς, που επισκέφθηκε. Ακόμη:
«Περνάμε από το χωριό Κριεκούκι... Αρβανίτες κατοικούν σ΄ αυτό το χωριό». (G. Flaubert:
«Το ταξίδι στην Ελλάδα», έκδ. «Το Βήμα», Αθήνα, 2010.)
Ο πρόξενος τής Γαλλίας αρχικά και τής Αγγλίας ύστερα στην Αθήνα, Jean Giraud, στην
έκθεση, που έγραψε το 1674 για τον μαρκήσιο De Nouantel, μεταξύ των άλλων έγραφε:
«Όσον αφορά στους Αρβανίτες, είναι λίγοι μέσα στην πόλη (στην Αθήνα), αλλά είναι πάρα
πολλοί στα χωριά. Κατοικούνται όλα από Αρβανίτες, οι οποίοι έχουν έλθει κατά το παρελθόν
από την Αλβανία... Οι κλέφτες τής υπαίθρου, τόσο εδώ όσο και στον Μοριά, είναι όλοι
Αρβανίτες... Λέγεται, ότι, μεταξύ Μωρηά, Αθηνών, Θηβών και Ευρίπου, υπάρχουν
περισσότεροι από 60.000 Αρβανίτες.» (M. Maxime Collignon, Le consul Jean Giraud et sa
relation de l΄Attique au XVIIe siecle. Extrait des Memoires de l΄Academie des inscriptions et
Belles-Lettres, tome XXXIX, Paris, 1913.)
Σύγχρονη με την έκθεση τού Giraud για τους Αρβανίτες των Μεσογείων, μετά τα μέσα τού
17ου αιώνα, είναι το οδοιπορικό τού De la Guilletiere, ο οποίος έγραφε το 1672: «Όλοι οι
κάτοικοι των Μεσογείων λέγονται Αρβανίτες.» (Georges Guillet de la Guilletiere, Athenes
ancienne et nouvelle et l΄etat present de l΄Empire Turc, 1675.)
«Αφήνοντας την Αυλίδα βαδίσαμε τρεις λεύγες και φτάσαμε σ΄ ένα χωριό Αρναούτηδων.
Εδώ τους αποκαλούν κι Αρβανίτες, αλλά δεν ξέρω άν προέρχονται από την Αλβανία. Μιλάνε
τη δική τους γλώσσα, που δεν την καταλαβαίνει κανείς. Η ενδυμασία τους είναι διαφορετική
από την ενδυμασία των Ελλήνων. Μοιάζει περισσότερο με τη φορεσιά των χωρικών τής
ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

Γαλλίας. Στο ξυρισμένο τους κεφάλι φορούν ένα καπέλο μυτερό.» (Sieur d΄ Loir, Γάλλος
περιηγητής, 1639.) Οι Αρναούτηδες είναι απόγονοι χριστιανών Αλβανών ή Αλβανοβλάχων,
που είχαν εγκατασταθεί στην Αττική κατά τα τέλη τού 14ου αιώνα. Κτηνοτρόφοι, οργανωμένοι
σε φάρες λήστευαν τους διαβάτες στα περάσματα τής Πάρνηθας. (Απ. Βακαλόπουλου:
Ιστορία τού Νέου Ελληνισμού, τόμος Β1, σελ. 324.)
«Η Ελευσίνα είναι τώρα ένα φτωχό χωριό με 1.200 κατοίκους, κυρίως Αλβανούς.» (John
Fulleylove - J.A. M΄Clymont: «Εκδρομές στην Αττική» (19ος αιώνας) από το βιβλίο τους:
«Greece, A and C Black», Λονδίνο, 1902).
O περιηγητής Nicholas Biddle συγκρίνοντας τον αριθμό των Αλβανών με των Ελλήνων
εκτιμούσε στα τέλη τού 19ου αιώνα, ότι οι Αλβανοί κάποια ημέρα θα απορροφούσαν τους
Έλληνες: «Οι Αλβανοί είναι πολύ πιθανόν, ότι θα απορροφήσουν τους Έλληνες, οι οποίοι
μειώνονται, παρά αυξάνονται.» («Αθήνα. Το τέλειο πρόσωπο τής ερήμωσης» από το βιβλίο:
«Nicholas Biddle in Greece, The journals and letters of 1806», Πενσυλβάνια, 1991).
Αλβανοί οι Πλακιώτες

Στο

κέντρο τής Αθήνας κατοικούσαν Άρβανίτες στη συνοικία Πλάκα (από το
πλάκου=παλαιός), από το θέατρο τού Διονύσου και καθ΄ όλο το προς ανατολικά τμήμα τής
πόλης, από το οποίο πήρε κατόπιν το όνομα η προς τα εκεί ευρισκόμενη πύλη τής πόλης,
«Αρβανίτικη Πόρτα», όταν η Αθήνα περιτειχίστηκε από τον βοεβόδα Χατζή-Αλή, τον
επιλεγόμενο Χασεκή, είχαν δε το προσωνύμιο γκαγκαραίοι. Εκεί τους τοποθετεί ο Giraud το
1674, ενώ λίγα χρόνια αργότερα με τοπογραφική σαφήνεια ο Βερνέντα, μηχανικός τού
Μοροζίνη, αναγράφει στο χάρτη τής Ακρόπολης, που συνέταξε το 1687 και συγκεκριμένα
γύρω από το μνημείο τού Λυσικράτη: «Diverse case d΄ Albanes» (=διάφορα σπίτια
Αλβανών). Ο Παναγής Σκουζές επιβεβαιώνει στα Απομνημονεύματά του: «Προς μεσημβρία
μιά, η Αρβανίτικη λεγόμενη τής Πλάκας, με το να ήτον προς εκείνο το μέρος όλο Αρβανίτες, οι
Πλακιώτες» (έκδ. Γ. Βαλέτα, σελ. 27 και 120.)
Ο Πουκεβίλ υπολογίζει, πως οι Αρβανίτες τής Αθήνας ήταν 4.000, έναντι 3.000 γηγενών
και 3.000 Τούρκων.
Aλβανοί στο Αιγαίο

Π

αρουσία Αλβανών εντοπίζεται σε νησιά τού βορειοανατολικού Αιγαίου (Σάμο, Ψαρά)
και σε ορισμένα νησιά των Κυκλάδων (Άνδρο, Ίο, Κέα, Κύθνο). Μερικά δειγματοληπτικά
παραδείγματα:
Άνδρος:
«Οι κάτοικοι υπολογίζονται σε 6.000. Υπάρχει μιά παραθαλλάσια πόλη και 60 χωριά. Τα
κυριώτερα είναι ο Αμμόλακκος και η Άρνα, που κατοικούνται από Αρναούτηδες, χίλιες
διακόσιες ψυχές». Από το ημερολόγιο τού Γάλλου περιηγητή Τhevenot (1655). Ο αλβανικός
εποικισμός στην Άνδρο έγινε επί φραγκοκρατίας, κατά το πρώτο τέταρτο τού 15ου αιώνα.
Δεύτερος εποικισμός έγινε περί τα τέλη τού 15ου αιώνα. Οι Αλβανοί, που είχαν διαπεραιωθεί
στο νησί από τη γειτονική Κάρυστο, εγκαταστάθηκαν στο αραιοκατοικημένο βόρειο τμήμα τού
νησιού.
Η Γενική Εφημερίς τής Ελλάδος έγραφε το 1828: «850 οικογένειες στο βορειοδυτικό τμήμα
τής Άνδρου με διάλεκτο και έθιμα Αλβανών». (α.φ. 20, 21 Μαρτίου 1828, σελ. 83).

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

Αρβανίτες έκτισαν στη Χίο
το ναό τής εικονιζόμενης Παναγιάς τής Αρβανίτισσας.

Ίος:
«Σε ολόκληρο το νησί υπάρχει μονάχα μιά πολίχνη στην πλαγιά ενός λόφου. Οι κάτοικοι
είναι αλβανικής καταγωγής και γενναίοι. Αντιμετωπίζουν με τόλμη τους κουρσάρους».
(Francois Richard, 1650).
«Στη Νιό ζουν Αλβανοί, λαός βάρβαρος και πολεμοχαρής». Από το ημερολόγιο τού
Γάλλου περιηγητή Τhevenot (1655)

Η μεσαιωνική εθνολογική σύσταση τής Ίου σύμφωνα με ιστορικές, αλλά και μαρτυρίες διαφόρων
ξένων περιηγητών κ.ά.. Παρατηρείστε, ότι στα μέσα τού 16ου αιώνα το νησί έχει ερημωθεί και κατόπιν
επανοικίστηκε από Αλβανούς. (Από το βιβλίο τού Δ. Δημητρόπουλου: «Μαρτυρίες για τον πληθυσμό των
νησιών τού Αιγαίου, 15ος - αρχές 19ου αιώνα», έκδ. Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Κέντρο Νεοελληνικών
Ερευνών).

Σάμος:
Ανάμεσα στους εποίκους τής Σάμου περιλαμβάνονταν πολλοί Αλβανοί. Στους Αλβανούς
τής Σάμου αναφέρεται μεταξύ άλλων και κάποιος γάλλος μισσιονάριος, ο οποίος σε ανώνυμη
έκθεσή του στις αρχές τού 18ου αιώνα σημειώνει, ότι ζούσαν κυρίως στα ορεινά τού νησιού,
ασχολούμενοι με την κτηνοτροφία. (L.A. Martin: «Lettres edifiantes et curieuses concernan
l΄Asie, l΄Afrique et l΄Amerique avec quelques relations nouvelles des missions et des notes
geographiques et historiques», τόμ. 1, Παρίσι, σελ. 131, Παρίσι, 1838. Ο Guerin, που πέρασε
στα μέσα περίπου τού επόμενου αιώνα από το νησί, σημειώνει, ότι οι κάτοικοι των Αρβανιτών
(Άνω - Κάτω), αν και μιλούσαν καλά τα ελληνικά, διατηρούσαν ωστόσο, κάποιες δικές τους
λέξεις). Ωστόσο μελετώντας τα τοπωνύμια τού νησιού, μπορούμε να υποθέσουμε, ότι οι
Αλβανοί είχαν επεκταθεί και στα παράλιά του.

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

Αλβανικά τοπωνύμια τής Σάμου. (Οι αριθμοί στο χάρτη, αντιστοιχούν στον αύξοντα αριθμό τού
πίνακα τού Παραρτήματος “Γ”, όπου καταγράφονται αναλυτικά τα τοπωνύμια μαζί με την ερμηνεία ετυμολογία τους, τις πηγές και τα τεκμήρια, στα οποία βασίζεται).

Αλβανός ο ένας στους τέσσερις

Οι Αρβανίτες (Αλβανοί) οι εγκατεστημένοι στην Ελλάδα, υπολογίζονταν στις αρχές τού
19ου αιώνα σε 200.000: «Η Αλβανική φυλή κατέχει ουχί ασήμαντον μέρος τής αρχαίας
Ελλάδος. Εν τω Ελληνικώ βασιλείω αριθμείται εις 200.000 ψυχών, κατά το πλείστον
γεωπόνους, καίτοι εν μέρος αποτελεί τον επιχειρηματικώτερον ναυτικόν πληθυσμόν τής
νεωτέρας Ελλάδος.» (Γεωργίου Φίνλεϋ: «Ιστορία τής ελληνικής επαναστάσεως», μετάφραση:
Αλ. Παπαδιαμάντη, τ. Α΄, κεφ. Β΄, σελ. 74, έκδ. «Ίδρυμα τής Βουλής των Ελλήνων», Αθήνα,
2008).
Στον ίδιο αριθμό είχε καταλήξει κι ο Γερμανός φιλόλογος Johann von Hahn, o οποίος
έζησε στην Ελλάδα, έως το τέλος τού 1843, ως υπάλληλος τής Αντιβασιλείας τού Όθωνα και
κατόπιν στα Γιάννενα, ως γενικός πρόξενος τής Αυστρίας και υπήρξε ο σοβαρότερος
ερευνητής των αλβανικών θεμάτων εκείνης τής εποχής.
Περί το 1888, ο Γερμανός γεωγράφος, Alfred Philippson υπολόγισε τους Αρβανίτες όλης
τής Ελλάδας εκείνης τής εποχής σε 224.000.
Έκτοτε, διάφοροι νεοέλληνες ιστορικοί - μελετητές, αν και επέμεναν να προσπαθούν να
«αποδείξουν», ότι οι Αρβανίτες είναι δήθεν Έλληνες, οπότε δεν τίθετο θέμα τού πληθυσμού
τους, εν τούτοις επιχείρησαν με διάφορες «αλχημείες» να μειώσουν τον αριθμό τους και να
τους παρουσιάσουν ως λιγότερους, ρίχνοντας κατά κανόνα λάσπη στους ξένους ερευνητές.

Η Ελλάδα τού 19ου αιώνα: Μιά χώρα μερικών εκατοντάδων χιλιάδων κατοίκων διαφόρων
εθνικοτήτων, μεταξύ των οποίων πλείστοι Αλβανοί.
ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

Όταν όμως οι Αρβανίτες ήταν στις αρχές τού 19ου αιώνα γύρω στις 200.000, πόσος ήταν
ο συνολικός πληθυσμός τού ελλαδικού χώρου (Ελλάδα τότε νοούνταν η μέχρι τη Θεσσαλία
περιοχή) την ίδια εποχή; Η πρώτη απόπειρα καταμέτρησης τού πληθυσμού μέσω τοπικών
πηγών, που επιχειρήθηκε από τον Καποδίστρια στα 1828, έδειξε, ότι ο πληθυσμός τής χώρας
κατά την εποχή εκείνη ήταν 753.400 άτομα. (Πέτρου Κιόχου, λέκτορα τής Α.Β.Σ.Π.: «Η εξέλιξη
τού ελληνικού πληθυσμού και η πρόβλεψη αυτού μέχρι το 2000», Πανεπιστήμιο Πειραιώς).
Ένα χρόνο αργότερα πραγματοποιήθηκε απογραφή των οικισμών και τού πληθυσμού τής
Πελοποννήσου στο πλαίσιο των εργασιών τής επιστημονικής αποστολής, που συνόδευε το
γαλλικό εκστρατευτικό σώμα τού στρατηγού Maison. Μιά απαρίθμηση λίγο εως πολύ
λεπτομερής για το σύνολο σχεδόν τής χώρας παρουσιάστηκε διάσπαρτη μεταξύ των ετών
1834-1836, κατά τη θεσμοθέτηση τής διοικητικής δομής τού νεοπαγούς κράτους. Σύμφωνα με
την πρώτη επίσημη απογραφή τού πληθυσμού (1856 και 1861), ο συνολικός πληθυσμός τής
Ελλάδας μερικές δεκαετίες αργότερα ήταν περίπου ένα εκατομμύριο (1.062.627 το 1856 και
1.096.810 το 1861).
Δηλαδή οι Αλβανοί στις αρχές τού 19ου αιώνα αποτελούσαν περίπου το 1/4 τού
συνολικού πληθυσμού τής Ελλάδας. (Ούτε ο υπόλοιπος πληθυσμός ήταν βέβαια καθαροί
Έλληνες, αλλά πλείστοι Βλάχοι, Σλάβοι, Τούρκοι, Βορειοαφρικανοί κ.λπ., το οποίο θα
παρουσιασθεί προσεχώς στην «Ελεύθερη Έρευνα».)
Οι Αλβανοί επειδή δεν είχαν αλφάβητο, δεν μπορούσαν να διατυπώσουν γραπτά τις
σκέψεις τους. Το πρώτο γραπτό μνημείο τής αλβανικής είναι το «Meshari», που σημαίνει
«Λειτουργικό». Συγγραφέας του ήταν κάποιος Gjon Buzuku και τυπώθηκε με λατινικά στοιχεία
το 1555. Περιέχει περικοπές ευαγγελίων, προφητείες, αποσπάσματα ιερών ακολουθιών
κ.λπ.. Η Ιερά Σύνοδος, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες τού πολυπληθούς αλβανικού
στοιχείου στον ελλαδικό χώρο, μετάφρασε την Καινή Διαθήκη στα αλβανικά και την εξέδωσε
στην Κέρκυρα το 1827. (Επιστασία Γρηγορίου, Αρχιεπισκόπου Ευβοίας και προέδρου τής
Ιεράς Συνόδου.)
Αλβανοί και ΄21

Ό

ταν οι Τούρκοι εμφανίστηκαν στην Ευρώπη, πριν ακόμα κατακτήσουν την Αλβανία, οι
Αλβανοί τής βόρειας περιοχής πολέμησαν πολλά χρόνια ενάντια στους Τούρκους. Τα
ονόματα δύο Αρβανιτών οπλαρχηγών, Βουτσαράς, που, όπως πιστεύει ο Σάθας, συγγενεύει
με το Βότσαρης - Μπότσαρης και Βρανάς, που σημαίνει στα Αρβανίτικα σκυθρωπός,
σοβαρός, αναφέρονται σε γεγονότα τής Πελοποννήσου πριν τον 13ο αιώνα. Ο Κάρολος
Τόπιας (14ος αιώνας) και ο γιος του Γεώργιος, οργάνωσαν γερή αντίσταση και τους έκαναν
πολλές καταστροφές. Ύστερα από τη μάχη τού Κόσοβου και την ήττα των Σέρβων (1389), οι
Τούρκοι εισέβαλαν στην Αλβανία, αλλά βρήκαν πεισματική αντίσταση. Οι Αλβανοί έμειναν
μόνοι και στο τέλος οι Τούρκοι κατόρθωσαν να καταλάβουν την Αλβανία. Όμως, πολλοί
πήραν τα βουνά καί συνέχισαν την αντίστασή τους.
Στην ιστορική τους πορεία οι δύο λαοί, Έλληνες και Αρβανίτες (χριστιανοί Αλβανοί), σε
παλαιότερες εποχές, πριν την Τουρκοκρατία, ήταν ομόθρησκοι και αυτό είχε μεγάλη σημασία
στην ενσωμάτωση των πολυάριθμων μεταναστών από το βόρειο προς το νότιο χώρο,
δηλαδή από τη σημερινή Αλβανία στη σημερινή Ελλάδα. Η θρησκεία έπαιξε το σημαντικότερο
ρόλο στη διάρκεια των αγώνων κατά τής Τουρκικής κατοχής. Έλληνες και Αρβανίτες, Ρωμιοί
και οι δύο, πολεμούσαν κατά τού κατακτητή αποβλέποντας στην απελευθέρωση των εδαφών
τους και ίσως στην κοινή συμβίωση στους επόμενους χρόνους. Αντίθετα, οι μουσουλμάνοι
Αλβανοί συμμαχούσαν κατά βάση με τους Τούρκους· έμειναν γνωστοί ως Τουρκαλβανοί, οι
οποίοι σε πολλές περιπτώσεις ήταν χειρότεροι από τους Τούρκους στη συμπεριφορά τους
απέναντι στους Ρωμιούς.
Εξισλαμισμένοι Αλβανοί είχαν εγκατασταθεί σε μια φύσει οχυρά περιοχή τού ανατολικού
Ταϋγέτου, την Μπαρδούνια, όπου έκτισαν πολλούς πύργους και είχαν υπό τον έλεγχό τους τα
γύρω χωριά, τα λεγόμενα Μπαρδουνοχώρια. Μετά από ένα μικρό διάστημα βενετοκρατίας
στο Μοριά, επανήλθαν ξανά οι Τούρκοι και για να δημιουργήσουν ισχυρότερα ερείσματα
μετέφεραν σκληροτράχηλους Αλβανούς, που περί το 1718 σχημάτισαν το οχυρό χωριό Λάλα.
ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

Με την ισχυρή αλβανική οικογένεια τού Λάλα, τους Ισμαηλαίους, είχε συνάψει αδελφοποιία η
οικογένεια των Κολοκοτρωναίων. Η αδελφική αγάπη τού Θεόδ. Κολοκοτρώνη εκδηλώθηκε,
όταν επέστρεψε από τη Ζάκυνθο για να υπερασπισθεί τον ισάδελφό του, Αλή Φαρμάκη. Οι
Λαλιώτες επί έναν αιώνα υπήρξαν, μαζί με τους Μπαρδουνιώτες, οι φοβερότεροι διώχτες τού
χριστιανικού στοιχείου.

Ο Αρβανίτης Μάρκος Μπότσαρης
συνέταξε το 1809
το «Λεξικό τής Ρομαϊκοίς και Αρβανητηκοίς Απλής».

Ο

ι αρματωλοί δεν ήταν οι μόνοι χριστιανοί στην Οθωμανική αυτοκρατορία, που τους
επιτρεπόταν να οπλοφορούν. Πολλές χριστιανικές αλβανικές κοινότητες στην Ελλάδα
ελάμβαναν επίσης το προνόμιο αυτό από τον σουλτάνο. Οι κάτοικοι τής Μεγαρίδας, που
κατείχαν πέντε μεγάλα χωρία, τα λεγόμενα Δερβενοχώρια, ευνοούνταν από την Πύλη. Τους
είχε ανατεθεί να φρουρούν τα στενά στα όρη τού Κιθαιρώνα και Γερανείων. Ο αριθμός των
ενόπλων ανδρών στα πέντε χωριά ανερχόταν σε 2.000 περίπου.
Oι Αρβανίτες έδωσαν δυνατές μορφές στην Επανάσταση τού ΄21: Τζαβέλλας, Μιαούλης,
Κουντουριώτης, Ζαΐμης, Μάρκος Μπότσαρης, Ανδρούτσος, Μπουμπουλίνα, Κατσώνης και
Κατσαντώνης (από τη ρίζα κατσ-, που σημαίνει τον μικροκαμωμένο) κ.ά.. Ο
Παπαρρηγόπουλος γράφει για τον Κουντουριώτη: «λαλήσας προς τους μεν ναύτας αλβανιστί
προς δε τους πεζούς ελληνιστί». (Οι ναύτες ήταν Υδραίοι - και αναγκάστηκε να τους μιλήσει
αλβανικά για να τον καταλάβουν). Ο δε Μαρκος Μπότσαρης έγραψε «Λεξικό τής Ρομαϊκοίς
και Αρβανητηκοίς Απλής», που εξέδωσε το 1980 η Ακαδημία Αθηνών.
Οι Αρβανίτες ήταν «όπισθεν κομμώοντες», ξύριζαν δηλαδή το μπροστινό τού κεφαλιού
τους και τους κροτάφους κι άφηναν πίσω πλούσια χαίτη μαλλιών. Όλοι οι ήρωες τού ΄21, που
ήταν Αρβανίτες, ήταν «όπισθεν κομμώοντες» κι ας το «παραλείπουν» αυτό οι νεοέλληνες
ζωγράφοι. Ο Σκωτσέζος περιηγητής, John Galt, που ταξίδεψε στην ανατολή από το 1809 ως
το 1811 και επισκέφτηκε την Ύδρα, όπου όπως είδαμε παραπάνω ήταν άπαντες Αλβανοί,
μάς βεβαιώνει, πως «οι Υδραίοι ξύριζαν το μεγαλύτερο μέρος τού κεφαλιού τους πάνω από το
μέτωπο αφήνοντας τα μαλλιά τους να πέφτουν πίσω». («Voyages and travels in the years
1809, 1810, 1811», Λονδίνο, 1812).

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

Επάνω: Τα παλλικάρια τού Αλή Πασά, όλοι Αρβανίτες με ξυρισμένο το μπροστινό μέρος τού κεφαλιού
και τους κροτάφους τους και χαίτη στο πίσω μέρος. Όταν ο Αλή Πασάς έβγαλε διαταγή να μην ξυρίζουν
το κεφάλι τους, ξέσπασε ανταρσία με αποτέλεσμα να ανακαλέσει τη διαταγή του. Κάτω αριστερά:
Σουλιώτης στην Κέρκυρα (έργο τού Louis Dupre) και δεξιά: ο Βασίλης Γούδας, υπασπιστής τού Μάρκου
Μπότσαρη, όλοι με ξυρισμένο κεφάλι εμπρός και στο πλάι.

Α

ρβανίτικο κεφαλοχώρι ήταν το Σούλι (ψηλό στα αλβανικά) με πληθυσμό περίπου 800
οικογένειες συγκροτημένες γύρω από διάφορες φάρες, όπως των Τζαβελαίων, Μποτσαραίων
κ.ά.. Οι Σουλιώτες, που αποτελούσαν κλάδο των Τσάμηδων, προεξείχαν για τις πολεμικές
τους αρετές. Ήταν χριστιανοί Αλβανοί και μιλούσαν αλβανικά. (Στην Κέρκυρα εξορισμένοι από
τον Αλή Πασά οι Σουλιώτες «τραγουδούσαν Αλβανιστί τούς ηρωισμούς τους». Ο δεσπότης
Ευλόγιος Κουρίλας στο «Κράτος τής Αληθείας» λέει σαν γνήσιος Σουλιώτης, ότι αυτός είναι
σε θέση καλύτερα από τον καθένα να γνωρίζει, πως «Αλβανοί είναι οι Σουλιώτες και Αλβανικά
μιλάνε».) Την τσάμικη καταγωγή των Σουλιωτών διαβεβαιώνουν επίσης ο Πουκεβίλ και ο
Άγγλος συνταγματάρχης, Λήκ. Ο τελευταίος στο έργο του «Researches in Greece», (London,
1814, τόμ. Β΄, σελ. 226-227), σαφώς διαχωρίζει τους Σουλιώτες από τους Έλληνες
γράφοντας, πως «στην ακμή τους οι Σουλιώτες είχαν στην κατοχή τους ολόκληρο τον κάμπο
τού Γλυκύ, με ριζότοπους και αραποσιτοχώραφα. Για την καλλιέργεια των κτημάτων
χρησιμοποιούσαν τους Έλληνες τής περιοχής».
Στη Ρούμελη και στο Μοριά οι κλέφτες είναι στην πλειοψηφία τους Αρβανίτες, αλλά αυτό
αποσιωπάται από τους νεοέλληνες ιστορικούς. Ο πρόξενος τής Γαλλίας στην Αθήνα, Jean
Giraud, στην έκθεση, που έγραψε το 1674 για τον μαρκήσιο Ντε Νουαντέλ, μεταξύ των άλλων
αναφέρει: «Οι κλέφτες τής υπαίθρου, τόσο εδώ, όσο και στο Μοριά, είναι όλοι Αρβανίτες». (M.
Maxime Collignon, Le consul Jean Giraud et sa relation de l΄Attique au XVIIe siecle. Extrait
des Memoires de l΄Academie des inscriptions et Belles-Lettres, tome XXXIX, Paris, 1913).

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης είχε το Αρβανίτικο παρατσούκλι Μπιθεκούρας (Κώλος + πέτρα =
Κολόπετρας = Κολοκοτρώνης στην ελληνική του μετάφραση). Τσεργίνης ήταν το οικογενειακό όνομα των
Κολοκοτρωναίων, που πιθανώς παράγεται από τις Αρβανίτικες λέξεις τσέρ=έξυπνος και Γκίνης =
Γιάννης· με το όνομα αυτό υπήρχαν καμμιά εξηνταριά οικογένειες στη Μεσσηνία.
Στις εικόνες φαίνεται ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης: Αριστερά, σύμφωνα με σχέδιο που δημοσιεύθηκε
το 1827 στο Παρίσι από τον A. Friedel και θεωρείται από τις πιο πιστές απεικονίσεις του και δεξιά σε
σχέδιο από τού φυσικού, τού Γάλλου συνταγματάρχη, Voutier. Δεν απεικονίζεται με τη γνωστή
περικεφαλαία των εικόνων, που έχουν κατακλύσει τα σχολικά μας βιβλία και τους πίνακες των
σχολείων, των στρατώνων και των δημοσίων υπηρεσιών, αλλά με την αρβανίτικη κόμμωση των
ξυρισμένων κροτάφων και τού εμπρός μέρους τού κεφαλιού, με μακρυά μαλλιά πίσω.

Δημιουργία ενός έθνους «Ελλήνων»

Με τη δημιουργία των εθνικών κρατών τον 19ο αιώνα και την τοποθέτηση των κλειστών
συνόρων, οι λαοί χωρίστηκαν, αποκτώντας μια εκ των άνω επιβεβλημένη εθνική συνείδηση.
Τα γλωσσικά ιδιώματα χτυπήθηκαν και η εθνική συμπεριφορά έγινε το πρότυπο.
Οι περισσότεροι Αρβανίτες ήταν δίγλωσσοι (μιλούσαν και ελληνικά και αρβανίτικα =
αλβανικά). Μετά την απελευθέρωση, οι ελληνόφωνοι εγκατέλειψαν τα χωριά κι
εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα, όπου είχαν καλύτερη εξέλιξη στο στρατό, στη διοίκηση και στην
πολιτική. Είναι ενδεικτικό, ότι αρκετοί στρατηγοί, ναύαρχοι και πρωθυπουργοί τής Ελλάδος
ήσαν Αρβανίτες (Δημ. Βούλγαρης, Μιαούληδες, Κουντουριώτηδες, Πάγκαλοι, Ράλληδες και
άλλοι). Στα αρβανιτοχώρια έμεινε το φτωχό αγροτικό στοιχείο, που δυστυχώς επί πολλά
χρόνια έμενε υποβαθμισμένο.
Πολλά επώνυμα νεοελλήνων είναι
Αρβανίτικης προέλευσης, όπως: Αδάμης,
Μπιθικώτσης, Βαλάμης, Τόγιας, Ζάρπας,
Κόλλιας, Κουρτέσης, Μάτεσης, Μπάρδης,
Στίνης, Γκολέμης, Δρίτσας, Δρίβας, Μίζας,
Σκούρτης, Γκίκας, Σκίπης, Κριεζής, Λαλιώτης,
Κακριδής, Αληζιώτης, Παπούλιας, Βρεττάκος,
Τσιφόρος, Μπόγρης, Ρώτας, Κατσιφάρας
κ.λπ..

Η αλβανοφωνία διατηρήθηκε κυρίως γιατί τα κορίτσια δεν πήγαιναν σχολείο, έτσι δεν
μάθαιναν ελληνικά. Αργότερα, ως μητέρες, μοιραία μάθαιναν τα παιδιά τους αρβανίτικα. Αυτό
γινόταν κυρίως στις βουνήσιες και απομονωμένες αγροτικές περιοχές ή σε περιοχές, που δεν
ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

υπήρχαν ελληνόφωνοι πληθυσμοί (χωριά τής Αττικής, Κορίνθου, Ευβοίας, Θεσσαλίας,
Ηπείρου κ.λπ.). Εκεί κράτησαν όχι μόνο τη γλώσσα τους ως πρόσφατα, αλλά και την
πατριαρχική τους οργάνωση ως τις αρχές τού 20ού αιώνα.
Τα ελληνικά τα μάθαιναν οι άντρες όχι μόνο μέσω τού σχολείου και τής επικοινωνίας, αλλά
και χάρη στη στρατιωτική τους θητεία. Δεν έχει μελετηθεί καθόλου ο ρόλος τού στρατού στην
επιβολή τής ελληνικής. Στις μέρες μας στον ελληνικό στρατό απαγορεύουν π.χ. στους
μουσουλμάνους στρατιώτες να μιλούν μεταξύ τους τη μητρική τους γλώσσα, τους απειλούν με
ποινές και τους υποχρεώνουν να μιλούν ελληνικά. Μέχρι τα μέσα τού 20ού αιώνα
επικρατούσα γλώσσα π.χ. στο Μενίδι ήταν η αλβανική, κυρίως στον αγροτοποιμενικό
πληθυσμό. Ακόμα και σήμερα σε πολλές περιοχές μιλούν ακόμα τα αρβανίτικα.

Όσοι μουσουλμάνοι έμειναν στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση έγιναν χριστιανοί και μάς το
θυμίζουν αυτό τα ονόματα Νικολάου, Αθανασίου, Κωνσταντίνου, Γεωργίου κ.λπ., που σημαίνει, πως οι
βαπτισμένοι πήραν τα χριστιανικά τους ονόματα, Νικόλαος, Αθανάσιος, Κωνσταντίνος, Γεώργιος κ.λπ..
(Γι΄ αυτό ακόμη και σήμερα υπάρχουν πολλοί με ίδιο -χριστιανικό- όνομα κι επίθετο π.χ. Γεώργιος
Γεωργίου κ.λπ.). Πολλοί από αυτούς άλλαξαν τα μικρά τους ονόματα, αλλά διατήρησαν τα αρβανίτικα
επίθετά τους, όπως Κούρτης, Αληζιώτης, Παπούλιας κ.λπ..

Η χρήση τής ελληνικής γλώσσας δεν τεκμηριώνει
φυλετική καταγωγή από τους αρχαίους Έλληνες

Το νεοελληνικό κράτος αποφάσισε να ιδρύσει ένα έθνος «Ελλήνων» από τις διάφορες
εθνότητες, που κατοικούσαν τότε στον ελλαδικό χώρο. Όλοι αυτοί οι πληθυσμοί όφειλαν να
ομογενοποιηθούν βιώνοντας την ελληνική ιστορία και την ορθόδοξη θρησκεία μέσα από τους
εκπαιδευτικούς κι από άλλους εθνοποιητικούς μηχανισμούς (εθνικοθρησκευτικές γιορτές,
παρελάσεις, εθνικό ύμνο, σημαία κ.ά.) υποχρεούμενοι να γίνουν Έλληνες μέσα από την
επιβολή τής ελληνικής γλώσσας.
Κανένας ευρωπαϊκός λαός δεν είναι καθαρόαιμος. Από το Μεσαίωνα και δώθε με τις
μεταναστεύσεις των λαών στην Ευρώπη και στη Μεσόγειο έγιναν πολλές εθνογραφικές
αλλαγές. Όμως, και στα αρχαία χρόνια το ίδιο είχε γίνει. Οι Έλληνες από τα χρόνια τού
Αλεξάνδρου και ύστερα, κατά χιλιάδες μετανάστευσαν στην Ανατολή και ανακατώθηκαν με
τους ντόπιους. Και πριν ακόμα, στα χρόνια τής περσικής αυτοκρατορίας, είχαν γίνει
σημαντικές μετατοπίσεις πληθυσμών στην Ανατολή και ανακάτεμα λαών. Κι ακόμα δεν
πρέπει να ξεχνάμε, ότι στην αρχαία Ελλάδα έγιναν χιλιάδες απελευθερώσεις δούλων, που
προέρχονταν από την Ανατολή και Μεσόγειο, που ήταν «βάρβαροι», καθώς και πολλές
επιγαμίες με ξένους. Συνακόλουθα, ούτε ο πληθυσμός τής αρχαίας Ελλάδας ήταν
καθαρόαιμος. Κατά την ελληνιστική δε και τη ρωμαϊκή εποχές στην Ελλάδα εγκαταστάθηκαν
πολλοί ξένοι (Ρωμαίοι, Ανατολίτες, Εβραίοι κ.λπ.).

Δυο επιφανείς Αρβανίτες τής νεοελληνικής κοινωνίας:
Ο ευεργέτης Ευάγγελος Ζάππας (αριστερά)
και ο πρώτος ολυμπιονίκης, Σπύρος Λούης.
ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

Είναι λάθος να πιστεύουμε, ότι η ελληνική γλώσσα μιλιόταν αδιάκοπα από τα αρχαία
χρόνια έως σήμερα στον ελλαδικό χώρο κι επί πλέον να θεωρούμε αυτή τη λάθος υπόθεση ως
τεκμηρίωση τής δήθεν φυλετικής σχέσης των σύγχρονων κατοίκων τού ελλαδικού χώρου με
τους αρχαίους Έλληνες. Τό όρος Ελικώνας για παράδειγμα επί αιώνες λεγόταν Ζαγαράς. Το
ότι ο νεοελληνικός εθνικισμός επέβαλε τη διδασκαλία τής ελληνικής σε αλλόγλωσσους
πληθυσμούς και μετονόμασε π.χ. το Ζαγαρά σε Ελικώνα, αυτό δεν σημαίνει, ότι οι πληθυσμοί
αυτοί έχουν καμμιά σχέση (φυλετική, ιστορική κ.λπ.) με τους λαούς τής εποχής τού Ησιόδου,
που έγραφε για τις Ελικωνιάδες Μούσες.
Ούτε οι Αλβανοί τής Αλβανίας, που μιλούν Αλβανικά, είναι καθαρόαιμοι· και σε αυτούς
έχουν γίνει πολλές επιμειξίες. Το οξύμωρο δε είναι, ότι οι σημερινοί Αλβανοί -άν και δεν
συμπαθούν ιδιαίτερα τους Αρβανίτες- τους κατατάσσουν στους πιό γνήσιους Αλβανούς
δεδομένου, ότι θεωρούν, πως έχουν υποστεί τις λιγότερες επιμειξίες.
Πολύ γλαφυρά ο Γάλλος αρχαιολόγος, δημοσιογράφος και βουλευτής, Γκαστόν Ντεσάν,
περιγράφει στο βραβευθέν από τη Γαλλική Ακαδημία βιβλίο του «Η Ελλάδα σήμερα» (1890),
την κατάσταση, που βρέθηκε ο νεοέλληνας μετά την απελευθέρωση: «Ήταν απομονωμένος
από τα πάντα, σαν ένας άνθρωπος, που βγήκε από τη φυλακή. Αυτός ο νεοφερμένος, που
ήθελαν να τον βάλουν με μιας στην κοινότητα των ευρωπαϊκών εθνών, δεν είχε τίποτα έτοιμο:
ούτε πρωτεύουσα, ούτε δρόμους, ούτε αστυνομία, ούτε στρατό, ούτε γλώσσα. Έπρεπε να
αυτοσχεδιάσει για όλα τούτα.
» Τώρα οι Έλληνες έχουν, όπως όλος ο κόσμος, μιά πρωτεύουσα και πρωτεύουσες
νομών, δρόμους και σιδηροδρόμους, λοχίες και στρατηγούς, αστυφύλακες και αστυνομικούς,
λεωφόρους και λεωφορεία. Όμως, δεν έχουν ακόμα ένα σταθερό γλωσσικό ιδίωμα ή μάλλον
είναι πολύ μπερδεμένοι: έχουν πολλές γλώσσες και δεν ξέρουν ποιά να διαλέξουν. Λόγιοι και
σοφοί εργάζονται συνεχώς, για να τού δώσουν δύο πράγματα απαραίτητα σε ένα λαό, που
σέβεται τον εαυτό του: ένα λεξικό και μια γραμματική... Όμως οι Έλληνες εδώ και λίγο καιρό
έχουν Βουλή, υπουργεία, υπουργείο Εξωτερικών. Πώς να εκφραστούν, με το ψέλλισμα των
βοσκών τής Αρκαδίας, όλες αυτές οι πληκτικές εφευρέσεις, που η άγρια όμορφη ζωή
αγνοούσε: ο προϋπολογισμός, η εκλογική πλατφόρμα, η συμφωνία των δυνάμεων και η
ευρωπαΪκή ισορροπία; Σ΄ αυτό οι φανατικοί ελληνίζοντες και οι επαγγελματίες φιλόλογοι
απαντούν, ότι δεν ανησυχούν καθόλου. Αρκεί, λένε, να αναστηθεί απλώς η κλασική γλώσσα.
Και σ΄ αυτό το σημείο διαγράφουν από την ιστορία τους αιώνες, που τους ενοχλούν. Δέχονται,
ότι από τον Περικλή μέχρι τον κ. Κωνσταντόπουλο (σ.σ. τού είχε αναθέσει ο Γεώργιος Α΄ το
σχηματισμό υπηρεσιακής κυβέρνησης), δεν έχει συμβεί τίποτα.»

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα τής πολυγλωσσίας στον ελλαδικό χώρο τον 19ο αιώνα αποτελεί η
λαϊκή κωμωδία τού Δ. Βυζάντιου, «Βαβυλωνία». Σε μία σκηνή της, ένας Αρβανίτης, που δεν
καταλαβαίνει έναν Κρητικό, νομίζοντας πως ο τελευταίος τον έχει προσβάλλει, τον τραυματίζει με μια
πιστολιά. Φτάνει η αστυνομία, γίνονται ανακρίσεις από Επτανήσιο αστυνόμο, ο οποίος παρά την
ανακριτική του πείρα δεν τα καταφέρνει να εξακριβώσει αν ο τραυματισμός τού Κρητικού είναι κάζο
πενσάτο (εκ προμελέτης) ή ατσιντέντε (τυχαίο), επειδή ούτε αυτός καταλαβαίνει τους μάρτυρες, ούτε οι
μάρτυρες αυτόν. (Η φωτογραφία είναι από παράσταση τού έργου από το Κ.Θ.Β.Ε.).
ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

Aυθαίρετες μετονομασίες

Σ

το πλαίσιο αυτό άρχισε μιά τεράστια επιχείρηση κάθαρσης τού χώρου από τα ξένα
τοπωνύμια. Κάθε χωριό, βουνό, ποτάμι κ.τ.λ. έπρεπε να εφοδιαστεί τάχιστα με ένα
πραγματικό ή φανταστικό ελληνοπρεπές ή χριστιανικό όνομα. Σε περίπτωση, που κάτι τέτοιο
ήταν αδύνατο, το «βαρβαρικό» τοπωνύμιο όφειλε να μεταφραστεί στα ελληνικά, είτε
τουλάχιστον να άλλαζε δοκιμάζοντας μιά παρήχησή του, που θα θύμιζε ελληνική λέξη.
Σοβαρότατες κυρώσεις νομοθετήθηκαν για τους παραβάτες.
Ο συνοικισμός Κάτω Λιόσια ή Νέα Λιόσια ονομάστηκε έτσι, αφού κατοικήθηκε από τους
απογόνους τής αρβανίτικης φάρας τού Πέτρου Λιώσα, όπως προαναφέρθηκε, η οποία από
τον 14ο αιώνα είχε αναλάβει τη φρούρηση τού λεκανοπεδίου. Η αρβανίτικη παράδοση
καταργήθηκε το 1994, όταν το υπουργείο Εσωτερικών αποφάσισε να μετονομάσει το Δήμο με
το ελληνοπρεπές «Ίλιον».
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυθαίρετης και ανιστόρητης μετονομασίας αποτελεί το
Κορωπί, το οποίο είχε ονομασθεί έτσι από το όνομα κάποιου Αλβανού φύλαρχου, τού
Κορωπή. Το όνομα αυτό αργότερα φάνηκε βολικό στο νεοελληνικό εθνικισμό, που
προκειμένου να τεκμηριώσει τη δήθεν συνέχεια στο χώρο και στο χρόνο, ονόμασε μιά ευρεία
περιοχή στα Μεσόγεια ως δήμο Κρωπίας, ισχυριζόμενος, ότι το όνομα προερχόταν από την
αρχαία πόλη Κρωπιά, που δήθεν βρισκόταν σε εκείνη τη θέση. Ο Θουκυδίδης όμως αναφέρει
(Β΄, 19), ότι ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Αρχίδαμος, όταν εισέβαλε στην Αττική από το Θριάσιο
πεδίο τής Ελευσίνας κι έφθασε στις Αχαρνές (Μενίδι), πέρασε από την Κρωπιά, έχοντας δεξιά
το όρος Αιγάλεω. («Έπειτα προυχώρουν εν δεξιά έχοντες το Αιγάλεων όρος διά Κρωπιάς έως
αφίκοντο ες Αχαρνάς, χώρον μεγιστον της Αττικής»). Η αρχαία Κρωπιά δηλαδή βρισκόταν σε
εντελώς διαφορετικό μέρος από αυτό που βρίσκεται ο σημερινός δήμος Κρωπίας.

Ο σημερινός κάτοικος τού δήμου Κρωπίας βαυκαλίζεται, ότι είναι απόγονος των αρχαίων Ελλήνων
κατοίκων τής αρχαίας Κρωπιάς. Οι κάτοικοι όμως του χώρου είναι επήλυδες, στην πλειοψηφία τους
Αρβανίτες, η δε αρχαία Κρωπιά βρισκόταν κοντά στο Αιγάλεω. Το Κορωπί και ο δήμος Κρωπίας
οφείλουν το όνομά τους στον αλβανό φύλαρχο με το ομόηχο όνομα, Κορωπή και ουδεμία σχέση έχουν
με την αρχαία ελληνική Κρωπιά.

Ας δούμε, πώς περιγράφει το φαινόμενο των αυθαίτερων ονοματοδοσιών ο φιλόλογος
και μεταφραστής, dr Gerhard Blmlein, όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή»
(18.9.2005): «Περί το 1974, πέρασα από το χωριό Mέρμπακας (Aργολίδος), για να δω την
ωραιότατη βυζαντινή εκκλησία του. Oταν χρόνια αργότερα ξαναπήγα, δεν υπήρχε καμιά
πινακίδα πλέον με την επιγραφή MEPMΠAKAΣ, λεγόταν πια Aγία Tριάδα. Hμουν
σοκαρισμένος, διότι μού ήταν αδιανόητο να αλλάζουν ακόμη και σήμερα τοπωνύμια και να
σβήνεται έτσι η ιστορία. Στην περίπτωση τού Mέρμπακα το όνομα του χωριού συνδεόταν με
τον Λατίνο επίσκοπο Kορίνθου Wilhelm von Meerbeke, ο οποίος εγκαταστάθηκε εκεί μετά τη
φραγκική κατάκτηση το 1204, που αποτελεί ένα σημαντικό κεφάλαιο τής ελληνικής ιστορίας.
Pώτησα έναν χωρικό για την αλλαγή και μού είπε πως έγινε, επειδή ήταν τούρκικη η παλιά
ονομασία: Mέρμπεη!
» Περνώντας λίγες μέρες στην Mπαρμπίτσα Λακωνίας (τα δύο χωριά, που παλιά
ονομάζονταν Bερβίτσα μετονομάστηκαν!) ξεφύλλισα το “Λεξικό των οικισμών τής
Πελοποννήσου” τού Γ. A. Πίκουλα. Πρόκειται για μια πολύτιμη μελέτη, που αναφέρει και τις
ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

πολυάριθμες παλιές ονομασίες, οι οποίες είναι σχεδόν όλες ή σλαβικές ή αρβανίτικες
(τούρκικες δεν συναντάμε καθόλου -εκτός από τις Mαχμούτμπεη, Mουσταφάπασα και
Oσμάναγα κ.ο.κ.), και έχουν συνεπώς ένα ιστορικό υπόβαθρο. Oλοφάνερα επιδιώχτηκε να
ξεχαστεί αυτή η ιστορική εξέλιξη. Tις παλιές ονομασίες τις θεωρούσαν “ξένες”, άρα “μίασμα”,
το οποίο έπρεπε να εξολοθρευτεί.
» Nα δούμε, πώς οι γραφειοκράτες προχωρούσαν (με οδηγίες κυρίως της δεκαετίας τού
΄20): Συνήθως “δημιούργησαν” ονομασίες, που ήταν αποκυήματα τής (περιορισμένης)
φαντασίας τους και δεν υπήρχαν (στην Πελοπόννησο τουλάχιστον): Tο Kέντρον, Tο
Kεντρικόν, Kαλλονή, Kαλοχώριον, Kαλόβρυση, Kεφαλόβρυση, Mέλισσα, Mεταμόρφωση,
Περδικόβρυση, Περδικονέριον, Προσήλιον, Προσήλια, Σιτοχώριον, Xαραυγή (δύο στη
Mεσσηνία!) και Xρυσαυγή.

Ενδεικτικός κατάλογος των μετονομασιών οικισμών τής Αρκαδίας. Το όνομα των οικισμών δίνεται
σύμφωνα με βενετικό έγγραφο απογραφής τού 1.700. Ακολουθεί το τοπωνύμιο στα ελληνικά στην πιό
συνηθισμένη μορφή του και με αστερίσκο η μεταγενέστερη μετονομασία του μετά την ίδρυση τού
ελληνικού κράτους. Παρατηρείστε, ότι από τους 92 οικισμούς έχουν μετονομασθεί οι 38, ποσοστό
41,3%. Κάτι αντίστοιχο παρατηρείται και στις άλλες περιοχές τής Πελοποννήσου. (Β. Παναγιωτόπουλου:
«Πληθυσμός και οικισμοί τής Πελοποννήσου, 13ος-18ος αιώνας», έκδ. Ιστορικό Αρχείο, Εμπορική
Τράπεζα τής Ελλάδος, Αθήνα, 1987).
ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

» Συχνά διάλεξαν ήδη υπάρχοντα για αντικατάσταση των παλιών: Eτσι βαφτίστηκαν
“Kαλλιθέα” τα χωριά Γαϊδουριάρη, Zαραφούνα, Zάχα, Kάνι, Mετερίζι, Mουράταγα και Σκούπα,
η ονομασία “Kρήνη” αντικατέστησε τα Aράχοβα, Παλοβά και Bέλιζι, ενώ η Mουζούστα και
Δούνιτσα έγιναν “Λεύκη”. Σε λίγες περιπτώσεις μετέφρασαν: Aράχοβα σε Kαρυές, τού
Bοϊβόντα σε Aρχοντας, Γκιόζα σε Mάτιον. (Nόμιζαν -λανθασμένα πιστεύω- ότι το Γκιόζα
προέρχεται από το τούρκικο “gioz”=μάτι. Eάν ήταν έτσι, θα επρόκειτο για μια σπανιότατη
περίπτωση μετάφρασης τούρκικης λέξης. Mού φαίνεται πιθανότερη η προέλευση από το
“γκιόσα” (σλαβ. kozje, αλβ. gjosa=γίδα).
» Yπάρχει και μια κατηγορία τοπωνυμίων, που η ονομασία “ελληνοποιήθηκε”: η
Aναστάσοβα έγινε Aνάστασις, η Bάλτσα Bάλτος, το Zουνάτι Zώνη, η Kερέσοβα Kερασέα, η
Λαπάτα Λαπάθεια, το Mπεσχίνι Σχίνοι, το Mάρκασι Mάννα(!), η Mίρτιζα Mυρτέα, η Mέρτεζα
Mύρτος, το Pετούνι Aρετή, το Σίρτζι εξελίσσεται σε Σύρριζον(!), το Tόσκεσι σε Tόσκαι στην
Aχαΐα, ενώ στη Mεσσηνία παραμένει Tόσκεσι! Aλλαγή έγινε όμως και σε περιπτώσεις, που η
παλιά ονομασία ήταν κατανοητή: H Γκορτσιά έγινε Λιναριά, προφανώς επειδή η λέξη είχε ξένη
“όψη” (πράγματι, είναι αρβανίτικη). Hρωες τής Eπανάστασης χρησιμοποιήθηκαν για
αντικατάσταση των Mπολάτι (τώρα Kολοκοτρώνης) και Kοντογόνι (Παπαφλέσσας).
» Eίναι αξιοπερίεργο (ή και όχι), πώς “γλίτωσαν” μερικά άκρως “ύποπτα” ονόματα:
Aρβανίτης (δύο φορές) -το Aλβάνιτσα όμως αντικαθίσταται- Aράπηδες, Aραπόλακκα,
Aραποχώρι, Σέρβος, Tουρκολέκας. Aλλες ασυνέπειες: το Kαλέντζι (Hλείας) έγινε Kεραμίδιον,
μα τα άλλα δύο χωριά με το όνομα Kαλέντζιον (Aχαΐας, Kορινθίας) έμειναν ως ήταν, Λόπεσι
(Aχαΐας), αντικαταστάθηκε τέσσερις φορές, ενώ από τα δύο χωριά με το όνομα Λιόπεσι έμεινε
μόνο το ένα. Kαταργήσανε το Γκορτσιά (βλ. παραπάνω) και διατηρήσανε το Γκοριτσά. Δεν
κατάφεραν εν τούτοις να εξοντώσουν το Aράχοβα: σε τέσσερις περιπτώσεις το άλλαξαν, σε
δύο όχι».
Τα ίδια ακριβώς έχουν γίνει βέβαια και στα άλλα βαλκανικά κράτη, π.χ. στην Αλβανία με
διάφορα διατάγματα μετονόμαζαν τα τοπωνύμια -Αγ. Σαράντα σε Σαράντι κ.λπ.).
Με γλαφυρό τρόπο ο Τούρκος συγγραφέας, Αζίζ Νεσίν, περιέγραφε την κατάσταση στη
χώρα του: «Δυστυχώς, τις ελληνικές ονομασίες δεν τις αφήσαμε. Πώς ήταν δυνατό να
υπάρχουν στην Τουρκία περιοχές με ελληνικές ονομασίες! Τις ελληνικές ονομασίες των
περιοχών αυτών τις αλλάξαμε, τις κάναμε τουρκικές. Λόγου χάρη την περιοχή “Πόδημα” της
Μαύρης Θάλασσας την αλλάξαμε, την ονομάσαμε “Γιαλίκιοϊ” κι ησυχάσαμε. Μα δεν ξέραμε ότι
η λέξη “Γυαλί” είναι ελληνική κι όχι τουρκική. Τι ιλαροτραγωδία! Είναι βλέπετε αδύνατο ο
Τούρκος να απαλλαγεί απ΄ τον Ελληνα κι ο Ελληνας απ΄ τον Τούρκο. Κι εξάλλου, ποιος ο
λόγος ν' απαλλαγεί ο ένας από τον άλλο;»

Μετονόμασαν ένα χωριό στα τρία

Σύμφωνα με το ερευνητικό πρόγραμμα «Ιστορική έρευνα των οικισμών τής Ελλάδας
(15ος-20ός αι.)», το οποίο διεξάγεται στο Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών τού Εθνικού
Ιδρύματος Ερευνών, επί 11.500 περίπου οικισμών τής Ελλάδας, οι 3.600 έχουν
μετονομαστεί. Οι αριθμοί αφορούν μόνο στις επίσημα καταγεγραμμένες ονομασίες και μόνο
για το διάστημα 1912-1961, για το οποίο υπάρχουν δεδομένα σε σειρές. Πρόκειται για το 31%
τού συνόλου των ελληνικών οικισμών ή, αλλιώς, για ένα χωριό στα τρία. (Λ. Καλλιβρετάκη,
«Ιστορική έρευνα των οικισμών τής Ελλάδας», «Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών», Εθνικό
Ίδρυμα Ερευνών.) Έτσι εξαφανίστηκαν -μεταξύ των άλλων και- πλείστα αλβανικά τοπωνύμια.

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

Αλβανικές παραδόσεις

Ο

κυβερνήτης τού Μοριά, Φραγκίσκος Γριμάνης (1706-1709) γράφει σε επίσημη έκθεσή
του προς την Ενετική Γερουσία: «Οι Αλβανοί, τοσούτον έχουσι συγχωνευθεί μετά των
Ελλήνων, ώστε δεν θεωρούνται αποτελούντες ιδίαν φυλήν, αλλ΄ απλώς διάφορον τάξιν».
(Όλοι οι λαοί σήμερα αποτελούνται από συγχωνεύσεις· ομογενοποιούνται σταδιακά όμως,
μέσω των εθνοποιητικών μηχανισμών των εθνών-κρατών, που ανήκουν - βλ. Τα έθνη
επινοούνται και κατασκευάζονται http://www.freeinquiry.gr/pro.php?id=1275).
Ο Μενούσης, ένα τραγούδι, που το γνωρίζουμε με ελληνικά λόγια, είναι πέρα γιά πέρα
αρβανίτικο· τραγουδιέται στα αρβανίτικα, στα αρβανιτοχώρια τής Ελλάδας από την Ήπειρο
ως τον Μωρηά, αλλά και στην Αλβανία. «Ο Μενούσης, ο Μπιρμπίλης κι ο Μεμέταγας» αρχίζει
το τραγούδι. Ο Μενούσης είναι Αρβανίτικο όνομα. Το ίδιο κι ο Μπιρμπίλης, όνομα σύνθετο
από το Μπιρ=γιός και Μπιλ=κόρη, που προέρχεται από τα μωρουδιακά φορέματα, που
έπλεκε η μάνα πριν γεννηθεί το παιδί της. Επειδή δεν ήξερε εάν θα ήταν αγόρι ή κορίτσι,
έπλεκε και αγορίστικα (μπίρην) και κοριτσίτικα (μπίλλιεν), δηλαδή μπιρμπίλλια,
αγοροκοριτσίστικα.
Αρβανίτικα είναι πολλά θεωρούμενα παραδοσιακά ελληνικά τραγούδια και χοροί, όπως τα
συρτά των νησιών τού Αργοσαρωνικού και τής Νότιας Εύβοιας, αλλά κυρίως τα Τσάμικα, των
οποίων την προέλευση εξ άλλου μαρτυράει το όνομά τους. Το ίδιο κι ο Καλαματιανός, για τον
οποίο δεν είναι σαφές άν η ονομασία προήλθε από την πόλη τής Καλαμάτας, ή από τη λέξη
καλαμάτα, που στα αρβανίτικα σημαίνει το χρωματιστό συνήθως μαντήλι, που ήταν
διακοσμητικό εξάρτημα τής γυναικείας αρβανίτικης φορεσιάς και που το χρησιμοποιούσαν σε
μερικές περιπτώσεις στο χορό.
Επίλογος

Ο

ι σημερινοί κάτοικοι τού ελλαδικού χώρου είναι ένα κράμα διαφόρων φυλών, οι οποίες
μόλις μετά τον 19ο αιώνα και μέσω των εθνοποιητικών μηχανισμών τού νέου έθνους κράτους, που τότε δημιουργήθηκε, (σχολική παιδεία, υποχρεωτική διδασκαλία κι επιβολή τής
νεοελληνικής γλώσσας κ.λπ.), άρχισαν να αποκτούν εθνική συνείδηση ως χριστιανοί
ορθόδοξοι νεοέλληνες. (Βλ. Ο μύθος τής διατήρησης των “εθνικών” χαρακτηριστικών τού
ελληνικού έθνους http://www.freeinquiry.gr/pro.php?id=1104).
Αφού επεκδύθηκε η Ρωμιοσύνη την αλβανική -και όχι μόνον- καταγωγή πολλών υπηκόων
της, τους επέβαλε την ελληνική γλώσσα κι έριξε στο «πυρ το εξώτερον» ονόματα, τοπωνύμια
και πλήθος μη φυλετικά καθαρών λέξεων. Αυταπατήθηκε έτσι, ότι αποτελεί «έθνος
ανάδελφον» με 3.000 δήθεν χρόνια συνεχούς Ιστορίας, με την άπλετη συνεισφορά βέβαια τής
Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ετσι ενστερνίστηκε διάφορα εθνικά ιδεώδη, τον ελληνοχριστιανισμό,
ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

την αίσθηση τού ηθικού πλεονεκτήματος, την πλειοδοσία τού φυλετικού ταλέντου, την
αίσθηση τού αδικημένου από ξένες συνωμοσίες κ.λπ..
Όσο περισσότερη έλλειψη αυτοπεποίθησης έχει κάποιος, όσο περισσότερο αδύναμος
νοιώθει κι όσο περισσότερο δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα, τόσο
μεγαλύτερη ανάγκη έχει να δημιουργεί φανταστικές καταστάσεις, από τις οποίες επιχειρεί
απεγνωσμένα να πιαστεί. Ο σύγχρονος Ρωμιός, ένας παρηκμασμένος, εξαθλιωμένος,
τριτοκοσμικός, ψυχικά και νοητικά άρρωστος άνθρωπος επιχειρεί να καλύψει τα κενά του
δημιουργώντας τη φαντασίωση «Ελλάς». (Βλ. Το DNA των ελληναράδων http://www.free
inquiry.gr/pro.php?id=1587).
(Η μελέτη αναφέρθηκε στους μεσαιωνικούς αλβανικούς εποικισμούς κι όχι στο σύγχρονο
εκτεταμένο αλβανικό εποικισμό, που συντελείται τα τελευταία είκοσι χρόνια στον ελλαδικό
χώρο, ο οποίος εξ άλλου παρουσιάζει πλείστα κοινά στοιχεία με τους παλαιότερους).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. «Ιστορία τού Ελληνικού Έθνους», έκδ. «Εκδοτική Αθηνών», Αθήνα, 1975.
2. Γ. Κορδάτου, «Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας», έκδ. «20ος αιώνας», Αθήνα, 1959.
3. Γ. Φίνλεϋ: «Ιστορία τής ελληνικής επαναστάσεως», μετάφραση: Αλ. Παπαδιαμάντη,
τ. Α΄, κεφ. Β΄, σελ. 74, έκδ. «Ίδρυμα τής Βουλής των Ελλήνων», Αθήνα, 2008.
4. Κ. Σάθα: «Ελληνικά ανέκδοτα», Παρίσι και έκδ. Α. Κορομηλά, Αθήνα, 1884.
5. Κ. Σάθα: «Μνημεία ελληνικής ιστορίας», έκδ. Νότη Καραβιά, Αθήνα, 1982.
6. Κ.Σάθα: «Έλληνες στρατιώται εν τη δύσει», έκδ. Νότη Καραβιά, Αθήνα, 1986.
7. Κ.Σάθα: «Τουρκοκρατούμενη Ελλάδα», έκδ. «Νέα Σύνορα - Α.Α. Λιβάνη», Αθήνα,
1995.
8. Απ. Βακαλόπουλου: «Ιστορία τού νέου Ελληνισμού», έκδ. «Αντ. Σταμούλη», Θεσσαλονίκη, 1976.
9. Διεθνές Συμπόσιο: «Οι Αλβανοί στο Μεσαίωνα», Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Ινστιτούτο
Βυζαντινών Ερευνών, Αθήνα, 1998.
10. Κ. Σιμόπουλου: «Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, 333 μ.Χ.-1.700», έκδ. «Στάχυ».
11. Κ. Μπίρη: «Αρβανίτες: Οι Δωριείς τού νεώτερου ελληνισμού», έκδ. «Μέλισσα», Αθήνα, 1960.
12. Κ. Μπίρη: «Αι τοπωνυμίαι τής πόλεως και των περιχώρων τής πόλεως των
Αθηνών», έκδ. ΥΠ.ΠΟ, Αθήνα, 2006.
13. Αλ. Γέροντα: «Οι Αρβανίτες τής Αττικής», έκδ. «Δωδώνη», Αθήνα - Γιάννινα, 1984.
14. «Ρίζες Ελλήνων», «Πήγασος Εκδοτική Α.Ε.», Αθήνα, 2009.
15. Λ. Καλλιβρετάκη: «Ιστορική έρευνα των οικισμών τής Ελλάδας», «Κέντρο
Νεοελληνικών Ερευνών, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών».

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

16. Π. Κιόχου: «Η εξέλιξη τού ελληνικού πληθυσμού και η πρόβλεψη αυτού μέχρι το
2000», Πανεπιστήμιο Πειραιώς, 2008).
17. M. Garden - Ευγ. Μπουρνόβα: «Ο πληθυσμός τής Αθήνας και τής γύρω περιοχής
κατά το 2ο μισό τού 19ου αιώνα», Πρόγραμμα ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ στο πλαίσιο τού έργου
«Πυθαγόρας: ενίσχυση ερευνητικών ομάδων στα Πανεπιστήμια», Αθήνα, 2006.
18. Μ. Γ. Λαμπρυνίδου: «Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα και την
Πελοπόννησον. Ύδρα - Σπέτσαι», έκδ. «Εστία», Αθήνα, 1907.
19. Κ. Κόμη: «Πληθυσμός και οικισμοί τής Μάνης, 15ος-19ος αιώνας», Έκδ.
Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα, 2005.
20. K. Κόμη: «Ιστορικοδημογραφικά. Μελέτες ιστορίας και ιστορικής δημογραφίας
τού ελληνικού χώρου», έκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 1999.
21. Θ. Α. Πασχίδου: «Οι Αλβανοί και το μέλλον αυτών εν τω ελληνισμώ», έκδ. Νότη
Καραβιά, Αθήνα, 1994 (πρώτη έκδοση: 1879).
22. Π. Δ. Κουπιτώρη: «Αλβανικαί μελέται. Πραγματεία ιστορική και φιλολογική περί
τής γλώσσης και τού έθνους των Αλβανών», έκδ. Νότη Καραβιά, Αθήνα, 1994 (πρώτη
έκδοση: 1879).
23. Ν. Γ. Νικοκλή: «Περί τής αυτοχθονίας των Αλβανών ήτοι Σκιπιτάρ», έκδ. Νότη
Καραβιά, Αθήνα, 2000 (πρώτη έκδοση: 1855).
24. Αρ. Κόλλια: «Αρβανίτες και η καταγωγή των Ελλήνων», έκδ. Αριστείδη Κόλλια,
Αθήνα, 1985.
25. Β. Παναγιωτόπουλου: «Πληθυσμός και οικισμοί τής Πελοπoννήσου, 13ος-18ος
αιώνας», έκδ. Ιστορικό Αρχείο, Εμπορική Τράπεζα τής Ελλάδος, Αθήνα, 1987.
26. Αντ. Μηλιαράκη: «Γεωγραφία πολιτική νέα και αρχαία τού νομού Αργολίδος και
Κορινθίας», έκδ. Νότη Καραβιά, Αθήνα, 1995 (πρώτη έκδοση: 1886).
27. Αντ. Μηλιαράκη: «Κυκλαδικά, ήτοι γεωγραφία και ιστορία των Κυκλάδων
νήσων», έκδ. Τύποις Ελληνικής Ανεξαρτησίας, Αθήνα, 1874.
28. Κ. Θανασουλόπουλου: «Έλληνες και Αλβανοί», έκδ. Αδελφοί Κυριακίδη, Αθήνα,
2008.
29. Δ. Δημητρόπουλου: «Μαρτυρίες για τον πληθυσμό των νησιών τού Αιγαίου, 15ος αρχές 19ου αιώνα», έκδ. Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα,
2004.
30. Σ. Καργάκου: «Αλβανοί, Αρβανίτες, Έλληνες», έκδ. Ι. Σιδέρης, Αθήνα, 2000.
31. Π. Αραβαντινού: «Χρονογραφία τής Ηπείρου», τυπογρ. Σ.Κ. Βλαστού, Αθήνα, 1856.
32. C. Mango: «Bυζάντιο. Η αυτοκρατορία τής Νέας Ρώμης», έκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα
Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα, 2007.
33. G. Deschamps: «H Eλλάδα σήμερα», έκδ. «Βήμα, περιηγήσεις», Αθήνα, 2010.

Γιάννης Λάζαρης
ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ “Α”
ΤΑ ΧΩΡΙΑ
ΤΗΣ ΒΔ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ
ΤΟΝ 15ο ΑΙΩΝΑ
Τα στοιχεία προέρχονται από το βιβλίο τού Βασ. Παναγιωτόπουλου: "Πληθυσμός και
οικισμοί τής Πελοποννήσου, 13ος-18ος αιώνας", έκδ. Ιστορικό Αρχείο, Εμπορική Τράπεζα
Ελλάδος, Αθήνα, 1987.
Παρατηρείστε, ότι στη στήλη (γ) σημειώνονται οι εθνικότητες των κατοίκων:
Ε = Έλληνες.
Α = Αλβανοί.

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ “Β”

ΕΠΙΛΟΓΗ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
ΑΛΒΑΝΩΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΩΝ
ΤΩΝ 15ου - 16ου ΑΙΩΝΩΝ
Παραθέτουμε με αλφαβητική σειρά ονόματα Αλβανών καπετανέων ή απλών στρατιωτών
από έγγραφα τού βενετικού αρχείου ή από άλλα κείμενα των 15ου και 16ου αιώνων μαζί με
σχετικές για το καθένα παραπομπές και εξηγήσεις. Πολλά από αυτά ξεχωρίζουν ως
αρβανίτικα, είτε από τον γλωσσικό τύπο τού επωνύμου είτε από τα ονόματα των μελών τής
ίδιας οικογένειας. Ορισμένα συνεχίζονται ακόμη στην ελληνική κοινωνία και άλλα, που ενώ
έχουν εξαφανισθεί σαν επώνυμα, διατηρούνται ακόμη ως ονόματα χωριών και ως τοπωνύμια
στους τόπους, όπου ήταν προνοιασμένες οι φερώνυμες οικογένειες των στρατιωτών, όπως:
Σπάτα, Λιόπεσι, Σχηματάρι, Κούτσι κ.ά..
Τα ονόματα αυτά σημειώνονται στα «Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας» τού Κωνσταντίνου
Σάθα κι έχουν αναδημοσιευθεί στο βιβλίο «Αρβανίτες: Οι Δωριείς τού νεώτερου ελληνισμού»
τού Κ. Μπίρη (έκδ. «Μέλισσα», Αθήνα, 1960).

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ “Γ”

ΑΛΒΑΝΙΚΑ
ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΣΑΜΟΥ
(1) Αύξων αριθμός - τοπωνύμια.
(2) Πηγές, όπου αναφέρονται τα τοπωνύμια.
(3) Ερμηνεία - ετυμολογία τοπωνυμίων.
(4) Τεκμήρια, στα οποία βασίζεται η ερμηνεία - ετυμολογία.
Τα στοιχεία προέρχονται από το βιβλίο τού λέκτορα στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας
τού Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Κώστα Κόμη: "Ιστορικοδημογραφικά. Μελέτες ιστορίας και
ιστορικής δημογραφίας τού ελληνικού χώρου", έκδ. "Παπαζήση", Αθήνα, 1999.

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό Περιοδικό

www.freeinquiry.gr

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful