E.C.W.

Myers

Η ελληνική
περιπλοκή
The Greek Entanglement
Μετάφραση: Λουκάς Θεοδωρακόπουλος

Εξάντας – 1975

Θα πάμε με τον Άντονυ να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε για τη διευθέτηση της
ελληνικής περιπλοκής
Ουίνστον Τσώρτσιλ, Θρίαμβος και Τραγωδία

Σημείωμα του Συγγραφέως
Το κείμενο που ακολουθεί είναι οι εμπειρίες μου από την καταχτημένη Ελλάδα του
1942 - 43, η εξιστόρηση των γεγονότων που επηρέασαν την ελληνική Αντίσταση
και, ιδιαίτερα, εκείνων που προκάλεσαν την έκρηξη του εμφύλιου πολέμου το
1944. Όταν, μετά το τέλος του πολέμου, το έγραψα για πρώτη φορά εν περιλήψει,
χρειάστηκε ν' απαλείψω ορισμένα
αποσπάσματα από το τελευταίο,
αμφισβητούμενο μέρος του βιβλίου, προκειμένου να μου επιτραπεί η δημοσίευσή
του, ξέροντας ωστόσο ότι μ' αυτό τον τρόπο του αφαιρούσα την οποιαδήποτε
ιστορική αξία που θα μπορούσε να έχει. Τώρα, ύστερα από δέκα σχεδόν χρόνια,
μπορώ να διηγηθώ ολόκληρη την ιστορία που έγραψα τότε.
Το βιβλίο δημοσιεύεται εν μέρει γιατί μπορεί να περιέχει στοιχεία που να
συμβάλλουν στην ιστορική τοποθέτηση των γεγονότων και εν μέρει για ν'
αποτίσει, καθυστερημένα έστω, φόρο τιμής στους ανθρώπους που εργάστηκαν
κάτω από τις διαταγές μου και σε πολλούς ιπποτικούς έλληνες αντάρτες της
ελληνικής Αντίστασης. Κυρίως όμως δημοσιεύεται για ν' αποτίσει φόρο τιμής
στους άλλους, τους μεγαλύτερους ίσως, ήρωες της ελληνικής Αντίστασης: τον
άοπλο λαό των βουνών· το λαό που άντεξε στην φοβερή τρομοκρατία των
αντιποίνων του εχθρού, το λαό που δεν έβγαλε προδότες, το λαό που ανάμεσά του
κινούμαστε πάντα ελεύθερα και που μας προμήθευε με τροφή, στέγη, οδηγούς και
πληροφορίες για τον εχθρό. Δεν θα πρέπει να ξεχάσουμε ποτέ ότι χωρίς την
υποστήριξη αυτού του λαού, χωρίς το σχεδόν απίστευτο ψυχικό του σθένος, δεν
θα μπορούσε να υπάρξει αποφασιστική Αντίσταση.
Ε.C.W.M.

1. ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΚΤΗΜΕΝΗ ΕΛΛΑΔΑ
20 Σεπτεμβρίου 1942. Θυμάμαι πολύ ζωηρά εκείνο το ζεστό βράδυ. Ο εχθρός,
κάπου εκατό μίλια μακρυά, στεκόταν απέναντι μας στο Ελ Αλαμέιν. Με την
ιδιότητά μου ως Ταξιάρχου του τμήματος Συνδυασμένων Επιχειρήσεων του
Γενικού Στρατηγείου του Καΐρου, καθόμουν στο γραφείο μου και μελετούσα ένα
πρόβλημα που είχε σχέση με την ενίσχυση της Βόρειας Συρίας για την περίπτωση
που ο εχθρός, παραβιάζοντας την ουδετερότητα της Τουρκίας, θα εισέβαλλε από
τη Θράκη και την Ανατολία στη Μέση Ανατολή από το Βορρά. Παρά τα διαδοχικά
κύματα δροσερού αέρα, με τα οποία με ρίπιζε ένας περιστρεφόμενος ανεμιστήρας,
ο ιδρώτας δεν έπαυε να με περιλούει όταν η πόρτα άνοιξε και είδα να μπαίνει στο
δωμάτιο ο φίλος μου αντισυνταγματάρχης Χάμιλτον, που είχα να τον δω από τη
Στρατιωτική Σχολή της Χαϊάφας, έξι μήνες πρωτύτερα.
Ο Χάμιλτον κάθησε δίπλα μου σε μια καρέκλα και μου είπε ότι είχε να συζητήσει
μαζί μου ένα μάλλον εμπιστευτικό θέμα και ότι ήθελε τη συμβουλή μου. Ανήκε,
είπε, στο προσωπικό μιας οργάνωσης η οποία κατεύθυνε τις επιχειρήσεις πίσω από
τις γραμμές του εχθρού και η οποία, οπως ανακάλυψα κατόπιν, ονομαζόταν Ειδική
Εκτελεστική Υπηρεσία.1 Ήθελε να μάθει ποιον θα έπρεπε να δει για να του δώσει
τρεις εκπαιδευμένους στα αλεξίπτωτα αξιωματικούς του Μηχανικού για να
προσγειωθούν στα καταχτημένα εδάφη του εχθρού και ν' ανατινάξουν μια γέφυρα,
κάπου στα Βαλκάνια.
Πρόσφατα είχα ασχοληθεί με την εκπαίδευση των πρώτων αεροπορικών μονάδων
της Μέσης Ανατολής, αλλά ήξερα ότι δεν είχε αρχίσει ακόμα η εκπαίδευσή τους.
Είπα στον Χάμιλτον ότι δεν υπήρχε περίπτωση να βρει εκπαιδευμένους
αλεξιπτωτιστές αξιωματικούς του Μηχανικού στη Μέση Ανατολή από τους
οποίους να μπορεί να διαλέξει εθελοντές. Δεν ήξερα άλλους αλεξιπτωτιστές
εκτός από μερικούς που είχαν ήδη χρησιμοποιηθεί από την SAS (Ειδική Αεροπορική
Υπηρεσία), η οποία τελούσε υπό τις διαταγές του αντισυνταγματάρχη Ντέιβιντ
Στίρλινγκ και η οποία έκανε επιδρομές στα αεροδρόμια και τις άλλες
εγκαταστάσεις του εχθρού στην βορειοαφρικανική έρημο.
Ο Χάμιλτον με κοίταξε.
«Τι είναι αυτό το σήμα που φοράς;», ρώτησε. «Βλέπω πως είσαι αλεξιπτωτιστής».
«Α, ναι», απάντησα, «αλλά δεν είμαι ο κατάλληλος». Και του εξήγησα πως είχα
μάθει να πηδάω από το αεροπλάνο, κατά τις ελεύθερες ώρες μου, όταν ήμουν
εκπαιδευτής στη Σχολή Συνδυασμένων Επιχειρήσεων στο Κανάλι του Σουέζ,
αναφέροντάς του μάλιστα ότι οι εκπαιδευτές μου του Κέντρου Εκπαίδευσης της
SAS με κορόιδευαν λιγάκι γι' αυτό. Είχα κάμει το πρώτο μου πήδημα κυρίως για
λόγους προπαγάνδας, θέλοντας να δώσω στους μαθητές της Σχολής
Συνδυασμένων Επιχειρήσεων ν' αντιληφθούν ότι ένας από τους μελλοντικούς
ρόλους των αεροπορικών μονάδων θα ήταν να συμπαραστέκονται στις ναυτικές
μονάδες σε ενδεχόμενο αποβατικό εγχείρημα. Ύστερα από το πρώτο αυτό πήδημα,
σκέφτηκα πως δεν υπήρχε λόγος να μην επιχειρήσω και τα υπόλοιπα (άλλα πέντε),
πράγμα που θα μου επέτρεπε να φορώ το σήμα του αλεξιπτωτιστή και που θ'
αποτελούσε μια ζωντανή, κατά κάποιον τρόπο, διαφήμιση για το σκοπό μου. Και
το έκανα. «Κλείνω ακριβώς εφτά χρόνια στη Μέση Ανατολή», πρόσθεσα, «και
επιστρέφω στην πατρίδα σε δεκαπέντε μέρες. Άλλωστε, δεν γνωρίζω καμιά

βαλκανική γλώσσα και οι γνώσεις μου για τα μέρη αυτά περιορίζονται σε μερικές
ώρες που πέρασα στην Αθήνα και το Ντουμπρόβνικ».
Ο Χάμιλτον τέντωσε τα μάτια του.
«Μα δεν πειράζει καθόλου! Είσαι ακριβώς ο άνθρωπος που ψάχνουμε. Πώς θα σου
φαινόταν ν' αναλάβεις αυτή την επιχείρηση; Είναι φοβερά ενδιαφέρουσα. Θα είσαι
πίσω σε μερικές βδομάδες και τότε μπορείς να πας κατευθείαν στην πατρίδα».
Είπα πως η υπόθεση δε μ' ενδιέφερε πραγματικά. Δεν ήταν στα πλαίσια των
καθηκόντων μου. Ήμουν ένας μόνιμος στρατιώτης. Είχα ζήσει αρκετά στη Μέση
Ανατολή και ήθελα να ασχοληθώ με κάτι στο Δεύτερο Μέτωπο.
«Μόνιμος στρατιώτης! Να γιατί είσαι κατάλληλος γι' αυτή ειδικά την υπόθεση»,
απάντησε, «θέλουμε κάποιον που να είναι αξιωματικός του επιτελείου, που να
\μπορεί να εντυπωσιάσει τους αρχηγούς των ανταρτών και που θα μπορέσει να
οργανώσει τις δυνάμεις τους για μια συγκεντρωτική επίθεση».
Τον ρώτησα αν μιλούσε σοβαρά. Μου το διαβεβαίωσε και μάλιστα επανειλημμένα.
Εντελώς αναποφάσιστος ακόμα για το αν θα δεχόμουνα μια τέτοια αποστολή,
απάντησα απερίσκεπτα: «Λοιπόν, πάμε δίπλα να δούμε τι λέει γι' αυτό ο
προϊστάμενός μου, ο ναύαρχος Μάουντ». Και πήγαμε στο γραφείο του.
Στη συζήτηση που ακολούθησε, ο ναύαρχος Μάουντ είπε πως δεν είχε αντίρρηση.
Το θέμα εξαρτιόταν από μένα. Αυτός, έτσι κι αλλιώς, θα μ' έχανε σε δεκαπέντε
μέρες.
Δεν βρήκα τι ν' απαντήσω πάνω σ' αυτό. Μπερδεμένος, έσυρα τον Χάμιλτον έξω
από το γραφείο, λέγοντας στα Ναύαρχο ότι πάμε να το συζητήσουμε εκτενέστερα.
Έδωσα στον Χάμιλτον το όνομα ενός συναδέλφου αξιωματικού που βρισκόταν στο
αρχηγείο του Μηχανικού. Του υπέδειξα να πάει πρώτα να τον δει και να ζητήσει τη
βοήθειά του και μετά να μ' ενημερώσει σχετικά.
Συμφώνησε κι έφυγε. Η επίσκεψη του, που δεν την είχα πάρει πράγματι σοβαρά,
έφυγε από το μυαλό μου και συνέχισα την εργασία μου.
Την άλλη μέρα, ο Χάμιλτον ξανάρθε στο γραφείο μου και μου είπε ότι είχε μιλήσει
με τον επικεφαλής της μονάδας του Μηχανικού. Η συζήτησή τους ήταν πολύ
εποικοδομητική. Επιπλέον, είπε, είχε μιλήσει και με τους δικούς του ανθρώπους
και είχαν όλοι συμφωνήσει με τη γνώμη του, ότι ο άνθρωπος που γύρευαν ήμουν
ακριβώς εγώ.
Έμεινα για λίγο σκεφτικός. Τελικά, έφτασα σ' ένα μάλλον ασαφές συμπέρασμα ότι,
αν πραγματικά με είχαν ανάγκη, όφειλα να πάω. Του είπα λοιπόν ότι αν δεν υπήρχε
κανένας να πάρει τη θέση μου, ήμουν έτοιμος ν' αναλάβω το εγχείρημα, αλλά ότι,
εν πάση περιπτώσει, εγώ δεν επρόκειτο να κουνήσω ούτε το μικρό μου δάχτυλο
σχετικά. Αυτός θα έπρεπε να μου εξασφαλίσει την άδεια για να πάω.
Καταλήγοντας του είπα ότι ο διοικητής του θα έπρεπε να δει τον αρχηγό του
Επιτελείου και να συνεννοηθεί.
«Θαυμάσια!», αποκρίθηκε ο Χάμιλτον. «Έχε όμως υπόψη σου ότι βρισκόμαστε στη

χάση του φεγγαριού και μέχρι την ερχόμενη βδομάδα θα πρέπει να έχουμε φτάσει
στον προορισμό μας. Διαφορετικά, θα είμαστε υποχρεωμένοι να περιμένουμε το
νέο φεγγάρι για ν' αναλάβουμε το εγχείρημα —πολύ αργά πιθανόν για το σκοπό
μας. Θα σου πω αύριο αν θα μπορέσω να σου εξασφαλίσω άδεια για νάρθεις». Και
το θέμα έμεινε εκεί.
Δυο μέρες αργότερα, μη έχοντας νέα, τηλεφώνησα στον Χάμιλτον και τον ρώτησα
πώς πήγαιναν τα πράγματα. Μου είπε πως δεν είχε ακόμα τελική απάντηση, αλλά
νόμιζε πως ήταν εντάξει. Μέχρι το βράδυ θα με ειδοποιούσε.
Εκείνη τη μέρα δεν είχα πολλή δουλειά και κάποιος φίλος μου πρότεινε να πάμε
μια βόλτα στην Αλεξάνδρεια με τ' αεροπλάνο του. Καθώς είχα να κάνω μια μικρή
δουλειά εκεί, αποφάσισα να πάω. Τελείωσα τη δουλειά μου γρήγορα, πήρα ένα
πλούσιο γεύμα στο ξενοδοχείο Σέσιλ και μετά, καθώς είχα διαθέσιμο χρόνο,
αποφάσισα να κάνω έναν μακρύ περίπατο στην παραλία. Κάθε άλλο παρά που
ήμουν σε φόρμα για κάτι τέτοιο. Είχα περάσει τους τέσσερις τελευταίους μήνες
κλεισμένος σ' ένα γραφείο κι εκτός από ένα συμπτωματικό μπάνιο στο κανάλι του
Σουέζ, δεν είχα καμιά άλλη άσκηση. Περπάτησα με κόπο καμιά ώρα περίπου και
κατόπι συνάντησα πάλι το φίλο που με είχε φέρει. Επιστρέψαμε στο Κάιρο χωρίς
κανένα απρόοπτο. Μόλις μπήκα στο γραφείο μου, πήρα πάλι τηλέφωνο τον
Χάμιλτον.
«Εντάξει», είπε. «Τα καταφέραμε. Ο αρχηγός του Επιτελείου είπε ότι θάρθεις».
«Πολύ καλά», απάντησα, «αλλά ξέρεις βέβαια ότι αυτή η δουλειά είναι εθελοντική
και δεν μπαίνει θέμα διαταγής».
«Μα, φυσικά», αποκρίθηκε ο Χάμιλτον. «Ήθελα να πω ότι ο αρχηγός του
Επιτελείου είναι σίγουρος πως θα θελήσεις νάρθεις. Σε διαλέξαμε εμείς
προσωπικά».
Ένα πλήθος σκέψεις —σπίτι, γονείς, καθήκον και η μεγάλη επιθυμία μου να γυρίσω
στην Αγγλία— με τύλιξαν. Αλλά αποκρίθηκα ήρεμα: «Εντάξει» και συμφωνήσαμε
με τον Χάμιλτον να πάω την επομένη στο γραφείο του να τα πούμε.
Το πρωί βρισκόμουν στα γραφεία της SOE Καΐρου, όπου μου είπαν ότι η επιχείρηση
θα λάβαινε χώρα σε τέσσερις μέρες. Είχαν συγκεντρωθεί δεκατέσσερις
εθελοντές. Μερικοί απ' αυτούς ήταν ακόμα στη Σχολή Αλεξιπτωτιστών, που
βρισκόταν κοντά στο κανάλι του Σουέζ και μόλις τότε μάθαιναν να πηδούν.
Μου εξήγησαν τη δουλειά. Το Αρχηγείο της Μέσης Ανατολής σκόπευε να
διασπάσει τη γραμμή του Ελ Αλαμέιν. Ήταν πολύ σημαντικό να παρεμποδίσουμε με
κάθε τρόπο τις προσπάθειες του εχθρού να ενισχύσει τις βάσεις του κατά μήκος
της βορειοαφρικανικής ακτής, φέρνοντας προμήθειες δια θαλάσσης από τη νότια
Ευρώπη. Μια από τις οδούς ανεφοδιασμού, που τη χρησιμοποίησή της ήταν
δύσκολο να παρεμποδίσει η αεροπορία και το ναυτικό μας, γιατί καλύπτονταν από
τις βάσεις του εχθρού στα ελληνικά νησιά, ήταν εκείνη που οδηγούσε από τον
Πειραιά στην Κρήτη. Ένας σημαντικός αριθμός πλοίων μπορούσε να ξεγλιστράει
κάθε βράδυ από την Κρήτη για το Τομπρούκ και τη Βεγγάζη. Ο Πειραιάς
εξυπηρετούνταν από μια μοναδική σιδηροδρομική γραμμή που ξεκινούσε από τη
Θεσσαλονίκη, κατέβαινε προς το νότο διαμέσου του θεσσαλικού κάμπου και
περνώντας ανάμεσα από τα απότομα βουνά της Ρούμελης και της Αττικής
κατέληγε στην Αθήνα.

Στη Ρούμελη υπήρχαν τρεις μεγάλοι σιδηροδρομικοί κόμβοι προς την
βορειοανατολική άκρη του ορεινού συγκροτήματος της Γκιώνας και η
καταστροφή οποιουδήποτε απ' αυτούς θα διέκοπτε την σιδηροδρομική επικοινωνία
για πολλές βδομάδες και πιθανόν για μήνες. Οι τρεις αυτοί κόμβοι (γέφυρες) ήταν
— από Βορρά προς Νότο — ο Γοργοπόταμος, ο Ασωπός και η Παπαδιά. Αποστολή
μας θα ήταν ν' ανατινάξουμε μια από τις τρεις αυτές γέφυρες. Η γέφυρα της
Παπαδιάς είχε ήδη ανατιναχτεί μια φορά, κατά τη διάρκεια της υποχώρησης των
Συμμαχικών Δυνάμεων το 1941, αλλά στο μεταξύ είχε επισκευαστεί.
Μου εξήγησαν ότι κατά τη διάρκεια της εσπευσμένης αποχώρησής μας τον
Απρίλιο του 1941, δεν είχαμε καιρό να προετοιμάσουμε με τους πατριώτες
σαμποτάζ πίσω από τις γραμμές του εχθρού. Την τελευταία στιγμή ωστόσο
μερικοί έλληνες εθελοντές είχαν προσφερθεί να εργαστούν σαν πράκτορές μας
στην Αθήνα. Ένας δυο απ' αυτούς βρίσκονταν τώρα σ' επικοινωνία μαζί μας κι
έτσι μπορούσαμε να τους κατευθύνουμε και, μέσω αυτών, να κατευθύνουμε και
τους άλλους πατριώτες σε συγκεκριμένες σαμποταριστικές δραστηριότητες. Ήδη
οι πράκτορές μας αυτοί είχαν αποδείξει την ικανότητα και το θάρρος τους. Ένας
σημαντικός αριθμός πλοίων είχαν υποστεί σαμποτάζ ή είχαν βυθιστεί στον
Πειραιά και τα άλλα λιμάνια της Ελλάδας. Ο κύριος συντονιστικός μας
παράγοντας στην Αθήνα ήταν ένας έλληνας αξιωματικός του ναυτικού, ονόματι
Κουτσογιαννόπουλος, που είχε πάρει το ψευδώνυμο Προμηθέας. Εκείνη την εποχή,
εξαιτίας της ισχνότητας της συσκευής του Κουτσογιαννόπουλου, τα μηνύματα με
τον ασύρματο έφταναν ως εκείνον διαμέσου ενός σταθμού αναμετάδοσης που
βρισκόταν στην Τουρκία και όπως ήταν φυσικό μερικές φορές καθυστερούσαν.
Διαμέσου του Προμηθέα, είχαμε έρθει σ' επαφή με μερικές μικρές αντάρτικες
ομάδες, που είχαν πρόσφατα σχηματιστεί στα βουνά, και είχαμε καταφέρει να
τους ρίξουμε με αλεξίπτωτα μικρές ποσότητες εκρηκτικών υλών και μερικά όπλα
για να τα χρησιμοποιήσουν σε σαμποτάζ. Αποτέλεσμα αυτής της ενέργειας ήταν
μερικές επιτυχημένες επιθέσεις των ομάδων αυτών ενάντια σε αποσπασμένα
τμήματα του ιταλικού στρατού και σε απομονωμένους στόχους.
Στις 4 Σεπτεμβρίου 1942, η SOE Καΐρου είχε στείλει στον Προμηθέα ένα μήνυμα
όπου του έλεγε ότι ο Αρχηγός των δυνάμεων της Μέσης Ανατολής στρατηγός
Αλεξάντερ, θεωρούσε ζωτικής σημασίας την καταστροφή της σιδηροδρομικής
γραμμής Θεσσαλονίκης — Αθηνών και τον ρωτούσε αν κάποια από τις αντάρτικες
ομάδες με τις οποίες βρισκόταν σ' επαφή θα μπορούσε ν' ανατινάξει τη γέφυρα
της Παπαδιάς. Είπαν στον Προμηθέα ότι είμαστε έτοιμοι να ρίξουμε με
αλεξίπτωτο τα αναγκαία εκρηκτικά στο πλησιέστερο προς την περιοχή των
ανταρτών βουνό, τη Γκιώνα, και του ζήτησαν να μας πληροφορήσει σύντομα αν
θεωρούσε το εγχείρημα εφικτό.
Η απάντηση δόθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου. Μ' αυτή, γινόταν γνωστό ότι για τη
διενέργεια σαμποτάζ σε οποιαδήποτε από τις γέφυρες της Γκιώνας, οι αντάρτες
της περιοχής χρειάζονταν τη συμπαράσταση μιας ομάδας από δέκα περίπου
βρετανούς αλεξιπτωτιστές ανάμεσα στους οποίους θα έπρεπε να υπάρχουν δυο
τουλάχιστον ειδικοί σαμποτέρ, με τις αναγκαίες εκρηκτικές ύλες, και οι οποίοι θα
μπορούσαν να προσεδαφιστούν μια οποιαδήποτε νύχτα από τις 28 Σεπτεμβρίου
μέχρι 3 Οκτωβρίου. Θα τους περίμεναν μερικοί πατριώτες που τελούσαν υπό τις
διαταγές ενός δικηγόρου, ονόματι Σεφεριάδη. Για να μπορέσει η ομάδα να
προσεδαφιστεί στο κατάλληλο σημείο, οι άντρες του Σεφεριάδη θα άναβαν κάθε
βράδυ, στις παραπάνω ημερομηνίες, μεγάλες φωτιές σε σχήμα σταυρού.
Ταυτόχρονα, μας ζητούσαν να στείλουμε έναν ακόμα αξιωματικό με συσκευή

ασυρμάτου σ' έναν άλλο αντάρτη αρχηγό που τον έλεγαν συν)ρχη Ζέρβα και που
είχε κάμει πρόσφατα την εμφάνισή του στην περιοχή του Βάλτου, στη Δυτική
Ελλάδα. Ο αξιωματικός αυτός θα ενεργούσε σαν σύνδεσμος μεταξύ Ζέρβα και SOE
Καΐρου. Δυστυχώς το όνομα της τοποθεσίας που θα προσεδαφιζόταν ο
αξιωματικός ήταν δυσανάγνωστο στο σήμα.
Πάνω σ' αυτά τα δεδομένα προετοιμάστηκε η επιχείρησή μας. Τρία, από τα
τέσσερα όλα κι όλα, αεροπλάνα μάρκας LIBERATOR που είχαν διατεθεί για Ειδικές
Επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή, θα μετέφεραν μια ομάδα από εννιά αξιωματικούς
και τρεις ασυρματιστές και θα τους άφηναν να πέσουν στους αντάρτες που θα
περίμεναν. Η όλη επιχείρηση ανατέθηκε σε μένα. Ο ταγματάρχης (αργότερα
συν)ρχης) Κρις Γούντχάουζ2, που είχε ήδη κάμει ένα διάστημα στην καταχτημένη
από τον εχθρό Κρήτη, θα ήταν υποδιοικητής της αποστολής. Οχτώ από μας —
μαζί κι εγώ — θα μπαίναμε σε δυο LIBERATOR και θα πέφταμε στην ομάδα του
Σεφεριάδη, στη Γκιώνα. Οι υπόλοιποι τέσσερις, με επικεφαλής τον Κρις, θα
πήγαιναν με το άλλο αεροπλάνο στο Ζέρβα.
Ψάχνοντας σ' έναν χάρτη της Ελλάδας για να βρούμε ένα όνομα που να μοιάζει μ'
αυτά που δεν μπορούσαμε να ξεκαθαρίσουμε ανάμεσα από τα φθαρμένα γράμματα
του μηνύματος, ανακαλύψαμε τυχαία κάποιο που ήταν σχεδόν όμοιο: ενός χωριού
που βρισκόταν κοντά στο βουνό Τυμφρηστός της Κεντρικής Ελλάδας, τριάντα
περίπου μίλια βορειοδυτικά της Γκιώνας. Δεν είχαμε τον απαιτούμενο χρόνο για
να ελέγξουμε την ακρίβεια της τοποθεσίας από τον Προμηθέα, γιατί ο έμμεσος
τρόπος επικοινωνίας μαζί του εκείνη την εποχή απαιτούσε αρκετές μέρες. Η SOE
Καΐρου έβγαλε το συμπέρασμα ότι ο Ζέρβας είχε μεταφερθεί ανατολικά προς την
περιοχή της Γκιώνας.
Αποφασίστηκε να πέσουμε όλοι με τις στολές μας. Όσο γινόταν συντομότερα μετά
την άφιξή μας, η δική μου με την ομάδα του Γούντχάουζ θα ενώνονταν με τις
αντάρτικες δυνάμεις και θα επιχειρούσαν μια συνδυασμένη επίθεση σε μια από τις
τρεις γέφυρες. Μετά την επιτυχή καταστροφή της γέφυρας, όλοι εμείς, εκτός από
τον Κρις, έναν νεαρό έλληνα υπολοχαγό ονόματι «Θέμη» Μαρίνο (που συμμετείχε
σε μια βρετανική αποστολή και μιλούσε τα αγγλικά με ευκολία), και δυο
ασυρματιστές, θα μεταφερόμαστε προς τις δυτικές ελληνικές ακτές όπου και θα
μας παρελάμβανε ένα υποβρύχιο. Θα καθορίζαμε το ακριβές σημείο μ' ένα σήμα
που θα στέλναμε αργότερα. Μετά την αναχώρησή μας, γινόταν η σκέψη να μην
αναπτυχθεί μεγάλη δραστηριότητα από τους αντάρτες στα βουνά και οι
επιχειρήσεις να περιοριστούν σε σαμποτάζ από παράνομες ομάδες που θα δρούσαν
στην Αθήνα και τις άλλες πόλεις. Ο Κρις θα δρούσε σαν παρατηρητής με τους
αντάρτες και σαν σύνδεσμος με οποιαδήποτε άλλη ομάδα που θα εντασσόταν
πιθανόν στις γραμμές τους στο μέλλον. Μ' αυτή την προοπτική, ο Κρις διατάχθηκε
να μείνει με τον συν)ρχη Ζέρβα, τον οποίο η SOE θεωρούσε προφανώς σαν πιθανό
αρχηγό όλων των ελληνικών αντιστασιακών δυνάμεων του βουνού στο μέλλον.
Μονάχα αν αποδειχνόταν αδύνατο για τον Κρις να μείνει με τον Ζέρβα, θα έψαχνε
να βρει κάποιον άλλο καπετάνιο.
Κατά τη διάρκεια αυτών των τεσσάρων τελευταίων ημερών στην Αίγυπτο είχαμε
να κάνουμε ένα σωρό πράγματα, Προσωπικά εγώ, έπρεπε να κατατοπιστώ για την
εσωτερική κατάσταση της Ελλάδας εκείνης της εποχής, να ετοιμάσω ένα σχέδιο
και να ενημερώσω όλους τους άλλους. Κοντά σ' αυτά, έπρεπε να διαλέξω τα
αναγκαία εφόδια για τον καθένα και ρουχισμό.
Τις δυο πρώτες μέρες εργάστηκα συνέχεια στα Κάιρο, τις περισσότερες ώρες στα
γραφεία της SOE. Ζήτησα σχεδιαγράμματα των γεφυρών. Για την Παπαδιά και τον

Γοργοπόταμο τα σχέδια ήταν έτοιμα και μου τα έδωσαν να τα μελετήσω. Τα
σχέδια για τη γέφυρα του Ασωπού τα περιμέναμε να φτάσουν από το Λονδίνο μέσα
στις δυο επόμενες μέρες. Μελέτησα τα σχεδιαγράμματα όσο καλύτερα μπορούσα.
Συμβουλεύτηκα έναν ικανό αξιωματικό του Μηχανικού της Νέας Ζηλανδίας· μετά
πήγα στα δικό μας τμήμα Μηχανικού και είδα το στρατηγό Τίκελ τον οποίο
γνώριζα προσωπικά και ζήτησα και τη δική του συμβουλή (και στις δυο
περιπτώσεις πήρα τη σχετική άδεια για τις ενέργειές μου) . Όταν κατέστρωσα ένα
απλό σχέδιο για την καταστροφή της κάθε γέφυρας, υπολόγισα τα εκρηκτικά και
όλα τα υλικά που θα χρειάζονταν και τα πολλαπλασίασα επί του τρία ώστε να
υπάρχουν αρκετά στο κάθε αεροπλάνο για την ανατίναξη μιας από τις τρεις
γέφυρες. Παρέδωσα τον κατάλογο και είπα να ετοιμάσουν τα υλικά.
Το βράδυ της δεύτερης μέρας, κατέβηκα στο κανάλι του Σουέζ για να συναντήσω
τους υπόλοιπους της ομάδας μου (που περιλάμβανε και δυο εφεδρικούς), οι οποίοι
γυμνάζονταν, και να διαλέξω εκείνους που θα έρχονταν μαζί μου. Φτάνοντας
διαπίστωσα ότι ο ένας απ' αυτούς είχε μπει στην ομάδα το απόγευμα εκείνης της
μέρας και ότι οι υπόλοιποι, ύστερα από δυο ημερών προκαταρκτικά μαθήματα,
είχαν επιχειρήσει την πρώτη τους πτώση με αλεξίπτωτο εκείνο το πρωί. Την
πρώτη τους νυχτερινή πτώση θα την έκαναν το ίδιο βράδυ. Παρόλο που είχα κάνει
στο παρελθόν δυο νυχτερινές πτώσεις κατά την εκπαίδευσή μου, αποφάσισα να
πηδήσω κι εγώ μαζί τους. Ο αξιωματικός που μόλις είχε μπει στην ομάδα,
προσφέρθηκε να κάνει κι αυτός το πρώτο του πήδημα μαζί μας.
Οι ασκήσεις στο αλεξίπτωτο ήταν πολύ δύσκολες εκείνη την εποχή. Το
αεροδρόμιο, απ' όπου θα ξεκινούσε το εκπαιδευτικό αεροπλάνο, ήταν γεμάτο από
βομβαρδιστικά που είχαν αναγκαστεί ν' αποσυρθούν από τα προωθημένα
αεροδρόμιά μας στην έρημο, ύστερα από τη γερμανική προέλαση στη γραμμή του
Ελ Αλαμέιν. Τα αεροπλάνα αυτά βρίσκονταν σε λειτουργία ολόκληρο το
εικοσιτετράωρο και σ' ένα αδιάκοπο σχεδόν πηγαινέλα, βομβαρδίζοντας τις
εχθρικές θέσεις που βρίσκονταν σε δυο μόνο ώρες απόσταση από μας.
Απογειωθήκαμε λίγο πριν από τα μεσάνυχτα και επιχειρήσαμε το πήδημα.
Προσεδαφιστήκαμε όλοι μ' επιτυχία και κανένας δεν έδειξε να είναι ακατάλληλος
για το εγχείρημα. Αμέσως κατόπιν, και μια που ο Κρις είχε ήδη ζήσει μ' αυτούς
τους ανθρώπους δυο ολόκληρες μέρες, τον πήρα παράμερα και του είπα να με
βοηθήσει να κάνω την τελική μου εκλογή. Αυτόν, εμένα και τον ταγματάρχη Τζων
Κουκ, έναν αξιωματικό των Κομμάντος, μας είχε ήδη επιλέξει η SOE Καΐρου σαν
αρχηγούς, για το κάθε αεροσκάφος. Έπρεπε επίσης να πάρουμε μαζί μας τους
τρεις χειριστές ασυρμάτου, τους λοχίες Βίλμοτ, Φίλιπς και Τσίτις, από έναν σε
κάθε αεροσκάφος. Ο Κρις ήθελε να μείνει μαζί του στην Ελλάδα ο υπολοχαγός
Θέμης Μαρίνος, μετά την δική μας αναχώρηση από εκεί. Οι λοχαγοί Ντένις
Χάμσον και Νατ Μπάρκερ (αξιωματικοί κομμάντος, εκπαιδευμένοι στα εκρηκτικά),
μιλούσαν ελληνικά. Πιθανόν, θα τους χρειαζόμαστε και τους δύο σαν διερμηνείς.
Έμεναν οι πέντε αξιωματικοί του Μηχανικού από τους οποίους έπρεπε να
διαλέξουμε τρεις. Είπα στον Κρις να μου υποδείξει ποιους θάπρεπε να
αποκλείσουμε.
Ο Κρις πίστευε πως ήταν όλοι πρώτης τάξεως, αλλά είχε την εντύπωση ότι ο ένας
από τους πέντε δεν φαινόταν να έχει μεγάλη αντοχή και ένας δεύτερος, παρόλο
που ήταν εξαιρετικά έξυπνος, έδειχνε υπερβολικά κορδωμένος. Έτσι διαλέξαμε
τους υπόλοιπους τρεις: τους λοχαγούς Τομ Μπάρνες και Άρθουρ Έντμοντς (του
νεοζηλανδικού Μηχανικού και οι δύο) και τον υπολοχαγό Ίντερ Τζιλ, του Βασιλικού
Μηχανικού.

Οι άλλοι δύο έδειξαν μεγάλη απογοήτευση. Τους είπα να μην απομακρυνθούν από
εκεί για κάθε ενδεχόμενο και τους βεβαίωσα ότι αν διαπίστωνα αργότερα πως
μπορούσα να τους πάρω μαζί μου, θα τους ειδοποιούσα. Ύστερα από μερικές ώρες
ύπνο, επιστρέψαμε όλοι στο Κάιρο για να κάνουμε τις τελευταίες προετοιμασίες
για την αναχώρησή μας το επόμενο βράδυ.
Την τελευταία μέρα, 28 Σεπτεμβρίου, ο Κρις κι εγώ κάναμε την κατανομή των
δώδεκα μελών της ομάδας μας στα τρία αεροσκάφη, ως εξής: Τομ Μπάρνες,
Ντένις Χάμσον, λοχίας Βίλμοτ κι εγώ στο ένα αεροσκάφος· Κρις Γούντχάουζ,
Θέμης Μαρίνος και λογίας Τσίτις στο δεύτερο· Τζων Κουκ, Ίντερ Τζιλ, Νατ
Μπάρκερ και λοχίας Φίλιπς στο τρίτο. Ύστερα απ' αυτό συνεχίσαμε την
ενημέρωσή μας. Ο Κρις συναντήθηκε μ' ένα - δυο έλληνες επίσημους στο Κάιρο (ο
έλληνας βασιλιάς και η κυβέρνηση βρίσκονταν ακόμα στο Λονδίνο) και πήρε
μερικές ακόμα πληροφορίες για τους ανθρώπους που πιθανόν θα συναντούσε στην
Ελλάδα. Εγώ δεν επεδίωξα τέτοιες συναντήσεις, μια που η αποστολή μου
περιοριζόταν ειδικά στην καταστροφή μιας από τις τρεις γέφυρες που ανάφερα.
Φύγαμε από το Κάιρο με αυτοκίνητο και κατευθυνθήκαμε προς το αεροδρόμιό μας
στη ζώνη του Καναλιού. Σε δυο ώρες περίπου είμαστε εκεί και σχεδόν αμέσως
αρχίσαμε ν' αλλάζουμε τα λεπτά τροπικά μας ρούχα με ζεστές χειμωνιάτικες
στολές που μας είχαν πει ότι θα μας χρειάζονταν όταν θα φτάναμε στα ελληνικά
βουνά. Μας έδωσαν επίσης πέτσινες ζώνες - πορτοφόλια και αρκετές εκατοντάδες
χρυσές κορώνες, τις οποίες μοίρασα στα μέλη της ομάδας, προκειμένου ο Κρις κι
εγώ να τις χρησιμοποιήσουμε, κατά την κρίση μας, όταν θα βρισκόμαστε στον
προορισμό μας. Νιώθαμε όλοι να πνιγόμαστε μέσα σ' εκείνα τα βαριά ρούχα που
ήταν τόσο αταίριαστα για ένα καλοκαιρινό βράδυ της Αιγύπτου. Κατά τις οχτώ η
ώρα, πήραμε ένα βιαστικό τελικό δείπνο στο εστιατόριο της RAF που βρισκόταν
μέσα στο αεροδρόμιο. Μετά συμπληρώσαμε το ντύσιμό μας με πιο ζεστές ακόμα
φόρμες και τελικά φορέσαμε τα αλεξίπτωτά μας.
Εκτός από τα εκρηκτικά, είχαμε πάρει μαζί μας ντουφέκια, ελαφρά αυτόματα,
πυρομαχικά και χειροβομβίδες για τους αντάρτες, που περιμέναμε να
συναντήσουμε κατά την άφιξή μας, και λίγο ατομικό ρουχισμό και τροφή. Όλα τα
υλικά είχαν τοποθετηθεί σε μετάλλινα κιβώτια εκείνο το απόγευμα. Δώδεκα
δοχεία, που το καθένα περιείχε τρία κιβώτια, τοποθετήθηκαν κατόπιν στο χώρο
των βομβών που διέθετε το κάθε αεροσκάφος. Οι ασύρματοι με τις μπαταρίες
τους, που δεν μπορούσαν να τοποθετηθούν κατάλληλα μέσα σε κιβώτια,
συσκευάστηκαν με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορούν να πέσουν μαζί μας,
προσαρμοσμένες ειδικά πάνω στα αλεξίπτωτά μας.
Με τον κανονικό τύπο αλεξιπτώτου, το μόνο που είχε να κάνει κανείς ήταν να
καθήσει στο χείλος της οπής του αεροπλάνου και όταν του δοθεί το σήμα ν'
αφεθεί να γλιστρήσει στο κενό. Λίγο πριν από το πήδημα, ένας ιμάντας γνωστός
σαν «στατικός ιμάντας», προσαρμοσμένος σταθερά από ένα «δυνατό σημείο» στο
εσωτερικό του αεροσκάφους, ενωνόταν με την κορυφή του αλεξιπτώτου που
βρισκόταν στην πλάτη του αλεξιπτωτιστή. Αμέσως μετά το πήδημα, ο στατικός
ιμάντας τεντωνόταν και τραβούσε το αλεξίπτωτο έξω από το κάλυμμά του. Όταν
το αλεξίπτωτο είχε βγει ολόκληρο έξω, ένα σκοινί που ένωνε τον ιμάντα με το
αλεξίπτωτο έσπαζε και το τελευταίο μπορούσε ν' ανοίξει πάνω από το κεφάλι του
αλεξιπτωτιστή. Το σύστημα αυτό είχε τροποποιηθεί με τέτοιο τρόπο ώστε,
ανάμεσα στο αλεξίπτωτο και στον αλεξιπτωτιστή, δεμένο πάνω στα σκοινιά του
αλεξιπτώτου, λίγα πόδια πάνω από το κεφάλι του, υπήρχε ένα πρόσθετο και βαρύ
πακέτο, που έπρεπε να προσεδαφιστεί μαζί του. Σε σχέση με τον αλεξιπτωτιστή, η
διαδικασία ήταν ακριβώς η ίδια, αλλά αμέσως μετά το πήδημά του ένας

«διεκπεραιωτής», που ταξίδευε με το αεροσκάφος, του φόρτωνε το πρόσθετο
πακέτο πίσω του. Το αλεξίπτωτο, που ήταν συνδεμένο με το πακέτο, έβγαινε έξω
από τη θήκη του με τον συνηθισμένο τρόπο του «στατικού ιμάντα».
Κανένας μας δεν είχε πηδήσει μέχρι τότε με το τροποποιημένο αυτό σύστημα, και
δεν υπήρχε αμφιβολία πως η επινόηση δεν ήταν καθόλου επιθυμητή, γιατί, αφενός
μεν, υπήρχε κίνδυνος να φάει κανείς το πακέτο κατακέφαλα κατά την
προσεδάφιση, αφετέρου δε, κατά τη διάρκεια της κατάβασης, κουνιόσουν σαν
εκκρεμές από κάτω του, χωρίς να μπορείς να ελέγξεις την κίνηση ή την
κατεύθυνσή σου, πράγματα που, ως ένα σημείο, τα καταφέρνεις μ' ένα κανονικό
αλεξίπτωτο. Αργότερα, η επινόηση αυτή εγκαταλείφθηκε εξαιτίας αυτού του
γεγονότος. Προς το παρόν, δύο στους τέσσερις από μας σε κάθε αεροπλάνο,
είμαστε υποχρεωμένοι να την υποστούμε, ένας για να μεταφέρει κάποιον από τους
ασυρμάτους, άλλος για να μεταφέρει δυο από τις βαριές μπαταρίες. Φορτώθηκα
έναν ασύρματο.
Είχε ήδη σκοτεινιάσει όταν, ιδρωκοπώντας ολόκληροι, βγήκαμε από τις καμπίνες
όπου ντυθήκαμε και προχωρώντας σαν πάπιες κατευθυνθήκαμε προς τα
αεροσκάφη που μας περίμεναν λίγο πιο πέρα. Χωρίσαμε, πηγαίνοντας ο καθένας
για το δικό του αεροπλάνο, με την ελπίδα ότι θα ανταμώναμε πάλι στην Ελλάδα
σε λίγες ώρες. Θυμάμαι ακόμα ζωηρά την τελευταία μου συζήτηση με τον Ντέρεκ
Λανγκ, τον αξιωματικό του Επιτελείου που μας είχε συνοδεύσει στο Κάιρο για να
μας ξεπροβοδίσει, την ανυπομονησία μας έξω από το αεροπλάνο, καθώς η πρώτη
και κατόπιν η δεύτερη από τις μηχανές του τεράστιου αεροσκάφους άρχιζαν να
λειτουργούν, τις ξαφνικές λάμψεις της εξάτμισης που έμοιαζαν με γαλαζωπές
φλόγες μέσα στο σούρουπο.
Τελικά, οι τέσσερις μηχανές άρχισαν να λειτουργούν κανονικά και μας είπαν να
μπούμε μέσα. Σκαρφαλώσαμε με κόπο από ένα μικρό άνοιγμα στο κάτω μέρος του
αεροπλάνου, την τρύπα απ' όπου επρόκειτο να πηδήσουμε αργότερα. Μετά η
τρύπα σκεπάστηκε και σε λίγο τ' αεροπλάνα αναχωρούσαν μ' ένα τέταρτο διαφορά
το ένα από τ' άλλο. Φύγαμε πρώτοι.
Είχαμε μπει και οι τέσσερις στην καμπίνα του πιλότου, για να εξισορροπήσουμε
όσο ήταν δυνατό το βάρος της ουράς του αεροσκάφους κατά την απογείωση. Η
κούρσα στο διάδρομο απογείωσης μου φάνηκε ατέλειωτη, αλλά απογειωθήκαμε
θαυμάσια κι όταν πήραμε αρκετό ύψος, ο πιλότος μας κανόνισε την πορεία του
που θα μας έφερνε κατευθείαν στην ανατολική ακτή της Κρήτης.
Λίγο μετά την απογείωση, βγήκαμε από την καμπίνα οδηγήσεως του LIBERATOR
και προσπαθήσαμε να βολευτούμε ανάμεσα στα κιβώτια με τα υλικά για το
τετράωρο (ή πεντάωρο) ταξίδι μας. Βγάλαμε τ' αλεξίπτωτα και τις ζεστές φόρμες
και ταχτοποιηθήκαμε όσο πιο άνετα μπορούσαμε.
Σύντομα αφήσαμε πίσω μας τις αφρικανικές ακτές και το ταξίδι μας έγινε ομαλό
και μονότονο. Μονάχα μια φορά, κάπου δυο ώρες αργότερα, χρειάστηκε να
κάνουμε κάτι που φάνηκε σαν απότομη στροφή για ν' αποφύγουμε μερικά
αντιαεροπορικά πυρά που μας έρχονταν από κάποιο νησί και περνούσαν στο
πλευρό μας. Μιάμιση περίπου ώρα αργότερα, κοιτάζοντας κάτω, διακρίναμε
καθαρά μέσα στο φεγγαρόφωτο τα ωραία, αλλά απόκρημνα βουνά της Ελλάδας. Η
ώρα ήταν σχεδόν μία μετά τα μεσάνυχτα. Πήγα μπροστά και μίλησα με τον
πιλότο. Μου είπε ότι, αν όλα πήγαιναν καλά, σε είκοσι πάνω - κάτω λεπτά θα
βρισκόμαστε πάνω από το πεδίο προσγείωσης. Γύρισα στους άλλους και τους

διέταξα να φορέσουν τ' αλεξίπτωτά τους.
Φορέσαμε γρήγορα τις φόρμες και τα κασκόλ μας κι ετοιμαστήκαμε για το
πήδημα. Στο μεταξύ, κατάφερα ν' αποκαταστήσω ένα είδος εσωτερικής
επικοινωνίας για να μπορώ ν' ακούω και να μιλώ στον πιλότο.
Σε λίγο αρχίσαμε να κάνουμε κύκλους πάνω από μια περιοχή όπου, κατά τους
υπολογισμούς μας, περιμέναμε να δούμε τα φωτερά σήματα να μας χαιρετούν.
Κοιτάζοντας, άλλοτε από το μικρό παράθυρο και άλλοτε από την ήδη ανοιχτή
τρύπα του αεροσκάφους, διέκρινα εδώ κι εκεί αρκετές φωτιές σκορπισμένες μέσα
στις κοιλάδες, αλλά δεν μπορούσα να ξεχωρίσω καμιά ομάδα από αυτές που να
σχηματίζει σταυρό. Κάναμε κύκλους πάνω από εκεί για αρκετά λεπτά και κατόπιν
στρίψαμε δυτικά προς τον Τυμφρηστό, με την ελπίδα ότι θα βρίσκαμε σ' αυτή την
περιοχή τα σημάδια που περιμέναμε. Μη βλέποντας τίποτα, κατευθυνθήκαμε προς
τις δυτικές ελληνικές ακτές, ψάχνοντας συνέχεια και κάνοντας κύκλους καθώς
προχωρούσαμε. Ξαναγυρίσαμε πίσω κι όταν βρεθήκαμε πάνω από την Γκιώνα
αρχίσαμε πάλι τους κύκλους.
Ύστερα από ένα τέταρτο της ώρας, ο πιλότος με φώναξε να πάω στην καμπίνα
του. Ο διεκπεραιωτής έλυσε το αλεξίπτωτό μου από τον στατικό ιμάντα και
προχώρησα. Ο πιλότος είπε ότι δεν είχε δει απολύτως τίποτε που να μοιάζει με το
σήμα που περιμέναμε και, σύμφωνα με τις οδηγίες που είχαμε πάρει, δεν υπήρχε
άλλη λύση από το να επιστρέψουμε στο Κάιρο. Δεν μπόρεσα παρά να συμφωνήσω.
Γύρισα στους άλλους και τους ενημέρωσα. Η απογοήτευση ήταν μεγάλη. Βγάλαμε
τ' αλεξίπτωτά μας και — μ' ευχαρίστηση πλέον γιατί έκανε κρύο στο ύψος που
βρισκόμαστε — τυλιχτήκαμε με όσες κουβέρτες μπορέσαμε να βρούμε στο
αεροσκάφος. Σε λίγο, όλοι σχεδόν κοιμόμαστε βαθιά.
Με το ξημέρωμα, βρισκόμαστε πάλι στις αιγυπτιακές ακτές και σε λίγα λεπτά
προσγειωνόμαστε στο ίδιο αεροδρόμιο από όπου είχαμε ξεκινήσει κάπου έντεκα
ώρες πρωτύτερα. Κατεβαίνοντας, συναντήσαμε έναν αξιωματικό της RAF, ο
οποίος μας πληροφόρησε ότι το ένα από τα άλλα δύο αεροσκάφη είχε επιστρέψει
ήδη για τους ίδιους με μας λόγους. Μόλις είχαμε αρχίσει να παίρνουμε το
πρόγευμά μας στη λέσχη του αεροδρομίου, όταν είδαμε το πλήρωμα και του
τρίτου αεροσκάφους να μπαίνει στην αίθουσα. Ούτε κι αυτοί είχαν δει το σήμα.
Μετά το πρόγευμα, μας πληροφόρησαν ότι το αεροσκάφος με το οποίο είχαμε
πετάξει δεν θα μπορούσε να είναι έτοιμο για καινούργια πτήση το ίδιο βράδυ.
Καθώς δεν υπήρχαν διαθέσιμα άλλα αεροπλάνα, η αναχώρησή μας θα έπρεπε να
αναβληθεί για είκοσι τέσσερις ακόμα ώρες. Μπήκαμε στ' αυτοκίνητα και
ανεβήκαμε στο Κάιρο.
Τις περισσότερες ώρες εκείνης της μέρας κοιμόμαστε. Την άλλη μέρα, τα σχέδια
της γέφυρας του Ασωπού (εν μέρει ικανοποιητικά) είχαν επιτέλους φτάσει από την
Αγγλία και τα μελέτησα εμπεριστατωμένα. Μας πληροφόρησαν ότι αν δεν
προσγειωνόμαστε εκείνη τη νύχτα — τη νύχτα της 30 Σεπτεμβρίου — θα είμαστε
υποχρεωμένοι να περιμένουμε τρεις βδομάδες για το καινούργιο φεγγάρι, πράγμα
που σήμαινε πως το σχέδιο πιθανόν να ματαιωνόταν. Αποφασίσαμε με τον Κρις να
μην γυρίσουμε πάλι πίσω και συμφωνήσαμε, στην περίπτωση που δεν θα βρίσκαμε
τα κανονικά σήματα, να προσεδαφιστεί το πλήρωμα του αεροσκάφους του Τζων
Κουκ σ' ένα κατάλληλο σημείο, όσο γινόταν πιο κοντά στη Γκιώνα, κι αν η περιοχή
ήταν ασφαλής, το πλήρωμα ν' ανάψει κανονικές φωτιές για να καθοδηγήσει και
τους υπόλοιπους από μας.

Το βράδυ κατεβήκαμε πάλι στο Κανάλι και επαναλάβαμε αυτά που είχαμε κάνει
πριν από δυο μέρες. Ο Θέμης Μαρίνος και ο Νατ Μπάρκερ άλλαξαν αεροπλάνο.
Κατά τα άλλα, η σύνθεση των ομάδων έμεινε η ίδια. Ξεκινήσαμε μάλλον
βαριεστημένα, λες κι όλη μας τη ζωή κάναμε το ίδιο πράγμα κάθε μέρα — αυτό
τουλάχιστον ήταν το δικό μου αίσθημα καθώς κυλούσαμε στο διάδρομο
απογείωσης. Όταν σε λίγο είχαμε πάρει το κατάλληλο ύψος, βολευτήκαμε όσο
καλύτερα μπορούσαμε στο αεροπλάνο, που το εσωτερικό του το γνωρίζαμε πλέον
καλά.
Δεν καταλάβαμε πότε φτάσαμε στην Ελλάδα και βρεθήκαμε πάνω από τη Γκιώνα,
Είδαμε και πάλι αρκετές μεμονωμένες και, σε μερικά σημεία, διπλές φωτιές, αλλά
δεν μπορούσαμε πουθενά να διακρίνουμε σταυρούς. Πήγαμε προς τα δυτικά και
ξαναγυρίσαμε. Πάλι τίποτα. Επιστρέφοντας ωστόσο στη Γκιώνα, είχα ξεχωρίσει
μια ομάδα από τρεις φωτιές, που έμοιαζαν να βρίσκονται σε μια αρκετά πλατιά
κοιλάδα. Μίλησα στον πιλότο από το εσωτερικό τηλέφωνο και του είπα πως ήμουν
έτοιμος ν' αποτολμήσω το εγχείρημα αν συμφωνούσε.
Ο πιλότος, ένας Νεοζηλανδός, απάντησε ότι το θέμα εξαρτιόταν από μένα. Νόμιζε
κι αυτός ότι τα πράγματα ήταν αρκετά ικανοποιητικά.
«Εντάξει, λοιπόν, πάμε», αποφάσισα.
Ετοιμαστήκαμε για την πτώση και ο πιλότος έκανε ένα μεγάλο κύκλο και
κατέβηκε όσο χαμηλότερα τολμούσε. Πετούσαμε κάπου τρεις χιλιάδες πόδια πάνω
από τη βαθιά κοιλάδα και πολύ λιγότερο πάνω από τις κορυφές των βουνών, όταν,
εγώ που θα πηδούσα πρώτος, έλαβα το σήμα της πτώσης.
Όταν το αλεξίπτωτό μου άνοιξε, τα κορδόνια τράβηξαν προς τα πάνω το σακκίδιο
με τα προσωπικά μου είδη που ήταν δεμένο στην πλάτη μου, κάτω από τη φόρμα.
Το αποτέλεσμα ήταν, οι δύο κύριες λουρίδες από τις οποίες κρεμιόμουν, κάτω
ακριβώς από το δέμα με τον ασύρματο, να μαγκώσουν οδυνηρά το πρόσωπο μου κι
από τις δυο πλευρές. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να κουνώ λίγο το
κεφάλι μου και να προσπαθώ ν' αποφύγω την πίεση με τα δυο μου χέρια στις
λουρίδες.
Καθώς κατέβαινα μέσα από τον δροσερό αέρα, μου ήταν δύσκολο να καταλάβω
ότι αυτή που απλωνόταν κάτω μου ήταν η Ελλάδα, με τα κακοτράχαλα βουνά και
τις απότομες κοιλάδες ολόγυρα. Έψαχνα να βρω το μέρος όπου είχα δει το
τρίγωνο της φωτιάς, αλλά δεν μπορούσα να διακρίνω τίποτε. Δίπλα μου, μερικά
αλεξίπτωτα, με τα κιβώτια που περιείχαν τα εφόδιά μας, περνούσαν κι
εξαφανίζονταν στο κενό.
Κατά το αβέβαιο αυτό εγχείρημα, αμέσως μετά από μένα είχε πηδήσει ένας άλλος
αξιωματικός, ο Τομ Μπάρνες. Σκέφθηκα ότι θα έπρεπε να βρίσκεται κάπου κοντά
μου και δεν μπορούσα να τον δω, επειδή πιθανόν ήταν από πάνω μου. Φώναξα τ'
όνομά του, αλλά δεν πήρα απάντηση. Έβγαλα από τη μεγάλη τσέπη της φόρμας
μου ένα φακό και τον άναψα πάνω από το κεφάλι μου, με τη σκέψη ότι θα τον
έβλεπε και θα καταλάβαινε προς τα που με έσερνε ο αέρας. Φώναξα πάλι, αλλά
δεν άκουσα τίποτε άλλο από τον βόμβο του αεροπλάνου που έκανε κύκλους στο
βάθος. Έβαλα το φακό στην τσέπη μου και σηκώνοντας πάλι το βάρος του
σώματός μου στα χέρια μου, έριξα κάτω το βλέμμα μου για να δω τι με περίμενε.
Ο αέρας με ταξίδευε με σημαντική ταχύτητα πάνω από τα βουνά και τις κοιλάδες.

Θα πρέπει να είχα ταξιδέψει έτσι πλάγια σχεδόν ένα μίλι πριν ν' αντιληφθώ που
πάνω κάτω επρόκειτο να προσεδαφιστώ. Αρκετές ακόμα εκατοντάδες πόδια ψηλά,
το έδαφος μου φάνηκε να καλύπτεται από μικρούς θάμνους, αλλά όταν πλησίασα
περισσότερο, ανακάλυψα ότι οι θάμνοι είχαν μεταβληθεί σε κάτι μυτερά δέντρα,
σε έλατα: ένα τεράστιο, μαύρο και, κατά τα φαινόμενα, ατέλειωτο δάσος από
έλατα. Κοίταξα για κανένα ξέφωτο. Δεν υπήρχε πουθενά, αλλά ακόμα και αν
υπήρχε, θα μου ήταν αδύνατο να οδηγήσω το αλεξίπτωτό μου προς τα εκεί.
Κατάλαβα πως ο προορισμός μου ήταν κάποιο δέντρο (ένα από τις χιλιάδες) και σ'
ένα δυο δευτερόλεπτα τα είδα να ορμούν καταπάνω μου με ιλιγγιώδη ταχύτητα.
Ένιωσα να πέφτω μέσα σ' ένα ψηλό έλατο και άκουσα μερικά κλαδιά του να
σπάζουν κάτω από το βάρος μου. Το κεφάλι μου χτύπησε πάνω στον κορμό, αλλά
ευτυχώς προστατευόταν σε μεγάλο βαθμό από το κράνος μου. Ύστερα απ' αυτό,
βρέθηκα καθισμένος στο έδαφος, πάνω σε μια πολύ απότομη πλαγιά, με το
αλεξίπτωτο σκαρφαλωμένο κάπου από πάνω μου. Λίγα πόδια ψηλά πάνω από το
κεφάλι μου ο ασύρματος αιωρούνταν στο κενό γαντζωμένος από το αλεξίπτωτο.
Αυτόματα, απαλλάχτηκα από τα κορδόνια του αλεξιπτώτου και χάνοντας την
ισορροπία μου κατρακύλησα στην κατηφοριά ώσπου ένα άλλο φιλικό δέντρο
βρέθηκε να με σταματήσει. Ένιωσα τα ρουθούνια μου να γεμίζουν από τη ζεστή
μυρουδιά του ρετσινιού. Πάνω μου, ο βόμβος από τις μηχανές του αεροσκάφους
που μόλις είχα εγκαταλείψει, μπερδευόταν κι αδυνάτιζε από τον θόρυβο του αέρα
που περνούσε μέσα από τα ψηλά έλατα.
Στις τσέπες της φόρμας μου είχα έξι κόκκινες φωτοβολίδες. Έβγαλα μια, την
άναψα και προσπάθησα να την πετάξω πάνω από τ!ς κορφές των δέντρων.
Περίμενα, έχοντας έτοιμες τις άλλες, μέχρι που άκουσα το αεροπλάνο να
πλησιάζει για δεύτερη φορά, προκειμένου να ρίξει τους υπόλοιπους δύο της
ομάδας μας, και τη μια κατόπιν της άλλης άναψα και τις επόμενες τρεις. Καθώς ο
ουρανός επάνω μου καλύπτονταν από τα δέντρα, δεν μπορούσα να διακρίνω αν
κατέβαινε κανένας άλλος εκεί κοντά μου. Περίμενα για λίγο αφουγκραζόμενος
προσεκτικά. Άναψα μια ακόμη φωτοβολίδα και την πέταξα πάνω από τα δέντρα.
Μετά άναψα και την τελευταία. Έβγαλα τη σφυρίχτρα μου: σφύριξα, φώναξα —
πάλι και πάλι. Καμιά απάντηση. Έψαξα ερευνητικά μέσα στο σκοτάδι μήπως κι
ανακαλύψω κάποιο σημάδι στο βάθος της κοιλάδας. Τίποτα. Σε λίγα λεπτά το
αεροπλάνο εξαφανίστηκε πίσω απ' τα βουνά κι εκτός από τον ελαφρό αέρα που
περνούσε μέσα απ' τα δέντρα, ξαφνική σιωπή κάλυψε το δάσος. Αντιλήφθηκα ότι,
για την ώρα τουλάχιστον, ήμουν μόνος στα βουνά της Ελλάδας.
Τι αντίθεση με το πολυάσχολο, το δαρμένο από τους άμμους της ερήμου,
αεροδρόμιο της Αιγύπτου που πριν λίγες ώρες είχα εγκαταλείψει! Τι ακινησία
ύστερα από πέντε ώρες μέσα στο βουερό αεροσκάφος! Τι γαλήνη! Αλλά, ξάφνου,
και τι απερίγραπτη μοναξιά!

2. ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΗΣ ΓΚΙΩΝΑΣ
Ξαναγύρισα στο αλεξίπτωτό μου. Μέσα στο σκοτάδι και μόνος μου, καταλάβαινα
πως θα μου χρειαζόταν πολύς χρόνος για να ξεμπλέξω τον ασύρματο που είχε
μπερδευτεί μέσα στα κλαδιά, αρκετά πόδια ψηλά απ' το έδαφος. Μερικά λεπτά
νωρίτερα, καθώς, κατεβαίνοντας, βρισκόμουν λίγες εκατοντάδες πόδια απ' το
έδαφος, είχα παρατηρήσει ότι περνούσα πάνω από ένα στενό φαράγγι. Τελικά,
είχα προσγειωθεί κάπου διακόσια μέτρα μακρύτερα από την απότομη — σαν
μαχαίρι — άκρη του. Σκέφθηκα πως απ' αυτή την άκρη, θα είχα πιθανόν καλύτερη
θέα. Έβγαλα λοιπόν τη φόρμα μου και κρατώντας την κάτω από την μασχάλη μου,
ανέβηκα με κόπο την απότομη και γλιστερή πλαγιά. Ώσπου να φτάσω στην κορφή,
είχα λαχανιάσει άσχημα. Κατάλαβα ότι η φούρια και η αναστάτωση των
περασμένων λίγων ημερών στο Κάιρο με είχαν όχι μονάχα κάνει να χάσω τη φόρμα
μου, αλλά και υπερβολικά κουράσει.
Από την κορυφή της απότομης προεξοχής η θέα ήταν κάπως ανοιχτή μπροστά
μου, αλλά καμιά μεγάλη κοιλάδα δε φαινόταν κάτω μου. Κατεβαίνοντας την
πλαγιά ανακάλυψα ένα ξέφωτο. Το φεγγάρι χανόταν γρήγορα πίσω απ' τα βουνά,
αλλά υπήρχε ακόμα αρκετό φως για να διακρίνω μια τεράστια και βαθιά κοιλάδα
μπροστά μου. Ήταν καλυμμένη ολόκληρη από έλατα. Μπροστά και πίσω μου, στο
βάθος, το έδαφος ανέβαινε απότομα σχηματίζοντας απέραντες βουνοπλαγιές που
οι κορφές τους διαγράφονταν καθαρά πάνω στα φωτισμένα ακόμη από το φεγγάρι
σύννεφα. Μέσα στο ξέφωτο ο αέρας ήταν πιο δυνατός. Καθώς δεν μου είχαν μείνει
πλέον φωτοβολίδες, κι αφού αφουγκράστηκα για μερικά λεπτά, ρίχνοντας
ταυτόχρονα μια παρατεταμένη ματιά ολόγυρα μήπως ανακαλύψω σημάδια
κάποιου άλλου, μάζεψα μερικά ξερόκλαδα και άναψα φωτιά. Τη διατήρησα για
μερικά λεπτά, αλλά δεν είχα καμιά ανταπόκριση. Κατόπιν, από το βάθος της
κοιλάδας, κάτω μου, ακούστηκε το βέλασμα ένας αρνιού και λίγα λεπτά αργότερα
η φωνή ενός άντρα. Δεν ήμουν πλέον ολομόναχος.
Σκέφθηκα πως το καλύτερο που είχα να κάνω, ήταν να κατεβώ στην κοιλάδα και
αν διαπίστωνα ότι η φωνή ανήκε σε κάποιον έλληνα βοσκό, να τον παρακαλέσω να
με βοηθήσει να βρω και τους υπόλοιπους της ομάδας μου, που δεν αποκλειόταν να
έχουν τραυματιστεί πέφτοντας. Ξεφορτώθηκα το βαρύ φορτίο μου και τυλίγοντάς
το με τη φόρμα, το τοποθέτησα δίπλα σ' ένα μεγάλο βράχο κοντά στο ξέφωτο,
υπολογίζοντας πως θα μπορούσα να το ξαναβρώ χωρίς δυσκολία. Μετά κατέβηκα
τη βουνοπλαγιά. Το «κατέβηκα» είναι τρόπος του λέγειν. Η πλαγιά ήταν τόσο
απότομη, ώστε τη μεγαλύτερη απόσταση από την κοιλάδα (κάπου χίλια πόδια
κάτω μου) την διέτρεξα κουτρουβαλώντας. Από καιρό σε καιρό σταματούσα για ν'
ακούσω ξανά το βέλασμα του προβάτου και να βεβαιωθώ ότι προχωρούσα
κανονικά. Μετά ξανάρχιζα.
Είκοσι περίπου λεπτά αργότερα αντιλήφθηκα ότι πλησίαζα στο βάθος της
κοιλάδας και άρχισα να προχωρώ με μεγαλύτερη προσοχή. Κάποιος φώναξε πάλι.
Μια άλλη φωνή του απάντησε. Μιλούσαν σίγουρα ελληνικά. Ικανοποιημένος που
μπροστά μου δεν βρίσκονταν ούτε Ιταλοί, ούτε Γερμανοί, αλλά κατά τα φαινόμενα
απλοί έλληνες τσοπάνηδες, φώναξα όσο δυνατότερα μπορούσα ένα απλό
επιφώνημα: «Χόι!», δεδομένου ότι οι ελληνικές λέξεις που γνώριζα ήταν μονάχα
δύο: «Ίμι Ινγκλέζος». Δεν πήρα απάντηση. Προχώρησα σιγά σιγά προς την
κατεύθυνση που είχα ακούσει τις φωνές και ζυγώνοντας σ' ένα ξέφωτο, ανάμεσα
στα δέντρα, διέκρινα μια φωτιά μπροστά μου. Δυο άνθρωποι κάθονταν δίπλα της.

Δεν με είχαν ακόμα δει και από τη θέση που βρισκόμουν σκέφθηκα ότι θα ήταν
καλύτερο, αντί να πάω εγώ προς το μέρος τους, να κάμω εκείνους να με
πλησιάσουν, μια που δεν αποκλειόταν να είναι ένα είδος βουνίσιοι αστυνομικοί του
εχθρού. Με τη σκέψη αυτή ξαναφώναξα. Αυτή τη φορά μου απάντησαν. Στάθηκα
ακίνητος και οι δυο άνθρωποι πλησίασαν. Ξεκούμπωσα τη θήκη του ρεβόλβερ μου.
Καθώς με πλησίαζαν μέσα στο θαμπό φως του φεγγαριού, διαπίστωσα ότι δεν
φορούσαν καπέλα και δεν είχαν τουφέκια. Ξαναφώναξα λοιπόν και με το χέρι στο
ρεβόλβερ μου βγήκα από την κρύπτη μου και κατευθύνθηκα προς το μέρος τους.
Μόλις με είδαν σταμάτησαν. Τους ζύγωσα θαρραλέα λέγοντας «Ίμι Ινγκλέζος».
Εξακολουθούσαν να μένουν ακίνητοι, καθώς έκανα τα λίγα ακόμη βήματα που μας
χώριζαν, επαναλαμβάνοντας τις δυο μοναδικές μου λέξεις. Ήταν τσοπάνηδες.
Με κοίταξαν από πάνω μέχρι κάτω και διαπιστώνοντας ότι κι εγώ, με τη σειρά
μου, δεν ήμουν μέλος της ιταλικής αστυνομίας, αλλά μάλλον πραγματικός
Εγγλέζος, άρχισαν να μιλούν ελληνικά με πολύ γρήγορο τρόπο. Όπως ήταν φυσικό,
δεν καταλάβαινα λέξη απ' αυτά που έλεγαν. Έδειξα τον εαυτό μου, ύστερα τα
βουνά και μέτρησα τρία από τα δάχτυλα μου, προσπαθώντας να τους δώσω να
καταλάβουν ότι, κάπου γύρω μας, βρίσκονταν άλλοι τρεις. Τελικά νομίζω ότι
κατάλαβαν αυτό που προσπαθούσα να τους πω. Ύστερα από ένα είδος συνομιλίας
κωφαλάλων, με πολλά δειξίματα προς τον ουρανό, συμφωνήσαμε να μείνουμε εκεί
που βρισκόμαστε τις τρεις ώρες που απόμεναν μέχρι το ξημέρωμα. Θα ήταν
ανώφελο να ψάχνουμε για τους υπόλοιπους της ομάδας μέσα στην αφέγγαρη
πλέον νύχτα. Οι τσοπάνηδες με κάλεσαν να ξεκουραστώ δίπλα στη φωτιά. Σε λίγο
κοιμόμουν βαθιά, εξουθενωμένος από την κούραση.
Νόμισα πως είχα κοιμηθεί μονάχα μερικά λεπτά, όταν ένας από τους Έλληνες με
ξύπνησε. Έπαιρνε να χαράζει. Μου έδειξε την κορφή της βουνοπλαγιάς που ρόδιζε
κι εγώ του κούνησα καταφατικά το κεφάλι. Ο ένας απ' τους δυο μου έδωσε
μερικές μαύρες ελιές που τις έφαγα μ' ευχαρίστηση. Μετά ξεκινήσαμε, από
μονοπάτι αυτή τη φορά, αλλά ακόμα κι έτσι η ανάβαση ήταν μακρυά και δύσκολη:
χρειαστήκαμε μια ώρα και πλέον για να φτάσουμε στο μέρος που είχα αφήσει τα
πράγματά μου. Όταν βρεθήκαμε στο σωστό σημείο, που επιβεβαιωνόταν εύκολα
από τις στάχτες της φωτιάς που είχα ανάψει, το σακκίδιό μου έλειπε. Δεν υπήρχαν
παρά δυο πιθανές εξηγήσεις: είτε το είχε ανακαλύψει ένα άλλο μέλος της ομάδας
μας που πέρασε από κει, είτε, ο νεαρότερος από τους δυο βοσκούς, ένα απλό παιδί
που πήγαινε αρκετά μπροστά μας κατά την ανάβαση, το είχε βρει και το έκρυψε
βιαστικά προτού να φτάσουμε εμείς στο σημείο εκείνο. Δυστυχώς, τα ελληνικά
μου δεν μου επέτρεπαν ν' ανοίξω οποιαδήποτε συζήτηση. Αντιμετωπίζοντας την
πρώτη εκδοχή, έβγαλα ένα χαρτί από το σημειωματάριό μου και έγραψα μερικές
λέξεις που ειδοποιούσαν αυτόν που θα το εύρισκε να με περιμένει εκεί ώσπου να
ξαναγυρίσω. Το κρέμασα σε ορατό σημείο σ' ένα από τα κοντινότερα δέντρα. Δεν
είχα καλά καλά τελειώσει, όταν, ανάμεσα από ένα άνοιγμα των δέντρων, πρόβαλε
ο Τομ Μπάρνες, ο Νεοζηλανδός.
Νιώσαμε ανακούφιση διαπιστώνοντας ότι κανένας απ' τους δυο μας δεν είχε
τραυματιστεί. Ο ίδιος είχε προσεδαφιστεί περίπου ένα μίλι μακρύτερα, στην άλλη
πλευρά μιας άλλης κοιλάδας, και περιπλανιόταν όπως κι εγώ προσπαθώντας να
βρει τους άλλους. Είπε πως ήξερε που βρισκόταν ο λοχίας Βίλμοτ, ο
ασυρματιστής, αλλά για τον Ντένις Χάμσον, το τέταρτο μέλος της ομάδας μας,
δεν γνώριζε τίποτε ακόμη. Τον ρώτησα αν είχε περιμαζέψει το σακκίδιό μου.
Απάντησε αρνητικά. Αλλά, δυστυχώς, ούτε κι εκείνος γνώριζε ελληνικά.
Προχωρήσαμε λοιπόν στο πια σημαντικό μας καθήκον: να βρούμε τον Ντένις
Χάμσον.

Ο Τομ Μπάρνες είπε ότι ο χειριστής του ασύρματου χρειαζόταν βοήθεια για να
κατεβάσει τις μπαταρίες από το αλεξίπτωτο, γιατί, όπως και ο ασύρματος που
είχα κουβαλήσει εγώ, είχαν κι αυτουνού μπερδευτεί μέσα στα δέντρα. Αφού του
έδειξα που βρισκόταν το αλεξίπτωτό μου και του είπα να ξαναγυρίσει εκεί μόλις
θα τελείωνε, τον έστειλα στον ασυρματιστή με έναν από τους βοσκούς. Εγώ πήρα
τον άλλο κι αρχίσαμε να ψάχνουμε για τον Ντένις και για τα αλεξίπτωτα που είχαν
μεταφέρει τα εφόδιά μας.
Ύστερα από δυο ώρες άγονης αναζήτησης, έπεσα πάνω σε έναν Έλληνα, που είχε
προφανώς ανέβει από κάποιο κοντινό χωριό της κοιλάδας για να δει τι είχαν ρίξει
τ' αεροπλάνα την προηγούμενη νύχτα. Ξαναγύρισα στα αλεξίπτωτό μου, όπου είχα
δώσει ραντεβού με τον Τομ, ενώ οι δυο Έλληνες συνέχιζαν την αναζήτηση. Προς
το μεσημέρι, ο ένας απ' αυτούς ξαναγύρισε μαζί με τον Ντένις.
Τώρα βρισκόμαστε σε πιο πλεονεκτική κατάσταση, γιατί ο Ντένις μιλούσε
ελληνικά. Ανακαλύψαμε ότι βρισκόμαστε ένα μίλι περίπου από ένα χωριό που το
έλεγαν Καρούτες, κάπου δέκα μίλια νοτιότερα από το σημείο που έπρεπε να
προσεδαφιστούμε. Μάθαμε πως δεν υπήρχαν Ιταλοί ή Γερμανοί στο χωριό και πως
το
πλησιέστερο στρατόπεδό τους, όπου υπήρχε ένα τάγμα, βρισκόταν περίπου μια
ώρα δρόμο μακρυά. Ο χωρικός που είχε επιστρέψει με τον Ντένις, προσφέρθηκε να
πάει στις Καρούτες και να μας φέρει έναν πρώην αξιωματικό, που θα μπορούσε,
όπως είπε, να μας βοηθήσει στην αποστολή μας. Συμφωνήσαμε και του είπαμε,
επιστρέφοντας, να φέρει μαζί του και μερικά τρόφιμα. Μέσα στο απόγευμα, ο Τομ
Μπάρνες και ο λοχίας Βίλμοτ με τις μπαταρίες του, εμφανίστηκαν κι έτσι η ομάδα
μας συμπληρώθηκε.
Από την κατεύθυνση που φυσούσε ο αέρας όταν είχαμε πέσει, αντιλήφθηκα ότι τα
περισσότερα από τα αλεξίπτωτα με τα εφόδιά μας, ελαφρότερα όπως ήταν,
έπρεπε να είχαν πέσει πιο ψηλά από μας και ότι θα χρειαζόμαστε πολλές ώρες, αν
όχι μέρες, για να τ' ανακαλύψουμε. Πιθανόν μάλιστα να χανόμαστε μέσα στο
δάσος κατά την αναζήτησή τους. Καθώς ήταν ήδη αργά το απόγευμα, αποφάσισα
ν' αναβάλλω την έρευνα για την άλλη μέρα που θα είχαμε περισσότερο χρόνο στη
διάθεσή μας και θα μπορούσαμε να την οργανώσουμε συστηματικότερα. Έτσι,
μείναμε εκεί που βρισκόμαστε και αναπαυτήκαμε.
Απάνω στην ώρα, ο χωρικός ξαναγύρισε μ' ένα κομμάτι κατσικίσιο τυρί, μαύρο
ψωμί και μια μποτίλια τοπικό κρασί. Μας πληροφόρησε ότι ο αξιωματικός ερχόταν
ήδη να μας συναντήσει. Μόλις είχαμε τελειώσει το αργοπορημένο και φτωχό μας
γεύμα, συνοδεύοντάς το με λίγο από το καλόδεχτο εκείνο κρασί, όταν ο
τελευταίος εμφανίστηκε. Αποδείχτηκε πως ήταν ένας νεαρός έλληνας
αξιωματικός ονόματι Κατσίμπας. Ήταν πολύ ευγενικός αν και αναστατωμένος που
μιλούσε πάλι με βρετανούς αξιωματικούς. Μας είπε ότι φοβόταν να μας πάρει μαζί
του στο χωριό, γιατί το ιταλικό στρατόπεδο βρισκόταν πολύ κοντά και θα ήταν
πολύ επικίνδυνο για τους χωρικούς. Αν θέλαμε ωστόσο να πάμε μαζί του, θα μας
έδειχνε μια ασφαλή κρυψώνα, κοντύτερα στο χωριό και πιο πρόσφορη για να μας
φέρνουν τρόφιμα. Συμφωνήσαμε μαζί του. Μας οδήγησε σ' ένα πραγματικά βολικό
μέρος, μισό μίλι περίπου προς το μέρος της κοιλάδας που ήδη είχα κατέβει μια
φορά. Μας άφησε εκεί, λέγοντας ότι θα ξαναγύριζε με το σούρουπο. Πριν
σκοτεινιάσει ξαναγύρισε πράγματι, φέρνοντας μαζί του περισσότερο ψωμί, τυρί
και μαύρες ελιές, καθώς και λίγο ακόμα από το ελληνικό κρασί. Μας είπε ότι είχε
ακούσει πως κάποιος αντάρτης ονόματι Καραλίβανος και μια μικρή ομάδα είχαν
φτάσει εκείνο το απόγευμα στην άλλη πλευρά της κοιλάδας και ήθελαν να μας

συναντήσουν. Ο Κατσίμπας είχε πάρει οδηγίες να μας πάει σ' εκείνον το επόμενο
πρωί και μας συνιστούσε να ξεκινήσουμε με το χάραμα, ώστε να περάσουμε
ασφαλείς από το δρόμο που βρισκόταν στο βάθος της κοιλάδας.
Ο Καραλίβανος ήταν ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών που στο Κάιρο μας
είχαν πει ότι πιθανόν να συναντούσαμε στην περιοχή της Γκιώνας. Οι ελπίδες μας
αναπτερώθηκαν σημαντικά στη σκέψη ότι θα τον συναντούσαμε την επόμενη
μέρα, γιατί μας είχαν κάμει να πιστέψουμε ότι διέθετε μια ομάδα από εκατό
περίπου αντάρτες. Μετά το βραδυνό φαγητό, τυλιχτήκαμε στα αλεξίπτωτά μας
και πέσαμε για ύπνο — τον πρώτο κανονικό ύπνο από τότε που είχαμε φύγει από
την Αίγυπτο.
Συνεπής στο λόγο του, ο Κατσίμπας, ξαναγύρισε πριν ακόμα φωτίσει το επόμενο
πρωί. Τυλίξαμε τ' αλεξίπτωτά μας και μαζί με τους τρεις χωρικούς που είχαν
έρθει να μας βοηθήσουν, μεταφέραμε τα προσωπικά μας πράγματα, τον ασύρματο
και τις μπαταρίες στην απέναντι πλαγιά, περνώντας από το δρόμο της κοιλάδας.
Ύστερα από μισής ώρας σκαρφάλωμα σ' ένα απότομο βραχώδες μονοπάτι,
αντικρύσαμε τον πρώτο αντάρτη να μας χαιρετά.
Λίγο πιο πάνω από μας, κάτω απ' τα δέντρα, στεκόταν ένας κοντόπαχος άντρας
που φορούσε μια λερωμένη στολή ευζώνου. Ήταν ζωσμένος με φυσεκλίκια, ένα
γύρω από τη μέση του κι από ένα στους δυο του ώμους. Το όπλο του ήταν γεμάτο.
Διάφορα μαχαίρια, με όμορφες σκαλισμένες λαβές που κρέμονταν από διάφορα
σημεία της ζώνης του συμπλήρωναν την αμφίεσή του. Το χαμόγελο που
απλωνόταν στο αδρό, γεμάτο γένια πρόσωπό του, αποκάλυπτε ένα σχεδόν
φαφούτικο στόμα. Γλίστρησε ανάλαφρα τα λίγα μέτρα που μας χώριζαν και μας
χαιρέτησε όλους εγκάρδια δια χειραψίας. Μετά μας είπε να τον ακολουθήσουμε
και σε λίγο βρισκόμαστε μπροστά σε άλλους τέσσερις, όμοια ντυμένους,
ανθρώπους ο ένας από τους οποίους, ξεχωρίζοντας από τους άλλους από ένα
κόκκινο φέσι που φόραγε στο κεφάλι του κι από ένα τόμιγκαν που κρατούσε στο
χέρι, μου συστήθηκε από τον οδηγό σαν ο «Καπετάνιος» τους ή αρχηγός
Καραλίβανος.
Χρησιμοποιώντας σαν διερμηνέα τον Ντένις, του εξήγησα ότι είχαμε έρθει με
αεροπλάνο την προηγούμενη νύχτα, ότι είμαστε σταλμένοι ειδικά από το
Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής και ότι θέλαμε να έρθουμε σ' επαφή με τις
αντάρτικες ομάδες της περιοχής. Τον ρώτησα που βρίσκονταν οι υπόλοιποι της
ομάδας του. Σχεδόν τρόμαξα όταν τον άκουσα να λέει ότι όλοι κι όλοι οι άντρες
του ήταν οι παρόντες, δηλαδή πέντε. Αφήνοντας για την ώρα κατά μέρος το θέμα
αυτό, του είπα ότι το επόμενο σημαντικό πράγμα που μας απασχολούσε ήταν η
ανεύρεση των υλικών που είχαμε φέρει μαζί μας και που κατά πάσα πιθανότητα
βρίσκονταν σκορπισμένα στην απέναντι βουνοπλαγιά. Συμφώνησε να το κάνει.
Ο Καραλίβανος διάλεξε ένα μικρό οροπέδιο πάνω στο οποίο στήσαμε το
προσωρινό μας στρατηγείο. Από την άκρη του οροπεδίου, η θέα ήταν εξαιρετική
προς την κοιλάδα και μπορούσες να δεις πολύ εύκολα όποιον θα πλησίαζε από
κάτω. Μπορούσες επίσης ν' ανάψεις φωτιά χωρίς να φαίνεται από πουθενά, με
εξαίρεση μια μικρή περιοχή στην απέναντι πλευρά της κοιλάδας. Μας άφησε εκεί
και πήγε να οργανώσει την αναζήτηση των εφοδίων μας. Στο μεταξύ, κάναμε ό,τι
μπορούσαμε για νάρθουμε σ' επαφή με το Κάιρο, αλλά ανακαλύψαμε ότι η συσκευή
είχε πάθει ζημιά κατά την πτώση της. Ώσπου να βρούμε κάποιο κιβώτιο με
εφεδρικά εξαρτήματα, απ' αυτά που είχαν πέσει στην απέναντι βουνοπλαγιά, δεν
μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα.

Με το σούρουπο ο Καραλίβανος επέστρεψε, αλλά δεν είχε καταφέρει τίποτα. Ο
Ντένις με βεβαίωσε πως είχε κάνει ό,τι μπορούσε και πως ομάδες από χωρικούς
είχαν ψάξει το δάσος για χάρη μας. Το άλλο πρωί, ο Καραλίβανος, με όλους τους
άντρες της ομάδας του εκτός από έναν, έφυγε για να συνεχίσει το ψάξιμο. Προς
το μεσημέρι, ένας χωρικός κι ένα μουλάρι φορτωμένο με δυο κιβώτια,
σκαρφάλωσαν στο ύψωμα που βρισκόμαστε. Τ' ανοίξαμε προσεχτικά. Ήταν γεμάτα
χειροβομβίδες και διάφορα εκρηκτικά υλικά.
Όταν ο Καραλίβανος γύρισε το βράδυ, εγώ με τον Ντένις είχαμε μαζί του μια
μακριά συνομιλία. Συνοψίζοντας του είπα ότι αν οι χωρικοί είχαν βρει τα κιβώτια,
θα τα είχαν κρύψει για τον εαυτό τους και ότι θα ήταν πολύ δύσκολο να τους
πείσει να τα παραδώσουν. Ο Καραλίβανος είπε ότι θα χρησιμοποιούσε
αυστηρότερα μέτρα για να τους κάνει να τα παραδώσουν. Πριν καταφύγουμε στην
τιμωρία του πρώτου χωρικού που θα πιάναμε στα πράσα, συμφωνήσαμε με τον
Καραλίβανο να φέρει επάνω τον πρόεδρο της Κοινότητας για να συζητήσουμε.
Την άλλη μέρα, ο Καραλίβανος δεν έφερε μόνο τον πρόεδρο, αλλά και δυο έλληνες
χωροφύλακες που είχε πιάσει. Ο πρόεδρος, φανερά τρομαγμένος, υποσχέθηκε πως
θα έκανε ό,τι μπορούσε για να μας βοηθήσει, θέλοντας να του δείξει τι θα
συνέβαινε στην αντίθετη περίπτωση, ο Καραλίβανος άρπαξε τους δυο
χωροφύλακες και γυρίζοντας στον πρόεδρο του είπε ότι αυτοί οι δυο άνθρωποι
ντρόπιαζαν την Ελλάδα γιατί ήταν μισθοφόροι των Ιταλών. Μετά, βγάζοντας ένα
από τα μαχαίρια του, τους έκοψε τα κουμπιά από τις στολές τους και απείλησε
ότι, αν σε είκοσι τέσσερις ώρες δεν μας είχαν παραδοθεί τα πράγματα, θα τους
έκοβε το λαιμό. Στο μεταξύ θα τους κρατούσε σαν ομήρους.
Ο πρόεδρος του χωριού ζήτησε να μιλήσει ιδιαίτερα με μένα και τον Ντένις. Μας
είπε ότι παρόλο που ήθελε (και ήθελε πράγματι) να μας βοηθήσει με κάθε δυνατό
τρόπο, ήταν απόλυτα βέβαιος ότι η ιταλική φρουρά της περιοχής ήξερε ήδη ότι τ'
αεροπλάνα μας —που δεν μπορεί παρά να τα είχε ακούσει τρεις νύχτες πρωτύτερα
— έκαναν ρίψεις στην περιοχή αυτή και ότι αν δεν τους ανάφερε κάτι σχετικά,
ήταν πολύ πιθανό ότι θα έστελναν κάποια περίπολο στο χωριό για να το
διαπιστώσουν. Αν ανακάλυπταν τίποτε, θα τον συνελάμβαναν. Ήθελε λοιπόν ν'
απομακρυνθούμε από την περιοχή. Του εξηγήσαμε ότι αυτό δεν μπορούσε να γίνει
πριν να βρούμε όλα μας τα πράγματα και να τα ασφαλίσουμε σε σίγουρο μέρος.
Υποσχέθηκε ότι θα έβαζε τα δυνατά του να τα βρει μέσα στις επόμενες σαράντα
οχτώ ώρες. Του απαντήσαμε ότι αν γινόταν αυτό, εμείς θ' απομακρυνόμαστε από
το χωριό και τότε εκείνος θα μπορούσε ν' αναφέρει στους Ιταλούς ότι μόνο μερικά
αλεξίπτωτα με εφόδια είχαν πέσει και όχι άνθρωποι.
Οι απειλές του Καραλίβανου και η επιθυμία του προέδρου να μας δει να φεύγουμε,
άρχισαν να φέρνουν καρπούς. Μέσα στην ίδια μέρα, μισή ντουζίνα μουλάρια,
φορτωμένα με κιβώτια που περιείχαν όπλα, πολεμοφόδια, εκρηκτικά και ρουχισμό,
ανηφόρισαν προς το μικρό μας οροπέδιο. Πουθενά οι κονσέρβες και — πράγμα
πολύ περίεργο — ούτε και το μεμονωμένο κιβώτιο που ξέραμε σίγουρα ότι είχε
πέσει από το δικό μας αεροσκάφος. Αυτό μ' έκανε να πιστέψω ότι στην ίδια
περιοχή υπήρχε τουλάχιστον μια ακόμη ομάδα που την είχε ρίξει το ένα από τα
δύο άλλα LIBERATOR.
Όταν πέρασαν και οι επόμενες είκοσι τέσσερις ώρες, που στη διάρκειά τους μας
κουβάλησαν μερικά ακόμα κιβώτια, ο πρόεδρος είπε πως δεν μπορούσε να βρει
άλλα και μας παρακάλεσε να εγκαταλείψουμε την περιφέρειά του, γιατί την άλλη
μέρα ήταν υποχρεωμένος να πάει στους Ιταλούς, και ν' αναφέρει κάτι.

Στην δυσάρεστη κατάσταση που βρισκόμαστε, υπολόγισα ότι τα εκρηκτικά που
είχαμε μόλις έφταναν για ν' ανατινάξουμε μια γέφυρα. Με τη βοήθεια του
Κατσίμπα, του έλληνα αξιωματικού, κρύψαμε κάθε τι που δεν το είχαμε άμεση
ανάγκη. Το πρωί της άλλης μέρας, φορτώσαμε σε τρία μουλάρια του χωριού τον
ασύρματο, τις μπαταρίες και τον ρουχισμό που είχαμε μαζέψει. Ξεκινήσαμε με τον
Καραλίβανο, με κατεύθυνση μια βορειοδυτική περιοχή, κάπου δέκα μίλια μακρυά,
στην οποία θα έπρεπε να είχαμε προσεδαφιστεί και όπου ελπίζαμε να βρούμε τον
Σεφεριάδη και μεγάλες ομάδες ανταρτών να μας περιμένουν.
Έβρεχε όλη εκείνη τη μέρα. Περπατήσαμε περίπου πέντε έξι ώρες.
Ανεβοκατεβαίνοντας τα γεμάτα πέτρες βουνίσια μονοπάτια, διαπίστωσα γι' άλλη
μια φορά πως δεν ήμουν κατάλληλος για κάτι τέτοιο και προς το βράδυ, όταν
σταθήκαμε για να περάσουμε τη νύχτα, ήμουνα κατάκοπος και τα πόδια μου
πονούσαν. Για να προστατευτούμε από τη βροχή, που ακόμα και κάτω από τα
έλατα συνέχιζε να πέφτει δυνατή επάνω μας, οι άντρες του Καραλίβανου έφτιαξαν
δυο καλύβες με σπασμένα ελατόκλαρα, μια για τον εαυτό τους και μια για μας.
Έμοιαζαν μ' αυτές που φτιάχνουν οι ινδιάνοι και είχαν από μια μικρή είσοδο. Όταν
στρώθηκαν με φτέρες, αποδείχτηκε πως ήταν πολύ στεγνά και βολικά
καταλύματα. Ένας από τους άντρες του Καραλίβανου που τον έλεγαν Γιώργο,
εξαφανίστηκε για να βρει κρέας. Σε μια περίπου ώρα επέστρεψε μ' ένα ζωντανό
αρνί κάτω από τη μασχάλη του. Το έσφαξαν σύντομα και τόγδαραν επιδέξια. Σε
λίγα λεπτά ένα μέρος του ψηνόταν πάνω στα κάρβουνα της φωτιάς που είχαμε
ανάψει. Τα έντερα του ζώου, πλυμένα προσεχτικά, χρησιμοποιήθηκαν για ένα άλλο
έδεσμα: οι άντρες του Καραλίβανου έκοψαν σε μικρά κομμάτια τα νεφρά, την
καρδιά και το συκώτι του αρνιού, τα πέρασαν σε μια χοντρή βέργα που χρησίμευε
για σούβλα, τύλιξαν γύρω τα έντερα και το έβαλαν να ψηθεί πάνω από τη φωτιά.
Με το μαύρο ψωμί που είχαμε πάρει μαζί μας από τις Καρούτες, το πράγμα αυτό,
που οι Έλληνες το αποκαλούν κοκορέτσι, αποτέλεσε για μας ένα θαυμάσιο «Hors
d' oeuvre». Νερό υπήρχε άφθονο, γιατί καθεμιά απ' αυτές τις κοιλάδες διέθετε
οπωσδήποτε κάποιο δροσερό ρυάκι.
Αργότερα, ο λοχίας Βίλμοτ μας ανάγγειλε πως είχε κάνει επιτέλους τον ασύρματο
να λειτουργήσει. Ανεβήκαμε στο κοντινότερο ξέφωτο και στήσαμε μια κεραία.
Έστελνε σήματα για δυο ώρες, αλλά δεν πήρε απάντηση. Κάναμε μια ακόμη
απόπειρα το άλλο πρωί κι ύστερα τον λύσαμε πάλι σε κομμάτια, τον φορτώσαμε σ'
ένα από τα μουλάρια μας και ξεκινήσαμε γι' άλλη μια φορά, με κατεύθυνση πάντα
την βορειοδυτική περιοχή της Γκιώνας.
Ύστερα από λίγες ώρες, πέσαμε πάνω σ' έναν τσοπάνο με το κοπάδι του. Μας
πληροφόρησε ότι από την άλλη πλευρά του κοντινότερου υψώματος, κάπου μια
ώρα δρόμος, βρισκόταν μια άλλη ομάδα από Εγγλέζους. Το νέο αυτό μας έφερε
μεγάλη ανακούφιση. Έστειλα αμέσως τον Ντένις, μαζί μ' έναν από τους άντρες
του Καραλίβανου που ήξερε που θα περνούσαμε εκείνη τη νύχτα, να διαπιστώσει
αν ήταν οι δικοί μας άνθρωποι. Ξαναγύρισε το βράδυ, στο μέρος που είχαμε
σταθεί, με το θαυμάσιο νέο ότι είχε βρει την ομάδα του Κρις Γουντχάουζ, σώα και
αβλαβή, με όλα τα εφόδιά της, πάνω σ' ένα ύψωμα που το έλεγαν Προφήτη Ηλία,
όχι μακρύτερα από δυο ώρες δρόμο από το σημείο που βρισκόμαστε. Ο Κρις δεν
ήταν εκεί. Προσπαθούσε να έρθει σ' έπαγή με κάποιον σ' ένα διπλανό χωριό, αλλά
τον περίμεναν να επιστρέψει την άλλη μέρα. Καθώς ο Ντένις είπε πως είχαν βρει
μια θαυμάσια σπηλιά όπου είχαν αποθηκέψει όλα τους τα πράγματα, αποφασίσαμε
να πάμε να τους βρούμε την επόμενη μέρα.
Εκείνη τη νύχτα, όπως καθόμαστε γύρω στη φωτιά, προσπαθώντας να
ελαττώσουμε τ' αποτελέσματα της βροχής που στάλαζε πάνω μας μέσα απ' τα

δέντρα, ο σκοπός που είχαμε βάλει μας κουβάλησε έναν κοντόσωμο Έλληνα που
τύχαινε να περνάει από δίπλα μας. Ήταν οπλισμένος μ' ένα παλιό τουφέκι κι ένα
σκουριασμένο πιστόλι και προφανώς δεν ήταν άγνωστος στον Καραλίβανο και
τους άντρες του. Μιλούσε σπασμένα αγγλικά με έντονη αμερικάνικη προφορά.
Στην αρχή, ήταν πολύ επιφυλακτικός. Είπε ωστόσο ότι πρόσφατα είχε επισκεφθεί
την Κουκουβίστα. Αυτό μ' έκανε να στηλώσω τ' αυτιά μου, γιατί η Κουκουβίστα
ήταν το κοντινότερο χωριό από το μέρος που θάπρεπε να είχαμε πέσει. Σε λίγο
μας πληροφορούσε ότι μια μέρα πριν φτάσουμε, οι Ιταλοί είχαν εισβάλει στην
Κουκουβίστα και είχαν πάρει μαζί τους όλον τον άρρενα πληθυσμό του χωριού
μέχρι εξήντα χρονών. Το πιο σημαντικό νέο ωστόσο ήταν ότι ανάμεσα στους
ανθρώπους που είχαν συλλάβει οι Ιταλοί, βρισκόταν κι ένας δικηγόρος που τον
έλεγαν Σεφεριάδη. Αυτό έκανε τα πράγματα μάλλον σκούρα, γιατί έδειχνε ότι οι
Ιταλοί ήταν ειδοποιημένοι για την άφιξή μας. Επιπλέον, εξηγούσε γιατί, κατά τη
δεύτερη απόπειρά μας να προσγειωθούμε, δεν είχαμε δει καθόλου σήματα από
φωτοβολίδες.
Ο νεοφερμένος μας είπε ότι ονομαζόταν Νικόλαος Βέης και ότι ήταν περισσότερο
γνωστός σαν «Μπάρμπα - Νίκος». Τα αγγλικά του ήταν πολύ δυσνόητα, ώσπου να
τα συνηθίσεις, αλλά τα καταλάβαινε περισσότερο. Καθώς το βράδυ προχωρούσε,
μας είπε ότι είχε κάνει πολλά χρόνια στην Αμερική. Κάτω από το τρεμουλιαστό
αντιλάμπισμα της φωτιάς, καθώς ξεφυσούσε τον καπνό από τα τσιγάρα που του
είχαμε προσφέρει, τον μελέτησα προσεχτικά. Όταν έβγαλε το λερωμένο καπέλο
του, παρατήρησα ότι τα μαλλιά του ήταν αραιά και γκρίζα. Συμπέρανα πως θα
ήταν γύρω στα πενήντα. Είχε σπινθηροβόλα γελαστά μάτια, ένα μεγάλο πεταχτό
μουστάκι και μεγάλη στρογγυλή μύτη. Ήταν ντυμένος πολύ φτωχικά. Στην
πραγματικότητα, τα ρούχα του ήταν σχεδόν κουρέλια και το ένα από τα
χωριάτικα παπούτσια που προστάτευαν τα γυμνά του πόδια, δεν είχε σόλα. Είπε
πως δεν ήξερε για ποιο λόγο μας είχαν στείλει στην Ελλάδα, αλλά αν υπήρχε
κανένας τρόπος με τον οποίο θα μπορούσε να μας βοηθήσει, θα το έκανε μ'
ευχαρίστηση. Συμφώνησε να έρθει μαζί μας την άλλη μέρα που θα πηγαίναμε να
συναντήσουμε τον Κρις Γούντχάουζ.
Μέχρι τότε, δεν είχα πει στον Καραλίβανο παρά ελάχιστα πράγματα σε σχέση με
την πραγματική μας αποστολή. Αόριστα τον είχα πληροφορήσει ότι ήθελα να
έρθω σ' επαφή με τους άλλους αντάρτες της περιοχής της Γκιώνας, προκειμένου
να επιχειρούσαμε γενικά σαμποτάζ από κει. Όταν άκουσε ότι η Κουκουβίστα είχε
δεχτεί επίθεση από τους Ιταλούς, στεναχωρήθηκε τρομερά. Προφανώς, έλπιζε κι
εκείνος ότι σ' αυτό το χωριό θα μπορούσε νάρθει σ' επαφή με άλλους αντάρτες.
Όταν όμως του είπα ότι ύστερα από δυο μέρες περιμέναμε και άλλο αεροπλάνο με
προμήθειες, και πιθανόν τρόφιμα, αναθάρρησε κάπως και ξαναβρήκε το
ενδιαφέρον του.
Την επόμενη μέρα, προς το μεσημέρι, ύστερα από δυο ώρες διαδρομή, ανεβήκαμε
σ' ένα βραχώδες ύψωμα απ' όπου, κοιτάζοντας προς τα κάτω, με τα κυάλια,
διακρίναμε καθαρά στην άκρη ενός πέτρινου οροπεδίου, χίλιες και πλέον γυάρδες
διάμετρο, μια μικρή σκηνή φτιαγμένη από αλεξίπτωτα. Λίγα λεπτά αργότερα μας
καλωσόριζαν τα τρία μέλη της ομάδας του Κρις Γούντχάουζ, ο Νατ Μπάρκερ, ο
Άρθουρ Έντμοντς, ο λοχίας Τσίτις και δυο Κύπριοι αιχμάλωτοι πολέμου, ο Γιάννης
κι ο Παναγιώτης, που είχαν δραπετεύσει και που τους είχαν συναντήσει οι πρώτοι
μετά την προσεδάφισή τους. Ο Κρις δεν είχε γυρίσει ακόμα. Μου έδειξαν σε λίγο
τη σπηλιά τους. Μπαίνοντας από μια μικρή είσοδο και προχωρώντας έρποντας,
βρισκόσουν σ' ένα ευρύχωρο άνοιγμα, κάπου είκοσι τετραγωνικά πόδια πλάτος και
τέσσερα με έξι ύψος, όπου όλα τους τα πράγματα ήταν τοποθετημένα με τάξη.
Καθώς μήτε ο λοχίας Τσίτις είχε καταφέρει να έρθει σ' επαφή με το Κάιρο, οι δυο

ασυρματιστές ένωσαν τις δυνάμεις τους προσπαθώντας να θέσουν σε λειτουργία
τη μια τουλάχιστον συσκευή. Αργά τη νύχτα επέστρεψε κι ο Κρις και έμαθα όλη
την ιστορία τους. Όπως εμείς από το αεροσκάφος μας τη νύχτα της 30ής
Σεπτεμβρίου, έτσι κι εκείνοι από το δικό τους δεν είχαν δει σήματα που να
μοιάζουν μ' εκείνα που περιμέναμε. Τελικά είχαν διακρίνει ένα τρίγωνο από φωτιές
πάνω σ' εκείνο το ύψωμα και προσεδαφίστηκαν. Φτάνοντας στο έδαφος,
συνάντησαν έναν Έλληνα που τους είπε ότι ήταν ανεξάρτητος πράκτοράς μας και
ότι περίμενε μερικά εκρηκτικά από το Κάιρο για την ανατίναξη ενός από τους
τοίχους του Ισθμού της Κορίνθου. Παρά την απογοήτευσή του από την
απροειδοποίητη άφιξη του Κρις και της ομάδας του αντί για τα υλικά που περίμενε
ανυπόμονα, συμφώνησε γενναιόδωρα να παραχωρήσει τους δυο Κύπριους, το
Γιάννη και τον Παναγιώτη, που τους είχε για να του διατηρούν τη φωτιά, σε μας.
Το άλλο πρωί 9 Οκτωβρίου, περιμένοντας ένα ακόμη αεροσκάφος με προμήθειες
για κείνο το βράδυ, μαζέψαμε καυσόξυλα για ν' ανάψουμε τις φωτιές. Κατά τα
μεσάνυχτα ακούσαμε τους κινητήρες να πλησιάζουν. Ανάψαμε αμέσως τις φωτιές
και σε λίγα λεπτά βλέπαμε τις τέσσερις φωτεινές εξατμίσεις από τις μηχανές του
LIBERATOR από πάνω μας. Με τον δεύτερο κύκλο του αεροσκάφους, είδαμε μερικά
αλεξίπτωτα να κατεβαίνουν. Παρασύρθηκαν από τον αέρα κι εξαφανίστηκαν στο
βάθος, πέρα από την άκρη του οροπεδίου μας. Στον επόμενο κύκλο, το αεροπλάνο
έριξε και τα υπόλοιπα αλεξίπτωτα που εξαφανίστηκαν κι αυτά προς την ίδια
κατεύθυνση. Δώσαμε το σήμα του O.K. μ' ένα αναμμένο δαυλί· το αεροπλάνο
ανταπάντησε κι εξαφανίστηκε στον ορίζοντα. Έγινε ξανά σιωπή.
Ένιωσα τη μοναξιά να με τυλίγει πάλι, καθώς σκέφθηκα ότι σε λίγες ώρες, αν όλα
πήγαιναν καλά, το πλήρωμα του αεροσκάφους θα ξαναγύριζε στις σχετικά
πολιτισμένες συνθήκες ζωής της Αιγύπτου. Θυμάμαι πως είπα στον Κρις ότι
εκείνοι θα εύρισκαν τα άνετα κρεβάτια τους να τους περιμένουν όταν θα
επέστρεφαν. Ο Κρις απάντησε ότι σε καμιά περίπτωση δεν ήθελε να είναι στη θέση
τους, κάνοντας αυτή τη δουλειά νύχτα παρά νύχτα. Παρόλο που συμφωνούσα μαζί
του, θα πρέπει να παραδεχτώ ότι ένιωθα ένα βαρύ αόριστο συναίσθημα, κάτι που
έμοιαζε με νοσταλγία. Δεν ήμουν καθόλου συνηθισμένος σ' αυτό το παράξενο
είδος ζωής.
Ο Κρις, ψηλός, με φαρδείς ώμους, ξανθός και μονάχα είκοσι τριών ετών τότε, με
μια πολεμική αποστολή στο Πυροβολικό, είχε ήδη κάμει ένα χρόνο στην
καταχτημένη Κρήτη, βοηθώντας τους αιχμαλωτισμένους στρατιώτες μας να
δραπετεύσουν και κατευθύνοντας τους γενναίους Κρήτες σε σαμποτάζ εναντίον
του εχθρού. Η εμπειρία του αυτή, η γνώση της ελληνικής νοοτροπίας και η
ευκολία με την οποία χειριζόταν τα ελληνικά, στάθηκαν πολύτιμα στοιχεία για
μένα. Πραγματικά, χωρίς τις συμβουλές του εκείνο τον πρώτο καιρό, πιθανόν να
έκανα σοβαρά σφάλματα, δεδομένου ότι είχα πλήρη άγνοια του νέου αυτού είδους
πολέμου στο οποίο βρισκόμουν ξαφνικά μπλεγμένος. Δεν θα μπορούσα να είχα βρει
πιο ικανό και γενναίο υποδιοικητή που, πρόθυμα και συχνά, να μου δίνει
ανεκτίμητες συμβουλές κι ύστερα να δέχεται τις αποφάσεις μου, όποιες κι αν
ήταν, και να τις εφαρμόζει πιστά, χωρίς καμιά συζήτηση. Παράλληλα, η τρομερή
αντοχή του, που τον έκανε να παραβγαίνει και με τον πιο δυνατό Έλληνα, στάθηκε
αποφασιστικός παράγοντας για την επιτυχία αρκετών επιχειρήσεων.
Είχαμε περάσει την περασμένη νύχτα με καταρρακτώδη βροχή, κουβαριασμένοι
μέσα στη σκηνή που είχαν φτιάξει από το αλεξίπτωτο. Καταβάλαμε μεγάλες
προσπάθειες για να διατηρήσουμε το αυτοσχέδιο αυτό πράγμα ανέπαφο και μια
φορά μάλιστα μας είχε πέσει. Το ύφασμα του αλεξίπτωτου δεν μπορούσε ν' αντέξει
στη βροχή και συχνά το νερό το διαπερνούσε και έσταζε επάνω μας όπως είμαστε

ξαπλωμένοι. Αποφασίσαμε λοιπόν να μετακομίσουμε στη σπηλιά, κάνοντάς την
έτσι όχι μονάχα αποθήκη, αλλά και σπίτι μας. Ήταν κάπως αστείο. Ένιωθα σαν
ζώο μπαίνοντας και βγαίνοντας με τα τέσσερα. Μέσα όμως ήταν σχετικά πιο
άνετα, παρόλο που το φως ήταν περιορισμένο εξαιτίας του μικρού ανοίγματος της
εισόδου.
Με το χάραμα της επόμενης μέρας, 10 Οκτωβρίου, ξεκινήσαμε όλοι για να
μαζέψουμε τα εφόδια που μας είχαν ρίξει την προηγούμενη νύχτα. Τελικά τα
βρήκαμε, κάπου ένα μίλι μακρυά, σκορπισμένα πάνω σε μια πολύ απόκρημνη
λοφοπλαγιά. Καθώς δεν είχαμε μουλάρια για να μεταφέρουμε τα βαριά δοχεία, τ'
ανοίξαμε εκεί που βρίσκονταν, βγάλαμε τα κιβώτια που είχαν μέσα, και κρύψαμε τ'
αδειανά δοχεία. Το κουβάλημα των σιδερένιων κιβωτίων ήταν πολύ κουραστικό κι
ώσπου να πέσει το βράδυ, μονάχα ένα μικρό αριθμό απ' αυτά είχαμε μεταφέρει
μέχρι την άκρη του οροπεδίου, απ' όπου θα μπορούσαμε κατόπιν να τα
φορτώσουμε σε μουλάρια και να τα πάμε ως το στόμιο της σπηλιάς. Ο
Καραλίβανος είχε στείλει έναν από τους άντρες του στο κοντινότερο χωριό να
φέρει μερικά μουλάρια. Το βράδυ κατέφθασαν μερικοί τρομαγμένοι μάλλον
χωρικοί που δεν ήξεραν τι γυερεύουν εκεί, που το ηθικό τους ήταν πολύ χαμηλό
και που θα ένιωθαν σίγουρα πιο ευτυχείς αν τους άφηναν ήσυχους στο χωριό τους.
Κατάλαβαν ωστόσο ότι δεν είχαν άλλη εκλογή από το να υπακούσουν στις οδηγίες
του Καραλίβανου και συνεργάστηκαν μαζί μας — οι περισσότεροι πρόθυμα — τις
επόμενες λίγες μέρες.
Καθώς οι δυο Κύπριοι, ο Γιάννης κι ο Παναγιώτης, μιλούσαν καλά τα ελληνικά,
στέλναμε έναν κάθε μέρα να φέρνει τρόφιμα από ένα χωριό, κάπου μια ώρα
μακρυά μας. Επιστρέφοντας από ένα τέτοιο ταξίδι στις 11 Οκτωβρίου, ο Γιάννης
μας είπε ότι εκείνη τη μέρα είχε φτάσει στο χωριό ένα απόσπασμα ιταλικού
στρατού. Είχαν ακούσει για το αεροπλάνο και ήξεραν ότι είχε ρίξει εφόδια κάπου
εκεί κοντά. Οι χωρικοί πίστευαν ότι οι Ιταλοί θα άρχιζαν να χτενίζουν την περιοχή
την άλλη μέρα και ανυπομονούσαν ν' απομακρυνθούμε από κει μήπως και μας
ανακαλύψει ο στρατός και, για αντίποινα, ξεσπάσει επάνω τους.
Ήμουν αποφασισμένος να μην εγκαταλείψω τη σπηλιά ώσπου να μαζέψουμε όλα τα
εφόδια και να τα κρύψουμε σε ασφαλές μέρος, αν δεν μπορούσαμε να τα πάρουμε
μαζί μας στον επόμενο σταθμό μας. Ο Καραλίβανος άρχισε τώρα να φέρνει
δυσκολίες. Είπε πως έπρεπε να φύγει την άλλη μέρα για να πάει να πάρει τη
γυναίκα του που ζούσε σ' ένα κοντινό χωριό και να την μεταφέρει σε πιο σίγουρο
μέρος. Προφανώς είχε απογοητευθεί που δεν μας είχαν ρίξει τρόφιμα στις
τελευταίες ρίψεις. Είπε πως δεν θα μπορούσε πλέον να μας προμηθεύει με τρόφιμα
τώρα που οι Ιταλοί είχαν φτάσει στα γύρω χωριά και ήταν βέβαιος πως αφού η
Κουκουβίστα είχε υποστεί επίθεση, ήταν πλέον ζήτημα ημερών αν όχι ωρών, για
τους Ιταλούς, ν' ανακαλύψουν και τη σπηλιά μας. Είχε τη γνώμη ότι θα έπρεπε να
πάμε μαζί του προς τα νοτιοανατολικά, δυο μέρες δρόμο μέχρι τον Παρνασσό,
όπου πίστευε πως θα μπορούσαμε να είμαστε ασφαλείς για λίγον καιρό.
Συζητήσαμε μαζί του με τον Κρις. Του είπαμε πως θέλαμε να πάμε προς την
αντίθετη κατεύθυνση. Εκείνη τη στιγμή ο Νικόλαος Βέης, ο κοντόσωμος Μπάρμπα
- Νίκος, πήρε τον Κρις κι εμένα παράμερα: «Νομίζω ότι μπορώ να σας βοηθήσω»,
είπε με τα σπασμένα αμερικανοαγγλικά του. «Ξέρω μια πολύ καλή σπηλιά στη
Γκιώνα, κοντά στο χωριό Στρώμνη. Γνωρίζω όλο τον κόσμο εκεί γύρω. Είμαι
βέβαιος ότι θα σας βοηθήσουν και θα σας βρω και τρόφιμα εκεί».
Ύστερα από ένα μικρό συμβούλιο, ο Κρις κι εγώ αποφασίσαμε να εμπιστευθούμε
τον Μπάρμπα - Νίκο. Ήταν μια απόφαση για την οποία δεν μετανοιώσαμε ποτέ.

Ευχαρίστησα τον Καραλίβανο, όσο ευγενικότερα μπορούσα, για τις υπηρεσίες που
μας είχε προσφέρει και του είπα ότι δεν τον χρειαζόμαστε πλέον. Δυο από τους
άντρες του, ο Γιώργος και ένας άλλος που τον έλεγαν Μπάφα, συμφώνησαν να
μείνουν μαζί μας και να μας βοηθήσουν να καταστρώσουμε τη μετακόμισή μας
στη σπηλιά της Στρώμνης όσο γρηγορότερα γινόταν.
Ο Μπάρμπα - Νίκος, μαζί με τον Γιώργο και τον Μπάφα, συγκέντρωσαν από τα
γειτονικά ασφαλή χωριά όσα περισσότερα μουλάρια μπορούσαν για την μεταφορά
των εφοδίων. Στο μεταξύ βάλαμε φρουρούς για να παρακολουθούν ενδεχόμενη
προσέγγιση των Ιταλών. Ξεχνώ την ακριβή σειρά με την οποία οι διάφορες ομάδες
ξεκίνησαν από τον Προφήτη Ηλία. Είχαμε χωριστεί σε ανεξάρτητες ομάδες από
δυο τρεις ανθρώπους, και τις επόμενες τρεις μέρες, με ανησυχία που μεγάλωνε
καθημερινά, μια ομάδα, με μερικά φορτωμένα μουλάρια, ξεκινούσε για τη
Στρώμνη. Εγώ με τον Κρις, μείναμε τελευταίοι γιατί περιμέναμε την επίσκεψη
ενός φίλου του Έλληνα, τον οποίο είχε συναντήσει στην Άμφισα. Την τέταρτη
μέρα μετά τις πληροφορίες για την προσέγγιση των Ιταλών, ο Κατσίμπας ήρθε
από τις Καρούτες για να μας πει ότι τα πράγματα ήταν ήσυχα εκεί και να ζητήσει
οδηγίες. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, μονάχα ο Γιώργος, ο Μπάφας και δυο χωρικοί με
τέσσερα μουλάρια για τα υπόλοιπα εφόδια, είχαν απομείνει μαζί μας. Αποφασίσαμε
ότι δεν ήταν φρόνιμο να περιμένουμε άλλο για τον Έλληνα από την Άμφισα και
στείλαμε πάλι στις Καρούτες τον Μπάφα με τον Κατσίμπα να πάρουν τα πράγματα
που είχαμε κρύψει εκεί και να τα φέρουν στη Στρώμνη. Μετά χωρίσαμε,
αφήνοντας πίσω μας μονάχα τα σπασμένα κομμάτια του ενός ασύρματου καλά
κρυμμένα στη σπηλιά του Προφήτη Ηλία.
Η ανάβαση στην κυρίως Γκιώνα ήταν μακρυά και κοπιαστική. Πλησιάζοντας μια
καταστραμμένη τσοπάνικη καλύβα κοντά σ' ένα πέρασμα, κάπου πέντε με έξι
χιλιάδες πόδια υψόμετρο, ένας από τους μουλαράδες αρνήθηκε να συνεχίσει την
πορεία μαζί μας. Η οργανωμένη Αντίσταση ήταν ακόμα στις αρχές της και δεν
ήξερα τη νοοτροπία των βουνίσιων αυτών Ελλήνων. Φοβόμουν να δημιουργήσω
έχθρες, μην τυχόν και μας προδώσουν αργότερα. Έτσι, ξεφορτώσαμε τα
πράγματα από το μουλάρι, φορτώσαμε ό,τι νομίσαμε περισσότερο απαραίτητο στα
δυο άλλα, κι αφήσαμε τα υπόλοιπα σ' ένα ορατό μέρος, μαζί μ' ένα σημείωμα για
τον Μπάφα, ο οποίος επρόκειτο να περάσει από κει σε μια δυο μέρες, ερχόμενος κι
αυτός για τη Στρώμνη. Το σημείωμα του έλεγε να πάρει τα πράγματα μαζί του.
Μέσα από έναν παγωμένο αέρα, διασχίσαμε την κύρια βουνοσειρά της Γκιώνας και
ύστερα από δυο περίπου ώρες κατάβαση, βρεθήκαμε σε μια καλύβα, στην άκρη
ενός μικρού χωριού που ξεχνώ τ' όνομά του.
Εκεί, ενώ η βροχή συνέχιζε να πέφτει και (μιλώντας για τον εαυτό μου) με πόδια
που πονούσαν υπερβολικά ύστερα από την ολοήμερη πορεία και την κοπιαστική
κατάβαση της Γκιώνας, ξεκουραστήκαμε για τη νύχτα. Το άλλο πρωί μας έφεραν
μια κατσίκα. Σφάξαμε και γδάραμε το ζώο αυτό με τη δυσάρεστη οσμή και, όπως
συνήθως, το ψήσαμε πάνω στη φωτιά. Η γεύση του ήταν σχεδόν όμοια με την
οσμή του. Το απόγευμα, με καινούργια μουλάρια κι ενώ η βροχή συνέχιζε να
πέφτει, ξεκινήσαμε πάλι για τη Στρώμνη. Μόλις είχαμε κάνει τα πρώτα μέτρα,
όταν ένας τρομαγμένος και λαχανιασμένος χωρικός όρμησε προς το μέρος μας,
λέγοντάς μας να γυρίσουμε αμέσως πίσω, γιατί οι Ιταλοί βρίσκονταν στο πρώτο
χωριό μπροστά μας. Υπακούσαμε αμέσως, αλλά κατόπιν ανακαλύψαμε ότι η
πληροφορία ήταν λαθεμένη, όπως πολλές από κείνες που κυκλοφορούσαν στα
βουνά εκείνη την εποχή. Οι δήθεν Ιταλοί δεν ήταν παρά δυο έλληνες χωροφύλακες
που είχαν δραπετεύσει από τις ιταλοκρατούμενες περιοχές και γύριζαν στα χωριά
τους. Όπως ήταν φυσικό, φοβόντουσαν περισσότερο από μας τη συνάντηση με
τους Ιταλούς.

Ξεκινήσαμε πάλι. Το μοναδικό μονοπάτι που υπήρχε, μας έφερε στο κέντρο του
χωριού. Βγαίνοντας από την άλλη άκρη, σταματήσαμε για μερικά λεπτά στην
πόρτα ενός μικρού σπιτιού και φάγαμε λίγο ψωμί με μέλι. Κατόπιν, και μέχρι το
απόγευμα, ανεβήκαμε μια απότομη κοιλάδα, κάτω από δυνατή βροχή. Με το
σούρουπο, σταματήσαμε σ' ένα μικρό φαράγγι, τριγυρισμένο από έλατα, σε
λιγότερη από δυο ώρες απόσταση από τη σπηλιά που θα καταλήγαμε. Ήμουν και
πάλι κατάκοπος από το ταξίδι της μέρας κι ευχήθηκα πολλές φορές να μην είχα
περάσει τους δυο τελευταίους μήνες κλεισμένος σ' ένα γραφείο τοο Καΐρου, αλλά
να είχα προετοιμαστεί κατάλληλα για τη σκληρή αυτή εργασία. Ανακουφιστήκαμε
ανακαλύπτοντας μια καλύβα φτιαγμένη με ελατόκλαρα, την οποία, αναμφίβολα,
θα είχε χρησιμοποιήσει κάποια από τις ομάδες μας μια δυο μέρες πρωτύτερα.
Το άλλο πρωί, ύστερα από ένα λουτρό στο κοντινό ρυάκι κι ένα ελαφρό πρόγευμα
με ψωμί κι ελιές και βουνίσιο δροσερό νερό, ξεκινήσαμε για το τελευταίο στάδιο
του ταξιδιού μας: τη σπηλιά του Μπάρμπα - Νίκου, κοντά στη Στρώμνη.

3. ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΝΟΥΜΕ ΔΥΝΑΜΕΙΣ
Η νέα μας σπηλιά είχε μια πλατιά είσοδο, που άφηνε να μπαίνει μέσα πολύ φως και
ήταν πολύ πιο ευχάριστη από την σαν λαγούμι σπηλιά στο πέτρινο ύψωμα του
Προφήτη Ηλία. Απείχε μια περίπου ώρα από τη Στρώμνη και βρισκόταν πάνω σε
μια δασωμένη βουνοπλαγιά, στη ρίζα μιας βραχώδους προεξοχής που είχε ύψος
περίπου πενήντα πόδια. Έβλεπε σ' ένα μικρό πλάτωμα, γύρω από το οποίο
υψώνονταν πυκνά έλατα και την έκρυβαν από την απέναντι κοιλάδα.
Φτάνοντας με τον Κρις, ανακαλύψαμε ότι η δύναμή μας είχε ήδη αυξηθεί από ένα
ακόμη άτομο: τον Μάικλ Κούρι, έναν Παλαιστίνιο Άραβα στρατιώτη. Όπως οι
Κύπριοι Γιάννης και Παναγιώτης, έτσι κι αυτός δεν είχε μπορέσει να φύγει τον
Απρίλιο του 1941. Είχε συλληφθεί αιχμάλωτος από τους Γερμανούς και είχε
δραπετεύσει πηδώντας από το τραίνο που τον μετέφερε στη Γερμανία. Το δέρμα
του ήταν ελαφρά σκούρο, είχε εύρωστο σώμα και όταν με πρωτοχαιρέτησε
φορούσε μια άψογη στολή βρετανού αξιωματικού, με τα διακριτικά του
υπολοχαγού. Ήταν ζωσμένος με φυσεκλίκια και κρατούσε ένα καλολαδωμένο και
καλογυαλισμένο γερμανικό αυτόματο, από το οποίο δε χωριζόταν ποτέ. Τον
ρώτησα ποιος ήταν ο βαθμός του. Είπε πως στην πραγματικότητα ήταν απλός
στρατιώτης, αλλά ότι εύρισκε πολύ ευκολότερα τροφή ντυμένος σαν βρετανός
αξιωματικός. Σύντομα διαπίστωσα ότι η επισημότητα του τίτλου που είχε δώσει
στον εαυτό του, τον είχε διευκολύνει να γοητεύσει μια Ελληνοπούλα στη Στρώμνη.
Του είπα ότι σαν βρετανός στρατιώτης που ήταν, έπρεπε να τεθεί κάτω από τις
διαταγές μου και, παραιτούμενος από το υψηλό του αξίωμα και τα κοινωνικά
προνόμιά του, να ξαναγυρίσει στον κανονικό του βαθμό του απλού στρατιώτη.
Έσπευσα ωστόσο να τον προβιβάσω σε υποδεκανέα. Γεμάτος τιμή και ικανοποίηση
για το νέο του αξίωμα, έσπευσε από την άλλη κιόλας μέρα να προμηθευτεί τα
διακριτικά του υποδεκανέα και ήταν πάλι ντυμένος του κουτιού. Σύντομα ο Μάικλ
έγινε ένα γενναίο και πολύτιμο μέλος της ομάδας μας. Λίγο πριν επιστρέψει στους
δικούς του στη Χαϊάφα, δυο χρόνια αργότερα, προβιβάστηκε σε λοχία και του
απονεμήθηκε ένα στρατιωτικό μετάλλιο για την εξαιρετική του γενναιότητα και
αφοσίωση στο καθήκον.
Το ίδιο απόγευμα, ένας χωρικός έφερε στη σπηλιά μας κάποιον Έλληνα που ήθελε
να μας δει. Συζήτησα μαζί του με τη βοήθεια του Κρις και έμαθα ότι ο πράκτοράς
μας στην Αθήνα, ο Προμηθέας, είχε λάβει σήμα από το Κάιρο που τον
πληροφορούσε ότι είχαμε φτάσει. Καθώς η SOE δεν είχε νέα μας, του έλεγε να
προσπαθήσει νάρθει σ' επαφή μαζί μας κι αυτός είχε στείλει αυτόν τον σύνδεσμο
για να διαπιστώσει αν είμαστε σώοι κι αν χρειαζόμαστε τίποτε. Ύστερα από μια
μακρυά συνομιλία, είπα στον γενναίο αυτόν Έλληνα να επιστρέψει στην Αθήνα και
να δει με ποιον τρόπο θα μπορούσαμε να έρθουμε σ' επαφή με τον Ζέρβα ή με
οποιουσδήποτε άλλους αντάρτες που θα τύχαινε να βρίσκονται στη νότια Ελλάδα.
Του είπα ότι οι βασικές μας υλικές ανάγκες ήταν μπότες και κάλτσες, από τις
οποίες δεν είχαμε εφεδρικές, και του έδωσα μερικές χρυσές λίρες για ν' αγοράσει
από τη μαύρη αγορά. Του είπα ακόμα να πει στον Προμηθέα να στείλει σήμα στο
Κάιρο, ότι και οι οχτώ από μας είμαστε εντάξει και ο ίδιος ν' ανακαλύψει αν ο
Τζων Κουκ και η ομάδα του είχαν προσεδαφιστεί και — αν ναι — σε ποιο μέρος.
Υπήρχαν στοιχεία που ενίσχυαν την τελευταία άποψη, αλλά κάθε φορά που
έστελνα έναν Έλληνα της περιοχής να ζητήσει πληροφορίες, γύριζε πάντα χωρίς
καμιά απόδειξη ότι οι πληροφορίες του ήταν τίποτε περισσότερο από άπλες
φήμες. Τα είχα πια μπερδέψει, γιατί ήμουν σχεδόν βέβαιος ότι τα εφόδια που

είχαμε περιμαζέψει πριν φύγουμε από τις Καρούτες, προέρχονταν από το
αεροσκάφος του Κουκ. Φοβόμουν συνεπώς μήπως η ομάδα του κρυβόταν κάπου
και μήπως κάποιος απ' αυτή ήταν σοβαρά τραυματισμένος. Ο αγγελιοφόρος του
Προμηθέα έφυγε την άλλη μέρα, λέγοντας πως θα επέστρεφε σε δέκα περίπου
μέρες.
Από τον Προφήτη Ηλία είχαμε κουβαλήσει στην καινούργια μας σπηλιά
τετρακόσιες περίπου λίμπρες εκρηκτικά και άλλα βοηθητικά υλικά, που, όλα μαζί,
έφταναν για την ανατίναξη μιας γέφυρας· επίσης, δεκάξι στεν με πολλά
πυρομαχικά και πενήντα χειροβομβίδες. Μια παρόμοια ποσότητα περιμέναμε να
μας φέρει ο Μπάφας απ' αυτά που είχαμε κρύψει στις Καρούτες κι απ' αυτά που
είχαμε αφήσει στην καλύβα του τσοπάνη στην κορυφή της Γκιώνας.
Την επομένη της άφιξής μας, 20 Οκτωβρίου, ένας αναστατωμένος χωρικός
ανέβηκε μέχρι την κρυψώνα μας για να μας πληροφορήσει ότι μια ισχυρή δύναμη
Ιταλών κατευθυνόταν προς ένα προσωρινό στρατόπεδο που βρισκόταν στην άλλη
πλευρά της κοιλάδας, όχι μακρύτερα από δυο μίλια από το σημείο που είμαστε.
Προς το βράδυ, κατέφθασε ο ίδιος ο πρόεδρος του χωριού, ο οποίος μας ανέφερε
πολύ ανήσυχος την άφιξη μιας ακόμα ιταλικής μονάδας, κάπου τρία μίλια
μακρύτερα. Καθώς νύχτωνε, ένας βοσκός που είχε κατέβει από τη Γκιώνα, μας
είπε πως είχε ακούσει ότι μια τρίτη μονάδα από Ιταλούς βάδιζε προς τη Στρώμνη,
ερχόμενη από τις Καρούτες. Τα πράγματα άρχιζαν να σκουραίνουν. Ήταν σίγουρο
ότι οι Ιταλοί γνώριζαν όχι μονάχα την ύπαρξή μας, αλλά και την τοποθεσία που
βρισκόμαστε και προσπαθούσαν να μας κυκλώσουν. Για ν' αποφύγουμε την
περικύκλωση, έπρεπε αναγκαστικά ν' απομακρυνθούμε από το βασικό μας στόχο —
τη σιδηροδρομική γραμμή — που τώρα βρισκόταν σχετικά κοντά μας: μονάχα
δέκα ώρες διαδρομή. Ύστερα από ένα παρατεταμένο συμβούλιο, ο Μπάρμπα Νίκος ήρθε πάλι σε βοήθειά μας.
Είπε πως ήξερε ένα μέρος, μόνο μια ώρα μακρυά, όπου οι Ιταλοί δεν θα
κατάφερναν να μας ανακαλύψουν έστω κι αν χτένιζαν πόντο τον πόντο τα βουνά.
Ήταν έτοιμος να μας οδηγήσει εκεί το επόμενο πρωί.
Συμφωνήσαμε πρόθυμα με τον Κρις να τον ακολουθήσουμε. Μόλις άρχισε να
χαράζει, κρύψαμε τα εκρηκτικά και τα εφεδρικά μας όπλα, θάβοντάς τα μέσα στο
κοντινό δάσος, και αμπαλάραμε τα υπόλοιπα πράγματά μας. Κοντά στο μεσημέρι
πήραμε την πλαγιά της κοιλάδας, καλυπτόμενοι από το δάσος, φορτωμένοι ο
καθένας από ένα βαρύ μπόγο με τα πράγματά του και με διάφορα σύνεργα
μαγειρικής που ο Μπάρμπα - Νίκος είχε φροντίσει να προμηθευτεί από το χωριό.
Σε μια στάση που κάναμε, κοιτάζοντας μες απ' τα δέντρα το μονοπάτι ενός
απέναντι υψώματος, όχι πάνω από μερικές εκατοντάδες μέτρα μακρυά μας,
διακρίναμε μια συνοδεία από Ιταλούς που έσερναν φορτωμένα μουλάρια προς την
αντίθετη κατεύθυνση. Προχωρήσαμε σιωπηλά μέσα στο απέραντο δάσος
ανεβήκαμε το αντέρεισμα ενός λόφου και τελικά βγήκαμε σε μια άλλη κοιλάδα
που μας απομάκρυνε από τους Ιταλούς. Ύστερα από μισή ώρα κατεβήκαμε
ξαφνικά σ' ένα φαράγγι, κάπου πενήντα γυάρδες διάμετρο, που ήταν εντελώς
ξεκομμένο από τον έξω κόσμο. Δεν υπήρχε σπηλιά εκεί, αλλά είμαστε τόσο καλά
προφυλαγμένοι από τον αέρα, ώστε δεν είχε μεγάλη σημασία. Εγκαταστήσαμε το
σταθμό ασυρμάτου πάνω σε μια βραχώδη προεξοχή, κάπου τριακόσια πόδια
ψηλότερά μας. Μη έχοντας πλέον βενζίνη για να φορτώσουμε τις μπαταρίες, τις
στείλαμε σ' ένα μύλο, όχι πολλές ώρες μακρυά, όπου υπήρχε μια νεροκίνητη
συσκευή για τη φόρτιση. Λίγες ώρες αργότερα, οι χειριστές μας προσπαθούσαν
πάλι να έρθουν σ' επαφή με το Κάιρο.

Για να μη χάνουμε καιρό, καθώς περιμέναμε τον αγγελιοφόρο του Προμηθέα να
επιστρέψει από την Αθήνα, αποφάσισα να κάνω μια αναγνώριση της
σιδηροδρομικής γέφυρας. Με τη βοήθεια του Μπάρμπα - Νίκου, εξασφάλισα σαν
οδηγό μου έναν έμπιστο Έλληνα πρώην λοχία του ελληνικού στρατού, κάποιον
Γιάννη Πιστόλη, που καταγόταν από τη Στρώμνη. Το απόγευμα της 25ης
Οκτωβρίου, καθώς οι Ιταλοί δεν είχαν πραγματοποιήσει την εξερεύνηση που
περιμέναμε, ο Γιάννης ανέβηκε στην κρυψώνα μας για να με πάρει. Διάλεξα τον
Ντένις Χάμσον να με συνοδέψει, επειδή είχε πείρα από τις Καταδρομές και
γνώριζε ελληνικά. Γύρω στα τριάντα, μικρόσωμος αλλά σκληραγωγημένος,
υπολόγιζα πως θα κουραζόταν δυσκολότερα από μένα και πως, στην περίπτωση
που θα πέφταμε πάνω σε κάνα δυο Ιταλούς, θα ήξερε καλύτερα να τα βγάλει πέρα
μαζί τους.
Ξεκινήσαμε με τον Γιάννη βαδίζοντας προς τη Στρώμνη, αφού περάσαμε πρώτα να
ρίξουμε μια ματιά στα εκρηκτικά και στα όπλα που είχαμε κρύψει και να
διαπιστώσουμε πως ήταν ασφαλή. Οι Ιταλοί δεν είχαν κουνηθεί από την πρόχειρη
κατασκήνωσή τους και φαίνονταν ν' αδρανούν εντελώς. Με το σούρουπο
πλησιάσαμε στα τελευταία σπίτια του χωριού. Εδώ, εγώ με τον Ντένις
περιμέναμε, ενώ ο Γιάννης πήγε να μας φέρει κάπες. Γύρισε σε είκοσι λεπτά.
Φορέσαμε τις κάπες πάνω από τις στολές μας και κρύψαμε τους στρατιωτικούς
μπερέδες στις τσέπες μας. Κατόπιν πήγαμε στο σπίτι του που βρισκόταν στο
κέντρο του χωριού.
Ήταν η πρώτη φορά που έμπαινα σ' ελληνικό σπίτι. Η οικογένεια του Γιάννη μας
υποδέχτηκε θερμά και μας πρόσφερε ένα εξαιρετικό δείπνο. Κατά τις δέκα, μόλις
βγήκε το φεγγάρι, αφήσαμε το φιλόξενο τζάκι και πήραμε το δρόμο για τη
σιδηροδρομική γραμμή. Παρακάμπτοντας τις ιταλικές φρουρές, βαδίσαμε όλη τη
νύχτα, σταματώντας από καιρό σε καιρό για να ξεκουραστούμε και να φάμε
κανένα από τα μεγάλα μήλα με τα οποία είχαμε γεμίσει τις τσέπες μας. Μια ώρα
πριν ξημερώσει, φτάσαμε σ' ένα σημείο πάνω από τη γέφυρα της Παπαδιάς. Σ' ένα
ύψωμα, κάπου οχτακόσιες γυάρδες νοτιοδυτικά της γέφυρας, βρήκαμε μια
θαυμάσια κρυψώνα μέσα στους θάμνους. Εδώ ο Γιάννης μας άφησε και πήγε να
συναντήσει κάποιον έμπιστο φίλο του σ' ένα γειτονικό σταθμό, ο οποίος θα
μπορούσε να μας δώσει συμπληρωματικές πληροφορίες για την περιοχή και τη
δύναμη των Ιταλών που φρουρούσαν τη γέφυρα.
Αναπαυθήκαμε με τον Ντένις ώσπου ο ήλιος βγήκε αρκετά και μας επέτρεπε να
βλέπουμε καθαρά τη γέφυρα με τα κυάλια μας. Κινούμενοι με προφύλαξη,
μελετήσαμε προσεχτικά τις σκοπιές της, τις περισσότερες από τις οποίες
διακρίναμε ολοκάθαρα από το μέρος που βρισκόμαστε. Μια επίθεση από εκεί θα
ήταν πολύ δύσκολο εγχείρημα. Οι λόφοι ήταν απότομοι και όχι καλά καλυμμένοι με
δέντρα. Οι σκοπιές φαίνονταν να καλύπτουν κάθε δυνατή προσέγγιση· επίσης θα
πρέπει να υπήρχαν πολλοί Ιταλοί, πράγμα που σήμαινε ότι ήταν αδύνατο να γίνει
οποιαδήποτε επιτυχής απόπειρα χωρίς αρκετές εκατοντάδες αντάρτες.
Το απόγευμα κοιμηθήκαμε. Είχε σκοτεινιάσει μια ώρα περίπου όταν ο Γιάννης
επέστρεψε με περισσότερες πληροφορίες για τη φρουρά της γέφυρας, που
επιβεβαίωναν τα συμπεράσματά μου. Η φρουρά αποτελούνταν από διακόσιους με
τριακόσιους άντρες. Οι Ιταλοί είχαν τελειώσει την αναστήλωσή της την Άνοιξη
του 1942, ένα χρόνο μετά την καταστροφή της κατά την υποχώρησή μας. Δεν
ήταν λοιπόν περίεργο που φύλαγαν τόσο ζηλότυπα μια τόσο πρόσφατη εργασία!
Λίγο μετά την επιστροφή του Γιάννη, φύγαμε προς τα βορειοδυτικά, πηγαίνοντας
προς τη γέφυρα του Ασωπού. Μια ωρα αργότερα φτάναμε σ' ένα σημείο, κάπου

χίλιες τριακόσιες γυάρδες από πάνω της. Εδώ το ποτάμι που τελικά περνάει από
κάτω, μπαίνει σ' ένα στενό κι απόκρημνο φαράγγι που, κι από τις δυο πλευρές του,
υψώνονται, σχεδόν κάθετα, δυο βουνά περίπου χίλια πόδια ψηλά. Καθήσαμε και
φάγαμε το λίγο ψωμί, το γίδινο τυρί και τις ελιές που κατά τα φαινόμενα ο
Γιάννης είχε προμηθευτεί για τον εαυτό του από κάποιο χωριό που είχε περάσει
εκείνη τη μέρα. Κατόπιν κατέβηκα λίγο προς το φαράγγι, αλλά αναγκάστηκα να
σταματήσω από έναν ψηλό καταρράχτη. Σύντομα αντιλήφθηκα ότι το μέρος αυτό
δεν ήταν προσιτό για μεγάλη δύναμη ανταρτών. Από το χάρτη και από την
περιγραφή του Γιάννη πήρα μια καλή ιδέα για τις προσβάσεις της γέφυρας που
βρίσκονταν από την άλλη άκρη του φαραγγιού και κάτω από τις οποίες
ανοίγονταν μια ίσια κοιλάδα. Δεν μου άρεσε καθόλου η προοπτική μιας επίθεσης
ενάντια στη γέφυρα αυτή. Θα ήταν ένα πολύ παρακινδυνευμένο εγχείρημα και δεν
μπορούσα να σκεφθώ άλλη μέθοδο ανατίναξης από μια λαθραία προσέγγιση με
λίγους αποφασισμένους άντρες. Δεν ήταν όμως αυτό το είδος επιχείρησης που
είχα στο νου μου εκείνη την εποχή. Πρωταρχικός μας σκοπός ήταν να κόψουμε τη
σιδηροδρομική γραμμή οπουδήποτε και οπωσδήποτε, για όσο γινόταν μεγαλύτερο
διάστημα και όσο γινόταν συντομότερα. Αλλά ακόμα κι έτσι, κανένα σχέδιο δεν
μου φαινόταν να εξασφαλίζει σίγουρη επιτυχία και η τελευταία αυτή έπρεπε να
ληφθεί σοβαρά υπόψη κατά την αναγνώριση που έκανα. Ενδεχόμενη αποτυχία θα
είχε καταστροφικά αποτελέσματα όχι μονάχα πάνω στο ηθικό της ομάδας μου,
αλλά θα επηρέαζε και τις προσπάθειες του Κρις να πείσει τους αντάρτες για
ο,τιδήποτε αργότερα.
Πήραμε το δρόμο για τη γέφυρα του Γοργοπόταμου. Με το χάραμα, φτάσαμε σ'
ένα μικρό δασύλλιο, που απείχε διακόσιες με τριακόσιες γυάρδες από αυτή. Ήμουν
πολύ κουρασμένος. Ο Ντένις είχε αντέξει το ταξίδι καλά. Ο Γιάννης που βάδιζε
σχεδόν συνέχεια ολόκληρο το εικοσιτετράωρο, θα είχε κάθε λόγο να είναι
κουρασμένος πολύ περισσότερο από μένα, αλλά χωρίς να χάσει καιρό μας
εγκατέλειψε σχεδόν αμέσως για νάρθει σ' επαφή μ' έναν άλλο φίλο του στο
κοντινό με τη γέφυρα Λιανοκλάδι.
Η θέα της γέφυρας από το μέρος που βρισκόμαστε με τον Ντένις ήταν
περιορισμένη. Το να κάνουμε μια καλή αναγνώριση είχε ουσιαστική σημασία,
αλλά, από την άλλη μεριά, το να μη μας αντιληφθεί η φρουρά της γέφυρας ήταν
το ίδιο σημαντικό, γιατί διαφορετικά διακινδυνεύαμε τον παράγοντα του
αιφνιδιασμού και συνεπώς και τις πιθανότητες επιτυχίας της κατοπινής μας
επίθεσης. Σκέφθηκα πως δεν έπρεπε να μας αντιληφθούν σε καμιά περίπτωση κι
έτσι δεν αποτολμήσαμε να βγούμε απ' την κρύπτη μας. Κατά τη διάρκεια της
μέρας, πέρασαν αρκετοί άνθρωποι από το μονοπάτι που διέσχιζε το δασύλλιο.
Βλέπαμε τους Ιταλούς να βαδίζουν πάνω κάτω στη γέφυρα, αλλά δεν μπορούσαμε
να δούμε τα φυλάκιά τους, ούτε να υπολογίσουμε τον αριθμό τους με ακρίβεια. Τα
περισσότερα στηρίγματα της γέφυρας ήταν χτισμένα με πέτρα και συνεπώς δεν
μπορούσαν να καταστραφούν εύκολα και γρήγορα, αλλά δυο απ' αυτά ήταν
σιδερένια. Αφού τα εξέτασα αρκετά με τα κυάλια μου και μελέτησα και τις
φωτογραφίες που είχα μαζί μου, κατάληξα στο συμπέρασμα ότι τα τέσσερα πόδια
αυτών των ατσάλινων στηριγμάτων είχαν σχήμα L και ήταν σταυρωτά.
Λίγο πριν σκοτεινιάσει ο Γιάννης ξαναγύρισε. Ήταν πολύ αναστατωμένος.
Φοβόταν πως είχε κινήσει τις υποψίες των Ιταλών φρουρών που είχε τύχει να
πέσει επάνω τους και τον είχαν ρωτήσει που πήγαινε. Ανακάλυψαν πως ήταν ξένος
στην περιοχή και τον πληροφόρησαν πως απαγορευόταν σε οποιονδήποτε να
κινείται σ' ένα μίλι απόσταση από τη γέφυρα μετά το σούρουπο. Τον διέταξαν να
γυρίσει αμέσως στο χωριό του, αλλά φοβόταν πως θάστελναν πίσω του κάποια
ομάδα για να τον παρακολουθήσει. Επέμενε να φύγουμε αμέσως.

Καθώς έπεφτε το σκοτάδι βγήκαμε απ' το δασύλλιο και πήραμε ένα στενό
μονοπάτι. Ύστερα από μερικά λεπτά, συναντήσαμε ένα ζευγάρι Έλληνες χωρικούς
που κατέβαιναν από το βουνό Οίτη, μ' ένα γάιδαρο φορτωμένο ξύλα. Μας είπαν
«Καλησπέρα». Δεν τους δώσαμε σημασία και προχωρήσαμε γρήγορα. Κουρασμένοι
και πεινασμένοι, αρχίσαμε να σκαρφαλώνουμε στο βουνό. Ανεβήκαμε με κόπο
κάμποσα από τα τέσσερις χιλιάδες πόδια του μέσα στο σκοτάδι. Επιτέλους, κατά
τις δέκα τη νύχτα, φτάσαμε σ' ένα μέρος όπου νομίσαμε πως μπορούμε να
σταματήσουμε και ν' ανάψουμε φωτιά, χωρίς να φαινόμαστε από τη
σιδηροδρομική γραμμή. Η φωτιά ήταν απαραίτητη. Χωρίς αυτή θα ξεπαγιάζαμε
όπου και να ξαπλώναμε. Φάγαμε το φτωχό δείπνο που ο Γιάννης είχε καταφέρει να
προμηθευτεί για μας και πέσαμε για ύπνο. Ήταν άβολα κι έκανε κρύο. Μόλις
ζεσταίνονταν τα πόδια μου, ακουμπισμένα σχεδόν πάνω στη φωτιά, το πάνω
μέρος του κορμιού μου και το κεφάλι μου πάγωναν· κι όταν γύριζα για να ζεστάνω
το κορμί μου τα πόδια μου ξύλιαζαν. Πριν ξημερώσει, σβήσαμε τη φωτιά και
μουδιασμένοι,
αλλά
χαρούμενοι
που
κινούμαστε
πάλι,
αρχίσαμε
να
σκαρφαλώνουμε την υπόλοιπη ανηφοριά της Οίτης. Τελικά, κατά τις εφτά η ώρα,
είχαμε φτάσει σχεδόν στην κορφή και βρήκαμε ένα μονοπάτι που οδηγούσε στο
τέρμα του βουνού. Ύστερα από μια δυο ώρες ωστόσο, ο Γιάννης είπε πως ήταν
επικίνδυνο να βαδίζουμε στο μονοπάτι. Τον κατείχε ένας αδικαιολόγητος πλέον
πανικός, αλλά ήταν υπερβολικά κουρασμένος. Δεν είχε κοιμηθεί σχεδόν καθόλου
δυο μέρες και δυο νύχτες και τις περισσότερες ώρες περπατούσε συνέχεια.
Αφήσαμε το μονοπάτι και μπήκαμε στο δάσος, αλλά δεν πέρασε πολλή ώρα ώσπου
να διαπιστώσουμε ότι ο Γιάννης είχε χάσει το δρόμο του. Κουρασμένοι όπως
είμαστε, οι απέραντες κοιλάδες και τα φαράγγια που χρειάστηκε να διασχίσουμε,
αποδείχτηκαν πολύ οδυνηρά για μένα και τον Ντένις. Ο τελευταίος μάλιστα, όπως
τόχε συνήθειο, εξέφρασε τη γνώμη του για το Γιάννη σαν οδηγό με όχι ήπιους
όρους. Καημένε Γιάννη! Έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε ο άνθρωπος.
Αργά το απόγευμα, σε μια από τις ωριαίες στάσεις μας, έβγαλα μια χρυσή λίρα
από το πορτοφόλι της ζώνης μου που το φορούσα κατάσαρκα και
χρησιμοποιώντας το Ντένις σαν διερμηνέα, την πρόσφερα στο Γιάννη σαν
ανταμοιβή για τους κόπους που είχε υποστεί για χάρη μας. Θανάσιμα
προσβεβλημένος, αρνήθηκε. Τον βεβαίωσα πως δεν επρόκειτο για πληρωμή, αλλά
ότι ήθελα να την πάρει σαν ενθύμιο και σαν τεκμήριο της εκτίμησής μου προς το
πρόσωπό του. Και μόνο τότε, διστάζοντας ακόμη, έστερξε να την πάρει.
Με το σούρουπο φτάσαμε στην άκρη ενός χωριού. Εγώ κι ο Ντένις βολευτήκαμε
κάπου, ενώ ο Γιάννης πήγε να βρει λίγη τροφή. Για μια φορά ακόμα είχαμε
αποφύγει τους Ιταλούς και θεωρούσαμε σκόπιμο ν' αποκρύβουμε την παρουσία
μας, αλλά μάθαμε ότι η περιοχή ήταν ελεύθερη. Μερικοί χωρικοί μας έφεραν ένα
θαυμάσιο δείπνο. Ο Ντένις έφαγε πέντε αυγά, το ένα πίσω από τ' άλλο. Δεν είμαι
βέβαιος αν δεν καταβρόχθισα τον ίδιο αριθμό. Αφού φάγαμε μέχρι σκασμού και
ξανασάναμε για μια δυο ώρες, ξεκινήσαμε για το τελευταίο στάδιο του ταξιδιού
μας προς τη Στρώμνη, όπου φτάσαμε τις πρώτες πρωινές ώρες της 29ης
Οκτωβρίου. Από φόβο μήπως οι Ιταλοί βρίσκονται κάπου στην περιοχή, ο Γιάννης
μας άφησε σε μια αδειανή αχυρώνα, στην άκρη του χωριού. Κοιμηθήκαμε βαθιά
πάνω σε μερικά άχυρα μέχρι το πρωί. Προς το μεσημέρι, ο πιστός Γιάννης μας
έφερε μερικά τρόφιμα και μαζί το ενθαρρυντικό νέο ότι οι Ιταλοί είχαν
απομακρυνθεί από την περιοχή. Έτσι, λίγο αργότερα, ξεκινούσαμε για τη σπηλιά
μας. Με χαρά, βρήκαμε φτάνοντας και τους υπόλοιπους της ομάδας μας που είχαν
κι αυτοί επιστρέψει λίγο νωρίτερα την ίδια μέρα.
Συζήτησα τ' αποτελέσματα της αναγνώρισης που είχα κάνει με τον Κρις. Μέσα
μου είχα πεισθεί ότι η γέφυρα που προσφερόταν περισσότερο ήταν εκείνη του

Γοργοπόταμου, αλλά ήθελα να επιβεβαιώσω ορισμένες λεπτομέρειες για την
ιταλική φρουρά που την υπεράσπιζε. Για το σκοπό αυτό, ο Γιάννης Πιστόλης
προσφέρθηκε να μας φέρει ένα ξάδερφό του, ονόματι Κώστα Πιστόλη, δάσκαλο,
από τη Λαμία. Όπως φαίνεται, ο Κώστας, που είχε έρθει να μείνει στη Στρώμνη με
το Γιάννη, είχε ένα φίλο που ζούσε κάπου κοντά στη γέφυρα. Όταν συνάντησα τον
Κώστα λίγες μέρες αργότερα, σκέφθηκα πως θα ήταν επικίνδυνο να δείξω το
ενδιαφέρον μου για τον Γοργοπόταμο σ' έναν άνθρωπο που κατοικούσε σε μια
ιταλοκρατούμενη πόλη. Φαινόταν όμως αξιόπιστος και αποφάσισα να τον
εμπιστευθώ. Αποτέλεσμα: ο Κώστας επέστρεψε σε μια βδομάδα με πολύτιμες
πληροφορίες για τη δύναμη και τις εγκαταστάσεις των Ιταλών, για τις θέσεις
τους, και με λεπτομέρειες για το πυκνό συρματόπλεγμα που κάλυπτε τους
σιδερένιους δοκούς της γέφυρας. Τα λεγόμενά του ταίριαζαν μ' αυτά που είχα
διαπιστώσει ο ίδιος κατά την αναγνώριση. Πήρα την απόφασή μου. Θα κάναμε
επίθεση στον Γοργοπόταμο, μόλις θα καταφέρναμε να εξασφαλίσουμε την
υποστήριξη σαράντα με πενήντα οπλισμένων και ψυχωμένων ανταρτών, οι οποίοι
θα ήταν αρκετοί για να εξουδετερώσουν τους πενήντα με ογδόντα Ιταλούς που τη
φρουρούσαν και που δεν διέθεταν βαρύ οπλισμό.
Στο μεταξύ, δύο μέρες μετά την επιστροφή μου από την αναγνώριση των γεφυρών
ο αγγελιοφόρος του Προμηθέα είχε επιστρέψει από την Αθήνα όχι μονάχα με
άρβυλα και κάλτσες, αλλά και με μέσο για νάρθουμε σ' επαφή με το Ζέρβα. Μας
είπε ότι ο Ζέρβας βρισκόταν ακόμα στην περιοχή του Βάλτου, στα
βορειοανατολικά της Άρτας, κάπου τέσσερις με έξι μέρες απόσταση από μας,
δηλαδή εκεί που ξέραμε κι εμείς ότι βρισκόταν πάντα. Μόλις είχαμε καιρό να του
στείλουμε μήνυμα και να πάρουμε απάντησή του μέχρι την προσεχή πανσέληνο.
Νωρίς το άλλο πρωί — 2 Νοεμβρίου — έστειλα τον Κρις και τον Μπαρμπα-Νίκο να
βρούν το Ζέρβα και να του πουν να μας στείλει μια μεγάλη δύναμη από αντάρτες
μέχρι τις 18 Νοεμβρίου, ώστε να μπορέσουμε να κάνουμε το εγχείρημα με το νέο
φεγγάρι. Τρεις μέρες αργότερα, ο Μπάρμπα - Νίκος, που δεν άντεξε ν'
ακολουθήσει τον Κρις, γύρισε εξουθενωμένος στο κατάλυμά μας. Ο Κρις τον είχε
στείλει πίσω. Από κει και πέρα, ο ίδιος ήταν υποχρεωμένος να εμπιστεύεται τους
κατά τόπους πολίτες σαν οδηγούς και να τους αλλάζει σε κάθε νυχτερινή στάση
που έκανε.
Μέχρι τώρα, είχαμε καταφέρει να βρίσκουμε λίγη βενζίνη για να φορτίζουμε τις
μπαταρίες του ασύρματου. Όχι πολλές μέρες μετά την αναχώρηση του Κρις,
νωρίς ένα πρωινό, οι χειριστές του ασύρματου μας έφεραν το ελπιδοφόρο νέο ότι
το προηγούμενο βράδυ, την κανονική ώρα που προσπαθούσαν να πάρουν συνήθως
επαφή, είχαν ακούσει αμυδρά το σταθμό του Καΐρου. Δυστυχώς, τα σήματά του
είχαν χαθεί σύντομα κι έτσι δεν είχαν μπορέσει να δώσουν κανένα μήνυμα.
Χωρίς αργοπορία, έγραψα για εικοστή φορά ένα σήμα, προσπαθώντας να
συμπεριλάβω τις πιο σημαντικές πληροφορίες που θάφταναν στο Κάιρο με το
πρώτο μας μήνυμα. Στις 4 Νοεμβρίου το μεταδώσαμε.
Έλεγα σ' αυτό ότι η επιχείρησή μας θα προκαλούσε εκτεταμένα αντίποινα και ότι
ήταν απόλυτη ανάγκη όλα τα διαθέσιμα αεροσκάφη μας να βρίσκονται εκεί γύρω
από τις 18 μέχρι το τέλος Νοεμβρίου και να σκορπίζουν προκηρύξεις σε μια
μεγάλη περιοχή της Κεντρικής Ελλάδας, προειδοποιώντας τις δυνάμεις του Άξονα
ότι θα επέσυραν εναντίον τους σοβαρές τιμωρίες, με το τέλος του πολέμου, αν
επέβαλλαν αντίποινα στους αθώους Έλληνες. Τελείωνα το μήνυμα λέγοντας ότι
το σύνθημα για τη ρίψη των προκηρύξεων θα έπρεπε να είναι «Επιχείρησις
Εφημερίδα» ή, εναλλακτικά, τα νέα της επιτυχίας μας. Ζητούσα να μου
απαντήσουν αμέσως.

Τις επόμενες πέντε μέρες δεν μπορέσαμε να ξαναπάρουμε επαφή με το Κάιρο,
αλλά στις 9 Νοεμβρίου οι προσπάθειες των χειριστών μας ανταμείφθηκαν και
πήραμε απάντηση στο μήνυμά μας. Μας έδιναν συγχαρητήρια που είχαμε
καταφέρει να έρθουμε επιτέλους σ' επαφή μαζί τους και μας πληροφορούσαν ότι οι
Αρχές του Καΐρου έκαναν τις αναγκαίες ενέργειες για να ανταποκριθούν στο
αίτημά μας. Μας προειδοποιούσαν ωστόσο ότι οι μετεωρολογικές συνθήκες
πιθανόν να καθυστερούσαν την εκτέλεσή του.
Στο μεταξύ, ο Μπάφας που τον είχαμε στείλει στις Καρούτες να φέρει τα υπόλοιπα
εφόδια, επέστρεψε με άδεια χέρια. Τον είχαμε ξεγράψει από καιρό, νομίζοντας ότι
το είχε σκάσει από μας και είχε ενωθεί με τον Καραλίβανο, αλλά τον είχαμε
παραξηγήσει. Ερχόμενος από τις Καρούτες με τα μουλάρια φορτωμένα, είχε πέσει
πάνω σε μια δύναμη Ιταλών κοντά στη Γκιώνα και αναγκάστηκε να τα
εγκαταλείψει. Τα σκόρπισε μέσα στο δάσος χτυπώντας τα με το μαστίγιό του και
ελπίζοντας ότι θα ξαναγύριζαν στο χωριό. Και δεν ήταν μόνο αυτό. Η αποθήκη
μας πάνω στη Γκιώνα είχε ανακαλυφθεί από τους Ιταλούς και ο ίδιος ο Μπάφας με
πολλή τύχη κατάφερε ν' αποφύγει τη σύλληψη. Ήταν μια δυσάρεστη ιστορία. Η
ποσότητα των εκρηκτικών που είχαμε πλέον, μόλις μας έφτανε για την ανατίναξη
του Γοργοπόταμου.
Στην επόμενη πετυχημένη επικοινωνία μας με το Κάιρο λίγες μέρες αργότερα,
ζήτησα επειγόντως μια συμπληρωματική ρίψη εκρηκτικών και έκλεισα ραντεβού
όσο γινόταν συντομότερα. Δυστυχώς, την άλλη μέρα, πριν καν προλάβουμε να
πάρουμε την απάντηση, ο ασύρματος χάλασε πάλι, κι αυτή τη φορά οι χειριστές
μας ήταν σχεδόν βέβαιοι πως δεν γινόταν να επιδιορθωθεί πριν να μας στείλουν
συμπληρωματικά εξαρτήματα από το Κάιρο. Έστειλα τον Ντένις και δυο άλλους
στο χώρο των ρίψεων που είχαμε καθορίσει. Περίμεναν έξι νύχτες συνέχεια μέσα
στο κρύο, αλλά κανένα αεροσκάφος δεν φάνηκε.
Ενώ εκείνοι έλειπαν, εμείς οι άλλοι δεν μέναμε αργοί. Η ζωή μας γλιστρούσε σιγά
σιγά σε μια καθημερινή ρουτίνα. Όταν δεν κόβαμε ξύλα για τη φωτιά μας,
απασχολούμαστε να ζεσταίνουμε τα πλαστικά εκρηκτικά με τα χέρια μας και να
πιέζουμε τα ανεξάρτητα «μπαστούνια» μέσα στο ξύλινο καλούπι που είχαμε
φτιάξει για τις μπαταρίες μας, ώστε να μπορούμε μετά να τα τοποθετήσουμε
ανάμεσα στους ατσάλινους στύλους της γέφυρας. Ηταν μια αργή αλλά άνετη
δουλειά. Χρειαστήκαμε πολλές μέρες για να δεματιάσουμε τις τετρακόσιες
λίμπρες που διαθέταμε, αλλά αυτό μας κράτησε σε διαρκή απασχόληση, καθώς
περιμέναμε την επιστροφή του Κρις και την υποστήριξη των ανταρτών που μας
ήταν τόσο απαραίτητη.
Ενώ οι χωρικοί της Στρώμνης χαίρονταν να μας έχουν κοντά τους στη σπηλιά, μια
ώρα μακρυά από το χωριό τους, και να μας ταΐζουν εκεί, φοβόντουσαν μια
ξαφνική επίσκεψη των Ιταλών καραμπινιέρων για να μας επιτρέψουν να μείνουμε
μέσα στο χωριό. Τα τρόφιμα, που τις περισσότερες μέρες της βδομάδας τα
ανέβαζε από τη Στρώμνη ο Μιχάλης ο Άραβας, και μερικές φορές οι ίδιοι οι
χωρικοί, ήταν σχετικά πλούσια. Είχαμε μπόλικο μαύρο ψωμί και πατάτες οι οποίες
αφθονούσαν στην περιοχή. Από καιρό σε καιρό, μας έφερναν μερικά από τα
θαυμάσια μήλα για τα οποία φημίζεται η Στρώμνη κι άλλες φορές καρύδια και
μύγδαλα. Κρέας προμηθευόμαστε από τα κοντινά μαντριά: αγοράζαμε αρνιά με
χρυσές λίρες και τα σφάζαμε. Ο Μπάρμπα - Νίκος ενεργούσε σαν διαχειριστής
μας. Ήταν ικανός μάγειρας και δεν άφηνε τίποτε να πάει χαμένο. Όταν μας
τελείωσε το τσάι, βρήκε ένα βουνίσιο χόρτο και το αντικατάστησε. Λίγες γυάρδες
μακρυά μας κυλούσε ένα ρυάκι απ' όπου προμηθευόμαστε πόσιμο νερό και στο
οποίο, λίγο παρακάτω, πλενόμαστε. Μια φορά την εβδομάδα, ανέβαινε από τη

Στρώμνη μια γριά και έπλενε τα ρούχα μας. Μια μέρα, ο Μπάρμπα - Νίκος πήγε
στο χωριό του και την άλλη επέστρεψε φέρνοντας μαζί και την δεκάχρονη κόρη
του. Έμεινε μαζί μας όλη εκείνη τη μέρα και μας μπάλωσε τα ρούχα μας. Ήταν
ένα πολύ γλυκό κορίτσι και η παρουσία του ανάμεσα στους γενειοφόρους
αρσενικούς της ομάδας μας έδωσε μια παράξενη, σχεδόν εξωπραγματική, νότα
στο χώρο.
Ανάμεσα στα δέντρα που βρίσκονταν μπροστά στο στόμιο της σπηλιάς μας,
είχαμε στήσει μερικά αλεξίπτωτα για να προστατευόμαστε από τον αέρα και να
κρύβουμε όσο γινόταν τη μεγάλη φωτιά που ανάβαμε πολλές φορές τη νύχτα. Ο
καπνός της μέρας δεν μας ένοιαζε και πολύ, γιατί όλοι οι τσοπάνηδες συνηθίζουν
ν' ανάβουν φωτιές το βράδυ και συχνά και τη μέρα για να ζεσταίνονται. Μέσα στη
σπηλιά, υπήρχε αρκετός χώρος για τον καθένα για να φτιάξει ένα στρώμα με
θαμνόκλαρα και φτέρες. Με τις συμπληρωματικές κουβέρτες που μας είχαν δώσει
από τη Στρώμνη, είχαμε τώρα ο καθένας από δυο. Μερικοί από μας διαθέταμε και
τις ζεστές φόρμες των αλεξιπτωτιστών. Τις χρησιμοποιούσαμε σαν βραδυνά
κοστούμια και τη νύχτα σαν πυτζάμες.
Μόλις βράδυαζε, συγκεντρωνόμαστε γύρω από τα αναμμένα κούτσουρα, στην
είσοδο της σπηλιάς, και παρακολουθούσαμε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον το φαγητό
που ετοίμαζε ο Μπάρμπα - Νίκος. Μας έπιανε συχνά λαιμαργία και το κρέας ποτέ
δε μας φαινόταν αρκετό. Μετά ξαπλώναμε ολόγυρα στα αναμμένα κάρβουνα κι ο
Μπάρμπα - Νίκος άρχιζε να διηγείται ελληνικά θαυμάσιες ιστορίες στο Ντένις και
στον Νατ Μπάρκερ, ο ένας από τους οποίους τις μετέφραζε κατόπιν για χάρη μας.
Άλλες φορές, ο Μπάρμπα - Νίκος άρπαζε τον Άρθουρ Έντμοντς απ' το χέρι.
«Απόψε, Μίστερ Άρθουρ», ανάγγελνε μ' ένα αστείο κλείσιμο του ματιού, «θα
κάνουμε εξετάσεις στα ελληνικά». Και άρχιζε εύθυμα να μας εξετάζει, εμένα, τον
Τομ Μπάρνες και τον Άρθουρ Έντμοντς που ήταν ο πιο οξυδερκής και σοβαρός
μαθητής του.
Μια μέρα άκουσα πως υπήρχε στα περίχωρα ένας αντάρτης αρχηγός που στα
βουνά τον ήξεραν σαν «Άρη» Βελουχιώτη και που αργότερα ανακαλύψαμε ότι
ήταν ο Αθανάσιος Κλάρας, ένας κομμουνιστής που είχε πάρει μέρος στον Ισπανικό
Εμφύλιο Πόλεμο. Το όνομά του φαινόταν να βρίσκεται στα χείλια όλων των
χωρικών, αλλά κάθε φορά που είχα επιχειρήσει προηγούμενα να έρθω σ' επαφή
μαζί του, είχα αποτύχει. Δεν απαντούσε στα μηνύματα που του έστελνα. Φαινόταν
να μας αποφεύγει επίτηδες. Ένα δυο περιπλανώμενοι Έλληνες ένοπλοι είχαν στο
μεταξύ περάσει από τη σπηλιά μας. Μας είχαν δώσει αόριστες υποσχέσεις για
ενίσχυση, αλλά κανένας δεν ήταν σε θέση να μας εξασφαλίσει τον αριθμό των
ανταρτών που απαιτούσαμε και οι περισσότεροι ήταν αρχηγοί «ομάδων» από δυο
με τρεις άντρες το πολύ. Καθώς περιμέναμε την επιστροφή του Κρις, αυξήσαμε
ωστόσο τον αριθμό μας με την πρόσθεση ενός ακόμα βρετανού αιχμάλωτου
φυγάδα, του δεκανέα Ααρών Ντηρ, ενός άλλου παλαιστίνιου Άραβα. Δεν άξιζε
όμως πολλά πράγματα σαν μαχητής. Περνούσε τον περισσότερο καιρό του
αλείβοντας τον εαυτό του μ' ένα άρωμα που σκυλοβρωμούσε και που κατάφερνε
πάντα να ξετρυπώνει ένα καινούργιο μπουκάλι όταν κάποιος πετύχαινε ν'
ανακαλύψει το προηγούμενο και να το πετάξει.
Ήταν περίπου αυτή την εποχή που έφτασαν ως εμένα νέα του Καραλίβανου με
μορφή παραπόνων από μέρους των χωρικών της Στρώμνης. Προφανώς
τριγυρνούσε στην περιοχή, με τους τρεις άντρες που του είχαν μείνει, και ζητούσε
τρόφιμα ή έκλεβε πρόβατα εν ονόματί μας. Η κατάσταση έφτασε στο
αποκορύφωμα από ένα γεγονός που μου ανάφερε ένας κατατρομαγμένος χωρικός:
Το προηγούμενο βράδυ, δυο έλληνες χωροφύλακες στην υπηρεσία των Ιταλών,

είχαν έρθει στη Στρώμνη, με εντολή του διοικητή της ιταλικής φρουράς που
βρισκόταν μερικές ώρες μακρύτερα, να μαζέψουν μια μεγάλη ποσότητα από
πατάτες για την ιταλική μονάδα. Ο Καραλίβανος το είχε μάθει και μόλις νύχτωσε
ήρθε στη Στρώμνη, επιτέθηκε στο σπίτι που είχαν καταλύσει οι χωροφύλακες και
τους έσυρε μαζί του στο δάσος. Εκεί, αφού τους έδειρε, τους πήρε τις στολές
τους, τους απείλησε ότι θα τους σκότωνε αν τολμούσαν να ξανάρθουν σ' εκείνη
την περιοχή, και τους άφησε να φύγουν με τα εσώρουχα. Κατά τη γνώμη μας, θα
ήταν καλύτερα αν τους είχε σκοτώσει και θάψει τα πτώματά τους μέσα στο
δάσος, ενώ τώρα η ενέργειά του κινδύνευε να προκαλέσει αυτό που
προσπαθούσαμε ν' αποφύγουμε: όχι μόνο τ' αντίποινα, αλλά μια καινούργια
επίσκεψη των Ιταλών στην περιοχή που κρυβόμαστε.
Έστειλα αμέσως ένα μήνυμα, με εντολή να παραδοθεί στα χέρια του ίδιου του
Καραλίβανου. Τον διέταζα να με συναντήσει εκείνο το βράδυ σ' ένα σπίτι στην
άκρη της Στρώμνης. Την καθορισμένη ώρα, ήρθε. Του είπα ό,τι σκεφτόμουνα γι'
αυτόν: δηλαδή την άπρεπη συμπεριφορά του να τριγυρίζει στα χωριά και να
ζητάει τρόφιμα εν ονόματί μας και την επικίνδυνη ενέργειά του της περασμένης
νύχτας. Τον διέταξα να εγκαταλείψει την περιοχή αμέσως και του εξήγησα ότι
υπήρχε ζωτική ανάγκη το μέρος αυτό να μείνει ήσυχο, γιατί είχα ένα σημαντικό
σχέδιο στο μυαλό μου. Παρόλο που δεν ήξερα ακόμα αν ο Κρις θα κατάφερνε να
φέρει μαζί του καθόλου αντάρτες για την επίθεση στη γέφυρα του Γοργοπόταμου,
ισχυρίστηκα ότι είχα λάβει ήδη μήνυμα εκείνη τη μέρα που έλεγε ότι βρισκόταν
στο δρόμο με μια μεγάλη δύναμη. Είπα στον Καραλίβανο ότι αν δεν υπάκουε στη
διαταγή μου, θα τον συνελάμβανα και θα τον τουφέκιζα μόλις θα έφταναν οι
αντάρτες.
Η μπλόφα μου έπιασε. Ο Καραλίβανος συμφώνησε ν' ακολουθήσει τις οδηγίες μου:
να ξαναδώσει στους χωροφύλακες (που δεν είχαν φύγει) τα ρούχα τους, να τους
κατευνάσει όσο γινόταν, και να τους αφήσει να φύγουν με τις πατάτες που είχαν
έρθει να πάρουν. Ξαναγύρισα στη σπηλιά, με την ελπίδα ότι είχαμε ξεφύγει την
ανεπανόρθωτη καταστροφή.
Από κει και πέρα, η τύχη άρχισε να μας χαμογελάει. Αργά την ίδια νύχτα, ο παπάς
της Στρώμνης ανέβηκε ο ίδιος στη σπηλιά μας και με ξύπνησε για να μου πει ότι
είχε ένα πολύ σημαντικό νέο για μένα: Μερικοί βρετανοί αξιωματικοί, που τους
είχε συναντήσει ο Κρις στο ταξίδι του προς τα δυτικά, έρχονταν να μας
συναντήσουν. Θα έφταναν την άλλη μέρα μαζί με μια ομάδα από αντάρτες που
ανήκαν στον Άρη.
Την άλλη μέρα το απόγευμα, ο Τζων Κουκ και οι υπόλοιποι της ομάδας του τρίτου
αεροσκάφους, έφτασαν στη σπηλιά μας. Ακολουθούνταν από μια ομάδα
εικοσιπέντε ανταρτών. Οι τέσσερις δικοί μας — ο Τζων Κουκ, ο Θέμης Μαρίνος, ο
Ίντερ Τζιλλ και ο λοχίας Φίλιπς — δεν είχαν τίποτε άλλο από τα ρούχα που
φορούσαν. Μου είπαν ότι τη νύχτα που φτάσαμε εμείς (30 Σεπτεμβρίου) δεν είχαν
μπορέσει να δουν κανένα σήμα και ο πιλότος είχε αρνηθεί να τους αφήσει να
πέσουν επειδή είχε σύννεφα. Δεν είχαν δει τις φωτοβολίδες μας κι έτσι έριξαν τα
κιβώτια με τα εφόδια κοντά στη Γκιώνα και ξαναγύρισαν στα Κάιρο. Πρέπει να
βρίσκονταν πάνω από την περιοχή, τη στιγμή που εμείς ψάχναμε για σήματα με το
αεροσκάφος μας πιο δυτικά, και πρέπει να έφυγαν από κει πριν εμείς
ξαναγυρίσουμε στη Γκιώνα και προσεδαφιστούμε. Έτσι εξηγιόταν το γεγονός ότι
είχαν ρίξει τα εφόδια στο ίδιο σχεδόν σημείο που πέσαμε εμείς κατόπιν.
Ύστερα από δυο ακόμα αποτυχημένες, εξαιτίας του καιρού, απόπειρες, είχαν
τελικά προσεδαφιστεί πριν από δυο βδομάδες περίπου στην κοιλάδα του

Καρπενησίου. Γιατί εκεί, ένας Θεός το ξέρει, αφού στο Καρπενήσι βρισκόταν
ιταλική φρουρά που τους υποδέχτηκε με αντιαεροπορικά πυρά και πυροβολισμούς.
Κατάφεραν να διασωθούν ως εκ θαύματος. Κρυβόμενοι μέσα στους θάμνους για ν'
αποφύγουν τη σύλληψη από τους Ιταλούς, χρειάστηκε να διασκορπιστούν μέσα
στο δάσος, Πίστευαν ότι οι Ιταλοί είχαν μαζέψει όλα τους τα εφόδια και μαζί μ'
αυτά, όπως έμαθα κατατρομαγμένος, τα νέα σχέδια των γεφυρών που είχαν την
ανοησία να τα βάλουν μέσα στα κιβώτια. Δεν μπορούσα να ελπίζω ότι θα έπεφταν
στα χέρια κανενός ηλίθιου Ιταλού που δεν θα καταλάβαινε την σπουδαιότητά
τους.
Κατά τη διάρκεια των λίγων επόμενων ημερών, ο Τζων Κουκ και η ομάδα του
είχαν, ξεχωριστά ο καθένας, ζητήσει καταφύγιο στα γειτονικά χωριά ή σε
απομονωμένα αγροτόσπιτα. Τελικά είχαν έρθει σ' επαφή μεταξύ τους και κατόπιν
με μια ομάδα ανταρτών που ήταν στα περίχωρα εκείνη την εποχή. Αποδείχτηκε
ότι η ομάδα αυτή ανήκε στον Άρη στον οποίο και τους πήγαν τις επόμενες μέρες.
Ο Άρης ευχαριστήθηκε που ήταν Βρετανοί και τους περιποιήθηκε πολύ καλά. Ο
Τζων μου είπε ότι είχε εξηγήσει στον Άρη τις υποδείξεις του να έρθει σ' επαφή
μαζί μου αμέσως. Ο Άρης είχε προσποιηθεί πως αγνοούσε τα ίχνη μου, ενώ πρέπει
να ήξερε πως βρισκόμουν μόνο μια δυο μέρες ταξίδι ανατολικά από εκείνον. Τους
είχε πάρει μαζί του σ' ένα είδος προπαγανδιστικής περιοδείας προς το Αγρίνιο,
στην αντίθετη ακριβώς από μας κατεύθυνση. Ήταν καθαρή τύχη που ο Κρις,
περνώντας δίπλα τους κατά το ταξίδι του προς το Ζέρβα, είχε μάθει την παρουσία
τους από ένα χωρικό και είχε στείλει ένα μήνυμα στον Τζων πληροφορώντας τον
για το που βρισκόμουν και λέγοντάς του να μου μεταδώσει τα νέα. Ο Άρης, μη
θέλοντας να έρθει σε σύγκρουση με τις οδηγίες αυτές, τους έστειλε σε μένα μαζί
με μια ομάδα από είκοσι πέντε αντάρτες του.
Ο επικεφαλής της ελληνικής ομάδας ονομαζόταν Δημητρίου και ήταν γνωστός με
το ψευδώνυμο Νικηφόρος. Ήταν ένας νέος με λαμπερά μάτια, κάτι παραπάνω από
είκοσι χρονών. Κρατούσε ένα γερμανικό αυτόματο. Η ομάδα του ήταν ένα
παρδαλό πλήθος, αλλά όλοι τους κρατούσαν όπλα: άλλος ελληνικό, άλλος ιταλικό
ή γερμανικό κι ανάμεσά τους υπήρχαν και δυο ελαφρά ιταλικά αυτόματα Μπρέντα.
Κανένας δεν είχε γερά παπούτσια και πολλοί φορούσαν γουρουνοτσάρουχα. Τα
ρούχα τους ήταν εντελώς ανόμοια, αλλά μερικοί φορούσαν δίκωχα που στο
μπροστινό τους μέρος είχαν κεντημένη τη λέξη ΕΛΑΣ. Ρώτησα τι σήμαινε αυτή η
λέξη και μου είπαν πως ήταν τ' αρχικά από τις λέξεις Εθνικός Λαϊκός
Απελευθερωτικός Στρατός. Ρώτησα ποιος ήταν αυτός ο στρατός, τι δύναμη είχε
και ποιος τον διοικούσε, αλλά δεν πήρα παρά αόριστες απαντήσεις. Ο Άρης ήταν
προφανώς ο στρατιωτικός αρχηγός 200 με 300 ανταρτών του ΕΛΑΣ που ήταν
οργανωμένοι σε ομάδες με 25 άτομα περίπου η καθεμιά και σκορπισμένοι σ' όλα
τα βουνά της Ρούμελης. Τις επόμενες δυο τρεις μέρες, έμαθα από τον Νικηφόρο
ότι στην Αθήνα υπήρχαν μερικοί άνθρωποι, τους οποίους δεν είχε ποτέ συναντήσει
και δεν ήξερε ούτε τα ονόματα τους, που κατεύθυναν τον ΕΛΑΣ, και ότι ομάδες
από αυτήν την οργάνωση υπήρχαν και σε άλλα ελληνικά βουνά. Δεν θέλησε να πει
περισσότερα, αλλά κατάλαβα πως ήξερε ακόμη λίγα.
Στο μεταξύ είχαμε συμπληρώσει τη συσκευασία των εκρηκτικών και είχαμε
οργανωθεί σε ομάδες για το εγχείρημα στον Γοργοπόταμο, στην περίπτωση που
θα βρίσκαμε τους πενήντα αντάρτες. Τον Τομ Μπάρνες, ένα ξανθό, γεροδεμένο
και με μεγάλη δύναμη Νεοζηλανδό, που ήταν γεννημένος για αρχηγός, τον είχα
βάλει επικεφαλής της κύριας ομάδας καταστροφών. Είχαμε διαλέξει τον
υποδεκανέα Μιχάλη, το Γιάννη τον Κύπριο και δυο Έλληνες αντάρτες από την
ομάδα του Νικηφόρου, οι οποίοι, μαζί με τον Τομ Μπάρνες, τον Άρθουρ Έντμοντς,
τον Ίντερ Τζιλλ και τον Ντένις Χάμσον, θ' αποτελούσαν την ομάδα καταστροφών.

Με τους Θέμη Μαρίνο, Νατ Μπάρκερ και Τζων Κουκ, σχημάτισα δυο ακόμη
επικουρικές ομάδες καταστροφών, οι οποίες θα έκοβαν τις σιδηροδρομικές
γραμμές, από τις δυο μεριές και σε αρκετή απόσταση από τη γέφυρα, για να
εμποδίσουν τον εχθρό να φέρει ενισχύσεις μέσα στις τρεις με τέσσερις ώρες που
θα ήταν απαραίτητες για την ανατίναξη. Κάναμε ένα ξύλινο μοντέλο των
ατσάλινων στηριγμάτων της γέφυρας και η ομάδα καταστροφών ασκήθηκε πάνω
σ' αυτό μια ολόκληρη μέρα και μια νύχτα, ώσπου τα μέλη της να είναι σε θέση να
τοποθετήσουν και να συνδέσουν τη γόμωση στα τυφλά. Προμηθευτήκαμε μερικά
δοκάρια από έναν ξυλοκόπο εκεί κοντά και δέσαμε πάνω την εκρηκτική γόμωση
ώστε να την φορτώσουμε πάνω στα μουλάρια και να την μεταφέρουμε κοντά στη
γέφυρα. Ετοιμάσαμε τα εκρηκτικά για τις επικουρικές ομάδες που θα έκοβαν τις
γραμμές. Ύστερα απ' όλα αυτά, περιμέναμε τον Κρις. Έπρεπε να είναι πίσω το
αργότερο μέχρι τις 18 Νοεμβρίου. Το φεγγάρι είχε ήδη περάσει το πρώτο του
τέταρτο και με κάθε καινούργια μέρα που έφευγε γινόμουν πιο ανυπόμονος για την
επιστροφή του.
Στις 17 Νοεμβρίου, ο πιστός παπάς της Στρώμνης ανέβηκε
θαυμάσια νέα. Είχε λάβει ένα μήνυμα με αγγελιοφόρο, ότι ο
άλλη μέρα. Και δεν ερχόταν μονάχα ο Κρις, αλλά και μια
αντάρτες, που ξεπερνούσαν τους εκατό και που επικεφαλής
Άρης και Ζέρβας αυτοπροσώπως.

στη σπηλιά μας με
Κρις θα έφτανε την
μεγάλη ομάδα από
τους βρίσκονταν οι

Περάσαμε την άλλη μέρα γεμάτοι ανυπομονησία, με την αναμονή αυτής της
δύναμης που ξεπερνούσε και τις πιο τολμηρές προσδοκίες μου. Όλο το απόγευμα
και το βράδυ περιμέναμε νέα από στιγμή σε στιγμή, αλλά μέχρι την ώρα που
πέσαμε για ύπνο δεν είχαμε ακούσει τίποτε περισσότερο. Λίγο αργότερα ωστόσο
ξυπνούσα από τα ελαφρά χτυπήματα του Κρις στον ώμο μου:
«Γύρισα. Εξετέλεσα τις οδηγίες σου. Μισή μέρα πίσω μου βρίσκεται ο Ζέρβας με
δύναμη πενήντα ανταρτών και πίσω του, πάνω στον ίδιο δρόμο, ο Άρης με
περισσότερους. Μέχρι αύριο το βράδυ θα βρίσκονται στο χωριό Μαυρολιθάρι,
μόνο δυο ώρες μακρυά από δω. Έφυγα μπροστά με μόνο τον υπασπιστή του Ζέρβα,
τον λοχαγό Μιχάλη, για να μην σας αφήσω να περιμένετε».
Σηκώθηκα κι έσφιξα το χέρι του Μιχάλη, ενός ψηλού, μελαχρινού Κρητικού, που
στεκόταν προσοχή όση ώρα του μιλούσα διαμέσου του Κρις. Κοίταξα το ρολόι μου.
Ήταν μία και μισή μετά τα μεσάνυχτα. Ο Κρις, που βρισκόταν σε κίνηση έδώ και
δεκατέσσερις μέρες και είχε διασχίσει πάνω και κάτω τα βουνά της δυτικής
Ελλάδας, είχε αργήσει ένα τέταρτο. Αλλά, με την ώρα του Λονδίνου, όπως σωστά
μου παρατήρησε, όχι μονάχα δεν είχε αργήσει, αλλά είχε έρθει και τρία τέταρτα
νωρίτερα!
Την άλλη μέρα, ο Κρις μου μίλησε για το ταξίδι του. Πηγαίνοντας προς τον Βάλτο,
είχε ακούσει τυχαία ότι ο Άρης και ο Τζων Κουκ βρίσκονταν σ' ένα γειτονικό
χωριό. Είχε στείλει μήνυμα στον Τζων λέγοντάς του νάρθει να με συναντήσει και
ζητούσε από τον Άρη μια συνάντηση κατά την επιστροφή του. Στο ραντεβού που
μας είχε δώσει ο αγγελιοφόρος του Προμηθέα στα Βάλτο, ο Κρις είχε συναντήσει
το Μιχάλη. Ο Ζέρβας βρισκόταν ακόμα στα μέσα μιας πετυχημένης μάχης με
αρκετές εκατοντάδες Ιταλούς των οποίων ο διοικητής διαπραγματευόταν με τον
Ζέρβα την ανενόχλητη υποχώρηση.
Ο Ζέρβας είχε δεχτεί τον Κρις πολύ θερμά. Τον είχε αγκαλιάσει, με τον ελληνικό
τρόπο, και τον φίλησε και στα δυο μάγουλα. «Ευάγγελος! Ευάγγελος!» (ο Άγγελος

του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, στα ελληνικά), φώναξε. «Είσαι ο σωτήρας μας.
Ευάγγελος θα είναι τ' όνομά σου στα ελληνικά βουνά».
Όταν ο Κρις του εξήγησε την αποστολή του και τον εσπευσμένο χαρακτήρα της, ο
Ζέρβας ανέστειλε αμέσως τη δράση του ενάντια στους Ιταλούς και την άλλη
κιόλας μέρα είχε ξεκινήσει με τον Κρις και με εκατόν πενήντα αντάρτες
ερχόμενος να μας βοηθήσει. Κατά τη διαδρομή, είχαν σταματήσει για να περάσουν
τη νύχτα σ' ένα χωριό που το έλεγαν Βίνιανη και είχαν μάθει ότι ο Άρης βρισκόταν
σ' ένα γειτονικό χωριό. Ύστερα από μια ανταλλαγή επιστολών, ο Άρης και ο
Ζέρβας, παρακινούμενοι όχι λίγο και από τον Κρις, αποφάσισαν να συναντηθούν
και να συζητήσουν το θέμα της ενίσχυσης των βρετανών αξιωματικών που είχαν
έρθει στα βουνά τους. Ύστερα από ένα γλέντι στην πλατεία του χωριού, όπου οι
άντρες των δύο ομάδων είχαν αναμιχθεί και χορέψει μαζί, ο Ζέρβας κατάφερε να
πείσει τον Άρη να μας βοηθήσει με μια δύναμη εκατό ανταρτών. Κατόπιν, ο
Ζέρβας αποφάσισε πολύ σωστά ν' αφήσει σ' εκείνη την περιοχή εκατό από τους
εκατόν πενήντα αντάρτες που είχε μαζί του, για να καλύψουν τη μεγάλη δύναμη
των συγκεντρωθέντων που θα κινούνταν προς τα ανατολικά, δρώντας σαν
δόλωμα για τον εχθρό, και αν γεννιόταν ανάγκη, να τους βοηθήσουν τελικά να
υποχωρήσουν προς το βουνίσιο λημέρι του, στον Βάλτο. Με τους υπόλοιπους
πενήντα άντρες του, και ακολουθούμενος από τον Άρη με εκατό, ο Ζέρβας και ο
Κρις είχαν έρθει, βαδίζοντας εντατικά, να σταθούν στο πλευρό μας.
Στο μεγαλύτερο μέρος του ταξιδιού του, ο Κρις δεν είχε συναντήσει ανταρτικές
οργανώσεις ή οργανωμένο σύστημα πληροφοριών που να τον προειδοποιεί για την
ενδεχόμενη παρουσία του εχθρού. Ήταν συνεπώς υποχρεωμένος κατά τη διάρκεια
της μέρας να παρακάμπτει τα χωριά που περνούσε. Του είχε συμβεί, περισσότερο
από μια φορά, να μπει σ' ένα χωριό με το σούρουπο για ν' ανακαλύψει ότι
κατεχόταν ήδη από ιταλικές μονάδες, και είχε αναγκαστεί να κάνει πολλές
μανούβρες μέσα από τα ανώμαλα βραχοτόπια για να τους αποφύγει. Υπολόγιζε
πως είχε περπατήσει πάνω από διακόσια μίλια από τότε που έφυγε από τη
Στρώμνη. Ήταν ένα εντυπωσιακό κατόρθωμα.

4. Η ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΤΟΥ ΓΟΡΓΟΠΟΤΑΜΟΥ
Εκείνο το απόγευμα, 19 Νοεμβρίου, ο Ζέρβας, συνοδευόμενος από μια μικρή
σωματοφυλακή, με επισκέφθηκε στη σπηλιά μας. Με φίλησε θερμά κι από τα δυο
μου μάγουλα, που τώρα είχαν γένια. Του ανταπέδωσα άφοβα τα φιλιά του. Είχε
φτάσει, με τους πενήντα αντάρτες του, στο Μαυρολιθάρι το μεσημέρι.
Ταχτοποίησε τους άντρες του στο χωριό και μετά ήρθε κατευθείαν σε μένα.
Ο Ζέρβας ήταν κοντός και παχουλός. Όταν γελούσε, πράγμα που έκανε πολύ
συχνά, το σώμα του τρανταζόταν ολόκληρο και τα εύθυμα λαμπερά του μάτια
διέψευδαν την αγριάδα της μαύρης και πυκνής γενιάδας του. Τη στιγμή που
σταματούσε να γελάει, τα καστανά μάτια του έδιναν αμέσως στο στρογγυλό του
πρόσωπο και στο γεμάτο του στόμα μια σοβαρή αλλά και έξυπνη έκφραση. Όταν
έβγαλε το χακί στρατιωτικό πηλήκιό του, φάνηκαν τα πυκνά μαυρόγκριζα μαλλιά
του που έδειχναν μια ηλικία λίγο πάνω από τα πενήντα. Φορούσε ένα παλιό
στρατιωτικό χιτώνιο, χωρίς διακριτικά, χακί κυλότα ιππασίας κι ένα ζευγάρι
ψηλές καφέ μπότες, προφανώς μεγάλες. Μια αγυάλιστη ζώνη, τύπου «Σαμ
Μπράουν», γύρω απ' τη φαρδιά του μέση, στήριζε ένα μικρό αυτόματο πιστόλι κι
ένα εγχειρίδιο που η στολισμένη λαβή του ορθωνόταν αυθάδικα έξω από το
στομάχι του όταν καθόταν.
Εντυπωσιάστηκα αμέσως από την ξεχωριστή του προσωπικότητα και ύστερα από
μερικές ευγενικές αστειότητες, είχε κερδίσει πλήρως την εμπιστοσύνη μου. Toυ
εξήγησα την αποστολή μου. Του έδωσα όλες τις πληροφορίες που είχα
συγκεντρώσει για τις τρεις γέφυρες και για τις φρουρές του εχθρού σ' αυτές και
στην περιοχή της καθεμιάς, και του ανάλυσα λεπτομερειακά το σχέδιο που είχα
καταστρώσει για την επίθεση στη γέφυρα του Γοργοπόταμου. Του πρόσφερα τους
άντρες και τα μικρά εφόδια που είχα στη διάθεσή μου και του ζήτησα ν' αναλάβει
τη διεύθυνση της επιχείρησης. Του είπα ότι θα ήμουν ευτυχής να θεωρηθώ σαν
Επιτελάρχης του.
Με την επιφύλαξη ότι θα έπρεπε να συμφωνήσει με την επιλεγμένη ομάδα των
ανταρτών του, ο Ζέρβας ενέκρινε πρόθυμα το σχέδιό μου. Σκεφτόταν ωστόσο ότι
δεν θα ήταν λεπτό από μέρους μας να μην ζητήσουμε από τον Άρη να συμμετάσχει
στη διεύθυνση της επιχείρησης μαζί μας, μια που θα πρόσφερε σ' αυτή μια τόσο
σημαντική αναλογία ανταρτών. Δεν καταλάβαινα πώς θα μπορούσαν τρεις άντρες
να διευθύνουν την ίδια επιχείρηση, αλλά ο Ζέρβας με καθησύχασε. «Θα την
διευθύνω εγώ», είπε, «αλλά για τις κύριες αποφάσεις και τα σχέδια θα
συμφωνήσουμε και οι τρεις».
Γρήγορα ανακάλυψα ότι ο Ζέρβας αποκαλούνταν Στρατηγός από τους άντρες του.
Είχε υιοθετήσει αυτόν τον τίτλο γιατί πολλοί από τους Έλληνες στρατηγούς που
είχαν φύγει από την Ελλάδα και την Κρήτη και υπηρετούσαν τώρα στη Μέση
Ανατολή, ήταν νεώτεροι στη βαθμολογική κλίμακα απ' αυτόν. Δεν του είχαν
επιτρέψει να πολεμήσει το 1941 εξαιτίας των παλιών του σχέσεων μ' ένα
δημοκρατικό, βενιζελικό κόμμα που ονομαστικός του αρχηγός, εξόριστος εκείνη
την εποχή στη Νότια Γαλλία, ήταν ο Στρατηγός Πλαστήρας. Με μεγάλη μου
έκπληξη έμαθα ότι ο Μεταξάς δεν είχε επιτρέψει σε κανένα ανώτερο Έλληνα
αξιωματικό να πολεμήσει ενάντια στον Άξονα, ακόμα κι όταν η χώρα βρισκόταν
σε μεγάλο κίνδυνο και τους είχε απόλυτη ανάγκη.

Ο Ζέρβας πήρε το τσάι μαζί μας πριν να φύγει. Το γεύμα αυτό δεν ήταν παρά ένα
φλυτζάνι τσάι του βουνού κι ένα κομμάτι μαύρο ψωμί τηγανισμένο με ελαιόλαδο.
Κανονίσαμε να τον συναντήσουμε την άλλη μέρα στο Μαυρολιθάρι, όπου είπε ότι
θα μας ετοίμαζε καταλύματα. Καταλύματα! Τι αλλαγή και τι πολυτέλεια, ύστερα
από την πρωτόγονη σπηλιά μας! Με τόσους αντάρτες γύρω τους, το ηθικό των
χωρικών είχε ανεβεί πολύ ψηλά και από κει και μπρος, όπου υπήρχε αντάρτικη
οργάνωση στην περιοχή, κανένας Έλληνας δεν έφερνε αντίρρηση για την
παρουσία μας στο χωριό του.
Εκείνη τη νύχτα έπεσε και το πρώτο χιόνι. Το άλλο πρωί, οι κακοτράχαλες κορφές
των βουνών, και οι δασωμένες από έλατα πλαγιές τους, παρουσίαζαν ένα
θαυμάσιο θέαμα κάτω από τον καινούργιο και αστραφτερό άσπρο τους μανδύα.
Παρά τη σκέψη της σπιτικής θαλπωρής που μας περίμενε στο Μαυρολιθάρι,
ένιωθα σχεδόν λύπη που θα εγκαταλείπαμε τη σπηλιά που είχε σταθεί για μας ένα
τόσο φιλόξενο καταφύγιο κι όπου, κάτω από την άγρυπνη φροντίδα του Μπάρμπα Νίκου οι χωρικοί της Στρώμνης μας τάιζαν, ενώ εμείς, σαν τα μικρά πουλιά που
περιμένουν στη φωλιά να μεγαλώσουν τα φτερά τους, ανίκανοι να κινηθούμε στο
ύπαιθρο ή να προστατέψουμε τον εαυτό μας, περιμέναμε ανυπόμονα και τελικά
είχαμε εξασφαλίσει την αναγκαία δύναμη ανταρτών που θα μας επέτρεπε να
βγούμε από το καβούκι μας και να πραγματοποιήσουμε το έργο μας.
Πηγαίνοντας προς το Μαυρολιθάρι με μια συνοδεία από είκοσι μουλάρια,
φορτωμένα με τα εφόδιά μας, και καθώς παίρναμε τη στροφή ενός στενού
μονοπατιού, είδα ξαφνικά μπροστά μας τον Καραλίβανο που περίμενε να μας
χαιρετήσει καθώς περνούσαμε. Όταν πλησιάσαμε, σηκώθηκε όρθιος και μας
χαιρέτησε. Τον αγνόησα προσπερνώντας και το ίδιο έκαναν και οι αξιωματικοί
μου. Λίγα βήματα παρακάτω ο Κρις με πλησίασε και είπε: «Αν δεν ήσουν Εγγλέζος,
ο Καραλίβανος θα σου έκοβε το κεφάλι γι' αυτό που έκανες!».
«Ναι», απάντησα. «Αλλά όταν συναντηθώ με τον Άρη, μπορεί ο Καραλίβανος να
δυσκολευτεί να διατηρήσει τα κεφάλι του στους ώμους του».
Στο Μαυρολιθάρι σκορπιστήκαμε σε διάφορα σπίτια. Εμένα και τον Κρις μας
οδήγησαν σ' εκείνο που είχε καταλύσει ο Ζέρβας. Οι σπιτονοικοκύρηδες ήταν πολύ
φτωχοί, αλλά έκαναν ό,τι μπορούσαν για να μας περιποιηθούν και μας
παραχώρησαν ακόμα και τα κρεβάτια τους. Η φιλοξενία και η γενναιοδωρία αυτών
των βουνίσιων χωρικών ήταν αληθινά αξιοθαύμαστες.
Το απόγευμα, έφτασε ο Άρης με τους αντάρτες του. Ήταν ένας κοντός άντρας,
στο ίδιο ύψος με τον Ζέρβα, αλλά πιο γεροδεμένος απ' αυτόν. Η μακρυά, μαύρη
του γενιάδα, που εξισορροπούνταν από το μαύρο, γούνινο, κοζάκικο καπέλο του,
έδινε στο πρόσωπό του μια ήπια, σχεδόν καλογερίστικη έκφραση, αλλά τα μάτια
του ήταν βαθιά χωμένα στις κόγχες τους και — εκτός όταν χαμογελούσε —
έριχναν μια αγριάδα στα χαρακτηριστικά του, που δεν χαλάρωναν παρά μονάχα
όταν έπινε κρασί. Σιωπηλός και με αυστηρή έκφραση, μου έδινε πάντα την
εντύπωση ότι είναι σε διαρκή επιφυλακή ενάντια σε κάποιον ή σε κάτι. Από την
πρώτη μας συζήτηση συμπέρανα ότι, συμφωνώντας να συνεργαστεί μαζί μας στην
ανατίναξη του Γοργοπόταμου, παράβαινε τις οδηγίες των ανωτέρων του στην
Αθήνα να μην επιτίθεται σε συγκροτημένες εχθρικές δυνάμεις και ότι η παράβαση
αυτή θα του στοίχιζε πιθανόν σοβαρές επιπλήξεις. Δεν απόκλεισε το ενδεχόμενο
να φτάσουν στο μεταξύ διαταγές που να του απαγορεύουν να μας βοηθήσει, αλλά
στην περίπτωση που οι διαταγές αυτές δεν θα έφταναν, ήταν έτοιμος να
συνεργαστεί μαζί μας.

Την άλλη μέρα, 21 Νοεμβρίου, ανέπτυξα πάλι το σχέδιό μου για την επίθεση — και
στους δυο αρχηγούς αυτή τη φορά. Έχοντάς το αναπροσαρμόσει σύμφωνα με την
απροσδόκητη και ιδιαίτερα ευνοϊκή αύξηση των διαθέσιμων ανταρτών, εξήγησα
λεπτομερειακά τα πλεονεκτήματα που θα είχε μια επίθεση κατά τη διάρκεια μιας
από εκείνες τις νύχτες που το φεγγάρι θα ήταν γεμάτο. Η ύπαρξη του βαθιού
αυχένα, που χώριζε τις δυο άκρες της γέφυρας — διακόσιες περίπου γυάρδες
μήκος — έκανε αναγκαία τη σύσταση δυο εντελώς ανεξάρτητων ομάδων, που η
καθεμιά θα χτυπούσε τα οχυρωμένα φυλάκια των Ιταλών σε κάθε άκρη. Στο νότιο
άκρο, μια ισχυρότερη ομάδα έπρεπε όχι μονάχα να προσβάλει την αμυντική θέση
του εχθρού, αλλά και να εξουδετερώσει τις τρεις ξύλινες παράγκες όπου έμενε
ολόκληρη η φρουρά όταν ήταν εκτός υπηρεσίας. Δυο μικρότερες επικουρικές
ομάδες, έπρεπε να κόψουν τη σιδηροδρομική γραμμή, βόρεια και νότια από τη
γέφυρα, ένα μίλι, ώστε να καθυστερήσουν τις ενισχύσεις που θα έστελναν τα
γειτονικά στρατόπεδα, όταν θ' αντιλαμβάνονταν την επίθεση. Σκοπός μου ήταν να
κρατήσω την ομάδα καταστροφών εντελώς ανεξάρτητη από τις ομάδες που θα
έκαναν την επίθεση, και για την ολοκλήρωση της ανατίναξης των τριών
ανοιγμάτων της γέφυρας και των δύο ατσάλινων στύλων που την υποστήριζαν, θα
χρειάζονταν δυο τουλάχιστον ανατινάξεις, μια ώρα ή και περισσότερο η μια από
την άλλη. Υπολογίζοντας δυο ώρες για την προετοιμασία της κάθε έκρηξης,
πίστευα πως θα χρειαζόμαστε ένα σύνολο τεσσάρων ωρών από τη στιγμή που η
ομάδα καταστροφών θα πρωτοπλησίαζε στη γέφυρα. Υπολόγισα επίσης ότι οι
πλησιέστερες εχθρικές ενισχύσεις, που θα ξεκινούσαν με αυτοκίνητα ή με το
τραίνο, θα έφταναν δυο περίπου ώρες μετά την λήψη της διαταγής να κινηθούν.
Ακόμα λοιπόν κι αν θα είχαμε καταφέρει να εξουδετερώσουμε τη φρουρά, θα
έπρεπε να είμαστε προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουμε και να καθυστερήσουμε
τις εχθρικές ενισχύσεις για δυο ακόμη ώρες, με άλλες ανεξάρτητες ομάδες.
Εκείνο το βράδυ, ο Άρης και ο Ζέρβας έστειλαν μια μικρή ομάδα για να κάνει
αναγνώριση του εδάφους και να καθορίσει τους δρόμους απ' όπου θα πλησιάζαμε
τη γέφυρα. Με την ομάδα αυτή πήγαν και οι επικεφαλής των διάφορων ομάδων
που θα έπαιρναν μέρος στην επίθεση. Είχαν εντολή να επιστρέψουν σε σαράντα
οχτώ ώρες. Στο μεταξύ ο Άρης εξαφανίστηκε. Όπως έμαθα αργότερα, είχε πάει σ'
ένα γειτονικό χωριό, όπου του είχαν αναφέρει ότι έγινε μια ζωοκλοπή. Έβαλε να
γυμνώσουν τον ένοχο κι ύστερα τον οδήγησε στην πλατεία του χωρίου, όπου ένας
από τους πιο πρόσφατα στρατολογημένους αντάρτες του, ένα απλό παιδί, τον
έδειρε δημόσια. Μ' αυτό τον τρόπο «κατηχούσε» τους νέους οπαδούς του. Μετά
τράβηξε το περίστροφό του και πυροβόλησε τον ένοχο. Έτσι διατηρούσε την τάξη
ο Άρης στη Ρούμελη εκείνη την εποχή. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που τ' όνομά του
βρισκόταν στα χείλη όλων των κατοίκων της περιοχής. Ήταν μια σκληρή
πειθαρχία, αλλά και η μόνη που θα μπορούσε να βγάλει τους απλούς εκείνους
ανθρώπους από τον λήθαργο που τους είχε βυθίσει η φασιστική κατοχή και να
βοηθήσει αποτελεσματικά το δυνάμωμα της ενεργητικής αντίστασης ενάντια
στον εχθρό.
Αργά το βράδυ της 23ης Νοεμβρίου, η αναγνωριστική ομάδα γύρισε ανέπαφη.
Ήταν όλοι καλά και είχαν μείνει ικανοποιημένοι από αυτά που είχαν δει.
Μέσα στη νύχτα κάναμε τα τελικά σχέδια για την πορεία και αποφασίσαμε να
επιτεθούμε τη νύχτα της 25ης Νοεμβρίου. Ο Άρης και ο Ζέρβας ήθελαν και οι δυο
να δουν το μέρος με τα μάτια τους πριν οδηγήσουν εκεί τους στρατιώτες τους.
Έτσι, το άλλο πρωί, ο Άρης, ο Ζέρβας, ο Κρις κι εγώ ξεκινήσαμε, με μια μικρή
σωματοφυλακή, για την τελική αναγνώριση. Η κύρια δύναμη, θα μας ακολουθούσε
την επόμενη μέρα. Ήταν μια μέρα δρόμος μέχρι το σημείο συγκέντρωσης, για το
οποίο είχαμε διαλέξει μερικές καλύβες ξυλοκόπων μέσα στο πυκνό δάσος της

Οίτης, «κάπου έξι ώρες» με τα πόδια από τις γραμμές του τραίνου (όλες οι
αποστάσεις στα ελληνικά βουνά μετριόνταν με το χρόνο και ποτέ δυο εκτιμήσεις
από ντόπιους δεν ταίριαζαν μεταξύ τους). Σ' αυτές μπορούσε κανείς να προσθέσει
ή να αφαιρέσει, ανάλογα με την ηλικία και τις σωματικές δυνάμεις του πάντα
πρόθυμου πληροφοριοδότη και ανάλογα με την καταλληλότητα των παπουτσιών
του· μερικές φορές μάλιστα, ανάλογα και με την επιθυμία του να εγκαταλείψεις ή
όχι την περιοχή!
Περάσαμε τη νύχτα της 24ης Νοεμβρίου μέσα σε μια μικρή τσοπάνικη καλύβα,
πάνω στην Οίτη. Το δάσος ήταν καλυμμένο από τριάντα και πλέον πόντους χιόνι.
Σκοπεύαμε να κάνουμε την τελική αναγνώριση από τις πλαγιές του βουνού το
πρωί της άλλης μέρας. Ήταν ακόμα σκοτεινά όταν μας ξύπνησε ο σκοπός. Είχε
πυκνή ομίχλη και όσο ξημέρωνε φαινόταν να γίνεται πυκνότερη. Είμαστε
τυλιγμένοι μέσα στα σύννεφα και η κατόπτευση των προσβάσεων της γέφυρας
αποδείχτηκε αδύνατη. Αργότερα άρχισε να βρέχει. Αποφασίσαμε να επιστρέψουμε
στην καλύβα και να περιμένουμε μέχρι το πρωί με την ελπίδα ότι τα σύννεφα θα
είχαν φύγει μέχρι τότε. Ήταν η τελευταία μας ευκαιρία.
Όλη εκείνη τη μέρα έβρεχε και χιόνιζε εναλλάξ, και όπως είμαστε ξαπλωμένοι
μέσα στην υγρή καλύβα, με τα μάτια μας να πονάνε από τον καπνό της φωτιάς
που είχαμε ανάψει στο χωματένιο της δάπεδο, έμοιαζε να έχουμε αλλόκοτα
απομονωθεί από τον υπόλοιπο κόσμο από τα σερνάμενα εκείνα σύννεφα. Αλλά
όταν ξυπνήσαμε το πρωί της 25ης Νοεμβρίου, διαπιστώσαμε ότι ο καιρός είχε
καθαρίσει κάπως και ταίριαζε ακριβώς για το σκοπό μας. Κατεβήκαμε με
προφύλαξη από το βουνό και φτάσαμε χίλιες γυάρδες από τη σιδηροδρομική
γραμμή. Εκεί, έρποντας από το ένα σημείο κάλυψης στο άλλο, και περνώντας
ανάμεσα από αργοβάδιστες και ξεφτισμένες τουλούπες σύννεφων, ρίξαμε μερικές
θαυμάσιες ματιές στη γέφυρα. Αρκετές εκατοντάδες πόδια από πάνω μας, η
γέφυρα έμοιαζε σαν παιδικό παιχνίδι. Παρατηρήσαμε προσεχτικά με τα κυάλια
όλες τις προσβάσεις και την γύρω εξοχή. Ύστερα από μια ώρα, ο Άρης και ο
Ζέρβας είχαν μείνει ικανοποιημένοι από αυτά που είχαν δει και απ' αυτά που ήμουν
σε θέση να τους περιγράψω από την προηγούμενη επίσκεψή μου στη γέφυρα.
Ξανανεβήκαμε στην Οίτη για να συναντηθούμε με το κύριο σώμα των ανταρτών
στο σημείο που είχαμε συμφωνήσει.
Κατά τις τέσσερις το απόγευμα, οι άντρες άρχισαν να φτάνουν, βαδίζοντας
σιωπηλά ο ένας πίσω απ' τον άλλο, βγαίνοντας μέσα από τα σύννεφα που τώρα
είχαν καταλαγιάσει πάνω στις πλαγιές του βουνού. Καθώς έπαιρνε να
σκοτεινιάζει, η ομίχλη σφίχτηκε γύρω μας και η ατμόσφαιρα έγινε μυστηριακή και
απόκοσμη. Πήγα με τον Κρις από ομάδα σε ομάδα για να διαπιστώσω αν όλα ήταν
εντάξει και αν τα εκρηκτικά, που ήταν φορτωμένα στα μουλάρια, είχαν μοιραστεί
και συσκευαστεί κανονικά. Αυτά τα μουλάρια ήταν τα μόνα που είχαμε μαζί μας.
Όταν θα άρχιζε η επίθεση, όταν το χλιμίντρισμα κάποιου απ' αυτά δεν θα μας
ενδιέφερε πλέον, θα μετέφεραν τα εκρηκτικά όσο πιο κοντά στη γέφυρα γινόταν
και από κει και πέρα θα τα πηγαίναμε με τα χέρια. Ο Κρις δεν κουραζόταν να με
βοηθάει, ελέγχοντας μία μία τις ομάδες, μεταφράζοντας τα λεγόμενά μου και
καθησυχάζοντάς με πως οι διαταγές μου είχαν σαφώς κατανοηθεί.
Σε μια τελική σύντομη συνομιλία με τον Άρη και το Ζέρβα για τον καθορισμό της
ώρας μηδέν που οι δυο ομάδες θα έκαναν την ταυτόχρονη επίθεση στη βόρεια και
στη νότια άκρη της γέφυρας, υπολογίσαμε ότι το νωρίτερο που όλες οι ομάδες θα
μπορούσαν να φτάσουν στις καθορισμένες τους θέσεις αν ξεκινούσαν με το
σούρουπο, ήταν η ώρα 10 μ.μ. Ο Ζέρβας ήθελε να ορίσουμε σαν ώρα μηδέν την
ώρα αυτή, αλλά μειοψηφώντας απέναντι σε μένα και στον Άρη, δέχτηκε τις 11,

αφήνοντας έτσι το περιθώριο μιας ώρας που είχα σκεφθεί πως ήταν αναγκαίο για
να μπορέσουν όλες οι ομάδες να βρίσκονται στις θέσεις τους. Ακόμα και με την
τελευταία αυτή ώρα μηδέν, που άφηνε περιθώριο τέσσερις ώρες και κάτι για
ολόκληρο το εγχείρημα, θα μπορούσαμε ν' απομακρυνθούμε από τη γέφυρα λίγο
μετά τις τρεις το πρωί, το αργότερο, και να κρυφτούμε πάλι μέσα στα έλατα της
Οίτης προτού ξημερώσει.
Κατά τις έξι το απόγευμα, ξεκινήσαμε για τον προορισμό μας. Για ένα μικρό
διάστημα, θα βαδίζαμε όλοι μαζί πάνω στο ίδιο μονοπάτι. Επικεφαλής βρισκόταν η
ομάδα που θα πήγαινε μακρύτερα από τις άλλες και αποτελούνταν από 15
αντάρτες του ΕΛΑΣ, τον Τζων Κουκ και τον Νατ Μπάρκερ, και μετέφερε εκρηκτικά
για να κόψει τις γραμμές, ένα μίλι νότια από τη γέφυρα, και ψαλίδια για να κόψει
τα τηλεφωνικά καλώδια που βρίσκονταν δίπλα στις γραμμές. Μετά ακολουθούσε ο
Θέμης Μαρίνος κι ένας αντάρτης αξιωματικός του Μηχανικού, με μια ισάριθμη
ομάδα ανταρτών του ΕΛΑΣ, που θα έκοβαν τις γραμμές από τη βόρεια πλευρά. Και
οι δυο αυτές ομάδες είχαν διαταγή να κόψουν τα τηλεφωνικά καλώδια και να
ετοιμάσουν τα εκρηκτικά για την ώρα μηδέν, αλλά για να εξασφαλιστεί το
μάξιμουμ αποτελεσματικότητας της ενέδρας, δεν θ' ανατίναζαν τις γραμμές παρά
μονάχα αν πλησίαζαν πράγματι εχθρικές ενισχύσεις ή τραίνο. Αν ωστόσο δεν
έρχονταν ενισχύσεις μέχρι την ώρα που θα ριχνόταν η Πράσινη Φωτοβολίδα — το
σήμα για τη γενική υποχώρηση — θα ανατίναζαν τις γραμμές πριν ν'
αποχωρήσουν.
Μετά ερχόταν μια ομάδα από πενήντα περίπου άντρες που θα χτυπούσαν το νότιο
άκρο της γέφυρας. Αυτή αποτελούνταν από άντρες του ΕΛΑΣ και του Ζέρβα, με
επικεφαλής τον λοχαγό Μιχάλη. Ανάμεσα στην ομάδα βρισκόταν και ο
Καραλίβανος με τους άντρες του, εκτός από τον Μπάφα που ήταν στην ομάδα
καταστροφών. Καλούνταν ν' αποδείξουν την παλληκαριά τους. Ο Καραλίβανος
μάλιστα έπρεπε να παλαίψει κυριολεκτικά για να σώσει το κεφάλι του, γιατί μετά
την καταγγελία της λιποταξίας του στον Άρη, είχα συμφωνήσει να του δώσουμε
μια ακόμα ευκαιρία για επανόρθωση, μια που καιγόταν να μας βοηθήσει στην
επιχείρησή μας. Κατόπιν ερχόταν μια ομάδα από τριάντα περίπου αντάρτες του
Ζέρβα, που προορίζονταν να χτυπήσουν τη βόρεια άκρη της γέφυρας.
Ακολουθούσε το μικτό Επιτελείο μας, ο Ζέρβας, ο Άρης, ο Κρις κι εγώ· και αμέσως
πίσω μας μια εφεδρική ομάδα από τριάντα αντάρτες, που οι περισσότεροι ανήκαν
στον Άρη, αλλά που είχε και μερικούς άντρες του Ζέρβα. Τελευταία ερχόταν η
ομάδα καταστροφών με επικεφαλής τον Τομ Μπάρνες και οχτώ πρόσθετους
αντάρτες που ο καθένας έσερνε ένα μουλάρι.
Είχαμε στη διάθεσή μας πάνω από τέσσερις ώρες για να φτάσουμε ο καθένας στον
τελικό του προορισμό. Η ομάδα που θα πήγαινε μακρύτερα απ' όλες είχε να κάνει
τρία μίλια ταξίδι· το Επιτελείο, μονάχα ένα μίλι. Όλοι όμως έπρεπε να κινούμαστε
προσεχτικά και σιγανά μέσα στο σκοτάδι. Κάναμε πολλές σύντομες στάσεις για να
ελέγχουμε την κατεύθυνσή μας και ήταν ήδη δέκα η ώρα όταν — εκτός από την
ομάδα καταστροφών — η τελευταία ομάδα είχε εξαφανιστεί αθόρυβα,
απομακρυνόμενη από μας, μέσα στο σκοτάδι.
Κατά την προώθησή μας προς τα σημείο συνάθροισης, είχαμε νομίζω ξεκαθαρίσει
ότι το Επιτελείο μας, με την εφεδρική ομάδα και την ομάδα καταστροφών, θα
συγκεντρώνονταν σ' ένα σημείο που απείχε διακόσιες περίπου γυάρδες από τη
γέφυρα και βρισκόταν — σε σχέση με τη δική μας προσέγγιση από το βουνό —
στην απέναντι πλευρά του φαραγγιού. Από κει θα μπορούσαμε να ελέγχουμε τη
μάχη και να διεκπεραιώσουμε την ομάδα καταστροφών, με την οποία ήθελα να
πάω κι εγώ, μόλις οι δυο κύριες ομάδες επίθεσης θα έριχναν στον αέρα τις άσπρες

φωτοβολίδες που θα έδειχναν ότι είχαν καταλάβει τις δυο άκρες της γέφυρας.
Όταν όμως φτάσαμε στο σημείο που έπρεπε να διασχίσουμε για να πάμε από την
άλλη πλευρά της κοιλάδας, διαπίστωσα τρομαγμένος ότι πρόθεση του Άρη και του
Ζέρβα ήταν να κρατήσουν το Επιτελείο και την εφεδρική Ομάδα στην από δω
μεριά και να περάσει απέναντι μόνο η ομάδα καταστροφών. Η αλλοίωση αυτή ή η
παρανόηση των σχεδίων μου, σήμαινε δηλαδή ν' αφήσουμε την ομάδα
καταστροφών να προχωρήσει χωρίς κάλυψη και χωρίς οδηγίες από μέρους μας για
το πότε θα προωθηθεί στη γέφυρα και θ' αρχίσει να τοποθετεί τα εκρηκτικά στους
σιδερένιους δοκούς.
Δεν κατάφερα ν' αλλάξω τη γνώμη ούτε του Άρη, ούτε του Ζέρβα. Έτσι, είπα στον
Τομ Μπάρνες ότι θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει τους δικούς του ανθρώπους για
κάλυψη και ότι θα του έδινα εγώ το σήμα από την άλλη πλευρά για το πότε θα
προχωρήσει προς τη γέφυρα. Τον βεβαίωσα ότι μόλις θα του έδινα το σήμα, θα
πήγαινα να τον συναντήσω από την άλλη πλευρά, αν και καταλάβαινα πως θα
ήταν μάλλον δύσκολο να διασχίσω το ποτάμι εξαιτίας των ορμητικών νερών του.
Χωρίσαμε με κάποια ανησυχία. Το Επιτελείο μας, μόνο του τώρα με την εφεδρική
ομάδα, περίμενε σιωπηλά για είκοσι περίπου λεπτά κι ύστερα, λίγα λεπτά πριν από
την ώρα Μηδέν, και κάτω από το θόρυβο ενός τραίνου που περνούσε, προχώρησε
περισσότερο, φτάνοντας στις εκατόν πενήντα γυάρδες περίπου από τη γέφυρα.
Εκεί βρήκαμε μια προεξοχή στο έδαφος που μας προστάτευε αρκετά από τα πυρά
των όπλων. Η ομίχλη ήταν τώρα πιο αραιή και το γεμάτο φεγγάρι που την
διαπερνούσε φώτιζε το τοπίο αρκετά καλά για το σκοπό μας. Οι συνθήκες ήταν
πραγματικά ιδανικές.
Ένα δυο λεπτά πριν απ' τις έντεκα, ο Ζέρβας, ο Άρης, ο Κρις κι εγώ πλησιάσαμε
την εφεδρική ομάδα, που είχε καλυφθεί πίσω από μια μικρή τούμπα στην άκρη του
γκρεμού, και κοιτάξαμε κάτω τη γέφυρα. Μέσα από την αραιή ομίχλη διακρινόταν
καθαρά και έμοιαζε τεράστια. Σιωπή βασίλευε ολόγυρα. Ανήσυχοι, με την κοιλιά
κολλημένη στο έδαφος, περιμέναμε έτσι δεκατέσσερα ολόκληρα λεπτά. Επιτέλους,
από τη βόρεια άκρη της γέφυρας, ακριβώς από κάτω μας, κι αφού είχαμε πλέον
αρχίσει να σκεφτόμαστε ότι κάτι δεν πήγε καλά, ότι όλες οι ομάδες είχαν
αργοπορήσει ή τις είχε καταπιεί το σκοτάδι, ξέσπασε πανδαιμόνιο.
Πυρά από όπλα και αυτόματα έμοιαζαν νάρχονται από κάθε κατεύθυνση, με
τρομαχτική πυκνότητα. Μέσα στο πανδαιμόνιο μπορούσα να διακρίνω τον ήχο
τεσσάρων με πέντε ελαφρών οπλοπολυβόλων που ξεκούφαιναν με τις ροπές τους.
Ξέροντας ότι η επιτιθέμενη ομάδα είχε μονάχα δυο απ' αυτά τα όπλα, κατάλαβα
πως η αντίσταση που συναντούσε ήταν σοβαρή. Οι σφαίρες περνούσαν πυκνές
πάνω από τα κεφάλια μας. Ύστερα από είκοσι περίπου λεπτά τόσο πυκνού πυρός, ο
Ζέρβας άρχισε να στεναχωριέται και, διαμέσου του Κρις, με πληροφόρησε πως αν
το πράγμα συνεχιζόταν έτσι, σε λίγο θα μέναμε χωρίς σφαίρες. Λίγο αργότερα,
πυκνά πυρά ξεσπούσαν και στο νότιο άκρο και η φωνή του λοχαγού Μιχάλη, που
εμψύχωνε τους αντάρτες του, ακουγόταν καθαρά. Κατόπιν τα πυρά κατάπεσαν
κάπως από κάτω μας και ένας αναστατωμένος αντάρτης πλησίασε για να μας πει
ότι η ομάδα που έκανε επίθεση στη βόρεια πλευρά της γέφυρας, είχε αποκρουσθεί.
Οι άντρες της είχαν προσπαθήσει να περάσουν μέσα από τα συρματοπλέγματα που
προστάτευαν τα Ιταλικά φυλάκια και μερικοί είχαν καταφέρει να τρυπώσουν μέσα
από ένα στενό άνοιγμα που είχαν δημιουργήσει, όταν ο εχθρός τους αντιλήφθηκε
και έστρεψε καταπάνω τους μερικά αυτόματα. Οι αντάρτες, που δεν ήταν
συνηθισμένοι σε τέτοιας μορφής επιχείρηση, δεν μπόρεσαν ν' αντιμετωπίσουν το
έντονο πυρ και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν σ' ένα άλλο σημείο κάλυψης.
Από τις ενθαρρυντικές κραυγές που εξακολουθούσαν, παρά το θόρυβο, να φτάνουν

από την άλλη άκρη της γέφυρας, συμπεράναμε ότι εκεί τα πράγματα πήγαιναν
καλά. Η κατάσταση στη δική μας πλευρά, απαιτούσε δραστικές ενέργειες.
Αποφασίσαμε να κινητοποιήσουμε την εφεδρική ομάδα για ν' αποκαταστήσουμε
την ισορροπία. Επικεφαλής της ομάδας αυτής ήταν ο υποδιοικητής του Ζέρβα,
Κομνηνός Πυρομάγλου. Καθηγητής των ελληνικών στο Παρίσι κάποτε, ο
Πυρομάγλου δεν ήταν μόνο ένας ικανός άνθρωπος, αλλά κι ένας θαρραλέος
στρατιωτικός. Του αναθέσαμε λοιπόν την διοίκηση της νέας επίθεσης στη βόρεια
πλευρά. Λίγα λεπτά αργότερα, έντονα πυρά ξεσπούσαν από κάτω μας, αλλά τα
ελαφρά αυτόματα που συνέχιζαν να βάλλουν ήταν ακόμα πάρα πολλά, πράγμα που
δεν μου άρεσε. Ύστερα από είκοσι ακόμα λεπτά με συνεχή πυρά, ο Ζέρβας έγινε
πιο ανυπόμονος. Μου είπε πως ήταν σχεδόν βέβαιος ότι είχαμε προδοθεί, ότι οι
Ιταλοί ήταν προειδοποιημένοι για την επίθεση και είχαν λάβει ενισχύσεις. Με
πληροφόρησε ότι αν σε δέκα λεπτά δεν καταλαμβανόταν η βόρεια πλευρά της
γέφυρας, θα έδινε το σήμα της γενικής υποχώρησης, ρίχνοντας την πράσινη
φωτοβολίδα. Ζήτησε το πιστόλι. Δεν το είχε κανείς! Ευτυχώς, αν και
απροειδοποίητα, το είχε πάρει μαζί του ο Πυρομάγλου. Έστειλα τον Κρις να το
πάρει και τον διέταξα να το κρατήσει ο ίδιος στα χέρια του και να μην το δώσει
σε κανένα χωρίς την άδειά μου. Δέκα λεπτά αργότερα ξαναγύρισε φέρνοντάς το,
μαζί με τα νέα ότι ο Κομνηνός κρατούσε καλά και έλπιζε ότι σε λίγο θα είχε
καταλάβει το δικό του άκρο.
Σχεδόν μια ώρα μετά την έναρξη της μάχης, δυνατές ζητωκραυγές έφτασαν από
τη νότια άκρη της γέφυρας και σχεδόν αμέσως η Άσπρη φωτοβολίδα υψωνόταν
στον αέρα. Η απέναντι πλευρά ήταν στα χέρια μας.
Οι ατσάλινοι στύλοι, που θ' ανατίναζε η ομάδα καταστροφών ήταν πιο κοντά σ'
εκείνη την πλευρά παρά στη δική μας. Έτσι αποφάσισα να διακινδυνέψω και να
δώσω διαταγή στον Τομ Μπάρνες και στην ομάδα του να προχωρήσουν. Κατέβηκα
τρέχοντας σε ένα σημείο απ' όπου μπορούσα να βλέπω την απέναντι πλευρά, όπου
ο Τομ και οι άντρες του περίμεναν το σύνθημά μου. Άναψα το φακό μου και
φώναξα μ' όλη μου τη δύναμη: «Προχώρα, Τομ! Η νότια άκρη της γέφυρας είναι
στα χέρια μας. Προχώρα! θάρθω κοντά σου μόλις μπορέσω».
«Οκέυ», απάντησε ο Τομ.
Ξαναγύρισα στο Ζέρβα και στον Άρη, όπου βρισκόταν και ο Κρις — απαραίτητος
για μένα σαν διερμηνέας.
Η μάχη κάτω μας συνεχιζόταν. Ο Ζέρβας ήταν βέβαιος πως είχαμε μείνει σχεδόν
χωρίς πυρομαχικά πλέον. Του είπα πως δεν μπορούσαμε να σκεφθούμε υποχώρηση
τώρα, γιατί η ομάδα καταστροφών είχε ήδη συμπληρώσει εν μέρει το έργο της.
Ύστερα από δεκαπέντε ακόμα λεπτά, μη μπορώντας πλέον να περιμένω άπρακτος,
είπα στον Κρις ότι θα πήγαινα να συναντήσω τον Κομνηνό, που μιλούσε σχετικά
καλά τα αγγλικά, και ότι τον άφηνα σαν αντικαταστάτη μου με το Ζέρβα και τον
Άρη. Του επανέλαβα τις διαταγές μου να μην επιτρέψει σε κανένα να δώσει το
σήμα της υποχώρησης χωρίς την άδειά μου. Μ' έναν αντάρτη, που δεν ήξερε λέξη
αγγλικά, σαν σωματοφυλακή μου, κατέβηκα την απότομη κατηφοριά που με
χώριζε από το μέρος που βρίσκονταν οι άντρες του Κομνηνού. Πλησιάσαμε
έρποντας τον επικεφαλής μιας από τις ομάδες, αλλά δεν ήξερε αγγλικά. Δεν
μπορούσα να βρω τον Κομνηνό. Προσπάθησα με χειρονομίες να πείσω τον
ομαδάρχη να προωθήσει τους άντρες του, αλλά δεν τα κατάφερα. Τα πυρά του
εχθρού δεν ήταν πια τόσο έντονα και καταλάβαινα ότι η αντίστασή του είχε

αρχίσει να κάμπτεται. Λίγα λεπτά αργότερα, πάνω απ' το βουητό της μάχης,
ακούστηκε ένα δυνατό σφύριγμα. Ήταν το σήμα του Τομ Μπάρνες που μας
καλούσε να καλυφθούμε γιατί ήταν έτοιμος να πυροδοτήσει τα καλώδια. Τα πυρά
μας σταμάτησαν, καθώς οι άντρες έκρυβαν το κεφάλι τους, και σχεδόν αυτόματα
σταμάτησαν και τα πυρά του εχθρού. Δυο λεπτά αργότερα μια τρομαχτική έκρηξη
σκέπαζε τα πάντα κι ένας από τους σιδερένιους δοκούς — ω χαρά!— τιναζόταν
στον αέρα μπροστά στα μάτια μου κι έπεφτε με πάταγο μέσα στη ρεματιά, ενώ
ταυτόχρονα όλο το συγκρότημα άρχιζε να γέρνει.
Κατάφερα τελικά να πείσω τους αντάρτες γύρω μου να επιτεθούν και να
υπερφαλαγγίσουν μέσα στο σκοτάδι τους λίγους Ιταλούς που δεν το είχαν σκάσει
μέχρι τότε. Δευτερόλεπτα αργότερα, από κάπου ακριβώς πίσω μου, υψωνόταν
στον αέρα η Λευκή φωτοβολίδα. Μαζί με την επιτυχή έκρηξη, που αποτελούσε το
ήμισυ της αποστολής μας, η ιταλική φρουρά είχε κατανικηθεί πλήρως.
Περνώντας μέσα από τα συρματοπλέγματα και το ψηλό χορτάρι που κάλυπτε την
όχθη της γέφυρας, προχώρησα προς τα ποτάμι, με σκοπό να το διασχίσω και να
συναντηθώ με τον Τομ Μπάρνες, αλλά διαπίστωσα ότι το ρεύμα του νερού ήταν
πολύ ορμητικό και, με την πρώτη απόπειρα που έκανα, αντιλήφθηκα ότι θα ήταν
αδύνατο να κρατήσω την ισορροπία μου μέσα εκεί αν δεν είχα σκοινί και άλλους
άντρες, εκτός από τον σωματοφύλακά μου, για να με βοηθήσουν. Φώναξα μ' όλη
μου τη δύναμη στον Τομ, που ίσως να μη βρισκόταν περισσότερο από πενήντα
γυάρδες μακριά μου, αλλά δεν μπόρεσε να μ' ακούσει. Όσο γρηγορότερα μπορούσα
ξαναγύρισα στην άκρη της γέφυρας ανέβηκα απάνω και προχώρησα μέχρι το
σημείο που είχε κοπεί. Ακριβώς μπροστά μου διέκρινα καθαρά ότι δυο από τις
καμάρες της, που στηρίζονταν στον ατσάλινο στύλο, είχαν πέσει στο ρέμα μετά
την έκρηξη. Σαράντα πόδια πάνω από το ποτάμι, που ο θόρυβός του ακουγόταν
δυνατός κάτω μου, φώναξα πάλι μ' όλη μου τη δύναμη, καταφέρνοντας, αυτή τη
φορά, να γίνω ακουστός από τον Ντένις Χάμσον. Μου είπε ότι χρειάζονταν άλλα
σαράντα λεπτά για να γκρεμίσουν το άλλο ατσάλινο υποστήριγμα και μια
μακρύτερη καμάρα, όπως και τα κομμάτια που κρέμονταν ήδη στο κενό.
Εκείνη τη στιγμή, μια δυνατή έκρηξη ακούστηκε από το Βορρά κι αμέσως κατόπιν
πυκνά πυρά από την ίδια κατεύθυνση. Οι Ιταλοί έστελναν ενισχύσεις
σιδηροδρομικώς από τη Λαμία. Το μόνο που μπορούσα να ελπίζω ήταν ότι η ομάδα
του Θέμη θα κατάφερνε να τα βγάλει πέρα. Φώναξα στον Ντένις πως θάπρεπε να
βιαστούν, γιατί δεν είχαμε πλέον πυρομαχικά και δεν θα μπορούσαμε να
κρατήσουμε τις νέες εχθρικές δυνάμεις για πολλή ώρα.
Λίγα λεπτά αργότερα άκουγα τη φωνή του Κρις να φωνάζει πάνω από το λόφο: «Ο
Ζέρβας λέει ότι σου δίνει ακόμα δέκα λεπτά και ότι μετά θα πρέπει να δώσουμε το
σήμα της υποχώρησης».
«Μην τον αφήνεις να το δώσει σε καμιά περίπτωση», αποκρίθηκα, «αν δεν
ακούσεις την δεύτερη έκρηξη από τη γέφυρα. Τουλάχιστον σε είκοσι λεπτά από
τώρα».
«Εντάξει», φώναξε ο Κρις, «θα κάνω ό,τι μπορώ. Αλλά, για το Θεό, όχι παραπάνω
από είκοσι λεπτά».
Πήγα πάλι στη γκρεμισμένη άκρη της γέφυρας και μετέδωσα στον Ντένις την
συνομιλία μου με τον Κρις. Του είπα να βιαστούν όσο γινόταν περισσότερο.

Σε δεκαπέντε λεπτά, ο Τομ άφηνε το δεύτερο σφύριγμα. Ανάπνευσα μ' ανακούφιση.
Τα εχθρικά πυρά από τα βόρεια πλησίαζαν όλο και περισσότερο και ήξερα ότι
ήταν πολύ αμφίβολο αν θα μπορούσαμε ν' αντέξουμε άλλο. Ακολούθησε μια
τρομερή έκρηξη. Δεν μπορούσα να δω τι έγινε ακριβώς. Η μακρινή καμάρα δεν
έπεσε, όπως περίμενα, αλλά οι άλλες δυο τινάχτηκαν στον αέρα και μετά
βούτηξαν στα ποτάμι. Ένα δευτερόλεπτο αργότερα η Πράσινη φωτοβολίδα
εξακοντιζόταν στον αέρα. Κατάλαβα ότι θα ήταν άσκοπο να προσπαθήσω να
διαπιστώσω τι είχε γίνει ακριβώς με τη γέφυρα. Θα χρειαζόμουν αρκετά λεπτά για
να πάω ως την γκρεμισμένη της άκρη και να γυρίσω, με κίνδυνο να παγιδευτώ από
τις εχθρικές δυνάμεις που πλησίαζαν.
Όλοι οι άντρες είχαν εντολή, μετά το σήμα της υποχώρησης, να πάρουν τον
κοντινότερο δρόμο και να γυρίσουν στο σημείο συγκέντρωσης: ένα μίλι πάνω στην
Οίτη. Προχώρησα προς τα εκεί, με λίγους άντρες, περνώντας μέσα από την εξοχή,
αλλά σύντομα χωρίσαμε. Έμεινα μόνο με το σωματοφύλακά μου, προσπαθώντας ν'
ανοίξουμε δρόμο μέσα από την πυκνή βλάστηση. Αναπτερωμένοι από την επιτυχία
της επιχείρησής μας, αν και φοβερά κουρασμένοι, αφού βρισκόμαστε στο πόδι από
τις τέσσερις το πρωί της περασμένης μέρας, παλαίψαμε κυριολεκτικά να
περάσουμε από ανάμεσά της και να βγούμε τελικά σ' ένα πέτρινο ξέφωτο που
βρισκόταν από πάνω. Εδώ μπορέσαμε να προχωρήσουμε γρηγορότερα και σύντομα
βρήκαμε το μονοπάτι που είχαμε κατεβεί λίγες ώρες πρωτύτερα. Μια συνοδεία
από κουρασμένους αντάρτες βάδιζαν ήδη προς τα πάνω. Πρόλαβα έναν της
ομάδας καταστροφών. Του είχε φύγει η σόλα από την αρβύλα του και προχωρούσε
κουτσαίνοντας, με τη βοήθεια ενός ραβδιού. Μου είπε ότι η δεύτερη έκρηξη είχε
κόψει και παραμορφώσει τις δυο ήδη πεσμένες καμάρες, αλλά ότι η γόμωση στο
δεύτερο βάθρο, που αν ήταν δυνατή θα είχε γκρεμίσει μια ακόμα καμάρα, τώρα
είχε κόψει δυο μόνο από τους τέσσερις στύλους, αφήνοντάς την στη θέση της.
«Δεν πειράζει», είπα, «κάνατε εξαιρετική δουλειά». Και τον άφησα να προχωρήσει
με το πάσο του.
Όταν χάραξε βάδιζα ακόμη πάνω σ' ένα ανοιχτό, σκεπασμένο από χιόνι, πέτρινο
έδαφος, απροστάτευτο από δέντρα. Κατά τις εφτά η ώρα, έφτασα επιτέλους στο
σημείο συνάντησης, στην άκρη του δάσους, όπου βρήκα ήδη συγκεντρωμένους
ένα μεγάλο τμήμα από αντάρτες να συζητούν ξαναμμένοι σε μικρές μικρές
ομάδες. Αναζήτησα τον Ζέρβα και τον βρήκα μαζί με τον Άρη. Ήταν μαζί τους κι
ο Κρις. Τους έσφιξα θερμά το χέρι, τους συγχάρηκα για τη θαυμάσια δουλειά που
είχαν κάνει μαζί με τους αντάρτες τους, και τους ευχαρίστησα ειλικρινά. Λίγα
λεπτά αργότερα, κι ενώ έλειπαν ακόμα κάπου τριάντα αντάρτες, ξεκινούσαμε πάλι
με κατεύθυνση τις καλύβες του δάσους, κάπου έξι ώρες προς τα δυτικά.
Ανεβήκαμε τα υπόλοιπα χίλια πόδια που μας χώριζαν από την κορυφή της Οίτης
και σταματήσαμε για πρώτη φορά μόνο άφου μπήκαμε για καλά στο πυκνά δάσος,
τρεις περίπου ώρες αργότερα. Ξάπλωσα πάνω στο χιόνι και σχεδόν αμέσως με
κατέλαβε κάτι σαν κώμα. Θυμάμαι τον Κρις να με σκουντάει στην πλάτη και να
μου φωνάζει ανυπόμονα: «Μην κοιμάσαι! Δεν πρέπει να σε πάρει τώρα ο ύπνος».
«Εντάξει», απάντησα μάλλον ξέψυχα. «Μη στεναχωριέσαι για μένα».
Όταν σηκωθήκαμε για να κινήσουμε πάλι, αντιλήφθηκα ότι δεν με κρατούσαν πια
τα πόδια μου (εξαιτίας της καθιστικής μου ζωής στο Κάιρο, ήμουν σίγουρα ο
μαλθακότερος της ομάδας μας) και δέχτηκα ντροπιασμένος ν' ανεβώ σ' ένα από
τα μουλάρια που μας είχαν κουβαλήσει τα εκρηκτικά. Ξαφνικά θυμήθηκα ότι δεν

είχα βάλει τίποτα στο στόμα μου από τις πέντε η ώρα του χθεσινού απογεύματος
και τώρα ήταν δέκα το πρωί. Δεν είχα τίποτα μαζί μου, εκτός από ένα κομμάτι
κέικ. Το έβγαλα από την τσέπη μου και το καταβρόχθισα. Με αναζωογόνησε
αμέσως.
Προχωρούσαμε μέσα σε πυκνή ομίχλη, πράγμα που μας δημιουργούσε ένα έντονο
αίσθημα ασφάλειας: με τέτοιο καιρό και μέσα στο δάσος, ούτε τ' αεροπλάνα δεν
θα μπορούσαν να μας ανακαλύψουν. Αργότερα άρχισε να χιονίζει. Ο Θεός ήταν
μαζί μας. Σε λίγο θα έσβηναν και τα ίχνη μας.
Κατά τις τρεις το απόγευμα φτάσαμε στις καλύβες και βρήκαμε τον πιστό
Μπάρμπα - Νίκο να μας περιμένει με έτοιμο ζεστό φαί. Ανάψαμε φωτιές και καθώς
καθόμαστε σταυροπόδι γύρω τους για να ζεσταθούμε, το μυαλό μου άρχισε πάλι
να δουλεύει. Ολόκληρο το εικοσιτετράωρο, χώρια η επιχείρηση, βρισκόμαστε σε
συνεχή κίνηση: είχαμε ανέβει και κατέβει τα τέσσερις χιλιάδες πόδια της Οίτης κι
είχαμε περπατήσει πολλές ώρες μέσα σε παχύ χιόνι. Οι περισσότεροι από μας
είχαμε καλύψει συνολικά κοντά στα τριάντα μίλια ο καθένας από τότε που
ξυπνήσαμε. Δεν ήταν λοιπόν περίεργο που ένιωθα κουρασμένος. Ένιωσα ένα
αίσθημα ικανοποίησης να με διαπερνά, καθώς συνειδητοποιούσα ότι είχαμε φέρει
σε πέρας την αποστολή μας. Με το αίσθημα αυτό και με γεμάτο στομάχι (αφού
συγχάρηκα όλους και ιδιαίτερα την ομάδα του Τομ Μπάρνες για την γενναιοψυχία
της) έπεσα για ύπνο.
Μέχρι αργά εκείνο το βράδυ και όλη τη νύχτα, οι μαχητές κατέφθαναν ένας ένας,
και όταν το πρωί ξεκινήσαμε πάλι, είχαν επιστρέψει όλοι. Δεν είχαμε κανένα
νεκρό· μονάχα τέσσερις τραυματίες, που τους βάλανε πάνω στα μουλάρια. Η
γενική μας εντύπωση ήταν πως ο συνολικός αριθμός της ιταλικής φρουράς
ανέρχονταν σε ογδόντα άντρες. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς μας, είκοσι με
τριάντα τουλάχιστον απ' αυτούς είχαν σκοτωθεί. Μονάχα εγώ, καθώς τριγύριζα
στη βόρεια άκρη της γέφυρας, είχα δει έξι πτώματα.
Ξαναμπήκαμε θριαμβευτικά στο Μαυρολιθάρι στις 27 Νοεμβρίου. Την άλλη μέρα,
την περάσαμε αναπαυόμενοι και συζητώντας τα διάφορα περιστατικά από το
εγχείρημά μας στον Γοργοπόταμο.
Πλησιάζοντας στη βάση της γέφυρας, ο Τομ Μπάρνες είχε διαπιστώσει με
απογοήτευση ότι το πραγματικό σχήμα των τεσσάρων στύλων σε καθεμιά από τις
δυο ατσάλινες καμάρες ήταν U ενώ εμείς το νομίζαμε L. Τότε, κι ενώ η μάχη γύρω
του βρισκόταν στο ζενίθ, χρειάστηκε να συγκεντρώσει την ομάδα του, να ξελύσει
τα έτοιμα δέματα των εκρηκτικών και να τα τοποθετήσει με το χέρι στους
κάθετους δοκούς της γέφυρας. Παρόλα αυτά ήταν έτοιμος για την πρώτη
ανατίναξη μια ώρα μετά την προσέγγισή του στη γέφυρα. Υπολόγισα ότι η
σπουδαία αυτή δουλειά της ομάδας καταστροφών είχε κόψει τη σιδηροδρομική
επικοινωνία με την Αθήνα για έξι με δώδεκα βδομάδες, πράγμα που εξαρτιόταν
από το αν θα έκλειναν το χάσμα με πρόχειρη η μόνιμη κατασκευή.
Ο Θέμης ανάφερε ότι είχε ανατινάξει τη γραμμή στη βόρεια πλευρά της γέφυρας,
ακριβώς μπροστά στο τραίνο που έφερνε τις ενισχύσεις από τη Λαμία, αλλά η
μηχανή είχε περάσει πάνω από το ρήγμα χωρίς να εκτροχιαστεί. Ο έλληνας
οδηγός την είχε σταματήσει φωνάζοντας: «Μας πιάσαν οι αντάρτες!» και σε
συνέχεια κατάφερε να κάνει όπισθεν και να περάσει πάλι απάνω από το ρήγμα,
χωρίς να πάθει ζημιά. Η ομάδα του Θέμη είχε προκαλέσει σοβαρές απώλειες στους
Ιταλούς που βρίσκονταν μέσα στα βαγόνια, πριν αποσυρθεί μ' επιτυχία.

Η ομάδα του Τζων Κουκ, ένα μίλι στα νότια της γέφυρας, δεν ενοχλήθηκε καθόλου
και όταν δόθηκε το σήμα της υποχώρησης ανατίναξε τη γραμμή πριν αποχωρήσει.
Έλαβα αρκετές αναφορές για την προσωπική γενναιότητα που είχε επιδείξει ο
Καραλίβανος και η μικρή του ομάδα. Παρακάλεσα λοιπόν τον Άρη να ξεχάσει αυτά
που του είχα πει και αναζητώντας τον Καραλίβανο, του μίλησα για πρώτη φορά
από τότε που τον είχα κατσαδιάσει στη Στρώμνη, του είπα να θεωρήσει
περασμένα ξεχασμένα αυτά που είχαν συμβεί, και σφίγγοντάς του το χέρι τον
ευχαρίστησα για την γενναία συμβολή του στην επιτυχία της επιχείρησης.
Ο Ζέρβας είπε ότι θα έφευγε την άλλη μέρα για να επιστρέψει στον Βάλτο. Ο Κρις,
σύμφωνα με τις οδηγίες που είχε από το Κάιρο, θα τον συνόδευε. Εγώ και οι
υπόλοιποι της ομάδας μας θα επιβιβαζόμαστε σε κάποιο υποβρύχιο από τις
δυτικές ακτές της Ελλάδας κι έτσι αποφάσισα να πάω μαζί τους μέχρι το Βάλτο.
Καθώς ο ασύρματός μας εξακολουθούσε να μη λειτουργεί, στείλαμε έναν
αγγελιοφόρο στην Αθήνα να πει στον Προμηθέα να μεταβιβάσει τα νέα της
επιτυχίας μας στο Κάιρο και να δώσει συγκεκριμένο ραντεβού για το υποβρύχιο
και τις μέρες που θάπρεπε να το περιμένουμε. Ο Κρις ζήτησε επίσης να κάνουν μια
ρίψη με άρβυλα, ρουχισμό και όπλα, καθώς και ένα κιβώτιο με ουίσκυ σαν δώρο
για τον Ζέρβα, μεταξύ 12 με 18 Δεκεμβρίου, όταν πια θα είχε φτάσει στο Βάλτο.
Είπα στο Ζέρβα και στον Άρη ότι θα τους πρότεινα (όπως και αρκετούς άλλους)
για παράσημο. Όταν το άκουσε ο Άρης, απάντησε: «Δεν θέλω παράσημο, θα
προτιμούσα αρβύλες για τους αντάρτες μου». Του είπα ότι θα τον προμήθευα όσο
συντομότερα μπορούσα, αλλά προς το παρόν μου ήταν δύσκολο γιατί ο ασύρματος
δεν λειτουργούσε. Όταν άκουσε ότι σκόπευα να κινηθώ προς τα δυτικά την άλλη
μέρα, είπε πως αυτός θα έμενε στην περιοχή της Ρούμελης για να ταχτοποιήσει
ορισμένα θέματα, αλλά πιθανόν να ερχόταν να μας επισκεφθεί αργότερα. Ο Κρις
κι εγώ ελπίζαμε ότι θα ένωνε τις δυνάμεις του με τον Ζέρβα, ώστε το αντάρτικο
κίνημα να γίνει ενιαίο, αλλά δεν θα το έκανε. Ρώτησε αν μπορούσε να μείνει μαζί
του σαν σύνδεσμος ένας βρετανός αξιωματικός. Ο Κρις του απάντησε ότι θα
ταχτοποιούσε το θέμα αυτό το συντομότερο δυνατό, αλλά για την ώρα δεν είχε
κανένα διαθέσιμο. Εκτός από τον ίδιον και τον Θέμη, όλοι οι άλλοι θα
μπαρκάριζαν. Του δώσαμε διακόσιες πενήντα χρυσές λίρες για τις γενναίες
υπηρεσίες του.
Ο πιο συγκινητικός αποχαιρετισμός έγινε με τον Μπαρμπα-Νίκο. Είπε πως τώρα
έπρεπε να επιστρέψει στο χωριό του και να φροντίσει την οικογένειά του. Του είπα
πως θα τον πρότεινα για ένα ειδικό παράσημο. Χωρίς τη βοήθειά του, κανένας δεν
ξέρει τι θα γινόμαστε.
Την άλλη μέρα χωρίσαμε. Εμείς πήγαμε προς τα δυτικά κι ο Άρης έφυγε προς το
Νότο, προφανώς για να συλλάβει κάποιον άλλο ζωοκλέφτη και να τον τιμωρήσει
με τη συνηθισμένη του μέθοδο. Ο Μπαρμπα - Νίκος, με δάκρυα στα μάτια,
αναχώρησε για το χωριό του.

5. ΔΕΝ ΜΠΑΡΚΑΡΟΥΜΕ
Ο Ζέρβας είχε
1942. Διαμέσου
Αθήνα και ν'
νοτιοανατολικά

αρχίσει την αντάρτικη δράση του στις αρχές του καλοκαιριού
του Προμηθέα, οι Σύμμαχοι τον είχαν πείσει να εγκαταλείψει την
ανέβει στο βουνό. Είχε πάει κατευθείαν στο Βάλτο, στα
της Άρτας, όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια και ήτανε γνωστός.

Μας πήρε οχτώ μέρες για να φτάσουμε στο βουνίσιο λημέρι του. Σ' όλο αυτό το
διάστημα, μόνο μια φορά οι Ιταλοί μας έφεραν σε δύσκολη θέση, πράγμα που μας
ανάγκασε ν' ανεβούμε σε ένα ορεινό χωριό για μια δυο μέρες, αποφεύγοντας έτσι
την εχθρική φάλαγγα που είχε κατέβει από το Αγρίνιο για να μας αναζητήσει.
Καμιά φορά χρειαζόταν να καλυπτόμαστε από κάποιο εχθρικό αεροπλάνο, αλλά το
θέμα αυτό δεν μας απασχολούσε σοβαρά, γιατί συνήθως η κάλυψη ήταν εύκολη
και πρόχειρη. Ο μόνος κύριος δρόμος που είμαστε υποχρεωμένοι να διασχίσουμε
ήταν αυτός που οδηγούσε από τη Λαμία στο Καρπενήσι. Κανονίσαμε να τον
περάσουμε κλεφτά ένα πρωινό, πριν να έχει ακόμα φέξει καλά, ώστε ν'
αποφύγουμε πιθανή συνάντηση με τα ιταλικά μεταγωγικά που ανεβοκατέβαιναν
κάθε μέρα το δρόμο, προμηθεύοντας με τρόφιμα την φρουρά του Καρπενησίου.
Κανονίζαμε έτσι το ημερήσιο ταξίδι μας ώστε κάθε βράδυ να καταλήγουμε σε
κάποιο χωριό. Παντού η ελληνική φιλοξενία ήταν γενναιόδωρη, παρά το γεγονός
ότι οι χωρικοί ήταν γενικά πολύ φτωχοί και ο Ζέρβας περνούσε από μια περιοχή
όπου δεν ήταν ιδιαίτερα γνωστός. Τα περισσότερα χωριά της Ρούμελης απ' όπου
περνούσαμε είχαν ήδη δεχτεί την επίσκεψη μικρών ομάδων του ΕΛΑΣ, που
βρίσκονταν κάτω από τον έλεγχο του Άρη. Σε μερικά μάλιστα οι ομάδες αυτές
έμεναν λίγο πολύ μόνιμα. Σχεδόν σε όλα, υπήρχε μια πολιτική οργάνωση που
λεγόταν ΕΑΜ, δηλαδή Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, η οποία φαινόταν να είναι
η συγγενική πολιτική οργάνωση στην οποία όφειλαν να υπακούουν οι οπλισμένες
ομάδες του ΕΛΑΣ. Στις συναντήσεις μας με τις ομάδες του ΕΛΑΣ, εκείνο που μου
προξενούσε ιδιαίτερη εντύπωση ήταν το νεαρό της ηλικίας των ανταρτών τους.
Διασχίζοντας την Ρούμελη, ο Ζέρβας ήταν φανερό πως δυσκολευόταν να είναι
λεπτός κι ευγενικός με τους κατοίκους. Σε κάθε χωριό που μπαίναμε, ήταν
υποχρεωμένος να περιμένει αρκετή ώρα ώσπου να συγκεντρωθούν μερικοί
άνθρωποι. Μετά τους έβγαζε ένα μικρό λόγο αναγγέλλοντάς τους την επιτυχία
του εγχειρήματος στον Γοργοπόταμο και τονίζοντας τη συνεργασία του ΕΛΑΣ με
τις δυνάμεις του για την καταστροφή της γέφυρας. Στους λόγους αυτούς, όπως
με πληροφορούσε ο Κρις, ο Ζέρβας συχνά παίνευε τον ΕΛΑΣ. Σε καμιά περίπτωση
δεν τον κατηγόρησε, ούτε άφησε να εννοηθεί ότι τον ανταγωνίζεται.
Με τη βοήθεια του Κρις ή του Θέμη Μαρίνου σαν διερμηνέων, είχα συνομιλίες με
πολλούς Έλληνες στις διάφορες στάσεις που κάναμε κατά το ταξίδι μας προς τα
δυτικά. Η πλειοψηφία εκείνων που ανήκαν στην μεσαία τάξη, δίσταζαν να
μιλήσουν για το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ. Αλλά με τη συμπαράσταση του Κρις, κατάφερα
σιγά σιγά να μαζέψω αρκετές πληροφορίες και να κατανοήσω πολλούς από τους
παράγοντες που οδήγησαν στην δημιουργία των δύο αντιστασιακών κινημάτων:
του ΕΑΜ και του Ζέρβα, θα μιλήσω για το θέμα αυτό στο επόμενο κεφάλαιο.
Σ' ένα χωριό, στην ανατολική περιοχή του Βάλτου, συναντήσαμε την αντάρτικη
δύναμη που είχε αφήσει πίσω του ο Ζέρβας για παραπλάνηση όταν, δέκα μέρες
πρωτύτερα, κατέβαινε προς τ' ανατολικά. Μια δυο μέρες αργότερα, σ' ένα άλλο

χωριό, συναντούσαμε τον αδερφό του Ζέρβα, Αλέξη, την αδερφή του και το νεαρό
του ανηψιό —τα μόνα μέλη της οικογένειάς του που είχαν καταφέρει να ξεφύγουν
μαζί του από την Αθήνα στις αρχές εκείνου του χρόνου.
Ένα ατομικό περιστατικό που το θυμάμαι καθαρά ήταν η ευχαρίστηση με την
οποία τρεις από μας καταβροχθίσαμε μια μεγάλη γυάλα με μέλι σε μια από τις
βραδυνές μας στάσεις. Μέσα σ' ένα λεπτό το είχαμε καθαρίσει όλο. Φαίνεται ότι ο
οργανισμός μας είχε μεγάλη ανάγκη από σάκχαρο, γιατί η άμεση ικανοποίηση που
νιώσαμε ήταν ιδιαίτερα χαρακτηριστική. Η ζωώδικη λαιμαργία μας πέρασε
εννοείται σχεδόν απαρατήρητη κι από τους τρεις μας.
Τελικά, στις 8 Δεκεμβρίου, φτάσαμε στο χωριό Μεγαλόχαρη που εκείνη την εποχή
ήταν το Στρατηγείο του Ζέρβα στο Βάλτο. Εκείνος, ο Κρις κι εγώ καταλύσαμε στο
σπίτι ενός γιατρού που τον έλεγαν Παπαχρήστο και ήταν στενός φίλος του Ζέρβα.
Τίποτε που θα μπορούσε να συμβάλει στην καλοπέρασή μας δεν ήταν υπερβολικό
για τον Παπαχρήστο, αλλά τα εφόδιά του ήταν περιορισμένα. Η περιοχή που
βρισκόμαστε τώρα ήταν σημαντικά φτωχότερη από εκείνες που είχαμε περάσει,
διασχίζοντας τη Ρούμελη.
Στο σήμα που είχα στείλει από το Μαυρολιθάρι στην Αθήνα για να μεταβιβαστεί
στο Κάιρο, ζητούσα ένα υποβρύχιο για να μας παραλάβει από τις δυτικές ακτές
της Ελλάδας, κάπου πέντε μίλια στα νότια της Πάργας, μια από τις τέσσερις
νύχτες μεταξύ 22ας και 25ης Δεκεμβρίου. Καθώς ο ασύρματός μας
εξακολουθούσε να μη λειτουργεί, δεν είχα λάβει επιβεβαίωση του αιτήματός μου
από το Κάιρο, αλλά δεν απέκλεια και το ενδεχόμενο να μην γίνει δεκτό.
Υπολογίζαμε ότι, αφήνοντας ένα περιθώριο για λοξοδρομίσματα και
απροσδόκητες καθυστερήσεις, έπρεπε να ξεκινήσουμε για τον προορισμό μας
δώδεκα μέρες πριν από την άφιξη του υποβρύχιου. Αυτό σήμαινε πως δεν είχαμε
στη διάθεσή μας παρά μονάχα μια μέρα ανάπαυσης πριν ξαναπάρουμε το δρόμο.
Για συνοδεία, ο Ζέρβας μας παραχώρησε γενναιόδωρα μια ομάδα από δώδεκα
αντάρτες με επικεφαλής τον υπασπιστή του λοχαγό Μιχάλη.
Την ίδια μέρα που εμείς φύγαμε από τη Μεγαλόχαρη, ο Ζέρβας ξεκινούσε για μια
περιοδεία στρατολόγησης. Ύστερα από δυο ώρες πορεία μαζί του, οι δρόμοι μας
χώριζαν. Αφού τους αποχαιρετήσαμε όλους θερμά, σκεφτόμενοι ότι πιθανόν να
μην ξαναβλεπόμαστε μέχρι το τέλος του πολέμου, συνεχίσαμε το δρόμο μας για
τη δυτική ακτή.
Δυο από τους ασυρματιστές μας, οι λοχίες Βίλμοτ και Φίλιπς — που θάμεναν με
τον Κρις — είχαν παραμείνει στη Μεγαλόχαρη προσπαθώντας να επισκευάσουν τη
συσκευή. Ο Κρις και ο Θέμης συνόδευαν τον Ζέρβα στην περιοδεία του.
Οι υπόλοιποι, και μαζί οι σύμμαχοι αιχμάλωτοι πολέμου που είχαν δραπετεύσει και
είχαν προσκολληθεί στην ομάδα μας, έρχονταν μαζί μου προς τα δυτικά. Η ομάδα
που θα μπαρκάριζε, αποτελούνταν συνολικά από δώδεκα: Τομ Μπάρνες, Άρθουρ
Έντμοντς, Τζων Κουκ, Νατ Μπάρκερ, Ίντερ Τζιλλ, Ντένις Χάμσον, λοχίας Τσίτις,
Γιάννης και Παναγιώτης (οι Κύπριοι αιχμάλωτοι πολέμου που είχαν δραπετεύσει),
ο υποδεκανέας Μάικλ Κούρι και ο δεκανέας Ααρών Ντήο (οι Παλαιστίνιοι) κι εγώ.
Όταν διασχίσαμε τον κύριο δρόμο που οδηγεί από την Άρτα στα Γιάννινα,
βρεθήκαμε σε μια περιοχή που δεν υπήρχε κανενός είδους οργάνωση. Εδώ οι
χωριάτες δέχονταν συχνά την επίσκεψη τακτικών μονάδων του ιταλικού στρατού,
αλλά και μικρών ανεπίσημων ομάδων που πήγαιναν για πλιάτσικο. Προσέχαμε

τώρα να μη μας βλέπουν την ημέρα και προσπαθούσαμε να περιορίζουμε τον
αριθμό εκείνων που γνώριζαν το νυχτερινό μας κατάλυμα στο ελάχιστο δυνατόν.
Κι αυτό όχι γιατί αμφισβητούσαμε την αξιοπιστία της πλειοψηφίας των Ελλήνων
της περιοχής, αλλά γιατί αντιλαμβανόμαστε, όπως και οι ίδιοι, πόσο δύσκολο
ήταν για έναν έλληνα χωρικό να κρατήσει ένα μυστικό για τον εαυτό του όταν η
χωροφυλακή ή τα στρατεύματα κατοχής θα έμπαιναν κάποια μέρα στο χωριό τους
και θα ανακάλυπταν κατά τύχη ότι μας είχαν δει ή μας είχαν βοηθήσει. Η ιστορία
που σερβίραμε σ' όλους ήταν πως κατευθυνόμαστε προς την Αλβανία.
Όσο δυτικότερα πηγαίναμε τόσο περισσότερο φοβόντουσαν οι χωριάτες όταν
μάθαιναν πως βρισκόμαστε στην περιοχή τους, και τόσο πιο αναγκαίο γινόταν να
εμφανιζόμαστε σπανιότερα. Κάθε απόγευμα, πλησιάζοντας κάποιο χωριό που θα
περνούσαμε το βράδυ, σταματούσαμε στα περίχωρα και περιμέναμε, συνήθως
ξαπλωμένοι πάνω στο χιόνι και συχνά μέσα στον παγωμένο αέρα. Μόλις βράδυαζε,
ο Μιχάλης έμπαινε στο χωριό όσο πιο διακριτικά μπορούσε και κανόνιζε για την
διανυκτέρευσή μας. Θεωρώντας λιγότερο πιθανό να δεχτούν νυχτερινή επίσκεψη
από άλλους Έλληνες και κατ' επέκτασιν από την ελληνική Χωροφυλακή ή τις
ιταλικές μονάδες, διάλεγε πάντα ένα από τα φτωχότερα και μικρότερα σπίτια του
χωριού. Μέσα σ' αυτό είμαστε υποχρεωμένοι να συγκεντρωθούμε όλοι, να
μοιραστούμε τη λίγη τροφή που οι νοικοκύρηδες μας πρόσφεραν απ' το υστέρημά
τους και να κοιμηθούμε σχετικά ζεστά μέχρι τις μικρές ώρες της άλλης μέρας.
Ξεκινούσαμε πάντα πριν να φέξει. Δεν είναι λοιπόν περίεργο πως όσο το ταξίδι μας
συνεχιζόταν, η πείνα μας μεγάλωνε και ο οργανισμός μας αδυνάτιζε. Αν δεν
υπήρχε η προσδοκία του μπαρκαρίσματος που μας τόνωνε, θα είμαστε από μέρες
ανίκανοι να φτάσουμε στο σημείο του ραντεβού μας με το υποβρύχιο.
Τρεις μέρες πριν φτάσουμε στην ακτή, βρισκόμαστε μόνο δέκα μίλια μακρυά της.
Ο Μιχάλης με πληροφόρησε ότι η γειτονική στο ραντεβού μας περιοχή ήταν από
τις πιο δύσκολες για να βρει κανείς κατάλυμα ή να κρυφτεί. Αποφασίσαμε να
μείνουμε εκεί που βρισκόμαστε τις δυο επόμενες μέρες και να μην ζυγώσουμε
στην ακτή παρά μια νύχτα πριν από την άφιξη του υποβρύχιου. Περάσαμε τις δυο
αυτές μέρες σε κάτι πρωτόγονα καλύβια που ανήκαν προφανώς σε κάποιους
εξαθλιωμένους έλληνες γύφτους, που είχαν κάποτε ζήσει στο έδαφος αυτό, το
οποίο τώρα είναι αλβανικό. Το απόγευμα της 21ης Δεκεμβρίου, τις εγκαταλείψαμε
και ανεβήκαμε σ' ένα γυμνό και απότομο ύψωμα. Κάτω μας, προς το Βορρά,
βρισκόταν το ιταλοκρατούμενο αεροδρόμιο της Παραμυθιάς· προς τα δυτικά,
καθαρά ορατή, σε έξι μίλια ακάλυπτης πορείας, απλωνόταν η θάλασσα!
Μη θέλοντας να περάσουμε από χωριά μέχρι να νυχτώσει, στρωθήκαμε πάνω σ'
εκείνο το ανεμοδαρμένο και παγωμένο ύψωμα, προφυλαγμένοι πίσω απ' τους
πέτρινους τοίχους ενός μαντριού, και περιμέναμε να βασιλέψει ο ήλιος. από καιρό
σε καιρό, και επειδή δεν υπήρχε χώρος για όλους, μπαίναμε λίγοι λίγοι στη μικρή
τσοπάνικη καλύβα από χαμόκλαδα, που βρισκόταν εκεί κοντά, για να ζεσταθούμε.
Με το σούρουπο, κατεβήκαμε από το ύψωμα και πήραμε το δρόμο για την ακτή.
Παρακάμψαμε ορισμένα σημεία για ν' αποφύγουμε τα χωριά. Μια δυο φορές, μέσα
στην ησυχία της νύχτας, το γαύγισμα των σκύλων επεσήμανε την παρουσία μας,
αλλά προχωρήσαμε χωρίς να σταθούμε. Πολλές φορές, για ν' αποφύγουμε ένα
φωτισμένο σπίτι, βγαίναμε από το μονοπάτι και προχωρούσαμε μέσα στο
βαλτώδες τοπίο. Κάθε φορά που είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε κάτι τέτοιο,
μάζες από άγρια πουλιά σηκώνονταν στον αέρα. Πρέπει να υπήρχαν χιλιάδες σ'
εκείνο το μέρος. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι δεν απέκλεια το ενδεχόμενο να
επιστρέψω κάποτε εκεί για να κυνηγήσω. Καθώς πλησιάζαμε στην ακτή, μπήκαμε
σ' ένα μέρος με πυκνούς θάμνους που επιβράδυναν το βήμα μας. Ήταν ακόμα

σκοτεινά όταν ο λοχαγός Μιχάλης είπε πως βρισκόμαστε αρκετά κοντά στο
σημείο του ραντεβού μας και ότι θα ήταν καλύτερο να κοιμηθούμε ώσπου να
ξημερώσει. Διαλέξαμε ο καθένας ένα καλό γιατάκι κάτω απ' τους θάμνους,
τυλιχτήκαμε στην κουβέρτα ή στην κάπα που είχαμε όλοι και, κατάκοποι όπως
είμαστε από το νυχτερινό ταξίδι, σύντομα μας πήρε ο ύπνος.
Ο ήλιος είχε βγει για καλά όταν ξύπνησα, μουδιασμένος και πεινασμένος. Ο
Μιχάλης είχε πάει ήδη για να βρει τρόφιμα. Εκτός από λίγο ξερό ψωμί, δεν μας
είχε μείνει τίποτε άλλο. Προς το μεσημέρι, ο Μιχάλης γύρισε. Με τη βοήθεια του
Ντένις Χάμσον, μου είπε ότι είχε εμπιστευθεί τον παπά ενός γειτονικού χωριού και
ο τελευταίος δέχτηκε να μας δίνει κάθε βράδυ λίγα τρόφιμα για τον καθένα. Ο
Μιχάλης με προειδοποίησε ωστόσο ότι οι άνθρωποι στην περιοχή αυτή ήταν πολύ
φτωχοί και ότι δεν θάπρεπε να περιμένουμε αυτά που είχαμε συνηθίσει. Τι σκέψη
αλήθεια! Παρά τις γενναίες του προσπάθειες ήδη οι άντρες της ομάδας μου ήταν
σχεδόν ψόφιοι της πείνας.
Είμαστε ενάμισυ περίπου μίλι νότια από το σημείο του ραντεβού μας με το
υποβρύχιο. Καθώς έπαιρνε να βραδυάζει, οι ελπίδες μας αναπτερώθηκαν και
ξεκινήσαμε προς τα κει. Διαπιστώσαμε πως ήταν ένας κόλπος με δέντρα που
κατέβαιναν μέχρι την βραχώδη ακτή της θάλασσας. Βρήκαμε μάλιστα και μια
μικρή βάρκα, που είχε προφανώς χρησιμοποιηθεί από λαθρέμπορους για τη
μεταφορά τροφίμων από τους Παξούς, που βρίσκονταν λίγα μόνο μίλια μακρυά,
αλλά ήταν υπερβολικά μικρή για να μας χωρέσει και για να διασχίσουμε με δαύτη
τη Μεσόγειο. Είχαμε πάρει μαζί μας δυο συσσωρευτές για να προμηθευτούμε το
ρεύμα που χρειαζόμαστε για να εκπέμψουμε πάνω στη θάλασσα το ψηφίο της
αλφαβήτου που είχαμε συμφωνήσει πριν φύγουμε από το Κάιρο. Συνδέσαμε στους
συσσωρευτές έναν από τους φακούς μας, που οι μπαταρίες τους είχαν αδειάσει,
και τον τοποθετήσαμε πάνω σ' ένα βράχο, στη νότια άκρη της εισόδου του
κόλπου, ώστε να σημαδεύει προς τη νοτιοδυτική κατεύθυνση, που ήταν ορατή από
τους Παξούς. Ύστερα αρχίσαμε να δίνουμε το σήμα. Κάναμε βάρδιες κι όλη τη
νύχτα δεν σταματήσαμε να εκπέμπουμε, αλλά μάταια. Δυο ώρες πριν ξημερώσει,
καταλαβαίνοντας ότι το υποβρύχιο δεν επρόκειτο νάρθει εκείνη τη νύχτα,
μαζέψαμε όλα μας τα πράγματα και ξαναγυρίσαμε στην κρυψώνα μας. Το
μεγαλύτερο μέρος εκείνης της μέρας κοιμηθήκαμε ανάμεσα στους θάμνους και το
μόνο πράγμα που έσπασε λίγο τη μονοτονία ήταν η λίγη γυμναστική που κάναμε
για να ξεμουδιάσουν τα παγωμένα μας μέλη και η ελάχιστη τροφή που φάγαμε.
Το άλλο βράδυ, επαναλάβαμε τα ίδια, αλλά και πάλι το υποβρύχιο δε φάνηκε.
Ανήσυχοι, αλλά εξακολουθώντας να ελπίζουμε, ξαναγυρίσαμε στον κρυψώνα μας.
Παρόλο που η τροφή που ο Μιχάλης κατάφερνε να μας προμηθεύει κάθε μέρα ήταν
ελάχιστη, οι περισσότεροι από μας έβαζαν κάτι στην άκρη, μη ξέροντας τι θα μας
εύρισκε την άλλη μέρα. Ήταν η πρώτη φορά που δοκίμαζα συνεχή πείνα και τα
αισθήματα ανασφάλειας και κατάπτωσης που τη συνοδεύουν. Εκείνη την
παραμονή των Χριστουγέννων του 1942, είμαστε μια μάλλον απελπισμένη ομάδα.
Καθώς σκοτείνιαζε ωστόσο, η ανάγκη της κίνησης και η ελπίδα ότι το υποβρύχιο
θα ερχόταν εκείνη τη νύχτα, μας έκαναν ν' αναθαρρήσουμε πάλι. Λίγο μετά τα
μεσάνυχτα, ξύπνησα από έναν αναστατωμένο άντρα της βάρδιας. Είχε δει ένα
σκάφος να πλησιάζει. Φώναξα «Ζήτω!» από τη χαρά μου, αλλά ώσπου να κατέβω
στην ακτή, είχε εξαφανιστεί. Δυστυχώς, ήταν φανερό πως δεν επρόκειτο για το
υποβρύχιο, αλλά για κάποιο λαθραίο σκάφος από τους Παξούς, που τρόμαξε από
την παρουσία μας κι απομακρύνθηκε. Αποθαρρημένοι, συνεχίσαμε να δίνουμε
σήματα μέχρι που άρχισε να χαράζει.

Μας έμενε μόνο μια νύχτα ακόμα. Γυρίσαμε πάλι στον κρυψώνα μας αληθινά
καταπτοημένοι αυτή τη φορά. Τα Χριστούγεννα ξημέρωσαν με λιακάδα, αλλά
κανείς δεν είχε κέφι να χαρεί τη ζεστασιά της. Προς το μεσημέρι ωστόσο, ο
ευγενικός παπάς του Μιχάλη ήρθε να μας βρει κουβαλώντας μαζί του ένα
σακκούλι με μικρά μαύρα ψωμιά —όχι μεγαλύτερα από ένα κουλούρι— που μας τα
πρόσφερε σαν χριστουγεννιάτικο δώρο. Καθώς τα καταβροχθίζαμε μ'
ευγνωμοσύνη, αναρωτήθηκα αν είχα περάσει ή αν θα ξαναπερνούσα ποτέ τόσο
φτωχά και δυστυχισμένα Χριστούγεννα.
Εκείνο το βράδυ, καθώς είμαστε έτοιμοι να ξαναπάμε για τελευταία φορά στην
ακτή, ο παπάς ξαναγύρισε μ' έναν Έλληνα που δεν τον είχαμε ξαναδεί. Ήταν
αγγελιοφόρος από τον Κρις. Μου έδωσε ένα μικρό βρώμικο χαρτί. Το ξεδίπλωσα
και διάβασα ένα σημείωμα γραμμένο από τον Κρις:
«Χθες βράδυ μου έριξαν έναν καινούργιο ασύρματο. Έλαβα επίσης μήνυμα από το
Κάιρο που λέει ότι δεν πρόκειται να στείλουν υποβρύχιο. Καινούργιες οδηγίες θα
λάβεις από κάποιον λοχαγό Μπιλ Τζόρνταν που πρόκειται να πέσει σε δυο μέρες».
Όντας έτοιμοι να πάμε στην ακτή, δεν είχαμε παρά τα λίγα προσωπικά μας
πράγματα ν' αμπαλάρουμε ακόμα. Είκοσι λεπτά μετά την άφιξη του αγγελιοφόρου,
ξεκινούσαμε πάλι απογοητευμένοι για το ταξίδι της επιστροφής στο Βάλτο. Ήμουν
ήδη πολύ αδύνατος και εξασθενημένος, για να μπορέσω να δώσω λίγο κουράγιο σ'
αυτή την ομάδα των πικρά απογοητευμένων εθελοντών, που ο καθένας είχε
εκπληρώσει με γενναιότητα το καθήκον του. Εκτός του ότι το ηθικό τους είχε
πέσει πολύ στο μεταξύ, ένιωθαν ταυτόχρονα όλοι και τις συνέπειες της φτωχής
και λειψής τροφής, της έλλειψης κατάλληλης ανάπαυσης κατά τη διάρκεια του
ταξιδιού, και το κουραστικό πηγαινέλα της ακτής.
Η ανάμνηση του ταξιδιού της επιστροφής, είναι ακόμα εφιάλτης για μένα. Για ν'
αποφύγουμε τους Ιταλούς που είχαν αντιληφθεί πιθανόν το ταξίδι μας προς τα
δυτικά, ο λοχαγός Μιχάλης πήρε ένα πλάγιο δρόμο προς το Βορρά, λίγα μίλια έξω
από τα Γιάννινα, πριν να στρίψουμε ανατολικά και να διασχίσουμε την κοιλάδα του
Λούρου. Καθώς ανεβοκατεβαίναμε νύχτα με νύχτα τους απότομους, γεμάτους
πέτρες, κατσικόδρομους, συχνά βρεγμένοι ως το κόκαλο, ένιωθα όπως
φανταζόμουνα πως θα νιώθει ένας κυνηγημένος λαγός όταν, ύστερα από μεγάλο
τρέξιμο, με τα σκυλιά στο κατόπι του, μόλις και μετά βίας μπορεί να κινήσει τα
μουδιασμένα του μέλη. Αλλά, εκτός από ένα σαρανταοχτάωρο ανάπαυσης σ' ένα
παλιό μοναστήρι, που τόλεγαν Μοναστήρι του Ρωμανού, στην κοιλάδα του
ποταμού Αχέροντα, ο Μιχάλης επέμενε ότι θα έπρεπε να βιαστούμε ώσπου να
ξαναδιασχίσουμε το δρόμο Άρτας — Ιωαννίνων και να ξαναβρεθούμε στην περιοχή
όπου, στα περισσότερα χωριά, υπήρχαν αντιστασιακές οργανώσεις του Ζέρβα.
Από κει και πέρα, θα μπορούσαμε να βαδίζουμε την ημέρα και ν' αναπαυόμαστε τη
νύχτα. Ακόμα κι έτσι, ωστόσο, τα μόνα ευχάριστα συμβάντα αυτού του εφιαλτικού
ταξιδιού, ήταν μια θερμή υποδοχή κι ένα κανονικό γεύμα τη μέρα της
Πρωτοχρονιάς στο μεγάλο και πλούσιο χωριό Χωσεψή και μια συγκριτικά
πολυτελής διανυκτέρευση το επόμενο βράδυ στο σπίτι ενός φίλου του Ζέρβα, του
συνταγματάρχη Λαμπράκη.
Το απόγευμα της 3ης Ιανουαρίου φτάναμε στη βάση του Ζέρβα, στη Μεγαλόχαρη.
Είμαστε όλοι εξουθενωμένοι, αλλά νιώσαμε ευγνωμοσύνη για την χαρούμενη
υποδοχή που μας έκαναν ο νεαρός Θέμης Μαρίνος και ο λοχαγός Μπιλ Τζόρνταν
που είχε φτάσει λίγες μέρες πρωτύτερα. Ο Κρις έλειπε. Είχε πάει σε μια νέα
περιοδεία με τον Ζέρβα και είχε αφήσει πίσω το Θέμη και τον Μπιλ με τους
ασυρματιστές. Ένιωσα ανακούφιση μαθαίνοντας ότι ο ασύρματός μας

λειτουργούσε πλέον καλά. Σε μια παράγραφο του Ημερολογίου μου εκείνης της
μέρας διαβάζω: «Πήραμε από μια βοδινή κονσέρβα ο καθένας, αλλά ούτε καπνός
υπάρχει, ούτε άρβυλα»! Τα ενδιαφέροντά μας για τη ζωή είχαν περιοριστεί στο
στοιχειώδες επίπεδο.
Λίγο μετά την άφιξή μου ο Μπιλ μου έδωσε ένα χοντρό φάκελλο. Περιείχε τις νέες
οδηγίες από το Κάιρο.

6. ΘΥΕΛΛΑ ΣΤΟΝ ΟΡΙΖΟΝΤΑ
Αργά τη νύχτα, κάτω από το τρεμουλιαστό φως ενός κεριού, διάβασα και
ξαναδιάβασα τις εκτεταμένες οδηγίες της SOE (Καΐρου). Ήταν γραμμένες με
κώδικα. Δυστυχώς, όταν τις αποκρυπτογραφούσα, δεν μπόρεσα να βγάλω το
σημείο που αναφερόταν στους λόγους της μη αποστολής του υποβρυχίου, γιατί το
κείμενο ήταν φθαρμένο. Ο Μπιλ μου είπε ότι το Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής
είχε χάσει ένα υποβρύχιο μόλις λίγες μέρες πρωτύτερα, στέλνοντάς το σ' ένα
παρόμοιο με το δικό μας ραντεβού. Είχε μεγάλη έλλειψη από υποβρύχια εκείνη την
εποχή και, σύμφωνα με τον Μπιλ, το Στρατηγείο δεν μπορούσε να διακινδυνεύσει
άλλο ένα.
Μέσα στο μακροσκελές μήνυμα, μας συνέχαιραν όλους θερμά για την επιτυχία μας
στον Γοργοπόταμο και μας ζητούσαν να μείνουμε στην Ελλάδα. Αναστατώθηκα με
την απαίτηση αυτή. Όλοι οι άντρες της ομάδας μου ήταν εθελοντές. Επιπλέον —
με την εξαίρεση του Κρις— ο Θέμης και οι ασυρματιστές είχαν έρθει μαζί μας με
την σαφή προϋπόθεση ότι μόλις θα τελείωνε η επιχείρηση της γέφυρας, θα
καταβαλόταν κάθε προσπάθεια για το μπαρκάρισμά τους. Είχαν νιώσει μεγάλη
απογοήτευση κατά τη διάρκεια της μακριάς και άγονης αναμονής μας στην ακτή.
Στην κατάσταση που βρίσκονταν τώρα, ελάχιστοι απ' αυτούς θα είχαν το
κουράγιο για μια νέα αποστολή που θα παράτεινε την παραμονή τους στην
Ελλάδα. Πριν πέσω για ύπνο, αποφάσισα να κρατήσω στην Ελλάδα μονάχα
εκείνους που θα ήθελαν να παραμείνουν και να φροντίσω να διώξω τους
υπόλοιπους.
Όσο για μένα, η SOE (Καΐρου) μου ζητούσε ν' αναλάβω τον συντονισμό και την
παραπέρα ανάπτυξη της δραστηριότητας των ανταρτών. Το τελευταίο αυτό ήταν
τελείως αντίθετο με την αρχική πολιτική που μου είχαν εκθέσει πριν φύγω από το
Κάιρο και σύμφωνα με την οποία οι αντάρτες θα έπρεπε να αδρανήσουν μετά το
κόψιμο της γέφυρας. Το Κάιρο με πληροφορούσε ότι, διαμέσου του Προμηθέα, είχε
μάθει πως στην Αθήνα είχε σχηματιστεί μια επιτροπή από έξι Έλληνες
συνταγματάρχες που σκόπευαν να οργανώσουν και να κατευθύνουν τα Κινήματα
Αντίστασης στα βουνά. Θα ήταν μια καλή ιδέα, σκεφτόταν το Κάιρο, αν αυτοί οι
Έλληνες αξιωματικοί κι εγώ συνεργαζόμαστε. Μου πρότειναν να στείλω τον Κρις
στην Αθήνα για να γίνει σύνδεσμός μου. Θα είχα την ιδιότητα του ανώτερου
συμμαχικού εκπροσώπου στην Ελλάδα και μαζί με τους έλληνες αξιωματικούς της
Αθήνας θα εργαζόμαστε κάτω από τη διεύθυνση μιας οργάνωσης στο Κάιρο που
ήταν γνωστή σαν Αγγλο - Ελληνική Επιτροπή. Η επιτροπή αυτή, με τον Παναγιώτη
Κανελλόπουλο σαν ανώτερο Έλληνα εκπρόσωπο, είχε συσταθεί στην Αίγυπτο για
να συντονίσει τη βρετανική δραστηριότητα στην Ελλάδα, κατά την απουσία της
ελληνικής κυβέρνησης και του βασιλιά που βρίσκονταν ακόμη στο Λονδίνο. Μου
σύστηναν να στείλω τον Κρις στην Αθήνα για να διαπιστώσει αν ήταν δυνατό ένα
παρόμοιο σχήμα.
Την άλλη μέρα, 4 Ιανουαρίου, ενημέρωσα τους αξιωματικούς μου για τις νέες
αυτές οδηγίες. Οι περισσότεροι αναστατώθηκαν που το Κάιρο δεν έκανε καμιά
μνεία ότι θα προσπαθούσε να τους μπαρκάρει, αλλά τους καθησύχασα
βεβαιώνοντάς τους ότι δεν θα δεχόμουν να μείνει κανένας χωρίς τη θέλησή του
και ότι θα έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου για να βοηθήσω να φύγουν εκείνοι
που θα το επιθυμούσαν. Ο Νατ Μπάρκερ και ο Τζων Κουκ προσφέρθηκαν να
μείνουν. Για την ώρα, δεν είχα κατάλληλη δουλειά για τον Τζων, μια που δεν

ήξερε ελληνικά. Έτσι, αποδέχτηκα μόνο την προσφορά του Νατ και έστειλα
αμέσως σήμα στο Κάιρο, ζητώντας από τη SOE να βρει μια άλλη μέθοδο για να
μπαρκάρει τους υπόλοιπους. Πρότεινα να στείλουν ένα υδροπλάνο στον Αμβρακικό
Κόλπο.
Ανυπόμονος να συζητήσω με τον Κρις τις νέες οδηγίες, έστειλα έναν αγγελιοφόρο
και του ζητούσα να με συναντήσει στην Σκουληκαριά, ένα χωριό στα μισά περίπου
της απόστασης που μας χώριζε.
Ό,τι και να συνέβαινε, εκείνο που τελικά αντιλαμβανόμουν ήταν πως θα μέναμε
για πολύ ακόμα στην Ελλάδα. Τις τελευταίες εβδομάδες, η προσωπικότητα και οι
ικανότητες του Τομ Μπάρνες είχαν ξεχωρίσει απέναντι σε όλους τους άλλους
αξιωματικούς. Από την άλλη μεριά, ο Τζων Κουκ, χωρίς να φταίει φυσικά, πολύ
λίγο μ' είχε βοηθήσει σαν υποδιοικητής μου κατά το εφιαλτικό ταξίδι της ακτής.
Εκείνο το απόγευμα, αφού εξήγησα στον Τζων ό,τι μπορούσα να του εξηγήσω, τον
διέταξα να ξαναπάρει το βαθμό του λοχαγού που είχε και προβίβασα τον Τομ στη
θέση του. Ζήτησα από το Κάιρο να επικυρώσει την ενέργειά μου.
Την άλλη μέρα, με τον Νατ Μπάρκερ και τον λοχαγό Μιχάλη, διέσχισα ένα ορεινό
μονοπάτι, στρωμένο με παχύ χιόνι, και ύστερα από τετράωρο ταξίδι έφτανα στην
Σκουληκαριά. Εδώ ο Μιχάλης μας άφησε και πήγε να συναντήσει το Ζέρβα που
βρισκόταν σε μερικές ώρες απόσταση. Ο Νατ κι εγώ μείναμε σ' ένα σπίτι που στο
ισόγειό του ο Ζέρβας είχε αποθηκέψει τα εφόδιά του σε ρουχισμό, τρόφιμα και
διάφορα άλλα είδη πολυτελείας (Luxuries) που είχε μαζέψει από τις ρίψεις που του
είχαν κάνει και από την Αθήνα. Την άλλη μέρα είχαμε καφέ και ζάχαρη στο
μπρέκφαστ. Τι πολυτέλεια, πράγματι! Όλη εκείνη τη μέρα, περιμένοντας τον Κρις,
έβρεχε και χιόνιζε διαδοχικά. Καθισμένος μπροστά στο αναμμένο τζάκι,
χαιρόμουνα τη ζεστασιά και κέρδισα ξανά λίγες από τις δυνάμεις μου.
Ο Κρις ήρθε την άλλη μέρα. Ήταν σε εξαιρετική υγεία και διάθεση. Του είπα να
μου πει την ιστορία του πριν να του πω τη δική μου.
Λίγες μέρες μετά την αναχώρησή μας, ο Άρης είχε περάσει από τον Αχελώο στην
περιοχή του Ζέρβα με όχι λιγότερους από τετρακόσιους αντάρτες. Είχε ακούσει
προφανώς ότι κάποιο αεροπλάνο είχε ρίξει εφόδια στον Ζέρβα και είχε έρθει από
τη Ρούμελη για να διεκδικήσει το μερίδιό του. Ο Κρις είχε πάει να συναντήσει τον
Άρη και του εξήγησε ότι είχε ζητήσει ήδη από το Κάιρο να του στείλουν ένα
ολόκληρο αεροπλάνο για λογαριασμό του και ότι τα πράγματα που είχαν φτάσει
λίγες μέρες πρωτύτερα είχαν μοιραστεί κιόλας στους άντρες του Ζέρβα. Ο Άρης
δεν πείσθηκε ή μάλλον, έχοντας κάτι άλλο στο μυαλό του, έκανε πως δεν
πείσθηκε. Ύστερα απ' αυτό έγραψε μια σειρά απειλητικά γράμματα στον Ζέρβα
και προχώρησε ακόμα βαθύτερα στην περιοχή του. Μπροστά σ' αυτή την
κατάσταση και για ν' αποφύγει ενδεχόμενη σύγκρουση, ο Ζέρβας υποχωρούσε.
Μετά από αρκετές μέρες, ο Κρις κατάφερε να πείσει τους δύο άντρες να
συναντηθούν σε «ουδέτερο» έδαφος, με μόνο μερικούς συμβούλους και
σωματοφύλακες για συνοδεία. Στην συνάντηση αυτή, ο Κρις λέει ότι «συμφώνησαν
να μην πολεμήσουν ο ένας τον άλλο, αλλά διαφώνησαν σε όλα τα άλλα σημεία».
Με την υπόσχεση μιας ρίψης εφοδίων το συντομότερο δυνατόν, ο Άρης και οι
αντάρτες του ξαναπέρασαν τελικά τον Αχελώο και μπήκαν στη ρουμελιώτικη
περιοχή τους.
Διηγήθηκα στον Κρις το άγονο και κοπιαστικό ταξίδι μας στις δυτικές ακτές και
μετά του διάβασα το νέο μήνυμα με τις οδηγίες. Εξετάσαμε κατόπιν μαζί την

κατάσταση όπως παρουσιαζόταν κάτω απ' τα μάτια μας στις αρχές του 1943.
Από ό,τι είχαμε διαπιστώσει πριν φύγουμε από την Αίγυπτο και από ό,τι είχαμε
ανακαλύψει από τότε που φτάσαμε στην Ελλάδα, ήταν φανερό ότι οι Αρχές της
Μέσης Ανατολής πολύ λίγα πράγματα γνώριζαν για τη στρατιωτική δύναμη και τη
σύνθεση των ανταρτών. Επιπλέον, παρόλο που είχαμε ένα δυο πράκτορες στην
Αθήνα που βρίσκονταν σ' επαφή με ορισμένες αντάρτικες ομάδες της χώρας και
ταυτόχρονα με την Μέση Ανατολή, η SOE Καΐρου ελάχιστα πράγματα γνώριζε
προφανώς για τις πολιτικές απόψεις των ελληνικών Κινημάτων Αντίστασης. Η
ελληνική κυβέρνηση του Λονδίνου, που ήταν υποχρεωμένη ν' αφήνει τα
καθημερινά θέματα στα χέρια του Κανελλόπουλου και της Αγγλο - Ελληνικής
Επιτροπής του Καΐρου, γνώριζε προφανώς ακόμα λιγότερα από τη SOE και το
Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής.
Ο Κρις κι εγώ συμπεραίναμε ότι το ΕΑΜ έπρεπε να είχε δημιουργηθεί λίγο μετά
την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα το 1941 και ότι οι στενά συνδεδεμένες μ'
αυτό δυνάμεις του ΕΛΑΣ είχαν κάμει την πρώτη τους εμφάνιση τον Γενάρη του
1941, στην περιοχή του Ολύμπου. Κρίνοντας από τον αριθμό των ομάδων που
είχαμε δει πρόσφατα στη Ρούμελη, ο ΕΛΑΣ είχε κάνει μεγάλα βήματα από τότε.
Σύμφωνα με τους πολιτικούς συμβούλους του ΕΑΜ, που παρευρίσκονταν μόνιμα σε
κάθε στρατιωτική μονάδα του ΕΛΑΣ, όσο μικρή κι αν ήταν, το ΕΑΜ αποτελούνταν
από πολλά —αν όχι όλα– ελληνικά κόμματα και αντιπροσώπευε ένα «δημοκρατικό
λαϊκό κίνημα» που είχε για στόχο του τη βελτίωση των συνθηκών ζωής των
εργατικών τάξεων μετά την απελευθέρωση της χώρας. Υπήρχε σίγουρα πολύ
έδαφος για τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής του ελληνικού λαού που είχαμε
συναντήσει μέχρι τότε. Γενικά, ήταν πολύ φτωχοί και ζούσαν σ' ένα από τα πιο
χαμηλά επίπεδα που πίστευα πως υπάρχουν στην Ευρώπη του εικοστού αιώνα.
Παρόλο που τον πρώτο εκείνο καιρό, ο Ζέρβας δυσκολευόταν πάντα να πει κάτι
δημόσια που πιθανόν θα πρόσβαλε το ΕΑΜ, στις ιδιαίτερες συνομιλίες μας έδειχνε
πολύ σκεπτικισμό για τον ισχυρισμό τους ότι αντιπροσώπευαν πολλά κόμματα.
Σύμφωνα με αυτόν, οι αρχηγοί του ΕΑΜ στην Αθήνα ήταν οργανωμένοι σαν
κυβερνητικό σώμα και αποκαλούνταν «Κεντρική Επιτροπή». Η επιτροπή αυτή
αποτελούνταν από οχτώ μέλη, επτά από τα οποία ήταν αντιπρόσωποι είτε του
Κομμουνιστικού, είτε του Σοσιαλιστικού κόμματος ή της αριστερής πτέρυγας
άλλων οργανώσεων που αντιστοιχούν στις δικές μας εργατικές ενώσεις. Το όγδοο
μέλος, ο Ηλίας Τσιριμώκος, ήταν αρχηγός ενός μικρού σοσιαλδημοκρατικού
κόμματος του «κέντρου», που ονομαζόταν ΕΛΔ, ήτοι Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας,
και είχε ιδρυθεί τις πρώτες μέρες της Κατοχής. Οι κομμουνιστές και οι
σοσιαλιστές, υπογράμμιζε ο Ζέρβας, ξεπερνούσαν έτσι κάθε «γνήσια
δημοκρατικό» κόμμα με εφτά προς ένα και υπαγόρευαν τη θέλησή τους σε όλα τα
θέματα. Οι αξιωματικοί του Ζέρβα, όταν μας μιλούσαν για τους αρχηγούς του
ΕΑΜ, τους ανάφεραν πάντα, καθαρά και ξάστερα, σαν «οι Κομμουνισταί».
ΙΙροφανώς τους μισούσαν και απέρριπταν τους πολιτικούς τους στόχους. Ήταν
ήδη φανερό για μένα και τον Κρις, ότι το ΕΑΜ είχε στενή σχέση με το ΚΚΕ, έστω κι
αν δεν ήταν κάτω από την τωρινή κυριαρχία του.
Ο Ζέρβας μας είπε ότι πριν φύγει από την Αθήνα για το βουνό, τον είχε καλέσει το
ΕΑΜ και του πρότεινε να γίνει Αρχηγός του ΕΛΑΣ, αλλά ότι ο ίδιος είχε αρνηθεί
γιατί θα τον εξουσίαζε το ΕΑΜ που, με τη σειρά του, ελεγχόταν από τους
κομμουνιστές. Για το λόγο αυτό, και με την υπόσχεση βρετανικής υποστήριξης,
είχε αποφασίσει να βγει στο Βουνό ανεξάρτητος και να δημιουργήσει ένα
«αληθινά δημοκρατικό» Κίνημα Αντίστασης το οποίο, όπως μας εμπιστεύθηκε,

αποτελούσε το στρατιωτικό τμήμα της πολιτικής οργάνωσης των Αθηνών που
αποκαλούνταν ΕΔΕΣ, δηλαδή Εθνικός Δημοκρατικός Ελληνικός Στρατός. Ο
δημοκράτης Πλαστήρας, εξόριστος τότε στη νότια Γαλλία, εξαιτίας της
συμμετοχής του στο δημοκρατικό πραξικόπημα λίγα χρόνια πρωτύτερα, ήταν ο
ονομαστικός αρχηγός τόσο της πολιτικής οργάνωσης των Αθηνών, όσο και των
στρατιωτικών δυνάμεων στα βουνά. Ο Ζέρβας ήταν το ανώτερο στέλεχος του
ΕΔΕΣ στην Ελλάδα, αλλά απασχολημένος όπως ήταν τώρα στο στρατιωτικό πεδίο,
δεν μπορούσε να κάνει τίποτε περισσότερο από το να έχει απλώς επαφή με την
πολιτική οργάνωση που είχε αφήσει φεύγοντας πίσω του. Μας βεβαίωσε ότι,
παρόλο που προς το παρόν διέθετε ομάδες μονάχα στο Βάλτο, είχε πολλούς
φίλους στη Θεσσαλία, Μακεδονία και Πελοπόννησο και ότι λογάριαζε να
στρατολογήσει οπαδούς και σ' αυτές τις περιοχές.
Είχαμε μάθει ήδη ότι το ΕΑΜ είχε απορρίψει την αρχηγία του Πλαστήρα, στο
όνομα του οποίου ορκίζονταν όλα τα μέλη του ΕΔΕΣ. Εξαιτίας αυτού του
γεγονότος και δεδομένου ότι ο Ζέρβας σαν μόνιμος στρατιωτικός αρνιόταν να
δεχτεί τη μορφή συλλογικής ηγεσίας (από τρία άτομα) που υπήρχε σε όλες τις
ομάδες του ΕΛΑΣ και για την οποία επέμενε ο Άρης, κάθε προοπτική μόνιμης
ένωσης των δύο στρατιωτικών κινημάτων, ΕΔΕΣ και ΕΛΑΣ, φαινόταν δύσκολη.
Ήδη, ο Ζέρβας και ο Άρης συναγωνίζονταν να στρατολογήσουν οπαδούς όσο
γινόταν συντομότερα, έχοντας κατά νού την μεταπολεμική κατάσταση.
Ο Ζέρβας, στο Βάλτο, είχε τότε πεντακόσιους αντάρτες. Οι μονάδες του ήταν
επανδρωμένες, σχεδόν όλες, από μόνιμους αξιωματικούς του στρατού ή εφέδρους,
αλλά δεν έβλεπα πώς θα μπορούσε να ελέγχει αποτελεσματικά τις μονάδες που θα
αναπτύσσονταν σε μια σχετικά μεγαλύτερη περιοχή από του Βάλτου, αν δεν
ξεπέρναγε την φανερή του απροθυμία να μεταβιβάσει μερικές από τις εξουσίες
του.
Στη Ρούμελη, ο Άρης είχε τότε τετρακόσιους αντάρτες. Αν και δεν ξέραμε τη
δύναμη του ΕΛΑΣ στις άλλες περιοχές της Ελλάδας, από ό,τι είχαμε δει από τις
οργανώσεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στα χωριά της Ρούμελης (η ποινή για λιποταξία από
τον ΕΛΑΣ ήταν θάνατος), καταλαβαίναμε ότι σύντομα ο ΕΛΑΣ θα ξεπερνούσε
σημαντικά τον ΕΔΕΣ σε αριθμό. Φαινόταν όμως απίθανο ότι θα ξεπερνούσε σε
μαχητική ικανότητα τον ΕΔΕΣ για δυο λόγους. Πρώτον γιατί το ΕΑΜ θεωρούσε
τους περισσότερους αξιωματικούς του στρατού σαν «βασιλικούς» ή «φασίστες».
Τους είχε συνδέσει με το καθεστώς του Μεταξά, το οποίο δεν δίσταζε να
καταγγέλλει και μπροστά μας, και μέσα στην καταγγελία αυτή περιλαμβανόταν
και τα όνομα του βασιλιά Γεωργίου II. Το αποτέλεσμα ήταν ότι από τις ομάδες του
ΕΛΑΣ έλειπαν οι αξιωματικοί του ταχτικού στρατού. Υπήρχαν μόνο μερικοί πολύ
νέοι. Δεύτερον, γιατί το σύστημα, σύμφωνα με το οποίο ένας στρατιωτικός
διοικητής έπρεπε πάντα να παίρνει την έγκριση του πολιτικού συμβούλου του ΕΑΜ
για κάθε του στρατιωτική δραστηριότητα, δεν μπορούσε παρά να την
αποδυναμώνει ή να την καθυστερεί, πράγμα πιθανόν ολέθριο για μια μάχη.
Εκτός από το ΕΑΜ - ΕΛΑΣ και τον ΕΔΕΣ δεν φαινόταν να υπάρχουν άλλα κινήματα
Αντίστασης στα βουνά. Μέχρι τώρα δεν είχαμε συναντήσει αξιωματικούς
βασιλικών οργανώσεων. Υπήρχαν ήδη ενδείξεις ότι η πλειοψηφία των ανώτερων
βασιλικών αξιωματικών είχαν διαταχθεί από την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση να
παραμείνουν στην Αθήνα, να μην αναμιχθούν με τα δημοκρατικά Κινήματα
Αντίστασης και να περιμένουν την επιστροφή της βασιλικής κυβέρνησης. Αν αυτό
ήταν αλήθεια, φαινόταν απίθανο ότι το βασιλικό κόμμα θα εμφανιζόταν ποτέ σαν
αγωνιστική δύναμη ικανή να συγκριθεί με τον ΕΛΑΣ ή τον ΕΔΕΣ.

Ο Κρις με βοήθησε ν' αναζητήσω τις ρίζες των πολιτικών προβλημάτων που
περιέπλεκαν το στρατιωτικό μας έργο. Μετά τις εκλογές της Άνοιξης του 1936,
μια χούφτα κομμουνιστές κρατούσαν την ισορροπία ανάμεσα στα δυο κύρια
κόμματα: το Φιλελεύθερο (δημοκρατικό ή Βενιζελικό) και το Λαϊκό (βασιλικό).
Έχοντας αποτύχει στην προσπάθειά του να συνασπίσει τα δυο κόμματα, ο
βασιλιάς Γεώργιος σχημάτισε μια υπηρεσιακή κυβέρνηση με επικεφαλής τον
Δεμερτζή —φιλελεύθερο κάποτε αλλά τότε ανεξάρτητο. Δυο μήνες μετά τον
διορισμό του ωστόσο, ο Δεμερτζής πέθανε και ο βασιλιάς διόρισε στη θέση του
τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης, Μεταξά, έναν έξυπνο στρατιωτικό και αρχηγό
μιας από τις μικρότερες δεξιές ομάδες που υπήρχαν στο Κοινοβούλιο εκείνη την
εποχή.
Ο Μεταξάς γρήγορα δήλωσε ότι το έργο του θα ήταν αδύνατο με τις
συνηθισμένες κοινοβουλευτικές διαδικασίες και κατάφερε να πείσει την ελληνική
κυβέρνηση ν' αναστείλει προσωρινά τις επικείμενες εκλογές και να του αναθέσει
την διακυβέρνηση δια διατάγματος, με συμβουλευτικό όργανο μια αναλογικά
αντιπροσωπευτική κοινοβουλευτική επιτροπή. Ο διορισμός δεξιών φίλων και
υποστηριχτών του σε θέσεις - κλειδιά, προκάλεσε την κήρυξη γενικής απεργίας
από μέρους των εργατικών ενώσεων. Η απεργία θα άρχιζε στις 5 Αυγούστου 1936,
αλλά ο Μεταξάς την πρόλαβε παίρνοντας την συγκατάθεση του βασιλιά για
ανάληψη δικτατορικών εξουσιών στις 4 Αυγούστου. Όλοι οι κοινοβουλευτικοί
αρχηγοί που είχαν διαμαρτυρηθεί στο βασιλιά εναντίον του Μεταξά εξορίστηκαν
ή τέθηκαν σε κατ' οίκον κράτηση. Η δικτατορία είχε επιβληθεί και οι εκλογές δεν
έγιναν ποτέ.
Τα μέτρα του Μεταξά ήταν τόσο αυστηρά, ώστε καμιά σχεδόν πολιτική αντίδραση
δεν έγινε δυνατή μέχρι τον θάνατό του στις αρχές του 1941. Η βασιλική
κυβέρνηση που σχηματίσθηκε μετα τον θάνατό του δεν περιείχε παρά ελάχιστους
— αν όχι καθόλου — πολιτικούς με δημοκρατικές συμπάθειες. Λίγο αργότερα η
γερμανική κατάχτηση της Ελλάδας ανάγκασε το βασιλιά να φύγει για την Κρήτη
και από κει για τη Μέση Ανατολή. Δεν είναι συνεπώς δύσκολο να καταλάβει κανείς
γιατί υπήρχαν τόσο λίγοι δημοκράτες πολιτικοί στην εξόριστη κυβέρνηση του
Λονδίνου στις αρχές του 1943.
Όταν οι Ιταλοί εισέβαλαν στην Ελλάδα, ο Μεταξάς δεν είχε επιτρέψει στους κάτω
από το βαθμό του λοχαγού αξιωματικούς να πάρουν μέρος στον εθνικό πόλεμο.
Είχε συλλάβει όλους τους κομμουνιστές που μπορούσε να βάλει στο χέρι και είχε
φυλακίσει όλους εκείνους που συνδέονταν, κατά κάποιον τρόπο, με αριστερά
πολιτικά κινήματα. Ύστερα απ' αυτά, είχε γίνει άσπονδος εχθρός όχι μονάχα των
κομμουνιστών, αλλά και πολλών δημοκρατικών. Από τις περισσότερες εκθέσεις
των δημοκρατικών, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η δικτατορία του βασιζόταν σε
ναζιστικά πρότυπα και, με τη μυστική της αστυνομία, τις νεολαιίστικες
οργανώσεις και τα κυβερνητικά διατάγματα, ελάχιστα διέφερε σε χαραχτήρα και
σκληρότητα από τον ίδιο το Ναζισμό.
Από τους περισσότερο γνωστούς κομμουνιστές, μονάχα ελάχιστοι κατάφεραν να
ξεφύγουν τη σύλληψη από τον Μεταξά. Αυτοί τώρα, με μερικούς από τους εκτός
υποψίας οπαδούς τους που μισούσαν το καθεστώς, είχαν αρχίσει ανατρεπτική
δραστηριότητα για την αποκατάσταση των δικαιωμάτων του λαού. Τόση μάλιστα
ήταν η επιδεξιότητα και ο ζήλος τους, ώστε από τις αρχές του 1941, αν και
αδύναμες ακόμα αριθμητικά, υπήρχαν κομμουνιστικές οργανωτικές εστίες σε
πολλές μεγάλες πόλεις. Μέχρι τότε είχαν αποχτήσει τεσσάρων χρόνων πολύτιμη
εμπειρία στην παράνομη δουλειά που την είχαν τελειοποιήσει κάτω από το
Μεταξικό καθεστώς που απειλούσε τη ζωή τους.

Όταν η Ελλάδα κατακτήθηκε από τον Άξονα το 1941 και ο λαός της αποχαιρέτησε
και τους τελευταίους στρατιώτες της Βρετανικής Κοινοπολιτείας, ο εχθρός
μετέφερε στη Γερμανία μερικούς από τους πλέον γνωστούς κομμουνιστές που είχε
βρει στις φυλακές του Μεταξά. Πολλοί ωστόσο, προσποιούμενοι τους περισσότερο
ελευθερόφρονες, είχαν καταφέρει ν' απολυθούν και ενώθηκαν με τους
τυχερότερους φίλους τους που είχαν ξεφύγει τα δόκανα του Μεταξά. Το ΕΑΜ
φαινόταν να ξεκινάει από τους κομμουνιστές αυτούς και να έχει βασισθεί στην
προπολεμική πανελλήνια οργάνωση του ΚΚΕ.
Ενώ στο μέσο του εθνικού αγώνα ενάντια στον επιδρομέα, χιλιάδες είχαν
θρηνήσει το θάνατο του Μεταξά, όσον καιρό εμείς ταξιδεύαμε στα ελληνικά
βουνά, ελάχιστους είχαμε βρει που να μην μιλούν εναντίον του. Καταρχήν, δεν
έδωσα ιδιαίτερη σημασία σ' αυτό. Ήταν φυσικό ο λαός που υπέφερε κάτω από τον
ζυγό του Αξονα, ν' αναζητεί κάποιον αποδιοπομπαίο τράγο. Που θα μπορούσε
λοιπόν να βρει καταλληλότερο από την ολοκληρωτική κυβέρνηση που βρισκόταν
στην εξουσία λίγο πριν η χώρα του καταπατηθεί από τους Ναζί και κατακτηθεί
από τους μισητούς Φασίστες; Και, επιπλέον, τι θα μπορούσε να είναι φυσικότερο
από μια στροφή της πολιτικής γνώμης προς την κοινωνική δημοκρατία που
υποστήριζε ο ΕΔΕΣ; Το ΕΑΜ - ΕΛΑΣ όμως φαινόταν να τοποθετείται πολύ
αριστερότερα από όσο θα δικαιολογούσε αυτό το επιχείρημα.
Καθώς οι έξι συνταγματάρχες στην Αθήνα, τους οποίους η SOE Καΐρου είχε
προτείνει σαν πιθανούς αρχηγούς της Αντίστασης στα βουνά, ήταν βασιλόφρονες,
φαινόταν εντελώς απίθανο ότι το ΕΑΜ - ΕΛΑΣ θα μπορούσε να έχει καμιά σχέση
μαζί τους. Όσο για την υπόδειξη του Καΐρου να στείλω τον Κρις σαν σύνδεσμό μου
να τους επισκεφθεί, το πρόβλημα ήταν αρκετά δύσκολο να ταχτοποιηθεί γιατί
εκείνη την εποχή η Αθήνα ήταν γεμάτη από τους Γερμανούς και τη Γκεστάπο τους.
Ο Κρις, συμπτωματικά, είχε έξι πόδια ύψος και κόκκινα μαλλιά, ενώ οι
περισσότεροι Έλληνες δεν ξεπερνούν τα πέντε και είναι μελαχρινοί!
Δεν μπορούσαμε ωστόσο ν' απορρίψουμε τις υποδείξεις της SOE χωρίς σαφείς
αποδείξεις για τον χαραχτήρα και τις προθέσεις αυτών των ανώτερων
αξιωματικών, και χωρίς επιβεβαίωση της γνώμης του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ για λογαριασμό
τους. Ένας από μας οφείλε λοιπόν να πάει με κάποιο τρόπο στην Αθήνα να
συναντήσει αυτούς τους Έλληνες και, αν ήταν δυνατό, την Κεντρική Επιτροπή του
ΕΑΜ. Ξέραμε ότι ο Ζέρβας είχε αγγελιοφόρους που ταξίδευαν από καιρό σε καιρό
από το Στρατηγείο του στην Αθήνα και σκεφθήκαμε ότι κάποιος απ' αυτούς θα
μπορούσε πιθανόν να χρησιμεύσει σαν οδηγός μας. Αν ο Ζέρβας πίστευε ότι ο Κρις
μπορούσε να μπει στην ελληνική πρωτεύουσα, εκείνος, χωρίς να λογαριάζει, όπως
συνήθως, τους προσωπικούς κινδύνους που διέτρεχε, ήταν πρόθυμος να πάει.
Αποφασίσαμε να ζητήσουμε τη συμβουλή και τη συμπαράσταση του Ζέρβα χωρίς
αργοπορία. Την άλλη μέρα πήγαμε στο Στρατηγείο του Ζέρβα που βρισκόταν
τρεις με τέσσερις ώρες μακρυά μας. Παρόλο που το καλωσόρισμά του ήταν
ιδιαίτερα θερμό και, είμαι βέβαιος, ειλικρινές, με χαιρέτησε με κάποιον κυνισμό.
Νομίζω πως μέσα του πίστευε ότι το πρόσφατο και άγονο ταξίδι μας στην ακτή
ήταν προσχηματισμένο από τις Αρχές της Αιγύπτου για να κρύψουν την πρόθεσή
τους, εγώ και οι αξιωματικοί μου, να παραμείνουμε στην Ελλάδα.
Ο Ζέρβας δεν άργησε ν' αποφασίσει. Τρίβοντας τα πυκνά μαύρα του γένια, είπε ότι
το ταξίδι στην Αθήνα μπορεί να ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο, αλλά δεν ήταν
αδύνατο. Παρόλο που πίστευε ότι ο αγώνας μας θάπρεπε να κατευθύνεται από τα
βουνά και όχι από την Αθήνα, προσφέρθηκε γενναιόδωρα να μας βοηθήσει με
όποιον τρόπο μπορούσε. Ρώτησε τον Κρις πότε ήθελε να ξεκινήσει.

«Όσο γίνεται συντομότερα», απάντησε ο Κρις.
Ο Ζέρβας είπε ότι περίμενε έναν αγγελιοφόρο από την Αθήνα σε λίγες μέρες και
ότι ο Κρις θα μπορούσε να τον συνοδέψει κατά την επιστροφή του. Ήταν ένας από
τους πιο έμπιστους ανθρώπους του και παράλληλα ήξερε πώς θα ερχόταν σ' επαφή
με τον Προμηθέα.
Έχοντας αποφασίσει για το άμεσο μέλλον του Κρις, είχαμε ακόμα να
καταστρώσουμε το σχέδιο για τα υπόλοιπα σημεία της Αποστολής. Δεν ήταν και
πάρα πολλά αυτά. Έπρεπε σίγουρα να στείλουμε, όσο γινόταν συντομότερα, τον
Νατ Μπάρκερ στον Άρη για ν' αποχτήσουμε σύνδεσμο μαζί του. Μπορούσαμε να
του διαθέσουμε τον έναν ασύρματο και τον χειριστή. Έκτός από μένα, το Θέμη
Μαρίνο και τους άλλους δυο ασυρματιστές με τον Μπιλ Τζόρνταν επικεφαλής,
κανένας άλλος δεν θα πήγαινε πουθενά, γιατί μια από εκείνες τις μέρες θα
μπαρκάριζαν. Αποφάσισα να εγκαταστήσω το στρατηγείο μου στην ορεινή βάση
του Ζέρβα, ώσπου να επιστρέψει ο Κρις από την Αθήνα.
Εκείνο το βράδυ, 9 Ιανουαρίου, έστειλα ένα σημείωμα στον Νατ λέγοντάς του να
έρθει να με συναντήσει σ' ένα χωριό, προς το οποίο θα κινούνταν ο Ζέρβας την
άλλη μέρα για να στρατολογήσει αντάρτες. Με παράκληση του Ζέρβα, έστειλα
επίσης ένα ευγενικό αλλά και αυστηρό σημείωμα σ' έναν από τους τοπικούς
αρχηγούς του ΕΛΑΣ, ονόματι Ερμή, που στρατολογούσε, υποχρεωτικά, μέλη σε μια
περιοχή που ο Ζέρβας θεωρούσε δική του. Κοντά σ' αυτό, ο Ερμής παρενοχλούσε,
μάλλον ανόητα, τον εχθρό με διαρκείς επιθέσεις σε απομονωμένες ομάδες που
ταξίδευαν μεταξύ Άρτας — Μεσολογγίου, χωρίς να ενδιαφέρεται για τα βαριά
αντίποινα που οι ενέργειές του επέσυραν εναντίον των κατοίκων της περιοχής.
Ο Κρις κι εγώ καθήσαμε μαζί και συντάξαμε ένα μακρύ σήμα που το στείλαμε στη
SOE Καΐρου στις 13 Ιανουαρίου. Στο σήμα τους πληροφορούσα ότι έλαβα τις νέες
οδηγίες και τους έλεγα ότι συμφωνούσα ν' αναλάβω τα νέα καθήκοντα που μου
πρότειναν, με την προϋπόθεση ότι θα μπορούσα να επισκεφθώ το Κάιρο όποτε το
έκρινα αναγκαίο, αφήνοντας στην περίπτωση αυτή τον Κρις στη θέση μου. Τους
έδινα επίσης μια περίληψη αυτών που είχα μάθει για τον ΕΔΕΣ και για το ΕΑΜ ΕΛΑΣ και τους εξηγούσα τους πολιτικούς παράγοντες που πιθανόν θα έκαναν την
παραπέρα στρατιωτική συνεργασία των δύο Κινημάτων δύσκολη. Σε συνέχεια,
τους έδινα τις απόψεις του Κρις και τις δικές μου για τις προοπτικές διατήρησης
του νόμου και της τάξης στην Ελλάδα. Παρόλο που ο Ζέρβας μου είχε πει ότι ήταν
υπέρ ενός δημοψηφίσματος στο τέλος του πολέμου, που θ' αποφάσιζε αν τα
κράτος θα γινόταν δημοκρατία ή θα συνέχιζε να είναι μοναρχικό, φοβόμαστε
κανένα πραξικόπημα (COUP D' ETAT) του ΕΑΜ διαμέσου του ΕΛΑΣ σε περίπτωση
κατάρρευσης της Ιταλίας. Αν όμως η κυβέρνησή μας μπορούσε να δώσει από τώρα
μια απλή και άμεση απόδειξη ότι θα εξασφάλιζε ένα ελεύθερο δημοψήφισμα στο
τέλος του πολέμου, νομίζαμε πως όχι μονάχα υπήρχαν πολλές πιθανότητες να
ενωθούν ο ΕΛΑΣ και ο ΕΔΕΣ, αλλά ότι και ο εμφύλιος πόλεμος, που αργότερα
έπρεπε μάλλον να θεωρείται βέβαιος, θα μπορούσε ν' αποφευχθεί.
Καθώς οι περισσότεροι από τους εχθρικούς στόχους για σαμποτάζ βρίσκονταν
στην Ανατολική Ελλάδα, δηλαδή στις περιοχές που ελέγχονταν από το ΕΑΜ ΕΛΑΣ, είχα τη γνώμη πως τα συμφέροντα των πολεμικών μας προσπαθειών
απαιτούσαν να κάνουμε χρήση του ΕΛΑΣ. Το σήμα κατέληγε ζητώντας από την
SOE να μας υποδείξει ειδικούς στόχους που θάθελε να χτυπήσουμε, ώστε να
ετοιμάσουμε τα κατάλληλα σχέδια.

Πριν από το τέλος του Γενάρη, έλαβα δυο σημαντικά σήματα από το Κάιρο, τα
οποία έδειχναν ότι η SOE τουλάχιστον γνώριζε κάτι από τις πολιτικές περιπλοκές
που είχαν ήδη δημιουργηθεί. Στις 21 του Γενάρη μου ζητούσαν να πω τη γνώμη
μου για ένα πρόσφατο λόγο του Κανελλόπουλου όπου ανάγγελλε επίσημα ότι μόλις
η Ελλάδα θα ελευθερωνόταν, η ελληνική κυβέρνηση θα παραιτούνταν
παραχωρώντας τη θέση της σε μια άλλη που θα αντιπροσώπευε όλες τις πολιτικές
και κοινωνικές τάσεις. Απάντησα ότι η άποψη αυτή κάθε άλλο παρά αντέκρουε τη
βάση της αντιβασιλικής προπαγάνδας του ΕΑΜ. Στις 29 Ιανουαρίου με
πληροφορούσαν ότι σε λίγο θα άρχιζαν προκαταρκτικές συνομιλίες με την Αγγλο Ελληνική Επιτροπή για την εξασφάλιση ενός δημοψηφίσματος στην Ελλάδα μόλις
ο πόλεμος θα τελείωνε και μου ζητούσαν να καταγράψω ορισμένους από τους
πολιτικούς παράγοντες που ανάφερα στο σήμα μου της 13ης του ίδιου μήνα. Ο
ιστός της ελληνικής Πολιτικής άρχιζε ήδη αμετάκλητα να υφαίνεται γύρω από τις
δραστηριότητές μας, και ο πολιτικός ορίζοντας φαινόταν ήδη να προμηνά θύελλα.

7. ΣΧΕΔΙΑ ΓΙΑ ΔΙΕΥΡΥΝΣΗ
Ο Νατ έφυγε για το Στρατηγείο του Άρη στη Ρούμελη στις 11 Ιανουαρίου. Είχε
μαζί του ένα μακρύ γράμμα μου για τον Άρη όπου του εξηγούσα πώς είχαν τα
πράγματα με τις ρίψεις. Τον πληροφορούσα ότι είχα ζητήσει από το Κάιρο ένα
αεροπλάνο με εφόδια για τις ομάδες του και ότι μόλις κανόνιζε το πεδίο των
ρίψεων, μπορούσε να συνεννοηθεί ο ίδιος μαζί τους, διαμέσου του ασύρματου που
κουβαλούσε ο Νατ. Εξέφραζα επίσης την ελπίδα ότι θα ερχόταν σύντομα να μ'
επισκεφθεί για να συζητήσουμε μελλοντικά σαμποτάζ, συντονίζοντας έτσι τις
δραστηριότητές του με τις απαιτήσεις του Αρχηγείου της Μέσης Ανατολής.
Στο Ημερολόγιό μου εκείνης της μέρας, σημειώνω: «Το βράδυ είχα ελαφρό
πυρετό». Πήρα μερικά κουφέτα κινίνο και προσπάθησα να ιδρώσω, μήπως και μου
περάσει. Την άλλη μέρα, 12 Ιανουαρίου, αποχαιρέτησα τον Κρις και ξεκίνησα πάλι
για τη Σκουληκαριά όπου θα έστηνα το Στρατηγείο μου με τον Θέμη, τον Μπιλ
Τζόρνταν και τον ασύρματό μας, καθώς και με τους υπόλοιπους αξιωματικούς που
επρόκειτο να φύγουν. Ο πυρετός δεν μ' είχε αφήσει όλη τη μέρα και όταν το βράδυ
ξάπλωσα να ξεκουραστώ, σε μια βρώμικη πλίθινη καλύβα, στο φτωχό χωριό
Κλειδί, βρισκόμουν σε άσχημη κατάσταση. Οι ευγενικοί οικοδεσπότες με
περιποιήθηκαν όσο μπορούσαν και την άλλη μέρα μου έφεραν ένα μουλάρι για να
μπορέσω να συνεχίσω το ταξίδι μου. Έβρεχε δυνατά, και τον περισσότερο δρόμο
προς τη Σκουληκαριά τον πέρασα με ρίγη.
Φτάνοντας διαπίστωσα ότι ο Θέμης, ο Μπιλ Τζόρνταν και εκείνοι που θα
μπαρκάριζαν, είχαν ήδη φτάσει ερχόμενοι από τη Μεγαλόχαρη, που βρισκόταν από
την άλλη πλευρά του βουνού. Έπεσα στο κρεββάτι. Την άλλη μέρα ήμουν
χειρότερα και ο Τομ Μπάρνες έστειλε να φέρει τον γιατρό του Ζέρβα, τον δρ
ΙΙαπαχρήστο. Όταν έφτασε, μου έβαλε βεντούζες. Ένιωθα πολύ παράξενα με την
αρχαία αυτή μέθοδο θεραπείας. Μισοζαλισμένος από τον πυρετό, τους έβλεπα να
ζεσταίνουν τα στρογγυλά ποτήρια κι ύστερα να τα κολλούν ένα - ένα πάνω στο
χαραγμένο με το ξυράφι χνάρι της πλάτης μου, όπου το φουσκωμένο σάρκωμα,
συμπιεσμένο μέσα στη βεντούζα, άρχιζε να αιμορραγεί ανώδυνα, καθώς ο αέρας
γύρω του σιγά - σιγά κρύωνε.
Στις 16 Ιανουαρίου κυκλοφόρησε μια διάδοση ότι οι Ιταλοί πλησίαζαν με ισχυρές
δυνάμεις. Όπως σ' όλες τις διαδόσεις του Βουνού, στην αρχή δεν δώσαμε και σ'
αυτή σημασία, αλλά καθώς η μέρα προχωρούσε η είδηση επιβεβαιώθηκε. Μια
ισχυρή δύναμη, που προερχόταν από την Άρτα και ήταν εφοδιασμένη με όλμους,
προχωρούσε σταθερά με προφανή κατεύθυνση την προσωρινή βάση του Ζέρβα
στη Σκουληκαριά. Ο Ζέρβας έστειλε αμέσως μήνυμα μ' έναν αγγελιοφόρο όπου
μας έλεγε να επιστρέψουμε αμέσως στη Μεγαλόχαρη, γιατί στην κατάσταση που
βρίσκονταν οι δυνάμεις του δεν ήταν σε θέση να εμποδίσουν τον εχθρό να μας
πλησιάσει.
Παρόλο που δεν καταλάβαινα πολλά πράγματα όπως ήμουν, με πληροφόρησαν πως
είχα πνευμονία και πως ο γιατρός με θεωρούσε πολύ άρρωστο για να κινηθώ. Ο
νεαρός Θέμης Μαρίνος ωστόσο ήξερε ότι οι ελπίδες μου να ζήσω αν έπεφτα στα
χέρια των Ιταλών ήταν πολύ λίγες και επέμενε να με οδηγήσει σε μια ασφαλή
κρυψώνα. Από εκείνη τη στιγμή, μέχρι που τελικά ανάρρωσα, ανέλαβε προσωπικά
την ευθύνη της σωτηρίας μου.

Όταν ο εχθρός πλησίαζε σε κάποιο ορεινό χωριό, ένας μοιρολατρικός και
σιωπηλός τρόμος απλωνόταν από τη μια ως την άλλη του άκρη. Μέσα σε λίγα
λεπτά μετά την είδηση, ένα διαρκώς αυξανόμενο κύμα από άντρες, γυναίκες,
παιδιά και μουλάρια, βαρυφορτωμένα με κουβέρτες και μαγειρικά σκεύη,
σκορπίζονταν σε διάφορες κατευθύνσεις, πηγαίνοντας προς τις βουνίσιες
κρυψώνες τους που είχαν διαλέξει από πριν. Οι περισσότεροι απ' αυτούς, είχαν
ήδη μεταφέρει στις κρυψώνες τα πιο πολύτιμα πράγματά τους καθώς και
αποθέματα τροφίμων για ένα παρόμοιο ενδεχόμενο. Εκείνη την εποχή, τα
μουλάρια, απαραίτητα για τη μεταφορά των ασυρμάτων μας, των μπαταριών και
των συσσωρευτών τους, ήταν δυσεύρετα, πράγμα που μας ανάγκασε τελικά ν'
αγοράσουμε δικά μας, ώστε να μπορούμε να μετακινηθούμε όποτε θέλαμε.
Προς το παρόν πάντως χρειαζόμαστε μουλάρια και ο Θέμης, μαζί με τα αναγκαία
για τον ασύρματο, κατάφερε να βρει και ένα παραπάνω για μένα. Τυλιγμένο σε
κουβέρτες μ' ανέβασαν επάνω και, λίγο πριν ερημωθεί το χωριό, βγαίναμε από τα
τελευταία του σπίτια, αφήνοντας πίσω μας τους γέρους και τους ανάπηρους που
θεωρούνταν ασφαλείς από οποιαδήποτε ιταλική παρενόχληση. Μια ώρα αργότερα,
οι Ιταλοί έμπαιναν στα χωριό. Βρήκαν τα εφόδια του Ζέρβα και άλλες
ενοχοποιητικές αποδείξεις, που οι κάτοικοι δεν είχαν προλάβει να κρύψουν ή να
μεταφέρουν αλλού. Έκαψαν το μισό χωριό εκ θεμελίων.
Αργά εκείνο το βράδυ, συνοδευόμενος από τον Θέμη και τον γιατρό Παπαχρήστο,
έφτασα σ' ένα απομονωμένο αγροτόσπιτο, μακρυά από οποιοδήποτε
χρησιμοποιούμενο μονοπάτι. Μονάχα μια χούφτα άνθρωποι γνώριζαν το μέρος που
είχαμε καταφύγει και η πιθανότητα ανακάλυψής μας από τους Ιταλούς ήταν
ελάχιστη. Νόμιζα πως είχαμε ταξιδέψει το μεγαλύτερο μέρος εκείνης της μέρας
και ολόκληρη την προηγούμενη νύχτα, αλλά στην πραγματικότητα είχαμε καλύψει
συνολικά μόνο οχτώ περίπου ώρες ταξίδι. Με τοποθέτησαν σ' ένα άνετο, αν και
σανιδένιο, χωρίς σούστες, κρεβάτι, σ' ένα ζεστό δωμάτιο. Ξεχνώντας την
εσπευσμένη διαφυγή μου και το χρέος μου προς τον Θέμη, και εξουθενωμένος από
το ταξίδι, αμυδρά θυμάμαι ότι, καθώς σιγά - σιγά γλιστρούσα προς τον ύπνο, το
μόνο πράγμα που μ' ενδιέφερε στον κόσμο ήταν η ζεστασιά που τύλιγε το δωμάτιο
και η ανακούφιση που το άρρωστο σώμα μου εύρισκε στο κρεβάτι.
Ανάμεσα στις πρωτόγονες συνθήκες αυτών των κακοτράχαλων ελληνικών
βουνών, δεν θα περίμενε κανείς να βρει σύγχρονα φάρμακα. Κι όμως, την επόμενη
της άφιξής μου στον Ξηροπόταμο, ο Ζέρβας ανακάλυψε μερικά στο ατομικό του
«φαρμακείο» και μου τα έστειλε στην κρυψώνα μου. Ο Παπαχρήστος μου σύστησε
κάποιο απ' αυτά και από κει και πέρα άρχισα να καλυτερεύω. Ο Τομ Μπάρνες είχε
πληροφορήσει το Κάιρο για την κατάστασή μου και στις 23 του Γενάρη έφτασαν
στον κρυψώνα μας και άλλα συμπληρωματικά φάρμακα, που τα είχαν ρίξει μ'
επιτυχία και ακρίβεια την προηγούμενη νύχτα.
Η ανάρρωσή μου ήταν τόσο γρήγορη, ώστε μια βδομάδα μετά την διαφυγή μας
από τη Σκουληκαριά, σηκώθηκα από το κρεβάτι και ο γιατρός Παπαχρήστος
ξαναγύρισε στο σπίτι του, στη Μεγαλόχαρη. Στην αρχή όμως ήμουν πολύ
αδύνατος και δεν μπορούσα να περπατήσω περισσότερο από μερικά μέτρα. Καθώς
ξανάβρισκα τις δυνάμεις μου, οι μέρες περνούσαν γρήγορα, χωρίς συμβάντα και
χωρίς νέα από τον έξω κόσμο. Αλλά στις 23 Ιανουαρίου δέχτηκα την επίσκεψη δύο
αξιωματικών του Ζέρβα που πήγαιναν στην Ήπειρο για να οργανώσουν ομάδες
του ΕΔΕΣ. Μέχρι εκείνη την ημερομηνία, όπως είμαστε σε θέση να ξέρουμε από το
πρόσφατο ταξίδι μας προς τα δυτικά, δεν υπήρχαν καθόλου αντάρτικες
οργανώσεις σ' αυτή την περιοχή.

Ανυπομονούσα να ξαναβρεθώ ανάμεσα στους αξιωματικούς μου όσο γινόταν
συντομότερα, και στις 29 του Γενάρη, καθώς ήμουν πλέον αρκετά δυνατός για να
ταξιδέψω με μουλάρι, ο Θέμης κι εγώ εγκαταλείψαμε την κρυψώνα μας.
Διακόπτοντας το ταξίδι μας στη Μεγαλόχαρη για να περάσουμε τη νύχτα μας
στου Παπαχρήστου, φτάσαμε στο Μεσόπυργο, όπου βρίσκονταν ο Τομ Μπάρνες και
οι άλλοι, την επόμενη μέρα.
Στις 2 Φεβρουαρίου έφτασε από τη SOE ένα σήμα που έλεγε ότι το Γενικό
Στρατηγείο είχε δώσει διαταγή να γίνουν σαμποτάζ στους ακόλουθους, με σειρά
προτεραιότητας, στόχους:
1. Πετρέλαιο και μεταφορές πετρελαίου.
2. Μεταλλεύματα και μεταφορά μεταλλευμάτων.
3. Βιομηχανικά σαμποτάζ χωρίς επιθέσεις (δηλαδή τακτική επιβράδυνσης της
παραγωγής, σκάρτο υλικό, κλπ.).
Έστειλα αμέσως οδηγίες στον Νατ Μπάρκερ να πείσει τον Άρη να κάνει επιθέσεις
σε τραίνα και του τόνισα τη σημασία μιας συνάντησής μου με τον Άρη στο
Μεσόπυργο, μια που ακόμα ήμουν πολύ αδύνατος για να επιχειρήσω ένα ταξίδι
μέχρι το Στρατηγείο του.
Ενώ βρισκόμουν ακόμα στην ανάρρωση κι ανακτούσα λίγο -λίγο τις σωματικές
μου δυνάμεις, δεν έπαυα τις προσπάθειές μου για το μπαρκάρισμα των υπόλοιπων
αξιωματικών μου στο Κάιρο. Καθώς μάλιστα δεν ήξερα ούτε πότε, ούτε από που,
ούτε πώς θα μου έλεγε τελικά το Κάιρο να τους φυγαδεύσω, δεν μπορούσα να
τους στείλω σε καμιά μακρυνή αποστολή. Κατά συνέπεια, και παρά τις καλές τους
προθέσεις, δεν είχαν τίποτε να κάνουν, πράγμα πολύ δυσάρεστο γι' αυτούς τους
θαρραλέους ανθρώπους που είχαν έρθει εθελοντικά για την επιχείρηση του
Γοργοπόταμου και βιάζονταν να επιστρέψουν στη Μέση Ανατολή για να
συνεχίσουν το πολεμικό τους έργο. Κάθε πρόταση που έκανα στο Κάιρο, μου
επιστρέφονταν σαν μη πρακτική. Απελπισμένος έστειλα σήμα στον Κρις, (διαμέσου
του Καΐρου), λέγοντάς του να προσπαθήσει να βρει στην Αθήνα κανένα καΐκι για
να τους διώξουμε από κάποια ανατολική ακτή της Ελλάδας. Ο Κρις απάντησε ότι
αυτό ήταν απραγματοποίητο για τόσο μεγάλη ομάδα.
Στις 4 Φεβρουαρίου, ένας έλληνας αξιωματικός, ονόματι συνταγματάρχης
Σαράφης, αρχηγός μερικών ανεξάρτητων ομάδων στα βουνά της Πίνδου, έφτασε
απροειδοποίητα για να συζητήσει συνεργασία με τον Ζέρβα και να δει αν υπήρχαν
ελπίδες να προμηθευτεί εφόδια σε όπλα, πυρομαχικά και ρουχισμό από το
Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής. Παρόλο που ήταν δημοκρατικός με κάποια
φήμη, εξαιτίας της συμμετοχής του στο αντιβασιλικό κίνημα του 1935, δεν είχα
ακούσει τίποτε για λογαριασμό του μέχρι τότε. Διαφορετικά, θα είχα δώσει
μεγαλύτερη προσοχή στο μάλλον αδύνατο σαγόνι του και στο υγρό αβέβαιο
βλέμμα των γαλάζιων ματιών του, παρά στην αετίσια μύτη του, το στρατιωτικό
μουστάκι και τα ίσια, κοντοκομμένα, ελαφρόγκριζα μαλλιά του που του έδιναν
επιφανειακά μια αποφασιστική εμφάνιση. Στητός, με μέση σωματική διάπλαση και
ύψος, ανάμεσα στα σαράντα και στα πενήντα και ντυμένος με μια φθαρμένη
στρατιωτική στολή, μου έδωσε την εντύπωση πως ήταν ένας αξιόπιστος
στρατιωτικός.
Ο Σαράφης μου είπε ότι είχε φύγει πρόσφατα από την Αθήνα για να οργανώσει ένα

ανεξάρτητο αντάρτικο κίνημα στη βόρεια Πίνδο, σε συνεργασία με τον
ταγματάρχη Κωστόπουλο για τον οποίο είχα ήδη ακούσει ότι ήταν αρχηγός μιας
ανεξάρτητης ομάδας σ' εκείνη την περιοχή. Παρόλο που κατόπιν ανακάλυψα ότι
είχε διατελέσει μέλος του ΕΛΑΣ, ο Σαράφης με άφησε να πιστέψω ότι είχε τις ίδιες
απόψεις με τον Ζέρβα πάνω στο θέμα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.
Απάντησα ότι δεν μου άρεσε η ιδέα ενός ακόμη Κινήματος Αντίστασης με
διαφορετικά και πάλι πολιτικά κίνητρα στην Ελλάδα και ότι θα ήθελα όλες τις
ομάδες απολιτικές, στρατιωτικά ενοποιημένες και ανεπιφύλακτα υπό τις διαταγές
του Γ.Σ. Μέσης Ανατολής.
Ο Σαράφης συμφώνησε και προχώρησε περισσότερο: αν ο στρατηγός Πλαστήρας
μπορούσε να επιστρέψει στην Ελλάδα, θα ήταν ένας ιδανικός αρχηγός για την
ενοποίηση των ομάδων σε καθαρά εθνική βάση.
Εντυπωσιάσθηκα αμέσως από την ιδέα σχηματισμού «Εθνικών Ομάδων». Ύστερα
από εμπεριστατωμένη συζήτηση, ο Σαράφης και ο Ζέρβας συμφώνησαν με την
πρότασή μου να ζητήσουμε από τη SOE Καΐρου να ενισχύσει στο μάξιμουμ δυνατόν
όλες τις μη πολιτικές «Εθνικές Όμάδες» σ' ολόκληρη την Ελλάδα (όπου υπήρχαν
και όπου μπορούσαν να σχηματισθούν), και όταν θα ήταν αρκετά δυνατές, να
καλέσουν τον ΕΛΑΣ να προσχωρήσει στο εθνικό αυτό Κίνημα. Ο Ζέρβας αποφάσισε
από κει και πέρα να κάνει το κίνημά του απολιτικό.
Την άλλη μέρα, με την υπόσχεση ότι θα φρόντιζα για τις αεροπορικές ρίψεις που
θα γίνονταν στην περιοχή που σχημάτιζε τις ομάδες του, ο Σαράφης έφυγε για να
επιστρέψει στο Βορρά. Είπε πως σε λίγες μέρες θα μου έστελνε τη συγκεκριμένη
τοποθεσία που ήθελε να γίνουν οι ρίψεις.
Πρόσφατα επίσης είχα ανταλλάξει ένα σήμα με το Κάιρο, σχετικά με κάποιον
ταγματάρχη Ψαρρό, ο οποίος ήταν ο εκλεγμένος στρατιωτικός διοικητής ενός
Δημοκρατικού Κινήματος Αντιστάσεως των Αθηνών που ονομαζόταν ΕΚΚΑ, ήτοι
Εθνικόν Κοινωνικόν Κίνημα Απελευθερώσεως. Μικρές ομάδες του ΕΚΚΑ υπήρχαν
ήδη στα βουνά του Παρνασσού. Προς το παρόν, ο Ψαρρός, που είχε έντονες
πολιτικές τάσεις, βρισκόταν στην Αθήνα. Η SOE ήθελε να μάθει αν συμφωνούσα
να συζητήσω μαζί του και, αν ναι, τι καθήκοντα νόμιζα πως θάπρεπε να του
ανατεθούν. Οι συζητήσεις μου με τον Σαράφη ταίριαζαν μ' αυτό το σχέδιο. Θα
καλούσαμε τον Ψαρρό να μπει στο σχήμα των «Εθνικών Ομάδων».
Στο μεταξύ ο Νατ Μπάρκερ με πληροφόρησε ότι οι πρόσφατες ρίψεις εφοδίων
στον Άρη και η δική του παρουσία κοντά του, έδειχναν να έχουν ευνοϊκά
αποτελέσματα και ότι ο Άρης φαινόταν διατεθειμένος να συνεργαστεί μαζί μας.
Ύστερα απ' αυτό, στο σήμα μου της 8ης Φεβρουαρίου για τις «Εθνικές Ομάδες»,
ζητούσα από το Κάιρο να συνεχίσει τις ρίψεις του στον Άρη για όσο διάστημα θα
εκτελούσε τις οδηγίες μας. Ζήτησα έναν βρετανό αξιωματικό και σύνδεση με τον
ασύρματο για τον Σαράφη και Ψαρρό. Τους μεταβίβασα τη γνώμη του Σαράφη και
του Ζέρβα για το ρόλο που θα μπορούσε να παίξει ο Πλαστήρας αν έφευγε από τη
Γαλλία. Τόνισα επίσης ότι τόσο ο Σαράφης όσο και ο Ζέρβας ήταν υπέρ του
ελέγχου της Αντίστασης από το βουνό παρά από την Αθήνα. Πρόσθεσα ότι
επιφυλασσόμουν να πω την τελική μου γνώμη πάνω στο θέμα αυτό ώσπου να
επιστρέψει ο Κρις από την Αθήνα.
Τρεις μέρες αργότερα έλαβα μια ολόψυχη επιδοκιμασία από τη SOE για το σχέδιο

των «Εθνικών Ομάδων». Απέρριπταν όμως την πρόταση ότι ο Πλαστήρας θα
μπορούσε να γίνει αρχηγός τους, με το επιχείρημα ότι ήταν υπερβολικά
χρωματισμένος σαν δημοκράτης. Πίστευαν ότι η ενοποίηση θα μπορούσε να
επιτευχθεί καλύτερα αν επιμέναμε στους εθνικούς σκοπούς της οργάνωσης και αν
δρούσαμε στρατιωτικά σε συνδυασμό με τις άλλες δυνάμεις της Μέσης Ανατολής.
Μ' αυτό συμφωνούσα απόλυτα.
Την ίδια μέρα που είχα στείλει το αρχικό μου σήμα για τις Εθνικές Ομάδες, είχε
φτάσει ένα σήμα από το Κάιρο το οποίο με πληροφορούσε ότι ο ταγματάρχης
Σέπαρντ, μ' ένα διερμηνέα κι έναν ασυρματιστή, είχαν πέσει στις αντάρτικες
ομάδες της περιοχής του Ολύμπου όπου, απ' όσο ήξερα, οι μόνες ομάδες που
υπήρχαν ανήκαν στον ΕΛΑΣ. Παρόλο που δεν υπήρχε πρόσφατη συνεννόηση μεταξύ
SOE Καΐρου και εμού, δεδομένου ότι η αρχική μου πρόθεση δεν ήταν να παραμείνω
στην Ελλάδα, είχαν υποσχεθεί στον Κρις ότι δεν θα έστελναν άλλες ομάδες
βρετανών αξιωματικών στην Ελλάδα χωρίς προηγούμενη έγκρισή του. Όπως και
νάναι, το μόνο που εγώ ο ίδιος τους είχα πει πρόσφατα ήταν πως η πολιτική
κατάσταση στην Ελλάδα ήταν λεπτή ακόμα και, εν αναμονή μιας συμφωνίας
μεταξύ Ζέρβα, Άρη και εμού σχετικά με την κατανομή της ρίψεως των εφοδίων,
τους είχα ζητήσει να μη στείλουν τίποτε στην Ελλάδα, που να έχει οποιαδήποτε
σχέση με στρατιωτικούς σκοπούς, χωρίς την έγκρισή μου.
Όταν ζήτησα από το Κάιρο περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τον Σέπαρντ,
μου είπαν ότι βρισκόταν πράγματι με ομάδες του ΕΛΑΣ, αλλά ότι δεν θα τελούσε
υπό τις διαταγές μου, ούτε θα είχε σχέση μαζί μου. Αυτό μ' έκανε μάλλον να τα
χάσω γιατί είχα ήδη υποβάλει στο Κάιρο μια ορισμένη και — αναγκαία —
προοδευτική γραμμή προσέγγισης για την ενσωμάτωση του ΕΛΑΣ στο σχήμα των
«Εθνικών Ομάδων» που είχαμε προτείνει. Επιπλέον, τα άλλα Κινήματα
Αντίστασης, με τη νέα αυτή αποστολή βρετανικής ομάδας σε περιοχή του ΕΑΜ, θα
έβγαζαν το συμπέρασμα ότι ο ΕΛΑΣ είχε την πλήρη υποστήριξη και ηθική
συμπαράσταση των Συμμάχων. Τις επόμενες λίγες μέρες, απανωτά γεγονότα,
περισσότερο επείγοντα, με απέσπασαν εντελώς απ' αυτό το θέμα.
Πραγματικά, την άλλη μέρα, έφτασε ένα σήμα που μας αναστάτωσε: ο Προμηθέας,
ο κύριος πράκτοράς μας στην Αθήνα, είχε συλληφθεί από τους Γερμανούς. Ένιωσα
αληθινή ευγνωμοσύνη και ανακούφιση για τις τέσσερις τελευταίες λέξεις του
σήματος: «Ο Κρις είναι ασφαλής».
Οι Ιταλοί είχαν τώρα αρχίσει δραστήριες ενέργειες για να βγάλουν τον Ζέρβα από
τη βουνίσια του ασφάλεια. Προς μεγάλη του ευχαρίστηση, κυκλοφορούσαν μια
επικήρυξη που πρόσφερε αμοιβή τριακοσίων πενήντα εκατομμυρίων — δηλαδή
15.000 χρυσές λίρες εκείνη την εποχή — για το κεφάλι του.
Κάθε βράδυ πυκνά σύννεφα κάλυπταν ολόγυρα τα βουνά. Όταν ο καιρός δεν ήταν
τόσο κακός σε μας, υπήρχε συνήθως ένα «μέτωπο ψύχους» μεταξύ Ελλάδας και
Βόρειας Αφρικής που εμπόδιζε την προσέγγιση των αεροπλάνων. Μέσα σ' εκείνο
το μήνα μόνο τέσσερις ρίψεις εφοδίων κατάφεραν να γίνουν. Στο μεταξύ, οι
ομάδες του Ζέρβα βρίσκονταν σε συνεχή δράση εναντίον του εχθρού και, παρόλο
που είχαν καταφέρει να τον κρατήσουν μακρυα από τις καλυμμένες πλέον με χιόνι
βουνίσιες διαβάσεις, κινδύνευαν να μείνουν χωρίς πυρομαχικά. Έστειλα απανωτά
σήματα στο Κάιρο, αλλά κανένα από τα αιτήματά μας δεν ήταν δυνατό να
ικανοποιηθεί. Μερικές φορές η κατάσταση γινόταν κρίσιμη. Κρύβαμε τότε τα μη
αναγκαία μας πράγματα, είχαμε πρόχειρα τα μουλάρια (συχνά ολόκληρες μέρες),
και είμαστε έτοιμοι να κινηθούμε μόλις δινόταν το σύνθημα.

Στις αρχές του Φλεβάρη είχαμε μεταφέρει προληπτικά το Στρατηγείο μας από τον
Μεσόπυργο σ' ένα μικρό χωριό, στο Αυλάκι, τρεις ώρες προς τα νότια. Το ποτάμι
του Αχελώου, φουσκωμένο αυτή την εποχή, κυλούσε λίγο προς τα δυτικά των δύο
αυτών χωριών! Δεν υπήρχε τρόπος να διασχίσουμε τον Αχελώο από τον
Μεσόπυργο, σε περίπτωση που ο εχθρός κατάφερνε να προσεγγίσει στα λημέρια
μας από την Άρτα, ενώ από το μέρος του Αυλακιού, σε σαράντα λεπτά απόσταση,
υπήρχε μια τούρκικη γέφυρα που μας επέτρεπε να κινηθούμε προς τα δυτικά.
Μόνο μια μέρα μετά την μετακόμισή μας μια ιταλική δύναμη κατάφερε να
ξεγελάσει τον Ζέρβα: μερικές μονάδες αλπινιστών πέτυχαν να πλευροκοπήσουν
τις πιο βόρειες θέσεις του και μπήκαν στη Μεγαλόχαρη πριν προφτάσει να τους
αναχαιτίσει. Στο λίγο χρόνο που κράτησαν το χωριό, έκαψαν εικοσιπέντε σπίτια,
μεταξύ των οποίων και το σπίτι του γιατρού Παπαχρήστου.
Σε δυο ώρες το εμπρηστικό τους έργο είχε συντελεσθεί κι έφυγαν πριν να
εμφανισθούν οι αντάρτες του Ζέρβα, αλλά η ζημιά, δυστυχώς, είχε γίνει. Το μόνο
παρηγορητικό σημείο εκείνης της μέρας ήταν η άφιξη ενός αγγελιοφόρου που μας
πληροφόρησε ότι ο Κρις βρισκόταν στο δρόμο της επιστροφής του από την Αθήνα.
Λίγες μέρες αργότερα, έμαθα ότι το Καρπενήσι, μια σχετικά σημαντική κωμόπολη
της Κεντρικής Ρούμελης, είχε εκκενωθεί από την ιταλική φρουρά της (δυο
χιλιάδες άντρες) και ότι ο ΕΛΑΣ την είχε καταλάβει χωρίς να ρίξει τουφεκιά. Αυτό
ήταν ένα πραγματικά ενθαρρυντικό σημείο των καιρών που έδειχνε ότι οι Ιταλοί
δεν είχαν πολλές δυνάμεις, ότι ενίσχυαν τις ουσιαστικές φρουρές των γραμμών
επικοινωνίας του Άξονα, και ότι ετοιμάζονταν να αφήσουν το υπόλοιπο έδαφος
στους αντάρτες.
Στις 20 Φεβρουαρίου ο Κρις, κατάκοπος αλλά πάντα ακατάβλητος, έφτασε στο
Αυλάκι. Ολόκληρη η ιστορία του ταξιδιού του στην Αθήνα, οι συναντήσεις του με
την Κ.Ε. του ΕAM και μερικούς από τους έξι Έλληνες συνταγματάρχες, η
θαυμαστή διαφυγή του όταν ο Προμηθέας συνελήφθη και η κατοπινή του
φυγάδευση από το ΕΑΜ, θ' απαιτούσαν από μόνα τους μισό βιβλίο. Με πραγματικό
θάρρος και μ' ένα συνδυασμό τύχης και σωστού υπολογισμού των συνθηκών,
κατάφερε να φέρει σε πέρας μια από τις πιο δύσκολες και επικίνδυνες αποστολές.
Η πρώτη απόπειρα του Κρις να συναντήσει τους έξι Έλληνες συνταγματάρχες
υπήρξε ανεπιτυχής: εκείνοι δεν μπόρεσαν να πάνε στο ραντεβού που του είχαν
δώσει. Αργότερα συναντήθηκε με δυο απ' αυτούς.3 Διαπίστωσε ότι πολύ λίγα
πράγματα γνώριζαν για τα Κινήματα Αντίστασης και ελάχιστες πρακτικές ιδέες
είχαν για την καθοδήγησή τους. Φαίνονταν να μην αντιλαμβάνονται και πολύ την
αντάρτικη ζωή των βουνών. Ο Κρις όχι μονάχα επιβεβαίωνε την εντύπωσή μου ότι
θα ήταν αδύνατο τα Κινήματα Αντίστασης να κατευθύνονται από την Αθήνα, αλλά
πρόσθετε ότι κανένας από τους δύο αξιωματικούς που είχε συναντήσει δεν ήταν
κατάλληλος ν' αναλάβει καθήκοντα στο Βουνό. Και οι δύο, είπε ο Κρις, απέκλειαν
τον κίνδυνο του εμφυλίου πολέμου, πιστεύοντας ότι μετά την κατάρρευση της
Ιταλίας, η Ελλάδα θα ενσωμάτωνε τους αντάρτες στις γραμμές του τακτικού
στρατού για να διώξει τους Γερμανούς από την Ελλάδα. Είχαν τη γνώμη ότι ο
δικός τους ρόλος ήταν να προετοιμάσουν τον πυρήνα αυτού του νέου εθνικού
στρατού και δεν συμπαθούσαν αυτά τα «τσιμπήματα καρφίτσας» — όπως τ'
αποκαλούσαν — του Ζέρβα και του Άρη, παρά το γεγονός ότι οι ίδιοι δεν είχαν
συμβάλει καθόλου στη δημιουργία των αντάρτικων κινημάτων. Η γνώμη του Κρις
ήταν ότι οι έξι συνταγματάρχες θα ήταν περισσότερο χρήσιμοι όταν θ'
απελευθερωνόταν η Ελλάδα.

Από τα πέντε μέλη της Κ.Ε. του ΕΑΜ που συνάντησε, ο Κρις διαπίστωσε ότι τα δύο
τουλάχιστον ήταν κομμουνιστές: ο Γεώργιος Σιάντος, ο τότε Γενικός Γραμματέας4
του Ελληνικού Κομμουνιστικού Κόμματος, και ο Αντρέας Τζήμας, βουλευτής
κάποτε Μακεδονίας του ΚΚΕ. Υιοθετούσαν προφανώς το Χάρτη του Ατλαντικού
που έδινε στην Ελλάδα το δικαίωμα καταρχήν για ένα δημοψήφισμα σχετικά με το
Πολιτειακό και κατόπιν για κοινοβουλευτικές εκλογές. Εξέφρασαν τον φόβο ότι η
βρετανική κυβέρνηση, κάτω από την πίεση των Ελλήνων βασιλοφρόνων, θα
αποκαθιστούσε τον βασιλιά και δεν θα επέτρεπε διεξαγωγή δημοψηφίσματος.
Σχετικά με τις παραστρατιωτικές δραστηριότητες, έδειχναν πολύ πρόθυμοι να
συνεργαστούν με το Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής, με την προϋπόθεση ότι θα
είχαν τον έλεγχο των Κινημάτων Αντίστασης. Εξέφρασαν την επιθυμία να
στείλουν αντιπρόσωπους στη Μέση Ανατολή για να συζητήσουν αμοιβαία σχέδια
για το μέλλον.
Ο Κρις είχε στείλει μια πλήρη αναφορά στο Κάιρο από τις συναντήσεις του αυτές
στην Αθήνα, μ' έναν από τους βοηθούς του Προμηθέα. Του είχε δώσει τις
περισσότερες από τις χρυσές λίρες που είχε απάνω του εκείνη τη στιγμή, ώστε να
μπορέσει να ναυλώσει ένα καΐκι και να ξεφύγει από τη Γκεστάπο που βρισκόταν
στα ίχνη του. Μερικούς μήνες αργότερα μάθαμε ότι η αναφορά αυτή χάθηκε ή
καταστράφηκε· πάντως, ποτέ δεν έφτασε στο Κάιρο. Ευτυχώς, μια σύνοψή της
στείλαμε με τον ασύρματο μια μέρα μετά την επιστροφή του Κρις. Πρόσθεσα ένα
υστερόγραφο υποστηρίζοντας έντονα την επιθυμία του ΕΑΜ να στείλει
αντιπροσώπους στη Μέση Ανατολή και τους έλεγα να κανονίσουν τις
λεπτομέρειες κατευθείαν με την Κεντρική Επιτροπή των Αθηνών, διαμέσου του
ασυρμάτου τους που είχε ήδη αποκαταστήσει επαφή.
Οι μέρες μετά την επιστροφή του Κρις στο Αυλάκι ήταν γεμάτες απρόοπτα. Το
ίδιο το βράδυ της επιστροφής του, ένα αεροσκάφος μας έριξε εφόδια καθώς κι
έναν ασυρματιστή για μας. Την άλλη μέρα ο Ζέρβας αναχώρησε για να διευθύνει,
προσωπικά, επιχειρήσεις εναντίον των Ιταλών, οι οποίοι, καθώς το νέο φεγγάρι
προχωρούσε στο πρώτο του τέταρτο, ετοιμάζονταν για μια καινούργια απόπειρα
να τον εκτοπίσουν, μαζί με τους αντάρτες του, από τα βουνά.
Οι περισσότεροι από τους μισούς άντρες του Ζέρβα ήταν οπλισμένοι με τουφέκια
Μάνλιχερ. Τα τουφέκια αυτά, ύστερα από σχετική άδεια, κατασκευάζονταν στην
Ελλάδα για τον ελληνικό στρατό. Παρόλο που τα ιταλικά τουφέκια έπαιρναν
πυρομαχικά του ιδίου μεγέθους, το Κάιρο δεν ήταν σε θέση να μας προμηθεύσει
αρκετά. Αυτό σήμαινε ότι για νάχουν επαρκή πυρομαχικά οι άντρες και να
μπορούν να δράσουν, έπρεπε να εφοδιαστούν με διαφορετικά όπλα. Αλλά τα όπλα
που μας έστελναν από το Κάιρο ήταν ανάποδα στη συσκευασία και μονάχα
ογδόντα απ' αυτά (με επαρκή πυρομαχικά) μπορούσαν να φορτωθούν και να
μεταφερθούν από ένα αεροσκάφος. Ο επανοπλισμός κατά συνέπεια ήταν μια
διαδικασία που χρειαζόταν καιρό, και όταν άρχισαν οι νέες αυτές επιχειρήσεις, οι
αντάρτες του Ζέρβα βρίσκονταν με λιγότερες από πενήντα σφαίρες ο καθένας,
δεδομένου ότι είχαν ξοδέψει τις υπόλοιπες σε προηγούμενες αψιμαχίες με τον
εχθρό. Τριάντα έξι ώρες αργότερα, ο Ζέρβας μου έστελνε μια απελπισμένη
έκκληση για περισσότερα πυρομαχικά. Αλλά δεν χρειάζονταν μόνο περισσότερα
πυρομαχικά· χρειάζονταν και περισσότερα όπλα με πυρομαχικά, και αυτόματα. Με
τον ασύρματό μας σε «διαρκή επαγρύπνηση», μήπως και χρειαστεί να διασχίσουμε
τον Αχελώο για ν' αποφύγουμε τον εχθρό, έστελνα απανωτά σήματα στο Κάιρο.
Τις επόμενες λίγες μέρες η RAF κατάφερε, παρά τις κακές καιρικές συνθήκες, να
στείλει τρία αεροσκάφη, που έσωσαν κυριολεκτικά την κατάσταση.
Εκείνη την εποχή τ' αεροσκάφη της Μέσης Ανατολής ξεκινούσαν ακόμη από

βάσεις της περιοχής του Δέλτα. Οι μόνοι κατάλληλοι τύποι αεροπλάνων, για το
μακρύ ταξίδι της Ελλάδας και τανάπαλιν, ήταν τα LIBERATORS από τα οποία
υπήρχαν —άγνωστο σε μένα εκείνη την εποχή — μονάχα τέσσερα για «ειδικές
επιχειρήσεις». Τα τέσσερα αυτά αεροπλάνα έπρεπε να εφοδιάζουν τον
Μιχαήλοβιτς στην Γιουγκοσλαβία κι εμάς. Καθώς μάλιστα ένα απ' αυτά τα
τέσσερα βρισκόταν σχεδόν πάντα εν πτήσει, δεν έμεναν παρά μονάχα τρία για τις
επιχειρήσεις. Δεν είναι συνεπώς ν' απορεί κανείς που το Κάιρο αδυνατούσε να
καλύψει τις απαιτήσεις μας.
Στις 20 Φεβρουαρίου οι Ιταλοί, κρίνοντας προφανώς ότι αρκετά είχαν κάμει το
καθήκον τους, αποσύρθηκαν. Αναπνεύσαμε πάλι με ανακούφιση. Την άλλη μέρα,
καινούργιες μακριές οδηγίες άρχισαν να φτάνουν με τον ασύρματο από τη SOE
Καΐρου. Μέχρι την επόμενη είχαμε λάβει ολόκληρο το σήμα και το
αποκρυπτογραφήσαμε. Άρχιζε μ' έναν κατάλογο των παρασήμων που απονέμονταν
σ' εκείνους που είχαν πάρει μέρος στην επιχείρηση του Γοργοπόταμου. Ο Τομ
Μπάρνες, ο Άρθουρ Έντμοντς, ο Ντένις Χάμσον και ο λοχαγός του Ζέρβα Μιχάλης
έπαιρναν το παράσημο M.C.· ο Ζέρβας και ο Άρης 5 το Ο.Β.E.· ο Κρις κι εγώ το
D.S.O.· και ο αγαπητός Μπάρμπα - Νίκος το Μ.Β.Ε. Χαρήκαμε όλοι για το
τελευταίο αυτό παράσημο. Προσωπικά λυπήθηκα που στον Τομ δεν είχε δοθεί το
D.S.O. για τις θαυμάσιες και πολύ σημαντικές υπηρεσίες του στην επιχείρηση.
Τους είχα ζητήσει να του το δώσουν. Ο Ζέρβας ήταν πολύ ευχαριστημένος με την
παρασημοφόρησή του.
Σε συνέχεια, το σήμα μας πληροφορούσε ότι πρόθεση των Συμμάχων ήταν να
καταλάβουν την Σικελία μόλις ο εχθρός θα άρχιζε ν' αποσύρεται από την Τυνησία.
Ταυτόχρονα με αυτό (η υπογράμμιση δική μου), το Στρατηγείο της Μέσης
Ανατολής θα χτυπούσε τα Δωδεκάνησα με σκοπό να σπάσει τον «σιδερένιο κλοιό»
που έφραζε τους δρόμους προσέγγισης στη Νότιο Ελλάδα και να προετοιμάσει
ενδεχόμενη επίθεση στο κύριο έδαφός της. Ο βασικός αντικειμενικός σκοπός μιας
επίθεσης στα Δωδεκάνησα θα ήταν η απόσπαση στρατού, αεροπορίας και
ναυτικού από τη Νότια Ιταλία και τη Ρωσία προς τα Βαλκάνια. Ακόμα κι αν η
επίθεση στην πρώτη περίπτωση περιοριζόταν στα Δωδεκάνησα, θα μπορούσε
πιθανόν να εξελιχθεί σε μια εισβολή στην κυρίως Ελλάδα ή να επισπεύσει τη
γενική υποχώρηση των στρατευμάτων του Άξονα. Υπολογιζόταν ότι η επίθεση στα
Δωδεκάνησα δεν θα λάβαινε χώρα πριν απ' τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου.
Οποιαδήποτε ημερομηνία πάντως κι αν καθοριζόταν, με προειδοποιούσαν ότι ο
εχθρός θα αντιμετώπιζε προφανώς το ενδεχόμενο μιας επίθεσης τουλάχιστον δύο
μήνες πριν αυτή να λάβει χώρα. Θάπρεπε κατά συνέπεια να περιμένουμε ότι γύρω
στον Ιούνιο θ' άρχιζαν να κατεβαίνουν προς το Νότο γερμανικά στρατεύματα και
αεροπορία για ν' αντικαταστήσουν ή να ενισχύσουν τους Ιταλούς, ιδιαίτερα στο
Αιγαίο και στα νησιά της Δωδεκανήσου.
Μου έλεγαν να είμαι έτοιμος για τρεις πιθανές περιπτώσεις:
1. Σε περίπτωση απόβασης στην ηπειρωτική Ελλάδα : να παρενοχλώ τις
εχθρικές γραμμές επικοινωνίας και γενικά να υποστηρίξω τα σχέδιο της
απόβασης.
2. Αν τα στρατεύματα του Άξονα επιχειρήσουν γενική υποχώρηση από
την Ελλάδα ή πέσουν σε δυσμένεια :6 να τους κάνουμε επιθέσεις, να τους
παρενοχλούμε και να τους καταδιώκουμε.
3. Αν δεν συμβεί τίποτε από τα παραπάνω:
παραπάνω να είμαστε έτοιμοι αργότερα,

και στην κατάλληλη στιγμή, να προωθήσουμε ένα γενικό, οργανωμένο και
συντονισμένο ξεσηκωμό.
Για την εκπλήρωση των σχεδίων οποιασδήποτε απ' αυτές τις πιθανότητες, μου
έλεγαν να οργανώσω, να ασκήσω και να εξοπλίσω αντάρτες σ' ολόκληρη την
Ελλάδα, όσο γινόταν συντομότερα και μέχρι του σημείου που θα μου επέτρεπε το
υλικό που θα με προμήθευε η Μέση Ανατολή. Με διέτασσαν να δώσω ιδιαίτερη
προσοχή στην Πελοπόννησο, στην Αττική και στη Νότια Πίνδο. Μου ζητούσαν να
τους πληροφορήσω ποιο κατά την άποψή μου θα ήταν το μάξιμουμ των εδαφικών
περιοχών που θα μπορούσα να ελέγχω αποτελεσματικά. Η SOE Καΐρου έλεγε πως
μπορούσε να στείλει Καταδρομείς, κατευθείαν ελεγχόμενους από τη Μέση
Ανατολή, σε οποιαδήποτε περιοχή δεν μπορούσα να καλύψω αποτελεσματικά.
Οι οδηγίες συνέχιζαν τονίζοντας ότι ένα από τα πιο επείγοντα καθήκοντά μου
ήταν να ετοιμάσω αντάρτες που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε
οποιαδήποτε στιγμή για την διενέργεια σαμποτάζ στις συγκοινωνίες του εχθρού,
αν η υποστήριξη της Συμμαχικής στρατηγικής το καθιστούσε αναγκαίο. Ιδιαίτερα
μας τόνιζαν να είμαστε έτοιμοι να παρεμποδίσουμε τις ενισχύσεις του Άξονα και
τη σταθεροποίησή τους. Στο μεταξύ, οι αντάρτες θα χρησιμοποιούνταν για
σαμποτάζ στην παραγωγή και την μεταφορά χρωμίου και νίκελ. Μου σύστηναν
όμως να μην εμπλακούμε σε σοβαρά σαμποτάζ τώρα, ζημιώνοντας έτσι τις
μακροπρόθεσμες ετοιμασίες μας για το καλοκαίρι.
Η SOE έλεγε ότι θα μας προμήθευε με όπλα, πυρομαχικά και εκρηκτικά, όσο
περισσότερο μπορούσε, μέσα στους επόμενους τρεις μήνες και θα κατένειμε αυτό
το υλικό σύμφωνα με το σχέδιό μου. Η έλλειψη LIBERATORS και η απρόβλεπτη
καθυστέρηση από την Αγγλία αποστολής αεροπλάνων Χάλιφαξ για την
αντικατάστασή τους ήταν πιθανό ωστόσο να επιβραδύνει την πυκνότητα των
διαθέσιμων ρίψεων. Το σχέδιο για τον εφοδιασμό των ανταρτών σε όλη την
Ελλάδα ήταν το ακόλουθο: Μάρτιος, οχτώ ρίψεις· Απρίλιος, δώδεκα· Μάιος,
δεκάξι·' Ιούνιος και οι επόμενοι μέχρι τον χειμώνα, είκοσι τέσσερις. Ο αριθμός
αυτός ρίψεων ήταν φυσικά εκείνος που θα επιχειρούσαν να πραγματοποιήσουν και
όχι αναγκαστικά εκείνος που θα κατόρθωναν να πραγματοποιήσουν.
Σε περίπτωση που οι χρονολογικοί στόχοι θα άλλαζαν, εξαιτίας άλλων
ευρωπαϊκών γεγονότων, θα με κρατούσαν ενήμερο. Ζητούσαν να τους πω τη
γνώμη μου και, εν ευθέτω χρόνω, το σχέδιό μου. Κλείνοντας το σήμα, μου έλεγαν
να κάνω προσπάθειες να συνδεθώ με τα Κινήματα Αντίστασης της Αλβανίας και
της Σερβίας.
Είχαμε τώρα μπροστά μας πολλή δουλειά πράγματι. Κατάλαβα πως θα μας
χρειάζονταν αρκετοί μήνες για να συγκεντρώσουμε τα αναγκαία εκρηκτικά και το
πρόσθετο βρετανικό προσωπικό, το οποίο, υποστηριζόμενο από τους αντάρτες, θα
επιχειρούσε τα εκτεταμένα σαμποτάζ που μας ζητούσαν μέσα σε τρεις έως έξι
μήνες. Συγκέντρωσα όλους τους αξιωματικούς μου, ακόμα κι εκείνους που
περίμεναν να μπαρκάρουν, και τους μίλησα για τα νέα μας καθήκοντα. Τους
εξήγησα ότι τώρα είχε ουσιαστική σημασία, προς το συμφέρο της γενικής
πολεμικής προσπάθειας, να παραμείνουν στην Ελλάδα. Έλπιζα, εντελώς ειλικρινά,
ότι θα προσφέρονταν να μείνουν ώσπου να εκπληρώσουμε το έργο μας. Και
πραγματικά, έχοντας κάτι συγκεκριμένο μπροστά τους να κάμουν, προσφέρθηκαν
να παραμείνουν.
Σκυμμένος πάνω από μεγάλους χάρτες της Ελλάδας, κάτω απ' το φως ενός

κεριού, χώρισα τις βουνίσιες περιοχές σε τμήματα, σύμφωνα με τα μέχρι τότε
γνωστά στοιχεία, κι αφού μελέτησα μια ολόκληρη μέρα το πρόβλημα, έστειλα το
σχέδιό μου στο Κάιρο.
Αποφάσισα να διαιρέσω τα βουνά της Ελλάδας σε τέσσερα τμήματα, που το
καθένα θα υπαγόταν σ' έναν αντισυνταγματάρχη. Ο Τομ Μπάρνες θ' αναλάβαινε
την Ήπειρο, ο Άρθουρ Έντμοντς, τη Ρούμελη, ο Σέπαρντ (που θάμπαινε τώρα κάτω
από τις διαταγές μου), τον Όλυμπο και ο Νικ Χάμοντ (που μόλις είχε φτάσει), τη
Μακεδονία. Ο Κρις, που μέχρι τότε ήταν σύνδεσμος του Ζέρβα, θα γινόταν
υποδιοικητής μου και την προηγούμενη θέση του θα την έπαιρνε ο Θέμης. Κάθε
ανώτερος βρετανός σύνδεσμος αξιωματικός θα είχε υπό τις διαταγές του έναν
αριθμό από άλλους βρετανούς συνδέσμους αξιωματικούς με ασύρματο και ο
αριθμός αυτός θα εποίκιλε σύμφωνα με την τοποθεσία, τους στόχους και τον
αριθμό των ομάδων της περιοχής του. Ο Τζων Κουκ θα στελνόταν στην Αλβανία
για νάρθει σ' επαφή με την αλβανική Αντίσταση.
Ρωτούσα τη SOE (Καΐρου) αν μπορούσε ν' αναλάβει την Πελοπόννησο και
προσφερόμουν να στείλω προσωρινά εκεί τον Ντένις Χάμσον. Αλλά, ακόμα και
χωρίς την Πελοπόννησο, τόνιζα πως θα χρειαζόμουν πολύ περισσότερους
αξιωματικούς και ασυρμάτους, προκειμένου να καλύψω τις διάφορες ομάδες που
δεν είχαν ακόμα βρετανούς μαζί τους.
Λίγες μέρες αργότερα μάθαινα ότι το σχέδιό μου γινόταν δεκτό και άρχισα να το
βάζω σ' εφαρμογή.

8. ΤΟ EAM - ΕΛΑΣ ΔΙΕΚΔΙΚΕΙ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ
ΗΜΟΥΝ ΠΛΕΟΝ αρκετά δυνατός για να επιχειρήσω ταξίδια με ποδαρόδρομο πάλι.
Στις 7 Μαρτίου, καθώς ετοιμαζόμουν να κάνω μια επίσκεψη στον Άρη, στην
Ανατολική Ρούμελη, και στον Ψαρρό, στα βουνά του Παρνασσού, έφτασε ένας
αγγελιοφόρος από τα βόρεια με ανησυχητικές ειδήσεις. Ο Σαράφης, ο
Κωστόπουλος, και όλοι οι αξιωματικοί τους είχαν πιαστεί αιχμάλωτοι από μερικές
ομάδες του ΕΛΑΣ. Μερικοί από τους άντρες του Κωστόπουλου, που είχαν
λιποτακτήσει από τον ΕΛΑΣ και πήγαν μαζί του, είχαν εκτελεσθεί επιτόπου. Οι
υπόλοιποι, αυτοί που αρνήθηκαν να προσχωρήσουν στον ΕΛΑΣ, είχαν αφοπλισθεί
και είχαν διωχτεί να πάνε στα χωριά τους.
Στην αρχή δεν ήθελα να το πιστέψω. Αλλά, μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες, ένας
από τους αξιωματικούς του Κωστόπουλου,ονόματι Βλάχος, έφτασε στο Αυλάκι με
μερικούς από τους επιζήσαντες, διαλύοντας πλέον κάθε αμφιβολία.
Λίγες βδομάδες νωρίτερα, πριν ο Σέπαρντ που ήταν στον Όλυμπο τεθεί υπό τις
διαταγές μου, είχα ακούσει ότι μια δύναμη του ΕΛΑΣ από διακόσιους με
τριακόσιους άντρες, με επικεφαλής κάποιον Κόζακα, είχαν περάσει από τον
Όλυμπο στη βόρεια Πίνδο με σκοπό να οργανώσουν κι εκεί ομάδες. Μόλις έλαβα
τις νέες οδηγίες από το Κάιρο, έστειλα σήμα στον Σέπαρντ διαμέσου του Καΐρου
να σταματήσει τις παροχές υλικού προς τον ΕΛΑΣ γιατί θα μας ήταν απαραίτητο
για τις σαμποταριστικές ενέργειες που θα επιχειρούσαμε στην περιοχή του
Ολύμπου στο άμεσο μέλλον. Ήταν όμως πολύ αργά για να προληφθεί η ρήξη
ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και τις ομάδες του Σαράφη.
Λίγο μετά το φτάσιμό του στην Πίνδο, ο Κόζακας είχε έρθει σ' επαφή με τον
Σαράφη, προφασιζόμενος ότι ήθελε να ενωθεί μαζί του. Στις 4 Μαρτίου, ο
Σαράφης και οι αντάρτες του έκαναν μια φιλοφρονητική επίσκεψη στο χωριό που
είχε καταλύσει ο Κόζακας με τις ομάδες του για να γιορτάσουν την υπογραφή της
συμφωνίας για συνεργασία. Την ίδια νύχτα, οι άντρες του Κόλακα, χωρίς καμιά
προειδοποίηση, είχαν μπει στα σπίτια που κοιμόντουσαν οι άντρες του Σαράφη και
τους είχαν αφοπλίσει όλους χωρίς να πέσει τουφεκιά. Μονάχα ο Βλάχος και οι
λίγοι που ήταν μαζί του είχαν διαφύγει.
Έστειλα αμέσως ένα έντονο σήμα στο Κάιρο, με εντολή να μεταβιβαστεί στην Κ.Ε.
του ΕΑΜ και όπου τους διέταζα ν' απολύσουν τον Σαράφη και τους αξιωματικούς
του και να επιστρέψουν τα όπλα στους αντάρτες του. Ώσπου να γίνει αυτό,
σύστηνα στο Κάιρο να μη στείλει εφόδια στον ΕΛΑΣ σε κανένα μέρος της Ελλάδας.
Ο Ζέρβας με παρακαλούσε να του επιτρέψω να βαδίσει προς το Βορρά και να
χτυπήσει τον Κόζακα, αλλά του σύστησα, εν ονόματι του Γενικού Στρατηγείου, να
μην επιτρέψει σε κανέναν από τους άντρες του να περάσει τον Αχελώο. Στο
μεταξύ κυκλοφορούσαν φήμες ότι ο Κόζακας βάδιζε προς το Νότο και ότι οι
αψιμαχίες ανάμεσα στις ομάδες του ΕΔΕΣ και του ΕΛΑΣ, στην περιοχή που ο
Ζέρβας θεωρούσε σαν δική του, γίνονταν κάθε μέρα συχνότερες. Αν επρόκειτο να
προλάβω τον εμφύλιο πόλεμο στα βουνά, έπρεπε να λάβω άμεσα μέτρα. Γιατί,
παρόλο που ο Ζέρβας, με τους καλύτερα πειθαρχημένους αντάρτες του (ένεκα
των αξιωματικών που διέθετε), θα μπορούσε ενδεχομένως να κατανικήσει
οποιαδήποτε δύναμη ήταν σε θέση να του αντιτάξουν εκείνη την εποχή το ΕΑΜ ΕΛΑΣ, μια τέτοια σύγκρουση δεν θα είχε μονάχα σαν αποτέλεσμα μια σοβαρή

ανάσχεση των Κινημάτων Αντίστασης, αλλά θα ματαίωνε πιθανόν και την
εκτέλεση των σχεδίων μας για τα εκτεταμένα σαμποτάζ των αρχών του
καλοκαιριού.
Στις 8 Μαρτίου, την ημέρα που έλαβα την επιβεβαίωση για τα έκτροπα του ΕΛΑΣ,
έστειλα σήμα στο Κάιρο όπου έλεγα ότι το ΕΑΜ είχε φαίνεται αποφασίσει ότι
έφτασε η ώρα για το ξεκαθάρισμα των εμποδίων που θα επέτρεπε την
εγκαθίδρυση κομμουνιστικού καθεστώτος με το τέλος του πολέμου. Τόνιζα ότι ο
Ζέρβας είχε δείξει μέχρι τότε μεγάλη υπομονή απέναντι στο ΕΑΜ. Αν το ΕΑΜ
αρνιόταν ν' ακολουθήσει, ο Ζέρβας, πρόσθετα, ήταν έτοιμος, με την πλήρη
συμπαράσταση και αναγνώριση της Μέσης Ανατολής, ν' αναλάβει όλες τις
στρατιωτικές δυνάμεις, θεωρούσα ότι τα ημίμετρα ίσως να οδηγούσαν τελικά σε
εμφύλιο πόλεμο και —κατ' επέκταση— σε απώλεια κάθε παραπέρα βοήθειας της
Ελλάδας στην πολεμική προσπάθεια των Συμμάχων.
Τις επόμενες λίγες μέρες, τα σήματα ανάμεσα σε μένα και το Κάιρο ακολουθούσαν
το ένα τ' άλλο. Η SOE επέμενε ότι δεν έπρεπε να κόψω οριστικά τις σχέσεις μου με
το ΕΑΜ. Μου επαναλάμβαναν τα τηλεγραφήματα που τους έστελνε ο Σέπαρντ από
την περιοχή του Ολύμπου για τον χαρακτήρα του ΕΑΜ. Οι περιγραφές αυτές ήταν
συνταγμένες με τους πιο λαμπρούς όρους. Ο ΕΛΑΣ δεν είχε «κανένα πολιτικό
σκοπό» και ήταν «καθαρά στρατιωτικό Κίνημα Αντίστασης». Οι αντάρτες δεν
συζητούσαν πολιτικά. Οι αρχηγοί τους δεν ανταγωνίζονταν και δεν ήθελαν να
έρθουν σε σύγκρουση με καμιά από τις άλλες οργανώσεις των βουνών. Το ΕΑΜ
ήταν αυθεντική οργάνωση που είχε σχηματισθεί για να ελευθερώσει την Ελλάδα,
ενώνοντας για το σκοπό αυτό όλα τα κόμματα, από τους κομμουνιστές μέχρι τους
βασιλόφρονες.
Ο Σέπαρντ, συνέχιζε το Κάιρο, ανάφερε ότι ο Σαράφης ήταν ύποπτος για
συνεργασία με τους Ιταλούς. Ήταν συνεπώς ευνόητο ότι οι ομάδες του ΕΛΑΣ, που
είχαν αφοπλίσει πρόσφατα τους αντάρτες του Σαράφη και απειλούσαν τώρα τον
Ζέρβα, πολεμούσαν όχι για τους κομμουνιστές αλλά με την ψευδαίσθηση ότι
χτυπούσαν προδότες. Στην περίπτωση που οι ηγέτες του ΕΛΑΣ πολεμούσαν για τον
κομμουνισμό, το γεγονός αυτό το απέκρυπταν από τους αντάρτες τους.
Σ' ένα άλλο του σήμα το Κάιρο άφηνε σχεδόν να εννοηθεί ότι είχα αντιστρέψει τα
πράγματα και ότι οι ομάδες του ΕΛΑΣ στα σύνορα της περιοχής του Ζέρβα είχαν
πιθανόν υποκινηθεί από τον Ζέρβα να δράσουν εναντίον του. Απάντησα
κατηγορηματικά ότι κατά τη γνώμη μου κάτι είχαν πάθει τα μάτια του Σέπαρντ,
ότι είχα πεισθεί πως το ΕΑΜ ελεγχόταν από τους κομμουνιστές και ότι οι αρχηγοί
του είχαν σαν απώτερο σκοπό τους, με τη βοήθεια των δυνάμεων του ΕΛΑΣ, να
βγάλουν απ' τη μέση κάθε άλλη ανταγωνιστική αντιστασιακή δύναμη στα Βουνά,
μια για πάντα.
Το Κάιρο ισχυρίσθηκε κατόπιν ότι οι πληροφορίες που είχε στη διάθεσή του, σε
σχέση με το ΕΑΜ, έδειχναν ότι αυτό ήταν απόρροια της συγχώνευσης δύο μπλοκ,
των Κομμουνιστών και των Σοσιαλιστών, και ότι υπήρχαν βάσιμες ενδείξεις ότι τα
δύο αυτά μπλοκ είχαν διασπασθεί ή επρόκειτο να διασπασθούν. Καθώς μάλιστα
ήταν πολύ πιθανό ότι οι Σοσιαλιστές θα ενώνονταν με τις «Εθνικές Ομάδες» που
θα συστήναμε, με διέταζαν να προσπαθήσω να τους αποσπάσω από τους
Κομμουνιστές. Η SOE θεωρούσε βασικό στοιχείο την εξεύρεση μιας διεξόδου από
την παρούσα κρίση, έστω κι αν γινόταν προσπάθεια από μέρους των
κομμουνιστών να βάλουν το ΕΑΜ κάτω από τον πλήρη έλεγχό τους.

Στις 9 Μαρτίου, ύστερα από υπόδειξη του Κρις και με σκοπό να ξεκαθαριστεί η
ατμόσφαιρα στο Κάιρο, ο Ζέρβας έστειλε με τον ασύρματο ένα χαιρετιστήριο
μήνυμα νομιμοφροσύνης προς τον έλληνα βασιλιά και την κυβέρνηση.
Την άλλη μέρα, επανέλαβα στο Κάιρο ότι ήμουν πεπεισμένος πως, τόσο σε σχέση
με τα προσεχή μας στρατιωτικά συμφέροντα, όσο και με τα μακροπρόθεσμα
πολιτικά τοιαύτα στην Ελλάδα, θάπρεπε να πάρουμε αποφασιστικά μέτρα. Είχα
μεγάλες ελπίδες, πρόσθετα, πως αν ακολουθούσαμε μια σταθερή γραμμή, όχι
μονάχα θα προλαβαίναμε τον εμφύλιο πόλεμο, αλλά ότι θα πείθαμε τελικά και τον
ΕΛΑΣ να μας βοηθήσει στρατιωτικά στο μέλλον. Δήλωνα ότι ο Ζέρβας δεν
επρόκειτο να κηρύξει ανοιχτή σύγκρουση με το ΕΑΜ χωρίς την πλήρη
συγκατάθεση των Συμμάχων και τόνιζα στην SOE τη μεγάλη σημασία που απέδιδα
στην απάντηση της Κ.Ε. του ΕΑΜ στο τελεσίγραφό μας, το οποίο συμπέραινα 7 πως
είχαν ήδη διαβιβάσει στην Αθήνα. Είχα τη γνώμη ότι οποιαδήποτε αργοπορία στη
λήψη τελικής απόφασης, πιθανόν να οδηγούσε στην καταστροφή.
Στο μεταξύ ο Βλάχος, με τους δώδεκα αντάρτες του, βρισκόταν ακόμη μαζί μας
στο Αυλάκι. Ήταν μια ομάδα ανθρώπων που είχαν χάσει το ηθικό τους και ήθελα
πάρα πολύ να τους δώσω να κάνουν κάτι χρήσιμο. Ο Ντένις, που προοριζόταν για
τη συγκρότηση των «εθνικών ομάδων» στην Πελοπόννησο, βρισκόταν επίσης
κοντά μου, περιμένοντας ανυπόμονα έναν οδηγό. Πιστεύοντας ότι η Κ.Ε. του ΕΑΜ
θα διέτασσε τελικά την αποκατάσταση των ομάδων του Σαράφη, αποφάσισα να
στείλω τον Ντένις, μαζί με το Βλάχο και την ομάδα του, πάλι στην Βόρεια Πίνδο
να προκαλέσουν την αγέρωχη δράση του ΕΛΑΣ και να περιμένουν το αεροσκάφος
που θα έριχνε τα εφόδια για τον Σαράφη σε λίγες μέρες. Καταλάβαινα πως το
παιχνίδι ήταν ριψοκίνδυνο, αλλά πίστευα πως άξιζε τον κόπο.
Την άλλη μέρα, 12 Μαρτίου, επικοινώνησα πάλι με το Κάιρο. Τους τόνισα ότι οι
ηγέτες του ΕΑΜ φαίνονταν να θεωρούν τα εγγλέζικα όπλα σαν μέσα για την
εξασφάλιση του ελέγχου τους στην Ελλάδα, κατά πρώτο λόγο, και μόνο
δευτερευόντως σαν μέσα για την ενίσχυση της πολεμικής προσπάθειας. Το
γεγονός ότι όλοι εμείς πολεμούσαμε τον Φασισμό που ήταν ο εχθρός τους, τύχαινε
απλώς να τους συμφέρει. Η μεγάλη πλειοψηφία των ανταρτών του ΕΛΑΣ, συνέχιζα,
δεν διέφερε από εκείνους του ΕΔΕΣ, αλλά αγνοώντας τους σκοπούς των
κομμουνιστών αρχηγών τους, υποδούλωναν (στα τυφλά τον εαυτό τους να
υπακούουν σ' έναν όρκο που η παράβασή του σήμαινε θάνατο. Μετά την
απελευθέρωση της Ελλάδας, πίστευα ότι πρόθεση των ηγετών του ΕΑΜ ήταν να
σχηματίσουν κυβέρνηση από το ΕΑΜ. Υπογράμμιζα το γεγονός ότι το ΕΑΜ θα
επιχειρούσε να κερδίσει χρόνο με απατηλές συγνώμες για την πρόσφατη
υπολογισμένη συμπεριφορά τους. Πίστευα ότι το πρόσφατο μήνυμα του Ζέρβα
προς τον έλληνα βασιλιά και την κυβέρνηση ήταν ειλικρινές. Η Ελλάδα, τόνιζα,
βρισκόταν τώρα χωρισμένη σε δυο στρατόπεδα: το ένα αμφίβολα και το άλλο
ειλικρινά πιστό προς τους Βρετανούς. Με όση λεπτότητα μπορούσα, υπέδειχνα ότι
η πολιτική που ακολουθούσε τώρα το Κάιρο, προσπαθώντας, με την υποστήριξή
του προς το ΕΑΜ, ν' αποσπάσει από το Κίνημα τα πιο μετριοπαθή στοιχεία,
πιθανόν να έκανε αμφίβολη την πίστη αμφοτέρων των μερίδων, γιατί η κάθε μια
θα δυσφορούσε που βοηθούσαμε την άλλη. Ζητούσα επείγουσα επιβεβαίωση της
πολιτικής τους πριν φύγω για την ανατολική Ρούμελη στις 14 Μαρτίου.
Πήρα απάντηση την άλλη μέρα. Οι παράγοντες του Καΐρου είχαν «πολύ
ενδιαφερθεί» για το περιεχόμενο του σήματός μου. Βρετανικοί και ελληνικοί
παράγοντες καθώς και πρόσφατοι φυγάδες επιδοκίμαζαν την προοπτική των
«εθνικών ομάδων» και έλεγαν ότι ήταν όχι μονάχα προτιμότερη αλλά και εφικτή.
Δεν μου έδιναν όμως παραπέρα οδηγίες ή το δικαίωμα να επιβάλω τα απαραίτητα

εκείνη τη στιγμή αυστηρά μέτρα εναντίον του ΕΑΜ. Την ίδια μέρα έλαβα ένα σήμα
που έλεγε ότι μια αποστολή του ΕΑΜ ετοιμαζόταν να μεταβεί στο Κάιρο και ότι,
αν επιθυμούσε να συνεχίσει για το Λονδίνο, θα μπορούσε να το κάνει.
Την άλλη μέρα, τα πράγματα χειροτέρεψαν. Ο Ζέρβας μπήκε στο μικρό του
δωμάτιο τρέμοντας από θυμό. Στα χέρια του κρατούσε ένα γράμμα.
«Διάβασε αυτό στον Ταξίαρχο», είπε στον Κρις, που στεκόταν δίπλα του.
Ο Κρις διάβασε ένα τραχύ και απειλητικό τελεσίγραφο του Κόζακα που
κατηγορούσε τον Ζέρβα ότι είχε δώσει καταφύγιο σε μερικούς άντρες του Σαράφη
(προφανώς στον Βλάχο και την ομάδα του που ήδη είχαν φύγει πάλι προς τα
βόρεια), και τον διέτασε να του τους παραδώσει αμέσως. Αν αρνιόταν να το
κάμει, ο Κόζακας θα τον χτυπούσε και «θα τον έριχνε, μαζί με όλες του τις
δυνάμεις, στη θάλασσα».
Εκείνο το βράδυ, 14 Μαρτίου, μη έχοντας λάβει άλλες περισσότερο θετικές
οδηγίες και καταλαβαίνοντας ότι θα ήταν δύσκολο να συγκρατήσουμε άλλο τον
Ζέρβα, ο Κρις κι εγώ αποφασίσαμε να πάρουμε την πρωτοβουλία και να δράσουμε
μόνοι μας, λαβαίνοντας όσο ήταν δυνατόν υπόψη τις επιθυμίες των παραγόντων
του Καΐρου και τις προηγούμενες οδηγίες τους. Μέχρι αργά τη νύχτα είχαμε
καταστρώσει ένα γραφτό σχέδιο που αργότερα έγινε γνωστό σαν «Η Πρώτη
Στρατιωτική Συμφωνία των Ελληνικών Δυνάμεων Αντιστάσεως με την Μέση
Ανατολή». Αν και κατόπιν τροποποιήθηκε εν μέρει, το αρχικό κείμενο ήταν το
ακόλουθο :
«1. Όλες οι αντάρτικες ομάδες, για στρατιωτικούς λόγους, θα ονομάζονται του
λοιπού «Εθνικές Ομάδες» και οι Σύμμαχοι θα χρησιμοποιούν μονάχα αυτόν τον
τίτλο.
2. Η Ελλάδα χωρίζεται σε τέσσερις περιοχές. Ένας ικανός αρχηγός, ύστερα από
αμοιβαία συμφωνία του Ταξιάρχου Έντυ, αντιπροσώπου του Γ.Σ. της Μέσης
Ανατολής, και των Ελλήνων, θα διορίζεται στρατιωτικός διοικητής της κάθε
περιοχής. Κάθε διοικητής θα είναι προσωπικά υπεύθυνος για κάθε στρατιωτική
απόφαση στην περιοχή του. Όλες οι «Εθνικές Ομάδες» της ίδιας περιοχής θα
υπάγονται στη δικαιοδοσία του στρατιωτικού διοικητή και θα συνεργάζονται
πλήρως μαζί του.
3. Οι «Εθνικές Ομάδες» μιας περιοχής δεν θα εισέρχονται στην περιοχή των
άλλων παρά μονάχα με αμοιβαία συμφωνία των στρατιωτικών τους διοικητών.
4. Οι «Εθνικές Ομάδες» μιας περιοχής θα βοηθούν πλήρως τις ομάδες μιας άλλης,
όταν αυτό ζητηθεί από τον ενδιαφερόμενο διοικητή ή από το Γ.Σ. της Μέσης
Ανατολής διαμέσου του στρατιωτικού του Συνδέσμου.
5. Απαγορεύεται στα μέλη των «Εθνικών Ομάδων» να συζητούν πολιτικά
δημοσίως. Κάθε μέλος είναι ελεύθερο να έχει τις πολιτικές του απόψεις.
6. Απαγορεύεται η βάρβαρη συμπεριφορά εναντίον οποιουδήποτε από μέλη των
«Εθνικών Ομάδων». Κανένας δεν εκτελείται χωρίς τακτική δίκη και πριν ο
Βρετανός στρατιωτικός σύνδεσμος της περιοχής ενημερωθεί πλήρως επί των
γεγονότων.

7. Κάθε Έλληνας αντάρτης ο οποίος, μέχρι την υπογραφή της παρούσης
συμφωνίας από τους προηγούμενους επίσημους αρχηγούς του, έχει μεταπηδήσει
σε άλλη «Εθνική Ομάδα», άμνηστεύεται πλήρως.
8. Όλοι οι Έλληνες που θα στρατολογούνται στο μέλλον, θα είναι ελεύθεροι να
εκλέξουν την «Εθνική Ομάδα» που επιθυμούν να ενταχθούν.
9. Εάν, κατά τη γνώμη του Βρετανού Στρατιωτικού Συνδέσμου, υπάρξει παράβαση
των όρων της ανωτέρω Συμφωνίας, το Γ.Σ. Μέσης Ανατολής θα διατάξει αμέσως
την αναστολή εφοδιασμού με πολεμικό υλικό, μέχρι την άρση της παραβάσεως.
10. Οι όροι της παρούσης συμφωνίας πρέπει να δημοσιευθούν από τον Τύπο των
Κινημάτων Αντιστάσεως, να διαβαστούν σε όλους τους αντάρτες και να
αναγνωρισθούν από το Γ.Σ. Μέσης Ανατολής».
Με λίγα λόγια, ήταν μια συμφωνία που σκόπευα να την υποβάλω σε όλες τις
ομάδες των βουνών της ελεύθερης Ελλάδας, ώστε να έχουν δικαίωμα προμήθειας
υλικού από τους Συμμάχους. Καθαυτή ήταν απλή: οι υπογράφοντες αναλάβαιναν
την υποχρέωση να επιτρέπουν σε όλες τις ομάδες, σ' οποιαδήποτε οργάνωση κι αν
ανήκαν, να υπάρχουν και να διεξάγουν επιχειρήσεις εναντίον του εχθρού,
σύμφωνα με τις οδηγίες που θα έπαιρναν από το Αρχηγείο της Μέσης Ανατολής
διαμέσου εμού ή κάποιου από τους αξιωματικούς μου. Από την άλλη μεριά θα
έπαιρναν όπλα, πυρομαχικά και άλλα υλικά από τους Συμμάχους, στα μέτρα των
δυνατοτήτων τους. Κάναμε μερικά αντίγραφα της Συμφωνίας. Ο Κρις πήρε ένα για
το Ζέρβα κι ένα άλλο θα το μεταδίδαμε στο Κάιρο κατά την επαφή μας την
επόμενη μέρα.
Έγραψα ένα μικρό μήνυμα για το Κάιρο, πληροφορώντας τους για το υβριστικό
και απειλητικό τελεσίγραφο που είχε στείλει ο Κόζακας στον Ζέρβα και
αναφέροντάς τους μια είδηση, σύμφωνα με την οποία μια δύναμη του ΕΛΑΣ, από
αρκετές εκατοντάδες άντρες, κατευθυνόταν απ' όλα τα μέρη της Θεσσαλίας προς
την περιοχή του Ζέρβα. Παρόλο που είχα πεισθεί ότι το ΕΑΜ επεδίωκε ν'
αποχτήσει πλήρη κομμουνιστικό έλεγχο τώρα, τους πρότεινα να αναχαιτίσουμε
τις τωρινές ομάδες του ΕΛΑΣ που προχωρούσαν, μ' ένα τελεσίγραφο που θα
βασιζόταν στις δικές τους υποδείξεις. Πίστευα πως οι όροι του τελεσιγράφου
αυτού θα γίνονταν δεκτοί από τον Ζέρβα και ότι θα επιμέναμε να υπογράψει την
ίδια συμφωνία. Ζήτησα τη συγκατάθεσή τους για την υιοθέτηση του τίτλου
«Εθνικές Ομάδες» για όλους τους αντάρτες, από κει και πέρα, και τη βοήθειά
τους τόσο στο υλικό επίπεδο, όσο και στο επίπεδο της προπαγάνδας από το BBC,
γι' αυτές και για κανέναν άλλο.
Μόλις μεταδόθηκε το μήνυμα, εγώ κι ο Θέμης ξεκινήσαμε. Στην τσέπη μου
κουβαλούσα αρκετά αντίγραφα της «Στρατιωτικής Συμφωνίας». Σκόπευα να
συναντήσω τον Κόζακα και άλλους αρχηγούς ομάδων και να τους καταφέρω να
την υπογράψουν. Δεν είχα πολύ χρόνο στη διάθεσή μου για να σώσω τη ζωή του
Σαράφη και των αξιωματικών του. Ίσως μάλιστα και να είχα αργήσει.

9. Η ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΣΑΡΑΦΗ
Το δεύτερο απόγευμα του ταξιδιού μας προς τα βόρεια, καθώς βαδίζαμε πάνω σ'
ένα χιονοσκέπαστο μονοπάτι κοντά στο χωριό Μεσούντα, πέσαμε πάνω σε μια
ομάδα πέντε ανταρτών. Φορούσαν το γνωστό σήμα του ΕΛΑΣ στα καπέλα τους.
Έμοιαζαν να έχουν ένα μάλλον ένοχο ύφος και ο Θέμης μου ψιθύρισε στα αυτί:
«Φυλάνε το δρόμο και παρακολουθούν να μην περάσουν κι άλλοι αντάρτες του
Σαράφη προς τον Ζέρβα».
Η υπόθεση του Θέμη αποδείχτηκε σωστή. Λίγα μέτρα παραπέρα, έξω απ' το
χιονοσκεπασμένο μονοπάτι, υπήρχε ένας άλλος αντάρτης, πρινηδόν αυτή τη φορά,
και με το όπλο του στραμμένο προς το μονοπάτι που βαδίζαμε.
Περάσαμε τη νύχτα στο Μυρόφιλο. Ο γιατρός του χωριού, στο σπίτι του οποίου
κοιμηθήκαμε, μου είπε ότι ο διευθυντής του σχολείου τους, όπως και πολλών
άλλων χωριών στα βουνά, ήταν ανώτερο τοπικό στέλεχος του ΕΑΜ, αλλά υπήρχε
σημαντική διάσταση γνωμών στο χωριό όσον αφορά τα Κινήματα Αντιστάσεως
και μόνο λίγοι νέοι υποστήριζαν το ΕΑΜ, ενώ οι μεγαλύτεροι ήταν εναντίον του.
Σχημάτισα την εντύπωση ότι οι περισσότεροι από τους κατοίκους αυτής της
περιοχής ήταν βασιλόφρονες, αλλά δεν ήθελαν να το παραδεχτούν μπροστά σ' ένα
ξένο. Έμαθα ότι ο Ντένις και ο Βλάχος βρίσκονταν σ' ένα μέρος που το έλεγαν
Μεσοχώρα, και καθώς θα περνούσα από εκεί κοντά την άλλη μέρα, έστειλα ένα
μήνυμα με το τηλέφωνο ζητώντας του να με συναντήσει καθ' οδόν. Είχαμε βαδίσει
εντατικά όλη εκείνη τη μέρα και είχαμε καλύψει μια σημαντική απόσταση από το
νότιο άκρο της Θεσσαλικής πεδιάδας όπου υπολογίζαμε πως θα βρίσκαμε τις
κύριες ελασίτικες ομάδες του Κόζακα. Ανυπομονούσα να βρεθώ μια ώρα αρχύτερα
πρόσωπο με πρόσωπο μαζί του, γιατί η κάθε ώρα που περνούσε μπορεί να σήμαινε
πως έφτανα πολύ αργά όχι μονάχα για να σώσω τη ζωή του Σαράφη, του
Κωστόπουλου και των αξιωματικών τους, αλλά και να προλάβω καμιά
ανεπανόρθωτη ενέργειά του να επιτεθεί στον Ζέρβα.
Ξεκινήσαμε νωρίς το άλλο πρωί. Ένιωθα τα μέλη μου μουδιασμένα, εξαιτίας της
πρώτης σοβαρής μου πορείας μετά την αρρώστια που είχα περάσει. Ανεβαίνοντας
ολοένα τα 6.000 πόδια ενός από τα πιο κακοτράχαλα, αλλά και πιο όμορφα βουνά
της Πίνδου, κατεβήκαμε τελικά στο μικρό χωριό Βαθύρεμα, που φώλιαζε σ' ένα
μικρό φαράγγι λίγες εκατοντάδες πόδια αποκάτω μας. Εδώ συναπαντήθηκα με τον
Ντένις. Του έδωσα ένα αντίγραφο της Στρατιωτικής Συμφωνίας και του είπα να
βάλει το Βλάχο να το υπογράψει.
Ξεκινήσαμε πάλι με τον Θέμη νωρίς το πρωί της 17ης και αργά το απόγευμα
φτάναμε στην Πόρτα, ένα μεγάλο χωριό στους πρόποδες των βουνών, στη
νοτιοδυτική άκρη του Θεσσαλικού κάμπου.
Η απροσδόκητη είσοδός μου στο χωριό προκάλεσε δυνατή συγκίνηση. Οι κάτοικοι
είχαν προφανώς να δουν βρετανό αξιωματικό από την αποχώρησή μας το 1941
και με υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό. Μέσα σε λίγα λεπτά όλοι οι άνθρωποι είχαν
βγει στους δρόμους και διαλύθηκαν τελικά μονάχα όταν ένας αξιωματικός του
ΕΛΑΣ με πλησίασε και με ρώτησε τι γύρευα εκεί. Του εξήγησα με λίγα λόγια ποιος
ήμουν και του είπα πως ήθελα να έρθω σ' επαφή με τον Κόζακα αμέσως — εκείνη
τη νύχτα αν ήταν δυνατόν. Με ρώτησε αν ο Κόζακας με περίμενε και του
απάντησα αρνητικά. Μου είπε ότι ο Κόζακας βρισκόταν εν κινήσει (αλλά όχι

μακρυά από την πεδιάδα) και ότι θα έπαιρνε ένα άλογο και θα πήγαινε να δει που
ακριβώς ήταν. Μόλις ανακάλυπτε σε ποιο χωριό θα περνούσε τη νύχτα, θα γύριζε
πίσω για να με πάρει.
Δυο - τρεις ώρες αργότερα ένας άλλος έφιππος αξιωματικός του ΕΛΑΣ έμπαινε
τρέχοντας στο χωριό και μέσα σε λίγα λεπτά ο Θέμης κι εγώ ανεβαίναμε στα
άλογα που μας έδωσαν και τον ακολουθήσαμε καλπάζοντας ελαφρά, μέσα στο
σκοτάδι που πύκνωνε, κατευθυνόμενοι προς τα βορειοανατολικά. Λίγο μετά τις
εννιά φτάναμε στη Βαρυμπόπη, εφτά περίπου μίλια έξω από την ανοιχτή κι
απροστάτευτη πεδιάδα. Με συνόδεψαν αμέσως στο σπίτι που ο Κόζακας φάνηκε να
παραξενεύεται πολύ με την παρουσία μου.
Μπήκα κατευθείαν στο θέμα της επίσκεψής μου. Τον ρώτησα που βρίσκονταν ο
Σαράφης και οι αξιωματικοί του και του ζήτησα, εν ονόματι του Γ.Σ. που με είχε
εξουσιοδοτήσει να εξοπλίσω τις ομάδες του, να τους απολύσει αμέσως. Ο
Κόζακας αποκρίθηκε ότι μόλις χθες είχε πάρει διαταγή να στείλει τους
αξιωματικούς αυτούς με συνοδεία στη Ρούμελη, όπου επρόκειτο να δικασθούν σαν
συνεργάτες του εχθρού. Τον ρώτησα ποιος του είχε δώσει αυτή τη διαταγή. «Ο
Καραγιώργης, ο αρχηγός του ΕΑΜ Κεντρικής Ελλάδας», αποκρίθηκε. «Τον
περιμένω εδώ από μέρα σε μέρα».
Τον ρώτησα αν είχε αποδείξεις ενάντια στον Σαράφη και στους άλλους. «Πολλές»,
είπε. Ζήτησα να τις δω ή να τις ακούσω. Είπε πως μπορούσε να μου προσφέρει
αναμφισβήτητα τεκμήρια ότι ο Σαράφης είχε επαφές με τους Ιταλούς στα
Τρίκαλα. Αρνήθηκα να το πιστέψω μέχρι να τα δω. Υποσχέθηκε να μου τα φέρει,
αλλά ούτε αυτός, ούτε κανένας άλλος το έκανε. Πολύ αργότερα, ωστόσο, έμαθα
ότι η κατηγορία στηριζόταν στο γεγονός ότι μια οργάνωση των Αθηνών, που είχε
εγγυηθεί για τις πρώτες δραστηριότητες του Σαράφη στο Βουνό, συνήθιζε να
επικοινωνεί μαζί του διαμέσου του έλληνα Δημάρχου των Τρικάλων, Σαράντη, ο
οποίος, όπως ήταν φυσικό, είχε δοσοληψίες με τον εχθρό.
Εξήγησα κατόπιν στον Κόζακα τα αρνητικά αποτελέσματα που οι απειλές του
ενάντια στον Ζέρβα θα μπορούσαν να έχουν απέναντι στον κοινό εχθρό. Ο
Κόζακας ρώτησε τι άλλο μπορούσε να κάνει, αφού ο Ζέρβας έκρυβε αντάρτες του
Σαράφη που υπήρξαν συνεργάτες του Καταχτητή. Του απάντησα ότι ο Ζέρβας δεν
έκρυβε κανέναν αντάρτη του Σαράφη και ότι ο Βλάχος και οι λίγοι άντρες που
είχαν ζητήσει καταφύγιο στον Ζέρβα, είχαν ξαναγυρίσει ήδη για ν' ανασυντάξουν
τις ομάδες τους στη βόρεια Πίνδο. Υπογράμμισα το γεγονός ότι το Αρχηγείο της
Μέσης Ανατολής προγραμμάτιζε έναν διαρκώς αυξανόμενο αριθμό αεροσκαφών
για τον εφοδιασμό των ανταρτών με όπλα και ότι όχι μονάχα αυτός, αλλά
οποιαδήποτε ομάδα του ΕΛΑΣ, δεν θα έπαιρνε τίποτε, αν χτυπούσαν τον Ζέρβα ή
τις ομάδες άλλης οργάνωσης στο Βουνό. Τράβηξα από την τσέπη μου ένα
αντίγραφο της «Στρατιωτικής Συμφωνίας», λέγοντας ότι θα ήμουν πολύ ευτυχής
να ζητήσω από την Μέση Ανατολή να τον εφοδιάσει με οπλισμό, αν δεχόταν να
δώσει καταρχήν πίσω τα όπλα στους άντρες του Σαράφη και εν συνεχεία να
υπογράψει τη Συμφωνία και να την τηρήσει.
Ο Κόζακας απάντησε πως λυπάται, αλλά ήταν αργά για να δώσει πίσω τα όπλα. Οι
περισσότεροι από τους αντάρτες του Σαράφη είχαν ήδη προσχωρήσει εθελοντικά
στις γραμμές του ΕΛΑΣ. Εκείνοι που είχαν δείξει απροθυμία για κάτι τέτοιο, είχαν
αφοπλισθεί και είχαν διωχτεί για τα χωριά τους. Τα όπλα τους είχαν ήδη
μοιρασθεί στους δικούς του άντρες και δεν μπορούσε φυσικά να τους τα πάρει
πίσω. Αυτό θα ήταν ύβρη για ανθρώπους που ήξεραν να τα κρατούν.

Ο Κόζακας διάβασε κατόπιν προσεχτικά τη «Στρατιωτική Συμφωνία». Πριν
φύγουμε απ' το Αυλάκι, ο Κρις είχε μεταφράσει ορισμένα αντίγραφα στα ελληνικά.
Όταν τελείωσε, παρατήρησε: «Δεν υπάρχει τίποτε παράλογο σ' αυτή». Του ζήτησα
να την υπογράψει. Απάντησε αμέσως πως δεν μπορούσε να το κάνει, χωρίς την
έγκριση του Καραγιώργη.
«Είμαι όμως έτοιμος να την τηρήσω καταρχήν», πρόσθεσε, «κι αν, όπως είπατε,
είναι αλήθεια ότι ο Ζέρβας δεν δίνει καταφύγιο σε άντρες του Σαράφη, θα στείλω
αύριο εντολή στις ομάδες μου ν' αποσυρθούν από την περιοχή του».
Ο Κόζακας με κατηγόρησε κατόπιν ότι έδινα άνιση προτεραιότητα στην υλική
υποστήριξη του Ζέρβα σε σύγκριση μ' αυτά που έδινα στον ΕΛΑΣ. «Ορίστε», είπε
«το στρατηγείο σας τόχετε σ' αυτόν, όλοι σας οι αξιωματικοί είναι μαζί του. Γιατί
αργήσαμε τόσο να σας δούμε;».
Καθώς η νύχτα προχωρούσε, του διηγήθηκα τα γεγονότα από την επιχείρηση του
Γοργοπόταμου και δώθε. Του είπα ότι σκοπός μας ήταν να μείνουν μόνο ο Θέμης
και ο Κρις στην Ελλάδα και οι υπόλοιποι να μπαρκάρουμε. Του αφηγήθηκα το
ταξίδι μας στις δυτικές ακτές και την πρόσφατη ασθένειά μου, καθώς και ότι είχα
στείλει ένα σύνδεσμο αξιωματικό και εφόδια στον Άρη, μόλις κατάφερα να
ταχτοποιήσω αυτό το θέμα. Τόνισα επίσης ότι ο Σέπαρντ βρισκόταν ήδη μερικές
βδομάδες με τον ΕΛΑΣ στην περιοχή του Ολύμπου. Ύστερα απ' όλα αυτά, νομίζω
ότι ο Κόζακας πίστεψε πως έλεγα την αλήθεια. Όπως και νάναι, έμοιαζε πιο
ικανοποιημένος. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα όταν χωρίσαμε, αλλά είχα την
αίσθηση πως η μακριά μας συζήτηση δεν είχε πάει χαμένη. Μας έδωσαν ένα δικό
μας δωμάτιο εμένα και του Θέμη. Κουρασμένος από τα τριήμερο ταξίδι μου,
σύντομα με πήρε ο ύπνος.
Την άλλη μέρα φύγαμε προς τα δυτικά με τον Κόζακα και την ομάδα του, που
αποτελούνταν από εκατό περίπου άντρες, για ένα μέρος στην άκρη της πεδιάδας
που τόλεγαν Πρόδρομο. Χαιρόμουνα νιώθοντας πάλι κοντά μου τα βουνά. Στο
χωριό που είχαμε περάσει τη νύχτα δεν ήταν εύκολο να σταματήσεις μια εχθρική
φάλαγγα που θα ξεκινούσε από τα Τρίκαλα για να διασχίσει την πεδιάδα, και είχα
νιώσει πολύ έντονα πόσο είμαστε εκτεθειμένοι εκεί. Αργά το απόγευμα, καθώς ο
Καραγιώργης δεν είχε φανεί, είπα στο Θέμη να ρωτήσει για την αιτία της
αργοπορίας του. Ο Κόζακας δεν ήξερε γιατί, αλλά με βεβαίωσε πως είχε
πληροφορίες ότι βρισκόταν ήδη στο δρόμο. Μου είπε ακόμα ότι η δίκη του Σαράφη
και των αξιωματικών του, δεν θα γινόταν ή μάλλον δεν μπορούσε να γίνει πριν
από την άφιξη του Καραγιώργη, γιατί εκείνος ήταν που θα εξέταζε τα εναντίον
τους ενοχοποιητικά στοιχεία πριν να τα μεταβιβάσει στη Ρούμελη. Ήταν πολύ
πιθανό μάλιστα ότι θα έρχονταν από την Αθήνα αντιπρόσωποι της Κεντρικής
Επιτροπής για να προεδρεύσουν στη δίκη. Καθησυχασμένος κάπως ότι ο Σαράφης
και οι άλλοι δεν διέτρεχαν άμεσο κίνδυνο και θέλοντας να συναντήσω τον
Καραγιώργη για να τον βάλω να υπογράψει τη «Στρατιωτική Συμφωνία»,
αποφάσισα να περιμένω τον ερχομό του.
Περίμενα τρεις μέρες. Μέσα σ' αυτό το διάστημα συναντήθηκα με πολλούς
αρχηγούς του ΕΛΑΣ και είχα εκτεταμένες συνομιλίες μαζί τους, κατά τις οποίες
τους έξηγούσα την πολιτική μας και την προθυμία μας να εξοπλίσουμε όλες τις
ομάδες που θα πολεμούσαν ενάντια στον κοινό εχθρό και όχι η μια ενάντια στην
άλλη. Μερικοί απ' αυτούς μου έλεγαν να πω στον Ζέρβα να αποκαλύψει τους
πολιτικούς του σκοπούς. Έλεγαν πως δεν του είχαν εμπιστοσύνη. Τους βεβαίωσα
ότι ο Ζέρβας συμφωνούσε να παραμερίσει την πολιτική και να ενταχθεί στις
Εθνικές Ομάδες. Κατάφερα να έχω μια-δυο ιδιαίτερες συνομιλίες με ντόπιους

Έλληνες που δεν ανήκαν σε καμιά αντάρτικη οργάνωση. Μερικοί απ' αυτούς μου
είπαν ότι οι κάτοικοι εύχονταν να έρθει ο Ζέρβας στη Θεσσαλία, ότι φοβόντουσαν
το ΕΑΜ και ότι η πολιτική κατάσταση σ' αυτά τα ελεγχόμενα από το ΕΑΜ ορεινά
χωριά θα είναι πολύ διαφορετική όταν η Ελλάδα θα ελευθερωνόταν.
Στις 24 Μαρτίου, ο Καραγιώργης δεν είχε φανεί ακόμα. Αποφάσισα να μην τον
περιμένω άλλο και να φύγω για τη Ρούμελη, σκεφτόμενος ότι αν ο Κόζακας δεν
καθυστερούσε επίτηδες την αναχώρησή μου, οπωσδήποτε δεν είχε ακριβείς
πληροφορίες για τις κινήσεις του Καραγιώργη.
Εγώ κι ο Θέμης πήγαμε με μουλάρι μέχρι το Μουζάκι, λίγα μίλια ανατολικά της
Πόρτας. Από το Μουζάκι συνεχίσαμε το ταξίδι μας με μοτοποδήλατο: η πρώτη μου
εμπειρία με τροχοφόρο από τότε που είχα φύγει από την Αίγυπτο, έξι μήνες πριν.
Ξεπαγιάσαμε μέχρι να φτάσουμε στην Καρδίτσα, κάπου είκοσι μίλια ανατολικά
μέσα στον Θεσσαλικό κάμπο. Ήταν η πρώτη πόλη που έμπαινα από τότε που είχα
φτάσει στην Ελλάδα. Είχε αρκετές χιλιάδες κατοίκους κι εκείνη την εποχή μονάχα
συμπτωματικά δεχόταν την επίσκεψη εχθρικών θωρακισμένων αυτοκινήτων ή
περιπολιών ιππικού από τις φρουρές μεγαλύτερων πόλεων της πεδιάδας. Στην ίδια
την πόλη έμεναν πολύ λίγοι αντάρτες, αλλά υπήρχε μια ισχυρή οργάνωση του ΕΑΜ
που διέθετε και τυπογραφείο. Οι αντάρτες εξαφανίζονταν μόλις ερχόταν
ειδοποίηση ότι πλησίαζε ο εχθρός. Για ν' αποφύγει η πόλη τ' αντίποινα, δεν
γίνονταν κανενός είδους σαμποτάζ στην περιοχή κι αυτός ήταν ο λόγος που ο
εχθρός δεν είχε πειράξει μέχρι τότε την Καρδίτσα. Και πραγματικά, διασχίζοντας
τους δρόμους, μου ήταν δύσκολο να πιστέψω ότι βρισκόμουν στην πόλη μιας
καταχτημένης χώρας. Τα μαγαζιά ήταν ανοιχτά, οι δρόμοι και τα καφενεία
γεμάτα. Η ατμόσφαιρα του μη πραγματικού συμπληρώθηκε από τον Θέμη που με
ρωτούσε ξαφνικά αν ήταν δυνατό να δει για λίγο κάποια θεία του. Το σπίτι της
ήταν μόνο λίγα μέτρα έξω από το δρόμο μας. Βλέποντας τη χαρούμενη και
εντελώς απροσποίητη υποδοχή που έκανε στον ανηψιό της η συμπαθητική γηραιά
κυρία, στην καλόγουστα επιπλωμένη τραπεζαρία της, χρειάστηκε σχεδόν να
τσιμπηθώ για να βεβαιωθώ ότι η σκηνή ήταν πραγματική και ότι δεν ονειρευόμουν
πως έκανα τις διακοπές μου στο εξωτερικό.
Σε λίγο κατευθυνόμαστε προς την τοπική διοίκηση του ΕΑΜ. Μας έδωσαν ένα
παλιό αυτοκίνητο Ώστεν για να μας μεταφέρει στον επόμενο σταθμό του ταξιδιού
μας, ένα μικρό μέρος που το έλεγαν Σμόκοβο, κάπου δεκαπέντε μίλια
νοτιοανατολικά της Καρδίτσας, στην άκρη της πεδιάδας.
Τον καιρό της ειρήνης, το Σμόκοβο δεχόταν πολλούς επισκέπτες, χάρη στα ζεστά
ιαματικά λουτρά του. Μπήκαμε σ' ένα μεγάλο έρημο ξενοδοχείο. Στο ισόγειό του
υπήρχαν τριάντα με σαράντα καμπίνες που η καθεμιά τους είχε ένα μεγάλο
μαρμάρινο λουτρό. Ο Θέμης κατάφερε να βρει τον θυρωρό και λίγο αργότερα
απολαμβάναμε ένα ζεστό ανακουφιστικό μπάνιο που άχνιζε από το θειούχο νερό.
Παρόλο που η μυρουδιά του δεν ήταν ευχάριστη, το μπάνιο μας αναζωογόνησε
ύστερα από το κρύο και το κουραστικά μας ταξίδι.
Στα μισά της νύχτας μας ξύπνησε ο θόρυβος του αυτοκινήτου που μας είχε
μεταφέρει το προηγούμενο βράδυ. Ο οδηγός έφερνε ένα μήνυμα από τον υπεύθυνο
του ΕΑΜ Καρδίτσας που μας πληροφορούσε ότι ο Καραγιώργης είχε τελικά
επιστρέψει και περίμενε να με δει. Θέλοντας και μη αποφάσισα να γυρίσω πίσω.
Φτάσαμε στην Καρδίτσα κατά τις δέκα το πρωί και μετά προχωρήσαμε προς τα
νοτιοανατολικά έξω από την πόλη. Σε μια διασταύρωση, όπου ο δρόμος μας
κοβόταν από τη σιδηροδρομική γραμμή της Καλαμπάκας, σταματήσαμε για λίγο κι
ένας άντρας με σκονισμένα πολιτικά ρούχα και φθαρμένα παπούτσια μπήκε στο

αυτοκίνητο και μου συστήθηκε σαν Καραγιώργης. Με παράκλησή του μπήκαμε σ'
ένα καφενείο που βρισκόταν δίπλα στο δρόμο για να μπορέσουμε να μιλήσουμε με
την ησυχία μας.
Μου είπε ότι είχε φτάσει στην Καρδίτσα μόλις το προηγούμενο βράδυ, ερχόμενος
με τα πόδια από τον Όλυμπο, και ότι βρισκόταν με τον Σέπαρντ όταν έμαθε τον
ερχομό μου στο λημέρι του Κόζακα. Δεν ήταν λοιπόν περίεργο που δεν μπόρεσε να
έρθει νωρίτερα! Μιλούσε πολύ καλά τα γαλλικά και η συζήτησή μας έγινε σ' αυτή
τη γλώσσα, χωρίς να χρειαστούμε συνεπώς τον Θέμη σαν διερμηνέα. Ήταν
προφανώς ένας μορφωμένος και πολυταξιδεμένος άνθρωπος. Αργότερα έμαθα
πως το επάγγελμά του ήταν δικηγόρος. Επιβεβαίωσε την πληροφορία μου ότι ο
Σαράφης, ο Κωστόπουλος και τέσσερις άλλοι αξιωματικοί είχαν μεταφερθεί στο
στρατηγείο του Άρη, στη Ρούμελη, και περίμεναν να δικαστούν από
αντιπροσώπους του ΕΑΜ Αθηνών. Παραδέχτηκε ότι δεν είχε δει ακόμα
ντοκουμενταρισμένα ενοχοποιητικά στοιχεία, αλλά με βεβαίωσε ότι θα
προσκομίζονταν στη δίκη.
Δεν μάσησα καθόλου τα λόγια μου αναπτύσσοντας την άποψή μου για την γενική
κατάσταση, εξαιτίας της συμπεριφοράς του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ. Φάνηκε να εκπλήσσεται
όταν του είπα πως γνωρίζω ότι η Κ.Ε. του ΕΑΜ ελεγχόταν βασικά από τους
κομμουνιστές και το αρνήθηκε κατηγορηματικά. Όταν του ανάφερα δύο απ'
αυτούς, παρατήρησε: «Ίσως να είναι αλήθεια, αλλά αυτό δεν έχει καμιά σχέση με
μένα».
Επανέλαβα γι' άλλη μια φορά ολόκληρη την ιστορία για το πώς μια βρετανική
αποστολή βρέθηκε στα βουνά της Ελλάδας και τι έκανε εκεί. Του είπα ότι δεν
ήμουν διατεθειμένος να δεχτώ πλέον ανοησίες και ότι θα έπρεπε να πάρει κι
αυτός τις αποφάσεις του: να πει στους αντάρτες να πάψουν ν' απειλούν τον Ζέρβα
και να αναλάβουν σοβαρότερες δραστηριότητες ενάντια στον πραγματικό εχθρό.
Του εξήγησα τι έπρεπε να κάνει ο ΕΛΑΣ στη Θεσσαλία για να λάβει υλική
υποστήριξη από τους Βρετανούς. Του είπα επίσης ότι ο Σέπαρντ βρισκόταν τώρα
κάτω από τις δικές μου διαταγές και ότι είχα ζητήσει από το Κάιρο να μη στείλει
άλλα εφόδια στις ομάδες του ΕΛΑΣ ώσπου να υπογράψουν τη «Στρατιωτική
Συμφωνία», την οποία και του έδειξα.
Ο Καραγιώργης διάβασε το κείμενο και μετά, όπως είχε κάνει κι ο Κόζακας,
παρατήρησε: «Συμφωνώ καταρχήν με όλα όσα γράφει αυτό το χαρτί, αλλά
φοβάμαι πως δεν είμαι εξουσιοδοτημένος να το υπογράψω, θα πρέπει να πάω στην
Αθήνα».
Μη ξέροντας μέχρι τότε αρκετά πράγματα για τον χαρακτήρα και την οργάνωση
του ΕΑΜ, κατάφερνα να καταπνίγω τα αισθήματα απογοήτευσης που συνεχώς μου
προκαλούσε. Καταλαβαίνοντας τώρα πόσο σημαντικό ήταν να κερδίσω την
εμπιστοσύνη του Καραγιώργη, προκειμένου να εξασφαλίσω την υποστήριξη των
εκτεταμένων στη Θεσσαλία οργανώσεων του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ στα σαμποτάζ
εναντίον του εχθρού τους προσεχείς μήνες, έκανα ό,τι μπορούσα για να το
καταφέρω σ' αυτή την τυχαία συνομιλία μας. Όταν χωρίζαμε, όπως και στην
περίπτωση του Κόζακα, ένιωσα πως είχα πείσει τον Καραγιώργη για την
ειλικρίνειά μου και για την αφιλοκέρδεια της άποψής μου. Με βεβαίωσε πως δεν
έπρεπε να στεναχωριέμαι πλέον για τον Ζέρβα, θα έδινε διαταγή στους
ανθρώπους του να μη χτυπήσουν. Όταν ομως του ζήτησα να φύγουν από την Πίνδο
και να πάνε πάλι στον Όλυμπο, μου είπε ότι κάτι τέτοιο δυστυχώς δεν μπορούσε
να γίνει, γιατί είχε οδηγίες από την Αθήνα ν' αναλάβει την μεταφορά τους. Με
βεβαίωσε ωστόσο ότι, εν αναμονή της υπογραφής της «Στρατιωτικής Συμφωνίας»

από την Κ.Ε. του ΕΑΜ, μπορούσα να πω στον Ζέρβα ότι τόσο αυτός, όσο και
οποιοσδήποτε άλλος, ήταν ελεύθερος να οργανώσει όσες ομάδες ήθελε στην
Πίνδο, βέβαιος ότι ο ΕΛΑΣ δεν επρόκειτο να τους ενοχλήσει. Ύστερα από τη
συνομιλία αυτή, που κράτησε δυο με τρεις ώρες χωρίς διακοπή, ξαναγύρισα πάλι
στο Σμόκοβο με τον Θέμη.
Νωρίς το άλλο πρωί, 26 Μαρτίου, ξεκινήσαμε πεζή προς τα νότια, διασχίζοντας
τους χαμηλούς ελατοφυτεμένους λόφους που χωρίζουν τον Θεσσαλικό κάμπο από
την κοιλάδα του Σπερχειού. Το μεσημέρι σταματήσαμε σ' ένα μεγάλο, πλούσιο
κατά τα φαινόμενα, χωριό που τόλεγαν Ρεντίνα. Οι κάτοικοι είχαν ειδοποιηθεί
τηλεφωνικώς από το Σμόκοβο για την άφιξή μας και μας επιφύλαξαν μια πολύ
επίσημη υποδοχή. Μια τιμητική φρουρά από μερικούς αντάρτες που φορούσαν τη
γραφική στολή των ευζώνων, με αλέκιαστες άσπρες φουστανέλλες, παρήλασαν
προς τιμή μας, και ύστερα από μια μικρή λειτουργία στην εκκλησία του χωρίου,
παρακαθήσαμε σ' ένα πλουσιότατο γεύμα πριν να ξεκινήσουμε πάλι. Οι αντάρτες
έμοιαζαν περισσότερο με φύλακες του χωριού παρά με πραγματικούς ορεσίβιους.
Δεν ανήκαν σε κανένα συγκεκριμένο Κίνημα Αντίστασης. Μια μεγάλη αναλογία
χωρικών ωστόσο ήταν ένθερμοι υποστηριχτές του Πλαστήρα. Μερικοί μου είπαν
ότι θα ήθελαν να σχηματίσουν ανεξάρτητες ομάδες, αν οι Σύμμαχοι τους
προμήθευαν με όπλα και πυρομαχικά, και εξέφραζαν το φόβο ότι θ'
αναγκαζόντουσαν να μπουν στο ΕΑΜ και ΕΛΑΣ χωρίς να το θέλουν.
Ήταν περίπου μεσάνυχτα όταν, διασχίζοντας το δρόμο Λαμίας — Καρπενησίου,
φτάσαμε στο αγροτόσπιτο ενός απόστρατου αξιωματικού, φίλου του Νατ
Μπάρκερ. Εδώ κοιμηθήκαμε άνετα την υπόλοιπη νύχτα. Ο οικοδεσπότης μας
τηλεφώνησε στο Νατ, λέγοντάς του να μας περιμένει κατά το μεσημέρι της άλλης
μέρας.
Ένα τετράωρο ταξίδι το άλλο πρωί, μας έφερε, χωρίς κανένα απρόοπτο, στο
πλούσιο χωριό Γαρδίκι όπου είχαμε περάσει μια νύχτα κατά το ταξίδι μας προς τα
δυτικά με τον Ζέρβα, μετά την επιχείρηση του Γοργοπόταμου. Εδώ βρήκα όχι
μονάχα τον Νατ Μπάρκερ και τον Άρθουρ Έντμοντς, τους οποίους είχα στείλει
από το Βάλτο να βοηθήσουν τις επιχειρήσεις σαμποτάζ στη Ρούμελη, αλλά και δυο
Νεοζηλανδούς, τον λοχαγό Ντόναλντ Στοτ και τον λοχία Μόρτον, που είχαν
προσεδαφιστεί λίγες μέρες πρωτύτερα και προορίζονταν για σύνδεσμοι του
συνταγματάρχη Ψαρρού στον Παρνασσό.
Με μεγάλη ανακούφιση διαπίστωσα ότι ο Σαράφης και οι άλλοι αξιωματικοί
βρίσκονταν μονάχα σε δυο ώρες απόσταση και δεν διέτρεχαν άμεσο κίνδυνο,
περιμένοντας την προσκόμιση στοιχείων για τη δίκη τους από το ΕΑΜ.
Εκείνο το απόγευμα μια ομάδα του ΕΛΑΣ κουβάλησε έναν αυτοκαλούμενο
Αυστραλό για ανάκριση. Τον είχαν συλλάβει δυο μέρες δρόμο μακρυά από το
Γαρδίκι. Τους είχε πει, με σπασμένα ελληνικά, ότι τ' όνομά του ήταν «λοχαγός
Μπένσον», ότι ήταν Αυστραλός αιχμάλωτος πολέμου που είχε δραπετεύσει, και ότι
επιθυμούσε να έρθει σ' επαφή με τους Εγγλέζους. Προφανώς, όταν οι αντάρτες
του είπαν ότι μπορούσαν να τον πάνε στο στρατηγείο του Άρθουρ, εκείνος είπε
πως δεν ήθελε να τον πάνε στο στρατηγείο των Βρετανών και ότι του έφτανε να
συναντήσει οποιονδήποτε Εγγλέζο αξιωματικό, έστω και κατώτερο. Οι αντάρτες
ωστόσο είχαν κρίνει σκόπιμο να τον φέρουν στον Άρθουρ Έντμοντς, στο Γαρδίκι,
γι' ανάκριση.
Όταν ο παλιάνθρωπος αυτός παρουσιάστηκε μπροστά μου είχε μια σχεδόν

απίστευτη εμφάνιση. Στο κεφάλι του φορούσε ένα βρετανικό στρατιωτικό καπέλλο
χωρίς σήμα. Στον ένα από τους ώμους της χακί χλαίνης του είχε ένα μονάχα
διακριτικό και στον άλλο ένα αυστραλέζικο σήμα καπέλλου. Όταν άρχισα να του
μιλώ αγγλικά, απάντησε στα ελληνικά ότι δεν μιλούσε εγγλέζικα, αλλά μονάχα
«αυστραλέζικα». Φώναξα αμέσως τον Άρθουρ Έντμοντς και του είπα ότι οι
Νεοζηλανδοί και οι Αυστραλοί μιλούσαν την ίδια γλώσσα. Όταν ο «Αυστραλός»
είδε πως δεν μπορούσε να μιλήσει ούτε με τον Άρθουρ, ζήτησε να μιλήσει μόνο σε
μένα εμπιστευτικά. Τους έβγαλα όλους έξω από το δωμάτιο, εκτός από έναν
οπλισμένο φρουρό, τον παλαιστίνιο Μάικλ που είχε έρθει με τον Άρθουρ από το
Βάλτο και τότε ήταν λοχίας.
Ο «Μπένσον» διηγήθηκε την ιστορία του την οποία και μου μετέφραζε ο Μάικλ.
Είπε πως στην πραγματικότητα ήταν Έλληνας και τον είχαν στείλει στο Βουνό
μερικοί άνθρωποι από την Αθήνα για να μου πει ότι το ΕΑΜ σχεδίαζε εμφύλιο
πόλεμο ενάντια σε όλα τα άλλα αντάρτικα κινήματα. Όταν τον ρώτησα ποιος τον
είχε στείλει, μου είπε ένα όνομα που δεν το είχα ακούσει άλλη φορά. Του είπα ότι
θα ελέγξω την αλήθεια της ιστορίας του, για την οποία αμφέβαλλα, και στο
μεταξύ θα ανάθετα την επιτήρησή του στον ΕΛΑΣ. Στην τελευταία αυτή
παρατήρηση το πρόσωπό του χλώμιασε και μ' εξόρκισε να τον κάμω ό,τι ήθελα
παρά να τον παραδώσω πάλι στον ΕΛΑΣ. Του είπα πως θα ικανοποιούσα το αίτημά
του αν μου έλεγε γιατί είχε προσποιηθεί τον Αυστραλό. Δεν μπορούσε να το
εξηγήσει: τόσο αυτός, όσο κι εγώ, γνωρίζαμε καλά πως, αν μοναδικός σκοπός του
ήταν να έρθει σ' επαφή μαζί μου, θα μπορούσε να το πετύχει καλύτερα ντυμένος
σαν συνηθισμένος Έλληνας. Λίγες βδομάδες αργότερα διαπιστώσαμε, πέρα από
κάθε αμφιβολία, ότι ο «Μπένσον» ήταν ένα κορόιδο της Γκεστάπο και μάλιστα
πολύ χαμηλού επιπέδου. Τον είχαν στείλει οι Γερμανοί από την Αθήνα να
συγκεντρώσει πληροφορίες για λογαριασμό μας. Ήταν μια εντελώς ασήμαντη
περίπτωση. Πλήρωσε την ποινή όλων των κατασκόπων.
Με τον ασύρματο του Άρθουρ Έντμοντς στο Γαρδίκι μπορούσα επιτέλους νάρθω
και πάλι σ' επαφή με το Κάιρο και διαμέσου του Καΐρου με τον Κρις. Έστειλα μια
πλήρη αναφορά και στους δυο για τις πρόσφατες δραστηριότητές μου και έλαβα
νέα απο τον Κρις ότι ο Ζέρβας είχε υπογράψει τη συμφωνία για τις Εθνικές
Ομάδες. Την άλλη μέρα έστειλα το Θέμη και τον Ντόναλντ Στοτ στα βουνά του
Παρνασσού να ερευνήσουν και ν' αναφέρουν τι ομάδες του ΕΛΑΣ και του ΕΚΚΑ
υπήρχαν ήδη στην περιοχή. Μαθαίνοντας ότι η δίκη του Σαράφη δεν επρόκειτο να
διεξαχθεί πριν από αρκετές μέρες, αποφάσισα να περιμένω την επιστροφή του Άρη
και του πολιτικού του συμβούλου Τάσου Λευτεριά, που ερχόμενοι από τα
νοτιοδυτικά θα περνούσαν σε λίγο από το Γαρδίκι.
Την άλλη μέρα, 30 Μαρτίου, ο Τάσος, ένας νεαρός Κρητικός, έφτασε. Είχα μακριές
συζητήσεις μαζί του για την ανάρμοστη συμπεριφορά του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, αλλά η
αποτελεσματικότητα των επιχειρημάτων μου μειώθηκε κάπως από τα νέα που
λάβαμε εκείνη τη νύχτα, ότι οι αντάρτες του ΕΛΑΣ, σύμφωνα με τις πρόσφατες
οδηγίες μου, είχαν επιτεθεί μ' επιτυχία στα ορυχεία χρωμίου του Δομοκού και τα
είχαν αχρηστέψει για πολλές εβδομάδες. Ταυτόχρονα μάθαινα ότι μια άλλη ομάδα
του ΕΛΑΣ είχε αιχμαλωτίσει ένα μικτό απόσπασμα Ιταλών και Γερμανών στις
δυτικές πεδιάδες της Λαμίας.
Μαθαίνοντας ότι ο Άρης δεν επρόκειτο να περάσει από το Γαρδίκι, έφυγα την άλλη
μέρα μαζί του για την Κολοκυθιά, όπου κρατούνταν αιχμάλωτοι ο Σαράφης και οι
αξιωματικοί του.
Σ' ένα χωριό που περάσαμε εκείνη τη μέρα, συναπαντήθηκα μ' έναν κακοντυμένο,

αλλά προφανώς μορφωμένο Έλληνα. Αποδείχτηκε πως ήταν ο καθηγητής Αλέξης
Σεφεριάδης, που τ' όνομα του μου είχαν δώσει πριν φύγω από το Κάιρο το
περασμένο φθινόπωρο. Μου είπε μια μακριά ιστορία για το πώς, ειδοποιημένος
από τον Προμηθέα, είχε φροντίσει για την υποδοχή μας κοντά στο χωριό
Κουκουβίστα. Αυτός και η ομάδα του ήταν έτοιμοι να μας παραλάβουν τη νύχτα
της 28ης Σεπτεμβρίου, αλλά τους είχαν προδώσει και μια μέρα πρωτύτερα οι
Ιταλοί έκαναν επιδρομή στην Κουκουβίστα. Αυτός και όλοι οι άντρες του χωριού
— όπως ξέραμε ήδη — είχαν συλληφθεί αιχμάλωτοι και είχαν μεταφερθεί στην
Αθήνα. Ο ίδιος πρόσφατα είχε απολυθεί, καθώς οι Ιταλοί δεν μπόρεσαν να βρουν
αποδείξεις εναντίον του. Δεν είναι περίεργο, λοιπόν που δεν είχαμε δει σήματα
όταν πετούσαμε πάνω από την Ελλάδα εκείνη τη νύχτα, καθώς και δυο μέρες
αργότερα.
Φτάνοντας στην Κολοκυθιά εκείνο το βράδυ, διαπίστωσα ότι ο Άρης βρισκόταν
ήδη εκεί. Είχε φτάσει επίσης μόλις ένας αντιπρόσωπος της Κ.Ε. του ΕAM από την
Αθήνα, προφανώς για τη δίκη του Σαράφη, όπως συμπέρανα. Τα νέα ήταν κάτι
παραπάνω από ευχάριστα. Νόμισα ότι θα μπορούσα επιτέλους να μιλήσω με ένα
μέλος του ΕΑΜ που θάχε την εξουσιοδότηση να παίρνει αποφάσεις.
Την άλλη μέρα είχα δυο μακριές συνομιλίες με τον Έλληνα αυτόν, έναν έξυπνο,
μέσης ηλικίας, άντρα, που το πραγματικό του όνομα ήταν Αντρέας Τζήμας, αλλά
που είχε υιοθετήσει το ψευδώνυμο Εύμαιος. Πριν από τον πόλεμο, όταν ήταν
βουλευτής Μακεδονίας του ΚΚΕ, ο Μεταξάς τον είχε φυλακίσει, και παρόλο που
δεν ξεπερνούσε τα σαράντα, τα περισσότερα μαλλιά του είχαν ασπρίσει,
προφανώς από τις κακουχίες που πέρασε στη φυλακή. Μερικούς μήνες αργότερα,
όταν οι Γερμανοί είχαν καταλάβει την Αθήνα, είχε καταφέρει να απολυθεί από τις
φυλακές, προσποιούμενος τον Μακεδόνα Γιουγκοσλάβο. Αυτός ήταν που είχε
συμβάλει σε μεγάλο βαθμό στην ασφαλή φυγάδευση του Κρις από την Αθήνα, όταν
ο τελευταίος απέφυγε να συλληφθεί, μαζί με τον Προμηθέα, από τους Γερμανούς.
Εξήγησα στον Εύμαιο την αποστροφή μου για την πρόσφατη συμπεριφορά του
ΕΛΑΣ στην Βόρεια Πίνδο και την προσβολή προς το Γ.Σ. της Μέσης Ανατολής, που
είχε προκαλέσει ο βίαιος αφοπλισμός των Εθνικών Ομάδων που όφειλαν υπακοή
στους Συμμάχους. Τον ρώτησα με ποιο δικαίωμα είχαν ενεργήσει· επίσης, με ποιο
δικαίωμα ο Σαράφης και οι αξιωματικοί του κρατούνταν ακόμα αιχμάλωτοι. Του
είπα ότι θα μετέδιδα τις απαντήσεις του στο Κάιρο και ότι αν δεν ήταν απόλυτα
ικανοποιητικές, τα γεγονότα αυτά θα κοινοποιούνταν σε όλους τους Συμμάχους.
Επιπλέον, θα έκανα πρόταση στο Κάιρο να σταματήσει τον εφοδιασμό ή
οποιαδήποτε σχέση με το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ μέχρι να αποκαταστήσουν πλήρως τα
πράγματα.
Ο Εύμαιος προσπάθησε να δικαιολογήσει το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ με σαθρά
επιχειρήματα τα οποία του είχαν προφανώς παράσχει ο Άρης και οι άλλοι
αξιωματικοί του ΕΛΑΣ που είχε πρόσφατα συναντήσει στο Βουνό. Ισχυρίσθηκε ότι
οι Βρετανοί έδειχναν ιδιαίτερη προτίμηση στον Ζέρβα, ότι του είχαν δώσει
μπόλικο χρυσάφι για ν' ανέβει στο Βουνό και ότι είχε πρόθεση να γίνει
στρατιωτικός δικτάτορας της Ελλάδας, όπως ο Μεταξάς. Αντέκρουσα τις
περισσότερες κατηγορίες με γεγονότα που δεν ήταν σε θέση ν' αμφισβητήσει.
Μετά ο Εύμαιος αναφέρθηκε στην μη αντιπροσωπευτική ελληνική κυβέρνηση που
πρόσφατα είχε επιστρέψει στη Μέση Ανατολή από το Λονδίνο, μαζί με το βασιλιά.
Κατηγόρησε τη Μεγάλη Βρετανία για την υποστήριξή της στον βασιλιά, ο οποίος,
εγκαθιδρύοντας τη μεταξική δικτατορία του 1936, είχε αποδειχτεί προδότης της
Ελλάδας. Του είπα ότι όλα αυτά δεν είχαν καμιά σχέση με μένα και ότι βρισκόμουν
στην Ελλάδα μονάχα για στρατιωτικούς σκοπούς. Εν κατακλείδι του παρουσίασα

ένα αντίγραφο της «Στρατιωτικής Συμφωνίας» και του είπα ότι ο τελικός μας
όρος για την υποστήριξη του ΕΛΑΣ ήταν η υπογραφή και η αυστηρή τήρηση αυτής
της συμφωνίας. Την πήρε μαζί του φεύγοντας και μου είπε ότι θα την
συζητούσαμε την άλλη μέρα, αφού θα την μελετούσε πρώτα.
Το πρωί ο Εύμαιος ήρθε στο σπίτι που έμενα και μου είπε ότι ο ίδιος προσωπικά
δεν είχε καταρχήν αντίρρηση για τη Συμφωνία σαν σύνολο, αλλά δεν ενέκρινε τον
κυριαρχικό ρόλο των βρετανών αξιωματικών Συνδέσμων σε μια υπόθεση καθαρά
ελληνική, δηλαδή στην Ελληνική Αντίσταση. Δεν συμφωνούσε επίσης με τον τίτλο
«Εθνικές Ομάδες», μια που ο ΕΛΑΣ είχε ήδη πάρει τ' όνομά του πριν
δημιουργηθούν οποιεσδήποτε άλλες ομάδες και δεν έβλεπε για ποιο λόγο θα
έπρεπε να το αλλάξει.
Του ζήτησα να υπογράψει τη συμφωνία χωρίς τροποποιήσεις, σύμφωνα με τις
επιθυμίες του Αρχηγείου της Μέσης Ανατολής. Απάντησε με τον τρόπο που είχα
συνηθίσει, λέγοντας πως θάπρεπε να την πάρει μαζί του στην Αθήνα και να την
συζητήσει με την Κ.Ε., χωρίς την εξουσιοδότηση της οποίας δεν μπορούσε να
ενεργήσει. Γι' άλλη μια φορά ένιωσα απογοήτευση.
Τον ρώτησα ποιες ήταν οι προθέσεις του σχετικά με τον Σαράφη και τους
αξιωματικούς του. Αποκρίθηκε πως το θέμα αυτό βρισκόταν υπό μελέτη και πως
θα μου απαντούσε αργότερα, την ίδια μέρα.
Εκείνο το απόγευμα ο Ντένις Χάμσον επέστρεψε μ' ένα νέο που μ' έκανε πάλι έξω
φρενών. Μια μέρα μετά τον χωρισμό μου με τον Κόζακα στον Θεσσαλικό κάμπο,
μερικές από τις ομάδες του είχαν περικυκλώσει τους αντάρτες του Βλάχου και
τους είχαν αφοπλίσει. Ο Ντένις και ο Βλάχος είχαν ειδοποιηθεί για την προσέγγιση
των ομάδων και ο Βλάχος, μαζί με λίγους από τους αξιωματικούς του, είχε
εγκαταλείψει τους άντρες του και είχε κρυφτεί. Ο Ντένις πήγε να συναντήσει τον
ΕΛΑΣ. Τον υποδέχτηκαν με αγένεια και μετά του επέτρεψαν να γυρίσει
ανενόχλητος στο Στρατηγείο μου, στο Αυλάκι. Ο Κρις τον είχε στείλει αμέσως σε
μένα για να μου πει προφορικά την ιστορία. Ήταν ακόμα έξω φρένων.
Έστειλα αμέσως να φωνάξουν τον Εύμαιο και του δήλωσα ότι το πράγμα είχε
παραγίνει. Ο Εύμαιος δεν έδειξε να συγκινείται, αλλά κατασίγασε κάπως την οργή
μου αναγγέλοντας ψυχρά ότι το επόμενο πρωί σκόπευε ν' αφήσει ελεύθερους τον
Σαράφη και τους αξιωματικούς του, και από κει και πέρα ας έκαναν ό,τι νόμιζαν.
Ολόκληρη η υπόθεση, όπως και το καινούργιο αυτό επεισόδιο, ήταν «ένα μεγάλο
λάθος». Θα φρόντιζε να επιπληχθεί σοβαρά ο Κόζακας.
Αν ο ΕΛΑΣ στα βουνά βρισκόταν κάτω από τον άμεσο έλεγχο του ΕΑΜ Αθήνας, αν
ενεργούσε σύμφωνα με διαταγές του ΕΑΜ ή σύμφωνα με τις διαταγές και τις
ιδιοτροπίες των τοπικών αρχηγών, η συμπεριφορά του σ' όλη την Ελλάδα ήταν
αρκετή για ν' αντιταχθεί στον συναγωνισμό των άλλων ελληνικών κινημάτων,
βάζοντας έτσι την αντίσταση στον κοινό εχθρό σε δεύτερη μοίρα. Είχα διαταγή
ωστόσο να μην διακόψω τις σχέσεις μαζί του και δεν έπρεπε να ξεχνώ ούτε στιγμή
ότι μέσα στους επόμενους δυο - τρεις μήνες, είχα να εκτελέσω ένα εκτεταμένο
σχέδιο σαμποτάζ. Το ΕΑΜ ήταν ήδη μια στιβαρή, αν και ολοκληρωτική, οργάνωση
που κάλυπτε τα τέσσερα πέμπτα των περιοχών που θα επιχειρούνταν τα σαμποτάζ
και απ' αυτά ο Ζέρβας ήλεγχε μονάχα το ένα πέμπτο. Παρόλο που η SOE είχε
οπλίσει μονάχα πεντακόσιους με εξακόσιους αντάρτες του ΕΛΑΣ, αφότου είχαμε
αρχίσει να τους εδοφιάζουμε (από τις αρχές εκείνου του χρόνου), ήξερα ήδη πως
διέθετε τέσσερις με πέντε χιλιάδες οπλισμένους και ενσωματωμένους αντάρτες,

ενώ ο Ζέρβας δεν έφτανε ούτε τους χίλιους. Αν λοιπόν έκοβα τις σχέσεις μου με
τον ΕΛΑΣ, θα αντιμετώπιζα αξεπέραστες δυσκολίες στην προσπάθειά μου να
καλύψω το κενό με τις Εθνικές Ομάδες μέχρι το καλοκαίρι, δεδομένου άλλωστε
ότι οπουδήποτε κι αν ενεργούσαν, θα έρχονταν αναπόφευκτα σ' επαφή με τον
ΕΛΑΣ της περιοχής εκείνης. Δυο λύσεις υπήρχαν: ή να πείσω τη SOE να μειώσει
την έκταση των σαμποτάζ κατά τέσσερα πέμπτα, όταν θα ερχόταν η μεγάλη ώρα,
ή να επιχειρήσω ένα είδος έλεγχου του ΕΑΜ διαμέσου του Αρχηγείου της Μέσης
Ανατολής. Σωστά ή λαθεμένα, νόμιζα ότι η με κάθε τρόπο ενίσχυση της πολεμικής
προσπάθειας, ερχόταν σε πρώτη μοίρα. Επιπλέον, η SOE μου είχε δηλώσει καθαρά
ότι δεν έπρεπε να κόψω τις σχέσεις μου με τον ΕΛΑΣ πριν εξαντλήσω όλα τα άλλα
μέσα.
Την άλλη μέρα ήρθε να με δει ο Σαράφης. Με βεβαίωσε ότι ήταν πλέον ελεύθερος
να κάνει ό,τι ήθελε. Τον συγχάρηκα για την απελευθέρωσή του κι εκείνος, σε
ανταπόδοση, περιορίστηκε να μ' ευχαριστήσει. Μέχρι σήμερα δεν νομίζω να έχει
αντιληφθεί ότι η παρουσία μου στην Κολοκυθιά του είχε προφανώς σώσει τη ζωή.
Μερικές φορές μάλιστα αναρωτήθηκα αν δεν είχε, αρχικά, σταλεί στο Βουνό από
την Αθήνα για να παγιδέψει τον Ζέρβα και τα άλλα «αντίθετα» κινήματα στην
Πίνδο, την μόνη περιοχή που μέχρι τότε υπήρχαν ανταγωνιστικά κινήματα με
κάποια σημασία. Του είπα ότι, κατά τη γνώμη μου, το καθήκον του ήταν να
επιστρέψει όσο γινόταν συντομότερα στην Πίνδο και να αναδιοργανώσει τις
ομάδες του. Έμεινα κατάπληκτος όταν τον άκουσα να μου λέει ότι είχε ήδη
μελετήσει προσεχτικά το θέμα και δεν επιθυμούσε να κάνει κάτι τέτοιο. Οι
Σύμμαχοι, είπε, προχωρούσαν γρήγορα προς τις βόρειες ακτές της Αφρικής.
Σύντομα θα έκαναν απόβαση στην Ελλάδα. Δεν είχε καιρό να οργανώσει νέο
Κίνημα Αντίστασης με Εθνικές Ομάδες μέχρι την απελευθέρωση της Ελλάδας.
Νόμιζε πως καθήκον του ήταν να ενώσει τις δυνάμεις του με τον ΕΛΑΣ που ήταν
ήδη δραστήρια οργανωμένος.
Τι αποκάλυψη για τον χαρακτήρα του Σαράφη! Θα έμπαινε σ' ένα Κίνημα
Αντίστασης που πριν από λίγες ώρες τον απειλούσε με θάνατο και μερικές μέρες
πρωτύτερα τον είχε προσβάλει. Δεν ήταν αυτός μήπως που είχε οδηγηθεί από τη
βόρεια Πίνδο στη Ρούμελη, όχι μονάχα φρουρούμενος από τον ΕΛΑΣ, αλλά και με
τα χέρια στις χειροπέδες, ζωντανό σύμβολο ενός ανθρώπου χωρίς κύρος πλέον
και αντικείμενο ειρωνείας όλων εκείνων που συναντούσε στο δρόμο του; Και τώρα
θα έμπαινε στις γραμμές του ΕΛΑΣ! Τα είχα χαμένα.
Τον ρώτησα τι ακριβώς θα έκανε στον ΕΛΑΣ. Ξαφνιάστηκα ακόμα περισσότερο
όταν τον άκουσα να λέει ότι του είχαν προσφέρει τη θέση του Αρχιστράτηγου σε
όλες τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ.
Ο Σαράφης είχε υπάρξει κάποτε Στρατιωτικός Ακόλουθος στο Παρίσι. Ήταν
μορφωμένος άνθρωπος και, παρόλο που μπορεί να μην ήταν προικισμένος με
πολλές από τις ιδιότητες ενός αρχηγού, πιστεύω ότι, κατά τη γνώμη του, νόμιζε
πως αυτό που έκανε, κάτω από τις συνθήκες εκείνης της εποχής, ήταν το
καλύτερο πράγμα για τη χώρα του. Παρόλο που προσπάθησα για αρκετή ώρα,
απέτυχα να τον κάμω ν' αλλάξει γνώμη και την ίδια μέρα έφυγε με τον Εύμαιο για
την Αθήνα, όπου η Κεντρική Επιτροπή θα επεκύρωνε τη νέα του θέση.
Πριν απ' την αναχώρησή του, ο Εύμαιος μου υποσχέθηκε ότι σε τρεις εβδομάδες
πάνω - κάτω θα με ξανασυναντούσε στη Ρούμελη και ότι θα είχε μαζί του και την
απόφαση της Κ.Ε. σχετικά με την «Στρατιωτική Συμφωνία». Toυ είπα ότι εγώ στο
μεταξύ θ' ανέβαινα στο Αυλάκι και συμφωνήσαμε να με ειδοποιήσει με τον
ασύρματο, διαμέσου του Καΐρου, μόλις θα ήταν έτοιμος να ξεκινήσει για το Βουνό.

Εκείνο το βράδυ έστειλα ένα μακρύ σήμα στη SOE Καΐρου, αναφέροντας τις
συνομιλίες μου με τον Εύμαιο. Τους είπα πόσο μεγάλη σημασία θα είχε εκείνη τη
στιγμή μια δημόσια αναγγελία, που θα έλεγε ότι αμέσως μετά την απελευθέρωση
της Ελλάδας θα γίνονταν ελεύθερες συνταγματικές εκλογές υπό την αιγίδα των
Συμμάχων, και ότι εμείς δεν είχαμε καμιά πρόθεση να επαναφέρουμε αυθαίρετα
τον βασιλιά. Αν δεν κάναμε κάτι προς αυτή την κατεύθυνση, φοβόμουν πως το
ΕΑΜ θα συνέχιζε να δυσπιστεί προς τους Συμμάχους και ότι οι πιθανότητες
διατήρησης ενός επαρκούς ελέγχου, που θα εξασφάλιζε τη διενέργεια των
σαμποτάζ, ήταν πολύ περιορισμένες.
Στις 6 Απριλίου, αφού έστειλα τον Νατ και τον Ντένις στη νότια Θεσσαλία να
εργαστούν κάτω από τις διαταγές του Σέπαρντ και τοποθέτησα τον Άρθουρ
Έντμοντς στη θέση του Νατ σαν ανώτερο αξιωματικό Σύνδεσμο στη Ρούμελη,
έφυγα από την Koλοκυθιά και πήγα να συναντήσω τον Κρις. Πριν απ' αυτό είχα την
ικανοποίηση μιας νέας επιτυχίας: ομάδες του ΕΛΑΣ και του ΕΚΚΑ, σύμφωνα με τις
υποδείξεις μας, είχαν αχρηστέψει δυο ακόμα ορυχεία χρωμίου στην Ανατολική
Ρούμελη.
Τέσσερις μέρες αργότερα έφτανα στο Αυλάκι.

10. ΠΡΟΟΔΟΣ ΠΑΡΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΕΑΜ-ΕΛΑΣ
Φτάνοντας στ' αυλάκι βρήκα ένα σήμα από το Κάιρο να με περιμένει. Μου έλεγαν
ότι είχα την πλήρη τους συγκατάθεση για την οργάνωση των «Εθνικών Ομάδων»,
ότι το Φόρεϊν Όφις συμφωνούσε επίσης με την πολιτική μας και ότι θα την
υποστήριζαν από ραδιοφώνου. Το γεγονός αυτό με ανακούφισε και μ' ενεθάρρυνε
προσωρινά.
Μέσα στις τέσσερις εβδομάδες που έλειπα από το Στρατηγείο, είχαν συμβεί
πολλά. Ένας αξιωματικός του Γενικού Επιτελείου από τη SOE Καΐρου, ο
αντισυνταγματάρχης Τζων Στήβενς, είχε πέσει με αλεξίπτωτο για να δει με τα
ίδια του τα μάτια την κατάσταση στην Ελλάδα και να κάμει την αναφορά του στο
Κάιρο. Ο Κρις τον είχε ήδη στείλει περιοδεία στην Ανατολική Ρούμελη, μέσω
Ευρυτανίας, όπου ο Ζέρβας είχε τώρα μερικές ομάδες με επικεφαλής έναν
αξιωματικό ονόματι Παπαϊωάννου, και η Αποστολή είχε μαζί της ένα έλληνα
αξιωματικό που μιλούσε θαυμάσια αγγλικά και τον έλεγαν «Κίτσο». Ο Τζων
Στήβενς επρόκειτο να επιστρέψει στο στρατηγείο μου της Πίνδου για να
συζητήσει μαζί μου πριν συνεχίσει το ταξίδι του προς τα βόρεια της Θεσσαλίας
και κατόπιν προς τα ανατολικά παράλια της Ελλάδας, απ' όπου ένα καΐκι θα τον
περνούσε στην Τουρκία, για να επιστρέψει από κει στη Μέση Ανατολή.
Υπήρχε ακόμα μια καινούργια άφιξη: κάποιος λοχαγός Ρος Μπόουερ. Είχα ζητήσει
να μου στείλουν ένα προσωπικό βοηθό για ν' ασχολείται όχι μονάχα με τα τοπικά
διοικητικά θέματα, αλλά και με τη δουλειά του ασυρμάτου και της γραφικής
υπηρεσίας που είχε πολύ αυξηθεί και μου έτρωγε υπερβολικό χρόνο.
Βρήκα επίσης να με περιμένουν μια πλήρης αναφορά του Τομ Μπάρνες, για τα
σχεδιαζόμενα στην Ήπειρο σαμποτάζ, και μια του Τζων Κουκ, ο οποίος, μια
βδομάδα νωρίτερα, είχε επιστρέψει από την επιτυχή αποστολή του να έρθει σ'
επαφή με τους αντάρτες της Αλβανίας. Ο Κρις είχε στείλει τις πληροφορίες για
την Αλβανία στο Κάιρο και είχε ήδη αποφασισθεί να στείλουν μια ομάδα τριών
αξιωματικών κι έναν ασυρματιστή, για τους Αλβανούς αντάρτες, στον Τομ
Μπάρνες, στην Ήπειρο. Δυο μέρες πριν από την επιστροφή μου, ο Κρις είχε στείλει
τον Τζων Κουκ στην Ήπειρο να περιμένει την άφιξη της ομάδας αυτής και να τους
οδηγήσει κατόπιν στον προορισμό τους.
Πολλά πράγματα περίμεναν τακτοποίηση στον Ήπειρο, όπου ο Τομ είχε αναλάβει
τα σχέδια των σαμποτάζ εργαζόμενος μαζί με έναν ταγματάρχη ονόματι
Μάικλγουέιτ. Χρειαζόταν περισσότερους βρετανούς αξιωματικούς και ήθελα να
συζητήσω μαζί του τι άλλες απαιτήσεις είχε. Ο Μάικλγουέιτ, ο ανώτερος εκείνη
την εποχή σύνδεσμος - αξιωματικός με τους αντάρτες του ΕΔΕΣ, αντιμετώπιζε
πολλές δυσκολίες όχι μονάχα από τις ανταγωνιστικές ομάδες του ΕΛΑΣ, αλλά και
από τους αποκαλούμενους Τουρκαλβανούς που έμεναν στη βόρεια Ελλάδα και
τους οποίους, οι Ιταλοί προσπαθούσαν να τους προσεταιρισθούν και να τους
στρέψουν, σαν αντάρτες, εναντίον μας. Καθώς είχα δεκατέσσερις περίπου μέρες
στη διάθεσή μου πριν ξεκινήσω για τη συνάντηση του Ευμαίου που θα γύριζε από
την Αθήνα, και καθώς ήθελα όχι μονάχα να χαιρετήσω την ομάδα που
προοριζόταν για την Αλβανία, αλλά να κανονίσω ορισμένες λεπτομέρειες πριν
φύγουν κατά το Βορρά, αποφάσισα να επισκεφθώ τον Τομ κα τον Μάικλγουέιτ στη
δυτική Ήπειρο μόλις θα τελείωνα τις δουλειές μου στο Αυλάκι.

Την επόμενη της άφιξής μου στο στρατηγείο, έφτασε ο Ζέρβας. Ήταν γεμάτος
παράπονα εναντίον του ΕΑΜ. Ο γενικός αρχηγός Χωροφυλακής της Άρτας,
πηγαίνοντας να επισκεφθεί τον Ζέρβα και να κανονίσει μαζί του την ένταξη ενός
μεγάλου τμήματος χωροφυλάκων στους αντάρτες, είχε συλληφθεί από έναν
αρχηγό του ΕΑΜ και είχε σταλεί με συνοδεία στη Θεσσαλία. Από τότε, κανείς δεν
είχε ακούσει τι έγινε. Κατόπιν ο Ζέρβας μου έδειξε μια προκήρυξη του ΕΑΜ που
είχε τυπωθεί στην Καρδίτσα και που έλεγε ότι «όποιος δεν ενωθεί με το ΕΑΜ θα
θεωρείται προδότης της Ελλάδας». Είχε και άλλα παρόμοια παράπονα. Έστειλα τα
πιο σημαντικά απ' αυτά στον Εύμαιο, διαμέσου του Καΐρου, για να δει με ποιον
τρόπο οι υφιστάμενοί του περιφρονούσαν τις διαταγές του. Ταυτόχρονα είπα στο
Κάιρο ότι δεν νόμιζα πως οι ενέργειες αυτές ανεύθυνων αρχηγών του ΕΑΜ
δικαιολογούσαν τη διακοπή των διαπραγματεύσεων μαζί του, δεδομένου ότι
πίστευα πως η Κ.Ε. Θα έκανε ό,τι μπορούσε στη συνεργασία της μαζί μας για να
δικαιώσει το ΕΑΜ στα μάτια όλων των Ελλήνων, που ήθελε την υποστήριξή τους.
Συζήτησα με τον Ζέρβα τη σκοπιμότητα μιας μετακίνησης του στρατηγείου μας
προς τα βόρεια, σε μια λιγότερο προσιτή περιοχή της Πίνδου. Με το πλησίασμα
του καλοκαιριού, που όπως ήταν φυσικό τα χιόνια θα έλιωναν, οι Ιταλοί θα ήταν
πιο εύκολο ν' ανέβουν στα βουνά και θα μπορούσαν να προσεγγίσουν στο
στρατηγείο μας από πολλές μεριές. Σύντομα, δεν θα τους περιόριζαν τα ορεινά
μονοπάτια που τους χειμερινούς μήνες ήταν σχετικά εύκολο να τους
σταματήσουμε. Έχοντας υπόψη του αυτό το πράγμα, ο Κρις είχε ήδη κάμει μια
αναγνώριση και, σε δυο ημερών απόσταση βορειοδυτικά, είχε βρει ένα χωριό που,
όπως ανάφερε, δεν ήταν μόνο κατάλληλο, αλλά και γραφικό. Το όνομά του ήταν
Θεοδωριανά. Αποφασίσαμε να μετακομίσουμε εκεί τις επόμενες μέρες.
Πριν φύγω από τ' Αυλάκι στις 12 Απριλίου, έβαλα τον Ζέρβα να μου κάνει μια
γραπτή δήλωση, που μου είχαν ζητήσει αρκετοί αρχηγοί του ΕΑΜ, σύμφωνα με την
οποία δεν είχε πολιτικές φιλοδοξίες και δεν επεδίωκε να γίνει δικτάτορας.
Έστειλα κατά λέξιν το κείμενο στο Κάιρο για ν' αναμεταδοθεί στον Εύμαιο.
Καθώς ο Θέμης δεν είχε γυρίσει από τον Παρνασσό πριν φύγω από τη Ρούμελη,
είχα μείνει χωρίς διερμηνέα. Ο Ζέρβας μου έδωσε ένα μορφωμένο Ελληνόπουλο,
περίπου είκοσι χρονών, που μόλις είχε φτάσει από την Αθήνα και τόλεγαν Θωμά
Αθανασιάδη. Προερχόταν από μια πλούσια οικογένεια, πολύ γνωστή στον Ζέρβα,
και φαινόταν έξυπνος και με καλή γνώση της αγγλικής νέος, αλλά, καθώς είχα την
ευκαιρία να διαπιστώσω αργότερα, δεν ήξερε καθόλου πώς να μιλήσει και να
φερθεί στους περήφανους, αν και φτωχούς, κατοίκους των ελληνικών βουνών.
Επιπλέον, στη δύσκολη μεταφραστική εργασία που είχε συχνά να κάνει για μένα,
ανακάλυπτα μερικές φορές σοβαρές ανακρίβειες.
Περάσαμε με τον Θωμά τη νύχτα της 13ης στην Χωσεψή, το μικρό χωριό που,
κατά το θλιβερό ταξίδι μας της επιστροφής από τις δυτικές ακτές, στις αρχές
εκείνου του χρόνου μας είχαν κάμει τόσο γενναιόδωρη υποδοχή. Τώρα, μόλις
τέσσερις μήνες αργότερα, είχε μια πολύ διαφορετική ατμόσφαιρα. Οι άνθρωποι
ήταν επιφυλακτικοί στις εκδηλώσεις τους. Την κατάσταση τώρα την ήλεγχε το
ΕΑΜ και είχε το τοπικό του στρατηγείο εκεί.
Ο αρχηγός του ΕΛΑΣ εκείνη την εποχή ήταν ο συνταγματάρχης Πίσπερης. Είχα μια
συζήτηση μαζί του πάνω στα συνηθισμένα παράπονα μεταξύ ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ και
προσπάθησα να βολέψω τα πράγματα όσο μπορούσα. Πέρασα μια πολύ αναπαυτική
νύχτα στο σπίτι ενός απόστρατου στρατηγού που τον έλεγαν Νάση. Μου είπε ότι
του είχαν προσφέρει μια ανώτερη θέση στον ΕΛΑΣ και σκεφτόταν να την δεχτεί,
περισσότερο για να κρατήσει το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ σ' ένα επίπεδο μετριοπάθειας.

Την επόμενη νύχτα σταματήσαμε στην Πλατανούσα, ένα άλλο χωριό απ' όπου
επίσης είχα περάσει επιστρέφοντας από τις δυτικές ακτές. Εδώ συνάντησα τον
Αλέξη Ζέρβα, τον αδερφό του στρατηγού. Είχε αναλάβει την Ήπειρο εκείνη την
εποχή, αλλά δεν ήταν φτιαγμένος για τον ανταρτοπόλεμο. Ήταν πολύ μαλακός και
του έλειπε η αναγκαία προσωπικότητα για να είναι, με οποιοδήποτε νόημα,
αρχηγός. Ήταν φανερό ότι ο Ζέρβας του είχε δώσει τη θέση από αδερφική
φιλοφροσύνη.
Μείναμε με τον Θωμά στην Πλατανούσα μέχρι το σούρουπο της 15ης Απριλίου,
οπότε και ξεκινήσαμε για να διασχίσουμε στα σκοτεινά τον αμαξωτό δρόμο
Μεσολόγγι — Γιάννινα. Στις 18 φτάσαμε στο στρατηγείο του Τομ Μπάρνες, στο
θαυμάσιο μοναστήρι του Ρωμανού, όπου είχαμε μείνει για ν' αναπαυτούμε
επιστρέφοντας από τις δυτικές ακτές.
Ο Τομ Μπάρνες μου είπε ότι δυο μέρες πρωτύτερα αρκετές εκατοντάδες ελασίτες
είχαν κυκλώσει τον ψηλό πέτρινο περίβολο του μοναστηριού και οι αρχηγοί τους
Γεωργιάδης και Αναγνωστάκης (στρατιωτικός και πολιτικός αντίστοιχα), είχαν
απαιτήσει την χωρίς όρους παράδοση των ανταρτών του ΕΔΕΣ που βρίσκονταν
μέσα. Ο Τομ αρνήθηκε φυσικά να δεχτεί ένα τέτοιο τελεσίγραφο και
προειδοποίησε τον Γεωργιάδη ότι αν χτυπούσαν οι άντρες του, δεν θα δίσταζε να
πει στον ταγματάρχη Κωνσταντινίδη (τοπικό αρχηγό του Ζέρβα) ν' ανοίξει πυρ. Οι
αντάρτες του ΕΛΑΣ που είχαν κυκλώσει το μοναστήρι ήταν ένα απερίγραπτο
πλήθος και τους είχαν μαζέψει από τα χωριά τους προφανώς γι' αυτό το σκοπό και
μόνο. Ύστερα από εικοσιτέσσερις ώρες πολιορκίας, η μπλόφα τους τέλειωσε και
σκορπίστηκαν μόνοι τους χωρίς να ρίξουν τουφεκιά.
Συζητήσαμε με τον Τομ τα σχέδια που είχε κάνει για τα σαμποτάζ, μετά τις
πρόσφατες αναγνωρίσεις του. Εξετάσαμε επίσης το τουρκο - αλβανικό πρόβλημα
και αποφασίσαμε να έρθουμε σ' επαφή με τους αρχηγούς τους και να τους
προσφέρουμε καλύτερους όρους από τους Ιταλούς, για να τους πάρουμε με το
μέρος μας. Είπα με τον Τζων Κουκ μερικά λόγια για το επόμενο ταξίδι του στην
Αλβανία και τον διέταξα να επιστρέψει αμέσως πίσω μόλις θα ταχτοποιούσε τη
βρετανική ομάδα την οποία περιμέναμε να φτάσει την επόμενη νύχτα. Μόλις είχα
αρχίσει ν' αναρωτιέμαι πώς θα μπορούσα να βρω τον Γεωργιάδη και να του πω τι
σκεφτόμουν για λογαριασμό του, όταν έλαβα ένα μήνυμα από μέρους του που με
καλούσε να παρακολουθήσω μια συγκέντρωση του ΕΛΑΣ το άλλο απόγευμα. Αν και
δεν ήξερα περί τίνος πρόκειται, δέχτηκα αδίσταχτα. Θα ήταν μια καλή ευκαιρία
να μιλήσω δημόσια στους έλασίτες της Ηπείρου· γιατί παρόλο που οι περισσότεροι
αρχηγοί του ΕΛΑΣ ήξεραν ήδη ότι η Βρετανική Αποστολή υποστήριζε όλες τις
αντάρτικες ομάδες και οργανώσεις που ήταν έτοιμες να πολεμήσουν τον κοινό
εχθρό, το γεγονός αυτό παρερμηνευόταν, πίσω από την πλάτη μας, από τους
πολιτικούς καθοδηγητές του ΕΑΜ, προκειμένου να εξυπηρετήσουν την
προπαγάνδα τους στις γραμμές του ΕΛΑΣ.
Εκείνη τη νύχτα, 17 Απριλίου, η ομάδα για την Αλβανία προσεδαφίστηκε κανονικά
στο πεδίο ρίψεων του Τομ, κάπου τρεις ώρες μακρυά από το μοναστήρι.
Αποτελούνταν από δύο αξιωματικούς του ιππικού τον ταγματάρχη Μπίλλυ Μακλήν
και τον λοχαγό Ντέβιντ Σμίλεη, ένα νεαρό αξιωματικό του Μηχανικού ονόματι
Ντάφυ και έναν ασυρματιστή. Έμειναν όλη τη νύχτα στο πεδίο των ρίψεων για να
επιβλέπουν τη συλλογή των εφοδίων τους. Το μεσημέρι της άλλης μέρας, όταν
έφευγα για τη συγκέντρωση του ΕΛΑΣ, δεν είχαν φτάσει ακόμα στο μοναστήρι.
Φτάνοντας με τον Θωμά στο χωριό Ρωμανός, οδηγηθήκαμε στην αυλή του
σχολείου όπου βρήκαμε συγκεντρωμένους διακόσιους πενήντα περίπου αντάρτες

του ΕΛΑΣ. Παρατήρησα ότι μονάχα το ένα τέταρτο απ' αυτούς ήταν οπλισμένοι
και όλοι αυτοί είχαν σταθεί στις πρώτες σειρές. Ύστερα από μια παρωδία
επιθεώρησης, κατά την οποία δεν με πήγαν στις πίσω γραμμές, το τμήμα στάθηκε
στην «ανάπαυση» και μένα με πήραν λίγο παράμερα για να συζητήσω με τους
αρχηγούς των διαφόρων ομάδων.
Ο Αναγνωστάκης, ο ανώτερος «πολιτικός Καθοδηγητής», άρχισε με τα
συνηθισμένα παράπονα ότι η Βρετανική Αποστολή βοηθούσε προνομιακά τους
αντάρτες του Ζέρβα. Με ρώτησε βάσει ποιας αρχής ενεργούσα μ' αυτό τον τρόπο
και γιατί ο ΕΛΑΣ, που είχε οργανωθεί στην Ήπειρο πολύ πριν ο Ζέρβας αρχίσει τη
δραστηριότητά του εκεί (αυτό ήταν αλήθεια), δεν λάβαινε όπλα, πολεμοφόδια και
ρούχα. Μετά, ένας άλλος Έλληνας, από τον κύκλο που είχε δημιουργηθεί γύρω
μου, μου είπε ότι οι αντάρτες που είχαν συγκεντρωθεί εκεί ήταν πολύ
δυσαρεστημένοι και ότι οι αρχηγοί τους δεν θα μπορούσαν να τους εμποδίσουν να
χτυπήσουν το μοναστήρι, αν ο αξιωματικός του Ζέρβα Κωνσταντινίδης και οι
αντάρτες του δεν υπόσχονταν να εγκαταλείψουν την περιοχή μέσα σε δυο μέρες.
Εξήγησα στη μικρή αυτή ομάδα ότι βρισκόμαστε στην Ελλάδα για να βοηθήσουμε
όλες τις αντάρτικες ομάδες που θα ήταν διατεθειμένες να πολεμήσουν τον εχθρό
κάτω από τις διαταγές του Γενικού Στρατηγείου της Μέσης Ανατολής.
Τους είπα ότι το μόνο που χρειαζόταν να κάνουν ήταν να υπογράψουν τη
«Στρατιωτική Συμφωνία». Όπως θα το περίμενα, δεν μπορούσαν να κάμουν κάτι
τέτοιο χωρίς άδεια από τα πάνω. Τους ρώτησα πότε οι ομάδες τους είχαν
χτυπήσει τους Ιταλούς και ποιος απ' αυτούς είχε πλησιάσει τον Τομ Μπάρνες για
να προσφέρει τις υπηρεσίες του στα συμμαχικά σαμποτάζ που γίνονταν κάτω από
τις οδηγίες του Αρχηγείου της Μέσης Ανατολής. Όντας προετοιμασμένος από τον
Τομ, αντέκρουσα μια σειρά από ψεύτικες δικαιολογίες με γεγονότα. Επέμεναν ότι
τους ήταν αδύνατο να ελέγξουν τους άντρες τους, ότι, ακόμα κι αν αυτά που
έλεγα ήταν αλήθεια, οι άντρες αυτοί θα χτυπούσαν τους αντάρτες του
Κωνσταντινίδη και θα γινόταν φοβερό μακελειό, προς ζημία του αγώνα ενάντια
στον κοινό εχθρό, αν οι αντάρτες του ΕΔΕΣ δεν εγκατέλειπαν την περιοχή.
Ύστερα από δυο περίπου ώρες παρόμοιας συζήτησης, είπα στους επικεφαλής των
ομάδων ότι ήθελα να μιλήσω ο ίδιος στους άντρες τους. Το δέχτηκαν πρόθυμα. Σε
λίγο μετάνιωσα για το λάθος μου!
Στάθηκα μπροστά σ' αυτούς τους Έλληνες, που είχαν συγκεντρωθεί από τα
διάφορα χωριά της Ηπείρου για να κάνουν επίδειξη δύναμης που εξυπηρετούσε
τους σκοπούς των πολιτικών αρχηγών τους, και τους είπα ό,τι λίγο - πολύ έλεγα
μέχρι τότε σε όλους. Τους εξήγησα τις διαταγές μου από τη Μέση Ανατολή, το
σκοπό της Βρετανικής Αποστολής, τις οδηγίες που είχα δώσει σε όλους τους
αξιωματικούς μου και τους όρους υπό τους οποίους το Αρχηγείο της Μέσης
Ανατολής ήταν διατεθειμένο να προμηθεύσει με όπλα και εφόδια τον ΕΛΑΣ. Τους
πληροφόρησα ότι τη στιγμή αυτή η Κεντρική τους Επιτροπή στην Αθήνα
αποφάσιζε αν θα υπογράψει ή όχι τη «Στρατιωτική Συμφωνία» και μέχρι να μάθω
την απόφασή τους, δεν μπορούσα να εφοδιάσω με όπλα καμιά ομάδα, εκτός αν η
ομάδα αυτή αποφάσιζε να υπογράψει ανεξάρτητα τη Συμφωνία. Οι αρχηγοί τους
είχαν αρνηθεί να την υπογράψουν πριν από λίγο· κι αυτό ήταν εκείνο που
ενδιέφερε εμένα. Εξαρτιόταν απ' αυτούς να διαλέξουν νέους αρχηγούς ή να
περιμένουν την απόφαση της Κεντρικής τους Επιτροπής.
Μετά η ομάδα μπήκε στο χορό.

Σε λίγο αντιλαμβανόμουν καθαρά ότι ανάμεσα στις γραμμές των ανταρτών είχαν
τοποθετηθεί «πολιτικοί καθοδηγητές» για να μου απευθύνουν δυσάρεστες κι
αδέξιες ερωτήσεις. Είχα την πρόνοια να ζητήσω από τους ελασίτες αρχηγούς, με
τους οποίους είχα μιλήσει ιδιαίτερα, να σταθούν πίσω μου όταν θα μιλούσα ώστε
να μην αναμιχθούν με τους άντρες τους, αλλά, ο ένας μετά τον άλλο, οι αντάρτες
ακροατές μου άρχισαν να μου βγάζουν πολιτικούς λόγους που τα επιχειρήματά
τους εύκολα θα μπορούσα να τα στρέψω προς το μέρος μου, αν είχα την
ικανότητα να χειρίζομαι τη γλώσσα τους με άνεση. Δυστυχώς, ήμουν
υποχρεωμένος να μιλώ διαμέσου του Θωμά, του διερμηνέα μου, και η αργοπορία
στη μετάφραση αφαιρούσε την ένταση και την αποτελεσματικότητα των
επιχειρημάτων μου. Ύστερα από μια περίπου ώρα, κατά την οποία, με κάθε
μετριοφροσύνη, μπορώ να πω ότι διατήρησα το έδαφός μου με βρετανικά
επιχειρηματικά πρότυπα και δεν έχασα πόντο, κατάλαβα ότι το πράγμα δεν
έβγαινε πουθενά. Έπαψα ν' απαντώ στις ερωτήσεις και είπα στους
συγκεντρωμένους ότι, για μένα τουλάχιστον, η κατάσταση ήταν ξεκαθαρισμένη.
Για το Αρχηγείο της Μέσης Ανατολής, δεν είχαν κανένα δικαίωμα ούτε να
διατάξουν τον Κωνσταντινίδη να φύγει από την περιοχή, ούτε να τον χτυπήσουν.
Αν έκαναν κάτι τέτοιο, είτε με, είτε χωρίς τη συγκατεθεση των αρχηγών τους, το
ελληνικό αίμα θα έπεφτε στα κεφάλια τους. Θα φρόντιζα μάλιστα, αν πράγματι
χτυπούσαν, ώστε, ακόμα κι αν το ΕΑΜ υπέγραφε τη Στρατιωτική Συμφωνία, να μη
δοθεί κανενός είδους στρατιωτική βοήθεια στον ΕΛΑΣ της Ηπείρου και θα
ανάφερα την πράξη τους και την απόφασή μου στο Αρχηγείο Μέσης Ανατολής με
κάθε λεπτομέρεια.
Καθώς τελείωνα την ομιλία μου, ο Ταμ Μπάρνες, ανησυχώντας για την ασφάλειά
μου, έκανε την εμφάνισή του. Φύγαμε μαζί. Οι αντάρτες, με την προτροπή των
αρχηγών τους, έβγαλαν ένα μισομασημένο «ζήτω» για χάρη μου. Καθώς περνούσα
δίπλα από τον Γεωργιάδη, του είπα ότι σε μια ώρα θα έφευγα από το μοναστήρι
για την Χωσεψή (το στρατηγείο τους στην Ήπειρο) και ότι μέχρι τότε απαιτούσα
μια επιβεβαίωση ότι οι άντρες του δεν θα χτυπούσαν. Διαφορετικά, είπα, θα
ανέφερα το θέμα στον συνταγματάρχη Πίσπερη και θα του έλεγα να τον
αντικαταστήσει αμέσως.
Όταν γυρίσαμε με τον Τομ στο μοναστήρι, καλωσόρισα τους Μακλήν και Σμίλεη
και τους έδωσα ό,τι συμβουλές μπορούσα. Είχα επίσης μια μικρή συζήτηση με τον
Μάικλγουέιτ, που μόλις είχε επιστρέψει από μια επίσκεψη στον Πίσπερη, στον
οποίο παραπονέθηκε για την πολιορκία του μοναστηριού τις προηγούμενες μέρες.
Κατόπιν πήρα ένα πρόχειρο γεύμα με τον Θωμά, αποφασισμένος να φύγω το ίδιο
βράδυ για την Χωσεψή, όπου θα συναντούσα πάλι τον Πίσπερη και θα του έλεγα να
σταματήσει τις φασαρίες του ΕΛΑΣ στην περιοχή και να διορίσει καινούργιους
αρχηγούς.
Λίγο πριν ξεκινήσω, κατέφθασε στην πύλη του μοναστηριού ένας αγγελιοφόρος
του ΕΛΑΣ και ζήτησε να με δει. Μου είπε ότι ο Γεωργιάδης τον έστειλε να μου
αναφέρει ότι είχε «κάμει πάλι τους άντρες του να πειθαρχήσουν» και ότι τους είχε
στείλει στα χωριά τους. Μισή ώρα αργότερα, καθώς σουρούπωνε, έφευγα πάλι για
το στρατηγείο μου που τώρα θα τόβρισκα στα Θεοδωριανά.
Ο δρόμος που πήραμε διέφερε ελαφρά από εκείνον που είχαμε κάνει στο ταξίδι μας
προς τα κάτω. Τις πρώτες πέντε ώρες βαδίσαμε σ' ένα ελικοειδές μονοπάτι που
περνούσε μέσα από μια σχεδόν ομαλή περιοχή, καλυμμένη με μικρά δέντρα και
θάμνα. Η νύχτα ήταν ήσυχη και φεγγαροφωτισμένη. Σε λίγο ο αέρας παλλόταν από
το τραγούδι των αηδονιών. Άλλοτε τρεμουλιαστές, άλλοτε βαθιές και
κελαρυστές, οι νότες τους μας τριγύριζαν από παντού. Μονάχα οι πρόκες από τις

μπότες μας και τα πατήματα των μουλαριών πάνω στο χαλικόστρωτο μονοπάτι,
το σερνάμενο βάδισμα του φτωχικά ντυμένου οδηγού μας ή κάποιο συμπτωματικό
βήξιμο κάποιου από μας, έσπαζε για μεγάλο διάστημα τη νεραϊδένια μουσική του
τοπίου.
Λίγο πριν ξημερώσει διασχίσαμε ακίνδυνα το δημόσιο δρόμο και το απόγευμα της
ίδιας μέρας φτάσαμε στο σίγουρο στρατηγείο του Πίσπερη, στην Χωσεψή. Του
ανάφερα την προσβλητική συμπεριφορά του ΕΛΑΣ στον Ρωμανό. Υποσχέθηκε να
στείλει αμέσως έναν καινούργιο διοικητή εκεί.
Αργά την 21η Απριλίου ανεβήκαμε ένα ύψωμα και είδαμε αποκάτω μας τα
Θεοδωριανά. Μισή ώρα αργότερα μπαίναμε στο χωριό. Ο Κρις και η πρώτη ομάδα
του στρατηγείου μας είχαν φτάσει την προηγούμενη μέρα. Για την ώρα είχαμε στη
διάθεσή μας δυο συσκευές ασυρμάτου που λειτουργούσαν σε διαφορετικά μήκη
κύματος και συνεπώς μπορούσαμε να αφήσουμε τη μια στο Αυλάκι να λειτουργεί
ώσπου να εγκαταστήσουμε την άλλη. Ο Μπιλ Τζόρνταν την είχε στήσει τώρα και
είχε ήδη αποκαταστήσει επαφή με το Κάιρο.
Από τον ερχομό του, τον Ιανουάριο, ο Μπιλ, ένας Νεοζηλανδός δημοσιογράφος σε
καιρό ειρήνης, είχε ανεβάσει το σχεδόν μηδαμινό επίπεδο της επικοινωνίας μας με
το Κάιρο σε μια κατάσταση μόνιμης επαφής και μάλιστα με εξαιρετική
αποτελεσματικότητα. Είχε τώρα σαν βοηθούς του έναν ικανό λοχία του
Επιτελείου, τον Σταν Σμιθ, και δυο άλλους χειριστές που είχαν έρθει σε
διαφορετικές αποστολές, στις αρχές της Άνοιξης. Τα καθημερινά — και συχνά δυο
φορές τη μέρα — προγράμματα με το Κάιρο λειτουργούσαν τόσο κανονικά ώστε
μπορούσαμε πλέον να διατηρούμε πολύ ώρα το πρόγραμμα κι από τις δυο πλευρές.
Είχαμε μάλιστα την ικανότητα να μεταδίδουμε στη RAF μετεωρολογικό δελτίο το
απόγευμα της κάθε νύχτας που ήταν να γίνουν ρίψεις, ώστε τ' αεροσκάφη να μην
κάνουν ανώφελα ταξίδια αν ο καιρός δεν ήταν κατάλληλος.
Τα Θεοδωριανά είναι χτισμένα στο κέντρο μιας κλιμακωτής και γόνιμης κοιλάδας,
με περισσότερο από δύο μίλια περίμετρο. Περιβάλλονται σχεδόν ολοκληρωτικά
από τα βουνά της Πίνδου που υψώνουν απότομα τις άλλοτε πέτρινες κι άλλοτε
δασωμένες πλαγιές τους μέχρι τον ουρανό. Η μόνη διέξοδος της φύσης βρίσκεται
προς ανατολάς. Όταν είδα για πρώτη φορά το χωριό, ένας ορμητικός χείμαρρος
από λιωμένο γκριζοπράσινο χιόνι, κατέβαινε βουίζοντας προς το ποτάμι του
Αχελώου, τέσσερα μίλια μακρυά. Τα ξάστερα ανοιξιάτικα πρωινά, ο ήλιος που
πρόβαλλε ανάμεσα από τις απόμακρες κορφές του ορίζοντα, έριχνε πρώτα τις
χρυσαφιές ακτίνες του στις απέναντι χιονισμένες κορφές, μετά κατέβαινε στις
κακοτράχαλες γκρίζες πλαγιές τους και γλιστρώντας βιαστικά στους
ομαλότερους λόφους, φώτιζε τις γόνιμες πεζούλες της κοιλάδας που απλωνόταν
διάσπαρτη από ψηλά βαθυπράσινα κυπαρίσσια και ασημόφυλλα λιόδεντρα, και που
στο έδαφός της άρχιζε ήδη να στρώνεται ένα αχνοπράσινο ανοιξιάτικο χαλί·
τελικά ο ήλιος σταματούσε πάνω στα παράθυρα και τους απλούς άσπρους τοίχους
των σπιτιών. Τέτοιο ήταν το θέαμα που παρακολούθησα απ' το μπαλκόνι της
κρεβατοκάμαράς μου το πρώτο εκείνο απριλιάτικο πρωί που βρέθηκα στα
Θεοδωριανά και έτσι μένει ακόμα στη μνήμη μου: ειρηνικό και ήσυχο, με μερικά
βελάσματα προβάτων και ήχους κουδουνιών στο βάθος.
Σε σύγκριση με τα περισσότερα ορεινά χωριά της Ελλάδας, τα Θεοδωριανά είναι
ένα μεγάλο χωριό. Ήδη από την εποχή εκείνη, και χάρη στην πρωτοβουλία ενός
προοδευτικού γιατρού που είχε, διέθετε ηλεκτρικό φως, παραγόμενο από μια
υδροτουρμπίνα, αλλά αρκετό για να φωτίζει τους μικρούς χωριάτικους δρόμους,
την πλατεία και τα περισσότερα σπίτια. Φυσικά, τότε, δεν άναβαν φώτα τη νύχτα

για το φόβο των εχθρικών αεροσκαφών, αλλά αυτό δεν μας εμπόδιζε ν'
απολαμβάνουμε την πολυτέλεια του ηλεκτρισμού πίσω από τα «συσκοτισμένα»
παράθυρα των δωματίων μας. Ο Ρος δεν άργησε να στήσει τα όργανά του και
σύντομα είχαμε αποκαταστήσει μια σχετικά πυκνή επικοινωνία. Περάσαμε πολλές
ωραίες μέρες στα Θεοδωριανά, ώσπου η παρουσία μας είχε τραγικές συνέπειες
για μερικούς από τους κατοίκους της ευτυχισμένης αυτής περιοχής.
Στις 23 Απριλίου, το Κάιρο μου αναμετάδωσε ένα κάπως ανησυχητικό σήμα του
Σέπαρντ από τον Όλυμπο. Σύμφωνα με αυτό, οι Γερμανοί ετοιμάζονταν ν' αρχίσουν
αποφασιστική επίθεση εναντίον των δυνάμεων του ΕΛΑΣ στην περιοχή του
Ολύμπου, που ανέρχονταν ήδη σε δυο χιλιάδες περίπου, και είχε παρθεί απόφαση
οι δυνάμεις αυτές να μετακινηθούν για ασφάλεια, διαμέσου της Θεσσαλικής
πεδιάδας, προς τα βουνά της νοτιοδυτικής Μακεδονίας και την οροσειρά της
βόρειας Πίνδου.
Αυτό ήταν το τελευταίο που θάθελα να συμβεί. Είχα ήδη κάνει σχέδια για την
αναδιοργάνωση των Εθνικών Ομάδων στη βόρεια Πίνδο από τον Ντένις Χάμσον
και τον Νατ Μπάρκερ και χρειαζόμουν τον Σέπαρντ και τους αντάρτες του στην
περιοχή του Ολύμπου για την διενέργεια των σαμποτάζ, στις κύριες γραμμές
σιδηροδρομικής επικοινωνίας της ανατολικής πλευράς της Ελλάδας, το ερχόμενο
καλοκαίρι.
Έστειλα σήμα στον Σέπαρντ να κρατήσει τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ εκεί που
βρίσκονταν. Απάντησε ότι αυτό ήταν αδύνατο και λίγες μέρες αργότερα οι δυο
αυτές χιλιάδες ελασίτες διέσχιζαν τις πεδιάδες της Θεσσαλίας. Έλαβα μια λαμπρή
αναφορά του Σέπαρντ για τη θαυμάσια πειθαρχία της μακριάς αυτής στρατιάς
κατά τις νυχτερινές πορείες τους μέσα από την πεδιάδα. Του απάντησα μ' ένα
σύντομο σήμα λέγοντας ότι δεν υπήρχε λόγος να κινούνται σαν τακτικό σώμα και
ότι η δύναμή τους βρισκόταν ακριβώς στην ικανότητά τους ν' αναπτύσσουν
αντάρτικη δράση. Του έλεγα να μην ενθαρρύνει μελλοντικές απόπειρες του ΕΛΑΣ
να μιμηθεί καθαρά στρατιωτική τακτική. Αν αυτή η μεγάλη δύναμη έπεφτε πάνω
στον εχθρό, κατά την πορεία της μέσα απ' την πεδιάδα, και είχε μεγάλες
απώλειες, αυτό θα ήταν σφάλμα των αρχηγών της που είχαν διαλέξει αυτόν τον
ακατάλληλο τρόπο, αντί να χωρίσουν το σώμα σε μικρές ανεξάρτητες ομάδες.
Στα γραφικά Θεοδωριανά οι ευχάριστες μέρες περνούσαν γρήγορα. Οι μυγδαλιές
γύρω από το χωριό άρχισαν να βγάζουν μπουμπούκια και κάθε μέρα το χρώμα
τους άλλαζε καθώς τα λουλούδια τους άνθιζαν. Ο Ρος δεν έπαυε να φροντίζει για
την άνεση και την καλοπέρασή μας. Μια μέρα άκουσε για κάποιον Έλληνα
γυρολόγο που επισκεπτόταν από καιρό σε καιρό τα Γιάννινα κι έκανε μαύρη αγορά
για χάρη των ορεινών χωριών. Ήρθε σ' επαφή μαζί του και κανόνισε να μας φέρνει
από κει πολυτέλειες, όπως οι σοκολάτες, οι σταφίδες και ο «χαλβάς» (ένα
ελληνικό γλύκισμα από μέλι και αμύγδαλα) κάθε βδομάδα ή κάθε δέκα μέρες. Μια
φορά που έλειπα από τα Θεοδωριανά, ο γυρολόγος έφτασε από τα Γιάννινα
συνοδευόμενος από τρεις νέες και ευπαρουσίαστες γυναίκες, τις οποίες, όπως
πληροφόρησε τον Ρος, χωρίς κανένα δισταγμό, είχε κουβαλήσει για την
«ψυχαγωγία» των βρετανών αξιωματικών. Ο Ρος, όπως ήταν φυσικό,
καταλήφθηκε εξ απίνης, αλλά είχε την πρόνοια να διατάξει να φύγουν αμέσως από
το χωριό. Μια ώρα μετά την άφιξή τους, μια επιτροπή από ενήλικες κατοίκους του
χωριού με επικεφαλής τον πρόεδρο, έφταναν στο κατώφλι του Κρις για να
ρωτήσουν αν οι φήμες που είχαν κυκλοφορήσει ήταν αληθινές. Ο Κρις
αναγκάστηκε να το παραδεχτεί, αλλά τους βεβαίωσε πως είχε γίνει λάθος και πως
το γεγονός οφείλονταν στην «εσφαλμένη κρίση» του Έλληνα γυρολόγου. Ευτυχώς,
ο Κρις είχε ήδη κλειδώσει τις γυναίκες σ' ένα δωμάτιο και είχε τοποθετήσει

φρουρά. Υποσχέθηκε στην επιτροπή ότι οι γυναίκες δεν επρόκειτο να φύγουν από
το χωριό πριν να ερευνηθεί καλά το παρελθόν τους. Σε συνέχεια, πράκτορες των
ανταρτών απέδειξαν ότι όλες αυτές οι γυναίκες συναναστρέφονταν με Ιταλούς
και η μία ήταν χωρίς αμφιβολία πληρωμένο όργανο της Ιταλικής Υπηρεσίας
Πληροφοριών. Η δύστυχη αυτή γυναίκα δικάστηκε σαν κατάσκοπος και
τουφεκίστηκε. Οι άλλες δυο πέρασαν το υπόλοιπο του πολέμου σε «προσωρινή
αποστρατεία» στα βουνά.
Για την Κυριακή του Πάσχα, 25 Απριλίου, είχα δεχτεί μια πρόσκληση του
συνταγματάρχη Λαμπράκη, με τον οποίο είχα περάσει μια νύχτα, επιστρέφοντας
από το ταξίδι μου στα δυτικά παράλια, πριν τέσσερις μήνες, προκειμένου ν'
ανανεώσω τη γνωριμία μου μαζί του. Έμενε σ' ένα θαυμάσιο σπίτι πάνω στα
βουνά, μόνο τέσσερις ώρες μακρυά από τα Θεοδωριανά, και καθώς ο Μπιλ είχε
μεγάλη ανάγκη από λίγη ξεκούραση τον πήρα μαζί μου εκείνο το σχετικά ειρηνικό
κυριακάτικο πρωινό. Χαρήκαμε για δυο μέρες τη γενναιόδωρη φιλοξενία του
Λαμπράκη. Κοιμήθηκα δυο νύχτες σε μαλακό κρεβάτι και σε άσπρα σεντόνια. Μια
μικρή υπηρέτρια μας περιποιόταν στο τραπέζι και τα γεύματά μας συνοδεύονταν
από το έξοχο σπιτίσιο κρασί του συνταγματάρχη Λαμπράκη. Στις 27, εγώ έπρεπε
να γυρίσω στην εργασία μου. Ο Μπιλ Τζόρνταν έμεινε ν' αναπαυθεί για λίγες
ακόμα μέρες.
Στις 29 Απριλίου το Κάιρο μας πληροφόρησε ότι μέσα στον Μάιο σκόπευε να μας
κάνει όχι λιγότερες από σαράντα ρίψεις με διάφορα εφόδια και υλικά. Το πράγμα
έμοιαζε πολύ ευχάριστο για νάναι αληθινό. Μέχρι τώρα δεν περίμενα
περισσότερες από είκοσι. Υποθέτοντας ότι η «Στρατιωτική Συμφωνία» σύντομα θα
υπογραφόταν από το ΕΑΜ, έστειλα σήμα στο Κάιρο για που προορίζονταν όλες
αυτές οι ρίψεις και ειδοποίησα αντίστοιχα τους ορεινούς σταθμούς μου.
Την άλλη μέρα καταστρώσαμε το πρόγραμμα της διανομής. Πρώτα απ' όλα
εξετάσαμε πόσες εκρηκτικές ύλες και άλλα σχετικά υλικά χρειάζονταν οι διάφοροι
Σύνδεσμοι αξιωματικοί για τη διενέργεια των σαμποτάζ κατά τη συνδυασμένη
επίθεσή μας του καλοκαιριού. Μετά υπολογίσαμε την άμεση και έμμεση
υποστήριξη ανταρτών που ο καθένας απ' αυτούς χρειαζόταν για να φέρει σε πέρας
το σαμποτάζ. Σε όσους δεν είχαν ακόμα επαρκή αριθμό ανταρτών ή εκτεταμένη
οργάνωση που να εξασφαλίζει την ελευθερία κινήσεων των ομάδων, παραχώρησα
συμπληρωματικά όπλα και εφόδια. Όσες ρίψεις κι αν αναβάλλονταν τις μοίρασα
σύμφωνα με τη γνωστή δύναμη των ομάδων της κάθε περιοχής, ανεξάρτητα από
το επίπεδο της οργάνωσής τους.
Ήταν ακριβώς εκείνη την εποχή που ο εχθρός άρχιζε να μας προσέχει ιδιαίτερα.
Αεροπλάνα, που πέταγαν πολύ ψηλά, έριχναν προκηρύξεις υπογραμμένες απ' τον
Ράλλη (τον τότε Πρωθυπουργό της καταχτημένης Ελλάδας), που παρότρυναν το
λαό των βουνών να κατεβεί στις ιταλοκρατούμενες πόλεις και να παραδώσει τα
όπλα του. Έδιναν προθεσμία δεκατεσσάρων ημερών. Αν μετά την προθεσμία αυτή
συνέχιζαν να κρύβουν όπλα ή να παρέχουν καταφύγιο σ' αυτούς που αποκαλούνταν
«αναρχικοί κομμουνισταί» θα συλλαμβάνονταν από τους Ιταλούς και θα
τουφεκίζονταν. Δεν έλεγαν όμως με ποιο τρόπο θα το πετύχαιναν αυτό οι Ιταλοί!
Τρεις βδομάδες αργότερα, αεροπλάνα που πέταγαν σε ύψος ασφαλείας πάνω από
τα βουνά, άρχισαν να κάνουν αναγνωρίσεις, και μια μέρα, αρχές του Μάη,
βομβάρδισαν άγρια το Βουλγαρέλι χωρίς προειδοποίηση. Σκότωσαν είκοσι
ανθρώπους, οι περισσότεροι απ' αυτούς αθώες γυναίκες και παιδιά, και δώδεκα
οικογένειες έμειναν άστεγες. Ήταν η πρώτη φορά που ο εχθρός πλησίαζε τόσο το
στρατηγείο μας και ένιωσα ένοχος για την κακοτυχία που είχαμε φέρει στο χωριό

αυτό, του οποίου οι κάτοικοι μας στέκονταν πάντα τόσο χρήσιμοι. Ήταν γελοία η
ψυχολογία των Γερμανών να βομβαρδίζουν ή να καίνε τα χωριά, γιατί απλούστατα
οι άνθρωποι που έμεναν δίχως στέγη αναγκάζονταν να πάρουν τα βουνά
πυκνώνοντας έτσι τις γραμμές των ανταρτών.
Μέχρι τότε περίμενα καθημερινά μήνυμα από τον Εύμαιο που να με πληροφορεί για
την αναχώρησή του από την Αθήνα. Στις 4 Μαΐου έστειλα τον Κρις να επισκεφθεί
το στρατηγείο του Σέπαρντ, που βρισκόταν σχετικά κοντά μας, στις δυτικές
περιοχές του Θεσσαλικού κάμπου. Ανυπομονούσα να γίνει αυτή η επίσκεψη ώστε ο
Κρις να μπορέσει να διαφωτίσει τον Σέπαρντ για τον αληθινό χαρακτήρα του ΕΑΜ
και να του πει τη γνώμη μας γι' αυτό, γιατί από τα σήματα που μας έστελνε
φαινόταν καθαρά πως εξακολουθούσε να πιστεύει ότι το ΕΑΜ δεν είχε απώτερους
πολιτικούς σκοπούς και ήταν ένα πέρα για πέρα Αντιστασιακό Κίνημα με μόνη του
φιλοδοξία το διώξιμο του Καταχτητή. Είπα στον Κρις να επιστρέψει, αν ήταν
δυνατόν, μέσα σε τέσσερις μέρες, γιατί είχα αποφασίσει να φύγω για τη Ρούμελη,
είχα δεν είχα νέα από τον Εύμαιο, γιατί ήθελα να διαπιστώσω με τα μάτια μου αν
οι προετοιμασίες του Άρθουρ Έντμοντς, για ένα σημαντικό ακόμα χτύπημα της
σιδηροδρομικής γραμμής για την Αθήνα, ήταν εντάξει.
Στις 6 Μαΐου, ο Τζων Στήβενς, ο Σύνδεσμος αξιωματικός της SOE Καΐρου, έφτασε
στα Θεοδωριανά. Είχαμε μια μακριά συζήτηση μαζί γύρω από τις εντυπώσεις που
είχε σχηματίσει μέχρι τότε. Τον βρήκα κάπως επιφυλακτικό στις απόψεις του.
Φαινόταν να στενοχωριέται από το γεγονός ότι υποστηρίζαμε τον ΕΛΑΣ, πράγμα
που σήμαινε αναπόφευκτα ταυτόχρονη ενίσχυση του ΕΑΜ. Ο Τζων σκόπευε τώρα
να κινηθεί προς τα βόρεια και να επισκεφθεί τα στρατηγεία του Σέπαρντ και του
Χάμοντ, κατευθυνόμενος προς τα ανατολικά παράλια της Ελλάδας.
Δυο μέρες αργότερα έστειλα σήμα στον Εύμαιο ότι έφευγα για τη Ρούμελη. Την
ίδια μέρα ο Κρις γύρισε από την επίσκεψη στον Σέπαρντ μ' έναν ενδιαφέροντα
απολογισμό των προσπαθειών του να τον πείσει για τον αληθινό χαρακτήρα του
ΕΑΜ.8 Έδωσα στον Τζων Στήβενς αρκετά προσωπικά μηνύματα για τη Μέση
Ανατολή και, αφού του ευχήθηκα καλή τύχη, ξεκίνησα, με τον Θωμά ακόμη σαν
διερμηνέα μου, για ένα ακόμη κουραστικό ταξίδι μέχρι το στρατηγείο του
Έντμοντς στην Ανατολική Ρούμελη.
Το 1941, όταν οι Βρετανοί αναγκάστηκαν ν' αποχωρήσουν από την Ελλάδα, ένας
σημαντικός αριθμός Κυπρίων, που οι περισσότεροι ανήκαν στις Μονάδες
Σκαπανέων, είχαν μείνει πίσω. Πολλοί απ' αυτούς, γνωρίζοντας την ελληνική
γλώσσα, είχαν καταφέρει ν' αποφύγουν τη σύλληψη, προσποιούμενοι τους
Έλληνες. Οι περισσότεροι απ' αυτούς είχαν τελικά ζητήσει καταφύγιο σε
ελληνικές οικογένειες, στα βουνά, και αργότερα ενώθηκαν με τις τοπικές
αντάρτικες ομάδες. Καθώς η Αποστολή μας άπλωνε τις δραστηριότητές της, και
καθώς η παρουσία μας γινόταν όλο και ευρύτερα γνωστή, σιγά - σιγά η ομάδα μας
μεγάλωσε αισθητά από τους Κύπριους αυτούς. Είχαμε ήδη περίπου τριάντα τους
οποίους και οργάνωσα σε ένα «Σώμα Κυπρίων Αγγελιοφόρων», επιφορτισμένο να
μεταφέρει μηνύματα στους διάφορους αξιωματικούς μου, αποκαθιστώντας έτσι
ένα κανονικό κύκλωμα πληροφοριών.
Παρά την ύπαρξη του σώματος των Αγγελιοφόρων, πλησίαζε ο καιρός που δεν θα
μπορούσα να μείνω ούτε μια μέρα χωρίς επαφή με τον ασύρματο. Πριν φύγω από
τα Θεοδωριανά, είπα στον Ρος Μπάουερ να ζητήσει από το Κάιρο μια ακόμα
συσκευή με μπαταρίες και συσσωρευτή, προκειμένου να την παίρνω μαζί μου,
πάνω σε μουλάρια, στα μελλοντικά μου ταξίδια.

Σ' ένα μικρό χωριό που τόλεγαν Σίκλιστα και από το οποίο περνούσα πηγαίνοντας
προς τ' ανατολικά, χρειάστηκε να επιλύσω μια διαμάχη που προκάλεσε ο ΕΛΑΣ
απαγορεύοντας σε μια ομάδα φτωχών χωρικών από το Βάλτο ν' αγοράσουν σιτάρι
από την πλούσια Θεσσαλική πεδιάδα, όπου υπήρχε πάντα πλεόνασμα, για την
κάλυψη των τοπικών αναγκών. Οι κάτοικοι των ορεινών εκείνων περιοχών, με τα
φτωχά και άβολα χωράφια τους, δεν κατάφερναν ποτέ να εξασφαλίσουν το σιτάρι
ή το καλαμπόκι που τους χρειαζόταν για να περάσουν ολόκληρο το χειμώνα, και
συνήθιζαν, μόλις άρχιζαν να λιώνουν τα χιόνια, να διασχίζουν —γυναίκες κυρίως
— τα ορεινά μονοπάτια της Πίνδου και να κατεβαίνουν στις σχετικά πλουσιότερες
πόλεις του Θεσσαλικού κάμπου, όπως το Μουζάκι, για να συμπληρώσουν τις
ελλείψεις τους. Το ΕΑΜ είχε «στην εξουσία του» όλα τα χωριά της Θεσσαλικής
περιοχής και μπορούσε ν' απαγορεύει στους φτωχούς Έλληνες του Βάλτου, όπου ο
ΕΔΕΣ κυριαρχούσε, ν' αγοράσουν σιτάρι, εκτός αν ήταν ή αν γίνονταν μέλη του
ΕΑΜ. Ερεύνησα την περίπτωση που έπεσε στην αντίληψή μου στη Σίκλιστα·
υποσχέθηκα ν' αναφέρω το γεγονός στο στρατηγείο του ΕΑΜ της Ρούμελης και να
κάνω ό,τι μπορούσα για την άρση αυτής της απαγόρευσης μόλις θα συναντούσα
τον αντιπρόσωπο της Κεντρικής Επιτροπής που έλπιζα να τον δω τις προσεχείς
μέρες.
Πριν από τον πόλεμο, οι Έλληνες σχεδίαζαν ν' ανοίξουν ένα, δρόμο που να συνδέει
τη Λαμία με το Αγρίνιο, περνώντας μέσα από τα βουνά της Ρούμελης. Η εργασία
είχε αρχίσει κι από τα δύο μέρη, αλλά όταν ήρθε ο πόλεμος αυτές οι πλευρές δεν
είχαν προφτάσει, ευτυχώς, να ενωθούν και υπήρχαν ακόμα ανάμεσά τους κάπου
εικοσιπέντε μίλια δασωμένης και ορεινής περιοχής. Η περιοχή αυτή παρείχε στις
αντάρτικες ομάδες της Ρούμελης σημαντική ασφάλεια και ελευθερία κινήσεων,
γιατί ο εχθρός εκείνη την εποχή σπάνια απομακρυνόταν από τους δημόσιους
δρόμους.
Πέρασα τη νύχτα της 10ης Μαΐου στο ωραίο χωριό Φραγκίστα. Το άλλο πρωί
ξεκίνησα στις 5.30' για να φτάσω στη νότια άκρη του ασυμπλήρωτου δρόμου από
την πλευρά της Λαμίας. Έχοντας συνεννοηθεί τηλεφωνικώς, βρήκα να με
περιμένει εκεί ένα αυτοκίνητο του ΕΛΑΣ, το οποίο και με οδήγησε στα τοπικά
γραφεία του ΕΑΜ στο Καρπενήσι. Αργότερα την ίδια μέρα, συνέχισα με το
αυτοκίνητο μέχρι τη Σπερχειάδα, ένα μεγάλο χωριό στην κοιλάδα του Σπερχειού,
όχι περισσότερο από δεκαπέντε μίλια, από την εχθρική φρουρά της Λαμίας. Εδώ
πέρασα ένα θαυμάσιο απόγευμα στον κήπο μιας ιδιωτικής κατοικίας. Τα κλίματα
που άπλωναν τους βλαστούς τους στην βεράντα ήταν ανθισμένα και ο κήπος
γεμάτος από ανοιξιάτικα λουλούδια που μοσχομύριζαν. Όταν σκοτείνιασε,
καθισμένοι σε αναπαυτικές πολυθρόνες, μαζί με τους οικοδεσπότες, πίναμε τα
ούζα μας ακούγοντας ένα αεροσκάφος να πλησιάζει. Ο ήχος του μου θύμισε τα
δικά μας HALIFAX, έναν τύπο αεροπλάνου που είχε φτάσει επιτέλους στη Μέση
Ανατολή για τη μοίρα των «Ειδικών Επιχειρήσεων» και το οποίο, μετά την
προέλασή μας από το Ελ Αλαμέιν στις βορειοαφρικανικές ακτές, η RAF μπορούσε
πλέον να το χρησιμοποιήσει για τη μεταφορά εφοδίων από τα γειτονικά
αεροδρόμια της Ντέρνα, που βρίσκονταν αρκετές εκατοντάδες μίλια πιο κοντά
στην Ελλάδα από τα παλιά στο Δέλτα του Νείλου. Περιμέναμε δυο ρίψεις για τον
Άρθουρ Έντμοντς, η μια από τις οποίες περιλάμβανε και τρεις αξιωματικούς του
Μηχανικού, που στέλνονταν ειδικά για την προσεχή μας επίθεση στις
σιδηροδρομικές γραμμές. Το αεροσκάφος αποπάνω μας πρέπει να ήταν ένα απ'
αυτά.
Η ανάμνηση του ερχομού της πρώτης μας ομάδας στην Ελλάδα πέρασε σαν
κινηματογραφική ταινία από το μυαλό μου, καθώς σκέφθηκα την άφιξη αυτών των
τριών νέων αξιωματικών. Τι αλλαγές και τι εξελίξεις είχαν συντελεσθεί εδώ και

οχτώ μήνες, όταν οι πρώτοι από μας είχαμε πέσει σαν «τυφλοί» στα βουνά της
Ελλάδας για να ζήσουμε για πολλές βδομάδες σαν πρωτόγονοι μέσα σε σπηλιές!
Μέσα σε μια ώρα μετά τον ερχομό τους, αυτοί οι αξιωματικοί, που θάπρεπε να
προσεδαφίζονται εκείνη τη στιγμή, θα μεταφέρονταν, εκτός απροόπτου, 9 σ' ένα
ζεστό και σχετικά άνετο σπίτι για ν' αναπαυθούν.
Στη Σπερχειάδα, οι οικοδεσπότες μου με πληροφόρησαν ότι το χωριό τους είχε
υποστεί πρόσφατα επιδρομή από μια ομάδα Γερμανών της Λαμίας, σαν αντίποινα
για μια ενέδρα που είχε στήσει ο ΕΛΑΣ σε μια άλλη ομάδα Γερμανών της περιοχής.
Παρόλο που όταν έφτασαν στο χωριό, δε βρήκαν, όπως ήταν φυσικό, ίχνος από
αντάρτες του ΕΛΑΣ, οι Γερμανοί έκαψαν δώδεκα σπίτια στη Σπερχειάδα και στο
γειτονικό χωριό Μακρακώμη, μαζί με όλα τα υπάρχοντα των κατοίκων τους,
αφήνοντάς τους άστεγους και απένταρους. Το άλλο πρωί, πριν ξεκινήσω, έδωσα
στον Πρόεδρο του χωριού μερικές χρυσές λίρες για τις άπορες οικογένειες των
δύο χωριών. Μια χρυσή λίρα, εκείνη την εποχή, ισοδυναμούσε με αρκετές χιλιάδες
δραχμές και στη μαύρη αγορά μπορούσε κανείς ν' αγοράσει πράγματα που
αρκούσαν για τη συντήρηση μιας οικογένειας επί πολλές εβδομάδες.
Ξεκινώντας νωρίς εκείνη τη μέρα (12 Μαΐου), διένυσα το υπόλοιπο του ταξιδιού
μου πάνω σε μουλάρι και έφτασα πριν σκοτεινιάσει στο στρατηγείο του Έντμοντς
που βρισκόταν τότε στην Ανατολή, ένα μικρό ορεινό χωριό ανάμεσα στο Γαρδίκι
και το Μαυρολιθάρι.

11. Η ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΤΟΥ ΑΣΩΠΟΥ
Προς το τέλος του Γενάρη, είχαμε μάθει ότι τα τραίνα περνούσαν πάλι από τη
γέφυρα του Γοργοπόταμου. Κατασκευάζοντας, βιαστικά, ξύλινα «φατνώματα», οι
Ιταλοί κατάφεραν να βάλουν πάλι σε λειτουργία τη γέφυρα έξι βδομάδες μετά την
ανατίναξή της.
Είχαμε λυπηθεί πολύ μαθαίνοντας ότι ο εχθρός είχε συλλάβει δεκατρείς αθώους
Έλληνες από τη Λαμία, τους οποίους οδήγησε στη γέφυρα και τους εξετέλεσε,
λίγες μόνο μέρες μετά την επίθεσή μας της 25ης Νοεμβρίου. Και δεν ήταν μόνο
αυτό. Οι Ιταλοί είχαν συλλάβει και τον Κώστα Πιστόλη, τον δάσκαλο από τη
Λαμία, που μας είχε φανεί τόσο χρήσιμος με τις πολύτιμες πληροφορίες που είχε
μαζέψει για την αμυντική κατάσταση του εχθρού γύρω απ' τη γέφυρα. Ποτέ δεν
ανακάλυψα αν τον είχαν προδώσει, αν είχε προδοθεί από την ίδια την
απομάκρυνσή του από τη Λαμία ή αν είχε παραδοθεί μονάχος του για να σώσει τη
ζωή των αθώων Ελλήνων. Πάντως, ενώ βρισκόταν στα χέρια της Γκεστάπο στην
Αθήνα, είχε προφανώς ομολογήσει την ενοχή του, γιατί, παρά την προσωπική
παρέμβαση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, είχε εκτελεσθεί. Άφησε μια χήρα και δυο
παιδιά για τους οποίους άκουσα λίγο μετά το τέλος του πολέμου και στους
οποίους — χαίρομαι που το λέω — κανονίστηκε να δοθεί κάποια βοήθεια.
Μ' αυτό τον τρόπο πέθαναν πολλοί γενναίοι Έλληνες που υπηρετούσαν την
πατρίδα τους και την Συμμαχική υπόθεση. Ήταν μια τραγική συνέπεια της
Αντίστασης. Αλλά πριν να καταδικάσει κανείς τον ανταρτοπόλεμο για τα εχθρικά
αντίποινα που προκαλούσε, θα πρέπει να λάβει υπόψη του την υλική και ηθική
συνεισφορά του προς τη νίκη και να σκεφθεί ακόμα ότι ο πόλεμος, αναπόφευκτα,
δεν κάνει διάκριση ανάμεσα σε πολίτες και στρατιώτες. Το μακελειό που
προκάλεσαν οι βάρβαροι βομβαρδισμοί του Γκαίριγκ στον άμαχο πληθυσμό της
χώρας μας, έχει το αντίστοιχό του στα εν ψυχρώ αιματηρά αντίποινα που
υπέστησαν οι αθώοι κάτοικοι των καταχτημένων χωρών, εξαιτίας της γενναίας
Αντίστασής τους προς τον Άξονα. Και τα δυο ήταν τρομερά, αλλά και τα δυο
αποτελούσαν μέρος του τιμήματος για την τελική νίκη.
Στα μέσα του Φλεβάρη, άκουσα ότι οι Γερμανοί έπαιρναν σιγά - σιγά στα χέρια
τους τη φρούρηση των γεφυρών από τους Ιταλούς. Σκεφτόμουν πως θάπρεπε να
καταστρέψουμε μια ακόμα από τις μεγάλες γέφυρες της Ανατολικής Ρούμελης,
όσο ακόμα φυλάγονταν από δευτέρας κατηγορίας Ιταλούς, γιατί ήξερα πως όταν
θα τις αναλάβαιναν οι Γερμανοί, οι πιθανότητες επιτυχίας θα ήταν πολύ λιγότερες
για μας. Το Κάιρο είχε επιδοκιμάσει την ιδέα και πριν ακόμα λάβουμε τις νέες
οδηγίες για το συνδυασμένο σαμποτάζ του καλοκαιριού, ο Άρθουρ Έντμοντς είχε
προσφερθεί να κάμει το εγχείρημα με τη βοήθεια των ανταρτών του Άρη. Ο
στόχος που διαλέξαμε ήταν η γέφυρα του Ασωπού.
Η γέφυρα αυτή είχε διακόσιες περίπου γυάρδες μήκος και ήταν συμπαγής στην
κατασκευή της. Από το στόμιο ενός τούνελ, στην κάθετη σχεδόν επιφάνεια ενός
βουνού, μετέφερε τη σιδηροδρομική γραμμή της Αθήνας, πάνω από έναν αυχένα
διακόσια πόδια ύψος, σχεδόν αμέσως σ' ένα άλλο τούνελ, που το στόμιό του
ανοιγόταν πάνω σε μια σχεδόν όμοια επιφάνεια με του πρώτου. Από το νότιο
στόμιο του τούνελ, και σε απόσταση εβδομήντα ποδών ο ένας απ' τον άλλο,
πέτρινοι στύλοι υποστήριζαν τρεις ίσιες ατσάλινες τραβέρσες. Δυο ακόμα
τραβέρσες, γυρισμένες προς τα μέσα, και που η καθεμιά ξεκινούσε από την

αντίθετη άκρη της γέφυρας, ακουμπούσαν πάνω στον κεντρικό άξονα που
σχημάτιζε μια τεράστια αψίδα και ήταν καμωμένος από ατσάλι. Επρόκειτο για ένα
κτίσμα που τεχνικά είναι γνωστό σαν «τρίπτυχη αψίδα» και αποτελείται από δυο
κύρια τμήματα ενωμένα από τρεις ατσάλινους στύλους, που ο ένας συνδέει τα δύο
τμήματα με τη στεφάνη της αψίδας και οι άλλοι δύο τις δυο άκρες της γέφυρας.
Ήταν σχεδόν αδύνατο, όπως ήξερα ήδη, να πλησιάσεις τη βάση της γέφυρας από
τη δυτική πλευρά. Υπήρχαν μόνο τρεις δρόμοι προσέγγισης και οι δυο απ' αυτούς
περνούσαν μέσα από τα τούνελ. Ο τρίτος ήταν κάτω από τη γέφυρα, από την
ανατολική πλευρά, όπου το βάραθρο έβγαινε σε μια πλατιά κοιλάδα. Απ' όλες τις
άλλες πλευρές τα βράχια ήταν πολύ απότομα για να τα κατεβεί ζώο ή άνθρωπος.
Το σχέδιο που καταστρώσαμε με τον Άρθουρ πρόβλεπε την κατάληψη ενός
τραίνου από τους αντάρτες τη νύχτα, καθώς, όπως συνήθιζε πάντα, θ' ανέβαινε
αργά τους λόφους κατευθυνόμενο από τη Λαμία προς το Νότο. Μετά, θα
ανεβαίναμε εμείς στο τραίνο και θα το οδηγούσαμε στη γέφυρα, όπου θα
αιφνιδιάζαμε και θα εξουδετερώναμε τη φρουρά, ενώ οι βρετανοί σκαπανείς θ'
ανατίναζαν τη γέφυρα.
Με όλα τα εκρηκτικά που είχαμε μέχρι τότε, και με μια μικρή ομάδα από αντάρτες
του Άρη που είχαν έρθει από τη Ρούμελη για να τον συνοδεύσουν, μαζί με την
υπόσχεση της Μέσης Ανατολής ότι θα έστελνε τρεις επίλεκτους αξιωματικούς του
Μηχανικού για να τον βοηθήσουν, ο Άρθουρ έφυγε από τ' Αυλάκι για τη Ρούμελη
στις 7 Μαρτίου για να επιβλέψει τις προετοιμασίες για την καταστροφή της
γέφυρας.
Ύστερα από αρκετές αναγνωρίσεις, ο Άρθουρ σκέφθηκε ότι το αρχικό σχέδιο για
την κατάληψη του τραίνου ήταν πολύ παρακινδυνευμένο και ότι ο ασφαλέστερος
τρόπος επιτυχίας ήταν μια μαζική επίθεση με μεγάλη δύναμη ανταρτών από την
ανατολική πλευρά, με ταυτόχρονη κατάληψη των δύο τούνελ. Είχε καταλήξει σ'
αυτό το συμπέρασμα, γιατί, παρόλο που η φρουρά της γέφυρας δεν έφτανε τους
πενήντα άντρες, σε μισή ώρα απόσταση υπήρχε ένα ολόκληρο εχθρικό τάγμα
στρατοπεδευμένο και δεν ήταν δυνατό να καταλάβει τόσο αθόρυβα το τραίνο
ώστε το τάγμα να μην αντιληφθεί τίποτε και να μην τρέξει στη γέφυρα πριν
προλάβει η ομάδα μας να την ανατινάξει. Ο Άρης συμφώνησε να συνεργαστεί και
να διαθέσει χίλιους αντάρτες.
Το Κάιρο χρειάστηκε αρκετές βδομάδες για να επιλέξει τρεις κατάλληλους
εθελοντές αξιωματικούς του Μηχανικού, τον ταγματάρχη Γουινγκέιτ και τους
λοχαγούς Σκοτ και Μακ - Ιντάιρ, και να συμπληρώσει την εκπαίδευσή τους. Η
άφιξή μου στο στρατηγείο του Άρθουρ Έντμοντς στις 12 Μαΐου, συνέπεσε σχεδόν
με τη δική τους την προηγούμενη νύχτα.
Διαπίστωσα ότι ο Άρθουρ είχε κάνει σημαντικές προόδους στο σχέδιο για την
επίθεση στη γέφυρα του Ασωπού, και καθώς ετοιμαζόταν με τον Άρη να πάνε για
μια τελική αναγνώριση μέσα στις προσεχείς λίγες μέρες, αποφάσισα να πάω μαζί
τους.
Νωρίς το επόμενο πρωί ωστόσο, ο Άρθουρ με ξύπνησε με τα δυσάρεστα νέα ενός
από τους αξιωματικούς μου (του ταγματάρχη Γκόφρεϋ Γκόρντον - Γκρηντ, που είχε
πέσει μια βδομάδα νωρίτερα για να γίνει ο πρώτος Σύνδεσμος αξιωματικός με τον
Ψαρρό, που πρόσφατα είχε εγκαταστήσει το στρατηγείο του κοντά στη Στρώμνη),
σύμφωνα με τα οποία, λίγες ώρες νωρίτερα, ο Άρης είχε στείλει ένα τελεσίγραφο

στον Ψαρρό και τον διέτασσε να αφοπλίσει τους άντρες του και να τους στείλει
στα χωριά τους, διαφορετικά θα τους αφόπλιζε ο ίδιος με τη βία. Είπα στον
Άρθουρ να πάρει στο τηλέφωνο τον Γκόφρεϋ και να του πει να έρθει να με
συναντήσει στο Μαυρολιθάρι —ανάμεσα Ανατολής και Στρώμνης— όσο
συντομότερα μπορούσε.
Έφτασα στο ραντεβού κατά το μεσημέρι και λίγο αργότερα συναντούσα τον
Γκόφρεϋ Γκόρντον - Γκρηντ για πρώτη φορά. Με πληροφόρησε ότι ο Ψαρρός, για
να προλάβει άστοχη αιματοχυσία, είχε ενδώσει ήδη στις απαιτήσεις του Άρη, είχε
διαλύσει τις ομάδες του και βρισκόταν εκείνη τη στιγμή αιχμάλωτός του στη
Στρώμνη. Συνοδευόμενος από τον Γκόφρεϋ, ξεκίνησα αμέσως για εκεί. Στο δρόμο
συναντήσαμε μια μακριά συνοδεία από αντάρτες του ΕΛΑΣ που γύριζαν στο
Μαυρολιθάρι. Ήταν φορτωμένοι βαριά με όπλα και εφόδια που τα είχαν πάρει από
τις ομάδες του Ψαρρού.
Φτάνοντας στη Στρώμνη, από την οποία είχα τόσο ευχάριστες αναμνήσεις,
ζήτησα να με πάνε στο σπίτι που είχαν τον Ψαρρό αιχμάλωτο. Βρήκα τον Άρη ο
οποίος είχε καταλάβει το σπίτι. Τον ρώτησα αμέσως με ποιο δικαίωμα είχε
αφοπλίσει τις ομάδες του Ψαρρού και κρατούσε τον ίδιο αιχμάλωτο. Απάντησε ότι
είχε λάβει ρητή διαταγή από την Κ.Ε. του ΕΑΜ «καμιά άλλη ομάδα εκτός από τον
ΕΛΑΣ να μην υπάρχει στη Ρούμελη». Τον ρώτησα ποιος είχε δώσει αυτή τη
διαταγή. Απάντησε ότι δεν ήξερε ακριβώς· απλώς είχε φτάσει από την Κ.Ε.
Απαίτησα την απόλυση του Ψαρρού, αλλά ο Άρης δεν δέχτηκε την απαίτησή μου
λέγοντας ότι δεν ήταν εξουσιοδοτημένος για κάτι τέτοιο. Του είπα τότε ότι όσο
αυτός και οι άντρες του θα κρατούσαν τα όπλα που οι Σύμμαχοι είχαν στείλει στο
ΕΚΚΑ, ήμουν υποχρεωμένος να συστήσω στο Γ.Σ. Μέσης Ανατολής να μη στείλει
άλλα εφόδια στον ΕΛΑΣ Ρούμελης.
«Αυτή είναι δική σας δουλειά», είπε. «Εγώ εκτελώ διαταγές. Κάνετε κι εσείς το
ίδιο».
Τον ρώτησα τι σκοπούς είχε για τον Ψαρρό. Μου απάντησε πως θα γύριζε πάλι στο
στρατηγείο του στο Μαυρολιθάρι όπου και θα περίμενε νέες οδηγίες.
Ο Ψαρρός, γκριζομάλλης, χωρίς γένεια, με τετράγωνο πρόσωπο, μεσαίο
ανάστημα, και ντυμένος με μια χακί στρατιωτική στολή, μου φάνηκε μάλλον
σκιαγμένος και απίστευτα στωικός για την σύλληψή του. Του είπα μερικά
ενθαρρυντικά λόγια και φοβερά αποκαρδιωμένος επέστρεψα στο Μαυρολιθάρι να
περιμένω τον ερχομό του Εύμαιου από την Αθήνα. Ο Άρης αποδείχτηκε πως δεν
έχασε τον καιρό του εκείνη τη μέρα, γιατί σε λίγο έφταναν τα νέα ότι ο Κρανιάς, ο
αρχηγός μιας άλλης εθνικής ομάδας που είχε την έδρα της στο Καστέλλι, είχε
συλληφθεί κι αυτός από τον ΕΛΑΣ και τον έφερναν στον Άρη, στο Μαυρολιθάρι.
Την άλλη μέρα, συμπληρωματικά νέα από την Ευρυτανία, μας πληροφορούσαν για
τον αφοπλισμό μιας μεγάλης ομάδας του ΕΔΕΣ με επικεφαλής τον Παπαϊωάννου.
Το βράδυ είπα στον Άρη ότι όλες αυτές οι ενέργειες, για τις οποίες θεωρούσα
ολοκληρωτικά υπεύθυνο τον ίδιο, σήμαιναν προφανώς το τέλος της βρετανικής
υποστήριξης προς τον ΕΛΑΣ της Κεντρικής Ελλάδας. Για μένα ήταν ασυγχώρητος.
«Μα όλες αυτές οι ομάδες, που εσείς τις αποκαλείτε "Εθνικές", σας ξεγελάνε»,
αποκρίθηκε ο Άρης. «Μηχανορραφούν με τον εχθρό. Οι δικές μου ομάδες είναι
έτοιμες να κάμουν ακριβώς ό,τι θέλει το Αρχηγείο Μέσης Ανατολής. Αυτό που
υποσχέθηκα στον Άρθουρ Έντμοντς, σχετικά με τη γέφυρα του Ασωπού, ισχύει
πάντα. Προτείνω μάλιστα να φύγουμε αύριο για την τελική αναγνώριση κι αν

μείνω ικανοποιημένος από την έκβασή της, είμαι έτοιμος να σας παραχωρήσω
όσους αντάρτες χρειαζόσαστε εσείς και οι αξιωματικοί σας για την ανατίναξη».
Ίσως, μετά τις εξτρεμιστικές ενέργειες του Άρη στη Ρούμελη, θα έπρεπε ν'
αρνηθώ οποιεσδήποτε δοσοληψίες μαζί του, αν δεν δεχόταν να τις επανορθώσει
δίνοντας πάλι τα όπλα στις εθνικές ομάδες που είχε αφοπλίσει και
αποκαθιστώντας στις θέσεις τους τον Ψαρρό, τον Κρανιά και τον Παπαϊωάννου.
Βάζοντας όμως πάνω απ' όλα τη συμβολή μας στη γενικότερη πολεμική
προσπάθεια, του είπα πως αν ήταν διατεθειμένος να μας βοηθήσει να
καταστρέψουμε τη γέφυρα του Ασωπού, το γεγονός αυτό θα λαμβανόταν
αναμφίβολα υπόψιν σαν ελαφρυντικό για την προσβλητική του ενέργεια του
αφοπλισμού των Εθνικών Ομάδων. Δεν μπορούσα εννοείται ν' αναλάβω καμιά
ευθύνη για την απόφαση που θα έπαιρνε το Αρχηγείο της Μέσης Ανατολής, αλλά
τον προειδοποίησα πως οπωσδήποτε θα του επέβαλαν κυρώσεις για την πρόσφατη
συμπεριφορά του. Του σύστησα λοιπόν να προχωρήσει στην εκπλήρωση της
πρόθεσής του να μας βοηθήσει να καταστρέψουμε τη γέφυρα και κατέληξα
λέγοντας πως την άλλη μέρα θα τον συνόδευα στην αναγνώριση. Πριν φύγουμε
είδα πάλι τον Ψαρρό στο σπίτι που τον είχαν κρατούμενο και τον βεβαίωσα,
βεβαιώνοντας και τον εαυτό μου, πως δεν βρισκόταν σε άμεσο κίνδυνο. Του είπα
πως θα συνέχιζα τις προσπάθειές μου για την απελευθέρωσή του.
Για νάχουμε μια ικανοποιητική άποψη της γέφυρας του Ασωπού, ήταν απαραίτητο
να διασχίσουμε τις σιδηροδρομικές γραμμές και το δημόσιο δρόμο προς την
Αθήνα και να την μελετήσουμε από την ανατολική πλευρά της κοιλάδας που
ανοιγόταν κάτω της. Η διαδρομή μας περνούσε από το χωριό Κουκουβίστα, όπου
σκοπεύαμε να προσεδαφιστούμε τον Σεπτέμβριο του περασμένου χρόνου. Το βράδυ
φτάσαμε στο Καστέλλι. Είχαμε αποφασίσει να περάσουμε τη σιδηροδρομική
γραμμή και το δρόμο με το χάραμα της άλλης μέρας. Τη νύχτα όμως με ξύπνησε
ένας αντάρτης του Άρη για να μου πει, διαμέσου του Θωμά, ότι ο Εύμαιος είχε
μόλις φτάσει στο Βουνό από την Αθήνα και έστειλε μήνυμα στον Άρη διατάζοντάς
τον να επιστρέψει πίσω. Πήγα αμέσως να δω τον Άρη, αλλά κανένα επιχείρημα δεν
μπόρεσε να τον πείσει να συνεχίσει. Είπε πως όφειλε να υπακούσει στις διαταγές
και να επιστρέψει αμέσως στην Κουκουβίστα όπου θα συναντούσε τον Εύμαιο, θα
μπορούσαμε, είπε, να συζητήσουμε την υπόθεση του Ασωπού μαζί του όταν θα
συναντιόμαστε.
Γυρίσαμε στην Κουκουβίστα κατά το μεσημέρι για να βρούμε όχι μονάχα τον
Εύμαιο αλλά και το Σαράφη να μας περιμένουν. Ο Εύμαιος με πληροφόρησε ότι
αυτός, ο Σαράφης και ο Άρης είχαν εκλεγεί από την Κεντρική Επιτροπή του ΕΑΜ
σαν «διοικούσα επιτροπή» και Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ ολόκληρης της
Ελλάδας και ότι από κει και πέρα για οποιαδήποτε επιχείρηση που θ' αναλάμβανε ο
ΕΛΑΣ, θα έπρεπε να συμφωνήσουν και οι τρεις. Ο ίδιος, πρόσθεσε, θα ήταν
αντιπρόσωπος του ΕΑΜ στο Γ.Σ. του ΕΛΑΣ.
Συνεχίζοντας, μου είπε ότι δεν μπορούσε να επιτρέψει στους αντάρτες του ΕΛΑΣ
να χτυπήσουν τη γέφυρα του Ασωπού. Ήταν μια εξαιρετικά παρακινδυνευμένη
επιχείρηση, εξήγησε, και θα προκαλούσε σίγουρα εκτεταμένα αντίποινα του
εχθρού πάνω στους αθώους κατοίκους της περιοχής. Δεν έβλεπε για ποιο λόγο το
Αρχηγείο της Μέσης Ανατολής επέμενε να χτυπηθεί ειδικά αυτή η γέφυρα, τη
στιγμή που υπήρχαν πολλές άλλες απλούστερες επιχειρήσεις, οι οποίες θα ήταν το
ίδιο, αν όχι και περισσότερο, αποτελεσματικές για τη διακοπή της
σιδηροδρομικής επικοινωνίας με την Αθήνα.
Είχα ήδη εξαντλήσει τα περιθώρια της υπομονής μου. Εξήγησα ψυχρά ότι η

γέφυρα αυτή ήταν μοναδική στο είδος της, ότι είχε χρειαστεί χρόνια για το
χτίσιμό της, ότι η καταστροφή της θα έκοβε την επικοινωνία με την Αθήνα για
μήνες και ότι αυτός ήταν ο λόγος που το Αρχηγείο Μέσης Ανατολής την είχε
ειδικά διαλέξει. Δεν υπήρχε άλλος στόχος που η καταστροφή του θα είχε το ίδιο
αποτέλεσμα.
Ο Εύμαιος απάντησε ότι, παρόλο που αυτό μπορεί να ήταν αλήθεια, δεν μπορούσε
ν' αναλάβει την ευθύνη των απωλειών σε αντάρτες, στην περίπτωση που
αναλάμβανε την επιχείρηση, και δεδομένου ότι η επιτυχία δεν μπορούσε να είναι
εξασφαλισμένη, δεν συμφωνούσε με την επίθεση.
«Εν τοιαύτη περιπτώσει», απάντησα, «δεν πρόκειται να ξαναχρησιμοποιήσω τον
ΕΛΑΣ και θ' αναλάβω την επιχείρηση μονάχος μου». Θα πρέπει να παραδεχτώ
ωστόσο ότι τη στιγμή εκείνη, παρόλο που είχα ορισμένες ιδέες στο μυαλό μου,
συγκεκριμένο σχέδιο δεν υπήρχε. Σε συνέχεια, κατηγόρησα τον Εύμαιο ότι με είχε
εξαπατήσει και του ανάφερα τις πρόσφατες ενέργειες του Άρη για τον αφοπλισμό
των Εθνικών Ομάδων σ' ολόκληρη τη Ρούμελη.
Ο Εύμαιος απάντησε ότι όλα αυτά ήταν προφανώς αποτελέσματα μιας «μεγάλης
παρανόησης» από μέρους του Άρη. Ο Ψαρρός, ο Κρανιάς, ο Παπαϊωάννου και όσοι
άλλοι ήταν κρατούμενοι, θ' αφήνονταν ελεύθεροι μόλις ο ίδιος διαπίστωνε ότι δεν
υπήρχαν αίτια για την κράτησή τους.
Απαίτησα, τα όπλα που είχε πάρει ο Άρης από τις διάφορες αυτές ομάδες, να
παραδοθούν αμέσως στους κατόχους τους. Με βεβαίωσε ήσυχα ότι κι αυτό θα
γινόταν με τη σειρά του. Μετά άρχισε να μιλάει για τη «Στρατιωτική Συμφωνία»
που την είχε πάρει μαζί του στην Αθήνα για να εγκριθεί και να υπογραφεί από τα
μέλη της Κεντρικής Επιτροπής. Θα μιλήσω για το θέμα αυτό στο επόμενο
κεφάλαιο.
Αργότερα εκείνο το βράδυ, ο Εύμαιος με πληροφόρησε ότι μόλις είχε μάθει από
αξιόπιστη πηγή ότι οι Γερμανοί σκόπευαν ν' αρχίσουν εκτεταμένες επιχειρήσεις
στα βουνά της Ρούμελης και ότι δεν είχε άλλη λύση από το ν' αποσύρει τους
αντάρτες του ΕΛΑΣ στα βουνά της Πίνδου. Αυτό ήταν σοβαρότερο χτύπημα για
μένα, γιατί καταλάβαινα πως αν ο ΕΛΑΣ αποσυρόταν από τα βουνά εκείνης της
περιοχής, οι κινήσεις των βρετανών σαμποτέρ που, σε συνδυασμό με τις
Συμμαχικές επιθέσεις στη Μεσόγειο, θα αναλάβαιναν σε λίγο εκτεταμένη
δραστηριότητα, θα περιορίζονταν σοβαρά.
Θεώρησα σκόπιμο να θυμίσω στον Εύμαιο ότι το Αρχηγείο της Μέσης Ανατολής
είχε έναν αριθμό πολεμικών πρακτόρων στην Ελλάδα, που δρούσαν ανεξάρτητα
από τη Βρετανική Αποστολή (ο ίδιος γνώριζε ήδη έναν - δυο από δαύτους), και
είχαν συνεχή επικοινωνία με τις Αρχές του Καΐρου. Αν ο εχθρός σχεδίαζε πράγματι
μια παρόμοια επιχείρηση, ήταν σίγουρο πως θα είχα κάποια σχετική είδηση.
(Παράλειψα επίτηδες να του πω ότι το Κάιρο με είχε ήδη προειδοποιήσει για την
πιθανότητα των επιχειρήσεων αυτών.) Χρειάστηκε να περάσουν μερικές βδομάδες
για να μάθω με ανακούφιση από την SOE Καΐρου ότι οι επιχειρήσεις είχαν
αναβληθεί την τελευταία στιγμή, γιατί οι Γερμανοί είχαν αρχίσει να πιστεύουν ότι
υπήρχε άμεσος κίνδυνος απόβασης των Συμμάχων στην Κρήτη. Πολλούς μήνες
αργότερα ανακάλυψα ότι, για λόγους που δεν αφορούσαν εμάς, το Αρχηγείο
Μέσης Ανατολής είχε καλλιεργήσει επίτηδες αυτή τη φήμη για να κάνει τον εχθρό
να πιστέψει πως η επίθεση στην Κρήτη ήταν πιθανή.

Τελικά κατάφερα να πείσω τον Εύμαιο και τον Σαράφη ότι θα ήταν ανόητο να
μεταφέρουν όλες τις δυνάμεις τους στην Πίνδο, ξεκινώντας από μια απλή
διάδοση. Μπορούσαν να κάνουν όλες τις αναγκαίες προετοιμασίες για τη
μεταφορά αυτή, αλλά να μην την πραγματοποιήσουν πριν να υπάρξουν σαφείς
αποδείξεις ότι ο εχθρός ήταν έτοιμος να ξεκινήσει.
Επανερχόμενος στην επιχείρηση του Ασωπού, ρώτησα τον Εύμαιο αν νόμιζε πως
το δικό μας Γ.Σ. θα δεχόταν τη «Στρατιωτική Συμφωνία» στην περίπτωση που
εκείνος εξακολουθούσε ν' απορρίπτει την επιχείρηση αυτή. Ο Σαράφης μπήκε στη
μέση λέγοντας πως από στρατιωτική άποψη θεωρούσε την επιχείρηση εντελώς
απραγματοποίητη. Ήξερε όμως ένα τούνελ κοντά στον Τύρναβο, περίπου ένα μίλι
σε μήκος, που θα μπορούσαμε να το καταστρέψουμε. Είχαν γίνει ήδη
προετοιμασίες για την καταστροφή του και δεν έλειπαν παρά τα αναγκαία
εκρηκτικά για το γκρέμισμα και το φρακάρισμά του (αρκετές εκατοντάδες
γυάρδες) κι από τις δυο πλευρές. Αν μάλιστα η έκρηξη γινόταν τη στιγμή που
μέσα απ' το τούνελ περνούσε κάποιο τραίνο, η γραμμή θα μπλοκαριζόταν για όσο
διάστημα θα την μπλοκάριζε και μια πετυχημένη ανατίναξη της γέφυρας.
Παρατήρησα ότι με τα μηχανικά μέσα που οι Γερμανοί είχαν στη διάθεσή τους, το
μπλοκάρισμα της γραμμής, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, θα διαρκούσε τις
αντίστοιχες μέρες με τους μήνες της πρώτης. Βλέποντας όμως ότι δεν ήταν
διατεθειμένοι να κάμουν τίποτε περισσότερο, συμφώνησα να ζητήσω από το Κάιρο
τα αναγκαία εκρηκτικά — τα μισά από εκείνα που μου ζητούσε ο ΕΛΑΣ και που
ήξερα ότι ήταν περισσότερο από αρκετά για το σκοπό που προορίζονταν. Δεν θα
ήταν παράλογο να συμπεράνουμε ότι ο ΕΛΑΣ ήθελε πλεόνασμα εκρηκτικών για να
τα χρησιμοποιήσει σ' επιχειρήσεις όπως εκείνη του 1944, όταν προσπάθησε ν'
ανατινάξει το ξενοδοχείο της Μεγάλης Βρετανίας στην Αθήνα, όπου στεγάζονταν
βρετανοί αξιωματικοί.
Το άλλο πρωί, 19 Μαΐου, ο Εύμαιος, ο Σαράφης και ο Άρης, ξεκίνησαν για μια
περιοδεία στη Θεσσαλία και την Μακεδονία, ανεμίζοντας τη σημαία του
νεοσχηματισθέντος Γ.Σ. του ΕΛΑΣ. Πριν απ' το πρόγευμα, τους κάλεσα και τους
τρεις στο μικρό μου γραφείο, στο Μαυρολιθάρι. Ήθελα να πάω μαζί τους στην
περιοδεία, όχι μονάχα για να συναντήσω, για πρώτη φορά, τους ανώτερους
Συνδέσμους αξιωματικούς μου στη Θεσσαλία και Μακεδονία, Σέπαρντ και Χάμοντ,
αλλά και για να μελετήσω τα σχέδια των σαμποτάζ που είχαν ετοιμάσει και να
διαπιστώσω αν ο ΕΛΑΣ έπαιζε το σημαντικό ρόλο που του απέδιδαν βοηθώντας
τους. Είπα ότι θα τους προλάβαινα στο δρόμο μόλις θα λάβαινα οδηγίες από το
Κάιρο για τη μελλοντική μου δραστηριότητα. Τους δήλωσα επίσημα ότι είχε
φτάσει η μέρα που το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ έπρεπε ν' αποφασίσουν ν' αλλάξουν τελείως
πολιτική ή να σταματήσουν να παίρνουν βοήθεια από τους Βρετανούς.
Καινούργιες μελλοντικές ενέργειες, όπως ο αφοπλισμός των άλλων Εθνικών
Ομάδων ή η άρνηση εκτέλεσης των θελήσεων του Αρχηγείου Μέσης Ανατολής, θα
αντιμετωπίζονταν με αεγάλη δυσαρέσκεια. Νομίζαμε πως είχαμε το δικαίωμα ν'
αντιδροίμε μ' αυτό τον τρόπο, προς το συμφέρον της γενικής πολεμικής
προσπάθειας. Η υπομονή του Αρχηγείου Μέσης Ανατολής και της Βρετανικής
Αποστολής στην Ελλάδα, ζύγωνε στο τέλος της.
Μετά την αναχώρηση του Γ.Σ. του ΕΛΑΣ, είπα στον Γκόφρεϋ Γκόρντον - Γκρηντ
όσα ήξερα για το φαράγγι της γέφυρας του Ασωπού και συζητήσαμε την
δυνατότητα μιας επίθεσης με μια μικρή ομάδα βρετανών αξιωματικών. Φτάσαμε
στο συμπέρασμα ότι ο μόνος τρόπος καταστροφής της ήταν να κατέβουν λίγοι
άντρες το φαράγγι κι από κει να σκαρφαλώσουν στη γέφυρα. Όλες οι άλλες
προσβάσεις φρουρούνταν τώρα αυστηρά και η μόνη ελπίδα μας βρισκόταν σ' αυτή

την πλευρά, την οποία ο εχθρός δεν θεωρούσε προφανώς επικίνδυνη και δεν την
είχε καλύψει. Ο Ντόναλντ Στοτ μόλις είχε επιστρέψει από τα βουνά του
Παρνασσού. Μαζί με τον Γκόφρεϋ προσφέρθηκαν να πάνε να ρίξουν μια ματιά στο
φαράγγι και ξεκίνησαν με το χάραμα της άλλης μέρας.
Επέστρεψαν την επόμενη νύχτα. Αν και οι φρουροί τώρα ήταν Γερμανοί, ο Γκόφρεϋ
ήταν αισιόδοξος. Είχαν κατέβει σαράντα περίπου γυάρδες μέσα στο φαράγγι πριν
τους κόψει το δρόμο ένας απότομος καταρράχτης, αλλά κανένας απ' τους δυο δεν
έβλεπε για ποιο λόγο δεν θα μπορούσαν, εφοδιασμένοι με αρκετή τριχιά, με τα
εκρηκτικά έτοιμα, τυλιγμένα σε αδιάβροχα καλύμματα, και με τροφή για μερικές
μέρες, να κατέβουν ως κάτω το φαράγγι και να πλησιάσουν τη γέφυρα.
Δυο μέρες αργότερα, ο Γκόφρεϋ, ο Ντόναλντ, οι τρεις αξιωματικοί του Μηχανικού,
ο Γουινγκέιτ, οι Σκοτ και Μακ - Ιντάιρ, και ένας έλληνας διερμηνέας, ο Γιώργος
Καρατζόπουλος, με τον υποδεκανέα Τσέστερ Λόκγουντ, έναν διαφυγόντα βρετανό
αιχμάλωτο πολέμου, ξεκινούσαν για το εγχείρημα. Όλη η ομάδα ήταν εθελοντές.
Είχαν μαζί τους λαστιχένια παπούτσια που θα τα φορούσαν όταν θ' άρχιζαν να
κατεβαίνουν στο φαράγγι, απ' όπου και θα συνέχιζαν χωρίς όπλα, εκτός από κάτι
λαστιχένιους «βούρδουλες». Οι πιθανότητες επιτυχίας τους εξαρτιόταν από το αν
θα κατάφερναν να μην γίνουν αντιληπτοί από τον εχθρό. Αν τους επεσήμαιναν,
στην καλύτερη περίπτωση θα τους έπιαναν αιχμάλωτους: δεν υπήρχε ελπίδα
διαφυγής.
Στο μεταξύ είχα ζητήσει από το Κάιρο μερικά ακόμα εκρηκτικά για τον ΕΛΑΣ και
την αμφίβολη επιχείρηση του «τούνελ». Έφτασαν τη νύχτα της 24ης Μαΐου,
ύστερα από μια παράτολμη όσο και γενναία προσπάθεια. Ήταν ήδη μία η ώρα μετά
τα μεσάνυχτα όταν ακούσαμε το θόρυβο του αεροσκάφους πάνωθέ μας, αλλά τα
σύννεφα ήταν πολύ πυκνά εκείνη τη στιγμή και ο πιλότος δεν μπόρεσε να διακρίνει
τις φωτιές μας. Χωρίς ν' αποθαρρυνθεί, απομακρύνθηκε και γύρισε πάλι σε μισή
ώρα. Τα σύννεφα εξακολουθούσαν να στέκονται χαμηλά και θα ήταν επικίνδυνο να
τα διασχίσει πετώντας ανάμεσα στις βουνοκορφές. Συνέχισε να κάνει κύκλους
κάθε μισή ώρα, ώσπου, κατά τις τέσσερις το πρωί κι ενώ η βενζίνη για την
επιστροφή του στη Μέση Ανατολή διαρκώς λιγόστευε, βούτηξε μέσα από ένα
μικρό ξέφωτο και άφησε το φορτίο του να πέσει κοντά στις φωτιές μας. Στην
επιστροφή, καθώς το φως της αυγής απλωνόταν γρήγορα, το πλήρωμα διέτρεξε
σοβαρό κίνδυνο να χτυπηθεί από τα εχθρικά πυρά πριν εγκαταλείψει την
Πελοπόννησο και τα ελληνικά νησιά.
Παρόλο που οι πιθανότητες ανατίναξης της γέφυρας του Ασωπού ήταν πολύ
μικρότερες τώρα που τη φρούρησή της είχαν αναλάβει οι Γερμανοί, η επιχείρηση
δεν θα μπορούσε ν' ανατεθεί σε καλύτερα χέρια. Περίμενα να δω τον Γκόφρεϋ και
την ομάδα του να ξεκινούν και μετά έφυγα κι εγώ για το στρατηγείο του ΕΛΑΣ.
Όταν στις 27 του Μάη έφτασα στο ωραίο μικρό χωριό Αγία Τριάδα, στους
πρόποδες της απότομης οροσειράς του Τυμφρηστού, διαπίστωσα ότι ο Ψαρρός και
ο αξιωματικός του Ζέρβα, Παπαϊωάννου, κρατούνταν ακόμη αιχμάλωτοι από τον
ΕΛΑΣ. Πριν όμως αναφερθώ και πάλι στην αδιαλλαξία του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ, επιτρέψτε
μου να αφηγηθώ την πρόοδο του Γκόφρεϋ Γκόρντον - Γκρηντ στο φαράγγι του
Ασωπού.
Στις 28 Μαΐου ένας αγγελιοφόρος του Άρθουρ Έντμοντς μου έφερε μια πλήρη
αναφορά του Γκόρντον - Γκρηντ.
Τα εκρηκτικά για την επιχείρηση του Ασωπού είχαν συσκευασθεί από τις αρχές

του μηνός. Στις 21, ύστερα από την ευνοϊκή αναγνώριση του Γκόρντον και του
Στοτ, είχαν μεταφερθεί με μουλάρια στο πλησιέστερο σημείο του φαραγγιού. Το
πρωί της 23ης, η ομάδα έκανε τα εκρηκτικά πέντε δέματα και τα τύλιξε μέσα σε
αδιάβροχα καλύμματα. Εκτός από τον υποδεκανέα Τσέστερ, που έμεινε στην
είσοδο του φαραγγιού να προσέχει τα ρούχα και τα πράγματα των άλλων, η ομάδα
πήρε τα δέματα και άρχισε να κατεβαίνει το στενό και επικίνδυνο αυχένα, που δεν
είχε περισσότερα από δέκα πόδια φάρδος και σε μερικές μεριές μονάχα δύο με
τρία. Μεγάλη δυσκολία συνάντησαν στο να διατηρήσουν στεγνά τα εκρηκτικά από
τους καταρράχτες (σαράντα πόδια ύψος μερικές φορές) και τις λακκούβες που
συναντούσαν στο δρόμο τους. Τα εμπόδια αυτά τα ξεπερνούσαν είτε
κατεβάζοντας τα δέματα από τα πλάγια του καταρράχτη, είτε κάνοντας εναέριες
γέφυρες με σκοινί και αφήνοντάς τα έπειτα να γλιστρήσουν προς τα κάτω.
Μερικές φορές ο Γκόρντον - Γκρηντ και η μικρή του ομάδα χρειάστηκε να
περάσουν μέσα απ' το παγωμένο νερό, κρατώντας τα δέματα πάνω απ' το κεφάλι
τους. Στο τέλος της πρώτης μέρας είχαν διανύσει μονάχα μια μικρή απόσταση
από την κατάβασή τους στο βάθος του φαραγγιού. Βρήκαν ένα στεγνό μέρος και
πέρασαν τη νύχτα τους εκεί.
Την άλλη μέρα μείωσαν την απόσταση κατά δύο τρίτα. Δεν μπορούσαν να
κατέβουν παρακάτω εξαιτίας ενός επικίνδυνου καταρράχτη, περίπου είκοσι πόδια
ύψος, ο οποίος απαιτούσε είτε σκοινένια σκάλα, είτε κάποιο δέντρο για να δέσουν
το σκοινί. Στο μεταξύ όμως το σκοινί τους είχε τελειώσει και το φεγγάρι είχε
κατέβει πολύ χαμηλά, ώστε, ακόμα κι αν μπορούσαν να ζυγώσουν στη γέφυρα,
τους ήταν αδύνατο να δουλέψουν τη νύχτα. Άφησαν τα εκρηκτικά σ' ένα στεγνό
μέρος και γύρισαν στην Ανατολή.
Στο μήνυμά του, ο Άρθουρ Έντμοντς έγραφε ότι είχε ήδη δώσει σήμα στο Κάιρο να
του στείλουν κι άλλο σκοινί και ότι σχεδίαζε να συνεχίσει το εγχείρημα με το
καινούργιο φεγγάρι. Ο Άρθουρ πρόσθετε ότι μερικοί από την ομάδα του Γκόρντον
είχαν γδάρει άσχημα τα χέρια και τα γόνατά τους και ότι δυο απ' αυτούς ήταν
εντελώς εξουθενωμένοι όταν επέστρεψαν, θα έκανε μικρές αλλαγές στη σύνθεση
της ομάδας και ήταν πολύ αισιόδοξος για την έκβαση της επόμενης προσπάθειας.
Στην τελική απόπειρα του Ιούνη, εκείνοι που έλαβαν μέρος ήταν: ο ταγματάρχης
Γκόρντον - Γκρηντ και ο λοχαγός Ντόναλντ Στοτ, αξιωματικοί των Καταδρομών
και οι δυο· ο ταγματάρχης Σκοτ και ο λοχαγός Μακ - Ιντάιρ του Βασιλικού
Μηχανικού — και οι τέσσερις είχαν λάβει μέρος στην πρώτη απόπειρα· ο
υποδεκανένας Τσάρλι Ματς, ένας διαφυγών βρετανός αιχμάλωτος πολέμου και ο
λοχίας Μάικλ Κούρι, ο Παλαιστίνιος που είχε προσκολληθεί στην ομάδα μας το
περασμένο φθινόπωρο στη Στρώμνη και που η γενναιότητά του στην επιχείρηση
του Γοργοπάταμου του είχε ήδη αποφέρει ένα στρατιωτικό μετάλλιο.
Στις 16 Ιουνίου, ο λοχαγός Στοτ, ο υποδεκανέας Ματς και ο λοχίας Κούρι έκαναν
μια προκαταρκτική αναγνώριση. Για πρώτη φορά, διαθέτοντας αρκετό σκοινί,
κατάφεραν να κατεβούν, μέρα, σ' ένα σημείο ακριβώς πάνω από την τελευταία
καμπή προς τη γέφυρα. Από κει ο Στοτ προχώρησε μόνος του, φτάνοντας στις
εκατό γυάρδες από τη γέφυρα. Η γέφυρα ήταν γεμάτη εργάτες, που ασχολούνταν
προφανώς με τη συντήρησή της, γιατί στις δυο της άκρες υπήρχαν σκαλωσιές.
Στις 19 Ιουνίου, οι υπόλοιποι της ομάδας, Γκόρντον - Γκρηντ, Σκοτ και Μακ Ιντάιρ, έφτασαν στις παρυφές του φαραγγιού και την άλλη μέρα άρχισαν να
κατεβαίνουν. Καθώς τα εκρηκτικά είχαν μετακινηθεί από το μέρος που τα είχαν
αφήσει τον προηγούμενο μήνα ο Γκόρντον - Γκρηντ, μαζί με τον Στοτ, έκαναν μια
ακόμα αναγνώριση μόλις σουρούπωσε. Αυτή τη φορά έφτασαν σε ένα σημείο

ακριβώς κάτω από τη γέφυρα. Εκεί ανακάλυψαν ένα απότομο μονοπάτι που
φαινόταν να οδηγεί στη σκαλωσιά της αριστερής — βόρειας — όχθης.
Αποφασίστηκε να χτυπήσουν εκείνο το βράδυ.
Η ομάδα ξεκίνησε στις εξήμισυ το απόγευμα της 20ής Ιουνίου για να καλύψει τις
διακόσιες πενήντα γυάρδες που τη χώριζαν από τη γέφυρα. Γύρω στις οχτώ είχαν
φτάσει όλοι στις αρχές του μονοπατιού. Μια τελική αναγνώριση έγινε τότε από
τον Γκόρντον - Γκρηντ και τον Στοτ στη γέφυρα και τη σκαλωσιά. Για καλή τους
τύχη, στο συρματόπλεγμα που τριγύριζε τη βάση των δυο μεγάλων κεντρικών
στύλων, είχε ευρύχωρα ανοίγματα· επίσης, ο εχθρός είχε την ευγένεια ν' αφήσει
στη θέση της μια σκάλα που, διαμέσου της σκαλωσιάς, οδηγούσε σε μια
πλατφόρμα τριάντα περίπου πόδια προς τα κάτω, απ' όπου θα μπορούσε κανείς να
φτάσει τις κύριες τραβέρσες της γέφυρας. Ο υποδεκανέας Ματς και ο λοχίας
Κούρι στάλθηκαν τότε πίσω στο φαράγγι να ετοιμάσουν κάτι ζεστό, να μαζέψουν
τα πράγματα και νάναι έτοιμοι για εσπευσμένη αναχώρηση.
Οι υπόλοιποι τέσσερις μετέφεραν τα εκρηκτικά και, κάτω απ' το φως του
φεγγαριού, οι δυο αξιωματικοί του Μηχανικού άρχισαν να τα τοποθετούν. Ο
Γκόρντον - Γκρηντ και ο Στοτ περίμεναν κάτω, στα πόδια της γέφυρας.
Λίγο μετά την μεταφορά όλων των εκρηκτικών στην πλατφόρμα, ένας Γερμανός
φρουρός, που έκανε τον κύκλο του, πλησίασε πολύ κοντά τους. Έμειναν όλοι
ακίνητοι και, καθώς περνούσε, ο Γκόρντον - Γκρηντ που είχε φτάσει έρποντας
πίσω από ένα θάμνο, όρμησε πίσω του και τον χτύπησε στο κεφάλι με τη
«μαγκούρα» του. Ο Γερμανός γκρεμίστηκε αθόρυβα στο κενό και ο ήχος της
πτώσης του πνίγηκε μέσα στο βουητό του ποταμού.
Περίμεναν για λίγο σιωπηλοί κι ύστερα ο Σκοτ και ο Μακ -Ιντάιρ άρχισαν να
συνδέουν τα καλώδια. Δεν είχαν προχωρήσει για πολύ, όταν ο ένας απ' τους δυο
χτύπησε το πόδι του σ' ένα σκεπάρνι που οι εργάτες, που επιδιόρθωναν τη γέφυρα,
είχαν ξεχάσει πάνω στην ξύλινη πλατφόρμα. Το σκεπάρνι κατρακύλησε πάνω στις
μετάλλινες αντιρήδες της γέφυρας με κουδουνιστό απόηχο. Οι τέσσερις
αξιωματικοί πάγωσαν στις θέσεις τους, αλλά καμιά κίνηση δε σημειώθηκε, εκτός
από τους σκοπούς που έκαναν τις βόλτες τους πάνω από την πλατφόρμα και οι
οποίοι δεν είχαν προφανώς ακούσει τίποτε. Ο Σκοτ και ο Μακ - Ιντάιρ έψαξαν γύρω
μήπως βρουν και άλλα ξεχασμένα αντικείμενα. Διέκριναν ένα σωρό μαύρους
κύκλους, αλλά αποδείχτηκε πως ήταν θηλιές στην ξύλινη πλατφόρμα. Συνέχισαν
το δέσιμο των εκρηκτικών πάνω στη γέφυρα.
Υπήρχαν στιγμές που δεν μπορούσαν να εργαστούν καθόλου γιατί το φεγγάρι
φώτιζε πολύ έντονα ή γιατί οι Γερμανοί φώτιζαν, περιοδικά, την γέφυρα με
προβολέα. Ύστερα από μια περίπου ώρα τα περισσότερα εκρηκτικά είχαν
τοποθετηθεί και ο Στοτ πήγε να βρει κατάλληλο μέρος για να παρακολουθήσουν τ'
αποτελέσματα. Μισή ώρα αργότερα όλα ήταν έτοιμα. Πυροδοτικοί μηχανισμοί,
που ο καθένας θα λειτουργούσε σε μιάμιση ώρα, είχαν τοποθετηθεί πάνω στην
εκρηκτική γόμωση. Ήταν ήδη περασμένα μεσάνυχτα όταν πυροδοτήθηκαν, οπότε
και απομακρύνθηκαν και οι υπόλοιποι τρεις.
Εκείνη τη στιγμή ένας προβολέας έπεσε απάνω τους, εκτελώντας τον
συνηθισμένο, κάθε τόσο επαναλαμβανόμενο, κύκλο του, αλλά καθώς σημειώνει ο
Γκόρντον - Γκρηντ στην αναφορά του, «ο εχθρός δεν είχε φαίνεται υποψιασθεί
τίποτε, και παρά τον τρομερό θόρυβο που κάναμε και οι τρεις μας, με τα διάφορα
πράγματα που μας έπεφταν, οι σκοποί δεν έδειξαν καμιά περιέργεια».

Ανησυχούσαν σοβαρά μήπως τα εκρηκτικά είχαν αχρηστευθεί, δεδομένου ότι κατά
την κατάβασή τους προς τη γέφυρα είχαν μερικές φορές υποχρεωθεί να περάσουν
μέσα από το νερό, όπου αυτό είχε μεγάλο βάθος. Δεν είχαν ωστόσο κάμει ακόμη
το μισό δρόμο προς την έξοδο του φαραγγιού, όταν, στις 2.15', μια εκκωφαντική
έκρηξη τράνταξε γύρω τους ολόκληρο το τοπίο. Ο Ντόναλντ Στοτ είδε ολόκληρη
την κεντρική αψίδα, που σχηματιζόταν από τις δυο ατσάλινες κολώνες, να
καταρρέει, παρασύροντας μαζί της και τις επάλξεις των δύο πλευρών. Έπεσαν και
οι τρεις μέσα στο βαθύ φαράγγι, μια άμορφη μάζα από ατσάλι και μπετόν. Η
επιχείρηση είχε πετύχει πλήρως.
Αργότερα μάθαμε ότι στη γέφυρα φρουρούσαν πενήντα περίπου Γερμανοί, με έξι
βαριά μυδράλλια και πολλά ελαφρά αυτόματα. Η άμυνα κάλυπτε όλες τις
κατευθύνσεις εκτός από το φαράγγι. Οι Γερμανοί ήταν τόσο βέβαιοι ότι η
ανατίναξη της γέφυρας ήταν αποτέλεσμα προδοσίας, ώστε τουφέκισαν ολόκληρη
τη φρουρά της. Λίγες μέρες αργότερα, αεροπλάνα της RAF πέταξαν πάνω από την
περιοχή για να φωτογραφήσουν τη ζημιά που είχε γίνει και δυο θαμπές, έγχρωμες,
στερεοσκοπικές φωτογραφίες ήταν σε λίγο έτοιμες. Μερικούς μήνες αργότερα τις
έδειχναν στον Τσώρτσιλ. Θυμάμαι ακόμα το χαρούμενο χαμόγελό του.
Οι Γερμανοί άρχισαν σύντομα την αναστήλωση της γέφυρας, χρησιμοποιώντας
πολωνούς και έλληνες εργάτες που δούλευαν μέρα - νύχτα για το ξανάνοιγμα της
γραμμής. Τοποθετήθηκαν μερικές ψηλές, τσιμεντένιες κολώνες και ύστερα από
δυο μήνες το έργο είχε συμπληρωθεί. Φαίνεται όμως πως η δουλειά είχε γίνει πολύ
πρόχειρα ή σαμποταρίστηκε σκόπιμα από τους άντρες που χρησιμοποιήθηκαν,
γιατί όταν οι Γερμανοί θέλησαν να περάσουν την πρώτη μηχανή, ένας από τους
στύλους γκρεμίστηκε, παρασύροντας μαζί του ένα μέρος της γέφυρας και τη
μηχανή στο ποτάμι. Η γέφυρα χρειάστηκε άλλους δυο μήνες για να λειτουργήσει
κανονικά. Η επιχείρηση συνεπώς είχε σαν συνέπεια το κόψιμο της επικοινωνίας με
την Αθήνα για περισσότερους από τέσσερις μήνες.
Την ίδια εποχή, πολλά θαυμάσια κατορθώματα είχαν επιτευχθεί πίσω από τις
εχθρικές γραμμές στα Βαλκάνια, αλλά κανένα απ' αυτά δεν θα μπορούσε σίγουρα
να συγκριθεί σε τόλμη, γενναιότητα και επιμονή με το κατόρθωμα της γέφυρας
του Ασωπού. Συγχαρητήρια σ' αυτούς που έλαβαν μέρος έστειλαν όχι μονάχα ο
Στρατηγός Χένρυ Μαίτλαντ Ουίλσον του Γ.Ε. Μέσης Ανατολής, αλλά — όταν το
πληροφορήθηκε — κι ο ίδιος ο Τσώρτσιλ. Αυτοί οι έξι άνθρωποι που με λιγότερη
τύχη θα είχαν ανακαλυφθεί από τον εχθρό την ώρα που βρίσκονταν πάνω απ' το
ποτάμι, και που είχαν ζήσει για μέρες και νύχτες ανάμεσα στα κάθετα και
απόκρημνα βράχια, απειλούμενοι συνεχώς από το αίσθημα της κλειστοφοβίας,
είχαν εκπληρώσει, με την καθοδήγηση του Γκόφρεϋ Γκόρντον - Γκρηντ, ένα από τα
πιο τολμηρά κατορθώματα. Όλοι τους πήραν παράσημο: οι Γκόρντον - Γκρηντ και
Στοτ το D.S.Ο.· οι δυο αξιωματικοί του Μηχανικού το M.C. και οι δύο άλλοι το
Στρατιωτικό Μετάλλιο. Τον ατρόμητο Ντόναλντ Στοτ, που ο ενθουσιασμός του
εμψύχωνε όλη την ομάδα, τον είχα προτείνει για το V.C., αλλά, δεδομένου ότι σ'
ολόκληρη την επιχείρηση δεν είχε πέσει τουφεκιά, μου είπαν ότι δεν μπορούσε να
του απονεμηθεί αυτό το παράσημο. Κι όμως, το άξιζε.
Μια δυο βδομάδες μετά την καταστροφή της γέφυρας του Ασωπού, ο Ντόναλντ
Στοτ που τότε ήταν πολύ καταπονημένος, έβγαλε ένα άσχημο και πολύ οδυνηρό
απόστημα στο αυτί. Ένας γιατρός, σ' ένα χωριό του Παρνασσού, του είπε ότι
μονάχα με εγχείρηση θα εύρισκε ανακούφιση από τον πόνο. Στις 16 Ιουλίου έλαβα
ένα σήμα να τον προωθήσω αμέσως προς την Αθήνα, όπου θα τον χειρουργούσε
ένας ειδικός. Τρεις μέρες αργότερα, έμαθα ότι είχε επιστρέψει. Είχε χειρουργηθεί
σε μια μαιευτική κλινική με πλήρη επιτυχία. Στην Αθήνα μπήκε με τη στολή του,

χωρίς καθόλου να μεταμφιεσθεί: ήταν μια απλή καθημερινή χειρονομία για έναν
άνθρωπο της αξίας του Στοτ.10

12. ΤΟ ΣΥΜΦΩΝΟ ΤΩΝ «ΕΘΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ»
Μετά την επιστροφή του από την Αθήνα στις 16 Μαΐου, ο Εύμαιος μου είχε πει ότι
η «Στρατιωτική Συμφωνία» είχε συζητηθεί από τους ηγέτες του ΕΑΜ και ότι δεν
εύρισκαν σωστό ο ΕΛΑΣ να παίρνει διαταγές από βρετανούς Συνδέσμους Αξιωματικούς στο πεδίο της μάχης. Τα ονόματά τους θα έπρεπε να διαγραφούν
από τη Συμφωνία. Το ΕΑΜ και το αναπόσπαστο στρατιωτικό τμήμα του, ο ΕΛΑΣ, με
ευχαρίστηση θα δεχόταν γενικές οδηγίες από το Αρχηγείο της Μέσης Ανατολής,
αλλά η μέθοδος της εκτέλεσής τους και η επιλογή των στόχων, έπρεπε ν'
αφήνεται στην κρίση και την απόφαση του νέου Γ.Σ. του ΕΛΑΣ. Στην περίπτωση
αυτή, είπε, ήταν έτοιμοι να υπογράψουν τη Συμφωνία. Μου έδωσε ένα νέο κείμενο
το οποίο, όπως δήλωσε, εκτός από την απάλειψη των σημείων που αναφέρονταν οι
βρετανοί Σύνδεσμοι και της αναφοράς του Γ.Σ. των ανταρτών, ήταν από κάθε
άποψη ταυτόσημο μ' αυτό που του είχα ζητήσει να υπογράψει. Μου είπε ότι αν
συμφωνούσα μ' αυτές τις τροποποιήσεις, είχε εξουσιοδοτηθεί από την Κ.Ε. να
υπογράψει, τόσο από μέρους τους όσο και από μέρους του ΕΛΑΣ.
Όταν το μετάφρασαν και διάβασα προσεχτικά το δικό του αντίγραφο, κατέληξα
στο συμπέρασμα ότι ήταν μάλλον αρκετό σαν βάση συνεργασίας· γιατί παρόλο
που ο ΕΛΑΣ, μέχρι εκείνη την εποχή, κατείχε ένα σημαντικό αριθμό όπλων, που τα
περισσότερα τα είχε αποχτήσει με δικά του μέσα, το Κίνημα απλωνόταν γρήγορα
και θ' απαιτούσε έναν πολύ μεγαλύτερο αριθμό. Όπως είχαν λοιπόν τα πράγματα,
το Αρχηγείο Μέσης Ανατολής, διαμέσου της Αποστολής μας, κρατούσε στα χέρια
του αυτό που τότε πίστευε σαν ατού: ότι δηλαδή αν ο ΕΛΑΣ δεν τηρούσε τη
Συμφωνία ή αν αρνιόταν να δράσει σύμφωνα με τη θέλησή μας, μπορούσαμε να
διακόψουμε την προμήθεια όπλων.
Στις 18 Μαΐου, γυρίζοντας στο Μαυρολιθάρι, έστειλα στο Κάιρο το τροποποιημένο
αντίγραφο του ΕΑΜ και τους σύστησα να το δεχτούν, εφόσον ο Ψαρρός και οι
άλλοι αρχηγοί των Εθνικών Ομάδων θ' αφήνονταν ελεύθεροι και οι ομάδες τους θ'
αναδιοργανώνονταν.
Έχω καταγράψει στο Ημερολόγιό μου μια ακόμα μακρυά και ειλικρινή συζήτηση με
τον Εύμαιο σε πολιτικά θέματα. Μου είπε —και το γνώριζα ήδη— ότι η Κεντρική
Επιτροπή στην Αθήνα δυσπιστούσε σοβαρά για τις προθέσεις της βρετανικής
κυβέρνησης σχετικά με το μέλλον του βασιλιά της Ελλάδας. Φοβόταν ότι
σκοπεύαμε να επιβάλουμε ξανά το βασιλιά με τη βοήθεια των οπλων όταν θα
ελευθερωνόταν η Ελλάδα. Μέχρι να ξεκαθαριστεί αυτό το θέμα, υπογράμμισε, δεν
ήταν δυνατό να υπάρξουν εγκάρδιες σχέσεις μεταξύ ΕΑΜ και Αρχηγείου Μέσης
Ανατολής. «Πρέπει να γίνει δημοψήφισμα του λαού πριν επιστρέψει ο βασιλιάς»,
πρόσθεσε «και η επιστροφή του μονάχα σαν αποτέλεσμα της ελεύθερης έκφρασης
του λαού μπορεί να σταθεί. Μέχρι να γίνει αυτό, ο ΕΛΑΣ δεν μπορεί να καταθέσει
τα όπλα».
Τον ρώτησα τι σχέση είχε αυτό με την γενική πολεμική προσπάθεια και μου
απάντησε ότι ο λαός — εννοώντας μ' αυτό το ΕΑΜ, τον ΕΛΑΣ και τους ανθρώπους
που βρίσκονταν στις περιοχές που είχε στον έλεγχό του το ΕΑΜ — δεν θα υπάκουε
στις οδηγίες του Αρχηγείου Μέσης Ανατολής, αν δεν ένιωθε ότι οι επιθυμίες του
μπορούσαν να πραγματοποιηθούν.
Εκείνη τη εποχή, ο περισσότερος από τον μισό πληθυσμό της ορεινής Ελεύθερης

Ελλάδας, το ένα δέκατο ίσως του ολικού πληθυσμού της Ελλάδας, βρισκόταν
κάτω από τον έλεγχο του ΕΑΜ. Αν οι πολιτικοί του ηγέτες είχαν στη διάθεσή τους
οποιεσδήποτε δημόσιες δηλώσεις του Έλληνα βασιλιά ή αντίστοιχες τέτοιες από
την κυβέρνηση της Μεγαλειότητάς Του, που να δείχνουν ότι ο ίδιος, ή η
κυβέρνησή μας είχαν απώτερα κίνητρα, θα τους ήταν σχετικά εύκολο να πείσουν
τους πυρήνες των ένθερμων οπαδών τους και τις μάζες των περιοχών που είχαν
στον έλεγχό τους, ότι ο βασιλιάς της Ελλάδας δεν είχε πρόθεση να υποταχθεί στις
θελήσεις του λαού ή ότι η κυβέρνησή μας σκόπευε ν' αναμιχθεί στις καθαρά
εσωτερικές υποθέσεις της Ελλάδας.
Την τελευταία εβδομάδα του Απρίλη, κάπου δέκα μέρες πριν φύγω από τα
Θεοδωριανά για τη Ρούμελη, έλαβα τις πρώτες πολιτικές ντιρεκτίβες από το
Κάιρο. Παραφρασμένο το κείμενο, περιλάμβανε τα ακόλουθα:
«Ο Βασιλεύς Γεώργιος της Ελλάδος είναι και θα συνεχίσει να θεωρείται σαν
νόμιμος αρχηγός του Ελληνικού Κράτους μέχρις ότου το Ελληνικό Σύνταγμα
αλλάξει ενδεχομένως κατόπιν ελευθέρας εκφράσεως της θελήσεως του Ελληνικού
λαού κάτω από συνθήκες τάξεως και ησυχίας. Η Κυβέρνησις της Αυτής
Μεγαλειότητος οφείλει προφανώς εις τον Βασιλέα της Ελλάδος μεγάλην
ευγνωμοσύνην για την ακλόνητη πίστη του στους Συμμάχους, ιδιαιτέρως το 1941,
όταν η Ελλάς, αν είχε συνθηκολογήσει, δεν θα απέφευγε την καταπάτηση των
εδαφών της από τις γερμανικές ορδές. Τούτου λαμβανομένου υπ' όψιν, συνεπώς,
εμείς που στα βουνά της Ελλάδος υποστηρίζουμε κάθε Κίνημα Αντιστάσεως που
πολεμά δραστηρίως ή είναι έτοιμο να πολεμήσει εναντίον του κοινού Εχθρού, δεν
πρέπει να μείνουμε αδιάφοροι, ούτε να επιτρέψουμε την δυσφήμησιν του ονόματος
του Βασιλέως και της εν εξορία κυβερνήσεώς Του. Οφείλουμε να τονίζουμε ότι όχι
μόνο συμφώνως προς το Διεθνές Δίκαιο, αλλά και συμφώνως προς το Σύνταγμα, ο
Έλλην Βασιλεύς είναι ακόμη ο νόμιμος αρχηγός του Κράτους. Αυτό δικαιολογεί
την συνεχιζόμενη υποστήριξη προς τις ομάδες του ΕΛΑΣ οι οποίες πολεμούν
εναντίον του Άξονος. Δεδομένου, ωστόσο, ότι φαίνεται ανέφικτος ο χωρισμός του
ΕΛΑΣ από το ΕΑΜ, του οποίου οι πολιτικοί σκοποί έρχονται σε αντίθεση με τους
σκοπούς των μετριοπαθέστερων Κινημάτων εν Ελλάδι, οι Αρχές του Καΐρου
θεωρούν σχεδόν αναπόφευκτον τον εμφύλιον πόλεμο μετά την απελευθέρωσιν της
Ελλάδος».
Απάντησα στο Κάιρο ότι ο εμφύλιος πόλεμος δεν έπρεπε να θεωρείται
αναγκαστικά αναπόφευκτος. Υπογράμμισα τον έμφυτο ατομικισμό των Ελλήνων
και την απέχθειά τους για κάθε μορφή δικτατορίας, είτε της Δεξιάς, είτε της
Αριστεράς, και επέμεινα ότι μονάχα η Βρετανική Κυβέρνηση, πείθοντας τον
βασιλέα της Ελλάδας να δηλώσει δημόσια ότι δεν θα πατούσε το έδαφός της παρά
μονάχα όταν ο λαός της θα είχε εκφράσει ελεύθερα τη θέληση για την επιστροφή
του ως συνταγματικού Βασιλέως, θα μπορούσε να ανατρέψει τη βάση της
προπαγάνδας του ΕΑΜ.
Απαντώντας στις προτάσεις μου, η SOE Καΐρου με βεβαίωσε ότι τις είχε διαβάσει
με ενδιαφέρον και τις είχε προωθήσει στο Λονδίνο.
Σύμφωνα με τις πολιτικές αυτές οδηγίες, ενημέρωσα τους αξιωματικούς που είχα
υπό τις διαταγές μου. Τους είπα ότι μέχρι τώρα, εκτός από τον Χάρτη του
Ατλαντικού, δεν είχαμε συγκεκριμένη πολιτική από μέρους της κυβέρνησής μας
που να μας βοηθάει να ξεπερνούμε τις πολιτικές περιπλοκές στις οποίες
βρισκόμαστε μπλεγμένοι από καιρό σε καιρό, κατά την άσκηση των στρατιωτικών
μας καθηκόντων. Τώρα είχαμε μια πολιτική την οποία ήθελα και έλπιζα ότι θ'
ακολουθούσαν πιστά και διακριτικά. Για τη συνέχιση του πολέμου και την

απελευθέρωση της Ελλάδας, η κυβέρνησή μας επιθυμούσε να συνεργάζεται με μια
όσο το δυνατόν αντιπροσωπευτικότερη ελληνική κυβέρνηση. Υποστήριξε λοιπόν
τον έλληνα βασιλιά και την κυβέρνηση που υπήρχε τότε στο Κάιρο και έλπιζε να
δει αυτή την κυβέρνηση να γίνεται πλήρως αντιπροσωπευτική. Στο μεταξύ
αποδοκίμαζε έντονα την προβολή εσωτερικών πολιτικών επιδιώξεων που θα
έβλαφταν πιθανώς την επιτυχία μιας απόβασης, αλλά που αναπόφευκτα θα
καθυστερούσαν τη μέρα της απελευθέρωσης. Ο έλληνας βασιλιάς είχε ήδη
δηλώσει δημοσίως ότι μετά τον πόλεμο θ' αποδεχόταν την ελεύθερα εκφρασμένη
θέληση του λαού του σε όλα τα θέματα που τον αφορούσαν.
Συμβούλεψα τους αξιωματικούς μου, αν το θεωρούσαν αναγκαίο ή σκόπιμο, να
μεταφέρουν την παραπάνω βεβαίωση στο ΕAM και σε όλες τις άλλες εθνικές
ομάδες. Όσο για μας τους ίδιους, τόνισα ότι θα παραμέναμε μια καθαρά
στρατιωτική αποστολή και ότι θάπρεπε να αποφεύγουμε πάντα να μπλεκόμαστε σε
πολιτικές συζητήσεις. Τους πληροφόρησα επίσης ότι, σύμφωνα με την επιθυμία
της κυβέρνησής μας, δεν έπρεπε να διστάζουμε να δείχνουμε την εμπιστοσύνη μας
προς τον έλληνα βασιλιά και την παρούσα ελληνική κυβέρνηση, ώστε όταν θα
ελευθερωνόταν η Ελλάδα, να μπορούσε να διατηρηθεί ο νόμος και η τάξη. Θα
έπρεπε να πουν σε όλους τους αρχηγούς των ανταρτών ότι κάθε βοήθεια που
λάβαινε η Ελλάδα, αποτελούσε χειρονομία εκτίμησης των Συμμάχων προς τη
μεγάλη και γενναία προσπάθεια που κατέβαλλε ο Ελληνικός λαός για την
ανατροπή του Άξονα.
Στις 26 Μαΐου, πηγαίνοντας από το στρατηγείο του Άρθουρ Έντμοντς, στη
Ρούμελη, να συναντήσω το νέο Γ.Σ. του ΕΛΑΣ, με πρόλαβε στο δρόμο ένας
αγγελιοφόρος μ' ένα μήνυμα από το Κάιρο. Με διέτασσαν να μην υπογράψω με
κανένα τρόπο την τροποποιημένη «Στρατιωτική Συμφωνία» του ΕΑΜ. Η SOE
πίστευε προφανώς ότι η υπογραφή της συμφωνίας, στη μορφή που πρότεινε το
ΕΑΜ, σήμαινε ουσιαστικά έλεγχο των Κινημάτων Αντίστασης από αυτή την
οργάνωση. Το Γενικό Στρατηγείο, διαμέσου των αξιωματικών της Βρετανικής
Αποστολής, επέμενε το Κάιρο, έπρεπε να έχει κάποια γνώμη πάνω στο θέμα αυτό,
όπως έπρεπε να έχουν και όλες οι Εθνικές Ομάδες.
Όταν έφτασα στην Αγία Τριάδα όπου ήταν το στρατηγείο του ΕΛΑΣ, βρήκα τον
φορητό ασύρματο και μια προσωρινή ομάδα να με περιμένουν. Βρήκα όμως επίσης
τον Ψαρρό, τον Κρανιά και τον αξιωματικό του Ζέρβα Παπαϊωάννου, να είναι
ακόμα κρατούμενοι. Ετοίμασα προσεχτικά ένα λόγο που, σύμφωνα με τις οδηγίες
του Καΐρου, νόμιζα ότι ήμουν εξουσιοδοτημένος να απευθύνω στα Γ.Σ. του ΕΛΑΣ.
Έχοντάς τους ειδοποιήσει προηγούμενα, με τον Θωμά, ότι είχα να τους κάνω μια
σημαντική ανακοίνωση, επισκέφθηκα τον Εύμαιο, τον Σαράφη και τον Άρη στο
μικρό ακατάστατο δωμάτιο του σπιτιού που έμεναν. Θυμάμαι τις λεπτομέρειες
της συνάντησης πολύ καλά. Στάθηκα προσοχή και το ίδιο έκανε και ο Θωμάς
δίπλα μου. Οι τρεις Έλληνες, εντυπωσιασμένοι από την επισημότητα της στάσης
μου, με μιμήθηκαν. Ζήτησα την άδεια να καθήσω κι ύστερα τους απηύθυνα τον
παρακάτω προσεχτικά ετοιμασμένο λόγο, τον οποίο κατέγραψα, κατά λέξιν, στο
Ημερολόγιό μου.
«Η Κυβέρνηση της Αυτής Μεγαλειότητος εκφράζει την έντονη δυσαρέσκειά της
για την πολιτική του ΕΑΜ των τελευταίων μηνών. Η δυσαρέσκεια αυτή
αναφέρεται στις προσπάθειες του ΕΑΜ να καταλάβει την εξουσία στα βουνά δια
της βίας και να διαλύσει αντάρτικες ομάδες πιστές στους Συμμάχους. Η
κυβέρνηση δεν θεωρεί ότι η ενέργεια αυτή αφορά τις εσωτερικές υποθέσεις της
Ελλάδας, αλλά ότι επηρεάζει δυσμενώς τη συνέχιση του πολέμου από μέρους των
Συμμάχων.

»Η κυβέρνησή μας, παρόλο που θεωρεί τον βασιλιά της Ελλάδας σαν νόμιμο
αρχηγό της Ελλάδας μέχρι την απελευθέρωση της χώρας, δεν έχει πρόθεση να
τον επιβάλει σαν βασιλιά ενάντια στη θέληση του λαού.
»Οι Σύμμαχοι ακολουθούν πολιτική ελευθερίας για όλους τους λαούς και
αντιτίθενται σε κάθε μορφή τυραννίας.
»Η "Στρατιωτική Συμφωνία" με το Γ.Σ. Μέσης Ανατολής, στην τροποποιημένη
εκδοχή του ΕΑΜ, είναι απαράδεχτη στην παρούσα μορφή της. Η μόνη αποδεχτή
μορφή, είναι αυτή που προτείνει το Γ.Σ. Μέσης Ανατολής.
»Προϋπόθεση για την υπογραφή της "Στρατιωτικής Συμφωνίας" είναι η
αποκατάσταση των διαλυθέντων Εθνικών Ομάδων και η απελευθέρωση των
κρατουμένων. Στην αντίθετη περίπτωση, η κυβέρνησή μου επιφυλάσσει στον
εαυτό της το δικαίωμα να λάβει ορισμένα μέτρα προς το συμφέρον των Συμμάχων
και, ιδιαίτερα, προς το συμφέρον της Ελλάδος, που την ελευθερία της επιθυμεί να
εξασφαλίσει το συντομότερο δυνατόν».
Μόλις τελείωσα το λόγο μου, σηκώθηκα αμέσως και εγκατέλειψα το δωμάτιο.
Λίγες ώρες αργότερα, ο Εύμαιος ήρθε να με δει και μου ζήτησε ευγενικά να
μεταβιβάσω στην Κ.Ε. του ΕΑΜ το κείμενο που τους είχα διαβάσει. Συμφώνησα να
μεταβιβάσω μια μικρή περίληψη.
Δυο βδομάδες αργότερα έλαβα, διαμέσου του Καΐρου, την απάντηση της
Κεντρικής Επιτροπής. Το ΕΑΜ απόρριπτε κατηγορηματικά την πρόθεση που του
αποδίδαμε: να καταλάβει πραξικοπηματικά την εξουσία. Η Κ.Ε. επέμενε ότι, από
την εποχή που είχε σχηματισθεί, ο ΕΛΑΣ πολεμούσε αποφασιστικά τον Άξονα στο
πλευρό των Συμμάχων· ισχυριζόταν ότι πάλευε πάντα για τις αρχές του Χάρτη του
Ατλαντικού και ήταν εναντίον κάθε προσπάθειας που θα παρεμπόδιζε την
ελεύθερη έκφραση της θέλησης των λαών για τη λύση των εσωτερικών τους
προβλημάτων· θεωρούσε εθνικό της καθήκον να διευκολύνει το αντάρτικο κίνημα
με μια πλατιά ηγεσία, εξασφαλίζοντας έτσι το συντονισμό του αγώνα με τα γενικά
σχέδια του Αρχηγείου της Μέσης Ανατολής. Ήταν πρόθυμη να δώσει αποδείξεις
και εγγυήσεις για την ειλικρίνειά της.
Όσον αφορά τα «δυσάρεστα γεγονότα», τον αφοπλισμό άλλων ομάδων από τις
δυνάμεις του ΕΛΑΣ, οι ηγέτες του ΕΑΜ δήλωσαν ότι οι πράξεις αυτές δεν
εκφράζουν την πολιτική τους και ότι τις είχαν καταδικάσει αμέσως. Είχαν ήδη
διατάξει να επιτραπεί η δραστηριότητα αυτών των ομάδων και ν' αφεθούν
ελεύθεροι οι αιχμάλωτοι, αν και, ισχυρίζονταν, αντί να στραφούν εναντίον του
Άξονα είχαν στραφεί εναντίον του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ προς μεγάλη χαρά των
Γερμανών. Τους έδινε μεγάλη χαρά η είδηση ότι η βρετανική κυβέρνηση δεν
σκόπευε να επιβάλει τον βασιλιά παρά τη θέληση του ελληνικού λαού.
Η SOE με πληροφόρησε ότι, αμέσως μετά τη λήψη αυτού του μηνύματος στο
Κάιρο, ο Αρχιστράτηγος ειδοποίησε την Κ.Ε. ότι σημείωνε μ' ευχαρίστηση το
γεγονός πως το ΕΑΜ πολεμούσε για τις αρχές της ελευθερίας που διατύπωνε ο
Ατλαντικός Χάρτης. Επίσης απόδωσε φόρο τιμής στα επιτεύγματα του ΕΛΑΣ. Είπε
ότι παρακολουθούσε την κατάσταση στην Ελλάδα με το μεγαλύτερο δυνατό
ενδιαφέρον· θεωρούσε τους έλληνες αντάρτες τμήμα των δυνάμεων που διοικούσε
και περίμενε απ' αυτούς να εκτελούν γρήγορα τα καθήκοντα που τους ανέθετε.
Επιθυμούσε να συστηθεί στην Ελλάδα ένα Κοινό Στρατηγείο στο οποίο εγώ, σαν ο
μεγαλύτερος σε βαθμό σύνδεσμος, θα ήμουν υπεύθυνος απέναντί του για το

σχεδιασμό, το συγχρονισμό και την εκτέλεση όλων των στρατιωτικών
επιχειρήσεων. Μόνον έτσι θα συντονίζονταν σωστά οι έλληνες αντάρτες με τα
καθήκοντα των δυνάμεων εισβολής των Ηνωμένων Εθνών. Το σήμα κατέληγε
κάπως αισιόδοξα αφήνοντας να εννοηθεί ότι ο Αρχιστράτηγος διαπίστωνε με
ικανοποίηση ότι δεν θα υπήρχαν πια δυσκολίες για την πραγματοποίηση των
επιθυμιών του.
Η κατάληξη της ανταλλαγής των τηλεγραφημάτων αυτών ήταν ότι οι παράγοντες
του Καΐρου δέχτηκαν, γι' άλλη μια φορά, να θέσουν σε δοκιμασία την καλή θέληση
του ΕΑΜ. Αποτέλεσμα του δικού μου επίσημου «ξεσπάσματος» ήταν η απόλυση του
Ψαρρού, του Κρανιά και του Παπαϊωάννου, για τους οποίους ο ΕΛΑΣ με βεβαίωσε
πως ήταν ελεύθεροι να ανασχηματίσουν τις ομάδες τους. Όσο για τη
«Στρατιωτική Συμφωνία», ο Εύμαιος απογοητεύτηκε όταν του είπα ότι ακόμα δεν
με είχαν εξουσιοδοτήσει να υπογράψω το σχέδιο του ΕΑΜ. Ύστερα από πέντε ώρες
συζήτηση, κατά την οποία απέτυχα να πείσω το ΕΑΜ να τροποποιήσει τους όρους
της υπογραφής της Συμφωνίας, ο Εύμαιος με πληροφόρησε ότι, ανεξάρτητα από
το αν ήμουν εξουσιοδοτημένος ή όχι να την υπογράψω εγώ, το Γ.Σ. του ΕΛΑΣ, από
τη μια μεριά του, θα έδινε διαταγή στις ομάδες ολόκληρης της Ελλάδας να
τηρούν το τροποποιημένο κείμενο της συμφωνίας, σα να είχε υπογραφεί κι από τις
δυο πλευρές. Η δήλωση αυτή μ' ευχαρίστησε ιδιαίτερα, γιατί το λιγότερο που
σήμαινε ήταν ότι ο ΕΛΑΣ δεν θα ξαναχτυπούσε τις άλλες Εθνικές Ομάδες που θα
μπορούσαν έτσι να σχηματισθούν οπουδήποτε και οποτεδήποτε θα ήθελαν αυτές ή
εμείς να το κάνουν. Το σημαντικότερο όμως, για μένα αποτέλεσμα της δήλωσης
εκείνη την εποχή ήταν ότι τώρα είχα περισσότερες ελπίδες από το Γ.Σ. του ΕΛΑΣ
ότι θ' αναλάμβανε τις επιχειρήσεις που θα του ζητούσα και συνεπώς περισσότερες
ελπίδες ότι οι επιχειρήσεις αυτές θα εκτελούνταν σ' ένα κατώτερο επίπεδο
(στελεχών).
Στις 28 Μαΐου, ένας αγγελιοφόρος του Άρθουρ Έντμοντς μου είχε φέρει την
είδηση της πρώτης αποτυχίας του Γκόφρεϋ Γκόρντον - Γκρηντ να φτάσει μέχρι τη
γέφυρα του Ασωπού, πράγμα που σήμαινε καθυστέρηση της επόμενης προσπάθειας
μέχρι το νέο φεγγάρι. Τα νέα αυτά ήρθαν ταυτόχρονα με την αναγγελία του Γ.Σ.
του ΕΛΑΣ ότι την προηγούμενη νύχτα, μια ομάδα του, είχε πετύχει ν' ανατινάξει
το τούνελ του Τυρνάβου κι από τις δυο πλευρές, τη στιγμή ακριβώς που το
διέσχιζε ένα τραίνο. Όταν τους έδωσα τα τελευταία νέα για τη γέφυρα του
Ασωπού, δύσκολα θα μπορούσα να τους κατηγορήσω που τα δέχτηκαν μάλλον
ψυχρά. Το τραίνο στο τούνελ του Τυρνάβου είχε συντριβεί πάνω στα μπάζα που
είχε σωριάσει η έκρηξη στην άλλη άκρη και είχε πάρει φωτιά. Οι περισσότεροι από
τους Γερμανούς που βρίσκονταν στο τραίνο είχαν καεί ζωντανοί, αλλά το ίδιο
είχαν πάθει και σαράντα αθώοι Έλληνες που ταξίδευαν στο πρώτο βαγόνι, σαν
όμηροι, για την παρεμπόδιση του σαμποτάζ. Ο Σαράφης μου είπε ότι η γραμμή είχε
μπλοκαριστεί για έξι τουλάχιστον βδομάδες. Απάντησα πως αν οι Γερμανοί το
ήθελαν πραγματικά, θα μπορούσαν να καθαρίσουν τα συντρίμια σε έξι μέρες. Μια
βδομάδα αργότερα η γραμμή ξανάνοιγε. Σαράντα Έλληνες είχαν χάσει τη ζωή
τους χωρίς ουσιαστικό λόγο.
Καθώς ο δρόμος μας προς τη δυτική Θεσσαλία με το Γ.Σ. του ΕΛΑΣ μας έφερνε
κοντά στο ποτάμι του Αχελώου, που στην απέναντι πλευρά του βρισκόταν η
περιοχή του Ζέρβα, και καθώς ο καιρός για τις εκτεταμένες επιχειρήσεις
σαμποτάζ πλησίαζε, σκέφθηκα ότι θα άξιζε τον κόπο να κάνω μια τελική απόπειρα
συμφιλίωσης του ΕΔΕΣ και του ΕΛΑΣ συγκαλώντας μια σύσκεψη των ηγετών του
υπό την προεδρία εμένα και του Κρις. Το Γ.Σ. του ΕΛΑΣ, αν και με κάποιο
σκεπτικισμό, δέχτηκε την πρόταση. Ο Άρης αμφέβαλλε αν ο Ζέρβας θα συναινούσε
ή θα τόλμαγε να τους συναντήσει έξω από τα όρια της περιοχής του. Δέχτηκα την

πρόκληση και έστειλα ένα έντονα συνταγμένο σήμα στον Κρις λέγοντάς του να
καταβάλει όλες του τις προσπάθειες και να πείσει τον Ζέρβα να μας συναντήσει
στο μικρό χωριό Λιάσκοβο, λίγα μίλια ανατολικά από τον Αχελώο, για μια σύσκεψη
που θα άρχιζε στις 5 Ιουνίου.
Ο Κρις τα κατάφερε και το βράδυ της 4ης Ιουνίου βρισκόμαστε όλοι εκεί. Εξήγησα
στους συγκεντρωμένους ηγέτες το αντικείμενο της σύσκεψης που ήταν, όπως
είπα, η δημιουργία μιας ενωμένης μικτής διοίκησης των Κινημάτων Αντίστασης.
Υπέδειξα την ίδρυση ενός «Ενωμένου Γενικού Στρατηγείου» πάνω στη γραμμή που
είχε προτείνει το ΕΑΜ, αλλά με ανάθεση του τελικού ελέγχου στο Αρχηγείο Μέσης
Ανατολής και με ίση αντιπροσώπευση τον εθνικών ομάδων. Υπογράμμισα ότι ο
συντονισμός της σαμποταριστικής δραστηριότητας όλων των αντιστασιακών
ομάδων της Ελλάδας, γινόταν όλο και περισσότερο επιτακτικός. Ο καιρός της
ανεξάρτητης δραστηριότητας πλησίαζε στο τέλος του. Πρότεινα το ενωμένο
στρατηγείο ν' αποτελεσθεί από τον Σαράφη, το στρατιωτικό μέλος του
Στρατηγείου του ΕΛΑΣ, τον Ζέρβα και έμενα, και άφησα τον Ζέρβα, τον
υποδιοικητή του Κομνηνό Πυρομάγλου και τον συνταγματάρχη Γκικόπουλο να
συζητήσουν το θέμα με τον Εύμαιο, τον Σαράφη και τον Άρη. Συζήτησαν για
πολλές ώρες και τελικά μας κάλεσαν για να μας ανακοινώσουν ότι δεν είχαν
καταλήξει σε καμιά συμφωνία.
Την άλλη μέρα συγκεντρωθήκαμε για να εξετάσουμε πάλι το ζήτημα και να δούμε
αν, ύστερα από μιας νύχτας ξεκούραση, υπήρχε πιθανός τρόπος υπέρβασης των
δυσκολιών για μια συμφωνία. Ο Ζέρβας, ξέροντας ότι δεν ήμουν
εξουσιοδοτημένος να υπογράψω την εκδοχή της «Στρατιωτικής Συμφωνίας» του
ΕΛΑΣ, καθώς και ότι ο ΕΛΑΣ δεν επρόκειτο να υπογράψει τη δική μου,
κωλυσιεργούσε θορυβωδώς. Το Γ.Σ. του ΕΛΑΣ είχε πεισμώσει, ο Σαράφης επέμενε
σαν παιδί. Έβγαζε γελοίους λόγους σπρωγμένος προφανώς από τους συναδέλφους
του. Δοκιμασμένος όπως ήμουν, ήξερα πως δεν μπορούσα να πείσω τον ΕΛΑΣ να
ενωθεί με τον Ζέρβα σ' ένα μικτό στρατηγείο, εκτός αν γίνονταν μέλη του
ολόκληρο το Γ.Σ. του ΕΛΑΣ κι αν υπήρχε κανονισμός ψηφοφορίας για όλες τις
μελλοντικές επιχειρήσεις, όπου το ΕΑΜ - ΕΛΑΣ θα διέθετε τρεις ψήφους, «επειδή
διέθετε μεγαλύτερες δυνάμεις», κι εγώ με τον Ζέρβα δύο. Δεδομένου ότι αυτό θα
σήμαινε, στην ουσία, έλεγχο των Κινημάτων Αντίστασης από το ΕΑΜ και τον
ΕΛΑΣ, δεν μπορούσα φυσικά να συμφωνήσω. Ο Ζέρβας ξέροντάς το αυτό φαινόταν
να διασκεδάζει.
Τελικά, αναγκάστηκα να παραδεχτώ την αποτυχία και η σύσκεψη τελείωσε.
Έστειλα πλήρεις λεπτομέρειες στο Κάιρο και ζήτησα παραπέρα οδηγίες. Τους είπα
πως θα ήταν πολύ σημαντικό να υπογράψουμε ένα είδος συμφωνίας με τον ΕΛΑΣ,
γιατί, καθώς ο καιρός των συνδυασμένων σαμποτάζ πλησίαζε, δεν θα μπορούσα
διαφορετικά να εξασφαλίσω επαρκή έλεγχο της δραστηριότητάς του στις
σημαντικές περιοχές της Ρούμελης, της βορειοανατολικής Θεσσαλίας και
Μακεδονίας, όπου βρίσκονταν οι κύριες γραμμές επικοινωνίας με την Αθήνα.
Μάλλον απογοητευμένος, αποχωρίστηκα την άλλη μέρα το στρατηγείο του ΕΛΑΣ,
επιστρέφοντας στα Θεοδωριανά με τον Κρις όπου θα άλλαζα τη σύνθεση της
ομάδας του κινητού ασύρματου. Είπα στον Εύμαιο πως θα τους συναντούσα,
αυτόν και τον Σαράφη, στη Θεσσαλία ή στη Μακεδονία. Ο Άρης γύρισε στη
Ρούμελη.
Μαζί με τον Κρις και τον διερμηνέα μου Θωμά, φτάσαμε στα Θεοδωριανά στις 7
Ιουνίου. Σ' αυτό το μεταξύ, ο Ρος είχε κάνει το στρατηγείο να λειτουργεί τόσο
τέλεια, ώστε μας φάνηκε σα να επιστρέφαμε στο σπίτι μας. Κατάκοποι από το
ολοήμερο ταξίδι μας πήγαμε στο σπιτάκι που μέναμε με τον Κρις και που το

θεωρούσαμε σχεδόν σαν δικό μας πλέον και το ρίξαμε στον ύπνο.
Νόμισα πως μόλις είχα αποκοιμηθεί όταν πετάχτηκα ξαφνικά επάνω από το
στριγγό θόρυβο ενός αεροπλάνου που έκανε κάθετη εφόρμηση κι από τις βόμβες
που έπεφταν ολόγυρα. Αντιμετωπίζοντας το ενδεχόμενο αυτό, είχαμε ήδη την
πρόνοια ν' ανοίξουμε ορύγματα έξω απ' τα σπίτια που μέναμε. Καθώς έβαζα
βιαστικά τις μπότες μου και ορμούσα προς τα εκεί, τα τζάμια του παράθυρου
γίνονταν κομμάτια και το σπίτι κουνήθηκε ολόκληρο από τις εκρήξεις μερικών
βομβών που έπεφταν κάπου πολύ κοντά μας. Σε δέκα λεπτά, όλα είχαν τελειώσει.
Ένα σμήνος από Στούκας υψώθηκε πάλι και, ξεπερνώντας τις κορφές των βουνών,
εξαφανίστηκε στο βάθος.
Στη σχετική ηρεμία που ακολούθησε, σηκώθηκα μέσα στο όρυγμα και κοίταξα
γύρω. Στην άλλη άκρη του χωριού, μερικές στήλες καπνού υψώνονταν
κατακόρυφα μέσα στον πρωινό ακίνητο αέρα. Διακόσιες γυάρδες μακρυά μου, δυο
σπίτια είχαν καταστραφεί ολοκληρωτικά.
Όλα τα μέλη του στρατηγείου μας βοήθησαν για την διάσωση των παγιδευμένων
μέσα στα ερείπια και των τραυματισμένων. Μας πήρε η νύχτα ώσπου να
τελειώσουμε κι ώσπου να ρθει ένας γιατρός από το γειτονικό χωριό Βουλγαρέλι.
Νιώθαμε ένοχοι που είχαμε φέρει τη συμφορά στους αθώους και ευχάριστους
κατοίκους των Θεοδωριανών. Αλλά όταν, με το σούρουπο, οι χωριάτες άρχισαν να
ξαναγυρίζουν από τα γύρω υψώματα που είχαν καταφύγει, μας βεβαίωσαν
ευγενικά ότι δεν είχαν τίποτε μαζί μας. Τους «κουίσλινγκς» των Αθηνών
καταριόντουσαν.
Από κει κι ύστερα, όταν το στρατηγείο μας ήταν να μείνει σ' αυτή την περιοχή για
πολλές μέρες, στρατοπεδεύαμε πάντα σε αρκετή απόσταση από το χωριό.
Λίγες μέρες αργότερα, οι Γερμανοί έκαναν μια ακόμη απόπειρα να βομβαρδίσουν
τη βάση μας έξω από τα Θεοδωριανά. Αυτή τη φορά έστειλαν δυο σμήνη από
Στούκας, ένα από τα οποία προοριζόταν προφανώς να βομβαρδίσει ένα μικρό,
απομονωμένο ξωκκλήσι, που ήταν χτισμένο πάνω σ' ένα ακρωτήρι, κάπου ένα μίλι
από το χωριό. Τα Στούκας όρμησαν για να χτυπήσουν το κτίσμα. Τα πρώτα τρία ή
τέσσερα, σήκωσαν ένα τέτοιο σύννεφο σκόνης ώστε, καθώς ένα απ' αυτά
υψωνόταν πάλι μέσα απ' το σύννεφο, ένα άλλο που εφορμούσε το πολυβόλησε από
απροσεξία. Το αεροπλάνο πήρε αμέσως φωτιά· ο πιλότος κατάφερε ν' ανεβάσει το
σκάαρος σε ύψος ασφαλείας πριν ο ίδιος και ο πολυβολητής του αναγκαστούν να
πηδήσουν. Λίγες ώρες αργότερα τους περιμάζευαν οι αντάρτες και τους
οδηγούσαν στο στρατηγείο μας. Η ανάκριση ήταν εξονυχιστική. Ο γερμανός
πιλότος μόλις είχε μετατεθεί στην Ελλάδα από τη Ρωσία όπου είχε συμπληρώσει
εκατό πτήσεις χωρίς να πάθει γρατσουνιά. «Και τώρα», παραπονέθηκε,
«βρίσκομαι εδώ, από την πρώτη μου κιόλας πτήση, χτυπημένος από έναν δικό
μας!... Αυτό δεν είναι πόλεμος. Με τι δικαίωμα θα με κρατήσετε αιχμάλωτο;».
Μετά την ανάκριση, οι δυο Γερμανοί παραδόθηκαν στους αντάρτες του Ζέρβα.
Αργότερα δραπέτευσαν, αλλά τους ξανάπιασαν σε μια - δυο μέρες. Αυτό δείχνει
πόσο δύσκολο ήταν για ένα ξένο να βρεθεί μέσα σ' εκείνα τ' άγρια βουνά χωρίς
έλληνες οδηγούς, οι οποίοι, εκείνη την εποχή, είτε έφερναν όπλα είτε όχι, και
ανεξάρτητα από τις πολιτικές τους απόψεις, ψυχικά ανήκαν όλοι στο
αντιστασιακό Κίνημα.
Στην

πρόσφατη

σύσκεψη

του

Λιάσκοβου,

προσπαθώντας

να

πετύχω

κάτι

εποικοδομητικό, είχα ζητήσει από το Ζέρβα και τον ΕΛΑΣ να αποσπάσουν στο
στρατηγείο μου από ένα ανώτερο αντιπρόσωπό τους που θα έκανε καθήκοντα
Συνδέσμου. Ο ΕΛΑΣ δεν μπόρεσε ν' ανταποκριθεί σ' αυτό το αίτημα αμέσως, γιατί,
όπως είπαν οι εκπρόσωποί του, δεν είχε για την ώρα κατάλληλο αξιωματικό
διαθέσιμο, αλλά ο Ζέρβας μου παραχώρησε αμέσως τον ανώτερο αξιωματικό του
Επιτελείου του, τον συνταγματάρχη Γκικόπουλο.
Ανυπομονούσα να συναντηθώ με το Γ.Σ. του ΕΛΑΣ και να βεβαιωθώ ότι θα με
βοηθούσαν στην διεξαγωγή του εκτεταμένου σαμποτάζ στη Βόρεια και Ανατολική
Ελλάδα, που υπολόγιζα πως θ' άρχιζε σε κανένα δεκαπενθήμερο. Έτσι, στις 11
Ιουνίου, πήρα τον Κρις και τον Γκικόπουλο, μαζί με τους δυο νέους χειριστές του
κινητού μου ασύρματου, και ξεκινήσαμε. Ξέροντας ότι από μέρα σε μέρα θα
έφτανε μια νέα φουρνιά διερμηνέων από την Αθήνα, άφησα πίσω το Θωμά και
έδωσα παραγγελία να μου στείλουν έναν από τους καινούργιους μόλις θα
έφταναν.
Στις 13 Ιουνίου φτάναμε στο Μέτσοβο, ένα μικρό χωριό στο υψηλότερο σημείο του
δρόμου ανάμεσα στην Καλαμπάκα και τα Γιάννινα, και το ίδιο απόγευμα στο
Περιβόλι, όπου ένας από τους αξιωματικούς μου, ο λοχαγός Μπλιώ, του Σώματος
Ασυρματιστών, είχε ανοίξει μια σχολή και δίδασκε στους Έλληνες τη χρήση των
συσκευών τους. Αργά το βράδυ μπαίναμε στην Αβδέλα, όπου ο Σέπαρντ και ο
Καραγιώργης είχαν τελικά εγκαταστήσει το στρατηγείο τους για το καλοκαίρι.
Εδώ βρισκόταν και το Γ.Σ. του ΕΛΑΣ.
Την άλλη μέρα, ανυπομονώντας να ξεκαθαρίσω τα πράγματα με τον ΕΛΑΣ, είχα
μια σοβαρή συζήτηση με τον Σαράφη. Κατάλαβα αμέσως ότι δεν είχε δικαίωμα ν'
αναπτύξει καμιά πρωτοβουλία σχετικά με την «Στρατιωτική Συμφωνία». Του είπα
πως αν, σαν αρχηγός του Γ.Σ. του ΕΛΑΣ, δεν υπέγραφε μαζί μου κάποια συμφωνία,
μου φαινόταν αμφίβολο κατά πόσον το Αρχηγείο της Μέσης Ανατολής θα συνέχιζε
να τους εφοδιάζει με πράγματα για μερικές μέρες ακόμη. Του εξήγησα ότι εκείνο
τον μήνα αναμένονταν πολλές ρίψεις, ότι το Κάιρο τις είχε ανεβάσει από
σαράντα, που είχε προγραμματίσει, σε εβδομήντα, και ότι είχα σκοπό να διαθέσω
περισσότερα από δύο τρίτα στις περιοχές του ΕΛΑΣ αν υπέγραφα μαζί του μια
συμφωνία. Τελικά τον έπεισα να βάλει την υπογραφή του σ' ένα κείμενο που έλεγε
ότι το Γ.Σ. του ΕΛΑΣ τίθεται στη διάθεση του Γενικού Επιτελείου Μέσης Ανατολής
και ότι οι ομάδες του θα εκτελούν όλες τις διαταγές του Αρχηγείου Μέσης
Ανατολής που θα μεταβιβάζονται σ' αυτές διαμέσου του δικού τους Γ.Σ. Αυτό
ήταν ένα σημαντικό βήμα. Ο Σαράφης μου είπε να ζητήσω από το Κάιρο ν'
ανακοινώσει από το BBC την υπογραφή αυτού του ντοκουμέντου. Συμφώνησα
πρόθυμα. Την ίδια μέρα, αφού προηγούμενα συζήτησα με τον Σέπαρντ τα σχέδια
σαμποτάζ της Ανατολικής Θεσσαλίας, ανάπτυξα στον Σαράφη τις επιχειρήσεις
σαμποτάζ που το Αρχηγείο Μέσης Ανατολής περίμενε από εκείνον σύντομα.
Στις 17 Ιουνίου μου έδωσαν επιτέλους από το Κάιρο το δικαίωμα να
διαπραγματευθώ εν λευκώ με τον ΕΛΑΣ, με προοπτική να κάνω τους εκπροσώπους
του να υπογράψουν μια συμφωνία συνεργασίας με τις άλλες αντάρτικες
οργανώσεις, κάτω από τις διαταγές του Αρχηγείου Μέσης Ανατολής. Μου είπαν
ότι οποιαδήποτε απόφαση θα έπαιρνα, θα υποστηριζόταν από τους παράγοντες
του Καΐρου. Το ίδιο βράδυ έδινα ένα σχέδιο συμφωνίας στον Εύμαιο. Ήταν σχεδόν
ταυτόσημο με του ΕΑΜ, αλλά περιλάμβανε ορισμένα σημεία που κατά τη γνώμη
μου ήταν αρκετά για να προστατεύσουν και μένα και τους αξιωματικούς μου από
του να δώσουμε στο ΕΑΜ - ΕΛΑΣ υπερβολικές εξουσίες. Ο Εύμαιος φάνηκε να
δυσπιστεί κατά πόσον ο Ζέρβας θα υπόγραφε ένα τέτοιο κείμενο. Τον καθησύχασα
πάνω σ' αυτό το σημείο και του είπα ότι για τον ΕΛΑΣ δεν είχε ιδιαίτερη σημασία

αν ο Ζέρβας το υπέγραφε ή όχι. Θα φρόντιζα γι' αυτό το θέμα, είπα, και τον
ρώτησα αν μπορούσε να δεχτεί το σχέδιο όπως ήταν. Ύστερα από μικρή
συζήτηση, απάντησε πως συμφωνούσε, αλλά ότι έπρεπε να ζητήσει με τον
ασύρματο την συγκατάθεση της Κ.Ε. από την Αθήνα. Από τη στάση του κατάλαβα
ότι δεν θα συναντούσε δυσκολίες από την Αθήνα, ιδιαίτερα όταν μου είπε ότι δεν
είχε πρόθεση να στείλει το κείμενο της Συμφωνίας με αγγελιοφόρο του στην
Αθήνα και ότι μπορούσα να τους το στείλω εγώ διαμέσου του Καΐρου. Αυτό έκανα
πράγματι, ενώ ταυτόχρονα έστελνα κι ένα αντίγραφο στο Ζέρβα με την
παράκληση να το υπογράψει, σύμφωνα με την υπόσχεσή του ότι θα εκτελούσε τις
επιθυμίες του Αρχηγείου Μέσης Ανατολής.
Άρχισα αμέσως συνομιλίες με τον Εύμαιο, το Σαράφη, τον Καραγιώργη, τον Κρις
και τον Σέπαρντ για τους στόχους σαμποτάζ στην Ανατολική Θεσσαλία και
Μακεδονία. Σύντομα βεβαιωνόμουν ότι ο ΕΛΑΣ θα κατέβαλε γνήσιες προσπάθειες
για να μας βοηθήσει όλους.
Στις 4 Ιουλίου έλαβα την έγκριση του τροποποιημένου σχεδίου της «Στρατιωτικής
Συμφωνίας» από μέρους της Κ.Ε. του ΕΑΜ και την άλλη μέρα το Γ.Σ. του ΕΛΑΣ την
υπέγραφε μαζί με τον Εύμαιο σαν εκπρόσωπο του ενιαίου ΕΑΜ. Την επομένη έμαθα
ότι ο Ζέρβας είχε αρνηθεί να την υπογράψει. Η άρνησή του οφειλόταν στο ότι το
κείμενο της προηγούμενης συμφωνίας, που είχε υπογράψει χωρίς δισταγμό τον
περασμένο Μάρτιο, ήταν περισσότερο κατάλληλο από το καινούργιο, όπου με την
ίδρυση του Ενωμένου Στρατηγείου θα βρισκόταν πάντα σε θέση μειοψηφίας
απέναντι στην τριανδρία του ΕΛΑΣ. Του έστειλα μερικά σήματα, κάνοντας ό,τι
μπορούσα για να τον καθησυχάσω και λέγοντάς του ταυτόχρονα ότι ήταν
επιθυμία του Αρχηγείου Μέσης Ανατολής να υπογράψει τη Συμφωνία στην
παρούσα της μορφή. Τελικά την υπόγραψε, εκφράζοντας γι' άλλη μια φορά τις
επιφυλάξεις του για τη λειτουργία του Μικτού Στρατηγείου. Υποσχέθηκε να έχει
πάντα αντιπρόσωπό του στο Γ.Σ., όταν ο ίδιος δεν θα μπορούσε να είναι παρών.
Λίγες μέρες αργότερα το Γ.Σ. Μέσης Ανατολής εξέδιδε μια επίσημη ανακοίνωση
για τη «Συμφωνία των Εθνικών Ομάδων». Η ανακοίνωση κατέληγε: «Είναι κατά
συνέπειαν τετελεσμένο γεγονός ότι όλες οι ελληνικές ανταρτικές ομάδες,
ανεξαρτήτως πολιτικών ή άλλων τάσεων, ενώνουν τις δυνάμεις τους σ' ένα κοινό
και συντονισμένο όργανο για την προώθηση του Συμμαχικού Αγώνος».

13. ΕΚΤΕΤΑΜΕΝΟ ΣΑΜΠΟΤΑΖ
Στις 29 του Μάη, ενώ βρισκόμουν στην Αγία Τριάδα, έφτασε ένα ιστορικό σήμα
από το Κάιρο. Απευθυνόταν προσωπικά σε μένα και με διέταζε να το κάψω αμέσως
μόλις το αποκρυπτογραφήσω και το διαβάσω. Με πληροφορούσε ότι τη δεύτερη
βδομάδα του Ιούλη, οι Σύμμαχοι θα έκαναν απόβαση στη Σικελία. Αρχίζοντας
λοιπόν από την τελευταία εβδομάδα του Ιούνη το εκτεταμένο σαμποτάζ σ' όλη την
Ελλάδα, θα κάναμε τον εχθρό να πιστέψει ότι το μέρος της Μεσογείου που
απειλούνταν με απόβαση ήταν αυτό. Θα συνεχίζαμε τη δράση μας σε όλα τα
συγκοινωνιακά πόστα ώσπου να μάθουμε ότι η απόβαση στη Σικελία είχε γίνει. Για
δευτερεύουσα επίθεση στα Δωδεκάνησα, το σήμα δεν έκανε λόγο.
Έστειλα αμέσως με τον ασύρματο ή με αγγελιοφόρους μερικά κρυπτογραφημένα
λόγια σε όλους τους σταθμούς μας στα διάφορα σημεία της Ελλάδας και τους
έδινα τις αναγκαίες πληροφορίες για την έναρξη των σαμποτάζ που
προετοιμάζαμε τόσον καιρό.
Στις 22 Ιουνίου, όταν ήμουν στη Μακεδονία, έλαβα από τον ασύρματο το μεγάλο
νέο για την επιτυχή ανατίναξη της γέφυρας του Ασωπού. Παρόλο που η επιχείρηση
αυτή είχε καταστρωθεί τέσσερις μήνες νωρίτερα, ο χρόνος της εκτέλεσής της
δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο επίκαιρος. Την άλλη μέρα άρχισαν να
φτάνουν απανωτά νέα για μια σειρά πετυχημένα σαμποτάζ σε ολόκληρη την
Ελλάδα. Τα χαρμόσυνα σήματα ακολουθούσαν το ένα τ' άλλο για αρκετές μέρες.
Η σιδηροδρομική γραμμή και ο δρόμος Λάρισας - Θεσσαλονίκης είχαν
καταστραφεί σε πολλά σημεία από βρετανούς Συνδέσμους - αξιωματικούς με τη
συμπαράσταση μικρών ομάδων του ΕΛΑΣ και στην κοιλάδα των Τεμπών, κάτω από
τον Όλυμπο, η σιδηροδρομική γραμμή έμεινε κλειστή για αρκετές βδομάδες. Μια
μεγάλη ομάδα του ΕΛΑΣ έστησε ενέδρα σε μια εχθρική μηχανοκίνητη φάλαγγα στο
δρόμο προς το Σαραντάπορο. Αφού μπλοκάρησαν με εμπόδια το δρόμο, οι
αντάρτες έπιασαν θέσεις στο πέρασμα και απωθούσαν τις ασυντόνιστες
προσπάθειες του εχθρού να περάσει. Χρειάστηκε δύναμη δυο γερμανικών
ταγμάτων, με όλμους και ελαφρύ πυροβολικό, για ν' ανοίξει πάλι ο δρόμος δυο
βδομάδες αργότερα.
Ο Νατ Μπάρκερ, με δυο βοηθούς, διέσχισε νύχτα το Θεσσαλικό κάμπο και
ανατίναξε δυο μικρές γέφυρες απ' όπου περνούσε το τραίνο, στη μέση της
πεδιάδας. Στα ανατολικά του Αγρινίου, στον παράλιο δρόμο προς την Αθήνα,
λίγες μέρες μετά την επιτυχή ανατίναξη της γέφυρας του Ασωπού, ο Γκόρντον Γκρηντ, με μια μικρή ομάδα ανταρτών, πέτυχε ν' ανατινάξει μια μεγάλη και
σημαντική οδική γέφυρα.
Ο πλευρικός ορεινός δρόμος μεταξύ Καλαμπάκας — Ιωαννίνων, που περνάει από
το ιστορικό Στενό του Μετσόβου, καταστράφηκε συστηματικά από τον λοχαγό
Χάρκερ και ομάδες του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ που δούλευαν χωριστά. Ανατίναξαν
κάθε μικρή και μεγάλη οδική γέφυρα και, όπου ήταν δυνατό, μπλοκάρισαν το
δρόμο με χώμα και πέτρες, ανατινάζοντας τα πλευρικά τοιχώματά του. Αυτή ήταν
μια χωριστή επιχείρηση που η SOE Καΐρου μου είχε δώσει την άδεια ν' αναλάβω.
Ξέροντας ότι η απόβαση θα γινόταν στη Σικελία και όχι στην Ελλάδα τον Ιούλιο,
προεξοφλούσα ότι η τελική εισβολή στην Ελλάδα θα επιχειρούνταν από τα
παράλια της Ιταλίας και θα λάβαινε χώρα στις δυτικές ακτές της Ηπείρου. Ο

δρόμος Καλαμπάκας — Ιωαννίνων ήταν ο μόνος πλευρικός δρόμος, στα βόρεια
της παραλιακής οδού Αθηνών — Μεσολογγίου, από τον οποίο ο εχθρός μπορούσε
να στείλει ενισχύσεις από την ανατολική Ελλάδα στις δυτικές ακτές. Η έγκαιρη
καταστροφή του λοιπόν, πριν δηλαδή ο εχθρός τοποθετήσει ισχυρές φρουρές κατά
μήκος του, ήταν ιδιαίτερα σημαντική.
Στην Ήπειρο, όπου ο Τομ Μπάρνες είχε καταστρώσει με προσοχή το πιο φιλόδοξο
σχέδιο σαμποτάζ, τ' αποτελέσματα της δραστηριότητας του ίδιου και των
αξιωματικών του μέρα με τη μέρα ήταν τόσο θαυμαστά και η διακοπή των
συγκοινωνιών τόσο πλήρης, ώστε ο εχθρός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η
αναμενόμενη απόβαση των Συμμάχων είχε αποφασισθεί να γίνει από τις δυτικές
ακτές της Ελλάδας.
Στην Ευρυτανία, ο νεαρός Θέμης Μαρίνος, με μερικές ομάδες του Ζέρβα που
διοικούσε ο δρ Χούτας, είχε κόψει τη συγκοινωνία μεταξύ Αγρινίου — Άρτας,
μόνιμα σχεδόν, για αρκετές εβδομάδες.
Εκτός από την Πελοπόννησο, μονάχα στην Ανατολική Ρούμελη τ' αποτελέσματα
ήταν μάλλον απογοητευτικά. Αλλά κι εκεί, ο Άρθουρ Έντμοντς, με μια ομάδα του
ΕΛΑΣ, έκανε μια πετυχημένη επίθεση στη σιδηροδρομική γέφυρα, κοντά στο
Ντερέλι, στα βόρεια του Σπερχειού. Η γέφυρα καταστράφηκε τη στιγμή που τη
διέσχιζε κάποιο τραίνο και τα συντρίμια χρειάστηκαν πολλές μέρες για να
καθαριστούν.
Παράλληλα, κι ενώ το γενικό σαμποτάζ συνεχιζόταν, οι αντάρτες έκοβαν τα
τηλεφωνικά σύρματα σ' ολόκληρη την Ελλάδα.
Ο εχθρός έστειλε ενισχύσεις από την Αθήνα στην Ήπειρο και διέταξε δυο
ταξιαρχίες του να κινηθούν προς την Ελλάδα από τη Γιουγκοσλαβία, όπου ήταν
ήδη μπλεγμένες σε πόλεμο με τους Παρτιζάνους. Οι ενισχύσεις αυτές, δεν
κατάφεραν να φτάσουν στον προορισμό τους, παρά λίγες μέρες μετά την απόβαση
των Συμμάχων στη Σικελία. Μερικοί άντρες από μια εχθρική φάλαγγα, που είχαν
πιαστεί αιχμάλωτοι στη νοτιοδυτική Ήπειρο από τις ομάδες του δρ Χούτα, είπαν
πως είχαν φύγει από την Αθήνα πριν από 17 ολόκληρες μέρες. Απ' αυτό μπορεί να
κρίνει κανείς πόσο ολοκληρωτικά είχαν διακοπεί οι συγκοινωνίες σ' ολόκληρη την
Ελλάδα.
Στις 30 Ιουνίου, όταν η δραστηριότητά μας είχε φτάσει στο απόγειό της, χωρίς να
έχει ακόμα εκπληρώσει τους στόχους της, έλαβα ένα σήμα από τους τρεις
αρχηγούς του Γ.Ε. Μέσης Ανατολής το οποίο μου ζητούσε να διαβιβάσω σε όλους
τους βρετανούς στρατιώτες τα συγχαρητήριά τους και την αναγνώριση των
θαυμαστών προσπαθειών τους που είχαν ανατρέψει την ισορροπία των δυνάμεων
του εχθρού στα Βαλκάνια και θα την έκαναν πιο δυσχερή ακόμα στο μέλλον.
Απάντησα μ' ένα ευχαριστήριο σήμα εκ μέρους όλων και ταυτόχρονα
πληροφόρησα τη SOE ότι δεν είχαμε τελειώσει ακόμη.
Το σαμποτάζ συνεχίστηκε αμείωτο μέχρι τις 11 Ιουλίου που λάβαμε τη χαρμόσυνη
είδηση ότι οι Σύμμαχοι είχαν αποβιβαστεί στη Σικελία την προηγούμενη μέρα με
πλήρη επιτυχία. Το Κάιρο με ειδοποίησε να σταματήσω κάθε παραπέρα
σαμποταριστική δραστηριότητα. Έστειλα ένα κρυπτογραφημένο σήμα, που
αναμεταδόθηκε κι από τα Κάιρο, σε όλους τους σταθμούς της Ελλάδας και μέσα
σε δυο τρεις μέρες τα σαμποτάζ σταμάτησαν το ίδιο απότομα όσο είχαν αρχίσει.

Στον απολογισμό αυτό, δεν έχω μέχρι τώρα τονίσει, όπως της αξίζει, την ακάματη
και γενναία προσπάθεια όλων των βαθμίδων της Βρετανικής Αποστολής: στα
σαμποτάζ δεν έλαβαν μέρος μόνο οι αξιωματικοί και οι Κομμάντος, αλλά και οι
ασυρματιστές που συχνά άφηναν τους ασυρμάτους τους για να βοηθήσουν τους
άλλους και που δούλεψαν ώρες και ώρες κάτω από δύσκολες και επικίνδυνες
συνθήκες για να κρατούν ενήμερους το Κάιρο κι εμένα για τις επιτυχίες των
αξιωματικών τους και των τοπικών ανταρτικών ομάδων. Τους συγχαίρω όλους.
Συγχαίρω επίσης όλους τους αντάρτες που τους βοήθησαν και συνεργάστηκαν
μαζί τους και που εξετέλεσαν πιστά τις οδηγίες του Αρχηγείου Μέσης Ανατολής.
Εκτός από τις μεγάλες ενέδρες, τη διακοπή των τηλεφωνικών επικοινωνιών και
πολλών μικρότερων εγχειρημάτων, πριν να δοθεί το σήμα για το σταμάτημα των
σαμποτάζ, στην ηπειρωτική Ελλάδα είχαν συντελεσθεί σαράντα τέσσερις
ανατινάξεις συγκοινωνιακών αγωγών, δεκαέξι από τους οποίους ανήκαν στους
σιδηροδρόμους.
Μονάχα στην Πελοπόννησο, η συμβολή μας στην απόβαση της Σικελίας, δεν
στάθηκε αποφασιστική. Εδώ η ανάπτυξη του αντιστασιακού Κινήματος διέφερε
από εκείνο της Βόρειας Ελλάδας για δυο βασικούς λόγους. Πρώτον, γιατί το
έδαφος δεν προσφέρεται τόσο για ανταρτοπόλεμο. Οι φυσικές οχυρώσεις των
βουνών είναι περιορισμένες, εξαιτίας ενός οδικού δικτύου πολύ καλά
αναπτυγμένου για τα ελληνικά δεδομένα. Δεύτερον, γιατί η Πελοπόννησος ήταν,
με μια έννοια, η προωθημένη γραμμή των Γερμανών, ιδίως μετά την απώλεια της
Βόρειας Αφρικής. Ο εχθρός συνεπώς διατηρούσε περισσότερες δυνάμεις εκεί,
παρά στη βόρεια Ελλάδα και ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητος για την ασφάλειά τους.
Το στρατηγείο του ήταν στο κέντρο της χερσοννήσου κι αυτό είχε σαν
αποτέλεσμα την διαρκή αστυνόμευση του κεντρικού ορεινού συγκροτήματος.
Στο τέλος του Φλεβάρη, όταν η Αποστολή αναδιοργανωνόταν εν όψει του
εκτεταμένου σαμποτάζ του καλοκαιριού, η SOE με είχε ειδοποιήσει να φροντίσω
για την αποτελεσματική ανάπτυξη της Αντίστασης στην Πελοπόννησο.
Ανταποκρινόμενος στην ιδιαίτερη σημασία που το Κάιρο απέδιδε σ' αυτή την
περιοχή της Ελλάδας, είχα αποφασίσει να στείλω εκεί τον Ντένις Χάμσον για να
κάνει μια αρχή, αλλά όπως θα θυμάται ο αναγνώστης, πριν νάρθει ο οδηγός που
περιμέναμε, ο Ντένις χρειάστηκε να συνοδεύσει το Βλάχο και τα υπολείμματα των
ομάδων του Σαράφη στην Πίνδο. Μερικές βδομάδες αργότερα, το Κάιρο μας
έστελνε έναν έλληνα αξιωματικό που τον έλεγαν Μήνη. Εκείνη την εποχή,
ελάχιστα πράγματα γνωρίζαμε για τις τοπικές συνθήκες στην Πελοπόννησο. Για
να αναπτύξουμε λοιπόν το Κίνημα εκεί, δεχτήκαμε κάποιον που μας υπέδειξε ο
Ζέρβας και ο οποίος φημολογούνταν ότι έλεγχε χίλιους αντάρτες σκορπισμένους
σ' ολόκληρη τη χερσόνησο. Αφού ενημερώθηκε καλά, ο Μήνης ξεκίνησε πεζός, μ'
έναν οδηγό του Ζέρβα, για τον Κόλπο της Πάτρας κι από κει πέρασε στην
Πελοπόννησο με μια μικρή βάρκα.
Λίγο μετά την άφιξή του, ο Μήνης ειδοποίησε να του στείλουν, κατευθείαν εκεί,
και άλλους βρετανούς αλεξιπτωτιστές, αλλά καθώς δεν ήταν εύκολο να πάρει
μαζί του ασύρματο φεύγοντας από το στρατηγείο μας, η επικοινωνία με το Κάιρο
διαμέσου των Αθηνών ήταν μια πολύ αργή υπόθεση. Τελικά, τον Μάιο του 1943,
μια βρετανική ομάδα με επικεφαλής τον ταγματάρχη Ρηντ, πηδούσε στα τυφλά
στην περιοχή της Πελοποννήσου. Ταυτόχρονα, το Κάιρο έκανε τρεις ακόμα
απόπειρες να έρθει σ' επαφή με διάφορες άλλες ομάδες που η κάθε αντιστασιακή
οργάνωση διεκδικούσε σαν δικές της, στέλνοντας τρεις αντίστοιχες ομάδες. Από
τις τρεις αυτές ομάδες —δυο ελληνικές και μία βρετανική— οι ελληνικές
εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Τρίπολης. Η βρετανική, με διοικητή τον
Κάμπερλετζ, που πρώτο της καθήκον ήταν να αποκλείσει τον Ισθμό της Κορίνθου,

συνελήφθη. Ο Μήνης τελικά κατάφερε νάρθει σ' επαφή με μια από τις ελληνικές
ομάδες.
Η κατάσταση πάντως, όπως ο Μήνης και ο Ρηντ ανάφεραν, ανεξάρτητα ο ένας απ'
τον άλλο, δεν ήταν πολύ ενθαρρυντική. Ο άνθρωπος του Ζέρβα αποδείχτηκε ένας
μάλλον ανίσχυρος αρχηγός που δεν ήταν σε θέση να διατηρήσει τη συνοχή της
ομάδας του απέναντι σε δυο άλλες ανταγωνιστικές οργανώσεις που υπήρχαν ήδη,
χωρίς να το γνωρίζω, όταν ο Μήνης ξεκινούσε για την Πελοπόννησο.
Μια από τις ανταγωνιζόμενες αυτές ομάδες ονομαζόταν Εθνική Οργάνωσις
Αξιωματικών ή ΕΟΑ. Είχε εθνικιστικό χαρακτήρα και είχε δημιουργηθεί από
αξιωματικούς των Αθηνών που αναγνώριζαν την εξόριστη βασιλική κυβέρνηση. Η
άλλη —δεν ήταν περίεργο για μας— ανήκε στο ΕΑΜ - ΕΛΑΣ. Εκείνο όμως που μας
εξέπληξε πράγματι, ήταν η ραγδαία ανάπτυξή της.
Μέχρι την Άνοιξη όταν αρχίσαμε να ενθαρρύνουμε την Αντίσταση στην
Πελοπόννησο, το ΕΑΜ δεν είχε δώσει ιδιαίτερη προσοχή στην εκεί οργάνωσή του,
αλλά μόλις αντιλήφθηκε το ενδιαφέρον μας, έσπευσε να καλύψει το κενό. Στις
αρχές του Ιούλη, ο Άρης έστελνε από τη Ρούμελη στην χερσόνησο, έναν από τους
πιο δυναμικούς υφισταμένους του με εκατό αντάρτες. Βασισμένο στο ήδη
προσεχτικά οργανωμένο του δίκτυο, το ΕΑΜ - ΕΛΑΣ δημιούργησε ομάδες σε όλη
την περιοχή με αστραπιαία ταχύτητα, χρησιμοποιώντας τη συνηθισμένη του
μέθοδο διάλυσης και αφομοίωσης των ανταγωνιστικών οργανώσεων. Πριν λοιπόν
από την απόβαση στη Σικελία, οι λίγες αυτές ομάδες που θα μπορούσαν να
συμβάλουν στο πανελλήνιο σαμποτάζ, ήταν πλήρως απασχολημένες να πολεμούν ή
να προσπαθούν ν' αποφύγουν την καταδίωξη του ΕΛΑΣ.
Αργότερα, αναρωτήθηκα πολλές φορές πόσοι αντάρτες είχαν λάβει πραγματικά
μέρος στις σαμποταριστικές ενέργειες της ηπειρωτικής Ελλάδας. Ήταν δύσκολο
ν' αποφανθεί κανείς με σιγουριά. Έμμεσα, σχεδόν κάθε αντάρτικη ομάδα του
ΕΛΑΣ, ΕΔΕΣ και ΕΚΚΑ, είχε συμβάλει με τον τρόπο της σ' αυτές· γιατί, ακόμα και
στις περιοχές που δεν είχαν άμεση συμμετοχή στην καταστροφή των τηλεφωνικών
επικοινωνιών, των γεφυρών και των εχθρικών μεταφορικών μέσων γενικά, το
γεγονός της παρουσίας τους σε κάθε περιοχή, έδινε την αναγκαία ελευθερία
κινήσεων και σιγουριάς στους βρετανούς αξιωματικούς και στις ομάδες των
ανταρτών που είχαν αναλάβει την επικίνδυνη δουλειά των σαμποτάζ.
Ουσιαστικά, και οι τριάντα βρετανοί αξιωματικοί Σύνδεσμοι που είχα στις
διαταγές μου εκείνη την εποχή, βρίσκονταν σε διαρκή κίνηση τις τρεις βδομάδες
που προηγήθηκαν από την απόβαση στη Σικελία. Τη νύχτα χτυπούσαν συχνά
κάποιο στόχο και τη μέρα διέσχιζαν τα βουνά για να φτάσουν σε κάποιον άλλο. Ο
Τομ Μπάρνες προσωπικά επέβλεψε στην επίθεση και την καταστροφή τριών
διαφορετικών γεφυρών, που η καθεμιά απείχε περίπου μιας ημέρας δρόμο από την
άλλη, σε διάστημα πέντε ημερών. Η προσωπική του συμβολή ήταν εξαιρετική. Στη
βόρεια Θεσσαλία, οι ομάδες του ΕΛΑΣ, με τη διεύθυνση του αντισυνταγματάρχη
Χάμοντ και του λοχαγού Τζόνσον, είχαν θαυμάσια αποτελέσματα. Στο Βάλτο,
μερικές ομάδες του ΕΔΕΣ, με επικεφαλής έναν από τους αξιωματικούς του Ζέρβα,
τον ταγματάρχη Αγόρο, είχαν σημαντική επιτυχία σε άμεση αναμέτρηση με τον
εχθρό. Οι ηγετικές ικανότητες αυτού του αξιωματικού ήταν εξαιρετικές και, σε
σχέση με τον αριθμό τους, οι αντάρτες του είχαν σκοτώσει πολύ περισσότερους
στρατιώτες του εχθρού από οποιαδήποτε άλλη ομάδα κατά τη διάρκεια των
εντατικών εκείνων επιχειρήσεων.

Την επομένη της απόβασης των Συμμάχων στη Σικελία, έστειλα ένα μήνυμα με τον
ασύρματο σε όλες τις αντάρτικες ομάδες και οργανώσεις της ηπειρωτικής
Ελλάδας. Ζητούσα από τους ηγέτες τους να μεταβιβάσουν τα συγχαρητήρια και
τις ευχαριστίες μου σε όλους τους άντρες που είχαν κάτω από τις διαταγές τους
για τις επιτυχίες τους στις πρόσφατες επιχειρήσεις. Αυτές οι επιχειρήσεις, τόνιζα,
που είχαν έγκαιρα προετοιμαστεί από το Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής και με
επιτυχία εκτελεστεί από τους αντάρτες, είχαν συμβάλει αποφασιστικά και θα
βοηθούσαν στην επιτυχία των συμμαχικών στρατευμάτων στην Ιταλία. Ο Άξονας
είχε πιστέψει ότι οι Σύμμαχοι ήταν έτοιμοι να εισβάλουν στα Βαλκάνια και οι
ενισχύσεις που προορίζονταν για την Ιταλία είχαν σταλεί στην Ελλάδα,
αποσπώντας έτσι την προσοχή του εχθρού και βοηθώντας τα θαλάσσια
μεταγωγικά μας να περάσουν ανεμπόδιστα τη Μεσόγειο. Γνώριζα ότι οι
επιχειρήσεις αυτές δεν είχαν πραγματοποιηθεί χωρίς να υποφέρουν αθώοι έλληνες
πολίτες, πράγμα για το οποίο λυπόμουν βαθιά. Ζητούσα από τους αρχηγούς των
ανταρτών να μεταβιβάσουν την ευγνωμοσύνη μου σε όλους τους κατοίκους για
την πίστη τους προς την ανταρτική και Συμμαχική υπόθεση και για την εισφορά
τους στην τελική μας νίκη.
Ο πόλεμος, έλεγα, προχωρούσε αργά αλλά αποφασιστικά προς το τέλος του. Η
ακριβής ημερομηνία που θα γινόταν η απόβαση των Συμμάχων στην Ελλάδα δεν
ήταν ακόμα γνωστή. Το μόνο που ζητούσα, και ήξερα ότι οι Έλληνες θα το έδιναν,
ήταν να συνεχίσουν να έχουν εμπιστοσύνη και πίστη στους στρατιωτικούς
Αρχηγούς των Συμμαχικών Στρατευμάτων της Μεσογείου, ένα από τα οποία ήταν
και ο Αντάρτικος Στρατός της Ελλάδας. Εν κατακλείδι, ζητούσα από τους ηγέτες
των ανταρτών να συνεχίσουν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους προς το Συμμαχικό
Στρατηγείο ως τη μεγάλη μέρα που η Ελλάδα θα ήταν ελεύθερη, κι ακόμα πιο
πέρα, ως την ημέρα που οι δυνάμεις του Άξονα θα παραδίδονταν άνευ όρων.

14. Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ
Η περιοδεία μου στην Θεσσαλία και Μακεδονία τον Ιούνιο, εκτός από την
εξασφάλιση του ΕΛΑΣ για το εκτεταμένο σαμποτάζ, είχε και άλλες ενδιαφέρουσες
πλευρές. Μίλησα με πολλούς ανθρώπους που ήταν υποστηριχτές του, αλλά και με
μερικούς άλλους που τον φοβούνταν. Σύντομα είχα σχεδόν βεβαιωθεί ότι μέχρι
την Άνοιξη του 1943 υπήρχαν πολλές ανεξάρτητες ομάδες σ' αυτές τις περιοχές
της Ελλάδας. Στη διάρκεια όμως του περασμένου Μάρτη και Απρίλη, το ΕΑΜ τις
είχε διαλύσει όλες, απειλώντας τους αρχηγούς τους με θάνατο στην περίπτωση
που θ' αρνιόντουσαν να ενώσουν τις ομάδες τους με τον ΕΛΑΣ ή ν' αφήσουν τους
άντρες τους να γυρίσουν πάλι στα χωριά τους. Την εποχή που μπήκαμε εμείς στο
προσκήνιο, το ΕΑΜ - ΕΛΑΣ είχε εξασφαλίσει ένα αδιαφιλονίκητο μονοπώλιο: δεν
είχε απομείνει κυριολεκτικά καμιά άλλη οργάνωση στην περιοχή αυτή της
Ελλάδας.
Στις 19 Ιουνίου είχα ακολουθήσει το Γ.Σ. του ΕΛΑΣ από την Αβδέλα στη
Μποχόρινα, όπου βρισκόταν το Στρατηγείο της Μακεδονίας. Μονάχα τις τρεις
πρώτες ώρες πήγα με τα πόδια· όλο τον υπόλοιπο δρόμο τον έκανα με αυτοκίνητο.
Στα Γρεβενά, μια σχετικά μεγάλη πόλη, καθώς και σε πολλά άλλα χωριά που
περάσαμε, οι κάτοικοι μου επεφύλαξαν θερμή υποδοχή. Το έδαφος σ' αυτή την
περιοχή της Μακεδονίας ήταν πιο ήμερο από εκείνο που είχα συνηθίσει στη
Ρούμελη και στην Πίνδο: υπήρχαν ομαλοί λόφοι σκεπασμένοι με γρασίδι και τα
δάση που έκοβαν τη θέα ήταν λίγα. Οι κερασιές ήταν γεμάτες κεράσια και το
μεγαλύτερο μέρος της εξοχής σ' έκανε ν' ανασαίνεις με ευχαρίστηση.
Δυο μέρες μετά την άφιξή μου στη Μποχόρινα αδιαθέτησα. Στο μεταξύ, ο Εύμαιος
είχε πάει στα γιουγκοσλαβικά σύνορα. Επέστρεψε στις 28 Ιουνίου μ' έναν
αντιπρόσωπο του Τίτο κι έναν αντάρτη του Αλβανικού Αριστερού Κινήματος
Αντίστασης, του οποίου οι στόχοι ήταν περίπου όμοιοι με τους στόχους του ΕΑΜ.
Την άλλη μέρα, ο Εύμαιος συγκάλεσε μια συγκέντρωση στο διπλανό χωριό
Τσοτύλι, στην οποία οι αρχηγοί του ΕΛΑΣ και οι επισκέπτες αντιπρόσωποι μίλησαν
προς τους ντόπιους αντάρτες του ΕΛΑΣ. Με προσκάλεσαν και μένα να παρασταθώ
και να μιλήσω. Τα έκανα και τα δυο.
Το πιο ενδιαφέρον σημείο από τις διάφορες ομιλίες ήταν η αναφορά του
Γιουγκοσλάβου παρτιζάνου (ενός δικηγόρου, ονόματι Σβετόζα Βουκμάνοβιτς)
στην δυνατότητα σύμπηξης ενός Πανβαλκανικού Αντάρτικου Κινήματος. Στην
πρόταση αυτή φαινόταν να υπάρχει σημαντική ανταπόκριση από μέρους του ΕΛΑΣ,
πράγμα που μ' έκανε να σκεφθώ ότι δεν μπορούσε να είναι εντελώς αυθόρμητη και
ότι είχε προηγηθεί συζήτηση και έγκριση της πρότασης από τους πολιτικούς
αρχηγούς του. Ένα άλλο σημείο που έχω καταγράψει στο Ημερολόγιό μου ήταν η
πρόταση του Γιουγκοσλάβου αντιπρόσωπου, ύστερα από το γεύμα, σχετικά με την
ύπαρξη ενός ανεξάρτητου Μακεδονικού Κινήματος Αντίστασης. Η ιδέα αυτή έγινε
δεχτή μάλλον ψυχρά από τους Έλληνες, οι οποίοι δεν ήταν προφανώς
διατεθειμένοι να παραχωρήσουν οποιοδήποτε μέρος της χώρας τους σ' ένα
μακεδονικό κίνημα. Ένας απ' αυτούς σκούντησε παίζοντας το πόδι του Αλβανού
αντιπρόσωπου (ενός απλού ορεσίβιου) με την εξής παρατήρηση: «Εντάξει. Αν η
Γιουγκοσλαβία χωρίσει την Ελλάδα, ας χωρίσουμε κι εμείς την Αλβανία. Εσείς»,
(δείχνοντας τον Γιουγκοσλάβο αντιπρόσωπο) «παίρνετε τη βόρεια κι εμείς τη
νότια».

Ο Αλβανός δε φάνηκε να διασκέδασε καθόλου με το αστείο.
Το απόγευμα μίλησε ο Εύμαιος. Παραδέχτηκε ανοιχτά ότι η αδιαλλαξία του ΕΑΜ
απέναντι στα άλλα Αντιστασιακά Κινήματα ήταν λάθος και ότι τώρα θα έπρεπε να
συνεργαστούν όλοι. Μια τέτοια παραδοχή, και μάλιστα δημόσια, ήταν πραγματικά
καλός οιωνός. Έστειλα ένα συνοπτικό σήμα των συνομιλιών αυτών στο Κάιρο,
προσθέτοντας πως φαινομενικά υπήρχε πολύ φιλική ατμόσφαιρα ανάμεσα στους
Αλβανούς, Γιουγκοσλάβους και Έλληνες, αλλά στο βάθος όχι και μεγάλη
εμπιστοσύνη.
Μια από τις συνέπειες της επίσκεψης του Γιουγκοσλάβου αντιπρόσωπου ήταν και
το αίτημα από μέρους του Γ.Σ. του ΕΛΑΣ για μια συσκευή ασυρμάτου, προκειμένου
να αποκαταστήσει άμεση επαφή με το στρατηγείο του Τίτο. Ζήτησα από το Κάιρο
να μου στείλουν μία, αλλά πριν να φτάσει, ο ΕΛΑΣ είχε καταφέρει όχι μονάχα να
προμηθευτεί υλικά από τη μαύρη αγορά και να την κατασκευάσει με τους ειδικούς
του, αλλά και ν' αποκαταστήσει επαφή με την Γιουγκοσλαβία, χωρίς υποτίθεται να
τα γνωρίζω.
Στις 2 Ιουλίου, κι ενώ τα σαμποτάζ που συνδέονταν με την απόβαση στη Σικελία
είχαν φτάσει στο ζενίθ, έφυγα από τη Μποχόρινα κατευθυνόμενος προς Νότον μαζί
με το νέο μου διερμηνέα, το Νάσο Ζαφειρίδη, 11 που είχε φτάσει πρόσφατα από την
Αθήνα. Με το σούρουπο φτάναμε στον ποταμό Αλιάκμονα. Η γέφυρά του είχε
καταστραφεί κατά την υποχώρησή μας το 1941. Γυμνωθήκαμε μέχρι τη μέση,
διασχίσαμε το ποτάμι και κατασκηνώσαμε στο ύπαιθρο για να περάσουμε τη
νύχτα. Το πρωί, μας παρέλαβε ένα αυτοκίνητο για να μας οδηγήσει προς τα νότια.
Το ίδιο βράδυ φτάναμε στην Καστανιά, ένα μικρό χωριό στους πρόποδες της
Πίνδου (ένα μίλι περίπου στα νότια του δρόμου Καλαμπάκας — Ιωαννίνων), όπου ο
Καραγιώργης είχε πρόσφατα μεταφέρει το στρατηγείο του ΕΛΑΣ Θεσσαλίας. Εκεί
βρήκα τον Σέπαρντ, καθώς και τρία μέλη του Γ.Σ. του ΕΛΑΣ. Οι αντιπρόσωποι των
Γιουγκοσλάβων και Αλβανών παρτιζάνων ήταν ακόμα εκεί.
Στις 7 Ιουλίου έγινε μια ακόμα συγκέντρωση σαν εκείνη που είχα παρακολουθήσει
στο Τσοτύλι τον προηγούμενο μήνα. Με κάλεσαν πάλι να μιλήσω. Ο αρχιεπίσκοπος
της Κοζάνης, ένας εντυπωσιακός Έλληνας με μεγάλη γενειάδα και δυο περίπου
μέτρα ύψος, που ήταν ήδη με τον ΕΛΑΣ από πολλούς μήνες, είπε στο λόγο του ότι
το ΚΚΕ αποτελούσε τώρα τη βάση του ΕΑΜ. Αυτό αντικρούσθηκε αργότερα
έντονα από τον Εύμαιο και, όταν η συγκέντρωση τελείωσε, ανακάλυψα ότι ο
αρχιεπίσκοπος επιτιμήθηκε σοβαρά που είχε αφήσει να του ξεφύγει «ένα τόσο
ανόητο πράγμα». Ο λόγος του Άρη στη συγκέντρωση αυτή ήταν πολύ ενδιαφέρων
(στο Τσοτύλι δεν ήταν παρώ.). Υπογράμμισε την επιθυμία του ελληνικού λαού —
και την απόφασή του — να μείνει μόνος του στο τέλος του πολέμου και να μην
εξαρτάται πλέον από καμιά Μεγάλη Δύναμη. Παραδέχτηκε ότι το Κομμουνιστικό
Κόμμα είχε ξεκινήσει το ΕΑΜ, αλλά είπε πως δεν ήταν μονοπώλιό του και ότι το
ΕΑΜ ήθελε όλα τα κόμματα στους κόλπους του. Αναφερόμενος στην επικρατούσα
εντύπωση ότι το Αντάρτικο Κίνημα είχε αρχίσει από πολύ νωρίς, προκαλώντας
ανώφελες απώλειες, είπε πως οι απώλειες αυτές ποτέ δεν θα έφταναν τις χιλιάδες
που είχαν πεθάνει από το λιμό στην Αθήνα το χειμώνα του 1941.
Ενώ βρισκόμουν ακόμα στην Καστανιά, έλαβα από το Κάιρο μια περίληψη ενός
σημαντικού ραδιοφωνικού διαγγέλματος του βασιλιά της Ελλάδας προς το λαό
του, στις 4 Ιουλίου:

«Μόλις η Ελλάς θα είναι ελευθέρα», δήλωνε ο βασιλιάς, «θα κληθήτε να εκλέξετε
δι' ελευθέρας ψήφου τους θεσμούς δια των οποίων η Ελλάς θα πρέπει να λάβη την
θέσιν της εις την Ευρώπην. Μόλις αι στρατιωτικαί επιχειρήσεις το επιτρέψουν, θα
λάβουν χώραν ελεύθεραι και γενικαί εκλογαί δια Συντακτικήν Εθνοσυνέλευσιν, το
αργότερον εντός έξι μηνών. Είμαι βέβαιος ότι όλοι οι Έλληνες, και περισσότερον
όλων εγώ, θα σεβασθούν την απόφασιν της Συνελεύσεως. Έως τότε θα ισχύη το
μοναρχικόν σύνταγμα του 1911.12 Μόλις η έδρα της Κυβερνήσεως δυνηθή να
μεταφερθή εις το ελληνικόν έδαφος, η παρούσα Κυβέρνησις θα παραιτηθή δια να
σχηματισθή πλήρως αντιπροσωπευτική Κυβέρνησις, η οποία θα εγγυάται την
ελευθερίαν των εκλογών».
Η άμεση αντίδρασή μου σ' αυτό το διάγγελμα ήταν γεμάτη αισιοδοξία. Το ΕΑΜ
όμως βιάστηκε να του βρει ελαττώματα. Οι εκπρόσωποί του υπογράμμιζαν ότι ο
βασιλιάς — τον οποίον αποκαλούσαν πάντα Γλύξμπουργκ — έλεγε ότι θα
μεσολαβούσε μια περίοδος έξι μηνών ανάμεσα στην άφιξη της κυβέρνησης από τη
Μέση Ανατολή και στις εκλογές. Στο διάστημα όμως που αυτός θα ήταν στο
ελληνικό έδαφος, οι βασιλόφρονες θα συνελάμβαναν τα μέλη του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ και
οι εκλογές θα νοθεύονταν. Όχι! Δεν θα επέτρεπαν στο βασιλιά να γυρίσει στην
Ελλάδα πριν να γίνει δημοψήφισμα για το Πολιτειακό. Και μέχρι τότε δεν θα
κατέθεταν τα όπλα.
Την ίδια μέρα μάθαινα, από μια συνήθως αξιόπιστη πηγή, ότι ο Γιουγκοσλάβος
αντιπρόσωπος των Παρτιζάνων προσπαθούσε να πείσει το ΕΑΜ να διακόψει τις
σχέσεις του με την Μέση Ανατολή. Μέχρι εκείνη την εποχή, οι Δυτικοί Σύμμαχοι
που είχαν ήδη αρχίσει, εδώ και μερικούς μήνες, να προμηθεύουν εφόδια στον Τίτο
(ενώ μέχρι τότε υποστήριζαν επίσημα — αν και ελάχιστα από υλική άποψη — τον
Μιχαήλοβιτς), δεν είχαν ακόμα αποφασίσει να καταδικάσουν δημόσια τον
Μιχαήλοβιτς για τη συνεργασία του με τον εχθρό ενάντια στους Κομμουνιστές. Η
προσφορά όμως των Παρτιζάνων του Τίτο σε όπλα και πολεμοφόδια προς το ΕΑΜ,
δεν ήταν φαίνεται αρκετά ελκυστική ώστε να κάνει τους εκπροσώπους του να
διακινδυνέψουν τη δική μας προσφορά. Για νάμαι δίκαιος ωστόσο θα πρέπει να
προσθέσω ότι ποτέ δεν κατάφερα να επιβεβαιώσω την αλήθεια της πληροφορίας
αυτής.
Λίγες μέρες αργότερα πληροφορούσα το Κάιρο για τις αντιδράσεις του Βουνού
στις πρόσφατες δηλώσεις του βασιλιά. Άρχιζα από το πρόσφατο τότε γεγονός της
ονομασίας ενός καταδρομικού, δώρου των Αμερικανών προς το Ελληνικό Ναυτικό,
ως «Βασιλεύς Γεώργιος» και τόνιζα ότι το νέο αυτό είχε γίνει δεχτό με πολλή
ψυχρότητα από μέρους του ΕΑΜ. Πίστευα ότι η διατήρηση του Συντάγματος του
1911 θα μπορούσε να γίνει δυνατή μονάχα αν αργότερα αποκαθίστατο η
εμπιστοσύνη του Ελληνικού λαού προς τον βασιλιά του.
Κατά την άποψη του ΕΑΜ, έλεγα, ο βασιλιάς δεν φαινόταν διατεθειμένος να κάνει
καμιά θυσία που ν' αφορά τον ίδιο, και, παρόλο που δεν ήταν δική μου δουλειά ως
στρατιωτικού, τόνιζα ταπεινά, γι' άλλη μια φορά, πως όσο συντομότερα θα
δήλωνε ο βασιλιάς ότι δεν πρόκειται να πατήσει το πόδι του στην Ελλάδα πριν να
του το ζητήσει με την ψήφο του ο λαός, τόσο μεγαλύτερες πιθανότητες υπήρχαν
ν' αποφύγει η χώρα τον εμφύλιο πόλεμο.
Την περίοδο ακριβώς που υπογράφτηκε η τελική «Στρατιωτική Συμφωνία», το ΕΑΜ
σκεφτόταν σοβαρά να σχηματίσει μια προσωρινή κυβέρνηση στα βουνά, η οποία
θα συναγωνιζόταν την επίσημη κυβέρνηση της Μέσης Ανατολής, αλλά ήμουν
βέβαιος ότι στην πραγματικότητα κανένας από τους παλιούς πολιτικούς ηγέτες
των κομμάτων της Αθήνας δεν θα συνεργαζόταν με το ΕΑΜ.

Στο μεταξύ, οι διάφοροι παράγοντες του Καΐρου έκαναν κάθε προσπάθεια για να
διευρύνουν την εξόριστη κυβέρνηση της Μέσης Ανατολής. Μου είχαν ζητήσει να
κάμω ό,τι μπορώ για να πείσω μετριοπαθείς και αριστερούς πολιτικούς να πάνε
από την Αθήνα στο Κάιρο γι' αυτό το σκοπό, αλλά οι πολιτικοί της άκρας
Αριστεράς δεν ήταν διατεθειμένοι για κάτι τέτοιο, δεδομένου ότι ανήκαν ήδη στο
ΕΑΜ. Οι πιο μετριοπαθείς φαίνονταν απρόθυμοι γιατί δεν ήξεραν προφανώς πώς
θα εξελιχθούν τα πράγματα μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας. Ήξεραν πως ο
λαός έτρεφε μεγάλη συμπάθεια για το Κίνημα Αντίστασης στις μεγάλες πόλεις και
πως εκείνοι που συμμετείχαν στο Κίνημα και βρίσκονταν στα βουνά δεν
συμπαθούσαν καθόλου την εξόριστη κυβέρνηση. Ένιωθαν σίγουρα πως αν έφευγαν
από την Αθήνα για να πάνε στο Κάιρο και να πάρουν μέρος στην κυβέρνηση, θα
έχαναν ένα μεγάλο μέρος από τους οπαδούς τους στις εκλογές μετά την
απελευθέρωση της Ελλάδας.
Οι αντιπρόσωποι των παλιών Φιλελευθέρων στην Αθήνα, όπως και οι περισσότεροι
άλλοι Έλληνες, δεν αμφέβαλλαν πλέον για την τελική έκβαση του πολέμου, αλλά η
έντονη δυσπιστία τους προς την εξόριστη κυβέρνηση και η σημασία που απέδιδαν
στον μεταπολεμικό πολιτικό τους αγώνα, τους εμπόδισαν δυστυχώς ν'
αντιληφθούν ότι η άρνησή τους να κάνουν την εξόριστη κυβέρνησή τους
περισσότερο αντιπροσωπευτική δεν επέτεινε μονάχα την αδυναμία της
τελευταίας, αλλά ήταν ενδεχόμενο να οδηγήσει αργότερα και σε πολιτικό χάος.
Δεν μπόρεσαν να προβλέψουν ότι η αστάθεια που θα προέκυπτε απ' αυτό θα
χειροτέρευε την μεταπολεμική κατάσταση και θα επιβράδυνε την ειρήνη και την
ευημερία της χώρας τους.
Εδώ και πολλούς μήνες είχα αρχίσει να μπλέκομαι στα πολιτικά προβλήματα και
είχα στείλει στο Κάιρο πολλές πολιτικές ή σχετικές με την πολιτική πληροφορίες
στα, κατά τα άλλα, υπηρεσιακά μου σήματα, όχι γιατί επιθυμούσα ν' αναμιχθώ
στις πολιτικές υποθέσεις, αλλά γιατί η διατήρηση του στρατιωτικού έλεγχου των
διαφόρων Κινημάτων Αντίστασης, και ιδιαίτερα του ΕΛΑΣ, με έφερνε συνεχώς
αντιμέτωπο με αυτά. Δεν διέθετα καμιά προηγούμενη πολιτική αγωγή και ο μόνος
πολιτικός μου σύμβουλος, θαυμάσιος πράγματι, ήταν ο Κρις, που ήταν πλήρως
απασχολημένος σαν υποδιοικητής μου. Στις αρχές Ιουνίου ωστόσο το Κάιρο με
ρωτούσε αν θα δεχόμουν στο Επιτελείο μου έναν ειδικά εκπαιδευμένο αξιωματικό
που θα δρούσε σαν εκπρόσωπος του Φόρεϊν Όφις και που το τελευταίο ήθελε να
τον στείλει στα Βουνά για να σχηματίσει από πρώτο χέρι μια εντύπωση για τις
πολιτικές απόψεις των διαφόρων αντιστασιακών Κινημάτων. Το σήμα ήταν
συνταγμένο δισταχτικά, θαρρείς κι εγώ δεν θα ήμουν διατεθειμένος να δεχτώ
έναν τέτοιο αξιωματικό. Επικροτούσα την ιδέα ενός επίσημου αντιπρόσωπου του
Φόρεϊν Όφις και έστειλα αμέσως ένα καταφατικό σήμα στο Κάιρο. Λίγες βδομάδες
αργότερα ο αξιωματικός αυτός, ο ταγματάρχης Ντέιβιντ Ουάλλας, έπεφτε στο
στρατηγείο μου, στην Πίνδο. Ήταν μέσα Ιουλίου όταν τον συνάντησα για πρώτη
φορά.
Όχι περισσότερο από τριάντα χρονών, έξυπνος και ειλικρινής, μου άρεσε από την
πρώτη στιγμή που τον είδα. Κατά τη διάρκεια του πρώτου δεκαπενθήμερου της
παραμονής του στην περιοχή του Ζέρβα, είχε δημιουργήσει προφανώς ευνοϊκές
εντυπώσεις, αλλά το δεύτερο δεκαπενθήμερο, ανάμεσα στον ΕΛΑΣ, αποτέλεσε γι'
αυτόν, το ίδιο φανερά, ένα μεγάλο σοκ. Φαίνεται πως ούτε αυτός, ούτε οι
πολιτικοί παράγοντες του Καΐρου και του Λονδίνου είχαν την παραμικρή ιδέα για
την τεράστια επίδραση που ασκούσε το ΕΑΜ και οι οπλισμένες του δυνάμεις ο
ΕΛΑΣ, στους κατοίκους των βουνών ή για τον τόσο ακραίο αριστερό τους
προσανατολισμό. Φάνηκε να εκπλήσσεται από το γεγονός ότι μερικές φορές έκανα
τα στραβά μάτια απέναντί τους, όταν αυτό δεν επηρέαζε σοβαρά τα σχέδια των

επιχειρήσεων, για να διατηρήσω την εμπιστοσύνη τους και να επωφεληθώ
στρατιωτικά όσο μπορούσα απ' αυτούς.
Λίγες μέρες μετά τη συνάντησή μας, ο Ντέιβιντ άρχισε να στέλνει μακροσκελείς
αναφορές στον κ. Λήππερ, τον βρετανό πρεσβευτή στην Ελλάδα, με τις απόψεις
του για την πολιτική κατάσταση όπως την είχε βρει τότε στα βουνά. Μου τις
έδειχνε όλες. Ήταν ακριβείς και σε γενικές γραμμές συμφωνούσα με τις απόψεις
που εξέφραζε. Μερικές φορές έκανε ελαφρές τροποποιήσεις σε ορισμένα σημεία
που του υπέδειχνα.
Του ζήτησα να γίνει πολιτικός μου σύμβουλος από κει και πέρα.

15. ΤΟ ΜΙΚΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟ
Η πρώτη συνεδρίαση του νεοϊδρυθέντος μικτού Γενικού Επιτελείου έλαβε χώρα
στο Περτούλι, στις 18 Ιουλίου, σε μια θαυμάσια καλοκαιρινή βίλλα, που μου είχαν
παραχωρήσει για στρατηγείο μου και που αργότερα καταστράφηκε. Ο Σαράφης
και ο Άρης παραστέκονταν σαν στρατιωτικοί εκπρόσωποι του ΕΛΑΣ· ο Εύμαιος
συμπλήρωνε, όπως συνήθως, την τριανδρία σαν πολιτικός τους σύμβουλος και
αντιπρόσωπος του ΕΑΜ. Ο Γκικόπουλος εκπροσωπούσε τον Ζέρβα.
Για τον έλεγχο των επιχειρήσεων της στεριάς το Περτούλι είχε καλή τοποθεσία.
Ένας ελικοειδής δρόμος, εντελώς παραμελημένος, το συνέδεε, διαμέσου της
Πόρτας, με τους καλύτερους δρόμους της Θεσσαλικής πεδιάδας. Στη διαδρομή
του δεν υπήρχε παρά μια μονάχα κύρια γέφυρα, την οποία είχαμε ήδη ετοιμάσει
και θα μπορούσαμε να την ανατινάξουμε σχετικά εύκολα αν πιεζόμαστε σοβαρά
από τον εχθρό. Τρεις χιλιάδες πόδια υψόμετρο, το χωριό είχε θαυμάσιο κλίμα το
καλοκαίρι και το χειμώνα δεν αποκλειόταν εύκολα από τα χιόνια. Από την άλλη
μεριά, τοποθετημένο ανάμεσα στα βουνά της Πίνδου, αποτελούσε ένα πολύ
κεντρικό σημείο απ' όπου μπορούσε κανείς να ελέγχει τις αντιστασιακές ομάδες
μιας μεγάλης περιοχής. Παρά την επιθυμία μας να εγκαταστήσουμε εκεί μόνιμα το
Στρατηγείο μας, ήταν φανερό ότι αργά ή γρήγορα ο εχθρός θα το μάθαινε και, αν
δεν μπορούσε να μας επιτεθεί από τη στεριά, θα μας βομβάρδιζε άγρια. Ευτυχώς,
καθώς τον καιρό της ειρήνης το χωριό αποτελούσε ένα μικρό καλοκαιρινό
θέρετρο γι' αυτούς που ζούσαν στις ζεστές πεδιάδες, δεν είχε πολλούς μόνιμους
κατοίκους. Παρόλα αυτά, αποφάσισα να εγκατασταθώ όσο γινόταν συντομότερα
έξω από το έδαφός του.
Υπήρχε εκεί κοντά ένα πριονιστήριο. Αφού λοιπόν προμηθευτήκαμε μερικά υλικά
από τη μαύρη αγορά στα Τρίκαλα (πρόκες, σύρτες, κλπ.) ο Ρος Μπάουερ βρήκε
μερικούς έλληνες ξυλουργούς και τους έβαλε να μας στήσουν ένα ξύλινο σπίτι,
σύμφωνα με δικό μας σχέδιο, μερικές εκατοντάδες γυάρδες από τα τελευταία
σπίτια του χωριού, μέσα στα έλατα. Είχε τέσσερα υπνοδωμάτια, μια μεγάλη
κεντρική αίθουσα συνεδριάσεων μ' ένα μεγάλο τραπέζι στη μέση, όπου τα μέλη
του Μικτού Στρατηγείου μπορούσαν να συζητούν άνετα, και μια μεγάλη σκεπαστή
βεράντα όπου τα βράδυα περνούσαμε την ώρα μας παίζοντας χαρτιά.
Στις 20 Ιουλίου, ο συνταγματάρχης Ψαρρός του ΕΚΚΑ, συνοδευόμενος από κάποιον
Έλληνα ονόματι Γιώργο Καρτάλη, έφτασε στο Περτούλι από τη Ρούμελη. Ο
Καρτάλης, που ήταν πολιτικός σύμβουλος του Ψαρρού, είχε εγκαταλείψει την
Αθήνα πολύ πρόσφατα. Σαράντα περίπου χρονών, ψηλός, γεροδεμένος, με ίσια
μαύρα μαλλιά, χτενισμένα προς τα πίσω, και ντυμένος μ' ένα γκρίζο φανελένιο
κοστούμι, έμοιαζε πάρα πολύ καθαρός για να βρίσκεται στο Βουνό. Σύντομα
διαπίστωσα πως ήταν μορφωμένος και έξυπνος.
Τον Ψαρρό τον είχα καλέσει εγώ, ύστερα από μια αναφορά του Άρθουρ Έντμοντς,
σύμφωνα με την οποία ο Άρης, λίγες μέρες ακριβώς πριν ο ΕΛΑΣ υπογράψει τη
«Στρατιωτική Συμφωνία», είχε επιτεθεί ενάντια σε μερικές ομάδες του Ψαρρού
για δεύτερη φορά. Ήμουν αποφασισμένος να «ξεμπερδεύω» μια και καλή με τον
Άρη στο θέμα αυτό.
Σε μια ειδική συνεδρίαση του Μικτού Στρατηγείου μας, ο Εύμαιος παραδέχτηκε
αμέσως πως είχε γίνει ένα «σοβαρό λάθος» από μέρους του τοπικού αρχηγού του

ΕΛΑΣ ο οποίος, είχε ενεργήσει αντίθετα στις διαταγές του Άρη. Είπε ότι η ζημιά
που είχε γίνει στο ΕΚΚΑ έπρεπε όχι μονάχα να επανορθωθεί αμέσως, αλλά και ότι
το ΕΚΚΑ θα έπρεπε να κληθεί να στείλει αντιπροσώπους του στο Μικτό
Στρατηγείο. Οι προτάσεις αυτές ανταποκρίνονταν πολύ καλά στις προθέσεις μου,
αλλά επέμενα ότι ο ΕΛΑΣ θα έπρεπε να τιμωρηθεί για την πράξη του και σαν
τιμωρία του πρότεινα να μην λάβει άλλα εφόδια ή πολεμικό υλικό από μας, πριν το
ΕΚΚΑ, βοηθούμενο πάλι από μας, εξοπλίσει μια δύναμη χιλίων ανταρτών στη
Ρούμελη. Η πρόταση έγινε δεκτή. Έτσι, μια μέρα μετά την άφιξή του, ο Ψαρρός
υπέγραψε τη «Στρατιωτική Συμφωνία» και παραστάθηκε στις κατοπινές
συνεδριάσεις του Μικτού Στρατηγείου.
Συμπάθησα πάρα πολύ τον Ψαρρό, αλλά ήταν υπερβολικά ευθύς στρατιώτης για
να μπλεχτεί στις διαρκείς φιλονεικίες των ανταγωνιζόμενων πολιτικών κινήσεων
στο Βουνό και πάρα πολύ έντιμος για να υπερισχύσει σ' αυτές. Σύντομα το ΕΑΜ ΕΛΑΣ άρχισε τις προσπάθειες για να τον πείσει να ενωθεί μαζί τους. Του
πρόσφεραν μάλιστα τη θέση του γενικού Αρχηγού των δυνάμεων του ΕΛΑΣ και του
ΕΚΚΑ σ' ολόκληρη την Ρούμελη. Δεν έμαθα ποτέ ποια γνώμη είχε ο Άρης πάνω σ'
αυτό, αλλά δεν έγινε τίποτε όσο βρισκόμουν στην Ελλάδα.
Οι αντάρτικες δυνάμεις που θεωρητικά έλεγχε το Γ.Σ. είχαν πρόσφατα αυξηθεί
σημαντικά σε αριθμό. Ο ΕΛΑΣ είχε περίπου δεκαέξη χιλιάδες οπλισμένους
αντάρτες από τις οποίες, σημαντικά λιγότερες από τις μισές, είχαμε εξοπλίσει
εμείς. Διέθετε επίσης, σαν εφεδρεία, άλλες δεκαέξη περίπου χιλιάδες οπλισμένους
χωρικούς, οι οποίοι συνέχιζαν κανονικά τις εργασίες τους στα χωριά τους και
κινητοποιούνταν μονάχα σε περίπτωση που υπήρχε ανάγκη στην περιοχή τους. Τα
όπλα εκείνων που δεν είχαν εξοπλισθεί από μας, προέρχονταν είτε από τις μάχες
με τον εχθρό, είτε από τις κρυψώνες που τα είχε τοποθετήσει ο ελληνικός
Στρατός όταν διασκορπίστηκε στα σπίτια του μετά την κατάρρευση του 1941.
Οι δυνάμεις του Ζέρβα εκείνη την εποχή ανέρχονταν σε πέντε περίπου χιλιάδες
άντρες, με ίσο περίπου αριθμό εφέδρων χωρικών. Οι τέσσερις χιλιάδες πάνω κάτω απ' αυτές είχαν εξοπλισθεί από μας —μια πολύ μεγαλύτερη αναλογία από
εκείνη του ΕΛΑΣ, δεδομένου ότι τους πρώτους μήνες του 1943, οι μόνες ομάδες
του ΕΛΑΣ με τις οποίες βρισκόμαστε σ' επαφή ήταν οι ομάδες του Άρη στη
Ρούμελη.
Οι αντάρτες του ΕΚΚΑ, που δεν ξεπερνούσαν τις λίγες εκατοντάδες, έφτασαν στο
απόγειό τους (χίλιοι περίπου) τον Αύγουστο.
Την εποχή που υπογράφτηκε η «Στρατιωτική Συμφωνία», ο ΕΛΑΣ είχε ουσιαστικά
στον έελεγχό του τα τέσσερα πέμπτα της ορεινής περιοχής της στεριάς. Η
κυριαρχία του Ζέρβα περιοριζόταν στην Ήπειρο και την Ευρυτανία και όπου οι
ομάδες του γειτόνευαν με τις ομάδες του ΕΛΑΣ, υπήρχαν πάντα προστριβές. Από
το χειμώνα, ο Ζέρβας έκανε προσπάθειες να επεκτείνει τη σχετικά μικρή του
περιοχή. Στα βόρεια όπου οι ομάδες του είχαν πάρει μέρος μαζί με τις ομάδες του
EΛAΣ στην καταστροφή του δρόμου της Καλαμπάκας, μόλις τελείωσαν οι
επιχειρήσεις, άρχισαν πάλι οι συγκρούσεις. Προς τα δυτικά, κοντά στις Φιλιάτες,
είχα ήδη αναγκασθεί να στείλω τον Κρις, με αντιπροσώπους του ΕΔΕΣ και του
ΕΛΑΣ, για ν' αποκαταστήσει την τάξη και ν' αποτρέψει την απειλή μιας ευρύτερης
αιματοχυσίας.
Στην ανατολική άκρη της περιοχής του Ζέρβα, το ποτάμι του Αχελώου σχημάτιζε
ένα φυσικό σύνορο που εμπόδιζε σε μεγάλο βαθμό τις διεισδύσεις των

ανταγωνιζόμενων ομάδων. Στο Νότο όμως, στην Ευρυτανία, όπου ο Παπαϊωάννου
είχε αφοπλιστεί ήδη μια φορά, και στη Ρούμελη, όπου οι ομάδες του Ψαρρού είχαν
υποστεί την ίδια μοίρα γίνονταν πάντα φασαρίες. Λίγες μέρες πριν από την
υπογραφή της Συμφωνίας από τον ΕΛΑΣ είχα μάθει ότι μερικά εφόδια που το Κάιρο
είχε ρίξει ειδικά για τις ομάδες του Παπαϊωάννου τα είχε αρπάξει ο ΕΛΑΣ της
περιοχής. Είχα διατάξει τον Εύμαιο να καλέσει τον αρχηγό της περιοχής αυτής
στο Στρατηγείο μας για να περάσει από στρατοδικείο.
Γενικά το ΕΑΜ - ΕΛΑΣ όταν είχε την ευκαιρία να επιτεθεί σε μια άλλη οργάνωση
χωρίς να γίνει αντιληπτό από κάποιο βρετανό αξιωματικό, προτιμούσε να κάνει
αυτό παρά να επιτεθεί στον εχθρό. Από την άλλη μεριά ωστόσο, για νάμαστε
δίκαιοι με το ΕΑΜ, θα πρέπει να προσθέσουμε ότι μόλις οι βρετανοί αξιωματικοί
γύριζαν τη ράχη τους, μερικά κατώτερα στελέχη του ΕΔΕΣ, ξέροντας ότι
μπορούσαν να υπολογίζουν στην ηθική μας υποστήριξη, δεν παρέλειπαν ευκαιρία
να βασανίζουν τον ΕΛΑΣ με παρόμοιες επιθέσεις. Οι βρετανοί αξιωματικοί ήταν
ακόμα τόσο λίγοι τότε στην Ελλάδα, ώστε αναγκάζονταν να τρέχουν δεξιά
αριστερά για να διατηρούν την ειρήνη. Μερικές φορές μάλιστα είχαν δεχτεί
επιπλήξεις και προσβολές από τους πολιτικούς καθοδηγητές του ΕΑΜ που
βρίσκονταν στον ΕΛΑΣ. Στους γενναίους αυτούς αξιωματικούς, που είχαν λάβει
μέρος εθελοντικά σε επικίνδυνες επιχειρήσεις σαμποτάζ, ανάθετα συχνά
καθήκοντα που απαιτούσαν μεγάλη υπομονή και λεπτότητα. Όλοι τους
συμπεριφέρθηκαν θαυμάσια.
Αντιληφθήκαμε με τον Κρις ότι ο μόνος τρόπος για ν' αποφύγουμε παρόμοιες
ενέργειες στα βουνά της Ελεύθερης Ελλάδας ήταν ν' αυξήσουμε τους βρετανούς
αξιωματικούς - Συνδέσμους σε τέτοιο βαθμό, ώστε να είναι ουσιαστικά αδύνατο
στις ομάδες της μιας οργάνωσης να επιτίθενται ή να παρενοχλούν τις ομάδες της
άλλης χωρίς να γίνονται αντιληπτές. Σ' αυτή την περίπτωση θα μπορούσαμε να
επιβάλουμε άμεσα αντίποινα στους υπαίτιους αρχηγούς ή ομάδες διακόπτοντας
τον εφοδιασμό τους. Οι σαράντα περίπου Σύνδεσμοι που διαθέταμε ήταν
σκορπισμένοι σε καμιά δωδεκαριά διαφορετικούς σταθμούς ασυρμάτου.
Ειδοποίησα το Κάιρο ότι θάπρεπε να διπλασιάσουμε τουλάχιστον τους
αξιωματικούς και τους σταθμούς ασυρμάτου για να εξασφαλίσουμε την
απρόσκοπτη πορεία των Κινημάτων Αντίστασης.
Στις πρώτες συνεδριάσεις του Μικτού Στρατηγείου συζητήσαμε θέματα όπως ο
κανονισμός για τη δημιουργία νέων ανταρτικών ομάδων, η οικονομική υποστήριξη
των διαφόρων αντιστασιακών οργανώσεων και το μοίρασμα των εδαφικών
περιοχών. Βγάλαμε μερικές αποφάσεις ύστερα από μακροσκελείς συζητήσεις.
Ο Ζέρβας δεν έχασε τον καιρό του μετά την υπογραφή της νέας «Συμφωνίας των
Εθνικών Ομάδων». Η στρατολογία νέων ομάδων στη Θεσσαλία ήταν τόσο πλατιά
ώστε ανησύχησε το ΕΑΜ. Για να εμποδίσουμε τον άλφα και τον βήτα να
σχηματίσει οργάνωση όπου και όποτε του καπνίσει, και για ν' απαλλάξουμε το
Μικτό Στρατηγείο από την ευθύνη του άμεσου εξοπλισμού της, περάσαμε μια
διάταξη σύμφωνα με την οποία οι νέες ομάδες μιας περιοχής θα σχηματίζονταν
ύστερα από συμφωνία με τους αρχηγούς των ανταρτών της περιοχής αυτής και
θα εφοδιάζονταν με όπλα τρεις μήνες μετά την εμφάνισή τους και σε μάξιμουμ
μόνο πενήντα ανταρτών αν ανήκαν σε καινούργια οργάνωση.
Όσον αφορά την οικονομική υποστήριξη, αποφασίσαμε, σε συνεννόηση με τη SOE
Καΐρου, να δίνουμε σε κάθε τοπική αντάρτικη οργάνωση μια χρυσή λίρα το μήνα
για κάθε οργανωμένο μόνιμο αντάρτη, ώστε να μπορούν ν' αγοράζουν σιτάρι από
τις πεδιάδες τόσο για τους αντάρτες και τις οικογένειές τους, όσο και για τους

κατοίκους γενικά των δεινοπαθούντων περιοχών. Οι διάφορες οργανώσεις ήταν
ελεύθερες να χρησιμοποιήσουν τα χρήματα που θάπαιρναν με όποιον τρόπο
νόμιζαν καλύτερο. Ο Ζέρβας έδινε στις οικογένειες των ανταρτών του ένα
ορισμένο ποσό χρημάτων· ο ΕΛΑΣ δεν είχε τέτοιο σύστημα. Σε ορισμένες περιοχές
μάλιστα, ανακάλυψα ότι ο ΕΛΑΣ παραχωρούσε τις χρυσές του λίρες στο ΕΑΜ και
στους Έλληνες από τους οποίους αγόραζε γέννημα έδινε πιστωτικά σημειώματα.
Στις 23 Ιουλίου, μια ανακριτική επιτροπή εξέτασε την ενέργεια του τοπικού
αρχηγού του ΕΛΑΣ Γεροδήμου, ο οποίος είχε αρπάξει τα όπλα που ανήκαν στις
ομάδες του Παπαϊωάννου, του ΕΔΕΣ. Ο αξιωματικός - σύνδεσμος εκείνης της
περιοχής ήταν ένας εξαιρετικός νεαρός Έλληνας του Ιππικού ονόματι Κίτσος, που
ανήκε σε μια βρετανική πολεμική αποστολή. Δεν θέλαμε να έχουμε έναν Έλληνα
αξιωματικό σε μια περιοχή όπου υπήρχαν ομάδες του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ
ταυτόχρονα, αλλά εκείνη την εποχή δεν είχαμε άλλον αξιωματικό διαθέσιμο.
Από τις ιστορίες που ακούγαμε ήταν ολοφάνερο ότι ο Γεροδήμος δεν επρόκειτο να
ζητήσει συγνώμη για την ενέργειά του. Από την άλλη μεριά ήταν ουσιαστικά
βέβαιο ότι ο ίδιος εκτελούσε οδηγίες που είχε λάβει από τους ανωτέρους του, από
τον Άρη. Θέλοντας να διατηρήσω πάση θυσία την εμπιστοσύνη του ΕΑΜ -ΕΛΑΣ,
αντί να επιμείνω να δικασθεί και να τιμωρηθεί ο Γεροδήμος, όταν πια είχε
αποδειχτεί η ενοχή του, τα έβαλα με τον εαυτό μου που είχα στείλει έναν Έλληνα
σύνδεσμο σε μια τόσο ευαίσθητη περιοχή, έστω κι αν ήταν μέλος της βρετανικής
Αποστολής. Είπα πως αν το ΕΑΜ έδινε διαταγή να επιστραφούν τα όπλα στον
Παπαϊωάννου, ήμουνα έτοιμος να παραβλέψω το θέμα.
Η μετριοπάθειά μου είχε τ' αποτελέσματά της: ο Εύμαιος μ' ευχαρίστησε ειλικρινά
για την «πλατιά κατανόηση» που έδειξα και με βεβαίωσε ότι το αίτημά μου θα
ικανοποιούνταν. Παρόμοιες ενέργειες, που θα μπορούσαν να ερμηνευθούν από
μερικούς σαν αδυναμία από μέρους μου, είχαν θετικά αποτελέσματα. Είχα πείσει
τους εκπρόσωπους του ΕΑΜ ότι εάν ήταν αποφασισμένοι να εμμείνουν στους
όρους της πρόσφατα υπογραφείσας συμφωνίας, εγώ ήμουν διατεθειμένος να
ξεχάσω το παρελθόν και να συνεχίσω να τους παρέχω υλική βοήθεια. Από κει
ξεκινούσε σε μεγάλο βαθμό η εμπιστοσύνη που μου είχε ο Εύμαιος και την οποία
πάντα σεβάστηκα. Το αποτέλεσμα ήταν ότι τόσο ο ίδιος, όσο και ο Σαράφης,
κατέληξαν να με βλέπουν σαν ένα αμερόληπτο διαιτητή σε όλες τις φιλονεικίες
και το γεγονός αυτό ενίσχυσε την επιρροή μου. Πραγματικά όπως βλέπω τώρα τα
πράγματα καταλαβαίνω πως δεν υπήρχε άλλη μέθοδος για την διατήρηση της
στρατιωτικής συνεργασίας με το ΕAM-ΕΛΑΣ.
Στο μεταξύ είχα λάβει σαφείς οδηγίες από τη SOE Καΐρου για τις μελλοντικές μας
δραστηριότητες στο Βουνό: ν' αναπαυθούμε κατά τους επόμενους μήνες, να
εκπαιδεύσουμε όσο ήταν δυνατό περισσότερο τους αντάρτες, να περιορίσουμε τη
δράση τους σε ελάσσονος χαρακτήρος σαμποτάζ, ικανά να μας τροφοδοτήσουν με
νεοσύλλεκτους, και να διατηρήσουμε το ηθικό των διαφόρων ομάδων. Παράλληλα
να κάνουμε νέες αναγνωρίσεις με την προοπτική μιας νέας σειράς εκτεταμένων
σαμποτάζ, παρόμοια μ' αυτή που είχαμε κάνει, όταν θα ερχόταν ο καιρός της
απόβασης στην ίδια την Ελλάδα.
Έχοντας υπόψη τις εσωτερικές πολιτικές δυσκολίες που πρόβλεπα ότι θα
συναντούσα στην προσπάθειά μου ν' ανταποκριθώ στις απαιτήσεις του Αρχηγείου
της Μέσης Ανατολής, και την ενδεχόμενη κατάρρευση των Ιταλών με τις
δυνατότητες που άνοιγε για προμήθεια μιας μεγάλης ποσότητας όπλων,
αποφάσισα να καλέσω όλους τους ανώτερους αξιωματικούς μου σε σύσκεψη,
προκειμένου ν' ακούσω τα ιδιαίτερα προβλήματα και τις απόψεις του καθενός, να

τους δώσω οδηγίες για το μέλλον και να διαπιστώσω αν όλοι μιλούσαμε την ίδια
γλώσσα.
Από τις 18 μέχρι τις 20 Ιουλίου, οι αξιωματικοί της Βρετανικής Αποστολής στα
βουνά της Ελεύθερης Ελλάδας, άρχισαν να φτάνουν στο Περτούλι απ' όλες τις
περιοχές της χώρας. Παρά τα απανωτά ταξίδια μου προς διάφορες κατευθύνσεις,
μερικούς από τους αξιωματικούς αυτούς τους συναντούσα για πρώτη φορά.,
έχοντας μέχρι τότε επικοινωνήσει μαζί τους μόνο με τον ασύρματο ή με
αγγελιοφόρους. Τα περισσότερα μέλη από την αρχική μας ομάδα είχαν να
συναντηθούν πολλούς μήνες. Όλοι τους έλαμπαν από μετριόφρονη ευχαρίστηση
για τις επιτυχίες που είχαμε στο πρόσφατο εκτεταμένο σαμποτάζ. Ήμουν πολύ
ευχαριστημένος για όλα όσα είχαν ήδη πραγματοποιήσει και περήφανος που τους
είχα στις διαταγές μου. Τους το είπα. Η συνάντηση αυτή ήταν μια ευτυχισμένη
συνάντηση για όλους μας.
Μη μπορώντας να περιμένω άλλο τον Νικ Χάμμοντ, τον ανώτερο αξιωματικό Σύνδεσμό μου στη Μακεδονία, που δεν είχε έρθει ακόμα, άρχισα την πρώτη
συνεδρίαση με τους υπόλοιπους στις 20 Ιουλίου. Σκιαγράφησα τις απαιτήσεις του
Αρχηγείου Μέσης Ανατολής και εξέτασα τα εσωτερικά πολιτικά προβλήματα,
όπως εγώ τα έβλεπα, αναπτύσσοντας ταυτόχρονα τις γενικές μεθόδους με τις
οποίες πίστευα ότι θα μπορούσαμε να τα ελέγξουμε. Μας είχαν ήδη πλησιάσει
ένας δυο διοικητές ιταλικών φρουρών προαισθανόμενοι την κατάρρευσή τους.
Υπογράμμισα τη σημασία που θα είχε η χωρίς όρους παράδοση τακτικών σωμάτων
και εξουσιοδότησα τους αξιωματικούς μου, σύμφωνα με τις οδηγίες της SOE
Καΐρου, να διαπραγματεύονται με τους Ιταλούς και να τους πείθουν να
παραδίδονται με τα όπλα τους. Μετά, συζήτησα ιδιαίτερα με τον κάθε αξιωματικό
τα προβλήματα της περιοχής του και τακτοποίησα όσα περνούσαν από το χέρι
μου.
Ο Νικ είχε μπει και βγει από τη Θεσσαλονίκη με λεωφορείο, ντυμένος σαν βοσκός.
Κατά το ταξίδι της επιστροφής του είχε την ατυχία να καθήσει σ' ένα χαλασμένο
κάθισμα που έπεφτε σε κάθε στροφή που έκανε το λεωφορείο. Το αποτέλεσμα ήταν
να γίνει το εύθυμο επίκεντρο όλων των επιβατών, ανάμεσα στους οποίους
υπήρχαν και δυο γερμανοί στρατιώτες! Ευτυχώς μιλούσε με ευχέρεια τα ελληνικά
— αν και με κάποια προφορά του Καίμπριτζ!
Τη νύχτα της 27ης Ιουλίου, ύστερα από επίμονη πρόσκλησή μου, ο Ζέρβας ήρθε να
μας επισκεφθεί στο μικτό μας Στρατηγείο. Την άλλη μέρα συναντηθήκαμε
ιδιαιτέρως και η συνομιλία μας κράτησε τέσσερις ώρες. Ο Ζέρβας με κατηγόρησε
ότι εγκατέλειψα τον ΕΔΕΣ για χάρη του ΕΑΜ. Του παρατήρησα ότι ήταν η πρώτη
φορά που ερχόταν προσωπικά ο ίδιος στο μικτό Στρατηγείο, όπου θα έπρεπε
κανονικά να έχει τη μόνιμη έδρα του. Συνέχισε να επιχειρηματολογεί λέγοντας ότι
η συνέχιση της πολιτικής «μου» στην υποστήριξη του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ ήταν επιζήμια
για το μέλλον της Ελλάδας και το ίδιο ήταν και ο εφοδιασμός των κομμουνιστών
με όπλα, αφού δεν υπήρχε αμφιβολία ότι αργότερα θα τα χρησιμοποιούσαν για να
χύσουν ελληνικό αίμα προκειμένου να καταλάβουν την εξουσία.
Απάντησα ότι, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι εκτελούσα απλώς τις οδηγίες του
Αρχηγείου Μέσης Ανατολής, δεν μου διέφευγε ο αληθινός χαρακτήρας του ΕΑΜ,
ούτε οι κίνδυνοι της πολιτικής που είχα διαταχθεί ν' ακολουθήσω. Τόνισα ωστόσο
ότι το πρώτο μας καθήκον ήταν να κερδίσουμε τον πόλεμο και για να το
πετύχουμε αυτό είμαστε υποχρεωμένοι να ενισχύσουμε όλα τα Αντιστασιακά
Κινήματα που ήταν διατεθειμένα να μας βοηθήσουν. Του εξήγησα ότι από αυτή
την άποψη ο στρατός του ΕΛΑΣ δεν ήταν διαφορετικός από το στρατό του ΕΔΕΣ

και ότι, με την απελευθέρωση της Ελλάδας, η κυβέρνησή μου είχε ήδη υποσχεθεί
τη διενέργεια ελεύθερων εκλογών· υπογράμμισα πως όταν λέγαμε «ελεύθερες»
εννοούσαμε «ελεύθερες», πράγμα που σήμαινε ταυτόχρονα ότι δεν θα ανεχόμαστε
προσπάθεια της Αριστεράς να επιβάλει δικτατορία με τα βρετανικά όπλα που της
είχαμε δώσει για να πολεμήσει τον κοινό Εχθρό.
Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας μας ο Ζέρβας μου έδωσε μερικές φορές την
εντύπωση ότι σκεφτόταν να υπαναχωρήσει στο θέμα της τελικής «Συμφωνίας
Εθνικών Ομάδων», που είχαμε υπογράψει και που επέτρεψε τη σύσταση του
Μικτού Στρατηγείου, σκοπεύοντας να μείνει ανεξάρτητος, αλλά δεν ενεθάρρυνα
αυτή την τάση. Τον πληροφόρησα ότι αν συνέχιζε να πολεμάει τον εχθρό θα
εξακολουθούσαμε να τον προμηθεύουμε με πολεμικά είδη, αλλά ότι εγώ ήμουν
αποφασισμένος να διατηρήσω το επιτελείο μου στο Περτούλι μαζί με το Μικτό
Στρατηγείο. Στο τέλος, ο Ζέρβας, με τη φιλόφρονη διάθεση που τον χαρακτήριζε,
ενέδωσε στις επιθυμίες μου.
«Εντάξει, αγαπητέ μου ταξίαρχε Έντυ», είπε, «είμαι μεγαλύτερος από σένα και
νομίζω πως ξέρω τι είναι καλύτερο για την Ελλάδα. Πιστεύω ότι αυτό που κάνετε
τώρα είναι κακό για τη χώρα μου. Αντιλαμβάνομαι ωστόσο ότι εσύ εκτελείς
απλώς διαταγές. Σε θαυμάζω σαν στρατιώτη και σαν στρατιώτης κι εγώ θα
υπακούσω στον αντιπρόσωπο του Αρχηγού των Συμμαχικών Δυνάμεων της Μέσης
Ανατολής».
Σφίξαμε τα χέρια.
Ήταν περίπου αυτή την εποχή που έβλεπα με αμηχανία να καταφθάνουν ο ένας
μετά τον άλλο στο στρατηγείο μου ένας σημαντικός αριθμός από ανώτερους
έλληνες αξιωματικούς και πολιτικούς με ύποπτο ή σαφώς «δοσιλογικό» παρελθόν,
οι οποίοι εγκατέλειπαν την Αθήνα και έρχονταν στο βουνό να μου προσφέρουν τις
υπηρεσίες τους, ακριβώς όπως εγκαταλείπουν οι ποντικοί ένα καράβι που
βυθίζεται. Οι περισσότεροι απ' αυτούς είχαν ένοχη συνείδηση και αγωνιούσαν να
«βολέψουν» τα πράγματα έστω την τελευταία στιγμή. Μερικοί ωστόσο ήταν
ειλικρινά πατριώτες που είχαν κάνει ό,τι μπορούσαν για τη χώρα τους στην Αθήνα
και τώρα εύρισκαν μια ευκαιρία να δώσουν ένα χέρι και στο Βουνό.
Δυστυχώς ο χειρισμός του θέματος από μέρους μου γινόταν δυσκολότερος από το
γεγονός ότι το ΕΑΜ απαιτούσε να συλληφθούν όλοι με το επιχείρημα ότι είχαν
συνεργαστεί με τον εχθρό. Πολλοί απ' αυτούς ήταν βασιλόφρονες ή τέως
βασιλόφρονες και ήξερα ποια τύχη τους περίμενε στα χέρια του ΕΑΜ. Παρόλο που
δεν τους συμπαθούσα, επειδή δεν είχαν έρθει να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους
νωρίτερα, προτιμούσα βέβαια να δικασθούν κανονικά όταν θα τέλειωναν οι
εχθροπραξίες παρά να τουφεκιστούν αμέσως. Μερικοί απ' αυτούς άλλωστε, με τις
προηγούμενες θέσεις και σχέσεις τους στην Αθήνα, θα μπορούσαν να μας
παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για τον εχθρό. Ο Ζέρβας μας βοήθησε
βρίσκοντας δουλειά σε ορισμένους απ' αυτούς.
Προς το τέλος του Ιούλη έφτασαν καινούργιες ειδήσεις για νέες συγκρούσεις
μεταξύ των ομάδων ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ στη βόρεια Ήπειρο. Το Μικτό Στρατηγείο
αποφάσισε να στείλει αμέσως τον Άρη και τον Ζέρβα επιτόπου ν' αποκαταστήσουν
την τάξη. Τους θυμάμαι ακόμα να ξεκινούν μαζί από την έδρα του Στρατηγείου
επικεφαλής των ανταρτών τους. Και θυμάμαι ακόμα πως σκέφτηκα ότι αυτός ήταν
ένας καλός οιωνός για το μέλλον της Ελλάδας.

16. ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑ ΣΤΟ ΚΑΪΡΟ
Την εποχή των επιχειρήσεων σαμποτάζ που συνδέονταν με την απόβαση στη
Σικελία δεν υπήρχε κανένα κέντρο συντονισμού των διαφόρων αντιστασιακών
κινημάτων εκτός από μένα. Μονάχα ο Κρις, εγώ και ελάχιστοι ακόμα ήξεραν την
έκταση των επιχειρήσεων αυτών, είτε κατά το στάδιο του προγραμματισμού τους,
είτε κατά το στάδιο της εκτέλεσής τους, και μόνο όταν τελείωσαν έγιναν
γνωστές σε όλη την Ελλάδα. Οι ηγέτες του ΕΛΑΣ ωστόσο υποπτεύονταν —το
λιγότερο— ότι επρόκειτο να γίνει απόβαση στην Ελλάδα. Τους είπα ότι δεν είχα
καμιά παρόμοια πληροφορία και τους βεβαίωσα ότι στην περίπτωση που θα
μάθαινα οτιδήποτε πάνω στο θέμα, θα τους το ανακοίνωνα αμέσως. Για το λόγο
αυτό, όταν τα νέα της επιτυχούς απόβασης στη Σικελία έφτασαν στα βουνά της
Ελλάδας, υπήρξε μια σχετική απογοήτευση επειδή οι Σύμμαχοι δεν είχαν
αποβιβαστεί εκεί. Καθώς ωστόσο τα ευχάριστα νέα των επιτυχιών της Σικελίας
συνέχιζαν να φτάνουν καθημερινά, ο πληθυσμός της επαρχίας άρχισε να νιώθει
πως η απελευθέρωση ήταν πλέον ζήτημα εβδομάδων αν όχι ημερών.
Όταν μου είπαν να σταματήσω κάθε πλατιάς κλίμακας δραστηριότητα ώσπου να
γίνει η απόβαση στην Ελλάδα, έστειλα αμέσως σήμα στο Κάιρο και ζήτησα να
μάθω για πότε προγραμματιζόταν η απόβαση αυτή. Έμεινα πολύ σκεφτικός όταν
μου απάντησαν: «Όχι πριν από τον χειμώνα του 1943· πιθανόν στις αρχές του
1944».
Δεν είχα ιδέα ότι πριν από την απελευθέρωση της Ελλάδας θα προηγούνταν η
κατάληψη και της υπόλοιπης Ιταλίας. Μέχρι τότε δεν μου είχε περάσει καθόλου
από το μυαλό ότι θα περνούσα έναν ακόμα χειμώνα, έχοντας την ευθύνη των
Αντιστασιακών αυτών Κινημάτων. Από το Μάρτιο ακόμα, όταν μου είχαν δώσει
εντολή να προετοιμάσω το εκτεταμένο σαμποτάζ του καλοκαιριού σε συνάρτηση
με την Συμμαχική απόβαση στα Δωδεκάνησα και τη Σικελία, είχα βγάλει το
συμπέρασμα ότι η ηπειρωτική Ελλάδα, έστω κι αν δεν αποτελούσε άμεσο στόχο
της συμμαχικής επίθεσης, θα ελευθερωνόταν ή θα εκκενωνόταν από τον εχθρό
λίγους μήνες μετά την απόβαση. Σκόπευα λοιπόν να εντείνω τη δραστηριότητα
των Αντιστασιακών Κινημάτων στο μάξιμουμ μέσα στο καλοκαίρι.
Έξω από το πολύ σημαντικό θέμα του ηθικού του άμαχου πληθυσμού, από τον
οποίο εξαρτιόνταν τα Κινήματα Αντίστασης, το πρόβλημα της τροφοδοσίας των
ανταρτών για ένα ακόμα χειμώνα ήταν πολύ σοβαρό, δεδομένου μάλιστα ότι ο
εχθρός είχε αποφασίσει ν' αρπάξει όλη την ελληνική συγκομιδή μόλις θα
συγκεντρωνόταν και να μην αφήσει στους χωριάτες παρά την μόλις αναγκαία για
την επιβίωσή τους ποσότητα σταριού — κι αυτό μονάχα στις περιοχές που
«συμπεριφέρονταν» καλά. Με τον τρόπο αυτό έλπιζε ν' αποκλείσει τους αντάρτες
και τον άμαχο πληθυσμό των ανταρτοκρατούμενων περιοχών.
Παράλληλα με το θέμα του ηθικού και το σημαντικό πρόβλημα της τροφής, θα
έπρεπε να ληφθεί υπόψη και η αντίδραση των ηγετών του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ. Με τους
όρους του τελικού κειμένου της «Συμφωνίας» είχε καθοριστεί η θέση των
Κινημάτων Αντίστασης και ιδιαίτερα του ΕΑΜ. Αυτό ήταν χρήσιμο και βοηθούσε
ίσως στο να διατηρούμε τον έλεγχό του. Αν οι ηγέτες του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ συνέχιζαν
να εμπνέονται από την πίστη ότι οι ένοπλες δυνάμεις τους ήταν αποφασιστικός
παράγοντας στη γενική πολεμική προσπάθεια, είχα κάποια ελπίδα να τους ελέγχω
μέχρι ένα σημείο. Αν όμως η πίστη τους προς τους Συμμάχους ατονούσε, τα

εξτρεμιστικά στοιχεία θα έδειχναν ακόμα λιγότερο ενδιαφέρον για τις υποδείξεις
του Αρχηγείου Μέσης Ανατολής και θα το έστρεφαν αντίστοιχα προς τις πολιτικές
τους επιδιώξεις. Αν, παράλληλα μ' αυτά, οι αντάρτες θα ήταν υποχρεωμένοι να
παραμείνουν σε σχετική αδράνεια για πολλούς μήνες ήταν σχεδόν αναπόφευκτο να
μην καταφέρω να εμποδίσω εκτεταμένες συγκρούσεις ανάμεσα στις
ανταγωνιζόμενες μερίδες.
Έστειλα σήμα για όλα αυτά στο Κάιρο και υπογράμμισα τον σοβαρό σκεπτικισμό
με τον οποίο αντιμετώπιζα την προοπτική της μη απασχόλησης των ανταρτών για
πολλούς μήνες. Τους παρακινούσα να ξανασκεφτούν την απόφαση που είχαν πάρει
και να επισπεύσουν την απόβαση από την Ιταλία στην Ελλάδα όσο μπορούσαν
περισσότερο.
Σ' ένα σήμα που μου έστειλε ο Κρις διαμέσου του Καΐρου, όταν βρισκόταν μακρυά
από το στρατηγείο μου, παρατηρούσε πως η ανησυχία του διαρκώς μεγάλωνε για
την πιθανή μεταπολεμική χρήση των όπλων που προμηθεύαμε τους αντάρτες. Η
SOE Καΐρου, σχολιάζοντας, έλεγε ότι οι προβλέψεις αυτές δεν θα έπρεπε να
επηρεάσουν με κανένα τρόπο την επιτυχή έκβαση των μελλοντικών επιχειρήσεων
για τις οποίες οφείλαμε να καταβάλουμε το μάξιμουμ των προσπαθειών μας. Αλλά
οι προβλέψεις αυτές δεν είχαν φύγει ποτέ από το μυαλό των εξτρεμιστών στα
Κινήματα Αντίστασης· το θέμα ήταν πώς θα μπορούσαμε να τις ελέγξουμε.
Παρόλο που ο Τζων Στήβενς βρισκόταν ήδη καθ' οδόν προς τη Μέση Ανατολή,
ήταν τόσο πολλά τα προβλήματα που μ' απασχολούσαν, ώστε είπα στη SOE Καΐρου
πως θεωρούσα αναγκαίο ένα ταξίδι μου εκεί, το συντομότερο δυνατόν, για να
συζητήσω μαζί τους και τους ζήτησα να κανονίσουν το θέμα της μετάβασης μου
εκεί με καΐκι.
Η SOE απάντησε πως δεν ενέκρινε τη μετάβαση μου στο Κάιρο μ' αυτό τον
παρακινδυνευμένο τρόπο, αλλά δεν απέκρουσε την πρόταση και μου σύστησε να
ταξιδέψω αεροπορικώς.
Εδώ και αρκετόν καιρό ψάχναμε να βρούμε ένα ξέφωτο στην ορεινή Ελλάδα,
τουλάχιστον χίλιες γυάρδες μήκος, που να μπορεί να προσγειωθεί ένα
μονοκινητήριο αεροπλάνο. Οι προσπάθειές μας μέχρι τότε είχαν αποτύχει, εκτός
από μια περίπτωση, κοντά στο στρατηγείο του Ντένις Χάμσον στη Νεράιδα, όπου
υπήρχε ένα μέρος λίγα μίλια νοτιοδυτικά της Καρδίτσας και της Θεσσαλικής
πεδιάδας. Εδώ ο Ντένις είχε ανακαλύψει μια μακρυά, πλατιά και επίπεδη έκταση,
πάνω σ' ένα οροπέδιο, δυο με τρεις χιλιάδες πόδια υψόμετρο, όπου, όπως
ανακαλύψαμε αργότερα, οι Έλληνες σκόπευαν να φτιάξουν ένα αεροδρόμιο λίγο
πριν από την έκρηξη του πολέμου. Το έδαφος ήταν καλλιεργημένο και δασωμένο,
αλλά ξεπερνούσε κατά πολύ τις χίλιες γυάρδες —έφτανε τις δυο χιλιάδες περίπου.
Όταν το Κάιρο πήρε την έκθεση που του έστειλε ο Ντένις Χάμσον, εγκατέλειψε
την ιδέα του μονοκινητήριου αεροπλάνου και υιοθέτησε ένα πιο φιλόδοξο σχέδιο:
ζήτησε να ετοιμάσουμε ένα πεδίο οχτακοσίων γυαρδών ώστε να μπορεί να
προσγειωθεί ένα LIBERATOR ή ένα HALIFAX.
Ο Ντένις, μ' ένα μεγάλο αριθμό ελλήνων χωρικών, άρχισε τις εργασίες της
ισοπέδωσης στις αρχές του Ιούλη και υπολόγιζε πως σ' ένα μήνα, πάνω - κάτω, θα
ήταν έτοιμος.
Σε μια συγκέντρωση των αξιωματικών μου στο Περτούλι τον Ιούλιο, είπα στα μέλη
της πρώτης ομάδας πως μπορούσαν να φύγουν από την Ελλάδα μόλις το
αεροδρόμιο θα άρχιζε να λειτουργεί. Μονάχα ο Ντένις ζήτησε να φύγει όσο

γινόταν συντομότερα· ο Νατ Μπάρκερ είπε πως θα έφευγε αργότερα και οι
υπόλοιποι προτίμησαν να παραμείνουν και να δουν μέχρι τέλους αυτό που είχαν
αρχίσει με τόσο καλούς οιωνούς.
Στις 24 Ιουλίου πήγα με αυτοκίνητο να ρίξω μια ματιά στις εργασίες του Ντένις
και να παρακολουθήσω μια συγκέντρωση του ΕΑΜ στην περιοχή.
Στον καιρό της ειρήνης, η Νεράιδα ήταν τόπος παραθερισμού για τους κατοίκους
της Καρδίτσας και ήταν γεμάτη από καλοβαλμένες βίλλες. Χτισμένη σε τρεις
χιλιάδες πόδια υψόμετρο, μέσα στα πεύκα, με πίσω της ακριβώς τα βουνά, το
καλοκαίρι είχε θαυμάσιο κλίμα και ήταν ιδανική τοποθεσία για τους παραθεριστές
των ζεστών γειτονικών πεδιάδων που υπόφεραν από ελονοσία.
Ο Ντένις Χάμσον έμενε στη βίλλα του στρατηγού Πλαστήρα. Είχε βάλει μια
μοδίστρα από την Καρδίτσα και μου έφτιαξε ένα ζευγάρι μεταξωτές πυτζάμες από
αλεξίπτωτο. Στο σπίτι υπήρχε θερμοσίφωνο και όσες μέρες έμεινα εκεί χάρηκα
την πολυτέλεια του ζεστού μπάνιου.
Περιοδεύοντας την Ελλάδα από σταθμό σε σταθμό εκείνο το καλοκαίρι, φορώντας
πάντα τη στολή μου, είχα ζήσει διαδοχικά με πολυτέλεια αλλά και άκρα λιτότητα.
Το ένα βράδυ μπορούσε να είναι άνετο, με αυγά και κοτόπουλα, και μερικές φορές
πιο πλούσιο σε διαιτολόγιο από εκείνο που απολάμβαναν οι οικογένειές μας. Το
άλλο, περνώντας ανάμεσα από μια εχθρική περιοχή, δεν ήταν απίθανο να κοιμηθώ
στο ύπαιθρο και να δειπνήσω με καλαμποκένιο ψωμί, κατσικίσιο τυρί και μαύρες
ελιές. Το επόμενο βράδυ μπορεί να κατέληγα στο σπιτάκι ενός από τους πιο
φτωχούς Έλληνες, ο οποίος ωστόσο, όσο φτωχός κι αν ήταν, συμπεριφερόταν
πάντα με τη μεγαλύτερη γενναιοδωρία και το πιο υψηλό πνεύμα φιλοξενίας. Σε
περιπτώσεις σαν κι αυτή, κουρασμένος όπως ήμουν συνήθως από το ολοήμερο
ταξίδι, χρειαζόταν συχνά (κι ενώ πεινούσα σαν λύκος) να περιμένω αρκετές ώρες
ώσπου να ετοιμαστεί το φαγητό, γιατί ο οικοδεσπότης μου, θέλοντας να μ'
ευχαριστήσει, έσπευδε να σφάξει το καλύτερο θρεφτάρι του και να μου προσφέρει
ένα άσκοπα πολυδάπανο δείπνο. Οι κάτοικοι έδιναν στους βρετανούς
αξιωματικούς πάντα το καλύτερο υπνοδωμάτιο, εκτός κι αν υπήρχε κάποιος
άρρωστος στο σπίτι. Οι Έλληνες προσβάλλονταν όταν αρνιόμαστε να δεχτούμε
την προσφορά τους, στερώντας τους την αυθόρμητη ευχαρίστηση με την οποία
μας έδιναν πάντα όχι μονάχα ό,τι καλύτερο είχαν αλλά και το ίδιο το υστέρημά
τους. Το φέρσιμο αυτό, θα μπορούσε να φανεί άσκοπο σ' έναν Εγγλέζο, αλλά
έδειχνε την ποιότητα των ορεσίβιων αυτών Ελλήνων. Η αντιβρετανική
προπαγάνδα, με την οποία η πολιτική ηγεσία του ΕΑΜ δεν έπαυε να τους
δηλητηριάζει το μυαλό, δεν είχε κανένα αποτέλεσμα όταν έρχονταν σε άμεση
επαφή μαζί μας.
Ανάμεσα στις μεγαλύτερες πόλεις της Θεσσαλικής πεδιάδας, που είχαν δυνατές
εχθρικές φρουρές, και στα βουνά τριγύρω, όπου οι αντάρτες κινούνταν
ανενόχλητοι, υπήρχε μια ανεξάρτητη εδαφική ζώνη. Στα χωριά που βρίσκονταν
μέσα σ' αυτή τη ζώνη, τη μια μέρα μπορεί να περιδιάβαζαν ελεύθερα οι αντάρτες
και την άλλη να ήταν πλημμυρισμένα από τον εχθρό. Η μεγάλη επαρχιακή πόλη
της Καρδίτσας ήταν μια τέτοια περίπτωση, θυμάμαι τον Νατ Μπάρκερ να
αφηγείται το έξης περιστατικό: μια μέρα που έπαιρνε ένα αναψυκτικό σ' ένα
καφενείο της πόλης, όρμησε μέσα ένας Έλληνας λέγοντας ότι, εκείνη τη στιγμή,
είχαν φανεί να πλησιάζουν δυο θωρακισμένα, γερμανικά αυτοκίνητα. Ο Νατ
τελείωσε το ποτό του και βγήκε από την πίσω πόρτα τη στιγμή ακριβώς που οι
Γερμανοί έμπαιναν από την μπροστινή.

Χάρηκα πάρα πολύ διαπιστώνοντας την πρόοδο του Ντένις στο αεροδρόμιο. Είχε
δημιουργήσει μια τεράστια οργάνωση που περιλάμβανε πάνω από χίλιους Έλληνες
(πολλοί απ' αυτούς γυναίκες) και που εργάζονταν με βάρδιες σ' όλη τη διάρκεια
της μέρας. Η κάθε βάρδια ήταν οργανωμένη σε μικρές ομάδες που η καθεμιά είχε
έναν επιστάτη. Οι εργάτες χρησιμοποιούνταν για να γεμίζουν τάφρους με χώμα,
να κόβουν δέντρα και θάμνους και να ισοπεδώνουν τις ανωμαλίες του εδάφους
που σε ορισμένα σημεία σχημάτιζαν μικρούς λόφους. Ο Ντένις ήταν άξιος
συγχαρητηρίων για την πρόοδο που είχε κάνει, αλλά το έργο δεν είχε ακόμα
ολοκληρωθεί και όπως με πληροφόρησε δεν θα ολοκληρωνόταν πριν από την
πρώτη βδομάδα του Αυγούστου. Το Κάιρο μας είχε γνωστοποιήσει ότι μπορούσε
να στείλει αεροσκάφος όποια, μέρα θέλαμε μετά το τέλος Ιουλίου. Έστειλα σήμα
λοιπόν και τους είπα να έρθει στις 8 Αυγούστου.
Η RAF αμφέβαλλε αν η επιφάνεια του αεροδρομίου και τα σημεία προσέγγισης θα
μπορούσαν ν' ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του αεροπλάνου. Μας είχαν στείλει
διευκρινιστικές οδηγίες για τον έλεγχο του εδάφους τις οποίες θα μπορούσαμε να
επαληθεύσουμε χρησιμοποιώντας ένα συνηθισμένο αυτοκίνητο. Μια απ' αυτές
ήταν ότι το αυτοκίνητο θάπρεπε να μπορεί να τρέχει με άνεση από είκοσι μέχρι
σαράντα μίλια την ώρα και ότι από τα είκοσι μίλια και κάτω να μπορεί να
ελαττώνει ταχύτητα μέχρι τις εκατό γυάρδες πριν να σταματήσει. Κάναμε τα
πειράματα αυτά και κατόπιν έστειλα σήμα λέγοντας πως ήμουν απόλυτα
ικανοποιημένος από τ' αποτελέσματα. Παρόλα αυτά, οι παράγοντες του Καΐρου
επέμεναν να στείλουν έναν ειδικό αξιωματικό της RAF να ελέγξει το γήπεδο και να
κάμει τις αναγκαίες προετοιμασίες για την προσγείωση. Όπως ήταν φυσικό δεν
έφερα καμιά αντίρρηση και μάλιστα χάρηκα που θα είχαμε την συμπαράσεαση
ενός ειδικού τεχνικού.
Ο Ντένις σκεφτόταν, με το δίκιο του, ότι όσο το αεροδρόμιο έπαιρνε μορφή, τόσο
και οι πιθανότητες να γίνει αντιληπτό από τ' αεροπλάνα του εχθρού (που
περνούσαν σχεδόν κάθε μέρα από την περιοχή, εκτελώντας προφανώς ταχτικά
δρομολόγια), μεγάλωναν. Είχε λύσει το πρόβλημα αυτό μια μέρα πριν από την
άφιξή μου, χρησιμοποιώντας κομμένα έλατα από το γειτονικό δάσος (εκατοντάδες
κομμάτια) τα οποία «ξαναφύτεψε» καρφώνοντας τους κορμούς τους στο
ισοπεδωμένο έδαφος και σκορπίζοντάς τα σ' ολόκληρη την εκτασή του, αλλού
απομονωμένα κι άλλου κατά συστάδες. Επίσης έσπασε τη μακρυά και αφύσικα ίσια
γραμμή που σχημάτιζε η περίμετρος του αεροδρομίου, ανοίγοντας σφήνες εδώ κι
εκεί στο συνεχόμενο δάσος.
Σκεφτόμουν ότι τ' αποτελέσματα, στο σύνολό τους, αν μάλιστα λαβαίναμε υπόψη
τα στοιχειώδη μέσα που είχε ο Ντένις στη διάθεσή του ήταν όχι μόνο
ικανοποιητικά αλλά εξαίρετα. Του το είπα. Μια έμμεση αναγνώριση των
προσπαθειών του έλαβε μ' έναν απροσδόκητο τρόπο. Μια βδομάδα πριν έρθει το
αεροπλάνο που περιμέναμε, η RAF έστειλε απροειδοποίητα ένα αναγνωριστικό από
τη Μέση Ανατολή για να πάρει φωτογραφίες. Οι φωτογραφίες εμφανίστηκαν και
μελετήθηκαν στο Κάιρο και σχετικά μ' αυτές οι παράγοντες του Καΐρου μας
έστειλαν μια πλήρη έκθεση μ' ένα σήμα. Μας συνέχαιραν για την πρόοδο που
είχαμε επιτελέσει, αλλά παρατηρούσαν ότι στο έδαφος υπήρχαν ακόμα μερικά
εμπόδια που έμοιαζαν με θημωνιές και μερικές συστάδες από θάμνους που
θάπρεπε να καθαριστούν.
Οι θημωνιές ήταν μια σειρά από κάρρα καμουφλαρισμένα με άχυρα και οι
συστάδες των θάμνων τα δέντρα που είχε «ξαναφυτέψει ο Ντένις! Συγχαρήκαμε
τον εαυτό μας για την επιτυχία του καμουφλάζ του Ντένις. Είχε καταφέρει να
ξεγελάσει τους εμπειρογνώμονες του Καΐρου οι οποίοι, εν καιρώ, ζήτησαν

συγνώμην για το λάθος τους και μας συγχάρηκαν γι' άλλη μια φορά.
Την επομένη της άφιξής μου στο στρατηγείο του Ντένις, παρακολούθησα μια
μεγάλη συγκέντρωση του ΕΑΜ. Ήταν η πιο φιλόδοξη συγκέντρωση του ΕΑΜ που
είχα δει μέχρι τότε. Ο Καραγιώργης την αποκαλούσε «Πανθεσσαλικό Συνέδριο».
Όχι λιγότεροι από τρεις χιλιάδες άνθρωποι, και όχι μόνο άντρες και γυναίκες,
αλλά και τπολλοί νέοι της ΕΠΟΝ (η νεολαιίστικη οργάνωση του ΕΑΜ) απ' όλη τη
Θεσσαλία, είχαν συγκεντρωθεί εκεί. Ήταν ένα αριστούργημα οργάνωσης που
λειτουργούσε μ' έναν τέλειο τρόπο, αλλά που, στον Ντένις και σε μένα, προκάλεσε
σύγκρυο, γιατί το μέρος που είχαν διαλέξει για τη σύγκλησή του, ένα παλιό
ενδιαφέρον μοναστήρι που τόλεγαν Κορώνη, απείχε μόνο δυο μίλια από το
αεροδρόμιο. Όταν μάθαμε που θα γινόταν το συνέδριο, προσπαθήσαμε να το
αποφύγουμε, αλλά ήταν πολύ αργά πλέον για να μπορεί ο Καραγιώργης να αλλάξει
οτιδήποτε. Απαγόρευσε ωστόσο σε όλους όσους συμμετείχαν στο συνέδριο να
πλησιάσουν στο ξέφωτο, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι οι περισσότεροι απ' αυτούς
δεν το έμαθαν. Ευτυχώς, οι Έλληνες συνήθιζαν ν' αποκαλούν τα πεδία των ρίψεων
«πεδία προσγείωσης» κι όταν οι Γερμανοί θα άκουγαν —πράγμα απίστευτο να μη
γινόταν— ότι είχε δημιουργηθεί ένα καινούργιο πεδίο προσγείωσης κοντά στη
Νεράιδα, θα νόμιζαν κατά πάσα πιθανότητα ότι είχε δημιουργηθεί ένα καινούργιο
πεδίο ρίψεων.
Το Πανθεσσαλικό Συνέδριο κράτησε δυο μέρες. Παρακολούθησα την πρώτη, γιατί
ήμουν υποχρεωμένος να γυρίσω στο Περτούλι για να συμπληρώσω την ενημέρωση
των τεσσάρων ανώτερων αξιωματικών Συνδέσμων μου, μόλις ο Νικ Χάμοντ θα
γύριζε από τη Μακεδονία. Ήταν μια λαμπρή πανηγυρική μέρα. Κάτω από μερικά
έλατα, κοντά στο μοναστήρι, είχαν τοποθετηθεί πολλές σειρές από πάγκους και
είχε χτιστεί μια ξύλινη τιμητική εξέδρα για τους ηγέτες του ΕΑΜ, στο μέσο της
οποίας υπήρχε ένα ειδικό βήμα για τους ομιλητές. Το βήμα ήταν σκεπασμένο με
την ελληνική και τη βρετανική σημαία, τη μια δίπλα στην άλλη. Μπροστά ακριβώς
από την εξέδρα, με μέτωπο προς το ακροατήριο, καθόταν μια ντουζίνα
δημοσιογράφοι και ρεπόρτερς του ΕΑΜ που κρατούσαν αναλυτικές σημειώσεις
από διάφορους λόγους. Ήταν μια καθαρά προπαγανδιστική συγκέντρωση του ΕΑΜ.
Από τις ομιλίες που έγιναν, ο Ντέιβιντ Ουάλλας κράτησε σημειώσεις, για
λογαριασμό μου, από τις πιο σημαντικές.
Όπως συνήθως, μου πρότειναν να μιλήσω. Λαβαίνοντας υπόψη μου το μέγεθος της
συνάθροισης, ετοίμασα το λόγο μου με ιδιαίτερη προσοχή και τον έδωσα στον
Ντέιβιντ Ουάλλας (του Φόρεϊν Όφις, σ.τ.μ.) να τον εγκρίνει. Μετά, καθώς τον
εκφωνούσα πρόταση - πρόταση στ' αγγλικά, ο διερμηνέας μου Νάσος τον διάβασε
στα ελληνικά από μια προσεγμένη και ελεγμένη μετάφραση που είχαμε ετοιμάσει.
Δεν θα κουράσω τον αναγνώστη με το κείμενο της μακρυάς αυτής ομιλίας. Είχε
δυο στόχους: πρώτον, να παρεμποδίσει το ΕΑΜ να συμπεριφέρεται άσχημα,
αποδείχνοντας ότι η αντιμοναρχική και αντιβρετανική του προπαγάνδα ήταν
λαθεμένη· και δεύτερον, να τονώσει το ηθικό του άμαχου πληθυσμού, χωρίς τη
συμπαράσταση του οποίου η αντίσταση θα ήταν αδύνατη και από τον οποίο
περιμέναμε μια καλά οργανωμένη και πλατιά εξέγερση όταν θα ερχόταν η ώρα
της απελευθέρωσης της Ελλάδας με τη βοήθεια των Συμμαχικών Στρατευμάτων.
Ο συνταγματάρχης Γκικόπουλος, ο αντιπρόσωπος του ΕΔΕΣ στο Μικτό Αντάρτικο
Στρατηγείο, είχε επίσης προσκληθεί να παρακολουθήσει το συνέδριο. Η παρουσία
του εκεί και το γεγονός ότι μίλησε κιόλας μου φάνηκαν ελπιδοφόρα φαινόμενα που
συμφωνούσαν με τις προσπάθειες του ΕΑΜ να δείξει μια πολιτική με ευρύτερο
πνεύμα. Αργότερα όμως ο Γκικόπουλος προσχώρησε στον ΕΛΑΣ — αναμφίβολα

κάτω από πίεση. Ο Κρις μου είπε πως δεν είχε δει ποτέ του κανέναν άλλο —ούτε
καν τον Σαράφη— να μοιάζει τόσο υποταγμένος φορώντας ένα σήμα του ΕΛΑΣ στο
καπέλλο του.
Αργά το βράδυ της 26ης Ιουλίου, εγώ κι ο Ουάλλας επιστρέψαμε στο Περτούλι με
αυτοκίνητο. Όπως ήταν φυσικό, έστειλα πλήρη αναφορά στο Κάιρο για το
Πανθεσσαλικό Συνέδριο.
Μέχρι λίγες μέρες πριν από την επίσκεψή μου στον Ντένις, δεν είχα αναφέρει σε
κανέναν Έλληνα την πρόθεσή μου να επισκεφθώ το Κάιρο. Είχα απλώς αναφέρει
στους εκπροσώπους του ΕΑΜ ότι φτιάχναμε ένα αεροδρόμιο, με εντολή του
Καΐρου, για να διευκολύνουμε τις προσωπικές επαφές ανάμεσα στη Μέση Ανατολή
και στο Βουνό. Καθώς όμως πλησίαζε ο καιρός για την αναχώρησή μου, κατάλαβα
πως έπρεπε να ενημερώσω τους αρχηγούς των ανταρτών για τα μελλοντικά μου
σχέδια. Μια δυο μέρες πριν να πάω στη Νεράιδα, μίλησα στον Εύμαιο για το ταξίδι
που σχεδίαζα. Με ρώτησε αμέσως αν μπορούσε να με συνοδεύσει. Γνωρίζοντας ότι
το Κάιρο ενέκρινε από τον περασμένο Μάρτιο ήδη μια επίσκεψη αντιπροσώπων
του ΕΑΜ στη Μέση Ανατολή, προκειμένου να συζητήσουν τις πολιτικές και άλλες
απόψεις τους, του είπα πως θα χαιρόμουν ιδιαίτερα αν ερχόταν μαζί μου, αρκεί
μονάχα να υπήρχε χώρος, και ταυτόχρονα ειδοποίησα το Κάιρο.
Αρχική μου πρόθεση ήταν να πάρω μαζί μου μονάχα τρία πρόσωπα: τον Ντέιβιντ
Ουάλλας για να με βοηθήσει στις πολιτικές συζητήσεις, το Σταν Σμιθ, τον
ανώτερο ασυρματιστή μου, ο οποίος θα φρόντιζε για την αποκατάσταση άμεσης
επικοινωνίας ανάμεσα στους σταθμούς μας της Ελλάδας, ώστε ν' αποφεύγεται η
αργοπορία της αναμετάδοσης των μηνυμάτων διαμέσου του Καΐρου και τον
Ντένις Χάμσον ο οποίος ήθελε να επιστρέψει στη Μέση Ανατολή.
Ένα σήμα από το Κάιρο, που ανάγγελλε ότι στο αεροπλάνο θα υπήρχε χώρος για
οχτώ επιβάτες, έφτασε στο Περτούλι ενώ εγώ βρισκόμουν στη Νεράιδα και ο Κρις
έσπευσε να πληροφορήσει τον Εύμαιο ότι η θέση του ήταν εξασφαλισμένη. Ο
Εύμαιος παρακάλεσε τον Κρις να στείλει ένα σήμα από μέρους του στην Κ.Ε. της
Αθήνας που ν' αναφέρει την πρόθεσή του να επισκεφθεί τη Μέση Ανατολή και να
ζητάει να του στείλουν, όσο γινόταν συντομότερα, αντιπροσώπους στο Βουνό για
να τον ενημερώσουν πριν από την αναχώρησή του.
Μόλις ο Ζέρβας έμαθε ότι σκόπευα να επισκεφθώ το Κάιρο σε λίγες μέρες και ότι
θα έπαιρνα και τον Εύμαιο μαζί μου, με ρώτησε αν μπορούσε να στείλει κι αυτός
τον υποδιοικητή του Κομνηνό Πυρομάγλου. Έστειλα σήμα στο Κάιρο και
συμφώνησαν πρόθυμα.
Μετά ήρθε η σειρά του Καρτάλη που ρωτούσε αν μπορούσε ν' αντιπροσωπεύσει το
ΕΚΚΑ στις συνομιλίες της Μέσης Ανατολής για το μέλλον των Ανταρτικών
Κινημάτων. Και πάλι το Κάιρο συμφώνησε. Έτσι, οι οχτώ θέσεις του αεροπλάνου
καταλήφθηκαν όλες: ο Ντέιβιντ Ουάλλας, ο Σταν Σμιθ, ο Ντένις Χάμσον, ο
Εύμαιος, ο Κομνηνός, ο Καρτάλης, εγώ και ο αξιωματικός της RAF που είχε πέσει
με αλεξίπτωτο ειδικά για την ταχτοποίηση και τον έλεγχο του αεροδρομίου και ο
οποίος έπρεπε να επιστρέψει στη Μέση Ανατολή όσο μπορούσε συντομότερα.
Λίγες μέρες αργότερα με πληροφορούσαν από το Κάιρο ότι δεν θα υπήρχε
προφανώς χώρος για περισσότερα από τέσσερα άτομα στο αεροπλάνο και κατά
συνέπεια δεν θα μπορούσα να πάρω μαζί μου παρά μονάχα τον Εύμαιο και τον
Κομνηνό εκτός από τον αξιωματικό της RAF.

Απαντώντας την άλλη μέρα τους προειδοποίησα ότι από την επίσκεψη αυτή
κρεμόταν ίσως το μέλλον της Ελλάδας και ότι ήταν στο χέρι μας να προλάβουμε
τον εμφύλιο πόλεμο. Θεωρούσα λοιπόν ζωτικής σημασίας τη συμμετοχή του
Ντέιβιντ Ουάλλας στις προσεχείς πολιτικές συνομιλίες.
Ύστερα απ' αυτό το Κάιρο μου απάντησε πως θα υπήρχε χώρος για οχτώ
επιβάτες.
Μια βδομάδα πριν από την αναχώρησή μου για το Κάιρο, ύστερα από σοβαρή
μελέτη, συζήτησα με τον Κρις και τον Ουάλλας την μέθοδο προσέγγισης και
λύσης των προβλημάτων που θ' αντιμετώπιζα κατά την διάρκεια της επίσκεψής
μου εκεί με τους αντιπροσώπους του ΕΑΜ, ΕΔΕΣ και ΕΚΚΑ. Είχα τη γνώμη πως αν
δεν μπορούσα να παρουσιάσω ένα καθαρό διάγραμμα γι' αυτές τις οργανώσεις
όταν θα φτάναμε, οι αντιπρόσωποί τους θα υποστήριζαν τις δικές τους απόψεις ο
καθένας, με αποτέλεσμα να χάσουμε μέρες αν όχι βδομάδες σε συζητήσεις χωρίς
πιθανόν να καταφέρουμε τίποτα. Δεν σκόπευα να μείνω στο Κάιρο παραπάνω από
ένα δεκαπενθήμερο.
Με την προοπτική ότι η απελευθέρωση της Ελλάδας θα καθυστερούσε για πολλούς
ακόμα μήνες, το κυριότερο πρόβλημα ήταν πώς τα Κινήματα Αντίστασης θα
μπορούσαν να συμβιώνουν χωρίς να εκραγεί εμφύλιος πόλεμος ανάμεσά τους. Ο
πιο αποτελεσματικός τρόπος για την αποφυγή του θα ήταν η απασχόληση των
ανταρτών σε επιχειρήσεις εναντίον του εχθρού, αλλά το Αρχηγείο Μέσης
Ανατολής απαιτούσε να παραμείνουν σε σχετική αδράνεια, ώστε όταν θα έφτανε η
ώρα της πραγματικής απόβασης στην Ελλάδα, τα σαμποτάζ να λειτουργήσουν σαν
παράγοντας αιφνιδιασμού. Στο μεταξύ το Κάιρο ήθελε να εκπαιδευθούν οι
αντάρτες και να γίνουν περισσότερο αξιόμαχες δυνάμεις. Για το σκοπό αυτό
συμφωνήσαμε ότι θα χρειαζόταν ηθική και υλική ενίσχυση και ταυτόχρονα
ανάπτυξη και των άλλων Κινημάτων. Αποφασίσαμε να προτείνουμε η ανάπτυξη
αυτή να γίνει σε τρεις ξεχωριστές αλλά διαδοχικές φάσεις.
Το πρώτο θέμα ωστόσο ήταν να βρεθεί ένας λόγος που να εμποδίζει τις διάφορες
οργανώσεις να μάχονται μεταξύ τους. Αποφασίσαμε να κάνω μια προσπάθεια για
να πείσω τους παράγοντες του Καΐρου ν' αναγνωρίσουν επίσημα τους αντάρτες
σαν τμήμα των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων. Θέλαμε επίσης να προλάβουμε την
υπερβολική αύξηση της δύναμής τους που ήταν ενδεχόμενη εξαιτίας της
ανταγωνιστικής επέκτασής τους. Συμφωνήσαμε ότι ο καλύτερος τρόπος για να
καλύψουμε τις απαιτήσεις του Αρχηγείου Μέσης Ανατολής ήταν να περιορίσουμε
αριθμητικά τα διάφορα αντιστασιακά Κινήματα συστήνοντας επιλεκτική
στρατολόγηση, αλλά ταυτόχρονα να τα εφοδιάσουμε με ελαφρύ πυροβολικό και
άλλα συμπληρωματικά όπλα. Μ' αυτό τον τρόπο θα ανεβάζαμε το ποιοτικό επίπεδο
των ανταρτών και θα διευκολύναμε την παραπέρα εκπαίδευσή τους. Συμφωνήσαμε
ακόμα να ζητήσουμε από το ελληνικό Γενικό Επιτελείο του Καΐρου να εγκρίνει την
παραμονή ανταρτών Συνδέσμων - αξιωματικών στην έδρα του.
Δεύτερο ερχόταν το θέμα της δημόσιας διοίκησης. Τα περισσότερα μέλη του
Μικτού Στρατηγείου μας ήταν μόνιμοι ή έφεδροι αξιωματικοί ή ιδιώτες με
αξιόλογη πολιτική πείρα. Τόσο οι στρατιωτικοί όσο και οι ιδιώτες ήταν πολιτικά
ενήμεροι σ' ένα επίπεδο που μονάχα στην Ελλάδα μπορεί να συναντήσει κανείς.
Γύρω από το μεγάλο τραπέζι του ξύλινου σπιτιού που είχαμε στήσει έξω από το
Περτούλι συζητιούνταν όλα τα προβλήματα. Οι στρατιωτικοί ηγέτες ασχολούνταν
με τα πολιτικά θέματα το ίδιο συχνά και οι πολιτικοί σύμβουλοι με τα
στρατιωτικά· και οι δυο πλευρές συζητούσαν κάθε θέμα στρατιωτικού ή πολιτικού
χαρακτήρα.

Με το ποιοτικό ανέβασμα του επιπέδου των ανταρτικών δυνάμεων, σκόπιμο θα
ήταν τα καθαρά πολιτικά ή διοικητικά θέματα ν' ανατεθούν στους ιδιώτες ή
πολιτικούς εκπροσώπους του Στρατηγείου μας και τα καθαρά στρατιωτικά στους
στρατιωτικούς. Θάπρεπε λοιπόν να καταβάλλουμε προσπάθειες να χωρίσουμε το
Στρατηγείο μας σε δύο τμήματα —ένα στρατιωτικό και ένα πολιτικό— τα οποία
θα μπορούσαν να είναι αλληλένδετα, αλλά θα δούλευαν ανεξάρτητα.
Αν το ελληνικό Γενικό Επιτελείο δεχόταν συνδέσμους - αξιωματικούς των
ανταρτών, θα ζητούσαμε από την κυβέρνηση του Καΐρου να δεχτεί και πολιτικούς
εκπροσώπους στους κόλπους της. Οι τελευταίοι αυτοί θα μπορούσαν να δώσουν
ανεκτίμητες συμβουλές για πολλά ειδικά προβλήματα και ανάγκες του λαού στην
Ελεύθερη Ελλάδα.
Λαβαίνοντας τέλος υπόψη την μη αντιπροσωπευτικότητα της εξόριστης
κυβέρνησης, στην οποία οφειλόταν προφανώς και η έλλειψη επαφής και
εμπιστοσύνης με και από τους ανθρώπους του Βουνού, ιδιαίτερα του ΕΑΜ,
αντιλαμβανόμαστε πως έπρεπε να γίνει κάτι για ν' αποφευχθούν οι κίνδυνοι από
μια αιφνίδια αλλαγή όταν, με την απελευθέρωση της Ελλάδας, το καθεστώς των
ανταρτών θα παραχωρούσε τη θέση του σε μια συνταγματική κυβέρνηση.
Πάνω σ' αυτά, σκεφτήκαμε ότι η απόβαση στην Ελλάδα θα γινόταν σίγουρα από τη
Νότια Ιταλία και συνεπώς τα δυτικά παράλια, κοντά σε μερικά από τα λημέρια του
ΕΔΕΣ, θα ελευθερώνονταν πριν από την Αθήνα. Αποφασίσαμε να προτείνουμε στο
Κάιρο να στείλει εγκαίρως στα βουνά της ελεύθερης Ελλάδας ένα δυο επίσημους
παράγοντες της ελληνικής κυβέρνησης για να προλειάνουν το έδαφος της
επιστροφής της, εξασφαλίζοντάς της ένα μέτρο για τη συνέχιση του πολιτικού
ελέγχου και τα μέσα για την ένταξη των οργανώσεων της Αντίστασης στα
πλαίσια του έθνους.
Πριν από την αναχώρησή μου από το Περτούλι για τη Νεράιδα, μίλησα χωριστά με
τον Κομνηνό Πυρομάγλου του ΕΔΕΣ και τον Γιώργο Καρτάλη του ΕΚΚΑ για τις
παραπάνω προοπτικές και εξασφάλισα την ομόθυμη επιδοκιμασία τους στην
απόφαση να υποστηρίξουμε αμοιβαία τις τρεις αυτές φάσεις ανάπτυξης των
Κινημάτων Αντίστασης. Ο Εύμαιος είχε ήδη φύγει για την Καρδίτσα όπου και θα
ενημερωνόταν από τους αντιπροσώπους της Κ.Ε. Αθήνας που θα έφταναν εκεί λίγο
πριν από την αναχώρησή του για το Κάιρο. Στις 5 Αυγούστου ξεκίνησα για το
στρατηγείο του Ντένις Χάμσον για να κάνω μια τελευταία επιθεώρηση του
αεροδρομίου και να περιμένω το αεροπλάνο που αναμενόταν από την Αίγυπτο σε
τρεις μέρες.
Ύστερα από εννιά ώρες ταξίδι πάνω σ' ένα σταχτύ πουλάρι, που ο Σαράφης είχε
θέσει πρόσφατα στη διάθεσή μου, έφτασα το ίδιο βράδυ στον Πύργο, ένα μικρό
χωριό στη νότια άκρη της θεσσαλικής πεδιάδας. Εδώ επιθεώρησα και μια ίλη
ιππικού του ΕΛΑΣ, που αποτελούνταν από εκατό περίπου άλογα, μερικά από τα
οποία ήταν πρώτης τάξεως. Χρησιμοποιόταν για αναγνωρίσεις και ευκαιριακά
σαμποτάζ στην πεδιάδα. Εντυπωσιάστηκα από την εμφάνισή της και ιδιαίτερα από
το γενικό πνεύμα ετοιμότητας που την χαρακτήριζε. Πολλά άλογα ωστόσο είχαν
άσχημα γδαρσίματα από την έλλειψη υποσαγμάτων και κατάλληλης λίπανσης των
ιμάντων της σέλας. Υποσχέθηκα στον ίλαρχο του ΕΛΑΣ ότι μόλις θα έφτανα στο
Κάιρο θα φρόντιζα να του στείλω τα αναγκαία εφόδια.
Το άλλο βράδυ, βρισκόμουν στη Νεράιδα. Ο πιλότος-αξιωματικός της RAF, ο
Φρέντι Ρόδερχαμ, ειδικός για τον έλεγχο του εδάφους, είχε πέσει με αλεξίπτωτο

το προηγούμενο βράδυ, και είχε στραμπουλήξει πέφτοντας τον αστράγαλό του.
Επιθεώρησα το πεδίο προσγείωσης και έμεινα πλήρως ικανοποιημένος από τη
δουλειά του Ντένις· το ίδιο και ο Ρόδερχαμ.
Το μεσημέρι της 7ης Αυγούστου έφτασαν από το Περτούλι ο Ντέιβιντ Ουάλλας, ο
Σταν Σμιθ (ο αρχηγός ασυρματιστής μου), ο Κομνηνός και ο Καρτάλης. Ο Εύμαιος
δεν είχε ακόμα επιστρέψει· περίμενε προφανώς τους συναγωνιστές του από την
Αθήνα που είχαν αργοπορήσει. Πράγματι, αργά το ίδιο βράδυ, πήρα ένα μήνυμά
του που με παρακαλούσε να αναβάλλω αν ήταν δυνατό την αναχώρηση για είκοσι
τέσσερις ώρες, γιατί οι αντιπρόσωποι της Κ.Ε. δεν είχαν έρθει ακόμα. Συμφώνησα
και ειδοποίησα αντίστοιχα το Κάιρο.
Το βράδυ της 8ης Ιουλίου ο Εύμαιος επέστρεψε στη Νεράιδα συνοδευόμενος από
τον Γιώργο Σιάντο, Γραμματέα του ΚΚΕ, τον Ηλία Τσιριμώκο, αρχηγό ενός μικρού
ανεξάρτητου σοσιαλιστικού κόμματος, της ΕΛΔ, και δυο άλλους: τον Πέτρο
Ρούσσο και τον Κωνσταντίνο Δεσποτόπουλο —κομμουνιστές και οι δυο. Όλοι αυτοί
αποτελούσαν μέλη της Κ.Ε. του ΕΑΜ. Λίγα λεπτά μετά την άφιξή τους μου
ζήτησαν να τους συναντήσω. Διαπίστωσα ότι ο Σιάντος, ο αρχηγός τους, είχε την
εντύπωση ότι οι Τσιριμώκος, Ρούσσος και Δεσποτόπουλος, επρόκειτο να
συνοδεύσουν τον Εύμαιο στο Κάιρο. Τον ρώτησα από που είχε βγάλει αυτό το
συμπέρασμα αφού μέχρι τότε μονάχα τον Εύμαιο είχα συμφωνήσει να πάρω μαζί
μου. Μου απάντησε ότι είχε λάβει σήμα από το στρατηγείο μου, διαμέσου του
Καΐρου, σύμφωνα με το οποίο στο αεροπλάνο υπήρχε χώρος για όσα μέλη θα
αποφάσιζε να στείλει η Κ.Ε. Το αρνήθηκα κατηγορηματικά και ήμουν έτοιμος να
κατηγορήσω τον Εύμαιο ότι είχε παραποιήσει την κατάσταση στο σήμα που, κατά
την απουσία μου, είχε ζητήσει από τον Κρις να στείλουν στην Αθήνα από το Κάιρο,
όταν ο Σιάντος έβγαλε από την τσέπη του το σήμα που είχε λάβει. Το διάβασε.
Όταν μου το μετέφρασαν, κατάλαβα αμέσως ότι με λίγη και — στην περίπτωση
του ΕΑΜ — κατάλληλη φαντασία, η διατύπωσή του άφηνε περιθώρια
παρερμηνείας σχετικά με τον αριθμό των θέσεων της αντιπροσωπείας του ΕΑΜ.
Δεν είχα λόγους ν' αμφιβάλλω ότι επρόκειτο για το αυθεντικό σήμα που είχε
στείλει ο Κρις εκ μέρους του Εύμαιου. Μήνες αργότερα ανακάλυψα ότι το σήμα
που είχε στείλει ο Κρις στο Κάιρο για να διαβιβασθεί στην Κ.Ε. του ΕΑΜ στην
Αθήνα, είχε γραφτεί λέξη προς λέξη από τον Εύμαιο και συνεπώς εκείνος ήταν
υπεύθυνος για την παρεξήγηση. Είπα στο Σιάντο ότι ήμουν έτοιμος να παραδεχτώ
ότι είχε γίνει λάθος, αλλά όπως σίγουρα θα πρέπει να είχε ενημερωθεί από τον
Εύμαιο, δεν υπήρχε χώρος για τους τρεις επιπλέον αντιπρόσωπους. Ο Σιάντος
απάντησε ότι λυπόταν, αλλά ή και οι τέσσερις θα πήγαιναν ή κανένας. Δεν
μπορούσε, είπε, να επιτρέψει στον Εύμαιο, που κανονικά τώρα συγκαταλεγόταν με
τα μέλη του ΕΛΑΣ, να πάει μόνος του χωρίς την αντιπροσωπεία του ΕΑΜ.
Παρατήρησα ότι, εφόσον δεν υπήρχε χώρος στο αεροσκάφος για όλους, αν
αρνιόταν να επιτρέψει στον ένα να έρθει, αυτό θα σήμαινε πως το ΕΑΜ δεν θα
αντιπροσωπευόταν στις σημαντικές συνομιλίες που επρόκειτο να γίνουν στο
Κάιρο. Ύστερα από μια ατέλειωτη λογομαχία, κατά τη διάρκεια της οποίας δεν
μπόρεσα να κάνω το Σιάντο να υποχωρήσει, συμφώνησα να στείλω ένα σήμα στο
Κάιρο και να τους πληροφορήσω ότι οι αντιπρόσωποι του ΕΑΜ που ήθελαν να
επισκεφθούν τη Μέση Ανατολή ήταν τέσσερις και όχι ένας. Είπα στο Σιάντο ότι
ήταν απίθανο να πάρω απάντηση από το Κάιρο μέχρι το βράδυ, αλλά αν ο πιλότος
του αεροσκάφους συμφωνούσε να πάρει τρεις πρόσθετους επιβάτες, εγώ δεν είχα
αντίρρηση. Αν για οποιοδήποτε λόγο ο πιλότος αρνιόταν, φτάνοντας στο Κάιρο θα
έκανα τ' αδύνατα δυνατά για να στείλω, το επόμενο βράδυ, ένα άλλο αεροπλάνο
για τα τέσσερα μέλη του ΕΑΜ. Ο Σιάντος συμφώνησε πρόθυμα με όλα αυτά και,
αργά εκείνο το βράδυ, χωρίσαμε.

Το επόμενο πρωί, 9 Αυγούστου, έκανα ένα συμβούλιο με το Σιάντο και τα άλλα
μέλη της αντιπροσωπείας της Κ.Ε. για να εξετάσουμε την προοπτική μιας κοινής
προσέγγισης των προβλημάτων μας κατά τις συνομιλίες του Καΐρου, όπως είχα
κάνει και με τους αντιπροσώπους του ΕΔΕΣ και του ΕΚΚΑ. Ύστερα από μια
ικανοποιητική συζήτηση που κράτησε δυο ώρες, ο Σιάντος συμφώνησε ότι οι
αντιπρόσωποί του θα διαπραγματεύονταν τα προβλήματα ακριβώς με τον τρόπο
που λέγαμε.
Περιμέναμε το αεροπλάνο στις δέκα η ώρα εκείνο το βράδυ. Ο Ρόδερχαμ μας
πληροφόρησε ότι θα είναι Ντακότα και δεν χρειαζόταν ούτε το μισό από το μήκος
του αεροδρομίου που είχαμε φτιάξει. Λίγο πριν σκοτεινιάσει πήγε μαζί με τον
Ντένις να κάνουν πρόβα με την ειδική ομάδα των ανταρτών που η δουλειά της θα
ήταν να φωτίσει τις άκρες του πεδίου προσγείωσης μόλις το αεροπλάνο θα άρχιζε
να κατεβαίνει. Η ομάδα αυτή είχε θεωρηθεί αναγκαία για ν' αποφευχθεί ο κίνδυνος
το αεροδρόμιο να γίνει αντιληπτό από κάποιο περαστικό αεροπλάνο του εχθρού,
στην περίπτωση που το περίγραμμά του θα έμενε φωτισμένο για πολλή ώρα. Στις
εννιά, καθώς δεν είχε ακόμα φτάσει απάντηση στο σήμα που είχα στείλει στο
Κάιρο, σχετικά με τα πρόσθετα μέλη του ΕΑΜ, κατέβηκα με όλους τους
εκπροσώπους των ανταρτών στο αεροδρόμιο.
Λίγα λεπτά πριν απ' τις δέκα ακούσαμε στο βάθος τον ήχο ενός αεροσκάφους. Δυο
φωτιές, λίγες εκατοντάδες γυάρδες μακρυά από το πεδίο προσγείωσης, ήταν τα
μόνα προειδοποιητικά σήματα που φαίνονταν από τον αέρα. Το αεροπλάνο
πλησίασε διατηρώντας σημαντικό ύψος. Αφήσαμε να μας ξεφύγει ένα «ζήτω»
καθώς άρχισε να εκπέμπει φωτεινά σήματα προς το έδαφος.
Χρησιμοποιώντας το φακό του, ο Ρόδερχαμ απάντησε αμέσως, και σε λίγο έδινε
πληροφορίες για την ταχύτητα του ανέμου και άλλες λεπτομέρειες σχετικά με τον
καιρό. Το αεροσκάφος έδωσε το O.K. και άρχισε να κατεβαίνει. Έκανε έναν πλήρη
κύκλο πάνω από το ξέφωτο και μετά απομακρύνθηκε προκειμένου να επιχειρήσει
την τελική προσέγγιση. Καθώς απομακρυνόταν, ο Ρόδερχαμ έδωσε σήμα με το
φακό του σ' αυτούς που περίμεναν στο έδαφος και σχεδόν ταυτόχρονα οι
εικοσιτέσσερις αντάρτες που βρίσκονταν ξαπλωμένοι, δώδεκα από κάθε πλευρά,
κατά μήκος του γηπέδου, άναψαν τις λάμπες πετρελαίου που είχαν μπροστά τους.
Το πεδίο προσγείωσης διαγραφόταν τώρα καθαρά και προσευχήθηκα, για ένα
τέταρτο τουλάχιστον της ώρας, να μη φανεί κανένα εχθρικό αεροσκάφος.
Είχαμε όλοι συγκεντρωθεί στην πλευρά του τέρματος του πεδίου προσγείωσης. Η
Ντακότα χύθηκε προς τα κάτω και το μαύρο της σχήμα πρόβαλλε ξάφνου από το
σκοτάδι. Για μια στιγμή φάνηκε να ξεπερνάει το σημείο που θάπρεπε ν' ακουμπήσει
στο έδαφος, αλλά διακόσιες πενήντα γυάρδες από μας την είδαμε να κυλάει
ομαλά και να προσγειώνεται. Καθώς περνούσε πάνω από το γήπεδο οι λάμπες των
ανταρτών έσβηναν πίσω της και όταν τελικά σταμάτησε δεν είχε απομείνει
κανένα φως αναμμένο εκτός από τον φακό του Ρόδερχαμ. Ανάπνευσα μ'
ανακούφιση γι' άλλη μια φορά.
Το αεροσκάφος είχε κάμει ένα προπαρασκευαστικό ημικύκλιο και ερχόταν προς το
μέρος μας, όταν ακούσαμε τον πιλότο να βάζει πάλι σε κίνηση τη μηχανή. Για
κακή του τύχη, καθώς έπαιρνε τη στροφή πάτησε πάνω σε μια από τις τάφρους
που είχαν καλύψει οι εργάτες του Ντένις και ο ένας από τους τροχούς του
αεροσκάφους βυθίστηκε στο μαλακό χώμα· στιγμιαία ευτυχώς, γιατί μαρσάροντας
τη μηχανή ο πιλότος κατάφερε να τον ανασύρει. Φτάνοντας σε μας το
αεροσκάφος έκανε πάλι στροφή και σταμάτησε, με τις μηχανές του ακόμα
αναμμένες, έτοιμο για την απογείωση. Καθώς σταματούσε, κοίταξα το ρολόι μου.

Ήταν δέκα και ένα, δηλαδή είχε καθυστέρηση ενός λεπτού.
Μέσα στα επόμενα έντεκα λεπτά είχαμε ξεφορτώσει μια ομάδα νεοφερμένων και
μερικά εφόδια που είχε φέρει η Ντακότα. Ο πιλότος με πληροφόρησε πως
μπορούσε να πάρει εύκολα τους τρεις πρόσθετους αντιπρόσωπους του ΕΑΜ και
είχαμε όλοι μπει στο αεροσκάφος. Στις δέκα και είκοσι απογειωνόμαστε και σε
μερικά λεπτά κατευθυνόμαστε προς την Αίγυπτο. Έξη ώρες αργότερα, ύστερα από
ένα ομαλότατο ταξίδι, προσγειωνόμαστε σ' ένα αεροδρόμιο έξω από το Κάιρο.
Μου φαινόταν παράξενο να νιώθω πάλι την άμμο κάτω από τα πόδια μου, καθώς
προχωρούσα, μαζί με τους επιτελικούς αξιωματικούς της SOE, προς τα κτίρια του
αεροδρομίου να πιώ ένα φλυτζάνι τσάι. Μισή ώρα αργότερα μπαίναμε στο Κάιρο
και κατευθυνόμαστε οι μεν αντιπρόσωποι των ανταρτών σ' ένα σπίτι που είχε
ετοιμαστεί γι' αυτούς στο Μααντί (ένα εξοχικό προάστιο του Καΐρου) κι εγώ στο
διαμέρισμα του λόρδου Γκλένκονερ, αρχηγού της SOE Καΐρου.
Ύστερα από ένα θαυμάσιο ζεστό λουτρό φόρεσα ένα κοστούμι και βγήκα στη
σκιερή βεράντα του άνετου διαμερίσματος του οικοδεσπότη μου όπου εκείνος —
και το μπρέκφαστ — με περίμεναν. Ο θόρυβος των γειτονικών τραμ και των
άλλων κυκλοφοριακών μέσων, μέσα στην κρυστάλλινη καθαρότητα του
καλοκαιριάτικου αιγυπτιακού πρωινού, που ακόμη ήταν δροσερό κι ευχάριστο,
αντηχούσε παράξενα ύστερα από ένα χρόνο στα κακοτράχαλα βουνά της
δουλωμένης Ελλάδας. Ο χρόνος που είχε περάσει φαινόταν πολύ πραγματικός,
αλλά η άνεση και η ασφάλεια του παρόντος έμοιαζαν με όνειρο.
Για πρώτη σχεδόν φορά μέσα σ' ένα χρόνο ξεκουράστηκα πραγματικά.

17. ΚΑΪΡΟ ΚΑΙ ΛΟΝΔΙΝΟ
Θα πρέπει να θυμίσουμε ότι τον πρώτο καιρό η Αντίσταση στην Ελλάδα
διευθυνόταν ονομαστικά από μια Αγγλο - Ελληνική Επιτροπή που έδρευε στο
Κάιρο. Όταν την άνοιξη του 1943 η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση και ο βασιλιάς
μεταφέρθηκαν από το Λονδίνο στο Κάιρο, πράγμα που σημαίνει ότι τα μέλη της
έγιναν έτσι πιο προσιτά για άμεσες συνομιλίες, η Επιτροπή συνερχόταν πιο
σπάνια. Από την άλλη μεριά, καθώς η πολιτική φυσιογνωμία των Αντιστασιακών
Κινημάτων διαγραφόταν σιγά - σιγά όλο και περισσότερο σαν δημοκρατική, τα
μοναρχικά στοιχεία που ήταν επικεφαλής της ελληνικής κυβέρνησης έχαναν
σταθερά τον ενθουσιασμό τους για την Αντίσταση και το ενδιαφέρον τους να την
ελέγξουν. Πριν φτάσω στο Κάιρο, η Αγγλο - Ελληνική Επιτροπή είχε ήδη πάψει να
λειτουργεί. Από τον Αύγουστο του 1943 η διεύθυνση και ο έλεγχος των
Ανταρτικών Κινημάτων είχε περάσει σχεδόν ολοκληρωτικά από την ελληνική
κυβέρνηση στα χέρια των Βρετανών. Συνέπεια του γεγονότος αυτού ήταν ότι η
εξόριστη κυβέρνηση έχασε ακόμα περισσότερο την επαφή της με τα γεγονότα και
τις εξελίξεις στα βουνά της Ελεύθερης Ελλάδας.
Κοντά σ' αυτά, η ελληνική κυβέρνηση εξακολουθούσε ν' αποτελείται, στο
μεγαλύτερό της μέρος, από βασιλόφρονες και τα μέλη της είχαν χάσει την επαφή
τους με το λαό εδώ και δυο χρόνια. Σε μια προσπάθεια που έγινε να της δοθεί
περισσότερο
αντιπροσωπευτικός
χαρακτήρας,
μερικοί
βασιλόφρονες
αντικαταστάθηκαν από τους λίγους ηγέτες ή μέλη των παλιών φιλελεύθερων ή
δημοκρατικών κομμάτων που τύχαινε να βρίσκονται τότε στη Μέση Ανατολή.
Αλλά, ακόμα κι έτσι, η κυβέρνηση δεν έγινε αντιπροσωπευτική, γιατί στην Αθήνα,
κάτω από το ζυγό του Άξονα, είχαν στο μεταξύ δημιουργηθεί νέα δημοκρατικά
κόμματα, γύρω από τα οποία αναπτύχθηκαν Αντιστασιακά Κινήματα.
Οι ηγέτες των παλιών φιλελεύθερων κομμάτων στην Αθήνα ήταν βασικά
συντηρητικοί στις απόψεις τους, αλλά όπως ανάφερα στις προηγούμενες σελίδες,
φαίνονταν να πιστεύουν ότι πριν ο βασιλιάς κάμει μια ανεπιφύλακτη δήλωση
σχετικά με το δημοψήφισμα, δεν μπορούσαν να δείξουν συμπάθεια προς την
εξόριστη κυβέρνηση χωρίς να χάσουν τους περισσότερους οπαδούς τους υπέρ των
νέων δημοκρατικών ή αντιστασιακών ηγετών. Σε γενικές γραμμές λοιπόν
τηρούσαν ουδέτερη πολιτική, μη υποστηρίζοντας ούτε την εξόριστη κυβέρνηση,
ούτε τα αντιστασιακά κινήματα. Στο μεταξύ, υπήρχαν βασιλικοί στην Αθήνα
(πολλοί ανώτεροι αξιωματικοί του στρατού ή μεγάλοι βιομήχανοι) που έπαιζαν και
με την κατοχική κυβέρνηση που ελεγχόταν από τους Γερμανούς και με την
εξόριστη κυβέρνηση του Καΐρου, αλλά ελάχιστοι από αυτούς είχαν μια
οποιαδήποτε σχέση με την Αντίσταση. Είχα πληροφορίες μάλιστα ότι ορισμένοι
βασιλικοί πράκτορες που είχαν επαφή με την Μέση Ανατολή, τους συμβούλευαν να
«κάνουν την πάπια» και να περιμένουν την απελευθέρωση της Ελλάδας, παρά να
πάνε στο Βουνό. Τελικά, για να μπαλώσουν τα πράγματα με την εξόριστη
κυβέρνηση, οι βενιζελικοί Φιλελεύθεροι έστειλαν κάποιον κ. Εξηντάρη στο Κάιρο
για να εκθέσει τις απόψεις τους. Ο τελευταίος αυτός έφτασε λίγες μέρες πριν από
την αντιπροσωπεία του Βουνού.
Στα τέλη Ιουλίου, οι αντιβασιλικές ταραχές (στασιαστικές, σύμφωνα με τα δικά
μας πρότυπα) στην Ελληνική Ταξιαρχία και μετά στην Παλαιστίνη, καθώς και ο
περιορισμός των πρωταιτίων που ακολούθησε, είχαν μεγαλώσει τις σκοτούρες
της ελληνικής κυβέρνησης σε τέτοιο βαθμό, ώστε, όταν φτάσαμε στο Κάιρο,

σκεφτόταν σοβαρά να παραιτηθεί. Για τους λόγους αυτούς, τα δημοκρατικά μέλη
της κυβέρνησης ήταν κάτι παραπάνω από έτοιμα ν' ακούσουν τους
αντιπροσώπους του Βουνού και να μάθουν πραγματικά γεγονότα για τη χώρα τους
και το λαό τους.
Λίγο μετά την άφιξή μου ανακάλυψα ότι δεν είχε καταστρωθεί κανένα πρόγραμμα
για τους εκπροσώπους των ανταρτών. Δεν είχε καν αποφασισθεί αν θα τους
επιτρεπόταν να δουν μέλη της κυβέρνησης. Όχι πολύ μετά τον ερχομό τους
ωστόσο, το γεγονός γινόταν γνωστό σε όλους τους ελληνικούς κύκλους του
Καΐρου και τα δημοκρατικά μέλη της κυβέρνησης ζητούσαν την άδεια να τους
συναντήσουν.
Υπόβαλα στον λόρδο Γκλένκονερ το σχέδιο που είχαμε ήδη εγκρίνει στο Βουνό σαν
βάση για την εξέταση των προβλημάτων μας. Το ενέκρινε πρόθυμα και μέσα σε
είκοσι τέσσερις ώρες οι αντιπρόσωποι είχαν πάρει την άδεια να μπούνε στο Κάιρο
και να συναντηθούν με την κυβέρνηση. Τη δεύτερη μέρα της άφιξής μας γίνονταν
πράγματι δεχτοί από τους εκπροσώπους τους, χωρίς να προηγηθεί καμιά
συνομιλία μεταξύ αυτών και των βρετανικών αρχών του Καΐρου.
Ενώ οι αντιπρόσωποι του Ζέρβα και του ΕΚΚΑ, ο Κομνηνός Πυρομάγλου και ο
Καρτάλης αντίστοιχα, φέρθηκαν σωστά και με διακριτικότητα, οι αντιπρόσωποι
του ΕΑΜ υπαναχώρησαν στο θέμα των ενιαίων προτάσεων που είχαμε συμφωνήσει
και έθεσαν άμεσα το πολιτικό θέμα. Υποστήριξαν ότι το ενενήντα τοις εκατό του
ελληνικού λαού ήταν εναντίον της επιστροφής του βασιλιά και απαίτησαν μια
δήλωση από την κυβέρνηση ότι δεν θα του επέτρεπε να επιστρέψει πριν η
πλειοψηφία του λαού το ζητήσει με δημοψήφισμα. Η θέση τους ενισχύθηκε και από
την πλήρη υποστήριξη του Εξηντάρη. Σε λίγο είχαν κερδίσει όχι μονάχα την
προσοχή αλλά και τη συμπάθεια ολόκληρης ουσιαστικά της κυβέρνησης και είχαν
πάρει μαζί τους και τους υπόλοιπους αντιπροσώπους των ανταρτών. Τέσσερις
μέρες μετά τον ερχομό τους, μονάχα ο πρωθυπουργός Τσουδερός κι ένας - δυο
άλλοι έμεναν δίπλα στο βασιλιά. Εκείνη την εποχή, οι σχέσεις ανάμεσα στη SOE
Καΐρου, το Γ.Σ. Μέσης Ανατολής και τη βρετανική Πρεσβεία της Ελλάδας,
φαίνονταν εγκάρδιες. Πίστευα λοιπόν πως όλοι οι βρετανοί παράγοντες που
ασχολούνταν με το Κάιρο συμφωνούσαν σε μεγάλο βαθμό μεταξύ τους πως αν ο
βασιλιάς έκανε μια ακόμα κατάλληλη δήλωση, υπήρχε προοπτική άμεσης επίλυσης
των προβλημάτων που είχαν αναστατώσει σοβαρά την ελληνική κυβέρνηση λίγο
πριν από την άφιξή μας.
Τη δεύτερη μέρα της παραμονής μου στο Κάιρο, ο κ. Λήππερ, ο βρετανός
πρεσβευτής στην Ελλάδα, με πήγε να δω τον βασιλιά Γεώργιο. Πριν ξεκινήσουμε
μου είπε ότι μπορούσα να μιλήσω με ειλικρίνεια και ότι ήμουν ελεύθερος να του
πω όλα όσα είχα πει ήδη στον κ. Λήππερ, για τα αντιμοναρχικά αισθήματα που
κυριαρχούσαν στο Βουνό.
Παρόλο που δεν κατέγραψα ποτέ τις εντυπώσεις μου από αυτή τη συνάντηση,
θυμάμαι ότι ο αείμνηστος βασιλιάς της Ελλάδας μόλις ξεπερνούσε το μέσο ύψος,
είχε γκρίζα μαλλιά, ξυρισμένο πρόσωπο, κι ένα μεγάλο λιπόσαρκο στόμα, με κάτι
σαν παγωμένο χαμόγελο. Αν και προ πολλού μεσήλικας, κρατιόταν καλά για τα
χρόνια του, αλλά τα κουρασμένα μάτια του, τα άχρωμα χαρακτηριστικά του και
το βαθιά ρυτιδωμένο πρόσωπο, πρόδιναν κάποια ελλοχεύουσα ασθένεια. Μιλούσε
άνετα αγγλικά με μια ελάχιστα ξενική απόχρωση.
Στη συνομιλία που ακολούθησε, του εξήγησα όσο ευγενικά και διακριτικά

μπορούσα την κατάσταση που επικρατούσε στο εσωτερικό της χώρας του. Η
ταπεινή μου γνώμη, είπα, ήταν πως αν επρόκειτο να επιστρέψει στην Ελλάδα
επικεφαλής των δυνάμεών του, το ΕΑΜ θα διαχώριζε τη θέση του από τις άλλες
ομάδες των ανταρτών και θα έπαιρνε ανοιχτά θέση εναντίον του· ο Ζέρβας τότε
θα συντασσόταν με τον βασιλιά και το αποτέλεσμα θα ήταν εμφύλιος πόλεμος.
Τόνισα επίσης ότι θα διέτρεχε πιθανόν σοβαρό προσωπικό κίνδυνο αν δεν τον
υποστήριζαν οι βρετανικές δυνάμεις, ότι αν επέστρεφε στην Ελλάδα με την
προστασία μας, το ΕΑΜ θα θεωρούσε την ενέργειά μας σαν ανάμιξη των
Βρετανών σε καθαρά ελληνικές υποθέσεις και ότι το γεγονός αυτό θα προκαλούσε
πάλι ανοιχτή εξέγερση.
Στις 13 Αυγούστου, σε μια δεξίωση στο σπίτι του υφυπουργού λόρδου Μόυν, είχα
μια ακόμη ιδιαίτερη συνομιλία με τον βασιλιά της Ελλάδας. Τον ρώτησα, με όλη
μου την σοβαρότητα, αν αντιμετώπιζε το ενδεχόμενο να μας επισκεφθεί στο
Βουνό για να ανακτήσει την εμπιστοσύνη του λαού προς το πρόσωπό του. Νόμιζα
πως ήταν πολύ γέρος για ν' αναλάβει ένα τέτοιο εγχείρημα. Απαντώντας στην
πρότασή μου να παραμείνει στο εξωτερικό σαν Πρεσβευτής της χώρας του κατά
τη διάρκεια διαπραγματεύσεων ειρήνης και μέχρι το δημοψήφισμα ν' αποφασίσει
για το μέλλον του, είπε πως θεωρούσε αναγκαίο να επιστρέψει με το στρατό του.
Πολλοί φίλοι του στην Αγγλία είχαν τη γνώμη ότι θα παραμελούσε το καθήκον του
αν έμενε πίσω.
Μέχρι να μου στείλουν πολιτικό σύμβουλο, η βρετανική Πρεσβεία και το Φόρεϊν
Όφις στήριζαν σε μεγάλο βαθμό τις πληροφορίες τους για την πορεία των
πολιτικών πραγμάτων στο εσωτερικό της Ελλάδας, στις αναφορές που έστελνα με
τον ασύρματο στη SOE Καΐρου εγώ και οι αξιωματικοί μου. Από την εποχή όμως
που είχε φτάσει ο Ντέιβιντ Ουάλλας, ο βρετανός πρεσβευτής είχε τη δυνατότητα
να λαβαίνει πολιτικές εκθέσεις, στις οποίες θα πρέπει να είχε απόλυτη
εμπιστοσύνη, έστω κι αν διαβιβάζονταν από τα κανάλια των δικών μου
ασυρμάτων και αποκρυπτογραφούνταν από τα γραφεία της SOE. Το πρώτο
δεκαπενθήμερο της παραμονής του στην Ελλάδα, ωστόσο, εκτός από την
αποστολή ενός σήματος με το οποίο ζητούσε να του στείλουν μερικά προσωπικά
πράγματα (είχε χάσει το σακκίδιό του το βράδυ που έπεσε με το αλεξίπτωτο), ο
Ντέιβιντ δεν είχε στείλει καμιά έκθεση. Συνέχιζε να ενημερώνεται και να
διαμορφώνει τις γνώμες του. Το δεύτερο και τελευταίο δεκαπενθήμερο πριν από
την αναχώρησή μας, είχε στείλει στο Κάιρο πολλές κρυπτογραφημένες αναφορές,
που απευθύνονταν προσωπικά στον βρετανό πρεσβευτή. Ερχόμενος στη Μέση
Ανατολή, ανακάλυψε με κατάπληξη ότι οι περισσότερες απ' αυτές τις αναφορές
περίμεναν ν' αποκρυπτογραφηθούν από τη SOE. Εδώ κι ένα μήνα δεν είχα πάψει να
επισύρω την προσοχή του Καΐρου στην καθυστέρηση των απαντήσεων στα σήματά
μου. Εκείνη την εποχή, οι απαντήσεις έπαιρναν πολλές μέρες, ακόμα και
βδομάδες, ώσπου να φτάσουν στο Βουνό.
Αποτέλεσμα όλης αυτής της ιστορίας ήταν πως, όταν η αντιπροσωπεία μας
έφτασε στο Κάιρο, ο βρετανός πρεσβευτής δεν ήταν, όπως θα μπορούσε να είναι,
προετοιμασμένος για την πολιτική κατάσταση που είχε δημιουργηθεί. Διέταξε
ανακρίσεις για να διαπιστωθεί που οφειλόταν η καθυστέρηση της SOE και η μη
παράδοση των προσωπικών σημάτων του Ουάλλας, και ανακάλυψε ότι αιτία ήταν
η απρόβλεπτη και ταχεία επέκταση των επικοινωνιών ασυρμάτου με όλα τα
Βαλκάνια, η οποία και είχε παραφορτώσει το προσωπικό της αποκρυπτογράφησης.
Στο μεταξύ, είχαν ζητηθεί, εννοείται, ενισχύσεις από την Αγγλία και τη Νότια
Αφρική, που βρίσκονταν ήδη καθ' οδόν, αλλά προς το παρόν κανένας δεν είχε
φτάσει.

Ενώ η SOE Καΐρου έπαιρνε τις εξωστρατιωτικές της οδηγίες από το Επιτελείο της
SOE Λονδίνου, στα άλλα θέματα κατευθύνονταν από την Επιτροπή του Γ.Σ. του
Καΐρου που μέλη της ήταν τόσο ο Αρχηγός του Γ.Σ. όσο και ο βρετανός
πρεσβευτής της Ελλάδας. Έτσι όφειλε να δείχνει τη νομιμοφροσύνη της σε
περισσότερους από έναν κυρίους και η στάση της ήταν αναγκαστικά κάπως
ελαστική. Παρόλο που το προσωπικό της αποτελούνταν στο μεγαλύτερό του
μέρος από στρατιωτικούς, ο αρχηγός της, ο λόρδος Γκλένκονερ, ήταν ένας ικανός
πολιτικός. Αυτή ήταν μια θαυμάσια ταχτοποίηση όσο η Αντίσταση βρισκόταν στα
πρώτα στάδια της εξέλιξής της και έκανε κλεφτοπόλεμο, αλλά όταν το 1943
επεκτάθηκε και μεταβλήθηκε σε πραγματικό αντιστασιακό Στρατό, η
δραστηριότητά της απαιτούσε μεγαλύτερο συντονισμό με τα στρατηγικά μας
σχέδια και περισσότερες επαφές με τα διάφορα παραρτήματα του Γενικού
Επιτελείου Μέσης Ανατολής.
Στο πολιτικό επίπεδο, ο λόρδος Γκλένκονερ δεν είχε εκείνη την εποχή δικούς του
πολιτικούς συμβούλους και ο μόνος που βρισκόταν κάπως κοντά του ήταν ο
βρετανός πρεσβευτής της Ελλάδας, ο οποίος όμως υπάκουε πρώτα απ' όλους στο
Φόρεϊν Όφις. Έτσι, στις καθημερινές συνεδριάσεις που έπρεπε να παίρνει μέρος,
μαζί με αξιωματικούς του Γ.Ε. και παράγοντες της πρεσβείας, βρισκόταν σε πολύ
μειονεκτική θέση, τη στιγμή μάλιστα που η επίλυση των διαφόρων προβλημάτων
εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από την καταλληλότητα και την αμοιβαία
εμπιστοσύνη των προσωπικοτήτων που συμμετείχαν σ' αυτές. Αν λάβει κανείς
υπόψη του πόσο περίπλοκα είχαν γίνει τα πολιτικά προβλήματα με την Αντίσταση
στην Ελλάδα και πόσο λίγο, κατά την πρώτη περίοδο της παράνομης δουλειάς
τους εκεί, οι αξιωματικοί της SOE ήταν κατάλληλα εκπαιδευμένοι για ν'
αντιμετωπίσουν τις ιδιομορφίες και τις δραστηριότητες εκείνων με τους οποίους
συνεργάζονταν, αντιλαμβάνεται ότι ακόμα και χωρίς την καθυστέρηση της
παράδοσης των σημάτων του Ντέιβιντ Ουάλλας στον κ. Λήππερ, υπήρχαν κρυφοί
σπόροι παρανοήσεων και διαφωνιών ακόμα και μεταξύ των πιο ανοιχτόμυαλων
προσωπικοτήτων που ασχολούνταν με τα θέματα των ελληνικών Αντιστασιακών
Δυνάμεων.
Στον πόλεμο, όσο καλές κι αν είναι οι εναέριες επικοινωνίες με τον ασύρματο, οι
Σύνδεσμοι αξιωματικοί δεν μπορούν παρά να δίνουν στους μακρυνούς διοικητές
τους μια περίπλοκη εικόνα των γεγονότων. Η εικόνα της Ελλάδας ήταν το ίδιο
περίπλοκη όσο και κάθε άλλη. Η SOE Καΐρου είχε καταφέρει να μου στείλει τον
Τζων Στήβενς το Μάρτιο του 1943, αλλά ύστερα από ένα αργό ταξίδι με καΐκι από
τα ανατολικά παράλια της Ελλάδας, είχε καθυστερήσει στην Τουρκία κι ακόμα δεν
είχε επιστρέψει στη Μέση Ανατολή. (Έφτασε στο Κάιρο δέκα μέρες μετά τη δική
μου άφιξη εκεί). Αυτό σημαίνει πως, έντεκα ολόκληρους μήνες μετά την
αναχώρηση της αρχικής ομάδας για την Ελλάδα, κανένας Σύνδεσμος αξιωματικός δεν είχε επιστρέψει ακόμα στη Μέση Ανατολή.
Ενώ οι περισσότεροι από τους παράγοντες της SOE Καΐρου, με τους οποίους είχα
έρθει σ' επαφή, αντιλαμβάνονταν γρήγορα τα προβλήματα που αντιμετώπιζα με
το μέλλον της Αντίστασης στην Ελλάδα, μερικοί από το Γ.Ε., παρόλη την
κατανόηση που έδειχναν, διαπίστωνα πως δεν μπορούσαν να συλλάβουν τη
σοβαρότητα της συνολικής κατάστασης. Ορισμένοι από τους στρατιωτικούς μας
που είχαν δει με τα μάτια τους τις μάζες που ακολούθησαν την κηδεία του
Μεταξά και ήξεραν την συμπαράσταση του ελληνικού λαού προς τον βασιλιά και
την κυβέρνησή του όταν η χώρα βρισκόταν σε κίνδυνο το 1941, δεν μπορούσαν να
καταλάβουν πώς ήταν δυνατή αυτή η μεταστροφή γνώμης που τους έλεγα και δεν
μπορούσαν να πιστέψουν πως ήταν αυθεντική και γνήσια. Δεν λάβαιναν υπόψη
τους και, σε μεγάλο βαθμό, δεν καταλάβαιναν τους παράγοντες που έκαναν

δυνατή αυτή τη μεταστροφή. Είχαν ξεχάσει ή δεν γνώριζαν ότι το 1924 ο
ελληνικός λαός είχε κηρυχθεί, με συντριπτική πλειοψηφία, υπέρ της Αβασίλευτης
Δημοκρατίας και όχι της Μοναρχίας, αλλά ότι το 1935, μόλις έντεκα χρόνια
αργότερα, ο βασιλιάς Γεώργιος II επέστρεφε στο θρόνο του με ένα ποσοστό 97%.
Ακόμα κι αν πιστέψουμε ότι οι αριθμοί αυτοί είχαν υποστεί μια σχετική
«διαρρύθμιση», σίγουρο είναι πως υπήρξε μια πλήρης μεταστροφή γνώμης.
Ακόμα και η βρετανική κυβέρνηση δεν φαινόταν προετοιμασμένη για την αιφνίδια
ευθυγράμμιση της πλειοψηφίας των μελών της ελληνικής κυβέρνησης με τα
ένθερμα αντιμοναρχικά στοιχεία του ΕΑΜ. Όταν λοιπόν, στις 22 Αυγούστου, ο
έλληνας βασιλιάς τηλεγραφούσε στον Τσώρτσιλ και στον πρόεδρο Ρούζβελτ στη
Διάσκεψη του Κεμπέκ ζητώντας τη γνώμη τους για το τι να πράξει, δεν είναι ίσως
παράξενο που τον συμβούλεψαν και οι δυο να μην ενεργήσει βιαστικά ή
αντισυνταγματικά. Πίστευαν προφανώς και οι δυο πως αν υποχωρούσε στις
αξιώσεις του ΕΑΜ, θα ήταν στην ουσία σα να παραιτούνταν, και ο πρωθυπουργός
του, ο Τσουδερός, δεν θα είχε άλλη διέξοδο παρά να παραιτηθεί κι εκείνος.
Ύστερα απ' αυτό, δεν θα υπήρχαν παρά μερικά καινούργια μέλη από τα παλιά
δημοκρατικά κόμματα και οι αντιπρόσωποι των ανταρτών για να εκλέξει σαν
διάδοχη κυβέρνηση. Επιπλέον, καθώς οι αντιπρόσωποι των ανταρτών και ο
Εξηντάρης μιλούσαν για το ένα τέταρτο του ελληνικού λαού, το Φόρεϊν Όφις δεν
ήταν καθόλου βέβαιο ότι αντιπροσώπευαν τη γνώμη του ελληνικού λαού σαν
συνόλου, και ήταν φυσικό να θεωρεί πρόωρη την προεξόφληση της γνώμης του
μετά την απελευθέρωση, όταν τα Αντιστασιακά Κινήματα θα έπαυαν να υπάρχουν
ή θα είχαν απορροφηθεί μέσα στις ειρηνικές διαδικασίες.
Η SOE Καΐρου νόμιζε πως, σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχε, η
αντιπροσωπευτική κυβέρνηση θάπρεπε να σχηματισθεί από τα απομένοντα μέλη,
αλλά η βρετανική κυβέρνηση δεν συμφωνούσε με την αντισυνταγματική αυτή
λύση ενός βασικού προβλήματος ενώ η Ελλάδα βρισκόταν ακόμα κάτω από τον
ζυγό του Άξονα. Φοβόταν προφανώς ότι η παραίτηση του βασιλιά και η
συνακόλουθη του Τσουδερού, θα οδηγούσαν σε μια νέα κυβέρνηση — όργανο του
ΕΑΜ — το πιο ισχυρό και με μεγαλύτερη επίδραση Κίνημα Αντίστασης, που είχε
δημιουργηθεί και ελεγχόταν από τους Κομμουνιστές. Προβάλλονταν επίσης το
σωστό επιχείρημα ότι το ΕΑΜ δεν είχε στρατολογήσει τους περισσότερους
οπαδούς του, αλλά, σε μεγάλο βαθμό, τους είχε επιστρατεύσει, χωρίς και πάλι ν'
αντιπροσωπεύει περισσότερο από το ένα όγδοο του Έθνους. Η μόνη εναλλακτική
λύση, εκτός από την παράδοση της εξουσίας στο ΕΑΜ, ήταν η διάλυση κάθε
συνταγματικής κυβέρνησης και η δημιουργία μιας προσωρινής, καθαρά
στρατιωτικής, επιτροπής. Αυτό σήμαινε ότι η Ελλάδα δεν θα είχε κανένα πολιτικό
παράγοντα να την εκπροσωπήσει στις διεθνείς υποθέσεις όταν η χώρα θα
απελευθερωνόταν.
Υποστηρίζοντας κάθε προσπάθεια διεύρυνσης της εξόριστης συνταγματικής
κυβέρνησης, η βρετανική κυβέρνηση θεωρούσε συνεπώς κάθε άλλη λύση σαν
εξαιρετικά επικίνδυνη. Φαινόταν να πιστεύει ότι η υποστήριξη της μοναρχίας,
ώσπου να εξασφαλιστούν οι ειρηνικές προϋποθέσεις για τη διενέργεια του
δημοψηφίσματος, αποτελούσε το μόνο δρόμο για την διατήρηση μιας
συνταγματικής κυβέρνησης. Αυτός πρέπει να ήταν ο κύριος λόγος που, σε μια
τόσο κρίσιμη περίοδο, έριξε όλο της το βάρος υπέρ του βασιλιά και χρησιμοποίησε
όλη την επιρροή της για να εμποδίσει την παραίτηση του Πρωθυπουργού και της
κυβέρνησής του. Όταν λοιπόν, λίγες μέρες αργότερα, οι αντιπρόσωποι του ΕΑΜ
πρόβαλλαν ανυπόμονα και χωρίς καμιά προηγούμενη ένδειξη την αξίωση να τους
δοθούν τρία υπουργεία στην κυβέρνηση, δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί
αντιμετωπίσθηκαν με σταθερή άρνηση όχι μονάχα από τον έλληνα βασιλιά και τον

Τσουδερό, αλλά και από τα άλλα μέλη της ελληνικής κυβέρνησης που μέχρι πριν
υποστήριζαν τους εκπροσώπους του ΕΑΜ.
Οι σχέσεις μεταξύ SOE Καΐρου και βρετανικής πρεσβείας οξύνθηκαν μετά τις νέες
αυστηρές οδηγίες του Φόρεϊν Όφις. Εγώ και οι ανώτεροί μου κατηγορούμαστε ότι
είχαμε κουβαλήσει στο Κάιρο τους αντιπροσώπους των ανταρτών, και μάλιστα με
τόσο απαιτητικές προτάσεις, χωρίς να έχουμε καθόλου προετοιμάσει το έδαφος.
Ο λόρδος Γκλένκονερ είπε στον κ. Λήππερ ότι δεν μπορούσε να κατηγορεί τους
ανθρώπους του για ό,τι οι έλληνες πολίτες συζητούσαν με την κυβέρνησή τους
και ότι, εν πάση περιπτώσει, η πλειοψηφία των μελών της ελληνικής κυβέρνησης
και του λαού της Ελεύθερης Ελλάδας — και άλλοι στο Κάιρο — είχαν δείξει ότι
υποστήριζαν τις αρχικές προτάσεις των αντιπροσώπων.
Όταν η βρετανική πρεσβεία έδωσε οδηγίες στη SOE Καΐρου να στείλει πίσω τους
αντιπροσώπους στην Ελλάδα όσο γινόταν συντομότερα, τρομοκρατήθηκα
κυριολεκτικά αναλογιζόμενος τις συνέπειες. Ζήτησα αμέσως ακρόαση από τον κ.
Λήππερ και τον προειδοποίησα ειλικρινά ότι αν κάναμε κάτι τέτοιο, κι αν
συνεχίζαμε να υποστηρίζουμε το βασιλιά, το ΕΑΜ θα πίστευε ότι είχαμε πρόθεση
να επιβάλουμε πάλι τη μοναρχία με την απελευθέρωση της χώρας, πράγμα που θα
ενίσχυε ακόμα περισσότερο την προπαγάνδα του στο Βουνό και πιθανόν να
εξέθετε τελικά το λαό της Ελλάδας στον κίνδυνο μιας δικτατορίας της
Αριστεράς.
Παράλληλα, τόνισα στους στρατιωτικούς παράγοντες ότι, μετά απ' αυτό, η
«Στρατιωτική Συμφωνία» θα κατέρρεε και η αξία των δυνάμεων της Αντίστασης
θα εξανεμιζόταν σε αμοιβαίες εσωτερικές συγκρούσεις. Ο λόρδος Γκλένκονερ
τους προειδοποίησε επίσης για τις πιθανές επιπτώσεις που θα είχε το γεγονός
στους συμπαθούντες ή στα ανατρεπτικά στοιχεία των ελληνικών ενόπλων
δυνάμεων της Μέσης Ανατολής, καθώς και για το ενδεχόμενο, με την
απελευθέρωση της Ελλάδας, να μπλεχτούμε σε πόλεμο με το ΕΑΜ, αν διώχναμε μ'
αυτόν τον άξεστο τρόπο τους αντιπροσώπους του. Η βρετανική κυβέρνηση
ωστόσο έμενε αμετακίνητη και επέμενε να βρεθεί συνταγματική λύση στην
ελληνική κυβερνητική κρίση. Καθώς οι στρατιωτικοί παράγοντες τοποθετούνταν
σε δεύτερη μοίρα, ο αρχηγός του Επιτελείου στρατηγός Ουίλσον, παρόλο που
συμμεριζόταν τα προβλήματα και συμφωνούσε σχεδόν ολοκληρωτικά με τις
απόψεις μου, δεν ήταν σε θέση να παραβλέψει τις οδηγίες που η βρετανική
Πρεσβεία λάβαινε από το Λονδίνο.
Πρόθεσή μου από την αρχή ήταν οι έλληνες αντιπρόσωποι να μη μείνουν στο
Κάιρο παραπάνω από δυο βδομάδες. Στις 14 Αυγούστου είχαν μια ικανοποιητική
συνομιλία με τον Αρχηγό του Γ.Ε., αλλά καθώς γευμάτιζα μαζί τους πέντε μέρες
αργότερα, μου είπαν ότι το αποτέλεσμα του αδιεξόδου που είχε δημιουργηθεί στο
πολιτικό θέμα, και των οδηγιών που μου είχαν δώσει να τους μεταβιβάσω (να μην
πιέσουν τα πράγματα), μαζί με την καθυστέρηση που θα είχε το βασικό θέμα της
επίλυσης της επιστροφής του βασιλιά στην Ελλάδα, ήταν η ανατροπή των
στρατιωτικών απόψεων του προβλήματος. Είπαν ότι δεν προλάβαιναν πλέον να
κάνουν τις αναγκαίες συνομιλίες πριν από την αναχώρησή τους που είχε
καθοριστεί να γίνει σε τρεις μέρες.
Έκανα ό,τι μπορούσα για να παρατείνω την παραμονή τους. Μαζί με τον λόρδο
Γκλένκονερ είδαμε τον Αρχηγό του Επιτελείου, τον βρετανό Πρεσβευτή και τον
υφυπουργό κ. Κάζεϋ αλλά δεν καταφέραμε να αναβάλουμε την αναχώρησή τους.
Περιμένοντας μια απόφαση πάνω στο σημαντικό πολιτικό θέμα, προτείναμε να
βγάλουμε προσωρινά τους αντιπροσώπους «απ' τη μέση», στέλνοντάς τους να

κάνουν μια περιοδεία στο μέτωπο, αλλά και η πρόταση αυτή απορρίφθηκε.
Στις 21 Αυγούστου, είχε κανονιστεί μια αποχαιρετιστήρια συνάντηση με τον κ.
Κάζεϋ. Κράτησε περίπου μιάμιση ώρα. Παρόλα αυτά, και πιθανόν χάρη στις
οδηγίες μου προς τους αντιπροσώπους να μην προβάλουν κανένα άμεσο αίτημα
και νάναι διακριτικοί, κανένας απ' τους έξι δεν ξεστόμισε μέχρι το τέλος ούτε μια
λέξη σχετικά με το πρόβλημα που τους βασάνιζε: να επιστρέψουν στην Ελλάδα
χωρίς να έχουν επιλύσει ούτε το πολιτικό σκέλος της αποστολής τους (που είχε
αποκρουσθεί τόσο βάναυσα), ούτε το στρατιωτικό.
Επρόκειτο να φύγουν το απόγευμα της άλλης μέρας. Μέχρι τώρα, εκτός από μένα
που τους είχα μιλήσει για το σχέδιο της αποπομπής τους, κανένας άλλος δεν τους
είχε πει κατά πρόσωπο ότι πρέπει να φύγουν, αλλά ούτε τους είχε ζητήσει και να
μείνουν. Ο υφυπουργός τους έσφιγγε ήδη το χέρι και τους ευχόταν καλό ταξίδι. Με
την άδειά του, τότε, και μπροστά στους αντιπροσώπους, του είπα ότι πριν από
τρεις μέρες με είχαν πληροφορήσει πως αν οι Έλληνες έμεναν στο Κάιρο ήταν
ενδεχόμενο να προκαλέσουν την παραίτηση της ελληνικής κυβέρνησης, με
αποτέλεσμα ο Τσουδερός να μην μπορεί κατόπιν να σχηματίσει καινούργια. Ο
αρχηγός του Επιτελείου νόμιζε λοιπόν ότι οι αντιπρόσωποι έπρεπε να επιστρέψουν
προσωρινά στην Ελλάδα και να περιμένουν την απόφαση του βασιλιά σχετικά με
τα αιτήματά τους για το μέλλον της Μοναρχίας και τις προτάσεις τους για
διεύρυνση της ελληνικής κυβέρνησης με συμμετοχή και εκπροσώπων των
αντιστασιακών δυνάμεων.
Αυτό έδωσε την ευκαιρία στους Έλληνες να μιλήσουν για το πρόβλημα που τους
απασχολούσε: μια ενέργεια που ήταν αρκετά ευγενικοί να μη την διακινδυνέψουν
μέχρι εκείνη τη στιγμή. Στα επόμενα είκοσι λεπτά εξήγησαν με σαφήνεια για
ποιους λόγους επιθυμούσαν να μείνουν στο Κάιρο μέχρι να ξεκαθαριστεί το θέμα
του βασιλιά και να παρθεί απόφαση για τη σύνθεση της εθνικής κυβέρνησης. Είπαν
πως είχαν αναβάλει όλες τις άλλες συζητήσεις εν αναμονή μιας απόφασης πάνω
στα θέματα αυτά, για τα οποία τους είχα ζητήσει να μην πιέσουν τα πράγματα,
ζητώντας άμεση απάντηση.
Ο κ. Κάζεϋ ωστόσο δεν ήταν σε θέση να ικανοποιήσει το αίτημά τους. Τους
ευχαρίστησε για την ενδιαφέρουσα συζήτηση που είχε μαζί τους και τους
συμβούλεψε να ενεργήσουν σύμφωνα με τις επιθυμίες του Γ.Σ.
Απογοητευμένοι, κι αφού του έσφιξαν το χέρι γι' άλλη μια φορά, οι Έλληνες
απεχώρησαν.
Αμέσως κατόπιν εξήγησα στον κ. Κάζεϋ την καταστροφή που θ' ακολουθούσε αν οι
αντιπρόσωποι αφήνονταν να επιστρέψουν στην Ελλάδα μέσα σε τέτοιο κλίμα
απογοήτευσης. Ο λόρδος Γκλένκονερ υποστήριξε την άποψή μου, αλλά ο κ.
Λήππερ, ο οποίος ήταν επίσης παρών, είχε τη γνώμη ότι ήταν προτιμότερο να
φύγουν οι Έλληνες. Ο κ. Κάζεϋ είπε πως δεν έβλεπε κανένατρόπο που να τους
επιτρέπει να παραμείνουν. Χωρίσαμε.
Το άλλο πρωί ο Αρχηγός του Επιτελείου, συνοδευόμενος από τον κ. Λήππερ,
αποχαιρέτησε τους αντιπροσώπους. Τον παρακάλεσαν να τους επιτρέψει να
μείνουν, αλλά καθώς το θέμα δεν ήταν πλέον στρατιωτικό, δεν ήταν στο χέρι του
να ικανοποιήσει το αίτημά τους. Επρόκειτο για τραγωδία, αλλά εγώ, από μέρους
μου, είχα κάνει ό,τι μπορούσα για να προβάλω δίκαια την υπόθεσή τους. Λίγο
αργότερα, με τις βαλίτσες τους στα χέρι, έτοιμοι να ξεκινήσουν για το

αεροδρόμιο, έμαθα ότι ένας απ' αυτούς είχε ρωτήσει έναν αξιωματικό του
Επιτελείου της SOE αν, σαν έλληνες υπήκοοι που ήταν και έχοντας την εντύπωση
ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν επιθυμούσε τη φυγή τους, μπορούσαν να
επισκεφθούν τον Πρωθυπουργό πηγαίνοντας προς το αεροδρόμιο.
Ο αξιωματικός τους είπε ότι δεν μπορούσε να τους εμποδίσει να κάνουν κάτι
τέτοιο, αλλά ότι, ταυτόχρονα, έπρεπε να καταλαβαίνουν ότι ένας αξιωματικός
της SOE δεν ήταν σε θέση και να τους συμβουλέψει να το επιχειρήσουν. Το θέμα
ήταν καθαρά δικό τους.
Ύστερα απ' αυτό, οι αντιπρόσωποι, πηγαίνοντας προς το αεροδρόμιο,
επισκέφθηκαν πράγματι τον κ. Τσουδερό. Δεν έμαθα ποτέ τι διαμείφθηκε κατά τη
διάρκεια αυτής της επίσκεψης, αλλά λίγες ώρες αργότερα ο Τσουδερός ζητούσε
από την Πρεσβεία μας να παρατείνει την αναβολή της αναχώρησης των
αντιπροσώπων. Ο βρετανός Πρεσβευτής συμφώνησε και το ταξίδι ματαιώθηκε.
Στην εβδομάδα που ακολούθησε παρακολούθησα τις καθημερινές συζητήσεις των
αντιπροσώπων με αξιωματικούς του επιτελείου της SOE Καΐρου πάνω σε καθαρά
στρατιωτικά θέματα. Με το τέλος της εβδομάδας είχαμε καλύψει όλα τα σημεία
που θέλαμε να συζητήσουμε, και στα μέσα του Σεπτέμβρη οι αντιπρόσωποι
επέστρεψαν στην Ελλάδα συνοδευόμενοι από τον συνταγματάρχη Μπακιρτζή, έναν
σοσιαλιστή που στον πόλεμο του 1914-18 είχε παρασημοφορηθεί και που ήθελε να
προσχωρήσει στο ΕΚΚΑ. Λίγες μέρες πριν από τη δική τους αναχώρηση, εγώ κι ο
λόρδος Γκλένκονερ φεύγαμε αεροπορικώς για το Λονδίνο, αφού στο μεταξύ είχαμε
στείλει στην Ελλάδα τον πρώτο αξιωματικό —τον λοχαγό Έργκοτ— να
συναντήσει την Αποστολή μας η οποία σιγά -σιγά και καθώς ο αριθμός των
Αμερικανών αυξανόταν, έγινε γνωστή σαν «Συμμαχική Στρατιωτική Αποστολή».
Θεωρούσα τον Ντέιβιντ Ουάλλας, τον πολιτικό μου σύμβουλο, σαν αξιωματικό υπό
τις διαταγές μου, αλλά ύστερα από την πρώτη βδομάδα της παραμονής μου στο
Κάιρο δεν μου ήταν εύκολο να τον δω. Από την πρώτη μέρα της άφιξής μας είχε
πάρει διαταγή να εγκατασταθεί στα γραφεία της βρετανικής Πρεσβείας για την
Ελλάδα και να παίρνει διαταγές από τον κ. Λήππερ πλέον και όχι από μένα.
Αργότερα αρρώστησε από αρθριτικά όπως μου είπε και αναγκάστηκε να μένει στο
σπίτι του. Τελικά τον έστειλαν στην Αγγλία —αρκετές μέρες πριν από τη δική μου
αναχώρηση για εκεί— προκειμένου να ενημερώσει το Φόρεϊν Όφις. Μου έλειψαν
φοβερά οι συμβουλές και η συμπαράστασή του.
Ύστερα από τρεις ολόκληρες βδομάδες στο Κάιρο, δεν ήμουν ακόμη βέβαιος ότι
οι εκεί πολιτικοί παράγοντες είχαν πλήρως ενημερωθεί για την επικρατούσα
κατάσταση στην Ελλάδα ή ότι είχαν αντιληφθεί τι θα συνεπαγόταν η επιστροφή
των αντιπροσώπων με αδειανά χέρια. Κάθησα λοιπόν κι έγραψα μια μακροσκελή
έκθεση στην οποία ανέλυα την εξέλιξη των Αντιστασιακών Κινημάτων και τα
γεγονότα που είχαν οδηγήσει στην τωρινή κατάσταση. Την τελείωσα ακριβώς
πριν από την αναχώρησή μου και έφτασα στο Λονδίνο εφοδιασμένος με αρκετά
αντίγραφά της τα οποία μοίρασα στα διάφορα υπουργεία.
Φτάνοντας στο Λονδίνο ήμουν βέβαιος ότι αν μου έδιναν την ευκαιρία να δω τους
κατάλληλους ανθρώπους, θα μπορούσα μέσα σε λίγες μέρες να δώσω σε όλους
όσους ενδιαφέρονταν μια ξεκάθαρη εικόνα της κατάστασης στην Ελλάδα. Πέρασα
τις πρώτες μέρες επισκεπτόμενος διάφορους αξιωματικούς στο Υπουργείο
Πολέμου και απλοποιώντας, κατά μέγα μέρος, την εκθεσή μου. Είδα τους
Διευθυντές των Στρατιωτικών Επιχειρήσεων και του Γραφείου Στρατιωτικών

Πληροφοριών και έγινα δεχτός από τον Αρχηγό του Γ.Ε. Με συγχάρηκαν για την
μέχρι τότε βοήθεια που είχαμε προσφέρει προς τη Συμμαχική υπόθεση και
σχημάτισα την εντύπωση ότι το Υπουργείο Πολέμου εξακολουθούσε να απαιτεί
από τους αντάρτες το μάξιμουμ της συνεισφοράς τους για την τελική έκβαση του
πολέμου.
Ύστερα από μια συζήτηση με τους κυβερνητικούς υπεύθυνους του Προγράμματος
Επιχειρήσεων, ανακάλυψα με μεγάλη απογοήτευση ότι σκοπός των Συμμάχων,
όταν θα ερχόταν η ώρα, ήταν να στείλουν την μικρότερη δυνατή στρατιωτική
δύναμη να ελευθερώσει την Ελλάδα. Προφανώς δεν μπορούσαν να διαθέσουν
μεγαλύτερη. Μου είπαν ότι η μικρή αυτή δύναμη θα στελνόταν μονάχα όταν οι
δυνάμεις του Άξονα θα ετοιμάζονταν να αποχωρήσουν, είτε γιατί θα έπρεπε να
ενισχύσουν μια άλλη περιοχή, είτε γιατί το έδαφος της Ελλάδας θα γινόταν
επικίνδυνο γι' αυτές από την προώθησή μας στην Ιταλία. Πρόβαλα αμέσως το
θέμα της διατήρησης του νόμου και της τάξης και τόνισα ότι η επιστροφή του
βασιλιά επικεφαλής του στρατού του, κάτω απ' αυτές τις συνθήκες, ήταν
ουσιαστικά αδύνατη.
Είχα επανειλημμένες συζητήσεις με τους εκπροσώπους του Υπουργείου
Οικονομικών για την σοβαρή οικονομική κρίση, ιδιαίτερα από την πλευρά των
τροφίμων, που αντιμετώπιζε η Ελλάδα με την απελευθέρωσή της.
Χωρίς καμιά επαφή με τον Ντέιβιντ Ουάλλας, δεν είχα κανέναν άλλο που να με
συστήσει σε κάποιον από το περιβάλλον του Φόρεϊν Όφις. Είχα σχηματίσει την
εντύπωση ότι κανένας από κει δεν ενδιαφερόταν για τη γνώμη μου και, όσο για τις
πολιτικές πληροφορίες, τους έφτανε ο Ντέιβιντ. Αλλά ο Ντέιβιντ παρόλο που είχε
ζήσει στην Ελλάδα τρία χρόνια πριν απ' τον πόλεμο και μιλούσε άνετα τα
ελληνικά, είχε κάνει μαζί μας στο Βουνό μονάχα ένα μήνα. Καθώς λοιπόν δεν ήταν
δυνατό να ξέρει όσα ήξερα ο ίδιος για τα προβλήματά μας εκεί, θεωρούσα
καθήκον μου να ενημερώσω το Φόρεϊν Όφις για όλα όσα γνώριζα. Έτσι, στο τέλος
της πρώτης εβδομάδας, ήρθα σε επαφή με τον Ντέιβιντ και του ζήτησα να μου
εξασφαλίσει μια ακρόαση από κάποιον, σε όποιο επίπεδο ο ίδιος νόμιζε κατάλληλο.
Αποτέλεσμα αυτής της ενέργειας ήταν ότι στις 16 Σεπτεμβρίου γινόμουν δεχτός
από τον Σερ Όρμε Σάρτζεντ, τον μόνιμο υφυπουργό Εξωτερικών. Άρχισε λέγοντας
ότι το Φόρεϊν Όφις με θεωρούσε υπεύθυνο για την απαίτηση των ανταρτών
ηγετών να ζητήσουν χαρτοφυλάκια από την ελληνική κυβέρνηση. Απέκρουσα
σταθερά αυτό τον ισχυρισμό και η συζήτηση πέρασε στα προβλήματα που
αντιμετωπίζαμε τώρα. Είχαν αποφασίσει να καλύψουν όλους τους αξιωματικούς
που είχα στις διαταγές μου αν κοινοποιούσαμε πλατιά όλο το ιστορικό της πιστής
συμπαράστασης του βασιλιά προς τους Συμμάχους το 1941 κι αν μπορούσαν να
μου δώσουν μια απλή περίληψη να τους μεταβιβάσω. Ο Σερ Όρμε Σάρτζεντ
παρατήρησε κατόπιν ότι στην αναφορά μου για το εκτεταμένο σαμποτάζ της
απόβασης στη Σικελία, έλεγα ότι είχαν λάβει μέρος λιγότερο από το ένα δέκατο
του συνολικού αριθμού των ανταρτών του Βουνού. Κατά συνέπεια, γιατί
χρειαζόταν να συνεχίζουμε να εξοπλίζουμε αντάρτες αυξάνοντας έτσι τις
δυσκολίες που θ' αντιμετώπιζε η Ελλάδα με την απελευθέρωσή της; Απάντησα ότι
οι βρετανοί σαμποτέρ, αν και μερικές φορές δρούσαν μονάχοι τους, στις
περισσότερες περιπτώσεις είχαν ανάγκη από την ενεργό συμπαράσταση των
ανταρτικών ομάδων· επιπλέον ότι η ελευθερία των κινήσεών τους και η ασφάλειά
τους στα βουνά συνδέονταν άμεσα με πολύ μεγαλύτερες δυνάμεις ανταρτών απ'
όσες απαιτούσε ένα οποιοδήποτε απομονωμένο σαμποτάζ. Υπογράμμισα επίσης ότι
τα αντίποινα του εχθρού ενάντια στον άμαχο πληθυσμό ήταν τόσο βαθιά, ώστε,
αν το ηθικό του δεν διατηρούνταν από την επίγνωση ότι υπήρχαν γύρω του
μεγάλες εγχώριες αντιστασιακές δυνάμεις όπως οι αντάρτες, ήταν πολύ πιθανό

να σπάσει, με αποτέλεσμα οι κινήσεις των βρετανών αξιωματικών και των μικρών
συμμαχικών ομάδων σαμποτάζ να προδίνονται στον εχθρό από τους πράκτορές
του που θα δρούσαν στο Βουνό. Τόνισα ακόμα ότι χωρίς μια συνεχή τόνωση των
ανταρτών, υπήρχε σοβαρός κίνδυνος οι πολιτικές διαφορές ανάμεσα στα διάφορα
αντιστασιακά κινήματα να καταλήξουν σε εσωτερική διαμάχη προς ζημία του
πολέμου ενάντια στον κοινό Εχθρό. Είχαμε, ωστόσο, αποφασίσει ήδη ο εξοπλισμός
των ανταρτών να γίνεται πλέον ποιοτικά και όχι ποσοτικά στο μέλλον και να τους
δίνουμε βοηθητικά όπλα αντί για τουφέκια και ελαφρά αυτόματα.
Δυο βδομάδες μετά την άφιξή μου στο Λονδίνο, μου ζήτησαν να κάνω μια διάλεξη
στον κινηματογράφο Κάρζον, μπροστά σε μια μεγάλη σύναξη από τα διάφορα
υπουργεία. Δεν μου είχαν δώσει σχέδιο για την ομιλία μου. Θα μπορούσα να κάνω
μια «συνταρακτική» εξιστόρηση από τις πολλές εμπειρίες που είχα ζήσει στο
έδαφος μιας καταχτημένης χώρας τον περασμένο χρόνο. Έχοντας όμως
σχηματίσει την εντύπωση ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονταν
ακόμη ούτε την περίπλοκη φύση, ούτε τη σοβαρότητα των προβλημάτων που η
Αποστολή μας αντιμετώπιζε στην Ελλάδα, αποφάσισα να εξηγήσω γι' άλλη μια
φορά ποια ήταν και πώς είχαν δημιουργηθεί αυτά τα προβλήματα.
Οι αντιδράσεις που ακολούθησαν την ομιλία μου ήταν άμεσες. Ήταν φανερό ότι
είχα φέρει τη SOE Λονδίνου σε δύσκολη θέση απέναντι στο Φόρεϊν Όφις. Με λίγα
λόγια, μου είπαν κατόπιν ότι δεν έπρεπε να μιλήσω όπως μίλησα για τα πολιτικά
θέματα. Δεν είχαν καμιά σχέση με τα δικά μου (πόσο θάθελα να μην είχαν!) και
θάπρεπε να περιοριστώ καθαρά στην αφήγηση της προσωπικής μου
συναρπαστικής ιστορίας ενός χρόνου στα ελληνικά βουνά. Ξαναδιαβάζοντας το
κείμενο της ομιλίας μου τώρα —δέκα και πλέον χρόνια αργότερα—
αντιλαμβάνομαι εύκολα πόσο η ανυπομονησία της ηλικίας μου με είχε κάνει να
ξεπεράσω τα όρια της διπλωματίας και πόσο θα πρέπει να έδινα στους ανθρώπους
του Φόρεϊν Όφις την εντύπωση ότι νόμιζα πως ξέρω καλύτερα τη δουλειά τους
από εκείνους.
Μετά την ομιλία μου στον κινηματογράφο Κάρζον, με κάλεσαν δυο φορές στα
ανάκτορα του Μπάκινχαμ: την πρώτη για μια συνομιλία με τον Σερ Άλαν Λάσλες,
ιδιαίτερο Γραμματέα του βασιλιά, και τη δεύτερη για μια εικοσάλεπτη ειλικρινή
συνομιλία, δίπλα στο τζάκι, με τον ίδιο τον αείμνηστο Μεγαλειότατο. Είχα την
ικανοποίηση να εκθέσω εντελώς ανοιχτά τις απόψεις μου. Περιορίστηκα ν'
αναφέρω απλώς γεγονότα. Βρήκα την Μεγαλειότητά του εξαιρετικά ενήμερη και
με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για όλα όσα ήμουν σε θέση ν' αφηγηθώ.
Ύστερα από τις δυο αυτές επισκέψεις, είχα μια σύντομη συνομιλία με τον κ. Ήντεν
στο Φόρεϊν Όφις και αργότερα μια πιο εκτεταμένη με τον Τσώρτσιλ στο Τσέκερς.
Τόνισα και στους δυο ότι παρόλο που η πολιτική μας μπορεί να ήταν σωστή και
δίκαιη, το γεγονός ότι όλες οι ανακοινώσεις προς τους Έλληνες γίνονταν από τον
βασιλιά και την ελληνική κυβέρνηση, σε συνδυασμό με την σιωπή μας, ιδιαίτερα
μετά την αναχώρηση των αντιπροσώπων με ανεκπλήρωτα τα σχέδιά τους, θα
ερμηνευόταν από μερικούς στην Ελλάδα σαν απόδειξη από μέρους μας να
επιβάλουμε την επιστροφή του βασιλιά. Εγώ βέβαια ήξερα ότι αυτό δεν ήταν
αληθινό, αλλά εκείνοι που βρίσκονταν στην Ελλάδα δεν το ήξεραν. Ήταν λοιπόν
καθήκον μας να εξηγήσουμε την πολιτική μας για να μπορέσουμε να ανατρέψουμε
την αντίθετη προπαγάνδα.
Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής μου στο Τσέκερς καθισμένος ακόμα στο τραπέζι
μετά το γεύμα και καπνίζοντας ένα καλό πούρο (μου είχαν δώσει άλλο ένα για να
το πάρω μαζί μου), συζήτησα με τον Τσώρτσιλ την πολιτική κατάσταση στην

Ελλάδα και τα προβλήματα που αντιμετώπιζα εκεί από πολλές απόψεις. Βρήκα την
ευκαιρία για να του πω, όσο μπορούσα πιο ευγενικά, ότι ένα μέρος του πρόσφατου
λόγου του στο Κεμπέκ, όπου είχε πει ότι έλπιζε πως ο έλληνας βασιλιάς θα
επέστρεφε στην Ελλάδα, είχε κάμει το έργο μου ακόμα πιο δύσκολο. Η ειλικρινής
και φιλική συνομιλία μας κράτησε μέχρι το απόγευμα: ήταν πέντε η ώρα όταν
σηκώθηκα να φύγω. «Ο θεός να σας ευλογεί», μου είπε ο Τσώρτσιλ καθώς μ'
αποχαιρετούσε. «Μην αφήνετε τους Έλληνες να προδικάζουν στο θέμα του
βασιλιά. Εκείνο που θέλω είναι μια δίκαιη μεταχείριση γι' αυτόν».
Ό,τι κυρίως μ' ενδιέφερε τώρα ήταν μήπως το Φόρεϊν Όφις με διατάξει να
διακόψω τις σχέσεις μου με το ΕΑΜ - ΕΛΑΣ, δεδομένου ότι η αποχώρηση των
συνδέσμων μας από τις ομάδες των ανταρτών θα ήταν μια πολύ ριψοκίνδυνη
ενέργεια για τους αξιωματικούς και τους άντρες μας που βρίσκονταν σ' αυτές.
Είχα έρθει σε πολύ μειονεκτική θέση από το γεγονός ότι το Φόρεϊν Όφις δεν θα
μου είχε εμπιστοσύνη. Οι εκπρόσωποί του φαίνονταν να πιστεύουν ότι η SOE είχε
σπρώξει τα πράγματα σε μια επικίνδυνη πολιτική κατεύθυνση χωρίς να τους
τηρήσει ενήμερους. Παράλληλα πίστευαν ότι το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης
για την πολιτική κρίση που είχε ξεσπάσει πρόσφατα στα Κάιρο, το είχα εγώ. Κατά
συνέπεια, όποιες προτάσεις κι αν μου επέτρεπαν να κάνω, αντιμετωπίζονταν με
δυσπιστία και δεν άφηναν κανένα περιθώριο για διευθέτηση του προβλήματος.
Μέχρι τις αρχές του Οκτώβρη, το Φόρεϊν Όφις δεν μου είχε δώσει ακόμα μια
σταθερή πολιτική γραμμή. Έλειπα ήδη πολύν καιρό από την Ελλάδα και δεν ήθελα
πλέον να παρατείνω την παραμονή μου στο Λονδίνο. Στις 8 Οκτωβρίου έστειλα
ένα χαιρετιστήριο μήνυμα προς τους αντάρτες μιλώντας από το BBC. Ύστερα από
μια μικρή δική μου εισαγωγή, ο Ντέιβιντ Ουάλλας13, που μιλούσε ελληνικά,
συνέχισε για λογαριασμό μου. Στην ομιλία αυτή, κατά παράκληση του Τσώρτσιλ
και εξ ονόματός μου, διαβεβαίωνα τον ελληνικό λαό ότι στο μέλλον θα τον
βοηθήσουμε όλο και περισσότερο. Δεν μου είχαν όμως επιτρέψει να πω οτιδήποτε
που θα καθησύχαζε τους φόβους του ΕΑΜ για την ανάμιξή μας στις ελληνικές
πολιτικές υποθέσεις.14
Την άλλη μέρα, αφού επιτέλους κατάφερα να συμφωνήσω να μου στείλουν τις
οδηγίες στη Μέση Ανατολή όσο γινόταν συντομότερα, έφυγα για την Αίγυπτο.
Φτάνοντας στο Κάιρο στις 10 Οκτωβρίου, έμαθα ότι η κατάσταση στην Ελλάδα
είχε επιδεινωθεί και όλοι φοβόντουσαν μην εκραγεί εμφύλιος πόλεμος στην
ηπειρωτική Ελλάδα. Σκεφτόμενος ότι το ΕΑΜ δεν θα έκανε κανένα απονενοημένο
διάβημα πριν μάθει τ' αποτελέσματα της επίσκεψής μου στο Λονδίνο, έστειλα ένα
μήνυμα στον Κρις λέγοντας ότι θα καθυστερούσα την επιστροφή για λίγες ακόμα
μέρες προκειμένου να επιστρέψω με συγκεκριμένη πολιτική και πρόγραμμα ύστερα
από δυο μηνών απουσία. «Είμαι βέβαιος», έγραφα, «ότι το Φόρεϊν Όφις θα μου
δώσει μερικές εγγυήσεις μετά τη συνομιλία μου με τον Πρωθυπουργό».
Δεν είχα εκτιμήσει σωστά την κατάσταση. Η κατάρρευση των Ιταλών, που είχε
σαν αποτέλεσμα να ρίξει στα χέρια του ΕΛΑΣ αρκετές ακόμα χιλιάδες όπλα· η
έξυπνα στημένη διάδοση των Γερμανών ότι ο Ζέρβας συνεργαζόταν μαζί τους· η
επίσης έξυπνη φήμη, διοχετευμένη από τους Γερμανούς, ότι εγκατέλειπαν την
Ελλάδα· η αποτυχία των αντιπροσώπων του ΕΑΜ στο Κάιρο και η δική μου
αποτυχία που επιβράδυνε την επιστροφή μου, όλα αυτά έδειχναν προφανώς στο
ΕΑΜ ότι ήταν η δεύτερη ευκαιρία ν' αρπάξει την εξουσία.
Βρισκόμουν στη Σχολή Εκπαιδεύσεως της SOE, στην Χαϊάφα, όταν στις 19

Οκτωβρίου, ένας αξιωματικός που είχε φτάσει μόλις από το Κάιρο, μου έφερε τα
θλιβερά νέα ότι ο εμφύλιος πόλεμος είχε ξεσπάσει και ότι κατά πάσα πιθανότητα
δεν επρόκειτο να ξαναγυρίσω στην Ελλάδα. Βιάστηκα να επιστρέψω στο Κάιρο
όπου και διαπίστωσα ότι είχαν ήδη ειδοποιήσει τον Κρις για την μη επιστροφή μου
και, με την ιδιότητά του σαν προσωρινού διοικητή, του ζητούσαν να υποβάλει μια
πλήρη έκθεση για την κατάσταση και τις προτάσεις του για την μέλλουσα
πολιτική μας προς τους αντάρτες και ιδιαίτερα προς το ΕΑΜ.
Δεν ξέρω αν η βρετανική Πρεσβεία περίμενε διαφορετικές απόψεις από τον Κρις
τώρα που δεν δεσμευόταν πλέον από την ιδιότητά του σαν υποδιοικητή μου.
Πάντως η αναφορά του που μεταδόθηκε από τον ασύρματο συμφωνούσε με τις
απόψεις που είχαμε μεταδώσει στο Κάιρο στο παρελθόν και τόνιζε ότι δεν έβλεπε
καμιά πιθανότητα για υιοθέτηση νέας πολιτικής στο μέλλον. Είτε επέστρεφα, είτε
όχι, η μόνη δυνατή πολιτική στο μέλλον ήταν εκείνη που είχαμε ακολουθήσει μέχρι
τότε.
Μια δυο μέρες αργότερα έμαθα ότι ο λόρδος Γκλένκονερ δεν θα ξαναγύριζε στο
Κάιρο και ότι ο ίδιος και οι δυο βοηθοί του είχαν αντικατασταθεί. Ο ταγματάρχης
Τάμπλιν μάλιστα —ο ένας από τους βοηθούς του Γκλένκονερ— πριν προφτάσει ν'
απαλλαγεί από τα καθήκοντά του, είχε πεθάνει ξαφνικά στο γραφείο του από
συγκοπή, αποτέλεσμα προφανώς του συνεχούς φόρτου εργασίας που είχε.
Σε μια συνομιλία μου με τον στρατηγό Σκόμπυ, επιτελάρχη τότε του στρατηγού
Ουίλσον, έμαθα ότι το Γ.Σ. έκανε ακόμα προσπάθειες να μου επιτραπεί να
επιστρέψω στην Ελλάδα μήπως και σταματήσω τον εμφύλιο πόλεμο, δεδομένου,
είπε, ότι όλες οι αντάρτικες οργανώσεις μου είχαν εμπιστοσύνη. Έμαθα όμως
ακόμα ότι υπήρχαν και πολιτικές αντιρρήσεις, εξαιτίας της «φιλο - εαμικής μου
πολιτικής»15. Ας μου επιτραπεί εδώ να παρατηρήσω ότι ποτέ μου δεν είχα άλλη
πολιτική από την πολιτική του στρατιώτη, δηλαδή, να υπακούω στις διαταγές που
λάβαινα και να προσφέρω όλες τις δυνάμεις μου στην πολεμική προσπάθεια. Είπα
στο στρατηγό Σκόμπυ ότι δεν έβλεπα πώς θα μπορούσα να πετύχω κάτι τέτοιο αν
το Φόρεϊν Όφις και το Γ.Σ. δεν μου είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη. Αφού οι
στρατιωτικές μας δραστηριότητες ήταν τόσο συνυφασμένες με την πολιτική, το
Φόρεϊν Όφις έπρεπε να μου πει τι ακριβώς ήθελε από μένα. Διαφορετικά, θα
προτιμούσα να έστελναν κάποιον άλλο στην Ελλάδα.
Πέρασα μερικές βδομάδες θλιβερής αδράνειας αβεβαιότητας και στεναχώριας.
Προς τα τέλη του Νοέμβρη άκουσα σχεδόν μ' ανακούφιση ότι ο Κρις είχε διοριστεί
επίσημα σαν διάδοχός μου και ότι δεν επρόκειτο να ξαναεπιστρέψω στην Ελλάδα.
Στο βάθος ωστόσο είχα απογοητευθεί τρομερά γιατί μου είχαν αρνηθεί την
ευκαιρία να συμπληρώσω το έργο που είχα αρχίσει ανάμεσα σ' ένα λαό που είχα
φτάσει πλέον να τον αγαπώ και που πίστευα πως τον καταλαβαίνω.

18. ΤΟ ΕΑΜ - ΕΛΑΣ ΑΓΩΝΙΖΕΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ
Μετά την επιστροφή των αντιπροσώπων του ΕΑΜ στο Βουνό, με ανεκπλήρωτες τις
προοπτικές τους και χωρίς εμένα, ο Κρις άρχισε ν' αντιμετωπίζει όλο και
μεγαλύτερες δυσκολίες στην προσπάθειά του να διατηρήσει την επιφανειακή
συμφωνία μεταξύ των αντίπαλων ομάδων που είχαμε καταφέρει να πετύχουμε λίγο
πριν από την αναχώρησή μου και ύστερα από προσπάθειες ολόκληρων μηνών.
Οι πρώτες σοβαρές διαφωνίες αφορούσαν την κατάρρευση των Ιταλών.
Δημιουργήθηκε οξύς ανταγωνισμός σχετικά με το ποιος θα προσεταιριστεί τους
τέως εχθρούς μας που θα παραδίδονταν για να τους χρησιμοποιήσει στρατιωτικά.
Στην αρχή ο ΕΛΑΣ είχε αποφασίσει να τους πάρει τα όπλα, πράγμα που είχε σαν
συνέπεια οι ιταλοί διοικητές να προσπαθούν να διαπραγματευθούν μόνο με τους
αξιωματικούς της Αποστολής και νάναι έτοιμοι να παραδοθούν στον ΕΔΕΣ, αλλά ν'
αποφεύγουν τον ΕΛΑΣ. Τελικά ο Κρις κατάφερε να συμφωνήσει με τον Σαράφη να
επιτραπεί στους Ιταλούς να κρατήσουν τα όπλα τους και αποφασίστηκε η
παράδοση των Ιταλών σε κάθε περίπτωση να γίνεται στην πλησιέστερη προς τη
φρουρά αντάρτικη οργάνωση.
Με τον τρόπο αυτό παραδόθηκαν δώδεκα χιλιάδες Ιταλοί, οι περισσότεροι σε
μικρές ομάδες. Η μόνη μεγάλης κλίμακας παράδοση ήταν της Ταξιαρχίας του
Πινερόλο η οποία έδρευε στις περιοχές που έλεγχε ο ΕΛΑΣ. Εφτά χιλιάδες απ'
αυτούς ενώθηκαν μαζί μας σε τακτικούς σχηματισμούς και λίγο αργότερα
πολεμούσαν δραστήρια δίπλα στον ΕΛΑΣ υπερασπίζοντας την Πόρτα (στην είσοδο
της Θεσσαλικής πεδιάδας) από μια μεγάλη και αποφασιστική γερμανική επίθεση.
Το ΕΑΜ - ΕΛΑΣ γρήγορα αντιλήφθηκε ωστόσο τον κίνδυνο που διέτρεχε
διατηρώντας μια μεγάλη, καλά οργανωμένη και δραστήρια ιταλική δύναμη μέσα
στις γραμμές του και έκανε προσπάθειες να σπάσει τη συνοχή της που, μέχρι
τώρα, κατάφερε να διατηρεί ο διοικητής της, ο στρατηγός Ινφάντε. Η
κομμουνιστική προπαγάνδα άρχισε να ενθαρρύνει τις λιποταξίες, ολόκληρες
μονάδες στέλνονταν σε μακρινές αποστολές και ένα μέρος του εξοπλισμού
περνούσε στα χέρια του ΕΛΑΣ με τη μέθοδο του «δανεισμού» για να μη
ξαναεπιστραφεί πλέον. Παρά τις προσπάθειες του Κρις να βοηθήσει τον Ινφάντε
να διατηρήσει την ακεραιότητα της μονάδας του, σε λίγο καιρό η Ταξιαρχία
Πινερόλο είχε πάψει να υπάρχει σαν τέτοια.
Το επεισόδιο αυτό έληξε στα μέσα περίπου του Οκτώβρη κατά τη διάρκεια μιας
από τις πιο ολέθριες εβδομάδες στην ιστορία της Αποστολής. Παράλληλα με τον
αφοπλισμό κάθε ιταλικής μονάδας στην Ελλάδα, «σαν προληπτικού μέτρου για την
εξουδετέρωση κάθε φασιστικού δικτύου», οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ χτυπούσαν και
τους οπαδούς του Ζέρβα σ' ολόκληρη τη χώρα, «γιατί ο Ζέρβας συνεργαζόταν με
τον Εχθρό».
Ακολούθησαν ημέρες χάους. Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων σκοτώθηκε από
τον ΕΛΑΣ ένας νεοζηλανδός αξιωματικός, ο λοχαγός Χάμπαρντ, και στη Βουλή
των Κοινοτήτων έγινε επερώτηση γιατί θάπρεπε να συνεχίζουμε να βοηθούμε ένα
Αντιστασιακό Κίνημα που σκότωνε βρετανούς αξιωματικούς. Κανείς δεν ήξερε
ποια τύχη περίμενε τα Κινήματα Αντίστασης, την Αποστολή, τους Ιταλούς ή την
Ελλάδα. Στις 19 Οκτωβρίου οι. Γερμανοί κατέλαβαν το Μέτσοβο σχεδόν χωρίς
αντίσταση. Άρχιζε η μεγαλύτερη περιπέτεια στην ιστορία της κατοχής και το

ευαίσθητο κτίσμα που είχαμε στήσει ύστερα από έντεκα μηνών υπομονετική
εργασία, κατέρρευσε τόσο γρήγορα ώστε δεν έμεινε πλέον κανένας ν' αντιταχθεί
στον εχθρό. Μέσα σε λίγες μέρες η στρατιωτική αποτελεσματικότητα των
ανταρτικών Κινημάτων στην Ελλάδα είχε σχεδόν εκμηδενιστεί.
Σε διάστημα λίγων εβδομάδων, οι αντάρτες του Ζέρβα είχαν απωθηθεί από τον
ΕΛΑΣ, προς τα δυτικά, μέχρι τον ποταμό Άραχθο. Μονάχα εκεί κατάφεραν να
κρατηθούν προσωρινά, μέχρι που αντεπετέθηκαν και ξαναγύρισαν στη γραμμή του
Αχελώου. Σ' όλη τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου, ο Ζέρβας λάβαινε αρκετή
υλική ενίσχυση για να τροφοδοτεί τις δυνάμεις του και (με την επίγνωση ότι ο
ΕΛΑΣ δεν λάβαινε αντίστοιχη) το ηθικό του ΕΔΕΣ. Ο αριθμός των Ελλήνων που
σκοτώθηκαν από άλλους Έλληνες δεν πήρε ευτυχώς μεγάλες διαστάσεις. Μέσα
στους τρεις μήνες που κράτησε το κακό σκοτώθηκαν μόνο μερικές εκατοντάδες.
Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης το ΕΚΚΑ συντάχθηκε αθέλητα και παθητικά με
το ΕΑΜ, για να δεχτεί κι αυτό επίθεση από τον ΕΛΑΣ λίγες εβδομάδες μετά το
τέλος των εχθροπραξιών με τον Ζέρβα. Το αποτέλεσμα ήταν όχι μονάχα να
περιοριστεί ο Ζέρβας στην μικρή περιοχή που κρατούσε στην αρχή, αλλά και να
χαθεί σχεδόν ολοκληρωτικά η φυσιογνωμία του ΕΚΚΑ μαζί με αρκετούς ικανούς
και γενναίους ηγέτες της οργάνωσης αυτής, μεταξύ των οποίων και ο
συνταγματάρχης Ψαρρός που σκοτώθηκε σε μια καινούργια σύγκρουση με τον
ΕΛΑΣ σχεδόν ένα χρόνο αργότερα.
Σ' όλο αυτό το διάστημα, ωστόσο, η Συμμαχική Αποστολή δεν αποχώρησε από το
ΕΑΜ. Στο κορύφωμα του εμφύλιου πολέμου, οι συμμαχικοί αξιωματικοί στις
εαμοκρατούμενες περιοχές συνέχιζαν να λαβαίνουν φαρμακευτικό υλικό και άλλα
ουσιαστικά υλικά για διανομή. Σε μια περιοχή της Βόρειας Μακεδονίας, όπου ο
ΕΛΑΣ συνέχιζε να μάχεται ενάντια στον εχθρό (δεν υπήρχαν άλλες αντίπαλες
ομάδες στην περιοχή), οι τοπικές ομάδες δεν έπαψαν να λαβαίνουν πολεμικό υλικό
από τη Μέση Ανατολή. Όταν λοιπόν το ΕΑΜ - ΕΛΑΣ αντιλήφθηκε τελικά ότι δεν
ήταν αρκετά ισχυρό να καθαρίσει εντελώς το έδαφος, η Αποστολή εξακολουθούσε
να παραμένει εν πολλοίς αμέτοχη και ο Κρις κατάφερε να πείσει το Ζέρβα και το
ΕΑΜ να συζητήσουν ειρηνικά. Το Φεβρουάριο του 1944, υπογραφόταν στην Πλάκα
μια συμφωνία με την οποία αν ο Ζέρβας περιοριζόταν μελλοντικά σε μια μικρή
περιοχή της νότιας Πίνδου που βρισκόταν ακόμα στον έλεγχό του, ο ΕΛΑΣ θα τον
άφηνε ανενόχλητο.
Σιγά - σιγά η Συμμαχική Αποστολή κατάφερε να πείσει τον ΕΛΑΣ, από τη μια
περιοχή στην άλλη και κυρίως μακρυά από την περιοχή του Ζέρβα, να πάρει πάλι
τα όπλα εναντίον των Γερμανών. Ύστερα απ' αυτό, τα εφόδια για τον αγώνα κατά
του κοινού εχθρού άρχισαν να ξαναφτάνουν. Το αποτέλεσμα ήταν ότι, μπαίνοντας
το 1944, και παρόλο που εξακολουθούσαν να υπάρχουν σποραδικές συγκρούσεις
στην περίμετρο της περιοχής του Ζέρβα και η ειρήνη δεν είχε ακόμα υπογραφεί
επίσημα, ο εμφύλιος πόλεμος είχε ουσιαστικά σταματήσει.
Από κει και πέρα όμως καμιά δύναμη δεν θα μπορούσε να κάμει το ΕΑΜ και τον
Ζέρβα —με ή χωρίς το ΕΚΚΑ— να ενωθούν. Το αίμα που είχε χυθεί, έκανε το
πέρασμα αδιάβατο και το μίσος ανάμεσα στα δύο αντίπαλα κινήματα είχε γίνει
πολύ βαθύ. Αν η Μέση Ανατολή χρειαζόταν αποφασιστική ενίσχυση από τους
αντάρτες στο μέλλον, έπρεπε να βρει έναν καινούργιο τρόπο προσέγγισης. Ο ΕΛΑΣ
έπρεπε να παραμείνει χωριστά από το κίνημα του Ζέρβα. Αυτός ο ασυμφιλίωτος
διχασμός των αντιστασιακών Κινημάτων προκαλούσε δυσοίωνες προβλέψεις
μελλοντικής αιματοχυσίας, όταν με την απελευθέρωση της Ελλάδας οι αντίπαλες
οργανώσεις θα ήταν υποχρεωμένες να διαλυθούν μέσα στη νέα, ειρηνική δομή του
έθνους.

Η καταστροφή που είχα προσπαθήσει τόσο σκληρά και για τόσο διάστημα ν'
αποτρέψω, τελικά έγινε.
Στα τέλη του Γενάρη 1944, έφυγα από τη Μέση Ανατολή για να πάρω μέρος στην
απόβαση στη Δυτική Ευρώπη. Πριν αναχωρήσω, έστειλα ένα αποχαιρετιστήριο
μήνυμα στους αξιωματικούς μου, στο Στρατηγείο του ΕΛΑΣ και στον Ζέρβα. Το
Στρατηγείο του ΕΛΑΣ μου έστειλε τις ευχές του. «Οι σκέψεις μου», απάντησε ο
Ζέρβας, «ξαναγυρίζουν στη σπηλιά της Γκιώνας, απ' όπου ξεκινήσαμε μαζι τον
αγώνα για την ελευθερία του ατόμου και την απελευθέρωση της χώρας μου.
Πρέπει να θεωρείτε πάντα το έδαφος της Ελλάδος σαν δικό σας. Ίσως
συναντηθούμε κάποτε, υπό πλέον ευτυχείς συνθήκας, σ' έναν κόσμο ελεύθερο δια
του οποίου την ελευθερία αγωνιστήκατε πάντα».
Μια από τις τελευταίες μου συναντήσεις (την οποία είχα ζητήσει) ήταν με τον
βασιλιά της Ελλάδας ο οποίος με κάλεσε για να μ' αποχαιρετήσει. Θυμάμαι πάντα
τα τελευταία μας λόγια. «Αντίο και καλή τύχη», μου είπε με τα τέλεια αγγλικά
του. «Ευχαριστώ, κύριε», αποκρίθηκα «και επιτρέψατέ μου, με ταπεινό σεβασμό,
να σας ευχηθώ κι εγώ το ίδιο». Ένα χαμόγελο απλώθηκε πάνω στο πρόσωπό του
καθώς αποσυρόμουν. Δεν είχα διάθεση να χαμογελάσω, γιατί φοβόμουν πως αν
επέμενε στην πρόθεσή του να επιστρέψει στην Ελλάδα με την απελευθέρωση, θ'
αντιμετώπιζε βέβαιο θάνατο.
Ολόκληρο το 1944 οι μανούβρες για την πολιτική εξουσία ανάμεσα στις κύριες
ενδιαφερόμενες παρατάξεις συνεχίστηκαν. Οι παρατάξεις αυτές ήταν: το ΕΑΜ,
που είχε την έδρα του στην Αθήνα αλλά απλωνόταν σ' όλη την Ελλάδα, τα παλιά
πολιτικά κόμματα ή ό,τι είχε μείνει απ' αυτά στην Αθήνα, και η εξόριστη
κυβέρνηση του Καΐρου. Το αντάρτικο Κίνημα του Ζέρβα, αν και σημαντικός
παράγοντας, εκείνη την εποχή βρισκόταν σε αμυντική θέση και δεν μπορούσε να
υπολογιστεί σαν τέταρτη παράταξη. Σαν αποτέλεσμα των συνεχών προσπαθειών
στο Κάιρο, το καλοκαίρι του 1944 η εξόριστη κυβέρνηση διευρύνθηκε,
μεταβαλλόμενη σε «Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητος» που περιλάμβανε εκπροσώπους
των παλιών πολιτικών κομμάτων, του ΕΔΕΣ και, τελικά, του ΕΑΜ.
Στο μεταξύ οι αξιωματικοί της Συμμαχικής Αποστολής, που εργάζονταν κάτω από
την ικανή καθοδήγηση του Κρις και του αμερικάνου υποδιοικητή του Τζέρυ
Γουάινς, ετοίμαζαν ένα ευρύ πρόγραμμα σαμποτάζ για τη στιγμή που οι Σύμμαχοι
θα έκαναν απόβαση στην Ελλάδα. Το πρόγραμμα έμοιαζε σε γενικές γραμμές μ'
αυτό που είχαμε ετοιμάσει για την απόβαση της Σικελίας, αλλά αυτή τη φορά
ήταν πιο δύσκολο στις επιδιώξεις του, γιατί η Αποστολή και οι αντάρτες δεν
έπρεπε να δημιουργήσουν απλώς την εντύπωση στους Γερμανούς ότι κινδύνευαν,
αλλά να τους καταδιώξουν.
Το σαμποτάζ αυτό αποτέλεσε λοιπόν μια πολύ σκληρότερη υπόθεση. Εκτός από
την Πελοπόννησο όπου ο εμφύλιος πόλεμος, αφυπνίζοντάς την, επέτρεψε στους
Γερμανούς να διατηρήσουν ανέπαφα τα στρατεύματά τους από τους αντάρτες,
παντού αλλού ο αγώνας ήταν σκληρότερος, οι καταστροφές μεγαλύτερες και οι
απώλειες πιο βαριές. Δεν μπορούμε να υπολογίσουμε με ακρίβεια τι στοίχισε το
σαμποτάζ αυτό στον εχθρό, ούτε ποια ήταν ακριβώς η συνεισφορά εκείνων που το
διενέργησαν: της Αποστολής, των ανταρτών, των ειδικά εκπαιδευμένων
αμερικανικών και βρετανικών στρατιωτικών αποσπασμάτων που ήρθαν να
πλαισιώσουν τους αντάρτες, και της Αεροπορίας που εξορμούσε από την Ιταλία.
Δεν θα ήταν πάντως υπερβολή αν υπολογίζαμε τις ζημίες σε εκατό πιρίπου
σιδηροδρομικούς συρμούς, σε πεντακόσια (κατεστραμμένα ή αιχμαλωτισμένα)
αυτοκίνητα και σε πέντε χιλιάδες σκοτωμένους Γερμανούς, θα πρέπει ωστόσο να

παραδεχτούμε ότι, παρόλα αυτά, οι Γερμανοί κατάφεραν ν' αποσύρουν το κύριο
βάρος των δυνάμεών τους ανέπαφο, αφήνοντας μόνο τις φρουρές ορισμένων
νησιών ν' απασχολούν τις Συμμαχικές δυνάμεις και να τις καθυστερούν μέχρι την
τελική κατάρρευση της Γερμανίας.
Στις 18 Οκτωβρίου, δυο μέρες μετά την επίσημη είσοδο των Συμμαχικών
στρατευμάτων, η ελληνική κυβέρνηση έφτανε στην Αθήνα — χωρίς το βασιλιά. Το
κύρος της έγινε αμέσως σεβαστό απ' όλους και —εκτός από την Πελοπόννησο
όπου γίνονταν μάχες ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και στα Τάγματα Ασφαλείας—
επεκράτησε παντού τάξη.
Στο μεταξύ, οι ηγέτες του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ δεν έχαναν άδικα τον καιρό τους. Ενώ οι
Γερμανοί εγκατέλειπαν την Ελλάδα, πολλές ομάδες του ΕΛΑΣ —αν και συγκριτικά
ένα μικρό μέρος από τον συνολικό τους αριθμό— βάδιζαν προς την Αθήνα. Είχαν
διαταγή του ΕΑΜ και έρχονταν προφανώς να υποστηρίξουν την υπόθεσή του,
αλλά, παρόλο που δεν είναι παράλογο να το υποθέσει κανείς, δεν έχω μέχρι τώρα
καμιά πειστική απόδειξη ότι έρχονταν να κάμουν πραξικόπημα ενάντια στους
Βρετανούς και στους Έλληνες στην περίπτωση που γινόταν απόπειρα από μέρους
των στοιχείων της Δεξιάς να τους εξοστρακίσουν. Όλα δείχνουν αντίθετα ότι το
ΕΑΜ πίστευε πως θα φέρναμε στην Ελλάδα τόσο ισχυρές δυνάμεις ώστε το
πραξικόπημα θα ήταν αδύνατο. Το ΕΑΜ χρειάστηκε ν' ανακαλύψει πρώτα τον
περιορισμένο αριθμό των δυνάμεων αυτών και την αδυναμία των μέσων που
διαθέταμε για να σκεφθεί ότι του δινόταν μια τρίτη ευκαιρία για την κατάληψη
της εξουσίας.
Ο σπινθήρας που προκάλεσε την έκρηξη του νέου εμφύλιου πολέμου προήλθε από
τη διαταγή της κυβέρνησης για τον αφοπλισμό των ανταρτών. Τα μέλη του ΕΑΜ
που ήταν στην κυβέρνηση παραιτήθηκαν αμέσως ή αναγκάστηκαν να παραιτηθούν
κάτω από τις απειλές των συνεργατών τους. Το ΕΑΜ ισχυριζόταν ότι αν
αφοπλίζονταν οι αντάρτες και οι ταχτικές ελληνικές δυνάμεις (η ορεινή Ταξιαρχία
και ο Ιερός Λόχος) έμεναν ανέπαφες, θα ήταν σα να παραχωρούσαν την εξουσία
στις στρατιωτικές δυνάμεις, που είχαν ήδη εκκαθαριστεί από όλα τα δημοκρατικά
στοιχεία, και τις οποίες η εξτρεμιστική Δεξιά θα χρησιμοποιούσε για να επιβληθεί
στο Δημοκρατικό Κίνημα. Ισχυριζόταν επίσης ότι η ελληνική Αστυνομία
εξακολουθούσε να είναι η ίδια που είχε οργανώσει ο Μεταξάς, ότι ήταν γεμάτη
από δοσίλογους και ότι χρειαζόταν εκκαθάριση.
Στο μεταξύ, μερικοί ανεπίσημοι παράγοντες της άκρας Δεξιάς εξέφραζαν ανοιχτά
την εχθρότητά τους προς το ΕΑΜ και την πολιτική του δύναμη. Ορισμένοι μάλιστα
από τους οπαδούς του ΕΑΜ είχαν ήδη δολοφονηθεί από μέλη της μυστικής
βασιλικής οργάνωσης των Αθηνών (της Χ, σ.τ.μ.) πριν οι ηγέτες του καταφύγουν
ανοιχτά στη βία. Το ΕΑΜ φοβόταν ότι η υπόσχεση για εκλογές δεν είχε καμιά άξια.
Η προηγούμενη ελληνική ιστορία τα είχε διδάξει πόσο συχνά καταπατούνταν
παρόμοιες υποσχέσεις. Έτσι, επέμενε στις θέσεις του. Ο κακός χειρισμός της
διαδήλωσης της 3ης Δεκεμβρίου του έδωσε την αφορμή να υπερασπίσει με τα
όπλα την υπόθεσή του. Τυπική για τα Βαλκάνια εσωτερική διαμάχη, σύντομα
εξελίχθηκε σε μια βάρβαρη και εκδικητική αιματοχυσία. Σ' αυτή σύρθηκαν
αναπόφευκτα, στο πλευρό της συνταγματικής κυβέρνησης, του νόμου και της
τάξης, και οι βρετανικές δυνάμεις.
Μόλις άρχισαν οι μάχες στην Αθήνα, ο στρατηγός Σκόμπυ έστειλε στα Γιάννινα
τον Κρις για να εξασφαλίσει τη νομιμοφροσύνη των ανταρτών του Ζέρβα. Στις 21
Δεκεμβρίου, ο ΕΔΕΣ δεχόταν επίθεση από μεγάλες δυνάμεις του ΕΛΑΣ. Έχοντας
σοβαρή έλλειψη από πολεμοφόδια, επειδή λίγες βδομάδες νωρίτερα είχε διαταχθεί

από τη SOE Καΐρου να δώσει μεγάλες ποσότητες στις ομάδες του ΕΛΑΣ για να
κυνηγήσουν τους Γερμανούς που υποχωρούσαν στην Ανατολική Ελλάδα, ο Ζέρβας
αναγκάστηκε να υποχωρήσει από την Ήπειρο προς τις δυτικές ακτές και σε λίγο
δεν κρατούσε παρά μια μικρή περιοχή γύρω από την Πρέβεζα. Στο τέλος του μήνα,
το Βασιλικό Ναυτικό τον παραλάβαινε, μαζί με τους πιστούς οπαδούς του, και τον
περνούσε στην Κέρκυρα.
Ώσπου να φτάσουν ενισχύσεις αεροπορικώς, η κατάσταση για τις βρετανικές
δυνάμεις, στην Αθήνα και τον Πειραιά, ήταν σχεδόν το ίδιο αβέβαιη. Ο στρατηγός
Σκόμπυ ήταν υποχρεωμένος να σχηματίσει, από μια ήδη επικίνδυνα περιορισμένη
δύναμη για την απόκρουση της ξαφνικής επίθεσης του ΕΛΑΣ, αρκετές νέες
μονάδες για να φρουρούν τα διάφορα στρατηγικά σημεία. Αν μέναμε ουδέτεροι ή
αποσυρόμαστε από την Ελλάδα, θα ήταν σα να παραχωρούσαμε την εξουσία στο
ΕΑΜ, πράγμα που θάχε σαν αποτέλεσμα μεγαλύτερες ακόμα σφαγές από εκείνες
που διαπράχθηκαν αργότερα. Έπρεπε λοιπόν να μείνουμε, αφού το ΕΑΜ ήταν
παντοδύναμο, και να το πολεμήσουμε. Δεν υπήρχε άλλη διέξοδος. Το να σώσουμε
τους Έλληνες από τους Έλληνες, ήταν το μόνο που έπρεπε να γίνει.
Στις 30 Δεκεμβρίου 1944, ύστερα από ένα σχεδόν μήνα σκληρών μαχών στην
Αθήνα, ανακοινώθηκε ότι ο βασιλιάς είχε αποφασίσει να μην επιστρέψει στην
Ελλάδα ώσπου «η ελευθέρα και δικαία έκφρασις της θελήσεως του Έθνους, τον
καλέσει». Ταυτόχρονα, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών διοριζόταν Αντιβασιλεύς. Η
ζωτική αυτή ανακοίνωση είχε επιτέλους γίνει και η τραγωδία ήταν ότι σκοπός της
τώρα δεν ήταν να προλάβει τον εμφύλιο πόλεμο και την αιματοχυσία, αλλά απλώς
να τα οδηγήσει στο τέρμα τους.

19. ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ
«Ούτε αυτή ούτε καμιά άλλη πολιτική θα μπορούσε να έχει πλήρη επιτυχία».
C. Μ. Woodhouse: Το Μήλο της Έριδος.
Στις περισσότερες καταχτημένες χώρες κατά τη διάρκεια του Β' Παγκόσμιου
Πολέμου, όπου οι Αντιστασιακές Δυνάμεις έπαιρναν βοήθεια από τις Δυτικές
Δημοκρατίες και ταυτόχρονα εμπνέονταν από κομμουνιστικές πατριωτικές
οργανώσεις, το πολιτικό αντιστασιακό πρότυπο ήταν παρόμοιο. Οι Κομμουνιστές,
που στα προπολεμικά χρόνια αποτελούσαν μια μειονότητα, η οποία σε ορισμένες
περιπτώσεις αγωνιζόταν σκληρά για να επιβιώσει κάτω από συνθήκες
παρανομίας, εκμεταλλεύθηκαν την ευκαιρία της εχθρικής κατοχής για να
οργανώσουν πλατιά Πατριωτικά Κινήματα και Λαϊκά Μέτωπα με τελικό σκοπό την
ενίσχυση ή την εκπλήρωση των πολιτικών τους επιδιώξεων κατά την
απελευθέρωση της χώρας τους. Στις καλύτερες περιπτώσεις υπήρχε αμοιβαία
συμφωνία ανάμεσα σ' αυτούς και στα άλλα Κινήματα για ανοχή μεταξύ τους· στις
χειρότερες ακολουθούσε ανοιχτή σύγκρουση, προς ζημίαν του πολέμου ενάντια
στον κοινό εχθρό. Αυτό έγινε ως ένα βαθμό στη Γαλλία και στο Βέλγιο· σε μεγάλο
βαθμό στην Πολωνία και Γιουγκοσλαβία· το ίδιο συνέβη στη Μαλαισία και στην
Κίνα. Το ίδιο έγινε και στην Ελλάδα. Βγάζοντας το ΚΚ εκτός νόμου, ο Μεταξάς το
είχε ήδη κάμει παράνομο από το 1936, αλλά τα πλεονεκτήματα που η τετράχρονη
δικτατορία του είχε προσφέρει στην Ελλάδα ήταν πολύ ασήμαντα και προσωρινά
για να κάμουν το Ελληνικό Έθνος, που υπέφερε κάτω από τον ζυγό του Άξονα, να
παραβλέψει τον διορισμό του από τον βασιλιά Γεώργιο Β' και τα αυστηρά μέτρα
που είχε επιβάλει. Η ενέργεια του βασιλιά να εγκαθιδρύσει την δικτατορία του
Μεταξά το 1936, χάρισε στο ΕΑΜ το μεγαλύτερο πολιτικό του όπλο πέντε χρόνια
αργότερα.
Προς το τέλος του 1941, όταν το ΕΑΜ άρχισε να δημιουργεί τις πρώτες ένοπλες
ομάδες του ΕΛΑΣ, πολλοί νέοι Έλληνες και αρκετοί ηλικιωμένοι κάθε πολιτικής
απόχρωσης σ' ολόκληρη την ελληνική ύπαιθρο, ενώθηκαν θεληματικά με τον ΕΛΑΣ
για να συνεχίσουν τον αγώνα κατά του εχθρού. Εκείνη την εποχή υπήρχαν μόνο
μερικές ανεξάρτητες ομάδες και καμιά άλλη εθνική οργάνωση για να ενταχθούν.
Οι περισσότεροι από τους κατοίκους της υπαίθρου, συμφωνούσαν με το
δημοσιευμένο πρόγραμμα του «Λαϊκού Κινήματος» του ΕΑΜ και των ενόπλων του
δυνάμεων, του ΕΛΑΣ. Πολλοί δεν ήξεραν ότι το ΕΑΜ χρωστούσε την ίδρυση του σε
ακραίους αριστερούς που πιθανόν να είχαν απώτερους σκοπούς· δεν ήξεραν ότι οι
προπολεμικοί πολιτικοί των Αθηνών είχαν δεχτεί πολύ ψυχρά το Κίνημα και είχαν
αρνηθεί να έχουν σχέσεις μαζί του. Άλλωστε, μέσα στον γνήσιο πατριωτισμό τους,
ελάχιστα θα τους ένοιαζε κάτι τέτοιο, τη στιγμή μάλιστα που η Ρωσία πολεμούσε
με τόση γενναιότητα στο πλευρό των άλλων Συμμάχων μας. Το μόνο που τους
ενδιέφερε ήταν να πολεμήσουν τον εχθρό, και το μόνο που ήθελαν να ξέρουν για
το ΕΑΜ - ΕΛΑΣ ήταν αν αυτή η οργάνωση θα τους βοηθούσε να το κάνουν.
Η αρχική πολιτική του ΕΑΜ ήταν να συγκεντρώσει (και να ελέγχει) ολόκληρη την
ελληνική Αντίσταση μέσα σ' ένα εξωτερικά ακίνδυνο, «προοδευτικό», πολιτικό
σχήμα· να την αναπτύξει πλατιά πάνω στην ευρύτερη εθνική βάση· να πολεμήσει
τις δυνάμεις κατοχής όταν και όπου αυτό ήταν δυνατό· και να διευρύνει το
δυναμικό του ΕΛΑΣ χωρίς όμως ν' αποκαλύψει τον αληθινό κομμουνιστικό του
χαρακτήρα και την πραγματική του δύναμη ως τη μέρα της απελευθέρωσης. Η

πολιτική του ανταρτοπόλεμου, δηλαδή της αποφυγής επιθέσεων πλατιάς κλίμακας
ενάντια στις δυνάμεις του εχθρού, εξυπηρετούσε τους πολιτικούς σκοπούς των
ηγετών και παράλληλα αποτελούσε μια σωστή πολεμική ταχτική για μια μικρή
χώρα όπως η Ελλάδα.
Από τις 25 Νοεμβρίου 1942, που έγινε η ανατίναξη της γέφυρας του
Γοργοπόταμου μέχρι την 1η Νοεμβρίου 1944, που ο τελευταίος γερμανός
στρατιώτης εγκατέλειψε το ελληνικό έδαφος, ο αγώνας των ανταρτών ενάντια
στους Καταχτητές πήρε μεγάλη δημοσιότητα. Για δυο ολόκληρα χρόνια η
συμμαχική προπαγάνδα δεν έπαψε να εκθειάζει τη δραστηριότητα της ελληνικής
Αντίστασης, τόσο των φίλων όσο και των αντιπάλων.
Για τη διατήρηση μιας συνεχούς αντάρτικης δραστηριότητας, χρειάζονται
εκτεταμένες ακαλλιέργητες περιοχές που να παρέχουν ασφαλή βάση στις ένοπλες
ομάδες. Αν οι περιοχές αυτές δεν είναι αρκετά εκτεταμένες, ο εχθρός έχει τη
δυνατότητα να κάνει εκκαθαριστικές επιχειρήσεις σ' ολόκληρη την ύπαιθρο και να
επιβάλει αυστηρά αντίποινα στους αθώους κατοίκους, με αποτέλεσμα η
στρατιωτική αξία της Αντίστασης να εκμηδενίζεται.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου, πίσω από τις γραμμές των Ρώσων υπήρχαν
πλατιές ζώνες ακαλλιέργητων εκτάσεων, που έγιναν ορμητήρια για την ανάπτυξη
αποτελεσματικού ανταρτοπολέμου. Η γαλλική Αντίσταση, για την οποία τόσα
έχουν γραφτεί, ήταν πραγματικά θαυμάσια, αλλά μέχρι την «Ημέρα D»
περιοριζόταν σε καμουφλαρισμένη δραστηριότητα γιατί της έλειπαν τα
κατάλληλα ορμητήρια. Ακόμα και τα βουνά της Γιουγκοσλαβίας δεν ήταν αρκετά
πλατιά για τους Παρτιζάνους του Τίτο, που τη δραστηριότητά τους δεν την
πλήρωσε ακριβά μονάχα ο άμαχος πληθυσμός αλλά και οι ίδιοι που είχαν πάνω από
ένα εκατομμύριο νεκρούς.
Τα βουνά της Ελλάδας είναι πολύ λιγότερο εκτεταμένα από τα βουνά της
Γιουγκοσλαβίας. Το να ζητήσεις λοιπόν από τους κατοίκους να κάμουν τη γη τους
αντάρτικο ορμητήριο για δυο χρόνια, ήταν σα να τους ζητούσες να υποστούν
μεγάλες και σκληρές θυσίες. Το να περιμένεις πάλι ότι μετά από δεκαοχτώ μήνες,
όταν η δραστηριότητα των ανταρτών έφτασε στο απόγειό της (με την απόβαση
στη Σικελία), η ύπαρξή τους θα μπορούσε να παραμείνει μυστική και ν'
αποφευχθούν οι τραγικές συνέπειες για τον άμαχο πληθυσμό, ήταν σα να ζητάς το
αδύνατο. Μέχρι την επίσκεψη του Κρις στην Αθήνα το Γενάρη του 1943, δεν
είμαστε απόλυτα βέβαιοι για την πλήρη ταυτότητα του ΕΑΜ και ΕΛΑΣ και για τον
κομμουνιστικό χαρακτήρα της κατεύθυνσής τους. Από την άνοιξη όμως του 1942,
ύστερα από απόφαση της Αγγλο - Ελληνικής Επιτροπής Καΐρου (με σύσταση
ελλήνων πρακτόρων από την Αθήνα) να μη δοθεί μονόπλευρη ενίσχυση στον ΕΛΑΣ,
άρχισε ν' αναζητείται ένας περισσότερο μετριοπαθής ηγέτης για τον συντονισμό
του ανταρτοπολέμου εναντίον του εχθρού. Δεν χρειάστηκε πολύς καιρός για να
βρεθεί ένας τέτοιος ηγέτης. Ο ανταρτοπόλεμος δεν ήταν κάτι καινούργιο για το
λαό της Ελλάδας που είχε κληρονομήσει απ' τους προγόνους του τα διδάγματα
των μεγάλων και ιστορικών αγώνων της Κλεφτουριάς που γεννήθηκε στα βουνά.
Μερικοί από τους πιθανούς αρχηγούς που βολιδοσκοπήθηκαν στην Αθήνα είχαν τη
γνώμη ότι αν το Αρχηγείο της Μέσης Ανατολής δεν μπορούσε να προσφέρει
μεγαλύτερη υλική βοήθεια απ' αυτή που έλεγε, οι απώλειες του ελληνικού λαού θα
ξεπερνούσαν αναλογικά τη στρατιωτική του συμβολή προς τους Συμμάχους. Στο
τέλος, Ο Ζέρβας, αφού αρνήθηκε την προσφορά του ΕAM να γίνει Επιτελάρχης του
ΕΛΑΣ, πείσθηκε για τη σημαντικότητα των απαιτήσεων των Συμμάχων, ανέβηκε
στο Βουνό στις αρχές του καλοκαιριού του 1942, και σχημάτισε το δικό του
Κίνημα Αντίστασης που ήταν, σε μεγάλο βαθμό, ανεξάρτητο από τον ΕΔΕΣ της

Αθήνας. Η γνώση ότι θα λάβαινε υλική ενίσχυση από τους Συμμάχους, επηρέασε
επίσης την απόφαση του Ψαρρού να εγκαταλείψει την Αθήνα το 1943 και να
σχηματίσει τις ομάδες της ΕΚΚΑ: ένα Κίνημα που οι πολιτικές του απόψεις
βρίσκονταν κάπου ανάμεσα σ' εκείνες του ΕΔΕΣ και του ΕΛΑΣ.
Το ΕΑΜ έβλεπε τη δημιουργία των νέων αντιστασιακών δυνάμεων με περιφρόνηση
και δυσπιστία. Γιατί, ρωτούσαν οι εκπρόσωποι του, οι Σύμμαχοι πείθουν άλλους
ηγέτες να βγούνε στο Βουνό και να σχηματίσουν αντίπαλες αντάρτικες
οργανώσεις, όταν το μόνο που χρειαζόταν ήταν ένα μεγάλο εθνικό Κίνημα; Γιατί
οι ηγέτες αυτοί έπρεπε να αμειφθούν με χρυσό για να κάνουν αυτό το πράγμα;
Γιατί έπρεπε να λαβαίνουν υλική ενίσχυση από τους Συμμάχους δυσανάλογα
ανώτερη από τις δυνάμεις τους; Τι συνέβαινε με το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ που είχαν
δημιουργηθεί από δική τους μονάχα πρωτοβουλία, χωρίς βοήθεια από τους
Συμμάχους; Γιατί το Αρχηγείο Μέσης Ανατολής ήθελε να τους δημιουργήσει
δυσκολίες με τη δημιουργία των νέων αυτών οργανώσεων που αργά ή γρήγορα
ήταν ενδεχόμενο να έρθουν σε σύγκρουση μαζί τους;
Όλα αυτά τα ερωτήματα θα ήταν πολύ λογικά αν το ΕΑΜ το ίδιο ακολουθούσε μια
ανοιχτόμυαλη μετριοπαθή πολιτική, αν είχε καταφέρει τους ηγέτες των «παλιών»
πολιτικών κομμάτων της Αθήνας να παραμερίσουν τις διαφορές τους και να
ενωθούν μαζί του. Από τις αρχές όμως του 1942, αρκετούς μήνες πριν η πρώτη
ομάδα βρετανών αξιωματικών προσγειωθεί στην Ελλάδα, η άρνηση των πολιτικών
της Αθήνας να έχουν οποιαδήποτε σχέση με τους ηγέτες του ΕΑΜ, τους έκανε να
χάσουν την ψυχραιμία τους. Από την άνοιξη του 1942, τόσο στην Αθήνα, όσο και
στην ύπαιθρο, το ΕΑΜ - ΕΛΑΣ άρχισε να ζημιώνει την υπόθεσή του δείχνοντας
έλλειψη ανοχής (υπερβολική για τα δικά μας πρότυπα) απέναντι σε οποιοδήποτε
ανταγωνιστή του στο πεδίο της μάχης και δίνοντας στους μεταπολεμικούς του
στόχους μεγαλύτερη προσοχή σε σχέση με τον αγώνα του ενάντια στον κοινό
εχθρό. Θεωρούσε σαν δεδομένο ότι όσοι δεν ήταν πραγματικά μαζί του, ήταν
εναντίον του και συμπεριφερόταν ανάλογα.
Αν οι ηγέτες του ΕΑΜ είχαν καταφέρει να διατηρήσουν μια μετριοπαθή πολιτική
γραμμή, σύντομα μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας μπορεί να εγκαθιδρυόταν
μια Δημοκρατία χωρίς αιματοχυσία. Αλλά το Κίνημα ήταν κάτω από τον έλεγχο
των εξτρεμιστών. Οι πικρές αναμνήσεις τους από την δικτατορία της Δεξιάς και ο
αυξανόμενος φόβος τους για κάποια εξωτερική επέμβαση που θα βοηθούσε στην
παλινόρθωσή της με το τέλος του πολέμου, τους οδήγησαν σε λάθη παρόμοια μ'
εκείνα που συναντάει κανείς συχνά στην ελληνική Ιστορία. Έχασαν έτσι την
ευκαιρία να πραγματοποιήσουν με συνταγματικά μέσα ό,τι αργότερα απέτυχαν με
τη βία. Οι πολιτικοί τους αντίπαλοι, βλέποντας τη βοήθεια που έπαιρναν από τις
Δυτικές Δημοκρατίες, δεν έχαναν ευκαιρία να τους χλευάζουν ή να επωφελούνται
από την πλεονεχτική τους θέση. Αυτό, μαζί με την έξυπνα διοχετευμένη εχθρική
προπαγάνδα, δεν έκαναν άλλο από το να επιτείνουν τις ακρότητες του ΕΑΜ οι
οποίες κατέστρεψαν την προοπτική του και τελικά την παρέδωσαν στα χέρια των
πολιτικών του αντιπάλων.
Οι ηγέτες του ΕΑΜ δεν ήταν οι μόνοι που έκαναν λάθη. Οι ιστορικοί έχουν
καταγράψει πολλούς πολέμους λαών, τόσο κλεφτοπόλεμους, όσο και ταχτικούς.
Εδώ και πολλά χρόνια ο Κλάουζεβιτς συνόψισε τους κανόνες της καταπολέμησής
τους και ο Κύριλ Φωλς μας έδωσε πρόσφατα μια περιληπτική άποψη των βασικών
τους γνωρισμάτων και της αξίας τους στο βιβλίο του «Εκατό Χρόνια Πολέμου».
Πρέπει να παραδεχτώ ωστόσο ότι πριν ν' αναλάβω την Αποστολή, δεν είχα
μελετήσει αυτό το είδος πολέμου. Νομίζω πως δεν αποτελώ εξαίρεση σ' αυτό και
πως όταν άρχισα να συμμετέχω στην αντάρτικη δραστηριότητα των Ελλήνων, οι

περισσότεροι από μας είχαν άγνοια των υποχρεώσεων που αναλαβαίναμε μέχρι το
τέλος του πολέμου και δεν υποπτευόμαστε τη χιονοστιβάδα που θα κυλούσε από
τα βουνά μέχρι την ίδια την πόλη της Αθήνας.
Ενώ η συμμαχική στρατηγική στα κύρια μέτωπα του πολέμου ήταν αμυντική, κάθε
σαμποταριστική ενέργεια, σχεδόν κάθε τουφεκιά στις κατεχόμενες χώρες, είχε
μια ηθική επιβράβευση που ξεπερνούσε αναλογικά την στρατιωτική της σημασία
αν και δικαίωνε πλήρως την πολιτική μας. Όταν οι Σύμμαχοι μετέβαλαν την
αμυντική τους ταχτική, τα ηθικά εύσημα και η προπαγάνδα έχασαν συγκριτικά τη
σημασία τους κι εκείνο που πραγματικά μετρούσε ήταν η στρατηγική
αποτελεσματικότητα του κάθε σαμποτάζ. Μέχρι τότε όμως ήταν ήδη πολύ αργά
για να στείλει κανείς τις χιλιάδες των ανταρτών πάλι στα σπίτια τους και να
διατηρήσει μερικές επίλεκτες ομάδες για σαμποταριστικές ενέργειες. Οι λόγοι
ήταν τρεις: Πρώτον, στις περισσότερες περιπτώσεις τα σπίτια των ανταρτών
είχαν πυρποληθεί από τον εχθρό. Δεύτερον, γιατί η Ελληνική Αντίσταση ήταν σε
μεγάλο βαθμό αυθόρμητη και αυτοδημιούργητη και η πλειοψηφία των αγωνιστών
της δεν θα δεχόταν να καταθέσει τα όπλα (στους ελασίτες μάλιστα δεν θα
επιτρεπόταν να κάνουν κάτι τέτοιο). Τρίτον, γιατί η απουσία των ανταρτών από
την ύπαιθρο που τόνωνε το ηθικό των Ελλήνων, θα ήταν επικίνδυνη για τις
ομάδες σαμποτάζ που θα λειτουργούσαν. Κάθε μείωση της συμμαχικής βοήθειας
προς την Αντίσταση θα μπορούσε δικαιολογημένα να θεωρηθεί από τις
αντάρτικες οργανώσεις ισοδύναμη με προδοσία· και είναι λογικό να υποθέσουμε
ότι το ΕΑΜ - ΕΛΑΣ θα έκανε ό,τι μπορούσε για να πείσει τους ανθρώπους του
βουνού ότι τους είχαμε προδώσει. Πραγματικά, δεδομένου ότι τα αντίποινα του
εχθρού αυξάνονταν διαρκώς, από τη στιγμή που είχαμε αρχίσει να δίνουμε υλική
βοήθεια και να ενθαρρύνουμε τις αντάρτικες δυνάμεις μιας μικρής χώρας όπως η
Ελλάδα, είμαστε ηθικά υποχρεωμένοι να τις βοηθήσουμε μέχρι το τέλος των
εχθροπραξιών, σχεδόν ανεξάρτητα από την στρατηγική αξία της δράσης τους
εναντίον του εχθρού.
Σ' όλη τη διάρκεια της αξονικής κατοχής της Ελλάδας, ο στρατιωτικός στόχος
των Συμμάχων παρέμεινε ο ίδιος: η μεγαλύτερη δυνατή συνεισφορά της ελληνικής
Αντίστασης προς την πολεμική προσπάθεια. Παρά τον προσωρινό εμφύλιο πόλεμο
του 1943, η πολιτική αυτή δεν άλλαξε ώσπου ελευθερώθηκε η χώρα και το ΕΑΜ ΕΛΑΣ ανάγκασε τους Βρετανούς να πολεμήσουν εναντίον του.
Σύντομα μετά την κατάχτησή της, η Ελλάδα απόχτησε σημαντική στρατηγική
σημασία για τον εχθρό. Εκτός από τη συμβολή της στον εφοδιασμό του με το
μάξιμουμ της τοπικής παραγωγής, τα λιμάνια της —ιδιαίτερα του Πειραιά—
χρησιμοποιούνταν για τον ανεφοδιασμό των αεροπορικών του βάσεων στην
Ανατολική Μεσόγειο και των στρατευμάτων του στη Βόρεια Αφρική.
Το φθινόπωρο του 1942, με το σπάσιμο της γραμμής του Ελ Αλαμέιν, η
καταστροφή της γέφυρας του Γοργοπόταμου είχε σαν αποτέλεσμα τη διακοπή της
σιδηροδρομικής επικοινωνίας με την Αθήνα για έξι κρίσιμες εβδομάδες κατά τη
διάρκεια των οποίων ο εχθρός δεν ήταν σε θέση να χρησιμοποιήσει το λιμάνι του
Πειραιά για να ενισχύσει με περισσότερες εφεδρείες, απ' αυτές που τύχαινε να
βρίσκονται ήδη στη Νότια Ελλάδα, τα στρατεύματά του της Βόρειας Αφρικής. Το
συντονισμένο σαμποτάζ στις συγκοινωνίες τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 1943,
απόσπασε προσωρινά δυο γερμανικές ταξιαρχίες από το κύριο μέτωπο της
Σικελίας και συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην ολική κάλυψη του σχεδίου: στην
πετυχημένη απόβαση και στην κατάληψη του νησιού. Υπολογίζεται ότι ανάμεσα
στο 1941 - 1944, οι αντάρτες προξένησαν στον εχθρό πάνω από είκοσι πέντε
χιλιάδες απώλειες. Είναι γνωστό ότι πάνω από εκατόν πενήντα συρμοί υπέστησαν

ζημίες ή καταστράφηκαν. Πάνω από εκατό γέφυρες ανατινάχτηκαν. Ζημίες
υπέστησαν επίσης ή βυθίστηκαν πάνω από εκατόν πενήντα πλοία συνολικού
βάρους εξήντα οκτώ χιλιάδων τόννων. Κατά τη διάρκεια του 1943 η
δραστηριότητα των ανταρτών υποχρέωσε τους Ιταλούς να διατηρούν στην
Ελλάδα δεκατρείς ταξιαρχίες. Μετά την ιταλική συνθηκολόγηση, οι Γερμανοί
διατηρούσαν έξι. Αν ο εχθρός εξασθένιζε τις δυνάμεις κατοχής πριν να ξεσπάσει
στο Βουνό ο εμφύλιος πόλεμος, διέτρεχε σοβαρό κίνδυνο καθολικής εξέγερσης
των Ελλήνων εναντίον του. Όλα αυτά δεν ήταν μικρή υλική ενίσχυση στη γενική
πολεμική προσπάθεια — χωρίς ν' αναφέρουμε την ηθική.
Αξίζει ν' αναλογισθούμε τι θα μπορούσε να είχε συμβεί αν δεν υποστηρίζαμε
κανένα από τα Ελληνικά Αντιστασιακά Κινήματα.
Αν δεν τον έπειθαν οι Βρετανοί, φαίνεται απίθανο ότι ένας ξεχωριστός και
γενναίος ηγέτης όπως ο Ζέρβας θα έβγαινε στο Βουνό. Χωρίς αυτόν, δεν θα
υπήρχε άλλη πραγματικά αντίπαλη οργάνωση από το ΕΑΜ - ΕΛΑΣ. Αν δεν δίναμε
υλική ενίσχυση σε κάθε αντάρτικη δραστηριότητα, ό,τι συνέβη σε πολλές
ανεξάρτητες μικροομάδες της Μακεδονίας την άνοιξη του 1942, πριν εμείς
κάνουμε την εμφάνισή μας στο προσκήνιο, θα συνέβαινε και σε όλες τις άλλες σ'
ολόκληρη την Ελλάδα: θα ενσωματώνονταν στο ΕΑΜ - ΕΛΑΣ ή θα διαλύονταν.
Μέχρι το τέλος του 1943 —το αργότερο— το ΕΑΜ - ΕΛΑΣ θα είχε ξεκαθαρίσει το
πεδίο και με το τέλος του πολέμου, το Κίνημα αυτό, ελεγχόμενο από τους
Κομμουνιστές, θα βρισκόταν σε ασύγκριτα πλεονεκτικότερη θέση για την
εκπλήρωση των πολιτικών του στόχων.
Τι θα συνέβαινε τάχα αν οι Βρετανοί αρνούνταν από την αρχή να δώσουν
οποιαδήποτε βοήθεια στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ; Ο ΕΛΑΣ, ο στρατός του ΕΑΜ, υπήρχε ήδη σε
πολλά μέρη της Ελλάδας, περισσότερους από έξι μήνες πριν από την άφιξη της
Βρετανικής Αποστολής τον Αύγουστο του 1942 και πολεμούσε ήδη τον εχθρό με
τον τρόπο που ταίριαζε στις πολιτικές επιδιώξεις του ΕΑΜ: με όπλα και
πολεμοφόδια που είχε κρύψει ο ελληνικός στρατός όταν επέστρεψε στα σπίτια του
το 1941. Με τον καιρό, απόχτησε περισσότερα όπλα παίρνοντάς τα από τον
εχθρό. Ιδιαίτερα μεγάλη ποσότητα πήρε από την Ταξιαρχία Πινερόλο μετά την
ιταλική κατάρρευση. Μέχρι το 1944, στο σύνολο των πενήντα χιλιάδων
οπλισμένων ανταρτών του ΕΛΑΣ, το Αρχηγείο της Μέσης Ανατολής είχε
προσφέρει λιγότερα από το 1/3 των όπλων. Κι αν στις πενήντα αυτές χιλιάδες
προσθέσουμε και τις άλλες πενήντα του εφεδρικού ΕΛΑΣ της υπαίθρου, το
ποσοστό της συμμετοχής μας στον εξοπλισμό του κατεβαίνει στο 1/6. Παρόλο που
η έλλειψη αυτομάτων όπλων και πολεμοφοδίων γενικά θα εμπόδιζε το ΕΑΜ - ΕΛΑΣ
ν' αναλάβει μεγάλης κλίμακας δραστηριότητα ενάντια στους καταχτητές, δεν θα
του έλειπαν σίγουρα τα όπλα και τα πολεμοφόδια για ένα πραξικόπημα στο τέλος
του πολέμου, έστω κι αν δεν το προμηθεύαμε με τίποτα.
Αν δίναμε όλη τη βοήθεια στον Ζέρβα και καθόλου στον ΕΛΑΣ, δεν θα μπορούσαμε
να κρατούμε σε έλεγχο τον ΕΛΑΣ τον χειμώνα του 1942. Καθώς ήταν σε θέση να
συγκεντρώσει πολύ μεγαλύτερες δυνάμεις από εκείνες που διέθετε ο Ζέρβας στον
Βάλτο (πριν λάβει τις μεγάλες ποσότητες όπλων από μας), θα τον χτυπούσε
σίγουρα μέσα στον χειμώνα. Στη χειρότερη περίπτωση το Κίνημα του Ζέρβα θα
διαλυόταν. Στην καλύτερη, θα περιοριζόταν σε μια πολύ μικρή ορεινή περιοχή (με
μικρές δυνατότητες στρατολόγησης), κοντά στην οποία δεν βρίσκονταν παρά
ελάχιστοι στόχοι σα