You are on page 1of 334

ΚΩΝ. Α.

ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

Η Λάρισα και η θεσσαλική Ιστορία
Δ΄ τόμος
Από την οριστική οθωμανική κατάκτηση (1423) και τη ζοφερή
Τουρκοκρατία έως την απελευθέρωση του μεγαλύτερου
τμήματος της Θεσσαλίας (1881)

Λάρισα 2009

Εικ. Τα Τέμπη

“Μπροστά

στη βεβαιότητα ότι οι καταστροφές δεν είναι μόνο
έργο της φύσης αλλά και της ανθρώπινης θέλησης, η θέση της
Ιστορίας μπορεί να μας προκαλέσει ηθικό πρόβλημα, να μας
οδηγήσει σε πνευματική επανάσταση υπέρ του καλού, εάν
βεβαίως εδρεύει μέσα μας παρόμοιο πνεύμα.”
G. Hegel (1770-1831)

Στους γιους μου
Θανάση, Γιάννη, Διονύση

Ευχαριστίες:
στους συναδέλφους και άλλους αγνώστους φίλους της τοπικής
Ιστορίας που τίμησαν και ανέδειξαν την ερασιτεχνική μου εργασία
στους τρεις πρώτους τόμους.
Ευχαριστίες για τις πληροφορίες και το υλικό που μου προσέφεραν
στον Γιάννη Φρύδα, την Τασούλα Μπαντέρα, τον Ηλία Γαλάνη,
το Κώστα Μπούρα και τον Βασίλη Γκίζα.
Ακόμα ευχαριστώ τις μαθήτριές μου: Αρετή Γαλλή, την
Μαριάνθη Παπαδήμα και την Μαρία Σδούκου για τη βοήθειά
τους στις σαρώσεις διαφόρων εικόνων του παρόντος τόμου.
Ιδιαίτερες ευχαριστίες στον πρωτεργάτη της ανάδειξης της τοπικής
μας Ιστορίας, Κώστα Σπανό, που ακούραστα εδώ και δεκαετίες
ερευνά, συγκεντρώνει, αναλύει και δημοσιεύει κατατοπιστικές
εργασίες με ό,τι έχει σχέση με το τοπικό ιστορικό γίγνεσθαι, μέσω του
Θεσσαλικού Ημερολογίου και των άλλων δημοσιευμάτων του
στον τοπικό τύπο. Ακόμα τον ευχαριστώ για τις πολύτιμες
παρατηρήσεις του στα κέιμενά μου.

Πίνακας Περιεχομένων
1. Βιβλιογραφία σ.
2. Χρονολόγιο σ.

Μέρος πρώτο. Συνοπτική Ιστορία της Θεσσαλίας (1423-1881). σ.
Κεφάλαιο 1ο. Η Οθωμανική κατάκτηση της Θεσσαλίας (μέχρι το 1470). σ.
Κεφάλαιο 2ο. Η οθωμανική διοίκηση. σ.
Κεφάλαιο 3ο. Η οργάνωση των κοινοτήτων-Τα προνόμια. Συνθήκη Ταμασίου. σ.
Κεφάλαιο 4ο. Αρματολοί και κλέφτες των θεσσαλικών βουνών. σ.
1. Οι αρματολοί και τα αρματολίκια της Θεσσαλίας – Γενικά. σ.
2. Το αρματολίκι των Αγράφων. σ.
3. Το αρματολίκι των Χασίων. σ.
4. Τα υπόλοιπα αρματολίκια και οι γνωστότεροι αρματολοί. σ.

Κεφάλαιο 5ο. Προεπαναστατικές εξεγέρσεις στη Θεσσαλία. σ.
Α΄ Η πρώτη επαναστατική κίνηση του Διονυσίου Φιλοσόφου. σ.
Β΄ Ο τουρκοβενετικός πόλεμος. σ.
Γ΄ Η επανάσταση του 1769-72 (Ορλωφικά) και η επίδρασή της στη Θεσσαλία. σ.
Δ΄ Οι κλέφτες των Αγράφων κατά του Αλή πασά – Κατσαντώνης (1803-1808) σ.

Ε΄ Η επανάσταση του π. Θύμιου Βλαχάβα (1807-8). σ.

Κεφάλαιο 6ο. Η κατάσταση στη Θεσσαλία τον 17ο και 18ο αιώνα. σ.
Κεφάλαιο 7ο. Η Επανάσταση του '21 στη Θεσσαλία. σ.
Α΄ Η Φιλική Εταιρεία και οι Θεσσαλοί. σ.
Β΄ Η επανάσταση στη Μολδοβλαχία και οι Θεσσαλοί αγωνιστές.– Γ. Ολύμπιος σ.
Γ΄ Η Επανάσταση του '21 στο Πήλιο. σ.
Δ΄ Τα γεγονότα στην περιοχή της Αγιάς το 1821. σ.
Ε΄ Η επανάσταση του 1821 στα Άγραφα. σ.
Στ΄ Η Επανάσταση στον Ασπροπόταμο. σ.
Ζ΄ Η εξέλιξη της Επανάστασης στον Ασπροπόταμο και τα Άγραφα το 1823.
Η΄ Η επανάσταση στην περιοχή του Ολύμπου. σ.
Θ΄ Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης και η συμμετοχή του στον αγώνα (1821-1827). σ.
Ι΄ Η Λάρισα επιτελικό στρατιωτικό κέντρο των Οθωμανών
ΙΑ΄ Ο μαρτυρικός θάνατος του Μητροπολίτη Λαρίσης Πολυκάρπου Δαρδαίου

Κεφάλαιο 8ο. Η δημιουργία του πρώτου Ελληνικού βασιλείου - θεσσαλικά εδάφη
που ελευθερώθηκαν. σ.
Α΄ Το Πρωτόκολλο του Λονδίνου. σ.
Β΄ Τα Πρωτόκολλα της 3ης Φεβρουαρίου 1830. σ.
Γ΄ Ο διακανονισμός της Κων/λης (συνθήκη Καλεντέρ Κιόσκ). σ.
Δ΄ Το πρωτόκολλο του Λονδίνου (18/8/1882). σ.
Ε΄ Θεσσαλικές περιοχές που ελευθερώθηκαν εντασσόμενες στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος. σ.

Κεφάλαιο 9ο. Η επανάσταση στην Ήπειρο και τη Θεσσαλία το 1854. σ.
Κεφάλαιο 10ο. Οι επαναστατικές προσπάθειες του 1866. σ.
Κεφάλαιο 11ο. Η επανάσταση του 1878 στη Θεσσαλία. σ.
Κεφάλαιο 12ο. Η Θεσσαλία ελεύθερη. σ.

Μέρος δεύτερο. Οικονομία, ασχολίες, τέχνες, γράμματα, θρησκείες,
κοινωνία
Κεφάλαιο 13ο. Η Οικονομία στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλία σ.
Α΄ Η Διοίκηση. σ.
Β΄ Η φορολόγηση των υποδούλων Θεσσαλών. σ.
Γ΄ Φορολογικά προνόμια. σ.

Κεφάλαιο 14ο. Ο πληθυσμός της Θεσσαλίας. σ.
Α΄ Γενικά πληθυσμιακά στοιχεία του 19ου αιώνα σ.
Β΄ Μετακινήσεις πληθυσμών του θεσσαλικού χώρου στα αστικά κέντρα της Θεσσαλίας κι αλλού σ,
Γ΄ Οι επιδημίες
Δ΄ Οι Εβραίοι της Θεσσαλίας σ.
Ε΄ Οι Αρμένιοι σ.
Στ΄ Οι Μουσουλμάνοι σ.
Ζ΄ Το παιδομάζωμα σ.
Η' Οι Μπεκτασήδες και οι Τεκέδες τους σ.
Θ΄ Οι Αρβανίτες σ.
Ι΄ Οι Βλάχοι σ.
ΙΑ' Οι Σαρακατσάνοι σ.
ΙΒ΄ Οι Καραγκούνηδες σ.
ΙΓ΄ Η ζωή των νομαδικών πληθυσμών σ.
ΙΔ΄ Οι Αρβανιτόβλαχοι (Αρβαντόβλαχοι) σ.
ΙΕ΄ Οι Τσιγγάνοι σ.

Κεφάλαιο 15ο. Ασχολίες των κατοίκων. σ.
Α΄ Οι συντεχνίες (ή εσνάφια). σ.
Β΄ Τα “μετακινούμενα” εσνάφια των μαστόρων – Μπουλούκια (boluk) σ.

Γ΄ Οι θεσσαλικοί νερόμυλοι σ.
Δ΄ Το (πλανόδιο) εμπόριο σ.
Ε΄ Τα χάνια – καραβάν σεράγια σ.
ΣΤ΄ Θεσσαλικά γεφύρια σ.
Ζ΄ Αστικές και υπαίθριες αγορές (παζάρια) – πανηγύρια. σ.
Η΄ Το εμπόριο και οι εμπορικές διασυνδέσεις των Θεσσαλών με την Αν. Μεσόγειο και την
Ευρώπη. σ.
Θ΄ Το παράδειγμα της οργάνωσης του Συνεταιρισμού (κοινοπραξίας) των Αμπελακίων. σ.
Ι΄ Η γεωργία και η κτηνοτροφία κατά τον 19ο αιώνα. σ.
ΙΑ΄ Η βιοτεχνία. σ.

Κεφάλαιο 16ο. Πληθυσμιακά στοιχεία των αστικών κέντρων της Θεσσαλίας σ.
Κεφάλαιο 17ο. Οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί και η οργάνωση της Εκκλησίας σ.
Κεφάλαιο 18ο. Λειμωνάριο Αγίων της Θεσσαλίας1 (από το 1450 έως σήμερα). σ.
Κεφάλαιο 19ο. Η Παιδεία στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλία. σ.
1. Γενικά – Εκκλησία και Κρυφά Σχολεία. σ.
2. Τα κυριότερα Σχολεία στη Θεσσαλία. σ.
3. Οι Θεσσαλοί Διδάσκαλοι του Γένους. σ.

Κεφάλαιο 20ο. Η Ιστορία των Βορ. Σποράδων από τον 15ο αιώνα έως το 1881. σ.
Α΄ Η Σκιάθος. σ.
Β΄ Η Σκόπελος. σ.
Γ΄ Η Αλόννησος. σ.
Δ΄ Μεταβυζαντινά μνημεία στα γύρω ερημόνησα. σ.

Μέρος Τρίτο. Από τις πηγές.
Κεφάλαιο 21ο. Οι κυριότεροι περιηγητές στη Θεσσαλία. Συνοπτικά βιογραφικά
στοιχεία. σ.
Κεφάλαιο 22ο. Παραθέματα από τις Πηγές για την Τουρκοκρατία στη Θεσσαλία. σ.
Κεφάλαιο 23ο. Διοικ. διαίρεση της Θεσσαλίας μετά την απελευθέρωση του 1881. σ.

1. Βιβλιογραφία
1. Για τους Θεσσαλούς Αγίους των Ρωμαϊκών χρόνων και της Βυζαντινής εποχής δες Κ. Α.
Οικονόμου, Η Λάρισα και η θεσσ. Ιστορία, τόμος Γ΄ (Λάρισα 2008).

α΄ Αφιερώματα
«Αλόννησος, μνημεία και φύση», 7 Ημέρες, εφ. Καθημερινή, 31/8/1997.
«Αμπελάκια», 7 Ημέρες, εφ. Καθημερινή, 29/1/1995.
«Βόλος, τόποι και πρόσωπα», 7 Ημέρες, εφ. Καθημερινή, 30/1/1994.
«Ελληνικοί νερόμυλοι», 7 Ημέρες, εφ. Καθημερινή, 15/10/2000.
«Η Θεσσαλία με το φακό του Τάκη Τλούπα», 7 Ημέρες, εφ. Καθημερινή, 9/4/1995.
«Μετέωρα, η ισάγγελη πολιτεία», 7 Ημέρες, εφ. Καθημερινή, 6/2/1994.
«Οι Εβραίοι της Ελλάδας», 7 Ημέρες, εφ. Καθημερινή, 3/3/1996.
«Όλυμπος, το βουνό των Θεών», 7 Ημέρες, εφ. Καθημερινή, 19/9/1999.
«Πάσχα στη Σκιάθο», Επτά Ημέρες, εφ. Καθημερινή, 23-4-1995.
«Περιηγητές, εικόνες της Ελλάδας», 7 Ημέρες, εφ. Καθημερινή, 2/4/2000.
«Πέτρινα γεφύρια», 7 Ημέρες, εφ. Καθημερινή, 13/2/2000.
«Σκόπελος, το νησί του Δαπόντε», Επτά Ημέρες, εφ. Καθημερινή, 1/9/1996.
«Το μαγευτικό Πήλιο», 7 Ημέρες, εφ. Καθημερινή ,30/7/1995.

β΄ Ξένοι συγγραφείς
Berrenberg R. Sch.,(μτφρ. Τ. Αλεξόπουλος), «Η Λάρισα στις αρχές του 18ου αιώνα στο οδοιπορικό
του P. Lucas», Θ .Η. ( ), σ. 109-111.
Bjiornstahl J. J., Το οδοιπορικό της Θεσσαλίας 1779, μτφρ. Μεσεβρινός, εκδ. τα τετράδια του
Ρήγα, Θεσσαλονίκη 1979.
Brawn Ed., (μτφρ. Πολέζε Τζ.), «Η Λάρισα του 1669», Θ. Η. ( ), σ. 177-181.
Malherbe de Raoul, (μτφρ, Χριστίνα Πολέζε, επιμ. Γ. Φρέρης),“Ταξίδι στη Θεσσαλία το 1843”, Θ.
Η. 48 (Λάρισα 2005), σ. 303-313.
Celebi Evliya (Τσελεμπή Εβλιγιά), “Η Ελασσόνα του 1668”, μτφρ. Αχμέτ Ιμάμ, σχόλια Γ.
Μπλάντας, Θ. Η. ( ), σσ. 193-199.
Dodwell Ed., (μτφρ. Αλεξόπουλος Τ.), «Η Λάρισα στις αρχές του 19ου αιώνα», Θ. Η., ( ), σ. 177181.
Jolliffe R. T., (μτφρ. Αργυρούλης Β.), «Ταξίδι στη Θεσσαλία του 1817», Θ. Η. 32(Λάρισα 1997), σ.
65-80.
Kiel Mach., (μτφρ. Αλ. Γαλανούλης) "Η εμφάνιση και πρώιμη Ιστορία της Καρδίτσας, σύμφωνα με
τις οθωμανικές πηγές", Θ. Η. 53 (Λάρισα 2008), σ. 65-82.
Leake W. M., (μτφρ. Αργυρούλης Β.) «Ταξίδι στη Θεσσαλία του 1809-10», β΄ μέρος, Θ. Η. ( ), σ.
208-234, γ΄ μέρος Θ. Η. ( ), σ. 124-144, δ΄ μέρος Θ. Η. ( ), σ. 96-126).
Leake W. M., (μτφρ. Καραΐσκου Γ.), «Ταξίδι στη Θεσσαλία του 1809», α΄ μέρος, Θ. Η. ( ), Σ. 33-74.
Mendelson – Bartholdy K., Ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως, μτφρ. Η. Οικονομόπουλου,
Αθήναι 1893.
Mezieres M., (μτφρ. Κορριέ Ε.), "Η περιοχή της Όσσας το 1852", Θ. Η. 2 (1981), σ. 140-145.
Nicol Donald M., The last Centuries of Byzantium 1269-1453, London 1972.
Ράνσιμαν Στήβεν, Η Μεγάλη Εκκλησία εν αιχμαλωσία, Α΄- Β΄ τόμοι, εκδ. Μπεργαδή, 1979.
Ράνσιμαν Στήβεν, Η άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, εκδ. Μπεργαδή, 1979.
Tondorof N., H Bαλκανική Πόλη 15ος-19ος αιώνας, τόμοι A, B, Ιστορική Βιβλιοθήκη Θεμέλιο,
Θεμέλιο, 1986.
Tondorof N: Η βαλκανική διάσταση της Επανάστασης του 1821, εκδ. Gutenberg, 1982.
Tozer Henry, (μτφρ. Αλ. Γαλανούλη, σχ. Κ. Σπανός),“Περιήγηση στη Θεσσαλία το 1869”, Θ. Η. 44
(Λάρισα 2003), σ. 84-106.
Urguhard D., (μτφρ. Ντεσλή Ν., σχ. Κ. Σπανός), "Ταξίδι στη Θεσσαλία του 1830", Θ. Η. 26
(Λάρισα1994) , σ. 250-260.
Uspenskij Porf., (μτφρ. Ε. Χριστούλα, σχ. Κ. Σπανός), “Περιήγηση στις Μονές των Μετεώρων το

1859”, εκδ. Αυτοκρ. Ακαδημίας Επιστημών, Πετρούπολη 1896. και Θ. Η. 43 (Λάρισα 2003), σ.261272.
Uspenskij Porf., (μτφρ. Γκριτζώνας Κ.), "Το βυζαντινό μοναστήρι της Όσσας Παναγία του
Οικονομείου", Θ. Η. 19 (1991).
Ussing J. L., (μτφρ. Τ. Αλεξόπουλος, σχ. Κ. Σπανός), “Ταξίδι στη Θεσσαλία το 1846”, Θ. Η. 42,
(Λάρισα2002), σ. 3-38 και Θ. Η. 44 (Λάρισα 2003), σ. 63-83.
Vogue de Eu. M., (μτφρ. Μάνος Γ., σχόλια Κ. Σπανός), «Ταξίδι στη Θεσσαλία του 1875», Θ. Η. 34
(Λάρισα 1998 ) σ. 289-314.
Vogue de Eug., La Thessalie, notes de voyage, Revue des deux mondes, 31 Paris, 1879. [Θ. Η. ( ) σσ.
289-314].
Wordsworth Chr., (μτφρ. Κύρκος Σ., εισαγωγή, σχ., επιμ., Σπανός Κ.), "Ταξίδι στη Θεσσαλία του
1833", Θ. Η. 30, (Λάρισα 1996) σ. 19-48.

γ΄ Έλληνες συγγραφείς και άρθρα
Αβραμόπουλος Μ. Π. , Τα θεσσαλικά Αμπελάκια, Θεσσαλονίκη 1961, σ. 6.
Αγιορείτικη Βιβλιοθήκη, Το μαρτύριον του αγίου ενδόξου Μεγαλομάρτυρος Αποστόλου του Νέου,
Αγ. Βιβ.
Αγραφιώτης Δ. Κ., "Οι Αργιθεάτες αγωνιστές του 1877-8 Γεώργιος και Δημήτριος Αλεξανδρής", Θ.
Η. Β΄ (Λάρισα 1981), σ. 116-122.
Αγραφιώτης Δ. Κ., " Δάσκαλοι και Σχολεία στην Επαρχία της Αγιάς 1700-1881", Θ. Η. Ε΄ (Λάρισα
1983), σ. 65-71.
Αδάμου Ι., Η Ελασσών εις τον αγώνα του 1821, Ελασσών 1971.
Αθανασιάδης Σ., «22 ανέκδοτα χειρόγραφα για την επανάσταση του 1854 στη Δυτ. Θεσσαλία», Θ. Η.
Ζ΄ (Λάρισα 1984), σ. 129-142.
Αθανασιάδης Σ, "Ποικίλα θεσσαλικά αρχειακά, Απογραφή της Θεσσαλίας του 1828", Θ. Η. Β΄
(Λάρισα 1981), σ. 9-36.
Αθανασιάδης Σ., "Ποικίλα θεσσαλικά αρχειακά, Κτηματολόγιο Σκιάθου 1829, σκιαθίτικα
πωλητήρια 1792-1833, εφτά σκοπελίτικα έγγραφα." Θ. Η. Η΄(Λάρισα 1985), σ. 97-112.
Αθηναγόρας Μητροπολίτης, «Η Ιερά Μητρόπολις Φαναροφερσάλων δια μέσου των αιώνων»,
Θεολογία 8 (1930), σ. 79-90
Αθηναγόρας Μητροπολίτης Παραμυθίας και Φιλιατρών, Διονύσιος ο Σκυλόσοφος, Ηπειρωτικά
Χρονικά, 1931.
Αινιανός Δ., Η βιογραφία του στρατηγού Καραϊσκάκη, Χαλκίς 1834.
Αλλαμανή Έφη, "Το Τανζιμάτ και οι επιπτώσεις του στη ζωή των κατοίκων της Θεσσαλίας",
Θεσσαλικά Χρονικά 13 (1980).
Ανακατωμένος Α., Τα νέα όρια της Ελλάδος, Αθήναι 1887.
Ανδριώτης Ν., Ιστορία της ελληνικής Γλώσσας, Θεσσαλονίκη 1992.
Ανδριώτης Ν., Ετυμολογικό λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Θεσσαλονίκη 1995.
Αξενίδης Θ., Η Πελασγίς Λάρισα και η αρχαία Ιστορία, τ. Α΄, Αθήναι 1947.
Αποστολική Διακονία της Ελλάδος, Το Κρυφό Σχολειό, μύθος ή πραγματικότητα;, β΄ έκδοση,
Αθήνα 1999.
Αραβαντινός Σ. Π., Ιστορία Αλή πασά Τεπελενλή, Αθήναι 1895.
Αραβαντινός Σ. Π. Μονογραφία της Ηπείρου των τε ομόρων Ελληνικών και Ιλλυρικών Χωρών,
Αθήνα 1856, σελ. 146-147.
Αργυρόπουλος Π., Δημοτική διοίκηση εν Ελλάδι, τ.1, Αθήναι 1859.
Αρσενίου Λ., Η Θεσσαλία στην Τουρκοκρατία, Αθήνα 1984.
Aσδραχάς Σπ., Μηχανισμοί της αγροτικής οικονομίας στην Τουρκοκρατία, ΙΕ'-ΙΣΤ' αι., Αθήνα 1978.
Βαϊρακλιώτης Λ., "Οι τεκέδες των Μπεκτασήδων στα Φάρσαλα", Θ. Η. ( ), σ. 33-63.
Βακαλόπουλος Απ. , “Η επανάσταση του Θύμιου Βλαχάβα”, επιθ. ΗΩΣ, Αθήναι 1966, σσ.49-51.
Βακαλόπουλος Απ., Ιστορία της Μακεδονίας, 1354-1833, Θεσσαλονίκη 1969.

Βακαλόπουλος Απ., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. 1-2, Θεσσαλονίκη 1964.
Βακαλόπουλος Απ., Πρόσφυγες και προσφυγικό ζήτημα κατά την Επανάστασιν του 1821., Θεσ/κη,
1961.
Βακαλόπουλος Απ., Τα κάστρα του Πλαταμώνα και της Ωριάς Τεμπών και ο τεκές του Χασάν
Μπαμπά ,Θεσσαλονίκη 1972.
Βαλέτας Γ., "Η συμβολή της Θεσσαλίας στον νεοελληνικό διαφωτισμό", Θεσσ. Χρονικά 1965, σ. 321
κ. εξ.
Βαλιάκος Ηλ., Η επαρχία Ελασσόνας τον 19ο αι. Οι αναφορές των περιηγητών, εκδ. βιβλιοπωλείου
Γνώση, Λάρισα 2003.
Βαλιάκος Ηλ., Μεγάλο Ελευθεροχώρι, Λάρισα 1994.
Βασδραβέλης Ι. Κ., Ο Φιλικός και αγωνιστής Γιάννης Φαρμάκης, η ηρωική άμυνα στη Μολδαβία,
Θεσσαλονίκη 1972.
Βέης Ν., Η αρχέτυπος κτητορική διαθήκη του εν αγίοις πατρός ημών Βησσαρίωνος, Μητροπολίτου
Λαρίσης, ιδρυτού των Μεγάλων Πυλών, Αθήναι 1949.
Βέης Ν. , “Τα θεσσαλικά Αμπελάκια και τα ελληνικά γράμματα”, εφημ. Η Πρωία, 22/8/1943.
Βέης Ν., Τα χειρόγραφα των Μετεώρων. Κατάλογος περιγραφικός των χειρογράφων κωδίκων των
αποκειμένων εις τας Μονάς των Μετεώρων, τ. Α΄, Αθήναι 1967.
Βέης Ν., Τα χειρόγραφα των Μετεώρων. Κατάλογος περιγραφικός των χειρογράφων κωδίκων των
αποκειμένων εις τας Μονάς των Μετεώρων, τ. Β΄, Τα χειρόγραφα της Μονής Βαρλαάμ, Αθήναι 1984.
Βέλκος Γρ., Η επισκοπή Δομένικου και Ελασσόνος, Ελασσόνα 1980.
Βλαχογιάννης Ι., Ανέκδοτα του Καραϊσκάκη και του Κολοκοτρώνη, Αθήναι 1922.
Βλαχογιάννης Ι., "Το κρυφό σχολείο", περ. Νέα Εστία 28 (1945), σ. 678-683.
Βλυτσάκης Χρ., Σύντομος Ιστορία της πόλης των Τρικκάλων, Αθήναι 1892.
Bουρναζέλη-Mαρινάκου, E., O βίος του ελληνικού λαού κατά την Tουρκοκρατίαν επί τη βάσει των
ξένων περιηγητών, τεύχ. 1. Aθήναι 1939.
Βουτσιλάς Β. Χ.- Αβραμόπουλος Μ. Π., Λάρισα, Λάρισα Αύγουστος 1962.
Βρατσάνος Δ., Η Ιστορία των εν Ελλάδι επαναστάσεων, 1824-1835,Αθήναι 1936.
Γαλερίδης Α., «Τα πετρογέφυρα του Πηνειού», Ιστορικά Θεσσαλίας εφ. Ελευθερία, Αυγ. 2007, σ.
28-31.
Γαλερίδης Α.- Σπανός Κ.- Μακρής Κ.- Πυργιώτης Ι.- Παπαγεωργίου Β- Κάλφα Β., Τα πέτρινα
γεφύρια της Θεσσαλίας, εκδ. Τεχν. Επ. Ελλ., τμ. Κ. και Δ. Μακεδονίας, Λάρισα 1995.
Γεδεών M., "Aλληλεγύη συντεχνιτών", Nέος Ποιμήν, παραρτ. Eκκλησιαστικής Aλήθειας,
Kωνσταντινούπολη, 1919.
Γεωργακάς Δ., "Περί Σαρακατσαναίων", Αρχείο Θρακικών Μελετών και λαογρ. Θησαυρού, 12
(1945-6) και 13 (1948-9).
Γεωργιάδης Ν., Θεσσαλία, γ΄ έκδοση, Έλλα, 1995.
Γεωργίου Η., "Γαλλικόν σχέδιον αποσβέσεως της θεσσαλικής Επαναστάσεως του 1854", Θεσσ.
Χρονικά (έκτακτος έκδοσις), Αθήναι 1965, σ. 740-756.
Γεωργίου Η., Η πολιτική της Γαλλίας κατά τας εν Θεσσαλία, Ηπείρω, Μακεδονία και Κρήτη
επαναστάσεις του 1877-1878, Αθήναι 1969.
Γεωργίου Η. Π. , Ιστορία και συνεταιρισμός των Αμπελακίων, Αθήναι 1951, σσ. 8-10.
Γιακοβής Β., Η Ελάτεια της Λάρισας, Λάρισα 1998.
Γιαννόπουλος Ν., "Επισκοπικοί κατάλογοι Θεσσαλίας", Επετηρίς Φιλολ. Συλλ. Παρνασσού, Ι΄
(1914), σ. 253 κ. εξ., ΙΑ΄ (1915), σ. 172 κ. εξ.
Γιαννόπουλος Ν. , «Οι δύο μεσαιωνικοί Αλμυροί και ο νυν», Επετηρίς Παρνασσού 8 (1904).
Γιαννόπουλος Ν., Τα Μετέωρα. Μελέτη ιστορική και τοπογραφική, Βόλος 1926.
Γιαννόπουλος Ν., Τα Φθιωτικά, ήτοι περιγραφή της επαρχίας Αλμυρού, υπό ιστορικήν και
τοπογραφικήν έποψιν, Αθήναι 1891.
Γιαννόπουλος Ν., «Το φρούριον του Βόλου», ΕΕΒΣ 8 (1931) 110-133.
Γιαννούλης Νικ., “Η μάχη της Ματαράγκας 1878”, Θ. Η. ΣΤ΄(Λάρισα 1984), σ. 4-8.
Γιαννούλης Ν., Ο Κώδικας της Τρίκκης, Αθήνα 1980.
Γκιόλιας Μ., Ο Κοσμάς ο Αιτωλός και η εποχή του, Αθήναι 1972.

Γκούμας Ε., "Η Παιδεία στο Λιβάδι κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας", Θ. Η. Ε΄ (Λάρισα 1983),
σ. 17-47.
Γκούμας Ε., “Η επαν. του 1854 στο Λιβάδι και στον Όλυμπο”, Θ. Η. 13 (Λάρισα 1988), σ. 12-14.
Γουγουλάκη Ε., "Η Δωροθέα Σχολή των Τρικάλων (1876-1976)", Θ. Η. Η΄(Λάρισα 1983), σ. 9-12.
Γουλούλης Στ., Τα αφιερωτήρια των Τουραχανιδών, έκδοση κειμένου – σχόλια, Λάρισα 2003.
Γουργιώτη Λ., «Η διαμόρφωση των κοινωνιών στη Θεσσαλία κατά τα νεώτερα ιστορικά χρόνια
(1650-1950)», Ιστορικά Θεσσαλίας, εφ. Ελευθερία, Αύγ. 2007, σ. 19-21.
Γρηγορίου Οσίου Ι. Μ., Η προσφορά των αγίων Νεομαρτύρων στην Εκκλησία και το Γένος, Άγιο
Όρος 1991.
Γριβέλλας Λ.- Καραφύλλης Ν.- Μαγόπουλος Β., Εγχειρίδιο Τοπικής Ιστορίας, β΄ έκδοση, Ν. Αυτ.
Καρδίτσας 2006.
Δαλαμπύρας Σ., "Ανέκδοτες επιγραφές των μεταβυζαντινών μνημείων της Τσαριτσάνης και της
περιοχής της", Θ. Η. 11 (1987), 97-117.
Δάλλας Μ., Η Αγιά διά μέσου των αιώνων, Αθήναι 1924.
Δασκαλάκης Απ., Μελέται περί Ρήγα Βελεστινλή, Αθήναι 1964.
Δεριζιώτης Λ., «Βυζαντινά και μεταβυζαντινά μνημεία Θεσσαλίας», Α.Δ. 29 (1973-4).
Δουλμές Η., "Ένα τουρκικό μπουγιουρντί του 1836 για τη δίωξη των Θεσσαλών Κλεφταρματολών",
Θ. Η. Η΄ (Λάρισα 1985), σ. 185-189.
Δουσμάνης Β., Ιστορία της Θεσσαλίας από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, Αθήνα
1925.
Δρόσος Νεκτ., ιερέας, Αγιορείται Οσιομάρτυρες Ι. Μ. Λαρίσης, εκδ. Φύλλα, Αθήνα 1999.
Ελλάδα, Ιστορία, οικονομία, πολιτισμός, πρόσωπα, γεωγραφία, εκδ. Δομή, τ. 17ος, Ο Ν. Λάρισας,
2007.
Ευαγγελίδης Τρ., Η Παιδεία επί Τουρκοκρατίας, τ. Α΄, Αθήναι 1936.
Ευαγγελίδης Τρ. ,Η νήσος Σκιάθος, Αθήναι 1913, σσ. 48,49.
Ζακυθηνός Δ., Η Τουρκοκρατία. Εισαγωγή εις την νεωτέραν Ιστορίαν του Ελληνισμού, Αθήναι 1957.
Ζήσης Χ., Χριστόδουλος Χατζηπέτρος, ο ήρως του Ασπροποτάμου, Τρίκαλα 1971.
Ζωγράφος Δ. Λ., Ιστορία της ελληνικής γεωργίας, 3 τόμοι, Αθήναι 1921-4.
Ζώρας Θ. Γ., Μαρτυρίαι τινές περί το παιδομάζωμα, Αθήναι 1962.
Ζώρας Θ. Γ., Χρονικόν περί των Τούρκων σουλτάνων, Αθήναι 1958.
Ηχώ, εφ. της Λάρισας, " Η Λάρισα και ο Νομός της", Λάρισα 1973.
Ηώς επιθεώρησις, Θεσσαλία, 1966, επανέκδ. Παπαδήμα, Αθήνα, 2001.
Θεσσαλία, Εxplorer 2002.
Θεοτέκνη Μοναχή Αγιοστεφανίτισσα, “Νεκτάριον και Θεοφάνην, ποίημα 24 χαιρετιστηριών
οίκων”, Μετέωρα, τ. 59-60, Τρίκαλα 2007, σσ. 71-81.
Θωμάς Γ., "Δύο άγνωστα κείμενα για τον αρβανίτικο τεκέ των Φαρσάλων", Θ. Η. ( ), σ. 87-91.
Ιεζεκιήλ Μητροπολίτου Φαναριοφαρσάλων, "Η Ιερά Μητρόπολις Φαναριοφερσάλων διά μέσου
των αιώνων", Θεολογία 7 (1926), σ. 241-256 και 8 (1930), σ. 170-176.
Ιστορικά Αργιθέας Αγράφων, Πρακτικά Α΄ Συνεδρίου: Η Αργιθέα στην Τουρκοκρατία ως το 19ο
αι., Πολιτιστικός Συλλ. Λεοντίτου "Ο Πλάτανος", Λεοντίτο 2007.
Ιστορία των Ελλήνων, τ.8ος, «Ο Ελληνισμός υπό ξένη κυριαρχία», Δομή, 2006.
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Θ΄ - Ιβ΄ , Εκδοτική Αθηνών, 1976.
Καλλιάνος Κ. (πρεσβ.), “5 επιστολές στρατιωτών προς τις οικογένειές τους, που διέμεναν στη
Γλώσσα Σκοπέλου, Ιούνιος 1828”, Θ. Η. , Τόμος 10 (Λάρισα 1986), σσ. 225-8.
Καλλιανός Κ. (πρεσβ.), «Ο κατάλογος των Θεσσαλομαγνητών παροίκων της Σκοπέλου στα 1829»,
Θ. Η. Ζ΄ (1984), Σ. 31-38.
Καλλιανού Ουρανία- Καλλιανός Κ., "Σχεδίασμα για την κατάσταση της Παιδείας στη Σκόπελο την
Τουρκοκρατία, έως το 1832", Θ. Η. Ε΄ (Λάρισα 1983), σ.87-93.
Καλοκάθη (εκδόσεις), Τουρκο-ελληνικό και Ελληνο-τουρκικό λεξικό, 2003.
Καλούσιος Δημ., “Τρικαλινά Σύμμεικτα ΚΖ΄”, Μετέωρα τ. 59-60, Τρίκαλα 2007, σ. 91-116.
Καντιώτης Αυγ. (Επίσκοπος Φλωρίνης), Κοσμάς ο Αιτωλός, ΙΕ΄ εκδ., Ο Σταυρός, Αθήνα 1992.
Καραμαντζάνης Αθ., αρχιμανδρίτης, Ο Όσιος του Ολύμπου, β΄ έκδ. 1990, Ι. Μ. Οσίου Διονυσίου.

Καραμανώλης Μ., "Δυο τουρκικά πωλητήρια του 1861 από το Καλό Νερό της Λάρισας", Θ. Η. Ε΄
(Λάρισα 1983), σ. 120-125.
Καραμπερόπουλος Δ., «Περί Ανθίμου Γαζή και Αγγέλου Μελισσηνού», Θ. Η. ( ), σ. 167-171.
Καρανάσης Α. Γ., "Η επανάσταση του 1878 στον Όλυμπο", εφ. Ημερήσιος Κύρηκας, 17/2/2008, σ.
38.
Καρανάσιος Χ., "Κατάστιχο Λάρισας του 1720 στη Μονή Ιβήρων", Θ. Η. 53 (Λάρισα 2008), σ. 241260.
Kαράς Γ., Oι θετικές-Φυσικές Eπιστήμες στον Eλληνικό 18ο αιώνα, εκδ. Gutenberg, Aθήνα 1977.
Καρατζάς Θ. , Ιστορία Επαρχίας Δομοκού, Αθήνα 1961.
Καρατόλιας Α., Τα Φάρσαλα από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον, Αθήναι 1968.
Καρολίδης Π., Ιστορία του ΙΘ΄ αιώνος, τ. 1-3, Αθήναι 1892-3.
Καρολίδης Π., Σύγχρονος Ιστορία των Ελλήνων και των λοιπών λαών της Ανατολής, 7 τόμοι,
Αθήναι 1922.
Κασομούλης Ν., Ενθυμήματα στρατιωτικά της επαναστάσεως των Ελλήνων (1821-33), τόμοι 1-2,
Αθήναι 1946.
Καταφυγιώτης Λ., Ιστορία της Θεσσαλίας και οι Θεσσαλοί αγρόται, Αθήναι 1947.
Κατσανάκης Δ., "Ανακαινίζεται 300 χρόνια μετά την κατασκευή του (πετρογέφ. Ομολίου)", εφ.
Ελευθερία, 12/1/2008, σ. 9.
Κατσανάκης Δ., «Η πρώτη σύσταση των Δήμων το 1833», Reporter, εφ. Ελευθερία, Οκτώβριος
2006, σ. 3-6.
Κατσαρός Νικ., “Στ' Άγραφα και το Μάραθο” (Σαρακατσαναίοι ), εφημ Ελευθερία, 27/6/08, σ.16.
Κατσιμάρδης Τάκης, “Η αυγή της ελληνικής πολιτικής ανεξαρτησίας” εφημ Έθνος της Κυριακής,
15/3/2009, σ. 60,61.
Κατσουγιάννης Τ. Μ., Περί των Βλάχων των ελληνικών χωρών Β΄ , Θεσσαλονίκη 1966.
Κεραμόπουλος Α., Τι είναι οι Κουτσόβλαχοι. Αθήναι 1939.
Κόκκινος Δ., Η Ελληνική Επανάστασις, τόμοι 1-6, Αθήναι 1967-9.
Κόκκινος Δ., Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας, τ. 1-4, εκδ. Μέλισσα 1970.
Κονταξής Τ., "Η διατροφή των στρατευμάτων κατά την Επανάστασιν της Θεσσαλίας του 1854",
Θεσσ. Χρονικά (εκτ. έκδ.), Αθήναι 1965, σ. 410-415.
Κοντογιάννης Π. Μ., Οι Έλληνες κατά το πρώτον επί Αικατερίνης της Β΄ Ρωσοτουρκικόν πόλεμον
(1768-1774), Αθήναι 1903.
Κορδάτος Γ. Κ., Ιστορία της επαρχίας Βόλου και Αγιάς, Αθήνα 1960.
Κορδάτος Γ. Κ., Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας, 5 τόμοι, Αθήνα 1958.
Κορδάτος Γ. Κ., Τ’ Αμπελάκια και ο μύθος για το συνεταιρισμό τους, Αθήνα 1955.
Κούμας Κωνσταντίνος, Ιστορίαι των ανθρωπίνων πράξεων από των αρχαιοτάτων χρόνων έως των
ημερών μας, Τόμος ΙΒ΄ (1832) – Επανεκδ. Αθήναι 1966.
Κουτρουμπάς Δ., Η επανάστασις του 1854 και αι εν Θεσσαλία ιδία επιχειρήσεις, Αθήναι 1976.
Κουτσονίκας Λ., Γενική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. 1-2, Αθήναι 1863.
Κωνσταντινίδης Α. Κ., Η ληστεία και η πειρατεία στη Σκύρο, Σκιάθο, Σκόπελο κατά τη διάρκεια
της επανάστασης του 1821 μέχρι και της Αντιβασιλείας του Όθωνα., τόμος Α΄, Αθήνα 1988.
Kωστής, K., Στον Kαιρό της Πανώλης, Πανεπιστημιακές Eκδόσεις Kρήτης, Hράκλειο 1995.
Λαγγής Μ., Ο Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τόμοι Α΄- ΙΔ΄, Αθήναι 1990-2000.
Λάζαρης Κων., Ιερά Μονή Παναγίας Ολυμπιώτισσας, Ελασσόνα 2002.
Λαζάρου Α., Η Αρωμούνικη και αι μετά της Ελληνικής σχέσεις αυτής, Αθήναι 1976.
Λαζάρου Α., “Η παιδεία της περιφέρειας Ελασσόνας στα χρόνια της Τουρκοκρατίας”, ΗΩΣ (Αθήναι
1966), σ. 289-302.
Λάμπρος Σπ., Κατάλογος των εν ταις βιβλιοθήκαις του Αγίου Όρους ελληνικών κωδίκων, Τόμος 1,
Αθήναι 1888.
Λάμπρος Σπ., "Συμβολαί εις την Ιστορίαν των μονών των Μετεώρων", Ν. Ελληνομνήμων 2 (1905),
σ. 49-156.
Λάππας Β., Ιστορία της πόλεως Καρδίτσης, Αθήνα 1974.
Λάππας Τ., "Άγνωστα χαρτιά για την επανάσταση του 1854", Θεσσ. Χρονικά (έ. έ.), Αθήναι 1965, σ.

642-646).
Λάσκαρης Στ., Διπλωματική Ιστορία της Ελλάδας 1821-1914, Αθήναι 1947.
Λαυριώτης Αλέξ. (Λαζαρίδης), Έγγραφα Αγίου Όρους της Μεγάλης Ελληνικής Επαναστάσεως
1821-3, τ. Α΄, Αθήναι 1966.
Λαφαζάνης Μ., "Λαρισαίοι χορηγοί εκδόσεων στα χρόνια του ελληνικού διαφωτισμού (Από τη
Ραψάνη, Καλλιπεύκη, Αμπελάκια)", Θ. Η. 53 (Λάρισα 2008), σ. 315-324.
Λαφαζάνης Μ., “Τα χειρόγραφα της Βιβλιοθήκης Τυρνάβου”, εφημ, Ελευθερία, 19/7/2008, σ. 8.
Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας, Αρχαίας, Μεσαιωνικής, Νέας, τόμοι 1-13, Πάπυρος.
Λεονάρδος Ι. Α., Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία, εισαγωγή, σχ., επιμέλεια, Κ. Σπανός, εκδ.
Θετταλός, Λάρισα 1992.
Λιαπής Β. , Γλώσσα η ελληνική, Θεσ/κη 1991.
Λιάπης Κ., "Τα παλιά "παγκύρια" του Πηλίου" Θ. Η. Β΄ (Λάρισα 1981), σ. 163-166.
Μάγνης Ν., Περιήγησις ή τοπογραφία της Θεσσαλίας και Θετταλικής Μαγνησίας, Αθήναι 1860.
Μακρής Ευρ., Ζωή και παράδοση των Σαρακατσαναίων, Ιωάννινα 1984.
Μανδελίδης Ιγ., Μητροπολίτης Κ. Αφρικής, Ο Νεομάρτυς Γεώργιος ο Ραψανιώτης (+ 1818), β΄
έκδοση, Σωτήρ 2000.
Μανδελίδης Ιγν., Μητροπ. Κεντρώας Αφρικής, Ο ανυποχώρητος νεομάρτυς Λαρίσης Αγ. Ιωάννης
ο Μονεμβασιώτης, 13η , εκδ. Σωτήρ 1997.
Μαντζάνας Κ., «Επιγραφές από τον Κλεινό της Καλαμπάκας», Θ. Η., Ζ΄ (1984), σ. 83-91.
Μαυρίκης Κ., Άνω Μαγνήτων νήσοι, Αλόννησος 1997.
Μετέωρα, περιοδικό 59-60, Τρίκαλα 2007.
Μητράλης Χρ., ιερέας, Τοπικοί άγιοι της μητροπόλεως Λαρίσης, Λάρισα 1981.
Μουγογιάννης Γ., Η επανάστασις του Πηλίου, Αθήναι 1971.
Μουγογιάννης Γ., "Η Παιδεία στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλία", Θ. Η. Ε΄ (Λάρισα 1983), σ. 4963.
Μουτσόπουλος Ν. Κ., “Τα θεσσαλικά Αμπελάκια”, Επιθεώρηση ΗΩΣ (Θεσσαλία), 9, 1966, σελ.
113-200.
Μπακαλέξης Αχ., "Να αναδειχθεί ο Τεκές του Μπουμπά", εφ. Ελευθερία, 19/3/2008, σ. 8.
Μπακαλέξης Αχ., «Ξαναζωντανεύουν τον Ταμπάκο στα Φάρσαλα», εφημ. Ελευθερία, 18/8/2007.
Μπακαλέξης Αχ., «Το ιστορικό της απελευθέρωσης των Φαρσάλων πριν 126 χρόνια», εφημ.
Ελευθερία, 17/8/2007.
Μπασλής Ι., Κρανιά Ολύμπου, Ιστορία, Λαογραφία, Αθήνα 1990.
Μπασλής Ι., “Ο κάτω Όλυμπος στην προεπαναστατική περίοδο”, Ο Όλυμπος στη Ζωή των Ελλήνων
1, Ελασσόνα 1982, σ. 49-55.
Μπασλής Ι., “Ποια είναι η πατρίδα του Νικοτσάρα.”, εφημ. Ελευθερία, 19/8/08, σ. 8.
Μπεληγιάννης Ε., «Πέτρινα γεφύρια στη Θεσσαλία», περ. Γεωτρόπιο 393, 26/10/2007, σ. 16-29.
Νάτσιος Δ. Θ., "Ο Θεσσαλός λόγιος Ευθ. Οικονομίδης ("Τρικεύς")'', Θ. Η. Β΄ (Λάρισα 1981), σ.
136-9.
Νάτσιος Δ. Θ., “Θεσσαλοί επίσκοποι στη μητρόπολη της Υπάτης”, Θ. Η. Δ΄ (Λάρισα 1983), σ. 177.
Νικόδημος Αγιορείτης, Νέον Μαρτυρολόγιον, γ΄ έκδ., Αθήναι 1961.
Ντάμπλιας Χρ., Τα παλαίτυπα της Δημόσιας Βιβλιοθήκης της Λάρισας (1513-1863), Λάρισα 1996.
Ντίνα Ασπασία, “Εκκλησίες και Μονές της Σκοπέλου”, 7 Ημέρες, εφ. Καθημερινή, “Σκόπελος το
νησί του Δαπόντε”, 1/9/1996, σσ. 6,9.
Ντόλκος Κ., "Μια άγνωστη πηγή για την επαναστασή του Πηλίου στα 1854, αφήγηση Ι. Δ. Λογοθέτη"
Θ. Η. Η΄ (Λάρισα 1985), σ. 145-176.
Oικονομίδης, Δ.,"Eξορκισμοί και ιατροσόφια εξ ηπειρωτικού χειρογράφου", Eπετηρίς Λαογραφικού
Aρχείου, 8, (1953-54), σ. 14-40.
Οικονόμου Αθαν. Κ.: Η επανάσταση του 1878 στον Κάτω Όλυμπο, χργρφ. ομιλίας του 1990.
Οικονόμου Ι., Επιστολαί διαφόρων αντιγραφείσαι παρ’ εμού του Ιωάννη Οικονόμου του Λαρισαίου,
1759-1824, εκδ. Γ. Αντωνιάδης- Μ. Μ. Παπαϊωάννου, Αθήναι 1964.
Οικονόμου Κώστας Α., Η Λάρισα και η θεσσαλική Ιστορία, τόμος Α΄, Στην ομίχλη του Μύθου, εκδ.
Γνώση, Λάρισα, 2007.

Οικονόμου Κώστας Α., Η Λάρισα και η θεσσαλική Ιστορία, Β΄ τόμος, Από τις απαρχές της Ιστορία
στην τετραρχία και τη Ρωμαιοκρατία, (8000- 197 π.Χ.), Λάρισα 2007.
Οικονόμου Κώστας Α., Η Λάρισα και η θεσσαλική Ιστορία, Γ΄ τόμος, Από την Ρωμαιοκρατία έως
την οθωμανική κατάκτηση (1ος αιώνας π.Χ. έως το 1423), Λάρισα 2008.
Παλιούγκας Θ., Η Θεσσαλία στο Οδοιπορικό του περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπή, Λάρισα 2001.
Παλιούγκας Θ., Η Λάρισα κατά την Τουρκοκρατία (1423-1881). Τ. Α΄, εκδ. Μάτι 2002.
Παλιούγκας Θ., Η Λάρισα κατά την Τουρκοκρατία (1423-1881). Τ. Β΄, εκδ. Μάτι 2007.
Παλιούγκας Θ., "Η Λάρισα στο οδοιπορικό του περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπή (1668)", ανάτυπο από
τον 26ο τόμο του Θ. Η., Λάρισα 1996.
Παλιούγκας Θ., «Το μεγάλο χαμάμ εις το Ταρσί», Ιστορικά εφ. Ελευθερία, Ιαν. 2007, σ. 30.
Παλιούγκας Θ., "Το τέμενος του Ομάρ Βέη στη Λάρισα, Τοπογραφικό σημείωμα", Θ. Η. 12 (1987),
σ. 185-192.
Παλιούγκας Θ., «Το χαντάκι της Λάρισας γίνεται με πριμούραν», Ιστορικά, εφ. Ελευθερία,
Ιανουάριος 2007, σ. 6-7.
Παλιούρα Μίρκα, Το λεύκωμα του '21, εκδ. Ελεύθερος Τύπος 1996.
Πανταζόπουλος, N., Kοινοτικός βίος εις Θετταλομαγνησίαν επί Tουρκοκρατίας, Θεσσ/κη, 1967.
Παπαγεωργίου Κ., "Η Ηπειροθεσσαλική επανάστασις του 1854"', Ηπειρ. Εστία, τ.3/ Ιωάννινα 1954,
σ. 945-948.
Παπαδημητρίου Ζ., Η Ιστορία των Γόννων, εκδ. Δ. Γόννων, 2004.
Παπαδημητρίου Σ., Η Εκκλησία εν Θεσσαλία και αι Μητροπόλεις Λαρίσης και Δημητριάδος,
Αθήναι 1937.
Παπαδόπουλος Αρχ., "Ασπροποταμίτες και Τρικαλινοί αγωνιστές του 1821", Θ. Η. ΙΑ΄ (Λάρισα
1987), σ. 17-35.
Παπαδόπουλος Σ., Ανέκδοτα έγγραφα του αρχείου του Βατικανού αναφερόμενα στα επαναστατικά
κινήματα του Διονυσίου του “Σκυλοσόφου”, Θεσσαλονίκη 1968.
Παπαζήσης Τρ. , “Αγιογραφικός διάκοσμος εκκλησιών και μοναστηριών (της Σκιάθου)”, Πάσχα στη
Σκιάθο, Επτά Ημέρες, εφ. Καθημερινή, 23/4/1995, σσ. 10-12.
Παπαθανασίου Ιωάννης, Ιστορία των Βλάχων, εισαγ. Ν. Μουτσόπουλος, Μπαρμπουνάκη Θεσ/κη,
1991.
Παπαθεοδώρου Ν., «Η ιστορική διαδρομή του ναού του Α. Βησσαρίωνος», Ιστορικά εφ. Ελευθερία,
Ιαν. 2007, σ.8-9.
Παπακωνσταντίνου Θ., “Η επανάσταση του Διονυσίου του Φιλοσόφου, Μητροπολίτη Λαρίσης, στη
Θεσσαλία στα 1600, κατά τα αρχεία της Αυστρίας του Βατικανού και της Ισπανίας”, Μετέωρα, τ. 5960, Τρίκαλα 2007, σσ. 193-198.
Παπακωνσταντίνου Θ., Τα επαναστατικά κινήματα του Διονυσίου του Φιλοσόφου, Μητροπολίτη
Λάρισας, στη Θεσσαλία στα 1600 και στην Ήπειρο στα 1611 – (ανέκδοτα έγγραφα από τα αρχεία της
Βιέννης), Αθήναν 2000.
Παπαρρηγόπουλος Κ., Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, (επανέκδ. Δ.Ο.Λ.), βιβλία 14,15 (τ. 18-19).
Πάπυρος Λαρούς Μπριττάνικα, Εγκυκλοπαίδεια, τόμοι 1-56, έκδ. 2006-7.
Παρίσης Β., "Η Σχολή της Ραψάνης 1750-1833", Θ. Η. Ε΄ (Λάρισα 1983), σ. 81-85.
Πατρινέλης Χ. Γ., "Εκκλησιαστικαί ειδήσεις εκ του ημερολογίου του Marino Sanuto (Περί Σκιάθου,
Σκύρου, κ.α.)", Δελτίο Εθν. Ετ. Ελλ./17, 1963-4.
Παυλίδης Γ., "Σελίδες από τη θεσσαλική Ιστορία. Αι επαγγελματικαί οργανώσεις επί Τουρκοκρατίας",
Θεσσ. Χρονικά, 1965, σ. 345 κ. εξ.
Περαντώνης, Ι.Μ., Λεξικόν των Νεομαρτύρων, 1-3, Eκκλησιαστικαί εκδόσεις, Aθήνα 1972.
Περραιβός Χρ., Σύντομος βιογραφία του αοιδίμου Ρήγα Φεραίου του Θεσσαλού.
Περραιβός Χρ., Απομνημονεύματα πολεμικά διαφόρων μαχών συγκροτηθεισών μεταξύ Ελλήνων και
Οθωμανών.... μέχρι του 1829 έτους, Αθήναι 1936.
Πολέζε Χρ., «Η Λάρισα των περιηγητών από το 16ο έως τις αρχές του 20ου αιώνα», Ιστορικά
Θεσσαλίας, εφ. Ελευθερία, Αυγ. 2007, σ. 24-5.
Πολύζος Ν. "Τοπωνύμια και επώνυμα του Καππά της Καρδίτσας", Θ. Η. ΙΑ΄ (Λάρισα 1987), σ. 161174.

Προύφα Ευαγγ., “Η εξέλιξη των οικισμών στα ΒΔ. Χάσια και η συγκρότησή τους στο α΄ μισό του
2ού αιώνα”, Μετέωρα, Τρίκαλα 2007, σ. 209.
Πρωτοψάλτης Ε. Γ., “Η επανάσταση της Ηπειροθεσσαλίας 1854”, επ. ΗΩΣ, Αθήναι 1966, σσ.60-1.
Ρούσσας Αλ., ιερέας, Άγιος Γεώργιος Πυργετού, Πυργετός 2007.
Σαββίδης Αλ., «Μια κάτοψη της Τουρκοκρατούμενης Θεσσαλίας και τα προβλήματα έρευνας.»
Ανακοίνωση στο 4ο Συνέδριο Λαρισαϊκών Σπουδών, Λάρισα 12-13/4/1997.
Σαββίδης Αλ., "Θεσσαλική βυζαντινή και μεταβυζαντινή βιβλιογραφία, ανάτυπο από τον 23ο τόμο
του Θ. Η.", Λάρισα 1993.
Σαββίδης Αλ., "Τα προβλήματα για την οθωμανική κατάληψη και την εξάπλωση των κατακτητών
στο θεσσαλικό χώρο", Θ. Η. ( ), Σ. 33-63.
Σαθάς Κ. Ν., Η κατά τον ΙΖ΄ αιώνα επανάστασις της ελληνικής φυλής (1684-1715), Αθήναι 1865.
Σαθάς Κ. Ν., Τουρκοκρατούμενη Ελλάς, Αθήναι 1869.
Σακελλίωνας Γ. , “Πρόσωπα και περιστατικά στην επαρχία Αγιάς τον καιρό του '21”, επιθ. Ηώς,
Αθήναι 1966, σσ.44-48.
Σδρόλια Σ. , «Συμβολή στην ιστορία του Φαναρίου Καρδίτσας, 1289-1453», Θ. Η. 12 (Λάρισα
1987), σ. 129-144.
Σδρόλια Στ., «Τα μοναστήρια των Αγράφων», Ιστορικά Θεσσαλίας, εφ. Ελευθερία, Αύγουστος
2007, σ. 5-7.
Σεΐζάνης Μ., Η πολιτική της Ελλάδος και η επανάστασις του 1878 εν Μακεδονία, Ηπείρω και
Θεσσαλία, Αθήναι 1879.
Σιμόπουλος Κ., Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα. Τόμοι Α΄- Β΄ ,Αθήναι 1970.
Σκαφίδας Β., "Η ελληνική επανάστασις του 1854 εν Ηπείρω και Θεσσαλία και η καταστροφή του
Μετσόβου", Ηπ. Εστία, τ. 3, Ιωάννινα 1954, σ. 803-809.
Σκουβαράς Β., "Η Θεσσαλία, σύντομη Ιστορία και χωρογραφία", Θ. Χρονικά 1965, σ. 440 κ. εξ.
Σκουβαράς, B., "Mαγικά και ιατροσοφικά ερανίσματα εκ Θεσσαλικού κώδικος", Eπετηρίς Kέντρου
Eρεύνης Eλληνικής Λαογραφίας, 18-19, (1965-66), σ. 71-115.
Σκουβαράς Β., Ολυμπιώτισσα, περιγραφή και ιστορία της Μονής, κατάλογος χειρογράφων,
χρονολογικά σημειώματα, έγγραφα. Αθήναι 1967.
Σουλιώτης Α., "Η ίδρυση της Καρδίτσας", Θ. Η. 17 (1990) σ. 28-30.
Σοφιανός Δ. Ζ., “Ο μετεωρικός κώδικας Βαρλαάμ 127, πολύτιμο κτητορικό και ιστορικό κειμήλιο
της Μονής”, Μετέωρα, τόμος 59-60, Τρίκαλα 2007, σσ.15-26.
Σπανός Β., “Προσθήκες και διορθώσεις στον επισκοπικό κατάλογο της Λάρισας, 1799-1870”, Θ. Η.
41 (Λάρισα 2002), σ. 145-160.
Σπανός Κ., (εκδότης-διευθυντής), Θεσσαλικό Ημερολόγιο τ. Γ΄, Αφιέρωμα στα 100 χρόνια της
ελεύθερης Θεσσαλίας, Λάρισα 1982.
Σπανός Κ.-Αγραφιώτης Δ. (εκδότες), Θεσσαλικό Ημερολόγιο τ. Ε΄, Η θεσσαλική Παιδεία στην
Τουρκοκρατία, Λάρισα 1983.
Σπανός Κ., (εκδότης), Θεσσαλικό Ημερολόγιο τόμος Δ΄ , Αφιέρωμα στην Εκκλησιαστική Ιστορία της
Θεσσαλίας, Λάρισα 1983.
Σπανός Κ., (εκδότης), Θεσσαλικό Ημερολόγιο, τ. Ι΄, Λάρισα 1986.
Σπανός Κ., “21 διαλυμένοι οικισμοί στην περιοχή της Λάρισας (19ος-20ος αι.)”, Πρακτικά 1ου
Συνεδρίου Λαρισαϊκών Σπουδών, Λάρισα 1992, σ. 149-150.
Σπανός Κ., "Δυο υπομνήματα εκλογής αρχιεπισκόπου του Φαναρίου και Νεοχωρίου στη Νομική
Συναγωγή του Δοσιθέου (1633, 1652)”, Θ. Η. 53 (Λάρισα 2008), σ. 203-208.
Σπανός Κ., "Ένα μετεωρίτικο χειρόγραφο του 18ου αιώνα", Θ. Η. Η΄ (Λάρισα 1985), σ.17-46.
Σπανός Κ., «Εννιά αγιώτικοι οικισμοί στην απογραφή των Οθωμανών του 1454-5», Ιστορικά
Θεσσαλίας, εφ. Ελευθερία, Αύγουστος 2007, σ. 18.
Σπανός Κ., Επιγραφές και ενθυμήσεις από τα χωριά Στόμιο και Καρίτσα της Λάρισας, 4ος αι. μ.Χ.1900, Θεσσαλονίκη 1979.
Σπανός Κ., «Η Ανατολή Αγιάς μέσα από την Ιστορία της», Ιστορικά, εφ. Ελευθερία, Ιανουάριος
2007, σ. 19.
Σπανός Κ., “Η επανάσταση του 1878 και τα γεγονότα στη Βουλγαρινή (Έλαφο) της Αγιάς”, εφημ.

Ελευθερία, ένθετο Πολιτισμός, 15/3/2009, σ. 31.
Σπανός Κ., "Η Λάρισα του 1454-5", περιοδικό "Πολιτισμός", εφ. Ελευθερία, 1/3/2008.
Σπανός Κ., «Ιστορική θεσσαλική βιβλιογραφία 1962-1981»,Θ.Η.1(Λάρισα 1980)-23 (Λάρισα 1993).
Σπανός Κ., «Οι θεσσαλικοί οικισμοί στον ιεροσολυμιτικό κώδικα 509 (1649-1669)», Θ. Η. 40,
Λάρισα 2001, σ. 348 κ. εξ.
Σπανός Κ., «Οι ιστορικές ρίζες της Γιάννουλης», Ιστορικά εφ. Ελευθερία, Ιαν. 2007, σ. 26.
Σπανός Κ. “Οι οικισμοί της Ελασσόνας στην απογραφή των Οθωμανών (1454-5)” “Ιστορικά” σ. 19,
εφημ. Ελευθερία, 15/2/2009.
Σπανός Κ., «Οικισμοί της Βόρειας Θεσσαλίας στον κώδικα της Ζαμπούρδας (1534- 1692)”, Θ. Η.,
Ζ΄ (1984), σ. 7-10.
Σπανός Κ., «Ο επίσκοπος Δωρόθεος Σχολάριος, ιδρυτής του Σχολείου στο Αμάραντο της
Καλαμπάκας», Θ. Η., Ε΄ (1983), 7-13.
Σπανός Κ., «Τα χωριά της επισκοπής Γαρδικίου», Τρικαλινό Ημερολόγιο 4, 1993
Σπανός Κ., «Τα χωριά στα ανατολικά της Λάρισας το 1876 κατά τον Δωρόθεο Σχολάριο», Θ. Η ( ),
σ. 145-155.
Σπανός Κ., Το κατάστιχο του Αγίου Αθανασίου Ραψάνης, 1778-1889, Λάρισα 1982.
Σποράδες, Εxplorer, 2006.
Σποράδες: Αλόννησος, Σκιάθος, Σκόπελος, Σκύρος, εκδ. Ανακαλύπτω την Ελλάδα, ΤΑ ΝΕΑ,
2008.
Στάθης Γ., ιερέας, Από τ΄ Άγραφα, β΄ έκδοση, Detroit, Η.Π.Α., 1971.
Στεργιόπουλος Δ., «Τουρκικά κτίσματα στην περιοχή της Λάρισας», Θ. Η. ( ), σ. 24-29.
Στεργιούλης Β., Καραμήτρος Ι., Λάρισα, η πόλη του Αγίου Αχιλλίου, έκδοση Π. Ο. Δ. Λαρισαίων,
Λάρισα 2007.
Συννεφάκης Ν. "Ο Κωνσταντίνος Μ. Κούμας (1777-1832) - ο μεγάλος Λαρισαίος Δάσκαλος του
Γένους", Θ. Η. Ε΄ (Λάρισα 1983), σ. 73-75.
Σύρος Κ. Γ., "Ανέκδοτες επιγραφές για τα ερημονήσια των Β. Σποράδων" Θ. Η. ΙΑ΄ (Λάρισα 1987),
σ.76-80.
Τριανταφυλλίδης Μ., Νεοελληνική Γραμματική, Τόμος Α΄, Ιστορία – Εισαγωγή, Αθήναι 1938.
Τρικούπης Σπ., Ιστορία της ελληνικής επανάστασης, τ. 1-4, εκδ. Λιβάνη 1993.
Τσιακμάκης Στ., "Μια δικαστική απόφαση του 1677 για συνοριακές διαφορές των χωριών Σπηλιά,
Όσσα και Συκούριο", Θ. Η. ΙΑ΄ (Λάρισα 1987), σ. 65-70.
Τσόλας Κ., "Ο Νεομάρτυρας Α. Γεώργιος εν Τυρνάβω", εφ. Ελευθερία, 1/3/2008, σ. 8.
Τσοποτός Δ. Κ., Γη και γεωργοί της Θεσσαλίας κατά την Τουρκοκρατίαν επί τη βάσει ιστορικών
πηγών, Βόλος 1912.
Τσοποτός Δ., Γεωργικαί σελίδες της Θεσσαλικής Ιστορίας, Αθήναι 1914. Τσοποτός Δ., Ιστορία των
γεωργών και της ιδιοκτησίας εν Θεσσαλία.
Τσοποτός Δ., "Επαρχία Βόλου", Θεσσαλικά Χρονικά 1935, σ. 133 κ. εξ.
Τσοποτός Δ., Ιστορία του Βόλου, Βόλος 1991 (αρχ. συγγραφή 1930).
Φαρμακίδης Επ., Η Λάρισα, Τοπογραφική και Ιστορική μελέτη, εισαγ., σχ., επιμ., Κ. Σπανός,
Γνώση, Λάρισα 2001.
Φεραίος Ρήγας, Νέος Ανάχαρσις, Απάνθισμα κειμένων του Ρήγα, σ. 83-103, Βουλή των Ελλήνων,
1998.
Φιλιππίδης Δ., Κωνσταντάς Γρ., Γεωγραφία Νεωτερική (…) Βιέννη 1791, β΄ έκδοση: επιμέλεια
Αικ. Κουμαριανού, Εκδ. Ερμής, Αθήναι 1970.
Φραγκούλας Ιω. , “Το κάστρον της Σκιάθου”, επιθ. ΗΩΣ, Αθήναι 1966, σσ.312-315.
Χαρακόπουλος Μαξ., "Η μάχη της Σέκλιζας και η απελευθέρωση της Θεσσαλίας", εφ. Ελευθερία,
17/2/2008, σ. 10.
Χασιώτης Ι. Κ., Θεσσαλική Βιβλιογραφία (Α΄ 1636-1893), Βόλος 1971.
Χατζηγιάννης Δ., “Θεσσαλοί πνευματικοί ταγοί”, επιθ. ΗΩΣ, Αθήναι 1966, σσ.30-39.
Χατζηδάκης Γ. , Μεσαιωνικά και νέα Ελληνικά, Αθήναι 1905.
Χατζημιχάλης Α. Χ., "Οι συντεχνίες, τα ισνάφια", Ε.Α.Σ.Β.Σ., 2 (1949-50).
Χατζόπουλος Κ., Ελληνικά Σχολεία στην περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας (1453-1821), Θεσ/κη

1991.
Χειμώνας Χρ., “Ιστορικό περίγραμμα, Πορεία της Σκιάθου μέσα στο χρόνο”, Πάσχα στη Σκιάθο,
Επτά Ημέρες, εφ. Καθημερινή, 23/4/1995, σσ.2-5.
Χιονίδης Γ., Η εκστρατεία και η Επανάστασις εις τον Όλυμπον κατά τα έτη 1821-2, Θεσσαλονίκη
1975.

Συντομογραφίες:
εφ.= εφημερίδα
ε. ε. = έκτακτη έκδοση
ΘΗ= Θεσσαλικό Ημερολόγιο
ΕΕΒΣ= Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών
Α. Δ. = Αρχαιολογικό Δελτίο
σχ.= σχολιασμός
μτφρ.= μετάφραση
χργρφ. = χειρόγραφο

Διαδικτυακοί Τόποι- Ιστοσελίδες Τοπικής Ιστορίας
www.thessalia.gov.gr/contents Ιστορία Θεσσαλίας.
www.larissaonline.gr/default.asp?Top=Istoria top Ιστορία Λάρισας.
www.elassona.com.gr/ Ιστορία για την Επ. της Ελασσόνας.
www.e-history.gr Ελληνική Ιστορία από το Ιδρ. Μείζονος Ελληνισμού (Ι.Μ.Ε.).
www.fhw.gr/chronos/gr Ι.Μ.Ε. Περίοδοι ελληνικής Ιστορίας, τέχνες, πολιτισμός, οικονομία.
www.culture.gr Υπουργείο Πολιτισμού: Μουσεία, αρχ. Τόποι, χάρτες.
www.e-city.gr/larissa/home/view/view.php Ιστορικά στοιχεία πόλης Λάρισας.
www.thessalia.gr/historycongress Ιστορικό συνέδριο 2006 για την Θεσσαλική Ιστορία
(ανενημέρωτο μέχρι 15/5/2008).
www.larissacity.com Ιστορικά στοιχεία Λάρισας.
www.dimos-agias.gr Ιστορικά στοιχεία Δήμου Αγιάς.
www.na/lar.gr Νομαρχ. Αυτοδιοίκηση Λάρισας, σύγχρονα στοιχεία.
www.pneuma.gr/useful2.htm ον λάιν ανάγνωση ιστορικών βιβλίων.
www.antivaro.gr διάφορα ιστορικά θέματα.
www.dimos-eurimenon.gr/contents/contents.php?cat=11 Ιστ. Αναδρομή Δήμου Ευρυμενών, στοιχεία
για την αρχαία Ομόλη.
www.farsala.gr/main.htm Ιστορία πόλης Φαρσάλων.
www.Achilles.gr/ old-farsalos.htm Μυθολογία και Ιστορία Φαρσάλων.
http//skyscraper.fortunecity.com/cyburbia/704/farsala.html Ιστορικά στοιχεία Φαρσάλων.
www.farsala-ep.gr/index.php?option=com Ιστορία Φαρσάλων.
www.aegean.gr/culturaltec/chmlab., Πλήθος ολοκληρωμένων κειμένων Βυζαντινών και
Εκκλησιαστικών συγγραφέων.
http://patrologia.ct.aegean.gr/kleida.htm
www.trikalacity.gr, Ιστορία Τρικάλων.
www.3kala.gr, Ιστορία Τρικάλων.
www.karditsa.org/thriskeia08.php, Βυζαντινά θρησκευτικά μνημεία Ν. Καρδίτσας.
www.karditsacity.gr/ Ιστορικά για την Καρδίτσα.
www.volos-city.gr/ecportal.asp?id=1351&nt=18&lang=1, Ιστορία Βόλου.

www.portaria.gr/PanagiaPortarea.asp Ιστορία Πορταριάς.
www.pelion.com.gr/History/Greek/zagora/index.htm Στοιχεία για τη Ιστορία του Πηλίου.
www.geocities.com/Pyrgetos Ιστορικά περιοχής Κάτω Ολύμπου.
http://2tee-almyr.mag.sch.gr/town/Almyros/isto_andromi_1.htm Ιστορικά στοιχεία Αλμυρού.
www.sofades.gr/ Πληροφορίες για το Δήμο Σοφάδων.
www.smokovo.gr/?p=432 Πληροφορίες για την περιοχή Σμοκόβου.
www.vlahoi.net/index.php Το δίκτυο των πολιτιστικών συλλόγων Βλάχων.
www.aspropotamos.org/ Ιστ. στοιχεία για τα αρματολίκια του Ασπροποτάμου.
www.larissa.gr Συνοπτικές πληροφορίες για τη Λάρισα.
www.hs-augsburg.de/~harsch/graeca/Auctores/g_alpha.html. Κείμενα 7ου αιώνα π.Χ. – 16ου μ.Χ.
www.ekepp-ekechak.gr/ Κέντρο χαρτών.
www.imd.gr/html/gr/mainpage/maingr.htm Ι. Μητρόπολη Δημητριάδας.
www.e-erevna.gr Αρχείο της τρικαλινής εφημερίδας Έρευνα.
www.imfth.gr/ Ι. Μητρόπολη Φθιώτιδας.
www.ambelakia.org/ Το επίσημο site του πολιτιστικού Συλλόγου Αμπελακίων.
/www.tedklarisas.gr/index2.php Τοπική ένωση Δήμων και Κοινοτήτων Ν. Λάρισας.
www.tourismlarissa.gr/ τουριστικά θέματα της Νομ. Αυτοδ. Λάρισας.
www.karditsa-net.gr/2007/religion/index.htm Θρησκευτικά μνημεία του Νομού της Καρδίτσας.
www.palamascity.gr/index.asp Δήμος Παλαμά.
http://sekliza.blogspot.com/ Ιστορικά στοιχεία Καλλίθηρου.
http://www.gardiki.net/content/view/61/123/ Ιστ. Στοιχεία Γαρδικίου Τρικάλων.
www.tameteora.gr/ Μετέωρα
/www.kalabakacity.gr/ Καλαμπάκα
www.kalambaka.gr/portal/article.asp?ArticleId=92&MenuId=104&lang=gr Ιστ. Στοιχ. Καλαμπάκας
www.trikeri-pilio.gr/ Ιστ. Στοιχεία Τρικερίου.
www.boebes-karla.gr Ιστορικά αφιερώματα στην λίμνη Κάρλα.
www.pteleos.gr Δήμος Πτελεού Μαγνησίας, Ιστορικά στοιχεία, πολιτισμός.
www.skopelosweb.gr/greek/history.html Ιστορία Σκοπέλου
www.skiathos.gr/ Ιστορία , τουρισμός Σκιάθου.
http://alonnisos.atspace.com/p23.htm Πολιτιστ., ιστ. Στοιχεία Αλοννήσου.
http://www.dimos-oixalias.gr Δήμος Οιχαλίας Τρικάλων
www.dimos-agias.gr/main.asp?catid=24&LangID=EL Ιστ. Στοιχεία Δ. Αγιάς.
/www.tirnavos.gr/modules/sections/index.php?op=viewarticle&artid=3&page=1 Τύρναβος.
/www.imthf.gr/ Ιστορικά στοιχεία της Ι. Μ. Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφαρσάλων.
http://www.imd.gr/html/gr/mainpage/maingr.htm Ιστ. Στοιχεία Ι. Μ. Δημητριάδος.
http://www.imlarisis.gr/ Ο διαδυκτ. Τόπος της Μητρ. Λαρίσης.
http://www.imchalkidos.gr/ Ιστ, στοιχεία της Μητρ. Χαλκίδος (Β. Σποράδες)
http://www.imfth.gr/ Ιστ. Στοιχεία της Μητροπ. Φθιώτιδος (για την Υπάτη και το Δομοκό)

2. Χρονολόγιο Θεσσαλίας από την πρώτη οθωμανική εισβολή έως την
απελευθέρωση (1386-1881)

1386

Πρώτη εισβολή Οθωμανών στη Θεσσαλία υπό τον Εβρενός μπέη. Η Λάρισα
καταλαμβάνεται για πρώτη φορά.

1389

Μάχη Κοσσυφοπεδίου. Εδραίωση της τουρκικής παρουσίας στη Βαλκανική.

1392-3

Δεύτερη κατάκτηση της Θεσσαλίας από τους Οθωμανούς.

1395

Παράδοση Τρικάλων στους Οθωμανούς. Η πόλη γίνεται έδρα του πρώτου Τούρκου
πασά της Θεσσαλίας Τουραχάν. Πρώτοι Τούρκοι έποικοι στη Θεσσαλία.

1413

Συνθήκη Μανουήλ Β΄ και Τούρκων. Προσωρινή απελευθέρωση Ανατ. Θεσσαλίας.

1423

Οριστική οθωμ. κατάκτηση της Θεσσαλίας από τον Τουρ(α)χάν επί Μουράτ Β΄.

1444

Τελευταία προσπάθεια του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου (δεσπότη του Μυστρά) για
απελευθέρωση της Θεσσαλίας.

- 1451

Δεύτερο κύμα Οθωμανών εποίκων στη Θεσσαλία επί Μουράτ Β΄

1453

Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως .

1463-1479 Πρώτος τουρκοβενετικός πόλεμος.
1470

Τα τελευταία οχυρά των Βενετών στην ηπειρωτική Θεσσαλία (Γαρδίκι, Πτελεός)
πέφτουν στα χέρια των Τούρκων.

1499-1503 Δεύτερος τουρκοβενετικός πόλεμος.
1525 (10/5) Συνθήκη του Ταμασίου . Προνόμια στην περιοχή των Αγράφων.
1592

Επιδημίες με πολλούς νεκρούς.

1600

Πρώτη επανάσταση του μητροπ. Λάρισας Διονυσίου Φιλοσόφου (Θεσσαλία)

1601

(15 Μαΐου) Καθαίρεση του Διονυσίου Φιλοσόφου από το Οικουμ. Πατριαρχείο.

1611

Δεύτερη επανάσταση του Διονυσίου Φιλοσόφου στην Ήπειρο αυτή τη φορά. Νέες
επιδημίες σαρώνουν την Κ. Ελλάδα.

1667-8

Φοβερή επιδημία στη Θεσσαλία. Μεγάλη μείωση του πληθυσμού στα πεδινά.

1668-9

Η Λάρισα γίνεται έδρα του σουλτάνου Μωάμεθ (Μεχμέτ) Δ΄.

1684

Μεγάλες πλημμύρες του Πηνειού.

1687

Συμμετοχή του Μακαρίου Λαρίσης στον αντιτουρκικό αγώνα κατά τη διάρκεια του
Βενετο-τουρκικού πολέμου (1684-1699)

1688

Νέα επιδημία στη Θεσσαλία. Αραιοκατοικημένη πλέον η Θεσσαλία. Εμφάνιση
τσιφλικιών, αμέσως μετά.

1719

“Το θανατικόν το μεγάλον”. Επιδημία, πιθανώς πανούκλας.

1729

Πλημμύρες του Πηνειού στην Κ. Θεσσαλία. Προβλήματα σε Λάρισα, Τρίκαλα,
Μοσχολούρι, κ.α.

1742

Νέα επιδημία. Τα κονιαροχώρια ερημώνουν.

1768-74

Πρώτος ρωσοτουρκικός πόλεμος.

1770

Εξέγερση των Ορλωφικών στην Ελλάδα. Συμμετοχή Θεσσαλών κλεφταρματολών.
Αιματηρά αντίποινα σε Λάρισα και Τρίκαλα. Η Λάρισα πρωτεύουσα της Θεσσαλίας
αντί των Τρικάλων.

1772

Γέννηση του Γεωργάκη Ολύμπιου στο Λιβάδι της Ελασσόνας.

1774-5

Βαρυχειμωνιές και σιτοδείες. Μαζικοί εξισλαμισμοί στη Θεσσαλία, την Ήπειρο, κ.α.

1759-1779 Εικοσαετής κηρυκτική δράση του Δάσκαλου του Γένους Αγίου Κοσμά του Αιτωλού.
1784-7

Έξαρση της ληστείας στο Πήλιο και την Όσσα από Αλβανούς ατάκτους.

1786

(12 Δεκεμβρίου) Διορισμός του Αλή πασά στη θέση του διοικητή (mutassarrif) στο
σαντζάκι των Τρικάλων (Θεσσαλία).

1787

Διορισμός του Αλή ως mutassarrif και στο σαντζάκι των Ιωαννίνων.

1787-92

Δεύτερος ρωσοτουρκικός πόλεμος.

1782

Η τσαρίνα Αικατερίνη Β΄ της Ρωσίας αρχίζει να ενδιαφέρεται για τους υπόδουλους
Χριστιανούς.

1791-2

Μεγάλη επιδημία πανούκλας κυρίως στη Δ. Θεσσαλία και την περιφέρεια ΤυρνάβουΕλασσόνας.

1796

Ο Ρήγας Φεραίος από τη Βιέννη βάζει μπρος στα σχέδια για το μεγάλο ξεσηκωμό.

1797

Σύλληψη του Ρήγα στην Τεργέστη από την αυστριακή αστυνομία.

1798

(13/24 Ιουνίου) Στραγγαλισμός του Ρήγα στη φυλακή του Βελιγραδίου.

1803

Η Πύλη ορίζει τον Αλή πασά Ρούμελη βαλεσή. Στρατιωτικός υπεύθυνος για το
μεγαλύτερο τμήμα της Ελλάδας.

1804

Οι Σέρβοι κηρύσσουν την επανάσταση εναντίον των Τούρκων.

1806

Τρίτος ρωσοτουρκικός πόλεμος. Συμμετοχή 3.000 Ελλήνων εθελοντών.

1807

Συνθήκη του Τιλσίτ. Ανακωχή Ρώσων και Τούρκων. Επαναστατικές κινήσεις του
Νικοτσάρα στην Ανατ. Μακεδονία.

1808

Η επανάσταση του παπα-Θύμιου Βλαχάβα.

1813

Ο Βελής πασάς χτυπά τους Λαζαραίους κλεφταρματολούς του Ολύμπου (Μηλιά).
Επιδημίες σαρώνουν και τη Θεσσαλία.

1814

(14 Σεπτεμβρίου) Ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας.

1821 25/3

Επανάσταση των Ελλήνων

1821 4/5

Έναρξη του Αγώνα στο Τρίκερι

1821 7/5

Έναρξη του Αγώνα στο υπόλοιπο Πήλιο (Α. Γαζής, Κυρ. Μπασδέκης, κ. α.)

1821 10/5

Έναρξη του Αγώνα στα Άγραφα (Κεράσοβο – Βελής, Γάτσος, κ.α.)

1821 31/5/

Καταστολή της Επανάστασης στο Πήλιο.

1821 5/7

Επανάσταση στον Ασπροπόταμο υπό τον Ν. Στορνάρη.

1821 23/9

Ηρωική θυσία του Γ. Ολύμπιου στη Μονή Σέκου της Μολδοβλαχίας.

1822 8/3

Έναρξη του Αγώνα στην περιοχή του Ολύμπου (Δ. Νικολάου, Ν. Κασομούλης)

1822 2/4

Καταστολή της Επανάστασης στην Ελασσόνα και τον Όλυμπο.

1823 15/1

Ο Καραϊσκάκης συμμετέχει επίσημα στον Αγώνα (Άγιος Βλάσης Αγράφων)

1823 16/7

Ο Καρατάσσος συνθηκολογεί. Οι περισσότεροι Τρικεριώτες αναχωρούν από την
πάτρια γη.

1823 Ιούλιος

Καταστροφή του στρατοπέδου στα Βρυσάκια της Εύβοιας. Πλήθος προσφύγων
καταφθάνουν στη Σκόπελο.

1823 9/10

Αποτυχημένη προσπάθεια του τουρκικού στόλου να αποβιβαστεί στη Σκιάθο.

1829 1/4

Ηρωικό τέλος του Ρογών Ιωσήφ από τα Αμπελάκια στο Μεσολόγγι.

1829 10/3

Πρωτόκολλον του Λονδίνου. Ορισμός των συνόρων του αυτόνομου Ελληνικού
κράτους. Εντός των ορίων της ελεύθερης Ελλάδας οι περιοχές των Ν. Αγράφων, της
περιοχής Πτελεού-Σούρπης και των Βορείων Σποράδων.

1830 22/1

Διάσκεψη του Λονδίνου. Ανακήρυξη της πολιτικής ανεξαρτησίας της Ελλάδας.

ως 3/2

1832 18/8

Οριστική επιδίκαση των συνόρων της Ελλάδας στη γραμμή ΠαγασητικούΑμβρακικού.

1840-1

Επαναστατικές προσπάθειες στη Θεσσαλία.

1853 18/11 Καταστροφή του τουρκικού στόλου από τους Ρώσους.
1854 Ιαν.

Εξέγερση στο Ραδοβίσδι της Άρτας πρώτα και σε ολόκληρη τη Θεσσαλία και
Ήπειρο εν συνεχεία.

1854 Φεβ.

Ένοπλα ελληνικά επαναστατικά σώματα εισβάλουν από τη Λαμία στη Θεσσαλία.

1854 8/4

Μεγάλη νίκη των επαναστατών κατά των Τούρκων στα Μ. Καλύβια Τρικάλων.
(Χατζηπέτρος)

1854 10/5

Νέα νίκη των επαναστατών στην Καλαμπάκα.

1854 14/5

Οι Αγγλογάλλοι επιβάλλουν στον Όθωνα να διακηρύξει ουδετερότητα στα
επαναστατικά γεγονότα.

1854 Ιουν. Λήξη της επανάστασης στη Θεσσαλία. Αποχώρηση των εθελοντών από τις
ελεύθερες περιοχές.
1866-8

Νέα επανάσταση στη Θεσσαλία. Μάχες Κοράκου – Ρεντίνας.

1866 26/12

Νίκη των ενωμένων επαναστατικών δυνάμεων Θεσσαλίας και Ηπείρου στη μάχη του
Κοράκου.

1876

Εισβολή ατάκτων Αλβανών Γκέκηδων στη Θεσσαλία. Δημιουργία μικρών
ανταρτικών τμημάτων στα ορεινά (Καραπατάκης – Π. Καλόγηρος).

1878

Νέα επανάσταση στη Θεσσαλία. Ο Ισχόμαχος συντονιστής. Αγώνες στην περιοχή
Κάτω Ολύμπου.

1878

Συνέδριο του Βερολίνου.

1878

Μάχη Σέκλιζας. 11/2

1878

Μάχη Ματαράγκας. 21/3

1878

Μάχη Μαυροματίου.

1880 1/4

Ελληνοτουρκική Διάσκεψη στην Κωνσταντινούπολη.

1881 20/6

Ο Έλληνας πρωθυπουργός Α. Κουντουριώτης και ο Τούρκος ομόλογός του Μαχμούτ
Σερβέρ πασάς υπογράφουν την παραχώρηση της Θεσσαλίας και της Άρτας στο
Ελληνικό Βασίλειο.

1881 9/8

Απελευθέρωση του Δομοκού.

10;/8/81

Απελευθέρωση Αλμυρού.
1881 15/8 Απελευθέρωση των Φαρσάλων
1881 18/8 Απελευθέρωση της Καρδίτσας.

23/8/1881

Απελευθέρωση των Τρικάλων.

1881 31/8

Απελευθέρωση της Λάρισας.

1881 21/10 Ο ελληνικός στρατός εισέρχεται στο Βόλο.

Μέρος 1ο
Συνοπτική Ιστορία της Θεσσαλίας (1423-1881)
Κεφάλαιο 1ο
Η Οθωμανική κατάκτηση της Θεσσαλίας
(μέχρι το 1470)
Η πρώτη οθωμανική εισβολή στη Θεσσαλία έλαβε χώρα το 1386. Κατά τη διάρκειά
της κατελήφθησαν κατά σειρά το κάστρο του Πλαταμώνα, το κάστρο της Ωριάς
στα Τέμπη και η Λάρισα. Κατά τη γνώμη πολλών ιστορικών, σ’ αυτή τη φάση άρχισε
η εγκατάσταση των πρώτων Τούρκων νομάδων εποίκων. Ο Στρατηγός των
Οθωμανών, μάλιστα ένας από τους κορυφαίους του σουλτάνου, ο Εβρενός μπέης, ο
ονομαζόμενος και πορθητής της Λάρισας, που ήταν Έλληνας αρνησίθρησκος, έχοντας
μαζί του τον στρατιωτικό αρχηγό Χαϊρεντίν πασά κατέλαβαν τη Θεσσαλία επί
Μουράτ Β΄, το 1386/7. ο Εβρενός πέθανε το 1417 και θάφτηκε στη νέα οθωμανική
πόλη της Δ. Μακεδονίας, τα Γιαννιτσά. Την ίδια περίοδο ο Αλέξιος Φιλανθρωπινός,
ο λεγόμενος Καίσαρ της Μεγάλης Βλαχίας, παρέμενε οχυρωμένος στα Τρίκαλα μέχρι
και το θάνατό του , που μάλλον συνέβη το 1388. Συνεπώς αυτή η πρώτη φάση της
οθωμανικής εισβολής στη Θεσσαλία τερματίστηκε στην περιοχή της Λάρισας. Τα
επόμενα έτη, όταν άρχισαν οι εμφύλιες διαμάχες των Παλαιολόγων δεσποτών του
Μυστρά, ζητήθηκε από τον Εβρενός μπέη να επέμβει! Πράγματι ο οθωμανικός
στρατός πέρασε για πρώτη φορά τον Ισθμό και έφερε την … ειρήνευση μεταξύ των
αντιμαχομένων.
Έξι χρόνια αργότερα, το 1392/3, άρχισε η δεύτερη φάση της οθωμανικής
εξάπλωσης στη Θεσσαλία άρχισε υπό την ηγεσία και πάλι του Εβρενός και κατέληξε
το 1394 υπό την αρχιστρατηγία του ίδιου του σουλτάνου Βαγιαζήτ Α΄. Ο Εβρενός
επικεφαλής ισχυρού στρατού, πέρασε το 1392 τα Τέμπη. Συμμετείχε σ’ αυτήν την
εκστρατεία και ο Χασάν Μπαμπά ως πνευματικός καθοδηγητής του στρατού,
καθόσον ήταν δερβίσης 2, επικεφαλής ισχυρής ομάδας γαζήδων. Ο τελευταίος
υπήρξε πολεμιστής της πίστης και μέλος της αίρεσης των μπεκτασήδων δερβίσηδων.
Στα ερημωμένα Τέμπη, εκεί που βρισκόταν κάποτε το βυζαντινό Λυκοστόμιο, ίδρυσε
έναν τεκέ (μουσουλμανικό τζαμί), που αργότερα αναγνωρίστηκε ως θρησκευτικό
κέντρο3 των μουσουλμάνων, Οθωμανών και μη,της περιοχής.
Πίνακας των Οθωμανών σουλτάνων4
1288-1326
1326-1362
1362-1389
1389-1402
1402-1410
1411-1413

2

Οσμάν
Ορχάν
Μουράτ Α΄
Βαγιαζήτ Α΄
Σουλεϊμάν (ως συμβασιλέας του Μωάμεθ Α΄)
Μουσά (ως συμβασιλέας του Μωάμεθ Α΄)

Οι δερβίσηδες ήταν μυστικιστές, περίπου μοναχοί του Ισλαμισμού, που διαιρούνταν σε διάφορες ομάδες-τάγματα.
Λεπτομέρειες γι’ αυτούς θα αναφερθούν στα επόμενα κεφάλαια.
3. Μέσα στον τάφο του Χασάν Μπαμπά (turbe), σώζονται τμήματα επιγραφής από το 48ο κεφάλαιο του Κορανίου,
με τον τίτλο “Η νίκη” και τον ... επίλογο “θάνατος στους απίστους”. Ι. τ. Ε ., τόμος Θ΄, σ. 69.
4. Επιμέλεια Ελένη Κ. Οικονόμου.

1402- 1421
1421-1451
1451-1481
1481-1512
1512-1520
1521-1566
1566-1574
1574-1595
1595-1603
1603-1617
1617-1618
1618-1622
1622-1623
1623-1640
1640-1648
1648-1687
1687-1691
1691-1695
1695-1703
1703-1730
1730-1754
1754-1757
1757-1773
1773-1789
1789-1807
1807-1808
1808-1839
1839-1861
1861-1876
1876
1876-1909

Μωάμεθ Α΄
Μουράτ Β΄
Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής
Βαγιαζήτ Β΄ Βελί
Σελίμ Α΄ Γιαβούζ
Σουλεϊμάν Α΄ ο Μεγαλοπρεπής
Σελίμ Β΄ Αγιάς
Μουράτ Γ΄
Μωάμεθ Γ΄
Αχμέτ Α΄
Μουσταφά Α΄
Οσμάν Β΄
Μουσταφά Α΄
Μουράτ Δ΄
Ιμπραήμ
Μωάμεθ Δ΄ Αβτζί
Σουλεϊμάν Β΄
Αχμέτ Β΄
Μουσταφά Β΄
Αχμέτ Γ΄
Μαχμούτ Α΄
Οσμάν Γ΄
Μουσταφά Γ΄
Αμπντούλ Χαμίτ Α΄
Σελίμ Γ΄ ο Μεταρρυθμιστής
Μουσταφά Δ΄
Μαχμούτ Β΄ ο Δίκαιος
Αμπντούλ Μετζίτ Α΄
Αμπντούλ Αζίζ
Μουράτ Ε΄
Αμπντούλ Χαμίτ Β΄

Η παράδοση έχει διασώσει τραγούδια και θρύλους για το λεγόμενο Κάστρο της
Ωριάς των Τεμπών, το οποίο βρισκόταν σε απόκρημνο σημείο της ομώνυμης
κοιλάδας από την πλευρά της Όσσας, απέναντι από την Αγία Παρασκευή, ίχνη του
οποίου σώζονται ως τις μέρες μας. Σύμφωνα με το θύλο κάποιος Οθωμανός
εξαπάτησε την κόρη του άρχοντα του κάστρου υποδυόμενος ορθόδοξο μοναχό που
ζητούσε καταφύγιο στο κάστρο. Έτσι η οχυρή θέση έπεσε στα χέρια των γαζήδων.

Εικ. Τουρκομάνοι γαζήδες του 15ου αιώνα, με το φημισμένο όλο τους, το τοπούζι (Βιέννη , Εθνική
Βιβλιοθήκη).

Αφού οι Οθωμανοί κατέλαβαν και πάλι το κάστρο της Ωριάς, αντιμετώπισαν με
άνεση στην έξοδο της κοιλάδας το στρατό του νέου Καίσαρα της Μεγαλοβλαχίας
Μανουήλ Άγγελου Φιλανθρωπινού, που ήταν αδελφός του νεκρού Αλέξιου. Έτσι ο

οθωμανικός στρατός, χωρίς καμιά άλλη αντίσταση, κατάλαβε ξανά τη Λάρισα. Την
ίδια χρονιά έπεσαν προσωρινά (μέχρι του 1403) στα χέρια των Οθωμανών η Σκιάθος
και η Σκόπελος.
Σύμφωνα με τις τουρκικές πηγές5 το 1394 την αρχιστρατηγία του οθωμ. στρατού
ανέλαβε ο Βαγιαζήτ ο οποίος και υπέταξε την ίδια χρονιά κατά σειρά τα Φάρσαλα,
το Δομοκό, το Ζητούνι, τις Θερμοπύλες και την παλιά πρωτεύουσα του θεσσαλικού
κράτους Υπάτη (Νέες Πάτρες), η οποία μετονομάστηκε από τους Οθωμανούς σε
Πατρατζίκ. Μετά τη λήξη των επιχειρήσεων παραχώρησε μεγάλο μέρος της
Θεσσαλίας, ως φέουδο, στον Εβρενός, τιμώντας τον κατ’ αυτόν τον τρόπο για την
προσφορά του. Λίγο αργότερα, το 1396/7, ο Εβρενός συνέχισε το καταστροφικό του
έργο, λεηλατώντας περιοχές της Στερεάς και της Πελοποννήσου, ενώ ο Βαγιαζήτ
συνέχισε τις κατακτήσεις του στο θεσσαλικό έδαφος (Τρίκαλα, Βαθύρρεμα,
Φανάρι, Γόλος [Βόλος] κ. ά.). Χρονιά σταθμός ήταν το 798 μετά Εγίραν6, σύμφωνα
με τις τουρκικές πηγές,7 (1395-6), διότι τότε έπεσε η πιο οχυρή θεσσαλική πόλη, τα
Τρίκαλα, τα οποία στη συνέχεια απετέλεσαν έδρα του πρώτου Οθωμανού πασά
(διοικητή) της Θεσσαλίας, Τουραχάν (ή Τουρχάν).
Το 1402 ο σουλτάνος Βαγιαζήτ Α΄ συνετρίβη από τους Μογγόλους του Τιμούρ
του Χωλού (Ταμερλάνου) στη μάχη της Άγκυρας. Αυτό το γεγονός παρέτεινε για
λίγα χρόνια τον επιθανάτιο ρόγχο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Έτσι, κατόπιν της
συμφωνίας του 1403, που συνήφθη μεταξύ του γιου του Βαγιαζήτ, Σουλεϊμάν Α΄ και
του Μανουήλ Παλαιολόγου, αρκετά από τα κατακτημένα εδάφη επιστράφηκαν στο
βυζαντινό κράτος, μεταξύ των οποίων και η Ανατολική Θεσσαλία μέχρι τη Λαμία. Η
Δυτική Θεσσαλία, ισχυρίζονται ορισμένοι, πως παρέμενε σχεδόν ανεξάρτητη. Όμως
οι πηγές8 της εποχής αναφέρουν έναν Οθωμανό, το Γιουσούφ μπέη, κυβερνήτη της
Μεγάλης Βλαχίας για το έτος 1406. Σύμφωνα με δυο ανώνυμα μικρά χρονικά της
συλλογής P. Schreiner (48/3 και 69/9) το καλοκαίρι του 1404 ξέσπασε μια «στάση»
των Χριστιανών («απιστία» ή «αποστασία» κατά τα κείμενα) της περιοχής του
Φαναρίου. Το 1403 ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Από
τη μια ήταν ο νόμιμος σουλτάνος Σουλεϊμάν και από την άλλη ο επίδοξος
σφετεριστής του θρόνου και αδελφός του προηγουμένου, Μουσά Τσελεμπή. Ένα
βίαιο επεισόδιο αυτής της διαμάχης παίχτηκε στη Λάρισα. Ο Χαλκοκονδύλης μας
αναφέρει ότι «περί τα μέρη της Λαρίσου» ο Μουσά τύφλωσε τον ανεψιό του
Σουλεϊμάν Ορχάν9 (1413). Την ίδια χρονιά ο νέος σουλτάνος Μεχμέτ Α΄ (14231421) ανανέωσε τη συνθήκη του 1403 παραχωρώντας επιπλέον και άλλα φρούρια
και χωριά της Θεσσαλίας στους Βυζαντινούς. Οι Βενετοί μ’ αυτή τη συνθήκη
ήλεγχαν το κάστρο του Πτελεού και των Λεχωνίων έχοντας τη νομή των
καλλιεργειών του κάμπου των Λεχωνίων. [Βέβαια τα Λεχώνια υπάγονταν, τυπικά,
στο Δούκα των Αθηνών Antonio Acciaiuoli.]
Το 1416 δυνάμεις εμίρηδων, αντιπάλων του σουλτάνου, συνεργάστηκαν με
Βλάχους και προσπάθησαν να προξενήσουν προβλήματα στον οθωμανικό θρόνο.
Συγκεκριμένα ο Μουσταφά της Καραμανίας και ο Τζουνέιντ του Αϊδινίου
5
6
7
8
9

«Χρονικό των Τούρκων σουλτάνων» Εκδόσεις Ζώρας, σελίδα 31.
Έτος Εγίρας θεωρείται η χρονιά που ξεκίνησε τη δράση του ο προφήτης της ισλαμικής θρησκείας, Μωάμεθ.
Ιmber, Ottoman Empire, σ. 112.
Τη χρονολογία και το όνομα του μπέη κατέγραψε ένας Τούρκος χρονικογράφος του 1650, ο Κατίμπ Τσελεμπή.
Χαλκοκονδύλης, ό.π. 178.

εισέβαλαν στη Βουλγαρία κι από εκεί στη Μακεδονία. Όπως όμως μας βεβαιώνει ο
ιστορικός Δούκας, οι δυνάμεις τους, που βασίστηκαν στη βοήθεια ντόπιων
πληθυσμών, αναχαιτίστηκαν από το στρατό του σουλτάνου. Μετά το θάνατο του
Μεχμέτ (1421) ο Μανουήλ συνεργάστηκε με τους προαναφερθέντες εμίρηδες κατά
του νέου σουλτάνου Μουράτ Β΄ .
Ο Μουράτ αφού αντιμετώπισε με επιτυχία τους στασιαστές, ολοκλήρωσε την
κατάκτηση της Θεσσαλίας, σχεδόν αναίμακτα, με στρατηγό τον Τουραχάν μπέη. Η
κατάκτηση τη φορά αυτή συνοδεύτηκε από οργανωμένη εγκατάσταση πολυάριθμων
μουσουλμάνων από την Ανατολία. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς ήταν αγροτικές
οικογένειες από το Ικόνιο της Καππαδοκίας, εκτοπισμένοι λόγω των εμφυλίων
συγκρούσεων των ηγεμόνων της Μικράς Ασίας. Αυτοί συνοικίστηκαν σε χωριά της
βορειοανατολικής Θεσσαλικής πεδιάδας και ονομάζονταν Κονιαρέοι ή Κόνιαροι
από τον τόπο καταγωγής τους (Ικόνιο). Τα περισσότερα από αυτά τα χωριά
συγκροτήθηκαν στον άξονα της σημερινής Παλαιάς Εθνικής Οδού Λάρισας- Βόλου,
από το ύψος της λίμνης Κάρλας και βορειότερα μέχρι την περιοχή Συκουρίου.

Ο Κ. Σπανός για τους Οθωμανούς εποίκους της περιοχής Μελίας της Λάρισας.
Από το κατάστιχο της πρώτης οθωμανικής απογραφής του 1454/510, προκύπτουν τα εξής: Η ομάδα
των Οθωμανών Saruhanlu(lar) ίδρυσε έναν οικισμό που ονομάστηκε Σαρουχανλάρ, κι αποδόθηκε
με την ντοπιολαλιά των Ελλήνων Σαρχανλάρ (σημερινός Μόδεστος).
Η ομάδα των Saqallu(lar) ίδρυσε κι αυτή με τη σειρά της έναν οικισμό που ονομάστηκε
Σακαλουλάρ και με αποβολή του άτονου φθόγγου ου, Σακαλλάρ και είναι η σημερινή Μέλισσα.
Η ομάδα των Čullu(lar) ίδρυσε κι αυτή το δικό της οικισμό που ονομάστηκε
Τσουλουλάρ, ενώ πάλι με αποβολή του άτονου φθόγγου ου καθιερώθηκε ως
Τσουλάρ (Μελία).

Σύμφωνα με περιηγητές (Urguhart11, κ.α.) το 1423 εγκαταστάθηκαν περί τους 6.000,
“φίλεργοι και εμπειροπόλεμοι” χωρικοί από το Ικόνιο σε δώδεκα συγκεκριμένα
χωριά: Τατάρ, Καζακλάρ, Τσαϊρ, Μισαλάρ, Κουφάλα, Καρατσογλάν (ή
Καρατζόλι), Ντελίρ (ή Ντελέρια), Λιγάρα, Ραντκούν, Καραντεμιλί, Δεριλί,
Μπαλαμούτ. Τα χωριά αυτά ήταν ουσιαστικά στρατιωτικές αποικίες, κάτι σαν τα
“στρατοτόπια” των Βυζαντινών, που είχαν την αποστολή να αντιδράσουν σε πιθανή
εξέγερση των Χριστιανών που κατοικούσαν στην Πίνδο και γενικά σε ορεινές
περιοχές της Θεσσαλίας, όπως στο Πήλιο, τον Όλυμπο, την Όθρυ και το
Μαυροβούνι.

10.

Κ. Σπανός, “Ιστορικά στοιχεία για τη Μελία της Λάρισας”, Θ. Η. ( ), σσ. 92,3

11. Ο Ουργκουχάρτ είχε ακούσει τη διήγηση ενός καϊμακάμη του Τυρνάβου, το 1830, η οποία βασιζόταν σε
χειρόγραφη αραβική βιογραφία του Τουραχάν μπέη, που βρισκόταν στη Δημόσια Βιβλιοθήκη του Τυρνάβου.

Ο David Urguhart γράφει για την ίδρυση των κονιαροχωρίων της Λάρισας όπως το
πληροφορήθηκε από Οθωμανούς του Τυρνάβου

“ (...) Ο Τουραχάν μπέης έστειλε ανθρώπους του στο Ικόνιο, το οποίο την περίοδο εκείνη δεν
διατηρούσε καλές σχέσις με την οθωμανική δυναστεία, και πέτυχε να φέρει 5-6 χιλιάδες
οικογένειες στη Θεσσαλία. Καθώς ήταν άτομα πολεμικού και εργατικού χαρακτήρα τους
παραχώρησε γη στα βόρεια της θεσσαλικής πεδιάδας. (...) Ίδρυσε γι' αυτούς 12 περιχαρακωμένα
χωριά: το Τατάρ, το Καζακλάρ το Τσαϊρ,το Μισαλάρ, ο Ντελέρ, τν Κουφάλα,το Καρατζιογλάν, τη
Λυγάρα, το Ραντγκούν, το Καραντεμιλί, το Ντεριλί και το Μαλαμούτ. Ο αριθμό των χωριών έχει
αυξηθεί τώρα και νομίζω πως μόνο 3 ή 4 από τα τοπωνύμια αυτά συμπίπτουν με τα τωρινά
ονόματα των χωριών. Ως οπισθοφυλακή αυτής της στρατιωτικής παροικίας ο Τουραχάν μπέης
ίδρυσε τον Τύρναβο, για τον οποίον απέσπασε πολλά προνόμια από τον σουλτάνο Μουράτ Β΄. Τα
προνόμια που παραχώρησε η Υψηλή Πύλη τέθηκαν υπό την έγκριση του τουρκικού ιερατείου και
υπό την επίβλεψη του αρχικλητήρα της Μέκκας. Ο Τύρναβος καθιερώθηκε ως πόλη άσυλο. Οι
ξένοι απαλλάσσονταν για 10 χρόνια από κάθε φορολογική εισφορά. Η πόλη έγινε βακούφι κι έτσι
απαλλάχτηκε από τον έλεγχο της τοπικής διοίκησης. Κανένας πασάς δεν επιτρεπόταν να εισέλθει
στον Τύρναβο και στα τουρκικά στρατεύματα είχε απαγορευτεί η διάλευσή τους από εδώ.”

David Urguhart: Ταξίδι

στη Θεσσαλία του 1830, πέμπτο μέρος, μτφρ. Ν. Ντεσλή, Θ. Η.,

σσ. 256.

Μια άλλη ομάδα μουσουλμάνων εποίκων, που έφθασαν λίγο αργότερα στη
Θεσσαλία (1463), ήταν οι Γιουρούκοι οι οποίοι ασχολούνταν με την κτηνοτροφία12
και εγκαταστάθηκαν στις παρυφές του Ολύμπου (από το Αργυροπούλι ως την Ιτέα),
της Όσσας (χωριά του Συκουρίου ως τη Μαρμαρίνη), του Μαυροβουνίου (Καλαμάκι,
κ. ά .) του Φυλλήιου όρους, στην περιοχή των Κυνός Κεφαλών, και αλλού. Στη
συνέχεια ο Τουραχάν διαμοίρασε το θεσσαλικό κάμπο, σε ντόπιους εκούσια
εξισλαμισθέντες φεουδάρχες13 και σε δικούς του αξιωματούχους, υπό τη μορφή
φέουδων. Ο λόγος της διανομής ήταν η επιβράβευση αυτών για τη συμβολή τους
στην κατάκτηση της Θεσσαλίας. Ο νεότερος ιστορικός Γιάννης Κορδάτος
αναφέρεται στο γεγονός με τη χαρακτηριστική του λεπτή ειρωνεία: «Οι Τούρκοι
άφησαν το φεουδαρχικό καθεστώς, μια που οι φεουδάρχες ειρηνικά παρέδωσαν τη
χώρα.»14 Από τη Λαμία εκδιώχτηκε το μεγαλύτερο μέρος του λιγοστού τότε
χριστιανικού πληθυσμού και κατοικήθηκε από Τούρκους εποίκους καθώς και από
διοικητικούς υπαλλήλους και στρατιωτικούς του οθωμανικού κράτους. Ο ίδιος ο
Τουραχάν το 1452 βρισκόταν εγκαταστημένος στον Ισθμό απ’ όπου επιχείρησε των
αποκλεισμό των δεσποτών του Μυστρά15. Η αντίσταση των Ελλήνων που ήταν
περιορισμένη στα ορεινά της Θεσσαλίας εγκαταλείφθηκε μετά την άλωση της Πόλης
(1453). Τότε φαίνεται πως έπεσε οριστικά και το Φανάρι στα χέρια των εισβολέων.
Ο Επαμεινώνδας Φαρμακίδης για της αγριότητες του Μουράτ Β΄ (κατακτητή
της Θεσσαλίας)
“Ως χαρακτηριστικόν της αγριότητος του νέου τούτου κατακτητού, εκπροσωπουμένου τότε
εν Λαρίση διά του στρατηγού Τουρχάν, αναγράφομεν ότι πολεμών ούτος εν Πελοποννήσω, δηών
12 Δ. Τσοποτός, Γη και γεωργοί, 52,53.
13 Δηλαδή δε πλούσιους γαιοκτήμονες που δέχτηκαν με τη θέλησή τους να αλλαξοπιστήσουν για να μη χάσουν τις
πλούσιες εκτάσεις γης που κατείχαν και τα προνόμιά τους.
14 Γ. Κορδάτος, Ιστορία Βόλου – Αγιάς, 182.
15 Το 1456, γέρος πια ο Τουραχάν θα κληθεί από τους δεσπότες του Μυστρά Δημήτριο και Θωμά να αντιμετωπίσει
μια εξέγερση Αλβανών και Ελλήνων χωρικών του Μοριά.

και πορθών τον Μυστράν, το Λεοντάρι, το Γαρδίκι και την Δαβιάν, κατετρόπωσεν την 5ην Ιουνίου
1423 τους Αλβανούς και κατακρεούργησε 800 εξ αυτών, κατασκευάσας διά των κεφαλών αυτών
πυραμίδα και έπειτα εισήλασεν εις την Θεσσαλίαν, συνεπαγόμενους 6.000 δούλους, ων το
τέταρτον συνέλαβεν εξ ενετικών πόλεων(...)”

Επ. Φαρμακίδης, Η Λάρισα, εκδ. Γνώση, Λάρισα 2001, σ. 153.

Εικόνα : Επ.
Φαρμακίδης

Ο Τουραχάν κατόρθωσε να αποσπάσει την έγκριση του σουλτάνου και να
οικειοποιηθεί τεράστιες ακίνητες περιουσίες στη Θεσσαλία. (Δες σχετικά τα
αποσπάσματα των αφιερωτηρίων του, διαθηκών, που ακολουθούν καθώς και στο
τέλος του βιβλίου τα αντίστοιχα αφιερωτήρια των διαδόχων του.) Είναι σίγουρο,
πάντως, πως ο Οθωμανός αυτός κατακτητής ενδιαφέρθηκε για την ευημερία και την
οικονομική ανάπτυξη της ευρύτερης περιοχής. Επί των ημερών του
ανασυγκροτήθηκε ο Τύρναβος, στη θέση που βρίσκεται σήμερα, ενώ ο ίδιος
φρόντισε να δώσει στην πόλη σημαντικά προνόμια, όπως η κήρυξή της ως βακούφι,
εξαρτώμενο απευθείας από τον εκάστοτε πνευματικό ταγό της Μέκκας (σερίφ), η
απαλλαγή των κατοίκων της από αγγαρείες, οι μειωμένοι συντελεστές φορολόγησής
της, η απαγόρευση διέλευσης ενόπλων τακτικών τμημάτων του οθωμανικού
στρατού, και πολλά άλλα. Ακόμα ο Τουραχάν έκτισε ή επισκεύασε ένα πλήθος
γεφυριών, καραβάν-σεράι και τζαμιών, στα Τρίκαλα, τη Λάρισα, στα Φάρσαλα και
σε μικρότερα χωριά.
3. Αποσπάσματα από τη διαθήκη16 του Τουρχάν μπέη
(κατακτητή της Θεσσαλίας) 1446
“Δόξα και αίνος αρμόζει τω υψίστω θεώ (....) Ο Χατζή Τουρχάν βέης υιός του μακαρίτου πασά
Γηγήτ βέη, ο καυχώμενος επί τω ότι ο ύψιστος θεός κατέκτησεν αυτόν τον μέγαν σεβαστόν αρχηγόν,
τον κάτοχον εκλάμπρου πρωτοκαθεδρίας και την πηγήν των πλεονεκτημάτων της αγαθοεργίας, ο
αγωνισάμενος την μάχην των απίστων πολυθεϊστών και ο τιμωρός των απειθών και ανταρτών,
ιδρύσατο και αφιέρωσεν έναν ναόν (μετζήτι) κείμενον εντός της Λαρίσης (...), και μιάν ιερατικήν
σχολήν (μεδρεσέ) έξωθεν της πόλεως Λαρίσης (...). Ωσαύτως δε και έξωθι της πόλεως Τρικάλων
έτερον έναν ναόν (μετζήτι) συνορευόμενον μεσημβρινώς με τον ποταμόν17 (...). Ο αφιερωτής
αφιέρωσε (...) το σύνολον λουτρού κειμένου εν Λαρίση καλουμένου με το όνομα του αφιερωτού (...)
ενός εργαστηρίου και ενός ορειχαλκείου. Το σύνολον σειράς κρεοπωλείων, άπερ κέκτηται εν
Λαρίση (...)συνορεύονται δυτικώς με το βακούφιον και εκ των τριών πλευρών με δρόμον. Το σύνολον
τριών εργαστηρίων και δώδεκα τσιαρδακίων (...). Το σύνολον ενός κρασοπωλείου συνορευομένου
16. Επ. Φαρμακίδης, ό. π., σ. 252-258.
17. Εννοεί τον Ληθαίο ποταμό.

δυτικώς με το σιτοπάζαρον, μεσημβρινώς με το εργαστήριον του Καραμανλή (...). Το σύνολον ενός
εργαστηρίου σκεμπετζήδικον18, συνορευομένου δυτικώς με το εργαστήριον του χαλβατζή Χαλήλ (...).
Το σύνολον ενός μαγειρείου (αχτσίτικον) συνορευομένου μεσημβρινώς με κτήμα του Μαχμούτ
Καζάζη (...). Το σύνολον ενός εργαστηρίου, συνορευομένου μεσημβινώς με κτήμα σελλοποιού
(σαράτση) Χαμζά, ανατολικώς με βακούφιον, δυτικώς με το κτήμα του Χατζή Ιμβραήμη και αρκτικώς
με δρόμον. Το σύνολον τεσσάρων εργαστηρίων συνορευομένων μεσημβρινώς με γαίας ανηκούσας
εις τον Μουράτ Χαν, ανατολικώς με κτήμα του Ιμβραήμ σαπουνά (...). Το σύνολον πέντε
εργαστηρίων συνορευομένων μεσημβρινώς με το εργαστήριον του Γενή βέη (...). [Ακολουθεί
αναφορά μεγαλύτερου ακόμα πλήθους εργαστηρίων στη Λάρισα] Το σύνολον μύλου κινουμένου διά
του ύδατος του Πηνειού μη χρείζοντος περιγραφής ορίων καθό πασίγνωστον επιτοπίως. Το σύνολον
αμπέλου συνορευομένης μεσημβρινώς με άμπελον του Σουλάκη, ανατολικώς με άμπελον του
χριστιανού Βαλκόνια, δυτικώς με άμπελον του χριστιανού Καλλούνα (...) αρκτικώς με άμπελον Ισσά.
Το σύνολον αμπέλου (...), το σύνολον τριών εργαστηρίων (...). Το σύνολον εργαστηρίου
παπουτζίδικον συνορευομένου ανατολικώς με εργαστήριον του οδηγού Κουλαούζλ Ναϊπη, δυτικώς
με κτήμα του βέη Ηλιά (...). Το σύνολον κρεοπωλείου, συνορευομένου εκ τεσσάρων πλευρών με
δρόμον (...). Το σύνολον εργαστηρίων (...) συνορευομένων δυτικώς με κτήμα του πεταλωτή
Σαρούτσια, (...), το σύνολον σαπωνικού εργαστηρίου συνορευομένου εκ μιάς πλευράς με
εργαστήριον του αρχιτέκτονος (...). Το σύνολον χαλκείου γνωστού υπό το όνομα Παλαιά Εκκλησία.
Το σύνολον αλαντοπωλείου (...). Το σύνολον δύο μύλων στρεφομένων δια του ποταμού Ρέκτη19
(...), το σύνολον τεσσάρων μύλων (...). Όλα ταύτα είναι εν Τρικάλοις.
Τα ειρημένα αφιερώματα ούτε πωλούνται ούτε δωρούνται, ούτε μεταβάλλονται (...), ούτε
κληρονομικώς μεταβιβάζονται. Ο αφιερωτής το της διαχειρίσεως δικαίωμα περιώρισεν εφόσον μεν
ζη εις το εξαίρετον αυτού άτομον, μετά δε τον θάνατον εις τον πρεσβύτερον υιόν του Ομέρ τσελεπή,
και μετά θάνατον (αυτού), εις τον κράτιστον των τέκνων και απογόνων αυτού. Εάν εκλείψωσι και
ούτοι και ουδείς μείνη, ο κριτής Λαρίσης εκλέγει εκ των προκρίτων άνδρα μουσουλμάνον ενάρετον
και άξιον εμπιστοσύνης και τον καθιστά διαχειριστήν επί των ειρημένων αφιερωμάτων. Ο (...)
αφιερωτής διέταξε να συνάζωνται τα έσοδα των αφιερωμάτων γενομένης χρήσεως των διαφόρων
εισπράξεων με τον πλέον ωφελιμότερον τρόπον. Εκ των γενομένων εισοδημάτων δαπανώνται
πρώτον εις επισκευήν της ιερατικής σχολής20, ης περιγράφονται τα όρια και των μνησθέντων δύο
τζαμιών (...). Εκ του μένοντος (ενν. χρηματικού ποσού) ώρισαν το (εν) πέμπτον εις τον διαχειριστήν
διά το δικαίωμα της διαχειρίσεώς του, εκ δε του υπολοίπου πέντε αργυρά άσπρα21 καθ' ημέραν διά το
πρόσωπον όπερ θα είναι ιεροκήρυξ και ιμάμης εν τω Λαρίση (...) τζαμίω. Τρία μεν διά την
υπηρεσίαν του ιεροκήρυκος, δύο δε δια την ιμαμείαν. Εκ δε των τεσσάρων χαβούζηδων,
γνωριζόντων ευκρινή ανάγνωση (...) εις έκαστον μεν των τριών ανά εν αργυρούν άσπρον καθ'
ημέραν, εις δε τον χαβουζή, τον πρόεδρον αυτών και διοριζόμενον εν τη πρωτοκαθεδρία, δύο αργυρά
άσπρα (...). Προσέτι εν αργυρούν άσπρον καθ' ημέραν εις έκαστον δύο χαβούζηδων22, οίτινες θα
ψάλλωσι καθ' ημέραν ανά εν τεμάχιον του προαιωνίου λόγου (...) και θα δέονται υπέρ της ψυχής του
αφιερωτού (...) εν ήμισυ αργυρούν άσπρον καθ' ημέραν εις τον κράκτην, όστις θα αναγιγνώσκη καθ'
εκάστην (...) την πρόσκλησιν, εν αργυρούν άσπρον καθ' ημέραν δι' έξοδα ψαθών, ελαίου, κανδηλίων
και ύδατος. Δέκα αργυρά άσπρα καθ' ημέραν διά το πρόσωπον, όπερ θα είναι διδάσκαλος εν τη
ειρημένη σχολή. Επτά αργυρά άσπρα καθ' ημέραν διά τους διαμένοντας εν τοις δωματίοις της
ειρημένης σχολής και σπουδάζοντας τας γνώσεις της πίστεως μαθητάς. Ήμισυ αργυρούν άσπρον δια
τους εν εκάστω δωματίω διαμένοντας μαθητάς (...) καθώς και εξ κοιλά23 σίτου ετησίως. Τρία
αργυρά άσπρα καθ' ημέραν διά το πρόσωπον, όπερ θα είναι ιμάμης και ιεροκήρυξ εν των εν
Τρικάλοις τζαμίω, ούτινος προεξετέθησαν τα όρια (...) Εν αργυρούν άσπρον καθ' ημέραν εις τον
18 . Μαγειρείο (εστιατόριο) σκεμπέ (γαρδούμπας).
19. Επειδή ο Τουρχάν αναφέρεται εδώ στα Τρίκαλα, πιθανώς ο Ρέκτης ποταμός να είναι ή ο Ληθαίος ή ο Κουμέρκης.
20. Η ιερατική αυτή σχολή ή μεντρεσές, που αναφέρεται και στην αρχή της διαθήκης, βρισκόταν στον Πέρα μαχαλά ή
συνοικία του Αγίου Χαραλάμπους (που βάβαια τον 15ο αιώνα δεν είχε ακόμα γίνει μαχαλάς, δηλαδή γειτονία)
αριστερά της σημερινής γέφυρας του Αλκαζάρ και δίπλα στο ποτάμι.
21. Τα άσπρα ήταν υποδιαίρεση της βασικής νομισματικής μονάδας (γρόσι). Ένα γρόσι είχε σαράντα άσπρα.
22. Χαβουζής ήταν αυτός που αποστήθιζε το Κοράνι.
23. Το κοιλό της Λάρισας, τον 15ο και 16ο αιώνα ζύγιζε 102,624 σημερινά κιλά, ενώ στα Τρίκαλα 64,14 κιλά.

ιμάμην του εν τη συνοικία Γιουκδή24 έξωθεν της πόλεως Τρικάλων κειμένου ναού (...). Εάν μηδείς
μείνη εκ των μνησθέντων, τα ειρηθέντα αφιερώματα αφιερούνται εις ενδεείς και δυστυχείς
Μουσουλμάνους (...). Τα άνωθεν μνησθέντα και απαριθμησθέντα ιά νομίμου πραγματικής διατάξεως
εγράφησαν και κατεχωρίσθησαν εις τον κώδικα και αφιερώθησαν.”
Κατά μήναν Τζεμαζήλ-εββέλ 85025 (1446)

Το 1454 υπογράφηκε συνθήκη μεταξύ του Μωάμεθ Β΄ (Πορθητή) και των
Ενετών, σύμφωνα με την οποία οι Τούρκοι αποκτούσαν τον έλεγχο των τελευταίων
δυο οχυρών26 της Θεσσαλίας: των κάστρων του Πτελεού και του Γαρδικίου (Ετέρα
Γαρδικία). Όμως η συμφωνία έμελλε να γίνει πράξη το 1470, μετά την πτώση της
Εύβοιας (12-7-1470). Έτσι τα τελευταία οχυρά εκπορθήθηκαν, ενώ οι Ενετοί
υπερασπιστές των σκοτώθηκαν μέχρι ενός από τους Τούρκους, και οι Έλληνες
κάτοικοι αιχμαλωτίστηκαν και οδηγήθηκαν σιδηροδέσμιοι στην Κων/λη. Αυτοί μαζί
με άλλους εκτοπισμένους, μεταξύ των οποίων και Φαναριώτες, επρόκειτο να
συνοικίσουν την γειτονιά του Φαναρίου στην Πόλη.
Ο Κώδικας 127 της Ι. Μ. Βαρλαάμ Μετεώρων, ο επονομαζόμενος “Θηκαράς”, για τους
πρώτους Οθωμανούς σουλτάνους και τις χρονολογίες κατάληψης διαφόρων ελληνικών
περιοχών απ' αυτούς. [Όπως αναλύεται από τον καθ. Του Ιονίου Πανεπιστημίου Δημ. Ζ.
Σοφιανού στο περιοδικό “Μετέωρα”]
“27... περί πώς οι αγαρινοί από την ανατολήν ήλθαν εις την δύσην επί έτους ςωια 28. πρώτος αυθέντης
όπου απέρασεν από εώας εις δύσην, το όνομα οτμάνογλης29, και εβασίλευσεν χρόνους κα΄. Και
μετά τούτον εβασίλευσεν ο γιώρκας, χρόνους μ΄. και μετά τούτον ο καζή αμουράτης30 χρόνους λ΄.
και μετά τούτον ο ηλμτιρίμ παγιαζήτης31 χρόνους ιδ΄. Και μετά τούτον ο εμήρ σουλεϊμάνης χρόνους
γ΄. και μετά τούτον ο σουλτάν αμουράτης χρόνους λα΄. και μετά τούτον ο σουλτάν μεεχμέτης 32
χρόνους λα΄. Και μετά τούτον ο σουλτάν παγιαζήτης χρόνους λγ΄. και μετά τούτον ο σουλτάν
σελήμης33 χρόνους η΄. έγινεν και ο σουλτάν σουλεϊμάνης επί ετους ζκη΄, απριλλίου εις τας ιδ΄,
ημέρα Γ΄. εάλω ο τούρκος την κωνςαντίνου πόλιν επί έτους ςϡξα΄(6961)34 και εάλω τον τραπεζόντα
επί έτους ςϡξθ΄ (6969)35, εάλω τον έβριππον36 επί έτους ςϡοζ΄ (6977)37, εάλω την θεσσαλονίκην
και τα ιωάννινα επί έτους ςϡλη΄ (6938)38, έκτησεν την πρέβεζαν επί έτους ςϡπς΄ (6986)39 ...”
Σοφιανός Δ.Ζ., “Ο μετεωρικός κώδικας Βαρλαάμ 127, πολύτιμο κτητορικό και ιστορικό κειμήλιο της
Μονής”, Μετέωρα, τόμος 59-60, Τρίκαλα 2007, σσ.15-26.

Ακολουθούν οι χρονολογίες οθωμανικής κατάκτησης των διαφόρων θεσσαλικών
24. Οικισμός που δεν έχει ταυτοποιηθεί, έξω από τα Τρίκαλα.
25. Το 850 σημαίνει κατά το μουσουλμανικό ημερολόγιο 850 χρόνια μετά την Εγείρα. Δηλαδή κατά το χριστιανικό
ημερολόγιο 1446 μ. Χ.
26 Εξαιρουμένων των θεσσαλικών νήσων.
27 . Διατηρούμε την ορθογραφία του πρωτοτύπου.
28 . 6811 από κτίσεως κόσμου=1302 μ.Χ.
29 . ενν. Οσμάν.
30 . ενν. Μουράτ.
31 . ενν. Βαγιαζήτ.
32 . ενν. Μωάμεθ.
33 . ενν. Σελήμ.
34 . 1453 μ. Χ.
35 . 1460-1 μ. Χ.
36. Χαλκίδα.
37 . 1478 μ. Χ.
38 . 1429-30 μ. Χ.
39 . 1487 μ. Χ.

περιοχών, σύμφωνα με τον Αλέξη Σαββίδη40:
Α΄ φάση: Κάστρο Ωριάς Τεμπών 1386, Λάρισα 1386-7, Όρος Κελλίων 1386-1403
Β΄ φάση: Κάστρο Ωριάς 1392 (οριστικά), Λάρισα 1392-4, Αλμυρός 1392 (;),
περιοχή Μετεώρων 1393 (οριστικά), κάστρο Γόλου (Βόλος) 1393-4 (ή 1403),
Σκιάθος 1393, Σκόπελος 1393, Δομοκός 1393, Φάρσαλα 1393-4 (οριστικά),
Φανάρι 1393-1404, Σάλωνα 1393 (οριστικά), Υπάτη 1393 (οριστικά), Ζητούνι
1394-1403, Τρίκαλα (1395-6 (οριστικά), Βαθύρρεμα 1395.
Γ΄ φάση: Αλμυρός 1414 (οριστικά), Άγραφα 1445 (οριστικά), Όρος Κελλίων 1423
(οριστικά), Τύρναβος (περιοχή) 1423 (οριστικά), Λάρισα 1423 (οριστικά), κάστρο
Γόλου 1423 (οριστικά), Ζητούνι 1423-1444 και 1445 (οριστικά), Φανάρι 1453
(οριστικά), Πτελεός και Γαρδίκι 1470 (οριστικά), Σποράδες 1538 (οριστικά).

Κεφάλαιο 2ο
Η οθωμανική διοίκηση
Οι μεγαλύτερες διοικητικές περιφέρειες κατά την Τουρκοκρατία ήταν τα εγιαλέτια
(eyalet) ή μπεηλερμπεήκια, κάτι σαν τις σημερινές περιφέρειες. Υποδιαιρέσεις
αυτών ήταν τα σαντζάκια (sancag) η λίβες, όπως ονομάζονταν αργότερα,, κάτι
ανάλογο των σημερινών νομών, σε μεγαλύτερο όμως συνήθως μέγεθος. Το κάθε
σαντζάκι διαιρούνταν σε καζάδες (kaza), επαρχίες δηλαδή και ο κάθε καζάς σε
ναχιέδες (nahiye). Ο όρος βιλαέτι άρχισε να χρησιμοποιείται μετά το 1860 και είχε
τη σημασία της περιφέρειας είτε σαντζακίου είτε καζά. Κατά τους πρώτους δύο
αιώνες της Τουρκοκρατίας στα εγιαλέτια τοποθετούνταν ως διοικητές πασάδες με
δύο ουρές στην επίσημη στολή τους, που ονομάζονταν μπεηλερμπέηδες. Αργότερα
διοικητές ορίζονταν πασάδες τριών ουρών που ονομάζονταν επαρχιακοί βεζίρηδες,
που είχαν την έδρα τους στο πρώτο, σημαντικότερο, σαντζάκι του εγιαλετιού. Οι
διοικητές των υπόλοιπων σαντζακίων, σαντζάκ-μπέηδες ήταν πασάδες της μίας
ουράς. Συνήθως οι διοικητές των εγιαλετιών είχαν έναν εκπρόσωπό τους στην
Υψηλή Πύλη, που ονομαζόταν καπού-κεχαγιάς ή απλά κεχαγιάς, ο οποίος φρόντιζε
για όλες τις υποθέσεις του προϊσταμένου του, μεριμνώντας για την καλή φήμη του
στα μάτια των σουλτάνων, καθώς και για τον προβιβασμό του σε ανώτερα και
πλουσιότερα εγιαλέτια, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό όλα τα μέσα, που πολύ
συχνά περιλάμβαναν και τα μπαξίσια ή πεσκέσια, τις δωροδοκίες δηλαδή. Κατά τα
τέλη του 17ου αιώνα οι διοικητές των καζάδων που ονομάζονταν βοεβόδες ήταν και
μισθωτές των σουλτανικών ή των κρατικών προσόδων. Άλλες φορές η μίσθωση αυτή
που απολάμβαναν οι βοεβόδες ήταν ετήσια (μουκατάς) και άλλες ισόβια (malikane).
Οι διοικητές αυτοί φρόντιζαν να στέλνουν στην Πύλη τα νόμιμα μισθώματα,
κερδίζοντας συγχρόνως πολύ περισσότερα από τους υπόλοιπους απλούς κτηματίες
που ήταν υπεκμισθωτές των γαιών αυτών.
Τα 32 εγιαλέτια του Οθωμανικού κράτους κατά το 17ο αιώνα ήταν:
Ρούμελη

Ανατολή

Καραμανία

Βούδα

Βοσνία

Τεμεσβάρ (Ρουμ.)

Νησιά Άσπρης Θ.

Κύπρος

40 Α. Σαββίδης, «Τα προβλήματα της οθωμανικής εξάπλωσης στη Θεσσαλία», Θ. Η., 59,60.

Μαράς

Ντιαρμπακίρ

Ρουμ

Ερζερούμ

Δαμασκός

Τρίπολη Συρίας

Σεχριζούρ

Χαλέπι

Ρακκά

Καρς

Τσιλτίρ

Τραπεζούντα

Καφά

Μοσούλη

Βαν

Τρίπολη Λιβύης41

Αίγυπτος

Βαγδάτη

Υεμένη

Χαμπές (Ερυθραία)

Βασόρα

Λάχσα

Αλγέρι

Τυνησία

Διοικητική διαίρεση και υπαγωγή της Θεσσαλίας (περιοχή Τρικάλων)
στις αρχές του 19ου αι.
Εγιαλέτι (Περιφέρεια) Ρούμελης αποτελείται από:
λίβες: Μοριά, Ναυπάκτου, Εγρίπου, Τρικάλων, Θεσσαλονίκης, Αχρίδας και το
πασαλίκι Ιωαννίνων
Η Λίβα (Διαμέρισμα)Τρικάλων αποτελείται από του καζάδες Λάρισας και
Τρικάλων
Ο Καζάς (Νομός) Τρικάλων διαιρείται σε οκτώ κόλια (επαρχίες)
1. Πουλιάνας42
2. Ζάρκου
3. Αρδαμίου
4. Κλινοβού43
5. Πόρτας
6. Ριζών (Κόζιακα)
7. Κράτζοβας44
8. Χασίων45

41.
42.
43.
44.
45.

Τα 9 τελευταία εγιαλέτια δεν περιελάμβαναν τιμάρια. Οι πρόσοδοί τους εισπράττονταν απ' ευθείας από το κράτος.
Προφανώς η Μεγάλη Πουλιάνα, σημερινή Πηγή Τρικάλων.
Κλεινός Τρικάλων.
Είναι η περιοχή ανάμεσα από τα χωριά Τρυγόνα και Κακοπλεύρι, το όρος Κράτζοβα (υψ. 1554).
Είναι η περιοχή με κέντρο τη Δεσκάτη.

Κεφάλαιο 3ο
Η οργάνωση των κοινοτήτων-Τα προνόμια. Συνθήκη Ταμασίου.
Η οργάνωση των κοινοτήτων: Οι κοινότητες των Ελλήνων κατοίκων της
Οθωμανικής αυτοκρατορίας είχαν αποστολή την είσπραξη των φόρων. Αυτές
λειτουργούσαν ουσιαστικά άτυπα, μιας και η νομοθετική κατοχύρωσή τους άργησε
για περισσότερα από ... τετρακόσια χρόνια (1865). Έτσι οι κοινότητες των
χριστιανών της Ελλάδας οργανώθηκαν και λειτούργησαν στη βάση των τοπικών
συνηθειών σε συνάρτηση, βέβαια, με την έγκριση και των ντόπιων Οθωμανών
αρχόντων – πασάδων. Έτσι, κάθε έτος, κατά τη διάρκεια της άνοιξης, μεταξύ της 1ης
Μαρτίου και της 23ης Απριλίου (Α. Γεώργιος), μετά από πρόσκληση των
απερχομένων κοινοτικών αρχόντων γινόταν η σύναξη, συνήθως στο προαύλιο της
εκκλησίας του χωριού, όπου όλοι εξέλεγαν διά βοής τον νέο κοινοτικό άρχοντα, τον
“πρωτόγερο” (ή τουρκ. κοτσάμπαση) του χωριού. Συνήθως επιλεγόταν ως ηγέτης
της κοινότητας κάποιος που συνδύαζε ικανότητα, τιμιότητα, μεγάλη ηλικία και τις
περισσότερες φορές πλούτο ή ακόμα μερικές φορές και διασυνδέσεις με τους
Οθωμανούς της περιοχής. Όταν οριστικοποιούνταν από τους Οθωμανούς η επιλογή
των νέων προεστών, ακολουθούσε συνήθως τελετή αναγόρευσής τους στον κεντρικό
ναό της πόλης ή της κωμόπολης στην οποία συμμετείχαν οι κάτοικοι της. Οι
πρωτόγεροι των γειτονικών περιοχών επέλεγαν συνήθως σε μια ιδιαίτερη σύναξη των
“μπας κοτσάμπαση”, τον αρχηγό δηλαδή όλων των πρωτόκριτων της ευρύτερης
περιοχής. Σε κάποιες περιοχές αυτός ονομαζόταν τσορμπατζής ή κασαμπαλής ή
βεκίλης. Στην Κρήτη ή στη Μάνη η αντίστοιχη ονομασία ήταν καπετάνιος. Συχνά οι
δημογέροντες της Θεσσαλίας, κυρίως μακριά από τα μεγάλα αστικά κέντρα και
ιδιαίτερα μετά το 1750, απέκτησαν μεγαλύτερες εξουσίες και συναποφάσιζαν με τους
Οθωμανούς άρχοντες, τους λεγόμενους αγιάνηδες, πάνω σε κρίσιμες αποφάσεις που
αφορούσαν κυρίως σε κινδύνους από ληστές ή στην οργάνωση ενόπλων σωμάτων
πραστασίας από τους Αλβανούς ατάκτους που τότε λυμαίνονταν την περιοχή. Είναι
λογικό να υποθέσει κανείς ότι πολλοί από τους δημογέροντες, κυρίως των πεδινών
θεσσαλικών περιοχών, θα ένοιωθαν μεγάλη ανησυχία απέναντι σε κάθε
επαναστατική κίνηση των υποδούλων, κι αυτό εξαιτίας των συνεπειών που θα είχε γι'
αυτούς πιθανή συμμετοχή “δικών” τους ανθρώπων. Έπειτα η Λάρισα και τα Τρίκαλα
ήταν πάντοτε στρατοκρατούμενες πόλεις και κάθε πιθανή επαναστατική κίνηση, θα
τους φαινόταν περίπου ως αυτοκτονία. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των
αρχόντων της Αγιάς κατά την Επανάσταση του '21. Δες σχετικά στο αντίστοιχο
κεφάλαιο πιο κάτω.
Μεγάλη ανάπτυξη παρουσίασαν οι αυτοδιοικητικοί θεσμοί στα χωριά του Πηλίου
είτε αυτά ήταν βακούφια είτε χάσια. Τα χωριά που ήταν βακούφια είχαν τους δικούς
τους προεστούς το καθένα, αλλά τις σπουδαιότερες υποθέσεις τις ρύθμιζε το
συμβούλιο των προεστών της Μακρινίτσας, που ήταν και το σημαντικότερο κέντρο
των Ελλήνων της Μαγνησίας. Γενικά οι κάτοικοι των βακουφιών είχαν καλύτερη
ζωή απ' αυτούς των χασίων διότι υπάγονταν απ' ευθείας στην Υψηλή Πύλη.
Βακούφια46 :οι περιοχές που χαρακτηρίζονταν ως βακούφια (vakif= αφιέρωμα για αγαθοεργούς
σκοπούς) είχαν αρκετά προνόμια. Οι πρόσοδοί τους προορίζονταν για τη συντήρηση ευαγών
46. Βλ. Γιαννόπουλος Ιωάννης, Οι κοινότητες στην Τουρκοκρατία, Ιστ. Ελλ. Έθνους, τ. 11,
Αθήνα 1975, σ. 135.

ιδρυμάτων, (τζαμιών κλπ.) ή για κάποιο κοινωφελή σκοπό. Τα κρατικά όργανα και οι αξιωματούχοι
όλων των βαθμίδων δεν είχαν δικαίωμα να αναμιγνύονται στη διοίκησή τους και να εισπράττουν
έκτακτους φόρους καταπιέζοντας τους υποδούλους.

Αντίθετα στα χωριά που ήταν χάσια οι αυτοδιοικητικοί παράγοντες συχνά
καταπίεζαν τους κατοίκους δρώντας αυθαίρετα, προκαλώντας, συχνά, την επέμβαση
των Οθωμανών. Είναι χαρακτηριστικό της κατάστασης στα χάσια, λένε οι Δημητριείς
συγγραφείς, πως οι κάτοικοι δεν μπορούσαν ούτε εκκλησία να κτίσουν αλλά ούτε και
να επισκευάσουν άλλους κατεστραμμένους ναούς. Στο νομό της Λάρισας τα
Αμπελάκια κυρίως αλλά και ο Τύρναβος, η Ραψάνη και η Τσαριτσάνη γνώρισαν
ιδιαίτερη ανάπτυξη ως προς τους αυτοδιοικητικούς τους θεσμούς. Στα χωριά των
Αγράφων οι πρόκριτοι συγκεντρώνονταν σε μια τοποθεσία κοντά στην Ι. Μ.
Κορώνης, στο Τσαρδάκι, όπου συζητούσαν και αποφάσιζαν για διάφορα τοπικής
σημασίας ζητήματα.

Εικ. Ο Κισσός του Πηλίου (Έσπερος 15/5/1882)

Τα προνόμια: Η παροχή των προνομίων σε περιοχές της Πίνδου ανάγεται στα μέσα
του 15ου αιώνα, εποχή κατά την οποίαν οι Βλάχοι και άλλοι νομάδες της περιοχής
υποτάχτηκαν στο Μουράτ Β΄. Τότε κατάφεραν να εξασφαλίσουν προνόμια κυρίως
αυτοδιοικητικής μορφής. Τα προνόμια αυτά κατά τους επόμενους δύο αιώνες
δόθηκαν σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, όπως στη Μάνη, το Σούλι, τα
Μαντεμοχώρια της Χαλκιδικής, το Πήλιο, κ.α. Τα προνόμια, όσον αναφορά το
θεσσαλικό χώρο, εξειδικεύτηκαν αρχικά στις περιοχές της Πίνδου, Ζαγόρι,
Μαλακάσι και Άγραφα, και αργότερα στα 24 χωριά του Πηλίου και σε ορισμένες
μεμονωμένες κοινότητες, όπως της Ραψάνης, των Αμπελακίων, της Τσαριτσάνης,
του Λιβαδίου, αργότερα, κ.α.
Η συνθήκη Ταμασίου: Το 1525 υπογράφηκε από τους Οθωμανούς και τους
προύχοντες

της

Αργιθέας

η

λεγόμενη

Συνθήκη

του

Ταμασίου

(10

Μαΐου). Η συνθήκη αυτή δεν έχει επιβεβαιωθεί από τις πηγές αλλά αποτελεί
περισσότερο μια ιστορική παράδοση, που επιβεβαιώνεται όμως από την εφαρμογή

των θρυλούμενων άρθρων της συνθήκης αυτής. Σύμφωνα λοιπόν μ' αυτή,
αναγνωριζόταν η αυτονομία των χωριών των Αγράφων που θα διοικούνταν από
συμβούλιο προκρίτων με έδρα το Νεοχώρι, απαγορευόταν οι κατοίκηση στην
περιοχή Οθωμανών, με μοναδική εξαίρεση την περιοχή του Φαναρίου, επιτρεπόταν
η ακώλυτη επικοινωνία των ορεινών και πεδινών πληθυσμών (όπως οι
μετακινήσεις των βλαχοποιμένων) και τέλος επιβαλλόταν η υποχρέωση πληρωμής
κάθε κοινότητας 50.000 γροσίων ετησίως. Σύμφωνα με τον τελευταίο όρο της
συνθήκης ο φόρος αυτός θα αποδιδόταν από έμπιστα πρόσωπα της αγραφιώτικης
κοινωνίας απ' ευθείας στην Υψηλή Πύλη. Η συνθήκη που από οθωμανικής πλευράς
υπογράφηκε από τον Βεηλέρ Βεγή πασά, συνάφθηκε στο χωριό Τσιαμάσι (Ανάβρα
Καρδίτσας).

Κεφάλαιο 4ο
Αρματολοί και κλέφτες των θεσσαλικών βουνών
1. Οι αρματολοί και τα αρματολίκια της Θεσσαλίας - Γενικά
Η λέξη αρματολός συναντάται πρώτη φορά σε ελληνικά κείμενα κατά τις αρχές του
18ου αιώνα. Φαίνεται όμως πως ο όρος ήταν σε χρήση από τους Έλληνες και τους
Τούρκους από πολύ νωρίτερα. Μάλιστα σε κείμενα των Οθωμανών αλλά και των
Βενετών ο όρος “martolos” αναφέρεται συχνά. Η λέξη ετυμολογείται από τη λέξη
άρματα, όπλα. Έτσι αρματολός είναι ο ένοπλος, ο επιφορτισμένος με την αποστολή
προστασίας των κάστρων αρχικά και εν συνεχεία των περασμάτων (δερβενίων) απ'
όπου διεκπεραιωνόταν το μεγαλύτερο μέρος του εσωτερικού εμπορίου, αλλά και
γενικά των διαφόρων περιοχών της αχανούς Οθωμανικής αυτοκρατορίας, από τους
κλέφτες, που αποτελούσαν το αντίπαλο δέος των αρματολών. Συχνά οι αρματολοί
επέλυαν και αντιπαλότητες και διενέξεις μεταξύ των χριστιανών υποκαθιστώντας
τους καδήδες στους οποίους δύσκολα κατέφευγαν οι χριστιανοί (δες πιο κάτω το
σχετικό κείμενο για τον Τζαχείλα). Οι περισσότεροι αρματολοί, ιδίως των δερβενίων,
ήταν Έλληνες, ενώ στη Λάρισα για παράδειγμα οι αρματολοί που είχαν ρόλο
αστυνομίας στη Λάρισα ήταν Αρβανίτες. Τα κυριότερα αρματολίκια στη Θεσσαλία
και γύρω απ' αυτήν ήταν : της Ελασσόνας, των Γρεβενών, της Μηλιάς, του
Μαλακασίου, του Ασπροποτάμου, του Ολύμπου, των Αγράφων, των Χασίων, του
Μαυροβουνίου, του Πατρατζικίου (Υπάτης) και αργότερα των Τρικάλων, της
Όθρυς, του Πηλίου. Ως τα τέλη του 17ου αιώνα οι αρματολοί, αφοσιωμένοι στο
έργο τους, συνεργάζονταν αρμονικά με τους Οθωμανούς. Από τις αρχές όμως του
18ου αιώνα παρατηρείται μια αλλαγή στη συμπεριφορά των αρματολών. Αυτοί
αρχίζουν να κάνουν τα “στραβά μάτια” στους κλέφτες, ενώ πολύ συχνά
συνεργάζονται. Έτσι η Οθωμανική διοίκηση, που βρισκόταν πια σε παρακμή
καταφεύγει συχνά στους κλέφτες, ορίζοντας εκείνους σε θέσεις αρματολών, ενώ οι
προκάτοχοί τους μετατρέπονταν σε κλέφτες. Αυτό γινόταν πολύ συχνά με
αποτέλεσμα στη συνείδηση των υποδούλων οι λέξεις αρματολός και κλέφτης να
ταυτίζονται.
Από τα μέσα του 18ου αιώνα τα αρματολίκια έπαψαν να έχουν τους καλύτερους

καπεταναίους ή κλέφτες της περιοχής ως επικεφαλής, αλλά τη διοίκηση τους πλέον
αναλαμβάνουν πρόσωπα που έχουν το κληρονομικό δικαίωμα της οικογένειας του
εκάστοτε προηγούμενου ηγέτη του αρματολικίου. Οι οικογένειες αυτές ονομάζονταν
“ουτζάκια” και ο προορισμός τους ήταν η κατάληψη της θέσης κάποιου
αρματολικίου από τα άρρενα μέλη της ίδιας οικογένειας. Οι γνωστότερες θεσσαλικές
οικογένειες που ανέδειξαν αρματολούς ήταν οι Μπουκουβαλαίοι των Αγράφων, οι
Στουρναραίοι του Ασπροποτάμου, οι Μπλαχαβαίοι των Χασίων, οι Λαζαίοι του
Ολύμπου, οι Τσαραίοι της Ελασσόνας, κ.α. Τέτοιες οικογένειες πρόσφεραν πολλά
στον αγώνα των υποδούλων, όπως ο Βλαχάβας, ο Νικοτσάρας στις Σποράδες, αλλά
και άλλοι, προετοιμάζοντας το έδαφος για το μεγάλο ξεσηκωμό.
2. Το αρματολίκι των Αγράφων
Περιλαμβάνει την περιοχή των ορέων νοτίως των Τρικάλων, τα οποία μολονότι
θεωρούνται ότι ανήκουν στη λίβα των Τρικάλων, απολάμβαναν ιδιαίτερα προνόμια,
τα οποία ανάγονται στη Βυζαντινή Εποχή, όταν τα χωριά δεν ήταν καταγεγραμμένα
στα κρατικά κατάστιχα και οι κάτοικοί τους υπολογίζονταν ως σύνολο για την
καταβολή των φόρων. Ακόμα στην περιοχή περιλαμβάνονταν ολόκληρο το βόρειο
τμήμα του σημερινού Νομού Ευρυτανίας καθώς και περιοχές του Νομού Φθιώτιδας
(Νεοχώρι, Παλιοχώρι, Γιαννιτσού, Πάπας, Καΐτσα). Η περιοχή των 112 κοινοτήτων,
που υπαγόταν στην περιοχή των Αγράφων, βρισκόταν σε καίριο σημείο για την
ασφάλεια των τουρκικών δυνάμεων από τα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας, είχε
από νωρίς προνόμια [Η μόνη υποχρέωση των κατοίκων ήταν ο κεφαλικός φόρος που
κλιμακωνόταν από 15-60 γρόσια το χρόνο] καθόσον συνέδεε με τα περάσματά της τη
νότια συγκοινωνία Ηπείρου – Θεσσαλίας. Είναι φυσικό η διαμόρφωση και η
απομόνωση του χώρου της Νότιας Πίνδου να ευνοεί τη δημιουργία εστιών
αντίστασης κατά των Οθωμανών αλλά και την ύπαρξη κέντρων – λημεριών ομάδων
κλεφτών που θα μπορούσαν να δρουν με σχετική ασφάλεια, εξαιτίας του
δυσπρόσιτου χώρου, ασφαλισμένων σε περιπτώσεις ερευνών των τουρκικών
αποσπασμάτων. Έτσι από νωρίς κρίθηκε απαραίτητο να οριστούν ένοπλα τμήματα
που θα είχαν την αποστολή της προστασίας των περασμάτων της περιοχής. Σύμφωνα
με την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους η φύλαξη αυτών των περασμάτων είχε
πιθανόν αρχικά ορισθει σε Οθωμανούς παλαίμαχους της εκστρατείας κατάκτησης της
Θεσσαλίας. Ονομαστοί αρματολοί, ή και κλέφτες, των Αγράφων υπήρξαν οι
Μπουκουβαλαίοι47, ο Λεπενιώτης, ο Γ. Καραϊσκάκης, ο Ι. Ράγκος, ο Σ. Γάτσος,
το Μικρό Χορμόπουλο (1690), ο Δ. Σταθάς, ο Δίπλας (1807), ο Λιβίνης (1680-90),
ο Χαϊντούτης (1760-80), ο Ν. Στούκος (από τη Χιλιαδού των Αγράφων), ο Δ.
Παλαιόπουλος (1785), ο Κουτσοχρήστος, αλλά και ο Κατσαντώνης με τους
αδελφούς του Κ. Λεπενιώτη και Γ. Χασιώτη, κ.α.
Ένα δημοτικό τραγούδι για τον Γιάννη Μπουκουβάλα48 που εξυμνεί τα
κατορθώματά του κατά των Τουρκαλβανών στις συμπλοκές του Πετρίλου
47. Στην οικογένεια των Μπουκουβαλαίων περιλαμβάνονται δέκα τουλάχιστον αγωνιστές κατά των Οθωμανών. Η
καταγωγή της οικογένειάς τους ήταν από το Σακαρέτσι του Βάλτου (Σαρακατσαναίοι), αλλά ο πατριάρχης της
οικογένειας, Δήμος Μπουκουβάλας, εγκαταστάθηκε στο Αργύρι της Αργιθέας. Ένας κλάδος της οικογένειας
αργότερα εγκαταστάθηκε στην περιοχή του Τριζόλου (Καρυά).
48 . Πρόκειται για το Γιάννη ή Γιαννούλη Μπουκουβάλα, που ήταν ένα από τα τρία παιδιά του πατριάρχη της
οικογένειας Δήμου. Παιδί του Γιαννούλη ήταν ο Δήμος που έδρασε την περίοδο του πρώτου μισού του 18ου αιώνα.

και των Κουμπουριανών (γύρω στα 1690-1700)
Να 'μουν μια πετροπέρδικα στα πλάγια του Πετρίλου
να σκώνομαι τ' από ταχύ δυ' ώρες πριν ξημερώσει.
Ν' ακούρμαινα τον πόλεμο, πώς πολεμούν οι Κλέφτες,
οι Κλέφτες κι οι Αρματολοί κι ο Γιάννης Μπουκουβάλας.
Το Μέντζο Χούσο κυνηγούν στη μέση του Πετρίλου,
στον πάτο στα Κουμπουριανά, μέσα στην Κάτω Χώρα.
Ο Μέντζο Χούσο κλείστηκε μέσα στην Παναγία.
Γιώργος Χαϊντούτης χούγιαξε τ' Αλέξη Τραγουδάκη:
“Βάλτε φωτιά την εκκλησιά, κάψτε τους Τούρκους μέσα,
χίλια φλωριά να της χρωστώ, καινούρια να τη φτιάξω”.
Ο Μπουκουβάλας χούγιαξε του Γιώργου του Χαϊντούτη.
Το λόγο δεν απόσωσε, το λόγο δεν ακούει.
Βλέπουν τους Τούρκους, πώφευγαν, βλέπουν τους Αρβανίτες.
Σαν έκαμε και χύθηκε ο Γιάννης Μπουκουβάλας,
και κάνουν τον κατήφορο, παν κατά το γεφύρι,
κι οι Κλέφτες παν από κοντά κι ο καπετάνος Γιάννης
και πάνε και μπρατσιάστηκαν στον Κόρακα την άκρη.
Πιάνουνε Τούρκους ζωντανούς και Τούρκους σκοτωμένους.
Ο Μπράτσης εσκοτώθηκε, 'δελφός του καπετάνου.
Κι οι Τούρκοι πέρα επέρασαν, και παν στη Βρεστενίτσα.
Στη Βρεστενίτσα δε στάθηκαν και τράβηξαν στην Άρτα,
κι οι Κλέφτες παν από κοντά κι ο καπετάνος Γιάννης.
Και κάνουν τον κατήφορο και πάνε μες το Πέτα.
Βλέπουν τους Τούρκους πώφευγαν, βλέπουν τους Αρβανίτες.
Και πήγανε και κλείστηκαν ανάμεσα στην Άρτα.
Παν. Νταβαρίνος. “Μπουκουβαλαίοι, οι αρματολοί της Αργιθέας και των Αγράφων”, Ιστορικά Αργιθέας Αγράφων, σ.
74, Λεοντίτο 2007.

3. Το αρματολίκι των Χασίων
Το όνομα Χάσια προέρχεται από τη διαίρεση της γης των κατακτημένων εδαφών
της Ελλάδας από τους Οθωμανούς. Έτσι οι αγροτικές και κτηνοτροφικές γαίες
χωρίστηκαν σε τιμάρια (κτήματα), ζιαμέτια (μεγαλύτερα κτήματα), βακούφια
(περιοχές που ανήκαν σε Ιερούς Ναούς και οθωμανικά τεμένη) και χάσια, τα οποία
ήταν δημοτικά κτήματα49, για την εκμετάλλευση των οποίων οι καλλιεργητές
υποχρεώνονταν να πληρώνουν τους αναλογούντες φόρους, συνήθως τη δεκάτη, στο
σουλτάνο ή τον τοπικό Οθωμανό, ή Αλβανό (από το 18ο αιώνα και μετά),
αξιωματούχο. Η περιοχή των Χασίων στα θεσσαλικά όρια άρχιζε από τα βόρεια του
όρους Τίταρος (Σέρβια Κοζάνης) ως την κλεισούρα του Καστρακίου Καλαμπάκας
και από τους πρόποδες της Πίνδου ως το χωριό Τζενεράδες (Κορυδαλλός),
συμπεριλαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, τα περισσότερα χωριά των Γρεβενών, των
δυτικών περιοχών της Ελασσόνας και τις βορειότερες περιοχές των Τρικάλων. Τα
Γρεβενά ήταν η έδρα του αρματολικίου των Αγράφων, αλλά και έδρα του
αντιστοίχου της Πίνδου (Μηλιάς) και του Δότσικου (Σαμαρίνας). Οι αρματολοί των
Χασίων είχαν καθήκον να ελέγχουν τις διαβάσεις των ορεινών περιοχών,
εμποδίζοντας τη ληστεία που ανέκαθεν ενδημούσε στην περιοχή, και να τις κρατούν
ανοικτές και ασφαλείς, επιτρέποντας την μετάβαση των στρατιωτικών τμημάτων του
49. Βακαλόπουλος Α. Ε., Ιστορία της Μακεδονίας 1453-1833, Θεσσαλονίκη 1969, σ. 94.

οθωμανικού κράτους από την Ήπειρο προς τη Θεσσαλία και αντίστροφα50, όποτε
παρουσιαζόταν ανάγκη.
Ο Leake για το αρματολίκι των Χασίων (Κόλι των Χασίων)
“Στο κόλι αυτό περιλαμβάνονται τώρα μόνο έξι μικρά χωριά. Η Ντισικάτα51, με 300 σπίτια, στα όρια
των μακεδονικών πεδιάδων, πέντε ώρες από τα Γρεβενά και τα Χάσια, και 10 από τα Τρίκαλα, ανήκε
κάποτε στα Χάσια αλλά τώρα πληρώνει τους φόρους στο Ζητούνι (Λαμία). Η Ζημιάτζα52, η οποία
επίσης βρίσκεται στη βόρεια πλευρά των Χασίων, στο ίδιο μέρος με την Ντισικάτα, με τον ίδιο τρόπο
(φορολογικώς), ανήκει τώρα στη Λάρισα. Τα Χάσια, τα οποία όπως και ο Ασπροπόταμος, είναι παλιά
ελληνική γεωγραφική διαίρεση, περιελάμβαναν παλιότερα (αυτό ισχύει ακόμα στην καθομιλουμένη)
όλη την ορεινή περιοχή που εκτείνεται από τις πεδιάδες των Τρικάλων μέχρι τη Λάρισα, το Δεμενίκο
(Δομένικο), τα Σέρβια και τα Γρεβενά.”

Ο πολύ σημαντικός αυτός δρόμος ονομαζόταν Τζιαντές και συνέδεε την Ήπειρο και
τα Γρεβενά με τη Θεσσαλία μέσω της Δεσκάτης. Πολύ συχνά η περιοχή αυτή γινόταν
θέατρο συγκρούσεων μεταξύ αντιμαχομένων ομάδων κλεφτών. Ο Αραβαντινός
τοποθετεί χρονικά την ίδρυση του αρματολικίου των Χασίων, που ήταν σχεδόν
ισάξιο αυτού του Ολύμπου, στο 1537. Το 1807 διαλύθηκε από την Πύλη. Οι
περισσότεροι κλέφτες των Χασίων αλλά και οι αρματολοί άλλοτε εμφανίζονταν στον
Όλυμπο και άλλοτε στα Χάσια. Οι πιο γνωστοί κλεφταρματολοί της περιοχής ήταν ο
Ζιάκας, οι Βλαχαβαίοι, ο Γιαννούλας, ο Τότσ(ι)κας, ο Νικοτσάρας (συχνότερα
στον Όλυμπο), ο Λιόλιος, ο Ψύρρας, ο Σύρος, ο Μπζιώτας, ο Σιαπέρας, ο Ζήντρος
και ο Λάππας.
Ένα δημοτικό τραγούδι για τη σύλληψη των Ψυρραίων στη Λουπινίτσα
από τη Συλλογή του Αραβαντινού.
“ Ποιος είδε τους περήφανους, ποιος είδε τους Ψυρραίους
σε τι τόπο απέρασαν, σε τι τόπο κονεύουν.
Εμείς εψές τους είδαμε μέσα στη Νεμπενίτσα53,
οπού 'χαν σκόρπια τα παιδιά, σκόρπια τα παλληκάρια.
Σαν πήγαν και τους εύρηκαν, μια μπαταριά τους ρίχνουν
και ζωντανούς τους έπιασαν, στα Τρίκαλα τους πάνε.
Αραβαντινός Π. Συλλογή Δημωδών Ασμάτων της Ηπείρου, Αθήναι 1880, σ. 82

Οι δυο τελευταίοι ήταν οι πιο αγαπημένοι από τους κατοίκους της περιοχής. Μετά
την παύση των τελευταίων Ελλήνων αρματολών και από το 1808, χρονιά θανάτου
του παπα-Θύμιου Βλαχάβα, διορίστηκαν στην περιοχή Τουρκαλβανοί λήσταρχοι οι
οποίοι καταπίεζαν τους ντόπιους πληθυσμούς αποσπώντας τους συχνά υπέρογκα
ποσά.
4. Τα υπόλοιπα αρματολίκια και οι γνωστότεροι αρματολοί.
Άλλοι γνωστοί κλεφταρματολοί, που αποτέλεσαν τη μαγιά, θα λέγαμε, των
επαναστατικών δυνάμεων του '21, αλλά και άλλων πρωιμότερων επαναστατικών
κινήσεων, ήταν οι πιο κάτω54: στα Σέρβια οι Σύρος και Μπζιώτας, στα Γρεβενά οι
Τόσκας, Νάκας, οι Ζιακαίοι και ο Ι. Πρίφτης ή Παπανικολάου. Στην περιοχή του
Ολύμπου πιο ονομαστοί αρματολοί υπήρξαν οι Λαζαίοι και ο Ολύμπιος. Στην
50. Προύφα Ευαγγ., “Η εξέλιξη των οικισμών στα ΒΔ. Χάσια και η συγκρότησή τους στο α΄ μισό του 2ού αιώνα”,
Μετέωρα, Τρίκαλα 2007, σ. 209.
51 . Ντισικάτα ή Ντισκάτη είναι η Δεσκάτη.
52 . Παλιουριά Γρεβενών.
53. Νεμπενίτσα ή Λιπινίτζα ή Νουμπενίτσα ή Λουπινίτσα, είναι ονομασίες ενός διαλυμένου οικισμού των Γρεβενών.
54. Δες σχετ. Ι. τ. Ε. Ε. , τόμος Ι΄ , σ. 417-9.

περιοχή του Κάτω Ολύμπου οι Τζαχιλαίοι και ο Νικοτσάρας.
Περί της καταγωγής του Νικοτσάρα
Οι γραπτές πηγές αναφέρουν ως πατρίδα του Νικοτσάρα την Κρανιά του Ολύμπου. Ο Heuzey λέει για
την Κρανιά “ήταν μια φορά ένα μεγάλο και πλούσιο χωριό. Βρήκα μόνο 60 σπίτια, από τα 400 που
υπήρχαν κάποτε. Όλα τα υπόλοιπα ήταν ερείπια. Ακόμα το μισό του χωριού το νοικιάζουν οι Βλάχοι
που έρχονται και φεύγουν. Η Κρανιά καταστράφηκε σχεδόν τελείως από τους Τούρκους στον πόλεμο
της ανεξαρτησίας. Ήταν ίσως ο τόπος που έδωσε τους περισσότερους καπεταναίους, τους κλέφτες και
τους αρματολούς του Ολύμπου. Ο περίφημος Νικοτσάρας ήταν, πιθανότατα, από την Κρανιά
Ολύμπου55. Ο Γεωργιάδης λέει: “...παριστά σήμερον μικρόν και άσημον χωρίον κατοικούμενον υπό
100 περίπου οικογενειών. Την φοβεροτέραν καταστροφήν υπέστη το χωρίον κατά το 1822 υπό των
αγρίων ορδών του αιμοχαρούς Αβδουλαβούτ πασά. Η Κρανιά είναι η πατρίς του διαβοήτου
Νικοτσάρα.56” Επίσης η εγκυκλοπαίδεια Πυρσός στο λήμμα Όλυμπος αναφέρει την Κρανιά ως
πατρίδα του Νικοτσάρα. Άλλες νεότερες πηγές τοποθετούν στα Γιαννωτά τον τόπο καταγωγής του
Νικοτσάρα57. Ο Νικοτσάρας ήταν σκληρός με του Οθωμανούς αλλά και με διάφορους προεστούς, γι'
αυτό και είχε πολλές αντιπάθειες, που οδήγησαν τους εχθρούς του να βάλουν κάποιον τέως σύντροφό
του, το Βλαχοθόδωρο, να τον βγάλει από τη μέση κάπου στην περιοχή του Λιτοχώρου.

Άλλοι αρματολοί ήταν οι Δεληγιανναίοι στην περιοχή του Μετσόβου, ο Λάπας και
οι Στουρναραίοι στον Ασπροπόταμο. Ο πιο γνωστός αγωνιστής αυτής της
οικογένειας ήταν ο Νικολός Στουρνάρας ο οποίος συμμετείχε ενεργά στον αγώνα
του '21 και σκοτώθηκε στην έξοδο του Μεσολογγίου τον Απρίλιο του 1826. Στην
Όθρυ και νοτιότερα αρματολός ήταν ο Δυοβουνιώτης, στο Πήλιο ο Μπασδέκης,
στην περιοχή Κισσάβου – Μαυροβουνίου – Τεμπών οι Π. Ζήδρος, Π. Τσάρας, Ν.
Τσάρας, και οι Βλαχοθώδορος, Μάντζαρης, Δράσκος, ενώ στην περιοχή του
Δομένικου ο Τζίμος.
Ο David Urguhart συναντά το 1830 τον αρματολό του Ολύμπου Δήμο Τζαχείλα.“
“Ήμουν πια αποφασισμένος να επισκεφτώ τον καπετάν Δήμο, που εξουσίαζε την περιοχή του
Ολύμπου, η οποία συνόρευε με την περιοχή της Λάρισας. Διέμενε στο χωριό Καρυά, 10 μίλια από το
μοναστήρι του Σπαρμού. Ένα καλογεράκι προσφέρθηκε αφιλοκερδώς να με συνοδέψει ως εκεί (...)
Αφήνοντας το μοναστήρι (Σπαρμός) περάσαμε αμέσως το χωριουδάκι Σκαμνιά58, του οποίου
φαίνονταν κατοικημένα το εν τρίτο των σπιτιών του. Ψηλότερα, στα αριστερά, είδαμε την εντελώς
έρημη Πουλιάνα59. (...) Με τον καπετάν Δήμο γίναμε γρήγορα φίλοι. Μου ανακοίνωσε ότι θα με
συνόδευε στη Ραψάνη, η οποία δεσπόζει της κοιλάδας των Τεμπών. (...)Τότε ακριβώς φάνηκε και ο
δικαστής του λαού (ο καπετάν Δήμος) πάνω στο ολόλευκο άλογο. Μια βίαιη ομήγυρη σταμάτησε
αμέσως την πορεία μας. Ο κλέφτης του Ολύμπου, ανάμεσά τους, τους ατένιζε συνοφρυωμένος, όπως
θα ατένιζε τους Γότθους ο Στηλίχωνας. Μια απαρηγόρητη μητέρα έπεσε στα πόδια του και ζητούσε
γονατιστή δικαιοσύνη, κάποιος παπάς εκδίκηση, ο καλόγερος με το σπασμένο κρανίο έλεος και η
άτυχη γυναίκα παρακαλούσε να την λυπηθούν, και, πάνω απ' όλους, ακουγόταν η φωνή του
απατημένου συζύγου, που ζητούσε ικανοποίηση. Ο καπετάν Δήμος τους άκουσε υπομονετικά για λίγη
ώρα. Κάτω όμως από το βάρος των συγκρουόμενων απειλών και ικεσιών, έχασε πολύ γρήγορα την
υπομονή του και αγρίεψε(...) Ο θυμός του κλέφτη γινόταν όλο και πιο τρομερός, και οι απειλές του
ήταν τέτοιες, που μόνο με ομηρικές θα μπορούσαν να συγκριθούν, υπογραμμισμένες μάλιστα με μια
χαρακτηριστική κίνηση του χεριού, στο ύψος της καρωτίδας, δανεισμένη προφανώς από τους
Τούρκους. Ήμουν βέβαιος ότι δε θα τον ευχαριστούσε τίποτε περισσότερο από το να κόψει το λαιμό
όλων αυτών των ανθρώπων. Και με το δίκιο του! (...)” David Urguhart: Ταξίδι στη Θεσσαλία του 1830,
55. I. Heuzey, “Le mont Olympe et l' Acarnanie”, μτφρ. G. Polese, Θ. Η., τ. 13ος, 1988, σ.52-3.
56. Ν. Γεωργιάδης, Θεσσαλία, Αθήνα 1880, σ. 261-2.
57. Δες ακόμα: Μπασλής Ι., Ποια είναι η πατρίδα του Νικοτσάρα., εφημ. Ελευθερία, 19/8/08, σ. 8.
58 . Εδώ ο περιηγητής αναφέρεται στην Παλιά Σκαμνιά (Συκαμινέα)
59 . Κρυόβρυση. Εδώ αναφέρεται ο παλιός κατεστραμμένος ομώνυμος οικισμός.

τέταρτο μέρος, μτφρ. Ν. Ντεσλή, Θ. Η.,σσ. 185, 187.

Ο David Urguhart δίνει κατάλογο κατοικιών στα χωριά του αρματολικίου Ολύμπου.
“Ο κατάλογος που ακολουθεί περιλαμβάνει τα χωριά (πόλεις μπορώ να πω) που είναι κάτω από τις
διαταγές του καπετάν Δήμου και βρίσκονται μέσα στα όρια της περιοχής του Ολύμπου, που ανήκει
στη Λάρισα(...) Δίνω τα ονόματα των οικισμών όπως μου τα απαρίθμησε ο καπετάν Δήμος, μολονότι
για τα τρία τελευταία ( Μητσιούνι, Πουλιάνα και Σκαμνιά) έχει αμφισβητηθεί η νομιμότητα της
δικαιοδοσία του σ' αυτά. Δύο απ' αυτά (Πουλιάνα, Σκαμνιά) διεκδικεί ο καπετάν Πούλιος και το
τελευταίο κάποιος αρχηγός, του οποίου το όνομα μου διαφεύγει.
Παλαιό όνομα

Νέο όνομα

Οικίες το 1820

Οικίες το 1830

Ραψάνη

Ραψάνη

1000

1060

Κρανιά

Κρανιά

600

10

Πυργετός

Πυργετός

300

100

Αιγάνη

Αιγάνη

40

8

Αβαρνίτσα

διαλύθηκε

150

50

Πούρλες

Παλαιοί Πόροι

50

50

Νιζερός

Καλλιπεύκη

300

20

Καρυά

Καρυά

150

40

Σκαμνιά

Σκαμνιά

250

50

Πουλιάνα

Κρυόβρυση

150

0

Μιτσιούνι

Φλάμπουρο

30

3

David Urguhart: Ταξίδι στη Θεσσαλία του 1830, τέταρτο μέρος, μτφρ. Ν. Ντεσλή, Θ. Η.,σ. 189.

Τα χωριά της Ανατολικής Λάρισας το 1876 σύμφωνα με το Δωρόθεο Σχολάριο
(Επιμέλεια Κώστας Σπανός61)
Χωριά

Σημερινή
ονομασία

Αγιά

κάτοικοι Έλληνες Οθωμανοί

Ναοί

Σχολεία

1850

8

3

Μεταξοχώρι

875

4

1

Νερόμυλοι

475

0

0

Σελίτσανη

Ανατολή

875

4

0

Νιβόλιανη

Μεγαλόβρυσο

350

3

0

Αθανάτου

Μελιβοία

700

2

1

Κάπιστα

Σωτηρίτσα

125

1

375

1

Ρέτσιανη
Τουρκοχώρι
Αϊδίνι

Σκήτη

ή

175

300

0

60 . Ο σύγχρονος Λεονάρδος δίνει 800 οικίες στη Ραψάνη, 300 στην Κρανιά, 50 στην Αιγάνη, 150 στον Πυργετό και
200 στην Καλλιπεύκη.
61. Από το Θεσσαλικό Ημερολόγιο τόμος 30 : Κ. Σπανός, “Τα χωριά της Αν. Λάρισας το 1876 κατά το Δωρόθεο
Σχολάριο”, σσ.145-155.

Πολυδένδρι

100

1

0

Σκλήθρο

375

1

0

1

1

0

0

75

1

0

380

1

1

75

1

0

350

2

0

0

0

50

1

0

4

0

Βουλγαρινή

Έλαφος

325

Αληφακλάρ

Καλαμάκι

175

Καστρί
Κουκουράβα

Αμυγδαλή

Πλασιά

Νεοχώρι

Ποταμιά

50

125

Κερμελί

Πρινιά

Τσεκίρι

(διαλ. οικ.) Δυτικά
του Αετόλοφου

Δέσιανη

Αετόλοφος

200

Ντουγάνη

Ανάβρα

375

225

150

1

0

155

30

125

0

0

Γερακάρι

105

30

75

Τζούξανη

Δήμητρα

25

1

0

Καραλάρ

Ελευθέριο

75

1

0

Σαρασλάρ

Μ. Μοναστήρι

60

1

0

Γκερλι

Αρμένιο

475

1

1

Αλιτζί

Κοκκίνες

90

1

0

Γκιολελέρ

Κυψέλη

225

0

0

Γιαχαλάρ

Σωτήριο

175

1

0

Χατζόπμπασι

Νίκη

175

1

0

Μπουραζάνι

Αχίλλειο

125

1

0

Σακαλάρ

Μέλισσα

375

1

0

Σαραχάλ

Λοφίσκος

35

0

0

Κ. Τσουλάρ

Μελία

130

30

100

0

0

Ά. Τσουλάρ

Μελία
(Λάζαρος)

115

40

75

0

0

Σαλχανάρ

Αναγέννηση

275

1

0

Σαρίμισι

Πρόδρομος

75

1

0

Μαϊμούλι

Χάλκη

800

1

1

Νιάματα

Νάματα

75

1

0

Σαρτζιλάρ

Γλαύκη

375

1

0

Κ. Τοπουσλάρ

Πλατύκαμπος

700

1

1

Ά. Τοπουσλάρ

Γαλήνη

175

1

0

135

500

90

200

Μιτισιλί

Μελισσοχώρι

250

1

1

Κεφάλαιο 5ο
Προεπαναστατικές εξεγέρσεις στη Θεσσαλία
Α΄ Η πρώτη επαναστατική κίνηση του Διονυσίου Φιλοσόφου
Βιογραφικά στοιχεία του Διονυσίου: Το λεγόμενο “Ηπειρωτικό χρονικό” μας
αναφέρει ότι ο Διονύσιος ως νέος μοναχός μόνασε στην Ι. Μ. Του Αγίου Δημητρίου
Ραδοβιτσίου, κοντά στο Κεράσοβο, της Ηπείρου. Έτσι οι περισσότεροι ιστορικοί
υπέθεσαν ότι ο μελλοντικός μητροπολίτης Λαρίσης καταγόταν από κάποια περιοχή
της Ηπείρου. Όμως, σύμφωνα με την παράδοση και κάποιες ενδείξεις από τα αρχεία
της Ι. Μ. Αγίας Τριάδας Μετεώρων62, ο Διονύσιος είχε γεννηθεί στο χωριό Μαγούλα
της περιοχής Φαναρίου Καρδίτσας, πιθανότατα το 1541. Το κοσμικό του όνομα
ήταν Ευστράτιος Ευσταθίου. Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε στα Τρίκαλα από το
δάσκαλο Αρσένιο. Το όνομα αυτού του δασκάλου αναφέρεται στην επιστολή που
έστειλαν επίσκοποι της Θεσσαλίας το 1602 στο βασιλιά της Ισπανίας Φίλιππο Γ΄.
Την πενταετία 1572-7, ο Διονύσιος σπούδασε Ιατρική, Θεολογία και Φιλοσοφία στην
Ιταλία (Πατάβιο). Το 1578 τοποθετήθηκε από τον οικουμενικό πατριάρχη Ιερεμία Β΄
πρωτοσύγκελος-έξαρχος του Γαλατά με εφημεριακό του κέντρο τον Ι. Ν. της
Χρυσοπηγής. Το 1591 προβιβάστηκε σε Πατριαρχικό Έξαρχο. Αυτός ο τίτλος του
αναφέρεται στην αλληλογραφία του με τον Μάξιμο Μαργούνιο63. Το 1593 εκλέχτηκε
αρχιεπίσκοπος (μητροπολίτης) Λαρίσης, με έδρα, όπως συνηθίζονταν από το 1476,
τα Τρίκαλα.
Τα επαναστατικά σχέδια: Λίγο μετά την εκλογή και την τοποθέτηση του στη
θεσσαλική μητρόπολη και έχοντας βιώσει τις διώξεις και τους εξευτελισμούς που
υπέφερε το ποίμνιό του, συνέλαβε την ιδέα της απελευθέρωσης του. Οι συνθήκες,
την εποχή εκείνη, τουλάχιστον στον εξωτερικό τομέα, φαινόταν ευνοϊκές διότι λίγο
νωρίτερα είχε ξεσπάσει πόλεμος μεταξύ Αυστρίας και Τουρκίας (1593-1606). Κατά
τη διάρκεια αυτού του πολέμου οι Οθωμανοί έφτασαν, για πρώτη φορά μπροστά στα
τείχη της Βιέννης, δημιουργώντας έτσι φόβο σ' όλες τις ευρωπαϊκές δυνάμεις οι
οποίες άρχιζαν να συσπειρώνονται. Δεν έλειψαν μάλιστα και σχέδια του πάπα για
δημιουργία κοινών ευρωπαϊκών στρατιωτικών σωμάτων στα πρότυπα των
Σταυροφοριών για να αντιμετωπιστεί η οθωμανική λαίλαπα. Όμως, κι ενώ φαινόταν
ότι οι περιστάσεις στον εξωτερικό τομέα θα βοηθούσαν μια εξέγερση των ραγιάδων,
στο εσωτερικό η κατάσταση κάθε άλλο παρά συνηγορούσε σε ένα τέτοιο εγχείρημα.
Πρώτ' απ' όλα ο λαός ήταν πλήρως αμόρφωτος, μιας και οι πνευματικοί ταγοί του
είχαν εγκαταλείψει πολύ νωρίς τον ελλαδικό χώρο. Έπειτα το εμπόριο και η αστική
62. Παπακωνσταντίνου Θ., “Η επανάσταση του Διονυσίου του Φιλοσόφου, Μητροπολίτη Λαρίσης, στη Θεσσαλία στα
1600, κατά τα αρχεία της Αυστρίας του Βατικανού και της Ισπανίας”, Μετέωρα, τ. 59-60, Τρίκαλα 2007, σ. 193.
63. Παπακωνσταντίνου Θ., ό. π. , σ. 194.

τάξη που θα προέκυπτε απ' αυτό ήταν σχεδόν ανύπαρκτα. Τέλος δεν είχε ακόμα
δημιουργηθεί η κλεφταρματολική παράδοση που θα μπορούσε να παράσχει το
“οξυγόνο” των ενόπλων τμημάτων που θα διέθετε. Παρ' όλα αυτά ο Διονύσιος, το
1598, έστειλε έναν έμπιστό του μοναχό στη Βενετία για να διαπραγματευτεί τη
βοήθεια που θα μπορούσαν να παράσχουν η Αυστρία και η Ισπανία. Έτσι ο
απεσταλμένος του Λαρισαίου μητροπολίτη, εκφράζοντας τη συνείδηση των
υποδούλων Ελλήνων ζήτησε τη μεσολάβηση του Αυστριακού μονάρχη, Ροδόλφου
Β΄ προς το βασιλιά της Ισπανίας Φίλιππο Γ΄ για τη χορήγηση στρατιωτικής βοήθειας
στους Έλληνες. Η βοήθεια που ζητήθηκε περιελάμβανε την χορήγηση από την
πλευρά των Αυστριακών και των Ισπανών στρατιωτικού σώματος 10.000
στρατιωτών, πυροβολικού εκστρατείας κι ενός ηγέτη αυτών των σωμάτων. Όλα
αυτά τα πληροφορούμαστε από μια επιστολή του γραμματέα της αυστριακής
πρεσβείας στη Βενετία, B. Rossi, προς τον Ροδόλφο64 με ημερομηνία 11/12/1598.
Μια δεύτερη ανάλογη επιστολή απέστειλε ο ίδιος πρέσβης την 18η του ίδιου μήνα.
Στην επιστολή αυτή αναφερόταν μεταξύ άλλων ότι ένας Έλληνας αντιπρόσωπος της
επαναστατικής επιτροπής θα επισκεπτόταν τον ίδιο το Ροδόλφο στα ανάκτορά του
στην Πράγα και θα συγκεκριμενοποιούσε τα αιτήματα βοήθειας. Πραγματικά μέχρι
το τέλος του ίδιου μήνα ο αντιπρόσωπος αυτός, τον επισκέφτηκε και του παρέδωσε
μια προσωπική επιστολή, συντάκτης της οποίας προφανώς ήταν ο ίδιος ο
μητροπολίτης Λαρίσης. Στην επιστολή αυτή η επαναστατική επιτροπή ζητούσε τη
χορήγηση στρατιωτικής βοήθειας 10.000 ανδρών και πολεμοφοδίων για 40.000
Έλληνες επαναστάτες, με σκοπό την απελευθέρωση της Ελλάδας από τον
Οθωμανικό ζυγό65.
Ο Διονύσιος, πριν ακόμη πάρει απάντηση από τους
Αυστριακούς, απευθύνθηκε και προς τον πάπα Κλήμη Η΄. Έστειλε, για το σκοπό
αυτό, επιστολή προς τον ποντίφηκα, με ημερομηνία 16/5/160066, στην οποία του
περιέγραφε με μελανά χρώματα την κατάσταση των ομοφύλων του κάτω από το
βαρβαρικό ζυγό και του ζητούσε βοήθεια. “Κέχηνα προς τούτο ο του Χριστού λαός, ο
Θετταλίας, Ηπείρου τε και Μακεδονίας και συμπάσα εφεξής η Ελλάς, και μυρίους υπέρ
της πίστεως θανάτους υποστήσεται”, γράφει στην αρχή της επιστολής του ο Διονύσιος
και καταλήγει: “Πάτερ μακαριώτατε εξεγέρθητι κατά του πολεμίου δράκοντος”. Το
καλοκαίρι του 1600 διοργανώθηκε από τον ακούραστο μητροπολίτη μια σύσκεψη
στην Άρτα στην οποία παρευρέθησαν μεταξύ άλλων και ο μητροπολίτης Δυρραχίου
Χαρίτων, ο μητρ. Ιωαννίνων Νεόφυτος, ο Ναυπάκτου και Άρτας Γαβριήλ, κ.α.
Στη σύσκεψη αυτή αποφασίστηκε να σταλεί μία ακόμη αντιπροσωπεία στο Ροδόλφο
για να ζητήσει βοήθεια. Η αντιπροσωπεία που επιλέχτηκε απαρτιζόταν από τους
Κων/νο Ποστέλνικο, Εμμανουήλ Ηγούμενο, Σταύρο Αψαρά και Σκαρλάτο
Μάτσα. Στο τέλος του θέρους της ίδιας χρονιάς η αντιπροσωπεία αυτή επισκέφτηκε
το Ροδόλφο και εκείνος τους παρέπεμψε στο βασιλιά της Ισπανίας Φίλιππο Γ΄, τον
ισχυρότερο Χριστιανό ηγεμόνα της εποχής. Έτσι η αντιπροσωπεία συνάντησε στη
Μαδρίτη τον Ισπανό μονάρχη, ο οποίος τους συνέστησε να απευθυνθούν στον
αντιβασιλέα του ισπανικού θρόνου και ηγέτη του κράτους της Νάπολι, κόμη ντε
64. Παπακωνσταντίνου Θ., ό. π. , σ. 194.
65. Παπακωνσταντίνου Θ., ό. π. , σ. 195.
66. Παπαδόπουλος Σ. Ανέκδοτα έγγραφα του αρχείου του Βατικανού αναφερόμενα στα επαναστατικά κινήματα του
Διονυσίου του “Σκυλοσόφου”, Θεσσαλονίκη 1968, σσ. 70 κ. εξ.

Λέμος. Αφού η ελληνική αντιπροσωπεία μετέβη για το σκοπό αυτό στην Ιταλία, ο
ντε Λέμος όρισε το ναύαρχο Βιτσέντσο ντε Μπούνε και τον στρατιωτικό Αντρές ντε
Τοβαλίνα υπεύθυνους για τη συζήτηση του θέματος της ελληνικής επανάστασης με
την ελληνική αντιπροσωπεία. Οι απεσταλμένοι του Διονυσίου παρουσίασαν στους
Ευρωπαίους αξιωματικούς ένα υπόμνημα τεσσάρων σημείων. Το πρώτο αναφερόταν
στη δεινή οικονομική θέση των Ελλήνων. Το δεύτερο αναφερόταν στη στρατιωτική
κατάσταση Ελλήνων και Τούρκων. Από αυτό το δεύτερο μέρος του υπομνήματος
πληροφορούμαστε ότι στο εγχείρημα της επανάστασης συμμετείχαν και άλλοι
θρησκευτικοί ταγοί της Θεσσαλίας, όπως οι επίσκοποι Δημητριάδος Φιλόθεος,
Ζητουνίου Δανιήλ και Γαρδικίου (Ζάρκου) Παρθένιος, ο ηγούμενος της Ι. Μ.
Μεγάλου Μετεώρου Παχώμιος, καθώς και άλλοι κατώτεροι κληρικοί και μοναχοί,
αλλά και απλοί λαϊκοί όπως ο Ηπειρώτης ευγενής Ιωάννης Πικούλης. Γνωρίζουμε
επίσης ότι οι επαναστατικές “κεφαλές” συναντούνταν στη μονή Τατάρνας (Senora
De Tarne, σύμφωνα με το κείμενο) στα Δυτικά Άγραφα. Αργότερα οι συσκέψεις
αυτές μεταφέρθηκαν σε άλλα μυστικά μέρη, διότι οι συναντήσεις της Τατάρνας είχαν
προδοθεί στους Τούρκους από κάποιον κοτσάμπαση της περιοχής. Το σχέδιο της
επανάστασης προέβλεπε ότι οι επαναστάτες θα συγκέντρωναν ένοπλα τμήματα σε
περιοχές της Βορείας Ηπείρου (Δέλβινο, Αργυρόκαστρο) καθώς και στο Άγιο Δονάτο
και την Άρτα, νοτιότερα. Στη Στερεά τα ανάλογα επαναστατικά σώματα θα
συγκεντρώνονταν στο Αγγελόκαστρο και στη Ναύπακτο, ενώ οι Θεσσαλοί στα
Τρίκαλα στη Λάρισα, στο Φανάρι και στα Άγραφα. Ο εξοπλισμός των
επαναστατών, όπως περιγραφόταν στα υπομνήματα των Ελλήνων αντιπροσώπων, θα
ήταν 3.000 εμπροσθογεμή αρκεβούζια και 4.000 πάλες (σπαθιά). Επειδή τα
πολεμοφόδια όπως φαινόταν, ήταν ελάχιστα για ένα τέτοιο επαναστατικό εγχείρημα
ζητήθηκε από τους Ισπανούς ένα ισχυρό και ετοιμοπόλεμο εκστρατευτικό σώμα που
θα αποβιβαζόταν στην Πρέβεζα και έπειτα θα συνενωνόταν με τους Έλληνες
επαναστάτες. Έπειτα σύμφωνα με τον υπερβολικά αισιόδοξο Διονύσιο τα ενωμένα
στρατεύματα θα διέσχιζαν Νότια Ήπειρο, Θεσσαλία και Μακεδονία με απώτερο
στόχο την κατάληψη της Κων/λης67. Είναι πιθανό ότι η ελληνική αντιπροσωπεία
έλαβε θετικά μηνύματα από τους Ισπανούς διότι ειδοποίησε τους Θεσσαλούς ότι το
αίτημά τους είχε γίνει κατ' αρχήν δεκτό.
Η επανάσταση και το τέλος της: Όταν οι επαναστάτες έμαθαν τα ευχάριστα νέα,
χωρίς να πάρουν οδηγίες από τους ηγέτες τους, τον Διονύσιο, τον Ηπειρώτη Ιωάννη
Πικούλη, ή κάποιον άλλον, εξεγέρθηκαν κατά τόπους τον Οκτώβριο και το Νοέμβριο
του 1600. Οι επαναστάτες στη Θεσσαλία, γεμάτοι μένος για ό,τι υπέφεραν στα
διακόσια χρόνια της μαύρης σκλαβιάς, σκότωσαν εκατοντάδες Οθωμανούς στις
περιοχές της Λάρισας και των Τρικάλων. Συγχρόνως ο φημισμένος κλέφτης των
Αγράφων Βέργος χτυπούσε με τις ομάδες του τον τουρκικό στρατό. Ο Διονύσιος
βλέποντας το άκαιρο της επανάστασης και καταλαβαίνοντας ότι δεν θα ακολουθούσε
ευρωπαϊκή συνεπικουρία, έδωσε τέλος στις επαναστατικές πράξεις, υπό το φόβο των
άγριων οθωμανικών αντιποίνων, που θα επακολουθούσαν, κατά του απλού
θεσσαλικού λαού. Ο μητροπολίτης Λαρίσης, αμέσως μετά την κατάπαυση της
επανάστασης, κρύφτηκε για ένα διάστημα αρκετών μηνών, μέχρι το Μάιο του 1601,
για να μη συλληφθεί, φοβούμενος έτσι μήπως και δεν κατορθώσει την πραγμάτωση
67. Παπακωνσταντίνου Θ., ό. π. , σ. 196.

των σχεδίων του, πιο οργανωμένα, την επόμενη φορά. Την ίδια περίοδο το μένος των
Οθωμανών πλήρωσε ο ηγούμενος της Ι. Μ. Του Μεγάλου Μετεώρου Παχώμιος, ο
οποίος αφού συνελήφθη, με συνοπτικές διαδικασίες καταδικάστηκε σε μαρτυρικό
θάνατο με ανασκολοπισμό. Τότε ο Διονύσιος μετέβη αυτοπροσώπως στην Ιταλία
πρώτα (Μάιο) και την Ισπανία κατόπιν για να ζητήσει τη βοήθεια των Ισπανών που
δεν είχε φανεί μέχρι τότε. Το οικουμενικό πατριαρχείο, με απόφαση της 15ης Μαΐου
του ίδιου έτους καθαίρεσε τον Διονύσιο. Τα τελευταία γεγονότα της επανάστασης
αυτής τα πληροφορούμαστε από μια επιστολή του Δεκεμβρίου του 1601, που
υπογράφεται από τους επισκόπους Ραδοβισδίου Κλήμη, Σταγών Τιμόθεο, Γαρδικίου
Παρθένιο και τον (νέο) ηγούμενο της Ι. Μ. Σωτήρος Μετεώρων Κάλλιστο προς τον
Διονύσιο που βρισκόταν στην Ιταλία.

Εικ.

Η Λάρισα το 1600

Σύμφωνα με την επιστολή αυτή οι Τούρκοι ενημερώθηκαν από κάποιον προδότη
ότι ο Διονύσιος ήταν ο υπεύθυνος της εξέγερσης. Οι Οθωμανοί, αναφέρει η
επιστολή68, έστειλαν έναν αξιωματούχο ονόματι Ζαούσιμ για να κάνει ανακρίσεις για
την επανάσταση και ο οποίος είχε την εντολή να καταστρέψει την Ι. Μ.
Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, που θεωρήθηκε η έδρα των επαναστατών, αλλά και
ολόκληρων περιοχών στη Θεσσαλία. Εκείνη την εποχή οι Οθωμανοί συνέλαβαν
άδικα, ως συνεργό του Διονυσίου, τον Άγιο Σεραφείμ, επίσκοπο Φαναρίου, το
οποίον βασάνισαν και φόνευσαν με μαρτυρικό θάνατο (δες σχετικά στο κεφάλαιο
“Λειμωνάριο των Θεσσαλών Αγίων”). Εν τέλει η καταστροφή της Ι. Μονής
αποφεύχθηκε χάρις στην εξαγορά (με 3.000 σκούδα) κάποιων Οθωμανών που
κατέθεσαν, ψευδώς, ότι ο Διονύσιος, ο μοναδικός αίτιος της στάσης, είχε πάει στη
Μόσχα και έτσι η επανάσταση, που δεν υπήρχε κανείς να την κατευθύνει,
σταμάτησε.
Η δεύτερη επανάσταση του Διονυσίου και το μαρτυρικό του τέλος. Αξίζει εδώ
να αναφέρουμε, για λόγους ιστορικής συνέχειας, και τη δεύτερη επαναστατική
προσπάθεια του Διονυσίου, που πραγματοποιήθηκε την περίοδο του Σεπτεμβρίου του
1611. Έχοντας προσυνεννοηθεί με τους Ισπανούς του βασιλείου της Νεάπολης στην
68. Παπακωνσταντίνου Θ., ό. π. , σ. 197.

Ιταλία, ξεσήκωσε απλούς αγρότες και βοσκούς της Ηπείρου και με μόνα όπλα 50
αρκεβούζια, ακόντια, τόξα, ρόπαλα και γεωργικά εργαλεία κατέλαβαν δυο
τουρκοχώρια της περιοχής, κατασφάζοντας τους κατοίκους των. Εν συνεχεία
όρμησαν στην έδρα του διοικητή της Ηπείρου Οσμάν πασά στα Ιωάννινα. Ο Οσμάν
κατάφερε να ξεφύγει και οι επαναστάτες έκαψαν το διοικητήριό του. Την επόμενη
όμως μέρα, 12η Σεπτεμβρίου, ο Οθωμανός διοικητής, αφού οργάνωσε
στρατιωτική δύναμη από λίγους ιππείς, αρκετούς Οθωμανούς της πόλης, αλλά και
χριστιανούς σπαχήδες, ακόμα και ιερείς που ήταν αντίπαλοι του Διονυσίου,
αντεπιτέθηκε και διέλυσε εύκολα τον ανοργάνωτο “στρατό” του φλογερού ιεράρχη.
Το τέλος του Διονυσίου ήταν μαρτυρικό: γδάρθηκε ζωντανός και το δέρμα του, αφού
παραγεμίστηκε με άχυρα, διαπομπεύτηκε στην πόλη με ιερατική περιβολή ενώ
έπειτα, μαζί με τα κεφάλια των υπαρχηγών του Γιώργου Ντελή και Λάμπρου, που
είχαν καεί ζωντανοί, καθώς και με 85 ακόμα κεφάλια επαναστατών στάλθηκαν σαν
τρόπαια στην Κων/λη, όπου και ρίχτηκαν στους βασιλικούς σταύλους.

Β΄ Ο τουρκοβενετικός πόλεμος
Κατά την περίοδο του Βενετο-Τουρκικού πολέμου (1684-1689), ιδιαίτερα κατά την
εκστρατεία των Βενετών στη Στερεά και την Πελοπόννησο, πολλοί αρχιερείς των
περιοχών εκείνων αλλά και της Θεσσαλίας, όπως συνέβη με την περίπτωση του
μητροπολίτη Λάρισας Μακαρίου Α΄, έλαβαν μέρος στον αγώνα στο πλευρό των
Βενετών. Μεταξύ των θανατωθέντων από τους Οθωμανούς κληρικών ήταν και ο
επίσκοπος Κορίνθου Ζαχαρίας. Ο μητροπολίτης της Λάρισας εκδιώχτηκε από το
θρόνο του, ο οποίος χήρεψε για ένα περίπου χρόνο.

Γ΄ Η επανάσταση του 1769-72 (Ορλωφικά) και η επίδρασή της στη
Θεσσαλία.
Τα επαναστατικά γεγονότα της περιόδου αυτής είναι γνωστά από τη γενική νεότερη
Ιστορία του Ελληνισμού. Σκοπός όμως της παρούσης ιστορικής μελέτης είναι η
Θεσσαλία και οι επιδράσεις σ' αυτήν και τον πληθυσμό της από τα γεγονότα της
περιόδου εκείνης.
Στην προετοιμασία της εξέγερσης των Ορλωφικών πήραν μέρος και πολλοί
κλεφταρματολοί από τη Θεσσαλία, καθώς και από όμορες σ' αυτήν περιοχές. Βασικοί
πρωταγωνιστές ήταν ο Ζήδρος, ο Λάππας και ο Λάζος στην περιοχή του Ολύμπου, ο
Θ. Βλαχάβας, πατέρας του π. Θύμιου Βλαχάβα, στην περιοχή των Χασίων και ο
Ζιάκας στην περιοχή Καμβουνίων- Δεσκάτης. Ο αγώνας όμως αυτών των
καπεταναίων δε στέφθηκε από επιτυχία καθόσον ορδές Τουρκαλβανών που
κατέβαιναν προς τη Ν. Ελλάδα τους ανάγκασαν να υποχωρήσουν στην περιοχή του
Αιτωλικού. Μικρές ναυτικές επιτυχίες είχε ο ρωσικός στόλος στην περιοχή του
Παγασητικού, όπου τη 16η Φεβρουαρίου αιχμαλώτισε τουρκικά καράβια αλλά και
150 μικρότερες λέμβους κατάφορτες με σιτηρά. Ο κυριότερος λόγος που η Θεσσαλία
δεν είχε μεγαλύτερη συμμετοχή στο εγχείρημα του αγώνα αυτού ήταν η παρουσία
μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων (Τούρκων και Αλβανών) που στρατοπέδευαν στα
μεγάλα αστικά κέντρα (Λάρισα- Τρίκαλα). Μετά την κατάπνιξη της επανάστασης τις
οδυνηρότερες συνέπειες, εκτός της Πελοποννήσου, υπέστησαν οι χριστιανοί των

Τρικάλων, της Λάρισας και της περιοχής του Βόλου. Η μεγαλύτερη σφαγή
πραγματοποιήθηκε στη Λάρισα. Με αφορμή μια διχόνοια μεταξύ των αδελφών
Γεωργάκη και Δημάκη από το Χαλίκι και ενός Τρικαλινού, οι πασάδες της Λάρισας
κάλεσαν τους αντιδίκους στη Λάρισα, δήθεν προς επίλυση της μεταξύ τους διαφοράς.
Μάλιστα η φρουραρχία της πόλης ζήτησε από τους αντιδίκους να φέρουν μαζί τους
όσον το δυνατόν περισσότερους μάρτυρες για την ... καλύτερη υποστήριξη των
θέσεών τους. Έτσι 3.000 Τρικαλινού συγκεντρώθηκαν στη Λάρισα την

Μαρτίου του 1770. Όλοι τους είχαν μαζευτεί στην αυλή του δικαστηρίου στη
θέση Κινάμ Βέη, και στους γύρω δρόμους. Πριν αρχίσει καλά καλά η διαδικασία ο
πασάς της πόλης Οσμάν Βέης διέταξε να σφαγιαστούν απαξάπαντες οι
συγκεντρωμένοι χριστιανοί των Τρικάλων. Όποιος κατάφερνε να ξεφύγει από την
αυλή του δικαστηρίου δολοφονείτο στους γύρω δρόμους. Έτσι μέσα σε μια ημέρα οι
δρόμοι της πόλης γέμισαν από πτώματα αθώων Ελλήνων, ενώ το αίμα τους αλλοίωσε
το χρώμα και αυτού του Πηνειού ποταμού. Τέτοιες κτηνωδίες δυστυχώς
εφαρμόστηκαν συχνά πυκνά στην ιστορία του τουρκικού έθνους, από την εποχή της
εκ Μογγολίας άφιξής τους, κατά το 13ο αιώνα, μέχρι και το 1974 στην Κύπρο. Το
σίγουρο είναι ότι και τις επόμενες εβδομάδες συνεχίστηκαν οι εκκαθαρίσεις των
Λαρισαίων, τη φορά αυτή, με τον ίδιο απεχθή τρόπο. Συνεπεία αυτών των γεγονότων
οι Έλληνες της πόλης εγκατέλειπαν ομαδικά τη θεσσαλική πρωτεύουσα προς τους
γειτονικούς οικισμούς. Του κανόνα αυτού δεν ξέφυγε ούτε ο μητροπολίτης της πόλης
που αναγκάστηκε για σειρά ετών να κατοικοεδρεύει στον Τύρναβο. Όσοι, παρ' όλες
τις αντιξοότητες παρέμεναν στην πόλη, κατάντησαν φτωχοί, καθόσον οι περιουσίες
τους δημεύονταν συστηματικά, ενώ ακόμα οι γενίτσαροι συχνά έστελναν μαντήλια
με σφαίρες στους ελάχιστους χριστιανούς που είχαν οικονομική επιφάνεια,
απαιτώντας απ' αυτούς, κατ' αυτόν τον τρόπο χρήματα, ρουχισμό ή ακόμα και
τρόφιμα. Το πιο θλιβερό όμως αποτέλεσμα ήταν ο εξισλαμισμός μεγάλων ομάδων
Μακεδόνων, Ηπειρωτών και Θεσσαλών. Τότε εξισλαμίσθηκε μεγάλος αριθμός
Ελλήνων των Γρεβενών και της Κοζάνης που είναι γνωστοί με το όνομα Βαλαάδες,
οι οποίοι είχαν διατηρήσει την ελληνική τους γλώσσα μέχρι το 1923, χρονιά της
ανταλλαγής των πληθυσμών. Άλλη μια παράμετρος δυσάρεστη για τους χριστιανούς
της Θεσσαλίας ήταν η παραμονή πολλών ατάκτων Αλβανών στην περιοχή του
Ολύμπου, όπου είχαν οργανώσει τα λημέρια τους κι από εκεί πραγματοποιούσαν
συχνά πυκνά ληστρικές επιδρομές στους γειτονικούς οικισμούς. Οι χριστιανοί
αναγκάστηκαν παίρνοντας άδεια από τους Οθωμανούς, οι οποίοι είχαν επικηρύξει
τους Αλβανούς, να οργανώσουν ένοπλα σώματα για την αντιμετώπιση της μάστιγας
αυτής. Μόνο μέσα στα Αμπελάκια η δύναμη αυτή αριθμούσε 50 ενόπλους.
Επιδρομές από Αλβανούς την ίδια περίοδο δέχονταν τα Μετέωρα και τα χωριά του
Πηλίου. Στην τελευταία περίπτωση επικεφαλής των ατάκτων ήταν ο πολύ γνωστός
για τις αγριότητές του Ντελή Αχμέτ, ο οποίος επέδραμε συχνά-πυκνά στα χωριά του
Πηλίου, μέχρι και το 1787. Μαζί του συχνά εμφανιζόταν και ο πατέρας του
μελλοντικού ήρωα του '21 Οδ. Ανδρούτσου, Ανδρίτσος.

Δ΄ Οι κλέφτες των Αγράφων κατά του Αλή πασά – Κατσαντώνης (18031808)
Η καταγωγή του: Ένας από τους σπουδαιότερους κλέφτες στην περιοχή των
Αγράφων και της Δ. Στερεάς ήταν και ο Σαρακατσάνος Κατσαντώνης. Οι γονείς του
ήταν και οι δυο Σαρακατσαναίοι. Ο πατέρας του λεγόταν Μακρυγιάννης και
καταγόταν από το Βασταβέτσι της Ηπείρου, ενώ η μητέρα του Αρετή από το χωριό
Μάραθος των Αγράφων. Ο Κατσαντώνης γεννήθηκε μεταξύ των ετών 1773 και
1775, στο χωριό της μητέρας του. Ο νονός του, που ήταν ο γνωστός κλέφτης Β.
Δίπλας, του έδωσε το όνομα Αντώνης. Το όνομα Κατσαντώνης αποδίδεται στη
φράση της μητέρας του “κάτσε Αντώνη”69, με την οποία προσπαθούσε να αποτρέψει
το γιο της να βγει στα βουνά κλέφτης. Πρώτη φορά που εκδήλωσε την επιθυμία να
πάρει τα βουνά ήταν όταν κατηγορήθηκε άδικα από έναν Αλβανό μπουλούκμπαση
ότι είχε κλέψει μια γίδα. Τότε συνελήφθη και βασανίστηκε με φάλαγγα, μέχρι που
μπόρεσε ο πατέρας του να συγκεντρώσει αρκετά γρόσια για να τον απελευθερώσει.
Ο Κατσαντώνης, σύμφωνα με αναφορές συναγωνιστών του ήταν μικροκαμωμένος με
αδύνατη φωνή και ασθενική φύση.
Η δράση του: Γύρω στα 1800, 25ετής περίπου, ο Κατσαντώνης σκότωσε τον
Αλβανό που τον κατηγόρησε και κατέφυγε μαζί μ' άλλους δέκα συντρόφους του,
μεταξύ των οποίων και τους τρεις αδελφούς του, Γεώργιο (Χασιώτη), Χρήστο και
Κώστα (Λεπενιώτη), στα λημέρια του θείου και νονού του Β. Δίπλα, στα Άγραφα.
Λίγους μήνες μετά ο Δίπλας του παραχώρησε την αρχηγία. Σύντομα η δράση του
έγινε γνωστή στον Αλή, ο οποίος έστειλε εναντίον του το δερβέναγα Ελιάζ μπέη με
300 Αλβανούς. Η σύγκρουση έγινε έξω από το χωριό Τριφύλλα της Ευρυτανίας την
άνοιξη του 1803. το σώμα του Κατσαντώνη τους εξόντωσε όλους μαζί με το
δερβέναγα. Η επιτυχία αυτή του Κατσαντώνη έκανε έξαλλο τον Αλή, που διέταξε και
συνέλαβαν ως ομήρους τους γονείς του ατρόμητου Σαρακατσάνου. Δυο-τρεις
βδομάδες αργότερα τους σκότωσε με φρικτά βασανιστήρια. Από τότε ο Αλή,
μανιασμένος γιατί του ξέφευγε αυτό το “αγκάθι” έστελνε συνεχώς στρατιωτικά
σώματα να τον εξοντώσουν. Έτσι το 1804 ο Κατσαντώνης συνέτριψε το σώμα του
Γιουσούφ Αράπη σκοτώνοντας τους περισσότερους από τους 150 Αλβανούς του.
Συγχρόνως ελευθέρωσε και όσους Χριστιανούς είχαν συλλάβει οι αλβανικές
συμμορίες-αποσπάσματα. Το 1805 διεύρυνε τις συμμαχίες του κάνοντας στρατιωτική
συμφωνία με το Νικοτσάρα. Το επόμενο έτος συνέτριψε στην Ι. Μ. Τατάρνας το
σώμα του Χασάν Μπελούση, ενώ εν συνεχεία αντιμετώπισε με επιτυχία το
απόσπασμα του Αλή Μπεράτη (Αύγουστος 1806). Τον μεγαλύτερο κίνδυνο
αντιμετώπισε τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς στη σύγκρουσή του με το ισχυρό σώμα
(500 Τουρκαλβανοί) του απεσταλμένου του Αλή, Μπεκίρ Τζογαδούρ. Ή μάχη
δόθηκε στη θέση Ληστής της επαρχίας Βάλτου και κράτησε πάνω από μια ώρα.
Όταν ο Κατσαντώνης πληγώθηκε στο μηρό, οι επαναστάτες υποχώρησαν προς τα
ορεινά. Ένας πρακτικός γιατρός από τους συμπολεμιστές του, ο Θανάσης
Ντουφεκιάς έκανε ότι μπορούσε. Όμως επειδή ένα μήνα μετά ο Κατσαντώνης δεν
είχε αποθεραπευτεί οι σύντροφοί του τον μετέφεραν στην υπό ρωσική κατοχή
Κέρκυρα. Εκεί, σύντομα, αποθεραπεύτηκε πλήρως και κατόρθωσε να συναντήσει
69. Πάπυρος-Λαρούς Μπριτάννικα, εγκυκλοπαίδεια, εκδ. 2007, τόμος 28ος, σ. 133, άρθρο του Δ. Λουλέ.

τον Έλληνα συνταγματάρχη του ρωσικού στρατού Εμμ. Παπαδόπουλο και να
συζητήσουν τις προοπτικές για έναν ευρύτερο ξεσηκωμό των Ελλήνων σε
συνεργασία με τους Ρώσους. Έπειτα επέστρεψε στα Άγραφα κι άρχισε να ξεσηκώνει
τους κατοίκους των ορεινών κι όχι μόνο περιοχών της Θεσσαλίας και της Αν.
Στερεάς, καλώντας τους σε επανάσταση κατά των Τούρκων και του τυράννου Αλή. Ο
Αλή πασάς μαθαίνοντας τα καθέκαστα έδωσε εντολή στον καλύτερο αξιωματικό του,
το Βεληγκέκα, να οργανώσει ένα στρατιωτικό σώμα και να εξοντώσει τον ισχυρό
αντίπαλό του. πράγματι στις αρχές του 1807 ο Βεληγκέκας συγκέντρωσε 1000
ετοιμοπόλεμους Τουρκαλβανούς και κατευθύνθηκε προς τα χωριά του Βάλτου. Η
μάχη δόθηκε κοντά στο χωριό Μοναστηράκι. Μόλις όμως άρχισαν οι πρώτες
τουφεκιές ο Βεληγκέκας σωριάστηκε νεκρός. Η πλάστιγγα, όπως είναι φανερό,
έγειρε προς την πλευρά των Ελλήνων. Οι Αλβανοί χάνοντας πολλούς ενόπλους
επέστρεψαν στα Γιάννινα. Τα μεγάλα κατορθώματα του Κατσαντώνη έδωσαν θάρρος
και κουράγιο στους ραγιάδες. Είναι χαρακτηριστικά τα δημοτικά τραγούδια που
εξύμνησαν τα κατορθώματά του αυτά. Η επόμενη μεγάλη μάχη δόθηκε με τους
Αλβανούς του Άγο Μουχουρντάρ, την άνοιξη του 1807, στη διάρκεια της οποίας
φονεύτηκε ο θείος του ήρωα, Β. Δίπλας.
Τα σχέδια για επανάσταση και το μαρτυρικό τέλος: Τον Ιούλιο του 1807 ο συντ.
Παπαδόπουλος και ο Καποδίστριας κάλεσαν σε συγκέντρωση στη Λευκάδα τους
κλεφταρματολούς, με σκοπό την προστασία του νησιού από πιθανή εισβολή του Αλή.
Στη συνέλευση αυτή, εκτός του θέματος της οχύρωσης της Λευκάδας, συζητήθηκε
μια μελλοντική εξέγερση των Ελλήνων σε συνεργασία με τους Ρώσους.
Χαρακτηριστικό είναι ότι, ύστερα από πρόταση του Καποδίστρια, ο Κατσαντώνης
αναγνωρίστηκε γενικός αρχηγός των κλεφτών στη σχεδιαζόμενη εξέγερση, όποτε κι
αν αυτή γινόταν. Έπειτα απ' αυτό επέστρεψε στα λημέρια του, όπου , παρ' όλο που
ασθένησε από ευλογιά, τον Ιανουάριο του 1808 νίκησε το σώμα του Αλβανού Χασάν
Μπελούση, ενώ αμέσως μετά άρχισε να σχεδιάζει ένα παράτολμο εγχείρημα: να
χτυπήσει τον Αλή στο σπίτι του, στα Γιάννενα. Όμως, με την υγεία του συνεχώς να
επιδεινώνεται, άφησε το πόστο του και, μαζί με τον Χασιώτη κι άλλους πέντε
συντρόφους του, αποσύρθηκε σε μια σπηλιά κοντά στην Ι. Μ. του Α. Ιωάννου, στο
Παλιοκάτουνο, για να αποθεραπευθεί. Όμως ένας έμπιστος του Κατσαντώνη, ο
Γιάννης Γκούρλιας, πρόδωσε τη θέση του καπετάνιου του στον Μουχουρντάρ. Οι
Αλβανοί μετά από σύντομη μάχη συνέλαβαν τον Κατσαντώνη μαζί με το Χασιώτη
και τους μετέφεραν στα Γιάννενα. Ο Αλής, πονηρός καθώς ήταν, προσπάθησε στην
αρχή να τον δελεάσει με υποσχέσεις και αμοιβές να πάει με το μέρος του. Βλέποντας
όμως το ακατάβλητο του χαρακτήρα του, άρχισε να τον απειλεί και να τον βασανίζει
ζητώντας του να του αποκαλύψει που είχε κρυμμένους τους ... θησαυρούς του. Ο
Κατσαντώνης, αρνούμενος να δελεαστεί από τον Αλή, παραδόθηκε μαζί με τον
αδελφό του να θανατωθεί φρικτά και μαρτυρικά με εργαλεία σιδεράδων, στον τόπο
των εκτελέσεων στα Γιάννενα. Ήταν τέλος Σεπτεμβρίου του 1808. Η
απώλειά του, σε συνδυασμό με την αποτυχία του κινήματος του Βλαχάβα, είχε
αρνητικά αποτελέσματα, στον ψυχολογικό τομέα, για τους ραγιάδες της Δ. Ελλάδας
και των Αγράφων.
Του Κατσαντώνη
Αυτού ΄που πας μαύρο πουλί, μαύρο μου χελιδόνι,

χαιρέτα μας την κλεφτουριά κι αυτόν τον Κατσαντώνη
πες του να κάτσει φρόνιμα κι όλο ταπεινωμένα,
δεν είν' ο περσινός καιρός, ο φετινός χειμώνας,
φέτος το πήρ' ο Αλή πασάς, το πήρ' ο Βεληγκέκας,
ζητάει κεφάλια κλέφτικα, κεφάλια ξακουσμένα.
Κι ο Κατσαντώνης το 'μαθε και το σπαθί του ζώνει
και παίρνει δίπλα τα βουνά, τα 'μορφα κορφοβούνια,
χαμπέρι στέλνει στην Τουρκιά, σ' αυτόν τον Βεληγκέκα:
όπου θα τα 'βρει τα παιδιά, ας τα 'βρει κι ας τα πάρει.
Εδώ είναι λόγγοι και βουνά και κλέφτικα ντουφέκια,
βαριά βροντούν, πικρά βαρούν, φαρμακερά πληγώνουν.
(από το “Πετρίλο” του Ν. Χόντζια)

Ε΄ Η επανάσταση του π. Θύμιου Βλαχάβα (1807-8)
Η εξέγερση στη Σερβία και ο ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1806-12: Οι αρχές
του 19ου αιώνα χαρακτηρίζονται ταραγμένη εποχή για τη Βαλκανική και την Ανατ.
Μεσόγειο. Μετά την επανάσταση των Σέρβων στην περιοχή του Βελιγραδίου,
επιδεινώθηκαν οι Ρωσοτουρκικές σχέσεις, καθόσον η Ρωσία διεκδικούσε την
προστασία των απανταχού καταπιεζόμενων Ορθοδόξων. Αυτό οδήγησε στο
ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1806-12. Έτσι και στον ελλαδικό χώρο (Κεντρική και
Βόρεια Ελλάδα) οι αρματολοί, ενθαρυνόμενοι από τις διεθνείς εξελίξεις, είναι
έτοιμοι να πάρουν τα όπλα, ενώ οι διωγμένοι στα Επτάνησα Σουλιώτες είναι έτοιμοι
για επαναστατική δράση.
Το ξέσπασμα: Όταν ο ναύαρχος Σενιάβιν επικεφαλής ρωσικού στόλου
εμφανίστηκε στο Αιγαίο, και συγχρόνως απελευθερωνόταν η Πάργα “οι καρδιές
όλων των Ελλήνων από τον Ισθμό και πάνω, σκίρτησαν70”. Με την έναρξη του
πολέμου, ο πονηρός Αλή πασάς αφαίρεσε κάθε δικαιοδοσία από τους αρματολούς
της περιοχής των Αγράφων, υποψιαζόμενος πιθανές στάσεις. Την ίδια περίοδο οι
αρματολοί του Ολύμπου, έχοντας συντονιστή το Νικοτσάρα διώχνουν όλους τους
Αλβανούς φύλακες των κλεισούρων (δερβέν-αγάδες) της περιοχής. Νοτιότερα ο
Κατσαντώνης και ο Κίτσος Μπότσαρης επικεφαλής ενόπλου σώματος 500 ανδρών
πέρασαν στη Δυτική Στερεά και συνέτριψαν πολλαπλάσια τουρκική στρατιωτική
δύναμη στην περιοχή του Κλινοβού71. Ούτε η είδηση της συμφωνίας προσωρινής
κατάπαυσης του πυρός μεταξύ Ρώσων και Τούρκων, ούτε η ενδυνάμωση του Αλή
έκαμψαν το φρόνημα των επαναστατών. Έτσι ο Κατσαντώνης κι ο Μπότσαρης
συνεχίζουν τη νικηφόρα εκστρατεία τους στην Αιτωλοακαρνανία, ενώ οι
κλεφταρματολοί του Ολύμπου μπαίνουν σε καράβια και γίνονται πειρατές των
παραλίων του Αιγαίου, προσπαθώντας μ' αυτόν τον τρόπο να δείξουν τις αδυναμίες
της οθωμανικής διοίκησης και παρακινώντας τους υποδούλους σε γενικευμένη
επανάσταση.
Ο Βλαχάβας: Την ίδια περίοδο αρματολός στα Χάσια ήταν ο Ευθύμιος
Βλαχάβας, γιος του επίσης αρματολού Θανάση Βλαχάβα ή Μπλαχάβα (170070. Απ. Βακαλόπουλος, “Η επανάσταση του Θύμιου Βλαχάβα”, επιθ. ΗΩΣ, Αθήναι 1966, σ.49.
71. Κασομούλης Ν., Ενθυμήματα στρατιωτικά της επαναστάσεως των Ελλήνων (1821-33), τόμος 1ος, Αθήναι 1946.

1795), που απολάμβανε προς το παρόν της εμπιστοσύνης του Αλή. Ο Βλαχάβας
γεννήθηκε στο χωριό (Παλιά) Σμόλια των Τρικάλων (Αγριελιά) και ήταν γιος
αρματολού των Χασίων. Το σώμα των αρματολών των Χασίων αποτελούνταν από 60
περίπου άνδρες υπό την ηγεσία του παπα-Θύμιου και των αδελφών του. Ο Βλαχάβας
και οι άνδρες του μισθοδοτούνταν από το βιλαέτι των Τρικάλων έχοντας καθήκον να
προστατεύουν την ευρύτερη περιοχή από της είσοδο ληστών. Ο Βλαχάβας όμως
φαίνεται πως είχε έλθει σε συνεννόηση με τους περίπου 3000 Έλληνες στρατιώτες
που βρίσκονταν στα Επτάνησα, οι περισσότεροι των οποίων ήταν Σουλιώτες, κάτω
από ρωσική διοίκηση, καθώς και με Έλληνες φυγάδες-πειρατές του Αιγαίου.
Άλλωστε ένα ταξίδι του το 1807 στο Αιγαίο, φαίνεται πως αποσκοπούσε στη
συνάντηση με τους καπεταναίους αυτών των πειρατών. Είναι πιθανό στο ίδιο αυτό το
ταξίδι του να συναντήθηκε72 με το ναύαρχο των Ρώσων Σενιάβιν, που μόλις είχε
καταναυμαχήσει στις ακτές του Άθωνα τον τουρκικό στόλο (19/6/1807). Όμως
φαίνεται ότι δεν είχε να περιμένει και πολλά από τους Ρώσους, διότι, κατά διαταγή
του τσάρου, ο Σενιάβιν υπέγραψε στις 12/8 του ίδιου έτους ανακωχή με τους
Οθωμανούς. Άρα το πιο πιθανό φαίνεται ότι στο διάστημα αυτό συσκέφθηκε με τους
αρματολούς και κλέφτες των νησιών (Β. Σποράδων) εξηγώντας τους κάποιο σχέδιο
κοινής δράσης εναντίον των Τούρκων και όχι ότι εξασφάλησε υποσχέσεις βοήθειας
απ' τους Ρώσους. Το χειμώνα του 1807 ο Βλαχάβας επέστρεψε στα λημέρια του και
λίγο αργότερα, στις 11/1/1808 άρχισε τις συνεννοήσεις με άλλους αρματολούς και
κλέφτες των Θεσσαλικών και όχι μόνο περιοχών. Εδώ αξίζει να αναφέρουμε και την
πληροφορία του Σάθα73 ότι στις αρχές του ίδιου έτους ήρθαν στον Όλυμπο Ρώσοι
απεσταλμένοι που έφεραν επιστολές του αρχιεπαναστάτη των Σέρβων Καραγεώργη
και του ελληνικής καταγωγής συμβούλου της ρωσικής κυβέρνησης Ροδοφοινίκιν, με
τις οποίες παρακινούσαν τους Έλληνες να μιμηθούν τους ομοδόξους τους Σέρβους
και να ξεσηκωθούν.
Η εξέγερση: Στα μέσα Φεβρουαρίου ο Βλαχάβας συγκάλεσε συνέλευση όλων των
καπετάνιων, οι οποίοι συμφώνησαν στον ορισμό του ίδιου ως αρχηγού της
επανάστασης. Συγχρόνως διάφοροι καπετάνιοι άρχισαν να συζητούν με ομολόγους
τους της Στερεάς Ελλάδας αλλά και Τούρκων της Λάρισας και των Τρικάλων για
συμμετοχή στον αγώνα κατά της τυραννίας του Αλή πασά. Λίγο αργότερα στη νέα
συνέλευση, περισσότερων αυτή τη φορά καπεταναίων, αποφασίστηκε η μέρα
ξεσηκωμού να είναι, για λόγους συμβολισμού, η 29η Μαΐου. Ο Leake, που ζούσε
στο περιβάλλον του Αλή, αναφέρει ότι ο Βλαχάβας άρχισε την επανάσταση
σκοτώνοντας παντού τους Τούρκους. Ο Κασομούλης74 όμως, πιο ενημερωμένος,
διαφωνεί και μας ενημερώνει ότι σκοπός του παπα-Θύμιου ήταν η εξόντωση των
Αλβανών δερβεναγάδων, που ήταν στη δούλεψη του Αλή και οι οποίοι καταπίεζαν
και βασάνιζαν αδιάκριτα Χριστιανούς και Οθωμανούς. Γι' αυτό και προσπάθησε να
προσεταιριστεί ακόμα και τους πλούσιους γαιοκτήμονες-αγάδες του θεσσαλικού
κάμπου, που πάντως δεν δέχτηκαν να τον στηρίξουν. Έτσι ο Θύμιος και Θεοδωράκης
Βλαχάβας μαζί με τον καπετάνιο του Δομένικου Γιώτα Τζίμου άρχισαν να
εξοντώνουν τα οπλισμένα αλβανικά σώματα της περιοχής και τους σουμπάσηδες
72. Απ. Βακαλόπουλος, ό.π., σ.49.
73. Σαθάς Κ. Ν., Τουρκοκρατούμενη Ελλάς, Αθήναι 1869.
74. Κασομούλης Ν., Ενθυμήματα στρατιωτικά της επαναστάσεως των Ελλήνων (1821-33), τόμος 1ος, Αθήναι 1946.

(επιστάτες των κτημάτων των τσιφλικιών του Αλή και καταπιεστών των κολίγων),
σαν κοινούς εχθρούς Χριστιανών και Οθωμανών. Μαζί με τα σώματα του Βλαχάβα
πολεμούσαν και ορισμένοι Οθωμανοί καθώς και λίγοι Αλβανοί, πολιτικοί αντίπαλοι
του Αλή. Ο Βλαχάβας είχε συνεννοηθεί με τον αρματολό του Μετσόβου Δεληγιάννη
ή Τσάπα και του έδωσε οδηγίες να καταλάβει τα περάσματα του Μετσόβου για να
μην επιτρέψει στον Αλή να στείλει στρατεύματα στην επαναστατημένη Θεσσαλία.
Την ίδια οδηγία έδωσε και στον καπετάνιο Ευθ. Στουρνάρη, στον οποίο ανατέθηκε
η φύλαξη των διαβάσεων της Ν. Ηπείρου προς τη Θεσσαλία.

Εικ. Το τέλος του Βλαχάβα: Αλβανοί σέρνουν το άψυχο σώμα του στους δρόμους των Ιωαννίνων
(Αθήνα, Γεννάδιος Βιβλιοθήκη).

Ο Σαθάς πιστεύει ότι ο Δεληγιάννης πρόδωσε τα σχέδια του Βλαχάβα την 1η Μαΐου,
πάντως γεγονός είναι ότι ο Δεληγιάννης επέτρεψε τη διέλευση απ' τα “φυλασσόμενα”
στενά του Μουχτάρ πασά, γιου του Αλή, που έχοντας τεθεί επικεφαλής 6.000
Αλβανών, πέρασε στη Θεσσαλία καταστρέφοντας τις επαναστατημένες περιοχές σε
Τρίκαλα και Καλαμπάκα. Ο Αλής, πονηρός καθώς ήταν, εφάρμοσε κι ένα άλλο
σχέδιο: έδωσε ρητή εντολή στο μητροπολίτη της Λάρισας Γαβριήλ να μεταβεί στις
επαναστατημένες περιοχές και να μεταπείσει τους εξεγερθέντες. Έτσι ο Γαβριήλ
άρχισε τις παραινέσεις προς το λαό, με αποτέλεσμα να εισακουστεί απ' το απλό
ποίμνιό του, που δεν συνεργάστηκε στο μεγαλύτερο μέρος του με τους επαναστάτες.
Η αποφασιστική μάχη δόθηκε στο Καστράκι της Καλαμπάκας στα τέλη του Μαΐου
του 1808 και κράτησε μια ολόκληρη μέρα. Εκεί οι Τουρκαλβανοί στρατηγοί του
Αλή, Βελή μπέης και Μπεκίρ αγάς, όρμησαν από τα Τρίκαλα και άρχισαν να
συγκρούονται με τις δυνάμεις του Βλαχάβα. Μετά από δυο-τρεις ώρες κατέφθασαν

και οι ενισχύσεις του Μουχτάρ απ' τα Γιάννινα. Έτσι ενισχυμένα τα τουρκικά
στρατεύματα συνέχισαν με μεγαλύτερη ένταση το σφυροκόπημα των θέσεων των
Ελλήνων, μέχρι που έπεσε το σκοτάδι. Ανάμεσα στους Έλληνες νεκρούς της μάχης
ήταν και ο Θεοδωράκης Βλαχάβας. Την ίδια νύχτα βλέποντας ότι τα στενά του
Μετσόβου είχαν ανοίξει για τον Αλή και φοβούμενοι νέες επικουρίες των εχθρών οι
οπλαρχηγοί του Ολύμπου κι ο παπα-Θύμιος αποφάσισαν να υποχωρήσουν από τις
ορεινές διαβάσεις προς τον Όλυμπο κι από εκεί για να μην την “πληρώσουν” οι
αθώοι χωρικοί της περιοχής, πέρασαν με καράβια στα νησιά-ορμητήριά τους Σκιάθο,
Σκόπελο και Σκύρο. Ο Βλαχάβας, όπως κι οι άλλοι οπλαρχηγοί, από τα νησιά των Β.
Σποράδων άρχισε καταδρομές εναντίον των Τούρκων του Αιγαίου. Την ίδια εποχή
μαρτύρησε κι ο μοναχός Δημήτριος (άγιος Δημήτριος εκ Σαμαρίνης), επειδή
κατηγορήθηκε ότι παρέσυρε το λαό προς τους επαναστάτες του Βλαχάβα (δες σχετ.
το κεφάλαιο με τους Αγίους της Θεσσαλίας στον παρόντα τόμο).
Το τέλος του Βλαχάβα: Ο καπουδάν75-πασάς Σεγίδ Αλή, βλέποντας τα
προβλήματα που δημιουργούσε με τις επιδρομές του ο Βλαχάβας του πρότεινε
αμνηστεία στο Βλαχάβα αρκεί να συνθηκολογούσε και σταματούσε τη δράση του.
Όμως αυτό ήταν απλώς ένα δόλωμα. Ο Βλαχάβας δέχτηκε, αλλά ο Καπουδάν πασάς
τον παρέδωσε στον Αλή για τα ... περαιτέρω. Εκείνος τον φυλάκισε βασανίζοντάς
τον καθημερινά επί τρεις μήνες κι έπειτα τον εκτέλεσε.

Κεφάλαιο 6ο
Η κατάσταση στη Θεσσαλία τον 17ο και 18ο αιώνα
Γενικά: Η Θεσσαλία δεν ήταν στις περιοχές που είχαν πολιτική ή διοικητική
σημασία για τους Οθωμανούς. Μοναδική εξαίρεση ήταν η περίοδος των μέσων του
17ου αιώνα, κατά τη διάρκεια του τουρκο-βενετικού πολέμου (1645-1669), όταν ο
σουλτάνος μετέφερε την έδρα του στη Λάρισα. Χαρακτηριστικό είναι το κείμενο,
που ακολουθεί, για τις δραστηριότητες του σουλτάνου στην περιοχή της Λάρισας.
Ο Ροβέρτος του Ντραι76 (Βαντελέ) περιγράφει το κυνήγι του σουλτάνου77 στη Λάρισα78
“... καθώς φτάναμε σε ένα χωριό που το λένε Μπαμπά, (...) είδαμε σπουδαίες προετοιμασίες για ένα
μεγάλο κυνήγι που θα έβγαινε ο σουλτάνος. Αυτό ανάγκασε τον κύριο πρεσβευτή να στείλει αμέσως
έναν από τους δραγουμάνους του να ρωτήσει το μεγάλο καϊμακάμη αν θα μπορούσε να έχει ακρόαση,
προτού η Υψηλότητά του κινήσει για το κυνήγι. (...) έτσι πέτυχα να ιδώ ένα μέρος από τις
προετοιμασίες του κυνηγιού. Και μέτρησα κάπου διακόσιους ανθρώπους να κρατάνε από δυο
λαγωνίκες ο καθένας τους, δεμένες με αλυσίδα σιδερένια απ' το λαιμό. Κι είχαν όλα τούτα τα σκυλιά
μια ομορφάδα που σπάνια βρίσκεις το ταίρι της. Όχι μονάχα γιατί τ' αυτιά τους ήταν μεγάλα και
κρεμασμένα, μα γιατί τα 'χαν μαρκαρισμένα με διάφορα χρώματα, γαλάζιο, κόκκινο και πράσινο. (...)
Είδα να περνάνε παραπάνω από τετρακόσιοι χωριάτες, περπατώντας τέσσερις-τέσσερις με βήμα που
έδινε ένα τουμπελέκι και μερικά σουραύλια. Για μοναδικό όπλο κρατούσαν στειλιάρια από
75. Ο αρχιναύαρχος του τουρκικού στόλου ονομαζόταν πάντα καπουδάν-πασάς.
76 . Γάλλος καπουτσίνος, πνευματικός του πρέσβη της Γαλλίας στην οθωμανική Πύλη, στα 1677.
77 . Πρόκειται για το σουλτάνο Μωάμεθ (Μεχμέτ) Δ΄ .
78 . Ο σουλτάνος διέμενε στη Λάρισα, προσωρινά, για να κατευθύνει τις κινήσεις του στρατού του κατά των Βενετών,
στη διάρκεια του βενετοτουρκικού πολέμου.

κούτσουρο, είδα όμως μερικούς να 'χουνε στο ζωνάρι μικρό τσεκούρι. Ένας απ' αυτούς (...) ήρθε και
με χαιρέτισε και μου' πε πως από μικρό παιδί τον πήραν και τον κάναν με το ζόρι να τουρκέψει και
ζούσε τώρα σ' ένα χωριό κοντά στη Λάρισα. (...απ' αυτόν) έμαθα με ποιο τρόπο γίνεται το κυνήγι
τους. Ο σουλτάνος αναγκάζει τα γύρω χωριά ν' αγγαρέψουνε είκοσι χιλιάδες ανθρώπους, καθένα
ανάλογα με τον πληθυσμό του. Κι αυτές τις είκοσι χιλιάδες τις μάζευαν στον τόπο τον προσδιορισμένο
για το κυνήγι και τους βάζαν παγανιά, να περιζώσουν την περιοχή που φώλιαζαν τα αγρίμια. Τότε με
φωνές και χουγιατό τα προγκούσαν να προχωρούνε αλαφιασμένα σ' ένα ξέφωτο, όπου στη μέση ήτανε
στημένη μια εξέδρα, προφυλαγμένη γύρω-γύρω μα χαρακώματα πασαλωμένα. Εκεί ανεβασμένος ο
σουλτάνος με την παρέα του απολάμβανε το θέαμα να διαβαίνουν και να ξαναδιαβαίνουν μπρος στα
μάτια του τα ζουλάπια που κυνηγημένα από τους παγανιστάδες, μάταια προσπαθούσαν να ξεφύγουν
στην αντίθετη μεριά. Γιατί κι εκεί, κι ολούθε, βρίσκαν ανθρώπους με χτύπους και ξεφωνητά να τους
φράζουν το δρόμο. Κι έτσι ολοένα περνούσαν μπρος-πίσω στο πλάτωμα, καθώς όλο και στένευε το
ανθρώπινο τετράγωνο που τα περίζωνε, γιατί εκείνοι που το σχηματίζανε προχωρούσαν αδιάκοπα και
πυκνώνανε με τέτοιο τρόπο, που μερικές φορές σχημάτιζαν τριπλό κύκλο. Κι έτσι ο σουλτάνος
βλέποντας να περνά και να ξαναπερνά μπροστά του κάθε λογής κυνήγι μπορεί να σκοτώνει όσα θέλει
και έβλεπε μάλιστα με τι τρόπο τα σκυλιά τσακώνονται με τ' αγρίμια, που μερικές φορές
εξαγριώνονται τόσο πολύ που ρίχνονται και στους ανθρώπους, ακόμα και τους κομματιάζουν και
λαβώνουνε πολλούς. Έμαθα μάλιστα, πως λίγο καρό πριν φτάσουμε εμείς στη Λάρισα, σ' ένα
παρόμοιο κυνήγι του σουλτάνου, χάσανε τη ζωή τους καμιά πεντακοσαριά άνθρωποι. Και ο μεγάλος
καϊμακάμης, που είναι άγιος άνθρωπος, συγχίστηκε τόσο, πού 'βαλε να ξαπλώσουνε στην αράδα όλα
τα πτώματα από εκεί που θα περνούσε ο υψηλότατος για να δει τι θανατικό σκορπάνε στο λαό τα
κυνήγια του αυτά και να πάρει πια την απόφαση να τα σταματήσει. Μάταια όμως, γιατί όταν ο
σουλτάνος αντίκρισε τους σκοτωμένους, κι ο καϊμακάμης βρήκε την ευκαιρία να του πει πως ήταν και
πολλοί άλλοι ακόμα που 'χαν χάσει τη ζωή τους στο ξέφωτο, ο σουλτάνος τον αποστόμωσε: -- Ε, και
τι μ' αυτό; ,τού 'πε, έτσι κι έτσι μια φορά θα πεθαίνανε που θα πεθαίνανε! Τι εδώ, τι αλλού! (...)”
Ροβέρτος του Ντραι, “Ένας σουλτάνος στη Λάρισα”, Επιθεώρηση ΗΩΣ, αφιέρωμα Θεσσαλία, 1966, σσ.95,96.

Οικονομία: Μετά από αυτή τη συγκυρία η Θεσσαλία επέστρεψε στην
προηγούμενη κατάσταση, της απλής επαρχίας, που ήταν απλά προσοδοφόρα για τα
οικονομικά της Υψηλής Πύλης. Οι φτωχοί χριστιανοί αγρότες καλλιεργούσαν στα
κτήματα, Οθωμανικών συμφερόντων συνήθως, κυρίως σιτάρι. Η ύπαιθρος ήταν
γενικά αραιοκατοικημένη, με μεγάλες πόλεις τη Λάρισα, κυρίως, και τα Τρίκαλα. Οι
Οθωμανοί υπερτερούσαν αριθμητικά στη Λάρισα, ενώ στην ύπαιθρο οι χριστιανικοί
πληθυσμοί (Καραγκούνηδες όπως ονομάζονταν στη Δυτ. Θεσσαλία). Οι λεγόμενοι
Κονιαρέοι, που ήταν μουσουλμάνοι επήλυδες, ήταν λιγότεροι και μόνο στην Αν.
Θεσσαλία. Το εμπόριο ήταν στα χέρια των Εβραίων που είχαν μια αρκετά μεγάλη
παροικία στη Λάρισα και μικρότερες στα Τρίκαλα και το Βόλο.
Πλημμύρες-θανατικά: Τα σπουδαιότερα προβλήματα των κατοίκων ήταν οι
συχνές πλημμύρες του Πηνειού και οι καταστροφικές επιδημίες (κυρίως των ετών
1667-8 και του 1719, που έμεινε γνωστή σαν “το θανατικό το μεγάλο”). Άλλη μια
επιδημία πανώλης, έκανε την εμφάνισή της το 1742, σκορπώντας το θάνατο και
ερημώνοντας πολλά κονιαροχώρια. Αντίθετα ο χριστιανικός πληθυσμός των γύρω
ορέων δεν επηρεάστηκε ιδιαίτερα από αυτά τα θανατικά. Η μεγαλύτερη πλημμύρα
του Πηνειού ενέσκηψε το 1729, όταν πλημμύρισαν τα Τρίκαλα, το Μοσχολούρι και
οι συνοικίες της Λάρισας, Αρναούτ μαχαλάς, Πέρα μαχαλάς και Ταμπάκικα. Αυτή η
αραίωση του πληθυσμού των πεδινών θεωρείται και η αιτία της εμφάνισης των
μεγάλων τσιφλικιών στην περιοχή.
Ακμή : Παρ' όλα τούτα η Λάρισα διατηρούσε μια οικονομική ακμή που οφειλόταν
στη θέση της πόλης, πάνω στον άξονα της οδού από τη Νότια προς τη Βόρεια

Ελλάδα αλλά και εξαιτίας του εμπορίου που όπως προαναφέραμε κύριοι
ασχολούμενοι ήταν οι Εβραίοι της πόλης. Από τις αρχές του 18ου αιώνα μεγάλη
παρατηρείται μεγάλη ανάπτυξη της υφαντουργίας σε διάφορους ορεινούς οικισμούς
της Θεσσαλίας, όπως στα Αμπελάκια, στο Πήλιο, στη Ραψάνη, αλλά και στην
περιοχή της Λάρισας και του Τυρνάβου. Αυτό οφειλόταν στην αφθονία πρώτων υλών
(βαμβάκι, μαλλί) και στις νέες τεχνικές νηματουργίας και βαφής που πέρασαν στο
θεσσαλικό χώρο από τη Μ. Ασία. Αυτή η περίοδος κράτησε ως τα Ορλωφικά (περ.
1770), εποχή κατά την οποία οι Θεσσαλοί πλήρωσαν βαρύ φόρο αίματος και
διώξεων. Έτσι τις τελευταίες δεκαετίες του 18ου αιώνα η Λάρισα εγκαταλείπεται,
σχεδόν, από το χριστιανικό στοιχείο. Ο Κ. Κούμας, γέννημα της Λάρισας εκείνης της
περιόδου γράφει: “οι ακμάζοντες διά της εμπορίας, εγυμνώθησαν, εσκοτώθησαν και
όσοι εδυνήθησαν έφυγαν εις τα ορεινά χωρία”. Ο Βγέρστολ, Σουηδός περιηγητής της
δεκαετίας του 1770 μας αναφέρει ότι η Λάρισα το 1779 δεν είχε καμία εκκλησία, ενώ
αντίθετα λειτουργούσαν 24 τζαμιά και μία συναγωγή.

Εικ. Η Λάρισα περί το 1800 (Γεννάδιος Βιβλιοθήκη)

Ο J. J. Bjiörnståhl περνάει από τη Χάλκη στον Πηνειό και περιγράφει τη Λάρισα
“Κοντά στο ελληνικό χωριό Μαϊμουλάρ είδαμε σπασμένα κομμάτια από αρχαίους ραβδωτούς
κίονες. Είμαι βέβαιος ότι εκεί πρέπει να βρίσκονται και αρχαίες ελληνικές επιγραφές (...) Κατά το
βράδυ έφτασα στη Λάρισα, που οι Τούρκοι την ονομάζουν Σεχήρ ή Γενή Σεχήρ, και που βρίσκεται
σε απόσταση 10 ως 12 ώρες δρόμο απ' το Βόλο. Εδώ έμεινα ως τις 21 (Μαρτίου). Ο ποταμός
Πηνειός, που πηγάζει από την Πίνδο, κυλάει έξω από τη βορειοδυτική πλευρά της πόλης. Οι
Τούρκοι τον λένε Kiöstem, ενώ οι Έλληνες Σαλαμβριά. Στην πόλη της Λάρισας δεν υπάρχει καμιά
ελληνική εκκλησία, από τότε που η μόνη που υπήρχε 79 καταστράφηκε πριν από 7 ή 8 χρόνια. Οι
Έλληνες είναι αναγκασμένοι να εκκλησιάζονται σε κάποιο ελληνικό χωριό, που βρίσκεται σε μικρή

79 . Εννοεί τον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Αχιλλίου που είχαν καταστρέψει οι Οθωμανοί της Λάρισας στην
περίοδο των Ορλωφικών.

απόσταση από την πόλη και έχει εκκλησία80. Οι Τούρκοι όμως έχουν αρκετούς ναούς. Εδώ
υπάρχουν 24 μεγάλα τζαμιά. Ωστόσο οι Τούρκοι της Λάρισας δε φημίζονται για πολύ θρήσκοι. Εδώ
υπάρχει και μια εβραϊκή συναγωγή, αρκετά μεγάλη. (...) Οι Εβραίοι ασχολούνται τώρα με τις
ετοιμασίες για το Πάσχα τους. Κατά τα άλλα η Λάρισα έχει κακή διοίκηση. Υπάρχει μόνο ένας
μουλάς, που είναι ο σπουδαιότερος άρχοντας. Με άλλα λόγια θρησκευτική κυβέρνηση. αν΄μεσα
στους άρχοντες της πόλης υπάρχει διχόνοια και ζήλεια, γι' αυτό και οι κακουργίες μένουν
ατιμώρητες και οι Αρβανίτες λεηλατούν ελεύθερα, αφού εδώ δεν υπάρχει κανένας πασάς, που να
τους επιβάλει την τάξη. Στην πολιτεία ήταν τώρα μεγάλη ανησυχία . Η πράσινη σημαία, ή το
μπαϊράκι, ήταν ξεδιπλωμένη στο δρόμο κατά την περιοχή όπυ βρίσκεται ο Γενιτσάρ-οντάς, ή
Διοικητήριο, και τα ταμπούρλα χτυπούσαν αδιάκοπα. Αυτό είναι σημάδι κήρυξης πολέμου, ή ότι οι
κεφαλές πήραν διαταγή από το σουλτάνο να συναχτουν. (...) Για τους Χριστιανούς είναι αρκετά
ριψοκίνδυνο να περάσουν από το δρόμο, όπου η σημαία είναι αναπεταμένη. Όχι όμως λιγότερο
επικίνδυνη για όποιον επιχειρεί να ταξιδέψει σε τόσο ταραγμένους καιρούς. Γιατί τον παίρνουν για
κατάσκοπο. (...) [Λίγες μέρες αργότερα ο Σουηδός περιηγητής επιστρέφει στη Λάρισα] Συνέχισα το
ταξίδι για τη Γενή Σεχήρ, ή Νέα Λάρισα, όπου έφτασα ύστερα από τρισήμισι ώρες. Ο Καπουδάν
πασάς είχε φτάσει σήμερα εδώ από τη Θεσσαλονίκη με 6.000 στρατό. Στο χάνι των εμπόρων, όπου
έμενα, ήρθαν στις 5 Ιουνίου και με επισκέφθηκαν κάμποσοι Έλληνες έμποροι. (...) Το νερό στη
Λάρισα είναι όπως κι ο αέρας, αρκετά ανθυγιεινό. Το κρατάνε ολόκληρη εβδομάδα μέσα στο σπίτι,
ώσπου να κατασταλάξει το κατακάθι, και τότε γίνεται καλό και έχει γεύση ευχάριστη. Από την
τεράτσα του χανιού όπου έμενα, είδα στις 6 Ιουνίου την τοποθεσία της Λάρισας στη μέση μεγάλης
πεδιάδας με χωράφια, λιβαδότοπους και βοσκοτόπια. Η πόλη βρίσκεται χαμηλά, όπως και τα
Τρίκαλα, και γι' αυτό είναι ανθυγιεινή, προπαντός την εποχή με τις μεγάλες ζέστες. (...) Μακριά
φαίνονται και κάμποσα χωριά, όπου οι Έλληνες έχουν δικές τους εκκλησίες. Έχουν τρεις έξω από
την πόλη, όμως καμιά μέσα στην πόλη, από τότε που οι Τούρκοι εδώ και 10-12 χρόνια κατέστρεψαν
τη Μητρόπολη και ο μητροπολίτης αναγκάστηκε να φύγει. Τώρα έχουν συγκεντρώσει με έρανο
περίπου 40 πουγγιά, και με τη βοήθεια αυτής της κουδουνιστής αίτησης οι κάτοικοι ελπίζουν να
πάρουν την άδεια της Πύλης, για να χτίσουν νέα εκκλησία. (...) Υπάρχει κι ένα αξιόλογο
μπεζεστένι, λιθόχτιστο με 6 θόλους από μολύβι. (...) Η Λάρισα δεν είναι ζωσμένη με τείχη. Σ'
ολόκληρη την πόλη δε βρίσκεις βρύση, παρ' όλο που η θρησκεία των Τούρκων δίνει τόση
σπουδαιότητα στο νερό. Για το απτέστι τους, δηλαδή τις θρησκευτικές πλύσεις, φέρνουν το νερό σε
σακάδες και το φυλάγουν κοντά στα τζαμιά τους σε δεξαμενές που στα τουρκικά λέγονται
“μασλούκ”. Οι κάτοικοι μοιάζουν με το νερό και τον αέρα, είναι γενικά μοχθηροί, φιλύποπτοι,
φαντασμένοι, κλπ. Η περιοχή είναι μολαλίκι, που σημαίνει ότι ο μολάς έπρεπε να είναι δικαστής
και μαζί διοικητής της πόλης. Αλλά καθώς ο μουλάς κάθε χρόνο αλλάζει, κυβερνά αυθαίρετα ο
ανώτερος άρχοντας. Όλοι έχουν το κόμμα τους και τις μηχανοραφίες τους. Υπάρχουν σήμερα 4
μερίδες. Εδώ μένουν πάνω από 30 επίσημα πρόσωπα, από τα οποία κάποτε τα τρία είναι μπέηδες.
Αυτοί ποτέ δε συμφωνούν μεταξύ τους και με τις φιλοδοξίες τους προξενούν πολύ κακό στην πόλη
και τον τόπο. (...) Με τη συνοδεία του γενιτσάρου μου βγήκα στις 7 Ιουνίου έξω, στα περίχωρα. Σε
κάποιο ελληνικό νεκροταφείο βρήκα και αντέγραψα κάμποσες ελληνικές επιγραφές. Οι στήλες
μεταφέρθηκαν εδώ από την αρχαία Λάρισα. (...) Πήγα στο τουρκικό νεκροταφείο στην ανατολική
πλευρά της πόλης81, κοντά στο Σαλαμβριά και εκεί βρήκα κάμποσες πέτρες με αρχαίες ελληνικές
επιγραφές. Κατάπληξη μου έκανε το γεγονός ότι βρήκα πλήθος ανάγλυφα με σκαλισμένες μορφές,
ακόμα και καβαλάρηδες σς πλάκες, που οι Τούρκοι δεν τις ακρωτηρίασαν παρ' όλο που τις
χρησιμοποίησαν για τους τάφους τους. Στις 9 Ιουνίου πήγα στο παζάρι, που εδώ γίνεται κάθε
Τετάρτη και Κυριακή. Έπειτα στο κοιμητήρι των Εβραίων82, μισή ώρα δρόμο έξω από την πόλη.
Εκεί υπήρχε μόνο μία ελληνική επιγραφή με μια μόνη σειρά γράμματα, που κι αυτά όχι σε καλή
κατάσταση. Είδα ακόμα και κάμποσες αρχαίες πέτρες, αλλά οι Εβραίοι έξυσαν τις μορφές και τα
γράμματα από προκατάληψη, γιατί είναι πιο νομοταγείς από τους Τούρκους.”
J.
80 . Οι Χριστιανοί της Λάρισας την περίοδο εκείνη εκκλησιάζονταν στον Ι. Ν. της Αγίας Μαρίνας στη συνοικία των
Καλυβίων (εκεί που και σήμερα υπάρχει το εκκλησάκι της Αγια-Μαρίνας).
81 . Κοντά στο σημερινό Γενικό Νοσοκομείο της πόλης.
82 . Το εβραϊκό νεκροταφείο βρισκόταν στη Νεάπολη, εκεί που σήμερα βρίσκεται το 25ο Δημοτικό και το 6ο Λύκειο.

J. Bjiörnståhl Το οδοιπορικό της Θεσσαλίας 1779, μτφρ. Μεσεβρινός, εκδ. “Τα τετράδια του Ρήγα”, α΄ έκδοση,
Θεσ/κη, 1979, σσ.60-1 και 116-120.

Ο πληθυσμός της Θεσσαλίας: Λίγο πριν το 1800 η Θεσσαλία είχε περί τους
300.000 κατοίκους. Σύμφωνα με τον τότε Γάλλο πρόξενο της Θεσσαλονίκης,
Beaujour, Η Λάρισα είχε 20.000 κατοίκους, τα Τρίκαλα λίγο λιγότερο από 20.000, ο
Τύρναβος 6000, τα Φάρσαλα 5.000, ο Βόλος 3.000. Άλλες κωμοπόλεις με αρκετό
πληθυσμό ήταν η Μακρινίτσα με 5.000, η Τσαριτσάνη επίσης με 5.000, ενώ η Αγιά
και η Πορταριά είχαν από 3.000 κατοίκους και η Ελασσόνα 5.000. Η αύξηση του
πληθυσμού των ορεινών περιοχών φαίνεται πως επετεύχθη κατά τον 18ο αιώνα, γιατί
οι παλαιότερες πληροφορίες του 17ου αιώνα δίνουν πληθυσμό για τη Μακρινίτσα
700 περίπου κατοίκων ενώ για την Πορταριά 800.
Μεταναστεύσεις: Αμέσως μετά από την οθωμανική κατάκτηση της Θεσσαλίας, ο
χριστιανικός πληθυσμός της αναγκάστηκε να αποσυρθεί στα ορεινά. Άγραφα,
Ασπροπόταμος, Χάσια, Όλυμπος, Όσσα, Μαυροβούνι και Πήλιο εμφάνισαν μια
αλματώδη αύξηση του πληθυσμού. Όπως ήταν φυσικό, με την πάροδο των χρόνων,
οι περιοχές αυτές δεν αρκούσαν για να θρέψουν τους κατοίκους τους. Έτσι άρχισαν
οι μεταναστεύσεις, οι οποίες είχαν αρχικά τη μορφή της μετανάστευσης μόνο των
αρχηγών των οικογενειών ή των αρρένων μελών τους, οι οποίοι με την εργασία τους
και τα χρήματα που έστελναν στους παραμένοντες φρόντιζαν ακόμα και για τον
καλλωπισμό των τόπων καταγωγής τους, ενώ εν συνεχεία (17ος αι.) γινόταν
ομαδικές μετοικεσίες, ακόμα και ολοκλήρων χωριών προς άλλες κατευθύνσεις
αστικές ή μη. Πολλές φορές οι λίγοι της μετοικεσίας δεν ήταν μόνο οικονομικοί,
αλλά γαι να αποφύγουν κάποια λοιμική νόσο ή για να αποφύγουν Οθωμανούς
διώκτες τους, όπως για παράδειγμα ο Αλή πασάς. Έτσι στη Λάρισα ή στον Τύρναβο,
για παράδειγμα το μεγαλύτερο τμήμα των χριστιανών κατοίκων της κατά τον 18ο,
αλλά κυρίως τον 19ο αιώνα, ήταν Έλληνες προερχόμενοι από την περιοχή των
Αγράφων (Αγραφιώτες) ή του Ολύμπου (Ραψανιώτες) ή ακόμα και των Χασίων
(Χασιώτες). Υπάρχουν ιστορικές αναφορές για την πολυάριθμη παροικία των
Αγραφιωτών ακόμη και στη Θεσσαλονίκη του 17ου και 18ου αιώνων. Αυτοί ήταν οι
καλούμενοι από τους Οθωμανούς “Σκούρτα”. Ακόμα κατά τον 18ο αιώνα πολλοί
Αγραφιώτες εγκαταστάθηκαν στη Φιλιππούπολη της Βουλγαρίας αλλά και σε
περιοχές της Προποντίδας και της Προύσας. Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα
έχουμε με την ομαδική μετοικεσία πολλών οικογενειών της Κρανιάς Ολύμπου, οι
οποίοι εγκαταστάθηκαν στις αρχές του 19ου αιώνα στη Νιγρίτα των Σερρών, λόγω
ασθενειών που μάστιζαν την περιοχή του Κάτω Ολύμπου αλλά και τις διώξεις του
Αλή και του Βελή.
Οι σημαντικότεροι βιοτεχνικοί οικισμοί: Ένα από τα σημαντικότερα βιοτεχνικά
κέντρα στην υπόδουλη Θεσσαλία κατά το 18ο αιώνα ήταν ο Τύρναβος. Στην πόλη
υπήρχαν 60 τουλάχιστον βαφεία και 2.500 αργαλειοί που ύφαιναν κάθε λογής
υφάσματα, τα οποία μεταφέρονταν με τους κυρατζήδες στην Κων/λη και άλλες
περιοχές των Βαλκανίων και της Κ. Ευρώπης. Η υφαντουργία της περιοχής την
περίοδο 1780-1810 έπεσε σε παρακμή, ενώ μετά το 1810 αναζωογονήθηκε. Εκείνες
τις χρονιές η αξία των βαμβακερών υφασμάτων που εξάγονταν από τον Τύρναβο
έφτανε σε αξία τα 2 εκατομμύρια γρόσια. Τέτοιες βιοτεχνίες ιδρύθηκαν και σε άλλες

περιοχές της Θεσσαλίας, όπως στη Μακρινίτσα, την Πορταριά, τη Ζαγορά (κυρίως
κάπες), τη Ραψάνη και τα Αμπελάκια. Τη φήμη όμως όλων των κωμοπόλεων που
αναφέρθηκαν ξεπέρασαν τα Αμπελάκια με τον ομώνυμο συνεταιρισμό τους, για τον
οποίον κάνουμε λόγο πιο κάτω σε ειδικό κεφάλαιο.
Ο David Urguhart για τους κατοίκους στη Θεσσαλία και τις ασχολίες τους

“(..) Μια αποικία από Τούρκους του Ικονίου (Κονιάρηδες) μεταφέρθηκε και εγκαταστάθηκε κατά
μήκος της βόρειας πλευράς της πεδιάδας στις διόδους του Ολύμπου (..) Η Θεσσαλία τώρα
αναζωογονήθηκε. Τζαμιά, ναοί, γέφυρες και χάνια ξεφύτρωσαν σε 20 νέες και σπουδαίες πόλεις. Η
Λάρισα έγινε και πάλι πλούσια. Στον Τύρναβο μεταφέρθηκαν από τη Μικρά Ασία οι τέχνες της
βαφής, των σταμπωτών, της υφαντικής, κλπ. Και από την πόλη αυτή, αργότερα, μεταφυτεύθηκε στο
Μονπελιέ της Γαλλίας η νέα μέθοδος της βαφικής, η οποία τόσο συνηθίζεται στην Ευρώπη. Οι
τέχνες και οι βιομηχανίες καθώς και η ευμάρεια, που ακολούθησε, πέρασαν από τους Τούρκους στις
πόλεις Ραψάνη και Αμπελάκια, των οποίων το εμπόριο και ο πλούτος υπήρξαν ασυναγώνιστα,
σχεδόν μυθώδη, ενώ τις νότιες παρυφές της Θεσσαλίας, στην επαρχία της Μαγνησίας, κατέλαβε
ένας πληθυσμός ευκατάστατων και φιλόπονων Ελλήνων, των οποίων η πρόοδος δεν έχει
προηγούμενο. (...)
David Urguhart: Ταξίδι στη Θεσσαλία του 1830, πρώτο μέρος, μτφρ. Ν. Ντεσλή, Θ.
Η.,σσ. 188-9.

Κτηνοτροφικά και άλλα προϊόντα: Στην οικονομική ανάπτυξη της Θεσσαλίας
σπουδαίο ρόλο έπαιξε και η κτηνοτροφία, που έδινε την καλύτερη ποιότητα μαλλιού,
μεταξύ των διαφόρων περιοχών, στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Μεγάλη ανάπτυξη
παρουσίασε και η σηροτροφία. Η ετήσια παραγωγή μεταξιού, που οδηγούνταν
κυρίως στις αγορές της Θεσσαλονίκης, μόνο από την περιοχή της Ζαγοράς ήταν
25.000 οκάδες ετησίως. Αρκετές ποσότητες του μεταξιού αγοράζονταν από
υφαντουργεία της Χίου. Άλλες ποσότητες στέλνονταν στις αγορές της Βενετίας και
της Γερμανίας.
Το λιμάνι του Βόλου - Τρίκερι: Το λιμάνι του Βόλου εξυπηρετούσε όλη τη
Θεσσαλία. Πάντως ενώ στο λιμάνι μπορούσες να συναντήσεις κάθε εθνικότητας
καράβι, ο ομώνυμος οικισμός, μέχρι και την κήρυξη της Επανάστασης δεν
παρουσίασε αξιοσημείωτη οικιστική ανάπτυξη. Κατοικούνταν κυρίως από
Οθωμανούς ενώ οι χριστιανοί ζούσαν στον Άνω Βόλο και φυσικά στα πηλιορείτικα
χωριά.
Ο Leake στο Βόλο και τον Άνω Βόλο στις αρχές του 1810 – Το τελωνείο στο λιμάνι.
“Ο τουρκικός Βόλος έρχεται σε μεγάλη αντίθεση με τις ελληνικές πόλεις του Πηλίου και σίγουρα ο
νεοερχόμενος ταξιδιώτης δεν αποκτά καλές εντυπώσεις γι' αυτόν σε σύγκριση με την καλλιεργημένη
εμφάνιση του βουνου. Το τελωνείο, οι στενοί δρόμοι, σχεδόν αδιαπέραστοι από τα λιμνάζοντα νερά
και την άθλια βρωμιά, οι κατεστραμμένες και σε άθλια κατάσταση κατοικίες, ένας ασβεστωμένος
περιφραγμένος χώρος που λέγεται Κάστρο, αλλά που αποτελείται μόνο από έναν μικρό χαμηλό τοίχο
με υπερυψωμένες πολεμίστρες και με ένα τζαμί και μερικά τουρκικά σπίτια, όλα αυτά είναι
χαρακτηριστικά της διακυβέρνησης των Τούρκων. Η μικρή πόλη, μπροστά μας, που ονομάζεται
Κάστρο από τους Έλληνες και Γκόλος από τους Τούρκους, απέχει 17 λεπτά από τις πηγές των
Παγασών, απ' όπου, περπατώντας για 37 λεπτά μέσα από αμπέλια και μουριές, φτάνουμε στα
Περιβόλια όπου οι Τούρκοι έχουν τις θερινές τους κατοικίες μέσα σε περιβόλια, στους πρόποδες του
Πηλίου. Ένας αδιάκοπος ορεινός χείμαρρος περνά μέσα από τα περιβόλια. Όμως το μέρος αυτό
λέγεται ότι έχει πολύ ζέστη κι ότι είναι ανθυγιεινό το καλοκαίρι και γεμάτο από κουνούπια σε μεγάλο
βαθμό. Εκτός από 2-3 περιπτώσεις τα σπίτια είναι ερημωμένα. Από τα Περιβόλια, ένας ανήφορος 20
λεπτών, περίπου, οδηγεί στο κέντρο του ελληνικού Βόλου83, όνομα που αντιλαμβάνεται κανείς ότι
83 . Άνω Βόλος.

καλύπτει και τα Περιβόλια, το Κάστρο και ένα απομονωμένο προάστιο του Βόλου προς τα νότια που
λέγεται Βλαχομαχαλάς84. Τα σπίτια αυτής της πόλης, ενώ από απόσταση φαίνονται εντυπωσιακά κι
ελκυστικά, από κοντά διαψεύδουν τις αρχικές μας εκτιμήσεις. Αυτό οφείλεται, εν μέρει, στη γενική
κατάσταση των τεχνών στην Τουρκία και εν μέρει στην ανασφάλεια αυτής της κατά τα άλλα
ευνοημένης περιοχής. Εδώ περισσότερο έχει ληφθεί υπόψη η άμυνα σε περίπτωση εχθρικής επίθεσης
παρά η σπιτική άνεση. Άμυνα όχι μόνο εναντίον των ληστών ή των πειρατών, των παρανόμων
Αλβανών ή των Τούρκων στρατιωτών ή του εκβιασμού του γείτονα προεστού αλλά και εναντίον των
εσωτερικών διαμαχών που συχνά καταλήγουν σε βία και ανοιχτό πόλεμο, ενώ το βουνό είναι πιο
ασφαλές από εξωτερικούς εχθρούς. Γι' αυτό το λόγο τα σπίτια είναι ψηλά και χτισμένα με μορφή
πύργων. Τα γυάλινα παράθυρα είναι κάτι το σχεδόν άγνωστο (...) Η δικαιολογία που δίνουν οι πολίτες
του Βόλου είναι ότι, επειδή βρίσκονται στο πιο εκτεθειμένο μέρος του βουνού, δεν ήταν σε θέση να
ασχοληθούν με πολυτέλειες σε σχέση με τους πιο ασφαλείς κατοίκους της Μακρυνίτσας ή της
Ζαγοράς. (...) Ο Μουχτάρ πασάς έχει αγοράσει για φέτος το τελωνείο του Βόλου για 200 πιάστρα.
Όταν η χρονιά είναι καλή τότε αποδίδει τα διπλάσια. Οι φοροεισπράχτορες ανεβάζουν την τιμή
φορολόγησης απόω 5 σε 10 τοις εκατό και βγάζουν ένα σωρό λεφτά εξάγοντας λαθραία σπόρο, κάτι
που δεν επιτρέπεται σε κανέναν παρά μόνον στους πράκτορες της Πύλης, οι οποίοι πληρώνουν ένα
ελάχιστο ποσό 50 πιάστρων για το φορτίο ενός πλοίου. Τα προϊόντα που απαλλάσσονται της
φορολογίας είναι το ρύζι από την Αίγυπτο και το Ζητούνι και το αλουμίνιο από τα ορυχεία κοντά στη
Μάκρη της Μ. Ασίας που το χρησιμοποιούν οι βαφείς της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας.”
W. M.
Leake, “Ταξίδι στη Θεσσαλία του 1809-1810”, δ΄μέρος, μτφρ. Β. Αργυρούλης, Θ. Η. 32, σσ. 97-8, 108.

Αξιοσημείωτη ανάπτυξη στη θάλασσα παρουσίασε το Τρίκερι. Οι Τρικεριώτες
που κατοικούσαν στο ομώνυμο νησί και στο χωριό της απέναντι χερσονήσου ήταν
περί τις 1500 ψυχές. Άλλοι απ' αυτούς ήταν ιδιοκτήτες εμπορικών πλοίων, που
έκαναν, είτε διαμετακομιστικό εμπόριο στην Κων/λη, τη Σμύρνη και άλλα λιμάνια,
είτε μετέφεραν θεσσαλικό σιτάρι στην Πόλη, ενώ άλλοι απ' αυτούς ασχολούνταν με
τη σπογγαλιεία και εμπορεύονταν το προϊόν τους στη Θεσσαλονίκη ή το εξωτερικό.
Ο Αλή πασάς και οι γιοι του. Δράση τους στη Θεσσαλία: Ο πατέρας του Αλή
υπήρξε κυβερνήτης στο σαντζάκι του Δελβίνου (Β. Ήπειρος). Γεννήθηκε στο
Τεπελένι το 1744. Όταν πέθανε ο πατέρας του, η περιφέρειά του μοιράστηκε σε
άλλους πασάδες και ο νεαρός Αλής ακολουθούσε τη μητέρα του, Χάμκω, σε
ληστρικές επιδρομές. Το 1768 νυμφεύτηκε την Εμινέ κόρη του Καπλάν πασά. Από το
γάμο του αυτό απέκτησε δυο γιους τον Μουχτάρ και το Βελή. Όμως δε δίστασε,
δείχνοντας από νωρίς το χαρακτήρα του, να καταδώσει τον πεθερό του για
συνεργασία με τους Ρώσους, πετυχαίνοντας τον αποκεφαλισμό του. Από το 1775 ο
Αλής υπηρέτησε ως υπασπιστής του Κουρτ Αχμέτ, πασά του Βερατίου, ο οποίος
ήταν επιφορτισμένος με τη φύλαξη των στενών της περιφέρειάς του (derbedler
barsbugu). Την περίοδο 1778-9, έγινε ο ίδιος ο Αλής επικεφαλής της περιφέρειας και
ήρθε σε επαφή με Έλληνες αρματολούς και Αλβανούς μπουλουκμπασήδες.
Κατόρθωσε να συγκεντρώσει από πλούσιους της περιοχής αρκετά χρήματα, που του
επέτρεπαν να προσλαμβάνει τους ικανότερους ενόπλους και να δωροδοκεί τους
Οθωμανούς άρχοντες. Με τη βοήθεια των Βενετών, που μεσολάβησαν στην Πύλη
κατάφερε να πάρει με το μέρος του το σουλτάνο στη διαμάχη που ακολούθησε με
τον Κουρτ πασά , ο οποίος είχε επανακάμψει στο προσκήνιο. Το 1784 ο Αλής πήρε
προαγωγή και έγινε πασάς δύο ουρών και διορίστηκε κυβερνήτης (mutasarrif) του
Δελβίνου. Το 1786 διορίστηκε κυβερνήτης και των Τρικάλων, με χώρο δράσης
ολόκληρη τη Θεσσαλία, ενώ δυο χρόνια αργότερα έγινε επίσημα κυβερνήτης στα
84 . Άλλη Μεριά Βόλου.

Γιάννενα. Αυτά τα αξιώματα τα διατήρησε μέχρι το θάνατό του, τις παραμονές της
ελληνικής Επανάστασης. Ο Αλής κατάφερε να δραστηριοποιήσει ένα ευρύ δίκτυο
πρακτόρων του, ανθρώπων οι οποίοι τον πληροφορούσαν εγκαίρως για κάθε τι
ύποπτο ή μη στους χώρους ελέγχου του αλλά και στην Πόλη. Έτσι κατόρθωνε να
παίρνει με το μέρος του υψηλά ιστάμενα πρόσωπα, εξαγοράζοντάς τα, και
αυξάνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο περαιτέρω τη δύναμή του. Το θετικότερο για τον
Ελληνισμό έργο του, ήταν ότι υπήρξε ένας από τους βασικούς παράγοντες της
διάβρωσης της Οθωμ. Αυτοκρατορίας. Στα χρόνια εκείνα παρατηρούνταν συχνές
αποστασίες ισχυρών Οθωμανών αρχόντων κατά της κεντρικής εξουσίας, που η Πύλη
αδυνατούσε να καταστείλει. Όταν το 1797 επαναστάτησε ο πασάς του Βιδινίου
Πασβάνογλου, ο Αλή εξεστράτευσε εναντίον του, μετά από εντολή του σουλτάνου.
Ο βασικός όμως στόχος του Αλή ήταν να υπονομεύσει το κύρος του σουλτάνου και
το πέτυχε στρεφόμενος εναντίον των πλουσίων γαιοκτημόνων. Συχνά
χρησιμοποιούσε ως επιχείρημά του τις διαμαρτυρίες των χριστιανών για να
καταδικάσει τους Οθωμανούς. Φυσικά αυτό δεν το έκανε από φιλελληνισμό
[άλλωστε το πραγματικό του πρόσωπο, το βίαιο και δόλιο, το έδειξε διαπράττοντας
φοβερές βιαιότητες κατά των Σουλιωτών, του Χορμόβου, του Γαρδικίου, που το
ισοπέδωσε, και άλλων περιοχών], αλλά δρώντας καιροσκοπικά για να πετύχει την
αναγνώρισή του από τους αυτόχθονες και την υποστήριξη όλου του λαού στα
μελλοντικά του σχέδια για αυτονόμησή του από την κεντρική εξουσία. Αποτέλεσμα
της τακτικής του πάντως ήταν η αποδυνάμωση των ισχυρών Τούρκων της Θεσσαλίας
και ο υπέρμετρος πλουτισμός του ιδίου. Πάμπολλα χωριά της Ηπείρου και της
Θεσσαλίας έγιναν δικά του τσιφλίκια (δες το σχετικό κείμενο που ακολουθεί).
Ο Επ. Φαρμακίδης απαριθμεί85 τα τσιφλίκια του Αλή πασά στη Θεσσαλία
“Έχων (ο Αλής) ... εκτός άλλων θησαυρών και μια αληθινά τεράστια ακίνητη περιουσία, που
εκτείνονταν σ' όλη την Αλβανία, την Ήπειρο, τη Μακεδονία, την Ακαρνανία, την Εύβοια και τη
Φθιώτιδα, αποτελούμενη από 935 τσιφλίκια, που ανήκαν είτε εξ' ολοκλήρου, είτε κατά μερίδια
(αλιακάδες) και τα οποία (αναλυτικά) βρίσκονταν: 411 στην Ήπειρο, 8 στην περιφέρεια Δομένικου,
15 στην Ελασσόνα, ένα στον Πλαταμώνα, 100 στην (υπόλοιπη) Μακεδονία, 172 στη Φθιώτιδα και
την Αιτωλοακαρνανία και 288 στην υπόλοιπη Θεσσαλία. Είχε επίσης 14 μεμονωμένα λιβάδια χωρίς
γεωργικούς συνοικισμούς στη Θεσσαλία. Ονομαστικά αναφέρουμε τα τσιφλίκια που βρίσκονται
εντός των ορίων του σημερινού86 Νομού Λαρίσης: Ακ Σαράι87, Κουτσόχερο, Μπάκραινα88, Γκερλί89,
Κιλελέρ90, Σακαλάρ91, Τζουρμακλί92, Αμαρλάρ93, Καρλίγκα94, Χατζηλάρ95, Μακρυχώρι, Καραλάρ96,

85.
86 .
87 .
88 .
89 .
90 .
91 .
92 .
93 .
94 .
95 .
96 .

Επ. Φαρμακίδης, ό. π., σ. 190-1.
Όπως ήταν τα όρια του Ν. Λαρίσης το 1925.
Περιοχή Φιλιππουπόλεως Λάρισας.
Γυρτώνη Λάρισας.
Αρμένιο Λάρισας.
Κυψέλη Λάρισας.
Μέλισσα Λάρισας.
Άγιοι Ανάργυροι Λάρισας.
Κοιλάδα Λάρισας.
Αργυρόμυλοι Λάρισας.
Κραννών.
Ελευθέριο Λάρισας.

Νάματα, Σαρτζιλάρ97, Χασάμπαλη98, Νεμπεγλέρ99, Κοσμπασάνη100, Ισαρλίκ101, Σοφόμπασι102,
Σουικλί103, Χατζημουσταφαλάρ104, Δέσιανη105, Κάπιστα106, Τσούξανη107, Καστρί, Γιάννουλη, Δέντρα,
Οκτσιλάρ108, Λασποχώρι109, Αιγάνη, Νεζερός110, Νυχτερέμι111, Πυργετός, Γκουσγκουνάρι112,
Σιμικλί113, Σαρίκαγια114, Χατζημπέη115, Αγόριανη116, Βελεσιώτες, Λεύκα, Πουρνάρι117, Τσιφλικάκι118,
Αβαρίτσα119, Αλήφακα120, Παλαμάς121, Ομβριακή, Δαουκλιώτικα Ζευγάρια122, Ζαπάντι123,
Κάπουρνα124, Α. Γεώργιος125, Περσουφλί126, Σεραντζί127, Άκετσι128, Κουρφαλ-Καραμάν129, Τσιγγέλι,
Καρατσάνταγλι130 και Τσουρνάτι131, όπως και τα μεμονωμένα λιβάδια του Ντουγουσλάρ132, Σεϊτ
Κιρ133 (παρά το Νεμπεγλέρ), Καμπίλαγα134 (παρά την Λάρισαν), Αμάρι135 (Τυρνάβου),
Κιοπόμπασι136 (Δ. Αρμενίου), Τσιολτιλέρ137 (παρά το Βελεστίνον), Καινούργιο ή Γενή-Κιόι138 και
Καρκαλάντρι139 (παρά τον Αλμυρόν) και Γεωργίτσα140 (Δ. Οξυνείας).”

Ο Αλής και οι γιοι του φρόντισαν να κτίσουν παλάτια σε διάφορες περιοχές της
επικράτειάς τους, όπως στον Τύρναβο, τη Δέσιανη, τα Λουτρά Σμοκόβου, τη
Λάρισα (Ακ σαράι), το Καρπενήσι, κι αλλού.
97 .
98 .
99 .
100.
101.
102.
103.
104.
105.
106.
107.
108.
109.
110.
111.
112.
113.
114.
115.
116.
117.
118.
119.
120.
121.
122.
123.
124.
125.
126.
127.
128.
129.
130.
131.
132.
133.
134.
135.
136.
137.
138.
139.
140.

Γλαύκη Λάρισας.
Διαλυμένος οικισμός στην περιοχή Ομορφοχωρίου Λάρισας.
Νίκαια.
Νέα Λεύκη Λάρισας.
Διαλυμένος οικισμός κοντά στη Νίκαια.
Σοφό Λάρισας.
Συνοικισμός του Ζαππείου Λάρισας.
Ρεύμα. Συνοικισμός των Νέων Καρυών Λάρισας.
Αετόλοφος Αγιάς.
Άνω Σωτηρίτσα Αγιάς.
Δήμητρα Αγιάς.
Αγία Σοφία Τυρνάβου.
Ομόλιο.
Καλλιπεύκη Λάρισας.
Παλαιόπυργος Λάρισας.
Ευύδριο (Μέγα) Φαρσάλων.
Πολυνέρι Φαρσάλων.
Αύρα Φαρσάλων.
Άγιος Κωνσταντίνος Φαρσάλων.
Εκκάρα Δομοκού.
(ενν.) Δομοκού.
Διαλυμένος οικισμός της περιοχής του Δομοκού.
Μελιταία Δομοκού.
Καρυές Δομοκού.
(ενν.) Δομοκού.
(ενν.) τα χωράφια του Δαουκλί (Ξυνιάδα).
Διαλυμένος οικισμός του Αγίου Γεωργίου Δομοκού.
Γλαφυρές Βόλου.
(ενν.) του Βελεστίνου.
Αερινό Μαγνησίας.
Περίβλεπτο Μαγνησίας.
Μικροθήβες Μαγνησίας.
Κρόκιο Αλμυρού..
Καστράκι Αλμυρού.
Διαλυμένος οικισμός στην περιοχή της Ανάβρας Αλμυρού.
Διαλυμένος οικισμός κοντά στον Παραπόταμο της Λάρισας.
Πιθανόν η περιοχή γύρω από το εξωκλήσι του Αγίου Τρύφωνα Λάρισας.
Μάλλον η περιοχή Κιόσκι Γιάννουλης.
Διαλυμένος οικισμός του Τυρνάβου.
Στην περιοχή του Μ. Μοναστηρίου Λάρισας.
Διαλυμένος οικισμός.
(τουρκ.)=Νέο Χωριό, στην περιοχή της Νέας Αγχιάλου Μαγνησίας.
Άγνωστη περιοχή.
Διαλυμένος οικισμός στα σύνορα των Νομών Τρικάλων και Γρεβενών.

Παρ' όλα αυτά το 1803-4 ο Αλής κατάφερε να να αναβαθμιστεί σε Ρούμελη βαλεσή,
επικυρίαρχος δηλαδή όλης της ηπειρωτικής Ελλάδας, παίρνοντας και την τρίτη
τιμητική ουρά των αξιωμάτων, και να αποκαταστήσει μάλιστα την τάξη στη
Μακεδονία από τις ληστοσυμμορίες που λυμαίνονταν τον τόπο.

Εικ. Ο Αλή πασάς σε νεαρή ηλικία μαζί με την αγαπημένη του μητέρα Χάμκω (Γεννάδιος Βιβλιοθήκη).

Η δράση του Αλή επεκτάθηκε και σε γειτονικούς καζάδες, όπως του Μοναστηρίου,
της Έδεσσας, της Φλώρινας, κα., καταφέρνοντας να εξασφαλίσει από τους κατοίκους
τους χρηματικές εισφορές για τον επισιτισμό του στρατού του. Το 1806 κατάφερε
την Υψηλή Πύλη να πουλήσει όλα τα δικαιώματά της στη Ρούμελη, στον ίδιο. Έτσι η
περιοχή δράσης του ήταν μια τεράστια έκταση ίση με τη σημερινή Αλβανία και το
μεγαλύτερο τμήμα της ηπειρωτικής Ελλάδας, συμπεριλαμβανομένης και της
Πελοποννήσου, στην οποία πέτυχε να τοποθετηθεί το 1807, ως Μοριά βαλεσή ο γιος
του Βελής. Μετά και την κατάληψη του Αργυροκάστρου, που συνοδεύτηκε με
διώξεις κατά των Ελλήνων και των Αρβανιτοβλάχων της περιοχής, επισημοποίησε τα
σχέδιά του για πλήρη ανεξαρτησία, ερχόμενος σε συνεννοήσεις με ξένες δυνάμεις,
κλέφτες, ακόμα και Φιλικούς. Ο ιδιαίτερα βίαιος χαρακτήρας του εκδηλώθηκε
μεταξύ άλλων με τον τρόπο που τιμωρούσε τους αντιπάλους του. Έτσι ο πασάς
Μουσταφά του Δελβίνου τιμωρήθηκε να πεθάνει από πείνα, ο Νεομάρτυρας
Δημήτριος από τη Σαμαρίνα βασανίστηκε με σκληρό τρόπο (δες το σχετικό
κεφάλαιο με τους Αγίους της Θεσσαλίας), πολιτικοί του αντίπαλοι, αλλά ακόμα και
γυναίκες, θανατώθηκαν με πνιγμό στη λίμνη των Ιωαννίνων, κ. α. Το 1812 ο
σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ αποφάσισε να αρχίσει να ασχολείται με τις καταγγελίες
κατά του Αλή. Ως πρώτο μέτρο, έπαυσε το γιο του Βελή από τα καθήκοντά του στην
Πελοπόννησο, υποβαθμίζοντάς τον στη θέση του πασά της Λάρισας. Ο Βελής και
στη νέα του θέση φρόντισε κυρίως για την αύξηση της προσωπικής του περιουσίας
με δημεύσεις περιουσιών των Οθωμανών αντιπάλων του.
Το 1818, η Πύλη θορυβημένη και βλέποντας ότι χρειαζόταν αποφασιστικά μέτρα
κατά του Αλή και των γιων του, στράφηκε ξεκάθαρα εναντίον τους και κάλεσε τον
Αλή σε απολογία. Μετά από την άρνησή του, ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις των

Οθωμανών στάλθηκαν στα Γιάννενα για την τιμωρία του Αλή. Ο διαβόητος πασάς
αντιστάθηκε, αλλά την 24η Ιανουαρίου του 1822 εξοντώθηκε στην Ι. Μ. Α.
Παντελεήμονα, που είχε καταφύγει με την τελευταία του σύζυγο, τη Βασιλική. Στη
συνέχεια αποκεφαλίστηκαν και οι γιοι του και τα κεφάλια των τριών στάλθηκαν στην
Κων/λη και εκτέθηκαν σε δημόσια θέα.
Μετά το θάνατο του Αλή, τα αμέτρητα κτήματά του, αντί να δοθούν στους
κατοίκους των χωριών, όπου ανήκαν, ανακηρύχθηκαν σουλτανικές γαίες και λίγα
χρόνια αργότερα πωλήθηκαν ή δωρήθηκαν σε επιφανείς Οθωμανούς. Έτσι όλα
σχεδόν τα καμποχώρια της Θεσσαλίας έγιναν κτήματα διαφόρων πλουσίων
Οθωμανών ή σπανιότερα Ελλήνων που είχαν πλουτίσει στο εξωτερικό, και
ονομάζονταν τσιφλίκια. Κατ' αυτόν τον τρόπο οι Θεσσαλοί ήταν σαν να επέστρεφαν
στην περίοδο της αρχαιότητας και στην κατάσταση των Πενεστών141. Αυτή η
κατάφορη αδικία κατά των φτωχών κατοίκων της υπαίθρου, που εξακολούθησε και
μετά την απελευθέρωση του 1881, οδήγησε στον Μαρίνο Αντύπα, στην εξέγερση του
Κιλελέρ και στην αναδιανομή των γαιών, πράγμα με το οποίο θα ασχοληθούμε, συν
Θεώ, στο Ε΄ μέρος της Ιστορίας μας.

Εικ. Ερείπια των κτισμάτων του Βελή στη Δέσιανη.

Ο Βελής στη Λάρισα: Το 1811 ο Βελής τοποθετήθηκε πασάς της Θεσσαλίας. Το
πρώτο μέτρο που έλαβε, και απάλυνε τα προβλήματα των Ελλήνων, ήταν η τιμωρία
και εκδίωξη των γενιτσάρων που λυμαίνονταν τον τόπο. Κατά την παραμονή του στη
Λάρισα νυμφεύτηκε την κόρη του Νετζίπ μπέη, ενός από τους πλουσιότερους
Οθωμανούς της πόλης, ενώ για μικρό διάστημα έμενε στην περιοχή της
Φιλιππουπόλεως που τότε ονομαζόταν Ακ Σαράι, προφανώς διότι εκεί έκτισε το δικό
του παλάτι (σαράι). Όμως η μόνιμη κατοικία του Βελή ήταν ο Τύρναβος, όπου και
διέμενε τους περισσότερους μήνες του χρόνου σε ένα μεγαλοπρεπές τριώροφο και
πολυτελές μέγαρο. Ο Βελής έκτισε και στη Δέσιανη ένα όμορφο σαράι, στο οποίο
είχε φτιάξει και μια μικρή τεχνητή λίμνη για να κάνουν βαρκάδα οι πολυάριθμες
νόμιμες σύζυγοί του ή και οι παλλακίδες του (χαρέμι). Όπως προαναφέραμε ο Βελής
φονεύτηκε μαζί με τον Αλή και τον αδελφό του, Μουχτάρ, αλλά τα παιδιά του
ανέβηκαν σε ανώτερο επίπεδο την κλίμακα ιεραρχίας του οθωμανικού κράτους κατά
τις επόμενες δεκαετίες.

Κεφάλαιο 7ο
141. Δες σχετικά, Κ. Α. Οικονόμου, Η Λάρισα και η θεσσαλική Ιστορία, τόμος Β΄, Λάρισα 2008.

Η Επανάσταση του '21 στη Θεσσαλία
Α΄ Η Φιλική Εταιρεία και οι Θεσσαλοί
Εκτός από την πρώιμη σύλληψη της επαναστατικής ιδέας, του προδρόμου
αγωνιστή Ρήγα Φεραίου, για τον οποίο γίνεται λόγος σε ειδικό κεφάλαιο,
ξεχωριστής σημασίας γεγονός για την ελληνική Επανάσταση αποτελεί η οργάνωση
της Φιλικής Εταιρείας. Ένας εκ των ιδρυτών της Φιλικής Εταιρείας, στην οποία λόγω
του ειδικού θεσσαλικού ενδιαφέροντος και του περιορισμένου όγκου της παρούσης
εργασίας, λεπτομέρειες είναι αδύνατον να καταγραφούν, ήταν ο Θεσσαλός έμπορος
Τσακάλωφ. Οι επίσημοι βιογράφοι αναφέρουν ως τόπο καταγωγής του τα Ιωάννινα.
Η αλήθεια είναι όμως πως ήταν γιος εμπόρου από τον Τύρναβο της Λάρισας και είχε
εγκατασταθεί στη Μόσχα. Θεωρούνταν ο πιο μορφωμένος από την ηγετική τριανδρία
της Φιλικής Εταιρείας (Ξάνθος και Σκουφάς ήταν οι άλλοι δύο). Ο Τσακάλωφ ήταν
ιδρυτικό μέλος του “Ελληνόγλωσσου Ξενοδοχείου”, μιας οργάνωσης που αποτέλεσε
πρόδρομο της Φιλικής Εταιρείας, που είχε ιδρυθεί στο Παρίσι το 1809. Η ανάπτυξη
της Εταιρείας περιορίστηκε τα πρώτα χρόνια μεταξύ των Ελλήνων της διασποράς,
ενώ στην Ελλάδα άρχισε να αναπτύσσεται με μυήσεις νέων μελών μετά το 1808.
Μεταξύ των πρώτων μυημένων στο ελληνικό χώρο εμφανίζεται ο Άνθιμος Γαζής,
από τις Μηλιές του Πηλίου. Ένας άλλος Θεσσαλός από τους πρώτους μυημένους
(1818) ήταν και ο δάσκαλος Α. Παππάς, που οργανώθηκε στην Εταιρεία στην
Ιταλία. Ο ίδιος, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Εταιρείας, μύησε τριάντα νέους
Έλληνες σ' αυτή142. Το 1820 ανακηρύχθηκε επίσημος αρχηγός της σχεδιαζόμενης
επανάστασης ο Αλέξανδρος Υψηλάντης (12/4), ενώ ορίστηκε η Μολδοβλαχία ως
τόπος από τον οποίο θα ξεκινούσε η Επανάσταση.

Β΄ Η επανάσταση στη Μολδοβλαχία και οι Θεσσαλοί αγωνιστές – Γ.
Ολύμπιος
Ο Ολύμπιος: Ο Θεσσαλός αυτός μεγάλος αγωνιστής γεννήθηκε το 1772 στο
Λιβάδι της Ελασσόνας. Ήταν συγγενής των γνωστών αρματολών Λαζαίων του
Ολύμπου.

142. Δες σχετ. Ι. τ. Ε. Ε., τ. Ι΄, σ.50-60.

Εικ. Γεωργάκης Ολύμπιος

Μετά την εξόντωση αυτών από τον Αλή πασά ο Γεωργάκης Ολύμπιος βγήκε στα
βουνά ως κλέφτης. Ο Αλή πασάς, που τον είχε φοβηθεί λόγω της δύναμής του, του
ανέθεσε το αρματολίκι του Ολύμπου. Όμως το 1799 ήρθε σε ρήξη με το διαβόητο
Αλή και έφυγε για τη Σερβία όπου συνεργάστηκε με τον Καραγεώργη στην
προετοιμασία της σερβικής επανάστασης (1802-3), που θα ξεσπούσε το επόμενο
έτος. Εκεί ενίσχυσε περισσότερο τις σχέσεις του με το ομόδοξο γένος των Σέρβων
νυμφευόμενος τη χήρα του του Σέρβου οπλαρχηγού Βέλκο. Το 1803 υπηρέτησε στο
ελληνικό σύνταγμα του ρωσικού στρατού της Οδησσού, που είχε δημιουργήσει ο
τσάρος Αλέξανδρος Α΄ για να χτυπήσει τους Οθωμανούς στη Βλαχία. Στη μάχη του
Βιδινίου ο Ολύμπιος πολέμησε ηρωικά και ο στρατηγός Κουτούζωφ τον ονόμασε
συνταγματάρχη ενώ ο τσάρος του απένειμε το παράσημο της Αγίας Άννας. Έπειτα
επέστρεψε στη Σερβία (1807) και, όταν διορίστηκε ηγεμόνας στη Ρουμανία ο
Σούτσος, επανέκαμψε στην περιοχή.
Ο αγώνας στη Μολδοβλαχία και η συμμετοχή του Γ. Ολύμπιου: Γύρω στα
1814-5 διορίστηκε διοικητής του πυροβολικού της ηγεμονίας. Το 1819 μυήθηκε στη
Φιλική Εταιρεία από τον Π. Αναγνωστόπουλο. Κατά την προετοιμασία της
επανάστασης στις παραδουνάβιες ηγεμονίες ο Ολύμπιος υπήρξε βασικός συνεργάτης
του Α. Υψηλάντη. Μάλιστα, κατόπιν προτροπής του, ο Θεσσαλός ήρωας μύησε και
τον Ρουμάνο οπλαρχηγό Βλαντιμιρέσκου στην Εταιρεία. Λίγο αργότερα μαζί με τον
Υψηλάντη κατέλαβαν το Βουκουρέστι. Στις 27/4/1821 εκδίωξε τους Τούρκους που
προσπάθησαν να περάσουν το Δούναβη. Μεταξύ των αγωνιστών του Ολύμπιου
υπήρξαν πολλοί Έλληνες, Ρουμάνοι, Σέρβοι, Ρώσοι αλλά και Αλβανοί. Ανάμεσά τους
αρκετά θεσσαλικά ονόματα (δες πιο κάτω τον σχετ. πίνακα). Όταν ο Βλαντιμιρέσκου
έδειξε να εναντιώνεται με τη συνέχεια του αγώνα και να προσπαθεί να έλθει σε
συμφωνία με τους Τούρκους, συνελήφθη από τον Ολύμπιο (21/5/1821) και
παραδόθηκε στον Υψηλάντη ο οποίος τον θανάτωσε. [Μεταξύ των ανθρώπων του
Υψηλάντη ήταν και ο Θεσσαλός κληρικός και Φιλικός Αριστείδης Παπάς ή Πωπ.
Είχε σταλεί στη Σερβία τους μήνες πριν το ξέσπασμα της Επανάστασης
μεταφέροντας επιστολές για την αναμενόμενη κήρυξή της. Πιάστηκε όμως καθοδόν
μαζί με τον συνεργάτη του Δημήτριο Μετσοβίτη, στις αρχές Ιανουαρίου του 1821
και εκτελέστηκαν, ενώ τα γράμματα που μετέφεραν έπεσαν στα χέρια της
οθωμανικής εξουσίας143].Στη ατυχή μάχη του Δραγατσανίου ο Ολύμπιος ήταν
μεταξύ των διακριθέντων. Μετά τις σημαντικές μάχες στη Μολδοβλαχία (Σκουλένι
και Δραγατσάνι), τα διασώθεντα μικρά στρατιωτικά σώματα των επαναστατών
διασκορπίστηκαν σε διάφορες κατευθύνσεις, κυρίως σε δάση και μονές. Ο
Γεωργάκης Ολύμπιος, ο Θεσσαλός ήρωας του αγώνα της Μολδοβλαχίας, μαζί με τον
Γιάννη Φαρμάκη, δεν ακολούθησαν τον Υψηλάντη στην Αυστρία, αλλά βλέποντας
ότι δεν μπορούσαν να καταφέρουν κάτι στη Βλαχία, αποφάσισαν να κατευθυνθούν
μέσω ορεινών περασμάτων στη Μολδαβία κι από εκεί στη Βεσσαραβία, με σκοπό να
περάσουν στην Ελλάδα. Τα επαναστατικά σώματα καταδιώκονταν από ισχυρές
οθωμανικές δυνάμεις υπό τον Σαρικλόγλου, ενώ πολλοί συναγωνιστές του Ολύμπιου
άρχισαν να λιποτακτούν. Στο πέρασμα από το όρος Βράνσα ο Ολύμπιος ασθένησε
και μεταφέρονταν από τους συμπολεμιστές του. Για μικρό διάστημα σταμάτησε στη
143. Σπ. Τρικούπης, ό. π., τόμος Α΄ , σ. 50.

Μονή Σέκου με σκοπό να ξεκουραστεί το μικρό στρατιωτικό του σώμα του και να
γίνει και ο ίδιος λίγο καλύτερα από την περιπέτεια της υγείας του. Ο επίσκοπος της
περιοχής Ρομάνο, έχοντας έλθει σε συνεννόηση με τους Οθωμανούς, ζήτησε από τον
Ολύμπιο να υπερασπιστεί το μοναστήρι. Εκείνος, βαθιά θρησκευόμενος καθώς ήταν,
δέχτηκε, με αποτέλεσμα την 8η Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους να περικυκλωθεί
από ισχυρές τουρκικές δυνάμεις στο χώρο της μονής. Η άμυνα των πολιορκημένων
της μονής έγινε πολύ πιο δυσχερής όταν οι πολιορκητές κατέστρεψαν το υδραγωγείο.
Τότε ο Γεωργάκης Ολύμπιος μαζί με άλλους ένδεκα συναγωνιστές του ανέβηκε στο
καμπαναριό της μονής και λίγο πριν τους φτάσουν οι Τούρκοι ανατινάχτηκαν,
πυροβολώντας σε βαρέλι με μπαρούτι που είχαν φέρει μαζί τους.

Εικ. Το τέλος του Γεωργάκη Ολύμπιου και των συναγωνιστών του (Ι.τ.Ε.Ε., τ. 10)

Ο άλλος σημαντικός αγωνιστής, ο Φαρμάκης, συνελήφθη και θανατώθηκε λίγο
αργότερα παραδειγματικά στην Κων/λη. Η απώλειά του ήταν πολύ σημαντική,
εφόσον υπήρξε μεγάλος στρατιωτικός ηγέτης και πατριώτης, ακριβώς πάνω στην
κορύφωση του επαναστατικού αγώνα στην Ελλάδα. Σίγουρα η τύχη της
επανάστασης στη Θεσσαλία δεν θα είχε κριθεί τόσο νωρίς.

Πίνακας Θεσσαλών επαναστατών στη Μολδοβλαχία.
Από το κρατικό Αρχείο της Νομαρχίας Οδησσού.
Πληροφορίες και στοιχεία για τους κρατουμένους “Φιλικούς” της πόλης Οργκίεβ.
[14/7/1821] (Από το παράρτημα του βιβλίου του Ακαδημαϊκού Νικολάι Τοντόροφ: Η βαλκανική

διάσταση της Επανάστασης του 1821, εκδ. Gutenberg, 1982, σσ. 191-294)

Ονοματεπώνυμο

Καταγωγή

Σχόλια

Ευθύμιος Γεωργιάδης

Αμπελάκια

Έμπορος στην Αυστρία και τη Ρωσία. Πέρασε
στη Μολδαβία την 1/6/1821.

2 Διαμαντής Μαγνιάρης

Αμπελάκια

Συνεργάτης του Γεωργιάδη

3 Πανταζής Ζαγοραίος

Ζαγορά

Στις 21 Μαρτίου ήταν στην Οδησσό.

4 Αγγελής Αναστασιάδης

Ζαγορά

Έμπορος στην Πόλη και τη Μολδαβία.

5 Ιωάννης Θεοδώρου

Γαρδίκι

Έμπορος στη Βεσσαραβία.

1

6 Δημήτριος Κωνσταντίνου Προμύρι

Πέρασε μέσω Πόλης στο Γαλάτσι.

7 Δημήτριος Στεργίου

Γορίτσα (ή Καρίτσα) Το 1806 οι Τούρκοι πυρπόλησαν την οικία του.

8 Θεόδωρος Στεργίου

Σκόπελος

Έμπορος στο Ταγκαρόγκ Ρωσίας.

9 Νικόλαος Θεοδώρου

Σκόπελος

Έμπορος στο Γαλάτσι.

10 Δημήτριος Γεωργίου

Σκόπελος

Ναυτικός.

11 Κύριλλος Γερομάντης

Άγραφα

Κουτσόβλαχος μοναχός από την Ι. Μ. Πέτρας.

12 Στέλιος Νικολάου

Τρίκαλα

Έμπορος στη Μολδαβία.

13 Ντιορντής Ζαγοριανός

Ζαγορά

Έμπορος στη Βλαχία.

14 Κων/νος Μ. Αγγέλλου

Ζαγορά

Έμπορος στη Μολδαβία.

Κοσμάς Λάσκαρης

Ζαγορά

Υπηρέτησε το ρωσικό στρατό στον ρωσοτουρκ.
Πόλεμο.

15

Αντώνιος

16 Νάντα

Πέτροβιτς

ή Γκόρνιτσα (;)

Πωλητής χαλβά στο Κισίνεφ.

17 Σταμάτης Αποστόλου

Ζαγορά

Έμπορος στο Γαλάτσι.

18 Πάρις Νικολάου

Ζαγορά

Κάτοικος, επί 9 έτη, Γαλατσίου.

19 Ανδρέας Παπαδόπουλος

Άγραφα

Εμποροϋπάλληλος στη Μολδαβία.

20 Παναγιώτης Γεωργίου

Αμπελάκια

Έφτασε στο Γαλάτσι πριν λίγους μήνες.

21 Στάνης Ρίζος

Γκούρα Ολύμπου (;)

Έμπορος στη Μολδαβία.

22 Σταμάτης Χατζής

Ζαγορά

Έμπορος στη Μολδαβία.

23 Απόστολος Σωτηρίου

Ζαγορά

Εργάτης σε αγρόκτημα στη Μολδαβία.

Γ΄ Η Επανάσταση του '21 στο Πήλιο
Το Πήλιο – γενικά: Στους σκληρούς και σκοτεινούς πρώτους χρόνους της βαριάς
τουρκικής σκλαβιάς, κυρίως κατά τον πρώτο αιώνα (1423-1500), το Πήλιο είχε
σχεδόν ερημωθεί. Μοναχικοί φάροι ελληνικής παρουσίας κατά τον 15ο αιώνα
έστεκαν τα μοναστήρια της περιοχής, τα περισσότερα όμως εκ των οποίων είχαν
ερειπωθεί. Όταν άρχισαν να ησυχάζουν κατά κάποιο τρόπο τα πράγματα στο

εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, άρχισαν να σχηματίζονται, μικροί στην
αρχή, κάποιοι οικισμοί από τους καλλιεργητές των κτημάτων των μοναστηριών, οι
οποίοι με την πάροδο των χρόνων μετατράπηκαν σε οργανωμένα χωριά που άρχισαν
να παρουσιάζουν αλματώδη ανάπτυξη. Έτσι στα μέσα του 17ου ήδη αιώνα τα είκοσι
τέσσερα χωριά του Πηλίου έγιναν φημισμένα για τον πλούτο τους. Τα χωριά αυτά
ήταν: ο Άνω Βόλος, η Πορταριά, το Κατηχώρι, οι Μηλιές, το Νιοχώρι, η
Τσαγκαράδα, η Ζαγορά, η Μακρυνίτσα, η Δράκεια, ο Άγιος Λαυρέντιος, το
Καραμπάσι144, οι Πινακάτες, η Βεζίτσα145, η Αργαλαστή, το Μετόχι, το Μπιρ, η
Μπιστινίκα, η Συκή, ο Λαύκος, το Προμύρι, το Ανήλιο, ο Κισσός, το Μούρεσι, η
Μακρυρράχη. Τούρκος δεν κατοικούσε στο Πήλιο παρά μόνο στο κάστρο του
Βόλου. Οι κυριότερες ασχολίες των κατοίκων ήταν η γεωργία, κυρίως οπωροφόρων
δέντρων και αμπελιών, η παραγωγή μετάξης, η υφαντουργία, η ναυτιλία και το
εμπόριο με κύριο διαμετακομιστικό κέντρο το Χορευτό της Ζαγοράς. Η ναυτιλία
αναπτύχθηκε εξαιτίας της ανάπτυξης του εμπορίου και εκτός του εμπορίου των
υφαντών εξυπηρετούσε και τη μεταφορά των σιτηρών της Θεσσαλίας προς τα
μεγάλα αστικά κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά και του εξωτερικού.
Εκτός του Χορευτού, αναπτύχθηκαν και τα λιμάνια της Π. Μιτζέλας και του
Τρικερίου. Ο στόλος μάλιστα των Τρικεριωτών ήταν από τους μεγαλύτερους της
Ελλάδας (δες τον Πίνακα).
Το ελληνικό εμπορικό ναυτικό το 1813. Οι μεγαλύτερες
δυνάμεις της Ελλάδας.
Η κατάταξη γίνεται ανά χωρητικότητα (τονάζ). Με έντονα γράμματα τα θεσσαλικά λιμάνια.
Νησιά- λιμένες
πλοία
τόνοι
πληρώματα
πυροβόλα
Ύδρα

120

45.000

5.400

2.400

Σπέτσες

60

19.000

2.700

900

Κρήτη

40

15.000

2.300

480

Γαλαξίδι

50

10.000

1.100

300

Σκόπελος

35

6.300

525

140

Κύμη

25

4.500

450

100

Λήμνος

15

3.900

300

90

Καστελόριζο

30

3.600

450

60

Μύκονος

22

3.300

440

130

Ψαρά

60

3.300

440

132

Άνδρος

40

2.800

400

80

Θήρα

32

2.560

480

128

Τρίκερι

12

2.160

215

48

Βάττικα

13

1.690

195

52

Σκύρος

12

1.200

144

48

Χίος

6

1.200

90

24

144.
145.

Καράμπασι είναι ο Άγιος Βλάσης.
Βυζίτσα.

Σκιάθος

12

1100

144

48

Πηγή: Ιστορία των Ελλήνων, εκδ. Δομή, τόμος 8ος, σσ. 652-3

Πολύ γρήγορα τα χωριά του Πηλίου τέθηκαν υπό την εποπτεία και εξάρτηση της
βασιλομήτορος (βαλιδέ-σουλτάνα) και αυτό σήμαινε προνόμια αυτοδιοικήσεως για
την περιοχή. Η οικονομική ανάπτυξη έφερε και την πνευματική αναγέννηση, στην
οποία αναφερόμαστε εκτεταμένα σε σχετικό κεφάλαιο του παρόντος τόμου. “Από
τέτοιαν ακμή προήλθεν ο Ρήγας.... κατά τας τελευταίας προ της επαναστάσεως
δεκαετίας το Πήλιον ήτο πλέον εστία πνευματική και εθνική...Ένας άλλος εξαιρετικός
άνθρωπος είχε δημιουργηθεί εις την ευνοϊκήν ατμόσφαιράν του και έγινε πνευματικός
οδηγός του τόπου του: ο Άνθιμος Γαζής146.”Με τα λόγια αυτά ο Δ. Κόκκινος καλύπτει
τους δυο κυριότερους οδηγητές της επανάστασης στο Πήλιο, τον πρόδρομο και
οραματιστή Ρήγα και τον εγκέφαλο και εμψυχωτή Γαζή, των οποίων η σφραγίδα
χαράχτηκε ανεξίτηλα στην επανάσταση του Πηλίου.
Η Φιλική Εταιρεία και η προετοιμασία της Επανάστασης: Όπως διαβάζουμε
στο σχετικό κεφάλαιο για τις βιογραφίες των πνευματικών ανθρώπων της
Θεσσαλίας, του παρόντος τόμου, το 1818 ο Άνθιμος Γαζής εντάχθηκε στη Φιλική
Εταιρεία, παρά τους αρχικούς του ενδοιασμούς. Η μύησή του έγινε από τον Ξάνθο ο
οποίος είχε ταξιδέψει στο Πήλιο αποκλειστικά για το σκοπό αυτό. Γρήγορα ο Γαζής
εντάχθηκε στη λεγόμενη Αρχή της Φ. Εταιρείας, αναλαμβάνοντας από τη θέση αυτή
την προετοιμασία της επανάστασης στη Θεσσαλία. Η μύηση στην Εταιρεία και του
αρματολού του Πηλίου Κυριάκου Μπασδέκη ήταν μια καθοριστική επιτυχία του
Γαζή. Η ηγεσία της Ελληνικής Επανάστασης είχε δοθεί, όπως θα γνωρίζουμε, στον
Αλέξανδρο Υψηλάντη που βρισκόταν στο Ισμαήλι της Βεσσαραβίας. Ο Υψηλάντης
απέστειλε επιστολή στον Γαζή με την οποία του ζητούσε να προετοιμάσει το λαό της
Θεσσαλομαγνησίας, ώστε όταν δοθεί το σύνθημα να κινήσει την εξέγερση και στο
Πήλιο. Όμως, ενώ η Πελοπόννησος και η Στερεά είχαν ήδη ξεσηκωθεί, τα πράγματα
στο Πήλιο δεν φαίνονταν ρόδινα. Είχε βέβαια ο Γαζής την αμέριστη συμπαράσταση
πολλών μυημένων στη Φιλική Εταιρεία και τα ένοπλα σώματα του Μπασδέκη, ο
οποίος, αξίζει να σημειώσουμε είχε αναβαθμιστεί από τον Αλή πασά, που του είχε
προσφέρει τα αρματολίκια του Βελεστίνου, του Αλμυρού και του Δομοκού, αλλά είχε
να αντιπαλέψει με το συντηρητικό πνεύμα των κοτσαμπάσηδων του Πηλίου. Κι αυτό
εν μέρει φαίνεται δικαιολογημένο διότι στον τόπο τους υπήρχε ευμάρεια και ακμή
από τη μια μεριά ενώ από την άλλη απουσίαζαν οι πιέσεις εκ μέρους των Τούρκων,
ως αποτέλεσμα των προνομίων που τους είχαν παρασχεθεί. Άλλωστε αυτή η
απροθυμία για εξέγερση οφειλόταν και στους κινδύνους που θα αντιμετώπιζε η
επαρχία τους λόγω της γειτνίασης με τη Λάρισα, που την εποχή εκείνη ήταν έδρα
ισχυρών οθωμανικών στρατευμάτων. Η επανάσταση λοιπόν στο Πήλιο, αν ποτέ
αποτολμούνταν, σύμφωνα με τους δημογέροντες του Πηλίου, ήταν καταδικασμένη
να αποτύχει και θα συνεπάγονταν τραγικές δοκιμασίες και φόρο αίματος για τους
ντόπιους. Έτσι μπορούμε να δικαιολογήσουμε την αρχική αντίδραση των υπευθύνων,
έναντι της οθωμανικής εξουσίας, των κοινοτήτων. Άλλωστε αυτοί οι ίδιοι ήταν που
έδειξαν τα πατριωτικά τους αισθήματα λίγους μήνες αργότερα με τη συμμετοχή τους
146. Δ. Κόκκινος, Η ελληνική Επανάστασις, εκδ. Μέλισσα, ε΄ έκδοση, τόμος Α΄ , σ. 305.

στις ένοπλες συγκρούσεις. Άρα δεν μπορούμε να τους χαρακτηρίσουμε ως μη
πατριώτες ή “βολεμένους”. Ακόμα και ο πρωτοξάδελφος του Γαζή, ο Γρηγόριος
Κωνσταντάς, ήταν κατά της συμμετοχής του Πηλίου στην επανάσταση. Ο
πρωτεργάτης όμως της επανάστασης, ο σθεναρός ιερωμένος Άνθιμος Γαζής,
βλέποντας από τη μια ότι δεν μπορούσε να μεταπείσει το μεγαλύτερο μέρος των
“κεφαλών” του τόπου, επιθυμώντας όμως από την άλλη τη συμμετοχή του Πηλίου
στην επανάσταση, που ήδη συμπλήρωνε δύο μήνες δράσης στη Ν. Ελλάδα, σκέφτηκε
να τους παρασύρει όλους, έκοντες-άκοντες, με μια αιφνιδιαστική ενέργεια.
Το ξέσπασμα της επανάστασης: Την Πρωτομαγιά του 1821 συγκεντρώθηκαν όλοι
οι Φιλικοί του Πηλίου, ο Κωνσταντάς και ο Γαζής στο σπίτι του Γιάννη Δήμου στις
Μηλιές καλεσμένοι σ' ένα τραπέζι. Πριν καθίσουν καλά καλά στο τραπέζι κι ενώ
πίνοντας έτρωγαν τους μεζέδες που τους είχαν παρατεθεί, ο Γαζής σηκώθηκε κι
έσυρε απ' το ράσο του κάποια έγγραφα και άρχισε να διαβάζει με επίσημο ύφος.
Ήταν τα έγγραφα που του είχε στείλει ο Υψηλάντης κι αφορούσαν στην εντολή
κήρυξης του επαναστατικού αγώνα στη Θεσσαλία. Όταν τελείωσε την ανάγνωση
ευχήθηκε την Ανάσταση του Γένους. Όλοι οι παριστάμενοι Φιλικοί φώναξαν δυνατά
“Ζήτω η Ελευθερία!” Μόνο ο Κωνσταντάς έμενε αμίλητος. “Πω πω, θα πάρετε τον
κόσμο και τον τόπο στο λαιμό σας.”, ήταν τα λόγια που ξεστόμισε. “Θα σώσουμε τον
τόπο και την πατρίδα.”, του απάντησε ο Γαζής147. Την επομένη ο Γαζής αναχώρησε
για τη Μακρυνίτσα για την προετοιμασία των επαναστατικών σωμάτων. Την 5η
Μαΐου έκαναν την εμφάνισή τους στον Παγασητικό επτά πλοία, τα οποία, μετά από
συμφωνία που είχε κάνει ο Γαζής με τους Υδραίους καπετάνιους, είχαν έλθει στη
Μαγνησία για να ενισχύσουν το φρόνημα των Ελλήνων της περιοχής. Τα τρία απ'
αυτά τα πλοία ήταν τρικεριώτικα, δυο υδραίικα με καπετάνιους τον Αναστάση
Τσαμαδό και τον Λάζαρο Παπαμανώλη και δυο σπετσιώτικα με τους Ιωάννη
Κούτση και Ιωάννη Κυριακού. Όταν οι Τούρκοι του Βόλου και των Λεχωνίων
αντιλήφθηκαν την παρουσία των ελληνικών πλοίων ζήτησαν εξηγήσεις από τους
προκρίτους. Εκείνοι όμως δήλωσαν άγνοια. Ο εκπρόσωπος της οθωμανικής
διοίκησης στο Πήλιο, Ιμπραήμ αγάς, που είχε έδρα του τις Μηλιές, ανησύχησε
περισσότερο, γνωρίζοντας, ίσως από πληροφοριοδότες του, τις κινήσεις του Ανθίμου
Γαζή. Οι πρόκριτοι της κωμοπόλεως, με τους οποίους δεν είχε έλθει σε συνεννόηση ο
Γαζής, συμβούλευσαν τον Ιμπραήμ να καταφύγει στο κάστρο του Βόλου,
φροντίζοντας μάλιστα για την ασφαλή του διαφυγή. Όταν όμως οι επαναστάτες
αντιλήφθηκαν την προσπάθεια διαφυγής του αγά και της συνοδείας του κατέβηκαν
από τις Μηλιές και τον περίμεναν έξω από τα Λεχώνια. Όταν οι πρόκριτοι
κατάλαβαν το σχέδιο των ενόπλων συμπατριωτών τους οδήγησαν τον Ιμπραήμ από
ένα μονοπάτι σε ένα μονύδριο της περιοχής, κρύβοντάς τον εκεί. Εν τω μεταξύ τα
ελληνικά πλοία άραξαν μπροστά από τα Λεχώνια φέρνοντας πανικό στους
Οθωμανούς και ενθουσιασμό στους ραγιάδες. Την 7η Μαίου άρχισαν να συρρέουν
στις Μηλιές πλήθη ένοπλων επαναστατών από όλα τα πηλιορείτικα χωριά για την
κεντρική επαναστατική συγκέντρωση. Η επανάσταση, ουσιαστικά είχε κηρυχθεί. Την
επομένη Κυριακή 8/5/21, αμέσως μετά τη Θεία Λειτουργία κι ενώ οι ένοπλοι είχαν
συγκεντρωθεί στην πλατεία ο Γρηγόριος Κωνσταντάς, που λίγες μέρες πριν είχε
θορυβηθεί με την επαναστατική διαταγή του Υψηλάντη, ανέβηκε σε ένα πεζούλι της
147. Δ. Κόκκινος, ό. π. , σ. 307.

πλατείας και εκφώνησε έναν εμπνευσμένο, ενθουσιώδη και δυνατό υπέρ της
επανάστασης λόγο, δίνοντας μ' αυτό τον τρόπο το δικό του τόνο στο ξέσπασμα της
πηλιορείτικης επανάστασης.
Ο εμπνευσμένος λόγος του Κωνσταντά προς τους επαναστατημένους.
“Συμπατριώται,
Ελευθερία. Τα βάσανά μας ετελείωσαν. Χαίρετε, αδελφοί χαίρετε. Όλον το Γένος, απ' άκρου εις
άκρον, είναι ανάστατον. Από την Ρωσίαν έως την Κρήτην, όλοι οι αδελφοί μας Χριστιανοί
εσηκώθησαν και συντρίβουν τας αλύσεις τεσσάρων αιώνων τυραννίας. Οι εχθροί μας είναι
ολιγότεροι και πολεμούνται αναμεταξύ τους. Το αίμα χιλιάδων αθώων ψυχών έγινε ωκεανός και θα
καταποντίσει τους τυράννους. Ο Μωάμεθ δε θα σώσει πλέον τους Αγαρηνούς. Η εξουσία του είναι εις
την δύσιν της. Αγάπην και ομόνοιαν, αδελφοί. Αγάπην και ομόνοιαν έχετε και σωζόμεθα. Η ένωσις
είναι η δύναμις. Είναι προτιμότερος ο ένδοξος θάνατος παρά η άτιμη ζωή. Ας αποθάνωμεν όμως
εκδικούμενοι το αίμα των αθώων αδελφών μας, το αίμα τόσων γενεών Χριστιανών, που τους
έσφαζαν αθεόφοβα οι άπιστοι Αγαρηνοί, το αίμα των πατέρων μας όπου έτρεξε ποτάμι. Αλλ' όχι. Δεν
θα αποθάνωμεν, θα νικήσωμεν. Χαίρεται αδελφοί, χαίρετε. Θα βασιλεύση η πίστις του Χριστού. Ζήτω
η Ελευθερία.”
Την ομιλία αυτή τη διέσωσε ο βιογράφος του Κωνσταντά Καλημέρης. Για την αντιγραφή: Δ. Κόκκινος, Η ελληνική
Επανάστασις, εκδ. Μέλισσα, ε΄ έκδοση, τόμος Α΄ , σ. 308.

Όταν τελείωσε την ομιλία του το πλήθος ξέσπασε με φωνές ενθουσιασμού και
ζητωκραυγές. Ο Γιάννης Δήμου ύψωσε το λάβαρο της επανάστασης, μια σημαία, την
οποία είχε κεντήσει η αδελφή του, από λευκό ύφασμα με έναν μεγάλο κόκκινο
σταυρό που έφερε στην κεφαλή του τον ήλιο ενώ στις τέσσερις γωνίες του σταυρού
υπήρχαν κεντημένοι τέσσερις μικρότεροι.
Ο επαναστατικός στρατός υπό την ηγεσία του Κυριάκου Μπασδέκη ξεκίνησε για
να καταλάβει την έδρα της τουρκικής φρουράς του Πηλίου, τα Λεχώνια. Αρκετοί
Οθωμανοί φονεύτηκαν, στις μικροσυγκρούσεις που σημειώθηκαν, ενώ άλλοι, μεταξύ
των οποίων και πολλά γυναικόπαιδα, αιχμαλωτίστηκαν και στάλθηκαν, οι μισοί σε
πρόχειρο στρατόπεδο στον Άγιο Λαυρέντη, φυλασσόμενοι από μια μικρή
στρατιωτική δύναμη υπό τον Γιάννη Μπαλατσό και οι υπόλοιποι στο Άγιο Γεώργιο.
Την επομένη, 9/5, οι επαναστάτες έχοντας ενισχυθεί με περισσότερους Πηλιορείτες
συγκεντρώθηκαν στην περιοχή Επτά Πλατάνια του Βόλου κι από εκεί εξαπέλυσαν
επίθεση κατά του κάστρου του Βόλου. Οι επαναστάτες πολέμησαν γενναία αλλά
χωρίς συντονισμό με αποτέλεσμα οι Τούρκοι πολιορκημένοι να τους ανακόψουν με
συνεχείς ομοβροντίες των ντουφεκιών τους και του μοναδικού κανονιού που είχαν
στην κατοχή τους148. Μεταξύ των πολλών τραυματισμένων επαναστατών ήταν και ο
Κυριάκος Μπασδέκης, που είχε χτυπηθεί στη πύλη του κάστρου που λεγόταν
Καρακαπού. Ο Αναστάσιος Τσαμαδός οδήγησε τον τραυματισμένο αρματολό με το
πλοίο του στο Τρίκερι για να αναρρώσει. Οι επιχειρήσεις έξω από το Βόλο δε
σταμάτησαν παρά τον τραυματισμό του στρατιωτικού ηγέτη των πολιορκητών.
Αρχηγός ανέλαβε ο υπασπιστής του Μπασδέκη, Κοντονίκος. Παρά τις εκ νέου
γενναίες προσπάθειες των Ελλήνων, η επίθεση κατά των τειχών του Βόλου δεν
στέφθηκε από επιτυχία. Τότε οι επαναστάτες άλλαξαν σχεδιασμό και, υπό την
αγχώδη προσπάθεια της επίδειξης κάποιας σημαντικής επιτυχίας για να ανεβάσουν
το φρόνιμα των συμπατριωτών τους, αποφάσισαν να χτυπήσουν το Βελεστίνο, που
είχε ισχυρή οθωμανική παρουσία. Έτσι τα ελληνικά στρατιωτικά τμήματα
κατευθύνθηκαν προς τη διάδοχο πόλη των αρχαίων Φερών, ενώ τα ελληνικά πλοία
148. Δ. Κόκκινος, ό. π. , σ. 308.

κατευθύνθηκαν προς την περιοχή της σημερινής Ν. Αγχιάλου. Ο Κοντονίκος εν τω
μεταξύ είχε φροντίσει, για να καλύψει τα νώτα του και να δυσκολέψει την
επικοινωνία των Τούρκων Αλμυρού και Βελεστίνου μ' αυτούς του Βόλου, να
καταλάβει το ύψωμα Πιλάφ Τεπέ (μτφ. Σωρός Ρυζιού), που δεσπόζει δυτικά του
Βόλου (λίγο μετά τη διασταύρωση προς Σέσκλο). Οι δημογέροντες του Πηλίου, τον
ίδιο καιρό, αποφάσισαν να οργανώσουν μια πολιτική αρχή διοίκησης των
επαναστατημένων περιοχών, στα πλαίσια των αντίστοιχων οργανισμών που είχαν
συσταθεί στη Νότια Ελλάδα. Η επιτροπή που σχηματίστηκε ονομάστηκε Βουλή
Θετταλομαγνησίας. Η πρώτη απόφαση της Βουλής αυτής ήταν η αποστολή του
Κωνσταντά και του προκρίτου Παρίση Χρυσοχού στα Ψαρά για να ζητήσουν
ενισχύσεις με αποστολή πλοίων που θα έφεραν κανόνια για να πετύχουν την άλωση
του κάστρου του Βόλου. Οι δύο αντιπρόσωποι παρέδωσαν ένα γράμμα στους
καπεταναίους των Ψαρών που ανέφερε τα αιτήματα των επαναστατών του Πηλίου
(δες κείμενο).
Η επιστολή της Βουλής Θετταλομαγνησίας προς τους ηγέτες των Ψαρών.
“Προς τους ομογενείς Έλληνας,
Κατά το παράδειγμα των λοιπών ομογενών, οίτινες αγωνίζονται υπέρ της κοινής ελευθερίας του
Γένους, εκινήθημεν και ημείς εις τα όπλα εναντίον των τυράννων της Ελλάδος, ευθύς όπου εφάνησαν
εδώ καράβια του ελληνικού στόλου κατά τας 7 του τρέχοντος και καταδιώκομεν τον εχθρόν έξω εις
τα θεσσαλικά πεδία, αλλ' επειδή είμεθα στερημένοι πολεμικών υλών, οίον μπαρουτίου, από των
οποίων μας ζητούν έτι από τα πλησιόχωρα γειτονικά μέρη, διά τούτο στέλλομεν εξεπίτηδες τον
σοφιολογιώτατον δάσκαλον κύριον Γρηγόριον Κωνσταντάν και τον τιμιώτατον κύριον Παρίσην
Χρυσοχού, τους συμπολίτας μας, να υπάγουν εις τα Ψαρά και εις άλλα μέρη διά να εύρουν εκ τούτων
των πολεμικών υλών και να μας φέρωσιν. Όθεν παρακαλούμεν όλους τους ομογενείς μας αδελφούς
Έλληνας, όσοι συναντήσωσι τούτους εις την θάλασσαν και όθεν διαβώσιν εις τα μέρη της ξηράς να
τους υπερασπισθώσι και να τους βοηθήσωσιν εις παν ό,τι λάβωσι χρείαν κατά το απαραίτητον χρέος
της αδελφότητος. Δηλοποιούμεν έτι, ότι οι ρηθέντες απεσταλμένοι έχουν όλην την πληρεξουσιότητα
από το κοινόν μας εις το να λάβωσι και δάνεια, αν το καλέσει η χρεία, προς αγόρασιν των
αναγκαίων, και να δώσωσιν ομολογίας επ' ονόματί μας, αίτινες θέλουν πληρωθή εις την διορίαν των
τιμίως. Υγιαίνετε.
Τη 12η Μαΐου 1821, από το ελληνικόν στρατόπεδον των Μαγνήτων κατά τον Βόλον. Οι
Δημογέροντες και Βουλευταί Μαγνησίας.”
Δ. Κόκκινος, Η ελληνική Επανάστασις, εκδ. Μέλισσα, ε΄ έκδοση, τόμος Α΄ , σ. 309.

Η κατάπνιξη της επανάστασης: Παρά την φύλαξη του υψώματος του Πιλάφ
Τεπέ, έφιπποι Τούρκοι αγγελιαφόροι κατόρθωσαν να περάσουν από τις ελληνικές
θέσεις και να μεταφέρουν τα δυσάρεστα για τους Οθωμανούς νέα στον πασά της
Λάρισας. Η επανάσταση άρχισε να φαίνεται ότι δυσκολευόταν να επεκταθεί προς το
Βορρά, ενώ προς τη δύση θεωρούνταν αδιανόητο να προχωρήσει λόγω της
δυσκολίας ανάπτυξης επαναστατικών σωμάτων στις πεδινές εκτάσεις της Θεσσαλίας
όπου ο στρατός και κυρίως το ιππικό των Τούρκων ήταν ακαταμάχητο και
πολυάριθμο. Όμως δυστυχώς για τους Έλληνες δεν ήλθε βοήθεια ούτε από τα Ψαρά
ούτε απ' αλλού. Ο μόνος εφοδιασμός σε μικρή κλίμακα έγινε από τα λιγοστά
καράβια που εξακολουθούσαν να ναυλοχούν στον Παγασητικό. Αντίθετα οι
πολιορκούμενοι Οθωμανοί του βολιώτικου κάστρου περίμεναν σύντομα ενισχύσεις
από τη γειτονική Λάρισα. Ο πασάς της Λάρισας Μαχμούτ ο λεγόμενος, λόγω της
καταγωγής του από τη Δράμα, Δράμαλης, εκτός της κατατρόπωσης των
επαναστατών του πασαλικίου του, που φυσικό ήταν να τον απασχολεί, είχε έναν
ακόμα λόγο που επιτάχυνε την πολεμική του αντίδραση. Επιδίωκε να δείξει

ικανότερος από τον ανταγωνιστή του Χουρσίτ πασά, που ήταν απασχολημένος με τις
πολεμικές συγκρούσεις με τον Αλή και τους γιους του, για να πάρει εκείνος ως
αμοιβή το πασαλίκι της Νότιας Ελλάδας. Έτσι για να αμειφθεί από την Υψηλή Πύλη
έδρασε ακαριαία. Εν τω μεταξύ τα άπειρα από πολεμικές συγκρούσεις σώματα του
αρματολού Κοντονίκου, που είχαν στρατοπεδεύσει προσωρινά στην περιοχή του
Αγίου Γεωργίου Φερών, ενήργησαν έφοδο, χωρίς όμως σχεδιασμό, στο Βελεστίνο.
Οι Οθωμανοί μαζί με τα γυναικόπαιδα τους κλείστηκαν στους τέσσερις πύργους κι
αμύνονταν από τις πολεμίστρες καλά ασφαλισμένοι, προσδοκώντας σύντομα
ενισχύσεις. Οι Έλληνες αντί να επιχειρήσουν την άλωση αυτών των πύργων, κι
έχοντας οι περισσότεροι μεθύσει από το άφθονα κρασί που βρήκαν στις αποθήκες,
επιδόθηκαν σε εμπρησμούς, αρπαγές και άλλες όχι και τόσο τιμητικές πράξεις. Ο
Κοντονίκος δε μπορούσε να τους συγκρατήσει. Κατόρθωσε όμως να συγκεντρώσει
ορισμένους νηφάλιους από τους συμπολεμιστές του και επιχείρησε να αλώσει
κάποιον από τους πύργους. Το μόνο που πέτυχε όμως ήταν να χάσει κάποιους απ'
τους άνδρες του και να τραυματιστεί σοβαρά ο ίδιος, αποχωρώντας από το θέατρο
των συγκρούσεων. Αντικαταστάτης του ανάλαβε ο αδελφός του Κυριάκου, Παναγής
Μπασδέκης, αλλά δεν μπόρεσε να οργανώσει ούτ' αυτός καλύτερα το ημιδιαλυμένο
επαναστατικό σώμα. Ήταν τέτοια η κατάσταση των Ελλήνων που εξήντα από τους
Οθωμανούς, κατόρθωσαν να περάσουν έφιπποι καλπάζοντας ανάμεσα από τους
χίλιους και πλέον “πολιορκητές”, χωρίς να πάθει κανείς τους τίποτα και να
εξαφανιστούν στο δρόμο για τη Λάρισα (Βελεστινόστρατα). Τότε κυκλοφόρησε η
ανυπόστατη φήμη ότι έρχονταν τουρκικός στρατός από τη Λάρισα. Μόλις
πληροφορήθηκαν οι επαναστάτες κάτι τέτοιο, άρχισαν να τρέχουν εδώ κι εκεί, άλλοι
προς τα Φάρσαλα κι άλλοι προς τη Μακρινίτσα. Μπορεί η είδηση αυτή να ήταν
ψευδής αλλά μετά από λίγες ώρες έφτασαν οι οθωμανικές δυνάμεις έχοντας επι
κεφαλής τους τον ίδιο το Δράμαλη149. Μόλις πληροφορήθηκαν οι Έλληνες την άφιξη
των οθωμανικών στρατευμάτων αποχώρησαν από το Βόλο αλλά και από τη
Μακρινίτσα προς τη Ζαγορά αρχικά κι από εκεί είτε με τα πόδια είτε με πλοία
κατέφυγαν στο Τρίκερι, απ' όπου θα μπορούσαν όταν δυσκόλευαν τα πράγματα να
καταφύγουν στα νησιά των Βορείων Σποράδων. Οι Τούρκοι αφού έκαψαν τα χωριά
Κάπουρνα και Κανάλια κατέλαβαν τη Μακρυνίτσα που είχε εγκαταλειφθεί από τους
επαναστάτες. Εκεί οι Οθωμανοί πυρπόλησαν όλα τα σπίτια των εκεί μελών της
Φιλικής Εταιρείας. Ευτυχώς δεν επακολούθησαν γενικές σφαγές ούτε στη
Μακρινίτσα ούτε σε άλλο χωριό, όπως το συνήθιζαν οι κατακτητές σε ανάλογες
περιπτώσεις. Αυτό σε μεγάλο βαθμό οφειλόταν στους προκρίτους των χωριών, οι
οποίοι παρουσίασαν την επανάσταση στο Δράμαλη σαν έργο μιας μικρής ομάδας, και
κατά συνέπεια δεν είχε ευθύνη ο πληθυσμός της περιοχής. Έτσι η μόνη συνέπεια των
χωριών του Πηλίου ήταν η επιβολή ενός βαρύτατου προστίμου για τα έξοδα της
εκστρατείας του Δράμαλη. Κι ενώ φαινόταν ότι η επανάσταση είχε καταλυθεί, στις
Μηλιές είχαν συγκεντρωθεί οι πραγματικοί ήρωες-αυτουργοί της επανάστασης
αποφασισμένοι να μην παραδοθούν. Ο Δράμαλης προχώρησε από την παραλιακή οδό
του Παγασητικού προς τις Μηλιές για να σβήσει και αυτήν την επαναστατική εστία.
Όμως συνάντησε γενναία αντίσταση στα Λεχώνια κι αναγκάστηκε να επιστρέψει στο
149. Ο Κ. Παπαρρηγόπουλος έγραψε ότι επικεφαλής των οθωμανικών στρατευμάτων ήταν ο Μελίκ πασάς. Αντίθετα
ο Ζωσιμάς ο Εσφιγμενίτης που βρήκε το χρονικό των συγκρούσεων αναφέρει το Δράμαλη.

Βόλο. Οι Μηλιώτες πιστεύοντας ακόμα στην επανάσταση αναδιοργανώνονταν και
την 26η Μαΐου ανέθεσαν τη γενική αρχηγία στον οπλαρχηγό Αναγιάννη ή
Αλαγιάννη.
Έγγραφο ορισμού του Αναγιάννη ως αρχηγού της επανάστασης από την επαναστατική
βουλή των Μηλιών
“Διά του παρόντος ημείς η χώρα Μηλιές αποκαταστήνομεν αρχιστράτηγον και καπετάνιον τον
κύριον Θωμάν Αναγιάννην εις το να διοική το στράτευμά μας καθώς θέλει και βούλεται εναντίον του
εχθρού, τω δίδομεν εξουσίαν πληρεξούσιον εις το να δώση νιζάμι εις την χώρα μας, ο εστί να διορίζη
μπεχτσήδες, να περιμαζώξη τους ζιμπάνους, να παιδεύει τους ατακτούντας και τους στρατιώτας, όπου
τον αφήνουν και φεύγουν, και με ένα λόγον να φυλάξη την ευταξίαν και την καλήν κατάστασιν της
χώρας μας, και όταν σταθή καθώς ελπίζομεν προστάτης και διαφεντευτής της χώρας μας, τω
υποσχόμεθα κάθε ανταμοιβήν και τιμήν αθάνατον και εις αυτόν και εις τα παιδιά του και τα εγγόνια
του και την λοιπήν γενεάν του, όθεν τω εδόθη το παρόν προς ασφάλειαν και βεβαιότητα.
1821
Μαΐου 26, Μηλιές
Άνθ. Γαζής, Ιωαν. Δήμου, Κωνστ. Καβράνης, Κ. Νικόλα, Στ. Γιάννη, Αντ. Δημητρίου, Β. Γεωργίου,
Αναγν. Παπαργύρη, Δ. Χαλκιάς, Φραγκ. Κοντέλης, Κ. Πανταζής, Παπαϊωάννης Μικρός, Νικ.
Παναγιωτίνης, Γ. Δημητρίου, Γ. Παπαδημητρίου, Β. Παπαδημητρίου.
Δ. Κόκκινος, Η Ελληνική Επανάστασις, Ε΄ έκδοση Αθήνα , τόμος Α΄ , σ. 310.

Αλλά με την απόφαση αυτή διαφώνησαν οι πρόκριτοι που φοβούνταν για τον
πληθυσμό του τόπου. Με τους προκρίτους συμφωνούσαν και οι περισσότεροι από
τους κατοίκους. Τα επιχειρήματά τους ήταν πολύ δυνατά: αν αντιστέκονταν οι
Μηλιώτες αυτό θα σήμαινε να καεί η κωμόπολη και να ερημώσει ο τόπος από τη
γενική σφαγή που θα ακολουθούσε. Έτσι άρχισε μια ισχυρή αντίδραση από
κατοίκους της κωμόπολης, που έφτασε μέχρι του σημείου να γίνει απόπειρα κατά του
Γαζή. Αυτό μάλιστα συνέβη μέρα-μεσημέρι στην πλατεία των Μηλιών. Την ώρα που
ο Γαζής μιλούσε με κάποιους άλλους επαναστάτες, ο συμπατριώτης του Σταυράκης
Μορφούλης κατηγόρησε εκνευρισμένος τον επαναστάτη-ιερέα ότι πήρε όλο το χωριό
στο λαιμό του και σήκωσε το όπλο εναντίον του. ευτυχώς κάποιος του συγκράτησε
το χέρι κι έτσι αποφεύχθηκε το έγκλημα. Όμως η αντίδραση κατά της επανάστασης
μεγάλωνε. Έτσι οι πλειοψηφία των μηλιωτών όρισε μια επιτροπή για να δηλώσει
υποταγή στο Δράμαλη, στέλνοντας του μάλιστα δυο ομήρους, ένας από τους οποίους
μάλιστα ήταν ο εκ των πρωταιτίων Γιάννης Δήμου, για εγγύηση. Ο Γαζής και οι
άλλοι επαναστάτες αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν. Ο Δήμου όμως δεν έφτασε ποτέ
στο Δράμαλη γιατί καθ' οδόν τον σκότωσε ένας από την Αργαλαστή (κάποιος
ονόματι Σύρος). Όταν μετά από λίγο καιρό η Αργαλαστή μαζί με άλλα πηλιορείτικα
χωριά είχε επαναστατήσει, ο Σύρος οδηγήθηκε στο Τρίκερι όπου αφού δικάστηκε
από επαναστατικό δικαστήριο, τουφεκίστηκε. Ο Γαζής είχε καταφύγει πρώτα στη
Σκιάθο, έπειτα στη Σκόπελο κι από εκεί πέρασε στα Σάλωνα (Άμφισσα), για να είναι
όσο γινόταν πιο κοντά στην πατρίδα του, ελπίζοντας σε νέο ξεσηκωμό.
Η επανάσταση του Πηλίου το Μάιο του '21, καθώς ήταν χωρίς πραγματικά
ερείσματα από το ντόπιο πληθυσμό και αποκομμένη, αποδείχτηκε καταδικασμένη σε
αποτυχία. Όμως έχει βαρύνουσα σημασία για την τοπική αλλά και την Ελληνική
Ιστορία συνολικότερα σαν ένα παράδειγμα ηρωισμού και αυταπάρνησης των λίγων,
ανοργάνωτων μεν, αλλά γενναίων Θεσσαλών πατριωτών.
Άλλες επαναστατικές κινήσεις στο Πήλιο: Λίγους μήνες αργότερα ξεσηκώθηκαν
η Αργαλαστή ο Λαύκος το Προμύρι και η Παλιά Μιτζέλα. Στο Προμύρι, ηγέτης της
επανάστασης αναδείχτηκε ο υπαξιωματικός του ρωσικού στρατού Γεώργιος

Δάμτσας, ενώ στη Μιτζέλα ο Καλαμίδας κι ο Γριζάνος. Οι τελευταίοι έχοντας στην
κατοχή τους πλοία λεηλατούσαν συχνά-πυκνά τα τουρκοχώρια της Χαλκιδικής και
μέσω του Αγιοκάμπου τα χωριά της Αγιάς. Αρχηγός αυτής της επαναστατικής
κίνησης ορίστηκε με συστατικό γράμμα του Δ. Υψηλάντη, που το απέστειλε από την
πολιορκούμενη Τριπολιτσά, ο αξιωματικός Ιωάννης Αναστασίου. Αλλά η γραπτή
αυτή έκκληση του Υψηλάντη δεν ευοδώθηκε λόγω της αντίδρασης των προκρίτων.
Όμως, καθώς φάνηκε κι απ' τη εξέλιξη, η περιοχή του Πηλίου, για γεωγραφικούς
κυρίως λόγους, ήταν αδύνατο να χρησιμοποιηθεί ως πολεμική βάση για την
υπόλοιπη επαναστατημένη Ελλάδα, γι' αυτό και απουσίασε οποιαδήποτε βοήθεια από
άλλες ελληνικές περιοχές, η οποία και θα μπορούσε να στηρίξει μια σοβαρότερη
επαναστατική προσπάθεια.
Η εξέλιξη της επανάστασης το 1823 στο Τρίκερι: Η φλόγα της επανάστασης
στο Πήλιο, τουλάχιστον όσο αφορά το νότιο τμήμα της περιοχής, έμεινε αναμμένη
μέχρι τις αρχές του καλοκαιριού του 1823. Οι ένοπλοι κάτοικοι του Τρικερίου και
άλλων γειτονικών χωριών έμειναν σχεδόν άθικτοι από εχθρικές επιδρομές από τα
μέσα του 1822 έως τον Μάιο του 1823. Την πρώτη όμως του Μαϊου του '23 οι
Οθωμανοί εξεστράτευσαν εναντίον τους με ισχυρές δυνάμεις έχοντας επικεφαλής τον
Κιουταχή. Την ίδια μέρα χτύπησαν τις επαναστατικές φρουρές στα Λεχώνια,
αναγκάζοντας τους να καταφύγουν στο μικρό νησάκι του Αλατά, μπροστά από τη
Μηλίνα. Έπειτα προχώρησαν καίγοντας και καταστρέφοντας κατά σειρά τα Λεχώνια,
τον Άγιο Λαυρέντιο, τον Άγιο Γεώργιο, τις Πινακάτες και τη Βυζίτσα και
προωθήθηκαν έως τις παρυφές του Τρικερίου. Εκείνη την περίοδο υπερασπιστές της
περιοχής, εκτός από τους ντόπιους, ήταν και δύναμη 2.000 ανδρών υπό την
καθοδήγηση των Καρατάσου, Γάτσου, Μπασδέκη, Λιακόπουλου και Μπίνου, η
οποία πληρωνόταν για τις υπηρεσίες της από τους Τρικεριώτες. Στις 14 του ίδιου
μήνα απανωτές επιθέσεις των Τούρκων στην οχυρωμένη θέση Παναγία της περιοχής
απέβησαν άκαρπες. Οι Τούρκοι υποχωρώντας άφηναν πολλούς νεκρούς, λόγω και
της φύσης της περιοχής που ανάγκαζε τους επιτιθέμενους να μάχονται σχεδόν
ακάλυπτοι. Εν τω μεταξύ οι Έλληνες εγκατέλειψαν τη θέση του Αλατά και το νησί
καταλήφθηκε από τουρκική φρουρά. Όμως ο Γάτσος με τους άνδρες του και δυο τρία σκάφη επιτέθηκε στη νησίδα, αναγκάζοντας τους 250 Τούρκους της εκεί
φρουράς να κλειστούν στο μονύδριο που υπήρχε στο νησί. Λίγες μέρες αργότερα οι
Οθωμανοί,μετά από υπόσχεση περί ελεύθερης αναχώρησής τους από το νησί, και
εξαιτίας της έλλειψης τροφίμων αναγκάστηκαν να παραδοθούν. Στη συνέχεια, όμως,
οι Έλληνες παρασπόνδησαν και τους σκότωσαν σχεδόν όλους, εκτός από τρεις
σημαντικούς Οθωμανούς που τους έστειλαν ομήρους στη Σκιάθο, με σκοπό να
ζητήσουν λύτρα150. Στα τέλη του Μαϊου οι Τρικεριώτες αναθαρρυμένοι κατέλαβαν τη
θέση Γατσία, απέναντι από το νησί Τρίκερι, σκοτώνοντας δέκα Τούρκους και
αρπάζοντας ένα κανόνι. Όμως, παρά τις επιτυχίες τους, οι Έλληνες υπερασπιστές
αυτής της πηλιορείτικης εσχατιάς, υπέφεραν από κακουχίες και στερήσεις μη έχοντας
τον απαραίτητο εφοδιασμό για τις καθημερινές τους ανάγκες. Ακόμα και το νερό το
προμηθεύονταν με πλοία που το μετέφεραν από 10 μίλια μακριά. Μύλοι στην
περιοχή, τότε, δεν υπήρχαν, ενώ οι μονάδες των Μακεδόνων σταμάτησαν να
μισθοδοτούνται. Το τέλος όμως του αγώνα στο Τρίκερι επήλθε με την πτώση της
150. Σπ. Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, τ. 3ος, εκδ. Λιβάνη, 1993, σσ. 58,9.

Εύβοιας. Τότε ο Κιουταχής πρότεινε στο Καρατάσο και τις ομάδες του να
αποχωρήσουν άθικτοι, απελευθερώνοντας μάλιστα μερικούς συγγενείς του
Μακεδόνα αγωνιστή. Ο Καρατάσος φρόντισε, μάλιστα, να απαιτήσει και να πάρει
από τους δυστυχείς Τρικεριώτες το ποσό των 40.000 γροσίων ως ... αποζημίωση για
τους αγώνες του! Έτσι τα στρατεύματα αυτά αναχώρησαν με τα πλοία από την
περιοχή, για τη Σκιάθο και αλλού. Θέλοντας και μη οι Τρικεριώτες, κατέβαλαν τους
καθυστερούμενους φόρους στη Υψηλή Πύλη και “προσκύνησαν”, υποτάχτηκαν
δηλαδή στο σουλτάνο. Από τότε ολόκληρη η χερσόνησος του Πηλίου έμεινε στα
χέρια των Οθωμανών.

Δ΄ Τα γεγονότα στην περιοχή της Αγιάς το 1821
Το ξέσπασμα της επανάστασης στην περιοχή της Αγιάς αποφασίστηκε απ' τους
ηγέτες της εξέγερσης στο Πήλιο. Για το λόγο αυτό ο φλογερός πρωτεργάτης
επανάστασης Άνθιμος Γαζής έστειλε επιστολή-προκήρυξη και στο λαό και τους
δημογέροντες της Αγιάς. Η προκήρυξη αυτή ξεκινούσε μ' αυτά τα λόγια: “Προς τους
λαούς της Ζαγοράς, των Φερών και της Αγιάς: Φιλογενέστατοι δημογέροντες,
πραματευταί, καραβοκυραίοι, ιερείς, τεχνίται και γεωργοί ...”151 Η ενίσχυση του
κινήματος της Αγιάς με ενόπλους αποφασίστηκε από τους καπεταναίους του Πηλίου,
Μήτρο Μπασδέκη και Δημήτρη Χατζηρρήγα, που κατάγονταν κι οι δυο από τη
Μακρινίτσα. Έτσι ο Χατζηρρήγας επικεφαλής σώματος 100 ανδρών πέρασε από το
Μοναστήρι της Σουρβιάς στην (παλιά) Μιτζέλα κι από εκεί στο Κεραμίδι, όπου
ενισχύθηκε από μια μικρότερη ομάδα ενόπλων, 30 ατόμων, που είχε επικεφαλής τον
Γ. Μόσκοβο ή Μοσκοβάκη από το Κεραμίδι και κατευθύνθηκαν στα αγιώτικα
χωριά για να ξεσηκώσουν τους ντόπιους. Σκοπός τους ήταν, ξεσηκώνοντας την
επαρχία της Αγιάς, να απασχολήσουν τα τουρκικά στρατεύματα εκεί, για να
ευδοκιμήσει η επανάσταση στο Πήλιο. Όμως δυστυχώς γι' αυτούς τα πράγματα δεν
πήγαν όπως τα περίμεναν. Πολλοί κάτοικοι της περιοχής, επηρεασμένοι από τους
πλούσιους Αγιώτες και τους “νομιμόφρονες” αρματολούς της Όσσας, έδειξαν
προβληματισμένοι φοβούμενοι την αντίδραση των Τούρκων, ενώ πολύ λιγότεροι
έδειξαν ενθουσιασμό. Σε ορισμένα πάντως χωριά της περιοχής το σάλπισμα του
Χατζηρρήγα είχε αποδέκτες σύσσωμους τους κατοίκους. Ο λαός του Πολυδεντρίου,
της Σκήτης, της Αθανάτης (Μελίβοιας), της Καρίτσας και του Σκλήθρου άρπαξε τα
όπλα και ακολούθησε τους επαναστάτες. Όμως δυστυχώς για τους Έλληνες ραγιάδες
εμφανίστηκε στην περιοχή ισχυρή τουρκική δύναμη ενισχυμένη μάλιστα με τις
ομάδες δυο αρματολών της περιοχής, του Ντεληγιάννη από τη Σελίτσανη (Ανατολή)
και του Κωσταρά από τη Νιβόλιανη (Μεγαλόβρυσο). Η αποφασιστική μάχη δόθηκε
κοντά στο Κερμελί (Πρινιά). Το σχέδιο του Χατζηρρήγα ήταν να κρατήσουν έστω το
πέρασμα του Αη-Νικόλα του Φονιά. Όμως, επειδή ο Κωσταράς, παλιός
κατσικοκλέφτης κατά τον Γ. Κορδάτο, ήξερε τα περάσματα, τους χτύπησε απ' τα
πλάγια. Μην μπορώντας να αντέξουν τα πλαγιομετωπικά χτυπήματα οι επαναστάτες,
υποχώρησαν στην περιοχή του Σέσκλου. Πολλοί ιστορικοί συγγραφείς, όπως ο
Κορδάτος κι ο Σακελλίωνας, θεωρούν υπαίτιο της αποτυχίας των επαναστατών τον
Γεώργιο Χατζηδημητρίου ή Χατζημήτρο που είχε τον ανώτερο δυνατό τίτλο για
151. Γ. Σακελλίωνας, “Πρόσωπα και περιστατικά στην επαρχία Αγιάς τον καιρό του '21”, επιθ. Ηως, Αθήναι 1966,
σ.44.

Χριστιανό, αυτόν του Βιλαέτ-κοτσάμπαση. Ο Χατζημήτρος ήταν βαμβακέμπορος.
Αγόρασε κάθε Σάββατο το βαμβάκι της περιοχής Αγιάς και Πλατυκάμπου
(Τοπουζλάρ), από τους παραγωγούς ή μικροεμπόρους, που έρχονταν για το σκοπό
αυτό στην Αγιά, και εν συνεχεία το μεταπουλούσε στα υφαντουργεία της Ρέτσιανης
(Μεταξοχώρι), της Δέσιανης (Αετόλοφος), της Αγιάς, κ.α. Συνέπεια των εμπορικών
προσόδων του κατόρθωσε να πλουτίσει και να αποκτήσει όνομα στην ευρύτερη
περιοχή. Έτσι ο Αλής, που έμαθε για τη σπουδαιότητα αυτού του Αγιώτη δε δίστασε
να τον προσεταιριστεί δίνοντάς του το μεγαλύτερο δυνατό αξίωμα. Φυσικό λοιπόν
ήταν για τον πλούσιο Αγιώτη να φοβάται την την επέκταση της επανάστασης στην
περιοχή του γιατί θα ήταν υπόλογος στον Αλή πασά, μ' ό,τι αυτό συνεπάγεται. Το
λάθος, ή μάλλον η αφέλεια, του αρχιεπαναστάτη Χατζηρρήγα ήταν το ότι όταν
έφτασε στην Κουκουράβα (Α. Αμυγδαλή), έστειλε προσωπική επιστολή152 στο
Χατζημήτρο, ζητώντας του να ξεσηκώσει τους συμπατριώτες του. Είχε πιστέψει,
πάνω στον ενθουσιασμό του πως ο κοτσάμπασης της περιοχής με συμφέροντα
ταυτιζόμενα, σε γενικές γραμμές με τους Οθωμανούς, ήταν δυνατόν να ακολουθήσει
το δρόμο της εξέγερσης. Ο Χατζημήτρος λοιπόν, για να μην παίξει το κεφάλι του
κορώνα-γράμματα, όχι απλά δεν έδρασε υπέρ της επανάστασης, αλλά παρέδωσε την
επιστολή του καπετάνιου στον Σεΐχη του τεκέ του Τουρκοχωρίου (Νερόμυλοι), που
ονομαζόταν Σερίφ και ήταν παντοδύναμος στην ευρύτερη περιοχή της Λάρισας. Ο
Σερίφ, μόλις διάβασε το γράμμα, συνέστησε στον Αγιώτη κοτσάμπαση να
συμβουλεύσει τους Αγιώτες να παραδώσουν τα όπλα τους στους Τούρκους για να
αποφύγουν τα βέβαια αντίποινα. Έτσι συμμορφώθηκε ο Χατζηρρήγας, κι οι Αγιώτες
μπροστά στον κίνδυνο της σφαγής αποδέχτηκαν την παράδοση των όπλων τους. Έτσι
εξελίχτηκαν τα πράγματα στην επαρχία της Αγιάς. Ο Χατζηρρήγας, μετά τη μάχη στο
Κερμελί, έφυγε προς το Σκλήθρο, όμως κι εκεί αφού αντιμετώπισε σε αψιμαχία το
τουρκικό απόσπασμα, αναγκάστηκε να υποχωρήσει νοτιότερα για τη Μακρυνίτσα.
Εκεί σε μια αποφασιστικής σημασίας για το Πήλιο μάχη, πολέμησε με γενναιότητα.
Μετά την ήττα των επαναστατών κινήθηκε προς το Τισσαίο όρος με σκοπό να
περάσει στη Σκιάθο. Όμως κάποιοι Τρικεριώτες τον σκότωσαν και τον έριξαν σε μια
ασβεσταριά153. Ο Γ. Σακελλίωνας δικαιολογεί τη στάση του Αγιώτη Χατζημήτρου με
επιχειρήματα, που θα μπορούσαμε κι εμείς να τα αποδεχτούμε, όχι όμως χωρίς
ενδοιασμούς: α΄ Αν ο Χατζημήτρος συνεργούσε στην επανάσταση, δεν είχε τη
στρατιωτική δυνατότητα να προσφέρει αποφασιστική βοήθεια, ενώ θα γινόταν
υπαίτιος σφαγής. β΄ Οι αρματολοί της περιοχής, που ήταν και οι μόνοι αξιοπόλεμοι,
ήταν “προσκυνημένοι”154. Όλοι μπορούμε να βγάλουμε τα συμπεράσματά μας.

Ε΄ Η επανάσταση του 1821 στα Άγραφα
Η περιοχή των Αγράφων εκτείνεται από τις κάτω πηγές του Αχελώου προς Βορρά
έως το όρος Τυμφρηστός προς Νότον και είναι είναι η περιοχή που συνδέει τη Νότιο
Ήπειρο και την Αιτωλοακαρνανία με τη Θεσσαλία. Η περιοχή, όπως αναφέραμε σε
άλλο κεφάλαιο, είχε εξασφαλισμένα από νωρίς, με τη συνθήκη του Ταμασίου,
152. Γ. Σακελλίωνας, “Πρόσωπα και περιστατικά στην επαρχία Αγιάς τον καιρό του '21”, επιθ. Ηως, Αθήναι 1966,
σ.47.
153. Γ. Κορδάτος, Ιστορία της επαρχίας Βόλου, σ. 677.
154. Γ. Σακελλίωνας, “Πρόσωπα και ... Αγιάς τον καιρό του '21”, επιθ. Ηως, Αθήναι 1966, σ.48.

προνόμια. Από πολύ νωρίς οι κάτοικοι των Αγράφων ύψωσαν την επαναστατική
σημαία και εκδίωξαν τους λιγοστούς Τούρκους της περιφέρειάς τους χωρίς όμως να
τους κακοποιήσουν. Έπειτα όρμησαν κατά των τουρκοχωρίων (Κονιαροχώρια) της
πεδινής Καρδίτσας, Λοξάδας και Φράγκου τα οποία και παρέδωσαν στη φωτιά.
Αρχηγοί των επαναστατών ήταν ο Σταμούλης Γάτσος και ο Λογοθέτης Ζώτος με
πρωτοπαλίκαρα τους Κων. Βελή, Κων. Βουλπιώτη και Χρήστο Σουλιώτη.
Οι κυριότερες μάχες στην περιοχή έγιναν στην Παλιομούχα, στο Βουνέσι και στο
Λεοντίτο, όπου διακρίθηκε και ο Πετριλιώτης Δ. Αγραφιώτης, μετέπειτα
συναγωνιστής του Καραϊσκάκη. Ο Βελής (Κώστας Στεργιόπουλος), που καταγόταν
από το Κερασοχώρι των Αγράφων, και είχε διατελέσει γραμματέας του Αλή πασά,
υπήρξε η ψυχή της επανάστασης μεταξύ των ντόπιων. Ο ίδιος ύψωσε τη σημαία της
επανάστασης την άνοιξη του 1821, ενώ με προκηρύξεις, που είχαν την ημερομηνία
10/5/1821, ζητούσε από τους συμπατριώτες του να ακολουθήσουν τα βήματά του.
Και, ενώ συνεννοούνταν με τους οπλαρχηγούς των Νοτίων Αγράφων (Ευρυτανίας),
Γιολδάση, Μπράσκα και Αραπογιάννη για την οργάνωση συντονισμένης επίθεσης
σε άλλες πεδινές θεσσαλικές περιοχές, ο Μαχμούτ Δράμαλης, ο πασάς της Λάρισας
έφτασε στην περιοχή με ισχυρή στρατιωτική δύναμη. Οι επαναστάτες αναγκάστηκαν
να υποχωρήσουν155 στα ημιορεινά χωριά της περιοχής Κανάλια και Μπλάσδο(υ)156.
Όμως ο Δράμαλης τους καταδίωξε και οι επαναστάτες υποχώρησαν ψηλότερα στην
Κερασιά και το Στούγκο της Νεβρόπολης157. Εκεί σε αψιμαχίες που έγιναν νικητές
αναδείχτηκαν οι Οθωμανοί και οι ελληνικές δυνάμεις κατέφυγαν σε δύσβατες
περιοχές των Δ. Αγράφων. Οι Τούρκοι εν συνεχεία εύκολα κατέλαβαν τη Ρεντίνα την
οποία και οργάνωσαν ως προωθημένο κέντρο αντιμετώπισης νέων πιθανών
εξεγέρσεων. Οι επαναστάτες, λίγες μέρες αργότερα, αναδιοργανωμένοι
συγκεντρώθηκαν στα Φουρνά και αποφάσισαν να χτυπήσουν τη Ρεντίνα.
Επικεφαλής των επιτιθέμενων ήταν ο Λογ. Ζώτος. Η τουρκική φρουρά στη Ρεντίνα
αποτελούνταν από 250 περίπου άνδρες έχοντας επικεφαλής τον Βελή μπέη. Ενώ
όμως η επίθεση ήταν δυνατή, και πολλά σπίτια είχαν καεί από τους επαναστάτες για
να περιορίσουν τους Τούρκους, εκείνοι αμύνονταν σθεναρά. Σε λίγες ώρες μάλιστα
ενισχύθηκαν από άλλη δύναμη που είχε σταλεί από την πεδινή Θεσσαλία. Παρ' όλ'
αυτά ο οθωμανικός πληθυσμός της περιοχής του Σμοκόβου, φοβισμένος από την
ανδρεία και την τόλμη των επαναστατών αναγκάστηκε να αποσυρθεί στη πεδιάδα,
ενώ η Ρεντίνα έπεσε στα χέρια των επαναστατών. Ο Δράμαλης τότε, που δε δεχόταν
τέτοια κατάσταση στην περιφέρειά του έστειλε ισχυρό στρατιωτικό σώμα που
χτύπησε τους Αγραφιώτες και μετά από πολυήμερες συγκρούσεις, το διάστημα 10-15
Ιουλίου, τους διασκόρπισε, συλλαμβάνοντας μάλιστα πολλούς αιχμαλώτους, μεταξύ
των οποίων και τον Κ. Βελή. Τότε ο αρχηγός της επανάστασης στην περιοχή Στ.
Γάτσος αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει, φοβούμενος και τα αναμενόμενα
αντίποινα στα οποία θα αναγκαζόταν να υποβληθεί ο λαός της περιοχής. Έτσι τα
Άγραφα υποτάχτηκαν στον πασά της Λάρισας και η Ρεντίνα αφού οχυρώθηκε έγινε
έδρα ισχυρού τουρκικού στρατιωτικού σώματος που περιφρουρούσε την περιοχή για
την αποφυγή νέας ανάφλεξης του επαναστατικού κινήματος. Ο Δράμαλης, θέλοντας
155. Δ. Κόκκινος, ό. π. , σ. 544.
156. Μοσχάτο.
157. Κρυονέρι.

να δείξει το πόσο ικανός στρατηγός ήταν, σε αντίθεση με τον αντίζηλό του Χουρσίτ
που δεν μπορούσε να καταστείλει την ελληνική επανάσταση, έστειλε τα ευχάριστα
για την Υψηλή Πύλη μηνύματα της καταστολής της επανάστασης και μαζί τον
σιδηροδέσμιο Βελή, ο οποίος σε λίγες μέρες θανατώθηκε με φρικτά βασανιστήρια
στην Κων/λη.

Στ΄ Η Επανάσταση στον Ασπροπόταμο
Η περιοχή γενικά – Ο αρματολός Στορνάρης: Η περιοχή ή το αρματολίκι
Ασπροποτάμου βρισκόταν βορείως των Αγράφων, γύρω από τις πάνω πηγές του
Αχελώου ή Ασπροποτάμου και απαρτιζόταν από εξήντα επτά χωριά που
κατοικούνταν κυρίως από Έλληνες. Ο κυριότερος οπλαρχηγός της περιοχής ήταν ο
Νικόλαος Στορνάρης, ο οποίος είχε ήδη συμμετοχή στον αγώνα κατά τις
επαναστατικές κινήσεις των Ηπειρωτών στο Συρράκο και τους Καλαρρύτες. Οι
κάτοικοι της περιοχής περίμεναν με ανυπομονησία της έναρξη του αγώνα. “Μακράν
των συγκοινωνιών με τα μεγάλα ελληνικά κέντρα, η επαρχία αυτή είχε διατηρήσει εν
τούτοις ελληνικήν καρδίαν και τόσον θερμήν, ώστε από της αρχής του αγώνος
ανυπομονούσε διά την επανάστασιν και δεν ανέμενε διά να κινηθή παρά την διάνοιξιν
συνδέσμου με την Αιτωλοακαρνανίαν, από την οποίαν διεχωρίζετο διά των
Αγράφων ...” γράφει ο Δ. Κόκκινος158.
Γεώργιος και Χριστόδουλος Χατζηπέτροι: Η οικογένεια των Χατζηπέτρων, που
ήταν η κορυφαία στον Ασπροπόταμο, ήταν εγκαταστημένη από τα τέλη του 16ου
αιώνα στο Βετέρνικο159 και έδινε πάντα τον έναν πρόκριτο της περιοχής. Το
κληρονομικό αυτό αξίωμα της οικογένειας διατηρήθηκε μέχρι το 1813, χρονιά κατά
την οποία ο Αλή πασάς αφαίρεσε από τον εκπρόσωπο της, Γεώργιο Χατζηπέτρο, τη
δημογεροντία της περιοχής. Αυτό, με απλά λόγια σήμαινε ότι ο Αλής, αδηφάγος και
πλεονέκτης καθώς ήταν, ήθελε περισσότερα δώρα από τον Γ. Χατζηπέτρο. Άλλωστε
η περιουσία του Ασπροποταμίτη άρχοντα ήταν από τις σπουδαιότερες του
πασαλικίου του Τεπελενλή. Στην ακίνητη περιουσία του Χατζηπέτρου
περιλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, κτήματα στο Βαρδάρι160, τη Μεστίτζα, στο
Καρνέζι161, τεράστιες εκτάσεις στον κάμπο των Τρικάλων (Λογγίτσι). Ακόμα είχε
πολυάριθμα γιδοπρόβατα, υδρομύλους, σταύλους και πολυτελέστατα σπίτια στο
Βετέρνικο και στην Πόρτα. Το κυριότερο όμως περιουσιακό του στοιχείο ήταν το
χωριό της περιοχής, Βαρύρε(υ)μα, το οποίο του απέφερε ετήσια εισοδήματα 13.000
γροσίων. Ο Γεώργιος Χατζηπέτρος έδειχνε μεγάλο ενδιαφέρον για την μόρφωση των
παιδιών του. Ο γιος του, Χριστόδουλος, στάλθηκε μάλιστα στις Σέρρες για ανώτερη
εκπαίδευση. Σύμφωνα με τους βιογράφους του, ο Χριστόδουλος, χάρις στη μόρφωση
του, ένοιωσε νωρίς τον πόθο της ελευθερίας της πατρίδας του. Όσο φοιτούσε στις
Σέρρες, πληροφορήθηκε ότι ο Μ. Ναπολέων, ο άνθρωπος που εξέφραζε την
ελευθερία των εθνών, βρισκόταν στη Βιέννη. Τότε παρακάλεσε τον μεγαλύτερο
αδελφό του, που ήταν κηδεμόνας του, να του επιτρέψει να μεταβεί στην αυστριακή
158.
159.
160.
161.

Δ. Κόκκινος, ό. π. , σ. 546.
Νεραϊδοχώρι Τρικάλων.
Παράμερο Τρικάλων.
ή Κορνέσι = Μοσχόφυτο Τρικάλων.

πρωτεύουσα μαζί με κάποιους συμπατριώτες του εμπόρους, με τη δικαιολογία ότι η
παρουσία του εκεί θα εξασφάλιζε τα συμφέροντα της οικογένειας. Όταν του
επετράπη η μετάβαση, ο 18χρονος Χριστόδουλος έπεισε τους Έλληνες εμπόρους να
παρουσιαστούν στο Ναπολέοντα ως επιτροπή εκπροσώπων των Ελλήνων, που θα
ζητούσε την ανεξαρτησία της Ελλάδας. Έτσι το 1812 η “επιτροπή” κατάφερε να
συναντήσει το Βοναπάρτη και να εξασφαλίσει την υπόσχεσή του ότι θα έκανε ότι
ήταν δυνατό για να απελευθερωθεί η Ελλάδα162. Όταν, γύρω στο 1816, ο Αλής έδωσε
πάλι το αξίωμα του Προκρίτου στον Γεώργιο Χατζηπέτρο, του ζήτησε να μεταβεί ο
μορφωμένος, πια, γιος του Χριστόδουλος στα Ιωάννινα για να του αναθέσει τη
γραμματεία του πασαλικίου. Ο Χριστόδουλος, μετά από σκέψη, το 1817 δέχτηκε να
πάει στην αυλή του πασά, ο οποίος του ανέθεσε τα καθήκοντα του δευτέρου
γραμματέα. Εκείνη την εποχή ο Αλής είχε αρχίζει να σχεδιάζει την ανταρσία του
κατά του σουλτάνου, ενώ η Φιλική Εταιρεία δραστηριοποιούνταν ήδη προς την
πραγμάτωση του σκοπού της, την επανάσταση των Ελλήνων. Ο Χριστόδουλος το
1819 μυήθηκε στην Εταιρεία από τα ξαδέλφια του Τουρτούρη και Κωλέττη.
Το ξέσπασμα της επανάστασης: Μετά τη μύησή του ο Χατζηπέτρος δεν
ασχολούνταν με τίποτε άλλο παρά μόνο με την προετοιμασία της επανάστασης.
Μετά από συνεννόηση με τον πατέρα του, μίλησαν στους κυριότερους οπλαρχηγούς
της περιοχής για τους σκοπούς της Φιλικής Εταιρείας. Εν τέλει μύησαν τον Ν.
Στορνάρη, το Γρηγόριο Λιακατά, το Νάσο Μάνταλο και τον Σταμούλη Γάτσο.
Όταν τα οθωμανικά στατεύματα, υπό τον Χουρσίτ, πέρασαν από τον Ασπροπόταμο
για να χτυπήσουν τον στασιαστή Αλή, ο Χατζηπέτρος δέχτηκε αναγκαστικά να τα
τροφοδοτήσει, λόγω της θέσης του τόπου του. Στο μεταξύ ο Χριστόδουλος
κατόρθωσε να φύγει κρυφά από τα Γιάννινα και να επιστρέψει στον Ασπροπόταμο.

162. Δ. Κόκκινος, ό. π. , σσ. 546-7.

Εικ. Σχεδιάγραμμα της περιοχής Ασπροποτάμου. Ηώς επιθεώρησις, Θεσσαλία, 1966, επανέκδ. Παπαδήμα,
Αθήνα, 2001.

Όταν τα Άγραφα επαναστάτησαν, και με αφορμή τις εμφύλιες συγκρούσεις των
Οθωμανών, οι Χατζηπέτροι δεν άφησαν την ευκαιρία να πάει χαμένη. Κάλεσαν σε
σύσκεψη τους οπλαρχηγούς αδελφούς Λιακαταίους, το Ν. Μάνταλο και το Ν.
Στορνάρη, όρισαν γενικό οπλαρχηγό τον τελευταίο και κήρυξαν την επανάσταση στις
5/7/1821. Ο Χριστόδουλος Χατζηπέτρος, παρ' όλο που δεν ήταν άνθρωπος των
όπλων, τέθηκε επικεφαλής σώματος. Επειδή όμως η θέση των επαναστατών ήταν
δύσκολη, γιατί προς Δυσμάς είχαν το ισχυρό εκστρατευτικό σώμα του Χουρσίτ και
ανατολικά το στρατόπεδο των Τρικάλων που πάντοτε είχε αξιόλογη οθωμανική
δύναμη, σχεδίαζαν μαζί με τους Αγραφιώτες οπλαρχηγούς, να χτυπήσουν τα Τρίκαλα
για να απαλλαγούν από πιθανή μελλοντική ενόχληση. Όμως η επανάσταση στα
Άγραφα κατεστάλη πολύ γρήγορα και ο Στ. Γάτσος είχε συνθηκολογήσει. Έτσι το
σχέδιο αυτό δεν έγινε ποτέ πράξη. Το μόνο που απέμενε στους επαναστάτες ήταν να
αμυνθούν σε διάφορες ορεινές θέσεις. Ο Λιακατάς κρατούσε τις θέσεις του
Κλεινοβού, ο Χατζηπέτρος στον Πρόδρομο και ο Στορνάρης στην Πόρτα,
αμυνόμενοι κατά των Τούρκικών στρατευμάτων που στάλθηκαν για την καταστολή
της επανάστασης από τα Τρίκαλα. Στις 29 Ιουλίου έφτασαν και τα τουρκικά
στρατεύματα που είχαν καταστείλει την επανάσταση στο Συρράκο και τους
Καλαρρύτες. Οι νέες οθωμανικές δυνάμεις χτύπησαν τις θέσεις του Στορνάρη στην
Πόρτα, που είχε να αντιμετωπίσει και τους πάνοπλους Τούρκους (2000 στρατιώτες)

από τα Τρίκαλα οι οποίοι είχαν στην κατοχή τους και δυο κανόνια. Ο Στορνάρης
άντεξε στην πίεση αυτή μια ολόκληρη μέρα αλλά κατά τη διάρκεια της νύχτας
πολλοί επαναστάτες άρχισαν να αποχωρούν βοηθούμενοι κι από το σκοτάδι προς τα
ορεινά. Με αποδυναμωμένη τη στρατιωτική του δύναμη από τις απώλειες της
προηγουμένης και από τη λιποταξία, ο Στορνάρης με τους εναπομείναντες
συντρόφους του αναγκάστηκε να υποχωρήσει στις θέσεις Μαύρη Πούλια και
Κόρμποβο. Έτσι απαγκιστρωμένες οι τουρκικές δυνάμεις επιδόθηκαν στο γνωστό
τους έργο: τις καταστροφές και τους εμπρησμούς των ανυπεράσπιστων χωριών.
Η συνθηκολόγηση των επαναστατών: Ο Στορνάρης, βλέποντας ότι δεν μπορεί να
προσβλέπει σε καμιά βοήθεια, αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει με τους Οθωμανούς.
Η συνθήκη αυτή προέβλεπε την αποχώρηση των Τούρκων από την περιοχή
Ασπροποτάμου και την υποχρέωση των Χριστιανών κατοίκων να δίνουν τον
κανονικό φόρο που προβλεπόταν. Ο Χριστόδουλος Χατζηπέτρος μαζί με άλλους
οπλαρχηγούς αναγκάστηκε να αποσυρθεί μαζί με άλλους συναγωνιστές του στη
Νότια Ελλάδα και να συνεχίσει από 'κει τον αγώνα.

Ζ΄ Η εξέλιξη της Επανάστασης στον Ασπροπόταμο και τα Άγραφα το 1823.
Οι επαναστάτες των αρματολικίων της Πίνδου άρχισαν και πάλι τον αγώνα από τις
αρχές του 1823. Κύριοι πρωταγωνιστές υπήρξαν ο Καραϊσκάκης, για τον οποίο
γίνεται εκτενέστερη παρουσίαση πιο κάτω, και ο Στορνάρης. Το Μάιο του 1823, ο
Χουρσίτ είχε πλέον αυτοκτονήσει και ταφεί στη Λάρισα και στη θέση του ανέλαβε ο
Δερβίς πασάς, ο οποίος βάλθηκε να αποδείξει πως ήταν ικανότερος από τον
προκάτοχό του. έτσι άρχισε να συγκεντρώνει στρατό στη Λάρισα και τα Τρίκαλα.
Υπεύθυνος του Δερβίς για τη λίβα των Τρικάλων τοποθετήθηκε ο Σαλιχτάρ πασάς
επικεφαλής ισχυρής δύναμης (5.000 άνδρες), ο οποίος, με το που ανέλαβε τη θέση
του κάλεσε τον Καραϊσκάκη σε υποταγή. Όπως είναι φυσικό ο Θεσσαλός ήρωας
αρνήθηκε, με το γνωστό του υβριστικό τρόπο, να υπακούσει. Την ίδια απάντηση,
έστω πιο κόσμια, έδωσε και ο Στορνάρης. Έτσι οι τουρκικές ορθές ανέλαβαν δράση.
Εισέβαλαν μέσω Καλαμπάκας στον Ασπροπόταμο και κατέστρεψαν το Περτούλι, το
Βετέρνικο και την Πύρρα. Στην περιοχή των Αγράφων εισέβαλαν από τη
Νεβρόπολη163. Σ' αυτήν την περιοχή οι οθωμανικές δυνάμεις στρατοπέδευσαν για να
αναπαυθούν και να συνεχίσουν την επομένη. Όμως στη θέση αυτή τους χτύπησε ο
Καραϊσκάκης με τους άνδρες του, χωρίς όμως να καταφέρει να επιτύχει τον
απαραίτητο αιφνιδιασμό, με συνέπεια να αναγκαστεί σε υποχώρηση στην περιοχή
Οξυάς Αργιθέας, όπου και το στρατόπεδο των επαναστατών. Και ενώ είχε
αναζωπυρωθεί η επανάσταση στο Τρίκερι, μετά την εκεί κάθοδο του Καρατάσου, οι
οθωμανικές δυνάμεις διέκοψαν την προέλασή τους και στον Ασπροπόταμο και στην
Αργιθέα, περιμένοντας οδηγίες. Ενόσω διάστημα βρισκόταν στην Οξυά ο
Καραϊσκάκης, έφτασαν απεσταλμένοι του Σαλιχτάρ, ζητώντας τη διακοπή των
συγκρούσεων και τη σύναψη ειρήνης. Ο Καραϊσκάκης έσπευσε να ζητήσει και τη
γνώμη του Στορνάρη, καλώντας τον να έρθει στην Οξυά. Όμως ξαφνικά ασθένησε ο
Αγραφιώτης οπλαρχηγός και αναγκάστηκε να μείνει σε γειτονικό μοναστήρι για
νοσηλεία. Εκεί τον συνάντησε εν τέλει ο Στορνάρης και, μαζί με άλλους
οπλαρχηγούς, μετά από σύσκεψη, αποφάσισαν να δεχτούν την ειρήνη με τους
163. Από την περιοχή που σήμερα έχει κατακλυστεί από τα νερά της λίμνης Ταυρωπού ή Πλαστήρα.

Οθωμανούς, κυρίως για να εξαγοράσουν χρόνο, εφόσον δεν είχαν τον απαραίτητο
για τη συνέχιση του αγώνα οπλισμό, τον οποίον περίμεναν από την Ελληνική
Διοίκηση της Στερεάς. Έτσι, τα δύο μέρη υπέγραψαν πρωτόκολλο ειρήνης στο οποίο
μεταξύ άλλων προβλεπόταν η απελευθέρωση των αμάχων Ελλήνων αιχμαλώτων, η
απόδοση στους δικαιούχους όλων των αρπαχθέντων από τους Οθωμανούς
περιουσιακών στοιχείων και η αποχώρηση του τουρκικού στρατού πέραν της κοίτης
του Πηνειού.
Η επέμβαση του Μαχμούτ Σκόδρα πασά: Πριν προλάβει να στεγνώσει το μελάνι
από την συμφωνία, ο πασάς στης Σκόδρας, Μαχμούτ, συγκέντρωσε στρατό 20.000
ανδρών από τη Σκόδρα και άλλων Αλβανών, Μιρτιτών (ρωμαιοκαθολικοί στο
θρήσκευμα) με σκοπό να εκστρατεύσει στην Ελλάδα διά της Πίνδου. Την 1η Ιουλίου
του 1823 ο στρατός αυτός βρισκόταν στρατοπεδευμένος στις όχθες του Πηνειού,
κοντά στην Καλαμπάκα. Από εκεί έστειλε απεσταλμένους προς τους οπλαρχηγούς
του Ασπροποτάμου αλλά και των Αγράφων, από τους οποίους ζητούσε όχι απλά το
“προσκύνημα” αλλά τη συμμετοχή τους στο εκστρατευτικό σώμα, βάζοντας μάλιστα
όριο 15 ημερών για την απάντησή τους! “Όποιος θέλει να είναι με μένα, πρέπει να
είναι πλησίον μου. Όποιος δεν θέλει ας καρτερεί τον πόλεμόν μου164”. Μ' αυτά τα
λόγια έκλεινε το τελεσίγραφό του ο Μαχμούτ. Ο Καραϊσκάκης, μόλις πήρε την
επιστολή του Μαχμούτ ειδοποίησε τους αμάχους της περιοχής του να μετακινηθούν
σε ασφαλέστερες τοποθεσίες και απέστειλε το γράμμα στον Στορνάρη, ειδοποιώντας
τον ότι ο ίδιος με τους δικούς του θα πήγαιναν νοτιότερα, στα Επινιανά της
Ευρυτανίας. Όταν έληξε το τελεσίγραφο, ο Μαχμούτ χώρισε το στράτευμά του σε
τρεις κλάδους. Ο πρώτος κλάδος υπό τον Σούλτζε Κόρτζια, αριθμώντας 4.500
άνδρες όρμησε κατά του Ασπροποτάμου, ο δεύτερος κλάδος με 6.000 άνδρες υπό την
δική του καθοδήγηση, κατευθύνθηκε προς την Οξυά ελπίζοντας ότι θα χτυπήσει εκεί
τον Καραϊσκάκη, το τρίτο τέλος τμήμα του στρατεύματός του με τους υπολοίπους
και το ιππικό κατευθύνθηκε, μέσω Ρεντίνας, προς το Καρπενήσι.
Η καταστροφή του Ασπροποτάμου: αναμένοντας την εισβολή των Οθωμανών
στην περιοχή τους, οι οπλαρχηγού Ασπροποτάμου Ν. Στορνάρης και Κλεινοβού, Γρ.
Λιακατάς, διέταξαν την άμεση εκκένωση των χωριών των περιφερειών τους. Έτσι
20.00ο άμαχοι μαζί με τα γιδοπρόβατά τους σχημάτισαν μια μελαγχολική αλυσίδα
στην πορεία τους , μέσα από δύσβατες περιοχές, προς τον Αχελώο. Κατόρθωσαν
μέσα σε λίγες μέρες να φτάσουν στο Μυρόκοβο κι από εκεί να περάσουν στο
αρματολίκι του Ραδοβισδίου (Άρτας). Ο αρματολός της περιοχής Μπακόλας
αρνήθηκε αρχικά να τους επιτρέψει τη διέλευση φοβούμενος της αντίδραση των
Οθωμανών. Όμως, προ του πείσματος των αμάχων, τους το επέτρεψε εν τέλει. Μετά
από ανείπωτες ταλαιπωρίες, ακόμη και κλοπές από ομοφύλους των, Τζουμερκιωτών
Αρτινών και κατοίκων του Βάλτου, οι δυστυχείς άμαχοι έφτασαν τελικά σε μια
ήσυχη, από άποψη συγκρούσεων την εποχή εκείνη, περιοχή, στη Μηλιά του Βάλτου.
Ο Κασομούλης, στα στρατιωτικά του ενθυμήματα, συγκρίνει τις ταλαιπωρίες των
Ασπροποταμιτών, μ' αυτές των Ισραηλιτών κατά την έξοδό τους από την Αίγυπτο165.
Οι καπεταναίοι Λιακατάς και Στορνάρης, μόλις είδαν ότι οι συμπατριώτες τους
εξασφάλισαν μια σχετικά ασφαλή τοποθεσία, επέστρεψαν, μαζί με τον Κασομούλη,
164. Στάθης Γ., ιερέας, Από τ΄ Άγραφα, β΄ έκδοση, Detroit, Η.Π.Α., 1971, σ.289.
165. Δες σχετικά:Στάθης Γ., ιερέας, ό. π., σ.290-1.

στα Άγραφα για να δουν τα αποτελέσματα της επιδρομής του δεύτερου στρατεύματος
του Μαχμούτ στην περιοχή. Στο δρόμο, κοντά στη Βούλπη, πληροφορήθηκαν με
βαριά τους θλίψη το θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη. Η είδηση όμως που τους
λύπησε ακόμα περισσότερο ήταν η λεηλασία των αμάχων του Ασπροποτάμου από
χριστιανούς(!) του Βάλτου. Έτσι επέστρεψαν στο Βάλτο για να βοηθήσουν τους
συμπατριώτες τους να επιστρέψουν στον Ασπροπόταμο, μιας κι ο κίνδυνος είχε ήδη
περάσει. Έτσι στα τέλη Αυγούστου της ίδια χρονιά οι δυστυχείς Ασπροποταμίτες
επέστρεψαν στις πατρικές τους οικίες, γυμνοί, καταληστευμένοι, αλλά και
ανακουφισμένοι για το τέλος της δοκιμασίας τους.
Η επιδρομή των Αλβανών του Μαχμούτ στα Άγραφα: Η εισβολή του στρατού
του πασά της Σκόδρας άρχισε την 20η Ιουλίου του 1823. Την 23η του ίδιου μήνα
έφτασαν στην Οξυά, που είχε μόλις εγκαταλείψει ο Καραϊσκάκης. Ο άμαχος
πληθυσμός είχε συγκεντρωθεί σε οχυρές θέσεις της περιοχής (Παλούκια, Φτέρη).
Στην περιοχή του Λεοντίτου ο Καραϊσκάκης και οι άνδρες του πρόβαλαν ισχυρή
αντίσταση, εμποδίζοντας προσωρινά τους εισβολείς, οι οποίοι άφησαν στο πεδίο της
μάχης πολλούς νεκρούς. Όμως οι Οθωμανοί κατάφεραν να ξεφύγουν από τα
φυλασσόμενα περάσματα και να εισέλθουν στην ορεινή περιοχή περνώντας από το
Κνίσοβο και την περιοχή Τυμπάνου. Όμως η αντίσταση αυτή αποδείχτηκε μάταια,
μιας κι ο κύριος όγκος των Αλβανών εισήλθε στην περιοχή από την περιοχή των
Τριών Ορίων στο Πετρίλο. Από εκεί, αφού σκόρπισε την καταστροφή σε όλη την
περιφέρεια των Αγράφων, διεκπεραιώθηκε στο Καρπενήσι. Τα μόνα που γλύτωσαν
την καταστροφή ήταν τα θρησκευτικά μνημεία, κι αυτό διότι οι περισσότεροι των
Αλβανών εισβολέων ήταν χριστιανοί. Η συνέχεια είναι λίγο-πολύ γνωστή από την
Ιστορία της Επανάστασης: ο Μαχμούτ και η δύναμή του έφτασε στο Μεσολόγγι και
αφού παρέμεινε στην εκεί περιοχή μέχρι το Νοέμβριο επέστρεψε στην Αλβανία. Και
ενώ στην κατεστραμμένη περιοχή των Αγράφων οργίαζε η ληστεία κατά των
ταλαιπωρημένων κατοίκων της, ο Καραϊσκάκης επέστρεψε και τιμώρησε αρκετούς
από τους συμμορίτες, κυρίως Βαλτινούς και Αρτινούς, αλλά και ντόπιους, ανάμεσα
στους οποίους και πολλά “παλικάρια” του Ράγκου. Όμως ο Καραϊσκάκης
αναγκάστηκε για λόγους υγείας να αποσυρθεί στα Επτάνησα, επισκεπτόμενος
συγχρόνως την εκεί ευρισκόμενη οικογένειά του. Απόντος λοιπόν του Θεσσαλού
ήρωα από την περιοχή, Ο Ράγκος κι ο Γάτσος άρχισαν να παίρνουν την κατάσταση
στα χέρια τους διώκοντας τους οπαδούς του Καραϊσκάκη. Οι υπόλοιποι άνδρες του
Καραϊσκάκη (150 το σύνολο) κατέφυγαν στη Νότια Ευρυτανία ενώ το αρματολίκι
των Αγράφων μοιράστηκε μεταξύ Ράγκου και Γάτσου. Τα της συνέχειας του αγώνα
του Καραϊσκάκη μπορούμε να τα παρακολουθήσουμε στη μεθεπόμενη ενότητα.

Η΄ Η επανάσταση στην περιοχή του Ολύμπου
Από το Σεπτέμβριο του 1821 ο Δημήτριος Υψηλάντης και ο Νικ. Κασομούλης
ετοίμαζαν ένα σχέδιο για τον ταυτόχρονο ξεσηκωμό της περιοχής Ολύμπου και της
Μακεδονίας. Ο τελευταίος μετά την αποτυχημένη επανάσταση στις Σέρρες,
βρισκόταν στη Δ. Μακεδονία και συντόνιζε τις επόμενες επαναστατικές κινήσεις με
διάφορους οπλαρχηγούς της περιοχής Βερμίου, Νάουσας, Ολύμπου και Πιερίων.
Στις 30 Οκτωβρίου του ίδιου έτους η κοινή σύσκεψη των ηγετών των διαφόρων
αυτών περιοχών έστειλαν επιστολή στο Μαυροκορδάτο ζητώντας βοήθεια. Λίγο

νωρίτερα, στις 5 του ίδιου μήνα, ο Κασομούλης από την Ύδρα που βρισκόταν
έγραψε στον Εμμ. Παπά να συνεννοηθεί με τους αρματολούς του Ολύμπου και τους
προεστούς της Νάουσας για κοινή στάση στον αγώνα. Εν συνεχεία απευθύνθηκε με
στον Κολοκοτρώνη και τον Π. Μαυρομιχάλη για βοήθεια. Δυστυχώς όμως η
κατάσταση στην Πελοπόννησο με την Τριπολιτσά υπό πολιορκία και πολλά μέτωπα
ανοιγμένα, δεν επέτρεπε την αποστολή βοήθειας προς τη Μακεδονία και τον
Όλυμπο. Τις πρώτες μέρες του 1822 ο Κασομούλης μαζί με τον “επίτροπο” της
Μακεδονίας Γρ. Σάλα, ο οποίος ήταν μια ατυχής επιλογή του Υψηλάντη,
προμηθεύτηκαν μικρή ποσότητα πυρομαχικών από τα Ψαρά και έφτασαν στον
Όλυμπο. Στις 22 Φεβρουαρίου ο Κασομούλης μαζί με τον Στέργιο Ραψανιώτη
έφτασαν στο Ελευθεροχώρι της Πιερίας κι από εκεί στο μοναστήρι της
Μακρυρράχης που ήταν έδρα του αρματολού του Ολύμπου Διαμαντή Νικολάου.
Μέσω του τελευταίου συνεννοήθηκαν με την αρματολική οικογένεια των
Μπαζιωταίων για από κοινού δράση με την περιοχή ευθύνης των τελευταίων
(Σέρβια και Χάσια). Οι ετοιμασίες όμως αυτές στο μέτωπο Ολύμπου- Χασίων, έγιναν
γνωστές στον Οθωμανό διοικητή της Κατερίνης, Σαλήμπεη. Εκείνος φρόντισε να
μεταφερθούν από τα Τρίκαλα δύναμη 3.000 ανδρών του Χουρσίτ και να ενισχυθεί με
άλλη αξιόλογη στρατιωτική δύναμη από τη Θεσσαλονίκη. Στις 8 Μαρτίου του 1822
ο Κασομούλης με το Διαμαντή και τον Ντίτζια, άλλον οπλαρχηγό του Ολύμπου,
προσπάθησαν να καταλάβουν μια οχυρή θέση βορείως του Κολινδρού της Πιερίας.
Όμως η κίνησή τους αυτή είχε προδοθεί στους Οθωμανούς που είχαν φροντίσει την
τελευταία στιγμή να ενισχύσουν τις θέσεις τους στην περιοχή με χίλιους ακόμα
άνδρες. Οι προσπάθειες όμως των επαναστατών συνεχίστηκαν μέχρι την 15η
Μαρτίου. Μάλιστα δυο μέρες νωρίτερα είχε φτάσει και ο Σάλας στο Ελευθεροχώρι
επικεφαλής δύναμης 300 ανδρών που ήταν στη συντριπτική πλειοψηφία τους
φιλέλληνες του εξωτερικού (κυρίως Γερμανοί και Πολωνοί). Μαζί τους ήταν και ο
Θεόφιλος Καΐρης. Πιο νότια στην περιοχή της Ελασσόνας, οι εξεγερμένοι
αρματολοί Γούλας Δράσκος και Τόλιος Λάζου, που είχαν καταλάβει τον
Κοκκινοπηλό, δέχτηκαν την επίθεση τουρκικής δύναμης από τη φρουρά του
Λιβαδίου που τους ανάγκασε να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους και να οχυρωθούν
ψηλότερα, στην περιοχή του Αγίου Δημητρίου. Στο βόρειο μέτωπο, εν τω μεταξύ,
λόγω της κακοκαιρίας που επικρατούσε οι επαναστατικές δυνάμεις υποχώρησαν
στην Καστανιά κι από εκεί το μεγαλύτερο μέρος τους στη Μηλιά. Στην Καστανιά
έμεινε ο Διαμαντής για να αμυνθεί από εκεί. Στις 28 Μαρτίου δύναμη 2.000
Οθωμανών επιτέθηκαν στις θέσεις του Διαμαντή στην Καστανιά χωρίς όμως
αποτέλεσμα. Την επόμενη μέρα οι τουρκικές επιθέσεις έγιναν πιο ισχυρές και ο
Διαμαντής με τους άνδρες του υποχώρησαν στη Ράντιανη166 κι από εκεί στη Μηλιά,
όπου συναντήθηκε με τους υπόλοιπους επαναστάτες. Η τελική επίθεση των
Οθωμανών έγινε τη 2α Απριλίου, ημέρα του Πάσχα (παλαιό ημερολόγιο). Η δύναμη
των Οθωμανών ήταν 600 άνδρες και οι επαναστάτες στους οποίους είχαν
προσχωρήσει και δυνάμεις του Λάζου από την Ελασσόνα, χωρίστηκαν σε ομάδες για
να τους αντιμετωπίσουν καλύτερα σε διάφορες οχυρές θέσεις της Μηλιάς. Μια
ομάδα μάλιστα επαναστατών, μαζί με τα γυναικόπαιδα, κλείστηκαν στον πύργο των
Λαζαίων, στο ψηλότερο σημείο του οικισμού. Η προσπάθεια των Οθωμανών
166. Σήμερα Ρυάκια.

επικεντρώθηκε σ' αυτό το σημείο. Οι πολιορκημένοι καλύπτονταν από τις ομάδες του
Κασομούλη και του Τόλιου Λάζου, που προσπαθούσαν να ανακόψουν και να βάλουν
από πίσω τους Οθωμανούς. Η σύγκρουση κράτησε όλη τη μέρα, αλλά κατά τη
διάρκεια της νύχτας οι εγκλωβισμένοι κατόρθωσαν να διαφύγουν προς διάφορες
κατευθύνσεις ενώ τα γυναικόπαιδα στάλθηκαν τις επόμενες μέρες στις Σποράδες.
Μερικοί επαναστάτες διέφυγαν μέσω Χασίων στην περιοχή Ασπροποτάμου
ενισχύοντας τον αγώνα του Στορνάρη, άλλοι, όπως ο Διαμαντής στη Νάουσα, ενώ ο
Κασομούλης, ο Καΐρης κι ο Σάλας συνέχισαν τον αγώνα στην Πελοπόννησο. Οι
συνέπειες για τους κατοίκους των χωριών της Ελασσόνας αλλά και του Κάτω
Ολύμπου ήταν βαρύτατες. Τα περισσότερα χωριά λεηλατήθηκαν και πυρπολήθηκαν
από τις ορδές του Οθωμανού Αβδουλαβούτ πασά. Ανάμεσά τους τα περισσότερα
χωριά της Ελασσόνας, η Κρανιά, η Καρυά, κ.α.

Θ΄ Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης και η συμμετοχή του στον αγώνα (1821-1827)
Βιογραφικά στοιχεία: Ο σπουδαιότερος Θεσσαλός ήρωας του επαναστατικού
αγώνα γεννήθηκε στο Μαυρομάτι της Καρδίτσας το 1780. Μητέρα του ήταν η Ζωή
Ντιμισκή, αδελφή του γνωστού κλέφτη Κώστα Ντιμισκή, που καταγόταν από τη
Σκουληκαριά της Άρτας και η οποία μένοντας νέα χήρα αποσύρθηκε στην Ι. Μ.
Αγίου Γεωργίου, κοντά στην ιδιαίτερη πατρίδα του νεκρού συζύγου της, το
Μαυρομάτι. Το 1779 στο ίδιο μοναστήρι κατέφυγε και ο αρματολός Δημήτρης
Καραΐσκος. Εκεί γνωρίστηκε με τη Ζωή και καρπός της σχέσης τους ήταν ο
Γεώργιος Καραϊσκάκης, που γεννήθηκε σε μια σπηλιά κοντά στο μοναστήρι το Μάιο
του 1780. Λίγο αργότερα η μητέρα του παρέδωσε το γιο της σε μια οικογένεια
Σαρακατσαναίων νομάδων. Πριν φτάσει στην ηλικία των 15 ετών ο μικρός
Καραϊσκάκης εγκατέλειψε τη θετή του οικογένεια και μαζί με μερικούς
συνομηλίκους του οργάνωσε μια κλέφτικη ομάδα, έχοντας σα λημέρι τους τη σπηλιά
του Λώλου κοντά στη Γράλιστα της Καρδίτσας. Σε μια σύγκρουση της ομάδας του
με στρατιώτες του Αλή πασά, συνελήφθη κι αφού ξυλοκοπήθηκε, φυλακίστηκε στα
Γιάννινα. Ο πασάς, ικανός στην αναγνώριση των σπουδαίων και ικανών
χαρακτήρων, σύντομα τον συγχώρεσε και τον προσέλαβε στην προσωπική του
φρουρά. Στην αυλή του Αλή ο Καραϊσκάκης σπούδασε την πολεμική τέχνη και έμαθε
γράμματα. Το 1798 ακολούθησε τον Αλή στην εκστρατεία του κατά του αποστάτη
πασά του Βιδινίου Πασβάνογλου. Μετά από τρεις μήνες επέστρεψε μαζί με τον Αλή
στα Γιάννινα.
Οι πρώτες επαφές του Καραϊσκάκη με τους κλεφταρματολούς: Το 1804 ο
Καραϊσκάκης εγκατέλειψε τον Αλή και ενώθηκε με το σώμα του Κατσαντώνη.
Σύντομα ο Κατσαντώνης, αναγνωρίζοντας τις ικανότητές του, τον έκανε
πρωτοπαλίκαρό του. Μαζί με την ομάδα του Κατσαντώνη ο Καραϊσκάκης βοήθησε
τους Ρώσους στις συγκρούσεις με τους Τούρκους που απειλούσαν να καταλάβουν τη
Λευκάδα. Εκεί γνωρίστηκε με τον Καποδίστρια, ενώ μετά τη συνθήκη του Τιλσίτ
(7/7/1808), που παραχωρούσε τα Επτάνησα στους Γάλλους, επέστρεψε στα Άγραφα.
Μετά το μαρτυρικό θάνατο του Κατσαντώνη, εντάχθηκε στα ελληνικά τάγματα που

είχε συγκροτήσει ο Άγγλος ναύαρχος Τσωρτς για να εκτοπίσει τους Γάλλους από τα
Ιόνια νησιά. Το 1812 μετά τις νίκες του Αλή κατά των κλεφταρματολών της Πίνδου
(Λεπενιώτης, κ.α.), ο Καραϊσκάκης, όπως και πολλοί άλλοι κλέφτες δήλωσαν
υποταγή στον Αλή. Λίγο μετά ο Θεσσαλός ήρωας νυμφεύτηκε την Γκόλφω
Ψαρογιαννοπούλου, με την οποία απέκτησε τρία παιδιά. Το 1820, όταν ο Αλής
χαρακτηρίστηκε από το σουλτάνο αποστάτης, ο Καραϊσκάκης έμεινε μαζί του, μέχρι
την πολιορκία των Ιωαννίνων. Όταν διαπίστωσε πως ο Αλής δεν είχε πια την τύχη με
το μέρος του, τον εγκατέλειψε και μαζί με τον Ανδρούτσο και πολλούς άλλους
πέρασε στο σουλτανικό στρατόπεδο.
Η συμμετοχή του στον Αγώνα: Τόν Ιανουάριο του 1821 έχοντας εγκαταλείψει και
τα στρατεύματα του σουλτάνου συμμετείχε στη σύσκεψη των Ελλήνων καπεταναίων
στη Λευκάδα που πραγματοποιήθηκε για την προετοιμασία της επανάστασης. Λίγο
νωρίτερα ασφάλισε την οικογένειά του στο νησάκι Κάλαμος απέναντι από τα
ακαρνανικά παράλια. Τον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς πήγε στη Βόνιτσα για να
προετοιμάσει το έδαφος για το γενικό ξεσηκωμό, μη βρίσκοντας όμως
συμπαράσταση από τους οπλαρχηγούς της περιοχής. Στην συνέχεια συγκρούστηκε
στα Τζουμέρκα με τους Τούρκους και οργάνωσε στρατόπεδο στο Πέτα της Άρτας.
Από εκεί στις 30/5 επιτέθηκε με 40 μόνον άνδρες κατά των Τούρκων στο Κομπότι,
για να επακολουθήσει δεύτερη σύγκρουση στην ίδια περιοχή στις 8 Ιουνίου της ίδιας
χρονιάς. Εκεί ο Καραϊσκάκης τραυματίστηκε σοβαρά. Στη συμπλοκή αυτή χτυπούσε
πυροβολώντας τους Τούρκους μαινόμενος, βρίζοντας και σαρκάζοντας τους
αντιπάλους του. Όταν οι Τουρκαλβανοί είχαν αρχίσει να υποχωρούν, ο Καραϊσκάκης
ανέβηκε πάνω σ' ένα βράχο κι αφού φώναξε δυνατά για να προκαλέσει την προσοχή
των υποχωρούντων Τούρκων, σήκωσε επιδεικτικά τη φουστανέλα του και τους
έδειχνε τα οπίσθιά του για να τους χλευάσει. Όμως ένας Γκέκας τον πυροβόλησε και
τον πέτυχε στα επιδεικνυόμενα μέλη. Το τραύμα αυτό του στοίχισε μακρά θεραπεία
στο Λουτράκι του Αμβρακικού, όπου και μεταφέρθηκε, μετά από αυτό το γεγονός167.
Το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους επέστρεψε στην ενεργό δράση και μαζί με το
Μακρυγιάννη κατέλαβαν την Άρτα. Τον Ιανουάριο του 1823 νίκησε τους Τούρκους
στη μάχη του Σοβολάκου, υποχρεώνοντας τους ηττημένους να ζητήσουν καταφύγιο
στο Βραχώρι (Αγρίνιο). Την άνοιξη της ίδιας χρονιάς όταν ζητήθηκε από τον
Καραϊσκάκη να “προσκυνήσει”, εκείνος, παρά τη μεγάλη συγκέντρωση τουρκικών
δυνάμεων στη Λάρισα και τα Τρίκαλα, εκείνος αρνήθηκε.
Οι διενέξεις του με την Κεντρική Διοίκηση: Μετά την προηγούμενή του νίκη ο
Καραϊσκάκης απαίτησε από την κεντρική διοίκηση το αρματολίκι των Αγράφων,
πράγμα που η “Γερουσία της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος”, απέρριψε, δίνοντας αντ'
αυτού τη θέση του αρματολού στον Γιάννη Ράγκο. Αποτέλεσμα αυτής της απόφασης
ήταν η ανοιχτή σύγκρουση Ράγκου και Καραϊσκάκη. Πίσω από την απόφαση αυτή
της διοίκησης ήταν ο Μαυροκορδάτος ο οποίος ποτέ δεν έκρυψε την αντιπάθειά του
προς τον Θεσσαλό οπλαρχηγό. Το καλοκαίρι του 1823 έφτασε στα Τρίκαλα ο πασάς
της Σκόδρας Μουσταής ή Μαχμούτ και απαίτησε από τον Καραϊσκάκη υποταγή.
Εκείνος αρνήθηκε αλλά, επειδή δεν διέθετε ισχυρές δυνάμεις, εγκατέλειψε τα
Άγραφα στέλνοντας ενισχύσεις στα στρατεύματα του Μάρκου Μπότσαρη στο
Καρπενήσι. Ο ίδιος χτυπημένος από φυματίωση κατέφυγε στη Μονή του Προυσού,
167. Δ. Κόκκινος, ό.π. ,σ. 541

προσωρινά και τον Οκτώβριο του ίδιου έτους στην Κεφαλλονιά για να εξεταστεί από
γιατρούς, οι οποίοι τον ενημέρωσαν ότι η αρρώστια του ήταν ανίατη. Το Δεκέμβριο
του ίδιου έτους είδε για μια φορά ακόμη την οικογένειά του στην Ιθάκη. Τον επόμενο
μήνα ο Καραϊσκάκης διορίστηκε από το Μαυροκορδάτο, για να εξουδετερωθεί κατά
κάποιον τρόπο, στρατιωτικός διοικητής Μεσολογγίου. Εδώ ο Καραϊσκάκης έπεσε
σε ένα παράπτωμα, οι συνέπειες του οποίου τον ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια. Το
1824, λοιπόν, ο Καραϊσκάκης ήλθε σε αντιπαλότητα με τη διοίκηση Στ. Ελλάδας.
Κατά τη διάρκεια της συνέλευσης στο Μεσολόγγι, είχε ασθένησει και μεταφερθεί
στο Ανατολικό, παραμένοντας εκεί μέχρι να αναρρώσει, ενώ οι υπόλοιποι
οπλαρχηγοί συνέχισαν τον αγώνα. Ο Καραϊσκάκης φαινόταν δυσαρεστημένος
επειδή η επιτροπή υπολόγισε για λογαριασμό του λιγότερους μισθωτούς στρατιώτες
κι επειδή συνεχώς δεχόταν παρατηρήσεις για τις καθημερινές αταξίες τους. Στις 19/3
ένας ανιψιός του λογομάχησε με δυο ψαράδες απ' το Μεσολόγγι, οι οποίοι τον
χτύπησαν και εν συνεχεία εξαφανίστηκαν. Την επομένη ο Καραϊσκάκης έστειλε
μερικούς στρατιώτες του στο Μεσολόγγι για να συλλάβουν τους ενόχους. Αυτοί
επειδή δεν βρήκαν τους ψαράδες, συνέλαβαν δυο προκρίτους και τους παρέδωσαν
στον Καραϊσκάκη στο Ανατολικό. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά επιπλέον διέταξε τους
στρατιώτες του να καταλάβουν το Βασιλάδι, όπου βρίσκονταν και επτά τουρκικά
πλοία. Συγχρόνως, σαν σε συνεννόηση, 300 Οθωμανοί ερχόμενοι από τη Ναύπακτο,
κατέλαβαν, προωθούμενοι, τη θέση Κακή Σκάλα. Αργότερα, ο Καραϊσκάκης
κατηγορήθηκε ότι την ίδια περίοδο είχε στείλει ένα πρωτοπαλίκαρό του, τον Κ.
Βουλπιώτη, στα Γιάννινα για συνομιλίες με τον Ομέρ Βρυώνη. Η πραγματικότητα
όμως είναι πως ο Μαυροκορδάτος υπέδειξε τον Καραϊσκάκη να έρθει σε πρόσκαιρη
συμφωνία με τους Τούρκους, τα λεγόμενα “καπάκια” που ήταν γενικά συνηθισμένα
κατά την περίοδο του Αγώνα. Όλα αυτά έδωσαν λαβή για υποψίες επιβουλής του
αγώνα από μέρους του Θεσσαλού οπλαρχηγού. Η διοίκηση έδωσε εντολή στον
Καραϊσκάκη να αφήσει τους προκρίτους, ελευθερώνοντας συγχρόνως κάποιους
δικούς του που κρατούνταν στο Μεσολόγγι, ενισχύοντας συγχρόνως την άμυνα της
πόλης. Λίγο αργότερα ο Μαυροκορδάτος και άλλοι οπλαρχηγοί πήγαν στο Ανατολικό
και κατόπιν οδήγησαν τον Καραϊσκάκη στο Μεσολόγγι για ανακρίσεις, ενώ
διορίστηκε ειδική επιτροπή για να τον δικάσει με την κατηγορία της προδοσίας. Η
επιτροπή αυτή στις 2 Απριλίου έβγαλε τη απόφασή της, σύμφωνα με την οποία ο
Καραϊσκάκης καταδικαζόταν ως προδότης της πατρίδας.[Ας μην ξεχνάει ο
αναγνώστης ότι βρισκόμαστε στην περίοδο των εμφυλίων πολέμων] Εκείνος όμως
μαζί με αρκετούς από το σώμα του, ξέφυγε από το Μεσολόγγι και εισέβαλε στον
Ασπροπόταμο λεηλατώντας κάποια χωριά168. Στη συνέχεια, με διαταγή της τουρκικής
αρχής, εκδιώχτηκε από τους αρματολούς της περιοχής. Από εκεί καταδιωκόμενος
κατέφυγε αρχικά στα Άγραφα κι έπειτα από συγκρούσεις με τους “κυβερνητικούς”,
που ενισχύθηκαν και από οθωμανικές δυνάμεις υπό την ηγεσία του δερβέναγα
Σούλτζια Κόρτζια, στο Καρπενήσι, όπου κλείστηκε πολιορκούμενος στον Ναό του
Αγίου Αθανασίου, όμως κι από εκεί κατάφερε να ξεφύγει. Λίγο αργότερα, μην
αντέχοντας τις συνεχείς διώξεις, έστειλε επιστολή συγνώμης στον Μαυροκορδάτο,
όπου μεταξύ άλλων έγραφε: “Δεν ηξεύρω, αν είναι από τα κρύα τα πολλά όπου
αρρώστησα πάλιν, ή από τους τόσους αφορισμούς όπου μου εκάματε. Και σε
168. Σπ. Τρικούπης, 3ος τόμος, ό. π., σσ. 120-1.

παρακαλώ να με συγχωρήσει η διοίκησις και όλοι οι Χριστιανοί, και να μου στείλει μια
συγχωρητική ευχή από τον αρχιερέα169” Όμως η αίτηση αυτή δεν έγινε δεκτή αρχικά.
Πάντως λίγους μήνες αργότερα ο Καραϊσκάκης έγινε και πάλι δεκτός με τιμές από
τους υπόλοιπους οπλαρχηγούς και τη διοίκηση. Λίγους μήνες αργότερα συμμετείχε
στις εμφύλιες συγκρούσεις στο πλευρό του Κωλέττη και των κυβερνητικών.
Μάλιστα στη διάρκεια μιας εκστρατείας στα Καλάβρυτα λεηλάτησε σπίτια της
οικογένειας των Ζαΐμηδων. Αυτό σίγουρα είναι η μελανότερη σελίδα στην ένδοξη
ιστορία του Θεσσαλού ήρωα. Το Μάιο του 1825 ο Καραϊσκάκης έφτασε στο
Δίστομο μετά από οδηγίες της κυβέρνησης για να ανασυγκροτήσει τον επαναστατικό
αγώνα που έπνεε τα λοίσθια στη Ρούμελη. Εκεί αντιμετώπισε με επιτυχία την
πολιορκία της κωμόπολης απ' τους Τούρκους της Άμφισσας, ενώ στη συνέχεια
απάλλαξε τους κατοίκους της ορεινής Ευρυτανίας από τους Τούρκους. Έπειτα
κατευθύνθηκε στο Μεσολόγγι για να βοηθήσει τους πολιορκημένους κατοίκους του,
προσφέροντες μεγάλες υπηρεσίες στην ανακούφιση των εξαντλημένων ελληνικών
δυνάμεων της πόλης. Στα τέλη Οκτωβρίου είδε για τελευταία φορά την οικογένειά
του στον Κάλαμο, πριν επιστρέψει ξανά στο Μεσολόγγι για την τελική σύγκρουση.
Κατά τη διάρκεια της εξόδου των πολιορκημένων ο Καραϊσκάκης ήταν άρρωστος
από φυματίωση. Μετά την ατυχή εξέλιξη στο Μεσολόγγι ο Ζαΐμης παραβλέποντας
την παλιά διαμάχη του με το Θεσσαλό ήρωα, διόρισε τον Καραϊσκάκη αρχιστράτηγο
της Ρούμελης (Ιούλιος 1826). Τον ίδιο μήνα ο νέος αρχιστράτηγος οργάνωσε στην
Ελευσίνα στρατόπεδο με δύναμη 660 ανδρών με στόχο να ανακουφίσει τους
πολιορκημένους Έλληνες στην Ακρόπολη, που απειλούνταν από τον ισχυρό κλοιό
του Κιουταχή. Τους επόμενους μήνες αντιμετώπισε τους Τούρκους στη Δόμβραινα,
στον Όσιο Λουκά, στην Αράχωβα, στο Κερατσίνι και στο Τουρκοχώρι,
προσθέτοντας και άλλες μεγάλες επιτυχίες στη νικηφόρα αρχιστρατηγία του. Η ήττα
μάλιστα των Τούρκων στην Αράχωβα μπορεί να συγκριθεί μόνο με τη νικηφόρα
μάχη των Δερβενακίων, μιας και οι Οθωμανοί εγκατέλειψαν στα πεδία του
Παρνασσού περισσότερους από 1.700 νεκρούς συμπολεμιστές τους. Στο μεταξύ
αρχιστράτηγος των ελληνικών δυνάμεων τοποθετήθηκε από την Γ΄ Εθνοσυνέλευση ο
Άγγλος Ριχ. Τσωρτς, ενώ αρχιναύαρχος ο Τόμας Κόχραν. Σύντομα οι δυο τους
ήρθαν σε ρήξη με τον Καραϊσκάκη για τον τρόπο αντιμετώπισης του Κιουταχή, που
επιδράμοντας στη Αττική απειλούσε την Ακρόπολη των Αθηνών, το μοναδικό
οχύρωμα που είχαν ακόμη υπό την κατοχή τους οι επαναστάτες. Στις 21 Απριλίου
του 1827 οι δυο πλευρές ήρθαν σε συνεννόηση και βρήκαν τον “κοινό τόπο” που
γεφύρωνε τις διαφωνίες τους. Όμως την επομένη, κι ενώ ο Έλληνας αρχιστράτηγος
παρουσίαζε υψηλό πυρετό λόγω της έξαρσης της νόσου του, μερικοί μεθυσμένοι
Κρητικοί170 που τους είχε προσλάβει με μισθό ο Κόχραν, αφού επιτέθηκαν τελείως
ανοργάνωτα στις δυνάμεις του Κιουταχή, άρχισαν να υποχωρούν. Για να μην πάρει
έκταση αυτή η απρόοπτη και όχι οργανωμένη σύγκρουση, ο Καραϊσκάκης όρμησε
στο πεδίο της, όπου όμως τραυματίστηκε σοβαρά στη βουβωνική χώρα. Αμέσως
κάποιοι στρατιώτες του τον μετέφεραν στο πλοίο του Τσωρτς. Την προηγουμένη του
θανάτου του ο ήρωας είπε στους συμπολεμιστές του που βρίσκονταν στο πλευρό του:
“Να η διαθήκη μου: στο γιο μου αφήνω το όπλο μου, το μόνο χτήμα μου αυτή τη
169 . Σπ. Τρικούπης, 3ος τόμος, ό. π., σ. 121.
170. Καρλ Μέντελσον- Μπαρτόλντι, Επίτομη Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Κυριακάτικη 2011, σ.177.

στιγμη. Τη θυγατέρα μου την παραδίδω σε σας, παλιοί μου σύντροφοι. Αυτά για
μένα. Τι να σας πω; Ήθελα να είχα όλο τγο έθνος εδώ για να του ειπώ τι αξίζετε...
Αύριο το πρωί ελάτε να σας ξαναειδώ. Ο Καραϊσκάκης εξέπνευσε στις 23 Απριλίου
του 1827, ανήμερα του Άη-Γιωργιού, παρά τις προσπάθειες των γιατρών.
Ο Σπ. Τρικούπης για το τέλος του Καραϊσκάκη
“Όταν ο Καραϊσκάκης ξαναγύρισε στη σκηνή του (μετά το θανάσιμο τραυματισμό του) τον μετέφεραν
στο γιατρό, ο οποίος τον εξέτασε και διαπίστωσε ότι είχε τραυματιστεί θανάσιμα στο βουβώνα. Τότε
τον πήγαν στο πλοίο του Τσορτς στο Φάληρο (..) ο Καραϊσκάκης αντιλήφθηκε όχι μόνο ότι η πληγή
του ήταν θανάσιμη αλλά και ότι δεν του έμενε ακόμα πολλή ζωή. Για το λόγο αυτό κάλεσε αμέσως στο
πλοίο τον ιερέα, εξομολογήθηκε, μετέλαβε, ζήτησε συγχώρεση από όλους τους παρόντες και ζήτησε να
τον θάψουν στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου της Σαλαμίνας. Αφού τέλειωσε όλα όσα έπρεπε να
κάνει σα χριστιανός, μίλησε στους υπόλοιπους σαν πατριώτης και σαν πατέρας. Σαν πατριώτης τους
είπε να μη δειλιάζουν, να έχουν τις ελπίδες τους στη βοήθεια του Θεού, να συνεχίζουν να δοξάζουν
την Ελλάδα όπως έκαναν ως τότε και να είναι βέβαιοι ότι η πατρίδα θα αποτινάξει τελικά το ζυγό
της, όσα κι αν πάθει. Σαν πατέρας παράγγειλε να ζητήσουν εξ ονόματός του αγάπη και προστασία για
τα παιδιά του από την κυβέρνηση. Παρά τους δυνατούς πόνους κατάφερε να κρατήσει τη σκέψη του
καθαρή και τα λόγια του σωστά ως την τρίτη ώρα μετά τα μεσάνυχτα. Πέθανε μια ώρα αργότερα και
την επομένη η σορός του μεταφέρθηκε στη Σαλαμίνα για να ταφεί στο μέρος που είχε ζητήσει. (..)
αυτό ήταν το περιστατικό που τερμάτισε τη ζωή του Καραϊσκάκη τη στιγμή ακριβώς που η χώρα είχε
τόσο μεγάλη ανάγκη από τις υπηρεσίες του.” Σπ. Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, Εκδ.
Λιβάνη, 1992, τόμος 4, σσ. 144-5.

Σύμφωνα με νεώτερες ιστορικές έρευνες ο θάνατος του ίσως να μην οφείλονταν σε
εχθρικό βόλι, αλλά σε κάποια δολοφονικά χέρια. Άλλωστε η βρετανική πολιτική την
εποχή εκείνη ενδιαφερόταν για τον περιορισμό της επανάστασης στην περιοχή της
Πελοποννήσου και μόνον, πράγμα το οποίο είναι βέβαιον ότι δεν θα δεχόταν ποτέ ο
Καραϊσκάκης. Η ουσία είναι πως με το θάνατό του επικράτησε η ολέθρια πολιτική
των Άγγλων, που οδήγησε με τα τεχνάσματά τους στην απώλεια τελικά της
Ακρόπολης από τους Έλληνες.

Ι΄ Η Λάρισα επιτελικό στρατιωτικό κέντρο των Οθωμανών
Μετά το θάνατο του Αλή πασά, και την κήρυξη της ελληνικής Επανάστασης, όλες
οι διαθέσιμες στρατιωτικές δυνάμεις των Οθωμανών συγκεντρώθηκαν στη Λάρισα
και τους γύρω οικισμούς. Μέχρι το τέλος του 1821 πασάδες απεσταλμένοι από την
υψηλή Πύλη έφτασαν στη Λάρισα με τη διαταγή να συγκεντρώσουν τουλάχιστον
20.000 άνδρες για την καταστολή της ελληνικής Επανάστασης. Οι πασάδες αυτοί
ήταν ο Βεράμ, ο Μεχίμ, ο Αλή Σχουδίν και ο Χατζη-Μπεκίρ171. Την άνοιξη του
επομένου έτους είχαν συγκεντρωθεί γύρω από τη Λάρισα ισχυρή δύναμη 24.000
ανδρών και 6.000 ιππέων. Γενικός συντονιστής του τμήματος αυτού είχε οριστεί ο
Μαχμούτ πασάς Δράμαλης, ενώ ο προκάτοχός του Χουρσίτ, που είχε πέσει σε
δυσμένεια το προηγούμενο διάστημα, είχε αποτραβηχθεί και δεν συμμετείχε στις
προετοιμασίες. Όμως, όπως ίσως γνωρίζουμε, η στρατιά αυτή του Δράμαλη
συνετρίβη από τους Κολοκοτρώνη και Νικηταρά, που ήταν επικεφαλής μιας μικρής
δύναμης 2.500 ανδρών, στα Δερβενάκια, την 26η/7/1822. Έτσι ο Δράμαλης έπεσε
σε μελαγχολία που, κατά πολλούς, τον οδήγησε στο θάνατο, την 27η Οκτωβρίου της
ίδιας χρονιάς. Η ήττα όμως των Τούρκων στην Πελοπόννησο έφερε τον Χουρσίτ σε
ακόμα χειρότερη θέση διότι κατηγορήθηκε ότι δεν συνέδραμε την προσπάθεια του
171. Επ. Φαρμακίδης, Η Λάρισα, σ. 209.

Δράμαλη. Αυτό το τελευταία κατηγορία συνοδευόταν και από την υποψία ότι ο ίδιος
είχε καταχραστεί θησαυρούς του Αλή πασά τον οδήγησαν στην οριστική δυσμένεια
του σουλτάνου Μαχμούτ. Μόλις πληροφορήθηκε από ανθρώπους του ότι η Πύλη
σχεδίαζε την καταδίκη του σε θάνατο, αυτοκτόνησε προλαμβάνοντας τις εξελίξεις. Ο
τάφος του, η μάλλον η επιτύμβια στήλη του, σωζόταν μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα
στην περιοχή του Πέρα Μαχαλά. Όμως την τιμωρία που απέφυγε όσο ήταν εν ζωή,
δεν την απέφυγε μετά θάνατον. Λίγες μέρες μετά την αυτοκτονία του ήρθαν στη
Λάρισα ζαπτιέδες172 από την Πόλη, έχοντας στα χέρια τους σουλτανικό φιρμάνι, και
ξέθαψαν το πτώμα του Χουρσίτ και αφού έκοψαν το κεφάλι το τοποθέτησαν σε
ασημένια λεκάνη και το παρέδωσαν στον Οθωμανό σουλτάνο. Υπάρχει και η άλλη
όμως άποψη, που δεν ομιλεί περί αυτοκτονίας του Χουρσίτ. Σύμφωνα μ' αυτή ο
Χουρσίτ εκτελέστηκε δι' αποκεφαλισμού, κοντά στην όχθη του Πηνειού,στη θέση
Κινάμ Βέη, μετά από φιρμάνι που προσκόμισαν απεσταλμένοι του σουλτάνου.
Πάντως η μνήμη του Χουρσίτ έμενε για χρόνια ζωγραφισμένη με μελανά χρώματα
στο νου των χριστιανών της Λάρισας, οι οποίοι με φρίκη θυμούνταν τα κατορθώματά
του στη θεσσαλική πόλη. Δεν περνούσε άλλωστε ούτε μια μέρα χωρίς να θανατωθεί
κάποιος Έλληνας, είτε με αγχόνη είτε με το φρικτότερο τσιγκέλι173. Αξίζει να
αναφέρουμε ότι εν όψει της αυτονόμου Ελλάδας του 1828 οι Οθωμανοί οχύρωσαν
ακόμα περισσότερο τη Λάρισα σκάβοντας βαθύτερη τάφρο περιμετρικά της πόλης
(εκεί που σήμερα η οδός Πολυτεχνείου). Τα έργα αυτά αποπερατώθηκαν το 1829 και
έγιναν κυρίως με εργασία – αγγαρεία των χριστιανών της πόλης.

ΙΑ΄ Ο μαρτυρικός θάνατος του Μητροπολίτη Λαρίσης
Πολυκάρπου Δαρδαίου
Στις 28 Μαρτίου του 1811 ο Πολύκαρπος Δαρδαίος, ο ιεράρχης που καταγόταν από
τη Δάρδα της Βορείου Ηπείρου, τοποθετήθηκε μητροπολίτης Λάρισας. Τον Ιούνιο
του ίδιου έτους εγκαταστάθηκε στη Λάρισα. Όταν διορίστηκε ο Βελής διοικητής στη
Θεσσαλία, ο Πολύκαρπος ανέπτυξε μαζί του φιλικές σχέσεις. Όμως ένα επεισόδιο
που συνέβη μεταξύ του μητροπολίτη και του Αλή δημιούργησε μια έχθρα μεταξύ
τους. Όταν λοιπόν ο γραμματικός του Βελή έστειλε ένα έγγραφο με το οποίο ήθελε
να ανακατευθεί στα εκκλησιαστικά πράγματα, ο Πολύκαρπος το έσκισε. Τότε ο
Βελής διέταξε τη φυλάκιση του μητροπολίτη, αλλά λίγες ημέρες αργότερα, μετά από
επέμβαση του Βηλαρά, που ήταν γιατρός του πασά, απελευθερώθηκε. Ένα δεύτερο
επεισόδιο συνέβη όταν ο Βελής απαίτησε τη χειροτονία στην επισκοπή Σταγών ενός
μοναχού Ανθίμου, που ήταν αδελφός μιας χανούμισσάς του. Ο Πολύκαρπος
αρνήθηκε με πείσμα αλλά, μετά από απειλές του Βελή, τον χειροτόνησε, φωνάζοντας
όμως την πιο επίσημη στιγμή της χειροτονίας “ανάξιος”. Μαθαίνοντας όλα αυτά ο
Αλής διέταξε τη σύλληψή του. Ο μητροπολίτης κατάφερε τελικά να διαφύγει στο
Βόλο κι από εκεί με πλοίο στην Κων/λη (Ιανουαρίος 1818). Μετά την άφιξη στη
Λάρισα του Δράμαλη και τη δυσμένεια που είχαν περιπέσει ο Αλής και οι γιοι του, ο
Πολύκαρπος επέστρεψε στη Λάρισα. Μια από τις πρώτες συναντήσεις που είχε ο
172. Χωροφύλακες – αστυνομικοί.
173. Οι δύστυχοι καταδικασμένοι σηκώνονταν με ειδική ανυψωτική μηχανή και εν συνεχεία αφήνονταν να πέσουν
πάνω σε αιχμηρό μεγάλο τσιγκέλι, βρίσκοντας φρικτό, βασανιστικό και αργό θάνατο. Αξίζει να σημειώσουμε πως ο
διαβόητος Αλής ήταν ο κύριος εφαρμοστής αυτής της θανατικής ποινής. Μάλιστα η παραλία του Αλμυρού ήταν
ένας τέτοιος τόπος θανάτωσης, γι΄αυτό και η ονομασία της περιοχής Τσιγκέλι.

μητροπολίτης ήταν αυτή με τους αρματολούς Στουρνάρα, Λαζόπουλο, Ζαχείλα,
Δράκο και Σουλιώτη. Στη σύσκεψη αυτή ο Πολύκαρπος συνέστησε τους
καπεταναίους να συμβάλλουν στην εκστρατεία που σχεδίαζαν οι Οθωμανοί κατά του
Αλή. Ο Δράμαλης, φοβούμενος πιθανή στάση των χριστιανών της Λάρισας και των
περιχώρων, φοβόταν τον Πολύκαρπο. Έτσι εγκατέστησε μόνιμη φρουρά από τρεις
στρατιώτες του μπροστά από την έδρα του. στις 20 Ιουλίου του 1821 ο Δράμαλης
διέταξε να συλλάβουν τον μητροπολίτη, ενεργώντας στα πλαίσια των γενικότερων
διώξεων κατά της ορθοδόξου ιεραρχίας της περιόδου εκείνης. Ο Πολύκαρπος
φυλακίστηκε στα υπόγεια του Διοικητηρίου της πόλης, όπου δέχτηκε την επίσκεψη
του Στουρνάρη. Όταν εκείνος προσφέρθηκε να τον φυγαδεύσει εκείνος αρνήθηκε. Ο
Μαχμούτ πασάς Δράμαλης μετά από πολλές αμφιταλαντεύσεις αποφάσισε να τον
θανατώσει. Έτσι την 17η Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους έστειλε κάποιον Οσμάν να
πάρει τον ηρωικό μητροπολίτη από τη φυλακή του για να τον μεταφέρει δήθεν σε
άλλη. Όταν πέρασε υπό συνοδεία μπροστά από τον Δράμαλη, του μίλησε αυστηρά με
ηρωισμό και παρρησία. Τότε όρμησαν εναντίον του πέντε φύλακες και τον οδήγησαν
στην όχθη του Πηνειού. Ένας Έλληνας λευκαντζής, που έπλενε εκεί κοντά ρουχισμό
υπήρξε αυτήκοος μάρτυρας. Ας δούμε τη μαρτυρία του: “ Ο δεσπότης απευθύνθηκε
προς του καφάσηδες και τους λέει: “Δεν είναι ανάγκη να με δέσετε καθότι εγώ ξέρω
δε γλιτώνω”. Έπειτα έβγαλε το φόρεμά του και τους το έδωσε. Τους έδωσε και το
μικρό πουγκί του, κάτι δε έριξε μέσα στο ποτάμι. Έπειτα τους είπε: “Ησυχάστε να
κάνω τον ντουβά μου (προσευχή)”. Και έτσι σηκώνει τας χείρας του άνω,
προσεύχεται, ευλογεί από τα τέσσερα μέρη τους χριστιανούς. Έπειτα γονατίζει και τους
λέει: “Βούρουνους (χτυπάτε)”! Του τραβούν μία με την μάχαιραν, δεν τον κόπτουν,
τραβούν και δευτέραν, ομοίως. Αυτός εν μέσω των αιμάτων τους λέγει: “Χτυπάτε βρε
σκυλιά”! Κι έτσι με το τρίτον τον απέκοψαν. Πιάνοντας δε την κεφαλήν από τα γένια
την επέταξαν εις τη μέσην του ποταμού, το δε σώμα του, το οποίον είχε μείνει με το
υποκάμισον, το έσπρωξαν εις την άκρην του ποταμού και ήρχισε να επιπλέει.174” Ο
Δράμαλης εν συνεχεία δέχτηκε μετά από παράκληση του Μολά (ιεροδικαστή) της
Λάρισας να επιτρέψει στους χριστιανούς της πόλης να τον θάψουν. Αμέσως λοιπόν
οι πιστοί βρήκαν στο ποτάμι το σώμα του Εθνομάρτυρα και μετά από λίγη
προσπάθεια και το κεφάλι του. Όμως αυτό το τελευταίο το άρπαξαν δυο Οθωμανοί,
άνθρωποι του Δράμαλη, οι οποίοι αφού το ... έγδαραν, παρέδωσαν το μεν γδαρμένο
λείψανο του κρανίου στους Λαρισαίους χριστιανούς, ενώ έπειτα παραγέμισαν το
δέρμα του κεφαλιού του μητροπολίτη με βαμβάκι και το έδωσαν εν είδει λαφύρου
στο βάρβαρο Δράμαλη, ο οποίος το έστειλε, φανταζόμαστε όλο χαρά και περηφάνια
για το σπουδαίο έργο του, στον βασιλιά των αιμοβόρων αρπακτικών, το σουλτάνο
δηλαδή. Στις 5 η ώρα το απόγευμα της ίδιας μέρας έγινε με τιμές η κηδεία του
ηρωικού ιεράρχη, προεξάρχοντος του τοποτηρητή της Μητροπόλεως Λαρίσης,
επισκόπου Θαυμακού Κυρίλλου. Το σώμα του Πολυκάρπου ετάφη με όλες τις
προσήκουσες τιμές έξω από το ιερό βήμα του Ναού του Αγίου Αχιλλίου.

174. Β. Βουτσιλάς, Μ. Αβραμόπουλος, Λάρισα, Αύγουστος 1962, σ. 48,49.

Κεφάλαιο 7ο
Η δημιουργία του πρώτου Ελληνικού βασιλείου - θεσσαλικά εδάφη
που ελευθερώθηκαν.
Α΄ Οι συνθήκες που προηγήθηκαν
Στην Πετρούπολη συναντήθηκαν τον Απρίλιο του 1826 επιτετραμμένοι της Ρωσίας
και της Αγγλίας συμφώνησαν να αναλάβουν τη διαμεσολάβηση για το λεγόμενο
“ελληνικό ζήτημα”. Μεταξύ των προτάσεων της συνθήκης, που έμεινε γνωστό ως
“Πρωτόκολλο της Πετρούπολης”, περιλαμβανόταν η πρόταση για αυτόνομη
Ελλάδα. Τον Ιούλιο του 1827 Αγγλία Γαλλία και Ρωσία, με τη λεγόμενη (πρώτη)
“Συνθήκη του Λονδίνου”, προσφέρουν τη μεσιτεία τους στην ελληνοτουρκική
διένεξη προτείνοντας τον “εντελή διαχωρισμό μεταξύ των ατόμων των δύο χωρών”,
χωρίς όμως να προσδιορίζονται σύνορα. Ακολούθησε η “Συνθήκη της
Αλεξανδρείας” η οποία συνήφθη μεταξύ των τριών εγγυητριών Δυνάμεων και του
Μωχάμετ Άλι της Αιγύπτου. Σύμφωνα με της αποφάσεις της συνθήκης αυτής θα
ανταλλάσσονταν Έλληνες και Αιγύπτιοι αιχμάλωτοι, μετά την εκστρατεία του
Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, που είχε προηγηθεί. Τέλος το Σεπτέμβριο του 1828
έγινε η “Διάσκεψη του Πόρου”, στην οποίαν συμμετείχαν οι τρεις πρεσβευτές των
Μεγάλων Δυνάμεων. Η βασικότερη απόφαση της διάσκεψης ήταν η πρόταση για
ορισμό συνόρων του νέου ελληνικού κράτους στη γραμμή ΠαγασητικόςΑμβρακικός. Στη διάσκεψη αυτή, που σημειωτέον είχε προσκληθεί και ο σουλτάνος
χωρίς όμως να στείλει απεσταλμένο, προτάθηκε επίσης να συμπεριληφθούν στο νέο
κράτος η Κρήτη και η Σάμος.
Β΄ Το Πρωτόκολλο του Λονδίνου (Αυτόνομη Ελλάς)
Οι μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης, μετά την καταναυμάχηση του τουρκικού
στόλου στο Ναβαρίνο, αποφάσισαν να λειτουργήσουν ως επιδιαιτητές μεταξύ
Οθωμανών και Ελλήνων προτείνοντας στα δυο αντίπαλα μέρη τα όρια που θα είχε το
τελεσίδικα αναγνωρισμένο ελληνικό κράτος. Έτσι οργανώθηκε απ' αυτούς μια
διάσκεψη στο Λονδίνο. Η διάσκεψη του Λονδίνου, που είχε διακόψει τις εργασίες
της το προηγούμενο έτος για διαβουλεύσεις μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών,
ξανάρχισε τις εργασίες της το Μάρτιο του 1829. Ο πληρεξούσιος της Γαλλίας
πρότεινε να γίνει δεκτή η γραμμή Βόλου - Αμβρακικού, ως σύνορο του νέου,
αυτονόμου στην αρχή και ανεξαρτήτου στη συνέχεια, ελληνικού κράτους. Ο
εκπρόσωπος της Ρωσίας συμφώνησε με την άποψη των Γάλλων, όμως ο Άγγλος
σύνεδρος πρότεινε να απορριφθεί η άποψη αυτή διότι, κατά τη γνώμη του, ούτε η
Οθωμανική αυτοκρατορία θα παραχωρούσε τέτοια μεγάλη έκταση, αλλά... ούτε και
οι Έλληνες θα μπορούσαν να την κατακτήσουν και να την διατηρήσουν στην κατοχή
τους. Οι Άγγλοι μάλιστα προχώρησαν κι ένα βήμα περισσότερο απέναντι στις
ελληνικές θέσεις: Πρότειναν οι προτάσεις που θα υιοθετούνταν στη Διάσκεψη να
κοινοποιούνταν στην Οθωμανική κυβέρνηση ως ένα απλό σχέδιο που ήταν βάση για
διαπραγματεύσεις, ενώ οι άλλες δύο χώρες πίστευαν ότι οι όποιες αποφάσεις τους
έπρεπε να είχαν χαρακτήρα δεσμευτικό για και τα δύο αντίπαλα μέρη. Ύστερα από
αμοιβαίες υποχωρήσεις των τριών εκπροσώπων συντάχθηκε και υπογράφηκε το
λεγόμενο Πρωτόκολλο του Λονδίνου με ημερομηνία 10 Μαρτίου 1828 (π.

Ημερολόγιο) ή 22/3/1828 (ν. η.). Το πρωτόκολλο όριζε ως μεθοριακή γραμμή
αυτονόμου Ελλάδας – Τουρκίας “ την γραμμήν που άρχεται από το στόμιον του
Παγασητικού κόλπου, φτάνουσα εις την κορυφήν της Όθρυος, εκτείνεται κατ' ευθείαν
μέχριν της κορυφής της προς Ανατολάς των Αγράφων, εν η εστί το σημείον της
ενώσεως μετά της Πίνδου ... κατέρχεται εις την κοιλάδαν του Αχελώου, προς το
μεσημβρινόν μέρος του Λεοντίτου, το οποίον μένει εις την Τουρκίαν, (επ)ειτα διέρχεται
την σειράν του Μακρυνόρους, περιλαμβάνει το ομώνυμον στενόν, το από της πεδιάδος
της Άρτης αρχόμενον, και καταλήγει διά του Αμβρακικού κόλπου εις την θάλασσαν
(Ιόνιο)” Το Πρωτόκολλο όριζε ακόμα ότι στο νέο κράτος θα συμπεριλαμβανόταν,
πλην της Στερεάς και της Πελοποννήσου, η Εύβοια και οι Κυκλάδες, ενώ δεν γινόταν
καμιά αναφορά στις Σποράδες. Ακόμα το Πρωτόκολλο όριζε έναν ετήσιο φόρο, 1,5
εκατομμ. γροσίων, που θα έπρεπε να πληρώνει κάθε χρόνο το νεοσύστατο ελληνικό
κράτος προς το σουλτάνο, όπως και τις αποζημιώσεις που θα δίνονταν στους
Οθωμανούς για τις απώλειες των περιουσιακών τους στοιχείων. Ακόμα
προβλέπονταν κληρονομικός ηγεμόνας για την Ελλάδα που θα οριζόταν με τη
σύμφωνη γνώμη του σουλτάνου και των τριών μεγάλων δυνάμεων.
Μια επιστολή του Βιάρου Καποδίστρια, αδελφού του Ι. Καποδίστρια προς τον
Κυβερνήτη, που του αναφέρει την αναλογία ελληνικού και τουρκικού πληθυσμού
στη Θεσσαλία.
“ Εξοχότατε
(...) Ο στατιστικός πίναξ τον οποίον προσφέρω (...) περί δε των πηγών (ενν. για τους αριθμούς που
αναφέρει) είχον υπ' όψιν μου τα κατάστιχα του Αλή πασά, όστις κατείχε το μεγαλότατον μέρος της
γης(...)

Επαρχία - πόλεις

Τούρκοι

χριστιανοί

το όλον

2500

3500

6000

Τρίκαλα – χωρία (200)

10000

55000

65000

Σύνολον (Ε. Τρικάλων)

12500

58500

71000

7500

2500

10000

Λάρισα – χωρία (190)

13000

95000

108000

Λάρισα σύνολον

20500

97500

108000

Φέρσαλα - πόλις

500

1250

1750

Τρίκαλα πόλις

Λάρισσα πόλις

Φέρσαλα χωρία (18)

-

10250

10250

Δομοκός χωρία 25

-

7500

7500

3500

5000

22500

22500

26000

27500

3500

3500

Ελασσόνα πόλις
Ελασσόνα- χωρία 45

1500
-

Ελασσόνα - σύνολον

1500

Πλαταμώνας–χωρία 16 Φανάρι-Καρδίτζα χ. 80

1500

32000

33500

Αρμυρός πόλις

1000

1500

2500

7500

7500

9000

10000

Αρμυρός χωρία
Αρμυρός σύνολον

1000

Βελεστίνος χωρία 10
Νέα Πάτρα πόλις
Ν. Πάτρα χωρία 68

250

3000

3250

1000

4000

5000

61500

61500

-

Ν. Πάτρα σύνολον

1000

65000

66500

Ζητούνι- Δομοκός και
Γούρα ομού

2500

24000

26500

Γενικόν σύνολον

41.250

338.000

379.250

Γ΄ Τα Πρωτόκολλα της 3ης Φεβρουαρίου 1830 (ανεξάρτητη Ελλάς)
Ύστερα από διαβουλεύσεις τριών μηνών μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων πάνω στο
ζήτημα του μελλοντικού “ηγεμόνα” της Ελλάδας, εγκρίθηκε από την αγγλική
κυβέρνηση στις 11/1/1830, ένα σχέδιο πρωτοκόλλου για τη συνολική ρύθμιση του
λεγομένου “ελληνικού ζητήματος”. Την 22α Ιανουαρίου (3/2 ν. η.) του 1830, μετά
από αγγλική πρόταση, στη νέα Διάσκεψη του Λονδίνου, διακηρύχτηκε η πολιτική
ανεξαρτησία της Ελλάδας. Κατά λέξη το πρώτο άρθρο όριζε: “Η Ελλάς θέλει
σχηματίσει έν κράτος ανεξάρτητον και θέλει χαίρει όλα τα δίκαια, πολιτικά, διοικητικά
και εμπορικά, τα προσπεφυκότα εις εντελή ανεξαρτησία.” Ουσιαστικά, με το άρθρο
αυτό, αναγνωριζόταν διεθνώς το ελληνικό κράτος σαν ομότιμη κρατική οντότητα της
Ευρώπης. Παρ' όλη αυτή την επιτυχία για τους εθνικούς στόχους, το παρόν
πρωτόκολλο επιφύλασσε και δυσμενείς όρους σχετικά με τα σύνορα του
ανεξάρτητου πλέον ελληνικού κράτους. Έτσι με το 2ο άρθρο του Πρωτοκόλλου
αυτού τα σύνορα της Ελλάδας συμπιέζονταν νοτιότερα. Έτσι η οριογραμμή μεταξύ
Ελλάδος και Τουρκίας ανατολικά μεν ξεκινούσε από τον Μαλιακό κόλπο175 και
ανηφόριζε στην Όθρυ, εξαιρώντας κάθε θεσσαλική περιοχή, ενώ δυτικά κατέληγε
στις εκβολές του Αχελώου εξαιρώντας τα ηπειρωτικά εδάφη και τη μισή
Αιτωλοακαρνανία. Ο περιορισμός της έκτασης της Ελλάδας οφειλόταν στην
προσπάθεια κατευνασμού, από μέρος των μεγάλων δυνάμεων, των Οθωμανών
εξαιτίας της πλήρους ανεξαρτησίας της Ελλάδας.
Δ΄ Ο διακανονισμός της Κων/λης (συνθήκη Καλεντέρ Κιόσκ)
Στις 10/22 Νοεμβρίου, όταν άλλαξε η κυβέρνηση της Αγγλίας, έχοντας στις τάξεις
της ως υπουργό εξωτερικών τον Πάλμερστον και πρωθυπουργό τον Γκρέι, η θέση
της χώρας αυτής απέναντι στο ελληνικό ζήτημα έγινε πιο ευνοϊκή για το νέο κράτος.
Έτσι με απόρρητο έγγραφο της 16ης (28ης) Δεκεμβρίου του 1830 του Άγγλου
υπουργού εξωτερικών προς τον αντιπρέσβη της βρεταννικής πρεσβείας στο
Ναύπλιο176, του γνωστοποιείται ότι οι μεγάλες δυνάμεις σκέφτονταν να προτείνουν
στην Οθωμανική αυτοκρατορία τη βελτίωση των συνόρων του ελληνικού κράτους
προς όφελος, φυσικά, των ελληνικών θέσεων, που είχε ήδη γνωστοποιήσει η Ελλάδα
στις κυβερνήσεις των χωρών αυτών από τις αρχές του ίδιου έτους και πριν στεγνώσει
η μελάνη της προηγούμενης συμφωνίας του Φεβρουαρίου. Αφού έγιναν οι
απαραίτητες διαβουλεύσεις με τα ενδιαφέροντα μέρη κλήθηκαν οι πληρεξούσιοι των
μεγάλων δυνάμεων στην Κων/λη. Εκεί συμφωνήθηκε και υπογράφηκε η λεγόμενη
175. “Κόλπον Ζητουνίου”, κατά λέξη.
176. Το Ναύπλιο ήταν τότε η πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.

Συμφωνία του Καλεντάρ Κιόσκ με ημερομηνία 9/21 Ιουλίου 1832. Μ' αυτή τη
συμφωνία βελτιώθηκαν τα σύνορα ελαφρώς υπέρ των ελληνικών θέσεων. Η Λαμία
πάντως παρέμενε στα τουρκικά εδάφη, αντίθετα η παράλια πεδιάδα του Μαλιακού
περνούσε κατά κύριο λόγο στο ελληνικό κράτος. Μεγαλύτερη βελτίωση των ορίων
προέβλεπε η συνθήκη για τα βορειοδυτικά, ενώ σε άρθρο της προβλέπονταν για το
εγγύς μέλλον η επανεξέταση του θέματος της προσάρτησης και άλλων γειτονικών
περιοχών στο ελληνικό κράτος (Λαμία, Ν. Παγασητικός, κ.α.).
Ε΄ Το πρωτόκολλο του Λονδίνου (18/8/1882)
Η Διάσκεψη του Λονδίνου, μετά την επανέναρξη των εργασιών της, έκρινε ότι η
καλύτερη “γραμμή” για τη χάραξη των ορίων μεταξύ των δύο κρατών ήταν ο άξονας
Παγασητικός – Αμβρακικός. Στην ίδια διάσκεψη απορρίφθηκαν όλα τα αιτήματα
του σουλτάνου. Η μεταστροφή των Άγγλων στο θέμα της Ελλάδας ήταν πλέον
πασιφανής. Σ' αυτό συνέβαλε αποφασιστικά ο εξάδελφος του νέου Βρετανού
πρωθυπουργού Τζ. Κάνιγκ, Στράτφορντ Κάνιγκ, ο οποίος διαπνεόταν από
φιλελληνικά αισθήματα. Εν τέλει στις 14/26 Δεκεμβρίου ο σουλτάνος, με διακήρυξη
του Ρέις εφέντη, αποδέχτηκε την επιλογή του Όθωνα στο θρόνο της Ελλάδας και
συμφώνησε με την τελική ρύθμιση των ελληνοτουρκικών συνόρων.

Εικ. Οι θεσσαλικές περιοχές στο ελληνικό κράτος (1832)

Στ΄ Θεσσαλικές περιοχές που ελευθερώθηκαν εντασσόμενες στο
νεοσύστατο ελληνικό κράτος
Στο ανεξάρτητο ελληνικό βασίλειο του 1832 εντάχθηκαν ελάχιστες περιοχές της
Θεσσαλίας. Έτσι εντός των ορίων του νέου κράτους συμπεριλαμβάνονταν: 1. Τα
νησιά των Βορείων Σποράδων (Αλόννησος, Σκιάθος, Σκόπελος και τα γύρω
ακατοίκητα, ως επί το πλείστον, μικρότερα νησιά). 2. Περιοχές της Νότιας,
σημερινής Μαγνησίας, δηλαδή η περιοχή του Αχιλλείου Αλμυρού, του Πτελεού,
της Σούρπης, της Γάβριανης, και άλλων μικρότερων ή εγκαταλελειμμένων
οικισμών (όπως η Χαμάκου). 3 Περιοχές του σημερινού Νομού Καρδίτσας, κοντά
στα ευρυτανικά Άγραφα. Δηλαδή περιοχές των οικισμών Μούχα, Καροπλεσίου,
Νεράιδας, Μολόχας, Ανθηρού, και Μικροχρύσου, που είχαν ενταχθεί στο Νόμο
Αιτωλοακαρνανίας του ελληνικού βασιλείου,άλλωστε δεν υπήρχε στο πρώτο κράτος
Νομός Ευρυτανίας. Αντίθετα δεν συμπεριλαμβανόταν η περιοχή του Δομοκού που
μετά το 1881, την απελευθέρωση δηλαδή της Θεσσαλίας, είχε ενταχθεί στο Νομό
Λαρίσης.

Κεφάλαιο 8ο
Η επανάσταση στην Ήπειρο και τη Θεσσαλία το 1854
Η κατάσταση στην Ευρώπη: Το 1853 οι δυτικές και κεντρικές ευρωπαϊκές
δυνάμεις, βλέποντας τη στρατιωτική υπεροχή της ανερχόμενης υπερδύναμης Ρωσίας,
αποφάσισαν να κάνουν έναν στρατιωτικό συνασπισμό εναντίον της. Έτσι, έμμεσα,
πήραν το μέρος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, που την περίοδο εκείνη ήταν σε
ολομέτωπο αγώνα με τη Ρωσία. Σ' αυτόν τον αντιρωσικό συνασπισμό μόνη αντίθετη
ήταν η φιλική προς τη Ρωσία, μικρή αλλά ομόδοξη Ελλάδα. Όπως γνωρίζουμε ίσως
από την ιστορία, σ' αυτή την ρωσοτουρκική σύγκρουση, που έμεινε γνωστή με το
όνομα Κριμαϊκός πόλεμος, η Ρωσία τελικά ηττήθηκε. Ο πόλεμος αυτός στάθηκε
αφορμή για την Ελλάδα για να επιδιώξει την απελευθέρωση μεγάλων ελληνικών
περιοχών οι οποίες στέναζαν κάτω από τον οθωμανικό ζυγό.
Η προετοιμασία των επιχειρήσεων: Ο ελληνικός λαός και η ηγεσία του, το
βασιλικό ζεύγος Αμαλίας και Όθωνα, γαλουχημένοι στα ιδανικά της λεγόμενης
Μεγάλης Ιδέας, νόμισαν ότι παρουσιάστηκε μπροστά τους η μεγάλη ευκαιρία για
την επανένωση του Ελληνισμού. Ο ίδιος ο Έλληνας μονάρχης έγινε αρχηγός της
πολεμικής οργάνωσης στο ελεύθερο αλλά και στο σκλαβωμένο τμήμα της Ελλάδας.
Με εγκυκλίους αλλά και προσωπικές επιστολές στους πλούσιους Έλληνες της
διασποράς συγκέντρωνε διάφορα χρηματικά ποσά για την οργάνωση της
επανάστασης, έκανε συνεννοήσεις με αξιωματικούς που θα περνούσαν στην Ήπειρο
και τη Θεσσαλία, συγκέντρωνε όπλα και τρόφιμα στις παραμεθόριες επαρχίες και
προετοίμαζε εν γένει την κοινή γνώμη για το εγχείρημα της επανάστασης στη
Ήπειρο, τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία. Αφορμές για το ξέσπασμα της εξέγερσης
αποτέλεσαν η καταστροφή του τουρκικού στόλου στον Πόντο από τους Ρώσους και
οι δηλώσεις του τσάρου ότι πολεμά για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής των
Χριστιανών της Τουρκίας και για τα προνόμια της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Η επανάσταση στην Ήπειρο: Μετά τις κρυφές, αλλά και φανερές ενέργειες του
Όθωνα, την 15η Ιανουαρίου του 1854 οι πρόκριτοι του Ραδοβισδίου της Άρτας,
πρώτοι, ύψωσαν την ελληνική σημαία και κήρυξαν την επανάσταση. Η αφορμή είχε
δοθεί από την καταστροφή του τουρκικού στόλου της Μαύρης θάλασσας στη Σινώπη
από τους Ρώσους. Μέσα σε μια-δυο βδομάδες πήραν τα όπλα και άλλες γειτονικές
επαρχίες: Τζουμέρκα, Λάκκα, Σούλι, Σκουληκαριά, κ.α., καταδιώκοντας τις κατά
τόπους τουρκικές φρουρές, που κυνηγημένες κατέφευγαν στην ασφάλεια είτε της
Πρέβεζας είτε της Άρτας. Οι περισσότεροι από τους επικεφαλής των επαναστατών
ήταν παιδιά ή συγγενείς γνωστών ονομάτων της επανάστασης του '21 και των
κλεφταρματολών. Μεταξύ των ονομάτων συμπεριλαμβάνονταν, ενδεικτικά, ο
Σπύρος Καραϊσκάκης, γιος του στρατηγού Γεώργιου Καραϊσκάκη, ο γιος του
Θεοδ. Γρίβα, ο Κίτσος Τζαβέλας, ο Βαρνακιώτης, μέλη της οικογένειας του
Στράτου, του Ίσκου, και πολλοί άλλοι. Οι περισσότεροι απ' αυτούς είχαν

εγκαταλείψει την υπηρεσία τους στον τακτικό ελληνικό στρατό και τέθηκαν
επικεφαλής εθελοντικών ομάδων από την Ήπειρο και τη Θεσσαλία. Σπουδαίο ρόλο
στη οργάνωση του αγώνα στη Θεσσαλία και τη Μακεδονία είχαν αναλάβει οι
στρατιωτικοί Τσάμης Καρατάσος, Ι. Βελέντζας και ο μοναχός, συνεργάτης του
Μακρυγιάννη, Ιλαρίων. Οι πρώτες μάχες στεφάνωσαν τα ελληνικά όπλα με τις
δάφνες της νίκης. Οι κυριότερες απ' αυτές ήταν στο Δημαριό, στα Πέντε Πηγάδια
και στο Κομποτάκι. Εν συνεχεία οι επαναστάτες έθεσαν σε πολιορκία αρκετών
ημερών τον τακτικό τουρκικό στρατό στην Άρτα, χωρίς όμως να καταφέρουν να
σπάσουν την αντίσταση των εγκλείστων. Στις αρχές του Μάρτη ο Θ. Γρίβας με την
ομάδα του κατέλαβε το Μέτσοβο. Όμως οι Τούρκοι είχαν συγκεντρώσει ήδη μεγάλες
δυνάμεις και μέχρι τα μέσα του Απρίλη τα ελληνικά στρατόπεδα στο Πέτα και στα
Πέντε Πηγάδια καταστράφηκαν από τον εχθρό177. Ο Γρίβας κατόρθωσε να περάσει
μέσω των Αγράφων προς τη Θεσσαλία. Ύστερα από τα γεγονότα αυτά η επανάσταση
στην Ήπειρο κατεστάλη. Οι συνέπειες ήταν βαρύτατες για τους υποδούλους. Οι
Τουρκαλβανοί αποτέφρωσαν μεταξύ των άλλων καταστροφών και δηώσεων, την
μέχρι τότε ακμάζουσα πόλη του Ραδοβισδίου, που κατοικούνταν από 2.000-2.500
κατοίκους. Αξίζει να σημειώσουμε ότι την 7η (19) Μαρτίου του 1854 είχε υπογραφεί
η δυσμενής για τα ελληνικά συμφέροντα συνθήκη συμμαχίας μεταξύ Τουρκίας
Αγγλίας και Γαλλίας.
Η οργάνωση της επανάστασης στη Θεσσαλία: Και ενώ η επανάσταση έσβηνε
στην Ήπειρο, στη Θεσσαλία εξαπλωνόταν ακόμα. Από το δίμηνο Ιανουαρίου –
Φεβρουαρίου είχαν αρχίσει να συγκεντρώνονται επαναστατικά σώματα στη Λαμία
με σκοπό, μόλις θα δινόταν το σύνθημα, να εισβάλουν στη Θεσσαλία από το Δομοκό
και το μοναδικό ελεύθερο τμήμα της Θεσσαλίας την περιοχή Πτελεού-Σούρπης.
Μεταξύ των εθελοντών βρίσκονταν και πολλοί ληστές που είχαν αμνηστευθεί για το
σκοπό αυτό. Στις αρχές Φεβρουαρίου, υπό την κεντρική καθοδήγηση του στρατηγού
Χριστόδουλου Χατζηπέτρου, ένοπλα σώματα κάτω από την ηγεσία επιλέκτων
αξιωματικών του ελληνικού στρατού όπως ο Ράγκος, ο Στουρνάρας, ο Μπασδέκης,
και γνωστών Θεσσαλών ανταρτών, όπως ο Καταραχιάς, ο Ζητουνιάτης, ο
Τζαμάλας, ο Φαρμάκης, ο Γριζάνος, ο Καραούλης, ο Παπακώστας, ο Βελέντζας,
ο Θ. Ζιάκας, και άλλοι, που είχαν αρχίσει να συγκεντρώνονται από τα τέλη του 1853
στην περιοχή της Λαμίας,εισέβαλαν στη Θεσσαλία. Την ευθύνη της οργάνωσης και
του εφοδιασμού των επαναστατών είχε αναλάβει ο μοίραρχος της χωροφυλακής
Λαμίας, Γεώργιος Κροκίδας, σε συνεννόηση με τον τότε υπουργό στρατιωτικών
Σκαρλάτο Σούτσο. Οι κάτοικοι των περιοχών της Θεσσαλίας, έχοντας υπ' όψιν τους
και τις φήμες για επικείμενη είσοδο στη Θεσσαλία οργανωμένου στρατού υπό τον
Όθωνα, δέχονταν με χαρά τις πρώτες ομάδες των επαναστατών, συμμετέχοντας με
κάθε τρόπο στον κοινό αγώνα.
Η επαναστατική κίνηση στα Άγραφα: Το σύνθημα της εξέγερσης δόθηκε στη
Δυτική Αργιθέα των Αγράφων. Εκεί ο οπλαρχηγός Δημ. Τσιγαρίδας με 30
οπλοφόρους χτύπησε ένα τουρκικό απόσπασμα178. Στη συνέχεια 23 πρόκριτοι των
χωριών του Δήμου Αργιθέας συγκεντρώθηκαν στα Μικρά Βραγγιανά, στην τότε
ελληνοτουρκική μεθόριο και αποφάσισαν ομόφωνα να στηρίξουν τον αγώνα. Την
177. Ε. Γ. Πρωτοψάλτης, “Η επανάσταση της Ηπειροθεσσαλίας, 1854”, επιθ. ΗΩΣ, Αθήναι 1966, σ. 61.
178. Ι. τ. Ε. Ε., τόμος, ΙΒ΄ σελ. 156.

ίδια περίοδο άλλοι οπλαρχηγοί των Αγράφων, ο Γ. Καραούλης, ο Ν. Μαντζούνης
και ο Γιαννούλης Οικονόμου έδιωξαν από το Λιάσκοβο (Πετρωτό) τους
Τουρκαλβανούς της εκεί φρουράς. Στη συνέχεια οι επαναστάτες της περιοχής
συνενώθηκαν σε μια δύναμη 300 ανδρών, κυρίως κατοίκων του Λιάσκοβου, και στην
περιοχή της Στεφανιάδας συνενώθηκαν με μικρή δύναμη αγωνιστών από την
επαρχία Βάλτου υπό την ηγεσία του δασονόμου Κώτσιου Μανωλίδη. Ο Μανωλίδης
πήρε με το μέρος του και άλλους οπλαρχηγούς, όπως τον Τσιγγέλη, τον
Καραθανάση και το Φούρλη, και εν συνεχεία οργάνωσε στρατόπεδο στο Ανθηρό,
τότε Μπουκοβίστα. Λίγες μέρες μετά το επαναστατικό αυτό σώμα κατέλαβε τη
Σκάλα Οξυάς, το σημερινό Ανθοχώρι, και αφού χτύπησαν ισχυρό άγημα
Τουρκαλβανών ετοιμάστηκαν να κατηφορίσουν στα Τρίκαλα. Λίγο αργότερα
κατευθύνθηκαν στην περιοχή των Αγράφων και οι αρματολοί Ι. Ράγκος και Σωτ.
Στράτος, ενώ στην περιοχή του Πετρίλου κατευθύνθηκε ο λοχαγός του ελληνικού
στρατού Μ. Αδάμ μαζί με τους οπλαρχηγούς Α. Μπουκουβάλα, Χρ. Μήλια, Ι.
Τριανταφυλλάκη και Δ. Κατσουράκη.
Άλλες συγκρούσεις: Στις αρχές Φεβρουαρίου έφτασαν στην Πόρτα (Πύλη) για να
οργανώσουν την εκεί εξέγερση οι αξιωματικοί Τζακόπουλος, Κόρακας,
Στουρνάρας και Καραμήτσος. Ο Θ. Ζιάκας πέρασε ανατολικότερα τη μεθόριο στις
20 Φεβρουαρίου με το σώμα του, που αποτελείτο από Μακεδόνες οπλαρχηγούς
(Ζαχείλας, Ι. Διαμαντής, Λαζαίοι, Μπζιωταίοι, Ε. Κοροβάγκος, κ.α.) με την
επωνυμία “Σώμα των Ολυμπίων ή Μακεδόνων”, και στρατοπέδευσε στο χωριό
Καΐτσα (Μακρυρράχη). Τμήμα των επαναστατών με τον Γ. Καταραχιά, προχώρησε
προς το Σμόκοβο και αφού συνενώθηκε με δυνάμεις του Ν. Λεωτσάκου και του Θ.
Ζιάκα, κατέλαβε το Τσαμάσι (Ανάβρα) καταδιώκοντας την εκεί αλβανική φρουρά.
Στις 19 Φεβρουαρίου στη Ρεντίνα ξεσηκωμένοι κάτοικοι έδιωξαν την αλβανική
φρουρά υψώνοντας τη σημαία της επανάστασης, ενώ λίγες μέρες αργότερα
ξεσηκώθηκαν και οι κάτοικοι της Καστανιάς στα Άγραφα.
Πρώτες αντιδράσεις των Τούρκων: Οι μπέηδες της Λάρισας και των υπολοίπων
αστικών κέντρων άρχισαν να ανησυχούν και ζήτησαν ενισχύσεις. Έτσι ισχυρή
δύναμη 2.000 ανδρών υπό Αμπάζ Λαλιώτη κατευθύνθηκε προς το Μεσενικόλα,
κατορθώνοντας να διώξει τους επαναστάτες από τα χωριά Παλιούρι και Άγιο
Ιωάννη, ενώ άλλη οθωμανική δύναμη υπό τον Ισμαήλ Φράσαρη προωθήθηκε προς
την περιοχή Ασπροποτάμου. Συγχρόνως η Υψηλή Πύλη έστειλε με πλοία 1.000
εμπειροπόλεμους στρατιώτες για την ενίσχυση της φρουράς του Βόλου και διόρισε
γενικό υπεύθυνο για την καταστολή της επανάστασης στη Θεσσαλία το Ζεϊνέλ
πασά.
Η οργάνωση του αγώνα από το Χ. Χατζηπέτρο: Στις 14 Φεβρουαρίου ο
Χριστόδουλος Χατζηπέτρος, που ήταν υπασπιστής του ίδιου του Όθωνα, οργάνωσε
στη Λαμία ένα σώμα, το “Αλκιβιάδειον”, 500 ανδρών και κατευθύνθηκε στο Φανάρι
όπου συνενώθηκε με τις δυνάμεις του Στράτου του Ράγκου, του Καταραχιά και του
Ζιάκα σχηματίζοντας ένα αξιόλογο στράτευμα 2.000 ενόπλων, που επιδόθηκε στην
πολιορκία του Φαναρίου που ήταν το διοικητικό κέντρο των Οθωμανών για την
περιοχή των Αγράφων. Στις 7 Μαρτίου κατόρθωσαν να κάνουν τον οθωμανική
φρουρά να υποχωρήσει και να κλειστεί στο καλά προστατευμένο μεσαιωνικό κάστρο
του Φαναρίου.

Τα γεγονότα στη Μαγνησία: Μετά από πρόταση του Χατζηπέτρου, που ήταν ο
κυρίως υπεύθυνος της επανάστασης, ο Παπακώστας Τζαμάλας με 2000 άνδρες
χτύπησε τον Πλάτανο του Αλμυρού διώχνοντας σύντομα τους Αλβανούς της
περιοχής, ενώ μετά της κατάληψη του οικισμού τοποθετήθηκε δημογεροντία και
υψώθηκε η ελληνική σημαία. Στις 23 Μαρτίου ήρθε η απάντηση των Οθωμανών.
Ισχυρή δύναμη 1800 Τούρκων στρατιωτών και 500 ατάκτων Αλβανών επιτέθηκαν
κατά των επαναστατών. Οι Έλληνες υπό τον Νάκο Πανουργιά, τον Κ.
Δυοβουνιώτη, τον Τζαμάλα, κ.α., οχυρώθηκαν στην περιοχή του ναού του Αγίου
Αντωνίου. Τελικά νικητές ήταν οι Έλληνες, ενώ οι Τούρκοι κατά την υποχώρησή
τους προς τον Αλμυρό άφησαν 150 νεκρούς. Στις 19 Μαρτίου επαναστάτες του
Πηλίου άρχισαν να συγκεντρώνονται στα Καλύβια Μακρινίτσας (Μελισσιάτικα),
όπου μετά από ανεπιτυχή προσπάθεια των Οθωμανών παρέμεναν οχυρωμένοι. Οι
Οθωμανοί της περιοχής, για αντίποινα, στράφηκαν κατά των Ελλήνων εμπόρων του
Βόλου, ληστεύοντας και λεηλατώντας τα καταστήματά τους. Δύο μέρες αργότερα,
έφτασαν στο Βόλο σημαντικές ενισχύσεις από τη θάλασσα (4.000 ένοπλοι) και από
τον Αλμυρό, γέρνοντας την πλάστιγγα υπέρ των Τούρκων. Οι επαναστάτες εν
συνεχεία προχώρησαν προς τους Μπαξέδες του Βόλου όπου η υποδοχή των
κατοίκων υπήρξε πάνδημη. Οι Τούρκοι όμως κατάφεραν να τους αιφνιδιάσουν και οι
επαναστάτες αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν προς τον Άγιο Λαυρέντιο. Στη μάχη
των Μπαξέδων σκοτώθηκαν 30 επαναστάτες, ανάμεσά τους και 11 φιλέλληνες
Ούγγροι που είχαν καεί εγκλωβισμένοι σε έναν μύλο, ενώ οι απώλειες των
Οθωμανών ήταν πενταπλάσιες. Η εξέγερση δεν άργησε να εξαπλωθεί σ' όλο το
Πήλιο χάρις τον αγωνιστή Προμυριώτη Νικόλαο Φιλάρετο που υπήρξε ο
εμψυχωτής και ο κύριος οργανωτής της. Έτσι ανήμερα της εθνικής επετείου,
25/3/1854 μαζί με 300 οπλοφόρους έφτασε στην πλατεία της ιδιαίτερής του
πατρίδας, του Μπρομυρίου. Μόνοι όμως συμπαραστάτες του, ανάμεσα στους
φοβισμένους από τα αναμενόμενα αντίποινα των Οθωμανών Πηλιορείτες, υπήρξαν
οι κάτοικοι της Νταμούχαρης και της Δράκειας. Ένας λόγος που έκανε την
επανάσταση να μην ριζώσει στο Πήλιο ήταν η διαδόσεις και οι φήμες που
εκπορεύονταν από το στόμα του τότε μητροπολίτη Δημητριάδας, Γαβριήλ, ότι
επίκειται η άφιξη 10.000 Άγγλων στρατιωτών που έρχονται να χτυπήσουν τους
επαναστάτες.
Τα γεγονότα στα Μεγάλα Καλύβια Τρικάλων: Στις αρχές του Απριλίου, με
εντολή του Χατζηπέτρου, οι επαναστάτες των Αγράφων κατευθύνθηκαν προς ΒΔ με
σκοπό να καταλάβουν τα Τρίκαλα, που φυλάσσονταν τότε από 800 Οθωμανούς,
ελπίζοντας και στην υποστήριξη των Ελλήνων του κάμπου. Η πρώτη σύγκρουση
κατά την πορεία αυτή των επαναστατών έγινε στο Μαυρομάτι, όπου οι Ράγκος και
Στράτος εκδίωξαν τους Τούρκους. Μετά τις μικροσυγκρούσεις γύρω από τα Μ.
Καλύβια μεταξύ Ελλήνων και Αλβανών, στις 8 Απριλίου οι επαναστάτες
αντιμετώπισαν μια συντονισμένη επίθεση των εχθρικών δυνάμεων που αριθμούσαν
1.500 ενόπλους, διακόσιους ιππείς και δύο πυροβόλα. Σύντομα οι Οθωμανοί
αξιωματικοί του σώματος, Φράσαρης και Χοτόμπεης, κάλεσαν τις δυνάμεις τους σε
υποχώρηση αφήνοντας στο πεδίο της μάχης περί τους 50 νεκρούς. Στη συνέχεια ο
Χατζηπέτρος κάλεσε σε σύσκεψη στα Μεγ. Καλύβια όλους τους οπλαρχηγούς. Εκεί
αποφασίστηκε να μοιράσουν τις δυνάμεις τους σε διάφορα επίκαιρα σημεία των

Τρικάλων και της Καρδίτσας για να ελέγχουν καλύτερα την περιοχή και τις κινήσεις
των εχθρών. Την 11η Απριλίου ο Χατζηπέτρος έστειλε μικρή ομάδα ενόπλων στο
Βελέσι, το Ζάρκο και τον Παλαμά για να ξεσηκώσουν κι εκεί τους κατοίκους.
Εναντίον τους όμως κινήθηκε οθωμανικός στρατός, αποτελούμενος από Αλβανούς
και Άραβες, ο οποίος κατάφερε να τους εγκλωβίσει στο Βελέσι. Προς ενίσχυση των
Ελλήνων ήλθε ο Λεωτσάκος με 300 άνδρες αναγκάζοντας τους Οθωμανούς να
φύγουν από την περιοχή. Έπειτα, όμως, από δύο ημέρες αυτοί επέστρεψαν στο
Βελέσι και επιδόθηκαν σε λεηλασίες και ωμότητες.
Τα γεγονότα στο Δομοκό: Οι επιχειρήσεις των επαναστατών στην περιοχή του
Δομοκού κράτησαν 15 ημέρες. Η πολιορκία του Δομοκού άρχισε την 28η Απριλίου.
Στην πόλη είχαν οχυρωθεί 1000 Τουρκαλβανοί, ενώ οι περίπου ισάριθμοι Έλληνες
υπό την ηγεσία των συνταγματαρχών Ευ. Κοντογιάννη και Ευαγγέλου Μπαλατσού,
πολιόρκησαν την ορεινή κωμόπολη μέχρι την 4η Απριλίου ενώ την επομένη
κατέφτασαν στα βόρεια του Δομοκού 200 ακόμα άνδρες υπό τον Καλαμάρα
Τσουκαλά και 300 Μανιάτες.

Εικ. Ο Δομοκός

Ακόμα την ίδια μέρα έκαναν την εμφάνισή τους από τα νότια άλλες ελληνικές
δυνάμεις που αποτελούνταν από 400 Λιδορικιώτες και Ευρυτάνες υπό τους Κασβίκη
και Πλαστήρα. Κοντά σ' αυτούς έρχονταν και 1000 ακόμα ένοπλοι από την Α.
Στερεά με τους Ν. Πανουργιά και Αναγνώστη Ζητουνιάτη. Την 10η Απριλίου 400
Αλβανοί βγήκαν από το Δομοκό και κατάφεραν να απωθήσουν τμήμα των
επαναστατών μέχρι το γειτονικό Πουρνάρι. Αυτή η επιτυχία ανέβασε το ηθικό των
πολιορκουμένων. Κι ενώ η πολιορκία συνεχιζόταν, την 14η Απριλίου εμφανίστηκαν
από τα πεδινά προς την Σκαρμίτσα ισχυρή οθωμανική δύναμη αποτελούμενη από
τμήμα 4.000 ανδρών τακτικού ιππικού, 4 πυροβόλα και απροσδιόριστο αριθμό
Αλβανών ατάκτων. Χτύπησαν τους συγκεντρωμένους προς τη Σκαρμίτσα Έλληνες
με σκοπό να διασπάσουν τον κλοιό γύρω από το Δομοκό. Όμως οι Οθωμανοί παρά

τη δύναμη πυρός τους δεν τα κατάφεραν. Οι νεκροί τους ήταν περί τους 300, ενώ οι
αντίστοιχες απώλειες των Ελλήνων ήταν 20 νεκροί επαναστάτες. Τελικά, ο Ευ.
Κοντογιάννης, βλέποντας την κόπωση των ανδρών του και την έλλειψη
πολεμοφοδίων, αναγκάστηκε να λύσει την πολιορκία. Ήταν ένα σοβαρό πλήγμα για
την επανάσταση που συνδυαζόμενο με την αποτυχία στο μέτωπο της Ηπείρου (μάχη
Πέτα), σκόρπισε την απογοήτευση στις τάξεις των επαναστατών.
Η μάχη της Καλαμπάκας: Ο στρατός του Χατζηπέτρου, ενισχυμένος από νέες
αφίξεις Κρητών και Πελοποννησίων, βρισκόταν στο στρατόπεδο της Καλαμπάκας,
λίγο πιο έξω από τα τείχη της ομώνυμης πόλης που περίμενε Οθωμανικές ενισχύσεις
από τον Σελήμ πασά. Πραγματικά στις 30 Απριλίου εμφανίστηκε ο Σελήμ
επικεφαλής τμήματος 1500 Τουρκαλβανών, 300 ιππέων με την υποστήριξη οκτώ
κανονιών. Οι οθωμανικές δυνάμεις στρατοπέδευσαν στη όχθη του Πηνειού, ενώ οι
ελληνικές δυνάμεις κατείχαν τις γύρω επίκαιρες θέσεις στα υψώματα γύρω από την
πόλη. Οι συγκρούσεις άρχισαν την Πρωτομαγιά και κράτησαν μέχρι την 4η Μαίου,
ημέρα κατά την οποία ενισχύθηκαν περισσότερο οι ελληνικές θέσεις χάρις στην
άφιξη Μακεδόνων αγωνιστών. Την 5η Μαίου ο Σελήμ διέταξε γενική έφοδο κατά
των ελληνικών θέσεων. Χτυπήθηκαν όμως με επιτυχία από τους ακροβολισμένους
Έλληνες αγωνιστές των γύρω υψωμάτων. Έτσι ο πασάς διέταξε υποχώρηση. Οι
Οθωμανοί άφησαν πίσω τους 200 νεκρούς. Νέα προσπάθεια των Τούρκων την 9η
Μαίου έφερε ακόμα χειρότερα αποτελέσματα. Οι νεκροί τους αυτοί τη φορά ήταν
περί τους 500. τέλος οι Οθωμανοί πολιορκημένοι, βλέποντας τη δεινή θέση στην
οποίαν είχαν περιέλθει, επιχείρησαν ομαδική έξοδο προς τα Τρίκαλα. Όμως μια νέ
αποτυχία ήρθε να προστεθεί στις προηγούμενες τουρκικές προσπάθειες. Οι Τούρκοι
νικήθηκαν κατά κράτος, αφήνοντας πολλούς νεκρούς είτε από ελληνικά όπλα είτε
από πνιγμό, καθόσον στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν αλαφιασμένοι έπεφταν και
πνίγονταν στον Πηνειό. Στα χέρια των επαναστατών έπεσε πληθώρα λαφύρων
(κανόνια, οπλισμός) καθώς και ένας αριθμός 200 Οθωμανών στρατιωτών αραβικής
καταγωγής. Η μάχη της Καλαμπάκας αναδείχτηκε στη μεγαλύτερη, αλλά και συνάμα
τελευταία, νίκη της θεσσαλικής επανάστασης. Η μεγάλη αυτή επιτυχία εορτάστηκε
με επίσημη Δοξολογία στο μητροπολιτικό Ναό της Καλαμπάκας στη διάρκεια της
οποίας διαβάστηκε η ημερήσια διαταγή του Χατζηπέτρου.
Τα γεγονότα στην περιοχή Ολύμπου: Την ίδια εποχή, τον Απρίλιο του
1854, ο Τσ. Καρατάσος άρχισε επαναστατικές κινήσεις στην περιοχή του Αγίου
όρους. Έτσι το σώμα των Μακεδόνων αγωνιστών μετά τις μάχες του Πλατάνου και
της Καλαμπάκας προχώρησε σε συνεννόηση με τον Καρατάσο, στην περιοχή του
Ολύμπου. Οι κάτοικοι του Λιβαδίου ύψωσαν τη σημαία της επανάστασης. Στην
περιοχή Αγιά Τριάδα, ένα σώμα επαναστατών ελέγχουν το πέρασμα προς τα Σέρβια.
Τα μοναδικά τουρκοχώρια της περιοχής, Σάντοβο (Καλλιθέα), Μπακαράδες και
Παζαρλάδες (Λόφος), πυρπολήθηκαν από τους επαναστάτες. Μια δύναμη 1.500
οπλοφόρων του οθωμανικού στρατού εμποδίστηκε από μόλις 70 επαναστάτες στη
θέση Σάπκα Λιβαδίου179. Η τουρκική δύναμη ερχόταν από τα Σέρβια έχοντας
κατακαύσει τη Δεσκάτη, για να χτυπήσει τους Θεσσαλούς επαναστάτες. Όμως, η
τύχη της επαναστατικής κίνησης στον Όλυμπο κρίθηκε από την αποτυχία του
Καρατάσου στη Χαλκιδική. Έτσι μετά την αποχώρησή του μεγάλου Μακεδόνα
179. Δες σχετικά Ι. τ. Ε. Ε., τόμος ΙΓ΄, σελ. 164-5.

οπλαρχηγού, οι επαναστάτες του Ολύμπου επέστρεψαν στην ελεύθερη Ελλάδα.
Επιστολή του Χατζηπέτρου προς τα κεντρικά, μετά τη μάχη της Καλαμπάκας
“Γενναιότατε αδελφέ
Καλαμπάκα τη 10η Μαΐου 1854
Τους Τούρκους μετά δεκαήμερον πολιορκίας τους κατασφάξαμεν χθες φονεύσαντες υπέρ τους 500,
πληγώσαντες ικανούς και ζωγρίσαντες ζώντες υπέρ τους 200, καταδιώξαντες μακράν, και την
ελθούσαν εις αυτούς βοήθειαν εκ 2000 περίπου Αράβων και Αλβανών διοικουμένους υπό του
Χαλίμβεη και του Μέτζου Μελισσόβα εκ της ήττας δε ταύτης ενώ επτά ημέρας έπασχον από στερίας
τροφών και έτρωγον μουλάρια, γαϊδούρια, χελώνας και σκυλιά ακόμη. Αναγκασθέντες οι Οθωμανοί
αποφάσισαν και έφυγον χθες την νύχτα αφήσαντες τα πέντε κανόνια, τα οποία είχον σώα και αβλαβή,
δύο σημαίας, πολεμοφόδια και όλα της στρατιωτικής των αποσκευής, και τους πληγωμένους των ως
και τα τζαντήρια. Διερχόμενοι δε τον Πηνειόν ποταμόν οι πλειότεροι των διασωθέντων
διεσκορπήσθησαν οι άλλοι και σήμερον ο μεν ποταμός γέμει πτωμάτων, οι δε χωρικοί από πρωίας
φέρουσιν εις το στρατόπεδον αιχμαλώτους. Ούτω, λοιπόν, τη θεία συνάρσει διελύθη το
επικινδυνοδέστερον εχθρικόν στρατόπεδον και ακολούθως πλέον δυνάμεθα να προχωρήσωμεν τα
επαναστατικά όπλα και περαιτέρω εάν έχωμεν την προς τούτον διάθεσιν. Σήμερον την στιγμήν ταύτη
πληροφορήθην ότι ο Ζεϊνέλ πασάς έκαυσεν την Δεσκάτα. Έστειλα τους Μακεδόνας με δύναμιν
εξακοσίων ανδρών και ελπίζω να φάγουν και εκεί την παπάραν οι βρωμότουρκοι.
Αδελφέ η έλλειψις πολεμοφοδίων είναι τρομερά εμπόδισις διά το στρατόπεδόν μου. Έγραψα προς
τον (... δεν διακρίνεται ...) και σας παρακαλώ να συνεννοηθείτε του λοιπού τα εμπόδια, διότι εάν δεν
εκυριεύομεν τα πολεμοφόδια των Τούρκων σήμερον ηθέλαμεν ήσθε χωρίς τουφέκι.
Ο αδελφός σας Χρ. Χατζηπέτρος (Φ. 189, αριθμ. 147).”
Σ. Αθανασιάδης, “22 ανέκδοτα έγγραφα για την επανάσταση του 1854 στη Δ. Θεσσαλία, από το αρχείο του Γ. Σκούφου”,
Θ. Η. , τόμος Ζ΄ , Λάρισα 1984, σ. 139.

Η χωρίς ελληνική ήττα καταστολή της επανάστασης: Δυστυχώς οι θυσίες αυτές
του ελληνικού στρατού και των επαναστατών πήγαν χαμένες για λόγους έξω από το
ελληνικό-θεσσαλικό αγωνιστικό φρόνημα. Οι μεγάλες δυνάμεις που όπως
προαναφέραμε στη συγκυρία αυτή ήταν με το μέρος του “γίγαντα με τα πήλινα
πόδια”, όπως αποκαλούνταν η ήδη παραπαίουσα Οθωμανική αυτοκρατορία, αφού
στο προηγούμενο διάστημα έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για την
παρεμπόδιση εφοδιασμού των ελληνικών στρατιωτικών τμημάτων, κατέλαβαν τον
Πειραιά, για λόγους εκφοβισμού. Έτσι ο υπουργός των στρατιωτικών
Μαυροκορδάτος αναγκάστηκε να ανακαλέσει, με αυστηρές προειδοποιήσεις, όλους
τους αξιωματικούς του ελληνικού στρατού από τη Θεσσαλία και έδωσε εντολή να
διακοπεί η αποστολή κάθε υλικής βοήθειας προς τους επαναστάτες. Συγχρόνως ο
Όθων εξαναγκάστηκε να υπογράψει τη σχετική διακήρυξη ουδετερότητας, ή
καλύτερα την αποκήρυξη της επανάστασης στις 12/24 Μαίου του 1854. Μετά από
αυτά το νικηφόρο στρατόπεδο της Καλαμπάκας άρχισε σταδιακά να αραιώνει από
τους αξιωματικούς του, μέχρι που διαλύθηκε οριστικά την 6η Ιουνίου. Από την
περιοχή της Θεσσαλίας ο Χατζηπέτρος αναχώρησε μέσω Νεοχωρίου και Υπάτης.
Έφτασε στη Λιβαδιά την 29η Ιουνίου. Όπως ήταν φυσικό ή αποτυχία της θεσσαλικής
αυτής επανάστασης, που οφειλόταν στην ξενική κατοχή των μεγάλων δυνάμεων,
ακολουθήθηκε από βιαιοπραγίες του τουρκικού όχλου εις βάρος των Χριστιανών της
Λάρισας, των Τρικάλων και των άλλων αστικών και μη κέντρων της Θεσσαλίας.

Κεφάλαιο 10ο. Οι επαναστατικές προσπάθειες του 1866-7.
Με το ξέσπασμα της επανάστασης στην Κρήτη, το 1866, οι σκλαβωμένοι αδελφοί
της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας και της Ηπείρου πήραν τα όπλα. Η ελληνική
κυβέρνηση πήρε, όπως ήταν φυσικό, το μέρος των επαναστατών, προτείνοντας
μάλιστα τις περιοχές απ' όπου θα ξεκινούσε ο αγώνας. Πρωταγωνιστικό ρόλο στις
κυβερνητικές προσπάθειες ανέλαβαν ο Επ. Δεληγεώργης και ο νεαρός τότε Χαρ.
Τρικούπης, που ήταν υπουργός των εξωτερικών, και ο Αλ. Κουμουνδούρος, σε
συνεννόηση με τον βασιλιά Γεώργιο. Η πρώτη εισβολή ενόπλων από την ελεύθερη
Ελλάδα, έγινε από τον Ζήση Σωτηρίου που πέρασε με 30 ενόπλους τα σύνορα στην
περιοχή Δομοκού για να υποστηρίξει τον εκεί απελευθερωτικό αγώνα, χωρίς όμως να
κατορθώσει κάτι σημαντικό. Όμως, εξαιτίας αυτής της εισβολής, προέκυψε
διπλωματικό ζήτημα για την ελληνική κυβέρνηση, με την κατηγορία ότι βοηθάει κι
ενθαρρύνει τις επαναστάσεις. Την άνοιξη του 1866 ο Κυριάκος Καράμπασης με
τους ενόπλους του άρχισε την επαναστατική δραστηριότητα στη Γούρα (Ανάβρα)
της Όθρυς. Οι σπουδαιότερες μικροσυμπλοκές του 1866, αλλά και των αρχών της
επομένης πραγματοποιήθηκαν σε χωριά της περιοχής Αλμυρού, όπως στη
Φυλλιαδόνα, στους Κωφούς, στην Ανάβρα, αλλά και σε άλλες περιοχές, όπως στη
Μελιταία και στο Μακρολίβαδο. Η σημαντικότερη όμως μάχη αυτής της
επανάστασης δόθηκε στον Παλαμά. Αυτή κράτησε 6 ώρες και διακρίθηκαν οι
Έλληνες οπλαρχηγοί Καλαμάρας, Βουλγαράκης και Καράμπασης. Σ' αυτή τη
συμπλοκή σκοτώθηκαν 40 Τουρκαλβανοί και μόλις 2 Έλληνες. Άλλη σπουδαία
σύγκρουση που καταγράφεται στην Ιστορία αυτής της επανάστασης ήταν η
μάχη του Κοράκου, στο ομώνυμο γεφύρι της Δ. Θεσσαλίας, στο οποίο θα
αναφερθούμε και στο ειδικό κεφάλαιο για τα θεσσαλικά γεφύρια, σε μια περιοχή που
συνδέει τη Θεσσαλία με την Ήπειρο (Άρτα). Την 22 Δεκεμβρίου 1866, δύναμη 600
Τουρκαλβανών στρατιωτών υπό τον Χατζή - Εμίν Μπέη και ένα σώμα 400
Αλβανών ατάκτων αναχώρησε από την Άρτα για τη Μπότση, με σκοπό την
κατάπνιξη της εξέγερσης στην περιοχή της ορεινής Άρτας και εν συνεχεία την
απελευθέρωση της γέφυρας του Κοράκου και την προέλαση προς τη Θεσσαλία
όπου θα χτυπούσαν το Θεσσαλικό κίνημα, που θέριευε από μέρα σε μέρα. Την 26η
Δεκεμβρίου ο Εμίν Μπέης έφτασε στα Γρέβια, όπου, έχοντας την πληροφόρηση πως
θα χτυπήσει τους επαναστάτες και ο Χαλίλ πασάς από την πλευρά της Θεσσαλίας,
διέσπασε τη δύναμή του σε δυο τμήματα. Το ένα θα έφθανε μέσω των γειτονικών
βουνών στη Βρεστενίτσα όπου θα επετίθετο στο στρατόπεδο των εκεί επαναστατών,
το δε άλλο από παραποτάμια μονοπάτι θα έφθανε στα Κονάτσια, όπου θα επετίθετο
στη φρουρά της γέφυρας που την αποτελούσαν 70 άνδρες υπό τον Ιωάννη
Κοντονίκα. Έτσι ο Εμίν έδωσε το σύνθημα για άμεση επίθεση κατά των
επαναστατών που φύλαγαν τη γέφυρα. Οι επαναστάτες μάχονταν γενναία. Μάλιστα
κάποια στιγμή, εν είδει τεχνάσματος, προσποιήθηκαν υποχώρηση. Τότε οι Οθωμανοί
όρμησαν στη γέφυρα, αλλά δέχτηκαν ομοβροντία από τα γύρω υψώματα της
αριστερής πλευράς, της θεσσαλικής, που φύλαγαν οι Θεσσαλοί αγωνιστές υπό τον
Αλεξανδρή, ενώ οι του Κοντονίκα άρχισαν να τους χτυπούν από πίσω. Μετά τον
αιφνιδιασμό οι Τούρκοι αποχώρησαν αφήνοντας πίσω τους αρκετούς νεκρούς και

τραυματίες. Ένας από τους τραυματισμένους που διέφυγαν ήταν και ο Εμίν. Ούτε
όμως και το άλλο τμήμα των Τουρκαλβανών είχε καλύτερη τύχη. Μετά από πολύωρο
χτύπημα του γειτονικού στρατοπέδου των επαναστατών, στη Βρεστενίτσα,
αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις βραδυνές ώρες τις θέσεις τους και να
επιστρέψουν προς τα Γρέβια της Ηπείρου. Την 28η Δεκεμβρίου οι Οθωμανοί
επανέλαβαν τις επιθέσεις τους στη γέφυρα του Κοράκου αλλά και πάλι ηττήθηκαν
έχοντας και πάλι απώλειες πέντε νεκρών και δέκα τραυματιών.
Τα γεγονότα στη Μονή Σπηλιάς Στεφανιάδας: Οι επαναστατημένοι κάτοικοι
των χωριών της Αργιθέας, Στεφανιάδας, Κουμπουριανών, Λιάσκοβου, αλλά και
άλλων οικισμών, υπό τον Καραούλη180, τον Αλεξανδρή, και άλλους οπλαρχηγούς,
με την αναμενόμενη ύφεση της επανάστασης, κλείστηκαν στην Ι. Μ. Σπηλιάς. Εκεί,
τον Ιανουάριο του 1867, περικυκλώθηκαν από ισχυρή οθωμανική δύναμη που
διοικούνταν από τους Φράσαρη και Ιμπραήμ. Χάρις όμως σε έξυπνο σχέδιο του
Καραούλη, κατάφεραν, αφού αντιμετώπισαν με επιτυχία τις πρώτες αψιμαχίες, να
ξεφύγουν μέσω Τσουρνάτας στην ελληνοτουρκική μεθόριο. Βέβαια, ο αγώνας τους
δεν σταμάτησε εκεί, αλλά πολύ συχνά περνούσαν τα σύνορα και προξενούσαν φθορά
στον εχθρό.
Το τέλος της επανάστασης αυτής γράφτηκε στην Ι. Μ. Ρεντίνας. Εκεί 50
επαναστάτες με ηγέτες τους τον Ε. Κατσιούλα και τον Κ. Καραστάθη
περικυκλωμένοι από ισχυρή οθωμανική δύναμη έπεσαν μαχόμενοι μέχρις ενός
Το κλίμα, όμως, στην Ευρώπη ήταν δυσμενές για τα ελληνικά συμφέροντα και
υπαγόρευε την κατάπαυση του πυρός. Άλλωστε η Κυβέρνηση δεν ήταν τόσο
προετοιμασμένη στρατιωτικά για να ενισχύσει όλα τα επαναστατικά μέτωπα των
υποδούλων και αναγκάστηκε να συμμορφωθεί μα τις αξιώσεις της Υψηλής Πύλης.

Κεφάλαιο 11ο. Η επανάσταση του 1878 στη Θεσσαλία.
Το υπόβαθρο. Η ελληνική κυβέρνηση και τα Βαλκάνια: Στις 28 Νοεμβρίου (10
Δεκεμβρίου) η Τουρκία, έχοντας ηττηθεί από το συμμαχικό στρατό Ρώσων και
Ρουμάνων, χάνει την Πλεύνα. Την 8η Ιανουαρίου με ταχύτατη επέλαση οι σύμμαχοι
καταλαμβάνουν και την Αδριανούπολη, έχοντας ήδη απωθήσει τους Οθωμανούς
από τη Σόφια και την Φιλιππούπολη. Οι Σέρβοι και οι Μαυροβούνιοι, επίσης,
έχοντας κηρύξει τον πόλεμο στην Τουρκία, απελευθερώνουν και νέα εδάφη στα
Δυτικά. Αντίθετα η Ελλάδα, φορτωμένη εσωτερικά προβλήματα δεν κινείται
επιθετικά, παρά τις επαναστάσεις στη Θεσσαλία, Κρήτη, Μακεδονία, που ήδη είχαν
εκδηλωθεί. Και ενώ η ελλ. κυβέρνηση δεν παίρνει τη σχετική πρωτοβουλία, ο
βασιλιάς Γεώργιος διατάσσει το στρατηγό Σκαρλάτο Σούτσο να μετακινήσει τα
στρατεύματα από τη Χαλκίδα προς τα σύνορα, την περιοχή της Λαμίας. Μετά απ'
αυτό η Κυβέρνηση παραιτήθηκε. Αναγκαστικά ο Κουμουνδούρος, που πάντοτε
ενδιαφερόταν για τις υπόδουλες περιοχές του Ελληνισμού, σχημάτισε νέα
κυβέρνηση. Την ίδια περίοδο οι Έλληνες πληροφορούνταν ότι οι Οθωμανοί ήταν
180. Ο Καραούλης καταγόταν από τη Μίγερη (Τετράκωμο) της Άρτας και γύρω στο 1840 εγκαταστάθηκε στη
Στεφανιάδα. Δες σχετ. Αν. Στεργίου,“Ο Γιώργος Καραούλης”, Ιστορικά Αργιθέας και Αγράφων, Λεοντίτο 2007..

έτοιμοι να υπογράψουν συμφωνία με τους νικητές, παραχωρώντας, φυσικά, εδάφη
στους νικητές, δηλαδή και στους Βουλγάρους, πράγμα που, όπως αναμενόταν,
δυσαρεστούσε τον ελληνικό λαό, διότι έτσι η Βουλγαρία θα νέμονταν, πιθανώς,
περιοχές με απαράγραπτα ελληνικά συμφέροντα και πλειοψηφία ελληνικού
πληθυσμού, κινδυνεύοντας κατ' αυτόν τον τρόπο να βουλγαροποιηθούν όλες οι
βορείως του Αλιάκμονα περιοχές.

Εικ. Χάρτης της Θεσσαλίας (πλην Σποράδων) λίγο πριν την απελευθέρωσή της. Διακρίνονται οι
περιοχές κυρίως εντός του σημερινού Νομού Λαρίσης που πλειοψηφούσε οθωμανικός πληθυσμός. (Ιστ.
τ. Ελληνικού Έθνους τ.12ος)

Τότε ξέσπασαν στην Αθήνα βίαια επεισόδια κατά των πολιτικών, απειλώντας
μάλιστα τη ζωή και τα σπίτια τους. Τις επόμενες μέρες τα επεισόδια σταμάτησαν
διότι η αναμενόμενη ρωσοτουρκική συμφωνία δεν είχε τελικώς επιτευχθεί. Μάλιστα
ο πρέσβης του τσάρου στην Αθήνα προέτρεψε το Γεώργιο, έστω και την τελευταία
ώρα, να κηρύξει τον πόλεμο κατά της Τουρκίας, διότι έτσι θα μπορούσε και η Αθήνα
να αξιώσει μερίδιο εδαφών βάσει της συμφωνίας που θα επακολουθούσε. Από τότε ο
Κουμουνδούρος κατέστρωσε ένα σχέδιο δράσης. Αρχικά κάλεσε τους επικεφαλής
των πατριωτικών οργανώσεων “Εθνική άμυνα” (το καταστατικό της οποίας
εκθέτουμε ως παράθεμα) και “Αδελφότης” και τους ανακοίνωσε ότι στο εξής η
Κυβέρνηση θα αναλάμβανε το συντονισμό της δράσης σ' όλα τα επαναστατικά

μέτωπα και κατά συνέπεια από εκείνη τη στιγμή όλες οι εθνικές ομάδες θα έπρεπε να
ακολουθούν τις εντολές της.
Στη συνέχεια ο Κουμουνδούρος ζήτησε από τους νομάρχες των παραμεθορίων
νομών να αναλάβουν το συντονισμό στις επαναστατικές περιοχές που γειτνίαζαν,
ενώ με κρυπτογραφικά σήματα ειδοποιήθηκαν οι Έλληνες πρόξενοι σε Θεσσαλία,
Ήπειρο, Κρήτη και Μακεδονία, να μεταδώσουν το μήνυμα της γενικευμένης
εξέγερσης κατά των Οθωμανών. Οι εξεγέρσεις αυτές ήταν απλά η κορυφή του
παγόβουνου, διότι ο πραγματικός σκοπός ήταν η εισβολή του ελληνικού στρατού
στην Τουρκία με το πρόσχημα της προστασίας του ελληνικού πληθυσμού.
Έτσι
στις 21/1 (2 Φεβρουαρίου) ο υπουργός εξωτερικών Δεληγιάννης ανακοίνωνε στις
μεγάλες Δυνάμεις την εισβολή του ελληνικού στρατού στην Οθωμανική
αυτοκρατορία (Θεσσαλία), χωρίς την επίσημη κήρυξη πολέμου. Είναι αλήθεια
βέβαια ότι η Κυβέρνηση άργησε να δράσει διότι την μέρα της ελληνικής εισβολής
είχε υπογραφεί η κατάπαυση του πυρός από Ρώσους και Τούρκους! Όμως
μεσοπρόθεσμα έστω κι αυτή η εισβολή της δωδεκάτης ώρας φάνηκε χρήσιμη διότι
θεμελίωνε το λεγόμενο “Ελληνικό ζήτημα” που καμιά ευρωπαϊκή κυβέρνηση δε θα
μπορούσε να αγνοεί. Στα τέλη Ιανουαρίου η ελληνική Βουλή συνήλθε σε μυστική
συνεδρίαση και ενέκρινε τα πολεμικά σχέδια του βασιλιά με ψήφους 121 υπέρ και 5
κατά. Μέχρι την 21 Ιανουαρίου συνεχίστηκαν οι ετοιμασίες του ελληνικού στρατού
στην περιοχή της Λαμίας. Και ενώ αναμενόταν με αγωνία οι αποφάσεις της
συνδιάσκεψης της Αδριανούπολης μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας, ο ελληνικός στρατός
αποτελούμενος από 8.000 άνδρες εισέβαλε από τρία σημεία στη Θεσσαλία, το πρωί
της 21ης Ιανουαρίου (2/2). Τα σημεία εισόδου ήταν η Γιαννιτσού, το Δερβένι της
Φούρκας και η περιοχή της Σούρπης. Ο τουρκικός στρατός αντέδρασε
υποχωρώντας και κλείστηκε στο Δομοκό. Ο ελληνικός στρατός έφτασε έξω από το
Δομοκό τη μεθεπόμενη μέρα, όμως δεν προχώρησε σε μάχη με τους Τούρκους, διότι
έφτασε στις 24/1 από την κυβέρνηση ένα τηλεγράφημα προς τον επικεφαλής της
εισβολής Σκαρλάτο Σούτσο, που τον πρόσταζε να αποφύγει κάθε σύγκρουση με τους
αντιπάλους μέχρι νεωτέρας. Αυτό εξηγείται εν μέρει από τη ρευστότητα της διεθνούς
κατάστασης των ημερών εκείνων και την αγωνία του απλού ελληνικού λαού που δε
γνώριζε ούτε τις δυνατότητες των αντιπάλων ούτε την απήχηση που θα είχε η
εισβολή στις μεγάλες Δυνάμεις. Πάντως η εισβολή εκνεύρισε την ευρισκόμενη ήδη
σε δύσκολη θέση τουρκική κυβέρνηση. Κάποιο υπουργοί, μεταξύ των οποίων και ο
μεγάλος βεζύρης Αχμέτ Βεκίφ πασάς, στηριζόμενος από τον Άγγλο πρέσβη,
πρότειναν τη βίαιη εκδίωξη του ελληνικού στρατού, την άμεση καταστολή των
επαναστατικών κινημάτων και τον βομβαρδισμό του λιμανιού του Πειραιά. Πιο
διπλωμάτης ο σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ άφησε τις μεγάλες Δυνάμεις να πιέσουν την
Ελλάδα, ενώ ο ίδιος περιορίστηκε σε διπλωματικά διαβήματα, αναλογιζόμενος και τη
δεινή θέση στην οποίαν είχε περιέλθει η χώρα του, έχοντας σε απόσταση αναπνοής
από την Πόλη το ρωσικό στρατό ο οποίος βρίσκονταν στην Αδριανούπολη. Όμως ο
Άγγλος πρέσβης Layard, τηλεγράφησε στην πατρίδα του μια λανθασμένη
πληροφορία, ίσως σκόπιμα, πως οι Τούρκοι θα εισέβαλαν στην Ελλάδα τις επόμενες
ώρες. Η Αγγλία, όπως ήταν φυσικό ενημέρωσε την Ελλάδα, ενώ οι πληροφορίες
έγιναν γνωστές και στον ελληνικό λαό δημιουργώντας έναν απερίγραπτο πανικό.
Έτσι από τα νησιά έφταναν στον Πειραιά καραβιές ολόκληρες από Έλληνες

νησιώτες που έψαχναν καταφύγιο, ενώ οι Πειραιώτες ανέβαιναν στα υψώματα
φοβούμενοι τον τουρκικό στόλο, που κατά τραγική σύμπτωση ήταν αδύνατο να
κινηθεί λόγω έλλειψης καυσίμων. Μετά και από την πίεση των μεγάλων Δυνάμεων ο
Κουμουνδούρος ανάγκασε το στρατό να επιστρέψει εντός των συνόρων, πράγμα που
σκόρπισε κατήφεια και απογοήτευση στους αξιωματικούς και στρατιώτες. Μοναδικό
αντάλλαγμα που εξασφάλισε ο Κουμουνδούρος ήταν η υπόσχεση από μέρους των
μεγάλων Δυνάμεων ότι το θέμα των επαναστατημένων περιοχών της Ελλάδας θα
ετίθετο στη διάσκεψη ειρήνης που θα ακολουθούσε.
Ο Χαρίλαος Τρικούπης ζητεί να πληροφορηθεί για την κατάσταση
των Ελλήνων στη Θεσσαλία181 (1871)
“Αριθμ. Πρωτ. 575/ Εν Αθήναις τη 28η Σεπτεμβρίου 1871/ Εμπιστευτικόν
Προς τον εν Βόλω υποπρόξενον182 της Αυτού Μεγαλειότητος
Η εν Κων/λει Πρεσβεία διεβίβασεν ημίν την υπ' αρίθμ. 336 υμετέραν έκθεσιν, εν η διατραγωδεί την
ελεεινήν και ακρασφαλή κατάστασιν των Χριστιανών κατοίκων της Θεσσαλίας (...), φρονούμεν
καλόν να μας υποβάλητε υπόμνημα, εξιστορούντες τας μέχρι τούδε γενομένας βιαιοπραγίας μετά
μνείας των παθόντων και των αναγκαίων λεπτομερειών. Συνιστώμεν δε υμίν ακρίβειαν περί την
αφήγησιν των γεγονότων, συντομίαν εις τας εκφράσεις και ταχύτητα εις την αποστολήν αυτού, όπως
δυνηθώμεν να το χρησιμοποιήσωμεν.
Ο υπουργός Χαρ. Τρικούπης”

Ο όρκος των μελών της Αδελφικής Ενώσεως183
“Ορκίζομαι να τηρήσω μυστικόν και απόρρητον παν ό,τι θέλει μοι διακοινωθή ταύτη τη στιγμή, είτε
αποδεχθώ τούτο, ειτε μη, Μάρτυς μου ο Θεός. (και αφού λάβαιναν γνώση για την οργάνωση ο όρκος
συνέχιζε) Ομνύω εις το όνομα της Αγίας και αδιαιρέτου Τριάδος ότι συντασσόμενος τη ιερά χορεία
των υπέρ της απελευθερώσεως των υποδούλων ελληνικών χωρών συνενωθέντων αδελφών και την
ένωσιν αυτών μετά της ελευθέρας Ελλάδος επιδιωκόντων, θέλω συντελέσει το επ' εμοί εις τον ιερόν
τούτον σκοπόν εκ παντός τρόπου δυνατού αγωνιζόμενος και μόνος και μετά πολλών και ουδέποτε
θέλω απομακρυνθή της ιδέας ταύτης. Θέλω δε υπακούει προθύμως εις τας αποφάσεις της Α. Ε..
Ίστωρ τούτου ο μέγας Θεός.”

Έτσι ο Κουμουνδούρος φρόντισε με τον τρόπο του να αναζωπυρώσει τα
επαναστατικά κινήματα της Θεσσαλίας, της Κρήτης και της Μακεδονίας. Με εντολές
του ενημερώθηκαν οι Έλληνες πρόξενοι και πάλι για την απόφαση της Κυβέρνησης
η οποία ζητούσε τη μέγιστη δυνατή συμπαράστασή τους. Μέσα στον επόμενο μήνα
προωθήθηκαν πολυάριθμες δυνάμεις ενόπλων στην Κρήτη τη Θεσσαλία, την Ήπειρο
και τη Μακεδονία.

181. Επ. Φαρμακίδης, ό.π., σ. 214-5.
182. Εφ' όσον η Θεσσαλία δεν είχε ακόμη απελευθερωθεί, το Ελληνικό Βασίλειο διατηρούσε (υπο)προξενείο στη
Θεσσαλία.
183. Επ. Φαρμακίδης, ό. π., σ. 215.

Καταστατικό της Αδελφικής Ενώσεως (Α. Ε., επαναστατική επιτροπή
Θεσσαλίας) του έτους 1876 (για την προετοιμασία της επανάστασης του 1878.)

“Περί σκοπού
Άρθρον 1ον: Σκοπός της Α. Ε. Είναι η απελευθέρωσις των υποδούλων ελληνικών χωρών και η μετά
της ελευθέρας Ελλάδος ένωσις αυτών.
Άρθρον 2ον: Μέσα προς πραγμάτωσιν του ιερού τούτου σκοπού ορίζονται ή όσω το δυνατόν
μεγαλυτέρα διάδοσις της ιδέας της απελευθερώσεως, η εξάπλωσις της επί τούτω συνεννοήσεως εν
τε τη ελευθέρα και τη δούλη ιδίως Ελλάδι και η πάσει δυνάμει ηθική και υλική παρασκευή προς
γενικήν ταυτόχρονον εξέγερσιν των υποδούλων λαών υπέρ της απελευθερώσεώς των. Η δε
εξέγερσις αύτη θέλει επιδιωχθή αρμοδίως, όταν βεβαιωθεί ότι συντρέχουσιν οι περιστάσεις και
υπάρχει η προσήκουσα προπαρασκευή. Κρίνεται τούτο υπό του Κέντρου, αποφασίζεται δε ως
κατωτέρω εν τω άρθρω 11ω ορίζεται.
Περί μελών
Άρθρον 3ον: Μέλη της Α. Ε. Γίνονται άνδρες ενήλικες πάσης φυλής και θρησκεύματος, κρινόμενοι
κατάλληλοι εν Αθήναις μεν υπό του Κέντρου, εκτός δε Αθηνών, υπό των κατά τόπους Επιτροπών
εν ολοψηφία των μελών αυτών.
Άρθρον 4ον: Μετά την έγκρισιν τινός ως μέλους της Α. Ε. Δίδει ούτος τον όρκον της εχεμυθείας
και λαβών ακολούθως γνώσιν του οργανισμού αυτής ορκίζεται τον οριστικόν όρκον περί αποδοχής
και τηρήσεως αυτού.
Άρθρον 5ον: Πας εταίρος ταχθείς κανονικώς οφείλει να φροντίζη περί διαδόσεως της ιδέας της
απελευθερώσεως, περί προσκτήσεως νέων μελών, και προπάντων (...) συμφώνως (...) εκ των
δυναμένων να συντελέσωσιν εις τον σκοπόν και μάλιστα ικανών να προσελκύσωσι και άλλους, είτε
ως εκ της κοινωνικής αυτών θέσεως, είτε εκ της ατομικής των αξίας και ικανότητος (...) και όταν
δοθή το σύνθημα της γενικής εξεγέρσεως, αν δεν κωλύεται σωματικώς, να δράξη τα όπλα και
μεταβή όπου η φωνή της πατρίδος τον προσκαλεί.
Άρθρον 6ον: Άνδρες διαπρεπείς, μέλη όντες της Α. Ε., και άλλοι δυνάμενοι να συντελέσωσι εις τον
σκοπόν και άλλως, δεν υποχρεούνται να υπηρετήσωσι προσωπικώς και διά των όπλων.
Άρθρον 7ον: Πας εταίρος, μετά τον (...)οριστικόν όρκον, δεν δύναται πλέον ν' αποχωρήσει της Α.
Ε., άλλως θεωρείται ως προδότης και επίορκος.
Άρθρον 8ον: Πας εταίρος οφείλει να συνεισφέρη εις το κοινόν Ταμείον προαιρετική
συνδρομήν(...).
Άρθρον 9ον: Το Κέντρον, απαρτιζόμενον εκ μελών ένδεκα, εδρεύει εν Αθήναις και εκλέγεται δι'
απολύτου πλειοψηφίας υπό των εν Αθήναις αδελφών ετησίως (...) τας δε αποφάσεις του καταρτίζει
διά της ψήφου των δύο τρίτων των μελών αυτού.
Άρθρον 10ον: Μία των κυριοτέρων εργασιών του Κέντρου είναι η σύστασις επιτροπών κατά
τόπους (...).
Άρθρον 11ον: Ζητήματα σπουδαία και μάλιστα το της γενικής εξεγέρσεως αποφασίζονται τη ψήφω
των δύο τρίτων των εν Αθήναις αδελφών.
Άρθρον 12ον: Διά τας ενεργείας του Κέντρου υπάρχει σφραγίς εν τω μέσω παριστώσα δύο
γυναίκας, ων η μία αλυσόδετος και μόλις ανακύπτουσα, η δ' ετέρα περίφροντις κρατούσα τη μία
χερί την σημαίαν της ελευθερίας, τείνουσα δε την ετέραν (χείραν) προς δεξίωσιν της
ανξιοπαθούσης αδελφής της, πέριξ δε αναγιγνώσκεται το όνομα “Α. Ε.” και τό έτος 1876.
Άρθρον 13ον: Ως δίπλωμα δίδοται τοις αδελφοίς (...) μετάλλινο σήμα, επί της μίας μεν όψεως
φέρον τον τύπον της σφραγίδος, επί δε της ετέρας τον (τύπον) του ελληνικού στέμματος και πέριξ
τις λέξεις “Πίστις, Πατρίς, Ελευθερία”.
Άρθρον 14ον: Πλην των άρθρων 1,2,8 και 11 (...) τα λοιπά δύνανται να τροποποιηθούν (...).
Άρθρον 15ον: Εκτός του κατά το άρθρον 9 Κέντρου υπάρχει και ανωτέρα επιτροπή εδρεύουσα
επίσης εν Αθήναις, της οποίας τα μέλη εκλεγόμενα υπό του Κέντρου, εις αυτό μόνον εισί γνωστά
(...).” 1876
Ουσιαστικά η τύχη του ελληνισμού εξαρτώταν αποκλειστικά από τους υποδούλους

Έλληνες. Στο μεταξύ καθαρογράφηκαν και οι όροι της Συνθήκης της
Αδριανούπολης που προέβλεπαν τη διεύρυνση των εδαφών της Σερβίας, του
Μαυροβουνίου και της Ρουμανίας ενώ προβλεπόταν, κι αυτό ήταν το δυσάρεστο για
την ελληνική Μακεδονία, η δημιουργία ενός τεραστίου βουλγαρικού κράτους
μεγέθους διπλασίου από το σημερινό! Έτσι οι επαναστάσεις των υποδούλων ήταν
φανερό ότι σκόπευαν σε δύο στόχους: Αφενός την εκδίωξη των Τούρκων και
αφετέρου την υπαγωγή των απελευθερωμένων εδαφών στην Ελλάδα και όχι στη
Βουλγαρία.
Τα γεγονότα της επανάστασης του 1878 στη Θεσσαλία: Είναι γεγονός ότι η θέση
της Θεσσαλίας εννοούσε πάντα τις επαναστατικές εξεγέρσεις λόγω της γειτνίασης με
το ελεύθερο ελληνικό κράτος, καθόσον εύκολα μπορούσαν να ενισχυθούν με την
είσοδο στρατιωτικών σωμάτων από την Κυβέρνηση. Εκτός τούτου, στην περιοχή της
ορεινής Δυτικής Θεσσαλίας, στον Όλυμπο, την Όσσα, το Πήλιο, αλλά και την
περιοχή Αλμυρού υπήρχε πάντοτε εξασκημένο δυναμικό αγωνιστών, που ήταν
πρόθυμο για επαναστατικές κινήσεις. Μεταξύ των ορεινών αυτών πληθυσμών
διακρίνονταν ιδιαίτερα οι νομαδικοί πληθυσμοί, όπως Σαρακατσαναίοι και Βλάχοι,
που μετέρχονταν συχνά το ληστρικό βίο ή είχαν συμμετάσχει σε προηγούμενα
κινήματα. Αντίθετα στα χωριά της πεδιάδας, οι Καραγκούνηδες και οι άλλοι
αγροτικοί πληθυσμοί δεν έδειχναν ιδιαίτερη προθυμία σε επαναστατικές κινήσεις
λόγω του φόβου των πλουσίων Οθωμανών αγάδων, των στρατιωτικών σωμάτων, που
πάντοτε στρατοπέδευαν στη Λάρισα και τα Τρίκαλα, και λόγω των συχνών
εκδικητικών επιδρομών και λεηλασιών από άτακτους Αλβανούς Γκέκηδες184. Στη
Θεσσαλία νωρίτερα ακόμα από το 1878 δρούσαν μικρές αντάρτικες ομάδες που
διοικούνταν από πρώην λήσταρχους, όπως ο Καραπατάκης και ο Παν. Καλόγηρος.
Έτσι όταν τμήματα του ελληνικού στρατού όταν εισήλθαν το 1877 στη Θεσσαλία
βρήκαν το έδαφος προετοιμασμένο.
Στο Πήλιο: Το πρώτο σώμα αγωνιστών από την ελεύθερη Ελλάδα, προορισμένο
όμως για τη Μακεδονία, ήταν ένα σώμα 150 ανδρών με τον Λεωνίδα Βούλγαρη
επικεφαλής, που αποβιβάστηκε στην περιοχή του Πλατανιά, ακριβώς απέναντι από
τη Σκιάθο την Πρωτοχρονιά του 1878. Ο Βούλγαρης επέστρεψε σύντομα στην
Αθήνα, όπου προετοίμασε δεύτερο σώμα υπό τον Ζήσιμο Μπασδέκη με προορισμό
το Πήλιο. Σύντομα τα δύο αυτά σώματα συνενώθηκαν με ντόπιους που είχαν αρχηγό
τους τον οπλαρχηγό Κ. Γαρέφη. Ο Γαρέφης συγκρότησε επαναστατική κυβέρνηση
στον Άγιο Λαυρέντιο, ύψωσε την ελληνική σημαία και προμήθευσε με όπλα
κατοίκους των άλλων πηλιορείτικων χωριών. Ένα μήνα αργότερα οι πρόκριτοι των
24 χωριών του Πηλίου συνήλθαν στη Μακρινίτσα και επανεξέλεξαν την προσωρινή
επαναστατική κυβέρνηση του Πηλίου με πρόεδρο τον Ιερώνυμο Κασσαβέτη και
αντιπρόεδρο τον Ζ. Μπασδέκη. Οι μικροσυγκρούσεις που ακολούθησαν μεταξύ
επαναστατών και Οθωμανικών φρουρών έβρισκαν πάντα νικητές τους Έλληνες.
Στην περιοχή του Αλμυρού: Σε σύσκεψη της 31ης Δεκεμβρίου του 1877, στο
σπίτι του Κουμουνδούρου πάρθηκε η απόφαση για είσοδο του ελληνικού στρατού
στην περιοχή Αλμυρού. Σύμφωνα με την απόφαση της σύσκεψης αυτής ο λοχαγός
184. Οι Γκέκηδες αυτοί προέρχονταν από τη Δίρβη της Αλβανίας. Γενικώς οι Αλβανοί διακρίνονταν σε τέσσερις
φυλές, τους Γκέκηδες, τους Λιάπηδες, τους Τόσκηδες και τους Τσάμηδες, ονόματα τα οποία διασώζονται και
μεταξύ των επωνύμων που δηλώνουν καταγωγή στη Θεσσαλία και αλλού.

Ισχόμαχος θα αναχωρούσε από τη Λαμία για την περιοχή του Αλμυρού όπου και θα
αναλάμβανε το συντονισμό του ξεσηκωμού όχι μόνο στον Αλμυρό, αλλά και σε
ολόκληρη τη Θεσσαλία. Αντικειμενικός σκοπός του Ισχομάχου ήταν, αφού
σταθεροποιήσει την επανάσταση στη Θεσσαλία, να προχωρήσει στη Δυτική
Μακεδονία, την περιοχή δηλαδή που υπήρχε το μεγάλο πρόβλημα λόγω της
βουλγαρικής απειλής. Η εξελίξεις όμως τον καθήλωσαν στη Δυτική Θεσσαλία, όπου
και ανέλαβε την ηγεσία του αγώνα της περιφέρειας. Τα ένοπλα τμήματα του
ελληνικού στρατού πέρασαν τα σύνορα την 16η Ιανουαρίου και αφού συνενώθηκαν
με τους ντόπιους ύψωσαν τη σημαία της επανάστασης στο χωριό Βρύνια
(Βρύναινα), ενώπιον του ατύπου πολιτικού διοικητή της επαρχία Δ. Οικονομίδη.
Η γενικευμένη εισβολή του ελληνικού στρατού: Καθ' όλη τη διάρκεια του
Φεβρουαρίου και του Μαρτίου του 1878 παρατηρήθηκε μια ακατάπαυστη εισροή
ελληνικών ενόπλων τμημάτων σε μικρές ομάδες, οι οποίες αφού εξασφάλιζαν τα
απαραίτητα πολεμοφόδια στους ντόπιους, συνενώθηκαν σε τέσσερις ισχυρές ομάδες
σε ισάριθμες περιοχές της εξεγερμένης Θεσσαλίας. Σύντομα οι επαναστάτες ήλεγχαν
στα Ανατολικά την Όσσα, το Πήλιο και την περιοχή της Όθρυς-Αλμυρού, ενώ στα
Δυτικά συγκροτήθηκε αρχηγείο των επαναστατικών δυνάμεων με έδρα τα Λουτρά
Σμοκόβου, απ' όπου συντονίζονταν οι επαναστατικές ενέργειες στα ορεινά της
Πίνδου αλλά και σε γειτονικές πεδινές περιοχές της Καρδίτσας και των Τρικάλων.
Όμως παρ' όλη την επάρκεια οπλισμού και ανδρών, η επανάσταση στερούνταν από
την προαπαιτούμενη πείρα των ηγετών της, αλλά και την απειθαρχία των ενόπλων,
κυρίως των ντόπιων επαναστατών.
Τα γεγονότα στην Όσσα: Η προσωρινή κυβέρνηση του Πηλίου έστειλε στις αρχές
Φεβρουαρίου τα μέλη της Σακελλαρίδη, Ζαμανούδη, Γαρέφη και άλλους,
επικεφαλής δύναμης 250 ενόπλων, στην Αγιά με σκοπό την εξάπλωση της
επανάστασης. Κάποιοι απ' αυτούς είχαν προορισμό τη Βουλγαρινή (Έλαφο) και της
αποθήκες της με το σιτάρι που θα έπαιρναν για τις ανάγκες της επανάστασης. Όμως
μια διαταγή τους έκανε να επιστρέψουν προς τα Καλύβια Κερασιάς. Κάποιοι όμως
απ' αυτούς ξαναγύρισαν στη Βουλγαρινή κυνηγώντας 4-5 Αλβανούς που φύλαγαν τις
αποθήκες. Έτσι οι επαναστάτες που είχαν στο μεταξύ μαζευτεί στο χωριό πήραν 750
κοιλά σιτηρών (περίπου 15 τόνους), 10 άλογα, 2000 γιδοπρόβατα καθώς και άλλα
200 που άρπαξαν από το τουρκοχώρι Αληφακλάρ (Καλαμάκι). Στη συνέχεια
κατέστρωσαν σχέδια για την κατάληψη της θέσης Ά. Νικόλαος Φονιάς, με στόχο τη
διακοπή της επικοινωνίας των Τούρκων Λάρισας και Αγιάς. Την 4η Φεβρουαρίου το
σώμα των 500 περίπου επαναστατών χωρίστηκε σε δυο ομάδες. Η μία, έχοντας
επικεφαλής τον Κατσούδα θα πήγαιναν στη Μακρινίτσα ενώ οι υπόλοιποι θα
οχυρώνονταν στη Μονή Καμπάνας, στη Έλαφο, για να αντιμετωπίσουν τον
επερχόμενο Αμούς αγά που βρισκόταν στη γειτονική Κουκουράβα (Αμυγδαλή), με
700 ενόπλους και αναμενόταν να τους χτυπήσει. όμως, εξαιτίας ενός λάθους του
μάλλον μεθυσμένου Κολωνιάτη και των δικών του, που αντί να πάνε στο ορισμένο
τόπο άμυνας επιτέθηκαν στον Αμούς, παρασέρνοντας μαζί τους και άλλους
επαναστάτες, τα γεγονότα πήραν δυσάρεστη τροπή. Γρήγορα ο Αμούς ξεπέρασε τον
αιφνιδιασμό και έφερες τους ατάκτους επαναστάτες σε θέση άμυνας. Έτσι οι
Έλληνες έφυγαν άτακτα από τη μάχη αφήνοντας πίσω τους 4 νεκρούς. Εν συνεχεία ο
Αμούς κατευθύνθηκε προς τη Βουλγαρινή πνέοντας εκδικητικό μένος. Στο μεταξύ η

δολοφονία δύο Οθωμανών αιχμαλώτων από τον Κολωνιάτη, έκανε τους ντόπιους να
ανησυχούν πλέον πολύ σοβαρά. Έτσι οι πρόκριτοι του χωριού Γ.
Κουμπουρδογιάννης, Θ. Χρήστου, Γ. Παπαδόπουλος, Δ. Μακρούλης και Ι.
Παπαγεωργίου, βγήκαν να προϋπαντήσουν τον Αμούς προσφέροντάς τους χρήματα
με σκοπό να τον εξευμενίσουν και να γλυτώσουν την πιθανή σφαγή των κατοίκων. Ο
Αμούς πήρε τα χρήματα αλλά κατακρεούργησε τους προκρίτους καίγοντας μάλιστα
στη συνέχεια τις σωρούς τους. Κάποια μέλη των θυμάτων αυτής της θηριωδίας
ανακάλυψε ο ανταποκριτής των Τimes. Οι υπόλοιποι κάτοικοι μαθαίνοντας τα
καθέκαστα έσπευσαν να αναχωρήσουν από τη Βουλγαρινή, πλην 15 οικογενειών που
τις έφτασαν οι Αλβανοί του Αμούς και τις κακοποίησε. Σύμφωνα με τον Γ. Κορδάτο
οι νεκροί μεταξύ των κατοίκων της Ελάφου ήταν περισσότεροι. Έτσι έχουμε κάποια
άλλα ονόματα μεταξύ των θυμάτων της αλβανικής θηριωδίας. Αυτοί ήταν: ο Ν.
Βασβανάς, ο Απ. Γαλάνης, ο Αθ. Ευσταθίου, ο Ιωάν. Κουρδούμπας, ο Ι. Μακρής,
ο Θ. Μπαλταγιάννης, ο Ι. Παπαγεωργίου, ο Γ. Παπαθανασίου, ο Γρ. Τζήκας και
ένας ποιμένας βλάχικης καταγωγής του οποίου το όνομα δεν αναφέρεται185.
Εν τω μεταξύ στην περιοχή του Αγιοκάμπου, στις 25 Φεβρουαρίου, αποβιβάστηκε
νέο στρατιωτικό σώμα του Βούλγαρη, το οποίο συνενώθηκε σε μια ισχυρή δύναμη
500 ανδρών με την είσοδο σ' αυτήν και δεκάδων αγωνιστών του Πηλίου. Τις
επόμενες μέρες στην ίδια περιοχή έφτασαν και άλλα σώματα κυρίως ληστρικά, όπως
αυτά του Λελούδα, του Ζούρκα και του Φαρμάκη, και, χωρίς προσυνεννόηση με
την ηγεσία του αγώνα, προσπάθησαν ανεπιτυχώς, την 2α Μαρτίου να καταλάβουν
την Αγιά. Μετά την απόκρουσή τους από τους Οθωμανούς, οι διασωθέντες
εγκατέλειψαν την περιοχή της Όσσας για το Πήλιο όπου υπήρχε μεγαλύτερη
ασφάλεια. Έτσι τα χωριά που έμειναν ανυπεράσπιστα στην Όσσα δέχτηκαν την
εκδικητική μανία των Οθωμανικών στρατευμάτων. Η μανία του τακτικού στρατού
αλλά και των εγκληματιών Αλβανών, ξέσπασε πάνω στους απλούς κατοίκους, μη
εξαιρουμένων και των γυναικοπαίδων, πληρώνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τη
συμπαράσταση που έδειξαν στους επαναστάτες.
Ο Σ. Ν. Γάτσος αλληλογραφεί με τον Λεωνίδα Πασχάλη και περιγράφει την
οικονομική, και όχι μόνο, κατάσταση στη Θεσσαλία, προτείνοντας την έναρξη
της επανάστασης στη Θεσσαλία
“Φίλτατε κύριε Λεωνίδα Πασχάλη
Η Θεσσαλία έχει κατοίκους Έλληνες μεν περί τας 280.000, Οθωμανούς 70.000, Ιουδαίους 4.000 και
Κιρκάσιους 2.000. Η οθωμανική κυβέρνησις λαμβάνει ετησίως εξ όλων των τακτικών φόρων περί
τας 400.000 λίρας, ήτοι: Από δεκάτην 150.000, από φόρο προβάτων 90.000, από φόρον καπνού
10.000, από τελωνείον 50.000 και από φόρον ιδιοκτησίας, επαγγέλματος, στρατιωτικόν και διάφορα
άλλα περί τας 100.000. (Σύνολον) 400.000. Η Θεσσαλία είναι η καρποφορωτέρα των επαρχιών της
ευρωπαϊκής Τουρκίας, αι πλειότεραι και καλλίτεραι αυτής γαίαι μένουν ακαλλιέργητοι, των άλλων
καλλιεργουμένων κατά το παλαιόν σύστημα. Αν και η χώρα είναι φύσει ομαλή, στερείται δρόμων
αμαξητών, τούτου δε ένεκα η εις τους λιμένας μεταφορά στοιχίζει υπερβολικά. Είναι ... γνωστή η
αισχρά διοίκησις της τουρκικής κυβερνήσεως (...) επαισθητή και εις Θεσσαλίαν, όπου άπαντες οι
λειτουργοί από του διοικητού μέχρι του κατωτέρου υπαλλήλου καταχρώνται και πιέζουσι
καθ΄υπερβολήν τον δυστυχήν τούτον λαόν. Οι χωρικοί της Θεσσαλίας είναι λαός φιλόπονος και
νοήμων, ένεκα όμως της αθλίας και κακής διοικήσεως και (...) της τοκογλυφίας είναι πτωχός (...)
όμως χάριν της πνευματώδους αυτού φύσεως και της προς την ελευθερίαν του χαρακτήρος του
185. Κ. Σπανός, “Η επανάσταση του 1878 και τα γεγονότα στη Βουλγαρινή της Αγιάς”, εφημ. Ελευθερία- Πολιτισμός,
15/3/2009, σ. 31.

ροπής, δεν απέβαλε τα προς την κοινήν πατρίδαν αισθήματά του και βλέπων οφθαλμοφανώς ότι
είναι αδύνατον υπό τον ζυγόν να βελτιωθεί η θέσις του, προ πολλού απεφάσισεν, εις πρώτον δοθέν
αυτού σημείον να αποτινάξη τον βαρύν ζυγόν του και (...) ούτω να ενωθεί μετά της ελευθέρας
μητρός του Ελλάδος (...) Νομίζω όθεν ότι είναι δυνατόν συννενοουμένων των ενταύθα αρμοδίων
μετά των καταλλήλων προσώπων των διαμερισμάτων Βολου, Αλμυρού, Καρδίτσης, Αγράφων,
Τρικάλων, Χασίων Ελασσόνος, Ολύμπου και Αγιάς ν΄αρχίση το κίνημα κατά την πανήγυριν
Φαρσάλων (15 Αυγούστου) ..., όμως θα είναι ανάγκη να σταλώσι συγχρόνως εντεύθεν επικουρικά
σώματα και αρχηγός στρατιωτικός, άνθρωπος έμπειρος, πατριώτης και φέρων όνομα το οποίον να
εμπνέη πίστιν εις τους κατοίκους, οίτινες αναμιμνήσκονται τα συμβάντα του 1854 (...) είναι
απολύτως ανάγκη να διαθέσωσιν η Κυβέρνησις και η Επιτροπή περί τας 10 χιλιάδας όπλα μετά τον
αναγκαίων πολεμοφοδίων. Ταύτα δε να διαθέσωσι εις τα αναφερθέντα διαμερίσματα (...) ενέργειαι
όμοιαι να γίνωσι συγχρόνως και εις την Ήπειρον, ίνα αμφότεραι η τε Ήπειρος και Θεσσαλία
εξεγερθώσι ταυτοχρόνως ώστε ο εκ 12 περίπου χιλιάδων συγκείμενος οθωμανικός στρατός να μην
προλάβη να συγκεντρωθή. Εάν το κίνημα τούτο γίνει τακτικό και λάβη διαστάσεις (...) οι μπέηδες
της Θεσσαλίας, οι οποίοι είναι οι σπουδαιότεροι ιδιοκτήται της χώρας, (...) κηδόμενοι των
συμφερόντων τους είναι ελπίς να καταπεισθώσιν, αν όχι να ενεργήσουσιν υπέρ της επαναστάσεως,
τουλάχιστον να μην ενεργήσωσι κατ' αυτής.
Την 19η Ιουλίου 1877 Αθήναι
Διατελώ πρόθυμος Σ. Ν. Γάτσος”

Ο αγώνας γύρω από το Βόλο και στη Μακρινίτσα: Το Μάρτιο του 1878 άρχισαν
να συγκεντρώνονται στο Βόλο ισχυρές Οθωμανικές δυνάμεις καταφθάνοντας
ατμοπλοϊκώς στο λιμάνι του. Συγχρόνως ο αγγλικής καταγωγής εξωμότης Χόβαρτ
πασάς με τις δυνάμεις του απέκλεισε όλα τα μικρότερα λιμάνια και τις ακτές του
Πηλίου. Η βασική γραμμή άμυνας των επαναστατών ήταν πάνω από τον Άνω Βόλο
πρς την κατεύθυνση της Μακρινίτσας. Εκεί είχαν συγκεντρωθεί περί τους 2.000
επαναστάτες, όμως ελλείψει ικανού και αναγνωρισμένου απ' όλους αρχηγού, καθώς
και η ασυνεννοησία και οι μωροφιλοδοξία των διαφόρων οπλαρχηγών, δεν
επέτρεψαν την οργάνωση συστηματικής άμυνας. Έτσι με την εκδήλωση της πρώτης
οργανωμένης τουρκικής επίθεσης κατέρρευσε το βασικό αμυντικό μέτωπο των
Ελλήνων έξω από τη Μακρινίτσα. Ο αγώνας μετατράπηκε σε μάχη σώμα με σώμα.
Στη μάχη της Μακρινίτσας έλαβαν μέρος και πολλές γυναίκες. Όμως σύντομα η
κωμόπολη έπεσε στα χέρια των Τούρκων. Ακολούθησε η πτώση της Πορταριάς και
εν συνεχεία των υπολοίπων χωριών του Πηλίου. Για την εξέλιξη του αγώνα στην
περιοχή γράφει ο πρόξενος της Ελλάδας στη Λάρισα, Παλαμίδης: “(Ευθύνονται) η
πολυκέφαλος ηγεσία και η μεταξύ των διαφόρων αρχηγών διχόνοια, διότι οι επί του
Πηλίου επαναστάται και αριθμητικώς ήταν ισχυροί και τοσούτον ισχυράς θέσεις
κατείχον, ώστε ηδύναντο ευκόλως να αποκρούσωσι στρατόν τριπλάσιον του
επιτεθέντος αυτών”. Όπως είναι φυσικό, και δηλωτικό της Οθωμανικής φυσικής
κλίσης θα λέγαμε, επακολούθησαν βιαιότητες, λεηλασίες και φόνοι. Ανάμεσα στα
θύματα της τουρκαλβανικής θηριωδίας ήταν και ο ανταποκριτής των Τimes του
Λονδίνου, Ογλ186.
Η κατάσταση στον Όλυμπο και τον Κ. Όλυμπο: Το 1867 είχε ιδρυθεί στη
Μακεδονία η “Νέα Φιλική Εταιρεία” που είχε σκοπό να συντονίσει την επανάσταση
στην περιοχή της Μακεδονίας από την περιοχή Ολύμπου και βορειότερα. Έτσι τη
νύχτα της 16ης Φεβρουαρίου του 1878, μετά από εντολή της οργάνωσης, 500
186. Σύμφωνα με το Επ. Φαρμακίδη δολοφόνος του Ογλ ήταν ένας ζαπτιές αξιωματικός από τη Λάρισα, ονόματι
Αμούς αγάς. Μάλιστα το διαβατήριο του Άγγλου δημοσιογράφου βρέθηκε σε ένα από τα μέλη της ομάδας του.(Επ.
Φαρμακίδης, Η Λάρισα, σ.222)

ένοπλοι με επικεφαλή τον λοχαγό Κοσμά Δουμπιώτη, αποβιβάστηκαν στην Πλάκα
Λιτοχώρου και κατευθύνθηκαν προς τους πρόποδες του Ολύμπου. Στο σώμα του
Δουμπιώτη προσχώρησαν και ομάδες ανταρτών της Θεσσαλίας, όπως του Γ.
Ζαχείλα, του Κ. Ψίρα, του Τόλια Λάζου και του Νικολάου Βλαχάβα. Στις 19 του
ίδιου μήνα οι ένοπλοι μαζί με προκρίτους της περιοχής προχώρησαν στην εκλογή της
επαναστατικής κυβέρνησης της Μακεδονίας, ορίζοντας πρόεδρο τον Ευάγγελο
Κοροβάγκο. Ακόμα στις 21 Φεβρουαρίου ο επίσκοπος Κίτρους Νικόλαος κήρυξε με
επισημότητα την έναρξη της επανάστασης στη Μακεδονία. Σημαντικό ρόλο στην
επαναστατική κυβερνητική επιτροπή διαδραμάτισε ο γιατρός Αθανάσιος Αστερίου
από το Λιβάδι της Ελασσόνας, που προερχόταν από ευσεβή χριστιανική οικογένεια,
ενώ ο πατέρας του υπήρξε από τους κυριότερους εκπροσώπους της εθνικής δράσης
στην κωμόπολη187. Μεταξύ των υπολοίπων επιτρόπων υπήρξαν και κληρικοί, όπως ο
ιερομόναχος της Ι. Μ. Πέτρας Νικηφόρος και ο ιερέας Ιωάννης Νικολάου. Η
επανάσταση από εκεί πέρασε και στη Δυτική Μακεδονία, ενώ ο Δουμπιώτης
προσπάθησε να έλθει σε διαπραγματεύσεις με τους Οθωμανούς για την παράδοση
στους επαναστάτες της Κατερίνης, ενώ, χάρις στη δύναμη πυρός που διέθετε, θα
μπορούσε να την καταλάβει με έφοδο. Κωλυσιεργώντας μ' αυτές τις
διαπραγματεύσεις οι επαναστάτες, έδωσαν χρόνο στους Τούρκους οι οποίοι
ενισχύθηκαν με τουρκικές δυνάμεις από τα νότια, που βρίσκοντας αφύλαχτο το
Λιτόχωρο, το παρέδωσαν στις φλόγες, ενώ κατάσχεσαν όλο τον οπλισμό που είχε
έρθει προς ενίσχυση των επαναστατών στην Πλάκα. Το κυριότερο όμως εμπόδιο για
την επανάσταση εκδηλώθηκε στον Κολινδρό. Εκεί, απουσία του επισκόπου, η
πλειονότητα των κατοίκων, προφανώς έχοντας πληροφορηθεί τα καθέκαστα για το
Λιτόχωρο, εγκατέλειψαν τους επαναστάτες, ζητώντας μάλιστα την προστασία του
τουρκικού στρατού! Πιεζόμενοι λοιπόν οι επαναστάτες υποχώρησαν στο ορεινό
πέρασμα της Πέτρας, όπου βρισκόταν ο επίσκοπος Κίτρους με μικρή δύναμη. Προς
ενίσχυσή του παρέμειναν 80 εθελοντές υπό τη διοίκηση του ανθυπολοχαγού Τζίμα.
Μετά από τρεις ημέρες και καθώς κορυφώθηκε η τουρκική επίθεση, οι επαναστάτες
υποχώρησαν στον Κοκκινοπηλό κι από εκεί μέσω Πυθίου κατευθύνθηκαν στην
Πουλιάνα (Κρυόβρυση). Εκεί στις 13 Μαρτίου διεξήχθη μάχη μεταξύ των
επαναστατών και δύο ταγμάτων Τούρκων που κράτησε από το μεσημέρι μέχρι το
ηλιοβασίλεμα. Εκατό Τούρκοι νεκροί και οκτώ Έλληνες ήταν τα θύματα της
σύγκρουσης, σύμφωνα με αναφορά του Δουμπιώτη προς την επιτροπή Μακεδόνων
της Αθήνας. Την επομένη η Κρυόβρυση δέχτηκε τα αντίποινα των Οθωμανών. Το
χωριό, εγκαταλειμμένο από τους κατοίκους του, κατακάηκε. Οι επαναστάτες είχαν
στο μεταξύ αναχωρήσει για την περιοχή των Χασίων μέσω Τσαριτσάνης. Από τη
Βερδικούσια, που μετά την αναχώρηση των επαναστατών λεηλατήθηκε από τους
Οθωμανούς, ο Δουμπιώτης έστειλε μήνυμα προς την επιτροπή στην Αθήνα ζητώντας
πολεμοφόδια και ενισχύσεις με σκοπό να επιστρέψει στη Μακεδονία.
Η λαμιώτικη εφημερίδα “Φάρος της Όθρυος” για τη σφαγή στη Βερδικούσια.
“Στρατός τουρκικός, ορμηθείς εκ Τρικάλων, μετέβη εις τα Χάσια, λόγω δήθεν να καταδιώξει τους
αντάρτας (ληστάς κατ' εκείνους), πράγματι όμως, ίνα διαπράξη τα συνήθη αυτοίς φρικαλέα
εγκλήματα. Επέπεσαν λοιπόν κατά του χωρίου Βερδικούσια, κατοικούμενον υπό 200 οικογενειών, το
ελήστευσαν και έσφαξαν επέκεινα των 45-50 γυναικοπαίδων, όσα δεν ηδυνήθησαν διά της σφαγής
187. Α. Καρανάσης, “Η επανάσταση του 1878 στον Όλυμπο”, εφημ. Ημερήσιος Κήρυκας, 17/2/2008, σ. 38.

να σωθώσιν. Όλων των Δυνάμεων οι εν Λαρίση πρόξενοι μετέβησαν επιτοπίως και είδον το οικτρόν
θέαμα πτωμάτων γυναικών, παρθένων, παίδων και γερόντων, ους οι αλιτήριοι κατέσφαξαν, και
εντόνως διεμαρτυρήθησαν κατά των πράξεων αυτών. Εν ενί λόγω οι χριστιανοί της Θεσσαλίας και
Ηπείρου διατρέχουσι τον έσχατον των κινδύνων, εάν δεν ληφθή πρόνοια είτε εκ μέρους της Ελλάδος,
είτε εκ μέρους των ευρωπαϊκών Δυνάμεων.”
Εφημ. Φάρος της Όθρυος, α. φύλλου 998, 15/7/1878, σ.2.

Το ίδιο χρονικό διάστημα (Μάρτιος 1878) οι επαναστάτες Αποστολίδης και
Ζαχείλας με 1.000 ακόμα αγωνιστές συνέχισαν τις συγκρούσεις στην περιοχή
μεταξύ των χωριών Ραψάνης, Καλλιπεύκης και Κρανιάς Ολύμπου (Κάτω
Όλυμπος). Μετά το πέρας όμως των μαχών οι Οθωμανοί ξέσπασαν το μένος τους
πάνω στους αμάχους της περιοχής. Έτσι πυρπόλησαν188 240 οικίες στη Ραψάνη, 40
στην Καρυά και αρκετά ακόμη στη Σκαμνιά, την Κρυόβρυση και την Κρανιά. Όπως
δηλαδή έπραξαν και αλλού (Πλάτανος, Παναγία Ξενιά, Σουρβιά, Λιτόχωρο, κ.α.)
Παρ' όλο που οι συνθήκες για τους ντόπιους ήταν δύσκολες,η ελληνική κυβέρνηση
αναγκάστηκε να σταματήσει τη βοήθεια προς τους επαναστάτες της Μακεδονίας,
δείχνοντας ότι εκείνη τη χρονική περίοδο προτιμούσε να διαπραγματευτεί με τις
μεγάλες δυνάμεις την ενσωμάτωση μόνο της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος,
επιφυλασσόμενοι για την τύχη της Μακεδονίας και της περιοχής Ελασσόνας, σε
κάποια ευνοϊκότερη χρονική συγκυρία στο μέλλον.
Ο αγώνας στη Δ. Θεσσαλία – Μάχες Σέκλιζας και Ματαράγκας: Στο

Μεσενικόλα, που ήταν το Επαναστατικό κέντρο, το 1878 οι συγκεντρωμένοι
επαναστάτες Θεσσαλοί εξέλεξαν επαναστατική επιτροπή με πρόεδρο τον
ντόπιο Απόστολο Βασαρδάνη. Στην περιοχή οι επαναστατικές δυνάμεις είχαν
σημειώσει σημαντικές επιτυχίες στην περιοχή των Τρικάλων και της Καρδίτσας
προκαλώντας σημαντικές απώλειες στους Τούρκους. Οι επαναστάτες, έχοντας
εξασφαλίσει τα ορεινά μετώπισθέν τους, είχαν επεκτείνει την κυριαρχία τους στα
πεδινά της Δ. Θεσσαλίας, κυρίως δε μετά της νικηφόρες μάχες της Σέκλιζας, του
Μουζακίου και των Σοφάδων, που επετεύχθησαν το δίμηνο ΦεβρουαρίουΜαρτίου. Μετά από αυτές τις επιτυχίες τους οι επαναστάτες στράφηκαν κατά των
πλούσιων Οθωμανών γαιοκτημόνων της περιοχής καίγοντας και καταστρέφοντας τις
περιουσίες τους.
Η μάχη της Σέκλιζας
“Οι Τούρκοι είχαν οχυρώσει το λόφο του Άι-Θανάση στη Σέκλιζα (Καλλίθηρο), τον οποίον
υπεράσπιζαν 150-200 εμπειροπόλεμοι Αλβανοί, πολύ καλά οπλισμένοι. Τα ελληνικά τμήματα με
επικεφαλής τους Δ. Τερτίπη, Γ. Λάιο, Π. Θεοδώρου, Δ. Σούτσο, Καλαμάρα, Ζουλούμη και άλλους
κατείχαν τα γειτονικά χωριά Ζωγλόπι, Βελέσι, Θραψίμι, Κέδρο και Σμόκοβο, έτοιμοι να επιτεθούν.
Στις 9 Φεβρουαρίου ο οπλαρχηγός Γαλής προσπάθησε να πολιορκήσει τους Τούρκους στη Σέκλιζα. Ο
αιφνιδιασμός όμως δεν πέτυχε. (...) Το μεσημέρι της 10ης Φεβρουαρίου οι επαναστάτες απέκρουσαν
μια ίλη τουρκικού ιππικού, που ερχόταν από την Καρδίτσα για ενίσχυση της φρουράς και της
προκάλεσαν μεγάλη φθορά. (...) Λίγο αργότερα κατέφθασε από την Καρδίτσα μεγάλη τουρκική δύναμη
με 1.000 πεζούς και 150 ιππείς. Οι Έλληνες απέκρουσαν και αυτή την επίθεση και έτρεψαν τους
Τούρκους σε φυγή. Τη νύχτα η αλβανική φρουρά εγκατέλειψε το λόφο του Άι-Θανάση και κατέφυγε
στην Καρδίτσα. Στις 6 το πρωί την άλλη μέρα (11/2/1878) ξεκίνησε από την Καρδίτσα πολυάριθμος
οθωμανικός στρατός από 2.500 πεζούς, με αρκετούς ιππείς και δύο τηλεβόλα, κάτω από τις διαταγές
του αρχιστρατήγου Χασάν πασά. Όλη την ημέρα έγιναν σκληρές μάχες γύρω από τον Άι-Θανάση και
στα αμπέλια της Σέκλιζας. (...) Οι Τούρκοι κατά το ηλιοβασίλεμα αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν
188. Βαλιάκος Ηλίας, Η επαρχία Ελασσόνας τον 19ο αιώνα, Γνώση, Λάρισα 2003, σ. 82,3

προς την Καρδίτσα, αφήνοντας στο πεδίο της μάχης περί τους 250 νεκρούς. Η τριήμερη μάχη της
Σέκλιζας έληξε νικηφόρα για τα ελληνικά όπλα.”
Γριβέλλας Λ.- Καραφύλλης Ν.- Μαγόπουλος Β., Εγχειρίδιο Τοπ. Ιστορίας, β΄ έκδ. Ν. Αυτ. Καρδίτσας 2006.σ. 127-8

Όμως μετά την κατάπνιξη της επανάστασης στο Πήλιο και τον Όλυμπο ο
Οθωμανικός στρατός άρχισε να κινείται στα πεδινά και προς τα Δυτικά, απειλώντας
τα χωριά στα οποία είχαν εμφανιστεί επαναστάτες. Η συγκέντρωση του μεγάλου
οθωμανικού στρατού στη Δ. Θεσσαλία ανάγκασε τους επαναστάτες να υποχωρήσουν
και να καταλάβουν αμυντικές θέσεις στους πρόποδες της Πίνδου. Η κρισιμότερη
μάχη που δόθηκε τότε ήταν η μάχη της Ματαράγκας (21 Μαρτίου). Οι Οθωμανοί
μετά από πεισματώδη άμυνα των επαναστατών κατάφεραν να καταλάβουν τη
Ματαράγκα, αλλά δεν μπόρεσαν να εξαλείψουν από την περιοχή τους Έλληνες διότι
οχυρώθηκαν σε γειτονικά σημεία της περιοχής Πετρομαγούλας.
Η μάχη της Ματαράγκας
“Στη μάχη αυτή η δύναμη των Τούρκων ήταν 4.500 πεζικάριοι, 600 ιππείς και 4 ορεινά τηλεβόλα, με
αρχιστράτηγο τον Χασάν πασά της Καρδίτσας. Ο τουρκικός στρατός είχε παραταχθεί σε δύο σώματα.
Το ένα από την πλευρά της Καρδίτσας και το άλλο από Καλυβάκια και Ερμήτσι, προερχόμενο από
Λάρισα και Φάρσαλα. Φανερός στόχος τους, η περικύκλωση και εξόντωση των επαναστατών. Οι
ελληνικές δυνάμεις (αποτελούνταν): Στη Ματαράγκα βρίσκονται 40 άνδρες με επικεφαλής τον λοχία
Λάζο. Το σώμα αυτό ενισχύθηκε, μόλις άρχισε η σύγκρουση, με δυο διμοιρίες στρατιωτών από
Σοφάδες. Στον Πύργο Ματαράγκας βρίσκονται οι Δημ. Τερτίπης και Γεώργιος Λάιος, με το σώμα
των υπαξιωματικών και των εθελοντών. Στο Μπαταλάρ (Κυψέλη) βρίσκεται ο Δ. Σούτσος με
ισχυρή δύναμη. Στο Μοσχολούρι διανυκτερεύει ο αρχηγός Κ. Ισχόμαχος. Συνολικά οι επαναστάτες
διαθέτουν δύναμη 800 περίπου ανδρών μόνο, η οποία όμως είναι εξαπλωμένη σε ευρύτατο μέτωπο,
μέσα στον κάμπο. Ο άμαχος πληθυσμός έφυγε για τα ορεινά. Η μάχη άρχισε στις 5 το πρωί της 21ης
Μαρτίου του 1878. Ο αρχηγός παρέταξε τα τιμήματα του σε επίκαιρα σημεία (...) τον Κοντογιάννη
με το σώμα του για ενίσχυση της Ματαράγκας (...) το Σισμάνη στη γέφυρα του Μοσχολουρίου (...)
τον Καλαμάρα στο χωριό Γκέρμπεσι (Καρποχώρι) (...) και ο ίδιος στο Μογγολίνο λόφο δίπλα στην
Πετρομαγούλα. (...) Ο λοχίας Γ. Λάιος καταλαμβάνει το λόφο της Πετρομαγούλας. (...) Η μάχη
επικεντρώθηκε σε τρία σημεία: α΄ Στη Ματαράγκα, όπου οι 80 επαναστάτες αντιμετώπιζαν 2.000
πεζούς, 300 ιππείς και δύο τηλεβόλα. Β΄ Στην γέφυρα Αμπάς αγά, όπου μάχονταν ο Δ. Τερτίπης με
18 στρατιώτες και γ΄ Στην Πετρομαγούλα-Μογγολίνο, όπου ο Γ. Λάιος, με 60 περίπου άνδρες,
αντιμετώπιζαν τον κύριο όγκο του τουρκικού στρατού. Στη Ματαράγκα εκτυλίχθηκαν σκηνές
ανείπωτου ηρωισμού, αλλά, μπροστά στο χείμαρρο των εχθρικών επιθέσεων, οι επαναστάτες περί τις
9 το πρωί υποχώρησαν προς το χωριό Πύργος Ματαράγκας. Στη γέφυρα του Αμπάζ αγά (...οι
Έλληνες) συμπτύχθηκαν στην Πετρομαγούλα. Στην κορυφή της Πετρομαγούλας ο Γ. Λάιος, με 16
άνδρες δίνει ομηρική μάχη, αντιμέτωπος με ένα τάγμα τουρκικού στρατού. Πάνω στον αγώνα ο
γενναίος σωματάρχης πέφτει. (...) Ο κλοιός γύρο από το Μογγολίνο λόφο συνεχώς περισφίγγεται.
Περί τις 4.30 το απόγευμα Έλληνες και Τούρκοι μάχονται σώμα με σώμα. Η μάχη γίνεται με
ξιφολόγχες. (Χάρις όμως στη βοήθεια ενός ελληνικού σώματος ανδρών από το Μοσχολούρι) ο Δ.
Τερτίπης, στη θέα της ανέλπιστης αυτής βοήθειας διατάσσει αντεπίθεση. Η μάχη είχε κριθεί. Κατά τις
8 το βράδυ οι Τούρκοι άρχισαν να υποχωρούν κανονικά και οι Έλληνες επαναστάτες αποσύρθηκαν
στα χωριά των Αγράφων. Η νίκη είχε κερδηθεί.”
Γριβέλλας Λ.- Καραφύλλης Ν.- Μαγόπουλος Β., Εγχ. Τοπ. Ιστορίας, β΄ έκδ. Ν. Αυτ. Καρδίτσας 2006.σ. 131-135.

Αυτό όμως, το να μείνει δηλαδή αναμμένη η φωτιά της επανάστασης στη
Θεσσαλία, ήταν σημαντικό για την Ελλάδα τις παραμονές της σύγκλισης ευρωπαϊκής
διάσκεψης με θέμα τις ελληνικές διεκδικήσεις. Σ' αυτές τις οχυρές θέσεις μάλιστα οι
επαναστάτες συναντήθηκαν με τους προξένους της Αγγλίας Μέρλιν και Μπλουντ, οι
οποίοι ανέλαβαν μεσολαβητική πρωτοβουλία για την αμνήστευση των επαναστατών.

Κεφάλαιο 12ο.
Η Θεσσαλία ελεύθερη
Οι πρώτες συζητήσεις για την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στο ελληνικό
κράτος: Μετά το συνέδριο του Βερολίνου έμεινε σε εκκρεμότητα από πλευράς
ελληνικών συμφερόντων το θέμα της Ηπείρου και της Θεσσαλίας. Για τις ελληνικές
θέσεις η καταλληλότερη οροθέτηση των συνόρων προκρίνονταν η πρόταση που είχε
υποβάλλει το 1828 ο Καποδίστριας, δηλαδή θα έπρεπε να περιέλθουν στην Ελλάδα,
εκτός της Θεσσαλίας και περιοχές που να καλύπτουν την Άρτα, τα Γιάννινα, την
Πρέβεζα, το Μέτσοβο αλλά και να συμπεριλαμβάνει περιοχές ακόμα και της
Βορείας Ηπείρου (Δέλβινο). Μάλιστα ο Κουμουνδούρος ζήτησε την
εξουσιοδότηση των μεγάλων Δυνάμεων για να καταλάβει αυτές τις περιοχές. Οι
αντιπρόσωποι όμως των Δυνάμεων και κυρίως οι Άγγλοι δε δέχτηκαν την πρόταση
αυτή. Αντ' αυτού πρότειναν στην Ελλάδα να ξεκινήσει απ' ευθείας διαπραγματεύσεις
με την Τουρκία, που προβλέπονταν από το άρθρο 24 της συνθήκης του Συνεδρίου
του Βερολίνου, για τον καθορισμό των νέων συνόρων. Πράγματι ο Κουμουνδούρος,
χωρίς χρονοτριβή έδωσε διακοίνωση στην Τουρκία με την οποία την καλούσε να
ορίσει δύο επιτετραμμένους για τη χάραξη της νέας οριογραμμής, ενώ συγχρόνως
φρόντισε να ενισχύσει με νέο ανθρώπινο δυναμικό τις ένοπλες δυνάμεις, που είχαν
φτάσει την εποχή εκείνη στον αριθμό των 30.000 ανδρών.
Η διάσκεψη της Πρέβεζας: Στη διάρκεια του δευτέρου εξαμήνου μόνο η Γαλλία
πίεζε την Πύλη για να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα. Εν τέλει οι
απευθείας συνομιλίες άρχισαν στην Πρέβεζα στις 25/1/ 1879. Από ελληνικής
πλευράς οι διαπραγματευτές ήταν ο Αλ. Σούτσος, ο Γ. Ζηνόπουλος και ο
ταγματάρχης Πάνος Κολοκοτρώνης. Η τουρκική πλευρά δέχτηκε να συζητήσει την
παραχώρηση ορισμένων περιοχών της Θεσσαλίας, όχι όμως και της Ηπείρου, διότι
όπως ισχυρίστηκαν οι αντιπρόσωποί της, αυτά ήταν εδάφη της Αλβανίας!
Συγχρόνως τις μέρες αυτές η Πρέβεζα είχε κατακλυστεί από Αλβανούς οι οποίοι
αξίωναν την ένωση της Ηπείρου με το αλβανικό κράτος, τη δημιουργία του οποίου
ανέμεναν. Εύκολα μπορούμε να καταλάβουμε τις συνθήκες ψυχολογικής πίεσης που
υπήρξαν για τους Έλληνες αντιπροσώπους. Η γραμμή που πρότειναν οι Τούρκοι
άρχιζε ανάμεσα από τον Αλμυρό και το Βόλο, περνούσε βορείως του Δομοκού,
διέσχιζε τη μέση ων επαρχιών Φαρσάλων και Καρδίτσας και κατέληγε στην κοίτη
του Αχελώου. Κατ' αυτόν τον τρόπο οι Τούρκοι παραχωρούσαν το ένα τρίτο της
Θεσσαλίας και ούτε σπιθαμή ηπειρωτικού εδάφους. Οι Έλληνες μη βρίσκοντας
λογική την πρόταση της Πύλης προσέφυγαν στην επιδιαιτησία των Μεγάλων
Δυνάμεων που προβλεπόταν και από το άρθρο 24.
Οι ευρωπαϊκές ζυμώσεις: Από το Μάρτιο του 1879 ως τον Αύγουστο του ίδιου
έτους το ελληνικό ζήτημα απασχολούσε πλέον έντονα τις μεγάλες Δυνάμεις. Παρά
τις μεσολαβητικές προσπάθειες Άγγλων και Γάλλων το θέμα δεν προχώρησε. Έτσι οι
Δυνάμεις πρότειναν εκ νέου διαπραγματεύσεις μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας τη
φορά αυτή στην Κων/λη. Σ' όλο αυτό το διάστημα η ελληνική κυβέρνηση
προσπαθούσε να επηρεάσει όσες γινόταν περισσότερες από τις ευρωπαϊκές
κυβερνήσεις. Και ενώ η στάση των μεγάλων δυνάμεων ήταν λίγο πολύ ουδέτερη,
ένας απρόσμενος σύμμαχος της Ελλάδας εμφανίστηκε. Αυτός ήταν ο Γερμανός

αυτοκράτορας Γουλιέλμος Α΄. Αντίθετα, ένας νέος αντίπαλος στις ελληνικές
επιδιώξεις γίνεται για πρώτη φορά η Ιταλία. Η τελευταία πήρε το μέρος των
Αλβανών που απαιτούσαν από τη διεθνή κοινότητα να μην δοθούν εδάφη που
κατοικούνταν από Αλβανούς ούτε στη Ελλάδα ούτε στο Μαυροβούνιο. Η Αγγλία,
βρίσκοντας αφορμή τις αιτιάσεις των Αλβανών και της Ιταλίας παρεμπόδιζε τη λήψη
θετικών αποφάσεων υπέρ της Ελλάδας. Στο μεταξύ μέρα με τη μέρα Τούρκοι και
Έλληνες επάνδρωναν με όλο και περισσότερους ενόπλους τα σύνορά τους.
Η ελληνοτουρκική διάσκεψη της Κωνσταντινούπολης: Μέσα σε ένα κλίμα
γενικότερης έντασης ξεκίνησαν στην Πόλη οι πρώτες συναντήσεις των δύο μερών,
στις 10(22)/8 του 1879. Τα τρία μέλη της ελληνικής αντιπροσωπίας ήταν ο πρέσβης
Κουντουριώτης, ο Βράιλας-Αρμένης και ο Π. Κολοκοτρώνης. Ακολούθησαν
ατέρμονες συζητήσεις επί συζητήσεων για διαδικαστικά θέματα. Η ελληνική πλευρά
μετά από τα διαδικαστικά παρουσίασε τις απαιτήσεις της. Σ' αυτές
συμπεριλαμβάνονταν η Θεσσαλία, με ολόκληρο τον Όλυμπο, και η Ήπειρος με τα
Γιάννινα και το Μέτσοβο, καθώς και η επαρχία Δελφίνου της Β. Ηπείρου. Οι
Τούρκοι, όπως αναμενόταν, απέρριψαν ασυζητητί τις ελληνικές αξιώσεις. Ο
Waddington, εκ μέρους της Γαλλίας, πρότεινε τότε στα δύο μέρη, την παραχώρηση
από την πλευρά της Τουρκίας της Θεσσαλίας, μέχρι όμως το ύψος των νοτίων
παρυφών του Ολύμπου, καθώς και μόνον την περιοχή της Άρτας, από την Ήπειρο. Ο
Salisbury, από την αγγλική πλευρά, πρότεινε να συσταθεί μια διεθνής επιτροπή η
οποία θα αναλάμβανε να χαράξει τα νέα σύνορα, αλλά αυτή δε θα περιοριζόταν μόνο
στην επέκταση του ελληνικού κράτους προς βορράν. Η ελληνική κυβέρνηση δεν
έδειξε ικανοποιημένη από αυτήν την εξέλιξη, αλλά επειδή η πρόταση υιοθετήθηκε
από όλες τις Δυνάμεις, αναγκάστηκε να την αποδεχτεί.
Νέα διάσκεψη στην Κων/λη: Η διάσκεψη αυτή άρχισε στην Πόλη το Μάρτιο του
1881. Οι θέσεις των μεγάλων δυνάμεων είχαν αλλάξει όμως αρκετά. Τη θετικότερη
άποψη για τα ελληνικά συμφέροντα είχε πια η Αγγλία και η Γερμανία. Το σχέδιο
μάλιστα που κατέθεσαν από κοινού οι αντιπρόσωποι των δύο αυτών χωρών
μεριμνούσε για την απόδοση στην Ελλάδα της Κρήτης αντί της Ηπείρου. Όμως η
άποψη αυτή απορρίφθηκε από τις υπόλοιπες μεγάλες Δυνάμεις. Η Διάσκεψη πήρε
άλλη τροπή όταν η Τουρκία έκανε για πρώτη φορά λόγο για εκχώρηση της
Θεσσαλίας στην Ελλάδα, τοποθετώντας μάλιστα τη μεθόριο 4 χιλιόμετρα νοτίως του
Πλαταμώνα. Η πρόταση αυτή έγινε δεκτή αναγκαστικά από την Ελλάδα, παρ' όλο
που παραλείπονταν η απόδοση της Ηπείρου, πλην Άρτας,, και ανακούφισε τις
Μεγάλες Δυνάμεις. Έτσι στις 26/3 (7/4) η Ελλάδα δέχτηκε το τελεσίγραφο των Μ.
Δυνάμεων που απαιτούσαν απ΄ αυτήν να συμφωνήσει, διότι σε αντίθετη περίπτωση
το μέλλον των αλύτρωτων ελληνικών εδαφών θα ήταν αβέβαιο, ενώ η ελληνική
κυβέρνηση θα απομονωνόταν διεθνώς. Η εσωτερική κατάσταση παρουσιαζόταν τις
παραμονές της αποδοχής του σχεδίου σχεδόν εμφυλιοπολεμική. Η αντιπολίτευση
κατηγορούσε τον Κουμουνδούρο για ολιγωρία και απαιτούσε εισβολή στην Ήπειρο
και τη Θεσσαλία. Ο πρωθυπουργός όμως και ο Γεώργιος, βλέποντας τη σταθερή
θέση των μεγάλων Δυνάμεων και σταθμίζοντας την πληροφορία ότι σε περίπτωση
κήρυξης ελληνοτουρκικού πολέμου η Βουλγαρία θα ενσωμάτωνε την ήδη αυτόνομη
Ανατ. Ρωμυλία, που κατοικούνταν σε ποσοστό περίπου 40 από Έλληνες,
αποφάσισαν να δεχθούν την προτεινόμενη λύση. Ο Κουμουνδούρος πριν υπογράψει

ζήτησε από τις εγγυήτριες δυνάμεις να εξασφαλίσουν την προστασία του ελληνικού
πληθυσμού της Ηπείρου από πιθανές διώξεις αντεκδίκησης εκ μέρους των Τούρκων,
πράγμα που το εξασφάλισε.
Η συνθήκη ενσωμάτωσης της Θεσσαλίας: Στις 24/5 οι μεγάλες Δυνάμεις
απέσπασαν την υπογραφή της Τουρκίας στο κείμενο της Συνθήκης παραχώρησης
των νέων εδαφών στην Ελλάδα, ενώ στις 20/6 (2/7) υπέγραψαν στην Κων/λη το
τελικό κείμενο ο επιτετραμμένος πρέσβης της Ελλάδας Ανδρέας Κουντουριώτης,
από ελληνικής πλευράς και από την τουρκική πλευρά ο πρωθυπουργός Μαχμούτ
Σερβέρ πασάς. Σύμφωνα με τους όρους της συνθήκης η νέα οριογραμμή ξεκινούσε
από την ακτή 4 χιλιόμετρα νοτίως του Πλαταμώνα (Κουλούρα-Παλαιόπυργος) και
ακολουθούσε την κορυφογραμμή του Κάτω Ολύμπου (Ανάληψη, Πρ. Ηλίας, κ.α.),
μέχρι την κορυφή Γκονταμάν, βορείως της Ροδιάς μέχρι τα στενά της Μελούνας,
ορίζοντας τον Τύρναβο και τα χωριά του στην ελληνική επικράτεια. Στη συνέχεια η
συνοριακή γραμμή κατέβαινε Νότια-Νοτιοδυτικά, αφαιρώντας την Ελασσόνα, ενώ
στο νοτιότερο σημείο της η γραμμή συναντούσε τα υψώματα του Ζάρκου και του
Γριζάνου και συνέχιζε με δυτική κατεύθυνση ως τη κορυφή της Κράτζοβας,
συμπεριλαμβάνοντας σχεδόν καθ' ολοκληρία το σημερινό Νομό Τρικάλων. Από εκεί
στρεφόταν προς Νότον, περνώντας από την κορυφογραμμή του όρους Περιστέρι
(Λάκμος) και, αφήνοντας το Μέτσοβο εντός της Τουρκίας, συναντούσε τα χωριά
Καλαρρύτες και Μιχαλίτσι και στη συνέχεια, ακολουθώντας τον ρου του Άραχθου,
έφτανε ως τις εκβολές του, καλύπτοντας το μεγαλύτερο τμήμα του σημερινού Νομού
Άρτας. Σύμφωνα με όρο της συνθήκης ο Αμβρακικός δε θα μπορούσε να μένει
οχυρωμένος από τους Οθωμανούς, εξασφαλίζοντας έτσι τη ναυσιπλοΐα στην περιοχή.
Οι υποχρεώσεις που αναλάμβανε η ελληνική κυβέρνηση: Σε αντάλλαγμα για τις
παραχωρήσεις αυτές η Ελλάδα αναλάμβανε την υποχρέωση να προστατέψει το
μουσουλμανικό πληθυσμο των νέων εδαφών, διασφαλίζοντας το δικαίωμα γι' αυτούς
της αυτονομίας και της ελευθερίας οργάνωσης αυτοδιοικητικών θεσμών. Τα τοπικά
ισλαμικά δικαστήρια θα διατηρούνταν, αλλά οι καδήδες θα είχαν το δικαίωμα να
ασχολούνται μόνο με θρησκευτικής φύσης υποθέσεις.

Εικ. Τα νέα εδάφη της Ελλάδας το 1881 (από τον 14ο τόμο της Ιστορίας τ. Ελληνικού Έθνους)

Το πιο σημαντικό όμως εδάφιο της συμφωνίας, που θα δημιουργήσει σοβαρά
προβλήματα, κυρίως στις αρχές του 20ου αιώνα, για τον αγροτικό πληθυσμό της

Θεσσαλίας, ήταν το θέμα των τσιφλικιών. Με το άρθρο 4 αναγνωρίζονταν οι
οθωμανικοί τίτλοι ιδιοκτησίας και κατοχυρώνονταν όλα τα δικαιώματα των
Οθωμανών ιδιοκτητών ή και των Χριστιανών αγοραστών των τσιφλικιών του
θεσσαλικού κάμπου, αλλά και άλλων χορτολιβαδικών ή δασικών εκτάσεων. Με το
άρθρο 5 μάλιστα της Συνθήκης ο Σουλτάνος, που παρέμενε ο μεγαλύτερος
προσοδούχος των αγροτικών γαιών στην περιοχή είχε το δικαίωμα να διαθέτει αυτές
ή τα έσοδά του απ' αυτές όπου ήθελε, κυρίως στο σουλτανικό θησαυροφυλάκιο. Το
χειρότερο όμως ήταν το 6ο άρθρο. Σύμφωνα μ' αυτό απαγορευόταν στην ελληνική
κυβέρνηση να απαλλοτριώσει τα μεγάλα αυτά τιμάρια. Ο μόνος τρόπος που θα
μπορούσε να το επιτύχει, ήταν ένας γενικός νόμος που θα έπρεπε να καλύπτει όλη
την ελληνική επικράτεια. Με άλλες διατάξεις της συμφωνίας έπρεπε η ελληνική
κυβέρνηση να λύσει το θέμα της ληστείας, να καλύψει ένα μέρος του, τεράστιου,
χρέους της Οθωμ. Αυτοκρατορίας και να χορηγήσει γενική αμνηστεία. Η κατάληψη
των νέων εδαφών άρχισε την 23η Ιουνίου (5/7) με την είσοδο του ελληνικού
στρατού στην πρώτη απελευθερωμένη πόλη που ήταν η Άρτα. Την 9η Αυγούστου
απελευθερώθηκε ο Δομοκός, την 10η του ίδιου μήνα ο Αλμυρός, για να
ακολουθήσουν τον ίδιο μήνα οι απελευθερώσεις κατά σειρά των Φαρσάλων (15),
της Καρδίτσας (18), των Τρικάλων (23) και της Λάρισας (31/8). τελευταία πόλη
που παραδόθηκε στον ελληνικό στρατό ήταν ο Βόλος (21/10).
Ο Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄189 παραχωρεί τις θεσσαλικές Μητροπόλεις
και Επισκοπές στην Εκκλησία της Ελλάδος
“Αριθμ. Πρωτοκόλου 2262
Ιωακείμ Ελέω Θεού Αρχιεπίσκοπος Κων/λεως Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης
Της των πολιτικών καταστάσεωσ ως επί το πολύ μεταβαλλομένης ταις του χρόνου φοραίς (...).
Ένθεν (...) επεί τινές των εν χώραις Ηπείρου και Θεσσαλίας παροικιών (...) του Πατριαρχικού
Οικουμενικού θρόνου, ήτοι η αγιωτάτη Μητρόπολις Λαρίσης μετά των υπ' αυτήν αγιωτάτων
Επισκοπών Τρίκκης, Σταγών, Θαυμακού και Γαρδικίου και αι αγιώταται Μητροπόλεις Άρτης,
Δημητριάδος και Φαναριοφαρσάλων και η αγιώτατη Επισκοπή Πλαταμώνος, η τη αγιωτάτη
Μητροπόλει Θεσσαλονίκης υποκειμένη, έτι δε είκοσι χωρία της αγιωτάτης Μητροπόλεως
Ιωαννίνων εκ του τμήματος Τζουμέρκων και τρία έτερα της αυτής Μητροπόλεως εκ του τμήματος
Μαλακασίου (...) προσηρτήθησαν (...) και ηνώθησαν πολιτικώς τω Θεοσώστω Βασιλείω της
Ελλάδος, ανηνέχθησαν δε τη καθ' ημάς Αγία του Χριστού Μεγάλη Εκκλησία (...) αι ειρημέναι
παροικίαι απολυθώσι και εκκλησιαστικώς από του καθ' ημάς αγιωτάτου Οικουμενικού
Πατριαρχικού Θρόνου και προσαρτηθώσι τη αγιωτάτη Εκκλησία της Ελλάδος αποτελούσαι του
λοιπού μέρος ταύτης αδιάσπαστον και αχώριστον (...) Είναι δε διά παντός του λοιπού και λέγεσθαι
και παρά πάντων γινώσκεσθαι ως εκκλησιαστικώς ηνωμένας και συνημμένας αναποσπάστως τη
αγιωτάτη αυτοκεφάλω Εκκλησία της Ελλάδος και υπό της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας ταύτης
διακυβερνάσθαι,προς αυτήν τε έχειν την κανονικήν και άμεσον υποταγήν και αναφοράν και του
ονόματος αυτής μνημονεύειν (....). Εν έτει σωτηρίω αωπβ΄190 κατά μήναν Μάιον.
Ο Κωνσταντινουπόλεως Ιωακείμ, ο Εφέσου Αγαθάγγελος (...), ο Μυτιλήνης Κων/νος, ο
Διδυμοτείχου Μεθόδιος (...), ο Βοδενών191 Ιερόθεος, ο Κασσάνδρας Κωνστάντιος.”

Συγχαρητήρια εγκύκλιος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλ. της Ελλάδος στο
μητροπολίτη Λαρίσης για την ένταξη της Ι. Μητρ. Λαρίσης
189. Είναι ο Ιωαακείμ Κρουσουλούδης, Χίος στην καταγωγή, που διετέλεσε μητροπολίτης Λάρισας την περίοδο
1870-5.
190. 1882.
191. Βοδενά είναι η Έδεσσα της Μακεδονίας.

στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος.
“ Α. Πρωτ. 238/Διεκπ. 2478/ Εν Αθήναις τη 7η Ιουνίου 1882
Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος
Προς τον σεβασμιώτατον μητροπολίτην Λαρίσης
Η Σύνοδος διαπέμπει (...) ώδε εγκύκλιον αυτής επιστολήν μετά της ταύτης συνημμένης
πατριαρχικής και συνοδικής πράξεως δι' ης αι χώραι της Ηπείρου και Θεσσαλίας (...) απολύονται
και εκχωρούνται και εκκλησιαστικώς τη αυτοκεφάλω αυτού (ενν. ελλ. κράτους) Εκκλησία υπό την
διοίκησιν και υποταγήν της Εκκλησίας της Ελλάδος. (...) η Σύνοδος ανακοινουμένη υμίν τούτω μετ'
αφάτου χαράς και αγαλλιάσεως, συγχαίρει υμίν εκ κέντρου καρδίας επί τούτω (...) ότι του λοιπού
θέλετε αναγνωρίζει κανονικώς εκκλησιαστικήν υμών Αρχήν την Ιεράν της Εκκλησίας της Ελλάδος
Σύνοδον (...).
Ο Αθηνών Προκόπιος πρόεδρος, ο Λευκάδος Γρηγόριος, ο Ιθάκης Γαβριήλ, ο Άνδρου και Κέας
Μητροφάνης, ο Φωκίδος Δαυίδ / ο γραμματεύς αρχιμανδρίτης Α. Χριστόπουλος”

Ο Σεϊχ–ουλ–Ισλάμ192 ανακοινώνει το φετφά193 παραχώρησης
της Θεσσαλίας στην Ελλάδα194
“Ιερός φετφάς. Παλαιόν γειτονικόν κρατίδιον διάγει εν ειρήνη και αρμονία μεθ' ημών κατά τας
κρισίμους ταύτας περιστάσεις του βιλαετίου μας. Κατά τον ιραδέν, η ελεημοσύνη είναι θεία
εντολή. Αυτής εμφορούμενος ο άναξ195 ημών, απεφάσισεν όπως εκκοπεί τεμάχιον εκ του μεγάλου
κράτους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και δοθεί εις το εθνάριον τούτο όπως ζήσει εν το
μέλλοντι εν ανέσει.”
Οι υπογραμμισεις είναι δικές μας και δείχνουν την έπαρση και το υπερφίαλο των Οθωμανών κρατούντων
έναντι των Ελλήνων.

Με την προσάρτηση των νέων περιοχών η Ελλάδα αποκτούσε ακόμα 13.395 τετ.
Χλμ., αυξάνοντας την έκτασή της στα 63.406 τ. Χλμ. Και στον πληθυσμό της
προστίθενται 300.000 νέοι κάτοικοι, εμφανίζοντας στο τέλος της ίδιας δεκαετίας
συνολικό ελληνικό πληθυσμό 2.187.208 κατοίκων.
Συνοδευτικό κείμενο 1. Η απελευθέρωση των Φαρσάλων196
Η απελευθέρωση της πόλης και η υποδοχή του ελληνικού στρατού έγινε την 15η Αυγούστου του
1881, ανήμερα της έναρξης της ετήσιας εμποροπανήγυρης που ήταν γνωστή με την ονομασία
“Παναγιά παζάρ”. Επικεφαλής της υποδοχής τέθηκαν ο μητροπολίτης Φαναριοφαρσάλων
Ιλαρίων, ο δήμαρχος της πόλης Χουσνί Τακσίν και από τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου, δυο
χριστιανοί και δυο μουσουλμάνοι. Εκείνη την εποχή οι χριστιανοί κάτοικοι των Φαρσάλων, που
ασχολούνταν κυρίως ως τεχνίτες ή μικροέμποροι, ήταν μειοψηφία, περί τους 650, λένε οι πηγές, και
έμεναν κυρίως στο χριστιανικό μαχαλά (Βαρούσι), στην ανατολική πλευρά της πόλης. Τον επόμενο
μήνα επισκέφθηκε την πόλη ο πρωθυπουργός Κουμουνδούρος, ενώ στις 12/10 της ίδιας χρονιάς
έφτασε στην πόλη και ο βασιλιάς Γεώργιος, ο οποίος φρόντισε να επισκεφθεί και τον τεκέ των
Μπεκτασήδων στα Ασπρόγεια. Μετά την απελευθέρωση η περιοχή Φαρσάλων αλλά και Δομοκού
εντάχθηκε στο Νομό Λαρίσης, ενώ ο Δήμος των Φαρσάλων είχε πληθυσμό 4.996 κατοίκους και
εντός των ορίων του υπάγονταν ακόμα 17 χωριά (δες σχετ. ενότητα στο τέλος του βιβλίου).

Συνοδευτικό κείμενο 2. Η απελευθέρωση της Καρδίτσας
Η 18η Αυγούστου ήταν μια ξεχωριστή μέρα για την Καρδίτσα. από τα χαράματα σε όλα τα σπίτια της
πόλης κυμάτιζε περήφανα η ελληνική σημαία, ενώ το αμέτρητο πλήθος των κατοίκων, όχι μόνο της
πόλης, αλλά και των γύρω χωριών, σαν ποτάμι κατευθυνόταν προς την είσοδο της πόλης.

192.
193.
194.
195.
196.

Ο ανώτατος πνευματικός ηγέτης των Μουσουλμάνων της Τουρκίας.
φετφά=απόφαση.
Επ. Φαρμακίδης, ό.π., σ. 228-9.
Εννοεί το σουλτάνο.
Δες σχετ. Αχ. Μπακαλέξης, “Όταν ο ελληνικός στρατός έμπαινε στα Φάρσαλα”, εφημ. Ελευθερία,15/8/2008, σ.11.

Εικ. Τα Φάρσαλα γύρω στο 1820. (Γεννάδιος Βιβλιοθήκη)

Οι παπάδες προχωρούσαν με τα εξαπτέρυγα και το Σταυρό, ενώ έψαλλαν αναστάσιμα τροπάρια. Οι
μαθητές των σχολείων, ζητωκραυγάζοντας και τραγουδώντας ύμνο στη σημαία, πετούσαν τα φέσια
τους στον αέρα, δείγμα απαλλαγής από την τουρκική σκλαβιά. Στην είσοδο της πόλης οι Καρδιτσιώτες
είχαν δημιουργήσει μια πελώρια αψίδα με δάφνες και έλατα, απ' όπου θα περνούσε ο ένδοξος
ελληνικός στρατός. Κοντά σ' αυτόν είχαν πάρει θέση οι αρχές της πόλης, με επικεφαλής τον δήμαρχο
Καχριμάν Βέη και το μητροπολίτη Καρδίτσας Νεόφυτο, στον οποίον υπαγόταν εκκλησιαστικά η
Καρδίτσα. Ο τελευταίος, με την αρχιερατική του στολή και το σταυρό στα χέρια, είχε στα δεξιά του τον
επίσκοπο Θαυμακού. Κατά τις 9 το πρωί, η τρίτη φάλαγγα του ελληνικού στρατού με επικεφαλής το
στρατηγό Σκαρλάτο Σούτσο έφτανε στην είσοδο της πόλης. Η εμφάνισή του προκάλεσε φρενίτιδα
ενθουσιασμού. (...) Ο στρατηγός έφτασε μπροστά στους επισήμους, κατέβηκε από το άλογό του,
δέχτηκε τις ευλογίες των αρχιερέων και ασπάστηκε το σταυρό και το Ευαγγέλιο. (...) Στη συνέχεια ο
ελληνικός στρατός εισήλθε στην πόλη. Μπροστά πήγαινε το πεζικό με τη μουσική του, ενώ οι
αξιωματικοί και οι στρατιώτες δέχονταν τις ευλογίες των ιεραρχών, περνώντας από μπροστά τους.
Στους δρόμους της πόλης ο ενθουσιασμός του λαού ήταν απερίγραπτος. Οι γυναίκες από τα παράθυρα
των σπιτιών έραιναν με άνθη τους στρατιώτες μας. Η παράδοση της πόλης έγινε ομαλά. Το μόνο
επεισόδιο που αναφέρεται είναι η πυρκαγιά της αγοράς, που ξέσπασε τη νύχτα της παραμονής κσαι
που, όπως λέγεται, προκλήθηκε από τους Τούρκους για εκδίκηση.(..)
Γριβέλλας Λ.- Καραφύλλης Ν.- Μαγόπουλος Β., Εγχειρίδιο Τοπ. Ιστορίας, β΄ έκδ. Ν. Αυτ. Καρδίτσας 2006.σ. 137-9.

Μέρος 2ο
Οικονομία – ασχολίες - τέχνες – γράμματα – θρησκείες κοινωνία
Κεφάλαιο 13ο Οικονομία
Α΄ Η Διοίκηση κατά τον 19ο αιώνα (-1881)
Μέχρι το 1867 η Θεσσαλία αποτελούσε πασαλίκι του εγιαλετιού της Ρούμελης.
Η άλλη ονομασία με την οποία ήταν γνωστό το πασαλίκι της Θεσσαλίας ήταν
“Σαντζάκι των Τρικάλων”, παρ' όλο που από το 1770 η πρωτεύουσα του σαντζακίου
ήταν η Λάρισα. Ο διοικητής της περιοχής (βαλής) έμενε συνήθως στη Λάρισα ενώ

Εικ. Σχέδιο Πόλης Λάρισας το 1880. (από το βιβλίο του Επ. Φαρμακίδη)

κάποιες χρονικές περιόδους είχε ως έδρα του τα Γιάννινα, έχοντας τοποθετήσει στη
Λάρισα έναν καϊμακάμη, αντ΄ αυτού. Το “Πασαλίκι Θεσσαλίας” είχε 12 επαρχίες ή
λίβες. Οι μεγαλύτερες απ' αυτές,τις λίβες ή καζάδες, δηλαδή των Τρικάλων, της
Λάρισας και του Βόλου διοικούνταν από τον καϊμακάμη του πασά της Λάρισας,
ενώ οι υπόλοιπες 9 από μουδίρες. Αυτοί οι τελευταίοι καζάδες ήταν: του Τυρνάβου,
της Καρδίτσας, της Αγιάς, του Αλμυρού, του Βελεστίνου, των Φαρσάλων, του
Δομοκού, της Ελασσόνας και του Δερελί (Γόννοι). Οι κοινότητες της Θεσσαλίας

που κατοικούνταν και από Οθωμανούς διοικούνταν από εκλεγμένους κοτζαμπάσηδες
(μουχτάρηδες). Το 1840 ο διαχωρισμός σε βακούφια και χάσια ανατράπηκε και τα
χωριά του Πηλίου ενοποιήθηκαν διοικητικά και υπεύθυνος για τη διοίκησή τους ήταν
ο εκάστοτε καϊμακάμης του βαλή της Λάρισας, που έμενε στο Κάστρο του Βόλου. Ο
καϊμακάμης φρόντιζε να έχει έναν εκπρόσωπό του στα χωριά που ονομαζόταν
ζαμπίτης και μαζί με τους κατά τόπους κοτζαμπάσηδες των πηλιορείτικων χωριών
ασκούσε δικαστική και αστυνομική εξουσία. Όμως επειδή η απονομή της
δικαιοσύνης με το νέο αυτό τρόπο γινόταν αυθαίρετα και μετά από διαμαρτυρίες των
κατοίκων, με νέο νόμο η οθωμανική αρχή αποφάσισε το 1854 να εκδικάζει όλες τις
υποθέσεις του Πηλίου στο Κάστρο του Βόλου από τον Οθωμανό καδή. Από το 1867,
που εφαρμόστηκε ο νέος νόμος του 1864, περί αυτοδιοικήσεως, η Θεσσαλία μαζί με
τη Ήπειρο και την Αλβανία αποτελούσαν το βιλαέτι των Ιωαννίνων με διοικητή το
βαλή, που είχε έδρα τα Γιάννινα. Το βιλαέτι αυτό χωριζόταν σε 5 σαντζάκια ή
μουτεσερεφλίκια, διοικούμενα από διορισμένους από το σουλτάνο μουτεσαρίφηδες.
Το ένα απ' αυτά τα σαντζάκια ήταν της Θεσσαλίας και είχε πρωτεύουσα τη Λάρισα.
Το σαντζάκι της Λάρισας (Θεσσαλίας) διαιρέθηκε σε 7 δήμους (καζάδες ή
καϊμακαμλίκια). Αυτά ήταν, κατά το 1867, της Λάρισας, του Βόλου, των
Τρικάλων, της Ελασσόνας, των Φερσάλων, του Αλμυρού και της Καρδίτσας. Οι
κοινότητες αποτελούσαν τους ναχιγιέδες και διοικούνταν από μουδίρες. Το 1880,
όπως μας αναφέρει ο Γεωργιάδης στο βιβλίο του “Θεσσαλία”, υπήρχαν 5 ακόμα
καζάδες: του Δερελί, του Δομοκού, του Τυρνάβου, του Βελεστίνου και της Αγιάς.
Τέλος οι κοινότητες του Πηλίου, αλλά και της Αγιάς για πρώτη φορά, είχαν
θρησκευτική και πολιτική αυτονομία και οι κατά τόπους δημογεροντίες, που
αποτελούνταν ανάλογα με το πληθυσμό των χωριών από 3 έως 12 μέλη, είχε
διοικητικές και φορολογικές αρμοδιότητες. Όμως παρά τους ευνοϊκούς για τα
χριστιανικά έθνη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας νόμους του Χάτι Σερίφ (1839)
και Χάτι Χουμαγιούν (1856), η καταπίεση των κατοίκων και οι καταχρήσεις των
Οθωμανών κρατικών υπαλλήλων, συνεχίζονταν ακόμη. Σ' αυτή την καταπίεση των
Θεσσαλών συνηγορούσε και η θέση του τόπου, δίπλα στα ελληνικά σύνορα, που
οδηγούσε τους Οθωμανούς στις υποψίες για πιθανές επαναστατικές εξεγέρσεις, από
μέρους των υποδούλων. Μετά τις επαναστάσεις του 1854 και του 1866 η θέση των
Ελλήνων στη Θεσσαλία επιδεινώθηκε.
Ο Leake καταγράφει τη διοικητική διαίρεση των Τρικάλων του 1809
“(...) Η λίβα των Τρικάλων (τουρκ. Τίρχαλα), μία από τις υποδιαιρέσεις του εγιαλετιού (επαρχίας)
της Ρούμελης περιλαμβάνει την αρχαία Θεσσαλία με τα γύρω βουνά. Προς τα βόρεια συνορεύει με τη
λίβα της Θεσσαλονίκης και της Αχρίδας και προς τα νότια μ' αυτές της Ναυπάκτου (Enebekht ή
Έπαχτος) και της Εύβοιας (Egripos). Τα τελυταία 22 χρόνια (1787-1809)197, η περιοχή αυτή
κυβερνάται από τον Αλή πασά, ο οποίος πολύ γρήγορα πρόσθεσε σ' αυτήν το πασαλίκι Ιωαννίνων.
Παρά τη μεγάλη αύξηση της δύναμής του από τότε,, επισήμως είναι μόνο ο γενικός διοικητής των
Ιωαννίνων και των Τρικάλων, όπως προκύπτει από την υπογραφή του σε μια επιστολή του την οποίαν
απηύθυνε στο βασιλιά της Αγγλίας. Ο καζάς, δηλαδή το διαμέρισμα, των Τρικάλων διαιρείται σε
οκτώ κόλια198, σύμφωνα με το σύστημα διακυβέρνησης του Αλή πασά, τα οποία περιλαμβάνουν
συνολικώς 180 οικισμούς. Η αστυνόμευση σε κάθε κόλι είναι κάτω από τις διαταγές του καπετάνιου
των αρματολών. Τα κόλια αυτά είναι τα εξής: 1. Της Πουλιάνας, με την πεδιάδα γύρω από τα
197. Και μέχρι το θάνατο του Αλή και των γιων του (1821).
198. Κόλι είναι η επαρχία ενός καζά, αλλά και υποδιαίρεση του αρματολικίου.

Τρίκαλα. Ανάμεσα στα χωριά του είναι και η Πουλιάνα199. 2. Του Ζάρκου, στο οποίο ανήκουν το
χωριό Ζάρκο με 400 οικογένειες, το Τζιγότι200 με 150 και το Γριζάνο με 60. 3. Του Αρδαμίου, το
οποίο περιλαμβάνει τους Σταγούς, τουρκικά Καλαμπάκ, όνομα που συχνά χρησιμοποιούν και οι
Έλληνες, μολονότι το έχουν δανειστεί, όπως και σε πολλές άλλες περιπτώσεις από τους Τούρκους και
τους Αλβανούς, προσθέτοντας ένα φωνήεν στο τέλος. Το Αρδάμι είναι χωριό που βρίσκεται στα
υψώματα βορείως των Τρικάλων. Η Βοϊβόδα201 και η Σκλάτινα202, λίγα μίλια στα βόρεια της
Βοϊβόδας, σε μια κοιλάδα που εκτείνεται από κει, είναι τα δυο κυριότερα χωριά αυτού του κιόλι. 4.
Του Κλινοβού, το οποίο εκτείνεται μέχρι τις πηγές του Αχελώου, στην Κρανιά και το Χαλίκι, και
περιλαμβάνει τον Κλινοβό203, την Καστανιά και τη Βεντίστα204, στις θέσεις όπου περιέγραψα πιο πριν
τους παραποτάμους του Πηνειού. Τα πέντα αυτά χωριά έχουν από 20-300, περίπου, κατοίκους το καθ'
ένα. Το κόλι του Κλινοβού συνορεύει με το διαμέρισμα του Μαλακασίου του καζά των Ιωαννίνων. 5.
Της Πόρτας, στο οποίο ανήκουν τα χωριά: Γαρδίκι του Ασπροποτάμου, στα όρια με την περιοχή των
Τζουμέρκων του Καζά της Άρτας, η Δέση, στα ανατολικά του Γαρδικίου, η Πύρρα, ανατολικότερα,
πάνω σε ελατόδασο των Ασπροποταμίτικων βουνών, η Τύρνα205, ανάμεσα στην Πύρρα και την κάτω
Πόρτα206. Τα χωριά αυτά έχουν 80-150 οικογένειες. Ο Κλινοβός και η Πόρτα αποτελούν την περιοχή
που ονομάζεται Ασπροπόταμος. 6. Των Ριζών, το οποίο ονομάζεται έτσι επειδή απλώνεται στους
πρόποδες του Κόζιακα και περιλαμβάνει τα χωριά, Λεπενίτζα207 και Μεγάρχη. 7. Της ΚράτζοβαςΚράτζιοβας. Στο κόλι αυτό είναι το χωριό Μερίτζα, που προανέφερα και λίγο ψηλότερα το ποτάμι
Μπόζοβο208, κοντά στο οποίο υπάρχουν αρχαία ερείπια. Δυο ώρες στα ανατολικά της Μερίτσας
(Οξύνειας) και στα μισά του δρόμου Καλαμπάκα- Γρεβενά, σε απόσταση 5 ώρες από την κάθε πόλη
βρίσκεται το Βελεμίστι209. Εδώ συναντιέται ο δρόμος από τα Τρίκαλα προς τα Γρεβενά, ο οποίος
ανεβαίνει την κοιλάδα της Βοϊβόδας, με τον δρόμο που οδηγεί από την Καλαμπάκα στα Γρεβενά. 8.
Των Χασιών. Στο κόλι αυτό περιλαμβάνονται τώρα μόνο έξι μικρά χωριά. Η Ντισικάτα 210, με 300
σπίτια, στα όρια των μακεδονικών πεδιάδων, πέντε ώρες από τα Γρεβενά και τα Χάσια, και 10 από τα
Τρίκαλα, ανήκε κάποτε στα Χάσια αλλά τώρα πληρώνει τους φόρους στο Ζητούνι (Λαμία). Η
Ζημιάτζα211, η οποία επίσης βρίσκεται στη βόρεια πλευρά των Χασίων, στο ίδιο μέρος με την
Ντισικάτα, με τον ίδιο τρόπο (φορολογικώς), ανήκει τώρα στη Λάρισα. Τα Χάσια, τα οποία όπως και
ο Ασπροπόταμος, είναι παλιά ελληνική γεωγραφική διαίρεση, περιελάμβαναν παλιότερα (αυτό ισχύει
ακόμα στην καθομιλουμένη) όλη την πορεινή περιοχή που εκτείνεται από τις πεδιάδες των Τρικάλων
μέχρι τη Λάρισα, το Δεμενίκο (Δομένικο), τα Σέρβια και τα Γρεβενά.”
W. M. Leake, “Ταξίδι
στη Θεσσαλία το 1809”, μτφρ. Γ. Α. Καραϊσκου, Θ. Η. , σσ. 35-7.

Η θέση των Ελλήνων της πεδινής Θεσσαλίας – Το “μπαξίσι”: Σε γενικές
γραμμές, παρ' όλο που η δουλοπαροικία είχε καταργηθεί, οι τσιφλικάδες φέρονταν με
τον ίδιο άσχημο τρόπο στους απλούς χριστιανούς κολίγους, με μοναδικές εξαιρέσεις
δυο-τριών προοδευτικών μπέηδων οι οποίοι προσπαθούσαν να ανακουφίσουν το
φτωχό αγροτικό πληθυσμό. Οι προσπάθειες για να αποφεύγεται οι δωροδοκία των
διαφόρων Οθωμανών διοικητικών υπαλλήλων, εντάθηκαν. Μάλιστα όλοι αυτοί οι
κατά τόπους υπάλληλοι της Θεσσαλίας συγκεντρώνονταν στα Τρίκαλα, όπου
υπέγραφαν ένορκη δήλωση ότι θα παραιτούνταν από τα διάφορα μπαξίσια, που
199.
200.
201.
202.
203.
204.
205.
206.
207.
208.
209.
210.
211.

Σήμερα η Μικρή Πουλιάνα ονομάζεται Μουριά και η Μεγάλη Πουλιάνα Πηγή.
Ή Τσιότι. Σήμερα Μ. Τσιότι είναι η Φαρκαδών και Μικρό Τσιότι η Παναγίτσα.
Βασιλική Τρικάλων.
Ρίζωμα Καλαμπάκας σήμερα.
Κλεινός Καλαμπάκας.
Αμάραντος.
Ελάτη Τρικάλων.
Πρέπει να εννοεί την Πύλη. Ίσως Πάνω Πόρτα να ήταν το Δούσικο.
Πιαλεία Τρικάλων.
Μπόζοβο είναι το χωριό Πριόνια Γρεβενών. Ίσως ο Leake να εννοεί κάποιο ρέμα της περιοχής αυτής.
Αγιόφυλλο.
Ντισικάτα ή Ντισκάτη είανι η Δεσκάτη.
Παλιουριά Γρεβενών.

είχαν συνηθίσει τις προηγούμενες περιόδους. Όμως στην πράξη το μπαξίσι ουδέποτε
καταργήθηκε στην πράξη, το αντίθετο ήταν μια πραγματική μάστιγα για τους
χριστιανούς αλλά και τους μουσουλμάνους στη Θεσσαλία. Το 1861 ο Χουσνί πασάς,
βαλής της Λάρισας, κάλεσε στην έδρα του αντιπροσώπους από όλα τα πεδινά χωριά
της δικαιοδοσίας του και τους ανακοίνωσε την κατάργηση της δουλοπαροικίας με
βάση το φιρμάνι του σουλτάνου Αβδούλ Αζίζ. Οι κολίγοι θα μπορούσαν πλέον να
μετακινηθούν όπου ήθελαν και να εγκαταλείπουν τους τυραννικούς αγάδες και τους
επιστάτες τους. Αμέσως μετά από αυτό το γεγονός άρχισαν ορισμένοι Έλληνες να
αγοράζουν μικρά κτήματα κυρίως από εκποιούμενες κρατικές γαίες (imlak). Όμως η
κατάσταση αυτή δεν κράτησε για πολύ. Αμέσως μετά το ξέσπασμα της επανάστασης
του 1866 και την εξέγερση στην Κρήτη, οι Οθωμανοί της Θεσσαλίας άρχισαν και
πάλι να δείχνουν το αληθινό τους πρόσωπο. Μάλιστα οι βιαιοπραγίες και οι
καταχρήσεις κατά του χριστιανικού πληθυσμού εντάθηκαν με αποτέλεσμα πολλές
φορές να διαμαρτύρονται και οι πρόξενοι του Βόλο και της Λάρισα. Λίγα χρόνια
αργότερα, το 1879, και εν όψει της ενσωμάτωσης της Θεσσαλίας στο ελληνικό
κράτος, ο νέος διοικητής της Λάρισας, Χαλήμ πασάς, απαίτησε να στείλουν όλοι οι
χριστιανοί των θεσσαλικών καζάδων αντιπροσώπους στη Λάρισα, οι οποίοι μαζί με
τους μουσουλμάνους θα πρότειναν διάφορα σημεία για να γίνουν περισσότερες και
ευνοϊκότερες για τους Έλληνες μεταρρυθμίσεις. Αλλά αυτό γινόταν εκ του πονηρού,
διότι πραγματικός σκοπός των Τούρκων ήταν, με αφορμή τη συζήτηση με τους
χριστιανούς της Θεσσαλίας, να φανεί ότι οι Θεσσαλοί συμμετείχαν στη συζήτηση και
αναγνώριζαν άρα τις καλές προθέσεις της οθωμανικής διοίκησης. Έτσι,τό γεγονός
αυτό σκέφτονταν οι Οθωμανοί να το χρησιμοποιήσουν ως επιχείρημα στο συνέδριο
του Βερολίνου, με σκοπό να εμποδίσουν την παραχώρηση της Θεσσαλίας στην
Ελλάδα.

Β΄ Η φορολόγηση των Θεσσαλών
Οι Οθωμανοί, για να ελέγξουν και να διοικήσουν αποτελεσματικά τους υπηκόους
του κράτους τους, ανέπτυξαν ένα σύστημα καταγραφής των οικονομικών
δραστηριοτήτων των υποδούλων, βασιζόμενο στα δημογραφικά στοιχεία κάθε
επαρχίας της αχανούς αυτοκρατορίας τους. Έτσι η φορολόγηση των υποδούλων
αποτέλεσε ένα πολύτιμο στοιχείο για τα οικονομικά της Πύλης. Τα νοικοκυριά
(hane) αποτελούσαν τη στοιχειώδη μονάδα, στη βάση της οποίας ορίζονταν οι
οικονομικές σχέσεις των υπηκόων, άρα και η φορολόγηση από την κεντρική εξουσία.
Οι υποχρεώσεις των ραγιάδων ήταν γραμμένες στα φορολογικά κατάστιχα (tahrir
defteri), στα οποία αναγράφονταν το ποσό των φόρων που αναλογούσε στους
κατοίκους κάθε επαρχίας. Αυτά τα τεφτέρια παρέχουν πληροφορίες για τα είδη των
καλλιεργειών, την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας, τις άλλες ασχολίες των κατοίκων,
τους φοροεισπράχτορες, κ.α. Ο πιο γνωστός φόρος που αναγκάζονταν να πληρώνουν
οι κάτοικοι, ήταν ο κεφαλικός φόρος ή χαράτσι212 (harac). Αυτός ο φόρος, που
προβλεπόταν από νόμους του Ισλάμ, είχε την έννοια της εξαγοράς από τους
212. Η λέξη αυτή, συνηθισμένη και στην εποχή μας, έχει καταλήξει να σημαίνει το δυσβάσταχτο οικονομικό βάρος
(άχθος) μιας σκληρής φορολογικής πολιτικής.

Οθωμανούς της θρησκευτικής ταυτότητας και της ελεύθερης λατρείας των
χριστιανών της αυτοκρατορίας. Έτσι με τον κεφαλικό φόρο το κράτος ήταν
“υποχρεωμένο” να ... προστατεύει τους Χριστιανούς υπηκόους του. Το ύψος του
φόρου ήταν ανάλογο του αριθμού των μελών της κάθε οικογένειας. Οι γυναίκες, οι
χήρες, οι ανάπηροι και κάποια μοναστήρια εξαιρούνταν από τον φόρο αυτό.
Απαλλαγή του κεφαλικού φόρου είχαν και οι αρματολοί (Ολύμπου, Χασίων, Πίνδου)
καθώς και οι δερβεν-αγάδες, οι φύλακες δηλαδή των ορεινών περασμάτων, που ήταν
συνήθως Βλάχοι213. Οι ραγιάδες όμως είχαν να αντιμετωπίσουν και άλλους φόρους,
κυρίως τοπικούς, που τους επέβαλλαν οι κατά τόπους εκπρόσωποι του σουλτάνου.
Έτσι υπήρχε ο φόρος των δερβενίων, των περασμάτων δηλαδή, και των γεφυρών
(κάτι σαν τα διόδια) τον οποίων πλήρωναν όσοι περνούσαν, κυρίως πραματευτάδες ή
κυρατζήδες, από τα περάσματα των ορεινών περιοχών. Για παράδειγμα στις εισόδους
προς τη Μακεδονία (Τέμπη, Πέτρα, Βολούσταινα ή Σαραντάπορο, κ.α.) και τη
Στερεά ή την Ήπειρο. Φόρο επίσης πλήρωναν οι μικροπωλητές στα πανηγύρια, όλοι
οι κάτοικοι για τις ταχυδρομικές υπηρεσίες, για την οργάνωση του στρατού και για
διάφορες κρατικές υπηρεσίες214. Αυτοί όμως οι τελευταίοι φόροι βάρυναν εξ ίσου
Μουσουλμάνους και Χριστιανούς κατοίκους και πληρώνονταν είτε σε χρήμα είτε σε
είδος είτε με προσωπική εργασία (αγγαρεία). Μετά τους πρώτους δύο αιώνες της
Τουρκοκρατίας, μεγάλες ομάδες κρατικών προσόδων (φόρων) επενοικιάζονταν από
την κεντρική οθωμανική διοίκηση σε ιδιώτες215, οι οποίοι, πολλές φορές, φέρονταν
άδικα στους ραγιάδες για να κερδίσουν περισσότερα, προς ίδιον φυσικά όφελος.
Αρκετές φορές οι Χριστιανοί φορολογούμενοι έφταναν ως την Πόλη για να
παραπονεθούν για αδικίες αυτών των φοροενοικιαστών (δες το παράδειγμα των
Αγίων Σταματίου και Αποστόλου από το Πήλιο στο κεφάλαιο του παρόντος βιβλίου
“Λειμωνάριο των Αγίων της Θεσσαλίας”), βρίσκοντας όμως σπάνια το δίκιο τους.
Μάλιστα από το 18ο αιώνα και μετά η κεντρική εξουσία έπαψε να ελέγχει, έστω και
στοιχειωδώς, τέτοιες περιπτώσεις αδικιών με αποτέλεσμα οι καρπωτές των φόρων να
γίνονται διαρκώς όλο και πιο ισχυροί, ιδιαίτερα μάλιστα σε πλούσιες επαρχίες, όπως
στη Θεσσαλία. Τους δύο τελευταίους αιώνες της Τουρκοκρατίας η γραφειοκρατικοί
μηχανισμοί του σουλτάνου επέβαλαν νέους φόρους κυρίως στις αγροτικές περιοχές.
Αυτά τα νέα φορολογικά μέτρα έφεραν δυσάρεστες αλλαγές στη ζωή των κατοίκων
οδηγώντας τους στην εξαθλίωση και τη φτώχεια. Το παράδειγμα της Θεσσαλίας είναι
χαρακτηριστικό, κυρίως κατά την περίοδο της παντοκρατορίας του Αλή πασά και
των γιων του (1790-1820). Σιγά – σιγά οι περισσότερες εκτάσεις έπεφταν στα χέρια
τοπικών αξιωματούχων και οι Χριστιανοί μικροϊδιοκτήτες γης μετατρέπονταν σε
κολίγους, χωρίς δικαιώματα στην παλιά τους περιουσία, έχοντας μόνο μικρά μερίδια
από την αγροτική παραγωγή , ως “αμοιβή” για τη σκληρή τους εργασία. Αυτή η
κατάσταση δεν άγγιξε τις ορεινές θεσσαλικές περιοχές που δεν είχαν άμεση σχέση με
την αγροτική γη, μιας και οι κύριες ασχολίες των κατοίκων τους ήταν η βιοτεχνία, το
εμπόριο και η κτηνοτροφία. Η φορολόγηση των κατοίκων των αστικών κέντρων
ήταν διαφορετική. Δεν πλήρωναν τη “δεκάτη”, δηλαδή την παραχώρηση μέρους της
213. Οι Βλάχοι, ως λαός, ήταν εξασκημένοι σ' αυτή την εργασία, της οροφυλακής, από την περίοδο της Ρωμαϊκής
κατάκτησης. Δες σχετ. Κ. Α. Οικονόμου, Η Λάρισα και η θεσσαλική Ιστορία, Γ΄ τόμος.
214. www.ime.gr/chronos/11/pct/gr/oikonomia/foros/thesmoi/ektaktoi.html.
215. Όπως ακριβώς έκανε η κεντρική ρωμαϊκή διοίκηση με τη φορολόγηση των επαρχιών με τους λεγόμενους
τελώνες (δες Καινή Διαθήκη).

παραγωγής στους στους τσιφλικάδες, αλλά βαρύνονταν με άλλες μορφές
φορολόγησης ανάλογα με την εργασία τους ανά συνάφι (εσνάφι216). Ακόμα
πλήρωναν φόρους για την κατασκευή δημοσίων έργων, για πολεμικούς σκοπούς, κ.α.
Όταν κάποιος εγκατέλειπε την αγροτική γη του και εγκαθίστατο στην πόλη πλήρωνε
πρόστιμο. Ας δούμε το παράδειγμα της φορολόγησης κάποιων θεσσαλικών πόλεων
στις αρχές του 16ου αιώνα. Στην Καρδίτσα για παράδειγμα το 16ο αιώνα δεν
πληρώνονταν η “δεκάτη” των δημητριακών, αλλά η φορολόγηση ήταν ανάλογη των
κτημάτων που είχε, και των προϊόντων που παρήγαγε η κάθε οικογένεια. Ολόκληρος
ο οικισμός πλήρωνε το 1506 23 άσπρα για κάθε οικογένεια, το σύνολο 823 άσπρα217.
Η Καρδίτσα πλήρωνε 100 άσπρα για τα κηπευτικά και τ΄ αμπέλια, 30 για τα
μελίσσια, 50 για τα πρόβατα, 10 για τους χοίρους, 50 για το φόρο γάμων (!), 249 για
τον τιμαριούχο της περιοχής (τσιφλικά), 25 για κάθε οικογένεια, 6 για κάθε
οικογένεια που είχε αρχηγό γυναίκα (χήρα) και 334 άσπρα για την αγγαρεία (που
άλλως θα την έκαναν χειρωνακτικά). Στα Τρίκαλα, που πλήρωναν τη “δεκάτη”,
φορολογούνταν και με ένα επιπλέον ποσό της τάξης του τρία τοις εκατό (salariye)
για τα δημητριακά που παρήγαγαν οι κάτοικοι218. Στους τοπικούς κανονισμούς
φορολόγησης (kanun-names), αναφέρονται και τα μέτρα βάρους των Οθωμανών. Η
βασική μονάδα μέτρησης του βάρους, βάσει του οποίου φορολογούνταν οι κάτοικοι
ήταν το κοιλό των Τρικάλων που ισοδυναμούσε με 64,14 σημερινά κιλά, σε
αντίθεση με το κοιλό της Κων/λης που ζύγιζε 25,656 κιλά. Ο φόρος που πλήρωσαν
οι κάτοικοι των Τρικάλων το 1506 ήταν 60 κοιλά σιτάρι, 50 κοιλά κεχρί, 10 κοιλά
όσπρια, 60 κοιλά κριθάρι, 8 κοιλά σίκαλη και 14 κοιλά βρώμη, μια ποσότητα που με
τα σημερινά δεδομένα είναι συνολικά πάνω από δύο τόνους. Το σύστημα των
τιμαρίων ή τσιφλικιών ήταν μια μακρά παράδοση στο Οθωμανικό κράτος. Οι πρώτοι
Τούρκοι οι Τουρκομάνοι έποικοι της Θεσσαλίας είχαν αποτελέσει στρατιώτες του
Τουρχάν μπέη και εν συνεχεία πήραν ως αμοιβή αγροτικά μερίδια γης στην
Ανατολική κυρίως πεδινή Θεσσαλία. Οι νέοι ιδιοκτήτες γης μαζί με τους παλαιούς
κτηματίες, που είχαν εν τω μεταξύ οι περισσότεροι εκούσια εξισλαμισθεί απετέλεσαν
τη νέα άρχουσα τάξη στην περιοχή. Οι απλοί χωρικοί έγιναν εργάτες γης στα νέα
αφεντικά τους και δεν είχαν δικαίωμα να απομακρυνθούν από τον τόπο εργασίας
τους. Αν παρ' όλα αυτά αποχωρούσαν, είτε για τα ορεινά είτα για άλλη περιοχή, τότε
οι ίδιοι πλήρωναν υψηλά πρόστιμα και τα οικονομικά βάρη του αγρότη που έφευγε
έπρεπε να τα επωμισθούν οι συγχωριανοί του. Η φορολόγηση των κολίγων γινόταν
από τους ίδιους τους τιμαριώτες (τσιφλικάδες). Όταν άρχισε η παρακμή του
οθωμανικού κράτους, από τα μέσα του 17ου αιώνα, ξεκίνησε η ενίσχυση της
δύναμης των τοπικών αρχόντων, που κατέληξαν να είναι ιδιοκτήτες και κληρονόμοι
μεγάλων αγροτικών εκτάσεων, των τσιφλικιών, με αρνητικές συνέπειες για τους
χωρικούς. Οι μεγαλοϊδιοκτήτες γης ασκούσαν καταπιεστική εξουσία στους χωρικούς,
από τους οποίους απαιτούσαν όλο και περισσότερες αγγαρείες και όλο και
περισσότερες εισφορές. Αυτό, όπως είναι φυσικό, οδήγησε τους αγροτικούς
πληθυσμούς της υπαίθρου (π.χ. τους Καραγκούνηδες) σε πλήρη εξαθλίωση. Πολλοί
216. Τα εσνάφια ήταν οι επαγγελμάτικές οργανώσεις των υποδούλων. Στη Λάρισα για παράδειγμα υπήρχαν τα
εσνάφια των σχοινάδων, των πεταλωτήδων, των γανωματήδων, των εμπόρων υφασμάτων, κ.α.
217. Machiel Kiel, μτφρ. Αλ. Γαλανούλης, “Η εμφάνιση και η πρώιμη Ιστορία της Καρδίτσας σύμφωνα με οθωμ
πηγές”, Θ. Η. 53 (Λάρισα 2008), σ.68. (Βασισμένο σε οθωμ. κατάστιχα φορολόγησης των ετών1455, 1506.
218. Machiel Kiel, μτφρ. Αλ. Γαλανούλης, , ό. π., σ.71.

απ' αυτούς, αναγκαστικά, ψάχνοντας για καλύτερες συνθήκες ζωής, άρχισαν να
συγκεντρώνονται στις περιφέρειες των αστικών θεσσαλικών κέντρων.
Η φορολόγηση στη Θεσσαλία τον 19ο αιώνα: Με τις μεταρρυθμίσεις του Χάτι
Σερίφ(1839), προστέθηκε ένας νέος φόρος στη Θεσσαλία, ο τεμετού βεργκιού ή
φόρος επιτηδεύματος. Αυτό αφορούσε στην περιουσία και τις εμπορικές συναλλαγές
οποιουδήποτε εμπόρου που διέμενε για ένα τουλάχιστον εξάμηνο σε κάποια
κοινότητα της Θεσσαλίας. Αυτό κυμαινόταν κατά τόπους από 10 ως 25 τοις εκατό.
Παραθέτουμε εδώ έναν χρήσιμο πίνακα που δείχνει τους ετήσιους φόρους που
πλήρωνε η Θεσσαλία στην κεντρική κυβέρνηση την περίοδο 1840-1854.
Δεκάτη

Λίρες
46000 Τουρκ.

Προβατοδέκατο

34000 ''

Κεφαλίατικο

45000 ''

Δάμκας

(για
τα
προϊόντα πανηγυριών)

18000

''

Ταμπάκου τέλος

2000 ''

Αλυκών τέλος

5000 ''

Φωτιάτικος Χριστ. Εβρ.

49800

''

Φωτιάτικα
Οθωμανών

2900

Τέλος αβδελλών (;)

1500 ''

''

Τέλη Νομείων

10300 ''

Καπνοτελωνείον

5000 ''

Μεταξιάτικα

5000 ''

Γενικό
φόρου

σύνολο 22450 ''
0

Πηγή: Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης, “Προμηθεύς” περιοδικό, εκδ. 1891, σ. 279.

Με τον άλλον προοδευτικό νόμο των Οθωμανών (Χάτι Χουμαγιούν-1856), οι
χριστιανοί αποκτούσαν το δικαίωμα στρατεύσεως στον οθωμανικό στρατό και κατά
συνέπεια απαλλάσσονταν από τον κεφαλικό φόρο (κεφαλιάτικα). Όμως, επειδή η
ανάγκη για έσοδα ήταν επιτακτική, ο καταργημένος φόρος αντικαταστάθηκε με τον
στρατιωτικό φόρο ή “bedel – i – askari”. Αξίζει να αναφέρουμε ότι μεγάλη
αναστάτωση προκλήθηκε μεταξύ των καλλιεργητών καπνού της Θεσσαλίας το 1860
και το 1862, λόγω της υπέρμετρης αύξησης της φορολόγησης αυτού του αγροτικού
προϊόντος που είχε βαρύνουσα σημασία για την τοπική οικονομία στα Φάρσαλα, την
Καρδίτσα, την Ελασσόνα, το Μικρό και το Μεγάλο Κεσερλί και αλλού. Ο Έλληνας
πρόξενος της Λάρισας την εποχή εκείνη αναφέρει πως, ενώ η εμπορική αξία του
θεσσαλικού καπνού ήταν 5-15 γρόσια η οκά, η αύξηση του φόρου ορίστηκε σε 10
λεπτά ανά οκά, χωρίς να αυξηθεί αντίστοιχα η φορολογία στον εισαγόμενο καπνό, με
αποτέλεσμα να κερδίζουν οι έμποροι και οι εισαγωγείς εις βάρος των τοπικών
κοινωνιών που ήταν καλλιεργητές. Έτσι πολλές αγροτικές οικογένειες
μικροϊδιοκτητών αναγκάζονταν να αλλάζουν καλλιέργειες, κυρίως την τελευταία

δεκαετία πριν την ενσωμάτωση στην
Ελλάδα, δημιουργώντας οικονομικά
ανοίγματα, τα οποία προσπαθούσαν να καλύψουν με δάνεια τα οποία παίρναν από
πλούσιους Οθωμανούς ή και Εβραίους, συχνά όμως με τοκογλυφικά επιτόκια.
Μέτρα και σταθμά κατά την Οθωμανική περίοδο στη Θεσσαλία
α΄ Βάρους
ένα καρακοιλό219=144 οκάδες ή 2 μόδια ή 8 λιτσέκια ή 16 βιδούρες.
ένα μόδι=72 οκάδες ή 4 λιτσέκια ή 8 βιδούρες
ένα λιτσέκι=18 οκάδες ή 2 βιδούρες
μία βιδούρα=9 οκάδες
μία οκά (1,280 κιλά)=400 δράμια

β΄ Μήκους

1 endizia (ή 1 πήχυς, δηλ. 0,64 μ.) έχει 8 ρούπια
1 ρούπι (0,08μ.)
γ΄ Νόμισμα
1 πουγκί=500 γρόσια

Γ΄ Φορολογικά προνόμια
Σε ορισμένα χωριά, από τον πρώτο αιώνα της Τουρκοκρατίας, δόθηκαν κάποια
προνόμια που αφορούσαν σε απαλλαγές από κάποια είδη φόρων ή σε μείωση
κάποιων άλλων. Τα προνόμια αυτά δίνονταν σε κατοίκους χωριών που πρόσφεραν
ειδικές υπηρεσίες στο Οθωμανικό κράτος, όπως σε οικισμούς μεταλλωρύχων
(Μαντεμοχώρια), χωριά φυλάκων των ορεινών περιοχών (αρματολίκια, όπως στα
Άγραφα με τη συνθήκη του Ταμασίου (10/5/1525), την περιοχή του Ολύμπου, κ.α.).
Τα προνόμια αυτά βοήθησαν τους κατοίκους των ευνοημένων περιοχών να
αναπτύξουν το εμπόριο, την εκπαίδευση και γενικά να διαφοροποιηθούν από τους
υπόλοιπους ραγιάδες220, συμβάλλοντας τους επόμενους αιώνες στη δημιουργία της
“μαγιάς” που θα ανοίξει το δρόμο στους αγώνες της εθνεγερσίας, όπως για
παράδειγμα οι αρματολοί ή οι κάτοικοι των προνομιούχων νησιών. Πολλές φορές τα
προνόμια αφορούσαν σε ορθόδοξες Ι. Μονές που κατάφερναν να αποσπάσουν
διπλώματα (μπεράτια221) που πιστοποιούσαν αυτά τα προνόμια κι έτσι
εξασφαλίζονταν από διάφορες οικονομικές επιβαρύνσεις. Έτσι και οι εκτάσεις που
κληροδοτούσαν διάφοροι πιστοί στις Ι. Μονές απολάμβαναν ειδική προνομιακή
μεταχείριση.

Κεφάλαιο 14ο Ο πληθυσμός της Θεσσαλίας
Α΄ Γενικά πληθυσμιακά στοιχεία του 19ου αιώνα
Ο Αμπελακιώτης Ιωάννης Λεονάρδος υπολόγισε στα 1836 τον θεσσαλικό
πληθυσμό στους 300.000 κατοίκους. Ο πληθυσμός των αστικών κέντρων
υπολογιζόταν από τον ίδιο συγγραφέα ως εξής: Λάρισα 20.000 κατ., Τρίκαλα
12.000, Τύρναβος 3.500, Φάρσαλα 4.000 και Αμπελάκια 3.000 κάτοικοι. Το 1850 ο
219. το κοιλό των Τρικάλων όμως ισοδυναμούσε με 64,14 σημερινά κιλά , σε αντίθεση με το
κοιλό της Κων/λης που ζύγιζε 25,656 κιλά ή 20 οκάδες.
220. www.ime.gr/chronos/11/pct/gr/oikonomia/foros/thesmoi/
221. Berat = διπλωμα, το οποίο πιστοποιούσε την απονομή ενός προνομίου. Έφερε την αυτοκρατορική υπογραφή
(tughra).

Γάλλος πρόξενος της Θεσσαλονίκης, Grasset222, ανεβάζει το θεσσαλικό πληθυσμό
στους 350-400 χιλιάδες κατοίκους. Ακόμα σε έκθεση του ιδίου αναφέρεται ότι από
τους κατοίκους της Θεσσαλίας οι Οθωμανοί ήταν 70.000, ενώ χωρίζει τα 864
θεσσαλικά χωριά σε τσιφλίκια (517) και σε κεφαλοχώρια (347). Ο Π. Αραβαντινός
δίνει για το 1852 πληθυσμό 283.000 χριστιανών, 42.000 μουσουλμάνων και 6.000
εβραίων. Την 26η/3/1854 η γαλλική εφημερίδα Moniteur Universal, δίνει
πληθυσμιακά στοιχεία και για άλλες θεσσαλικές πόλεις, όπως την Ελασσόνα (2.000
κατ.), τον Άνω Βόλο (3.000), την Τσαριτσάνη (5.000), τη Ραψάνη (3.500), τη
Ζαγορά (2.500). Η πρώτη επίσημη μεν, άτυπη δε αναφορά, από μέρους της
ελληνικής κυβερνήσεως, για τον πληθυσμό της Θεσσαλίας έγινε από τους Έλληνες
προξένους το 1876. Σύμφωνα με τα στοιχεία της αναφοράς αυτής οι Έλληνες της
Θεσσαλίας ήταν 311.850, οι Οθωμανοί 38.370 και οι Ιουδαίοι 3.650. Στην ίδια
αναφορά γίνεται ειδική μνεία σε 30.000 ακόμα “βλαχοποιμένες”, που κατοικούσαν
προσωρινά στη Θεσσαλία. Με τη λέξη βλαχοποιμένες εννοούνταν οι Βλάχοι και οι
Σαρακατσάνοι νομάδες, για τους οποίους κάνουμε αναφορά πιο κάτω σε αντίστοιχες
ενότητες. Το 1880 το ειδικό επιτελείο του υπουργείου στρατιωτικών σε ειδικό πίνακά
του223 καταγράφει τα εξής πληθυσμιακά στοιχεία:
Επαρχίες

Χριστιανοί Μουσουλμάνοι Σύνολο

Αλμυρού

7240

1731

8971

Βόλου και Αγιάς

71985

2675

74660

Βελεστίνου και Τυρνάβου

26580

16445

43025

118875

8435

127310

60021

10106

70127

284701

39392

324093

Τρικάλων, Ελασσόνας και Δερελί
Καρδίτζης, Φαρσάλων και Δομοκού
Γενικό σύνολο

Στο συνολικό αυτό αριθμό των κατοίκων πρέπει να προσθέσουμε και 4.000 περίπου
Ιουδαίους που κατοικούσαν στη Λάρισα (3.000), το Βόλο (650), τα Τρίκαλα (400)
και λίγοι ακόμα αλλού. Οι πιο πυκνοκατοικημένες πεδινές περιοχές ήταν αυτές της
δυτικής Θεσσαλίας, διότι στις αντίστοιχες της ανατολικής υπήρξαν συχνά επιδημίες
και το κλίμα, λόγω των ελών ήταν νοσηρό. Οι Έλληνες ήταν αποκλειστικοί κάτοικοι
στα ορεινά, ενώ πλειοψηφούσαν στους συντριπτικά περισσότερους πεδινούς
οικισμούς (πλην Λάρισας, Ελασσόνας, Φαρσάλων και Βελεστίνου).
Β΄ Μετακινήσεις πληθυσμών του
θεσσαλικού χώρου στα αστικά κέντρα της Θεσσαλίας κι αλλού
Οι σπουδαιότερες περιοχές που τροφοδότησαν την περίοδο της Τουρκοκρατίας τα
αστικά κέντρα της Θεσσαλίας ήταν τα Άγραφα, ο Ασπροπόταμος και ο Κάτω
Όλυμπος. Έτσι το μεγαλύτερο τμήμα των χριστιανών κατοίκων του 17ου και 18ου
αιώνα στη Λάρισα, όπως αναφέραμε και σε προηγούμενη ενότητα, ήταν Αγραφιώτες,
Χασιώτες, ονομασίες που είναι συχνές ως επίθετα πολλών Θεσσαλών ακόμα και
σήμερα, και Ραψανιώτες. Πολλοί βλάχοι του Ασπροποτάμου την ίδια χρονική
222. Ι. τ. Ε. Ε., τόμος ΙΑ΄, σ.396.
223. Ι. τ. Ε. Ε., τόμος ΙΑ΄, σ.396.

περίοδο εγκαταστάθηκαν στα προάστια της Θεσσαλονίκης, κυρίως στην περιοχή του
Ασβεστοχωρίου. Άλλοι κάτοικοι των Αγράφων εγκαταστάθηκαν στην Προποντίδα
και σε κοντινές σ' αυτήν πόλεις της Μικράς Ασίας, ακόμα και στην περιοχή
Φιλιππούπολης της Βουλγαρίας (Plodiv). Oι ξενιτεμένοι Αγραφιώτες δεν ξέχασαν
ποτέ τις ιδιαίτερές τους πατρίδες. Έτσι με χρήματά τους κτίστηκαν κατά τον 17ο και
18ο αιώνα πλούσια αρχοντικά και πανέμορφες εκκλησίες στα χωριά της Πίνδου.
Σύμφωνα με ορισμένες πηγές Αγραφιώτες εγκαταστάθηκαν και στη Σάμο ιδρύοντας
το χωριό Καστανιά.
Από την περιοχή της Βορείου Ηπείρου, επίσης, ξεκινούσαν φτωχοί εργάτες σε
αναζήτηση εργασίας στην περιοχή της Θεσσαλίας. Άλλοι απ' αυτούς εργάζονταν στα
κτήματα των πλουσίων Οθωμανών μπέηδων της περιοχής ή στις ορεινές περιοχές ως
βοσκοί και αγωγιάτες, ενώ άλλοι καταγίνονταν με οικοδομικές εργασίες, μαστόροι
κυρίως της πέτρας, και άρχισαν να εγκαθίστανται στα πλουσιότερα ορεινά ή
ημιορεινά χωριά του Ολύμπου και του Πηλίου. Πολλοί απ' αυτούς “κληρονομούσαν
και επίθετα δηλωτικά των επαγγελμάτων τους, όπως Μαστρο-Γιάννης, ΜαστροΒαγγέλης, κ. α. μερικοί από τους νέους κατοίκους της Θεσσαλίας και άλλοι
αυτόχθονες φτωχοί κάτοικοι έγιναν κυρατζήδες, δηλαδή αγωγιάτες-έμποροι,
ταξιδεύοντας με τα καραβάνια τους σ' όλη σχεδόν τη Νότιο Βαλκανική. Ακόμα οι
συνεχιζόμενοι και αλλεπάλληλοι πόλεμοι των Οθωμανών με τους Βενετούς
“έσπρωχναν” τους κατοίκους των παράκτιων θεσσαλικών περιοχών και των,
ελάχιστων εναπομεινάντων νησιωτών των Β. Σποράδων προς ορεινά και απρόσιτα
μέρη. Έτσι σιγά, σιγά στις εύφορες πεδινές θεσσαλικές εκτάσεις ο μουσουλμανικός
πληθυσμός αποτελούσε την πλειοψηφία.

Γ΄ Οι επιδημίες
Πολύ συχνά θανατηφόρες επιδημίες, συνήθως πανώλη (πανούκλα) χτυπούσαν την
Οθωμανική Αυτοκρατορία και κατά συνέπεια την Θεσσαλία, η οποία συγχρόνως είχε
να αντιμετωπίσει τις πολύ συχνές ενδημικές ελονοσίες που την μάστιζαν και
οφείλονταν στο κατά τόπους βαλτώδες της, τότε, έδαφος. Η Κωνσταντινούπολη, η
Θεσσαλονίκη, η Αθήνα και η Σμύρνη, αλλά και άλλες μεγάλες πόλεις δέχτηκαν
καταστρεπτικά για τον πληθυσμό τους κύματα πανώλης. Η ασθένεια μεταφέρονταν
είτε με καραβάνια από την Ανατολή είτε με εμπορικά πλοία και τα συνακόλουθα
ποντίκια. Η Λάρισα υπέφερε πολύ συχνά από την πανούκλα, κι αυτό μαρτυρείται

Εικ.

Μελαγχολική όψη της Λάρισας από Δυτικά. Διακρίνεται αριστερά ο Πηνειός και σε πρώτο πλάνο

ατέλειωτη σειρά οθωμανικών μνημάτων. Πίνακας από το βιβλίο του Stackelberg, La Grecce (Παρίσι 1834)

από πολλούς περιηγητές καθώς και από το πλήθος των, πρόχειρων συνήθως, πολλών
νεκροταφείων που ήταν διάσπαρτα γύρω αλλά και μέσα στον ιστό της πόλης. Η
πολιτική σε θέματα υγείας της Οθωμ. Αυτοκρατορίας ήταν μάλλον ανύπαρκτη,
αντίθετα οι γειτονικές της χώρες; αντιμετώπιζαν καλύτερα την απειλή των επιδημιών
με κλείσιμο χερσαίων συνόρων ή άνοιγμα λαζαρέτων224 σε ξερονήσια για τους
ναυτικούς των πλοίων που νοσούσαν. Οι κυριότερες επιδημίες στη Θεσσαλία, κυρίως
πανούκλας, σημειώθηκαν το 1592, το 1611, το 1667-8, το 1688, το 1719 (μεγάλο
θανατικό), το 1742, το 1813, κ. α.

Δ΄ Οι Εβραίοι της Θεσσαλίας
Γενικά: Η παρουσία του εβραϊκού στοιχείου στον ελλαδικό χώρο ανάγεται στον 2ο
αιώνα π. Χ. Σύμφωνα με τον Ιουδαίο ιστορικό Ιώσηπο, τον 1ο π. Χ. αι. βεβαιωμένη
εβραϊκή παρουσία έχουμε στη Σπάρτη, στη Σάμο, στην Κρήτη, στη Ρόδο, στην Κω
και αλλού. Η Καινή Διαθήκη βεβαιώνει με σαφήνεια ότι ο Απόστολος Παύλος, γύρω
στο 50 μ. Χ., δίδαξε στις εβραϊκές συναγωγές των Φιλίππων, της Θεσσαλονίκης225,
της Βέροιας, της Αθήνας226 και της Κορίνθου227.
Στη Θεσσαλία: Από τα προχριστιανικά228 χρόνια είναι βεβαιωμένη, από πλήθος
αρχαιολογικών ευρημάτων, κυρίως επιγραφών, που έχουν έρθει στο φως, η παρουσία
Εβραίων, κυρίως στις Φθιώτιδες Θήβες, τη Λάρισα, κ. α. Οι αρχαιότεροι αυτοί
Εβραίοι της Θεσσαλίας ονομάζονταν Ρωμανιώτες. Πολύ αργότερα, κυρίως κατά το
16ο αιώνα, προστέθηκαν σ' αυτούς και άλλοι Εβραίοι από την Ισπανία, κυνηγημένοι
από τις διώξεις που είχε εξαπολύσει εναντίον τους η βασίλισσα Ισαβέλλα. Οι νέοι
αυτοί Εβραίοι ονομάζονταν Σεφαραδίτες και ομιλούσαν την ισπανική γλώσσα. Οι
Σεφαραδίτες επηρέασαν με τις παραδόσεις τους το “ρωμανικό υπόστρωμα” των
ελλαδικών παροικιών. Τέλος κατά τους τελευταίους δύο αιώνες της Τουρκοκρατίας
έφτασε στην Ελλάδα μια τρίτη ομάδα Εβραίων κυνηγημένων από την Πολωνία και
την Ουγγαρία, βρίσκοντας καταφύγιο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η τελευταία
ομάδα των επήλυδων ονομάστηκε Εσκενάζι. Η θέση των Εβραίων στην Οθωμ.
Αυτοκρατορία ήταν, κατά γενική ομολογία, ένα ¨σκαλί” καλύτερη απ' αυτή των
Χριστιανών. Χαρακτηρίζονταν μάλιστα από την τουρκική διοίκηση “μουσαφίρ
μιλλιέτ”, ενώ οι Χριστιανοί “ραγιά μιλλιέτ”229. Παρ' όλα αυτά οι Εβραίοι
προσπαθούσαν να μην προκαλούν τους Τούρκους με τις γιορτές τους, τη μορφή των
κατοικιών τους, τον πλούτο τους ή τον τρόπο ζωής τους. Οι περισσότεροι περιηγητές
της εποχής περιγράφουν τις εβραϊκές κατοικίες με τα μελανότερα χρώματα. Οι
Εβραίοι της Θεσσαλίας, ως επί το πλείστον, ήταν έμποροι ή αυτοαπασχολούμενοι
τεχνίτες. Πολλοί από τους πρώτους χριστιανούς της Λάρισας είναι πιθανό να ήταν
224Λαζαρέτα ονομάζονταν τα απομονωμένα πρόχειρα καταλύματα (ή σπόρκα) που κτίζονταν σε νησίδες για να
περάσουν από εκεί οι ναυτικοί ύποπτων για ασθένεια πληρωμάτων πλοίων. Εκεί συνήθως έμεναν αποκλεισμένοι
και φυλασσόμενοι (καραντίνα) από μία εβδομάδα ως δέκα μέρες. Δες σχετικά στο διήγημα: Αλέξ. Παπαδιαμάντης,
Βαρδιάνος στα σπόρκα.
225. Πράξεις, ιζ΄15.
226. Πράξεις, ιζ΄16-34.
227. Πράξεις, ιη΄1-17.
228. Κ. Α. Οικονόμου, Η Λάρισα και η θεσσαλική Ιστορία τόμος Β΄, Λάρισα 2007, σελ.
229. Δηλαδή φιλοξενούμενο έθνος και άπιστο έθνος, αντίστοιχα.

απόγονοι Εβραίων που προσηλυτίστηκαν είτε από τον Απ. Παύλο και τους
ακολούθους του είτε από τον Ηρωδίωνα230. Στις αρχές του 16ου αιώνα
εγκαταστάθηκαν στη Λάρισα τόσοι πολλοί Σεφαραδίτες από τη Ισπανία, ώστε σε
σύντομο χρονικό διάστημα τα Ισπανικά να αντικαταστήσουν τα Ελληνικά που
ομιλούνταν ως τότε από τους Ρωμανιώτες. Εντούτοις διατηρήθηκε στην πόλη μια
ρωμανική συναγωγή ανάμεσα στις περισσότερες σεφαραδίτικες. Οι Εβραίοι μάλιστα
του 17ου αιώνα αποκαλούσαν τη Λάρισα “Madre di Israel231”, δηλαδή μητέρα-πόλη
του Ισραήλ. Οι Εβραίοι της Λάρισας ήταν ιδιαίτερα δραστήριοι έμποροι και είχαν
σχέσεις με συναδέλφους τους στο Μοναστήρι, τη Θεσσαλονίκη και το Σεράγεβο. Το
19ο αιώνα οι Εβραίοι ίδρυσαν στη Λάρισα το δικό τους Σχολείο (Alliance Israelite
Universelle) ως παράρτημα του ομότιτλου διεθνούς μορφωτικού σιωνιστικού232
ιδρύματος. Άλλα εβραϊκά Σχολεία στη Λάρισα ήταν το Σχολείο του Ταλμούδ-Τορά
(Talmud Torah), που διδάσκονταν η Πεντάτευχος και η παράδοση των Εβραίων, η
Γιεσιβά του Τσελεμπή Ελιγιά Κοέν και η Γιεσιβά του Αβραάμ Μιζάν233. Η εβραϊκή
παρουσία στα Τρίκαλα είναι εξακριβωμένη για την περίοδο από τις αρχές του 16ου
αιώνα και μετά. Στην κοινότητά τους
πλειοψηφούσαν οι Σεφαραδίτες αλλά η
συναγωγή τους ήταν ρωμανιώτικη. Στο
γειτονικό
Βόλο
διαπιστώνεται
συνεχής
παρουσία του εβραϊκού στοιχείου από τον 12ο
αιώνα. Η κοινότητα του Βόλου δέχτηκε
πολλούς Εβραίους πρόσφυγες από την
Πελοπόννησο, που έφυγαν από εκεί κατά τη
διάρκεια της επανάστασης του 1821. Στο Βόλο
ιδρύθηκε το 1865 το αρχαιότερο Σχολείο
Allliance των Βαλκανίων. Μικρότερες ομάδες
Εβραίων υπήρξαν και σε μικρότερες θεσσαλικές
Εικ. Το εσωτερικό της συναγωγής των Τρικάλων

πόλεις, όπως στον Αλμυρό, τη Βέσαινα, την Καρδίτσα, και αλλού. Κατά την
Τουρκοκρατία υπήρχε μια καχυποψία, που έφτανε στα όρια της αντιπάθειας, κατά
των Εβραίων από Έλληνες ραγιάδες, μερικές φορές εξαιτίας συκοφαντιών, όπως, για
παράδειγμα, ότι οι Εβραίοι θυσιάζουν Χριστιανόπουλα(!), και άλλες δοξασίες
ανάλογης ... ουσίας. Όμως κάποιες φορές, μερικές πράξεις κάποιων Εβραίων, όπως η
προδοσία του Διονυσίου του Φιλοσόφου στα Ιωάννινα ή η ασέβεια από Εβραίους
στο αιματοβαμμένο λείψανο του εθνομάρτυρα πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ στην
Κωνσταντινούπολη234, επέτειναν την αρνητική προδιάθεση των περισσοτέρων
Ελλήνων, εναντίον τους.
230. Κ. Α. Οικονόμου, Η Λάρισα και η Θεσσαλική Ιστορία, τόμος Γ΄, Λάρισα 2008, κεφ. “Οι άγιοι της Θεσσαλίας”.
231. Ν. Σταυρουλάκης, “Οι εβραϊκές κοινότητες”, 7 Ημέρες Καθημερινής, 3/3/1996, σ. 10.
232. Ο Σιωνισμός κατά τον 19ο αιώνα είχε σκοπό τη δημιουργία εβραϊκού κράτους στην Παλαιστίνη και δεν είχε
“ξεστρατίσει” σε άλλους σκοπούς, που θυμίζουν μια ξενοφοβική εβρ. οργάνωση, όπως σήμερα.
233. Θ. Παλιούγκας, ό. π., σ. 470.
234. Σπ. Τρικούπης, Η Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, εκδόσεις Λιβάνη 1993, τ. 1ος, σ. 102.

Ε΄ Οι Αρμένιοι
Εκτός από τα millet των Χριστιανών, των Μουσουλμάνων και των Εβραίων, στην
Οθωμανική αυτοκρατορία υπήρχε και το πολύπαθο αρμενικό. Οι Αρμένιοι, επειδή
ήταν Μονοφυσίτες, ορίστηκε να ανήκουν σε ξεχωριστό millet, που είχε αρχηγό τον
Αρμένιο επίσκοπο στην Προύσα ( ο Horaghim το 1461), και τον εκάστοτε διάδοχό
του. Οι Αρμένιοι κατοικούσαν στην Κωνσταντινούπολη και τα μεγάλα αστικά
κέντρα. Επειδή ζούσαν σε αστικό περιβάλλον απαλλάσσονταν του παιδομαζώματος.
Στο millet τους εντάχθηκαν με απόφαση της Πύλης και οι Προτεστάντες και οι
Καθολικοί της αυτοκρατορίας. Από το τέλος του 18ου αιώνα κι έπειτα πολλοί
Αρμένιοι, κυρίως έμποροι, άρχισαν να εγκαθίστανται και σε θεσσαλικές πόλεις όπως
στα Τρίκαλα και τη Λάρισα. Ο Ιωάννης Λογιώτατος Οικονόμου μας αναφέρει ότι
στα χρόνια του (1817) υπήρχε αρμενικό νεκροταφείο στη Λάρισα: “Έξω από την
πολιτείαν επάνω εις τον δρόμον δια τον Βώλον ... φαίνονται ακόμη εις τα μνήματά των
μάρμαρα με αρμένικα γράμματα235”. Σύμφωνα με άλλες ενδείξεις αυτό το
νεκροταφείο βρισκόταν στη συνοικία Παράσχου της Λάρισας λίγο πιο έξω από τον
οχυρωματικό περίβολο236 και στο δρόμο προς Νεμπιγλέρ (Νίκαια).

Στ΄ Οι Μουσουλμάνοι
Μέχρι το 1520 οι Μουσουλμάνοι αποτελούσαν μειοψηφία εντός των ορίων της
Οθωμ. Αυτοκρατορίας. Μετά από την κατάκτηση της Αιγύπτου και της Αραβίας, η
κατάσταση αυτή ανατράπηκε. Οι πιστοί Μουσουλμάνοι ήταν φυσικό να πλεονεκτούν
έναντι των “απίστων”, γι΄αυτό και στην περιοχή της Θεσσαλίας παρατηρήθηκε ένα
κύμα εκούσιων εξισλαμισμών κυρίως από τους φεουδάρχες (1393-1421). Συγχρόνως
ο μουσουλμανικός πληθυσμός ανανεωνόταν και πληθύνονταν συνεχώς διότι, παρά
τις ασθένειες (ελονοσία, κ.α.) που αποδεκάτισαν τους πρώτους Οθωμανούς εποίκους
στα πεδινά της Θεσσαλίας, διάφορα τουρκικά φύλα (Γιουρούκοι, Τουρκομάνοι,
κάτοικοι του Ικονίου, Τάταροι) εξακολουθούσαν να φτάνουν και τους επόμενους
αιώνες στη Θεσσαλία. Σε κάποιες όχι σπάνιες περιπτώσεις παρατηρήθηκαν και βίαιοι
εξισλαμισμοί. Συνηθισμένο φαινόμενο ήταν το παιδομάζωμα, που εφαρμόζονταν από
τον 14ο αιώνα, αλλά σ' αυτό θα αναφερθούμε πιο κάτω. Οι πιστοί Μουσουλμάνοι
υπάγονταν στο μουσουλμανικό millet, το οποίο είχε επικεφαλής τον αρχηγό των
μουσουλμάνων ιερέων, τον seyh'ul Islam. Στις πόλεις και τους μεγαλύτερους
οικισμούς ανώτερος ερμηνευτής των νόμων ήταν ο μουφτής (νομοδιδάσκαλος) και
ο καδής (δικαστής). Τα περισσότερα τουρκοχώρια ή κονιαροχώρια ήταν
συγκεντρωμένα στους πρόποδες του Ολύμπου και της Όσσας, στα περίχωρα των
Τρικάλων και της Λάρισας, στην Κάρλα, γύρω από τη Ματαράγκα, τα Φάρσαλα, τον
Αλμυρό και το Βελεστίνο. Η γλώσσα που μιλούσαν πολλοί από αυτούς τους
Οθωμανούς της Θεσσαλίας ήταν μια παραφθορά της Ελληνικής. Πολλοί
μουσουλμάνοι στη Θεσσαλία δεν ήταν Τούρκοι αλλά Αιθίοπες ή Άραβες που
χρησιμοποιούνταν από τους Οθωμανούς ως βοηθοί ή και δούλοι από τους πλούσιους
Οθωμανούς. Ακόμα γύρω στο 1854 παρατηρείται μια αθρόα έλευση και
235. Ιωαν. Οικονόμου Λογιώτατος, Ιστορική τοπογραφία της τωρινής Θετταλίας, εισαγ., σχ. Κ. Σπανός, Λάρισα 2005,
σ.201,
236. Θεοδ. Παλιούγκας, ό. π., τ. Β΄, σ.592, σημ. 19.

εγκατάσταση στην περιοχή Κιρκάσιων (Αζέρων, Γεωργιανών, κ.α.) καθώς και λίγων
Τατάρων. Άλλοι από αυτούς τους νέους επήλυδες εγκαταστάθηκαν στο Βόλο, άλλοι
στα χωριά του Δομοκού ή του Βελεστίνου και λίγοι στη Λοξάδα Καρδίτσας. Οι
μουσουλμάνοι όμως που αποτελούσαν μάστιγα για το χριστιανικό πληθυσμό της
Θεσσαλίας ήταν οι Αλβανοί άτακτοι ληστοσυμμορίτες.

Ζ΄ Το παιδομάζωμα
Το παιδομάζωμα άρχισε να εφαρμόζεται πριν την εποχή του Μωάμεθ Β΄ του
Πορθητή και αφορούσε τη στρατολόγηση επιλέκτων τμημάτων μέσα από
χριστιανικούς πληθυσμούς κυρίως πεδινών περιοχών. Τα παιδιά επιλέγονταν από
περιοχές που δεν είχαν εξασφαλίσει προνόμια, άρα όχι από τα ορεινά της Θεσσαλίας
(Πήλιο, Όλυμπος, Άγραφα, κ.α.), ενώ έπρεπε να είναι εύρωστα και να ζουν και οι δύο
γονείς τους. Είναι μάλλον απίθανο το παιδομάζωμα να αφορούσε κατοίκους πόλεων.
Οι ενήλικες, αργότερα, γενίτσαροι, τα παιδιά δηλαδή του παιδομαζώματος, ήταν η
καλύτερη στρατιωτική μονάδα που διέθετε ο σουλτάνος. Αυτό ίσχυε μέχρι τα τέλη
του 18ου αιώνα, διότι από εκείνη την περίοδο αρχίζουν οι εξεγέρσεις των γενιτσάρων
που είχαν αρχίσει να χάνουν τα προνόμιά τους, πράγμα που θα οδηγήσει στην
οριστική τους διάλυση.

Εικ. Το παιδομάζωμα

Η΄ Οι Μπεκτασήδες και οι Τεκέδες τους
Ένα από τα πιο γνωστά μουσουλμανικά μοναχικά τάγματα ήταν αυτό των
Μπεκτασήδων. Οι Μπεκτασήδες ήταν στην ουσία μια αίρεση που απείχε πολύ από
την ορθόδοξη ισλαμική δογματική του Σουνιτισμού (κυρίαρχου ισλαμικού ρεύματος)
και του Σιιτισμού. Η αίρεση αυτή ιδρύθηκε από τον Χατζή Μπεκτάς Βελή στην
Αμάσεια του Πόντου το 1357. Ο ίδιος ήταν ο ιθύνων νους της πολιτικής των βίαιων
εξισλαμισμών και της δημιουργίας των πρώτων Γενιτσάρων (Γενή τσαρ = νέος

στρατός). Το μοναχικό αυτό τάγμα, που ανήκε στο ευρύτερο φιλοσοφικό ισλαμικό
κίνημα των Σουφί, επεκτάθηκε σ' όλη την Οθωμανική Αυτοκρατορία, κυρίως δε
στην Αλβανία. Οι Σουφί χωρίζονταν σε δώδεκα μεγάλες αδελφότητες. Η αρχαιότερη
απ' αυτές φαίνεται πως ήταν αυτή των Μπεκτασήδων. Εκτός από τα μέλη, τους
λεγόμενους δερβίσηδες237, κάθε τάγμα των Μπεκτασήδων είχε και μεγάλο αριθμό
λαϊκών αδελφών που προσκολλώνταν στα τάγματα και έτσι η επιρροή των
Μπεκτασήδων μεγάλωνε238.

Ο τεκές του Χασάν Μπαμπά. Ιδρύθηκε στα Τέμπη από τον δερβίση Χασάν Μπαμπά. (Γεννάδιος Βιβλιοθήκη)

Η πίστη του κάθε δερβίση ήταν προσωπική του υπόθεση και δεν υπαγόταν σε
κανόνες, έτσι “ήταν μοιραίο πολλοί δερβίσηδες να αναπτύξουν παράξενες δοξασίες και
σοβαρές ηθικής ατέλειες”239. Τα χαρακτηριστικά των Μπεκτασήδων ήταν η ελεύθερη
ερμηνεία του Κορανίου, η απαγόρευση της πολυγαμίας, ο ησυχασμός και η μη
συμμετοχή σε νηστείες, ακόμα και του Ραμαζανίου. Δεν είχαν επίσης τζαμιά δικά
τους παρά μόνον τους τεκέδες (tekke), που ήταν κάτι σαν μοναστήρια, στα οποία
μπορούσαν να τους επισκεφθούν ελεύθερα και Χριστιανοί240. Το 1925 ο Κεμάλ
κατάργησε τις οργανώσεις των μπεκτασήδων στα όρια της Τουρκίας, αλλά τα
μοναχικά τους τάγματα (δερβίσηδες) διατηρήθηκαν στην Αλβανία και την Ελλάδα.
Στην περιοχή της Θεσσαλίας υπήρχαν αρκετά τέτοια τάγματα. Στην Λάρισα 241 για
παράδειγμα, μέσα στην πόλη, λειτουργούσαν περισσότεροι από είκοσι τεκέδες, χωρίς
σήμερα να έχει μείνει κάτι απ' αυτούς. Στην ύπαιθρο του Νομού της Λάρισας
μάλιστα γνωρίζουμε για την ύπαρξη τριών τουλάχιστον τεκέδων (εκτός του τεμένους
των Τεμπών): δύο απ' αυτά ήταν των μπεκτασήδων (Άνω Σιατερλί242 και Ιρινί243) και
237. Δερβίσης (dervis):Λέξη περσική. Η αρχική σημασία της λέξης ήταν ολιγαρκής, φτωχός. Oι δερβίσηδες ήταν οι
"μοναχοί" του Ισλάμ, αφιερωμένοι στην πίστη τους. ΄Hταν οργανωμένοι σε τάγματα και ζούσαν σε κοινόβια, τους
τεκέδες.
238. Ρέινολτ Νίκολσον ,Οι μυστικοί των Σουφί , Πύρινος Κόσμος, Αθήνα 1985.
239. Ντ. Μακντόλαλτ, Η θρησκευτική ζωή και στάση στο Ισλάμ, σ. 164.
240. Α. Κόλλιας, Αρβανίτες, Αθήνα 1983, σ. 255.
241. Δες σχετικά στην εξαιρετική εργασία του Θ. Παλιόυγκα, Η Λάρισα κατά την Τουρκοκρατία Β΄ τόμος , σ.417437.
242. Δίλοφος Φαρσάλων.
243. Ασπρόγεια Φαρσάλων.

ένα μάλλον των Μεβλεβί (στροβιλιζόμενοι δερβίσηδες) στο Τατάρι244 Φαρσάλων.
Για τον πρώτο και τον τρίτο τεκέ έχουμε εκτενείς αναφορές από τον περιηγητή
Ληκ245. Για το τεκέ στο Δίλοφο γνωρίζουμε ότι βρισκόταν δύο μίλια ΝΔ του χωριού
ανάμεσα σε περιβόλια και κυπαρίσσια. Για τον τεκέ της Ζωοδόχου Πηγής έχουμε μια
αναφορά από την εφημερίδα “Αιών”246 του 1881 που περιγράφει το ταξίδι γνωριμίας
του βασιλιά Γεωργίου Α΄ στη νέα, μόλις απελευθερωμένη, επαρχία του Ελληνικού
Βασιλείου. Εκεί έμεναν τότε οκτώ δερβίσηδες και δέκα δόκιμοι. Ο επικεφαλής τους
λεγόταν Χουσεΐν Μπαμπάς και ανήκε σε αλβανική αίρεση (του Αλή). Ο τεκές είχε
ως προσαρτήματα κτήματα, σταύλο, αχυρώνα, ξενώνες, κ.α. Ο πιο σημαντικός όμως
τεκές ήταν αυτός στα Ασπρόγεια, κτισμένος στη θέση βυζαντινού Ναού του Α.
Γεωργίου. Εκτενή περιγραφή του τεκέ κάνει ο Ανδρέας Καρκαβίτσας247, ο οποίος
πιστεύει ότι το προϋπάρχον κτίσμα ήταν ρωμαιοκαθολικό μοναστήρι απ΄ την εποχή
της Φραγκοκρατίας.

Εικ. Γειτονικά κτίσματα, προσαρτήματα του τεκέ Ιρινί, όπως είναι σήμερα (Κοικ)

Ο τεκές ήταν ίσως ο πλουσιότερος της Θεσσαλίας, έχοντας στην κατοχή του μεγάλες
εκτάσεις, μεταλλεία χρωμίου, αποθήκες σταύλους, ζώα και δυο γειτονικά χωριά ως
τσιφλίκια: το Ιρινί και το Αρντουάν248. Η μονή περιβαλλόταν από υψηλό
μαντρότοιχο

244. Ζωοδόχος Πηγή Φαρσάλων.
245. Γ. Δ. Στάθης, Η Θεσσαλία (1805-10) από το ημερολόγιο του Άγγλου περιηγητή Ληκ, Βόλος 1969, σ. 40-2, 93.
246. Β. Καλογιάννης, Η χρυσή βίβλος του Δήμου Λαρίσης, Λάρισα 1963, σ. 92 και Λ. Βαϊρακλιώτης, “Οι τεκέδες των
Μπεκτασήδων στα Φάρσαλα, Θ. Η. (Λάρισα ), σ. 239-240.
247. Α. Καρκαβίτσας, Άπαντα, εκδ. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1979, σ.1742-50.
248. Ελευθεροχώρι Βελεστίνου.

Εικ. Ο νάρθηκας του καθολικού του τεκέ των Ασπρογείων (Κοικ).

με πολεμίστρες, ενώ στο εσωτερικό του υπήρχαν κρυφές υπόγειες δίοδοι ανάγκης. Ο
ερευνητής Δ. Στεργιόπουλος πιστεύει ότι, πριν κτιστεί το καθολικό μοναστήρι, στην
περιοχή υπήρχε ορθόδοξος Ναός της Αγίας Ειρήνης249 και γι΄αυτό το χωριό
ονομαζόταν Ιρινί250.
Εικ. Εσωτερικό του καθολικού του τεκέ των Ασπρογείων. Τάφοι
σημαντικών Σεΐχηδων. (Κοικ).

Ο τεκές συνέχισε να λειτουργεί και μετά την
απελευθέρωση, μέχρι το 1972 (!), χρονιά θανάτου του
τελευταίου Μπουμπά ή Σεΐχη (ηγούμενος του τεκέ)
Σεΐτ. Σήμερα σώζεται σε καλή κατάσταση μόνο το
καθολικό ενώ τα γειτονικά κτίρια κατέρρευσαν ή
καταστέφονται από μέρα σε μέρα.

Εικ. Οι τάφοι των δερβίσηδων έξω από τον τεκέ στα Ασπρόγεια (Κοικ).
249. Δ. Β. Στεργιόπουλος, “Ο αρβανίτικος τεκές”, Μετέωρα 36 (Τρίκαλα 1982), σ. 150-5.
250. Το τοπωνύμιο Ιρινί ίσως προέρχεται από την τουρκική λέξη oren που σημαίνει ερείπια. (Μ. Δημητριάδης,
Λεξικόν ελλημοτουρκικόν – τουρκοελληνικόν, Αθήνα 1989).

Εικ.

Εικόνες από το εσωτερικό και τα εξαρτήματα του τεκέ.

Εικ. Εξωτερική εικόνα του τεκέ, των τάφων των δερβίσηδων και του κονακιού.

Ο Leake για τους Μπεκτασήδες δερβίσηδες
“Οι μπεκτασήδες ονομάζονται έτσι από έναν
Καππαδόκη δερβίση που φορούσε μια πέτρα
πάνω στον ομφαλό του. Σε ανάμνηση αυτού,
οι οπαδοί του φορούν μια πέτρα που είναι
πράσινη (...) κρεμασμένη στο λαιμό, μπροστά
στο γυμνό τους στήθος. Ο σπουδαίος ρόλος
που έπαιζε ο χατζη-Μπεκτάς στη δημιουργία
των γενιτσάρων είναι πολύ γνωστός. Όπως και
οι άλλοι Μωαμεθανοί, οι Μπεκτασήδες
επιμένουν στην ενότητα της θεότητας αλλά
δεν υμνούν το Μωάμεθ τόσο όσο οι άλλες
μουσουλμανικές αιρέσεις κι έχουν ελεύθερη
σκέψη γύρω από το πρακτικό μέρος της
θρησκείας τους, πιστεύοντας ότι το καθετί μας
έχει δοθεί για ευχαρίστηση. Γι' αυτό και
καπνίζουν, πίνουν και ζουν με ευθυμία. Το
δόγμα τους τούς θέλει φιλελεύθερους
απέναντι σε όλα τα επαγγέλματα και στις
θρησκείες και να θεωρούν όλους τους
ανθρώπους ίσους απέναντι στο Θεό. Μολονότι ο σεΐχης (των Τρικάλων) δε μου εξήγησε καθαρά τη
φιλοσοφία του, χρησιμοποιούσε συχνά τη λέξη “άνθρωπος” με μια συνοδευτική παρατήρηση ή με
μια εκφραστική χειρονομία μεταφέροντας ένα συναίσθημα ισότητας για το ανθρώπινο γένος.” W. M.
Leake, “Ταξίδι στη Θεσσαλία το 1809”, μτφρ. Γ. Α. Καραΐσκου, Θ. Η. , σ. 48.
.Εικ. Τάφος δερβίση από τα Ασπρόγεια (Ιρινί) Φαρσάλων.(Κοικ)

Θ΄ Οι Αρβανίτες

Από τα τέλη του 13ου αιώνα και έπειτα, εντός των ορίων του Ηπειρωτικού
Δεσποτάτου αρχικά, αλλά εν συνεχεία και νοτιότερα, μεγάλες ομάδες Αρβανιτών
άρχισαν να εγκαθίστανται στις περιοχές που είχαν καταληφθεί από τους Οθωμανούς
αλλά και σε περιοχές λατινικών πριγκιπάτων (Μωριάς, Αττική, κ.α.), ακόμα και σε
νησιά του Αργοσαρωνικού, την Ν. Εύβοια και την Άνδρο. Η προέλευση αυτών των
Αρβανιτών ήταν η Αλβανία, κυρίως η Νότια και οι αιτίες αυτής της μετανάστευσης,
που γινόταν κατά φάρες (οικογένειες), ήταν οι εμφύλιες συγκρούσεις και το άγονο
των ορεινών περιοχών προέλευσής τους, ενώ αργότερα η σύγκρουση των Αλβανών
(Σκεντέρ – μπέης) με την Οθωμανική αυτοκρατορία. Οι περισσότεροι Αρβανίτες,
από αυτούς που παρέμειναν στην Αλβανία έγιναν Μουσουλμάνοι (Τσάμηδες,
Γκέκηδες), άλλοι παρέμειναν ορθόδοξοι (κυρίως ελληνικής καταγωγής ή
βλαχόφωνοι της Βορείας Ηπείρου) και άλλοι ασπάστηκαν τον Καθολικισμό
(Τόσκηδες). Μεγαλύτερες μετακινήσεις έγιναν τον 16ο και 17ο αιώνα. Οι Αρβανίτες
των τελευταίων μετακινήσεων υπηρετούσαν ως μισθοφόροι διάφορων τοπικών
πασάδων ή μπέηδων, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον Αλή πασά. Στα τέλη
του 18ου αιώνα και τις αρχές του επόμενου αιώνα θα ήταν καλύτερο να λέμε ότι η
Θεσσαλία υπέφερε περισσότερο από την Αλβανοκρατία παρά την Τουρκοκρατία.
Πολλοί πάντως Χριστιανοί Αρβανίτες, που ήρθαν στη Θεσσαλία (κυρίως τη Δυτική)
νωρίτερα, συγχωνεύτηκαν με τον ντόπιο ελληνικό πληθυσμό και σήμερα δεν είναι
ορατό κάποιο σημάδι διαφοροποίησης, πλην ίσως κάποιων επωνύμων και κάποιων
λιγοστών λέξεων που πέρασαν στην Νεοελληνική κοινή Γλώσσα. Το μεγαλύτερο
μάλιστα μέρος των Χριστιανών Αρβανιτών απέκτησε από νωρίς ελληνική εθνική
συνείδηση και συμμετείχε ενεργά στην επανάσταση του 1821 προσφέροντας πλειάδα
γνωστών ηρώων στο βωμό της ελευθερίας του Γένους.
Ι΄ Οι Βλάχοι
Οι Βλάχοι κατοικούσαν, μάλλον θα λέγαμε πως είχαν κέντρο δράσης τους, μιας και
ήταν λαός κυρίως νομαδικός, την ορεινή Θεσσαλία (από τα μεσοβυζαντινά χρόνια η
Θεσσαλία ονομαζόταν και Μεγάλη Βλαχία) τη Δυτική Μακεδονία, την Ήπειρο,
Βόρεια και Νότια καθώς και τη Δυτ. Στερεά. Λόγω ακριβώς της νομαδικής τους
ζωής, από τα χειμαδιά στα ορεινά κ.ο.κ., ήταν γνώστες των ορεινών περασμάτων.
Έτσι η οθωμανική κυβέρνηση χρησιμοποιούσε πολλούς Βλάχους ως ελεγκτές των
περασμάτων (δερβενίων) αυτών, όπως για παράδειγμα τους Μετσοβίτες. Οι Βλάχοι
ακόμα εργάζονταν ως οδηγοί καραβανιών κυρατζήδων (των αγωγιατών, δηλαδή, των
πλανόδιων εμπόρων), γιατί γνώριζαν τους εμπορικούς δρόμους του Βορρά. Η μεγάλη
όμως πλειονότητα των Βλάχων ασχολούνταν με την κτηνοτροφία. Σπουδαία
ανάπτυξη παρουσίασαν βλάχικα κέντρα της Δ. Μακεδονίας, της Β. Ηπείρου (περιοχή
Μοσχόπολης), αλλά και του Λιβαδίου στη Θεσσαλία. Πολύ σημαντική ήταν και η
προσφορά του βλάχικου στοιχείου στον αγώνα της ανεξαρτησίας (Ολύμπιος, Ρήγας,
κ.α.). Όσον αφορά στην αμφισβήτηση από ορισμένους της ελληνικής ταυτότητας των
Βλάχων, έχουμε αποδείξει επαρκώς, πιστεύουμε, το αβάσιμο αυτών των
χαρακτηρισμών στο Γ΄ μέρος251 της θεσσαλικής μας Ιστορίας.
251. Κ.Α. Οικονόμου, Η Λάρισα και η Θεσσαλική Ιστορία, τ. Γ΄, κεφ. “Η άλωση της Λάρισας από τους Βουλγάρους”
και κείμενο του Αντωνίου Κεραμόπουλου.

ΙΑ΄ Οι Σαρακατσάνοι252
Ο Γερμανός περιηγητής Gustav Weigand γράφει253 γαι τους Σαρακατσάνους:
“Ορισμένοι Αρωμούνοι (Βλάχοι) πιστεύουν ότι οι Σαρακατσάνοι, ελληνόφωνοι βοσκοί
της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας, που ζουν στην εξοχή και που φοράν μια στολή που
μοιάζει μ' αυτήν των Φαρσεριωτών, είναι αρωμουνικής καταγωγής. Εγώ με βάση τα
χαρακτηριστικά τους και τον τρόπο ζωής τους, τους θεωρώ γνήσιους Έλληνες».
Αντίθετα κάποιοι άλλοι ερευνητές τους κατατάσσουν στους εξελληνισμένους
βλάχους, πράγμα που δεν φαίνεται να ευσταθεί. Μερικοί επιστήμονες θεώρησαν
αρχική κοιτίδα την επαρχία Βάλτου της Ακαρνανίας,μάλιστα την περιοχή
Σακαρέτσι254 (σημερινό Περδικάκι) ενώ άλλοι την περιοχή του Συρράκου της
Ηπείρου255. Οι περισσότεροι πάντως επιστήμονες πιστεύουν ότι η αρχική κοιτίδα
τους ήταν τα Άγραφα και ότι από εκεί διεσπάρησαν κατά την Τουρκοκρατία σ' όλη
την Κεντρική και Βόρεια Ελλάδα καθώς και σε όμορες χώρες, όπως Σκόπια και
Βουλγαρία. Ο μεγάλος διασκορπισμός τους έγινε επί Αλή πασά. Σήμερα οι λιγοστοί
Σαρακατσάνοι που ζουν ανάλογο με το παρελθόν βίο βρίσκονται στην ορεινή
Θεσσαλία, κυρίως περιοχή Ασπροποτάμου, στη Μακεδονία και τη Θράκη. Η
πιθανότερη εκδοχή για την προέλευση του ονόματός τους είναι η εξής: Οι Τούρκοι
τους έβλεπαν στα μαύρα και ανυπότακτους να μετακινούνται συνεχώς. Γι’ αυτό τους
ονόμασαν «Καρακατσάν» (καρά=μαύρος και κατσάν=φυγάς, ανυπότακτος), δηλ.
«μαύροι φυγάδες». Μια δεύτερη, λιγότερο πιθανή ετυμολόγηση, είναι από τις
τούρκικες λέξεις σαράν (=φορτώνω) και κατσάν (φεύγω), δηλαδή Σαρακατσάνοι
σημαίνει αυτοί που φορτώνουν (τακτικά τα πράγματά τους) και φεύγουν. Η γλώσσα
τους είναι μία, η Ελληνική, με αρκετά μάλιστα γνωρίσματα της δωρικής διαλέκτου.
Στηρίζονταν πάντα στα δικά τους έθιμα και συνήθειες χωρίς να επιτρέψουν ποτέ στις
αλλόγλωσσες κοινωνικές ομάδες να αναμιχθούν μαζί τους. Τηρούσαν τον εθιμικό
δικό τους πατριαρχικό αυστηρό κώδικα τιμής και, έχοντας οικονομική ευρωστία και
σχετική ανεξαρτησία, εφάρμοζαν κανόνες διαβίωσης και κοινωνικής συμπεριφοράς
βασισμένα επίσης στα δικά τους έθιμα. Συχνά, επειδή η λέξη βλάχος
χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει τον άνθρωπο που έχει πρόβατα, διάφοροι
ιστορικοί, λαογράφοι και ξένοι περιηγητές συνέχεαν πότε ένας βλάχος (=αυτός που
έχει πρόβατα, ο κτηνοτρόφος, ο βοσκός) είναι Σαρακατσάνος και πότε Βλάχος
(=Βλαχόφωνος). Για να οργανώσουν καλύτερα την ποιμενική ζωή τους οι
Σαρακατσάνοι οργανώθηκαν σε πρότυπα ανάλογα αυτών των πατριών. Έτσι 20-50
οικογένειες συγγενικές μεταξύ τους οργάνωναν τα “τσελιγκάτα”. Το τσελιγκάτο ήταν
κάτι σαν οικονομικός συνεταιρισμός, αυτάρκης οικονομικά, που κατόρθωνε λόγω και
των συγγενικών δεσμών των μελών του να εξασφαλίζει την υπεράσπιση και τη
συνεργασία όλων των συμμετόχων. Αρχηγός του τσελιγκάτου εκλέγονταν ο πιο
252. Ο γνωστός ανθρωπολόγος Άρης Πουλιανός θεωρεί τους Σαρακατσάνους το πιο κοντινό άνθρωπο στον λεγόμενο
“άνθρωπο των Πετραλώνων”, του οποίου το κρανίο και τμήμα του σκελετού του ανακάλυψε ο ίδιος στο ομώνυμο
σπήλαιο της Χαλκιδικής.
253. Gustav Weigand, Oι Αρωμούνοι (Βλάχοι), Τόμος Α' : Ο χώρος και οι άνθρωποι, Εκδόσεις Φ.Ι.Λ.Ο.Σ. Τρικάλων Αφοί Κυριακίδη, 2001, σ. 301.
254. Παναγιώτης Αραβαντινός, Μονογραφία της Ηπείρου των τε ομόρων Ελληνικών και Ιλλυρικών Χωρών, Αθήνα
1856, σελ. 146-147.
255. http//el.wikipedia.org/w/index.php?title=Σαρακατσάνοι

έξυπνος, δίκαιος και έντιμος από τους επικεφαλής των οικογενειών που απάρτιζαν το
τσελιγκάτο. Οι μετέχοντες στο τσελιγκάτο ονομάζονταν σμίχτες και είχαν συμμετοχή
στα κέρδη και τις ζημιές του κοπαδιού. Μικρότερο ρόλο στο τσελιγκάτο είχαν οι
τσομπαναραίοι, δηλαδή αυτοί που είχαν λίγα ή και καθόλου δικά τους ζώα. Οι
Σαρακατσαναίοι κατοικούσαν στα “κονάκια”, που ήταν πρόχειρες κατασκευές
καλυβιών. Όλα μαζί τα κονάκια συναποτελούσαν τη στάνη. Γνωστότεροι
Σαρακατσαναίοι οπλαρχηγοί στη Θεσσαλία ήταν εκτός από τον Κατσαντώνη και οι:
Βλαχόπουλοι, Διπλαίοι, Αραπογιανναίοι, Γιάννης Φαρμάκης και Λιάκατας, οι
αρματολοί του Καρπενησίου Συκάδες, ο Β. Δίπλας, ο Χασιώτης και ο
Λεπενιώτης (αδέλφια του Κατσαντώνη), ο Φαρμάκης, ο Γ. Τσόγκας, ο
Αραπογιάννης, ο Λιάκος. κ.α. Μετά τον θάνατο του Κατσαντώνη (δες σχετ.
ενότητα), ο Αλή Πασάς σε μια ύστατη προσπάθεια να καθαρίσει τον τόπο από τους
ανυπότακτους κλέφτες, ξεκίνησε μια φοβερή σφαγή των αμάχων Σαρακατσάνων,
σφάζοντας ακόμα και μικρά παιδιά. Ο αγώνας ήταν άνισος και οι καπεταναίοι, γύρω
στα 1812-1815, συνεννοήθηκαν να στείλουν τα γυναικόπαιδα στον πασά της
Ανδριανούπολης, αφού φρόντισαν να τον εξαγοράσουν για να συνεχίσουν
απερίσπαστοι τον αγώνα. Κατά την παράδοση, οι «πατέρες» στέλνοντας τα
γυναικόπαιδα στην περιοχή της Ανδριανούπολης τους ευχήθηκαν να προκόψουν,
αλλά τους έδωσαν και κατάρα να μην ριζώσουν εκεί που θα πάνε. Πάντα στη δύση
του ηλίου να έχουν στραμμένο το βλέμμα τους, όπου και ο τόπος καταγωγής τους.

ΙΒ΄ Οι Καραγκούνηδες
Καραγκούνηδες συνηθίζουμε να λέμε τους Χριστιανούς κατοίκους των πεδινών
περιοχών της Θεσσαλίας, κυρίως της Δυτικής. Στην περιοχή των Φαρσάλων ήταν
γνωστοί με το όνομα “κατζανάδες”. Οι περισσότεροι από τους Καραγκούνηδες ήταν
κολίγοι ή τεχνίτες (παρακεντέδες), ενώ λίγοι απ' αυτούς ήταν αγωγιάτες.
Ετυμολογικά Καραγκούνης σημαίνει αυτός που είναι ντυμένος με μαύρα ρούχα
(καρά + γκόνα). Υπέφεραν από τη σκληρή καταπίεση των μπέηδων και των
επιστατών των κτημάτων, των λεγόμενων σουμπάσηδων. Πολλοί απ' αυτούς συχνά
ήταν χρεοκοπημένοι, κυρίως το 19ο αιώνα, εξαιτίας των χρεών τους στους
τοκογλύφους. Η ζωή τους όπως καταλαβαίνουμε ήταν πλήρης στερήσεων και
κακουχιών. Επιπλέον, μη έχοντας πρόσβαση σε σχολεία, όπως οι υπόλοιποι Ελληνες,
έμεναν βυθισμένοι στην πλήρη αμάθεια. Παρ' όλα τούτα μεταξύ των αρετών τους
συμπεριλαμβάνονταν η ολιγάρκεια, η εξυπνάδα, η αντοχή και η υπερηφάνεια.

ΙΓ΄ Η ζωή των νομαδικών πληθυσμών
Οι ελληνικές νομαδικές φυλές των Βλάχων και των Σαρακατσάνων ασχολούνταν
μόνο με την κτηνοτροφία. Η οργάνωσή τους βασίζονταν στις πατριές256 και
κινούνταν από τα χειμαδιά στα ορεινά βοσκοτόπια και αντίστροφα όλοι μαζί
ανεξαρτήτως φύλου ή ηλικίας. Με τον ερχομό της άνοιξης οι Βλάχοι της Δυτ.
Θεσσαλίας και της Ηπείρου ανέβαιναν σταδιακά στα ορεινά βοσκοτόπια της Πίνδου,
ενώ οι Σαρακατσαναίοι στα αντίστοιχα λιβάδια της Μακεδονίας ή της Πίνδου. Όταν
ξεκινούσε η περίοδος του φθινοπώρου κατέβαιναν πάλι σταδιακά στις απάνεμες και
ήπιες θεσσαλικές κοιλάδες. Εκεί στα πεδινά πουλούσαν και την παραγωγή τους
256. Πατριά λέγεται η εκτεταμένη οικογένεια που είχε για αρχηγό (πατριάρχη) τον μεγαλύτερο σε ηλικία άνδρα της.

(τυριά, βούτυρο, κλπ.). Γενικά η ζωή των νομάδων, ανδρών και γυναικών ήταν πολύ
σκληρή, κυρίως στα ορεινά όπου είχαν να αντιμετωπίσουν πολλούς κινδύνους, όπως
τις επιθέσεις από λύκους ή ληστές. Γι' αυτό και γύρω από τους καταυλισμούς τους
υπήρχαν ομάδες φρουρών μαζί με τα σκυλιά τους, τη γνωστή ράτσα των γκέκηκων,
που παραφύλαγαν για κάθε ύποπτο ήχο. Πολλά προβλήματα αντιμετώπιζαν οι
πατριές των Αρβαντόβλαχων της Βορείας Ηπείρου από τους Αλβανούς νομάδες, που
είχαν γειτονικά βοσκοτόπια. Οι ελληνικές νομαδικές φυλές είχαν καλές σχέσεις με
τους κλέφτες των βουνών, τους προμήθευαν μάλιστα συχνά με τρόφιμα, ή τους
περιέθαλπαν σε περίπτωση τραυματισμών τους, όπως συχνά έγινε κατά την περίοδο
του επαναστατικού κινήματος του παπα-Βλαχάβα. Ας μην ξεχνάμε ότι πολλοί από
τους κλέφτες των βουνών, τη μαγιά της επανάστασης, ήταν Σαρακατσαναίοι ή
Βλάχοι. Στη Θεσσαλία κάθε φθινόπωρο, κατέβαιναν οι νομάδες κτηνοτρόφοι,
Σαρακατσάνοι, Βλάχοι και Αρβανιτόβλαχοι μαζί με τα κοπάδια τους, και έστηναν
τις σκηνές τους σε πεδινές περιοχές των Φαρσάλων, του Αλμυρού, του Βελεστίνου
και των Τρικάλων πακτώνοντας257 πρώτα από τους ντόπιους πλούσιους μπέηδες τα
λιβάδια για τη βοσκή των ζωντανών τους.
ΙΔ΄ Οι Αρβανιτόβλαχοι (Αρβαντόβλαχοι)
Οι Αρβανιτόβλαχοι ανήκουν σ' εκείνο το τμήμα του Ελληνισμού που από τους
πρώτους αιώνες μ. Χ. ασπάστηκαν τη λατινική γλώσσα για λόγους βιοπορισμού και
οικονομικής εξάρτησης από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, καθόσον οι περισσότεροι απ'
αυτούς εργάστηκαν στο στρατό της ως οροφύλακες ή ελεγκτές των ορεινών
περασμάτων. Τμήμα των Βλάχων του Ελληνισμού έμενε μόνιμα στην περιοχή της
Βορείου Ηπείρου ανάμεσα σε άλλα αλβανικά χωριά. Στους πρώτους αιώνες της
Τουρκοκρατίας ανέπτυξαν το εμπόριο και τα χωριά τους εξελίχτηκαν στα πιο
πλούσια της περιοχής. Αυτό κίνησε το φθόνο των μουσουλμάνων Αλβανών, οι οποίοι
κατέστρεψαν τα χωριά των Αρβαντοβλάχων και την άτυπη πρωτεύουσά τους την
ονομαστή Μοσχόπολη. Έτσι αναγκάστηκαν να εκπατριστούν ομαδικά και να
οικίσουν περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας και της Θεσσαλίας. Χάρις στην
εργατικότητά τους αναπτύχθηκαν περισσότερο οι περιοχές που κατοίκησαν, όπως ο
Τύρναβος, το Λιβάδι και αλλού. Οι περισσότεροι όμως απ' αυτούς κατοίκησαν στα
χωριά του Ασπροποτάμου, όπου υπήρχαν εγκατεστημένοι και άλλοι Βλάχοι
(Αρωμούνοι), σε άλλα χωριά του Ολύμπου και των Πιερίων όπου δημιούργησαν
αμιγή βλάχικα χωριά. Άλλοι Αρβανιτόβλαχοι, προερχόμενοι από την περιοχή
Φράσαρη της Β. Ηπείρου, μετανάστευσαν και στη Θεσσαλία αλλά κυρίως στην
περιοχήν της Αιτωλοακαρνανίας. Τα κυριότερα θεσσαλικά βλαχοχώρια με
Αρβαντόβλαχους ή μη ήταν το Λιβάδι, η Κρανιά Ασπροποτάμου, ο Κοκκινοπηλός,
το Γαρδίκι, το Δραγοβίστι (Πολυθέα), η Βεντίστα258 (Αμάραντος) και η
Λεπενίτσα (Ανθούσα).
ΙΕ΄ Οι Τσιγγάνοι
257. Ενοικιάζοντας δηλαδή.
258. Ήταν ο τόπος καταγωγής του Δωροθέου Σχολάριου, στον οποίον θα αναφερθούμε στο ειδικό κεφάλαιο για την
Παιδεία, πιο κάτω. Αξίζει όμως να σημειώσουμε ότι ο Σχολάριος, βλέποντας την προπαγάνδα των Ρουμάνων με
σκοπό τον εκρουμανισμό των Βλάχων, που μόλις είχε ξεκινήσει, αγωνίστηκε ολόψυχα υπέρ του Ελληνισμού
ιδρύοντας ελληνικά Σχολεία στην ιδιαίτερή του πατρίδα και τα Τρίκαλα.

Οι Τσιγγάνοι ή Ρομ, όπως συνηθίζουμε σήμερα να τους λέμε, ανήκαν στις λεγόμενες
περιπλανώμενες φυλές ή σκηνίτες. Αυτοί ασχολούνταν κατά τα χρόνια της
Τουρκοκρατίας, με τη μουσική, το πλανόδιο εμπόριο, κ.α. Πολλοί απ' αυτούς
εγκαθίσταντο προσωρινά στις παρυφές πολλών θεσσαλικών οικισμών (Λάρισα,
Τρίκαλα, Τύρναβο), εξασκώντας το επάγγελμα του πεταλωτή ή του σιδερά. Οι
ομάδες αυτές των τσιγγάνων ακολούθησαν τη δική τους αυτόνομη πολιτιστική
παράδοση και δεν εντάχθηκαν ούτε αφομοιώθηκαν με τους άλλους πληθυσμούς της
υπαίθρου. Σε έναν άγνωστης προέλευσης πίνακα που δημοσιεύτηκε στην Ιστορία
του Ελληνικού Έθνους (τόμος ΙΑ΄, σ. 379) αναφέρονται μεταξύ των κατοίκων της
Θεσσαλίας και 5.000 Γύφτοι ή Τσιγγάνοι.

Κεφάλαιο 15ο ασχολίες των κατοίκων
Α΄ Οι συντεχνίες (ή εσνάφια259)
Οι εργαζόμενοι στο εμπόριο και τη βιοτεχνία Χριστιανοί της Οθωμανικής
αυτοκρατορίας ήταν οργανωμένα μέλη συντεχνιών (esnaf ή rufet) που δρούσαν ανά
επαγγελματική κατηγορία και είχαν κάποιους, συνήθως, αυστηρούς κανόνες και
ιεραρχία. Ο βασικός στόχος λειτουργίας αυτών των συντεχνιών ήταν η προστασία
του επαγγέλματός τους, άρα, και του εισοδήματος τους, είτε από άλλους
εργαζόμενους που ήθελαν να μπουν στο επάγγελμά τους, είτε από άλλους
εσωτερικούς μετανάστες. Βέβαια από τα τέλη του 17ου αιώνα κι ύστερα αυτός ο
σκοπός δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί εξαιτίας των μεγάλων εσωτερικών
μετακινήσεων της εποχής που πήραν τη μορφή πλημμυρίδας. Ο επίσημος βέβαια
σκοπός λειτουργίας μιας συντεχνίας ήταν ο έλεγχος της ποιότητας των προϊόντων και
της ποσότητας των παραγόμενων ειδών. Με την είσοδό του σε κάθε συντεχνία ο νέος
εργαζόμενος γινόταν “τσιράκι”, και συνήθως ασχολούνταν με γενικές εργασίεςαγγαρείες που μικρή σχέση είχαν με το αντικείμενο εργασίας της συντεχνίας. Ο
δεύτερος βαθμός ανέλιξης των εργαζομένων στη συντεχνία ήταν ο βαθμός του
“κάλφα”, που τους επέτρεπε να εργάζονται στο κανονικό αντικείμενο της εργασίας
τους. Ο ανώτερος βαθμός σε μια συντεχνία ήταν αυτός του “μάστορα” (μαΐστορα
των Βυζαντινών), τον οποίον όμως λίγοι εργαζόμενοι έφταναν γιατί υπήρχε
περιορισμένος αριθμός “θέσεων” αυτού του βαθμού. Έτσι για να γίνει ένας καλός
κάλφας μάστορας έπρεπε να πεθάνει ο αρχαιότερος αυτού του βαθμού ή αλλιώς να
παντρευτεί την κόρη ενός μάστορα. Για τους εργαζόμενους η δουλειά ήταν σκληρή:
η έννοια του ωραρίου ήταν ανύπαρκτη και ο χρόνος εργασίας ρυθμιζόταν από τον
εργοδότη ανάλογα με τις ανάγκες της αγοράς. Oι εργαζόμενοι ήταν κυρίως άντρες
και αγόρια μεγαλύτερα των 10 ετών. Οι συντεχνίες σε πολλές πόλεις όπως τη Λάρισα
ή τα Τρίκαλα αποτελούσαν τον συνδετικό κρίκο μεταξύ λαού και Εκκλησίας, καθώς
φρόντιζαν για τα οικονομικά των ενοριών, εκ περιτροπής τις περισσότερες φορές
μεταξύ τους, και αργότερα, μέσω πάντα της Εκκλησίας, στήριζαν και ενίσχυαν τις
εκπαιδευτικές μονάδες που άρχισαν να ιδρύονται στις πόλεις.

259. Από τη λέξη εσνάφι προέρχεται η λέξη σινάφι που ακούγεται ως τις μέρες μας.

1.Οι “πρώτοι” των εσναφιών260 της Λάρισας αποφασίζουν για κάποια διαφορά261
των κατοίκων της συνοικίας Παράσχου με άλλες γειτονιές
“Οι εκ του εσναφίου των γουναράδων κοσταντί ηλία και βασίλις (Ηλίας και Βασ. Κωνσταντής)
Οι εκ του εσναφίου των σεριτζήδων γιάννης κόστα λάσκος (Ιωάννης Κων/νου Λάσκος)
Οι εκ του εσναφίου σερβετάδων262 απόστολος Γραμματικός (Απόστολος Γραμματικός)
Οι εκ του εσναφίου μπακάληδων γιάννις και βασίλις (Ιωάννης και Βασίλης αγν. επωνύμου)
Οι εκ του εσναφίου ψωμάδων Βησσαρίων Χ''γιάννης και Δημήτριος νικολάου (Βησ.
Χατζηγιάννης- Δημ. Νικολάου)
Οι εκ του εσναφίου των μπογιατζήδων θεοδωρής αλεξανδρις (Θεόδωρος Αλεξανδρής)
Οι εκ του εσναφίου παπουτζήδων γεωργάκης παπουτζίς κόστα ζαφιρούλι (Γεώργιος Παπουτσής –
Κων/νος Ζαφειρούλης)
Οι εκ του εσναφίου σχοινάδων Θανάσις και γιάννις (Θανάσης και Γιάννης χωρίς επώνυμο)
Οι εκ του εσναφίου ραπτάδων διμίτρις και στέριος (Δημήτρης και Στέργιος χ. επών.)
Οι εκ του εσναφίου πανάδων κόστας και πέτρος και θωδορίς (Κώστας, Πέτρος και Θεόδωρος χ.
επων.)
Οι εκ του εσναφίου αμπατζίδων263 αθανάσιος γγουνούσις (Αθανάσιος Γκουνούσης)
Συναθροισθέντες λοιπόν οι των εσναφίων πρωτομαϊστορες δια να λύσωμεν την διαφοράν ταύτην
των δύο μερών των Παράσχου264 μαχαλιωτών, και των άλλων λοιπόν μαχαλάδων, ερωτήσαμεν τους
Παράσχου μαχαλιώτας, όταν στέλωσιν οι άλλοι μαχαλιώται εις αυτό το Ελληνικόν Σχολείον265 τα
παιδιά των εις το εκεί κοινόν (ενν. Σχολείον) τα δέχονται, ή όχι; και απεκρίθησαν πάντες ομοφώνως
και φιλοφρόνως μάλιστα, ου μόνον των άλλων μαχαλιωτών Λαρισαίων, αλλά και από τα πέριξ
χωρίων δεχόμεθα. Και όταν φέρωσιν αποθαμένων λείψανα των άλλων μαχαλάδων τα θάπτουσι266 ή
όχι; και είπον ου μόνον των Λαρισαίων Χριστιανών, αλλά και πάντων των τυχόντων ξένων
Χριστιανών θάπτομεν. Και πάλλιν οι Παράσχου μαχαλιώται ως κτήτορες και βοηθοί, και
συνδρομηταί παρά πατέρων και προπατόρων των της εκκλησίας του Αγίου Αχιλλίου έρχονται
ελευθέρως και ανεμποδίστως εις την εκκλησίαν (...) Διά τούτο διορίζομεν τους νυν επιτρόπους της
εκκλησίας να δώσωσιν εις τους Παράσχου μαχαλιώτας τα ρηθέντα γρόσια χίλια από τη σύναξη της
εκκλησίας, δια την εκτέλεσιν ταύτης της ανεγέρσεως των μνημορίων ...”
1831 Ιουνίου 6 – Λάρισα.

Β΄ Τα “μετακινούμενα” εσνάφια των μαστόρων – Μπουλούκια (boluk)
Διάφοροι γυρολόγοι και κυρίως χτίστες και γεφυροποιοί (κιοπρουλήδες) έφταναν ως
την Κωνσταντινούπολη και τα παράλια της Μικράς Ασίας για να εκτελέσουν μια
παραγγελία. Παρέμεναν για μήνες μακριά από τις εστίες τους, κάποιες φορές και
χρόνια, ενώ δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που ορισμένοι από αυτούς εγκαθίσταντο
μόνιμα σε κάποιον από τους τόπους της εργασίας. Οι συνθήκες δουλειάς στις
κομπανίες267 αυτές ήταν αρκετά σκληρές. Τα μαστορόπουλα, οι νεαροί βοηθοί που
260. Εσνάφια ή συνάφια: Επαγγελματικά σωματεία, συντεχνίες.
261. Επ. Φαρμακίδης, ό. π., σ.238-9.
262. Αυτοί που ύφαιναν πετσέτες (σερβέτες) ή προσόψια.
263. Αυτοί που φτάχναν αμπάδες δηλαδή πανοφώρια, aba= αμπάς, κάπα.
264. Παράσχου ήταν η συνοικία από τον Άγιο Νικόλαο μάχρι τη συμβολή της οδού Ροϊδου με την οδό Πολυτεχνείου.
265. Στην περιοχή αυτή τον 19ο αιώνα λαιτουργούσεαν ένα κατώτερο (Κοινό) και ένα ανώτερο (Ελληνικό) Σχολείο .
Δες το σχετικό κεφάλαιο για την παιδεία στο παρόντα τόμο.
266. Στην περιοχή Παράσχου υπήρχε ένα από τα πολλά κοιμητήρια της πόλης. Δες το χάρτη της Λάρισας του 1880
στην εργασία: Επ. Φαρμακίδης, ό. π., σ. 238-9.
267. Για περισσότερες λεπτομέρειες δες: www.fhw.gr/chronos/gr .

μάθαιναν την τέχνη, προσέφεραν κάθε είδους βοηθητική εργασία, αγόγγυστα όπως
και στα υπόλοιπα “αστικά” εσνάφια. Φορτώνονταν διάφορες αγγαρείες την ώρα της
δουλειάς ή των μετακινήσεων, ενώ χρησιμοποιούνταν ακόμα και σαν υπηρετικό
προσωπικό. Η συμπεριφορά των τεχνιτών και των λασπολόγων268 απέναντί τους
ήταν συνήθως απότομη, γεμάτη παρατηρήσεις, βρισιές και τιμωρίες, οι οποίες
κάποτε έπαιρναν τη μορφή χρηματικού προστίμου.

Γ΄ Οι θεσσαλικοί νερόμυλοι
Η πιο παλιά γραπτή αναφορά στην ύπαρξη νερόμυλων ανάγεται στο Στράβωνα
που μας αναφέρει ότι στα ανάκτορα του Μιθριδάτη Στ΄ του Ευπάτορα, βασιλιά του
Πόντου, “... κατασκευάστο και ο υδραλέτης”. Το βασίλειο του Πόντου έπεσε στα
χέρια των Ρωμαίων το 64 π. Χ. Στη συνέχεια η κατασκευή και χρήση του υδραλέτη
(νερόμυλου) επεκτάθηκε σ' ολόκληρη τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, συνεπώς και στον
ελλαδικό χώρο. Στην πατρίδα μας συναντάμε δύο παραλλαγές του υδρόμυλου: το
“ρωμαϊκό”, που έχει όρθια εξωτερική φτερωτή και τον “ελληνικό”, με τη μικρότερη
εσωτερική φτερωτή269. Αυτός ο δεύτερος τύπος συναντάται κυρίως στη Θεσσαλία.
Στην περίοδο της Τουρκοκρατίας οι νερόμυλοι ανήκαν στην κοινότητα, σε ιδιώτες ή
σε μοναστήρια270. Οι ιδιοκτήτες των μύλων τα νοίκιαζαν (“πάκτωμα”) στον
εκάστοτε ενδιαφερόμενο μυλωνά. Η οθωμανική κυβέρνηση, φροντίζοντας ασφαλώς
για τις προσόδους της, φορολόγησε τους νερόμυλους με ειδικούς νόμους, τους
λεγόμενους “Kanunnames”, αποδίδοντας το φόρο του μύλου στους νομείςφεουδάρχες των γειτονικών στο μύλο περιοχών. Έτσι ο εκάστοτε τσιφλικάς της
περιοχής του μύλου εισέπραττε ένα φόρο, το “Resm-i-asiyab”, για να επιτρέπει,
ουσιαστικά, τη λειτουργία των νερόμυλων στην περιοχής του. Ο φόρος αυτός ήταν
συνήθως 60 άσπρα για μαγγανόμυλο, τον λεγόμενο Dolap, 30 για απλό νερόμυλο,
που ονομαζόταν Karac, και 15 για τους ανεμόμυλους (Sepet), οι οποίοι βρίσκονταν
κυρίως στις Βόρειες Σποράδες. Πολλές φορές ο μυλωνάς πλήρωνε σε είδος, δηλαδή
οκάδες αλευριού, που έφτασαν, στα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας, ακόμα και
το 1/5 του συνολικού εισοδήματος, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται και στο
Κώδικα της Λαμίας271. Στο θεσσαλικό χώρο πραγματοποιήθηκε από την “Επιστ.
Εταιρεία Μελέτης Φερών-Βελεστίνου-Ρήγα” ένα πρόγραμμα δημιουργίας αρχείου
των εργαστηρίων και των διαφόρων εγκαταστάσεων παραδοσιακής τεχνολογίας,
μεταξύ των αντικειμένων του οποίου περιλαμβάνονταν και οι νερόμυλοι. Από την
έρευνα αυτή διαπιστώθηκε ότι η Θεσσαλία κατά τον 19ο αιώνα διέθετα ένα δίκτυο
από 350 τουλάχιστον νερόμυλους. Σε ορισμένες περιοχές υπήρχαν ομάδες
συνεχόμενων νερόμυλων κινούμενων από νερά της ίδιας πηγής, που συγκροτούσαν
τα γνωστά “μυλοτόπια”. Αυτές οι περιοχές συνοικίστηκαν από πολλούς
268. Γι' αυτό και η λέξη “λασπολόγος” έχει αυτή την προσβλητική σημασία σήμερα.
269 . Στ. Νομικός, Εφεύρεση και τυπολογική εξέλιξη των υδρομύλων, 7 Ημέρες, εφ. Καθημερινή,

15/10/2000, σ. 3.
270. Κων. Α. Οικονόμου, Η Λάρισα και η θεσσαλική Ιστορία, τ. Γ΄ , κεφ. 9ο.
271. Στ. Μουζάκης, Ιδιοκτησιακό καθεστώς, δίκαιο και διαχείριση των μύλων, 7 Ημέρες, εφ. Καθημερινή,

15/10/2000, σ. 6.

“εσωτερικούς μετανάστες” που προέρχονταν από τις γύρω περιοχές (Άγραφα,
Όλυμπο, Χάσια, κ.α.), δημιουργώντας έτσι σημαντικούς οικισμούς. Τέτοιες περιοχές
ήταν στη Μαγνησία: οι Σταγιάτες, η Ανακασιά, ο Α. Βλάσης, τα Λεχώνια, η Άνω
και η Κάτω Γατζέα, ο Άνω Βόλος, η Πορταριά, η Ανάβρα και το Βελεστίνο.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι στην τελευταία πόλη το μυλοτόπι της είναι γνωστό από
τον 13ο αιώνα, εξαιτίας της γνωστής αρχαίας πηγής Υπερείας Κρήνης, που
τροφοδοτούσε με νερό τους μύλους της περιοχής (δες επόμ. εικόνα). Στη Λάρισα
αντίστοιχα ήταν: οι Νερόμυλοι (Τουρκοχώρι) Αγιάς, η περιοχή Ποταμιά
Ελασσόνας, η περιοχή του Τυρνάβου, το Συκούριο, κ.α. Στα Τρίκαλα ήταν: ο
Ασπροπόταμος (περιοχή), το Γοργογύρι, το Ξυλοπάροικο, κ.α. Τέλος στην περιοχή
Αγράφων-Αργιθέας ήταν τα σημαντικότερα μυλοτόπια της ΝΔ Θεσσαλίας. Αξίζει
να σημειώσουμε ότι σε πολλά μυλοτόπια λειτουργούσαν με τη δύναμη του νερού και
εργαστήρια επεξεργασίας και καθαρισμού των υφαντών, οι λεγόμενες νεροτριβές272
(μαντάνια και ντριστέλες).

Μύλος-δριστέλα Βελεστίνου, φώτο. Αικ. Καμηλάκη (7 Ημέρες)

Αικ. Καμηλάκη- Πολυμέρου, Στα μυλοτόπια της Κεντρικής Ελλάδας, 7 Ημέρες, εφ. Καθημερινή,
15/10/2000, σ. 14.
272.

Νερόμυλοι Μπουρνάζου, Πορταΐτικος ποτ., Πύλη (7 Ημέρες Καθημερινής 15/10/2000)

Δ΄ Το (πλανόδιο) εμπόριο
Το μεταφορικό έργο του εμπορίου εξασκούσαν οι κυρατζήδες (αγωγιάτες). Οι
μεταφορείς αυτοί με τη χρήση υποζυγίων και έχοντας ως οδηγούς Βλάχους ή
Σαρακατσάνους, οι οποίοι κατάγονταν από τους ορεινούς όγκους της Μακεδονίας,
της Δυτ. Θεσσαλίας και της Ηπείρου, ακολουθούσαν τα περάσματα των βουνών και
τους φυσικούς δρόμους των ποταμών για να φτάσουν ως το Δούναβη και από εκεί
στις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης (Αυστρουγγαρία) και των Παραδουνάβιων
Ηγεμονιών. Τα καραβάνια αυτά συνοδεύονταν από Κιζαντζήδες ή Κιουρεκτζήδες273,
δηλ. ενόπλους, που μισθώνονταν από τους εμπόρους, για το φόβο των ληστειών, που
συχνά γινόταν στα μακροχρόνια αυτά ταξίδια. Τα καραβάνια αυτά ακολουθούνταν κι
από βοηθούς, μικρής ηλικίας, που εκπαιδεύονταν κατ' αυτό τον τρόπο για να γίνουν
κι αυτοί κυρατζήδες. Πολλοί από τους εμπόρους αυτούς (Λιβαδιώτες, Αμπελακιώτες,
Πηλιορείτες, κ. α.),από το 1740 και έπειτα, άρχισαν να εγκαθίστανται μόνιμα στις
πόλεις του εξωτερικού, όπου παντρεύονταν ή μετέφεραν τις οικογένειές τους και
έχτιζαν τα σπίτια τους. Έτσι δημιουργήθηκαν ανθούσες Ελληνικές παροικίες, μεταξύ
των οποίων και πολλά μέλη από τη Θεσσαλία, στη Βουδαπέστη στη Βιέννη, στην
Τεργέστη , στο Ιάσιο, την Οδησσό, κ. α. Εκτός από τις εκπαιδευτικές προσπάθειες
στο εξωτερικό, οι πάροικοι ενίσχυσαν οικονομικά τομείς της εκπαίδευσης και της
οικονομίας του τόπου καταγωγής τους, μεταφέροντας συχνά το ρεύμα του
Διαφωτισμού στις ιδιαίτερες τους πατρίδες, συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτό στην
άνοδο του πνευματικού επιπέδου των συμπατριωτών τους και την προετοιμασία της
Επανάστασης. Βιβλία και εφημερίδες τυπώνονταν στις παροικίες της Βουδαπέστης
και της Βιέννης, χρήματα στάλθηκαν για τη συντήρηση σχολείων στη Ραψάνη, τα
Αμπελάκια, τη Ζαγορά, στις Μηλιές (όπως έγινε με τις προσφορές του Ανθίμου
Γαζή), στο Λιβάδι, κ. α., ενώ οι περισσότεροι ευεργέτες ανήκαν στους παροίκους της
κεντρικής Eυρώπης, της Μολδοβλαχίας, της Μοσχόπολης και της Ρωσίας. Πολύ
συχνά ο δρόμος του εξωτερικού εμπορίου για τους Έλληνες ήταν η θάλασσα. Σ' αυτή
την περίπτωση φημισμένα ήταν τα λεγόμενα “ζαγοριανά” καράβια που μαζί με το
φημισμένο στόλο των Τρικεριωτών, όργωναν από τον 17ο αιώνα και μετά τη
Μεσόγειο και τον Εύξεινο πόντο μεταφέροντας από τα χωριά του Πηλίου πλούτο
εξαγώγιμων προϊόντων στις μεγάλες αγορές του εξωτερικού.
Συνοδευτικό κείμενο: Τα ταξίδια των καραβανιών
“Στη διάρκεια του 18ου αιώνα οι κεντρικοί οδικοί άξονες του ηπειρωτικού ελληνικού χώρου είχαν
γίνει αναπόσπαστο κομμάτι του εμπορικού δικτύου της Βαλκανικής. Επάνω τους κινούνταν από
την άνοιξη ως τις αρχές του χειμώνα οργανωμένες πολυάνθρωπες αποστολές, τα καραβάνια. Mέσα
στο καραβάνι συνταξίδευαν για μεγάλο διάστημα, το οποίο σε κάποιες περιπτώσεις ξεπερνούσε και
τον ένα χρόνο, έμποροι ή αντιπρόσωποι εμπορικών συμφερόντων, αγωγιάτες, οδηγοί, φρουροί
αλλά και προσκυνητές και ιερωμένοι, ακόμα και περιηγητές από τη δυτική Eυρώπη. O αριθμός τους
ορίζονταν από την αρχή του ταξιδιού και συνήθως δεν ξεπερνούσε τα τριάντα άτομα. Πριν
ξεκινήσουν από την κεντρική πλατεία της πόλης-αφετηρίας του ταξιδιού τους, είχαν προηγηθεί
συναντήσεις και συμφωνίες των συμμετεχόντων και αρκετές εβδομάδες προετοιμασίας της
273. Οι Κιουρεκτζήδες φαίνεται πως ήταν φύλακες στα δύσκολα περάσματα και σε γέφυρες.

αποστολής. Όταν ξεκινούσε το καραβάνι, προπορεύονταν ο γηραιότερος ή ο οργανωτής της
αποστολής μαζί με κάποιο υποζύγιο που έδινε το ρυθμό της πορείας. Ακολουθούσαν έφιπποι οι
οδηγοί (ή οι κυρατζήδες στο τέλος του αιώνα) πίσω από τα ζώα που μετέφεραν τον κύριο όγκο των
εμπορευμάτων. Tη μακριά φάλαγγα συμπλήρωναν οι υπόλοιποι συνταξιδιώτες, πάνω σε άλογα ή σε
μουλάρια.Πριν από το 19ο αιώνα σπάνια χρησιμοποιούσαν σ' αυτές τις αποστολές ταξιδιωτικές
άμαξες. H πορεία διαρκούσε όσο το φως της ημέρας, και διακοπτόταν από ελάχιστα διαστήματα
ανάπαυλας. Aν το επέτρεπε ο καιρός, το καραβάνι διανυκτέρευε στην ύπαιθρο, σε ασφαλείς
τοποθεσίες, τις οποίες επέλεγε ο αρχηγός με τους οδηγούς. Στήνονταν επιτόπου πρόχειρες
εγκαταστάσεις γύρω από τις οποίες διατάσσονταν κυκλικά τα ζώα, σε μια προσπάθεια να
προστατευθούν άνθρωποι και εμπορεύματα. Tις περισσότερες φορές όμως οι κίνδυνοι ήταν πολύ
μεγάλοι, γι' αυτό και οι ταξιδιώτες ήταν συνεχώς οπλισμένοι και συνήθως προσλάμβαναν φρουρούς
ή κατέλυαν σε μέρη που προστατεύονταν από εντεταλμένα για το σκοπό αυτό σώματα ενόπλων. Σε
συγκεκριμένα σημεία της πορείας τους, τα καραβάνια είχαν την ευκαιρία να σταθμεύσουν σε ειδικά
οργανωμένους χώρους, τα χάνια και τα καραβάν-σεράγια. Oι εμπειρίες που αποκτήθηκαν από τη
μετακινούμενη συνάθροιση του καραβανιού στη διάρκεια του 18ου αιώνα, αξιοποιήθηκαν από
ομάδες και κοινότητες στο βορειοελλαδικό κυρίως χώρο, διευρύνοντας τους ορίζοντες της
οικονομικής και κοινωνικής τους ζωής.”
Πηγή: www.fhw.gr/chronos/gr/11/el/gr [Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού.]
πολιτισμός, οικονομία.

Περίοδοι ελληνικής Ιστορίας, τέχνες,

Ε΄ Τα χάνια – καραβάν σεράγια
Από την αρχή του 17ου αιώνα, και λόγω των μεγάλων αποστάσεων που καλούνταν
να καλύπτουν τα εμπορικά καραβάνια, δημιουργήθηκαν οργανωμένοι χώροι
ανάπαυσης και σίτισης για ανθρώπους και ζώα. Έτσι οι πρώτες παράγκες που
αναπτύχθηκαν κατά μήκος των εμπορικών οδών, με το πέρασμα των χρόνων
μετατράπηκαν σε μόνιμα οικήματα τα λεγόμενα καραβάν σεράγια, ή χάνια274. Τα
τελευταία απ' αυτά οι ταξιδιώτες τα έβρισκαν και σε πόλεις όπως στη Λάρισα τα
Τρίκαλα και αλλού. Σε μερικές περιπτώσεις οι χώροι γύρω από τα καραβάν σεράγια
άρχισαν να προσελκύουν και ντόπιους εμπορευόμενους που συναλλάσσονταν με
τους ταξιδιώτες – κυρατζήδες, ενώ αρκετές φορές εξελίχθηκαν σε μικρούς οικισμούς
(όπως για παράδειγμα τα Χάνια του Πηλίου). Στη Θεσσαλία τέτοια χάνια είχαν
δημιουργηθεί κατά μήκος των ορεινών διαβάσεων (Πήλιο, Όθρυς, Πίνδος, στη
διαδρομή Ελασσόνα – Τρίκαλα275, κ. α.). Από τις αρχές του 19ου αιώνα, πάντως, ο
θεσμός αυτός των χανίων ατόνησε λόγω της δημιουργίας πανδοχείων στα αστικά
κέντρα. Τα χάνια ήταν συνήθως πολυγωνικά ή τετραγωνικά κτίσματα, που
αναπτύσσονταν γύρω από μια κεντρική αυλή. Η αυλή αυτή περιβαλλόταν από
χαγιάτια (στοές) και οδηγούσε στο δρόμο μέσω μιας και μόνο πύλης που
ασφαλιζόταν επιμελώς τις νύχτες. Τα δωμάτια των ταξιδιωτών (οντάδες) βρίσκονταν
στο πρώτο όροφο, ενώ στο ισόγειο υπήρχαν οι βοηθητικοί χώροι, δηλαδή οι
αποθήκες, οι στάβλοι, διάφορα εργαστήρια, το μαγειρείο, κ. α. Πολύτιμες
πληροφορίες για τα χάνια της Λάρισας, και όχι μόνο, παίρνουμε από την εξαιρετική
274 . Οι λέξεις ετυμολογούνται από την περσική: chan = σπίτι, και από το περσ. Karban-sarai= αυλή των
καραβανιών
275. Ένα τέτοιο χάνι φαίνεται πως υπήρχε στη περιοχή του Ελευθεροχωρίου (Δ. Ποταμιάς), με την ονομασία
“Χατζηλί” κάλυπτε τις ανάγκες των εμπόρων της διαδρομής Μοναστήρι – Κοζάνη – Ελασσόνα – Ζάρκος – Λάρισα (ή
και Τρίκαλα). Δες σχετικά: Η. Βαλιάκος, Μεγάλο Ελευθεροχώρι, Λάρισα 1994, σ. 11,12, 15.

εργασία του Θεοδ. Παλιούγκα276. Σύμφωνα, λοιπόν μ΄ αυτή την εργασία, στη
Λάρισα υπήρχαν αρκετά χάνια, με σπουδαιότερο αυτό του Muhterem Efendi, που
είχε ανεγερθεί σε οικόπεδο του βακουφίου του Ομέρ βέη το 1632. Στη θέση αυτή
προϋπήρχε άλλο καραβάν σεράι, που το 1506 μάλιστα είχε 4.000 άσπρα έσοδα.
Άλλα χάνια εντός της ίδια πόλης ήταν: του Gazi Haci Mustafa Bey, του Elhac
Durmus, το λεγόμενο των Ελλήνων εμπόρων, και τα εμπορικά χάνια Balik (των
ψαριών) και Pirinc (του ρυζιού). Τα περισσότερα χάνια ήταν κτισμένα κοντά στην
αγορά της Λάρισας και κοντά στην πύλη του Τυρνάβου, δηλαδή γύρω από τη
σημερινή πλατεία του Εργατικού Κέντρου (λόγω του ότι από εκεί ξεκινούσε ο
εμπορικός δρόμος για τη Μακεδονία). Άλλα χάνια υπήρχαν κοντά στη Βολιόπορτα
(Σουφλάρ), την πόρτα των Τρικάλων (Αρναούτ) και στη συνοικία Παράσχου. Αυτά
τα τελευταία χάνια εξυπηρετούσαν μάλλον τους κατοίκους των γειτονικών χωριών
που επισκέπτονταν τη Λάρισα.

ΣΤ΄ Θεσσαλικά γεφύρια
Η Θεσσαλία, παρά το μεγάλο μήκος του Πηνειού (265 χλμ.) καθώς και του
εκτεταμένου δικτύου χειμάρρων και ρεμάτων των ορεινών περιοχών (Αργιθέα,
Ασπροπόταμος, Όλυμπος, Όσσα, Πήλιο, κ. α.), διέθετε επί Τουρκοκρατίας
δυσανάλογα μικρό αριθμό γεφυριών. Αρκεί να σημειώσουμε πως η κοίτη του
Πηνειού σκεπαζόταν από 6-7 γεφύρια μόνο! Οι σημαντικότεροι λόγοι γι΄αυτό το
μικρό αριθμό γεφυρών του Πηνειού ήταν οι εξής: 1. Τα μήκη των γεφυρών ήταν
πολύ μεγάλα στην πεδινή κοίτη του διότι έπρεπε να καλύπτουν όχι μόνο την κοίτη
του ποταμού αυτού καθ' αυτού, αλλά και την έκταση των ένθεν και ένθεν πλημμυρών
του, που σε πολλές περιπτώσεις έφτανε σε εκατοντάδες μέτρα. 2. Η θεμελίωση των
γεφυριών στα λασπώδη και προσχωσιγενή εδάφη ήταν δυσκολότατη γιατί δεν
μπορούσε να σταθεροποιηθεί εύκολα. Αντίθετα στις ορεινές κοίτες των παραποτάμων
του η θεμελίωση των γεφυρών στους βράχους ήταν πανεύκολη.

Οι βασικοί τύποι δημιουργίας γεφυρών. 1. με οριζόντιες δοκούς, 2. με εκφορικό σύστημα
και 3. με τοξωτή κατασκευή.

3. Το κόστος της γεφυροποιΐας στα χρόνια της σκλαβιάς ήταν ασήκωτο για την
οικονομική κατάσταση των ραγιάδων. Αντίθετα οι κατακτητές ενδιαφέρονταν κυρίως
για μια-δυο διαβάσεις του Πηνειού από τις οποίες θα καλυπτόταν η βασική
συγκοινωνία και η διάβαση των στρατιωτικών μονάδων, όπου χρειαζόταν.
276. Θ. Παλιούγκας, ό. π., β΄ τόμος, σ. 491-496.

Η ξύλινη γέφυρα στα Τέμπη και η “περαταριά” (1896). 7 Ημέρες Καθημερινή (13/2/2000).

Οι περισσότεροι οικισμοί, που βρίσκονταν στις όχθες του Πηνειού ή των
παραποτάμων του, εξυπηρετούνταν με τις “περαταριές”, που ήταν ειδικές σχεδίες ή
βάρκες. Αυτές λειτουργούσαν μόνο όταν το ποτάμι δεν ήταν φουσκωμένο.

Πορθμείο (περαταριά) στο Μπαμπά (Τέμπη). Έργο του J. Cartright (Μουσείο Μπενάκη).

Τέτοιες περαταριές λειτουργούσαν μέχρι τις αρχές του εικοστού αιώνα στην
Πηνειάδα, το Κουτσόχερο, τη Λάρισα, ίσως στα Καλύβια Λάρισας (Α. Μαρίνα),
στα Τέμπη, στους Γόννους, στο Λασποχώρι (Ομόλιο), κ. α.

Η γέφυρα του Κεραμιδίου Τρικάλων (αριστ.) και του Πορταΐτικου (δεξιά)

Σε άλλες περιπτώσεις, όπως στην Αργιθέα ή στη Γούνιτσα (Αμυγδαλέα),
χρησιμοποιούνταν διάφορες εναέριες κατασκευές.
Τα βασικότερα γεφύρια του Πηνειού ήταν: Α΄ Το Μοκόσι, κοντά στις πηγές του,
που κτίστηκε με δαπάνες του Αλή πασά. Πρόκειται για μονότοξο γεφύρι που
χτίστηκε στην ομώνυμη περιοχή της Πεύκης Καλαμπάκας γύρω στ τέλη του 18ου
αιώνα. Β΄ Της Σαρακίνας. Αυτό συνέδεε τον Κόζιακα (Κερκέτιο όρος) με την
Καλαμπάκα. Κτίστηκε το 1520 με χρήματα του μητροπολίτη Λάρισας Αγίου
Βησσαρίωνα. Στις αρχές του 19ου αιώνα κατέρρευσε, αλλά αναστηλώθηκε από τον
πρωτομάστορα Κ. Μπέκα.

Εικ. Το γεφύρι του Ενιπέα έξω από τα Φάρσαλα. Κτίστηκε από το διοικητή της Θεσσαλίας Αχμέτ Ραμίτ πασά το
1752. (Μπεληγιάννης Ε., «Πέτρινα γεφύρια στη Θεσσαλία», περ. Γεωτρόπιο 393, 26/10/2007, σ. 16-29.)

Γ΄ Της Γούνιτσας που κατασκευάστηκε γύρω στο 1840, που σήμερα δεν υπάρχει.
Δ΄ Του Αλή-Εφένδη, για το οποίο γνωρίζουμε την ύπαρξη του μόνο έμμεσα, από
οθωμ. πηγές. Ε΄ Του Εβρενός μπέη ή Βερνέζι, που κτίστηκε γύρω στο 1400 κοντά
στο χωριό Μεσαλάρ (Συκεών)277 και για το οποίο δεν έχουμε επίσης στοιχεία. Στ΄
Της Λάρισας, το οποίο θεωρούνταν βυζαντινό κτίσμα και ήταν εννιάτοξο. Μάλιστα
το ένα τόξο του ανατινάχτηκε το 1941 από τους Άγγλους κατά την υποχώρησή τους,
ενώ τρία χρόνια αργότερα οι Ναζί κατά την δική τους αποχώρηση το κατέστρεψαν
πλήρως. Ζ΄ Τελευταίο γεφύρι, που ήταν όμως το μεγαλύτερο, ήταν το πετρογέφυρο
στη έξοδο των Τεμπών, στα όρια των Δήμων Ευρυμενών και Κάτω Ολύμπου.
Πιστεύεται ότι είχε μήκος πάνω από 350 μέτρα!

277. Ν. Γεωργιάδης, Θεσσαλία,,εκδ. Έλλα, 1995, σ. 26.

Το γεφύρι της Αλαμάνας (Σπερχειός).

Μέχρι το 1811 αποτελούσε τη μοναδική διάβαση του ποταμού στα Τέμπη. Εκείνη τη
χρονιά το φουσκωμένο ποτάμι γκρέμισε το μισό γεφύρι. Στις μέρες μας, κατά το β΄
εξάμηνο του 2007 έγινε μια σοβαρή προσπάθεια από το νομάρχη Λάρισας Λ.
Κατσαρό και τους δημάρχους Ευρυμενών Δ. Τσιτσέ και Κ. Ολύμπου Ν.
Βαλσαμόπουλου σε συνεργασία με τον Πολιτ. Σύλλογο “Δρυάς”, για την ανάδειξη
του πετρογέφυρου αυτού.

Το πετρογέφυρο του Πηνειού, μετά τις πρώτες παρεμβάσεις της Νομ. Αυτοδ. Λάρισας.
(εφημ. Ελευθερία, 12/1/2008)

Εικ. Η γέφυρα του Τριζώλου. Πρόκειται να σκεπαστεί κατά την εκτροπή του Αχελώου!

Σύμφωνα με τους αρχαιολόγους το πετρογέφυρο ανακατασκευάστηκε το 1724 από
τον Οσμάν πασά. Σήμερα, τέλη του 2008, έχει αποκαλυφθεί ένα μεγάλο μέρος του.
Ο επισκέπτης μπορεί να δει το ένα από τα τέσσερα αρχικά τόξα, που υπήρχαν μέσα
στην κοίτη του Πηνειού καθώς και μεγάλο αριθμό δευτερευόντων, ανακουφιστικών,
τόξων, στο αριστερό, προς τον Πυργετό, τμήμα της κοίτης του. Με δεδομένο ότι η

χάραξη του νέου αυτοκινητοδρόμου, τόσο το γεφύρι, όσο και το πανέμορφο φυσικό
περιβάλλον της περιοχής, θα είναι ορατά από τους διερχόμενους, με ό,τι αυτό
συνεπάγεται για την οικονομία της περιοχής. Σύμφωνα με το πρόγραμμα προβολής

του μνημείου προβλέπονται ακόμα η τοποθέτηση της κτητορικής πλάκας278 του
γεφυριού, η διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου, ο φωτισμός της περιοχής και η
αναπαράσταση της όψης του γεφυριού από τους δύο Δήμους της περιοχής. Άλλα
σημαντικά γεφύρια της Θεσσαλίας ήταν: της Μεσοχώρας, της Τέμπλας στον
Αχελώο, δεκατέσσερα στη διαδρομή Καρδίτσας – Λουτρών Σμοκόβου, αρκετά
στην Αγιά και στο Πήλιο. Τα ομορφότερα μονότοξα είναι του Κοράκου, της
Πόρτας – Παναγιάς, (σε και τα δύο αυτά γεφύρια κτήτορας ήταν ο Άγιος
Βησσαρίων), και του Τριζώλου.
Εικ. Το γεφύρι της Πόρτας ή του Αγίου Βησσαρίωνα. Εικ. Το γεφύρι του Μεζίλου ή Δροσάτου στο δρόμο
Μουζάκι- Βλάσι με άνοιγμα τόξου 12 μ. (Μπεληγιάννης Ε., «Πέτρινα γεφύρια στη Θεσσαλία», περ. Γεωτρόπιο
393, 26/10/2007, σ. 16-29.) Εικ. Το γεφύρι του Αλαμάνου στην παλαιά οδό Αγιάς -Αγιοκάμπου.

Το πρώτο απ' αυτά ήταν το μεγαλύτερο μονότοξο γεφύρι της Ελλάδας, με άνοιγμα 45
μέτρων και ένωνε Θεσσαλία και Ήπειρο πάνω από την αρχική κοίτη των πηγών του
Αχελώου (Ασπροπόταμου). Το ανατίναξαν την περίοδο του εμφυλίου πολέμου, στις
23/3/1949, οι αντάρτες κατά την υποχώρησή τους προς βορειοδυτική κατεύθυνση,
καταδιωκόμενοι από τον εθνικό στρατό. Οι σπουδαιότεροι χρηματοδότες
278. Την ώρα που γράφεται η παρούσα εργασία, η πλάκα βρίσκεται εκτεθειμένη έξω από το δημαρχιακό κατάστημα
του Δήμου Κάτω Ολύμπου, στον Πυργετό.

κατασκευής των γεφυριών ήταν: Ο Άγιος Βησσαρίων (Πόρτας, Κοράκου, Αχελώου,
Παλιοκάμαρα Αργιθέας, κ.α.), μεταξύ των ετών 1500-1520. Διάφοροι Οθωμανοί,
όπως ο Αλή πασάς (Μοκόσι), ο Οσμάν (επισκευή πετρογέφυρου Ομολίου), κ. α. Σε
πολλές περιπτώσεις οι χρηματοδότες ήταν Ορθόδοξοι Χριστιανοί, άνδρες ή γυναίκες,
όπως στην περίπτωση του γεφυριού στο Κόκκινο Νερό, το οποίο κτίστηκε το 1719
από κάποια Παπαρίζαινα. Οι μαστόροι των γεφυριών ήταν συνεργεία έμπειρα με την
επωνυμία“Κιοπρουλήδες279”. Γνωστότεροι Κιοπρουλήδες στα χρόνια της
Τουρκοκρατίας ήταν: ο Μανώλης και ο Δημήτρης (Αγραφιώτης 1659), ο κυρ-Πέτρος,
που ήταν προσωπικός αρχιτέκτονας του Αλή πασά, ο Ζιώγας Φρόντζος, πολλοί
μαστόροι από την Κόνιτσα, απ' τα Πράμαντα (Μαστρο-Γιώργης Κονιτζιώτης), κ. α.

Εικ. Το γεφύρι στο Κεραμίδι, στο δρόμο Παλαμάς – Φαρκαδώνα και το γεφύρι του Μοσχολουρίου.

Ζ΄ Αστικές και υπαίθριες αγορές (παζάρια) – πανηγύρια
Εικ. (κάτω) Το Μπεζεστένι της Λάρισας, ανατολικά όψη. (Κοικ) Διακρίνονται τα τόξα των εξωτερικών

σκεπάστρων των καταστημάτων.

Οι αγορές γενικά:Σε όλες τις διοικητικές περιφέρειες (καζάδες) της Οθωμανικής
Αυτοκρατορίας υπήρχε τουλάχιστον μία κεντρική αγορά είτε ανοιχτή (Carsi) είτε
σκεπαστή (Bedestan), όπως το μπεζεστένι της Λάρισας στο λόφο του Αγίου Αχιλλίου.
279Τουρκικά. Σημαίνει “Γεφυροποιοί”.

H κεντρική αγορά καταλάμβανε το σημαντικότερο τμήμα της πόλης, συνδεόταν δε
άμεσα με τους χώρους άσκησης της θρησκευτικής και της πολιτικής εξουσίας. Στο
εσωτερικό της αγοράς αυτής βρίσκονταν ιεραρχημένα τα εμπορικά των
Μουσουλμάνων ή και Εβραίων εμπόρων. Τα εμπορικά των Χριστιανών βρίσκονταν
κυρίως σε άλλες, περιφερειακές συνοικίες. Σπουδαία εμπορικά κέντρα με ανάλογες
αγορές στη Θεσσαλία ήταν η Λάρισα, ως σταυροδρόμι των κύριων εμπορικών οδών
και τα Τρίκαλα, που ήταν διοικητικό κέντρο της Κεντρικής Ελλάδας. Στην αγορά οι
έμποροι διαλαλούσαν την άφιξη κάθε νέου εμπορεύματος, είτε οι ίδιοι είτε οι
κράχτες, δημιουργώντας τη χαρακτηριστική φασαρία της λαϊκής αγοράς.
Στην αγορά μπορούσε κανείς να συναντήσει χορευτές, μίμους, γελωτοποιούς και
ζητιάνους που διασκέδαζαν τους περαστικούς και ζητούσαν τον οβολό τους.
Μάλιστα σε πολλές πόλεις της Οθωμ. Αυτοκρατορίας, πιθανόν και στις θεσσαλικές,
οι ζητιάνοι είχαν δημιουργήσει το δικό τους εσνάφι, βασιζόμενοι στην ειδική μνεία
που κάνει το Κοράνι για την ελεημοσύνη. Για τις γυναίκες, Μουσουλμάνες ή
Χριστιανές, γνωρίζουμε ότι σπάνια επισκέπτονταν τις κεντρικές αγορές της πόλης.
Είχαν όμως την ευκαιρία να αγοράσουν προϊόντα από πλανόδιους πωλητές, οι οποίοι
περνούσαν από τις γειτονιές διαλαλώντας τα εμπορεύματά τους. Mε την πάροδο των
αιώνων, οι χριστιανοί έμποροι υπερφαλάγγισαν σε αριθμό τους μουσουλμάνους.
Πράγμα που στην περίπτωση της Λάρισας συνέβη μετά τα μέσα του 19ου αιώνα. Οι
εμπορευόμενοι σ' αυτές τις αγορές ήταν αρχικά μόνο οι ιδιοκτήτες γης, συνήθως δι'
αντιπροσώπων τους, οι οποίοι πουλούσαν τις προσόδους τους, που ήταν σε είδος
(σιτηρά, κ.α.), από την εκμετάλλευση των εργαζομένων της γης (κολίγων).

Εικ. Αναπαράσταση του μπεζεστενίου της Λάρισας, G. Schneider, (Σάρωση Αρετή Γαλή)

Από τον 17ο αιώνα και μετά διάφοροι πλανόδιοι μικροέμποροι κατευθύνονταν με
τα ζώα τους ακόμα και στα μικρότερα χωριά για να αγοράσουν και να πουλήσουν
προϊόντα, αποκτώντας με τον καιρό αρκετά κέρδη, πράγμα που τους επέτρεπε να
συμμετέχουν και στις οργανωμένες αγορές των πόλεων και στα εβδομαδιαία

παζάρια, ενώ καθοριστική ήταν η συμβολή τους και στα πανηγύρια που είχαν εκτός
από θρησκευτικό, ψυχαγωγικό και εμπορικό σκοπό.
Πανηγύρια – παζάρια: Τα πανηγύρια διοργανώνονταν με την ευκαιρία της γιορτής
κάποιου τοπικού αγίου,μια φορά το χρόνο και διαρκούσαν από τρεις μέρες μέχρι μια
εβδομάδα. Εκεί συγκεντρώνονταν πολύς κόσμος από τις γειτονικές περιοχές,
βρίσκοντας την ευκαιρία να αγοράσει προϊόντα από διάφορες επαρχίες της
Οθωμανικής αυτοκρατορίας, χάρις στους εμπόρους που έφεραν τις πραμάτειες τους
ακόμα κι από τις πιο απομακρυσμένες περιοχές, καθώς και να ψυχαγωγηθεί, μιας και
στα χρόνια της σκλαβιάς τα πανηγύρια προσφέρονταν σαν μια ευχάριστη διέξοδος,
μακριά από τη μουντή πραγματικότητα. Ένα από τα πιο ονομαστά πανηγύρια ήταν
αυτό του Μοσχολουρίου της Καρδίτσας. Το παζάρι αυτό, γνωστό με την ονομασία
Μασκλούρι-παζάρι διαρκούσε επίσημα 8-10 μέρες, αλλά ανεπίσημα λειτουργούσε
καθ' όλο το μήνα Μάιο. Φαίνεται πως το παζάρι αυτό ήταν το αρχαιότερο σ' όλη τη
Θεσσαλία, άλλωστε αναφέρεται σ' αυτό ο Οθωμανός περιηγητής του 17ου αιώνα
Εβλιγιά Τσελεμπί, που επισκέφτηκε το 1668 την περιοχή.
Ο Εβλιγιά Τσελεπή για το παζάρι του Μοσχολουρίου

«Είναι καθέδρα του ναΐπη του μουλά της Λάρισας, στο έδαφος του σαντζακιού των Τρικάλων και ο Καϊμακάμης του, ο
Αγάς των Γενιτσάρων της Σαλονίκης, μαζί με τους στρατιώτες του, έρχονται δω και εγκαινιάζουν το τρανό πολυάνθρωπο
παζάρι, που στήνουνε, σε τούτο τον τόπο, οι έμποροι της στεριάς και της θάλασσας. Στην επαρχία τούτη, βρίσκεται ένα
βακούφι αφιερωμένο στον Γαζή Ιμπραήμ πασά, που σκοτώθηκε στα χρόνια του Σουλτάν Σουλεϊμάν Χαν. Ο Επίτροπος του
βακουφιού φυλάγει μια μεριά του (παζαριού) με διακόσιους στρατιώτες και μαζεύει όλα τα νοίκια των μαγαζιών και τους
φόρους της αγοράς από δαύτα, πληρώνει τους μισθούς των μαθητών, που φροντίζουν το βακούφι. Η όμορφη τούτη
κωμόπολη είναι χτισμένη στον όχτο του Τσιναρλή – Ντερέ. Ο Τσιναρλής πηγάζει από τα βουνά Άγραφα και χύνεται στον
ποταμό Πηνειό. Ακόμα και τον Ιούλη μήνα, τα νερά έχουν μεγάλη ορμή. Η Κωμόπολη έχει 300 σπίτια και όλα ανήκουνε σ’
άπιστους ραγιάδες. Ο Επίτροπος του βακουφιού είναι στην επίβλεψη του Ιμπραήμ Πασά. Καθώς η Κωμόπολη βρίσκεται
στην ακροποταμιά, μια φορά το χρόνο, διακόσιες και τρακόσες χιλιάδες έμποροι από την Αραβία, την Περσία, την Ινδία,
το Σιντ, το Λοριστάν, το Μουλτάν, την Ουγγαρία, τη Σουηδία, την Αυστρία, την Πολωνία, την Τσεχία, την Ισπανία, τη
Γένοβα, την Αλγερία, την Τυνησία, την Τριπολίτιδα, την Αίγυπτο, την Δαμασκό, το Χαλέπι, το Ιράκ, κοντολογίς από τις
τέσσερις γωνίες της γης, έρχονται και φέρνουν τις πραμάτειες τους, που αξίζουν εκατοντάδες χιλιάδες γρόσια, και, στον
πράσινο τούτο κάμπο, στήνουνε τις τέντες και τις σκηνές τους, κι αρχινάνε να πουλάνε τα εμπορεύματα που έχουνε φέρει.
Τα μαγαζιά, άλλα μικρά και άλλα μεγάλα, δύο χιλιάδες τον αριθμό και προχειροκαμωμένα, είναι όλα τους απ’ άκρη σε
άκρη σκεπασμένα με κεραμίδια κι όλα τα ’χει φτιάξει το βακούφι. Σ’ όλα τούτα τα μαγαζιά κάθονται σοβαροί έμποροι,
επειδής είναι μέρη ασφαλισμένα, ζωσμένα με τοίχο, σαν καστέλια. Τα μαγαζιά τούτα γεμίζουνε κόσμο, σωστό
ανθρωπομάνι σαράντα μερόνυχτα αγοράζουνε – πουλάνε, μπαίνουν – βγαίνουν, πάνε – φέρνουν, και το τι γίνεται δεν
περιγράφεται με λόγια. Τον καιρό των κερασιών, επειδή αφθονούνε τα κάθε λογής χορταρικά και γεννήματα, όλο τούτο το
λεφούσι φέρνει τις πραμάτειες του, σ’ αυτό το παζάρι. Και πουλιέται ένα πρόβατο δέκα άσπρα, δύο οκάδες ψωμί ένα
άσπρο κι ανάλογα τα λοιπά είδη. Εξόν από τα’ οργανωμένο (τούτο) παζάρι, στήνονται ακόμα χιλιάδες μικρομάγαζα. Σε
κάθε μεριά, παίζουν τσένγκια, τσιγκάνα, ντέφια, ταμπουράδες, ρουμπάτ και μουσκάλια. Στους καφενέδες, στα
κρασοπουλειά, στα μαγαζιά που πουλάνε μποζά και στις λοιπές σκηνές γίνεται σαματάς, μουσικές, κουβέντες, γλέντια,
χοροί και πανηγύρια. Η αγορά και το παζάρι φωτίζονται με καντηλέρια, δάδες, δαυλούς, λυχνάρια, και άλλα φώτα και
φέγγει σαν να` ναι μέρα. Η κατάσταση αυτή συνεχίζεται έτσι, όλο γλέντια και χαρές, σαράντα μέρες ακριβώς. Εκατοντάδες
φορτώματα πραμάτειες λύνονται και πουλιούνται, κι άλλα τόσα δένονται και αγοράζονται. Μαζεύονται χρήματα, χιλιάδες
φορές περισσότερα από το θησαυρό της Αιγύπτου. Ό,τι λογής υφάσματα, υφαντά και άλλα πολύτιμα είδη και πραμάτειες
υπάρχουν σε τούτον τον κόσμον, όλα τα βρίσκει κανένας εδώ. Όλοι φέρνουν τις πραμάτειες τους , ξοδεύουν χρήματα,
βγάζουν (τα εμπορεύματά τους) στο παζάρι και τα’ αραδιάζουν. (...) Κατά πως γράφουνε οι Ρωμιοί και οι Λατίνοι
ιστορικοί, η τρανή τούτη σύναξη συνεχίζεται από τον καιρό του βασιλέα Λουκά. Ο Λουκάς, μια φορά το χρόνο, ερχότανε
στον τόπο, όπου γίνεται η τρανή τούτη σύναξη, και ανέβαινε σ’ έναν ψηλό λόφο, φορώντας στα γένια του μαργαριτάρια,
ρουμπίνια, πέρλες και λογιών λογιών στολίδια, ενώ τα ρούχα που φορούσε ήταν στολισμένα με λογής τρόπους. Έλεγε την
αφεντιά του Θεό (άπαγε της βλασφημίας!) και έβγαζε λόγο στο λαό. Οι άνθρωποι, που ’ρχονταν απ’ όλα τα μέρη της
οικουμένης, άμα βλέπανε τον Λουκά, ξεδιπλώνανε στα πόδια του τα πολύτιμα πράματα και πεσκέσια, απ’ όσα είχανε φέρει
και τον προσκυνούσανε. Να λοιπόν που από κείνον τον καιρό, συνεχίζεται η τρανή τούτη σύναξη και το παζάρι. Παναπεί
τα κουνούπια κι οι μύγες είναι πρωτοφανή. Όσες μέρες βαστάει το πανηγύρι στο Μοσχολούρι, κανονικά δεν μπορεί να
σταθεί άνθρωπος από τα κουνούπια. Όταν, όμως, είναι οι μέρες του πανηγυριού, δε μένει πια μητ’ ένα κουνούπι κι έτσι,
ενώ θα έπρεπε να βρομά και να ζέχνει ο τόπος από τις βρομιές τόσων εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων και ζώων, που
βρίσκονται στο πανηγύρι, και από τα αίματα τόσων εκατοντάδων χιλιάδων σφαγμένων ζώων, δε βλέπει κανένας μήτε
βρομιά μήτε τόση δα ακαθαρσία και δε βρίσκεται μήτ’ ένα κουνούπι, μήτε μια μύγα. Σαν διαλύσει το πανηγύρι και φεύγουν

όλοι από δω, τότε οι μύγες και τα κουνούπια κυριεύουνε τον κόσμο και μπορούν να ξεκάνουν ακόμα και άνθρωπο. Η
κατάσταση αυτή ήταν έτσι, ήδη από τα χρόνια του Λουκά. Είναι παράξενο φαινόμενο. Όποιος δεν έχει δει το φασαριόζικο
τούτο πανηγύρι, παναπεί πως δεν έχει ματαδεί ανθρωποσύναξη. Είναι ένας τόπος ξακουστός σ’ αυτούς που τριγυρνάνε τη
θάλασσα και τη στεριά. Στ’ αλήθεια, από τη σύναξη που γίνεται στην πόλη της Ελασσόνας, στο πανηγύρι του Νταμπρά, στο
πανηγύρι της Ντόλιανης, στη Μιτρόβιτσα, στο πανηγύρι του Οσέκ, στο πανηγύρι του Αράτ, στο πανηγύρι της Φοκτσάνι,
που γίνεται ανάμεσα στη Βλαχία και στη Μολδαβία, στο Παζάρι του Πεντζ Χασάν στη Κιρκασία, στο παζάρι του Γκεϋλάν
στο βιλαέτι της Περσίας και στο παζάρι του Λαχιτζάν, πάλι στην Περσία ξανά στην Περσία, στη σύναξη του Ιμάμ Ριζά
Μεσχεντί, πάλι στην Περσία, στην πόλη Ερντεμπίλ, στον τόπο οπού σκοτώσανε τον Χουσεΐν, στην τοποθεσία Σελμάν –
Πακ, (που βρίσκεται σιμά) στη Βαγδάτη πάλι, σιμά στη Βαγδάτη, στο προσκύνημα του Ιμάμη Χουσεΐν, στο προσκύνημα
του Ιμάμη Αλή, που ‘ναι και τούτο στην Κούφα της Βαγδάτης, στο βουνό Αραφάτ στην ιερή Μέκκα, οπού μαζεύεται σωστή
λαοθάλασσα, στο προσκύνημα του Σέϊντ Αχμέτ του Βεδουίνου κοντά στην Αίγυπτο, στο (προσκύνημα του) Ιμπραήμ
Ντασουκί, που βρίσκεται σιμά στο προηγούμενο, στον όχτο του Νείλου, στο (προσκύνημα του) Σεΐχη Σετά στην πόλη
Ντιμιάτ, και δεν ξέρω σε πόσες εκατοντάδες άλλα μέρη, όπου γίνονται τόσο θαυμαστές συνάξεις, απ’ όλες η τρανότερη
είναι στο πανηγύρι του Μοσχολουριού, αν βγάλει κανένας μονάχα τη σύναξη στο Βουνό Αραφάτ. Με δυο λόγια, αν
καταγινόμασταν να περιγράψουμε μ’ όλη τους τη σημασία τις γιορτές, τα ξεφαντώματα και τις φωνές, που γίνονται
συνέχεια και βαστάνε σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες, τούτες τις ζεστές καλοκαιριάτικες μέρες, η γλώσσα θα ’μενε
αδύναμη και το κοντύλι θα ’σπαζε και τα λόγια δεν θα ‘χαν τελειωμό. Σαν είδαμε και τούτο το μέρος, φύγαμε, μαζί με τους
συντρόφους μας, και προχωρήσαμε τέσσερις ώρες κατά τα νοτιοανατολικά».
Πηγή: www.sofades.gr

Άλλα θεσσαλικά παζάρια: Γενικά τα πανηγύρια ή παζάρια στους διάφορους
οικισμούς της Θεσσαλίας κρατούσαν οκτώ ημέρες. Μόνη εξαίρεση ήταν το πανηγύρι
του Κλοκωτού, που κρατούσε δύο μόλις μέρες. Οι κυριότερες εμποροπανηγύρεις
ήταν: Των Φαρσάλων, που άρχιζε στις 15 Αυγούστου και ήταν το πιο σημαντικό,
γιατί ήταν η εποχή αμέσως μετά τη συγκομιδή και τα αλώνια των σιτηρών. Του
Κλοκωτού, αμέσως μετά απ' αυτό των Φαρσάλων, στις 23 Αυγούστου, το

εννιαμερήτικο (της Παναγίας), που ήταν γνωστό με την ονομασία βαμβακοπάζαρο.
Εικ. (επάνω) Το εβδομαδιαίο παζάρι του Δομοκού (Γεννάδιος Βιβλιοθήκη)

Στις 23 Απριλίου λειτουργούσε το Κουμπαζάρ280 του Τυρνάβου, που ήταν ονομαστή
ζωοπανήγυρη. Το πανηγύρι στο Μοσχολούρι, όπως προείπαμε, στις 2 Μαίου (τ' Αη
Θανασού). Το πανηγύρι στην Ελασσόνα στις αρχές του Αυγούστου, του Κισσού στο
Πήλιο και της Αγιάς την 1η Σεπτεμβρίου, ανήμερα του πολιούχου της Αγίου
Αντωνίου. Μπορούμε λοιπόν να φανταστούμε ότι οι διάφοροι πλανόδιοι έμποροι
πήγαιναν από πανηγύρι σε πανηγύρι από την περίοδο του Πάσχα μέχρι και το
φθινόπωρο. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Λάρισα δεν είχε εμποροπανήγυρη γιατί
υπήρχε συνεχής αγορά.
Εβδομαδιαίες αγορές: Οι σημαντικότερες εβδομαδιαίες εμποροπανηγύρεις, κάτι
280. Κουμ στα Τουρκικά σημαίνει άμμος. Ονομάστηκε έτσι γιατί οι έμποροι παρέτασσαν τα προϊόντα τους στις
αμμώδεις όχθες του Τιταρήσιου ποταμού, στην είσοδο του Τυρνάβου.

σαν τις σημερινές λαϊκές αγορές, γίνονταν στη Λάρισα (αρχικά κάθε Κυριακή, ενώ
αργότερα κάθε Τετάρτη), στα Τρίκαλα, στα Φάρσαλα, στην Πορταριά, στο Δομοκό
(δες σχετ. εικόνα), στην Καρδίτσα και στο Ζάρκο.

Η΄ Το εμπόριο και οι εμπορικές διασυνδέσεις των Θεσσαλών με την Αν.
Μεσόγειο και την Ευρώπη
Γενικά: Οι κάτοικοι των περιοχών που ασχολούνταν με τη βιοτεχνία και το
εμπόριο είχαν δημιουργήσει τα δικά τους δίκτυα επικοινωνίας αλλά και
συγκοινωνίας με τη Μικρά Ασία, τη Οδησσό, την Αλεξάνδρεια, τη Μολδοβλαχία,
την Ιταλία (Τεργέστη), το Κάιρο και την Αλεξάνδρεια, και τις πόλεις της
Αυστρουγγαρίας Πέστη, Βιέννη, κ. α. Έτσι ιδρύθηκαν σε διάφορες πόλεις του
εξωτερικού εμπορικοί οίκοι, ακόμα και οργανωμένες παροικίες από Ραψανιώτες,
Αμπελακιώτες, Αγραφιώτες, Ζαγοριανούς και πολλούς άλλους Θεσσαλούς. Έτσι με
τις θεσσαλικές και τις υπόλοιπες ελληνικές παροικίες του εξωτερικού εμφανίζεται
ξανά ο (νεο)ελληνικός πολιτισμός έξω από τα στενά όρια της αρχαίας κοιτίδας του.
χαρακτηριστικό παράδειγμα εμπορικής εξωστρέφειας αποτελεί ο συνεταιρισμός των
Αμπελακίων, στο οποίον θα αναφερθούμε πιο κάτω.
Η ανάπτυξη του λιμανιού του Βόλου: Εξαιτίας της ανάπτυξης της γεωργίας, κατά
τον 19ο αιώνα, δόθηκε ώθηση και στο εμπόριο. Το 1840 ο Βόλος έγινε σημαντικό
διαμετακομιστικό εμπορικό λιμάνι κυρίως για τα προϊόντα μεταξιού. Για το 1852
έχουμε την πληροφορία ότι το εξαγωγικό εμπόριο από το λιμάνι του Βόλου ήταν της
τάξης των 3 εκατομμυρίων Γαλλικών φράγκων, ενώ το αντίστοιχο εισαγωγικό της
τάξης των 1,8 εκατομμυρίων φράγκων281. Το 1852 ιδρύθηκε και Αυστριακό
προξενείο στο Βόλο, καθώς και πρακτορείο της ατμοπλοϊκής αυστριακής εταιρείας
Lloyd. Έκτοτε παρατηρείται μια στενή εμπορική σχέση του λιμανιού του Βόλου με
την Αυστρία (Αυστρουγγαρία), μάλιστα, στο σπουδαιότερο εμπορικό λιμάνι της
Αυστρίας, την Τεργέστη, υπήρχε ένα κατάστημα “αποικιακών”, των αδελφών
Αφεντούλη, που είχε το αποκλειστικό προνόμιο της εισαγωγής προϊόντων από το
λιμάνι της Θεσσαλίας. Λίγα έτη αργότερα, το 1856, ιδρύθηκαν αντίστοιχα στο Βόλο
προξενεία της Γαλλίας και της Αγγλίας. Μάλιστα οι Γάλλοι , για να μην μειονεκτούν
έναντι της Αυστρίας, ίδρυσαν το δικό τους ναυτιλιακό πρακτορείο.
Ο J. J. Bjiörnståhl για τη φορολόγηση του εμπορίου στο Βόλο
“Σχετικά με το εμπόριο του Βόλου, που και γι' αυτό ενδιαφέρθηκα, έλαβα τις ακόλουθες πληροφορίες.
Από το Βόλο και τα περίχωρα εξάγουν 30 ως 35.000 οκάδες μετάξι, που πληρώνεται με 10 ως 11
πιάστρα η οκά, κάποτε και περισσότερο. Το μετάξι αυτό πηγαίνει στην Ολλανδία, στην Αγγλία, στη
Γένοβα και το Λονδίνο. Χρησιμοποιείται μόνο για χοντρά υφαντά. Μικρότερη ποσότητα στέλνουν στη
Γαλλία, αφού το μετάξυ αυτό δεν κάνει για λεπτά υφάσματα. Τον τελωνιακό φόρο τον πλρώνει ο
αγοραστής: οι Γάλλοι πληρώνουν 3 στα εκατό, οι Τούρκοι 4 και οι Έλληνες, οι Αρμένιοι και οι
Εβραίοι, ή ραγιάδες πληρώνουν 5. Ακόμα πληρώνουν και κάποιο άλλο δόσιμο, το λεγόμενο
“μιζανχαρίρ”, που εδώ είναι 6 παράδες στην οκά. (...) Από δω βγαίνουν και μεγάλες ποσότητες
βαμβακερά νήματα για τη Ρωσία τη Βενετία κ.α.”
J. J. Bjiörnståhl Το οδοιπορικό της Θεσσαλίας
1779, μτφρ. Μεσεβρινός, εκδ. “Τα τετράδια του Ρήγα”, α΄ έκδοση, Θεσ/κη, 1979, σσ.61-2.
281. Ι. τ. Ε. Ε., τόμος ΙΒ΄, σ.400.

Εμπορικά εξαγώγιμα προϊόντα της Θεσσαλίας:Τα κυριότερα προϊόντα της
περιοχής, που στη συντριπτική πλειοψηφία τους εξάγονταν από το λιμάνι του Βόλου
ήταν δημητριακά, λάδι, ζώα, δέρματα και κερί για τα λιμάνια της Ιταλίας και της
Αυστρίας, δημητριακά, λάδι, ξυλεία και καπνά για την Αίγυπτο και την Τουρκία.
Άλλα εξαγώγιμα προϊόντα ήταν κουκούλια, φρούτα, υφάσματα από τον Αλμυρό και
την Πορταριά και άλλα. Αξίζει να αναφέρουμε ότι εξαγωγή ξυλείας γινόταν και από
άλλα μικρολίμανα της Θεσσαλίας, όπως το Καμάρι, η Καρίτσα, κ.α.
Εισαγωγές στη Θεσσαλία: Αντίθετα τα προϊόντα που εισάγονταν μέσω του
βολιώτικου λιμανιού ήταν αποικιακά, ζάχαρη, καφές και ρύζι από την Αυστρία,
σίδηρος και βαμβάκι, μιας και το ντόπιο δεν ήταν αρκετό για τις βιοτεχνίες, από την
Αγγλία, ακατέργαστα δέρματα από τη Γαλλία καθώς και διάφορα εργαλεία ή γυάλινα
οικιακά αντικείμενα από την Αυστρία ή την Αγγλία.
Εμπόριο εντός της Θεσσαλίας: Οι πρώτοι εμπορικοί οίκοι ελληνικού
ενδιαφέροντος στο Βόλο ήταν οι επιχειρήσεις του Γ. Καρτάλη και των Ν. και Απ.
Κοκωσλή. Η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, της Εκδοτικής Αθηνών, δίνει για την
εποχή εκείνη στο Βόλο τον τίτλο της “αποθήκης του θεσσαλικού εμπορίου”. Στο
εσωτερικό της Θεσσαλίας, και καθ' όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας, τα κύρια
εμπορικά κέντρα ήταν η Λάρισα και τα Τρίκαλα. Δευτερεύουσας σημασίας ήταν τα
εμπορικά κέντρα του Αλμυρού, των Φαρσάλων και της Καρδίτσας. Από τα ορεινά
χωριά εξορμούσαν οι αγωγιάτες, “κυρατζήδες” όπως λέγονταν, και από τα εμπορικά
της Λάρισας και των Τρικάλων μετέφεραν τα εμπορεύματα στα Ιωάννινα, στο
Μοναστήρι ή ακόμα και στην Τεργέστη. Ο βασικότερος όμως παράγοντας που
βοήθησε στην ανάπτυξη του εμπορίου της Θεσσαλίας ήταν τα παζάρια, στα οποία
αναφερόμαστε σε ξεχωριστή ενότητα.
Προβλήματα του εσωτερικού θεσσαλικού εμπορίου. Α΄ οι δρόμοι: τα
βασικότερα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι έμποροι ακόμα και κατά τον 19ο
αιώνα, στη Θεσσαλία ήταν η έλλειψη μεταφορικών μέσω, η ακαταλληλότητα των
δρόμων και η ληστεία. Οι πιο καλοί δρόμοι είχαν κατασκευαστεί από τον Αλή πασά,
αλλά με την πάροδο των χρόνων αυτοί είχαν εγκαταλειφθεί στην τύχη τους. Σπάνια
βρίσκουμε αραμπά δες στη Θεσσαλία, ενώ τα μουλάρια είναι σχεδόν το
αποκλειστικό όχημα μεταφοράς των προϊόντων. Οι δρόμοι ήταν στενοί και κατά το
μεγαλύτερο διάστημα του έτους λασπωμένοι. Ο μόνος δρόμος που διατηρούνταν σε
σχετικά καλή κατάσταση ήταν η κεντρική αμαξιτή οδός που ξεκινούσε από το Βόλο
και αφού περνούσε τη Λάρισα, τα Τρίκαλα, την Καλμπάκα και το Μέτσοβο,
κατέληγε στα Γιάννινα. Ένας δεύτερος, μάλλον λιγότερο καλός δρόμος ήταν η οδός
που οδηγούσε από τη Λάρισα στη Θεσσαλονίκη. Πάντως κύριο χαρακτηριστικό
των μετακινήσεων ήταν η αργοπορία. Έτσι ένας έφιππος χρειαζόταν περί τις 13 ώρες
για τη διαδρομή Λάρισα – Βόλος, και 40 ώρες από το Βόλο στα Γιάννινα.
Β΄ Η ληστεία: Μεγάλο πρόβλημα αντιμετώπιζαν οι έμποροι, κυρίως κατά την
τελευταία περίοδο της Τουρκοκρατίας, από τους ληστές. Κύριος λόγος ανάπτυξης της
ληστείας ήταν η γειτνίαση της Θεσσαλίας με τα τότε σύνορα Ελλάδας και Τουρκίας,
που επέτρεπε τους ληστές να περνούν από τη μία χώρα στην άλλη, ανάλογα με το
ποιος τους καταδίωκε. Οι πιο πολλοί από τους ληστές, που ήταν Έλληνες πρώην
επαναστάτες, εξαθλιωμένοι και καταχρεωμένοι αγρότες, αλλά και Αρβανιτόβλαχοι,
Τούρκοι και Αλβανοί (κυρίως Γκέκηδες), συγκροτούσαν ομάδες, ληστρικές

συμμορίες καλύτερα, και τρομοκρατούσαν πολλά, κυρίως ορεινά, χωριά, όπως τη
Ραψάνη, την Κρανιά Ολύμπου, την Καρυά, το Νεζερό (Καλλιπεύκη), χωριά που
φορολογούνταν κανονικά282 από τις συμμορίες. Πολύ συχνά οι ληστές έστηναν
ενέδρες σε δύσβατες περιοχές των βασικών δρόμων στα καραβάνια των εμπόρων και
των κυρατζήδων, ή χτυπούσαν πλούσιους μπέηδες Έλληνες ή Τούρκους. Γι' αυτό
ίσως το λόγο, οι ελληνικής καταγωγής ληστές έχαιραν της εκτίμησης του
μεγαλύτερου τμήματος του φτωχού πληθυσμού της Θεσσαλίας. Η κυριότερη όμως
μορφή ληστείας ήταν αυτή των ατάκτων Αλβανών, που η οθωμανική κυβέρνηση
τους είχε εμπιστευτεί τη φύλαξη των παραμεθορίων περασμάτων της Θεσσαλίας. Οι
Αλβανοί αυτοί έγιναν μάστιγα κατά την περίοδο που η τουρκική κυβέρνηση
μελετούσε την αντικατάστασή τους με οργανωμένο σώμα χωροφυλακής (1862).
τέλος ... σπουδαίες επιδόσεις στις λεηλασίες έδειξαν κα οι λιγοστοί Κιρκάσιοι της
περιοχής.
Άλλοι παράγοντες που επέδρασαν αρνητικά στην ανάπτυξη του ενδοθεσσαλικού
εμπορίου ήταν οι συχνές επιδημίες, η πλημμύρες του Πηνειού και των παραποτάμων
του, οι ξηρασίες και οι επαναστάσεις των Ελλήνων υποδούλων. Είναι
χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους
καταστράφηκαν κατά την επανάσταση του 1854 περί τα 200 θεσσαλικά χωριά.
Θ΄ Το παράδειγμα της οργάνωσης του Συνεταιρισμού (κοινοπραξίας) των
Αμπελακίων
Α΄ Η κωμόπολη: Για τη χρονολογία ιδρύσεως των Αμπελακίων δεν μπορούμε να
είμαστε σίγουροι. Ο Ν. Βέης αναφέρει283 πως πιο πιθανή είναι η παράδοση, σύμφωνα
με την οποία τα Αμπελάκια κατοικήθηκαν από τους κατοίκους του υστεροβυζαντινού
Λυκοστομίου, που βρίσκονταν πιθανότατα κάπου στην κοιλάδα των Τεμπών, κοντά
στο κάστρο της Ωριάς, που έψαχναν να βρουν έναν τόπο πιο ασφαλή, εξαιτίας των
επιδρομών. Αυτό, σύμφωνα πάντα με τον Ν. Βέη, έγινε πριν το 1700. Ο Ν.
Κουκκίδης πιστεύει284 ότι τα Αμπελάκια ή συνοικίστηκαν από κατοίκους της
Ραψάνης και της Ζαγοράς ή από κατοίκους του Λυκοστομίου. Ο Ηλίας Γεωργίου285
πιστεύει ότι ο Ν. Βέης σφάλλει στην άποψή του περί της χρονολογίας ιδρύσεως των
Αμπελακίων και για επιβεβαίωση της άποψής του ότι ο οικισμός δημιούργηθηκε
εκατό χρόνια νωρίτερα, περί το 1600, δημοσίευσε ενθυμήσεις και επιγραφές από
ναούς του χωριού που αναφέρονται στην περίοδο 1585-1651. Σύμφωνα με
οθωμανικά κείμενα, που ήρθαν τα τελευταία χρόνια στο φως, τα Αμπελάκια
συμπεριλαμβάνονταν στην πρώτη τουρκική απογραφή που διενεργήθηκε την περίοδο
1454-5. Πάντως μια παράδοση του χωριού, που μας διασώζουν ο Ι. Λεονάρδος286 και
ο Μ. Αβραμόπουλος287, οι Αμπελακιώτες τος προηγούμενους αιώνες κατοικούσαν
282. Ι. τ. Ε. Ε., τόμος ΙΒ΄, σελ. 401.
283. Ν. Βέης, “Τα θεσσαλικά Αμπελάκια και τα ελληνικά γράμματα”, εφημ. Η Πρωία, 22/8/1943.
284. Ν. Κουκκίδης, Το πνεύμα του συνεργατισμού των νεώτερων Ελλήνων και τ' Αμπελάκια, ο πρώτος συνεταιρισμός
του κόσμου, Αθήναι 1948, σ.18.
285. Η. Π. Γεωργίου, Ιστορία και συνεταιρισμός των Αμπελακίων, Αθήναι 1951, σσ. 8-10.
286. Λεονάρδος Ι. Α., Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία, εισαγωγή, σχ., επιμέλεια, Κ. Σπανός, εκδ. Θετταλός,
Λάρισα 1992.
287. Μ. Π. Αβραμόπουλος, Τα θεσσαλικά Αμπελάκια, Θεσσαλονίκη 1961, σ. 6.

στη θέση Παλιοχώρι, μισή ώρα με τα πόδια από τον Άγιο Γεώργιο προς το βουνό.

Εικ. Η έδρα της επισκοπής στα Αμπελάκια. Η πλάκα του επισκ. Διονυσίου στο
υπέρθυρο της εισόδου (Κοικ)

Οι κάτοικοι αυτού του χωριού αναγκάστηκαν να αλλάξουν τη θέση του χωριού τους
επειδή ένα περίεργο και φαρμακερό έντομο (ίσως αράχνες μαρμάγκες) τους
τσιμπούσε και πέθαιναν288. Στη νέα θέση του οικισμού οι κάτοικοι είχαν παλιότερα
τα αμπέλια τους, γι' αυτό, προφανώς, και η ονομασία Αμπελάκια. Στα Αμπελάκια δεν
κατοίκησαν ποτέ Τούρκοι και οι Χριστιανοί κάτοικοι του χωριού είχαν προνόμια.
Σύμφωνα με τον Γιάννη Κορδάτο289, το χωριό ήταν ιδιοκτησία της Ι. Μ. Του Αγίου
Δημητρίου Στομίου, και σύμφωνα με τον ίδιο ιστορικό, σ' αυτό οφείλονταν τα
προνόμια που απολάμβαναν οι κάτοικοί του. Το 1796 οι Οθωμανοί κάτοικοι του
γειτονικού Δερελί (Γόννοι) επιτέθηκαν με τρεις χιλιάδες οπλοφόρους εναντίον των
Αμπελακιωτών, μάλλον εξαιτίας κτηματικών διαφορών. Αυτό δείχνει και τη
ζηλοφθονία των Τούρκων για την ευμάρεια των κατοίκων των Αμπελακίων. Τελικά η
μόνη ζημία για το χωριό ήταν ο εμπρησμός δυο-τριών σπιτιών και του ανεμόμυλου
του χωριού290. Ο πληθυσμός του χωριού στα τέλη του 18ου αιώνα και στις αρχές του
19ου κυμαίνονταν από δύο ως πέντε χιλιάδες κατοίκους (ανάλογα με τους περιηγητές
της εποχής).
Β΄ Η τέχνη της κοκκινάδικης βαφής: “Αυτή η χώρα πρωτύτερα από ολίγα χρόνια
δεν ήταν τίποτες,τώρα όμως είναι ακουστή και πλούσια διά τα εξαίρετα νήματα όπου
βάφονται εις αυτήν και δια το εμπόριο όπου κάμνουν οι ίδιοι με αυτά εις όλη τη
Γερμανία, και οι ίδιοι οι Τούρκοι οι Λαρισσαίοι και μάλιστα οι περίοικοι της τη
σέβονται διά το κέρδος όπου έχουν από αυτήν, ωσάν όπου διά μέσου αυτής πουλούν τα
νήματά τους και ζουν.291” Έτσι η άσημη κωμόπολη της κοιλάδας των Τεμπών,
μεταμορφώθηκε σε ξακουστή εξαιτίας της επεξεργασίας των νημάτων και κυρίως της
βαφής των κόκκινων νημάτων με το ριζάρι. Την τεχνική της επεξεργασίας του
βαμβακιού και της βαβής των παραγόμενων νημάτων την έφεραν Τυρναβίτες
288. Ν. Κ. Μουτσόπουλος, “Τα θεσσαλικά Αμπελάκια” Επιθεώρησις Ηώς, αφιέρ. Θεσσαλία, 1966, σ.119.
289. Γ. Κορδάτος, Τ' Αμπελάκια κα;ι ο μύθος για το συνεταιρισμό τους, σσ. 21-22.
290. Λεονάρδος Ι. Α., ό. π., σ. 144.
291. Δ. Φιλιππίδης- Γρ. Κωνσταντάς, Γεωγραφία Νεωτερική, Βιέννη 1791, σ. 214.

τεχνίτες292. Αυτή η τελευταία άποψη δείχνει να αμφισβητείται διότι σε διάφορα
κείμενα (ιεροσολ. Κώδικας, κ.α.), τεχνίτες της βαφής υπήρξαν καταγεγραμμένοι στα
Αμπελάκια και στα μέσα του 17ου αιώνα. Απ' αυτούς διαδόθηκε στη Ραψάνη, τα
Αμπελάκια, την Κρανιά Ολύμπου, κ. α. Αυτός όμως που έδωσε πραγματική ώθηση
στη βιοτεχνία της κωμόπολης ήταν ο Αμπελακιώτης Γεώργιος Σβαρτς (Μαύρος), που
ζούσε από μικρό παιδί στη Γερμανία. Από τα πλούτη που συγκέντρωσε στην
ξενιτειά, επένδυσε μεγάλο μέρος στα πρώτα νηματοβαφεία της πατρίδας του και
οργάνωσε την εξαγωγή των προϊόντων στη Γερμανία. Η πρώτη ύλη ήταν φυσικά το
βαμβάκι που το προμηθεύονταν κυρίως από τη Θεσσαλία. Η επεξεργασία του
βαμβακιού, καθάρισμα, άσπρισμα, γνέσιμο κ. α., γινόταν από γυναίκες του χωριού,
ενώ οι άνδρες συγκέντρωναν την πρώτη ύλη από διάφορα μέρη της Θεσσαλίας και
τα συγκέντρωναν σε δέματα. Στη βαφή των παραγόμενων νημάτων έδιναν μεγάλη
προσοχή οι Αμπελακιώτισσες. Το μυστικό της επιτυχίας τους ήταν το ανεξίτηλο
κόκκινο χρώμα. Αυτό επιτυγχάνονταν με τη χρήση μιας φυσικής ουσίας, που έβγαινε
από ένα αυτοφυές φυτό, ενδημικό στην κοιλάδα των Τεμπών, το οποίο λέγονταν
ριζάρι. Η επιστημονική ονομασία του φυτού ήταν ερυθρόδανο. Από τη ρίζα αυτού
του φυτού έβγαζαν κατόπιν αλέσματος σε ειδικές μυλόπετρες (δες φωτ.), σε
αλογοκίνητους μύλους (Leake) μια κόκκινη χρωστική ουσία που λέγεται αλιζαρίνη.

Εικ. Μυλόπετρα για ριζάρι έξω από τον Ι. Ν. Αγίων Ταξιαρχών στην Κρανιά του
Ολύμπου, απέναντι από τα Αμπελάκια. Στο χωριό αυτό λειτουργούσε
εργαστήριο εξαρτημένο από το συνεταιρισμό των Αμπελακίων.(Κοικ)

Οι αρχαίοι πρόγονοι των Αμπελακιωτών, οι κάτοικοι της γειτονικής Μελίβοιας,
ασχολούνταν επίσης με τη βαφή ερυθρών, πορφυρών, υφασμάτων, αλλά η πρώτη
ύλη τότε ήταν η θαλάσσια πορφύρα293. Το ριζάρι έπαψε να χρησιμοποιείται το 1870,
έτος κατά το οποίο παρήχθη χημικά, για πρώτη φορά, από Γερμανούς επιστήμονες η
αλιζαρίνη. Σύμφωνα με το γνωστό μας περιηγητή Ληκ τα στάδια της βαφής ήταν
τρία. Πρώτα το άσπρισμα των βαμβακονημάτων με χρήση λαδιού, έπειτα το
μούλιασμα τους σε ένα ειδικό ζωικό υγρό (που περιείχε βοδινό αίμα και διάφορα
ζωικά γαστρικά υγρά, πιθανώς δε και σόδα) και τέλος η βαφή τους με το εκχύλισμα
292. Γ. Κορδάτος, ό. π., σ.37.
293. Κ. Α. Οικονόμου, Η Λάρισα και η θεσσαλική Ιστορία, τόμος Β΄, Λάρισα 2007, σ. 53 και σημ. 25.

του ριζαριού. Η μέθοδος αυτή της βαφής των νημάτων πέρασε από Έλληνες βαφείς
και στο Μονπελιέ της Γαλλίας, κι από 'κει σ' όλη τη Δυτική Ευρώπη. Με τη
βιομηχανική επανάσταση στην Ευρώπη και την ανάπτυξη των χημικών βαφών, η
βιοτεχνία της Συντροφιάς των Αμπελακίων άρχισε να γνωρίζει δύσκολες μέρες, για
να παρακμάσει και να διαλυθεί, με τη χρεωκοπία, εν τέλει.
Γ΄ Η κοινοπραξία ή “Συντροφιά” (ο Συνεταιρισμός): Στα Αμπελάκια είναι
σίγουρο ότι λειτουργούσαν μεμονωμένα βαφεία ακόμα και πριν το 1770. η
εκμετάλλευση των παραγόμενων νημάτων γινόταν από απλές Εταιρίες, “συντροφιές”
που τα έστελναν στην Αυστρία και τη Γερμανία. Η συνένωση αυτών των μικρών
εταιριών επιτεύχθηκε το 1778. σύμφωνα με τον Ι. Λεονάρδο οι αρχικές εταιρίες ήταν
πέντε. Πάντως μ' αυτή τη συνένωση κερδήθηκαν οικονομίες κλίμακας. Έτσι
μπορούσαν να έχουν κοινούς αντιπροσώπους στο εξωτερικό, κοινούς εμπόρους,
κεντρικούς συντονιστές για την αγορά πρώτων υλών, κ. α., καθώς και να αποφευχθεί
ο προϋπάρχων μεταξύ τους ανταγωνισμός. Το βασικό σημείο του κανονισμού
λειτουργίας της Συντροφιάς ήταν η καταβολή μετοχικού κεφαλαίου ανάλογα με τις
δυνατότητες του κάθε μετόχου. Έτσι το ελάχιστο μερίδιο ορίστηκε στα 5.000 γρόσια,
ενώ το ανώτερο 20.000. Η θέσπιση του ανώτερου ορίου έγινε για να μην μπορεί
κανείς, όσο μεγάλης οικονομικής επιφάνειας κι αν ήταν, να κυριαρχήσει στην
κοινοπραξία. Οι απλοί εργάτες είχαν κι αυτοί δικαίωμα να συμμετάσχουν στο
μετοχικό κεφάλαιο κατέχοντας πολλοί απ' αυτούς κοινή μερίδα, και συνεισφέροντας
φυσικά αναλογικά μικρότερα κεφάλαια. Έτσι εκτός από τον καλό μισθό που
έπαιρναν απολάμβαναν και τα ετήσια μερίσματα που είχαν οριστεί σε 10 τοις εκατό !
Αργότερα οι προεστοί και ζάμπλουτοι Δρόσος Χατζή Ίβος και Σφόρτζης με
περιουσίες της τάξης των 10.000.000 γροσίων ο καθένας, συγκέντρωσαν στα χέρια
τους “την οικονομική δύναμη της εταιρείας και κάθε διαχειριστική ευθύνη και το
χειρότερο ήταν ότι δεν υπήρχε καμιά εξασφάλιση για τις καταθέσεις των μικρών
κεφαλαιούχων και των εργατών294”. Έτσι άρχισαν να παρατηρούνται διαχειριστικές
ανωμαλίες και σε συνδυασμό με τις συχνές υπεξαιρέσεις κοινού χρήματος και τις
διχόνοιες μεταξύ των μελών οδήγησαν σε διάλυση την “Κοινή Συντροφιά”.
Οι Δημητριείς για τα ελαττώματα των Αμπελακιωτών
“Οι Αμπελακιώται έχουν φήμη και πίστη (...). Είναι όμως κομμάτι ασύμφωνοι, και κρίμα στα τόσα
άλλα που έχουν! Διά τι αυτό το ολέθριο γέννημα της βαρβαρότητας τους βλάπτει καθ' εκάστην εν
μέρει, και ημπορεί να τους βλάψει και ολικώς”
Δανιήλ Φιλιππίδης-Γρηγόριος Κωνσταντάς,
Γεωγραφία Νεωτερική, Βιέννη 1791, σ. 242.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι τα προφητικά λόγια των Δημητριαίων βγήκαν σύντομα
αληθινά. Το 1795 διαλύθηκε προσωρινά η Κοινή Συντροφιά, εξαιτίας των
εσωτερικών έριδων των μελών καθώς και μιας δίκης για χρήση κλεμμένου
βαμβακιού που ταλαιπώρησε την Συντροφιά. Πάντων στο τέλος του ίδιου χρόνου η
κοινοπραξία ξανασυστάθηκε. Τη διοίκηση πλέον απαρτίζουν ο Γεώργιος Σβαρτς, ο
Ευθύμιος Δημητρίου και ο Ιωάννης Γαργούλης. Το 1798 διασπάστηκε η συντροφιά
εξαιτίας των Ναπολεόντιων πολέμων, της ακρίβειας των πρώτων υλών, η εμπόδιση
των συναλλαγών με τη Ρωσία και ο συναγωνισμός με τους Εβραίους 295. Το 1799, με
την επανίδρυση της Εταιρείας, αρχίζει η τελευταία φάση του αμπελακιώτικου αυτού
συνεταιρισμού που, οριστικά το 1814, διέκοψε τη λειτουργία του. αξίζει να
294. Ν. Κ. Μουτσόπουλος, ό. π., σ. 154.
295. Ν. Κ. Μουτσόπουλος, ό. π., σ. 162.

σημειωθεί ότι ο Σβαρτς φυλακίστηκε για χρέη δυο φορές: Μία από τον Αλή πασά
στα Γιάννινα και μια στη Βιέννη, μετά το 1818, όπου έμεινε ως το θάνατό του.
Εικ. Διακοσμητικές παραστάσεις στο σοφά του κρεβατιού από το αρχοντικό του Σβαρτς.

Γράμμα του Γ. Σβαρτς από τη Βιέννη, λίγο πριν φυλακιστεί, προς τη σύζυγό του στα
Αμπελάκια (14/8/1818) και η απάντηση της συζύγου του (21/12/1818)
“Αμπελάκια, προς τη σύζυγό μου Αρχόντου Γιόργινα, ακριβός ασπάζομαι. Αποκρίνομαι την γραφήν
σου. Χάρηκα την καλήν σας ειγίαν και εκατάλαβα διά την δυστυχίαν όπουν τραβάτι, δεν έχεται
ιγίαν και ησιχίαν από τους ανθρώπους από κάθε μέραν σας στινοχορούν από δοσίματα της χόρας
και δεν σας αφίνουν κάθε όραν (...) ο Θεός να σας δώση υγίαν και δύναμιν. Δόξα σοι ο Θεός, πρέπει
να τον δοξάσωμεν. Από τις αμαρτίες μας τα παθένουμε. Δόξα σοι ο Θεός. Όλα τα ενθιμούμε και
αναστενάζου. Ενθιμούμε πρότον τον κόζμον μου και δεύτερον τα καλά μου, όπι τιραγνίστικα από
πεδί και τα απόχθισα χωρίς να εύρο από γονείς τίποτας και κατίντισα τόρα εις τα γεράματα να
τιραγνιούμι και να αναστενάζου. Βλέπο εις την ακρίβιον από ίνι εις το αλεύρι να προφτάσιτι το
δόσιμον κοίτα το ψομί (...)με λέγις να σιστίλου παράδες να αποκριθίς εις το έναν και εις το άλο. Να
μη τιραγνίσι με τα γιαλιά να γνέθις με παρακαλίς εγώ σέγραψα και άλιν φορά δεν είχα τίποτας εις
το χέρι μου και δεν έστιλα ο Θεώς να μι πάρι την ψυχήν μου τι να σιπώ αν ίσι χριστιανί πίστεψέ μι
(...) μι λέγις να σικοθό να έρθο αυτού καθός ζουν όλος ο κόζμος και εγό σαν έρθο να μι
φιλακώσουν οι κανα ανανγγέον να πιθάνου (...)”
Και η απάντηση:
”εγνορήζο ότις η αμαρτίες μας μας πεδέβουν εις τα γηράματά μας, ας μας πιδεύσι εδό ης τούτον
τον κόσμον και εις τον άλον να έβρομη ανάπαυσιν διατί, τον ευφτιξάμε πολή και μας πεδέβη (...)
Κυρ γεόργι εγνουρήζο ότι αγαπάς την πατρίδα όμως σε παρακαλό να κάμης τρόπον να διορθώσιτην
τα πράγματά σας (...) διατί δεν ημπορό να ηποφέρο πλέον τα βάρητα του κόσμου, να ακούγο τόσα
και τόσα όσι φλιαρούν και δεν ημπορό να τα ηποφέρο (...).
Ν. Κ. Μουτσόπουλος,
“Τα θεσσαλικά Αμπελάκια”, Επιθ. ΗΩΣ, αφιερ. ΘΕΣΣΑΛΙΑ, Αθήναι 1966, σσ. 164,5.

Οι κυριότεροι προορισμοί των προϊόντων της Συντροφιάς των Αμπελακίων ήταν:
τα Γιάννενα, η Κων/λη, η Θεσσ/κη, η Σμύρνη, η (Βουδα)Πέστη, η Τεργέστη, η
Λειψία, η Δρέσδη , το Μπαϋρόιτ, το Αμβούργο, η Οδησσός, το Κισνόβ (Μολδαβία),
η Λυών, η Ρουέν, το Άμστερνταμ, πόλεις της Αγγλίας, η Πετρούπολη, πόλεις της
Βοημίας (Τσεχία), το Καίνιξμπεργκ (Πρωσία, σήμερα ανήκει στη Ρωσία), και σε
πολλές
άλλες
μικρότερες
πόλεις.
Δ΄ Η παρακμή: Ας δούμε τα αίτια της παρακμής της Αμπελακιώτικης Συντροφιάς
που ήταν πολλά. Πρώτος λόγος ήταν οι φιλονικίες και οι αντιπάθειες μεταξύ των
συμμετόχων, καθώς και ο πολυδάπανος τρόπος ζωής τους. Δεύτερος λόγος ήταν οι
καταχρήσεις κάποιων αντιπροσώπων, κυρίως του εξωτερικού. Τρίτος λόγος ήταν οι
ταραχές από τις αυξανόμενες απαιτήσεις των απλών εργατών-τεχνιτών, που

διεκδικούσαν υψηλότερη συμμετοχή στα κέρδη, που έφταναν χρόνο με το χρόνο από
60 ως 110 τοις εκατό. Τέταρτος λόγος ήταν η ανακάλυψη των τεχνητών χρωστικών
ουσιών. Πέμπτος λόγος ήταν η έναρξη της Βιομηχανικής Επανάστασης στην Αγγλία,
και ο αυτοματισμός των εργοστασίων που επακολούθησε. Έκτος λόγος ήταν η
επιδημία πανούκλας των μέσων της δεύτερης δεκαετίας του 19ου αιώνα. Έβδομος
λόγος ήταν οι ευρωπαϊκές πολεμικές συγκρούσεις, Ρωσοτουρκικοί και Ναπολεόντιοι
πόλεμοι. Και τέλος όγδοος και τελευταίος λόγος ήταν η χρεοκοπία της Τράπεζας της
Βιέννης στην οποία οι Αμπελακιώτες είχαν αποθησαυρίσει 20.000.000 χρυσά
φράγκα, ποσό αμύθητο για την εποχή.

Εικ. Όψεις του αρχοντικού του Γ. Σβαρτς (Κοικ.)
Εικ. Ο Άγιος Γεώργιος Αμπελακίων (είσοδος-τοιχογραφίες) (Κοικ)

Ο Ρογών Ιωσήφ. Ο ηρωικός επίσκοπος από τα Αμπελάκια: Ο ήρωας της
Εξόδου του Μεσολογγίου, Ιωσήφ, γεννήθηκε στα Αμπελάκια το 1776. Φοίτησε στην
Τσαριτσάνη, ενώ το 1814 συνελήφθη από ανθρώπους του Αλή πασά, λόγω της
πατριωτικής του δράσης και φυλακίστηκε στα Γιάννινα. Όταν απελευθερώθηκε
μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Το 1820, ενώ ήταν ήδη ιερέας, χειροτονήθηκε από
τον μητροπολίτη Άρτας Πορφύριο επίσκοπος Ρογών και Κοζύλης (στην περιοχή
της Πρέβεζας). Με την έναρξη της Επανάστασης φυλακίστηκε και πάλι από το
Χουρσίτ. Όταν ελευθερώθηκε κατέφυγε στον Καραϊσκάκη κι από εκεί στο Κομπότι
όπου συνεργάστηκε για τον Αγώνα με τον Μαυροκορδάτο. Λίγο αργότερα μαζί με το
μητροπολίτη Πορφύριο μετέβη στο Μεσολόγγι για τη στήριξη των εκεί αγωνιστών.

Εικ. Ο Ρογών Ιωσήφ. Η τελευταία Θεία Κοινωνία. Από την Πινακοθήκη του Δήμου Μεσολογγίου.
(σάρωση από τη μαθήτρια Αρετή Γαλλή του 32ου Δ.Σ. Λάρισας)

Μετά την αναχώρηση του Πορφυρίου ανέλαβε ο ίδιος μητροπολιτικά καθήκοντα και
καθημερινός του αγώνας ήταν η εξύψωση του ηθικού των πολιορκουμένων, ενώ
βοηθούσε και στην επισκευή των ρηγμάτων των αναχωμάτων. Απέτρεψε την ακραία
απόφαση των πολιορκουμένων που ήθελαν τις παραμονές της εξόδου να σκοτώσουν
τα μικρά παιδιά τους, για να μην προδοθούν από το κλάμα τους στον εχθρό. Όταν
όμως οι περισσότεροι αγωνιστές γύρισαν πίσω στην πόλη κατά τη διάρκεια της
Εξόδου, επέστρεψε και ο ίδιος και μαζί με λίγους αγωνιστές και αμάχους κατέφυγε
με πλοιάριο στη γειτονική νησίδα Ανεμόμυλος. Αφού αμύνθηκε για μια ακόμη μέρα,
το πρωινό της 13ης Απριλίου του 1826 έβαλε φωτιά στο μπαρούτι ανατινάζοντας
την ομάδα του για να μην πέσουν ζωντανοί στα χέρια του εχθρού. Μέσα στα ερείπια
οι Οθωμανοί ανέσυραν τον Ιωσήφ, τραυματισμένο βαριά, και τον κρέμασαν από τα
ερείπια του ανεμόμυλου, όπου και τελείωσε τον επί γης βίο του μέσα σε μαρτύριο.

Εικ. Η πρώτη σελίδα296 του Καταστατικού της ¨Συντροφιάς”

296. www.ambelakia.org

Ι΄ Η γεωργία και η κτηνοτροφία κατά τον 19ο αιώνα.
Η γεωργία και η κτηνοτροφία στη Θεσσαλία, έχοντας περιπέσει σε παρακμή λίγο
πριν από την Επανάσταση μέχρι και το 1830, άρχισαν στη συνέχεια να
επανακάμπτουν.
Η γεωργία: η βασικότερη καλλιέργεια στην περιοχή ήταν αυτή των δημητριακών,
κυρίως δε του σιταριού, που ήταν πάντοτε καλής ποιότητας και του καλαμποκιού,
του κριθαριού και της σίκαλης. Λίγα χρόνια αργότερα αναπτύχθηκε και η
καλλιέργεια βαμβακιού, αφήνοντας στους καλλιεργητές μεγάλα κέρδη είτε από τις
τοπικές βιοτεχνίες, κυρίως μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, είτε από
εξαγωγές, μιας και την δεκαετία του 1870 αυξήθηκαν διεθνώς οι τιμές του
βαμβακιού λόγω του αμερικανικού εμφυλίου. Κάποιοι από τους πλουσιότερους
Θεσσαλός κτηματίες άρχισαν να επενδύουν στην εισαγωγή γεωργικών μηχανημάτων,
που εκείνη την εποχή ήταν ως επί το πλείστον χειροκίνητα. Έτσι στη Ρέτσιανη
(Μεταξοχώρι) και στην Αγιά εμφανίστηκαν γύρω στο 1870 οι πρώτες χειροκίνητες
εκκοκκιστικές μηχανές, για να προλαβαίνουν τις όλο και περισσότερο αυξανόμενες
παραγγελίες από το εξωτερικό. Μεγάλη ανάπτυξη παρουσίασε και η
καπνοκαλλιέργεια, κυρίως στις περιοχές της Καρδίτσας, των Φαρσάλων της
Ελασσόνας και του Αλμυρού (ο ονομαστός σαρί “αλμυριώτικος”). Άλλες
σημαντικές καλλιέργειες ήταν της ελιάς στο Πήλιο, όπου κυριαρχούσαν γενικά οι
καλλιέργειες οπωροφόρων δέντρων, όπως μηλιών, αχλαδιών, κερασιών, συκιών,
εσπεριδοειδών και καστανιών. Από αυτά τα προϊόντα φημισμένα ήταν τα σύκα του
Κεραμιδίου και τα κάστανα Ζαγοράς που πωλούνταν στις αγορές της
Θεσσαλονίκης, της Κων/λης και της Σμύρνης. Άλλη σημαντική, αν και ξεχασμένη
σήμερα καλλιέργεια, ήταν
αυτή του σουσαμιού. Το σουσάμι αφού σακιζόταν,
αποστέλλονταν στον ειδικό μύλο του Τουρκοχωρίου (Νερόμυλοι Αγιάς), όπου και
εξάγονταν το σουσαμέλαιο (ταχίνι) που ήταν απαραίτητο για τη διατροφή των
φτωχών Θεσσαλών, μιας και το λιγοστό την εποχή εκείνη ελαιόλαδο είτε εξάγονταν
είτε χρησιμοποιούνταν για το φωτισμό των κατοικιών. Μετά την είσοδο της πατάτας
στις διατροφικές συνήθειες των κατοίκων της τότε ελεύθερης Ελλάδας, άρχισε, από
το 1850, και η καλλιέργειά της στα ορεινά της Θεσσαλίας.
Η σηροτροφία: Μετά τα μέσα του ίδιου αιώνα άρχισε και η ανάπτυξη της
σηροτροφίας που συνοδεύτηκε από αυξημένες εξαγωγές μεταξωτών νημάτων ή και
ακατέργαστων κουκουλιών. Η σηροτροφία αναπτύχθηκε ιδιαίτερα στα χωριά της
Όσσας, του Ολύμπου, του Πηλίου, των Αγράφων (περιοχή Ρεντίνας), του
Τυρνάβου, κ.α. Έτσι ο μεταξοσκώληκας έγινε ένα είδος “κατοικίδιου”, μιας και οι
περισσότερες οικογένειες στις προαναφερθείσες περιοχές είχαν τα “καματερά” τους,
όπως ονόμαζαν τα πολύτιμα σκουλήκια, και καλλιεργούσαν μουριές, τα φύλλα των
οποίων έτρωγαν οι μεταξοσκώληκες, ακόμα και στις αυλές τους.
Η υλοτομία: Μια σημαντική πηγή εισοδήματος για τους κατοίκους των ορεινών
περιοχών ήταν και η υλοτομία, στην περιοχή του Ολύμπου, του Πηλίου, της Πίνδου
και του Κόζιακα (Ξυλοχώρια). Η ξυλεία χρησιμοποιούνταν για διάφορες
κατασκευές, κυρίως δε για τη ναυπηγική. Εξάγονταν από τα μικρά λιμάνια της
Θεσσαλίας (Καμάρι, Φτέρη, Καρίτσα).

Η αλιεία: Εκτός από τις Σποράδες και το Τρίκερι, λίγοι από τους παράκτιους
οικισμούς είχαν οργανωμένη αλιεία. Αντίθετα πολύ σημαντική για τους κατοίκους
των Καναλίων ήταν η αλιεία στη λίμνη Κάρλα. Ο συνεταιρισμός των κατοίκων του
χωριού αυτού είχε εξασφαλίσει το δικαίωμα, από τον εκάστοτε μπέη της περιοχής,
αποκλειστικής εκμετάλλευσης του αλιευτικού πλούτου της λίμνης. Τα ψάρια αυτά
πωλούνταν στα μεγάλα αστικά κέντρα της Θεσσαλίας, όπως στη Λάρισα, τα
Τρίκαλα, ακόμα και στο Βόλο.
Οι Έλληνες ιδιοκτήτες γης κατά τον 19ο αιώνα: Από τη δεκαετία του 1850,
άρχισαν και οι χριστιανοί να αγοράζουν γαίες και να τις καλλιεργούν. Η ενθάρρυνση
σ' αυτούς για να προβούν σε τέτοιες αγορές δόθηκε κυρίως από τις εγγυήσεις που
δίνονταν με τους νόμους του Χάτι Χουμαγιούν και τους γεωργικούς νόμους του
1858 και 1868. Οι αγορές αυτές αφορούσαν τμήματα κρατικών, δεσμευμένων από
την περιουσία του Αλή, αγρών, γνωστών με την ονομασία “ιμλάκια”. Μάλιστα σε
μια έκθεση του Έλληνα προξένου στη Λάρισα, του 1863, αναφέρεται ότι είχαν
προκηρυχθεί δημοπρασίες για 68 τέτοια τσιφλίκια. Οι αγορές από Έλληνες
κορυφώθηκαν τη δεκαετία του 1870, εν όψει της προσάρτησης της Θεσσαλίας. Τη
φορά αυτή οι γαίες πωλούνταν από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες, οι οποίοι
ρευστοποιούσαν τα περιουσιακά τους στοιχεία για να καταφύγουν στο οθωμανικό
κράτος. Ο γνωστότερος Έλληνας τσιφλικάς της περιόδου ήταν ο μεγαλέμπορος από
την Οδησσό, Ζωγράφος, ο οποίος αγόρασε το 1876, 64.000 στρέμματα στη
Θεσσαλία αξίας 540.000 χρυσών δραχμών (σημερινής αξίας, περίπου, 100
εκατομμυρίων Ευρώ). Οι Έλληνες γαιοκτήμονες εφάρμοζαν τις νεώτερες, για την
εποχή, μεθόδους καλλιέργειας, κατέφευγαν σε γεωπόνους, και άρχισαν να
χρησιμοποιούν ατμοκίνητες γεωργικές μηχανές. Οι συνθήκες ζωής των κολίγων σ'
αυτά τα κτήματα, ήταν ασυγκρίτως καλύτερη και πιο άνετη από τη ζωή των
συναδέλφων τους στα οθωμανικά κτήματα.
Η κτηνοτροφία: Εκτός από τη γεωργία, η κτηνοτροφία ήταν και αυτή βασική
πηγή εισοδήματος για τους Θεσσαλούς και τους νομαδικούς πληθυσμούς που
διαχείμαζαν σ' αυτή. Η κτηνοτροφία αμνοεριφίων γινόταν κυρίως από Βλάχους και
Σαρακατσάνους νομάδες, οι οποίο και εμπορεύονταν απ' ευθείας τα προϊόντα τους
(τυρί, βούτυρο, μαλλί, δέρμα), στα εβδομαδιαία παζάρια διαφόρων περιοχών της
Θεσσαλίας. Σημαντική ανάπτυξη εξαιτίας της κτηνοτροφίας γνώρισαν πολλοί
ορεινοί και ημιορεινοί οικισμοί, όπως το Βελεστίνο, η Σελίτσανη, η Κερασιά, τα
χωριά της Γούρας (Όθρυς), αλλά και τα χωριά των Χασίων. Εκτός από τα
γιδοπρόβατα οι Θεσσαλοί εξέτρεφαν χοίρους, χήνες, βόδια, άλογα, γαϊδούρια και
ημιόνους τα οποία τα εμπορεύονταν στις ζωοπανηγύρεις των αστικών κέντρων
(Τρίκαλα, Τύρναβος, Ελασσόνα, Φάρσαλα, Μοσχολούρι, κ. α.).

ΙΑ΄ Η βιοτεχνία.
Οικοτεχνία: Μετά την παρακμή των βιοτεχνιών στα Αμπελάκια (στα οποία
αναφερθήκαμε λεπτομερώς σε προηγούμενη ενότητα), τον Τύρναβο, την Αγιά, κ. α.,
οι κάτοικοι έστρεψαν το ενδιαφέρον τους στη γεωργία και στην υποτυπώδη
οικοτεχνία. Έτσι από τα πολλά βαφεία του 18ου αιώνα στον Τύρναβο, φτάσαμε τη
δεκαετία του 1850 να υπάρχουν μόνο δύο (Heuzey 1858). Στις περιοχές που
προαναφέραμε, όπως και στη Σελίτσανη και τη Ρέτσιανη οι κάτοικοι ασχολούνταν

με την ύφανση ¨φιτιλιών” και “αλατζάδων”, που κατασκευάζονταν από μετάξι και
βαμβάκι. Στην Αγιά το κέντρο βάρους της βιοτεχνίας είχε πέσει στη βυρσοδεψία. Η
κωμόπολη διέθετε 9 εργαστήρια επεξεργασίας δερμάτων και παρήγαγε 17.000
δέρματα το χρόνο297. Έτσι ενώ την περίοδο 1840-1849, η οικονομία της Αγιάς ήταν
σε κρίση, τα χρέη των κατοίκων της μεγάλα και η αιμορραγία ανθρώπινου δυναμικού
προς το εξωτερικό μεγάλωνε μέρα με την ημέρα, τη δεκαετία που ακολούθησε
παρατηρήθηκε μεγάλη ανάπτυξη της βαμβακοκαλλιέργειας, με συνέπεια την
προώθηση της χειροτεχνίας στην περιοχή (μέχρι και την Σελίτσανη), και την
επακόλουθη οικονομική ανάπτυξη. Η χειροτεχνία αυτή, που ήταν βασικός
οικονομικός πυλώνας εισόδων για την περιοχή, περιέπεσε σε μαρασμό από το 1876
και μετά λόγω ανταγωνισμού με άλλες παραγωγικές περιοχές της ελεύθερης
Ελλάδας. Άλλη αξιόλογη βιοτεχνία υφαντών υπήρξε στο Ζάρκο με τα λευκά ή
χρωματιστά βαμβακερά πανιά (“Ζάρκινα πανιά”). Στο Πήλιο μεγάλη ανάπτυξη της
βιοτεχνίας παρατηρήθηκε τον 18ο αιώνα, ενώ κατά τον επόμενο αιώνα, μπορεί να
μην ήταν τόσο σημαντική πηγή εσόδων αλλά ήταν ακόμα σε ανάπτυξη. Αυτό μέχρι
το 1850, περίπου, χρονιά που άρχισε να μετατοπίζεται το κέντρο βάρους της
οικονομίας της περιοχής στο γειτονικό Βόλο. Στη δυτική πλευρά του Πηλίου
(Μακρινίτσα, Πορταριά), όπως και στη γειτονική Όσσα οι κυριότερες βιοτεχνίες
ήταν τα βυρσοδεψία και οι υφαντουργίες αλατζάδων και φιτιλιών, ενώ στα ανατολικά
χωριά του Πηλίου (Ζαγορά), υπήρχαν βιοτεχνίες για κάπες. Άλλες βιοτεχνίες
υπήρχαν στην Κρανιά Ασπροποτάμου, τη Σκληνιάσα, στο Λιβάδι (τσαρούχια) ενώ
στον Κλεινοβό οι κάτοικοι είχαν αναπτύξει μια πρωτότυπη βιοτεχνία: κατασκεύαζαν
χτένες από κόκαλα βουβάλων, τις οποίες εν συνεχεία πωλούσαν στα παζάρια. Οι
κάτοικοι της Λεπενίτσας και της Σελίτσανης ασχολούνταν και με την
αργυροχρυσοχοΐα (μερικές φορές μάλιστα περιόδευαν σε άλλα χωριά, γνωστοί με
την ονομασία “χρυσικοί”). Στη Γράλιστα (Ελληνόπυργο) υπήρχε βιοτεχνία
κατασκευής σαμαριών και στρωσιδιών (κιλίμια) από τραγίσιο μαλλί. Στην
Καλαμπάκα αναπτύχθηκε επίσης η υφαντουργία με αργαλειούς που ύφαιναν
μάλλινα υφάσματα κάθε χρήσης. Τέλος στον Αλμυρό κατασκευάζονταν “πανικά”,
όχι και τόσο καλής ποιότητας, ενώ στα χωριά της Όθρης (Ανάβρα, κ. α.) υφαίνονταν
οι γιάμπολες που ήταν ένα είδος βελέντζας.
Τα πρώτα εργοστάσια: Κάποιες βιοτεχνίες που άρχισαν να δημιουργούνται σε
πόλεις της Θεσσαλίας μετά τα μέσα του 19ου αιώνα αποτέλεσαν τους προδρόμους
των βιομηχανιών. Έτσι στο Βόλο μετά το 1850 άρχισε τη λειτουργία του ένα
εργοστάσιο σαπωνοποιίας, ενώ στα Λεχώνια ένα εργοστάσιο μετάξης των αδελφών
Κοκωσλή. Το 1872 Ελβετοί κατασκεύασαν και έθεσαν σε λειτουργία μια
μακαρονοποιία και ένα μεταξουργείο στην Άφησσο, ενώ οι ίδιοι επενδυτές ίδρυσαν
οινοποιία και εργοστάσιο ζυμαρικών στη Σελίτσανη298. Στην Αγιά το 1866
λειτουργούσε το πρώτο κεραμοποιείο που έκανε εξαγωγές όλη την παραγωγή του.
αξίζει να αναφέρουμε ότι ο Άγγλος πρόξενος Stuart κάνει το 1859 μια αναφορά, στην
οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι μια αγγλική εταιρεία, έχοντας πάρει τις σχετικές
άδειες, λειτουργούσε στην περιοχή της Ζαγοράς μεταλλεία αργύρου και μολύβδου.
297. Ι. τ. Ε. Ε. , τόμος ΙΒ΄, σ. 399.
298. Ι. τ. Ε. Ε. , τόμος ΙΒ΄, σ. 400.

Κεφάλαιο 16ο. Πληθυσμιακά στοιχεία των αστικών κέντρων της
Θεσσαλίας (19ος αι.)
Γενικά: Έχουμε αναφερθεί σε προηγούμενες ενότητες για την κατάσταση του
χριστιανικού πληθυσμού της Θεσσαλίας και τον βαθμιαίο εκτοπισμό του στα ορεινά
της περιοχής. Μετά από τα νομοθετήματα (Χάτι) του σουλτάνου που εκδόθηκαν το
1839 και το 1856, που εγγυώνταν την προστασία της ζωής και της ιδιοκτησίας όλων
των κατοίκων της αυτοκρατορίας, οι Έλληνες άρχισα, δειλά-δειλά στην αρχή, να
εγκαθίστανται στα αστικά κέντρα της περιοχής και στα μεγάλα κεφαλοχώρια του
κάμπου. Μαζί με τον ερχομό των Ελλήνων, αρχίσει και η οικονομική ανάπτυξη της
Λάρισας, του Αλμυρού, κ.α. Την ίδια εποχή ιδρύθηκε η πόλη του Βόλου, μιας και
μέχρι τότε στην περιοχή ήταν το τουρκικό κάστρο και μόνο, ενώ άρχισε να
κατοικείται από χριστιανούς και η Καρδίτσα.
Η Λάρισα: Ήταν πρωτεύουσα της Θεσσαλίας από την περί