You are on page 1of 214

• Γιατί ήταν η Ελλάδα ένα διεθνές πεδίο μάχης;

• Ποια ζητήματα βρέθηκαν στο επίκεντρο του ελληνικού εμφυλίου πολέμου;


• Ποιες ήταν οι συνέπειες αυτού του αδελφοκτόνου πολέμου στη σύγχρονη Ελλάδα;

Εδώ έχουμε μια από τις πιο αξιόλογες ξένες εκδόσεις για την ελληνική πρόσφατη ιστορία, η
οποία επικεντρώνεται στο δράμα που έζησε η Ελλάδα έπειτα από την εποποιία του
απελευθερωτικού αγώνα και της Εθνικής Αντίστασης. Τα κείμενα του βιβλίου που
παρακολουθούν τη νεότερη ελληνική ιστορία από την κατοχή και μέχρι την πτώση της
χούντας το 1974, υπογράφουν ειδικοί καταξιωμένοι μελετητές και ιστορικοί, όπως ο
Γιάννης Χόνδρος, ο Όλε Σμιθ, ο Λαρς Μπέρεντζεν, ο Θ. Βερέμης και ο Γιάννης Ιατρίδης. Η
όλη επιμέλεια του έργου, η εισαγωγή και ειδικά κεφάλαια για τις αιτίες του εμφυλίου
πολέμου και την ανασυγκρότηση της δεξιάς μετά την απελευθέρωση με την επέμβαση και
τη στήριξη των ξένων, φέρουν την υπογραφή του Ντέιβιντ Κλόουζ. Το βιβλίο εκδόθηκε
ταυτόχρονα στην Αγγλία, τον Καναδά και την Αμερική και καταγράφτηκε σαν ένα από τα
χρησιμότερα βοηθήματα για αναγνώστες με ευρύτερα ενδιαφέροντα στην ευρωπαϊκή
ιστορία, αλλά και για όσους μελετούν και εξειδικεύονται στην κρίσιμη περίοδο της Κατοχής,
της Αντίστασης και του Εμφυλίου Πολέμου στην Ελλάδα.

Digitized by 10uk1s
The Greek Civil war, 1943-1950
Studies of polarization
Edited by David H. Close
First Published, 1993 by Routledge

© 1993 Routledge

© 1993 Individual contributors

© Copyright 1996 για την ελληνική γλώσσα ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΙΛΙΣΤΩΡ


Μπάμπης Γραμμένος, Θεμιστοκλέους 31, 106 77 Αθήνα
Τηλ. 3818457, fax: 3819167

Πρώτη ελληνική έκδοση Μάρτιος 1997

Δεύτερη έκδοση Ιανουάριος 1998

Τρίτη έκδοση Οκτώβριος 2000

Επιμέλεια David Close

Μετάφραση Γιάννης Σπανδωνής

Θεώρηση-Σημειώσεις Φοίβος Οικονομίδης

Εξώφυλλο: Άννα Τσαχουρίδου

Επιμέλεια κειμένου-Διόρθωση: Νέστορας Χούνος

Digitized by 10uk1s
Αυτοί που συνεργάστηκαν
L a r s B a e r e n t z e n . Σπούδασε κλασική και σύγχρονη ελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο
της Κοπεγχάγης, όπου και δίδαξε νέα ελληνική και βαλκανική ιστορία έως το 1987. Έχει
δημοσιεύσει πολλά άρθρα για την ελληνική ιστορία της δεκαετίας του '40. Το 1982,
επιμελήθηκε το έργο των J.M. Stevens, C.M. Woodhouse, και D.J.Wallace «Βρετανικές
Εκθέσεις για την Ελλάδα, 1943-4» και συνεργάστηκε στην έκδοση «Μελέτες για την ιστορία
του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου 1945-9». Τώρα ετοιμάζει έναν ιστορικό άτλαντα της
σύγχρονης Ελλάδας, σε συνεργασία με τον J.M. Wagstaff.

D a v i d H . C l o s e . Διδάσκει σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία στο Πανεπιστήμιο Φλίντερς της


Νότιας Αυστραλίας, από το 1967. Έχει δημοσιεύσει πολλά άρθρα για τα πολιτικά κόμματα
στη Βρετανία του 19ου και του 20ού αιώνα, κι έχει συνεργαστεί στην έκδοση του έργου
«Επανάσταση, μια ιστορία της ιδέας της» (1985). Στις δημοσιεύσεις του που αφορούν την
Ελλάδα περιλαμβάνονται και οι εξής: «Η Δικτατορία Μεταξά από τη διεθνή σκοπιά»
(Κέντρο Σύγχρονων Ελληνικών Σπουδών, Κινγκς Κόλετζ, Λονδίνο, 1990), και κεφάλαια για
την ελληνική πολιτική στον εικοστό αιώνα, στο έργο που επιμελήθηκε ο M. Blinkhorn με
τίτλο «Φασίστες και Συντηρητικοί στην Ευρώπη» (1990), καθώς και στο έργο «Αρχεία της
Διεθνούς Ιστορικής Διάσκεψης για τη Δικτατορία και την Κατοχή» που επιμελήθηκαν οι
Χάγκεν Φλάισερ και Ν. Σβορώνος (Ελληνικά, έκδ. 1989).

Γ ι ά ν ν η ς Λ . Χ ό ν δ ρ ο ς . Έγινε διδάκτορας φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Βάντερμπιλτ, και


από το 1969 παραδίδει μαθήματα για την Ευρώπη του 20ού αιώνα και την ιστορία του Β'
Παγκοσμίου Πολέμου στο Κολέγιο του Γούστερ, στο Οχάιο των ΗΠΑ. Το 1973, διηύθυνε το
πρόγραμμα «Το Γούστερ στην Ελλάδα», κατά τη διάρκεια του οποίου είκοσι επτά
σπουδαστές πέρασαν πέντε μήνες μελετώντας και ταξιδεύοντας στην Ελλάδα. Στις
δημοσιεύσεις του περιλαμβάνονται: «Κατοχή και Αντίσταση-Η Ελληνική Αγωνία, 1941-4»
(1983) και κεφάλαια για την κατοχή της Ελλάδας στο βιβλίο που επιμελήθηκε ο Ι.Ο.
Ιατρίδης «Η Ελλάδα στη δεκαετία του '40» (1981), και στο έργο των Φλάισερ-Σβορώνου που
αναφέραμε παραπάνω.

Ι ω ά ν ν η ς Ο . Ι α τ ρ ί δ η ς . Είναι καθηγητής της Διεθνούς Πολιτικής στο Πολιτειακό


Πανεπιστήμιο Σάουθερν Κονέκτικατ, κι έχει παραδώσει μαθήματα για τη σύγχρονη Ελλάδα
στο Χάρβαρντ, το Γιέιλ και το Πρίνστον. Ανάμεσα στα έργα που έχει συγγράψει ή
επιμεληθεί, περιλαμβάνονται και τα: «Το Βαλκανικό Τρίγωνο» (1968), «Εξέγερση στην
Αθήνα» ( 1972), «Οι Αναφορές τσυ Πρεσβευτή Μακβή» (1980), «Ελληνοαμερικανικές
Σχέσεις - Μια κριτική επισκόπηση» (1980), «Η Ελλάδα στη δεκαετία του '40» (1981).
Ασχολείται με ερευνητικά προγράμματα που αφορούν στον ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο και
την Ελλάδα στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.

O l e L . S m i t h . Σπούδασε κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Άαρχους, όπου και


αναγορεύτηκε σε διδάκτορα φιλοσοφίας το 1978. Υπήρξε καθηγητής της ελληνικής
γλώσσας και λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Γκότενμπουργκ. Στις δημοσιεύσεις του
περιλαμβάνονται: «Μελέτες πάνω στα Σχόλια για τον Αισχύλο», τόμος 1 (Brill, Leiden, 1976)
και η έκδοση των «Σχολίων τον Αισχύλου», τόμοι 1 και 2 (Teubner Leipzig, 1975-82). Επίσης,
έχει εκδώσει τα ακόλουθα έργα: «Από τη στρατιωτική δικτατορία στο σοσιαλισμό: Η
Ελλάδα, 1974-83» (στα Δανικά, Κοπεγχάγη 1984) και σε συνεργασία με τον Π.Α. Αγαπητό,
«Η μελέτη του ελληνικού μεσαιωνικού μυθιστορήματος: Μια επανεκτίμηση πρόσφατων
εργασιών» (Κοπεγχάγη, 1981). Οι τρέχουσες έρευνές του αφορούν στα λαϊκά βυζαντινά
μυθιστορήματα, τα προπολεμικά ρεμπέτικα και το Ελληνικό Κομμουνιστικό Κόμμα.

Digitized by 10uk1s
Θ ά ν ο ς Μ . Β ε ρ έ μ η ς . Είναι καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας,
και διευθυντής του Ελληνικού Ιδρύματος Μελετών Άμυνας και Εξωτερικής Πολιτικής. Έχει
διδάξει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, και είναι αντεπιστέλλων ερευνητής του Διεθνούς
Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών του Λονδίνου, έκτακτος συνεργάτης στο Κέντρο
Ευρωπαϊκών Μελετών του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, και έκτακτος ξένος καθηγητής στη
Σχολή Γούντρο Γουίλσον του Πανεπιστημίου Πρίνστον. Κυριότερες δημοσιεύσεις του: «Οι
επεμβάσεις του Στρατού στην Ελληνική Πολιτική» (στα Ελληνικά, 1977, 1983), «Η
Δικτατορία και η Οικονομία» (Ελλην. 1982), «Προτεραιότητες Ασφαλείας για την Ελλάδα:
Μια ιστορική προοπτική» (1980, 1982), «Ελληνοτουρκικές Σχέσεις» (Ελλην. 1986). Τον
τελευταίο καιρό, ασχολείται με το ζήτημα της ασφάλειας στα Βαλκάνια

Digitized by 10uk1s
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Σκοπός αυτού του βιβλίου, είναι να παρουσιάσει στον μη ειδικό τα αποτελέσματα των
πρόσφατων ερευνών για τον ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο. Πιο συγκεκριμένα, το βιβλίο
προσπαθεί να ερμηνεύσει τους λόγους που οδήγησαν στο ξέσπασμα του Εμφυλίου, καθώς
και τη φύση του, αλλά και να περιγράψει τις συνέπειές του. Κεντρικό θέμα είναι η
διαδικασία της πόλωσης ανάμεσα στην πολιτική της Αριστεράς και της Δεξιάς.

Προηγούμενες εξιστορήσεις του Εμφυλίου, βασίζονταν κυρίως σε διηγήσεις Δεξιών


συμμετασχόντων ή σε αναφορές Βρετανών και Αμερικανών παρατηρητών, οι περισσότεροι
από τους οποίους συμπαθούσαν τη Δεξιά 1. Από τον καιρό, που γράφτηκαν όλα αυτά τα
παραπάνω, έγιναν προσιτές πολλές νέες πηγές πληροφοριών - και κυρίως τα επίσημα
αρχεία της Μεγάλης Βρετανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς και αρκετά ενθύμια
και ντοκουμέντα πρωταγωνιστών της Αριστεράς. Παράλληλα, γράφτηκαν βιβλία βασισμένα
σε πηγές που ήταν από καιρό διαθέσιμες, όπως τα αρχεία της γερμανικής Στρατιωτικής
Κατοχής 1941-4. Απ' όλην αυτή την πληθώρα των πηγών, εμφανής είναι η απουσία των
αρχείων του Ελληνικού Κράτους, εκτός από εκείνα που χρησιμοποίησαν κάποιοι επίσημα
εγκεκριμένοι ιστορικοί.

Ακόμα και μ' αυτή την εξαίρεση, πάντως, οι πηγές που διατίθενται σήμερα είναι πολλές.
Χρησιμοποιήθηκαν σε μια σειρά διεθνών συνεδρίων 2 , σε αρκετά επιστημονικά
συγγράμματα για την εξεταζόμενη περίοδο, καθώς και σε σημαντικό αριθμό άρθρων. Οι
συγγραφείς που συνεισέφεραν σ' αυτό το βιβλίο εργασίες τους, έχουν ασχοληθεί σε βάθος
με τη μια ή την άλλη πλευρά του θέματος, κι έτσι είναι εξοικειωμένοι με τις πηγές και με τις
έρευνες άλλων στα επιμέρους ζητήματα.

Ελπίζω ότι το πλεονέκτημα των εξειδικευμένων αυτών γνώσεων θα είναι για τον αναγνώστη
μεγαλύτερο από τα μειονεκτήματα που παρουσιάζει συνήθως η συνεργασία περισσότερων
του ενός συγγραφέων στη συγγραφή ενός βιβλίου.

Το εισαγωγικό κεφάλαιο καταδεικνύει την πορεία και την έκταση του αγώνα, και
προσπαθεί να ερμηνεύσει τις αιτίες και τη φύση της πόλωσης που παρουσιάστηκε στη
δεκαετία του '40. Το Κεφάλαιο 2 δείχνει τον τρόπο με τον οποίο, πριν καν αρχίσει ο αγώνας,
καταστράφηκε η πολιτική συναίνεση από τον Εθνικό Διχασμό, την ενδυνάμωση του
Κομμουνιστικού Κόμματος και, τελικά, τη γερμανική εισβολή. Στο κεφάλαιο αυτό,
εξετάζονται επίσης οι συνθήκες της εχθρικής κατοχής και η σύνθεση των δυνάμεων που
συνεργάστηκαν μαζί της. Το κεφάλαιο 3, ερμηνεύει τη στρατηγική του Κομμουνιστικού
Κόμματος στην ίδρυση εκείνου που αναδείχτηκε σε κύρια αντιστασιακή οργάνωση, δηλαδή
του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ), και συζητάει τις αιτίες για τη σύγκρουση
του ΕΑΜ με τον κύριο αντίπαλό του μεταξύ των αντιστασιακών οργανώσεων, τον ΕΔΕΣ. Το
Κεφάλαιο 4 διαπραγματεύεται τις συμπλοκές κατά τη διάρκεια και μετά τη γερμανική
Κατοχή, μεταξύ του ΕΑΜ και των αντικομμουνιστικών δυνάμεων που υποστήριζαν οι
Βρετανοί. Συμπλοκές που οδήγησαν σ' ένα σύντομο πόλεμο και τελείωσαν με μια ασταθή
ειρήνη. Το Κεφάλαιο 5 δείχνει πώς θρυμματίστηκε η ειρήνη και διαπραγματεύεται τη φύση
του πολέμου που άναψε στη συνέχεια, πλήττοντας μεγάλο μέρος της χώρας στα χρόνια
1946-9. Το Κεφάλαιο 6, καταπιάνεται με το μυστηριώδες θέμα της κομμουνιστικής
στρατηγικής κατά τη διάρκεια των ίδιων ετών, και κυρίως με το γιατί το Κόμμα πέρασε από
μια ειρηνική, σε μια στρατιωτική τακτική. Το Κεφάλαιο 7 δείχνει πώς οι αντικομμουνιστικές
ομάδες αναδιοργάνωσαν με επιτυχία τις δυνάμεις ασφαλείας κατά την ίδια περίοδο και
πέτυχαν, λίγο λίγο, ν' ανοικοδομήσουν την κρατική εξουσία. Το Κεφάλαιο 8 κάνει μια
εκτίμηση των στόχων και της επιρροής της Μεγάλης Βρετανίας και των Ηνωμένων

Digitized by 10uk1s
Πολιτειών στην υποστήριξη των αντικομμουνιστικών δυνάμεων μετά τη γερμανική Κατοχή
και στη διατήρηση του νέου κράτους. Το Κεφάλαιο 9, περιγράφει την επαύριο του
Εμφυλίου Πολέμου, και κυρίως τη διατήρηση ενός καθεστώτος συστηματικών διακρίσεων
κατά των ηττημένων, τη θυελλώδη διαδικασία με την οποία το καθεστώς αυτό ξηλώθηκε
στις δεκαετίες του '60 και του 70, και την, στη συνέχεια, εκκαθάριση των νομικών
συνεπειών του πολέμου, που συνέβη στις δεκαετίες του 70 και του '80.

Digitized by 10uk1s
ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΑΚΕ: Αγροτικό Κόμμα Ελλάδας

AMAG: Αμερικανική Αποστολή Βοηθείας προς την Ελλάδα (AMERICAN MISSION FOR AID TO
GREECE)

ΑΣΕΑ: Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Άμυνας

BLO: Βρετανός Αξιωματικός Σύνδεσμος (BRITISH LIAISON OFFICER)

ΒΜΜ: Βρετανική Στρατιωτική Αποστολή (BRITISH MILITARY MISSION)

CPSU: Κομμουνιστικό Κόμμα Σοβιετικής Ένωσης (ή ΚΚΣΕ)

ΔΣΕ: Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας

ΕΑ: Εθνική Αλληλεγγύη

ΕΑΜ: Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο

ΕΑΡ: Ελληνική Αριστερά

ΕΔΑ: Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά

ΕΔΕΣ: Εθνικός Δημοκρατικός Ελληνικός Σύνδεσμος

ΕΕΕ: Εθνική Ένωση Ελλάδος

ΕΕΣ: Εθνικός Ελληνικός Στρατός

ΕΕΝΑ: Ελληνική Ένωσις Νέων Αξιωματικών

ΕΚ: Ένωσις Κέντρου

ΕΚΚΑ: Εθνική και Κοινωνική Απελευθέρωση

ΕΛΑΣ: Εθνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός

ΕΠΟΝ: Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων

ΕΡΕ: Εθνική Ριζοσπαστική Ένωση

ΦΟ: Φόρεϊν Όφις (Αγγλικό Υπουργείο Εξωτερικών)

FRUS: Εξωτερικές Σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών (FOREIGN RELATIONS OF THE UNITED


STATES)

ΓΣΕΕ: Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος

Digitized by 10uk1s
HMSO: Εθνικό Τυπογραφείο Αυτής Μεγαλειότητος (Βρετανία)

ΙΔΕΑ: Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών

ΔΕΣ: Διεθνής Ερυθρός Σταυρός

JUSMAPG: Κοινή, Συμβουλευτική και Σχεδιασμού Αμερικανική Στρατιωτική Ομάδα (JOINT


U.S. MILITARY & PLANNING GROUP)

KKE: Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος

KOA: Κομμουνιστική Οργάνωση Αθήνας

ΚΥΠ: Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών

ΜΑΔ: Μονάδες Ασφαλείας Δημοσυντήρητοι

MAY: Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου

ΜΕΑ: Μονάδες Εθνικής Άμυνας

NARS: Υπηρεσία Εθνικών Αρχείων (ΗΠΑ, Ουάσιγκτον)

ΝΔ: Νέα Δημοκρατία

ΝΟΦ: Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (NARODNII OSVOBODITELEN FRONT


-Σλαβομακεδονικό)

ΟΠΛΑ: Ομάδες Προστασίας Λαϊκού Αγώνος

OSS: Γραφείο Στρατηγικών Υπηρεσιών (ΗΠΑ, πρόδρομος της CIA)

ΠΑΣΟΚ: Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα

ΠΔΚ: Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση

ΠΕΕΑ: Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης

PRO: Εθνικά Αρχεία (Βρετανίας)

ΣΚΕ-ΕΛΔ: Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδος - Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας

SOE: Υπηρεσία Ειδικών Επιχειρήσεων (SPECIAL OPERATIONS EXECUTIVE - Βρετανική)

TEA: Τάγματα Εθνοφυλακής-Αμύνης

UNRRA: Διοίκηση των Ηνωμένων Εθνών για Βοήθεια και Αποκατάσταση

«Χ»: Ένοπλη ομάδα της άκρας δεξιάς

Digitized by 10uk1s
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι
Εισαγωγή
David H. Close

ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΣΕ ΓΕΝΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ

Οι ρίζες του εμφυλίου πολέμου βρίσκονται στην Κατοχή της Ελλάδας από τη Γερμανία και
τους συμμάχους της, την Ιταλία και τη Βουλγαρία. Μια κατοχή που άρχισε τον
Απρίλιο-Ιούνιο του 1941 και τερματίστηκε τον Σεπτέμβριο-Νοέμβριο του 1944. Κατά τη
διάρκειά της, προκλήθηκαν δυο είδη εμφύλιας διαμάχης: η μία άρχισε το 1941, ανάμεσα
στους συνεργάτες των Γερμανών και τους αντιστασιακούς. Η άλλη άρχισε το 1942, κι ήταν
ανάμεσα στους ίδιους τους αντιστασιακούς. Και οι δυο διαμάχες, είχαν για κίνητρα τόσο
την ιδεολογία όσο και τα ατομικά συμφέροντα.

Το πρώτο είδος διαμάχης ήταν ευρύτατα διαδεδομένο στην υπό γερμανική κατοχή Ευρώπη.
Οι συνεργάτες των Γερμανών είχαν την τάση να αντιμετωπίζουν τους αντιστασιακούς σαν
παράνομους, κι οι αντιστασιακοί τους συνεργάτες σαν προδότες. Γενικά, οι συνεργάτες
ήταν Δεξιοί, κι οι αντιστασιακοί Αριστεροί. Οι ξένες δυνάμεις κατοχής χρησιμοποιούσαν
ταυτόχρονα πιέσεις και τεχνάσματα για να πάρουν με το μέρος τους τούς ντόπιους, κι
έβρισκαν συνεργάτες μεταξύ ανθρώπων που διακρίνονταν από τους συμπατριώτες τους
χάρη σε παράγοντες οικονομικούς, εθνολογικούς και άλλους. Ως αποτέλεσμα,
διευρύνονταν παλιές διαιρέσεις στις κατακτημένες κοινωνίες και προκαλούνταν βαθύτατες
έχθρες ανάμεσα στους λιγοστούς που ωφελούνταν απ' την Κατοχή και στους πολλούς που
υπέφεραν απ' αυτήν. Στην Ελλάδα, οι τελευταίοι αντιπροσώπευαν ένα ευρύ κοινωνικό
φάσμα κι υπέφεραν από οικονομικές στερήσεις τόσο σκληρές, ώστε οι προπολεμικές
μεταξύ τους διακρίσεις να γεφυρώνονται από την κοινή φτώχεια και το κοινό μίσος κατά
των επωφελουμένων 1. Οπωσδήποτε, και οι οικονομικά συνεργαζόμενοι ήταν αρκετοί,
προέρχονταν μάλιστα απ' όλα τα κοινωνικά στρώματα. Και δεν είναι δυνατόν να
περιγραφούν, όπως επέμεναν οι ριζοσπάστες αντιστασιακοί, ως μια μικρή ολιγαρχία
πλουτοκρατών. Έτσι, η υπόσχεση των Αριστερών αντιστασιακών ότι θα απαλλοτριώσουν τις
περιουσίες των ατόμων αυτών, είχε πολύ ακραίες επιπτώσεις και μας βοηθάει να
ερμηνεύσουμε τη μανία της δράσης κατά της Αριστεράς μετά την αποχώρηση των
Γερμανών.

Το δεύτερο είδος διαμάχης γινόταν ιδιαίτερα πικρό από την αγωνία για την επαύριο της
αποχώρησης του εχθρού από τη χώρα. Εκείνοι που αποδέχονταν τώρα τη νομιμότητα του
προπολεμικού καθεστώτος ήταν σχετικά λίγοι, ενώ ελάχιστοι -κι αν υπήρχαν κι
αυτοί-θεωρούσαν νόμιμο το παρόν καθεστώς των συνεργατών. Έτσι, ο ανταγωνισμός
ανάμεσα στις αντιστασιακές ομάδες λάβαινε χώρα μέσα σ' ένα κενό εξουσίας. Κι οι
ανταγωνιζόμενοι έβλεπαν πως αυτό που διακυβευόταν, ήταν η πολιτική επιβίωσή τους
μετά τον πόλεμο.

Η κρίση νομιμότητας στην Ελλάδα προκλήθηκε πολύ πριν από τη γερμανική εισβολή, όπως
θα εξηγήσει ο Γιάννης Χόνδρος στο κεφάλαιο 2. Κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, είχε
εμφανιστεί ο λεγόμενος Εθνικός Διχασμός ανάμεσα σε δυο ομάδες, τους Βενιζελικούς και
τους Αντιβενιζελικούς, καθεμία από τις οποίες κατέκτησε διαδοχικά και σε διάφορες
στιγμές την εξουσία, κι απέκτησε μεγάλη πελατεία μεταξύ των αξιωματικών της αστυνομίας
και των ενόπλων δυνάμεων. Στη δεκαετία του '20, ξέσπασε μια ακόμα διαμάχη ανάμεσα

Digitized by 10uk1s
στις δυο παραπάνω ομάδες απ' τη μια (που συχνά χαρακτηρίζονται «αστικά κόμματα») και
το Κομμουνιστικό Κόμμα απ' την άλλη. Η αστυνομία υπήρξε η αιχμή του δόρατος της
αστικής επίθεσης κατά του Κομμουνισμού, και στα 1929 τής δόθηκαν οι εξουσίες και τα
μέσα για να προβεί σε μεγάλης κλίμακας διώξεις εναντίον εκείνων που γενικά κι
αδιακρίτως αποκαλούσε ανατροπείς.

Οι δυο πολιτικές διακρίσεις άρχισαν μερικώς να αλληλεπικαλύπτονται μετά το


αποτυχημένο βενιζελικό πραξικόπημα του 1935, το οποίο ακολούθησε εκτεταμένη
εκκαθάριση των βενιζελικών αξιωματικών από την αστυνομία και τις ένοπλες δυνάμεις.
Τώρα πια, σ' ένα μεγάλο τμήμα της χώρας οι βενιζελικοί ένιωθαν να έλκονται προς τους
κομμουνιστές χάρη στην κοινή εμπειρία των διωγμών που συνεχίζονταν από τους
εκπροσώπους του αντιβενιζελικού κατεστημένου, μεγάλο μέρος του οποίου θα επιζούσε
στις ένοπλες δυνάμεις και την αστυνομία σ' όλη τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής, και
μετά. Οι κομμουνιστές, υιοθετώντας την πολιτική του Λαϊκού Μετώπου, διεύρυναν το ύφος
τους τόσο, ώστε να είναι αρεστό και ελκυστικό σε πολλούς βενιζελικούς. Και, στο μεταξύ,
στο αντιβενιζελικό στρατόπεδο κυριαρχούσαν αυταρχικοί στρατιωτικοί και πολιτικοί που
είχαν την ισχυρή υποστήριξη του στρατού και της αστυνομίας. Στα 1936, ο Ιωάννης
Μεταξάς και οι συνεργάτες του πήραν την ηγεσία του αντιβενιζελικού στρατοπέδου και
εγκαθίδρυσαν μια δικτατορία που καταδίωξε τους κομμουνιστές με ακόμα μεγαλύτερη
αποτελεσματικότητα και σκληρότητα από τις προηγούμενες κυβερνήσεις. Το καθεστώς
φυλάκισε τους περισσότερους κομμουνιστές ηγέτες κάτω από πολύ σκληρές συνθήκες. Την
απελευθέρωσή τους κέρδιζαν μόνο όσοι αποκήρυσσαν την ιδεολογία τους, πράγμα που
κατέστρεφε την απέναντί τους εμπιστοσύνη των πρώην συντρόφων τους. Κι ακόμα, η
δικτατορία αρνήθηκε να αποκαταστήσει τους εκκαθαρισθέντες αξιωματικούς του
κινήματος του '35. Και καθώς απέκλειε από την εξουσία τους περισσότερους πολιτικούς,
βενιζελικούς και αντιβενιζελικούς εξίσου, την υποστήριζε πολύ μικρό τμήμα του πολιτικού
κόσμου. Όπως κι αν έχει το πράγμα, με τον αντικομμουνισμό της, την αποτελεσματικότητά
της στη διακυβέρνηση της χώρας αλλά και με τον έλεγχο του κρατικού μηχανισμού,
απέσπασε την υποστήριξη ή την ανοχή μεγάλου μέρους της διοικητικής, στρατιωτικής,
εκπαιδευτικής, τραπεζικής και οικονομικής ελίτ. Ταυτοχρόνως ήταν τόσο καταπιεστική,
ώστε οι ενεργοί υποστηρικτές της αποκτούσαν πολύ κακό όνομα για τον υπόλοιπο
πληθυσμό, κι αποσπούσαν το μίσος των κομμουνιστών.

Παρά το δεξιό χαρακτήρα του, το καθεστώς αυτό αντιστάθηκε στις δυνάμεις του Άξονα, τη
Γερμανία και την Ιταλία δηλαδή, και κατά συνέπεια ανατράπηκε από τη γερμανική εισβολή.
Τη δικτατορία διαδέχτηκε ένα καθεστώς συνεργατών του κατακτητή το οποίο προσπάθησε
-με μερική μόνο επιτυχία- να διατηρήσει την υποστήριξη των κρατικών αξιωματούχων και
κυρίως των δυνάμεων ασφαλείας. Πολλοί, οι περισσότεροι ίσως, από τους αξιωματούχους,
αισθάνονταν ελάχιστη αφοσίωση προς το νέο καθεστώς, επειδή η εχθρική Κατοχή ήταν
απόλυτα μισητή. Κι έτσι, υπήρχε ένα κενό εξουσίας το οποίο, όπως συνέβη και σε άλλα
μέρη της Ευρώπης και της ανατολικής Ασίας εκείνη την περίοδο, το εκμεταλλεύτηκε το
Κομμουνιστικό Κόμμα για να μεταβληθεί, από περιθωριακή, σε κυρίαρχη δύναμη. Κι αυτό,
το πέτυχε παίρνοντας την πρωτοπορία στην αντίσταση κατά του εχθρού και δημιουργώντας
το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ), το οποίο είχε τεράστια δημοτικότητα.

Αποτέλεσμα των εμπειριών που είχαν πριν από την εισβολή, ήταν πως η κάθε πολιτική
πτέρυγα διέβλεπε απειλές για την ίδια της την επιβίωση μετά την απελευθέρωση - έτσι,
προκειμένου να αποτρέψουν αυτόν τον κίνδυνο, ορισμένοι προσέφυγαν στη βία. Οι
κομμουνιστές κι οι βενιζελικοί ήθελαν να εμποδίσουν την παλινόρθωση της μοναρχίας,
επειδή ο βασιλιάς είχε υποστηρίξει τη δικτατορία Μεταξά. Οι κομμουνιστές, δουλεύοντας
μέσα από το ΕΑΜ, σκόπευαν -στην καλύτερη περίπτωση- στην κατάκτηση της εξουσίας, και

Digitized by 10uk1s
στη χειρότερη στην παρεμπόδιση της επανάληψης των προπολεμικών διωγμών. Στην
προπαγάνδα τους, παρουσίαζαν πειστικότατα τη δικτατορία Μεταξά σαν τη χειρότερη
φάση μιας σειράς καταπιεστικών και εκμεταλλευτικών καθεστώτων, η επανάληψη της
οποίας δεν θα έπρεπε να επιτραπεί. Και πίστευαν πως, για να το πετύχουν αυτό, έπρεπε να
προσπαθήσουν όσο περισσότερο γινόταν, να καταστρέψουν αντίπαλες οργανώσεις -τόσο
αντιστασιακές όσο και συνεργαζόμενες με τον εχθρό-πριν λήξει η Κατοχή. Μέσα στη
διαδικασία αυτή, στρατολόγησαν στο ΕΑΜ βενιζελικούς αξιωματικούς με επιρροή, οι
σταδιοδρομίες των οποίων είχαν ανακοπεί από τις εκκαθαρίσεις του 1935. Το καθεστώς
των δοσιλόγων, πίστευε -ή, τουλάχιστον, έτσι υποστήριζε- ότι πολεμώντας το ΕΑΜ σκόπευε
στον ίδιο στόχο με την εξόριστη κυβέρνηση που πατρονάριζαν οι Βρετανοί, οι οποίοι
έβλεπαν στο ΕΑΜ μια απειλή κατά της παραδοσιακής επιρροής τους στην Ελλάδα. Στη
διαδικασία του αγώνα κατά του ΕΑΜ, το καθεστώς των δοσιλόγων είχε τη βοήθεια τόσο
των αντιβενιζελικών που τάσσονταν υπέρ της αποκατάστασης της μοναρχίας, όσο και
ορισμένων βενιζελικών που επιδίωκαν να εμποδίσουν μια τέτοια αποκατάσταση. Η
εξόριστη κυβέρνηση στην Αίγυπτο, στην οποία κυριαρχούσαν οι βενιζελικοί, βασιζόταν στο
βρετανικό στρατό για να καταστέλλει τις κινήσεις εκείνων που μέσα στα μεγάλα τμήματα
του εξόριστου στρατού συμπαθούσαν το ΕΑΜ.

Και οι δυο διαμάχες, και αυτή δηλαδή μεταξύ αντιστασιακών και συνεργατών, και εκείνη
μεταξύ των ίδιων των αντιστασιακών, μεγεθύνονταν σ' όλη τη διάρκεια του 1943. Κι ως τον
Ιούλιο, είχαν σημειωθεί συμπλοκές ανάμεσα σε αντιστασιακούς και δυνάμεις που
συνεργάζονταν με τους Ιταλούς, με αριθμούς μαχητών που ξεπερνούσαν τους εκατό από
κάθε πλευρά. Από τον προηγούμενο κιόλας χρόνο, το ΕΑΜ, όσο μεγάλωνε συγκρουόταν
βιαίως με άλλες αντιστασιακές οργανώσεις σε διάφορες περιοχές. Έως τον Οκτώβριο, το
ΕΑΜ με το στρατό του, τον ΕΛΑΣ, είχε εξοντώσει αρκετές μικρές αντιστασιακές ομάδες, και
τον επόμενο Απρίλιο θα εξόντωνε μια από τις πιο ισχυρές και με μεγαλύτερη επιρροή, την
ΕΚΚΑ 2.

Σημαντική εξέλιξη στην κλιμάκωση αυτή σημειώθηκε προς τα τέλη του 1943, όταν και τα
δύο είδη διαμάχης έγιναν περισσότερο οργανωμένα και εκτεταμένα. Τον Αύγουστο, η
κυβέρνηση των κουίσλιγκ οργάνωσε τα Τάγματα Ασφαλείας, που ήταν δυνάμεις
συνεργατών του εχθρού αναβαθμισμένες και με μεγαλύτερη δύναμη από τους
προκατόχους τους. Τον Σεπτέμβριο άρχισαν, κάτω από γερμανική καθοδήγηση, να χτυπούν
τους αντιστασιακούς. Στη συνέχεια, και μαζί με άλλες μονάδες συνεργατών του εχθρού,
έφτασαν συνολικά τους 18.000 άντρες, ενώ τους βοηθούσαν και μεγάλα σώματα της
προπολεμικής αστυνομίας. Η σύγκρουση ανάμεσα σ' αυτές τις δυνάμεις και το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ,
που ήταν συχνά άγρια, φαίνεται πως επεκτάθηκε στις περισσότερες περιοχές, αλλά
ιδιαίτερα βιαίως εκδηλώθηκε στη δυτική Μακεδονία, την Πελοπόννησο και τα δυο κύρια
αστικά κέντρα της χώρας, δηλαδή τη Θεσσαλονίκη και τη μητροπολιτική περιοχή
Αθήνας-Πειραιά. Τον Οκτώβριο, ο ΕΛΑΣ επιτέθηκε στον κύριο αντίπαλό του μεταξύ των
αντιστασιακών ομάδων, τον ΕΔΕΣ, και πάλεψε μαζί του για περισσότερους από τέσσερις
μήνες σε περιοχές της οροσειράς της Πίνδου και γύρω από αυτήν. Ο ΕΛΑΣ είχε εξοπλιστεί
με τα όπλα μιας ιταλικής μεραρχίας που του παραδόθηκε, ενώ ο ΕΔΕΣ εφοδιαζόταν καλά
από τους Βρετανούς, οι οποίοι βασίζονταν σ' αυτόν για να αναδειχθεί σε κύριο φραγμό
κατά του ΕΑΜ στο εσωτερικό της Ελλάδας. Ύστερα από τη σύναψη ειρήνης, τον
Φεβρουάριο του 1944, ο ΕΛΑΣ και ο ΕΔΕΣ αντιμετωπίζονταν με καχυποψία, μέχρι που τον
Δεκέμβριο ο ΕΛΑΣ, ακόμα περισσότερο ενισχυμένος τώρα με τα όπλα που άφηναν πίσω
τους οι υποχωρούντες Γερμανοί, χτύπησε ξανά τον ΕΔΕΣ, που χρειάστηκε, τούτη τη φορά,
τη βοήθεια βρετανικών πλοίων για να διασωθεί στο Ιόνιο. Οπωσδήποτε, κατά τη διάρκεια
του 1943, τα δύο είδη εμφύλιας διαμάχης συνδέθηκαν μεταξύ τους, καθώς οι μονάδες των
συνεργατών του εχθρού επανδρώνονταν σε σημαντικό βαθμό με φυγάδες των

Digitized by 10uk1s
αντιστασιακών ομάδων που διέλυε το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Κι έτσι, όλοι οι αντίπαλοι του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ
είχαν τώρα ως βασικό κίνητρο το φόβο του Κομμουνισμού.

Οι απώλειες και τα θύματα της εμφύλιας διαμάχης κατά τη διάρκεια της Κατοχής ήταν
πολυάριθμα, και οι ειδήσεις γι' αυτά διαδίδονταν μέσω των φημών και των
ειδησεογραφικών δελτίων που κυκλοφορούσαν συνεργάτες του εχθρού και αντιστασιακοί
εξίσου. Κι έτσι, προκαλούσαν μεγάλη ένταση σ' ολόκληρο το έθνος. Για το σύνολό τους,
όμως, έχουμε αποσπασματικές μόνο ενδείξεις. Σύμφωνα με τα γερμανικά αρχεία, τα
Τάγματα Ασφαλείας είχαν 1.223 νεκρούς και αγνοούμενους στο δωδεκάμηνο πριν από τη
γερμανική υποχώρηση τον Σεπτέμβριο του 1944. Εξοπλισμένοι καθώς ήταν από το
γερμανικό στρατό, οι άντρες τους είχαν μπορέσει να σκοτώσουν 3.308 από τους
αντιπάλους τους οι οποίοι, γενικά, ήταν ανεπαρκώς εξοπλισμένοι. Ωστόσο, οι ένοπλες
μονάδες και των δύο πλευρών -ίσως επειδή δεν είχαν σοβαρή πειθαρχία- φαίνονταν σ'
αυτό το στάδιο διστακτικές να πολεμήσουν μεταξύ τους, ενώ έδειχναν μεγαλύτερη
προθυμία στο να τρομοκρατούν τους αμάχους. Είναι σίγουρο πως πολλοί άμαχοι πολίτες
σκοτώθηκαν κι από τις δύο πλευρές σε αντίποινα και εκτελέσεις. Για παράδειγμα, τον
Ιούνιο του 1944, οι γερμανικές αρχές ανέφεραν ότι μονάδες του ΕΑΜ σκότωναν πέντε με
δέκα άτομα την ημέρα, ενώ τον Μάρτιο-Απρίλιο, οργανώσεις συνεργατών των Γερμανών
σκότωσαν εκατό ομήρους σε ένα και μόνο περιστατικό, κι άλλους 50 Εαμικούς σε ένα άλλο
σημείο. Αυτό το είδος του ανταγωνισμού, γέννησε παντού τοπικές βεντέτες. Σύμφωνα με
έναν δεξιό αντιστασιακό στην Αθήνα, τον Χρήστο Ζαλοκώστα, το ΕΑΜ σκότωσε τους
συντρόφους του τον Σεπτέμβριο του 1944, με ρυθμό δύο την ημέρα. Ο Στάνλι
Ασενμπρένερ, ανακάλυψε από προφορικές διηγήσεις ότι δέκα κάτοικοι ενός χωριού στη
νότια Πελοπόννησο σκοτώθηκαν τον Μάρτιο-Αύγουστο 1944 από βεντέτες που, κατά πάσα
πιθανότητα, συνέβαιναν σ' όλες τις περιοχές. 3

Οι συμπλοκές μεταξύ των αντιστασιακών ομάδων προκάλεσαν επίσης μεγάλη πίκρα και
έχθρα, αλλά λιγότερους θανάτους. Οι ιταλικές αρχές ανέφεραν συμπλοκές μεταξύ του ΕΛΑΣ
και άλλων ομάδων κατά τον Μάρτιο-Μάιο 1943, όπου σημειώθηκαν 150 απώλειες. Ο Κρις
Γουντχάουζ, που παρακολούθησε από κοντά τις πρώιμες συμπλοκές μεταξύ ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ,
τις χαρακτήρισε «όχι εντυπωσιακές». Η σφαγή, πάλι, άνω των 400 μελών της ΕΚΚΑ από τον
ΕΛΑΣ σε διάφορα μέρη της ανατολικής Ρούμελης τον Απρίλιο του 1944, είναι διαβόητη
επειδή σε σχέση με άλλες συμπλοκές ανάμεσα σε αντιστασιακές ομάδες, ήταν ασυνήθιστα
ματοβαμμένη. 4

Η γερμανική αποχώρηση από την Ελλάδα επηρέασε όλες αυτές τις διαμάχες, καθώς άνοιξε
τους ασκούς του Αιόλου. Το αποτέλεσμα της κλιμάκωσης που επακολούθησε, ήταν να
εξασθενίσει ακόμα περισσότερο τους αντιπάλους του το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, και να επεκτείνει την
ισχύ του σ' όλα σχεδόν τα τμήματα της χώρας, εκτός από το μεγαλύτερο μέρος της Κρήτης.
Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής, ο ΕΛΑΣ σφαγίασε τον Σεπτέμβριο άντρες των
Ταγμάτων Ασφαλείας στην Πελοπόννησο - και πιο συγκεκριμένα, στον Πύργο, την
Καλαμάτα, το Μελιγαλά και το Μυστρά. Κι ωστόσο, το ΕΑΜ είχε ήδη συμφωνήσει (για
λόγους που θα ερευνηθούν στα κεφάλαια 3 και 4) να συμμετάσχει σε μια κυβέρνηση υπό
την αιγίδα των Βρετανών, και να επιτρέψει σε βρετανικές δυνάμεις να αποβιβαστούν στην
Ελλάδα. Ακόμα, είχε αναλάβει την υποχρέωση να κρατήσει τις τακτικές δυνάμεις του έξω
από την πρωτεύουσα όπου συγκεντρώνονταν οι Έλληνες αντίπαλοί του. Οπωσδήποτε, το
ΕΑΜ διατήρησε εκεί ορισμένες τακτικές μονάδες, και πολλές εφεδρικές. Η αντιφατική αυτή
κατάσταση δεν μπορούσε να διαρκέσει για πολύ. Την 1η Δεκεμβρίου 1944 μάχες ξέσπασαν
στην ανατολική Μακεδονία ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και αντικομμουνιστικές (ή εθνικιστικές)
αντιστασιακές οργανώσεις. Κι εντελώς ανεξάρτητα απ' αυτό, στις 3 Δεκεμβρίου, άρχισε ο
πιο φοβερός γύρος -μέχρι στιγμής- της εμφύλιας διαμάχης, ο οποίος διάρκεσε κάτι

Digitized by 10uk1s
παραπάνω από ένα μήνα, κι έγινε γνωστός ως Δεκεμβριανά (και που θα περιγραφεί στο
κεφάλαιο 4). Οι πρωταγωνιστές ήταν απ' τη μια ο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, κι απ' την άλλη η κυβέρνηση
που υποστήριζαν οι βρετανικές δυνάμεις και οι Έλληνες αντικομμουνιστές,
συμπεριλαμβανομένων μονάδων του τακτικού στρατού που μόλις είχαν επιστρέψει από
την εξορία, της αστυνομίας, των Ταγμάτων Ασφαλείας και αγωνιστών της Αντίστασης. Στην
Αθήνα και τον Πειραιά, 22.000 περίπου Ελασίτες πολέμησαν με διπλάσιες, τελικά, δυνάμεις
της κυβέρνησης και της Βρετανικής Κοινοπολιτείας. Μεγάλο μέρος του υπόλοιπου ΕΛΑΣ,
που φαίνεται πως τον αποτελούσαν περίπου 60.000 άτομα είχε εμπλακεί στη διάλυση των
αντικομμουνιστικών αντιστασιακών ομάδων στη βόρεια και τη δυτική Ελλάδα.

Όταν οι δυνάμεις του εκδιώχθηκαν απ' την πρωτεύουσα, το ΕΑΜ συμφώνησε τον
Φεβρουάριο του 1945 στη Βάρκιζα να αποστρατεύσει τις ένοπλες ομάδες του και να πάρει
μέρος σ' ένα δημοψήφισμα και σε εκλογές που θα εγγυούνταν οι Άγγλοι. Καμία πλευρά δεν
κράτησε τις υποσχέσεις της. Ο ΕΛΑΣ έκρυψε τόσα όπλα όσα παρέδωσε, ενώ οι Βρετανοί
απέτυχαν να συγκρατήσουν τους Έλληνες υποστηρικτές τους. Έτσι, ακολούθησε από τον
Φεβρουάριο του 1945 έως τον Αύγουστο του 1946, μια περίοδος αναρχίας, εκτεταμένων
και βασικά ανοργάνωτων σκοτωμών. Πριν από το 1946, οι περισσότεροι οφείλονταν στη
λευκή τρομοκρατία, με την οποία οι διάφορες αντικομμουνιστικές δυνάμεις με τη δεξιά
τους ηγεσία εκδικούνταν το ΕΑΜ σ' ολόκληρη τη χώρα, με ελάχιστη ή και καθόλου
ανταπόδοση εκ μέρους του τελευταίου, καθώς η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος
ήταν προσκολλημένη στην πορεία της νομιμότητας. Το ΕΑΜ υποστήριξε αληθοφανώς ότι
1.289 από τους υποστηρικτές του δολοφονήθηκαν στο διάστημα ανάμεσα στη Συμφωνία
της Βάρκιζας και τις γενικές εκλογές του Μαρτίου του 1946. Μόλο που το ΕΑΜ είχε λόγους
να διογκώσει αυτά τα νούμερα, ίσως εξίσου παρέλειψε να συμπεριλάβει σ' αυτά και
κάποια θύματα όχι απόλυτα συνδεδεμένα μαζί του, όπως οι Σλαβόφωνοι που σκοτώθηκαν
σε εκτεταμένες αψιμαχίες κοντά στα βόρεια σύνορα της χώρας. 5 Τα αντίποινα της
Αριστεράς κατά της λευκής τρομοκρατίας, που άρχισαν αργά το 1945, εντάθηκαν μέσα στο
1946, και μπορεί να προκάλεσαν αρκετές εκατοντάδες θανάτους μέσα στους οκτώ πρώτους
μήνες αυτής της χρονιάς. Παρόλο που ο αρχικός σκοπός των κομμουνιστών ηγετών ήταν να
απευθύνουν μια προειδοποίηση στους δεξιούς, να συγκρατήσουν τους υποστηρικτές τους,
τα αντίποινά τους έφεραν το αντίθετο ακριβώς αποτέλεσμα. Κι έτσι, η βία κλιμακώθηκε κι
από τις δυο πλευρές.

Κατά το δεύτερο μισό του 1946, η συμμετοχή στην αδελφοκτόνο βία ανέβηκε σε νέα ακόμη
ύψη. Ο κυβερνητικός στρατός άρχισε επιχειρήσεις κατά των αριστερών ανταρτών τον
Ιούλιο. Οι αντάρτες, απ' την πλευρά τους, ξεκίνησαν επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας τον
Σεπτέμβριο, και τον Οκτώβριο άρχισαν την οργάνωση εκείνου που αποκάλεσαν
Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας (ΔΣΕ). Μέσα στα επόμενα δύο χρόνια, ο πόλεμος απλώθηκε
σ' όλες σχεδόν τις περιοχές, εκτός από τις πόλεις τις οποίες έλεγχε γερά η κυβέρνηση. Οι
κυριότερες επιχειρήσεις, έγιναν στο βορρά: στη Θεσσαλία, την Ήπειρο και τη Μακεδονία.
Στην Πελοπόννησο και τα νησιά, οι αριστερές δυνάμεις ήταν σχετικά άσχημα οργανωμένες
και εξοπλισμένες. Στον κολοφώνα τους, το 1948-9, οι εθνικές δυνάμεις έφτασαν σε δύναμη
τους 250.000 άντρες στις ένοπλες δυνάμεις και τη χωροφυλακή, συν 50.000 περίπου άντρες
σε μονάδες εθνοφρουράς μερικής απασχόλησης. Ο Δημοκρατικός Στρατός, στη μέγιστη
ισχύ του έφτασε τις 26.000, με μερικές χιλιάδες εφέδρους, και πολλές χιλιάδες άοπλους
υποστηρικτές. Ο συνολικός αριθμός των συμμετασχόντων στον εμφύλιο πόλεμο, σ'
ολόκληρη την περίοδο 1946-9 βέβαια, ήταν πολύ μεγαλύτερος στην πλευρά της Αριστεράς
-μάλιστα, ίσως και 50% μεγαλύτερος.

Ο Δημοκρατικός Στρατός υπέστη μια αποφασιστική ήττα στην οροσειρά του Γράμμου, στα
αλβανικά σύνορα, τον Αύγουστο του 1949. Και τον επόμενο μήνα έληξαν οι επιχειρήσεις

Digitized by 10uk1s
μεγάλης κλίμακας. Οι επιχειρήσεις του στρατού και της αστυνομίας εναντίον
διασκορπισμένων ανταρτών, συνεχίστηκαν για ένα περίπου χρόνο ακόμα. Οπωσδήποτε, η
τελευταία φάση του εμφυλίου πολέμου με την αυστηρή έννοια των συστηματικών
στρατιωτικών επιχειρήσεων και των δύο πλευρών, μπορεί να τοποθετηθεί στο διάστημα
Σεπτέμβριος 1946, Σεπτέμβριος 1949.

ΜΙΑ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΤΟΥΣ

Ένας από τους δείκτες με τους οποίους εκτιμούμε τη βιαιότητα των εμφυλίων πολέμων,
είναι η απώλεια πληθυσμού που προέρχεται από βίαιους θανάτους και εξορίες. Ωστόσο, ο
υπολογισμός τους είναι δύσκολος, επειδή ο εμφύλιος πόλεμος συνοδεύεται συνήθως από
κατάρρευση του, τόσο απαραίτητου για τη συλλογή των αναγκαίων πληροφοριών,
διοικητικού μηχανισμού. Στην ελληνική περίπτωση, μια πρόσθετη επιπλοκή είναι το ότι
δύσκολα μπορούμε να διαχωρίσουμε τις καταστροφές που προκάλεσε ο εμφύλιος, από
εκείνες που προκάλεσε η εχθρική Κατοχή. Αναφορικά με τη συνολική απώλεια πληθυσμού,
δεν υπάρχουν αρκετές σίγουρες πληροφορίες πέρα από τις επίσημες απογραφές του
Οκτωβρίου του 1940, και του Απριλίου του 1951. Στην πρώτη, καταγράφτηκε πληθυσμός
7.344.860 και στη δεύτερη (εξαιρουμένων των 121.480 κατοίκων των νεοαποκτηθέντων
Δωδεκανήσων), πληθυσμός 7.511.321. Ο δημογράφος Β.Γ. Βαλαώρας έχει υπολογίσει με
βάση μια σειρά απογραφών (τις οποίες αντιπαρέβαλε για να διορθώσει σφάλματα
προερχόμενα από κακή μετάδοση πληροφοριών), ότι ο τελευταίος αριθμός ήταν κατά
844.500 μικρότερος από τον αναμενόμενο που θα είχαμε αν τα χρόνια 1940-9 ήταν
ειρηνικά: ο αριθμός αυτός, αποτελεί το 11% του πληθυσμού του 1951. Το 70% περίπου
αυτής της δημογραφικής απώλειας, μπορεί να αποδοθεί στην αυξημένη θνησιμότητα ή στις
εξορίες, και το υπόλοιπο στο μειωμένο αριθμό γεννήσεων. Σε άλλη έρευνα, ο ίδιος
δημογράφος υπολόγισε ότι παραπάνω από το μισό της συνολικής δημογραφικής απώλειας
της περιόδου 1940-9 προκλήθηκε από το λιμό στα χρόνια 1941-4 6.

Η εθνική κυβέρνηση δεν προσπάθησε ποτέ συστηματικά να υπολογίσει το σύνολο των


θυμάτων των Δεκεμβριανών, κι ας αναφέρονταν συνέχεια σ' αυτά οι υποστηρικτές της στην
προπαγάνδα τους κατά των κομμουνιστών. Έτσι, το μόνο που έχουμε είναι μια συρραφή
ποικίλων εκτιμήσεων ποικίλης αξίας. Οι δυνάμεις της Βρετανικής Κοινοπολιτείας
κατέγραψαν 210 νεκρούς και 55 αγνοούμενους, ενώ οι Έλληνες προστατευόμενοί τους
-άτακτοι κυρίως, που αποτελούσαν και τον κύριο στόχο του ΕΛΑΣ- υπέφεραν πολύ
περισσότερο χάνοντας, για παράδειγμα, 458 από τις τάξεις της χωροφυλακής μόνο. Οι
Άγγλοι, που χρησιμοποίησαν τανκς και αεροπλάνα, πίστεψαν ότι σκότωσαν 2-3.000
μαχητές του ΕΛΑΣ. Τα θύματα, εξάλλου, που αναφέρθηκαν στις επαρχίες, περιλαμβάνουν
μεγάλο αριθμό επιζώντων μελών των αντιστασιακών οργανώσεων: 800, από τους 12.000
συνολικά άντρες του ΕΔΕΣ. Τουλάχιστον 500 από την ομάδα του Μιχάλαγα στη δυτική
Μακεδονία, και 300-400 από την ομάδα του Αντόν Τσαούς στην ανατολική Μακεδονία.
Όσον αφορά στον ΕΛΑΣ, αυτός είχε 680 νεκρούς και τραυματίες στις μάχες του με τον ΕΔΕΣ
μόνο, και πάνω από 300 ακόμα πολεμώντας τον Αντόν Τσαούς. Αναφέρεται επίσης ότι το
ΕΑΜ συνέλαβε μεγάλο αριθμό ομήρων (15.000) από την Αθήνα, κι ένα μικρότερο αριθμό
από τη βόρεια Ελλάδα. Φημολογείται, επίσης, ότι ο ΕΔΕΣ συνέλαβε πάνω από χίλιους
ομήρους στη δυτική Ελλάδα. Ένα ποσοστό των ομήρων πέθανε από την κακομεταχείριση. Η
κυβέρνηση ανάγγειλε πως ανακάλυψε 1.208 πτώματα ανθρώπων εκτελεσθέντων από το
ΕΑΜ/ΕΛΑΣ (σ' ολόκληρη την Ελλάδα) κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών. Πηγές
προσκείμενες στην Αριστερά, πάλι, δήλωσαν πως το σύνολο των νεκρών στην Αθήνα και
τον Πειραιά ήταν 10.000 περίπου, συμπεριλαμβανομένων 5.000 αμάχων. Οι αριθμοί αυτοί,
πάντως, είναι μεγαλύτεροι από αυτούς που πρότειναν οι στατιστικές υπηρεσίες της

Digitized by 10uk1s
κυβέρνησης. Πρέπει, οπωσδήποτε, να έχουμε κατά νου ότι το ΕΑΜ εκτέλεσε ανθρώπους
και στις επαρχίες. Για παράδειγμα, ένας πρώην αξιωματικός του ΕΛΑΣ αναφέρθηκε
αργότερα σε «δεκάδες» ανθρώπων που εκτελέστηκαν στην ανατολική Μακεδονία. Ο
συνολικός αριθμός των απωλειών σ' ολόκληρη την Ελλάδα κατά την περίοδο 3
Δεκεμβρίου-15 Ιανουαρίου, έχει υπολογιστεί από τον Κριστόφ Σικλέ (ο οποίος, ωστόσο, δεν
αναφέρει τις πηγές του), σε 11.300 με 14.000. Στον αριθμό αυτό περιλαμβάνονται
υπολογισμοί υψηλότεροι από εκείνους που έκαναν αριστερές πηγές για τις απώλειες σε
Αθήνα και Πειραιά, αλλά παραλείπονται άλλοι που αφορούν άλλες περιοχές 7.

Οι νεκροί του εμφυλίου πολέμου 1946-9, είναι μερικώς μόνο γνωστοί. Στα χρόνια 1946-50,
ο αντικομμουνιστικός (ή εθνικός) στρατός είχε, σε στρογγυλούς αριθμούς, 8.400 νεκρούς,
5.400 αγνοούμενους και 29.450 τραυματίες. Εξάλλου, η χωροφυλακή είχε περίπου 2.200
νεκρούς και πάνω από 2.000 τραυματίες. Η κυβέρνηση κατέγραψε επίσης 3.500 αμάχους
που εκτελέστηκαν από την Αριστερά κατά την ίδια περίοδο. Οι αριθμοί αυτοί δείχνουν
αληθοφανείς, επειδή η εθνικιστική πλευρά ήταν επαρκώς οργανωμένη για να τους συλλέξει
και δεν είχε κάποιο εμφανές κίνητρο να τους παραποιήσει. Είχε όμως κάθε λόγο να
υπερβάλει τις απώλειες που προκάλεσε αυτή στο Δημοκρατικό Στρατό, και κυρίως στα
πρώτα στάδια του πολέμου, οπότε και δεν τα πήγαινε καλά. Ο επίσημος αριθμός των
38.400 νεκρών αριστερών -και, κατά συνέπεια, και ένας μεγάλος αριθμός τραυματιών-
φαίνεται απίθανος, εκτός κι αν συμπεριλαμβάνει και αμάχους. Κι αυτό γιατί θα προϋπέθετε
έναν εξωφρενικά ταχύ ρυθμό αντικατάστασης των μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού.
Στη μελέτη της, η Αγγελική Λαΐου υπαινίσσεται ότι ο αληθινός αριθμός νεκρών αριστερών
μαχητών πρέπει να βρίσκεται κοντά στις 20.000. Αριθμός που δείχνει να προσεγγίζει
περισσότερο την αλήθεια, καθώς στον ίδιο περίπου καταλήγουν και οι υπολογισμοί των
αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών που έγιναν στα 1948 8. Το σύνολο λοιπόν των
νεκρών του εμφυλίου πολέμου στα χρόνια 1943-50, μόνο θεωρητικά μπορεί να
υπολογιστεί. Οι παραπάνω υπολογισμοί, πάντως, υποβάλλουν την ιδέα ότι πρέπει να
ξεπέρασαν τις 60.000.

Φαίνεται, ωστόσο, ότι η αναγκαστική μετανάστευση -που άρχισε σε ευρεία κλίμακα μετά
τη γερμανική αποχώρηση, όταν διάφορες μειονότητες και πρώην Ελασίτες εγκατέλειψαν τη
χώρα- προκάλεσε μια ακόμα μεγαλύτερη απώλεια πληθυσμού. Σ' εκείνους που έφυγαν για
να γλιτώσουν από τους διωγμούς κατά τα χρόνια 1944-6, λέγεται ότι περιλαμβάνονται
15.000 Μουσουλμάνοι Αλβανόφωνοι Τσάμηδες της Ηπείρου, και 15-25.000 Σλαβόφωνοι
της Μακεδονίας, μαζί με πολλές χιλιάδες Ελληνόφωνους Ελασίτες. Μερικοί από τους
Τσάμηδες είχαν -όπως συνέβη και με ορισμένους από τους Σλαβόφωνους και τους
Κουτσόβλαχους με το δικό τους γλωσσικό ιδίωμα- υποστηρίξει τις δυνάμεις Κατοχής, και
ύστερα υπέστησαν τις συνέπειες της πράξης τους αυτής. Ορισμένοι, πολλοί ίσως,
Τσάμηδες, σκοτώθηκαν σε επιθέσεις που σημειώθηκαν τον Αύγουστο του 1944 και τον
Μάρτιο του 1945. Πολλοί από τους Σλαβόφωνους και τους Ελασίτες επέστρεψαν αργότερα,
για να γίνουν μέλη του Δημοκρατικού Στρατού. Ωστόσο, στις κατοπινές φάσεις του
εμφυλίου πολέμου αποχώρησαν ξανά, κι αυτή τη φορά μαζί με μεγάλες μάζες αμάχων
συγγενών και συμπαθούντων. Από τις αρχές του 1948, οι κομμουνιστικές αρχές έδιωξαν,
από περιοχές που είχαν πληγεί από τον πόλεμο, 25-28.000 παιδιά, που τα έστειλαν πέρα
από τα σύνορα. Από αυτά, μόνο 538 είχαν επαναπατριστεί μέχρι το 1952 9. Το κύριο κύμα
των εξορίστων, ακολούθησε την τελική ήττα του Δημοκρατικού Στρατού στο δεύτερο μισό
του 1949.

Το μέγεθος της μετανάστευσης καταδεικνύεται από τη δραστική μείωση ορισμένων


εθνικών μειονοτήτων (όπως καθορίζονται από τη μητρική τους γλώσσα), η οποία
αποκαλύπτεται από τη σύγκριση της απογραφής του 1940 με εκείνη του 1951. Οι

Digitized by 10uk1s
Σλαβόφωνοι, λοιπόν, μειώθηκαν από 86.086 σε 41.017, οι Κουτσόβλαχοι από 53.997 σε
39.855 και οι Αλβανόφωνοι από 49.632 σε 22.736. Αθροιζόμενες οι μειώσεις αυτές,
φτάνουν συνολικά τις 86.107. Η μείωση των Αλβανόφωνων δείχνει να ερμηνεύει τη μείωση
των Μουσουλμάνων κατά 28.425 10. Από όσα γνωρίζουμε γι' αυτή την περίοδο, μπορούμε
να συμπεράνουμε ότι το μεγαλύτερο μέρος ή ίσως και το σύνολο της μείωσης των
Σλαβόφωνων και των Αλβανόφωνων -και ίσως και των Κουτσόβλαχων- σημειώθηκε μετά
τον τερματισμό της γερμανικής Κατοχής. Κι οι αριθμοί αυτοί, δίνουν στον εμφύλιο πόλεμο
μια εθνολογική διάσταση μεγαλύτερη απ' ό,τι αφήνουν να εννοείται οι διάφοροι
απολογισμοί που έχουν δημοσιευτεί. Από το 1949, φαίνεται ότι στην Ελλάδα δεν
αντιμετωπίστηκε με σοβαρότητα η επιστροφή αυτών των εμιγκρέδων - ίσως επειδή
απαρνήθηκαν την ελληνική τους υποκοότητα μετά τη μετανάστευσή τους.

Η Κεντρική Επιτροπή Ελλήνων Πολιτικών Προσφύγων υπολόγισε πως οι εξόριστοι πολιτικοί


πρόσφυγες, των οποίων μητρική γλώσσα ήταν τα ελληνικά, ανέρχονταν το 1975 σε 43.420.
Από τον αριθμό αυτό εξαιρούνται τα παιδιά τους που γεννήθηκαν στην εξορία καθώς,
επίσης, 7.872 άτομα που επέστρεψαν στην Ελλάδα πριν από το 1975. Σύμφωνα με τον
συντάκτη μιας έκθεσης -για λογαριασμό της ελληνικής κυβέρνησης, το 1986- από τους
αριθμούς αυτούς εξαιρείται επίσης ένας άγνωστος αλλά μεγάλος αριθμός πολιτικών
προσφύγων που χάθηκαν τα ίχνη τους επειδή απορροφήθηκαν από τις κοινότητες που τους
φιλοξένησαν. Ορισμένοι, επίσης, μπορεί να μετανάστευσαν μονίμως στην άλλη πλευρά του
Ατλαντικού, όπως έκαναν και πολλοί από τους Σλαβόφωνους πολιτικούς πρόσφυγες 11.
Ύστερα από όλα αυτά, γνωρίζουμε ότι ο αρχικός αριθμός των Ελληνόφωνων πολιτικών
προσφύγων ήταν μεγαλύτερος -ίσως πολύ μεγαλύτερος- από 50.000, και ότι ο συνολικός
αριθμός των πολιτικών προσφύγων κάθε κατηγορίας ξεπερνάει τις 136.000.

Οι Ελληνόφωνοι πολιτικοί πρόσφυγες άρχισαν να επιστρέφουν κατά μεγάλους αριθμούς


μετά το 1974, και το 1984 πια, ο συνολικός αριθμός αυτών που επέστρεψαν έφτανε τις
33.573. Και μέχρι το 1988 πρέπει να έφτασε τις 45.000, αν και ένα σημαντικό ποσοστό
αυτού του αριθμού ήταν άτομα γεννημένα στο εξωτερικό. Έτσι, σ' αυτούς που επέστρεψαν
περιλαμβανόταν μια μικρή μόνο μειονότητα των αρχικών εξορίστων κάθε κατηγορίας. Η
συνολική λοιπόν απώλεια πληθυσμού από θανάτους ή μακρόχρονη εξορία, που ήταν
αποτέλεσμα του εμφυλίου πολέμου, πρέπει να ξεπερνάει τις 200.000.

Οικονομικά, ο πόλεμος καθυστέρησε την ανάκαμψη από τις επιπτώσεις της Κατοχής του
Άξονα - επιπτώσεις που για την Ελλάδα ήταν βαρύτατες. Για παράδειγμα, κάποιες αρτηρίες
όπως η Διώρυγα της Κορίνθου και ο σιδηρόδρομος Αθήνας-Θεσσαλονίκης δεν
λειτούργησαν από το 1944 ως το 1949. Τον Αύγουστο του 1946, οι κυριότεροι δρόμοι
παρέμεναν σε ποσοστό 60%, ακόμα αδιάβατοι, και μεγάλα τμήματά τους θα
ναρκοθετούνταν εξακολουθητικά από τους αριστερούς αντάρτες για τα επόμενα τρία
χρόνια. Η κατάσταση των δρόμων στην Πελοπόννησο (περιοχή που δεν υπέφερε
περισσότερο από άλλες) χαρακτηρίστηκε τον Μάιο του 1949 «κακή έως απαίσια», εκτός
από τους δρόμους εκείνους που συνέδεαν την Κόρινθο με την Πάτρα και τη Σπάρτη. Το
Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν δεν ξαναβρήκε το προπολεμικό του επίπεδο παρά μόλις το
1950. Κι ήταν τόσο άνισα κατανεμημένο, ώστε το αληθινό εισόδημα μεγάλου μέρους του
πληθυσμού να μην ορθοποδήσει παρά αρκετά χρόνια μετά. Η καταστροφικότητα της
διαμάχης καταδεικνύεται από τις υλικές ζημιές που σημειώθηκαν από τον Ιούνιο 1946 έως
τον Σεπτέμβριο 1949: 11.788 σπίτια, 54 τουλάχιστον σχολεία, 100 σιδηροδρομικοί σταθμοί,
375 τουλάχιστον σιδηροδρομικές γέφυρες και 423 οδικές γέφυρες. Στις αρχές του 1949,
φαίνεται ότι το ένα δέκατο περίπου του πληθυσμού της χώρας είχε εγκαταλείψει τα ορεινά
χωριά (είτε επειδή έφυγαν για να γλιτώσουν απ' τον πόλεμο είτε επειδή τους μετακίνησε ο
εθνικός στρατός) και ζούσαν κάτω από ελεεινές, γενικά, συνθήκες. Για να επέλθει πλήρης

Digitized by 10uk1s
ανάκαμψη από ένα τέτοιο είδος καταστροφής χρειάζονταν, αναπόφευκτα, αρκετά χρόνια.
Για παράδειγμα, όσοι απομακρύνθηκαν από τα βουνά, δεν είχαν ολοκληρώσει την
επανεγκατάστασή τους μέχρι το 1952 - και πολλοί δε θα επέστρεφαν ποτέ. Ορισμένοι
τουλάχιστον από τις εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων που μετανάστευσαν στη δεκαετία του
'50, κι ακόμα και του '60, είχαν κατά ένα μέρος ως κίνητρα τα βάσανα του εμφυλίου
πολέμου ή τις διώξεις που επακολούθησαν.12

ΤΑ ΥΠΟ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΘΕΜΑΤΑ

Η πόλωση -το αντικείμενο αυτού του έργου- προκλήθηκε από μια μάχη για την εξουσία σε
δυο επίπεδα, που το ένα επηρέαζε το άλλο: το εσωτερικό και το διεθνές. Στο εσωτερικό
επίπεδο, πρωταγωνιστές ήταν απ' τη μια πλευρά το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, κι απ'
την άλλη ένα πλήθος ομάδων που τις ένωναν ο αντικομμουνισμός και οι παραδοσιακές
μέθοδοι ανταγωνισμού για την πολιτική ισχύ. Ένας παράγοντας που έδινε στον αγώνα
ιδιαίτερη ένταση, ήταν οι εξαιρετικές εξουσίες που είχε το Κράτος στην Ελλάδα.
Προσομοίαζε με άλλα βαλκανικά κράτη πριν από την κομμουνιστική κατάληψη, στο ότι
αυτό εφοδίαζε τους πολίτες του με διάφορα πράγματα που αλλιώς θα σπάνιζαν πολύ, αλλά
και διέφερε από εκείνα στο ότι διέθετε μεγαλύτερη επιρροή στην κοινωνία,
συμπεριλαμβανομένης και της αγροτικής, ακόμα και σε περιοχές απομακρυσμένες απ' την
πρωτεύουσα. Στην Ελλάδα, πάντως, διακυβεύονταν περισσότερα από την εξουσία και το
πατρονάρισμα. Υπήρχαν ριζικές διαφορές ανάμεσα στα πολιτικά συστήματα που ήθελε να
οικοδομήσει η κάθε πλευρά, μέσα στο χάος που είχε προκαλέσει η Κατοχή.

Οι κομμουνιστές, όπως και άλλα Μαρξιστικά-Λενινιστικά κόμματα, βασίζονταν στις μαζικές


κινητοποιήσεις του λαού, σε συνδυασμό με την πειθαρχημένη αφοσίωση σε μια
συγκεντρωτική οργάνωση. Η έλξη που ασκούσαν μέσω του ΕΑΜ, το οποίο έλεγχαν
κεκαλυμμένα, ήταν αρκετά πλατιά για να προσελκύσει υποστηρικτές απ' όλες τις περιοχές
κι απ' όλα τα επαγγέλματα. Το ΕΑΜ υποσχόταν να ικανοποιήσει μια ευρύτατα διαδεδομόνη
επιθυμία για συμμετοχική δημοκρατία, κοινωνική δικαιοσύνη και εθνική ανεξαρτησία. Οι
αντίπαλοι του ΕΑΜ επιδίωκαν την κατάληψη της εξουσίας μέσα από τους προσωπικούς
δεσμούς αφοσίωσης και του πολιτικού πατροναρίσματος σε μια κοινωνική ιεραρχία
βασισμένη στην ιδιοκτησία. Στο δικό τους πλάνο, η πολιτική εξουσία τόσο στο εθνικό
κέντρο όσο και τοπικά, εξαρτιόταν από την κοινωνική θέση και επιρροή. Καταλάβαιναν ότι
δεν μπορούσαν να συναγωνιστούν τους κομμουνιστές σε οργάνωση και για να
αντισταθμίσουν αυτή την κατωτερότητά τους στρέφονταν σε ξένους πάτρονες οι οποίοι
εκπροσωπούνταν στην Ελλάδα από πολυάριθμους πράκτορες που είχαν στη διάθεσή τους
μεγάλα μέσα. Για ορισμένους αντικομμουνιστές, ο πάτρονας αυτός κατά τη διάρκεια του
πολέμου ήταν η Γερμανία. Για τους περισσότερους, ήταν η Αγγλία - μέχρι το 1947, οπότε
μεταβλήθηκε κι αυτή σε μικρό συνεταίρο των ΗΠΑ. Οι κομμουνιστές, πάλι, στράφηκαν σε
δικούς τους ξένους πάτρονες: τη Γιουγκοσλαβία και τη Σοβιετική Ένωση. Αυτοί, ωστόσο, δεν
αναμείχθηκαν σχετικά πολύ, είχαν ελάχιστους εκπροσώπους στην Ελλάδα και πρόσφεραν
πολύ λιγότερη υποστήριξη στους κομμουνιστές απ' ό,τι οι Δυτικές δυνάμεις στους
αντιπάλους τους. Το γεγονός όμως ότι και οι δυο πλευρές αναζητούσαν ξένο
πατρονάρισμα, είχε ως αποτέλεσμα (πράγμα που σημειώθηκε επανειλημμένα στην
ελληνική ιστορία) οι εσωτερικές διαιρέσεις να προκαλούνται από τις διαφοροποιήσεις της
εξωτερικής πολιτικής.

Ωστόσο, μόλο που αναζητούσαν υποστήριξη απ' το εξωτερικό, και οι δυο πλευρές
διακήρυσσαν τον δικό τους εθνικισμό: οι κομμουνιστές ένα λαϊκό είδος, που
εκπροσωπούσε τους εργάτες των πόλεων και τους ορεινούς χωρικούς τους οποίους

Digitized by 10uk1s
κινητοποιούσαν με το ΕΑΜ, που το θεωρούσαν κληρονόμο των αγώνων του λαού και της
κλεφτουριάς κατά της τουρκικής σκλαβιάς πριν από 120 χρόνια. Διακήρυσσαν ακόμα πως η
μεγαλύτερη αρετή τους ήταν ότι βασίζονταν στη λαϊκή υποστήριξη μάλλον παρά στην ξένη
βοήθεια, και κατηγορούσαν τους αντιπάλους τους ότι εκπροσωπούν τους κοινωνικά
προνομιούχους και βασίζονται σε επιχορηγήσεις "φασιστικών" ή "ιμπεριαλιστικών"
δυνάμεων. Οι αντίπαλοί τους, πάλι, υπογράμμιζαν τις κατά του εθνικισμού συνέπειες του
Μαρξισμού -που ήταν ιδιαίτερα ισχυρός στα Βαλκάνια- και το ότι στην Ελλάδα, όπως και
στα υπόλοιπα Βαλκάνια, η εθνικότητα καθορίζεται από τη θρησκεία, κι ο Μαρξισμός ήταν
διαβόητα αθεϊστικός. Οι αντικομμουνιστές τόνιζαν επίσης την εξάρτηση των κομμουνιστών
από τους βόρειους γείτονες της Ελλάδας, με τον εθνικισμό των οποίων υπήρχε
αντιπαλότητα και οι οποίοι απειλούσαν την εδαφική ακεραιότητα της χώρας.

Η ιδεολογική διαμάχη διαγράφτηκε ακόμα οξύτερη όταν, τον Ιούλιο-Αύγουστο 1945, οι


κομμουνιστές και το ΕΑΜ δημοσίευσαν ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα το οποίο βασιζόταν
στις πολιτικές που είχαν αναπτύξει κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής. Το
πρόγραμμα αυτό προέβλεπε μια ενισχυμένη τοπική αυτοδιοίκηση, βασισμένη στη μαζική
συμμετοχή. Εύκολη πρόσβαση σε τοπικά εκλεγμένα δικαστήρια. Μεγάλη επέκταση της
κοινωνικής πρόνοιας που θα τη χρηματοδοτούσε μια προοδευτική φορολόγηση. Εξισωτικό
εκπαιδευτικό σύστημα. Τη χρησιμοποίηση της δημοτικής γλώσσας σ' όλες τις επίσημες
εκδηλώσεις του Κράτους. Ισότητα δικαιωμάτων για τις γυναίκες σε κάθε σφαίρα της ζωής.
Εντατική ανάπτυξη βαριάς βιομηχανίας και γεωργίας έτσι που να υπάρχει απασχόληση για
όλους και η χώρα να γίνει περισσότερο ανεξάρτητη οικονομικά. Εθνικοποίηση των
κυριότερων βιομηχανιών και υπηρεσιών, καθώς και κρατικοποίηση ορισμένων ξένων
συμφερόντων. Φιλικές σχέσεις με το τότε δημιουργούμενο Σοβιετικό Μπλοκ, καθώς και με
τις Δυτικές δυνάμεις. Και μια σε βάθος εκκαθάριση των υποστηρικτών των διαφόρων
«φασιστικών» καθεστώτων που επικράτησαν στα χρόνια 1936-44.

Οι αντικομμουνιστές, προωθούσαν πολιτικές εκ διαμέτρου αντίθετες σε όλα τα παραπάνω.


Δείχνοντας τη Σοβιετική Ένωση, τα κομμουνιστικά καθεστώτα που εμφανίζονταν στα
βορινά σύνορα της χώρα και τις θηριωδίες που είχαν προσφάτως διαπράξει οι ίδιοι οι
Έλληνες κομμουνιστές, οι αντικομμουνιστές υποστήριζαν ότι οι αντίπαλοί τους σκόπευαν
να εγκαθιδρύσουν στυγνή δικτατορία. Όσο για το αν η δική τους εναλλακτική λύση θα ήταν
κι αυτή μια δικτατορία, εδώ παρουσιάζονταν διχασμένοι: οι περισσότεροι επαγγελματίες
πολιτικοί τάσσονταν υπέρ ενός κοινοβουλευτικού καθεστώτος που θα έδινε κάθε επιρροή
σ' αυτούς, ενώ το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεων ασφαλείας προτιμούσε κατά πάσα
πιθανότητα μια δικτατορία, η οποία θα μπορούσε ευκολότερα να υποτάξει την Αριστερά. Κι
οι δυο ομάδες όμως συμφωνούσαν στο ότι υπεράσπιζαν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό, την
ιδιωτική περιουσία και την πατριαρχική οικογένεια. Υπογραμμίζοντας τις φιλικές και
συνεργατικές σχέσεις ανάμεσα στους Έλληνες κομμουνιστές απ' τη μια, και στα
κομμουνιστικά κόμματα τα οποία είχαν καταλάβει την εξουσία στις χώρες που συνόρευαν
στα βόρεια με την Ελλάδα καθώς και τους αυτονομιστές Σλαβόφωνους της χώρας από την
άλλη, οι αντικομμουνιστές υποστήριζαν ότι προστάτευαν τις εθνικές παραδόσεις και την
εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας. Ταυτοχρόνως, εργάζονταν για να αποκαταστήσουν την
ύπαρξη ενός συγκεντρωτικού και αυταρχικού κράτους που το εκπροσωπούσαν ο στρατός, η
αστυνομία, το δικαστικό σώμα κι οι κρατικοί αξιωματούχοι. Ο σεβασμός για όλους αυτούς,
αποτελούσε τον ακρογωνιαίο λίθο της κοινωνικής τάξης. Και η κατάταξη σ' αυτό το
καθεστώς, περνούσε μέσα από ένα εκπαιδευτικό σύστημα στο οποίο τα κλασικά και
θεολογικά μαθήματα -που το περιεχόμενό τους καμιά σχέση δεν είχε με τη σύγχρονη
κοινωνία- αποτελούσαν τον κορμό. Το μέσο διδασκαλίας, η καθαρεύουσα, ήταν η γλώσσα
του Κράτους, που βρισκόταν πολύ πιο κοντά στην αρχαία γλώσσα από τη δημοτική, και την
οποία με δυσκολία καταλάβαινε η ελλιπώς μορφωμένη πλειοψηφία του πληθυσμού. Το

Digitized by 10uk1s
Κράτος αυτό, έλεγχε το μεγαλύτερο μέρος του τραπεζικού συστήματος, αλλά
χρησιμοποιούσε τις δυνάμεις του υπέρ ολίγων πλουσίων επιχειρηματιών, κάνοντας
διακρίσεις σε βάρος της μεγάλης μάζας των υπαλλήλων, των καταναλωτών και των
χωρικών. Η κατεύθυνση της οικονομικής ανάπτυξης του Κράτους θα καθοριζόταν από τα
συμφέροντα των ευνοούμενων επιχειρηματιών και των καπιταλιστικών χωρών, από τις
οποίες εξαρτιόνταν οι αντικομμουνιστές. Η άμεση φορολογία θα παρέμενε χαμηλή και οι
κοινωνικές υπηρεσίες γλίσχρες. Ευαίσθητοι απέναντι στην ατομική ιδιοκτησία, οι
αντικομμουνιστές άφηναν ατιμώρητους εκείνους τους επιχειρηματίες που είχαν πλουτίσει
από τη συνεργασία τους με τους Γερμανούς, καθώς και τους περισσότερους από τους
συνεργασθέντες με τον εχθρό στην αστυνομία και τα παραστρατιωτικά σώματα.

Η αντιπαράθεση αυτή του προγράμματος του ΕΑΜ με εκείνο της Δεξιάς, δεν είναι καθόλου
κολακευτική για τη δεύτερη. Το σημείο αυτό, το υπογράμμισαν την εποχή εκείνη ακόμα και
αντικομμουνιστές κριτές, όπως ο K.M. Γουντχάουζ (που υπήρξε διαδοχικά
αξιωματικός-σύνδεσμος των Άγγλων στα ελληνικά βουνά, διπλωμάτης και ιστορικός των
γεγονότων αυτών), ο οποίος και καταδίκασε τις μετακατοχικές ελληνικές κυβερνήσεις
λέγοντας πως «ζούσαν πνευματικά σ' ένα νεκρό παρελθόν» 13. Ένας ακόμα λόγος όμως για
τον οποίο το ΕΑΜ εμφανίζεται κάτω από ένα τόσο ευνοϊκό φως, είναι και το ότι δεν
κλήθηκε ποτέ να εκπληρώσει τις υποσχέσεις του. Ενώ, στο μεταξύ, οι αντίπαλοί του
ανέλαβαν το εξαιρετικά δύσκολο έργο της ανοικοδόμησης μετά τη γερμανική Κατοχή, κάτω
από συνθήκες που η Αριστερά έκανε ακόμα πιο δύσκολες.

ΕΡΜΗΝΕΥΟΝΤΑΙ ΤΑ ΑΙΤΙΑ

Για να ερμηνεύσουμε το γιατί η συγκεκριμένη ιδεολογική διαμάχη έγινε βίαιη και γιατί η
βία αυτή οδήγησε σε στρατιωτικές επιχειρήσεις, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι η
επίδραση της ξένης επέμβασης υπήρξε αποφασιστική. Κι ο ρόλος της γίνεται ακόμα πιο
φανερός, αν εξετάσει κανείς τις διεθνείς παραμέτρους του εμφυλίου πολέμου.

Ανάμεσα στα 1916 και στα 1950, παρουσιάστηκαν σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες διαιρέσεις
που οδήγησαν σε εκτεταμένη και παρατεταμένη βία. Στις βιαιότητες αυτές,
συμπεριλαμβάνονται εμφύλιες διαμάχες στην Ελλάδα και την Ιρλανδία ανάμεσα στα 1916
και 1921. Μεγάλοι εμφύλιοι πόλεμοι στη Φινλανδία και τη Ρωσία στα 1918-20, κι άλλος
ένας στην Ισπανία, στα 1936-9. Στη συνέχεια, και κάτω από τη γερμανική Κατοχή, ξέσπασε
εμφύλιος πόλεμος μεγάλης κλίμακας στη Γιουγκοσλαβία, και άλλοι, μικρότερης κλίμακας,
στη Γαλλία και την Ιταλία. Εξάλλου, στα τέλη της δεκαετίας του '40 ξέσπασαν περιορισμένα
αντάρτικα στην Ισπανία, την Πολωνία και την Ουκρανία. Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος της
περιόδου 1943-50 ήταν ένας από τους πιο άγριους, αν τον εξετάσουμε με κριτήρια
διάρκειας, κλιμάκωσης της βίας, γεωγραφικής έκτασης και ποσοστού του πληθυσμού που
πήρε μέρος και υπέφερε απ' αυτόν. Όλες οι παραπάνω διαμάχες -εκτός από την ισπανική
της δεκαετίας του '30- προκλήθηκαν άμεσα από τον Α' ή το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, οι οποίοι
εξασθένισαν ή και διέλυσαν σ' αυτές τις χώρες τα προπολεμικά καθεστώτα, διευρύνοντας
τις ρωγμές που υπήρχαν ήδη στην προπολεμική κοινωνία.

Οι κοινωνικές και ιδεολογικές τριβές που χαρακτηρίζουν την περίοδο αυτή της ευρωπαϊκής
ιστορίας μπορεί να μην προκλήθηκαν από τη διεθνή αστάθεια, εντούτοις εντάθηκαν απ'
αυτήν. Κι ενώ η μορφή που πήρε ο κάθε εμφύλιος πόλεμος καθορίστηκε από συνθήκες
μοναδικές για κάθε έθνος, η διεθνής αστάθεια υπήρξε ο κοινός καταλύτης για όλους. Ο Α'
Παγκόσμιος Πόλεμος κατέστρεψε μια διεθνή τάξη πραγμάτων. Ο Β', γέννησε μια νέα τάξη.
Και οι εμφύλιοι πόλεμοι του τέλους της δεκαετίας του '40 ήταν μέρος της διαδικασίας με

Digitized by 10uk1s
την οποία εγκαθιδρύθηκε αυτή η νέα τάξη πραγμάτων. Κατά τη διάρκεια της ενδιάμεσης,
ρευστής περιόδου, διάφορες μεγάλες δυνάμεις βρήκαν λόγους για να επέμβουν στις
υποθέσεις άλλων χωρών, και κατά συνέπεια να επεκτείνουν τις εσωτερικές διαιρέσεις
αυτών των χωρών. Ακόμα και στην Ισπανία, που απείχε κι από τις δυο παγκόσμιες
συρράξεις, οι εσωτερικές διαιρέσεις κατέληξαν σε εμφύλια σύγκρουση από τον Α'
Παγκόσμιο Πόλεμο κι από τις άμεσες ή έμμεσες επιπτώσεις του και -κυρίως, την
Επανάσταση των Μπολσεβίκων, την άνοδο του Φασισμού και τη Μεγάλη Οικονομική
Κρίση.

Στην Ελλάδα, καθένας από τους παγκοσμίους πολέμους προκάλεσε και έναν εθνικό
διχασμό. Και οι δυο αυτοί διχασμοί υπήρξαν ξεχωριστοί, με έμμεσες μόνο σχέσεις μεταξύ
τους, πράγμα που θα καταδείξει ο Γιάννης Χόνδρος στο κεφάλαιο 2, εικονογραφώντας το
πώς το χάσμα ανάμεσα στο ΕΑΜ και τους αντιπάλους του κατά τη διάρκεια της γερμανικής
Κατοχής, περνάει μέσα από τη διαίρεση σε βενιζελικούς και αντιβενιζελικούς που
προκλήθηκε από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ιδιάζουσα ευαισθησία της Ελλάδας στις
διεθνείς ανακατατάξεις οφείλεται στο μικρό της μέγεθος, τη γεωγραφική θέση πάνω σε ένα
διεθνές σταυροδρόμι, την οικονομική εξάρτηση και τον εδαφικό ανταγωνισμό με αρκετά
γειτονικά κράτη, καθένα από τα οποία είχε ισχυρούς συμμάχους. Η Ελλάδα υπήρξε τόσο
ευάλωτη στις ξένες επεμβάσεις, ώστε οι συζητήσεις για τον διεθνή προσανατολισμό της
μέσα σ' αυτόν τον αιώνα ήταν συνδεδεμένες με τις συζητήσεις για την επιλογή κοινωνικού
και πολιτικού συστήματος. Η ευαισθησία της αυτή, καταδείχτηκε με κτηνωδώς βίαιους
τρόπους. Σε τρεις περιπτώσεις, μέσα στη μακρά περίοδο διεθνούς ρευστότητας (στα 1917,
1941 και 1944-5), ξένα στρατεύματα κατέστρεψαν ένα πολιτικό σύστημα και εγκατέστησαν
ένα άλλο. Και φαίνεται σωστό ότι έτσι πρέπει να χαρακτηρίσουμε και την κατανίκηση του
ΕΑΜ από τους Άγγλους κατά την τελευταία χρονολογία. Η μεγάλη διάρκεια του εμφυλίου
πολέμου κατά τη δεκαετία του '40, μπορεί κατά ένα λόγο να αποδοθεί στη σαθρότητα των
καθεστώτων που εγκαθίδρυσαν διαδοχικά η Γερμανία το 1941 και η Βρετανία το 1944-5.
Αντιθέτως, ο τερματισμός της διαμάχης στο τέλος της δεκαετίας μπορεί να εξηγηθεί από τη
σχετική σταθερότητα της πολιτικής τάξης πραγμάτων που εγκαθίδρυσαν οι Ηνωμένες
Πολιτείες, κι ας όφειλε η σταθερότητα αυτή μεγάλο μέρος της στη δύναμη των ντόπιων
στοιχείων που συνεργάστηκαν με τις ΗΠΑ. Οι Έλληνες πρωταγωνιστές γνώριζαν ότι
έπαιρναν μέρος σε μια διεθνή πάλη. Στα τέλη της δεκαετίας του '40, λοιπόν, η Δεξιά
πίστευε ότι ήταν απαραίτητη στις Ηνωμένες Πολιτείες, κι η κομμουνιστική ηγεσία γνώριζε
πολύ καλά τα πολιτικά κέρδη που αποκόμιζαν τα αδελφά της κόμματα σε μεγάλο μέρος της
Ευρασίας κατά την ίδια περίοδο.

Η Ελλάδα, εξάλλου, παρουσίαζε μια ιδιαιτερότητα στις εσωτερικές αιτίες των δικών της
ανταγωνισμών. Σε άλλες χώρες, οι εμφύλιοι πόλεμοι -παρά τις ποικίλες μορφές τους-
προκαλούνταν πάντα από ταξικές και/ή εθνολογικές διαμάχες, καθεμιά από τις οποίες
ενισχυόταν, σε πολλές περιπτώσεις, από θρησκευτικές διαφορές. Στην Ελλάδα, όμως, οι
θρησκευτικές διαιρέσεις ήταν άνευ σημασίας, οι ταξικές διαιρέσεις σχετικά ασήμαντες, κι
ακόμα κι οι εθνολογικές διαφορές δεν ήταν άξιες λόγου. Καμιά τους δεν έπαιξε πρωταρχικό
ρόλο στον τεμαχισμό του έθνους σε Αριστερά και Δεξιά, εκτός από κάποιους εθνολογικούς
παράγοντες στις βόρειες μεθοριακές περιοχές. Αντιθέτως, το πρωταρχικώς σημαντικό για
τη χώρα σαν σύνολο, ήταν ο ανταγωνισμός για τον έλεγχο του κράτους από δυο συρμούς
πολιτικών ηγετών, καθέναν με τους στρατιωτικούς συμμάχους του, καθέναν
υποστηριζόμενο σε διάφορες περιοχές και από διάφορες επαγγελματικές ομάδες. Αξίζει να
εξηγήσουμε εδώ γιατί οι κοινωνικοί διαχωρισμοί ήταν σχετικά περιορισμένοι. Πριν από τον
πόλεμο, η Ελλάδα υπέφερε από μεγάλες οικονομικές ανισότητες, αλλά στον ιστό της
περιείχε εντελώς αόριστες ακόμα αρχές ενός ταξικού συστήματος, ακόμα και στις πόλεις
όπου ο εκβιομηχανισμός ήταν περισσότερο προχωρημένος. Οι εθνικές μειονότητες, πάλι,

Digitized by 10uk1s
ήταν πολύ μικρές: κάτω από το 6% του πληθυσμού, ποσοστό στο οποίο δεν
περιλαμβάνονται βέβαια οι αφομοιωμένοι Αρβανίτες του νότου. Ελάχιστες μόνο από τις
μειονότητες επιδείκνυαν ξεκάθαρη εθνική συνείδηση, και μόνο πολύ λίγες -που και πάλι
δεν ταυτίζονταν πάντα με τις παραπάνω- είχαν θρήσκευμα διαφορετικό από το Ορθόδοξο
Χριστιανικό. Το θρήσκευμα αυτό κυριαρχούσε σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο αντικληρικαλισμός
να είναι τόσο αμελητέος που να τον βλέπουμε να απουσιάζει από τα κομμουνιστικής
έμπνευσης προγράμματα της δεκαετίας του '40. Μάλιστα, το πρόγραμμα του 1945 του ΕΑΜ
προέβλεπε και βελτίωση της εκπαίδευσης του κλήρου. Αυτό δεν εμπόδισε τη Δεξιά να
εγγράψει τη θρησκεία μέσα στα σύμβολά της. Ο αντικομμουνισμός των περισσότερων
μητροπολιτών διευκόλυνε τα πράγματα· υπήρχε εξάλλου και το πρόσχημα του διωγμού της
Εκκλησίας από τα Κομμουνιστικά Κόμματα σε γειτονικά κράτη από το 1945 και μετά
-πράγμα, βέβαια, εντελώς διάφορο από τον αυστηρά αντιθρησκευτικό χαρακτήρα του
μαρξισμού. Κι ακόμα, στα χρόνια 1943-9, ορισμένοι υποστηρικτές της Αριστεράς
καταπάτησαν τα προνόμια του κλήρου ή μεταχειρίστηκαν κληρικούς και εκκλησίες με
έλλειψη σεβασμού. 14

Μπορούμε να διακρίνουμε καθαρότερα τη σχετικά περιορισμένη σημασία των ταξικών,


θρησκευτικών, ακόμα και εθνολογικών διαιρέσεων, αν εξετάσουμε τη σύνθεση των δύο
πλευρών. Ευκολότερα μπορούμε να περιγράψουμε τη σύνθεση του ΕΑΜ επειδή, αντίθετα
από τους αντιπάλους του, είχε αρκετή συνοχή ως κίνημα, πράγμα που αναλύθηκε την τότε
εποχή από διάφορους παρατηρητές. Θα δούμε, λοιπόν, ότι άτομα από διαφορετικές
κοινωνικές ομάδες υποστήριζαν το ΕΑΜ σαν ένα μέσο ριζικής ανοικοδόμησης. Οι ομάδες
αυτές όμως ήταν ετερογενείς, και μόνο ένα μικρό τους ποσοστό είχε αποξενωθεί κατά
τρόπο επαναστατικό από τις παραδοσιακές ελίτ. Η ομάδα που εμφανίζεται περισσότερο
αποξενωμένη απαρτίζεται από τους Σλαβόφωνους της Μακεδονίας (οι οποίοι έφταναν τις
86.000 τουλάχιστον - ή το 1% του συνολικού πληθυσμού της χώρας) ή, για να είμαστε πιο
ακριβείς, από το μεγαλύτερο ποσοστό τους, που είχε αποκτήσει μια ξεκάθαρη αίσθηση
εθνικής ταυτότητας. Εκτός απ' αυτούς, η Αριστερά σημείωσε πολύ μικρή επιτυχία στη
στρατολόγηση μη ελληνικών μειονοτήτων, με την εξαίρεση κάποιων Κουτσόβλαχων στη
Μακεδονία και μερικών (μάλιστα ελάχιστων) Τούρκων και Πομάκων στη Θράκη, στα 1948 15.

Η προσφυγή της Αριστεράς στους κοινωνικούς διαχωρισμούς είχε ισχυρό αλλά όχι
επαναστατικό αντίκτυπο. Κατά τη διάρκεια των χρόνων 1942-5, το ΕΑΜ κατάφερε να
κυριαρχήσει στα εργατικά συνδικάτα και κέρδισε την υποστήριξη μαζών βιομηχανικών
εργατών σε πόλεις και κωμοπόλεις όλων των περιοχών της χώρας, όντας ιδιαίτερα ισχυρό
ανάμεσα στους φτωχούς και τους άνεργους. Το μεταπολεμικό του πρόγραμμα ήταν
σχεδιασμένο για να αυξήσει το ρόλο των εργατών μέσω ενός ραγδαίου εκβιομηχανισμού,
και να τους παραχωρήσει συμμετοχή στη διεύθυνση των εργοστασίων. Οι βιομηχανικοί
εργάτες, όμως, δεν ξεπερνούσαν το 20% του πληθυσμού, και τους έλειπαν η οργάνωση και
η συνοχή. Οι περισσότεροι απ' αυτούς απασχολούνταν σε μικρές βιοτεχνίες, όπου
αποκτούσαν την τάση να αισθάνονται πως έχουν κάποια κοινά συμφέροντα με τους
εργοδότες τους. Πολλοί επίσης διατηρούσαν δεσμούς με τη γη, έχοντας κάποια χωραφάκια
στα χωριά της καταγωγής τους. Κι ακόμα, ήταν χωρισμένοι σε κοινότητες «ντόπιων» και
προσφύγων από τη Μικρά Ασία, που είχαν έρθει στη δεκαετία του '20 16. Στις κωμοπόλεις
και τα χωριά αρκετών περιοχών οι πρόσφυγες αποτελούσαν μια μη προνομιούχο ομάδα
στην οποία, γενικά, το ΕΑΜ ασκούσε μεγάλη έλξη. Στη βορειοανατολική Ελλάδα ωστόσο,
όπου οι πρόσφυγες αποτελούσαν μεγάλο μέρος του πληθυσμού, η έλξη αυτή ποίκιλλε
ανάλογα με την προέλευση των προσφύγων, και φαίνεται πως ήταν αντίθετη σε κάποιο
βαθμό στη σχέση του ΕΑΜ με τους Σλαβόφωνους 17.

Το ΕΑΜ ασκούσε μεγάλη έλξη και σε άλλες ομάδες των αστικών κέντρων, εκτός από τους

Digitized by 10uk1s
εργάτες. Μάλιστα, γύρω στο τέλος της Κατοχής, οι εργάτες αποτελούσαν μειοψηφία στις
τάξεις του, ακόμα και στην Αθήνα, όπως δείχνουν οι καταστάσεις των μελών του ΚΚΕ στα
1945. Γενικά, το ΕΑΜ υποστηριζόταν λιγότερο από τους χειρώνακτες παρά από τους
υπαλλήλους γραφείου και τους χαμηλόβαθμους δημόσιους υπαλλήλους, που ήταν
καλύτερα οργανωμένοι από τους εργάτες 18 αλλά, όπως κι εκείνοι, υπέφεραν άσχημα από
τον πληθωρισμό που κάλπαζε εκείνη την περίοδο.

Στη διάρκεια της Κατοχής, με το πλατύ πατριωτικό και δημοκρατικό του πρόγραμμα, το
ΕΑΜ προσέλκυσε επαγγελματίες και πολλούς αξιωματικούς του στρατού, μερικούς
μητροπολίτες, πολλούς εφημέριους, πολλούς μαγαζάτορες κι ορισμένους εμπόρους και
βιομηχάνους. Δεν μπορούμε να πούμε πόσο πλούσιοι ήταν αυτοί οι επιχειρηματίες, ούτε
αν μοναδικό τους κίνητρο ήταν η αυτοπροστασία. Φαίνεται απίθανο να είχε προσελκύσει
το ΕΑΜ την εθελοντική υποστήριξη οποιουδήποτε από τους πλουσιότερους επιχειρηματίες
και επαγγελματίες, έστω και μόνο γιατί αυτοί βασίζονταν πάρα πολύ -κατά τη διάρκεια της
Κατοχής και μετά απ' αυτήν- στον κρατικό φαβοριτισμό. Ανάμεσα στα ανώτερα κοινωνικά
στρώματα (όπως, για παράδειγμα, ανάμεσα στους αξιωματικούς του στρατού),
συμπαθούσαν το ΕΑΜ περισσότερο οι βενιζελικοί παρά οι αντιβενιζελικοί, γιατί οι πρώτοι
συμμερίζονταν την αντίθεσή του στο προπολεμικό και το κατοχικό κατεστημένο.

Το ΕΑΜ ασκούσε ιδιαίτερη έλξη στους νέους γενικά, κι ιδίως σ' εκείνους που είχαν ανώτερη
μόρφωση. Φαίνεται, λοιπόν, ότι γι' αυτό το λόγο προσέλκυσε και ορισμένους νέους
κοινωνικά προνομιούχους. Επωφελήθηκε προφανώς από το γεγονός ότι από το 1936, μια
ολόκληρη γενιά είχε γίνει μαχητική και ριζοσπαστική από μια σειρά καταπιεστικών και
δεξιών καθεστώτων. Και το 1944 πια, η οργάνωση νεολαίας του ΕΑΜ προμήθευε το
μεγαλύτερο μέρος του στρατού του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ. Ο πυρήνας του ΕΑΜ, το Κομμουνιστικό
Κόμμα, είχε την ικανότητα (όπως και τα παρεμφερή κόμματα σ' άλλες χώρες) να
προσελκύει μορφωμένους και επαγγελματίες, όπως δασκάλους, δικηγόρους,
διανοούμενους και φοιτητές. Το πλατύ φάσμα των αστικών επαγγελμάτων που
εκπροσωπούνταν στο ΕΑΜ και το ΚΚΕ φαίνεται από μια ανάλυση 912 ατόμων τα οποία
συνελήφθησαν τον Ιούλιο του 1947 σε τρεις μακεδονικές πόλεις. Η σύντομη περιγραφή των
στοιχείων τους, που έδωσαν οι αρχές, δείχνει ότι το 15% ήταν φοιτητές και επαγγελματίες
διαφόρων κατηγοριών, το 5% ήταν εργοδότες, επιχειρηματίες ή εισοδηματίες με μεγάλες
περιουσίες, το 7% ήταν υπάλληλοι γραφείων, το 11% ήταν μαγαζάτορες και ιδιοκτήτες
καφενείων, το 30% ήταν τεχνίτες, βιομηχανικοί εργάτες και καπνεργάτες, το 23%
ανειδίκευτοι και χειρώνακτες, το 5% αγρότες και ψαράδες και το 3% νοικοκυρές 19.

Το πρόγραμμα του ΕΑΜ υποσχόταν την ανακατανομή όσων μεγάλων τσιφλικιών υπήρχαν
ακόμα. Με τον τρόπο αυτόν, το ΕΑΜ επιδίωκε ν' αποκτήσει την υποστήριξη των
φτωχότερων χωρικών που εργάζονταν ως μισθωτοί ή είχαν πολύ μικρό κλήρο γης ώστε να
ζήσουν απ' αυτόν. Για παράδειγμα, σε πολλά μέρη της βόρειας Πελοποννήσου, της
Ρούμελης, της Θεσσαλίας και διαφόρων σημείων της Μακεδονίας, το ΕΑΜ πέτυχε το 1944
να προσελκύσει τέτοιους ανθρώπους, και να επιτεθεί στους πλουσιότερους κτηματίες. Στη
Θεσσαλία, το ΕΑΜ ασκούσε έλξη σε χωρικούς που ήταν γενικά φτωχοί και οι οποίοι είχαν
κληρονομήσει μια ριζοσπαστική παράδοση από τους εργάτες γης που δούλευαν στα
μεγάλα τσιφλίκια πριν από τον αναδασμό της δεκαετίας του '20. Η υπόσχεση για παροχή
γης μπορεί επίσης να αποτέλεσε την αιτία της έλξης που άσκησε αποδεδειγμένα το ΕΑΜ
στην άνεργη νεολαία της υπαίθρου. Οι πλουσιότεροι κτηματίες, απ' την άλλη, είχαν την
τάση -σε ορισμένες περιοχές τουλάχιστον- να συνεργάζονται με τους Γερμανούς στη
διάρκεια της Κατοχής. Κατά την τελευταία φάση του πολέμου, από το 1946 και μετά, οι
πλουσιότεροι χωρικοί στις ανταρτοκρατούμενες περιοχές είχαν την τάση -πολύ
περισσότερο από τους φτωχότερους γείτονές τους- να φεύγουν στις πόλεις. Σε καμιά

Digitized by 10uk1s
περιοχή όμως, η κοινωνία της υπαίθρου δεν άφησε περιθώρια για την εκπόνηση μιας
στρατηγικής ταξικού πολέμου. Ούτε καν στην Πελοπόννησο και τη Ρούμελη, όπου η γη ήταν
μάλλον άνισα κατανεμημένη. Το πρόγραμμα του ΕΑΜ του 1945 παρουσίαζε με υπερβολικό
τρόπο τη σημασία των μεγάλων ιδιοκτητών γης: αυτοί, μετά τον αναδασμό της δεκαετίας
του '20, είχαν στην ιδιοκτησία τους πολύ μικρό ποσοστό της γης, και πουθενά δε φαίνεται
ότι απάρτιζαν ιδιαίτερη τάξη. Το 96% των κτημάτων είχε έκταση μικρότερη των εκατό
στρεμμάτων, και το 79% το καλλιεργούσαν οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες του, που χωρίζονταν σε μια
διαστρωμάτωση καθοριζόμενη από πολύ λεπτές και περίπλοκες γραμμές. 20

Οι γραμμές αυτές επικαλύπτονταν από παραδοσιακούς δεσμούς συγγένειας και γειτονίας.


Κι είναι ολοφάνερο πως στις περισσότερες περιοχές, οι δεσμοί αυτοί ήταν πολύ πιο
σημαντικοί από τους οικονομικούς παράγοντες, στο να ενώνουν μεταξύ τους τους
υποστηρικτές του ΕΑΜ. Δεσμοί αυτού του είδους, μπορούν να εξηγήσουν γιατί στην
Ήπειρο, για παράδειγμα, χωρικοί των πλουσιότερων περιοχών συντάσσονταν με το ΕΑΜ,
ενώ άλλοι, φτωχότερων, πήγαιναν με τους αντιπάλους του. Στη Δυτική Μακεδονία, το 1945,
Άγγλοι αξιωματικοί υπολόγιζαν ότι οι κάτοικοι πόλεων όπως η Νάουσα και η Έδεσσα ήταν
διαιρεμένοι μέχρις ενός σημείου με βάση τις οικονομικές τους διαφορές, αλλά και ότι οι
κάτοικοι της υπαίθρου διαιρούνταν με βάση τις κοινότητές τους κυρίως. Και μ' αυτά τα
στοιχεία, έφτιαξαν ένα χάρτη γεμάτο σημάδια διαφορετικών χρωμάτων: κόκκινο για τα
αριστερά χωριά (στα οποία περιλαμβάνονταν οι σλαβόφωνες κοινότητες), μπλε για τα
δεξιά και πράσινο για τα ενδιάμεσα. Παρομοίως, ο πρόξενος της Αμερικής στη
Θεσσαλονίκη ανέφερε, το 1952, ότι πολλά χωριά ήταν με τη μια ή την άλλη παράταξη, και
πως δυσκολευόταν να μιλήσει για τα γενικά χαρακτηριστικά των χωριών σύμφωνα με
οικονομικά, εθνολογικά ή γεωγραφικά γνωρίσματα. Στη Λακωνία πάλι, το 1944, τα χωριά
που υποστήριζαν το ΕΑΜ κι εκείνα που υποστήριζαν τα συνεργασθέντα με τους Γερμανούς
Τάγματα Ασφαλείας ήταν επίσης ανάκατα, χωρίς κάποιο εμφανές σχέδιο. Άλλο ένα
παράδειγμα για τη σημασία της κοινοτικής αλληλεγγύης είναι η υποστήριξη προς την
Αριστερά που σύμφωνα με την αστυνομία έδιναν, στα 1946, όλα τα κοινωνικά στρώματα
της Λέσβου. Στο νησί αυτό, προφανώς, η συμπαράταξη με την Αριστερά εξέφραζε ένα είδος
τοπικού πατριωτισμού.

Οπωσδήποτε, είναι μάλλον πιθανό ότι πολλές αγροτικές κοινότητες ήταν διχασμένες. Οι
αιτίες των διαιρέσεων ποίκιλλαν, και δεν ήταν απλώς οικονομικές. Στην Καρποφόρα της
Πυλίας, στη νότια Πελοπόννησο, ένα έντονα διχασμένο χωριό που μελετήθηκε σε βάθος, οι
διαιρέσεις ήταν ανάλογες με τις συγγένειες, και τις ενίσχυαν οι προπολεμικές πολιτικές
τοποθετήσεις των κατοίκων. Σ' ένα άλλο χωριό, την Ίμερα της δυτικής Μακεδονίας, η
αντιεαμική πλειοψηφία απαρτιζόταν από τουρκόφωνους πρόσφυγες που είχαν έρθει από
τον Πόντο στη δεκαετία του '20, ενώ τη φιλική προς το ΕΑΜ μειοψηφία την αποτελούσαν
ελληνόφωνοι πρόσφυγες από τον Καύκασο. 21

Το ΕΑΜ εκμεταλλεύτηκε και τις παραδοσιακές κομματικές διαιρέσεις. Κι αυτές, για άλλη
μια φορά, περνούσαν διαμέσου των οικονομικών στρωμάτων. Επιτιθέμενο στη μοναρχία
και τους Μεταξικούς, το ΕΑΜ προσέλκυε τα μέλη του βενιζελικού στρατοπέδου που
βρίσκονταν μακριά απ' την εξουσία απ' το 1935. Ανάμεσα στους βενιζελικούς που
ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμά του, υπήρχαν και πολλοί αξιωματικοί -όπως ο Στέφανος
Σαράφης, ο στρατιωτικός ηγέτης του ΕΛΑΣ-που είχαν θυσιάσει την καριέρα τους
παίρνοντας μέρος στο κίνημα του Μαρτίου του 1935. Αντιθέτως, οι κυβερνήσεις που
συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς και οι στρατιωτικές δυνάμεις τους, ήταν κυριαρχικά
αντιβενιζελικοί και, σαν ομάδα, είχαν φιλογερμανική παράδοση και ήταν κοινωνικά
συντηρητικοί. Από το 1945, οι μοναρχικοί πρωτοστατούσαν στη δίωξη του ΕΑΜ και όσων
συμπαθούσαν αυτό το κίνημα, πράγμα που επιβεβαιώνει τους προσωπικούς δεσμούς που

Digitized by 10uk1s
υπήρχαν ανάμεσα στο ΕΑΜ και ορισμένους βενιζελικούς 22. Ωστόσο, όπως ήδη αναφέραμε,
το χάσμα ανάμεσα στο ΕΑΜ και τους αντιπάλους του περνούσε κι ανάμεσα σ' εκείνο που
χώριζε βενιζελικούς και αντιβενιζελικούς. Έτσι, ορισμένοι βενιζελικοί πήραν μέρος στις
κατοχικές κυβερνήσεις και τα Τάγματα Ασφαλείας, και ορισμένοι πάλι έγιναν διακεκριμένα
μέλη του εθνικού (ή αντικομμουνιστικού) στρατοπέδου μετά την απελευθέρωση. Πιθανόν,
αυτοί οι τελευταίοι να προέρχονταν κυρίως από εκείνους οι οποίοι, στα μέσα της δεκαετίας
του '30, αποτέλεσαν τη συντηρητική πτέρυγα του Βενιζελισμού, ενώ εκείνοι που
συντάχθηκαν με το ΕΑΜ να προέρχονταν από τη δημοκρατική και ριζοσπαστική του
πτέρυγα.

Οι αντίπαλοι του ΕΑΜ υποστηρίζονταν από την πλειοψηφία εκείνου που μπορεί να
περιγραφεί ως το επίσημο κατεστημένο των αρχών της δεκαετίας του '40. Σ' αυτούς
συμπεριλαμβάνονταν αξιωματικοί της ενεργού υπηρεσίας του στρατού και της αστυνομίας,
ανώτεροι δημόσιοι υπάλληλοι, καθώς και εκείνοι που ο διορισμός τους εγκρινόταν ή
επηρεαζόταν από το Κράτος: καθηγητές Πανεπιστημίων, μητροπολίτες, δικαστικοί, η ηγεσία
των μεγάλων τραπεζών και του επίσημου συνδικαλισμού. Το επίσημο κατεστημένο ένιωθε
ν' απειλείται από τη ριζικά διαφορετική πολιτική τάξη πραγμάτων που πρότεινε το ΕΑΜ. Κι
ακόμα, είχε στα σπλάχνα του παραδοσιακά γερμανόφιλα στοιχεία, από τη βασιλεία του
Κωνσταντίνου Α' και τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ένα άλλο τμήμα της παλιάς ελίτ που
ένιωθε επίσης να απειλείται, ήταν οι επαγγελματίες πολιτικοί (βενιζελικοί και
αντιβενιζελικοί εξίσου), μαζί με τους κατά τόπους υποστηρικτές τους και το φιλικό τους
Τύπο. Ακόμα, υπήρχαν ομάδες συμφερόντων που εξαρτιόνταν, με τον ένα ή τον άλλο
τρόπο, από την εύνοια του Κράτους: διάφορες επαγγελματικές ενώσεις, εμπορικά
επιμελητήρια και ενώσεις βιομηχάνων. Οι περισσότεροι πλούσιοι υπήρξαν αντίπαλοι του
ΕΑΜ, είτε γιατί ήταν ταυτισμένοι με το επίσημο κατεστημένο, είτε επειδή φοβούνταν την
άμεση φορολογία, είτε -όπως στην περίπτωση εκείνων που κερδοσκόπησαν
προμηθεύοντας αγαθά στον εχθρό- την απαλλοτρίωση της περιουσίας τους. Γενικά,
αντίθετη στο ΕΑΜ ήταν η «καθωσπρέπει κοινωνία».

Στην άλλη πλευρά της κοινωνικής ζυγαριάς, βρίσκονταν οι φτωχοί και οι οικονομικά
ανασφαλείς, που αποζητούσαν αμοιβές υπηρετώντας στην πολιτοφυλακή των συνεργατών
των Γερμανών ή δρώντας ως καταδότες. Σε όλα τα κοινωνικά στρώματα βρίσκονταν
άνθρωποι που ωφελήθηκαν με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο από την Κατοχή. Αυτοί,
σύμφωνα με υπολογισμούς των ίδιων των Γερμανών, αποτελούσαν στα 1943, το 10% του
πληθυσμού. Σε όλες τις περιοχές και σ' όλα τα στρώματα, βρίσκονταν άνθρωποι που είχαν
αποξενωθεί από το ΕΑΜ εξαιτίας είτε των εξαναγκασμών του, είτε των διωγμών του, είτε
της φορολογίας που επέβαλλε. Υπήρχαν όμως και τοπικές διαφοροποιήσεις: μεγάλο μέρος
της αγροτικής κοινωνίας της Παλιάς Ελλάδας (Πελοπόννησος, Ρούμελη και κοντινά νησιά)
ήταν μοναρχικό την εποχή του Εθνικού Διχασμού· κατά συνέπεια, τώρα, έκλινε
περισσότερο προς τα παραδοσιακά πολιτικά συστήματα. Στις βόρειες επαρχίες, πολλοί
αντιτίθενταν στο ΕΑΜ εξαιτίας της σχέσης του με τους Σλαβόφωνους πληθυσμούς. Ο
σλαβικός επεκτατισμός φάνταζε σαν μια σοβαρή απειλή κατά τη διάρκεια της Κατοχής,
επειδή βουλγαρικές δυνάμεις κατείχαν τις βορειοανατολικές περιοχές, ενώ δυτικότερα
πολλοί Σλαβόφωνοι εργάζονταν για την υπαγωγή τους στη Γιουγκοσλαβική Μακεδονία.
Αντισλαβικά αισθήματα μπορεί να ήταν το κίνητρο πολλών προσφύγων από τις περιοχές
του Πόντου. Σ' αυτούς συμπεριλαμβάνονταν τουρκόφωνοι που, άφθονοι στη Μακεδονία,
ήταν στη συντριπτική πλειοψηφία τους αντικομμουνιστές, κι ανάμεσά τους βρίσκονταν και
οι αντάρτες αρχηγοί Αντόν Τσαούς και Μιχάλαγας. Ίσως αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι
ήταν χαμηλού οικονομικού, κοινωνικού και μορφωτικού επιπέδου, και ζούσαν
απομονωμένοι από τις γειτονικές τους κοινότητες. Κι αναλόγως, το ΕΑΜ τους απεχθανόταν
κι αδιαφορούσε γι' αυτούς. 23

Digitized by 10uk1s
Το πρόγραμμα του ΕΑΜ, ωστόσο, ήταν τόσο ελκυστικό που κέρδιζε -έστω και λίγη-
υποστήριξη σ' όλες τις περιοχές, ακόμα και στις σχετικά αποξενωμένες από τον έλεγχο της
κομμουνιστικής ηγεσίας, όπως ήταν τα βορειοανατολικά σύνορα, το ανατολικό Αιγαίο και η
παροικία της Αιγύπτου. Αυτό το εύρος της υποστήριξης, όμως, παρουσίαζε ένα πρόβλημα
για την ηγεσία του ΚΚΕ: το ετερογενές του ΕΑΜ καθιστούσε δύσκολο -ή ακόμα κι αδύνατο-
γι' αυτούς να επιδιώξουν ανοιχτά και με τη βία την κατάληψη της εξουσίας κατά τη
διάρκεια της Κατοχής. Για να μεγιστοποιήσουν την υποστήριξη προς το ΕΑΜ, οι ηγέτες
αυτοί πρόβαλλαν ως κυρίαρχο σκοπό τον αγώνα κατά των Γερμανών και των συμμάχων
τους, και ζητούσαν το πολιτικό σύστημα μετά την απελευθέρωση να αποφασιστεί
ελεύθερα, με εκλογές και δημοψήφισμα. Η πολιτική αυτή, όμως, αποδείχτηκε ασύμβατη με
τα συμφέροντα και την πρακτική του ΚΚΕ. Το να είσαι κατά των Γερμανών, ήταν -για τους
περισσότερους από τους συμμάχους του ΚΚΕ μέσα στο ΕΑΜ, όσο και για τον έξω κόσμο-
ταυτόσημο με το να είσαι, κατά κάποιον τρόπο, αγγλόφιλος. Κι οι Άγγλοι, ήταν
αποφασισμένοι να περιορίσουν τη δύναμη του ΕΑΜ, και γι' αυτό το λόγο ανάγκασαν τους
αρχηγούς του να συμφωνήσουν (τον Αύγουστο του 1944) να στείλουν αντιπροσώπους σε
μια κυβέρνηση συνασπισμού στην οποία κυριαρχούσαν οι αντίπαλοι του ΕΑΜ. Μετά την
απελευθέρωση, την προθυμία της πλειοψηφίας του πληθυσμού να δεχτεί το πατρονάρισμα
των Άγγλων, ενίσχυσε η δουλική εξάρτηση από τη βοήθεια που τώρα έλεγχαν οι Άγγλοι. Και
πριν και μετά την απελευθέρωση, το κάλεσμα του ΕΑΜ για ελεύθερες εκλογές γινόταν όλο
και πιο εξωπραγματικό, καθώς αυξανόταν η εμπλοκή του σ' έναν εμφύλιο πόλεμο που
απλωνόταν σ' όλο και πιο μεγάλες περιοχές της χώρας. Όσο δημοκρατικοί κι αν ήταν οι
διατυπωνόμενοι στόχοι του, το ΕΑΜ βρισκόταν σε πολλές περιοχές εμπλεγμένο ντε φάκτο
σε μια βίαιη πάλη για την εξουσία. Και σ' αυτού του είδους την πάλη, αποδεικνυόταν ότι
πολλά από τα μη κομμουνιστικά μέλη του δεν ήταν πρόθυμα να το ακολουθήσουν. Έτσι,
όταν ξανάρχισε η πάλη στην πρωτεύουσα της χώρας, τον Δεκέμβριο του 1944, οι
κομμουνιστές ηγέτες αποξένωσαν οι ίδιοι τους πιο διακεκριμένους συμμάχους τους και,
μαζί τους, κι ένα μεγάλο μέρος των μαζών που τους υποστήριζαν. Στη συνέχεια,
αποδεχόμενοι μια ειρήνη τον Φεβρουάριο στη Βάρκιζα, η οποία στην πράξη ισοδυναμούσε
με παράδοση, εξόργισαν τους δικούς τους σκληροπυρηνικούς. Το αποτέλεσμα ήταν μαζικές
αποσκιρτήσεις και από το ΕΑΜ, και απ' το ΚΚΕ 24.

Το 1945, φάνηκε πως οι κομμουνιστές ξανάβρισκαν υποστηρικτές, καθώς εκμεταλλεύτηκαν


τη λαϊκή αγανάκτηση κατά της νέας κυβέρνησης. Η αγανάκτηση αυτή προκλήθηκε από τη
λευκή τρομοκρατία, τον πληθωρισμό, τα κέρδη που αποκόμισαν ορισμένοι επιχειρηματίες
από τη συνεργασία τους με τους Γερμανούς (και που δεν τα πείραξε κανείς) και τη μαύρη
αγορά η οποία βασίλεψε κατά τη διάρκεια της Κατοχής αλλά και μετά. Έτσι, η υποστήριξη
προς τους κομμουνιστές παρέμεινε ισχυρή στις πόλεις των περισσότερων περιοχών.
Δυστυχώς γι' αυτούς, όμως, οι πόλεις ελέγχονταν στρατιωτικά από τους αντιπάλους τους. Κι
έτσι, όταν στα 1947 οι κομμουνιστές ενεπλάκησαν ολοκληρωτικά στον εμφύλιο πόλεμο,
αποκόπηκαν από τους υποστηρικτές τους στα αστικά κέντρα, τους οποίους η αστυνομία
εμπόδιζε να βοηθήσουν το Δημοκρατικό Στρατό. Όμως, τα παράπονα που διατύπωσαν οι
ηγέτες του ΚΚΕ για τους οπαδούς τους στις πόλεις, καθιστούν προφανές ότι πολλοί απ'
αυτούς τους τελευταίους δεν είχαν καμιά όρεξη για στρατιωτική ανταρσία, ίσως επειδή
ήταν καλύτερα πληροφορημένοι από τους συντρόφους τους στα βουνά, και μπορούσαν να
δουν πόσο λίγες ελπίδες είχε ο Δημοκρατικός Στρατός κατά των ανώτερων μέσων και
πόρων της εθνικής κυβέρνησης. Μεγάλος αριθμός ατόμων προχώρησε ακόμα πιο πέρα, κι
αποσπάστηκε από το ΕΑΜ. Υπάρχουν ορισμένες ενδείξεις ότι τα άτομα αυτά ήταν κυρίως
άνθρωποι σχετικής ευμάρειας και κοινωνικής σειράς25. Και πολλοί άλλοι παράγοντες όμως
έστρεψαν την πλειοψηφία του πληθυσμού κατά του Δημοκρατικού Στρατού. Δηλαδή: η
αυξανόμενη σύνδεσή του με το σλαβικό χωριστικό κίνημα. Η αυξανόμενη εξάρτησή του
από τη Γιουγκοσλαβία, την Αλβανία και τη Βουλγαρία, και η παγίωση κομμουνιστικών

Digitized by 10uk1s
δικτατοριών σ' αυτές τις χώρες. Ωστόσο, η απόρριψη του Κομμουνιστικού Κόμματος δε
σήμαινε αναγκαστικά και παροχή υποστήριξης προς ένα αστυνομικό κράτος που θα το
κυβερνούσαν οι αντίπαλοι των κομμουνιστών. Έτσι, μετά τον πόλεμο, η πλειοψηφία του
εκλογικού σώματος, συμπεριλαμβανομένων και μεγάλων μαζών των αριστερών των
πόλεων, υποστήριξε τον κατευνασμό των ηττημένων.

Πρέπει να έχει γίνει πια εμφανές το γιατί η κοινωνική σύνθεση του Δημοκρατικού Στρατού
και των επικουρικών του οργανώσεων, που σχημάτισε το 1946 το ΚΚΕ, διέφερε τόσο από
εκείνη του παλιού ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Ως αποτέλεσμα, ο Δημοκρατικός Στρατός διαφοροποιήθηκε
από την υπόλοιπη ελληνική κοινωνία πολύ περισσότερο απ' τον ΕΛΑΣ. Ο αρχικός πυρήνας
του ΔΣΕ απαρτιζόταν από βετεράνους του ΕΛΑΣ που πίστευαν ακόμα στην αρχική αποστολή
τους να απελευθερώσουν τη χώρα τους από την ξένη κυριαρχία, και να την
ανοικοδομήσουν με τη μαζική κινητοποίηση αγροτών κι εργατών. Έχοντας δει τους Άγγλους
και τους πελάτες τους να προδίδουν την υπογραφή που έβαλαν στη συμφωνία της
Βάρκιζας, δεν έβλεπαν πια άλλη λύση από τη βία. Στα πρώτα του στάδια, ο Δημοκρατικός
Στρατός άντλησε άντρες από τα θύματα της λευκής τρομοκρατίας. Κι όπως δείχνουν οι
δικές του αναφορές, το «βγαίνω στο βουνό» ήταν μια αμυντική αντίδραση στους διωγμούς
μάλλον, παρά μια εκδήλωση επιθυμίας για επανάσταση 26. Από το 1947 και μετά, οι
κομμουνιστικές δυνάμεις βασίστηκαν κυρίως στη στρατολόγηση αντρών από τις κοντινές
περιοχές. Κι έτσι, στο τέλος, ο Δημοκρατικός Στρατός απαρτιζόταν κατά μέγα μέρος από
φτωχούς ορεσίβιους χωρικούς που είχαν ελάχιστη επικοινωνία με τον έξω κόσμο και
ένιωθαν αποξενωμένοι από την κυβέρνηση της Αθήνας η οποία αδιαφορούσε για τις
ανάγκες τους -παλιές αιτίες αποξένωσης, που απλώς είχαν ενταθεί από τις ταραγμένες
συνθήκες της δεκαετίας του '40. Στην Ελλάδα, όμως, οι προπολεμικοί δεσμοί αστικών και
αγροτικών πληθυσμών ήταν πιο δυνατοί απ' ό,τι στα υπόλοιπα Βαλκάνια, ως αποτέλεσμα
του πολιτικού πατροναρίσματος και ενός διαρκούς «πήγαιν' έλα» ανάμεσα ύπαιθρο και
πόλεις. Έτσι, μια ικανή και ευαίσθητη κυβέρνηση, θα μπορούσε να έχει συμφιλιώσει ακόμα
και τα πιο απομακρυσμένα χωριά με τις παραδοσιακές ελίτ. Δεν είχαν σε καμιά περίπτωση
κάποια κοινωνικά ή οικονομικά χαρακτηριστικά που να τα διαφοροποιούν από τα πιστά
στην κυβέρνηση χωριά. Τέλος πάντων, το υπόλοιπο του Δημοκρατικού Στρατού -ένα 15%
σύμφωνα με έναν έγκυρο υπολογισμό- το αποτελούσαν τεχνίτες και εργάτες των πόλεων,
ενώ ένα 5% το αποτελούσαν επαγγελματίες και μορφωμένοι, οι οποίοι ήταν και η
πλειοψηφία ανάμεσα στα στελέχη του ΚΚΕ 27. Το πιο αποξενωμένο από την ελληνική
κοινωνία στοιχείο του στρατού ήταν οι Σλαβόφωνοι, οι οποίοι και αποτέλεσαν τελικά την
πλειοψηφία των μελών του, καθώς ο στρατός αναγκαζόταν να περιορίζει τη στρατολογία
του στις μεθοριακές περιοχές όπου ζούσαν οι Σλαβόφωνοι.

Αναγνωρίζοντας σιωπηρά τον μη επαναστατικό χαρακτήρα των υποστηρικτών της, η


Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση που εγκαθίδρυσε το 1947 το ΚΚΕ, διακήρυξε στόχους
ταυτόσημους μ' εκείνους του ΕΑΜ, και μίλησε για εκδίωξη των ξένων δυναστών, για
απαλλοτρίωση των ξένων οικονομικών συμφερόντων, για ανατροπή του φασισμού και
εγκαθίδρυση «λαϊκής δημοκρατίας». Μόνο το 1949, όταν πια αναγκάστηκε -αφού
βασιζόταν αποκλειστικά στους Σλαβομακεδόνες και τη Σοβιετική Ένωση, υιοθέτησε
περισσότερο ριζοσπαστικούς στόχους. Τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο, διακήρυξε
αμέριστη υποστήριξη στο δικαίωμα της Μακεδονίας για αυτοδιάθεση, πράγμα που
σήμαινε στην πράξη αποσκίρτηση των Σλάβων και προσάρτησή τους στη Γιουγκοσλαβία.
Την εποχή εκείνη, ο Νίκος Ζαχαριάδης, ηγέτης του κινήματος επικεφαλής του οποίου
βρισκόταν ο Δημοκρατικός Στρατός, μετονόμασε το κίνημα αυτό σε
«προλεταριακό-σοσιαλιστικό», αντί για «αστικοδημοκρατικό», όπως υποτίθεται ότι ήταν το
ΕΑΜ. Τον Ιούνιο, την παραμονή της τελικής ήττας, ένας εκπρόσωπός της προσομοίασε την
Προσωρινή Κυβέρνηση με τις νεόκοπες «λαϊκές δημοκρατίες» στο βορρά, κι υποσχέθηκε

Digitized by 10uk1s
μια γρήγορη πορεία προς τη σοσιαλιστική επανάσταση, αμέσως μετά τη νίκη 28 . Ο
σοσιαλισμός υπήρξε ανέκαθεν ο παραδεδεγμένος στόχος του ΚΚΕ, όπως και των άλλων
Κομμουνιστικών Κομμάτων. Ωστόσο, από την αρχή της Κατοχής, το κόμμα τόνιζε την
πρόθεσή του να φτάσει εκεί με ειρηνικές, κοινοβουλευτικές μεθόδους. Μυστικά, όμως, ο
Ζαχαριάδης φαίνεται ότι είχε αποφασίσει από τον Φεβρουάριο του 1946 να κατακτήσει την
εξουσία με βίαιο, επαναστατικό τρόπο 29. Την πρόθεση αυτή, οι αντικομμουνιστές τη
θεωρούσαν δεδομένη για πολύ καιρό, στηριζόμενοι στις τακτικές που χρησιμοποίησε κατά
καιρούς το ΚΚΕ.

Επειδή οι κοινωνικοί διαχωρισμοί μεταξύ των δύο πλευρών ήταν ασθενείς, εκείνοι που
ήθελαν τον πόλεμο ήταν σχετικά λίγοι και στις δυο πλευρές. Οι διαιρέσεις που προκάλεσε η
γερμανική Κατοχή θα ξεθώριαζαν ουσιαστικά σε μερικά χρόνια, όπως έγινε και σε άλλες
χώρες -αν την απελευθέρωση ακολουθούσαν πολιτική σταθερότητα και οικονομική
ανάκαμψη. Αυτά τα δυο ήταν, στα σίγουρα, εκείνα που επιθυμούσε η μεγάλη πλειοψηφία
του πληθυσμού, όπως παρατήρησε μια βρετανική αποστολή τον Αύγουστο του 1946, στις
παραμονές της πιο έντονης φάσης του εμφυλίου πολέμου 30. Αντιθέτως, όμως, η αθλιότητα
και οι εντάσεις της Κατοχής διαιωνίστηκαν από τις επιθετικές κινήσεις των ανταγωνιστών
στο πολιτικό παιχνίδι για την εξουσία. Δηλαδή, στους παραδοσιακούς πολιτικούς και
αξιωματικούς που βασίζονταν στους Άγγλους απ' τη μια, και στους κομμουνιστές ηγέτες απ'
την άλλη. Η επιθετικότητά τους αυτή, οφειλόταν σε κακούς υπολογισμούς: μπορεί να πει
κανείς ότι η κάθε πλευρά έπεσε κατά λάθος στον εμφύλιο πόλεμο επειδή ερμήνευσε
εσφαλμένα τις προθέσεις και υποτίμησε τις δυνάμεις του αντιπάλου της.

Πολλά στοιχεία δείχνουν ότι τα βήματα της κάθε πλευράς προς την κλιμάκωση της έντασης
δεν ήταν αρεστά στο μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. Έτσι, η απόπειρα του ΕΑΜ τον
Οκτώβριο του 1943 να καταστρέψει τον κυριότερο αντίπαλό του, τον ΕΔΕΣ, έβλαψε σοβαρά
την εικόνα του, όπως έκανε κι η συμπλοκή του με την εθνική κυβέρνηση και τους Άγγλους,
τον Δεκέμβριο του 1944 31. Εξάλλου, τη λευκή τρομοκρατία την είχαν υιοθετήσει εξτρεμιστές
που κινούνταν μέσα στις δυνάμεις της Δεξιάς και, προφανώς, ανταγωνίζονταν πολλούς
ψηφοφόρους που, αλλιώς, θ' αντιτίθεντο στο ΕΑΜ. Στα πρώτα της στάδια, πριν από την
ανάρρηση της Δεξιάς στην εξουσία τον Απρίλιο του 1946, η λευκή τρομοκρατία ήταν κατά
βάση ανοργάνωτη. Ακόμα και τότε, όμως, μπορεί κανείς να κατηγορήσει γι' αυτήν σε
μεγάλο βαθμό δεξιούς πολιτικούς και αξιωματικούς που την υπέθαλπαν, ενώ ένα μέρος της
ευθύνης πρέπει να αποδοθεί και στους εκπροσώπους της Αγγλίας, οι οποίοι ήταν σε θέση
να αποτρέψουν την τρομοκρατία αν είχαν καταβάλει λίγο μεγαλύτερη προσπάθεια 32. Κάτι
που συνέβαλε επίσης στην κλιμάκωση της έντασης ήταν και η απόφαση του ΕΑΜ για αποχή
από τις εκλογές του 1946. Την αποχή την υποστήριζαν, ίσως, πολλά από τα μέλη του. Εκείνο
όμως που επιθυμούσαν οι περισσότεροι δεν ήταν η ένοπλη ρήξη με τη Δεξιά, αλλά εκλογές
κάτω από τίμιες και ειρηνικές συνθήκες 33. Η δέσμευση του ΚΚΕ στον εμφύλιο πόλεμο
κατακρίθηκε σίγουρα από το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού -εκείνο τουλάχιστον που
κατοικούσε στις πόλεις κι ήταν καλύτερα πληροφορημένο. Εξίσου λίγος ενθουσιασμός
όμως εκδηλώθηκε και για τη στρατιωτική αντίδραση της κυβέρνησης.

Έτσι, όταν από τα 1946 οι ηγέτες και των δυο πλευρών προσπάθησαν να κινητοποιήσουν
τον πληθυσμό για ένοπλο αγώνα, συνάντησαν εκτεταμένη απροθυμία. Όπως θα φανεί πιο
κάτω 34, το ΚΚΕ βρήκε πως του ήταν δύσκολο να προσελκύσει εθελοντές από τις πόλεις, ενώ
ο εθνικός στρατός δυσκολευόταν να πείσει τους άντρες του να ρισκάρουν τη ζωή τους. Γι'
αυτούς τους λόγους, η στρατιωτική κινητοποίηση -που δόθηκε αριθμητικά παραπάνω-
αποτελούσε αληθινά οργανωτικό άθλο. Επειδή οι αποφάσεις των πολιτικών ηγετών ήταν
τόσο σημαντικές στην πρόκληση του εμφυλίου πολέμου, έχουν αναλυθεί διά μακρών από
τους ιστορικούς, κι έχει δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στα σφάλματα αυτών των αποφάσεων.

Digitized by 10uk1s
Και οι ιστορικοί, έχουν αναγνωρίσει σιωπηρά ή με άλλους τρόπους, ότι ο εμφύλιος πόλεμος
ήταν μια τραγωδία που μπορούσε να αποφευχθεί.

Αν συγκρίνουμε τον ελληνικό εμφύλιο με άλλους, παρεμφερούς έντασης και διάρκειας, που
ξέσπασαν στην ίδια περίοδο της ευρωπαϊκής ιστορίας (το ρωσικό, τον ισπανικό και το
γιουγκοσλαβικό), οι συνέπειές του δείχνουν, σε πολλά σημαντικά σημεία, παράξενα ήπιες.
Μετά το τέλος των μεγάλων στρατιωτικών επιχειρήσεων τον Σεπτέμβριο του 1949, έγιναν
λιγοστές εκτελέσεις για πολιτικούς λόγους, και μετά από αυτή τη χρονιά ο αριθμός των
πολιτικών κρατουμένων μειώθηκε αργά, αλλά σταθερά 35. Το πιο αξιοσημείωτο απ' όλα,
ήταν η γρήγορη μετάβαση σε ένα πλουραλιστικό πολιτικό σύστημα. Τον Μάρτιο του 1950
-πριν λήξουν εντελώς οι στρατιωτικές επιχειρήσεις- έγιναν γενικές εκλογές στις οποίες οι
δεξιοί πολιτικοί που υποστήριζαν ο στρατός και η αστυνομία έχασαν την κοινοβουλευτική
τους πλειοψηφία, κι έτσι ανέβηκαν στην εξουσία κόμματα που ήταν υπέρ της επιείκειας
προς τους ηττημένους. Στις γενικές εκλογές της επόμενης χρονιάς, ένα από τα κόμματα που
πήραν μέρος ήταν στην πραγματικότητα ένα αναγεννημένο ΕΑΜ (που τώρα είχε το όνομα
ΕΔΑ), και το οποίο κατεύθυναν μυστικά οι εξόριστοι κομμουνιστές ηγέτες.

Κύριος λόγος αυτής της μεταβολής υπήρξε η εξάρτηση του Κράτους και του στρατού από
τις ΗΠΑ, που επέμεναν στην ύπαρξη και διατήρηση κοινοβουλευτικής κυβέρνησης. Βέβαια,
η επιμονή αυτή δεν θα απέφερε καρπούς χωρίς την προθυμία μεγάλου αριθμού Ελλήνων -
μια προθυμία γεννημένη από μια κοινοβουλευτική παράδοση μεγαλύτερη απ' όλων των
άλλων χωρών της νότιας Ευρώπης. Άλλος ένας λόγος για την περιορισμένη έκταση των
αντιποίνων ήταν η φυγή πέρα από τα σύνορα, το 1949, των περισσότερων από εκείνους
που θα έπεφταν θύματά τους: των εξεχόντων κομμουνιστών, των Σλαβόφωνων που ήθελαν
δικό τους Κράτος, και του κύριου όγκου του Δημοκρατικού Στρατού. Ένας τρίτος λόγος ήταν
η φύση του διχασμού, που έχει ήδη εξηγηθεί. Οι ρίζες του εμφυλίου πολέμου βρίσκονταν
σε μια διαμάχη για την εξουσία ανάμεσα σε δυο ομάδες πολιτικών ηγετών, καθεμιά από τις
οποίες αντλούσε υποστήριξη από μεγάλο φάσμα περιοχών και κοινωνικών ομάδων. Όταν η
μια ομάδα ηγετών εκδιωχνόταν, άφηνε πίσω της μια μάζα οπαδών που δεν ήταν
διαφοροποιημένη ταξικά ή θρησκευτικά ή ακόμα και εθνολογικά, από τη μάζα των οπαδών
της άλλης πλευράς. Έτσι, δεν υπήρχε σχεδόν κανένας λόγος ή κίνητρο για να παρθούν βίαια
μέτρα εναντίον οποιουδήποτε από αυτούς τους οπαδούς, εκτός από ένα σχετικά μικρό
αριθμό αμετανόητων κομμουνιστών. Εκείνο που έκαναν πάντως οι νικητές, ήταν να
υποβάλουν τον αριστερό πληθυσμό σε συστηματικές παρακολουθήσεις και διακρίσεις, και
να οικοδομήσουν ένα πολιτικό σύστημα που θα εξασφάλιζε την κυριαρχία των δικών τους
αρχών. Έτσι, τα αποτελέσματα του εμφυλίου πολέμου στις πολιτικές συμμαχίες και τους
πολιτικούς θεσμούς ήταν μακρόβια.

Digitized by 10uk1s
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II
Η Ελλάδα και η γερμανική Κατοχή
Γιάννης Χόνδρος

Από την ίδρυση κιόλας του σύγχρονου ελληνικού κράτους στον δέκατο ένατο αιώνα, η ξένη
διείσδυση στις υποθέσεις του υπήρξε συνηθισμένο φαινόμενο και επηρέασε αποφασιστικά
την πορεία της νέας ελληνικής ιστορίας. Τόσο που τα πολιτικά κόμματα των πρώτων
δεκαετιών του νέου κράτους ήταν γνωστά με τα ονόματα των ξένων πατρόνων τους: το
«Αγγλικό» κόμμα, το «Γαλλικό» κόμμα και το «Ρωσικό» κόμμα. Το ιστορικό αυτών των
αναμίξεων, έδωσε λαβή για τη γέννηση μιας υπερβολικής, αλλά κοινά αποδεκτής -μεταξύ
των Ελλήνων αλλά και των ιστορικών- άποψης, ότι ο «ξένος δάκτυλος» βρίσκεται πίσω από
όλες τις σημαντικές πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα. Πρόσφατο παράδειγμα αυτής της
τάσης, η δημόσια εκφρασμένη πεποίθηση των οπαδών του Ανδρέα Παπανδρέου ότι τα
τρέχοντα πολιτικά και προσωπικά του προβλήματα αποτελούν έργο ξένων «μυστικών
κέντρων» που δρουν στην Ελλάδα 1. Αυτό που συχνά παραβλέπεται, όμως, είναι ότι οι
Έλληνες, ως άτομα και ως ομάδες, «ταυτίζοντας συχνά τα προσωπικά τους με κάποια ξένα
συμφέροντα» 2, αναζήτησαν συχνά την επέμβαση ξένων δυνάμεων στις εσωτερικές τους
διαμάχες. Κι η επέμβαση ήταν ευπρόσδεκτη, εφ' όσον εξυπηρετούσε τοπικά συμφέροντα ή
προωθούσε τους στόχους της ελληνικής ανεξαρτησίας και επέκτασης. Αλλά οι Έλληνες
αρνήθηκαν πάντα να υπηρετήσουν δουλικά ξένα συμφέροντα. Αν και η γερμανική εισβολή
και Κατοχή (1941-44) ήταν μια κτηνώδης επιθετική ενέργεια, θεμελιωδώς διαφορετική από
τη βρετανική (1944-47) επέμβαση, όλες αυτές οι ξένες δυνάμεις βρήκαν συνεργάτες στον
ελληνικό πολιτικό κόσμο, τη μικρή αυτή ελίτ δημοσίων προσώπων που ποθούσαν να
κρατούν την πολιτική ηγεσία. Σε κάθε επέμβαση, η εκάστοτε ξένη δύναμη προσπάθησε να
επεκτείνει την εξουσία της από τα αστικά κέντρα στην ύπαιθρο, και σε κάθε περίπτωση η
επέμβαση προκάλεσε ένοπλη αντίσταση που ρίζωσε στην ύπαιθρο 3.

Στις αρχές του εικοστού αιώνα, η Ελλάδα ήταν συνταγματική μοναρχία με μια Βουλή
εκλεγόμενη με καθολική ψηφοφορία μεταξύ των αντρών. Το στέμμα όμως διατηρούσε το
πανίσχυρο προνόμιο να διαλύει τη Βουλή, να διορίζει και ν' απολύει υπουργούς, να
κηρύσσει τον πόλεμο και να υπογράφει συνθήκες. Στα 1909, η πολιτική και οικονομική
αποτελμάτωση που είχε προκαλέσει η ήττα της Ελλάδας απ' την Τουρκία, οδήγησε σε μια
στρατιωτική εξέγερση κατά των παραδοσιακών πολιτικών κομμάτων, και έφερε στο
προσκήνιο μια καινούρια πολιτική εποχή στην οποία κυριαρχούσε ο Ελευθέριος Βενιζέλος.
Από το 1910 μέχρι το θάνατό του, στα 1936, ο ελληνικός πολιτικός κόσμος οδηγήθηκε σε
μια πόλωση εξαιτίας της σκληρής και συχνά βίαιης αντιπαράθεσης ανάμεσα στον
Βενιζελισμό, που γενικά -αλλά όχι και αποκλειστικά- ταυτίστηκε με τον ρεπουμπλικανισμό,
και τον Αντιβενιζελισμό, που ταυτίστηκε με τη βασιλοφροσύνη.

Τα ελληνικά πολιτικά κόμματα τότε (και τώρα) κυριαρχούνταν από ηγετικές φυσιογνωμίες
μάλλον, παρά από πολιτικές αρχές. Κομματικοί ηγέτες και εκλεγμένοι βουλευτές
εξαργύρωναν εξυπηρετήσεις με ψήφους. Στα 1912 ο Βενιζέλος ίδρυσε το Κόμμα των
Φιλελευθέρων, με στόχο τη μετατροπή αυτού του συστήματος πάτρονα-πελάτη. Και το
κόμμα αυτό, όμως, δεν τα κατάφερε να ξεφύγει από τον κανόνα κι εξελίχθηκε σ' ένα κόμμα
προσωπικοτήτων στις οποίες κυριαρχούσε ο χαρισματικός Βενιζέλος. Στις εσωτερικές
υποθέσεις, ο αναμορφωτής από την Κρήτη έκοψε τους δεσμούς με το παρελθόν ξεκινώντας
ένα κίνημα με στόχο την οικοδόμηση, στην Ελλάδα, ενός σύγχρονου βιομηχανικού Κράτους,
και την επέκταση των συνόρων της χώρας. Όπως ο Βίσμαρκ, που περιέγραφε την
Αυτοκρατορική Γερμανία του 19ου αιώνα σαν διαιρεμένη σε κηφήνες και μέλισσες, ο
Βενιζέλος στα 1912 χαρακτήριζε το δημιούργημά του σαν ένα κίνημα το οποίο σκόπευε ν'

Digitized by 10uk1s
αντικαταστήσει παλιά κόμματα και ομάδες που τρέφονταν από τον κρατικό
προϋπολογισμό, δηλαδή τους καταναλωτές του πλούτου που ήταν γραμμένοι στη στήλη
«έξοδα», με εκείνους που τροφοδοτούσαν τη στήλη «έσοδα» του προϋπολογισμού, τους
παραγωγούς δηλαδή του πλούτου 4 . Το εσωτερικό πρόγραμμα του Βενιζέλου έχει
περιγραφεί ως «άνευ προηγουμένου σε μέγεθος και προοδευτικότητα»5. Στις εξωτερικές
υποθέσεις, ο Βενιζέλος επιδίωξε ενεργά την πραγματοποίηση του οράματος του ελληνικού
αλυτρωτισμού, τη «Μεγάλη Ιδέα», την εκδίωξη των Οθωμανών από την Ευρώπη και την
εγκατάσταση επίσημης ελληνικής παρουσίας στη Μικρά Ασία. Οι στόχοι αυτοί απαιτούσαν
την υποστήριξη και τη βοήθεια των μεγάλων δυνάμεων τόσο στη διπλωματία, όσο και στον
εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων. Μ' αυτή του την
έκκληση για αναμόρφωση στο εσωτερικό και επέκταση πέρα απ' τα σύνορα, ο Βενιζέλος
δημιούργησε μια χαλαρή εθνική συμμαχία επιχειρηματιών, νέων μικροϊδιοκτητών (που
μόλις είχαν αποκτήσει τη γη τους από το βενιζελικό αναδασμό), εργατών των πόλεων και
στρατιωτικών, που όλοι τους προσδοκούσαν να ωφεληθούν από τις βενιζελικές
μεταρρυθμίσεις 6.

Ο Αντιβενιζελισμός ήταν ένα κίνημα αντίδρασης, και ασκούσε έλξη στους


δυσαρεστημένους από τις αλλαγές που επέφερε ο Βενιζελισμός. Ο θεσμικός χώρος του
Αντιβενιζελισμού απαρτιζόταν από το στέμμα και όσους στρατιωτικούς υποστήριζαν τον
Βασιλέα Κωνσταντίνο Α', την Τράπεζα της Ελλάδας, το δικαστικό σώμα και τον ακαδημαϊκό
κόσμο. Εκλογικός οργανισμός του Αντιβενιζελισμού ήταν το Λαϊκό Κόμμα, το οποίο ίδρυσε
το 1915 ο Δημήτριος Γούναρης κι εξελίχθηκε σε στέγη όλων των «παλαιοκομματικών» που
εκτόπισε ο Βενιζέλος μετά το 1909. Ο Βενιζέλος, του οποίου οι υποστηρικτές τον
θεωρούσαν ως σωτήρα της Ελλάδας, ήταν για τους αντιπάλους του μια σατανική δύναμη
στην οποία μπορούσε να αντισταθεί με επιτυχία μόνο η καθαγιασμένη μοναρχία 7. Κι ο
ελληνικός πολιτικός κόσμος βρέθηκε σε αδυναμία να συγκρατήσει μέσα στα όριά της αυτή
τη μανιχαϊκή πάλη.

Ο Βενιζέλος κράτησε την πρωθυπουργία αδιάκοπα από το 1910 ως το 1915. Και παράλληλα
με τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις (πενήντα τρεις συνταγματικές
τροπολογίες και 337 νέοι νόμοι), εκσυγχρόνισε και διεύρυνε τις ελληνικές ένοπλες
δυνάμεις, που έφτασαν τους 140.000 άντρες. Στις εξωτερικές υποθέσεις, χρησιμοποίησε τις
διπλωματικές του ικανότητες -στους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-13- για να προσθέσει
τη Μακεδονία και να ολοκληρώσει την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Ο πληθυσμός της
χώρας έφτασε από 2.800.000 σε 4.800.000 και το ελληνικό έδαφος επεκτάθηκε κατά 70%.
Στα 1915, η διαμάχη για το ρόλο της Ελλάδας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο περιέπλεξε το
συνταγματικό ζήτημα και το κατέστησε κυρίαρχο στοιχείο της διαπάλης
Βενιζελισμού-Αντιβενιζελισμού, η οποία και προκάλεσε τον Εθνικό Διχασμό. Ο βασιλιάς
Κωνσταντίνος Α' ανέμενε νίκη των Γερμανών και πίστευε ότι τα συμφέροντα της Ελλάδας τα
εξυπηρετούσε καλύτερα η ουδετερότητα. Αντιθέτως, από τις αρχές κιόλας του 1914, ο
Βενιζέλος διέβλεπε νίκη της Αντάντ, που την έβλεπε σαν ευκαιρία προκειμένου να
ολοκληρώσει η Ελλάδα τη «Μεγάλη Ιδέα» στην Ανατολία. Για να εμποδίσει την Ελλάδα να
συμμαχήσει με την Αντάντ, ο Κωνσταντίνος ανάγκασε τον Βενιζέλο να παραιτηθεί στα 1915
και εκκαθάρισε τη δημόσια διοίκηση από τους βενιζελικούς. Στη συνέχεια, ο βασιλιάς
χάλασε τις σχέσεις του με τις μεγάλες δυνάμεις κι έδωσε στην Αντάντ την ευκαιρία να
αποβιβάσει στρατεύματα στη Θεσσαλονίκη, πράγμα που με τη σειρά του έδωσε στις
Κεντρικές Δυνάμεις τη δικαιολογία να καταλάβουν τμήματα της Θράκης. Ανήσυχη τότε η
Αντάντ, απαίτησε το σχηματισμό καινούριας κυβέρνησης και την αποστράτευση των
Ελλήνων. Ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε.

Όταν ο Βενιζέλος και οι οπαδοί του στο στρατό οργάνωσαν το «Κίνημα της Εθνικής Άμυνας»

Digitized by 10uk1s
και σχημάτισαν κυβέρνηση στη Θεσσαλονίκη, στις 26 Σεπτεμβρίου 1917, κάτω από την
προστασία της Αντάντ, ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος. Οι αντιβενιζελικοί ηττήθηκαν στα 1917
κι η Αντάντ ανάγκασε τον Κωνσταντίνο να παραιτηθεί υπέρ του δεύτερου γιου του
Αλεξάνδρου. Ο Βενιζέλος παρέμεινε πρωθυπουργός μέχρι τα 1920, μα η επέμβαση της
Αντάντ υπέρ των βενιζελικών σκλήρυνε κι ενέτεινε τη διαμάχη ανάμεσα στις δυο πολιτικές
παρατάξεις κατά τη διάρκεια των επόμενων δυο δεκαετιών.

Τοποθετώντας τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις κάτω από τη διοίκηση της Αντάντ για την
υπόλοιπη διάρκεια του πολέμου, ο Βενιζέλος κέρδισε ευνοϊκούς για την Ελλάδα όρους στην
ειρηνευτική διάσκεψη του Παρισιού. Αν και εξαντλημένοι απ' την προσπάθεια, οι Έλληνες
πίστευαν ότι τα εδαφικά οφέλη της χώρας τους στη Θράκη και τα μικρασιατικά παράλια,
που αποκόμισαν απ' τον πόλεμο, είχαν εξασφαλιστεί με τη Συνθήκη των Σεβρών του 1920,
η οποία παραχωρούσε στην Ελλάδα την ανατολική Θράκη, την Ίμβρο και την Τένεδο, και
την περιοχή της Σμύρνης στην Ανατολία. Υπερβέβαιος ότι αυτά τα διπλωματικά
επιτεύγματα θα τον διατηρήσουν στην εξουσία, ο Βενιζέλος προκήρυξε εκλογές για το
1920, αλλά τις έχασε, καθώς νικητές αναδείχτηκαν ο Γούναρης και το Λαϊκό Κόμμα. Ύστερα
από μια δεκαετία σχεδόν στην εξουσία, ο Βενιζέλος αποσύρθηκε στο Παρίσι, όπου
αυτοεξορίστηκε. Ωστόσο, ο θρίαμβος των αντιβενιζελικών ήταν βραχύβιος. Ο Κωνσταντίνος
Α', που είχε επιστρέψει στο θρόνο μετά τον πρόωρο θάνατο του Αλεξάνδρου, κατέστρεψε
τη μοναρχία υποστηρίζοντας μια κακά σχεδιασμένη στρατιωτική περιπέτεια στη Μικρά
Ασία, την οποία οι μεγάλες δυνάμεις αρνήθηκαν να υποστηρίξουν. Κι η «Μεγάλη Ιδέα»
χάθηκε μέσα στη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922. Συνέπειά της ήταν ότι η Ελλάδα
αναγκάστηκε να απορροφήσει 1.200.000 Έλληνες πρόσφυγες, που θεωρούσαν τον
Κωνσταντίνο και τους Λαϊκούς υπεύθυνους για τη συμφορά τους, και πρόσβλεπαν στο
Κόμμα των Φιλελευθέρων να τους ενσωματώσει στην ελληνική κοινωνία και οικονομία. Κι
απ' την άλλη πλευρά, οι καινούριοι οικοδεσπότες τους αντιπαθούσαν τούτους τους
πρόσφυγες, πολλοί από τους οποίους μιλούσαν τουρκικά.

Οι στρατιωτικές επεμβάσεις στην ελληνική πολιτική δεν ήταν κάτι άγνωστο πριν από το
1915. Εκείνες που γεννήθηκαν από τον Εθνικό Διχασμό όμως, στην περίοδο του
Μεσοπολέμου, δεν είχαν το προηγούμενό τους - και ήταν, ουσιαστικά, ανεξέλεγκτες. Την
ηγεσία των δυο μπλοκ την αποτελούσαν συνδυασμοί πολιτικών και στρατιωτικών ηγετών
που τους ένωναν οι εμπειρίες του παρελθόντος και τα κοινά συμφέροντα. Καθώς η διαμάχη
τους ήταν τόσο έντονη και η απειλή του εμφυλίου πολέμου διαρκής, και καθώς οι πολιτικοί
ηγέτες και οι στρατιωτικοί χρειάζονταν οι μεν τους δε για την προώθηση των
επαγγελματικών και προσωπικών συμφερόντων τους 8, δημιουργήθηκε στο εσωτερικό του
κάθε μπλοκ μια σχέση συμβίωσης. Με τρεις σημαντικές εξαιρέσεις, οι στρατιωτικές
επεμβάσεις από το 1910 ως το 1936 δεν ήταν απόπειρες εκδίωξης των πολιτικών και
εγκαθίδρυσης στρατιωτικών καθεστώτων, αλλά συνέχιση του πολιτικού αγώνα με άλλα
μέσα. Όταν η πολιτική προχωρούσε φυσιολογικά, κυριαρχούσαν οι πολίτες. Μα όταν
κυριαρχούσε —ή ξεσπούσε— η βία, η στρατιωτική φατρία επενέβαινε για να εξασφαλίσει
την κυριαρχία των πολιτικών εταίρων της 9.

Οι βενιζελικοί είχαν κυριαρχήσει στις ένοπλες δυνάμεις κατά την ενίσχυσή τους, πριν και
κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Υπέστησαν όμως μια σύντομη ανταπόδοση
των ίσων όταν κατέλαβαν την εξουσία οι αντιβενιζελικοί, στα 1920. Η Μικρασιατική
Καταστροφή του 1922 έδωσε στους βενιζελικούς την ευκαιρία να επιστρέψουν και να
εδραιώσουν τον έλεγχό τους στην πολιτική και στρατιωτική ζωή, για την επόμενη δεκαετία.
Υπό την ηγεσία των στρατηγών Νικολάου Πλαστήρα, Αλεξάνδρου Οθωναίου και Στυλιανού
Γονατά, οι βενιζελικοί αξιωματικοί ανάγκασαν τον Κωνσταντίνο να παραιτηθεί ξανά, υπέρ
του γιου του Γεωργίου Β'. Στη συνέχεια οι επαναστατημένοι αξιωματικοί τιμώρησαν τους

Digitized by 10uk1s
πολιτικούς που θεωρούσαν υπεύθυνους για τη Μικρασιατική Καταστροφή, με τη χωρίς
προηγούμενο δίκη και εκτέλεση του πρώην πρωθυπουργού Γούναρη, δυο ακόμα πρώην
πρωθυπουργών, δυο πρώην υπουργών και του πρώην αρχιστρατήγου του ελληνικού
στρατού. Η ακραία αυτή ενέργεια, οδήγησε σε πλήρη ρήξη τα δυο μπλοκ και απείλησε με
ξέσπασμα ευρύτατης βίας. Ένα αποτυχημένο αντιβενιζελικό πραξικόπημα βασιλοφρόνων
υπό την ηγεσία των στρατηγών Λεοναρδόπουλου και Γαργαλίδη, έδωσε στους βενιζελικούς
την ευκαιρία να εκκαθαρίσουν χίλιους αντιβενιζελικούς αξιωματικούς (από ένα σύνολο
περίπου πέντε χιλιάδων) και να εγκαθιδρύσουν, το 1924, Δημοκρατία στη χώρα, αν και το
δημοκρατικό Σύνταγμα δε φτιάχτηκε παρά μόλις το 1928. Προς μεγάλη ικανοποίηση των
οπαδών του, ο νέος ηγέτης του Λαϊκού Κόμματος Παναγής Τσαλδάρης αρνήθηκε να
αναγνωρίσει τη νομιμότητα της Δημοκρατίας. Και παρόλο που βρίσκονταν ξανά στην
εξουσία, οι βενιζελικοί δεν τα κατάφεραν να παραμείνουν μια ενωμένη δύναμη, αλλά
διασπάστηκαν σε τρεις κυρίως φατρίες.

Της δημοκρατικής Αριστεράς, ηγήθηκε ο Σοσιαλδημοκράτης Αλέξανδρος Παπαναστασίου,


που είχε αποχωρήσει από το Κόμμα των Φιλελευθέρων το 1921 για να ιδρύσει τη
Δημοκρατική Ένωση. Το μετριοπαθές κέντρο είχε ως αρχηγό τον Γεώργιο Καφαντάρη και ο
Ανδρέας Μιχαλακόπουλος ηγήθηκε της συντηρητικής πτέρυγας. Οι σφιχτοί
προϋπολογισμοί που επέβαλαν περικοπές στις στρατιωτικές δαπάνες, περιόρισαν τις
ευκαιρίες για ανάδειξη των βενιζελικών αξιωματικών. Και, σε συνεννόηση με
συμπαθούντες πολιτικούς, αντίπαλες φατρίες βενιζελικών στρατιωτικών προκάλεσαν
δεκατέσσερα πραξικοπήματα μεταξύ 1924 και 1932, για να προωθήσουν προσωπικά τους
και επαγγελματικά συμφέροντα, αλλά όχι και για να εγκαθιδρύσουν στρατιωτικά
καθεστώτα 10. Σημαντική -και δυσοίωνη- εξαίρεση αποτέλεσε, το 1925, το κίνημα του
δυσαρεστημένου βενιζελικού στρατηγού Θεόδωρου Πάγκαλου, ο οποίος, έδιωξε τους
πολιτικούς από την εξουσία, για να στήσει ένα προσωποπαγές στρατιωτικό καθεστώς.
Όπως το τοποθέτησε ο ίδιος, «βασίζομαι στην εμπιστοσύνη που έχει στο πρόσωπό μου ο
στρατός» 11. Όμως, τόσο η στρατιωτική όσο και η πολιτική υποστήριξη που βρήκε δεν ήταν
επαρκείς, και η δικτατορία κατέρρευσε μέσα σε λίγους μήνες. Στη συνέχεια, μια σειρά
κινημάτων και αντικινημάτων γέννησαν μια ακολουθία αδύναμων κυβερνήσεων, μέχρι που
ο Βενιζέλος εγκατέλειψε την εξορία του κι επέστρεψε στην εξουσία, μετά τις εκλογές του
1928 που τις κέρδισαν οι βενιζελικοί.

Στην επιστροφή του, ο Βενιζέλος υποσχέθηκε ότι θα εφαρμόσει ένα πρόγραμμα που θα
κάνει «αγνώριστη» την Ελλάδα μέσα σε λίγα χρόνια. Η ταχεία οικονομική ανάπτυξη μετά το
1922, στηρίχτηκε στο ξένο κεφάλαιο, το ελληνικό κεφάλαιο των προσφύγων και τη φτηνή
εργασία αυτών των τελευταίων. Όλα αυτά, έδωσαν μια ισχυρή ώθηση στα όνειρα του
Βενιζέλου. Τότε όμως, η Μεγάλη Οικονομική Κρίση αναχαίτισε την οικονομική ανάπτυξη και
κατέστρεψε την τελευταία ευκαιρία για πραγματοποίηση του αναμορφωτικού
προγράμματος των βενιζελικών.

Οι βενιζελικοί αποδείχτηκαν περισσότερο ευάλωτοι από τους αντιβενιζελικούς στις τριβές


που προκάλεσαν η άνιση οικονομική ανάπτυξη και η οικονομική κατάρρευση, εξαιτίας των
θεμελιωδών διαφορών που υπήρχαν ανάμεσα στη ριζοσπαστική τους βάση των
μικροϊδιοκτητών και εργατών των πόλεων απ' τη μια, και του περισσότερο συντηρητικού
επιχειρησιακού στοιχείου από την άλλη. Καθώς γινόταν φανερό πως οι ανταμοιβές της
οικονομικής ανάπτυξης κατανέμονταν άνισα στην κοινωνία, οι εργάτες και οι
μικροϊδιοκτήτες άρχισαν να τάσσονται με τη σοσιαλδημοκρατική Δημοκρατική Ένωση (που
αργότερα μετονομάστηκε σε Κόμμα Εργατών και Αγροτών), το Αγροτικό Κόμμα, κι ακόμα
και το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας 12 . Το ΚΚΕ ξεπετάχτηκε από τα σπλάχνα του
Σοσιαλιστικού Κόμματος, που είχε ιδρυθεί το 1918, και έγινε μέλος της Μπολσεβίκικης

Digitized by 10uk1s
Τρίτης Διεθνούς (Κομιντέρν) στα 1920. Το όνομα «Κομμουνιστικό», όμως, το υιοθέτησε
μόλις το 1922. Το ΚΚΕ παρέμεινε ένα μικροσκοπικό ιδεολογικό κόμμα προσδεμένο στην
Κομιντέρν, στην περιφέρεια των ελληνικών πολιτικών πραγμάτων, όπου και παρέμεινε
μέχρι που υιοθέτησε τη στρατηγική του «λαϊκού μετώπου» στα 1934.

Το ξέσπασμα της Μεγάλης Οικονομικής Κρίσης το 1929 ανάγκασε τον Βενιζέλο να


αναστείλει τις πληρωμές του εξωτερικού χρέους, να περιορίσει τις εισαγωγές και να
περικόψει τις δημόσιες δαπάνες. Η αυξανόμενη ανεργία και οι οικονομικές δυσχέρειες
αύξησαν τις αποσκιρτήσεις από το Κόμμα των Φιλελευθέρων και προκάλεσαν εργατικές
ταραχές στη βόρεια Ελλάδα. Ο Βενιζέλος, αντί να εκπονήσει ένα καινούριο πρόγραμμα που
θα έφερνε πίσω τους αποστάτες του, προσπάθησε να ξεπεράσει την κρίση και να
διατηρήσει το συνασπισμό του με όπλα τα προσωπικά του χαρίσματα και τις μεθόδους
πολιτικής χειραγώγησης. Κι όταν αυτά τα μέσα απέτυχαν, κατέφυγε σε άλλα, κατασταλτικά.
Ενίσχυσε τις αστυνομικές δυνάμεις και, στα 1929, έφτιαξε το νόμο του Ιδιωνύμου, ο οποίος
έδινε στο Κράτος την εξουσία να συλλαμβάνει και να φυλακίζει οποιονδήποτε προωθούσε
«ιδέες που προπαγανδίζουν τη βίαιη ανατροπή της υπάρχουσας κοινωνικής τάξης» 13. Ο
Βενιζέλος χρησιμοποίησε αυτό το νόμο για να δαμάσει τους σοσιαλιστές και
δημοκρατικούς αντιπάλους του, σε μια μαχητική προσπάθεια διατήρησης του
συνασπισμού του οποίου ήταν επικεφαλής. Μολαταύτα, η πολιτική και οικονομική
κατάρρευση που προκλήθηκε από τη Μεγάλη Κρίση αποδείχτηκε μεγαλύτερη από τις
δυνάμεις του και σήμανε την απαρχή της παρακμής του βενιζελισμού.

Οι αντιβενιζελικοί επέστρεψαν στην εξουσία στα 1933, κερδίζοντας 136 από τις 248 έδρες
της Βουλής, αλλά η οριακή πλειοψηφία τους προκάλεσε ένα πολιτικό αδιέξοδο. Μόλο που
ο Τσαλδάρης δεν ήταν κανένας εξτρεμιστής, σημαντικές θέσεις στην κυβέρνησή του
πέρασαν σε εξτρεμιστές όπως ο αποστάτης του βενιζελισμού στρατηγός Γεώργιος
Κονδύλης, και οι αντιβενιζελικοί Ιωάννης Μεταξάς και Ιωάννης Ράλλης. Η αναδόμηση των
ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας σύμφωνα με το δικό τους πρότυπο,
προκάλεσε ένα αποτυχημένο βενιζελικό πραξικόπημα στα 1933. Το μόνο που κατάφερε
αυτό το αποτυχημένο πραξικόπημα, ήταν να διασφαλίσει την άνοδο του Γεωργίου Κονδύλη
ο οποίος, σαν νέος Μέγας Αλέξανδρος, ποθούσε να εγκαθιδρύσει ένα στρατοκρατικό
κράτος, απαλλαγμένο από πολιτικούς. Οι μαζικές εκκαθαρίσεις βενιζελικών από το
στράτευμα και τα σώματα ασφαλείας, συνοδεύτηκαν από τρομοκρατικές ενέργειες κατά
της «Αριστεράς». Ο ίδιος ο διοικητής της ασφαλείας έκανε απόπειρα κατά της ζωής του
Βενιζέλου στα 1933 14. Αντί για άλλη απάντηση, ο Πλαστήρας κι ο Βενιζέλος συνωμότησαν
στα 1935 για να εκδιώξουν τους αντιβενιζελικούς με ένα ακόμα κίνημα, που κι αυτό όμως
απέτυχε. Η τελευταία αυτή αποτυχία παγίωσε τη δύναμη του Κονδύλη και των
αντιβενιζελικών, και τον έλεγχό τους στο Κράτος. Ο Βενιζέλος αποσύρθηκε από την πολιτική
κι έφυγε για το Παρίσι. Και μερικοί από τους βενιζελικούς αξιωματικούς που πήραν μέρος
στο Κίνημα του '35, όπως οι Στέφανος Σαράφης, Ευριπίδης Μπακιρτζής και Δημήτριος
Ψαρρός, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην αντιφασιστική αντίσταση μετά το 1941.

Αμέσως μετά το Κίνημα του '35, ο Κονδύλης χρησιμοποίησε τα σώματα ασφαλείας για να
καταστείλει ανελέητα εκείνο που αποκαλούσε «Βενιζελοκομμουνισμό»: δημοκρατικούς,
σοσιαλιστές και κομμουνιστές. Επεξέτεινε δηλαδή τη σκληρή μεταχείριση που μέχρι τότε
επιφύλασσε στους «αυθεντικούς Αριστερούς και κομμουνιστές», στους βενιζελικούς και
τους κάθε απόχρωσης δημοκρατικούς. Ταυτοχρόνως, ολοκλήρωσε την εκκαθάριση των
ενόπλων δυνάμεων, που οδήγησε στο διωγμό χιλίων και πάνω βενιζελικών αξιωματικών,
κατάργησε τη συντηρητική κυβέρνηση του Τσαλδάρη και μ' ένα νόθο δημοψήφισμα
αποκατέστησε τη μοναρχία με βασιλιά τον Γεώργιο Β'. Όλη αυτή η καταπίεση, είχε ως
αποτέλεσμα την εμφάνιση ενός ανήκουστου μέχρι τότε λαϊκού μετώπου, που σχηματίστηκε

Digitized by 10uk1s
τον Σεπτέμβριο του 1935 ανάμεσα στους βενιζελικούς και την αντιμοναρχική Αριστερά,
στην οποία συμπεριλαμβανόταν και το ΚΚΕ. Η εξέλιξη αυτή τάραξε τα συντηρητικά στοιχεία
της ηγεσίας των βενιζελικών, που φοβούνταν ότι η κατηγορία του «Βενιζελοκομμουνισμού»
θα έσπρωχνε τους οπαδούς τους στο στρατόπεδο του αντιβενιζελισμού. Ο ίδιος ο Βενιζέλος
έλυσε προσωρινά το δίλημμα, κάνοντας έκκληση απ' το Παρίσι στο Κόμμα των
Φιλελευθέρων να υποστηρίξει την παλινορθωμένη μοναρχία 15. Προς μεγάλη λύπη του
Κονδύλη, η νεοαποκατασταθείσα μοναρχία ανάγκασε τον στρατηγό να παραιτηθεί και
βάλθηκε να παγιώσει τον έλεγχο των ενόπλων δυνάμεων, ενώ κινιόταν ταυτοχρόνως προς
την αποκατάσταση της κοινοβουλευτικής διακυβέρνησης, προκηρύσσοντας γενικές εκλογές
για τον Ιανουάριο του 1936.

Οι εκλογές, όμως, δεν μπόρεσαν να διασπάσουν το πολιτικό αδιέξοδο. Φαίνεται πως η


μοίρα της ήθελε την Ελλάδα μοιρασμένη σε δυο πολιτικά στρατόπεδα ίδιου ακριβώς
μεγέθους. Οι βενιζελικοί, αρχηγός των οποίων ήταν τώρα ο Θεμιστοκλής Σοφούλης, μετά το
θάνατο του Βενιζέλου στα 1936, κέρδισαν 143 έδρες, έναντι των 142 που κέρδισαν το Λαϊκό
Κόμμα του Τσαλδάρη και οι αντιβενιζελικοί σύμμαχοι του. Με δεκαπέντε έδρες πια στη
Βουλή, το ΚΚΕ εμφανίστηκε στο κέντρο του πολιτικού στίβου, κρατώντας στα χέρια του την
ισορροπία της εξουσίας. Κάτω από τον καινούριο του ηγέτη, τον Νίκο Ζαχαριάδη, και τις
επιπτώσεις της Μεγάλης Κρίσης, τα μέλη του ΚΚΕ είχαν αυξηθεί θεαματικά κι από 4.500 το
1932 είχαν φτάσει τα 14.000 στις εκλογές του 1936. Και το ποσοστό του σε ψήφους
αυξήθηκε από 1,4% το 1928, σε 5,8% το 1936 16. Παρόλο που άρχισαν συνομιλίες μεταξύ
Σοφούλη και Τσαλδάρη για να ξεπεραστεί το αδιέξοδο, η πικρή κληρονομιά του διχασμού
εμπόδισε τους δυο ηγέτες να φτάσουν σ' ένα συμβιβασμό. Στη συνέχεια, στράφηκαν κι οι
δυο τους στο ΚΚΕ. Μόνο ο Σοφούλης όμως μπόρεσε να εξασφαλίσει την υποστήριξη του
Κομμουνιστικού Κόμματος στο σχηματισμό κυβέρνησης. Κι η μανούβρα αυτή κόστισε πολύ
και στους Φιλελεύθερους και στην Ελληνική Δημοκρατία.

Ανήσυχη η αντιβενιζελική ηγεσία του στρατού, με επικεφαλής τον μοναρχικό στρατηγό


Αλέξανδρο Παπάγο, αρνήθηκε να επιδοκιμάσει τις επαφές οποιουδήποτε αστικού
κόμματος με τους κομμουνιστές, κι επέμεινε να μη δέχεται με τίποτα την επιστροφή
κανενός από τους βενιζελικούς αξιωματικούς που είχαν αποστρατευτεί το 1935, πράγμα
που θα συνέβαινε αν σχημάτιζε κυβέρνηση ο Σοφούλης. Κι ακόμα, οι επαφές του Σοφούλη
με τους κομμουνιστές, χάρισαν άθελά του την πολιτική νομιμότητα στο περιθωριακό και
εξοστρακισμένο ως τότε Κομμουνιστικό Κόμμα, κι άνοιξαν το δρόμο για τους αριστερούς
βενιζελικούς -που ήταν δυσαρεστημένοι με τον Σοφούλη- για να επιδιώξουν μια συμμαχία
της ευρύτερης Αριστεράς. Τη δυνατότητα αυτή δεν την παρέβλεψε καθόλου το
Κομμουνιστικό Κόμμα· αντιθέτως, την εκμεταλλεύτηκε πλήρως όταν άρχισε η Κατοχή της
χώρας από τον Άξονα, στα 1941 17. Στη βόρεια Ελλάδα, νέες εργατικές ταραχές και απεργίες
γεννημένες από την οικονομική κρίση προκάλεσαν το θάνατο είκοσι δύο διαδηλωτών. Η
αναταραχή και η μυθική «κομμουνιστική απειλή» προμήθευσαν τη δικαιολογία -αλλά όχι
και το λόγο- για το πραξικόπημα της 4ης Αυγούστου 1936 από τον Μεταξά, για λογαριασμό
του βασιλιά, ο οποίος προτιμούσε μια δικτατορία που θα διατηρούσε την υποστήριξη των
αντιβενιζελικών στρατιωτικών, παρά ένα κοινοβουλευτικό σύστημα που κινδύνευε να χάσει
αυτή την υποστήριξη.

Τώρα αν το μεταξικό καθεστώς ήταν φασιστικό, είναι θέμα για συζήτηση κι εξαρτάται από
τον προσδιορισμό που δίνει καθένας στον όρο φασισμός 18. Ως θαυμαστής της Γερμανίας
του Βίσμαρκ, ο Μεταξάς ήταν φανατικός μοναρχικός κι απεχθανόταν βαθιά τον
κοινοβουλευτισμό. Αν μπορεί να λεχθεί ότι φασισμός είναι, με την ευρύτερη έννοια, κάθε
μη κομμουνιστική δικτατορία, τότε η μεταξική δικτατορία ήταν φασιστική. Ο ορισμός
αυτός, όμως, παραείναι ευρύς. Ο Μεταξάς δεν ανέπτυξε ποτέ κάποια συστηματική

Digitized by 10uk1s
ιδεολογία, ούτε σχημάτισε κάποιο πολιτικό κόμμα με λαϊκή βάση, πράγματα που
αποτελούν, και τα δυο, βασικά στοιχεία του φασισμού. Η δικτατορία γεννήθηκε από το
αδιέξοδο που είχε δημιουργήσει η διαμάχη βενιζελικών-αντιβενιζελικών. Δεν
ανακαλύφθηκε ποτέ κάποιο στοιχείο που να δείχνει ότι πίσω από το πραξικόπημα
βρισκόταν κάποια ξένη δύναμη. Αδιαμφισβήτητο είναι πως το καθεστώς Μεταξά ήταν μια
αυταρχική, βασιλική δικτατορία, που κατάργησε το κοινοβουλευτικό σύστημα, τα κόμματα
και τις πολιτικές ελευθερίες. Τα σώματα ασφαλείας υπό τον Κωνσταντίνο Μανιαδάκη
κατάφεραν να διασπάσουν το Κομμουνιστικό Κόμμα, δημιουργώντας έναν αντίπαλο
κομματικό οργανισμό που τον έλεγχε η αστυνομία και εισάγοντας τις δημόσιες «δηλώσεις
μετάνοιας», οι οποίες έσπειραν την καχυποψία ανάμεσα στα μέλη του κόμματος. Το 1940,
τα περισσότερα μέλη της κομματικής ηγεσίας βρίσκονταν στη φυλακή, και το κόμμα ήταν
υπό διάλυση. Το καθεστώς προσπάθησε -αλλά χωρίς επιτυχία- να κερδίσει τη λαϊκή
αποδοχή, προβάλλοντας μια ομιχλώδη ιδεολογία βασισμένη στον «Τρίτο Ελληνικό
Πολιτισμό» (μετά τον Κλασικό και τον Βυζαντινό), και εφαρμόζοντας προγράμματα
κοινωνικών παροχών. Στην πράξη, ο Μεταξάς βασιζόταν στην αστυνομία του Μανιαδάκη
για την προώθηση των κοινωνικών και ηθικών αρχών του καθεστώτος, και για τη βίαιη
καταστολή οποιασδήποτε αντίδρασης. Η Ειδική Ασφάλεια έγινε διαβόητη για τη βία που
ασκούσε στους πολιτικούς κρατούμενους, και το καθεστώς δεν απέκτησε ποτέ
δημοτικότητα, μέχρι που η ιταλική εισβολή της 28ης Οκτωβρίου 1940 συγκέντρωσε το
έθνος πίσω από τον Μεταξά.

Μέχρι τότε, ακόμα και οι δικτατορικοί δεν ήταν ενωμένοι υπό τον Μεταξά. Κάποια
μιλιταριστικά στοιχεία των ενόπλων δυνάμεων που ακολουθούσαν την παράδοση του
Κονδύλη κι είχαν ηγέτη τον υπουργό Εσωτερικών Θεόδωρο Σκυλακάκη, επιδίωξαν να
ανατρέψουν τον Μεταξά και να βάλουν στη θέση του τον δικό τους ηγέτη, αλλά η
συνωμοσία τους ανακαλύφθηκε και καταπνίγηκε στα 1936. Μια δεύτερη συνωμοσία
γεννήθηκε στη συνέχεια, υπό την ηγεσία των Ιωάννη Ράλλη, Γεωργίου Ρέππα και
Αποστολόπουλου, που είχαν συμμαχήσει με ακροδεξιούς βενιζελικούς και βασιλόφρονες.
Κι αυτή η συνωμοσία ανακαλύφθηκε και πατάχτηκε το 1937, αλλά προκάλεσε ρήγμα στις
τάξεις των βασιλοφρόνων, που συσπειρώθηκαν γύρω από τον στρατηγό Αλέξανδρο
Παπάγο, και των μιλιταριστών, οι οποίοι συγκεντρώθηκαν γύρω από τους στρατηγούς
Μάρκο Δράκο και Ιωάννη Πιτσίκα. Η μιλιταριστική αυτή πτέρυγα προχώρησε μέχρι του
σημείου να συνωμοτήσει με τις γερμανικές μυστικές υπηρεσίες για να ανατρέψει τον
Μεταξά. Η συνωμοσία δεν εκδηλώθηκε πριν από τον πόλεμο αλλά, τον Δεκέμβριο του
1940, αυτή η φιλογερμανική ομάδα που είχε για αρχηγούς τους Ρέππα, Δράκο, Πιτσίκα και
Ηλία Πολίτη, συνεργάστηκε ανοιχτά με τους Γερμανούς, δεν μπόρεσε όμως να πετύχει την
ειρηνική κατάκτηση της Ελλάδας απ' αυτούς 19.

Ενόσω η εσωτερική πολιτική καταπνιγόταν από τη δικτατορία Μεταξά, οι εξωτερικές


υποθέσεις έμπαιναν σε μια επικίνδυνη και δυναμική φάση, καθώς ο Άξονας εξανάγκαζε
από το 1938 την Ελλάδα να αντιμετωπίσει την απειλή του πολέμου. Παρά τα όσα έχουν
λεχθεί για το αντίθετο, η Μεγάλη Βρετανία ούτε προκάλεσε, ούτε ενέκρινε εκ των
προτέρων το πραξικόπημα του Μεταξά. Βρήκε όμως στο καθεστώς του μια φιλική και
σταθερή δύναμη στην ανατολική Μεσόγειο. Ως κυβερνήτης μιας μικρής κι αδύναμης
χώρας, ο Μεταξάς προτιμούσε να κρατήσει ουδέτερη την Ελλάδα. Όμως, η ιταλική
κατάκτηση της Αλβανίας τον Μάρτιο του 1939, τον ανάγκασε στις 13 Απριλίου 1939 να
δεχτεί τις εγγυήσεις που του είχαν ήδη προσφέρει οι Βρετανοί. Μετά τη ναζιστική εισβολή
στην Πολωνία τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου, η Βρετανία όχι μόνο υποστήριξε την
ελληνική ουδετερότητα, αλλά και σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει την Ελλάδα στη συγκρότηση
ενός βαλκανικού συνασπισμού κατά του Άξονα. Ο Μεταξάς κατάφερε ν' αποφύγει κάθε
επίσημη στρατιωτική δέσμευση, και διατήρησε την ελληνική ουδετερότητα μέχρι την

Digitized by 10uk1s
επίδοση του ιταλικού τελεσιγράφου και την επίθεση της 28ης Οκτωβρίου 1940. Το ιστορικό
«Όχι» και το «Αλβανικό Έπος» του 1940-41, αναδείχτηκαν σε μερικές από τις ωραιότερες
ώρες της σύγχρονης Ελλάδας, καθώς οι ελληνικές δυνάμεις πρώτα αναχαίτισαν την ιταλική
εισβολή κι ύστερα έδιωξαν τους Ιταλούς πίσω στην Αλβανία.

Ο Βρετανός πρωθυπουργός Ουίνστον Τσώρτσιλ προέβλεψε ότι η ιταλική εισβολή θα έκανε


τον Μεταξά πιο πρόθυμο να καταστήσει την Ελλάδα ενεργό μέλος ενός βαλκανικού
συνασπισμού κατά του Άξονα, στον οποίο θα συμπεριλαμβάνονταν επίσης η Τουρκία κι η
Γιουγκοσλαβία. Ο Τσώρτσιλ ήθελε να κάνει την Ελλάδα βάση για αγγλικές αεροπορικές
επιδρομές εναντίον των πετρελαιοπηγών της Ρουμανίας, αλλά ο Μεταξάς κι ο στρατηγός
Παπάγος, αρχηγός των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, γνώριζαν καλύτερα ποιες ήταν οι
ελληνικές στρατιωτικές δυνατότητες, καθώς και το πόσο γερμανόφιλοι ήταν πολλοί
αξιωματικοί που κρατούσαν νευραλγικές θέσεις. Ο Μεταξάς δεν επιθυμούσε καθόλου ένα
μάταιο πόλεμο κατά της Γερμανίας, εκτός κι αν τον εξανάγκαζε ο Χίτλερ. Στόχος του, τον
οποίο συμμεριζόταν κι ο στρατηγός Παπάγος, ήταν να χρησιμοποιήσει όσο βρετανικό
πολεμικό υλικό υπήρχε διαθέσιμο, ώστε να νικήσει τους Ιταλούς πριν προλάβει ο Χίτλερ να
διασώσει τον Μουσολίνι από τη βαλκανική πανωλεθρία του. Μέχρι να συμβεί αυτό, ο
Μεταξάς αρνιόταν να πάρει μέρος σε κάθε κίνηση που θα μπορούσε να προκαλέσει τον
Χίτλερ. Το Λονδίνο, όμως, συνέχιζε να τον πιέζει, κι ο Μεταξάς κατάφερνε να μη
δεσμεύεται, μέχρι το θάνατό του στις 29 Ιανουαρίου 1941. Τότε, η ελληνική ηγεσία γνώριζε
πολύ καλά πως η Ελλάδα δεν είχε το ανθρώπινο και το υλικό δυναμικό για να νικήσει τους
Ιταλούς, και πολύ περισσότερο για να τα βάλει με τη γερμανική πολεμική μηχανή 20.

Ο Γεώργιος Β' διάλεξε μια άγνωστη πολιτικά προσωπικότητα για να διαδεχθεί τον Μεταξά
στη θέση του πρωθυπουργού: τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας, Αλέξανδρο Κορυζή.
Ο νέος ηγέτης βρέθηκε επικεφαλής ενός καθεστώτος που είχε αρχίσει να διαλύεται πριν
ακόμα εκδηλωθεί η γερμανική επίθεση, στις 6 Απριλίου 1941, ενώ ο μονάρχης του επέμενε
να συνεχίσει και να επεκτείνει τον αγώνα. Τον Φεβρουάριο του 1941, ο βασιλιάς δέχτηκε τη
βρετανική προσφορά για αποστολή εκστρατευτικού σώματος από τέσσερις μεραρχίες υπό
τον στρατηγό σερ Χένρι Μέτλαντ Γουίλσον, και συμφώνησε να συνεργαστεί για να πειστούν
να πάρουν μέρος στον πόλεμο η Γιουγκοσλαβία και η Τουρκία, στο πλευρό της Βρετανίας. Ο
στρατηγός Παπάγος υποστήριξε διστακτικά τον βασιλιά, αλλά σημαντικές φατρίες μέσα στο
στράτευμα και την ηγεσία του δεν ακολούθησαν το παράδειγμά του. Οι αξιωματικοί αυτοί
πύκνωσαν κι άλλο τις επαφές τους με τις γερμανικές αρχές, σε μια ύστατη προσπάθεια να
τερματίσουν τον πόλεμο πριν επιτεθούν οι Ναζί και αναγκάσουν τους Έλληνες να
παραδοθούν ταπεινωτικά στους Ιταλούς. Ο Παπάγος καταλάβαινε απόλυτα ότι ακόμα κι αν
η Γιουγκοσλαβία έβγαινε στον πόλεμο στο πλευρό της Ελλάδας, οι αγγλο-ελληνικές
δυνάμεις μόνο συμβολική αντίσταση ήταν σε θέση να αντιτάξουν στις ανώτερες ναζιστικές
δυνάμεις. Μα, παρ' όλα αυτά, έμεινε πιστός στη συμμαχία με τη Βρετανία, για να
περισωθεί η τιμή της Ελλάδας 21.

Ο Χίτλερ δεν είχε δείξει ενδιαφέρον για την Ελλάδα μέχρι που η απόφασή του, τον Ιούλιο
του 1940, να εισβάλει στη Σοβιετική Ένωση, κατέστησε αναγκαίο να μην επιτρέψει να γίνει
η Ελλάδα βρετανική βάση που θα μπορούσε να απειλήσει την Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα.
Μόλις λοιπόν η Ελλάδα άρχισε να δέχεται βρετανική υποστήριξη και όπλα, και μόλις
οριστικοποιήθηκε η απόφαση για την εισβολή στη Ρωσία, η τύχη της Ελλάδας σφραγίστηκε,
παρά τις μάταιες ελπίδες ορισμένων Ελλήνων που πίστευαν ότι ο Χίτλερ θα άφηνε τον
σύμμαχό του στον Άξονα να ηττηθεί, αρκεί η Ελλάδα να ερχόταν σε συνεννόηση με το
Βερολίνο και να διέκοπτε τις σχέσεις της με την Αγγλία. Κι έτσι, στις 6 Απριλίου 1941, οι
δυνάμεις του στρατάρχη Βίλχελμ φον Λιστ εισέβαλαν στην Ελλάδα από τέσσερα σημεία και
μέσα σε τρεις μέρες είχαν μπει στη Θεσσαλονίκη.

Digitized by 10uk1s
Το ναζιστικό «μπλίτσκριγκ» προκάλεσε ευρύτατη ηττοπάθεια στο στρατό και στην
κυβέρνηση, μια ηττοπάθεια που την διέδιδε ανοιχτά ο επίσημος Τύπος. Πιεζόμενος από
τους στρατηγούς του να παραδοθεί, ο Κορυζής αυτοκτόνησε στις 18 Απριλίου 1941. Για ν'
αναγκάσουν την Ελλάδα να συνεχίσει να μάχεται μέχρι να αποχωρήσουν οι βρετανικές
δυνάμεις, οι στρατιωτικοί και διπλωματικοί εκπρόσωποι της Αγγλίας στην Αθήνα πίεζαν
ματαίως τον βασιλιά να σχηματίσει μια στρατιωτική κυβέρνηση εθνικής ενότητας στην
οποία θα συμμετείχαν και βενιζελικοί. Κι ενώ ο βασιλιάς αγωνιζόταν να εμποδίσει το χάος,
ο στρατηγός Γεώργιος Τσολάκογλου στασίασε και παραδόθηκε στον διοικητή της μεραρχίας
πάντσερ Ες Ες «Άντολφ Χίτλερ», στρατηγό Σεπ Ντίτριχ, σε μια απελπισμένη προσπάθεια ν'
αποφύγει την παράδοση στους Ιταλούς. Ο βασιλιάς έφυγε για την Κρήτη, κι από τα
κατάλοιπα της προηγούμενης μεταξικής κυβέρνησης σχημάτισε μια καινούρια, υπό τον
βενιζελικό Εμμανουήλ Τσουδερό. Οι Γερμανοί μπήκαν στην Αθήνα στις 26 Απριλίου και
ύψωσαν τη σβάστικα στην Ακρόπολη.

Την ακλόνητη αφοσίωση του βασιλιά θα τη θυμόταν για πολύ ο Τσώρτσιλ, που ήταν
αποφασισμένος να επαναφέρει τον μονάρχη των Ελλήνων στο θρόνο του. Ωστόσο, η
παράδοση εξαφάνισε τη δικτατορία κι άνοιξε ξανά το συνταγματικό ζήτημα. Ο Αμερικανός
πρεσβευτής Λίνκολν Μακβή, ανέφερε στην Ουάσιγκτον ότι ο ελληνικός λαός δεν θα
ξεχνούσε το ρόλο του Γεωργίου Β' στη δικτατορία, ούτε και τη φυγή του βασιλιά, κι ότι οι
πιθανότητες επιστροφής του θα εξαρτιόνταν από τη μελλοντική συμπεριφορά του.

Καθώς η εισβολή του στην Ελλάδα ήταν αμυντικής φύσης -κι αφού σιγούρεψε τη νότια
πτέρυγά του πριν από την Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα διώχνοντας τους Άγγλους- ο Χίτλερ
ήταν διατεθειμένος να αφήσει την Ελλάδα στον Μουσολίνι. Ο στρατάρχης φον Λιστ, όμως,
επέμενε να περιοριστούν οι εξουσίες των Ιταλών και να εξασφαλιστεί το ότι η νέα ελληνική
κυβέρνηση θα είχε να κάνει με μια και μόνη αρχή κατοχής: τον διοικητή των γερμανικών
δυνάμεων στα Βαλκάνια. Ο Χίτλερ συμφώνησε, κι οι Γερμανοί κατέλαβαν στρατηγικές
ζώνες γύρω από την Αθήνα και τον Πειραιά, τη Θεσσαλονίκη και την επαρχία της, την
Κρήτη, και τα νησιά Λήμνο, Λέσβο, Χίο, Σκύρο, Κύθηρα, Αντικύθηρα και Μήλο, και μια ζώνη
«κυματοθραύστη» στα ελληνοτουρκικά σύνορα στη Θράκη. Η Βουλγαρία πήρε μια ζώνη
ανάμεσα στον ποταμό Στρυμόνα, στην ανατολική Μακεδονία, και στη γερμανική ζώνη της
Θράκης. Το υπόλοιπο τμήμα της ελληνικής επικράτειας -που ήταν και το μεγαλύτερο- το
κατέλαβε η Ιταλία, η οποία το κράτησε μέχρι την ήττα και την αποχώρησή της από τον
πόλεμο, στις 8 Σεπτεμβρίου 1943, οπότε και οι Γερμανοί απορρόφησαν την ιταλική ζώνη.
Από την πρώτη στιγμή της Κατοχής μέχρι την αποχώρηση των Γερμανών τον Οκτώβριο του
1944, δεν υπήρξε ούτε για μια στιγμή αμφιβολία ότι την ανώτατη εξουσία στην Ελλάδα,
αδιακρίτως ζωνών κατοχής, την είχε ο διοικητής των γερμανικών δυνάμεων. Τη θέση αυτή,
από τον Αύγουστο του 1942 μέχρι τον Οκτώβριο του 1944, την κατείχε ο Αυστριακός
υποστράτηγος Αλεξάντερ Λέερ. Μια δεύτερη γερμανική αρχή κατοχής ήταν ο πληρεξούσιος
υπουργός Γκίντερ Άλτενμπουργκ, που θεωρητικά ήταν υπεύθυνος για τις πολιτικές και
μορφωτικές υποθέσεις από τον Μάιο του 1941 έως τις 12 Οκτωβρίου 1942, αλλά που όποτε
διαφωνούσε με τις στρατιωτικές αρχές, έπρεπε να υποχωρεί μπροστά στον Λέερ. Μια τρίτη
αρχή, που έδειχνε μάλιστα απόλυτη αυτονομία, ήταν ο αρχηγός της Αστυνομίας των Ες Ες
για την Ελλάδα, ο οποίος έπαιρνε διαταγές κατευθείαν από τον αρχηγό των Ες Ες, Χάινριχ
Χίμλερ.

Όταν ο βασιλιάς κατέφυγε στην Κρήτη, δεν άφησε πίσω του καμιά υποδομή για
εξακολούθηση του αγώνα στην ηπειρωτική χώρα. Μάλιστα, οι αξιωματικοί του στρατού
πήραν εντολή να παραμείνουν μακριά απ' την πολιτική. Κι η παραδοσιακή πολιτική ηγεσία
βενιζελικών κι αντιβενιζελικών περιέπεσε σε χειμερία νάρκη περιμένοντας το αποτέλεσμα
του πολέμου, και παρέλειψε να πάρει οποιαδήποτε πρωτοβουλία κατά της Κατοχής και των

Digitized by 10uk1s
δυνάμεων του Άξονα. Βρετανός αξιωματικός που περιόδευσε στην κατεχόμενη Ελλάδα το
1943, παρατηρεί:

Ούτε σε μια περίσταση, μέσα στα δυο περίπου χρόνια που διαρκεί η Κατοχή,
μπόρεσαν οι παλιοί πολιτικοί ηγέτες να αρθούν πάνω από τις παλιές διαφορές και
διαμάχες τους. Έχουν αφιερώσει πλήρως το χρόνο τους σε μάταιες και
αντιπαραγωγικές συζητήσεις για το μεταπολεμικό Σύνταγμα, μηρυκάζοντας το μίσος
και την οργή τους για το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, που είναι πια ολοκληρωτικά
νεκρό, και κλείνουν τα μάτια τους στη σημερινή ελληνική πραγματικότητα 22.

Ωστόσο, ελάχιστοι Έλληνες φάνηκαν πρόθυμοι να υπακούσουν τον Άξονα, κι ανάμεσά τους
δεν υπήρξε κανένας από τους σημαντικούς προπολεμικούς πολιτικούς ηγέτες. Οι λιγοστοί
γνήσιοι Έλληνες φασίστες πρόσφεραν πρόθυμα τις υπηρεσίες τους, αλλά οι Γερμανοί τους
απέρριψαν χαρακτηρίζοντάς τους πολιτικά μηδενικά. Ανάμεσα σε κείνους που
συνεργάστηκαν με τον εχθρό, δεν υπήρχε κάποιος κοινός παρονομαστής. Υπήρξαν όμως
δυο ξεχωριστές φάσεις. Η πρώτη, απ' τον Απρίλιο του 1941 έως τον Απρίλιο του 1943,
μπορεί να χαρακτηριστεί «απολιτική» συνεργασία, καθώς όσοι συνεργάζονταν με τον
εχθρό έλεγαν ότι δεν υποστήριζαν το ναζισμό, αλλά προστάτευαν την Ελλάδα από την
καταστροφή, ενεργώντας ως κυματοθραύστης ανάμεσα στον Άξονα και τους Έλληνες. Αυτή
ήταν η θέση των δύο πρώτων κατοχικών πρωθυπουργών, του στρατηγού Τσολάκογλου
(Απρίλιος 1941-Δεκέμβριος 1942) και του καθηγητή Κωνσταντίνου Λογοθετόπουλου
(Δεκέμβριος 1942-Μάρτιος 1943). Η δεύτερη φάση της συνεργασίας με τον εχθρό, υπό τον
Ιωάννη Ράλλη, πρωθυπουργό από τον Μάρτιο του 1943 έως τον Οκτώβριο του 1944, είχε
ξεκάθαρη πολιτική και ιδεολογική χροιά. Μόλο που οι διαβεβαιώσεις του Τσολάκογλου ότι
ήταν απολιτικός αποδείχτηκαν ψευδείς, μια που αυτός κι οι υποστηρικτές του ήθελαν να
εξασφαλίσουν την επιβίωση του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, ο δε στρατηγός σκόπευε
να εγκαταστήσει μια ναζιστική Νέα Τάξη στην Ελλάδα, θεμελιακός σκοπός του
Τσολάκογλου ήταν να κερδίσει την υποστήριξη του Χίτλερ προκειμένου να διατηρήσει την
εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας μπροστά στις ιταλικές και βουλγαρικές απαιτήσεις, να
επιτύχει την ομαλή αποστράτευση του ελληνικού στρατού και να εξασφαλίσει επαρκή
τρόφιμα για τον πληθυσμό της χώρας. Περισσότερο ενθουσιώδης υποστηρικτής του Χίτλερ
ο υπουργός Αμύνης στρατηγός Γεώργιος Μπάκος, προσπάθησε χωρίς επιτυχία να
σχηματίσει ένα ελληνικό τάγμα που θα πήγαινε να πολεμήσει τον Μπολσεβικισμό στο
Ανατολικό Μέτωπο 23. Η μανία του Τσολάκογλου να ξεγελάει τον ίδιο του τον εαυτό, τον
έκανε να πιστέψει λανθασμένα ότι η πρόθυμη συνεργασία του θα εξασφάλιζε την
υποστήριξη του Χίτλερ στους κεντρικούς στόχους του. Αντικειμενικοί σύγχρονοί του, δεν
αμφισβητούν την ειλικρίνεια του στρατηγού 24, αλλά ο Χίτλερ δεν του έδωσε την παραμικρή
σημασία. Ούτε και οι διάδοχοί του όμως είχαν καλύτερη μοίρα. Όταν ο Φύρερ διαμοίρασε
τη χώρα κι άφησε την ελληνική οικονομία να καταρρεύσει και να προκληθεί ένας κτηνώδης
λιμός, εξαφάνισε οποιαδήποτε φιλογερμανική συμπάθεια μπορούσε να υπάρχει για τον
Τσολάκογλου και τις δυο άλλες κατοχικές κυβερνήσεις συνεργατών που τον διαδέχτηκαν.

Το 1941, η ελληνική οικονομία χαρακτηριζόταν από «χαμηλή παραγωγικότητα, χαμηλό


ποσοστό ειδικευμένων εργατών, και χαμηλό επίπεδο τεχνικής» 25. Το μεγαλύτερο μέρος των
ελληνικών εξαγωγών ήταν αγροτικά προϊόντα, και κύρια πηγή ξένου συναλλάγματος
αποτελούσαν τα εμβάσματα των Ελλήνων μεταναστών και τα κέρδη του εμπορικού
ναυτικού. Αυτή η υπανάπτυκτη οικονομία ελάχιστα πρόσφερε στους Ναζί, σε σύγκριση με
τη Γαλλία και τις Κάτω Χώρες. Όπως όμως έκαναν και με άλλες κατεχόμενες χώρες της
ανατολικής Ευρώπης, οι Ναζί έπαιρναν ό,τι ήταν χρήσιμο για την πολεμική τους
προσπάθεια κι άφηναν τον πληθυσμό να τα βγάζει πέρα μόνος του. Κι ακόμα, οι Γερμανοί
ανάγκασαν τους Έλληνες να πληρώνουν αυτοί τα τεράστια έξοδα Κατοχής. Το αποτέλεσμα,

Digitized by 10uk1s
ήταν οικονομική καταστροφή.

Ολόκληρη η παραγωγή καπνού αγοράστηκε σε τιμές του 1939 και στάλθηκε στη Γερμανία,
ενώ τα αποθέματα σε ελαιόλαδο, ελιές, σταφίδες και σύκα κατασχέθηκαν για να θρέψουν
τα στρατεύματα του Άξονα. Ελληνικές επιχειρήσεις χρήσιμες για τον Άξονα, αγοράστηκαν
στο 50-60% της αξίας τους, και γερμανικές μεταλλουργικές φίρμες πήραν τον έλεγχο
ζωτικής σημασίας ορυχείων χρωμίου, βωξίτη, μαγγανίου και νικελίου. Στα 1941, οι
Γερμανοί κατέσχεσαν αποθέματα ακατέργαστου μεταξιού (305 τόνους) και μαλλιού (5.200
τόνους), καταστρέφοντας την ελληνική βιομηχανία υφασμάτων. Μέχρι και κινητά
αντικείμενα μεγάλης αξίας πήραν από σπίτια ιδιωτών. Αλλά η ζημιά που έγινε απ' αυτή τη
λεηλασία, ωχριά μπροστά στις συνέπειες που προκάλεσε το φόρτωμα του κόστους της
Κατοχής στους ώμους των Ελλήνων. Στερημένες από φυσιολογικές πηγές εισοδημάτων, οι
κυβερνήσεις των κουίσλιγκ κατέφυγαν στην έκδοση χαρτονομίσματος για να καλύψουν τις
ανάγκες τους. Στα 1941, το κόστος της Κατοχής έφτασε το 40% του εθνικού εισοδήματος,
ενώ το 1942 έφτασε στο απίστευτο ύψος του 90% του εθνικού εισοδήματος.
Δισεκατομμύρια δραχμές τυπώθηκαν για να καλυφθούν αυτά τα έξοδα, προκαλώντας έναν
υπερπληθωρισμό που πήρε αστρονομικές διαστάσεις μέσα στο 1942, για να ξεπεραστεί
ακόμα κι αυτός τα επόμενα δυο χρόνια. Τις σκληρότερες επιπτώσεις του υπερπληθωρισμού
υπέστησαν οι μισθωτοί, των οποίων ο μέσος μηνιαίος μισθός ήταν το 1942 30.000 δραχμές,
ποσό που δεν έφτανε καλά καλά για την αγορά μιας οκάς ελαιόλαδου 26. Αποτυχημένες
προσπάθειες για να ελεγχθούν οι τιμές, γέννησαν μια μαύρη αγορά που απλωνόταν στα
πάντα, καθώς η οικονομία της χώρας ξέπεφτε σε ανταλλακτικό επίπεδο. Οι μισθοί
αντικαταστάθηκαν από δελτία τροφίμων. Τον Ιούνιο του 1944, οι εργάτες των βαρέων
επαγγελμάτων έπαιρναν το μήνα δελτία αξίας 32,2 εκατομμυρίων δραχμών ο καθένας. Οι
δημόσιοι υπάλληλοι πληρώνονταν με δελτία αξίας 45 εκατομμυρίων δραχμών το μήνα. Το
ποσό των δραχμών σε κυκλοφορία έφτασε τα 32,1 τρισεκατομμύρια, από τα οποία τα 13,6
τρισεκατομμύρια πήγαιναν στα έξοδα Κατοχής. 27

Πριν από τον πόλεμο, η Ελλάδα έκανε εισαγωγή το ένα τρίτο σχεδόν των τροφίμων που
χρειαζόταν. Ανάμεσά τους, και 400 με 500 χιλιάδες τόνους σιτηρά. Η Κατοχή από τις
δυνάμεις του Άξονα απ' τη μια κι ο συμμαχικός αποκλεισμός από την άλλη, έκοψαν αυτές
τις εισαγωγές ενώ παράλληλα, το 1942, ο πόλεμος μείωσε τη ντόπια παραγωγή σιτηρών
στο ένα τρίτο του προπολεμικού επιπέδου. Παρόλο που ο Άξονας δεν κατέσχεσε ούτε
χρησιμοποίησε ελληνικά αποθέματα σιτηρών, η κατάσταση παρέμεινε απελπιστική. Και τη
χειροτέρευε ο διαμελισμός της χώρας σε τρεις διαφορετικές ζώνες Κατοχής, καθώς και η
επίταξη των συγκοινωνιακών μέσων για τις ανάγκες του Άξονα, πράγμα που έβλαψε
σημαντικά τις γραμμές επικοινωνίας και ανεφοδιασμού στο εσωτερικό. Στη βουλγαρική
ζώνη υπήρχε το ένα τρίτο σχεδόν της προπολεμικής ελληνικής γεωργικής παραγωγής, αλλά
οι βουλγαρικές αρχές αρνούνταν να επιτρέψουν τη μεταφορά τροφίμων από τη ζώνη τους
σε άλλες.

Από τις 7 Μαΐου του 1941 κιόλας, ο Άλτενμπουργκ προειδοποίησε τους ανωτέρους του ότι
απέμεναν προμήθειες σιτηρών για είκοσι τέσσερις μέρες μόνο και ότι, αν δεν καλύπτονταν
αμέσως τα ελλείμματα, θα εκδηλωνόταν εκτεταμένος λιμός που θα προκαλούσε πολιτικά
προβλήματα στον Άξονα. Η ρεαλιστική έκκληση του Άλτενμπουργκ απορρίφθηκε από τον
Χίτλερ, την Ανώτατη Διοίκηση του Γερμανικού Στρατού, την Τράπεζα του Ράιχ και το
υπουργείο Γεωργίας του Ράιχ. Με τις δικές του μόνο απελπισμένες προσπάθειες, ο
Άλτενμπουργκ κατόρθωσε να εξασφαλίσει μια συμβολική βοήθεια, αλλά ο λιμός εντάθηκε
το φθινόπωρο του 1941. Οι θάνατοι τριπλασιάστηκαν στους χειμερινούς μήνες του 1941-2.
Από την 1η Οκτωβρίου 1941 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 1942, καταγράφτηκαν στην περιοχή
Αθήνας-Πειραιά 49.188 θάνατοι, ενώ στους ίδιους μήνες του 1940-1 είχαν σημειωθεί

Digitized by 10uk1s
14.566 θάνατοι. Κι αυτό, έκανε έναν ιστορικό να παρατηρήσει ότι περισσότεροι Έλληνες
πέθαναν απ' την πείνα, παρά από τις βόμβες και τις σφαίρες του πολέμου 28. Το 1945, οι
βρετανικές αρχές υπολόγισαν ότι σε ολόκληρη την πολεμική περίοδο σημειώθηκαν 415.300
θάνατοι πολιτών από διάφορες αιτίες και ότι, από τα 1.721.757 κτίρια που υπήρχαν το
1940, καταστράφηκαν τα 400.828 29.

Ο λιμός του 1941-2 προκάλεσε μια διεθνή επέμβαση. Με πρωτοβουλία των Συμμάχων, ο
Άξονας συμφώνησε να επιτρέψει στον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό να οργανώσει μια ουδέτερη
αποστολή βοήθειας στην Ελλάδα, που άρχισε διανομές τροφίμων το φθινόπωρο του 1942.
Η βοήθεια αυτή απέτρεψε μια επιστροφή στην κόλαση του 1941-2, αλλά η κατάσταση
παρέμεινε ζοφερή σ' όλη τη διάρκεια της Κατοχής. Απ' τον Οκτώβρη του 1942 μέχρι το
τέλος του πολέμου, η αποστολή προμήθευε στην Ελλάδα 15.000 τόνους σιτηρών και 3.000
τόνους ξερών κηπευτικών και οσπρίων το μήνα. Τα έξοδα της αποστολής καλύπτονταν
αρχικά από την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση, αλλά όταν το φορτίο έγινε πολύ βαρύ, τον
Ιανουάριο του 1943, ανέλαβαν την ευθύνη οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η μέση κατανάλωση
θερμίδων ενός εργάτη πριν από το 1940, ήταν 2.500-3.000 την ημέρα. Το χειμώνα του
1941-2, έπεσε στις 875 θερμίδες. Ακόμα κι όταν ο Δ.Ε.Σ. άρχισε την αποστολή βοήθειας τον
Οκτώβριο του 1942, ο μέσος όρος σπανίως ξεπερνούσε τις 1.300 θερμίδες την ημέρα 30.

Η οικονομική κατάρρευση του 1941-2 προκάλεσε πολιτική αστάθεια που απείλησε τον
Άξονα, κι ανάγκασε το Βερολίνο να πάρει μέτρα. Τον Οκτώβριο του 1942, ο Χίτλερ έστειλε
μια ειδική αποστολή στην Αθήνα υπό τον πρώην Δήμαρχο της Βιέννης Δρ. Χέρμαν
Νοϊμπάχερ. Η αποστολή έφτασε στην Ελλάδα τη στιγμή που ο Δ.Ε.Σ. άρχιζε, με σουηδική
ευθύνη, τις πρώτες διανομές τροφίμων. Πριν φτάσει ο Νοϊμπάχερ, ο Έλληνας υπουργός
Οικονομικών Σωτήρης Γκοτζαμάνης είχε προτείνει στους Ιταλούς και τους Γερμανούς να
περιορίσει ο Άξονας τα έξοδα Κατοχής και να εισάγει τρόφιμα για πώληση στην ελεύθερη
αγορά. Πίστευαν πως η ελεύθερη αγορά θα υποκαθιστούσε τη μαύρη αγορά και θα
ενθάρρυνε την εμφάνιση αποκρυμμένων αγαθών. Ο Νοϊμπάχερ υιοθέτησε και διεύρυνε
αυτή την πρόταση, αλλά είχε προσωρινά μόνο αποτελέσματα. Οπωσδήποτε, διέκοψε την
εξαγωγή τροφίμων και συνεργάστηκε απόλυτα με τον Δ.Ε.Σ. Επίταξε μεταφορικά μέσα για
να διευκολύνει τη διανομή τροφίμων, και έκανε εισαγωγή τροφίμων για πώληση στην
ελεύθερη αγορά. Και, το πιο σημαντικό, κατάφερε να πείσει τον Λέερ να μειώσει τα έξοδα
Κατοχής.

Ο Νοϊμπάχερ στήριξε το σχέδιό του στον βραχυπρόθεσμο συλλογισμό ότι ο Άξονας θα


κατόρθωνε να σταθεροποιήσει τη στρατιωτική κατάσταση στην ανατολική Μεσόγειο μέσα
στον επόμενο μήνα, πράγμα που θα αποκαθιστούσε την εμπιστοσύνη στον Άξονα και θα
μείωνε την ανάγκη για μεγάλα έξοδα Κατοχής 31. Η πολιτική αυτή σημείωσε μια βραχύβια
επιτυχία. Οι τιμές μειώθηκαν προσωρινά μέχρι και 50% και η χρυσή λίρα (που η αναλογία
της σε δραχμές ήταν το 1939 μία προς 335, αλλά τον Οκτώβριο του 1942 είχε φτάσει μία
προς 600.000), έπεσε ελαφρά, κι ύστερα έμεινε σταθερή για τους επόμενους πέντε μήνες.
Περισσότερα αγαθά εμφανίστηκαν για ένα διάστημα στην ελεύθερη αγορά, αλλά η κύρια
υπόθεση του Νοϊμπάχερ αποδείχτηκε λανθασμένη. Η κατάσταση στη Μεσόγειο
χειροτέρεψε για τον Άξονα μέσα στο 1943, με την ήττα και την εκδίωξή του από τη βόρεια
Αφρική την 1η Μαΐου. Προβλέποντας απόβαση των Συμμάχων στην Ελλάδα, ο Χίτλερ
διέταξε αύξηση των γερμανικών δυνάμεων στα Βαλκάνια. Αμέσως, ο Λέερ διέκοψε τη
συνεργασία του με τον Νοϊμπάχερ και τα έξοδα Κατοχής κι ο υπερπληθωρισμός ξανάρχισαν
να καλπάζουν προς τα επάνω με ανανεωμένη ορμή.

Τον Μάιο του 1943, σε μια ύστατη προσπάθεια ν' αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη και να
σταθεροποιήσει τις τιμές, ο Νοϊμπάχερ απέσπασε την έγκριση του Βερολίνου να πουλήσει

Digitized by 10uk1s
μια περιορισμένη ποσότητα χρυσού στην ελεύθερη αγορά για να απορροφήσει δραχμές και
να μειώσει τον πληθωρισμό. Για άλλη μια φορά είχε πρόσκαιρη επιτυχία, μειώνοντας την
τιμή της χρυσής λίρας στις 340.000 δραχμές. Καθώς όμως δεν υπήρχαν επαρκή αποθέματα
σε χρυσό για να στηρίξει το πρόγραμμά του, η τιμή της λίρας άρχισε ξανά ν' ανεβαίνει: έως
τον Απρίλιο του 1944, είχε φτάσει τα 35.500.000 δραχμές 32. Αυτό όμως δεν είχε και μεγάλη
σημασία, καθώς η οικονομία βασιζόταν πια στις ανταλλαγές. Απλώς, ο γερμανικός χρυσός
εξαφανίστηκε μέσα στις τσέπες Ελλήνων σπεκουλαδόρων, κι ο πληθωρισμός συνέχισε
απτόητος την ανοδική πορεία του.

Έχοντας συνειδητοποιήσει την αποτυχία του να προστατέψει τη χώρα του, και μη θέλοντας
να υπηρετεί άλλο ως «νεκροθάφτης» 33 ο Τσολάκογλου παραιτήθηκε για «λόγους υγείας»
τον Δεκέμβριο του 1942. Η παραίτησή του προκάλεσε μια σύντομη διαμάχη μεταξύ
Γερμανών και Ιταλών για τη διαδοχή του. Οι Ιταλοί προωθούσαν τον προστατευόμενό τους,
τον Γκοτζαμάνη, που ήταν ένας εξέχων Σλαβομακεδόνας αντιβενιζελικός της προπολεμικής
περιόδου. Μεταξύ των συνεργατών του εχθρού, ήταν ίσως ο πιο κοντινός στον Άξονα κι ο
πιο μισητός στους Έλληνες 34. Οι Γερμανοί αντιτάχθηκαν στο διορισμό του, και δόθηκε μια
συμβιβαστική λύση στο πρόσωπο του Λογοθετόπουλου, που ήταν καθηγητής της
Γυναικολογίας στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας κι είχε σπουδάσει στη Γερμανία. Είχε
υπηρετήσει στην κυβέρνηση Τσολάκογλου ως υπουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών, ύστερα
από αίτημα του ίδιου του στρατηγού. Οι απόψεις κι οι στόχοι του ταυτίζονταν με του
Τσολάκογλου, δεν είναι όμως φανερό το γιατί πίστευε ότι θα μπορούσε να αποδώσει
περισσότερο από τον στρατηγό. Οπωσδήποτε, αντικαταστάθηκε τον Απρίλιο του 1943 από
τον Ράλλη, ο οποίος άρχισε μια καινούρια φάση στη συνεργασία με τον εχθρό.

Ανάμεσα στους λιγοστούς γνήσιους φασίστες, περιλαμβάνονταν κι ο Γεώργιος Μερκούρης,


που είχε δεσμούς με τους Ιταλούς, ο Δρ. Σπύρος Στηροδήμας κι ο Αλέξανδρος Γιάνναρης. Ο
Ράλλης εκπροσωπούσε κάτι διαφορετικό. Τα κίνητρα τόσο του ίδιου όσο κι εκείνων που τον
υποστήριζαν, προέρχονταν από το φόβο τους για την άνοδο του υπό κομμουνιστική
καθοδήγηση ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, που είχε εμφανιστεί ως ένα ισχυρό, με πανεθνική εμβέλεια
αντιστασιακό κίνημα, κατά τους πρώτους μήνες του 1943. Η απειλή του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, έκανε
τις γερμανικές αρχές ν' αλλάξουν τον προσανατολισμό της προπαγάνδας τους. Αφού τα
συνθήματά τους κατά της προδοτικής «πονηράς Αλβιόνος» απέτυχαν, οι Γερμανοί
συνάντησαν μεγαλύτερη επιτυχία διακηρύσσοντας πως το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ ήταν μια
μπολσεβίκικη οργάνωση, κατευθυνόμενη από τη Μόσχα. Η νέα αυτή τακτική
εκμεταλλεύτηκε το φόβο που αισθάνονται οι Έλληνες εθνικόφρονες για τον Κομμουνισμό
και διέβρωσε την τακτική του «περιμένετε να δούμε» του προπολεμικού πολιτικού κόσμου.
Βέβαια, κανένας σημαντικός προπολεμικός πολιτικός ηγέτης δεν προσφερόταν ακόμα για
να τεθεί επικεφαλής μιας κυβέρνησης φιλικής προς τον Άξονα. Υπήρχαν όμως αρκετοί
πρόθυμοι να οργανώσουν και να ηγηθούν σε δυνάμεις εξοπλισμένες από τον Άξονα, που
θα πολεμούσαν τον «Κομμουνισμό». Κατά την άποψή τους, η συνεργασία αυτή δεν ήταν
«γερμανόφιλη», αλλά «αντικομμουνιστική». Κι ωστόσο, αυτή η φαντασίωση τους επέτρεπε
να υπηρετούν τους σκοπούς των Ναζί. Στην πρώτη φάση της συνεργασίας με τον εχθρό, οι
συνεργαζόμενοι είχαν δεσμούς με δευτερεύοντα πρόσωπα του καθεστώτος Μεταξά και
των αντιβενιζελικών κύκλων. Η αντικομμουνιστική έκκληση, όμως, διαπέρασε τις
κομματικές γραμμές και στρατολόγησε οπαδούς τόσο από το αντιβενιζελικό, όσο κι από το
βενιζελικό στρατόπεδο.

Ο όρος «Τάγματα Ασφαλείας» είναι ένας γενικός όρος που έφτασε να εννοεί όλες τις
ένοπλες μονάδες τις οποίες στρατολόγησαν οι Γερμανοί για να στηρίξουν την Κατοχή
ενάντια στην Αντίσταση. Ωστόσο, υπήρχαν τρία είδη ενόπλων συνεργατών: εθελοντές,
Εύζωνοι επίλεκτοι, και τοπικές πολιτοφυλακές με εθνικές μειονοτικές ρίζες. Κατά τη

Digitized by 10uk1s
διάρκεια της Κατοχής, οι Γερμανοί εξόπλισαν συνολικά 18.000 άντρες περίπου. Ένα μέρος
τους προερχόταν από τις εθνικές μειονότητες, Βλάχους, Τσάμηδες και Σλαβομακεδόνες,
που είχαν υποστεί διακρίσεις στα προπολεμικά χρόνια και χρησιμοποίησαν την ευκαιρία
που τους πρόσφερε η Κατοχή για να οπλιστούν ενάντια στα παλιά αφεντικά τους και να
αυτονομηθούν. Μια άλλη πηγή εθελοντών ήταν οι πολιτικοί κι οι στρατιωτικοί που είχαν
αρχίσει να φοβούνται την αυξανόμενη δύναμη του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ ή που είχαν επιζήσει από
βίαιες συμπλοκές με τον ΕΛΑΣ. Αυτοί οι τελευταίοι, αποτέλεσαν τα κατ' εξοχήν Τάγματα
Ασφαλείας. Στα τέλη του 1942, οι βενιζελικοί στρατηγοί Πάγκαλος και Γονατάς
προσφέρθηκαν να σχηματίσουν ένοπλες μονάδες από άντρες του τακτικού στρατού και των
δυνάμεων ασφαλείας, που θα υπηρετούσαν δυο πολιτικούς στόχους: άμεσος στόχος των
ταγματασφαλιτών, μεταμφιεσμένος κάτω από το πρόσχημα της «τήρησης του νόμου και
της τάξης», ήταν να παρεμποδίσουν την άνοδο του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ στην εξουσία. Αργότερα,
μετά το τέλος του πολέμου, οι Πάγκαλος και Γονατάς σχεδίαζαν να χρησιμοποιήσουν τα
τάγματα για να εμποδίσουν την επιστροφή του βασιλιά. Παρόλο που κανένας τους δεν
ήταν πρόθυμος να σχηματίσει μια κυβέρνηση συνεργατών, ο Γονατάς μελέτησε στα σοβαρά
την ιδέα, αλλά σύντομα την απέρριψε στις αρχές του 1943 35. Στη συνέχεια, ο κλήρος έπεσε
στον Ράλλη. Οι Γονατάς και Πάγκαλος, όμως, έπαιξαν ρόλο στην οργάνωση των Ταγμάτων
Ασφαλείας, που στρατολόγησαν τους άντρες τους από τον τακτικό στρατό και τη
χωροφυλακή.

Ο Ράλλης, γόνος μιας διακεκριμένης οικογένειας αντιβενιζελικών που είχε υποστηρίξει τον
βασιλιά Κωνσταντίνο Α', στα χρόνια 1932-3 είχε υπηρετήσει στην πρώτη κυβέρνηση
Τσαλδάρη, όπου είχε συνεργαστεί με τον πρώην βενιζελικό Κονδύλη. Ο Άλτενμπουργκ είδε
τον Ράλλη σαν ιδανικό υποψήφιο. Ήταν ένας μοναρχικός με δεσμούς στη συντηρητική
μερίδα των βενιζελικών, κι έδειχνε ότι μπορούσε να κατορθώσει το ως τότε ακατόρθωτο:
να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ βενιζελικών κι αντιβενιζελικών και να σχηματίσει ένα κοινό
αντικομμουνιστικό μέτωπο ενάντια στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ 36 . Στην πραγματικότητα, ο Ράλλης
μάλλον δεν ήταν ο καλύτερος υποψήφιος για ν' αναλάβει αυτή την ευθύνη. Στις αρχές του
1943, όμως, ο Άλτενμπουργκ καταλάβαινε ότι έπρεπε να κινηθεί, γιατί η άνοδος του
ΕΑΜ/ΕΛΑΣ απειλούσε να εξαφανίσει τον προπολεμικό πολιτικό κόσμο, ο οποίος είχε
αρχίσει να φοβάται πως δε θα επιβιώσει. Το βασικό ενδιαφέρον του Ράλλη στην ανάληψη
της πρωθυπουργίας ήταν ο σχηματισμός ενόπλων μονάδων που θα πολεμούσαν τους
«Κομμουνιστές», και μολονότι απέτυχε να «γεφυρώσει το χάσμα» μεταξύ βενιζελικών κι
αντιβενιζελικών, όπως έλπιζε ο Άλτενμπουργκ, κάποιοι βενιζελικοί μπήκαν πραγματικά
στην κυβέρνησή του. Ο Αναστάσιος Ταβουλάρης, που είχε υπηρετήσει τη δικτατορία του
Πάγκαλου στα 1925, έγινε σύντομα γνωστός ως «ο άνθρωπος του Πάγκαλου» στην
κυβέρνηση του Ράλλη, κι ο διευθυντής του ραδιοφώνου του κουίσλιγκ Ιωάννης Βουλπιώτης
στρατολόγησε βενιζελικούς αξιωματικούς από τον ΕΔΕΣ Αθήνας 37.

Μόλις ανέλαβε τα καθήκοντά του, ο Ράλλης δημοσίευσε στις 7 Απριλίου 1943 ένα νόμο για
τη συγκρότηση τεσσάρων ταγμάτων Ευζώνων, δύο για την Αθήνα και δύο για τη
Θεσσαλονίκη. Ο Λέερ κι οι ανώτεροί του στο Βερολίνο, όμως, δίσταζαν ακόμα να
εξοπλίσουν ελληνικές μονάδες, φοβούμενοι πως σε μια κρίση θα αυτομολούσαν στους
Συμμάχους. Ο φόβος αυτός κατέτρυχε συνεχώς τον Λέερ και τους αξιωματικούς του μέχρι
το τέλος της Κατοχής. Ωστόσο, η ανάπτυξη της Αντίστασης και οι συνεχιζόμενες αιτήσεις
των υφισταμένων του για ελληνική υποστήριξη, υποχρέωσαν τον Λέερ να εγκρίνει το
σχηματισμό ενός εθελοντικού τάγματος στη Θεσσαλονίκη, υπό τον Έλληνα φασίστα
Γεώργιο Πούλο. Το τάγμα συνεργάστηκε σε επιχειρήσεις κατά των ανταρτών, και
«συμπεριφέρθηκε με αγριότητα μεγαλύτερη κι από των Γερμανών ενάντια στους τοπικούς
πληθυσμούς» 38.

Digitized by 10uk1s
Παρόλο που ο Ράλλης βιαζόταν να προχωρήσει, ο Λέερ έκανε αργές κινήσεις μέχρι την
ιταλική παράδοση στις 9 Σεπτεμβρίου 1943. Η αύξηση της αντιστασιακής δραστηριότητας
εκείνο το καλοκαίρι, και οι ελλείψεις των γερμανικών στρατευμάτων, ανάγκασαν τον Λέερ
να συμφωνήσει με τον υποστράτηγο Χέλμουτ Φέλμι για τη συγκρότηση ενός «προσωρινού
σχηματισμού» χιλίων αντρών, «ελληνικού εθνικιστικού ελεύθερου σώματος», αφού θα
δίνονταν πρώτα επαρκείς «εγγυήσεις». Ο Χίτλερ ενέκρινε το σχέδιο στις 13 Νοεμβρίου,
αλλά περιόρισε τον εξοπλισμό των Ελλήνων σε ελαφρά όπλα κι απαγόρευσε την
τοποθέτηση οπλισμένων Ελλήνων σ' οποιαδήποτε θέση της πρώτης γραμμής όπου πιθανόν
να βρίσκονταν αντιμέτωποι με ενδεχόμενη απόβαση των Συμμάχων39. Σύντομα, όμως, οι
οδηγίες αυτές διευρύνθηκαν. Στα μέσα Μαρτίου, η δύναμη των Ευζώνων ήταν 453
αξιωματικοί, 684 υπαξιωματικοί και 1.199 οπλίτες, ενώ τον Ιούλιο του 1944 είχε φτάσει
τους 532 αξιωματικούς, 656 υπαξιωματικούς και 4.563 οπλίτες, οργανωμένους σε δυο
συντάγματα των τριών ταγμάτων το καθένα. Οι μονάδες αυτές, είχαν οργανωθεί από έναν
πρώην βενιζελικό και συνεργάτη των Πάγκαλου και Ζέρβα, τον συνταγματάρχη Βασίλη
Ντερτιλή. Το ένα σύνταγμα είχε την έδρα του στην Αθήνα και το άλλο στο Αγρίνιο, ενώ ένα
τρίτο οργανώθηκε στην Πάτρα40. Στην Πελοπόννησο, οι Γερμανοί συγκρότησαν τέσσερα
Τάγματα Ασφαλείας από εθελοντές Έλληνες χωροφύλακες, συνολικής δύναμης 3.370
αντρών, υπό τη διοίκηση του συνταγματάρχη Διονυσίου Παπαδόγκονα. Οι μονάδες αυτές
τοποθετήθηκαν στη Σπάρτη, το Γύθειο, την Καλαμάτα και την Τρίπολη. Ο Λέερ όμως
αρνήθηκε να θέσει τις δυνάμεις αυτές κάτω από την κυβέρνηση Ράλλη.

Στη βορειοδυτική και βόρεια Ελλάδα, οι Γερμανοί οργάνωσαν μειονοτικές πολιτοφυλακές


με Τσάμηδες της Ηπείρου (1.000) και Βλάχους και Σλαβομακεδόνες (ή
«Βουλγαρομακεδόνες», όπως τους αποκαλούσαν οι γερμανικές αρχές, κι ήταν τρία τάγματα
των χιλίων αντρών). Οι πολιτοφυλακές αυτές αποδείχτηκαν αδύναμες, και οι Γερμανοί δεν
μπορούσαν να βασιστούν σ' αυτές γιατί υπέφεραν από μια διαρκή εσωτερική αποσύνθεση.
Περισσότερο αξιόπιστες και χρήσιμες πολιτοφυλακές βρήκαν οι Γερμανοί στις οργανώσεις
που έφτιαξαν στη βόρεια Ελλάδα με Πόντιους πρόσφυγες, που οι ιστορικές εμπειρίες τους
και η χρήση της τούρκικης γλώσσας τους έκαναν να ζουν χωριστά από τους γείτονές τους.
Οι Πόντιοι αυτοί, χρησιμοποιούσαν γερμανικά όπλα για να υπερασπίζουν τα χωριά τους
από τον ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Γερμανικά ντοκουμέντα καταγράφουν 5.533 Ποντίους υπό τα
γερμανικά όπλα, ενωμένους κάτω από μια οργάνωση-ομπρέλα με την ονομασία Ελληνικός
Εθνικός Στρατός (ΕΕΣ), στην οποία κυριαρχούσαν οι Κισάμπατζακ, Μιχάλαγας και
Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος 41.

Και οι τρεις τύποι των ενόπλων συνεργατών εξαρτιόνταν απόλυτα από τους Γερμανούς και
οργανώνονταν, εφοδιάζονταν, τρέφονταν, οπλίζονταν και διοικούνταν από τον Ανώτατο
Αρχηγό της Αστυνομίας των Ες Ες (HSSPF) για την Ελλάδα, Βάλτερ Σιμάνα, από τον
Φεβρουάριο του 1944. Τα τάγματα των Ευζώνων και των χωροφυλάκων αποδείχτηκαν
συνεργάσιμα και αποτελεσματικά στο πεδίο της δράσης, φρουρώντας στρατιωτικές
εγκαταστάσεις, παίρνοντας μέρος σε μεγάλες επιχειρήσεις κατά των ανταρτών σε αγροτικές
και αστικές περιοχές, και αναλαμβάνοντας αντίποινα κατά του ελληνικού πληθυσμού. Οι
ενέργειές τους αυτές, έσωσαν αρκετό γερμανικό αίμα. Ο HSSPF Σιμάνα ανέφερε τις εξής
απώλειες από την 1η Σεπτεμβρίου 1943 έως την 1η Σεπτεμβρίου 1944 42:

Νεκροί Τραυματίες Αγνοούμενοι


Γερμανοί (SS) 69 130 170
Ιταλοί 23 24 130
Έλληνες (Τάγματα Ασφαλείας) 637 940 586

Τα γερμανικά αρχεία αποκαλύπτουν ελάχιστα για τα κίνητρα εκείνων που κατατάχθηκαν

Digitized by 10uk1s
στους Ευζώνους και τα τάγματα χωροφυλάκων, εκτός από το να δίνουν ιδιαίτερη έμφαση
στον έντονο «εθνικισμό» και αντικομμουνισμό τους. Τα βρετανικά και αμερικάνικα αρχεία
της πολεμικής περιόδου είναι περισσότερο λεπτομερειακά, αλλά και πάλι δεν εμφανίζεται
κάποια ομοιογενής εικόνα. Η συνεργασία των εθνικών μειονοτήτων με τους Γερμανούς
γεννήθηκε από την τάση για τακτοποίηση προπολεμικών λογαριασμών. Ο Ράλλης
πρόσφερε πολλά κίνητρα για να προσελκύσει πρώην βενιζελικους καθώς και
αντιβενιζελικους, και χρησιμοποίησε έντεχνη προπαγάνδα για να ενθαρρύνει τους
αξιωματικούς να πιστεύουν ότι οι Σύμμαχοι ενέκριναν την ύπαρξη των ταγμάτων. Η
πρότασή του να αποκαταστήσει στις τάξεις του στρατού βενιζελικούς αξιωματικούς που
είχαν εκκαθαριστεί το 1935, προσέλκυσε τους πρώτους εθελοντές, αλλά στη συνέχεια οι
μοναρχικοί επικράτησαν σε αριθμούς 43 . Μεταξύ άλλων, ο Ράλλης πρόσφερε καλούς
μισθούς και αύξησε τα βοηθήματα σε τρόφιμα για τις οικογένειες των εθελοντών. Κι όταν
δεν έφταναν αυτά, αξιωματικοί απειλούνταν με φυλάκιση και διακοπή της
συνταξιοδότησής τους και των δελτίων τροφίμων τους. Η εκδίκηση για προσωπικές
απώλειες που είχαν υποστεί από το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, υπήρξε επίσης σημαντικός παράγοντας,
όπως στην περίπτωση των επιζώντων της αντάρτικης οργάνωσης 5/42 του συνταγματάρχη
Δημητρίου Ψαρρού που την διέλυσε ο ΕΛΑΣ τον Απρίλιο του 1944 44. Η διοργάνωση και η
διοίκηση των ταγμάτων, πάντως, αποδείχτηκε μεγάλος μπελάς για τους Γερμανούς.

Τον Σεπτέμβριο του 1943, ο Ράλλης είχε εκπονήσει ένα ευρύ σχέδιο για αναδιοργάνωση,
επέκταση και «εκδημοκρατισμό» (ενσωμάτωση δηλαδή των απολυμένων βενιζελικών
αξιωματικών) των ελληνικών δυνάμεων ασφαλείας. Το σχέδιο αυτό, το αποκάλυψε στον
στρατηγό Χανς Σπάιντελ, Γερμανό Στρατιωτικό Διοικητή των Μετόπισθεν στην Ελλάδα, που
όμως δεν μετέφερε την πληροφορία στον Λέερ. Όταν τελικά ο στρατηγός Λέερ έμαθε γι'
αυτή την πρόταση στις 24 Φεβρουαρίου, έπαθε σοκ και υποψιάστηκε ότι η κυβέρνηση
Ράλλη ετοίμαζε ένα σχέδιο μυστικής επιστράτευσης, που θα στρεφόταν κατά των δικών του
δυνάμεων. Επέπληξε τον Σπάιντελ και ανέθεσε τον έλεγχο των ελληνικών ταγμάτων στον
Σιμάνα, ο οποίος μέσα στους επόμενους μήνες «αποκεφάλισε» την ελληνική ηγεσία των
δυνάμεων ασφαλείας, καταργώντας το ελληνικό υπουργείο Άμυνας και συλλαμβάνοντας
τους Πάγκαλο, Γονατά και Ντερτιλή, καθώς και δώδεκα άλλους Έλληνες αξιωματικούς 45.
Κατά τρόπο παράξενο, οι συλλήψεις αυτές δεν σταμάτησαν τη διεύρυνση των Ταγμάτων
Ασφαλείας. Αντιθέτως, η μεγαλύτερη ανάπτυξη αυτών των σχηματισμών συνεργατών
σημειώθηκε μετά την 1η Μαρτίου 1944, όταν είχε τον πλήρη έλεγχο ο Σιμάνα κι ο Λέερ
επέμενε για αυθεντικούς εθελοντές -δεν ήθελε να βασίζονται σε δωροδοκίες, απειλές και
δολώματα. Τα τρία τέταρτα των Ποντίων εθελοντών, τα δυο τρίτα των ταγματασφαλιτών
και τα δυο τρίτα των Ευζώνων κατατάχτηκαν μετά την 1η Μαρτίου, σε μια περίοδο έντονης
πολιτικής δραστηριότητας στην οποία εμπλέκονταν οι αντιστασιακές οργανώσεις, ο
ελληνικός πολιτικός κόσμος, η εξόριστη κυβέρνηση κι η Αγγλία. Αυτό, οδηγεί στο
συμπέρασμα ότι πολιτικά και ιδεολογικά κίνητρα -δηλαδή ο αντικομμουνισμός- ήταν
σημαντικά εκείνη την περίοδο. Αυτός ο αντικομμουνισμός και η αντίθεση στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ
έγιναν μια βολική θεωρία «μπαμπούλας» που δικαιολογούσε τη συνεργασία με τον εχθρό,
αρνούμενη κάθε φιλογερμανικό αίσθημα.

Καθώς η κατάσταση στη Μεσόγειο στρεφόταν κατά του Άξονα μετά το χειμώνα του 1942-3,
ο Χίτλερ άρχισε να ενισχύει την άμυνά του στα Βαλκάνια προετοιμαζόμενος για δυο
ενδεχόμενα: μια συμμαχική απόβαση, και την κατάρρευση της Ιταλίας. Παρά τις
αντιρρήσεις των στρατηγών του, τοποθέτησε πέντε μεραρχίες στην Ελλάδα, την άνοιξη και
τις αρχές του καλοκαιριού του 1943. Ακόμα και η απόβαση στη Σικελία, στις 10 Ιουλίου, δεν
κλόνισε την πεποίθηση του Χίτλερ ότι οι Σύμμαχοι θα χτυπούσαν στα Βαλκάνια και την
ανατολική Μεσόγειο, για να στερήσουν τη Γερμανία από ζωτικές πλουτοπαραγωγικές πηγές
και για να εγκαταστήσουν αεροδρόμια απ' τα οποία θα χτυπούσαν τις ρουμανικές

Digitized by 10uk1s
πετρελαιοπηγές του. Η Ιταλία παραδόθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου κι ο Λέερ εξαπέλυσε την
Επιχείρηση Αχζέ, με την οποία αφόπλισε τις ιταλικές δυνάμεις στην Ελλάδα. Αντίσταση που
πρόβαλαν στην Κέρκυρα ο στρατηγός Γκαντίν κι οι άντρες του, οδήγησε στην εκτέλεση του
Γκαντίν και των αξιωματικών του. Οι 5.000 επιζήσαντες, στάλθηκαν στο ρωσικό μέτωπο.
Αλλού, ο αφοπλισμός ολοκληρώθηκε ήρεμα, κι ο Λέερ επέκτεινε τη δικαιοδοσία του σ'
ολόκληρη την κατεχόμενη Ελλάδα. Όσοι Ιταλοί πιάστηκαν αιχμάλωτοι πολέμου, δεν
επαναπατρίστηκαν όπως τους το είχε υποσχεθεί ο Λέερ. Αντιθέτως, χιλιάδες Ιταλοί στην
Ελλάδα και τα Βαλκάνια πέθαναν καθώς συγκεντρώνονταν και μεταφέρονταν σε
στρατόπεδα αιχμαλώτων πολέμου στη Γερμανία και την Ανατολική Ευρώπη.

Εβραίοι, ζούσαν στην Ελλάδα από τους αρχαίους χρόνους. Η μεγάλη όμως κοινότητα των
Σεφαρντίν της Θεσσαλονίκης αναπτύχθηκε μετά το διωγμό των Εβραίων από την Ισπανία,
στα 1942. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, το 1939, ο πληθυσμός της Θεσσαλονίκης είχε μειωθεί
κι ο συνολικός αριθμός των Εβραίων της Ελλάδας υπολογιζόταν σε 70.000 46. Οι πρώτες
αντισημιτικές δραστηριότητες άρχισαν με την καταστροφή της πολιτιστικής ζωής της
κοινότητας, τον Απρίλιο του 1941, και την ακολούθησε στρατολόγηση Εβραίων για
καταναγκαστική εργασία, που άρχισε στις 13 Ιουλίου 1942. Οι πρώτες εκτοπίσεις άρχισαν
στις 13 Φεβρουαρίου της άλλης χρονιάς και, έως τον Αύγουστο του 1943, 46.000 Εβραίοι
της Θεσσαλονίκης είχαν σταλεί στα στρατόπεδα εξόντωσης. Στο έργο αυτό συνεργάστηκαν
κι οι Βούλγαροι στη δική τους ζώνη, κι έτσι εκτοπίστηκαν άλλες 6.000 Ελληνοεβραίοι, αλλά
οι Ιταλοί αντέδρασαν, μέχρι που οι Γερμανοί κατέλαβαν και τις ιταλικές ζώνες στις 8
Σεπτεμβρίου 1943. Οι Τσολάκογλου, Λογοθετόπουλος και Ράλλης διαμαρτυρήθηκαν γι'
αυτές τις εκτοπίσεις, αλλά δεν ασκούσαν καμιά επιρροή στο Βερολίνο. Ο Αρχιεπίσκοπος
Δαμασκηνός δεν αρκέστηκε στις διαμαρτυρίες. Κάλεσε τις ελληνικές εκκλησίες να
προστατέψουν και να κρύψουν τους Εβραίους, κι ο ίδιος προσωπικά αναμίχθηκε στη
διάσωση 250 Εβραιόπουλων. Οι μικρότερες και λιγότερο απομονωμένες εβραϊκές
κοινότητες της κεντρικής Ελλάδας, στην πρώην ιταλική ζώνη κατοχής, αντιστάθηκαν ενεργά,
κι έτσι εκτοπίστηκαν λιγότερα από τα μισά μέλη τους. Οι ραβίνοι Ελιά Μπαρζιλάι της
Αθήνας και Μορντεκάι Πεζάχ του Βόλου πήραν μέρος στην Αντίσταση και συγκέντρωσαν
πάνω από 1.300 Ελληνοεβραίους στις ένοπλες ανταρτικές δυνάμεις. Στην Ήπειρο, ωστόσο,
το 90% των 1.725 Εβραίων της περιοχής συγκεντρώθηκαν κι εκτοπίστηκαν. Οι
κατασχεθείσες ιδιοκτησίες τους και τα αποθέματα τροφίμων, παραδόθηκαν στις ελληνικές
αρχές. Μια αναφορά της Μυστικής Γερμανικής Αστυνομίας ισχυρίζεται ότι η ενέργεια αυτή
είχε την πλήρη έγκριση του τοπικού ελληνικού πληθυσμού 47.

Η εισβολή του Άξονα και η Κατοχή, διέλυσαν τον ήδη κατακερματισμένο προπολεμικό
πολιτικό κόσμο. Ένα τμήμα πρώην βενιζελικών κι αντιβενιζελικών ακολούθησε τον βασιλιά
στην εξορία και πήρε μέρος στην εξόριστη κυβέρνηση Τσουδερού ή κατατάχθηκε στο μικρό
ελληνικό στρατιωτικό σώμα της Μέσης Ανατολής, που οργανώθηκε στα 1942. Άλλοι
αντιβενιζελικοί ηγέτες, υπό την ηγεσία του στρατηγού Παπάγου, έμειναν στην Ελλάδα αλλά
δεν ανέλαβαν καμιά πρωτοβουλία για την οργάνωση κανονικής αντίστασης κατά του
Άξονα. Το ίδιο έπραξαν και οι βενιζελικοί πολιτικοί, με την ηγεσία του Σοφούλη, και
στρατιωτικοί με την ηγεσία του Πάγκαλου, που αρνήθηκαν να πάρουν μέρος στις
"μικροενοχλήσεις" της Αντίστασης. Όπως κι ο εξόριστος βασιλιάς αλλά και οι
αντιβενιζελικοί που παρέμειναν στην Ελλάδα, έτσι κι αυτοί προτίμησαν να παραμείνουν
αδρανείς μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος και να 'ρθει η απελευθέρωση. Αυτή η τακτική
αναμονής του προπολεμικού πολιτικού κόσμου εγκατέλειψε τις πολιτικές πρωτοβουλίες
στο εσωτερικό της χώρας στα χέρια ελάχιστων και σχετικά άγνωστων πρώην βενιζελικών
και, κυρίως, στα χέρια του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας. Η επιτυχία του ΚΚΕ να
δημιουργήσει μετά το 1941 μια αντιστασιακή οργάνωση πανεθνικής κλίμακας, το
ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, απειλούσε να εκτοπίσει εντελώς τον προπολεμικό πολιτικό κόσμο και να

Digitized by 10uk1s
μεταμορφώσει την πόλωση μεταξύ βενιζελικών και αντιβενιζελικών, σε πόλωση μεταξύ
κομμουνιστών και αντικομμουνιστών. Η επιτυχία του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, χώρισε το βενιζελικό
στρατόπεδο σε εκείνους που, σαν τον Στέφανο Σαράφη κατατάχτηκαν στο ΕΑΜ/ ΕΛΑΣ, και
σε εκείνους που, σαν τον Γεώργιο Παπανδρέου, συμμάχησαν με τους παλιούς
αντιβενιζελικούς αντιπάλους τους και σχημάτισαν έναν αντικομμουνιστικό συνασπισμό
ενάντια στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Η ηγεσία αυτού του αντικομμουνιστικού συνασπισμού, στράφηκε
στην Αγγλία ζητώντας απ' αυτήν να καταστρέψει το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και να επαναφέρει στην
εξουσία τον προπολεμικό πολιτικό κόσμο.

Digitized by 10uk1s
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
«Ο πρώτος γύρος»
Εμφύλιος πόλεμος κατά την Κατοχή
Ole L. Smith

Η γερμανική εισβολή και η τριπλή κατοχή της Ελλάδας από τις δυνάμεις του Άξονα που
ακολούθησε, δημιούργησαν μια πολιτική κατάσταση που μέχρις ένα ορισμένο σημείο
μπορεί να παραλληλιστεί με της Γιουγκοσλαβίας και της Αλβανίας στο ότι ο αγώνας κατά
των δυνάμεων Κατοχής εξελίχθηκε ταυτόχρονα και σε αγώνα εθνικής απελευθέρωσης και
εκδημοκρατισμού της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής. Η κρίση της ελληνικής
κοινωνίας που είχε οδηγήσει στη δικτατορία Μεταξά, εξερράγη τώρα κατά πολύ περίεργο
τρόπο. Η γερμανική εισβολή και η Κατοχή έριξαν σε πλήρη αναξιοπιστία τις παραδοσιακές
πολιτικές δυνάμεις, τις οποίες η έλλειψη οράματος και η εμμονή στα δικά τους πολιτικά
παιχνίδια, σε συνδυασμό με έναν έντονο αντικομμουνισμό, είχαν οδηγήσει στο αδιέξοδο
του 1936. Κι αυτό, βοήθησε στην πλήρη κατάρρευση της "καθεστηκυίας τάξης" στα 1941. Η
αντίσταση ενάντια στον κατακτητή, αποτέλεσε διέξοδο για άλλες πολιτικές δυνάμεις, η
φυσική και ειρηνική ανάπτυξη των οποίων είχε εμποδιστεί από το καθεστώς Μεταξά με τα
κατασταλτικά του μέτρα και τις δυνάμεις ασφαλείας του. Παράλληλα, μεγάλα στρώματα
του πληθυσμού, που είχαν επί γενιές στερηθεί τα πολιτικά τους δικαιώματα στις
απομονωμένες επαρχίες και τις ορεινές περιοχές της Ελλάδας, ενεργοποιούνταν τώρα,
καθώς αποκτούσαν πολιτική συνείδηση στο κενό που άφηνε η απουσία μιας μόνιμης
κεντρικής εξουσίας. Το κίνημα της Αντίστασης προσφερόταν ως φυσική διέξοδος στις
αυθόρμητες απόπειρες να καλυφθεί το κενό που είχε δημιουργηθεί από την κατάρρευση
του οργανωμένου Κράτους, αλλά και στην ανάγκη για ύπαρξη μιας εναλλακτικής λύσης
στην παθητική υποταγή ή και τη συνεργασία με τον εχθρό. Η διπλή φύση της Αντίστασης
εκφράστηκε δημοσίως στα αιτήματα του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου τόσο για
απελευθέρωση όσο και για ελεύθερη λήψη αποφάσεων για το μελλοντικό Σύνταγμα της
Ελλάδας.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΚΕ) ήταν η καλύτερα οργανωμένη -ίσως, μάλιστα, η


μοναδική οργανωμένη- πολιτική δύναμη στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ), και
το στρατιωτικό κλάδο του, τον ΕΛΑΣ. Η κυριαρχία του πάνω στο κίνημα, μπορεί να
ερμηνευτεί αποκλειστικά με την αδυναμία των αντιπάλων του, που όλοι κινούνταν σε
μικρές σοσιαλιστικές ή αγροτικές ομάδες, χωρίς πανεθνικούς κομματικούς οργανισμούς. Το
ΚΚΕ δεν χρησιμοποίησε το κίνημα της Αντίστασης σαν κάλυμμα για την επιδίωξη
αποκλειστικά κομμουνιστικών στόχων. Έχει λεχθεί, συχνά, ότι το ΚΚΕ εκμεταλλεύτηκε τη
θέληση του πληθυσμού για αντίσταση. Ότι οι κομμουνιστές κρατούσαν την ταυτότητά τους
μυστική από εχθρούς και φίλους εξίσου. Ότι το ΕΑΜ ήταν ένα κομμουνιστικό μέτωπο με
σκοπούς άλλους, και πολύ πιο απειλητικούς από αυτούς που αναφέρονταν στην ιδρυτική
διακήρυξή του. Ταυτοχρόνως, όμως, παραβλέπεται εξίσου συχνά το γεγονός ότι οι σκοποί
του ΚΚΕ κατά τη διάρκεια της Κατοχής βασίζονταν, και πρέπει να ερμηνεύονται, πάνω στα
πλαίσια της πολιτικής ανάλυσης και των αντιλήψεων που διαμορφώθηκαν στην περίοδο
των Λαϊκών Μετώπων της δεκαετίας του '30. Στην πραγματικότητα, εκείνο που
προσπάθησε να κάνει το ΕΑΜ, μπορεί να αντιμετωπιστεί σαν μια προσπάθεια για να
εφαρμοστούν στην πράξη ιδέες και πολιτικές που είχαν αρχίσει να μορφοποιούνται πριν
από το πραξικόπημα της 4ης Αυγούστου. Οργάνωση, δηλαδή, πλατιών αντιφασιστικών
συμμαχιών ανάμεσα στα πολιτικά κόμματα και το μαζικό κίνημα, τις εργατικές ενώσεις και
τα λοιπά, σε αντίθεση με την εντελώς σεχταριστική στάση (όπως εκφραζόταν, για
παράδειγμα, με την περιγραφή των σοσιαλδημοκρατών ως σοσιαλφασιστών) που ήταν της
μόδας πριν από το Έβδομο Παγκόσμιο Συνέδριο της Κομιντέρν του 1935. Μπορεί, ακόμα,

Digitized by 10uk1s
να λεχθεί ότι αυτό που συνέβη τον Δεκέμβριο του 1944 υπήρξε αποτέλεσμα της πίεσης που
άσκησε το ΚΚΕ στους εταίρους του πέρα από τα όρια της στρατηγικής του Λαϊκού
Μετώπου. Το αποτέλεσμα ήταν πως, ενώ το ΕΑΜ κρατήθηκε ενωμένο κατά τη διάρκεια της
κρίσης και των συμπλοκών, η συμμαχία του διαλύθηκε αμέσως μετά τη συμφωνία της
Βάρκιζας (Φεβρουάριος 1945), και οι δυνάμεις που είχαν πάρει μέρος σ' αυτό δεν
ξαναβρήκαν την ορμή τους παρά μόνο όταν, ξανά το ΚΚΕ, εφάρμοσε το 1945 μια πολιτική
πλατιών συμμαχιών στα κινήματα όπως είναι οι εργατικές ενώσεις.

Η περιγραφή της Αντίστασης ως «Η Νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε», για να


χρησιμοποιήσουμε τον τίτλο ενός βιβλίου του πρώην Γραμματέα του ΕΑΜ, του Θανάση
Χατζή1, είναι λανθασμένη. Το ΕΑΜ δεν προπαγάνδιζε επανάσταση με τη μαρξιστική έννοια
του όρου, ούτε χρησιμοποιούσε σοσιαλιστική προπαγάνδα. Από την πρώτη στιγμή, το ΕΑΜ
και το ΚΚΕ προσπάθησαν να συμπεριλάβουν στο κίνημα φιλελεύθερα αστικά κόμματα και
προσωπικότητες, ακόμα και βασιλόφρονες, αρκεί να ήθελαν να πολεμήσουν τον Άξονα.
Κριτήριο ήταν ο πατριωτισμός μάλλον, παρά ο επαναστατικός ζήλος. Όλοι οι αστοί
πολιτικοί (Παπανδρέου, Σοφούλης, κ.ά.) που κλήθηκαν να συμμετάσχουν, αρνήθηκαν. Στην
καλύτερη περίπτωση, μπορεί να πει κανείς ότι το ΚΚΕ, σύμφωνα με τις αποφάσεις της Έκτης
Ολομέλειας της Κεντρικής Επιτροπής και του Πέμπτου Συνεδρίου του Κόμματος του 1934,
επιδίωκε να πραγματοποιήσει μια αστικοδημοκρατική επανάσταση - και μπορούσε
ωραιότατα να θεωρεί την πολιτική επιρροή μετά την απελευθέρωση σαν ένα ακόμα μέσο
για την επίτευξη αυτού του βραχυπρόθεσμου σκοπού. Εκείνο που «χάθηκε» δεν ήταν η
«επανάσταση», αλλά το όραμα της προόδου και της ειρηνικής ανάπτυξης που ήταν
ενσωματωμένο στην Αντίσταση. Η εξέλιξη αυτή, μπορεί ίσως να είχε ξεπεράσει το
προπολεμικό αδιέξοδο ανάμεσα στα αστικά και φιλελεύθερα κόμματα που μάχονταν το
ένα το άλλο χωρίς πρόγραμμα ή αρχές άλλες από την ενίσχυση της δικής τους δύναμης και
την καταστροφή του αντιπάλου τους.

Κατά γενική ομολογία, υπήρξε δύσκολο να προσδιοριστεί ο ακριβής βαθμός λαϊκής


υποστήριξης στο ΕΑΜ. Το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο και οι εξαρτημένες από αυτό
οργανώσεις ΕΛΑΣ, ΕΠΟΝ, ΕΑΜ Εργατών και ΕΑ (Εθνική Αλληλεγγύη) δεν ήταν, φυσικά,
οργανώσεις που έδιναν ταυτότητες στα μέλη τους και κρατούσαν πλήρη μητρώα των
υποστηρικτών τους. Υπάρχουν ορισμένα στοιχεία που λένε ότι σε τοπικές συσκέψεις του
ΕΑΜ αναφέρθηκαν συγκεκριμένοι αριθμοί και υπολογισμοί της δύναμης των οργανώσεών
τους. Το μεγαλύτερο μέρος από αυτό το υλικό έχει χαθεί ή δεν έχει βγει ακόμα στην
επιφάνεια. Όσα λιγοστά στοιχεία έχουμε, είναι υπολογισμοί βασισμένοι σε άγνωστους (για
τον ιστορικό, τουλάχιστον) παράγοντες. Δεδομένου ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα το 1944
αριθμούσε 400.000 μέλη 2, το ΕΑΜ μπορεί να είχε οσαδήποτε από 500.000 έως 1.500.000
-μέλη και υποστηρικτές. Ο τελευταίος, είναι ο υψηλότερος αριθμός που δίνεται από τη
φιλολογία της εποχής 3 . Το ΕΑΜ, υποστήριζε ότι εκπροσωπούσε την πλειοψηφία του
ελληνικού πληθυσμού. Δεν μπορούμε να αποδείξουμε λανθασμένο αυτόν τον ισχυρισμό,
αλλά σίγουρα το ΕΑΜ δεν μονοπωλούσε τη λαϊκή υποστήριξη. Οι αντιεαμικές δυνάμεις,
μάλιστα, ήταν αρκετά ισχυρές για να του δημιουργούν προβλήματα που αυξάνονταν όσο
πλησίαζε η απελευθέρωση.

Αντίθετοι στο ΕΑΜ δεν ήταν μόνο οι φανατικοί αντικομμουνιστές και βασιλόφρονες. Δεν
ήταν μόνο οι προπολεμικοί πολιτικοί δεσμοί και το πελατειακό σύστημα που έκανε τον
κόσμο να διαλέγει ανάμεσα στο ΕΑΜ και τις αντίπαλες οργανώσεις ΕΔΕΣ και ΕΚΚΑ, αλλά και
οι τοπικές διαφορές και οι εθνολογικοί παράγοντες. Κι ακόμα, η εξέλιξη του αντιστασιακού
κινήματος και η τακτική των οργανώσεων έκανε πολλά για να αναγκάσει τον κόσμο να
διαλέξει μια από τις δυο πλευρές. Έχει λεχθεί (και αρκετά δικαίως) ότι το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ,
με την προσπάθειά τους να μονοπωλήσουν την Αντίσταση και με την αυστηρή προσήλωσή

Digitized by 10uk1s
τους στους κανόνες του ανταρτοπόλεμου (κι ιδιαίτερα τη δραστική αντιμετώπιση των
λιποτακτών και την ανάληψη δράσης κατά του εχθρού, χωρίς να υπολογίζουν ιδιαίτερα τα
αντίποινα κατά του τοπικού πληθυσμού), συνέβαλαν στη δημιουργία έντασης και
αντίδρασης. Θα πρέπει ωστόσο να έχουμε κατά νου ότι από την αρχή της ένοπλης
Αντίστασης, και οι δυο πλευρές είχαν το βλέμμα στραμμένο στις μεταπολεμικές εξελίξεις. Ο
Ναπολέων Ζέρβας, στρατιωτικός ηγέτης του ΕΔΕΣ (Εθνικού Δημοκρατικού Ελληνικού
Συνδέσμου), δεν αμφέβαλλε ότι το ΕΑΜ και οι κομμουνιστές έτρεφαν μυστικές φιλοδοξίες
για μετά τον πόλεμο τις οποίες ο ίδιος φοβόταν τόσο, ώστε να δίνει μεγαλύτερη σημασία
στον αγώνα κατά του ΕΑΜ, παρά στον αγώνα κατά των δυνάμεων των κατακτητών. Το
σπέρμα του εμφυλίου πολέμου εμπεριεχόταν από την αρχή στην Αντίσταση, δεδομένης της
αφύσικης κατάστασης που είχε δημιουργήσει η δικτατορία Μεταξά, ο φόβος των παλαιών
πολιτικών για τους κομμουνιστές, και το πολιτικό κενό που άφηνε η αδύναμη ή και
ανύπαρκτη κεντρική εξουσία.

Πάντως, η εμφύλια διαμάχη κατά την Κατοχή μόνο σε μια πολύ περιορισμένη έννοια
μπορεί να χαρακτηριστεί σαν πρόδρομος του εμφυλίου πολέμου του 1945-9. Οι μάχες που
ξέσπασαν τον Οκτώβριο του 1943 μεταξύ του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ, προκλήθηκαν από
συγκεκριμένα γεγονότα που προέκυψαν από τις λεπτές σχέσεις των δυο οργανώσεων, και η
εξάπλωσή τους εξαρτήθηκε από τον αγγλικό και το γερμανικό παράγοντα. Μ' αυτό, δε θέλει
κανείς να πει ότι εξετάζοντας το ζήτημα μακροπρόθεσμα, οι συγκρούσεις αυτές δεν
μπορούν να αντιμετωπιστούν σαν μια από τις πολλές παραμέτρους οι οποίες οδήγησαν στο
γενικότερο ξεκαθάρισμα λογαριασμών, που εισέδυσε παντού στα 1945-9. Ασφαλώς και
συνδέονται μεταξύ τους. Πρέπει όμως να είμαστε προσεκτικοί ώστε να μην ερμηνεύουμε
γεγονότα του 1943-4, με βάση αυτά που ξέρουμε ότι συνέβησαν αργότερα. Πολύ συχνά,
έχει παρουσιαστεί η υπεραπλοποιημένη άποψη ότι οι συμπλοκές του 1943-4 αποτελούσαν
βασικά μια πρώτη απόπειρα για την κατάκτηση της εξουσίας από το ΕΑΜ και το ΚΚΕ 4. Μαζί
μ' αυτή την άποψη, πρέπει ν' απορρίψουμε και την εξίσου επιδερμική ερμηνεία ότι οι
συμπλοκές ήταν μια "πρόβα τζενεράλε" που οργάνωσαν οι Άγγλοι για να προετοιμάσουν το
τελικό ξεκαθάρισμα με το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ όταν θα ερχόταν η Απελευθέρωση 5. Αν και οι Άγγλοι
είναι υπεύθυνοι ως ένα βαθμό για την τροπή που πήραν οι συμπλοκές -όπως θα
καταδειχτεί λεπτομερειακά- δεν προκάλεσαν εκείνοι τις μάχες. Ούτε και οι βρετανικές
αρχές αποπειράθηκαν στα σοβαρά να εκμεταλλευτούν την κατάσταση έχοντας κατά νου
μεταπολεμικούς στόχους.

Όπως ειπώθηκε ήδη, από την αρχή της ένοπλης αντίστασης στα 1942, υπήρξε στην Ελλάδα
βαθιά δυσπιστία ανάμεσα στις αντιστασιακές οργανώσεις. Τη δυσπιστία αυτή, οι Άγγλοι
προσπάθησαν να τη μεταχειριστούν με τέτοιο τρόπο ώοτε να ικανοποιηθούν και οι
βραχυπρόθεσμοι στόχοι τους -μέγιστη αντίσταση κατά του Άξονα- και οι μακροπρόθεσμοι
πολιτικοί στόχοι τους -η Ελλάδα να επανέλθει στο status quo ante bellum, και στο
συνηθισμένο ρόλο της μέσα στη σφαίρα της βρετανικής επιρροής. Οι ελληνικές
οργανώσεις, γνώριζαν καλά τους βρετανικούς στόχους. Για το λόγο αυτό, το ΚΚΕ και το ΕΑΜ
δεν εμπιστεύονταν τους Άγγλους, κι από την πρώτη στιγμή ενοχλήθηκαν από τη βρετανική
παρουσία, στην οποία αντέδρασαν παραπαίοντας ανάμεσα στην επιφυλακτική συνεργασία
και την ανοιχτή καχυποψία. Στο μεταξύ, ο Ζέρβας προσπαθούσε να κερδίσει την εύνοια των
Άγγλων, προσφερόμενος να γίνει ο πιστός σύμμαχός τους στη μεταπολεμική πολιτική και,
κυρίως, να γίνει ένας κυματοθραύστης απέναντι στον Κομμουνισμό και την επιβολή του
στην Ελλάδα τόσο κατά τη διάρκεια, όσο και μετά την Κατοχή. Από την πρώτη του
συνάντηση με τους Άγγλους συνδέσμους (BLO), ο Ζέρβας προσπάθησε επίμονα να τους
προειδοποιήσει για τον κομμουνιστικό κίνδυνο. Δεν είναι ωστόσο ξεκάθαρο αν το έκανε
από πεποίθηση ή από οπορτουνισμό. Παρόλο που δεν έπεισε την Υπηρεσία Ειδικών
Επιχειρήσεων (SOE) στο Κάιρο για την καλή του πίστη, κατόρθωσε τουλάχιστον να έχει τους

Digitized by 10uk1s
περισσότερους BLO με το μέρος του. Μέχρι που κατάφερε να πείσει τον ταξίαρχο «Έντι»
Μάγιερς, επικεφαλής της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής, στις αρχές του 1943, ότι ο
ΕΛΑΣ έπρεπε να διαλυθεί, κι ότι ο ΕΔΕΣ ήταν σε θέση να πραγματοποιήσει αυτό το έργο 6.
Εξαιτίας της άνευ όρων συνεργασίας του με τη Βρετανική Στρατιωτική Αποστολή, είχε από
την πρώτη στιγμή την υποστήριξη του Τσώρτσιλ και του Φόρεϊν Όφις, ενώ η SOE, που τον
γνώριζε καλύτερα, εξακολουθούσε να διατηρεί επιφυλάξεις. Η εύνοια των Άγγλων προς τον
ΕΔΕΣ από το 1942 κιόλας, έπεισε το ΚΚΕ και το ΕΑΜ ότι ο Ζέρβας και η οργάνωσή του θα
χρησιμοποιούνταν κατά του ΕΑΜ, και δεν αμφέβαλλαν καθόλου ότι ο Ζέρβας θα
αποδεικνυόταν πρόθυμο πιόνι της βρετανικής πολιτικής.

Η αποκαλούμενη «Συμφωνία Εθνικών Ομάδων» που υπογράφτηκε τον Ιούνιο του 1943
ύστερα από προτροπή των Άγγλων, έδειξε για ένα διάστημα ότι θα σταματούσε τις τριβές
ανάμεσα στις δυο αντιστασιακές οργανώσεις 7 . Ωστόσο, η προσπάθεια του ΕΔΕΣ να
εγκαταστήσει ομάδες του σε περιοχές που βρίσκονταν ντε φάκτο κάτω από τον
αποκλειστικό έλεγχο του ΕΛΑΣ, καθώς και το ότι συμπεριλήφθηκαν στον ΕΔΕΣ ακροδεξιοί
(θεωρητικά, ο ΕΔΕΣ ήταν αντιμοναρχική οργάνωση) καθώς και η στάση του στην Αθήνα,
όπου έδειχνε να συνεργάζεται με τους Γερμανούς, προκάλεσαν μια βαθμιαία σκλήρυνση
της στάσης του ΚΚΕ. Τη στάση του αυτή, την επηρέαζαν κι οι ραγδαίες αλλαγές στη γενική
πολιτική και στρατιωτική κατάσταση στην Ευρώπη. Έντονη κομμουνιστική προπαγάνδα
κατά της εξόριστης κυβέρνησης, του βασιλιά, των ψευδοδημοκρατών, των υποψήφιων
τυράννων και Ναπολεόντων (έμμεση πλην σαφής αναφορά στο όνομα του Ζέρβα) 8
προειδοποιούσε τους «δημοκρατικούς πολίτες» για μια αναγέννηση του ελληνικού
φασισμού. Ταυτοχρόνως, με διαταγή του Πολιτικού Γραφείου του, το ΚΚΕ εκπονούσε
σχέδια που θα του εξασφάλιζαν τον έλεγχο της Αθήνας μετά την αποχώρηση των
Γερμανών, αν και δεν προβλεπόταν ανοιχτή στρατιωτική σύγκρουση με τους Άγγλους 9.
Επίσης, γίνονταν μελέτες για την εγκατάσταση μιας κυβέρνησης με πλατιά βάση στις
απελευθερωμένες περιοχές 10.

Οι προετοιμασίες αυτές αποδείχτηκαν δικαιολογημένες, όταν επέστρεψε με άδεια χέρια η


αντιπροσωπεία που είχε σταλεί στο Κάιρο, τον Σεπτέμβριο του 1943. Η αρνητική εικόνα των
βρετανικών προθέσεων που έφεραν στην Ελλάδα οι αντιπρόσωποι του ΕΑΜ, σκλήρυνε τη
στάση αντιπαράθεσης που είχε εγκαινιαστεί πριν ακόμα γίνει γνωστή η αποτυχία στο
Κάιρο 11. Το ΚΚΕ και το ΕΑΜ ήταν τώρα πεπεισμένα πως οι Άγγλοι θα προσπαθήσουν να
αποκαταστήσουν τη μοναρχία ενάντια στη λαϊκή θέληση, και ότι ο ΕΔΕΣ και η πολύ
μικρότερη ΕΚΚΑ θα χρησιμοποιούνταν ως κάλυμμα σ' αυτή την επιχείρηση. Το γεγονός
μάλιστα ότι δεν στάλθηκε ξανά στην Ελλάδα ο ταξίαρχος Μάγιερς και ότι τη θέση του πήρε
ο «Κρις» Γουντχάουζ, την ανάκληση του οποίου είχε ζητήσει νωρίτερα το ΕΑΜ, ήταν
επαρκείς ενδείξεις για το ΕΑΜ, πως οι Άγγλοι σχεδίαζαν να κινηθούν εναντίον του 12.

Ένας ανοιχτός πόλεμος προπαγάνδας του ΕΔΕΣ κατά του ΕΑΜ, αύξησε την ένταση ανάμεσα
στα δυο μέρη. Την ίδια στιγμή, κυκλοφόρησαν φήμες -μερικές από τις οποίες ήταν
βρετανικής προέλευσης-ότι κόντευε η αποχώρηση των Γερμανών. Πράκτορες του ΚΚΕ στο
γερμανικό στρατόπεδο ανέφεραν ότι σημειώνονταν μεγάλες μετακινήσεις στρατευμάτων.
To BBC μετέδιδε την ιταλική παράδοση και τη βρετανική κατοχή πολλών νησιών του
Αιγαίου, ενώ το Ράδιο Μόσχα διακήρυσσε τις μεγάλες νίκες του Ερυθρού Στρατού στη
λεκάνη του Ντόνετς και στο μέτωπο του Κουμπάν 13. Στα τέλη Σεπτεμβρίου 1943, και οι
μετριοπαθείς του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, όπως ο Παντελής Σίμος Καραγκίτσης, και τα γεράκια όπως ο
Άρης Βελουχιώτης (το πιο διάσημο μέλος της τριανδρίας που διοικούσε τον ΕΛΑΣ)
πρότειναν να παρθούν στρατιωτικά μέτρα και να χαραχτεί γραμμή περισσότερο άμεσης
αντιπαράθεσης. Ο Άρης έφτασε μέχρι του σημείου να χαρακτηρίσει τους Άγγλους
μεγαλύτερο κακό από τους Γερμανούς, και να τους αποκαλεί φασίστες με άλλο όνομα.

Digitized by 10uk1s
Πρότεινε, λοιπόν, να δοθεί τελεσίγραφο στον ΕΔΕΣ και στην ΕΚΚΑ: Είτε θα σχημάτιζαν κοινό
μέτωπο ενάντια σ' οποιαδήποτε προσπάθεια επιστροφής του βασιλιά, είτε θα τους διέλυαν
με τη βία 14.

Ωστόσο, η συνεδρίαση του Πολιτικού Γραφείου της 1ης Οκτωβρίου 1943, δεν πήρε κάποια
απόφαση υπέρ του εμφυλίου πολέμου. Η ανακοίνωση που εκδόθηκε, άφηνε ακόμα ελπίδες
για την αποφυγή του, κάνοντας έκκληση στους δημοκρατικούς (με την έννοια ότι ήταν
αντιμοναρχικοί, αντίθετοι στη βασιλεία, και υπέρ της λαϊκής συμμετοχής στην πολιτική)
αξιωματικούς του ΕΔΕΣ, κι ακόμα δίνοντας έμφαση στην ενότητα της Αντίστασης, ενάντια
στην Πέμπτη Φάλαγγα των κατακτητών, τους συνεργάτες του εχθρού, μερικοί από τους
οποίους μπορούσαν να βρεθούν στην οργάνωση Αθήνας του ΕΔΕΣ 15. Ο ΕΔΕΣ και η ΕΚΚΑ,
φαίνεται ότι αντέδρασαν χλιαρά στην έκκληση για κοινό μέτωπο κατά της μοναρχίας.
Προφανώς, και οι δυο αυτές οργανώσεις αντιμετώπιζαν το ζήτημα της επιστροφής του
βασιλιά σαν λιγότερο άμεσο από την απειλή να κυριαρχήσει στη χώρα το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ -αυτό,
τουλάχιστον, είπαν στον Γουντχάουζ 16.

Εν όψει της επικείμενης αναμέτρησης με τον ΕΛΑΣ, ο Ζέρβας άρχισε να κάνει διστακτικές
κινήσεις για να υπάρξει μια «κατανόηση» με τους Γερμανούς, εκμεταλλευόμενος μια
ιδιωτική πρωτοβουλία του εκπροσώπου του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού στα Γιάννινα, ο
οποίος ήθελε να αποτρέψει γερμανικές ενέργειες κατά του άμαχου πληθυσμού. Σύμφωνα
μ' αυτή την πρόταση, τα αντιστασιακά κινήματα θα σταματούσαν τη δράση τους κατά των
Γερμανών, οι οποίοι υποτίθεται ότι δεν είχαν εδαφικές βλέψεις στην Ελλάδα, και θα
αποσύρονταν στο τέλος του πολέμου. Κι ενώ η αρχικά θετική ανταπόκριση των τοπικών
διοικητών του ΕΛΑΣ απορρίφθηκε ξερά από το αρχηγείο του ΕΛΑΣ, ο Ζέρβας άρχισε
παρατεταμένες επαφές που τις διέκοψαν οι Γερμανοί μόνο όταν αντιλήφθηκαν ότι υπήρχε
βρετανική ανάμιξη, που είχε για σκοπό την καθυστέρηση των εκκαθαριστικών
επιχειρήσεών τους. Τελικά, όμως, στον Ζέρβα -που ήταν πρόθυμος να συνεχίσει αυτές τις
επαφές με τους Γερμανούς για ν' αποφύγει τον πόλεμο σε δυο μέτωπα- απαγορεύτηκε από
το Κάιρο να συνεχίσει τις συνομιλίες 17.

Κανονικές εχθροπραξίες ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και τον ΕΔΕΣ ξέσπασαν στις αρχές του
Οκτωβρίου. Ύστερα από μια συμπλοκή στο Τσεπέλοβο, στα Ζαγοροχώρια της Ηπείρου, ο
τοπικός διοικητής του ΕΔΕΣ διέταξε τη σύλληψη διαφόρων αξιωματούχων του ΕΑΜ, κι
ανάμεσά τους και του Σίμου Καραγκίτση. Ο Άρης, τότε, διέταξε τη διάλυση των ομάδων του
ΕΔΕΣ στη Θεσσαλία. Κι ύστερα από βιαστικές συνεννοήσεις μεταξύ των Γιώργη Σιάντου
(συναρχηγού με τον Ιωαννίδη του ΚΚΕ), Αντρέα Τζίμα (Πολιτικού Κομισσάριου του ΕΛΑΣ)
και Άρη, τέσσερις μεραρχίες του ΕΛΑΣ κατευθύνθηκαν κατά του ΕΔΕΣ. Στις 12 Οκτωβρίου, η
Συμμαχική Στρατιωτική Αποστολή έμαθε ότι το ΕΑΜ ήταν σε πόλεμο με τον ΕΔΕΣ, εξαιτίας
των προκλήσεων του τελευταίου και της συνεργασίας του με τον εχθρό.

Η αγγλική αντίδραση ήταν -το λιγότερο- διφορούμενη. Ο Ζέρβας, σε τηλεγράφημά του στο
Κάιρο, στις 9 Οκτωβρίου, ισχυρίστηκε ότι το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ είχε ανακηρύξει τη δικτατορία του
προλεταριάτου, κι ότι αυτός θ' απελευθέρωνε τώρα την Ελλάδα απ' το ΕΑΜ. Την επόμενη
μέρα, ο Ζέρβας απηύθυνε έκκληση για μεγαλύτερη υποστήριξη του εθνικισμού στα
Βαλκάνια, αναφερόμενος προφανώς στον Σέρβο αντικομμουνιστή ηγέτη Ντράζα
Μιχαήλοβιτς, με τον οποίο προσπαθούσε να συνεργαστεί18. Ο Γουντχάουζ ζήτησε οδηγίες
από το Κάιρο, αλλά πήρε την απάντηση ότι οι Βρετανοί αξιωματικοί σύνδεσμοι δεν πρέπει
να αναμιχθούν στη διαμάχη, αλλά «να κάθονται πάνω στο φράχτη και να χαμογελάνε και
προς τις δυο πλευρές». Μόλο που εκείνη τη στιγμή ο Άγγλος υπουργός Εξωτερικών Άντονι
Ήντεν βρισκόταν στο Κάιρο καθ' οδόν προς τη Μόσχα όπου θα γινόταν η διάσκεψη των
υπουργών Εξωτερικών, η SOE δεν του είπε τα νέα για τον εμφύλιο πόλεμο στην Ελλάδα

Digitized by 10uk1s
παρά μόνο τη στιγμή που έφευγε, ίσως για να μην προκαλέσει κάποια έντονη αντίδραση
του Φόρεϊν Όφις σε κάτι που μπορεί να ήταν ένα μεμονωμένο επεισόδιο χωρίς ευρύτερες
επιπτώσεις. Κι εκείνη τη στιγμή, η βρετανική αντίδραση περιορίστηκε στο να σταματήσει τις
αποστολές εφοδίων και στις δυο πλευρές, και να περιμένει να συνεννοηθεί με τον Ήντεν
κατά την επιστροφή του από τη Μόσχα 19. Ωστόσο, ο θάνατος του BLO υπολοχαγού
Χάμπαρντ, που χτυπήθηκε από αδέσποτη σφαίρα του ΕΛΑΣ κατά τη διάρκεια επιχειρήσεων
στο Βάλτο, είχε ως αποτέλεσμα τη σκλήρυνση της βρετανικής στάσης. Ο Τσώρτσιλ
χρησιμοποίησε το περιστατικό σαν στοιχείο κατά του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ ενώ ο στρατηγός Ουίλσον,
διοικητής των βρετανικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή, εξέδωσε μια αυστηρή νότα με την
οποία ζητούσε οι ένοχοι να εκτελεστούν αμέσως, και κάθε επίθεση εναντίον BLO να
αντιμετωπίζεται σαν έγκλημα πολέμου. Στο ίδιο κείμενο, ζητούσε να σταματήσουν αμέσως
οι συμπλοκές ανάμεσα στις δυο οργανώσεις, γιατί αλλιώς θα διακοπτόταν η αποστολή
εφοδίων. Ο ΕΛΑΣ, είχε πια διώξει τον Ζέρβα πέρα από τον Αχελώο, κι είχε αφοπλίσει την
ιταλική μεραρχία Πινερόλο. Έτσι, απέρριψε το τελεσίγραφο του Ουίλσον, και κατηγόρησε
τον Ζέρβα ως μοναδικό υπεύθυνο για τη σύγκρουση, επειδή συνεργαζόταν με τους
Γερμανούς. Από την πλευρά του, ο Ζέρβας απαίτησε να αναγνωριστεί ως επιτιθέμενος ο
ΕΛΑΣ, και να διαταχθεί να επιστρέψει στις προ των επεισοδίων θέσεις του.

Γερμανικές επιχειρήσεις που άρχισαν στις 17 και 18 Οκτωβρίου, περιέπλεξαν ακόμα


περισσότερο την κατάσταση. Ο ΕΛΑΣ δεν ήθελε να συνεργαστεί με τον ΕΔΕΣ κατά των
Γερμανών, αλλά θεωρούσε πρωταρχικό του στόχο τον ΕΔΕΣ. Εκείνος, πάλι, ανταπέδωσε τα
ίσα αντιμετωπίζοντας ως κύριο εχθρό του τον ΕΛΑΣ, και προσπαθώντας να εκμεταλλευτεί
τις αδυναμίες του κατά τη γερμανική επίθεση.

Το Κάιρο αναγνώρισε την κατάσταση εμφυλίου πολέμου με μια έκκληση του Ουίλσον προς
τους αντιμαχόμενους να σταματήσουν τις εχθροπραξίες. Προσεκτικά, δεν έριχνε το
φταίξιμο σε καμιά από τις οργανώσεις, αλλά αυτό προκάλεσε έντονη αντίδραση του
Ρέτζιναλντ Λήπερ, πρεσβευτή της Βρετανίας στην ελληνική κυβέρνηση του Καΐρου. Στην
επιστολή του, ο πρεσβευτής τασσόταν υπέρ μιας πλήρους διακοπής των σχέσεων με το
ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, κι απαιτούσε να επαναληφθεί η αποστολή εφοδίων στον Ζέρβα. Η SOE
κατάφερε ξανά ν' αποφύγει μια ρήξη με το ΕΑΜ, αλλά ο Λήπερ συνέχισε την εκστρατεία
του για μονομερή υποστήριξη του Ζέρβα με τηλεγραφήματα στο Λονδίνο και στον Ήντεν
στη Μόσχα, ισχυριζόμενος ότι ο Ζέρβας πολεμούσε κατά των Γερμανών, κι ας τον
μαχαίρωνε πισώπλατα ο ΕΛΑΣ. Στην πραγματικότητα, υπάρχουν άφθονα στοιχεία από τα
γερμανικά αρχεία ότι ο γερμανικός στρατός έδρασε κυρίως κατά «KOMMUNISTISCHE
BANDEN» 20.

Από την άλλη πλευρά, ο Ζέρβας κάθησε φρόνιμος στο μεγαλύτερο διάστημα του
Νοεμβρίου, και δε δοκίμασε να εκμεταλλευτεί την αδυναμία του ΕΛΑΣ. Οι συμπλοκές με
τον ΕΛΑΣ και τους Γερμανούς είχαν κοστίσει αρκετά στις δυνάμεις του Ζέρβα, σε τέτοιο
βαθμό μάλιστα, ώστε ο αξιωματικός σύνδεσμός του, ο Τομ Μπαρνς, να φοβάται ότι οι
δυνάμεις του θα χρειαζόταν ίσως να εκκενώσουν την περιοχή με πλοία. Καθώς όμως ο
Ζέρβας είχε το αρχηγείο του πολύ κοντά στις γερμανικές θέσεις, ο ΕΛΑΣ δεν τολμούσε να
τον πειράξει. Τη σύμπτωση αυτή τη σημείωσε ο Μπαρνς, που πια άρχισε να υποψιάζεται
ότι μπορεί ο Ζέρβας να είχε κάποια συμφωνία με τους Γερμανούς 21.

Η υποψία αυτή δεν επέδρασε καθόλου στη βρετανική υποστήριξη. Ο Λήπερ παραπονιόταν
πως η SOE κι ο Ουίλσον ήθελαν ακόμα να επαναλάβουν την αποστολή εφοδίων στον ΕΛΑΣ,
και έλπιζε ότι επιστρέφοντας ο Ήντεν από τη Μόσχα, θα έβαζε τα πράγματα στη θέση τους.
Στη συνεδρίαση της Επιτροπής Άμυνας Μέσης Ανατολής, στις 7 Νοεμβρίου, οι βρετανικές
αρχές αναγκάστηκαν ν' αναγνωρίσουν ότι μια αντιπαράθεση με το ΕΑΜ θα ήταν δυνατή

Digitized by 10uk1s
μόνο αν το πρόβλημα του βασιλιά Γεωργίου έπαυε να ενισχύει την κομμουνιστική
προπαγάνδα. Γι' αυτό, αποφασίστηκε να αποσπάσουν μια δήλωση του βασιλιά στην οποία
να καταγγέλλει το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, αλλά και να υπόσχεται ότι δε θα επέστρεφε στη χώρα
αμέσως μετά την απελευθέρωση. Στο Λονδίνο, ο Ήντεν εξήγησε στην Πολεμική Κυβέρνηση
ότι η παραπέρα υποστήριξη προς το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ θα είχε ελάχιστες στρατιωτικές επιπτώσεις.
Κι ακόμα, ότι μια που το 80 τοις εκατό του ελληνικού πληθυσμού ήταν κατά του βασιλιά, η
άκρα Αριστερά είχε ένα πολύ εύκολο παιχνίδι να παίξει, εκτός κι αν ο βασιλιάς ξεκαθάριζε
ότι θα αναβάλει την επιστροφή του μέχρι να αποφασιστεί με δημοψήφισμα το μελλοντικό
Σύνταγμα της χώρας. Ο βασιλιάς Γεώργιος, ωστόσο, δεν ήθελε να δεσμευτεί σε κάτι τέτοιο.
Υποστηριζόμενος από τον Αμερικανό Πρόεδρο Φράνκλιν Ντ. Ρούζβελτ, αλλά και από τον
Τσώρτσιλ, δημοσίευσε μόνο μια αόριστη υπόσχεση ότι θα μελετήσει ξανά την κατάσταση
με την απελευθέρωση. Κι έτσι, τα σχέδια των Άγγλων για διακοπή σχέσεων με το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ
δεν οδήγησαν πουθενά 22.

Αντί γι' αυτό, οι βρετανικές αρχές στο Κάιρο μελετούσαν σοβαρά την ιδέα μείωσης των
αντιστασιακών δυνάμεων κατά 40 τοις εκατό. Όμως, η αξιοσημείωτη αυτή πρόταση δεν
ανακοινώθηκε δημοσίως πριν μαθευτεί ότι ο Γουντχάουζ είχε θετική ανταπόκριση στην
πρότασή του για ανακωχή. Ακόμα κι ο Λήπερ αναγνώρισε πως οι Άγγλοι θα έπρεπε να
ανεχθούν κι άλλο το αντάρτικο. Κατά πάσα πιθανότητα, αναγκάστηκε να το κάνει επειδή το
Φόρεϊν Όφις αμφισβητούσε -και δικαίως- τη λογική της προτεινόμενης μείωσης, μια που
δεν υπήρχε εγγύηση ότι θα τη δεχόταν το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, ενώ οι ψυχολογικές επιπτώσεις της
πρότασης στην Ελλάδα μπορεί να ήταν επιβλαβείς. Η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση και το
Φόρεϊν Όφις έκαναν μια δημόσια έκκληση για ενωμένο μέτωπο της Αντίστασης, και
ζήτησαν αμερικανική και σοβιετική υποστήριξη. Αρχικά, η Μόσχα ισχυρίστηκε ότι δεν είχε
πληροφορίες για το τι συνέβαινε στην Ελλάδα. Ύστερα όμως από προσωπική παρέμβαση
του Τσώρτσιλ στον Στάλιν, η Σοβιετική Ένωση εξέδωσε μια ανακοίνωση που υποστήριζε την
ύπαρξη ενιαίου μετώπου των Ελλήνων ανταρτών23.

Στην Ελλάδα, ο Ζέρβας προσπάθησε να κερδίσει το χαμένο έδαφος. Φαίνεται πως ο Τομ
Μπαρνς δεν ακολούθησε τις διαταγές που είχε, να εμποδίσει τον Ζέρβα να προβεί σε
επιθετικές ενέργειες κατά του ΕΛΑΣ αλλά, αντιθέτως, ενθάρρυνε και υποστήριξε τον Ζέρβα
στην προσπάθειά του να παρουσιάσει στο Συμμαχικό Αρχηγείο της Μέσης Ανατολής ένα
τετελεσμένο γεγονός, πιστεύοντας πως κάτι τέτοιο θα το δεχόταν μ' ευχαρίστηση το Κάιρο.
Προφανώς, ο Μπαρνς δεν γνώριζε ότι ο Ζέρβας είχε έρθει σε επαφή με τους Γερμανούς για
να έχει προφυλαγμένα τα νώτα του. Στις 3 Ιανουαρίου 1944, ο Ζέρβας πέρασε τον Άραχθο
θέλοντας να ξανακερδίσει την περιοχή των Τζουμέρκων, που του είχε αποσπάσει ο ΕΛΑΣ.
Παρά τις διαμαρτυρίες του ΕΑΜ, το Φόρεϊν Όφις ανέχθηκε τις ενέργειες του Ζέρβα24. Κι
ύστερα από κάποιους αρχικούς δισταγμούς, ο ΕΛΑΣ διατάχτηκε από τον Σιάντο να
αντεπιτεθεί κι ο Ζέρβας υποχώρησε. Απειλούμενος με καθολική κατάρρευση από έλλειψη
εφοδίων, ο Ζέρβας έκανε έκκληση στο Κάιρο κι ο Μπαρνς ζήτησε να του σταλούν
πυρομαχικά. Ο ΕΔΕΣ αναγκάστηκε να αποδεχτεί τα υπάρχοντα όρια, αλλά δοκίμασε να
κάνει και μια συνεργασία της τελευταίας στιγμής με τους Γερμανούς, μέσω του λοχαγού Θ.
Σαράντη αυτή τη φορά. Το αποτέλεσμα ήταν η γερμανική Επιχείρηση Σπέρμπερ ν' αρχίσει
ταυτόχρονα με την τελική προσπάθεια του ΕΔΕΣ να περάσει τον Άραχθο 25. Οι Άγγλοι,
αντιθέτως, υποψιάζονταν συνεργασία των Γερμανών με τον ΕΛΑΣ. Η αντεπίθεση του ΕΔΕΣ
δεν είχε επιτυχία, κι ο Ζέρβας δέχτηκε μια ανακωχή που θα άρχιζε να ισχύει στις 4-5
Φεβρουαρίου 1944 26.

Η ανάλυση των συνομιλιών ανάμεσα στις οργανώσεις, που κατέληξαν στη συμφωνία της
Πλάκας στις 29 Φεβρουαρίου, βρίσκεται έξω από τα πλαίσια του παρόντος, αν και θα
έπρεπε ίσως να τονιστεί ότι το ΕΑΜ ήταν πάντα αφοσιωμένο στην ιδέα της ενοποίησης των

Digitized by 10uk1s
αντιστασιακών δυνάμεων. Κανείς, φυσικά, δεν μπορεί να πει ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα,
αν είχε επιτευχθεί αυτός ο σκοπός. Αυτό που συνέβη πάντως, ήταν να γίνει το ΕΑΜ ακόμα
πιο φιλύποπτο απέναντι στο ρόλο του ΕΔΕΣ, και στους απώτερους σκοπούς των Άγγλων.
Τόσο που, στο τέλος, το ΕΑΜ θεώρησε ότι ήταν πολύ πιο αναγκαίο να χρησιμοποιήσει την
κύρια δύναμη του ΕΛΑΣ για να εκμηδενίσει τον ΕΔΕΣ, παρά για να πολεμήσει τους Άγγλους,
κατά τη διάρκεια των γεγονότων του Δεκεμβρίου 1944. Στα σίγουρα, ο ΕΔΕΣ έδωσε πολλά
ακόμα δείγματα της προθυμίας του να έρθει σε μια συνεννόηση με τους Γερμανούς, αν και
μπορεί να πει κανείς ότι δεν χρειάζονταν κι άλλες αποδείξεις. Ο ΕΔΕΣ είχε ήδη ξεκαθαρίσει
ότι θεωρούσε τους Γερμανούς ως το μη χείρον. Όμως, αποτελεί ένα από τα πιο
πολυσυζητημένα προβλήματα της περιόδου, το γιατί το ΕΑΜ επέλεξε να επικεντρώσει τις
προσπάθειές του κατά του ΕΔΕΣ τον Δεκέμβριο του '44. Καθώς δεν υπάρχουν αδιάσειστα
στοιχεία, μπορούμε μόνο να εικάσουμε ότι το ΕΑΜ υποτίμησε τη θέληση της βρετανικής
κυβέρνησης να επέμβει με οποιοδήποτε τίμημα για να μην πέσει η Ελλάδα στα χέρια του
ΕΑΜ, και ότι το ΕΑΜ ήταν πεπεισμένο πως η ύπαρξη αντίπαλων στρατιωτικών οργανώσεων
θα αποτελούσε εμπόδιο στην εφαρμογή του προγράμματός του, αδιακρίτως του αν οι
οργανώσεις αυτές βρίσκονταν κάτω από άμεση ή έμμεση γερμανική διοίκηση. Προς αυτή
την κατεύθυνση, θεωρήθηκε επαρκής απόδειξη στα μάτια του ΕΑΜ και του ΚΚΕ το
ενδιαφέρον των Άγγλων, μετά την απελευθέρωση, να περισώσουν τα Τάγματα Ασφαλείας
από τον εκμηδενισμό, για να διατηρήσουν οποιαδήποτε δύναμη θα ήταν πρόθυμη να
πολεμήσει το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ.

Όσον αφορά στο ρόλο των Βρετανών στον εμφύλιο πόλεμο του 1943-4, ο Τσώρτσιλ κι ο
Ήντεν θα είχαν κατά πάσα πιθανότητα διακόψει κάθε σχέση με το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, αν είχαν
καταφέρει να ξεπεράσουν τις διαμαρτυρίες της SOE και των στρατιωτικών διοικητών. Δεν
υπάρχουν, όπως είδαμε, στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι τις συμπλοκές άρχισαν ή τις
στήριξαν οι βρετανικές αρχές, για να εξουδετερώσουν τον ΕΛΑΣ. Κι η προσπάθεια του Τομ
Μπαρνς να δώσει θάρρος στον Ζέρβα, φαίνεται πως έγινε παρά τις διαταγές του Καΐρου.
Για στρατιωτικούς και πολιτικούς λόγους, οι Άγγλοι δεν είχαν άλλη επιλογή απ' το να
μείνουν εκεί που βρίσκονταν στην Ελλάδα. Αν διέκοπταν την υποστήριξη προς το ΕΑΜ κι
απέσυραν τους άντρες τους (όσο ασήμαντη κι αν ήταν από στρατιωτική άποψη η παρουσία
τους) θα έβαζαν σε κίνδυνο ολόκληρη τη βρετανική πολιτική της πολεμικής περιόδου στα
Βαλκάνια. Γιατί τότε, τίποτα δε θα εμπόδιζε το ΕΑΜ να θέσει κάτω από τον απόλυτο έλεγχό
του όλη την Ελλάδα. Όσο λοιπόν υπήρχε κάποια λειτουργική συμφωνία με το ΕΑΜ, η
Αγγλία μπορούσε να ασκεί επιρροή στο όνομα των Συμμάχων, πράγμα που σήμαινε ότι
συμπεριλαμβανόταν κι ο σοβιετικός παράγοντας. Ιδίως, μάλιστα, μετά τη διάσκεψη των
υπουργών Εξωτερικών στη Μόσχα, τον Οκτώβριο του 1943, οπότε η Σοβιετική Ένωση
κατέστησε σαφή την έλλειψη ενδιαφέροντος εκ μέρους της για την Ελλάδα, οι Άγγλοι είχαν
τα πάντα να κερδίσουν διατηρώντας έστω και εύθραυστες σχέσεις με το ΕΑΜ.

Σε τελική ανάλυση, εκείνο που έσωσε τον ΕΔΕΣ από την πλήρη καταστροφή δεν ήταν η
βρετανική υποστήριξη -όσο σημαντική κι αν ήταν αυτή- ούτε η πίεση που ασκήθηκε από
τους Άγγλους στο ΕΑΜ. Ο ΕΔΕΣ θα είχε εξαφανιστεί, αν οι ταυτόχρονες με τις δικές του
γερμανικές επιχειρήσεις δεν είχαν βάλει φρένο στην επίθεση του ΕΛΑΣ, και δεν τον
εξασθενούσαν τόσο, ώστε να κατορθώσει να επιζήσει ο Ζέρβας. Η προθυμία του ΕΑΜ να
έρθει σε μια συνεννόηση στο τέλος του Ιανουαρίου 1944, οφείλεται χωρίς καμιά αμφιβολία
στη σιωπηρή εκ μέρους του αναγνώριση ότι ο ΕΛΑΣ δεν μπορούσε να κινηθεί με επιτυχία
κατά του ΕΔΕΣ και των Γερμανών ταυτοχρόνως.

Ανακεφαλαιώνοντας εκείνο που έχει πομπωδώς αποκληθεί «πρώτος γύρος», μπορεί κανείς
με κάθε ειλικρίνεια να πει ότι το ΚΚΕ και το ΕΑΜ είχαν σκοπό να ενισχύσουν τη θέση τους
στην Ελλάδα, εν όψει της αυξανόμενης αντεπίθεσης των ντόπιων αντιπάλων τους και των

Digitized by 10uk1s
Άγγλων, σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία έδειχνε να πλησιάζει η απελευθέρωση. Κάτω
από αυτό το πρίσμα, οποιαδήποτε συμπλοκή ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και τον ΕΔΕΣ -και
υπήρξαν πολλές τέτοιες- θα μπορούσε να αποδειχτεί καταλυτική και να ξεκινήσει μια
γενική επιχείρηση για την εξουδετέρωση του αντιπάλου. Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που
να λέει ότι η σύγκρουση ήταν πραγματικά μια τελική απόπειρα για την κατάληψη της
εξουσίας από την πλευρά του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, ή έστω ένα πρελούδιο σε μια γενική
επίθεση. Η δράση τους, μάλλον, είχε σκοπό τη σταθεροποίηση της κατάστασης. Σύντομα
ωστόσο ξέφυγε από κάθε έλεγχο, καθώς ενεπλάκησαν και οι Γερμανοί. Δεν είναι ιδιαίτερα
πιστευτό ότι το ΕΑΜ και το ΚΚΕ θα μελετούσαν στα σοβαρά την ιδέα να διαλύσουν τον
ΕΔΕΣ σε ένα διμέτωπο αγώνα μ' αυτόν και τους Γερμανούς ταυτοχρόνως. Οι συμπλοκές
σταμάτησαν όταν η γερμανική επίθεση προκάλεσε σημαντικές βλάβες στον ΕΛΑΣ, κι ο ΕΔΕΣ
ρίχτηκε πίσω στην Ήπειρο, εξαφανιζόμενος από τις παλιές περιοχές του ΕΛΑΣ. Ο «πρώτος
γύρος» δεν είχε, κατά πάσα πιθανότητα, προετοιμαστεί καθόλου σαν «γύρος», αλλά
μάλλον σαν μια επιχείρηση σταθεροποίησης γεωγραφικών σφαιρών επιρροής σε μια
χρονική στιγμή που η απελευθέρωση έδειχνε να πλησιάζει 27 . Όταν ο στόχος αυτός
αποδείχτηκε ανεφάρμοστος, το ΕΑΜ και το ΚΚΕ επέστρεψαν στην τακτική του «BUSINESS
AS USUAL», του «δεν έγινε δα και τίποτα», αρχίζοντας ακόμα και διαπραγματεύσεις για την
ενοποίηση με τον αντίπαλό τους. Μ' αυτόν τον τρόπο, αναγνώρισαν ότι για την ώρα, δεν
μπορούσαν να αποκτήσουν τον πλήρη πολιτικό και στρατιωτικό έλεγχο της χώρας.

Digitized by 10uk1s
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV
Η ήττα του ΕΑΜ από τους Βρετανούς, 1944-5
Lars Baerentzen και David H. Close

Η ΒΡΕΤΑΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΗ ΕΛΛΑΔΑ

Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1944, η ραγδαία προέλαση των αγγλοαμερικανικών
στρατιών από τα δυτικά, σε συνδυασμό με την πίεση του Ερυθρού Στρατού από τα
ανατολικά, οδήγησε πολλούς ηγέτες των Συμμάχων να αναμένουν κατάρρευση των
Γερμανών. Στα μέσα του Αυγούστου του 1944, οι βρετανικές υπηρεσίες πληροφοριών
προέλεγαν ότι η στρατιωτική ήττα των Γερμανών θα ερχόταν πριν από το τέλος του 1944.
Στις 4 Σεπτεμβρίου, για λόγους σχεδιασμού, η Πολεμική Κυβέρνηση του Λονδίνου όρισε την
ημερομηνία 31 Δεκεμβρίου 1944, ως το τέλος του πολέμου στην Ευρώπη 1.

Την ίδια στιγμή, όμως, οι Άγγλοι ανησυχούσαν όλο και πιο πολύ για τη ρωσική προέλαση
στην κεντρική και νοτιοανατολική Ευρώπη και τις επιπτώσεις που θα είχε αυτή η προέλαση
στη μεταπολεμική κατάσταση. Ο αρχηγός του βρετανικού Γενικού Επιτελείου στρατηγός
σερ Άλαν Μπρουκ, υποστήριζε τον Ιούλιο του 1944 ότι: «Κυρίαρχη δύναμη στην Ευρώπη
δεν είναι πια η Γερμανία, αλλά η Ρωσία... Κατά συνέπεια, αναστήστε τη Γερμανία,
ενισχύστε τη σταδιακά και φέρτε τη μέσα σε μια Συνομοσπονδία της Δυτικής Ευρώπης». Κι
ο Μπρουκ πρόσθετε ότι, «δυστυχώς, όλα αυτά πρέπει να γίνουν κάτω από το μανδύα μιας
ιερής συμμαχίας μεταξύ Αγγλίας, Ρωσίας και Αμερικής» 2.

Η ρωσική προέλαση στα εδάφη της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας συνέπεσε με την αρχή
της γερμανικής αποχώρησης από την Ελλάδα, στα τέλη Αυγούστου. Δεν υπήρχε λοιπόν
στρατιωτικό εμπόδιο για την εξακολούθηση της ρωσικής προέλασης στην Ελλάδα όπου,
χωρίς αμφιβολία, θα την καλοδέχονταν οι αντάρτες του ΕΛΑΣ. Η βρετανική κυβέρνηση,
όμως, ήταν αποφασισμένη να εμποδίσει μια τέτοια εξέλιξη. «Αποτελεί μέρος της πολιτικής
μας εδώ κι αρκετό διάστημα, το να κρατήσουμε τους Ρώσους έξω από την Ελλάδα», έγραφε
ο Λόρδος Σέλμπορν, αρχηγός της Υπηρεσίας Ειδικών Επιχειρήσεων (SOE), τον Ιούλιο του
1944 3, και φαίνεται ότι πάνω σ' αυτό το σημείο δεν ακούγονταν διαφωνίες από κανέναν
Άγγλο ηγέτη. Πραγματικά, το βρετανικό «ενδιαφέρον» στην ανατολική Μεσόγειο,
συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, αποτελούσε πολιτική τόσο παλιά -πριν ακόμα κι
από τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, στα 1830- ώστε τις πιο πολλές φορές οι Άγγλοι
πολιτικοί, διπλωμάτες και στρατιωτικοί, τη θεωρούσαν σαν κάτι δεδομένο.

Στα 1944, αυτή η παραδοσιακή βρετανική πολιτική αντιμετώπιζε τρεις βασικές δυσκολίες. Η
πρώτη ήταν ότι η μεγαλύτερη αντιστασιακή οργάνωση στην Ελλάδα, το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ
ελεγχόταν φανερά από το ΚΚΕ και, από το καλοκαίρι του 1944, κυριαρχούσε στο
μεγαλύτερο μέρος της χώρας. Οι Βρετανοί ηγέτες πίστευαν πως οι Έλληνες κομμουνιστές,
τους οποίους θεωρούσαν προφυλακή της Ρωσίας, θα καταλάμβαναν την εξουσία στην
Αθήνα μόλις θ' αποχωρούσαν οι Γερμανοί, εκτός κι αν γινόταν κάτι για να τους εμποδίσει.

Το δεύτερο πρόβλημα ήταν ότι τα στρατηγικά σχέδια των Συμμάχων δεν προέβλεπαν καμιά
ευρείας κλίμακας εισβολή στα Βαλκάνια. Κατά συνέπεια, δεν υπήρχαν αρκετά διαθέσιμα
στρατεύματα ώστε να αναληφθεί μια απόβαση στην Ελλάδα, όσο υπήρχαν εκεί γερμανικά
στρατεύματα. Αυτό σήμαινε ότι οι Άγγλοι θα μπορούσαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα
μόνο όταν οι Γερμανοί θ' αποφάσιζαν να φύγουν. Ωστόσο, ο Ερυθρός Στρατός προχωρούσε

Digitized by 10uk1s
μέσα στα Βαλκάνια, πράγμα που αποτελούσε μέρος της γενικής προέλασης του.

Το τρίτο πρόβλημα που αντιμετώπιζαν οι Βρετανοί, ήταν το πώς θα εξασφάλιζαν την


κατανόηση της Μόσχας και της Ουάσιγκτον για την επιθυμία της Αγγλίας να είναι η
κυρίαρχη συμμαχική δύναμη στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση.

Από την αρχή τουλάχιστον του 1943, όταν η πορεία του πολέμου επέτρεπε να γίνουν με
κάποια βαρύτητα σκέψεις για τη μεταπολεμική κατάσταση, η Μεγάλη Βρετανία είχε δυο
διαφορετικές πολιτικές για την Ελλάδα: μια βραχυπρόθεσμη «στρατιωτική» στρατηγική
που αφορούσε στον πόλεμο με τη Γερμανία, και μια μακροπρόθεσμη «πολιτική»
στρατηγική, σχετικά με τα βρετανικά συμφέροντα μετά τον πόλεμο. Η διπλή αυτή πολιτική
είχε περιγραφεί εναργέστατα στα μέσα του 1943 από τον αντισυνταγματάρχη Τζον Στίβενς
της SOE, ο οποίος έγραψε στην αναφορά που έκανε ύστερα από μια διερευνητική
αποστολή στην κατεχόμενη Ελλάδα:

Απ' όσο καταλαβαίνω, οι στόχοι της βρετανικής κυβέρνησης στην Ελλάδα είναι δύο:
πρώτον, να εξασφαλίσει τη μεγαλύτερη δυνατή στρατιωτική προσπάθεια στον αγώνα
κατά του Άξονα και, δεύτερο, να έχει στη μεταπολεμική Ελλάδα μια σταθερή
κυβέρνηση φιλική προς τη Μεγάλη Βρετανία και αν είναι δυνατόν, μια συνταγματική
μοναρχία4.

Απ' τον Οκτώβριο του 1943 έως τον Φεβρουάριο του 1944 είχε ξεσπάσει ανοιχτός εμφύλιος
πόλεμος ανάμεσα στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και την αντικομμουνιστική αντάρτικη οργάνωση ΕΔΕΣ
(βλέπε προηγούμενο κεφάλαιο). Τα βρετανικά στρατιωτικά συμφέροντα υπαγόρευαν να μη
διακοπούν εντελώς οι σχέσεις με τον ΕΛΑΣ, επειδή αυτός έλεγχε το μεγαλύτερο μέρος της
Ελλάδας, συμπεριλαμβανομένων των περιοχών απ' τις οποίες μπορούσαν να γίνουν
επιθέσεις και σαμποτάζ κατά των γερμανικών γραμμών επικοινωνιών. Απ' την άλλη, εξίσου
ζωτικό ζήτημα για τα μεταπολεμικά βρετανικά συμφέροντα ήταν η συνεχιζόμενη παρουσία
του ΕΔΕΣ στη βορειοδυτική Ελλάδα, υπό την ηγεσία του Ζέρβα, ο οποίος θεωρείτο έμπιστος
φίλος της Βρετανίας. Κατά συνέπεια, η επίσημη βρετανική γραμμή ήταν η ουδετερότητα,
αλλά ταυτοχρόνως φρόντιζαν να βοηθάνε μυστικά τον Ζέρβα και προσπαθούσαν να
εμποδίσουν την εξόντωση του ΕΔΕΣ που πιθανότατα, δε θα επιζούσε της αντιπαράθεσης με
τον ΕΛΑΣ, χωρίς τη βρετανική υποστήριξη 5.

Ο εμφύλιος πόλεμος τελείωσε στις 29 Φεβρουαρίου με τη συμφωνία της Πλάκας, όπως


έμεινε γνωστή. Διόλου παράξενο, που η συμφωνία αυτή δεν πέτυχε παρά μια προσωρινή
μόνο διακοπή των συμπλοκών. Από τη βρετανική σκοπιά, όμως, η σημασία της συμφωνίας
βρισκόταν στο μυστικό της άρθρο: «Οι οργανώσεις ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, ΕΔΕΣ και ΕΚΚΑ θα
συνεργαστούν στενά στα σχέδια για την ΚΙΒΩΤΟ ΤΟΥ ΝΩΕ (παρενόχληση των γερμανικών
στρατευμάτων κατά την υποχώρησή τους), και θα διευκολύνουν τα σχέδια του Γενικού
Στρατηγείου της Μέσης Ανατολής, συμπεριλαμβανομένης της διείσδυσης ειδικών αγγλικών
και αμερικανικών μονάδων ετοιμασμένων για να πάρουν μέρος σ' αυτές τις επιχειρήσεις» 6.
Ο όρος αυτός έδινε επίσημη δικαιολογία για την ενίσχυση της αγγλοαμερικανικής
παρουσίας στην περιοχή που έλεγχε ο ΕΔΕΣ, με στόχο, κατά ένα μέρος, να ενισχυθούν οι
αντικομμουνιστικές θέσεις για μετά την απελευθέρωση.

Όταν η συμφωνία της Πλάκας δεν μπόρεσε να συμφιλιώσει τις φατρίες της ελληνικής
αντίστασης, οι ηγέτες του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ αποφάσισαν να δράσουν μόνοι τους. Στις αρχές του
Μαρτίου 1944, έφτιαξαν μια «αντιστασιακή κυβέρνηση» μέσα στην κατεχόμενη Ελλάδα.
Αυτή, έγινε γνωστή σαν ΠΕΕΑ (Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης). Οι ηγέτες του
ΚΚΕ απέφυγαν να την ονομάσουν κυβέρνηση, και συνέχισαν να επιμένουν για την ανάγκη

Digitized by 10uk1s
δημιουργίας μιας «ενιαίας κυβέρνησης», βασισμένης δηλαδή στη συμφωνία με άλλα
πολιτικά κόμματα 7. Όπως κι αν έχει το πράγμα, η ΠΕΕΑ είχε τη μορφή και δρούσε ως
πυρήνας μιας απελευθερωτικής κυβέρνησης· κατά συνέπεια, αποτελούσε πρόκληση για την
εξόριστη κυβέρνηση που υποστήριζαν οι Άγγλοι. Όταν η είδηση του σχηματισμού της ΠΕΕΑ
έφτασε στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις που βρίσκονταν υπό βρετανικό έλεγχο στη Μέση
Ανατολή, πολλοί από τους άντρες τους κινήθηκαν υπέρ της ΠΕΕΑ8. Οι Άγγλοι αντέδρασαν
αυστηρά σ' αυτό που κατά τη γνώμη τους αποτελούσε ανταρσία, και έκλεισαν
περισσότερους από 10.000 Έλληνες στρατιώτες σε στρατόπεδα στην Αιθιοπία και τη Δυτική
Έρημο. Κατά τρόπο ειρωνικό, τα γεγονότα αυτά εξυπηρέτησαν με τρεις τρόπους τους
βρετανικούς στόχους στην Ελλάδα. Πρώτο, προκάλεσαν κρίση ανάμεσα στους εξόριστους
στην Αίγυπτο Έλληνες πολιτικούς, γεγονός που άνοιξε το δρόμο στον περισσότερο δυναμικό
ηγέτη Γεώργιο Παπανδρέου, ο οποίος έγινε πρωθυπουργός τον Απρίλιο του 1944, έχοντας
την πλήρη υποστήριξη των Άγγλων. Δεύτερο, τα ακολούθησε μια βαθιά εκκαθάριση των
ελληνικών δυνάμεων, ως αποτέλεσμα της οποίας δημιουργήθηκε μια μικρή αλλά αξιόπιστη
αντικομμουνιστική δύναμη (αποτελούμενη κυρίως από την Τρίτη ή Ορεινή Ταξιαρχία).
Τρίτο, στο μυστικό κόσμο των στρατηγικών εξαπατήσεων, τα επεισόδια ανάμεσα στους
Έλληνες της Αιγύπτου πρόσφεραν μια αληθοφανή κάλυψη για μια ακόμα αναβολή της
άπιαστης εκείνης «απόβασης στην Ελλάδα» που οι αρχικατάσκοποι του Λονδίνου
προσπαθούσαν να κάνουν τους Γερμανούς να πιστέψουν ότι επρόκειτο να γίνει από ώρα σε
ώρα 9.

Τον Απρίλιο του 1944, ομάδες του ΕΛΑΣ, χωρίς έγκριση απ' την κεντρική διοίκησή τους,
επιτέθηκαν στην αντάρτικη ομάδα ΕΚΚΑ στην περιοχή του Παρνασσού. Έπιασαν και
δολοφόνησαν τον στρατιωτικό της ηγέτη συνταγματάρχη Δημήτριο Ψαρρό, που τον
υποστήριζε η βρετανική αποστολή στην Ελλάδα, και έχαιρε μεγάλου σεβασμού στην
Ελλάδα για τον αφιλοκερδή πατριωτισμό του και τη γενναιοφροσύνη του 10. Το έγκλημα
αυτό, προμήθευσε ένα όπλο στον νέο αρχηγό της εξόριστης κυβέρνησης: τον Μάιο, ο
Παπανδρέου κάλεσε σε διάσκεψη εκπροσώπους όλων σχεδόν των μεγάλων κομμάτων και
αντιστασιακών ομάδων της Ελλάδας. Στη διάσκεψη αυτή, που έγινε σ' ένα ξενοδοχείο σε
βουνό κοντά στη Βηρυττό, ο Παπανδρέου (με την έντονη υποστήριξη του πρεσβευτή της
Αγγλίας στην ελληνική κυβέρνηση Ρέτζιναλντ Λήπερ), κατάφερε να απομονώσει τους
αντιπροσώπους του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, του ΚΚΕ και της ΠΕΕΑ. Η εξόντωση της ΕΚΚΑ, ήρθε να
στηρίξει τις κατηγορίες του Παπανδρέου ότι το ΚΚΕ χρησιμοποιούσε την Αντίσταση για να
εξασφαλίσει το μονοπώλιο της εξουσίας στην Ελλάδα. Κι αντί να προσπαθήσει να
δικαιολογήσει αυτή την ενέργεια, ο καθηγητής Αλέξανδρος Σβώλος, ο μη κομμουνιστής
πρόεδρος της ΠΕΕΑ, φαίνεται ότι έπεισε τον κομμουνιστή αντιπρόσωπο Πέτρο Ρούσο να
υπογράψει μια καταδίκη της επίθεσης κατά της ΕΚΚΑ. Ο Παπανδρέου εξασφάλισε επίσης
την υπογραφή του Ρούσου στη διακήρυξη η οποία ετοιμάστηκε στο τέλος της διάσκεψης,
και που αποκλήθηκε Συμφωνία του Λιβάνου. Με τη διακήρυξη αυτή, η Αριστερά
αναλάμβανε επισήμως την υποχρέωση να δεχτεί να συνεργαστεί με τα παλιά κόμματα σε
μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας 11.

Οι ηγέτες του ΚΚΕ αποκήρυξαν αμέσως από τα ορεινά τους αρχηγεία την υπογραφή του
Ρούσου κι αρνήθηκαν να στείλουν εκπροσώπους τους στην κυβέρνηση. Για αρκετές
βδομάδες, το χάσμα ανάμεσα στο ΕΑΜ και τους εξόριστους πολιτικούς διατηρήθηκε βαθύ
όπως πάντα. Στο μεταξύ, πλησίαζε ο καιρός που η αποχώρηση των Γερμανών από την
Ελλάδα θα έθετε ξεκάθαρα το ζήτημα της μεταπολεμικής διακυβέρνησης.

Από τον Φεβρουάριο, ο Άγγλος Γενικός Διοικητής στη Μέση Ανατολή στρατηγός σερ Χένρι
Μέτλαντ Γουίλσον, με τη σύμφωνη γνώμη των αρχηγών των Επιτελείων, προέτρεπε να
υποστηριχθεί ο ΕΛΑΣ ως η πιο ικανή να καθηλώσει και να παρενοχλήσει τα γερμανικά

Digitized by 10uk1s
στρατεύματα στην Ελλάδα οργάνωση. Ο Τσώρτσιλ και το Φόρεϊν Όφις διαφωνούσαν,
φοβούμενοι ότι κάτι τέτοιο θα αύξαινε τις δυνατότητες του ΕΛΑΣ να καταλάβει όλη τη χώρα
μετά την απελευθέρωση. Την πολιτική του Γουίλσον όμως την εφάρμοσε ο διοικητής των
δυνάμεων της SOE στα Βαλκάνια ταξίαρχος K.P. Μπάρκερ-Μπένφιλντ, όταν επισκέφτηκε
την Ελλάδα τον Αύγουστο, για να καθορίσει τη διανομή εφοδίων και στρατιωτικών
αρμοδιοτήτων στον ΕΛΑΣ και τον ΕΔΕΣ, για την Επιχείρηση Κιβωτός του Νώε. Η φιλική του
στάση εξέπληξε τους διοικητές του ΕΛΑΣ, και μπορεί να συνέβαλε στη συμφιλίωσή τους με
την ιδέα της μεταστροφής της ηγεσίας τους, που τώρα πια ήθελε να συνεργαστεί με τους
Άγγλους 12.

Οι αγγλικές αρχές, πάντως, συμφώνησαν στην ανάγκη να σταλούν στρατεύματα στην


Ελλάδα μετά την απελευθέρωση. Η κυβέρνηση αντιμετώπισε αυτό το ζήτημα τον Μάιο,
όταν έγινε φανερό ότι δε θα υπήρχαν διαθέσιμες δυνάμεις για μια απόβαση που θα
συναντούσε αποφασιστική αντίσταση. Την ίδια στιγμή, η σοβιετική στάση προκαλούσε
ανησυχίες στο Λονδίνο. Οι βρετανικοί χειρισμοί στην ανταρσία των ελληνικών δυνάμεων,
τον Απρίλιο, προκάλεσαν επικρίσεις από Σοβιετικούς διπλωμάτες κι από τα σοβιετικά μέσα
ενημέρωσης. Ο Τσώρτσιλ είδε αυτή την αντίδραση, προειδοποίηση ότι οι Σοβιετικοί είχαν
την πρόθεση να επέμβουν στις ελληνικές υποθέσεις, και διαμαρτυρήθηκε στον Μολότοφ
στις 16 Απριλίου. Η σοβιετική απάντηση ήταν διαλλακτική, κι η βρετανική κυβέρνηση
προσπάθησε τότε να φτάσει σε μια συμφωνία. Στις 5 Μαΐου, ο Άγγλος υπουργός
Εξωτερικών Άντονι Ήντεν κάλεσε τον Σοβιετικό πρεσβευτή στο Λονδίνο Φέοντορ Γκούσεφ,
και πρότεινε με πολλή λεπτότητα να κρατηθεί μακριά από την Ελλάδα η Σοβιετική Ένωση
διαβεβαιώνοντας ότι, σε αντάλλαγμα, η Βρετανία θα έπαυε να ενδιαφέρεται για τη
Ρουμανία. Σύμφωνα με την περίληψη της συνομιλίας που συνέταξε ο Ήντεν, ζήτησε ακόμα,
ο Σοβιετικός πρεσβευτής στο Κάιρο Νικολάι Νόβικοφ, να συμβουλεύει «τους Έλληνες που
πήγαιναν να τον δουν πως ήταν καθήκον και του ΕΑΜ και όλων τους να ενωθούν κάτω από
την κυβέρνηση του κ. Παπανδρέου, για να βοηθήσουν στην κοινή διεξαγωγή του
πολέμου» 13. Πιθανόν η σοβιετική κυβέρνηση να μην είχε καμιά επιθυμία να αναμιχθεί στην
Ελλάδα. Μα όπως κι αν έχει το πράγμα, φαίνεται πως έκανε ό,τι ακριβώς ζήτησε ο Ήντεν. Η
άφιξη μιας σοβιετικής στρατιωτικής αποστολής στην Ελλάδα στα τέλη Ιουλίου, έκανε
περισσότερο συνεργάσιμους τους ηγέτες του ΚΚΕ. Και οι αγγλοσοβιετικές επαφές
οδήγησαν τελικά στη συνεννόηση Τσώρτσιλ και Στάλιν στη Μόσχα, στις 9 Οκτωβρίου, που
έμεινε γνωστή ως συμφωνία των ποσοστών, κι η οποία στην πράξη έδινε εγγύηση για μη
ανάμιξη των Σοβιετικών στην Ελλάδα. Περισσότερο δυσκολεύτηκαν οι Άγγλοι να επιτύχουν
τη σύμφωνη γνώμη των Αμερικανών. Η Ουάσιγκτον -ή, πιο ειδικά, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ-
υποψιαζόταν οτιδήποτε θα μπορούσε να μοιάζει με ιμπεριαλισμό της παλιάς σχολής ή με
συμφωνίες για καθορισμό σφαιρών επιρροής. Στο τέλος, όμως, ο Τσώρτσιλ εξασφάλισε τη
διστακτική έγκριση της αμερικανικής κυβέρνησης στη συμφωνία του με τον Στάλιν,
επιμένοντας ότι ήταν περιορισμένης χρονικής διάρκειας 14.

Στο μεταξύ, ο Τσώρτσιλ κι ο Ήντεν εξακολουθούσαν να ευνοούν μια δημόσια ρήξη με την
Αριστερά, εφ' όσον αυτή αρνιόταν να συμμετάσχει στην κυβέρνηση Παπανδρέου. Παρόλο
που ήταν έξω φρένων για τη μοίρα του Ψαρρού, ο επικεφαλής της βρετανικής αποστολής
συνταγματάρχης K.M. Γουντχάουζ πρόβαλε το επιχείρημα ότι μια βρετανική αποκήρυξη του
ΕΑΜ/ΕΛΑΣ θα γινόταν, απλώς, άλλο ένα όπλο στα χέρια του ΚΚΕ. Κι ακόμα, ανησυχούσε για
την ασφάλεια της συμμαχικής αποστολής, και κυρίως για τους Έλληνες μέλη της 15. (Τον
Ιούνιο, τη συμμαχική αποστολή στην Ελλάδα αποτελούσαν 171 άτομα, στα οποία πρέπει να
προστεθούν 207 Άγγλοι και Αμερικανοί στρατιώτες που είχαν διεισδύσει στην Ελλάδα για
να πάρουν μέρος στην παρεμπόδιση της γερμανικής αποχώρησης). Φαίνεται λοιπόν ότι η
βρετανική κυβέρνηση θα είχε αποκηρύξει το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ αν ο Γουντχάουζ δεν είχε
κατορθώσει να παρουσιάσει προσωπικά τα επιχειρήματά του στον Τσώρτσιλ και τον

Digitized by 10uk1s
Ήντεν 16. Και τελικά, η ιδέα της αποκήρυξης του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ εγκαταλείφθηκε.

Στα τέλη Ιουλίου οι ηγέτες του ΚΚΕ αποφάσισαν ξαφνικά να συμμετάσχουν στην εξόριστη
κυβέρνηση. Μια τουλάχιστον από τις αιτίες αυτής της μεταστροφής, πρέπει να ήταν και οι
προτροπές της σοβιετικής αποστολής που έφτασε, με επικεφαλής τον συνταγματάρχη
Γκριγκόρι Ποπόφ, στην Ελλάδα τη νύχτα της 25ης-26ης 17. Προφανώς, όμως, υπήρξαν κι
άλλοι λόγοι. Ένας ήταν η αβεβαιότητα για τις βρετανικές προθέσεις. Έχουμε μαρτυρίες των
συναδέλφων τους, που λένε ότι οι συναρχηγοί του ΚΚΕ Σιάντος και Ιωαννίδης αποδέχτηκαν
μοιρολατρικά το ότι η Ελλάδα έπεφτε στη βρετανική σφαίρα επιρροής και, κατά συνέπεια,
απέτρεπαν κάθε σκέψη για πόλεμο με τους Άγγλους. Στο μεταξύ, την αναμονή μιας ευρείας
κλίμακας στρατιωτικής επέμβασης των Άγγλων, καλλιεργούσε τεχνηέντως -όπως αφηγείται
ο ίδιος- ο αντισυνταγματάρχης Νίκολας Χάμοντ, προσωρινός επικεφαλής της βρετανικής
αποστολής 18. Ένας τρίτος, κι ίσως ακόμα πιο σημαντικός λόγος που έκανε το ΚΚΕ ν'
αποφασίσει να πάρει μέρος στην κυβέρνηση Παπανδρέου και ν' αποδεχτεί την άφιξη
βρετανικών δυνάμεων, ήταν η επιθυμία να διατηρηθεί ο συνασπισμός στο ΕΑΜ και στην
ΠΕΕΑ με τους σοσιαλιστές του Σβώλου. Φαίνεται πως ο Σβώλος είχε ξεκαθαρίσει ότι οι
ανοιχτές εχθροπραξίες με τους Άγγλους θα έβαζαν τέρμα στη συνεργασία του με το ΚΚΕ, κι
ότι αυτό το τελευταίο δεν ήταν διατεθειμένο να διακινδυνεύσει μια τέτοια ρήξη.
Προφανώς, ο Σβώλος συμβόλιζε μια μεγάλη και με επιρροή μερίδα της ελληνικής κοινής
γνώμης 19.

Τον Ιούλιο, οι αρχηγοί των βρετανικών Γενικών Επιτελείων συζήτησαν τον αριθμό των
στρατευμάτων που χρειάζονταν για να εξασφαλιστεί ο έλεγχος της Ελλάδας αν οι Γερμανοί
παραδίδονταν ή αποχωρούσαν. Υπολόγιζαν ότι ο στρατιωτικός έλεγχος της Ελλάδας μπορεί
να απαιτούσε να διατεθούν μέχρι και 80.000 άντρες με αεροπορική υποστήριξη, πιθανώς
για αρκετούς μήνες. Οι απαιτήσεις λοιπόν αυτού του έργου, ήταν φανερά απίθανες.
Κατέληξαν, όμως, ότι ο έλεγχος της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, τις οποίες θεωρούσαν
βάσεις μιας ελληνικής κυβέρνησης, μπορούσε να εξασφαλιστεί με 10.000 άντρες και
αεροπορική υποστήριξη. Η δεύτερη αυτή πρόταση, βρισκόταν κοντά σ' εκείνο που
μελετούσε από καιρό ο Τσώρτσιλ, κι είχε γίνει αποδεκτό από την Πολεμική Κυβέρνηση στις
9 Αυγούστου. Δόθηκε λοιπόν οδηγία στις στρατιωτικές αρχές να κάνουν τις αναγκαίες
προετοιμασίες 20. Σε μια συνάντηση που έγινε στη Ρώμη, στις 21 Αυγούστου, ο Τσώρτσιλ
αποφάσισε ότι η Επιχείρηση Μάννα, όπως θα ονομαζόταν από 'δώ κι εμπρός, έπρεπε να
τεθεί υπό τον έλεγχο του στρατηγού Γουίλσον, που ήταν ο Ανώτατος Διοικητής των
Συμμάχων στη Μεσόγειο, με βάση του το Στρατηγείο των Συμμαχικών Δυνάμεων στην
Καζέρτα της Ιταλίας, και υπό τον πολιτικό έλεγχο του εκεί διαπιστευμένου υπουργού
Χάρολντ Μακμίλαν 21 . Διοικητής της Δύναμης 140 (των στρατευμάτων δηλαδή της
Επιχείρησης Μάννα), ορίστηκε ο στρατηγός Ρόναλντ Σκόμπι ο οποίος, όπως έγινε φανερό
αργότερα, δεν είχε ούτε πολιτική φαντασία ούτε πρόσφατη πολεμική πείρα 22.

Ο Τσώρτσιλ ήταν αποφασισμένος να αποστείλει τη Δύναμη 140 αμέσως μόλις θα


αποχωρούσαν οι -πολύ ανώτερες- γερμανικές δυνάμεις:

Είναι ιδιαίτερα επιθυμητό να εμφανιστούμε αιφνιδιαστικά, χωρίς να έχει προηγηθεί


κάποια εμφανής κρίση. Αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος για να αναχαιτίσουμε το ΕΑΜ.
Η ελληνική κυβέρνηση δε γνωρίζει τίποτα γι' αυτό το σχέδιο και σε καμιά περίπτωση
δεν πρέπει να μάθει το παραμικρό... Ελπίζω μόνο η τοπική κατάσταση να μη διαλυθεί
πριν να είμαστε έτοιμοι εμείς 23.

Στις 7 Σεπτεμβρίου, ο Σκόμπι εξέδωσε την πρώτη του Επιχειρησιακή Διαταγή, στην οποία
περιέγραφε την κατάσταση που μπορεί να συναντήσουν οι Άγγλοι στρατιώτες στην Αθήνα.

Digitized by 10uk1s
Ανάμεσα στις άλλες ζοφερές προοπτικές που έβλεπε, ήταν και οι «μάχες ανάμεσα σε
αντίπαλες φατρίες», ή κάτι ακόμα χειρότερο, έλεγχο του μέρους από «στοιχεία που δεν
υποστηρίζουν την Ελληνική Εθνική Κυβέρνηση»24. Τα βρετανικά στρατεύματα έπρεπε να
καταλάβουν «νευραλγικά σημεία» της Αθήνας, «πιθανώς διά της βίας», είτε αυτά τα
σημεία ήταν στα χέρια του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ είτε όχι.

Στην αρχή του Σεπτέμβρη οι γερμανικές δυνάμεις άρχισαν μια αργή και μεθοδική
υποχώρηση, πρώτα από τα νησιά και τη νότια Πελοπόννησο. Ο ρυθμός τους ήταν τόσο
αργός, ώστε πέρασε πάνω από ένας μήνας πριν εκκενώσουν την Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου.
Στις περισσότερες κωμοπόλεις της Πελοποννήσου, άφησαν πίσω τους φρουρές από
μονάδες συνεργατών τους, γνωστές ως Τάγματα Ασφαλείας, που τις είχαν εφοδιάσει με
άφθονα τρόφιμα και πυρομαχικά, πράγμα που ήταν μέσα στα πλαίσια της πολιτικής τους
να υποδαυλίσουν τον εμφύλιο πόλεμο. Οι εχθροπραξίες ανάμεσα σ' αυτές τις μονάδες και
τον ΕΛΑΣ κατά τη διάρκεια του 1944, ήταν άγριες 25. Μόλις οι γερμανικές δυνάμεις έφυγαν
από τη νότια Πελοπόννησο, ο ΕΛΑΣ περικύκλωσε ορισμένες από αυτές τις φρουρές και
απαίτησε την παράδοσή τους, ελπίζοντας να τις έχει καταβάλει πριν φτάσουν οι Άγγλοι. Τα
Τάγματα Ασφαλείας αρνήθηκαν, ελπίζοντας πως θα τα έσωζαν οι βρετανικές δυνάμεις. Ο
ΕΛΑΣ, όμως, επιτέθηκε, και νίκησε τις φρουρές της Καλαμάτας, του Πύργου και του
Μελιγαλά μεταξύ 8 και 15 Σεπτεμβρίου και, μέσα σ' ένα όργιο εκδίκησης, σκότωσε
εκατοντάδες άτομα. Πολλά από τα θύματα ήταν χωροφύλακες. Η χειρότερη σφαγή έγινε
στο Μελιγαλά, μερικά χιλιόμετρα βόρεια της Καλαμάτας όπου, σύμφωνα με μια ψύχραιμη
δεξιά εκτίμηση, σκοτώθηκαν περίπου 1.800 άτομα. Στη συνέχεια, δεκαοκτώ ηγετικές
φυσιογνωμίες απά τα Τάγματα Ασφαλείας και τη διοίκηση της Μεσσηνίας που
συνεργαζόταν με τον εχθρό, συμπεριλαμβανομένων του νομάρχη, του εισαγγελέα και του
διοικητή της χωροφυλακής συγκεντρώθηκαν στην Καλαμάτα, όπου άλλοι εκτελέστηκαν κι
άλλους τους λιντσάρισαν μόλις έφτασαν στην πόλη συγγενείς και φίλοι των φερόμενων ως
θυμάτων τους. Συμπλοκές ανάμεσα σε δυνάμεις συνεργατών και ΕΛΑΣ είχαν εξαπλωθεί και
στη Μακεδονία, με αποκορύφωμα τη μάχη του Κιλκίς στις 3 Νοεμβρίου, ανάμεσα σε 6.000
Ελασίτες και 9.000 άντρες από διάφορες ομάδες συνεργατών των Γερμανών. Σύμφωνα με
μια κομμουνιστική εκτίμηση, ο ΕΛΑΣ σκότωσε 356 άτομα και διέλυσε πλήρως την αντίπαλη
δύναμη. Έτσι, και στη Μακεδονία, οι δυνάμεις των συνεργασθέντων με τους Γερμανούς
αναζητούσαν, όπου μπορούσαν, την προστασία των Άγγλων αξιωματικών26.

Όταν έφτασαν στο Λονδίνο τα νέα γι' αυτά τα γεγονότα, προκάλεσαν ανησυχία, καθώς
μάλιστα συνέπεσαν με αναφορές για σοβιετική προέλαση στη Βουλγαρία. Το Φόρεϊν Όφις
ανησυχούσε μήπως ο ΕΛΑΣ αποκτήσει τον έλεγχο του μεγαλύτερου μέρους της Ελλάδας
πριν αποχωρήσουν από την Αθήνα ή καταρρεύσουν στρατιωτικά οι Γερμανοί. Πριν δηλαδή
υπάρξει μια από τις δυο προϋποθέσεις που είχαν τεθεί για να εξαπολυθεί η Επιχείρηση
Μάννα. Ο Ήντεν προσπάθησε να πείσει τον Τσώρτσιλ και τους αρχηγούς των Επιτελείων να
επιτρέψουν να σταλεί αμέσως το σύνολο της βρετανικής δύναμης στην Πελοπόννησο. Ο
Γουίλσον, όμως, υποστηριζόμενος από τους Μακμίλαν, Λήπερ και Παπανδρέου, πρόβαλε
με επιτυχία το επιχείρημα ότι ο κύριος όγκος των στρατευμάτων έπρεπε να κρατηθεί για
απόβαση στην Αθήνα 27 . Αποφασίστηκε πάντως, να σταλούν δυο μικρά βρετανικά
αποσπάσματα στην Πελοπόννησο. Κι οι άντρες τους, πέτυχαν σε ορισμένα μέρη να
εμποδίσουν παραπέρα συμπλοκές ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και τα Τάγματα Ασφαλείας.
Ορισμένοι Άγγλοι αξιωματικοί είχαν την ίδια επιτυχία σε άλλες περιοχές 28. Οι Άγγλοι, όμως,
δεν μπόρεσαν να εμποδίσουν τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ να κυριεύσουν, σε πολλά σημεία της
χώρας, μεγάλα αποθέματα γερμανικού πολεμικού υλικού, το οποίο οπωσδήποτε το
δικαιούνταν μετά τη συμφωνία της Καζέρτας. Ο ΕΛΑΣ είτε κυρίευε τα όπλα των δυνάμεων
των συνεργατών, είτε συγκέντρωνε εκείνα που άφηναν πίσω τους -επίτηδες, φαίνεται- οι
Γερμανοί. Μέχρι τότε, πολλές από τις μονάδες του ΕΛΑΣ -ή ίσως κι όλες- αντιμετώπιζαν

Digitized by 10uk1s
τρομερή έλλειψη όπλων και, κυρίως, πυρομαχικών, καθώς από τη μια δεν τους εφοδίαζε
επίτηδες η βρετανική αποστολή, ενώ, από την άλλη, είχαν ξοδέψει μέρος των αποθεμάτων
τους στις μάχες με τον ΕΔΕΣ. Έτσι, είχαν υποχρεωθεί να περιορίσουν τις επιχειρήσεις τους
και να διώξουν πολλούς εθελοντές που είχαν πάει να καταταγούν στις δυνάμεις του ΕΛΑΣ.
Οι περιορισμοί αυτοί, έδειχναν να μην υπάρχουν πια. Κι αυτή, ήταν μια εξέλιξη που
φαίνεται ότι δεν την είχαν απόλυτα προβλέψει οι Βρετανοί στρατιωτικοί σχεδιαστές 29.

Στις 15 Αυγούστου, οι ηγέτες του ΚΚΕ εγκατέλειψαν την επιμονή τους να παραιτηθεί ο
Παπανδρέου για να μπουν στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας. Κι έτσι, στις 3 Σεπτεμβρίου,
έξι υπουργοί που εκπροσωπούσαν το ΕΑΜ πήγαν στην εξόριστη κυβέρνηση η οποία είχε
μεταφερθεί από την Αίγυπτο στην Ιταλία, προφανώς για να βρίσκεται κοντά στο Συμμαχικό
Στρατηγείο. Οι Εαμικοί υπουργοί, δυο από τους οποίους ήταν κομμουνιστές,
συμπεριφέρθηκαν με εξαιρετικά συνεργάσιμο τρόπο, ίσως για να πείσουν τους Άγγλους ότι
δε χρειαζόταν να στείλουν στρατεύματα στην Ελλάδα. Και συμφώνησαν πως η κυβέρνηση
Παπανδρέου έπρεπε να είναι η μόνη υπεύθυνη για την τιμωρία των συνεργασθέντων με
τους Γερμανούς, και ότι οι ανταρτικές δυνάμεις έπρεπε να υπάγονται επιχειρησιακά στον
στρατηγό Γουίλσον. Και, κάτι ακόμα πιο αξιοσημείωτο, αποδέχτηκαν τους όρους της
συμφωνίας της Καζέρτας που υπογράφτηκε στις 26 Σεπτεμβρίου από τους Γουίλσον,
Παπανδρέου, Σαράφη (στρατιωτικό διοικητή του ΕΛΑΣ) και Ζέρβα (στρατιωτικό διοικητή
του ΕΔΕΣ). Με τη συμφωνία αυτή, οι ηγέτες της ελληνικής αντίστασης αποδέχονταν: την
αποστολή βρετανικών δυνάμεων στην Ελλάδα. Τον Σκόμίπι ως διοικητή όλων των
αντιστασιακών δυνάμεων στην Ελλάδα, για λογαριασμό της ελληνικής κυβέρνησης.
Επιπλέον, ο ΕΛΑΣ κι ο ΕΔΕΣ αναγνώριζαν αμοιβαία τις σφαίρες επιρροής τους. Κι ο ΕΛΑΣ
συμφωνούσε να κρατήσει εκτός Αττικής τις τακτικές δυνάμεις του, κι αναγνώριζε εκεί τη
δικαιοδοσία του φανατικά παπανδρεϊκού στρατιωτικού διοικητή Αττικής στρατηγού
Παναγιώτη Σπηλιωτόπουλου, ο οποίος συντόνιζε από τον Ιούλιο τις διάφορες
αντικομμουνιστικές δυνάμεις της πρωτεύουσας και κανόνιζε να εφοδιάζονται με όπλα από
τη Μέση Ανατολή. Μετά τη συμφωνία της Καζέρτας, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σοβιετική
Ένωση υποδήλωναν με τη σιωπή τους τη συγκατάθεσή τους για όλα αυτά 30.

Στην Ελλάδα, η είδηση για τη συμφωνία της Καζέρτας έπεσε σαν κεραυνός τόσο στην
ηγεσία, όσο και στους οπαδούς του ΚΚΕ. Πολλοί, πίστεψαν στην αρχή ότι επρόκειτο για
ψέμα που είχε σκοπό να σκορπίσει τη σύγχυση. Σύντομα όμως η είδηση επιβεβαιώθηκε
από το αρχηγείο του ΚΚΕ στο βουνό 31. Στην πράξη, η συμφωνία αυτή έδωσε στο ΚΚΕ να
καταλάβει τις συνέπειες της απόφασής του ν' αναγνωρίσει την εξόριστη κυβέρνηση. Ότι,
δηλαδή, το ΚΚΕ παραιτιόταν από οποιαδήποτε απόπειρα για ν' αποκτήσει το στρατιωτικό
έλεγχο της πρωτεύουσας ή να αμφισβητήσει το δικαίωμα των Άγγλων να στείλουν
δυνάμεις στην Ελλάδα. Όσο ανυπόφορες κι αν τους ήταν αυτές οι παραχωρήσεις, οι ηγέτες
του ΚΚΕ στην Ελλάδα και οι εκπρόσωποί τους στην Ιταλία είχαν τρομάξει μπροστά στην
εναλλακτική επιλογή, που ήταν η διάλυση της κυβέρνησης Παπανδρέου και η επιστροφή
στην αδιάλλακτη στάση τους του Ιουλίου. Ούτε όμως και μπορούσαν να αποδεχτούν το
πλήρες νόημα της συμφωνίας, που σήμαινε ότι θα αναγνώριζαν στην Ελλάδα αυξημένη
δικαιοδοσία σε δυνάμεις εχθρικές προς αυτούς. Κι έτσι, μέσα στους επόμενους λίγους
μήνες, η πολιτική του ΚΚΕ χαρακτηρίστηκε από σύγχυση και παλινωδίες.

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ

Οι αγγλικές προφυλακές έφτασαν στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου. «Κατά απαίτηση του
Δημάρχου», ο διοικητής τους αποφάσισε να παρελάσουν τελετουργικά στην πόλη, «καθώς
αυτός ήταν ο καλύτερος τρόπος για να αποτραπεί το ξέσπασμα ταραχών ανάμεσα στις

Digitized by 10uk1s
αντίπαλες πολιτικές δυνάμεις» 32. Στις 18 Οκτωβρίου, ο Παπανδρέου αποβιβάστηκε στον
Πειραιά συνοδευόμενος από τους Άγγλους στρατιωτικούς και πολιτικούς ηγέτες Σκόμπι,
Μακμίλαν και Λήπερ. Ύστερα από την ευχαριστήρια δοξολογία στη Μητρόπολη, ο
Παπανδρέου εκφώνησε ένα φλογερό λόγο στην Πλατεία Συντάγματος. Το ακροατήριό του
αποτελούσε ένα τεράστιο πλήθος στο οποίο δέσποζαν οι συμπαθούντες το ΕΑΜ, κι αυτός
πέτυχε να το πάρει με το μέρος του υποσχόμενος να τιμωρήσει τους συνεργάτες του
εχθρού, και διακηρύσσοντας: «Πιστεύουμε στη Λαοκρατία». 33

Στις επόμενες μέρες, ένα τεράστιο γλέντι απελευθέρωσης γινόταν σ' ολόκληρη την Αθήνα.
Σύντομα, όμως, έγινε φανερό ότι η κυβέρνηση Παπανδρέου αντιμετώπιζε τρία τουλάχιστον
εξαιρετικά σοβαρά προβλήματα: την ανάγκη να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της Αριστεράς
για συμμετοχή στην εξουσία και εκδίκηση, κατά τρόπο αποδεκτό από τη Δεξιά. Το
οικονομικό πρόβλημα σταθεροποίησης του νομίσματος και εξεύρεσης προμηθειών για ν'
αποφευχθεί ο λιμός και να ξαναρχίσει να λειτουργεί η παραγωγή. Και, τέλος, το πρόβλημα
του αφοπλισμού των ανταρτικών δυνάμεων και της δημιουργίας ενός εθνικού στρατού. Η
εξουσία της κυβέρνησης ήταν πολύ περιορισμένη και αδύναμη έξω από την περιοχή της
πρωτεύουσας. Τον έλεγχο των μεγάλων λιμανιών της Θεσσαλονίκης, της Πάτρας και του
Βόλου, οι Άγγλοι τον μοιράζονταν στην πραγματικότητα με τον ΕΛΑΣ, ενώ ένα τμήμα της
Ηπείρου το κρατούσε ακόμα ο ΕΔΕΣ. Όλη σχεδόν την υπόλοιπη χώρα, διοικούσε -με
αυστηρό και τακτικό τρόπο- το ΕΑΜ, που περιπολούσε στις κύριες οδικές αρτηρίες, είχε
φυλακίσει πολλούς συνεργάτες των Γερμανών κι εμπόδιζε ανεξάρτητες πολιτικές
οργανώσεις και τις εφημερίδες τους να λειτουργήσουν. Έτσι, η χώρα ήταν προς το παρόν
μοιρασμένη σε δυο, ουσιαστικά, συστήματα διακυβέρνησης, που το καθένα είχε τη δική
του αστυνομία και τις δικές του ένοπλες δυνάμεις 34.

Η οικονομική κατάσταση ήταν χαοτική. Ο πληθωρισμός, που ήταν τρομακτικός στη


διάρκεια της Κατοχής, χειροτέρεψε κι άλλο μετά την Απελευθέρωση. Μαυραγορίτες απ' την
Αθήνα, εφοδιασμένοι με τα πιο καινούρια και μεγάλα χαρτονομίσματα, μπορούσαν ν'
αγοράζουν τα πάντα στην ύπαιθρο. Για ν' αντιδράσει, το ΕΑΜ απαγόρευσε τη χρήση του
χρήματος. Μερικές περιοχές, όπως η Πελοπόννησος, στράφηκαν στην οικονομία των
ανταλλαγών. Και στις 10 Νοεμβρίου η κυβέρνηση κυκλοφόρησε νέο νόμισμα: μια
καινούρια δραχμή αντιστοιχούσε σε 500.000.000.000 παλιές. Η νομισματική μεταρρύθμιση
βοήθησε ελάχιστα, γιατί ήταν πολύ λίγα ακόμα τα αγαθά που μπορούσε ν' αγοράσει
κανείς. Κι έπειτα, η μεταρρύθμιση ήταν αμφιλεγόμενη γιατί νομιμοποιούσε προηγούμενες
αγορές ιδιοκτησιών με πληθωρικές δραχμές, απαρνιόταν το δημόσιο χρέος κι επιβεβαίωνε
την απώλεια των δραχμικών οικονομιών ολόκληρου του έθνους 35.

Τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο, η Αθήνα γέμισε επιγραφές και συνθήματα σε τοίχους,
σκάλες, αγάλματα -οπουδήποτε μπορούσαν να γραφτούν τα γράμματα ΕΑΜ και ΚΚΕ. Τα
παράπονα των Εαμιτών διατρανώθηκαν σε πολλές διαδηλώσεις, κι ακούγονταν κραυγές
που ζητούσαν εκδίκηση και κάθαρση των δημόσιων υπηρεσιών. Εξακόσια περίπου άτομα,
περιλαμβανομένων και δυο πρωθυπουργών «κουίσλιγκ», των Τσολάκογλου και Ράλλη
βρίσκονταν στις φυλακές, περιμένοντας να δικαστούν ως δοσίλογοι. Κι η Αριστερά, ζητούσε
να γίνει δημοψήφισμα για το συνταγματικό ζήτημα. Η αστυνομία της Αθήνας, μια δύναμη
3.000 αντρών, παρέμενε ουσιαστικά ίδια όπως και κατά την Κατοχή, εξακολουθώντας να
διοικείται από τον Άγγελο Έβερτ. Κάτω από την τετραπέρατη καθοδήγησή του, η Αστυνομία
είχε αποφύγει -αντίθετα από τη Χωροφυλακή- τη ρετσινιά της συνεργασίας με τους
Γερμανούς. Κι έτσι, παρέμενε διαθέσιμη για να χρησιμοποιηθεί αργότερα από την
κυβέρνηση κατά του ΕΑΜ 36.

Η πολιτική δύναμη της Αριστεράς, που μετριόταν σύμφωνα με την ικανότητά της να

Digitized by 10uk1s
κατεβάζει χιλιάδες άτομα στους δρόμους, ήταν εντυπωσιακή και, για ορισμένους,
αναμφιβόλως τρομακτική. Στις 19 Νοεμβρίου, το ΚΚΕ οργάνωσε μια μαζική διαδήλωση για
την εικοστή έκτη επέτειο του κόμματος. Στην Πλατεία Συντάγματος δεν έπεφτε καρφίτσα 37.
Και παντού είχαν τοιχοκολληθεί αφίσες που περιέγραφαν με μελανά χρώματα τις θυσίες
του «λαού» κατά τον πόλεμο, με υπαινιγμούς ότι οι θυσίες αυτές δε θα πήγαιναν χαμένες.

Η εύθραυστη συνεργασία των ελληνικών φατριών επέζησε λιγοστές μόνο βδομάδες. Εκείνο
που δίχασε την κυβέρνηση και επέσπευσε τον εμφύλιο πόλεμο, ήταν το ζήτημα του
αφοπλισμού των ανταρτών προκειμένου να δημιουργηθεί ένας καινούριος, ενιαίος
ελληνικός στρατός. Οι δυο στρατιωτικές μονάδες που είχε φέρει μαζί της από το εξωτερικό
η κυβέρνηση -η Ορεινή Ταξιαρχία και ο Ιερός Λόχος- θεωρούνταν από τον Παπανδρέου και
τον Σκόμπι τακτικές μονάδες, που θα περιλαμβάνονταν στις υπό δημιουργία ένοπλες
δυνάμεις. Το ΕΑΜ θεωρούσε ότι έπρεπε να αποστρατευτούν σαν εθελοντικές μονάδες,
όπως θα γινόταν και με τον ΕΛΑΣ και τον ΕΔΕΣ 38. Η Αριστερά είχε κάθε λόγο να θέλει τη
διάλυσή τους, γιατί κι οι δυο μονάδες ήταν ακλόνητα αντικομμουνιστικές. Ύστερα από
αίτημα του Παπανδρέου, η Ορεινή Ταξιαρχία μεταφέρθηκε στην Ελλάδα από την Ιταλία.
Δοξασμένη από τα πρόσφατα κατορθώματά της κατά τη μάχη του Ρίμινι, παρέλασε στους
δρόμους της Αθήνας στις 9 Νοεμβρίου κι έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από πολλούς
Αθηναίους, που την είδαν σαν προστάτη από τους κομμουνιστές. Η συμπεριφορά των
στρατιωτών, έκανε ξεκάθαρες τις απόψεις τους: «Λίγο μετά την άφιξή τους στην Αθήνα, τα
μέλη της Ταξιαρχίας άρχισαν να σβήνουν τα συνθήματα του ΕΑΜ, να σκίζουν φωτογραφίες
του Στάλιν, να φωνάζουν "Ζήτω ο βασιλιάς". Και να εξαναγκάζουν, μερικές φορές με την
απειλή περιστρόφων, τους περαστικούς να ζητωκραυγάζουν τον βασιλιά» 39.

Στις 20 Νοεμβρίου, φάνηκε πως βρέθηκε μια λύση στο πρόβλημα της αποστράτευσης. Ο
Παπανδρέου κι ο Σιάντος συμφώνησαν ότι ο ΕΛΑΣ θα διαλυόταν στις 10 Δεκεμβρίου, ενώ οι
άντρες κι οι αξιωματικοί της Ορεινής Ταξιαρχίας θα έπαιρναν «γενναίες άδειες». Η
βρετανική κυβέρνηση διαμαρτυρήθηκε όμως, κι επέμεινε ότι η Ταξιαρχία δεν έπρεπε να
διαλυθεί 40. Έτσι, ο Παπανδρέου πληροφόρησε τον Σιάντο ότι το σχέδιό τους δεν μπορούσε
να εφαρμοστεί. Στις 27 Νοεμβρίου, ο Παπανδρέου δέχτηκε μια συμβιβαστική πρόταση από
τους αριστερούς υπουργούς του. Του πρότειναν τώρα να ενωθούν η Ορεινή Ταξιαρχία κι ο
Ιερός Λόχος με μια μονάδα του ΕΛΑΣ και μια μονάδα του ΕΔΕΣ. Σε μέγεθος και εξοπλισμό, η
μονάδα του ΕΛΑΣ θα ήταν ίση με τις άλλες τρεις μαζί. Όλες οι άλλες δυνάμεις θα
διαλύονταν. Ο Παπανδρέου αποδέχτηκε το σχέδιο. Όταν όμως το παρουσίασε στον Σκόμπι
και τον Λήπερ την άλλη μέρα, είχε αλλάξει σημαντικά το περιεχόμενό του. Δεν γινόταν πια
λόγος για ενοποίηση. Η μονάδα του ΕΛΑΣ που θα παρέμενε, γινόταν ίση μόνο με του ΕΔΕΣ,
κι όχι μ' όλες τις άλλες μαζί, ενώ η Ορεινή Ταξιαρχία και ο Ιερός Λόχος παρέμεναν ως είχαν.
Ο Παπανδρέου τα παρουσίασε όλα αυτά σαν πρόταση του ΕΑΜ. Κι όταν το ΕΑΜ το
διέψευσε, αυτός κατηγόρησε τους Εαμικούς υπουργούς ότι υπαναχωρούσαν απ' αυτά που
είχαν πει. Η ρήξη επήλθε την 1η Δεκεμβρίου, όταν ο Σκόμπι δημοσίευσε διαταγή προς τον
ΕΛΑΣ, εξ ονόματος της κυβέρνησης Παπανδρέου, να έχει αποστρατευτεί μέχρι τις δέκα του
μήνα.

Πίσω από τις λεπτομέρειες που άλλαζαν διαρκώς, η θέση των δυο πλευρών παρέμενε
ξεκάθαρη: η Αριστερά θα αποδεχόταν είτε καθολική αποστράτευση, που θα την
ακολουθούσε η δημιουργία ενός νέου στρατού στον οποίο υπολόγιζαν ότι θα είχαν επιρροή
ανάλογη με το μέγεθος του ΕΛΑΣ, είτε τη διατήρηση μιας δύναμης του ΕΛΑΣ ίσης με όλες
τις άλλες μαζί. Ο Παπανδρέου κι οι Άγγλοι δε δέχονταν τη διάλυση των τακτικών
στρατιωτικών μονάδων, ούτε τη διατήρηση μιας αντίστοιχης δύναμης του ΕΛΑΣ. Κι έτσι, οι
ελάχιστες απαιτήσεις της μιας πλευράς ξεπερνούσαν τις μέγιστες παραχωρήσεις που ήταν
διατεθειμένη να κάνει η άλλη. Έτσι, λοιπόν, κανείς δεν εξεπλάγη όταν διακόπηκαν οι

Digitized by 10uk1s
διαπραγματεύσεις στις 28 Νοεμβρίου.

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ

Ύστερα απ' αυτό, κι ιδιαίτερα μετά την παραίτηση των Εαμικών υπουργών που έγινε τις
μικρές ώρες της 2ης Δεκεμβρίου, ο κόσμος περίμενε κάποια μορφή βίαιης αντιπαράθεσης.
Οι γνώμες διέφεραν μόνο για το πόσο σοβαρή θα ήταν. Αναφέρεται ότι ο Παπανδρέου, στις
2 Δεκεμβρίου, περίμενε «κάποια αιματοχυσία» αλλά όχι και «γενικευμένο εμφύλιο
πόλεμο» 41. Στελέχη της Κομμουνιστικής Οργάνωσης Αθήνας (ΚΟΑ) έκαναν σύσκεψη την 1η
Δεκεμβρίου για να συζητήσουν την οργάνωση διαδήλωσης στις 3, και γενικής απεργίας στις
4, σε ένδειξη διαμαρτυρίας κατά της ανάμιξης του Σκόμπι και της διαταγής αποστράτευσης.
Θεώρησαν δεδομένο ότι θα ξεσπούσε βία, και έθεσαν σε συναγερμό τους εφεδρικούς του
ΕΛΑΣ για τις 3 του μήνα. Την 1η Δεκεμβρίου ο Σιάντος -χωρίς να συμβουλευτεί τον
Ιωαννίδη, που ήταν άρρωστος και εκτός «υπηρεσίας»- ανάστησε την Κεντρική Επιτροπή του
ΕΛΑΣ με μέλος και τον εαυτό του, που τον κατέστησε έτσι γενικό διοικητή του ΕΛΑΣ. Εκείνη
την ημέρα, και την προηγούμενη, διέταξε ορισμένες μονάδες του ΕΛΑΣ που βρίσκονταν
εκτός Αττικής, να μετακινηθούν πιο κοντά στην Αθήνα 42. Ένας πράκτορας του OSS, ο
Κώστας Κουβαράς, ανέφερε στις 2 Δεκεμβρίου ότι «ψηλά ιστάμενος αξιωματούχος» του
ΚΚΕ είπε πως οι συνάδελφοί του δεν περίμεναν «να δράσουν οι Άγγλοι πριν από τις 10 του
Δεκέμβρη, επειδή δεν έχουν αρκετές δυνάμεις για ν' αντιμετωπίσουν τον ΕΛΑΣ» 43. Η
αδυναμία και η διασπορά των αγγλικών δυνάμεων και η μέχρι στιγμής μη επέμβασή τους,
κάνουν κατανοητή μια τέτοια ψευδαίσθηση 44.

Η κυβέρνηση έδωσε στην αρχή άδεια για το συλλαλητήριο της 3ης Δεκεμβρίου, κι ύστερα
την αναίρεσε -πολύ αργά, σύμφωνα με την ηγεσία του ΕΑΜ. Δεν είναι ξεκάθαρο το τι
περίμενε η αγγλική ηγεσία στην Αθήνα. Δηλώνοντας την 1η Δεκεμβρίου πως ήταν έτοιμος
να προστατεύσει την κυβέρνηση ενάντια σ' οποιοδήποτε πραξικόπημα, ο Σκόμπι έδειχνε
πρόθυμος ν' αντιμετωπίσει μια ένοπλη αντιπαράθεση. Ωστόσο, τόσο ο αριθμός όσο και η
τοποθέτηση των Άγγλων στρατιωτών στην Αθήνα δεν προσφέρονταν για μάχη. Πρέπει
κανείς να συμπεράνει πως ο Σκόμπι και το επιτελείο του πίστευαν ότι μπορούσαν να
επιβάλουν τη θέλησή τους χωρίς κάποιες σοβαρές συμπλοκές -εντύπωση που ενισχύει η
ομολογία του Τσώρτσιλ, αργότερα τον ίδιο μήνα, ότι αυτός περίμενε απλώς ότι, «μια
ομοβροντία των βρετανικών στρατευμάτων» θα έφτανε για να αποκατασταθεί η τάξη 45.

Το πρωί της 3ης, η Αστυνομία τοποθέτησε τους άντρες της σε ζώνες γύρω από την Πλατεία
Συντάγματος, ενώ μεγάλες μάζες υποστηρικτών του ΕΑΜ πλησίαζαν από πολλές
διευθύνσεις. Στην αρχή, η Αστυνομία προσπάθησε να τους κρατήσει έξω από την πλατεία,
κι αυτό προξένησε μικροσυμπλοκές και υβριστικούς διαξιφισμούς. Ξαφνικά, οι αστυνομικοί
διατάχτηκαν να υποχωρήσουν προς την κατεύθυνση του αρχηγείου της Αστυνομίας, στη
γωνία των οδών Βασιλίσσης Σοφίας και Πανεπιστημίου, σ' ένα ωραίο νεοκλασικό κτίριο,
στη θέση του οποίου βρίσκεται σήμερα το ξενοδοχείο ΑΣΤΗΡ (βλέπε χάρτη 5). Αμέσως
μόλις έγινε αυτό, γύρω στις 11 η ώρα, μια φάλαγγα διαδηλωτών άρχισε να βαδίζει προς την
κατεύθυνση της οδού Πανεπιστημίου και το αρχηγείο της Αστυνομίας. Ενώ όμως η κεφαλή
της πορείας βρισκόταν ακόμα μακριά απ' το κτίριο, σταμάτησε στο άκουσμα ενός
πυροβολισμού. Λίγες στιγμές μετά, πολλοί αστυνομικοί άνοιξαν πυρ, και τότε οι
διαδηλωτές έπεσαν στο έδαφος 46. Οι περισσότεροι αστυνομικοί δεν έριχναν στο ψαχνό. Αν
το είχαν κάνει, τότε ο αριθμός των νεκρών, που έφτασε μάλλον τους δεκάξι, θα ήταν πολύ
μεγαλύτερος. Για δέκα περίπου λεπτά, οι αστυνομικοί πυροβολούσαν όποτε οι διαδηλωτές
έκαναν να σηκωθούν για να διαφύγουν. Όταν αργότερα σταμάτησαν οι πυροβολισμοί,
αρκετοί άνθρωποι έμειναν πεσμένοι νεκροί ή τραυματισμένοι στη μέση του δρόμου. Οι

Digitized by 10uk1s
περισσότεροι ξένοι ανταποκριτές ήταν αυτόπτες μάρτυρες της σκηνής, κι ορισμένοι
επέκριναν πάρα πολύ την Αστυνομία. Ανάμεσά τους ήταν κι ο Τζέφρι Χόαρ, που η
ανταπόκρισή του δημοσιεύτηκε στους «Τάιμς» την επόμενη μέρα.

Στην Πλατεία Συντάγματος, μέσα σε θωρακισμένα οχήματα, βρίσκονταν λιγοστοί Άγγλοι


στρατιώτες αλλά παρέμειναν αδρανείς. Μεμονωμένοι Άγγλοι αξιωματικοί που βρίσκονταν
μεταξύ των θεατών, προσπάθησαν να κάνουν την Αστυνομία να πάψει να πυροβολεί. Λίγη
ώρα μετά το τέλος των πυροβολισμών, Άγγλοι πεζοί και αρκετά τανκς μπήκαν στην πλατεία.
Μέχρι εκείνη την ώρα, οι Εαμικοί διαδηλωτές δεν έδειχναν εχθρότητα στους Άγγλους,
έχοντας στρέψει το μένος τους κατά της Αστυνομίας. Η απραξία των Άγγλων, όμως,
δημιουργούσε μια επικίνδυνη κατάσταση: οι ηγέτες του ΕΑΜ μπόρεσαν να διαμορφώσουν
την ψευδαίσθηση ότι, τελικά, οι Άγγλοι ήταν ουδέτεροι και θα απέφευγαν να πάρουν
στρατιωτικά μέτρα εναντίον τους. Στην πραγματικότητα, όμως, οι Άγγλοι κάθε άλλο παρά
ουδέτεροι ήταν. Ο Σκόμπι εξέδωσε διαταγές να εμποδιστούν οι ενισχύσεις του ΕΛΑΣ να
φτάσουν στην Αθήνα. Η πρώτη σημαντική αντιπαράθεση, ήταν ειρηνική: ένα από τα
καλύτερα συντάγματα του ΕΛΑΣ, με το που έφτασε στην περιοχή της πρωτεύουσας, στις 4
Δεκεμβρίου, περικυκλώθηκε από τα βρετανικά στρατεύματα, αφοπλίστηκε και
μεταφέρθηκε έξω από την πόλη.

Οι πυροβολισμοί στην Πλατεία Συντάγματος δεν ήταν το μοναδικό βίαιο επεισόδιο στην
Αθήνα εκείνη την Κυριακή. Το πρωί, μέλη της δεξιάς οργάνωσης «Χ» του συνταγματάρχη
Γρίβα επιτέθηκαν στον ΕΛΑΣ στο λόφο του Φιλοπάππου. Και το απόγευμα, εφεδρικοί του
ΕΛΑΣ άρχισαν μια σειρά συστηματικών επιθέσεων σε αστυνομικά τμήματα των προαστίων
της Αθήνας. Σε μερικές περιπτώσεις, Άγγλοι στρατιώτες μπήκαν στη μέση για να βοηθήσουν
τους Χίτες. Και οι Άγγλοι όμως, και ο ΕΛΑΣ, απέφευγαν ακόμα να πυροβολούν οι μεν τους
δε, εκτός ίσως για αυτοάμυνα.

Στις 4 Δεκεμβρίου, απαντώντας στις επιθέσεις του ΕΛΑΣ στα αστυνομικά τμήματα, ο Σκόμπι
εξέδωσε διαταγή που ανέφερε ότι αυτές οι πράξεις πρέπει να σταματήσουν, κι ότι από τις
τέσσερις το απόγευμα και μετά, θα τις θεωρούσε και θα τις αντιμετώπιζε ως εχθρικές
ενέργειες. Ακόμα, έδινε διορία στον ΕΛΑΣ μέχρι τα μεσάνυχτα της 6ης-7ης Δεκεμβρίου για
να εκκενώσει την περιοχή Αθήνας-Πειραιά. Από την ώρα εκείνη και μετά, θα αντιμετώπιζε
τους άντρες του ως εχθρούς 47. Η απειλή, δεν είχε αποτελέσματα. Στις 5 Δεκεμβρίου, ο ΕΛΑΣ
υποστήριξε ότι είχε καταλάβει είκοσι δύο από τα είκοσι πέντε αστυνομικά τμήματα της
Αθήνας. Το πρωί της ίδιας μέρας, ο Σκόμπι διέθετε δυνάμεις που συμποσούνταν σε οκτώ
αγγλικά τάγματα πεζικού, τέσσερα ελληνικά τάγματα, τέσσερις ίλες θωρακισμένων, μερικά
θωρακισμένα αυτοκίνητα και μια πεδινή πυροβολαρχία. Οι αγγλικές δυνάμεις δεν ήταν
κατάλληλα αναπτυγμένες ώστε να προστατέψουν την πόλη από εσωτερική επίθεση. Οι
αποθήκες πυρομαχικών και οι στρατώνες τους, ήταν διάσπαρτοι και ευάλωτοι. Στις 6 του
μήνα, σύμφωνα με τον κομμουνιστή Θανάση Χατζή, το 1ο Σώμα του ΕΛΑΣ (Αθήνας) έφτασε
σε δύναμη τους 12.000 άντρες, στους οποίους προστίθενταν συνεχώς ενισχύσεις τακτικών
μονάδων που βρίσκονταν έξω από την πόλη. Ο ΕΛΑΣ, λοιπόν, είχε ξεκάθαρη αριθμητική
υπεροχή κατά τις πρώτες εβδομάδες των ταραχών. Παρόλο που οι άντρες του διέθεταν
λιγοστά βαριά όπλα, μπορούσαν να κινούνται χωρίς να τους εντοπίζουν οι αντίπαλοι
ανάμεσα στα κτίρια και τους φιλικούς προς αυτούς πολίτες, και αρχικά είχαν έναν πολύ
εντυπωσιακό στόχο: την κατάληψη των στρατώνων και των αστυνομικών τμημάτων που
στέγαζαν τους Έλληνες εχθρούς τους. Ήταν φανερό ότι πετυχαίνοντας αυτό το στόχο, θα
έλεγχαν ολόκληρη την πόλη -και μαζί της κι ολόκληρη την Ελλάδα- εκτός κι αν
αναλάμβαναν δράση οι Άγγλοι48.

Η απόφαση γι' αυτό, πάρθηκε στο Λονδίνο από τον Τσώρτσιλ, τη νύχτα της 4ης-5ης

Digitized by 10uk1s
Δεκεμβρίου 49. Η διαταγή να αναλάβουν «πλήρεις επιθετικές δραστηριότητες» κατά του
ΕΛΑΣ δόθηκε στα αγγλικά στρατεύματα σε στρατιωτική σύσκεψη που έγινε στις 9 μ.μ. της
5ης Δεκεμβρίου. Αμέσως, οι Άγγλοι άρχισαν να βελτιώνουν τις θέσεις τους. Αργά τη νύχτα
της 6ης Δεκεμβρίου, καταλήφθηκε η Ακρόπολη. Αξιωματικός που διοικούσε μια
πολυβολοφωλιά κοντά στον Παρθενώνα, είπε αργότερα σ' έναν επισκέπτη (τον γιατρό του
Τσώρτσιλ): «Πανέμορφο σημείο. Έχουμε όλη την Αθήνα κάτω από τα πυρά μας» 50 .
Βρετανικές ενισχύσεις άρχισαν να καταφθάνουν καθημερινά από αέρα και θάλασσα.
Ωστόσο, οι βρετανικές θέσεις παρέμειναν επισφαλείς μέχρι τις 17 Δεκεμβρίου 51.

Στις 11 Δεκεμβρίου, ο Μακμίλαν κι ο στρατάρχης σερ Χάρολντ Αλεξάντερ, που είχε


αναλάβει τώρα ανώτατος αρχηγός των Συμμάχων στο θέατρο της Μεσογείου, έφτασαν
αεροπορικώς για σύσκεψη με τον Λήπερ και τον Σκόμπι. Ο Αλεξάντερ έπαθε σοκ όταν
συνειδητοποίησε πόσο εκτεθειμένη ήταν η θέση των βρετανικών δυνάμεων και πόσο
έντονες ήταν οι ελλείψεις τους εξαιτίας της κατάληψης των αποθηκών τους. Η πρώτη του
αντίδραση ήταν να διώξει τον Σκόμπι από τη θέση του, αλλά ύστερα από διάφορες
συμβουλές που πήρε, τοποθέτησε τον στρατηγό Τζον («Τζίντζερ») Χόκσουορθ, που είχε
αποκτήσει πρόσφατη πολεμική πείρα στο μέτωπο της Ιταλίας, επικεφαλής της μάχης της
Αθήνας, κι επέτρεψε στον Σκόμπι να παραμείνει συμβολικά αρχηγός των Άγγλων. 52

Μόλις στις 7 Δεκεμβρίου, πήρε ο ΕΛΑΣ την άδεια από την κεντρική διοίκησή του να
ανταποδώσει τα πυρά των Άγγλων στην Αθήνα. Την ίδια μέρα, το κύριο σώμα των
δυνάμεων του ΕΛΑΣ, που βρίσκονταν στην ύπαιθρο, διατάχτηκε να επιτεθεί στον ΕΔΕΣ και
άλλες αντικομμουνιστικές αντιστασιακές ομάδες στην Ήπειρο και τη Μακεδονία, ενώ του
απαγορευόταν ακόμα να επιτίθεται σε Άγγλους. Ήδη, στην ανατολική Μακεδονία, δυνάμεις
του ΕΛΑΣ περίπου 5.000 αντρών, επιτέθηκαν με δική τους πρωτοβουλία σε Έλληνες
αντιπάλους τους ίσης δύναμης και τους διέλυσαν μεταξύ 1ης και 3ης Δεκεμβρίου 53. Στις 11
του μήνα, ο ΕΛΑΣ της Αθήνας άρχισε επιτέλους σύντομες επιθέσεις κατά των Άγγλων, αλλά
ούτε και τότε έκανε κάποια σοβαρή προσπάθεια ν' αποκόψει το δρόμο -που ήταν ζωτικής
σημασίας για τους Άγγλους- ο οποίος ένωνε το κέντρο της πόλης με τη θάλασσα. Κι ούτε
που κατέλαβε ο ΕΛΑΣ το αεροδρόμιο του Ελληνικού. Το σχέδιο του Χόκσουορθ, ήταν να
διώξει κατά τομέα-τομέα τον ΕΛΑΣ από την πόλη και συμπεριλάμβανε και τα ακόλουθα
μέτρα, για την παρεμπόδιση διείσδυσης ελεύθερων σκοπευτών του ΕΛΑΣ:

Τα βρετανικά στρατεύματα θα καταλάμβαναν μόνο τις περιοχές εκείνες που την


περίμετρό τους ήταν σίγουρο ότι μπορούσαν να κρατήσουν. Μέσα στην περιοχή αυτή,
θα γινόταν έρευνα σ' όλα τα σπίτια, και όσοι πολίτες δεν έπαιρναν μέρος στις μάχες
θα έφευγαν. Όλοι όσοι σχετίζονταν μ' οποιονδήποτε τρόπο με τις συμπλοκές, θα
μεταφέρονταν σε στρατόπεδα αιχμαλώτων πολέμου για εξακρίβωση. Μόλις κάθε
τέτοια απελευθερωμένη περιοχή ησύχαζε, δηλαδή όταν δε θα ακούγονταν
πυροβολισμοί για 24 ώρες, βρετανικές υπηρεσίες θα διένειμαν ζεστά γεύματα στην
περιοχή αυτή. Ύστερα, το ταχύτερο δυνατό, θα την αναλάμβανε μια ελληνική μονάδα
υπό αγγλική επιτήρηση, και οι βρετανικές δυνάμεις θα ήταν ελεύθερες να
προχωρήσουν στην επόμενη περιοχή. Πρωταρχικός στόχος αυτής της επιχείρησης ήταν
να εξασφαλιστεί η πλήρης συνεργασία του άμαχου πληθυσμού σ' όλες τις
απελευθερωμένες περιοχές, κάτι που θεωρούσαν απολύτως εφικτό, αρκεί ο
πληθυσμός: α) να περιοριστεί από οποιαδήποτε άλλη επαφή με τις ένοπλες δυνάμεις
του ΕΛΑΣ που θα μπορούσαν να τον τρομοκρατήσουν και β) να τραφεί 54.

Για να διατηρήσουν τον έλεγχο των περιοχών που καταλάμβαναν, οι Άγγλοι επιστράτευσαν
βιαστικά άντρες για τα τάγματα Εθνοφυλακής, όπως τα αποκάλεσαν, τα οποία μέσα στις
τρεις επόμενες βδομάδες έφτασαν σε δύναμη τους 15.000 άντρες, διοικούμενους από

Digitized by 10uk1s
αξιωματικούς του ελληνικού στρατού. Οι άντρες αυτοί στρατολογήθηκαν κυρίως από τις
διάφορες οργανώσεις που είχαν εμπλακεί, κατά τη διάρκεια της Κατοχής, σε φονικές
συμπλοκές με το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Πολλά μέλη αυτών των οργανώσεων πρόσφεραν τις
υπηρεσίες τους στους Άγγλους όταν άρχισαν εχθροπραξίες. Εθνικιστικές (δηλαδή
αντικομμουνιστικές) αντιστασιακές οργανώσεις όπως η «Χ», προμήθευσαν αρκετές
εκατοντάδες Εθνοφύλακες. Η χωροφυλακή, περίπου 1.300. Και οι άντρες των Ταγμάτων
Ασφαλείας (που ήταν φυλακισμένοι στην πρωτεύουσα από την ημέρα της Απελευθέρωσης)
12.000 τουλάχιστο. 55 Σε κάθε αγγλικό τάγμα, προσκολλήθηκε ένας λόχος Εθνοφυλάκων,
που έργο τους ήταν η εκκαθάριση και έρευνα των σπιτιών για κρυμμένα όπλα και Ελασίτες.
«Κατάφερναν πολύ καλύτερα από τους Άγγλους στρατιώτες να αποσπούν πληροφορίες για
κρυμμένα όπλα, παρόλο που οι μέθοδοί τους δεν είναι για να τις πολυψάχνει κανείς» 56.

Οι Άγγλοι, έριξαν προκηρύξεις για να εξηγήσουν στον πληθυσμό τους πολεμικούς στόχους
τους: «Η Μεγάλη Βρετανία δεν ενδιαφέρεται αν το καθεστώς που προτιμάτε είναι
Μοναρχία ή Δημοκρατία ή αν η κυβέρνησή σας ανήκει στη Δεξιά, την Αριστερά ή το Κέντρο.
Η επιλογή, όμως, πρέπει να γίνει με την ελεύθερη ψήφο του ελληνικού λαού, κι όχι κάτω
από την απειλή της βίας και των όπλων» 57. Ο ΕΛΑΣ, από την πλευρά του, περιέγραφε
κοροϊδευτικά τον Παπανδρέου «Πρωθυπουργό της Μεγάλης Βρετανίας» (κάνοντας
λογοπαίγνιο με το όνομα του ξενοδοχείου όπου βρισκόταν η έδρα της κυβέρνησης
Παπανδρέου). 58

Από την αρχή της μάχης, η ελληνική Αστυνομία και οι Άγγλοι έπιασαν όλους όσοι
βρίσκονταν μέσα στην περιοχή τους κι ήταν ύποπτοι ότι συμπαθούν τον ΕΛΑΣ. Ως τις 29
Δεκεμβρίου, οι Άγγλοι κρατούσαν 7.540 αιχμαλώτους από την περιοχή της Αθήνας, τους
οποίους και μετέφεραν στη Μέση Ανατολή. Ο ΕΛΑΣ, έπιασε συνολικά σ' ολόκληρη τη χώρα
1.100 Άγγλους αιχμαλώτους. Όταν ο ΕΛΑΣ αποχώρησε από την Αθήνα, πήρε μαζί του 15.000
ίσως ομήρους, που είχαν πιαστεί στις πλουσιότερες συνοικίες και προάστια. Πολλοί απ'
αυτούς πέθαναν κατά τις αναγκαστικές πορείες εξαιτίας του κρύου και της άγριας
μεταχείρισης. Μοναδικός -ή βασικός- λόγος για τη σύλληψη ομήρων, ήταν τα αντίποινα για
την αποστολή από τους Άγγλους αιχμαλώτων του ΕΛΑΣ, που υποτίθεται ότι ανάμεσά τους
βρίσκονταν και πολίτες, στη Μέση Ανατολή. Ο ΕΛΑΣ συνέλαβε και μεγάλο αριθμό ομήρων
από διάφορες περιοχές της χώρας 59.

Το αποτέλεσμα της μάχης κρίθηκε τελικά από την τεράστια υπεροχή σε άντρες και
πολεμικό υλικό των βρετανικών και των ελληνικών κυβερνητικών δυνάμεων. Είκοσι δύο
τάγματα Εθνοφυλακής ήταν διαθέσιμα στις 29 του μήνα, και κάθε τριάντα έξι ώρες
σχηματιζόταν κι ένα καινούριο τάγμα 60. Οι ενισχύσεις που είχαν λάβει οι Βρετανοί μέχρι τις
25 Δεκεμβρίου, περιλάμβαναν δυο ολόκληρες μεραρχίες, μια ταξιαρχία και αρκετά
τάγματα. Πολεμικά αεροπλάνα, πολεμικά πλοία και τανκς -ο ΕΛΑΣ δεν διέθετε τίποτα από
αυτά- χρησιμοποιήθηκαν εντατικά. Ως τις 18 Ιανουαρίου, είχαν φτάσει συνολικά στην
Ελλάδα 75.000 περίπου Άγγλοι 61. Κι από τις 18 Δεκεμβρίου ήδη, οι Άγγλοι είχαν μια άνετη
υπεροχή στην πρωτεύουσα κι ήταν σε θέση να περάσουν στην αντεπίθεση. Κατά τον
υπόλοιπο μήνα, ο ΕΛΑΣ προέβαλε σκληρή αλλά καταδικασμένη αντίσταση σε διάφορα
μέρη της Αθήνας και του Πειραιά. Στις 5 Ιανουαρίου, είχαν αναγκαστεί πια να εκκενώσουν
τον Πειραιά, και στις 6 και την Αθήνα.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Τα Δεκεμβριανά κατέστρεψαν όσες ελπίδες είχαν απομείνει για ειρηνικές εξελίξεις μετά την
Απελευθέρωση. Ο Γεώργιος Παπανδρέου, οι ικανότητες του οποίου ενέπνεαν μεγάλο

Digitized by 10uk1s
σεβασμό σε όλη την Ελλάδα, είχε θέσει το κύρος του στην υπηρεσία αυτού του σκοπού, μα
πριν περάσει πολύς καιρός παραιτήθηκε, πικραμένος από το ΚΚΕ. Στους δεκαπέντε μήνες
που ακολούθησαν, τον διαδέχθηκε μια πομπή ασθενών προσωπικοτήτων, ανίκανων να
εμποδίσουν την παραπέρα επέκταση του εμφυλίου πολέμου.

Ερμηνεύοντας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα υπάρχοντα στοιχεία και ντοκουμένα, ούτε
ο Παπανδρέου ούτε οι άλλοι πρωταγωνιστές, ο Σιάντος κι ο Σκόμπι, επιθυμούσαν ή
σχεδίαζαν μια ουσιαστική συμπλοκή στην πρωτεύουσα. Το περισσότερο που μπορεί να πει
κανείς είναι ότι, τουλάχιστον ως το τέλος Νοεμβρίου, η κάθε πλευρά έπαιρνε αμυντικά
στρατιωτικά μέτρα, ωστόσο η άλλη πλευρά ερμήνευε ότι την απειλούσαν62. Όταν την 1η
Δεκεμβρίου η εμπλοκή έφτασε πια να θεωρείται αναπόφευκτη, καθένας από τους
πρωταγωνιστές έδειξε να συμπεραίνει ότι -στην πρωτεύουσα τουλάχιστον- θα μπορούσε να
εξαναγκάσει τον αντίπαλο να κάνει παραχωρήσεις με ελάχιστες ή και καθόλου μάχες.
Αποδεικνύεται, λοιπόν, πως η σύρραξη οφειλόταν σε κακούς υπολογισμούς και -από την
πλευρά του ΚΚΕ- σε σύγχυση σχετικά με τους στόχους. Ως αποτέλεσμα, αν παρατηρούσε
κανείς, την παραμονή της συμπλοκής, όλους τους πρωταγωνιστές, θα διαπίστωνε μια
στάση που αποτελούσε μίγμα πολιτικής αδιαλλαξίας και έλλειψης στρατιωτικής
προετοιμασίας. Όταν την 1η Δεκεμβρίου ο Σκόμπι δημοσίευσε το διάταγμα για την
αποστράτευση του ΕΛΑΣ, έδειχνε πρόθυμος να διακινδυνεύσει μια ένοπλη σύρραξη.
Ωστόσο, η ανάπτυξη των βρετανικών στρατευμάτων στην Αθήνα ήταν απελπιστικά
ακατάλληλη για κάτι τέτοιο. Από την πλευρά του, ο Σιάντος απείχε τόσο απ' το να
παραδεχτεί ότι μια μεγάλη μάχη στην πρωτεύουσα ήταν αναπόφευκτη, ώστε δεν συζήτησε
καν το ενδεχόμενο με το Πολιτικό Γραφείο ή το Γενικό Αρχηγείο του ΕΛΑΣ, ούτε εξέτασε το
σχέδιο για την κατάληψη της Αθήνας που είχε συντάξει το επιτελείο του ΕΛΑΣ πριν από τη
συμφωνία της Καζέρτας. Όταν άρχισαν οι συμπλοκές στην Αθήνα, ο κύριος όγκος και το
Γενικό Αρχηγείο του ΕΛΑΣ βρίσκονταν μακριά από την Αθήνα, για να αντιμετωπίσουν τους
αντιπάλους τους στα βόρεια και τα δυτικά της χώρας 63. Όταν, στις 5 Δεκεμβρίου, οι Άγγλοι
αποφάσισαν να πολεμήσουν τον ΕΛΑΣ, πολέμησαν χωρίς πολλές επιφυλάξεις. Χρειάστηκε
όμως να περάσουν αρκετές μέρες για να συνειδητοποιήσουν την αποφασιστικότητά τους οι
αντίπαλοι. Η καθυστέρηση αυτή, αποτελεί έναν από τους κύριους λόγους της ήττας του
ΕΛΑΣ.

Ένα ακόμα στοιχείο της απέχθειας που έτρεφαν για τον πόλεμο τόσο το ΚΚΕ όσο και οι
Άγγλοι, ήταν η αμοιβαία προθυμία τους να υπογράψουν ειρήνη τον Ιανουάριο. Και οι δυο
πλευρές είχαν σημειώσει στρατιωτικές νίκες: οι Άγγλοι είχαν νικήσει τον ΕΛΑΣ στην Αττική,
ενώ ο ΕΛΑΣ είχε νικήσει τους αντιπάλους του σε διάφορα σημεία της χώρας, αναγκάζοντας
τους Άγγλους να εκκενώσουν όλα τα μέρη εκτός από την Πάτρα και τη Θεσσαλονίκη 64.
Ωστόσο, καμιά από τις δυο πλευρές δεν είχε ούτε τα μέσα, ούτε τη λαϊκή υποστήριξη ούτε
τη διεθνή βοήθεια για να συνεχίσει τον πόλεμο. Η βρετανική κυβέρνηση είχε δεχτεί
αυστηρή κριτική από τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά κι από το ίδιο το κοινό της Βρετανίας
ενώ, ταυτοχρόνως χρειαζόταν τις στρατιωτικές της δυνάμεις για τον πόλεμο κατά της
Γερμανίας που συνεχιζόταν. Από τη δική τους πλευρά, οι ηγέτες του ΚΚΕ Σιάντος και
Ιωαννίδης έβλεπαν τα γεγονότα του Δεκεμβρίου σαν περίτρανη απόδειξη της πεποίθησης
που είχαν ανέκαθεν, ότι το ΚΚΕ δεν μπορεί να τα βάλει με τους Άγγλους. Το ΚΚΕ δεν είχε
καταφέρει να προετοιμάσει τους υποστηρικτές του, κι ιδίως τους μη κομμουνιστές
υποστηρικτές του ΕΑΜ, για τον πόλεμο. Πραγματικά, πολλοί απ' αυτούς αντέδρασαν στα
γεγονότα με κατάπληξη, επειδή οι περισσότεροι Έλληνες έβλεπαν ακόμα την Αγγλία ως
σύμμαχο. Επιπλέον, έβλεπαν ότι οι Άγγλοι έλεγχαν τις προμήθειες τροφίμων και άλλων
ειδών βασικής ανάγκης που χρειαζόταν απελπισμένα το μεγαλύτερο μέρος της χώρας. 65 Για
τους λόγους αυτούς έκλεισε το ΚΚΕ τη συμφωνία της Βάρκιζας στις 12 Φεβρουαρίου.
Σύμφωνα με τους όρους της, ο ΕΛΑΣ αποστρατευόταν επιτέλους. Τα μέλη του έπαιρναν

Digitized by 10uk1s
αμνηστία, εκτός από εκείνα που είχαν διαπράξει αδικήματα του κοινού ποινικού δικαίου.
Το ΚΚΕ συνέχιζε να λειτουργεί νόμιμα. Και η κυβέρνηση έκανε προετοιμασίες για τη
διεξαγωγή δημοψηφίσματος για το ζήτημα της μοναρχίας, και για γενικές εκλογές. Ύστερα
απ' αυτό, Άγγλοι και ΚΚΕ προσπάθησαν να επιστρέψουν στην πολιτική της ειρηνικής
ανάπτυξης που ακολουθούσαν πριν από τον Δεκέμβριο. Τώρα όμως, οι Άγγλοι είχαν ακόμα
λιγότερα κίνητρα για να συγκρατούν το ζήλο της Δεξιάς ενώ, την ίδια στιγμή, το ΚΚΕ έβλεπε
την επιρροή του να μειώνεται μετά την εγκατάλειψή του από τον Σβώλο και άλλους
σοσιαλιστές συμμάχους, και από τις αποκαλύψεις για τις θηριωδίες που έγιναν κατά τη
διάρκεια και μετά τις μάχες του Δεκεμβρίου 66.

Ένας από τους λόγους για τους οποίους οι επιπτώσεις των Δεκεμβριανών ήταν τόσο
μακρόβιες, είναι το ότι αναθέρμαναν μια εμφύλια διαμάχη που είχε αρχίσει κιόλας να
γίνεται πικρή και πλατιά πριν ακόμα από την Απελευθέρωση. Τον Δεκέμβριο, εκτός από την
Αθήνα ξέσπασαν εμφύλιες συμπλοκές και στην Ήπειρο και σε διάφορες περιοχές της
Μακεδονίας. Οι μάχες αυτές, έδωσαν την ευκαιρία και στις δυο πλευρές να ξεκαθαρίσουν
παλιούς λογαριασμούς. Στην ίδια την Αθήνα, μερικοί από τους κρατούμενους στις φυλακές
με την κατηγορία της συνεργασίας με τους Γερμανούς, συμπεριλαμβανομένων και τριών
υπουργών «κουίσλιγκ», δολοφονήθηκαν, μαζί με αρκετές εκατοντάδες αστυνομικών. Όχι
μόνο οι δοσίλογοι, αλλά και μέλη αντικομμουνιστικών αντιστασιακών οργανώσεων
κρύβονταν από φόβο για τη ζωή τους 67. Η κατάταξη στην Εθνοφυλακή, έδωσε την ευκαιρία
σε πολλούς που είχαν πολεμήσει κατά του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ κατά την Κατοχή, να πάρουν
εκδίκηση. Με το τέλος των εχθροπραξιών, δεκάδες χιλιάδες άμαχοι υποστηρικτές του ΕΑΜ
έφυγαν κρυφά από την πρωτεύουσα, μέσα στη βαρυχειμωνιά, επειδή φοβούνταν
αντίποινα68.

Η βρετανική επέμβαση υπέρ της αντικομμουνιστικής πλευράς κατά τους δεκαοχτώ περίπου
μήνες πριν από τη Βάρκιζα, καθόριζε τη θέση της Ελλάδας στον μεταπολεμικό κόσμο. Οι
Άγγλοι ενίσχυαν τον ΕΔΕΣ κατά την Κατοχή, εξασφαλίζοντας το ότι ο ΕΛΑΣ δε θα
μονοπωλούσε την Αντίσταση, ούτε θα καταλάμβανε όλη την ηπειρωτική χώρα. Επίσης, οι
Άγγλοι ξεπέρασαν σε ελιγμούς το ΚΚΕ την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1944,
αναδεικνύοντας σε επίκεντρο των πολιτικών εξελίξεων την κυβέρνηση Παπανδρέου που
είχε σχηματιστεί τον Απρίλιο, παραγκωνίζοντας την ΠΕΕΑ που είχε σχηματίσει το ΕΑΜ ένα
μήνα πριν. Επρόκειτο για μια κατάσταση, στην οποία η κυβέρνηση Παπανδρέου δεν είχε
κανένα προηγούμενο νομικό ή ηθικό δικαίωμα.69 Μ' αυτόν τον τρόπο, όμως, οι Άγγλοι
κατέστησαν πολιτικά και ρεαλιστικά δυνατό για την κυβέρνηση Παπανδρέου να
εγκατασταθεί τον Οκτώβριο στην Αθήνα. Χωρίς τη βρετανική επέμβαση, η πολιτική δύναμη
στην Ελλάδα θα είχε περάσει σίγουρα σχεδόν στα χέρια του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ είτε με την
Απελευθέρωση, είτε λίγους μήνες αργότερα. Και χωρίς την επέμβαση των Άγγλων, ο ΕΛΑΣ
θα είχε οπωσδήποτε κερδίσει τη μάχη της Αθήνας.

Το συνεχώς επαναλαμβανόμενο κίνητρο των Άγγλων για την επέμβασή τους, ήταν η
επιθυμία τους να εξασφαλίσουν στον ελληνικό λαό «ελευθερία εκλογής» η οποία, κατά
προτίμηση, θα οδηγούσε σε μια δημοκρατική και μετριοπαθή κυβέρνηση. Δίχως άλλο, η
επιθυμία αυτή ήταν ειλικρινής. Το αληθινό όμως κίνητρο για τις βρετανικές προσπάθειες
ήταν η παραδοσιακή, ηλικίας ενός αιώνα πολιτική, να κρατηθούν οι Ρώσοι μακριά από τη
Μεσόγειο. Όταν ο στόχος αυτός επιτεύχθηκε στις αρχές του 1945, η βρετανική κυβέρνηση
δεν ήταν πια διατεθειμένη να επεμβαίνει τόσο έντονα στις ελληνικές υποθέσεις, κι αυτή η
αλλαγή στρατηγικής (προς μεγάλη απογοήτευση πολλών Βρετανών παρατηρητών)
επέτρεψε στην ελληνική Δεξιά, κι όχι στους μετριοπαθείς δημοκράτες, να επωφεληθούν
άμεσα από τη νίκη των αγγλικών δυνάμεων στα Δεκεμβριανά.

Digitized by 10uk1s
Η αγγλική επέμβαση στην Αθήνα, τον Δεκέμβριο του 1944, ήταν η πρώτη φορά κατά την
οποία μια από τις συμμαχικές δυνάμεις στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο χρησιμοποιούσε ανοιχτά
στρατιωτική βία για να καθορίσει τη μεταπολεμική πολιτική εξέλιξη σε μια
απελευθερωμένη χώρα. Ο Στάλιν χάρηκε αναμφιβόλως από αυτά τα γεγονότα, που
αποτελούσαν προηγούμενο για τη σοβιετική επέμβαση στην ανατολική Ευρώπη. Ακόμα, τα
Δεκεμβριανά επηρέασαν τις εξελίξεις σε μια τουλάχιστον ακόμα χώρα της δυτικής
Ευρώπης, την Ιταλία, αποτελώντας προειδοποίηση για το εκεί Κομμουνιστικό Κόμμα, και
ενισχύοντας την αποφασιστικότητα των Άγγλων70.

Digitized by 10uk1s
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V
Ο στρατιωτικός αγώνας, 1945-9
David H. Close και Θάνος Βερέμης

Ο ΑΝΑΡΧΟΣΥΜΜΟΡΙΤΙΣΜΟΣ, 1945-6

Η τελική και πιο σφοδρή φάση του εμφυλίου πολέμου δεν είχε κάποια ξεκάθαρη αφετηρία.
Αναπτύχθηκε βαθμιαία από τη βία των δεξιών δυνάμεων και των αριστερών ενόπλων
ομάδων που εμφανίστηκαν ανάμεσα στη συμφωνία της Βάρκιζας, τον Φεβρουάριο του
1945, και το δημοψήφισμα, τον Σεπτέμβριο του 1946. Αυτό που χαρακτηρίζει τούτη την
περίοδο, είναι η αναρχία κι ο συμμοριτισμός που ακολούθησαν την αποστράτευση του
ΕΛΑΣ και προηγήθηκαν της βαθμιαίας επιβολής της εξουσίας, στις αντίστοιχες ζώνες τους,
των δυνάμεων της κυβέρνησης απ' τη μια, και του ΚΚΕ απ' την άλλη.

Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, φαίνεται ότι συγκεντρώθηκαν στα περισσότερα μέρη της
χώρας ένοπλες ομάδες παρανόμων. Η διαφορά ανάμεσά τους, ήταν ότι οι ένοπλες ομάδες
της Δεξιάς δρούσαν περισσότερο φανερά και επιθετικά από εκείνες της Αριστεράς.
Συνήθως, οι «συμμορίες» ήταν μικρές (με μόνιμη δύναμη κάτω των πενήντα σ' εκείνες της
Δεξιάς, και όχι άνω των δέκα σ' αυτές της Αριστεράς), προσκολλημένες σ' έναν τόπο και
ταυτισμένες με τον αρχηγό τους. Ο συνολικός αριθμός των αριστερών παρανόμων
υπολογίστηκε αργότερα από έγκυρη κομμουνιστική πηγή σε 3.000. Όσο για το συνολικό
αριθμό των δεξιών παρανόμων, αυτός ήταν σίγουρα μεγαλύτερος. Όλες οι εκτιμήσεις όμως
είναι μάλλον υποθετικές, επειδή τα ένοπλα αυτά τμήματα στρατολογούσαν άντρες για
κάποια συγκεκριμένη επιδρομή, ενώ το χειμώνα σχεδόν διαλύονταν.

Τα ένοπλα τμήματα των αριστερών αποτελούνταν κυρίως από υποστηρικτές του ΕΛΑΣ που
απέρριπταν τη συμφωνία της Βάρκιζας ή φοβούνταν αντίποινα αν επέστρεφαν στη
φυσιολογική ζωή. Ή, απλώς, δεν έβρισκαν κάποιο νομοταγή τρόπο επιβίωσης σε μια εποχή
που ο τόπος πεινούσε και, σύμφωνα με την Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για την
Περίθαλψη και την Αποκατάσταση (UNRRA), ο μισός αγροτικός πληθυσμός και το ένα τρίτο
του πληθυσμού των πόλεων ήταν άποροι. Τα ένοπλα τμήματα της Αριστεράς ήταν ιδιαίτερα
μικρά, επειδή έπρεπε να κρύβονται και να στηρίζονται στην υποστήριξη γειτονικών
κοινοτήτων. Αν και το ΚΚΕ δεν τα είχε αναγνωρίσει ακόμα επισήμως, οι οργανώσεις του
ΕΑΜ, πολλά χωριά και κωμοπόλεις τους βοηθούσαν τους αντάρτες αυτούς, δίνοντάς τους
προμήθειες και πληροφορίες για τις κινήσεις του εχθρού. Με τον καιρό, ενισχύθηκαν από
χιλιάδες καταδιωγμένων αριστερών: η φυγή στα βουνά θα συνεχιζόταν για το μεγαλύτερο
μέρος της τριετίας που ακολούθησε μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας. Και από τα μέσα
κιόλας του 1945, θα προειδοποιούσε πολλούς παρατηρητές, όπως τον υπεύθυνο Τύπου
Τζέφρι Τσάντλερ, ότι ο εμφύλιος πόλεμος θα ξανάρχιζε 1.

Σ' όλη τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου τα ένοπλα τμήματα της Αριστεράς έβρισκαν
καταφύγιο στα βουνά, σ' όλα τα διαμερίσματα της χώρας (βλέπε χάρτες). Τα βουνά είναι
γενικά κακοτράχαλα και στο βορρά σκεπάζονται από πυκνά δάση, ενώ οι μεταξύ τους
επικοινωνίες τότε ήταν κακές, ιδίως στην περιοχή της Πίνδου που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά
της ηπειρωτικής χώρας βόρεια του Κορινθιακού Κόλπου. Η οργάνωση των ανταρτικών
ομάδων είχε επίκεντρο τις οροσειρές, που η έκταση και το δυσπρόσιτό τους τις καθιστούσε
άπαρτες ή διευκόλυνε τη συνεχή ανακατάληψή τους. Βουνά πάνω από 500 μέτρα ψηλά,
εκτείνονται σ' όλο σχεδόν το μήκος των συνόρων με την Αλβανία, τη Γιουγκοσλαβία και τη

Digitized by 10uk1s
Βουλγαρία, ενώ η φορά τους από βορρά προς νότο κατά μήκος των συνόρων με την
Αλβανία και τη Γιουγκοσλαβία διευκόλυνε τις μετακινήσεις ανταρτών από αυτές τις χώρες
στο εσωτερικό της Ελλάδας.

Στους μεθοριακούς νομούς Καστοριάς, Φλώρινας και Πέλλας που βρίσκονται ανάμεσα στη
λίμνη Πρέσπα και την περιοχή της Έδεσσας, ζούσαν πολλοί από τους Σλαβόφωνους της
Ελλάδας που, σύμφωνα με την προπολεμική απογραφή πληθυσμού, ήταν συνολικά 86.000,
αλλά στην πραγματικότητα μπορεί να ήταν και 200.000. Έχοντας απολαύσει μια σχετική
ανεξαρτησία κατά τη διάρκεια της Κατοχής, οι περισσότεροι αντιδρούσαν στην
επανενσωμάτωση σ' ένα ελληνικό κράτος καταπιεστικού τύπου σαν αυτό που υπήρχε πριν
από τον πόλεμο, κι έτσι υποστήριζαν το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΝΟΦ), το οποίο
αντιπροσωπευόταν στο ΕΑΜ. Οι Σλαβόφωνοι της βόρειας Ελλάδας θα κατέληγαν να
αποτελούν την πλειοψηφία του στρατού της Αριστεράς στον εμφύλιο πόλεμο. Το 1945,
ένοπλες ομάδες εχθρικές προς τις κυβερνητικές δυνάμεις στις σλαβόφωνες περιοχές, ήταν
μεγαλύτερες αριθμητικά και περισσότερο επιθετικές από αλλού. Η οροσειρά του Βίτσι
βρίσκεται ανάμεσα στην Πρέσπα και την Έδεσσα. Και μια αλυσίδα βουνών συνδέει το Βίτσι
με τις καλλιεργημένες περιοχές της κοιλάδας του Αξιού στα ανατολικά, ενώ άλλες ορεινές
αλυσίδες κατεβαίνουν προς τα νότια και τα νοτιοανατολικά για να περικλείσουν το
Θεσσαλικό κάμπο, περιοχή στην οποία το ΕΑΜ είχε εξασφαλίσει ισχυρή υποστήριξη που
την ενέπνεαν ριζοσπαστικές παραδόσεις από τις αρχές του αιώνα. Έτσι, η Θεσσαλία κι η
δυτική Μακεδονία σχημάτιζαν μια συνεχόμενη έκταση αριστερής επικράτειας που
επικοινωνούσε με τα φιλόξενα εδάφη της Γιουγκοσλαβίας, όπου δεκάδες χιλιάδες
υποστηρικτές του ΕΑΜ και Σλαβόφωνοι έβρισκαν καταφύγιο στα 1945-6. Άλλοι τόποι
συγκέντρωσης αριστερών ανταρτικών τμημάτων μετά τη Βάρκιζα, ήταν ο Πάρνωνας κι ο
Ταΰγετος στη νότια Πελοπόννησο, όπου βεντέτες μαίνονταν σ' όλη τη διάρκεια των χρόνων
1945-9 2.

Οι περισσότερες οργανώσεις και συμμορίες της Δεξιάς περιορίζονταν στο να τρομοκρατούν


χωριά, κι ελάχιστες καταδίωκαν τους αντιπάλους τους στα βουνά. Αυτό το είχαν αναλάβει
σχηματισμοί της Εθνοφυλακής, που εξορμούσαν τακτικά κατά των αριστερών ένοπλων
σχηματισμών από το καλοκαίρι του 1945. Τον Ιούνιο, ένα τέτοιο απόσπασμα κυνήγησε τον
πιο διάσημο καπετάνιο του ΕΛΑΣ, τον Άρη Βελουχιώτη, που τελικά αυτοκτόνησε
καταδιωκόμενος. Η επιτυχία αυτή έγινε δυνατή από το γεγονός ότι ο Άρης, έχοντας
αποκηρύξει τη Βάρκιζα, είχε χάσει την προστασία του δικτύου του ΚΚΕ, κι έτσι είχε εκτεθεί
σε μεγάλους κινδύνους. Από το τέλος του 1945, την καταδίωξη των ανταρτικών ομάδων
είχε αναλάβει η χωροφυλακή, μια και αυτό ήταν το παραδοσιακό καθήκον της.* Στις
περισσότερες περιοχές, οι χωροφύλακες εκτελούσαν τακτικές περιπολίες και, από τον
Μάρτιο του 1946, είχαν εξοπλιστεί με πολυβόλα και χειροβομβίδες, ενώ τους βοηθούσαν
και μικρές μονάδες του στρατού 3.

Παρ' όλη αυτή τη δραστηριότητα, η πολιτική βία και στις δυο πλευρές αυξανόταν σταθερά
από τον Οκτώβριο του 1946. Για παράδειγμα, η βρετανική αστυνομική αποστολή ανέφερε
ένα μέσο όρο 68 πολιτικών δολοφονιών το μήνα, ανάμεσα Ιανουάριο και Μάιο του '46, και
169 τον Σεπτέμβριο. Έξω από τις πόλεις η αύξηση αυτή ήταν γενική, αλλά παρατηρήθηκε
ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο, τη Θεσσαλία και την κεντρική και δυτική Μακεδονία.
Κυρίαρχη αιτία της τάσης αυτής, ήταν η απελπισία των υποστηρικτών του ΕΑΜ από τη

*
Όπως γνωρίζει ο αναγνώστης, η χωροφυλακή καταδίωκε παλιά τους ληστές. Εδώ, έχουμε
ξανά ένα μπέρδεμα με τις λέξεις BAND (ομάδα, συμμορία) και BANDIT (ληστής). (Σ.τ.Μ.)

Digitized by 10uk1s
λευκή τρομοκρατία. Κι ένας ειδικός λόγος, ήταν η απελευθέρωση, με την αμνηστία του
Δεκεμβρίου του 1945, 3.000 αριστερών κρατουμένων οι οποίοι, στη συνέχεια, έγιναν
θύματα ή όργανα αντεκδικήσεων. Η κλιμάκωση προχώρησε κι άλλο με την εντατικοποίηση
των διώξεων που ασκούσε η Δεξιά, στην προσπάθειά της να εξασφαλίσει τη νίκη στις
εκλογές και στη συνέχεια στο δημοψήφισμα του 1946. Έχουμε όμως μια ουσιαστική
διαφορά στα περιστατικά πολιτικής βίας στις διάφορες περιφέρειες. Στην Πελοπόννησο,
κυριαρχούσε η βία της Δεξιάς, που ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη στη Μεσσηνία, τη Λακωνία
και την Αρκαδία. Διαδεδομένη επίσης ήταν η βία της Δεξιάς και στη Ρούμελη και τη νότια
Θεσσαλία. Στη βόρεια Θεσσαλία και τη Μακεδονία, όμως, επικρατούσε η βία της
Αριστεράς. Στη χώρα, ως σύνολο, η βία της Δεξιάς ήταν περισσότερο διαδεδομένη πριν από
τον Σεπτέμβριο του 1946, γεγονός που δείχνουν τα στοιχεία της αστυνομικής αποστολής
(που ωστόσο αγνοούσαν συχνά άλλοι Βρετανοί εκπρόσωποι) 4.

Από το τέλος του 1945, μικρές ομάδες αριστερών άρχισαν να υπονομεύουν την
κυβερνητική εξουσία στο βορρά, κάνοντας επιθέσεις σε χωροφύλακες, αξιωματούχους και
κοινοτάρχες. Τον Φεβρουάριο, η ηγεσία του ΚΚΕ αποφάσισε να υποστηρίξει ως ένα βαθμό
αυτές τις δραστηριότητες. Ένα από τα αποτελέσματα αυτής της απόφασης, ήταν και η
επίθεση στο Λιτόχωρο, στον Όλυμπο, στις 30 Μαρτίου 1946, την παραμονή των εκλογών:
τριάντα τρεις άντρες σκότωσαν οκτώ εθνοφύλακες και χωροφύλακες, πυρπόλησαν κτίρια
και άρπαξαν όπλα -όλα αυτά, ως αντίποινα που διέταξε ο Ζαχαριάδης, ο ηγέτης του ΚΚΕ,
ενάντια στη δραστηριότητα μιας ιδιαίτερα ενοχλητικής συμμορίας. Επιθέσεις τέτοιου
τύπου θα σημειώνονται όλο και πιο συχνά μέσα στους επόμενους πέντε μήνες στη
Μακεδονία και τη Θεσσαλία, από ένοπλα τμήματα που η δύναμή τους στη διάρκεια του
καλοκαιριού, έφτανε καμιά φορά και τα εκατό άτομα. Παράδειγμα, η επίθεση στις 6
Ιουλίου εναντίον ενός λόχου στρατού στην Ποντοκερασιά από αντάρτικο τμήμα εκατό
περίπου αντρών, που φαίνεται ότι σκότωσε και τραυμάτισε έντεκα στρατιώτες και
αιχμαλώτισε ή πήρε με το μέρος του τους υπόλοιπους. Τον Αύγουστο πια, η κομμουνιστική
ηγεσία υπολόγιζε ότι στα βουνά βρίσκονταν περίπου 4.000 αριστεροί αντάρτες. Αν και κατά
το μεγαλύτερο μέρος τους ήταν πολύ φτωχά ντυμένοι και οπλισμένοι, αποτελούσαν μια
πολύ μεγάλη δύναμη για να τα βγάλει πέρα μαζί της η Χωροφυλακή, η οποία είχε να
αντιμετωπίσει και άλλη, μικρής κλίμακας βία, συχνά όχι πολιτικής υφής, και σε άλλες
περιοχές όπως η Θράκη, η Κρήτη και στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου Λέσβο και Σάμο 5.

Η ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ

Ανάμεσα στον Ιούλιο και τον Οκτώβριο του 1946, η αντιπαράθεση Δεξιάς και Αριστεράς
πήρε τη μορφή επιχειρήσεων μεγάλης κλίμακας, κι από τις δυο πλευρές. Ο στρατός
αντικατέστησε στον πρωταγωνιστικό ρόλο τη Χωροφυλακή και, από τον Ιούλιο έως τον
Νοέμβριο, ανέλαβε μια σειρά ασυντόνιστων επιχειρήσεων, μέχρι και σε δύναμη ταξιαρχίας,
από τα Άγραφα στη δυτική Θεσσαλία, μέχρι τη βόρεια Πίνδο και ανατολικά μέχρι τη Θράκη.
Στην πράξη, όμως, η βασική δραστηριότητα του στρατού ήταν η φρούρηση στρατοπέδων
κατά μικρές μονάδες. Οι εξορμήσεις του στα βουνά, στερούνταν σκοπού και
αποφασιστικότητας, και σπανίως τον έφερναν σε επαφή με τον εχθρό 6.

Σεπτέμβριο με Οκτώβριο, οι αντάρτες κατόρθωσαν να δημιουργήσουν αυτό που


αποκάλεσαν «Ελεύθερη Ελλάδα» σε μεγάλες περιοχές της βόρειας Θεσσαλίας και της
δυτικής Μακεδονίας, εξοντώνοντας τα φυλάκια της Χωροφυλακής στην ύπαιθρο και
παρεμποδίζοντας τις επικοινωνίες προς κάθε κατεύθυνση εκτός από τη Γιουγκοσλαβία. Μια
από τις οδικές αρτηρίες που απειλούσαν, ήταν και η κεντρική οδός Αθήνας-Θεσσαλονίκης,
η οποία περνούσε από την Ελασσόνα και την Κοζάνη και είχε ιδιαίτερη σημασία γιατί ο

Digitized by 10uk1s
σιδηρόδρομος βρισκόταν ακόμα εκτός λειτουργίας. Οι ανταρτικές ομάδες μεγάλωναν
καθώς αποκτούσαν οργάνωση κι απορροφούσαν έναν όλο και πιο μεγάλο αριθμό
πολιτικών προσφύγων. Έτσι, στις 21 Σεπτεμβρίου, περίπου 1.500 αντάρτες επιτέθηκαν και
κατέλαβαν για λίγο το χωριό Δεσκάτη στη βόρεια Θεσσαλία, σ' ένα σημείο νευραλγικό γι'
αυτούς. Εκείνον και τον επόμενο μήνα έγιναν κι αρκετές άλλες επιθέσεις από αντάρτικα
τμήματα 300-400 αντρών. Στις 13 Νοεμβρίου, χίλιοι περίπου αντάρτες σκότωσαν ή
αιχμαλώτισαν τους άντρες ενός λόχου του στρατού, στο Σκρα της Μακεδονίας.

Στο μεταξύ, στην Πελοπόννησο, ο αριστερός συμμοριτισμός, αν και μικρότερος σε κλίμακα,


αυξανόταν από το καλοκαίρι και μετά. Όπως και στο βορρά έτσι κι εδώ, οι ομάδες των
ανταρτών μάζευαν συστηματικά τρόφιμα για να έχουν το χειμώνα, διαδικασία που έγινε
δυνατή προφανώς ύστερα από τη συμφωνία της Βάρκιζας και τη μαζική εισροή βοήθειας
από την Ούνρα (UNRRA), καθώς και από δυο ειρηνικές συγκομιδές. Αυτή η φάση του
πολέμου χαρακτηρίζεται κι από τις δυο πλευρές από αλόγιστες σφαγές, καθώς μαίνονταν οι
τοπικές βεντέτες. Στο βορρά, πολλές απ' αυτές τις σφαγές φαίνεται πως ήταν εθνολογικού
χαρακτήρα, που είχαν ίσως τις ρίζες τους στην προπολεμική εποχή. Στο Σκρα, το Μάνταλο
και την Ξερόβρυση της Μακεδονίας, ανάμεσα στα θύματα υπήρχαν παιδιά και γέροι 7.

Στις 28 Οκτωβρίου -επέτειο της απόρριψης του τελεσίγραφου του Μουσολίνι στα 1940- ο
Μάρκος Βαφειάδης, σε μια διάσκεψη ηγετών των ανταρτών, δημιούργησε μια κοινή
στρατιωτική διοίκηση για όλη την ηπειρωτική Ελλάδα. Ο Μάρκος ήταν διοικητής του ΕΛΑΣ
στη Μακεδονία, και ο Ζαχαριάδης του είχε εμπιστευτεί από τον Ιούλιο το έργο της
ανάπτυξης μιας δύναμης στα βουνά. Τον Δεκέμβριο, η δύναμη αυτή πήρε την ονομασία
Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας (ΔΣΕ). Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για τη στρατιωτική
πτέρυγα του ΚΚΕ, μια που ο Μάρκος ήταν μέλος του Πολιτικού Γραφείου του και όλοι -ή
σχεδόν όλοι- οι διοικητές του ανήκαν στο Κόμμα. Ο Μάρκος διέταξε τους διοικητές να
οργανώσουν τη δραστηριότητα των ανταρτών σε διάφορες περιοχές και αύξησε τις
δυνάμεις του στρατολογώντας βετεράνους του ΕΛΑΣ που βρίσκονταν εξόριστοι στη
Γιουγκοσλαβία, καθώς και άλλους που είχαν εκπαιδεύσει είτε αυτοί, είτε παλιοί
Γιουγκοσλάβοι παρτιζάνοι. Σύμφωνα με τα στοιχεία του εθνικού στρατού, οι εξόριστοι
αυτοί που επέστρεψαν ως τον Δεκέμβριο του 1946, ήταν αρκετές χιλιάδες. Ως τότε, ο
συνολικός αριθμός των αριστερών ανταρτών σ' όλη την Ελλάδα ξεπερνούσε μάλλον τις
10.000, και συνέχιζε ν' αυξάνεται σταθερά. Κι ενώ η κύρια δύναμή τους βρισκόταν πάντα
στη βόρεια Θεσσαλία και τη δυτική Μακεδονία, είχαν γίνει τώρα αρκετές χιλιάδες και στην
κεντρική και ανατολική Μακεδονία, και πολλές εκατοντάδες στη Θράκη και τη Ρούμελη.
Επικεφαλής τους βρίσκονταν βετεράνοι του ΕΛΑΣ, εξασκημένοι σε ελιγμούς πάνω στα
βουνά, που πολλοί απ' αυτούς δρούσαν σε περιοχές με τις οποίες ήταν εξοικειωμένοι απ'
τον καιρό της Κατοχής.

Για την ελληνική κυβέρνηση και τους ξένους υποστηρικτές της, ο Δημοκρατικός Στρατός
αποτελούσε μια τρομερή απειλή. Στην πραγματικότητα, όμως, ο ΔΣΕ δεν ήταν επαρκώς
προετοιμασμένος για να εξαναγκάσει την κυβέρνηση να δεχτεί όρους του ή να της
αποσπάσει εδάφη 8 . Τον οπλισμό των ανταρτών αποτελούσαν ανεμομαζώματα από
περιορισμένες πηγές -κυρίως, φαίνεται, απ' ό,τι κυρίευαν απ' τον εχθρό (κι ιδίως τις
αναποτελεσματικές μονάδες MAY). Κι ακόμα, από όπλα που είχε κρύψει ο ΕΛΑΣ και δεν τα
είχαν ανακαλύψει οι εθνικές δυνάμεις. Και, τέλος, απ' ό,τι αγόραζαν στη μαύρη αγορά. Η
έλλειψη ομοιογένειας, λοιπόν, αποτελούσε σοβαρό μειονέκτημα. Αργότερα, ο ΔΣΕ άρχισε
να παίρνει εφόδια από άλλα κομμουνιστικά κράτη, κυρίως τη Γιουγκοσλαβία. Για δεκαοχτώ
μήνες -ή και παραπάνω- από το καλοκαίρι του 1947 και μετά, οι γιουγκοσλαβικές αρχές
ισχυρίζονται ότι έστειλαν στον ΔΣΕ μεγάλες ποσότητες γερμανικών όπλων: 35.000
τουφέκια, 3.500 πολυβόλα, 2.000 μπαζούκας, 7.000 αντιαρματικά όπλα, 10.000 νάρκες,

Digitized by 10uk1s
καθώς και ρουχισμό για 12.000 άντρες και 30 βαγόνια τρόφιμα. Ωστόσο, τα εφόδια αυτά
έφταναν με αργό ρυθμό, κι εξάλλου, ήταν δύσκολο να προωθηθούν πολύ νότια από τα
σύνορα. Έτσι, τον Σεπτέμβριο, ο Μάρκος ανέφερε ότι ο στρατός του υπέφερε ακόμα από
σοβαρές ελλείψεις ρουχισμού, και ότι ο αριθμός των υπαρχόντων όλμων ήταν μόνο ένας ή
δύο σε κάθε τάγμα κοντά στα σύνορα, ενώ νοτιότερα υπήρχαν οι μισοί. Είναι φανερό πως η
κατάσταση δε βελτιώθηκε πολύ στη συνέχεια. Για παράδειγμα, έχει διασωθεί ένας
κατάλογος του οπλισμού ενός τάγματος της δυτικής Μακεδονίας, από τον επόμενο Μάιο. Σ'
αυτόν περιλαμβάνονται δύο μόνο όλμοι και δυο βαριά πολυβόλα -όπλα που, προφανώς
κυριεύτηκαν από τις εθνικές δυνάμεις- ενώ η αναλογία αγγλικών όπλων είναι μεγάλη. Οι
στρατιώτες προτρέπονταν συνεχώς να κάνουν οικονομία στα πολεμοφόδια και να φυλάνε
σαν θησαυρό τα όπλα τους. Κάθε σώμα νεοσυλλέκτων έπρεπε να πηγαίνει με τα πόδια στις
συνοριακές περιοχές για να εφοδιαστεί σε οπλισμό και άρβυλα. Ακόμα και κοντά στα
σύνορα, η πείνα, το κρύο και τα πληγιασμένα πόδια ήταν καθημερινά βάσανα του
Δημοκρατικού Στρατού.

Ο οπλισμός του ΔΣΕ περιέλαβε και αντιαεροπορικά κανόνια (τα οποία και κατέστρεψαν,
συνολικά, 54 αεροπλάνα), και πεδινά πυροβόλα. Τα τελευταία αυξήθηκαν από πέντε που
ήταν τον Σεπτέμβριο του 1947, σε εξήντα, αλλά τα περισσότερα ήταν ελαφρά και σε κακή
κατάσταση. Νάρκες, αντιθέτως, τοποθετήθηκαν σε μεγάλες ποσότητες και ήταν πολύ
αποτελεσματικές σ' όλους τους δρόμους. Γενικά, ο εξοπλισμός των ανταρτών παρέμεινε
κατάλληλος μόνο για παρενοχλήσεις ή αιφνιδιαστικές επιθέσεις σε ευπρόσβλητους
στόχους. Στα 1947, μπορούσαν συχνά να πραγματοποιούν με επιτυχία τέτοιες επιθέσεις,
εξαιτίας της υπεροχής τους σε στρατιωτικές πληροφορίες. Αυτό οφειλόταν στο
αποτελεσματικό σύστημα ασφάλειας και κατασκοπείας που είχαν οργανώσει τα στελέχη
του Κόμματος.

Οι μεταφορές ήταν ένα ακόμα πρόβλημα που έβαζε σοβαρούς περιορισμούς. Ορισμένα
όπλα έφταναν με ψαροκάικα στις ακτές του Ιονίου, αλλά το βασικό μεταφορικό μέσο ήταν
τα μουλάρια, πολλές εκατοντάδες από τα οποία διέσχιζαν τα περάσματα της Πίνδου
συνεχώς, μέσα στα χρόνια 1947 και '48. Οι εφοδιοπομπές όμως εμποδίζονταν από τον
εχθρό, που κρατούσε δεσπόζουσες τοποθεσίες και είχε και την κυριαρχία του αέρα. Η
εξάρτηση από τέτοιες γραμμές εφοδιασμού, δυσκόλευε τον ανεφοδιασμό μεγάλων
επιχειρήσεων μακριά από τα σύνορα. Για παράδειγμα, ήταν εξαιρετικά δύσκολο να
μετακινήσεις βαριά κανόνια ή μεγάλες ποσότητες πυρομαχικών 9. Κι έτσι, μόνο στη μεθόριο
θα μπορούσε ο ΔΣΕ να κρατήσει ισχυρές θέσεις ενάντια σε δυνατές επιθέσεις.

Μεγάλη έλλειψη, επίσης, υπήρχε σε αξιωματικούς. Στην αρχή, στρατολογούνταν από


παλιούς αξιωματικούς του ΕΛΑΣ που ήταν ελεύθεροι, πρόθυμοι να υπηρετήσουν, και
κρίνονταν πολιτικά ασφαλείς από το Κόμμα. Ο αριθμός αυτών των ατόμων, όμως, κάθε
άλλο παρά επαρκής ήταν. Κι ούτε ήταν εκπαιδευμένοι για να διοικήσουν μεγάλους
σχηματισμούς ενάντια σε επαγγελματίες στρατιωτικούς. Φαίνεται ότι μια μικρή μόνο
μειοψηφία ανάμεσά τους ήταν αξιωματικοί του τακτικού στρατού. Ορισμένοι απ' αυτούς,
τους πρώην επαγγελματίες, είχαν επιτελικές θέσεις στον Δημοκρατικό Στρατό, κι ορισμένοι
άλλοι κρατούσαν μεσαίες διοικητικές θέσεις στα πεδία της μάχης. Γενικά, όμως, δεν
έπαιζαν σημαντικό ρόλο στη διοίκηση, πράγμα που κατά ένα μέρος τουλάχιστον οφειλόταν
στο αστικό και μη κομμουνιστικό παρελθόν τους, που τους καθιστούσε απαράδεκτους στον
Ζαχαριάδη. Φαίνεται λοιπόν ότι όλοι όσοι κατείχαν ηγετικές θέσεις στη διοίκηση, ήταν
ερασιτέχνες του τακτικού πολέμου (που χαρακτηρίζεται από μάχες θέσεων και επιχειρήσεις
μεγάλων μονάδων σε μακρινές αποστάσεις). Ο κύριος όγκος των κατώτερων αξιωματικών
προερχόταν από τις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού, κι είχαν περάσει από μια σύντομη
εκπαίδευση στις σχολές που είχε ιδρύσει αυτός 10.

Digitized by 10uk1s
Ακόμα, υπήρχε έλλειψη καινούριων αντρών. Σύμφωνα με τον Μάρκο, ο ΔΣΕ στρατολόγησε
15.000 άτομα από τον Σεπτέμβριο του 1947 έως τον Ιούλιο του 1948, την περίοδο δηλαδή
που πάσχισε πολύ να αυξήσει τη δύναμή του 11. Στην Πελοπόννησο και τα νησιά, οι
ανταρτικές ομάδες αναπτύχθηκαν ανεξάρτητα, και προφανώς απαρτίζονταν από εθελοντές.
Στην ηπειρωτική χώρα, όμως, έγινε ευρεία στρατολόγηση, η οποία και έφτασε να
στελεχώνει την πλειοψηφία του στρατού στα τέλη του 1947. Και οι αντάρτες της
Πελοποννήσου κατέφυγαν επίσης στη στρατολόγηση, το 1948. Ωστόσο, πολλοί από τους
επίστρατους προέρχονταν από κοινότητες που πρόσκεινταν φιλικά στο Κόμμα, και
μπορούσαν να γίνουν αξιόπιστοι στρατιώτες με την πειθαρχία και την πολιτική
καθοδήγηση. Γι' αυτό, πολλές αναφορές εθνικών πηγών καταδεικνύουν ότι το ηθικό του
ΔΣΕ ήταν για ορισμένο διάστημα υψηλό. Το ηθικό αυτό, φαίνεται ότι γενικά κρατιόταν
ψηλά από την πίστη στη νίκη μέχρι και τη μάχη του Γράμμου, και τη ρήξη Τίτο-Στάλιν τον
Ιούνιο-Ιούλιο του 1948.

Οι λίγοι σχετικά επίστρατοι που προέρχονταν από τις μάζες των αριστερών των πόλεων,
καθυστέρησαν πάρα πολύ την αναχώρησή τους για τα βουνά. Και για τους περισσότερους
απ' αυτούς, ύστερα από τον Ιούλιο του 1947, ήταν πολύ αργά: είτε βρίσκονταν πια στη
φυλακή, είτε εμποδίζονταν να κινηθούν από την αστυνομική επιτήρηση των ίδιων και των
οικογενειών τους. Το φταίξιμο γι' αυτή την καθυστέρηση οφείλεται κυρίως στις κομματικές
αρχές, που προφανώς δίσταζαν να διαλύσουν τις οργανώσεις τους μέσα στις πόλεις, αλλά
και σε εκείνα τα μέλη του Κόμματος που απέφευγαν να υπακούσουν στις διαταγές για
έξοδο στο βουνό, συμμεριζόμενα, ίσως, την απέχθεια που αισθάνονταν γενικά οι πολίτες
για τον εμφύλιο πόλεμο. Αυτοί, εξάλλου, μπορούσαν να εκτιμήσουν τη δύναμη της
κυβέρνησης καλύτερα από τους συντρόφους τους που ήταν απομονωμένοι στα βουνά και,
αντίθετα απ' αυτούς, δεν εξαναγκάζονταν να πολεμήσουν από τις συμμορίες και της Δεξιάς
και της Αριστεράς. Έτσι, οι κομμουνιστές των πόλεων σύντομα αδυνατούσαν να βοηθήσουν
τον Δημοκρατικό Στρατό, και μέχρι το φθινόπωρο του 1947, σύμφωνα με αμερικανικές
πηγές, είχαν πάψει ακόμα και πληροφορίες να του παρέχουν. Με όλα αυτά, ο ΔΣΕ βρέθηκε
απομονωμένος στα βουνά, και στρατολογούσε τον κύριο όγκο των μελών του από τους
χωρικούς 12.

Ο εθνικός στρατός, από την πλευρά του, βρισκόταν το φθινόπωρο του 1946 στα πρώτα
στάδια της αναδιάρθρωσής του. Για τέσσερα περίπου χρόνια -από τον Απρίλιο του 1941
μέχρι τις αρχές του 1945-είχε πάψει να υπάρχει, εκτός από τις σχετικά μικρές μονάδες που
υπηρέτησαν στη Βόρεια Αφρική και την Ιταλία. Όπως παρατήρησε ένα μέλος της
αμερικανικής στρατιωτικής αποστολής, ο συνταγματάρχης Τζ. Σ. Μάρεϊ 13, το πιο πολύτιμο
κεφάλαιο ενός στρατού, κι εκείνο που η αντικατάστασή του γίνεται περισσότερο αργά από
τα άλλα, είναι οι επαγγελματικά εκπαιδευμένοι αξιωματικοί του. Και το κεφάλαιο αυτό,
είχε κατά μέγα μέρος διασπαθιστεί. Από τους ικανούς και έμπειρους διοικητές που είχαν
διακριθεί στο αλβανικό μέτωπο του 1940-41, πολλοί είτε είχαν σκοτωθεί είτε είχαν
ατιμαστεί συμμετέχοντας στη δοσίλογη κυβέρνηση Τσολάκογλου το 1941. Πολλοί,
σύμφωνα με τον υποστράτηγο Δημήτριο Ζαφειρόπουλο (που πολέμησε στον εμφύλιο και
συνέγραψε μια ιστορία για τον πόλεμο αυτό) είχαν τοποθετηθεί άδικα στον Β' Πίνακα των
αποστράτων στις αρχές του 1945. Επίσης, βενιζελικοί κάποιας φήμης που είχαν αναμιχθεί
στα επεισόδια της Μέσης Ανατολής, και αξιωματικοί που είχαν ενταχθεί στον ΕΛΑΣ,
κρατήθηκαν εκτός υπηρεσίας για όλη τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Όσον αφορά
στους οπλίτες που κλήθηκαν να υπηρετήσουν, οι περισσότεροι προέρχονταν στην αρχή από
προπολεμικές κλάσεις, που είχαν πολεμήσει στο Αλβανικό μέτωπο. Οι Άγγλοι, και στη
συνέχεια οι Αμερικανοί, δεν ανέχονταν αρχικά να ξοδεύουν χρήματα για την εκπαίδευση
νέων κλάσεων. Παρ' όλη όμως την εμπειρία τους, οι παλιοί στρατιώτες δεν ήταν
ικανοποιητικοί πολεμιστές, επειδη δίσταζαν ν' αφήσουν τα κτήματα και τις οικογένειές τους

Digitized by 10uk1s
(για τις οποίες η κυβέρνηση δεν έπαιρνε καμιά σχεδόν μέριμνα) και δυσανασχετούσαν στην
προοπτική να υπηρετήσουν για δεύτερη ή και τρίτη φορά, τη στιγμή που οι νεότεροι δεν
καλούνταν στα όπλα. Η πίκρα τους αυτή γινόταν ακόμα μεγαλύτερη από τον διαβόητο
τρόπο με τον οποίο απέφευγαν τη στράτευση οι πλούσιοι και όσοι είχαν "τα μέσα". Και τον
Οκτώβριο του 1948, όταν πια ο στρατιωτικός ακόλουθος της πρεσβείας των ΗΠΑ θεωρούσε
τους παλιότερους επίστρατους «παθητικό», οι άντρες αυτοί αποτελούσαν ακόμα το 40 τοις
εκατό περίπου του τακτικού στρατού 14.

Στη μεγαλύτερη διάρκεια του πολέμου, ο στρατός εξακολούθησε να πάσχει από τρομακτική
έλλειψη εκπαιδευμένων αξιωματικών και υπαξιωματικών 15 . Η Βρετανική Στρατιωτική
Αποστολή που ήταν υπεύθυνη από τον Φεβρουάριο του 1945 για την εκπαίδευση και τον
εφοδιασμό του στρατού, προχωρούσε αργά, απ' τη μια εξαιτίας των δικών της ελλείψεων,
κι απ' την άλλη επειδή δεν έβλεπε κανένα λόγο να βιάζεται -εξάλλου, εκπαίδευε το στρατό
όχι για ανταρτοπόλεμο, αλλά για τακτικές επιχειρήσεις. Όποτε χρειάζονταν στρατεύματα
για να πολεμήσουν τους αντάρτες, η Αποστολή αναγκαζόταν να περιορίσει δραστικά τα
προγράμματα εκπαίδευσης. Μέσα στα επόμενα δύο χρόνια, οι νεοσύλλεκτοι
εκπαιδεύονταν μεμονωμένα στα κέντρα βασικής εκπαίδευσης: η εκπαίδευση κατά
μονάδες, άρχισε μόλις το 1949. Όσο για την ανάγκη εκπαίδευσης αξιωματικών στον
ανταρτοπόλεμο, αυτή δεν αναγνωριζόταν καν από την ελληνική διοίκηση, μέχρι τα τέλη του
1947. Όλα αυτά λοιπόν τα μειονεκτήματα, επηρέασαν οδυνηρά την απόδοση των
περισσότερων μονάδων.

Όπως συνηθίζεται σ' έναν τακτικό στρατό, μεγάλο ποσοστό των αντρών του επάνδρωνε τις
διοικητικές και βοηθητικές υπηρεσίες, που διογκώνονταν από στρατιώτες οι οποίοι
απέφευγαν τη μάχιμη υπηρεσία. Στις αρχές του 1947, για παράδειγμα, λιγότερη από τη
μισή δύναμη του στρατού -που, στα χαρτιά- έφτανε τις 100.000, ήταν διαθέσιμη για μάχη.
Πέρα όμως απ' αυτούς τους παράγοντες, ο στρατός έπρεπε να έχει μεγάλη αριθμητική
υπεροχή για να μπορεί να προστατεύει αμάχους, επικοινωνίες και εγκαταστάσεις,
καταδιώκοντας, παράλληλα και τους αντάρτες. Κι αυτό το γεγονός, οι ξένες αποστολές
άργησαν πολύ να το συνειδητοποιήσουν.

Υπήρχαν, εξάλλου, κι άλλοι λόγοι για την κακή απόδοση του στρατού. Οι περισσότεροι
στρατεύσιμοι δεν ένιωθαν καμιά επιθυμία να πολεμήσουν τους συμπατριώτες τους. Είναι
πολύ πιθανό ότι πολλοί από τους άντρες του εθνικού στρατού έβλεπαν τους αντάρτες σαν
θύματα διωγμών, και θαύμαζαν το παρελθόν τους στην αντίσταση κατά των Γερμανών.
Αντιθέτως, ορισμένοι από τους αξιωματικούς του εθνικού στρατού είχαν ονόματα
αμαυρωμένα από τη συνεργασία τους με τον εχθρό. Οι επιπτώσεις της διαφθοράς και της
ανικανότητας της κυβέρνησης στο ηθικό των στρατιωτών, είναι αντικείμενο του 7ου
κεφαλαίου.

Στα μέσα του 1946 βρέθηκε ότι πολλοί στρατευμένοι συμπαθούσαν την Αριστερά. Άγγλοι
αξιωματικοί, υπολόγιζαν τον αριθμό τους στο 15 τοις εκατό του συνόλου. Σύντομα, η
διοίκηση καθιέρωσε μέτρα για την απομόνωσή τους και, σύμφωνα με αμερικανικές
πληροφορίες, ως τα τέλη του 1947 είχε εξαφανίσει τους κατασκόπους από το στράτευμα.
Το έργο αυτό, όμως, απαιτούσε συνεχείς προσπάθειες των στρατιωτικών μυστικών
υπηρεσιών 16. Ένας παράγοντας που έριχνε το ηθικό των αξιωματικών, ήταν η άγνωστη γι'
αυτούς φύση του συγκεκριμένου πολέμου, που έδειχνε να μην μπορεί να κερδηθεί. Για
όλους τους παραπάνω λόγους, ήταν γενικά παραδεκτό πως το ηθικό του στρατού
βρισκόταν σε καταστρεπτικά χαμηλό επίπεδο, όπως αναφέρει ο στρατηγός Θωμάς
Πενζόπουλος, σε έκθεσή του τον Φεβρουάριο του 1947, που δημοσιεύτηκε λίγο μετά από
τον «Ριζοσπάστη».

Digitized by 10uk1s
Για να αντισταθμίσει την αναποτελεσματικότητα των συμβατικών μονάδων, η ηγεσία του
στρατού δοκίμασε νέες οργανωτικές μεθόδους. Διαδοχικοί αρχηγοί του Γενικού Επιτελείου
δημιούργησαν μηχανοκίνητες μονάδες κομμάντος, οι οποίες έφτασαν με τον καιρό σε
δύναμη αρκετών χιλιάδων αντρών, κι από το 1947 και μετά ήταν επίλεκτα σώματα που τα
χρησιμοποιούσαν αδιάκοπα για την κατάληψη οχυρών θέσεων και για διείσδυση σε
εχθρικές περιοχές. Είχαν όμως δυσανάλογα μεγάλες απαιτήσεις στον τομέα των υπηρεσιών
υποστήριξης και, σε τελική ανάλυση, θα είχαν ίσως πετύχει πολύ περισσότερα αν οι άντρες
τους είχαν κατανεμηθεί στις διάφορες συμβατικές μονάδες, τις οποίες και θα ενίσχυαν 17. Ο
στρατός προσπάθησε ακόμα να νικήσει τους επαναστάτες στο δικό τους παιχνίδι,
υποστηρίζοντας πρώην αντιστασιακούς ηγέτες που ήταν αντικομμουνιστές. Έτσι,
επιτράπηκε στον Αντόν Τσαούς και τον Μιχάλαγα (αντικομμουνιστές αντάρτες κατά την
Κατοχή) να σχηματίσουν ξανά τις συμμορίες τους, ενώ ανέθεσαν στον Ναπολέοντα Ζέρβα,
υπουργό Δημόσιας Τάξης, τότε, να δει τι μπορούσε να κάνει με την αστυνομία που ήταν
κάτω από τη δικαιοδοσία του, κατά των αριστερών συμμοριών της νότιας Πελοποννήσου.
Όπως θα καταδειχτεί στο 7ο κεφάλαιο, οι σχηματισμοί αυτοί είχαν περιορισμένη αξία.

Στα 1946-7 και ως ένα βαθμό και το 1948, οι προσπάθειες των στρατιωτικών διοικητών
υπονομεύονταν από πολιτικές παρεμβάσεις 18. Οι βουλευτές χαλούσαν διαρκώς τον κόσμο
γυρεύοντες προστασία των ψηφοφόρων τους. Κι οι πολιτικοί μετέφεραν τις απαιτήσεις
τους στους στρατιωτικούς, οι οποίοι αντιστέκονταν στις πιέσεις με προσωπικό τους ρίσκο,
γιατί η πολιτική ευνοιοκρατία ήταν ο κανόνας μάλλον, παρά η εξαίρεση, κατά τις
προαγωγές. Μεγάλος -και ολοένα αυξανόμενος- αριθμός αξιωματικών, συνειδητοποιούσε
ότι δε θα μπορούσαν ποτέ να κερδίσουν τον πόλεμο αν περιορίζονταν στη στατική άμυνα.
Ορισμένοι, πάντως, παρείχαν ευχαρίστως προστασία σε πολίτες, γιατί πίστευαν ότι ήταν
πολύ σημαντικό να ενθαρρύνουν τους δεξιούς και να προκαλούν το δέος στους αριστερούς.
Κι έτσι, σ' όλη τη διάρκεια του χειμώνα του 1947-8, ο κύριος όγκος του στρατού ήταν
εγκατεσπαρμένος σε καθήκοντα φρούρησης, και δεν εκπαιδευόταν μέσω μάχιμης
υπηρεσίας.

Ο πολιτικός παρεμβατισμός ήταν επιζήμιος και κατ' άλλους τρόπους. Εξαιτίας της
ευαισθησίας τους στην πολιτική, οι ανώτεροι διοικητές διχάζονταν και σχεδόν παρέλυαν
από το εξακολουθητικό γαϊτανάκι που παιζόταν με τους υπουργούς. Σ' ένα μεγάλο μέρος
της περιόδου που μεσολάβησε από τη συμφωνία της Βάρκιζας μέχρι το διορισμό του
Παπάγου στη θέση του Αρχιστρατήγου τον Ιανουάριο του 1949, η αποτελεσματικότητα των
ανωτέρων βαθμίδων της ιεραρχίας κλονιζόταν σοβαρά από πολιτικούς διορισμούς και
ρουσφέτια. Μέσα σ' αυτά τα χρόνια, διορίστηκαν διαδοχικά πέντε αρχηγοί του Γενικού
Επιτελείου, οι πρώτοι τρεις από τους οποίους αντικαταστάθηκαν για πολιτικούς, βασικά,
λόγους. Και στις αρχές του 1945, οι κρίσεις των αξιωματικών γίνονταν με γνώμονα την
πολιτική. Ο πολιτικός παρεμβατισμός πήρε ιδιαίτερα σοβαρή μορφή με τη συμμετοχή
Κεντρώων υπουργών στην κυβέρνηση, από τον Ιανουάριο του 1947, μέχρι που οι
Αμερικανοί σύμβουλοι μείωσαν την επιρροή των πολιτικών τον Φεβρουάριο του 1948.
Μέσα σ' αυτό το διάστημα, όμως, τα διάφορα κόμματα συναγωνίζονταν για την άσκηση
επιρροής στο στράτευμα, και συνωμοτούσαν για το διορισμό των ανώτερων διοικητών και
την απομάκρυνση άλλων. Εξαιτίας της αβεβαιότητας για τη θέση τους, οι διοικητές αυτοί
εμποδίζονταν να κάνουν μακροπρόθεσμα σχέδια ή να επιβάλουν τη θέλησή τους στους
υφισταμένους τους. Κι εξαιτίας των πολιτικών ραδιουργιών, μέσα στο χειμώνα του 1947-8,
η προετοιμασία της επόμενης εκστρατείας αναβλήθηκε 19.

Την ποιότητα των αξιωματικών και το ηθικό των στρατευσίμων, ακόμα και στις αρχές του
1949, τα θεωρούσαν φτωχά οι Άγγλοι και Αμερικανοί στρατιωτικοί σύμβουλοι. Κι όλα αυτά
τα μειονεκτήματα είχαν επανειλημμένα αποκαλυφτεί από τις τολμηρές τακτικές του ΔΣΕ σ'

Digitized by 10uk1s
όλο το 1948. (Η Χωροφυλακή κι οι καταδρομείς έδειχναν καλύτερο ηθικό, αλλά ήταν
λιγοστές χιλιάδες). Κοινά και συχνά συναντώμενα ελαττώματα του στρατού, ήταν η άρνηση
για νυχτερινές επιχειρήσεις, για αναγνωρίσεις κατά μικρές ομάδες και για συμπλοκές εκ
του συστάδην. Το τελευταίο, σύμφωνα με τον στρατηγό Τζέιμς Βαν Φλητ, αρχηγό της
Αμερικανικής Στρατιωτικής Αποστολής, το συναντούσες «σ' όλα σχεδόν τα τάγματα
πεζικού» μέσα στο 1948 20.

Η χρόνια κακή απόδοση των εθνικών στρατευμάτων έδινε στους Άγγλους και τους
Αμερικανούς δικαιολογία για να αντιστέκονται στις συνεχείς πιέσεις της ελληνικής
κυβέρνησης και του στρατού για χρηματοδότηση αύξησης των αριθμών των ενόπλων
δυνάμεων. Έτσι, τον Νοέμβριο του 1946, ο τότε αρχηγός του Γενικού Επιτελείου πήγε στο
Λονδίνο προκειμένου να πιέσει για αύξηση της δύναμης του εθνικού στρατού σε 135.000
άντρες. Τελικά, ο στρατός έφτασε τις 90.000 στα τέλη του 1946, και τις 120.000 στα τέλη
του 1947 21.

Παράλληλα, υπήρχαν και υλικές ελλείψεις, αν και αυτές ήταν λιγότερο σημαντικές από τις
ελλείψεις ειδικευμένου προσωπικού. Πριν από την άνοιξη του 1948, υπήρχε ιδιαίτερα
έντονη έλλειψη μουλαριών, ασυρμάτων, πολυβόλων και ανιχνευτών ναρκών, ενώ δεν
υπήρχε καθόλου αυτοκινούμενο πυροβολικό. Τανκς και θωρακισμένα οχήματα ο στρατός
είχε από την αρχή του πολέμου, αλλά αυτά μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν μόνο στην
άμυνα πόλεων και χωριών. Τα αεροπλάνα που χρησιμοποιούσαν για υποστήριξη των
επιχειρήσεων εδάφους μέχρι τον Αύγουστο του 1949 ήταν παλιά Σπιτφάιρ, μάλλον
ακατάλληλα. Ωστόσο, το πεζικό στηριζόταν πολύ σ' αυτά, και υπάρχουν βάσιμες αναφορές
που λένε ότι ευθύνονται για περισσότερες από τις μισές απώλειες των ανταρτών στα
χρόνια 1947-8. Τον Οκτώβριο του 1948, η αεροπορία είχε στη διάθεσή της 48 Σπιτφάιρ, 21
αναγνωριστικά Χάρβαρντ, 16 μεταγωγικά Ντακότα και μερικά εφεδρικά διαφόρων τύπων.
Ο Δημοκρατικός Στρατός δεν είχε αεροπλάνα. Η εθνικιστική πλευρά επωφελήθηκε επίσης
από το γεγονός ότι διέθετε ένα καλό ναυτικό, ενώ οι αντάρτες είχαν μόνο μερικά μικρά
σκάφη για ανεφοδιασμό. Το εθνικό ναυτικό χρησίμευε στη μεταφορά στρατευμάτων, γιατί
οι οδικές επικοινωνίες ήταν ευάλωτες και σε κακή κατάσταση. Επίσης, το ναυτικό περιόριζε
δραστικά τη χρησιμοποίηση της θάλασσας για τον ανεφοδιασμό των ανταρτών, και
ουσιαστικά τους είχε αποκόψει από την Πελοπόννησο 22.

Η ανταρσία συνέχιζε να κερδίζει σε δύναμη και να απλώνεται, περίπου μέχρι τον Μάρτιο
του 1948, οπότε και οι αντάρτες έφταναν σ' ολόκληρη την Ελλάδα τις 26.000. Ο αριθμός
αυτός, που προέρχεται από ελληνικές και αγγλικές στρατιωτικές πηγές, ταιριάζει με τους
υπολογισμούς των Αμερικανών, αλλά απ' ό,τι φαίνεται και του ΚΚΕ. Απ' αυτόν, εξαιρούνται
μάλλον μερικές χιλιάδες εφέδρων που βρίσκονταν σε γειτονικές χώρες. Επειδή πολλές από
τις βοηθητικές υπηρεσίες τους καθώς και οι τραυματίες τους βρίσκονταν πέρα από τα
σύνορα, οι αριστερές δυνάμεις σε ελληνικό έδαφος αποτελούνταν αποκλειστικά σχεδόν
από μάχιμους. Εξάλλου, υπήρχαν αρκετές χιλιάδες πολίτες μέσα στην Ελλάδα, που
ασχολούνταν με τον ανεφοδιασμό, τη συλλογή πληροφοριών και την αστυνόμευση των
περιοχών που κατελάμβανε ο ΔΣΕ 23 . Οι αντάρτες είχαν ενισχύσει τη θέση τους στις
περισσότερες από τις περιοχές στις οποίες δρούσαν το 1946, και είχαν σταθεροποιηθεί και
σε άλλες, καινούριες. Στα νησιά, δρούσαν τώρα στην Κεφαλονιά, την Κρήτη, τη Σάμο, την
Ικαρία και τη Λέσβο. Στην Πελοπόννησο αυξάνονταν σταθερά και δρούσαν σ' όλα της τα
μέρη, εκτός ίσως από τα βορειοανατολικά. Ακόμα, επέκτειναν την κυριαρχία τους στη
μεθοριακή ζώνη της Ηπείρου κι έτσι ισχυροποιούνταν κατά μήκος όλων των βορείων
συνόρων. Οι Αμερικανοί στρατιωτικοί εκπρόσωποι υπολόγιζαν ότι οι αντάρτες έλεγχαν τη
μισή χώρα, και πάνω από το ένα τρίτο του αγροτικού πληθυσμού.

Digitized by 10uk1s
Η επέκταση αυτή είναι ακόμα πιο αξιοσημείωτη, επειδή ο εθνικός στρατός είχε ξεκινήσει
μια σειρά επιθέσεων μεγάλης κλίμακας από τον Απρίλιο έως τον Οκτώβριο του 1947 -και οι
επιχειρήσεις αυτές δεν ήταν αναποτελεσματικές: προκάλεσαν αρκετά σοβαρές απώλειες κι
εξασθένισαν τους αντάρτες για ένα διάστημα (από τον Μάιο του 1947 έως τον Αύγουστο
του 1948) στην οροσειρά της Πίνδου ανάμεσα Θεσσαλία και Ήπειρο, καθώς και στα
πρόσφατα αποκτημένα οχυρά τους στη βόρεια Θεσσαλία. Τον Αύγουστο, μάλιστα, ο
Μάρκος αναγκάστηκε να μετακινήσει το αρχηγείο του από τη νότια Πίνδο στον Γράμμο,
κοντά στα αλβανικά σύνορα. Μ' όλα αυτά, το κέντρο της δύναμης του Δημοκρατικού
Στρατού βρισκόταν στα βόρεια σύνορα της χώρας, γεγονός που διακήρυττε την εξάρτησή
του από την ξένη βοήθεια. Η μοναδική μας πηγή για τις απώλειές του, είναι οι διογκωμένοι
υπολογισμοί του εθνικού στρατού: 9.848 νεκροί, 4.568 αιχμάλωτοι και 5.868 άντρες που
παραδόθηκαν μέσα σ' ένα χρόνο, ως τις 31 Μαρτίου 1948. (Αμερικανοί αξιωματικοί
υπέθεταν ότι ο αριθμός των νεκρών μέσα στο 1947 είναι φουσκωμένος κατά τρεις με
τέσσερις φορές). Γενικά, πάντως, οι επιχειρήσεις του 1947 ήταν ανεπιτυχείς. Καμιά τους δεν
κατάφερε εξουθενωτικά πλήγματα, ούτε εκκαθάρισε κάποια περιοχή για περισσότερο από
δυο με τρεις μήνες. Οι διαδοχικές επιθέσεις έχαναν την ορμή τους καθώς στέλνονταν
στρατεύματα για επιχειρήσεις αντιπερισπασμού ή για να εμποδίσουν τη διείσδυση
ανταρτών σε εκκαθαρισμένες ήδη περιοχές. Τον Οκτώβριο πια, το μεγαλύτερο μέρος των
μάχιμων στρατευμάτων είχε καθηλωθεί σε στατική άμυνα. Αλλά και πριν από αυτό, η
γενική έλλειψη επιθετικότητας του στρατού καταδεικνύεται από το σχόλιο του επικεφαλής
της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής υποστρατήγου Στιούαρτ Ρόουλινς, ότι «δεν έχουν
γίνει αληθινά σκληρές μάχες... και οι απώλειες (των εθνικιστών) είναι αμελητέες» 24. Το
αποτέλεσμα αυτών των αποτυχιών, είναι αποθάρρυνση σ' όλα τα επίπεδα του στρατού. Ο
Ρόουλινς χαρακτήριζε τους ανώτατους Έλληνες διοικητές «φοβισμένους» και «αβέβαιους».
Ένας Άγγλος αξιωματικός πληροφοριών, έγραφε τον Φεβρουάριο του 1948 ότι αν ο Μάρκος
συνέχιζε έναν καθαρό ανταρτοπόλεμο με μικρές ομάδες μαχητών, «μπορούσε ωραιότατα
να κερδίσει» 25.

Οι περισσότερες από τις δραστηριότητες των ανταρτών στην περίοδο 1947-8 ήταν ίδιες μ'
εκείνες του 1946, αλλά τολμηρότερες και πιο συχνές: επιδρομές για προμήθειες και
στρατολόγηση· για ναρκοθέτηση δρόμων και γεφυρών για πυρπόληση σπιτιών αντιπάλων
για επιθέσεις σε μικρές εθνικιστικές δυνάμεις. Κι ακόμα τώρα προστέθηκαν και
τρομοκρατικές επιθέσεις σε μεγαλύτερα κέντρα του πληθυσμού. Για παράδειγμα, σε
τέσσερις βδομάδες του Μαρτίου και του Απριλίου του 1948, οκτώ κωμοπόλεις του βορρά
βομβαρδίστηκαν με όλμους και πυροβολικό, κι ακόμα υπέστησαν διείσδυση επιδρομέων. Η
γενική στρατηγική ήταν να κρατούνται καθηλωμένες οι εθνικές δυνάμεις με σύντομες και
συχνές επιδρομές, που τις κρατούσαν διασκορπισμένες, υποχρεωμένες να αμύνονται σε
διάφορα μέρη, και υπονόμευαν και το κυβερνητικό κύρος. Τέτοιες επιδρομές ήταν
ιδιαίτερα συχνές στο βορρά. Μέσα σ' έναν πολύ δραστήριο μήνα, τον Νοέμβριο του 1947,
έγιναν σχεδόν 300 στη Μακεδονία και τη δυτική Θράκη. Στις βόρειες περιοχές, από τις
αρχές του 1947 και μετά, ο ΔΣΕ οργανώθηκε βαθμιαία σε μεγαλύτερες μονάδες, έτσι που
να προσομοιάζει με τακτικό στρατό. Επιχειρήσεις των 100-300 μαχητών έγιναν πιο συχνές,
απ' ό,τι τον προηγούμενο χρόνο. Και ο θάνατος εκατό περίπου ατόμων σε μια συμπλοκή,
στις 27 Μαρτίου 1947, δείχνει πόσο είχε αυξηθεί η κλίμακα των επιχειρήσεων. Όπως
παρατήρησε ο Τζ. Σ. Μάρεϊ, τα χαλαρά οργανωμένα τμήματα των 60-70 αντρών
μεταμορφώθηκαν σε τάγματα το 1947, ενώ στις αρχές του 1948 εξελίχτηκαν σε ταξιαρχίες.
Ως το τέλος του 1948, είχαν οργανωθεί οχτώ μεραρχίες. Από τον Ιανουάριο του 1948, οι
δυνάμεις σ' όλη την ηπειρωτική χώρα και την Πελοπόννησο συντονίζονταν ως ένα βαθμό
από το γενικό αρχηγείο, με τη βοήθεια ασυρμάτων. Και επιδείκνυαν αυξανόμενες
ικανότητες στις συγχρονισμένες επιδρομές και επιχειρήσεις αντιπερισπασμού σε
εκτεταμένες περιοχές 26.

Digitized by 10uk1s
Οι αντάρτες επιδείκνυαν τις ικανότητές τους στις μετακινήσεις και την απόκρυψη, καθώς
και τη συλλογή πληροφοριών, ικανότητες που χρησιμοποιούσαν για να αποφεύγουν και να
συγχύζουν τον εχθρό. Η εξέλιξη της τακτικής τους φάνηκε από την επίθεση
αντιπερισπασμού που ματαίωσε την εξόρμηση του εθνικού στρατού στον Γράμμο, τον
Ιούλιο του 1947. Μια μεγάλη δύναμη που υπεράσπιζε τον Γράμμο, διέρρευσε προς τα νότια
μέσα από τις εχθρικές γραμμές κι ύστερα χωρίστηκε στα δυο, με το ένα τμήμα να απειλεί τα
Ιωάννινα και το άλλο να επιτίθεται στα Γρεβενά, στην άλλη μεριά της Πίνδου.

Αυτό που δεν πέτυχαν ποτέ οι αντάρτες, ήταν να καταλάβουν πόλεις που κρατούσε με
κάποια δύναμη ο εθνικός στρατός, όπως φάνηκε στα Γρεβενά, αλλά και στο Μέτσοβο τον
Οκτώβριο και στην Κόνιτσα τον Δεκέμβριο. Σε ειρηνική περίοδο, όλες αυτές οι μικρές πόλεις
είχαν πληθυσμό κάτω από 10.000, και τότε τις υπεράσπιζαν χίλιοι ή και παραπάνω άντρες
του εθνικού στρατού. Οι αποτυχίες αυτές, ήταν σοβαρές. Τα Γρεβενά βρίσκονταν πάνω
στον πιο σύντομο δρόμο από την Αθήνα προς τη δυτική Μακεδονία. Το Μέτσοβο, δεσπόζει
στο πέρασμα από Ήπειρο προς Θεσσαλία, και παρεμπόδιζε τις επικοινωνίες των ανταρτών
κατά μήκος της ραχοκοκαλιάς της Πίνδου. Η Κόνιτσα, δίπλα στα αλβανικά σύνορα, ήταν
επιθυμητή για πρωτεύουσα της προσφάτως ανακηρυγμένης Προσωρινής Δημοκρατικής
Κυβέρνησης. Ο Δημοκρατικός Στρατός χρειαζόταν μια μεγάλη επιτυχία για να εντυπωσιάσει
τον βασικό υποστηρικτή του, τον Τίτο, και να πετύχει την αναγνώριση της Προσωρινής
Κυβέρνησης από τις ανατολικοευρωπαϊκές χώρες. Οι επιθέσεις όμως αυτές έγιναν κάτω
από κακή διοίκηση, κι απέδειξαν πως ο ΔΣΕ δεν ήταν ακόμα ικανός για πόλεμο θέσεων. Ο
Μάρκος ανέπτυξε αυτό το μάθημα ύστερα από λίγο, σε μια σύσκεψη των στρατιωτικών
αρχηγών, και υπογράμμισε τα μειονεκτήματα του ΔΣΕ στην οργάνωση, τον εξοπλισμό και
τον αριθμό των αντρών. Μπορεί να πρόσθεσε και τα λάθη της διοίκησης. Εξάλλου, οι
επιθέσεις αποκάλυψαν την ικανότητα των εθνικών δυνάμεων να χρησιμοποιούν την
αεροπορία και να μεταφέρουν ευσπευσμένα ενισχύσεις οδικώς, σε απειλούμενα σημεία.
Οι παράγοντες αυτοί, θα εμπόδιζαν πάντα τον ΔΣΕ να κρατήσει οποιαδήποτε πόλη ή να
μπλοκάρει οποιοδήποτε σημαντικό δρόμο, για μεγάλο διάστημα 27. Πραγματικά, ο ΔΣΕ
απέτυχε να καταλάβει ή να απομονώσει πόλεις του μεγέθους της Φλώρινας ή της
Καστοριάς, που βρίσκονταν στην καρδιά περιοχών στις οποίες αυτός κυριαρχούσε.
Φαίνεται λοιπόν πως το περισσότερο που θα μπορούσε να ελπίζει -δεδομένης της διεθνούς
κατάστασης- ήταν το να μπορέσει να επιβάλει στην κυβέρνηση το ίδιο αδιέξοδο που
υπήρχε ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και τους Γερμανούς στην Κατοχή, τότε που ο ΕΛΑΣ έκανε
περιπάτους στα βουνά κι οι Γερμανοί κρατούσαν τις πόλεις και τις πεδιάδες, όπου και
βρίσκονται οι βασικές πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας. Αυτό όμως ήταν κάτι πολύ
λιγότερο από εκείνο που είχε για στόχο του ο Ζαχαριάδης όταν αποφάσισε, το 1947, να
μπλέξει ολοκληρωτικά το ΚΚΕ σε πόλεμο. Στόχος της Επιχείρησης Λίμνες, που ενέκρινε το
Κόμμα τον Σεπτέμβριο, ήταν η οργάνωση ενός κανονικού στρατού που θα κατελάμβανε τη
Μακεδονία, συμπεριλαμβανομένης της Θεσσαλονίκης, μέσα στο 1948. Τον Δεκέμβριο, το
Πολιτικό Γραφείο ανακάλυψε πως οι υποθέσεις πάνω στις οποίες βασίστηκε αυτή η
απόφαση δεν γίνονταν πραγματικότητα. Τόσο η βοήθεια από το εξωτερικό, όσο και η
στρατολόγηση μέσα στην Ελλάδα, ήταν πολύ μικρότερες από το αναμενόμενο, ενώ οι
κομμουνιστές των πόλεων δεν συνεισέφεραν στον αγώνα 28.

Από το 1947 και μετά, το βασικό θέατρο του πολέμου βρισκόταν στις βόρειες επαρχίες και
τα βουνά στα βόρεια του Καρπενησίου. Για τον ΔΣΕ, ο ρόλος των άλλων πολεμικών
θεάτρων ήταν δευτερεύων: χρησίμευαν μόνο για να προβάλλονται ως επιχείρημα κατά της
κατηγορίας ότι βασιζόταν στην ξένη βοήθεια, για να απασχολούν τις εθνικιστικές δυνάμεις
και να προμηθεύουν επίστρατους. Τα βόρεια σύνορα, αντιθέτως, ήταν ζωτικά για τη
στρατηγική του. Πίσω απ' αυτά, βρίσκονταν βάσεις ανεφοδιασμού, νοσοκομεία για τους
τραυματίες και στρατόπεδα εκπαίδευσης για τις εφεδρείες. Ανοιχτά για τον ΔΣΕ και κλειστά

Digitized by 10uk1s
για τους αντιπάλους του, τα σύνορα αυτά του επέτρεψαν να κρατάει καθηλωμένες στο
βορρά μεγάλες δυνάμεις του εχθρού, εμποδίζοντάς τις να καταστείλουν την ανταρσία σ'
άλλα μέρη. Κι έτσι, από το 1947 και μετά, οι επιχειρήσεις στα νότια ήταν για τον εθνικό
στρατό προκαταρκτικές για τις αποφασιστικές μάχες που θα δίνονταν κοντά στα σύνορα. Η
εναλλακτική πρόταση -να σφραγίσουν πρώτα τα βόρεια σύνορα- αποκλείστηκε, όπως
παρατήρησε ο K.M. Γουντχάουζ, επειδή ο αριθμός των απαιτούμενων στρατευμάτων ήταν
απαγορευτικός. Και, στο μεταξύ, τα γεγονότα στην Πελοπόννησο είχαν ελάχιστη σχέση μ'
αυτά του βορρά. Ως τα τέλη του 1948, ο εθνικός στρατός αφιέρωνε ελάχιστες από τις
δυνάμεις του σ' αυτή την περιοχή και βασιζόταν στη Χωροφυλακή και τα βοηθητικά
σώματα, που ήταν πολύ αδύναμα. Από την άλλη μεριά, ο ΔΣΕ ήταν σχεδόν εντελώς
αποκομμένος από τους αντάρτες της Πελοποννήσου. Απ' ό,τι φαίνεται, μόνο δύο φορές
έγιναν προσωπικές επαφές. Τον Ιανουάριο του 1948, δεκατέσσερα κομματικά στελέχη,
σταλμένα από το αρχηγείο του ΔΣΕ, πέρασαν τον Κορινθιακό Κόλπο με μερικά πολυβόλα κι
έναν ασύρματο. Ένα από αυτά τα στελέχη ανέλαβε τη συναρχηγία των πελοποννησιακών
δυνάμεων, κι είχε για μόνο μέσο επαφής με το στρατηγείο του ΔΣΕ τον ασύρματο. Έπειτα,
τον Ιούλιο, ένα ψαροκάικο σταλμένο από την Αλβανία, τους μετέφερε ένα φορτίο όπλων
και πυρομαχικών. Ήταν τόσο ανεπαρκές όμως, ώστε οι αντάρτες της Πελοποννήσου
αναγκάστηκαν να διακόψουν σχεδόν τις επιχειρήσεις τους, από έλλειψη πυρομαχικών 29.

Η ΗΤΤΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ

Μέσα στους έξι μήνες από τον Μάρτιο του 1948 και μετά, ο εθνικός στρατός ανέλαβε μια
σειρά επιχειρήσεων με στρατηγική παρόμοια με εκείνη του 1947, αλλά με μεγαλύτερο
σχεδιασμό και περισσότερες δυνάμεις. Στην περίοδο αυτή, εκτέλεσε είκοσι μία
επιχειρήσεις με δύναμη ταξιαρχίας και πάνω. Τον Απρίλιο του 1948, 40.000 άντρες έκαναν
συστηματικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στη Ρούμελη. Στη συνέχεια, ο στρατός
μετακινήθηκε στα βορινά οχυρά του αντιπάλου του. Στον Γράμμο, στα τέλη του Ιουνίου,
50.000 κυβερνητικοί αποπειράθηκαν να καταλάβουν τις θέσεις 15.000 αριστερών, που τις
υπερασπίστηκαν για περισσότερους από δύο μήνες, προκαλώντας βαρύτατες απώλειες
στους επιτιθέμενους. Κι ύστερα, όπως στα 1947, αντεπιτέθηκαν με έναν ικανότατο ελιγμό.
Τη φορά αυτή έσπασαν τις γραμμές του στρατού στα ανατολικά, χρησιμοποιώντας και τις
δυο πλευρές των αλβανικών συνόρων, και μετακινήθηκαν στην οροσειρά του Βίτσι απ'
όπου, τον Σεπτέμβριο, εξαπέλυσαν μια επίθεση που έσπασε για λίγο το εθνικιστικό μέτωπο
και παραλίγο να καταλάβουν την Καστοριά. Κατά την επίθεση αυτή, δυο τάγματα του
εθνικού στρατού τράπηκαν σε ατιμωτική φυγή, ενώ άλλες μονάδες επέδειξαν έλλειψη
θάρρους στην αντεπίθεση στο Βίτσι, που έγινε τον Οκτώβριο 30. Ο πρωθυπουργός, τρεις
υπουργοί και ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου επισκέφτηκαν αυτό το μέτωπο για να
ενθαρρύνουν τα στρατεύματα. Παρ' όλες αυτές τις προσπάθειες, το μόνο που πέτυχαν οι
εθνικιστικές δυνάμεις ήταν να σταθεροποιήσουν το μέτωπο μπροστά στο Βίτσι, το οποίο
για τους επόμενους εννέα μήνες ο ΔΣΕ χρησιμοποίησε ως ορμητήριο, για να εξαπολύσει
διάφορες επιδρομές στη δυτική Μακεδονία. Θέλοντας να επιδείξει κι άλλο την ικανότητά
του σε ελιγμούς, ο ΔΣΕ άρχισε τον Οκτώβριο να διεισδύει και πάλι στον Γράμμο, όπου οι
δυνάμεις του εγκαταστάθηκαν ξανά στα μέσα του χειμώνα.

Κατά τον Οκτώβριο, ο ΔΣΕ είχε δείξει πως ήταν κάπως πιο ισχυρός απ' όσο τον Μάρτιο. Η
δύναμή του έφτανε τις 24.000. Τα ελαφρά όπλα που είχε στη διάθεσή του, φαίνονταν
επαρκή για τις μονάδες του στην ηπειρωτική χώρα. Και γεωγραφικά, κάλυπτε την ίδια
σχεδόν με πριν περιοχή: ενώ ήταν κάπως πιο αδύναμος στη Θράκη, είχε δυναμώσει
περισσότερο από κάθε άλλη φορά στην Πελοπόννησο και τη δυτική Θεσσαλία 31. Στην
Πελοπόννησο, η δύναμή του είχε τριπλασιαστεί μέσα στο 1948, και έξω από τις μεγάλες

Digitized by 10uk1s
πόλεις και μια λουρίδα στα βόρεια παράλια, λίγα μέρη ήταν ασφαλή για την εθνική
κυβέρνηση. Βορειότερα, οι αντάρτες έκαναν και οικονομικό πόλεμο στην κυβέρνηση,
καταστρέφοντας εγκαταστάσεις όπως τα εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρισμού και οι
δεξαμενές νερού. Για παράδειγμα, τον Ιανουάριο του 1949, στο βιομηχανικό κέντρο της
Νάουσας είχαν καταστραφεί όλα τα εργοστάσια και σχεδόν όλα τα καταστήματα.

Τώρα, ο Δημοκρατικός Στρατός έδειχνε μεγαλύτερη ικανότητα για πόλεμο θέσεων, κι


άρχισε να παρατάσσει μεγαλύτερες δυνάμεις πιο νότια στη Θεσσαλία και τη Ρούμελη. Έτσι,
στη Θεσσαλία, από τον Ιούλιο και μετά, οι αντάρτες έκαναν διαδοχικές επιδρομές σε
πεδινές κωμοπόλεις, και τον Δεκέμβριο, με μια δύναμη 3.000 ίσως, κατέλαβαν τη
σημαντική πόλη της Καρδίτσας που την ειρηνική περίοδο είχε πληθυσμό 19.000. Αυτή τη
χωρίς προηγούμενο επιτυχία, ακολούθησε τον Ιανουάριο του 1949 η κατάληψη της
Νάουσας, στη δυτική Μακεδονία, και του Καρπενησίου στη Ρούμελη. Το Καρπενήσι το
κράτησαν για περισσότερο από δυο βδομάδες και το λεηλάτησαν συστηματικά, όπως
εξάλλου και τη Νάουσα και την Καρδίτσα. Πρέπει να παραδεχτεί κανείς πως οι
υπερασπιστές και των τριών πόλεων δεν ήταν ισχυροί: λιγότεροι από χίλιους σε κάθε
περίπτωση, και πολλοί απ' αυτούς χαμηλής ποιότητας. Οι επιθέσεις, πάντως, είχαν
προετοιμαστεί και οργανωθεί καλά. Βρετανικές υπηρεσίες πληροφοριών, πίστευαν τον
Φεβρουάριο του 1949 ότι «η οργάνωση, η ηγεσία και οι πολεμικές ικανότητες» του ΔΣΕ
ήταν «πολύ υψηλότερου επιπέδου απ' ό,τι την ίδια περίοδο πέρσι», και παράλληλα «η
δύναμη και ο οπλισμός του δεν έδειχναν να έχουν μειωθεί ούτε στο ελάχιστο» 32.

Κατά το τέλος του 1948, οι αξιωματικοί του ελληνικού στρατού και οι ξένοι σύμβουλοί τους
πίστευαν ακόμα πως δε θα τα κατάφερναν ποτέ να καταστρέψουν τον ΔΣΕ. Οι απρόσμενες
μεταβολές της τύχης του πολέμου στον Γράμμο και το Βίτσι, και η αποτυχία του εθνικού
στρατού να ξεκολλήσει τους αντάρτες από την καινούρια τους βάση στο Βίτσι, επηρέασαν
πολύ άσχημα το ηθικό. Στρατιώτες που είχαν οδηγηθεί στο έσχατο όριο της αντοχής τους,
συνειδητοποιούσαν πως δεν υπήρχε τέλος σ' αυτόν τον πόλεμο μ' έναν αντίπαλο που
μπορούσε να βρίσκει καταφύγιο σε ξένο έδαφος κι ύστερα να επιστρέφει κατά το δοκούν.
Ερευνήτρια του Φόρεϊν Όφις, ανέφερε ότι τα εννέα δέκατα των Ελλήνων αξιωματικών με
τους οποίους ήρθε σε επαφή τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο, ήταν απαισιόδοξοι. Τόσο η
αμερικανική πρεσβεία όσο και οι αγγλικές μυστικές υπηρεσίες κατέληξαν τον Ιανουάριο
του 1949 στο συμπέρασμα ότι η στρατιωτική κατάσταση είχε επιδεινωθεί κατά τους
προηγούμενους δώδεκα μήνες 33 . Κι ωστόσο, μέσα σε οκτώ μήνες, ο ΔΣΕ ηττήθηκε
αποφασιστικά και το μεγαλύτερο μέρος της χώρας απαλλάχτηκε από την απειλή των
ανταρτών. Πώς μπορεί κανείς να ερμηνεύσει αυτή την απότομη μεταβολή;

Ο πιο σημαντικός λόγος είναι ότι μέσα σ' όλο αυτό το διάστημα, η δύναμη και η
αποτελεσματικότητα του εθνικού στρατού αυξάνονταν. Ακόμα και στις απογοητευτικές
εκστρατείες του 1947, οι διοικητές είχαν πάρει δυο σημαντικά μαθήματα: είχαν μάθει πόσο
μάταιες ήταν οι προσπάθειες για αργή περικύκλωση, και πόσο αναγκαίες ήταν οι συνεχείς
καταδιώξεις και η εκπαίδευση στον ανταρτοπόλεμο. Κι όπως ο στρατός αποκτούσε πείρα,
τόσο και αυξάνονταν οι αξιωματικοί που ήταν ικανοί για τέτοιου είδους πόλεμο, και μερικοί
απ' αυτούς έπαιρναν νευραλγικές θέσεις. Από τον Μάρτιο του 1948 κιόλας, οι εθνικές
δυνάμεις στα βορειοανατολικά επιδείκνυαν μια διαρκώς αυξανόμενη ικανότητα να
περνούν στην επίθεση και να προκαλούν απώλειες στον εχθρό -ικανότητα που επέδειξαν
στη συνέχεια και σ' άλλες περιοχές. Αργότερα, στα 1949, μερικές δυνάμεις έδειξαν ότι είχαν
μάθει να επιχειρούν αιφνιδιασμούς, να καταδιώκουν συνεχώς τον εχθρό σε δυσπρόσιτα
μέρη, να μετακινούνται τη νύχτα, και να επιτίθενται από απρόσμενες κατευθύνσεις 34.
Κομμουνιστές διοικητές, συναντούσαν από τον Αύγουστο του 1949 στρατιώτες με πολύ
καλύτερη πειθαρχία και εκπαίδευση από το προηγούμενο καλοκαίρι. Οι υπηρεσίες

Digitized by 10uk1s
πληροφοριών του στρατού βελτιώθηκαν, εν μέρει επειδή αυξήθηκε ο έλεγχος πάνω στον
πληθυσμό, κι έτσι ήταν σε καλύτερη θέση να προβλέπουν επιθέσεις και να
εκμεταλλεύονται αδυναμίες. Ο αριθμός νέων και λιγότερο διστακτικών στρατευσίμων
αυξήθηκε επίσης, καθώς υπήρχαν πια διαθέσιμα κεφάλαια για την επιστράτευσή τους. Οι
απώλειες του Δημοκρατικού Στρατού, ήταν αναμφιβόλως βαρύτερες το 1948 απ' ό,τι το
1947, έστω κι αν σκοτώθηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν λιγότεροι από τις 30.000 που ισχυρίστηκε
η κυβέρνηση 35.

Ουσιαστικό ρόλο σ' αυτή την αύξηση της αποτελεσματικότητας έπαιξε η αμερικανική
υποστήριξη. Η άφιξη Αμερικανών συνδέσμων τον Οκτώβριο του 1947, που τοποθετήθηκαν
κάτω από την Κοινή, Συμβουλευτική και Σχεδιασμού Αμερικανική Στρατιωτική Ομάδα
(JUSMAPG), άρχισε να ενσταλάζει στους αξιωματικούς του εθνικού στρατού λίγη από την
τόσο απαραίτητη αισιοδοξία 36. Μια αλλαγή στην τακτική του στρατού εφαρμόστηκε από
τους Αμερικανούς και Άγγλους στρατιωτικούς συμβούλους υπό τον Βαν Φλητ, που έγινε
διευθυντής της JUSMAPG τον Μάρτιο του 1948. Ο Βαν Φλητ είχε ένα πλούσιο μητρώο
διακεκριμένων υπηρεσιών στα πεδία της μάχης του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, και θα γινόταν
ο διάδοχος του Ντάγκλας Μακάρθουρ στη διοίκηση των δυνάμεων των Ηνωμένων Εθνών
στην Κορέα, το 1951. Και ενώ, πριν από το 1948 η Βρετανική Στρατιωτική Αποστολή
περιοριζόταν στην εκπαίδευση, οργάνωση και παροχή εφοδίων, οι Αμερικανοί και Άγγλοι
αξιωματικοί έπαιρναν τώρα μέρος τόσο στο σχεδιασμό των επιχειρήσεων, όσο και στην
εκτέλεσή τους, μέχρι επιπέδου μεραρχίας. Κι η επιρροή των πολιτικών σ' αυτά τα ζητήματα
μειώθηκε δραστικά.

Το νέο πνεύμα της αμερικανικής αποστολής ήταν να αρχίζουν επιχειρήσεις κατά των
ανταρτών, αντί να περιμένουν να χτυπήσουν εκείνοι πρώτοι. Καθώς οι Έλληνες διοικητές
κέρδιζαν σε πείρα, ο ρόλος των Αγγλοαμερικανών περιοριζόταν. Με αμερικανικά κεφάλαια
για να επιστρατεύσει, εκπαιδεύσει και εξοπλίσει τις απαιτούμενες ενισχύσεις, ο στρατός
έφτασε σε δύναμη τις 147.000 άντρες το 1948. Οι αναποδιές στο Βίτσι έπεισαν τελικά τους
Αμερικανούς συμβούλους για την ανάγκη αντικατάστασης των παλιών εφέδρων. Η
Βρετανική Στρατιωτική Αποστολή και η JUSMAPG ζήτησαν τώρα δραστικές αυξήσεις των
εξόδων από την αμερικανική κυβέρνηση, και το αίτημα τους έγινε μερικώς δεκτό 37. Βασική
συνεισφορά για την τελική νίκη, ήταν και το ότι η βοήθεια αυτή απελευθέρωσε κεφάλαια
της ελληνικής κυβέρνησης που μπόρεσαν να χρησιμοποιηθούν για παραγωγικές επενδύσεις
και για ανακούφιση των πληγέντων. Ως τώρα, το ΚΚΕ κέρδιζε μεγάλο μέρος της
υποστήριξής του εκμεταλλευόμενο τη δυσαρέσκεια που προκαλούσε η ελεεινή κατάσταση
της οικονομίας. Η αποκατάσταση των δεινών της Κατοχής είχε αναβληθεί εξαιτίας της
ανάγκης της κυβέρνησης να ρίξει μεγάλα κεφάλαια στη διεξαγωγή του πολέμου.

Μια ακόμα απαραίτητη προϋπόθεση για τη νίκη, ήταν η ύπαρξη ενός διοικητή που θα είχε
πλήρη έλεγχο πάνω στη στρατηγική και τη διεξαγωγή των επιχειρήσεων. Ως
καταλληλότερος υποψήφιος πρόβαλλε ο στρατηγός Αλέξανδρος Παπάγος, που είχε
χρηματίσει αρχηγός του Γενικού Επιτελείου κατά τη δικτατορία Μεταξά και στη συνέχεια
αρχιστράτηγος στον αλβανικό πόλεμο. Όλα αυτά, του χάριζαν το προβάδισμα στη
στρατιωτική ιεραρχία, πλεονέκτημα που δεν είχαν οι άλλοι αρχηγοί του Γενικού Επιτελείου:
ακόμα κι ο Δ. Γιαντζής που κατείχε τη θέση αυτή το 1948 και, γενικά, έκανε πολύ σωστά τη
δουλειά του, είχε δείξει πως οι δυνατότητές του να επιβάλλει τη θέλησή του στους
υφισταμένους του, ήταν «αυστηρά περιορισμένες». Κι αυτή η έλλειψη κύρους, εξηγούσε
κατά μέγα μέρος την τάση που υπήρχε σ' όλα τα επίπεδα της ιεραρχίας ν' αποφεύγεται η
εκτέλεση των διαταγών38. Υπήρχαν όμως κι άλλοι παράγοντες που βοήθησαν τον Παπάγο
να κερδίσει το σεβασμό τόσο των πολιτικών όσο και των αξιωματικών. Αριστοκρατικής
καταγωγής και με οικογενειακούς δεσμούς με τα Ανάκτορα, είχε παίξει ουσιαστικό ρόλο

Digitized by 10uk1s
στην αποκατάσταση της μοναρχίας το 1935 κι είχε επιδείξει ακλόνητη αφοσίωση σ' αυτήν,
σ' όλες τις δοκιμασίες της από το 1941 και μετά. Στην Κατοχή, είχε προσπαθήσει να
σχηματίσει μια αντιστασιακή οργάνωση με μέλη ανώτερους αξιωματικούς, αλλά τον είχαν
συλλάβει οι Γερμανοί και πέρασε τον υπόλοιπο πόλεμο σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Τον
Οκτώβριο, όταν ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Τζορτζ Μάρσαλ επισκέφτηκε την
Αθήνα, διαπίστωσε ότι χωρίς ικανή ηγεσία, όση βοήθεια κι αν στελνόταν στην Ελλάδα, οι
κυβερνητικές δυνάμεις δε θα τα κατάφερναν να νικήσουν στον πόλεμο. Η επιθυμία των
Αμερικανών για συγκεντρωτική ηγεσία του εθνικού στρατού οδήγησε τελικά στην επιλογή
του Παπάγου, ο οποίος όμως έθεσε πολύ σκληρούς όρους για να δεχτεί. Τελικά, ένας
συμβιβασμός ανάμεσα στον Παπάγο και τους Αμερικανούς οδήγησε τον Ιανουάριο στο
διορισμό του στη θέση του Αρχιστρατήγου 39.

Από το 1945 μέχρι τότε, το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Άμυνας (ΑΣΕΑ) -στο οποίο
συμμετείχαν οι τρεις πολεμικοί υπουργοί, οι αρχηγοί των τριών κλάδων των ενόπλων
δυνάμεων και οι, χωρίς δικαίωμα ψήφου, αρχηγοί της βρετανικής και της αμερικανικής
στρατιωτικής αποστολής- λειτουργούσε υπό την προεδρία του πρωθυπουργού. Το ΑΣΕΑ
ασχολιόταν με τη χάραξη της αμυντικής πολιτικής, την επιλογή της ηγεσίας των ενόπλων
δυνάμεων και τη διανομή των στρατιωτικών δαπανών. Με το διορισμό του Παπάγου, το
ΑΣΕΑ αντικαταστάθηκε από ένα Πολεμικό Συμβούλιο καθαρά διακοσμητικό, ενώ όλες οι
αρμοδιότητες για τα στρατιωτικά ζητήματα ανατέθηκαν στον Αρχιστράτηγο. «Οι υποδείξεις
του, μέσα στις οποίες περιλαμβανόταν ακόμα και η κήρυξη στρατιωτικού νόμου, ήταν
δεσμευτικές για τον υπουργό Άμυνας. Οι έκτακτες εξουσίες του Παπάγου, που του είχαν
παραχωρηθεί εξαιτίας της κατάστασης έκτακτης ανάγκης που είχε δημιουργηθεί από τον
εμφύλιο πόλεμο, συγκέντρωναν την εξουσία πάνω σ' όλες τις στρατιωτικές αποφάσεις και
διευκόλυναν την εγκαθίδρυση αμερικανικής επιρροής ανεμπόδιστης από πολιτικές
αντιδράσεις» 40. Παρόλο που διαφύλασσε ζηλότυπα τις εξουσίες του, ο Παπάγος έτεινε να
συμφωνεί με τους Αμερικανούς συμβούλους, τόσο στη διεξαγωγή των επιχειρήσεων όσο
και στην αντικατάσταση των μη αποδοτικών αξιωματικών, κι έτσι φρόντιζε ώστε οι
συμβουλές τους να εφαρμόζονται πιο αποτελεσματικά από πριν.

Όλοι οι παρατηρητές συμφωνούν ότι ο Παπάγος βελτίωσε το ηθικό και την πειθαρχία του
σώματος των αξιωματικών41. Το κύρος και η δύναμη του χαρακτήρα του, του επέτρεψαν να
εξασφαλίσει ορισμένες από τις απαραίτητες προϋποθέσεις για τη νίκη. Ανάμεσά τους,
περιλαμβανόταν το σταμάτημα των επεμβάσεων των πολιτικών στους διορισμούς και στη
χάραξη της στρατηγικής. Κι επίσης, η συμμόρφωση των υφισταμένων του στρατιωτικών
στις διαταγές των επιχειρήσεων και η υποταγή τους στην ιεράρχηση των προτεραιοτήτων42.
Μ' όλα αυτά, ο Παπάγος μείωσε την ικανότητα του ΔΣΕ να κάνει τον εθνικό στρατό να
ξεφεύγει από τους βασικούς αντικειμενικούς σκοπούς του. Εκτός από την αποκατάσταση
του Βεντήρη στην ενεργό υπηρεσία, ελάχιστες αλλαγές πραγματοποίησε στην ανώτατη
διοίκηση. Έδωσε όμως σ' όλους τους διοικητές να καταλάβουν καλά ότι οι προαγωγές θα
γίνονταν ανάλογα με την αξία κι όχι με τα πολιτικά μέσα, κι ότι οι ανίκανοι θα
αποπέμπονταν. Ως αποτέλεσμα, αντικαταστάθηκαν πολλοί διοικητές ταγμάτων και
ταξιαρχιών.

Άλλοι διοικητές που γαλβάνισαν τις εθνικιστικές δυνάμεις το 1949 ήταν οι Τσακαλώτος,
Βεντήρης, Πεντζόπουλος και Θ. Γρηγορόπουλος. Ο στρατηγός Θρασύβουλος Τσακαλώτος,
μοναρχικός της εποχής του Εθνικού Διχασμού, είχε καταφέρει να επιβιώσει των
εκκαθαρίσεων του μεσοπολέμου και να αποκτήσει φήμη ως διοικητής της Ορεινής
Ταξιαρχίας στη μάχη του Ρίμινι. Διοικητής του Γ' Σώματος Στρατού στα 1946, έγινε
υπαρχηγός του Γενικού Επιτελείου το 1947, διοικητής του Α' Σώματος Στρατού το 1948, κι
ανέλαβε την ευθύνη και για το Β' Σώμα. Εκκαθάρισε τη δυτική Ήπειρο τον Ιούλιο-Αύγουστο

Digitized by 10uk1s
του 1948. Σταθεροποίησε το μέτωπο στο Βίτσι τον Οκτώβριο. Εξαπέλυσε τον Δεκέμβριο τις
επιχειρήσεις που εκκαθάρισαν τελικά την Πελοπόννησο, πριν παραδώσει τη διοίκησή της
στον Πεντζόπουλο. Καταδίωξε τη δύναμη που είχε κυριεύσει το Καρπενήσι και την εκδίωξε
από την Άρτα. Τέλος, ηγήθηκε της τελικής επίθεσης κατά του Γράμμου, στην Επιχείρηση
Πυρσός. Ο Τσακαλώτος ήταν ένας ιδιόρρυθμος αξιωματικός ο οποίος στο πεδίο της μάχης
μπορούσε να εμφυσήσει τον ενθουσιασμό στους άντρες του και να ηγηθεί πολύπλοκων
επιχειρήσεων. Κατά τον Γουντχάουζ: «Η δυσαρμονία μεταξύ Παπάγου και Τσακαλώτου,
έμοιαζε μ' εκείνη μεταξύ Αϊζενχάουερ και Μοντγκόμερι... Ο Τσακαλώτος ήταν ένας
εξαίρετος διοικητής για το πεδίο της μάχης, εγωιστής και παράφορος, που πίστευε πάντα
πως η καρδιά κάθε στρατηγικού προβλήματος βρισκόταν στο σημείο που τύχαινε να διοικεί
αυτός. Ο Παπάγος, πάλι, ήταν ένας έξοχος επιτελικός αξιωματικός, αξεπέραστος στο
λογιστικό σχεδιασμό και στους ακριβείς υπολογισμούς, αυθεντία στην πολιτική και τη
διπλωματία του πολέμου, με μικρή πείρα ανώτατης διοίκησης στο πεδίο της μάχης» 43.

Ο στρατηγός Κωνσταντίνος Βεντήρης, στενός φίλος του ιδρυτή των Φιλελευθέρων


Ελευθέριου Βενιζέλου, ήταν ένας από τους ελάχιστους Φιλελεύθερους που κατέλαβαν
υψηλές θέσεις στον εθνικό στρατό κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, κι έγινε συχνά
στόχος των δεξιών εφημερίδων για το αντιβασιλικό παρελθόν του. Ωστόσο, κατά τη
διάρκεια της Κατοχής είχε γίνει φανατικός εθνικόφρων, αντιδρώντας στην κομμουνιστική
απειλή. Διορισμένος αρχηγός του Γενικού Επιτελείου από την εξόριστη κυβέρνηση στα
1944, οργάνωσε την Ορεινή Ταξιαρχία, την οποία διοίκησε στη συνέχεια ο Τσακαλώτος. Κι
έτσι, για ένα διάστημα, μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, ο Βεντήρης αναδείχτηκε στον
αξιωματικό με τη μεγαλύτερη πολιτική επιρροή του μοναρχικού στρατοπέδου. Διορίστηκε
αρχιστράτηγος για λίγο, μετά την Απελευθέρωση, και αρχηγός του Γενικού Επιτελείου το
1947. Κατά τον Βαν Φλητ, το 1949 θεωρούσαν τον Βεντήρη «τον καλύτερο στρατιωτικό
διοικητή της Ελλάδας». Και με τον τίτλο του Διοικητή Στρατιάς, ο Βεντήρης επέβλεψε τις
τελικές επιθέσεις κατά του Βίτσι και του Γράμμου 44.

Τις παραμονές αυτών των επιχειρήσεων, η σύνθεση των εθνικών δυνάμεων ήταν η
ακόλουθη: τον στρατό ξηράς αποτελούσαν πεζικό, πυροβολικό, τεθωρακισμένα και
μηχανικό. Μια μεραρχία απαρτιζόταν από πεζικό, και λόχους στρατηγείου και
διαβιβάσεων. Τα βοηθητικά όπλα ήταν κάτω από τον έλεγχο διαφόρων διευθύνσεων του
Γενικού Επιτελείου. Οι ορεινές μεραρχίες ενισχύονταν συνήθως από ένα απόσπασμα
ιππικού, ένα λόχο πολυβόλων, μηχανικό, κι ένα σύνταγμα ορεινού πυροβολικού.
Παρόμοιες ενισχύσεις έπαιρναν και οι πεδινές μεραρχίες, μόνο που αυτές, αντί για ιππικό
και ορεινό πυροβολικό, διέθεταν τεθωρακισμένα και πεδινό πυροβολικό. Η κυβέρνηση
χρησιμοποιούσε έξι τύπους πεζικού: Ορεινό, Πεδινό, Καταδρομείς, Μονάδες Εθνικής
Άμυνας (ελαφρό πεζικό), Χωροφυλακή και στοιχεία ενόπλων πολιτών. Οι Μονάδες Εθνικής
Άμυνας σχηματίζονταν από παλιές σειρές εφέδρων, για να παρέχουν στατική άμυνα
γραμμών επικοινωνιών, κωμοπόλεων και σημαντικών εγκαταστάσεων. Καθώς ο στρατός
γινόταν όλο και πιο ενεργητικός, οι Μονάδες Εθνικής Άμυνας χρησιμοποιούνταν ως
τάγματα ελαφρού πεζικού σε αναγνωριστικές επιχειρήσεις. Η Χωροφυλακή συνέχιζε να
βοηθάει στις στρατιωτικές επιχειρήσεις, διεξάγοντας έρευνες για να εξακριβωθεί αν μια
περιοχή είχε απαλλαγεί από τους αντάρτες.

Για να ανακεφαλαιώσουμε: στα μέσα του 1949, οι εθνικιστικές δυνάμεις αποτελούνταν από
150.000 άντρες του τακτικού στρατού, 50.000 των Μονάδων Εθνικής Άμυνας, 25.000 της
Χωροφυλακής (από τις οποίες λιγοστές μόνο χιλιάδες έπαιρναν τώρα πια μέρος στις μάχες),
7.500 της Αστυνομίας, περίπου 50.000 σε μονάδες εθνοφυλακής, 14.300 στο ναυτικό, και
7.500 στην αεροπορία. Τα πιο σημαντικά πλεονεκτήματα του εθνικού στρατού έναντι του
Δημοκρατικού Στρατού, ήταν τα ακόλουθα: ο πρώτος μπορούσε να παρατάξει

Digitized by 10uk1s
ισορροπημένες δυνάμεις διαφόρων όπλων, στις οποίες οι αντάρτες μπορούσαν ν'
αντιτάξουν μονάδες πεζικού μόνο, υποστηριζόμενες από λιγοστά πεδινά πυροβόλα. Οι
κυβερνητικές δυνάμεις είχαν την υποστήριξη βοηθητικών υπηρεσιών και εφοδιασμού.
Αυτό, τους εξασφάλιζε στρατηγική κινητικότητα και ικανότητα παραμονής. Και, τέλος, η
κυβέρνηση μπορούσε να στρατολογεί χωρίς προβλήματα άντρες, αντλώντας από τα
πλούσια αποθέματα έμψυχου δυναμικού των αστικών περιοχών 45.

Και ενώ η εθνική κυβέρνηση κινητοποιούσε μεγάλες δυνάμεις, τα αποθέματα των


αντιπάλων της μειώνονταν. Από την αρχή κιόλας του πολέμου, ο Δημοκρατικός Στρατός
πρόσεξε πως οι πηγές του σε μαχητές και τρόφιμα εξαφανίζονταν, καθώς οι εθνικιστικές
δυνάμεις εκκένωσαν τα ορεινά χωριά. Σύμφωνα με τους καλύτερους διαθέσιμους
υπολογισμούς, ο συνολικός αριθμός όσων μεταφέρθηκαν αλλού με τη βία (στον οποίο
συμπεριλαμβάνονται και λίγοι που έφυγαν με τη θέλησή τους) ήταν μεταξύ 200.000 και
300.000 το 1947, και έφτασαν στον ανώτατο αριθμό τους, των 700.000, στις αρχές του
1949. Ο αριθμός αυτός αντιστοιχούσε σε ένα δέκα τοις εκατό περίπου του συνολικού
πληθυσμού της Ελλάδας, και σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των κατοίκων των ορεινών
περιοχών. Έτσι, μεγάλες περιοχές της οροσειράς της Πίνδου και των μακεδονικών βουνών
απογυμνώθηκαν πληθυσμιακά. Για να στρατολογήσει μαχητές και να βρει τρόφιμα, ο ΔΣΕ
αναγκαζόταν όλο και πιο συχνά να κάνει επιδρομές σε κωμοπόλεις και πόλεις. Παράδειγμα,
η επιδρομή στην Καρδίτσα -που είχε γίνει κέντρο προσφύγων- η οποία απέφερε πάνω από
χίλιους αιχμαλώτους και λεία που μεταφέρθηκε με 200 κάρα, 500 μουλάρια και τρία
φορτηγά. Αυτές οι επιδρομές, όμως, κόστιζαν στους επιτιθέμενους τη ζωή πολλών
έμπειρων μαχητών, κι ο ΔΣΕ έβρισκε όλο και πιο δύσκολα τρόπους για να αντικαταστήσει
τις απώλειές του, ακόμα κι όταν άρχισε να απαιτεί όλο και μεγαλύτερες προσπάθειες απ'
τις υπάρχουσες δυνάμεις του, και να κινητοποιεί τις εφεδρείες που κρατούσε έξω από την
Ελλάδα. Ο αριθμός των πολεμιστών του μειώθηκε από τον Απρίλιο έως τον Αύγουστο του
1948, αυξήθηκε για τους επόμενους τρεις μήνες περίπου, κι ύστερα ακολούθησε ξανά
φθίνουσα πορεία σ' όλο το 1949 46. Η έλλειψη εφεδρειών τονιζόταν από τους κομμουνιστές
ηγέτες ως η μεγαλύτερη στρατιωτική αδυναμία τους, μόλο που είναι αμφίβολο αν θα
μπορούσαν να εξοπλίσουν και να εφοδιάσουν πολλούς περισσότερους μαχητές απ' όσους
είχαν. Και, στο μεταξύ, ο ΔΣΕ αντιμετώπιζε έναν εχθρό που το 1949 πια είχε αριθμητική
υπεροχή δέκα προς ένα περίπου, χωρίς να έχει ακόμα κινητοποιήσει το σύνολο των
διαθέσιμων δυνάμεών του. Η δυνατότητα του εχθρού να μπλοκάρει από τον Μάρτιο του
1949 τις γραμμές ανεφοδιασμού του ΔΣΕ προκάλεσε μεγάλες ελλείψεις τροφίμων στους
μαχητές του, ελλείψεις που όσο απομακρύνονταν από τα σύνορα χειροτέρευαν τόσο πολύ,
ώστε κατά τις τελευταίες εκστρατείες του 1949 πολλοί υπέφεραν από την πείνα. Στην
Πελοπόννησο, όπου είχαν εκκενωθεί λίγα σχετικά χωριά, οι στερήσεις που αντιμετώπισαν
οι αντάρτες οφείλονταν κυρίως στην ανηλεή καταδίωξή τους από τις εθνικιστικές δυνάμεις,
που εκμεταλλεύονταν τις σχετικά καλές επικοινωνίες της περιοχής 47.

Οι απώλειες του ΔΣΕ αυξάνονταν όσο αυτός προσέφευγε στον τακτικό πόλεμο. Για να το
επιτύχει, επέκτεινε τη διοικητική υποδομή του, στην οποία συμπεριλαμβάνονταν
νοσοκομεία, επιτροπάτα, τυπογραφεία και συνεργεία επισκευών. Ακόμα, ο ΔΣΕ ίδρυσε
σχολές αξιωματικών, οπλουργών και υγειονομικού προσωπικού. Τον Δεκέμβριο του 1948,
τα τυπογραφεία έβγαζαν καθημερινά 20.000 αντίγραφα ειδησεογραφικών δελτίων, καθώς
και άλλα έργα όπως ήταν η εφημερίδα της κυβέρνησης και μια μηνιαία στρατιωτική
επιθεώρηση. Οι υπηρεσίες αυτές βρίσκονταν και έξω από τα σύνορα, και στις βάσεις του
Γράμμου και του Βίτσι. Για να διατηρούν υψηλό το ηθικό, οι πολιτικοί κομισσάριοι
αυξάνονταν διαρκώς και προσκολλούνταν ακόμα και σε μονάδες μικρές όσο μια διμοιρία.
Κι εκεί, για να ενθαρρύνουν τις πρωτοβουλίες και τη συναδελφικότητα, βασίζονταν σε
συνεχείς «δημοκρατικές συνελεύσεις», στις οποίες ενθαρρύνονταν όλοι να πουν τη γνώμη

Digitized by 10uk1s
τους για το πώς θα μπορούσε να βελτιωθεί η ικανότητα της μονάδας. Οι νεοσύλλεκτοι
ενσωματώνονταν στις μονάδες μ' ένα κράμα πολιτικής καθοδήγησης, ομαδικής πίεσης και
αυστηρής πειθαρχίας. Τον Σεπτέμβριο του 1947, σύμφωνα με αμερικανικές πληροφορίες,
οι νεοσύλλεκτοι περνούσαν από βασική εκπαίδευση οκτώ με δέκα εβδομάδων, σε
στρατόπεδα που συνήθως βρίσκονταν πέρα από τα σύνορα, κι ύστερα συνέχιζαν την
εκπαίδευση στις μονάδες τους, από στελέχη του Κόμματος 48.

Η επιτυχία της διοίκησης του ΔΣΕ στη δημιουργία ενός τακτικού στρατού, φαίνεται από τις
εκτιμήσεις του Βαν Φλητ που, τον Οκτώβριο του 1948, θεωρούσε την ηγεσία των ανταρτών
από επίπεδο τάγματος και κάτω, εξαιρετική και ανώτερη από του εθνικού στρατού. Ο
υποστράτηγος Έρνεστ Ντάουν, επικεφαλής της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής,
σχολίασε λίγο αργότερα τον ΔΣΕ, λέγοντας ότι «το επιθετικό του πνεύμα διαχεόταν σ' όλες
τις βαθμίδες». Αυτή η ανωτερότητα του ηθικού σε σχέση με τον εθνικό στρατό είναι
αξιοπρόσεκτη, αν σκεφτούμε τις στερήσεις αλλά και τη σύνθεση των στρατιωτών του
Δημοκρατικού Στρατού. Από τα 1947 κιόλας, οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών
ανέφεραν ότι η σωματική κατάσταση των ανταρτών ήταν κατώτερη από εκείνη των
αντιπάλων τους. Στα 1948, το ένα τέταρτο των μαχητών του ΔΣΕ ήταν γυναίκες, ενώ τα
τέσσερα πέμπτα του στρατού ήταν κάτω των είκοσι πέντε χρόνων, και πολλοί ήταν ακόμα
έφηβοι. Στα 1949, η πλειοψηφία ήταν Σλαβόφωνοι που διατηρούσαν χωριστή οργάνωση
και (σε πολλές ή και όλες τις περιστάσεις) χρησιμοποιούσαν τη δική τους γλώσσα 49.
Γνωρίζουμε -τόσο από ξένες όσο και από ελληνικές αριστερές πηγές- ότι το ηθικό του ΔΣΕ
και η πειθαρχία του παρέμειναν σε σχετικά υψηλά επίπεδα, αν και στα 1948 φθείρονταν
μερικές φορές, κάτω από την πίεση των εχθρικών επιθέσεων. Οπωσδήποτε, οι πηγές του
υψηλού ηθικού των στρατιωτών μεταβλήθηκαν. Μέσα στο 1947 ήταν η ιδεολογία, οι κοινές
εμπειρίες των διωγμών της λευκής τρομοκρατίας, και η βεβαιότητα των εθελοντών πως αν
τους έπιαναν, κατά πάσα πιθανότητα θα τους εκτελούσαν. Στη συνέχεια, οι προοπτικές της
νίκης μειώθηκαν, η κατωτερότητά τους σε υλικοτεχνική υποδομή γινόταν όλο και πιο
φανερή, και η αναλογία επιστράτων μεγάλωνε. Κατά συνέπεια, η πειθαρχία επιβαλλόταν
πια με καταναγκασμό, και τη διατηρούσαν μ' ένα ιεροεξεταστικό σύστημα πολιτικής
επιτήρησης. Επίστρατοι που είχαν μαζευτεί με το ζόρι, εμποδίζονταν από το φόβο να
δραπετεύσουν, και μερικοί αξιωματικοί τουφεκίστηκαν κατηγορούμενοι για στρατιωτικές
αποτυχίες. Η πειθαρχία που επιτυγχανόταν έτσι, παρέμεινε γενικά σταθερή, ακόμα και στις
ακραίες αναποδιές του 1949. Οι διοικητές, βέβαια, διαμαρτύρονταν για αύξηση των
λιποταξιών, αλλά αυτές αφορούσαν κυρίως σε νεοσύλλεκτους που τους έδιωχνε η πείνα,
ενώ δεν υπάρχουν εκθέσεις για ομαδικές παραδόσεις 50.

Τελικά, η τάση του Δημοκρατικού Στρατού για διεξαγωγή κανονικού πολέμου, είχε ως
αποτέλεσμα μια τακτική που οδήγησε σε μεγάλες απώλειες ζωών: συνεχείς επιθέσεις σε
πόλεις με φρουρές, και πεισματική άμυνα οχυρωμένων βουνών κοντά στα σύνορα. Για να
υπερασπιστούν τον Γράμμο και το Βίτσι τα καλοκαίρια του '48 και του '49 αντιστοίχως,
απέσυραν στρατεύματα από άλλες περιοχές έτσι που, στο τέλος, το μεγαλύτερο μέρος του
ΔΣΕ βρισκόταν τον Ιούλιο του 1949 σ' αυτά τα βουνά. Σκοπός του ΔΣΕ ήταν να πετύχει μια
αποφασιστική νίκη, και κατέβαλε γι' αυτό το σκοπό απελπισμένες προσπάθειες να
κυριεύσει ή να υπερασπιστεί οχυρά σημεία. Για να εφαρμόσει αυτή την πολιτική ο
Ζαχαριάδης, τον Αύγουστο του 1948 ή λίγο μετά, αντικατέστησε τον Μάρκο και άλλους
βετεράνους διοικητές του ΕΛΑΣ με κομματικούς αξιωματούχους άπειρους στον
ανταρτοπόλεμο, που δε γνώριζαν καλά ως πού έφταναν οι δυνατότητες των ανταρτών 51.

Είναι φανερό πως οι προσπάθειες του ΔΣΕ για διεξαγωγή τακτικού πολέμου ήταν πέρα από
τις δυνατότητές του σε οπλισμό, εφόδια και προσωπικό, και ότι τον έβλαψαν σημαντικά.
Σπαταλήθηκαν αναντικατάστατοι στρατιώτες, ενώ οι υπόλοιποι συγκεντρώθηκαν σε

Digitized by 10uk1s
οχυρά/καταφύγια όπου έχασαν το πλεονέκτημα της κινητικότητας. Έτσι, ο εθνικός στρατός
μπορούσε να εκμεταλλευτεί την ανωτερότητά του σε αριθμούς και δύναμη πυρός. Ακόμα κι
όταν κινούνταν, όμως, οι μεγάλες μονάδες δύσκολα μπορούσαν να κρυφτούν και ν'
ανεφοδιαστούν. Οι κατακτητές του Καρπενησίου, για παράδειγμα, διώχτηκαν από 'κεί με
μεγάλες απώλειες. Και εκείνοι που επιτέθηκαν στη Φλώρινα, εκτός του ότι υπέστησαν κι
αυτοί πολλές απώλειες, εκτέθηκαν στους κινδύνους μιας τρομερής αντεπίθεσης 52 . Η
έλλειψη αξιωματικών εκπαιδευμένων στον τακτικό πόλεμο γινόταν συνεχώς φανερή. Ο Βαν
Φλητ, στην έκθεσή του της 1ης Οκτωβρίου 1948, χαρακτηρίζει τον ΔΣΕ εξαίρετο στον
ανταρτοπόλεμο, αλλά κακό σε παρατεταμένες επιθετικές επιχειρήσεις και ανίκανο να
χρησιμοποιήσει το πυροβολικό του. Την τελευταία αδυναμία την είχαν αναγνωρίσει οι
διοικητές του, μαζί με την έλλειψη αξιωματικών ικανών να διοικήσουν μεγάλες μονάδες. Γι'
αυτό ο Μάρκος απέσπασε τη συμπάθεια των βετεράνων του ΕΛΑΣ, όταν υποστήριξε -στη
γεμάτη διαφωνίες «πλατφόρμα» του τον Νοέμβριο του 1948- ότι έπρεπε να επιστρέψουν
στον ανταρτοπόλεμο μικρής κλίμακας, με τον οποίο ήταν εξοικειωμένοι 53. Ωστόσο, ο
Μάρκος δεν σκεφτόταν ρεαλιστικά όταν υπέθετε πως αυτή η πορεία θα κατάφερνε
οτιδήποτε άλλο εκτός, ίσως, από το να αναβάλει την τελική ήττα. Το ξέρουμε αυτό επειδή
στην Πελοπόννησο, τη Ρούμελη και τη Θράκη, οι μαχητές έμειναν πιστοί στην τακτική του
ανταρτοπόλεμου κι ωστόσο εκμηδενίστηκαν ή εκδιώχτηκαν μέσα στο 1949.

Η κατάρρευση του Δημοκρατικού Στρατού το 1949 ήταν τόσο ξαφνική, ώστε οι ιστορικοί να
την αποδίδουν σε νέες εξελίξεις. Οι περισσότερες εξιστορήσεις του εμφυλίου πολέμου
περιλαμβάνουν στις αιτίες της ήττας του ΔΣΕ την αλλαγή πολιτικής της Γιουγκοσλαβίας, και
την αλλαγή της γραμμής του ΚΚΕ για τη Μακεδονία. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν
φαίνεται να υπάρχει κανένα στοιχείο που να υποστηρίζει πως οι παράγοντες αυτοί
εξασθένισαν ουσιαστικά τον ΔΣΕ στις ζωτικής σημασίας επιχειρήσεις του 1949.

Η αλλαγή στην πολιτική της Γιουγκοσλαβίας υπήρξε αποτέλεσμα της αποπομπής του Τίτο
από την Κομινφόρμ, τον Ιούνιο του 1948. Ύστερα απ' αυτό, ο Τίτο προσπάθησε να
βελτιώσει τις σχέσεις του με τις δυτικές δυνάμεις, και μείωσε βαθμιαία την παροχή
βοήθειας προς τον ΔΣΕ μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες. Οι μακροπρόθεσμες
επιπτώσεις της γιουγκοσλαβικής μεταστροφής ήταν σοβαρές, επειδή η Γιουγκοσλαβία
υπήρξε ο κυριότερος ξένος υποστηρικτής του ΚΚΕ. Ωστόσο, οι επιπτώσεις της στις
τελευταίες εκστρατείες του Ιανουαρίου-Αυγούστου 1949, μπορεί να μην ήταν ουσιαστικές.
Ο ισχυρισμός του Ζαχαριάδη, που απέδωσε την ήττα στο «πισώπλατο χτύπημα» του Τίτο,
αμφισβητήθηκε μετά τον Αύγουστο από ορισμένους από τους διοικητές του, όπως ο
Γεώργιος Μπλάνας. Ο ΔΣΕ δε φάνηκε να υποφέρει, κοντά στα σύνορα, από τη μείωση των
προμηθειών του. Μπορεί και να είχε κρυμμένα αποθέματα. Κι εξάλλου, η Αλβανία αλλά
ίσως και η Βουλγαρία, αύξησαν τη βοήθειά τους. Ο στρατός άφησε πίσω του άφθονα όπλα
και περιορισμένες ποσότητες πυρομαχικών για μικρά όπλα και κανόνια, όταν εγκατέλειψε
τελικά τον Γράμμο και το Βίτσι τον Αύγουστο. Η Γιουγκοσλαβία δεν έκλεισε τα σύνορά της
παρά στις 10 Ιουλίου, πράγμα που έτσι κι αλλιώς δεν επηρέασε σοβαρά τις μάχες του Βίτσι
και του Γράμμου, ο ανεφοδιασμός των οποίων έγινε κυρίως -ή και ολοκληρωτικά- από την
Αλβανία. Οι περισσότεροι μαχητές που βρέθηκαν αποκλεισμένοι στη Γιουγκοσλαβία με το
κλείσιμο των συνόρων, φαίνεται πως ήταν τραυματίες που βρίσκονταν ακόμα στο στάδιο
της ανάρρωσης. Το κλείσιμο όμως αυτό απέκλεισε παραπέρα μελλοντικές επιχειρήσεις από
τα παλιά οχυρά του ΔΣΕ κατά μήκος των γιουγκοσλαβικών συνόρων, τις περιοχές δηλαδή
με τις πυκνές εγκαταστάσεις Σλαβοφώνων. Έτσι, η βασική επίπτωση της αλλαγής πολιτικής
του Τίτο -όπως το δήλωσε άλλωστε κάποτε κι ο Ζαχαριάδης- ήταν ότι κατέστησε ακόμα πιο
δύσκολο για τον ΔΣΕ να επαναλάβει τις επιχειρήσεις του μετά τη μάχη του Γράμμου 54.

Η αμέριστη συμπαράσταση του ΚΚΕ, που κοινολογήθηκε τον Φεβρουάριο, για το δικαίωμα

Digitized by 10uk1s
των Μακεδόνων να αποχωριστούν από το ελληνικό κράτος εξασθένισε, προφανώς, την
επιρροή του Κόμματος μεταξύ των Ελλήνων, αλλά όχι και πολύ, γιατί εδώ και αρκετό καιρό
η εθνικιστική πλευρά κατηγορούσε το Κόμμα -και με αρκετή αληθοφάνεια- γι' αυτή του την
πολιτική. Εξάλλου, αυτή η αλλαγή ήρθε πολύ αργά για να επηρεάσει σοβαρά τις πολεμικές
τύχες του ΔΣΕ. Τώρα πια, οι εθνικιστικές δυνάμεις τού είχαν αφαιρέσει εντελώς σχεδόν τη
δυνατότητα να στρατολογεί δυνάμεις απ' την υπόλοιπη χώρα, ενώ ο ίδιος κρατούσε σφιχτά
τους άντρες του με σιδερένια πειθαρχία και πλήρη έλεγχο της πληροφόρησής τους.

Η τελική σειρά εκκαθαριστικών επιχειρήσεων του εθνικού στρατού άρχισε από την
Πελοπόννησο, τον Δεκέμβριο του 1948. Τώρα πια, οι εθνικιστικές δυνάμεις
εκμεταλλεύονταν αυτές το χειμώνα, που καθιστούσε δύσκολη για τους αντάρτες την
εξεύρεση τροφής και καταφυγίων, αλλά και τη μετακίνηση τους. Ο στρατός εφάρμοσε την
τακτική της συνεχούς καταδίωξης με μονάδες που οι πορείες τους συνέκλιναν και
κλιμακώνονταν σε βάθος, ενώ οι αντάρτες προσπαθούσαν ματαίως να γλιτώσουν
σκορπίζοντας, κρυβόμενοι, ή περνώντας στα κρυφά μέσα από τις κυβερνητικές γραμμές.
Στα τέλη Φεβρουαρίου του 1949, το μεγαλύτερο ποσοστό των 3.000-4.000 ανταρτών της
Πελοποννήσου είχαν συλληφθεί ή σκοτωθεί, κι οι υπόλοιποι είχαν μεταβληθεί σε φυγάδες
που λιγόστευαν καθημερινά. Βορειότερα, οι τύχες του πολέμου άλλαξαν στα μέσα
Φεβρουαρίου με την ανακατάληψη του Καρπενησίου και την υπεράσπιση της Φλώρινας.
Τον Μάρτιο, το Γ' Σώμα Στρατού υπό τη διοίκηση του Γρηγορόπουλου πέρασε στην επίθεση
στη βορειοανατολική Ελλάδα όπου, ύστερα από τρεις μήνες, ανάγκασε τους αντάρτες να
γυρίσουν πίσω στα σύνορα. Τον Μάιο-Ιούνιο, οι εθνικές δυνάμεις επανέλαβαν με επιτυχία
στα νότια και κεντρικά βουνά της ηπειρωτικής χώρας τη στρατηγική που είχαν
χρησιμοποιήσει στην Πελοπόννησο. Τον Ιούλιο-Αύγουστο, ο εθνικός στρατός εκκαθάρισε τα
ορεινά οχυρά κοντά στα βόρεια σύνορα, όπου είχε συγκεντρωθεί πια ο κύριος όγκος του
ΔΣΕ. Οι κυριότερες νίκες του, ήταν οι διαδοχικές καταλήψεις του Βίτσι και Γράμμου, όπου
δυνάμεις του ΔΣΕ που έφταναν συνολικά τους 12.000 μαχητές με 54 πεδινά πυροβόλα,
αντιστάθηκαν γερά σε εθνικές δυνάμεις πενταπλάσιες σχεδόν σε αριθμό. Αυτές οι
τελευταίες, χρησιμοποίησαν αεροπλάνα -χρησιμοποιήθηκε μάλιστα για πρώτη φορά και
μια μοίρα Χελντάιβερς- με μια χωρίς προηγούμενο συχνότητα: κατά τις έντεκα μέρες των
δύο επιθέσεων, πραγματοποιήθηκαν 1.450 έξοδοι αεροπλάνων που χρησιμοποίησαν
βόμβες, ρουκέτες και ναπάλμ. Αφού έχασε 3.000 άντρες -νεκρούς και αιχμαλώτους- ο
Δημοκρατικός Στρατός υποχώρησε με τάξη πέρα από τα σύνορα, στις 30 Αυγούστου 55.

Η μάχη του Γράμμου απομάκρυνε κάθε σοβαρή απειλή του ΔΣΕ, αλλά δεν τερμάτισε κιόλας
κάθε αντάρτικη δραστηριότητα. Μετά τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του Σεπτεμβρίου, ο
αριθμός των αριστερών ανταρτών στην Ελλάδα μειωνόταν καθημερινά: ο εθνικός στρατός
υπολόγιζε ότι τον Οκτώβριο του 1949 ήταν περίπου 1.800, και τον Νοέμβριο του 1950 μόνο
240. Μέσα σ' αυτή την περίοδο, μερικές μικρές συμμορίες ξαναμπήκαν στη χώρα από την
Αλβανία και τη Βουλγαρία, μα κατανικήθηκαν αρκετά γρήγορα. Αυτή που μάλλον ήταν η
τελευταία συμμορία κάποιου μεγάλου μεγέθους (δηλαδή πάνω από 50 άτομα),
αποδεκατίστηκε στη Χαλκιδική, τον Ιανουάριο του 1950, αφού πρώτα είχαν εκτοπιστεί
εκατοντάδες από τους άμαχους υποστηρικτές της. Στους επόμενους μήνες, αναφέρθηκαν
κάποιες πράξεις δολιοφθοράς. Αλλά και μόνο με την ύπαρξή τους, οι αντάρτες
προκαλούσαν την ανησυχία των εθνικών δυνάμεων που κατέβαλλαν μεγάλες προσπάθειες
σε περιπόλους, και δήλωναν ότι έχασαν 201 ζωές μέσα στο 1950. Ένας ακόμα λόγος
ανησυχίας ήταν ότι στις γειτονικές χώρες, στα βόρεια της Ελλάδας, υπήρχε μεγάλο μέρος
του ΔΣΕ (12.000 στις αρχές του 1950, σύμφωνα με το ελληνικό Γενικό Επιτελείο). Δεν
υπήρχαν όμως σοβαρές προοπτικές για να ξαναρχίσει τον πόλεμο, επειδή οι κυβερνήσεις
που τον φιλοξενούσαν δεν είχαν πια καμιά προθυμία να τον βοηθήσουν σε κάτι τέτοιο. Οι
εξόριστοι ηγέτες του ΚΚΕ αναγνώρισαν τη στρατιωτική αδυναμία τους στην Έβδομη

Digitized by 10uk1s
Ολομέλεια, τον Οκτώβριο του 1949, οπότε και τυπικά εγκατέλειψαν τον πόλεμο,
αποφασίζοντας όμως να συνεχίσουν να ασκούν πίεση στην ελληνική κυβέρνηση,
στέλνοντας στη χώρα μικρές αντάρτικες ομάδες. Αυτές, όμως, βρίσκονταν σε πολύ
μειονεκτική θέση εξαιτίας της έλλειψης εφοδίων. Έτσι, το κύριο ενδιαφέρον τους ήταν να
δραπετεύουν και να επιβιώνουν. Η επανακατοίκηση των ορεινών χωριών προχώρησε πια
χωρίς σοβαρά εμπόδια, ακόμα και σε περιοχές στις οποίες κυριαρχούσε προσφάτως ο ΔΣΕ.
Οι χωρικοί δεν αισθάνονταν ακόμα μεγάλη ασφάλεια, αλλά γι' αυτό έφταιγαν ίσως οι
διεθνείς συνθήκες καθώς, όπως άλλωστε κι η πλειονότητα των συμπατριωτών τους,
πίστευαν ότι βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή του Ψυχρού Πολέμου 56.

Digitized by 10uk1s
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI*
Το ελληνικό κομμουνιστικό κόμμα, 1945-9
Ole L. Smith

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Μόλο που έχουν περάσει πια σαράντα χρόνια αφότου τελείωσε ο εμφύλιος πόλεμος, οι
Έλληνες κομμουνιστές δεν έχουν συνειδητοποιήσει ακόμα το ρόλο που έπαιξαν οι ίδιοι
στην αντιπαράθεση, αλλά ούτε και τα ουσιαστικά πολιτικά ζητήματα που συνδέθηκαν με το
ξέσπασμα, τη διεξαγωγή και την τελική έκβαση αυτού του σκληρού αγώνα. Η
κομμουνιστική ηγεσία, δεν έχει αρχίσει ακόμα να μιλάει με ειλικρίνεια. Η παρασιώπηση
αυτή, μπορεί να ερμηνευτεί κυρίως από το γεγονός ότι το ΚΚΕ έχασε τον πόλεμο, και για
μεγάλη περίοδο δεν μπορούσε να λειτουργήσει ως ένας φυσιολογικός πολιτικός
οργανισμός, καθώς ήταν παράνομο στην Ελλάδα κι η ηγεσία του, που ζούσε εξόριστη στις
σοσιαλιστικές χώρες, ήταν απομονωμένη από την ελληνική πραγματικότητα 1. Στους λόγους
της παρασιώπησης, πάντως, περιλαμβάνονται υποκειμενικοί και αντικειμενικοί
παράγοντες. Η ζωή των γηραιότερων μελών του ΚΚΕ επηρεάστηκε βαθιά από τον εμφύλιο,
και γι' αυτούς οι αναμνήσεις είναι οδυνηρές. Οι σημερινοί ηγέτες του ΚΚΕ έχουν σχεδόν
όλοι πάρει μέρος στον εμφύλιο πόλεμο και στις πικρές εσωκομματικές διενέξεις που
ακολούθησαν την υποχώρηση του Αυγούστου του 1949. Μερικοί απ' αυτούς, μάλιστα,
έπαιξαν ηγετικό ρόλο ως στρατιωτικοί διοικητές με δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω στους
υφισταμένους τους -διόλου παράξενο, λοιπόν, που δεν είναι πρόθυμοι να μιλήσουν.

Ορισμένοι από τους αντικειμενικούς παράγοντες είναι λιγότερο εύκολο να κατανοηθούν.


Για έναν τρίτο παρατηρητή, η μυστικοπάθεια του ΚΚΕ όσον αφορά σε καθαρά πολιτικά
ζητήματα, όπως είναι οι μοιραίες αποφάσεις της ηγεσίας του Κόμματος σε διάφορες
φάσεις της συμπλοκής, μπορεί σήμερα να φαίνεται υπερβολική, μη αναγκαία και
εκνευριστική. Και η στάση της ηγεσίας του ΚΚΕ μπορεί εύκολα να γεννήσει την υποψία πως
κάτι έχει να κρύψει. Το γεγονός ότι η ιστορία χρησιμοποιείται στις σύγχρονες πολιτικές
συζητήσεις και πολεμικές ανάμεσα στα ελληνικά κόμματα, αποτελεί μέρος της ερμηνείας 2.
Είναι όμως επίσης φανερό ότι το ΚΚΕ πιστεύει πως έχει να υπερασπιστεί την ιστορία του,
ακόμα κι ύστερα από τις επίσημες κομματικές δηλώσεις που αναθεώρησαν μεγάλα
τμήματα όσων άλλοτε θεωρούνταν αδιαμφισβήτητες ερμηνείες σημαντικών γεγονότων.
Μπορεί κανείς να πει ότι υπάρχουν μεγάλα κενά στην ιστορία του ΚΚΕ της περιόδου
1945-9. Ελπίζουμε όμως ότι οι πρόσφατες εξελίξεις στο ΚΚΕ και στο διεθνές κομμουνιστικό
κίνημα θα επιτρέψουν να καλυφθούν αυτά τα κενά 3. Για παράδειγμα, ο ρόλος που έπαιξε η
τότε σοβιετική ηγεσία μπορεί να συζητηθεί σύντομα στις πραγματικές του διαστάσεις, ως
αποτέλεσμα της βαθμιαίας επανεκτίμησης της σοβιετικής ιστοριογραφίας για το ρόλο και
την πολιτική του Στάλιν στα μεταπολεμικά χρόνια 4. Εμφανώς, το ΚΚΕ δε θέλει να συζητήσει
το κεντρικό θέμα της θέσης της Ελλάδας στον Ψυχρό Πόλεμο -κατά συνέπεια, είναι
αδύνατον να φτάσουμε σε βάσιμα συμπεράσματα για οποιαδήποτε πλευρά του εμφυλίου
στην οποία είχε αναμιχθεί η Σοβιετική Ένωση (θεωρώντας δεδομένο ότι το ΚΚΕ έχει στην
κατοχή του τα σχετικά ντοκουμέντα). Όπως θα δούμε στις σελίδες που ακολουθούν, η
απροθυμία αυτή αποτελεί το μεγαλύτερο, ίσως, εμπόδιο 5.

*
Αυτό το κεφάλαιο γράφτηκε πριν από το 1989

Digitized by 10uk1s
Ακόμα, πρέπει να λάβουμε υπόψη και τον καθαρά ελληνικό κομμουνιστικό παράγοντα.
Καθώς ο εμφύλιος και το αποτέλεσμά του αποτέλεσαν το επίκεντρο ανελέητων
συγκρούσεων μέσα στο ΚΚΕ και κυριάρχησαν στις συζητήσεις του Κόμματος τουλάχιστον
μέχρι τη στρατιωτική δικτατορία του Απριλίου του 1967, οι κύκλοι του ΚΚΕ πιστεύουν πως η
συζήτηση για την ιστορία του εμφυλίου πολέμου θ' ανοίξει ξανά παλιές πληγές. Κατά τη
διάρκεια του εμφυλίου αλλά και μετά απ' αυτόν, οι αιτίες της ήττας, συζητήθηκαν μετά
μανίας και η ηγεσία Ζαχαριάδη αναγκάστηκε να πάρει άκρως σκληρά και αντιδημοκρατικά
μέτρα προκειμένου να κάμψει τις αντιδράσεις, και να εμποδίσει την υπονόμευση του
κύρους της εξουσίας από τις επανειλημμένες απόπειρες για θεμελιώδη κριτική. Ως
αποτέλεσμα, το τελικό ξέσπασμα των κομματικών διενέξεων πήρε τη μορφή ανοιχτού
ρήγματος τις παραμονές του στρατιωτικού πραξικοπήματος του 1967 6.

Εκτός όμως από το σχίσμα αυτό, το θέμα του εμφυλίου προκάλεσε τη δημιουργία κι άλλων,
μικρότερης σημασίας ρηγμάτων και γκρουπούσκουλων στην περίοδο της παρανομίας και
των διωγμών 1949-74. Πρόσφατες δημοσιεύσεις, κατέδειξαν ότι η ιστορία του εμφυλίου
πολέμου μπορεί ακόμα να χρησιμοποιηθεί από τους αντιπάλους της ηγεσίας του ΚΚΕ σαν
μέσο προπαγάνδας για ένα «νέο και διαφορετικό ΚΚΕ» 7.

Κατά συνέπεια, η ανάλυση της ιστορίας του ΚΚΕ κατά την περίοδο του εμφυλίου βρίθει
παγίδων για τον απρόσεκτο, και κινδύνου υπεραπλοποιήσεων για τον πιο προσεκτικό. Κάθε
προσπάθεια για αξιοπίστευτη ερμηνεία, δε θα αποτελεί εύκολο διάβασμα. Αυτό που
μπορούμε να κάνουμε προς το παρόν, είναι να περιγράψουμε τα προβλήματα και να
αποπειραθούμε να δώσουμε κάποιες απαντήσεις, ελπίζοντας πως θα εμφανιστούν στοιχεία
που θα τις τροποποιήσουν ή θα τις διαψεύσουν. Στο κάτω κάτω της γραφής, υπάρχει τόσο
πολύ διαθέσιμο υλικό, ώστε να είναι αναγκαία μια προκαταρκτική σύνθεση 8.

Η ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ, 1945-6

Ύστερα από τη μερική στρατιωτική ήττα στις μάχες του Δεκεμβρίου του 1944 στην Αθήνα,
το ΚΚΕ αντιμετώπισε δυο προβλήματα: την αναδιοργάνωση του Κόμματος και την κριτική
επανεκτίμηση της πολιτικής του, κυρίως κατά τη διάρκεια της τελευταίας φάσης της
Κατοχής, και την Απελευθέρωση. Στα μέλη του Κόμματος επικρατούσε έντονη ανησυχία και
δυσαρέσκεια, που έφτανε μέχρι και την Κεντρική Επιτροπή. Τον Απρίλιο του 1945, στην
πρώτη σύνοδο της Κεντρικής Επιτροπής μετά τη Βάρκιζα, δηλαδή στην Ενδέκατη
Ολομέλεια, ακούστηκαν ανοιχτές επικρίσεις για την πολιτική γραμμή που ακολουθήθηκε
στην περίοδο της Αντίστασης, και μερικοί από τους πιο σκληρούς ομιλητές ζήτησαν ωμά
την αποπομπή της ηγεσίας. Επίκεντρο των επικρίσεων ήταν η υποταγή του Κόμματος στις
βρετανικές επιθυμίες κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Οι επικριτές, όμως, δε συμφωνούσαν
μεταξύ τους για το τι άλλο έπρεπε να είχε γίνει -ή για το τι έπρεπε να γίνει τώρα.
Οπωσδήποτε, συμφωνήθηκε να παραπεμφθούν τα βασικά προβλήματα στο Έβδομο
Συνέδριο του Κόμματος, που θα γινόταν τον Οκτώβριο. Αν και αυτό θα μπορούσε να
θεωρηθεί τακτικός ελιγμός της πλευράς Ιωαννίδη-Σιάντου, για να κερδίσουν χρόνο, πρέπει
να θυμάται κανείς ότι η ηγεσία διέθετε ακόμα την πλειοψηφία στην Κεντρική Επιτροπή, και
ότι μια ριζική αλλαγή στην κορυφή θα επιδείνωνε, κατά πάσα πιθανότητα, την μπερδεμένη
κι επικίνδυνη κατάσταση που κυριαρχούσε. Κι ακόμα, μια επίσημη αναγνώριση της
απαίτησης για πιο επιθετική γραμμή, θα γεννούσε αμφιβολίες για την προθυμία του ΚΚΕ να
τηρήσει τη συμφωνία της Βάρκιζας. Εξάλλου, το ότι η Ολομέλεια αποφάσισε να διαγράψει
τον Άρη Βελουχιώτη επειδή αψηφούσε δημοσίως τη συμφωνία της Βάρκιζας, δείχνει ποιες
ήταν οι προτεραιότητες των υπολογισμών του ΚΚΕ. Έπρεπε οπωσδήποτε ν' αποκατασταθεί
η κομματική ενότητα, και το ΚΚΕ δεν μπορούσε να στηρίξει προβοκατόρικες ενέργειες που

Digitized by 10uk1s
μπορούσαν να στραφούν εναντίον του. Η επιστροφή στην ομαλότητα είχε προτεραιότητα 9.

Στο τέλος Μαΐου του 1945, ο Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης που είχε
επιζήσει της φυλάκισής του στο στρατόπεδο του Νταχάου, επέστρεψε στην Ελλάδα. Εδώ,
έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από τα μέλη του Κόμματος που πίστευαν ότι ο Ζαχαριάδης,
αλώβητος από τα λάθη της ηγεσίας της πολεμικής περιόδου, θα μπορούσε ν'
αποκαταστήσει την ενότητα και να κάνει πράξη τον τόσο απαραίτητο αναπροσανατολισμό
του Κόμματος (αν και δεν ήταν ξεκάθαρο προς ποια κατεύθυνση). Παρόλο που είναι
φανερό ότι το ΚΚΕ ξανακέρδισε μεγάλο μέρος της δυναμικής του, και ότι καινούριες
ελπίδες και αισιοδοξία γεννήθηκαν στα μέλη ύστερα από την οπισθοδρόμηση της Βάρκιζας,
ο Ζαχαριάδης δεν ήθελε να ξεκόψει ανοιχτά με το παρελθόν. Προφανώς, φοβόταν για την
ενότητα του Κόμματος, σε περίπτωση σύγκρουσής του με την ομάδα Σιάντου-Ιωαννίδη 10.

Έτσι, στη Δωδέκατη Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής τον Ιούνιο του 1945, στην έκθεσή
του ο Ζαχαριάδης παραδέχτηκε πως είχαν γίνει κάποια σφάλματα, αλλά είπε ότι γενικά, το
ΕΑΜ είχε ακολουθήσει πολιτικά ορθή πορεία. Δεν έθεσε υπό αμφισβήτηση ούτε καν τη
συμφωνία του Λιβάνου. Όλο το φταίξιμο, ρίχτηκε στον αγγλικό παράγοντα. Η αποτυχία της
μάχης του Δεκεμβρίου, αποδόθηκε κι αυτή στην ένοπλη βρετανική επέμβαση. Ο
Ζαχαριάδης έφτασε ως το σημείο να αποκηρύξει εκείνους που ακόμα και τώρα
προτιμούσαν την «εύκολη» αντάρτικη πάλη, από την «πολιτική πάλη των μαζών» 11. Στις
αποφάσεις της Ολομέλειας που δημοσιεύτηκαν, δηλωνόταν ότι η κατάσταση στην Ελλάδα
ήταν χαοτική. Το ΚΚΕ ζητούσε την επέμβαση των τριών μεγάλων δυνάμεων για να
εξασφαλιστεί ότι οι όροι της συμφωνίας της Γιάλτας θα εφαρμόζονταν στην Ελλάδα.
Απαιτούσε το σχηματισμό αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης απ' όλα τα κόμματα που δεν
είχαν συνεργαστεί με τις δυνάμεις Κατοχής, και ελεύθερες εκλογές μέσα σε τρεις, τέσσερις
μήνες. Για τη συνεχιζόμενη επιδείνωση της κατάστασης της χώρας, υπεύθυνη ήταν η
υποστήριξη ξένων κύκλων (των Άγγλων) προς τους Έλληνες αντιδραστικούς και τις
συμμορίες των τρομοκρατών. Έτσι και σταματούσε αυτή η αγγλική υποστήριξη, η
ομαλότητα θα επέστρεφε σε δυο εβδομάδες. Η τρομοκρατία της Δεξιάς έπρεπε ν'
αντιμετωπιστεί με «μαζική λαϊκή αυτοάμυνα», κι έπρεπε ν' αντιδράσουν με κάθε διαθέσιμο
μέσο σ' ένα ενδεχόμενο φασιστικό πραξικόπημα 12. Οι απαιτήσεις αυτές, επέστρεψαν ξανά
και ξανά στις διακη 13ρύξεις του ΚΚΕ κατά τα επόμενα δυο χρόνια, μ' ελάχιστες παραλλαγές
και χωρίς αποτέλεσμα.

Μετά τη Δωδέκατη Ολομέλεια, διακρίνει κανείς μια αυξανόμενη αισιοδοξία στο ΚΚΕ. Μόλο
που η έλλειψη μιας κριτικής επανεκτίμησης του παρελθόντος απογοήτευε πολλά από τα
απλά μέλη, δεν υπάρχει αμφιβολία πως η επιστροφή του Ζαχαριάδη, μαζί με τη
διοργάνωση μαζικής πολιτικής αντίδρασης στη λευκή τρομοκρατία, επηρέασε θετικά τα
μέλη και τους συμπαθούντες του Κόμματος.

Παρόλο που η απαίτηση για αποχώρηση των Άγγλων ήταν ξεκάθαρη στην έκθεση του
Ζαχαριάδη προς την Ολομέλεια, επίσημη πολιτική παρέμεινε η συνεργασία με τις μεγάλες
δυνάμεις για να εξασφαλιστεί η δημοκρατική και ομαλή εξέλιξη. Η στάση αυτή,
αναγνωρίζεται και στην αποκαλούμενη «διπολική» θεωρία του Ζαχαριάδη, που
συνεπαγόταν μια ρεαλιστική θεώρηση της Ελλάδας στην ιδιαίτερη γεωγραφική της θέση
ανάμεσα στη Σοβιετική Ένωση και την Αγγλία. Ίσως επειδή θεωρήθηκαν πολύ τολμηρές, οι
ιδέες αυτές δεν διακηρύχθηκαν δημοσίως στις αποφάσεις της Ολομέλειας 14. Η πεποίθηση
ότι η κατάσταση της Ελλάδας θα βελτιωνόταν ριζικά αρκεί οι Άγγλοι να έπαυαν να
υποστηρίζουν την άκρα Δεξιά, και ότι οι δημοκρατικές δυνάμεις θα έπαιρναν το πάνω χέρι
εφόσον θα αποκαθιστάτο η ομαλότητα, ήταν φανερές και στο Έβδομο Συνέδριο του
Κόμματος, τον Οκτώβριο του 1945. Όπως μπορεί κανείς να το δει στα δημοσιευμένα

Digitized by 10uk1s
πρακτικά και στις εισηγήσεις προς το Συνέδριο, το ΚΚΕ έκανε σοβαρές προτάσεις για
κοινωνική και οικονομική αποκατάσταση μετά από τα δεινά του πολέμου. Για τους Έλληνες
κομμουνιστές, οι προοπτικές εκείνη την ώρα ήταν αποκλειστικά ειρηνικές: αποκατάσταση
της Δημοκρατίας, κοινωνική δικαιοσύνη και βιομηχανική ανάπτυξη. Η κεντρική εισήγηση
του Ζαχαριάδη, είναι ένα νηφάλιο και πραγματικό κείμενο, στο οποίο το ΚΚΕ παρουσιάζει
για πρώτη φορά μια συμπαγή και ρεαλιστική ανάλυση της βιομηχανικής ανάπτυξης της
Ελλάδας, βασισμένη σε υλικό που προμήθευσαν μερικοί από τους πιο διακεκριμένους
ειδικούς της χώρας (Ν. Κιτσίκης, κ.ά.). Τόσο εδώ, όσο και στο πρόγραμμα για λαϊκή
δημοκρατία, βλέπει κανείς το ΚΚΕ να επενδύει τις ελπίδες του όχι στον ένοπλο ξεσηκωμό,
αλλά στη δημοκρατική πρόοδο 15.

Ωστόσο, δεν διέλαθε της προσοχής το ότι η πολιτική κατάσταση της χώρας είχε επιδεινωθεί
κι άλλο. Παρόλο που δε βρίσκει κανείς πολλές πολεμικές κραυγές στα έγγραφα του
Συνεδρίου, υπάρχουν ορισμένες παράγραφοι στα πρακτικά, που αποκτούν ενδιαφέρον
κάτω από το φως των κατοπινών εξελίξεων. Το ΚΚΕ ονειρευόταν ξεκάθαρα μια ειρηνική και
κοινοβουλευτική μετάβαση στο Σοσιαλισμό, αλλά υπήρχε και μια προειδοποίηση να
προετοιμάζεται για το χειρότερο, μπροστά σ' εκείνο που αποκαλούσε «μονόπλευρο
εμφύλιο πόλεμο» της Δεξιάς. Παρουσιάζοντας το καινούριο πρόγραμμα του Κόμματος, ο
Μήτσος Παρτσαλίδης τόνισε την ανάγκη για ειρηνική μετάβαση, προκαλώντας έτσι τις
επικρίσεις του Ζαχαριάδη, ο οποίος πρόβαλε την αντίρρηση ότι μια ειρηνική μετάβαση
αποτελούσε ένα ενδεχόμενο μόνο, κι όχι μια βεβαιότητα. Συνήθως, παραβλέπεται το
γεγονός ότι η κριτική του Ζαχαριάδη έκανε τον Παρτσαλίδη -που, γενικά, θεωρείται
ένθερμος υποστηρικτής της ειρηνικής εξέλιξης μ' οποιοδήποτε τίμημα- να αποκηρύξει την
αισιοδοξία του και να κάνει μια ωμή προειδοποίηση από εκείνες που έχουμε συνδυάσει με
τον Ζαχαριάδη: «Η κατάσταση απαιτεί να προετοιμαστούμε με όλα τα μέσα για να
επιβάλουμε τη θέληση του λαού, ακόμα και με τη δύναμη των όπλων αν χρειαστεί».
Δηλαδή, ο Παρτσαλίδης επανέλαβε ένα μοτίβο του Ζαχαριάδη, που είχε χρησιμοποιηθεί
πέντε βδομάδες νωρίτερα στη Θεσσαλονίκη, όπου ο Γενικός Γραμματέας είχε
προειδοποιήσει ανοιχτά ότι ο λαός θα πάρει τα όπλα για να υπερασπιστεί τη Δημοκρατία.
Όπως κι αν έχει το πράγμα, οι απειλές αυτές ακούγονταν αραιά μέσα στο 1945, τότε που η
τακτική του ΚΚΕ χαρακτηριζόταν από μια τυφλή, κάποτε, αφοσίωση στις κοινοβουλευτικές
και νόμιμες μεθόδους 16.

Έχει λεχθεί μερικές φορές ότι το ΚΚΕ, ύστερα από την επιστροφή του Ζαχαριάδη,
ετοιμαζόταν αν όχι για εμφύλιο πόλεμο, οπωσδήποτε για κάποιο είδος στρατιωτικής
δράσης. Υποστηρίχτηκε ότι ο Ζαχαριάδης είχε ήδη αποφασίσει πως ο εμφύλιος ήταν
αναπόφευκτος, και ότι εξωθούσε μυστικά τα πράγματα προς αυτή την κατεύθυνση. Η
μαζική αυτοάμυνα που προτάθηκε στη Δωδέκατη Ολομέλεια, κι ορισμένες από τις
πρωτοβουλίες του Έβδομου Συνεδρίου, έχουν διαβαστεί κάτω από το φως των κατοπινών
εξελίξεων, κι έχουν αδικαιολόγητα φορτωθεί με απειλητικά νοήματα. Στο Έβδομο Συνέδριο,
αποφασίστηκε να συγκροτηθεί μια επιτροπή που θα ήταν υπεύθυνη για την πολιτική
δουλειά στις ένοπλες δυνάμεις. Ωστόσο, δεν υπάρχει κανένας λόγος να θεωρούμε ότι αυτή
η επιτροπή είχε μυστικούς στόχους, μια που η ύπαρξή της αποκαλύπτεται στο πρόγραμμα
του Συνεδρίου. Σ' όλη τη διάρκεια της ιστορίας του το ΚΚΕ είχε παρεμφερείς επιτροπές,
όπως είχε και για τη δουλειά ανάμεσα στις γυναίκες, τους δημοσίους υπαλλήλους, τους
αγρότες και άλλες κοινωνικές ομάδες 17.

Δεν έχουμε κανένα πραγματικό στοιχείο που να μας λέει ότι το ΚΚΕ προετοίμαζε ένα
στρατιωτικό ξεκαθάρισμα. Το αντίθετο, μάλλον. Τα μέτρα που πάρθηκαν για να
προστατευτούν οι κομματικοί αξιωματούχοι από την τρομοκρατία της Δεξιάς και το
συνηθισμένο μυστικό δίκτυο, που στήθηκε μέσα στο 1945, δεν αποδείκνυαν ότι η ηγεσία

Digitized by 10uk1s
Ζαχαριάδη προετοιμαζόταν για εμφύλιο πόλεμο, ούτε καν ότι θεωρούσε τον εμφύλιο ως
την πιο πιθανή εξέλιξη της κρίσης. Τέτοια μέτρα, ήταν φυσιολογικά σ' όλη την πορεία της
ιστορίας του Κόμματος. Στην πραγματικότητα, αυτό που μας κάνει ν' απορούμε, είναι πώς
το ΚΚΕ γαντζώθηκε τόσο απελπισμένα στην ψευδαίσθηση ότι ήταν δυνατές δημοκρατικές
και κοινοβουλευτικές εξελίξεις, και πώς δεν πάρθηκαν στην ώρα τους τα αναγκαία μέτρα
για ν' αντιδράσει στρατιωτικά.

ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΕΣ ΓΙΑ ΕΝΟΠΛΗ ΠΑΛΗ

Στις επίσημες δηλώσεις του, το ΚΚΕ δεν κρύβει το γεγονός ότι διεξαγόταν ήδη ένας
μονόπλευρος πόλεμος. Από την αρχή του φθινοπώρου του 1945, κομματικοί αξιωματούχοι
υπογράμμιζαν ότι ο διωγμός των παλιών αγωνιστών της Αντίστασης είχε πια μεταβληθεί σε
γενική κινητοποίηση των δεξιών και δικτατορικών δυνάμεων εναντίον κάθε δημοκρατικού
πολίτη. Ως τότε η αντίδραση του Κόμματος ήταν, απλώς, να προπαγανδίζει την αυτοάμυνα.
Από εδώ κι εμπρός, όμως, ο Τύπος άρχισε να δημοσιεύει περιπτώσεις τρομοκρατών που
σκοτώθηκαν από δημοκράτες οι οποίοι υπεράσπιζαν τους εαυτούς τους. Και
υπογραμμιζόταν ότι οι δημοκρατικοί πολίτες είχαν συνταγματικό δικαίωμα να το πράττουν
αυτό, να υπερασπίζονται δηλαδή τη ζωή τους όταν δέχονταν επίθεση. Μέχρι εκείνη τη
στιγμή, δεν υπήρχε καμία επίσημη ένδειξη ότι η ένοπλη αυτοάμυνα υποστηριζόταν, ή έστω
ήταν ανεκτή. Ο διαδεδομένος συμμοριτισμός στην ύπαιθρο δεν είχε καθόλου τις ευλογίες
του ΚΚΕ, παρόλο που στον κομμουνιστικό Τύπο γίνονταν αναφορές για τέτοια
δραστηριότητα παλιών μελών του ΕΛΑΣ. Τα δημοσιεύματα αυτά, όμως, υπονοούσαν ότι τα
άτομα που έβγαιναν στο βουνό, το έκαναν για να γλιτώσουν από τις επιθέσεις της Δεξιάς.
Και, σαφώς, τα μέλη του ΚΚΕ δεν ενθαρρύνονταν να συντροφέψουν τους διωκόμενους
συντρόφους τους στα βουνά 18.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το ΚΚΕ, σ' όλο το 1945 και στις αρχές του 1946, υποστήριζε την
άποψη ότι ο αγώνας ήταν πολιτικός, κι άρα έπρεπε να διεξαχθεί στις πόλεις, τις μαζικές
οργανώσεις, τα επαγγελματικά συνδικάτα και τους αγροτικούς συνεταιρισμούς. Και δεν
μπορεί να αμφισβητηθεί το ότι η άποψη αυτή είχε κάποιο δίκιο και κάποια επιτυχία.
Αντίθετα απ' ό,τι θα μπορούσε να περιμένει κανείς, η εμμονή σε δημοκρατικές και
κοινοβουλευτικές μεθόδους, μαζί με τις συντονισμένες προσπάθειες για αναδιοργάνωση
του κομματικού μηχανισμού, άρχισε να φέρνει αποτελέσματα. Το ΚΚΕ ξανακέρδισε την
επιρροή του στις μάζες κι έκανε τη δύναμή του αισθητή στις περισσότερες σφαίρες
-πρωταρχικά και πάνω απ' όλα, φυσικά, στις εργατικές ενώσεις, όπου οι περισσότερες
αρχαιρεσίες αναδείκνυαν κομμουνιστικές πλειοψηφίες 19. Ο κίνδυνος που έκρυβε αυτή η
επιτυχία, ήταν ότι οι ηγέτες του ΚΚΕ μπορούσαν να παρερμηνεύσουν την προθυμία του
κόσμου ν' ακολουθήσει πολιτικά το Κόμμα ως προθυμία να το ακολουθήσει επίσης και στις
στρατιωτικές του περιπέτειες. Αργότερα, ο Ζαχαριάδης υπέθεσε λανθασμένα ότι η επιτυχία
του Κόμματος στις μαζικές οργανώσεις, καθιστούσε ρεαλιστικό να προσφύγουν σε ένοπλα
αντίποινα κατά της δεξιάς τρομοκρατίας 20.

Δυστυχώς, δεν μπορούμε να υπολογίσουμε πραγματικά πόση λαϊκή υποστήριξη είχε το


Κόμμα, μια και υπάρχουν ελάχιστα σχετικά στοιχεία. Λέγεται, συμπερασματικά, ότι στην
Απελευθέρωση, το ΚΚΕ αριθμούσε 400.000 μέλη περίπου, κι ότι είχε μεγάλες απώλειες
εξαιτίας του Δεκεμβρίου του 1944. Τον Απρίλιο του 1945, το ΚΚΕ πρέπει να είχε περίπου
200.000 μέλη, τα μισά από τα οποία μεταφέρθηκαν αργότερα στο ΑΚΕ, όταν η Δωδέκατη
Ολομέλεια αποφάσισε να ιδρύσει το ενιαίο Αγροτικό Κόμμα. Τα στοιχεία που δίνουν οι
εκλογές του Μαρτίου 1946, δύσκολα μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Εξάλλου, ακόμα κι αν
ήταν δυνατόν να υπολογιστεί πόσα άτομα μποϊκοτάρισαν τις εκλογές, δεν ήταν όλοι τους

Digitized by 10uk1s
κομμουνιστές, ούτε καν συμπαθούντες. Συντηρητικοί υπολογισμοί μερικές βδομάδες πριν
από τις εκλογές, μετρούσαν ένα 25-35 τοις εκατό κομμουνιστικών ή Εαμικών ψήφων. Η πιο
πρόσφατη και καλύτερα τεκμηριωμένη μελέτη για τις εκλογές του 1946, υπολογίζει ότι η
αποχή Κεντροαριστερών πρέπει να ήταν της τάξης του 25 τοις εκατό 21.

Κατά συνέπεια, ακόμα κι αν συμπεριλάβουμε τον εξαναγκασμό των τότε Κεντροαριστερών


συμπαθούντων, οι σκληροπυρηνικοί κομμουνιστές κι οι συνοδοιπόροι τους δεν μπορεί να
ξεπερνούσαν το 25 τοις εκατό του εκλογικού σώματος. Και η προτίμηση των εκλογέων στο
ΚΚΕ δύσκολα μπορεί να έχει την παραμικρή σχέση με όσα υποστηρίχτηκαν το 1944, ή έστω
και το 1945, ότι αποτελούσε δηλαδή την πλειοψηφία. Η Αριστερά ήταν μια υπολογίσιμη και
αποτελεσματική δύναμη, αλλά οι αριθμοί δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι στη χώρα, ως
σύνολο, οι μοναρχικοί και η Δεξιά αποτελούσαν εξίσου ισχυρή δύναμη, αν και αυτοί επίσης
πρέπει να αποτελούσαν μειοψηφία την ώρα των εκλογών. Το βασικό πολιτικό πρόβλημα
που αντιμετώπιζε το ΚΚΕ στα τέλη του 1945 και στις αρχές του 1946, ήταν οι
κοινοβουλευτικές εκλογές. Το ΕΑΜ και το ΚΚΕ απαιτούσαν μια σε βάθος αναθεώρηση των
εκλογικών καταλόγων, ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη συμμετοχή τους στις εκλογές.
Δεν ήθελαν να δημιουργήσουν την εντύπωση στο εξωτερικό ότι μπορούσαν να γίνουν
εκλογές με την κρατούσα αναρχική κατάσταση. Κι όπως δεν υπήρχε καμία ένδειξη ότι η
κυβέρνηση θα έκανε αναθεώρηση ή θα αποκαθιστούσε το νόμο και την τάξη, το Κέντρο και
η Αριστερά προτιμούσαν να μποϊκοτάρουν τις εκλογές που ήταν προγραμματισμένες για το
τέλος του Μαρτίου 1946. Και το ΚΚΕ σχεδίαζε να συζητήσει την τελική του απόφαση πάνω
σ' αυτό το ζήτημα στη Δεύτερη Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής 22.

Στην Κεντρική Επιτροπή, υπήρχε μια μειοψηφία τουλάχιστον που επιθυμούσε να


συμμετάσχει στις εκλογές το ΚΚΕ, έστω κι αν δεν υπήρχαν οι απαραίτητες προϋποθέσεις.
Καθώς πολλά απ' όσα ειπώθηκαν για τις συζητήσεις της συνεδρίασης αυτής χρωματίζονται
έντονα από τις μετέπειτα εξελίξεις, δεν μπορούμε να είμαστε απόλυτα σίγουροι για το τι
ακριβώς συνέβη, ή για το αν, στην πραγματικότητα, κατοπινοί επικριτές φόρτωσαν στη
συνεδρίαση αυτή την ιδέα της αποχής. Φαίνεται, οπωσδήποτε, ότι υπήρχε αντίθεση στην
αποχή, μια που η τελική απόφαση αφέθηκε για το Πολιτικό Γραφείο. Ο Ζαχαριάδης, που
υποστήριζε την αποχή, αποδέχτηκε ότι το Πολιτικό Γραφείο θα έπρεπε να πάρει την τελική
απόφαση, όταν θα γίνονταν γνωστές οι απόψεις των αδελφών κομμάτων, και κυρίως του
σοβιετικού. Ο Μήτσος Παρτσαλίδης, που ήταν μέλος του Πολιτικού Γραφείου, επρόκειτο να
επιστρέψει από τη Μόσχα όπου είχε πάει με μια αντιπροσωπεία του ΕΑΜ, κι όπου θα είχε
την ευκαιρία να συζητήσει τα προβλήματα με τη σοβιετική ηγεσία. Τελικά, όμως, ο
Παρτσαλίδης δεν έφερε μαζί του σαφείς κατευθυντήριες γραμμές από τη Μόσχα, καθώς το
μόνο που αποκόμισε ήταν μια συμβουλή της τελευταίας στιγμής από έναν αξιωματούχο
του Τμήματος Εξωτερικών Υποθέσεων της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΣΕ. Και καθώς στα
τέλη Μαρτίου το ΕΑΜ είχε πάρει σταθερά πια θέση υπέρ της αποχής, ο Ζαχαριάδης
μπόρεσε να ξεπεράσει τις αντιδράσεις στο Πολιτικό Γραφείο με το περίφημο επιχείρημά
του ότι δεν υπήρχε πια Κομιντέρν, κι ότι το κάθε κόμμα έπρεπε να παίρνει μόνο του τις
αποφάσεις του 23.

Οπωσδήποτε, υπήρχαν ακόμα εναλλακτικές λύσεις λίγες μέρες πριν από τις εκλογές. Δεν
είναι φανερό τι ήταν εκείνο που έκανε την ηγεσία του ΚΚΕ να αναζητήσει μια διέξοδο της
τελευταίας στιγμής από το δίλημμα. Μάλλον δεν έχει καμιά σχέση με την απουσία του
Ζαχαριάδη, που είχε πάει στην Πράγα για να παραστεί στο Συνέδριο του Τσεχικού
Κόμματος. Λίγες ώρες μετά την αναχώρηση του Ζαχαριάδη στις 20 Μαρτίου, ο Σιάντος
έκανε για λογαριασμό του ΚΚΕ ανοίγματα στους Αριστερούς Φιλελεύθερους, προτείνοντας
να κατέβουν δικοί τους υποψήφιοι στις εκλογές, που θα τους ψήφιζε όλη η Αριστερά. Το
σχέδιο αυτό δεν οδήγησε πουθενά, όμως, γιατί η Κεντρική Επιτροπή του ΕΑΜ ήταν

Digitized by 10uk1s
εναντίον του. Κι έτσι, δεν υπάρχει καμιά βεβαιότητα ότι το ΚΚΕ, κι ο Ζαχαριάδης
προσωπικά, αποτελούσαν τη βασική δύναμη πίσω από την πολιτική του μποϊκοτάζ.
Αργότερα, οι σοσιαλιστές ηγέτες της ΣΚ-ΕΛΔ υποστήριξαν ότι εκείνοι πίεσαν το ΚΚΕ για να
εξασφαλιστεί το μποϊκοτάζ 24. Συνήθως, το ζήτημα αυτό συζητιέται μαζί με το άλλο μεγάλο
πρόβλημα που υπήρχε στην ημερήσια διάταξη της Δεύτερης Ολομέλειας: την αντίδραση
στο ογκούμενο κύμα της δεξιάς τρομοκρατίας. Καθώς λοιπόν η σχετική μ' αυτό το τελευταίο
ζήτημα απόφαση της Ολομέλειας δε δημοσιεύτηκε ποτέ, και καθώς έχει αμφισβητηθεί
ακόμα κι η ύπαρξη μιας τέτοιας απόφασης, πρέπει ν' ασχοληθούμε λεπτομερειακά με το
πρόβλημα 25.

Στις δημοσιευμένες αποφάσεις αυτής της Ολομέλειας, στην παράγραφο 4 υπάρχει αριθμός,
αλλά όχι και κείμενο δίπλα του. Στην πρωτότυπη δημοσίευση του κειμένου στην κομματική
εφημερίδα του Ριζοσπάστη υπάρχει μόνο μια σειρά κουκκίδες, που διατηρήθηκε και στις
επόμενες αναδημοσιεύσεις του κειμένου. Ένας μελετητής, έφτασε ως το σημείο να
υποθέσει ότι δεν υπάρχει κείμενο, επειδή δεν πάρθηκε απόφαση 26. Αυτό, δεν μπορεί να
αληθεύει. Υπάρχουν πολλές αναφορές σε κατοπινά κείμενα του ΚΚΕ για μια απόφαση που
πάρθηκε στη Δεύτερη Ολομέλεια, για αντίμετρα κατά της λευκής τρομοκρατίας. Η πιο
πιθανή ερμηνεία, είναι ότι η απόφαση κρατήθηκε μυστική, για να μπορεί να λέγεται ότι δεν
υπάρχει. Κι όπως δεν έχει δημοσιευτεί, ήταν εύκολο να αμφισβητείται το περιεχόμενό της.
Πάντως, η πιο αξιόπιστη ερμηνεία της απουσίας της παραγράφου, είναι η εξής:
αποφασίστηκε να οικοδομηθεί βαθμιαία ένα αντάρτικο κίνημα, αρχίζοντας από τις ομάδες
που βρίσκονταν ήδη στα βουνά. Όπου θα το επέτρεπαν οι τοπικές συνθήκες, το κίνημα θα
αναπτυσσόταν. Κι οι αντάρτες θα είχαν για στόχο ν' ασκούν από την ύπαιθρο πίεση στην
κυβέρνηση για πολιτικές μεταρρυθμίσεις. Αρχικά, το αντάρτικο κίνημα θα το είχαν σαν
αμυντικό όπλο. Αν η κυβέρνηση δεν υποχωρούσε, κι αποδεικνύονταν αδύνατες οι
δημοκρατικές εξελίξεις, τότε οι αντάρτικες ομάδες θα έπαιζαν έναν περισσότερο δραστήριο
και επιθετικό ρόλο. Κι εκτός απ' το ότι επέμεινε στην αμυντική φύση του κινήματος, η
απόφαση του Κόμματος καθιστούσε σαφές ότι δεν έπρεπε να προκληθούν οι Άγγλοι 27.

Αυτή φαίνεται ότι ήταν, ουσιαστικά, η πολιτική του ΚΚΕ που παρουσιάστηκε στο ΚΚΣΕ από
τον Παρτσαλίδη, κι έγινε αποδεκτή από τον εκπρόσωπο του ΚΚΣΕ στη Μόσχα: Ότι το ΚΚΕ
έπρεπε να περιμένει και να δει, χρησιμοποιώντας τόσο κοινοβουλευτικές και νόμιμες
μεθόδους, όσο και ένοπλη δράση, αναλόγως με τις περιστάσεις και τις ευκαιρίες που θα
παρουσιάζονταν. Η διπλή αυτή στρατηγική ήταν, κατά πάσα πιθανότητα, ό,τι καλύτερο
μπορούσε να κάνει το ΚΚΕ κάτω από τις επικρατούσες συνθήκες. Οπωσδήποτε, ειπώθηκε
αργότερα ότι μποϊκοτάροντας τις εκλογές, το ΚΚΕ προτίμησε αποκλειστικά την ένοπλη
επανάσταση. Ηγέτες του ΚΚΕ που πείστηκαν αργότερα ότι ο εμφύλιος πόλεμος υπήρξε
τραγικό λάθος που μπορούσε να είχε αποφευχθεί, χαρακτήρισαν αποφασιστικό λάθος την
αποχή, ενώ ο Ζαχαριάδης τη θεώρησε μόνο σαν τακτική γκάφα. Η επιχειρηματολογία αυτή,
που μπορεί να φαίνεται υπερβολικά σχολαστική, πρέπει να εξεταστεί κάτω από το φως των
μετέπειτα εξελίξεων: εφόσον το μποϊκοτάζ μπόρεσε ν' αποδοθεί στην εμμονή του
Ζαχαριάδη να παραβλέψει τις συμβουλές του ΚΚΣΕ, το σφάλμα μεγαλοποιήθηκε κατά
τρόπο παραμορφωτικό. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει λόγος που να αιτιολογεί ότι το
μποϊκοτάζ έκανε αναπόφευκτο τον εμφύλιο πόλεμο, κι ούτε υπάρχει κανένας λόγος που να
μας κάνει να σκεφτούμε ότι θα αποκλειόταν οπωσδήποτε μια στρατιωτική ενέργεια αν
υπήρχαν αριστεροί αντιπρόσωποι στη Βουλή των Ελλήνων. Και, τέλος, πρέπει να δώσουμε
έμφαση στο γεγονός ότι μόνο υπό μια κάποια έννοια αποφάσισε τον εμφύλιο η Δεύτερη
Ολομέλεια: ό,τι, δηλαδή, το ΚΚΕ αποφάσισε ν' απαντήσει με τη βία στις επιθέσεις που
γίνονταν εναντίον του μήνες τώρα. Ολόκληρη η γραμμή του ΚΚΕ ήταν ακόμα αμυντική, με
αποτέλεσμα τα μέλη κι οι συμπαθούντες του Κόμματος να δυσκολεύονται πολύ να
καταλάβουν τι συμβαίνει. Στον Ριζοσπάστη, το κεντρικό θέμα ήταν πάντα η «συμφιλίωση»,

Digitized by 10uk1s
ενώ στην ύπαιθρο και στο βουνό γνωστοί κομμουνιστές ανάσταιναν τον ΕΛΑΣ. Το ΚΚΕ δεν
ξεπέρασε αυτή τη διχοτόμηση παρά τον Οκτώβριο του 1947, όταν ήταν πια πολύ αργά 28.

Μετά τη Δεύτερη Ολομέλεια, ένας αριθμός ηγετικών στελεχών του ΕΛΑΣ στάλθηκε στα
βουνά για να οργανώσει τις ήδη υπάρχουσες ομάδες διωκόμενων παλιών αγωνιστών της
Αντίστασης. Δεν φαίνεται να υπήρχαν κάποια γενικά σχέδια για στρατολόγηση, ούτε
λεπτομερειακές οδηγίες για τη δύναμη που έπρεπε να έχει το αντάρτικο κίνημα σ' αυτό το
εμβρυϊκό στάδιο, εκτός από τις γενικές αρχές που υιοθετήθηκαν στη Δεύτερη Ολομέλεια29.
Ταυτοχρόνως, οι κομματικές οργανώσεις έπαιρναν εντολή να βρίσκονται σ' ετοιμότητα για
την περίπτωση μοναρχικού πραξικοπήματος. Φήμες για κάτι τέτοιο κυκλοφορούσαν εδώ
και αρκετό καιρό, αλλά μέχρι τώρα δεν έχουμε στοιχεία για αντίμετρα του ΚΚΕ. Αμέσως
όμως μετά τη Δεύτερη Ολομέλεια, έγινε μια σύσκεψη για να συζητηθούν οι στρατιωτικές
προετοιμασίες. Οι κομματικές οργανώσεις, πήραν εντολή να στείλουν αναφορές στο
Πολιτικό Γραφείο για τις διαθέσιμες δυνάμεις. Από τη σύσκεψη, όμως, δε φαίνεται να
προέκυψε τίποτα το σημαντικό -συζητήθηκαν, πάντως, διάφορες πιθανότητες,
συμπεριλαμβανομένου κι ενός κανονικού αντικινήματος 30. Για ορισμένες περιοχές, έχουμε
λεπτομερειακές αναφορές για σχέδια κατάληψης στρατιωτικών μονάδων της κυβέρνησης
με τη βοήθεια του ΚΚΕ και συμπαθούντων, που υπηρετούσαν στον τακτικό στρατό.
Υπάρχουν επίσης στοιχεία ότι ο φόβος για μοναρχικό πραξικόπημα εντάθηκε όσο
πλησίαζαν οι εκλογές. Λίγες μέρες όμως πριν από τη διεξαγωγή τους, οι προετοιμασίες για
αντίμετρα σταμάτησαν 31.

Βλέποντάς τη από μακριά, η επίθεση στο Λιτόχωρο τη νύχτα της 30-31 Μαρτίου 1946
χαρακτηρίστηκε αρχή της ένοπλης ανταρσίας. Στην πραγματικότητα, σκοπός της ήταν να
δοθεί μια προειδοποίηση στην κυβέρνηση, και είχε διαταχθεί από τον Ζαχαριάδη. Όσο
απομονωμένο γεγονός κι αν ήταν, η επίθεση αυτή αποτέλεσε μια καλά οργανωμένη
ενέργεια μιας σχετικά μεγάλης ομάδας ανταρτών, και έγινε μακριά από τα συνηθισμένα
σημεία τέτοιων περιστατικών. Μέχρι τότε, το "αγαπημένο" πεδίο δράσης ήταν οι
μεθοριακές περιοχές 32.

ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΠΟΛΕΜΟ

Μετά την επίθεση στο Λιτόχωρο, στρατιωτικές προπαρασκευές φαίνεται πως συνεχίστηκαν
με αργό ρυθμό μέχρι που ο Ζαχαριάδης, τον Ιούλιο του 1946, έδωσε εντολή στον Μάρκο
Βαφειάδη, διοικητή του ΕΛΑΣ Μακεδονίας τον καιρό του πολέμου και τώρα επικεφαλής του
κομματικού μηχανισμού Μακεδονίας-Θράκης, να πάει στο Βελιγράδι για να συναντηθεί με
τους εκπροσώπους του Πολιτικού Γραφείου, Γιάννη Ιωαννίδη και Πέτρο Ρούσο, και να
συζητήσει μαζί τους τις προοπτικές ανάπτυξης του αντάρτικου. Την απόφαση ν' αναλάβει ο
Μάρκος τη διοίκηση των ανταρτικών ομάδων, δεν την πήρε το Πολιτικό Γραφείο: ήταν
προσωπική πρωτοβουλία του Ζαχαριάδη33. Στο μεταξύ, ο Ζαχαριάδης είχε την ευκαιρία να
συζητήσει την ελληνική κατάσταση με τα αδελφά κόμματα. Στην Πράγα, συναντήθηκε με
κορυφαίους κομμουνιστές ηγέτες από διάφορες χώρες, κι ακόμα πήγε μυστικά στη Μόσχα,
όπου είδε τους Στάλιν, Μολότοφ και Ζντάνοφ. Οι Σοβιετικοί ηγέτες συμφώνησαν με τις
αποφάσεις της Δεύτερης Ολομέλειας, και έδωσαν έμφαση στο ότι το ΚΚΕ δεν έπρεπε να
προκαλέσει τους Άγγλους. Το αντάρτικο κίνημα, θα είχε περιορισμένους στόχους. Έπρεπε ν'
ασκήσει πίεση στην κυβέρνηση, για να οδηγηθούν σε ένα συμβιβασμό. Αργότερα, ο
Ζαχαριάδης υποστήριξε ότι αυτός ήταν ο λόγος για τις αμφιταλαντεύσεις της πορείας του
το 1946 και την άνοιξη του 1947. Αυτό, όμως, είναι εν μέρει μόνο αληθινό, μια που το ΚΚΕ
είχε με τη Δεύτερη Ολομέλεια ταχθεί ήδη υπέρ μιας στρατηγικής τόσο όμοιας μ' αυτή που
πρότεινε ο Στάλιν ώστε να έχει κανείς την εντύπωση ότι ο τελευταίος αποδέχτηκε, λίγο

Digitized by 10uk1s
πολύ, απόψεις που είχε ήδη υιοθετήσει το ΚΚΕ. Οπωσδήποτε, ο Στάλιν άφησε τον
Ζαχαριάδη ελεύθερο να εφαρμόσει μια πολιτική με πολύ λεπτές ισορροπίες μεταξύ ειρήνης
και πολέμου. Κι ακόμα, ο Στάλιν είπε στον Ζαχαριάδη να συζητήσει τις λεπτομέρειες με τον
Τίτο. Αν και δεν αναφέρεται στις πηγές μας τι ακριβώς σήμαινε αυτό, είναι φυσικό να
υποθέσουμε πως η αριθμητική ισχύς του αντάρτικου στρατού εξαρτιόταν από τη βοήθεια
που ήταν σε θέση να δώσουν οι Γιουγκοσλάβοι. Υπάρχουν ορισμένα στοιχεία που το
δείχνουν αυτό. Ωστόσο, είναι αξιοσημείωτο το ότι ο Στάλιν, που δυσπιστούσε βαθύτατα
απέναντι στον Τίτο και τις γιουγκοσλαβικές βλέψεις στα Βαλκάνια, εμπιστεύτηκε σ' αυτόν
το ελληνικό πρόβλημα, λαμβανομένης ιδίως υπόψη της βρετανικής παρουσίας στην Ελλάδα
και της φοβίας του Στάλιν για μια ανοιχτή σύγκρουση με τους Δυτικούς Συμμάχους 34.

Δυστυχώς, δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για να καθορίσουμε τις αιτίες πίσω από τις
πρωτοβουλίες του ΚΚΕ. Δεν έχουμε ιδέα γιατί ο Ζαχαριάδης αποφάσισε να επισπεύσει τις
στρατιωτικές προπαρασκευές το καλοκαίρι του 1946, κι έδωσε εντολή στον Μάρκο να
οργανώσει ένοπλες δυνάμεις που έγιναν γνωστές σαν Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας (ΔΣΕ)
τον Δεκέμβριο. Μπορεί να έπαιξε κάποιο ρόλο σ' αυτό, η ψήφιση έκτακτων μέτρων από την
κυβέρνηση. Απ' την άλλη, όμως, μέχρι και τον Σεπτέμβριο ακόμα, το ΚΚΕ θεωρούσε τη
νόμιμη δραστηριότητα τόσο σημαντική, ώστε να πάρει μέρος στο νόθο δημοψήφισμα για
τη μοναρχία. (Δεν είναι απολύτως ξεκαθαρισμένο γιατί αποφάσισε να πάρει μέρος στο
δημοψήφισμα αφού είχε μποϊκοτάρει τις εκλογές). Κι ούτε υπάρχουν κάποια βάσιμα
στοιχεία που να μας επιτρέπουν να διαλέξουμε μια από τις αντικρουόμενες απόψεις για το
μέγεθος των στρατιωτικών προπαρασκευών του ΚΚΕ το φθινόπωρο. Υπάρχει κάποια
ένδειξη ότι ο Ζαχαριάδης έδωσε εντολή για μια κινητοποίηση δυνάμεων πολύ πιο
εκτεταμένη απ' ό,τι πιστεύεται γενικά, η οποία βασίζεται στις μετέπειτα περιγραφές των
γεγονότων που έκανε ο Μάρκος. Αν συνέβη πραγματικά αυτό, ο Μάρκος είτε είχε αντίθετες
διαταγές από το Βελιγράδι, είτε, όπως ισχυρίστηκαν ορισμένοι από τους επικριτές του,
απέτυχε στην εφαρμογή των διαταγών που είχε δώσει ο Ζαχαριάδης. Οι εμφανείς
αβεβαιότητες του ΚΚΕ μπορεί να οφείλονται στη γιουγκοσλαβική επιρροή, μια που είναι
φανερό ότι η προτεινόμενη δύναμη του ΔΣΕ πρέπει να είχε συζητηθεί με τον Τίτο όταν ο
Ζαχαριάδης πέρασε από το Βελιγράδι τον Απρίλιο ή αργότερα, όταν ο Ιωαννίδης κι ο
Ρούσος έμεναν μόνιμα στη γιουγκοσλαβική πρωτεύουσα 35.

Το τηλεγράφημα (που πιστεύεται ότι καθρεφτίζει σοβιετικές απόψεις) του Βούλγαρου


κομμουνιστή ηγέτη Γκεόργκι Δημητρόφ, τον Δεκέμβριο του 1946, με το οποίο λέει στο ΚΚΕ
ότι την κλιμάκωση της στρατιωτικής δραστηριότητας δεν τη βοηθούσε ούτε η διεθνής
κατάσταση ούτε ο χειμώνας που πλησίαζε, και ότι έπρεπε να προστατευτούν τα στελέχη
του Κόμματος, μπορεί να σημαίνει μόνο ότι το ΚΚΕ δεν έπρεπε να περιμένει μεγάλη
βοήθεια από τα αδελφά κόμματα εκείνη την εποχή. Το τηλεγράφημα δεν λέει αν ο στόχος
των 15.000-20.000 αντρών ήταν υπερβολικός. Το τηλεγράφημα του Δημητρόφ, μπορεί -το
πολύ- να εκληφθεί ως υπενθύμιση προς το ΚΚΕ ότι δεν είχε ωριμάσει ακόμα η στιγμή για
μια ένοπλη επίθεση. Στη Μόσχα, θεωρούσαν ακόμα τη διπλή στρατηγική σαν την πιο
χρήσιμη. Αργότερα, ο Μάρκος υποστήριξε ότι ζητούσε συνεχώς απ' το Πολιτικό Γραφείο να
στείλει στελέχη στον ΔΣΕ και ότι τον στενοχωρούσε η διστακτικότητα της ηγεσίας του ΚΚΕ.
Δεν ξέρουμε, όμως, αν ο Μάρκος είχε ενημερωθεί ότι δεν έπρεπε να περιμένει μαζική
έξοδο απ' τις πόλεις. Οι περισσότεροι αξιωματικοί και τα περισσότερα στελέχη του εκείνη
την περίοδο φαίνεται ότι προέρχονταν από τη Γιουγκοσλαβία, όπου πολλοί παλιοί μαχητές
του ΕΛΑΣ είχαν αναζητήσει καταφύγιο μετά τη Βάρκιζα, και τώρα γύριζαν κρυφά στην
Ελλάδα για να πάρουν μέρος στο καινούριο αντάρτικο 36.

Στις αρχές του 1947, πάντως, έχουμε αρκετές ενδείξεις ότι η ηγεσία του ΚΚΕ αποφάσισε
επιτέλους να επικεντρώσει τις προσπάθειές της στη στρατιωτική σφαίρα. Και πάλι, δε

Digitized by 10uk1s
γνωρίζουμε τι υπάρχει πίσω απ' αυτή την αλλαγή πολιτικής. Φαίνεται ότι σε μια
συνεδρίασή του τον Φεβρουάριο, το Πολιτικό Γραφείο, αποφάσισε να δώσει
προτεραιότητα στον ένοπλο αγώνα και πως ύστερα από αυτό πάρθηκαν κάποιες
πρωτοβουλίες που θα οδηγούσαν ολοκληρωτικά στον εμφύλιο πόλεμο. Ενδεχομένως, το
ΚΚΕ να άρχισε να αντιμετωπίζει την πιθανότητα επικείμενης αποχώρησης των Άγγλων απ'
την Ελλάδα, και να θεωρεί ότι μια αυξημένη στρατιωτική προσπάθεια θα ανέτρεπε
σύντομα τον αδύναμο κρατικό μηχανισμό. Καθώς δεν έχουμε συγκεκριμένα στοιχεία,
μπορούμε μόνο να καταγράφουμε τις κινήσεις του ΚΚΕ από τα ντοκουμέντα που δόθηκαν
στη δημοσιότητα.

Τον Απρίλιο, στάλθηκαν νέες οδηγίες στον Μάρκο, κι από εκείνη τη στιγμή ακούμε για
σχέδια για απελευθέρωση των βόρειων επαρχιών, συμπεριλαμβανομένης της
Θεσσαλονίκης. Και, μάλιστα, δόθηκε εντολή στον Μπαρτζιώτα, που είχε γίνει γραμματέας
της κομματικής οργάνωσης Μακεδονίας, να ετοιμάσει ένοπλες ομάδες για ν' αναλάβουν
δράση στη Θεσσαλονίκη και να υποστηρίξουν επίθεση του ΔΣΕ 37. Στις 6 Απριλίου, ο
Ζαχαριάδης πήγε στο Βελιγράδι και συνάντησε τον Τίτο. Προφανώς, τότε έδωσε ο Τίτο την
έγκρισή του στα σχέδια του ΚΚΕ για την απελευθέρωση της βόρειας Ελλάδας, και την
υπόσχεση να προμηθεύσει την απαραίτητη υλική βοήθεια. Μελετήθηκε τότε και μια
αύξηση της αριθμητικής δύναμης του ΔΣΕ στις 50.000 άντρες. Από το Βελιγράδι, ο
Ζαχαριάδης πήγε στη Μόσχα, όπου τον Μάιο είχε παρεμφερείς συναντήσεις με τον Στάλιν
και τον Μολότοφ οι οποίοι, σύμφωνα με όσα στοιχεία έχουμε στη διάθεσή μας, δε
φαίνεται να πρόβαλαν αντιρρήσεις στα σχέδια που τους παρουσίασε ο Ζαχαριάδης 38.

Σ' αυτό το σημείο, λοιπόν, μπορούμε να παρατηρήσουμε μια σειρά από γεγονότα,
παρόμοια μ' όσα συνέβησαν μετά τη Δεύτερη Ολομέλεια. Το ΚΚΕ πήρε αποφάσεις και τις
παρουσίασε στη συνέχεια στα αδελφά κόμματα, ζητώντας την έγκρισή τους και τη βοήθειά
τους για να τις κάνει πράξη. Είναι φανερό πως το ΚΚΕ έγινε μ' αυτόν τον τρόπο απόλυτα
εξαρτημένο από την ξένη βοήθεια, και ότι η παράξενη αυτή αντιστροφή των συνηθισμένων
διαδικασιών από τον Ζαχαριάδη έκανε το ΚΚΕ ευάλωτο, μια που η εφαρμογή των
ειλημμένων αποφάσεων εξαρτιόταν από παράγοντες έξω από τον έλεγχό του. Στην πράξη,
ο ΔΣΕ θ' αντιμετώπιζε συνεχώς στενότητα εφοδίων, και η βοήθεια δε θα έφτανε με τους
ρυθμούς που είχε θεωρήσει δεδομένους στα σχέδιά της η ηγεσία του ΚΚΕ. Οι στόχοι είχαν
καθοριστεί πριν εξασφαλιστεί η απαιτούμενη βοήθεια για την επίτευξή τους. Προφανώς, το
ΚΚΕ δε θεωρούσε ότι έπρεπε να υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία για το ότι θα έφτανε η
υποστήριξη που του είχαν υποσχεθεί. Η αλλαγή στην πολιτική, όμως, είχε γίνει πράξη πριν
συζητηθεί με τον Στάλιν και τον Τίτο.

Αν είναι σωστό, όπως έχουμε συμπεράνει, ότι η σημαντική απόφαση να προετοιμαστούν


για ολοκληρωτικό πόλεμο πάρθηκε τον Φεβρουάριο, είναι στα σίγουρα αξιοσημείωτο ότι η
επέμβαση των ΗΠΑ, που ανακοινώθηκε τον Μάρτιο του 1947, δεν επέδρασε καθόλου στα
σχέδια του ΚΚΕ. Και ούτε, επίσης, η έντονη προειδοποίηση του προέδρου Τρούμαν και η
διακήρυξή του σχετικά με το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για την Ελλάδα, φαίνεται πως
επηρέασαν τη σοβιετική ή τη γιουγκοσλαβική προθυμία ν' αφήσουν το ΚΚΕ να επιχειρήσει
μια ανοιχτή προσπάθεια κατάληψης της εξουσίας, με στρατιωτικό υλικό που θα του
προμήθευαν οι Λαϊκές Δημοκρατίες. Μήπως δε θεώρησαν επαρκή για τη σωτηρία της
Ελλάδας την αμερικανική βοήθεια -ή μήπως οι Σοβιετικοί ηγέτες υποτίμησαν την
αποφασιστικότητα των ΗΠΑ; Δεν μπορούμε να δώσουμε με σιγουριά μια απάντηση. Μέσα
από τα στοιχεία που διαθέτουμε, φαίνεται μόνο πως και ο Στάλιν και ο Τίτο αποδέχτηκαν
τα σχέδια του ΚΚΕ, και εξέφρασαν την προθυμία και την ικανότητά τους να δώσουν την
αναγκαία βοήθεια. Δεν μπορεί να θεώρησαν αρκετά σοβαρούς τους κινδύνους που
εγκυμονούσε η ομιλία του Τρούμαν, και δεν υπάρχει κανένας λόγος που να μας κάνει να

Digitized by 10uk1s
πιστέψουμε ότι ο Στάλιν ήταν διατεθειμένος να συγκρουστεί με τις ΗΠΑ για την Ελλάδα 39.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ

Η απουσία του Ζαχαριάδη από την Ελλάδα, συμπίπτει εν μέρει με την υποτιθέμενη
συμμετοχή του στο Συνέδριο του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, που έγινε τον Ιούνιο
στο Στρασβούργο. Στην πραγματικότητα, όμως, ο μόνος εκπρόσωπος του ΚΚΕ στο Συνέδριο
ήταν ο Μιλτιάδης Πορφυρογένης, που εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία να συζητήσει τα
ελληνικά πράγματα σ' ένα διεθνές φόρουμ, και να εκφράσει ξανά την απαίτηση του ΚΚΕ για
ελεύθερες, δημοκρατικές εκλογές 40.

Αυτό, θεωρείτο ως η απολύτως ελάχιστη προϋπόθεση για ένα συμβιβασμό. Αν η πρόταση


αυτή απορριπτόταν, το ΚΚΕ θα προχωρούσε στη διοργάνωση μιας «Ελεύθερης Ελλάδας»
στις περιοχές που βρίσκονταν κάτω από τον έλεγχο των ανταρτών. Η κυβέρνηση της Αθήνας
αντέδρασε με εκτεταμένες συλλήψεις στελεχών και συμπαθούντων του ΚΚΕ και του ΕΑΜ,
ενέργεια που ερμηνεύτηκε από την ηγεσία του ΚΚΕ σαν ωμή άρνηση για
διαπραγματεύσεις 41. Κι έτσι, το ΚΚΕ προετοιμάστηκε για μια ανοιχτή ρήξη με τη νομιμότητα
και για γενική κινητοποίηση των εφεδρειών του Κόμματος. Την ίδια στιγμή, φαίνεται πως
άρχισε να υλοποιείται και η γιουγκοσλαβική βοήθεια. Από το Βελιγράδι, ο Ιωαννίδης είπε
τον Αύγουστο στον Μάρκο να επιταχύνει το ρυθμό της στρατολόγησης, μια που τώρα θα
ήταν δυνατός ο διπλασιασμός της αριθμητικής δύναμης του ΔΣΕ. Μοναδικό πρόβλημα ήταν
το πώς θα γινόταν η διανομή των εφοδίων42. Όπως κι αν έχει το πράγμα, το σκηνικό ήταν
καθ' όλα έτοιμο για το τελικό κάλεσμα στα όπλα που έγινε στην Τρίτη Ολομέλεια, η οποία
συνήλθε μυστικά στη Γιουγκοσλαβία στις 11-12 Σεπτεμβρίου του 1947.

Στην Τρίτη Ολομέλεια, πήραν μέρος έξι μόνο μέλη της Κεντρικής Επιτροπής (Ζαχαριάδης,
Ιωαννίδης, Στρίγκος, Ρούσος, Ερυθριάδης και Μάρκος). Μετά, τα κείμενα της συνάντησης
αυτής της ομάδας στάλθηκαν στην Αθήνα για να συζητηθούν από τα μέλη της Κεντρικής
Επιτροπής που βρίσκονταν ακόμα εκεί. Τίποτα δεν αποδεικνύει ότι ο Ζαχαριάδης
προσπάθησε να κρατήσει τους επικριτές του μακριά από αυτή τη συνεδρίαση, όπως έχει
συχνά ειπωθεί. Η μικρή συμμετοχή, φαίνεται πως οφείλεται στις δύσκολες συνθήκες. Στη
μυστική απόφαση της Ολομέλειας, διατυπώνονταν τώρα επισήμως οι αλλαγές που είχαν
ήδη γίνει στην πολιτική του ΚΚΕ. Δηλαδή: δημιουργία μιας Ελεύθερης Ελλάδας, αύξηση της
δύναμης του ΔΣΕ και σχηματισμός κανονικού στρατού 43. Η απόφαση που δημοσιεύτηκε,
υπογραμμίζει ότι τώρα ήταν καθήκον κάθε Έλληνα κομμουνιστή να πολεμήσει στον ΔΣΕ 44.
Όταν ο Ριζοσπάστης δημοσίευσε το επίσημο κείμενο με την ανοιχτή προπαγάνδα του για
τον ΔΣΕ, απαγορεύτηκε η κυκλοφορία της εφημερίδας. Το ίδιο το ΚΚΕ, όμως, δεν κηρύχθηκε
εκτός νόμου μέχρι που δημιουργήθηκε η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση, η
«κυβέρνηση του βουνού», τον Δεκέμβριο. Στην έκθεσή του προς την Ολομέλεια, ο Μάρκος
ανέφερε μια αύξηση της αριθμητικής δύναμης σχεδόν κατά εκατό τοις εκατό, που θα είχε
ολοκληρωθεί μέσα στις αρχές του 1948. Την εποχή εκείνη, θεωρούσαν το στόχο αυτό -στο
Βελιγράδι τουλάχιστον- ρεαλιστικό.

Στην Αθήνα, όμως, τα έβλεπαν αλλιώς τα πράγματα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η εκεί
ηγεσία, που βρισκόταν κάτω από την καθοδήγηση του Στέργιου Αναστασιάδη και της
Χρύσας Χατζηβασιλείου, διατηρούσε ακόμα κοινοβουλευτικές αυταπάτες. Οι κομμουνιστές
της Αθήνας επηρεάζονταν από το παραδοσιακό πολιτικό παιχνίδι, ακόμα και κάτω από
συνθήκες ημι-νομιμότητας. Η συνεργασία κι οι συζητήσεις τους με άλλες πολιτικές ομάδες,
τους έκαναν ν' αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό την προοπτική του ένοπλου αγώνα.
Προφανώς, δυσκολεύονταν πάρα πολύ να εγκαταλείψουν τις ελπίδες τους για ομαλές

Digitized by 10uk1s
πολιτικές εξελίξεις. Το χάσμα ανάμεσα στην Αθήνα και τα βουνά, βάθαινε. Από τον Ιούλιο
κιόλας, η ομάδα της Αθήνας είχε εκδώσει μια απόφαση η οποία επικρίθηκε έντονα από το
Βελιγράδι, μια που θεωρήθηκε ότι περιείχε ξεπερασμένα συνθήματα και δεν καθοδηγούσε
τα μέλη του Κόμματος για τη νέα κατάσταση που δημιουργήθηκε μετά τη διακήρυξη του
Στρασβούργου. Τον Σεπτέμβριο, σ' ένα γράμμα του προς τον Τίτο, ο Ζαχαριάδης
παραδέχεται ότι υπάρχουν προβλήματα στην κομματική οργάνωση της Αθήνας 45. Ύστερα
απ' όλα αυτά, όταν τα έγγραφα της Τρίτης Ολομέλειας διαβάστηκαν στην Αθήνα, η ομάδα
Αναστασιάδη αντέδρασε οργισμένα στον υπαινιγμό της τελικής απόφασης της Ολομέλειας,
ότι οι κομμουνιστές των μεγάλων πόλεων ήταν απρόθυμοι να καταταγούν στον ΔΣΕ, και
πληγώθηκε βαθιά απ' την κατηγορία ότι μερικοί προτιμούσαν να πάνε στη φυλακή παρά
στο βουνό. Είναι φανερό ότι υπήρχε μια μεγάλη απόσταση ανάμεσα στις δυο ομάδες. Ο
Στέργιος Αναστασιάδης αντέδρασε για τις άδικες επικρίσεις: «Δε λέγαμε εμείς στον κόσμο
τι να κάνει». Φαίνεται όμως ότι αυτή η διαμαρτυρία δεν έγινε πιστευτή στο Βελιγράδι.

Με τα στοιχεία που έχουμε τώρα στη διάθεσή μας, δεν μπορούμε να πούμε ποιος είχε
άδικο. Μέχρι την Τρίτη Ολομέλεια, οι κομμουνιστές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης δεν
ενθαρρύνονταν καθόλου να πάνε με τους αντάρτες. Δεν είχε εκδοθεί, τουλάχιστον, κάποια
γενική ντιρεκτίβα, ούτε καν στο εσωτερικό του Κόμματος. Πολλοί κομμουνιστές είπαν
αργότερα ότι, αντιθέτως, τους συγκρατούσαν για να μην πάνε με τον Μάρκο. Τους έλεγαν
ότι είχε προτεραιότητα ο αγώνας του προλεταριάτου των πόλεων. Αν είχαν δοθεί διαταγές,
θα είχαν -στην καλύτερη περίπτωση- δοθεί ατομικά, μετά τη διακήρυξη του Στρασβούργου
και τις μαζικές συλλήψεις του Ιουλίου 46. Για πολλά στελέχη στην Αθήνα, αυτή η διαταγή να
μείνουν στην πρωτεύουσα, ήταν αδιανόητη. Η ατμόσφαιρα είχε βαρύνει πολύ. Η
αστυνομική επιτήρηση καθιστούσε σχεδόν αδύνατη κάθε κομματική δραστηριότητα, και οι
περισσότεροι κομματικοί αξιωματούχοι είχαν από καιρό περάσει στην παρανομία,
κυνηγημένοι απ' τις αρχές. Στις επαρχιακές πόλεις, η κατάσταση ήταν ακόμα χειρότερη.
Από τα τέλη κιόλας του 1946, η ομαλή κομματική ζωή είχε διακοπεί. Είναι λοιπόν
κατανοητό, το ότι τα στελέχη πίεζαν να τους επιτρέψουν να καταταγούν στον ΔΣΕ: πίστευαν
πως έχαναν τον καιρό τους, καθώς δεν ήταν σε θέση να κάνουν την παραμικρή κίνηση, από
το φόβο των συλλήψεων47.

Μετά την Τρίτη Ολομέλεια, ο Ζαχαριάδης, σ' ένα γράμμα του προς τον Τίτο, επαναλαμβάνει
το αίτημα για βοήθεια μ' έναν τέτοιο τρόπο, που να φαίνεται πια παράξενη η
αυτοπεποίθηση με την οποία διαβεβαίωνε πρωτύτερα τον Μάρκο ότι η βοήθεια είχε κιόλας
δοθεί. Λες και είχαν εμφανιστεί απρόσμενες δυσχέρειες. Αργότερα, ο Μάρκος ισχυρίστηκε
ότι την εποχή εκείνη, αυτός κι ο Ζαχαριάδης συναντήθηκαν με τον Τίτο, και ότι εκείνος τους
συμβούλεψε πως έπρεπε να συνεχιστεί ακόμα ο ανταρτοπόλεμος, κι ο ΔΣΕ να δράσει σαν
ελαφρά οπλισμένη δύναμη. Αυτό, όμως, είναι το αντίθετο ακριβώς από εκείνο που οι
Γιουγκοσλάβοι, αν κρίνουμε από τις πληροφορίες μας, φαίνεται πως είχαν αποδεχτεί
επανειλημμένως. Κι ο Μάρκος δεν πήρε απάντηση από τον Ζαχαριάδη, όταν τον ρώτησε τι
είχε απογίνει με τους 50.000 άντρες που θα εξόπλιζαν οι Γιουγκοσλάβοι, έτσι ώστε να είναι
ικανοί να υπερασπίσουν μια απελευθερωμένη περιοχή. Εξάλλου, το πρόβλημα της
αμερικανικής επέμβασης άρχισε να γίνεται φανερό για το ΚΚΕ. Στο γράμμα που
αναφέραμε, ο Ζαχαριάδης διαμαρτύρεται για την έλλειψη ανοιχτής αναγνώρισης του ΔΣΕ,
γεγονός που θα αντιστάθμιζε την υποστήριξη που έδιναν οι Αμερικανοί στην κυβέρνηση της
Αθήνας. Το πρόβλημα αυτό έγινε ακόμα πιο οξύ μετά το σχηματισμό της Προσωρινής
Δημοκρατικής Κυβέρνησης, η οποία δεν αναγνωρίστηκε από καμία Λαϊκή Δημοκρατία 48. Το
συμπέρασμα ότι υπήρχαν επιφυλάξεις κι από τη Σοβιετική Ένωση για παροχή υποστήριξης
στο ΚΚΕ, μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι το ελληνικό ζήτημα δεν αναφέρθηκε καν
στην ιδρυτική διάσκεψη της Κομινφόρμ που έγινε στην Πολωνία, στα τέλη Σεπτεμβρίου.
Την είδηση της ίδρυσής της, το ΚΚΕ την πληροφορήθηκε αρκετές μέρες μετά, στις αρχές

Digitized by 10uk1s
Οκτωβρίου, κι ο Ζαχαριάδης ζήτησε να μάθει αν γινόταν να μπει και το ΚΚΕ στην οργάνωση,
θεωρώντας προφανώς λανθασμένα ότι επρόκειτο για μια νέα μορφή της Κομιντέρν. Δεν
είναι γνωστό αν πήρε επίσημη απάντηση στο αίτημά του, κι ούτε βλέπουμε να αναφέρεται
ξανά το θέμα στα δημοσιευμένα ντοκουμέντα του ΚΚΕ. Φαίνεται πως οι Έλληνες δεν
γνώριζαν ότι η συζήτηση για το ελληνικό ζήτημα διακόπηκε αμέσως από τον Ζντάνοφ, όταν
προσπάθησε ν' ανακινήσει το θέμα η γιουγκοσλαβική αντιπροσωπεία. Πρέπει ωστόσο να
τονιστεί ότι η μη αποστολή πρόσκλησης για τη διάσκεψη της Πολωνίας, δεν αποτελεί
αναγκαία και κόλαφο για το ΚΚΕ 49.

Μετά από μια σύσκεψη του Πολιτικού Γραφείου στις 2 Δεκεμβρίου του 1947, το ΚΚΕ
προχώρησε στο σχηματισμό της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης (ΠΔΚ), η οποία και
αναγγέλθηκε στις 24 Δεκεμβρίου, πράγμα που έδωσε στην κυβέρνηση της Αθήνας την
ευκαιρία να ανακηρύξει παράνομο το ΚΚΕ και τις συγγενικές του οργανώσεις. Φαίνεται πως
μέχρι την τελευταία στιγμή γίνονταν διαπραγματεύσεις με εξέχοντες σοσιαλιστές στην
Αθήνα, για να δοθεί στην ΠΔΚ ένας ευρύτερος αριστερός χαρακτήρας. Έγιναν επαφές με
δυο τουλάχιστον υψηλά ιστάμενους πολιτικούς της ΣΚ-ΕΛΔ, που φάνηκαν πρόθυμοι να
ενταχθούν στην ΠΔΚ. Δεν γνωρίζουμε όμως γιατί δεν βγήκε τίποτα από αυτές τις
προσπάθειες. Για ένα διάστημα, κυκλοφόρησαν φήμες ότι ο Ηλίας Τσιριμώκος ήταν έτοιμος
να τεθεί επικεφαλής μιας εναλλακτικής κυβέρνησης. Στο τέλος, όμως, έγινε οδυνηρά
ξεκάθαρο ότι στην ΠΔΚ είχαν μπει μόνο γνωστοί κομμουνιστές. Και μόλο που το ΚΚΕ πρέπει
να είχε κάποιες ανεπίσημες ενδείξεις ότι οι Λαϊκές Δημοκρατίες θα αναγνώριζαν την ΠΔΚ,
δεν έγινε τίποτα 50.

ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΟΣ ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΚΑΙ ΗΤΤΑ, 1948-9

Μια σύσκεψη σε ανώτατο επίπεδο του ΔΣΕ, τον Ιανουάριο του 1948, προσπάθησε ν'
αποδώσει την αποτυχία της εφαρμογής των αποφάσεων της Τρίτης Ολομέλειας σε
διάφορες δυσχέρειες, χωρίς να γίνει προσπάθεια να αναθεωρηθεί η στρατηγική ή η
πολιτική του Κόμματος μπροστά στις αναποδιές που προέκυψαν. Οι στόχοι της Τρίτης
Ολομέλειας θεωρούνταν ακόμα ρεαλιστικοί. Παρ' όλα όσα υποστηρίχτηκαν αργότερα, δεν
έχουμε στοιχεία που να λένε ότι εκφράστηκαν κάποιες σοβαρές διαφορές απόψεων. Δεν
υπάρχουν ενδείξεις ότι εκείνη την περίοδο, ή κατά τους λίγους επόμενους μήνες, οι ηγέτες
του ΚΚΕ πήραν στα σοβαρά υπόψη τους την καινούρια πραγματικότητα που
διαμορφωνόταν. Πίστευαν ακόμα ότι με τα απαραίτητα αποθέματα εφοδίων θα ήταν
δυνατόν να απελευθερωθούν και να κρατηθούν με στατική άμυνα μεγάλα τμήματα της
βόρειας Ελλάδας 51. Η στρατολόγηση όμως μειώθηκε σημαντικά, εξαιτίας της κυβερνητικής
τακτικής μεταφοράς του πληθυσμού από την ύπαιθρο, όπου δρούσαν οι αντάρτες.
Επιπλέον, τα ισχυρά μέτρα ασφαλείας εμπόδιζαν τους κομμουνιστές των μεγάλων πόλεων
να φύγουν για το βουνό. Χρειάστηκαν μήνες για να οργανωθεί η ασφαλής έξοδος των
ελάχιστων κομματικών αξιωματούχων που είχαν κατορθώσει να γλιτώσουν από τα βρόχια
της αστυνομίας 52. Ακόμα κι έτσι, τον Δεκέμβριο του 1947 και ξανά τον Μάρτιο του 1948,
στα μέλη του ΚΚΕ που βρίσκονταν στις πόλεις ειπώθηκε ότι αν έμεναν μακριά από τον
ένοπλο αγώνα, αυτό θα ισοδυναμούσε με προδοσία. Δε θα είχαν τα αναγκαία αποθέματα
εφοδίων, αλλά κανείς, προφανώς, δεν είχε σκοπό να βγάλει τα απαραίτητα σκληρά
συμπεράσματα.

Έχουν λεχθεί πολλά για διερευνητικές επαφές που έκανε η κυβέρνηση της Αθήνας το
καλοκαίρι του 1948, την ώρα που μαίνονταν οι μάχες στον Γράμμο. Υποστηρίχτηκε,
μάλιστα, ότι ο Ζαχαριάδης απέρριψε μια πρόταση για διαπραγματεύσεις. Η ιστορία για
έναν απεσταλμένο του Τσαλδάρη προς τον Ζαχαριάδη και τον Μάρκο τον Ιούλιο του 1948

Digitized by 10uk1s
φαίνεται πως είναι ψεύτικη, ενώ δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να επιβεβαιώνει ότι ο
Ζαχαριάδης απέρριψε μια πρόταση που του μετέφερε Αμερικανός δημοσιογράφος. Μα
ούτε και φαίνεται πιθανό να έκανε μια τέτοια κίνηση η κυβέρνηση της Αθήνας, τη στιγμή
που οι αμερικανικές αρχές επιθυμούσαν μια ολοκληρωτική στρατιωτική νίκη53. Η εποχή
που θα αντιμετώπιζαν μια πολιτική λύση, είχε περάσει από καιρό. Προτάσεις για
διαπραγματεύσεις από τον ΔΣΕ και την ΠΔΚ αντιμετωπίζονταν σαν αδυναμίες. Παρόλο που
η μερική επιτυχία στις επιχειρήσεις του Γράμμου, στο τέλος του καλοκαιριού του 1948
χάρισε κάποια αισιοδοξία στον ΔΣΕ και την ηγεσία του ΚΚΕ, οι ελπίδες διαλύθηκαν σύντομα
από την είδηση για τη ρήξη Κομινφόρμ-Τίτο που, αναπόφευκτα, επηρέαζε την κατάσταση
στην Ελλάδα. Αργότερα, την κρίση Μόσχας-Βελιγραδίου θα τη θεωρούσαν αποφασιστικό
παράγοντα για την έκβαση του εμφυλίου πολέμου.

Οπωσδήποτε, είναι σχεδόν βέβαιο ότι η ρήξη δεν είχε άμεσες επιπτώσεις για το ΚΚΕ. Οι
ηγέτες του πρέπει να ήξεραν από καιρό τι ακριβώς συνέβαινε, κι όπως κι αν έχει το πράγμα
μάλλον πρέπει να είχαν ακούσει από τους Γιουγκοσλάβους για τις τριβές μεταξύ Τίτο και
Στάλιν. Γιουγκοσλαβικές πηγές επιμένουν ότι ο Ζαχαριάδης βρισκόταν στο Βελιγράδι και τη
Μόσχα πριν κοινοποιηθεί ο αφορισμός του Τίτο, και ότι αμέσως μετά τη δημοσίευση της
είδησης συγκαλέστηκε συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής. Αυτό είναι αμφίβολο, γιατί
δεν έχουμε πληροφορίες για οποιαδήποτε άλλη συνεδρίαση εκτός από την Τέταρτη
Ολομέλεια, που έγινε ένα μήνα αργότερα, στα τέλη Ιουλίου. Ακόμα, ο άλλος
γιουγκοσλαβικός ισχυρισμός ότι εκδόθηκε μια εγκύκλιος προς τους πολιτικούς επιτρόπους
του ΔΣΕ μερικές μέρες μετά τον αφορισμό, στην οποία το Κόμμα στρεφόταν ανοιχτά κατά
του Τίτο, δείχνει να αντικρούεται από άλλα δεδομένα. Οι αξιωματικοί του Γενικού
Επιτελείου του ΔΣΕ ενημερώθηκαν για τη ρήξη στις 2 Ιουλίου, αλλά ακόμα κι η απόφαση να
σταθούν στο πλευρό του Στάλιν, κρατήθηκε μυστική. Μετά την Τέταρτη Ολομέλεια της 28ης
Ιουλίου, ο Ζαχαριάδης επισκέφτηκε το Βελιγράδι για να εξηγήσει την άποψη του ΚΚΕ 54. Η
γιουγκοσλαβική βοήθεια προς τον ΔΣΕ δεν μειώθηκε αισθητά μέσα στο 1948, κι είναι το
λιγότερο συζητήσιμο το αν οι Γιουγκοσλάβοι συνέβαλαν πολύ στην τελική ήττα του ΔΣΕ
μέχρι, ίσως, τις λίγες τελευταίες εβδομάδες 55.

Η ρήξη Τίτο-Στάλιν, δείχνει να είναι άσχετη με τη ρήξη Μάρκου-Ζαχαριάδη, που


δημοσιοποιήθηκε πια τον Νοέμβριο του 1948. Είναι αλήθεια πως οι Γιουγκοσλάβοι
θεωρούσαν τον Μάρκο δικό τους άνθρωπο, κι είχαν την τάση να βλέπουν τις διαφορές
ανάμεσα στα μέλη της ηγεσίας του ΚΚΕ ανάλογα με τα δικά τους προβλήματα 56. Ο Μάρκος,
πάντως, δεν ήταν τιτοϊκός με την ιδεολογική έννοια του όρου, αν και ήταν υπέρ του
ανταρτοπόλεμου για τον οποίο ο Τίτο έλεγε πως έπρεπε να έχει προτεραιότητα, αντί για τον
τακτικό πόλεμο. Είναι αλήθεια πως ο Μάρκος κατηγορήθηκε για τιτοϊσμό, και ότι ορισμένοι
από τους συνεργάτες του πίστευαν πως είχε ταχθεί με την πλευρά του Τίτο. Όπως κι αν έχει
όμως το πράγμα, στην Τέταρτη Ολομέλεια δεν υπήρξαν διαφωνούντες.

Πραγματικά, δεν είναι εύκολο να ερμηνεύσουμε την αποπομπή του Μάρκου, τον Αύγουστο
του 1948, μέσα στα πλαίσια κάποιας πολιτικο-ιδεολογικής διαφωνίας ανάμεσα στα μέλη
της ηγεσίας του ΚΚΕ. Φαίνεται πως οι απόψεις τις οποίες υποστήριξε ο Μάρκος στην
επιστολή που έστειλε τον Νοέμβριο στο ΚΚΣΕ και στην Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ (η
επονομαζόμενη «πλατφόρμα» του), διαμορφώθηκαν στο εξωτερικό. Οπωσδήποτε,
δείχνουν να αποτελούν αποκρυστάλλωση ιδεών στις οποίες κατέληξε αφού είχε φύγει από
το Αρχηγείο του ΔΣΕ. Μέχρι τον Νοέμβριο του 1948, δεν υπάρχει καμιά απόδειξη για το ότι
ο Μάρκος μπορεί να είχε ριζικά διαφορετικές απόψεις, ούτε για το ότι διατύπωσε
επικρίσεις γύρω από τη βασική στρατηγική του ΔΣΕ και την πολιτική του ΚΚΕ. Οι απόψεις
που διατυπώθηκαν στη συνεδρίαση του Νοεμβρίου του 1948, όπου παρουσιάστηκε η
πλατφόρμα του, ήταν ένα είδος εκ των υστέρων κριτικής. Ο Ζαχαριάδης ήταν σίγουρος,

Digitized by 10uk1s
ύστερα από μια επίσκεψη που πραγματοποίησε στη Μόσχα τον Σεπτέμβριο, ότι η
αποφασιστική υλική βοήθεια, συμπεριλαμβανομένων αεροπλάνων και βαρέος
πυροβολικού, θα ερχόταν επιτέλους. Και η κακή κατάσταση του κυβερνητικού στρατού,
ενέπνεε αισιοδοξία -έτσι, οι απόψεις του Μάρκου απορρίφθηκαν χωρίς να συζητηθούν
σοβαρά. Οι αποφάσεις της Τρίτης Ολομέλειας θεωρούνταν ακόμα ρεαλιστικές. Η τελευταία
ευκαιρία για να ληφθεί υπόψη η δραστικά αλλαγμένη κατάσταση, αφέθηκε
ανεκμετάλλευτη. Το ΚΚΕ εξαρτιόταν πια ολοκληρωτικά από τη Σοβιετική Ένωση, την
Αλβανία και τη Βουλγαρία. Και για δικούς της λόγους, η σοβιετική κυβέρνηση δεν
υλοποίησε ποτέ τις υποτιθέμενες υποσχέσεις της προς τον Ζαχαριάδη 57.

Από εδώ κι εμπρός, η αποτυχία επίτευξης στρατιωτικών στόχων αποδιδόταν όλο και πιο
συχνά σε διάφορους αποδιοπομπαίους τράγους. Η ηγεσία της κομματικής οργάνωσης της
Αθήνας αποπέμφθηκε βάναυσα τον Οκτώβριο του 1948, με την κατηγορία ότι δεν είχε
επιτελέσει το καθήκον της. Στον ΔΣΕ υπήρξαν αποτρόπαια παραδείγματα αξιωματικών που
περνούσαν από στρατοδικείο και εκτελούνταν χωρίς δικαιολογία. Η διοίκηση του ΔΣΕ είχε
περάσει στα χέρια πολιτικών όπως ο Μπαρτζιώτας, ο Βλαντάς κι ο Βοντίσιος-Γούσιας που
είχαν μικρή ή και καθόλου στρατιωτική πείρα, και δε συνειδητοποιούσαν σωστά τι ήταν
εφικτό και τι όχι.

Η Πέμπτη Ολομέλεια, τον Ιανουάριο του 1949, αποτέλεσε ουσιαστικά μια προσπάθεια για
να σταματήσουν οι επικρίσεις κατά της πολιτικής Ζαχαριάδη. Η απόρριψη εκ μέρους του
της πολιτικής πορείας του ΚΚΕ στην Αντίσταση, μπορεί να θεωρηθεί ότι δικαιολογεί τη δική
του γραμμή από το 1945 και μετά, με την οποία έγινε προσπάθεια να διορθωθούν τα λάθη
που έκανε η ηγεσία της περιόδου του πολέμου. Η τάση αυτή έγινε ακόμα πιο έντονη μετά
το τέλος του εμφυλίου, όταν αναγκάστηκε να δικαιολογήσει την πολιτική του ενάντια στην
υποτακτική και συνεργάσιμη στάση της ηγεσίας του πολέμου, και της έλλειψης εκ μέρους
της ξεκάθαρης επαναστατικής προοπτικής. Ο Ζαχαριάδης επέμενε ότι από το 1945 και μετά,
το ΚΚΕ ακολουθούσε ξεκάθαρη πορεία προς τη σοσιαλιστική επανάσταση. Ο αγώνας του
ΔΣΕ ονομαζόταν απερίφραστα επαναστατικός αγώνας, πράγμα που δεν υπήρξε ποτέ (βλέπε
κεφάλαιο 1).

Παρόλο που μπορεί κανείς να σημειώσει ορισμένες θεαματικές ενέργειες, η μάχη είχε
χαθεί για το ΚΚΕ από την αρχή του 1949. Το κλείσιμο των γιουγκοσλαβικών συνόρων το
προηγούμενο καλοκαίρι, όξυνε μια κρίση που σερνόταν στο εσωτερικό της μεγάλης ομάδας
των Σλαβομακεδόνων του ΔΣΕ, κρίση η οποία είχε οδηγήσει ήδη σε ένα βλαβερό
φλερτάρισμα με την παλιά ιδέα -που είχε ήδη απορριφθεί-για δημιουργία χωριστού
μακεδονικού κράτους. Η απόφαση της Πέμπτης Ολομέλειας που μιλάει για «πλήρη εθνική
αποκατάσταση», θεωρήθηκε ευρύτατα ως υπόσχεση αποχωρισμού της Μακεδονίας από
την υπόλοιπη Ελλάδα. Η βίαιη διάψευση που εκδόθηκε από το ΚΚΕ, δεν απέφερε τίποτα,
κυρίως αφού η σλαβομακεδονική οργάνωση ΝΟΦ στο Δεύτερο Συνέδριό της είχε μιλήσει
πολύ καθαρά για χωριστό μακεδονικό κράτος, κι οι αντιπρόσωποι του ΚΚΕ στο Συνέδριο δεν
είχαν προβάλει αντιρρήσεις. Είναι αμφίβολο πάντως, αν αυτή η αλλαγή στο μακεδονικό
ζήτημα επηρέασε, αρνητικά ή θετικά, τη μαχητική ικανότητα του ΔΣΕ 58.

Στις αρχές του 1949, έγιναν κάποιες σοβιετικές απόπειρες για να σταματήσει ο πόλεμος,
κυρίως εξαιτίας του κινδύνου που δημιουργούσε για την Αλβανία. Είχε γίνει πιστευτό ότι ο
ελληνικός κυβερνητικός στρατός θα πραγματοποιούσε εισβολή στην Αλβανία για να τη
σταματήσει να στηρίζει τον ΔΣΕ, και γι' αυτό η Σοβιετική Ένωση έδωσε κάποια στιγμή
εντολή στο ΚΚΕ να υποχωρήσει. Δεν έγινε όμως τίποτα, και η διαταγή ανακλήθηκε
σύντομα 59.

Digitized by 10uk1s
Η τελική ήττα τον Αύγουστο του 1949 δεν οδήγησε σε κάποιες ουσιαστικές αλλαγές στις
απόψεις ή την πολιτική του ΚΚΕ. Η ηγεσία του διατήρησε μικρές ένοπλες ομάδες στο
εσωτερικό της Ελλάδας, και η κατάσταση αντιμετωπιζόταν ακόμα ως επαναστατική. Η
ηγεσία κατόρθωσε να υπονομεύσει επιτυχώς κάθε κριτική, χρησιμοποιώντας καθαρά
γραφειοκρατικές μεθόδους. Αφού μερικά υψηλά ιστάμενα στελέχη αναγκάστηκαν να
σωπάσουν μέσα στο 1950, ο Ζαχαριάδης -με την πλήρη υποστήριξη του Στάλιν, ο οποίος
υπέγραψε μαζί του ένα έγγραφο στο οποίο γινόταν μια πολύ επιδερμική ανάλυση των
αιτίων και των δεδομένων της ήττας- βασίλευε αδιαμφισβήτητος μέσα στο Κόμμα μέχρι το
1956, οπότε το Εικοστό Συνέδριο του ΚΚΣΕ επέτρεψε να ξανασυζητηθεί η ταραγμένη
ιστορία της δεκαετίας του '40 60.

Η ήττα του ΚΚΕ στον εμφύλιο πόλεμο πρέπει να αποδοθεί σε διάφορους λόγους, που δε
βρίσκονται όλοι μέσα στα πλαίσια μιας ιστορίας του ΚΚΕ. Είναι πολύ πιθανό ότι αν το ΚΚΕ
επιχειρούσε ένα στρατιωτικό πραξικόπημα το 1946, θα έφτανε πολύ κοντά στην εξουσία. Οι
γνώμες διχάζονταν τότε για την πιθανότητα επιτυχίας ενός τέτοιου κινήματος. Υπάρχουν
όμως λιγότερες αμφιβολίες για το αν μια πλήρης κινητοποίηση του δυναμικού του ΚΚΕ
μέσα στο 1946 θα έκανε από νωρίς την πλάστιγγα του πολέμου να γείρει προς το μέρος
του. Υπήρχαν αρκετοί ηγέτες που σύστηναν αυτή την πορεία. Η Σοβιετική Ένωση, πάλι, ήταν
ξεκάθαρα αντίθετη σε μια επιθετικότητα τέτοιου είδους. Και δόθηκε η συμβουλή στο ΚΚΕ
να τηρήσει στάση αναμονής, χρησιμοποιώντας μια διπλή στρατηγική που ταίριαζε πολύ
καλά με τις συμβιβαστικές τάσεις που επικρατούσαν στην ηγεσία. Ακολουθώντας όμως
αυτή τη συμβουλή, το ΚΚΕ έχασε σύντομα την ελευθερία επιλογής που είχε, καθώς έφτασε
να εξαρτάται από την ξένη βοήθεια για να αντισταθμίσει τη χαμένη ευκαιρία. Ύστερα απ'
αυτό, το ΚΚΕ μπορούσε μόνο να ελπίζει σ' ένα συμβιβασμό μ' έναν εχθρό που τον
υποστήριζαν τα τεράστια αποθέματα των Ηνωμένων Πολιτειών. Παράξενα τυφλό μπροστά
στη μεταβαλλόμενη πραγματικότητα, το ΚΚΕ προσπάθησε στο σημείο αυτό ακριβώς να
εκβιάσει τα πράγματα. Από τα τέλη του 1947 δεν μπορούσε πια να κάνει πίσω, και δεν
υπήρχε κανένα περιθώριο για συμβιβασμούς. Μόνο με μια παράδοση άνευ όρων θα
μπορούσε να πετύχει την ειρήνη ο ΔΣΕ, εκτός κι αν κατάφερνε να επιδείξει στρατιωτικές
επιτυχίες σε πόλεμο θέσεων, και αν μπορούσε να επιβληθεί σαν ουσιαστική δύναμη στη
βόρεια Ελλάδα. Όμως μια προσπάθεια για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, θα οδηγούσε σε
καταστροφή απέναντι σ' έναν καλύτερα εφοδιασμένο στρατό 61. Το ΚΚΕ έχασε τον αγώνα
εξαιτίας των δικών του λαθών, ένα από τα οποία είναι, ασφαλώς, το ότι ο Ζαχαριάδης
εμπιστεύτηκε τον Στάλιν και τον Τίτο, που ήθελαν να χρησιμοποιήσουν την Ελλάδα για τους
δικούς τους σκοπούς. Το ΚΚΕ επέλεξε να γίνει απόλυτα εξαρτημένο, κι αρνήθηκε να δει την
αλήθεια μέχρι που ήταν πια πολύ αργά.

Digitized by 10uk1s
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII
Η ανοικοδόμηση του κράτους της Δεξιάς
David Η. Close

Η ΛΕΥΚΗ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ

Τον καιρό της Βάρκιζας, η εθνική κυβέρνηση ήταν ένα σώμα χωρίς κεφάλι: διορισμένη από
τους Άγγλους, δεν είχε ουσιαστικά καμιά οργανωμένη υποστήριξη στο εσωτερικό της
Ελλάδας, ούτε κανένα μέσο για να επιβάλει τη θέλησή της. Στις μεγάλες πόλεις, η εξουσία
της εξαρτιόταν από την υποστήριξη των Άγγλων αξιωματικών και των ελληνικών δυνάμεων
ασφαλείας που εκείνοι εξόπλιζαν. Στα άλλα μέρη, εκτός από μερικά νησιά, η εξουσία
βρισκόταν αποκλειστικά σχεδόν στα χέρια του ΕΑΜ το οποίο, σε τοπικό επίπεδο, είτε είχε
υποκαταστήσει, είτε είχε διαβρώσει τη διοίκηση. Έτσι, η κυβέρνηση εξαρτιόταν από τις
δυνάμεις ασφαλείας, τις οποίες δεν έλεγχε απολύτως, για να τσακίσει την τοπική εξουσία
του ΕΑΜ. Η διαδικασία αυτή, πήρε αρκετούς μήνες. Κι από εκεί και μετά, όλο το φάσμα των
δημοσίων υπηρεσιών -όπως η είσπραξη των φόρων, η εκπαίδευση, η απονομή δικαιοσύνης
και η επιβολή του νόμου- αναβίωσαν αργά, ανάπηρες όπως ήταν από έλλειψη μέσων και
κακές επικοινωνίες.

Η κυβέρνηση εμποδιζόταν να αποκαταστήσει την εξουσία της από το διχασμό της χώρας
ανάμεσα σε Δεξιά και Αριστερά. Σε μια προσπάθεια να ξεπεράσουν αυτή την πόλωση, οι
Άγγλοι διόρισαν στην κυβέρνηση μέλη του Κέντρου, που απαρτιζόταν κυρίως από
κατάλοιπα του παλιού Κόμματος των Φιλελευθέρων. Δυστυχώς, όμως, το Κέντρο, είχε από
αρκετό καιρό εξασθενίσει κι αποθαρρυνθεί από το φόβο του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, κι η τάση
αυτή ενισχύθηκε από τα Δεκεμβριανά. Από τότε, πολλοί Κεντρώοι συμμερίζονταν την
άποψη της Δεξιάς ότι το ΚΚΕ ήταν ένας επικίνδυνος, ανατρεπτικός οργανισμός, σύμμαχος
των δορυφόρων της Μόσχας, οι οποίοι είχαν βλέψεις σε ελληνικές περιοχές. Η επιβίωση
ανταρτικών ομάδων και το σύστημα υποστήριξής τους από άμαχους πολίτες, προκαλούσε
την υποψία ότι το ΚΚΕ μπορούσε να τις χρησιμοποιήσει ενάντια στην κυβέρνηση. Οι
Φιλελεύθεροι, δυσκολεύονταν πια να πιστέψουν στο παλιό τους σύνθημα για αβασίλευτη
Δημοκρατία, όταν όλα έδειχναν ότι αυτό θα έδινε στο ΚΚΕ την ευκαιρία να γίνει κυβέρνηση
μέσα από τις αποδεδειγμένες δυνατότητές του για μαζικές κινητοποιήσεις και ανατρεπτικές
συνωμοσίες. Η μοναρχία, απ' την άλλη πλευρά, φάνταζε σαν ένας ελκυστικός
κυματοθραύστης μπροστά σ' ένα κομμουνιστικό πραξικόπημα. Για το λόγο αυτό, μεγάλος
αριθμός φιλελευθέρων άρχισε να υποστηρίζει τη βασιλεία το 1944 και, μετά την
Απελευθέρωση, η τάση αυτή παρατηρήθηκε ακόμα και σε περιοχές που ήταν οχυρά του
Φιλελευθερισμού, όπως η Θράκη και η Κρήτη 1. Πριν από τις βουλευτικές εκλογές του
Μαρτίου 1946, πρώην κεντρώες ομάδες, με αρχηγούς τον Στυλιανό Γονατά, τον Απόστολο
Αλεξανδρή και τον Ναπολέοντα Ζέρβα, σύστησαν την Ενωμένη Παράταξη Εθνικοφρόνων
μαζί με το Λαϊκό Κόμμα. Άλλες κεντρώες ομάδες με αρχηγούς τον Γεώργιο Παπανδρέου,
τον Σοφοκλή Βενιζέλο και τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, σχημάτισαν την Εθνική Πολιτική
Ένωση, που ήταν ουδέτερη στο βασικό ζήτημα της μοναρχίας, αλλά έκλινε προς τα δεξιά.
Όσον καιρό το ΚΚΕ θα φάνταζε σαν μια σταθερή απειλή -δηλαδή μέχρι το 1949- η διάκριση
μεταξύ Κεντρώων και Δεξιάς θα βρισκόταν αποκλειστικά σχεδόν στο επίπεδο των
προσωπικών ανταγωνισμών.

Η Δεξιά αυτοκαθορίστηκε το 1945 με την υποστήριξη στο παραδοσιακό της σύμβολο, τη


μοναρχία. Κατά πάσα πιθανότητα, αυτό που την έδενε με τη μοναρχία ήταν ο φόβος της

Digitized by 10uk1s
Αριστεράς μάλλον, παρά οτιδήποτε άλλο. Κι έτσι, μετά την αποκατάσταση της μοναρχίας
τον Σεπτέμβριο του 1946, η Δεξιά χαρακτηρίστηκε κυρίως από την ετοιμότητά της να
χρησιμοποιεί σκληρές μεθόδους κατά της Αριστεράς. Παρόλο που όλα τα μέλη της Δεξιάς
ήταν πρόθυμα να καταπατήσουν σε σημαντικό βαθμό τις ατομικές ελευθερίες για να
πολεμήσουν την Αριστερά, υπήρχε ένας διαχωρισμός -σ' όλη τη διάρκεια του εμφυλίου
πολέμου και για πολύ καιρό μετά- ανάμεσα στους υποστηρικτές μιας στρατιωτικής
δικτατορίας και στους υποστηρικτές ενός κοινοβουλευτικού συστήματος. Οι πρώτοι
υπερείχαν, προφανώς, μεταξύ των αξιωματικών του στρατού και της αστυνομίας, πολλοί
από τους οποίους είχαν προαχθεί ή κερδίσει βαθμούς κατά τη δικτατορία Μεταξά. Ωστόσο,
τους συγκρατούσε η γνωστή αντίθεση Άγγλων και Αμερικανών για στρατιωτικό
πραξικόπημα. Οι περισσότεροι πολιτικοί υποστήριζαν από πεποίθηση ή από συνήθεια τους
κοινοβουλευτικούς θεσμούς -ή έστω από σεβασμό για τους Αγγλοαμερικάνους. Ο
τελευταίος παράγοντας, ανάγκαζε ακόμα και τους παλιούς μεταξικούς να δηλώνουν πίστη
στους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς.

Εκτός από τον ερυθρό μπαμπούλα, το μεγαλύτερο στήριγμα της Δεξιάς ήταν ο εθνικισμός,
που τώρα τον χρησιμοποίησε περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Φόβοι για αλυτρωτικές
αξιώσεις από ένα σοβιετικό δορυφόρο, τη Γιουγκοσλαβία, συνδυάζονταν παράλογα κάπως
αλλά πολύ έντονα, με την πλατιά διαδεδομένη πεποίθηση ότι η Ελλάδα δικαιούνταν
εδαφικά κέρδη σε βάρος δυο άλλων δορυφόρων, της Αλβανίας και της Βουλγαρίας, που
νωρίτερα ήταν δορυφόροι του Άξονα. Το εθνικιστικό συναίσθημα ήταν πιο ισχυρό στις
κοντά στα βόρεια σύνορα περιοχές, και ενισχυόταν από την ανάμνηση λεηλασιών που
έγιναν είτε από τους Βούλγαρους κατακτητές, είτε από εθνικές μειονότητες (Αλβανούς
Τσάμηδες και Σλαβομακεδόνες) οπλισμένες από τις δυνάμεις Κατοχής. Όσο περισσότερο
συνδεόταν η Αριστερά με τη σλαβόφωνη μειονότητα, τόσο ο εθνικισμός γινόταν ένα με τον
Αντικομμουνισμό 2.

Αντικομμουνισμός και εθνικισμός αποτελούσαν τμήματα της κοινής ιδεολογίας της Δεξιάς,
της εθνικοφροσύνης. Άλλα στοιχεία της ιδεολογίας αυτής ήταν η θρησκεία και η
υπεράσπιση της παραδοσιακής κοινωνικής ιεραρχίας. Το ότι η Δεξιά θα προσπαθούσε να
εκμεταλλευτεί τη χριστιανική ορθόδοξη πίστη, ήταν αναπόφευκτο, καθώς η πίστη αυτή
αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος του ελληνικού εθνικισμού, και τα Κομμουνιστικά
Κόμματα των γειτονικών χωρών ήταν γνωστό ότι καταδίωκαν τη θρησκεία. Η εκκλησία,
όμως, αντίθετα από τις αδελφές της στην Ιταλία και την Ισπανία, αρχικά δεν ήταν σίγουρη
αν ήθελε να προσδεθεί στη Δεξιά. Το ΚΚΕ δεν απειλούσε ανοιχτά την εκκλησία, και το ΕΑΜ
είχε μεταξύ των υποστηρικτών του ιερείς, καθώς και δυο μητροπολίτες. Στον εμφύλιο
πόλεμο, κι οι δυο πλευρές θα σκότωναν ιερείς. Η κεφαλή της εκκλησίας, όμως, ο
αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, και μάλλον και η πλειοψηφία των μητροπολιτών, φοβούνταν
τις προθέσεις του ΚΚΕ, κι όταν αυτό επαναστάτησε ανοιχτά ενάντια στην κυβέρνηση,
αφέθηκαν να συρθούν προς την εθνικιστική πλευρά: στα μέσα του 1947, ο αρχιεπίσκοπος
καταδίκασε επισήμως την κομμουνιστική ανταρσία 3.

Η παραδοσιακή κοινωνική τάξη πραγμάτων περιλάμβανε και μεθόδους για τον


προσπορισμό πολιτικής δύναμης, βασισμένες σε τοπικό επίπεδο στην προστασία που
παρείχαν οι πρόκριτοι στην πελατεία τους, και σε εθνικό επίπεδο σε ένα συνδυασμό
πολιτικής ευνοιοκρατίας και κοινωνικών δεσμών. Αυτή η ιεράρχηση των επιρροών,
μπλεκόταν αξεδιάλυτα με μια εξαιρετικά συγκεντρωτική διοίκηση, που έδινε ένα
νευραλγικό ρόλο στους βουλευτές -όταν επανεμφανίστηκαν με τις εκλογές του 1946- οι
οποίοι επηρέαζαν τη διοίκηση προς χάρη των ψηφοφόρων τους. Η διοίκηση έγινε ακόμα
πιο συγκεντρωτική με τη συνεχή αναβολή των δημοτικών εκλογών (που δεν έγιναν καθόλου
ανάμεσα στο 1934 και το 1951), και την πλήρωση των κενών θέσεων στα δημοτικά και

Digitized by 10uk1s
κοινοτικά συμβούλια από τους νομάρχες. Αυτό το σύστημα ήταν ολιγαρχικό και
αθηνοκεντρικό. Η μοναρχία, όταν αποκαταστάθηκε στα 1946, αποτέλεσε την κορυφή μιας
ιεραρχίας βασισμένης στο πατρονάρισμα και το σεβασμό των κοινωνικών διακρίσεων. Οι
πολιτικοί είχαν την τάση να ασχολούνται με τα θέματα που αφορούσαν ιδιαίτερα στο
επάγγελμά τους, και αντιδρούσαν με βραδύτητα στις απαιτήσεις των φτωχών και των
αμόρφωτων. Το γεγονός ότι στις γενικές εκλογές του 1946 κυριάρχησε το παραδοσιακό
ζήτημα της βασιλείας, και ότι τις μποϋκοτάρισαν πολλοί πολιτικοί με δημιουργικές ιδέες,
διευκόλυνε την αναγέννηση προπολεμικών πολιτικών με προπολεμική συμπεριφορά. Οι
μισοί από τους βουλευτές που εκλέχτηκαν στα 1946 ήταν βουλευτές και στα 1936 ή και
παλαιότερα, και οι Δεξιοί πολιτικοί, σε ερωτήσεις που τους έκαναν ξένοι, έδειχναν μικρό
ενδιαφέρον για κοινωνικά ή οικονομικά θέματα 4. Η σύνθεση των βουλευτών της Δεξιάς και
του Κέντρου κατά επαγγέλματα ήταν παρεμφερής, και δεν άλλαξε ουσιαστικά απ' τη
δεκαετία του '30 έως τη δεκαετία του '60. Τη μεγαλύτερη ομάδα (πάνω από 40 τοις εκατό),
την αποτελούσαν δικηγόροι ή άνθρωποι που είχαν σπουδάσει Νομικά. Έπειτα έρχονταν οι
γιατροί (πάνω από 10 τοις εκατό) κι ακολουθούσαν στρατιωτικοί, δημοσιογράφοι, δημόσιοι
υπάλληλοι, επιχειρηματίες και κτηματίες. Ομοιότητα μεταξύ Δεξιάς και Κέντρου, καθώς και
συνέχεια από τη δεκαετία του '30 έως τη δεκαετία του '60, υπήρχε και στις μεθόδους
πολιτικής οργάνωσης. Και η Δεξιά και το Κέντρο, μέσα στις δεκαετίες αυτές, συνέχισαν να
βασίζονται σε προσωπικούς και πελατειακούς δεσμούς, που είχαν τους μοιραίους
περιορισμούς τους: εξάρτηση από άτομα ζωτικής σημασίας, από την τοπική αφοσίωση και
από τη διαθεσιμότητα «μέσων» 5. Κατά συνέπεια, οι ομάδες αυτές φοβούνταν το 1946 τις
μεθόδους μαζικής κινητοποίησης που εφάρμοζε το ΕΑΜ, μεθόδους βασισμένες σε
ιδεολογικές πεποιθήσεις και πειθαρχημένη αφοσίωση σε μια οργάνωση.

Στον κοινωνικό συντηρητισμό περιλαμβανόταν και η υπεράσπιση οικονομικών προνομίων,


που ήταν ευάλωτα, εν μέρει γιατί μεγάλο μέρος του πληθυσμού βρισκόταν σε απελπιστική
ένδεια, κι εν μέρει επειδή πολλοί επιχειρηματίες, μικροί και μεγάλοι, είχαν κερδίσει από τη
συνεργασία με τις κατοχικές δυνάμεις ή από την κερδοσκοπία και τη μαύρη αγορά 6. Οι
λιγοστοί οικονομικοί δοσίλογοι που παραπέμφθηκαν σε δίκη αντιμετωπίστηκαν με
επιείκεια, πράγμα που ερχόταν σε αντίθεση με τις βάρβαρες ποινές που επιβάλλονταν
στους Εαμίτες. Οι κερδοσκόποι βοήθησαν να σαμποταριστεί το πρόγραμμα άμεσης
φορολόγησης και ελέγχου των τιμών που αποπειράθηκε να εφαρμόσει το 1945 ο υπουργός
Κυριάκος Βαρβαρέσος. Και, παράλληλα, στην Αίγυπτο υπήρχαν πλούσιοι επιχειρηματίες
που ήθελαν ένα ασφαλές περιβάλλον στην Ελλάδα, για να μεταφέρουν εδώ τον πλούτο
τους. Όλες οι παραπάνω ομάδες συμφερόντων, βοήθησαν οικονομικά δεξιούς πολιτικούς,
κι ανάμεσά τους και τον Γεώργιο Γρίβα, τον Ναπολέοντα Ζέρβα και τον Πέτρο
Μαυρομιχάλη 7.

Το 1946, στις δυνάμεις ασφαλείας κυριαρχούσαν οι δεξιοί οι οποίοι, με την ανοχή των
Άγγλων, προσλάμβαναν μόνο δικούς τους ανθρώπους. Αυτοί, και οι ανεπίσημες συμμορίες
με τις οποίες σχετίζονταν, ασκούσαν τεράστια επιρροή που τους έδινε το χαρακτήρα ενός
παρακράτους. Οι κεντρώες κυβερνήσεις κρατούσαν μια επαμφοτερίζουσα στάση, επειδή
φοβούνταν το ΕΑΜ. Έτσι, η κυβέρνηση του ναυάρχου Πέτρου Βούλγαρη (Απρίλιος με
Σεπτέμβριο του 1945) διόρισε πολλούς αντικομμουνιστές στο Δημόσιο, οι οποίοι δεν
προσπάθησαν να εμποδίσουν τη νοθεία στους εκλογικούς καταλόγους 8. Η κυβέρνηση
Φιλελευθέρων του Θεμιστοκλή Σοφούλη (Νοέμβριος 1945-Απρίλιος 1946) ήθελε από τις
δεξιές δυνάμεις να καταδιώκουν τους αριστερούς παράνομους, αλλά να μην κυνηγούν τους
δικούς τους οπαδούς, πράγμα που οι δυνάμεις αυτές το έκαναν με τόση μανία μάλιστα,
ώστε οι Φιλελεύθεροι υπουργοί να μην μπορούν να κάνουν τις προεκλογικές εκστρατείες
τους, και οι νομάρχες να προσπαθούν ματαίως να ελέγξουν την αστυνομία. Η κυβέρνηση
αυτή, εμποδίστηκε από τη Βρετανική Αποστολή να διορίσει (κατά τον παραδοσιακό τρόπο)

Digitized by 10uk1s
τους υποστηρικτές της στο στρατό και την αστυνομία, κι αυτό γιατί οι Άγγλοι ήθελαν να
εμποδίσουν εκείνο που οι ίδιοι έβλεπαν σαν μεροληπτική επέμβαση που θ' αποτελούσε
τροχοπέδη στην αποτελεσματική λειτουργία του κράτους. Οι διάφορες αποστολές είχαν
δίκιο να φοβούνται κάτι τέτοιο, αλλά υποτιμούσαν σοβαρότατα την πολιτική βαρύτητα και
μεροληψία των δυνάμεων ασφαλείας, κι έτσι δεν μπόρεσαν να εμποδίσουν να
εμπεδώνεται η εντύπωση ότι οι δυνάμεις τους απολάμβαναν της βρετανικής υποστήριξης
στο κυνήγι τους κατά της Αριστερά. Όπως είπε και ο διπλωμάτης K.M. Γουντχάουζ, ύστερα
από μια περιοδεία του στην Πελοπόννησο τον Αύγουστο του 1945, «η Δεξιά θεωρεί
δεδομένη τη δική μας έγκριση». Ένας από τους λόγους για το λάθος αυτό της βρετανικής
αποστολής, ήταν το ότι τα μέλη της δεν διέθεταν την πείρα του Γουντχάουζ στα ελληνικά
πράγματα, και τους τύφλωνε κι ο αντικομμουνισμός. Για παράδειγμα, ένα μέλος της
βρετανικής αστυνομικής αποστολής, έγραφε σε ιδιωτική επιστολή του ότι οι κομμουνιστές
ήταν «κακός κόσμος, φαίνεται πως είναι όλοι τους εγκληματίες και δολοφόνοι,
κακοντυμένοι, ψειριάρηδες και κτηνώδεις»9. Οι Άγγλοι αξιωματικοί του στρατού φαίνεται
ότι συμμερίζονταν αυτή την άποψη, κι είχαν συνηθίσει να συνεργάζονται με τους
βασιλόφρονες αξιωματικούς οι οποίοι κυριαρχούσαν στον ελληνικό στρατό στο εξωτερικό,
ύστερα από τις εκκαθαρίσεις που είχαν κάνει οι Άγγλοι μετά τις ανταρσίες στην Αίγυπτο.

Για αρκετούς μήνες μετά τη Βάρκιζα, την ευθύνη για την εσωτερική ασφάλεια την είχε ο
στρατός, ενώ τις δυνάμεις ασφαλείας απάρτιζε κυρίως η Εθνοφυλακή, που τη διοικούσαν
αξιωματικοί του στρατού. Τον καιρό της Βάρκιζας, στην Εθνοφυλακή υπηρετούσαν κυρίως
εθελοντές που είχαν στρατολογηθεί για να πολεμήσουν τον ΕΛΑΣ στα Δεκεμβριανά, κι
ανάμεσά τους βρίσκονταν Χίτες και πρώην Ταγματασφαλίτες. Στη συνέχεια, ο αριθμός τους
αυξήθηκε από εφέδρους παλαιότερων σειρών που τους καλούσαν ο στρατός κι η
αστυνομία, και φρόντιζαν να απορρίπτονται οι αριστεροί και να παίρνονται οι σίγουροι
αντικομμουνιστές. Τα «Αθηναϊκά Τάγματα» της Εθνοφυλακής ακολουθούσαν τα αγγλικά
στρατεύματα στις επαρχίες, όπου συγκροτούσαν καινούρια τάγματα. Ως τον Μάιο, η
Εθνοφυλακή είχε εγκατασταθεί σ' όλες τις περιοχές, και σύντομα έφτασε τους 60.000
άντρες. Οι περισσότεροι δρούσαν στις δικές τους περιοχές και εκμεταλλεύονταν τη θέση
τους για να συνεχίσουν παλιές βεντέτες, κυρίως ενάντια σε Εαμίτες των οποίων
λεηλατούσαν τα γραφεία και τα τυπογραφεία 10.

Η ταραχοποιός συμπεριφορά της Εθνοφυλακής εξώθησε την κυβέρνηση να μεταθέσει


δυνάμεις από αυτήν στη χωροφυλακή, κατά τα μέσα του χρόνου. Μέσα στο χρόνο αυτό, η
χωροφυλακή ανέλαβε σταδιακά την ευθύνη για την τήρηση της τάξης. Δεν είχε όμως
αρκετές ικανότητες γι' αυτό το ρόλο. Εξαιτίας των εμπειριών της κατά την Κατοχή και μετά
απ' αυτήν, το 1945 την είχε βρει με χαμηλό ηθικό και ανεπαρκώς εξοπλισμένη, ενώ οι
άντρες της έφταναν τα δύο τρίτα του προπολεμικού αριθμού των 16.200. Το σώμα των
αξιωματικών της, όμως, είχε διογκωθεί από πολιτικούς διορισμούς των κυβερνήσεων των
κουίσλιγκ, πρόβλημα που επιδείνωσε η κυβέρνηση του Νικολάου Πλαστήρα
επαναφέροντας στην ενεργό υπηρεσία βενιζελικούς αξιωματικούς που είχαν
αποστρατευτεί στις εκκαθαρίσεις του 1935. Έτσι, το σώμα των αξιωματικών έπρεπε να
εκκαθαριστεί εξαρχής αλλά με κριτήρια επαγγελματικής ικανότητας, και να εκπαιδευτεί
ξανά σε μεγάλο βαθμό, ενώ οι νεοσύλλεκτοι έπρεπε να προσέρχονται μόνο όσο σύντομα
επέτρεπαν τα εκπαιδευτικά προγράμματα. Ωστόσο, η βρετανική αποφασιστικότητα να
δημιουργηθούν συνθήκες κατάλληλες για δημοψήφισμα και εκλογές το ταχύτερο δυνατό,
σύμφωνα με τις επιταγές της συμφωνίας της Βάρκιζας, επέβαλλε βιασύνη. Κι έτσι οι
αξιωματικοί δεν επανεκπαιδεύονταν (αν και αυτό έγινε με τους υπαξιωματικούς), ενώ η
εκπαίδευση των νεοσυλλέκτων περιορίστηκε σημαντικά. Ο μισθός και οι συνθήκες στο
σώμα ήταν ελεεινά, και δεν προσέλκυαν αρκετούς καλούς εθελοντές. Έτσι, οι περισσότεροι
οπλίτες προέρχονταν από τους κληρωτούς του στρατού, που η έλλειψη θέλησης από

Digitized by 10uk1s
μέρους τους για εκτέλεση αστυνομικών καθηκόντων θα αποτελούσε μόνιμο πρόβλημα.
Αργότερα, το σώμα ενισχύθηκε από εφέδρους χωρίς καμία αστυνομική εκπαίδευση (6.700
άντρες έως τον Σεπτέμβριο του 1946). Με αυτούς τους τρόπους, το συνολικό μέγεθος της
χωροφυλακής διογκώθηκε σαν μανιτάρι μέσα σ' ένα χρόνο από τη Βάρκιζα, κι έφτασε τις
23.000 άντρες, ενώ και η δύναμη της Αστυνομίας Πόλεων που δρούσε κυρίως στην Αθήνα
και τον Πειραιά, αυξήθηκε από 4.500 (όσο περίπου ήταν και πριν από τον πόλεμο), σε
6.500. Στη συνέχεια, η εξέλιξη της χωροφυλακής παραμορφώθηκε κι άλλο από την ανάγκη
να καταπολεμηθούν οι ένοπλες ομάδες της Αριστεράς, καθήκον το οποίο ανέλαβε στην
αρχή σχεδόν αποκλειστικά, καθώς ο στρατός δεν ήταν προετοιμασμένος για κάτι τέτοιο.
Έτσι, οι απώλειες της χωροφυλακής κατά τα τέλη του 1946 υπολογίζονται από Άγγλους
παρατηρητές τρεις φορές μεγαλύτερες από εκείνες του στρατού. Και για να καλυφθεί το
κενό, προχώρησαν σε νέες προσλήψεις εφέδρων από το στρατό 11.

Η αστυνομία ήταν περισσότερο αντικομμουνιστκή και από τους αξιωματικούς του στρατού,
και από την Εθνοφυλακή. Οι αστυνομικοί που είχαν πάρει μέρος στην Αντίσταση κι έτσι
μπορεί να ήταν υπέρ της αυτοσυγκράτησης απέναντι στην Αριστερά, εκκαθαρίστηκαν μετά
τη Βάρκιζα. Οι βενιζελικοί που είχαν διοριστεί από τον Πλαστήρα ήταν από μόνοι τους
αντικομμουνιστές και, σαν τους ομολόγους τους στο στρατό, δεν ήταν ούτε τόσοι πολλοί,
ούτε τόσο φανατικοί όσο οι βασιλόφρονες, για ν' αλλάξουν ουσιαστικά τη νοοτροπία της
υπηρεσίας τους. Οι αστυνομικοί, κύριοι στόχοι των επιθέσεων του Κομμουνιστικού
Κόμματος από παράδοση, υπέστησαν τρομακτικές απώλειες στην Κατοχή και κυρίως στα
Δεκεμβριανά, όταν 458 χωροφύλακες σκοτώθηκαν στην Αθήνα και τον Πειραιά. Όταν οι
επιθέσεις από τους ένοπλους της Αριστεράς ξανάρχισαν στις αρχές του 1946, αυτοί κι οι
οικογένειές τους αναδείχτηκαν ξανά σε πρωταρχικούς στόχους. Κι έτσι, 28 χωροφύλακες
σκοτώθηκαν τον Ιανουάριο-Μάιο. Στη συνέχεια, και μέχρι το τέλος σχεδόν του πολέμου, η
εκτέλεση των αιχμαλώτων αστυνομικών ήταν κάτι συνηθισμένο. Μετά τη Βάρκιζα, η
αστυνομία απέκτησε την τάση να φέρεται κτηνωδώς απέναντι στο ΕΑΜ και γενικά να
δικαιολογεί ή ακόμα να συμμετέχει στις βίαιες ενέργειες συμμοριών ή των Εθνοφυλάκων 12.

Τα μειονεκτήματα της αστυνομίας δείχνουν πόσο εξωπραγματική ήταν η απόπειρα των


Άγγλων να εγκαθιδρύσουν ένα συνταγματικό καθεστώς χωρίς την εκτεταμένη και
παρατεταμένη συμμετοχή δικών τους αξιωματικών στο στρατό και την αστυνομία. Η
αγγλική πολιτική απαιτούσε να μεταμορφωθεί ολοταχώς η ελληνική αστυνομία σε
δραστήριο κι αμερόληπτο τηρητή του νόμου και της τάξης. Η απόπειρα αυτή άρχισε τον
Ιούλιο από μια αγγλική αποστολή, επικεφαλής της οποίας ήταν ένα πρώην στέλεχος της
αστυνομίας της Βόρειας Ιρλανδίας, ο συνταξιούχος σερ Τσαρλς Γουίκαμ, και τον Ιανουάριο
του 1946 την αποτελούσαν 45 αξιωματικοί της αστυνομίας. Η αποστολή συνέχισε το έργο
της, με αμερικανική υποστήριξη, μέχρι το τέλος του 1951, και σ' όλη αυτή την περίοδο είχε
εξουσιοδοτηθεί με ελληνικό νόμο για να αναδιοργανώσει και εκπαιδεύσει τα αστυνομικά
σώματα, ενώ οι εξουσίες της είχαν ενισχυθεί με τον έλεγχο που της είχε εκχωρηθεί στα
εφόδια και τον εξοπλισμό 13. Στην πράξη, όμως, ο Γουίκαμ ελάχιστα μπορούσε να κάνει για
ν' αλλάξει τις μεθόδους της ελληνικής αστυνομίας, καθώς δεν μπορούσε να υποκαταστήσει
τις αρμοδιότητες των αξιωματικών της. Για παράδειγμα, η αποστολή του έπεισε την
Αστυνομία Πόλεων της Αθήνας, το 1946, να ελέγχει ειρηνικά τις πολιτικές συγκεντρώσεις
-κατόρθωμα σημαντικό, αν θυμηθεί κανείς πώς άρχισαν τα Δεκεμβριανά- αλλά δεν
μπόρεσε να εμποδίσει τους άντρες της να καταδιώκουν αριστερούς για αθώες πολιτικές
δραστηριότητες ή να δέρνουν τους αριστερούς κρατουμένους 14. Όσο για να κατορθώσει να
ελέγξει τη χωροφυλακή στην ύπαιθρο, οι ελπίδες της αποστολής ήταν ακόμα μικρότερες.

Τον κύριο ρόλο στην καταδίωξη της Αριστεράς ανέλαβαν συμμορίες ατάκτων που
κατέφυγαν σε αντεκδικήσεις και εκβιασμούς, και πολιτικές οργανώσεις όπως η «Χ». Σε

Digitized by 10uk1s
μερικές περιοχές, όπως η Κρήτη, η νότια Πελοπόννησος και η Θεσσαλία, οι
αντικομμουνιστικές συμμορίες ήταν περισσότερες από τις επίσημες δυνάμεις ασφαλείας
μέχρι το τέλος του 1946 ή και αργότερα ακόμα 15. Κίνητρο για συμμετοχή στις συμμορίες
ήταν και η επιθυμία τόσο για εκδίκηση, όσο και για ασφάλεια: σε μερικές περιοχές, οι
δεξιοί πολίτες φοβούνταν τους ένοπλους αριστερούς, κι έτσι αποζητούσαν την προστασία
δεξιών συμμοριών. Οι επίσημες δυνάμεις ασφαλείας βοηθούσαν τις δεύτερες διανέμοντάς
τους όπλα σε μεγάλες ποσότητες (15.000 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1946 σύμφωνα με
αγγλικούς υπολογισμούς), από τις κρυψώνες όπλων του ΕΛΑΣ που ανακαλύπτονταν. Κι
όπως στο μεταξύ οι επίσημες δυνάμεις εξοπλίζονταν από τους Άγγλους, τα όπλα ήταν ένα
από τα ελάχιστα αγαθά που βρίσκονταν σε αφθονία στην Ελλάδα. Οι συμμορίες
διατηρούσαν συνήθως φιλικές σχέσεις με τις επίσημες δυνάμεις, κι ανάμεσά τους γινόταν
συνεχής ανταλλαγή μελών. Μερικοί συμμορίτες * όπως οι Κατσαρέας, Ζάρας και Αντόν
Τσαούς ήταν παλιοί αξιωματικοί του στρατού ή της αστυνομίας, ενώ άλλοι πήραν αργότερα
στρατιωτικούς βαθμούς. Στην Ήπειρο, την Εθνοφυλακή αποτελούσαν αποκλειστικώς μέλη
του ΕΔΕΣ. Και στην Πελοπόννησο, πολλοί συμμορίτες κατατάχθηκαν στην Εθνοφυλακή κι
αργότερα στη χωροφυλακή ή τις MAY, σαν έφεδροι του στρατού που ήταν. Ακόμα και στην
περίοδο των κεντρώων κυβερνήσεων και κάτω από τη βρετανική καθοδήγηση, στα 1945-6,
οι αρχές ελάχιστες προσπάθειες κατέβαλαν για να υποτάξουν τις συμμορίες. Εξαίρεση
αποτέλεσε η αποστολή μιας στρατιωτικής μονάδας στην Καλαμάτα, ύστερα από εισβολή
στην πόλη συμμορίας με αρχηγό τον Μαγκανά, που είχε τη συνενοχή ντόπιων
χωροφυλάκων. Η πειθαρχική δράση της στρατιωτικής δύναμης, δεν έγινε -σύμφωνα με
Αμερικανούς παρατηρητές- με ιδιαίτερο ενθουσιασμό και χρειάστηκε να επέμβει η
Βρετανική Αστυνομική Αποστολή για να παρακινηθούν οι Έλληνες να κάνουν τη δουλειά
τους 16.

Πολιτικές οργανώσεις ξεπετάγονταν παντού, με τοπικές πρωτοβουλίες, όσο η Εθνοφυλακή


προχωρούσε στις διάφορες επαρχίες μετά τη Βάρκιζα. Η παρουσία τους παντού, και το
εύρος των δραστηριοτήτων τους (κάλυπταν τα πάντα, από οργανώσεις νεολαίας, φορείς
προπαγάνδας, τρομοκρατίας και ελέγχου της τοπικής αυτοδιοίκησης), καθρέφτιζαν την
επιθυμία της Δεξιάς να καλύψει το κενό που δημιουργήθηκε με την ανατροπή του ΕΑΜ 17.
Πολλές οργανώσεις και συμμορίες ενθαρρύνονταν από πράκτορες της «Χ» να συνάψουν
σχέσεις με τη δική τους οργάνωση. Η «Χ» στρατολογούσε επίσης άφθονα μέλη από τις
επίσημες δυνάμεις ασφαλείας. Τον Σεπτέμβριο, λόγου χάρη, αναφέρθηκε ότι ανήκαν στην
«Χ» 500 χωροφύλακες της Θεσσαλονίκης, που φρουρούσαν για λογαριασμό της μεγάλες
ποσότητες όπλων. Ο Γρίβας, ο αρχηγός της «Χ», συνεργαζόταν στενά με τον Κωνσταντίνο
Βεντήρη ο οποίος, σύμφωνα με την αμερικανική πρεσβεία, ήταν αρχηγός του «εσωτερικού
μυστικού κύκλου» του Γενικού Επιτελείου. Ο Γρίβας συνεργαζόταν, επίσης, ως ένα βαθμό,
με ηγέτες του Λαϊκού Κόμματος, που εξελισσόταν στο ισχυρότερο κόμμα μεταξύ των
επαγγελματιών πολιτικών. Έτσι, η «Χ» συνδεόταν με όλους τους κλάδους της Δεξιάς, και
μπορεί να συντόνιζε τις δραστηριότητές τους. Αμερικανοί παρατηρητές, για παράδειγμα,
πίστευαν ότι έδινε συστηματικό χαρακτήρα, σε ορισμένες περιοχές, στους διωγμούς που
εξαπέλυαν η αστυνομία και η Εθνοφρουρά 18. Ο Γρίβας, όμως, ελάχιστο έλεγχο φαίνεται να
ασκούσε στα 200.000 μέλη που ισχυριζόταν ότι είχε εκείνο το φθινόπωρο. Και στον τομέα
της συγκέντρωσης κεφαλαίων, άρχισαν να τον υποσκελίζουν άτομα με περισσότερη
επιρροή, όπως οι πολιτικοί Ζέρβας και Μαυρομιχάλης.

*
Ή ληστές. Έχουμε κι εδώ το ίδιο πρόβλημα με τη λέξη BANDIT, όπως σε όλο το βιβλίο,
μόνο που εδώ η περίπτωση είναι χαρακτηριστική. (Σ.τ.Μ.).

Digitized by 10uk1s
Γενικά, οι απόπειρες των δεξιών για δημιουργία μαζικών οργανώσεων δεν ήταν αντίστοιχες
με το θόρυβο που έκαναν. Διαδηλώσεις της Δεξιάς στην Αθήνα, το χειμώνα του 1945-6,
συγκέντρωναν ελάχιστο μόνο ποσοστό των ατόμων που συγκέντρωναν οι διαδηλώσεις του
ΕΑΜ. Και ο καλά ενημερωμένος διπλωμάτης και μετέπειτα ιστορικός Γ.Χ. Μακνίλ
παρατηρούσε ότι το 1945, οι οργανώσεις της Δεξιάς στην ύπαιθρο δεν ξεσήκωναν γενικά
τόσον ενθουσιασμό όσο το ΕΑΜ το 1944 19.

Η λευκή τρομοκρατία μεταξύ Βάρκιζας και εκλογών προκάλεσε, σύμφωνα με το ΕΑΜ, 1.289
δολοφονίες (953 από συμμορίτες, 250 από την Εθνοφυλακή, 82 από τη χωροφυλακή, 4 από
τους Άγγλους), 6.681 τραυματισμούς, 677 γραφεία του ΕΑΜ κατεστραμμένα και φθορά
περιουσιών 18.767 ατόμων. Οι αριθμοί αυτοί, μπορεί να βρίσκονται πολύ κοντά στην
αλήθεια. Διάφοροι Άγγλοι και Αμερικανοί παρατηρητές επιβεβαιώνουν ότι η έκταση των
διώξεων ήταν τεράστια, και ότι επί εννέα μήνες μετά τη Βάρκιζα το μέγεθος της βίας της
Αριστεράς ήταν ασήμαντο, εκτός από τις σλαβόφωνες περιοχές κοντά στα βόρεια σύνορα.
Η κυβέρνηση παραδέχτηκε ότι πάνω από 80.000 άτομα διώχτηκαν ποινικώς μέσα στο 1945,
και η Βρετανική Αστυνομική Αποστολή υπολόγισε ότι τον Δεκέμβριο βρίσκονταν στις
φυλακές περίπου 19.000 άτομα (αριθμός διπλάσιος από τον προπολεμικό). Άγγλοι
παρατηρητές επιβεβαιώνουν ότι τα περισσότερα θύματα των επισήμων διώξεων ήταν
αριστεροί. Οι συνθήκες στις φυλακές ήταν συνήθως αποτρόπαιες, και η διεξαγωγή των
δικών καθυστερούσε πολύ εξαιτίας της έλλειψης δικαστών. Εισαγγελέας της εποχής, στα
αποκαλυπτικά απομνημονεύματά του, γράφει ότι στη βιασύνη τους και την προκατάληψή
τους κατά της Αριστεράς, οι δικαστές επέβαλλαν συχνά ποινές εξωφρενικής
αυστηρότητας 20. Αντιθέτως, η μεταχείριση των δοσιλόγων της εποχής του πολέμου ήταν
σχετικά επιεικής. Σύμφωνα με επίσημους αριθμούς, 2.896 μόνο από το σύνολο των 16.700
κρατουμένων, βρίσκονταν στις φυλακές τον Σεπτέμβριο του 1945. Αν και αργότερα
καταδικάστηκαν κι άλλοι, οι δοσίλογοι ήταν μόνο 1.275 στους συνολικά 28.000
κρατουμένους που υπήρχαν την 1η Ιανουαρίου 1951. Και εκείνη την εποχή
αποφυλακίστηκε κι ο προτελευταίος από τους κουίσλιγκ υπουργούς που είχαν φυλακιστεί.
Ο λόγος γι' αυτή την επιείκεια ήταν ότι πολλοί πολιτικοί, κρατικοί αξιωματούχοι και μέλη
των δυνάμεων ασφαλείας είχαν τόσο ταραχτεί από την πρόσφατη τρομοκρατία του ΕΑΜ,
ώστε να βλέπουν με συμπάθεια τον αντικομμουνισμό των δοσιλόγων. Κι έτσι, στην
περιοδεία του στην Πελοπόννησο, ο Γουντχάουζ έβλεπε ότι οι περισσότεροι απ' αυτούς που
είχαν κάποια εξουσία ή αξίωμα, «χώριζαν ειλικρινά όλους τους Έλληνες σε εθνικόφρονες
(δικούς μας) και κομμουνιστές». Πρώην ταγματασφαλίτες εκτιμούνταν ιδιαίτερα για τα
ταλέντα και την εμπειρία τους, και πολλοί έγιναν ξανά δεκτοί στο στρατό και τη
χωροφυλακή, πράγμα που ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με το πνεύμα της Βάρκιζας.
Ανάμεσα σε όσους διορίστηκαν στο σώμα των αξιωματικών του στρατού,
συμπεριλαμβάνονταν 228 ταγματασφαλίτες και 221 Ελασίτες. Οι τελευταίοι όμως
κρατήθηκαν αδρανείς από το Γενικό Επιτελείο μέχρι τη συνταξιοδότησή τους 21.

Οι διάφορες δυνάμεις της Δεξιάς ενώνονταν από την απόφασή τους να κερδίσουν το
δημοψήφισμα που προέβλεπε η Βάρκιζα, κι έτσι ν' αποκαταστήσουν τη βασιλεία. Όταν, τον
Σεπτέμβριο του 1945, οι Άγγλοι έβαλαν στη θέση του δημοψηφίσματος εκλογές για
συντακτική Βουλή, η Δεξιά αγωνίστηκε με επιτυχία να καταστήσει την αποκατάσταση της
μοναρχίας κεντρικό θέμα των εκλογών αυτών. Θέλοντας να εκμεταλλευτεί την απέχθεια
του δημόσιου αισθήματος κατά του ΕΑΜ μετά τα Δεκεμβριανά, η Δεξιά πίεσε διαδοχικές
κυβερνήσεις να κάνουν τις εκλογές το ταχύτερο δυνατό. Και πολλές συνωμοτικές ενέργειες
της «Χ» στρέφονταν εν μέρει κατά οποιασδήποτε απόπειρας αναβολής ή παρεμπόδισης
των εκλογών. Τον Ιανουάριο, πάντως, έγινε φανερό ότι οι εκλογές είχαν ήδη αναβληθεί
πάρα πολύ, επειδή μεγάλο μέρος του πληθυσμού θεωρούσε τώρα τη δεξιά τρομοκρατία
εξίσου καταστρεπτική με την τρομοκρατία της Αριστεράς, ενώ το ΕΑΜ εκμεταλλευόταν με

Digitized by 10uk1s
επιτυχία την οικονομική δυσαρέσκεια στις πόλεις 22.

Η μείωση των οπαδών τους, ανάγκασε τους δεξιούς πολιτικούς να στηριχτούν ακόμα
περισσότερο στον εκφοβισμό, τις πιέσεις και την εκλογική νοθεία. Οι επίσημες και
ανεπίσημες οργανώσεις του παρακράτους εργάστηκαν με ενεργητικότητα για το χατίρι
τους. Ο Ηλίας Νικολακόπουλος έχει δώσει ένα παράδειγμα της επιρροής τους στην Ήπειρο,
όπου το κόμμα του Ζέρβα το 1946 κέρδισε τους διπλάσιους ψήφους απ' ό,τι το 1950, που οι
συνθήκες ήταν πιο ομαλές, κι ας είχε τους ίδιους σχεδόν υποψηφίους. Για το λόγο αυτό, ο
Σοφούλης έκανε τις εκλογές μόνο ύστερα από επιταγή των Άγγλων, κι αφού έντεκα από
τους υπουργούς του παραιτήθηκαν διαμαρτυρόμενοι για την απόφασή του. Και κάτι ακόμα
πιο σοβαρό, το ΕΑΜ αποφάσισε αποχή από τις εκλογές, όπως έκαναν και αρκετοί
ταλαντούχοι και εξέχοντες πολιτικοί της Κεντροαριστεράς που θα μπορούσαν να είχαν
προσπαθήσει να γεφυρώσουν το χάσμα ανάμεσα στο ΕΑΜ και τα άλλα κόμματα. Η αποχή
αυτή, συνέβαλε πολύ στην πλειοψηφία (65 τοις εκατό των ψήφων) που κατέγραψε η Δεξιά.
Σύμφωνα με τον προσεκτικό υπολογισμό του Νικολακόπουλου, τα κόμματα που απείχαν θα
έπαιρναν το 25 τοις εκατό των ψήφων, ενώ η Δεξιά θα έπαιρνε μόνο το 48-49 τοις εκατό,
ποσοστό πιο κοντινό στο 54 τοις εκατό που προέβλεπαν μεταξύ τους οι δεξιοί οργανωτές
τον Ιανουάριο, τότε που θεωρούσαν ότι η Αριστερά θα έπαιρνε μέρος στις εκλογές 23. Ακόμα
κι αυτοί οι αριθμοί, είναι -όπως καταδείξαμε- βαριά επηρεασμένοι από τον εκφοβισμό και
την πλαστογράφηση των εκλογικών καταλόγων. Άρα, μπορούμε να υποθέσουμε ότι η Δεξιά
αποτελούσε μια μειοψηφία του πληθυσμού, ενώ απέσπασε τις 236 από τις 354 έδρες της
Βουλής. Έχοντας εκλεγεί μέσα σε μια ατμόσφαιρα αντικομμουνιστικής υστερίας, οι
βουλευτές που απάρτιζαν αυτή την πλειοψηφία ήταν αποφασισμένοι να περιχαρακωθούν
στην εξουσία και να τσακίσουν την Αριστερά. Η αποφασιστικότητα αυτή, συνέβαλε πολύ
στο ξέσπασμα της τελικής φάσης του εμφυλίου πολέμου.

Η ΔΕΞΙΑ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ

Οι ηγέτες της Ενωμένης Παράταξης Εθνικοφρόνων σχημάτισαν κυβέρνηση υπό τον


Κωνσταντίνο Τσαλδάρη, που αναδείχτηκε σε αρχηγό του Λαϊκού Κόμματος το οποίο, με
τους 156 βουλευτές του, δέσποζε στο συνασπισμό. Βασικά, η κυβέρνηση ήταν κυβέρνηση
Λαϊκών, άρα δεχόταν ευμενέστερα τις απαιτήσεις των υποστηρικτών της για σκληρά μέτρα
κατά της Αριστεράς, παρά τις αγγλικές εκκλήσεις για μετριοπάθεια. Σύμφωνα με την
παράδοση, οι νικητές πολιτικοί διόρισαν σιγά σιγά τους υποστηρικτές τους σε όλες τις
βαθμίδες της κρατικής μηχανής. Αντικατέστησαν όλους τους νομάρχες, ακόμα και στις
ακραιφνώς φιλελεύθερες περιοχές, κι αυτοί με τη σειρά τους συμπλήρωσαν τα κενά στα
συμβούλια της τοπικής αυτοδιοίκησης, τα περισσότερα από τα οποία πέρασαν κάτω απ'
τον έλεγχο της Δεξιάς. Ακόμα, εκκαθάρισαν τον κλάδο των λειτουργών της εκπαίδευσης,
καθώς και τις δημόσιες υπηρεσίες (το 13 τοις εκατό των εργαζομένων εκεί απολύθηκε τον
Απρίλιο του 1947, ουσιαστικά για πολιτικούς λόγους) 24. Και η παράταξή τους γιόρτασε την
αποκατάσταση του βασιλιά Γεωργίου Β' τον Σεπτέμβριο.

Η κυβέρνηση δε χρειαζόταν να κοπιάσει πολύ για να φέρει με τα νερά της τις δυνάμεις
ασφαλείας. Χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, εξασφάλισε τη συγκατάθεση των Άγγλων για ν'
αντικαταστήσει τους ηλικιωμένους κι αναποτελεσματικούς Φιλελεύθερους που κατείχαν
ανώτερες θέσεις στο στρατό και τη χωροφυλακή. Διόρισε βαθιά πολιτικοποιημένους
στρατηγούς στα γενικά επιτελεία, και συνεργάστηκε με τη συνωμοτική οργάνωση ΙΔΕΑ, για
να διασφαλιστούν η προαγωγή και ο διορισμός εθνικοφρόνων αξιωματικών, και να
εμποδιστεί η εξέλιξη των δημοκρατικών 25. Γεννημένος τον καιρό της Κατοχής -σαν μια
προσπάθεια αντίπραξης στο ΕΑΜ- και οργανωμένος ουσιαστικά το χειμώνα του 1944-5, ο

Digitized by 10uk1s
ΙΔΕΑ ήταν μια μυστική οργάνωση βασιλοφρόνων και συντηρητικών αξιωματικών που
προσπάθησε, με κάποια επιτυχία, στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου που ακολούθησε,
να διεισδύσει σε υψηλές θέσεις και να ξεριζώσει ό,τι είχε απομείνει από φιλελεύθερα
στοιχεία στο σώμα των αξιωματικών. Κι έτσι, το σώμα αυτό υποτάχτηκε ακόμα περισσότερο
από πριν σε μια εθνικιστική ιδεολογία ιδιαίτερα φανατικού είδους. Η ιδεολογία αυτή
διέφερε από εκείνη του Λαϊκού Κόμματος, εν μέρει στο ότι δυσπιστούσε προς τις
κοινοβουλευτικές μεθόδους, κι εν μέρει στον πουριτανικό τρόπο με τον οποίο απέρριπτε τις
πολυτέλειες της αθηναϊκής κοινωνίας. Η σκωπτική αυτή αντιμετώπιση γεννήθηκε από τις
συνθήκες του εμφυλίου πολέμου, μέσα στις οποίες η Αθήνα ζούσε σχετικά άνετα και με
ασφάλεια 26.

Με την καινούρια κυβέρνηση, ο στρατός και η αστυνομία συνέχισαν να επανδρώνονται. Ως


το τέλος του 1947, ο στρατός είχε φτάσει τους 120.000 άντρες (αντί για 75.000 που ήταν
στο τέλος του 1945), ενώ η αστυνομία αριθμούσε 40.000 περίπου. Επίσης, η κυβέρνηση
αύξησε και τις αρμοδιότητες των σωμάτων αυτών πάνω στους πολίτες. Τον Μάιο του 1946,
επανίδρυσε τις Επιτροπές Ασφαλείας που μπορούσαν, χωρίς να ακούσουν κάποια
υπεράσπιση, να διατάξουν τον εκτοπισμό όσων κατηγορούνταν για αριστερές
δραστηριότητες. Αποτελούμενες από ένα νομάρχη και δυο δικαστικούς, ενεργούσαν
ύστερα από πρόταση αξιωματικών της αστυνομίας, την οποία συνήθως αποδέχονταν χωρίς
συζήτηση. Με το Γ' Ψ ήφισμα της Βουλής, τον Ιούνιο του 1946, τέθηκαν εκτός νόμου
διάφορες «ανατρεπτικές δραστηριότητες», που όσοι τις διέπρατταν θα δικάζονταν από
ειδικά στρατοδικεία στη βόρεια Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένης της Θεσσαλίας και της
Ηπείρου. Με το ίδιο ψήφισμα, η αστυνομία αποκτούσε το δικαίωμα να κάνει έρευνες σε
σπίτια για όπλα, να επιβάλλει απαγόρευση της κυκλοφορίας και να ζητάει να ενημερώνεται
από πριν για απεργίες και διαδηλώσεις. Τον Οκτώβριο του 1947 απαγορεύτηκε η
κυκλοφορία των αθηναϊκών εφημερίδων του ΚΚΕ και του ΕΑΜ (οι επαρχιακές είχαν κλείσει
νωρίτερα), και τον Δεκέμβριο τέθηκαν εκτός νόμου και οι ίδιες οι οργανώσεις αυτές, με τον
«Νόμο 509», ο οποίος επέτρεπε σε διοικητικά όργανα (που προφανώς ενεργούσαν ύστερα
από αστυνομική υπόδειξη) να απαγορεύουν τη λειτουργία όποιων θεωρούσαν κλάδους ή
συνεργαζόμενες οργανώσεις των ΚΚΕ και ΕΑΜ 27. Μ' αυτά και με άλλα μέτρα έκτακτης
ανάγκης, η διάκριση που υπήρχε το 1945 ανάμεσα σε κράτος και παρακράτος, έπαψε να
υπάρχει σε μεγάλο βαθμό.

Σκοπός της νομοθεσίας αυτής, ήταν να επιβάλει ιδεολογική ομοιογένεια στους πολίτες,
καθορίζοντας τον όρο ιδεολογία με τρόπο αόριστο και παραδοσιακό. Μέσα στα πλαίσια
αυτά, ο νόμος 509 υπεράσπιζε «πατρίδα, θρησκεία κι οικογένεια», κι απηχούσε τον
αντικομμουνιστικό Ιδιώνυμο Νόμο του 1929, καταγγέλλοντας τις προσπάθειες για βίαιη
ανατροπή του πολιτικού συστήματος ή του «κρατούντος συστήματος», ή για απόσπαση
τμήματος της επικράτειας -κι αυτό το τελευταίο ήταν αναφορά στη θρυλούμενη
υποστήριξη του ΚΚΕ προς τους χωριστικούς Σλαβόφωνους. Κύρια διαφορά αυτού του
νόμου με την προπολεμική του διατύπωση, ήταν η μεγαλύτερη έμφαση στη διατήρηση της
εδαφικής ακεραιότητας, αποτέλεσμα της εξάρτησης του ΚΚΕ από την υποστήριξη των
Σλαβομακεδόνων και των γειτονικών Κομμουνιστικών Κομμάτων. Η νομοθεσία μεριμνούσε
ώστε η ιδεολογική συμμόρφωση να επιβάλλεται με αυστηρό και αυθαίρετο τρόπο.
Τιμωρούσε ακόμα και την εκδήλωση απλής πρόθεσης για επιτέλεση των απαγορευμένων
πράξεων, μια πρόθεση την οποία αξιολογούσε με διαδικασίες που παρείχαν ελάχιστες
διασφαλίσεις στον κατηγορούμενο. Οι Επιτροπές Ασφαλείας και τα στρατοδικεία
επέβαλλαν συχνά ποινές αποτρόπαια αυστηρές: μπορούσες να καταδικαστείς, και μόνο αν
ήσουν συγγενής γνωστού ενόχου ή αν αρνιόσουν να υπογράψεις δήλωση μετάνοιας (για
πράξεις που μπορεί και να μην είχες κάνει). Τα στρατοδικεία τιμωρούσαν μερικές φορές
δημοσιογράφους και άλλους, απλώς και μόνο επειδή ασκούσαν κριτική στις αρχές.

Digitized by 10uk1s
Πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων (άλλο προπολεμικό εφεύρημα που αναγεννήθηκε
στις αρχές του 1948), ήταν απαραίτητο για πρόσληψη σε οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία,
για έκδοση διαβατηρίου και άδειας οδήγησης, ή ακόμα και για εγγραφή στο πανεπιστήμιο.
Και πριν εκδώσει τέτοιο πιστοποιητικό η αστυνομία, έκανε έρευνες για το παρελθόν του
αιτούντος, αλλά και των συγγενών του 28.

Η έκταση των εξουσιών των δυνάμεων ασφαλείας πάνω στους πολίτες, φαίνεται από τον
αριθμό των καταδικών που επέβαλλαν. Ο αριθμός των εκτοπισθέντων στα νησιά με
απόφαση των Επιτροπών Ασφαλείας, παραμένει ακαθόριστος. Από τα υπάρχοντα στοιχεία,
όμως (όπως είναι οι επίσημοι αριθμοί που πήρε η Βρετανική Αστυνομική Αποστολή και
ένας υπολογισμός του Ερυθρού Σταυρού) πρέπει να έφτασαν τις 30.000 κατά τη διάρκεια
του εμφυλίου. Επιπλέον, πρέπει να εκτοπίστηκαν άλλες 10.000 περίπου κατά τον τελευταίο
χρόνο του πολέμου, με διαταγές διαφόρων στρατιωτικών διοικητών. Κι ακόμα, υπάρχουν οι
κάτοικοι των ορεινών περιοχών που, τα χρόνια 1947-9 τα χωριά τους εκκενώθηκαν με τη
βία κι εκείνοι στάλθηκαν στις πόλεις. Αυτοί πρέπει να είναι και οι περισσότεροι από τους
700.000 πρόσφυγες που ανέφερε ότι υπήρχαν τον Ιανουάριο του 1949 η κυβέρνηση.
Σύμφωνα με τους επίσημους αριθμούς, 37.000 άτομα δικάστηκαν από τα ειδικά
στρατοδικεία και 17.000 καταδικάστηκαν, από τους οποίους οι 3.000 εκτελέστηκαν. Οι
κληρωτοί του στρατού που στάλθηκαν στη Μακρόνησο για να αναμορφωθούν από τις
αριστερές ιδέες τους, έφτασαν συνολικά τις 29.000. Οποιαδήποτε χρονική στιγμή μέσα στα
χρόνια 1947-9, οι κρατούμενοι στις φυλακές αριθμούσαν γύρω στις 20.000. Σύμφωνα με
δήλωση της κυβέρνησης, ο συνολικός αριθμός κρατουμένων και εκτοπισμένων τον
Σεπτέμβριο του 1949 έφτανε τα 50.000 άτομα. Σ' αυτόν τον αριθμό, όμως, δεν έχουν
υπολογιστεί τα πολλά άτομα (που αναφέρονται, για παράδειγμα, από τη Βρετανική
Αστυνομική Αποστολή), τα οποία κρατούνταν χωρίς να τους έχει απαγγελθεί κατηγορία 29.

Η κυβέρνηση Τσαλδάρη και οι διάδοχοί της έφεραν βαθμιαία τις διάφορες δυνάμεις του
παρακράτους κάτω από επίσημη διαχείριση και διεύθυνση. Πριν από το σχηματισμό της
κυβέρνησης Τσαλδάρη, η λευκή τρομοκρατία ήταν έργο άτακτων συμμοριών και των
κατώτερων οργάνων των δυνάμεων ασφαλείας που ενεργούσαν κυρίως από δική τους
πρωτοβουλία. Τώρα, κατευθυνόταν από ανώτερους αξιωματούχους -και τα πολιτικά
αφεντικά τους. Μέσα σ' αυτή τη διαδικασία, οι διώξεις κατά της Αριστεράς αυξήθηκαν
γενικά. Τη νέα κατάσταση εικονογράφησε το δημοψήφισμα του Σεπτεμβρίου: υπήρξε
γενικός και ανοιχτός εκφοβισμός τόσο από τραμπούκους, όσο και από την αστυνομία, ενώ
οι εφορευτικές επιτροπές παραβίαζαν τη μυστικότητα της ψήφου ή γέμιζαν με πλαστές
ψήφους τις κάλπες 30.

Ο ρόλος των άτακτων δυνάμεων της Δεξιάς μειωνόταν, και η ύπαρξή τους ενοχλούσε πια
την κυβέρνηση που πιεζόταν από τους Αγγλοαμερικανούς να τις εξοντώσει. Γι' αυτό, ο
Τσαλδάρης διατήρησε την απαγόρευση λειτουργίας της «Χ» που είχε επιβληθεί από τον
Σοφούλη, και η εθνικιστική αυτή οργάνωση επέζησε μόνο σε επίπεδο τοπικών επιτροπών
επαγρύπνησης που βοηθούσαν τις επίσημες αρχές στο κυνήγι των μαγισσών της Αριστεράς.
Άλλες συμμορίες βοηθήθηκαν να νομιμοποιήσουν τη θέση τους με τις τρεις αμνηστίες οι
οποίες αναγγέλθηκαν στο δωδεκάμηνο που άρχισε τον Νοέμβριο του 1946. Οι
περισσότερες απορροφήθηκαν από επίσημες δυνάμεις, ιδίως τις μονάδες τοπικής
εθνοφυλακής (γνωστές στην αρχή ως MAY ή ΜΑΔ και στη συνέχεια ως ΜΕΑ ή TEA), που
ιδρύθηκαν από το στρατό σε συνεργασία με το υπουργείο Εσωτερικών, από τον Οκτώβριο
του 1946. Οι περισσότερες απ' αυτές ήταν στατικές, άμισθες μονάδες που υπεράσπιζαν τα
δικά τους χωριά (MAY) ενώ άλλες (ΜΑΔ) ήταν κινητές και πληρώνονταν. Ως τα μέσα του
1947, ο στρατός είχε διαθέσει πάνω από 40.000 όπλα σ' αυτά τα σώματα, και δήλωσε τον
Μάιο του 1948 ότι η δύναμή τους ήταν σχεδόν 41.000 άντρες. Η δημιουργία αυτών των

Digitized by 10uk1s
τοπικών εθνοφρουρών επέτρεψε στον υπουργό Εσωτερικών να αναγγείλει (ανειλικρινώς)
τον Απρίλιο του 1947, ότι οι συμμορίες των ατάκτων ήταν λιγοστές και εξαφανίζονταν.
Μερικές, οπωσδήποτε, επέζησαν γιατί τις προστάτευαν δεξιοί βουλευτές και αξιωματικοί
του στρατού ή της αστυνομίας, που σε ορισμένες περιπτώσεις τις θεωρούσαν στρατιωτικά
αξιόλογες. Έτσι, οι τελευταίοι δεξιοί συμμορίτες δεν υπέκυψαν στην αστυνομική εξουσία
παρά μόνο στις παραμονές των εκλογών του 1950 31.

ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΥΠΟ ΠΙΕΣΗ

Οι ηγέτες των Λαϊκών έπαιζαν το παιχνίδι της πολιτικής με τους μοναδικούς όρους που
γνώριζαν, κι οι οποίοι ήταν αυτοί που ίσχυαν μέχρι το 1936 και που, κάτω από τις συνθήκες
του 1946, αποδείχτηκαν καταστροφικοί. Για ν' αντιμετωπιστεί η στρατιωτική απειλή που
αντιπροσώπευε το ΚΚΕ, χρειαζόταν είτε κατευνασμός (τον οποίο οι Λαϊκοί και πιθανόν και
οι περισσότεροι Κεντρώοι δεν τον σκέφτονταν καν), είτε πόλεμος με πλήρη κινητοποίηση
των εθνικών εφεδρειών. Η δεύτερη επιλογή εμποδιζόταν από το φατριασμό της
κυβέρνησης Τσαλδάρη που απέκλειε από κάθε αξίωμα τους κεντρώους και τους οπαδούς
τους, τα ταλέντα των οποίων χρειάζονταν. Και, στο μεταξύ, οι κρατικοί αξιωματούχοι
καταδίωκαν τους κεντρώους και τον Τύπο τους, κι έτσι τους έδιναν αφορμή να επιτίθενται,
με τη σειρά τους, στην εκδικητικότητα της κυβέρνησης και να υπογραμμίζουν ότι αυτή
δυνάμωνε την ένταση του εμφυλίου πολέμου. Αποτέλεσμα: για τους περισσότερους
κληρωτούς, τα κίνητρα να πολεμήσουν τους συμπατριώτες τους για λογαριασμό μιας
φατριαστικής κυβέρνησης που πατρονάριζε κακοποιούς, ήταν ελάχιστα.

Ο φατριαστικός χαρακτήρας της κυβέρνησης αμβλύνθηκε κατά τη διάρκεια του 1947, κάτω
από τις αμερικανικές πιέσεις, που βοηθούνταν από μια αυξανόμενη αναγνώριση, εκ μέρους
της Δεξιάς, της ανάγκης για συνασπισμούς. Έτσι, οι Λαϊκοί αναγκάστηκαν να εκχωρούν ένα
όλο και πιο μεγάλο τμήμα της εξουσίας στους Φιλελεύθερους αντιπάλους τους μέχρι που,
τελικά, στα 1949, έχασαν όλα τα βασικά υπουργεία εκτός από εκείνο των Εξωτερικών, και
παραχώρησαν στους Φιλελεύθερους τις μισές νομαρχίες. Σταθμό στη διαδικασία αυτή
αποτέλεσε η επιστροφή στην πρωθυπουργία του Σοφούλη, τον Σεπτέμβριο του 1947, και
δέκα οπαδών του σε ισάριθμα υπουργεία. Ο Σοφούλης ανακοίνωσε αμέσως την πιο
αποφασιστική μέχρι στιγμής αμνηστία, που εξασφάλισε την παράδοση σχεδόν 4.000
αριστερών ανταρτών. Ωστόσο, η κυριαρχία της Δεξιάς στη Βουλή και τις δυνάμεις
ασφαλείας, τον εμπόδισε να επιφέρει κι άλλες σημαντικές αλλαγές στην πολιτική έναντι της
Αριστεράς. Κι έτσι, το αποτέλεσμα του συνασπισμού ήταν να συσχετίσει τους
Φιλελεύθερους με τον πόλεμο των δεξιών κατά του ΚΚΕ.

Η άνοδος και των Φιλελευθέρων στην εξουσία βελτίωσε το επίπεδο των υπουργικών
ικανοτήτων και αύξησε την υποστήριξη προς την κυβέρνηση. Υπό τον Σοφούλη (που έμεινε
πρωθυπουργός μέχρι το θάνατό του, τον Ιούνιο του 1949), η κυβέρνηση εκπροσωπούσε
πιθανώς μια σημαντική μερίδα του πληθυσμού. Ο συνασπισμός, όμως, προκάλεσε μια
επιστροφή στην κυβερνητική αστάθεια που είχε υπάρξει μεταξύ Βάρκιζας και εκλογών. Οι
Φιλελεύθεροι του Σοφούλη και οι Λαϊκοί ήταν ανήσυχοι συνεταίροι, κι οι πρώτοι δέχονταν
αδιάκοπα επιθέσεις από δεξιούς βουλευτές, που τους κατηγορούσαν για επιείκεια προς την
Αριστερά. Η αστάθεια ήταν ιδιαίτερα οξεία ανάμεσα στον Οκτώβριο του 1948 και τον
Απρίλιο του 1949, περίοδο κρίσιμη για τον πόλεμο. Σ' αυτή την περίοδο των εθνικών
βασάνων, το θέαμα των πολιτικών που χόρευαν καντρίλιες μέσα στην ασφάλεια της
Αθήνας, γεννούσε πικρίες ακόμα κι ανάμεσα στους οπαδούς της Δεξιάς στις επαρχίες. Η
απογοήτευση εντεινόταν από την απουσία εμπνευσμένων ηγετών, και κυρίως ηγετών που
να ασκούν οποιαδήποτε έλξη στους νέους 32. Όλοι όσοι ανέλαβαν πρωθυπουργοί στα

Digitized by 10uk1s
χρόνια 1946-9 ήταν ηλικιωμένοι -κι έδειχναν την ηλικία τους. Ο Σοφούλης ήταν αυτός που
πλησίασε περισσότερο το ρόλο του πολεμικού ηγέτη, αλλά είχε περάσει τα ογδόντα, και οι
σωματικές και πνευματικές ικανότητές του έφθιναν. Από τους άλλους πρωθυπουργούς του
εμφυλίου πολέμου, ο Τσαλδάρης (Απρίλιος 1946-Ιανουάριος 1947) ήταν μια μικρόνοη
μετριότητα, ενώ ο Δημήτριος Μάξιμος (Ιανουάριος-Αύγουστος 1947) και ο Αλέξανδρος
Διομήδης (Ιούνιος 1949-Ιανουάριος 1950) υπήρξαν άχρωμοι τοποτηρητές. Ο βασιλιάς
Παύλος (που διαδέχθηκε τον αδερφό του Γεώργιο τον Απρίλιο του 1947) και η βασίλισσά
του Φρειδερίκη, που επισκέπτονταν συχνά τις χτυπημένες απ' τον πόλεμο περιοχές,
έδειχναν να κερδίζουν μεγαλύτερη δημοτικότητα από κάθε πολιτικό 33.

Πολλά από τα μειονεκτήματα των πολιτικών ήταν παραδοσιακά, ιδίως η έγνοια τους για την
προώθηση προσωπικών και κομματικών συμφερόντων σε βάρος του δημοσίου
συμφέροντος. Αλλά υπήρχαν και άλλες παλιές αδυναμίες στο πολιτικό σύστημα, που το ΚΚΕ
τις εκμεταλλευόταν αποτελεσματικά. Μια απ' αυτές ήταν το γενικά χαμηλό επίπεδο
ικανοτήτων και εντιμότητας στις δημόσιες υπηρεσίες, όπου οι πειρασμοί για δωροδοκίες
και εξαγορές αυξάνονταν με την κακή οικονομική κατάσταση. Μέσα στα χρόνια 1945-9,
τοπικές επιτροπές εκταμίευσαν τεράστια ποσά για την ανακούφιση των φτωχών, ποσά που
το 1945-7 προέρχονταν από την UNRRA, και αργότερα από την κυβέρνηση. Ήταν
φυσιολογικό αυτή η βοήθεια να μοιράζεται με τρόπο διεφθαρμένο ή φατριαστικό, και τα
θύματα αυτής της κακής διανομής ήταν γενικά αριστεροί. Η αδυναμία της διοίκησης ήταν,
επίσης, ένας σημαντικός λόγος για την κακή κατανομή των βαρών του πολέμου. Υπήρχαν
κραυγαλέα περιστατικά αποφυγής της στρατιωτικής υπηρεσίας από γόνους πλουσίων
οικογενειών, και φαίνεται πως ήταν συνηθισμένο να αποφεύγουν την υπηρεσία στα ΜΕΑ
όσοι είχαν «τα μέσα». Οι διοικητικές αδυναμίες ήταν ίσως αποφασιστικός λόγος για τον
οποίο δεν μπορούσε να αναμορφωθεί το αναχρονιστικό φορολογικό σύστημα, και δεν
μπόρεσε να εφαρμοστεί κάποιο αποτελεσματικό σύστημα ελέγχου των τιμών 34.

Μια άλλη παραδοσιακή ανεπάρκεια, που τώρα γινόταν εξωφρενική, ήταν ο υπερβολικός
συγκεντρωτισμός. Οι τοπικοί αξιωματούχοι περνούσαν μεγάλο μέρος του χρόνου τους στην
Αθήνα χτυπώντας πόρτες, προσπαθώντας να αποσπάσουν αποφάσεις από υπουργεία ή
απολαμβάνοντας τις ανέσεις της πρωτεύουσας. Αυτό συνέβαινε με γενικούς διοικητές,
νομάρχες, δημάρχους, δικαστικούς, αξιωματικούς της χωροφυλακής και, βέβαια,
βουλευτές (που οι περισσότεροι, κατά τα φαινόμενα, απουσίαζαν μονίμως από τις
εκλογικές τους περιφέρειες). Ως αποτέλεσμα, οι επαρχίες, και κυρίως οι βόρειες,
αισθάνονταν παραμελημένες από «την κυβέρνηση της Αθήνας», ενώ τα ορεινά χωριά
ένιωθαν εντελώς παρατημένα -κυρίως εκείνα που είχαν οργανωθεί από το ΕΑΜ κατά τη
διάρκεια της Κατοχής 35 . Τους κινδύνους αυτής της κατάστασης αντιλήφθηκε ένας
αξιωματικός της χωροφυλακής της Ναυπάκτου, ο οποίος εξήγησε τον Νοέμβριο του 1947
γιατί οι χωρικοί των ορεινών περιοχών έπεφταν θύματα της κομμουνιστικής προπαγάνδας.
Αυτός, λοιπόν, ανέφερε ότι ούτε πριν, ούτε μετά τον πόλεμο, είχαν νιώσει «τη φροντίδα και
τη στοργή του κράτους». Ότι οι μόνοι εκπρόσωποι του κράτους που ενδιαφέρονταν για τα
προβλήματά τους ήταν χωροφύλακες, αμόρφωτοι παπάδες και δάσκαλοι πολιτικά σαθροί,
αν όχι κομμουνιστές. Κι αν ποτέ τους επισκέπτονταν κάποιοι ανώτεροι αξιωματούχοι, αυτοί
τους έδιναν την εντύπωση ότι το κράτος αδιαφορούσε για τις ανάγκες τους. Συχνά,
συζητώντας με χωρικούς της Ρούμελης ή της Θράκης, άκουγε ότι αυτή ήταν η πρώτη φορά
που ένας ανώτερος αξιωματικός ανασκεύαζε τις λανθασμένες εντυπώσεις που είχαν
δημιουργήσει οι αντίπαλοι προπαγανδιστές. Τους πολιτικούς, οι χωρικοί τους έβλεπαν
σπανίως και ελάχιστα, στις προεκλογικές περιόδους. Οι ανώτερες τάξεις (μητροπολίτες,
επαγγελματίες, βιομήχανοι, μεγαλέμποροι) δεν είχαν καμιά επαφή μαζί τους. Κι ωστόσο, οι
χωρικοί χρειάζονταν απελπισμένα οικονομική βοήθεια και πολιτική διαφώτιση. Εκείνοι που
τα χωριά τους εκκενώνονταν, ζούσαν χειμωνιάτικα στο ύπαιθρο, στα περίχωρα της Λαμίας,

Digitized by 10uk1s
κι εξαιτίας της έλλειψης χορτονομής αναγκάζονταν να πουλάνε πάμφθηνα τα ζώα τους σε
εμπόρους που κερδοσκοπούσαν σε βάρος τους 36.

Οι αριστεροί αντάρτες χειροτέρεψαν την απομόνωση των χωρικών, αναγκάζοντας τους


προέδρους των χωριών, τους δασκάλους, τους αστυνομικούς, τους γιατρούς και τους
παπάδες να φεύγουν από τα χωριά τους για την κοντινότερη πόλη. Οι παπάδες φαίνεται
πως ήταν οι τελευταίοι που έφευγαν. Αυτή η υποχώρηση του κράτους από τα βουνά άρχισε
σε τμήματα της βόρειας Ελλάδας από τον Ιανουάριο κιόλας του 1946. Το αποτέλεσμα ήταν,
για ένα μεγάλο μέρος της αγροτικής Ελλάδας, η επιστροφή στις συνθήκες της Κατοχής και,
στους επόμενους έξι περίπου μήνες, στην εξουσία του ΕΑΜ. Ως τον Ιούνιο του 1948, το ένα
τρίτο περίπου των αγροτικών σταθμών της χωροφυλακής είχαν κλείσει, ενώ το ποσοστό
πάνω στα βουνά πρέπει να ήταν ακόμα πιο ψηλό. Τον προηγούμενο Σεπτέμβριο, ο Γουίκαμ
έγραφε για τη χωροφυλακή ότι «γίνεται πολλή αστυνομική εργασία εξαιτίας της έλλειψης
εκπαιδευμένων χωροφυλάκων και των συνθηκών που επικρατούν στα περισσότερα μέρη
της χώρας». Η θλιβερή κατάσταση πολλών ορεινών περιοχών εικονογραφείται από το νομό
της Δράμας όπου, τον Οκτώβριο του 1949, βρέθηκε ότι οι 35 από τους 40 γιατρούς ζούσαν
στην πρωτεύουσα του νομού, ενώ το ένα τρίτο και παραπάνω των σχολείων ήταν κλειστά 37.

Καλά πληροφορημένοι ξένοι, έβρισκαν το 1948-9 ότι αυτές οι ανεπάρκειες του πολιτικού
συστήματος υπονόμευαν το ηθικό της εθνικιστικής πλευράς και ενίσχυαν την προσχώρηση
ατόμων στον Δημοκρατικό Στρατό. Ο επικεφαλής της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής
ανέφερε ότι η έλλειψη επιθετικού πνεύματος που παρατηρούνταν γενικά στον εθνικό
στρατό, οφειλόταν κατά ένα μέρος «σε έλλειψη εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση»,
έλλειψη πίστης στον αγώνα της και, κυρίως, στα ανεπαρκή οικογενειακά εισοδήματα. Ο
Άγγλος στρατιωτικός ακόλουθος έγραφε τότε ότι «η γενική επίγνωση των εξόφθαλμων
αδικιών, η ανισότητα των δικαιωμάτων και ο εγωισμός, σε συνδυασμό με το ατέλειωτο
παιχνίδι της κομματικής συναλλαγής... στην Αθήνα... δείχνει να έχει δημιουργήσει μια πηγή
έμπνευσης για το στρατό των ανταρτών... και ταυτόχρονα... να διαβρώνει το ηθικό των
ελληνικών ενόπλων δυνάμεων...» Και ένας Άγγλος επισκέπτης στη Θεσσαλονίκη, που
ρώτησε αιχμαλώτους εναντίον τίνος πολεμούσαν, πήρε την απλή απάντηση «την Αθήνα» 38.
Εκείνα τα χρόνια, ο κάθε στρατός έκανε έντονη προπαγάνδα τόσο προς την αντίπαλη
πλευρά, όσοι και προς τους δικούς του μαχητές. Ενώ όμως η εθνικιστική προπαγάνδα είχε
να καλύψει τα εμφανή μειονεκτήματα του καθεστώτος της Αθήνας, ο Δημοκρατικός
Στρατός είχε λιγότερα πρακτικά προβλήματα, κι έτσι μπορούσε να δίνει συναρπαστικές
υποσχέσεις.

Οπωσδήποτε, φαίνεται πιθανό ότι μια πλειοψηφία του πληθυσμού, όσο κι αν ένιωθε
ελάχιστο ενθουσιασμό για τον αγώνα των εθνικοφρόνων, τους προτιμούσε από τον
Δημοκρατικό Στρατό. Ένας λόγος ήταν ότι η εθνική κυβέρνηση είχε κάτω από τον έλεγχό της
τον πληθυσμό και τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας. Έτσι, διέθετε τεράστια
οικονομική δύναμη. Μπορεί πραγματικά να δει κανείς πόσο επηρέαζε οικονομικά η
κυβέρνηση την πλειοψηφία του πληθυσμού, αν υπολογίσει όχι μόνο όσους εργάζονταν στο
δημόσιο ή σε υπηρεσίες που ελέγχονταν απ' αυτό, αλλά και τις μάζες των ανέργων που
έλπιζαν να εξασφαλίζουν έναν τέτοιο διορισμό, τους επιχειρηματίες (όλους, ίσως, ή τους
περισσότερους) που χρειάζονταν κρατική άδεια για τη δουλειά τους, τους λιανοπωλητές
και τους καταστηματάρχες που υπόκεινταν στους κανονισμούς της αγορανομίας, τους
χωρικούς που έπαιρναν ή έλπιζαν να πάρουν δάνεια από την Αγροτική Τράπεζα, και τους
εκτοπισμένους ή πρόσφυγες που έπαιρναν επιδόματα βοήθειας 39 . Με όλα αυτά, η
κυβέρνηση έπαιρνε με το μέρος της τη μεγάλη μάζα του πληθυσμού που δεν είχε ισχυρές
ιδεολογικές τοποθετήσεις, αλλά ήταν διατεθειμένη να υποστηρίξει όποια πλευρά ασκούσε
ρυθμιστική εξουσία στην καθημερινή της ζωή. Επιπλέον, η αμερικανική υποστήριξη έκανε

Digitized by 10uk1s
κατά πάσα πιθανότητα πιο ελκυστική την εθνικιστική πλευρά στον περισσότερο κόσμο,
επειδή έβλεπαν γενικά την Αμερική σαν μέρος επιθυμητό για μετανάστευση και σαν
πλούσια πηγή βοήθειας. Οι κομμουνιστικές χώρες δεν είχαν να προσφέρουν παρόμοια
πλεονεκτήματα και μερικές έδειχναν να απειλούν την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας.
Φαίνεται απίθανο ότι ακόμα και το ΕΑΜ -με το πατριωτικό του φωτοστέφανο και το
πρόγραμμά του για ειρηνικές μεταρρυθμίσεις- θα μπορούσε να κερδίσει την πλειοψηφία
αν γίνονταν τίμιες εκλογές τον Μάρτιο του 1946. Και το ΚΚΕ, πρέπει να ήταν ακόμα
λιγότερο ελκυστικό για το εκλογικό σώμα, όταν ξεκίνησε μια ένοπλη ανταρσία που
προκαλούσε τις Ηνωμένες Πολιτείες και εξαρτιόταν φανερά απ' την υποστήριξη των
παραδοσιακών εχθρών της Ελλάδας, πέρα από το γεγονός ότι κουβαλούσε μαζί του και τον
κίνδυνο απώλειας μέρους ή και όλης της Μακεδονίας.

Η ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΣΤΡΑΤΟΥ ΚΑΙ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ

Κατά τη διάρκεια του 1947, έγινε φανερό ότι ο Δημοκρατικός Στρατός θα μπορούσε να
ηττηθεί μόνο αν ο εθνικός στρατός έλεγχε απόλυτα τις εναντίον του επιχειρήσεις. Έτσι, από
τα μέσα του 1947, το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Άμυνας, ύστερα από αμερικανικές
πιέσεις, σχεδίασε τη μεταφορά των πολεμικών αρμοδιοτήτων της χωροφυλακής στο
στρατό, και τη διάλυση των ταγμάτων χωροφυλακής, που ήταν περίπου είκοσι οκτώ.
Εξαιτίας των ελλείψεων του στρατού σε ανθρώπινο δυναμικό, η τελευταία αυτή ενέργεια
θα γινόταν πολύ αργά κι έτσι, στα μέσα του 1948, υπήρχαν ακόμα αρκετές χιλιάδες
χωροφύλακες στα πεδία των μαχών. Το 1947, πάντως, ο στρατός ανέλαβε την ευθύνη της
ασφάλειας στην ηπειρωτική Ελλάδα, και κατά το τέλος της ίδιας χρονιάς ανέλαβε
παρεμφερή καθήκοντα και στην Πελοπόννησο. Η ευθύνη αυτή, έφερε μαζί της και τον
έλεγχο των μονάδων της εθνοφυλακής, καθώς και των χωροφυλάκων όταν αυτοί έπαιρναν
μέρος σε στρατιωτικές επιχειρήσεις 40 . Μέχρι τότε, αυτού του είδους οι επιχειρήσεις
βρίσκονταν κάτω από τον έλεγχο πολιτικών όπως ο Ζέρβας (όταν ήταν υπουργός Δημόσιας
Τάξης, από τον Ιανουάριο έως τον Αύγουστο του 1947). Και το αποτέλεσμα ήταν να
ασκείται τρομοκρατία στους πολίτες, που οδηγούνταν έτσι στην αγκαλιά των αριστερών
ανταρτών41. Από 'κεί και μετά, πάντως, ο έλεγχος των μονάδων της Εθνοφυλακής και των
υπολοιπόμενων ομάδων ατάκτων πέρασε από τους πολιτικούς στο στρατό 42.

Με τον τρόπο αυτό, ο πληθυσμός υπαγόταν όλο και πιο πολύ κάτω από τη στρατιωτική
εξουσία. Από την αρχή του πολέμου, οι πολιτικοί ασκούσαν ελάχιστο έλεγχο στα ειδικά
στρατοδικεία τα οποία, ορισμένες φορές, ενεργούσαν ύστερα από προτροπή ομάδων
Χιτών. Στρατοδικεία εγκαταστάθηκαν τώρα και σε καινούριες περιοχές, μέχρι που, από τον
Νοέμβριο του 1948 υπήρχε ένα σε κάθε νομό. Από τον ίδιο μήνα, ο στρατιωτικός νόμος
ίσχυσε σ' όλη τη χώρα, επιτρέποντας στους στρατιωτικούς διοικητές να επιβάλλουν
λογοκρισία στον Τύπο, να περιορίζουν τις μετακινήσεις των πολιτών, να επιβάλλουν την
καταγγελία αριστερών δραστηριοτήτων, να καθορίζουν τους όρους κάτω από τους οποίους
δινόταν αμνηστία και να διατάζουν μαζικές συλλήψεις. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονταν
μέσω της αστυνομίας, που μπήκε κάτω από στρατιωτικό έλεγχο. Οι στρατιωτικές ειδήσεις
στον Τύπο περιορίστηκαν στα επίσημα ανακοινωθέντα του Γενικού Επιτελείου. Στις
περιοχές όπου δρούσαν αντάρτες, οι στρατιωτικοί διοικητές μπορούσαν να επιβάλλουν
στις τοπικές αρχές να ικανοποιούν τις απαιτήσεις του στρατού 43. Ένας άλλος τρόπος με τον
οποίο ο στρατός έλεγχε τους πολίτες, ήταν η στρατολογία. Όσοι κληρωτοί χαρακτηρίζονταν
αριστεροί από τις ειδικές στρατιωτικές επιτροπές (που ενεργούσαν εν μέρει με
πληροφορίες της αστυνομίας) στέλνονταν από τα μέσα του 1947 στο στρατόπεδο
αναμόρφωσης της Μακρονήσου, πενήντα χιλιόμετρα από την Αθήνα. Η δοκιμασία της
αναμόρφωσης περιλάμβανε αποκήρυξη των κομμουνιστικών δοξασιών και εκφώνηση

Digitized by 10uk1s
λόγου στους συγκρατουμένους τους. Η εκπαίδευσή τους, που βασιζόταν στον πατριωτισμό
και τη θρησκεία, ήταν χοντροκομμένη και οι μέθοδοι διδασκαλίας αποκαλύπτονται από το
σχόλιο ενός Βρετανού αξιωματικού που επισκέφθηκε το στρατόπεδο, κι ο οποίος είχε
διοικήσει στρατόπεδο αιχμαλώτων στη Γερμανία: «Τα σπασμένα πλευρά είναι καθημερινό
φαινόμενο στη Μακρόνησο». Τελικά, οι θηριωδίες της Μακρονήσου προκάλεσαν εθνικό
σκάνδαλο. Πριν αποκαλυφθούν, όμως, το στρατόπεδο κέρδισε τέτοια αποδοχή, ώστε από
το 1948 έως το 1950 πολλές χιλιάδες εκτοπισμένων πολιτών βρίσκονταν στο απόλυτο έλεος
των στρατιωτικών διοικητών του 44.

Οι αξιωματικοί του στρατού επιθυμούσαν μια σταθερή δεξιά κυβέρνηση και, κατά
συνέπεια, θορυβήθηκαν από την κατάρρευση της κυβερνητικής σταθερότητας τον
Αύγουστο του 1947, και την επιστροφή στην εξουσία του Σοφούλη, ο οποίος κήρυττε τον
κατευνασμό. Η ανοχή του ΚΚΕ και της εφημερίδας του στην Αθήνα, ήταν ιδιαίτερα
ανησυχητική. Τον Αύγουστο ο Βεντήρης, ως αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, διέταξε
ουσιαστικά τον βασιλιά, εξ ονόματος του στρατού, να βάλει τέλος στην κυβερνητική κρίση,
κι ο βασιλιάς συμμορφώθηκε διορίζοντας ξανά τον Τσαλδάρη πρωθυπουργό. Τότε όμως, οι
Αμερικανοί επέβαλαν το δικό τους έλεγχο στην κατάσταση, εξαναγκάζοντας τον Τσαλδάρη
να παραχωρήσει τη θέση του στον Σοφούλη. Οι περισσότεροι στρατιωτικοί ηγέτες
αναγνώρισαν τότε ότι ο αμερικανικός παράγοντας ήταν αποφασιστικός, κι ότι οι Αμερικανοί
αντιτίθενταν στην ανάμιξη του στρατού στην πολιτική. Οι αξιωματικοί, όμως, συνέχισαν ν'
ανησυχούν για την αστάθεια του συνασπισμού και για τις προθέσεις των Φιλελεύθερων
υπουργών. Κι άρχισαν να δυσπιστούν γενικά προς τους πολιτικούς. Ένιωθαν
απογοητευμένοι από την αδυναμία των πολιτικών να τους στηρίξουν, κυρίως στο θέμα της
εξασφάλισης της λαϊκής υποστήριξης στην πολεμική προσπάθεια 45. Ορισμένοι διοικητές
έδειχναν την περιφρόνησή τους στους Φιλελεύθερους υπουργούς μέσα από τις δίκες στα
στρατοδικεία, όπως σε μια περίπτωση κατά τεσσάρων εκδοτών αθηναϊκών εφημερίδων και
σε μια άλλη κατά δύο ατόμων που είχαν ήδη καταδικαστεί από στρατοδικείο αλλά είχαν
ασκήσει με επιτυχία έφεση σε ανώτερο πολιτικό δικαστήριο. Στη διάρκεια της κυβερνητικής
κρίσης του Οκτωβρίου-Νοεμβρίου 1948, ο ΙΔΕΑ έστειλε ανώνυμες επιστολές σε διάφορους
εξέχοντες πολιτικούς, απαιτώντας μη κομματική κυβέρνηση. Οι αποδέκτες, όμως, δεν
πήραν στα σοβαρά την απαίτηση αυτή 46. Κάθε παραπέρα τάση των στρατιωτικών να
παρέμβουν στην πολιτική, εμποδίστηκε από το διορισμό του Παπάγου στην αρχιστρατηγία,
τον Ιανουάριο του 1949. Ο Παπάγος, με το κύρος και τη βασιλοφροσύνη του, επιβαλλόταν
αδιαμφισβήτητα στον ΙΔΕΑ και σε κάθε άλλον αξιωματικό. Και ο στρατιωτικός νόμος που
θα διαρκούσε όσο εκείνος θα έκρινε αναγκαίο, του έδινε σχεδόν δικτατορικές εξουσίες.
Έτσι, ενώ ήταν έτοιμος να πιέσει τους Αμερικανούς για τα εφόδια και τις δυνάμεις που
θεωρούσε αναγκαίες, αποδεχόταν την προτίμησή τους για ένα κοινοβουλευτικό καθεστώς.

Αντίθετα από την κατάσταση που διαμορφώθηκε στο στρατό υπό τον Παπάγο, η αστυνομία
εξακολούθησε να υπόκειται σε εκτεταμένες κομματικές επεμβάσεις, και στις προαγωγές
και στις μεταθέσεις, σε βαθμό που να βλάπτονται η αποτελεσματικότητα και η συνοχή της.
Ο Γουίκαμ έγραφε τον Ιανουάριο του 1952 ότι ενώ οι αξιωματικοί της χωροφυλακής έπρεπε
να υπηρετήσουν δυο χρόνια τουλάχιστον σε μια θέση πριν μετατεθούν ξανά, ελάχιστοι
ήταν εκείνοι που παρέμεναν τόσο στις θέσεις τους. Η χωροφυλακή της Θεσσαλονίκης,
ωστόσο, που είχε σχετικά μεγάλη συνοχή, γλίτωσε για κάποιο λόγο τις πολιτικές
μεταθέσεις. Κι ακόμα, η Αστυνομία Πόλεων δεν πρέπει να υπέφερε πολλά απ' αυτές, καθώς
υπήρχε ουσιαστικά μόνο στην Αθήνα και τον Πειραιά. Κατά τα άλλα, όμως, οι επιπτώσεις
της κυβερνητικής αστάθειας στην αστυνομία ήταν καταστροφικές. Για παράδειγμα, ο
Κωνσταντίνος Ρέντης, υπουργός Δημόσιας Τάξης του Σοφούλη στα χρόνια 1947-9,
προσπάθησε να δημιουργήσει κομματική πελατεία μέσα στο σώμα, προάγοντας πολλούς
πέρα από κάθε όριο νομιμότητας, και διατάσσοντας 800 μεταθέσεις στους τέσσερις

Digitized by 10uk1s
πρώτους μήνες της υπουργίας του 47. Εκείνο που, προφανώς, δεν μπόρεσε να επιτύχει, ήταν
να αλλοιώσει τις πολιτικές πεποιθήσεις του σώματος, πράγμα που δεν εκπλήσσει καθώς η
αστυνομία στο σύνολό της πολεμούσε κατά του ΚΚΕ. Ούτε, καταπώς φαίνεται, μπόρεσε ο
Ρέντης να κάνει πολλά πράγματα για να διαλύσει τα τοπικά δίκτυα αμοιβαίων επιρροών
που είχαν δημιουργηθεί μεταξύ αξιωματικών του στρατού και της αστυνομίας και δεξιών
κομματαρχών, που όλοι τους μισούσαν την Αριστερά και δυσπιστούσαν απέναντι στους
κατευναστές Φιλελεύθερους 48.

Ο ειδικός ρόλος της αστυνομίας στον πόλεμο ήταν η συλλογή πληροφοριών. Ωστόσο, η
αποτελεσματικότητά της σ' αυτό το ρόλο μειωνόταν από τις πολιτικές μεταθέσεις, και από
την αποτυχία των κυβερνήσεων του 1945 να εκκαθαρίσουν και να επανεκπαιδεύσουν τους
αξιωματικούς της. Μια άλλη ατυχία της ήταν η κατάρρευση, το 1941, του δραστήριου
οργανισμού που είχε δημιουργηθεί τον καιρό του Μεταξά. Η γερμανική εισβολή είχε
αναγκάσει τον υπουργό αστυνομίας του Μεταξά, τον Μανιαδάκη, να δραπετεύσει στο
εξωτερικό (μαζί με πολλούς από τους αστυνομικούς υφισταμένους του). Και μετά την
Απελευθέρωση, εξακολουθούσε να είναι πολύ αντιπαθής στους πολιτικούς ώστε να
μπορέσει να αναλάβει ξανά καθήκοντα. Ο κλάδος της αστυνομίας που ήταν κυρίως
υπεύθυνος για τον αντικομμουνιστικό αγώνα, η Ειδική Ασφάλεια, είχε γίνει τόσο μισητή
υπό τον Μεταξά και τις κατοχικές κυβερνήσεις, ώστε να διαλυθεί μετά την Απελευθέρωση,
κι ακόμα και το αρχηγείο της να καταστραφεί κατά τα Δεκεμβριανά. Από 'κεί και πέρα, η
αστυνομία δεν είχε κάποια ιδιαίτερη οργάνωση με ειδικά εκπαιδευμένους αξιωματικούς
που να ασχολείται αποκλειστικά με την πολιτική ασφάλεια. Συνδυασμός λοιπόν όλων
αυτών των παραγόντων, συνέβαλε στην εξόφθαλμη αδυναμία της χωροφυλακής κατά το
μεγαλύτερο μέρος του εμφυλίου πολέμου, και στην κακή πληροφόρησή της για την
κατάσταση που επικρατούσε στις αγροτικές περιοχές όπου δρούσαν οι αντάρτες. Μια
ακόμα δυσχέρεια, κυρίως στα χρόνια 1946-7, ήταν η απροθυμία των χωρικών να δίνουν
πληροφορίες, είτε από αγάπη είτε από φόβο για τους αντάρτες. Αναφορικά με τη Βόρεια
Ελλάδα, ο Γουίκαμ παρατήρησε (έχοντας κατά νου την εμπειρία που αποκόμισε στην
Ιρλανδία) ότι «η έλλειψη συνεργασίας των πολιτών είναι ό,τι πιο δύσκολο μπορεί ν'
αντιμετωπίσει οποιαδήποτε αστυνομική δύναμη» 49. Από το 1948, όμως, το πρόβλημα αυτό
ξεπεράστηκε καθώς οι δυνάμεις ασφαλείας έγιναν αρκετά δυνατές ώστε ο κόσμος να τις
φοβάται περισσότερο από τους αντάρτες. Κατά τον τελευταίο χρόνο του εμφυλίου
πολέμου, η χωροφυλακή συνέβαλε στη νίκη ξεσκεπάζοντας τα αγροτικά δίκτυα
πληροφοριών και εφοδίων του Δημοκρατικού Στρατού, και επιλέγοντας τα θύματα των
μαζικών συλλήψεων. Μέσα σ' αυτή την περίοδο που ο στρατιωτικός νόμος είχε επιβληθεί
σ' ολόκληρη τη χώρα, η χωροφυλακή ήταν εκείνη που συνέχισε να συλλέγει τις
περισσότερες πληροφορίες, τις οποίες έπαιρναν και συντόνιζαν οι στρατιωτικοί διοικητές 50.

Στην Αθήνα, τον Πειραιά και τη Θεσσαλονίκη η αστυνομία τα κατάφερε καλύτερα να


ελέγχει τον πληθυσμό, βοηθούμενη ίσως και από το ότι εκεί ήταν σχετικά ελεύθερη από
πολιτικές μεταθέσεις. Κι ακόμα, οι άντρες της εκεί ήταν αποφασισμένοι να εκδικηθούν για
τις φρικαλεότητες που υπέφεραν πριν από τον Ιανουάριο του 1945. Έτσι, στις πόλεις και τις
κωμοπόλεις η αστυνομία έδειχνε ιδιαίτερο ζήλο στη συλλογή πληροφοριών για τους
οπαδούς της Αριστεράς. Οι προσπάθειές τους αυτές, τους επέτρεψαν να συλλάβουν μαζικά
αριστερούς τον Μάρτιο και τον Ιούλιο του 1947. Κι έτσι, εμπόδισαν πολλούς κομμουνιστές
να βγουν στο βουνό. Στο ενεργητικό της αστυνομίας καταγράφεται κατά μέγα μέρος το ότι
οι κομμουνιστές των πόλεων συνέβαλαν πολύ λίγο στον ένοπλο αγώνα του κόμματός τους.
Από τις αρχές του 1947 έως τα μέσα του 1948, η αστυνομία εξάρθρωσε τις μαζικές
οργανώσεις του ΚΚΕ στις μεγάλες πόλεις, και στην Αθήνα ειδικά φαίνεται ότι ως τον
Απρίλιο του 1949 είχε συλλάβει όλα τα σημαντικά στελέχη.

Digitized by 10uk1s
Όλα αυτά, επιτεύχθηκαν εν μέρει με ικανή αστυνομική εργασία -που απέσπασε το
θαυμασμό της Αστυνομικής Αποστολής- και εν μέρει με εντατική παρακολούθηση και
τρομοκράτηση του πληθυσμού. Για παράδειγμα, η αστυνομία υποστήριζε ότι το 1948, η
τακτική που εφάρμοσε να κάνει έρευνες σε σπίτια της Θεσσαλονίκης τα χαράματα,
δυσκόλευε τους κομμουνιστές που διείσδυαν στην πόλη να βρίσκουν καταφύγιο, ακόμα και
στα σπίτια των συγγενών τους. Στην Αθήνα, πάλι, η αστυνομία συνέλαβε 700 άτομα ύστερα
από επιδρομή σε καφενεία και εστιατόρια γύρω από την Ομόνοια, στις 10 Μαρτίου 1948,
ενώ συνολικά συνέλαβε και ανέκρινε 5.267 άτομα σε ελέγχους που έκανε στο δρόμο και σε
κέντρα, μέσα σε τέσσερις μήνες του ίδιου χρόνου, και άλλα 1.714 τον Ιανουάριο του 1950 51.
Σημαντικός παράγοντας στην επιτυχία της αστυνομίας της Αθήνας, ήταν η πείρα του
αρχηγού της Άγγελου Έβερτ, που κατείχε αυτή τη θέση από το 1941 και είχε διακριθεί στην
Αντίσταση ακριβώς από αυτή τη θέση. Αργότερα, ειπώθηκε ότι είχε αποκτήσει φίλους σ'
όλο το φάσμα του πολιτικού κόσμου -εκτός από τους κομμουνιστές- κι ότι ήξερε τόσα
πολλά, άπλυτα, ηγετικών πολιτικών, ώστε ήταν δύσκολο να τον βγάλουν από τη θέση του.
Ο Γουίκαμ καταθέτει μαρτυρίες για την ικανότητά του, σημειώνοντας ότι «είχε μεγάλη
αυτοπεποίθηση κι ήταν εξαιρετικά καλά πληροφορημένος» όταν αντιμετώπισε μια απεργία
τον Σεπτέμβριο του 1945. Γενικά, η Αστυνομία Πόλεων υπέφερε λιγότερο από τα γεγονότα
της Κατοχής και της Απελευθέρωσης σε σύγκριση με τη Χωροφυλακή, και έφτασε
(σύμφωνα με τη Βρετανική Αστυνομική Αποστολή) σε ένα λογικό επίπεδο στη δίωξη του
εγκλήματος από το 1946 κιόλας 52.

Καθώς η ύπαιθρος εκκαθαριζόταν από τους αντάρτες, η χωροφυλακή επέβαλλε στον


πληθυσμό παρακολούθηση εξίσου στενή μ' εκείνη που εφαρμοζόταν στις πόλεις. Και με τη
διαδικασία αυτή, διέλυσε ό,τι είχε απομείνει από την οργάνωση του ΚΚΕ. Η
επαναλειτουργία των αγροτικών τμημάτων και σταθμών χωροφυλακής είχε ξεκινήσει ήδη
τον Μάρτιο του 1949, και ολοκληρώθηκε σχεδόν ως τα μέσα του 1950, αν και θα
χρειαζόταν πολύς καιρός ακόμα για να επισκευαστούν οι ζημιές στα κτίρια και να
εφοδιαστούν με τηλέφωνα. Θα χρειαζόταν ακόμα καιρός για να στελεχωθεί με ειδικευμένο
προσωπικό ένα σώμα που ως τότε ασχολιόταν με στρατιωτικά καθήκοντα. Για παράδειγμα,
οι περισσότεροι από τους 1.820 υπενωμοτάρχες της χωροφυλακής ήταν, σύμφωνα με τον
Γουίκαμ, ακατάλληλοι να αναλάβουν έναν αστυνομικό σταθμό. Όταν εγκαταστάθηκαν ξανά
στους σταθμούς τους, οι χωροφύλακες θεώρησαν ότι το βασικό τους καθήκον ήταν να
φτιάξουν δίκτυα καταδοτών και να καταρτίσουν καταλόγους υπόπτων που έπρεπε να
παρακολουθούνται -όπως, λόγου χάρη, οι εκτοπισμένοι που επέστρεφαν στον τόπο τους-
καθώς οι προϊστάμενοί τους τους πίεζαν συνεχώς να δείχνουν τις ικανότητές τους,
παρενοχλώντας τέτοιους ανθρώπους. Ο Άγγλος πρόξενος στην Πάτρα δήλωσε ότι τον
Αύγουστο του 1949 ο έλεγχος των χωροφυλάκων στους χωρικούς ήταν «πλήρης». Ακόμα
και τους Φιλελεύθερους να συμπαθούσε κανείς, μπορούσε να αντιμετωπίσει «σοβαρές
συνέπειες». Κλήση για παρουσίαση στο αστυνομικό τμήμα, έπρεπε να υπακουστεί στη
στιγμή. Και σ' ένα χωριό που το ανοικοδομούσαν, κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει ένα
σπίτι αν δεν επιβεβαιωνόταν πρώτα η «εθνικοφροσύνη» του, όπως το γνώριζε προσωπικά
ο πρόξενος. Ένας από τους λόγους της καταπιεστικής συμπεριφοράς των χωροφυλάκων,
ήταν η στρατιωτική νοοτροπία που είχαν αποκτήσει. Αναφερόμενη τον Οκτώβριο του 1950
σε ένα πρόσφατο επεισόδιο κοντά στη Σπάρτη, όπου χωροφύλακας σκότωσε πάνω στο
θυμό του έναν πολίτη, η Αστυνομική Αποστολή σημείωνε (υποβιβάζοντας κλασικά το
γεγονός) ότι πολλοί χωροφύλακες είχαν ακόμα την τάση «να το παρακάνουν» απέναντι στο
κοινό 53. Στο σύνολο της χώρας, η αστυνομία παρέμεινε σε κατάσταση συναγερμού όσον
αφορά στις δραστηριότητες του ΚΚΕ, πιστεύοντας -το 1950 ακόμα- ότι οι οπαδοί του
αναδιοργανώνονταν εκτεταμένα. Κυρίως, την απασχολούσαν απόπειρες του ΚΚΕ να στείλει
στην Ελλάδα αντάρτες από τα βόρεια σύνορα, με σκοπό να διαβρώσει τις συνδικαλιστικές
οργανώσεις στις πόλεις. Ενάντια στο πρώτο ενδεχόμενο, τον Δεκέμβριο του 1949 διέθετε το

Digitized by 10uk1s
10 τοις εκατό των δυνάμεών της σε περιπολίες, ποσοστό που μειώθηκε βαθμιαία μέσα στα
επόμενα δυο χρόνια. Η τάση αυτή, πάντως, οδήγησε την αστυνομία στο να συλλαμβάνει
και να ασκεί δίωξη χωρίς αιτία, σε πολύ κόσμο. Για παράδειγμα, θεωρούσαν ως ένδειξη
κομμουνιστικών πεποιθήσεων τη συμμετοχή κάποιου στην Αντίσταση. Τόσο διαβόητη είχε
γίνει αυτή η έλλειψη κρίσης, ώστε τον Ιανουάριο του 1951 εξέχων δικαστικός διακήρυξε
μέσα στο δικαστήριο ότι δεν είχε καμιά εμπιστοσύνη στις καταθέσεις αστυνομικών, για τις
πολιτικές πεποιθήσεις του κόσμου. «Δεν ξέρω πότε θα καταγραφώ κι εγώ ως
Κομμουνιστής», φέρεται να είπε, «επειδή η Ασφάλεια ενεργεί σύμφωνα με την άποψη του
οποιουδήποτε αστυφύλακα» 54.

Με τον τερματισμό των εχθροπραξιών, κατόρθωσε κι η χωροφυλακή να βελτιώσει το


επίπεδο της φυσιολογικής αστυνομικής της εργασίας. Το σώμα μπόρεσε να γίνει πιο
εκλεκτικό στη στρατολόγηση αντρών, και να επιμηκύνει τις περιόδους εκπαίδευσης στους
διάφορους βαθμούς και θέσεις, ενώ άρχισε να στέλνει σε επιμορφωτικές σχολές τους
αξιωματικούς του. Κάτω από την πίεση των Κεντρώων κυβερνήσεων, έγιναν προσπάθειες
για να βελτιωθούν οι σχέσεις της με το κοινό. Βελτιώθηκε επίσης αξιοσημείωτα η
αποδοτικότητά της στην καταγγελία και επίλυση μη πολιτικών αδικημάτων. Μέσα στο
1950, δραστήριοι υπουργοί Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης επέβαλλαν απολύτως
απαραίτητες μεταρρυθμίσεις σε διάφορους τομείς, συμπεριλαμβανομένων των φυλακών,
του ποινικού κώδικα και των νόμων σχετικά με την οργάνωση της χωροφυλακής55. Το
μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα αυτής της εργασίας θα ήταν μια αύξηση του σεβασμού του
κοινού προς το κράτος.

Από τα τέλη του 1949, ο στρατιωτικός νόμος χαλάρωσε κάπως. Τον Οκτώβριο διακόπηκαν
οι εκτελέσεις πολιτών καταδικασμένων από τα στρατοδικεία, εν μέρει, φαίνεται, εξαιτίας
της σύγκλησης της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ. Όταν ξανάρχισαν οι εκτελέσεις πολιτικών
κρατουμένων το 1951, ήταν σε μικρούς μόνο αριθμούς 56. Οι αποκαλύψεις του Τύπου,
κατέστησαν κακόφημη τη Μακρόνησο κατά τα τέλη του 1949. Ωστόσο, η αξία της ήταν
μεγάλη για την κυβέρνηση, που τη χρησιμοποιούσε προκειμένου να ξεκαθαρίζει όσους
πολίτες εκτοπισμένους ήθελε να απολύσει, κατά τρόπο αποδεκτό από τη δεξιά κοινή
γνώμη. Κι έτσι, μόνο τον Απρίλιο του 1950 αποφασίστηκε να κλείσει το πολιτικό της τμήμα.
Ο στρατιωτικός νόμος καταργήθηκε σταδιακά ανάμεσα στον Δεκέμβριο του 1949 και τον
Φεβρουάριο του 1950, κι έτσι η αστυνομία βρέθηκε ξανά κάτω από πολιτικό έλεγχο. Ο
Παπάγος πίεζε για ένα διάστημα την κυβέρνηση να παραχωρήσει στο στρατό το μόνιμο
έλεγχο της αστυνομίας, κι υπήρχαν πολλοί στο σώμα (συμπεριλαμβανομένου και του
Έβερτ) που θα ήθελαν να τον δουν να το πετυχαίνει. Ασφαλώς, ήταν ανώμαλο οι
αστυνομικές υπηρεσίες που ασχολούνταν με τον εντοπισμό της κομμουνιστικής
κατασκοπείας να βρίσκονται διαχωρισμένες από το στρατό, όταν μέσα στα πρωταρχικά
καθήκοντα του τελευταίου ήταν και η εσωτερική ασφάλεια. Εξαιτίας της αντίδρασης των
Κεντρώων και των Αριστερών κομμάτων πάνω σ' αυτό το θέμα, ο Παπάγος αναγκάστηκε να
ικανοποιηθεί με ένα νόμο του Απριλίου του 1950, που παραχωρούσε τον έλεγχο της
αστυνομίας στο στρατό μόνο σε καιρό πολέμου. Όπως παραδέχτηκε αργότερα ο Παπάγος,
η ανάγκη για αλλαγή δεν ήταν επείγουσα, επειδή η αστυνομία συνέχισε να συνεργάζεται σε
βάθος με το στρατό σε θέματα ασφαλείας. Για παράδειγμα, χρησιμοποιούσαν συχνά τα
στρατοδικεία για τη δίωξη αριστερών, κάτω από την κάλυψη άρθρων, τόσο του νόμου 509,
όσο και του νόμου του 1936 για την κατασκοπεία. Ανάμεσα στα θύματα τέτοιων δικών,
ήταν και σοσιαλιστές ακτιβιστές που πήραν μέρος στον προεκλογικό αγώνα του 1950, και
διώχθηκαν με χαλκευμένες κατηγορίες 57. Το γεγονός ότι τα στρατοδικεία συνέχισαν μέσα σ'
όλο το 1950 και το 1951 να αποτελούν σημαντικό όπλο κατά της Αριστεράς, καταδεικνύει
την επιρροή του στρατού στα θέματα ασφαλείας.

Digitized by 10uk1s
Αλλά και μετά την άρση του στρατιωτικού νόμου, ο στρατός εξακολούθησε να έχει έκτακτες
εξουσίες. Οι κεντρώοι πολιτικοί που σχημάτισαν κυβερνήσεις τα χρόνια 1950-51, δεν
αμφισβήτησαν τις εξουσίες του Παπάγου ως Αρχιστρατήγου, θέση που διατήρησε μέχρι την
παραίτηση του, τον Μάιο του 1951. Ο Παπάγος είχε επίσης τεράστιο κύρος στους
εθνικόφρονες πολίτες, και το αποτέλεσμα ήταν να κυριαρχήσει στη Δεξιά όταν μπήκε στην
πολιτική το 1951. Ο στρατός δεν εξασθένισε ως θεσμός μετά το τέλος του εμφυλίου
πολέμου. Όπως η αστυνομία, μπόρεσε κι αυτός, μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού,
να διαθέσει περισσότερο χρόνο στην εκπαίδευση. Η αποστράτευση δεν είχε προχωρήσει
πολύ όταν, το 1951, ο στρατός άρχισε ξανά να διογκώνεται εξαιτίας της απειλητικής
διεθνούς κατάστασης, κι ιδίως εξαιτίας της στάσης της Βουλγαρίας.

Οι δυνάμεις της εθνοφρουράς έδιναν στο στρατό ένα μέσο για να οργανώνει τους
εθνικόφρονες αγρότες, και να κρατά κάτω από παρακολούθηση την Αριστερά. Προς το
τέλος του εμφυλίου πολέμου, στρατιωτικοί διοικητές μεγέθυναν αυτές τις δυνάμεις μέσα
στα πλαίσια του προγράμματος για επανεγκατάσταση μετατοπισθέντων χωρικών. Αν
λάβουμε υπόψη εκθέσεις και αναφορές από διάφορες περιοχές της χώρας, από τον
Σεπτέμβριο του 1949 έως τον Αύγουστο του 1950, ο συνολικός αριθμός των δυνάμεων της
εθνοφυλακής ξεπερνούσε μάλλον τους 50.000 άντρες. Επανδρώνονταν με κληρωτούς, κι
όταν υπήρχαν αριστεροί επιβλέπονταν προσεκτικά. Έργο τους, γενικά, ήταν να βοηθούν τη
χωροφυλακή σε καθήκοντα φρούρησης και περιπολιών, και τους διοικούσαν αξιωματικοί
του στρατού οι οποίοι τους επέβαλαν βαθμιαία πειθαρχία και τάξη. Επειδή
τρομοκρατούσαν όσους ψήφιζαν κατά της Δεξιάς, οι πολιτικοί του Κέντρου ήθελαν την
αποστράτευσή τους κατά τους προεκλογικούς αγώνες και τις εκλογές -ή ακόμα και την
πλήρη διάλυσή τους. Μόνο χάρη στην επιμονή του Παπάγου παρέμειναν υπό τα όπλα κατά
τις εκλογές του 1950, αλλά στις εκλογές του 1951 και του 1952 αποστρατεύτηκαν στις
νότιες επαρχίες 58.

ΔΕΞΙΕΣ ΑΞΙΕΣ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Είναι πολύ πιθανό ότι οι περισσότεροι αξιωματικοί της αστυνομίας και του στρατού
διατήρησαν μετά τον εμφύλιο πόλεμο μια κακή γνώμη για τον κοινοβουλευτισμό, τους
πολιτικούς του και τους θεσμούς του. Βρετανοί παρατηρητές εντόπισαν μια εκτεταμένη
επιθυμία για δικτατορία μεταξύ των αξιωματικών των σωμάτων ασφαλείας και των
κρατικών αξιωματούχων στα χρόνια 1949-50, κι ακόμα βρήκαν πολλούς θαυμαστές του
καθεστώτος Μεταξά και μια αυξανόμενη τάση να προσβλέπουν τον Παπάγο ως τον νέο
Μεταξά. Η στάση αυτή, ερμηνεύεται εύκολα. Η κυβερνητική αστάθεια έδειχνε να μην έχει
τελειωμό, καθώς δέκα κυβερνήσεις διαδέχτηκαν η μια την άλλη από τις εκλογές του 1946
ως την ανάρρηση του Παπάγου στην εξουσία τον Νοέμβριο του 1952. Οι πολιτικοί ελάχιστα
είχαν αγωνιστεί για τη νίκη στον εμφύλιο πόλεμο. Και λίγο μετά το τέλος του, την εξουσία
κατέλαβαν κεντρώοι εμφορούμενοι από μετριοπαθείς πολιτικές απόψεις, τις οποίες τα
σώματα ασφαλείας είχαν την τάση να θεωρούν επικίνδυνες και προσπαθούσαν να τις
παρεμποδίσουν, χρησιμοποιώντας τα έκτακτα μέτρα που ίσχυαν ακόμα για να
καταδιώκουν την Αριστερά 59 . Ωστόσο, υπήρχαν αξιωματικοί με επιρροή,
συμπεριλαμβανομένου και του Παπάγου, που δέχονταν πως η κοινοβουλευτική
διακυβέρνηση ήταν απαραίτητη για την πολιτική σταθερότητα και τη διεθνή νομιμότητα. Η
υπηρεσιακή κυβέρνηση που ανέλαβε τη διεξαγωγή των εκλογών του 1950 περιλάμβανε και
αξιωματικούς του στρατού, που αναγνώριζαν πως οι εκλογές αυτές έπρεπε να είναι
αποδεκτές από ένα μεγαλύτερο φάσμα της κοινής γνώμης απ' ό,τι οι εκλογές του 1946.
Ένας από αυτούς ήταν και ο Σωτήριος Μανιδάκης, που είχε χρηματίσει διοικητής Σώματος
Στρατού στις επιχειρήσεις του 1949 και τώρα, ως υπουργός Δημόσιας Τάξης, ταξίδεψε σ'

Digitized by 10uk1s
ολόκληρη τη χώρα κάνοντας διαλέξεις, στις οποίες προσπαθούσε να πείσει τους
αστυνομικούς ότι το καθήκον τούς επέβαλλε να εμποδίζουν τις παρατυπίες, και καλώντας
τα κόμματα να υποβάλλουν διαμαρτυρίες όποτε χρειαζόταν. Ο Παπάγος τον υποστήριξε, με
διαταγή προς το στρατό να μην αναμιχθεί στις εκλογές, και έθεσε υπό περιορισμό ένα
διοικητή Σώματος (τον Γρηγορόπουλο), επειδή παρέβη τη διαταγή 60.

Το αποτέλεσμα ήταν τα δεξιά κόμματα να μπορούν να βασιστούν πολύ λιγότερο απ' ό,τι το
1946 στην τρομοκρατία, κι έτσι να υποστούν τη μνησικακία των ψηφοφόρων για την
τρομοκρατία που ασκούσε πριν το παρακράτος. Υπέστησαν ακόμα τις επιπτώσεις του ότι
κυριαρχώντας στον κρατικό μηχανισμό στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, θεωρήθηκαν
υπεύθυνοι για την ανασφάλεια και τα οικονομικά βάσανα εκείνης της περιόδου 61 .
Παράλληλα, φαίνεται ότι εξαιτίας της μόνιμης απουσίας τους από τις περιοχές τους, πολλοί
βουλευτές δεν είχαν καταφέρει να προσελκύσουν ψηφοφόρους. Όλοι αυτοί οι παράγοντες,
συνδυασμένοι με τη συμμετοχή στις εκλογές των κομμάτων που είχαν κάνει αποχή το 1946,
προκάλεσαν την πτώση των ψήφων της Δεξιάς από το 65 τοις εκατό του 1946, σε ένα 37
τοις εκατό, και την αναλογικά μικρότερη εκπροσώπησή της στη νέα Βουλή. Λίγο αργότερα,
έγινε πρωθυπουργός ο Νικόλαος Πλαστήρας ο οποίος, από το 1948, ήταν βασικός
υποστηρικτής της συμφιλιωτικής πολιτικής απέναντι στην Αριστερά. Τα κόμματα της Δεξιάς
διατήρησαν μικρό μόνο μερίδιο της εξουσίας μέχρι τον Νοέμβριο του 1952. Και σ' αυτή την
περίοδο, οι κεντρώες κυβερνήσεις μείωσαν σημαντικά τον αριθμό των πολιτικών
κρατουμένων.

Τέτοια μετατόπιση εξουσίας τόσο σύντομα μετά τον εμφύλιο πόλεμο ήταν αξιοσημείωτη,
και μπορεί να αποδοθεί στην προτίμηση των Αμερικανών σε ένα κοινοβουλευτικό
καθεστώς, σε συνδυασμό με την ύπαρξη ενός ευρέος φάσματος πολιτικών που
επιθυμούσαν να εργαστούν μέσα από τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς. Το καθεστώς,
όμως, διατήρησε τεράστιες εξουσίες για λογαριασμό των σωμάτων ασφαλείας, και
ασκούσε πολιτική βαρύτατων διακρίσεων κατά της Αριστεράς. Εκτός από τις δεκάδες
χιλιάδες υποστηρικτές του κομμουνισμού που βρίσκονταν εξορία τον Απρίλιο του 1950,
υπήρχαν άλλες 40.000 αριστεροί ή ύποπτοι για αριστερά φρονήματα στις φυλακές 62.
Πολλοί αριστεροί ψηφοφόροι (20.000 σύμφωνα με υπολογισμούς που αναφέρει η
Αμερικανική Πρεσβεία) είχαν στερηθεί των εκλογικών τους δικαιωμάτων επειδή είχαν
μετακινηθεί στις πόλεις για να γλιτώσουν από τους διωγμούς ή για να βρουν εργασία. Στα
χωριά, οι σιωπηρές πιέσεις κατά της Αριστεράς παρέμεναν ισχυρές, και υπήρχαν
περιστατικά ανοιχτού εκφοβισμού από την αστυνομία, την εθνοφρουρά ή διάφορους
τραμπούκους. Το αποτέλεσμα, καθρεφτιζόταν στο χαμηλό ποσοστό ψήφων υπέρ των
κομμάτων της Αριστεράς στις αγροτικές περιοχές 63.

Οι κεντρώες κυβερνήσεις εμποδίζονταν να ασκήσουν την πολιτική που ήθελαν απέναντι


στην Αριστερά, από ένα φάσμα θεσμών διαποτισμένων με δεξιές αρχές: το στρατό και την
αστυνομία, τη μοναρχία και τις αμερικανικές υπηρεσίες, που τους επικουρούσαν οι
δημόσιες υπηρεσίες, το δικαστικό σύστημα και το διδασκαλικό κατεστημένο. Οι κεντρώοι
πολιτικοί και διανοούμενοι υπέκυπταν στις δεσμεύσεις, εν μέρει επειδή δεν μπορούσαν να
κάνουν αλλιώς, εν μέρει επειδή κι αυτοί οι ίδιοι συμμερίζονταν τους φόβους της Δεξιάς για
τον κομμουνισμό. Πραγματικά, ισχυρά τμήματα του Κέντρου με επικεφαλής τον Σοφοκλή
Βενιζέλο και τον Γεώργιο Παπανδρέου αντιστοίχως, διέφεραν ελάχιστα ή και διόλου από τη
Δεξιά στη στρατηγική τους κατά της Αριστεράς.

Έτσι, ακόμα και με τις κεντρώες κυβερνήσεις του 1950-2, στην κοινωνία εξακολούθησαν να
κυριαρχούν οι αξίες της Δεξιάς. Οι Φιλελεύθεροι διανοούμενοι εξευμενίζονταν από την
ύπαρξη ορισμένων πολιτικών ελευθεριών, και δελεάζονταν από την ελπίδα διορισμού στο

Digitized by 10uk1s
δημόσιο, το οποίο περιλάμβανε το 40 τοις εκατό των υπαλληλικών θέσεων και
απορροφούσε την πλειονότητα των πτυχιούχων πανεπιστημίου. Αυτοί οι τελευταίοι ήταν
πάρα πολλοί σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά δεδομένα, επειδή στην Ελλάδα η εκπαίδευση ως
μέσο για διορισμό στο δημόσιο ήταν ανέκαθεν ο κυριότερος τρόπος για την κοινωνική
άνοδο εκείνων που προέρχονταν από χαμηλά κοινωνικά στρώματα. Στο μεταξύ, οι
σοσιαλιστές και κομμουνιστές διανοούμενοι δυσκολεύονταν ή αδυνατούσαν εντελώς να
εκφράσουν τις απόψεις τους. Οι αρχές παρεμπόδιζαν τη διανομή εφημερίδων που
εξέφραζαν σοσιαλιστικές ιδέες, ενώ στις αγροτικές περιοχές έφταναν μόνο δεξιές
εφημερίδες. Καλλιτέχνες και διανοούμενοι ένιωθαν να βρίσκονται υπό απαγόρευση από
την ατμόσφαιρα που επικρατούσε σ' όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του '50, κι έτσι
απέφευγαν οποιαδήποτε συζήτηση για την πρόσφατη ιστορία ή τα σύγχρονα προβλήματα.
Το εκπαιδευτικό σύστημα έστρεφε τη ράχη στις φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις του
μεσοπολέμου, και ξανασχεδιαζόταν έτσι ώστε να μεταδίδει απαρχαιωμένες αρχές και να
απομακρύνει τους σπουδαστές από τα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα. Για παράδειγμα,
η γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας και τα Θρησκευτικά ήταν κύρια μαθήματα
στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Ακόμα, στη δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση,
οποιοδήποτε μάθημα θα μπορούσε να ενθαρρύνει την κοινωνική κριτική -όπως η
κοινωνιολογία, οι πολιτικές επιστήμες, η σύγχρονη ιστορία και φιλοσοφία- το
παραμελούσαν ή το αγνοούσαν εντελώς 64.

Η κυριαρχία της Δεξιάς διατηρούσε τεράστιες κοινωνικές ανισότητες που αποτελούσαν


κληρονομιά της Κατοχής κι αυξάνονταν άμεσα ή έμμεσα από την οικονομική πολιτική των
κυβερνήσεων από το 1945 και μετά. Οι κυβερνήσεις εφάρμοζαν αυτήν την πολιτική όχι
μόνο με μεθόδους συνηθισμένες και σε άλλες χώρες, όπως η κρατική ιδιοκτησία ορισμένων
τομέων των υπηρεσιών ή η νομισματική πολιτική και ο περιορισμός του εξωτερικού
εμπορίου, αλλά και με την άσκηση ελέγχου πάνω σ' ένα συγκεντρωτικό τραπεζικό σύστημα.
Η κυβέρνηση έλεγχε ή επηρέαζε τους διορισμούς στην Τράπεζα της Ελλάδος, στην Εθνική
Τράπεζα και στην Αγροτική Τράπεζα. Και την εξουσία της αυτή την ισχυροποίησε ακόμα
περισσότερο το 1946, με την ίδρυση της Νομισματικής Επιτροπής που είχε την αρμοδιότητα
να ρυθμίζει όλη την πιστωτική πολιτική.

Το γενικό αποτέλεσμα της κυβερνητικής δραστηριότητας ήταν να βοηθείται ο ιδιωτικός


επιχειρηματικός τομέας και οι ξένοι επενδυτές να αποκομίζουν μεγάλα κέρδη στον
τριτογενή τομέα -και ως ένα βαθμό και στον δευτερογενή- της οικονομίας. Η μια
κυβέρνηση μετά την άλλη ευνοούσαν τους επιχειρηματίες με τα εξής μέσα: τη διοχέτευση
σ' αυτούς της ξένης βοήθειας. Τη διατήρηση ενός πολύ οπισθοδρομικού φορολογικού
συστήματος. Την παραχώρηση πιστώσεων που γίνονταν πολύ φτηνές εξαιτίας του υψηλού
πληθωρισμού, επιτρέποντας τη μετατροπή των κερδών σε χρυσό και ξένο συνάλλαγμα.
Βάζοντας ποσοστώσεις στις εισαγωγές ορισμένων προϊόντων που ανταγωνίζονταν τις νότιες
βιομηχανίες. Και κρατώντας χαμηλό το εργατικό κόστος. Σ' αυτούς που επωφελούνταν από
αυτή την πολιτική περιλαμβάνονταν και πολλοί μικροί επιχειρηματίες που ξεκίνησαν τις
επιχειρήσεις τους στη δεκαετία του '40. Εκείνοι όμως που κυρίως ωφελούνταν, ήταν
λιγοστοί μεγαλοεπιχειρηματίες που απέκτησαν σημαντική δύναμη πάνω στην οικονομία.
Αρκετοί, έγιναν στενοί συνεργάτες του βασιλιά ή εξεχόντων πολιτικών. Ένα άλλο
αποτέλεσμα της κυβερνητικής πολιτικής ήταν, όπως και στη δεκαετία του '30, να γίνονται
διακρίσεις κατά των συμφερόντων της αγροτικής πλειοψηφίας του πληθυσμού -με την
ιδιότητα του παραγωγού, του καταναλωτή και του φορολογούμενου- και να
παρεμποδίζεται η απόδρασή τους από τη φτώχεια και την καθυστέρηση. Ένα ακόμα
αποτέλεσμα, ήταν η μη ισόρροπη ανάπτυξη με μια συνεχή εγκατάλειψη της γεωργίας, της
βαριάς βιομηχανίας, κι ακόμα και της ελαφριάς βιομηχανίας μετά το 1952. Μόνο μετά τα
μέσα της δεκαετίας του '60 θα διορθωνόταν εν μέρει η εγκατάλειψη αυτή της βιομηχανίας,

Digitized by 10uk1s
μέσω των ξένων επενδύσεων. Νωρίτερα, οι μεγάλοι επενδυτές -που συνέχιζαν για πολύ
καιρό μετά τον εμφύλιο να αισθάνονται αβέβαιοι για το πολιτικό μέλλον της χώρας-
αναζητούσαν ταχύτερους κι ασφαλέστερους τρόπους προσπορισμού κέρδους σ' άλλους
τομείς, και κυρίως τη ναυτιλία, μεγάλο μέρος της οποίας βρισκόταν κάτω από ξένες
σημαίες. Αποτέλεσμα αυτής της μη ισοζυγισμένης οικονομικής πολιτικής, ήταν να
καθυστερήσει η μείωση της ανεργίας και να παρακινηθεί η μετανάστευση προς το
εξωτερικό από τις πληθυσμιακά πνιγμένες αγροτικές περιοχές 65.

Η κυβέρνηση έπληξε ευθέως το επίπεδο ζωής των εργατών των αστικών κέντρων
ελέγχοντας τις εργατικές ενώσεις και σωματεία, και χειραγωγώντας τις συνδικαλιστικές
εκλογές μέσω διαφόρων υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένης της αστυνομίας και του
δικαστικού σώματος. Ο κρατικός έλεγχος πάνω στο συνδικαλισμό ήταν απόλυτος επί
δικτατορίας Μεταξά, και κάποια μορφή του υπήρχε και παλιότερα. Μετά τις γενικές
εκλογές του 1946, διαδοχικές κυβερνήσεις εκμεταλλεύονταν την εμφυλιοπολεμική
ατμόσφαιρα για να επηρεάζουν το διορισμό συνδικαλιστών ηγετών και να εκκαθαρίζουν τα
συνδικάτα από τους αριστερούς. Κατά συνέπεια, οι εργατικές ενώσεις σ' όλα τα επίπεδα
-από τη Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος (ΓΣΕΕ) μέχρι τα επιμέρους σωματεία και
τα τοπικά επιμελητήρια- διευθύνονταν σε όλο και μεγαλύτερη έκταση από ανθρώπους που,
λόγω των δεξιών πεποιθήσεών τους ή από οπορτουνισμό, υπάκουαν πειθήνια στην
κυβέρνηση και τους Αμερικανούς υποστηρικτές της. Η διοίκηση της ΓΣΕΕ υπάκουε στις
επιθυμίες της αμερικανικής υπηρεσίας AMAG για περιορισμό των αιτημάτων των εργατών,
και για παροχή ελάχιστων παραχωρήσεων, ίσα ίσα για να διατηρεί την εξουσία της πάνω
στα μέλη της. Η πλειοψηφία των εργατών υπέστη μείωση των πραγματικών απολαβών της
τα χρόνια 1947-50, και μάλλον συνέχισε να υποστηρίζει την Αριστερά, όπως έκανε στις
συνδικαλιστικές εκλογές πριν ανέβει στην εξουσία η Δεξιά. Γι' αυτό, ο έλεγχος των
εργατικών ενώσεων απαιτούσε διαρκή επαγρύπνηση από την πλευρά της κυβέρνησης και
των Αμερικανών συμβούλων της 66.

Το αποτέλεσμα αυτής της οικονομικής πολιτικής ήταν η συνύπαρξη εξόφθαλμων


οικονομικών προνομίων με ένα ελεεινό επίπεδο ζωής για την πλειονότητα του πληθυσμού.
Το εκτός νόμου Κομμουνιστικό Κόμμα, ως ο περισσότερο συνεπής υποστηρικτής μιας πιο
δίκαιας πολιτικής, ασκούσε μεγάλη έλξη στις μάζες των παλιών υποστηρικτών του που
διατηρούσαν το εκλογικό τους δικαίωμα, πολλοί από τους οποίους μπορούσαν, από το
1950 και μετά, να ψηφίζουν κόμματα της Αριστεράς. Κι έτσι, η ελίτ που είχε θριαμβεύσει
στον εμφύλιο -πολιτικοί, επιχειρηματίες, στρατιωτικοί και αστυνομικοί- έβλεπαν με ταραχή
ότι η επιρροή του ηττημένου εχθρού τους εξακολουθούσε να υφίσταται. Και το πρόβλημά
τους, ήταν ο περιορισμός αυτής της επιρροής μέσα σ' ένα πολιτικό σύστημα που επέτρεπε
κάποια ελευθερία του Τύπου και της ψήφου. Οι λύσεις που θα έβρισκαν, θα ήταν
μεγαλοφυείς και μερικές φορές αδυσώπητες.

Digitized by 10uk1s
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII
Η Βρετανία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ελλάδα, 1945-9
Ι. Ο. Ιατρίδης

ΤΟ ΣΚΗΝΙΚΟ

Το φθινόπωρο του 1944, η απελευθέρωση από την εχθρική κατοχή δεν έφερε μαζί της και
την αποκατάσταση του αποτελεσματικού ελέγχου της ελληνικής κυβέρνησης πάνω στις
εσωτερικές υποθέσεις και τις διεθνείς σχέσεις της χώρας. Αντιθέτως, η ταυτόχρονη ύπαρξη
δυο άκαμπτων εκφάνσεων της πραγματικότητας συνωμότησε για να υπονομεύσει τις
κυριαρχικές εξουσίες του έθνους τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, και να
δημιουργήσει μια κατάσταση διάλυσης και παράλυσης.

Η πρώτη από αυτές τις πραγματικότητες ήταν μια βαθύτατη εσωτερική κρίση, προερχόμενη
από την κατάρρευση των παραδοσιακών πολιτικών θεσμών και διαδικασιών, και την
εμφάνιση αγεφύρωτων κοινωνικών χασμάτων και μαζικής βίας. Οι πιο άμεσες ρίζες αυτής
της εσωτερικής αστάθειας βρίσκονταν στην επίδραση της κατά τον πόλεμο αντίστασης, η
οποία, όσο πατριωτικά κι αν ήταν τα κίνητρά της, βάθυνε ακόμα πιο πολύ τις μικρές
πολιτικές διαιρέσεις της χώρας, κι εξαπέλυσε ένα μαζικό κίνημα που δεν είχε το
προηγούμενό του σε ζωτικότητα και ριζοσπαστισμό. Ο διχασμός του έθνους έγινε ακόμα
πιο σοβαρός από την ερήμωση του τόπου και τα βάσανα που υπέφερε ο λαός κατά τον
πόλεμο ενάντια στον Άξονα και κατά την εξαχρειωτική εχθρική Κατοχή. Στο δημόσιο στίβο,
η καταδίκη του προπολεμικού καθεστώτος που το χαρακτήριζαν όχι μόνο η δικτατορία
Μεταξά και η αντιπαθής στο λαό μοναρχία, αλλά και τα χωρίς έμπνευση, εγωιστικά και
ουσιαστικά νεκρά αστικά κόμματα, ήταν σχεδόν ομόφωνη. Ιδεολογικά τουλάχιστον, η χώρα
ήταν ώριμη για μια σε βάθος αλλαγή. Αν όμως ήταν εύκολο να αποκηρύξει κανείς το
παρελθόν, δεν υπήρχε ομοφωνία για το τι έπρεπε να πάρει τη θέση του και σε τίνος την
άποψη για «κοινωνική δικαιοσύνη», «πρόοδο» και «δημοκρατία» θα έπρεπε να βασίζεται.

Ανέτοιμοι να καταπιαστούν με μια εποικοδομητική αναζήτηση συμβιβαστικών λύσεων σε


θεμελιώδη προβλήματα, οι πολιτικοί ηγέτες εστίαζαν τις συζητήσεις και τις πολεμικές τους
σε κενές ιδεολογικές διατριβές για περασμένα αδικήματα και αμφισβητούσαν ο ένας τη
νομιμότητα του άλλου και το δικαίωμα συμμετοχής στις κυβερνητικές διαδικασίες. Στη μια
πλευρά, οι ηγέτες των προπολεμικών αστικών κομμάτων, αβέβαιοι για τη δύναμή τους,
διαιρεμένοι από αμοιβαία δυσπιστία και τρομαγμένοι από την προοπτική ριζοσπαστικών
αλλαγών που θα μπορούσαν να τους στερήσουν την εξουσία, υπεραμύνονταν της
λατρευτής τους κοινωνικής τάξης, αποκηρύσσοντας τους αντιπάλους τους ως αντεθνικά
σκεφτόμενους, και όργανα του Σλαβοκομμουνισμού 1. Στην άλλη πλευρά, μια μαχητική
αριστερή συμμαχία χειραγωγούμενη από το Κομμουνιστικό Κόμμα ευαγγελιζόταν ένα
αόριστο πρόγραμμα κοινωνικών μεταρρυθμίσεων και, συνεπαρμένη από την
καινουριοαποκτημένη της δύναμη, τρομοκρατούσε τους αρνητές της αλλά και το
μεγαλύτερο μέρος του έθνους με το φάσμα ενός καθεστώτος μπολσεβίκικου τύπου που θα
εγκαθιδρυόταν με τη βία 2. Η ύπαρξη χιλιάδων οπλισμένων βετεράνων της αντίστασης, που
είχαν ήδη πολεμήσει αναμεταξύ τους κατά τη διάρκεια του πολέμου και που τώρα
εκπροσωπούσαν τους στρατούς των πολιτικών φατριών της Ελλάδας, έκανε ακόμα
μεγαλύτερο τον κίνδυνο να μετατραπεί σε βίαιη η αναμέτρηση. Τον Δεκέμβριο του 1944, η
εσωτερική κρίση ξέσπασε σε εμφύλιο πόλεμο μέσα και γύρω από την πρωτεύουσα 3.

Digitized by 10uk1s
Αν οι Έλληνες είχαν ξεκαθαρίσει μόνοι τους αυτή την οικογενειακή διαμάχη, οι ανώτερες
στρατιωτικές δυνάμεις και η μαζική κινητοποίηση θα είχαν δώσει το πάνω χέρι στην
Αριστερά. Αυτό, όμως, εμποδίστηκε από τη δεύτερη πραγματικότητα που αντιμετώπιζε η
Ελλάδα σ' εκείνη την κρίσιμη μεταπολεμική περίοδο: ξένη χειραγώγηση και έλεγχο,
δηλαδή, σε καταπληκτικό βαθμό.

Αναμφιβόλως, η εσωτερική κρίση είχε καταστήσει την Ελλάδα πολύ ευεπίφορη σε


εξωτερικές επιρροές, καθώς μάλιστα οι περισσότεροι Έλληνες επιθυμούσαν διακαώς να
εξασφαλίσουν πλεονεκτήματα απέναντι στους αντιπάλους τους, εξασφαλίζοντας
ταυτόχρονα ευλογίες και υποστήριξη από το εξωτερικό. Σ' όλη του τη σύγχρονη ιστορία, το
έθνος γρονθοκοπιόταν από ισχυρές εξωτερικές δυνάμεις. Ωστόσο, ο κυρίαρχος ρόλος της
Βρετανίας στην ελληνική οικονομία και ασφάλεια κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '30
και κατά τον ελληνο-ιταλικό πόλεμο του 1940-1, είχε δώσει στην αγγλική κυβέρνηση μια
μοναδική ευκαιρία να επηρεάσει τις μελλοντικές εξελίξεις στην Ελλάδα 4. Αυτή η σχέση
πελάτη-πάτρονα συσφίχτηκε σημαντικά στα χρόνια 1941-4, όταν η εξόριστη κυβέρνηση του
βασιλιά Γεωργίου Β' χρωστούσε την ύπαρξή της στη βρετανική υποστήριξη, κι οι βρετανικές
αρχές επιδίωκαν να ελέγξουν την ελληνική αντίσταση τόσο στρατιωτικά, όσο και πολιτικά.
Ένας αριθμός σημαντικών αποφάσεων των κυριότερων Συμμάχων, στις οποίες
συμπεριλαμβάνονταν εκείνες του Κεμπέκ (Αύγουστος 1943), της Μόσχας (Οκτώβριος 1943),
ξανά του Κεμπέκ (Σεπτέμβριος 1944) και ξανά της Μόσχας (Οκτώβριος 1944),
σηματοδοτούσαν την προθυμία της Ουάσιγκτον και της Μόσχας να επιτρέψουν στο
Λονδίνο να έχει ελευθερία κινήσεων στις ελληνικές υποθέσεις, για τη διάρκεια του
πολέμου τουλάχιστον. Κι από τη δική τους πλευρά, οι κυβερνήσεις Τσώρτσιλ και Άτλη, για
τις οποίες η ανατολική Μεσόγειος παρέμενε μια περιοχή ζωτικής σημασίας, συμπέραιναν
ότι τα βρετανικά συμφέροντα καθώς και εκείνα του ελληνικού έθνους, απαιτούσαν να
μείνει η Ελλάδα έξω από τη διαρκώς διευρυνόμενη σφαίρα της σοβιετικής επιρροής. Κι
όπως οι Έλληνες έδειχναν να μην είναι από μόνοι τους σε θέση να το πετύχουν, έπρεπε να
εγγυηθεί το αποτέλεσμα αυτό η Αγγλία, εμποδίζοντας μια κομμουνιστική νίκη στην Αθήνα 5.
Σύντομα, οι Ηνωμένες Πολιτείες αποδέχτηκαν τη βρετανική άποψη ότι η ελληνική
περίπτωση έπρεπε να αντιμετωπιστεί μέσα σε παγκόσμια πλαίσια, κι ότι χρειάζονταν
έκτακτα επεμβατικά μέτρα για να διαφυλαχτούν τα συμφέροντα ολόκληρης της Δύσης. Το
αποτέλεσμα ήταν να γίνει η Ελλάδα αντικείμενο ισχυρών εξωτερικών επιρροών, που οι
απώτατοι στόχοι τους προχωρούσαν πολύ περισσότερο από την ανάγκη να λυθούν τα
μεταπολεμικά προβλήματα της Ελλάδας.

Η ΑΓΓΛΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Π ο λ ι τ ι κ έ ς π ρ ο ο π τ ι κ έ ς κ α ι σ τ ό χ ο ι : Ο επεμβατικός ρόλος της Αγγλίας στη


μεταπελευθερωτική Ελλάδα προέκυψε από δυο χωριστές αλλά αλληλένδετες σκέψεις. Η
πρώτη ήταν ότι από το 1939, τότε που η Αγγλία είχε προσφέρει στην Ελλάδα μια «εγγύηση»
κατά του Άξονα, και σ' όλη τη διάρκεια των δύσκολων χρόνων του Πολέμου, της Κατοχής
και της Αντίστασης, μια σωρεία εξελίξεων είχε φορτώσει στη βρετανική κυβέρνηση το έργο
της περιφρούρησης των ελληνικών εθνικών συμφερόντων -όπως τα έβλεπαν οι
αξιωματούχοι του Λονδίνου. Για τον πρωθυπουργό Ουίνστον Τσώρτσιλ ιδίως, που είχε
απόψεις γεμάτες ισχυρογνωμοσύνη για τα βασικά ζητήματα και συχνά χειριζόταν
προσωπικά την ελληνική πολιτική, η Βρετανία είχε κερδίσει το δικαίωμα να προΐσταται
ενεργά στο θέμα της αποκατάστασης της νομιμότητας στη μεταπολεμική Αθήνα, και να
βοηθά στην παγίωση της δημόσιας τάξης. Και, μια που οι Έλληνες έδειχναν να είναι
απελπιστικά διχασμένοι και να επιδιώκουν βίαιες λύσεις, οι Άγγλοι επίσημοι ένιωθαν
υποχρεωμένοι ν' αναλάβουν αποφασιστική δράση σε κάποιες κρίσιμες ώρες, ώστε να

Digitized by 10uk1s
διατηρήσουν μια επίφαση ισορροπίας, ενόσω θα προσπαθούσαν να διατηρούν ένα είδωλο
εξουσίας σε ελληνικά χέρια. Ως αποτέλεσμα, οι πρώτες μεταπελευθερωτικές κυβερνήσεις
της Ελλάδας ήταν σχεδόν απλά βρετανικά δημιουργήματα που χρειάζονταν τις ευλογίες και
τη συνεχή υποστήριξη του Λονδίνου για να επιζήσουν μπροστά στους εσωτερικούς
αντιπάλους τους, εκπροσώπους είτε της μαχητικής Δεξιάς, είτε της μαχητικής Αριστεράς,
είτε και των δυο.

Υπήρχε ωστόσο και μια δεύτερη προϋπόθεση, που έκανε ακόμα πιο ουσιαστική την πρώτη:
τα στρατηγικά συμφέροντα. Τον Οκτώβριο του 1944, ο Τσώρτσιλ είχε ενημερώσει τον
Στάλιν ότι μετά τον πόλεμο η Βρετανία θα διεκδικούσε ξανά την κυριαρχική της θέση στη
Μεσόγειο και, κατά συνέπεια, η Ελλάδα έπρεπε να παραμείνει στη βρετανική σφαίρα
επιρροής 6. Μετά τον Ιούλιο του 1945, μπορεί η ρητορική της κυβέρνησης Άτλη-Μπέβιν να
ήταν σε χαμηλότερους τόνους από του προκατόχου τους, αλλά το ενδιαφέρον τους για την
εξασφάλιση των παραδοσιακών βρετανικών συμφερόντων δεν ήταν καθόλου μικρότερο.
Σύμφωνα με τον βιογράφο του Έρνεστ Μπέβιν, «η Ελλάδα αντιπροσώπευε το συνδετικό
κρίκο ανάμεσα στα κράτη του Βορρά και τα Βαλκάνια, κι έπρεπε να εξετάζεται με τα
κριτήρια και των μεν, και των δε. Νησιά του Αιγαίου και Κρήτη, καθώς και η ηπειρωτική
Ελλάδα, είχαν στρατιωτική σημασία στον τρόπο που έβλεπε η Αγγλία την άμυνα της οδού
προς την Ινδία, τον έλεγχο των Στενών και της εισόδου και εξόδου στη Μαύρη Θάλασσα,
καθώς και για την κυριαρχία του Βασιλικού Ναυτικού στην Ανατολική Μεσόγειο» 7.

Ανταποκρινόμενοι στη διπλή αυτή συλλογιστική, οι Άγγλοι επίσημοι επιδίωξαν να


προωθήσουν στην Αθήνα λύσεις που θα έφερναν την πολιτική σταθερότητα και τη
μετριοπάθεια, διατηρώντας ταυτοχρόνως την πρωτοκαθεδρία του Λονδίνου στους
εξωτερικούς προσανατολισμούς της Ελλάδας. Παρόλο όμως που ο Τσώρτσιλ θεωρούσε την
αποκατάσταση του βασιλιά Γεωργίου Β' στο θρόνο σαν ουσιαστικό στοιχείο για την
επιτυχία της αγγλικής πολιτικής, πολλοί ανάμεσα στους βασικούς συμβούλους του
διαφωνούσαν. Έτσι, ο υπουργός Εξωτερικών Άντονι Ήντεν «δεν είχε καμιά μεγάλη επιθυμία
να επιστρέψει αυτός (ο Γεώργιος)» 8. Ο Χάρολντ Μακμίλαν, που μέχρι τον Μάιο του 1945
ήταν υπεύθυνος για τη βρετανική πολιτική στη Μεσόγειο, έγραψε στ' απομνημονεύματά
του (Ιανουάριος 1945) ότι «πέρα, φυσικά, από τους κομμουνιστές συνωμότες του ΚΚΕ, ο
αληθινός κακός του έργου είναι ο Βασιλιάς των Ελλήνων» 9. Όπως λοιπόν το συνόψισε ο
Ήντεν, «Στόχος μας είναι μια Ελλάδα -είτε βασιλική είτε δημοκρατική- ευημερούσα, φίλη
μας και ειρηνική» 10. Ο στόχος αυτός, θα αποδεικνυόταν ηράκλειος άθλος που θα έσπρωχνε
ως τα ακραία τους όρια τις δυνατότητες και την αντοχή της Αγγλίας.

Η βρετανική πολιτική στην Ελλάδα, ήταν ασυζητητί επηρεασμένη από τον αυξανόμενο
σοβιετικό επεκτατισμό στα Βαλκάνια, τη Μέση Ανατολή, και προς την κατεύθυνση του
Περσικού Κόλπου. Ωστόσο, δεν υπήρχε κάποια χειροπιαστή απόδειξη ότι η Μόσχα
ενδιαφερόταν για την Ελλάδα 11. Ο Στάλιν ο ίδιος, με τα λόγια και τα έργα του, έδειχνε με
κάθε τρόπο ότι η χώρα αυτή δεν περιλαμβανόταν στα μεταπολεμικά του σχέδια. Μετά τη
διάσκεψη του Πότσνταμ, οι σοβιετικές επικρίσεις για τη βρετανική ανάμιξη στις ελληνικές
υποθέσεις αποδίδονταν γενικά στις ραγδαία επιδεινούμενες σχέσεις της Μόσχας με τους
μεγάλους συμμάχους της, και τη θεωρούσαν απλώς σαν μια προειδοποίηση προς τη Δύση
να μην ανακατωθεί στα υπόλοιπα Βαλκάνια και την ανατολική Ευρώπη. Ο φόβος των
Άγγλων αξιωματούχων ήταν η πιθανότητα -ίσως και η βεβαιότητα- ότι νίκη της υπό
κομμουνιστικό έλεγχο Αριστεράς στην Ελλάδα θα δημιουργούσε συνθήκες τόσο ευνοϊκές
για τη Σοβιετική Ένωση, που θα παρακινούσαν τον Στάλιν να ενδιαφερθεί ενεργά και γι'
αυτή τη βαλκανική χώρα 12. Ένα κομμουνιστικό καθεστώς στην Αθήνα, θα εξασφάλιζε στη
Μόσχα απευθείας πρόσβαση στη Μεσόγειο και θα εκμηδένιζε την αξία των Στενών ως
φραγμού στο σοβιετικό ναυτικό. Για να εμποδίσει μια τέτοια εξέλιξη, η βρετανική

Digitized by 10uk1s
κυβέρνηση έπρεπε να εξουδετερώσει τους Έλληνες κομμουνιστές, που δεν είχε καμιά
ελπίδα να τους θέσει υπό τον έλεγχό της. Κι ακόμα, για να αποθαρρύνει οποιοδήποτε
όψιμο ενδιαφέρον των Σοβιετικών για τις ελληνικές υποθέσεις, πράγμα που δεν μπορούσε
να το κάνει μόνη της, έπρεπε η Αγγλία να εξασφαλίσει την υποστήριξη της Ουάσιγκτον 13. Κι
από 'κεί και μετά, οι βρετανικοί αντικειμενικοί στόχοι θα περιορίζονταν στη δημιουργία
εκείνων των βασικών προϋποθέσεων πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας που θα
επέτρεπαν στους μετριοπαθείς Έλληνες να βρουν λογικές λύσεις στα εσωτερικά
προβλήματα της χώρας τους.

Τ α κ τ ι κ έ ς : Την ώρα της απελευθέρωσης, οι Άγγλοι επίσημοι είχαν εμπιστευτεί την επιτυχία
των σχεδίων τους στην πολιτική δεξιοτεχνία του Γεωργίου Παπανδρέου, ο οποίος συνδύαζε
τα εξαίρετα πιστοποιητικά του ως Φιλελεύθερος, με μια αμείλικτη εχθρότητα για τους
κομμουνιστές. Όμως, η εξέγερση στην Αθήνα τον Δεκέμβριο του 1944, που την κατέστειλαν
τα αγγλικά στρατεύματα ύστερα από σκληρές μάχες, τερμάτισε απότομα την
αποτελεσματικότητα του Παπανδρέου, και μετέτρεψε ένα σοβαρό πολιτικό διχασμό σε
εθνική βεντέτα την οποία ούτε ένας Έλληνας πολιτικός έδειχνε ικανός να χειριστεί. Κι
ακόμα, έδωσε θάρρος σε ακροδεξιούς και δοσιλόγους, που τώρα έβγαιναν στην παρέλαση
ως οι σωτήρες του έθνους απ' τον Σλαβοκομμουνισμό. Καθώς βρέθηκαν από λάθος σχεδόν
σε πλήρη έλεγχο των ελληνικών δημοσίων πραγμάτων, οι Άγγλοι στράφηκαν στον
αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό που, από τη θέση του αντιβασιλιά, έγινε το κεντρικό πρόσωπο
του απελπιστικά διασπασμένου κόσμου της ελληνικής πολιτικής. Ισχυρές βρετανικές
πιέσεις ανάγκασαν τις ελληνικές φατρίες, καθώς και το βασιλιά που βρισκόταν ακόμα στο
Λονδίνο, να αποδεχτούν την ηγεσία του Δαμασκηνού και να καταλήξουν στη συμφωνία της
Βάρκιζας (12 Φεβρουαρίου 1945) που θα ήταν η βάση για την επίλυση των κρίσιμων
προβλημάτων του έθνους, συμπεριλαμβανομένων του μέλλοντος της μοναρχίας, της
παροχής αμνηστίας, της εκκαθάρισης των δοσιλόγων της Κατοχής και της διεξαγωγής
εκλογών14. Προς μεγάλη απογοήτευση όλων των αστικών φατριών, οι Άγγλοι αρνήθηκαν να
κυνηγήσουν και νικήσουν τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ στην ύπαιθρο, αλλά ικανοποιήθηκαν με
την τυπική παράδοση του οπλισμού τους 15 . Κατά τα άλλα, οι Άγγλοι έλπιζαν να
εξουδετερώσουν τους κομμουνιστές πατρονάροντας ένα μετριοπαθές πολιτικά Κέντρο, και
συγκεντρώνοντας πίσω του όλες τις προοδευτικές αστικές δυνάμεις 16. Για να καθησυχάσει
τους αντιβασιλικούς στο συνταγματικό ζήτημα, το Λονδίνο ενέκρινε την επιλογή του
Δαμασκηνού ο οποίος ανέθεσε την πρωθυπουργία στον αμετακίνητο δημοκράτη Νικόλαο
Πλαστήρα 17.

Εκτός από το ότι επέβλεπαν όλους τους βασικούς πολιτικούς διακανονισμούς, οι Άγγλοι
επιχείρησαν να προικίσουν τις αρχές της Αθήνας με τα πιο βασικά μέσα για την επίτευξη
σταθερότητας και ανάκαμψης. Άγγλοι ειδικοί αγωνίζονταν να επιβάλουν νομισματικούς
ελέγχους, να διαχειριστούν προγράμματα βοήθειας και να παράσχουν συμβουλές σε
οικονομοτεχνικά προβλήματα. Μια Βρετανική Αστυνομική Αποστολή με πάρα πολύ
εκτεταμένες αρμοδιότητες στάλθηκε να επιβλέψει τη δημιουργία και εκπαίδευση νέας
αστυνομίας και χωροφυλακής, με την ελπίδα ότι η τάξη και η εμπιστοσύνη στο κράτος θα
μπορούσαν να αποκατασταθούν σ' όλη τη χώρα. Μια Βρετανική Στρατιωτική Αποστολή,
υποστηριζόμενη από ένα μικρό στρατιωτικό σώμα, ανέλαβε να εκπαιδεύσει και εξοπλίσει
ένα νέο εθνικό στρατό, απαλλαγμένο από πολιτικές επεμβάσεις και φαβοριτισμούς. Όμως,
παρόλο που η επιρροή τους ήταν αισθητή σε κάθε τμήμα του κρατικού μηχανισμού 18, οι
Άγγλοι εξακολούθησαν ν' αντιμετωπίζουν το ρόλο τους στην Ελλάδα ως ουσιαστικά
προσωρινό και επικουρικό. Περίμεναν από τις ελληνικές αρχές ν' αναλάβουν αυτές την
ευθύνη όλων των τομέων της εσωτερικής διοίκησης, αμέσως μόλις θα υπήρχε μια
εκλεγμένη κυβέρνηση.

Digitized by 10uk1s
Οι Άγγλοι, στην αντιμετώπιση των μεταπελευθερωτικών προβλημάτων της Ελλάδας, είχαν
απέναντί τους μια σοβαρότατη τροχοπέδη: τις δικές τους, πολύ ουσιαστικές οικονομικές
δυσκολίες. Οι Έλληνες πολιτικοί ανέμεναν να πάρουν από τους Συμμάχους μαζική
οικονομική βοήθεια, την οποία η Αγγλία, την επαύριο του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου,
δεν ήταν, απλώς, σε θέση να παράσχει. Η πραγματική όμως αιτία της σύγχυσης, που
μπέρδευε τους Άγγλους αξιωματούχους στο Λονδίνο και την Αθήνα, πήγαζε από ένα πολύ
πιο θεμελιώδες θέμα: έπιαναν τους εαυτούς τους να επεμβαίνουν και ουσιαστικά να
«κυβερνούν» ένα κράτος για το οποίο πίστευαν ότι ήταν φιλικό, κι επιδίωκε με ζήλο την
ανεξαρτησία και την κυριαρχία του. Οι Άγγλοι, όμως, είχαν όλη την ευθύνη (και σ' αυτούς
επέρριπταν όλο το φταίξιμο) της διαχείρισης των ελληνικών δημοσίων υποθέσεων, χωρίς
όμως και να αναλαμβάνουν τον απευθείας έλεγχο και τις ενέργειες εκείνες που μπορεί να
τους εξασφάλιζαν την επιτυχία. Όσο αναγκαία κι όσο ελπιδοφόρα κι αν ήταν μια πολιτική
που θα σχεδίαζαν στο Λονδίνο ή την Αθήνα, ήταν μοιραίο ν' αποτύχει αν δεν την
εφάρμοζαν οι αρμόδιες ελληνικές αρχές. Παράλυτοι μπροστά στο κολοσσιαίο μέγεθος του
έργου τους, κι απασχολημένοι έντονα από τις μαινόμενες πολιτικές τους έχθρες, οι Έλληνες
αξιωματούχοι δεν μπόρεσαν να πειστούν να εφαρμόσουν τα σχέδια του Λονδίνου. Σε
έσχατη περίπτωση, ο Άγγλος πρεσβευτής, με τη συγκατάθεση του αντιβασιλιά, μπορούσε
να αντικαταστήσει τον πρωθυπουργό με κάποιον άλλο που αναμενόταν ότι θα ήταν πιο
υπάκουος στις συμβουλές του Λονδίνου. Οι Άγγλοι στρατιωτικοί σύμβουλοι, πάλι,
μπορούσαν να εισηγηθούν μέτρα που θα έκαναν τις δυνάμεις ασφαλείας πιο
αποτελεσματικές στην καταστολή των αυξανόμενων αντάρτικων ομάδων.

Όμως, ενώ στην Αθήνα ο πρεσβευτής Ρέτζιναλντ Λήπερ ήταν διατεθειμένος να παίξει
σκληρό παιχνίδι, το Λονδίνο δεν ήταν. Ο Λήπερ δεν έχανε ευκαιρία να κάνει κήρυγμα στους
Έλληνες πολιτικούς για την ανάγκη μετριοπάθειας και «κοινωνικής δικαιοσύνης», για να
μπορέσει η χώρα να συνέλθει από τα πλήγματα του πολέμου και της εμφύλιας διαμάχης 19.
Το Λονδίνο όμως δεν ήθελε να παραεμπλακεί στις ελληνικές υποθέσεις. «Δε νομίζω πως
πρέπει να αναλάβουμε εμείς την ευθύνη να διδάξουμε τους Έλληνες πώς να φτιάξουν ένα
πρόγραμμα κοινωνικής δικαιοσύνης», προειδοποιούσε τον υπουργό του των Εξωτερικών ο
Τσώρτσιλ. «Αυτό είναι κάτι που πρέπει να το κάνουν μόνοι τους... Εμείς δεν επιθυμούμε να
εμπλακούμε και πάρα πολύ στις εσωτερικές υποθέσεις της Ελλάδας αλλά, αντιθέτως, να
πάρουμε τα στρατεύματά μας από 'κεί όσο πιο σύντομα μπορούμε» 20. Αργότερα, όταν ο
Λήπερ προέτρεπε την κυβέρνηση των Εργατικών να επιμείνει δημοσίως να δεχτούν οι
Έλληνες «μια κυβέρνηση που να βρίσκεται ανάμεσα στα δυο άκρα... μια δημοκρατική
κυβέρνηση που να αποτελείται από άντρες με σύγχρονες και προοδευτικές ιδέες, οι οποίοι
να βάζουν πρώτα τα συμφέροντα του λαού», ο Μπέβιν απέρριψε την πρόταση επειδή
παραήταν «δραστική». Το Φόρεϊν Όφις υπενθύμισε τότε στον Λήπερ ότι «το καθήκον μας
είναι να καθόμαστε στις κερκίδες και να επιβλέπουμε να είναι τίμιος ο αγώνας, κι όχι να
παίρνουμε οι ίδιοι μέρος στον αγώνα»21. Πιο εύκολα όμως το έλεγε, παρά το έκανε κανείς,
να «κάθεται στις κερκίδες» στη μεταπολεμική Αθήνα, και στην ελληνική πολιτική δεν
υπήρχε κάτι τέτοιο σαν τον «τίμιο αγώνα». Μετά τη διάσκεψη του Πότσνταμ, όπου οι
εξελίξεις στην ανατολική Ευρώπη αποτέλεσαν σημείο μεγάλων τριβών ανάμεσα στη
σοβιετική κυβέρνηση και τους Δυτικούς πρώην συμμάχους της, η βρετανική κυβέρνηση
επιθυμούσε ακόμα πιο πολύ να μη φανεί ότι επεμβαίνει ανοιχτά στις ελληνικές υποθέσεις.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, κι ενώ οι Βρετανοί επίσημοι αγωνιούσαν για το ποια έπρεπε
να είναι η επόμενη κίνησή τους στην Αθήνα, η Ελλάδα παρασυρόταν στην πολιτική
παράλυση και τον εμφύλιο πόλεμο.

Ο Πλαστήρας, που θεωρούσε την κυβέρνησή του «αριστερή και δημοκρατική» και που,
μετά τη νίκη των Εργατικών στην Αγγλία ανακοίνωσε ότι η Ελλάδα έπρεπε να γίνει
Δημοκρατία χωρίς να μεσολαβήσει δημοψήφισμα 22, έριχνε κι άλλο λάδι στη φωτιά της

Digitized by 10uk1s
πολιτικής. Δεν έδειχνε όρεξη να τιμωρήσει τους δοσίλογους. Προσπαθούσε να γεμίσει το
στρατό με τους φίλους του και περίμενε από τους Άγγλους να λύσουν τα νομισματικά και
οικονομικά προβλήματα της χώρας του. Όπως κι ο Παπανδρέου πριν απ' αυτόν,
αποδείχτηκε ανίκανος να προσελκύσει και να οικοδομήσει γύρω του μια ομάδα
μετριοπαθών Κεντρώων που θα μπορούσε να δώσει στη χώρα σταθερότητα και εθνική
προοπτική. Αντιθέτως, κατόρθωσε να προκαλέσει τη μανία των βασιλοφρόνων που
θορυβούσαν ζητώντας την επιστροφή του βασιλιά. Στις αρχές του Απριλίου 1945, ο Λήπερ
έπεισε τελικά τον αντιβασιλιά να διώξει τον Πλαστήρα και να διορίσει μια υπηρεσιακή
κυβέρνηση με επικεφαλής τον ναύαρχο Πέτρο Βούλγαρη, που υποσχέθηκε να οδηγήσει το
έθνος στο δημοψήφισμα και σε εκλογές «πρόσω ολοταχώς»23. Χωρίς δεσμούς με πολιτικές
φατρίες και καθόλου χαρισματικός, ο Βούλγαρης δεν προσέλκυσε την υποστήριξη κανενός,
αλλά προκάλεσε τις επικρίσεις των πάντων. Καθόταν και παρακολουθούσε, χωρίς να
μπορεί να κάνει τίποτα, τις ολοένα αυξανόμενες διώξεις των αριστερών από τη Δεξιά, και
έβλεπε σημαντικές οικονομικές μεταρρυθμίσεις που είχε εισηγηθεί ο αντιπρόεδρος της
κυβέρνησής του και υπουργός Εφοδιασμού Κυριάκος Βαρβαρέσος να εγκαταλείπονται,
ύστερα από επιθέσεις τόσο της Δεξιάς όσο και της Αριστεράς 24. Τον Σεπτέμβριο του 1945
πια, η χώρα αντιμετώπιζε την οικονομική κατάρρευση, ενώ η πολιτική βία εξακολουθούσε
να ογκώνεται. Όταν ο Βούλγαρης δοκίμασε να παραιτηθεί, ο αντιβασιλιάς κι ο Λήπερ δεν
του το επέτρεψαν: δεν μπορούσαν να βρουν κανένα ικανό να σχηματίσει μια καινούρια
κυβέρνηση. Αντιθέτως, ο Δαμασκηνός ταξίδεψε στο Λονδίνο για να εξασφαλίσει
υποστήριξη σ' ένα καινούριο σχέδιο που μπορεί να έβγαζε την Αθήνα από το αδιέξοδο.

Ο Δαμασκηνός φοβόταν ότι, κάτω από τις συνθήκες που επικρατούσαν στην Ελλάδα, ένα
δημοψήφισμα για το ζήτημα του θρόνου θα είχε ως αποτέλεσμα την άμεση επιστροφή του
βασιλιά, πράγμα που θα άνοιγε το δρόμο για ένα δεξιό καθεστώς, που με τη σειρά του θα
κλιμάκωνε ακόμα πιο πολύ την πόλωση και τη βία. Αυτό που πρότεινε, λοιπόν, ήταν να
καθυστερήσει το δημοψήφισμα (που, κατά τη συμφωνία της Βάρκιζας έπρεπε να γίνει πριν
από τις εκλογές και μέσα στο 1945) και να γίνουν πρώτα οι εκλογές, με την ελπίδα ότι μια
εκλεγμένη κυβέρνηση με αρκετά πλατιά βάση θα μπορούσε ν' αποκαταστήσει βαθμιαία
κάποιο μέτρο σταθερότητας και τάξης. Ύστερα απ' αυτό, η χώρα θα ήταν καλύτερα
προετοιμασμένη να αντιμετωπίσει το εκρηκτικό ζήτημα του θρόνου. Ωστόσο, δεν ήθελε να
παρουσιάσει δημοσίως αυτό το σχέδιο σαν δικό του. Για να αναγκαστεί να το δεχτεί η
Δεξιά, έπρεπε ν' ανακοινωθεί πως την εφαρμογή του απαιτούσε η αγγλική κυβέρνηση 25. Ο
Μπέβιν, που δεν είχε καμιά επιθυμία να υποστηρίξει την υπόθεση του βασιλιά,
προσυπέγραψε την αλλαγή της σειράς δημοψηφίσματος και εκλογών αλλά δίσταζε να
φορτώσει στην κυβέρνησή του την τυπική ευθύνη για την πρόταση του αντιβασιλιά. Κι
υποχώρησε μόνο όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες συμφώνησαν να μοιραστούν με το Λονδίνο
την πατρότητα του σχεδίου 26. Για τους Άγγλους, ο διακανονισμός αυτός, μαζί με το ότι η
Ουάσιγκτον συμφωνούσε να παίξει σημαντικό ρόλο στην επίβλεψη των ελληνικών
εκλογών, ήταν ένα ευπρόσδεκτο σημάδι πως οι Αμερικανοί ήταν επιτέλους έτοιμοι να
επωμιστούν ένα σημαντικό μέρος των ελληνικών βαρών.

Το σχέδιο του Δαμασκηνού, αποδείχτηκε εν μέρει μόνο επιτυχημένο. Καθώς ήταν επισήμως
ταυτισμένο με τις επιθυμίες Βρετανίας και Ηνωμένων Πολιτειών, δεν ήταν εύκολο να
αντιμετωπιστεί με επιτυχία από την ελληνική Δεξιά, που άλλαξε τώρα τακτική κι έριξε το
βάρος της στις πρόωρες βουλευτικές εκλογές. Με την Αριστερά ηττημένη και σε σύγχυση,
και το κεντρώο Κόμμα των Φιλελευθέρων κατατεμαχισμένο, η Δεξιά (το Λαϊκό Κόμμα)
βάλθηκε να κερδίσει τις εκλογές και ν' ανοίξει το δρόμο για την αποκατάσταση της
μοναρχίας. Έτσι, αντί να εκτονώσει την κατάσταση, η αναβολή του δημοψηφίσματος όξυνε
μόνο το κλίμα, κι ανέβασε τον τόνο της εκλογικής αντιπαράθεσης 27.

Digitized by 10uk1s
Και ενώ ο Μπέβιν διαβεβαίωνε προσωπικά τον Δαμασκηνό ότι κάθε απόπειρα
πραξικοπήματος, είτε από τη Δεξιά είτε από την Αριστερά, θα πατασσόταν από Άγγλους
στρατιώτες, ο Λήπερ ενορχήστρωνε το σχηματισμό μιας δημοκρατικής κυβέρνησης κάτω
από την ηγεσία του Φιλελεύθερου ηγέτη Θεμιστοκλή Σοφούλη. 28 Αναγγέλθηκε επίσης ένα
αγγλικό δάνειο δέκα εκατομμυρίων λιρών, καθώς και η ίδρυση μιας υπό βρετανικό έλεγχο
νομισματικής επιτροπής που θα σταθεροποιούσε την καταρρέουσα δραχμή. Ωστόσο, η
Αγγλία δε θα παρείχε οικονομική βοήθεια για ένα μακροπρόθεσμο πρόγραμμα ανάκαμψης
και ανοικοδόμησης 29. Ο Λήπερ συνέχισε να παίζει το ρόλο του χεριού που καθοδηγούσε
τον Έλληνα πρωθυπουργό, επιφέροντας αλλαγές στο υπουργικό συμβούλιο και
αντιτιθέμενος σε διορισμούς ηγετικών στελεχών στις ένοπλες δυνάμεις και τη χωροφυλακή.
Όμως, παρά τις ακάματες προσπάθειες του πρεσβευτή, «οι μετριοπαθείς» αρνούνταν να
συνεργαστούν και να σχηματίσουν ένα βιώσιμο Κέντρο. Οι εθνικές εκλογές της 31ης
Μαρτίου 1946, τις οποίες όλες οι φατρίες εκτός από τους Λαϊκούς προσπάθησαν ν'
αναβάλουν, και τις οποίες μποϊκοτάρισε η Αριστερά, είχαν ως αποτέλεσμα μια καθαρή νίκη
των βασιλοφρόνων και το σχηματισμό δεξιάς κυβέρνησης υπό την ηγεσία του
Κωνσταντίνου Τσαλδάρη. Τρεις βδομάδες νωρίτερα, ο Λήπερ είχε πάρει μετάθεση και τον
είχε αντικαταστήσει ο σερ Κλίφορντ Νόρτον.

Οι οδηγίες του Φόρεϊν Όφις στον καινούριο άνθρωπό του στην Αθήνα, περιλάμβαναν την
προτροπή να μην επεμβαίνει στις εσωτερικές ελληνικές υποθέσεις όσο ο προκάτοχός του:
το Λονδίνο ήθελε να περιορίσει την ανάμιξή του, κι εξακολουθούσε να ελπίζει ότι μια
κυβέρνηση συνασπισμού των προοδευτικών στοιχείων, με πλατιά βάση, θα εφάρμοζε μια
πολιτική μετριοπάθειας και οικονομικής ανάκαμψης 30. Όπως όμως οι Λαϊκοί δεν έχαναν
ευκαιρία να πάνε κόντρα στους Άγγλους συμβούλους τους, ο Νορτον δεν μπόρεσε να
ξεφύγει από τη δίνη της αθηναϊκής πολιτικής. Όταν εξέφρασε την άποψη ότι η αντιβασιλεία
του Δαμασκηνού θα μπορούσε να παραταθεί ως το 1948, οι βασιλόφρονες κατηγόρησαν
τον πρεσβευτή ότι εργαζόταν κατά της επιστροφής της βασιλείας 31 . Ο Δαμασκηνός
απαίτησε από τον Νόρτον να κάνει κήρυγμα στον Τσαλδάρη για τους κινδύνους ενός
πρόωρου δημοψηφίσματος, και για τις υπερβολές της Δεξιάς που είχαν στόχο ολόκληρο το
φάσμα των δημ