You are on page 1of 9

ΚΟΜΜΑΤΙ ΜΟΝΟΛΟΓΟΥ

ΣΑΜΟΥΕΛ ΜΠΕΚΕΤ

Αυλαία.
Αμυδρό διάχυτο φως.
Ο Ομιλητής στέκεται λίγο αριστερά από το κέντρο της σκηνής, προς το κοινό. Άσπρα μαλλιά, άσπρη
μακριά νυχτικιά, άσπρες κάλτσες. Λίγα μέτρα αριστερά του στο ίδιο επίπεδο και στο ίδιο ύψος μια
λάμπα με στρογγυλό μεγάλο λαμπογυάλι με χαμηλό φως. Στο δεξιό ακραίο σημείο της σκηνής, μόλις
διακρίνεται το άσπρο πόδι ενός κρεβατιού.
10” σιωπής προτού αρχίσει ο Ομιλητής.
50” πριν από το τέλος του μονολόγου, το φως της λάμπας αρχίζει να χαμηλώνει.
Στο τέλος η λάμπα σβήνει. Σιωπή. Ο Ομιλητής, η λάμπα, το πόδι του κρεβατιού μόλις διακρίνονται
από το χαμηλό διάχυτο φως. Αλλα 10”. Σιωπή.
Αυλαία.

ΟΜΙΛΗΤΗΣ:
Γέννα και θάνατος γι αυτόν.
Πάλι.
Λίγες λέξεις.
Το ίδιο πεθαίνοντας.
Η γέννα ήταν ο θάνατός του.
Φριχτή γκριμάτσα από τότε
έφτανε ως τα βλέφαρα.
Στην κούνια στα σπάργανα.
Πρώτο φιάσκο ο θηλασμός.
Με τα βήματα από τη μάνα στη νταντά και πάλι.
Φασκιωμένος γύρω γύρω.
Έτσι απαίσια μορφάζοντας.
Από θάνατο σε θάνατο, ως τώρα.
Αυτή τη νύχτα.
Δυόμισι δισεκατομμύρια δευτερόλεπτα.
Πάλι.
Δυόμισι δισεκατομμύρια δευτερόλεπτα.
Δύσκολο να το πιστέψεις τόσα πολλά.
Από θάνατο σε θάνατο.
Κηδείες αυτών... που παρ' ολίγο θα τους έλεγες αγαπημένους.
Τρεις χιλιάδες νύχτες.
Δύσκολο να το πιστέψεις τόσο λίγες.
Γέννηση θάνατος της νύχτας.
Ο ήλιος από καιρό πεσμένος πίσω από τα πεύκα.
Φρέσκα πευκοβέλονα προς το πράσινο.
Το σκοτάδι κυριαρχεί στο δωμάτιο.
Ώσπου αμυδρό φως μιας σταθερής λάμπας.
Χαμηλωμένο φυτίλι.
Και τώρα.
Αυτή η νύχτα.
Τη στιγμή που πέφτει.
Κάθε σούρουπο.
Αμυδρό φως στο δωμάτιο.
Αγνωστο από πού.
Οπωσδήποτε όχι από το παράθυρο.
Όχι.
Από πού αλλού;
Τέτοιο πράγμα από πουθενά.
Πλησιάζει ψηλαφητά στο παράθυρο και κοιτάζει έξω.
Στέκεται εκεί κοιτώντας έξω.
Ακίνητος κοιτάζοντας έξω.
Τίποτα να σαλεύει στο μαύρο κενό.
Επιστρέφει ψηλαφητά εκεί που βρίσκεται η λάμπα.
Βρισκόταν.
Όταν την άφησε.
Σκόρπια σπίρτα στη δεξιά τσέπη.
Ανάβει ένα.
Τρίβοντάς το στο παπούτσι, έτσι όπως το συνήθιζε ο πατέρας.
Φωτίζεται αχνά το λαμπογυάλι.
Το ακουμπάει.
Το σπίρτο σβήνει.
Ανάβει δεύτερο, όπως πρώτα.
Βγάζει το λαμπογυάλι.
Σύννεφο καπνός.
Το κρατάει στο αριστερό χέρι.
Το σπίρτο σβήνει.
Τρίτο σπίρτο όπως πριν.
Ανάβει το φυτίλι.
Τοποθετεί το λαμπογυάλι.
Το σπίρτο σβήνει:
Βάζει τη λάμπα στη θέση της.
Χαμηλώνει το φυτίλι.
Επιστρέφει στο σύνορο του σκοταδιού.
Γυρίζει το πρόσωπο προς τα ανατολικά.
Τοίχος γυμνός.
Τόσο σκοτεινός, ττάνω.
Ακίνητος.
Νύχτωμα.
Παράθυρο:
Λάμπα.
Επιστροφή στο ημίφως.
Στέκεται ατενίζοντας το γυμνό τοίχο.
Καλυμμένος με φωτογραφίες κάποτε.
Φωτοραφίες·αυτών... που παρ' ολίγο ν' αγαπήσει κάποτε.
Χωρίς κορνίζα.
Χωρίς τζάμι.
Στερεωμένες στον τοίχο με πινέζες.
Σε κάθε σχήμα και μέγεθος.
Η μια κάτω από την άλλη.
Χαμένες.
Αποσπασμένες βίαια και σκορπισμένες.
Σκορπισμένες σ' όλο το πάτωμα.
Ασκούπιστα.
Κανένα ξέσπασμα για... λέξη καμιά.
Ξεσκισμένες απ' τον τοίχο και ριγμένες σωρό στο πάτωμα.
Για χρόνια.
Χρόνια από νύχτες.
Τώρα τίποτα στον τοίχο μόνο οι πινέζες.
Όχι όλες.
Μερικές βγαλμένες με σουγιά.
Μερικές ακόμα μπηγμένες με κομμάτια φωτογραφίες.
Έτσι στέκεται εκεί κοιτώντας το γυμνό τοίχο.
Ξεθωριασμένος.
Ούτε πολύ ούτε λίγο.
Όχι.
Λίγο.
Λίγο ξεθωριασμένος.
Για πάντα λίγο.
Σαν το φως του σούρουπου.
Στέκεται εκεί κοιτάζοντας ανατολικά.
Γυμνή τρυπημένη επιφάνεια, άλλοτε άσπρη στον ίσκιο.
Κάποτε θα μπορούσες να τους αναγνωρίσεις.
Εκεί ήταν ό πατέρας.
Αυτό το γκρίζο κενό.
Εκεί η μητέρα.
Εκεί μια άλλη φορά.
Εδώ μαζί.
Χαμογελούν.
Ημέρα γάμου.
Εκεί κι οι τρεις τους.
Αυτή η γκρίζα κηλίδα.
Εκεί μονάχος.
Συνέχεια.
Όχι τώρα.
Ξεχασμένο.
Όλα χάνονται τόσο μακριά.
Φευγάτα.
Ξεσκισμένα σκορπισμένα σκουπίδια.
Σκορπισμένα στο πάτωμα.
Μαζεμένα κάτω απ' το κρεβάτι κι αφημένα.
Χιλιάδες κομματάκια κάτω απ' το κρεβάτι, γεμάτα σχόνι κι αράχνες.
Και το... αυτοί όλοι που παρ' ολίγο ν' αγαπήσει κάποτε.
Στέκεται κοιτάζοντας τον τοίχο ατενίζοντας το κενό.
Τίποτα ούτε εδώ ούτε εκεί.
Τίποτα να κινείται δώθε κείθε.
Τίποτα να κινείται πουθενά.
Τίποτα να δει, κάπου.
Τίποτα ν' ακούσει από κάπου.
Άλλοτε το δωμάτιο γεμάτο ήχους.
Χαμηλούς ήχους.
Άγνωστο από πού;
Λιγότεροι και πιο χαμηλοί με το πέρασμα του χρόνου.
Το πέρασμα των νυχτών.
Τώρα σιωπή.
Όχι.
Όχι σαν σιωπή.
Βροχή κάποιες νύχτες σιγανό χτύπημα στα παντζούρια.
Ή στάζοντας αργά κάπου.
Ακόμα και τώρα.
Η λάμπα καπνίζει αν και το φυτίλι είναι χαμηλωμένο.
Παράξενο.
Λεπτός καπνός βγαίνει από το στόμιο του γυαλιού.
Χαμηλή οροφή καπνισμένη νύχτα με τη νύχτα.
Σκοτεινή ακαθόριστη κηλίδα στην επιφάνεια κάποτε άσπρη.
Στέκεται κοιτάζοντας τον τοίχο έπειτα από διάφορες κινήσεις που περιγράφηκαν.
Την ώρα που πέφτει η νύχτα με το μακρύ το νυχτικό και τις κάλτσες.
Όχι.
Ήδη μέσα τους.
Όλη τη νύχτα.
Όλη τη νύχτα όλη τη μέρα.
Στο σούρουπο με το μακρύ του νυχτικό και τις κάλτσες να βρει το δρόμο του ψηλαφητά προς το
παράθυρο.
Αμυδρό φως στο δωμάτιο.
Σταθερά αμυδρό.
Από πού άγνωστο.
Στέκεται ακίνητος κοιτάζοντας έξω.
Στο μαύρο κενό.
Τίποτα.
Τίποτα να κινείται.
Που μπορεί να δει.
Να ακούσει.
Πετρωμένος ανίκανος λες να ξανακουνηθεί.
Ή δίχως θέληση να ξανακουνηθεί.
Όχι αρκετή θέληση να ξανακουνηθεί.
Τέλος γυρίζει, ψηλαφώντας προς το μέρος της λάμπας.
Σκέφτεται πως ξέρει.
Πού ήταν τελευταία.
Όταν έφυγε τελευταία.
Σπίρτα για τη λάμπα όπως. ήδη έχει περιγραφεί.
Δεύτερο για το λαμπογυάλι.
Τρίτο για το φυτίλι.
Το λαμπογυάλι πάνω στη λάμπα.
Χαμηλώνει το φυτίλι.
Επιστρέφει στο ημίφως, γυρίζει να δει τον τοίχο.
Ανατολικά.
Ακίνητος όπως η λάμπα, δίπλα του.
Νυχτικό κάλτσες διακρίνονται αμυδρά.
Κάποτε άσπρα.
Άσπρα μαλλιά αντανακλούν το φως.
Πόδια κρεβατιού μόλις διαγράφονται στο φως.
Κάποτε άσπρα να φαίνονται.
Στέκεται εκεί κοιτώντας στο κενό.
Τίποτα.
Άδειο σκοτάδι.
Ώσπου η πρώτη λέξη πάντα η ίδια.
Νύχτα με νύχτα πάντα η ίδια.
Γέννηση.
Έπειτα αργά αχνό φως πάνω σε μια απροσδιόριστη φιγούρα.
Αναδύεται μέσα στο σκοτάδι.
Κοιτάζοντας ανατολικά.
Ο ήλιος από ώρα χάθηκε πίσω από τα πεύκα.
Φως που ξεψυχά.
Σύντομα δε μένει τίποτα να πεθάνει.
Όχι.
Όχι κάτι σα μη φως.
Χωρίς αστέρια ασέληνος ο ουρανός.
Ξεψυχά μα δεν πεθαίνει.
Εκεί στο σκοτάδι αυτό το παράθυρο.
Η νύχτα πέφτει αργά.
Μάτια στο μικρό παράθυρο ατενίζουν την πρώτη νύχτα.
Στο τέλος στρέφονται να δουν το σκοτεινό δωμάτιο.
Εκεί αργά στο βάθος ένα αδιόρατο χέρι.
Κρατώντας ψηλά ένα αναμμένο δαυλί.
Στη φλόγα του φαίνονται το χέρι και η λευκή λάμπα.
Έπειτα ένα δεύτερο χέρι.
Στο φως του δαυλιού.
Παίρνει τη λάμπα και χάνεται.
Επανεμφανίζεται χωρίς τίποτα.
Παίρνει το λαμπογυάλι.
Δυο χέρια και λαμπογυάλι στο φως του δαυλιού.
Δαυλί στό φυτίλι.
Λαμπογυάλι πάνω στη λάμπα.
Το χέρι με το δαυλί χάνεται.
Και το άλλο χέρι.
Λαμπογυάλι μόνο στο σκοτάδι.
Το χέρι με τη λάμπα ξανάρχεται.
Λάμπα πάλι στη θέση της.
Χαμηλώνει το φυτίλι.
Εξαφανίζεται.
Ωχρή λάμπα μόνη στο σκοτάδι.
Λάμψη από μπρούντζο χάνεται.
Η γέννηση θάνατος γι' αυτόν.
Αυτό το ανατριχιαστικό χαμόγελο.
Τριάντα χιλιάδες νύχτες.
Στέκεται στο σύνορο του φωτός της λάμπας ατενίζοντας το κενό.
Πάλι μέσ' στη μαύρη τρύπα. Τα χέρια έφυγαν.
Το φως έφυγε.
Έφυγαν.
Πάλι και πάλι.
Έφυγαν ξανά και ξανά.
Ώσπου πάλι το σκοτάδι, αποσύρεται.
Γκρίζο φως.
Βροχή καταρράχτης.
Ομπρέλες γύρω από το μνήμα.
Κοιτάζουν από πάνω.
Ξεχύνονται μαύρα σύννεφα.
Μαύρη τάφρος από κάτω.
Η βροχή φουσκάλες μέσ' στο μαύρο λάκκο.
Άδειος για την ώρα.
Αυτός ο τόπος από κάτω.
Ποιον.., παρ' ολίγο να πει τον μόνο που αγάπησε.
Τριάντα δευτερόλεπτα.
Πρόσθεσε και τα άλλα δυόμισι τρισεκατομμύρια περιττά.
Έπειτα σβήσιμο.
Μαύρη τρύπα ξανά.
Ευλογημένο σκοτάδι.
Όχι.
Όχι κάτι σαν τρύπα.
Στέκεται ατενίζοντας στο βάθος μισοπροφέροντας.
Αυτός;
Οι λέξεις πέφτουν από το στόμα του.
Ικανοποιημένος από το στόμα του.
Ανάβει τη λάμπα όπως περιγράψαμε.
Επιστρέφει στο σύνορο του σκοταδιού και γυρνάει το πρόσωπό του στον τοίχο.
Κοιτάζει στο βάθος μέσα στο σκοτάδι.
Περιμένει την πρώτη λέξη πάντα την ίδια.
Στριμώχνεται μέσα στο στόμα.
Ανάμεσα στα χείλια σπρωγμένη από τη γλώσσα.
Γέννηση.
Αποσύρεται στο σκοτάδι.
Σιγά σιγά στο παράθυρο.
Αυτή την πρώτη νύχτα.
Το δωμάτιο.
Το δαυλί.
Τα χέρια.
Η λάμπα.
Η λάμψη του μπρούντζου.
Χάνονται.
Φεύγουν.
Ξανά και ξανά.
Πάλι και πάλι φεύγουν.
Στόμα ορθάνοιχτο.
Μια κραυγή.
Πνιγμένη στα ρουθούνια.
Σκοτάδι αποσύρεται.
Γκρίζο φως.
Βροχή καταρράχτης.
Σουρώνουν οι ομπρέλες.
Τάφρος.
Φουσκάλες σε μαύρο στόμα.
Φέρετρο στην άκρη.
Τίνος;
Χάνεται.
Έφυγε.
Σκέψου κάτι άλλο.
Προσπάθησε.
Άλλα πράγματα.
Πόσο μακριά από τον τοίχο;
Το κεφάλι σχεδόν ακουμπά.
Όπως στο παράθυρο.
Μάτια καρφωμένα στο τζάμι κοιτώντας έξω.
Τίποτα δε σαλεύει.
Μαύρο κενό.
Στέκεται εκεί ακίνητος κοιτάζοντας έξω σα να μη μπορεί να μετακινηθεί.
Ή χωρίς θέληση να κινηθεί ξανά.
Έφυγαν.
Σβησμένη κραυγή στο αυτί του.
Στόμα ορθάνοιχτο.
Κλεισμένο από το σφύριγμα της αναπνοής.
Χείλια σφαλιχτά.
Απαλή αίσθηση το 'να χείλι πάνω στ' άλλο.
Να γλείφει το 'να τ' άλλο.
Έπειτα ανοίγουν με κραυγή όπως πριν.
Πού είναι τώρα;
Πίσω στο παράθυρο, κοιτάζοντας έξω.
Μάτια καρφωμένα στο τζάμι.
Σα να βλέπει το τέλος του.
Επιστρέφει τέλος και στυλώνει τα μάτια του μέσα από το σταθερό φως της αόρατης λάμπας.
Νυχτικιά λευκή κινείται μέσα σ' αυτό το ζόφο.
Κάποτε λευκή.
Ανάβει και γυρίζει να δει τον τοίχο όπως περιγράφηκε.
Το κεφάλι σχεδόν ακουμπά.
Στέκεται εκεί κοιτάζοντας το κενό, περιμένοντας την πρώτη λέξη.
Στριμώχνεται στο στόμα του.
Γέννα.
Λέξη ανάμεσα στα χείλια σπρωγμένη από τη γλώσσα.
Στην άκρη της γλώσσας.
Μαλακή αίσθηση της γλώσσας πάνω στα χείλη.
Σβήνεται στο σκοτάδι έξω απ' το παράθυρο.
Κοίταγμα στο κενό ανάμεσα απ' τη ρωγμή του σκοταδιού στο άλλο σκοτάδι.
Βαθύτερο σκοτάδι.
Ήλιος πεσμένος πίσω από τα πεύκα.
Τίποτα να σαλεύει.
Να σαλεύει αχνά.
Στυλωμένα μάτια καρφωμένα στο σκοτάδι.
Σα να βλέπει το τέλος του
σ' αυτή την πρώτη νύχτα των τριάντα χιλιάδων περιττών.
Επιστρέφει στο τέλος στο σκοτεινό δωμάτιο.
Πού θα βρίσκεται σ' αυτή τη νύχτα.
Δαυλί. Χέρια. Λάμπα. Λάμψη μπρούντζου.
Αχνή λάμπα μόνη στο σκοτάδι.
Ο μπρούντζος αντανακλά το φως.
Τριάντα δευτερόλεπτα.
Πρόσθεσε κι άλλα δυόμισι τρισεκατομμύρια περιττά.
Χάνονται.
Φεύγουν.
Κραυγή.
Ανάσανε με τα ρουθούνια.
Πάλι και πάλι.
Φευγάτα πάλι και πάλι.
Ώσπου ποιανού τα..;
Ποιο... που παρ' ολίγο να πει πως τον αγάπησε;
Αυτός;
Μαύρο χαντάκι βροχή καταρράχτης.
Έξοδος μέσα από το γκρίζο.
Ρωγμή στο σκοτάδι.
Βλέποντας από πάνω.
Ποτάμι οι ουρανοί.
Φουσκάλες βροχής στον ανοιχτό λάκκο.
Φέρετρο στο πλάι.
Αγάπησε κάποιον:... παρ' ολίγο να πει αγάπησε κάποιον με τον τρόπο τον.
Τον τρόπο της.
Τριάντα δευτερόλεπτα.
Χάνονται.
Φευγάτα.
Στέκεται εκεί κοιτώντας το κενό.
Μέσα στη μαύρη τρύπα πάλι.
Όχι.
Όχι σα μαύρη τρύπα.
Κεφάλι ακουμπισμένο στον τοίχο σχεδόν.
Άσπρα μαλλιά φωτισμένα.
Άσπρη νυχτικιά, άσπρες κάλτσες.
Άσπρα πόδια κρεβατιού, στη θαμπή άκρη αριστερά.
Κάποτε λευκά.
Ελάχιστα.
Γέρνει το κεφάλι να ξεκουραστεί στον τοίχο.
Όμως όχι.
Ακίνητος.
Ακίνητο κεφάλι αγέρωχο ατενίζει το κενό.
Τίποτα να σαλεύει.
Έστω κι ελάχιστα.
Τριάντα χιλιάδες νύχτες με φαντάσματα στο βάθος. Φως φάντασμα.
Νύχτες φαντάσματα.
Δωμάτια φαντάσματα.
Τάφοι φαντάσματα.
Φάντασμα... κι αυτό που παρ' ολίγο να πει πως αγάπησε κάποτε.
Καρτερώντας για μια ξεσκισμένη λέξη.
Στέκεται εκεί κοιτώντας το κενό, κοιτώντας αυτό το μαύρο πέπλο.
Χείλια τρεμουλιαστά.
Μισακουσμένες λέξεις.
Άλλα πράγματα.
Ώσπου να μισακούσει δεν υπάρχουν άλλα πράγματα. Ποτέ μόνο ένα πράγμα.
Ποτέ δυο μαζί.
Ποτέ μόνο ένα.
Θάνατος και η αποχώρηση.
Πεθαίνοντας φεύγεις.
Φεύγεις από τον κόσμο.
Ο κόσμος εξαφανίστηκε.
Όπως χαμηλώνει τώρα το φως.
Αρχίζει να χαμηλώνει.
Στο δωμάτιο.
Πού αλλού;
Απροειδοποίητα.
Κοιτώντας το κενό.
Η λάμπα μονάχη.
Τίποτ' άλλο.
Ανεξήγητα.
Από πουθενά.
Τίποτα απ' όλες τις μεριές.
Απερίγραπτα θαμπά.
Η λάμπα μονάχη.
Μονάχος φεύγει.

ΤΕΛΟΣ