You are on page 1of 9

Ἡ Α.Θ.

Παναγιότης ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης,


κ. Βαρθολομαῖος
τόπος ἐντοπίσθηκε εὔκολα. Ξεκινᾶ γεμάτος λαχτάρα καὶ χαρά. Περνᾶ κολυμπῶντας τὸν
Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας τῆς Φανερωμένης Τατάρνης, Ἀχελῶο καὶ ἀνηφορίζει. Φθάνει σ’ ἕναν τόπο γεμάτο βάτα. Κόβει καὶ κόβεται, ματώνει, ξε-
σχίζεται, ἀλλ’ αὐτὸς συνεχίζει. Ἡ ἐπιμονή του ἀμείβεται. Ἀνάμεσα στὰ βάτα βρίσκει μία
ἡ ἐν τῷ Λευκοποτάμῳ μικρή εἰκόνα. Ἀναγαλλιάζει. Ἀπ’ αὐτὴν προερχόταν τὸ φῶς. Εἶναι μὲ μικρὲς ψηφῖδες ἱστο-
ρημένη, μικρὲς σὰν κεφάλι καρφίτσας. Παριστάνει τὸν Κύριο ἀμέσως μετὰ τὴν Ἀποκαθή-
λωση. Εἶναι ἡ Ἄκρα Ταπείνωση.
Στὰ 1555, στὸν ἔρημο τότε τόπο, ἐμφανίζονται δύο μοναχοὶ
ἀπὸ τὴ Μονὴ τοῦ Δουσίκου τῶν Τρικάλων, οἱ ἱερομόναχοι Δαυῒδ
καὶ Μεθόδιος. Ἄγνωστος ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ἀπομακρύνθη-
καν ἀπὸ τὴ Μονή τους καὶ κατέληξαν στὰ Ἄγραφα. Ἐνδεχομέ-
νως, τὴν ἐπανίδρυση τῆς Μονῆς νὰ τὴν ἐνθάρρυνε τὸ καθεστὼς
αὐτονομίας ποὺ παραχωρήθηκε στὴν περιοχὴ τῶν Ἀγράφων, μετὰ
τὴ συνθήκη τοῦ Ταμασίου (10 Μαΐου 1525), ἡ ὁποία ἀποτέλεσε
τὴν ἀφορμὴ γιὰ τοπικὴ οἰκονομικὴ καὶ πνευματικὴ ἀνάπτυξη.
Σ’ ἕνα χρόνο τὸ Μοναστήρι σχεδὸν ὁλοκληρώθηκε ἀποκτῶντας
ὑποστατικά, μετόχια καὶ ποίμνια, ὅπως καταγράφονται στὸ κεί-
Ἡ Ἱερὰ Πατριαρχικὴ καὶ Σταυροπηγιακὴ Μονὴ Τατάρνης (ἢ Τετάρνης) εἶναι ἀπὸ τὰ
πιὸ ἱστορικὰ μοναστήρια τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδας, στὴν περιοχὴ τῆς Εὐρυτανίας. Κο-
ντά της βρισκόταν, μέχρι τὴν κατασκευὴ τῆς τεχνητῆς λίμνης τῶν Κρεμαστῶν, πάνω
μενο, «Διάταξις τοῦ ἱδρυτοῦ τῆς Μονῆς Τατάρνης Δαυῒδ περὶ τῆς διοικήσεως αὐτῆς, Ἰα-
νουάριος 1556». Ἡ Διάταξις εἶναι γραμμένη σὲ περγαμηνὴ ἡ ὁποία σώζεται μέχρι σήμε-
ρα: «Ἐπειδὴ τοιγαροῦν καὶ ἡμεῖς ἐγώ τε δηλαδὴ ὁ ἐλάχιστος ἐν ἱερομονάχοις καὶ πνευματι-
στὸν ποταμὸ Ἀχελῶο, καὶ ἡ παλαιὰ ὁμώνυμη ἱστορικὴ γέφυρα τῆς Τατάρνας, ὀνομασία κοῖς καὶ προηγούμενος τῆς σεβασμίας Μονῆς τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, καὶ ὁ σὺν ἐμοὶ εὐλα-
ποὺ πιθανότατα σημαίνει, σὲ διάφορες ἐκδοχές, τόπο συγκέντρωσης ἀνθρώπων ἢ ζώων βέστατος ἐν ἱερομονάχοις κὺρ Μεθόδιος καὶ ἄλλοι τῶν ἀδελφῶν, τὸν ἐρημικὸν καὶ ἡσύχιον
ἢ περιοχὴ μὲ πλούσια βλάστηση. ποθήσαντες βίον, καὶ ἱερὰν Μονήν, ἐπ’ ὀνόματι τῆς Θεοτόκου συστῆσαι βουλόμενοι, μό-
Ἡ Μονή, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, ἱδρύθηκε τὸ 1111, ἐνῷ, λις εὕρομεν τὸν ἐπιτήδειον τόπον εἰς Πλάτανον καλούμενον τόπον τινὰ πλησίον τῶν Πε-
κατὰ τὸν 13ο αἰῶνα, ἐνισχύθηκε σημαντικὰ μὲ τὶς χορηγίες τῆς νιανιτῶν τῶν τόπων, ἔγγιστα τοῦ Ἀσπροποτάμου· κακεῖσε τὰ σύνορα, τῆς τοιαύτης Μονῆς
ἁγίας Θεοδώρας τῆς Ἄρτας. Ὡστόσο, ἀργότερα, πιθανότατα τὸν πήξαντες, ναὸν ἐκ βάθρου τῆς γῆς, τῇ Θεοτόκῳ ἀνηγείραμεν, ἐπικληθείσῃ Φανερωμένη,
14ο αἰῶνα, ἐρήμωσε. Στὸ Μοναστήρι σώζεται ψηφιδωτὴ εἰκό- καὶ Μοναστήριον ἀπεκατεστήσαμεν καθὼς νῦν ὁρᾶται· σπουδάζοντες καὶ ἔτι ἐπὶ τῇ βελ-
να τῆς Ἄκρας Ταπείνωσης τοῦ 12ου ἢ 13ου αἰῶνα, ἔργο μονα- τιώσει καὶ αὐξήσει αὐτοῦ... Δι’ ὃ οὖν καὶ οἱ ἐκ τῶν πλησιόχωρων χωρίων χριστιανοί, πρὸς
δικὸ κατὰ τοὺς εἰδικούς, γιὰ τὴν ὁποία ὑπάρχει σχετικὴ παράδο- θεῖον ζῆλον κινηθέντες, πλεῖστα ἀφιερώματα ἐν τῇ τοιαύτῃ ἡμέτερᾳ Μονῇ κατέλιπον».
ση: Στὰ βουνὰ τοῦ Βάλτου, πέρα ἀπὸ τὸν Ἀχελῶο, κάποιος βοσκὸς Τὸν ἴδιο χρόνο, τὸ 1556, ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Διονύσιος Β΄ ὁ Γαλατιανὸς (1546-
φύλαγε τὰ πρόβατά του. Ξαφνικὰ κάποιο βράδυ βλέπει ἔκπλη- 1556) μὲ σιγίλλιό του ἔβαλε τὴ Μονὴ κάτω ἀπὸ τὴν προστάτρια σκέπη τοῦ Οἰκουμενικοῦ
κτος ἕνα ζωηρὸ φῶς νὰ λάμπει στὸ σκοτάδι, ἀκριβῶς ἀπέναντι, Πατριαρχείου ἀναγνωρίζοντάς την ὡς Πατριαρχικὴ καὶ Σταυροπηγιακή: «Ἐπειδὴ τοίνυν
κατὰ τὴν πλευρὰ τῆς Εὐρυτανίας. Τοῦ ἔκαμε μεγάλη ἐντύπωση. καὶ ὁ ἐν ἱερομονάχοις καὶ πνευματικοῖς πατράσιν ὁσιώτατος κὺρ Δαυῒδ ὁ προηγούμενος τῆς
Ὁ τόπος ἐκεῖ ὅπου φαίνονταν τὸ φῶς ἤξερε ὅτι ἦταν ἔρημος. Τὸ φῶς ἐκεῖνο ἦταν λαμπρό, μεγάλης Μονῆς τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ πόθον ἔχων θεῖον Μοναστήριον συστήσασθαι καὶ
δὲν ἦταν φωτιὰ ποὺ μποροῦσαν νὰ ἀνάψουν βοσκοὶ τὴ νύχτα. Τὸ ἄλλο βράδυ, τὸ φῶς ξα- ἀδελφοὺς ἐν αὐτῷ συναθροίσαι πρὸς δοξολογίαν καὶ ὕμνον Θεοῦ, οὐκ ἦν δὲ μόνος τοῦτο
ναφάνηκε. Ἔφεγγε ὅλη τὴ νύχτα. Μὲ τὸ χάραμα χανόταν. Ξαναφάνηκε καὶ τὴν τρίτη νύ- ἱκανὸς κατορθῶσαι εἰμὴ καὶ βοηθοῦντας αὐτῷ συναντιλάβηται, τὸν ἐν ἱερομονάχοις εὐλα-
χτα. Κατάλαβε τότε ὁ ἀγαθὸς τσομπάνης, ὅτι ἦταν σημάδι θεϊκό. Εἶχε ἀκούσει ὅτι μὲ φῶς βέστατον κὺρ Μεθόδιον καὶ ἄλλους δύο τῶν ἀδελφῶν συμπαραλαβὼν μεθ’ ἑαυτοῦ, τόπον
φανερώθηκαν πολλὲς εἰκόνες. Ἦταν κάλεσμα γιὰ κάτι ἱερὸ ποὺ κρυβόταν γιὰ χρόνια καὶ τινὰ Πλάτανον ἐπονομαζόμενον καταλαβόντες πλησίον τοῦ Λευκοποτάμου ἐν τοῖς ὁρίοις
ἔπρεπε νὰ φανερωθεῖ. Πῶς ὅμως νὰ ἐντοπίσει τὸ σημεῖο; Τὴν ἡμέρα ποὺ φαινόταν ὁ τόπος τῶν Πενιανιτῶν καὶ τόποις, ἐκεῖσε τὴν ἱερὰν Μονὴν αὐτῶν καθὼς νῦν ὁρᾶται ἀνέκτισάν τε
δὲν φαινόταν τὸ φῶς. Τὴ νύχτα ποὺ φαινόταν τὸ φῶς, δὲν διακρινόταν ἡ περιοχή. Καὶ ἦταν καὶ ἐβελτίωσαν καὶ ὡς εἰς πᾶν Μοναστήριον ἀπεκατέστησαν ἐπ’ ὀνόματι τῆς Θεοτόκου ἐκ
ἀρκετὰ μακριά. Ξάφνου, τὴν τρίτη νύχτα ὁ νοῦς του φωτίσθηκε. Ἔμπηξε στὴ γῆ μία διχά- βάθρων γῆς ἀνεγείραντες ταύτην, καὶ πατριαρχικὴν Μονὴν τῇ μητρὶ Θεοῦ τάξαντες, ἀλλ’
λα. Ἀκούμπησε πάνω σ’ αὐτὴν τὸ ραβδί του. Στόχεψε μὲ τὸ ἕνα μάτι πρὸς τὰ ἐκεῖ ποὺ φαι- ἐπειδὴ καὶ κτήμασι καὶ πράγμασιν οἷς οἱ χριστιανοὶ ἐκεῖσε πρὸς ψυχικὴν αὐτῶν σωτηρίαν
νόταν τὸ φῶς. Ὅταν μάτι, ράβδος καὶ φῶς μπήκαν στὴν αὐτὴ εὐθεῖα, σταθεροποίησε τὴ ἀφιεροῦσιν ἡ τοιαύτη Μονὴ κατεπλουτίσθη καὶ εἰς αὔξησιν καὶ ἐπίδοσιν ὡς εἰπεῖν καθ’ ἡμέ-
ράβδο. Περίμενε μὲ ἀγωνία νὰ ξημερώσει. Σὰν ἔφεξε καλά, ξανακοιτάζει καὶ πάλι. Τώρα ὁ
ραν προκόπτει, ἄλλως δέ γε ἀδύνατον αὐτὴν ἐμπλατύνεσθαι οὐκ ἂν εἰμὴ εἰς κοινόβιον ἀπο- Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Θεόληπτος Β΄ (1585-1587), τὸν Ἰούνιο τοῦ 1586 (μολο-
κατασταίῃ, ἄριστα καὶ τοῦτο διευθετήσατο ὁ εἰρημένος ἱερομόναχος καὶ πνευματικὸς ὡς νότι εἶχε ἐκθρονιστεῖ ἀπὸ τὸν Μάιο τοῦ 1586 ἕως τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1587) ἐπιβεβαίωσε καὶ
προηγούμενος ποτὲ κοινοβίου τυγχάνων, κοινόβιον αὐτὴν γνώμῃ πάσης τῆς ἐκεῖσε ἀδελ- πάλι τὴν Πατριαρχικὴ καὶ Σταυροπηγιακὴ ἀξία τῆς Μονῆς: «...παραστάντες οἱ ἐν τῇ σε-
φότητος ἀπεκατέστησεν ἔγγραφως αὐτοῖς διαθέμενος τύπον τε καὶ κανόνα καὶ τάξιν καὶ βασμίᾳ σταυροπηγιακῇ Μονῇ τῇ τιμωμένῃ ἐπ’ ὀνόματι τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς κα-
ὅρον, ὑφ’ ὧν πᾶσα ψυχὴ μοναχοῦ ῥυθμίζεσθαι πέφυκεν ἐνθέ- λουμένης Φανερωμένης, ὁσίως καὶ θεοφίλως ἐνασκούμενοι προσεκόμισαν τίμια γράμμα-
ντος καὶ γράμματος ἐδεήθη ἡμετέρου σιγιλλιώδους, ἐπιβεβαι- τα παλαιγενῆ τῶν πρὸ ἡμῶν ἁγιωτάτων πατριαρχῶν, τοῦ τε κυροῦ Διονυσίου καὶ τῶν μετ’
οῦντος αὐτοῖς τήν τε τοῦ κοινοβίου κατάστασιν, καὶ τοῦ εἶναι αὐτὸν συνιστῶντα ταύτην τὴν θείαν Μονὴν τὸ πατριαρχικὴν εἶναι καὶ σταυροπήγιον καθο-
τὴν τοιαύτην Μονὴν αὐτῶν πατριαρχικήν, ἔστω». Τὸ ἴδιο σι- λικὸν ἀνακηρύττοντα καὶ τὸ παντελεύθερον εὐεργετοῦντα αὐτῇ καὶ ἠξίωσαν ἐμπόνως ἐπι-
γίλλιο ὁμιλεῖ γιὰ «Παναγία Φανερωμένη» («...ἡ τοιαύτη σε- κυρωτικὸν καὶ αὖθις γράμμα ἡμέτερον προσνεῖμαι αὐτοῖς. Τούτου ἕνεκα τὴν ἀξίωσιν αὐτῶν
βάσμια καὶ ἱερᾶ Μονὴ τῆς Παναγίας μου τῆς ἐπικεκλημένης ἀποδεξαμένη ὡς εὔλογον καὶ θεοφιλῆ τὸ παρὸν ἀπολύει γράμμα γνώμῃ καὶ τῶν ἐντυχό-
Φανερωμένης, εἴη καὶ ὑπάρχῃ ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ εἰς τὸ ἑξῆς κα- ντων ἀρχιερέων καὶ ὑπερτίμων ἐν ἁγίῳ Πνεύματι ἀγαπητῶν ἀδελφῶν καὶ συλλειτουργῶν
θαρὸν κοινόβιον») παραπέμποντας πιθανότατα σὲ θαυμα- τῆς ἡμῶν μετριότητος· δι’ οὗ καὶ γράφουσα διορίζεται καὶ ἐν ἁγίῳ ἀποφαίνεται Πνεύμα-
τουργικὴ ἀνεύρεση εἰκονίσματος τῆς Παναγίας στὰ ἐρείπια, τι· ἵνα αὕτη ἡ σεβασμία πατριαρχικὴ Μονὴ τῆς Παναγίας μου τῆς Φανερωμένης, ἡ πλη-
ἐνδεχόμενως τῆς ἀρχικῆς Μονῆς τοῦ 12ου αἰῶνα. Τελικά, τὸ σίον τοῦ Λευκοῦ ποταμοῦ κειμένη, εἴη παντελευθέρα καὶ ἔχῃ ἅπαν δικαίωμα βέβαιον ὡς
Μοναστήρι τιμᾶται στὸ Γενέθλιο τῆς Θεοτόκου. ταῖς τιμίαις τῶν πατριαρχικῶν γραμμάτων ἀποφάσεσι κεκύρωται· μηδενὸς ὄντος τοῦ ἐνα-
Σὲ παλαιὸ κώδικα τῆς Μονῆς ἀναφέρεται ἡ ὁλοκλήρωση τοῦ Καθολικοῦ της: «Ἐτελειώ- ντιουμένου, μήτε τοῦ κατὰ τόπον ἐπισκόπου, μήτε τινὸς ἄλλου· ἐν ἀργίᾳ ἀσυγνώστῳ καὶ
θη ὁ πάνσεπτος καὶ περίφημος ναός ... τοῦ ὄντος εἰς τὰς ὄχθας τοῦ Ἀχελῴου ποταμοῦ, τῆς ἀφορισμῷ ἀλύτῳ καὶ αἰωνίῳ τῷ ἀπὸ Θεοῦ διάγωσί τε οἱ ἐν αὐτῇ ἐνασκούμενοι διὰ παντὸς
ἐπονομαζομένης Τετάρνης (ξπη΄=1580) τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου κθ΄, ἀρχιερατεύοντος Λιτζᾶς κοινοβιακῶς, καθὰ καὶ τὰ ἐν τῷ ἁγιωνύμω ὄρει κοινοβιακὰ πολιτεύονται Μοναστήρια».
καὶ Ἀγράφων κυρίου Γερμανοῦ, ἡγουμενεύοντος τοῦ ἐκ τῶν ἀδελφῶν τῆς Μονῆς κυρίου Γα- Ἀπὸ τὴ μακρινὴ Ρωσία στάλθηκαν πολλὰ καὶ πολύτιμα
βριήλου...». Ἐνῷ, μετὰ ἀπὸ λίγα χρόνια ὁλοκληρώθηκε καὶ ἡ ἁγιογράφησή του. Ἀκόμη, τὸ δῶρα, εἰκόνες, ἐγκόλπια καὶ χειρόγραφα, ὅταν ὁ Ἐλασσό-
Μοναστήρι ἀπέκτησε πολύτιμα καὶ σπανίας τέχνης κειμήλια, ὅπως ὁ ἀργυροχρυσοκέντη- νος Ἀρσένιος, πρώην μοναχὸς καὶ αὐτὸς τοῦ Δουσίκου, συ-
τος ἐπιτάφιος, τοῦ 1584, ἔργο τοῦ Ἀρσενίου μοναχοῦ, καθὼς καὶ ἄλλα χρυσοκέντητα (ἀέ- νοδεύει τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη Ἰερεμία τὸν Τρανὸ στὸ
ρας, ἐπιτραχήλια, ἐπιγονάτια, ζῶνες, ἐπιμάνικα) τοῦ 16ου καὶ 17ου αἰῶνα. Ἐπίσης, ἐγκόλ- ταξίδι του γιὰ τὴν Μόσχα, στὰ 1586. Ἐκεῖ προβαίνουν στὴν
πια, ἀργυροί, σμαλτωμένοι καὶ ξυλόγλυπτοι σταυροί, ἁγιοπότηρα, θυμιατά, εὐαγγέλια, ἀνακηρύξη τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας. Ὁ Ἀρσένιος παραμέ-
ἀντιμήνσια, ἀσημένια κανδήλια, εἰκόνες, μερικὰ ἐκ τῶν ὁποίων τοῦ 13ου αἰῶνα ἐντοπί- νει στὴ Ρωσσία ὑπηρετῶντας πλέον ἐκεῖ τὸ νεοσύστατο Πα-
ζονται στὸ σκευοφυλάκιο τῆς Μονῆς. Στὴ βιβλιοθήκη δὲ ὑπάρχουν χειρόγραφα μεγάλης τριαρχεῖο ὡς ἐπίσκοπος Ἀρχαγγέλων. Ὡστόσο, δὲν ξεχνᾶ καὶ
ἀξίας, ὅπως οἱ λόγοι Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου σὲ περγαμηνὴ τοῦ 11ου αἰῶνα, ποὺ ἀπο- τὰ Μοναστήρια τῆς πατρίδας του στέλνοντας πλούσια ἀφιε-
τελεῖ καὶ τὸ ἀρχαιότερο κειμήλιο τῆς Μονῆς, θεῖες Λειτουργίες, εὐαγγελιστάρια, σιγίλλια ρώματα. Τὸ 1602, «ὁ ταπεινὸς Ἀρχιεπίσκοπος Ἐλασσόνος καὶ
καὶ ἔγγραφα πατριαρχικά, ὀθωμανικὰ φιρμάνια, ἀνέκδοτο ἀρχειακὸ ὑλικὸ καὶ πολλὰ ἄλλα. τῶν Ἀρχαγγέλων τῆς μεγάλης Μοσχοβίας... Ἀρσένιος ἔστει-
Ἡ ἐπανίδρυση καὶ ὁ καλλωπισμὸς τῆς Μονῆς, καθὼς καὶ ἡ Πατριαρχική της περιωπή, λα τὰς παροῦσας θείας καὶ ἱερὰς λειτουργίας εἰς τὴν σεβασμί-
στηρίχθηκαν ἀρκετὰ στὴ σημαντικὴ συμβολὴ τοῦ ἀγραφιώτη Φαναριώτη ἄρχοντα Σκαρ- αν θείαν καὶ ἱερὰν μεγάλην Μονήν, τῆς πανάγνου Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας· τὴν
λάτου, ὁ ὁποῖος, ὡς προμηθευτὴς τῶν σουλτανικῶν στρατευμάτων, ἔγινε ἀπὸ τοὺς πλου- πλησίον Τατάρνας, ἐπαρχίας Λητζᾶς καὶ Ἀγράφων διὰ ψυχικήν μου σωτηρίαν. Ἀπὸ τῆς θε-
σιώτερους ἀνθρώπους τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Σὲ δικές του δωρεὲς ὀφειλόταν οσώστου μεγαλοπόλεως Μοσχοβίας, τῆς μεγάλης Ῥωσίας».
ἡ μεγάλη κτηματικὴ περιουσία τῆς Μονῆς στὸ χῶρο τῆς σημερινῆς Ρουμανίας, ἀλλὰ καὶ Τὸν Ἰούνιο τοῦ 1676 ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Παρθένιος Δ΄ ὁ Μογιλάλος μὲ σιγίλ-
στὴν ἴδια τὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν ἀσιατικὴ πλευρά, στὴν περιοχὴ τῆς Χαλκηδόνας. λιό του, κατὰ τὴν τετάρτη πατριαρχία του (1675-1676), ἐπιβεβαίωσε καὶ πάλι τὴν Πατρι-
Πολὺ γρήγορα τὸ Μοναστήρι τῆς Τατάρνας ἔφθασε σὲ τέτοια ἀκμή, ὥστε νὰ γίνει ἕνα αρχικὴ καὶ Σταυροπηγιακὴ ἀξία τῆς Τατάρνας, γεγονὸς ποὺ μαρτυρεῖ τὴν σταθερὴ ἀκμὴ
ἀπὸ τὰ πιὸ ὀνομαστὰ καὶ φημισμένα Μοναστήρια τοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου. Μὲ δωρεὲς ἀλλὰ τῆς Μονῆς: «Ἐπειδὴ τοιγαροῦν καὶ τανῦν ἐνεφανίσθησαν ἡμῖν παλαιγενῆ τινα τῶν πρό-
καὶ ἀγορὲς ἀπέκτησε σημαντικὴ κτηματικὴ περιουσία σὲ ἀμπέλια καὶ ἐλαιῶνες. Ἡ πα- παλαι ἀοιδίμων πατριαρχῶν γράμματα, παριστῶντα τὴν πολυχρόνιον ἐκ βάθρων οἰκοδο-
ράδοση ἀναφέρει ὅτι οἱ μοναχοί του, στὶς ἀρχὲς τοῦ 17ου αἰῶνα, ἀνέρχονταν στοὺς 250. μήν, καὶ σταυροπηγιακὴν φιλοτιμίαν, ναὶ μὴν καὶ παντελῆ ἐλευθερίαν σὺν τούτοις, τοῦ ἱε-
Γύρω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι συγκεντρώθηκαν πολλοὶ ἄνθρωποι προκειμένου νὰ ἐργαστοῦν ροῦ καὶ σεβασμίου μοναστηρίου, τοῦ κατὰ τὴν ἐπισκοπὴν Λητζᾶς καὶ Ἀγράφων ἐν τοῖς ὁρί-
σὲ διάφορα διακονήματα. Ἀποτέλεσμα ἦταν νὰ δημιουργηθεῖ σταδιακὰ καὶ τὸ ὁμώνυμο οις καὶ τόποις τῶν Πενιανιτῶν καλουμένου, τοῦ Λευκοποτάμου πλησίον, ἐπ’ ὀνόματι σε-
μὲ τὴ Μονὴ χωριὸ Τατάρνα. μνυνομένου τῆς ὑπὲρ λόγον τὸν Λόγον κυησάσης ὑπερενδόξου δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου
καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας κεκλημένου τε τῆς Φανερωμένης, καὶ ἐπώνυμον ἔχοντος φημίζε- ἱεροῦ καὶ σεβασμίου μοναστηρίου τῆς ὑπεραγίας δε-
σθαι τῆς Τετάρνης κοινοβιακοῦ τε καθεστηκότος, ἐξ αὐτῆς τῆς πρώτης αὐτοῦ κατάρξεως σποίνης ἡμῶν Θεοτόκου τῆς Φανερωμένης, ἐπιλεγό-
ὑπὸ τοῦ ἀνεγείραντος αὐτὸ θεοφιλοῦς ἀνδρός, καὶ ἐναρέτου Δαυῒδ ἱερομονάχου, καὶ τῶν μενου τῆς Τετάρνης, ἐν τῇ ἐπισκοπῇ Λιτζᾶς καὶ Ἀγρά-
συναντιλαβόντων αὐτῷ Μεθοδίου ἱερομονάχου, καὶ ἑτέρων δύο, τῶν εὐλαβεστάτων αὐτοῖς φων ἐνεφανίσθη γὰρ ἤδη ἡμῖν πατριαρχικόν, συνοδι-
ἀδελφῶν, καὶ μετὰ πολλῆς τῆς ἱκεσίας προσδραμόντες τῇ κοινῇ κηδεμονίᾳ καὶ προστασίᾳ κόν, σιγγιλιῶδες γράμμα τοῦ ἀοιδίμου ἐν πατριάρχαις
τῆς καθ’ ἡμᾶς τοῦ Χριστοῦ μεγάλης Ἐκκλησίας, οἱ ἐν αὐτῷ φιλαρέτως συνασκούμενοι, καὶ Γαβριήλ, περὶ τῆς ἀρχαίας σταυροπηγιακῆς αὐτοῦ ἀξί-
ψυχικῶς γυμναζόμενοι πατέρες, ἠξίωσαν ἡμᾶς ἐπιλαβέσθαι τῆς θείας ταύτης Μονῆς· ὡς ας, κατὰ τὸ ἐμφανισθὲν τότε προγενέστερον σιγγίλι-
τὴν φροντίδα τῶν ἁπανταχοῦ ἁγίων ἐκκλησιῶν θεόθεν ἐμπιστευθέντας, καὶ γράμμα νέον, ον τοῦ ἀοιδίμου Παρθενίου, περιέχον ὅτι Δαυΐδ τις ἱε-
καθὰ νενόμισται, πατριαρχικὸν προσεπιβραβεῦσαι τοῖς παλαιγενέσιν ἐκείνοις γράμμασι, ρομόναχος τότε, ἔχων συνεργοὺς Μεθόδιόν τινα, καὶ
πρὸς μονιμωτέραν κατάστασιν, καὶ ἐναργεστέραν ἀσφάλειαν τῶν τοῦ διαληφθέντος μονα- ἑτέρους δύω ἀδελφοὺς ἀνήγειρεν αὐτό, καὶ ἐκ πρώτης
στηρίου προτερημάτων, τῆς ἀρχαιογόνου περὶ αὐτὸ πατριαρχικῆς φιλοτιμίας,... ἵνα τὸ δια- κατάρξεως σταυροπηγιακῇ ἀξίᾳ ἐτετίμητο· καὶ ἀπο-
ληφθὲν ἱερὸν Μοναστήριον τῆς ὑπεραγίας μου Θεοτόκου, κεκλημένης τῆς Φανερωμένης, φαινόμενον ἵνα τὸ Μοναστήριον τοῦτο, μετὰ τῶν με-
ἐπιλεγόμενον δὲ Τετάρνη, μετὰ τῶν προσόντων αὐτῷ μετοχίων,... καὶ πάντων τῶν ἐνυπαρ- τοχίων αὐτοῦ,... καὶ μετὰ πάντων τῶν κτημάτων καὶ
χόντων τέως αὐτῷ καὶ τῶν μεθύστερον Θεοῦ ἐλέει ἐπιγενησομένων κτημάτων καὶ ἀφιερω- πραγμάτων αὐτοῦ ὑπάρχει σταυροπήγιον. Εἰς ἀνακαί-
μάτων κινητῶν τε καὶ ἀκινήτων, μέχρι τῆς τῶν αἰώνων συντελείας εἶναι καὶ λέγεται, καὶ νισιν οὖν τούτου γράφοντες διὰ τοῦ παρόντος ἡμετέ-
παρὰ πάντων διαγινώσκεται, καθάπερ ἐξ ἀρχῆς καθιέρωται, σταυροπηγιακὸν καὶ πατρι- ρου πατριαρχικοῦ καὶ συνοδικοῦ σιγγιλιώδους γράμ-
αρχικόν». Τὸ 1666, ὁ ἴδιος Πατριάρχης προσαρτᾶ στὸ Μοναστήρι τῆς Τατάρνας, ὡς με- ματος, ἀποφαινόμεθα συνοδικῶς..., ἵνα τὸ ῥηθὲν ἱερὸν
τόχι, τὸ μονύδριο τῆς Θεοτόκου στὸ Δραγαμέστο τῆς Ναυπακτίας. καὶ σεβάσμιον Μοναστήριον τῆς ὑπεραγίας δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου τῆς Φανερωμένης,
Ἰδιαίτερα σημαντικὸς εἶναι ὁ σύνδεσμος μὲ τὴ Μονὴ τοῦ Εὐγενίου Αἰτωλοῦ ὁ ὁποῖος ἐπιλεγομένου τῆς Τετάρνης τὸ ἐν τῇ ἐπισκοπῇ Λιτζᾶς καὶ Ἀγράφων, μετὰ τῶν ἀνωτέρω
χειροτονήθηκε σὲ αὐτὴν διάκονος, τὸ 1615: «...περὶ ἧς πολλὴν ἔσχεν ἐκ πολλοῦ τὴν φροντί- ἀπηριθμημένων μετοχίων καὶ παρεκκλησιῶν αὐτοῦ καὶ μετὰ πάντων τῶν λοιπῶν κτημά-
δα καὶ τῆς ἀνακαινίσεως ταύτης, (ἠρημωμένης οὔσης) αὐτὸς οὗτος ὑπῆρξεν αἴτιος». Ὁ Εὐγέ- των καὶ πραγμάτων καὶ ἀφιερωμάτων αὐτοῦ, κινητῶν τε καὶ ἀκινήτων, τῶν τε ἤδη ὄντων
νιος Αἰτωλός, τὸ 1650, ἀπέστειλε στὸ Μοναστήρι ἕνα ἐξαιρετικῆς τέχνης ἀσημένιο δισκο- καὶ τῶν εἰσέπειτα προσγενησομένων καί, ὡς ἀνέκαθεν καὶ ἐξ ἀρχῆς οὕτω καὶ εἰς τὸν ἑξῆς
πότηρο. Τὸ ἴδιο ἐνδιαφέρον πρὸς τὸ Μοναστήρι δείχνει καὶ ὁ μαθητής του Ἀναστάσιος ὁ ἅπαντα χρόνον ὑπάρχῃ καὶ λέγηται καὶ παρὰ πάντων γινώσκηται, ἡμέτερον πατριαρχικόν,
Γόρδιος, ὁ ἰατροφιλόσοφος, ὁ ὁποῖος ἐνδιαφερόμενος γιὰ τὴν ὑγεία τῶν πατέρων φέρεται σταυροπηγιακόν, ἀδούλωτον, ἀκαταπάτητον, καὶ ὅλως ἀνενόχλητον παρ’ οὑτινοῦν προσώ-
νὰ στέλνει συνταγὲς καὶ φάρμακα γιὰ τὴ θεραπεία τους. Ὁ Εὐγένιος Αἰτωλὸς προέτρεψε που ἱερωμένου ἢ λαϊκοῦ, μνημονευομένου ἐν αὐτῷ τοῦ κανονικοῦ πατριαρχικοῦ ὀνόματος».
μάλιστα τὸν πρώην ἀρχιεπίσκοπο Φαναρίου καὶ Νεοχωρίου Ἀνανία (1678 καὶ 1682), πα- Ἀπὸ τὸν 17ο ἀκόμη αἰῶνα τὸ Μοναστήρι διαδραμάτισε σημαντικὸ ρόλο στὰ ἱστορικὰ
λαιὸ ἀδελφὸ τῆς Μονῆς, νὰ ἀναλάβει τὴν ἡγουμενία στὸ Μοναστήρι τῆς μετανοίας του. γεγονότα τῆς περιοχῆς. Σὲ αὐτὸ τὸ βοήθησε καὶ ἡ θέση του, δίπλα στὰ σημαντικότερα
Ὁ Καισάριος Δαπόντες, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς πιὸ ἀξιόπιστες καὶ λεπτομερεῖς περάσματα τῆς περιοχῆς καὶ κυρίως τοῦ γεφυριοῦ τῆς Τατάρνας, ἀπὸ ὅπου ὑποχρεωτικὰ
ἱστορικὲς πηγὲς τῶν χρόνων 1731-1765, καθὼς μᾶς προσφέρει σημαντικὲς γεωγραφικές, ἔπρεπε νὰ διαβοῦν ὅσοι ἤθελαν νὰ κατευθυνθοῦν πρὸς τὴν περιοχὴ τοῦ Βάλτου, τὰ Ἄγρα-
ἐθνογραφικές, κοινωνικοανθρωπολογικὲς καὶ φιλολογικὲς πληροφορίες τοῦ βαλκανικοῦ φα ἢ καὶ τὴ Θεσσαλία. Ὁ μητροπολίτης Λαρίσης Διονύσιος ὁ Φιλόσοφος, ὁ ἀποκαλού-
χώρου τῆς ἐποχῆς του (1713-1784), ἀναφέρει γιὰ τὴ Μονὴ τῆς Τατάρνας σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ μενος ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς του ὡς Σκυλόσοφος, ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τῆς Τατάρνας ξεκίνη-
στιχουργήματά του: «Ἀκούω κατὰ τ’ Ἄγραφα εἰς τὴν τοῦ Φαναρίου ἐπισκοπήν, ἀντάμα δὲ σε τὴν ἐπανάστασή του, τὸ 1601. Λόγῳ τῆς σημαντικῆς του θέσης τὸ Μοναστήρι δεχό-
καὶ τοῦ Νεοχωρίου, Τατάρνα Μοναστήριον εἶναι τῆς Παναγίας παρόμοιον ὡς τὰ λοιπὰ εἰς ταν καὶ φιλοξενοῦσε πάντα μεγάλο πλῆθος προσκυνητῶν, ἐνῷ πολλοὶ ὁπλαρχηγοὶ τοῦ
τὰς θαυματουργίας». Τὸ Μοναστήρι τὸ σεβάστηκαν καὶ οἱ μεγάλες δυνάμεις τῆς ἐποχῆς, Ἀρματωλικίου τῶν Ἀγράφων καὶ τοῦ Βάλτου κατέστησαν τὸ Μοναστήρι ὡς κέντρο τους.
ὅπως ἡ Βενετία καὶ τὸ Βασίλειο τῶν Δύο Σικελιῶν. Μάλιστα, ἡ Βενετία, σὲ ἔνδειξη σε- Χρονικὲς σημειώσεις σὲ παλιὰ λειτουργικὰ βιβλία ἀναφέρουν τὴ φιλοξενία στὸ Μονα-
βασμοῦ πρὸς τὴν «Nuestra Siniora di Tarne», τῆς ἀφιέρωσε τέσσερα ἀσημένια ἅγια πο- στήρι τοῦ μυθικοῦ Κατσαντώνη, ὁ ὁποῖος, μάλιστα, δώρισε στὴ Μονὴ μία μεγάλη ἀση-
τήρια καὶ ἕνα ἀσημένιο θυμιατό ἕως σήμερα σωζόμενα. μένια κανδήλα σὲ ἐκπλήρωση τάματος, ὅπως ἀναφέρεται καὶ στὸ δίστιχο: «Χίλια φλου-
Τὴ σταυροπηγιακὴ ἀξία τῆς Μονῆς ἐπιβεβαίωσαν καὶ οἱ Πατριάρχες Γαβριὴλ Δ΄ (1780- ριά ‘χω στὸ Προυσσὸ καὶ χίλια στ’ Βαρετάδα, καὶ στῆς Τατάρνας τὴ Μονὴ ἕνα χρυσὸ κα-
1785), τὸ 1782, καὶ Νεόφυτος Ζ΄, κατὰ τὴν πρώτη του πατριαρχία (1789-1794), τὸ 1792. Ἡ ντήλι». Κατὰ καιροὺς ἀπὸ τὸ Μοναστήρι πέρασαν καὶ ἄλλοι ὀπλαρχηγοὶ καὶ ἀγωνιστές,
τελευταία ἐπιβεβαίωση τῆς Πατριαρχικῆς καὶ Σταυροπηγιακῆς τιμῆς τῆς Τατάρνας πραγ- ὅπως ὁ Ράγκος, ὁ Λεπενιώτης, ὁ Ἀνδροῦτσος καὶ ὁ Καραϊσκάκης. Κατὰ τὴν Ὀθωμανικὴ
ματοποιεῖται μὲ σιγίλλιο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄, κατὰ τὴν πρώτη του περίοδο στὸ Μοναστήρι λειτουργοῦσε ἐπίσης σχολεῖο τῶν στοιχειωδῶν γραμμάτων.
πατριαρχία (1797-1798) καὶ συγκεκριμένα τὸν Φεβρουάριο τοῦ 1798: «...ὡς καὶ περὶ τοῦ Ὡστόσο, τὸ Μοναστήρι δὲν ἦταν ἄμοιρο καὶ καταστροφῶν, τόσο φυσικῶν, ὅπως ὁ ἰσχυρὸς
σεισμὸς τὸν Φεβρουάριο τοῦ 1743, ὁ ὁποῖος προκάλεσε μεγάλες καταστροφὲς στὴν εὐρύτε-
ρη περιοχή, ὅσο καὶ ἄλλων ποὺ προκλήθηκαν ἀπὸ τὶς ἱστορικὲς ἐξελίξεις καὶ τὶς ἀνθρώπινες τόχια της σταδιακὰ χάθηκαν ἢ καταπατήθηκαν, ἐνῷ οἱ μοναχοὶ ἀναλώθηκαν σὲ δίκες καὶ
ἐνέργειες. Σώζονται μάλιστα ἐκκλήσεις τῶν πατέρων τῆς Μονῆς πρὸς τοὺς ἡγεμόνες τῆς προστριβὲς γιὰ τὴ διεκδίκηση μέρους τῆς παλαιᾶς περιουσίας, ὥστε νὰ μπορέσει τὸ Μονα-
Μολδαβίας καὶ τῆς Βλαχίας γιὰ τὴν παροχὴ βοήθειας. Ἐξιστοροῦνται τὰ δεινὰ τῆς Μονῆς καὶ στήρι νὰ συντηρηθεῖ καὶ νὰ ἐπιβιώσει, δυστυχῶς μόλις γιὰ 120 χρόνια. Τὸ τρίτο αὐτὸ Μονα-
οἱ καταστροφές της ἀπὸ τοὺς ἐπιδρομεῖς. Ἀκόμα, μέσα ἀπὸ ἐπιστολὲς τῶν διδασκάλων τοῦ στήρι τῆς Τατάρνας δὲν ὑπάρχει σήμερα, καθὼς κατέρρευσε τὸ 1963, μετὰ ἀπὸ τὶς γεωλο-
Γένους Εὐγενίου τοῦ Αἰτωλοῦ καὶ τοῦ μαθητοῦ του Ἀναστασίου τοῦ Γόρδιου, φαίνονται κα- γικὲς ἀναστατώσεις ποὺ προκάλεσε κατολίσθηση, ἕνεκα τῶν πολλῶν τότε βροχοπτώσεων.
θαρὰ oἱ θυσίες τοῦ Μοναστηρίου, oἱ καταστροφὲς καὶ oἱ διώξεις σὲ βάρος τῶν μοναχῶν του. Μετὰ ἀπὸ μερικὰ χρόνια, τὸ 1969, οἰκοδομήθηκε, σὲ διαφορετικὴ καὶ πάλι θέση, τὸ
Ἡ Μονὴ δῃώθηκε καὶ καταστράφηκε ἀπὸ ὀρδὲς νεώτερο Μοναστήρι ἀπὸ τὸν σημερινὸ καθηγούμενο τῆς Μονῆς Δοσίθεο Κανέλλο καὶ τὴ
Τουρκαλβανῶν τοὐλάχιστον ἕνδεκα φορὲς μέχρι νέα μικρὴ ἀδελφότητα, ποὺ ἀγωνίζεται νὰ δώσει στὴ Μονὴ καὶ στὰ μετόχια της τὴν πα-
τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821. Γρήγορα ὅμως ξεπερ- λιά τους αἴγλη. Φέτος συμπληρώνονται ἀκριβῶς 50 χρόνια ἀπὸ τὴν ἀνάληψη τῆς ἡγου-
νοῦσε τὴν καταστροφὴ καὶ συνέχιζε τὴ λειτουργία μενίας τῆς Μονῆς ἀπὸ τὸν πατέρα Δοσίθεο. Ἐπιβάλλεται, λοιπόν, τιμητικῶς, νὰ γίνει μία
του προσφέροντας, ὄχι μόνο ποιμαντικά, ἀλλὰ καὶ σύντομη ἀναφορὰ στὸ πρόσωπο τοῦ σεβαστοῦ Γέροντα στὴ συνάφεια αὐτή.
ἐθνικά. Τὸ 1804, τὸ Μοναστήρι ἐρημώνεται ἐντελῶς
γιὰ ὀκτὼ μῆνες, καθὼς 800 Τουρκαλβανοὶ τὸ κατέ-
λαβαν καὶ τὸ λεηλάτησαν. Ὡστόσο, τόσο μεγάλη ἦταν ἡ φήμη τοῦ Μοναστηρίου ποὺ ὁ
ἴδιος ὁ Ἀλῆ Πασᾶς ὁ Τεπελενλῆς, τὸ 1810, ἔδωσε τὴν ἄδεια γιὰ νὰ οἰκοδομηθεῖ τὸ μετό-
χι τῆς Ἁγίας Τριάδος στὸ Βραχώρι (σημερινὸ Ἀγρίνιο) καὶ νὰ καταστεῖ σπουδαῖο πνευ-
ματικὸ κέντρο γιὰ ὁλόκληρη τὴν περιοχή. Σὲ χρονικὴ σημείωση ἀναφέρεται ὅτι, στὶς 14
Μαρτίου τοῦ 1810, τὰ ἱερὰ σκεύη τῆς Παναγίας Τατάρνας μεταφέρθηκαν, πιθανότατα
γιὰ λόγους ἀσφαλείας, στὸ Βραχώρι, στὸ μεγάλο μετόχι τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἡ Μονὴ δι-
έθετε ἀκόμη μετόχια στὸ Αἰτωλικὸ καὶ στὴ Θεσσαλονίκη, ἀλλὰ καὶ στὶς παραδουνάβιες
ἡγεμονίες. Οἱ πατέρες μετέβαιναν μέχρι καὶ τὴ Ρωσία συγκεντρώνοντας λογίες.
Κατὰ τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821, oἱ μοναχοὶ τῆς Τατάρνας, ἀκολουθῶντας τὸν ἡγού-
μενό τους Κυπριανό, ἀγωνίστηκαν καὶ αὐτοὶ πολεμῶντας στὸ πλευρὸ τοῦ Ἀνδρούτσου
στὴ μάχη τοῦ γεφυριοῦ τῆς Τατάρνας καὶ στὸ πλευρὸ τοῦ Καραϊσκάκη στὴ μάχη τῆς Κο-
ρομηλιᾶς. Ταυτόχρονα, ὁλόκληρη σχεδὸν ἡ περιουσία τοῦ Μοναστηριοῦ, κινητὴ καὶ ἀκι-
νήτη, δόθηκε στὸν ἀγῶνα. Τὸ Μοναστήρι ἔφθασε μάλιστα νὰ συντηρεῖ τέσσαρις χιλιάδες Ὁ πατὴρ Δοσίθεος, κατὰ κόσμον Στυλιανὸς Κανέλλος, γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ 1936.
περίπου ἀγωνιστὲς σὲ τροφὲς καὶ πολεμοφόδια. Ἀπὸ τοὺς πενῆντα μοναχοὺς τῆς Τατάρ- Oἱ γονεῖς του, οἱ ὁποῖοι ἥλκυαν τὴν καταγωγή τους ἀπὸ τὴν Τρίπολη καὶ τὴν Κέα (Τζιά) ἀντί-
νας ἀπέμειναν μόνο δώδεκα. Οἱ ὑπόλοιποι ἔπεσαν στὰ πεδία τῶν μαχῶν. στοιχα, ὀνομάζονταν Γεώργιος καὶ Ἐλευθερία. Ἀπὸ μικρὴ ἡλικία ὁ πατὴρ Δοσίθεος ἀνδρώ-
Τὸ 1823, τὸ Μοναστήρι καταστράφηκε ἀπὸ τὸν θηκε σὲ ἐκκλησιαστικὸ περιβάλλον καὶ ἀφιερώθηκε στὴ λατρεία τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ.
Κοὺρτ Πασά. Οἱ λίγοι πατέρες ποὺ ἀπέμειναν διέμε- Μυήθηκε στὴν τέχνη τῆς ψαλμῳδίας καὶ τῆς εὐτάκτου ἐπιτέλεσης τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν
ναν γιὰ ἀρκετὰ χρόνια στὸ μετόχι τοῦ Ἁγίου Γεωρ- ἀπὸ σοφοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ἄνδρες. Συνδέθηκε, εἰδικότερα, μὲ τοὺς ἁγιορείτες πατέρες
γίου, μία ὥρα ἀπόσταση ἀπὸ τὰ ἐρείπια τῆς Μονῆς Ἱερώνυμο καὶ Φώτιο τῶν Σιμωνοπετριτῶν, τοὺς ὁποίους γνώρισε στὸ Μετόχι τῆς Ἀναλή-
τους, ἐκεῖ ὅπου βρίσκονταν oἱ μύλοι, oἱ νεροτριβὲς ψεως στὸ Βύρωνα, ἕνα μοναστικὸ κάθισμα ποὺ βρισκόταν πλησίον τῆς πα-
καὶ τὰ μαντάνια της. Τὸ Μοναστήρι ξανακτίσθηκε τρικῆς του κατοικίας. Στὸ Μετόχι δημιούργησε στενὸ δεσμὸ καὶ μὲ τὸν νε-
γιὰ τρίτη φορά, τὸ 1841, ἀφοῦ γλύτωσε ἀπὸ τὴ διά- αρὸ Ἰωάννη Φουντούλη, ὁ ὁποῖος ἔμμελε νὰ γίνει σπουδαῖος καθηγητὴς
λυση τῶν Μονῶν κατὰ τὴν Ὀθωνικὴ περίοδο. Οἰκο- τῆς λειτουργικῆς ἐπιστήμης καὶ κορυφαίος πανεπιστημιακὸς δάσκαλος.
δομήθηκε μάλιστα μὲ σχέδια τοῦ Βαυαροῦ μηχανι- Τὴν ἴδια ἐποχὴ ὠφελήθηκε πολλαπλῶς καὶ ἀπὸ τὸν τότε ἀρχιμανδρίτη
κοῦ Knocht σὲ χῶρο νοτιότερα τοῦ παλαιοῦ. Ὁλο- καὶ μετέπειτα Μητροπολίτη Καμπανίας Κοσμᾶ Παπαδόπουλο, ὁ ὁποῖος,
κληρώθηκε σὲ τρία χρόνια, τὸ 1843, ἐπὶ ἡγουμενίας Γερμανοῦ, μετὰ ἀπὸ διενέργεια ἐρά- κατὰ τὸ διάστημα τῶν σπουδῶν του στὴν Ἀθήνα (1953-1957), ὑπηρέτη-
νων γιὰ τὴ συγκέντρωση τοῦ ἀπαιτούμενου ποσοῦ. Ὡστόσο, ἡ ἀκαταλληλότητα τοῦ ἐδά- σε ὡς ἐφημέριος καὶ προϊστάμενος στὸν Ἱερὸ Ναὸ Ἁγίας Τριάδος Βύρωνα.
φους πολὺ γρήγορα προκάλεσε νέα ζητήματα μὲ μεγάλα ρήγματα, κυρίως στο Καθολικό. Τὸ ἔτος 1956, κατὰ τὸν μῆνα Μάρτιο, προσῆλθε ὡς δόκιμος μοναχὸς στὴν Ἱερὰ Μονὴ
Ἡ Μονὴ δὲν μπόρεσε νὰ ξανάβρει τὴν παλαιὰ ἀκμή της. Τὰ πλούσια καὶ προσοδοφόρα με- Προυσοῦ, ἐνῷ τὸ ἔτος 1959 ἐκάρη μεγαλόσχημος μοναχὸς ὑπὸ τοῦ ἡγουμένου τῆς Μονῆς
Προυσοῦ Γερμανοῦ, λαβὼν τὸ ὄνομα Δοσίθεος. Ἐχειροτονήθη διάκονος, στὴ Μονὴ τῆς ον, ἱερὰ ἀκολουθία πλήρης καὶ παρακλητικὸς κανὼν τοῦ ἁγίου ἐνδόξου μεγαλομάρτυρος
μετανοίας του, στὶς 23 Αὐγούστου τοῦ 1961, ἀπὸ τὸν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ναυ- Σεβαστιανοῦ καὶ τῶν σὺν αὐτῷ, ὧν ἡ μνήμη τῇ ιη΄ Δεκεμβρίου (2001), Τριῴδια Πεντηκο-
πακτίας καὶ Εὐρυτανίας κυρὸ Δαμασκηνό. Πρεσβύτερος ἐχειροτονήθη ἀπὸ τὸν ἴδιο, στὶς σταρίου Ἁγίου Ἰωσὴφ τοῦ Ὑμνογράφου (2018), καί, μὲ τὴν εὐλογία τοῦ πατρὸς Δοσιθέου
4 Δεκεμβρίου τοῦ 1963, λαβὼν ταυτόχρονα καὶ τὸ ὀφφίκιο τοῦ Ἀρχιμανδρίτου. Στὴ συ- ἐκδόθηκαν ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Μονὴ Τατάρνης τὰ ἑξῆς: Ἱερὰ ἀκολουθία εἰς τὴν ἀνάμνησιν τοῦ ἐν
νέχεια διορίστηκε ὡς ἱεροκήρυκας στὴν Εὐρυτανία. Νικαίᾳ μεγίστου θαύματος, ὅτε ὁ Μέγας Βασίλειος διὰ προσευχῆς, κατὰ τὴν ιθ΄ Ἰανουαρίου,
Τὸ ἔτος 1969 διορίστηκε ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Τατάρ- ἠνέῳξε τὰς πύλας τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας καὶ περέθετο αὐτὴν τοῖς Ὀρθοδόξοις (2014),
νης, τὴν ὁποία καὶ ἀνοικοδόμησε ἐκ βάθρων. Ἔτσι ἐγκαινιάσθηκε Ἱερὰ Ἀκολουθία ἁγίου ἀποστόλου Στάχυος (2015), Ἱερὰ ᾀσματικὴ ἀκολουθία Ληστοῦ τοῦ
ἡ τέταρτη φάση τῆς ἱστορίας τῆς Μονῆς. Ἔκτοτε ὁ πατὴρ Δοσί- Εὐγνώμονος (2016), καὶ τὸ Νέον Θεοτοκάριον (2018), πονήματα τοῦ μοναχοῦ Γερμανοῦ.
θεος ἔχει ἀναπτύξει πλούσια πνευματικὴ καὶ ποιμαντικὴ δράση, Ὁ πιστὸς ὑποτακτικὸς τοῦ πατρὸς Δοσιθέου μο-
παραμένοντας συνειδητὰ μακρυὰ ἀπὸ κοσμικὲς ἐνασχολήσεις ναχὸς Γερμανός, κατὰ κόσμον Σταῦρος Ἠλιόπουλος,
καὶ διεκδικήσεις. Εἰδικότερα, σὲ συνέντευξη ποὺ παραχώρησε εἶναι ὁ νεώτερος ἀδελφὸς τῆς Μονῆς. Ἡ κουρά του
στὸν δημοσιογράφο Νίκο Παπαχρῆστο τὸ 2010, ὁ πατὴρ Δοσί- ἔλαβε χώρα στὶς 16 Δεκεμβρίου 2011 στὸν Πάνσεπτο
θεος, ἀναφερόμενος στὴ μηδαμινὴ περιουσία τῆς Μονῆς, δίνει Πατριαρχικὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στὸ Φανάρι,
τὸ στίγμα τῆς ἡγουμενίας του. Ἀναφέρει συγκεκριμένα: «Περι- μπροστὰ ἀπὸ τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Παμμα-
ουσία δὲν ἔχουμε καὶ οὔτε θέλουμε νὰ ἔχουμε. Γιατὶ ὅσο ἄκουγα καρίστου. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐκφράζει τοὺς στενότα-
καὶ ἀκούω ὅτι πᾶνε σὲ δικαστήρια γιὰ περιουσίες, γιὰ καταπατή- τους δεσμοὺς τῆς Μονῆς μὲ τὸ Μεγάλο Μοναστήρι,
σεις, τὸ ἕνα ἢ τὸ ἄλλο, νὰ μοῦ λείπει. Ἐγὼ ἦρθα στὸ Μοναστήρι δηλαδὴ τὸ Οἱκουμενικὸ Πατριαρχεῖο. Ὁ πατὴρ Δοσί-
νὰ σώσω τὴν ψυχή μου, ὄχι νὰ τρέχω στὰ δικαστήρια». Στὴν ἴδια θεος καλλιέργησε καὶ καλλιεργεῖ τὶς σχέσεις αὐτές,
συνέντευξη, ὁ πατὴρ Δοσίθεος, μὲ μία δόση αὐτοσαρκασμοῦ, ποὺ εἶναι δηλωτικὸ τῆς ταπει- μὲ σεβασμὸ στοὺς ἐκκλησιαστικοὺς θεσμοὺς καὶ τὴν ἱστορία. Αὐτὸ φαίνεται περίτρανα,
νοφροσύνης του, ὁμιλεῖ καὶ γιὰ τὴν ἄσκηση τῆς ἡγουμενίας του ὡς ἑξῆς: «Περισσότερο εἶμαι πέραν ἀπὸ τὴν ἔκδοση τοῦ Ἐγκολπίου Ἡμερολογίου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τοῦ
μάγειρας παρὰ ἡγούμενος. Ἔχω μιὰ ἱκανότητα νὰ συνθέτω συνταγές. Ἄλλοι συνθέτουν ποιή- ὁποίου εἶχε τὴν ἐπιμέλεια γιὰ 15 συναπτὰ ἔτη, δηλαδὴ ἀπὸ τοῦ 2003 ἕως τοῦ 2017, καὶ
ματα καὶ ἄλλοι συνταγές. Τί νὰ κάνουμε. Καὶ αὐτὴ μία ποίησις εἶναι. Ποίησις κατσαρόλας!». ἀπὸ τὶς ἐξῆς ἐκδόσεις: Θέλω νὰ πιῶ ὅλο τὸ Βόσπορο (5 ἐκδόσεις), Ἡ ἐν Κωνσταντινουπό-
Ἐν ὀλίγοις, τὸ πλούσιο ἔργο τοῦ πατρὸς Δοσιθέου κινεῖται λει συντεχνία τῶν Γουναράδων (2012), Μιὰ γοργόνα στὸ Κεράτιο (2001), Ἀνέκδοτος ἐπι-
λιγότερο πρὸς τὴν ἀπόκτηση ἀκίνητης περιουσίας καὶ περισ- στολὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Γρηγορίου τοῦ Ε΄ πρὸς τὴν Ἱερὰν Μονὴν Τετάρνης
σότερο πρὸς τὴν ἀνάπτυξη τοῦ γραπτοῦ λόγου. Ὁ γραπτὸς (2000), «Αἱ ἀνὰ τοὺς αἰῶνας μεταβολαὶ καὶ ἀλλοιώσεις τῆς λειτουργικῆς τάξεως καὶ τῶν
λόγος, ἄλλωστε, εἶναι πιὸ σταθερὸς καὶ μόνιμος ἀπ’ ὅτι τὰ τυπικῶν διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως» (μελέτη στὸ Γηθόσυνον Σέβα-
οἰκόπεδα καὶ τὰ κτίρια, κατὰ τὴν ἔκφραση scripta manent (τὰ σμα, τ. Α΄, Θεσσαλονίκη 2013, 605-632) καὶ Ὀρθοδοξία καὶ φυσικὸν περιβάλλον (στὸ ὁποῖο
γραπτὰ μένουν), εἶναι καὶ πιὸ ὠφέλιμος γιὰ τοὺς πιστούς. Ἔτσι ἐκδίδεται αὐτοτελῶς ἡ ὕλη τοῦ Ἐγκολπίου Ἡμερολογίου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχεί-
ὁ πατὴρ Δοσιθέος ἐπιδόθηκε στὴ συγγραφὴ βιβλίων, διαφό- ου τοῦ ἔτους 2005). Ἡ ἐνδεικτικὴ αὐτὴ ἀναφορὰ εἶναι δυνατὸν νὰ κλείσει μὲ τὸν Ὁδηγὸ
ρων ἄρθων καὶ πολλῶν μελετῶν. Αὐτὰ ἀποτελοῦν, λοιπόν, Ὀρθοδόξου Προσκυνητοῦ, πόνημα τοῦ πατρὸς Δοσιθέου πολὺ χρήσιμο γιὰ ὅλους τοὺς πι-
καὶ τὴ βασικὴ «περιουσία» τῆς σύγχρονης Μονῆς Τατάρνης. στοὺς ποὺ θέλουν νὰ προσκυνήσουν στὰ ἱερὰ σεβάσματα τοῦ Γένους, μὲ κορωνίδα αὐτὰ
Οἱ ἐκδόσεις αὐτὲς εἶναι δυνατὸ νὰ ἐνταχθοῦν σὲ θεματικὲς κάτω ἀπὸ τὸ τρίπτυχο: τῆς Βασιλευούσης τῶν πόλεων, τὴν ὁποία ὁ πατὴρ Δοσίθεος ἀποκαλεῖ «Ἁγιούπολιν».
Ναὸς – Κωνσταντινούπολη – Τράπεζα. Σχετικὰ μὲ τὴ λειτουργικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλη- Ἡ μεγάλη ἀγάπη τοῦ πατρὸς Δοσιθέου γιὰ τοὺς ἁγίους τῆς Ἑκκλησίας, οἱ ὁποῖοι χαράσ-
σίας ἀναφέρουμε ἐνδεικτικὰ τὴ νέα ἔκδοση τοῦ Τυπικοῦ τοῦ ὁσίου καὶ θεοφόρου πατρὸς σουν γιὰ τοὺς πιστοὺς τὴν ἀσφαλεστέρα ὁδὸ πρὸς σωτηρίαν, διαφαίνεται καὶ ἀπὸ τὶς ἑξῆς
ἡμῶν Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου, μὲ διορθώσεις καὶ λεπτομερῆ ὑπομνηματισμὸ ἀπὸ τὸν πα- ἐκδόσεις: Νεόδρεπτα κρίνα τῆς Ἐκκλησίας (1971), Οἱ
τέρα Δοσίθεο. Πρόκειται περὶ μνημειώδους ἔργου, ποὺ ἔχει ὡς βάση τὴν πρώτη ἔντυπη Ἅγιοί μας (1998), Τὸ Νόημα τῆς ἁμαρτίας κατὰ τὴν δι-
ἔκδοση τοῦ Τυπικοῦ, ἡ ὁποία ἀνάγεται στὴν ἐποχὴ τοῦ κτίτορος τῆς Μονῆς Δαυΐδ (Βενε- δασκαλίαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (2016), Ἐσταυρώ-
τία, 1545). Τὴν ἔκδοση τοῦ Τυπικοῦ ἀπὸ τὸν πατέρα Δοσίθεο, μαζὶ μὲ τὸ παλαιότερο σχε- θης δι’ ἐμέ (2013), Ὁδὸς Σωτηρίας (2012) καὶ Ὀρθόδο-
τικὸ δημοσίευμά του, Διάταξις τῆς ἀγρυπνίας· κατὰ τὸ Τυπικὸν τοῦ Ἁγίου Σάββα (2005), ξος πίστις καὶ ζωή (2005). Ἐπίσης ἔχει δημοσιεύσει καὶ
τὴν χαρακτηρίζει ἡ ἐμβρύθια τῶν γνώσεων καὶ ἡ καλαισθησία τοῦ ἐπιμελητῆ. ἄλλα συγγράμματα, ὅπως Κύριλλος ὁ Καστανοφύλλης
Ἄλλες ἐκδόσεις ποὺ ἐντάσσονται ἐπίσης στὴ θεματικὴ τῆς θείας λατρείας ἀποτελοῦν (1965), Ὁ ὅρος Ἑλλὰς κατὰ τὸν Εὐγένιον Αἰτωλὸν καὶ
τὰ ἀκόλουθα: Θεοτοκάριον τοῦ Λάνδου Ἀγαπίου Μοναχοῦ τοῦ Κρητός (2002), Μαρτύρι- Ἠλίαν Μηνιάτην, καὶ μία σειρὰ ἀπὸ ἄρθρα καὶ ὁμιλίες.
Μὲ τὴν πνευματικὴ τροφή, λοιπόν, ποὺ προσφέρει ὁ πατὴρ Δοσίθεος, μὲ τὸ συγγραφι-
κό του ἔργο, ὁ πιστὸς στηρίζεται στὸν ἀγῶνα του γνωρίζοντας ὅτι, «Οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ
ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἐπὶ παντὶ ῥήματι ἐκπορευομένῳ διὰ στόματος Θεοῦ» (Δευτ. η΄ 3,
Μτθ. δ΄ 4). Βεβαίως, ὁ ἴδιος θὰ προσέθετε στὸ παραπάνω ἁγιογραφικὸ λόγιο ὅτι «Ναὶ
μέν· Οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ, ἀλλὰ καὶ μὲ ἄρτο ζήσεται ἄνθρωπος». Γι’ αὐτὸ θὰ ἦταν παράλη-
ψη στὴ σύντομη καὶ ἐπιλεκτικὴ ἀναφορὰ στὸ πρόσωπο καὶ τὸ ἔργο τοῦ πατρὸς Δοσιθέου,
νὰ μὴ ἀναφέρουμε, τέλος, καὶ τὴν πιὸ «γευστικὴ» ἔκδοση τοῦ ἡγουμένου-μάγειρα, Ὀψο-
ποιῶν Μαγγανεῖαι, ἤγουν καλογηρικὴ μαγειρικὴ καὶ ζαχαροπλαστική (πολλαπλὲς ἐκδό-
σεις· Ἀγγλικὴ ἔκδοση: Greek Monastery Cookery, 2009).
Μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι, κατὰ τὸ νέον ἔτος τῆς χρηστότητος
τοῦ Κυρίου, ὁ ἐν τριάδι προσκυνούμενος Θεὸς θὰ χαρίσει
στὸν πατέρα Δοσίθεο, τὴν ἀδελφότητα καὶ τὴν Μονὴ
πλούσιες θεῖες δωρεές, κλείνουμε μὲ τὴν εὐχὴ νὰ μᾶς
ἀνοίξει ἡ ὄρεξη γιὰ τὴν ἀπὸ τοῦ νῦν πρόγευση τοῦ
πανευφροσύνου ἐσχατολογικοῦ δεῖπνου τοῦ γάμου
τοῦ ἐσφαγμένου Ἀρνίου, καὶ ἔτσι νὰ ἀναφωνήσουμε:
Εὐλογητὸς ὁ Θεός, ὁ ἐλεῶν καὶ τρέφων ἡμᾶς ἐκ νεό-
τητος ἡμῶν· ὁ διδοὺς τροφὴν πάσῃ σαρκί, πλήρωσον
χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης τὰς καρδίας ἡμῶν ἵνα πάντο-
τε πᾶσαν αὐτάρκειαν ἔχοντες, περισσεύωμεν εἰς πᾶν
ἔργον ἀγαθόν, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν· μεθ᾿
οὗ σοὶ δόξα πρέπει, κράτος, τιμὴ καὶ προσκύνησις σὺν τῷ
ἁγίῳ Πνεύματι, εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.

Βιβλιογραφία:
Γεδεὼν Μανουήλ, Πατριαρχικοὶ Πίνακες, Ἀθῆνα 2016.
Θεοχάρη Μαρία, Ἐκκλησιαστικὰ ἄμφια τῆς Μονῆς Τατάρνης, Ἀθῆνα 1965.
Κανέλλος Δοσίθεος, Ἱερὸν Τρίπτυχον, Ἀθῆνα 2012.
Μᾶρκος Βασίλειος, Τὸ νομικὸ καθεστὼς τῶν πατριαρχικῶν καὶ σταυροπηγιακῶν μονῶν
στὴν ἑλληνικὴ ἐπικράτεια, Ἀθῆνα 1911.
Πάνος Βασιλείου, Ἐνθυμήσεις, Ἐπιγραφὲς κι ἕνα Σιγίλλιο τοῦ μοναστηρίου τῆς Τατάρνας,
Ἀθῆνα 1968.
Πάνος Βασιλείου, Τὸ Μοναστήρι τῆς Τατάρνας, Ἀθῆνα 1979.
Πουλίτσας Παναγιώτης, «Ἐπιγραφαί, ἐνθυμήσεις καὶ σιγίλλια ἐξ Εὐρυτανίας»,
Ἐπετηρὶς Ἑταιρείας Βυζαντινῶν Σπουδῶν 3 (1926) 257-298.

Ἰωάννης Μπάκας, Ἐπίκουρος Καθηγητὴς Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.


Πρωτοπρ. Χρυσόστομος Νάσσης, Ἐπίκουρος Καθηγητὴς Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.