You are on page 1of 279

Στάθης Ασημάκης

Στάθης Ασημάκης

Σύμμεικτα Ι

Διανέμεται δωρεάν
Αθήνα 2020
2
Σύμμεικτα Ι

Τίτλος: Σύμμεικτα Ι
Συγγραφέας: Στάθης Ασημάκης

Εκδότης: Στάθης Ασημάκης

Ψηφιακή επιμέλεια: Στάθης Ασημάκης

Επιμέλεια εξωφύλλου: Νόρα Τακτικού - Στάθης Ασημάκης

Copyright 2020 :
Στάθης Ασημάκης
Λητούς 7, 162 31 Βύρωνας, Τηλ.: 210 7645106,
E-mail: stathisas@gmail.com

ISBN: 978-618-83594-7-5

Επιτρέπεται η αντιγραφή κειμένου του έργου, με αναφορά


στην πηγή.

3
Στάθης Ασημάκης

Αφιερώνεται
στον σεβαστό και υπέροχο
φιλόλογο καθηγητή μου,
κ. Δημήτρη Ρεντίφη,
στον οποίο χρωστώ την αγάπη των κειμένων,
που, τελικώς, νίκησαν μέσα μου: τα σχήματα,
τους αριθμούς και τις εξισώσεις.

4
Σύμμεικτα Ι

Περιεχόμενα

Προλεγόμενα ........................................................................................................... 7
Ι. Φωκικές διαδρομές .............................................................................. 9
Πρόλογος ................................................................................................................. 11
1. Εισαγωγή ........................................................................................................... 16
2. Περιδιαβαίνοντας τόπους και ονόματα
της αρχαίας Φωκίδας .................................................................................... 31
2.1 Φώκος και Φωκίδα ..................................................................................... 31
2.2 Δευκαλίωνας και Πύρρα .......................................................................... 36
2.3 Λυκώρεια και Λυκώρεια; ......................................................................... 45
2.4 Ανεμώρεια και Άμβροσσος .................................................................... 52
2.5 Κίρρα και Κρίσσα .......................................................................................... 57
2.6 Εχεδάμεια και Φλυγόνιο ......................................................................... 64
2.7 Μάραθος ........................................................................................................... 70
2.8 Λοιπές επισημάνσεις: ................................................................................ 73
Βιβλιογραφία ....................................................................................................... 76
ΙΙ. Omnium horarum homines ..................................................... 79
Πρόλογος ................................................................................................................. 80
Εισαγωγή ................................................................................................................. 83

5
Στάθης Ασημάκης

1. Leucius Anneus Seneca (Σενέκας) και οι σὺν αὐτῷ ......... 94


2. Anicio Manio Torguato Seberino Boezio
(Σεβερίνος Βοήθιος) .............................................................................. 106
3. Thomas More............................................................................................... 122
4. Giordano (Filippo) Bruno .................................................................... 133
5. Tomaso Campanella ............................................................................... 139
6. Jean Victor Poncelet.............................................................................. 147
7. Évariste Galois ............................................................................................. 156
8. Karl Schwarzschild ................................................................................... 174
9. Alan Turing..................................................................................................... 183
Βιβλιογραφία .................................................................................................... 194
ΙΙΙ. Ο Γ. Σεφέρης (μέσα από τις «Μέρες» του)....... 197
Πρόλογος .............................................................................................................. 199
Επισκοπώντας τις «Μέρες» του Γ. Σεφέρη ................................ 204
1. Γενικά................................................................................................................... 204
2. «Γκρο πλάν» .................................................................................................... 208
Σύντομο βιογραφικό του ποιητή Γ. Σεφέρη .............................. 271
Βιβλιογραφία .................................................................................................... 277
***

6
Σύμμεικτα Ι

Προλεγόμενα

Το παρόν πόνημα με τίτλο: Σύμμεικτα Ι είναι ένα τρίπτυχο


που αφορά τόπους και πρόσωπα. Ειδικότερα:
Το πρώτο μέρος: «Φωκικές διαδρομές» αναφέρεται,
αφενός σε αρχαίες φωκικές τοπωνυμίες και στα ίχνη τους
πάνω στο σημερινό γεωγραφικό χάρτη, αφετέρου σε
ονομασίες μυθικών προσώπων που σχετίζονται με την
αρχαία Φωκίδα.
Το δεύτερο: «Omnium horarum homines» («Άνθρωποι
για όλες τις εποχές») περιλαμβάνει βιογραφίες κάποιων
σημαντικών προσώπων, αρχαιότερων και νεότερων
εποχών, που άφησαν έντονο αποτύπωμα στον παγκόσμιο
.
πολιτισμό και είχαν, δυστυχώς, τη μοίρα του Προμηθέα.
Το τρίτο και τελευταίο μέρος: «Ο Γ. Σεφέρης (μέσα από
τις «Μέρες» του)» σχηματοποιεί ένα αδρό προφίλ της
προσωπικότητας του μεγάλου αυτού ποιητή, με βάση
ημερολογιακές καταγραφές του στο σημαντικό έργο του:
«Μέρες».
.
Τα υπόψη κείμενα δεν έχουν αξιώσεις δοκίμιου είναι
απλώς παρουσίαση πληροφοριών που συλλέχτηκαν κατά
καιρούς για κάποια σημαντικά πρόσωπα και αρχαίες
τοποθεσίες - μαζί, βεβαίως, με κάποιες σκέψεις μας - και
δίνονται συγκεντρωμένα, επειδή θεωρούμε ότι τέτοιου
είδους θέματα είναι επωφελή για τους αναγνώστες.
***

7
Στάθης Ασημάκης

O λατινικός αριθμός Ι του τίτλου παραπέμπει σε δεύτερο


τόμο, ο οποίος, όταν με το καλό εκδοθεί ως Σύμμεικτα ΙΙ,
θα συμπεριλάβει κείμενα, τα οποία γράφτηκαν κατά
καιρούς και με αφορμή, κυρίως, βιβλία που εκδόθηκαν από
γνωστά μου πρόσωπα, αγαπητά και σεβαστά, μερικά εκ
των οποίων είναι και ευρύτερα γνωστά. Θα συμπεριλάβει,
επίσης, κείμενα που γράφτηκαν ως εισαγωγές σε βιβλία
αγαπητών μου φίλων.
Τέλος οφείλω, από αυτήν εδώ τη θέση, να ευχαριστήσω
θερμά την συμπατριώτισσά μου κα Νόρα Τακτικού, για τη
δημιουργία του, πράγματι, καλαίσθητου εξώφυλλου του
υπόψη πονήματος.

Στάθης Ασημάκης
Αράχοβα, 1/10/2020

8
Σύμμεικτα Ι

Ι. Φωκικές διαδρομές

9
10
Στάθης Ασημάκης

Εικ.1 Χάρτης αρχαίας Φωκίδας, Λοκρίδας και Δωρίδας.


Σύμμεικτα Ι

Πρόλογος

Έχοντας ασχοληθεί με την ακριβή θέση της Ανεμώρειας -


της αρχαίας φωκικής πόλης που βρισκόταν στην περιοχή
της γενέτειράς μου Αράχοβας - και έχοντας εκδόσει το
βιβλίο: «Στην Κοιλάδα του Πλειστού (Ξαναδιαβάζοντας τις
αρχαίες πηγές)», Αθήνα 2018, θεωρούσα ότι δεν θα με
απασχολούσαν πλέον - ερασιτεχνικά πάντα - τέτοιου
είδους ερευνητικά ζητήματα.
Όμως, ποτέ δεν ξέρεις τι θα προκύψει στο μέλλον, όταν
διαβάζεις και γράφεις, προσπαθώντας να καλύψεις
ευχάριστα και δημιουργικά τον άφθονο ελεύθερο, λόγω
σύνταξης, χρόνο σου.
Η συγγραφή, πράγματι, εμπεριέχει πέρα από την όλη
.
προσπάθεια και ένα είδος «μαγείας» ειδικά στον τρόπο
που θα εμπνευστεί ο δημιουργός το θέμα του, αλλά και
κατά τη διάρκεια της συγγραφής, αναφορικά με το πώς θα
.
εξελιχθούν οι ήρωές του, εάν πρόκειται για μυθιστόρημα ή
με το ποιούς δρόμους θα πάρει η μελέτη και οι σκέψεις
του, σε περίπτωση κάποιας έρευνας.
Έτσι και εδώ, παρότι είχα αποκλείσει την εκ νέου
προσέγγιση ζητημάτων που αφορούσαν τη γενέτειρά μου,
πολλῷ δὲ μᾶλλον την ευρύτερη φωκική περιοχή, τα
πράγματα, τύχῃ ἀγαθῇ, κύλισαν διαφορετικά.
Συγκεκριμένα, τις πρώτες μέρες της καραντίνας 1 λόγω
covid-19, μέσα από τηλεφώνημα της κας Παρασκευής

1
Αναφερόμαστε στην 1η καραντίνα του Μαρτίου - Απριλίου 2020.
11
Στάθης Ασημάκης

Καρατσάμη, εκλεκτής συνάδελφου μου στο Υπουργείο


όπου εργαζόμουν, πληροφορήθηκα για την ύπαρξη ενός
πολύ σημαντικού βιβλίου του αξιότιμου κ. Θεμιστοκλή
Ξανθόπουλου, τέως Πρύτανη του Ε.Μ.Πολυτεχνείου και
διακεκριμένου καθηγητή μας στο μάθημα της Υδραυλικής
Μηχανικής και των Υδραυλικών έργων.
Το βιβλίο αυτό με τίτλο: «Ρέκβιεμ με Κρεσέντο; Homo
sapiens ο τελευταίος των ανθρώπων», Δοκίμιο, Τόμος Α΄,
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Ε.Μ.Π. 2, Αθήνα 2017, γράφτηκε
μετά την αφυπηρέτησή του από το υπόψη ανώτατο
εκπαιδευτικό Ίδρυμα και την αποχώρησή του από την
πολιτική (είχε διατελέσει για μεγάλο χρονικό διάστημα
υφυπουργός Υποδομών).
Η ύλη του εν λόγω βιβλίου βρίσκεται εκτός του
επιστημονικού πεδίου του συγγραφέα και περιλαμβάνει,
ουσιαστικά, το καταστάλαγμα από τις… «θύραθεν» μελέτες
του κ. Ξανθόπουλου και από την όλη εμπειρία και
κουλτούρα του. Η αγαπητή συνάδελφος μού πρότεινε να το
διαβάσω, και, πράγματι, χωρίς καθυστέρηση αυτό έφτασε
.
στα χέρια μου ό,τι καλύτερο δώρο στις δύσκολες εκείνες
ημέρες, και ως εκ τούτου την ευχαριστώ θερμά.
Άρχισα, αμέσως, τη μελέτη. Εξάλλου, είχα μεγάλη
περιέργεια να δω τις ιδέες, σκέψεις και απόψεις τού
καθηγητή μου, πέρα από τις τεχνικές - επιστημονικές, τις
οποίες γνώριζα από τα φοιτητικά μου χρόνια στο
Πολυτεχνείο.
***
Όταν στα αρχικά κεφάλαια διάβασα για την εξέλιξη των
των ειδών και κάποια στιγμή έφτασα στις αναφορές του
για την τελευταία παγετώδη περίοδο της γης και τις

2
Στη συνέχεια, στις αρχές του έτους 2020, εκδόθηκαν και οι άλλοι
δυο(2) τόμοι του υπόψη σημαντικού έργου.
12
Σύμμεικτα Ι

επιπτώσεις από τους κατακλυσμούς που υπήρξαν, λόγω της


τήξης των πάγων, ο νους μου πήγε αμέσως στον
«Κατακλυσμό επί Δευκαλίωνα», που είχε εκτυλιχθεί
σύμφωνα με το μύθο, στο πατρογονικό μας βουνό, τον
Παρνασσό.
Παράλληλα, φαντάστηκα την Παρνασσία Νάπη, ή
διαφορετικά Κοιλάδα του Απόλλωνα, όπου βρίσκονται οι
Δελφοί και η σημερινή Αράχοβα, για το πώς θα ήταν αυτή
μετά την τελευταία παγετώδη περίοδο.
Εκείνη την εποχή, μετά την άνοδο της θερμοκρασίας και
την αύξηση των βροχοπτώσεων, θα οργίαζε η βλάστηση, θα
έτρεχαν πλούσια νερά από όλες τις μεσημβρινές χαράδρες
του ανάντη Παρνασσού και από τις βορεινές χαράδρες της
κατάντη Κίρφης και θα έκαναν τον Πλειστό να είναι ένας
μεγάλος ποταμός, όπως εξάλλου το λέει και το όνομά του.
Θα ήταν, όντως, μαγευτική η πανέμορφη Κοιλάδα του
Απόλλωνα, μια μικρή Εδέμ!
Σκέφτηκα, αμέσως, την απεικόνισή της ως ένα καλό
εικαστικό θέμα για κάποιον ζωγράφο που θα φανταζόταν
αυτή την όμορφη περιοχή, εκείνη την αρχέγονη εποχή.
Τη σκέψη μου τούτη κοινολόγησα στον εκλεκτό φίλο και
συμμαθητή μου κ. Γιώργο Γρανιτσιώτη, υπέροχο και
στοχαστικό ζωγράφο. Βρήκε, είναι αλήθεια, την ιδέα
ενδιαφέρουσα, πλην όμως το ζωγραφικό αυτό θέμα δεν
ανήκει στην εικαστική του γκάμα, καθόσον εντάσσεται
στους συμβολιστές ζωγράφους, παρά στους τοπιογράφους
(η τοπιογραφία είναι ένα είδος που άνθισε σε παλιότερες
εποχές).
Δεν απέκλεισε, όμως, την περίπτωση ενασχόλησής του,
στο μέλλον, με το ζωγραφικό αυτό θέμα. Μου έδωσε,
επίσης, και μια πολύ καλή ιδέα, τονίζοντας ότι η
απεικόνιση αυτή θα μπορούσε να γίνει μια συναρπαστική
καλλιτεχνική δημιουργία, μέσω της χρήσης σύγχρονων
13
Στάθης Ασημάκης

ψηφιακών μεθόδων και εργαλείων (animation), αφού


προηγουμένως θα γινόταν συστηματική μελέτη (από
ειδικούς παλαιοβοτανολόγους και παλαιοντολόγους) της
αυτόχθονης χλωρίδας και πανίδας της περιοχής αυτής,
στην απώτερη εκείνη εποχή, δηλαδή γύρω στο 10.000 π.Χ.!
Πέρα από την όποια αισθητική απόλαυση ενός τέτοιου
καλλιτεχνικού δημιουργήματος, θα βλέπαμε και την έντονη
μεταβολή που επήλθε στην βιοποικιλότητα της περιοχής
μας από το παραδεισένιο 10.000 π.Χ., μέχρι τη σημερινή
δυσοίωνη περιβαλλοντική εποχή μας.
Μεταβολή που έχει πλέον επιταχυνθεί από τις σοβαρές
δράσεις του σύγχρονου ανθρώπου και οδηγεί με ραγδαίο
ρυθμό στο πλήρες λιώσιμο των πάγων του πλανήτη, με
αποτέλεσμα την πρόκληση επικίνδυνων διαταραχών στο
κλίμα της γης, που θα οδηγήσουν με βεβαιότητα στη
δραματική αλλοίωση του περιβάλλοντος και συνακόλουθα
στην απόγνωση των ανθρώπων και σε σημαντική
καταστροφή της έμβιας φύσης.
Πρόκειται να εξελιχθούν, δηλαδή, κοσμογονικά
γεγονότα που ίσως δώσουν αφορμή, για να υπάρξουν στις
διηγήσεις των επόμενων γενιών, αν βεβαίως καταφέρουν
να επιβιώσουν τέτοιες πάνω στη γη, νέοι μύθοι με
κατακλυσμούς, κιβωτούς και διασώσεις…
***
Μετά από τις αρχικές μου σκέψεις, αναφορικά με το
Δευκαλίωνα και την Πύρρα στον Παρνασσό και,
συνακόλουθα, με τη Λυκώρεια και τα ουρλιαχτά των λύκων
εκείνη τη φοβερή εποχή, όπως αναφέρει ο αρχαίος μύθος,
νέες σκέψεις με οδήγησαν σε νοερές περιδιαβάσεις σε
άλλες κοντινές περιοχές της αρχαίας Φωκίδας, που
πυροδότησαν με τη σειρά τους νέες αναζητήσεις και νέους
συλλογισμούς, σχετικά με κάποιες αρχαίες τοποθεσίες και

14
Σύμμεικτα Ι

τοπωνύμια της εν λόγω περιοχής και έτσι προέκυψε το


πρώτο μέρος του παρόντος πονήματος.
Η υπόψη ερασιτεχνική εργασία δεν φιλοδοξεί να δρέψει
αρχαιολογικές δάφνες, καθότι ο γράφων μη ειδικός, απλώς
κομίζει μερικές ιδέες και σκέψεις που σχετίζονται με τη
γλωσσική προέλευση ενός αριθμού αρχαίων φωκικών
τοπωνυμίων.
Αυτή η ονοματολογική προσέγγιση, ίσως βοηθήσει στη
γενικότερη αρχαιολογική έρευνα, αναφορικά με ταυτίσεις
πόλεων και πολισμάτων της αρχαίας Φωκίδας, πάνω στο
σημερινό μας χάρτη, για κάποιες περιπτώσεις όπου
υπάρχουν ακόμα διχογνωμίες από τους ειδικούς.
Εάν, έστω, και σε ένα ελάχιστο ποσοστό από όσα
ακολουθούν, κριθούν ωφέλιμα στην έρευνα για την αρχαία
Φωκίδα, τότε αυτό θα είναι ευχής έργο. Για μας, πάντως, η
παρούσα εργασία ήταν ένα ευχάριστο νοερό ταξίδι στο
χωρόχρονο της αγαπημένης μας Φωκίδας και γι’ αυτό την
παρουσιάζουμε σε ιστοριούλες, ώστε να διαβάζονται
ευχάριστα από τους αγαπητούς αναγνώστες.

Βύρωνας 14/5/2020
Στάθης Ασημάκης

15
Στάθης Ασημάκης

1. Εισαγωγή

Σύμφωνα με την έγκυρη: «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους»,


τόμος Α΄ («Προϊστορία και Πρωτοϊστορία»), της Εκδοτικής
Αθηνών, οι αρχαίες ελληνικές παραδόσεις μνημονεύουν ως
προελληνικούς λαούς: συχνότερα τους Πελασγούς και
.
Λέλεγες λιγότερο συχνά τους Κάρες, Τυρρηνούς και
.
Φοίνικες Σποραδικά, τέλος, τους Αίμονες, Άονες, Έκτηνες,
Καύκωνες, Κυλικράνες,Τέμμικες, Ύαντες κ.α.
Για την ταυτότητα των Πελασγών και τη σχέση τους με
άλλους λαούς έχουν διατυπωθεί το λιγότερο δεκαεπτά(17)
υποθέσεις! Το εν λόγω πρόβλημα μπορεί να προσεγγισθεί
καλύτερα, με βάση ορισμένα στοιχεία των παραδόσεων για
τον ήρωα Πελασγό.
Σύμφωνα με μύθους της Αρκαδίας, του Άργους και της
Θεσσαλίας, όπου είχαν κατοικήσει Πελασγοί, ο ήρωας
Πελασγός συνδέεται με προόδους στη διατροφή του
ανθρώπου. Εικάζεται ότι πριν γίνει αυτός ήρωας, ήταν η
προσωποίηση ενός βλαστητικού πνεύματος που έκανε
δέντρα και στάχυα να καρποφορούν.
Σύμφωνα με μια παράδοση, ίσως θεσσαλική, ο
Πελασγός είχε ένα γιό που ονομαζόταν Χλωρός. Η ιδιότητα
του Πελασγού ως βλαστητικού πνεύματος ταιριάζει με τις
σημασίες που προκύπτουν από τον ινδοευρωπαϊκό τύπο:
bhel-osgo.
Πράγματι, η ινδοευρωπαϊκή ρίζα bhel- δεν σημαίνει
μόνο ανθώ, αλλά και βλαστάνω, φουσκώνω, πρασινίζω, και
η επίσης ινδοευρωπαϊκή λέξη osgo σημαίνει κλαδί.
16
Σύμμεικτα Ι

Πελασγός θα ήταν, λοιπόν, αρχικά το κλαδί στην εποχή της


φυλλοφορίας και οι Πελασγοί θα ήταν οι άνθρωποι που θα
απένεμαν λατρεία σ’ αυτό το πνεύμα και θα πίστευαν ότι
υπήρχαν χάρη σ’ αυτό.
Αναμνήσεις και άμεσες ειδήσεις για τους Πελασγούς, για
τοπωνύμια που συνδέονται με το όνομά τους και άλλα
δεδομένα, τους εντοπίζουν: στα θρακικά παράλια του
Εύξεινου πόντου, στην Προποντίδα, στα νησιά του Αιγαίου,
βόρεια της Χαλκιδικής και δυτικά του Στρυμώνα, στην
Κεντρική Ήπειρο, στην Πελασγιώτιδα, στην Αχαΐα, στη
Φθιώτιδα, στη Φωκίδα, στην Αρκαδία, στην Κρήτη, καθώς
και στην Ιωνία.
Το εθνικό όνομα Λέλεγες έχει ως ενικό αριθμό το Λέξ. Το
Λε- που μπαίνει στον πληθυντικό, δεν είναι παρά το
πρόθημα, το οποίο διαφοροποιεί αυτόν τον αριθμό από
τον ενικό αριθμό στη γλώσσα των Χάττι (Χετταίων) 3, λαού
ινδοευρωπαϊκής προέλευσης που κατοίκησε κάποτε στη
Μικρά Ασία.
Οι Λέλεγες απλώθηκαν σε πολλές περιοχές της Ελλάδας
και συγκεκριμένα: στη Θεσσαλία, στην Εύβοια, στη
Λοκρίδα, στη Βοιωτία, στη Φωκίδα 4, στη Μεγαρίδα, στην
Αιτωλία, στην Ακαρνανία, στη Λευκάδα, στην Ήλιδα, στη
Λακωνία, στις Κυκλάδες, καθώς και σε περιοχές της δυτικής
Μικράς Ασίας.

3
Οι Χετταίοι προήλθαν από φτωχές σε γεωργική πρόσοδο κοιτίδες των
ευρασιατικών στεπών και πραγματοποίησαν την πρώτη μετακίνηση
νομαδικών και ημινομαδικών πληθυσμών τους στη Μικρά Ασία, στο
διάστημα από τέλη 3ης π.Χ. χιλιετίας έως αρχές 2ης π.Χ. χιλιετίας.
Κειμενικά τεκμήρια από το γραπτό λόγο τους πιστοποιούν την
ινδοευρωπαϊκή τους προέλευση.
4
Δεν είναι τυχαίο ότι στη Μικρά Ασία υπήρχε τοπωνύμιο Parnassa,
όπως θα αναφερθεί και πιο κάτω.
17
Στάθης Ασημάκης

Στην Ελλάδα εξαφανίστηκαν αρκετά νωρίς, κάτω από


διαδοχικά στρώματα Ινδοευρωπαίων, με εξαίρεση ίσως τη
Δυτική Λοκρίδα, όπου φαίνεται επέζησαν έως και την άφιξη
των Λοκρών (ίσως στην αρχή της Μυκηναϊκής εποχής).
Σε γενικές γραμμές της εξέλιξης, το ανατολικό τμήμα της
ηπειρωτικής Ελλάδας, από την κοιλάδα του Σπερχειού έως
το Μαλέα και το Ταίναρο, παρουσιάζει μια χαρακτηριστική
ομοιομορφία κατά τη Μεσοελλαδική Περίοδο (1.900 π.Χ. -
1.800 π.Χ.). Είναι αξιοσημείωτο ότι πολλά μεσοελλαδικά
και μυκηναϊκά κατάλοιπα ανακαλύπτονται σε θέσεις που
απαθανάτισε η ελληνική μυθολογική παράδοση.
Στα ομηρικά έπη, οι Δαναοί (αλλά και οι Αχαιοί και οι
Αργείοι) λέγονται Έλληνες της Μυκηναϊκής εποχής. Έχει
υποστηριχθεί ότι το όνομα των Δαναών περιέχει την
ινδοευρωπαϊκή ρίζα danu = υγρασία, δροσιά, σταγόνα,
νερό, ποταμός και ότι οι ίδιοι οι Δαναοί είχαν
μεταναστεύσει στην Ελλάδα από τις παρυφές των
ευρασιατικών στεπών.
Εικάζεται ότι οι νεοφερμένοι είχαν παραμείνει για λίγο
διάστημα σε νησιά του Αιγαίου. Ο εντοπισμός των Δαναών
αποκλειστικά σε ανατολικές περιοχές της Θεσσαλίας και
της νοτιότερης Ελλάδας υποδηλώνει ότι ήλθαν από την
πλευρά του Αιγαίου.
Ενώ στην Ιλιάδα οι Άβαντες είναι ένα ελληνικό φύλο
εγκαταστημένο στην Εύβοια, ο Αριστοτέλης τους θεωρούσε
Θράκες που είχαν κατοικήσει παλαιότερα σε μια φωκική
πόλη που λεγόταν Άβα ή Άβαι.
Υπάρχουν και υποθέσεις που συσχετίζουν τους Άβαντες
με τους Ιλλυριούς, τους Λέλεγες και τους Κάρες. Επειδή,
όμως, το όνομα Άβας απαντά στον Καύκασο ως υδρωνύμιο,
δηλαδή σε λειτουργία που είναι σύμφωνη με τη σημασία
της ρίζας ab = νερό, ποτάμι, μπορεί να διατυπωθεί η

18
Σύμμεικτα Ι

υπόθεση ότι οι Άβαντες έφθασαν στην Ελλάδα με τα ίδια


κύματα που έφεραν και τους Δαναούς.
Το εθνικό όνομα Φλεγύες, που κάποιοι από αυτούς
εγκαταστάθηκαν στη Φωκίδα, είναι μια λέξη που σήμαινε
ένα είδος αετού με μαυροκόκκινο χρώμα, από τη ρίζα του
ρήματος φλέγω με το ελληνικότατο γράμμα φ στη θέση
ενός ινδοευρωπαϊκού bh.
Οι Φλεγύες ήταν ένα ελληνικό φύλο, παρόλο που στην
Ιλιάδα, αν και γνωστή η ύπαρξή τους, δεν μνημονεύονται
με τους Έλληνες που πολέμησαν στην Τροία.
Από τον ομηρικό «Ύμνο στον Απόλλωνα» και άλλα
αρχαία κείμενα προκύπτει ότι σε πολύ παλιά χρόνια,
τμήματα αυτού του φύλου ήταν εγκατεστημένα στην
περιοχή της φωκικής πόλης Δαυλίδα και κοντά στην
Κωπαΐδα (που είχαν μεταναστεύσει από τη Θεσσαλία). Οι
περισσότερες αναμνήσεις γι’ αυτούς αναφέρονται στην
αγριότητα και στην επιθετικότητά τους, από τις οποίες
υπέφεραν οι γείτονές τους.
Σύμφωνα με χρονολογικές ενδείξεις που δίνουν μερικές
πηγές, τα πολεμικά επεισόδια στα οποία αναμείχθηκαν,
ανήκουν σε χρόνους παλαιότερους από το τέλος της
Ύστερης Χαλκοκρατίας (1.580 π.Χ. - 1.100 π.Χ.). Άλλωστε, η
απουσία τους από την πολιτική και εθνική γεωγραφία της
Βοιωτίας και Φωκίδας που απεικονίζεται στην Ιλιάδα,
υποδηλώνει ότι δεν επέζησαν έως την έξοδο της
Μυκηναϊκής εποχής.
Οι Ύαντες, ήταν ένα άλλο προελληνικό ινδοευρωπαϊκό
φύλο που είχε κατοικήσει στη Βοιωτία, στη Φωκίδα, στη
Δυτική Λοκρίδα και στην Αιτωλία.
Τέλος, οι Δρύοπες χαρακτηρίζονταν από τον Στράβωνα
ως βαρβαρικός λαός. Τμήματα Δρυόπων είχαν επιζήσει
μέχρι την κλασική εποχή, όπως π.χ. οι Κραγαλίδες που
είχαν εγκατασταθεί στη Φωκίδα.
19
Στάθης Ασημάκης

Στη Μυκηναϊκή εποχή οι Δρύοπες κατοικούσαν στην


κοιλάδα του Σπερχειού. Σύμφωνα με τη Μυθολογία είχαν
εκτοπιστεί από εκεί από τον Ηρακλή. Το όνομα των
Δρυόπων είναι ινδοευρωπαϊκό αναλύεται στο θέμα δρυ-
(δένδρο, δρυς) και στο επίθημα -οπ- γνωστό από πολλά
εθνικά και τοπωνύμια στην Ελλάδα, στην Ιλλυρία και τη
Θράκη, αλλά και από λέξεις της ελληνικής που δηλώνουν
διάφορα είδη πουλιών και εντόμων.
***
Μεταξύ 2.200 / 2.100 π.Χ. και 1.900 π.Χ. ο κύριος όγκος των
Πρωτοελλήνων είχε εγκατασταθεί στην Ήπειρο, στη Δ.
Μακεδονία και στη Β.Δ. Θεσσαλία. Η αρχική γλώσσα των
Πρωτοελλήνων διασπάσθηκε σε τρεις κλάδους: στη δυτική,
στην ιωνική και στην κεντρική γλώσσα.
Πότε, όμως, έφθασαν τα ελληνικά φύλα στη νοτιοδυτική
Ιλλυρία, στη δυτική Μακεδονία, στην Ήπειρο και στη
βορειοδυτική Θεσσαλία; Ασφαλώς μετά από την αρχή των
διεισδύσεων λαών «Κουργκάν» 5 στη Βαλκανική, η οποία

5
Η αρχαιολόγος Marija Gimbutas ήταν η πρώτη που πρότεινε, με αρκετά
πειστικό τρόπο, ως κοιτίδα των Ινδοερωπαϊκών γλωσσών, τις Στέπες,
παρουσιάζοντας αρχαιολογικά στοιχεία για διάφορα κύματα εξόδου των
«Κουργκάν» από τις στέπες. Ωστόσο, πολλοί μελετητές και πριν από την
Gimbutas είχαν ήδη προτείνει τις στέπες ως ινδοευρωπαϊκή κοιτίδα.
Η θεωρία της Gimbutas έγινε γνωστή ως «θεωρία Kουργκάν» από τους
τύμβους («κουργκάν» = τύμβος, τουρκικό δάνειο στη Ρωσική), που μαζί με το
άλογο χρησιμοποιήθηκαν ως αρχαιολογικές ενδείξεις, για να περιγράψουν τα
κύματα εξόδου των Ινδοευρωπαίων από τις στέπες.
Το πρόβλημα με την Gimbutas ήταν το δευτερογενές ενδιαφέρον της για
τους στεπαίους Ινδοευρωπαίους. Οι πρωταγωνιστές της Gimbutas ήταν οι προ-
ινδοευρωπαϊκοί πληθυσμοί της «Παλαιάς Ευρώπης». Οι Ινδοευρωπαίοι
προβάλλονταν ως οι πολεμοχαρείς έφιπποι βάρβαροι, που κατέστρεψαν τον
πολιτισμό της «Παλαιάς Ευρώπης».
Πριν από τις ινδοευρωπαϊκές «εισβολές», σύμφωνα με την Gimbutas, οι
κοινωνίες της παλαιάς Ευρώπης ήταν φιλήσυχες, μητριαρχικές και εξισωτικές
(δεν υπήρχε έντονη κοινωνική ιεραρχία-διαστρωμάτωση), ενώ η κύρια θεότητα
ήταν η προσωποποιημένη Μητέρα Φύση / Γη, πήλινες αναπαραστάσεις της
20
Σύμμεικτα Ι

αρχή χρονολογείται γύρω στο 2.300 π.Χ., αλλά όχι


αργότερα από το 2.100 π.Χ., καθόσον η φάση της
διαλεκτικής διαφοροποίησης της ελληνικής γλώσσας που
συντελέσθηκε σ’ αυτές τις περιοχές έως το 1.900 π.Χ. θα
χρειάστηκε διάστημα τουλάχιστον δυο αιώνων.
Η βαθιά τομή που χωρίζει την Πρώιμη εποχή του Χαλκού
(2.800/2.700 π.Χ. - 2.000/1.900 π.Χ.) από τη Μέση εποχή
του Χαλκού (2.000/1.900 π.Χ. - 1.580 π.Χ.) στη Θεσσαλία
και στη νότια ηπειρωτική Ελλάδα, δηλαδή γύρω από το
1.900 π.Χ., είναι αποτέλεσμα της εξάπλωσης σ’ αυτές τις
περιοχές ενός μέρους από τον κύριο όγκο των
Πρωτοελλήνων από τις περιοχές, όπου είχαν συγκεντρωθεί
νωρίτερα.
Την περίοδο από το 1.900 π.Χ. έως το 1.150 π.Χ. η
ιστορία της διαμόρφωσης του ελληνικού έθνους διανύει
μια νέα εποχή. Οι άμεσες και έμμεσες συνέπειες των
μεταναστεύσεων σε μεγάλη κλίμακα, γύρω από το 1.900

οποίας με υπερτονισμένους γλουτούς και στήθη (σύμβολα θηλυκής


γονιμότητας κατά τους παλαιούς καιρούς) υπήρχαν σχεδόν σε κάθε σπίτι της
παλαιάς Ευρώπης. Πάντως, πρέπει σημειωθεί ότι κοινά αποδεκτή από τους
αρχαιολόγους θεωρία περί της ινδοευρωπαϊκής κοιτίδας δεν έχει συγκροτηθεί
ακόμα, παρότι υπάρχουν κάποιες υποθέσεις με ευλογοφανή τεκμηρίωση.
***
Τα τρία πρώτα ίχνη γλωσσών ινδοευρωπαϊκής καταγωγής χρονολογούνται
ης
εντός της 2 π.Χ. χιλιετίας. Διασώθηκαν σε γραπτά κείμενα από επιστολές
μεταξύ Ινδοϊρανών εμπόρων στην αυτοκρατορία των Χετταίων, από έγγραφα
Χετταίων ηγεμόνων προς άλλους ηγεμόνες της εποχής τους και με την
αποκρυπτογράφηση της γραμμικής γραφής Β΄ των Αχαιών. Οι γλωσσικές
διαφορές μεταξύ των Ινδοϊρανών, Χετταίων και Αχαιών, βάσει αυτών των
κειμένων είναι πολλές και σημαντικές, γεγονός που υποδηλώνει ότι υπήρξε
μεγάλη χρονική απόσταση από την κοινή αρχική χωρική και γλωσσική τους
κοιτίδα.
Εκτιμάται ότι η απόσταση αυτή κυμαίνεται μεταξύ 1.000 και 2.000 χρόνων,
οπότε η αναχώρηση των ινδοευρωπαίων προγόνων από την κοιτίδα τους προς
τις περιοχές που κατέκτησαν στο σημερινό: Ιράν - Πακιστάν - Ινδία, Μικρά Ασία
και Ελλάδα, χρονολογείται πριν από το 2.500 π.Χ. με ανώτατο όριο το 3.500
π.Χ.
21
Στάθης Ασημάκης

π.Χ. και των μικρότερων και σποραδικών κινήσεων που


επακολούθησαν, εγγράφονται σε τρία πεδία:
α)Οι παλαιότεροι κάτοικοι, είτε υποτάχθηκαν και
αφομοιώθηκαν, είτε απωθήθηκαν, είτε εξοντώθηκαν.
Ωστόσο, οι Δαναοί της Αργολίδας και οι Λέλεγες της
ανατολικής Λοκρίδας διατήρησαν την ανεξαρτησία τους
έως το μεταίχμιο της Μέσης Χαλκοκρατίας (2.000 / 1.900
π.Χ. - 1.580 π.Χ.) και Ύστερης Χαλκοκρατίας (1.580 π.Χ. -
1.100 π.Χ.), οι Δρύοπες της κοιλάδας του Σπερχειού και οι
Καδμείοι στη Βοιωτία κρατήθηκαν έως τα μέσα της Ύστερης
Χαλκοκρατίας, οι Άβαντες της Εύβοιας εξακολούθησαν να
είναι ένα αυτόνομο φύλο έως το τέλος της Ύστερης
Χαλκοκρατίας.
β)Οι Πρωτοέλληνες διαφοροποιήθηκαν. Τα ατομικά
χαρακτηριστικά των αρχικών διαλέκτων αυξήθηκαν και
.
έκαναν μεγαλύτερες τις μεταξύ τους αποστάσεις
αναπτύχθηκαν έτσι νεότεροι διαλεκτικοί κλάδοι. Πολλά
από τα αρχικά φύλα διασπάστηκαν, είτε διότι χωρίστηκαν
σε τμήματα κατά τις μετακινήσεις τους, είτε από άλλα
αίτια.
γ)Οι Πρωτοέλληνες και οι παλιότεροι κάτοικοι
αντάλλαξαν επιδράσεις και προσεγγίστηκαν πολιτιστικά. Σε
μερικές μάλιστα περιπτώσεις οι παλιότεροι κάτοικοι
απορροφήθηκαν από πρωτοελληνικούς πυρήνες. Άλλες
συνθέσεις προέκυψαν από ένωση μόνον πρωτοελληνικών
στοιχείων.
Οι εξελίξεις αυτές στα δυο τελευταία πεδία οδήγησαν,
τελικά, στη μεταμόρφωση των πρωτοελληνικών φύλων στα
γνώριμά μας ελληνικά φύλα της Μυκηναϊκής Εποχής, που
κατ’ αλφαβητική σειρά είναι:
Άβαντες, Αθαμάνες, Αίθικες, Αινιάνες, Αιολείς, Αιτωλοί,
Αρκάδες, Αρκτάνες, Αχαιοί, Βοιωτοί, Γραίοι, Δόλοπες,

22
Σύμμεικτα Ι

Δωριείς, Έλληνες, Επειοί, Θεσπρωτοί, Θεσσαλοί, Ίωνες,


Κεφαλλήνες, Κουρήτες, Λαπίθες, Λοκροί, Μακεδόνες,
Μάγνητες, Μινύες, Μολοσσοί, Μυρμιδόνες, Περραιβοί,
Πίερες, Φθίοι, Φλεγύες και Φωκείς.
***
Οι Ίωνες είχαν αυτό το εθνικό όνομα τουλάχιστον από την
εποχή που κατοικούσαν στη Β.Δ. Θεσσαλία, όπου και
μαρτυρείται ο ποταμός Ίων. Η εξήγηση του ονόματός τους
από το ιέναι, από το ιάσθαι και από το ιός (= «βέλος») κλπ.
σύμφωνα με τελευταίες έρευνες δεν ευσταθεί.
Βεβαίως, οι λέξεις: ίασις, ιατρός, ιάσθαι παράγονται από
την ινδοευρωπαϊκή ρίζα is = θέρμανση, ζωογόνηση,
θεραπεία, αλλά όμως και ορμή, δύναμη, βία, έννοιες
δηλαδή που ταιριάζουν σε βίαια και ορμητικά ποτάμια,
όπως είναι ο ποταμός Ίων 6 της βορειοδυτικής Θεσσαλίας
και ο Αλφειός.
Οι Ίωνες λάτρευαν τους ποταμούς και από την
προσωποποίηση του ποτάμιου στοιχείου δημιούργησαν
ένα δαίμονα που τον έλεγαν, επίσης, Ίωνα. Το εθνικό τους
όνομα φανερώνει ότι ταύτιζαν τους εαυτούς τους με το
στοιχείο που λάτρευαν, γεγονός πολύ γνωστό από την
ιστορία των θρησκειών. Η γλώσσα που μιλούσαν οι Ίωνες,
όταν άφησαν τη Β.Δ. Θεσσαλία θα ήταν πιο κοντά στην
κοινή ελληνική, παρά στη γνωστή μας ιωνική-αττική
διάλεκτο.
***
Πρωτοελληνικές ομάδες (ένα ή περισσότερα φύλα) που
μιλούσαν την προαιολική παραλλαγή της κεντρικής
διαλέκτου, φθάνοντας στη νότια Θεσσαλία, γύρω στο 1.900

6
Είναι ο σημερινός ποταμός Μουργκάνης που ξεκινά από τη Λογγά, περνά από
το Γερακάρι, χωρίζει το Φωτεινό και την Κερασούλα από το Φλαμπουρέσι και
την Αγ.Τριάδα. Ακολουθεί τον δρόμο που έρχεται από τη Δεσκάτη μέχρι την
Μύκανη και μετά συναντά τον Πηνειό στην ομώνυμη γέφυρα.
23
Στάθης Ασημάκης

π.Χ., υπέταξαν τους εκεί εγκαταστημένους Αχαιούς, τμήμα


ενός λαού ινδοευρωπαϊκού, απλωμένου και σε άλλες
ελληνικές περιοχές.
Έπειτα από μακρόχρονη συμβίωση, τα πρωτοελληνικά
στοιχεία αφομοίωσαν τους προελληνικούς Αχαιούς, αλλά
πήραν το όνομά τους και δυο τουλάχιστον λατρείες τους.
(π.χ. τη λατρεία του θεού Αγαμέμνονα που συνδεόταν με
πηγάδια, ιαματικές πηγές και ιερούς πλάτανους (είναι
εξάλλου γνωστός στους Δελφούς ο ιερός πλάτανος αυτού
του Αγαμέμνονα και όχι του γνωστού βασιλιά του Άργους).
Επίσης, εγκολπώθηκαν και ένα τμήμα του ελληνικού φύλου
των Αθαμάνων.
Γύρω στα 1.600 π.Χ. ομάδες αυτού του φύλου που
σχηματίστηκε από την προσέγγιση των εθνικών στοιχείων
που προαναφέρθηκε, κινήθηκαν νοτιότερα και έφθασαν ως
τη βορειοδυτική Πελοπόννησο. Ίσως με την ίδια αυτή
κίνηση συνδέονται και οι εγκαταστάσεις Αχαιών, που
επισημαίνονται από εντοπισμό αχαϊκών θρησκευτικών και
μυθικών ιχνών στην: Ανατολική Λοκρίδα, στη Φωκίδα, στη
Βοιωτία και στη Μεγαρίδα.
***
Από τους ελληνικούς λαούς της Στερεάς, που μιλούσαν
ιδίωμα δυτικού τύπου κατά την ιστορική εποχή, τρεις
μνημονεύονται από τον Όμηρο ως εγκατεστημένοι, πριν
από τον Τρωϊκό πόλεμο και κατά τη διάρκειά του, στις
.
περιοχές τις οποίες κατείχαν και αργότερα αυτοί ήσαν: οι
Αιτωλοί, οι Φωκείς και οι ανατολικοί Λοκροί.
Οι Λοκροί, Φωκείς και Αιτωλοί μιλούσαν ιδιώματα που
υπάγονταν στη δυτική ελληνική διάλεκτο, από την οποία
είχε προκύψει, με την προσθήκη πολύ λίγων νεωτερισμών,
και η δωρική διάλεκτος των ιστορικών χρόνων.

24
Σύμμεικτα Ι

Η δυτική διάλεκτος παρουσίαζε μεγάλη ομοιομορφία


στις παραμονές των κινήσεων που χώρισαν: τους Λοκρούς,
τους Φωκείς και τους Αιτωλούς από τους Δωριείς, τους
Ηλείους και τα στοιχεία που εγκαταστάθηκαν στην Αχαΐα.
Αυτή η ομοιομορφία προϋποθέτει ότι όλα αυτά τα φύλα
έζησαν μαζί για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, το
τέλος του οποίου θα συνέπεσε φαίνεται με την αρχή των
μετακινήσεών τους.
Αν η δυτική διάλεκτος έφθασε στο τελικό στάδιο της
διαμόρφωσής της στην Ήπειρο, τότε οι Λοκροί, οι Φωκείς
και οι Αιτωλοί θα εγκαταστάθηκαν στη Στερεά, λίγο πριν
από το τέλος της Μυκηναϊκής εποχής (1.550 π.Χ. - 1.050
π.Χ.).
Οι παραδόσεις των Λοκρών ευνοούν την υπόθεση ότι
αυτό το φύλο έφθασε στην ανατολική Λοκρίδα πολύ πριν
από το τέλος της Μυκηναϊκής εποχής. Εφόσον οι κινήσεις
αυτού του φύλου συνδέονται, από διαλεκτολογικούς
λόγους, με τις κινήσεις των Φωκέων και των Αιτωλών, από
τους οποίους δεν έχουμε αντίστοιχες παραδόσεις, και αυτά
τα φύλα θα έφθασαν στη Στερεά σύγχρονα ή σχεδόν
σύγχρονα με τους Λοκρούς.
Η τελική διαμόρφωση της δυτικής διαλέκτου, όπως
αποκαθίσταται από τα ιδιώματα που προέκυψαν από
αυτήν μετά το τέλος της Μυκηναϊκής εποχής, φαίνεται να
πραγματοποιήθηκε στη Στερεά έπειτα από μακρά
συμβίωση, που θα άρχισε πριν από την αρχή αυτής της
εποχής, των: Λοκρών, Φωκέων, Αιτωλών και άλλων ακόμη
φύλων που λανθάνουν.
Μερικά από αυτά πήραν το όνομα των Αχαιών στη
βόρεια Πελοπόννησο, όπου και μετανάστευσαν, άλλα
αποτέλεσαν συστατικά στοιχεία του φύλου των Δωριέων
που σχηματίστηκε στην Κεντρική Στερεά κατά το τελευταίο
τρίτο της Μυκηναϊκής Εποχής.
25
Στάθης Ασημάκης

Οι Δωριείς είναι άγνωστοι στην Ιλιάδα. Στην Οδύσσεια


αναφέρονται ως ένα από τα φύλα της Κρήτης. Αλλά η
παρουσία τους στη Στερεά, συγκεκριμένα στη Δωρίδα, πριν
από το τέλος της Μυκηναϊκής εποχής μαρτυρείται από
απηχήσεις παραδόσεων και εξάγεται από συνδυασμό
άμεσων δεδομένων. Η σιωπή της Ιλιάδας δεν αποτελεί
απόδειξη για το αντίθετο, γιατί το ίδιο το έπος αγνοεί ένα
μεγάλο μέρος της Στερεάς.
Το όνομα των Δωριέων είναι ολοφάνερα τυπικό εθνικό
σε -ευς που παράγεται από ένα τοπωνύμιο Δωρι-, το οποίο
δηλώνει τους κατοίκους της Δωρίδας. Επομένως το εθνικό
.
Δωριεύς δημιουργήθηκε στη Δωρίδα και οι πηγές που
ονομάζουν μ’ αυτό τους προγόνους των Δωριέων, πριν
εγκατασταθούν σ’ αυτήν την περιοχή, διαπράττουν
αναχρονισμό.
Παραδόσεις που επέζησαν μεταξύ των Δωριέων και
έφθασαν ως την εποχή μας, δια μέσου κειμένων του
Πίνδαρου, του Ηρόδοτου και άλλων αρχαίων συγγραφέων,
ανέφεραν ότι οι απώτεροι πρόγονοί τους ήταν
«Μακεδνοί», δηλαδή Μακεδόνες που μετανάστευσαν στη
Δωρίδα από την Πίνδο, ακριβέστερα από την περιοχή του
Λάκμου 7.
Αφού οι Δωριείς πήραν το τελευταίο όνομα στη Δωρίδα,
όπου συγκροτήθηκαν σε μια νέα εθνική μονάδα με την
ένωση τοπικού στοιχείου - επήλυδων, αντιλαμβανόμαστε
ότι το όνομα των Μακεδνών και η καταγωγή από την Πίνδο
αφορούσε στην πραγματικότητα όχι το σύνολο των
Δωριέων, αλλά ένα από τα συστατικά τους στοιχεία.

***

7
Ο Λάκμος (Περιστέρι) αποτελεί τμήμα της οροσειράς της νότιας
Πίνδου και βρίσκεται στα όρια των νομών Τρικάλων και Ιωαννίνων.
26
Σύμμεικτα Ι

Μετά από όλα τα παραπάνω αναφερθέντα, η Φωκίδα των


αρχαϊκών και κλασικών χρόνων μπορεί να θεωρηθεί ένα
κράμα που είχε προκύψει από προελληνικά ινδοευρωπαϊκά
φύλα, τα οποία είχαν φτάσει στην περιοχή αυτή, όπως:
Δαναοί, Άβαντες(Άβαι), Φλεγύες(Φλυγόνιο, Δαύλεια και
Πανοπέας), Ύαντες(Υάμπολις), αλλά και Δρύοπες(Κίρρα, και
Εχεδάμεια[;]) και από τα πρωτοελληνικά φύλα δυτικού
κλάδου (δυτικής ελληνικής διαλέκτου) περί το τέλος της
Μυκηναϊκής εποχής (1.550 π.Χ. - 1.050 π.Χ.).
Δεν αποκλείεται στη φάση αυτή ή και αργότερα να
μετακινήθηκαν ελληνικά φύλα και από την Πελοπόννησο
προς τη Φωκίδα, αυτή τουλάχιστον την πληροφορία
φαίνεται να διασώζει ή να υπονοεί ο μύθος - παράδοση
των δυο Φώκων, που αναφέρει ο Παυσανίας, δηλαδή και
αυτού που ήταν γιός του Ορνυτίωνα και εκείνου που ήταν
γιός του Αιακού.
Οι Φωκείς στους ιστορικούς χρόνους πάλαιψαν πολύ
δυνατά για την ανεξαρτησία τους και τον έλεγχο της
περιοχής τους. Μερικές φορές το πέτυχαν, άλλες φορές,
όταν αγωνίστηκαν εναντίον υπέρτερων δυνάμεων, δεν τα
κατάφεραν. Από πολύ ενωρίς, για την ακρίβεια μετά τον
αγώνα τους εναντίον των Θεσσαλών, δηλαδή πολύ πιο πριν
από την Αχαϊκή συμπολιτεία και την Αιτωλική συμπολιτεία,
συνέστησαν ομοσπονδιακό κράτος, το λεγόμενο «Κοινό των
Φωκέων».
Αυτό διέθετε Κεντρικό Διευθυντήριο, πέρα από τις
τοπικές εξουσίες των φωκικών πόλεων ήτοι: της Δρυμαίας,
του Τιθρωνίου, του Χαράδρου, της Λιλαίας, της Αμφίκαιας,
του Λέδωνος, των Πεδιών, της Τιθορέας, της Ελάτειας, της
Υαμπόλεως, των Αβών, των Παραποταμίων, της Δαυλίδος
του Πανοπέος, του Φλυγονίου, της Εχεδαμείας, της
Αντικύρας, της Άμβρύσου, του Μεδεώνος, της Στείριδος,
της Τραχίνας, και της Βούλιδος.
27
Στάθης Ασημάκης

Το Διευθυντήριο των Φωκέων είχε συγκεκριμένη έδρα,


κοντά στο δρόμο από Δαυλίδα προς Σχιστή οδό, στο
λεγόμενο Φωκικό οικοδόμημα. Η εν λόγω έδρα, όπου
συνέρχονταν οι αντιπρόσωποι των πόλεων, βρισκόταν
ουσιαστικά στο γεωγραφικό κέντρο της Φωκίδας.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι πιο απομακρυσμένες φωκικές
πόλεις ισαπείχαν περίπου, σε ευθεία γραμμή, από αυτή τη
φωκική πολιτική έδρα. π.χ.: Φωκικό οικοδόμημα - Χάραδρα
27,5Κm, Φωκικό οικοδόμημα - Δρυμαία 28,5Κm, Φωκικό
οικοδόμημα - Υάμπολις 25,5Κm, Φωκικό οικοδόμημα -
Βούλις 24Κm.
Η ενότητα του Φωκικού Κοινού δεν απειλήθηκε εκ των
έσω από καμία φωκική πόλη, επειδή οι παραπάνω πόλεις
ήσαν πολλές για μια τόσο μικρή χώρα και περίπου
ισοδύναμες. Πράγματι, καμία από αυτές, μετά την
καταστροφή της Κρίσσας, δεν ήταν τόσο ισχυρή για να
επιδιώξει ηγεμονία.
***
Οι Φωκείς, λοιπόν, αγωνίστηκαν μακρόχρονα εναντίον των
.
Θεσσαλών και τα κατάφεραν στη συνέχεια δεν μήδισαν
και γι’ αυτό πολλές από τις πόλεις τους καταστράφηκαν
από τους Πέρσες.
Πάλαιψαν πολύ για τον έλεγχο του Δελφικού Μαντείου,
αλλά νικήθηκαν σε τρεις Ιερούς πολέμους που ξέσπασαν. Η
μάχη ήταν άνιση, γιατί πολέμησαν απέναντι σε δυνατούς
καθώς και σε συνασπισμένους αντιπάλους. Άλλες φορές
αναγκάσθηκαν να πολεμήσουν εναντίον των Αθηναίων,
άλλες φορές εναντίων των Σπαρτιατών, και άλλες φορές
εναντίον των Θηβαίων και γενικά των Βοιωτών.
Στον Γ΄ Ιερό πόλεμο, οι Φωκείς όχι μόνο νικήθηκαν από
την ανερχόμενη νέα μεγάλη δύναμη, τους Μακεδόνες, που

28
Σύμμεικτα Ι

μετά από λίγο διάστημα έγιναν κοσμοκράτορες, αλλά και


κατεστράφηκαν ολοσχερώς από αυτούς.
Οι πόλεις των Φωκέων κυριολεκτικά κατασκάφτηκαν με
διαταγή του Φίλιππου και οι ίδιοι αναγκάσθηκαν να ζήσουν
«κωμηδόν», δηλαδή διεσπαρμένοι σε μικρές κώμες. Είχαν,
εν πάση περιπτώσει, την τύχη, ή μάλλον την ατυχία, να…
«φιλοξενούν» στο κέντρο της περιοχής τους, το Δελφικό
Μαντείο, στο οποίο κατέφταναν Έλληνες και μη από κάθε
γωνιά του τότε γνωστού κόσμου, για να ζητήσουν
χρησμούς, είτε για τις πόλεις τους, είτε για τα προσωπικά
τους ζητήματα.
Το γεγονός αυτό προσέδωσε ξεχωριστή δύναμη και
κύρος στους Δελφούς και η πόλη αυτή από φωκική αρχικά,
κατέστη σταδιακά «κράτος εν κράτει» μέσα στο χώρο της
Φωκίδας. «Κράτος» μάλιστα τέτοιο που διαφέντευε με
τους χρησμούς της Πυθίας όλο τον τότε γνωστό κόσμο.
Αργότερα, το 198 π.Χ., οι Ρωμαίοι με αρχηγό τον Τίτο
Κόϊντο Φλαμινίνο έκαναν την πρώτη εμφάνισή τους στη
Φωκίδα, με σκοπό να διαχειμάσουν στη Στερεά, ενόψει του
κρίσιμου αγώνα τους κατά των Μακεδόνων. Όταν οι
Φωκείς αντέδρασαν, πολιορκήθηκαν από τους Ρωμαίους
επιδρομείς. Ειδικότερα, η Δαυλίς αντιστάθηκε σθεναρά και
εν τέλει γλίτωσε την κατάληψή της από τον Φλαμινίνο.
Με λίγα λόγια, οι Φωκείς πολέμησαν όχι απλά με τους
γείτονές τους, που λίγο πολύ ήταν φυσικό και
αναμενόμενο, αλλά και με όλες τις μεγάλες δυνάμεις της
εποχής εκείνης, όπως αυτές εμφανίζονταν, προϊόντος του
χρόνου, στο προσκήνιο της ιστορίας, ήτοι τους: Θεσσαλούς,
Αθηναίους, Σπαρτιάτες, Θηβαίους - Βοιωτούς, Μακεδόνες,
Αιτωλούς, Γαλάτες και τέλος Ρωμαίους.
Αυτή η συνεχής πολεμική «γυμναστική» δεν τους άφησε
χρόνο και περιθώρια για να ζήσουν ειρηνικά, να
αναπτυχθούν οικονομικά και, εν τέλει, να δημιουργήσουν
29
Στάθης Ασημάκης

πολιτισμό. Αυτός είναι, ίσως, και ο λόγος που οι Φωκείς


δεν γέννησαν πνευματικές ή καλλιτεχνικές προσωπικότητες
καθόλη τη διάρκεια των αρχαϊκών, κλασικών και
ελληνιστικών χρόνων, όπως ας πούμε οι γείτονές τους
Βοιωτοί.
Αξίζουν, πάντως, σίγουρα το θαυμασμό μας για το ότι
πάλαιψαν δυνατά και αποφασιστικά και μάλιστα με
μεγάλο κόστος και θυσίες για την ελευθερία τους, απέναντι
εχθρών υπέρτερων, όλους αυτούς τους αιώνες.
Μπορεί, τέλος, να υποστηριχθεί, βάσιμα, ότι οι αρχαίοι
Φωκείς ήσαν το πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα λαού
στον ελληνικό χώρο, την εποχή εκείνη, με δυνατό
αντιστασιακό φρόνημα, για την εξασφάλιση της ελευθερίας
και ανεξαρτησίας τους.

***

30
Σύμμεικτα Ι

2. Περιδιαβαίνοντας τόπους και ονόματα


της αρχαίας Φωκίδας

2.1 Φώκος και Φωκίδα

Ο Παυσανίας στα «Φωκικά» του (Χ.Ι.1.) ανοίγει τη


διήγηση - περιγραφή του ως εξής:
«Γῆς δὲ τῆς Φωκίδος, ὅσον μὲν περί Τιθορέαν καὶ
Δελφούς ἐστιν αὐτῆς, ἐκ παλαιοτάτου φανερά τὸ ὄνομα
τοῦτο εἰληφυΐά ἐστιν ἀπό ἀνδρός Κορινθίου Φώκου τοῦ
Ὀρνυτίωνος. ἔτεσι δ’ ὕστερον οὐ πολλοῖς ἐξενίκησε καὶ
ἁπάσῃ γενέσθαι τῇ ἐφ’ ἡμῶν καλουμένῃ Φωκίδι, Αἰγινητῶν
ναυσίν ἐς τὴν χώραν διαβάντων ὁμοῦ Φώκῳ τῷ Αἰακοῦ. Τὰ
μὲν δὴ ἀπαντικρύ Πελοποννήσου καὶ τὰ ἐπί Βοιωτίας
καθήκουσιν ἐπί θάλασσαν οἱ Φωκεῖς, τῇ μὲν ἐς Κίρραν τὸ
ἐπίνειον Δελφῶν, τῇ δ’ ἐπί Ἀντίκυραν πόλιν.[…].», που
σημαίνει:
«Το μέρος της Φωκικής γης, ὅσο βρίσκεται γύρω στην
Τιθορέα και τους Δελφούς, είναι φανερό πως σε πολύ
παλιούς χρόνους πήρε το όνομα αυτό από κάποιο Κορίνθιο
Φώκο, γιο του Ορνυτίωνα.
Όχι πολλά χρόνια αργότερα, Αιγινήτες ήρθαν με πλοία
στον τόπο αυτό μαζί με τον Φώκο το γιο του Αιακού, και το
όνομα αποδόθηκε σ’ ολόκληρη τη χώρα που λέγεται και
στις μέρες μας Φωκίδα.

31
Στάθης Ασημάκης

Οι Φωκείς φτάνουν ως τη θάλασσα, αντίκρι στην


Πελοπόννησο, εκεί όπου βρίσκεται το επίνειο των Δελφών
Κίρρα, και προς το μέρος της Βοιωτίας, εκεί όπου είναι η
πόλη Αντίκυρα.[…].» (Μετάφραση Νικ. Δ. Παπαχατζή).
Ο ίδιος, σχολιάζοντας το παραπάνω εδάφιο, αναφέρει
τα εξής διαφωτιστικά:
α)«Ο Παυσανίας λέει στα Κορινθιακά (ΙΙ.4.3) πως ο
Φώκος αυτός, γιός του Ορνυτίωνα και εγγονός του
Σίσυφου, βασιλιά της Κορίνθου, θεωρούνταν συχνά γιός
του Ποσειδώνα. Αυτός έφυγε από την Κόρινθο και έγινε
οικιστής της Τιθορέας.
Στα νότια της Τιθορέας (στη θέση Τρωνίδα της Δαυλίας)
υπήρχε επί των ημερών του Παυσανία ένα ηρώο του
«ήρωα» αρχηγέτη. Ο ανώνυμος αυτός ήρωας μερικοί
έλεγαν πως ήταν ο Κορίνθιος Φώκος, ο εγγονός του
Σισύφου, άλλοι όμως έλεγαν ότι ήταν ξακουστός στον
πόλεμο Ξάνθιππος (Παυσανίας Χ.4.10).
Μέσα στην ίδια την Τιθορέα(Παυσανίας Χ.32.10) υπήρχε
κοινός τάφος του Φώκου αυτού και της συζύγου του
Αντιόπης (της μητέρας των Θηβαίων ηρώων Αμφίονα και
Ζήθου, την οποία ο Φώκος, είχε νυμφευθεί μετά τη
θανάτωση της Δίρκης από τον Αμφίονα και το Ζήθο).
β)Γι’ αυτόν τον Φώκο ο Παυσανίας κάνει διεξοδικό λόγο
στα Περί Αιγίνης (ΙΙ.29.2): ήταν γιός του βασιλιά της Αίγινας
Αιακού, του οποίου γιοί ήταν επίσης και ο Πηλέας και ο
Τελαμώνας από άλλη μητέρα.
Όταν ο Φώκος ενηλικιώθηκε, ήρθε στη Φωκίδα, η οποία
είχε (κατά τον Παυσανία) ήδη το όνομα αυτό από τον άλλο
Φώκο, του Ορνυτίωνα, ενώ κατ’ άλλους το πήρε από το
Φώκο του Αιακού. Νυμφεύθηκε και βασίλεψε στη Φωκίδα.
Κατά μια επίσκεψή του όμως στην Αίγινα οι ετεροθαλείς
αδελφοί του τον σκότωσαν. Έτσι ο Φώκος θάφτηκε στην
Αίγινα, ενώ τα αδέλφια του εξορίστηκαν, ο Πηλέας στη
32
Σύμμεικτα Ι

Θεσσαλία και ο Τελαμώνας στη Σαλαμίνα.


Από το γάμο του στη Φωκίδα ο Φώκος είχε γιούς τον
Πανοπέα και τον Κρίσσο, οι οποίοι έζησαν στη Φωκίδα και
ήταν οι επώνυμοι των πόλεων Πανοπεύς και Κρίσσα. Το
όνομα Φώκος που σημαίνει ο «γιός της Φώκιας» το πήρε ο
ήρωας, γιατί κατά τον Απολλόδωρο ο Αιακός είχε
συνευρεθεί, με τη νύμφη (κόρη του Νηρέα), η οποία για να
τον αποφύγει είχε πάρει τη μορφή της φώκιας.».
Το να αναλύσουμε με λεπτομέρειες τους μύθους γενικά,
για να λάβουμε ισχυρά τεκμήρια, και ο παραπάνω δεν
αποτελεί εξαίρεση, είναι μάλλον άσκοπο 8. Επειδή, όμως, οι
μύθοι εμπεριέχουν, πολλές φορές, κάποιο σπέρμα
γεγονότος, είναι σίγουρα επωφελές, εάν γίνει κατορθωτή η
.
ανίχνευση του συμβάντος που λανθάνει διότι, τότε, είναι
δυνατόν να εξαχθούν κάποια χρήσιμα συμπεράσματα.
Και στον παραπάνω μύθο υπάρχει κατά τη γνώμη μας
σπέρμα γεγονότος που λανθάνει και αυτό σχετίζεται με το
θηλαστικό φώκια. Ειδικότερα, η Φωκίδα με τη μεσημβρινή
μεγάλη ακτογραμμή της στον Κορινθιακό κόλπο
φιλοξενούσε από την αρχαιότητα, στα εκεί κατάλληλα
δροσερά νερά της, πάρα πολλές φώκιες.

8
Π.χ. σύμφωνα με τη Μυθολογία ο Φώκος του Ορνυτίωνα ήταν
εγγονός του Σίσσυφου, ο Σίσσυφος ήταν σύγχρονος του Αυτόλυκου,
που ήταν κυρίαρχος της περιοχής του Παρνασσού, η οποία αποτελούσε
την καρδιά της Φωκίδας και τέλος ο Οδυσσέας ήταν εγγονός του
Αυτόλυκου.
Επομένως, ο Φώκος και ο Οδυσσέας θα ήταν συνομίληκοι. Άρα η
ονομασία της Φωκίδας από το Φώκο θα πρέπει να έγινε λίγα χρόνια
πριν από τον Τρωικό πόλεμο. Πράγμα αδύνατο, αφού η Φωκίδα θα
πρέπει να είχε ενοποιηθεί, πολιτισμικά, πολύ ενωρίτερα από τον
Τρωϊκό πόλεμο, για να είναι σε θέση να παραταχθεί με πλοία ως
ξεχωριστή πληθυσμιακή ενότητα. Αλλά και σίγουρα ένας κυρίαρχος
Αυτόλυκος δεν θα επέτρεπε ποτέ να συμβεί κάτι τέτοιο, δηλαδή να
έρθει ένας ξενομερίτης και να ονοματίσει το «βασίλειό» του.
33
Στάθης Ασημάκης

Τα νερά στην περιοχή αυτή είναι, πράγματι, δροσερά.


εξαιτίας των υπόγειων ποταμών που εκβάλλουν στη
θάλασσα από τον ανάντι ασβεστολιθικό Παρνασσό. Πολλές
φώκιες, μάλιστα, υπήρχαν στα νερά της Φωκίδας και στα
νεότερα χρόνια. Για του λόγου το αληθές παραθέτουμε το
παρακάτω απόσπασμα, από το ημερολόγιο του διάσημου
Άγγλου καθηγητή Dr. Sibthorp, στο οποίο καταγράφεται η
επίσκεψή του στη φωκική περιοχή και περιλαμβάνεται στο
βιβλίο του Robert Walpole: “Memoirs relating to European
and Asiatic Turkey and other countries of the East edited
from manuscript journals”, Robert Walpole, London 1818.
(“Parnassus and the neighbouring district, from Dr.
Sibthorp”).
Ο εν λόγω επιστήμονας κατά τη διάρκεια της επίσκεψής
του στους Δελφούς - Παρνασσό - Αράχοβα - Όσιο Λουκά, το
1795, για έρευνα της εκεί χλωρίδας και πανίδας, μετέβη και
στα νησιά Δασκαλιό και Αμπελιάς, που βρίσκονται
απέναντι από τα Άσπρα Σπίτια, όπου και συνάντησε μια
φώκια, του είδους Ρhoca vitulina, να κοιμάται στην ακτή.
Διαπίστωσε, μάλιστα, ότι οι καλόγεροι της Μονής του
Οσίου Λουκά επιδίδονταν μερικές φορές σε εμπόριο
δερμάτων φώκιας από αυτές του Δασκαλιού.
Συγκεκριμένα, αναφέρει τα εξής: «4 Ιουλίου: Μίσθωσα
ένα μικρό καΐκι που ανήκει στο Μοναστήρι, με μερικούς
καλόγερους, για να με πάνε στα νησιά τους Δασκαλιό και
Αμπελιάς, στον Κορινθιακό Κόλπο, σε απόσταση περίπου
δέκα μιλίων από την παραλία των Άσπρων Σπιτιών.
Στο Δασκαλιό είχε υπάρξει παλιότερα ένα σχολείο. Όλο
το νησί μόλις που υπερέβαινε το ένα μίλι σε περιφέρεια,
και καλυπτόταν με ερείπια. Σήμερα δεν κατοικείται παρά
μόνο από αγριοπερίστερα, το Ηirundo melba και ένα είδος
μεγάλης νυχτερίδας.
Αναρίθμητες πτήσεις των melba σχεδόν σκοτείνιαζαν τον
34
Σύμμεικτα Ι

ορίζοντα και είχαν κάνει το νησί τόπο αναπαραγωγής τους.


Πιάσαμε μερικούς από τους νεοσσούς τους στις οπές των
βράχων.
Το Ηirundo melba, που θεωρείται ως σπάνιο είδος από
τον Λιναίο, είναι ένα από τα πιο διαδεδομένα είδη
χελιδονιού στην Ελλάδα. Το παρατήρησα να πετά πάνω από
την κορυφή του Παρνασσού.
Βρήκαμε μια Ρhoca vitulina να κοιμάται σε απόσταση
βολής πιστολιού, αλλά καθώς το όπλο μου δεν
εκπυρσοκρότησε διαψεύστηκαν οι ελπίδες μου να την
χτυπήσω.
Τα δέρματα απ’ αυτές τις φώκιες, όπως με
διαβεβαίωσαν οι καλόγεροί μας, πωλούνταν μερικές φορές
για πενήντα πιάστρες, μια τιμή πολύ μεγαλύτερη από αυτή
που πωλούνται στα βόρεια κλίματα.»
Κατόπιν όλων των ανωτέρω αναφερθέντων είναι βάσιμο
να θεωρήσουμε ότι Φωκίδα δεν σημαίνει τίποτε άλλο,
παρά τη χώρα με τις πολλές φώκιες στην ακτή της.

***

35
Στάθης Ασημάκης

2.2 Δευκαλίωνας και Πύρρα

Σύμφωνα με τον Ιάκωβο Θωμόπουλο («Πελασγικά») το


όνομα Παρνασσός είναι προελληνικό και προέρχεται από
την πελασγική λέξη Παρνέhε = αυτός που λογίζεται ως
πρώτος και η κατάληξη -ασσός είναι μεταγενέστερη
ελληνική μεταρρύθμιση. Η ίδια αυτή λέξη ονοματίζει και τα
βουνά: ο Πάρνης (η σημερινή Πάρνηθα, που είναι το
ψηλότερο της Αττικής) και ο Πάρνων, στην Πελοπόννησο.
Σύμφωνα με άλλους ερευνητές, σε όλες τις ανατολικές
γλώσσες η ρίζα parna- σημαίνει «σπίτι», αλλά η
παλαιότερη σημασία της λέξης ήταν «πέτρινο κτίσμα»,
γιατί η αρχική σημασία της ρίζας *per- ήταν «πέτρα» και
έχει δώσει τον όρο για «πέτρα, βουνό» σε πολλές
ινδοευρωπαϊκές γλώσσες (λ.χ. ινδο-ιρανικό parvata).
Μάλιστα, το ορωνύμιο Παρνασσός μπορεί να συγκριθεί
με το λουβικό τοπωνύμιο Parnassa, στη χεττιτική Μικρά
Ασία, και σημαίνει κάτι σαν «Πέτρινο (βουνό)».
To πράγμα, όμως, μπορεί να είναι ακόμα πιο σύνθετο,
εάν λάβουμε υπόψη μας τα εξής:
α)Σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη, η λέξη φαραώ
που χρησίμευε ως τίτλος των βασιλέων της Αιγύπτου και
άρχισε να χρησιμοποιείται από την περίοδο του Μέσου
Βασιλείου 9 (2.055 π.Χ. - 1.650 π.Χ.) προέρχεται από την

9
Στην περίοδο του «Παλιού Βασιλείου» της Αιγύπτου(3.100 π.Χ. - 2.160
π.Χ.), οι ηγεμόνες ονομάζονταν «Βασιλείς Άνω και Κάτω Αιγύπτου».

36
Σύμμεικτα Ι

αρχαία αιγυπτιακή λέξη per΄aa, η οποία σημαίνει «μεγάλο


οίκημα», και κατά ορισμένους υποδήλωνε τη φροντίδα του
ηγέτη για στέγαση του λαού. Πιθανόν, όμως, να σχετίζεται
με το γεγονός ότι τις πυραμίδες (αυτά τα μεγάλα κτίσματα)
που χτίζανε, τις προόριζαν ως αιώνιες κατοικίες τους.
β)Η λέξη πυραμίς προέρχεται από την αιγυπτιακή λέξη
pr-m-ws , της οποίας η ρίζα pr- σημαίνει αυτό που βγαίνει,
αυτό που υψώνεται.
γ)Κατά το ξεκίνημα του Νέου Βασιλείου (1.550 π.Χ. -
1.069 π.Χ.) οι φαραώ επιχείρησαν έξοδο για την κατάκτηση
εδαφών με πρώτες ύλες. Μάλιστα, ο φαραώ Τούθμωσις Γ΄
(1.479 π.Χ.-1.425 π.Χ.) συνέχισε τις επιχειρήσεις διείσδυσης
στην ασιατική ενδοχώρα, κυρίως εις βάρος της επικράτειας
των Χετταίων.
Πράγματι, επειδή φαίνεται ότι οι αιγυπτιακές γλωσσικές
ρίζες per΄- και pr- παραπέμπουν στη γλωσσική ρίζα παρ-
της λέξης Παρνασσός, δεν αποκλείεται η εν λόγω λέξη, που
θεωρείται χετταιτικής προέλευσης να μην ήταν χετταιτική,
αλλά να πέρασε στους ινδοευρωπαίους Χετταίους από τους
σημίτες Αιγυπτίους, όταν οι τελευταίοι κατέλαβαν τους
Χετταίους της Μικράς Ασίας.
Τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο ενδιαφέροντα, όταν
λάβουμε υπόψη μας τις τελευταίες βιολογικές μελέτες του
μιτοχονδριακού DNA. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον
καθηγητή Στ. Αλαχιώτη (σε άρθρο του: «Τα μεγάλα ταξίδια
του ανθρώπου» «ΒΗΜΑSCIENCE» στο «ΒΗΜΑ ΤΗΣ
ΚΥΡΙΑΚΗΣ», Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2004):
«[ …]. H πρώτη έξοδος του Homo sapiens sapiens από την
Αφρική συμβαίνει 100.000 - 50.000 χρόνια πριν, καθώς
“ταξιδεύει” προς τη Β. Αφρική και τη Μέση Ανατολή, ενώ
50.000 - 40.000 χρόνια πριν “ταξιδεύει” προς την Α.
Ευρώπη και 37.000 χρόνια πριν προς τη Δ. Ευρώπη, όπου
υπήρχε ο Νεάντερταλ.
37
Στάθης Ασημάκης

Μια πιο πρόσφατη άποψη, βασισμένη σε σχετικές


μελέτες μιτοχονδριακού DNA, υποστηρίζει ότι ο εποικισμός
της Ευρώπης έγινε σταδιακά από 11 «Εύες» με την πρώτη
«Εύα» να φτάνει πιθανότατα στον Παρνασσό 50.000
χρόνια πριν 10 (η υπογράμμιση δική μας).

10
Η μεσημβρινή πλευρά του Παρνασσού με πολύ ηπιότερες κλιματικές
συνθήκες σε σχέση με τη βόρεια πλευρά του και ειδικότερα η
Παρνασσία Νάπη, η μετέπειτα κοιλάδα του Απόλλωνα, σε συνδυασμό
και με το σημερινό αραχοβίτικο Λιβάδι, συνιστούσαν μια ιδανικότατη
περιοχή για να παίξει σύμφωνα με τα παραπάνω αναφερθἐντα, το
ρόλο κοιτίδας της πρώτης, στην Ευρώπη, «Εύας» και των απογόνων
της.
Πράγματι, η Παρνασσία Νάπη, ένας ζωτικός χώρος κατάλληλης
έκτασης, διέθετε μεγάλο αριθμό σπηλαίων ικανής και διαβαθμισμένης
χωρητικότητας, και πολλές υδάτινες φλέβες που συνέθεταν τον ποταμό
Πλειστό, προϋποθέσεις ικανές και αναγκαίες, τόσο για την ανάπτυξη
πλούσιας χλωρίδας και πανίδας, όσο και για τη μόνιμη στέγαση των
πρωτόγονων, καθώς και για την περιστασιακή καταφυγή τους, σε
περιπτώσεις χρονοκαθυστέρησής τους σε εξόδους τους για συλλογή
καρπών (πρωτόγονο «ραγολόι» τους) και επιχειρήσεις κυνηγίου τους.
Ειδικότερα, αναφέρουμε τις παρακάτω σπηλιές: τη «Γρια Γόσκια»
στο βάθος της κοιλάδας του Πλειστού (δεν είναι τυχαίο το επίθετό της
«Γριά»), τη «Χαμένενα», ανατολικότερα στην περιοχή Ζεμενό, τις
«Ζερβοσπ’λιές», κοντά στο Σαρκίνο και λίγο δυτικότερα του «Θωμούλα
ο Τυριάς», την «Περιστερά», στο σημερινό αραχοβίτικο ελαιώνα, την
«Τζιτουμιά», στο νότιο κράσπεδό της Αράχοβας, και μέσα στο σημερινό
χωριό: «Τ’ Ανάγν’ η σ’πλιά», κάτω από το «Ρολόι» και τη «σπ’λιά
Πενταρούλενας», στη γειτονιά «Πλάι».
Δυτικότερα, στον αραχοβίτικο ελαιώνα τη «σπ’λιά στο Παρτσό»
(δυτικά της εκκλησίας «Προφήτη Ηλίας»). Και ανεβαίνοντας την
Κατσιπλαγιά, στα νότια κράσπεδα του Λιβαδιού, την «Πελεκηστή».
Αναφορικά με τις υδάτινες φλέβες, ο Πλειστός ποταμός ήταν το πιο
σημαντικό υδάτινο στοιχείο της Παρνασσίας Νάπης με τη δική του
πηγή(η οποία φαίνεται, αργότερα, λόγω ισχυρών σεισμών στην
περιοχή διαταράχθηκε), με τη δική του επιφανειακή ανάντι λεκάνη
απορροής πάνω στον Παρνασσό, και με συμπληρωματική τροφοδοσία
του:
38
Σύμμεικτα Ι

i) από ανάντη λεκανές απορροής και πηγές της βόρειας πλευράς της
Παρνασσίας Νάπης που ξεκινάνε από το φρύδι της εκεί βραχώδους
σειράς των μεσημβρινών υπωρειών του Παρνασσού που από
ανατολικά προς δυτικά είναι οι εξής:
1η Λεκάνη απορροής
α)ανάντι Τελενίκου - ρέμα Τελενίκου,
β)ανάντι Μπάνιας (Γούρνα) - ρέμα Μπάνιας,
γ)ανάντι Σαρκίνου - ρέμα Σαρκίνου - Κουσισνά,
με προτελευταίο αποδέκτη Μούλκια και τελικό αποδέκτη Πλειστό
ποταμό (Πουτάμ’).
2η Λεκάνη απορροής
ρέμα Τσίτζια - Ακόνα,
και τελικό αποδέκτη τον Πλειστό ποταμό (Πουτάμ’).
3η Λεκάνη απορροής
α)Πίσω (Κουκο)Ρέμα,
β1)Κουκόρεμα,
β2)ανάντι Λάκκωμα - Λάκκωμα - Κούκουρας/Χάλασμα,
β3)ανάντι Πλάι - Μπαμπασούκα,
που καταλήγουν στο ρέμα Κουσίνου, με επόμενους αποδέκτες στη
σειρά: Διαβατόρεμα, Πλατανόρεμα και Πλειστό Ποταμό (Μπεχούβεση).
η
4 Λεκάνη απορροής
ανάντι Οικονομόβρυσης - Οικονομόβρυση - Αγορά - Ρέμα Κώσταινας,
με επόμενους αποδέκτες στη σειρά: Διαβατόρεμα, Πλατανόρεμα και
Πλειστό Ποταμό (Μπεχούβεση).
5η Λεκάνη απορροής
ανάντη χωριού - Λάκκα / ανατολικό Σφαλάκι - Κουκ’βάγις -
Κασφιλόρεμα, με επόμενους αποδέκτες στη σειρά: Διαβατόρεμα,
Πλατανόρεμα και Πλειστό Ποταμό (Μπεχούβεση).
6η Λεκάνη απορροής
α)ανάντι Καλανάκι - Καλανάκι - Χτιριαρού / Πλόβαρμα - Μέσα Π’γάδι -
Νιρισύκους,
β)ανάντι Κλούρ’ το ρέμα - Κλούρ’ το ρέμα - Κάλανος - Μπιρμπίσα -
Λιβάδια - Μαδούρια,
γ)ανάντι Λιανοβρυσούλες - Λιανοβρυσούλες - Ρέμα Ελένης,
με επόμενους αποδέκτες στη σειρά: Γουράλα, Πλατανόρεμα και
Πλειστό Ποταμό (Μπεχούβεση).

39
Στάθης Ασημάκης

Το πρώτο κύμα εποικισμού της Ευρώπης συμπίπτει,


σύμφωνα με το αρχαιολογικό αρχείο, με την αρχή του
τέλους της παγετώδους εποχής που περιόρισε τους
.
παγετώνες στον Βορρά και το νεότερο καταγράφεται στα
9.000 χρόνια πριν συμπίπτοντας περίπου με την προέλευση
της γεωργίας. […].»
Από όλα τα παραπάνω δεδομένα, μπορούμε τώρα να
κατανοήσουμε καλύτερα το μύθο του Δευκαλίωνα και της
Πύρρας που με την κιβωτό τους έφτασαν κάποτε, στα βάθη
της Προϊστορίας, ερχόμενοι από τα νότια και άραξαν στον
Παρνασσό, όπου έκαναν το πέτρινο αυτό βουνό, πρώτο
σπίτι τους. Kαι έτσι το ονόμασαν Μεγάλο σπίτι(δηλαδή
Παρνασσό), ονομασία που διατηρήθηκε φαίνεται και
πέρασε σε όλους τους μετέπειτα, οι οποίοι έφτασαν κατά
κύματα και εγκαταστάθηκαν στη γύρω περιοχή, η οποία,
όπως εξετάσαμε πιο πάνω, έλαβε κάποια στιγμή την
ονομασία Φωκίδα.
***
Αλλά ας δούμε αναλυτικότερα το μύθο που συσχετίζει
τον Παρνασσό με τον κατακλυσμό, τον Δευκαλίωνα και την

7η Λεκάνη απορροής
Από ανάντι Αϊ Μηνά - Σφάλα - Ρέμα Σπαρτιρής - Ρέμα Αγιαννάνας -
Παρτσόρεμα, με τελικό αποδέκτη τον Πλειστό Ποταμό.
8η Λεκάνη απορροής
ανάντι Βαθύρεμα - Βαθύρεμα, με τελικό αποδέκτη τον Πλειστό Ποταμό.
9η Λεκάνη απορροής
ανάντι Κασταλίας - Κασταλία, με τελικό αποδέκτη τον Πλειστό Ποταμό.
ii)από περίπου δέκα (10) ρεματιές μικρής παροχής, λόγω μικρής
επιφάνειας απορροής, και επίσης μικρής κατά μήκος έκτασης, όμως
μεγάλης κλίσης, που παροχετεύουν όλο το βόρειο αντέρεισμα της
Κίρφης(Ξεροβούνι) από την περιοχή «Κεραμιδαριό» στο Ζεμενό,
ανατολικά, μέχρι την περιοχή Κόχραν (απέναντι από τους Δελφούς),
δυτικά.

40
Σύμμεικτα Ι

Πύρρα. Συγκεκριμένα («Ελληνική Μυθολογία, Οι Θεοί»,Τόμος


2, Εκδοτικής Αθηνών, Σελ. 59): «Κάποτε οι άνθρωποι είχαν
γίνει τόσο κακοί που ο Δίας αποφάσισε να τους εξαφανίσει
με κατακλυσμό 11. Τότε ο Προμηθέας συμβούλεψε το γιό
του, τον Δευκαλίωνα, να κατασκευάσει μια κιβωτό για να
σωθεί. Ο Δευκαλίων κατασκεύασε την κιβωτό, όπως τον
συμβούλεψε ο πατέρας του, και έβαλε μέσα τα απαραίτητα
εφόδια. Όταν άρχισε να βρέχει ασταμάτητα, κλείστηκε
μέσα μαζί με τη γυναίκα του, την Πύρρα, την κόρη του
Επιμηθέα και της Πανδώρας.
Ο Δίας έριξε πολλή βροχή χωρίς διακοπή. Το νερό γέμισε
τα ποτάμια, αυτά φούσκωσαν, ξεχείλισαν και παρέσυραν
ό,τι βρήκαν μπροστά τους, αγαθά και ψυχές. Οι πεδιάδες
έγιναν λίμνες και οι πολιτείες βούλιαξαν και χάθηκαν κάτω
από το νερό. Στο τέλος μόνο μερικές βουνοκορφές
φαίνονταν πάνω σε μια απέραντη θάλασσα.
Η κιβωτός με τον Δευκαλίωνα και την Πύρρα έπλεε πάνω
στα νερά εννιά μερόνυχτα, ύστερα κάθισε στην κορυφή του

11
H τελευταία παγετώδης περίοδος («Würm») διήρκεσε από το 72.000
π.Χ. μέχρι το 12.000 π.Χ. Απ’ αυτή βγήκε αλώβητος ο Homo sapiens,
ενώ εξαφανίστηκε ο «πρώτος ξάδερφός του», ο Homo nearderthaliensis
και ο «δεύτερος ξάδερφός του», ο Homo erectus.
Στο τέλος της παγετώδους περιόδου τα κλιματικά φαινόμενα
επιταχύνθηκαν ραγδαία από τον εκρηκτικό κλιματικό συνδυασμό:
«άνοδος θερμοκρασίας - αναζωπύρωση και συνεχής αύξηση των
βροχοπτώσεων - μαζική τήξη εκτεταμένων στρωμάτων πάγου».
Περίπου στα 10.000 π.Χ. (αρχή της μεσολιθικής εποχής) είχε πλέον
σταθεροποιηθεί η στάθμη της θάλασσας κι είχε ανέλθει κατά 120
μέτρα περίπου, τόση εκτιμάται από τους επιστήμονες.
Με το δεδομένο αυτό η παραλία στην περιοχή της Φωκίδας, που
αργότερα ονομάσθηκε Κρισσαίος κόλπος εκτιμάται ότι θα είχε, πριν
από αυτή την εποχή, την ακτογραμμή της τουλάχιστον 800 μ. νοτιότερα
από τη σημερινή ακτογραμμή της Ιτέας.

41
Στάθης Ασημάκης

Παρνασσού ή, όπως άλλοι έλεγαν στην Όρθρη ή στον Άθω ή


στη Δωδώνη. Όταν η βροχή επιτέλους σταμάτησε και τα
νερά αποτραβήχτηκαν, ο Δευκαλίων και η Πύρρα βγήκαν
από την κιβωτό και αφού ξαναπάτησαν τη γη, χωρίς να
έχουν πάθει τίποτα, έκαναν θυσία στον Δία να τον
ευχαριστήσουν για τη σωτηρία τους.
Ο θεός δέχτηκε καλόκαρδα την προσφορά τους και τους
είπε να ζητήσουν όποια χάρη θέλουν. Τότε ο Δευκαλίων
και η Πύρρα ζήτησαν από το θεό ανθρώπους. Ο θεός δεν
αρνήθηκε και σύμφωνα με τις οδηγίες του, ο Δευκαλίων
και η Πύρρα σκέπασαν τα πρόσωπά τους, προχωρούσαν,
έπαιρναν λιθάρια 12 από τη γη και τα έριχναν πίσω τους,
χωρίς να γυρίσουν να κοιτάξουν. Όπου έπεφταν τα λιθάρια
του Δευκαλίωνα η γη έβγαζε άντρες, όπου έπεφταν τα
λιθάρια της Πύρρας η γη έβγαζε γυναίκες. Έτσι έγινε ένας
νέος λαός από τα λιθάρια της γης.
Ο Δευκαλίων και η Πύρρα απόκτησαν και δικά τους
παιδιά: τον Έλληνα, τον Αμφικτύωνα, την Πρωτογένεια, την
Μελάνθεια, την Θυΐα και την Πανδώρα. Για τον πρωτότοκο
γιό τους, τον Έλληνα, τον γενάρχη των Ελλήνων, είπαν πως
στην πραγματικότητα δεν ήταν γιός του Δευκαλίωνα, αλλά
του ίδιου του Δία. Επίσης, για τον ίδιο τον Δευκαλίωνα
έλεγαν πως πρώτος έχτισε βωμούς στους θεούς, ίδρυσε
πολιτείες και βασίλεψε ανάμεσα στους ανθρώπους και ότι

12
Πιθανόν, τα λιθάρια του Παρνασσού που έπαιρναν ο Δευκαλίωνας
και η Πύρρα για να δημιουργήσουν ανθρώπους, να απηχεί το γεγονός
ότι στα χρόνια του Κατακλυσμού οι άνθρωποι θα ανέβηκαν πάνω στο
εν λόγω βουνό και αφού θα έχτισαν εκεί μικρό οικισμό από πέτρινα
σπίτια, θα πρόκοψαν και θα αυξήθηκαν πληθυσμιακά.
Ο οικισμός αυτός με τα πέτρινα σπίτια (Παρνασσός) ίσως έδωσε
κατ’ επέκταση το όνομά του και σε ολόκληρο το βουνό πάνω στο οποίο
βρισκόταν.
42
Σύμμεικτα Ι

το βασίλειό του ήταν στη Θεσσαλία στην περιοχή της


Φθίας.
Σχόλια
Πολλοί λαοί έχουν στην παράδοσή τους ιστορίες για έναν
ή περισσότερους κατακλυσμούς, με εξαφάνιση του
ανθρώπινου γένους και δημιουργία νέου από την αρχή. Στο
σύγχρονο κόσμο η πιο γνωστή εκδοχή από μια τέτοια
παράδοση είναι ο κατακλυσμός του Νώε από την Παλαιά
Διαθήκη.
Στην ελληνική εκδοχή με παραλλάσσουσες τοπικές
παραδόσεις επισημαίνουμε ίχνη της ιστορικής πορείας
ελληνικών φύλων προς τους χώρους της οριστικής
εγκατάστασής τους: Ήπειρος, Θεσσαλία, Λοκρίδα, Φωκίδα,
Αττική, Αρκαδία.
Στην αρχέγονη γλώσσα του μύθου ο λίθος είναι ο σπόρος:
πετρωμένος καρπός, σπόρος, λιθάρι, χώμα, γη αποτελούν
ενιαίο νόημα. Με τις καλλιέργειες συνδέονται ακόμα:
α)Η αναφορά στην καθιέρωση της λατρείας του Δία, που
βέβαια στην πρωταρχική ιδιότητά του ήταν όμβριος και
υέτιος.
β)Η αναφορά στην αναφορά στον αριθμός εννέα(9) με
αστρονομική και ημερολογιακή σημασία (σεληνιακός μήνας
3x9 ημέρες).
γ)Τα ονόματα του Δευκαλίωνα και της Πύρρας. Του
Δευκαλίωνα από το δεύκος, το γλεύκος, είναι σχετικό με την
αμπελοκαλλιέργεια. Της Πύρρας, που είναι υπόσταση της
Δήμητρας, αναφέρεται στα σιτηρά.»
***
Κατά τη γνώμη μας, ούτε η Πύρρα πρέπει να σχετιστεί με
την υπόσταση της Δήμητρας, ούτε ο Δευκαλίων με το
γλεύκος και την αμπελοκαλλιέργεια. Αντίθετα, θα πρέπει
αυτά τα δυο ονόματα να σχετιστούν αντίστοιχα με το
γενεσιουργό αίτιο του κατακλυσμού και το ίδιο, αυτό
καθαυτό, φαινόμενο.
43
Στάθης Ασημάκης

Πρέπει, δηλαδή, το όνομα Δευκαλίων να θεωρηθεί


μάλλον σύνθετη λέξη:
α)από το θέμα δευ- του ρήματος δεύω = βρέχω,
υγραίνω, μουσκεύω,
β)τη ρίζα καλ- του ρήματος καλύπτω = σκεπάζω,
κρύπτω και
γ)τη μεγεθυντική κατάληξη -ων με ταυτόχρονη
πρόσθεση του (ι), που εδώ είναι βραχύ (δεδομένου ότι η
γενική είναι Δευκαλίωνος και όχι Δευκαλίονος),
προκειμένου να αντιδιασταλεί με την περιεκτική κατάληξη -
ων (διότι τότε θα ήταν Δευκαλών). Επομένως, Δευκαλίων
σημαίνει, ουσιαστικά, αυτόν που κατακλύζει σε
υπερβολικό βαθμό με νερά, δηλαδή τον ίδιο τον
κατακλυσμό.
Και η Πύρρα σχετίζεται με τη λέξη πυρ = φωτιά -
θερμότητα, πράγμα που παραπέμπει στην άνοδο της
θερμοκρασίας, το γενεσιουργό δηλαδή αίτιο για το λιώσιμο
των παγετώνων, οι οποίοι γέμισαν με νερά τους ωκεανούς
και αυτοί με τη σειρά τους έφεραν την τεράστια αύξηση
των βροχοπτώσεων, γεγονότα που οδήγησαν σε
κατακλυσμούς.
Επομένως, ήταν η καλύτερη ονοματική ταύτιση του
αρχέγονου μυθολογικού ζευγαριού (Δευκαλίων - Πύρρα) το
οποίο διασώθηκε με τα κοσμογονικά πλημμυρικά
φαινόμενα που συνέβησαν, δεδομένου ότι πρώτα πρέπει
να προηγηθεί η ζέστη (παθητική δράση που συνάδει με τη
γυναικεία φύση), για να προκύψει το λιώσιμο των πάγων,
και στη συνέχεια ο υπερβολικός υετός και συνακόλουθα ο
κατακλυσμός της γης (ενέργεια που συνάδει με την αντρική
φύση).

***

44
Σύμμεικτα Ι

2.3 Λυκώρεια και Λυκώρεια;

Ο Παυσανίας στα «Φωκικά» του (Χ.6.2) αναφέρει τα εξής:


«Πόλιν δὲ ἀρχαιοτάτην οἰκισθῆναί φασιν ἐνταῦθα ὑπό
Παρνασσοῦ, Κλεοδώρας δὲ εἶναι νύμφης παῖδα αὐτόν καὶ
οἱ πατέρας, καθάπερ γε καὶ ἄλλοις τῶν καλουμένων
ἡρώων, Ποσειδῶνά τε θεόν καὶ Κλεόπομπον ἄνδρα
ἐπονομάζουσιν.
Ἀπό τούτου δὲ τοῦ Παρνασσοῦ τῷ τε ὄρει τὸ ὄνομα
τεθῆναι λέγουσι καὶ (ἀπό τούτου) Παρνασσίαν
ὀνομασθῆναι νάπην τῶν πετομένων τε ὀρνίθων σπουδήν
καὶ τὴν ἀπ’ αὐτόν μαντείαν γενέσθαι Παρνασσοῦ τὸ
εὕρημα.
Ταύτην μὲν οὖν κατακλυσθῆναι τὴν πόλιν ὑπό ὄμβρων
τῶν κατά Δευκαλίωνα συμβάντων τῶν δὲ ἀνθρώπων ὅσοι
διαφυγεῖν τὸν χειμῶνα ἠδυνήθησαν, λύκων ὠρυγαῖς
ἀπεσώθησαν ἐς τοῦ Παρνασσοῦ τὰ ἄκρα ὑπό ἡγεμόσι τῆς
πορείας τοῖς θηρίοις, πόλιν δὲ ἔκτισαν ἐκάλεσαν ἐπί τούτῳ
Λυκώρειαν.
Λέγεται δὲ καὶ ἄλλος διάφορος τῷ προτέρῳ, Ἀπόλλωνι
ἐκ νύμφης Κωρυκίας γενέσθαι Λύκωρον, καὶ ἀπό μὲν
Λυκώρου πόλιν Λυκώρειαν, τὸ ἄντρον δὲ ὀνομασθῆναι
Κωρύκιον ἀπό τῆς νύμφης.», που σημαίνει:
«Η παλιότερη πόλη λένε πως συνοικίστηκε εδώ από το
γιο της νύμφης Κλεοδώρας, Παρνασσό. Όπως και για
άλλους από τους λεγόμενους ήρωες, αναφέρουν και γι’
αυτόν ως πατέρες το θεό Ποσειδώνα και τον άνθρωπο
Κλεόπομπο.

45
Στάθης Ασημάκης

Από τον Παρνaσσόν αυτόν λένε πως πήρε το όνομα και


το βουνό και η Παρνάσσια φάραγγα. Ο Παρνασός λένε πως
επινόησε τα μαντεύματα από την παρατήρηση των πουλιών
που πετούν.
Η πόλη αυτή κατακλύσθηκε από τις βροχές πού έπεσαν
τον καιρό του Δευκαλίωνα. Όσοι από τους ανθρώπους
μπόρεσαν να γλιτώσουν από την καταιγίδα βρήκαν την
πλήρη σωτηρία τους στην κορυφή του Παρνασσού
βοηθημένοι από τα ουρλιάσματα των λύκων και έχοντας τα
θηρία αυτά για οδηγούς στην πορεία τους γι’ αυτό την πόλη
που ἔχτισαν την ονόμασαν Λυκώρεια.
Αναφέρεται και άλλη παράδοση, διαφορετική από την
προηγούμενη, πως γιος του Απόλλωνα από την νύμφη
Κωρυκία ήταν ο Λύκωρος και πως από το Λύκωρο
ονομάστηκε η πόλη Λυκώρεια, ενώ από τη νύμφη πήρε το
όνομά του το Κωρύκιον άντρον.»
Και πιο κάτω στην παράγραφο (Χ.5.1) αναφέρει επίσης:
«Ἔστι δὲ καὶ ἄνοδος διά τῆς Δαυλίδος ἐς ἄκρα τοῦ
Παρνασσοῦ μακροτέρα τῆς ἐκ Δελφῶν, οὐ μέντοι κατά
ταὐτά χαλεπή.» που σημαίνει:
«Υπάρχει και ανάβαση διά μέσου της Δαυλίδας στην
κορυφή του Παρνασσού που είναι πιο μακρά παρά η
ανάβαση από τους Δελφούς, δεν είναι όμως εξίσου
δύσκολη.» (Μετάφραση Νικ. Δ. Παπαχατζή).
Από την δεύτερη σύντομη αναφορά προκύπτει κατά το
γνώμη μας ότι στα αρχαία χρόνια η κορυφή του
Παρνασσού δεν λεγόταν Λυκώρεια, αλλά απλά «Ἄκρα
Παρνασσού». Η ονομασία Λυκώρεια για την κορυφή του
Παρνασσού θα επικράτησε ίσως πολύ αργότερα, μέσα από
τα κείμενα των διαφόρων σχολιαστών.
Κατά τη γνώμη μας, ο Παυσανίας που με τόση φροντίδα
προσπαθούσε να καταγράψει τοπωνύμια, μύθους και
ιστορίες, ακόμα και από φωκικές περιοχές ήσσονος
46
Σύμμεικτα Ι

σημασίας, αποκλείεται να μη σημείωνε την κορυφή του


ονομαστού αυτού βουνού, με την ονομασία της, εάν
υπήρχε τέτοια στα αρχαία χρόνια.
Και αυτό μπορεί να γίνει κατανοητό από το γεγονός ότι
στα πολύ αρχαία χρόνια, όταν οι πάγοι και τα χιόνια
κάλυπταν την κορυφή του βουνού για μεγάλο χρονικό
διάστημα, σίγουρα η ψηλή κορυφή του ήταν άβατη και η
προσπελασιμότητά της ίσως ήταν και θέμα αδιάφορο. Και
βεβαίως τα απροσπέλαστα μέρη δεν χρειάζεται να έχουν
ειδικότερες ονομασίες.
Υπάρχει, βεβαίως, η αναφορά του Ηρόδοτου
(«Ουρανία» 32.1), σύμφωνα με την οποία Τιθορέα
ονομαζόταν κάποια κορυφή του Παρνασσού, στην οποία
είχαν καταφύγει πολλοί Φωκείς για να σωθούν από τους
Πέρσες.
Προφανώς, δεν πρόκειται πάλι για την ψηλότερη
κορυφή του βουνού αυτού, αφού η ανάβαση τόσο ψηλά
και άσκοπη θα ήταν, διότι δεν θα μπορούσαν να
επιβιώσουν εκεί οι κάτοικοι, αλλά και εντελώς αδύνατη για
.
τους περισσότερους από τους καταφυγόντες απλά θα
επρόκειτο μάλλον για κάποια από τις κορυφές του
Παρνασσού, η οποία έδωσε και το όνομά της στην
ομώνυμη πόλη της Φωκίδας, την Τιθορέα.
Ειδικότερα, ο Ηρόδοτος αναφέρει επί λέξει τα εξής: «Ὡς
δὲ ἐκ τῆς Δωρίδος ἐς τὴν Φωκίδα ἐσέβαλον(οι Πέρσαι),
αὐτοὺς μὲν τοὺς Φωκέας οὐκ αἱρέουσι. Οἱ μὲν γὰρ τῶν
Φωκέων ἐς τὰ ἄκρα τοῦ Παρνησσοῦ ἀνέβησαν (ἔστι δὲ καὶ
ἐπιτηδέη δέξασθαι ὅμιλον τοῦ Παρνησσοῦ ἡ κορυφὴ ‹ἡ›
κατὰ Νέωνα πόλιν κειμένη ἐπ᾽ ἑωυτῆς, Τιθορέα οὔνομα
αὐτῇ· ἐς τὴν δὴ ἀνηνείκαντο καὶ αὐτοὶ ἀνέβησαν)·», που
σημαίνει:
«Όταν όμως απ᾽ τη Δωρίδα μπήκαν στη Φωκίδα (οι
Πέρσες), τους ίδιους τους Φωκείς δεν τους έβαλαν στο χέρι.
47
Στάθης Ασημάκης

Γιατί άλλοι απ᾽ τους Φωκείς ανέβηκαν στις κορυφές του


Παρνασσού (κι είναι κατάλληλη να δεχτεί πολύ κόσμο η
κορυφή του Παρνασσού, που, ξεκομμένη, βρίσκεται πάνω
απ᾽ την πόλη Νέωνα - τ᾽ όνομά της Τιθορέα· σ᾽ αυτή λοιπόν
ανέβασαν τα υπάρχοντά τους κι ανέβηκαν και οι ίδιοι)·»
Επομένως, με βάση τα παραπάνω αναφερθέντα το
αρχαίο τοπωνύμιο Λυκώρεια πρέπει να είναι μόνο αυτό
που χαρακτηρίζει την ομώνυμη πόλη πάνω στον Παρνασσό,
στην περιοχή του σημερινού αραχοβίτικου λιβαδιού, δίπλα
στο Κωρύκιον Ἄντρον, και το οποίο ορίζει ρητά, όπως
είδαμε προηγουμένως, ο περιηγητής Παυσανίας.
***
Ειδικότερα, σύμφωνα με την επικρατούσα σήμερα άποψη
η αρχαία Λυκώρεια πρέπει να βρισκόταν στη δυτική όχθη
της κάποτε λίμνης με το όνομα Πνιγούρα, του σημερινού
αραχοβίτικου Λιβαδιού, που όντως βρίσκεται πολύ κοντά
και κάτω από το Κωρύκιον Άντρον.
Τώρα, το εάν πήρε το όνομά της από το Λύκωρο, το γιό
της Κωρυκίας ή τους λύκους ή από άλλη αιτία αυτό είναι
θέμα προς διερεύνηση. Είναι η γεγονός, πάντως, ότι η λέξη
Λυκώρεια είναι σύνθετη από το Λύκος και ὄρος που σε
σύνθεση δίνουν τη σύνθετη λέξη Λυκώρεια, κατ’ ανάλογο
τρόπο που οι λέξεις: ἄκρος και ὄρος δίνουν τη σύνθετη λέξη
ακρώρεια. Αυτό μας οδηγεί στο να παραβλέψουμε την
εμπλοκή του Λύκωρα στην ονοματοδοσία της Λυκώρειας
και επομένως το λόγο έχουν οι λύκοι που φοβισμένοι και
ουρλιάζοντας στην εποχή του κατακλυσμού οδήγησαν και
τους ανθρώπους ψηλά στον Παρνασσό για να σωθούν.
.
Αλλά και εδώ ανακύπτει νέο πρόβλημα το να τρέξουν
δηλαδή οι άνθρωποι για να σωθούν από τις πλαγιές της
Παρνασσίας Νάπης και να εγκλωβιστούν στη δυσμενέστερη
περιοχή της σημερινής Πνιγούρας που έτσι κι αλλώς

48
Σύμμεικτα Ι

λίμναζε και τον καλό καιρό, όταν δηλαδή δεν υπήρχε


κατακλυσμός, πόσο μάλλον κατά τον κατακλυσμό, μοιάζει
λίγο περίεργο. Επομένως, πρέπει να ερευνήσουμε έναν
άλλο τρόπο για να λύσουμε αυτόν το γρίφο, και αυτός ο
άλλος τρόπος κατά τη γνώμη μας είναι το δεχτούμε το
μυθικό αυθέντη της παρνασσιώτικης περιοχής, τον
Αυτόλυκο, ως την αιτία για την ενλόγω ονοματοθεσία.
Ας δούμε, όμως, πρώτα ποιος ήταν αυτός ο περίφημος
Αυτόλυκος και ποια ήταν η δράση του. Σύμφωνα με τη
Μυθολογία: «Ένας από τους πιο ονομαστούς παλιούς
ήρωες ήταν ο Σίσυφος, ο γιός του Αιόλου. Είχε χτίσει την
Έφυρα - έτσι λεγόταν στα πρώτα χρόνια η Κόρινθος - και
είχε γίνει βασιλιάς της. Δεν ήταν η παλικαριά του που τον
είχε κάνει ξακουστό, γιατί δεν είχε κάνει ατομικούς άθλους
ούτε είχε πάρει μέρος σε μεγάλες εκστρατείες. Τη φήμη του
τη χρωστούσε στη μεγάλη του εξυπνάδα. Είχε ξεπεράσει
στην πονηριά τον Αυτόλυκο, έναν από τους πιο
φημισμένους κλέφτες της εποχής του.
Ο Αυτόλυκος (που είχε τη βάση του στην απέναντι
Φωκίδα) ήταν περίφημος για τις κλεψιές που έκανε και
τους ψεύτικους όρκους που έπαιρνε. Ήταν γιός του Ερμή,
που κοιμήθηκε στον Παρνασσό με τη Χιόνη την ίδια νύχτα
που η κόρη αυτή είχε κοιμηθεί και με τον Απόλλωνα. Έτσι, η
Χιόνη στους εννέα μήνες γέννησε στον Απόλλωνα, τον
Φιλάμμονα, και στον Ερμή, τον Αυτόλυκο.
Στο γιό του, ο Ερμής, έδωσε το χάρισμα ό,τι έπεφτε στα
χέρια του να το κάνει άφαντο ή αγνώριστο. Έτσι ο
Αυτόλυκος μπορούσε ένα ζώο από άσπρο να το κάνει
μαύρο και από μαύρο άσπρο. αν είχε κέρατα, του τα έβγαζε
και τα έβαζε σ’ ένα άλλο που δεν είχε ως τότε.
Με τον τρόπο αυτό κατόρθωνε να ρημάζει τα ξένα
κοπάδια, χωρίς να μπορεί κανένας να τον πιάσει γιατί, αν
κάποιος από αυτούς που είχαν χάσει ζώα ερχόταν στο σπίτι
49
Στάθης Ασημάκης

του στον Παρνασσό να του παραπονεθεί, ο Αυτόλυκος


έπαιρνε χίλιους όρκους πως άδικα τον κατηγορούσε ο
κόσμος, και έπειτα στα μαντριά του και τον άφηνε να ψάξει
να βρει τα ζώα του, για να αποδείξει την αθωότητά του, τον
έφερνε. Ποιος όμως μπορούσε να τα ανακαλύψει, έτσι
αγνώριστα που είχαν γίνει;
Και ο Σίσυφος που έβλεπε τα βόδια του που έβοσκαν
στην Περαχώρα όλο και να λιγοστεύουν, πρόσεξε τον ίδιο
καιρό ότι τα κοπάδια του Αυτόλυκου στον γειτονικό
Παρνασσό ήταν τα μόνα που πλήθαιναν, κι έτσι κατάλαβε
λοιπόν ποιος ήταν ο κλέφτης.
Για να τον πιάσει, σκέφτηκε το τέχνασμα να χαράξει το
μονόγραμμά του κάτω από τα νύχια των ζώων του. Έτσι,
όταν κάποια μέρα βρήκε να του λείπουν πάλι βόδια, πήγε
στον Αυτόλυκο στον Παρνασσό και, καθώς αυτός τον
οδήγησε στα κοπάδια του, βέβαιος πως δεν θα κατόρθωνε
να αναγνωρίσει τα ζώα του, ο Σίσυφος, σηκώνοντας ένα -
ένα τα πόδια τους, βρήκε όλα τα κλεμμένα. Ο Αυτόλυκος
αναγκάστηκε τότε να ομολογήσει την αρπαγή και, για να
εξευμενίσει τον Σίσυφο, που έδειξε πως ήταν πιο έξυπνος
από αυτόν, του πρότεινε να τον φιλοξενήσει για λίγες μέρες
στο αρχοντικό του και να γίνουν φίλοι. Με τη ευκαιρία
αφήκε τον ξένο του να κοιμηθεί με την κόρη του την
Αντίκλεια, που σε λίγες μέρες θα παντρευόταν τον Λαέρτη,
στην επιθυμία του ο εγγονός του να κληρονομήσει την
εξυπνάδα, μαζί του παππού και του πατέρα. Έτσι ο
Οδυσσέας που γεννήθηκε ύστερα από εννέα μήνες ήταν
του Σίσυφου, όχι του Λαέρτη γιος.»(«Ελληνική Μυθολογία,
Οι Θεοί», Τόμος 2ος, Εκδοτικής Αθηνών, σελ. 249).
Το βασικό παλάτι του ο Αυτόλυκος θα το είχε στην
Παρνασσία Νάπη, κάπου ανάμεσα στη σημερινή Αράχοβα
και τους Δελφούς, όπως προκύπτει από την ανάλυση της
σχετικής ομηρικής περιγραφής (Οδύσσεια, ραψωδία τ΄
50
Σύμμεικτα Ι

στιχ. 425 - 465).


Για τα κλεμμένα, όμως, ζώα θα χρησιμοποιούσε μια
άλλη πιο ασφαλισμένη περιοχή του για να τα αποκρύπτει.
Και η πιο κατάλληλη περιοχή θα ήταν αυτή του σημερινού
αραχοβίτικου Λιβαδιού, για να μπορεί και να τα βόσκει και
να τα κρύβει και μάλιστα με μια δεύτερη ακόμα πιο
αφαλέστερη κρυψώνα, εκεί δίπλα, δηλαδή μέσα στο
μεγάλο σπήλαιο, το Κωρύκιον Άντρον, για όσους δεν θα
πείθονταν αρχικά από τον αρχικλέφτη Αυτόλυκο και θα
αποφάσιζαν να ανεβούν ακόμα και ψηλά στον Παρνασσό
για να αναζητήσουν τα χαμένα τους ζώα.
Να σημειώσουμε, επίσης, ότι το όνομα Αυτόλυκος είναι
σύνθετο με πρώτο συνθετικό, είτε την αντωνυμία αυτός
που μεταξύ των άλλων σημαίνει ο ίδιος, είτε τη ρίζα του
ρήματος αυτέω=φωνάζω-κραυγάζω, και δεύτερο συνθετικό
τη λέξη λύκος, οπότε Αυτόλυκος σημαίνει: στην μεν πρώτη
περίπτωση, αυτός που είναι στη συμπεριφορά του ίδιος
λύκος, στη δε δεύτερη περίπτωση, αυτός που φωνάζει-
κραυγάζει σαν λύκος και κατ’ επέκταση αυτός που
συμπεριφέρεται σαν λύκος.
Εν κατακλείδι και συμπερασματικά: Λυκώρεια θα ήταν
αρχικά ο δευτερεύων οικισμός (η κρυφή στάνη) που θα
βρισκόταν πάνω στο όρος (δηλαδή στο σημερινό
αραχοβίτικο λιβάδι) του Λύκου (δηλαδή του αυθέντη του
Παρνασσού, Αυτόλυκου), όπου εκεί αυτός όσα ζώα θα
έκλεβε όχι μόνο θα μπορούσε να τα διπλοασφαλίσει
(κάνοντάς τα έτσι άφαντα), αλλά θα μπορούσε παράλληλα
και να τα θρέφει, χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες, καθόσον η
ενλόγω περιοχή ήταν από πάντα ένα εύφορο οροπέδιο.
***

51
Στάθης Ασημάκης

2.4 Ανεμώρεια και Άμβροσσος

Η τεκμηρίωση της θέσης της αρχαίας Ανεμώρειας που


επιχειρήθηκε στο βιβλίο: «Στην κοιλάδα του Πλειστού.
Ξαναδιαβάζοντας τις αρχαίες πηγές» βοηθάει, πιστεύω
βάσιμα, στο να ταυτίσουμε, αφενός την ομηρική αυτή
φωκική πόλη με την επίσης φωκική πόλη Αιολιδείς, την
οποία μνημονεύει ο Ηρόδοτος ότι καταστράφηκε από τους
Πέρσες στη διαδρομή τους για τη σύληση του Μαντείου
του Απόλλωνα, και αφετέρου να την τοποθετήσουμε στη
σημερινή θέση «Καστρούλι» του Ζεμενού (στα ομηρικά
χρόνια) και στην όμορη θέση «Παλιόπυργος» (στα αρχαϊκά
χρόνια).
Επίσης, η τοποθέτηση της Ανεμώρειας ανατολικά της
σημερινής Αράχοβας, στο Ζεμενό, αντί δυτικά του χωριού,
στη θέση Νεκροταφείο - Τρουβουλού, μας βοηθά ώστε να
λυθεί και ο γρίφος της όμορης φωκικής πόλης Άμβροσσος,
η οποία δεν αναφέρεται στον κατάλογο νηών από τον
Όμηρο, αλλά κάνει την εμφάνισή της, πολύ αργότερα.
Ειδικότερα, η πρώτη διαθέσιμη συγκεκριμένη αναφορά
για την ύπαρξή της, απ’ όσα τουλάχιστον γνωρίζουμε
γίνεται από τον ιστορικό Λίβιο (βιβλίο ΧΧΧΙΙ Κεφάλαιο 18),
της ρωμαϊκής ιστορίας του, όταν αναφέρεται στην
εκστρατεία του Ρωμαίου ύπατου Τίτου Κόντου Φλαμινίνου,
στην περιοχή της Φωκίδας, το 198 π.Χ., μετά τη νίκη του επί
του Φιλίππου του Ε΄της Μακεδονίας, στον Αώο ποταμό και
συγκεκριμένα καταγράφει:

52
Σύμμεικτα Ι

«[…]Phocidis primo impetu Pfanoteam sine certamine


cepit Anticyra haud multum oppugnando morae praebuit.
Ambrysus inde Hyampolisque receptae. Daulis, quia in
tumulo excelso sita est, nec scalis nec operibus capi poterat
[…]», που σημαίνει:
«[…]. Με την πρώτη επίθεση στη Φωκίδα κατέλαβε (ο
Φλαμινίνος) τον Φανοτέα(Πανοπέα) χωρίς μάχη. Η
Αντίκυρα με ολιγόχρονη πολιορκία του προξένησε
καθυστέρηση. Εξ εκείνου του τόπου η Άμβροσσος και η
Υάμπολις καταλήφθηκαν. Η Δαύλεια, επειδή βρίσκεται σε
ένα ψηλό λόφο, ούτε με σκάλες, ούτε με πολιορκητικές
μηχανές μπορούσε να καταληφθεί.[…].»
Αυτό σημαίνει ότι η Άμβροσσος τουλάχιστον από τον 3ο
π.Χ. αιώνα υφίσταται σίγουρα ως φωκική πόλη. Εξάλλου, ο
Παυσανίας («Φωκικά»Χ.3.2) την περιλαμβανει στις φωκικές
πόλεις που κατεσκάφησαν από τον Φίλιππο Β΄, μετά το
τέλος του Γ΄Ιερού πολέμου, δηλαδή το 346 π.Χ.
Πότε, όμως, δημιουργήθηκε αυτή η πόλη για πρώτη
φορά; Κατά τη γνώμη μας όχι ενωρίτερα από το 490 π.Χ.,
την εποχή που θα καταστράφηκε η Ανεμώρεια(Αιολιδείς)
από τους Πέρσες στο δρόμο τους για το Μαντείο του
Απόλλωνα.
Η πιθανότερη χρονολογία είναι ακριβώς μετά το 448
π.Χ., δηλαδή μετά το τέλος του Β΄ Ιερού πολέμου, όταν οι
Δελφοί, όχι μόνο ανέκτησαν την ανεξαρτησία τους από
τους Φωκείς, που για λίγο χρόνο είχαν χάσει, αλλά και
επεξέτειναν με τη βοήθεια των Σπαρτιατών τα ανατολικά
τους σύνορα στη θέση της σημερινής Τούμπρης, οπότε
έφεραν σε πλήρη δυσχέρεια τη φωκική Ανεμώρεια, αφού
κατελήφθη η δυτική ζωτική της περιοχή, αυτή της
σημερινής «Μπάνιας».
Έτσι, οι Ανεμωριείς ίσως με πρωτοστάτη κάποιο
Άμβροσσο θα στράφηκαν στην ανατολική τους ζωτική
53
Στάθης Ασημάκης

περιοχή που ήταν όχι μόνο αυτή της της Σχιστής Οδού,
αλλά και αυτή της κοιλάδα του σημερινού Διστόμου, και
έτσι θα δημιούργησαν το νέο πόλισμα που αργότερα
αναπτύχθηκε σε κανονική φωκική πόλη, με το όνομα
Άμβροσσος, με ταυτόχρονη παρακμή της Ανεμώρειας στο
Ζεμενό.
Η άποψή μας αυτή εδράζεται:
α) Στον ομηρικό στίχο: «οἵ τ’ Ἀνεμώρεια καὶ Ὑάμπολιν
ἀμφινέμοντο» που περιλαμβάνεται στο απόσπασμα, το
οποίο περιγράφει τον κατάλογο νηών των φωκικών πόλεων
που συμμετείχαν στον Τρωϊκό πόλεμο (Ιλιάδα, ραψωδία Β΄,
στίχοι: 517-526) και συγκεκριμένα:

«[…]
Αὐτάρ Φωκήων Σχεδίος καὶ Ἐπίστροφος ἦρχον,
υἱέες Ἰφίτου μεγαθύμου Ναυβολίδαο.
Οἵ Κυπάρισσον ἔχον Πυθῶνα τε πετρήεσσαν
Κρῖσάν τε ζαθέην καὶ Δαυλίδα καὶ Πανοπῆα.
οἵ τ’ Ἀνεμώρειαν καὶ Ὑάμπολιν ἀμφινέμοντο,
οἵ τ’ ἄρα πάρ’ ποταμόν Κηφισσόν δῖον ἔναιον,
οἵ τε Λίλαιαν ἔχον πηγῆς ἐπί Κηφισοῖο.
τοῖς δ’ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο
οἵ μὲν Φωκήων στίχας ἵστασαν ἀμφιέποντες,
Βοιωτῶν δ’ ἔμπλην ἐπ’ ἀριστερά θωρήσσοντο.[…].»,
που σημαίνει:
«[…]
Με τους Φωκείς ο Επίστροφος ερχόταν κι ο Σχεδίος,
υιοί του μεγαλόψυχου Ιφίτου Ναυβουλίδη.
Τους έστειλε η Κυπάρισσος καὶ ή Πυθώ η πετρώδης
η θεία Κρίσσα και η Δαυλίς, ο Πανοπέας κι ακόμη

54
Σύμμεικτα Ι

τα μέρη της Υαμπόλεως και της Ανεμωρείας


κι αυτά που ο θείος ποταμός ο Κηφισσός ποτίζει
και η Λίλαια, που χτίστηκε επάνω στις πηγές του
κι είχαν σαράντα ολόμαυρα κατόπι τους καράβια.
Και κολλητά στους Βοιωτούς, στο αριστερό του πλάγι
Οι πολεμάρχοι εσύνταξαν τα πλήθη των Φωκέων.
[…].» (Μετάφραση Ιάκωβου Πολυλά)

Πράγματι, το ρήμα ἀμφινέμομαι επί ανθρώπων σημαίνει:


διαμένω, κατοικώ πέριξ, επί ζώων σημαίνει: βόσκω τριγύρω
και επί φωτιάς σημαίνει: εξαπλώνομαι.
β) Στο γεγονός ότι ο Παυσανίας, όταν αναφέρεται στον
ήρωα Άμβροσσο που έδωσε το ονομά του στην φωκική
αυτή πόλη, δεν δίνει κάποιο πληροφορία για ξενική
καταγωγή του, όπως κάνει σε όλες τις άλλες περιπτώσεις,
όπως π.χ. όταν μιλάει για:
i)τον Φώκο (Φωκικά Χ.1.1), που τάχα έδωσε το όνομα
της Φωκίδας, σημειώνει ότι είναι Κορίνθιος την καταγωγή,
ii)τον Πανοπέα(Φωκικά Χ.4.1), αναφέρεται στους
Φλεγύες που έφτασαν εκεί,
iii)τη Στίριδα(Φωκικά Χ.35.8), αναφέρει τον οικιστή
Πετεό, το γιο του Ορνέα που έφτασε εκεί, διωγμένος από
τον βασιλιά της Αττικής Αιγέα,
iv)την Υάμπολη(Φωκικά Χ.35.5), αναφέρεται στους
Ύαντες που ξέφυγαν από τη Θήβα,
v)τη φωκική πόλη Βούλις(Φωκικά Χ.37.2), αναφέρει ότι
συνοικίστηκε από κατοίκους της αρχαίας Δωρίδας με
αρχηγό το Βούλωνα,
vi)την Ελάτεια(Φωκικά Χ.34.2), αναφέρει τον οικιστή
Έλατο, που ήταν Αρκάδας την καταγωγή, και τέλος,

55
Στάθης Ασημάκης

vii)τη Δρυμαία(Φωκικά Χ.33.12) και την καταγράφει και


ως Ναυβολείς, αναφέρει τον οικιστή Ναύβολο, γιό του
Φώκου, εγγονό του Αιακού.
Συγκεκριμένα, ο Παυσανίας αναφέρει (Φωκικά Χ.36.3)
σχετικά: «Ἡ δὲ Ἄμβροσσος κεῖται μὲν ὑπό τὸν Παρνασσόν,
τὰ ἐπέκεινα οἱ Δελφοί. τεθῆναι δὲ τὸ όνομα τη πόλει ἀπό
ἥρωός φασίν Ἀμβρόσσου.[…].», που σημαίνει:
«Η Άμβρυσσος βρίσκεται στους πρόποδες του
Παρνασσού, αλλά στην αντίθετη πλευρά από τους Δελφούς.
λένε πως η πόλη πήρε το όνομα αυτό από ήρωα
Ἀμβροσο.[…].».
Δεν μπορεί, βεβαίως, να αποκλειστεί και η περίπτωση
το όνομα Άμβροσσος να δόθηκε, μεταφορικά, από τη λέξη
αμβροσία = το θεϊκό ποτό των Ολύμπιων θεών, λόγω του
καλού κρασιού που παραγόταν στην περιοχή αυτή.
Εξάλλου, θα ήταν το κύριο γεωργικό προϊόν τους που θα
τους εξασφάλιζε εισόδημα και επομένως θα τους στήριζε
όπως οι ήρωες στηρίζουν τις κοινωνίες.
Είναι χαρακτηριστικά όσα γράφει ο Παυσανίας (Φωκικά
Χ.36.1): «Ἐς δὲ Ἄμβροσσον στάδιοι περί ἑξήκοντά εἰσιν ἐκ
Στίρεως. πεδιάς ἡ ὁδός, ὀρῶν ἐν μέσῳ πεδίον κείμενον.
Ἄμπελοι δὲ τὸ πολύ εἰσί τοῦ πεδίου, καὶ ἐν γῇ τῇ
Ἀμβροσέων <οὐ> συνεχεῖς μὲν ὥσπερ αἱ ἄμπελοι,
πεφύκασι μέντοι καὶ αἱ θάμνοι […].», που σημαίνει:
«Η Άμβροσσος απέχει εξήντα περίπου στάδια από τη
Στίριδα. ο δρόμος είναι ομαλός, σε πεδιάδα που βρίσκεται
ανάμεσα σε βουνά. Το πιο μεγάλο μέρος της πεδιάδας
καταλαμβάνεται από αμπέλια. στην περιοχή της Αμβρόσσου
υπάρχουν κάτι θάμνοι που δεν είναι τόσο πυκνοί όσο τα
αμπέλια. […]. »

***

56
Σύμμεικτα Ι

2.5 Κίρρα και Κρίσσα

Στον κατάλογο νηών (Ιλιάδα, ραψωδία Β΄, στίχοι 517 -


526), που παραθέσαμε πιο πάνω και ειδικότερα στο στίχο
520, αναφέρεται η πόλη Κρίσσα και μάλιστα με το επίθετο
ζαθέην = ιερή, ενώ δεν γινέται μνεία για την πόλη Κίρρα,
πράγμα που σημαίνει ότι αυτή δεν υφίστατο ως πόλη στα
ομηρικά χρόνια. Ίσως ήταν ένα απλό επίνειο της Κρίσσας.
Τη θέση της προϊστορικής Κρίσσας οι περισσότεροι από
τους αρχαιολόγους την ταυτίζουν με τη σημερινή
τοποθεσία: «Άγιος Γεώργιος» κατάντι του χωριού Χρισσό.
Υπάρχουν, όμως, και άλλοι που την τοποθετούν
βορειοδυτικά της Ιτέας, στη θέση «Γωνιά», στους πρόποδες
του λόφου Μούλκι.
Τελευταία, αυτή η θέση ταυτίστηκε και απ’ ό,τι φαίνεται
βάσιμα (σύμφωνα με επί τόπου αρχαιολογικές έρευνες του
καθηγητή Πάνου Βαλαβάνη) με τον αρχαίο Ιππόδρομο των
Δελφών, όπου γίνονταν οι αγώνες ιπποδρομιών και
αρματοδρομιών, στα Πύθια.
Φαίνεται, όμως, ότι και οι δυο πλευρές μπορεί να έχουν
δίκαιο, όπως θα δούμε παρακάτω, με την έννοια ότι η
ομηρική Κρίσσα, βρισκόταν κάτω από το σημερινό χωρίο
Χρισσό, ενώ η ύστερη Κρίσσα, μετά τις μεταβολές που
επήλθαν στην περιοχή του Κρισσαίου πεδίου, εξαιτίας των
Ιερών πολέμων, μπορεί να μετακινήθηκε δυτικότερα σε
θέση κοντινή της σημερινής Ιτέας. Ειδικότερα:
Στους ιστορικούς χρόνους και μάλιστα στον Α΄ Ιερό
πόλεμο (595-585 π.Χ.) πρωταγωνιστές και στο τέλος οικτρά

57
Στάθης Ασημάκης

ηττημένοι ήσαν οι κάτοικοι της παραθαλάσσιας πόλης


Κίρρας. Οι Κιρραίοι εξανδραποδίστηκαν και η χώρα τους
αφιερώθηκε στους θεούς των Δελφών. Η Κίρρα έκτοτε
έγινε επίνειο των Δελφών.
Αργότερα, από τον Ηρόδοτο (βιβλίο Η΄ Ουρανία 32.2)
γίνεται μνεία του Κρισσαίου Πεδίου, συγκεκριμένα:
«Τιθορέα οὔνομα αὐτῇ. ἐς τὴν δὴ ἀνηνείκαντο καὶ αὐτοί
ἀνέβησαν. Οἱ δὲ πλεῦνες αὐτῶν ἐς τοὺς Ὀζόλας Λοκρούς
ἐξεκομίσαντο, ἐς Ἄμφισσαν πόλιν τὴν ὑπέρ τοῦ Κρισσαίου
πεδίου οἰκημένην. Οἱ δὲ βάρβαροι τὴν χώραν πᾶσαν
ἐπέδραμον τὴν Φωκίδα[…]», που σημαίνει:
«Αναφορικά με αυτή την πόλη με το όνομα Τιθορέα. σ’
αυτή αποφάσισαν να μην υποταχθούν και ανέβηκαν (προς
τον Παρνασσό). Οι περισσότεροι εξ αυτών μετακόμισαν
στους Οζόλες Λοκρούς, στην πόλη Ἀμφισσα που κατοικείται
(βρίσκεται) πάνω από το Κρισσαίο πεδίο. Οι δε βάρβαροι
επέδραμαν σε όλη τη χώρα της Φωκίδας.[…].»
Αιώνες αργότερα, όταν ο Παυσανίας επισκέφτηκε την
Φωκίδα και την ιχνηλάτησε και μάλιστα την περιοχή των
Δελφών με ιδιαίτερη λεπτομέρεια, δεν ανάφερε πόλη ή
πόλισμα με το όνομα Κρίσσα. Αντίθετα, ανάφερε την Κίρρα
ως επίνειο των Δελφών και σε αυτήν απέδωσε την ομηρική
ονομασία Κρίσσα.
Συγκεκριμένα αναφέρει (Φωκικά Χ. 37.4- 5):
«[…] Ἐς δὲ Κίρραν τὸ ἐπίνειον Δελφῶν ὁδός μὲν σταδίων
ἑξήκοντά ἐστιν ἐκ Δελφῶν. καταβάντι δὲ ἐς τὸ πεδίον
ἱππόδρομός τὲ ἐστι καὶ ἀγῶνα Πύθια ἄγουσιν ἐνταῦθα τὸν
ἱππικόν. […].
Τὸ δὲ πεδίον τὸ ἀπό Κίρρας ψιλόν ἐστιν ἅπαν, καὶ
φυτεύειν δένδρα οὐκ ἐθέλουσιν ἤ ἔκ τινος ἀρᾶς ἤ ἄχρεῖον
τὴν γῆν ἐς δένδρων τροφὴν εἰδότες.
Λέγεται δὲ ἐς τὴν Κίρραν <τῶν ἐπιχωρίων τινά νυμφῶν
εἶναι> καὶ ἀπό Κίρρας τὸ ὄνομα τὸ ἐφ’ ἡμῶν τεθῆναι τῷ
58
Σύμμεικτα Ι

χωρίῳ φασίν. Ὅμηρος μέντοι Κρῖσαν ἔν τε Ἰλιάδι ὁμοίως


καὶ ὕμνῳ τῷ ἐς Ἀπόλλωνα ὀνόματι τῷ ἐξ ἀρχῆς καλεῖ τὴν
πόλιν.[…].»,
που σημαίνει:
«Προς την Κίρρα το επίνειο των Δελφών, είναι δρόμος
εξήντα σταδίων από τους Δελφούς. Χαμηλά στην πεδιάδα
είναι ο ιππόδρομος, όπου γίνεται ο ιππικός αγώνας των
Πυθίων(ιπποδρομίες και αρματοδρομίες).
Ολόκληρη η πεδιάδα της Κίρρας είναι χωρίς δέντρα. Οι
άνθρωποι δεν θέλουν να φυτεύουν δέντρα, είτε γιατί
φοβούνται κάποια κατάρα, είτε γιατί ξέρουν πως το έδαφος
είναι ακατάλληλο για την ανάπτυξη δέντρων.
Σχετικά με την Κίρρα λένε <πως ήταν μια από τις νύμφες
του τόπου> και η τοποθεσία πήρε το όνομα από την Κίρρα
αυτή. Ο Όμηρος, όμως, ονομάζει την πόλη με το αρχικό της
όνομα Κρίσα και στην Ιλιάδα και στον ύμνο για τον
Απόλλωνα.[…].» (Μετάφραση Νικ. Δ. Παπαχατζή).
Αντίθετα, ο Στράβωνας μνημονεύει και την Κίρρα και
την Κρίσσα, την τελευταία μάλιστα τη θεωρεί άμεσα
διαδοχικά γειτονική της πρώτης, χρησιμοποιώντας τις
λέξεις:
i) πάλιν που, ως τοπικό, σημαίνει προς τα πίσω, και
ii)εφεξής, που σημαίνει διαδοχικά.
Αυτό μας οδηγεί στο να δεχτούμε ότι οι κάτοικοι της
Κρίσσας και τα υπολείμματα των Κιρραίων που πιέστηκαν
από τους ανερχόμενους Δελφούς, ειδικότερα μετά τους
Ιερούς πολέμους, θα αποτραβήχτηκαν δυτικότερα και θα
ίδρυσαν νέο πόλισμα της Κρίσσας, κοντά δηλαδή στην
περιοχή της σημερινής Ιτέας.
Συγκεκριμένα, ο γεωγράφος Στράβωνας (Φωκικά
Θ.3.418) αναφέρει: «[…].Πρόκειται δὲ τῆς πόλεως [Δελφοί]
ἡ Κίρφις ἐκ τοῦ νοτίου μέρους ὄρος ἀπότομον, νάπην
ἀπολεῖπον μεταξύ, δι’ ἧς ὁ Πλειστός διαρρεῖ ποταμός.
59
Στάθης Ασημάκης

Ὑποπέπτωκε δὲ τῇ Κίρφει πόλις ἀρχαία Κίρρα, ἐπί τῇ


θαλάττῃ ἱδρυμένη. ἀφ’ ἧς ἀνάβασις εἰς Δελφούς
ὀγδοήκοντα που σταδίων. ἵδρυται δ’ ἀπαντικρύ Σικυῶνος.
Πρόσκειται δε τῇ Κίρρᾳ τὸ Κρισσαῖον Πεδίον εὔδαιμον.
Πάλιν δ’ έφεξῆς ἐστιν ἄλλη πόλις Κρίσσα, ἀφ’ ἧς ὁ κόλπος
Κρισσαῖος.[…].», που σημαίνει:
«[…].Μπροστά από την πόλη των Δελφών στέκεται η
Κίρφη από τη νότια μεριά, βουνό απότομο που αφήνει να
σχηματιστεί Νάπη (ευρεία χαράδρα), την οποία διαρρέει ο
Πλειστός ποταμός.
Κάτω δε από την Κίρφη κείται η αρχαία πόλη Κίρρα,
στημένη κοντά στη θάλασσα. από την οποία υπάρχει μέχρι
Δελφούς ανηφοριά περίπου ογδόντα σταδίων. είναι
στημένη ακριβώς απέναντι από τη Σικυώνα.
Είναι δε κοντά στην Κίρρα το πλούσιο Κρισσαίο πεδίο.
Προς τα πίσω, δίπλα ακριβώς(διαδοχικά), είναι άλλη πόλη,
η Κρίσσα, από την οποία και ο κόλπος λέγεται Κρισσαίος.
[…].».
Το ότι η ομηρική Κρίσσα βρισκόταν κάτω ακριβώς από
το σημερινό χωριό Χρισσό, ενισχύεται και από την
ετυμολογική ανάλυση της λέξης Κρίσσα. Ειδικότερα, η
ονομασία Κρίσσα:
α)πιθανόν σχετίζεται με την αρχαιοελληνική λέξη
κρισσός με ισοδύναμο τύπο το κιρσός και σημαίνει το
μέρος στον κορμό των δρυών (διάφυσις) απ’ όπου ρέει ο
ιξός. («ἡ ἐν ταῖς δρυσί γινομένη διάφυσις, ὅθεν ρέει ὁ ἰξός ἤ
ἡ ἐν τοῖς ἄρθροις διάφυσις σκληρά καὶ ὀζώδης»). O
ισοδύναμος τύπος κιρσός = ο ανευρυσμός φλέβας ή οίδημα
φλέβας, διάρρηξη.
Πράγματι, το παραπάνω ανάλογο της δρυός υφίστατο
στην περιοχή της αρχαίας Κρίσσας, καθόσον η θέση της
βρισκόταν ακριβώς πάνω από την περιοχή, όπου η κοίτη
του Πλειστού ποταμού [οιονεί υδάτινο δέντρο με τα
60
Σύμμεικτα Ι

τροφοδοτικά του κλαδιά - ρέματα, τόσον από βορρά


(Παρνασσό), όσο και από νότο (Κίρφη)], έχει την πιο στενή
διατομή («διάφυσις»), απ’ όπου εκβάλλει («ρέει ο ιξός»)
προς το Κρισσαίο πεδίο.
Διαφορετικά μπορούμε να θεωρήσουμε ότι είναι το
σημείο, απ’ όπου η υδάτινη φλέβα του Πλειστού ξαφνικά
ανοίγει ως ανεύρυσμα και πλέον ο ποταμός εκβάλλει στην
πεδιάδα της Κρίσσας.
β)πιθανόν σχετίζεται με την αρχαιοελληνική λέξη
κρόσσαι = οι επάλξεις πάνω στα τείχη, αναβαθμοί, επειδή
πράγματι η θέση αυτή στην οποία τοποθετείται η ομηρική
Κρίσσα βρίσκεται σε αναβαθμό, ακριβώς πάνω από την
κοίτη του Πλειστού ποταμού. Η γλωσσική ρίζα της είναι η
ινδοευρωπαϊκή λέξη: *qroqja (krokwa) που σημαίνει στέγη
και η λέξη αυτή, ίσως, να παραπέμπει και στη Δελφική
τοποθεσία «Κρόκι» (ένα είδος έπαλξης - στέγης) ανάντη
του αρχαιολογικού χώρου
Γνωρίζουμε, όμως, ότι υπάρχει και το αρχαίο τοπωνύμιο
«Κρόκιο πεδίο» που βρισκόταν στην περιοχή του
σημερινού Αλμυρού Μαγνησίας. Μάλιστα, στο μέρος αυτό
ο Φίλιππος Β΄ μαζί με τους Θεσσαλούς, στη διάρκεια του Γ΄
Ιερού πολέμου, πέτυχε συντριπτική νίκη εναντίον των
Φωκέων και ίσως σε ανάμνηση αυτής της νικηφόρας για το
Μαντείο μάχης να δόθηκε τιμητικά το όνομα Κρόκι στην
υπόψη δελφική περιοχή.
Ειδικότερα, είναι πιθανόν το όνομα αυτό να δόθηκε
στην εν λόγω περιοχή μετά τη συντριβή των Γαλατών του
Βρέννου, οι οποίοι ως γνωστόν το 279 π.Χ. επιτέθηκαν για
να συλλήσουν το Δελφικό μαντείο.
Οι κατερχόμενοι, τότε, από τις πλαγιές του Παρνασσού
Έλληνες(Αιτωλείς, Λοκροί) που βρέθηκαν στα νώτα των
Γαλατών, μαζί με τους κεραυνούς που ξέσπασαν λίγο
αργότερα στην ενλόγω περιοχή και με τους βράχους που
61
Στάθης Ασημάκης

αποκολλήθηκαν στη συνέχεια από τις απότομες πλαγιές


του βουνού επέφεραν τον πλήρη πανικό και τη συντριβή
στους Γαλάτες.
Αυτή λοιπόν η νίκη για τους Δελφιώτες θα ήταν τότε κάτι
αντίστοιχο με τη νίκη στο Κρόκιο πεδίον, στα χρόνια του Γ΄
Ιερού πλολέμου, οπότε θα ήταν φυσικό να δοθεί τιμητικά
το εν λόγω όνομα (Κρόκιον) ανάντη των Δελφών, αφού από
εκεί ξεκίνησε η νίκη των Ελλήνων. Σε μια τέτοια περίπτωση
το ενλόγω τοπωνύμιο θα πρέπει να είναι αρχαίο και όχι
μεταγενέστερο. 13
***
Το ερώτημα, που παραμένει μετέωρο, είναι το γιατί η
Κρίσσα ονομάστηκε από τον Όμηρο ζαθέη, δηλαδή ιερή,
ενώ η Πυθώνα που λογικά είναι οι μετέπειτα Δελφοί, πήρε
από τον ενλόγω ποιητή απλώς το επίθετο πετρήεσσα.
Μόνο εικασίες μπορούμε να κάνουμε, όπως π.χ. :
α)Η ιερότητα της Πυθώνας ήταν δεδομένη, ενώ η
Κρίσσα έλαβε το χαρακτηρισμό ζαθέη, για να τονιστεί ότι κι
αυτή βρισκόταν πάνω στον ιερό τόπο του Απόλλωνα.
β)Για λόγους στιχουργικής, εξασφάλιση δακτυλικού
εξάμετρου, και ελκυστική παρήχηση του χειλικού (π) και
των οδοντικών (τ) και (θ) στην έκφραση: Πυθώνα
πετρήεσσα.
Όσον αφορά την ονομασία Κίρρα, αυτή πιθανόν
σχετίζεται, είτε με τη ιαπετική (ινδοευρωπαϊκή) λέξη *qere
= πτύσσω, διπλώνω (που αργότερα έδωσε τη λέξη κίρκος =

13
Δεν μπορεί να αποκλειστεί, όμως, και η εξήγηση που στηρίζεται στη
βλάχικη λέξη κρούτσε = σταυρός (από τη λατινική crux-is = σταυρός)
κατ’ αναλογία με την όμορη αραχοβίτικη τοποθεσία «Σταυρός». Είναι
το δηλαδή το μέρος που πρωτοαντικρύζεις τους Δελφούς, ερχόμενος
από από βορρά, από τον Παρνασσό. Και ως γνωστόν στα σημαδιακά
αυτά μέρη, τα παλιότερα χρόνια, τοποθετούσαν ενδεικτικά κάποιο
Σταυρό.
62
Σύμμεικτα Ι

δακτύλιος), λόγω του θαλάσσιου κόλπου, όπου βρισκόταν


η πόλη αυτή, είτε με τη λέξη κιρρός = κιτρινωπός μεταξύ
πυροκόκκινου και ξανθού, εάν τα εδάφη της ομώνυμης
περιοχής έχουν αυτό το ιδιότυπο χρώμα. Εξάλλου, υπάρχει
και το ρήμα κιρράζω = κιτρινίζω.
Από τη λέξη Κίρρα προέρχεται μάλλον και η λέξη Κίρφις,
που ήταν αρχαίο όνομα του βουνού, το οποίο σήμερα
λέγεται Ξεροβούνι, στις πλαγιές του οποίου εξάλλου
βρισκόταν η αρχαία Κίρρα. Το καταληκτικό φι είναι τοπικό
και σημαίνει εντεύθεν.
Τέλος, από την Κίρρα προέρχεται η ονομασία Αντίκιρρα,
που αργότερα γράφτηκε Αντίκυρα, και σημαίνει όχι απλά
την πόλη που βρίσκεται στην άλλη πλευρά της Κίρφης
(αντίκειται της Κίρρας), αλλά την πόλη που βρίσκεται
επίσης σε κόλπο, στην άλλη πλευρά της Κίρφις.

***

63
Στάθης Ασημάκης

2.6 Εχεδάμεια και Φλυγόνιο

Σύμφωνα με τον Παυσανία («Φωκικά» Χ.3.2) μεταξύ των


μη ονομαστών φωκικών πόλεων που καταστράφηκαν μετά
τη λήξη του Γ΄ Ιερού πολέμου, το 346 π.Χ. από το Φίλιππο
το Β΄ ήταν και η Εχεδάμεια.
Ἀλλη αρχαία αναφορά ή κάποιο άλλο στοιχείο γι’ αυτήν
την πόλη δεν υπάρχει. Ούτε οι αρχαιολογικές ανασκαφές
στα μέρη εντός των ορίων της αρχαίας Φωκίδας εντόπισαν,
μέχρι τώρα, κάποιο τεκμήριο π.χ. ψήφισμα, που να μπορεί
να βοηθήσει στον εντοπισμό της Εχεδάμειας.
Αντίστοιχο πρόβλημα υπάρχει και με άλλες επίσης
λιγότερο ονομαστές αρχαίες φωκικές πόλεις, όπως είναι το
Φλυγόνιο. Μέχρι σήμερα, για τις δυο αυτές πόλεις υπάρχει
διχογνωμία μεταξύ των ειδικών για την πραγματική θέση
τους μέσα στο χώρο της αρχαίας φωκικής γης. Ειδικότερα:
i)Σχετικά με την Εχεδάμεια, κάποιοι ερευνητές την
τοποθετούν στο υψίπεδο της σημερινής Δεσφίνας,
θεωρώντας πιθανή την παρουσία εκεί του γένους των
Κραγαλιδών(δρυοπικό φύλο), οι οποίοι μαζί με τους
Κιρραίους υπήρξαν, λόγω της συμπεριφοράς τους απέναντι
στο Δελφικό Ιερό, οι αίτιοι για τον Α΄ Ιερό πόλεμο, που είχε
βεβαίως ως αποτέλεσμα την καταστροφή τους.
Άλλοι υποστηρίζουν ότι η Εχεδάμεια θα μπορούσε να
βρισκόταν στην κοιλάδα του σημερινού Τσέρεσι, νότια της
Δαύλειας και βορειοανατολικά του Διστόμου. Να
προσθέσουμε ότι ο αρχαιολόγος Ι. Λαγαμτζής στην εργασία
του: «Τοπογραφικά προβλήματα του Βορειοανατολικού

64
Σύμμεικτα Ι

τμήματος της Φωκίδας» (Ρίθυμνα «Θέματα Κλασικής


Αρχαιολογίας» Αρ. 26. Υπεύθυνος Ν. Φαράκλας) αναφέρει
σχετικά με τη θέση της Εχεδάμειας και του Φλυγόνιου τα
εξής:
α)Υπάρχουν δυο γεωγραφικές περιοχές της Δεσφίνας και
Τσέρεσι, στις οποίες δεν τοποθετείται καμία άλλη πόλη,
αντίθετα με τις άλλες περιοχές της Φωκίδας, όπου
αναγνωρίζονται με μεγαλύτερη ή μικρότερη ασφάλεια
πόλεις.
β)Και η Εχεδάμεια και το Φλυγόνιον αναφέρονται στο
ίδιο χωρίο του Παυσανία, δηλαδή δεν είναι δυνατό να
ταυτίζονται μεταξύ τους.
γ)Η μόνη μαρτυρία που υπάρχει και για τις δυο είναι ότι
κατεστράφησαν το 346 π.Χ., αλλά από τα λεγόμενα του
Παυσανία μπορούμε να συμπεράνουμε ότι κατόπιν
επανιδρύονται (Παυσ. Χ.3.3).
δ)Και στις δυο λεκάνες για τις οποίες συζητάμε έχουν
βρεθεί ελληνιστικές οχυρώσεις και άλλα λείψανα, πράγμα
που σημαίνει ότι υπήρχαν οικισμοί τουλάχιστον αυτή την
εποχή.
Μετά τα παραπάνω, εκείνο που μπορεί να ειπωθεί με
βεβαιότητα, είναι ότι οι δυο πόλεις διεκδικούν τις δυο
γεωγραφικές λεκάνες με ίδιες πιθανότητες».
***
Κατά τη γνώμη μας, τα μόνα στοιχεία που ίσως θα
μπορούσαν, τουλάχιστον επί του παρόντος, να βοηθήσουν
στον χωρικό προσδιορισμό αυτών των δυο φωκικών
πόλεων είναι τα ονόματά τους, σε συνδυασμό, βεβαίως,
και με κάποια γεγονότα που συνέβησαν στη Φωκίδα, στα
ιστορικά χρόνια και έχουν καταγραφεί ή στα προϊστορικά
χρόνια και η ανάμνησή τους καταγράφηκε αργότερα.
Ειδικότερα, η Εχεδάμεια μπορεί να ετυμολογηθεί από
το ρήμα έχω και το ρήμα δαμάω = υποτάσσω, κατακτώ,
65
Στάθης Ασημάκης

που παραπέμπει σε χαρακτηρισμό πόλης, η οποία έχει


δαμαστεί - νικηθεί - υποταχτεί. Αυτό θα μπορούσε να
συνδυαστεί με την αναφορά του Αισχίνη («Κατά
Κτησιφῶντος» 107-110) από την οποία προκύπτει ότι τα
γένη των Κιρραίων και Κραγαλιδών υποτάχθηκαν στο
Δελφικό Ιερό μετά το πέρας του Α΄ Ιερού πολέμου.
Συγκεκριμένα, ο Αθηναίος ρήτορας Αισχίνης αναφέρει:
«[107]Ἔστι γάρ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τὸ Κιρραῖον
ὠνομασμένον πεδίον καὶ λιμὴν ὁ νῦν ἐξάγιστος καὶ
ἐπάρατος ὠνομασμένος. Ταύτην ποτὲ τὴν χώραν
κατῴκησαν Κιρραῖοι καὶ Κραγαλίδαι, γένη παρανομώτατα,
οἳ εἰς τὸ ἱερὸν τὸ ἐν Δελφοῖς καὶ περὶ τὰ ἀναθήματα
ἠσέβουν, ἐξημάρτανον δὲ καὶ εἰς τοὺς Ἀμφικτύονας.
Ἀγανακτήσαντες δ᾽ ἐπὶ τοῖς γιγνομένοις μάλιστα μέν, ὡς
λέγονται, οἱ πρόγονοι οἱ ὑμέτεροι, ἔπειτα καὶ οἱ ἄλλοι
Ἀμφικτύονες, μαντείαν ἐμαντεύσαντο παρὰ τῷ θεῷ, τίνι
χρὴ τιμωρίᾳ τοὺς ἀνθρώπους τούτους μετελθεῖν.
[108]Καὶ αὐτοῖς ἀναιρεῖ ἡ Πυθία πολεμεῖν Κιρραίοις καὶ
Κραγαλίδαις πάντ᾽ ἤματα καὶ πάσας νύκτας, καὶ τὴν χώραν
αὐτῶν καὶ τὴν πόλιν ἐκπορθήσαντας καὶ αὐτοὺς
ἀνδραποδισαμένους ἀναθεῖναι τῷ Ἀπόλλωνι τῷ Πυθίῳ καὶ
τῇ Ἀρτέμιδι καὶ Λητοῖ καὶ Ἀθηνᾷ Προνοίᾳ ἐπὶ πάσῃ ἀεργίᾳ,
καὶ ταύτην τὴν χώραν μήτ᾽ αὐτοὺς ἐργάζεσθαι μήτ᾽ ἄλλον
ἐᾶν. Λαβόντες δὲ τὸν χρησμὸν οἱ Ἀμφικτύονες ἐψηφίσαντο
Σόλωνος εἰπόντος Ἀθηναίου τὴν γνώμην, ἀνδρὸς καὶ
νομοθετῆσαι δυνατοῦ καὶ περὶ ποίησιν καὶ φιλοσοφίαν
διατετριφότος, ἐπιστρατεύειν ἐπὶ τοὺς ἐναγεῖς κατὰ τὴν
μαντείαν τοῦ θεοῦ·
[109]καὶ συναθροίσαντες δύναμιν πολλὴν τῶν
Ἀμφικτυόνων, ἐξηνδραποδίσαντο τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὸν
λιμένα καὶ τὴν πόλιν αὐτῶν κατέσκαψαν καὶ τὴν χώραν
αὐτῶν καθιέρωσαν κατὰ τὴν μαντείαν· καὶ ἐπὶ τούτοις
ὅρκον ὤμοσαν ἰσχυρόν, μήτ᾽ αὐτοὶ τὴν ἱερὰν γῆν
66
Σύμμεικτα Ι

ἐργάσεσθαι μήτ᾽ ἄλλῳ ἐπιτρέψειν, ἀλλὰ βοηθήσειν τῷ θεῷ


καὶ τῇ γῇ τῇ ἱερᾷ καὶ χειρὶ καὶ ποδὶ ‹καὶ φωνῇ› καὶ πάσῃ
δυνάμει.
[110]Καὶ οὐκ ἀπέχρησεν αὐτοῖς τοῦτον τὸν ὅρκον
ὀμόσαι, ἀλλὰ καὶ προστροπὴν καὶ ἀρὰν ἰσχυρὰν ὑπὲρ
τούτων ἐποιήσαντο. Γέγραπται γὰρ οὕτως ἐν τῇ ἀρᾷ, «εἴ τις
τάδε» φησὶ «παραβαίνοι ἢ πόλις ἢ ἰδιώτης ἢ ἔθνος,
ἐναγής» φησὶν «ἔστω τοῦ Ἀπόλλωνος καὶ τῆς Ἀρτέμιδος καὶ
Λητοῦς καὶ Ἀθηνᾶς Προνοίας» που σημαίνει:
«[107]Υπάρχει, πολίτες Αθηναίοι, η πεδιάδα με το όνομα
Κιρραίον πεδίον και λιμάνι που σήμερα είναι γνωστό ως
αφιερωμένο στους θεούς και άβατο. Την περιοχή αυτή
κατοίκησαν κάποτε οι Κιρραίοι και Κραγαλίδες, φυλές που
δεν ήξεραν από νόμους. Αυτοί προέβαιναν σε ιεροσυλίες σε
βάρος του ιερού των Δελφών και των σε αυτό
αφιερωμάτων κα διέπρατταν αδικήματα σε βάρος των
Αμφικτιόνων. Αγανακτισμένοι με αυτά που γίνονταν,
περισσότερο από όλους οι δικοί σας πρόγονοι, όπως λένε,
αλλά και οι άλλοι γενικά Αμφικτίονες, συμβουλεύτηκαν το
μαντείο, ζητώντας από τον θεό να τους πει ποια τιμωρία
έπρεπε να επιβάλουν στους ανθρώπους αυτούς.
[108]Η Πυθία απάντησε σ᾽ αυτούς να κηρύξουν πόλεμο
εναντίον των Κιρραίων και των Κραγαλιδών· να τους
πολεμούν ασταμάτητα, ημέρα και νύχτα, να ερημώσουν την
περιοχή και την πόλη τους, να πουλήσουν τους ίδιους ως
δούλους και να αφιερώσουν την περιοχή στον Πύθιο
Απόλλωνα, την Άρτεμη, τη Λητώ και την Αθηνά την
Προναία, ώστε να μείνει ακαλλιέργητη σε όλη την έκτασή
της και να μην εκμεταλλεύονται την περιοχή αυτή, μήτε οι
ίδιοι μήτε να επιτρέπουν σε άλλους. Οι Αμφικτίονες, αφού
πήραν τον χρησμό, αποφάσισαν, ύστερα από εισήγηση του
Σόλωνα του Αθηναίου, ικανού νομοθέτη και ανθρώπου που
είχε εντρυφήσει στην ποίηση και τη φιλοσοφία, να
67
Στάθης Ασημάκης

εκστρατεύσουν εναντίον των καταραμένων, σύμφωνα με


τον χρησμό του θεού.
[109]Γι᾽ αυτό, αφού συγκέντρωσαν ισχυρή δύναμη από
τους Αμφικτίονες, υποδούλωσαν και πούλησαν τους
κατοίκους ως δούλους, κατέσκαψαν το λιμάνι και την πόλη
τους και αφιέρωσαν την περιοχή τους στον θεό, σύμφωνα
με τον χρησμό. Ακόμη, πήραν δεσμευτικό όρκο να μη
δουλέψουν την ιερή γη, μήτε οι ίδιοι, μήτε να το
επιτρέψουν σε άλλον, αλλά να τρέξουν να βοηθήσουν τον
θεό και την ιερή γη με χέρια, με πόδια και με φωνή και με
όλη τους τη δύναμη.
[110]Και δεν ικανοποιήθηκαν με τον όρκο αυτόν που
έδωσαν, αλλά απηύθυναν ανάθεμα και βαριά κατάρα, στην
οποία είναι γραμμένα τα εξής: «εάν κάποιος», λέει, «είτε
πόλη είτε ιδιώτης είτε έθνος, παραβεί αυτά, να έχει την
κατάρα του Απόλλωνα, της Άρτεμης, της Λητώς και της
Προναίας Αθηνάς».» (Μετάφραση από: «Μνημοσύνη,
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας»)
Έτσι, δε είναι απίθανο το εξής σενάριο: κάποιοι από
τους ηττημένους Κιρραίους - Κραγαλίδες να κατέφυγαν
ψηλά στη γειτονική Κίρφη, ιδρύοντας εκεί κάποιο πόλισμα,
το οποίο προϊόντος του χρόνου ίσως και να αποτέλεσε την
Εχεδάμεια. Σε μια τέτοια περίπτωση, η καταφυγή των
ηττημένων από το γόνιμη γη της Κίρρας και την
παραθαλάσσια ζώνη της στο άγονο υψίπεδο της σημερινής
Δεσφίνας, θα ήταν σίγουρα μια τιμωρία γι’ αυτούς και μια
στέρηση. Εξάλλου, η περιοχή αυτή ανήκε αργότερα έτσι κι
αλλιώς στην εξουσία του Δελφικού Μαντείου, όπως
προκύπτει, από την αρχαία επιγραφή που έφερε στο φως ο
αρχαιολόγος C. Wescher, την οποία είχε εντοπίσει αρχικά
ο Κυριακός της Αγκόνας, το 1435, στους Δελφούς και
αφορά στην περιγραφή των ορίων του Δελφικού ιερού από

68
Σύμμεικτα Ι

τους εκεί Ιερομνήμονες, στις αρχές του 2ου π.Χ. αιώνα,


συγκεκριμένα:
α)Tο ανατολικό όριο των Δελφικού Μαντείου ξεκινούσε
από τη θάλασσα, δυτικά της Αντίκυρας, διερχόταν από τη
θέση της σημερινής«Σκλιβινίτσας» στην Κίρφη(Ξεροβούνι)
και έφτανε ψηλά μέχρι τη θέση της σημερινής «Μάνας»,
στην περιοχή της Αράχοβας.
β)Το δυτικό του όριο κατερχόταν από τον Παρνασσό
στην τοποθεσία της σημερινή Μονής του Προφήτη Ηλία και
κατέληγε στην παραθαλάσσια περιοχή της Κίρρας.
ii)Σχετικά με το Φλυγόνιο, ορισμένοι ερευνητές το
τοποθετούν στο Τσέρεσι, άλλοι στο υψίπεδο της Δεσφίνας
ή ακόμα και στην κοιλάδα του Πλειστού και τέλος υπάρχει
και η άποψη ότι βρισκόταν στον Ελικώνα, κοντά στο
σημερινό χωριό Κυριάκι.
Εάν, όμως, δεχτούμε ότι το όνομα Φλυγόνιο είναι
σύνθετο από τις λέξεις: Φλεγύας - ες και γένος, δηλαδή
Φλεγυγόνιο > Φλυγόνιο και αυτό το συνδυάσουμε με την
πληροφορία του Παυσανία («Φωκικά» Χ. 4.1), αναφορικά
με τη φωκική πόλη Πανοπέα, που η θέση του είναι άμεσα
γειτονική της σημερινής θέσης Τσέρεσι: «Καὶ γενέσθαι μὲν
τῇ πόλει τὸ ὄνομα ἀπό τοῦ Ἐπειοῦ πατρός, αὐτοί δὲ οὐ
Φωκεῖς, Φλεγύαι δὲ εἶναι τὸ ἐξαρχῆς καὶ ἐς τὴν γῆν
διαφυγεῖν φασι τὴν Φωκίδα ἐκ τῆς Ὀρχομενίας», που
σημαίνει: «Λένε πως η πόλη πήρε το όνομά της από τον
πατέρα του Επειού καὶ πως οι ίδιοι αρχικά δεν ήταν
Φωκείς, αλλά Φλεγύες που διέφυγαν στη Φωκίδα από την
περιοχή του Ορχομενού», τότε μπορούμε εύλογα να
εικάσουμε ότι το αρχαίο Φλυγόνιο πολύ πιθανόν να
βρισκόταν κάπου στη σημερινή τοποθεσία Τσέρεσι.
***

69
Στάθης Ασημάκης

2.7 Μάραθος

Την ύπαρξη της φωκικής πολίχνης Μάραθος γνωρίζουμε


μόνο από την αναφορά του Στράβωνα («Γεωγραφικά»,
Βιβλίο Θ΄ (Φωκίς) 13. 423) και συγκεκριμένα:
[423]«Ἑξῆς γὰρ ἐν τῇ παραλίᾳ μετά τὴν Ἀντίκιρραν
πολίχνιόν ἐστι ὄπισθεν…ὁ Μάραθος. εἶθ’ ἄκρα Φαρύγιον
ἔχουσα ὕφορμον. εἶθ’ ὁ λιμήν ὕστατος ὁ προσαγορευθείς
Μυχός ἀπό τοῦ συμβεβηκότος, ὑπό τῷ Ἑλικῶνι καὶ τῇ
Ἄσκρη κείμενος. […]. », που σημαίνει:
«Διότι στη σειρά στην παραλία μετά την Αντίκιρρα
υπάρχει πολίχνη πίσω … ο Μάραθος έπειτα το ακρωτήριο
Φαρύγιο που έχει κρυφό όρμο, έπειτα το τελευταίο λιμάνι
που ονομάζεται Μυχός 14 λόγω του ότι είναι κόλπος, που
βρίσκεται κάτω από τον Ελικώνα και την Άσκρη 15[…].»
Φαίνεται ότι στα χρόνια του Στράβωνα, στην παράλια
αυτή περιοχή της αρχαίας Φωκίδας, η μόνη ουσιαστιακά
πολίχνη μετά την πόλη Αντίκιρρα ήταν ο Μάραθος, διότι ο
Μεδεών ήταν ήδη ερείπια και έτσι δεν μνημονεύεται από
αυτόν.
Εξάλλου, και ο Παυσανίας, ο οποίος ρητά αναφέρεται
στον Μεδεώνα δεν μιλάει για πόλη, αλλά για ερείπια.

14
Το λιμάνι Μυχός βρισκόταν στο σημερινό κόλπο Ζέλιτσας (Ζάλτσας)
που ανήκει στο νομό Βοιωτίας.
15
Πρόκειται για την πόλη Άσκρη της Βοιωτίας, πατρίδα του μεγάλου
επικού ποιητή της αρχαιότητας Ησίοδου.
70
Σύμμεικτα Ι

Εικ.2 Η πιθανή θέση του αρχαίου Μάραθου.

Πιθανόν, λοιπόν, οι κάτοικοι του Μεδεώνος, μετά την


καταστροφή του, να μετακινήθηκαν ανατολικότερα και να
ίδρυσαν την πόλη Μάραθος. Για το πού ακριβώς βρισκόταν
ο Μάραθος υπάρχουν σήμερα διάφορες απόψεις των
ειδικών. Κάποιοι τοποθέτησαν την αρχαία αυτή πολίχνη
στο Σιδηροκαυκιό (Σιδηροκαύσιο).
Ο αρχαιολόγος Φ. Ντάσιος, πολύ καλός γνώστης της
αρχαίας Φωκίδας, τοποθετεί τον Μάραθο στο σημερινό
Παλιοταρσό, στα βόρεια και δυτικά της τοποθεσίας Ταρσό,
όπου υπάρχουν οικιστικά κατάλοιπα ίσως της κλασικής
εποχής, τα οποία πυκνώνουν προς το ύψωμα, όπου ο
σημερινός οικισμός Ταρσός («Παράλιες πόλεις της
Φωκίδας» της Ελ. Χατζηδοπαυλάκη [Ρίθυμνα (Θέματα
Κλασικής Αρχαιολογίας) Αρ. 26 ]).

71
Στάθης Ασημάκης

Καταρχάς, το όνομα Μάραθος προέρχεται από την


αρχαιοελληνική λέξη μάραθον/μάραθρον = το χορταρικό
μάραθος που ευδοκιμεί σε περιοχές με κλίμα ήπιο -
μεσογειακό και μεσημβρινό προσανατολισμό και σε εδάφη
ασβεστώδη, πλούσια, γόνιμα, πηλώδη ή αμμοαργιλλώδη
που αποστραγγίζονται καλά. Πράγματι, η περιοχή ακριβώς
πίσω από τον ορεινό όγκο του Ταρσού ήταν κατάλληλη για
μάραθο. Και αυτό ενισχύει την άποψη Ντάσιου.
Υποστηρικτικό επίσης επιχείρημα είναι η διάσωση του
τοπωνυμίου Παλιοταρσός, καθόσον το συνθετικό Παλιό
παραπέμπει σε θέση που διασώζει πληροφορία από τα
πολύ παλιά χρόνια, όπως π.χ. τα τοπωνύμια Παλιόπυργος,
Παλιοβούνα.
Και η αρχαιοελληνική λέξη ταρσός που έχει δώσει το
ονομά της στον ενλόγω παραθαλάσσιο ορεινό όγκο,
μοιάζει πράγματι με ταρσό γιγάντιου ποδιού, που είναι
δίπλα στη θάλασα, με το μικρό «δακτυλάκι» του να είναι
το ακρωτήριο Φαρύγιο, στο οποίο, πράγματι, υπάρχει
κρυφό λιμανάκι (ύφορμος) σύμφωνα με την αναφορά του
Στράβωνα (βλέπε σχετικά και στην παραπάνω εικ.2).
Επισπροσθέτως, το όνομα Φαρύγιο προέρχεται, είτε από
τη λέξη φάρος = αλέτρι, διότι πράγματι το μικρό αυτό
ακρωτήρι μοιάζει με υνί από αλέτρι που εισέρχεται στη
θάλασσα, είτε από τη λέξη φάρος = ύφασμα, πανί και πανί
ιστιοφόρου, διότι το υπόψη ακρωτήρι είναι πελατυσμένο
και μοιάζει σαν πεσμένο ιστίο στη θάλασσα.

***

72
Σύμμεικτα Ι

2.8 Λοιπές επισημάνσεις:

α) Μεδεών
Η θέση του έχει ταυτοποιηθεί οριστικά από τους
ερευνητές με το λόφο: «Άγιοι Θεόδωροι», που βρίσκεται
αμέσως δυτικά του εργοστασίου της εταιρίας:
«ΑΛΟΥΜΙΝΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ». Η εν λόγω ονομασία
σχετίζεται μάλλον με τη λέξη μεδέων = φρουρός, επειδή
πράγματι ο λόφος αυτός που βρίσκεται δίπλα στη θάλασσα
έχει ευρεία εποπτεία στον εκεί θαλάσσιο χώρο, δηλαδή
μεταφορικά μοιάζει με φρουρό της περιοχής.

***
β) Πανοπέας.
Η θέση του βρισκόταν νοτιοδυτικά πάνω στο λόφο,
ακριβώς δίπλα από το σημερινό χωριό Αϊ Βλάσης. Πιθανόν
σύνθετη από τις λέξεις παν και το οπάων ιωνικό οπέων = ο
σύντροφος, ο ακόλουθος, ο υπηρέτης στον πόλεμο, κυρίως
στον πόλεμο (από το ρήμα οπάζω = ακολουθώ εκ του
πλησίον). Δεν είναι τυχαίο ότι ο γιός του γενάρχη Πανοπέα,
ο Επειός ήταν ο πιο σημαντικός ακόλουθος των Ελλήνων
στην εκστρατεία κατά της Τροίας (ανήκε στο … «Μηχανικό»
του εκστρατευτικού σώματος των Αχαιών) και μάλιστα
υλοποίησε την έξυπνη ιδέα του πολυμήχανου Οδυσσέα,
κατασκευάζοντας το Δούρειο ίππο.

***
73
Στάθης Ασημάκης

γ) Τιθορέα.
Η ονομασία της εν λόγω φωκικής πόλης φαίνεται προήλθε
από κάποια κορυφή του Παρνασσού που λεγόταν Τιθορέα
όπως αναφέραμε και πιο πάνω, επικαλούμενοι σχετικό,
απόσπασμα του Ηρόδοτου(Ουρανία Η΄ 32.1). Η λέξη αυτή
πιθανόν προέρχεται από το αρχαιοελληνικό τεθορείν με
αναδιπλασιασμό, αντί του θορείν, το οποίο παράγεται από
το ρήμα θρώσκω, που μεταξύ άλλων σημαίνει υψώνομαι
αναπηδώ, οπότε Τεθορέα > Τιθορέα. Εξάλλου, υπάρχει και
η αρχαιοελληνική λέξη θρωσμός = ύψωμα, επί εδάφους
ανυψωμένου υπεράνω της πεδιάδος («επί θρωσμῷ
πεδίοιο» Ιλιάδα Κ.160).

***

δ) Αμφίκαια (Αμφίκλεια).
Η ονομασία Αμφίκαια πιθανόν σχετίζεται με τις λέξεις:
αμφι = εκατέρωθεν, πέριξ, γύρω και καιετός = σχισμή
εδάφους. Μάλιστα, σύμφωνα με τον Ησύχιο: καίατα =
ορύγματα, δεδομένου ότι στην περιοχή της αρχαίας
Αμφίκλειας κατέρχονταν ρεματιές του Παρνασσού και εξ
Ανατολών και εκ Δυσμών της εν λόγω πόλης, σε αντίθεση
με την αρχαία Τιθορέα, όπου εξ Ανατολών μόνο της πόλης
αυτής απέρρεε ρεματιά (φαράγγι) που σήμερα ονομάζεται
Καχάλης ή Καχάλα.
***

ε) Έρωχος και Λίλαια


Αναφορικά με τη Λίλαια και την Έρωχο μπορεί για μεγάλο
διάστημα να υπήρχαν διχογνωμίες ανάμεσα στους ειδικούς

74
Σύμμεικτα Ι

για τη θέση τους, για την μεταξύ τους ταύτιση ή μη, και
εντέλει σήμερα οι ερευνητές να έχουν καταλήξει στο ότι ο
Έρωχος βρισκόταν σε μικρή απόσταση και δυτικά του
σημερινού Πολύδροσου (Κάτω Σουβάλας) και η Λίλαια να
βισκόταν σε μικρή απόσταση και ανατολικά της σημερινής
Λιλαίας (Κάτω Αγόριανης), η έρευνα όμως των ονομάτων
τους δείχνει μεγάλη σχέση μεταξύ τους.
Η άποψη αυτή μπορεί να δικαιολογηθεί από το γεγονός
ότι τα ονόματά τους έχουν την ίδια κατά βάση σημασία.
Συγκεκριμένα: η ονομασία Λίλαια πιθανόν προέρχεται από
το ρήμα λιλαίομαι = ποθώ σφοδρά και Έρωχος πιθανόν
είναι σύνθετη από τη ουσιαστικό έρως = πόθος, σφοδρή
επιθυμία για κάτι και το ρήμα έχω, δηλαδή ουσιαστικά
σημαίνει ουσιαστικά το ίδιο με το λιλαίομαι. Επομένως,
μπορεί η παραπάνω γλωσσική ταύτιση να μη δείχνει
οικιστική ταύτιση, αλλά σίγουρα κατά τη γνώμη μας
υπονοεί κοινή προέλευση αυτών δυο όμορων φωκικών
πόλεων κάτι ανάλογο με τις δύο σημερινές Αγόριανες του
Παρνασσού, ήτοι την Άνω Αγόριανη (Επτάλοφο) και Κάτω
Αγόριανη (Λιλαία). Μπορεί, δηλαδή, να υπήρχε, μεταξύ των
δυο αυτών φωκικών πόλεων, κοινή καταγωγή.
Tώρα, το εάν προηγήθηκε η Λίλαια, καθόσον
αναφέρεται αυτή μόνη από τον Όμηρο, ενώ παραλείπεται
από αυτόν ο Έρωχος ή εάν προηγήθηκε ο Έρωχος και
ακολούθησε ως οικιστική εξέλιξη η Λίλαια, όπως δείχνουν
μάλλον τα σχετικά αρχαιολογικά ευρήματα, σύμφωνα με
τους ειδικούς, αυτό δεν έχει και μεγάλη σημασία για τη
δική μας εδώ θεώρηση. Αυτό που αξίζει, τελικά, να
σημειωθεί είναι ότι η Λίλαια, γένους θηλυκού, και ο
Έρωχος, γένους αρσενικού, συνιστούν ονοματική
πληρότητα, ένα πλήρως ταιριασμένο, ερωτικό …οικιστικό
ζευγάρι!
***
75
Στάθης Ασημάκης

Βιβλιογραφία

1.Ομήρου «Ιλιάδα» (Ραψωδία Β΄).


2.Ηροδότου «Ιστορίαι» (Βιβλίο Η΄ Ουρανία).
3.Παυσανίου «Βοιωτικά - Φωκικά» (μετάφραση - σχόλια
Νικ. Παπαχατζή), Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 2004.
4.Στράβωνος «Γεωγραφικά» (Θ΄).
5.Εκδοτικής Αθηνών, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους»
(τόμοι: A΄, Γ΄1, Γ΄2, Δ΄ & Ε΄).
6.w.w.w. Smerdaleos, «Προελλληνικά ονόματα» («Indo-
Eyropean Poetry and Myth», M. L. West).
7.C. Wescher, «Etude sur le monument bilingue de Delphes
suive d’ éclaircissements sur la dicouverte du mur oriental»,
Paris MDCCCLXVIII (1868).
8.«Ρύθιμνα» (Θέματα κλασικής αρχαιολογίας). Αρ. 26,
Υπεύθυνος Νικόλας Φαράκλας με συσσυγγραφείς τους: Β.
Χριστοπούλου, Ι. Λαγαμτζής, Μ. Νούτσου, Ε.
Χατζηδοπαυλάκη, Πανεπιστήμιο Κρήτης - Τμήμα Ιστορίας
και Αρχαιολογίας - Τομέας Αρχαιολογίας και Ιστορίας της
Τέχνης, Ρέθυμνο 2005.
9.Φώτης Ντάσιος, «Συμβολή στην Τοπογραφία της Αρχαίας
Φωκίδας», Ανάτυπο από «Φωκικά Χρονικά», τόμος Δ΄,
Άμφισσα 1992.
10.Φώτης Ντάσιος, «Αρχαίοι Οικισμοί στην κοιλάδα του
Φωκικού Κηφισσού», Άθήνα 2004.
11.Robert Walpole, “Memoirs relating to European and
Asiatic Turkey and other countries of the East edited from
manuscript journals”, London 1818. (“Parnassus and the
neighbouring district, from Dr. Sibthorp”).
76
Σύμμεικτα Ι

12.Ιάκωβος Θωμόπουλος, «Πελασγικά», Εν Αθήναις 1912.


13.Ευστάθιος Λ. Σιδηράς, «Αράχοβα του Παρνασσού (Από
τα Προϊστορικά στα Βυζαντινά χρόνια). Αποκαλύπτοντας το
παρελθόν», Αράχοβα 2015.
14.Θεμιστοκλής Ξανθόπουλος, «Ρέκβιεμ με Κρεσέντο;
Homo sapiens ο τελευταίος των ανθρώπων», τόμος Α΄
Πανεπιστημιακές εκδόσεις Ε.Μ.Π., Αθήνα 2017.
15.Στ. Αλαχιώτη (άρθρο: «Τα μεγάλα ταξίδια του
ανθρώπου» («ΒΗΜΑSCIENCE» στο «ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ»,
Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2004).
16.Στάθης Ασημάκης, «Ο παππούς μας ο Οδυσσέας»,
Περιοδικό: «Η Αράχωβα», Έτος Α΄ (Άνοιξη ’89) Τεύχος 2ο.
17.Στάθης Ασημάκης, «Αράχοβα, Τοπωνυμιογλωσσικά και
άλλα», εκδόσεις «συλλογές», Αθήνα 2006, με
συμπληρώσεις.
18.Στάθης Ασημάκης, «Περιηγητές στο Πύθιο Ιερό, στον
Παρνασσό και τα πέριξ (Από το 10ο έως και το 19ο αιώνα)»,
Τόμος Α΄& Β΄, Αράχοβα 2016.
19.Στάθης Ασημάκης, «Στην Κοιλάδα του Πλειστού,
Ξαναδιαβάζοντας τις αρχαίες πηγές)», Αθήνα 2018.
20.Umberto Eco, «Αρχαία Ελλάδα»: (επιστημονική επιμέλεια
Ουμπέρτο Έκο), Tόμος 1: «Πολιτική, οικονομική και κοινωνική
ιστορία, Μέρος Α΄», Έκδοση «Το Βήμα», Αθήνα 2018.

***

77
Στάθης Ασημάκης

Leucius Anneus Seneca Σεβερίνος Βοήθιος Thomas More


Seberino Boezio

Giordano Bruno Tommaso Dom. Campanella Jean-Victor Poncelet

Évariste Galois Karl Schwarzschild Alan Turing


Εικ. 3 «Omnium horarum homines»

78
Σύμμεικτα Ι

ΙΙ. Omnium horarum


homines

79
Στάθης Ασημάκης

Πρόλογος

Τις ιστορικές προσωπικότητες μπορούμε να τις δούμε


μέσα από πολλές οπτικές γωνίες. Σίγουρα, όμως, δυο απ’
αυτές είναι οι πλέον σημαντικές. Η πρώτη σχετίζεται με το
έργο που κληροδότησαν στην ανθρωπότητα και η δεύτερη
με τον τρόπο που έζησαν.
Έτσι, μπορούμε και αξίζει να εστιάσουμε:
α)Στις δράσεις αυτών που, είτε κυβέρνησαν με σοφία
τους λαούς τους, είτε έστησαν αυτοκρατορίες, είτε νίκησαν
σε κρίσιμες μάχες και άλλαξαν το ρου της ιστορίας, είτε
τέλος άναψαν φώτα πολιτισμού και καλυτέρευσαν την
ανθρώπινη ζωή με τις ιδέες τους, τις σκέψεις τους ή τις
μεγάλες επινοήσεις και ανακαλύψεις τους.
β)Στην προσωπική τους ζωή που βίωσαν εξαρχής μέχρι
τέλους, είτε με δύναμη και χλιδή (οι «ευτυχείς»), είτε με
πόνο και εξαθλίωση (οι «άτυχοι»), ή διαφορετικά με
ανατροπές στη ζωή τους από δικές τους επιλογές (οι
«τιμωρημένοι») και έτσι βρέθηκαν ξαφνικά από το ζενίθ
της ευτυχίας στο ναδίρ της δυστυχίας και, τελικώς, στην
απώλεια.
Στην παρούσα αναφορά μάς ενδιαφέρει η εξέταση,
θέαση θα το έλεγα καλύτερα, ενός πολύ μικρού
υποσύνολου λαμπρών προσωπικοτήτων, του πνεύματος
και της επιστήμης, που ενώ ωφέλησαν πολύ σημαντικά με
το έργο τους την ανθρωπότητα, εντούτοις, αναγκάστηκαν
να μαρτυρήσουν για τις ιδέες και τις απόψεις τους,

80
Σύμμεικτα Ι

δείχνοντας μέχρι τέλους παρρησία απέναντι σε εξουσίες


και κατεστημένα.
Υπάρχουν και κάποιοι εξ αυτών που έφυγαν άτυχα και
άδικα από τη ζωή. Για καθένα από τους εξεταζόμενους στο
παρόν πόνημα ταιριάζει ο χαρακτηρισμός: («Omnium
horarum home»), που έδωσε ο Έρασμος, για τον Thomas
More, όταν έμαθε το μαρτυρικό θάνατο του φίλου του.
Πράγματι, αυτές οι προσωπικότητες του πνεύματος και
της επιστήμης, εγγεγραμμένες με τον ένα ή με τον άλλο
τρόπο στη μοίρα του Σωκράτη ή του Αρχιμήδη, δεν
πτοήθηκαν, ούτε από ταλαιπωρίες, φυλακίσεις, καταδίκες,
ούτε από την επερχόμενη σ’ αυτούς σκιά θανάτου, αλλά
αγωνίστηκαν μέχρι τέλους με σθένος τον πνευματικό τους
αγώνα.
Πίστεψαν στην αξία του δώρου που έφεραν από το
Δημιουργό και εργάστηκαν με συνέπεια, όχι ως πονηροί,
αλλά ως αγαθοί δούλοι της παραβολής του Ευαγγελίου. Με
την όλη τους στάση αποτέλεσαν φωτεινά παραδείγματα,
αναφορικά με τη μάχη και τους αγώνες που πρέπει να
δίνουν οι άνθρωποι στη ζωή, για να κρατηθούν οι δρόμοι
ανοιχτοί και φωτεινοί, όταν όλα γύρω σκοτεινιάζουν και
μοιάζουν να έχουν χαθεί.
Φαίνεται η μοίρα - δεν εξηγείται αλλιώς - τις πιο πολλές
φορές, όταν προορίζει κάποιους για Προμηθείς, τους
ετοιμάζει παράλληλα και το βράχο, τις βαριές αλυσίδες και
τα αρπακτικά πάνω στο δικό τους Καύκασο.
Διαβάζοντας κατά καιρούς, για κάποιες από αυτές τις
σπουδαίες προσωπικότητες (η αρχή έγινε με τον επιφανή
Ρωμαίο φιλόλογο, ιστορικό και φιλόσοφο Σεβερίνο
Βοήθιο), αυτό που θαύμασα ιδιαίτερα ήταν ο συνεπής
αγώνας τους και η όλη στάση τους απέναντι στις
επικίνδυνες προκλήσεις που αντιμετώπιζαν.

81
Στάθης Ασημάκης

Συγκλονίζει το γεγονός ότι αυτοί οι σπουδαίοι άνθρωποι


.
δεν καταβλήθηκαν πνευματικά και ψυχολογικά αντίθετα
συγκέντρωσαν τις σκέψεις και ψυχικές τους δυνάμεις,
δημιουργώντας σπουδαίο πνευματικό έργο, παρότι βίωναν
εξαιρετικά δύσκολες καταστάσεις π.χ. μέσα σε φυλακές και
ήταν προ των πυλών ο αφανισμός τους, τον οποίο
προετοίμαζαν οι εκάστοτε εξουσίες και μάλιστα με
ιδιαίτερα άδικο και ειδεχθή τρόπο.
Σκέφτηκα, λοιπόν, ότι θα ήταν καλό να συγκεντρώσω
ορισμένες πληροφορίες, αναφορικά με τις υπέροχες αυτές
προσωπικότητες που μπόρεσα να εντοπίσω, με σκοπό να
τις παρουσιάσω στο παρόν πόνημα ως μια μικρή, αλλά
ενδιαφέρουσα τοιχογραφία: αξιών, δράσεων, στάσεων και
πεπρωμένων, με την ελπίδα ότι θα φανούν ωφέλιμες και
στους αγαπητούς αναγνώστες.

Στάθης Ασημάκης
30/5/2020, Βύρωνας

82
Σύμμεικτα Ι

Εισαγωγή

Το πρώτο γνωστό περιστατικό, στο δυτικό τουλάχιστον


πολιτισμό, στο οποίο η βία, εκπορευόμενη από πολιτική ή
θρησκευτική εξουσία ή από άλλες έκρυθμες καταστάσεις,
έδειξε το σκληρό της πρόσωπο σε λαμπρούς εκπροσώπους
.
του πνεύματος και της επιστήμης, είναι στην αρχαία Αθήνα
με τη φυλάκιση και καταδίκη σε θάνατο του κορυφαίου
φιλόσοφου όλων των εποχών, του Σωκράτη (470 π.Χ. - 399
π. Χ.).

Εικ. 4 Ο φιλόσοφος Σωκράτης

Ο Σωκράτης με το που αρνήθηκε να αποδράσει από τη


φυλακή, παρότι οι πιστοί του μαθητές και φίλοι τα είχαν
όλα από πριν ρυθμίσει με ασφάλεια, ουσιαστικά σφράγισε
και επικύρωσε στην πράξη, όσα πρέσβευε και δίδασκε τους
νέους της Αθήνας.
83
Στάθης Ασημάκης

Ήπιε αγόγγυστα το κώνειο, σύμφωνα με την ποινή που


του υποβλήθηκε, υπακούοντας στους νόμους της πατρίδας
.
του και εφαρμόζοντας με αυτόν τον τρόπο, επακριβώς,
όσα διακήρυττε για το αγαθό, για την αρετή και τους
.
νόμους παραδειγματίζοντας με την ενέργειά του αυτή, όχι
μόνο τους συμπολίτες του, αλλά και εσαεί την
ανθρωπότητα.

Εικ. 5 Ο Αρχιμήδης

Δυο αιώνες περίπου αργότερα έχουμε την περίπτωση


του βίαιου θανάτου μιας άλλης μεγαλοφυούς μορφής της
αρχαιότητας, του Αρχιμήδη, από τις Συρακούσες της
Σικελίας.
Ο Αρχιμήδης ο Συρακούσιος (περίπου 287π.Χ.-212π.Χ.),
αρχαίος Έλληνας μαθηματικός, μηχανικός, φυσικός,
εφευρέτης και αστρονόμος, που θεωρείται από τις πιο
σπουδαίες διάνοιες όλων των εποχών, σκοτώθηκε κατά την

84
Σύμμεικτα Ι

πολιορκία των Συρακουσών από Ρωμαίο στρατιώτη, παρά


τις άνωθεν ρητές εντολές ότι δεν έπρεπε να τον πειράξει
κανείς.
Συγκεκριμένα, σκοτώθηκε το 212 π.Χ., κατά τη διάρκεια
του Β΄ Καρχηδονιακού Πολέμου, όταν οι ρωμαϊκές
δυνάμεις υπό τον στρατηγό Μάρκο Κλαύδιο Μάρκελλο
εισήλθαν στην πόλη των Συρακουσσών, μετά από σκληρή
πολιορκία δυο χρόνων.
Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι ο Αρχιμήδης είχε κατά νου
ένα μαθηματικό πρόβλημα, όταν η πόλη καταλήφθηκε, και
έτσι δεν είχε αντιληφθεί την άλωσή της.
Σύμφωνα με την πρώτη εκδοχή, ένας Ρωμαίος
στρατιώτης τον διέταξε να πάει να συναντήσει το στρατηγό
Μάρκελλο, αλλά αυτός αρνήθηκε, λέγοντας ότι έπρεπε
πρώτα να τελειώσει το πρόβλημά του.
Ο στρατιώτης, τότε, εξοργίστηκε και σκότωσε τον
Αρχιμήδη με το σπαθί του. Είναι γνωστές, εξάλλου, σε
όλους οι τελευταίες λέξεις που του αποδίδονται: «μην
ενοχλείτε τους κύκλους μου» («μή μοῦ τοὺς κύκλους
τάραττε»), αναφερόμενος στο μαθηματικό σχέδιο, το οποίο
μελετούσε, όταν τον διέκοψε ο Ρωμαίος στρατιώτης.
Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, την οποία δίνει, επίσης, ο
Πλούταρχος, καθώς ο Ρωμαίος στρατιώτης ορμούσε κατά
πάνω του με γυμνό ξίφος, ο Αρχιμήδης τον παρακάλεσε να
περιμένει λίγο, ώστε να μη μείνει άλυτο το πρόβλημα που
τον απασχολούσε. Μάταια όμως.
Τέλος, σύμφωνα με τρίτη εκδοχή που αναφέρει πάλι ο
Πλούταρχος, ο Αρχιμήδης κατά τη μετάβασή του στον
Μάρκελλο είχε μαζί του τα επιστημονικά του όργανα, και οι
στρατιώτες τον σκότωσαν, επειδή νόμιζαν ότι μετέφερε
κάποια πολύτιμα αντικείμενα.
Ο στρατηγός Μάρκελλος, όταν πληροφορήθηκε τον
θάνατο του Αρχιμήδη, λυπήθηκε πολύ, καθώς τον
85
Στάθης Ασημάκης

θεωρούσε πολύτιμο κεφάλαιο, όχι τόσο για την επιστήμη,


όσο για τα συμφέροντα της Ρώμης, καθόσον ήταν
ικανότατος και ο πλέον ειδικός, αναφορικά με τις
οχυρώσεις και την κατασκευή επιθετικών όπλων, και γι’
αυτό είχε δοθεί ρητή εντολή να μην πειραχτεί.
Πέρασαν τα χρόνια και η Ρώμη έγινε κυρίαρχη δύναμη
όχι μόνο στη Μεσόγειο, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή. Ο
τότε γνωστός κόσμος είχε αλλάξει πολύ, παράλληλα όμως
μεταλλάχθηκε και η Ρώμη.
Σταδιακά, από τη δημοκρατία, όπου κυριαρχούσε η
Σύγκλητος, πέρασε στην ενός ανδρός αρχή (αυτοκράτορας)
και μάλιστα από τον Οκταβιανό Αύγουστο κατέληξε να
κυβερνιέται από τον Καλιγούλα και τον Νέρωνα.
Έτσι, όταν το 65 μ.Χ. απέτυχε η συνωμοσία κατά του
Νέρωνα, ο επιφανής φιλόσοφος Λεύκιος Ανναίος Σενέκας,
που είχε χρηματίσει για μεγάλο χρονικό διάστημα
αυτοκρατορικός σύμβουλος, κατηγορήθηκε για συμμετοχή
σ’ αυτή τη συνομωσία και δόθηκε εντολή από τον ίδιο τον
αυτοκράτορα να οδηγηθεί στην αυτοκτονία.
Αργότερα, στο δεύτερο μισό του 4ου μ.Χ. αιώνα, μια
μεγάλη γυναικεία μορφή έζησε και έδρασε στην
Αλεξάνδρεια. Πρόκειται για την περίφημη φιλόσοφο και
μαθηματικό Υπατία. Αυτή μετά τις σπουδές της στις σχολές
της Αλεξάνδρειας μετέβη στην Αθήνα και φοίτησε στη
Νεοπλατωνική Σχολή του Πρόκλου.
Όταν επέστρεψε στην πατρίδα της, δίδαξε κυρίως
νεοπλατωνική φιλοσοφία και δευτερευόντως ασχολήθηκε
με την ερμηνεία του Αριστοτέλη και άλλων φιλοσόφων.
Παράλληλα δίδαξε μαθηματικά και αστρονομία και
ασχολήθηκε με ζητήματα μηχανικής.

86
Σύμμεικτα Ι

Εικ.6 Η φιλόσοφος και μαθηματικός Υπατία.

Με τη συμβολή της και την καθοδήγησή της ο μαθητής


της Συνέσιος κατασκεύασε το αστρονομικό όργανο που
ονομάζεται αστρολάβος. Ήταν ονομαστή για την εξαίρετη
ομορφιά της, αλλά και για την παρρησία της και τη
διαλεκτική δύναμη του πνεύματός της. Αναφέρεται ότι
έγραψε σημαντικά μαθηματικά έργα, όπως: «Υπόμνημα
στον Διόφαντο» και «Υπόμνημα στα “Κωνικά” του
Απολλώνιου».
Η ατυχία της ήταν ότι έζησε και δίδαξε σε χρόνια
μεγάλων θρησκευτικών φανατισμών. Στην εποχή της
συγκρούονταν με πάθος Εθνικοί και Χριστιανοί. Αυτές οι
διαμάχες που πυροδοτούσαν, συχνά, έξαλλο θρησκευτικό
φανατισμό, καθώς και η αντίληψη την εποχή εκείνη ότι
όσοι ασχολούνταν με τα μαθηματικά ήσαν μάγοι,
οδήγησαν κάποιους θερμοκέφαλους χριστιανούς να
επιτεθούν και να σκοτώσουν με ειδεχθή τρόπο την Υπατία,
το 416 μ.Χ.
Αναφέρεται, συγκεκριμένα, ότι πολύς όχλος κινήθηκε
εναντίον της στην οικίας της και αφού συνέλαβε την
87
Στάθης Ασημάκης

περίφημη και εξαιρετική αυτή γυναίκα, την έσυρε στους


δρόμους της πόλης και κυριολεκτικά τη διαμέλισε, στη
συνέχεια δε κατέκαψε τα μέλη της.
Είναι χαρακτηριστικό το ακόλουθο αρχαίο απόσπασμα
που περιγράφει το τραγικό τέλος της φιλοσόφου και
μαθηματικού Υπατίας: «Ἀποδύσαντες τε τὴν ἐσθῆτα
ὀστράκοις ἀνεῖλον καὶ μεληδόν διασπάσαντες ἐπί τὸν
καλούμενον Κυναρεῶνα τὰ μέλη συνάραντες πυρί
κατηνάλωσαν», που σημαίνει: «αφού αφαίρεσαν τα
ενδύματά της, τη σκότωσαν με τούβλα, και αφού την
διαμέλισαν και την έφεραν στον Κυναρεώνα, έκαψαν τα
λείψανά της». Πολλοί υποστήριξαν, τότε, ότι ο ηθικός
αυτουργός του θανάτου της Υπατίας ήταν ο επίσκοπος
Κύριλλος Αλεξανδρείας.
Επτά(7) περίπου δεκαετίες, αργότερα, από το ειδεχθές
αυτό γεγονός, η πολιτική εξουσία στη Ρώμη, που είχε
περάσει πλέον στους Οστρογότθους (ανατολικό γερμανικό
φύλο), άφησε το σκληρό χέρι της να επιπέσει πάνω σε
άνθρωπο, επίσης μεγάλου πνευματικού αναστήματος.
Συγκεκριμένα, πρόκειται για τον επιφανή Ρωμαίο
φιλόλογο, ιστορικό και φιλόσοφο, Σεβερίνο Βοήθιο, που
υπήρξε θύμα του ηγεμόνα Θευδέριχου. Ειδικότερα, ο
Βοήθιος κλείστηκε στη φυλακή με την κατηγορία της
προδοσίας, και χωρίς να γίνει δίκη αποφασίστηκε από τον
Θευδέριχο ο θάνατός του (το 482 μ.Χ.), ο οποίος συνέβη,
μάλιστα, με ατιμωτικό τρόπο, δηλαδή με ανηλεή
ξυλοδαρμό μέσα στη φυλακή.
***
Χίλια έντεκα (1.011) χρόνια μετά το φρικτό θάνατο του
Βοήθιου, ξαναπαίχτηκε το ίδιο έργο με πρωταγωνιστή -
θύμα αυτή τη φορά τον Thomas More και θύτη το βασιλιά
της Αγγλίας Ερρίκο Η΄. Οι βίοι More και Βοήθιου μοιάζουν

88
Σύμμεικτα Ι

«Βίοι παράλληλοι», γιατί και οι δυο αυτοί σπουδαίοι


άντρες:
• Υπήρξαν διανοούμενοι με σημαντικό συγγραφικό έργο.
• Ήσαν πολύ ικανοί και χρησιμοποιήθηκαν από την
εξουσία ως πρωθυπουργοί από τους βασιλιάδες τους.
• Υπήρξαν θύματα εκδίκησης και φρικτού θανάτου.
• Αγιοποιήθηκαν, τέλος, από τη Καθολική εκκλησία.
Η μόνη διαφορά μεταξύ τους ήταν ότι ο μεν πρώτος είχε
ευγενή καταγωγή, ενώ ο δεύτερος προερχόταν από συνήθη
λαϊκή οικογένεια.
Ειδικότερα, ο Thomas More μπόρεσε να σπουδάσει τα
ελληνικά και λατινικά γράμματα και υπήρξε σημαντικός
συγγραφέας, με την «Ουτοπία» του να είναι το πιο
εμβληματικό έργο του. Σπούδασε, επίσης, νομικά και
εξελίχθηκε σε ικανό νομικό και ικανό διαπραγματευτή.
Συμμετείχε με επιτυχία σε αγγλικές αντιπροσωπείες,
υποστηρίζοντας τα αγγλικά δίκαια και συμφέροντα.
Πέρασε γρήγορα στην υπηρεσία του βασιλιά Ερρίκου του
Η΄ και σταδιακά έφτασε να γίνει ο κύριος καγκελάριος του
κράτους.
Πέρα, όμως, από ικανός αξιωματούχος παρέμενε βαθιά
θρησκευόμενος και μάλιστα πιστός στην Καθολική
εκκλησία. Η σύγκρουσή του με το βασιλιά άρχισε, όταν ο
More αρνήθηκε να νομιμοποιήσει το γάμο του Ερρίκου Η΄
.
με την Anne Boleyn επιδεινώθηκε όμως, όταν ο ίδιος
αρνήθηκε να αποδεχτεί το βασιλιά του ως κεφαλή της
Αγγλικής εκκλησίας, κατά παράβαση, βεβαίως, της
Καθολικής εκκλησίας και της παπικής εξουσίας. Τότε,
κατηγορήθηκε με ψεύτικες κατηγορίες και δικάστηκε ως
προδότης, αρχικά με την εξευτελιστική ποινή του
διαμελισμού, στη συνέχεια, όμως, και μετά από διαταγή
του βασιλιά Ερρίκου Η΄, με αποκεφαλισμό μέσα στον

89
Στάθης Ασημάκης

Πύργο του Λονδίνου, όπου βρισκόταν για κάποιο διάστημα


φυλακισμένος.
***
Ένα περίπου αιώνα μετά το θάνατο του Thomas More,
αυτή τη φορά στην Ιταλία, δυο άλλοι σημαντικοί
διανοούμενοι, Δομινικανοί μοναχοί και οι δυο τους, ο
Giordano Bruno(1548 - 1600) και ο Tomaso Campanella
(1568 - 21 Μαΐου 1639), γνώρισαν με σκληρό τρόπο τη βία
της εξουσίας.
Ο πρώτος εξ αυτών που ήταν φιλόσοφος, μαθηματικός,
ποιητής και αστρονόμος, όντας ανυποχώρητος στις
φιλοσοφικές του απόψεις, αφού καταδικάστηκε από την
Ιερά εξέταση κατέληξε στην πυρά, στα χρόνια του πάπα
Κλήμη του Η΄.
Ο δεύτερος, επίσης, φιλόσοφος, αστρολόγος και
ποιητής, αλλά και θεολόγος, συνελήφθηκε, μετά από
εντολή της ισπανικής εξουσίας της Νάπολης, με την
κατηγορία της συνωμοσίας. Αφού βασανίστηκε σκληρά,
σχεδόν μέχρι τρέλας, κλείστηκε στη φυλακή για τριάντα(30)
περίπου χρόνια. Αποφυλακίστηκε σε ηλικία 58 ετών μετά
από παρέμβαση του πάπα Ουρβανού Η΄ προς το βασιλιά
της Ισπανίας Φίλιππο Δ΄.
Σε αντιδιαστολή με αυτούς τους δυο, ο σύγχρονός τους
Γαλιλαίος (1564 - 1642), μεγάλη και ο ίδιος επιστημονική
φυσιογνωμία, παρότι αρχικά όρθωσε το ανάστημά του και
διακήρυξε τις επιστημονικές αστρονομικές του αλήθειες, εν
τούτοις, στο τέλος, διάλεξε όχι το δρόμο της θυσίας, αλλά
του συμβιβασμού(πράγμα βεβαίως ανθρώπινο) και πέρασε
στην ιστορία, για τους περισσότερους ανθρώπους όχι για
την όντως μεγάλη επιστημονική του προσφορά, αλλά
κυρίως για τη γνωστή φράση του, την οποία εκστόμισε
φεύγοντας από την Ιερά Εξέταση: «Και όμως κινείται» («E
pur si muove»).
90
Σύμμεικτα Ι

***
ο
Πέρασαν οι εποχές και το 19 αιώνα εμφανίστηκε μια άλλη
προικισμένη επιστημονική μορφή. Ήταν ο Γάλλος Jean -
Victor Poncelet, διαπρεπής μηχανικός και μαθηματικός, ο
οποίος κατασκεύαζε οχυρωματικά έργα, καθώς και
επιθετικά τεχνικά μέσα, στην υπηρεσία του Ναπολέοντα,
κατά την εκστρατεία της Ρωσίας.
Ο Poncelet, αφού τραυματίστηκε σοβαρά στη μάχη του
Krasnoi και βρισκόταν στο έδαφος ημιθανής, σώθηκε, τύχη
αγαθή, από Ρώσους στρατιώτες με τη σκέψη και την ελπίδα
ότι ως Γάλλος αξιωματικός θα μπορούσε να δώσει
πολύτιμες πληροφορίες στο ρωσικό στρατόπεδο.
Ο Poncelet, πράγματι, γιατρεύτηκε και ανέλαβε τις
.
σωματικές του δυνάμεις επειδή, όμως, δεν συνεργάστηκε
με τον εχθρό, φυλακίστηκε και το μέλλον του ήταν πλέον
αβέβαιο. Εν τούτοις και αυτός, όπως άλλοτε ο Βοήθιος,
μέσα στη φυλακή συγκέντρωσε το μαθηματικό του νου, και
κατόρθωσε να θεμελιώσει μια νέα Γεωμετρία, πέρα από
αυτή του Ευκλείδη, τη λεγόμενη Προβολική Γεωμετρία.
Μετά από δυο χρόνια παραμονής του στις ρωσικές
φυλακές απελευθερώθηκε από τους Ρώσους, αφού είχε
.
πια υπογραφεί πλέον ειρήνη στην Ευρώπη κι έτσι, σώθηκε
και έφτασε κάποτε στην πατρίδα του.
***
Ενώ η μοίρα συμπεριφέρθηκε, εν τέλει, ευμενώς απέναντι
στον Poncelet, δεν συνέβη το ίδιο με το νεαρό και ιδιαίτερα
χαρισματικό μαθηματικό συμπατριώτη του, τον Évariste
Galois, προς τον οποίο φέρθηκε σκληρά και αδυσώπητα. Σ’
αυτό το γεγονός βοήθησε, βεβαίως, και ο χαρακτήρας του
.
νεαρού Galois που ήταν εριστικός και μαχητικός γινόταν
δηκτικός και υβριστής, όταν τον προκαλούσαν και η

91
Στάθης Ασημάκης

συμπεριφορά του ξεπερνούσε τα συνήθη όρια, λόγω του


νεαρού της ηλικίας του.
Μπλέχτηκε με την πολιτική και το κυριότερο, όταν του
κτύπησε την πόρτα ο έρωτας, δεν πλοήγησε καλά τα
αισθήματά του, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε μονομαχία,
μια συνήθη πρακτική για τα ήθη του 19ου αιώνα στη Γαλλία,
όταν τα πράγματα έφταναν στα άκρα μεταξύ δύο ισχυρών
προσωπικοτήτων. Το αποτέλεσμα ήταν, ένα πρωινό πριν
καλά - καλά χαράξει η αυγή, ένας χωρικός να τον βρει
.
σοβαρά τραυματισμένο στην όχθη του δρόμου τον
μετέφερε στο νοσοκομείο, αλλά μετά από λίγο εξέπνευσε.
Το προηγούμενο βράδυ ο Galois διαισθανόμενος τα
χειρότερα για τον εαυτό του, ενόψει της επερχόμενης
μονομαχίας, κάθισε και έγραψε πάλι τη διάσημη και πολλή
χρήσιμη μαθηματική εργασία του, ξεκαθαρίζοντας όσα
σημεία δεν είχαν «εννοήσει» τις προηγούμενες φορές οι
κριτές του στη Γαλλική Ακαδημία.
***
Ο Karl Schwarzschild, μια άλλη λαμπρή επιστημονική
προσωπικότητα, μέχρι να βρεθεί στο ρωσικό μέτωπο στον
Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, είχε προχωρήσει στην επιστημονική
του ζωή πολύ επιτυχημένα και ξεχωριστά και είχε ευτυχή
οικογενειακό βίο.
Ακόμα και στα χαρακώματα του μετώπου έκανε πάλι το
επιστημονικό του θαύμα, λύνοντας πρώτος τις εξισώσεις
Einstein στη Γενική θεωρία της Σχετικότητας, ανοίγοντας
έτσι το δρόμο στη διεθνή επιστημονική κοινότητα, για τις
θαυμαστές ανακαλύψεις που έφερνε η νέα επιστημονική
θεωρία, μια αληθινή επανάσταση στη Φυσική.
Εκεί, όμως, στα ίδια χαρακώματα τον συνάντησε
απρόσμενα και το πεπρωμένο του. Αρρώστησε από
pemphigus, μια σπάνια φρικτή αυτοάνοση ασθένεια του

92
Σύμμεικτα Ι

δέρματος. Επέστρεψε στο σπίτι του, αλλά πέθανε μέσα σε


σύντομο χρονικό διάστημα, χωρίς να προφθάσει να γευτεί,
έστω και λίγο από τη μεγάλη επιστημονική του επιτυχία.
Είχε ακόμα πολλά να προσφέρει στη διεθνή επιστημονική
κοινότητα της Αστροφυσικής, αλλά χάθηκε άδικα.
Τέλος, λίγες δεκαετίες αργότερα, μια άλλη χαρισματική
επιστημονική μορφή, ο Alan Turing, έλαμψε στη Βρετανία
και πρόσφερε όχι μόνο στην επιστήμη των υπολογιστών,
αλλά και συνέργησε αποφασιστικά στον τερματισμό του Β΄
Παγκόσμιου Πολέμου, και μάλιστα νικηφόρα για τους
συμμάχους εναντίον του Άξονα. Συγκεκριμένα, κατόρθωσε
να σπάσει το κρυπτογραφικό σύστημα των Γερμανών, το
περίφημο «Αίνιγμα», με αποτέλεσμα οι Δυτικοί σύμμαχοι
να έχουν σημαντικό πλεονέκτημα στην έκβαση των
πολεμικών επιχειρήσεων, πράγμα που τους οδήγησε,
τελικώς, στη νίκη.
Η προσφορά του αυτή, όχι μόνο δεν έγινε ευρύτερα
γνωστή, λόγω του απόρρητου των Βρετανικών μυστικών
υπηρεσιών, αλλά αντίθετα η πατρίδα του τον τιμώρησε
σκληρά για την ομοφυλοφιλία του, φυλακίζοντάς τον και
επιβάλλοντάς τον σε ορμονική θεραπεία. Το γεγονός αυτό,
ίσως, τον διατάραξε ψυχικά με αποτέλεσμα στις 7 Ιουλίου
του 1954 να βρεθεί νεκρός στο κρεβάτι του,
δηλητηριασμένος από υδροκυάνιο.
Στη συνέχεια, θα ασχοληθούμε αναλυτικότερα με όλους
τους παραπάνω αναφερθέντες, εξαιρώντας την αρχαία
τριάδα: Σωκράτης, Αρχιμήδης και Υπατία, διότι θεωρούμε
ότι οι λίγες πληροφορίες που υπάρχουν για τις ζωές αυτών
των τριών σπουδαίων προσωπικοτήτων της αρχαιότητας
είναι, λίγο - πολύ, γνωστές σε όλους μας.

***

93
Στάθης Ασημάκης

1. Leucius Anneus Seneca (Σενέκας)


και οι σὺν αὐτῷ

«Όταν κάποιος δεν ξέρει σε ποιο λιμάνι


κατευθύνεται, κανένας άνεμος δεν είναι ούριος».
Σενέκας

Εικ.7 Λεύκιος Ανναίος Σενέκας (Leucius Anneus Seneca).

O Λεύκιος Ανναίος Σενέκας(Leucius Anneus Seneca)


γεννήθηκε στην Κόρδοβα(ρωμαϊκή Corduba, εξελληνισμένη
Κορδούη), ανάμεσα στον 4ο και 1ο π.Χ. αιώνα, και πέθανε
στη Ρώμη το 65 μ.Χ. Καταγόταν από εύπορη οικογένεια και
οδηγήθηκε από πολύ μικρός (το 5 μ.Χ.) στη Ρώμη, για να
.
μορφωθεί. Αρχικά, σπούδασε γραμματική και ρητορική
μετά μαθήτευσε σε διάφορους φιλοσόφους, όπως:

94
Σύμμεικτα Ι

Παπύριο, Φαβιανό και Σωτίωνα στη Σχολή των Σέξτων,


καθώς και στον στωικό φιλόσοφο Άτταλο.
Στη Σχολή των Σέξτων ο νεαρός Σενέκας γνώρισε τις
αρχές πρακτικής διδασκαλίας, που εστίαζαν σε μια σειρά
πνευματικών ασκήσεων και εμπνέονταν από αυστηρή
ηθική αδιαλλαξία. Τελικώς, ο ενθουσιασμός του για τη
διδασκαλία του Άτταλου τον οδήγησε στην προσχώρησή
του στους Στωικούς.
Όταν ήταν περίπου σαράντα ετών, έγινε μέλος της
Συγκλήτου. Η πολιτική του σταδιοδρομία παρότι ξεκίνησε
αργά, εντούτοις, υπήρξε έντονη και ταραχώδης. Ασκούσε,
παράλληλα, και το δικηγορικό επάγγελμα και έτσι, κάποια
στιγμή, βρέθηκε κοντά στο αυτοκρατορικό περιβάλλον,
υπηρετώντας τον Καλιγούλα.
Οι λαμπρές του επιτυχίες, ως νομικού, κάποια στιγμή
ανησύχησαν τον αυτοκράτορα και γι’ αυτό ο Καλιγούλας
αποφάσισε να τον εξοντώσει. Μεταπείστηκε, όμως, από
μια ευνοούμενή του που τύχαινε να είναι ερωμένη του
Σενέκα, η οποία του είπε ότι ο εν λόγω άνθρωπος ήταν
άρρωστος και επομένως η ζωή του θα ήταν σύντομη.
Όταν, στη συνέχεια, ανέβηκε στον αυτοκρατορικό θρόνο
ο Κλαύδιος, ο Σενέκας εξορίστηκε στη νήσο Κορσική,
εξαιτίας της Μεσσαλίνας, της τρίτης συζύγου του Κλαύδιου,
η οποία τον κατηγόρησε ψευδώς για μοιχεία.
Λίγα χρόνια αργότερα, ο φιλόσοφος ανακλήθηκε στη
Ρώμη και ανέλαβε την εποπτεία της εκπαίδευσης του
νεαρού Νέρωνα, γιού της Αγριππίνας, τέταρτης συζύγου
του αυτοκράτορα Κλαύδιου.
Όταν το 54 μ.Χ. η εξουσία πέρασε στον Νέρωνα, ο
Σενέκας έπαιξε το ρόλο του «αυτοκρατορικού φίλου»
(«amicus principis») και με πειστικό τρόπο προσπαθούσε να
επηρεάζει τον νεαρό ηγεμόνα, εισάγοντάς τον παράλληλα
στη φιλοσοφία.
95
Στάθης Ασημάκης

Με την εύνοια και υποστήριξη του Νέρωνα, ο Σενέκας


.
απέκτησε μεγάλη δύναμη και μεγάλη περιουσία πράγματα
που δεν συμβάδιζαν, βεβαίως, με τις φιλοσοφικές του
απόψεις. Το χειρότερο απ’ όλα ήταν ότι σε μεγάλη ηλικία
νυμφεύθηκε την κατά πολλά χρόνια νεότερή του Πομπηΐα
Παυλίνα, με αποτέλεσμα να παρασυρθεί σε ταπεινωτικούς
έρωτες, σε συμπεριφορές που δεν ταίριαζαν σε έναν
επιφανή φιλόσοφο της Ρώμης, όπως ήταν αυτός στην
εποχή του.
Καθώς περνούσε, όμως, ο καιρός, τα πολιτικά γεγονότα
που διαμορφώνονταν από τον Νέρωνα γίνονταν ολοένα και
περισσότερο δραματικά, με αποκορύφωμα τη δολοφονία
της μητέρας του Αγριππίνας. Ο Σενέκας συνειδητοποίησε
για τα καλά ότι είχε χάσει πλέον παντελώς την επιρροή του
.
πάνω στο μαθητή του και γι’ αυτό ζήτησε να αποσυρθεί
.
από το δημόσιο βίο ο Νέρωνας, όμως, αρνήθηκε. Παρ’ όλα
αυτά, ο φιλόσοφος άρχισε σταδιακά να μειώνει τη δημόσια
δραστηριότητά του, με το πρόσχημα της επιβαρυμένης
υγείας του.
Τη χρονιά της μεγάλης πυρκαγιάς στη Ρώμη έθεσε εκ
νέου αίτημα για απόσυρση από τα κοινά, αλλά και πάλι
αυτό απορρίφθηκε από τον αυτοκράτορα. Επειδή, λοιπόν,
δεν μπορούσε να απομακρυνθεί από τη ρωμαϊκή
πρωτεύουσα, αποσύρθηκε σε μια έπαυλη στα περίχωρα
της Ρώμης και εκεί πέρασε το χρόνο του με μελέτη και
περισυλλογή.
Από το ξεχωριστό έργο του, γραμμένο στα λατινικά,
αυτό που μας διασώθηκε είναι το εξής: «Περί επιεικείας»,
«Περί ευεργεσιών», «Διάλογοι», εκατόν είκοσι τέσσερες
(124) «Επιστολές στον Λουκίλιο», «Φυσικά ζητήματα» σε
επτά(7) βιβλία, και εννέα(9) τραγωδίες, που είναι οι
παρακάτω: «Ηρακλής μαινόμενος», «Ηρακλής επί της

96
Σύμμεικτα Ι

Οίτης», «Τρωάδες», «Φοίνισσαι», «Μήδεια», «Φαίδρα»,


«Οιδίπους», «Θυέστης» και «Αγαμέμνων», καθώς και ένα
σατιρικό έργο με τίτλο: «Αποκολοκύνθωσις».
Το «Περί επιεικείας» είναι μια πολιτική πραγματεία σε
δυο βιβλία, που έγραψε και αφιέρωσε στον αυτοκράτορα
Νέρωνα, στα πρώτα χρόνια της ηγεμονίας του.
Η επιείκεια κατά τον Σενέκα είναι η αρετή που πρέπει να
χαρακτηρίζει τον ηγεμόνα, να καθοδηγεί το κυβερνητικό
του έργο και τη σχέση με τους υπηκόους του, ώστε να
κερδίζει την πίστη και την αγάπη τους, πράγματα που
αποτελούν την πιο ασφαλή εγγύηση ενός σταθερού
καθεστώτος, καθώς υποστηρίζεται από τη συναίνεση των
κυβερνομένων. Η επιείκεια είναι καρπός επιλογής και
λογικής εκτίμησης και δεν συγχέεται με τον οίκτο, που είναι
προϊόν συναισθηματικής φόρτισης.
Το «Περί ευεργεσιών» αξίζει να διαβαστεί και σήμερα
που τόσος λόγος γίνεται για εθελοντισμό, για δωρεές και
για νέα οικονομία.
«Τα φυσικά ζητήματα» πραγματεύονται μια ευρεία
γκάμα φυσικών φαινομένων, και ήταν έργο αφιερωμένο
στον μαθητή του Λουκίλιο. Εξετάζει σ’ αυτό ποικίλα θέματα
π.χ. από το ουράνιο τόξο έως τον κεραυνό, την αστραπή, τη
.
βροχή, το χιόνι, το χαλάζι από τους ανέμους έως τους
σεισμούς και τους κομήτες. Αναφορικά με αυτά τα
φαινόμενα συζητά τις θεωρίες των προκατόχων του και
υιοθετεί με αιτιολόγηση τη μία ή την άλλη από τις
υπάρχουσες απόψεις, ή διαφορετικά προχωρά σε δική του
πρωτότυπη ερμηνεία.
Η γνώση της φύσης για τον Σενέκα είναι ένας από τους
βασικούς σκοπούς της ανθρώπινης ζωής, μια από τις
διεργασίες που διακρίνουν την ύπαρξη των ανθρώπων από
εκείνη των ζώων και την κάνουν άξια να βιωθεί.

97
Στάθης Ασημάκης

Τα θεατρικά του έργα αποτελούν το αντίστροφο της


φιλοσοφίας του. Συγκεκριμένα, ενώ η φιλοσοφική του
διδασκαλία επικεντρώνεται στον έλεγχο των παθών και
στην κυριαρχία της λογικής πάνω στα συναισθήματα, οι
τραγωδίες του, αντίθετα, αναπαριστούν έναν κόσμο που
έχει εξορίσει τη λογική και στον οποίο υπάρχει χώρος μόνο
για μίσος, εκδίκηση, αίμα και θάνατο.
Ο Σενέκας θέλει, με αυτόν τον τρόπο, να εκφράσει ότι ο
σοφός διαμέσου της λογικής είναι σε θέση να κατακτήσει
την ευτυχία, ενώ ο άνθρωπος, που συμπεριφέρεται όπως
οι πρωταγωνιστές των τραγωδιών του και κυβερνιέται από
τα πάθη του και την τρέλα του, οδηγείται πάντα στην
άβυσσο της απόλυτης φρίκης.
Με το έργο του: «Αποκολοκύνθωσις», που σημαίνει
«κολοκυθοποίηση», σατίρισε τον Κλαύδιο και γράφτηκε για
να τον εκδικηθεί, επειδή είχε αναγκασθεί από αυτόν να
γράψει το εγκώμιό του.
Το έργο του: «Διάλογοι» αποτελείται από δέκα(10) πολύ
σημαντικά κείμενα περί ηθικής, τα εξής: «Περί οργής»,
«Περί προνοίας», «Περί σταθερότητας του σοφού», «Περί
συντομίας της ζωής», «Για μια ευτυχισμένη ζωή», «Περί
πνευματικής γαλήνης», «Περί απραξίας», «Παρηγορητικός
στον Μαρσύα», «Παρηγορητικός στη μητέρα μου Ελβία»
(απευθύνθηκε στη μητέρα του για να την παρηγορήσει για
την εξορία του γιου της (του ίδιου δηλαδή), στην Κορσική,
και δείχνει δύναμη και αξιοπρέπεια) και ο «Παρηγορητικός
στον Πολύβιο».
Ο Σενέκας, ο πιο σημαντικός στωικός φιλοσόφος της
Ρώμης, είχε υποστεί επιδράσεις από τους Πλατωνικούς,
τους Κυνικούς και τους Επικούρειους φιλοσόφους. Σε
αντίθεση με τους παλιότερους Στωικούς, δεχόταν κάποιες
παραχωρήσεις αναφορικά με τις ανθρώπινες αδυναμίες.

98
Σύμμεικτα Ι

Υποστήριζε ότι οι άνθρωποι ήταν κακοί και αδύναμοι και


έτσι θα παραμείνουν παντοτινά. Η φιλοσοφία γι’ αυτόν
είναι «ο έρως της σοφίας» και αχώριστη από την αρετή,
που διδάσκει: τι πρέπει να πράττουμε, τι είναι αναγκαίο να
γίνεται και, γενικώς, είναι η τέχνη του πώς πρέπει να ζούμε
ορθά.
Ο Θεός γι’ αυτόν είναι η κοσμική δύναμη που διαπερνά
τα πάντα, η πρώτη αιτία από την οποία εξαρτώνται όλες οι
άλλες. Είναι το πνεύμα του σύμπαντος, ο λόγος, η μοίρα
και η πρόνοια. Φέρει τα αρχέτυπα του κόσμου. Η ψυχή
είναι αθάνατη και μετά το θάνατο μεταβαίνει στη γαλήνη
του θείου όντος.
Η φιλοσοφία του δείχνει συγγένεια με το Χριστιανισμό
και εξ αυτού του λόγου δημιουργήθηκε ο θρύλος της
επικοινωνίας του με τον Απόστολο Παύλο. Όλα αυτά, όμως,
βοήθησαν στο να διαβαστούν τα έργα του, με αποτέλεσμα
να ασκήσουν μεγάλη επίδραση στον κόσμο και ειδικότερα
στους νεότερους χρόνους.
Όταν, αργότερα, την άνοιξη του 65 μ.Χ. απέτυχε η
συνομωσία εναντίον του Νέρωνα, επειδή κατηγορήθηκε
για συμμετοχή στη συνωμοσία αυτή - λέγεται ότι ο
συνωμότης Πείσων ήθελε να τον ανεβάσει στο θρόνο -
οδηγήθηκε με διαταγή του Νέρωνα σε αυτοκτονία, με τη
ρητή εντολή να ανοίξει τις φλέβες του.
Οι τελευταίες στιγμές του φιλόσοφου περιγράφονται με
συγκλονιστικό τρόπο από τον ιστορικό Τάκιτο στα «Χρονικά
(ΧV 63 - 64)» του, ως εξής:
«[…].Μιας και το σώμα του ήταν γερασμένο και αδύναμο
εξαιτίας της ελάχιστης διατροφής, και δεν επέτρεπε στο
αίμα να τρέχει γρήγορα, ο Σενέκας κόβει και τις φλέβες στις
γάμπες και στα γόνατα καταβεβλημένος από το φρικτό
μαρτύριο, για να μη χάσει το θάρρος της η σύζυγός του,
βλέποντάς τον να υποφέρει, και για να μη λιποψυχήσει ο
99
Στάθης Ασημάκης

ίδιος βλέποντας το δικό της μαρτύριο, την έπεισε να


αποσυρθεί σ’ ένα άλλο δωμάτιο.
Και χωρίς να του λείψει η ευφράδεια, ούτε σε αυτήν τη
δύσκολη περίοδο, καλεί κοντά του τους γραφείς του και
τους υπαγορεύει τις σκέψεις του, […] εν τω μεταξύ μιας και
η προσμονή παρατεινόταν και ο θάνατος αργούσε να έρθει
παρακάλεσε τον Στάτιο Ανναίο, του οποίου τη φιλία και την
ιατρική τέχνη είχε δοκιμάσει επί μακρόν, να του χορηγήσει
το δηλητήριο που είχε παρασκευάσει εδώ και καιρό, το ίδιο
με το οποίο εξόντωναν στην Αθήνα εκείνους που είχαν
καταδικαστεί δημόσια.
Του δόθηκε, αλλά μάταια το ήπιε, τα άκρα του ήταν ήδη
κρύα και το σώμα του εμπόδιζε να δράσει το δηλητήριο.
Στο τέλος, έβαλε να φέρουν μια λεκάνη με ζεστό νερό και,
ραντίζοντας με αυτό τους δούλους, είπε ότι προσφέρει
αυτήν τη σπονδή στον Δία Ελευθερωτή. Κάνοντας τέλος
μπάνιο με ατμό, έπαθε ασφυξία από τη ζέστη και πέθανε.
Εν συνεχεία, αποτεφρώθηκε χωρίς καμία τελετή. Έτσι μας
άφησε τη διαθήκη του, αφού, όντας πολύ πλούσιος και στο
απόγειο της δόξας του, σκεφτόταν το τέλος του.»
***
Την ίδια τύχη είχε και ο ανιψιός του Σενέκα, ο σημαντικός
ποιητής, στην εποχή του, ο Μάρκος Ανναίος Λουκανός,
στον οποίο ο αυτοκράτορας Νέρωνας είχε εμπιστευτεί,
επίσης, σημαντικά πολιτικά καθήκοντα, προτού ο νεαρός
αυτός ποιητής φτάσει στο απαιτούμενο όριο ηλικίας για
τέτοιου είδους δημόσια αξιώματα.
Πολύ πρόωρα, όμως, οι σχέσεις των δυο αυτών αντρών
διαταράχθηκαν. Συγκεκριμένα, όταν ο Μάρκος Ανναίος
Λουκανός κατηγορήθηκε ότι συμμετείχε στη συνωμοσία
Πείσωνα, διατάχθηκε από τον αυτοκράτορα Νέρωνα να
αυτοκτονήσει. Ήταν μόλις είκοσι έξι ετών και εντούτοις είχε
προφτάσει να συγγράψει σημαντικό μέρος του μεγάλου
100
Σύμμεικτα Ι

του ποιήματος: «Ο Εμφύλιος πόλεμος», γνωστό με τον


τίτλο «Φαρσάλια», στο οποίο περιγράφεται η σύγκρουση
μεταξύ Καίσαρα και Πομπήϊου, με τη γνωστή αναφορά του
στο προοίμιο του έργου του: «Bella…plus quam civilian»
(«Οι πιο άγριοι πόλεμοι είναι οι εμφύλιοι»).
Επίσης και ο Πετρώνιος, ο συγγραφέας του γνωστού
έργου «Σατυρικόν», δεν ξέφυγε, εφαρμόζοντας όμως ο
ίδιος στον εαυτό του τη δολοφονική πατέντα Νέρωνα, για
να μην υποστεί χειρότερο και εξευτελιστικότερο, με
φριχτούς δηλαδή βασανισμούς, τέλος.
Σύμφωνα πάλι με τον ιστορικό Τάκιτο, ο Γάιος
Πετρώνιος (Gaius Petronius, 27 - 66 μ.Χ.), ο αποκαλούμενος
«arbiter elegantiae» («διαιτητής της κομψότητας»), ήταν
αυλικός του Νέρωνα. Για λίγο διάστημα διετέλεσε
διοικητής της επαρχίας της Βιθυνίας και το 62 ή 63 μ.Χ.
έγινε ύπατος.
Υπήρξε μέλος του στενού κύκλου του αυτοκράτορα και η
γνώμη του για θέματα αισθητικής ήταν νόμος, απ’ όπου και
η παραπάνω προσωνυμία του. Όμως, η επιρροή του
Πετρώνιου στον Νέρωνα προκάλεσε την εχθρότητα του
διοικητή της αυτοκρατορικής φρουράς Τιγγελίνου, ο οποίος
το 66 μ.Χ. τον διέβαλε στον αυτοκράτορα ως συμμέτοχο σε
συνωμοσία εναντίον του.
Προκειμένου να μην υποστεί τις ταπεινώσεις και τους
βασανισμούς που θα προηγούνταν της βέβαιης θανάτωσής
του, ο Πετρώνιος ακολουθώντας το παράδειγμα του Σενέκα
έκοψε τις φλέβες του, τις τύλιξε προσωρινά με επιδέσμους
και πέρασε τις τελευταίες του ώρες τρώγοντας και
πίνοντας, ακούγοντας μουσική και συζητώντας για ποίηση.
Συνέταξε, μάλιστα, την ώρα εκείνη ένα κατάλογο με
όλες τις σεξουαλικές διαστροφές του αυτοκράτορα και
κατονόμασε όλους τους συντρόφους του Νέρωνα στα

101
Στάθης Ασημάκης

όργια. Τον κατάλογο αυτό έστειλε στον αυτοκράτορα και


μετά ξετύλιξε τους επιδέσμους…
Τέλος, δεν πρέπει να παραλείψουμε την αναφορά μας
στην τραγική μοίρα που είχε, ένα αιώνα περίπου νωρίτερα,
ένας άλλος μεγάλος ρήτορας, πολιτικός και φιλόσοφος, ο
Κικέρωνας, όχι με την ιδιότητα του θύματος και του
μάρτυρα ιδεών, αλλά με την ιδιότητα του πολιτικού
αντίπαλου.
Ο Κικέρωνας 16 δεν ήταν απλά ένας σπουδαίος Ρωμαίος
διανοούμενος(ρήτορας και φιλόσοφος), αλλά και ένας
πολύ σημαντικός πολιτικός άνδρας, ο οποίος, μάλιστα,

16
Αξίζει να αναφέρομε και το παρακάτω ενδιαφέρον γεγονός που
συνδέει τον Κικέρωνα με τον Αρχιμήδη και συγκεκριμένα:
Όταν κάποτε ο πρώτος εκτελούσε αποστολή, ως αξιωματούχος σε
οικονομικά ζητήματα, στις Συρακούσες, ανακάλυψε τον τάφο του
Αρχιμήδη, πάνω στον οποίο είχε χαραχθεί, σύμφωνα με την επιθυμία
του μεγάλου αυτού μαθηματικού, αστρονόμου και μηχανικού, μια
σφαίρα εγγεγραμμένη σε ένα κύλινδρο με ύψος ίσο με τη διάμετρο της
σφαίρας. Τα γεωμετρικά αυτά στερεά εξέφραζαν ένα μαθηματικό
θεώρημα, για την απόδειξη του οποίου περηφανευόταν ιδιαιτέρως ο
Αρχιμήδης.
Σύμφωνα με το υπόψη θεώρημα ο λόγος των όγκων των δυο
στερεών είναι ίσος με το λόγο των εμβαδών των αντίστοιχων
επιφανειών τους και έχει τιμή 3/2. Αργότερα, χάθηκαν πάλι τα ίχνη του
τάφου του Αρχιμήδη. Αυτός που είναι γνωστός σήμερα ως ο τάφος του
και βρίσκεται στις Συρακούσες, είναι ένας ταφικός θάλαμος για
διατήρηση οστεοδόχων υδριών της ρωμαϊκής εποχής.
Ο Carl Benjamin Boyer (διαπρεπής ιστορικός των επιστημών και
ιδιαιτέρως των μαθηματικών) είχε γράψει για την ανακάλυψη του
τάφου του Αρχιμήδη από τον Κικέρωνα το εξής βιτριολικό σχόλιο:
«Ίσως είναι η μοναδική συνεισφορά Ρωμαίου στην ιστορία των
Μαθηματικών»! Μια δήλωση, όπως παραδέχεται ο Ιταλός συγγραφέας
Paolo Del Santo, που θα μπορούσαμε να συγκρατήσουμε ως
υπερβολικό ευφυολόγημα, αλλά που δεν παύει να είναι δραματικά
αληθές.

102
Σύμμεικτα Ι

πρωταγωνίστησε σε κάποια περίοδο στη ρωμαϊκή πολιτική


σκηνή.
Ειδικότερα, είχε την ατυχία στις δυο πιο κρίσιμες στιγμές
της πολιτικής του σταδιοδρομίας να κάνει λανθασμένες
επιλογές, με αποτέλεσμα να βρεθεί στη λάθος πλευρά,
όταν τα πολιτικά πράγματα πολώθηκαν και υπήρξε
κρίσιμος διχασμός, αφενός μεταξύ Ιούλιου Καίσαρα και
Πομπήϊου και αφετέρου, αργότερα, μεταξύ Οκταβιανού και
Μάρκου Αντώνιου.
Συγκεκριμένα, στην πρώτη περίπτωση συντάχθηκε με
την πλευρά του Πομπήϊου που νικήθηκε από τον Καίσαρα
στα Φάρσαλα, και στη δεύτερη περίπτωση έδειξε την
πρόθεσή του να συνταχθεί με το νεαρό, στα πρώτα του
πολιτικά βήματα, Οκταβιανό, έχοντας όμως προηγουμένως
καταφέρει να γίνει μισητός από τον Μάρκο Αντώνιο.
Στην πρώτη περίπτωση, ο Καίσαρας έδειξε ανοχή και
έτσι ο Κικέρωνας σώθηκε, στη δεύτερη όμως περίπτωση
του μίσος του Μάρκου Αντώνιου ήταν τόσο μεγάλο και η
αδιαφορία του νεαρού Οκταβιανού τόσο φανερή, ώστε ο
Κικέρωνας οδηγήθηκε σε φριχτό τέλος, με ιδιαίτερα
ειδεχθή τρόπο.
Συγκεκριμένα, όταν ο νεαρός Οκταβιανός σύναψε
συμφωνία με τον Μάρκο Αντώνιο και τον Λέπιδο και
σύστησαν τη δεύτερη στα χρονικά της Ρώμης τριανδρία, η
πρώτη ενέργεια τους ήταν να συντάξουν μεγάλο κατάλογο
προγραφών, με πρώτο μάλιστα όνομα αυτό του Κικέρωνα.
Έτσι, στις 7 Δεκεμβρίου του έτους 43 π.Χ. επαγγελματίες
εκτελεστές συνέλαβαν τον μεγάλο ρήτορα, που εν τω
μεταξύ είχε καταφύγει στην ακτή Γκαέτα. Αποτέλεσμα, το
κεφάλι και τα χέρια του Κικέρωνα ακρωτηριάστηκαν και
εκτέθηκαν σε δημόσια θέα, στην έδρα της ρωμαϊκής
Αγοράς, στο ίδιο δηλαδή σημείο, όπου είκοσι(20) χρόνια
νωρίτερα ο ίδιος είχε χαρακτηριστεί σωτήρας της πατρίδας
103
Στάθης Ασημάκης

του. Πλήρωσε, έτσι, πολύ ακριβά τους 14 σφοδρούς


«φιλιππικούς» του λόγους, που εξαπέλυσε μετά το θάνατο
του Ιούλιου Καίσαρα κατά του Μάρκου Αντώνιου και
θέριεψαν έτσι το μίσος του Αντώνιου εναντίον του.
Ο Κικέρωνας, ουσιαστικά, πολεμούσε τους πολιτικούς
του αντιπάλους με τη γραφίδα του και το πνεύμα του, αυτό
όμως δεν έφτανε, σε κρίσιμες διχαστικές στιγμές της
πολιτικής σκηνής της Ρώμης, να νικήσει τη βία αυτών που
γνώριζαν να κατευθύνουν το ξίφος την κατάλληλη στιγμή
με αποφασικότητα και με όση ορμή χρειαζόταν.
***
Εάν, τέλος, ήθελε να συγκρίνει κάποιος την προσφορά του
Σενέκα και του Κικέρωνα, θα έπρεπε να εντρυφήσει στο
έργο τους και στην πολιτική τους δράση, για να έχει σωστή
άποψη, αναφορικά με το ρητορικό, το φιλοσοφικό και το
πολιτικό τους ανάστημα.
Εάν, όμως, ήθελε να συγκρίνει το ήθος αυτών των δυο
ανδρών, θα μπορούσε εύκολα να δει τη διαφορά,
εξετάζοντας, αφενός την ευθύτητα του Σενέκα στη δημόσια
συμπεριφορά του και αφετέρου στη διττή στάση τού
Κικέρωνα σε πολλά ζητήματα που αφορούσαν τη δημόσια
ζωή του και τον ιδιωτικό βίο του, όπως π.χ. τα θέματα που
αφορούσαν τα έργα της ελληνικής τέχνης.
Συγκεκριμένα, ο Κικέρωνας στο δημόσιο λόγου του,
προκειμένου να χαϊδεύει τα αφτιά των συντηρητικών
δυνάμεων της Ρώμης είχε μια οιονεί επικριτική στάση
απέναντι στα ελληνικά πολιτιστικά προϊόντα. Ως ικανός
ρήτορας απόφευγε, επιμελώς, να δείξει ότι είναι γνώστης
της ελληνικής τέχνης.
Ειδικότερα, όταν κάποτε εξυμνούσε ένα μπρούντζινο
άγαλμα που κλάπηκε από την πόλη Ιμέρα, είπε ότι ήταν
τόσο όμορφο, ώστε θα μπορούσε να γίνει αντικείμενο
θαυμασμού και από τον ίδιο που, τάχα, ήταν τόσο αδαής
104
Σύμμεικτα Ι

ως προς αυτά τα θέματα και έσπευσε αμέσως να τονίσει:


«από εκείνους που παθιάζονται για τα πράγματα αυτά
προσωπικά δεν τους δίνω και μεγάλη σημασία».
.
Κατ’ ιδίαν, όμως, τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά
στις επιστολές του προς τον Τίτο Πομπώνιο Αττικό, ο οποίος
ζούσε στην Αθήνα, ο ίδιος ο Κικέρωνας δεν σταματούσε να
γίνεται φορτικός, για να του αγοράσει έργα τέχνης,
κατάλληλα για διακόσμηση της βίλας του, στο Τούσκολο.
Πλήρωνε, μάλιστα, χιλιάδες σεστέρσια για μαρμάρινα
και μπρούτζινα αγάλματα, και εξακολουθούσε να θέλει και
άλλα, αδιαφορώντας για την τιμή τους: «Μπορείς να έχεις
εμπιστοσύνη - έλεγε - στο χρηματοκιβώτιό μου»! Ένα τέλειο
παράδειγμα διπρόσωπης συμπεριφοράς από το μεγάλο,
κατά τα άλλα, Κικέρωνα!...

***

105
Στάθης Ασημάκης

2. Anicio Manio Torguato Seberino Boezio


(Σεβερίνος Βοήθιος)

Εικ.8 Σεβερίνος Βοήθιος

Ο Σεβερίνος Βοήθιος έζησε στα τέλη 5 ου


- αρχές 6ου μ.Χ.
αιώνα. Γεννήθηκε στη Ρώμη μεταξύ του 475 και 482 μ.Χ.
Η καταγωγή του δείχνει ότι είχε ρίζα από:
1)Την Ανίκια οικογένεια, όπως προκύπτει από το όνομά
του, Anicio, που είχε δώσει στη Ρώμη πολλούς ύπατους,
δύο αυτοκράτορες και έναν πάπα.
2)Τη Μανλία οικογένεια, μια από τις αρχαιότερες της
Ρώμης.
3)Την οικογένεια Σεβήρων, από την οποία καταγόταν,
ενδεχομένως, ο κλάδος των Σεβήρων αυτοκρατόρων.
Ο πατέρας του, ο Φλάβιος Αυρήλιος Μάνλιος Βοήθιος,
υπήρξε λόγιος και ήταν γνωστός πολιτικός άνδρας της

106
Σύμμεικτα Ι

Ρώμης. Είχε γίνει, μάλιστα, δύο φορές praefectus(έπαρχος)


και ύπατος.
Μετά το θάνατο Φλάβιου Βοήθιου, την κηδεμονία του
νεαρού γιού του, Σεβερίνου Βοήθιου, ανέλαβε ο Κόιντος
Αυρήλιος Μόμμιος Σύμμαχος, φιλόλογος, ιστορικός και
φιλόσοφος που ήταν και αυτός διακεκριμένος πολιτικός
άνδρας, με υψηλό ήθος, από τους πλέον επιφανείς
συγκλητικούς, την κόρη του οποίου, Ρουστικιάνα,
νυμφεύτηκε αργότερα ο Βοήθιος.
Δεν είναι ακριβώς γνωστό πού μορφώθηκε. Φαίνεται
βέβαιο, όμως, ότι την πρώτη του εκπαίδευση την πήρε
κοντά στον Σύμμαχο. Αργότερα, θα συνέχισε, μάλλον, σε
εκπαιδευτικά κέντρα εκτός Ρώμης.
Στην εποχή του, οι επιφανείς ρωμαϊκές οικογένειες
επικέντρωναν τη μόρφωση των παιδιών τους στη
γραμματική και ρητορική, ενώ τα παιδιά των επιφανών
γοτθικών οικογενειών ασχολούνταν μόνο με τη γοτθική
παιδεία.
Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Βοήθιος είχε γεννηθεί, όταν η
Ρώμη κυβερνιόταν από τον Οδόακρο 17 που ήταν ο πρώτος
βάρβαρος ηγεμόνας της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

17
Ο Οδόακρος ή Φλάβιος Οδόακρος (433μ.Χ. - 15 Μαρτίου 493μ.Χ.)
καταγόταν από το φύλο των Σκίρων και ο πατέρας του, ο Εδέκων, ήταν
σύμβουλος του Αττίλα.
Ήταν ο πρώτος μη Ρωμαίος βασιλιάς της Ιταλίας, τον 5ο μ.Χ. αιώνα.
Η θητεία του αποτελεί ορόσημο, αναφορικά με το τέλος της κλασικής
ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στη Δυτική Ευρώπη και την αρχή του
Μεσαίωνα.
Ο Οδόακρος ήταν φοιδεράτος στρατηγός της Ιταλίας που
εξεγέρθηκε και ανέτρεψε τον τελευταίο δυτικό Ρωμαίο αυτοκράτορα
Ρωμύλο Αυγουστύλο, στις 4 Σεπτεμβρίου του 476 μ.Χ.
Μολονότι κρατούσε στα χέρια του την πραγματική διακυβέρνηση
της Ιταλίας, ο Οδόακρος κυβέρνησε, θεωρητικά τουλάχιστον, στο
όνομα του Ιούλιου Νέπωτα, και μετά το θάνατο του τελευταίου, το 480
107
Στάθης Ασημάκης

Για να ξεφύγει, τότε, ένας νέος από το περιορισμένο


αυτό εκπαιδευτικό κλίμα, έπρεπε να σπουδάσει σε μια
φιλοσοφική σχολή εκτός Ρώμης. Ο κηδεμόνας του
Σύμμαχος διατηρούσε στενές σχέσεις με την ανατολική
Αυτοκρατορία. Δεν φαίνεται, πάντως, πιθανό ο Βοήθιος να
σπούδασε στην Αθήνα, γιατί οι ενδείξεις συγκλίνουν προς
την Αλεξάνδρεια. Πιθανόν υπήρξε μαθητής του Αμμώνιου
Ερμεία. Η βιβλιοθήκη του Βοήθιου στη Ρώμη ήταν
περίφημη, ήδη από τη νεαρή του ηλικία.
Επειδή οι Ανίκιοι καθώς και η οικογένεια του Σύμμαχου
ήσαν χριστιανικές, είναι λογικό να δεχτούμε ότι δεν του
είχε λείψει η χριστιανική διαπαιδαγώγηση. Η ανέλιξή του
στη δημόσια ζωή ήταν γρήγορη, καθώς σε ηλικία 25 ετών
έγινε συγκλητικός και το 523 μ.Χ. εκλέχθηκε magister
officiorum (πρωθυπουργός). Παρά την ενασχόλησή του με
το δημόσιο βίο δεν σταμάτησε να μελετά φιλοσοφικά
κυρίως έργα, είτε στα λατινικά, είτε μέσα από το ελληνικό
πρωτότυπο.
Ο Βοήθιος υπήρξε, όχι μόνο ένας έξοχος πολιτικός
άντρας, αλλά και ένας σημαντικός διανοούμενος.
Θεωρείται, μάλιστα, ο στοχαστής που άφησε βαθύ
πνευματικό αποτύπωμα στους επόμενους αιώνες και με τα
έργα του καθιερώθηκε ως ένας από τους ιδρυτές της
μεσαιωνικής σκέψης στη Δύση.
Επειδή καταγόταν από οικογένεια πατρικίων, ήταν
συνδεδεμένος με τον κύκλο των πνευματικών ανθρώπων
της Ρώμης. Στον κύκλο αυτό παρέμενε ζωηρή η ανάμνηση
του μεγαλείου της αιώνιας πόλης και γινόταν ιδιαίτερη
προσπάθεια να ξαναζωντανεύσει τη λατινική κουλτούρα,

μ.Χ., κυβέρνησε ως υπόλογος στους Βυζαντινούς αυτοκράτορες. Ο


τίτλος που χρησιμοποίησαν οι σύγχρονοί του, αλλά και ο ίδιος σε μια
τουλάχιστον περίπτωση, ήταν αυτός του «βασιλιά».
108
Σύμμεικτα Ι

με μεταφράσεις σημαντικών αρχαίων κειμένων και με τη


δημιουργία νέων πρωτότυπων έργων.
Η εμπλοκή του στο πολιτικό γίγνεσθαι της Ρώμης
συντέλεσε στο να αποκτήσει βαθιά επίγνωση του ιστορικού
ρόλο του, και κατά συνέπεια προχώρησε στην επεξεργασία
ενός πολιτιστικού οδικού χάρτη, για το ξαναζωντάνεμα του
πνευματικού μεγαλείου της Ρώμης.
Ειδικότερα, πρότεινε να γίνουν προσβάσιμα στο λατινικό
κόσμο τα έργα των δυο κορυφαίων Ελλήνων φιλοσόφων,
δηλαδή του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Επίσης, ήθελε να
γίνει γνωστή η επιστημονική γνώση που είχε μέχρι τότε
αναπτυχθεί στους τομείς: της αστρονομίας, της μουσικής,
των μαθηματικών και της μηχανικής. Κάτι τέτοιο θα γινόταν
κατορθωτό μέσα από μεταφράσεις σχετικών έργων, με
κατάλληλο σχολιασμό, ώστε να μπορούν να γίνουν
κατανοητά στους αναγνώστες, με σκοπό και την ανάδειξη
της συμβατότητας μεταξύ των φιλοσοφικών θέσεων του
Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, όπως ο ίδιος βαθιά το
επιθυμούσε.
Πράγματι, ο Βοήθιος, που κατείχε άριστα την ελληνική,
φιλοδόξησε να μεταφράσει στα λατινικά τα έργα τού
Πλάτωνα και του Αριστοτέλη και, όπως έγραψε στο
δεύτερο υπόμνημά του, στο «Περί ἑρμηνείας» (του
Αριστοτέλη), είχε σκοπό να εναρμονίσει τις γνώμες των δυο
αυτών μέγιστων φιλοσόφων. Ισχυριζόταν: «Θα αποδείξω
ότι δεν διαφωνούν σε όλα, αλλά αντιθέτως συμφωνούν
φιλοσοφικώς στα περισσότερα και τα σημαντικότερα».
Εκτός, λοιπόν, από τη συγγραφή δικών του έργων
μετέφρασε από τα ελληνικά στα λατινικά και υπομνημάτισε
έργα πολλών κλασικών φιλοσόφων. Υποστήριζε την
πραγματική υπόσταση των ιδεών και χώριζε τη φιλοσοφία
σε πρακτική και θεωρητική. Τα φιλοσοφικά του κείμενα
συνέβαλαν αποφασιστικά στη διαμόρφωση της
109
Στάθης Ασημάκης

σχολαστικής φιλοσοφίας της Δύσης. Δεν είναι απίθανο


στην εποχή του Βοήθιου να ήταν δύσκολη η εύρεση των
έργων του Σταγειρίτη φιλόσοφου, οπότε η όλη αυτή
προσπάθειά του θα βοήθησε, όχι μόνο στην αποκατάσταση
της φιλοσοφικής σκέψης, αλλά και στη διατήρηση αυτή
καθεαυτή του υλικού των αρχαίων κειμένων.
Παράλληλα με αυτή του τη δραστηριότητα, ο Βοήθιος
άρχισε να γράφει μια σειρά από πραγματείες για διάφορα
επιστημονικά ζητήματα, όπως: «Το περί αριθμητικής
.
Παιδείας» και «Το περί μουσικής παιδείας» επίσης, για
θέματα γεωμετρίας και αστρονομίας, καθώς και για
θεολογικά ζητήματα, πράγμα που τον κατατάσσει στους
διανοούμενους με πολλά ενδιαφέροντα.
«Το περί μουσικής παιδείας» έργο του είχε τεράστια
απήχηση, γιατί υπήρξε η θεμελιώδης αρχή της μουσικής
θεωρίας των μεσαιωνικών χρόνων. Στο έργο του αυτό ο
Βοήθιος διακρίνει τη μουσική σε τρία(3) μεγάλα γένη,
δηλαδή, τη μουσική του κόσμου (κοσμική), του ανθρώπου
(ανθρώπινη) και των οργάνων (οργανική).
Τρεις(3) διαφορετικές πραγματικότητες συνδεδεμένες,
όμως, και οι τρεις με τη «δύναμη της αρμονίας». Επίσης,
μετέφρασε τα εξής έργα του Αριστοτέλη: «Περί ερμηνείας»,
«Κατηγορίες», «Αναλυτικά πρότερα» και «Αναλυτικά
Ύστερα», «Τοπικά» και «Σοφιστικοί έλεγχοι».
Θεωρείται ότι το σχέδιό του είχε παιδαγωγική αξία
διάχυσης και διδασκαλίας γνώσης προς τους Λατίνους που
γνώριζαν τα ελληνικά. Αντί της κομψότητας προτίμησε την
ακρίβεια στις μεταφράσεις του. Μετέφραζε κατά τρόπο
κυριολεκτικό, προσπαθώντας να αποδώσει με κάθε
λεπτομέρεια ακόμα και το παραμικρό γλωσσικό μόριο της
ελληνικής γλώσσας.

110
Σύμμεικτα Ι

Ξεκινώντας από την ανάγνωση των αριστοτελικών


κειμένων που είχαν εμπλουτιστεί από νεοπλατωνικά
σχόλια, ο Βοήθιος επεξεργάστηκε κάποια από τα πιο
σημαντικά δόγματα της δικής του φιλοσοφικής θεώρησης.
Αυτά έχουν να κάνουν με τη «φύση των συμπάντων» και
για «τα μελλούμενα να συμβούν».
Αποκαλύπτεται ως ένας σχολιαστής έτοιμος να
μετακινηθεί μεταξύ πολλών ερμηνευτικών αποχρώσεων,
και για το Μεσαίωνα αποδείχτηκε μια πολύ σημαντική
πηγή απαραίτητη για κάθε φιλοσοφικό συλλογισμό και
επιχειρηματολογία.
Σύμφωνα με αυτόν θα πρέπει να εφαρμοστεί μια
αυστηρή λογική για τις αλήθειες της πίστης. Δηλαδή σαφείς
ορισμοί, πειστικά επιχειρήματα, με χρήση αριστοτελικών
και νεοπλατωνικών εννοιών. Όλα αυτά συνάδουν κατά τη
γνώμη του με τον πυρήνα της χριστιανικής πίστης και
βοηθούν στο να την αποσαφηνίσουν καλύτερα και, επίσης,
βοηθούν στην αντιπαράθεση κατά των αιρετικών θέσεων.
Για να καταδείξει π.χ. τη διαφορά ανάμεσα στην
ευσπλαχνία του Θεού και εκείνη των πραγμάτων που
δημιουργήθηκαν από τον Θεό, ο Βοήθιος διακρίνει
ανάμεσα σε esse («είναι») και σε id quod est («εκείνο που
είναι»), υποστηρίζοντας ότι ο Θεός αποδίδει την ουσία
τους στα πράγματα, δίνοντάς τους ύπαρξη και καλοσύνη,
ενώ αυτός ο ίδιος είναι ταυτόχρονα esse και id quod est.
Επιπλέον, λύνει το μυστήριο της τριαδικότητας του Θεού
σημειώνοντας ότι οι συγγενείς: Πατέρας, Υιός και Άγιο
Πνεύμα είναι διακριτοί μόνο ως υποκείμενα της σχέσης και
όχι λόγω της ουσίας τους. Τέλος, για να αντιπαρατεθεί σε
αιρετικές θέσεις, αναφορικά με την ανθρώπινη ή τη θεϊκή
φύση του Χριστού, επαναπροσδιόρισε τις έννοιες της
φύσης και του προσώπου.

111
Στάθης Ασημάκης

Σύμφωνα με τον Βοήθιο η γνώση μπορεί να χωριστεί σε


ένα σύστημα πνευματικών οδών που υπήρχε και παλιότερα
ήτοι: το trivium (γραμματική, ρητορική, λογική) και το
quadrivium (αριθμητική, γεωμετρία, αστρονομία, μουσική).
Με τον τρόπο αυτό ο Βοήθιος οργάνωσε τις γνώσεις που
παρέχονταν τον 5ο αιώνα μ.Χ., επηρεάζοντας σημαντικά το
εκπαιδευτικό σύστημα του Μεσαίωνα.
Η Ρώμη, στην εποχή του δεν ήταν πια η πόλη των
μεγάλων συγγραφέων. Ο αρχαίος ελληνορωμαϊκός κόσμος
είχε παρέλθει και ο νέος κόσμος δεν είχε προβάλει ακόμα.
Η Σύγκλητος είχε πλέον σχεδόν όλη προσηλυτισθεί στο
Χριστιανισμό. Οι συγκλητικοί αναμιγνύονταν συχνά στην
εκκλησιαστική ζωή της πόλης και γίνονταν ευεργέτες και
κτήτορες εκκλησιών, μετέχοντας ενεργά στη διοίκηση της
Εκκλησίας.
Οι Νεοπλατωνικοὶ φιλόσοφοι, μεταξύ των οποίων και ο
Βοήθιος πέτυχαν να κάνουν την εκκλησία να ενδιαφερθεί
για την ελληνικὴ φιλοσοφία και επιστήμη και μ’ αυτό τον
τρόπο διέσωσαν μεγάλο μέρος της, αρκετό για να
προετοιμάσει την Αναγέννηση.
Ο Σύμμαχος ονειρευόταν να φέρει πίσω στη Ρώμη την
ελληνική παιδεία και να προκαλέσει την αναβίωση του
ελληνορωμαϊκού πολιτισμού. Είχε επαφές με την
Ανατολική αυτοκρατορία και η μόρφωση που έδωσε στον
προστατευόμενό του Βοήθιο, δείχνει το ζήλο του προς αυτή
την κατεύθυνση, ζήλο του οποίου έπεσαν τελικώς θύματα
και οι δύο τους.
Το έργο του Βοήθιου είναι κυρίως φιλοσοφικό, κάτι που
φαίνεται ακόμα και στα θεολογικά έργα του, στα οποία
κατάφερε να αποδώσει τη χριστιανική διδασκαλία, χωρίς
την υποστήριξη της Αγίας Γραφής, αλλά με τη βοήθεια της
φιλοσοφίας και ιδιαίτερα της Λογικής.

112
Σύμμεικτα Ι

Εδώ οφείλεται, ίσως, η εκτίμηση που είχαν γι’ αυτόν οι


Σχολαστικοί φιλόσοφοι. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται ο
Θωμάς Ακινάτης, ο οποίος σχολίασε το «De Trinitate» του
Βοήθιου. Ορισμένα από τα έργα του μεταφράστηκαν το 14ο
αιώνα στα ελληνικά από τους: Μάξιμο Πλανούδη, Μανουήλ
Καλέκα και Πρόχορο Κυδώνη.
Οι προσπάθειές του, πέρα από τους στοχασμούς του και
τα φιλοσοφικά του έργα, στρέφονταν και στο συμβιβασμό
των ρωμανικών και των οστρογοτθικών πληθυσμών,
δεδομένου ότι στα χρόνια του υπήρχε έντονη μεταξύ τους
αντιπαλότητα, που πήγαζε τόσο από λόγους καταγωγής,
όσο και από λόγους θρησκευτικούς. Οι τεράστιες γνώσεις
του προκάλεσαν το ενδιαφέρον του Οστρογότθου βασιλιά
Θευδέριχου 18, ο οποίος του ανέθεσε πολλές σημαντικές
υποθέσεις του κράτους του.

18
Ο Θευδέριχος ο Μέγας ή Θεοδώριχος ο Μέγας (454 μ.Χ.-526 μ.Χ.)
υπήρξε βασιλιάς των Οστρογότθων (488 μ.Χ. - 526 μ.Χ.) και άρχοντας
της Ιταλίας (493μ.Χ.-526μ.Χ.). Υπήρξε θρυλικός ήρωας της γερμανικής
ιστορίας. Γεννήθηκε σε μια περιοχή της σημερινής Αυστρίας το 454
μ.Χ., και ήταν γιος του βασιλιά Θεοντέμιρ.
Στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όταν ήταν ακόμα μικρό παιδί, ως
αιχμάλωτος, προκειμένου να πειστούν οι Οστρογότθοι να τιμήσουν τη
συνθήκη ειρήνης με τον αυτοκράτορα Λέοντα Α΄. Έζησε στο παλάτι της
Κωνσταντινούπολης για πολλά χρόνια και εξοικειώθηκε με τις
διοικητικές και πολεμικές πρακτικές των Βυζαντινών, κάτι που τον
βοήθησε σημαντικά, όταν ανέλαβε την ηγεσία του ανομοιογενούς,
αλλά ρωμανοποιημένου «βαρβαρικού λαού» του.
Ο Λέων Α' και μετά ο Ζήνων τον κράτησαν υπό την προστασία τους,
τον διόρισαν αρχικά στρατηγό και αργότερα ύπατο της αυτοκρατορίας.
Ο Θευδέριχος επέστρεψε, όταν ήταν 31 χρονών, για να ζήσει ανάμεσα
στους ομοεθνείς του, και στη συνέχεια ανακηρύχθηκε βασιλιάς των
Γότθων.
Ενώ οι Οστρογότθοι χρειάζονταν ζωτικό χώρο, ο Ζήνων είχε
προβλήματα με το βασιλιά της Ιταλίας, τον Οδόακρο, που είχε
προηγουμένως καταλύσει τη Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Με
113
Στάθης Ασημάκης

Ειδικότερα, όταν ο Θευδέριχος, που είχε έδρα του τη


Ραβέννα, επισκέφτηκε τη Ρώμη, το 500μ.Χ., γνώρισε τον
Βοήθιο και τον πήρε στην υπηρεσία του. Το 510 μ.Χ. ο
Βοήθιος έγινε, αρχικά, πρόξενος, στη συνέχεια ύπατος και
το 522 μ.Χ. έγιναν ύπατοι και οι δυο γιοί του.
Το 523 μ.Χ. έγινε δάσκαλος του παλατιού του
Θευδέριχου και στη συνέχεια διορίστηκε magistrum
officiorum, δηλαδή πρωθυπουργός, στη Ραβέννα. Ο
Θευδέριχος - ίσως αγράμματος ο ίδιος - έφερε στη Ρώμη
τριάντα τρία χρόνια ειρήνης και ευημερίας, και μια
αναβίωση της παιδείας που μάλλον οφειλόταν στον
Βοήθιο. Του άρεσε να θεωρείται βασιλιάς, φιλόσοφος και
θαύμαζε πολύ το ρωμαϊκό πολιτισμό.
Με την εξουσία του magister officiorum, όπως μαρτυρεί
και ο ίδιος ο Βοήθιος στο περίφημο έργο του «Consolatio
Philosophiae», εμπόδισε έναν πληροφοριοδότη να
παρουσιάσει έγγραφα που θα ενοχοποιούσαν, εν τέλει, τη
Ρωμαϊκή Σύγκλητο για προδοσία. Πρόκειται για την

ενθάρρυνση του αυτοκράτορα Ζήνωνα, ο Θευδέριχος εισέβαλε


νικηφόρα στο βασίλειο του Οδόακρου το 488μ.Χ.
Στις 25 Φεβρουαρίου του 493μ.Χ. ο επίσκοπος Ραβέννας έκανε μία
συμφωνία μεταξύ του Οδόακρου και του Θευδέριχου, σύμφωνα με την
οποία οι δυο άντρες θα μοιράζονταν τη διακυβέρνηση της Ιταλίας. Για
να γιορτάσουν το γεγονός, οι δυο πλευρές οργάνωσαν συμπόσιο στη
διάρκεια του οποίου ο Θευδέριχος δολοφόνησε τον Οδόακρο με τα ίδια
του τα χέρια.
Όπως ο Οδόακρος έτσι και ο Θευδέριχος ήταν φαινομενικά
βασιλικός αντιπρόσωπος της Κωνσταντινούπολης. Ο Θευδέριχος, παρ’
όλα αυτά, σεβάστηκε την επιθυμία του Ζήνωνα και επέτρεψε στους
Ρωμαίους πολίτες να συνεχίζουν να υπάγονται στο ρωμαϊκό δίκαιο,
παρά το γεγονός ότι οι Γότθοι κάτοικοι ζούσαν με τους δικούς τους
νόμους. Ο Θευδέριχος παρέμεινε πολιτικά και στρατιωτικά ενεργός
μέχρι και το θάνατό του, το 526 μ.Χ.
114
Σύμμεικτα Ι

υπόθεση του συγκλητικού Αλβίνου, φίλου του Βοήθιου, ο


οποίος αλληλογραφούσε με τους Ανατολικούς.
Όταν, αργότερα, επιδεινώθηκαν οι σχέσεις μεταξύ
Οστρογότθων και Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, και
αποκαλύφθηκε τυχαία η αλληλογραφία του Αλβίνου με τον
αυτοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη, οι Οστρογότθοι
θεώρησαν εμπλεκόμενο τον Βοήθιο, και τον κατηγόρησαν
«ἐπί ἐσχάτῃ προδοσίᾳ».
Συγκεκριμένα, τον κατηγόρησαν ψευδώς για συνέργεια
σε μυστικές επαφές με τον αυτοκράτορα της Ανατολής και
επίσης για μαγεία! Η ρωμαϊκή αριστοκρατία δεν έβλεπε με
καθόλου καλό μάτι την παρουσία των Οστρογότθων στην
ιταλική χερσόνησο και έστρεφε τη συμπάθειά της, όχι μόνο
προς τον Ποντίφικα, αλλά και προς το Ρωμαίο
αυτοκράτορα της Ανατολής.
Προστατεύοντας ο Βοήθιος τον Αλβίνο, ουσιαστικά
προστάτευε τη Σύγκλητο. Τον υπερασπίσθηκε λοιπόν στη
δίκη που έγινε και αμέσως μετά, χωρίς να του επιτραπεί να
υπερασπισθεί τον εαυτό του και σχεδόν χωρίς καμία άλλη
έρευνα κλείστηκε για πολλούς μήνες στη φυλακή
Calventianus, κοντά στην Παβία, όπου στο τέλος
εκτελέστηκε με ατιμωτικό θάνατο, και συγκεκριμένα με
ξυλοδαρμό(!), κάπου στους τελευταίους μήνες του 524 μ.Χ.
Δυο χρόνια αργότερα εκτελέστηκε και ο προστάτης του,
που στη συνέχεια είχε γίνει πεθερός του, ο Σύμμαχος. Το
τέλος, όμως, που επιφύλαξε ο Θευδέριχος στον
επιφανέστερο των πολιτών της Ρώμης και στον κηδεμόνα
και πεθερό του Σύμμαχο, αποτέλεσε όχι μόνο προσωπική
τραγωδία για τα θύματα, αλλά και πολιτική τραγωδία για
τον ίδιο και τη βασιλεία του.
Η εξουσία του κατέρρευσε μέσα στην καχυποψία και την
απαρέσκεια της κοινής γνώμης και σ’ αυτή την ατμόσφαιρα
πέθανε, δύο χρόνια αργότερα, ο πρώτος Γερμανός
115
Στάθης Ασημάκης

αυτοκράτορας της Ρώμης. Συνέπεια της παρακμής της


«βαρβαρικής» εξουσίας στη Ρώμη υπήρξε η επανένωση της
ρωμαϊκής αυτοκρατορίας κάτω από τον Ιουστινιανό.
Επειδή ο Θευδέριχος ήταν οπαδός της αίρεσης του
Άρειου, ο Βοήθιος θεωρήθηκε από τη Δυτική εκκλησία
μάρτυρας και έτσι ο πάπας Λέων ΙΓ΄, το 1883, τον
ανακήρυξε επίσημα άγιο. Η σωρός του τοποθετήθηκε σε
κρύπτη, στον Άγιο Πέτρο της Παβία, και η μνήμη του
γιορτάζεται από τους Ρωμαιοκαθολικούς στις 23
Οκτωβρίου.
***
Το σημαντικό είναι ότι ο Βοήθιος μέσα στη φυλακή,
περιμένοντας τη δίκη του, η οποία δεν έγινε ποτέ, και το
φριχτό θάνατό του, δεν έμεινε άπραγος. Αντίθετα, έγραψε
το πιο εμβληματικό έργο του, ίσως και το πιο επιδραστικό
στους μετέπειτα χρόνους. Το έργο αυτό αποτελείται από
πέντε τόμους - βιβλία! Είναι το κύκνειο άσμα του και έχει
τον τίτλο: «Η Παρηγορία της Φιλοσοφίας» («Consolatio
philosophie»).
Η «Παρηγορία της Φιλοσοφίας» είναι το έργο για το
οποίο οι αιώνες θα μνημονεύουν τον Βοήθιο. Ένα έργο εξ
ολοκλήρου φιλοσοφικό, που έμεινε ημιτελὲς, εξαιτίας του
άδικου θανάτου του· αγαπήθηκε, όμως, ιδιαίτερα από το
δυτικὸ κόσμο, μεταφράσθηκε σε όλες σχεδόν τις
.
ευρωπαϊκὲς γλώσσες, ακόμα και στα εβραϊκά στα ελληνικά
δε από τον Μάξιμο Πλανούδη. Σώζονται πάνω από 400
χειρόγραφοι κώδικές της!
Είναι γραμμένο σε εκλεπτυσμένο πεζό λόγο, με
παρεμβαλλόμενα ποιητικά μέρη. Ο Βοήθιος φαντάζεται ότι
η Φιλοσοφία, προσωποποιημένη σαν «μια γυναίκα με
σεβάσμια όψη» πηγαίνει να τον επισκεφτεί στη φυλακή,
δείχνοντάς του ότι όλα τα βάσανά του, που του επέβαλε η

116
Σύμμεικτα Ι

Τύχη, αποτελούσαν μέρος του μεγάλου σχεδίου του


Δημιουργού και έπρεπε να τα αποδεχθεί με σταθερότητα
ψυχής που θα ταίριαζε σε ένα σοφό άνθρωπο.
Ειδικότερα, συνειδητοποίησε ξαφνικά πως μια γυναίκα
τον κοίταζε από ψηλά. Το ύψος της έμοιαζε να αλλάζει από
κανονικό σε ψηλότερο και από τον ουρανό. Φορούσε ένα
σκισμένο φόρεμα διακοσμημένο με μια σκάλα που
ξεκινούσε από το ελληνικό γράμμα «Π», στον ποδόγυρο,
και έφτανε μέχρι το γράμμα «Θ». Στο ένα χέρι κρατούσε
ένα σκήπτρο και στο άλλο βιβλία.
Αυτή η γυναίκα τού αποκαλύφθηκε ότι ήταν η
Φιλοσοφία. Του μίλησε και του είπε τι έπρεπε να πιστεύει.
Ήταν οργισμένη μαζί του, επειδή την ξέχασε, και είχε έρθει
για να του θυμίσει, πώς πρέπει να αντιδράσει σε όσα
συμβαίνουν. Το υπόλοιπο του βιβλίου είναι η συζήτησή
τους, που αφορά την Τύχη και τον Θεό. Η γυναίκα αυτή, η
Φιλοσοφία, του έδωσε συμβουλές.
Το πρώτο βιβλίο είναι αφιερωμένο στην πολιτική
απολογία του, όπου υπερασπίζεται τον εαυτό του απέναντι
στις κατηγορίες των αντιπάλων του.
Το δεύτερο βιβλίο πραγματεύεται το ρόλο της Τύχης στα
επίγεια πράγματα, ξεκινώντας από τις δραματικές
περιστάσεις, στις οποίες βρισκόταν. Η Φιλοσοφία λέει στον
Βοήθιο πως η Τύχη αλλάζει συνέχεια και ότι δεν πρέπει να
εκπλήσσεται. Αυτή είναι η φύση της Τύχης. Είναι άστατη. Ο
τροχός της Τύχης γυρνά. Άλλες φορές βρίσκεσαι στην
κορυφή, άλλες φορές στον πάτο. Ο Βοήθιος πρέπει να
καταλάβει πως έτσι είναι τα πράγματα.
Στο τρίτο βιβλίο αναρωτιέται για τη φύση της
πραγματικής ανθρώπινης ευτυχίας. Κανένα από τα αγαθά
στον κόσμο δεν είναι, στην ουσία, πραγματικό αγαθό. Τα
πλούτη, η δόξα, οι τιμές φέρνουν μαζί τους μεγάλα βάσανα
και μπορούν εύκολα να χαθούν, ενώ ο άνθρωπος που
117
Στάθης Ασημάκης

στοχεύει στον ουρανό, καταφέρνει με κάποιο τρόπο να


φτάσει στη θέωση και να κατακτήσει μια κατάσταση
υπερφυσική, αυτή της απόλυτης χαράς.
Οι θνητοί, εξηγεί η Φιλοσοφία, είναι ανόητοι, όταν
αφήνουν την ευτυχία τους να εξαρτάται από κάτι τόσο
ευμετάβλητο. Η αληθινή ευτυχία μπορεί να έλθει μόνο από
μέσα, από τα πράγματα που οι άνθρωποι ελέγχουν, όχι απ’
όσα η ατυχία μπορεί να καταστρέψει.
Όταν οι άνθρωποι λένε ότι «φιλοσοφούν» τα άσχημα
πράγματα που τους συμβαίνουν, αυτό ακριβώς εννοούν:
προσπαθούν, δηλαδή, να μην επηρεάζονται από πράγματα
που δεν ελέγχουν, όπως ο καιρός ή το ποιοί είναι οι γονείς
τους.
Τίποτα, λέει η Φιλοσοφία στον Βοήθιο, δεν είναι
τρομερό αυτό καθαυτό - όλα βασίζονται στο πώς
σκεπτόμαστε. Η ευτυχία είναι μια κατάσταση του νου, όχι
του κόσμου∙ αυτή είναι μια ιδέα που και ο Επίκτητος θα
αναγνώριζε ως δική του.
Η Φιλοσοφία ζητά από τον Βοήθιο να επιστρέψει σε
αυτήν. Του λέει ότι μπορεί να είναι πραγματικά
ευτυχισμένος, παρ’ ότι βρίσκεται στη φυλακή και περιμένει
να εκτελεστεί. Εκείνη θα τον γιατρέψει από τη δυστυχία
του.
Το μήνυμα είναι ότι τα πλούτη, η εξουσία και οι τιμές
δεν αξίζουν, αφού έρχονται και παρέρχονται. Κανείς δεν
πρέπει να βασίζει την ευτυχία του σε τόσο εύθραυστα
θεμέλια. Η ευτυχία πρέπει να πηγάζει από κάτι πιο στέρεο,
κάτι που δεν μπορεί να μας το πάρει κανείς. Επειδή ο
Βοήθιος πίστευε ότι θα συνεχίζει να ζει και μετά θάνατο, η
επιδίωξη της ευτυχίας με όχημα τα τετριμμένα εγκόσμια
πράγματα ήταν σφάλμα. Έτσι κι αλλιώς θα τα έχανε όλα με
το θάνατό του.

118
Σύμμεικτα Ι

Στο ερώτημα, πού μπορεί να βρει ο Βοήθιος την αληθινή


ευτυχία; Η απάντηση της Φιλοσοφίας είναι ότι θα τη βρει
στο Θεό ή στο αγαθό (αυτά εντέλει ταυτίζονται). Ο Βοήθιος
ήταν χριστιανός, αλλά δεν το αναφέρει στην «Παραμυθία
της φιλοσοφίας». Ο Θεός, τον οποίο περιγράφει η
Φιλοσοφία, θα μπορούσε να είναι ο Θεός του Πλάτωνα,
δηλαδή η αμιγής Ιδέα του αγαθού.
Στο τέταρτο βιβλίο ανακινεί το καυτό ζήτημα του Κακού,
που δεν θα έπρεπε να είναι ανεκτό από το Δημιουργό, ο
οποίος είναι υπέρτατα δίκαιος και φαίνεται μάλιστα να
επιτρέπει την ικανοποίηση των κακών ανθρώπων στην
επίγεια ζωή. Έρχεται, όμως, η Φιλοσοφία να του
υποδηλώσει ότι το Κακό έχει οντολογική συγκρότηση, αλλά
αντιπροσωπεύει στην πραγματικότητα το απόλυτο τίποτα,
το οποίο είναι το αντίθετο του Καλού.
Οι κακόβουλοι άνθρωποι που απομακρύνονται από το
Καλό και επομένως από τον Θεό, όχι μόνο δεν μπορούν να
φτάσουν στην ευτυχία, αλλά απευθύνονται σε κάτι που δεν
υπάρχει, φτάνοντας να χάσουν την ανθρώπινη υπόστασή
τους και, τέλος, την ίδια τους την ύπαρξη.
Τέλος, στο πέμπτο βιβλίο ασχολείται με τη θεία
πρόβλεψη και την ελευθερία του ανθρώπου. Ουσιαστικά
αναφέρεται στο πρόβλημα ασυμβατότητας μεταξύ θείας
πρόβλεψης και ελεύθερης ανθρώπινης βούλησης.
Υπογραμμίζει την ανικανότητα της ανθρώπινης φύσης να
κατανοήσει τα πράγματα από μια ανώτερη προοπτική. Στην
αιωνιότητα υπάρχει το θείο, και οι ελεύθερες πράξεις
έχουν προβλεφθεί ως ελεύθερες και οι αναγκαίες έχουν
προβλεφθεί ως αναγκαίες. Η καθαρή οπτική των
πραγμάτων έξω από το χρόνο δεν συνεπάγεται καμία
προετοιμασία γι’ αυτά.
Στο διάλογο με το Βοήθιο, η Φιλοσοφία υποστηρίζει ότι,
εφόσον ο Θεός είναι απλός, η γνώση του θα είναι επίσης
119
Στάθης Ασημάκης

απλή και αμετάβλητη, γι’ αυτό τα μελλούμενα να συμβούν


και τα γεγονότα του παρελθόντος θα είναι γνωστά σαν να
ήταν παρόντα και, άρα, απολύτως απαραίτητα κατά τη
στιγμή που συμβαίνουν.
Επομένως, είναι η θεία γνώση που έχει χαρακτήρα
αναγκαιότητας και όχι τα πράγματα, που παραμένουν
απρόβλεπτα, εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο, την
ελευθερία της βούλησης. Αναλυτικότερα, ο Θεός, όντας
τέλειος, γνωρίζει όλα όσα συμβαίνουν, αλλά και όλα όσα
θα συμβούν. Αυτό εννοούμε, όταν περιγράφουμε τον Θεό
ως «παντογνώστη». Αν λοιπόν υπάρχει Θεός, πρέπει να
γνωρίζει τι θα κάνω στη συνέχεια, ακόμα και αν εγώ δεν
είμαι βέβαιος τι θα είναι αυτό.
Αν, όμως, ο Θεός ξέρει ήδη τι θα κάνουμε, πώς
μπορούμε να επιλέγουμε στ’ αλήθεια τι να κάνουμε; Είναι
μήπως η επιλογή αυταπάτη; Φαίνεται πως δεν μπορώ να
έχω ελεύθερη βούληση, αν ο Θεός γνωρίζει τα πάντα. Αν
δεν μπορούμε να επιλέγουμε αυτό που κάνουμε, πώς
μπορεί ο Θεός να αποφασίζει, αν θα πάμε στον παράδεισο;
Όμως, η Φιλοσοφία έχει απαντήσεις. Έχουμε ελεύθερη
βούληση, του λέει. Δεν είναι αυταπάτη. Αν και ο Θεός ξέρει
τι θα κάνουμε, η ζωή μας δεν είναι προκαθορισμένη. Η
γνώση του Θεού για το τι θα κάνουμε διαφέρει από τον
προκαθορισμό. Εξακολουθούμε να έχουμε την επιλογή για
το τι θα κάνουμε αμέσως μετά. Το λάθος είναι να
εκλαμβάνουμε τον Θεό ως άνθρωπο που βλέπει τα
πράγματα να εκτυλίσσονται χρονικά - σειριακά.
Η Φιλοσοφία λέει στον Βοήθιο ότι ο Θεός είναι άχρονος,
άρα εντελώς έξω από το χρόνο. Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός
συλλαμβάνει τα πάντα στη στιγμή. Ο Θεός βλέπει το
παρελθόν, το παρόν και το μέλλον ως μια ενότητα. Εμείς οι
θνητοί, όμως, βλέπουμε αναγκαστικά το ένα πράγμα να
ακολουθεί το άλλο, αλλά ο Θεός δε το βλέπει έτσι.
120
Σύμμεικτα Ι

Ο λόγος για τον οποίο ο Θεός γνωρίζει το μέλλον, δίχως


να διαλύει την ελεύθερη βούλησή μας και να μας
μετατρέπει σε προγραμματισμένες μηχανές χωρίς επιλογή,
είναι ότι ο Θεός δε μας παρατηρεί σε μια συγκεκριμένη
στιγμή. Βλέπει τα πάντα με τη μια, με έναν άχρονο τρόπο.
Και, όπως λέει η Φιλοσοφία στον Βοήθιο, δεν πρέπει να
ξεχνά ο ίδιος, πως ο Θεός κρίνει τους ανθρώπους για το
πώς συμπεριφέρονται, και τι επιλογές κάνουν, παρ’ ότι
ξέρει εκ των προτέρων τι θα κάνουν.
Επίσης, σε όλο το βιβλίο η Φιλοσοφία θυμίζει στον
Βοήθιο, όσα ήδη γνωρίζει. Και αυτό προέρχεται από τον
Πλάτωνα, αφού ο Πλάτωνας πίστευε ότι η μάθηση είναι
ουσιαστικά ανάμνηση ιδεών που ήδη έχουμε. Ποτέ δε
μαθαίνουμε κάτι νέο, απλώς υποβοηθούμε τις αναμνήσεις
μας. Η ζωή είναι ένας αγώνας να θυμηθούμε όσα
γνωρίζαμε πρωτύτερα. Αυτό που ο Βοήθιος ήδη γνωρίζει
ως ένα βαθμό είναι ότι δεν χρειαζόταν να ανησυχεί για την
απώλεια της ελευθερίας του και της δημόσιας εκτίμησης.
Αυτά δεν τα ελέγχει. Σημασία έχει η στάση του απέναντι
στην κατάστασή του, κάτι που μπορεί να επιλέγει.

***

121
Στάθης Ασημάκης

3. Thomas More

Εικ. 9 Thomas More

Ο Thomas More, που κατείχε τον τίτλο του Sir, γεννήθηκε


στις 7 Φεβρουαρίου του 1478, στο Λονδίνο, και πέθανε
επίσης στο Λονδίνο, στις 6 Ιουλίου του 1535. Εκπαιδεύτηκε
σε ένα από τα εκεί καλύτερα σχολεία, στο St. Anthony's
καθώς και στο σπίτι τού John Morton, αρχιεπισκόπου του
Καντέρμπουρι και καγκελάριου της Αγγλίας.
Ο John Morton ενδιαφέρθηκε να στείλει το νεαρό More
στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, διαβλέποντας τις
ικανότητές του και έτσι ο More φαίνεται ότι πέρασε δύο
χρόνια εκεί, σπουδάζοντας λατινικά και φιλοσοφία.
Γύρω στα 1494, ο πατέρας του τον έφερε πίσω στο
Λονδίνο για να μελετήσει το κοινό δίκαιο. Το Φεβρουάριο
του 1496 μπήκε στο Lincoln's Inn, μια από τις τέσσερες
122
Σύμμεικτα Ι

νομικές εταιρείες που προετοίμαζαν την είσοδο στο


δικηγορικό επάγγελμα.
Το 1501 ο More είχε γίνει «τέλειος δικηγόρος». Χάρη
στην απεριόριστη περιέργειά του και την υπέροχη
ικανότητά του για εργασία, κατάφερε, μαζί με τις νομικές
του απασχολήσεις, να συνεχίσει και τις λογοτεχνικές του
αναζητήσεις. Διάβαζε πολύ την Αγία Γραφή, τους Πατέρες
της Εκκλησίας καθώς και τους κλασικούς, και εξασκήθηκε
σε όλα τα λογοτεχνικά είδη.
Παρά το γεγονός ότι αποδέχτηκε την απόφαση του
πατέρα του να γίνει δικηγόρος, ήταν ευαίσθητος στα
πνευματικά ζητήματα, καθώς και διατεθειμένος να μην
παραβιάσει το θέλημα του Θεού. Για να δοκιμάσει την
αποστολή του στην ιεροσύνη, έμεινε για τέσσερα(4)
περίπου χρόνια σε μοναστήρι και μοιράστηκε τον τρόπο
ζωής των μοναχών.
Παρόλο που τον προσέλκυσε η φραγκισκανική τάξη,
αποφάσισε να υπηρετήσει καλύτερα τον Θεό και τους
συνανθρώπους του ως λαϊκός χριστιανός. Ωστόσο, αυτός
ποτέ δεν απαρνήθηκε τις συνήθειες της παρατεταμένης
προσευχής, της νηστείας και του τρίχινου σάκου των
ασκητών. Ο Θεός παρέμεινε στο κέντρο της ζωής του.
Στα τέλη του 1504 ή στις αρχές του 1505, παντρεύτηκε
την Joan Colt, τη μεγαλύτερη κόρη ενός ευγενούς αγρότη
από το Έσσεξ. Ήταν μια ικανή οικοδέσποινα που ο γνωστός
Ολλανδός ανθρωπιστής Desiderius Erasmus την επαινούσε
τακτικά.
Οι σημαντικές διαπραγματεύσεις του More, εκ μέρους
αρκετών εταιριών του Λονδίνου, με αντιπροσώπους των
εμπόρων της Αμβέρσας, που πραγματοποιήθηκε το 1509,
επιβεβαίωσαν την ικανότητά του σε θέματα εμπορίου και
το ταλέντο του ως διερμηνέας και εκπρόσωπος.

123
Στάθης Ασημάκης

Από το Σεπτέμβριο του 1510 μέχρι τον Ιούλιο του 1518


που παραιτήθηκε, για να είναι αποκλειστικά στην υπηρεσία
του βασιλιά, ο More ήταν ένας από τους πιο σπουδαίους
ανθρώπους του Λονδίνου. Έγινε αποδεκτός από τους
Λονδρέζους - ως αμερόληπτος δικαστής και ανιδιοτελής
σύμβουλος, καθώς και ως «ο γενικός προστάτης των
φτωχών».
Η οικογενειακή ευτυχία του διακόπηκε το καλοκαίρι του
1511, με το θάνατο, ίσως κατά τον τοκετό, της συζύγου του.
Έμεινε χήρος με τέσσερα(4) παιδιά, αλλά μέσα σε λίγες
εβδομάδες από το θάνατο της πρώτης συζύγου του
παντρεύτηκε την Alice Middleton, τη χήρα ενός Λονδρέζου
υφασματέμπορου. Ήταν αρκετά χρόνια μαθήτριά του, είχε
μια δική της κόρη και δεν γέννησε κανένα παιδί μαζί του.
Το έργο του: «Η Ιστορία του βασιλιά Richard III», που
γράφτηκε στα λατινικά και στα αγγλικά, μεταξύ των ετών
1513 και 1518, είναι το πρώτο αριστούργημα της αγγλικής
ιστοριογραφίας. Αν και δεν το ολοκλήρωσε, εντούτοις το
υπόψη έργο επηρέασε τους γνωστούς Άγγλους ιστορικούς.
Ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ ήταν μάλιστα υπόχρεος στον More για
το πορτρέτο του τυράννου.
***
Το Μάιο του 1515 διορίστηκε σε μια αντιπροσωπεία για
την αναθεώρηση μιας αγγλοφλαμανδικής εμπορικής
συνθήκης. Το συνέδριο πραγματοποιήθηκε στην πόλη
Μπρυζ, για μεγάλο χρονικό διάστημα, και ο More συνήθιζε
τον καιρό αυτό να επισκέπτεται και άλλες βελγικές πόλεις.
Ξεκίνησε το έργο του «Ουτοπία» στις Κάτω Χώρες, το
ολοκλήρωσε μετά την επιστροφή του στο Λονδίνο, το
δημοσίευσε στο Λέβεν, το Δεκέμβριο του 1516 και έγινε
αμέσως μεγάλη επιτυχία.
Η «Ουτοπία» είναι ένας ελληνικός νεολογισμός του
More, από το ου - τόπος. Περιγράφει μια παγανιστική και
124
Σύμμεικτα Ι

κομμουνιστική πόλη - κράτος, στην οποία θεσμοί και


πολιτικές διέπονται από δικαιοσύνη και λογική.
Η τάξη και η αξιοπρέπεια ενός τέτοιου κράτους θα έδινε
μια αξιοσημείωτη αντίθεση με την παράλογη πολιτεία της
τότε χριστιανικής Ευρώπης, διαιρεμένης από το συμφέρον
και την απληστία για δύναμη και πλούτο.
Την περιγραφή της «Ουτοπίας» έβαλε στο στόμα ενός
μυστηριώδους ταξιδιώτη, του Raphael Hythloday (Ραφαήλ
Υθλόδεο), όνομα που συνδυάζει την αρχαιοελληνική λέξη
ύθλος = φλυαρία και το ρήμα δειν = είναι ανάγκη, για να
δηλώσει τον τσαρλατάνο, με σκοπό να υποστηρίξει το
επιχείρημά του ότι ο κομμουνισμός είναι η μόνη θεραπεία
κατά του εγωισμού στην ιδιωτική και τη δημόσια ζωή.
Μέσω του διαλόγου, μιλάει για μετριασμό του κακού
παρά για θεραπεία του. Μεταξύ των θεμάτων που
συζητήθηκαν στην Ουτοπία ήταν το ποινολόγιο, η κρατική
εκπαίδευση, ο θρησκευτικός πλουραλισμός, το διαζύγιο, η
ευθανασία καθώς και τα δικαιώματα των γυναικών.
Αναλυτικότερα, η Ουτοπία είναι το έργο που περιγράφει
το σχέδιο μιας τέλειας δημοκρατίας που λαμβάνει χώρα σε
ένα φανταστικό νησί. Από τα δυο μέρη του έργου αυτού, το
πρώτο είναι αφιερωμένο σε μια σκληρή κριτική στους
κυβερνήτες και στις ευρωπαϊκές πολιτικές, ενώ το δεύτερο
μέρος είναι αφιερωμένο στην περιγραφή της άριστης
δημοκρατίας στο νησί της Ουτοπίας.
Το νησί της Ουτοπίας αποτελείται από 54 πόλεις,
καθεμιά χωρισμένη σε τέσσερα μέρη. Στο κέντρο κάθε
πόλης υπάρχει ένας τόπος που χρησιμοποιείται ως αγορά,
στην οποία κάθε οικογένεια φέρνει τα προϊόντα τής
εργασίας της, τα οποία μοιράζονται σε όλους ανάλογα με
τις ανάγκες τους. Τα γεύματα λαμβάνονται από κοινού σε
χώρους ειδικά διαμορφωμένους.

125
Στάθης Ασημάκης

Οι δικαστικοί, με καθήκοντα ετήσιας διάρκειας,


εκλέγονται ανάμεσα στις οικογένειες: ένας δικαστικός ανά
τριάντα(30) οικογένειες. Αυτοί εκλέγουν ένα πρίγκιπα, η
θητεία του οποίου είναι δια βίου, επιλέγοντάς τον ανάμεσα
σε τέσσερα(4) ονόματα, που προτείνονται στη σύγκλητο
από τον ίδιο το λαό.
Η οικογένεια διέπεται από ιεραρχικές σχέσεις: ο
γηραιότερος είναι ο αρχηγός της οικογένειας, η σύζυγος
είναι υφιστάμενη του συζύγου και τα παιδιά υφιστάμενα
των γονιών.
Όλοι οι πολίτες πηγαίνουν με τη σειρά να εργαστούν
στην ύπαιθρο, όπου παραμένουν εκεί για δυο χρόνια. Ο
καθένας μαθαίνει ένα επάγγελμα. Εργάζονται έξι ώρες την
ημέρα, ενώ ο ελεύθερος χρόνος είναι αφιερωμένος στις
ουμανιστικές μελέτες.
Η ιδιοκτησία απαγορεύεται και δεν συντρέχουν λόγοι
πολεμικών επιχειρήσεων, παρά μόνον περιστασιακά για
άμυνα στις επιθέσεις εχθρικών λαών.
Η εγνωσμένη μάθηση, ικανότητα και ευσυνειδησία τον
καθιέρωσαν ως έναν από τους πρώτους ανθρωπιστές.
Σύντομα, η Ουτοπία του μεταφράστηκε στις περισσότερες
ευρωπαϊκές γλώσσες και έγινε ο πρόγονος ενός νέου
λογοτεχνικού είδους, του ουτοπικού ρομαντισμού.
Τα λατινικά ποιήματα του More δημοσιεύθηκαν το 1518.
Είναι εξαιρετικά ποικίλα σε μέτρο και ύλη, τα κυριότερα
θέματα των οποίων είναι η κυβέρνηση, οι γυναίκες και ο
θάνατος.
***
Η επιτυχία του More στις επίπονες και ακανθώδεις
διαπραγματεύσεις με τους Γάλλους στο Calais και Boulogne
το διάστημα Σεπτέμβριος - Δεκέμβριος του 1517, σχετικά
με αγωγές που γεννήθηκαν από τον πρόσφατο τότε

126
Σύμμεικτα Ι

πόλεμο, είχε ως αποτέλεσμα να μην μπορεί να αποφύγει


τη βασιλική υπηρεσία.
Εκείνη τη χρονιά έγινε μέλος του συμβουλίου του
βασιλιά και από τον Οκτώβριο ήταν γνωστός ως ο κύριος
των αιτημάτων. Παραιτήθηκε από το γραφείο της πόλης το
1518. Ενώ υποχώρησε στην πίεση, αγκάλιασε την ευκαιρία
να προωθήσει την ειρήνη και τη μεταρρύθμιση.
Μεταξύ 1515 και 1520 ξεκίνησε μια έντονη καμπάνια για
το θρησκευτικό και πολιτιστικό πρόγραμμα του Έρασμου,
για τον οποίο οι ελληνικές σπουδές αποτελούσαν το κλειδί
για μια θεολογία ανανεωμένη με επιστροφή στη Βίβλο και
τους Πατέρες της Εκκλησίας.
Ο Erasmus πρότεινε τον φίλο του More, ως πρότυπο
νοημοσύνης στην Ευρώπη, με επιστολές προς τον Γερμανό
ανθρωπιστή Ulrich von Hutten (1519).
Σύμφωνα με τον Erasmus, η απλότητα στη διατροφή και
στην ένδυση ήταν το μήνυμα του More. Απορροφούσε από
το τίποτα μια αθώα ευχαρίστηση. Είχε τη φωνή εκφωνητή
και μνήμη που τον εξυπηρετούσε καλά στις αυτοσχέδιες
εκδηλώσεις. Ήταν «γεννημένος για φιλία», και μπορούσε
να αποσπάσει απόλαυση και από τους πιο μουντούς
ανθρώπους ή από τα πιο απλά πράγματα. Η αγάπη για την
οικογένεια ήταν ζεστή, αλλά και διακριτική.
Παρά την έντονη επαγγελματική του δραστηριότητα,
έβρισκε ώρες για προσευχή και για επίβλεψη του οικιακού
σχολείου του. Οι περισσότεροι από όσους φρόντιζε και
καθοδηγούσε ήταν κορίτσια, στα οποία πρόσφερε την πιο
εκλεπτυσμένη κλασική και χριστιανική εκπαίδευση.
Το 1520 και 1521 ο More συμμετείχε σε συνομιλίες, στο
Calais και Brugge, με τον αυτοκράτορα Κάρολο V και με
τους εμπόρους Hansa.
Το 1521 έγινε υποθησαυροφύλακας και ιππότης. Εκτός
από τα καθημερινά του καθήκοντα στο Δημόσιο Ταμείο,
127
Στάθης Ασημάκης

βοηθούσε ως «βασιλικός πνευματικός του Ερρίκου Η΄»,


επίσης ως γραμματέας του και ήταν έμπιστός του.
Αυτός ήταν επιφορτισμένος στο να καλωσορίζει τους
ξένους απεσταλμένους, να παραδίνει τις επίσημες ομιλίες,
να συντάσσει τα συνθήματα, να διαβάζει τις επιστολές που
ανταλλάσσονταν μεταξύ βασιλιά και Wolsey και απαντούσε
στο όνομα του βασιλιά. Συχνά έτρεχε μεταξύ των κεντρικών
γραφείων του καρδινάλιου, στο Westminster, και στις
διάφορες κατοικίες κυνηγιού του Eρρίκου Η΄.
Τον Απρίλιο του 1523 εκλέχτηκε ομιλητής της Βουλής
των Κοινοτήτων. Ενώ προσπαθούσε να εξασφαλίσει τους
στόχους της κυβέρνησης, έκανε έκκληση για πιο αληθινή
ελευθερία του λόγου στο Κοινοβούλιο. Τα πανεπιστήμια:
Οξφόρδη το 1524 και Κέιμπριτζ το 1525 τον έκαναν υψηλό
διοικητή τους.
Μέχρι το 1524 είχε μετακομίσει στο Τσέλσι. Ο Μεγάλος
Οίκος που κτίστηκε εκεί έφερε τη σφραγίδα της
φιλοσοφίας του και της καλλιτεχνίας του.
Το 1525 προήχθη σε καγκελάριο του δουκάτου του
Λάνκαστερ, και έβαλε μεγάλο τμήμα της βόρειας Αγγλίας
κάτω από τη δικαιοσύνη και το διοικητικό του έλεγχο.
Στην επιστροφή του από τη πρεσβεία του στη Γαλλία, το
καλοκαίρι του 1527, ο Ερρίκος Η΄ έβαλε την Αγία Γραφή
ανοιχτή μπροστά του ως απόδειξη ότι ο γάμος του με την
Αικατερίνη της Αραγονίας, που απέτυχε να του δώσει αγόρι
ως κληρονόμο, ήταν άκυρος, ακόμα και αιμομικτικός, λόγω
του προηγούμενου γάμου της με τον αδελφό του Ερρίκου.
Ο More προσπάθησε, μάταια, να συμμεριστεί τους
ενδοιασμούς του βασιλιά, αλλά μετά από μακρά μελέτη
επιβεβαίωσε την άποψή του ότι η Αικατερίνη ήταν η
πραγματική σύζυγος του βασιλιά.

***
128
Σύμμεικτα Ι

Όταν ο Wolsey απομακρύνθηκε από την εξουσία, έχοντας


αποτύχει στην εξωτερική του πολιτική, καθώς και στις
προσπάθειές του να εξασφαλίσει την ακύρωση του γάμου
του βασιλιά με την Αικατερίνη, ο More τον διαδέχθηκε ως
κυρίαρχος καγκελάριος στις 26 Οκτωβρίου 1529. Στις 3
Νοεμβρίου 1529, άνοιξε το Κοινοβούλιο, το οποίο
αργότερα δημιούργησε τα νομικά μέσα για το θάνατό του.
Ως ομιλητής του βασιλιά, κατηγόρησε τον Wolsey στην
εναρκτήρια ομιλία του, και το 1531 διακήρυξε τις απόψεις
των πανεπιστημίων ως ευνοϊκές για το διαζύγιο, αλλά δεν
υπέγραψε την επιστολή του 1530, στην οποία οι ευγενείς
της Αγγλίας και οι αρχιερείς πίεζαν τον Πάπα να κηρύξει το
πρώτο γάμο κενό και προσπάθησε να παραιτηθεί το 1531,
όταν ο κλήρος αναγνώρισε τον Άγγλο βασιλιά ως την
υπέρτατη κεφαλή.
Το μεγαλύτερο βιβλίο του: "The Confusion of Tyndale's
Answer", σε δύο τόμους (1532 και 1533), επικεντρώθηκε
στο "τι είναι η εκκλησία". Στο άγχος του και στην
προσπάθειά του για ώρες πάνω στα χειρόγραφά του
αποδίδεται ο αιχμηρός πόνος στο στήθος του, τον οποίο
επικαλέστηκε, όταν ικέτευσε τον Ερρίκο Η΄, για να τον
ελευθερώσει από το ζυγό του βασιλικού γραφείου.
Αυτό έγινε στις 16 Μαΐου 1532, την ημέρα κατά την
οποία το διοικητικό όργανο (η σύνοδος) της εκκλησίας της
Αγγλίας παρέδωσε στο Στέμμα το έγγραφο, με το οποίο
υποσχέθηκε ότι δεν θα νομοθετούσε ποτέ ή δεν θα
συγκαλούσε τα εκκλησιαστικά όργανα, χωρίς τη βασιλική
σύμφωνη γνώμη, τοποθετώντας έτσι ένα λαϊκό επικεφαλής
της πνευματικής τάξης.
Εν τω μεταξύ, συνέχισε την εκστρατεία του για την παλιά
πίστη, υπερασπίζοντας τους νόμους της Αγγλίας για το
χειρισμό των αιρετικών, τόσο ως δικαστής όσο και ως

129
Στάθης Ασημάκης

συγγραφέας, σε δύο βιβλία του το 1533: την «Απολογία»


και το «Debellacyon».
***
Η άρνηση του More να παραβρεθεί στη στέψη της Anne
Boleyn, την οποία ο Ερρίκος Η΄ παντρεύτηκε μετά το
διαζύγιό του από την Αικατερίνη το 1533, τον στοχοποίησε
για εκδίκηση.
Το Φεβρουάριο του 1534 συμπεριλήφθηκε σε ένα
νομοσχέδιο για εικαζόμενη συνέργεια με την Ελίζαμπεθ
Μπατόν, η οποία είχε προφητείες κατά του διαζυγίου του
βασιλιά. Κλήθηκε, λοιπόν, να εμφανιστεί ενώπιον των
βασιλικών επιτρόπων, στις 13 Απριλίου, για να δώσει τη
συγκατάθεσή του, ενόρκως, στην πράξη της διαδοχής, η
οποία κήρυξε το γάμο του βασιλιά με την Αικατερίνη κενό
και με την Anne Boleyn έγκυρο.
Ο More ήταν διατεθειμένος να το κάνει, αναγνωρίζοντας
ότι η Anne Boleyn ήταν στην πραγματικότητα χρισμένη
βασίλισσα. Αλλά αρνήθηκε τον όρκο, όπως τότε
εφαρμόστηκε, επειδή αυτό συνεπαγόταν την αποκήρυξη
της παπικής υπεροχής.
Μετά από αυτό, στις 17 Απριλίου 1534, φυλακίστηκε
στον Πύργο του Λονδίνου. Ο More δεν φοβήθηκε τη ζωή
στη φυλακή. Εκεί, μάλιστα, έγραψε το: «Διάλογο άνεσης
κατά της θλίψης», ένα αριστούργημα της χριστιανικής
σοφίας και της λογοτεχνίας.
Η δίκη του έλαβε χώρα την 1η Ιουλίου του 1535. Ο
Richard Rich, γενικός δικηγόρος, κατέθεσε ότι ο
φυλακισμένος είχε, παρουσία του, αρνηθεί τον τίτλο του
βασιλιά ως ανώτατης κεφαλής της Εκκλησίας της Αγγλίας.
Παρά τη σφοδρή άρνηση του More για τα μαρτυρικά
στοιχεία, η ομόφωνη ετυμηγορία της κριτικής επιτροπής
ήταν: «ένοχος».

130
Σύμμεικτα Ι

Πριν την απόφαση, ο More μίλησε «για την απαλλαγή


της συνείδησής του». Η ενότητα της εκκλησίας ήταν το
κύριο κίνητρο του μαρτυρίου του. Η δεύτερη αντίρρησή
του ήταν ότι «κανένας λαϊκός άνθρωπος δεν μπορεί να
είναι επικεφαλής της πνευματικότητας».
Ο γάμος τού Ερρίκου Η΄ με την Anne Boleyn, που
αναφέρθηκε και ως αιτία, για την οποία «ζητούσαν το αίμα
του», ήταν η ευκαιρία για τις επιθέσεις στην εκκλησία.
Μεταξύ των δικαστών του ήταν ο πατέρας, ο αδελφός και ο
θείος της νέας βασίλισσας.
Ο More καταδικάστηκε σε θάνατο ως προδότης, δηλαδή
με τον τρόπο: «να κρεμαστεί, να ξεκοιλιαστεί και να κοπεί
στα τέσσερα», τον οποίο όμως ο ίδιος ο βασιλιάς άλλαξε,
στη συνέχεια, σε αποκεφαλισμό.
Κατά τη διάρκεια των πέντε(5) ημερών αγωνίας,
προετοίμασε την ψυχή του, για να συναντήσει τον «μεγάλο
σύζυγο», όπως έλεγε, και έγραψε μια πολλή όμορφη
προσευχή και πολλά γράμματα αποχαιρετισμού.
Περπάτησε στη σκαλωσιά στο Tower Hill. Είπε στους
διαβάτες - θεατές να δουν ότι πεθαίνει: «και για την πίστη
του στην Καθολική Εκκλησία, και ως καλού υπηρέτη του
βασιλιά, αλλά του Θεού πρωτίστως».
Τα νέα για το θάνατο του More σόκαραν την Ευρώπη. Ο
Erasmus, που τον περιέγραψε ως omnium horarum homo
και τον επαινούσε συχνά με τα εξής λόγια: «[…]η ψυχή του
οποίου ήταν καθαρότερη από κάθε χιόνι, του οποίου η
ιδιοφυΐα ήταν τέτοια που η Αγγλία δεν είχε ποτέ, και ποτέ
δεν θα έχει σαν αυτή», τον πένθησε.
***
Η επίσημη εικόνα του More, ως προδότη, δεν κέρδισε ποτέ
πίστη στη Βρετανία. Αν και ο θρίαμβος του αγγλικανισμού
προκάλεσε αρχικά μερική έκλειψη του Thomas More, η
δημοσίευση, στη συνέχεια, σχετικών κρατικών εγγράφων
131
Στάθης Ασημάκης

αποκατέστησε μια πληρέστερη και πιο αληθινή εικόνα του,


προετοιμάζοντας την κοινή γνώμη για την αγιοποίησή του
(το 1886).
Το Μάιο του 1935, ο πάπας Πίος ΧΙ τον ονόμασε άγιο.
Αν και ο άνθρωπος More είναι μεγαλύτερος από το More
ως συγγραφέα, εν τούτοις το «χρυσό του βιβλίο», η
«Ουτοπία» του, έχει κερδίσει μεγαλύτερη φήμη από το
Στέμμα, το μαρτύριό του ή τα εκατομμύρια λόγια των
αγγλικών του έργων.
Μνημεία του έχουν τοποθετηθεί στο Westminster Hall,
στον Πύργο του Λονδίνου και στο Chelsea Embankment,
όλα στο Λονδίνο. Σύμφωνα με τα λόγια του αγγλικού
καθολικού απολογητή G.Κ. Chesterton, ο More «μπορεί να
θεωρηθεί ως ο μεγαλύτερος Άγγλος ή τουλάχιστον ο
μεγαλύτερος ιστορικός χαρακτήρας της αγγλικής Ιστορίας».

***

132
Σύμμεικτα Ι

4. Giordano (Filippo) Bruno

Εικ. 10 Giordano Bruno

Υπήρξαν τρεις μορφές από τη νότια Ιταλία, που συχνά


αποκαλούνται εκπρόσωποι της «προ - επιστημονικής»
σκέψης, δηλαδή της σκέψης πριν από το Γαλιλαίο (1564 -
1642).
Οι τρεις αυτοί άνθρωποι ήσαν: ο Bernardino Telesio
(1509 - 1588), ο Giordano (αρχικό Filippo) Bruno (1548 -
1600) και ο Tommaso Campanella (1568 - 21 Μαΐου 1639).
Ο Filippo Bruno γεννήθηκε γύρω στο 1548 στη Nola,
κάπου κοντά στη Νάπολη. Η ανήσυχη φύση του τον ώθησε

133
Στάθης Ασημάκης

να γίνει δομινικανός μοναχός στα δεκαέξι του χρόνια,


οπότε άλλαξε το όνομά του από Filippo σε Giordano.
Αφού έγινε ιερέας, μετά από λίγο καιρό, επειδή
φαίνεται δεν ήταν για μοναχισμό και ιεροσύνη, έφυγε από
το μοναστήρι του. Εξάλλου, το πνεύμα του το είχε
αναστατώσει η φιλοσοφία μέσω των αρχαίων σοφών, αλλά
και των νεότερων, όπως ο Νικόλαος Κουζάνος και ο
Παράκελσος.
Κάμποσα χρόνια γύριζε από τόπο σε τόπο στην Ιταλία,
και στη συνέχεια πέρασε τις Άλπεις ψάχνοντας διέξοδο στις
αναζητήσεις του. Κάποια πανεπιστήμια, όπως αυτό της
Τουλούζης, τον δέχτηκαν για να διδάξει. Κατόρθωσε επίσης
να εξασφαλίσει θέση συμβούλου κοντά στο βασιλιά Ερρίκο
Γ΄ και έτσι μετακινήθηκε στο Παρίσι, διορίστηκε μάλιστα
καθηγητής στο περίφημο Κολλέγιο της Γαλλίας.
Εδώ βρήκε πρόσφορο έδαφος για να διδάξει και να
δημοσιεύσει μερικές από τις πραγματείες του, σε κάποιες
από τις οποίες πήρε θέσεις που παρέκκλιναν από τις
καθιερωμένες τότε φιλοσοφικές απόψεις. Παρότι δίδαξε
Αριστοτέλη, ήταν…. αντιαριστοτελικός.
Στη συνέχεια, έγινε θαυμαστής των «Μυστικών» και
επηρεάστηκε από τον Καταλανό Raimon Llull, ο οποίος
.
γύριζε από χώρα σε χώρα, διδάσκοντας και γράφοντας και
στη μανία του να πείσει τους Μουσουλμάνους να γίνουν
χριστιανοί, πέθανε υποκύπτοντας στο λιθοβολισμό που
δέχτηκε κατά το τελευταίο ταξίδι του στην Αλγερία.
Ο Bruno δημοσιεύοντας, το 1582, στην ιταλική γλώσσα
μια κωμωδία με τίτλο: «Λαμπαδηφόρος» κέρδισε μια θέση
στη λογοτεχνία της πατρίδας του. Με το έργο αυτό σατίριζε
πολλούς χαρακτηριστικούς τύπους της εποχής του, μέσα
στο γραφικό ναπολιτάνικο περιβάλλον.

134
Σύμμεικτα Ι

Με αυτήν την κωμωδία ο Bruno άσκησε μια γενικότερη


κριτική της εποχής του, μια κριτική ολόκληρου του
ξεπερασμένου συστήματος ζωής, το οποίο προσπαθούσαν
να διατηρήσουν οι συντηρητικές δυνάμεις. Και ενώ στο
υπόψη έργο ήταν συγκεκριμένος, θετικός, λογικός, στα
θεωρητικά του συγγράμματα, παραμερίζοντας εμπειρία και
θετικό λογισμό, έφτασε σε πνευματικές συλλήψεις
αξιοσημείωτες και πρωτότυπες.
Από το Παρίσι πέρασε το 1583 στο Λονδίνο. Εκεί έζησε
κάτω από την προστασία του Γάλλου πρεσβευτή με άνεση,
σχεδόν σαν άρχοντας. Αυτό τον βοήθησε, ώστε να γίνει
παραγωγικότατος πνευματικά, και έτσι την περίοδο αυτή
έγραψε μερικά από τα σημαντικότερα έργα του. Δίδαξε,
μάλιστα, στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, αναπτύσσοντας
την ηλιοκεντρική θεωρία του Κοπέρνικου.
Το διάστημα 1584 - 1585 που βρισκόταν στο Λονδίνο
δημοσίευσε τις δυο ομάδες των λεγόμενων «Ιταλικών
.
διαλόγων» η μια με θέματα κοσμολογικά και μεταφυσικά:
«Το δείπνο της Σαρακοστής», «Περί της αιτίας της αρχής και
του Ενός» και «Περί του απείρου του σύμπαντος και των
κόσμων», και η άλλη με θέματα ηθικά: «Ξεπούλημα του
θριαμβεύοντος κτήνους», «Η καβάλα του αλόγου
Πήγασος», «Κυλληνιώτης γάιδαρος» και «Περί των
ηρωικών Παπών».
Το 1586 βρέθηκε πάλι στο Παρίσι όπου δίδαξε στο
πανεπιστήμιο της Σορβόνης. Αργότερα, πέρασε στην
κεντρική Ευρώπη και δίδαξε σε πανεπιστήμια της
Γερμανίας. Στα χρόνια αυτά ολοκλήρωσε τη μεταφυσική
του σύλληψη, προχωρώντας στην αναγωγή του σύμπαντος
στα έσχατα συστατικά στοιχεία του, που αντί να τα πει
άτομα, τα είπε μονάδες, όπως εκατό(100) χρόνια αργότερα,
ο μεγάλος μαθηματικός και φιλόσοφος Λάιμπνιτς.
Δημοσίευσε και τα λατινικά του ποιήματα: «Περί
135
Στάθης Ασημάκης

ελαχίστου», «Περί μονάδος» και «Περί απείρου και


αναριθμήτων».
Το 1591 έφυγε από τη Φραγκφούρτη και κατευθύνθηκε
στην Ιταλία. Με την επιστροφή στην πατρίδα του, άρχισε η
τραγωδία του, αλλά ταυτόχρονα και η μεγάλη καταξίωσή
του, διότι στις ώρες των μεγάλων δοκιμασιών του έδειξε
ότι δεν ήταν άστατος, επιπόλαιος σχεδόν τυχοδιώκτης,
αλλά πολύ μεγάλος χαρακτήρας, διότι όσα έζησε και όσα
αντιμετώπισε από το Μάιο του 1592 έως τον Φεβρουάριο
του 1600 τον έκαναν να είναι μια από τις ισχυρότερες
ηθικές προσωπικότητες, τουλάχιστον των νεότερων
χρόνων.
Ειδικότερα, ο Τζιοβάννι Μοτσενίγκο, γόνος παλιάς και
ένδοξης βενετσιάνικης οικογένειας, τον κάλεσε κοντά του,
θεωρώντας ότι ο Bruno είχε τον τρόπο να δώσει δύναμη
στη μνήμη του. Επειδή, όμως, εκτέθηκε στις θεωρίες του
καλεσμένου του, τις οποίες εξέλαβε ως αιρετικές και
φοβήθηκε ότι αυτό εξέθεσε την ψυχή του σε κίνδυνο,
συμβουλεύτηκε τον εξομολογητή του. Αυτό είχε ως
αποτέλεσμα να καταγγελθεί ο Bruno στις ιεροεξεταστικές
αρχές και έτσι άρχισαν οι ανακρίσεις.
Ο Bruno αναγνώρισε ορισμένες πλάνες του, αλλά δεν
έκρυψε τις αμφιβολίες του για την τριαδικότητα του Θεού.
Το επόμενο έτος, 1593, μεταφέρθηκε στη Ρώμη, όπου
έμεινε έγκλειστος εξήμισι χρόνια. Αν και δήλωσε ότι θα
δεχόταν την κρίση του Πάπα, εντούτοις στη συνέχεια
αρνήθηκε να προβεί και στην πιο μικρή παραχώρηση.
Μέσα στη φυλακή σκέφτηκε φαίνεται τη στάση του
Σωκράτη. Η Αγία Έδρα προτιμούσε να τον συγχωρήσει,
καθότι ήταν διάσημος, εάν έδειχνε μεταμέλεια, αλλά
μάταια περίμενε.
Στις 20 Ιανουαρίου του 1600 απεύθυνε ένα υπόμνημα
στον ίδιο τον Πάπα, δηλώνοντας ότι δεν ανακαλεί καμία
136
Σύμμεικτα Ι

από τις απόψεις του. Τότε, ο Πάπας Κλήμης ο Η΄ έδωσε


εντολή στο ανώτατο ιεροεξεταστικό συμβούλιο να εκδώσει
την οριστική του απόφαση και ανέθεσε την εκτέλεσή του
στις πολιτικές αρχές.
Στις 19 Φεβρουαρίου του 1600 παραδόθηκε, ζωντανός,
γυμνός και με δεμένη τη γλώσσα του, στις φλόγες, στην
Piazza Campo dei Fiori. Είναι αξιοπερίεργο ότι ο ίδιος είχε
προφητέψει κατά κάποιο τρόπο το θάνατό του, γράφοντας
δεκαοχτώ(18) χρόνια νωρίτερα, στην πέμπτη σκηνή της
δεύτερης πράξης της κωμωδίας του «Λαμπαδηφόρος»(!) τα
εξής: «Καλύτερα να κινδυνεύεις να πεθάνεις από φωτιά
παρά από πνίξιμο»(!)…
Με το μαρτυρικό του θάνατο έγινε ο πρώτος διάσημος
μάρτυρας της ελεύθερης διανόησης, δεδομένου ότι ήταν
γνωστός σε όλη την Ευρώπη και είχε παλέψει για τις ιδέες
του στη Ρώμη, στη Γένουα, στη Γενεύη, στη Λυών, στην
Τουλούζη, στο Παρίσι, στο Λονδίνο, στην Οξφόρδη, στον
Μαρβούργο, στο Βίττενμπεργκ, στην Πράγα, στο Χέλμστετ,
στο Μπράουνσβαϊγκ και στη Φραγκφούρτη.
Ο Bruno είχε μεγάλη δυσπιστία στα επίγεια και τα
ανθρώπινα, είχε απόλυτη πίστη σε όσα νόμιζε ότι είχε
συλλάβει πέρα από τα αισθητά. Εμπνευσμένος από τις
ιδέες του Κοπέρνικου αντιτάχθηκε στην αριστοτελική
φυσική, στο πεπερασμένο σύμπαν της οποίας αντέταξε ένα
άπειρο σύμπαν.
Ξεκινώντας λοιπόν από τη βεβαιότητα ότι το σύμπαν
είναι άπειρο, ισχυρίστηκε ότι, αφού και ο Θεός είναι
άπειρος, είναι αδύνατο να υπάρχουν δυο άπειρα,
επομένως κατ’ αυτόν σύμπαν και Θεός ταυτίζονται.
Θεωρούσε ότι ο Θεός είναι η παγκόσμια ψυχή και ότι η
φύση είναι η εκδήλωση της άπειρης αρχής. Έτσι, μπορεί να
θεωρηθεί ο πρόδρομος του φυσικού πανθεϊσμού του
Σπινόζα.
137
Στάθης Ασημάκης

Η πολεμική του εναντίον του Χριστιανισμού και


γενικότερα εναντίον της θρησκείας πήγαζε από την
πεποίθησή του ότι αποτελούν σύνολο δεισιδαιμονιών, που
χρησιμοποιούνται για τη χειραγώγηση του αμόρφωτου
λαού και είναι εχθρικές προς τη φύση και προς την πηγαία
θρησκευτικότητα των φιλοσόφων.
Στην επίσημη ασκητική ηθική αντιπαρέθετε τη
θρησκευτική και ιδεολογική ανοχή και την αναζήτηση της
γνώσης της φύσης. Θεωρείται από τους σημαντικότερους
φιλοσόφους της Αναγέννησης, η σκέψη του υπήρξε
πρόδρομη των αρχών της σύγχρονης κοσμολογίας, αν και η
αποκρυφιστική πλευρά των αναζητήσεών του δίχασε τους
νεότερους διανοητές. Τέλος, έχει καταστεί το σύμβολο της
ελευθερίας της σκέψης, λόγω της ανυποχώρητης
υπεράσπισης των ιδεών του που του στοίχισε την ίδια του
τη ζωή.

***

138
Σύμμεικτα Ι

5. Tomaso Campanella

Εικ. 11 Tommaso (Giovani) Domenico Campanella

Ο Tommaso(αρχικό Giovani) Domenico Campanella, ήταν


δομινικανός μοναχός, φιλόσοφος, θεολόγος, αστρολόγος
και ποιητής. Εθεωρείτο παιδί θαύμα. Καταγόταν από
φτωχή και αναλφάβητη οικογένεια και εισήλθε σε
δομινικανό μοναστήρι πριν από την ηλικία των
δεκαπέντε(15) ετών, λαμβάνοντας το όνομα "fra
Tommaso", προς τιμήν του μεγάλου φιλόσοφου και
θεολόγου Θωμά Ακινάτη. Σπούδασε θεολογία και
φιλοσοφία.

139
Στάθης Ασημάκης

Από νωρίς διαφοροποιήθηκε από την αριστοτελική


ορθοδοξία και στράφηκε στην εμπειρική φιλοσοφία του
Μπερναρντίνο Τελέζιο (Bernardino Telesio), ο οποίος
δίδασκε ότι «γνώση είναι και η αίσθηση και ότι όλα τα
πράγματα στη φύση διαθέτουν αίσθηση.»
Όταν ζούσε στη Νάπολη, ασχολήθηκε και με την
αστρολογία. Οι ετερόδοξες απόψεις του στην αστρολογία,
ειδικότερα η αντίθεσή του στην αρχή του Αριστοτέλη, τον
έφεραν σε σύγκρουση με τις εκκλησιαστικές Αρχές, με
αποτέλεσμα να καταγγελθεί και να παραπεμφθεί στην Ιερά
Εξέταση. Πριν οδηγηθεί στο Ιερό Γραφείο στη Ρώμη,
βρισκόταν σε κατ’ οίκον περιορισμό σε ένα μοναστήρι
μέχρι το 1597.
Στα 71 χρόνια του, έγραψε πάνω από 100 βιβλία(!) για
μεταφυσική, φιλοσοφία, φυσική επιστήμη, ιατρική,
μυθολογία, ιστορία και πολιτική επιστήμη. Λέγεται ότι
προηγήθηκε σε κάποια σημεία του Francis Bacon, του
Descartes, του Leibnitz, του Vico και του Kant.
Έγραψε, επίσης, αξιοσημείωτη ποίηση. Το πρώτο του
έργο σε οκτώ(8) τόμους(!) το έγραψε, όταν ήταν είκοσι
τεσσάρων(24) ετών και ονομαζόταν «Philosophia sensibus
demonstrata» («Φιλοσοφία αποδεδειγμένη από τις
αισθήσεις»).
Η ζωή του ήταν, ωστόσο, γεμάτη από ασυνέπειες που
δυσκολεύουν τους μελετητές του στην προσπάθειά τους
να τον κατανοήσουν. Δεν ήταν αιρετικός, ουσιαστικά
παρέμενε ένας αφοσιωμένος δομινικανός μοναχός σε όλη
τη ζωή του, αλλά παρόλα αυτά ήταν αντιαριστοτελικός,
όπως και ο Telesio, και πίστευε ότι η παρατήρηση ήταν στη
βάση της ανθρώπινης γνώσης.
Να σημειωθεί ότι οι αριστοτελικές ιδέες προϋποθέτουν
αιώνια ύλη και μορφή, μια ιδέα όμως που δεν βασίζεται
στην παρατήρηση, αλλά στη λογική. Ο άνθρωπος, δηλαδή,
140
Σύμμεικτα Ι

είναι κατά τον Αριστοτέλη μια σύντηξη αιώνιας ύλης και


προϋπάρχουσας ανθρώπινης μορφής. Αυτές οι συντήξεις,
όμως, είναι τελεολογικές, δηλαδή έχουν ενσωματωμένους
σκοπούς-στόχους.
Ενώ τα έργα του Telesio απαγορεύτηκαν, ο ίδιος ο
Telesio δεν υπέστη σωματική βλάβη. Η μοίρα του
.
Campanella, όμως, αποδείχθηκε τελείως διαφορετική
διότι, παρότι μοναχός, απέρριπτε την αιώνια ύλη και
μορφή του Αριστοτέλη, και υποστήριζε ότι «γνωρίζουμε
.
μόνο όσα μπορούμε να παρατηρήσουμε» έτσι, βρέθηκε σε
μια πορεία σύγκρουσης με την «εξ αποκαλύψεως αλήθεια»
της Εκκλησίας.
Οι υποψίες εναντίον του, εξαιτίας της επίμονης
προσκόλλησής του στη φιλοσοφία του Telesio, που λόγω
του αντιαριστοτελισμού της φαινόταν να είναι ασύμβατη
με τη σχολαστική ορθοδοξία, τον οδήγησαν σε δίκη
ενώπιον της Ιερής Εξέτασης, η οποία κατέληξε σε καταδίκη
του για αποστασία, με εντολή επιστροφής του στη
γενέτειρά του.
Δύο χρόνια μετά την υπεράσπιση του Telesio, έγραψε
το: «De monarcha Christianorum», στο οποίο περιέγραψε
τις ιδέες του, σχετικά με τη μεταρρύθμιση της εκκλησίας
και της κοινωνίας.
Επιστρέφοντας στην πατρίδα του, την Καλαβρία,
αντιμετώπισε μια κατάσταση κοινωνικής παρακμής, με
βίαιες και αιματηρές διαμαρτυρίες, με οικονομικό
μαρασμό και βιαιοπραγίες.
Μετά το θάνατο τού βασιλιά Φιλίππου Β΄, το 1598,
φαινόταν σαν να άνοιγε ο δρόμος για κοινωνικές αλλαγές
και γι’ αυτό άρχισε τις παραινέσεις του για τον ερχομό μιας
βαθιάς αλλαγής, με επαναθεμελίωση της κοινωνικής και

141
Στάθης Ασημάκης

πολιτικής τάξης, κάτω από το φως του ορθολογισμού και


των φυσικών αρχών.
Στην Καλαβρία έγινε ο ηγέτης μιας συνωμοσίας κατά του
ισπανικού κράτους. Στόχος του ήταν να δημιουργήσει μια
κοινωνία που να βασίζεται στην κοινοκτημοσύνη αγαθών
και συζύγων, βάσει των προφητειών του Ιωακείμ του Φιόρε
(Joachim di Fiore) και των δικών του αστρολογικών
παρατηρήσεων.
Το 1599 έλαβε χώρα ανταρσία, η οποία καταπνίγηκε,
μόλις εκδηλώθηκε, από τα στρατεύματα του αντιβασιλέα
με άγρια κατασταλτικά μέτρα, με μαζικές συλλήψεις και με
ομαδικές εκτελέσεις.
Ο Campanella προδόθηκε από δύο συνωμότες
συναδέλφους του, συνελήφθη και κρατήθηκε έγκλειστος
στη Νάπολη, όπου άντεξε τις πολύ σκληρές δοκιμασίες στις
ανακρίσεις που ακολούθησαν και κατάφερε να αποφύγει
την εσχάτη των ποινών, δηλαδή το θάνατο, επειδή του
καταλογίστηκε τρέλα - τους τρελούς δεν τους καταδίκαζαν
σε θάνατο - μετά από το τρομερό βασανιστήριο της
αϋπνίας, στο οποίο είχε υποβληθεί.
Κατάφερε, μάλιστα, να αποδράσει και να διαφύγει της
ισόβιας ποινής που του είχε επιβληθεί. Συνελήφθη, όμως,
εκ νέου, με αποτέλεσμα να περάσει τα επόμενα 27 χρόνια
στη φυλακή!
Στα χρόνια της φυλάκισής του αφιερώθηκε στο γιγάντιο
εγχείρημα της θεμελίωσης, πάνω σε νέα βάση, ολόκληρης
της γνώσης, δομώντας μια αρχιτεκτονική, μέσα στην οποία
κάθε πεδίο γνώσης αντιμετωπίστηκε και μετασχηματίστηκε
υπό το φως των φιλοσοφικών και μεταφυσικών βασικών
αρχών του: από την ιατρική ως την αστρολογία, από την
ηθική ως τη φυσική θεολογία, από τη θεολογία ως τη
μεταφυσική, η οποία εκτίθεται σε πολλά έργα του, όπως:
«Filosofia razionale»(1614), «Filosofia reale»(1619) και τη
142
Σύμμεικτα Ι

«Μεταφυσική»(1623), ένα επιβλητικό τόμο, τον οποίο ο


ίδιος δεν δίστασε να αποκαλέσει με περηφάνια: «Η βίβλος
των φιλοσόφων». Επίσης: «Η μοναρχία στην Ισπανία»
(1600), «Πολιτικός Αφορισμός» (1601), «Ο Θρίαμβος του
αθεϊσμού» (1605 - 1607), «Θεολογία» (1613 - 1624), και το
πιο φημισμένο έργο του: «Η Πόλη του Ήλιου» (1602 -
1623). Σημαντικά έργα του ήταν και τα: «Ateismo trionfato»
και «Αντιμακιαβελισμός».
Πρωταρχική θέση σ’ αυτό το εγχείρημα κατείχε η φυσική
φιλοσοφία του, εμπνευσμένη από εκείνη του Telesio.
Σύμφωνα με αυτήν ο κόσμος προέρχεται από τη δράση που
ασκούν η θερμότητα και το ψύχος, οι δυο δραστικές,
διάχυτες και έμψυχες γενεσιουργές αρχές, στην υλική
μάζα, που από μόνη της είναι σκοτεινή και άμορφη, αλλά
ικανή να μετασχηματιστεί και να πάρει κάθε μορφή και
σχήμα.
Στο έργο του «Ποιήματα» ο κόσμος είναι ένα μεγάλο και
τέλειο ζώο, ένας ζωντανός οργανισμός, τα μέρη του οποίου
διαθέτουν ζωή και τον κατάλληλο βαθμό αισθητικότητας,
ώστε να τους εξασφαλίζει την αυτοσυντήρηση. Οι πιο
σύνθετοι οργανισμοί διαθέτουν επιπλέον το spiritus, την
καυτή δηλαδή πνοή που προέρχεται από την εξαιρετική
αραίωση της ύλης, η οποία παράγεται από την ηλιακή
θερμότητα.
Η εικόνα μιας φύσης ως ζωντανού οργανισμού και
ευαίσθητου σε κάθε μέρος του απείχε πολύ από εκείνη του
Γαλιλαίου, δηλαδή μιας φύσης ως βιβλίου γραμμένου με
μαθηματικούς χαρακτήρες. Παρόλα αυτά, ξεκινώντας από
τη μακρινή συνάντησή του στα χρόνια της νιότης του με τον
Γαλιλαίο, έτρεφε απέναντι στον επιστήμονα Γαλιλαίο μια
διαρκή και βαθιά φιλία και εκτίμηση, επιδεικνύοντας το πιο
μεγάλο ενδιαφέρον του για τις ουράνιες ανακαλύψεις του.

143
Στάθης Ασημάκης

Στις αρχές του 1616, με την ευκαιρία των πρώτων


αποκηρύξεων των κοπερνίκειων διδαχών στην Ιερά
Εξέταση έγραψε την: «Απολογία υπέρ του Γαλιλαίου», η
οποία διαμορφώθηκε ως ένα μανιφέστο υπέρ της «libertas
philosophanti»(«ελευθερίας του φιλοσοφείν»), όπου
υποστηριζόταν η απόλυτη νομιμοποίηση από μέρους του
επιστήμονα της επιτόπου ανάγνωσης του βιβλίου της
φύσης, για να μπορεί να διορθώσει τα ανθρώπινα βιβλία,
που πάντα χρειάζονται διορθώσεις και συμπληρώσεις. Η
ειρωνεία είναι ότι ο Γαλιλαίος δεν ήθελε τη βοήθεια του
Campanella, λόγω της ιδεολογίας που είχε ο τελευταίος και
λόγω της προηγούμενης καταδίκης του ως αιρετικού από
την Δυτική Εκκλησία.
Ένας από τους τομείς, στον οποίο εκφράζεται με ζωηρό
τρόπο, είναι σίγουρα η πολυμορφική πολιτική σκέψη του,
με την οποία προτείνει την εκ νέου ανίχνευση των
κατάλληλων βασικών αρχών, για την απονομή ενότητας και
ορθολογικότητας σε μια παρηκμασμένη πραγματικότητα,
που κυριαρχείται από βία και συγκρούσεις.
Έχοντας αντέξει τις τρομερές δοκιμασίες των πρώτων
χρόνων της φυλάκισής του, συνέθεσε το πιο διάσημο έργο
του, την «Πόλη του Ήλιου»(1602), με τη μορφή ποιητικού
διαλόγου. Σε αυτό το έργο παρουσιάζει μια ιδέα της
φιλοσοφικής δημοκρατίας, η οποία θέλει να είναι ανώτερη
από τα μοντέλα που προτάθηκαν από τον Πλάτωνα, στην
αρχαιότητα, και από τον Τόμας Μορ, μεταγενέστερα.
Πιστεύει στην κοινή αγάπη και όχι στην εγωιστική
αγάπη, με την οποία περιορίζεται κάθε αγαθό, κάθε
δραστηριότητα, κάθε δεσμός, συμπεριλαμβανομένων των
παιδιών. Όλα λοιπόν κοινόχρηστα, έτσι ώστε τα όρια των
οικογενειών να χάνονται στην ευρύτερη κοινωνική
οικογένεια. Με μια τέτοια προοπτική, όμως, καμία

144
Σύμμεικτα Ι

δραστηριότητα δεν είναι υποτιμητική ή κατώτερη, αλλά


έχει ίση αξιοπρέπεια, εάν συμβάλλει στο κοινό καλό.
Το γεγονός ότι καθένας εργάζεται σύμφωνα με τη δική
του ικανότητα και κλίση καθιστά δυνατή την κατάργηση της
δουλείας και η νέα αξιοπρέπεια της εργασίας έρχεται να
ανατρέψει την ιδέα της ευγενούς καταγωγής. Περιγράφει
έναν ιδανικό κόσμο, στον οποίο η θρησκεία, η επιστήμη και
η απόκρυφη γνώση ρυθμίζουν την κοινωνία. Όλα τα
περιουσιακά στοιχεία, στα οποία περιλαμβάνονται και οι
γυναίκες(!), μοιράζονται σε ένα είδος κομμουνιστικού
κράτους, που κυβερνιέται από μια ηθική και πνευματική
ελίτ, ώστε να μπορεί να ερμηνεύει το σχέδιο του Θεού για
τον κόσμο.
Λένε ότι «Η πόλη του ήλιου» ήταν ένα οιονεί μανιφέστο
για την εξέγερση στην Καλαβρία, για την εγκατάσταση μιας
εξιδανικευμένης εξουσίας, που ο Campanella ήλπιζε να
εδραιωθεί στα βουνά της Καλαβρίας, με σκοπό να
αποσπαστεί η περιοχή αυτή από το ισπανική επιρροή της
Νάπολης και να μετατραπεί σε μια μεγάλη θεοκρατική
κοινότητα.
Τελικά, απελευθερώθηκε από τη φυλακή το 1626, λόγω
της διαμεσολάβησης του Πάπα Ουρβανού Η΄ στον Φίλιππο
Δ΄ της Ισπανίας. Αμέσως μετά την απελευθέρωσή του, ο
Πάπας τον πήρε στην Ρώμη, όπου με προτροπή του ίδιου
του Ποντίφηκα συγκλήθηκε το Ιερό γραφείο, με σκοπό την
αποκατάσταση του Campanella και την απόδοση της
πλήρους ελευθερίας του, το 1629. Έζησε έπειτα για πέντε
χρόνια στη Ρώμη, όπου ήταν σύμβουλος της παπικής αυλής
για αστρολογικά θέματα.
Στο 1634, ωστόσο, μια νέα συνωμοσία της Καλαβρίας,
υπό την καθοδήγηση ενός από τους οπαδούς του, τού
δημιούργησε νέα προβλήματα. Με τη βοήθεια του
καρδινάλιου Μπαρμπερίνι (Barberini) και του Γάλλου
145
Στάθης Ασημάκης

πρέσβη Ντε Νοάιγ (de Noailles), έφυγε για την Γαλλία, όπου
έγινε δεκτός στην αυλή του βασιλιά Λουδοβίκου ΙΓ΄, με
σημαντικές τιμές, και τέθηκε υπό την προστασία του
πανίσχυρου τότε και μετέπειτα καρδινάλιου Ρισελιέ, του
δόθηκε δε μια γενναιόδωρη ισόβια σύνταξη από τον Γάλλο
βασιλιά.
Ο Campanella έχοντας ζήσει τα τελευταία χρόνια της
ζωής του στη Γαλλία, διέκρινε την ανωτερότητα αυτής της
χώρας απέναντι στην Ισπανία και στο τέλος παρότρυνε
τους Γάλλους να αποκτήσουν επίγνωση της ανωτερότητάς
τους, ώστε να αναλάβουν αυτοί την ευθύνη και να γίνουν
«ελευθερωτές ολόκληρου του κόσμου».
Προτύπωσε έτσι με αυτόν τρόπο την επίδραση της
Γαλλικής επανάστασης σε όλο το δυτικό κόσμο καθώς και
την εκστρατεία του Μεγάλου Ναπολέοντα σε όλη σχεδόν
την Ευρώπη. Έκτοτε, αφιέρωσε το υπόλοιπο της ζωής του
στο μοναστήρι του Σεν Ονορέ (Saint - Honoré) στο Παρίσι
και πέθανε εκεί στις 21 Μαΐου του 1639.

***

146
Σύμμεικτα Ι

6. Jean Victor Poncelet

Εικ. 12 Jean-Victor Poncelet

Ο Γάλλος Jean - Victor Poncelet (1788 - 1867) υπήρξε


σπουδαίος μηχανικός και μαθηματικός. Ο πατέρας του, ο
Claude Poncelet, ήταν πλούσιος γαιοκτήμονας και
δικηγόρος στο κοινοβούλιο της πόλης Metz. Η μητέρα του
ήταν η Anne-Marie Perrein. Επειδή ήταν παιδί εκτός γάμου,
στάλθηκε μακριά τους, πριν ακόμα γίνει ενός έτους, για να
ανατραφεί από την οικογένεια Olier στο Saint-Avold, μια
πόλη στα ανατολικά του Metz.
Πολύ αργότερα, ο Claude Poncelet παντρεύτηκε την
Anne-Marie Perrein, καθιστώντας τον Jean-Victor νόμιμο
τέκνο από τότε. Με την οικογένεια Olier, από την οποία

147
Στάθης Ασημάκης

εισέπραξε πολύ αγάπη, έζησε μέχρι το 1804, οπότε στη


συνέχεια επέστρεψε στη Metz, όπου σπούδασε στο Λύκειο
παίρνοντας ειδικά μαθήματα με σκοπό να προετοιμαστεί
για τις εισαγωγικές εξετάσεις στην École Normale και στην
École Polytechnique.
Το 1807 εισήλθε στην École Polytechnique και εκεί είχε
σπουδαίους καθηγητές, όπως τους μαθηματικούς: Gaspard
Monge, Lazare Carnot, Charles Brianchon, Sylvestre Lacroix,
André - Marie Ampère, Louis Poinsot και Jean Hachette.
Ωστόσο, επειδή η υγεία του ήταν κακή, έχασε το
μεγαλύτερο μέρος του τρίτου έτους σπουδών του.
Αποφοίτησε, λοιπόν, από την École Polytechnique το 1810
σε ηλικία 22 ετών, μεγαλύτερη από τη συνηθισμένη λόγω
των προβλημάτων υγείας του, και αποφάσισε τότε να
ακολουθήσει στρατιωτική σταδιοδρομία.
Πήγε έτσι στη Metz για να σπουδάσει στην École d'
Application. Μετά από δύο χρόνια σπουδών αποφοίτησε,
παίρνοντας το βαθμό του υπολοχαγού, και το Μάρτιο του
1812 του ανατέθηκε ως πρώτη εργασία η οχύρωση της
Ramekens, στο νησί Walcheren στις εκβολές του ποταμού
Scheldt(ή Escaut). Δεν πέρασε πολύ διάστημα και τον
Ιούνιο του 1812 κλήθηκε για να συμμετάσχει στη ρωσική
εκστρατεία του Ναπολέοντα.
Εντάχθηκε στο στρατό του Ναπολέοντα, στην πόλη
Vitepsk, καθώς πλησίαζε στη Ρωσία. Μέχρι τις 18
Αυγούστου, ο στρατός πλησίαζε το Smolensk, την πρώτη
πραγματικά ρωσική πόλη. Συμμετείχε ενεργά στις μάχες και
ήταν υπεύθυνος για την κατασκευή γεφυρών, πάνω από
τον ποταμό Δνείπερο (Dnieper), πιο κάτω από το Smolensk.
Όχι μόνο έπρεπε να ξεπεράσει όλα τα προβλήματα
κατασκευής των γεφυρών, αλλά έπρεπε να το κάνει αυτό,
ενώ βρισκόταν κάτω από τα πυρά των ρωσικών όπλων από
την απέναντι όχθη. Στη σημαντική μάχη του Borodin, το
148
Σύμμεικτα Ι

Σεπτέμβριο του 1812, ο ρωσικός στρατός, που ενεπλάκη


πλήρως με τους Γάλλους, νικήθηκε, αλλά δεν διαλύθηκε.
Στη συνέχεια, ο Poncelet πέρασε πέντε απογοητευτικές
εβδομάδες με το γαλλικό στρατό στη Μόσχα, μέχρι δηλαδή
και τις 19 Οκτωβρίου 1812, οπότε ο Ναπολέων διέταξε τον
στρατό του να υποχωρήσει. Οι Ρώσοι αποφάσισαν, τότε, να
επιτεθούν στους Γάλλους που υποχωρούσαν και ο Poncelet
έμεινε ημιθανής στο πεδίο της μάχης του Κrasnoi, κοντά
στo Smolensk, στις 19 Νοεμβρίου 1812.
Ήταν εξαιρετικά τυχερός που επιβίωσε στη μάχη αυτή,
και αυτό οφείλεται στο ότι οι Ρώσοι στρατιώτες τον
μάζεψαν, επειδή πίστευαν ότι είναι αξιωματικός και θα
μπορούσε να τους δώσει χρήσιμες πληροφορίες.
Ως αιχμάλωτος πολέμου αναγκάστηκε να περάσει για
πέντε(5) περίπου μήνες σε παγωμένες πεδιάδες στη
φυλακή του Saratov, στις όχθες του Βόλγα. Φυλακίστηκε το
.
Μάρτιο του 1813 στην αρχή, ήταν πολύ εξαντλημένος από
το κρύο και την πείνα, αλλά όταν ήρθε η άνοιξη,
αποφάσισε να εκμεταλλευτεί το χρόνο του μέσα στη
φυλακή, φέροντας στο μυαλό του όλα όσα είχε γνωρίσει
στη μαθηματική του εκπαίδευση.
Θυμήθηκε, λοιπόν, όλες τις θεμελιώδεις αρχές της
γεωμετρίας, αλλά, επειδή δεν μπορούσε να θυμηθεί τις
λεπτομέρειες αυτών που είχε μάθει από τους Monge,
Carnot και Brianchon, συνέχισε να αναπτύσσει τις
προβολικές ιδιότητες των κωνικών τομών και θεμελίωσε
την Προβολική Γεωμετρία 19. Ονόμασε τις σημειώσεις του

19
Η Προβολική γεωμετρία ασχολείται με τα γεωμετρικά σχήματα και τις
μεταβολές τους, στηριζόμενη στις προοπτικές τους ιδιότητες. Ειδικότερα,
ασχολείται με τη μελέτη των προβολών των σχημάτων του ευκλείδειου
χώρου από ένα σημείο του σε ένα επίπεδό του. Για να έχουμε μια απλή
ιδέα της έννοιας της προβολής θα αναφέρουμε τα εξής:
149
Στάθης Ασημάκης

Εάν θεωρήσουμε ότι P είναι ένα σημείο του χώρου και Χ ένα άλλο
τυχαίο σημείο του χώρου και Ε ένα επίπεδο, τότε ονομάζουμε προβολή του
σημείου Χ από το σημείο P στο επίπεδο Ε το ίχνος (εφόσον υπάρχει) της
ευθείας PX πάνω στο επίπεδο Ε. Το σημείο Ρ ονομάζεται το κέντρο
προβολής και το επίπεδο Ε επίπεδο προβολής.
Η έννοια της Προβολικής γεωμετρίας προέκυψε από τα προοπτικά
φαινόμενα. Πριν τη θεμελίωση της Προβολικής γεωμετρίας από τον
Poncelet οι διάσημοι ζωγράφοι και οι αρχιτέκτονες εφάρμοζαν, από
διαίσθηση, αρχές της Προβολικής γεωμετρίας, χωρίς να γνωρίζουν ή να
έχουν διδαχτεί Προβολική γεωμετρία.
Η γεωμετρία αυτή αποτελεί τον αντίποδα της γεωμετρίας του Ευκλείδη.
Η Ευκλείδειος γεωμετρία είναι γεωμετρία των μετρήσεων, βρίσκει δηλαδή
τις σχέσεις των γεωμετρικών σχημάτων με βάση τις μετρήσεις. Ενώ η
Προβολική γεωμετρία σπουδάζει τις σχέσεις των γεωμετρικών σχημάτων
μέσω της θέσης που κατέχουν αυτά στο χώρο.
Ένας π.χ. κυκλικός δίσκος φαίνεται από ένα παρατηρητή να έχει το
σχήμα κύκλου, εάν το επίπεδο του κύκλου είναι κάθετο στις ακτίνες, οι
οποίες έρχονται από αυτόν το δίσκο προς τον οφθαλμό του παρατηρητή.
Εάν ο ίδιος δίσκος στραφεί προς οριζόντιο ή κατακόρυφο άξονα, τότε
φαίνεται ως έλλειψη και εάν στραφεί κατά 90ο μοίρες, τότε φαίνεται ως
μια ευθεία γραμμή. Επομένως, ανάλογα με τη θέση που κατέχει ο κυκλικός
δίσκος στο χώρο, μάς δίνει διαφορετικά σχήματα, που για να σχηματιστούν
ακολουθούν ορισμένους προβολικούς γεωμετρικούς νόμους.
Επειδή στην Προβολική γεωμετρία μια βασική απαίτηση είναι να
τέμνονται δυο οποιεσδήποτε διαφορετικές ευθείες, δεν έχει νόημα η
έννοια της παραλληλίας δυο ή περισσοτέρων ευθειών. Το γνωστό μας
επίπεδο των δυο διαστάσεων μαζί με τα κατ' εκδοχήν («επ’ άπειρα»)
σημεία του, ονομάζεται προβολικό επίπεδο.
Για να πάρουμε διαισθητικά την εικόνα του επ’ άπειρου σημείου αρκεί
να παρατηρήσουμε μακριά κατά μήκος μιας μακράς ευθύγραμμης
σιδηροδρομικής γραμμής, οπότε τότε θα δούμε ότι οι δυο παράλληλες
ράγες στο βάθος φαίνονται να ενώνονται σε ένα σημείο.
Στο προβολικό επίπεδο θεωρούμε ότι κάθε ευθεία είναι εφοδιασμένη
με ένα επ’ άπειρον σημείο (σημείο φυγής). Έτσι μπορούμε να θεωρήσουμε
ότι όλες οι ευθείες, ακόμη και οι παράλληλες τέμνονται. Βεβαίως, το
σημείο τομής των παραλλήλων θα είναι επ’ άπειρον σημείο του επιπέδου.
Όλα τα επ’ άπειρον σημεία του επιπέδου ανήκουν πάνω στην ίδια και
μοναδική ευθεία, την οποία ονομάζουμε και επ΄ άπειρον ευθεία του
επιπέδου. Έτσι, ενώ υπάρχουν άπειρα επ’ άπειρον σημεία, ένα για κάθε
150
Σύμμεικτα Ι

αυτές: «Σημειωματάριο Saratov», αλλά αφού πέρασαν


πενήντα χρόνια ενσωμάτωσε, πολλά από αυτά που είχε
γράψει, στην πραγματεία του για την Αναλυτική γεωμετρία:
«Applications d' analyze et de géométrie» (1862).
Στις 30 Μαΐου 1814, υπογράφηκε η Συνθήκη του
Παρισιού για ειρήνη μεταξύ Γαλλίας - Ρωσίας (και των
άλλων χωρών που συμμετείχαν στη σύγκρουση), και έτσι
λίγες μέρες αργότερα, δηλαδή στις αρχές Ιουνίου του 1814,
ο Poncelet απελευθερώθηκε από τη φυλακή του Saratov.
Τελικώς, κατόρθωσε να φτάσει στη Γαλλία μόλις το
Σεπτέμβριο του ίδιου έτους.
Από το 1815 δίδαξε στη Metz. Το 1822 δημοσίευσε την
εργασία: «Traité des propriétés projectives des figures», η
οποία αποτελεί μελέτη των υπό την προβολή γεωμετρικών
ιδιοτήτων που παραμένουν αμετάβλητες.
Το έργο του αυτό είχε υπότιτλο: «Ένα έργο χρήσιμο για
όσους μελετούν τις εφαρμογές Παραστατικής γεωμετρίας
και Τοπογραφίας» και εδώ βλέπουμε την επιρροή του από
τη διδασκαλία του Monge, δεδομένου ότι ο τελευταίος
θεμελίωσε την Παραστατική Γεωμετρία 20.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο όρος Προβολική γεωμετρία
προέρχεται από τον τίτλο του παραπάνω βιβλίου, κάτι που
είναι αρκετά κατάλληλο, αφού ο ίδιος ήταν ένας από τους
ιδρυτές της σύγχρονης Προβολικής γεωμετρίας που
ανακάλυψε, ταυτόχρονα, ο Joseph Gergonne.
Ο Poncelet εισήγαγε τα «απείρως απομακρυσμένα
σημεία» (τα «επ’ άπειρο σημεία») χρησιμοποιώντας την

κλάση παράλληλων ευθειών του επιπέδου, υπάρχει μια και μοναδική επ'
άπειρον ευθεία του προβολικού επιπέδου.
20
Η Παραστατική Γεωμετρία, είναι η Γεωμετρία που έχει ως σκοπό τη
σπουδή των σχημάτων του χώρου, δια μέσου της προβολής των σε
επίπεδα.

151
Στάθης Ασημάκης

αρχή της συσχέτισης του Carnot, την οποία ονόμασε «αρχή


της συνέχειας». Η αρχή της συνέχειας προκάλεσε ορισμένες
διαφωνίες.
Ειδικότερα, ο μεγάλος μαθηματικός Cauchy, γράφοντας
μια έκθεση για το έργο του Poncelet, στις 5 Ιουνίου 1820,
υποστήριξε ότι η αρχή της συνέχειας ήταν «ικανή να
οδηγήσει σε πρόδηλα σφάλματα». Έδωσε, μάλιστα, ένα
παράδειγμα για να δείξει ότι η αρχή ήταν ψευδής, αλλά το
παράδειγμά του δεν ήταν σωστό.
Η Γαλλική Ακαδημία μετά την αρνητική εισήγηση του
Cauchy απέρριψε την εργασία του Poncelet πάνω στην
Προβολική γεωμετρία. Κατόπιν τούτου ο Poncelet
αναγκάστηκε να δημοσιεύσει τα πορίσματα των ερευνών
του σε γερμανικό περιοδικό.
Οι Γερμανοί μαθηματικοί, όπως: Στάουτ, Πας και
Γκράσμαν, πρόσεξαν πολύ την εργασία τού Poncelet και την
επεξέτειναν μέχρι το σημείο που βρίσκεται σήμερα η
Προβολική γεωμετρία. Αυτή, όμως, δεν ήταν η μόνη
διαμάχη, στην οποία συμμετείχε ο Poncelet.
Άρθρα που εμφανίστηκαν αργότερα στο Annales des
Mathématique του Joseph Gergonne, που χρησιμοποίησαν
την αρχή της δυαδικότητας 21, μείωσαν την κυριότητα του
έργου του Poncelet στην Προβολική Γεωμετρία.
Ο Poncelet διαμαρτυρήθηκε στον Gergonne, για να
κατοχυρώσει την προτεραιότητά του στην ανάπτυξη της εν
21
Ιδιαίτερη σημασία για την Προβολική Γεωμετρία έχει η λεγόμενη «αρχή
της δυαδικότητας». Π.χ. :
1) Δύο διαφορετικά σημεία ορίζουν πάντοτε την ευθεία γραμμή πάνω στην
οποία βρίσκονται. ↔ Δύο διαφορετικές ευθείες ορίζουν πάντοτε ένα
σημείο δια του οποίου διέρχονται.
2)Δύο διαφορετικά σημεία ευθείας γραμμής ορίζουν τη γραμμή αυτή ως
συνδέουσα τα σημεία αυτά. ↔ Δύο διαφορετικές ευθείες διερχόμενες δια
σημείου ορίζουν τούτο ως σημείο τομής των.

152
Σύμμεικτα Ι

λόγω Γεωμετρίας, το Δεκέμβριο του 1826, και τα σχόλιά


του δημοσιεύθηκαν τον Μάρτιο του 1827, συνοδευμένα
από επικριτικές παρατηρήσεις του Gergonne. 22

22
Σύμφωνα με τον καθηγητή της Προβολικής και Παραστατικής
Γεωμετρίας στο Ε.Μ.Π. Παν. Δ. Λαδόπουλο (στην «Εισαγωγή» του
βιβλίου του «Προβολική Γεωμετρία» (Τόμος Α΄, Αθήνα 1971):
«Μεταξύ των μαθητών του G. Monge, οι οποίοι συνέχισαν το έργο
του, υπήρξε ένας, οι δημιουργικές ιδέες του οποίου θεμελίωσαν νέο
κλάδο της Γεωμετρίας, την Προβολική Γεωμετρία, ο Jean Victor
Poncelet.
To αθάνατο έργο του δημιουργού τούτου: «Traité des propriétés
projectives des figures» στις νέες και γόνιμες ιδέες του οποίου
οφείλεται εκτός των άλλων και η σύγχρονη εξέλιξη του συνθετικού
πνεύματος δημοσιεύτηκε στο Παρίσι το 1822. […].
Πρέπει να κατανοηθεί ότι ο J. V. Poncelet είναι ο γεωμέτρης, ο
προσηλωμένος στο συνθετικό πνεύμα και με την έννοια αυτή ο
συνεχιστής της δοξασίας του B. Pascal.
Βασική επιδίωξη του δημιουργού αυτού υπήρξε η διεύρυνση της
Συνθετικής Γεωμετρίας με καθαρές γεωμετρικές μεθόδους στην έκταση
που το πέτυχε η Αναλυτική γεωμετρία και συγχρόνως η απαλλαγή της
από αλγεβρικές έννοιες.[…].
Για την πραγματοποίηση του σκοπού αυτού, εισήγαγε στη
γεωμετρία γενικές γεωμετρικές πράξεις και έννοιες που δεν συνδέονται
.
με ένα ειδικό σχήμα Ανέπτυξε τη «θεωρία των μετασχηματισμών» και
βασιζόμενος τέλος στην περίφημη «Αρχή της συνέχειας», την οποία
αυτός εθέσπισε, καθιέρωσε τα επ’ άπειρο και τα φανταστικά στοιχεία,
ως γεωμετρικές έννοιες που δεν διακρίνονται από τα πραγματικά
στοιχεία.
Η «αρχή της συνέχειας» πέρα από τη σημαντικότατη συμβολή της
στις προόδους της σύγχρονης γεωμετρίας, υπήρξε για τη γεωμετρία,
γενικά, επίτευγμα με σημασία και επιρροή ευρύτερη απ’ αυτή που της
απέδωσε η μέχρι σήμερα κριτική.
Το βασικό και κατεξοχήν δημιουργικό επίτευγμα, εν προκειμένω,
είναι η πραγματοποιηθείσα αποδέσμευση της γεωμετρίας από τους
φραγμούς της γεωμετρικής εποπτείας. Αυτό επιτεύχθηκε με την
επέκταση και στα φανταστικά στοιχεία των σχέσεων που υφίστανται
μεταξύ των πραγματικών στοιχείων του Γεωμετρικού χώρου. […].
153
Στάθης Ασημάκης

Η διαφωνία σχετικά με την προτεραιότητα για τη


δυαδικότητα διάρκεσε μέχρι τον Μάιο του 1829 και
συμπεριέλαβε και τον Julius Plücker. Αυτή η διαμάχη τον
εξουθένωσε και τον απομάκρυνε από τον τομέα της
Προβολικής γεωμετρίας και τον οδήγησε να ασχοληθεί με
τη Μηχανική.
Από το 1815 έως το 1825 ήταν Προϊστάμενος των
μηχανικών στη Metz, επιβλέποντας την κατασκευή
μηχανημάτων στο οπλοστάσιο της Metz, καθώς και τη
διδασκαλία των μηχανικών στο στρατιωτικό κολλέγιο. Κατά
τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο François Arago τον
προέτρεψε να αποδεχθεί τη θέση του καθηγητή της
Μηχανικής στο Metz, αλλά για κάποιο διάστημα δίστασε.
Τέλος, την 1η Μαΐου 1824 συμφώνησε, αναλαμβάνοντας
τα καθήκοντά του τον Ιανουάριο του 1825. Κατείχε αυτή τη
θέση επί δέκα χρόνια. Εφαρμόζοντας αρχές της μηχανικής
βελτίωσε τους στρόβιλους και τους υδραυλικούς τροχούς,
υπερδιπλασιάζοντας μάλιστα την απόδοση του υδραυλικού
τροχού.
Αυτές οι ιδέες του δημοσιεύθηκαν το 1826 και
βραβεύτηκαν από τη γαλλική κυβέρνηση. Προήχθη σε Chef
de Bataillon, το 1831, και στη συνέχεια μετακόμισε στο
Παρίσι το 1834, όταν εξελέγη τον Μάρτιο του ίδιου έτους
καθηγητής στο τμήμα Μηχανικής της Académie des
Sciences.

Ανέπτυξε περαιτέρω την αρχή των αμοιβαίων πολικών. Μετά,


αφενός πέτυχε την ανεύρεση νέων θεωρημάτων, αφετέρου δε
εμπνεύστηκε τη θεμελιώδη για τη γεωμετρία «Αρχή του δυϊσμού», την
οποία ονόμασε «Αρχή της αμοιβαιότητας»[…].
Οι ιδέες που διατυπώθηκαν από τον Poncelet διαδόθηκαν γρήγορα
τόσο στη Γαλλία, όσο και πέρα από τα σύνορἀ της. Και όλο το 19ο αιώνα
η Συνθετική γεωμετρία έλαβε τέτοια ανάπτυξη, ώστε ο αιώνας αυτός να
χαρακτηρίζεται ως «ο χρυσός αιώνας» της γεωμετρίας.»
154
Σύμμεικτα Ι

Το επόμενο έτος, έγινε Καθηγητής της Μηχανικής στη


Σορβόνη και υπηρέτησε στην Επιτροπή Οχυρώσεων του
Παρισιού από το 1835 έως το 1848. Το 1844 έγινε
συνταγματάρχης και στις 19 Απριλίου 1848 στρατηγός της
Ταξιαρχίας.
Το 1842, παντρεύτηκε τη Louise Palmyre Gaudin. Έγινε
επίσης διευθυντής της École Polytechnique τον Απρίλιο του
1848, και κατείχε τη θέση αυτή μέχρι το 1850. Έλαβε
πολλές διακρίσεις εκτός από την εκλογή του στην
Ακαδημία. Ήταν αξιωματικός της Λεγεώνας της Τιμής.
Επίσης, πολλές ξένες ακαδημίες και επιστημονικές
κοινότητες τον εξέλεξαν μέλος τους, συμπεριλαμβανομένης
της Βασιλικής Εταιρείας του Λονδίνου, της Ακαδημίας
Επιστημών του Βερολίνου, της Αυτοκρατορικής Ακαδημίας
Επιστημών της Αγίας Πετρούπολης και της Ακαδημίας
Επιστημών στο Τορίνο.
Μετά από μια μακρά και οδυνηρή ασθένεια πέθανε το
Δεκέμβριο του 1867. Από την επόμενη χρονιά συστάθηκε
το Βραβείο Poncelet (Prix Poncelet) στους τομείς
Μαθηματικών και Μηχανικής, με πρωτοβουλία και
χρηματοδότηση της συζύγου του και σε εκτέλεση της
επιθυμίας του ίδιου, με σκοπό την πρόοδο της επιστήμης.
Τα ανέκδοτα χειρόγραφά του που υπήρχαν μέχρι και τον
Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε και εξαφανίστηκαν και έκτοτε
δεν εντοπίστηκαν, πολύ πιθανόν να έχουν καταστραφεί.

***

155
Στάθης Ασημάκης

7. Évariste Galois

Εικ. 13 Évariste Galois

Ο Évariste Galois γεννήθηκε στις 25 Οκτωβρίου 1811 στο


Bourg la Reine, κοντά στο Παρίσι. Πέθανε στις 31 Μαΐου
1832, επίσης στο Παρίσι.
Ο πατέρας του Nicholas Gabriel Galois και η μητέρα του
Adelaide Marie Demante ήσαν πολύ ευφυείς άνθρωποι και
ιδιαίτερα μορφωμένοι στη φιλοσοφία, στην κλασική
λογοτεχνία και στη θεολογία. Ωστόσο, δεν υπήρχε καμία
ένδειξη μαθηματικής ικανότητας σε καμία από τις δυο
οικογένειες του Galois.
Η μητέρα του έπαιξε το ρόλο τού μοναδικού δάσκαλου
του Évariste μέχρι που έγινε 12 ετών. Τον δίδαξε ελληνικά,
λατινικά και θεολογία. Ο πατέρας του ήταν σημαντικός

156
Σύμμεικτα Ι

άνθρωπος στην κοινότητα του Bourg la Reine και το 1815


είχε εκλεγεί δήμαρχος.
Η παιδική ηλικία του Galois συνέπεσε με την ταραχώδη
ναπολεόντεια εποχή(ακμή και πτώση του Ναπολέοντα) και
την εποχή της παλινόρθωσης της γαλλικής μοναρχίας που
ακολούθησε.
Όταν φοιτούσε στο Λύκειο Louis le Grand, είχε οριστεί
στο συμβούλιο της τάξης του. Κατά την πρώτη του αυτή
θητεία υπήρξε μια μικρή μαθητική εξέγερση, μετά την
οποία σαράντα(40) μαθητές εκδιώχθηκαν από το εν λόγω
σχολείο.
Ο ίδιος δεν συμμετείχε στην εξέγερση αυτή και κατά τη
διάρκεια της σχολικής περιόδου 1824 - 1825 η πορεία του
ήταν καλή και έλαβε πολλά βραβεία. Ωστόσο, το 1826,
κλήθηκε να επαναλάβει το έτος, επειδή η εργασία του στη
ρητορική δεν ήταν σύμφωνη με τα απαιτούμενα πρότυπα.
Το Φεβρουάριο του 1827 υπήρξε μια καμπή στη ζωή
του. Γράφτηκε στην τάξη του καθηγητή Μ. Vernier και
γρήγορα απορροφήθηκε από τα μαθηματικά έτσι που ο
διευθυντής του έγραψε: «Είναι το πάθος για τα
μαθηματικά που τον κυριαρχεί, νομίζω ότι θα ήταν
καλύτερο γι’ αυτόν, αν οι γονείς του θα του επέτρεπαν να
μη μελετήσει τίποτα άλλο παρά μαθηματικά. σπαταλάει το
χρόνο του εδώ και δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να
βασανίζει τους δασκάλους του και να καταστρέφει τον
εαυτό του με τιμωρίες.»
Οι σχολικές αναφορές άρχισαν να τον χαρακτηρίζουν:
μοναδικό, παράξενο, πρωτότυπο και κλειστό. Ωστόσο, ο
Βερνιέ ανέφερε γι’ αυτόν: «Νοημοσύνη, σημαντική
πρόοδος, αλλά όχι αρκετή μέθοδος.»
Το 1828 έδωσε εξετάσεις στην École Polytechnique, αλλά
απέτυχε. Ήταν το κορυφαίο πανεπιστήμιο του Παρισιού και
ήθελε να μπει σ’ αυτό και για ακαδημαϊκούς λόγους και
157
Στάθης Ασημάκης

εξαιτίας και των ισχυρών πολιτικών κινήσεων που υπήρχαν


μεταξύ των φοιτητών του, δεδομένου ότι ήταν ένθερμος
δημοκρατικός, ακολουθώντας στα πολιτικά πράγματα το
παράδειγμα των γονέων του.
Επιστρέφοντας στο Louis le Grand, γράφτηκε στην τάξη
μαθηματικών του Louis Richard. Ωστόσο, δούλευε ολοένα
και περισσότερο τις δικές του μαθηματικές έρευνες και όλο
και λιγότερο για το σχολείο του. Σπούδασε το Legendre's
Géométrie και τις πραγματείες του Lagrange. Όπως
ανέφερε ο Richard: «Αυτός ο φοιτητής εργάζεται μόνο στα
υψηλότερα πεδία των μαθηματικών.»
Τον Απρίλιο του 1829 δημοσίευσε το πρώτο μαθηματικό
του άρθρο, σε συνέχειες, στο Annales de mathématiques.
Στις 25 Μαΐου και 1 Ιουνίου 1829 υπέβαλε άρθρα σχετικά
με την αλγεβρική λύση των εξισώσεων στην Académie des
Sciences. Ο Cauchy διορίστηκε εισηγητής για τις εργασίες
του Galois.
Η τραγωδία τον χτύπησε, όταν στις 2 Ιουλίου 1829 ο
πατέρας του αυτοκτόνησε. Ο ιερέας του Bourg-la-Reine
άρχισε να διαδίδει πλαστούς χυδαίους στίχους με το
όνομα του Δήμαρχου Galois. Ο πατέρας του ήταν ένας
καλοσυνάτος άνθρωπος και το σκάνδαλο που ακολούθησε
ήταν κάτι περισσότερο από ό,τι θα μπορούσε να αντέξει.
Δήλωσε αθώος και έφυγε από την πόλη. Νοίκιασε πολύ
κοντά στη σχολή του γιού του. Στις 2 Ιουλίου έδωσε τέλος
στη ζωή του, κρεμάστηκε.
Ο νεαρός Galois επηρεάστηκε βαθιά από το θάνατο του
πατέρα του και σε μεγάλο βαθμό επηρεάστηκε η πορεία
της ζωής του. Λίγες εβδομάδες μετά το θάνατο του πατέρα
του, έδωσε για δεύτερη φορά για εισαγωγικές εξετάσεις
στην École Polytechnique. Παρουσιάστηκε ενώπιον δυο
καθηγητών και αυτό απέβη καταστροφικό, διότι δεν

158
Σύμμεικτα Ι

επέδειξε τον παραμικρό σεβασμό, θεωρώντας τους πολύ


μέτριους μαθηματικούς.
Στις ερωτήσεις τους απαντούσε με περιφρόνηση και
στερεότυπα: «Αυτό είναι προφανές». Παρότι μαθηματικά
ήταν ορθό και προφανές, δεν ήταν καθόλου ορθή η εχθρική
στάση του, τη στιγμή μάλιστα που η εισαγωγή του στην
École Polytechnique εξαρτιόταν από τους εξεταστές του.
Έτσι δεν κατάφερε και πάλι να γίνει δεκτός στη Σχολή
αυτή.
Τελικά, συμβιβάστηκε με την είσοδό του στην École
Preparatoire, ένα κολέγιο εκπαίδευσης δασκάλων. Ήταν
από πολιτικής και θρησκευτικής πλευράς αντιδραστικό
ίδρυμα, το οποίο ένιωθε ως ένα τόπο πνευματικής εξορίας.
Ο εξεταστής του στα μαθηματικά ανέφερε: «Αυτός ο
μαθητής είναι μερικές φορές συγκεχυμένος εκφράζοντας
τις ιδέες του, αλλά είναι ευφυής και παρουσιάζει ένα
αξιοσημείωτο πνεύμα έρευνας.»
Ο εξεταστής του στα φιλολογικά ανέφερε:
«Αυτός είναι ο μόνος φοιτητής που μου απάντησε
άσχημα, δεν ξέρει απολύτως τίποτα. Μου είπαν ότι αυτός ο
μαθητής έχει μια εξαιρετική ικανότητα για τα μαθηματικά.
Αυτό μου προκαλεί έκπληξη, διότι, μετά από την εξέτασή
του, τον πίστευα να έχει λίγη νοημοσύνη.»
Η μόνη του ελπίδα για βράβευση και για κάτι ανώτερο
ήταν η κρίση του μαθηματικού Cauchy, αναφορικά με το
χειρόγραφο που είχε παραδώσει στη Γαλλική Ακαδημία. Ο
εν λόγω κριτής είχε προγραμματίσει να παρουσιάσει την
αναφορά - εισήγησή του σχετικά με την εργασία του
νεαρού Galois στις 18 Ιανουαρίου του 1830. Όμως,
αρρώστησε και η παρουσίαση δεν έγινε.
Στην επόμενη συνεδρίαση της Γαλλικής Ακαδημίας ο
Cauchy παρουσίασε μονάχα μια δική του μαθηματική
εργασία. Ο Galois δεν πήρε πίσω το χειρόγραφό του, το
159
Στάθης Ασημάκης

οποίο δεν βρέθηκε ποτέ ανάμεσα στα πράγματα του


Cauchy.
Σκέφτηκε, τότε, ότι ο μόνος ο τρόπος που του απόμενε
προκειμένου να αποσπάσει το μεγάλο βραβείο από τη
Γαλλική Ακαδημία ήταν να υποβάλλει ξανά τη εργασία του
σε νέο χειρόγραφο. Αλλά και πάλι στάθηκε άτυχος, διότι ο
νέος κριτής του ο μεγάλος μαθηματικός Fourier, λίγες μέρες
αφότου ανέλαβε να εξετάσει και να εισηγηθεί για την
εργασία του Galois πέθανε, συγκεκριμένα στις 16 Μαΐου
1830. Για μια ακόμα φορά το χειρόγραφό του χάθηκε και
δεν βρέθηκε ποτέ και μαζί χάθηκε και η βράβευσή του.
Εν τω μεταξύ, μετά την ανάγνωση του έργου του Abel
και του Jacobi, εργάστηκε και στη θεωρία των ελλειπτικών
συναρτήσεων και των αβελιανών ολοκληρωμάτων και με
την υποστήριξη του Jacques Sturm, δημοσίευσε τρία άρθρα
του στο Bulletin de Férussac, τον Απρίλιο του 1830.
Ο βασιλιάς Κάρολος Ι΄ αποφάσισε στις 26 Ιουλίου του
1830 να διαλύσει τη Βουλή, να συντάξει νέο εκλογικό νόμο,
να περιορίσει το εκλογικό δικαίωμα μόνο στους εύπορους
πολίτες και να αναστείλει την ελευθερία του τύπου.
Σύντομα, πλήθος λαού ξεχύθηκε στους δρόμους του
Παρισιού και ξέσπασε εξέγερση που όμοιά της είχε να δει η
Γαλλία από το 1789.
Ο στρατός κινητοποιήθηκε για να αντιμετωπίσει τους
εξεγερμένους, με τους οποίους ενώθηκαν και οι φοιτητές
της École Polytechnique. Είχε ξεσπάσει πάλι επανάσταση
την οποία ποθούσε και ο Galois. Η σχολή του, όμως, η
École Preparatoire δεν συμμετείχε στην εξέγερση και αυτό
τον είχε εξοργίσει. Aποπειράθηκε να δραπετεύσει από τη
σχολή και να ενωθεί με τους εξεγερμένους, αλλά δεν τα
κατάφερε.
Μετά από τρεις μέρες, αφότου άρχισαν τα επεισόδια
διαμαρτυρίας του παρισινού λαού, οι στρατιώτες του
160
Σύμμεικτα Ι

βασιλιά άρχισαν να λιποτακτούν και η λευκή σημαία του


οίκου των Βουρβώνων δεν κυμάτιζε πλέον στο Παρίσι. Οι
Δημοκρατικοί είχαν αποκτήσει ξανά τον έλεγχο στα
πολιτικά πράγματα της Γαλλίας.
Οι εξεγερμένοι φάνηκαν πιο μετριοπαθείς. Κάλεσαν τον
Δούκα της Ορλεάνης να γίνει ο νέος βασιλιάς και στις 9
Αυγούστου του 1830 αυτός χρίστηκε, πράγματι, βασιλιάς
με το όνομα Λουδοβίκος - Φίλιππος Α΄.
Ο Galois είχε ταχθεί αναφανδόν με το μέρος των
εξεγερμένων, αλλά είχε απογοητευθεί από την εξέλιξη των
πραγμάτων και γι’ αυτό έβγαζε φλογερούς λόγους,
υποστηρίζοντας την ανάγκη νέας εξέγερσης. Μάλιστα, με
επιστολή του στον τύπο κατηγόρησε τον Διευθυντή της
Σχολής του για προδότη της Δημοκρατίας, επειδή δεν είχε
επιτρέψει στους φοιτητές του να συμμετάσχουν στα
γεγονότα της εξέγερσης.
Η αντίδραση του Διευθυντή ήταν άμεση. Έγραψε στον
υπουργό Παιδείας: «Έχω αποβάλει τον Évariste Galois.
Χάριν του αδιαμφισβήτητου ταλέντου του στα
Μαθηματικά, ανέχτηκα αρκετά την ατίθαση συμπεριφορά
του, την τεμπελιά, και τον πολύ δύσκολο χαρακτήρα του».
Ο Galois υιοθετούσε ολοένα και περισσότερο επιθετικό
ρεμπουπλικανισμό, επιδίωξε μάλιστα να ενταχθεί στην
παραστρατιωτική ομάδα των Δημοκρατικών («Εταιρία των
Φίλων του Λαού»). Επίσης, εντάχθηκε και στις άτακτες
δυνάμεις της Εθνοφρουράς, η οποία αποτελούσε τη
στρατιωτική πτέρυγα του δημοκρατικού κινήματος.
Μερικούς μήνες αργότερα ο βασιλιάς κήρυξε εκτός
νόμου την Εθνοφρουρά και την Εταιρία φίλων του Λαού,
θεωρώντας ότι και οι δυο αυτοί σχηματισμοί ήσαν
επικίνδυνοι για το θρόνο.
Η αποβολή του από την École Preparatoire ήταν μια
απελευθερωτική εμπειρία. Αποφάσισε να διοργανώσει μια
161
Στάθης Ασημάκης

σειρά εβδομαδιαίων δημόσιων διαλέξεων με σκοπό την


εξεύρεση χρημάτων. Οι διαλέξεις αυτές λάμβαναν χώρα
στο πίσω μέρος του βιβλιοπωλείου ενός φίλου του. Σε
αυτές είχε την ευκαιρία να γνωστοποιήσει τα μαθηματικά
του επιτεύγματα, τα οποία είχαν παραπέσει και δεν τους
είχε δώσει καμία σημασία η Γαλλική Ακαδημία.
Συγκεκριμένα, παρέδιδε κάποια μαθήματα στην
Ανώτερη άλγεβρα, η οποία προσέλκυσε 40 μαθητές στην
πρώτη συνάντηση, αλλά μετά από αυτό οι αριθμοί των
μαθητών έπεσαν γρήγορα, διότι οι διαλέξεις του ήταν τόσο
δυσνόητες, όσο και τα χειρόγραφα που είχε υποβάλει στην
Ακαδημία.
Δύο δευτερεύουσες εργασίες, μια περίληψη στην
Annales de Gergonne (Δεκέμβριος 1830) και μια επιστολή
για τη διδασκαλία της επιστήμης, στην Gazette des Écoles
(2 Ιανουαρίου 1831), ήταν οι τελευταίες δημοσιεύσεις της
ζωής του.
Τελικά, προσκλήθηκε από τον μαθηματικό Poisson να
υποβάλει στην Ακαδημία μια τρίτη παρουσίαση της
εργασίας του πάνω στην αλγεβρική λύση των εξισώσεων
και πράγματι το έπραξε, στις 17 Ιανουαρίου του 1831.
Άρχισε, λοιπόν, να δίνει το παρόν στις εβδομαδιαίες
συναντήσεις της Γαλλικής Ακαδημίας με την ελπίδα να
ακούσει κάποια αναφορά και για τη δουλειά του.
Η αλαζονική του συμπεριφορά που προερχόταν από τη
σιγουριά του για τη μαθηματική του ικανότητα, του έδινε
το θάρρος να σηκώνεται και να σχολιάζει τη δουλειά άλλων
μαθηματικών παρ’ όλο που ήταν μόνο 19 χρονών. Αυτό τον
έκανε μάλλον αντιπαθή.
Στις 18 Απριλίου 1831, η Sophie Germain έγραψε μια
επιστολή προς τον φίλο της το μαθηματικό Libri που του
περιέγραφε την κατάσταση του Galois. «.. ο θάνατος του Μ.
Fourier, ήταν πάρα πολύ μεγάλο χτύπημα γι’ αυτόν τον
162
Σύμμεικτα Ι

σπουδαστή Galois, ο οποίος, παρά την ακαταστασία του,


έδειξε σημάδια έξυπνης διάθεσης. Όλα αυτά το μόνο που
του απέφεραν ήταν να τον διώξουν από τη σχολή. Δεν έχει
χρήματα .... Λένε ότι θα τρελαθεί εντελώς. Φοβάμαι ότι
αυτό είναι αλήθεια.»
Επειδή για αρκετούς μήνες δεν είχε ακούσει τίποτα για
τη δουλειά του στην Ακαδημία, και έχοντας φτάσει στα
όρια της υπομονής του, έγραψε μια σχεδόν οργισμένη
επιστολή προς τον Πρόεδρο της Ακαδημίας και απαιτούσε,
είτε να ομολογήσουν ότι είχαν χάσει και το τελευταίο
χειρόγραφο, είτε διαφορετικά να του γνωρίσουν, εάν έχουν
την πρόθεση να παρουσιάσουν την εργασία του στην
Ακαδημία.
***
Αυτή η απαράδεκτη παρελκυστική τακτική ολόκληρου του
μαθηματικού κατεστημένου, στο Παρίσι, την εποχή εκείνη
προς τον νεαρό Galois δεν μπορεί να έχει καμιά
δικαιολογία, ούτε και πρέπει να σχετιστεί με την όποια
υπερβολική συμπεριφορά του λαμπρού αυτού νέου.
Ήταν φαίνεται η νοοτροπία τους τέτοια, να ασχολούνται
δηλαδή εγωιστικά και αποκλειστικά με τις δικές τους
μαθηματικές εργασίες και μελέτες, αδιαφορώντας κυνικά
για τις ιδέες των άλλων μαθηματικών και ειδικά των πολύ
νεότερων από αυτούς και άγνωστων στο ευρύ κοινό, έστω
κι αν οι τελευταίοι έφερναν νέες φρέσκες και πολύ
σπουδαίες μαθηματικές ιδέες.
Με αυτόν τον τρόπο, όμως, ασκούσαν ένα είδος βίας
απέναντι στις νεότερες μαθηματικές γενιές, καθότι έθεταν
κωλύματα και εμπόδια στην ανέλιξη πολλών ιδιοφυών
νέων με αποτέλεσμα να τους εκτρέπουν από τη σωστή
πορεία τους, ακόμα και να τους οδηγούν σε απώλεια,
όπως αντιπροσωπευτικό παράδειγμα είναι ο Galois, αλλά
και ο σύγχρονός του Abel.
163
Στάθης Ασημάκης

Πράγματι, την ίδια απαράδεκτη συμπεριφορά που


προερχόταν από ασύγγνωστη αδιαφορία, επέδειξε το
μαθηματικό κατεστημένο του Παρισιού, την ίδια εκείνη
εποχή προς τον επίσης λαμπρό νεαρό Νορβηγό μαθηματικό
Niels Henrik Abel 23, όταν αυτός ταξίδεψε με ξένα χρήματα
στη γαλλική πρωτεύουσα, προκειμένου να γνωρίσει από
κοντά τους επιφανείς μαθηματικούς της Γαλλικής
Ακαδημίας, για να συζητήσει μαζί τους μαθηματικά
ζητήματα και να υποβάλλει τις μαθηματικές εργασίες και
ιδέες του στην κρίση τους 24.

23
Ο Νορβηγός Niels Henrik Abel (5 Αυγούστου 1802 - 6 Απριλίου 1829),
ένας από τους πιο λαμπρούς μαθηματικούς του πρώτου μισού του 19ου
αιώνα, ήταν και αυτός μια τραγική μορφή. Έζησε μέσα στη φτώχεια και
την ταλαιπωρία και πέθανε πολύ νέος, πριν προλάβει να αναγνωριστεί
η μεγάλη μαθηματική του αξία.
Η συνεισφορά του στα μαθηματικά ήταν πολύ μεγάλη, ειδικά πάνω
στη θεωρία των ελλειπτικών και υπερελλειπτικών συναρτήσεων καθώς
και των συναρτήσεων που είναι γνωστές σήμερα ως αβελιανές. Κατά
τη διάρκεια της παραμονής του στο Παρίσι, ο Abel κόλλησε
φυματίωση.
Όταν τα Χριστούγεννα του 1828, ταξίδεψε με έλκηθρο για να
επισκεφθεί τη μνηστή του στο Froland, η κατάσταση της υγείας του
επιδεινώθηκε σοβαρά στο ταξίδι αυτό και σύντομα έπεσε στο κρεβάτι
βαριά άρρωστος.
Ο φίλος του, August Leopold Crelle, πολιτικός μηχανικός και
κατασκευαστής του πρώτου γερμανικού σιδηροδρόμου, λάτρης της
μαθηματικής επιστήμης, ο οποίος αναζητούσε μια θέση εργασίας για
τον Abel στο Βερολίνο, κατάφερε να του βρει μια θέση καθηγητή
πανεπιστημίου και του έγραψε ένα γράμμα στις 8 Απριλίου 1829 για να
του ανακοινώσει, επιτέλους, με χαρά τα καλά νέα. Δυστυχώς, όμως,
ήταν πολύ αργά: ο Abel είχε πεθάνει στο Froland δύο ημέρες
νωρίτερα…
24
Τον άφησαν να περιμένει άσκοπα στο Παρίσι επί δέκα (10) μήνες(!),
με αποτέλεσμα από τις κακουχίες του να ασθενήσει από φυματίωση,
όπως αναφέραμε και προηγουμένως, χωρίς να ενσκήψουν στο έργο
164
Σύμμεικτα Ι

Επανερχόμενοι στον Galois, να σημειώσουμε ότι επειδή


οι 19 αξιωματικοί από το Πυροβολικό της Εθνικής
Φρουράς, που είχαν συλληφθεί και κατηγορηθεί για
συνωμοσία με σκοπό την ανατροπή της κυβέρνησης,
απαλλάχθηκαν, διακόσιοι(200) δημοκράτες, μεταξύ αυτών
και ο Galois, συγκεντρώθηκαν σε δείπνο, στις 9 Μαΐου του
1831, για να γιορτάσουν την απαλλαγή αυτή.
Κατά τη διάρκεια των προπόσεων ο Galois, που είχε πιεί
αρκετά, σήκωσε το ποτήρι του και με ένα ανοιχτό στιλέτο
στο χέρι φάνηκε να απειλεί τη ζωή του βασιλιά Louis -
Phillipe. Μετά το δείπνο αυτό, όπως ήταν φυσικό,
συνελήφθη και κρατήθηκε στη φυλακή Sainte-Pélagie. Στη
δίκη του, στις 15 Ιουνίου του 1831, ο δικηγόρος
υπεράσπισης κινήθηκε αποφασιστικά και έξυπνα και
κατόρθωσε να τον σώσει από καταδίκη.

του, και έτσι απογοητευμένος και άρρωστος επέστρεψε στην πατρίδα


του. Αξίζει να αναφερθούν εδώ λίγες από τις εντυπώσεις του, για
αυτούς που ήλθε σε επαφή στο Παρίσι, σχολιάζοντας τη σχετική
εμπειρία του:
«Ο Legendre είναι ένας εξαιρετικά ευγενικός άνθρωπος, αλλά
δυστυχώς τόσο παλιός όσο και οι πέτρες.
Ο Cauchy είναι τρελός και δεν μπορείς να πας πουθενά μαζί του, αν
και είναι ο μαθηματικός που γνωρίζει αυτή τη στιγμή πώς να χειριστεί
τα μαθηματικά. Ο Cauchy είναι εξαιρετικά καθολικός και φανατικός.
Ένα πολύ παράξενο πράγμα για έναν μαθηματικό…
Ο Poisson είναι ένας κοντός άντρας με μια ωραία μικρή κοιλιά.
Φέρνει τον εαυτό του με αξιοπρέπεια. Ομοίως και ο Fourier. Τη
Δευτέρα, θα έρθω σε επαφή με πολλούς από αυτούς τους κυρίους.
Με άλλα λόγια, δεν μου αρέσουν οι Γάλλοι όσο και οι Γερμανοί. Ο
Γάλλος είναι ασυνήθιστα επιφυλακτικός προς τους ξένους. Όλοι εδώ
θέλουν να διδάξουν και κανένας τους να μάθει. Ο απόλυτος εγωισμός
κυριαρχεί παντού. Τα μόνα πράγματα που ο Γάλλος ζητά από ξένους
είναι τα πρακτικά… Είναι ο μόνος που μπορεί να δημιουργήσει κάτι
θεωρητικό… μπορείτε να φανταστείτε ότι αυτό είναι δύσκολο να γίνει
αντιληπτό, ειδικά για έναν αρχάριο.»
165
Στάθης Ασημάκης

Μάλιστα, για να τον υποστηρίξουν οι φίλοι του, οι


αδελφοί Σεβαλιέ, έγραψαν ένα άρθρο στην εφημερίδα Le
Globe, στην οποία εξηγούσαν και δικαιολογούσαν την
συμπεριφορά του φίλου τους, εκθέτοντας τους
εκπροσώπους της Γαλλικής Ακαδημίας που είχαν αγνοήσει
και αδιαφορήσει για το μαθηματικό έργο του νεαρού
αυτού μαθηματικού, στοχεύοντας μάλιστα και τον Poisson.
Έφτασε η 14η Ιουλίου που ήταν η μέρα γιορτής της
Βαστίλης και συνελήφθη πάλι και στάλθηκε πίσω στη
φυλακή Sainte-Pélagie. Φορούσε τη στολή Πυροβολικού
της Εθνικής Φρουράς, η οποία ήταν παράνομη. Έφερε,
επίσης, πάνω του ένα όπλο, πολλά πιστόλια και ένα
στιλέτο.
Εκεί στη φυλακή έλαβε και την απόρριψη του τρίτου
χειρογράφου του από τη Γαλλική Ακαδημία. Ο Poisson είχε
αναφέρει ότι: «Τα επιχειρήματά του δεν είναι, ούτε
επαρκώς σαφή, ούτε αρκετά ανεπτυγμένα, για να μας
επιτρέψουν να κρίνουμε την ορθότητα τους, ώστε να
μπορούμε να σας ενημερώσουμε σχετικά με αυτή την
αναφορά.»
Εντούτοις, ενθάρρυνε τον Galois να δημοσιεύσει μια
πληρέστερη περιγραφή του έργου του και του επέστρεψε
το χειρόγραφό του. Στη φυλακή συνέχισε να εργάζεται
πάνω στις μαθηματικές του ιδέες.
Το μεγάλο του επίτευγμα ήταν η ταυτοποίηση μιας νέας
αφηρημένης οντότητας, αυτό που ονόμασε ομάδα. 25 Στη

25
Το πρόγραµµα που αναπτύχθηκε, στα τέλη του 19ου αιώνα, για τη µελέτη
γεωµετριών µε όρους οµάδων µετασχηµατισµών, που αφήνουν σταθερό
ένα συγκεκριµένο γεωµετρικό σχήµα, κέντρισε το ενδιαφέρον των
Μαθηµατικών για τη ϑεωρία οµάδων. Έτσι αναδείχθηκε ο ϱόλος της
έννοιας της οµάδας στο ϐαθύτατο ϑέµα της συµµετρίας στη ϕύση, που ο
άνθρωπος προσπαθεί να εξιχνιάσει από αρχαιοτάτων χρόνων.
166
Σύμμεικτα Ι

Σήµερα, η ϑεωρία οµάδων εφαρµόζεται σε όλους τους κλάδους των


Μαθηµατικών, στη Φυσική, στη Χηµεία, στην Επιστήµη των Υπολογιστών
κλπ. Καθηµερινά µας εκπλήσσουν οι εφαρµογές της ϑεωρίας οµάδων, που
αποτελεί έναν συνεχώς εξελισσόµενο ϐασικό κλάδο των Μαθηµατικών. Θα
µπορούσαµε να πούµε ότι η ϑεωρία οµάδων είναι η µελέτη της
συµµετρίας.
Η σύγχρονη ϑεωρία σωµατιδίων στη Φυσική δεν ϑα υπήρχε χωρίς τη
ϑεωρία οµάδων. Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουµε ότι µε τη ϑεωρία
οµάδων έχουν προβλεφθεί σωµατίδια, πριν ακόµη αυτά εντοπιστούν
πειραµατικά. Η δοµή και η συµπεριφορά των µορίων και των κρυστάλλων
εξαρτάται από τη συµµετρία τους, έτσι η ϑεωρία οµάδων είναι ένα ϐασικό
εργαλείο µελέτης τους.
Αλλά τι είναι ομάδα;
Μια ομάδα είναι μια αλγεβρική δομή, για την οποία ικανοποιούνται
κάποια αξιώματα, όπως :
• Υπάρχει ένα σύνολο στοιχείων.
• Τα στοιχεία μπορούν να συνδυασθούν με μια πράξη (.) που παράγει ένα
άλλο στοιχείο του συνόλου.
• Η διαδικασία του συνδυασμού ικανοποιεί τον προσεταιριστικό νόμο
a.(b.c)= (a.b).c
• To σύνολο περιέχει ένα ουδέτερο στοιχείο e που ικανοποιεί τη σχέση a.e
= e.a = a
• Για κάθε στοιχείο a υπάρχει ένα αντίστροφο a-1 που ικανοποιεί τη σχέση
a . a-1 = a-1. a = e
Η τάξη μιας ομάδας είναι το πλήθος των στοιχείων που υπάρχουν σ’ αυτή.
***
Για πρώτη φορά στη θεωρία των αλγεβρικών εξισώσεων ανακαλύφθηκε το
πόσο ισχυρό εργαλείο έρευνας αποτελεί η θεωρία των ομάδων,
επιτρέποντας στον Évariste Galois να απαντήσει στο ερώτημα, που έμενε
αναπάντητο επί δυο αιώνες και περισσότερο, ότι: «Η γενική αλγεβρική
εξίσωση βαθμού μεγαλυτέρου του 4ου δεν επιδέχεται αλγεβρική λύση.»
Στη θεωρία των αλγεβρικών εξισώσεων η έννοια της ομάδας
εμφανίζεται με τη μορφή των ομάδων μεταθέσεων. Ας δούμε συνοπτικά
λίγα πράγματα από τις ομάδες μεταθέσεων.
Θεωρούμε π.χ. τα γράμματα a, b, c. Αν αυτά τα αντικαταστήσουμε με
τα c, a, b, τότε λέμε ότι εκτελέσαμε μια μετάθεση και συμβολίζουμε τη
𝑎𝑎 𝑏𝑏 𝑐𝑐
μετάθεση � �. Όλες οι δυνατές μεταθέσεις είναι:
𝑐𝑐 𝑎𝑎 𝑏𝑏

𝑎𝑎 𝑏𝑏 𝑐𝑐 𝑎𝑎 𝑏𝑏 𝑐𝑐 𝑎𝑎 𝑏𝑏 𝑐𝑐 𝑎𝑎 𝑏𝑏 𝑐𝑐 𝑎𝑎 𝑏𝑏 𝑐𝑐 𝑎𝑎 𝑏𝑏 𝑐𝑐
� �,� �,� �,� �,� �,� �
𝑎𝑎 𝑏𝑏 𝑐𝑐 𝑏𝑏 𝑐𝑐 𝑎𝑎 𝑐𝑐 𝑎𝑎 𝑏𝑏 𝑎𝑎 𝑐𝑐 𝑏𝑏 𝑐𝑐 𝑏𝑏 𝑎𝑎 𝑏𝑏 𝑎𝑎 𝑐𝑐
167
Στάθης Ασημάκης

Άρα όλες οι δυνατές μεταθέσεις των τριών γραμμάτων σχηματίζουν μια


ομάδα και η τάξη της ομάδας ισούται με 6, διότι αυτή έχει 6 στοιχεία.
***
Γνωρίζουμε ότι μια αλγεβρική εξίσωση βαθμού n με συντελεστές
πραγματικούς ή φανταστικούς έχει n ρίζες πραγματικές ή φανταστικές
(μιγαδικές). Το κύριο πρόβλημα της θεωρίας των εξισώσεων είναι ο
καθορισμός των ριζών των εξισώσεων.
Ας θεωρήσουμε π.χ. τη γενική εξίσωση τετάρτου βαθμού
x4 + a1x3 + a2x2 + a3x + a4 = 0 με συντελεστές a1 , a2 , a3 , a4 ανεξάρτητους
μεταξύ τους. Εάν καλέσουμε ξ1, ξ2, ξ3 και ξ4 τις ρίζες της παραπάνω
εξίσωσης τότε ισχύουν οι σχέσεις του Vieta:
i) ξ1 + ξ2+ ξ3 + ξ4 = - a1
ii) ξ1 ξ2+ ξ1 ξ3 + ξ1ξ4 + ξ2 ξ3 + ξ2ξ4 + ξ3ξ4 = a2
iii) ξ1 ξ2 ξ3 + ξ1 ξ2 ξ4 + ξ1 ξ3 ξ4 + ξ2 ξ3 ξ4 = - a3
iv) ξ1 ξ2 ξ3 ξ4 = a4
Παρατηρούμε ότι όλες αυτές οι σχέσεις είναι συμμετρικές ως προς ξ1 ,
ξ2 , ξ3 , ξ4, πράγμα που σημαίνει ότι παραμένουν αμετάβλητες και κατά
συνέπεια ακριβείς, αν κάνουμε μια τυχούσα μετάθεση των γραμμάτων
αυτών.
Εάν, όμως, αυτή η εξίσωση είχε ειδική μορφή, ήταν π.χ. διτετράγωνη,
δηλαδή δεν περιλάμβανε δύναμη του x περιττής τάξης, τότε οι ρίζες της θα
ήσαν ανά δύο ίσες κατ’ απόλυτο τιμή, αλλά με αντίθετο σημείο, οπότε αν
τα ζεύγη ήσαν (ξ1 , ξ2) και ( ξ3 , ξ4), τότε θα ίσχυαν επιπλέον και οι σχέσεις:
ξ1 + ξ2 = 0 και ξ3 + ξ4 = 0.
Αυτές οι εξισώσεις μας επιτρέπουν να κάνουμε κάποια διάκριση μεταξύ
των ριζών, πράγμα που δεν συμβαίνει στη γενική περίπτωση της αρχικής
εξίσωσης. Όσο, όμως, πιο πολλά πράγματα γνωρίζουμε σχετικά με τις ρίζες
μιας εξίσωσης, τόσο μικρότερος είναι ο αριθμός των παραδεκτών
μεταθέσεων και αντίστροφα.
Αυτό που είναι αξιοσημείωτο και κεφαλαιώδους σημασίας είναι ότι,
όταν μας δοθεί μια αλγεβρική εξίσωση, οι παραδεκτές μεταθέσεις των
ριζών της αποτελούν πάντοτε μια ομάδα. Η ομάδα αυτή καλείται ομάδα
του Galois για τη θεωρούμενη εξίσωση.
Το γεγονός ότι οι παραδεκτές μεταθέσεις ριζών αποτελούν μια ομάδα
επιτρέπει τη χρησιμοποίηση όλων των αποτελεσμάτων που διαθέτει η
θεωρία των ομάδων, και μας οδηγεί στο να μπορούμε, χωρίς να λύσουμε
την εξίσωση, χωρίς να γράψουμε καμία σχέση μεταξύ των ριζών της και
μόνο με τη βοήθεια των συντελεστών της, να κατασκευάσουμε την ομάδα
168
Σύμμεικτα Ι

της εξισώσεως και να χρησιμοποιήσουμε την ομάδα αυτή ως


κατευθυντήριο νήμα για να λύσουμε την εξίσωση.
Ο μηχανισμός αυτής της λύσεως εξαρτάται από τη σύνθεση της ομάδας
της εξίσωσης και την τάξη της ομάδας. Η σύνθεση της ομάδας μιας
εξίσωσης επιτρέπει σε μερικές περιπτώσεις, να αναγνωρίσουμε (πριν να
αρχίσουμε τη διαδικασία επίλυσης της εξίσωσης) τις πιο σπουδαίες
ιδιότητες των ριζών της εξίσωσης.
***
Η όλη θεωρία της λύσης μιας αλγεβρικής εξίσωσης συνίσταται στην
προσπάθεια να εκφράσουμε ρητά τις ρίζες της δοθείσας εξίσωσης ως ρίζες
μιας η περισσότερων επιλυουσών, οι οποίες είναι πιο απλές από την
αρχική υπό θεώρηση εξίσωση.
Αν όλες αυτές οι τελικές επιλύουσες είναι διωνυμικού τύπου τότε όλα
μπορούν να εκφραστούν με ριζικά. Αντίθετα, αν δεν είναι δυνατόν να
καταλήξουμε σε μια ακολουθία επιλυουσών που να είναι όλες διώνυμα, η
δοθείσα εξίσωση δεν μπορεί να επιλυθεί αλγεβρικά, δηλαδή με την
εξαγωγή ριζών.
Παράδειγμα επιλύουσας: Εάν έχουμε τη δευτεροβάθμια εξίσωση x2 +
px + q = 0 και θέσουμε x = (-p ± y)/2 , τότε η y2 - (p2 - 4q) = (y2 +
�(𝑝𝑝2 − 4𝑞𝑞)) . (y2 − �𝑝𝑝2 − 4𝑞𝑞 ) = 0 είναι η επιλύσουσα της αρχικής.
Ο Galois, αν και δεν είναι αυτός που ανακάλυψε τη θεωρία των
ομάδων, είναι όμως αυτός που εφάρμοσε την έννοια της ομάδας στην
μελέτη των εξισώσεων και εισήγαγε στη θεωρία των ομάδων νέες έννοιες
τόσο σπουδαίες, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι ο θεμελιωτής της
θεωρίας αυτής.
Ο Galois αντιστοίχισε σε κάθε εξίσωση μια ομάδα μεταθέσεων και
απέδειξε ότι ορισμένες θεμελιώδεις ιδιότητες της εξισώσεως
αντικατοπτρίζονται στην ομάδα αυτή. Ο ίδιος δεν επιχείρησε, όπως έκαναν
οι προηγούμενοί του, να αποκτήσει τις επιλύουσες κατ’ ευθείαν από τη
δοθείσα εξίσωση.
Η μεγαλοφυής ιδέα του υπήρξε η ανακάλυψη μιας παράλληλης και
ευκολότερης οδού, η οποία ξεκινάει όχι από την ίδια την εξίσωση, αλλά
από την ομάδα της εξίσωσης και η οποία σε κάθε βήμα της παρέχει, χωρίς
κόπο, μια από τις επιλύουσες. Το ακόλουθο απλό κριτήριο επιτρέπει να
αναγνωρίσουμε, αν όλες αυτές οι επιλύουσες είναι διωνυμικού τύπου ή
αν μπορούν να αναχθούν σε εξισώσεις του τύπου αυτού. Συγκεκριμένα:
Αναλύουμε τον αριθμό που δηλώνει την τάξη της ομάδας σε γινόμενο
παραγόντων, ακολουθώντας κάποιο κανόνα, ο οποίος εξαρτάται από τη
σύνθεση της ομάδας. Η ακολουθία των παραγόντων αυτών ονομάζεται
ακολουθία σύνθεσης της ομάδας, και κάθε παράγοντας καλείται
169
Στάθης Ασημάκης

φυλακή, ο μόνος που εκτίμησε το ταλέντο του ήταν ο


Φρανσουά Βενσάν Ρασπάϊγ, δεκαεπτά χρόνια μεγαλύτερός
του, ένας εξέχων φυσικός που ήταν και αυτός μέλος της
Εταιρίας φίλων του Λαού. Οι άλλοι συγκρατούμενοι δεν
σέβονταν τον νεαρό επαναστάτη και τον πείραζαν, πολλές
φορές μάλιστα τον καλούσαν σε διαγωνισμούς οινοποσίας
και τον έφθειραν.
Την άνοιξη του 1832 ξέσπασε επιδημία χολέρας στο
Παρίσι. Οι αρχές αποφάσισαν να απομακρύνουν τους
νέους και άρρωστους φυλακισμένους από τη φυλακή της
Sainte - Pélagie, ώστε να διασώσουν τους φυλακισμένους
από πλήρη αφανισμό.
Στους φυλακισμένους που μεταφέρθηκαν σε κλινική του
Καρτιέ Λατέν, στις 16 Μαρτίου, συμπεριλαμβανόταν και ο

παράγοντας σύνθεσης. Σε κάθε ένα από τους παράγοντες αυτούς


αντιστοιχεί μια επιλύουσα εξίσωση.
Αν ένας από τους παράγοντες είναι πρώτος αριθμός (πρώτος αριθμός
θεωρείται ο αριθμός που διαιρείται μόνο από τον εαυτό του και την
μονάδα) και μόνο στην περίπτωση αυτή η αντίστοιχη επιλύουσα είναι μια
διωνυμική εξίσωση ή μπορεί να αναχθεί σε διωνυμική εξίσωση.
Από αυτό έπεται ότι η ικανή και αναγκαία συνθήκη για να είναι
επιλύσιμη μια δοθείσα αλγεβρική εξίσωση με τη χρήση μόνο ριζικών, είναι
η ακολουθία σύνθεσης της ομάδας της να αποτελείται αποκλειστικά και
μόνο από πρώτους αριθμούς.
Π.χ. η ακολουθία σύνθεσης της ομάδας της γενικής εξίσωσης 2ου
βαθμού περιλαμβάνει μόνο τον παράγοντα 2, επομένως η εξίσωση αυτή
επιλύεται με τη χρήση ριζικών. Το ίδιο συμβαίνει και με τις εξισώσεις
τρίτου και τετάρτου βαθμού, οι ακολουθίες σύνθεση των οποίων είναι
αντίστοιχα 2, 3 και 2, 3, 2, 2.
Επειδή στην περίπτωση της γενικής εξίσωσης βαθμού n, όπου n > 4, η
ακολουθία σύνθεσης της αντίστοιχης ομάδας περιέχει τον όρο n!/2 και ο
όρος αυτός δεν είναι ποτέ πρώτος αριθμός, όταν το n > 4, δεν είναι
δυνατόν να λυθεί μια τέτοια εξίσωση με τη χρήση μόνο ριζικών. Αυτό δεν
σημαίνει ότι όλες οι εξισώσεις με n > 4 δεν επιλύονται με ριζικά. Απλώς,
δεν μπορεί να βρεθεί ένας γενικός τύπος επίλυσης (όπως για παράδειγμα
ο τύπος λύσης της δευτεροβάθμιας εξίσωσης) που να δίνει τις λύσεις μιας
τέτοιας εξίσωσης σε κάθε περίπτωση.
170
Σύμμεικτα Ι

νεαρός Galois. Μετά από ένα μήνα έληγε η ποινή του και
αφέθηκε ελεύθερος. Παρόλα αυτά αποφάσισε να μη φύγει
από την κλινική.
Στο νοσοκομείο γνώρισε τη Στεφανί(Stephanie Dumotel),
κόρη του γιατρού της κλινικής, η οποία βοηθούσε τον
πατέρας της στα συνηθισμένα του ιατρικά καθήκοντα. Αυτή
πρόσεξε τον Galois, αλλά το φλερτ δεν είχε ομαλή εξέλιξη.
Η χαρά του γρήγορα μετατράπηκε σε απελπισία, καθώς η
νεαρή κοπέλα απέρριψε τις προτάσεις του Galois. Αυτός
ελεύθερος πολίτης πλέον άρχισε να πηγαίνει στις
συναντήσεις της παράνομης Εταιρίας φίλων του Λαού. Σε
μια συνάντηση η Εταιρία αποφάσισε ότι ο μοναδικός
τρόπος για να ανατρέψουν το καθεστώς ήταν η ένοπλη
εξέγερση.
Από την έκθεση του μυστικού αστυνομικού που
βρισκόταν στη συνέλευση αυτό δεν προκύπτει καθαρά, εάν
δηλαδή η ιδέα για ένοπλη εξέγερση ήταν του Galois ή όχι.
Πάντως στις 30 Μαΐου, νωρίς μέσα στην πρωινή ομίχλη,
ένας αγρότης που περνούσε δίπλα από μια λίμνη εντόπισε,
καθ’ οδόν προς την αγορά, το σώμα ενός νεαρού άνδρα στο
έδαφος που σφάδαζε από επιθανάτιο ρόγχο. Ήταν ο
νεαρός Galois. Είχε πυροβοληθεί και είχε τραύμα στο
στομάχι του. Το πιθανότερο ήταν τραύμα από μονομαχία.
Στην Ευρώπη του 19ου αιώνα ήταν συνηθισμένες οι
μονομαχίες ως τρόπος επίλυσης διαφορών που σχετίζονταν
με γυναίκες, πολιτικά ζητήματα, προσβολές κλπ. ζητήματα.
Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Κοσέν, όπου εξέπνευσε,
αρνούμενος μάλιστα να λάβει άφεση αμαρτιών από τον
ιερέα του νοσοκομείου.
Σε επιστολές του, που έστειλε σε φίλους του την
προηγούμενη νύχτα πριν βγει για να συναντήσει το
πεπρωμένο του, έγραφε: «Σας ικετεύω πατριώτες και φίλοι
μου να μη με κατηγορήσετε που δεν πεθαίνω για την
171
Στάθης Ασημάκης

πατρίδα μου. Πεθαίνω θύμα μιας αχρείας και φιλάρεσκης


γυναίκας. Σε μια άθλια συμπλοκή, η ζωή μου χάνεται. Ω!
γιατί να πεθάνω για κάτι τόσο ασήμαντο, τόσο ποταπό;…
Πόσο θα ήθελα να είχα δώσει τη ζωή μου για το κοινό
καλό.»
Φαίνεται πιο πιθανό: η «αχρεία και φιλάρεσκη γυναίκα»
να ήταν η Στεφανί, η κόρη του γιατρού του νοσοκομείου
Κοσέν. Ο θάνατος του είναι ένα από τα πιο τραγικά
γεγονότα στην ιστορία των Μαθηματικών, διότι τη νύχτα
πριν τη μοιραία μονομαχία ο Galois την πέρασε
παλεύοντας να ζωντανέψει τη μαθηματική θεωρία του, με
την οποία δεν είχε καταφέρει να τραβήξει την προσοχή
των επιφανών Γάλλων Μαθηματικών.
Έκρινε ότι ο φίλος του, ο Σεβαλιέ, ήταν ο κατάλληλος
άνθρωπος για να μεταφέρει τις μαθηματικές ιδέες του στον
μαθηματικό κόσμο. Όλη τη νύχτα προσπαθούσε να
καταγράψει με τον πιο διαυγή τρόπο τη μαθηματική του
θεωρία, διευθετώντας και τα σημεία εκείνα, στα οποία είχε
εστιάσει ο Poisson στη σχετική αναφορά του. Καθώς, όμως,
πλησίαζε η αυγή ήταν αναγκασμένος να συντομεύσει τις
εξηγήσεις του. Σε κάποιο μάλιστα σημείο έγραψε σε
κατάσταση παραφοράς: «Λίγα ακόμα μένουν για τη
συμπλήρωση της απόδειξης αυτής. Δεν έχω χρόνο.»
Στην τελευταία αυτή επιστολή του προς τον Σεβαλιέ
τελειώνει ως εξής: «Στη ζωή μου τόλμησα συχνά να
παρουσιάσω προτάσεις σχετικά με τις οποίες δεν ήμουν
βέβαιος. Όλα όσα όμως έχω γράψει εδώ πέρα είναι
ξεκάθαρα μέσα στο κεφάλι μου εδώ και ένα έτος και δεν
θα ήταν προς το συμφέρον μου, αν άφηνα να κρέμεται από
πάνω μου η υποψία ότι αναγγέλλω θεωρήματα για τα
οποία δεν έχω καμιά πλήρη απόδειξη.
Κάνε δημόσια έκκληση στον Γιακόμπ ή τον Γκάους να
δώσουν την άποψή τους, όχι όσον αφορά την αλήθεια,
172
Σύμμεικτα Ι

αλλά τη σπουδαιότητα των θεωρημάτων αυτών. Ύστερα


από αυτό, ελπίζω να υπάρξουν κάποιοι που θα το βρουν
ωφέλιμο να βάλουν μια τάξη σε αυτή την ακαταστασία. Σε
ασπάζομαι θερμά Ε. Galois.» Λίγο μετά έφυγε για να
συναντήσει το πεπρωμένο του.
Μέσα στις εργασίες που άφησε στον Σεβαλιέ βρίσκονται
οι σπόροι μιας εντελώς νέας οπτικής σχετικά με τη
συμμετρία, μια από τις πιο θεμελιώδεις έννοιες της φύσης.
Εκπλήσσεται κανείς σήμερα για το ότι ένα τόσο νεαρό
άτομο είχε ένα τόσο δυνατό όραμα.
Τα τελευταία διακόσια(200) χρόνια, στη θεωρία της
συμμετρίας, όλα ανάγονται στις βαθύτατες μαθηματικές
συλλήψεις που υπάρχουν πίσω από τους κακογραμμένους
και βιαστικούς χαρακτήρες του Galois που αποτυπώθηκαν
βιαστικά στο χαρτί εκείνη τη μοιραία νύχτα.

***

173
Στάθης Ασημάκης

8. Karl Schwarzschild

Εικ. 14 Karl Schwarzschild

Ο Karl Schwarzschild (9 Οκτωβρίου 1873 - 11 Μαΐου 1916)


είχε εβραϊκή καταγωγή. Ο πατέρας του Moses Martin
Schwarzschild ήταν εύπορο μέλος της επιχειρηματικής
κοινότητας στη Φρανκφούρτη. Από τη μητέρα του
Henrietta Sabel, ένα ζωηρό και ζεστό πρόσωπο,
κληρονόμησε μια εξωστρεφή και ευχάριστη μορφή και από
τον πατέρα του την ικανότητα για σκληρή δουλειά.
Ήταν ο μεγαλύτερος από τα έξι παιδιά της οικογένειας,
έχοντας τέσσερα νεότερα αδέλφια και μια αδελφή. Η στενή
οικογένειά του ήταν μέρος μιας μεγαλύτερης οικογένειας
συγγενών που είχε βγάλει ανθρώπους με ενδιαφέροντα

174
Σύμμεικτα Ι

κυρίως στην τέχνη και στη μουσική. Αυτός, ωστόσο, ήταν το


πρώτο μέλος της οικογένειας που θα γινόταν επιστήμονας.
Παρακολούθησε εβραϊκό δημοτικό σχολείο στη
Φρανκφούρτη μέχρι την ηλικία των έντεκα ετών και έπειτα
μπήκε στο εκεί Γυμνάσιο. Σε αυτό το στάδιο άρχισε να
ενδιαφέρεται για την αστρονομία και δεν ξόδευε το
χαρτζιλίκι του, προκειμένου να αγοράσει υλικά, όπως τον
απαραίτητο φακό, για να κατασκευάσει ένα τηλεσκόπιο.
Ο πατέρας του Karl ήταν φίλος με τον καθηγητή J.
Epstein που είχε το δικό του ιδιωτικό αστεροσκοπείο. Η
φιλία τους είχε ξεκινήσει από το κοινό τους ενδιαφέρον για
τη μουσική. Ο καθηγητής Epstein έχει ένα γιο, τον Paul, ο
οποίος ήταν δύο χρόνια μεγαλύτερος από τον Karl. Τα δύο
αγόρια έγιναν καλοί φίλοι. Μοιράστηκαν το κοινό
ενδιαφέρον τους για την αστρονομία και ο Karl
Schwarzschild έμαθε πώς να χρησιμοποιεί ένα τηλεσκόπιο
και κάποια προηγμένα μαθηματικά από το φίλο του Paul
Epstein. Από αυτή τη φιλία του βοηθήθηκε πολύ και
έφτασε να κυριαρχεί στην Ουράνια μηχανική, πριν ακόμα
κλείσει τα δεκαέξι του χρόνια!
Τέτοια ήταν η γνώση του, ώστε μπόρεσε να γράψει τα
δύο πρώτα άρθρα του σχετικά με τη θεωρία των τροχιών
των διπλών αστέρων, ενώ ήταν ακόμα μαθητής στο
Γυμνάσιο της Φρανκφούρτης! Τα άρθρα του
δημοσιεύθηκαν στην Astronomische Nachrichten, το 1890.
Στη συνέχεια, σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του
Στρασβούργου κατά τη διάρκεια των ακαδημαϊκών ετών
1891-92 και 1892-93, όπου έμαθε την αστρονομία στην
πράξη. κατόπιν πήγε στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, όπου
έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα.
Η διατριβή του πάνω στην εφαρμογή της θεωρίας του
Poincaré, σχετικά με τη συμβολή των σταθερών
συνθέσεων των περιστρεφόμενων σωμάτων στην
175
Στάθης Ασημάκης

παλιρροιακή παραμόρφωση των φεγγαριών, καθώς και


στην προέλευση του ηλιακού συστήματος από τον Laplace,
εποπτεύτηκε από τον Hugo von Seeliger. Ο Schwarzschild
εμπνεύστηκε από τη διδασκαλία του Seeliger, και
επηρεάστηκε από αυτόν καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής
του.
Μετά την απονομή του διδακτορικού διπλώματος
διορίστηκε βοηθός στο Αστεροσκοπείο Von Kuffner στο
Ottakring, ένα προάστιο της Βιέννης. Πήρε τη θέση του
αυτή τον Οκτώβριο του 1896 και την κράτησε μέχρι τον
Ιούνιο του 1899. Στο Αστεροσκοπείο αυτό ασχολήθηκε με
τρόπους προσδιορισμού της φαινομενικής φωτεινότητας
των άστρων χρησιμοποιώντας φωτογραφικές πλάκες: «...
μια μακρά και συνεχής έρευνα, η οποία απαιτούσε μεγάλη
προσοχή και ικανότητα στις λεπτομέρειες καθώς και
διαύγεια σύλληψης.»
Έφυγε από το Παρατηρητήριο Von Kuffner τον Ιούνιο
του 1899 και έγινε Privatdozent (Λέκτορας) στο
Πανεπιστήμιο του Μονάχου, αφού υπέβαλε ως διατριβή
του την εργασία του, αναφορικά με την εκμάθηση της
τεχνικής μέτρησης των αστρικών μεγεθών: «Beiträge zur
photographischen Photometrie der Gestirne».
Αυτό το έργο τον οδήγησε να κάνει αρκετές σημαντικές
ανακαλύψεις. Πρώτα είδε ότι τα φωτογραφικά μεγέθη που
μετρούσε, διέφεραν από τα οπτικά μεγέθη που είχαν
καταγραφεί. Συνειδητοποίησε ότι η διαφορά οφείλεται στα
διαφορετικά χρώματα των αστεριών.
Επιλέγοντας 367 αστέρια για μέτρηση από το
Παρατηρητήριο Von Kuffner, περιέλαβε δύο μεταβλητά
αστέρια. Η κλίμακα αλλαγής μεγέθους, όπως μετρήθηκε με
τις φωτογραφικές μεθόδους του ήταν πολύ μεγαλύτερη
από το εύρος της αλλαγής στο οπτικό μέγεθος.
Συνειδητοποίησε σωστά ότι αυτό οφειλόταν σε μεταβολές
176
Σύμμεικτα Ι

της θερμοκρασίας της επιφάνειας του μεταβλητού αστέρα


μέσα στον κύκλο του.
Σε μια συνάντηση της Γερμανικής Αστρονομικής
Εταιρείας στη Χαϊδελβέργη, το 1900, ανέφερε την
πιθανότητα ότι ο χώρος ήταν μη Ευκλείδειος. Την ίδια
χρονιά δημοσίευσε ένα έγγραφο, δίνοντας ένα κατώτατο
όριο για την ακτίνα καμπυλότητας του χώρου ως 2.500 έτη
φωτός!
Εργάστηκε, επίσης, πάνω στα θέματα της πίεσης
ακτινοβολίας από τον ήλιο και με την παραδοχή ότι οι
ουρές των κομητών αποτελούνταν από σφαιρικά
σωματίδια που αντανακλούσαν το φως καλά, υπολόγισε το
μέγεθος των σωματιδίων στις ουρές.
Ήξερε ότι η πίεση της ακτινοβολίας έπρεπε να ξεπεράσει
τη βαρύτητα, και γνώριζε επίσης ότι τα σωματίδια δεν
διασκορπίζουν το φως. Αυτό του επέτρεψε να συμπεράνει
ότι οι διάμετροι των σωματιδίων έπρεπε να είναι μεταξύ
0,07 και 1,5 μικρών.
Από το 1901 μέχρι το 1909 ήταν εξαιρετικός καθηγητής
στο Göttingen(Γκέτινγκεν) και επίσης διευθυντής του εκεί
Αστεροσκοπείου. Στο Γκέτινγκεν συνεργάστηκε με τους
Klein, Hilbert και Minkowski. Σε λιγότερο από ένα χρόνο
είχε προαχθεί σε απλό καθηγητή. Ο Eddington γράφει: «Με
έναν άνθρωπο που τα μεγάλα ενδιαφέροντά του ήταν σε
όλους τους κλάδους των μαθηματικών και της φυσικής το
περιβάλλον του, αυτό πρέπει να του ήταν πολύ ευχάριστο.»
Την ίδια εποχή δημοσίευσε άρθρα του πάνω στην
ηλεκτροδυναμική και τη γεωμετρική οπτική. Επίσης,
διεξήγαγε μια μεγάλη έρευνα για τα αστρικά μεγέθη και
δημοσίευσε το έργο του: «Aktinometrie» (το πρώτο μέρος
το 1910 και το δεύτερο μέρος το 1912).
Το 1906 μελέτησε τη μεταφορά ενέργειας, μέσω ενός
αστέρα με ακτινοβολία και δημοσίευσε ένα σημαντικό
177
Στάθης Ασημάκης

άρθρο σχετικά με την ακτινοβολία της ατμόσφαιρας του


ήλιου. Παντρεύτηκε την Else Posenbach, την κόρη του
καθηγητή της Χειρουργικής στο Göttingen, στις 22
Οκτωβρίου 1909. Απόκτησε τρία παιδιά, την Agathe, τον
Martin που γεννήθηκε στις 31 Μαΐου 1912 και έγινε
καθηγητής αστρονομίας στο Princeton, και τον Alfred.
Μετά το γάμο του, κοντά στα τέλη του 1909, έφυγε από
το Göttingen για να αναλάβει διευθυντής στο Astrophysical
Observatory στο Potsdam. Αυτή ήταν η πιο αξιόλογη θέση
που ήταν διαθέσιμη για έναν αστρονόμο στη Γερμανία και
έφερε σε πέρας την εργασία του στη θέση αυτή με πολλή
μεγάλη επιτυχία.
Είχε την ευκαιρία να μελετήσει φωτογραφίες της
επιστροφής του κομήτη του Halley το 1910, που
πραγματοποιήθηκε, από μια αποστολή του Potsdam, στην
Τενερίφη. Είχε, επίσης, σημαντική συνεισφορά στη
φασματοσκοπία, που ήταν θέμα μείζονος ενδιαφέροντος
για εκείνη την εποχή.
Το 1913 εκλέχθηκε μέλος στην Ακαδημία του Βερολίνου.
Στην ομιλία του, έδωσε μια καλή ένδειξη της στάσης του
απέναντι στην επιστήμη. «Μαθηματικά, φυσική, χημεία,
αστρονομία, μια πορεία προς ένα κοινό μέτωπο. Όποιος
υστερεί, σέρνεται. Όποιος επιταχύνει προς τα εμπρός,
βοηθά τους άλλους. […]. Αυτή η ώθηση για το καθολικό
ενισχύθηκε από τον δάσκαλό μου Seeliger, και στη συνέχεια
καλλιεργήθηκε περαιτέρω από τον Felix Klein και ολόκληρο
τον επιστημονικό κύκλο στο Göttingen. Εκεί τρέχει το
σύνθημα ότι τα μαθηματικά, η φυσική και η αστρονομία
αποτελούν μια γνώση, η οποία, όπως και ο ελληνικός
πολιτισμός, κατανοείται μόνο ως ένα τέλειο σύνολο.»
Μετά την κήρυξη του μεγάλου πολέμου τον Αύγουστο
του 1914, κατατάχτηκε εθελοντικά για να προσφέρει
υπηρεσία. Στο Βέλγιο, του ανατέθηκε η εργασία σε ένα
178
Σύμμεικτα Ι
.
μετεωρολογικό σταθμό στη Γαλλία του ανατέθηκε, σε
μονάδα πυροβολικού, η ευθύνη του υπολογισμού των
τροχιών των ρουκετών και στη συνέχεια μετατέθηκε στη
Ρωσία.
Στη Ρωσία έγραψε δύο σημαντικότατα άρθρα σχετικά με
τη θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν και μία σχετικά με
την κβαντική θεωρία του Planck. Στο άρθρο του για την
κβαντική θεωρία εξήγησε ότι το φαινόμενο Stark, δηλαδή ο
διαχωρισμός των φασματικών γραμμών του υδρογόνου
από ένα ηλεκτρικό πεδίο, θα μπορούσε να αποδειχθεί από
τα αξιώματα της κβαντικής θεωρίας. Αυτό αποδείχθηκε
ανεξάρτητα από τον P. Epstein στο Μόναχο, σχεδόν
ταυτόχρονα.
Τα άρθρα του Schwarzschild 26 για τη σχετικότητα
έδωσαν την πρώτη ακριβή λύση των γενικών βαρυτικών

26
Στις 25 Νοεμβρίου του 1915 ο Einstein είχε επιτέλους ολοκληρώσει
τη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας και είχε οριστικοποιήσει την
περίφημη εξίσωσή του: Rμν - 1/2gμνR = - 8πGTμν που ονομάστηκε και
«Εξίσωση του Θεού», όπου Rμν είναι ο τανυστής Ρίτσι, gμν o μετρικός
τανυστής Ρίμαν, Tμν ο τανυστής ενέργειας - ορμής και G η σταθερά της
Βαρύτητας του Νεύτωνα. Με πολύ απλά λόγια οι τανυστές (tensors)
είναι γεωμετρικά αντικείμενα, που μπορούν να θεωρηθούν ως
γενικευμένα διανύσματα.
Η παραπάνω εξίσωση εξηγεί το πώς η βαρύτητα επιβάλλει την
καμπυλότητα στο χώρο. Μια εξίσωση, όμως, από μόνη της δεν παρέχει
λύσεις. Πρέπει λοιπόν να επιλυθεί. Αυτό ήταν μια πρόκληση που έθεσε
ο Einstein στον κόσμο της επιστήμης, ήταν σαν να έλεγε επιλύστε την
εξίσωσή μου και θα μάθετε για τους νόμους της φύσης. Ουσιαστικά η
επίλυση της εξίσωσης του Einstein σημαίνει την εύρεση της μετρικής
που ικανοποιεί την εξίσωση.
Μετρική ονομάζεται μια συνάρτηση d, η οποία ικανοποιεί τις
παρακάτω ιδιότητες:
d(x,y) = 0, εάν και μόνον αν x = y,
d(x,y) = d(y,x) και
d(x,y) ≤ d(x,z) + d(z,y)
179
Στάθης Ασημάκης

Η τιμή d(x,y) ονομάζεται απόσταση των x, y (μέσω της μετρικής d).


Οποιοδήποτε σύνολο εφοδιασμένο με μια μετρική ονομάζεται μετρικός
χώρος.
Η ευκλείδεια μετρική π.χ. είναι μία συνάρτηση της μορφής:

d(x,y) = �(𝑦𝑦1 − 𝑥𝑥1 )2 + (𝑦𝑦2 − 𝑥𝑥2 )2 + ⋯ (𝑦𝑦𝑛𝑛 − 𝑥𝑥𝑛𝑛 )2 = �∑𝑛𝑛𝑖𝑖=1(𝑦𝑦𝑖𝑖 − 𝑥𝑥𝑖𝑖 )2

Η συνάρτηση μετράει τη "συνήθη" (Ευκλείδεια) απόσταση μεταξύ


δύο σημείων στον επίπεδο n-διάστατο χώρο κάνοντας επανειλημμένη
χρήση του πυθαγόρειου θεωρήματος. Για δυο δισδιάστατα σημεία (x1,
y1) και (x2, y2) στο επίπεδο, η απόσταση ως γνωστόν είναι (με χρήση
του πυθαγόρειου θεωρήματος) �(𝑦𝑦1 − 𝑥𝑥1 )2 + (𝑦𝑦2 − 𝑥𝑥2 )2 .
Κάποιες λύσεις της εξίσωσης του Einstein οδήγησαν στην
ανακάλυψη φαινομένων, όπως τα βαρυτικά κύματα (η ύπαρξη των
οποίων επιβεβαιώθηκε τελευταία με το αμερικανικό πείραμα LIGO και
οδήγησε σε βράβευση Νομπέλ), το φαινόμενο συστροφής του
χωρόχρονου κλπ. Αλλά η πρώτη λύση της εξίσωσης Einstein (εκτός από
τις απλές, τετριμμένες δικές του λύσεις που οδήγησαν στη μετατόπιση
προς το ερυθρό και την καμπύλωση του φωτός) δόθηκε από τον
επιστρατευμένο Karl Schwarzschild στα χαρακώματα του Α΄
Παγκόσμιου πολέμου, στο ρωσικό μέτωπο, όπως αναφέρουμε και
παρακάτω. Εκεί, αντιμέτωπος με τους Ρώσους στρατιώτες, διάβασε τη
μελέτη του Einstein και τις εξισώσεις του, τις οποίες έλυσε και
ταχυδρόμησε τις λύσεις του στον Einstein στο Βερολίνο!
Η λύση αυτή περιγράφει το βαρυτικό πεδίο έξω από μια σφαιρική
μάζα, και είναι μια χρήσιμη προσέγγιση για την περιγραφή των αργά
περιστρεφόμενων αστρονομικών αντικειμένων, όπως είναι πολλά
αστέρια και πλανήτες, συμπεριλαμβανομένης της Γης και του Ήλιου.
Οι πεδιακές εξισώσεις Einstein είναι μη γραμμικές και γι’ αυτό ήταν
πολύ δύσκολο να επιλυθούν. Ο Einstein χρησιμοποίησε προσεγγιστικές
μεθόδους στον υπολογισμό των αρχικών προβλέψεων της θεωρίας του,
αλλά ήταν ο Karl Schwarzschild που βρήκε την πρώτη μη τετριμμένη
ακριβή λύση των εξισώσεων του Einstein και αυτή οδήγησε στην
επονομαζόμενη μετρική Schwarzschild. Η λύση αυτή έθεσε τα θεμέλια
για την περιγραφή των τελικών σταδίων της βαρυτικής κατάρρευσης
ενός αστέρα και της δημιουργίας των μαύρων τρυπών.
180
Σύμμεικτα Ι

εξισώσεων του Αϊνστάιν, οδηγώντας στην κατανόηση της


γεωμετρίας του χώρου κοντά σε μια μάζα σημείων. Όταν
έστειλε το πρώτο άρθρο του στον Αϊνστάιν, αυτός του
απάντησε: «Δεν περίμενα ότι κάποιος θα μπορούσε να
διατυπώσει την ακριβή λύση του προβλήματος με έναν
τόσο απλό τρόπο.»
Το έργο του, που παρουσιάστηκε σε αυτά τα δύο άρθρα,
αποτέλεσε τη βάση για μια μετέπειτα μελέτη των μαύρων
οπών, δείχνοντας ότι τα σώματα με αρκετά μεγάλη μάζα θα
είχαν ταχύτητα διαφυγής μεγαλύτερη από την ταχύτητα
του φωτός και έτσι δεν μπορούσαν να είναι ορατά. Ωστόσο,
ο ίδιος καθιστούσε σαφές ότι η θεωρητική λύση είναι
φυσικά χωρίς νόημα, κάνοντας επίσης σαφές ότι δεν
πίστευε στη φυσική πραγματικότητα των μαύρων οπών.
Αρρώστησε στη Ρωσία από μια σπάνια φριχτή
αυτοάνοση ασθένεια που ονομάζεται pemphigus. Για τα
άτομα με αυτή την ασθένεια, το ανοσοποιητικό σύστημά
τους αντιμετωπίζει τα κύτταρα στο δέρμα ως κάτι ξένο και
επιτίθεται σε αυτά προκαλώντας οδυνηρές πληγές. Στην

Ειδικότερα, με τη λύση του αυτή ο Schwarzschild αποκάλυψε το


όριο πέρα από το οποίο η βαρύτητα θριαμβεύει πάνω στις άλλες
φυσικές δυνάμεις δημιουργώντας μια μαύρη τρύπα. Σήμερα, αυτό το
όριο το ονομάζουμε ακτίνα Schwarzschild. Η ακτίνα Schwarzschild είναι
το απόλυτο όριο: Δεν μπορούμε να λάβουμε πληροφορίες από τη
μαύρη τρύπα που βρίσκεται μέσα σε αυτήν. Είναι σαν να έχει αποκοπεί
ένα τμήμα του σύμπαντος μας.
Η ακτίνα Schwarzschild για τη Γη είναι 8,7mm, για τον πλανήτη Δία
2,2m και για τον Ήλιο 3 Κm. Αρχικά, οι μαύρες τρύπες ήταν απλώς μια
θεωρητική δυνατότητα, όχι μια φυσική πραγματικότητα. Αργότερα,
στον εικοστό αιώνα, αποδείχθηκε ότι οποιοδήποτε αστέρι με μάζα
μεγαλύτερη από είκοσι(20) φορές μεγαλύτερη από εκείνη του Ήλιου,
τελικά θα καταρρεύσει και θα γίνει μια μαύρη τρύπα.

181
Στάθης Ασημάκης

εποχή του δεν υπήρχε κάποια θεραπεία και, αφού


αναχώρησε για το σπίτι το Μάρτιο του 1916, πέθανε δύο
μήνες αργότερα.
Ο μεγάλος φυσικός Eddington έγραψε: «Το ευρύ φάσμα
των συνεισφορών του στη γνώση, τον τοποθετεί δίπλα στον
Poincaré, αλλά η προσφορά του Schwarzschild ήταν πιο
πρακτική και βοήθησε τόσο στο σχεδιασμό των
πειραματικών μεθόδων όσο και στη θεωρία.[...]. Η χαρά
του ήταν να περιπλανιέται απεριόριστα πάνω από τα τοπία
της γνώσης και, όπως ένας ηγέτης ανταρτών, εκτελούσε τις
επιθέσεις του εκεί που ήταν οι λιγότερο αναμενόμενες.»
Από τη στιγμή που πέθανε σε ηλικία 42 ετών δεν
προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι παρά το ύψος των
επιτευγμάτων του, έλαβε σχετικά λίγες διακρίσεις κατά τη
διάρκεια της ζωής του. Ωστόσο, εξελέγη στην Επιστημονική
Εταιρεία του Γκέτινγκεν το 1905, στη Βασιλική Αστρονομική
Εταιρεία του Λονδίνου στις 11 Ιουνίου 1909 και στη
Γερμανική Ακαδημία Επιστημών το 1913. Επίσης, τιμήθηκε
μεταθανάτια με την απόδοση του ονόματός του σε ένα
αστεροσκοπείο, το οποίο ιδρύθηκε το 1960 στο
Tautenburg, ως συνδεδεμένο Ινστιτούτο της Γερμανικής
Ακαδημίας Επιστημών. Έγραψαν, τότε, ότι ήταν ο
μεγαλύτερος Γερμανός αστρονόμος των τελευταίων εκατό
ετών.
Μετά την επανένωση της Γερμανίας, το Ινστιτούτο της
Γερμανικής Ακαδημίας αναδιοργανώθηκε το 1992 και
μετονομάστηκε σε «Thüringer Landessternwarte» Karl
Schwarzschild «Tautenburg». Επίσης, η Γερμανική
Αστρονομική Εταιρεία προκήρυξε προς τιμήν του, το 1959,
ένα μετάλλιο Karl Schwarzschild.
***

182
Σύμμεικτα Ι

9. Alan Turing

Εικ. 15 Alan Turing

H σύλληψη του Alan Turing στην κοιλιά της μητέρας του


έγινε το φθινόπωρο του 1911 στην πόλη Τσατραπούρ,
κοντά στο Μαντράς, στη νότια Ινδία, αποικία τότε της
Μεγάλης Βρετανίας, όπου ο πατέρας του ήταν μέλος της
τοπικής διοικητικής μηχανής. Επειδή αυτός ήθελε να
γεννηθεί ο γιός του στην Αγγλία, επέστρεψαν στο
Paddington του Λονδίνου, όπου στις 23 Ιουνίου 1912
γεννήθηκε ο Alan.
Οι γονείς του, λίγο αργότερα, ξαναγύρισαν στην Ινδία,
αφήνοντας το μικρό Alan στα χέρια νταντάδων και φίλων

183
Στάθης Ασημάκης

μέχρι να μεγαλώσει, με την προοπτική να μπει αργότερα


οικότροφος σε σχολείο.
Πολύ νωρίς παρουσίασε τα σημάδια της μεγαλοφυΐας
του, που επρόκειτο να επιδείξει αργότερα. Λέγεται ότι
διδάχθηκε να διαβάζει σε μόλις τρεις εβδομάδες και
παρουσίαζε μεγάλη οικειότητα με τους αριθμούς και τους
γρίφους.
Οι γονείς του τον έγραψαν στο St. Michael, ένα
ημερήσιο σχολείο, όταν ήταν έξι ετών. Η διευθύντρια
αναγνώρισε εξ αρχής τη μεγαλοφυΐα του, όπως και πολλοί
από τους εκπαιδευτικούς του. Ο δυναμισμός του φάνηκε
από νωρίς, όταν δηλαδή σε ηλικία 14 ετών, πήγε στο
σχολείο Sherborne, στο Ντόρσετ, ως εσώκλειστος.
Η πρώτη σχολική μέρα συνέπεσε με μια γενική απεργία
στην Αγγλία και έτσι αυτός διέσχισε μόνος του μια
απόσταση εκατό (100) περίπου χιλιομέτρων από το
Σαουθάμπτον μέχρι το σχολείο του, οδηγώντας το
ποδήλατό του και αφού ενδιάμεσα σταμάτησε σε ένα
πανδοχείο για να περάσει την νύχτα του - ένας άθλος που
αναφέρθηκε και στον τοπικό τύπο της εποχής.
Γρήγορα απόκτησε τη φήμη του ντροπαλού και αδέξιου
αγοριού, που όλες οι ικανότητές του είχαν να κάνουν με
επιστημονικά θέματα. Σκοπός του σχολείου Sherborne,
όμως, ήταν να κάνει τα αγόρια ολοκληρωμένους άντρες,
ικανούς να διοικούν τα διάφορα μέρη της Βρετανικής
Αυτοκρατορίας.
Έτσι, η φυσική κλίση του προς τα μαθηματικά και την
επιστήμη δεν ήταν ικανή να κερδίσει το σεβασμό των
δασκάλων του στο Sherborne, ένα διάσημο και ακριβό
δημόσιο σχολείο, το οποίο έδινε περισσότερη έμφαση
στους κλασικούς, παρά στα μαθηματικά και τις φυσικές
επιστήμες.

184
Σύμμεικτα Ι

Ο διευθυντής του έγραψε στους γονείς του: «Εάν


πρόκειται να μείνει στο δημόσιο σχολείο, πρέπει να
στοχεύσει να γίνει μορφωμένος. Εάν πρόκειται να γίνει
απλώς επιστημονικός ειδικός, σπαταλά το χρόνο του σε ένα
δημόσιο σχολείο».
Παρά το γεγονός αυτό, συνέχισε να παρουσιάζει
αξιοπρόσεκτες δυνατότητες στις επιστήμες που αγαπούσε,
λύνοντας προηγμένα προβλήματα του 1927, χωρίς ακόμη
να έχει μελετήσει καλά-καλά το στοιχειώδη μαθηματικό
λογισμό.
Το 1928, σε ηλικία δέκα έξι ετών, μελέτησε την εργασία
του Αϊνστάιν και όχι μόνο την κατάλαβε, αλλά επεξέτεινε τα
ερωτήματα του Αϊνστάιν για τους νόμους του Νεύτωνα,
αναφορικά με την κίνηση, σε ένα κείμενο όμως που δεν
δημοσιεύθηκε.
Ο μοναδικός πραγματικός φίλος του στο Sherborne ήταν
ο Christopher Morcom που κι αυτός ενδιαφερόταν για τις
φυσικές επιστήμες. Μαζί συζητούσαν τα τελευταία
επιστημονικά νέα και έκαναν τα δικά τους πειράματα. Η
σχέση αυτή διέγειρε την επιστημονική περιέργεια του
Turing, αλλά το πιο σημαντικό ήταν ότι ο Christopher
Morcom ασκούσε πάνω του βαθιά συναισθηματική
επίδραση.
Όταν την Πέμπτη, 13 Φεβρουαρίου 1930, ο φίλος του
Morcom πέθανε ξαφνικά από περιπλοκές της βοοειδούς
φυματίωσης από την οποία έπασχε, μετά από κατανάλωση
μολυσμένου γάλακτος αγελάδας, ο Alan συγκλονίστηκε
από την απώλεια αυτή. Ο μόνος τρόπος για να συμφιλιωθεί
με την ιδέα του θανάτου του φίλου του ήταν να εστιάσει
αποκλειστικά το ενδιαφέρον του στις επιστημονικές του
σπουδές.
Λόγω της απροθυμίας του να εργαστεί σκληρά στις
κλασικές σπουδές απέτυχε να κερδίσει μια υποτροφία στο
185
Στάθης Ασημάκης

κολέγιο Trinity του Καίμπριτζ και πήγε στο κολέγιο της


δεύτερης επιλογής του, στο King's College του Καίμπριτζ,
όπου ήταν προπτυχιακός φοιτητής από το 1931 μέχρι το
1934, αποφοιτώντας με άριστα στα Μαθηματικά.
Το 1935 και σε ηλικία μόλις 22 ετών εκλέχτηκε μέλος του
King's College χάρη σε κάποια διατριβή του. Η μεγάλη του
συνεισφορά ήταν η εργασία του που έχει το όνομά του:
«μηχανή Turing» 27.
27
Η ακριβής διατύπωση της έννοιας του αλγόριθμου στα μαθηματικά
έγινε στον 20ο αιώνα, αν και ειδικές περιπτώσεις αλγορίθμων ήταν ήδη
γνωστές από την αρχαιότητα. Από όλες τις περιγραφές της έννοιας του
αλγόριθμου η πιο άμεση και πειστική, είναι γνωστή ως μηχανή Turing.
O Turing χρησιμοποίησε αυτή την έννοια στην προσπάθειά του να
καταπιαστεί μ’ ένα πρόβλημα που καλύπτει μια μεγάλη περιοχή των
μαθηματικών, που τέθηκε για πρώτη φορά από το σπουδαίο
μαθηματικό David Hillbert, το 1900, σε παγκόσμιο συνέδριο, δηλαδή το
θέμα ύπαρξης μιας γενικής αλγοριθμικής διαδικασίας που να λύνει
μαθηματικά ερωτήματα.
Αναλυτικότερα, έθεσε το ερώτημα: «υπάρχει κάποια γενική
μηχανική διαδικασία που θα μπορούσε, κατ’ αρχήν, να επιλύσει όλα τα
μαθηματικά προβλήματα (που ανήκουν σε κάποια σαφώς ορισμένη
κατηγορία) το ένα κατόπιν του άλλου;»
Τη μηχανή Turing, που αλλιώς λέγεται Λογική Υπολογιστική
Μηχανή, μπορούμε να τη φανταστούμε: «ως ένα μαθηματικό
εξιδανικευμένο υπολογιστή. Μια τέτοια μηχανή εκτελεί τις
δραστηριότητές της με μια βήμα προς βήμα διαδικασία, στην οποία
κάθε βήμα καθορίζεται απόλυτα από τη φύση κάποιων συμβόλων
πάνω σε μια «ταινία» που η μηχανή εξετάζει κάθε χρονική στιγμή, και
από την «εσωτερική κατάσταση» της μηχανής.
Οι διάφορες επιτρεπτές εσωτερικές καταστάσεις είναι
πεπερασμένου πλήθους, και ο συνολικός αριθμός των συμβόλων πάνω
στην ταινία πρέπει επίσης να είναι πεπερασμένες - παρά το γεγονός ότι
η ίδια η ταινία μπορεί να είναι απείρου μήκους. Η μηχανή ξεκινά από
μια συγκεκριμένη κατάσταση, για παράδειγμα από την κατάσταση «0»
και οι εντολές δίνονται στην ταινία με τη μορφή δυαδικών αριθμών
(στο δυαδικό σύστημα αρίθμησης κάθε αριθμός απεικονίζεται ως μια
ακολουθία από τα σύμβολα - ψηφία: «0» και «1»).
186
Σύμμεικτα Ι

Στη συνέχεια, αρχίζει να διαβάζει τις εντολές αυτές, μετατοπίζοντας


την ταινία (ή ισοδύναμα, μετακινούμενη η ίδια κατά μήκος της ταινίας)
κατά τρόπο σύμφωνο με τις βήμα προς βήμα εσωτερικές της
διαδικασίες, και καθορισμένο σε κάθε στάδιο από την εσωτερική της
κατάσταση και το συγκεκριμένο ψηφίο που τυχαίνει να εξετάζει.
Η μηχανή είναι σε θέση, χρησιμοποιώντας τις διαδικασίες αυτές, να
σβήσει κάποια σύμβολα ή να δημιουργήσει καινούργια. Συνεχίζει με
τον τρόπο αυτό μέχρις ότου συναντήσει τη συγκεκριμένη εντολή STOP -
στο σημείο αυτό (και μόνο) εμφανίζεται στην ταινία το αποτέλεσμα του
υπολογισμού που πραγματοποιήθηκε και η δραστηριότητα της μηχανής
σταματά γα λίγο. Η μηχανή είναι τότε έτοιμη να πραγματοποιήσει τον
επόμενο υπολογισμό.»
Τα επιχειρήματα του Turing βρήκαν πρόσθετη στήριξη από το
γεγονός ότι ο Αμερικανός λογικολόγος Alonzo Church, στην προσπάθειά
του να λύσει το ζήτημα που έθεσε ο Hilbert είχε διατυπώσει το
«Λογισμό λάμδα», ένα μηχανικό σύστημα, όχι τόσο κατανοητό, όσο
αυτό του Turing, αλλά με πλεονέκτημα στη μαθηματική του δομή.
Το γεγονός αυτό ισχυροποίησε την άποψη που έγινε γνωστή ως
«Θέση Church-Turing», σύμφωνα με την οποία η έννοια της μηχανής
Τuring στην πραγματικότητα ορίζει αυτό που εννοούμε στα
μαθηματικά, όταν λέμε αλγοριθμική ή ενεργό ή αναδρομική ή μηχανική
διαδικασία.
Σήμερα που οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές μεγάλης ταχύτητας
αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας, λίγοι άνθρωποι
αισθάνονται την ανάγκη ν’ αμφισβητήσουν αυτή τη θέση στην αρχική
μορφή της. Το ερώτημα πλέον είναι το εξής: «κατά πόσον τα
πραγματικά φυσικά συστήματα που περιλαμβάνουν και τους
ανθρώπινους εγκεφάλους, τα οποία υπόκεινται σε αυστηρούς
φυσικούς νόμους είναι σε θέση να εκτελέσουν μικρότερο, μεγαλύτερο
ή τον ίδιο ακριβώς αριθμό λογικών πράξεων με όλες εκείνες που
εκτελούν οι μηχανές Τuring;»
Το ερώτημα του κατά πόσο σταματά μια συγκεκριμένη μηχανή
Τuring αποτελεί ένα τμήμα των μαθηματικών πολύ καλά ορισμένο.
Έτσι, με το να δείξει ότι δεν υπάρχει αλγόριθμος που να απαντά στο
ερώτημα, αν σταματούν οι μηχανές Τuring, έδειξε ότι δεν υπάρχει
καθολικός αλγόριθμος που να επιλύει τα μαθηματικά προβλήματα. Το
ζήτημα, λοιπόν, που έθεσε ο μεγάλος μαθηματικός Hilbert δεν έχει
λύση!
187
Στάθης Ασημάκης

Mε την εργασία του αυτή εφοδίασε τον μαθηματικό


υπολογισμό με στέρεη θεωρητική βάση, εμπλουτίζοντας
τον υπολογιστή με δυνατότητες που ως τότε ήταν
αδιανόητες. Το γεγονός ότι οι θεωρίες του βρίσκονταν
μπροστά από το τεχνικά εφικτό, στον τομέα των
υπολογιστών, δεν τον πτοούσε καθόλου. Το μόνο, άλλωστε,
που επιζητούσε ήταν η αναγνώριση μέσα από τη
μαθηματική κοινότητα.
Το μεγαλύτερο διάστημα από το 1937 έως και το 1938
το ξόδεψε στο πανεπιστήμιο Πρίνστον, όπου σπούδασε
υπό την επίβλεψη του Alonzo Church. Το 1938 έλαβε το
διδακτορικό του από το Πρίνστον και η διατριβή του
εισήγαγε την έννοια του υπερ - υπολογισμού
(hypercomputation).
Την ίδια χρονιά θεώρησε υποχρέωσή του να δει την
ταινία: «Η Χιονάτη και οι επτά νάνοι» που περιλάμβανε
την αξιομνημόνευτη σκηνή, όπου η Κακιά Μάγισσα
εμβαπτίζει ένα μήλο σε δηλητήριο. Μετά το έργο αυτό, οι
συνάδελφοί του τον άκουγαν να επαναλαμβάνει, συνεχώς,
το μακάβριο ξόρκι: «Βούτα το μήλο στο ζουμί, άσε το
θάνατο στον ύπνο να συρθεί».
Το 1939 γύρισε πίσω στην Αγγλία και παραβρέθηκε, στο
Καίμπριτζ, στις διαλέξεις του φιλόσοφου Λούντβιχ
Βίτγκενσταϊν για τα θεμέλια των μαθηματικών. Οι δυο τους
διαφώνησαν, με τον Τuring να υποστηρίζει τον φορμαλισμό
και τον Βίτγκενσταϊν να υποστηρίζει ότι τα μαθηματικά
υπερεκτιμούνται και δεν ανακαλύπτουν καμία απολύτως
αλήθεια.
Την ίδια χρονιά η ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία
διακόπηκε απότομα, διότι λόγω του επερχόμενου μεγάλου
πολέμου ήταν σημαντικός παράγοντας και πολύ αναγκαίο
το να καταφέρουν να αποκρυπτογραφήσουν οι Βρετανοί τα
γερμανικά μηνύματα.
188
Σύμμεικτα Ι

Η Κυβερνητική Σχολή Κωδίκων και Προγραμμάτων τον


κάλεσε να γίνει κρυπτογράφος στο Μπλίτσλεϊ και έτσι στις
4 Σεπτεμβρίου του 1939, την επομένη δηλαδή της κήρυξης
του πολέμου κατά της Γερμανίας, μετακόμισε από τη χλιδή
της αυλής του Καίμπριτζ στο πανδοχείο του Στέμματος, στο
Σένλεϊ Μπρουκ Εντ. Εκεί οι κρυπταναλυτές επικέντρωναν
τις προσπάθειές τους στο να επιλύσουν τα προβλήματα
που προέκυπταν.
Η εργασία τού Τuring κρατήθηκε μυστική μέχρι τη
δεκαετία του '70. Οι στενοί φίλοι του ακόμα και οι γονείς
του δεν ήξεραν με τι ασχολιόταν. Μια φορά είχε πει στη
μητέρα του ότι απλώς συμμετείχε σε μια μορφή
στρατιωτικής έρευνας, αλλά δεν τις είχε αποκαλύψει
λεπτομέρειες. Αυτός, λοιπόν, ήταν που συνέβαλε
αποφασιστικά με διάφορες μαθηματικές ιδέες του στο να
επιτευχθεί η αποκρυπτογράφηση μηνυμάτων των
γερμανικών συσκευών Enigma και Lorenz SZ 40/42.
Με το που έφτασε στο Μπλίτσλεϊ Πάρκ εστίασε αμέσως
το ενδιαφέρον του στο τι θα συνέβαινε, αν οι Γερμανοί
στρατιωτικοί άλλαζαν το σύστημα με το οποίο
αντάλλασσαν τα μηνύματα - κλειδιά. Όταν αντιλήφθηκε ότι
εκεί συσσωρευόταν μια τεράστια βιβλιοθήκη από
αποκρυπτογραφημένα μηνύματα, παρατήρησε πολύ
γρήγορα ότι πολλά από αυτά ακολουθούσαν μια αυστηρή
δομή.
Μελετώντας, λοιπόν, τα παλιά αποκρυπτογραφημένα
μηνύματα πίστευε ότι μπορούσε ενίοτε να προβλέπει ένα
μέρος του περιεχομένου ενός μη αποκρυπτογραφημένου
μηνύματος, στηριζόμενος στο χρόνο αποστολής και στην
πηγή προέλευσής του. Έτσι, σταδιακά οδηγήθηκε στο
σωστό δρόμο για την επίτευξη του μεγάλου στόχου της
αποκρυπτογράφησης των γερμανικών μηνυμάτων.

189
Στάθης Ασημάκης

Στη συνέχεια, συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν απαραίτητο


να εξεταστούν όλοι οι πιθανοί συνδυασμοί για να σπάσουν
τους κωδικούς της μηχανής Enigma. Απέδειξε ότι ήταν
δυνατό να εξετάσει τις σωστές τοποθετήσεις των
διακοπτών (περίπου ένα εκατομμύριο συνδυασμοί), χωρίς
να πρέπει να εξεταστούν οι τοποθετήσεις του πίνακα
συνδέσεων (περίπου 157 εκατομμύρια συνδυασμοί!). Ο
Τuring εφηύρε επίσης την τεχνική Banburismus, για να
βοηθήσει στο σπάσιμο της γερμανικής κρυπτογραφικής
συσκευής Enigma.
Έχει υποστηριχθεί ότι τα επιτεύγματα στο Μπλίτσλεϊ
Πάρκ ήταν αποφασιστικός παράγοντας στη νίκη των
Συμμάχων εναντίον των Γερμανών ή τουλάχιστον οι
κρυπταναλυτές του Μπλίτσλεϊ Πάρκ συντόμευσαν πολύ
σημαντικά τη διάρκεια του πολέμου. Στην τελευταία
περίοδο του πολέμου, ανέλαβε με τον μηχανικό Donald
Bayley το σχέδιο μιας φορητής μηχανής με κωδικό Delilah,
για να επιτρέψει τις ασφαλείς μεταδόσεις φωνής.
Το 1945 ο πόλεμος πέρασε, και αυτός προσλήφθηκε στο
Εθνικό Φυσικό Εργαστήριο (NPL), στο Λονδίνο, για να
δημιουργήσει ένα ηλεκτρονικό υπολογιστή. Ο σχεδιασμός
του για τη μηχανή αυτόματου υπολογισμού (ACE) ήταν η
πρώτη πλήρης προδιαγραφή ψηφιακού ηλεκτρονικού
υπολογιστή με αποθηκευμένο πρόγραμμα.
Αν είχε κατασκευαστεί το ACE του Turing, όπως αυτός το
σχεδίαζε, θα είχε πολύ περισσότερη μνήμη από
οποιονδήποτε από τους άλλους πρώιμους υπολογιστές, και
θα ήταν πιο γρήγορος. Ωστόσο, οι συνάδελφοί του στο NPL
είχαν διαφορετική αντίληψη για τις δυσκολίες ενός τέτοιου
εγχειρήματος, και έτσι κατασκευάστηκε πολύ μικρότερο
μηχάνημα, το πιλοτικό μοντέλο ACE (1950).
Το Εθνικό Φυσικό Εργαστήριο (NPL) έχασε τον αγώνα
για την κατασκευή του πρώτου ψηφιακού ηλεκτρονικού
190
Σύμμεικτα Ι

υπολογιστή με αποθηκευμένο πρόγραμμα, στον κόσμο -


μια τιμή που έλαβε το αντίστοιχο εργαστήριο του
Πανεπιστήμιου του Μάντσεστερ, τον Ιούνιο του 1948.
Απογοητευμένος από τις καθυστερήσεις στο Εθνικό Φυσικό
Εργαστήριο (NPL), ανέλαβε τη θέση του αναπληρωτή
διευθυντή του εργαστηρίου του Μάντσεστερ. Εξάλλου, οι
θεωρίες του είχαν βασική επιρροή στο σχέδιο του
Μάντσεστερ από την αρχή.
Μετά την άφιξή του στο Μάντσεστερ, οι κύριες
συμβολές του στην ανάπτυξη του υπολογιστή ήταν να
σχεδιάσει ένα σύστημα εισόδου-εξόδου χρησιμοποιώντας
την τεχνολογία Bletchley Park και να σχεδιάσει το σύστημα
προγραμματισμού του. Έγραψε, μάλιστα, και το πρώτο
εγχειρίδιο προγραμματισμού, καθώς και το σύστημα
προγραμματισμού, το οποίο χρησιμοποιήθηκε στο Ferranti
Mark I, που ήταν ο πρώτος ηλεκτρονικός υπολογιστής, ο
οποίος κυκλοφόρησε στην αγορά (1951).
Ο Τuring υπήρξε ιδρυτής της τεχνητής νοημοσύνης και
της σύγχρονης γνωσιακής επιστήμης και ήταν ο πρώτος
που διατύπωσε την υπόθεση ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος
είναι σε μεγάλο βαθμό μια ψηφιακή μηχανή υπολογιστών.
Θεωρούσε ότι ο φλοιός του ανθρώπινου εγκεφάλου κατά
τη γέννηση είναι μια "ανοργάνωτη μηχανή" που μέσω της
"εκπαίδευσης" γίνεται τελικώς οργανωμένη. Πρότεινε (το
1950) αυτό που είναι γνωστό ως δοκιμή Turing, ένα
κριτήριο, δηλαδή, για το αν είναι ο τεχνητός υπολογισμός,
σκέψη.
Εξελέγη μέλος της Βασιλικής Εταιρείας του Λονδίνου τον
Μάρτιο του 1951, μια μεγάλη τιμή, όμως η ζωή του έμελλε
στη συνέχεια να είναι πάρα πολύ σκληρή - τραγική. Τον
Μάρτιο του 1952 καταδικάστηκε για την ομοφυλοφιλία
του, έγκλημα στη Βρετανία την εποχή εκείνη - και
καταδικάστηκε σε 12 μήνες ορμονικής «θεραπείας». Από
191
Στάθης Ασημάκης

το 1951 εργάστηκε σε αυτό που είναι τώρα γνωστό ως


τεχνητή ζωή. Δημοσίευσε το 1952 τη "Χημική Βάση της
Μορφογένεσης", περιγράφοντας πτυχές της έρευνάς του
σχετικά με την ανάπτυξη της μορφής και του σχεδίου στους
ζώντες οργανισμούς.
Χρησιμοποίησε τον υπολογιστή Ferranti Mark I του
Μάντσεστερ, για να μοντελοποιήσει τον υποθετικό χημικό
του μηχανισμό για την παραγωγή ανατομικής δομής σε ζώα
και φυτά. Μετά από αυτό το πρωτοποριακό του έργο, στις
7 Ιουνίου του 1954, βρέθηκε νεκρός στο κρεβάτι του,
δηλητηριασμένος από μήλο εμποτισμένο με κυανιούχο
άλας, που βρέθηκε δίπλα του, με ένα δηλαδή τρόπο που
είχε πολλά χρόνια πριν δει, στην ταινία: «Η Χιονάτη και οι
επτά νάνοι»(!), όπως αναφέραμε πιο πάνω.
Η επίσημη ετυμηγορία για το θάνατό του ήταν
αυτοκτονία, και δεν δόθηκε κανένα κίνητρο για έρευνα. Ο
θάνατός του συχνά αποδίδεται στην ορμονική «θεραπεία»
που έλαβε μετά την καταδίκη του για ομοφυλοφιλία.
Ωστόσο, πέθανε περισσότερο από ένα χρόνο μετά την
ολοκλήρωση των δόσεων των ορμονών.
Η έρευνα του θανάτου του δεν έφερε, επίσης, κανένα
στοιχείο που να δείχνει ότι σκόπευε να αφαιρέσει ο ίδιος
τη δική του ζωή, ούτε ότι η ισορροπία του μυαλού του ήταν
διαταραγμένη, όπως ισχυρίστηκε ο αρμόδιος εισαγγελέας.
Στην πραγματικότητα, η ψυχική του κατάσταση φαίνεται
να ήταν εντυπωσιακή την εποχή εκείνη. Ούτε μπορεί,
επίσης, να αποκλειστεί η δολοφονία του από τις βρετανικές
μυστικές υπηρεσίες, δεδομένου ότι ήξερε τόσα πολλά για
την κρυπτανάλυση σε μια εποχή που οι ομοφυλόφιλοι
θεωρούνταν απειλή για την εθνική ασφάλεια της χώρας.
Μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα, η δίωξη του Τuring για
το ότι ήταν ομοφυλόφιλος δεν είχε αποκαλυφθεί. Το 2009,
ο Βρετανός πρωθυπουργός Γκόρντον Μπράουν, μιλώντας
192
Σύμμεικτα Ι

εξ ονόματος της βρετανικής κυβέρνησης, ζήτησε δημόσια


συγνώμη για την «άδικη» μεταχείριση του Τuring.
Τέσσερα(4) χρόνια αργότερα, το 2013, η βασίλισσα
Ελισάβετ Β΄ χορήγησε στον Τuring, μετά θάνατο, βασιλική
χάρη!
***

193
Στάθης Ασημάκης

Βιβλιογραφία
1.Umberto Eco, Riccardo Fedriga (επιστημονική επιμέλεια),
«Ιστορία της Φιλοσοφίας»:
Tόμος 2: «Από τους Ελληνιστικούς χρόνους στον Άγιο
Αυγουστίνο», («Σεβερίνος Βοήθιος» του Κλαούντιο Φιόκι, «Ο
Βοήθιος και η μουσική των αφαιρών» της Σεσίλια Πάντι και
«Ένας οδηγός για καταπιεσμένους, “Η Παρηγορία της
Φιλοσοφίας”» του Ρενάτο Ντε Φιλίπις).
Τόμος 4: «Από το Μακιαβέλι στους Εγκυκλοπαιδιστές»
(«Ο Τόμας Μορ και η Ουτοπία» του Λούκα Πιντσόλο και
«Τομάζο Καμπανέλα» της Tζερμάνα Ερνστ). Έκδοση «Το
Βήμα», Αθήνα 2018.
2.Nigel Wurburton, «Μικρή Ιστορία της Φιλοσοφίας».
3.Αναστάσιος Γ. Μαράς, Δρ. Θεολογίας, Βιβλιογραφία
Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Θεσσαλονίκης, «Χριστιανική
Γραμματεία ΙI Κείμενα και σημειώσεις», Πρόγραμμα Ιερατικών
Σπουδών.
4.Κωνσταντίνα Αγ. Σαμοθράκη, «Υπόστασις ή ουσίωσις; Μία
κατὰ λέξιν αντιπαραβολὴ της Εισαγωγής (ή Περὶ πέντε
φωνῶν) του Πορφυρίου με την λατινική της μετάφραση απὸ
τὸν Βοήθιο», Διπλωματικὴ εργασία Μεταπτυχιακού
Προγράμματος Σπουδών Τμήματος Θεολογίας, Γνωστικὸ
αντικείμενο: Ιστορία της Φιλοσοφίας.
Επιβλέπων καθηγητής: Λάμπρος Χρ. Σιάσος, Αριστοτέλειο
Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεολογική Σχολή, Θεσσαλονίκη
2011.
5.J. J. O' Connor and E. F. Robertson, Jean - Victor Poncelet
Biography (Article), School of Mathematics and Statistics.
University of St Andrews, Scotland, 2008.

194
Σύμμεικτα Ι

6.J. J. O' Connor and E. F. Robertson, Évariste Galois Biography


(Article), School of Mathematics and Statistics. University of St
Andrews, Scotland, 1996.
7.Γεώργιος Κασαπίδης, «Από το θεώρημα του Πάππου στην
Προβολική Γεωμετρία», Δράμα 2016.
8. «Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικό Λεξικόν “Ηλίου”», Τόμοι Ζ΄ ,
Κ΄ & ΚΒ΄.
9.Marcus du Sautoy, «Θεωρία Ομάδων. Ο Μαθηματικός, η
Συμμετρία και το Τέρας.», Εκδόσεις «Τραυλός», Αθήνα 2009.
10.Θεοδώρα Θεοχάρη - Αποστολίδη, «Εισαγωγή στη Θεωρία
Ομάδων», Ελληνικά Ακαδημαϊκά Ηλεκτρονικά Συγγράμματα,
w.w.w.kallipos.gr, 2015.
11.Νικόλαος Κ. Αρτεμιάδης, «Ιστορία των Μαθηματικών»,
Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 2000.
12.P. J. Davis - R. Hersh, «Η Μαθηματική εμπειρία», Εκδόσεις
«Τροχαλία».
13.Γεώργιος Κασαπίδης, «Εισαγωγή στη θεωρία Galois».
14.Αmir D. Aczel, «Η εξίσωση του Θεού. Ο Αϊνστάιν, η
Σχετικότητα και το Διαστελλόμενο Σύμπαν», Εκδόσεις
«Ενάλιος», 2007.
15. J. J. O' Connor and E. F. Robertson, «Karl Schwarzschild
Biography» (Article), School of Mathematics and Statistics.
University of St Andrews, Scotland, 2003.
16.Encyclopaedia Britannica, «Thomas More, English
humanist and statesman», written By: Germain P.
Marc'hadour.
17.Jeff Matthews «Tommaso Campanella», May 2012,
«Naples Life, Death & Miracles».
18.Παναγιώτης Κανελλόπουλος, «Ιστορία του Ευρωπαϊκού
πνεύματος», τόμος 6, εκδόσεις: «Το Βήμα, Βιβλιοθήκη» .
19.Roger Penrose, «Ο νέος αυτοκράτορας» (Νοημοσύνη,
Τεχνητή Νοημοσύνη, Νόμοι της Φυσικής και Υπολογιστές),
Εκδόσεις Γκοβόστη.

195
Στάθης Ασημάκης

20.Roger Penrose, «Σκιές του Νου», Εκδόσεις Γκοβόστη.


21.Andrea Piatesi, «Ο Σενέκας και ο λατινικός στωικισμός»,
«Αρχαία Ρώμη» (Φιλοσοφία, Μυθολογία και θρησκεία),
Μέρος Α΄, τόμος 3, Επιστημονική επιμέλεια Ουμπέρτο Έκο.
22.Simon Singh, «Κώδικες και μυστικά», εκδόσεις «Π.
Τραυλός», Αθήνα 2003.
23.w.w.w. Encyclopaedia Britannica, «Alan Τuring». Written
by: B. J. Copeland.
24. Umberto Eco(επιστημονική επιμέλεια), «Αρχαία Ρώμη:
Φιλοσοφία, μυθολογία και θρησκεία Μέρος Α΄», Έκδοση «Το
Βήμα», Αθήνα 2019.
[Τόμος 3ος : «Σεβερίνος Βοήθιος», Claudio Fiocchi.
Τόμος 5ος : «Graecia Capta δημιουργία συλλογών και
λεηλασία», Giuseppe Pucci.
Τόμος 6ος : «Ο Κικέρων μεταξύ ρητορικής και πολιτικής», του
Mario Lentano, και «Πέρσιος και Λουκανός», της Silvia Azzara.
Τόμος 7ος : «Αρχιμήδης μαθηματικός, φυσικός, αστρονόμος»,
του Paolo Del Santo.
25. Εγκυκλοπαίδεια «Δομή», «Μπρούνο Τζορντάνο», τόμος
20ο.
26. Παν. Δ. Λαδόπουλος, «Προβολική Γεωμετρία» (Τόμος Α΄,
Αθήνα 1971.
27. w.w.w. J. J. O'Connor and E F Robertson Last Update June
1998, School of Mathematics and Statistics University of St
Andrews, Scotland, «Niels Henrik Abel».
28. w.w.w. Encyclopædia Britannica, «Niels Henrik Abel,
Νορβηγός μαθηματικός».
29. w.w.w. Vigyan Prasar, «Abel Niels Henrik The Greatest
Norwegian Mathematician».

***

196
Σύμμεικτα Ι

ΙΙΙ. Ο Γ. Σεφέρης
(μέσα από τις «Μέρες» του)

197
Στάθης Ασημάκης

Εικ. 16 Ο ποιητής Γ. Σεφέρης

198
Σύμμεικτα Ι

Πρόλογος

Αναφορικά με τον Γ. Σεφέρη ήξερα μέχρι τώρα, δυστυχώς,


πολύ λίγα πράγματα. Δεν είχα διαβάσει κάποιο έργο του,
ποιητικό ή πεζό.
Στα πρώτα γυμνασιακά μου χρόνια είχα ακούσει για τη
.
βράβευσή του με το βραβείο Νομπέλ λίγο καιρό αργότερα
τραγούδησα, όπως εξάλλου και όλοι οι νέοι της εποχής
μου, την επιτυχία: «Στο περιγιάλι το κρυφό», το γνωστό
μελοποιημένο του ποίημα.
Φοιτητής, στα χρόνια της δικτατορίας των Απριλιανών
και συγκεκριμένα το έτος 1969, άκουσα για τη δήλωση -
παρέμβασή του εναντίον της χούντας, που έκανε τότε
ζωηρή αίσθηση. Δυο χρόνια αργότερα, ο θάνατός του είχε
φέρει μεγάλη συγκίνηση και η κηδεία του, λόγω του
μεγάλου πλήθους που συμμετείχε σ’ αυτή, μετατράπηκε σε
έντονη αντιδικτατορική διαμαρτυρία.
Μετά την πτώση του χουντικού καθεστώτος έτυχε να
διαβάσω το ποίημά του: «Ἐπί ἀσπαλάθων» και λίγα χρόνια
αργότερα τον τόμο: «Αφιέρωμα στο Γ. Σεφέρη», της «Νέας
Εστίας». Έκτοτε, ουδέν έτερον. Τον είχα απλώς αποδεχτεί
ως μεγάλο ποιητή, λόγω της βράβευσής του με το βραβείο
Νομπέλ, χωρίς να γνωρίζω ουσιαστικά το έργο του.
Ευτυχώς, θα έλεγα, που στα νιάτα μου δεν διάβασα
κάτι περισσότερο για τον ίδιο και την ποίησή του, διότι
διαφορετικά δεν θα ασχολιόμουν με τον Γ. Σεφέρη στα
ώριμα χρόνια μου, όπως έτυχε να συμβεί τώρα τελευταία.
199
Στάθης Ασημάκης

Η αργοπορημένη «συνάντησή» μου με τον μεγάλο αυτό


ποιητή έγινε εντελώς τυχαία, όταν κάποια μέρα μέσω
ταχυδρομείου, στις 20/2/2019, έλαβα από τον εκλεκτό
φίλο μου κ. Γεώργιο Ευστρατιάδη (εφέτη επί τιμή), ως
δώρο, τους δυο πρώτους τόμους από τις: «Μέρες» του Γ.
Σεφέρη, δηλαδή: «Μέρες Α΄» (16 Φεβρουαρίου 1925 - 17
Αυγούστου 1931) και «Μέρες Β΄» (24 Αυγούστου 1931 - 12
Φεβρουαρίου 1934).
Το διάβασμα των δυο αυτών τόμων μού προξένησε
εντύπωση, διότι μέσα από τις πρώτες ημερολογιακές του
καταγραφές, διέκρινα την ωριμότητα και στοχαστικότητα
του νεαρού, τότε, ποιητή Γ. Σεφέρη. Συγκεκριμένα, οι εν
λόγω καταγραφές που περιέχονται στους παραπάνω
τόμους έγιναν, όταν ο ποιητής βρισκόταν στην ηλικία των
25 έως και 34 χρόνων. Κατάλαβα, έτσι, αμέσως το λόγο,
για τον οποίο κέρδισε στα χρόνια της ωριμότητάς του το
μεγάλο βραβείο Λογοτεχνίας από τη Σουηδική Ακαδημία.
Χωρίς άργητες αγόρασα και τα υπόλοιπα τεύχη και
άρχισα τη μελέτη τους. Εντυπωσιάστηκα από την
προσωπικότητά του, τον πολυκύμαντο βίο του, τις σκέψεις
και απόψεις του για ποικίλα θέματα, την οξεία
παρατηρητικότητά του και την ισχυρή του προαίσθηση,
που φαίνεται δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιας έμφυτης
ικανότητάς του, αλλά μάλλον προϊόν ευφυούς
παρατήρησης και επιτυχούς συσχέτισης γεγονότων, όπως
αυτά εξελίσσονταν στον ελληνικό καθώς και στον
παγκόσμιο χώρο.
***
Όταν είχα πια ολοκληρώσει τις «Μέρες» του, σκέφτηκα ότι
θα ήταν καλό να προσεγγίσει κάποιος την προσωπικότητά
του, μέσα από τα καθημερινά του ίχνη που μας άφησε στο
συναρπαστικό αυτό έργο, και μάλιστα δομημένο μέσα σε

200
Σύμμεικτα Ι

ένα εξαιρετικά μεγάλο χρονικό διάστημα, το οποίο


καλύπτει τέσσερες(4) περίπου δεκαετίες!
Θα πρέπει, επίσης, να σημειώσω ότι μέσα από τις
«Μέρες» του προκύπτει ότι ο Γ. Σεφέρης:
α)Σε ηλικία 35 χρόνων είχε επισκεφτεί το χωριό μου, την
Αράχοβα, στο δρόμο του για Δελφούς, όπου έφαγε και
κοιμήθηκε στο σπίτι κάποιου Αραχοβίτη βοσκού.
β)Είχε επισκεφτεί, γοητευμένος από το δελφικό τοπίο,
αρκετές φορές τους Δελφούς, ακόμα και στα ώριμα χρόνια
του.
γ)Είχε ανέβει στο αρχαίο σπήλαιο του Παρνασσού, το
Κωρύκιον Άντρον, το Σαρανταύλι όπως το λένε στο χωριό
μου. Σημείωσε μάλιστα στο ημερολόγιό του, την Κυριακή
13 Αυγούστου 1961 («Μέρες Η΄», σελίδα 170):
«Στο Κωρύκιον Άντρο ξεκινήσαμε 5.15΄πρωί με
μουλάρι.[…]. Το ανέβασμα του Σαρανταυλιού ως το
στόμιο του άντρου δύσκολο[…]. Το Κωρύκιο κρύο μέσα
με σταλαγμίτες και σταλακτίτες […]. Οι επιγραφές στην
πέτρα δεξιά στον εισερχόμενο υπάρχουν. Σκέπτεται
κανείς το Διόνυσο σ’ αυτά τα μέρη και τις Βάκχες, αλλά
το τοπίο δε μιλά όπως οι Δελφοί - γιατί; […].»
δ)Είχε διασχίσει τον Παρνασσό κάνοντας τη διαδρομή:
Αράχοβα - Λιβάδι (Αραχοβίτικα Καλύβια) που σήμερα είναι
διάσημο χειμερινό θέρετρο) - Αγόριανη (Πάνω - Κάτω), την
οποία και απόλαυσε μέσα από τα έλατα του Παρνασσού.
Έγραψε στο ημερολόγιό του, την Τρίτη 15 Αυγούστου 1961
(«Μέρες Η΄», σελίδα 173):
«Γυρίσαμε από δρόμο (χωματόδρομο - δασικό)
Αράχωβα, Αγόριανη (Πάνω και Κάτω) περνώντας από
Καλύβια κοντά στα πόδια του Σαρανταυλιού. Όμορφος
δρόμος μέσα στα έλατα.»

201
202
Στάθης Ασημάκης

Κρισσαίος Κόλπος
Εικ.17 (Σκίτσο του Γ. Σεφέρη από το ξενοδοχείο: «Αμαλία» των Δελφών, το 1961).
Σύμμεικτα Ι

Τέλος, όπως προκύπτει από τη βιογραφία του, ο Γ.


Σεφέρης άφησε το μάταιο τούτο κόσμο στις 20
Σεπτεμβρίου (ημέρα της ονομαστικής μου γιορτής), του
1971.
Δεν κρύβω ότι όλα αυτά μου προξένησαν μια ιδιότυπη
σύνδεση με τον ποιητή και με ώθησαν στο να επιχειρήσω
τη διερεύνηση της προσωπικότητάς του, δυστυχώς, μόνο
μέσα από τις ημερολογιακές του καταγραφές, δεδομένου
ότι δεν έχω την απαραίτητη ποιητική παιδεία και δεν
διαθέτω τα κατάλληλα φιλολογικά εργαλεία, για να
πλησιάσω το ποιητικό του έργο απ’ όπου θα μπορούσα,
ίσως, να ανιχνεύσω ακόμα βαθύτερα τον ψυχισμό του.
Ως εκ τούτου, το παρόν πόνημα δεν αποτελεί παρά μια
αδρή προσέγγιση του σεφερικού χαρακτήρα και, βεβαίως,
ένα κίνητρο για να ασχοληθούν άλλοι, πιο ειδικοί, με αυτόν
τον σημαντικό Έλληνα που σημάδεψε ανεξίτηλα τα
ελληνικά γράμματα και την παγκόσμια λογοτεχνία, με τη
βράβευσή του από τη Σουηδική Ακαδημία Επιστημών.

Στάθης Ασημάκης
28/3/2020, Βύρωνας

203
Στάθης Ασημάκης

Επισκοπώντας τις «Μέρες»


του Γ. Σεφέρη

1. Γενικά

Οι ημερολογιακές καταγραφές του Γ. Σεφέρη, που


συνθέτουν το σπουδαίο του έργο: «Μέρες» σε οκτώ(8)
μέχρι σήμερα τόμους και καλύπτουν χρονικό διάστημα από
τις 16 Φεβρουαρίου 1925 έως και τις 16 Δεκέμβρη 1963,
είναι πολύ σημαντικές.
Σημαντικές, όχι μόνο για να κατανοήσουμε την
προσωπικότητα του ποιητή και, εν μέρει, το ποιητικό ή
πεζό έργο του, αλλά και για να πληροφορηθούμε, έστω και
ακροθιγώς, για σημαντικά γεγονότα που βίωσε o ίδιος σε
κρίσιμες ιστορικές περιόδους.
Πρόκειται, δηλαδή, για γεγονότα:
i)πριν την έκρηξη του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου,
ii)του έπους του ’40,
iii)της εξόριστης κυβέρνησης Καΐρου,
iv)των Δεκεμβριανών και του Εμφύλιου, και τέλος
v)του Κυπριακού (συμφωνίες Λονδίνου και Ζυρίχης).
Το σημαντικό είναι ότι τα υπόψη γεγονότα βίωσε, όχι
ως ένας απλός πολίτης και ποιητής - συγγραφέας, αλλά ως
έμπειρος διπλωμάτης, και μάλιστα σε κάποια από αυτά τα
γεγονότα, όπως π.χ. το Κυπριακό, συμμετείχε ενεργά στη
διαμόρφωσή τους μέσα από τη διπλωματική του θέση.

204
Σύμμεικτα Ι

Επίσης, ο αναγνώστης πληροφορείται για περιστατικά


από τη γνωριμία και επαφή του, αφενός με διάσημους
ξένους διανοουμένους (π.χ. Henry Miller, T.S.Eliot, André
Zide, Paul Elyar) και αφετέρου με τους πιο σημαντικούς
Έλληνες συγγραφείς της εποχής του (π.χ. Αγγ. Σικελιανό, Ν.
Καζαντζάκη, Γ. Θεοτοκά, Οδ. Ελύτη).
Η τήρηση του ημερολογίου του ξεκίνησε στα χρόνια της
νεότητάς του ως καταφυγή στις δυσκολίες της ζωής του,
στη συνέχεια απλώθηκε και σε άλλα θέματα που κέντριζαν
το ενδιαφέρον του και τον απασχολούσαν ιδιαίτερα, όχι
βεβαίως με τρόπο συστηματικό.
.
Απόφευγε, πάντως, να γράφει με λογοτεχνικό ύφος
ουσιαστικά έκανε άσκηση γραφής, τόσο απαραίτητη για
την ποίησή του. Το σκεπτικό του για τις ημερολογιακές του
σημειώσεις και γενικά για την τήρηση ημερολογίου
εξάγεται καθαρά από τις παρακάτω καταγραφές του.
• Την(Τρίτη), 7 Σεπτέμβρη 1926 («Μέρες Β΄», σελίδα 76):
«Γράφω, όπως ανοίγει κανείς τις φλέβες του. Γράφω
για ν’ αναβάλω μιαν ομολογία κάθε γραφή πρέπει να
ήταν για μένα κάτι σαν την αναστολή μιας ποινής.»
• Την Κυριακή, 3 Μάρτη 1940 («Μέρες Γ΄», σελίδα 178):
«Προσπαθώ να του εξηγήσω την αντίθετη άποψη, που
.
είναι η δική μου πως ημερολόγιο δεν είναι διόλου όλες
οι στιγμές μας, μήτε η πεμπτουσία της ζωής μας, αλλά
το σημάδι, σχεδόν τυχαίο, μιας οποιασδήποτε στιγμής,
κάθε τόσο, και όχι πάντα της σπουδαιότερης.
Προσπαθώ να του πω πως κάνοντας έτσι, δε γράφει
ημερολόγιο, αλλά λογοτεχνία.»
• Το Σάββατο, 4 Ιουνίου 1949: («Μέρες Ε΄», σελίδα 135):
«Δεκαπέντε μέρες τώρα ξανάπιασα το ξεκαθάρισμα
και την αντιγραφή του ημερολογίου από το 1925 ως το
205
Στάθης Ασημάκης

τέλος του ’47.[…]. Όμως και στα περασμένα, σε πολύ


πιο ζωντανούς καιρούς, μου έτυχε συχνά να σκεφτώ
πως έπρεπε κάποτε ν’ αποφασίσω να την κάνω ή να τα
κάψω αυτά τα σημειωματάρια. Δεν αφέθηκα στην
.
άρνηση δε μ’ αρέσει ν’ αποκηρύχνω τον εαυτό μου ή να
.
τον κρύβω δεν πιστεύω πως με απωθήσεις μπορεί να
φτάσει κανείς πουθενά.[…].
Σημειώνω ότι δεν πρόκειται για εξομολογήσεις,
μήτε για προσπάθεια να υπογραμμίσω τα πιο αξιόλογα.
Μπορεί το ημερολόγιο να έχει κάποια συμμετοχή σ’
αυτά, όπως κι ο εαυτός μου συμμετέχει σε ό,τι ζω.
Αλλά δεν έχει, ούτε καν την έφεση προς την
πληρότητα. Είναι, το πολύ, τα ίχνη που αφήνει κανείς
καθώς διαβαίνει […] ίχνη από λίγες στιγμές που δεν
.
είναι πάντα οι πιο σημαντικές, αλλά οι πιο εύκαιρες
εκείνες που έλαχαν. Έτσι υπάρχουν, πολλά και μεγάλα
χάσματα.»
• Την Κυριακή, 5 Ιουνίου 1949 («Μέρες Ε΄», σελίδα 136 -
137):«Δεν φανταζόμουν τόσο επίπονο αυτόν το γυρισμό
στο ημερολόγιο, που γράφονταν μόνο για να κρατήσω
τη συνήθεια της πένας (κυρίως στα βαριά χρόνια της
δημόσιας υπηρεσίας) και για να θυμάμαι τους
δασκάλους μου. Στα νιάτα μου είχα τη ροπή να
σημειώνω τις στενάχωρες στιγμές. Ίσως να είναι
πρόοδος που τώρα λυπούμαι παρατηρώντας πως η
διαστολή της χαράς δε μ’ έσπρωχνε εύκολα προς το
χαρτί.»

206
Σύμμεικτα Ι

Οι «Μέρες» του είναι η “σοφίτα” του στο πνευματικό


του οικοδόμημα, την οποία συνεχώς διαμορφώνει και
ταυτόχρονα λειτουργεί. Ανεβαίνει και διαμένει εκεί, όταν
δεν απασχολείται στους ποιητικούς και λοιπούς
συγγραφικούς του χώρους.
Είναι το μέρος, όπου μπορεί να καταφεύγει, για να
στοχάζεται ελεύθερα, να αναπολεί, να δοκιμάζει
εκφραστικές και ποιητικές φόρμες, να κάνει αισθητικές
κρίσεις, να καταγράφει «ἐν τῷ γεννᾶσθαι» ταξιδιωτικές
εντυπώσεις, να επικοινωνεί επιστολικά και να σχολιάζει
ποικιλοτρόπως ό,τι εμπίπτει στην αντίληψή του, είτε από
το χώρο της επαγγελματικής του εργασίας, είτε από
συναναστροφές του με ομοτέχνους του, αλλά και με
απλούς ανθρώπους.
Παραπέμπει σε ατελιέ ζωγράφου, με ανάκατα και
ποικίλα υλικά, αλλά τόσο χρήσιμα στον ίδιο τον ποιητή,
κυρίως όμως στους αναγνώστες, γιατί μέσα από αυτά, που
είναι τα ίχνη του, φτιάχνουμε νοερά τους δικούς μας
πίνακες για ενδιαφέρουσες και κρίσιμες εποχές και για
σημαντικά πρόσωπα μέσα σ’ ένα μακρύ χρονικό διάστημα
διάρκειας σαράντα(40) περίπου χρόνων!
Κυρίως, όμως, λαμβάνουμε με αυτόν τον τρόπο πολλά
στοιχεία για να μπορέσουμε να ιχνηλατήσουμε την
προσωπικότητα του Γ. Σεφέρη και εντέλει να εμβαθύνουμε
καλύτερα στο έργο του.

***

207
Στάθης Ασημάκης

2. «Γκρο πλάν»

Ο Γ. Σεφέρης ήταν, πράγματι, στοχαστικός από τα νιάτα


του, όχι με ένα τρόπο, που το κάνουν συνήθως οι
περισσότεροι νέοι, δηλαδή επιδερμικό και θεατρινίστικο,
αλλά με ένα τρόπο που στοχάζονται οι άνθρωποι, όταν
φτάνουν σε ώριμη ηλικία, ας πούμε των πενήντα(50)
χρόνων! Δηλαδή με διαφορά φάσης μιας γενιάς! Για του
λόγου το αληθές, ο 25άρης Σεφέρης ενδεικτικά γράφει:
• Την Κυριακή, 2 Αυγούστου 1925 («Μέρες Α΄», σελίδα
9):«Η ευαισθησία, για να είναι χρήσιμη, πρέπει να
συντροφεύεται από ανάλογη δύναμη. Μια χώρα που
έχει ανθρώπους που πασκίζουν για την αρετή είναι
πολιτισμένη».
• Την Κυριακή, 23 Αυγούστου 1925 («Μέρες Α΄», σελίδα
11):«Κράτησε έναν κατάλογο από τις ανοησίες που
κυκλοφορούν στην Ελλάδα. Πρόσεξε τον επιδερμισμό
των ανθρώπων, την αμάθεια τους, την κακεντρέχειά
τους, την ασυνειδησία τους. Οι διανοούμενοί μας
καταβροχθίζουν την τέχνη, όπως οι κατσίκες την
πρασινάδα. Η τέχνη δεν αγγίζει παρά τα πεπτικά τους
όργανα. Κι αν βάζουν τις φωνές, είναι γιατί έχουν
κοιλόπονο.»
• Την Πέμπτη, 10 Σεπτέμβρη 1925 («Μέρες Α΄», σελίδα
17):«Να περιγράφεις ο,τιδήποτε, χωρίς καμιά

208
Σύμμεικτα Ι

.
λογοτεχνική υστεροβουλία όσο μπορείς πιο συχνά.
Δοκίμασε να γράψεις ένα μυθιστόρημα για ν’
αναμετρήσεις τις δυνάμεις σου. Μη ξεχνάς την
κοινότυπη αλήθεια πως ένας καλλιτέχνης είναι πάντα
και χειροτέχνης. Πρέπει ν’ ασκείται χωρίς διακοπή,
χωρίς αδυναμίες. Πρέπει να κατακτήσει το υλικό του.»
• Την Παρασκευή, 2 Οκτώβρη 1925 («Μέρες Α΄», σελίδα
20): «Ο άνθρωπος είναι πάντα διπλός: εκείνος που
πράττει κι εκείνος που βλέπει τον εαυτό του να
.
πράττει εκείνος που υποφέρει, κι εκείνος που βλέπει
.
τον εαυτό του να υποφέρει εκείνος που αισθάνεται, κι
εκείνος που παρατηρεί τον εαυτό του να αισθάνεται.
Όταν λέω εγώ, τι εννοώ, το εγώ μου Α ή Β; Κι αυτό
δείχνει πως είναι σχεδόν αδύνατο να είναι κανείς
ειλικρινής.»
• Την Τετάρτη, 7 Οκτώβρη 1925 («Μέρες Α΄», σελίδα 21):
«Διάβασα διάφορες θεωρίες για τoν ελληνικό
πολιτισμό, το σημερινό. Οι άνθρωποι αυτοί είναι
μαινόμενοι. Δεν ξέρουν τι θα πει ταπεινή δουλειά.
Χάνουνται σε φιλοσοφικά παραγεμίσματα και νομίζουν
.
πως είναι σπουδαίοι. Δεν μπορώ να τους υποφέρω
είναι απάνθρωποι.»
• Την Πέμπτη, 10 Δεκέμβρη 1925 («Μέρες Α΄», σελίδα
24):«Το αρσενικό της μέλισσας ζει μόνο για να
.
γονιμοποιήσει η μοίρα του είναι αυτός ο σκοπός. Και
.
για τους αληθινούς τεχνίτες, η ίδια μοίρα ό,τι και να
.
κάνουν, δεν μπορούν να της ξεφύγουν όπου και να
πάνε, όποιο δρόμο κι αν πάρουν, μπορούν να χαλάσουν
209
Στάθης Ασημάκης

τον εαυτό τους, αλλά δεν την αλλάζουν ούτε μια


τρίχα.»
• Την Παρασκευή, 1 Γενάρη 1926 («Μέρες Α΄», σελίδα
39): «Το ποίημα που απαιτεί τη συγκίνηση της φωνής
εκείνου που το απαγγέλνει δεν είναι και πολύ
σπουδαίο. Το καλό ποίημα πρέπει να περιέχει τη
.
φωνητική του έκφραση δεν πρέπει ν’ αφήνει
περιθώριο για φωνητική ερμηνεία. Ο πιο φρόνιμος
τρόπος να πεις ένα ποίημα είναι να το αρθρώσεις
καθαρά.» Και τέλος:
• Την Κυριακή, 3 Γενάρη 1926 («Μέρες Α΄», σελίδα 40):
«Στην Ελλάδα υπάρχουν οι δυο ράτσες: η ράτσα του
Σωκράτη και η ράτσα του Άνυτου, του Μέλητου και
.
του Λύκωνα. Η πρώτη κάνει τα μεγαλείο του τόπου
και η δεύτερη το ίδιο κάνει αρνητικά. Όσο υπάρχει η
πρώτη, χρειάζεται λοιπόν και η δεύτερη. Αλλά τώρα η
πρώτη χάθηκε ολότελα, και πάει.»
***
Από τις «Μέρες» προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο ποιητής
Σεφέρης είναι και βαθύς στοχαστής, όχι με τη φιλοσοφική
έννοια, αλλά με την πολιτική και την κοινωνική έννοια.
Εξάλλου, η ποίηση πρέπει να έχει ως βασικό της συστατικό
τον ηνίοχο στοχασμό, διαφορετικά τα άλογα - συναίσθημα,
μπορούν να εκτρέψουν και να ρίξουν το ποιητικό άρμα στο
κενό.
O στοχασμός του Γ. Σεφέρη βρίσκεται, πράγματι, «εν
περισσεία» σε σχέση με τα συναισθήματα και τους
εσωτερικούς του κραδασμούς. Πρώτα και κύρια παρατηρεί
με οξεία ματιά, στοχάζεται και αφού κρίνει μέσα του και
μάλιστα πολλές φορές σε βαθμό επίκρισης, στη συνέχεια

210
Σύμμεικτα Ι

με εργαλείο τη στιχουργική του δεξιότητα τα μεταπλάθει


και τα μετουσιώνει σε ποιητικές εικόνες. Η αντίθεσή του
στο υπερβολικό συναίσθημα και στα πολλά λόγια που
σπρώχνουν το ποιητικό έργο στο κενό, φαίνεται από τις
παρακάτω καταγραφές.
• Τη Δευτέρα, 29 Απρίλη 1940 («Μέρες Γ΄», σελίδα 190):
«Ποιητής, για τους περισσότερους σημαίνει άνθρωπο
στο περιθώριο της ζωής, στα σύννεφα, όπως λένε, και
που έχει στη διάθεσή του έναν ακατάσχετο
καταρράχτη λέξεων. Πόσο δύσκολα, κάποτε, μιλά ο
ποιητής, δεν το καταλαβαίνουν. Βλέπουνε μόνο ένα
φουσκωμένο εγώ και δεν υποψιάζουνται πόση άρνηση
του εγώ, απεναντίας, χρειάζεται για να φτάσει κανείς
στην παραδοχή που σου επιτρέπει να φτιάξεις ένα
ποίημα.»
• Το Σάββατο, 31 Αυγούστου 1940 («Μέρες Γ΄», σελίδα
230):«Ο Σικελιανός έχει αφιερώσει στον Κατσίμπαλη
ένα ποίημα που το λέει “Haute actualite”. Του ’στειλε
από τη Φτέρη το χειρόγραφο σε κολοσσιαίο σχήμα,
γραμμένο με το μολύβι, γράμματα χοντρά σαν
κατσαρίδες. Το διάβασα μια φορά μόνο. Μου φάνηκε
.
απέραντο, σπρωγμένο για να πει κάτι με το στανιό μια
περιγραφή που δεν είναι κακή στη μέση. Αλλά για
όνομα Θεού, αυτός ο λυρισμός γορίλα, στο τέλος, που
θέλει όλα να τα καταβροχθίσει. Κάποτε υπάρχει κάτι
τρομερά εξωτερικό σ' αυτό τον άνθρωπο. Κι όμως έχει
γράψει την «Ιερά οδό».»
• Την Πέμπτη, 12 Σεπτέμβρη 1940 («Μέρες Γ΄», σελίδα
239): «Ο Θεοτοκάς μου δάνεισε την «Οδύσεια» (μ’ ένα

211
Στάθης Ασημάκης

σίγμα) του Καζαντζάκη. Πήγα καθώς βράδιαζε να την


πάρω από το θυρωρό. Σήκωνα 33.333 στίχους με τα
χοντρά τους στοιχεία, αυτό το υπέρογκο σχήμα. Ποτέ
η ποίηση δε μου στάθηκε τόσο βαριά. Σπαρτιατική
μονέδα, φτιαγμένη για να κυκλοφορεί δύσκολα.»
Αυτό που εντυπωσιάζει είναι ότι πολλές φορές με τη
σκέψη του ο ποιητής προηγείται της εποχής του. Οι κεραίες
του συλλαμβάνουν ζητήματα και προβλήματα, τα οποία θα
εμφανιστούν στην κοινωνία, όχι μόνο την ελληνική, αλλά
και τη παγκόσμια, πολλά χρόνια αργότερα.
Είναι, πράγματι, αξιοθαύμαστο το γεγονός ότι σε
γράμμα του προς την αδελφή του, το Σεπτέμβρη του 1922,
όταν έχει πια συντελεστεί η Μικρασιατική καταστροφή, της
«προφητεύει» όχι ως εικασία, αλλά ως βεβαιότητα τον
επερχόμενο Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Της γράφει,
συγκεκριμένα: «Ο καινούργιος ευρωπαϊκός πόλεμος
που μουγκρίζει από ώρα σε ώρα και φτάνει».
Την άποψή του για τον επερχόμενο αυτό πόλεμο την
καταγράφει και στο ημερολόγιό του, αργότερα, πάλι με
βεβαιότητα και συγκεκριμένα:
• Την(Παρασκευή) 6 Σεπτέμβρη 1935(«Μέρες Γ΄», σελίδα
28): «Γενιά θυσιασμένη. Γενιά που έχει τη νιότη της
ακουμπισμένη σ’ έναν πόλεμο [εννοεί τον Α΄ Παγκόσμιο
πόλεμο]. Που προσμένει έναν άλλο πόλεμο για την
ώριμή της ηλικία [εννοεί τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο].»
• Την Κυριακή, 2 Ιουνίου Βελιγράδι 1940(«Μέρες Γ΄»,
σελίδα 200): «Στο τραπέζι κουβέντα για τον πόλεμο,
όπως κάθε στιγμή που μιλάμε. Καθένας προσπαθεί να
κρίνει τα γεγονότα και δεν κρίνει τίποτε άλλο από τον
εαυτό του.[…]. Δεν καταλαβαίνουν πως η ανθρωπότητα

212
Σύμμεικτα Ι

έχει βάλει μπρος μια μηχανή που κανένας σε λίγο δε


θα μπορεί να την κυβερνήσει.»
• Τη Δευτέρα, 8 Ιουλίου 1940(«Μέρες Γ΄», σελίδες 208 -
209):«Κάθε μέρα γυρίζουμε στο σπίτι μας για να
θάψουμε ένα νεκρό: μια σκέψη, ένα αίσθημα. Σε λίγο δε
θα ’χουμε τίποτε άλλο να κάνουμε παρά να κοιτάζουμε
πώς να βρούμε το ταΐνι μας, σαν τα σκυλιά και σαν τις
γάτες, με μόνη τη διαφορά, το χειρότερο, πως θα
κουβαλούμε μαζί μας τα υπολείμματα των ανθρώπων
που ήμασταν.»
• Την Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 1944 («Μέρες Δ΄», σελίδα
371):«Μαύρη μέρα. Από την αυγή ο αλληλοσπαραγμός.
Τα προαισθήματά μου και οι βραχνάδες, εδώ και
δυόμισι χρόνια, βγαίνουν αληθινά. Ξύπνησα κατά τις
05.00΄από βαριούς αραιούς κρότους: όλμοι ή
χειροβομβίδες. Άνοιξα το παράθυρό μου, που βλέπει
προς την Ακρόπολη. Πάνω στον ουρανό που χάραζε,
βόλια βυσσινιά από τ’ αριστερά προς τα δεξιά.»
• Την Κυριακή, 16 Αυγούστου, Πύλος, 1959 («Μέρες Ζ΄»,
σελίδα 121):«Σε τούτο το ταξίδι βρήκα περισσότερο
από άλλοτε στην Ελλάδα ρηχά τα νερά. Γιατί; όταν
σκέπτομαι πως αυτά που σκέπτομαι τώρα τα έχω
σκεφτεί και γράψει πριν από 20 - 25 χρόνια.»
• Την Πέμπτη, 28 Ιουνίου, Βράδυ 1960 («Μέρες Ζ΄»,
σελίδα 229):«Πρέπει να βιαστούμε να ιδούμε ό,τι
.
προφτάσουμε από την Ελλάδα σε λίγο θα τα έχουν
κάνει όλα carte postale.»
• Tην Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου, Καμένα Βούρλα,
ξενοδοχείο Γαλήνη 1962 («Μέρες Η΄», σελίδα 279): «Έτσι

213
Στάθης Ασημάκης

62 χρονώ σήμερα είμαι πάλι στην Ελλάδα,


προσπαθώντας να ξαναρχίσω. Ο τόπος τα Κ.Β. 28 είναι
όμορφος-τόσο όμορφος που απαλύνει τις μικρομιζέριες
του ανθρώπου, θα μπορούσε να δώσει και
ενθουσιασμό, όμως οι εγκάτοικοι; Ψιλικατζήδες - θέλω
να πω η κοινωνία, αυτή που σχηματίστηκε όσο έλειπα
(τόσα χρόνια, από την αρχή του ’48) - από την άλλη
μερικοί απλοί άνθρωποι που τους προσέχω πάντα,
χειροποίητοι ακόμη, που επιζούν σ’ αυτή την Ελλάδα
της Κοινής Αγοράς - που πάει να γίνει Ελλαδίξ.»
Έχει ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι ο Γ. Σεφέρης δεν
εισήλθε ποτέ στο χώρο του μυθιστορήματος. Το μοναδικό
ολοκληρωμένο μυθιστόρημά του είναι αυτό που έγραψε με
τίτλο: «Έξι νύχτες στην Ακρόπολη» και εκδόθηκε, μετά το
θάνατό του, το 1974.
Επίσης, άφησε ημιτελές, και εκδόθηκε, μετά το θάνατό
του, το 2007, ένα άλλο μυθιστόρημα με τίτλο: «Βαρνάβας
Καλοστέφανος», την ιδέα του οποίου είχε συλλάβει, όταν
είχε επισκεφτεί την Κύπρο και θα αποτελούσε, ουσιαστικά,
ένα μυθιστορηματικό χρονικό της Κύπρου.
Σημείωσε στο ημερολόγιό του («Μέρες Στ΄») κάποια
μέρα του Γενάρη του 1955: «Το ζήτημα είναι πρόσωπα.
Βαρνάβας που παλεύει να βγει από το τέλμα και
βυθίζεται ολοένα. Σταύρος ο απομονωμένος
άνθρωπος: που σκέπτεται τη δράση. Βάσω: λεβέντρα
Ελληνίδα. Ίσως το προτιμότερο αφήσει κανείς
πρόσωπα γίνουν μόνα τους.»
Το παραπάνω γεγονός σε συνδυασμό με την ομολογία
του ότι σχεδόν ποτέ δεν διάβαζε μυθιστορήματα (Στις
28
Πρόκειται για το τότε σημαντικό ελληνικό θέρετρο Καμένα Βούρλα.
214
Σύμμεικτα Ι

«Μέρες Ζ΄», με ημερομηνία Κυριακή 31 Αυγούστου (1958)


.
σημείωσε: «Βράδυ τέλειωσα Dr Jivago του Pasternak.
Ό,τι και να ’ναι, βιβλίο που σ’ αναμετρά. Θα πρέπει να
το ξανασκεφτώ εδώ. Εγώ που σχεδόν ποτέ δε διαβάζω
μυθιστόρημα το άφησα με όρεξη να το ξαναδιαβάσω.»),
δείχνει κάτι από τη φύση του χαρακτήρα του.
Δεν είναι ο άνθρωπος που θα εκφραστεί και θα μιλήσει
… «φλυαρώντας», γράφοντας σελίδες επί σελίδων.
Δεν λειτουργεί μέσα του ως δημοσιογράφος που θα
περιγράψει τα πράγματα με κουτσομπολίστικη διείσδυση
και ευφράδεια, στήνοντας εικόνες και σκηνές, αλλά γράφει
ως νομικός, ο οποίος θα φτάσει στην «ενοχή» ή την
«αθώωση» μέσα από τη διερεύνηση όλων των σχέσεων
που μπορεί να υφίστανται κάθε φορά ανάμεσα στα
πρόσωπα ή στα πράγματα.
Η φύση του φαίνεται ότι ήταν πιο πολύ ορθολογική,
παρά συναισθηματική. Προτιμούσε να στοχάζεται με
επιστημοσύνη, με λιτό τρόπο, διερευνώντας τις σχέσεις
πραγμάτων, προσώπων και καταστάσεων ως παρατηρητής
μέσα από μικροσκόπιο, παρά φτιάχνοντας εικόνες με
ήρωες που τους απελευθερώνει, ώστε να κινηθούν, οιονεί
αυτόνομα, δανειζόμενους απλώς «καύσιμη ύλη» από το
υποσυνείδητο του, όπως συνήθως κάνουν οι μεγάλοι
μυθιστοριογράφοι.
***
Ο Γ. Σεφέρης διάβασε πολλούς ομοτέχνους του, Έλληνες
και ξένους. Για κάποιους από αυτούς, παραδέχτηκε τη
μεγάλη αξία τους. Φαίνεται, όμως, ότι αυτόν που εκτίμησε
ιδιαίτερα, στα όρια όχι μόνο του απλού θαυμασμού, αλλά
της αγάπης, για να μην πούμε λατρείας, ήταν ο Άγγλος
ποιητής Τ.S. Eliot, ηγετική φυσιογνωμία του μοντερνιστικού
κινήματος στην ποίηση, με τον οποίο πιστεύω ότι όχι μόνο

215
Στάθης Ασημάκης

θα ήθελε πολύ να μοιάσει, αλλά κυρίως να ταυτιστεί


ποιητικά μαζί του.
Ειδικότερα, όταν αναφέρεται στην εξασφάλιση του
πρώτου ραντεβού του με τον μεγάλο αυτόν Άγγλο ποιητή
καταγράφει:
• Την (Παρασκευή), 24 Φεβρουαρίου 1933 («Μέρες Β΄,
σελίδα 108»): «T. S. Eliot. Τον αγαπώ ολοένα και
περισσότερο. Το μόνο που με χωρίζει, και είναι πολύ,
είναι ο χριστιανισμός του, γιατί είναι μαχόμενος
αγγλοκαθολικός. Τις προάλλες ήλθε επιτέλους η
.
συστατική επιστολή συλλογιζόμουνα είκοσι τέσσερις
ώρες προτού τηλεφωνήσω. Πρώτη φορά θα γνώριζα
έναν άνθρωπο σημαντικό για μένα.»
Όταν καταγράφει τις συναντήσεις του με τον Eliot, οι
αναφορές του είναι λεπτομερέστατες σε τύπο συνέντευξης.
Λες και έχει μαγνητοφωνήσει τη συνομιλία μαζί του και
δεν αφήνει λέξη του Άγγλου ποιητή να χαθεί. Αλλά και ο
μεγάλος αυτός ποιητής γρήγορα διείδε το μεγάλο ποιητικό
άνυσμα του Γ. Σεφέρη. Συγκεκριμένα σημειώνει:
• Την Πέμπτη, 23 Οκτώβρη 1952 («Μέρες Στ΄», σελίδες
56 - 58): «Είχαμε καλέσει τον Έλιοτ στο “Claridges” το
μεσημέρι. […]. Σαν τελειώσαμε, τον συνόδεψα ως την
έξοδο. Πήρε από το βεστιάριο το αιώνιο βαλιτσάκι του.
-Συνάντησα πολλούς ποιητές, είπε καθώς μ’
αποχαιρετούσε ή ανθρώπους που έλεγαν τον εαυτό
τους ποιητή. Είμαι ευτυχής που γνώρισα έναν
πραγματικό ποιητή. Και μπήκε μέσα στη ρουφήχτρα της
μεγάλης πόρτας που στριφογύριζε του ξενοδοχείου.»

216
Σύμμεικτα Ι

Δεν είναι τυχαίο ότι ο T.S.Eliot πρότεινε τον Γ. Σεφέρη


στη Σουηδική Ακαδημία, για το βραβείο Νομπέλ, πράγμα
που επιτεύχθηκε, τελικώς, το 1963.
Ο συγχρωτισμός του πρωτίστως με Αγγλοσάξωνες, και
δευτερευόντως με Γάλλους αλλά και με Αμερικανούς
διανοούμενους και ποιητές, και αφετέρου η μη καλή γνώση
της γερμανικής γλώσσας εκ μέρους του, φαίνεται είχαν ως
αποτέλεσμα, η γερμανική κουλτούρα να είναι σ’ αυτόν
αδιάφορη, σχεδόν ξένη.
Η μόνη εξαίρεση ήταν ο Μπετόβεν, για τη μουσική του
οποίου έτρεφε πραγματικά μεγάλο θαυμασμό. Απεναντίας
απεχθανόταν τον Βάγκνερ.
Τελικώς, η άρνηση στα όρια της απέχθειας του Γ.
Σεφέρη, που ήταν πνεύμα ελεύθερο και δημοκρατικό, για
κάθε τι γερμανικό οφειλόταν, ίσως, και στην επιβολή του
ναζισμού με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, γεγονότα
που προετοίμασαν σταδιακά και προκάλεσαν στη συνέχεια
το Β΄ Παγκόσμιο αιματοκύλισμα. Σημειώνει σχετικά:
• Το Σάββατο 28 Μάη 1932 («Μέρες Β΄», σελίδα 67):
«Έχω το εξής ελάττωμα: Εκείνο που με τραβά σε κάτι
που δεν ξέρω, ή με απομακρύνει, είναι πάντα μια
λεπτομέρεια ασήμαντη, αστάθμητη, περιφρονήσιμη.
Από την πείρα μου βρίσκω πως δεν έχω άδικο να
διαλέγω έτσι, ό,τι μου πηγαίνει καλύτερα. Σπάνια μου
έτυχε ν’ αλλάξω γνώμη για ένα πρόσωπο που είδα για
πρώτη φορά και το γνώρισα αργότερα. Το ίδιο στα έργα
της τέχνης.[…]. Λοιπόν, με τον Βάγκνερ οι
λεπτομέρειες που σου αναφέρω με διώχνουν: όγκος,
σύνθεση των τεχνών, μυθολογία απάνθρωπη (για μένα
τουλάχιστον), πλήθος μέσων κτλ. […].»

217
Στάθης Ασημάκης

• Την Τρίτη (…. Μάη) 1940 («Μέρες Γ΄», σελίδα 195):


«Αδύνατο να συγχρωτίζομαι Γερμανούς.»
• Την Τρίτη 31 Μάη 1932 («Μέρες Β΄», σελίδα 72): «Αν
εζούσε ο Μπετόβεν θα του ’δινα την ακοή μου (όχι
πως αξίζει), κι ας έμενα κουφός, αν επρόκειτο να
φτιάξει ένα δυο κουαρτέτα ακόμη.»
• Την Τρίτη 5 Νοέμβρη 1940 («Μέρες Γ΄», σελίδα 261):
«Ο S. Μαζί. Μου εξηγεί:
-Αν ήμουν είκοσι χρόνια νεώτερος, θα πήγαινα να
πολεμήσω στην Ήπειρο […].
-Μα ξέρετε πως μ’ αυτά που θέλετε να κάνετε, θα
κακοπεράσετε αν τύχει κι έρθουν οι Γερμανοί εδώ.
-Και σεις το ίδιο μου αποκρίνεται. Σας μισούν, θα
ήθελαν να σας κατασπαράξουν. Λένε στη Γερμανική
πρεσβεία πως είστε το άκρον άωτον της αγγλοφιλίας
και της βυζαντινής…
Εδώ γυρεύει, καθώς μιλά τα ελληνικά του με βαριά
γερμανική προφορά, τη λέξη στο τέλος τη βρίσκει:
-…και της βυζαντινής subtilité.»
***
O Γ. Σεφέρης σε όλη την ενεργό ζωή του υπηρέτησε δυο
.
«αφεντικά» το ένα ήταν η καθημερινή εργασία του, για
την απόκτηση των αναγκαίων προς το ζην, και το άλλο ήταν
η συγγραφή (ποίηση και πεζός λόγος). Στην υπηρεσία του,
στο Υπουργείο των Εξωτερικών, κάλυψε διαδοχικά όλους
τους βαθμούς της διπλωματικής ιεραρχίας:διπλωματικός
ακόλουθος, υποπρόξενος, διευθύνων πρόξενος, πρόξενος,
σύμβουλος πρεσβείας, πρέσβης.
Επίσης, τοποθετήθηκε γενικός διευθυντής Τύπου Μέσης
Ανατολής στα χρόνια του πολέμου, διευθυντής του

218
Σύμμεικτα Ι

Πολιτικού Γραφείου του Αντιβασιλέα, αρχιεπισκόπου


Δαμασκηνού, στα χρόνια του εμφυλίου και, τέλος,
τοποθετήθηκε στη Β΄ Πολιτική Δ/νση του Υπουργείου των
Εξωτερικών, αρμόδια για το Κυπριακό και τις ευρωπαϊκές
υποθέσεις.
Οι σημαντικές αυτές θέσεις στις οποίες υπηρέτησε, με
συνέπεια, ικανότητα και υπευθυνότητα, όπως ήταν φυσικό,
του απορρόφησαν μεγάλο μέρος από το δυναμικό του και
το χρόνο του. Αυτό δεν σημαίνει ότι παραμέλησε την άλλη
αγάπη του τη συγγραφή, πρωτίστως την ποίηση, και
επικουρικά τον πεζό λόγο.
Αυτή η πολύχρονη σύζευξη δεν ήταν, όμως, χωρίς
δυσκολίες και προβλήματα για τον ίδιο. Ένιωθε συνεχώς
ότι η εργασία του, όχι μόνο εμπόδιζε μέσα του τον ποιητή,
αλλά και τον έφθειρε ως άνθρωπο.
Για να είμαστε αντικειμενικοί, αυτή η φθορά του δεν
προερχόταν τόσο από την επαγγελματική του εργασία αυτή
καθεαυτή, όσο από την ανικανότητα, τη στενοκεφαλιά, τη
ραδιουργία, την ποταπότητα, την πονηρία και τη μοχθηρία
πολλών από τους ανθρώπους της υπηρεσίας, ανώτατους
και ανώτερους στην ιεραρχία (πολιτική ηγεσία -
υψηλόβαθμα στελέχη), ισόβαθμους, αλλά και κατώτερους.
Αυτό εκφράζεται με ιδιαίτερη ένταση, σε πολλές
καταγραφές του στο ημερολόγιό του («Μέρες»), όπως:
• Την (Παρασκευή) 15 Αυγούστου 1930 Αθήνα («Μέρες
Α΄», σελίδα 127):«Γύρισα από Σκιάθο Τρίτη πρωί και
πήγα στο γραφείο, όπως κάθε μέρα. Ζωή
ταχτοποιημένη χωρίς πίστη και χωρίς πάθος.[…].»
• Την Τρίτη 13 Οκτώβρη 1931, S. Antrim Grove,
Hampstead («Μέρες Β΄», σελίδα 16):«Τώρα η ζωή μου
[…]. Στις 10.20΄ είμαι στο Προξενείο εκεί κάνω την
πιο σαχλή υπηρεσία που έκανα ποτές μου, […]. Ο
219
Στάθης Ασημάκης

προϊστάμενός μου στο Προξενείο στενοκέφαλος,


ανόητος και κακομοίρης.»
• Την Κυριακή (του Θωμά) 9 Μάη 1937 («Μέρες Γ΄»,
σελίδα 48): «Μιλούν για τους καλούς υπαλλήλους. Είναι
εκείνοι που δεν είναι βυθισμένοι σε μια παχιά ανοησία,
μέτριοι άνθρωποι, με κάποιες ιδιότητες
τελειοποιημένες: ο ένας ξέρει καλά τους φακέλους, ο
άλλος είναι καταφερτζής, ο τρίτος έχει κάνει τη δειλία
του επιστήμη για ν’ αποφεύγει τις ευθύνες, ο τέταρτος
έχει χρήματα ή επιτυχίες στον κόσμο. Ό,τι μπορεί να
υπάρξει καλύτερο, φθείρεται ή αποβάλλεται σαν από
φυσιολογική λειτουργία. […]. Δεν είμαι αδιάφορος για
τη δουλειά μου, αλλά με αηδιάζει η ατμόσφαιρα της
δουλειάς μου. Πώς να κάνω αλλιώς; θα γινόμουν
ίδιος.[…].»
• Τον Απρίλη 1938, Εθνικός Κήπος («Μέρες Γ΄», σελίδα
.
98):«Έπειτα (στο Υπουργείο) άνθρωποι μπερδεμένοι
.
και περίπλοκοι ένα χρώμα γκρίζο - γκρίζο βρώμικης
φαιάς ουσίας - τους τριγυρίζει και βάφει τις κινήσεις
τους, τα λόγια τους, τις πράξεις τους.»
• Την Κυριακή 26 Γενάρη 1941 («Μέρες Δ΄», σελίδα 14):
«Έπειτα στο Υπουργείο Εξωτερικών. Μωροφιλόδοξοι,
βλάκες, άνθρωποι που ήταν κίτρινοι από το φόβο τους,
όταν πήγαινε να ξεσπάσει η καταιγίδα, κάνουν τον
παλικαρά, και κορδώνουνται, και θέλουν να
βρίσκουνται ολοένα στο προσκήνιο, τώρα που άλλοι
πολεμούν και τους προστατεύουν. […].»
• Την Κυριακή 8 Μάρτη 1942 («Μέρες Δ΄», σελίδες 191 -
192):«Τους τηλεγραφώ κάθε τόσο και απαντούν
220
Σύμμεικτα Ι

αρλούμπες. Κανείς, εκτός από μένα, δε βιάζεται σ’


αυτή την υπόθεση. Ίσως φταίω εγώ. Εξογκώνω τη
σημασία των πραγμάτων. Όμως, αν θελήσω να
αντιδράσω σ’ αυτή τη ροπή, πέφτω στην άλλη άκρη, σε
μια τέλεια αδιαφορία.
Συλλογιζόμουνα χτες: Από το ’32 έχω ζήσει και
δουλέψει ανάμεσα σ’ ένα κόσμο ξένο. Εννοώ την
πολιτική μου ζωή. Όχι πως πριν ήταν πολύ - πολύ
.
καλύτερα αλλά τα πράγματα δεν είχαν τότε την
οξύτητα που πήραν όταν άρχισε η κρίση της Ευρώπης.
Είναι άθλιο να δουλεύεις χωρίς συντρόφους.
Κι αυτό εξακολουθεί, και τώρα η πίκρα είναι ακόμη
πιο μεγάλη. Άνθρωποι τριγύρω μου που κινούνται,
ζουν κι ελπίζουν με τα παλιά τους συναισθήματα και
τις αλλοτινές τους συνήθειες.[…]. Ο λαός έχει εκατό
φορές περισσότερη νοημοσύνη απ’ αυτούς, όμως κανείς
δε βρίσκεται για να μιλήσει τη γλώσσα του.[…].»
• Την Παρασκευή 26 Ιουνίου 1942, Κάιρο («Μέρες Δ΄»,
σελίδα 215):«Δεν έγραψα τίποτε εδώ από τότε που
ήρθα στο Κάιρο. Όλη τη μέρα μάταιες προσπάθειες σα
να κολυμπάς μέσα στην άμμο, και, τα βράδια, γύριζα
σπίτι μου γεμάτος αηδία από τα χάλια των ανθρώπων
.
που με περιστοιχίζουν κατεργαρέοι, ψυχοπαθείς ή
.
σακάτηδες πρέπει να γίνεις μούμια για να βαστάξεις.
Τα πράγματα τραβούν το δρόμο τους μοιραία. Σου
.
λένε: «Κάνε υπομονή σε λίγο θα τα διορθώσουμε.» Η
.
υπομονή μου είναι ανεξάντλητη αλλά ο πόλεμος δεν
έχει υπομονή.»

221
Στάθης Ασημάκης

• Την Κυριακή 13 Δεκέμβρη 1942 («Μέρες Δ΄», σελίδα


269):«Με όλα αυτά τα τέλματα που δημιουργεί η
βλακεία και η μικροψυχία, είμαι σαν άρρωστος απ’ τη
δουλειά μου. Μ’ ενοχλεί τόσο που ολοένα συλλογίζομαι
πότε και πώς να την αφήσω.»
• Την Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 1943, Αλεξάνδρεια
(«Μέρες Δ΄», σελίδα 279): «Έφυγα από το Κάιρο άθλια
κουρασμένος - όχι από τη δουλειά, αλλά από την
ανυπόφορη τριβή με παλιανθρώπους και πράγματα των
διαδρόμων και των καφενείων.»
• Την Τετάρτη 20 Δεκέμβρη 1944 («Μέρες Δ΄», σελίδα
379): «Φριχτό αίσθημα πως είμαι άχρηστος και μόνος
ανάμεσα σε τρελούς και σε ψεύτες.»
• Την Παρασκευή 3 Αυγούστου 1945 («Μέρες Ε΄»,
.
σελίδα 45): «Υπουργείο χτες πρωί όπως νιώθεις το
φαρμακευτικό ανάδοσμα ενός νοσοκομείου. Έντονη
αίσθηση, που μ’ αρπάζει από τα ρουθούνια, πως
βρίσκομαι σ’ ένα άσυλο για ειδικές νευρώσεις. Τα λόγια
τους, οι γκρίνιες τους, οι θυμοί τους, οι αντιδράσεις
τους, χωρίς υπόσταση.»
To εάν ο διπλωμάτης Σεφέρης έκανε ζημιά στον ποιητή
Σεφέρη, αυτό θέλει σκέψη για να αποφανθούμε, διότι το
επάγγελμα του διπλωμάτη που τον ταλαιπώρησε και
σωματικά και ψυχικά, του έδωσε από την άλλη πλευρά και
πολλά εφόδια, πέρα από τη δυνατότητα άνετου
βιοπορισμού του. Του έδωσε ταξίδια, του έδωσε τη
δυνατότητα να ζήσει σε ξένες χώρες για μεγάλο χρονικό
διάστημα: στην Ευρώπη, Μέση Ανατολή ακόμα και τη
Νότιο Αφρική. Του έδωσε τη δυνατότητα να συνομιλεί και
να ανταλλάσσει σκέψεις και απόψεις:

222
Σύμμεικτα Ι

α)Με πνευματικούς ανθρώπους της πατρίδας του,


κυρίως, όμως, με ξένους πνευματικούς ανθρώπους
μεγάλου βεληνεκούς, όπως: Eliot, Miller, Gide κλπ.
β)Με την πολιτική ηγεσία της χώρας του για δυο
τουλάχιστον δεκαετίες (’40 και ’50), ερχόμενος σε επαφή
με υπουργούς και πρωθυπουργούς, ακόμη και με την
Βασιλική οικογένεια της Ελλάδας, δεδομένου ότι ως
πρεσβευτής στο Λονδίνο είχε υποδεχτεί πολλές φορές τον
Βασιλιά Παύλο, τη Βασίλισσα Φρειδερίκη και τους λοιπούς
πρίγκιπες, στην αγγλική πρωτεύουσα, στην οποία αυτοί
ταξίδευαν συχνά, άλλοτε επίσημα και άλλοτε incognito.
γ)Με ξένους ηγέτες π.χ. Attlee, Μacmillan, Μακάριο και
μέλη της αγγλικής βασιλικής οικογένειας, ακόμα και με την
ίδια τη Βασίλισσα Ελισάβετ.
Επίσης, η παραμονή του για μεγάλο διάστημα στο
Λονδίνο, τόσο ως διπλωματικός ακόλουθος, όσο ως
πρόξενος και πρέσβης τού έδωσε τη δυνατότητα μέσα από
πολλές επισκέψεις σε αγγλικά μουσεία, θέατρα και
μουσικές αίθουσες να έλθει σε επαφή και να βιώσει στον
υψηλότερο βαθμό ποιότητας θέατρο καθώς και εκτελέσεις
σημαντικών μουσικών έργων. Όλα αυτά τα καλλιτεχνικά
βιώματα του άνοιξαν παράθυρα προς την τέχνη και
γενικότερα την αισθητική, που σίγουρα τον βοήθησαν
ποικιλοτρόπως στην ποίηση και στο γενικότερο στοχασμό
του.
Αλλά και τα πιο δύσκολα που εισέπραξε από το χώρο
της δουλειάς του, που τον λύπησαν, τον εξόργισαν ακόμα
.
και τον ταλάνισαν κι αυτά τον βοήθησαν ποικιλοτρόπως
και ίσως περισσότερο, καθόσον το έδωσαν ποιητική τροφή
και θεματολογία.
Έτσι, δεν είναι λάθος να ισχυριστούμε ότι, εντέλει, ο
διπλωμάτης μάλλον βοήθησε τον ποιητή παρά τον
εμπόδισε. Εάν ήταν ένας μονήρης, εσωστρεφής και
223
Στάθης Ασημάκης

ταλαίπωρος ποιητής, πιθανόν η ποιητική του λύρα να είχε


κάποιες φορές εκπέμψει σε μεγάλα ύψη, πιθανόν όμως ο
ίδιος να είχε χαθεί σε δύσκολους ατραπούς που θα τον
εμπόδιζαν, συνολικά, να δώσει ευρύ ποιητικό έργο.
Εξάλλου, το παραδέχεται και ο ίδιος, εμμέσως, στην
παρακάτω καταγραφή:
• Της 28 Φεβρουαρίου (Σάββατο) 1959 («Μέρες Ζ΄»,
σελίδα 98): «Η διπλωματική δουλειά μου μπορεί να μου
χρησίμεψε - ίσως αν ήμουν μόνο συγγραφεύς να μην
ήταν καλά για μένα. Ίσως να εξανεμιζόμουν, όπως
τόσοι άλλοι. Αλλά με βάρυνε με βασάνισε: διαφορά
χαρακτήρων, τόπων (της Ελλάδας) και της εποχής
(Μέγας πόλεμος και πόλεμος Κύπρου).»
To πραγματικό πρόβλημα δεν ήταν η απασχόληση του Γ.
Σεφέρη σε δυο μέτωπα, σ’ αυτό του διπλωμάτη και εκείνο
.
του ποιητή. Θεωρώ ότι τα κατάφερνε καλά και στα δυο και
το ένα τροφοδοτούσε και ενίσχυε παρά ακύρωνε το άλλο.
Πράγματι, ο διπλωμάτης έδωσε θέμα και θέαση στον
ποιητή και ο ποιητής, κερδίζοντας συνεχώς αξία, βοηθούσε
το διπλωμάτη να σταθεί, χωρίς να καταποντιστεί από τη
ραδιουργία και την καμαρίλα, που έτσι κι αλλιώς
ενδημούσε στις διπλωματικές υπηρεσίες.
Το βασικό πρόβλημα του Γ. Σεφέρη ήταν ότι του έπαιρνε
αρκετό χρόνο, για να περάσει από τη διπλωματική
καμαρίλα στην ανεβασμένη κατάσταση του ποιητή.
Παρουσίαζε, δηλαδή, μεγάλη αδράνεια στην εναλλαγή των
δυο αυτών ρόλων. Και αυτό τον έθλιβε, κυριολεκτικά τον
ταλάνιζε και το εξέφραζε συχνά - πυκνά.
Ένιωθε, επίσης, ότι δεν είχε τον απαραίτητο χρόνο για
να δημιουργήσει ποιητικά, δεδομένου ότι κάθε μέρα
έπρεπε να αλλάζει, σε τακτές σχεδόν ώρες, την ποιητική

224
Σύμμεικτα Ι
.
του λύρα με τη διπλωματική του τήβεννο και αντίστροφα
και ενώ η τελευταία τον κυνηγούσε ασταμάτητα, η πρώτη
του ξέφευγε και λίγες φορές του δινόταν έτσι ακριβώς,
όπως ο ίδιος θα ήθελε.
Αυτόν τον καημό του τον εξέφρασε άμεσα ή έμμεσα στις
παρακάτω καταγραφές του.
• Την Τρίτη 1 Μάρτη 1927 («Μέρες Α΄», σελίδα 87):
«Καμιά φορά, καθώς φεύγει η μέρα, στο δρόμο ή στο
γραφείο, στα πεταχτά, πόθος για τούτο το τετράδιο.
Όμως το βράδυ, υπερβολικά κουρασμένος για όποια
.
προσπάθεια. Φρίκη πάντα οι δυο αφεντάδες. Απ’ εδώ
όλες μου οι αντιφάσεις. Δε θέλω να γίνω μήτε
δικηγόρος, μήτε δημοσιογράφος, μήτε μποέμ. Η μόνη
κλίση που έχω είναι να θέλω να φτιάξω ποιήματα,
υπομονετικά, πεισματάρικα, δουλεύοντας μήνες και
χρόνους, σαν Κινέζος σαν μανιακός χειροτέχνης. 29 Η
εξωτερική υποτέλεια θα με πληγώνει σ’ όλη μου τη
.
ζωή θα με κρατά εντειχισμένο. Κι όμως η παραμικρή
σταγόνα ζωής φέρνει μια τέτοια διαστολή στην ψυχή
μου».
• Την Κυριακή 23 Μάη 1943 («Μέρες Δ΄», σελίδα 291):
«Είμαι έτσι φτιαγμένος που δεν μπορώ να κάνω πολλά
πράγματα μαζί. Και τώρα που κάνω μαζί τόσα

29
Η φράση του: «σαν Κινέζος σαν μανιακός χειροτέχνης» δείχνει τη
δημιουργική μανία που χαρακτηρίζει τους μεγάλους δημιουργούς:
καλλιτέχνες, συγγραφείς κλπ. Αυτή τη μανία και την απομόνωση στα
όρια σχεδόν ενός ασυμπτωματικού αυτισμού, που αποτελούν βασικές
προϋποθέσεις για τη δημιουργία μεγάλων έργων. Διότι, πράγματι,
αυτά απαιτούν ολοκληρωτική αφοσίωση και αδιάκοπη ενασχόλιση από
το δημιουργό τους.
225
Στάθης Ασημάκης

πράγματα, τα καταφέρνω εξαναγκάζοντας τον εαυτό


μου σαν ένα σκυλί που το σέρνεις με την αλυσίδα από
το ένα κόκαλο στο άλλο, χωρίς να τ’ αφήσεις να
δαγκώσει κανένα. Είμαι έτσι φτιαγμένος, που θέλω το
καθετί που καταπιάνομαι να το ιδώ με προσοχή, να
επιμείνω, να το «φτιάξω» πραγματικά. Και η δυσκολία
είναι όχι μόνο όταν αρχίζω κάτι, αλλά και όταν μ’
αναγκάζουν να αφήνω κάτι μισοτελειωμένο.»
• Τη Δευτέρα 16 Οκτώβρη 1944 («Μέρες Δ΄», σελίδα
366): «Σκέπτομαι με φρίκη πως δεν έχω πια την
ευκινησία να μπαινοβγαίνω στην ποιητική ατμόσφαιρα,
που ίσως να είχα άλλοτε. Τώρα πρέπει να σύρω τον
εαυτό μου από το σβέρκο, κι όταν μπω και πρόκειται
να ξαναγυρίσω στην καθημερινή ζωή μου, μου φαίνεται
πρόκειται να πέσω σ’ ένα βάραθρο.»
• Την Πέμπτη 7 Φλεβάρη 1952 («Μέρες Στ΄», σελίδα
366): «Του είπα πως μου είναι τώρα, καθώς περνούν
τα χρόνια, πιο επίπονο το να μπαίνω και να βγαίνω
από τη μια στην άλλη δουλειά.[…]. Ωστόσο, είπα, και σ’
εκείνα τα δύσκολα χρόνια έγραφα πάντα, για άσκηση,
τουλάχιστο μια σελίδα ή λίγες γραμμές ημερολογίου την
ημέρα για να κρατηθώ στον αφρό. Αυτό που δεν μπορώ
να κάνω τώρα.»
• Την Τετάρτη 30 Μάρτη 1960 («Μέρες Ζ΄», σελίδα 170):
«Σκέπτομαι αυτές τις μέρες πως, αυτά τα 4-5 χρόνια
που δεν έγραψα, πρέπει να δούλευε κάτω από όλες τις
.
καθημερινές ασχολίες το υποσυνείδητο τραβούσε το
δρόμο του. Έτσι που τώρα που στρέφομαι προς τον
εαυτό μου τον βρίσκω διαφορετικό, με άλλες βουλές
226
Σύμμεικτα Ι

(μιλώ στο ζήτημα της έκφρασης, της τέχνης) - και η


προσπάθεια να ξαναϊδείς, να ξαναπιάσεις την άκρη
είναι επίπονη, επίπονη. Τούτο ανεξάρτητα από την
τεχνική έλλειψη ασκήσεως.»
• Την 17 Απρίλη 1960 («Μέρες Ζ΄», σελίδα 181): «Το
δύσκολο τώρα είναι να δουλεύεις και τέχνη και την
.
άλλη δουλειά ολοένα πιο δύσκολο τα τελευταία δέκα
περίπου χρόνια. Δεν είναι μόνο το πέρασμα από τη μια
στην άλλη κατάσταση ή διάθεση που είναι επίπονο,
όπως το παρατήρησα νομίζω στα ’51-’52, πάλι εδώ στο
Λονδίνο, αλλά και τούτο ακόμη που διαπιστώνω ξανά
τούτες τις μέρες: όταν καταπιαστώ το παραμικρό της
τέχνης (προχτές τέλειωσα μια μετάφραση του
«Άσματος» που είχα αρχίσει στο Λίβανο), το
παραμικρό της άλλης δουλειάς με κουράζει δυσανάλογα
και μ’ εκνευρίζει - τόσο που νιώθω πιο βολικό, αν
πρόκειται να κάνω πραγματικά κάτι στην άλλη δουλειά,
να μην έχω την παραμικρή απασχόληση στην τέχνη.
Αλλ’ αυτό το κάτι πρέπει ν’ αξίζει.»
• Την Πέμπτη 12 Μάη 1960 («Μέρες Ζ΄», σελίδα 192):
«Μου χρειάζεται η συγκέντρωση, η μη διακοπή. Έτσι
που ζω δεν μπορώ να την έχω. Μου μένουν ελάχιστα
. .
χρόνια ακόμη αύριο δεν υπάρχει τώρα πρέπει, τώρα,
να γίνει η τελευταία προσπάθεια. Το «υπηρετείν», του
έδωσα τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου, τέλειωσε. Σε
ποιον μπορώ να χρησιμέψω, στο δημόσιο βίο, και σε
τι.»

227
Στάθης Ασημάκης

• Το Σάββατο 18 Μάρτη 1961 («Μέρες Η΄», σελίδα 102):


.
«Ήταν ακόμη μέσα ο Μακάριος βγήκε σε κανένα
.
τέταρτο πήγα και τον χαιρέτησα καθώς αποχαιρετούσε
τον Βασιλέα. Είπε «Ποιητής ή πρέσβης; Δεν μπορεί
και τα δυο να είναι καλά». Του είπα «δε νομίζω να σας
έκανα καμιά γκάφα».»
***
Η δυσκολία του, σχεδόν βάσανό του, να βγαίνει από την
πόρτα της επαγγελματικής του εργασίας και να μπαίνει
στην πόρτα της ποιητικής δημιουργίας επιτεινόταν σίγουρα
από τη «δύσκολη στιχουργική του», λόγω των πολύ
αυστηρών ποιητικών προδιαγραφών του, δεδομένου ότι το
μεγάλο και αληθινό πάθος της ζωής του ήταν το πάθος της
ποιητικής του έκφρασης. Αυτό προκύπτει καθαρά και από
τις παρακάτω καταγραφές του:
• Την Πέμπτη 10 Σεπτέμβρη 1925 («Μέρες Α΄», σελίδα
17):«Μη ξεχνάς την κοινότυπη αλήθεια πως ένας
καλλιτέχνης είναι πάντα και χειροτέχνης. Πρέπει ν’
ασκείται χωρίς διακοπή, χωρίς αδυναμίες. Πρέπει να
κατακτήσει το υλικό του.»
• Την Κυριακή 15 Αυγούστου 1926 («Μέρες Α΄», σελίδα
71-72):«Πόσο ακριβά μου στοιχίζει ετούτη η απόφαση,
θα το καταλάβει κανείς αν συλλογιστεί πως η
μεγαλύτερη προσήλωσή μου ανήκει σ’ ένα μελλούμενο
έργο. σ’ αυτό το αγέννητο έργο που πρέπει να διακόψω
σήμερα. Ως τώρα, έγραφα εδώ μόνο για προσωπική
μου άσκηση. […]. Το πιο δυνατό πάθος που έχω, το
πάθος της έκφρασης, στάθηκε μια ανεξάντλητη πηγή
δυστυχίας για μένα.»

228
Σύμμεικτα Ι

• Την (Τετάρτη) 31 Δεκέμβρη 1930 («Μέρες Α΄», σελίδα


131):«Σήμερα τέλειωσα το ποίημα(«Ερωτικός Λόγος»),
αφού έφτυσα αίμα, χωρίς υπερβολή, δουλεύοντας δέκα
ώρες την ημέρα!»
• Την (Κυριακή) 29 Νοέμβρη 1931(«Μέρες Β΄», σελίδα
.
23):«Αγωνίζομαι τις μέρες που βγάζω πέντε στίχους
δοξάζω το Θεό. Αλλά η δουλειά είναι απελπιστικά
σκληρή. Τόσο πολύ που πολλές φορές ρωτιέμαι τι
χρησιμεύουν όλα αυτά κι αν δεν είμαι ένας άνθρωπος
που σκοτώνει τον καιρό του με παιδικά παιχνίδια.
Ξέρω πως δεν έχω σωτηρία αλλιώς, κι αυτό το
συναίσθημα κάνει την κατάσταση σκληρότερη, γιατί να
παιδεύομαι εγώ κι όχι ένας άλλος; όπως θα ρωτούσε ο
κοινότερος νους.»
• Την Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 1932 («Μέρες Β΄»,
.
σελίδες 42 - 43): «Πρόσεξε όταν γράφεις ποιήματα (την
ώρα που ξεκινάς και είναι δύσκολο) να επιμένεις
οπωσδήποτε - έστω και σε μια λεπτομέρεια - αλλά να
επιμένεις: χτύπα με το σφυρί. πρέπει να υπάρχουν
πολλές σκουριές που πρέπει να πέσουν έως ότου
ξεκαθαριστεί η δημιουργική λειτουργία. Ο μόνος
τρόπος να φύγουν είναι αυτή η επιμονή. Μην
απελπίζεσαι ποτέ πολύ νωρίς.»
• Την (Τετάρτη) 15 Ιουνίου 1932 («Μέρες Β΄», σελίδα
76):«Να κάνεις ένα ποίημα είναι σα να οδηγείς στη
μάχη δέκα χιλιάδες στρατό, κι ο αντίπαλος δέκα
χιλιάδες, και να ξέρεις καλά πως για να νικήσεις
πρέπει να σκοτώσεις όλους τους εχθρούς, αλλά πως

229
Στάθης Ασημάκης

φτάνει να χαθεί ένας και μόνος από τους δικούς σου,


για να νικηθείς.»
• Τη Δευτέρα 29 Απρίλη 1940 («Μέρες Γ΄», σελίδα 190):
«Ποιητής, για τους περισσότερους σημαίνει άνθρωπο
στο περιθώριο της ζωής, στα σύννεφα, όπως λένε, και
που έχει στη διάθεσή του έναν ακατάσχετο
καταρράχτη λέξεων. Πόσο δύσκολα, κάποτε, μιλά ο
ποιητής, δεν το καταλαβαίνουν. Βλέπουνε μόνο ένα
φουσκωμένο εγώ και δεν υποψιάζουνται πόση άρνηση
του εγώ, απεναντίας, χρειάζεται για να φτάσει κανείς
στην παραδοχή που σου επιτρέπει να φτιάξεις ένα
ποίημα. »
• Τη Δευτέρα 17 Ιουνίου 1945 («Μέρες Ε΄», σελίδα 42):
«Αργά τη νύχτα: Πιο δύσκολο να συμπληρώσεις ένα
στίχο παρά να σηκώσεις ένα βράχο.»
• Την Τρίτη 4 Απρίλη 1961(«Μέρες Η΄», σελίδα
109):«Κατά βάθος νομίζω 2 σωστές γραμμές θα
μπορούσαν να εξαγοράσουν καλύτερα τη ζωή μου παρά
οποιαδήποτε δημόσια επιτυχία.»
• Την Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου Αθήνα 1963 («Μέρες
Η΄», σελίδα 285):«Ποιο είναι το πράγμα που λογάριασα
περισσότερο στη ζωή μου; Αυθόρμητη απάντηση μέσα
μου: να γράψω μια σωστή γραμμή, έστω μια σωστή
λέξη. Αυτό θα εξαγόραζε για μένα τον κόπο της
ζωής. 30 Το πράγμα δεν είναι τόσο απλό. Κι έτσι που το

30
Αυτό το μεγάλο πάθος της ποιητικής έκφρασης και ταυτόχρονα η
ανείπωτη ικανοποίηση από τη στιχουργική είναι το χαρακτηριστικό,
φαίνεται, των μεγάλων ποιητών. Δεν είναι τυχαίο ότι ο μεγάλος Ρώσος
ποιητής Μπορίς Παστερνάκ(Νομπέλ Λογοτεχνίας 1958) γράφει κάπου:
230
Σύμμεικτα Ι

γράφω είναι μια απόχη για παρεξηγήσεις. Θα μπορούσε


τόσο εύκολα να νομιστεί λ.χ. κλίση για «ωραιοπάθεια»
- αδιαφορία για την πράξη ή και για τη ζωή. Δεν είναι
καθόλου, καθόλου αυτό - είναι μια φράση που θέλει να
δείξει την ηθική μου στάση. Η λέξη, η φτιαγμένη από
πολλή ζωή και πολύ πόνο και πολλή τριβή ανάμεσα
στους ανθρώπους. »
***
.
Ο Γ. Σεφέρης αναζητούσε παντού την αυθεντικότητα στις
παραδόσεις και τη γλώσσα του λαού μας, καθώς και στην
γνήσια συμπεριφορά των απλών ανθρώπων. Θαύμαζε τους
αγράμματους της υπαίθρου, κατά κανόνα ανθρώπους του
μόχθου, της δημιουργίας και της παραγωγής, που
μιλούσαν με αυθεντικό λόγο, με στοχασμό και σοφία,
.
βγαλμένη από τη σκληρή τους ζωή παρά τους
γραμματιζούμενους των πόλεων, που κάποιοι εξ αυτών
ήσαν μάλιστα και ευρύτερα γνωστοί, αλλά συνήθως
διέθεταν ψεύτικο λόγο και κίβδηλη συμπεριφορά.
Η αγάπη του να συζητάει με απλούς ανθρώπους της
υπαίθρου πρέπει να είχε την αφετηρία της στην παιδική
του ηλικία, στην πατρογονική του γη, τη Σμύρνη. Τότε,
μικρός, όταν βρισκόταν στην εξοχή, στην αγαπημένη του
«Σκάλα», του άρεσε να συζητά με ψαράδες, με τεχνίτες και
να μαθαίνει απ’ αυτούς.
Η αναζήτηση της αυθεντικότητας είχε κι ένα βαθύτερο
κίνητρο. Ουσιαστικά, ο Γ. Σεφέρης ένιωθε βαθύτατα

«[…] Το να γράφω στίχους, να τους καλύπτω με μουντζούρες και να


ξαναγράφω αυτό που είχα διαγράψει, ήταν μια βαθιά υπαρξιακή μου
ανάγκη και μου χάριζε ασύγκριτη ευχαρίστηση, που έφτανε μεχρι
δακρύων» («Παστερνάκ», του Ανρι Τρουαγιά της Γαλλικής Ακαδημίας»,
Εκδόσεις «Ολκός», Αθήνα 2006).
231
Στάθης Ασημάκης

Έλληνας. Ήταν λάτρης του ελληνικού πολιτισμού και


αναζητούσε, σε κάθε ευκαιρία και σε κάθε τόπο του
ελλαδικού χώρου που επισκεπτόταν, τις ρίζες που μας
συνδέουν με το αρχαίο παρελθόν μας, όχι με μια
αρχαιολογική ή φολκλόρ ιδέα, αλλά με την ιδέα της
αναγέννησης και ενίσχυσης της ανθρώπινης αξιοσύνης και
ελευθερίας. Δεν είναι τυχαίο, που:
• Η Κύπρος τον γοήτευσε τόσο πολύ, όταν την
πρωτοεπισκέφτηκε (6 Νοεμβρίου - 9 Δεκεμβρίου του 1953).
• Είχε εμμονή με κάποιους αρχαιολογικούς τόπους,
όπως π.χ. Δελφοί, Σούνιο.
• Έκανε συχνές επισκέψεις στην Ακρόπολη, όταν
βρισκόταν στην Αθήνα, που λειτουργούσαν ως βάλσαμο
στην ψυχή του.
Η αττική γη, καθώς την ανακάλυπτε σιγά - σιγά με
περιπάτους και εκδρομές, και, κυρίως, το αττικό φως τον
αιχμαλώτισαν και έγινε, τελικά, η Αθήνα η οιονεί γενέθλια
γη του, παρότι έφτασε σ’ αυτήν, με την πατρική του
οικογένεια, το έτος 1914, με την κήρυξη του Α΄ Παγκόσμιου
Πολέμου, σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών, όταν δηλαδή είχε
πια βιώσει στη Σμύρνη την κρίσιμη παιδική του ηλικία.
Σ’ αυτή την εξισορρόπηση μέσα του βοήθησε, ίσως, και
το προσκύνημα στην πατρογονική γη, ειδικότερα τη
«Σκάλα» του, που πραγματοποίησε τον Ιούλιο του 1950, σε
ώριμη πια ηλικία, οπότε με ένα είδος επανεκκίνησης
(restart) που έκανε σε εκείνο το μαρτυρικό τόπο, έκλεισε,
φαίνεται, τους ανοικτούς μέχρι τότε λογαριασμούς του με
τη γενέθλια γη του.
Ήταν σαν να έκλεισε κατά κάποιο τρόπο μια χαίνουσα
πληγή μέσα του. Το εξομολογείται, εξάλλου, και ο ίδιος
στην καταγραφή του, με ημερομηνία 30 Απριλίου 1961
(«Μέρες Η΄» σελίδα 118): «Μνήμες των περασμένων όχι

232
Σύμμεικτα Ι

με συγκίνηση […] - με γιάτρεψε, φαντάζομαι, εκείνο το


ταξίδι μου στη Σμύρνη και στη Σκάλα - εκείνη η
κατάβαση στον Άδη.» )
Ενώ, λοιπόν, θαύμαζε τους απλούς ανθρώπους,
αντίθετα ήταν πολύ επικριτικός 31 προς τους επιφανείς
Έλληνες, πολιτικούς και μη, τους οποίους κατά πλειοψηφία
θεωρούσε κατώτερους των περιστάσεων, που με τις
ενέργειές τους δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στα
αιτήματα και τις ελπίδες του λαού και των καιρών, ο οποίος
λαός κατά τη γνώμη του ήταν πάντα πιο μπροστά από τους
ταγούς του.
Είναι ενδεικτικές οι παρακάτω καταγραφές:
• Το Σάββατο 27 Απρίλη 1935 Αράχωβα - Δελφοί
(«Μέρες Γ΄», σελίδα 16):«Πλαγιές με μικροσκοπικά
κλήματα, σαν ουρές αλεπούς, που ξετρυπώνουν στην
κατηφοριά. Πάνω από το χωριό οι ράχες του
Παρνασσού με λάκκους και χαραματιές γεμάτες χιόνι
απρόσωπο, αφηρημένο. Τ’ αμπέλια τα τρυγούν τον
Οχτώβρη, μπρούμουτα. Γυναίκες με μάτια έξυπνα.
.
Θαυμάσια ομιλία νιώθει κανείς πως βρίσκεται σε μια
.
κοιτίδα της ελληνικής γλώσσας. Δελφοί, ο άγιος τόπος
ο ρυθμός του κόσμου, η ζωή της φύσης που σου

31
Ουδείς, όμως, αναμάρτητος και πάντα ισχύει: «Ὁ ἀναμάρτητος πρῶτος
τὸν λίθον βαλέτω.» Πράγματι, και ο Γ. Σεφέρης ενήργησε κάποια στιγμή με
ένα τρόπο που θα μπορούσε να κατηγορηθεί ότι αυθαιρέτησε και
αδιαφόρησε για τους γύρω του, ενεργώντας απλώς κατά το κέφι του.
Είναι η περίπτωση του σπιτιού του στην οδό Άγρας. Η αρχιτεκτονική
του(εξωτερικό κέλυφος), όχι μόνο δεν εντάσσεται αρμονικά, αλλά έρχεται
σε πλήρη αντίθεση με το γύρω αστικό περιβάλλον. Συγκεκριμένα, έχει
νησιώτικο στυλ, μέσα στην καρδιά της Αθήνας, και μάλιστα δίπλα, ακριβώς
και σε επαφή, με το Παναθηναϊκό Στάδιο!

233
Στάθης Ασημάκης

.
επιβάλλεται σ’ αυτό το σημείο της γης, έτσι όπως ο
έναστρος ουρανός.»
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο νεαρός, τότε, Γ. Σεφέρης
προτίμησε να μείνει σε σπίτι βοσκού - παρότι η Αράχοβα
στην εποχή του Μεσοπολέμου διέθετε αξιοπρεπή
ξενοδοχειακά καταλύματα, λόγω του ότι ήταν και τότε
σημαντικό θέρετρο, αλλά για καλοκαιρινές διακοπές - με
σκοπό, φαίνεται, να διαπιστώσει «ἰδίοις ὄμμασι» την
αυθεντικότητα των παραδόσεων και της ελληνικής
ντοπιολαλιάς των κατοίκων αυτού του εμβληματικού
ελληνικού χωριού.
Το επίσης εντυπωσιακό είναι ότι τη συνομιλία του που
είχε με το γέροντα βοσκό στην Αράχοβα, δεν την ξέχασε και
μετά από έξι(6) χρόνια, συγκεκριμένα τον Απρίλη του 1941,
την ανακάλεσε στη μνήμη του και την επικαλέστηκε, όταν
βρέθηκε με τη σύζυγό του Μαρώ στην Κρήτη, στο δρόμο
τους για τη Μέση Ανατολή, μετά τη συζήτηση που είχε με
τον κυρ Μανόλη τον Κρητικό.
Συγκεκριμένα, καταγράφει τη Δευτέρα 28 Απρίλη 1941
(«Μέρες Δ΄», σελίδα 68):«Κάτω στο περιβόλι, του κυρ-
Μανόλη, μιλούμε για τον «Ερωτόκριτο». Του λέω τους
στίχους που θυμούμαι κι αυτός συμπληρώνει. Με
συγκινεί η γλωσσική ασφάλεια αυτών των ανθρώπων.
.
Μόνο στη Ρούμελη βρήκα τέτοια σιγουριά στην
Αράχωβα, ακούγοντας το γέρο βοσκό που με είχε στο
σπίτι του. Έπειτα ο κυρ Μανόλης, κοιτάζοντας τον
ουρανό, θυμάται τα νιάτα του.»
• Τη Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 1939 («Μέρες Γ΄», σελίδα
108):«Δε μ’ ενοχλεί ο λαός, μ’ ενοχλεί αυτό το
αφάνταστο προστύχεμα που προοδεύει ολοένα και

234
Σύμμεικτα Ι

αποβλακώνει το λαό. Αν παραβάλλει κανείς το


πανηγύρι σ’ ένα χωριό με τούτα τα γυαλένια, τα απαθή
μάτια, καταλαβαίνει. Μιζέρια, όχι φτώχεια. Στα χωριά
και ο πιο φτωχός έχει τον τρόπο του να είναι
.
αρχοντικός τουλάχιστο στα χωριά που δεν τα
λυμαίνουνται οι πρωτευουσιάνοι εκεί ο σακάτης και ο
.
τρελός έχουν ένα είδος αγιοσύνης, μιαν αυθυπαρξία
είναι με κάποιο τρόπο μια μορφή της μοίρας.[…].»
• Την Κυριακή 29 Νοέμβρη 1942(«Μέρες Δ΄», σελίδα 263
- 266) κάνει εκτενή αναφορά στο ημερολόγιο με τα
αυτοσχέδια ποιήματα ενός λοχία στο Μέτωπο της
Αλβανίας, ονόματι Κουρελιά Κωνσταντίνο, από τη Λαμία.
Στο τέλος σημειώνει: «Αυτά είναι οι παρηγοριές μας.
Έδωσα μεταφρασμένες μερικές περικοπές στον Stowe,
μιλώντας του για τον Έλληνα φαντάρο στην έρημο.»
• Την Παρασκευή 16 Αυγούστου 1946, Πόρος («Μέρες
.
Ε΄», σελίδα 50): «Καταπληκτική επιβίωση μόλις βρεθώ
στην εξοχή, οι συνήθειες της παιδικής ηλικίας. Η
κουβέντα ενός βαρκάρη, η χειρονομία ενός ψαρά,
έχουν ένα κύρος για μένα που δεν ένιωσα παρά πολύ
σπάνια στη συναναστροφή τόσων υπουργών, λ.χ. ή
καθηγητών ή διανοουμένων. Εκείνοι ανήκουν, και
σήμερα ακόμη, σ’ έναν τελετουργικό κόσμο. Ενώ
τούτοι…».
• Την Παρασκευή 1 Σεπτέμβρη 1961 («Μέρες Η΄»,
σελίδα 182): «Μια γυναίκα μαυροφορεμένη,
μαντιλοδεμένη, νέα ευλύγιστη, μεγάλη ευγένεια στο
.
σώμα έπιασε να τραβά το σκοινί μιας δεμένης βάρκας.
Ήταν φουνταρισμένη απ’ τη πρύμη κι ερχόταν δύσκολα,
235
Στάθης Ασημάκης

μολονότι, τέντωνε κάμποσο το κορμί της. Ένας άντρας


.
ξυπόλυτος ήρθε και τη βοήθησε πήδησαν κι οι δυο
μέσα στη βάρκα. Αυτή έβαλε τα κουπιά στους
σκαρμούς και έπιασαν λάμνοντας ορθοί, καθένας ένα
.
κουπί. Ήταν ερχομός μεγάλης χαράς τούτη η γυναίκα
φώτισε ολόκληρη τη μέρα μου.»
• To Σάββατο 5 Σεπτέμβρη 1961 («Μέρες Η΄», σελίδα
191):«Είχα μια εύκολη οικειότητα με τους χωριάτες
. .
εδώ αισθανόμουν στο σπίτι μου συλλογίζομαι πως
έχω,στις καλές περιπτώσεις, οικειότητα ή τουλάχιστον
δεν αισθάνομαι χωρίς άνεση με τους ανθρώπους στις
μεγάλες πρωτεύουσες του σημερινού πολιτισμού. Είναι
. .
διχασμός αυτό τον παρακολουθώ ως τη ρίζα του εκεί
είμαι ένας.»
• Τη Δευτέρα 24 Αυγούστου 1931, Άφιξη στο Λονδίνο
(«Μέρες Β΄», σελίδα 11):«Έφτασα αρκετά ζαλισμένος
από Μασσαλία. Η Ελλάδα ήτανε πια χωρίς εμένα (δεν
το λέω από εγωισμό). Τότε κατάλαβα πόσο τ’ αγαπούσα
αυτό το χώμα, μ’ όλα τα εφτά καρφιά που μας βάζει
κάθε μέρα.»
• Την (Πέμπτη) 26 Γενάρη 1933 στο Λονδίνο («Μέρες
Β΄», σελίδα 97):«Εν τω μεταξύ ανακάλυψα πως έχω
πολύ από το “γάτο κοντά στο τζάκι” και είμαι
περισσότερο δυστυχισμένος ακόμη. Θέλω ήλιο. Θέλω
να ψηθώ στον ήλιο. Θέλω να απανθρακωθώ στον ήλιο,
θέλω, όταν γυρίσω ν’ ανεβαίνω κάθε μεσημέρι στην
Ακρόπολη τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο.»

236
Σύμμεικτα Ι

• Την Τετάρτη, 5 Ιανουαρίου 1938 («Μέρες Γ΄», σελίδα


95): «Αν ήταν δίκαιο να μεγαλώσει ο τόπος αυτός, δεν
ήταν για να έχουμε περισσότερους βουλευτές,
.
νομάρχες ή χωροφύλακες ήταν για να μπορέσει ν’
αναπτυχθεί σε μια γωνιά της γης ο Ελληνισμός - αυτή η
ιδέα της ανθρώπινης αξιοσύνης και της ελευθερίας,
όχι αυτή η αρχαιολογική ιδέα. Δεν πιστεύω σ’ αυτούς
τους ανθρώπους που φλυαρούν, ή στους άλλους που
.
δεν ξέρουν τι κάνουν δεν εννοώ να βουλιάξω μέσα
στην απερίγραπτη μιζέρια των χαρακτήρων - πιστεύω
σε δυο - τρεις ιδέες που προχωρούν, και τώρα ακόμη,
ύστερ’ από χιλιάδες χρόνια, σ’ αυτή τη γλώσσα. Γι’
αυτές τις δυο-τρεις ιδέες που πρέπει να ζήσουν εδώ,
και μονάχα εδώ θα μπορούσαν να ζήσουν καθώς τις
σκέπτομαι, υπομένω αυτή την αθλιότητα.»
• Την Παρασκευή (26 Σεπτέμβρη) 1941 («Μέρες Δ΄»,
σελίδα 133): «Ελληνικός πολιτισμός δε θα πει κάτι
απομονωμένο, ξένο και αβοήθητο από κάθε ανθρώπινη
προσπάθεια που γίνεται γύρω μας. Θα πει πρώτα απ’
όλα να κρατήσουμε με κάθε τρόπο, να κρατήσουμε
ζωντανές και ανοιχτές τις ψυχές μας. Κι αν έχουμε
αρκετή ζωντάνια (ή επειδή θα έχουμε αρκετή
ζωντάνια) να φροντίσουμε ν’ αναπτύξουμε ό,τι
πολύτιμο διαφυλάχτηκε από τις περασμένες γενεές,
είτε χωρίς να το φροντίσει κανένας, είτε μολονότι όλα
τα στοιχεία βάλθηκαν να το χαλάσουν και δεν το
κατάφεραν, είτε γιατί βρέθηκαν άνθρωποι που
πολέμησαν γι’ αυτό.»

237
Στάθης Ασημάκης

• Την Τετάρτη 18 Νοέμβρη 1942 («Μέρες Δ΄», σελίδα


259):«Πρέπει νομίζω να το πάρω απόφαση, μια για
πάντα: σοβαρότητα και πολιτική είναι δυο πράγματα
τέλεια ξεχωρισμένα.»
• Τη Δευτέρα 2 Δεκέμβρη 1946 («Μέρες Ε΄», σελίδα 83):
«Φεύγω ακόμη με ορισμένες «ιδέες» για το φως. Είναι
το σπουδαιότερο πράγμα που «ανακάλυψα» από τότε
που μπήκε το καράβι του γυρισμού στα ελληνικά νερά
(Ύδρα, Οχτώβρης ’44) Κάτι από αυτό εκφράζει «Ο
Βασιλιάς της Ασίνης» κάτι και η «Κίχλη». Αλλά δεν
ξέρω αν θα μπορέσω να το εκφράσω ποτέ μου αυτό το
βασικό, καθώς αισθάνομαι, αυτό το θεμέλιο της ζωής.
Ξέρω πως με το φως πρέπει να ζήσω. Παρακάτω δεν
.
ξέρω δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω.»
• Την Πέμπτη 12 Ιουλίου Ιερουσαλήμ 1956 («Μέρες ΣΤ΄»,
σελίδα 235):«Αυτό το δικό μου πείσμα να μένω
προσκολλημένος σε πράγματα που με συγκινούν στην
Ελλάδα - τούτη η στενοκεφαλιά - και στη χλωρίδα
ακόμη.»
• Το Σάββατο 6 Οκτώβρη Αίγινα 1956 («Μέρες Ζ΄»,
σελίδα 26): «Στην Αφαία τ’ απόγευμα: Έξοχη - όπως
πρώτη μέρα της δημιουργίας. Ένας μάστορας που
επιβλέπει την αναστύλωση του ναού - Τηνιακός - η
κουβέντα του καλού τεχνίτη.»
• Την Τρίτη 24 Μάη 1960 («Μέρες Ζ΄», σελίδα 202):
. .
«Ήσυχη θάλασσα σκέπτομαι μια ελληνική θάλασσα
από χτες συλλογίζομαι αυτό το αίσθημα που μου δίνει
το ελληνικό τοπίο και που δε βρίσκω πουθενά αλλού
είναι από το τοπίο ή από μια προβολή του εαυτού μου;»
238
Σύμμεικτα Ι

***
Ο θαυμασμός του ποιητή για την αυθεντικότητα και το
μεγαλείο απλών ανθρώπων του λαού γίνεται ύμνος, όχι
βεβαίως αδικαιολόγητα, στις περιπτώσεις του Γιάννη
Μακρυγιάννη και του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου.
Συγκεκριμένα σημειώνει:
• Την Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 1940 («Μέρες Γ΄», σελίδα
170): «Ο Μακρυγιάννης. […]. Εκείνο που μ’ ενδιαφέρει
.
είναι να παρουσιάσω το έργο ενός ανθρώπου το
σημάδι που μας άφησε εκεί που τόσοι άλλοι έγραψαν με
.
την κιμωλία τη λαλιά του. Έτσι θα μου είναι
ολωσδιόλου αδιάφορο αν η ιστορική του μαρτυρία είναι
σωστή, αν ο ίδιος είναι ή όχι μεροληπτικός. Η
ειλικρίνεια του έργου, αυτής της γραφής, είναι το
σπουδαίο. Η ολοκλήρωσή της. Αξίζει τον κόπο. Όταν
σκέπτομαι συγχρόνους του, όπως ο Σολωμός ή ο
.
Κάλβος και τα αποσπασματικά τους έργα όταν
σκέπτομαι τα έργα των συγχρόνων Ελλήνων τόσο
κομματιασμένα και τόσο χαλασμένα, τονε βλέπω σαν
ένα φαινόμενο μοναδικό. Ωστόσο κανείς δεν κοίταξε
αυτό το έργο σαν έργο της ψυχής. Ίσως γιατί ο ίδιος ο
Μακρυγιάννης δε λογάριασε ποτέ τον εαυτό του σαν
στοχαστή ή σαν καλαμαρά αλλά σαν ένα αγράμματο
άνθρωπο με τις καθημερινές ασχολίες που η μοίρα του
είχε δώσει. Δεν τον καταδεχτήκαμε. Εξαίρετο
παράδειγμα της “εκπαιδεύσεως” που καταστρέφει την
πραγματική μόρφωση. »
• Τη Δευτέρα 11 Αυγούστου 1947 («Μέρες Ε΄», σελίδες
107-108):«Αλλά το ζήτημα είναι πως στη φτωχή μας

239
Στάθης Ασημάκης

Ελλάδα δε βρίσκω κανέναν από τους ακαδημαϊκούς μας


ζωγράφους, που να με πάρει ο διάβολος, που να ’χει το
χρώμα και τον αέρα του Θεόφιλου, και όταν πάρω μια
σελίδα των Απομνημονευμάτων του Μακρυγιάννη και
μια σελίδα από τα Απομνημονεύματα του Ραγκαβή, ενός
καταπληκτικά μορφωμένου ανθρώπου για την εποχή
του, βρίσκω πως η λέξη, η φράση, ο τόνος, ο ρυθμός,
το λογοτεχνικό κείμενο τελοσπάντων του λόγιου
μοιάζει με μωρολόγημα μπροστά στο γράψιμο του
αγράμματου.
Και για να μη νομιστεί πως είναι η διαφορά
δημοτικής και καθαρεύουσας που μ’ επηρεάζει, θα
πρόσθετα πως και η σκέψη ακόμη του Ραγκαβή μου
μοιάζει χωρίς νεύρο και χωρίς σπίθα μπροστά στον
απλοϊκό στοχασμό του Μακρυγιάννη.».
Από το χώρο των επώνυμων και ειδικότερα της
πολιτικής αυτόν που όχι μόνο ξεχώριζε, αλλά και θαύμαζε
ήταν ο Γεώργιος Καρτάλης, ο πρόωρος θάνατος του οποίου
τον λύπησε πολύ, και βεβαίως στέρησε τη χώρα μας από
ένα μεγάλο και χρήσιμο πολιτικό άντρα. Καταγράφει
σχετικά:
• Την Παρασκευή 27 Σεπτέμβρη, Λονδίνο, 1957 («Μέρες
Ζ΄», σελίδα 53): «Ένιωσα ένα κενό - δεν ξέρω. Ίσως το
κενό Καρτάλη να το αισθάνομαι κάμποσο καιρό τώρα.
[…]. Ήταν ένας άνθρωπος με κουράγιο αυτός που
έφυγε, και ένας άνθρωπος που δεν μπόρεσε να
. . .
αφοσιωθεί ολόκληρος μισός και μισός μέσα και έξω
τα κενά του τα αναπλήρωνε η δύναμη του μυαλού του -
που δεν μπορεί ν’ αναπληρώσει κάθε κενό. Όταν όμως

240
Σύμμεικτα Ι

συλλογίζεται κανείς τους τριγυρινούς του αναμετρά


πόσο ψηλότερα στέκουνταν. Σαν μπήκα και τον είδα
απλωμένο στο κρεβάτι του - σκεπασμένο ως το λαιμό
μ’ ένα άσπρο σεντόνι - το πρόσωπό του ήταν γαλήνιο
και θεληματικό σαν άγαλμα - έσκυψα και τον φίλησα.
Ακόμη ένας άνθρωπος της γενιάς μου που πάει - η
γενιά των κακών εμπόρων.»
Αναφορικά με τον ομότεχνό του Άγγελο Σικελιανό η
στάση του είναι διπολική. Σχετικά με την ποίηση και το όλο
φέρσιμό του ποιητή είναι επικριτικός, διακρίνοντας
υπερβολές, εντέλει όμως τον αποδέχεται, διότι διακρίνει
γνησιότητα χαρακτήρα και αυθεντικότητα. Δε συμβαίνει το
ίδιο, όμως, με τον Νίκο Καζαντζάκη προς τον οποίο είναι
επικριτικός και για το έργο του, για κάποιες από τις
απόψεις του, αλλά και για τη συμπεριφορά του.
Συγκεκριμένα:
• Την Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 1940 («Μέρες Γ΄»,
σελίδα 175): «Ο Σικελιανός. […]. Ό,τι και να ’ναι αυτός
.
ο άνθρωπος, ό,τι κι αν αξίζει ο στόμφος του, η πομπή
του, ο κομπασμός του τον κάνουν κάποτε ανυπόφορο.»
• Την Τρίτη 3 Σεπτέμβρη 1940 («Μέρες Γ΄», σελίδα 235):
«Σήμερα το πρωί γράμμα του Σικελιανού από τη
.
Φτέρη μ’ ευχαριστεί για τα βιβλία μου. «Σας
ευχαριστώ, εκλεκτέ φίλε, που σε μια ώρα που κρατάω
ακοίμητος το τιμόνι του καραβιού μου, σκεφτήκατε να
διασταυρώσετε στη σκέψη μου το αρμένισμα και του
δικού Σας, ωσάν έναν εγκάρδιο και βαθύ χαιρετισμό.»
Μνημείο. Τι του πληρώνεις;»
• Την Παρασκευή 12 Γενάρη 1945 («Μέρες Ε΄», σελίδα
11)[στον απόηχο των Δεκεμβριανών]: «Μου διηγούνται:
241
Στάθης Ασημάκης

Ο Σικελιανός: «Κι εγώ που νόμιζα πως οι Έλληνες


είναι ώριμος λαός».
Καζαντζάκης: «Μήπως είναι υπερώριμος;»
Αισθάνομαι κάποιο κενό καθώς ακούω τέτοιες
κουβέντες.»
• Τη Δευτέρα 27 Μάη 1946 («Μέρες Ε΄», σελίδα 34):
«Χτες στο «Αττικό». Αίθουσα γεμάτη, ατμόσφαιρα
πολιτικής διαδήλωσης. Κομματάρχες, που καθώς
μπαίνουν τους χειροκροτούν.[…]. Ο Καζαντζάκης λέει:
«η αγάπη τώρα είναι ένοπλη (amour arme)». Γιατί
«τώρα»; Ο Σικελιανός βγάζει ένα πληθωρικό λόγο.
Όλα αυτά μ’ αρρωσταίνουν.»
• Την Τρίτη 6 Αυγούστου 1946 («Μέρες Ε΄», σελίδα 46):
«Σήμερα στου Σικελιανού, στην Κηφισιά. […]. Μου λέει,
μεταξύ μας, πως ο Καζαντζάκης τού έγραψε από το
Λονδίνο να προτείνει αυτός στην Επιτροπή του Νομπέλ
να μοιραστεί στους δυο τους το βραβείο. Παράξενη
φυλή.»
• Την Τετάρτη 6 Αυγούστου 1947 («Μέρες Ε΄», σελίδα
106): «Χτες βράδυ, έξω από το Ζάππειο, συναντήσαμε
το Σικελιανό. […]. Δεν είναι αυτός στα μέτρα του
.
κόσμου ο κόσμος είναι στα μέτρα του.»
• Τη Δευτέρα 2 Ιουλίου 1951 («Μέρες Στ΄», σελίδα 24):
«Στο ΒΒC: έφαγα κάτω με τον Αγγέλογλου κι έπειτα
ανεβήκαμε στο στούντιο για τη φωνοληψία της ομιλίας
μου για τον Άγγελο Σικελιανό. Στο σπίτι μόλις
βαστούσα τους λυγμούς, πρώτη φορά από το θάνατό
του.»
***
242
Σύμμεικτα Ι

Η επικριτική διάθεση του ποιητή στις ημερολογιακές του


καταγραφές, ίσως, δεν ήταν μόνο σύμφυτη με το
χαρακτήρα του, αλλά και αποτέλεσμα του τρόπου με τον
οποίο μεγάλωσε σε ένα οικογενειακό περιβάλλον αυστηρό
και υψηλών απαιτήσεων.
Συγκεκριμένα, ο πατέρας του, μεγάλης μόρφωσης -
υπήρξε διακεκριμένος νομικός σε Ελλάδα και Γαλλία
(Παρίσι), καθηγητής του Πανεπιστήμιου Αθηνών και στη
συνέχεια μέλος της Ακαδημίας Αθηνών - του εμφύσησε
από νωρίς, φαίνεται, την πειθαρχία, τη σκληρή δουλειά, τη
στοχοπροσήλωση και τον εξώθησε να σπουδάσει νομικά,
ώστε να μπορεί, αργότερα, να κερδίσει με σιγουριά το
ψωμί του, παρότι ο ίδιος ήθελε να ασχοληθεί αποκλειστικά
με τη συγγραφή από τα χρόνια της νεότητάς του.
Μάλιστα, αυτή η αυστηρότητα του πατέρα ριζωμένη στο
υποσυνείδητο του ποιητή εκφράζεται καθαρά μέσα από
κάποιο όνειρό του, το οποίο καταγράφει λεπτομερώς.
Αυτές οι πατρικές επιρροές διακρίνονται στις παρακάτω
ημερολογιακές του καταγραφές. Συγκεκριμένα:
• Την Παρασκευή 9 Απρίλη 1926 («Μέρες Α΄», σελίδα
.
56):«Αγαπούσα τα γράμματα, την τέχνη με έπεισαν
πως αν με απασχολούσαν ολωσδιόλου, θα ήταν η
καταστροφή μου. Αυτή την απαγόρευση την
εσυμβόλιζα, τον πρώτο χρόνο των σπουδών μου στο
Παρίσι, μ’ ένα πιστόλι γεμάτο, που έβλεπα να με
σημαδεύει από το μάρμαρο του τζακιού, κάθε φορά
που ξένες σκέψεις μ’ έκαναν να σηκώσω τα μάτια από
το βιβλίο των νομικών που μελετούσα. Όση δουλειά
έκανα για τα γράμματα ήταν το αποτέλεσμα μιας
εξουθενωμένης θέλησης. Τώρα καταλαβαίνω πόσο
μου στοίχισε αυτή η πάλη με τη θέλησή μου. Μια πάλη

243
Στάθης Ασημάκης

που έπρεπε να καταστρέψει τα πιο ζωντανά ένστικτά


μου. Δεν ήξερα τότε πως δεν μπορεί ο άνθρωπος να
θελήσει ό,τι του καπνίσει να θελήσει. Έτσι
καταστρώθηκε ένα πρόγραμμα ζωής και εργασίας
αφηρημένο, παράλογο, έξω από κάθε δική μου
πραγματικότητα. Νόμιζα πώς ήταν ένα απλό ζήτημα
πειθαρχίας, ενώ έπρεπε να καταστρέψει ως την
τελευταία κλωστή αλήθειας που είχα μέσα μου, ενώ
έπρεπε να ξορκίσω την ψυχή μου. Το μόνο που
κατάφερα είναι να γίνω παράλυτος. Τώρα ξέρω πως
τίποτε δεν ενδιαφέρει στο δρόμο όπου μπήκα με τόσο
.
κόπο ξέρω πως, πραγματικά, σ’ αυτό το δρόμο,
οποιαδήποτε πράξη, όσο επιτυχής κι αν είναι, δεν έχει
τίποτε να κάνει με το αληθινό μου χρέος.[…]. Αλλά
τώρα, που ρωτιέμαι για ποιο λόγο δεν παραμέρισα τις
δυσκολίες, όποιες κι αν ήταν, γιατί δεν άρχισα όπως
έπρεπε ν’ αρχίσω, βρίσκω (εκτός από την απουσία
οποιασδήποτε ενθάρρυνσης, τη μηδαμινή διορατικότητα
ενός νέου και τις υλικές καταστροφές) τούτο κυρίως:
μια υπερβολική υπερηφάνεια και μιαν ανυπομονησία να
φτάσω στο τέλειο, που μου υπονόμευαν κάθε
αυτοπεποίθηση.»
• Την Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 1928 («Μέρες Α΄», σελίδα
103):«Θες να χαρείς την ευτυχία σου (αν αυτό είναι
ευτυχία) και η ευτυχία σου δε σε χωράει. Και μένεις
πάλι σαν πρώτα, με μικρές αλλαγές, με τρία τέσσερα
χρόνια περισσότερα στο στομάχι. Οι «υπεράνθρωποι»
.
σε λένε αδύνατο πολύ πιθανό να έχουν δίκιο ποιες

244
Σύμμεικτα Ι

όμως ήταν οι δυσκολίες τους; Όταν μιλούν γι’ αυτές,


χρειάζεται ανεμόσκαλα για να τους ακούσεις.»
(Πιθανόν στους «υπερανθρώπους» και τα λόγια τους
εντάσσει τον πατέρα του με πατρικές νουθεσίες και
κριτικές για τον ίδιο. Και με τη φράση ανεμόσκαλα, ίσως να
δείχνει το μέτρο της ασυνεννοησίας με τον πατέρα του.)
• Την (Τετάρτη) 14 Ιουλίου 1937, Κορυτσά («Μέρες Α΄»,
σελίδες 71-72): «Όνειρο της περασμένης νύχτας:
Επρόκειτο να πάμε με τη Μαρώ […]. Στο χολ ένα
τραπέζι, όπου καθότανε ο πατέρας μου και μια
στρουμπολή μεσόκοπη γυναίκα που έμοιαζε με τη
δασκάλα εδώ που είναι και προξενήτρα. Ο πατέρας
μου, μόλις με είδε, έβαλε τις φωνές γιατί έκανα την
Κυρά Φροσύνη να περιμένει από τις 9 το πρωί που
βγήκα. Τότες θυμήθηκα ότι, βγαίνοντας είχα πει στην
υπηρέτρια, αν με ζητήσει η δακτυλογράφος να
περιμένει.[…].»
Εάν ο πατέρας Στυλιανός Σεφεριάδης ήταν για τον
ποιητή ο μέγας κριτής του, η μητέρα Δέσπω Σεφεριάδη -
Τενεκίδου ήταν για αυτόν το απάνεμο λιμάνι του. Φαίνεται
ότι ως πρωτότοκος γιός της, του είχε, και της είχε και αυτός,
ιδιαίτερη αδυναμία.
Το εκφράζει η ίδια, άλλωστε, όταν τον υποδέχεται στο
λιμάνι του Πειραιά, επιστρέφοντας από τη Γαλλία κι
έχοντας περατώσει τις σπουδές του, με την ευαγγελική
φράση: «Νῦν ἀπολύοις».
Με αυτή τη συνάντηση της μητέρας του στο μουράγιο,
στις 16 Φεβρουαρίου 1925, ξεκινάει τις ημερολογιακές του
καταγραφές, ως ένα είδος νέας γέννησής του, στο
ξεδίπλωμα και περιγραφή της ζωής του, επαγγελματικής

245
Στάθης Ασημάκης

και συγγραφικής, από αυτή τη χρονική αφετηρία μέχρι


σχεδόν τα τέλη της ζωής του.
Eνάμισι χρόνο, αργότερα, επιδεινώνεται η υγεία της
μητέρας του κι αυτός μόνος από τα αδέλφια του τη
συνοδεύει (στις 7 Ιουνίου 1926) και τη συντροφεύει σε
κάποιο φιλόξενο σπίτι στην Κηφισιά, θέση Αλώνια, οικία
Καλογεροπούλου, με την ελπίδα της ανάρρωσης.
Από τον αβάσταχτο πόνο του τη μέρα του χαμού της ο
ποιητής δεν κατορθώνει να γράψει ούτε μια λέξη στο
ημερολόγιό του. Του παίρνει ένας μήνας, για να μπορέσει
να αναφερθεί, έστω και εμμέσως, στο ημερολόγιό του για
το χαμό της, γράφοντας λιτά τη λέξη: «καταστροφή».
Και αφού έχουν περάσει δεκαετίες και έχει φτάσει στην
ηλικία των εξήντα ετών, με αφορμή την παρακολούθηση
ενός φιλμ στα πλαίσια διάλεξης του καθηγητή Λούρου,
αναφορικά με τοκετούς, σημειώνει λακωνικά, αλλά και
πολύ περιεκτικά τι σήμαινε η μητέρα του γι’ αυτόν.
Ειδικότερα στις καταγραφές του σημειώνει:
• Τη Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 1925 («Μέρες Α΄»,
σελίδα 7): «Στις εφτά το πρωί, το “Pierre Loti” άραξε
στον Πειραιά: Ελλάδα. Τον περασμένο Ιούλιο έκλεισαν
έξι χρόνια ξενιτιά, χωρίς διακοπή. Η μάνα μου
.
περίμενε στο μουράγιο είπε: «Νῦν ἀπολύεις». Ελλάδα
η αναπόφευκτη δοκιμασία. Ήταν σωστό να μην μπορεί
να γίνει αλλιώς.»
• Την Παρασκευή 2 Ιουλίου 9 βράδυ 1926 («Μέρες Α΄»,
σελίδα 68): «Έκλεισα τα παράθυρα. […]. Στο πλάι
ακούω τον αναστεναγμό της μητέρας μου. Πολλή
συγκίνηση.»
• Το Σάββατο 2 Οκτώβρη 1926 («Μέρες Α΄», σελίδα 7):
«Άφησα στο προηγούμενο τετράδιο τις τελευταίες

246
Σύμμεικτα Ι

σελίδες αδειανές. Θα γράψω, όταν έχω τη δύναμη, για


την καταστροφή του περασμένου μήνα.»
• Τη Δευτέρα 20 Ιουνίου 1960 («Μέρες Α΄», σελίδα 218):
«Η σημασία (η παρουσία) της μητέρας για μένα χάθηκε
- ήταν ένα αντικείμενο, η ακρογιαλιά, το πέλαγο, ένα
κύμα του πελάγου ανάμεσό μας.»
***
Η θηλυκή συντροφιά για τον Γ. Σεφέρη ήταν ένα σημαντικό
στοιχείο της ζωής του. Πέρα από τις όποιες εφήμερες -
σύντομες σχέσεις του η ερωτική ζωή του ποιητή πρέπει να
κινήθηκε ανάμεσα στις τρεις βασικές γυναίκες της ζωής
του, με πρώτη τη Γαλλίδα πιανίστα Jacqueline Pouillolon,
που γνώρισε την άνοιξη του 1923 (αφετηριακή - θεμελιακή
σχέση). Ήταν ο πρώτος μεγάλος έρωτας της ζωής του. Ήταν
η κοπέλα για την οποία γράφτηκε το ποίημα: «Ερωτικός
λόγος».
Τον Ιανουάριο του 1928, δυο χρόνια μετά την άφιξή του
στην Ελλάδα, γνώρισε τη μουσικολόγο και μουσικοκριτικό
Λουκία Φωτοπούλου, με την οποία στη συνέχεια
συνδέθηκε ερωτικά (μεταβατική σχέση). Μια σχέση που
σίγουρα βοήθησε την ψυχοσυναισθηματική κατάσταση του
ποιητή, όπως προκύπτει και από τις ημερολογιακές
καταγραφές του. Είναι η ερωτική σχέση για την οποία
γράφτηκε το ποίημα: «Στέρνα».
Στις 19 Ιουλίου 1935 συνάντησε στο Σούνιο, για πρώτη
φορά τη Μαρίκα Ζάννου - Λόντου, αργότερα συνδέθηκε
ερωτικά μαζί της (η κορυφαία σχέση του) και στο τέλος
έγινε η αγαπημένη του γυναίκα, που την αποκαλούσε
Μαρώ και χαϊδευτικά Μαρούλη, την οποία και νυμφεύτηκε
στις 10 Απριλίου 1941.
Χωρίς αυτές τις τρεις(3) σημαντικές γυναίκες η
δημιουργική πορεία του ποιητή πιθανόν να περνούσε σε

247
Στάθης Ασημάκης

πιο δύσβατους και σκολιούς δρόμους. Και οι τρεις τους


είχαν όλες τις προϋποθέσεις, για να καλύψουν τις
αισθηματικές ανάγκες του ποιητή και να επικοινωνήσουν
μαζί του και σε ένα υψηλότερο επίπεδο, που τόσο είχε
ανάγκη στη συγγραφική - ποιητική του πορεία.
Το εκφράζει αυτό, εξάλλου, καθαρά ως ανάγκη του σε
επιστολή του σε γυναίκα (μάλλον) τη Λουκία Φωτοπούλου,
ευρισκόμενος στο Λονδίνο, και το καταγράφει:
• Στις 30 Απρίλη 1932 («Μέρες Β΄», σελίδα 57): «Περνώ
πολύ συχνά αρκετά δύσκολες στιγμές. Είναι ώρες
όπου, όλα όσα αγάπησα, όσα πίστεψα, πέφτουν σ’ ένα
μεθυσμένο τρίκλισμα και βυθίζονται σ’ ένα βάραθρο
αρκετά μεγάλο για να τα χωρέσει όλα. […]. Μιλώ αυτή
τη στιγμή τόσο σοβαρά, που ξεχνώ ακόμη και την
αγάπη. Δεν μπόρεσα ποτέ να τα ’χω καλά μ’ αυτό το
αίσθημα που συνδέει τους άντρες και τις γυναίκες.
Καταλαβαίνω την επιθυμία, καταλαβαίνω τη στοργή,
καταλαβαίνω πολλά πράγματα που την αποτελούν, μα
που δεν μπορώ να τα φανταστώ αποκλειστικά για ένα
μόνο πρόσωπο. Εκείνο που κάνει τις σχέσεις
μοναδικές είναι η επικοινωνία. Και όσο βαθύτερη είναι
η επικοινωνία, τόσο κάνει τον άνθρωπο γενικότερα
ανθρώπινο.»
• Την Πέμπτη 26 Μάη 1932 («Μέρες Β΄», σελίδα 65):
«Ξέρω πως αν με δικάσουν κάποτε, θα με δικάσουν για
την sensualité (φιληδονία) μου, όπως πολλές γυναίκες
που βαρέθηκα με καταδικάσανε για την cerebralité
(εγκεφαλικότητά) μου. Κάποτε θα με πείραζε αυτό, σε
παλιά χρόνια. Αλλά τώρα ξέρω εκείνο που ξέρω.»

248
Σύμμεικτα Ι

• Την Κυριακή 29 Γενάρη 1933 («Μέρες Β΄», σελίδες 98 -


99):«Δεν είμαι κανένα μωρό παιδί, ούτε επί ξύλου
κρεμάμενος. Φυσικά έχω μοναξιά, τραγική μοναξιά,
αλλά αυτό είναι κάτι που φέρνω μέσα μου, κάτι
πολυπρόσωπο που και στη μεγαλύτερη πολυκατοικία
και στη θορυβωδέστερη τύρβη δε θα πάψει να με
κατοικεί. Καθένας γεννιέται με τις πληγές του. Αν
φωνάζω κάποτε και σε πολύ δικούς μου ανθρώπους,
είναι επειδή και μοναχός μου φωνάζω, γιατί το κακό
κάποτε είναι ανυπόφορο. Υπάρχουν όμως δυο
πράγματα που με σώζουν: το πρώτο είναι η δημιουργία
το δεύτερο μια γυναίκα κοντά μου, και τούτο ίσως
επειδή χωρίστηκα τραγικά στη ζωή μου, ενώ η
προσήλωση έκαιε και ξέρανε κάθε άλλη τρυφερότητα,
περαστική, ελεύθερη, μέσα μου. Αυτό είναι όλο. Δεν
είχα την τύχη στους ανθρώπους που αγάπησα, κι όμως
ήταν αληθινά εξαιρετικοί, αλλά ήμουν υποχρεωμένος
να τους αφήνω μακριά, είτε ολοκληρωτικά είτε ως ένα
κάποιο σημείο. […].
Tο δικό μου απροχώρητο το καταλαβαίνω αμέσως:
απολιθώνομαι, δεν μπορώ να εκφραστώ με σκέψη ή με
πράξη. Στριφογυρίζω ώσπου να ζαλιστώ ή τείνω να
ζαλιστώ οπωσδήποτε. Δεν ξέρεις πόσο είναι
ανυπόφορο όταν αυτό το αίσθημα σε πιάνει από το
.
λαιμό. Πρέπει κάτι να γίνει ή να τσακιστώ και το
χειρότερο είναι ότι δε χωράει λογική σε τέτοια
.
πράματα γίνουνται και ξεγίνουνται μοναχά τους. […].

249
Στάθης Ασημάκης

Πέφτω πάντα ή σηκώνομαι ολόκληρος. Αν είναι κάτι


που με βασανίζει, ολόκληρος ο οργανισμός μου
κλονίζεται, βυθίζεται, χάνεται. Στις καλές μου πάλι
στιγμές όλα δουλεύουν κανονικά και η ζωή είναι δική
μου. Μη νομίσεις ότι τώρα όλα αυτά γίνουνται, επειδή
μου λείπει μια γυναίκα. μπορεί αν είναι κι αυτό, μπορεί
να είναι κι επειδή έχω φθάσει σε μια πνευματική κρίση,
μπορεί να είναι και τα δυο, μπορεί να είναι και άλλα
που δεν ξέρω. Το βέβαιο μένει ότι η κατάσταση αυτή
μου παρουσιάζεται με την όψη ενός απόλυτα
ερημωμένου κόσμου.»
• Την (Πέμπτη) 2 Μάρτη 1933 («Μέρες Β΄», σελίδα 111):
«Μ’ όλα ταύτα όμως ή παλιά μου αγωνία γυρίζει πάντα
σαν ένα ξεχασμένο φάντασμα, γιατί είναι πολύ αλήθεια
πως, ό,τι και να κάνουμε, τα νιάτα μάς κυβερνούν και
την απώτερη ηλικία μας και τα γερατειά μας. Έτσι
αργότερα φαντάστηκα πως θα μ’ άρεσε να είχα μια
γυναίκα, που θα μου δινόταν αμέσως και που θα ήταν
αρκετά εκλεκτή ώστε να μπορεί να μιλήσει ύστερα από
το αγκάλιασμα και το φρένιασμα του κορμιού.»
• Την Κυριακή του Θωμά 9 Μάη 1937 («Μέρες Γ΄»,
σελίδα 51): «Γράφω τόση ώρα για να ξεχάσω [τη Μαρώ.
Είναι παράξενα μέσα μου αυτή η γυναίκα.]»
• Την (Κυριακή) 13 Ιουνίου 1937, Κορυτσά («Μέρες Γ΄»,
σελίδα 67): «Τι σημαίνει ο πόνος του χωρισμένου
ανθρώπου, το ένιωσα τώρα που μου φαίνεται πως αν
κρατήσει ακόμη λίγο αυτή η κατάσταση θα χάσω το
λογικό μου. Μιλά κανείς για επιθυμία, για αγάπη, για
στοργή. Από μικροί μάθαμε να τα λέμε αυτά τα λόγια
250
Σύμμεικτα Ι

και τα χρησιμοποιούμε όσο μπορούμε καλύτερα. Όταν


όμως φτάσει κανείς εκεί που έφτασα, καταλαβαίνει
πως αν σημαίνουν κάτι, αυτό το κάτι είναι η τραγική
γύμνια του ανθρώπου στερημένου από τα πάντα και
ξέροντας πως λίγο πάρα πέρα, ελάχιστα πιο αριστερά ή
πιο δεξιά ή πιο ψηλά ή πιο χαμηλά, είναι η ανάπαυση
που δε θα την έχει ποτέ. Κι όσο είναι μια σκέψη αυτό,
δεν είναι τίποτε - μόνο μια σκέψη. Όταν όμως και το
κορμί αρχίζει να το νιώθει αυτό, κι έπειτα του
παραδίνεται, γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, είμαστε
κοντά στην καταστροφή.»
• Τη Δευτέρα 21 Ιουνίου 1937, Βόλος (μετά τη
συνάντησή του με τη Μαρώ) («Μέρες Γ΄», σελίδα 67):
«Γράφω ενώ λείπει σήμερα το απόγεμα. Το ζευγάρι
του χωρισμού έκανε να ξυπνήσει πάλι, ξετανύστηκε,
έπειτα όμως ξανακοιμήθηκε γυρίζοντας από την άλλη
μεριά. – Αγάπη: καμιά στάχτη δεν απομένει, είναι
κανείς ελεύθερος, κοιτάζει τι δουλειές που έμειναν
.
ατέλειωτες όταν άρχισε η τελευταία πάλη θέλει να τις
.
ξαναπιάσει όλα είναι δυνατά, η δουλειά είναι
.
ευπροσήγορη πράγματα που στερήθηκα τόσον καιρό.»
Το ότι ο Γ. Σεφέρης ήταν θαυμαστής του ωραίου φύλου,
και πρόσεχε τη γυναικεία παρουσία, όχι μόνο στα νιάτα
του, αλλά και στην ώριμη ηλικία του, προκύπτει και από
την παρακάτω καταγραφή:
• Την Τρίτη 6 Σεπτέμβρη 1960 («Μέρες Ζ΄», σελίδα 67):
«Ξεκινήσαμε πάλι με το «Αλέξης» για Καβάλα 7:15΄.
Είχαμε καιρό να ιδούμε το μουσείο. Έφορος ένα
δεσποινίδιο, «νέα γενιά», όπως τα παιδιά που είδα

251
Στάθης Ασημάκης

στου Καλλιγά την παράλλη Κυριακή. Πήραμε τ’


αεροπλάνο γύρω στις 11. Κατεβήκαμε Λήμνο.»
***
Εκτός από φως, το ελληνικό φως, το υγρό στοιχείο - η
θάλασσα - έπαιζε τεράστιο ρόλο στον ψυχισμό του. Όταν
βρισκόταν κοντά σε θάλασσα, άλλαζε αμέσως η ψυχολογία
του, επηρεαζόταν θετικά ο ψυχισμός του, ελευθερωνόταν
από τα συναισθηματικά του βάρη. Το ομολογούσε πολλές
φορές και ο ίδιος. Εξάλλου, ήταν γεννημένος στο ζώδιο:
«Ιχθείς», που είναι ζώδιο του νερού.
• Τη (Δευτέρα) 3 Οκτώβρη 1932 («Μέρες Β΄», σελίδα 90):
«Το μεγάλο λάθος της ζωής μου ήταν που ήμουν
φτιαγμένος για τη θάλασσα κι έγινα στεριανός. Είναι
γνώρισμα του θαλασσινού να μην είναι πουθενά
ευχαριστημένος.»
• Τον Αύγουστος 1936, Αίγινα, οικία Φλώρου («Μέρες
Γ΄», σελίδα 33): «Από το περασμένο Σάββατο εδώ. Η
θάλασσα το μόνο επουλωτικό στοιχείο που μου
απομένει: αρχή αποτοξίνωσης.»
• Την Κυριακή του Θωμά 9 Μάη, 1937 («Μέρες Γ΄»,
σελίδες 49 - 50):«Πώς να διατηρήσει κανείς τον εαυτό
του, όχι να ζήσει, μέσα σε μια τέτοιαν απομόνωση. Αν
ήταν κάπου θάλασσα, ένα καράβι, που να περνά, θαρρώ
θα μου έμοιαζε παράδεισος.»
• Το Σάββατο 7 Οκτώβρη 1939 («Μέρες Γ΄», σελίδα 33):
«Η θάλασσα για μένα, όπως το παχνί για το άλογο.»
• Την Παρασκευή 24 Ιουλίου 1942 («Μέρες Δ΄», σελίδα
236): «Η Νεκρή Θάλασσα είναι άλλη κουβέντα. […]. Το
.
νερό της φέρνει προς το μολυβί διώχνει τον άνθρωπο.
Ωστόσο αποφάσισα να τη δοκιμάσω. Γδύθηκα στις
252
Σύμμεικτα Ι

καμπίνες. […]. Σα δοκιμάσεις να κολυμπήσεις,


αισθάνεσαι πως δεν είσαι μέσα σε νερό, αλλά μέσα σ’
ένα άλλο στοιχείο που σε δυσκολεύει και σπρώχνει το
κορμί σου στον αφρό.[…].»
• Τη Δευτέρα, 14 Ιουνίου 1943, Αλεξάνδρεια («Μέρες
Δ΄», σελίδα 236): «Ο θαλασσινός αέρας, και τα πανιά,
.
και η θαμπάδα του φωτός με ξανάκαναν άνθρωπο […].
Ο γυρισμός στο Κάιρο μου φαίνεται τώρα πολύ βαρύς.»
• Την Τρίτη 24 Μάη 1960 («Μέρες Ζ΄», σελίδα 202):
. .
«Ήσυχη θάλασσα σκέπτομαι μια ελληνική θάλασσα
από χτες συλλογίζομαι αυτό το αίσθημα που μου δίνει
το ελληνικό τοπίο και που δε βρίσκω πουθενά αλλού
είναι από το τοπίο ή από μια προβολή του εαυτού μου;»
***
Ένα σημαντικό θέμα που τον απασχολεί ιδιαίτερα στην
προσωπική του ζωή ήταν τα όνειρά του, τα οποία πολλές
φορές τα σημειώνει στις ημερολογιακές καταγραφές του.
Είναι τόσες πολλές φορές (τουλάχιστον εικοσιπέντε[25]!)
οι ονειρικές του αναφορές που πραγματικά ξαφνιάζουν τον
αναγνώστη. Άλλα τα καταγράφει αναλυτικά και άλλα
λιγότερο αναλυτικά. Δεν προσπαθεί ποτέ να τα ερμηνεύσει
ή να τα σχολιάσει, αλλά σίγουρα τα προσέχει.
Οι χώροι των ονείρων του είναι συχνά η γενέθλια γη του,
και τα πρόσωπα είναι, είτε από το οικογενειακό του
περιβάλλον, είτε από το χώρο της δουλειάς του, καθώς και
οι γυναίκες με τις οποίες σχετίστηκε ερωτικά.
Θα άξιζε κάποιος ειδικός να εντρυφήσει σ’ αυτά τα
όνειρα. Ίσως και να καταφέρει να αποκωδικοποιήσει ακόμα
περισσότερο το βαθύτερο εγώ του ποιητή. Πάντως,
φαίνεται η μεγάλη σημασία που έδειχνε σ’ αυτά, ίσως για

253
Στάθης Ασημάκης

τα μηνύματα που του έστελνε το υποσυνείδητό του και το


ασυνείδητό του.
Ειδικότερα, το 1ο όνειρο που καταγράφει με ημερομηνία
Πέμπτη 27 Αυγούστου 1925, μπορεί να θεωρηθεί,
σύμφωνα με τις λαϊκές ονειρικές δοξασίες προφητικό,
αναφορικά με την απώλεια της αγαπημένης του μητέρας,
που θα επισυμβεί ένα χρόνο αργότερα (στις 9 Σεπτέμβρη
1926).
Βέβαια, θα ισχυριστεί κάποιος ότι ο νεαρός, τότε,
Σεφέρης βλέποντας τη σοβαρή ασθένεια της μητέρας του
λίγο πολύ αναμένει το θάνατό της. Εν πάση περιπτώσει
αξίζει να αναφέρουμε αυτό το «σημαδιακό» του όνειρο:
«Όνειρο σήμερα την αυγή. Ήμουν στη “Σκάλα”
μπροστά στο σπίτι μας, στο μουράγιο. Σκοτεινός καιρός
και δεν αισθανόμουνα γύρω καμιά ανθρώπινη ύπαρξη.
Έβλεπα το βαποράκι (με τις ρόδες) που έκανε πίσω
για να γυρίσει κατά το νησί τ’ Αϊ Γιάννη. Θα ’ταν μια ή
δυο μεσημέρι η συνηθισμένη ώρα. Είχα μιαν
απροσδιόριστη ανησυχία, όπως όταν γυρεύεις κάτι που
σου λείπει. Το έβλεπα ολωσδιόλου από το πλευρό.
Θυμάμαι καλά τα χρώματα, το σκεπασμένο ουρανό, τον
αφρό που έκαναν οι ρόδες τους χτυπώντας το κύμα.
Τότε παρατήρησα στη μικρή γέφυρα του καπετάνιου
την Μπι ακουμπισμένη. Δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τα
χαρακτηριστικά της, αλλά τα καστανά μαλλιά της μου
φάνηκαν υπερβολικά βαριά. Καθώς το βαποράκι έκανε
μπρος, ένα αίσθημα αγωνίας με ξύπνησε.»
Στις λαϊκές δοξασίες εξήγησης των ονείρων το καράβι
που φεύγει σχετίζεται με χωρισμό, κυρίως με θάνατο
(παραπέμπει ίσως στην Αχερουσία λίμνη και το βαρκάρη
που μεταφέρει την ψυχή στον Άδη).
254
Σύμμεικτα Ι

Το μουράγιο βρίσκεται στη Σκάλα στη γενέθλια γη του,


την Ιωνία. Στη γέφυρα του καπετάνιου βρίσκεται η φίλη
του η Μπι (γυναικεία παρουσία - ονειρικό άραγε
υποκατάστατο της μητέρας του;), με καστανά μαλλιά που
του φάνηκαν υπερβολικά βαριά.
Τα μαλλιά, κομμένα, ή μακριά σχετίζονται από την
αρχαιότητα με πένθος.
Το στοιχείο του Αϊ Γιάννη θα μπορούσε να σχετιστεί με
το γεγονός ότι η μητέρα του έφυγε ημερομηνία 9
Σεπτέμβρη που απέχει 11 μέρες από την ημερομηνία της
γιορτής του Αϊ Γιάννη (29 Αυγούστου). Τέλος, το όνειρο
αυτό το βλέπει 2 μέρες πριν την ίδια τη γιορτή του Αϊ
Γιάννη.
Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον, αν γνωρίζαμε την ώρα μέσα
στη μέρα που πέθανε η μητέρα του, εάν δηλαδή ήταν
μεσημβρινή. Αυτό θα ήταν ένα επιπλέον «σημαδιακό»
στοιχείο, δεδομένου ότι υπάρχει η συγκεκριμένη αίσθηση
ώρας μέσα στο εν λόγω όνειρό του.
***
Ένα, επίσης, σημαντικό θέμα είναι η κοινωνικότητα του
ποιητή. Πολλοί νομίζουν ότι ήταν δύσκολος σε φιλίες και
απόφευγε ίσως τις πολλές σχέσεις. Η πραγματικότητα
είναι, ίσως, διαφορετική.
Ο Γ. Σεφέρης αποζητούσε χρόνο, μετά τις καθημερινές
επαγγελματικές του υποχρεώσεις, προκειμένου να
ασχοληθεί με το ποιητικό του έργο. Αποζητούσε δηλαδή
την απομόνωση για να δημιουργήσει. Επίσης, επιζητούσε
και τη φιλία ανθρώπων με τους οποίους μπορούσε να
επικοινωνήσει σε ένα ανώτερο επίπεδο. Και, βεβαίως,
απολάμβανε πάντα τη συζήτηση, σε κάθε ευκαιρία, με τους
απλούς ανθρώπους που κατείχαν τη λαϊκή σοφία.
Είχε πολλούς γνωστούς, αλλά ελάχιστους πραγματικούς
φίλους. Ένας απ’ αυτούς ήταν ο συγγραφέας Γιώργος
255
Στάθης Ασημάκης

Θεοτοκάς, τον οποίο γνώρισε το 1932, μέσω της αδελφής


του Ιωάννας Σεφεριάδη - Τσάτσου. Η φιλία του με αυτόν
ήταν στενή και μακρόχρονη.
Μακρόχρονη και πολλή στενή φιλία είχε επίσης, πέρα
από το Γιώργο Κατσίμπαλη, και με τον Γιώργο Π. Σαββίδη.
Σημειώνει σχετικά:
• Την (Κυριακή) 15 Γενάρη 1933 («Μέρες Β΄», σελίδα 95):
«Κυριακή απόγευμα. Ξέρω πως αν είχα έναν καλό φίλο
κοντά μου, το θάρρος μου θα ήταν σπουδαίο, ίσως να
είχα και κέφι. Δυστυχώς, δεν έχω κανέναν, και το
κακό είναι πως η σημερινή μορφή του κόσμου παίρνει
όσο πηγαίνει τα χαρακτηριστικά της ερημιάς και της
απόγνωσης. Παρηγοριέμαι: όπως και να ’ναι, αυτή είναι
η ζωή μας.»
• Τη Δευτέρα Φώτα 1941 («Μέρες Δ΄», σελίδα 7):
«Έφαγα με τον Γιώργο Θεοτοκά το μεσημέρι. Πήγε
εθελοντής και είναι τώρα μαθητευόμενος δεκανέας.
Κουβεντιάσαμε αρκετά και ύστερα κάναμε μια
φωτογραφία σ’ έναν πλανόδιο. Είναι πολύ καλός.
Απλός, με κέφι, τίμιος. Τίποτε το κοινό με άλλους
αυτούς που κατατάχτηκαν, και, ύστερα, ή και από πριν,
φρόντισαν ν’ ασφαλίσουν μια βολική θέση για να
περάσουν τον καιρό της επιστράτευσης με χακί.
Αυτούς που πάνε εθελοντές για να μη χαλάσουν την
πολιτική τους καριέρα. Τον ζηλεύω. Θλίβομαι που είμαι
υποχρεωμένος να ζω αυτές τις μέρες με το χειρότερο
μέρος του κόσμου μας, στα γραφεία.»
• Την Κυριακή 13 Ιουλίου 1941 («Μέρες Δ΄», σελίδα
121): «Είχα την παράξενη ατυχία να μη βρεθώ ούτε καν
μ’ ένα φίλο ή μ’ έναν άνθρωπο που θα ήθελα να ήμουν
256
Σύμμεικτα Ι

φίλος του, ανάμεσα σ’ όλους αυτούς που ξεκίνησαν μαζί


μας. Τους βλέπω καμιά φορά συναθροισμένους όλους
μαζί: Ο Θεός να σε φυλάει. Έλεγα ακόμη πως, στο
κάτω-κάτω της γραφής, ίσως η τύχη να μου διάλεξε
την καλύτερη μερίδα.»
Μερικές φορές και σε στιγμές που ήταν επιβαρυμένος
ψυχολογικά και αγανακτισμένος από συμπεριφορές των
γύρω του: συναδέλφων, ομοτέχνων ή και φίλων του
προβληματιζόταν, εάν θα ήταν καλύτερα γι’ αυτόν, να
ζούσε μοναχική ζωή. Ειδικότερα σημειώνει:
• Tην Τρίτη 30 Ιουνίου 1942 («Μέρες Δ΄», σελίδα 359):
«Το δράμα είναι που δεν έχω τις ιδιότητες των
ανθρώπων που προσκολλούνται.»
• Την Κυριακή 24 Σεπτέμβρη 1944 («Μέρες Δ΄», σελίδα
359): «Καμιά φορά λέω πως είμαι φτιαγμένος να ζω
αδιάκοπά μέσα σ’ αυτό τον κλειστό μικρόκοσμο, χωρίς
επιθυμία εξόδου. Κατά βάθος τ’ άλλα δε μ’
ενδιαφέρουν. Ψυχολογία, με κάποιον τρόπο,
καλογέρου.»
• Την Τετάρτη 4 Οκτώβρη 1944 («Μέρες Δ΄», σελίδα
363): «Το πρωί στο Μοναστήρι της Κάβας, πάνω στο
βουνό, μ’ ένα μόνιππο. Μου πέρασε η ιδέα πως ο μόνος
τρόπος να κάνω καλό στον εαυτό μου και στους άλλους
είναι να ζήσω τη ζωή του καλόγερου.»
Ένας από τους πιο σημαντικούς παράγοντες που
βοηθούσε την ψυχική ισορροπία του ποιητή ήταν φαίνεται
η δημιουργικότητά του η συγγραφική, όπως το ομολογεί
και ο ίδιος και συγκεκριμένα καταγράφει:
• Την Τρίτη 30 Μάρτη 1943 («Μέρες Δ΄», σελίδα 286):
«Αισθάνομαι την ανάγκη να γράψω. την αισθάνομαι

257
Στάθης Ασημάκης

βιολογικά κάπου στο επιγάστριο. Το ρούφημα του


καιρού μου από τις σύγχρονες βδέλλες με τρελαίνει.»
• Την Πέμπτη 24 Οκτώβρη 1946 («Μέρες Ε΄», σελίδα 70):
«Χρειάζομαι καιρό και βάσανο πολύ για να γράψω τα
λίγα που γράφω.[…]. Η λύση, αν υπάρχει, δεν είναι
ποτέ πίσω, μήτε στο σταμάτημα -προχώρησε.»
• Την Παρασκευή 25 Οκτώβρη 1946 («Μέρες Ε΄», σελίδα
71): «Γιατί γράφει κανείς ποιήματα; Γιατί, μολονότι
είναι τόσο μυστικά πράγματα (γι’ αυτόν που τα γράφει),
τα νομίζει σπουδαιότερα από κάθε τι άλλο στη ζωή;
Αυτή η ζωική ανάγκη.»
***
Αναφορικά με τα θρησκευτικά πιστεύω του, φαίνεται,
όπως προκύπτει από τις παρακάτω ημερολογιακές
καταγραφές του, ότι δεν είναι αγνωστικιστής και
αδιάφορος με την ορθόδοξη ανατολική παράδοση.
Μπορεί, ίσως, να μην είναι θερμά πιστός και να μην
ακολουθεί αυστηρά το τελετουργικό της ανατολικής
ορθόδοξης εκκλησίας, εντούτοις όμως του αρέσει να
επισκέπτεται ιερούς χώρους (μοναστήρια), και τον ενοχλεί
το «χύμα» των πιστών, καθώς και η σιμωνία των
ιερωμένων.
Διαβάζει την Αγία Γραφή και γενικώς τα ιερά κείμενα,
αλλά όχι στο βαθμό που θα ήθελε και ο ίδιος, όπως το
ομολογεί, εξάλλου, όταν επισκέπτεται τον Πανάγιο Τάφο,
στους Αγίους Τόπους.
Ειδικότερα σημειώνει:
• Την Καθαρή Δευτέρα 15 Μάρτη 1926 («Μέρες Α΄»,
σελίδα 46): «Εκδρομή σήμερα στον Υμηττό. Καισαριανή.
το πλήθος πλημμυρίζοντας το μοναστήρι, σκεπάζοντας
την εξοχή με ψώρα.[…]. Καμιά πραγματική κατάνυξη
258
Σύμμεικτα Ι

στο λαό που γέμιζε τη μικρή εκκλησιά. Κάτι γυναίκες


προσπαθούσαν να κολλήσουν δεκάρες στα πρόσωπα
. .
των αγίων κάποτε το κόλπο πετύχαινε οι άλλες
κοίταζαν με απογοήτευση τις δεκάρες τους που
γλιστρούσαν κι έπεφταν, μολονότι δεν έπαυαν να
σταυροκοπιούνται. Παρατηρούσα πως οι γυναίκες που
“έπαιζαν” αυτό το παιχνίδι κουβέντιαζαν με τις
συντρόφισσές τους, όπως σε μια οικογενειακή
διασκέδαση. Στην πόρτα ένας παπάς με το πετραχήλι
μοίραζε αγιασμό, όπως πουλάνε εισιτήρια του
κινηματογράφου. Η μόνη του προσήλωση: τα λεφτά που
μάζευε.»
• Τη Μεγάλη Παρασκευή 30 Απρίλη 1926 («Μέρες Α΄»,
σελίδα 58): «Διάβαζα την αλληλογραφία του Verlaine,
όταν άκουσα τις ψαλμωδίες: Ο Επιτάφιος. Έσβησα το
φως και βγήκα στο παράθυρο, από συνήθεια: γιατί μια
τέτοια μέρα έτσι έπρεπε να γίνει. Η συνοδεία
πλουμισμένη με χίλιες μικρές φωτιές, σαν ένας
υποτυπώδης γαλαξίας που θα έκανε δοκιμές.»
• Το (Μ. Σάββατο) 30 Απρίλη 1932 («Μέρες Β΄», σελίδα
57): «Χθες Μεγάλη Παρασκευή, πήγα στον Επιτάφιο.
Κάποτε να μου θυμίσεις να σου πω την ιστορία των
Επιταφίων μου. Λογάριασαν πολύ στη ζωή μου. Σε
κάθε κόχη που έστριβα έβλεπα χθες, καθώς
στεκόμουν επίσημος και τελετουργικός με το κερί στο
χέρι, κι έναν Επιτάφιο.[…]. Ο ωραιότερος και ο πιο
αληθινός που είδα ήταν εκείνος που περνούσε με
κλαπαδόρες κάτω από τον Παρθενώνα, τ’ Αϊ Δημήτρη
του Λουμπαρδιάρη.»
259
Στάθης Ασημάκης

• Την 24 Φεβρουαρίου 1933 («Μέρες Β΄», σελίδα 108):


«Η περικοπή που σου αντίγραψα είναι του T.S.Eliot.
Τον αγαπώ ολοένα και περισσότερο. Το μόνο που με
χωρίζει, και είναι πολύ, είναι ο χριστιανισμός του, γιατί
είναι μαχόμενος αγγλοκαθολικός.»
• Την Πέμπτη 16 Νοέμβρη 1939, («Μέρες Γ΄», σελίδα
144): «Αυτή η ροπή του Η.Μ. (Henry Miller) προς την
αστρολογία και τις απόκρυφες επιστήμες είναι
χαρακτηριστικό του “αμερικανισμού του”. Ένα είδος
μύθου μέσα σ’ έναν κόσμο χωρίς μυθολογία, χωρίς
παράδοση, όπως η Αμερική.»
• Την Πέμπτη 14 Μάρτη 7 πρωί 1940 («Μέρες Γ΄»,
σελίδα 182): «Την Καθαρή Δευτέρα στον Υμηττό με τη
Μαρώ. Ανεβήκαμε το βουνό αφού σταματήσαμε στο
μοναστήρι του Ιωάννη του Θεολόγου, που έβλεπα
πρώτη φορά. Το κατοικούν πέντε γυναίκες που
υφαίνουν κιλίμια ή κουρελούδες για να ζήσουν. Καθώς
μου είπε η γουμένισσα, εγκαταστάθηκαν εκεί το 1923 ή
’33. Έχει ένα ύφος δασκάλας φτωχού δημοτικού
σχολειού της επαρχίας. Στη βορινή άκρη του
αυλόγυρου υψώνεται ένας παλιός πύργος. Τη ρωτώ:
«Τι είναι αυτό;» «παλιό παρατηρητήριο» «Δηλαδή
βίγλα;» Δεν ξέρει τη λέξη. Η μόνη. Η μόνη παράξενη
μορφή ανάμεσα σ’ αυτές τις γυναίκες είναι μια καλόγρια
που επιβλέπει την κατανάλωση των κεριών. Χοντρό
σκαρί, εξαιρετικά χλωμή, μεγάλα μαύρα μάτια και παχιά
.
φρύδια κάποιος υστερισμός στην έκφρασή της. Κάπου-
κάπου αναστενάζει. Θυμίζει λαϊκές εικόνες Γκόλφως ή
της Πενταγιώτισσας.»
260
Σύμμεικτα Ι

• Την Πρωτοχρονιά 1943 («Μέρες Δ΄», σελίδα 273): «Ο


Λαχωβάρης μου χάρισε κι ένα Ευαγγέλιο σε
χαριτωμένη έκδοση. Το γύρευα από τις μέρες του
Τράνσβαλ. Το δώρο του μου έδωσε χαρά.»
• Την Κυριακή 19 Ιουλίου 1943 («Μέρες Δ΄», σελίδα
229):«Σήμερα το πρωί στον Άγιο Τάφο, για να τον
κοιτάξω λίγο μοναχός μου, ύστερα από την πρώτη
επίσκεψη με το διάκο Στέφανο τις προάλλες. Κάποτε
ντρέπομαι που είμαι τόσο αμαθής και συναισθηματικά
απροετοίμαστος μέσ’ σ’ αυτό το βιβλικό τοπίο.»
• Τη Μεγάλη Παρασκευή 19 Απρίλη 1957 («Μέρες Ζ΄»,
σελίδα 49):«Επιτάφιος στο Μετόχι του Παναγίου
Τάφου. Δέκα χρόνια που δεν έκανα Πάσχα στην
Αθήνα.[…]. Μπήκαμε στη Σωτήρα, περιμένοντας να
γυρίσει ο Επιτάφιος. Το πλήθος πολύ αραιωμένο μια
ανάπαυλα πρόσωπα στο φως των κεριών αλλιώτικα πιο
πραγματικά πιο αναπαμένα πολλές γριές. Μείναμε ως
το τέλος. Μ’ αρέσει η προφητεία των κοκκάλων 32 που
διαβάζεται πριν από το Ευαγγέλιο της σφράγισης του
τάφου. Καλό να κάνει κανείς την προσευχή του.»

32
Αναφέρεται στη συγκλονιστική, σε εικόνες και λόγια, προφητεία του
Ιεζεκιήλ (λζ' 1-14): «Περί των γυμνών οστών», που διαβάζεται κατά την
ακολουθία του Επιταφίου και η οποία, ουσιαστικά, προτυπώνει την
ανάσταση των νεκρών που δίδαξε ο Χριστός, και την οποία ο ίδιος
πραγμάτωσε με τη δική του εκ νεκρών έγερση.
Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του Γ. Σεφέρη γι’ αυτήν την προφητεία,
πέρα από τον όποιο θρησκευτικό - μεταφυσικό στοχασμό του πάνω στο
υπόψη ιερό κείμενο, προκύπτει ίσως και από το γεγονός ότι η εν λόγω
προφητεία έχει μια οιονεί ποιητική διάρθρωση, με απανωτές στροφές,
αυτοτελείς σε νόημα, που αποτελούν όμως μέρη το όλου προφητικού
συνόλου, πράγμα που δεν διαφεύγει της προσοχής του ποιητή μας.
261
Στάθης Ασημάκης

• Την Παρασκευή 1 Σεπτέμβρη 1961 («Μέρες Η΄»,


σελίδες 183 - 184): «Λίγο πριν από το Μοναστήρι της
.
Χοζοβιώτισσας πεζέψαμε πολύ χαλίκι και τα ζώα
δυσκολεύονται. […]. Τέλος στον αυλόγυρο του
μοναστηριού η γαλήνια σκηνή μιας γυναίκας που πλένει
.
σε μια γούρνα μεγάλη ανακούφιση. Μπαίνεις μέσα σ’
αυτή τη μεγάλη άσπρη χελώνα γαντζωμένη κάθετα
.
πάνω στο βράχο σου φαίνεται μικρό, ωστόσο ο
.
καλόγερος λέει πως έχει εκατό κελιά […]. Είναι
.
τέσσερις - πέντε καλόγεροι σήμερα εκεί […]. Ήθελα
να πάω και στον Αϊ Γιώργη τον Βαλσαμίτη που έχει το
Αγίασμα (Μετόχι Χοζοβιώτισσας). Οι καλόγεροι όμως
μου είπαν ότι ο Δεσπότης Σαντορίνης το απαγόρεψε
γιατί όλες αυτές οι μαντείες είναι εναντίον της
θρησκείας μας. Έριξε εκεί που ανάβρυζε το νερό μια
πλάκα από μπετόν.[…].»
• Τη Μεγάλη Πέμπτη 14 Απρίλη 1960 («Μέρες Ζ΄»,
σελίδα 179): «Στα 12 Ευαγγέλια (Moscow Road).
Μεγάλη στιγμή το «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου» όταν
.
βγάζουν τον Εσταυρωμένο από τις λίγες που μας
απομένουν. Ακόμη και στη φοβερά ψυχρή ατμόσφαιρα
της αγγλοχιώτικης αυτής εκκλησίας.»
Με την ευκαιρία, ας αναφέρουμε και κάτι μεταφυσικό.
Κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως προτύπωση της
ημερομηνίας θανάτου του ποιητή. Όπως αναφέραμε και
στον πρόλογο, ο Γ. Σεφέρης πέθανε στις 20 Σεπτεμβρίου
του 1971, την ημέρα της γιορτής του Μεγαλομάρτυρα
Ευσταθίου.

262
Σύμμεικτα Ι

Στις ημερολογιακές του καταγραφές («Μέρες Ε΄») στα


χρόνια της παραμονής του στην Άγκυρα αναφέρει τρεις
φορές το όνομα Ευστάθιος, με αφορμή κάποια βυζαντινή
επιγραφή που είχε εντοπίσει εκεί, τη μια φορά μάλιστα σε
δημώδες φαίνεται ποίημα, το οποίο καταγράφει και το
επιγράφει: «Αγκυρανό μνημείο», όπου αναφέρεται στο
θάνατο του κάποιους Ευσταθίου και συγκεκριμένα:

«Κάθε το μήνα μια φορά κάθε τρεις εβδομάδες


Μαντατοφόροι νέρχουνται μαντατοφόροι φεύγουν.
[…]
Ένας λέει για τον Αύγουστο που ’χε για λέπια
κάστρα,
άλλος γυρεύει Παναγιές που ρέψανε στα σπήλαια
κι ένας χαμηλοκούτελος το βασιλιά Ασιτάουντα
που ’χε πατέρα δρόλαπα και μάνα τη φουρτούνα
Και τώρα απόμεινε άλαλος σαν το ξερό ποτάμι.
Μα ο Στάθης ο καλόγερος πόσωσε περπατώντας
κι ήταν σπαθάρης μια φορά σπαθάρης και τζελάτης,
στο σιντριβάνι κάθεται, νερό το τυφλοφόρο,
κοιτάζει το βασίλεμα και λέει κι απολογάται:
«Στον Κάτω Κόσμο μ’ έστειλες, Αφέντη και Χριστέ
μου,
.
κι ολάκερος εμίσεψα κι ολάκερος επήγα
.
τώρα τη χάρη σου ζητώ, της αμαρτίας δραγάτη
σπόρο του χάρου νέσπειρα, να τον θερίσουν άλλοι
και κάνε από τον τάφο μου για σένα να βλαστήσω,
γαρίφαλο του θρήνου μου και στο πλευρό σου να

263
Στάθης Ασημάκης

’ρθω.»
(«Μέρες Ε΄, σελίδα 140 με ημερομηνία καταγραφής την
Παρασκευή, 5 Αυγούστου 1949).
Στη συνέχεια, ένα μήνα αργότερα, την Κυριακή 4
Σεπτέμβρη 1949 («Μέρες Ε΄, σελίδα 143) σημειώνει:
«Ξαναπήγαμε στο Ναό του Αυγούστου, για να
εξακριβώσω και ν’ αντιγράψω τις σωζόμενες συλλαβές
από την επιγραφή του Τουρμάρχη Ευσταθίου. Αυτός ο
Στάθης (Θ΄- Ι΄αι.) – δεν ξέρω γιατί τον βλέπω καμιά
φορά, στα τελευταία του, σαν καλόγερο – έχει γίνει στο
μυαλό μου ένας από τους λίγους καλούς φίλους που
μου προμήθεψε η Άγκυρα. Την επιγραφή τη βλέπει
κανείς, αν προσέξει, αριστερά, καθώς μπαίνεις στο
παλιό μνημείο.»
***
Την προσωπικότητα ενός ανθρώπου τη συνθέτουν,
βεβαίως, και στοιχεία της καθημερινότητάς του και της
επικοινωνίας του, όπως π.χ.: ο τρόπος αντίδρασης, η
αίσθηση του χιούμορ, οι έξεις και η διάθεση κοινωνικού
σχολιασμού. Στην περίπτωση του ποιητή μας τέτοια
στοιχεία εντοπίζουμε σε κάποιες από τις ημερολογιακές
μεταφορές του.

-Τρόπος αντίδρασης
• Την Τρίτη 3 Γενάρη 1961 («Μέρες Η΄», σελίδα 63):
«Καβγάδες με μάγειρα. Ο θυμός μ’ επηρεάζει άσχημα.»

-Αίσθηση χιούμορ
• Tην Παρασκευή 4 Γενάρη 1946 («Μέρες Ε΄», σελίδα
27):

264
Σύμμεικτα Ι

«Ο Μεγαλέξαντρος: Μου είσαι γνωστή φυσιογνωμία.


Πώς σε λέγουν;
Καραγκιόζης: Καραγκιόζη. Κι εσύ ποιος είσαι;
Ο Μεγαλέξαντρος: Αλέξανδρος ο Μακεδών.
Καραγκιόζης: Μπάα! Τρόμαξα να σε γνωρίσω.»
• Τη Μεγάλη Παρασκευή (23 Απρίλη) 1954 («Μέρες Στ΄»,
σελίδα 128):
«Γέρος παπάς 98 χρονώ, στα νιάτα του παλαιστής.
Του λέω:
-Και στα 200!
Λέει ευχαριστώ. Έπειτα κοντοστάθηκε:
-Μα γίνεται;
Ρώτησε.»
• Το Σάββατο 6 Μάη 1961 («Μέρες Η΄», σελίδα 122 -
123):«Νύχτα στο Blackpool, στη βόρειο Αγγλία.
Νούμερα Music Hall […]. Στη σκηνή ένα τραπέζι, ο
ηθοποιός, φωνάζει το σκυλί, εμφανίζεται από
απροσδόκητη μεριά και χασμουριέται μεγαλοπρεπώς –
του λέει ν’ ανεβεί στο τραπέζι – συνεχίζει το
χασμούρημα κτλπ. (γέλασα).»

-Έξεις
• Την Πέμπτη 24 Σεπτέμβρη 1925 («Μέρες Α΄», σελίδα
19): «Γράφω χωρίς ειρμό. Είμαι φριχτά νευρικός. Το
μαύρο μελάνι που έχω συνηθίσει τέλειωσε, κι αυτό π.χ.
μ’ έριξε σ’ ένα είδος αγωνίας. Δεν μπορώ να υποφέρω
το Blue - Black των στυλογράφων. Έχασα ώρες
προσπαθώντας να κάνω διάφορα μείγματα για να τ’
αποφύγω. Δεν μπορώ να ησυχάσω.»

265
Στάθης Ασημάκης

• Τη Μεγάλη Παρασκευή Πρωτομαγιά 1959 («Μέρες Ζ΄»,


.
σελίδες 109-110): «Παράδοση νηστείας, μέρα που είναι
η μόνη που μπορώ να κάνω είναι από κάπνισμα. […].
Τύχη - ταξί - λησμόνησα μηχανή μου λόγω ατσιγαριάς
υποθέτω.»

-Διάθεση κοινωνικού σχολιασμού


• Tην Πέμπτη 8 Ιουνίου 1961 («Μέρες Η΄», σελίδα 138):
« 9.15΄-πρωί από King’s Cross για York με τρένο για
γάμους Δούκα Kent. […]. Έκαμα γύρο στο τρένο:
Λεβίδης με σύζυγό του στολισμένη υπερβολικά
(αθηναϊστί). […]. Η Κα Λεβίδη στολή σαν τον ηγεμόνα
εκ Δυτικής Λιβύης 33 με κουβέντες στοιβαγμένες μέσα
της (ή όχι - το ίδιο κάνει) - κοιτάζοντας.»
• Το Σάββατο 27 Αυγούστου 1960 («Μέρες Ζ΄», σελίδα
243): «Έπειτα στον «Πλάτανο» με Γ. Σαββίδη και Ρέα
Αξελού (Καράβα) με άντρα της (φιλόσοφο
εγκατεστημένο στο Παρίσι). Η Ρ. έχει αλλάξει
κάμποσο, αλλά κοιτά πάντα με τον ίδιο τρόπο
γητεύτρας φιδιών. Ήρθαν μια στιγμή σπίτι καθώς
γυρίζαμε.»
• Τη Δευτέρα 26 Σεπτέμβρη 1960 («Μέρες Ζ΄», σελίδα
251):«Διαμέρισμα των Κ[ατακουζηνών] στην οδό
Όθωνος - ψηλά - δεν είναι σπίτι, είναι υπερωκεάνιο
αγκυροβολημένο. Στόμια εγκλιματισμού, έπιπλα signés,
.
θέα όσο παίρνει όταν έχει παράτα βλέπουν ακόμη και

33
Επικαλείται το χαρακτηρισμό αυτό από το ποίημα του Κ. Καβάφη, με
τίτλο: «Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης».
266
Σύμμεικτα Ι

την καβαλίνα που πέφτει από τ’ άλογο του Διαδόχου


μπροστά σ’ έναν υπουργό, κτλ. Όλα αυτά είναι
θαυμάσια, όμως η δυσαναλογία αυτής της πολυτέλειας
με τον άλλο κόσμο.»
***
Εν τέλει, αν προσπαθούσαμε να δανειστούμε, με
φιλοπαίγμονα διάθεση, κάποιον τύπο από το βασίλειο των
ζώων, για να παρομοιάσουμε - χαρακτηρίσουμε την
προσωπικότητα του ποιητή μας, θα λέγαμε ότι ο τύπος
ζώου που θα ταίριαζε στον Γ. Σεφέρη, θα ήταν ο …«γάτος»,
και μάλιστα …. «μεγάλος γάτος»!
Οι λόγοι που δικαιολογούν ενός τέτοιου είδους
χαρακτηρισμό είναι το γεγονός ότι ήταν ευφυέστατος,
ικανός να διακρίνει καθαρά μέσα από θολές καταστάσεις,
ανεξάρτητος, ανθεκτικός, γκρινιάρης, αλλά και οργίλος,
έτοιμος να γρατζουνίσει με τη γραφίδα του, αλλά και
έτοιμος να ανέβει στη στέγη του (ποίηση), προκειμένου να
εκφράσει τους εσωτερικούς κραδασμούς του.
Εξάλλου, και ο ίδιος το έχει παραδεχτεί, εστιάζοντας σε
μια πλευρά του, στην καταγραφή του αυτήν της (Πέμπτης)
26 Γενάρη 1933, στο Λονδίνο («Μέρες Β΄», σελίδα 97) και
συγκεκριμένα:
«Εν τω μεταξύ ανακάλυψα πως έχω πολύ από το
“γάτο κοντά στο τζάκι” και είμαι περισσότερο
δυστυχισμένος ακόμη.»

***
Αξίζει να κλείσουμε την παρούσα εργασία μας, με μια
αναφορά του κορυφαίου βυζαντινολόγου James Cochran
Stevenson Runciman (7 Ιουλίου 1903 - 1 Νοεμβρίου 2000),
γνωστότερο ως Στήβεν Ράνσιμαν, για τον ποιητή Γ.
Σεφέρη.

267
Στάθης Ασημάκης

Ο υπέροχος αυτός Βρετανός σε μια σημαντική


συνέντευξη που έδωσε στο Elsishields της Σκωτίας, το 1994,
στις δημοσιογράφους: Χρύσα Αράπογλου και Λαμπρινή Χ.
Θωμά για λογαριασμό της ΕΤ3, μεταξύ όλων των άλλων
σημαντικών θεμάτων που ανέφερε, κατέθεσε και την
παρακάτω ενδιαφέρουσα μαρτυρία του για τον Γ. Σεφέρη.
Είπε λοιπόν τα εξής:
«Πρωτογνώρισα το Σεφέρη όταν ήμουν στην Ελλάδα,
αμέσως μετά τον πόλεμο. Όταν ήρθε πρεσβευτής στο
Λονδίνο, τον έβλεπα πολύ συχνά.
Εκείνη την εποχή, περνούσα πολύ καιρό σε ένα νησί στη
Δυτική Ακτή της Σκωτίας, με πολύ μαλακό κλίμα λόγω του
Ρεύματος του Κόλπου. Μια αλέα με φοινικιές οδηγούσε στο
σπίτι μου.
Ήρθε κι έμεινε μαζί με τη γυναίκα του. Ο καιρός ήταν
υπέροχος, όπως συμβαίνει συχνά εκεί, και μου είπε: «Είναι
πιο όμορφα κι από τα ελληνικά νησιά» - κάτι πολύ ευγενικό
εκ μέρους του. Είχαμε τακτική αλληλογραφία μέχρι το
θάνατό του...
Όταν έφυγε από το Λονδίνο για την Αθήνα, μου χάρισε
την κάβα του, μια κάβα αποτελούμενη αποκλειστικά από
ούζο και ρετσίνα. Ακόμη δεν έχω πιει όλο το ούζο, έχω...
Είχε πει ότι «Οι Κέλτες είναι οι Ρωμιοί του Βορρά», ναι,
το διασκέδαζε να κάνει τέτοια σχόλια. Αν κι εδώ έχει
αρκετό δίκαιο...[…].»
Εξετάζοντας την παραπάνω αναφορά διαπιστώνουμε τα
εξής:
i) Όταν ο Γ. Σεφέρης γνώρισε στην Αθήνα, μετά τη λήξη
του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου, τον Ράνσιμαν και συνδέθηκε
φιλικά μαζί του, ήταν μια εποχή όπου ο ενλόγω
επιστήμονας δεν είχε ακόμα πατήσει την κορυφή του
Ολύμπου των βυζαντινών σπουδών. Εντούτοις, ο ποιητής
μας με τις ευαίσθητες κεραίες του κατάλαβε γρήγορα τη
268
Σύμμεικτα Ι

μεγάλη αξία του νεαρού τότε Βρετανού βυζαντινολόγου,


και όχι μόνο ανέπτυξε φιλικές σχέσεις μαζί του, αλλά
κράτησε και τακτική αλληλογραφία με τον ίδιο, μέχρι και το
τέλος της ζωής του.
Μπορούσε με αυτόν τον τρόπο να επικοινωνεί και να
ανταλλάσσει σκέψεις σε υψηλό επίπεδο με έναν ιδιαίτερα
αξιόλογο άνθρωπο. Εξάλλου, την ανάγκη του Γ. Σεφέρη να
επικοινωνεί με αξιόλογες προσωπικότητες του πνεύματος
και της τέχνης, καθώς και με απλούς αλλά αυθεντικούς
ανθρώπους, τη διαπιστώσαμε πιο πάνω, εξετάζοντας τις
σχετικές ημερολογιακές του καταγραφές.
ii) Κουβαλούσε μέσα του, και μάλιστα έντονα, το
.
ελληνικό τοπίο σε συνδυασμό με το ελληνικό κλίμα και
όταν αυτό το ανακάλυπτε σε κάποιο ας πούμε αντίγραφό
του σε ξένη γη, ένιωθε την ανάγκη να το επισκεφθεί, να το
χαρεί και να το επαινέσει.
iii) Έχει ενδιαφέρον το γεγονός ότι φεύγοντας από το
Λονδίνο χάρισε την πλούσια κάβα του στον Ράνσιμαν, σε
ένδειξη μεγάλης εκτίμησης και φιλίας προς αυτόν.
Εκείνο, βεβαίως, που εντυπωσιάζει ιδιαίτερα είναι ότι η
κάβα αυτή δεν περιλάμβανε γνωστά ξένα ποτά, π.χ.
διάσημες μάρκες ουίσκι κλπ, όπως θα ήταν φυσικό και
αναμενόμενο για έναν πρέσβη, αλλά μόνο ούζο 34 και
ρετσίνα(!), δηλαδή τα πιο αντιπροσωπευτικά παραδοσιακά
ελληνικά προϊόντα απόλαυσης - κεφιού.

34
Ως γνωστόν, η παραγωγή ρετσίνας γινόταν από την αρχαία εποχή (γνωστή ως
ρητινίτης οίνος), με την προσθήκη ρητίνης (ρετσινιού) που αποσκοπούσε στην
καλύτερη συντήρηση του κρασιού και όχι μόνο στην προσθήκη αρώματος.
Όσον αφορά το ούζο εικάζεται ότι και αυτό το ποτό παραγόταν σε παρόμοια
μορφή από κατά την αρχαιότητα, ενώ είναι σίγουρο είναι ότι ήταν γνωστό
ποτό την περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

269
Στάθης Ασημάκης

Καταλαβαίνουμε και από αυτό το περιστατικό ότι ο Γ.


Σεφέρης δεν είχε το πνεύμα: «Ἡγεμώνα ἐκ Δυτικῆς
Λιβύης», δηλαδή συμπλεγματικού επαρχιώτη - ανατολίτη,
όταν έφτασε στη βρετανική πρωτεύουσα, εποχή μάλιστα
που το Λονδίνο ήταν ένα από τα πιο σημαντικά κέντρα της
Δύσης.
Ήταν ένας άνθρωπος, ο οποίος ένιωθε και κοσμοπολίτης
και βαθιά Έλληνας και πάνω απ΄όλα πρεσβευτής της χώρας
του με όλη τη σημασία της λέξης, σε κάθε τομέα: πολιτικό,
.
πολιτιστικό, εμπορικό, παραγωγικό μιας χώρας με
πανάρχαια ιστορία, με μεγάλη παράδοση και με υψηλές
αξίες.
Εξάλλου, και ο ίδιος είχε εκφράσει, μέσα από τις
ημερολογιακές καταγραφές του, τη βαθιά πίστη του προς
τη διαχρονική αξία και προσφορά του ελληνισμού στον
κόσμο.
Μόνο ένας τέτοιου είδους πρεσβευτής θα μπορούσε να
αγωνιστεί με συνέπεια και αυτοπεποίθηση, με στόχο να
φέρει σε πέρας και με επιτυχία τα υψηλά διπλωματικά
καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί, τοποθετημένος
μάλιστα σε μία από τις σημαντικότερες χώρες του κόσμου.
Από την παραπάνω αναφορά διαπιστώνουμε ότι η
«θεωρία» του Γ. Σεφέρη, όπως ο ίδιος τη φανέρωσε μέσα
από τις «Μέρες» του, είναι καθόλα συμβατή και δεν
αντιφάσκει με την “πράξη” του, έστω μεμονωμένη, όπως τη
βίωσε και την κατέγραψε ο διαπρεπής Ράνσιμαν, και αυτό,
κατά τη γνώμη μας, είναι, αν μη τι άλλο, πολύ ενδιαφέρον.

***

270
Σύμμεικτα Ι

Σύντομο βιογραφικό
του ποιητή Γ. Σεφέρη

Το πραγματικό του όνομα ήταν Γεώργιος Σεφεριάδης.


Γεννήθηκε στη Σμύρνη στις 13 Μαρτίου του 1900 (29
.
Φεβρουαρίου με το παλιό ημερολόγιο) πρωτότοκος γιος
του Στέλιου Σεφεριάδη και της Δέσπως Σεφεριάδη (το γένος
Γ. Τενεκίδη). Το 1902 γεννήθηκε η αδελφή του Ιωάννα και
το 1905 ο μικρότερος αδελφός του Άγγελος.
• Το 1914 με το ξέσπασμα του Μεγάλου Πολέμου, η
οικογένειά του έφτασε στην Ελλάδα.
• Το 1917 αποφοίτησε από το Γυμνάσιο και γράφτηκε στη
Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
• Το 1918 η ολόκληρη η οικογένειά του βρέθηκε στο
Παρίσι, όπου ο πατέρας τους εργαζόταν ως δικηγόρος.
• Ο Γιώργος Σεφέρης έμεινε εκεί μέχρι το καλοκαίρι του
1924, ασχολούμενος και με τη λογοτεχνία: μεταφράσεις,
αναγνώσεις Γάλλων κλασικών και συγγραφή ποιημάτων.
• Το 1921, τον Οκτώβριο, απέκτησε το πτυχίο της Νομικής.
• Το 1924 μετέβη στο Λονδίνο για την τελειοποίηση των
αγγλικών του, εν όψει εξετάσεων για πρόσληψη στο
Υπoυργείο των Εξωτερικών.
• Το Φεβρουάριο του 1925 επέστρεψε στην Αθήνα.
• Στις 9 Σεπτεμβρίου 1926 πέθανε η μητέρα του από
νεφρική ανεπάρκεια.

271
Στάθης Ασημάκης

• Στα τέλη του Δεκέμβρη του 1926 διορίστηκε στη


διπλωματική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών ως
ακόλουθος πρεσβείας.
• Το Μάιο του 1931 εξέδωσε, με το ψευδώνυμο Γ. Σεφέρης,
τη «Στροφή» και την ίδια χρονιά διορίστηκε υποπρόξενος,
έπειτα διευθύνων πρόξενος του ελληνικού Γενικού
Προξενείου του Λονδίνου, όπου και παρέμεινε μέχρι και το
1934.
• Το 1933, ο πατέρας του εκλέχθηκε Πρύτανης του
Πανεπιστημίου Αθηνών και στη συνέχεια ανακηρύχθηκε
μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.
• Το 1934 επέστρεψε στην Αθήνα και μέσα από τις εκδόσεις
Νέα Γράμματα, δημοσίευσε τη «Στέρνα».
• Τον Οκτώβριο του 1936 διορίστηκε πρόξενος στην
Κορυτσά, όπου παρέμεινε μέχρι τον Οκτώβριο του 1937,
οπότε και μετατέθηκε στην Αθήνα, ως προϊστάμενος της
Διεύθυνσης Εξωτερικού Τύπου του Υφυπουργείου Τύπου
και Πληροφοριών, με αρμοδιότητα τις επαφές με ξένες
διπλωματικές αποστολές και τους ξένους ανταποκριτές.
• Στις 10 Απριλίου 1941 νυμφεύθηκε τη Μαρία Ζάννου -
Λόντου και στις 22 του ίδιου μήνα το ζευγάρι ακολούθησε
την ελληνική κυβέρνηση στη Μέση Ανατολή, αφού
στάθμευσε αρχικά στην Κρήτη, όπου εργάστηκε ως
γραμματέας του υπουργού Νικολούδη και επόπτευσε την
έκδοση του πρώτου φύλλου της Κυβερνήσεως, μετά την
αποχώρηση της Ελληνικής Κυβέρνησης από την Αθήνα.
• Στις 16 Μαΐου 1941 έφτασε στην Αίγυπτο και παρέμεινε
στην Αλεξάνδρεια. Τον Αύγουστο του ίδιου έτους
συνόδευσε την Πριγκίπισσα Φρειδερίκη και τα παιδιά της,
στο Γιοχάνεσμπουργκ και από εκεί στην Πραιτόρια,
υπηρετώντας στην εκεί Ελληνική Πρεσβεία μέχρι το 1942.

272
Σύμμεικτα Ι

• Τον Απρίλιο του 1942 επέστρεψε στο Κάιρο, αλλά επειδή


αποφασίστηκε το κλείσιμο της εκεί Ελληνικής Πρεσβείας
και του Ελληνικού Προξενείου στην Αλεξάνδρεια,
αναχώρησε για την Ιερουσαλήμ.
• Τον Ιούνιο του 1942 επέστρεψε στο Κάιρο και στις 22
Σεπτεμβρίου διορίστηκε Γενικός Διευθυντής Τύπου Μέσης
Ανατολής.
• Τέλη Μαρτίου του 1944 εξέδωσε στο Κάιρο τις «Δοκιμές»
του. Την ίδια περίοδο διορίστηκε Διευθυντής Τύπου του
υπουργείου Εξωτερικών.
• Με την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Γεώργιο
Παπανδρέου (Απρίλιος 1944), ο Γ. Σεφέρης παύθηκε από το
Γραφείο Τύπου του Υπουργείου Εξωτερικών.
• Με την υπουργοποίηση του Γ. Καρτάλη ως Υπουργού
Τύπου και Πληροφοριών, τον Ιούνιο του 1944,
τοποθετήθηκε γραμματέας για τα ανατολικά θέματα.
• Αρχές Σεπτέμβρη του 1944 συνόδευσε την Ελληνική
κυβέρνηση στην Ιταλία (Νάπολη) και στις 22 Οκτωβρίου
επέστρεψε στην Αθήνα.
• Το Μάιο του 1945 διορίστηκε διευθυντής του Πολιτικού
Γραφείου(ουσιαστικά εκτέλεσε καθήκοντα ιδιαίτερου
γραμματέα), του Αντιβασιλέα Δαμασκηνού.
• Το Σεπτέμβριο του 1945 συνόδευσε τον Δαμασκηνό σε
επίσκεψή του στο Λονδίνο, και τον παρακίνησε να θέσει
ζήτημα ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα.
• Το καλοκαίρι του 1946 εμποδίστηκε η υπηρεσιακή του
προαγωγή, λόγω της υπηρεσίας του στην Αντιβασιλεία,
όπως και της υπηρεσίας του στη Μέση Ανατολή.
• Στις 26 Φεβρουαρίου του 1947 βραβεύθηκε με το
Βραβείο Παλαμά.
• Το καλοκαίρι του 1947 εμποδίστηκε η υπηρεσιακή του
εξέλιξη μέχρι που ο Έλληνας πρέσβης στην Άγκυρα, τον

273
Στάθης Ασημάκης

.
ζήτησε να μεταβεί εκεί ως σύμβουλος πράγματι μετά από
μια χειρουργική επέμβαση, το Φεβρουάριο του 1948
αναχώρησε για την Άκυρα.
• Το καλοκαίρι του 1950 ο εκδοτικός οίκος «Ίκαρος»
εξέδωσε τα ποιητικά του άπαντα.
• Το Μάρτιο του 1951 επέστρεψε από την Άγκυρα και στις
20 Απριλίου του 1951 τοποθετήθηκε Σύμβουλος στην
Πρεσβεία του Λονδίνου.
• Τέλη Αυγούστου του 1952 προήχθη σε Πληρεξούσιο
Υπουργό Β' με άμεση μετάθεση για τη Βηρυτό, στην οποία
έφθασε στα τέλη του Δεκέμβρη της ίδιας χρονιάς.
• Το Νοέμβριο του 1955 βρέθηκε στην Αθήνα για
υπηρεσιακά ζητήματα και αρρώστησε.
• Τον Ιούνιο του 1950 ο τότε Υπουργός Εξωτερικών
Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας τον τοποθέτησε στη
Διεύθυνση του υπουργείου του με αρμοδιότητα την Κύπρο.
• Από το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς(1956) συμμετείχε στην
αντιπροσωπεία της Ελλάδος, που προσπαθούσε να
προωθήσει την αυτοδιάθεση της Κύπρου μέσω του Ο.Η.Ε.
• Στις 15 Ιουνίου 1957 έφτασε στη βρετανική πρωτεύουσα,
για να αναλάβει τα καθήκοντά του ως πρέσβης της
Ελλάδος. Το Φόρεϊν Όφις σχολίασε την αλλαγή στο
ελληνικό διπλωματικό πόστο του Λονδίνου ως εξής: «η
αλλαγή [πρεσβευτή] δεν δύναται να μας είναι ευάρεστη»,
ενώ ο μόνιμος Υφυπουργός του Κράτους, σερ Φρέντερικ
Χόγιερ - Μίλαρ σημείωνε: «[...]ο Κος Σεφεριάδης θα είναι
μάλλον ενοχλητικός.[...]».
• Την άνοιξη του 1960 εξασφάλισε τον επαναπατρισμό στην
Ελλάδα των λειψάνων του Κάλβου.
• Το φθινόπωρο του ίδιου έτους(1960) συνάντησε τον Μίκη
Θεοδωράκη στο Λονδίνο και σε σύντομο χρονικό διάστημα
ακολούθησε η πρώτη δημόσια εκτέλεση τεσσάρων(4)

274
Σύμμεικτα Ι

μελοποιημένων ποιημάτων του με το γενικότερο τίτλο


«Επιφάνεια».
• Στις 9 Ιουνίου του 1960 αναγορεύθηκε σε επίτιμο
διδάκτορα της Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ.
Βρισκόταν ακόμη, τότε, στη θέση του πρεσβευτή στο
Λονδίνο.
• Στις 20 Αυγούστου του 1962 εγκατέλειψε οριστικά την
Ελληνική πρεσβεία στο Λονδίνο και τέθηκε στη διάθεση
του Ελληνικού Υπουργείου των Εξωτερικών.
• Το 1963 βραβεύθηκε με το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας
από τη Σουηδική Βασιλική Ακαδημία των Επιστημών.
• Σύμφωνα με τα αρχεία της αρμόδιας επιτροπής της εν
λόγω Ακαδημίας, ο Γ. Σεφέρης προτάθηκε επίσημα για
βράβευση το 1963 από τον Johnson, ενώ είχε προταθεί
άλλες δύο φορές, το 1955 και το 1961 από τον Τ. S. Eliot.
• Το θέμα που ανέπτυξε σε γαλλική γλώσσα κατά την
απονομή του βραβείου Νομπέλ, στη Σουηδική Ακαδημία,
ήταν: «λίγα λόγια για τη νεότερη ελληνική παράδοση».
• Ο νομπελίστας, πλέον, ποιητής μίλησε για τις «πολλές
όψεις της Ελλάδος», επιλέγοντας ως «οδόσημα» τον
Διονύσιο Σολωμό, τον Ανδρέα Κάλβο, τον Κωστή Παλαμά,
τον Κωνσταντίνο Καβάφη και τον Γιάννη Μακρυγιάννη.
• Η απονομή του μεγάλου αυτού βραβείου αποτέλεσε
μείζον γεγονός για την Ελλάδα. Ο διεθνής Τύπος
συγκατάνευσε θεωρώντας «αρίστη και εξαιρετική την
εκλογή».
• Στις 16 Απριλίου 1964 αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτορας
του Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης, ενώ το καλοκαίρι του
ίδιου έτους αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτορας του
Πανεπιστήμιου της Οξφόρδης και τον Ιούνιο του 1965
επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστήμιου του Πρίνστον.

275
Στάθης Ασημάκης

• Το φθινόπωρο του 1968 μετέβη στις Η.Π.Α και διάβασε


ποιήματά του στα Πανεπιστήμια: Χάρβαρντ, Πρίνστον,
Ράτγκερς, Πίστμπουργκ, Ουάσιγκτον, στη Χ.Α.Ν. της Νέας
Υόρκης.
• Στις 28 Μαρτίου 1969 μίλησε για πρώτη φορά δημόσια
εναντίον της χούντας. Η ομιλία του μεταδόθηκε από την
Ελληνική Υπηρεσία του B.B.C., το Ραδιοφωνικό Σταθμό του
Παρισιού και την Ντόιτσε Βέλε. Εξαιτίας αυτού του
γεγονὀτος του αφαιρέθηκε ο τίτλος του πρέσβη επί τιμή,
καθώς και το δικαίωμα χρήσης διπλωματικού διαβατηρίου.
• Στις 22 Ιουλίου 1971 εισήχθη στον Ευαγγελισμό με
συμπτώματα έλκους, που τον ταλαιπωρούσε τα τελευταία
δεκαπέντε(15) χρόνια της ζωής του. Πέθανε τη Δευτέρα 20
Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς (1971).
• Μετά το θάνατό του εκδόθηκε το προσωπικό του
ημερολόγιο με τίτλο: «Μέρες, Α΄, Β΄, Γ΄, Δ΄, Ε΄, ΣΤ΄, Ζ΄ και
Η΄» καθώς και το «Πολιτικό ημερολόγιό» του.
• Στο έργο του η ζωντανή ντόπια παράδοση συμπορεύεται
με τη σύγχρονη ευρωπαϊκή παιδεία. Στο πρόσωπό του, και
στην ποιητική, δοκιμιακή και μεταφραστική του εργασία, η
Νεοελληνική Γραμματεία αναγνωρίζει έναν από τους
κλασικούς του 20ου αιώνα.

***

276
Σύμμεικτα Ι

Βιβλιογραφία

1.Γιώργος Σεφέρης «Μέρες Α΄» (16 Φεβρουαρίου 1925 -


17 Αυγούστου 1931), Εκδόσεις «ΙΚΑΡΟΣ», Αθήνα 2003.
2.Γιώργος Σεφέρης «Μέρες Β΄» (24 Αυγούστου - 12
Φεβρουαρίου 1934), Εκδόσεις «ΙΚΑΡΟΣ», Αθήνα 2007.
3.Γιώργος Σεφέρης «Μέρες Γ΄» (16 Απρίλη 1934 - 14
Δεκεμβρίου 1940), Εκδόσεις «ΙΚΑΡΟΣ», Αθήνα 2011.
4.Γιώργος Σεφέρης «Μέρες Δ΄» (1 Γενάρη 1941 - 31
Δεκεμβρίου 1944), Εκδόσεις «ΙΚΑΡΟΣ», Αθήνα 2007.
5.Γιώργος Σεφέρης «Μέρες Ε΄» (1 Γενάρη 1945 - 19 Απρίλη
1951), Εκδόσεις «ΙΚΑΡΟΣ», Αθήνα 2016.
6.Γιώργος Σεφέρης «Μέρες Στ΄» (20 Απρίλη 1951 - 4
Αυγούστου 1956), Εκδόσεις «ΙΚΑΡΟΣ», Αθήνα 2008.
7.Γιώργος Σεφέρης «Μέρες Ζ΄» (1 Οκτώβρη 1956 - 27
Δεκέμβρη 1960), Εκδόσεις «ΙΚΑΡΟΣ», Αθήνα 1996.
8.Γιώργος Σεφέρης «Μέρες Η΄» (2 Γενάρη 1961 - 16
Δεκέμβρη 1963), Εκδόσεις «ΙΚΑΡΟΣ», Αθήνα 2018.
9.Αλέξανδρος Παπαγεωργίου - Βενέτας, «Η Αθήνα του
Μεσοπολέμου Μέσα από τις «Μέρες» του Γιώργου
Σεφέρη», Εκδόσεις «ΙΚΑΡΟΣ», Αθήνα 2006.
10.Κατερίνα Κρίκου - Davis, «Διαβάζοντας τον Σεφέρη»
(«Το Ημερολόγιο Καταστρώματος, Β΄ και το πεζογραφικό
έργο του ποιητή»), Εκδόσεις «ΙΚΑΡΟΣ», Αθήνα 2006.
11.Ευριπίδης Γαραντούδης - Τάκης Καγιαλής, «Ο Σεφέρης
για νέους αναγνώστες», Εκδόσεις «ΙΚΑΡΟΣ», Αθήνα 2018.
12.Η συνέντευξη του κορυφαίου βυζαντινολόγου Στήβεν
Ράνσιμαν στις δημοσιογράφους: Χρύσα Αράπογλου και
277
Στάθης Ασημάκης

Λαμπρινή Χ. Θωμά, τον Οκτώβρη του 1994 και για


λογαριασμό της ΕΤ3.
13.Ανρί Τρουαγιά (της Γαλλικής Ακαδημίας), «Παστερνάκ»,
Εκδόσεις «Ολκός», Αθήνα 2006.

***

278
Σύμμεικτα Ι

279