Οι Επιχειρήσεις του Ελληνικού και Βουλγαρικού Στρατού

κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο
Βασίλειος Αναστασόπουλος
Ιστορικός

1. Εισαγωγή
Η επιθυμία των βαλκανικών κρατών –Ελλάδα, Σερβία, Μαυροβούνιο και Βουλγαρία–
για οριστική αποτίναξη της οθωμανικής κυριαρχίας οδήγησε στις αρχές του φθινοπώρου
του 1912 στη σύμπραξη κατά της ασθμαίνουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η άρνηση
της Τουρκίας να αποδεχθεί ριζικές μεταρρυθμίσεις προς όφελος των χριστιανικών
πληθυσμών είχε ως αποτέλεσμα την κήρυξη του πολέμου, ο οποίος ονομάστηκε Α΄
Βαλκανικός Πόλεμος. Παρά το γεγονός ότι μεταξύ των τεσσάρων συμμαχικών κρατών
είχαν συναφθεί αμυντικές συνθήκες και συμφωνίες, ωστόσο εισήλθαν στον πόλεμο χωρίς
κοινό σχέδιο επιχειρήσεων.

2. Επιχειρήσεις του Ελληνικού Στρατού
2.1 Επιχειρήσεις στη Θεσσαλία και στην κεντρική Μακεδονία
2.1.1. Δυνάμεις Αντιπάλων
Σύμφωνα με το σχέδιο επιστράτευσης του 1912, συγκροτήθηκαν δύο στρατηγεία,
το Γενικό Στρατηγείο Στρατού Θεσσαλίας υπό την αρχιστρατηγία του Διαδόχου
Κωνσταντίνου, στην περιοχή της Λάρισας, και το Στρατηγείο Στρατού Ηπείρου υπό τον
Αντιστράτηγο Κωνσταντίνο Σαπουντζάκη, στην περιοχή της Άρτας. Ο Στρατός
Θεσσαλίας διέθετε 7 μεραρχίες Πεζικού, 1 ταξιαρχία Ιππικού και 4 τάγματα Ευζώνων,
συνολικής δύναμης 100.000 ανδρών, και το βράδυ της 4ης Οκτωβρίου 1912
συγκεντρώθηκε στην περιοχή της Λάρισας. Η ζώνη ευθύνης του Στρατού Θεσσαλίας
εκτεινόταν από το Σπερχειό ποταμό μέχρι τα βόρεια σύνορα του ελληνικού κράτους στη
Θεσσαλία. Ο Στρατός Ηπείρου διέθετε μία μεραρχία Πεζικού, η οποία αργότερα (12
Δεκεμβρίου 1912) ονομάστηκε VIII Μεραρχία, συνολικής δύναμης περίπου 10.500
ανδρών, και ολοκλήρωσε τη συγκέντρωσή του στην περιοχή της Άρτας στις 4
Οκτωβρίου με ζώνη ευθύνης δυτικά του Αχελώου ποταμού. Πλέον του τακτικού
στρατού, συγκροτήθηκαν ανεξάρτητα τάγματα, αποσπάσματα και εθελοντικά σώματα,
όπως των Κρητών, Ηπειρωτών, Μακεδόνων, με επικεφαλής οπλαρχηγούς ή
αξιωματικούς, και το ιταλικό Σώμα των Γαριβαλδινών1 με επικεφαλής τον φιλέλληνα
Στρατηγό Ricciotti Garibaldi.

1

Εθελοντικό σώμα που συνέστησε για πρώτη φορά ο Ιταλός Giuseppe Garibaldi το 1860, με σκοπό να
μάχεται στο πλευρό όσων πολεμούσαν για την ελευθερία τους. Ο γιός του, Ricciotti Garibaldi, πολέμησε
στο πλευρό των Ελλήνων, επικεφαλής περίπου 2.300 φιλελλήνων και Ελλήνων εθελοντών. Οι Έλληνες του
Σώματος των Γαριβαλδινών αποτελούσαν ιδιαίτερο τμήμα υπό τον Αλέξανδρο Ρώμα και ήταν γνωστό ως
«Σώμα Ερυθροχιτώνων» λόγω του ερυθρού χιτωνίου της στολής τους, βλ. Γενικό Επιτελείο
Στρατού/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (στο εξής ΓΕΣ/ΔΙΣ), Ο Ελληνικός Στρατός κατά τους Βαλκανικούς
Πολέμους του 1912-1913, τ. Α΄, Αθήνα 1988, σημ. 1, 20.

Αντικειμενικός σκοπός του ελληνικού στρατού σε περίπτωση πολέμου με την
Τουρκία ήταν η συντριβή του τουρκικού στρατού στη Μακεδονία και η ενεργός άμυνα
στην Ήπειρο μέχρι να κριθεί ο αγώνας στη Μακεδονία.
Οι τουρκικές δυνάμεις συγκροτήθηκαν σε δύο στρατιές, τη Στρατιά Θράκης και
τη Στρατιά Μακεδονίας, συνολικής δύναμης 340.000 πεζών, 6.000 ιππέων και 850
πυροβόλων. Η Στρατιά Μακεδονίας, υπό τον Ali Risa Pasha, θα πολεμούσε εναντίον των
Ελλήνων, των Σέρβων και των Μαυροβουνίων. Έναντι του ελληνικού Στρατού
Θεσσαλίας έδρασε το 8ο Έκτακτο Σώμα Στρατού υπό τον Στρατηγό Χασάν Ταχσίν
Πασά, συνολικής δύναμης περίπου 35.000 ανδρών, με αποστολή να αμυνθεί στα Στενά
του Σαρανταπόρου και να ανακόψει την προέλαση του ελληνικού στρατού προς την
Κεντρική Μακεδονία.
2.1.2. Επιχειρήσεις μέχρι την κατάληψη της Θεσσαλονίκης
Το πρωί της 5ης Οκτωβρίου 1912 ο Στρατός Θεσσαλίας άρχισε να προελαύνει
πέρα από τα ελληνοτουρκικά σύνορα, με σκοπό την απώθηση και συντριβή του
τουρκικού στρατού. Ο όγκος του Στρατού Θεσσαλίας απελευθέρωσε την Ελασσόνα (6
Οκτωβρίου), ενώ το Απόσπασμα Ευζώνων Γεννάδη, στα δυτικά, μετά από σύντομο
αγώνα, απελευθέρωσε τη Δεσκάτη.
Με βάση τις πληροφορίες για τον εχθρό και κυρίως από τη μελέτη του εδάφους,
το Γενικό Στρατηγείο εκτιμούσε ότι οι τουρκικές δυνάμεις θα συγκεντρώνονταν στα
Στενά του Σαρανταπόρου, για να ανακόψει την προέλαση του ελληνικού στρατού. Η
τοποθεσία του Σαρανταπόρου είναι φύσει οχυρή και προσφέρεται για ισχυρή άμυνα, με
εξαίρετα πεδία βολής προ αυτής. Οι τοποθεσίες Σαρανταπόρου και ΛαζαράδωνΒογγόπετρας φράσσουν τις κατευθύνσεις Ελασσόνα-Σέρβια και Δεσκάτη-ΛαζαράδεςΣέρβια. Τις τοποθεσίες αυτές υπεράσπιζαν δύο τουρκικές μεραρχίες και είχαν οργανωθεί
αμυντικά κάτω από την επίβλεψη του Γερμανού Στρατηγού Colmar von der Goltz.
Το ελληνικό σχέδιο ενεργείας2 του Γενικού Στρατηγείου προέβλεπε κατά μέτωπο
επίθεση εναντίον των αμυνόμενων τουρκικών δυνάμεων στα Στενά του Σαρανταπόρου,
με ταυτόχρονη και από τα δύο πλευρά υπερκερωτική ενέργεια προς τα Σέρβια, για την
κατάληψη της γέφυρας του Αλιάκμονα και την αποκοπή της σύμπτυξης του εχθρού. Η
όλη επιθετική ενέργεια θα συνδυαζόταν, επίσης, και με ευρύτερο κυκλωτικό ελιγμό από
την περιοχή του χ. Κρανιά, δια μέσου του πόρου Ζάμπουρδας, προς την Κοζάνη. Στις 9
Οκτωβρίου η Στρατιά επιτέθηκε με τρεις μεραρχίες στο κέντρο (Ι, ΙΙ, ΙΙΙ Μεραρχίες), στο
δεξιό πλευρό το Απόσπασμα Ευζώνων Κωνσταντινοπούλου, στο αριστερό την IV
Μεραρχία και στο άκρο αριστερό της διάταξης την V Μεραρχία, την Ταξιαρχία Ιππικού
και το Απόσπασμα Ευζώνων Γεννάδη.
Ο αγώνας στο κέντρο διεξήχθη με δυσκολία λόγω του ισχυρώς οργανωμένου αντιπάλου
και των σοβαρών εδαφικών δυσχερειών, επιφέροντας μεγάλες και σοβαρές απώλειες στις
μεραρχίες του κέντρου. Ωστόσο, η IV Μεραρχία που ενεργούσε στο αριστερό της
διάταξης κατόρθωσε το βράδυ της ίδιας ημέρας να ανατρέψει τις τουρκικές δυνάμεις στα
χ. Κεφαλολίβαδο και Μεταξάς και προωθημένα τμήματά της να φθάσουν στα Στενά της
Πόρτας, πίσω από το Σαραντάπορο. Μόλις οι Τούρκοι πληροφορήθηκαν την
υπερκερωτική ενέργεια της IV Μεραρχίας και μπροστά στον κίνδυνο της αποκοπής της
οδού σύμπτυξης και της αιχμαλωσίας του όγκου των δυνάμεων τους, συμπτύχθηκαν
κατά τη διάρκεια της νύχτας προς την Κοζάνη χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από τις
ελληνικές δυνάμεις. Η νικηφόρα έκβαση του διήμερου αγώνα στην τοποθεσία
2

Γενικόν Επιτελείον Στρατού-Πολεμική Έκθεσις (στο εξής ΓΕΣ-ΠΕ), Ο Ελληνικός Στρατός κατά τους
Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913, Παράρτημα τόμου Α΄, εν Αθήναις 1940, 129, αρ. 325.

Σαρανταπόρου-Λαζαράδων άνοιξε τις πύλες για τη συνέχιση της προέλασης της
Στρατιάς και την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Στις 10 Οκτωβρίου κατελήφθησαν τα
Σέρβια και την επομένη η Κοζάνη.
Στις 13 Οκτωβρίου ο όγκος του Στρατού Θεσσαλίας βρισκόταν στο υψίπεδο της
Κοζάνης, απ’ όπου μπορούσε να στραφεί είτε ανατολικά προς τη Βέροια είτε προς τα
βόρεια. Η VII Μεραρχία κινήθηκε προς τα Στενά της Πέτρας, το Απόσπασμα Ευζώνων
Γεννάδη προς τα Γρεβενά και η Ι Μεραρχία νότια του Αλιάκμονα στο χ. Βελβεντός.
Εκείνη τη χρονική στιγμή το Γενικό Στρατηγείο είχε την πρόθεση να κινηθεί με τον όγκο
των δυνάμεων πρώτα προς το Μοναστήρι και μετά προς Βέροια-Θεσσαλονίκη. Ωστόσο,
η κυβέρνηση, έχοντας εξακριβωμένες πληροφορίες ότι η Βουλγαρία ενδιαφερόταν να
καταλάβει οπωσδήποτε τη Θεσσαλονίκη προτού καταληφθεί από τον ελληνικό στρατό,
έστειλε στις 12 Οκτωβρίου στον αρχηγό του Στρατού Θεσσαλίας τηλεγράφημα3, με το
οποίο του γνώριζε ότι σπουδαίοι πολιτικοί λόγοι επέβαλλαν τη γρήγορη απελευθέρωση
της Θεσσαλονίκης. Παρόμοια σύσταση έκανε την ίδια ημέρα και ο υπουργός
Εξωτερικών. Αλλά το Γενικό Στρατηγείο επέκρινε με τηλεγράφημά4 του προς το
Υπουργείο Εξωτερικών τις επεμβάσεις του στη διεύθυνση των επιχειρήσεων. Ωστόσο,
κατόπιν επιτακτικής και κατηγορηματικής διαταγής του πρωθυπουργού και υπουργού
Στρατιωτικών Ελευθερίου Βενιζέλου για άμεση στροφή της Στρατιάς προς
απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, το Γενικό Στρατηγείο αναγκάστηκε να συμμορφωθεί
και να εκδώσει διαταγή για στροφή και προέλαση προς Θεσσαλονίκη.
Τις επόμενες ημέρες ο Στρατός Θεσσαλίας προέλασε προς τη Βέροια με την VII
Μεραρχία να καλύπτει το δεξιό πλευρό του, με κατεύθυνση την Κατερίνη, και την V
Μεραρχία να κινείται στα αριστερά, με κατεύθυνση την Πτολεμαΐδα-Στενά Κλειδιού.
Ταυτόχρονα, οι σερβοβουλγαρικές δυνάμεις κατέλαβαν το Ιστίπ και ένα βουλγαρικό
απόσπασμα το Νευροκόπι. Το βράδυ 15/16 Οκτωβρίου οι Τούρκοι εγκατέλειψαν τη
Βέροια και την Κατερίνη, και στη συνέχεια συμπτύχθηκαν προς τα ανατολικά. Έτσι, στις
16 Οκτωβρίου η Στρατιά βρισκόταν στην πεδιάδα της Βέροιας με την V Μεραρχία να
καλύπτει τα νώτα της στην περιοχή του Αμυνταίου και το Απόσπασμα Ευζώνων Γεννάδη
στα Γρεβενά.
Το Γενικό Στρατηγείο, έχοντας υπόψη του τα μειονεκτήματα της κίνησης του
όγκου της Στρατιάς νότια των Γιαννιτσών, είτε ο εχθρός βρισκόταν ανατολικά του
Λουδία ποταμού είτε βόρεια της λίμνης, αποφάσισε να ακολουθήσει την κατεύθυνση
βόρεια της λίμνης με τον όγκο του στρατού και να προωθήσει τμήματά του μόνο νότια
αυτής. Επίσης, εκτιμούσε, χωρίς όμως να έχει σαφή εικόνα για τις τουρκικές δυνάμεις,
ότι η προέλαση προς τα Γιαννιτσά θα γινόταν χωρίς σοβαρή εμπλοκή με τον εχθρό, ο
οποίος, κατά τις εκτιμήσεις, προπαρασκευαζόταν για άμυνα στην περιοχή του Αξιού
ποταμού. Με βάση τα παραπάνω καθορίστηκε για την 19η Οκτωβρίου η προέλαση του
όγκου της Στρατιάς προς τον Αξιό ποταμό, δια της εδαφικής ζώνης βόρεια της λίμνης
των Γιαννιτσών, ενώ για την κάλυψη του δεξιού πλευρού της και της Βέροιας από την
κατεύθυνση του Λουδία διατέθηκε η VII Μεραρχία, το Απόσπασμα Ευζώνων
Κωνσταντινοπούλου και η Ταξιαρχία Ιππικού.
Η τοποθεσία των Γιαννιτσών, παρά το μειονέκτημα ότι είχε στα νώτα της τον
Αξιό ποταμό, φράσσει την κύρια οδική αρτηρία από την Έδεσσα προς τη Θεσσαλονίκη,
επιτρέπει την επάνδρωσή της με σχετικά περιορισμένες δυνάμεις και στηρίζει τα πλευρά
της στο όρος Πάικο από τα βόρεια και στη λίμνη από τα νότια. Την τοποθεσία
υπερασπιζόταν η 14η Μεραρχία Σερρών, μαζί με τις δυνάμεις που συμπτύχθηκαν από τη
Βέροια και την Κοζάνη, ενώ νότια της λίμνης βρίσκονταν τμήματα της 22ης Μεραρχίας
3
4

ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο Ελληνικός Στρατός, τ. Α΄, 64.
Στο ίδιο, 67.

και της Μεραρχίας Εφέδρων Νεάπολης. Από το πρωί της 19ης Οκτωβρίου και με βάση
τη διαταγή επιχειρήσεων άρχισε η προέλαση της Στρατιάς προς τα ανατολικά. Κατά τις
τελευταίες απογευματινές ώρες, η VI Μεραρχία, που ενεργούσε στο αριστερό της
διάταξης, κατόρθωσε να διασπάσει την εχθρική τοποθεσία και τμήματά της να φθάσουν
στα νότια του χ. Πενταπλάτανος. Οι προϋποθέσεις για τη νίκη του ελληνικού στρατού
είχαν δημιουργηθεί και την επομένη οι σφοδρές επιθέσεις των II και IV Μεραρχιών σε
συνδυασμό με τη διείσδυση της VI Μεραρχίας ανάγκασαν τις τουρκικές δυνάμεις να
συμπτυχθούν μπροστά στον κίνδυνο να αποκοπούν. Παράλληλα, στο νότιο τομέα, η VII
Μεραρχία και η Ταξιαρχία Ιππικού, λόγω αδυναμίας συντονισμού, δεν εκμεταλλεύθηκαν
την επιτυχή διάβαση του Λουδία ποταμού και δεν καταδίωξαν τα συμπτυσσόμενα
τουρκικά τμήματα προς τις γέφυρες του Αξιού.
Ενώ διεξαγόταν η μάχη των Γιαννιτσών, η V Μεραρχία, που είχε οριστεί να
καλύπτει τη Στρατιά από τα βορειοδυτικά και βρισκόταν στην περιοχή του Αμυνταίου,
άρχισε να προελαύνει προς το Μοναστήρι, θεωρώντας ο διοικητής της ότι απέναντι του
βρίσκονταν ελάχιστες τουρκικές δυνάμεις χωρίς ηθικό και διάθεση για αντίσταση.
Ωστόσο, η προέλαση της μεραρχίας διακόπηκε απότομα λόγω της εμφάνισης ισχυρών
τουρκικών δυνάμεων που άνηκαν στη 17η Μεραρχία, με αποτέλεσμα να μεταπέσει σε
άμυνα στην περιοχή του Αμυνταίου, ενώ ζήτησε την αποστολή ενισχύσεων από το
Γενικό Στρατηγείο. Το βράδυ 23/24 Οκτωβρίου τμήματα της μεραρχίας προσβλήθηκαν
από ένα μικρό τουρκικό απόσπασμα, με αποτέλεσμα η ενέργεια αυτή να προκαλέσει
αδικαιολόγητο πανικό και σύγχυση σε ολόκληρη τη μεραρχία. Τελικά, μετά και την
άφιξη των ενισχύσεων, το μέτωπο στη δυτική Μακεδονία σταθεροποιήθηκε και οι εκεί
μονάδες εγκαταστάθηκαν αμυντικά στα βορειοδυτικά της Κοζάνης, αναμένοντας την
άφιξη της Στρατιάς.
2.1.3. Απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης
Μετά τη μάχη των Γιαννιτσών, ο Στρατός Θεσσαλίας έλαβε όλα τα απαραίτητα
προπαρασκευαστικά μέτρα προκειμένου να διαβεί τον Αξιό ποταμό και στη συνέχεια να
κινηθεί προς τη Θεσσαλονίκη. Μέχρι στις 25 Οκτωβρίου οι I, II, III και IV Μεραρχίες
πραγματοποίησαν τη διάβαση του ποταμού. Παράλληλα, την ίδια ημέρα, στη
Θεσσαλονίκη, οι πρόξενοι των Μεγάλων Δυνάμεων, λόγω της προέλασης του ελληνικού
στρατού, έπεισαν τον αρχηγό του τουρκικού στρατού στη Θεσσαλονίκη, Χασάν Ταχσίν
Πασά, να έλθει σε διαπραγματεύσεις, για να αποφευχθεί η άσκοπη αιματοχυσία.
Πράγματι, αντιπροσωπεία αποτελούμενη από τους πρόξενους των Μεγάλων Δυνάμεων
και τον Στρατηγό Sefik Pasha συναντήθηκε με τον Διάδοχο Κωνσταντίνο και υπέβαλε
τις προτάσεις του Χασάν Ταχσίν Πασά, οι οποίες όμως απορρίφθηκαν. Την επομένη
επανήλθε ο Sefik Pasha με νέες προτάσεις, οι οποίες όμως απορρίφθηκαν και αυτές και ο
Τούρκος στρατηγός ζήτησε και πήρε δίωρη προθεσμία για να απαντήσει. Ωστόσο, η
διορία πέρασε χωρίς να δοθεί η αναμενόμενη απάντηση από την τουρκική πλευρά.
Παράλληλα, ο ελληνικός στρατός άρχισε από το πρωί της 26ης Οκτωβρίου να κινείται
προς τις θέσεις εξόρμησής του, ενώ εντοπίστηκαν σερβοβουλγαρικά τμήματα να
κινούνται προς τη Θεσσαλονίκη. Η προώθηση των ελληνικών μεραρχιών συνεχίστηκε
και η κύκλωση του τουρκικού στρατού γινόταν ολοένα και πιο ασφυκτική, αναγκάζοντας
τον Χασάν Ταχσίν Πασά να παραιτηθεί από τις αξιώσεις5 του και να αποδεχτεί όλους
τους όρους του ελληνικού Γενικού Στρατηγείου. Παράλληλα, η VII Μεραρχία και το
Απόσπασμα Ευζώνων Κωνσταντινοπούλου έλαβαν διαταγή να σπεύσουν να καταλάβουν
5

Ζητούσε να κρατήσει 5.000 όπλα για την εκγύμναση των νεοσύλλεκτων, όρο που δεν έκανε δεκτό η
ελληνική πλευρά, βλ. ΓΕΣ/ΔΙΣ, Επίτομη Ιστορία των Βαλκανικών Πολέμων 1912-1913, Αθήνα 1987, 58.

τη Θεσσαλονίκη και ταυτόχρονα στάλθηκε επιστολή στο διοικητή των βουλγαρικών
δυνάμεων που κινούνταν προς τη Θεσσαλονίκη, η οποία τον πληροφορούσε για την
επικείμενη μέχρι το βράδυ κατάληψη της πόλης από τον ελληνικό στρατό6. Το βράδυ της
26ης Οκτωβρίου η ελληνική αντιπροσωπεία, αποτελούμενη από τον Αντισυνταγματάρχη
Μηχανικού Βίκτωρα Δούσμανη, τον Λοχαγό Μηχανικού Ιωάννη Μεταξά και τον
πολιτικό σύμβουλο του στρατηγείου Ίωνα Δραγούμη, συνυπέγραψαν με τον Χασάν
Ταχσίν Πασά το πρωτόκολλο παράδοσης της Θεσσαλονίκης και του τουρκικού
στρατού7, ενώ την επομένη υπογράφηκε συμπληρωματικό πρωτόκολλο8 που ρύθμιζε
διάφορες λεπτομέρειες. Συνολικά παραδόθηκαν 25.000 οπλίτες και περίπου 1.000
αξιωματικοί, ενώ περιήλθαν στην κατοχή του ελληνικού στρατού 70 πυροβόλα, 30
πολυβόλα, 1.200 ίπποι και άφθονο υλικό κάθε κατηγορίας. Τις μεσημβρινές ώρες της
27ης Οκτωβρίου το Απόσπασμα Ευζώνων Κωνσταντινοπούλου με τμήμα ιππικού
εισήλθαν στην πόλη, ενώ η VII Βουλγαρική Μεραρχία υπό τον Στρατηγό Todorov
κατευθυνόταν προς τη Θεσσαλονίκη, παρά τις επιστολές που είχε λάβει από τον Έλληνα
αρχιστράτηγο για παράδοση του τουρκικού στρατού και της πόλης. Στις 1100 της 28ης
Οκτωβρίου ο αρχιστράτηγος με το επιτελείο του εισήλθε θριαμβευτικά στην πόλη,
επικεφαλής της Ι Μεραρχίας, όπου επακολούθησε δοξολογία και παρέλαση της
μεραρχίας. Στο μεταξύ, μετά από συνεχείς εκκλήσεις του Βούλγαρου στρατηγού για
είσοδο του βουλγαρικού στρατού στη Θεσσαλονίκη, αποφασίστηκε κατόπιν
διαβουλεύσεων η είσοδος μόνο δύο ταγμάτων9 το πρωί της 29ης. Επίσης, το σερβικό
σύνταγμα Ιππικού εισήλθε στην πόλη στις 28 Οκτωβρίου και, αφού ο Σέρβος διοικητής
απέστειλε συγχαρητήρια επιστολή στον Έλληνα αρχιστράτηγο, αναχώρησε για τη
Γευγελή.
Μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης, το Γενικό Στρατηγείο έλαβε άμεσα
μέτρα για την εξασφάλιση της ευρύτερης περιοχής και των εδαφών που είχαν
απελευθερωθεί, προκείμενου να εμποδιστεί η προσπάθεια της VII Βουλγαρικής
Μεραρχίας να προκαταλάβει ελληνικές περιοχές, μη λαμβάνοντας υπόψη τις συμμαχικές
υποχρεώσεις. Η ενίσχυση των ελληνικών φρουρών στα Γιαννιτσά, στην Έδεσσα, στην
Αριδαία και στη Χαλκιδική ακύρωσε τα βουλγαρικά σχέδια, όμως οι ενέργειες αυτές των
Βουλγάρων προκάλεσαν προστριβές μεταξύ των συμμαχικών βαλκανικών κρατών. Τα
βουλγαρικά τμήματα που εισήλθαν και στάθμευσαν στην πόλη προκαλούσαν σκόπιμα
προβλήματα και υπέθαλπταν την αταξία με σκοπό να εμφανιστεί η Ελλάδα στις Μεγάλες
Δυνάμεις αδύναμη να επιβάλλει την τάξη στις περιοχές που απελευθέρωσε ο ελληνικός
στρατός10. Η κατάσταση ομαλοποιήθηκε μετά την αναχώρηση της βουλγαρικής
μεραρχίας για την Ανατολική Θράκη, όπου η εξέλιξη των επιχειρήσεων δεν ήταν ευνοϊκή
για τους Βουλγάρους.
Οι πραγματικές προθέσεις της Βουλγαρίας διαφάνηκαν στο πλαίσιο των
διαπραγματεύσεων οριστικής ειρήνης που έλαβαν χώρα στο Λονδίνο μεταξύ των
εμπολέμων, οι οποίες όμως απέβησαν άκαρπες λόγω της τουρκικής αδιαλλαξίας. Στο
διάστημα των διαπραγματεύσεων, η ελληνική και βουλγαρική αντιπροσωπεία συζήτησαν
τη ρύθμιση των εδαφικών διαφορών τους, αλλά χωρίς αποτέλεσμα λόγω των
υπερβολικών αξιώσεων της Βουλγαρίας11.
6

ΓΕΣ-ΠΕ, ό.π., Παράρτημα τόμου Α΄, 245, αρ. 763 και 765.
Αρχείο ΓΕΣ/ΔΙΣ, Βαλκανικοί Πόλεμοι, Φ.1603/Α/11, Πρωτόκολλο παράδοσης της Θεσσαλονίκης και
του τουρκικού στρατού, 29 Οκτωβρίου 1912.
8
Στο ίδιο.
9
Τελικά στη Θεσσαλονίκη εισήλθε ολόκληρο το βουλγαρικό σύνταγμα, αντί των δύο μόνο ταγμάτων για
τα οποία υπήρχε έγκριση από την ελληνική πλευρά.
10
ΓΕΣ-ΠΕ, ό.π., Παράρτημα τόμου Α΄, 417-420, αρ. 1396-1405.
7

2.1.4 Επιχειρήσεις στη δυτική Μακεδονία
Με βάση την κατάσταση που επικρατούσε στη δυτική Μακεδονία, το Γενικό
Στρατηγείο έθεσε ως προτεραιότητα τη συνέχιση των επιχειρήσεων προς το Μοναστήρι
με αντικειμενικό σκοπό τη συντριβή των τουρκικών δυνάμεων που υποχωρούσαν προς
τα νότια κάτω από την πίεση των Σέρβων. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, οι δυνάμεις αυτές
θα ενσωματώνονταν στη δύναμη του τουρκικού στρατού που είχε αναπτυχθεί στην
Ήπειρο. Οι ελληνικές δυνάμεις που βρίσκονταν στη Μακεδονία συγκροτήθηκαν σε τρεις
ομάδες12, την Αριστερή, Τμήμα Στρατιάς Κοζάνης (V Μεραρχία, Απόσπασμα Ευζώνων
Γεννάδη και διάφορα άλλες μονάδες)13 με αποστολή την ανασύνταξη και αναδιοργάνωσή
της V Μεραρχίας στην Κοζάνη, την Ομάδα του Κέντρου, με τις I, III, IV και VI
Μεραρχίες και την Ταξιαρχία Ιππικού (-), με αποστολή τη συντριβή των τουρκικών
δυνάμεων που βρίσκονταν στο υψίπεδο της Φλώρινας και στην περιοχή του
Μοναστηρίου, και τη Δεξιά (ΙΙ και VII Μεραρχίες, το Απόσπασμα Ευζώνων
Κωνσταντινοπούλου και το 3ο Σύνταγμα Ιππικού) με αποστολή την απελευθέρωση της
ευρύτερης περιοχής της Θεσσαλονίκης. Μέχρι τις 2 Νοεμβρίου οι μεραρχίες της Ομάδας
του Κέντρου ολοκλήρωσαν τη συγκέντρωσή τους στην περιοχή της Έδεσσας, από όπου
θα κατευθύνονταν προς το υψίπεδο της Φλώρινας. Στο μεταξύ, το Υπουργείο
Στρατιωτικών πληροφόρησε το Γενικό Στρατηγείο ότι η Τουρκία ζήτησε από τη
Βουλγαρία ανακωχή και παράλληλα συνιστούσε την επίσπευση της προέλασης του
στρατού προς το Μοναστήρι14.
Από τις 3 Νοέμβριου και τις επόμενες ημέρες η V Μεραρχία κινήθηκε από την
Κοζάνη προς τα βόρεια, ανατρέποντας ισχυρή αντίσταση των τουρκικών τμημάτων στα
χ. Μαυροπηγή και Κόμανος, η IV Μεραρχία κινήθηκε από το χ. Γραμματικό και
προώθησε τμήματά της μέχρι τα υψώματα νοτιοανατολικά της Άρνισσας, η VI Μεραρχία
προέλασε προς την Άρνισσα, όπου η εμπροσθοφυλακή της προσβλήθηκε αιφνιδιαστικά
από τα αμυνόμενα εκεί τουρκικά τμήματα, η III Μεραρχία κινήθηκε βόρεια της VI
Μεραρχίας και προωθήθηκε στο χ. Πάτημα χωρίς σοβαρές δυσκολίες, ενώ η Ι Μεραρχία
κινήθηκε προς το χ. Άγρας. Μετά από διαδοχικές μάχες στο χ. Κόμανος, στην Άρνισσα
και στη Στενωπό του Κλειδίου, η προέλαση των μονάδων της Στρατιάς συνεχίστηκε προς
το υψίπεδο της Φλώρινας από το πρωί της 7ης Νοεμβρίου. Κατά τις μεσημβρινές ώρες,
το 1ο Σύνταγμα Ιππικού εισήλθε στην πόλη της Φλώρινας και ενημέρωσε 15 το Γενικό
Στρατηγείο για τη σύμπτυξη μέσω της Φλώρινας προς το Πισοδέρι μεγάλης τουρκικής
φάλαγγας που προερχόταν από το Μοναστήρι. Η καταδίωξη των υποχωρούντων
τουρκικών τμημάτων συνεχίστηκε από το 1ο Σύνταγμα Ιππικό, ενώ στάλθηκε μια ίλη
Ιππικού προς την Καστοριά, η οποία ήδη είχε εγκαταλειφθεί από τους Τούρκους, με
αποτέλεσμα στις 12 Νοεμβρίου η πόλη να απελευθερωθεί. Παράλληλα, στάλθηκε το
Απόσπασμα Δυτικής Μακεδονίας, που βρισκόταν στη Νεάπολη-Γρεβενά, ως ενίσχυση
της Φρουράς του Μετσόβου που απειλούνταν από επίθεση μεγάλης τουρκικής δύναμης16.
Στο χρονικό διάστημα 13-18 Νοεμβρίου δεν έλαβαν χώρα σοβαρές πολεμικές
επιχειρήσεις και οι δραστηριότητες των μονάδων της Στρατιάς περιορίστηκαν κυρίως σε
θέματα αναδιάταξης και ανασυγκρότησής τους. Στις 19 Νοεμβρίου συγκροτήθηκε τμήμα
11

Οι Βούλγαροι, μεταξύ άλλων, αξίωσαν την απομάκρυνση του ελληνικού στρατού από όλα τα εδάφη
ανατολικά του Αξιού ποταμού, βλ. ΓΕΣ-ΠΕ, ό.π., Παράρτημα τόμου Α΄, 437, αρ. 1469.
12
Στο ίδιο, 283, αρ. 911˙286, αρ. 919α.
13
Στις 2 Νοεμβρίου το Τμήμα Στρατιάς Κοζάνης έπαψε να υφίσταται και όλες οι μονάδες εντάχθηκαν στη
V Μεραρχία. Στο ίδιο, 283, αρ. 911.
14
Στο ίδιο, 297, αρ. 958.
15
Στο ίδιο, 328, αρ. 1091.
16
ΓΕΣ-ΠΕ, ό.π., Παράρτημα τόμου Α΄, 342, αρ. 1147˙343, αρ. 1148˙ 344, αρ. 1154.

στρατιάς από τις III, V, VI Μεραρχίες και το 1ο Σύνταγμα Ιππικού, με αποστολή να
εξασφαλίσει τις περιοχές Καστοριάς και Φλώρινας από την κατεύθυνση της Κορυτσάς17.
Οι I και IV Μεραρχίες μεταφέρθηκαν σιδηροδρομικώς στη Θεσσαλονίκη σε διαφορετικά
χρονικά διαστήματα.
Οι πληροφορίες για τη δύναμη του τουρκικού στρατού στην περιοχή της
Κορυτσάς, από τη διάβαση της Ντάρδας μέχρι το χ. Γκολομπόρντα, ανερχόταν σε
περίπου 13 τάγματα Πεζικού18. Οι επιθετικές επιχειρήσεις του Τμήματος Στρατιάς για τη
διάνοιξη της διάβασης Μπίγλιστας άρχισαν στις 5 Δεκεμβρίου, ενώ τις προηγούμενες
ημέρες είχαν λάβει χώρα τουρκικές επιθέσεις κατά των προωθημένων ελληνικών
τμημάτων. Από την πρώτη ημέρα της επίθεσης οι ελληνικές δυνάμεις κατάφεραν να
καταλάβουν τους ανατιθέμενους αντικειμενικούς σκοπούς παρά τη σθεναρή αντίσταση
των αμυνομένων τουρκικών τμημάτων. Η ευόδωση των επιχειρήσεων και η κατάληψη
της Μπίγλιστας επέτρεψε στις ελληνικές μεραρχίες να συνεχίσουν την επιθετική τους
ενέργεια την επομένη προς τη Στενωπό Τσαγκόνι. Η επιθετική ορμή των ελληνικών
δυνάμεων ήταν τέτοια ώστε, παρά τις δυσμενείς καιρικές και εδαφικές συνθήκες, κάθε
αντίσταση των Τούρκων ανετράπη και στις 7 Δεκεμβρίου η Ημιλαρχία της ΙΙΙ
Μεραρχίας εισήλθε στην ερημωμένη από Τούρκους πόλη της Κορυτσάς. Με διαταγή, το
Απόσπασμα της V Μεραρχίας, σε συνεργασία με το 1ο Σύνταγμα Ιππικού, ανέλαβε την
καταδίωξη των Τούρκων μέχρι την κατάληψη της Στενωπού Κιάρι, την οποία κατείχαν
ισχυρές τουρκικές δυνάμεις. Ωστόσο, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους
επειδή απειλούνταν να κυκλωθούν και συμπτύχθηκαν προς τα νότια.
Στις αρχές Δεκεμβρίου το Γενικό Στρατηγείο αποφάσισε τη διάλυση του
Τμήματος Στρατιάς19 και έτσι η VI Μεραρχία και το 1ο Σύνταγμα Ιππικού
μεταστάθμευσαν στη Φλώρινα και από εκεί μεταφέρθηκαν αργότερα στη Θεσσαλονίκη20,
το Απόσπασμα της V Μεραρχίας κινήθηκε προς την Κοζάνη προκειμένου να
επανενταχθεί στον οργανικό σχηματισμό του και η ΙΙΙ Μεραρχία παρέμεινε στην
Κορυτσά με αποστολή να εξασφαλίσει το υψίπεδο της Κορυτσάς από τα νότια και τα
δυτικά.
Ο ελληνικός στρατός έγινε κύριος ολόκληρης της δυτικής Μακεδονίας και του
υψιπέδου της Κορυτσάς, υποχρεώνοντας τις εκεί τουρκικές δυνάμεις να συμπτυχθούν
είτε προς το εσωτερικό της Αλβανίας είτε προς τα Ιωάννινα.
2.2 Επιχειρήσεις στην Ήπειρο
2.2.1. Δυνάμεις Αντιπάλων
Την ημέρα της κήρυξης του πολέμου ο Στρατός Ηπείρου διέθετε 8 τάγματα, 3
ανεξάρτητες μοίρες Πυροβολικού, 1 ίλη Ιππικού και 1 λόχο Μηχανικού, συνολικής
δύναμης περίπου 10.500 ανδρών. Συγκεντρώθηκε στην περιοχή της Άρτας, κατά μήκος
της ανατολικής όχθης του Αράχθου ποταμού, στις 4 Οκτωβρίου, με αποστολή21 την
εξασφάλιση της μεθορίου από τον Αμβρακικό κόλπο μέχρι το Μέτσοβο, μέχρι να
κριθούν οι επιχειρήσεις στη Μακεδονία.
Στην Ήπειρο, οι Τούρκοι διέθεταν το Σώμα Στρατού Ιωαννίνων, υπό τον Εσσάτ
πασά, που περιλάμβανε την 23η Μεραρχία Κληρωτών και την 23η Μεραρχία Εφέδρων,
17

Στο ίδιο, 358, αρ. 1190.
Στο ίδιο, 363, αρ. 1201.
19
Στο ίδιο, 399, αρ. 1341-1342.
20
Στο ίδιο, 396, αρ. 1331.
21
Αρχείο ΓΕΣ/ΔΙΣ, ό.π., Φ.1623/Α/29, Διαταγή του Υπουργείου Στρατιωτικών προς τον Αντιστράτηγο
Κωνσταντίνο Σαπουντζάκη, αρ. 80002, Αθήνα, 27 Σεπτεμβρίου 1912.
18

συνολική δύναμης περίπου 20.000 ανδρών, με έδρα τα Ιωάννινα. Παράλληλα,
προβλεπόταν να συγκροτηθούν και διάφορα σώματα ατάκτων Τουρκαλβανών.
2.2.2 Επιχειρήσεις μέχρι την απελευθέρωση των Ιωαννίνων
Παρά το γεγονός ότι ο Στρατός Ηπείρου είχε αμυντική αποστολή, ο διοικητής του
αποφάσισε να επιτεθεί στις 6 Οκτωβρίου, προκειμένου να καταλάβει την οικονομικότερη
και φύσει ισχυρότερη τοποθεσία των υψωμάτων του Γριμπόβου, δυτικά του Αράχθου
ποταμού. Έτσι, το 7ο Τάγμα Ευζώνων, υποστηριζόμενο από το πυροβολικό, διήλθε τη
γέφυρα της Άρτας και, αφού ανέτρεψε τις δυνάμεις των τουρκικών φυλακίων, κινήθηκε
προς τα υψώματα του Γριμπόβου, ενώ ακολούθησαν και τα υπόλοιπα τμήματα που
συμμετείχαν στην επίθεση. Η εξέλιξη αυτή επέτρεψε τη διαπεραίωση του όγκου του
Στρατού Ηπείρου δυτικά του Αράχθου την επόμενη ημέρα, ενώ η αίτηση του αρχηγού
του Στρατού Ηπείρου προς το Υπουργείο Στρατιωτικών για αποστολή ενισχύσεων και
συνέχιση των επιθετικών επιχειρήσεων προς τα βόρεια απορρίφθηκε22.
Στο διάστημα 9-11 Οκτωβρίου σημειώθηκαν συγκρούσεις στην περιοχή των χ.
Αμμότοπου, Γριμπόβου και Ανωγείου, όπου δοκιμάστηκαν σκληρά τα ελληνικά
τμήματα, όμως πέτυχαν όχι μόνο να αποκρούσουν τις αλλεπάλληλες επιθέσεις των
Τούρκων αλλά και να σταθεροποιήσουν τις θέσεις τους. Παράλληλα, το βράδυ 11/12
Οκτωβρίου ο Εσσάτ πασά διέταξε τη σύμπτυξη των δυνάμεων του προς τη γραμμή Χάνι
Εμίν Αγά-χ. Πεστά, φοβούμενος πιθανή αποκοπή των δυνάμεων του. Η σύμπτυξη των
Τούρκων επέτρεψε στον ελληνικό στρατό να απελευθερώσει τη Φιλιππιάδα στις 12
Οκτωβρίου.
Η ευνοϊκή εξέλιξη των επιχειρήσεων στην Ήπειρο έπεισε το Υπουργείο
Στρατιωτικών να τερματίσει την αμυντική στάση που μέχρι τότε τηρούσε ο Στρατός
Ηπείρου και να του αναθέσει την απελευθέρωση όλης της Ηπείρου23. Παράλληλα, το
Απόσπασμα του Ταγματάρχη Σπηλιάδη άρχισε να κινείται από τις 20 Οκτωβρίου προς
την Πρέβεζα με σκοπό την απελευθέρωση της πόλης, με την υποστήριξη της ναυτικής
Μοίρας που βρισκόταν στον Αμβρακικό κόλπο. Η κατάληψη της Νικόπολης από το
Απόσπασμα και η πίεση που άσκησαν οι πρόξενοι των Μεγάλων Δυνάμεων ανάγκασαν
τον Τούρκο διοικητή της Πρέβεζας να παραδώσει την πόλη στις 21 Οκτωβρίου. Αμέσως
μετά την απελευθέρωση της Πρέβεζας, το Απόσπασμα του Υπολοχαγού Μηχανικού
Δημητρίου Μπότσαρη εγκαταστάθηκε αμυντικά στον Αχέροντα ποταμό, για να
εξασφαλίσει το αριστερό πλευρό και τα νώτα του Στρατού Ηπείρου από τη θάλασσα. Στο
μεταξύ, για την προστασία των χριστιανικών χωριών από τις επιδρομές των άτακτων
Τουρκαλβανών, συγκροτήθηκε το Απόσπασμα του Αντισυνταγματάρχη Πυροβολικού
Σταματίου Μήτσα, το οποίο μαζί με εθελοντικά σώματα Κρητών και Ηπειρωτών
Προσκόπων24 κινήθηκαν προς το Μέτσοβο και το απελευθέρωσαν στις 31 Οκτωβρίου.
Ταυτόχρονα, η Φρουρά Μετσόβου, κατόπιν αίτησης του Φρουράρχου, λόγω έντονης
επιθετικής δραστηριότητας των Τούρκων, ενισχύθηκε από το Απόσπασμα Δυτικής
Μακεδονίας, το Σώμα των Γαριβαλδινών και άλλα τμήματα25.
Με τις επιχειρήσεις που διεξήγαγε από την έκρηξη του πολέμου, ο Στρατός
Ηπείρου κατόρθωσε να καταλάβει την περιοχή των Πέντε Πηγαδιών, να απελευθερώσει
την Πρέβεζα, το Μέτσοβο και τη Χειμάρρα (5 Νοεμβρίου) και να δημιουργήσει τις
22

ΓΕΣ-ΠΕ, Ο Ελληνικός Στρατός κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913, Παράρτημα τόμου Β΄,
εν Αθήναις 1932, 23, αρ. 56-57.
23
Στο ίδιο, 72, αρ. 231.
24
Πρόσκοποι ονομάστηκαν τότε οι εθελοντές, οι οποίοι, αν και δεν ήταν υπόχρεοι σε στράτευση,
προσήλθαν αθρόα να καταταγούν, βλ. ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο Ελληνικός Στρατός, τ. Α΄, σημ. 1, 20.
25
ΓΕΣ-ΠΕ, ό.π., Παράρτημα τόμου Β΄, 115, αρ. 352.

κατάλληλες προϋποθέσεις για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων και της περιοχής
βόρειας αυτής, που ήταν και ο τελικός αντικειμενικός σκοπός.
2.2.3 Οι επιθετικές επιχειρήσεις κατά της οχυρωμένης τοποθεσίας των Ιωαννίνων
Στις 20 Νοεμβρίου η ελληνική κυβέρνηση γνωστοποίησε στον αρχηγό του
Στρατού Ηπείρου ότι επιβαλλόταν η απελευθέρωση των Ιωαννίνων πριν την κατάπαυση
των εχθροπραξιών λόγω της έναρξης των διαπραγματεύσεων ειρήνης26. Έτσι, μέχρι στις
27 Νοεμβρίου ολοκληρώθηκε η συγκέντρωση των δυνάμεων, οι οποίες συγκροτούνταν
ως εξής: στα ανατολικά, το Α΄ Μικτό Απόσπασμα, στο κέντρο το Β΄ Μικτό Απόσπασμα
και στα δυτικά, η ΙΙ Μεραρχία, που είχε μεταφερθεί από τη Θεσσαλονίκη. Την κυρία
προσπάθεια είχε η ΙΙ Μεραρχία, ενεργώντας κατά του δεξιού των Τούρκων, οι οποίοι
αμύνονταν στην ευρύτερη περιοχή των Πεστών, που αποτελούσε το προπύργιο της
τοποθεσίας των Ιωαννίνων. Στο διήμερο αγώνα (29-30 Νοεμβρίου) που ακολούθησε οι
ελληνικές δυνάμεις κατόρθωσαν να καταλάβουν τα Πεστά και να λάβουν στενή επαφή
με την οχυρωμένη τοποθεσία των Ιωαννίνων, όπου και υποχρεώθηκαν να ανακόψουν την
προέλασή τους.
Η φύσει αμυντική ισχύς του υψιπέδου Ιωαννίνων είχε επαυξηθεί από την
τουρκική διοίκηση με τεχνητή οχύρωση, δηλαδή με πολλά μόνιμα και ημιμόνιμα έργα
που είχαν κατασκευαστεί από τον καιρό της ειρήνης. Την ευθύνη της κατασκευής των
έργων είχε ο Διοικητής Πυροβολικού της Φρουράς Ιωαννίνων Αντισυνταγματάρχης
Vechip Bey, υπό την επίβλεψη του Γερμανού Στρατηγού Von der Goltz από το 1909. Το
μεγαλύτερο βάρος της οχύρωσης είχε ριφθεί στο νότιο τομέα και κυρίως στα υψώματα
της Μανολιάσας, του Αυγού και του Μπιζανίου, με σκοπό την απαγόρευση του άξονα
Άρτα-Ιωαννίνων και την εξασφάλιση του συγκοινωνιακού και ανεφοδιαστικού κόμβου
των Ιωαννίνων.
Η πρώτη επίθεση κατά της Μανολιάσας και του Μπιζανίου έγινε την 1η
Δεκεμβρίου από το Α΄ Μικτό Απόσπασμα και τη ΙΙ Μεραρχία, στα δύο άκρα, ενώ στο
κέντρο το Β΄ Μικτό Απόσπασμα παρέμεινε στις θέσεις του, απασχολώντας τον εχθρό.
Στον τομέα της ΙΙ Μεραρχίας, παρά τις αρχικές επιτυχίες της, η μεραρχία αναγκάστηκε
να εγκατασταθεί αμυντικά στα νότια υψώματα της Μανολιάσας λόγω σφοδρής
αντεπίθεσης που εξαπέλυσε η 21η Μεραρχία που είχε έλθει από το Μοναστήρι ως
ενίσχυση. Το Α΄ Μικτό Απόσπασμα εξουδετέρωσε τις τουρκικές αντιστάσεις στην
περιοχή της Αετοράχης, αλλά καθηλώθηκε στις 3 Δεκεμβρίου από τα πυρά του Οχυρού
Μπιζανίου και παράλληλα δέχθηκε αντεπίθεση κατά των δύο πλευρών του, με
αποτέλεσμα να επανέλθει στις αρχικές του θέσεις. Οι Τούρκοι, αφού πέτυχαν να
αναχαιτίσουν την ελληνική επίθεση, ανέλαβαν την πρωτοβουλία των επιχειρήσεων και
στο διάστημα 4-10 Δεκεμβρίου εξαπέλυσαν επιθέσεις σε ολόκληρο το μέτωπο. Τα
ελληνικά τμήματα αντέταξαν πείσμονα αντίσταση, αλλά υπέστησαν σοβαρές απώλειες,
κυρίως στον τομέα του Α΄ Μικτού Αποσπάσματος, όπου τα πυκνά και εύστοχα πυρά
πυροβολικού του Οχυρού Μπιζανίου προκάλεσαν και κλονισμό του ηθικού των αντρών.
Ωστόσο, οι ενισχύσεις που κατέφθασαν συνέβαλαν στη σταθεροποίηση του μετώπου και
στην ύφεση της τουρκικής επιθετικότητας.
Η διαμορφωθείσα κατάσταση στην Ήπειρο και η εξέλιξη των διαπραγματεύσεων
στο Λονδίνο οδήγησαν την ελληνική κυβέρνηση στην απόφαση για ταχύτερο τερματισμό
των πολεμικών επιχειρήσεων στην περιοχή. Η ενίσχυση των εκεί τουρκικών δυνάμεων
από την περιοχή του Μοναστηρίου και η πεποίθηση ότι ο βουλγαρικός κίνδυνος στη
Μακεδονία δεν ήταν άμεσος καθόρισαν ως πρωταρχικό στόχο την ανάγκη αποστολής
26

Στο ίδιο, 159, αρ. 464α.

ενισχύσεων στην Ήπειρο. Έτσι, από τις 12 Δεκεμβρίου άρχισε η θαλάσσια μεταφορά των
IV και VI Μεραρχιών από τη Θεσσαλονίκη στην Πρέβεζα για την άμεση ενίσχυση του
μετώπου της Ηπείρου. Εκτός από τις δύο μεραρχίες, έφτασε στην Πρέβεζα, στις 29
Δεκεμβρίου, από τη Χίο, το 7ο Σύνταγμα Πεζικού της ΙΙ Μεραρχίας (Απόσπασμα Χίου).
Μετά την ενίσχυση του Στρατού Ηπείρου και την ολοκλήρωση των
προπαρασκευαστικών ενεργειών για την επανάληψη των επιθετικών ενεργειών στις 5
Ιανουαρίου 1913, ο Αντιστράτηγος Σαπουντζάκης αντικαταστάθηκε από τον Διάδοχο
Κωνσταντίνο, ο οποίος με απόφαση της κυβέρνησης διοριζόταν αρχιστράτηγος όλων των
ελληνικών δυνάμεων στη Μακεδονία και την Ήπειρο27.
Στις 10 Ιανουαρίου ο Διάδοχος Κωνσταντίνος έφτασε στην Ήπειρο και
εγκατέστησε το Στρατηγείο του στη Φιλιππιάδα και, αφού ενημερώθηκε για τη γενική
κατάσταση και την πρόοδο των επιχειρήσεων, αποφάσισε να επιτεθεί κατά της
οχυρωμένης τοποθεσίας Μπιζανίου, μετά από κατάλληλη ανασυγκρότηση των μονάδων
του Στρατού Ηπείρου. Παράλληλα, λήφθηκαν μέτρα για την ανάπαυση των τμημάτων
της πρώτης γραμμής, τα οποία είχαν καταπονηθεί υπερβολικά από τον παρατεταμένο
αγώνα.
Στις 17 Ιανουαρίου ο αρχιστράτηγος, με επιστολή του προς το διοικητή του
Στρατού Ιωαννίνων, Εσσάτ πασά, πρότεινε την παράδοση της πόλης των Ιωαννίνων,
προκειμένου να αποφευχθεί η αιματοχυσία και η καταστροφή της πόλης, αλλά ο
Τούρκος διοικητής αρνήθηκε να παραδοθεί28. Μετά την απόρριψη των ελληνικών
προτάσεων και μέχρι την εκτόξευση της επίθεσης, οι μονάδες του Στρατού Ηπείρου
επιδόθηκαν στην οργάνωση και βελτίωση των θέσεων τους, στην εκτέλεση
αναγνωρίσεων, στην εξασφάλιση των γραμμών ανεφοδιασμού και επικοινωνιών και
στην αναδιάταξη των τμημάτων τους, ενώ δεν έλειπαν οι αναγνωριστικές επιθέσεις και οι
ανταλλαγές πυρών. Στο πλαίσιο των επιτελικών προετοιμασιών, το ελληνικό σχέδιο
ενεργείας, παρά το γεγονός ότι αρχικά προέβλεπε την εκδήλωση της επίθεσης με κυρία
προσπάθεια κατά του Μπιζανίου, μεταβλήθηκε ριζικά. Έτσι, κατόπιν επανεκτίμησης της
κατάστασης, αποφασίστηκε να εκδηλωθεί η επίθεση κατά του δυτικού τμήματος της
οχυρωμένης τοποθεσίας. Για τον καλύτερο συντονισμό των προσπαθειών, στις 19
Φεβρουαρίου 1913 οι ελληνικές δυνάμεις συγκροτήθηκαν σε διοικήσεις με την εξής
διάταξη:
- Δεξιά, το Α΄ Τμήμα Στρατιάς (Ταξιαρχία Μετσόβου, VI και VIII Μεραρχίες)
αναπτύχθηκε από το χ. Αετοράχη και βορειοανατολικότερα μέχρι το Δρίσκο.
- Κέντρο, η ΙΙ Μεραρχία αναπτύχθηκε στα υψώματα του χ. Θεριακήσι και το
ύψωμα Αυγό.
- Αριστερά, το Β΄ Τμήμα Στρατιάς συγκροτήθηκε σε τρεις φάλαγγες, στην περιοχή
του Ολίτσικα και της Μανολιάσας και θα ενεργούσε την κυρία προσπάθεια.
Από τα 51 τάγματα συνολικά, τα 23 διατέθηκαν κατά του μετώπου της ΜανολιάσαςΤσούκας.
Ο ελληνικός ελιγμός απέβλεπε σε αιφνιδιαστική υπερκέραση του Οχυρού Μπιζανίου από
τα δυτικά με ταυτόχρονη εκδήλωση μετωπικής επίθεσης στον κεντρικό και ανατολικό
τομέα και σε παραπλανητικές ενέργειες στην ευρύτερη περιοχή για την αγκίστρωση των
εκεί τουρκικών δυνάμεων.
Από πλευράς των Τούρκων, την τοποθεσία υπερασπίζονταν η 23η Μεραρχία
Ενεργού Στρατού, η 2η και 3η Έκτακτη Μεραρχία και η Μεραρχία Εφέδρων Ιωαννίνων.
Το τουρκικό σχέδιο ενεργείας προέβλεπε σταθερή άμυνα στην οχυρωμένη τοποθεσία, με
27
28

ΓΕΣ-ΠΕ, ό.π., Παράρτημα τόμου Β΄, 394, αρ. 789˙413, αρ. 832α˙414, αρ. 833.
Στο ίδιο, 531-532, αρ. 1155-1155α.

βάρος στα υψώματα του Μπιζανίου και της Καστρίτσας για την απαγόρευση των
κατευθύνσεων προς τα Ιωάννινα.
Από τις 16 μέχρι τις 19 Φεβρουαρίου έγιναν όλες οι απαραίτητες προκαταρκτικές
ενέργειες και η συγκέντρωση των μονάδων του Β΄ Τμήματος Στρατιάς που θα
ενεργούσαν την κυρία επίθεση. Παράλληλα, η Μοίρα Ιονίου του ελληνικού στόλου
εκτελούσε βολές κατά τουρκικών θέσεων στους Αγίους Σαράντα και εικονικές
αποβάσεις με σκοπό την αγκίστρωση των τουρκικών δυνάμεων στην περιοχή. Στις 19
Φεβρουάριου το ελληνικό πυροβολικό άρχισε βολές προπαρασκευής εναντίον
προκαθορισμένων στόχων στα Οχυρά Μπιζάνι και Καστρίτσα, ενέργεια που συνεχίστηκε
και την επομένη, ημέρα της γενικής επίθεσης, προκειμένου να δοθεί η εντύπωση στον
εχθρό ότι η κύρια επίθεση θα εκδηλωνόταν κατά του Μπιζανίου.
2.2.4 Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων και η εκκαθάριση της Δυτικής και Βόρειας
Ηπείρου
Το πρωί της 20ής Φεβρουαρίου άρχισε η γενική επίθεση του ελληνικού στρατού
κατά της οχυρωμένης τοποθεσίας. Στον τομέα του Β΄ Τμήματος Στρατιάς, τα 8ο και 9ο
Τάγματα του 1ου Συντάγματος Ευζώνων κατόρθωσαν να πετύχουν βαθιά διείσδυση και
εισχώρηση ταυτόχρονα με την 3η Φάλαγγα, αναγκάζοντας τους Τούρκους που
αμύνονταν στο μέτωπο Μεγάλης Τσούκας-Μανολιάσας να υποχωρήσουν προς τα
Ιωάννινα. Το βράδυ της ίδιας ημέρας τα δύο τάγματα Ευζώνων εγκατέστησαν τμήματα
ασφαλείας σε μικρή απόσταση από τα Ιωάννινα και διέκοψαν την επικοινωνία με το
Μπιζάνι. Στο κέντρο, η ΙΙ Μεραρχία, αφού κατέλαβε το ύψωμα Αυγό, αναγκάστηκε να
αναστείλει την επιθετική της δραστηριότητα λόγω δραστικών πυρών από το Οχυρό
Μπιζάνι. Παράλληλα, το Α΄ Τμήμα Στρατιάς ενήργησε μετωπική επίθεση, ενώ η
Ταξιαρχία Μετσόβου κατέλαβε τα χ. Δαφνούλα και Δρίσκο, λαμβάνοντας επαφή με
τμήματα της VI Μεραρχίας και αναγκάζοντας τους Τούρκους να συμπτυχθούν προς την
Καστρίτσα. Η επιτυχής ενέργεια του 1ου Συντάγματος Ευζώνων, ενώ τα Οχυρά
Χιντζηρέλου, Μπιζανίου και Καστρίτσας έμεναν ανέπαφα, ανάγκασε τους Τούρκους να
λάβουν την απόφαση να παραδοθούν. Πράγματι, με διαμεσολάβηση των ξένων
προξένων της Γαλλίας, Ρωσίας, Αυστροουγγαρίας και Ρουμανίας, τουρκική
αντιπροσωπεία συναντήθηκε με τον Διάδοχο Κωνσταντίνο τα ξημερώματα της 21ης
Φεβρουαρίου στο Χάνι Εμίν Αγά, όπου παρέδωσε επιστολή29 των ξένων προξένων.
Κατόπιν σύντομης συζήτησης, επήλθε συμφωνία για την παράδοση Ιωαννίνων και των
εκεί τουρκικών δυνάμεων. Το πρωί το Σύνταγμα Ιππικού Ηπείρου εισήλθε στην πόλη και
την ίδια ημέρα υπογράφηκε και το σχετικό πρωτόκολλο παράδοσης30. Η απελευθέρωση
των Ιωαννίνων έθεσε τέλος στις επιχειρήσεις, εξυψώνοντας παράλληλα ακόμα
περισσότερο το γόητρο του ελληνικού στρατού έναντι των βαλκανικών συμμάχων και
των Μεγάλων Δυνάμεων της Ευρώπης.
Μετά την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, ο Στρατός Ηπείρου προέβη σε
ανασυγκρότηση με σκοπό την εκκαθάριση και εξασφάλιση της υπόλοιπης περιοχής της
Ηπείρου. Έτσι, οι IV και VI Μεραρχίες μεταφέρθηκαν στη Θεσσαλονίκη, οι II και VIII
Μεραρχίες διατάχθηκαν να προελάσουν προς το Αργυρόκαστρο, ενώ στην III Μεραρχία
ανατέθηκε η καταστροφή των εχθρικών δυνάμεων προς την κατεύθυνση της Πρεμετής.
Στις 3 Μαρτίου τμήματα της VIII Μεραρχίας, αφού ανέτρεψαν τουρκική
αντίσταση στην Κακαβιά την προηγουμένη, εισήλθαν στο Αργυρόκαστρο και στις 5
Μαρτίου τμήματα του Συντάγματος Ιππικού, που αποτελούσε εμπροσθοφυλακή της
29
30

ΓΕΣ-ΠΕ, ό.π., Παράρτημα τόμου Β΄, 675, αρ. 1451γ.
ΓΕΣ-ΠΕ, ό.π., Παράρτημα τόμου Β΄, 703, αρ. 1527.

μεραρχίας, εισήλθαν στο εγκαταλειμμένο από Τούρκους Τεπελένι. Παράλληλα, τμήματα
της II Μεραρχίας31, που ακολουθούσε την VIII, προωθήθηκαν στο Δελβίνο και στο
Αργυρόκαστρο, όπου ανέλαβαν τη φρούρησή τους. Στο μεταξύ, η ΙΙΙ Μεραρχία
προέλασε προς την Πρεμετή, όπου έφτασε στις 2 Μαρτίου, με ετοιμότητα συνέχισης
προς Κλεισούρα. Στην ισχυρή τοποθεσία της στενωπού της Κλεισούρας, οι τουρκικές
δυνάμεις αντέταξαν σθεναρή άμυνα, αναγκάζοντας την ΙΙΙ Μεραρχία να εμπλέξει το
σύνολο των δυνάμεών της. Ωστόσο, τις απογευματινές ώρες της 3ης Μαρτίου η
στενωπός της Κλεισούρας κατελήφθη από τις ελληνικές δυνάμεις, αναγκάζοντας τους
Τούρκους να συμπτυχθούν προς το Βεράτι.
Παρά το γεγονός ότι η Βόρεια Ήπειρος απελευθερώθηκε από τον ελληνικό
στρατό, οι Μεγάλες Δυνάμεις, αποβλέποντας στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους,
ανακήρυξαν την Αλβανία «Αυτόνομη Ηγεμονία» υπό την προστασία τους και
υποχρέωσαν τον ελληνικό στρατό να αποσυρθεί από τα ελληνικά εδάφη της Βορείου
Ηπείρου.
2.3 Η απελευθέρωση των νησιών του Αιγαίου
Παράλληλα με τις επιχειρήσεις στον τουρκοκρατούμενο ηπειρωτικό ελληνικό
χώρο, διεξάγονταν στη θάλασσα του Αιγαίου και ναυτικές επιχειρήσεις, που σκοπό
είχαν, αφενός, να καταστεί ο ελληνικός στόλος κυρίαρχος στη θαλάσσια περιοχή και,
αφενός, να απελευθερωθούν τα ελληνικά νησιά.
Οι Τούρκοι είχαν οργανώσει σημαντικά αμυντικά έργα για την προστασία των νησιών,
γεγονός που απαιτούσε, από την ελληνική πλευρά, σοβαρή και προσεκτικά οργανωμένη
προσπάθεια για την απελευθέρωσή τους. Σε πρώτη φάση επιδιώχθηκε η απελευθέρωση
των νησιών του βορείου Αιγαίου (Λήμνος, Ίμβρος, Τένεδος κ.ά.) για καθαρά
επιχειρησιακούς λόγους και η οποία ξεκίνησε με την έναρξη του πολέμου. Σε δεύτερη
φάση, η οποία ξεκίνησε μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, επιδιώχθηκε η
απελευθέρωση και των άλλων ελληνικών νησιών.
Αρχικά απελευθερώθηκε η Λήμνος στις 8 Οκτωβρίου, –χρησιμοποιήθηκε ως
ναυτική βάση του ελληνικού στόλου– για την οποία χρησιμοποιήθηκε μια διλοχία του
20ου Συντάγματος Πεζικού. Στις 15 Οκτωβρίου ναυτικό άγημα 600 ανδρών
αποβιβάστηκε στη Λήμνο και στη συνέχεια μαζί με τη διλοχία Πεζικού απελευθέρωσαν
τη Θάσο και τον Άγ. Ευστράτιο. Ανάλογα ναυτικά αγήματα έδρασαν στο σύμπλεγμα των
νησιών του βορείου Αιγαίου, τα οποία και απελευθέρωσαν.
Επόμενος στόχος της ελληνικής κυβέρνησης ήταν τα νησιά της Λέσβου, Χίου και
Σάμου, τα οποία όμως για την απελευθέρωσή τους απαιτούνταν περισσότερες δυνάμεις.
Για το λόγο αυτό αποφασίστηκε να διατεθεί ένα σύνταγμα Πεζικού και μια
πυροβολαρχία από τη ΙΙ Μεραρχία, ενώ παράλληλα συγκροτήθηκαν νέες δυνάμεις από
ναυτικά αγήματα και τα έμπεδα Αθηνών. Έτσι, μια δύναμη περίπου 1.600 ανδρών
αποβιβάστηκε στο λιμάνι της Μυτιλήνης στις 8 Νοεμβρίου, ενώ αργότερα η δύναμη
αυτή έφτασε τους 3.175 άνδρες με διοικητή τον Συνταγματάρχη Απολλόδωρο
Συρμακέζη. Η τουρκική φρουρά του νησιού πρόβαλλε σθεναρή αντίσταση και μόλις στις
8 Δεκεμβρίου οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να παραδοθούν.
Η Χίος διέθετε την καλύτερη αμυντική οργάνωση και έδινε στον αμυνόμενο την
ευκαιρία να αμυνθεί αποτελεσματικά και για μεγάλο χρονικό διάστημα. Από ελληνικής
πλευράς διατέθηκε ένα σύνταγμα Πεζικού και μια πυροβολαρχία υπό τον
Συνταγματάρχη Νικόλαο Δελαγραμμάτικα, διοικητή του 7ου Συντάγματος Πεζικού. Στις
11 Νοεμβρίου ο διοικητής της Μοίρας Ευδρόμων Πλοίαρχος Ιωάννης Δαμιανός ζήτησε
31

Αργότερα η II Μεραρχία μεταφέρθηκε και αυτή στη Θεσσαλονίκη.

από τον Τούρκο διοικητή την παράδοση της πόλης της Χίου μέσα σε τρεις ώρες. Όμως ο
τελευταίος αρνήθηκε και τότε η ελληνική δύναμη προέβη σε βίαιη απόβαση νότια της
πόλης της Χίου, συναντώντας ισχυρή αντίσταση, μιας και οι Τούρκοι είχαν οργανώσει
αμυντικά την ακτή απόβασης. Ωστόσο, με τη βοήθεια των δραστικών πυρών του στόλου,
οι Τούρκοι αναγκάστηκαν τις βραδινές ώρες της 11ης Νοεμβρίου να αποσυρθούν στο
εσωτερικό του νησιού. Τα ελληνικά τμήματα εισήλθαν στην πόλη της Χίου την επομένη.
Η τουρκική φρουρά κατείχε φύσει οχυρές θέσεις και αγωνιζόταν με πείσμα, γεγονός που
καθιστούσε αδύνατη την απελευθέρωση του νησιού με τις υπάρχουσες δυνάμεις. Έτσι, ο
συνταγματάρχης αποφάσισε να προσβάλει τις τουρκικές δυνάμεις και από άλλα σημεία
του νησιού και παράλληλα να αποκλείσει το νησί. Επιπλέον συγκροτήθηκαν εθελοντικά
σώματα από τους ντόπιους κατοίκους, ενώ κατέφθασε και ένα σώμα 200 Κρητών
εθελοντών. Ωστόσο, οι επιθέσεις των ελληνικών δυνάμεων αποκρούστηκαν, με
αποτέλεσμα το Υπουργείο Στρατιωτικών να διατάξει στις 30 Νοεμβρίου την αναστολή
κάθε επιθετικής ενέργειας. Εν τω μεταξύ, στα μέσα Δεκεμβρίου κατέφθασαν ως
ενίσχυση το ΙΙ/19 Τάγμα, το έμπεδο τάγμα Πεζικού και μια πυροβολαρχία από τη Λέσβο,
για την τελική επίθεση. Στις 19 Δεκεμβρίου, κατόπιν έγκρισης του Υπουργείου
Στρατιωτικών, εξαπολύθηκε η τελική επίθεση, αναγκάζοντας τους Τούρκους να
ζητήσουν διαπραγματεύσεις. Οι υπερβολικές αξιώσεις τους –αποχώρηση από το νησί με
τον οπλισμό τους και όλα τα εφόδια– απορρίφθηκαν και οι εχθροπραξίες
επαναλήφθηκαν την επομένη. Πλέον οι Τούρκοι βρίσκονταν σε δυσμενή θέση και
αναγκάστηκαν να ζητήσουν παράδοση άνευ όρων, η οποία ολοκληρώθηκε στις 21
Δεκεμβρίου.
Τελευταίο από όλα τα νησιά απελευθερώθηκε η Σάμος, στην οποία ήδη από τις
11 Νοεμβρίου 1912 είχε σχηματιστεί προσωρινή κυβέρνηση υπό τον Θεμιστοκλή
Σοφούλη, κηρύσσοντας την ένωση με την Ελλάδα. Στις 2 Μαρτίου 1913 αποβιβάστηκε
διλοχία Πεζικού δύναμης 318 ανδρών, σφραγίζοντας έτσι την απελευθέρωση του νησιού.
Πλέον η μόνη εκκρεμότητα ήταν τα Δωδεκάνησα, τα οποία από τις 4 Μαΐου 1912
βρίσκονταν υπό ιταλική κατοχή.

3. Οι επιχειρήσεις του Βουλγαρικού Στρατού
3.1 Δυνάμεις Αντιπάλων
Οι δυνάμεις του βουλγαρικού στρατού κατανεμήθηκαν σε τρεις στρατιές, μια
Ομάδα Ιππικού και την VII Ανεξάρτητη Μεραρχία Πεζικού. Οι στρατιές και η Ομάδα
Ιππικού συγκεντρώθηκαν στις άνω κοιλάδες των ποταμών Έβρου και Άρδα, και η VII
Ανεξάρτητη Μεραρχία στην άνω κοιλάδα του Στρυμόνα ποταμού. Έτσι, διεξήγαγε τις
επιχειρήσεις σε τρία μέτωπα, διαθέτοντας εννέα μεραρχίες στην Ανατολική Θράκη, όπου
και το κύριο μέτωπο, μία μεραρχία (ΙΙ) στη Δυτική Θράκη και μία μεραρχία (VII) στη
Μακεδονία. Επικεφαλής του στρατού ήταν ο Βασιλιάς Φερδινάρδος με βοηθό τον
Στρατηγό Savov, ο οποίος ήταν ο πραγματικός αρχιστράτηγος και Επιτελάρχη τον
Στρατηγό Fichev.
Οι Τούρκοι, με αρχιστράτηγο τον Abdullah Pasha, διέθεταν τη Στρατιά Θράκης,
που συγκεντρώθηκε στο τετράγωνο Αδριανούπολη-Σαράντα Εκκλησίες-Μπαμπά ΕσκίΔιδυμότειχο.
3.2 Επιχειρήσεις στην Ανατολική Θράκη

Στο μέτωπο της Ανατολικής Θράκης, οι Βούλγαροι απέβλεπαν στην καθήλωση
των τουρκικών δυνάμεων κατά μήκος του μετώπου Αδριανούπολης-Σαράντα Εκκλησιών
και την υπερκέρασή τους από την οροσειρά της Στράντζας, από τα ανατολικά. Έτσι, οι
αποστολές που ανατέθηκαν στις τρεις στρατιές ήταν οι εξής: η 2η Στρατιά υπό τον
Στρατηγό Ivanov να προελάσει προς την Αδριανούπολη μέσω των κοιλάδων του Έβρου
και Τούντζα και να καταλάβει την πόλη, η 3η Στρατιά υπό τον Στρατηγό Dimitriev να
προελάσει προς τις Σαράντα Εκκλησίες μέσω της οροσειράς της Στράντζας με σκοπό να
υπερκεράσει το δεξί πλευρό των Τούρκων και να απαγορεύσει τη σύμπτυξη τους προς
την Κωνσταντινούπολη και η 1η Στρατιά υπό τον Στρατηγό Kutinchev, παρεμβαλλόμενη
μεταξύ των δύο στρατιών, να επιτεθεί κατά του κέντρου του μετώπου ΑδριανούποληςΣαράντα Εκκλησιών.
Ο τουρκικός στρατός είχε την πρόθεση να αμυνθεί στην τοποθεσία των Σαράντα
Εκκλησιών, την οποία υπεράσπιζε το 1ο Σώμα Στρατού και άλλες δυνάμεις. Ωστόσο, το
βράδυ 8/9 Οκτωβρίου 1912 οι τουρκικές δυνάμεις επιτέθηκαν με σκοπό να
υπερκεράσουν το αριστερό πλευρό των Βουλγάρων και να τους απωθήσουν προς τον
Τούντζα. Η έλλειψη πληροφοριών σχετικά με τη θέση των βουλγαρικών δυνάμεων και η
εσφαλμένη εκτίμηση των Τούρκων διοικητών σχετικά με τη δυνατότητα προέλασης των
Βουλγάρων μέσω της οροσειράς της Στράντζας οδήγησαν σε συντριπτική ήττα των
Τούρκων στη διήμερη μάχη που ακολούθησε (9-11 Οκτωβρίου). Συνέπεια της ήττας
αυτής ήταν η κατάληψη των Σαράντα Εκκλησιών από την 3η Βουλγαρική Στρατιά στις
11 Οκτωβρίου, η διακοπή της επικοινωνίας με τις τουρκικές δυνάμεις που υπεράσπιζαν
την Αδριανούπολη και η άτακτη υποχώρηση των Τούρκων προς την επόμενη γραμμή
άμυνας Λουλέ Μπουργκάς-Μπουνάρ Χισάρ. Η προέλαση των δύο βουλγαρικών
στρατιών (1η και 3η) ανακόπηκε προσωρινά για ανασυγκρότηση και ανεφοδιασμό, με
αποτέλεσμα να απωλέσουν την επαφή με τις τουρκικές δυνάμεις που συμπτύσσονταν.
Παράλληλα, στην Αδριανούπολη η 2η Βουλγαρική Στρατιά επιχείρησε την επίσχεση της
πόλης από τα δυτικά λόγω της σιδηροδρομικής γραμμής και από τα νοτιοδυτικά λόγω
της σχετικά ασθενούς αμυντικής οργάνωσης. Η περίσχεση της πόλης θα προέκυπτε από
την προέλαση της 1ης Στρατιάς από τα νότια και ανατολικά. Ωστόσο, μέχρι τα μέσα
Οκτωβρίου δεν είχε καταληφθεί η πόλη, αλλά καθηλώθηκαν οι εκεί τουρκικές δυνάμεις.
Οι Τούρκοι εκμεταλλεύθηκαν την αδράνεια των βουλγαρικών δυνάμεων και
οργανώθηκαν αμυντικά στη γραμμή Λουλέ Μπουργκάς-Μπουνάρ Χισάρ. Στο Λουλέ
Μπουργκάς αναπτύχθηκε η στρατιά του Abdullah Pasha (1ο, 2ο και 4ο Σώματα Στρατού,
μία μεραρχία Ιππικού) και η στρατιά του Mahmut Muhtar Pasha (3ο Σώμα Στρατού, μία
ταξιαρχία Ιππικού και εφεδρείες από την Κωνσταντινούπολη) στο Μπουνάρ Χισάρ. Οι
Βούλγαροι, αφού ανασυντάχθηκαν, επιτέθηκαν με την 3η Στρατιά κατά μέτωπο, ενώ η
1η ενήργησε κατά του αριστερού πλευρού των Τούρκων. Στις 15 Οκτωβρίου η V
Μεραρχία υπό τον Στρατηγό Christov επιτέθηκε κατά του Μπουνάρ Χισάρ, το οποίο
κατέλαβε, και στη συνέχεια διάβηκε τον ποταμό Κάραγατς Ντερεζί. Τις επόμενες ημέρες
γενικεύτηκε η σύγκρουση, με τους Τούρκους να προβάλλουν σθεναρή αντίσταση,
ιδιαίτερα στο δεξιό πλευρό τους, όπου είχαν συγκεντρώσει τις εφεδρείες τους. Η
αντεπίθεση του 3ου Τουρκικού Σώματος Στρατού την 17η Οκτωβρίου προς το Μπουνάρ
Χισάρ προσέκρουσε πάνω στη σθεναρή αντίσταση της V Βουλγαρικής Μεραρχίας. Το
βράδυ της ίδιας ημέρας μία ταξιαρχία της 3ης Βουλγαρικής Στρατιάς κατέλαβε το
Τούρκμπεϊ, στην αριστερή όχθη του Κάραγατς Ντερεζί, που υπεράσπιζαν οι δυνάμεις
του 1ου Τουρκικού Σώματος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ρήγματος στο
κέντρο της τουρκικής γραμμής άμυνας, γεγονός το οποίο, σε συνδυασμό με την
υπερκέραση του αριστερού πλευρού των Τούρκων, ανάγκασε τον Abdullah Pasha να
υποχωρήσει προς το Τσορλού και τον Muhtar Pasha προς Τσερκέσκιοϊ. Στη μάχη του

Λουλέ Μπουργκάς, οι Τούρκοι απώλεσαν περίπου 30.000 άνδρες και πολλά πυροβόλα32,
ενώ και οι Βούλγαροι υπέστησαν μεγάλες απώλειες (περίπου 15.000 άνδρες), γεγονός
που τους ανάγκασε να μην καταδιώξουν τις υποχωρούντες τουρκικές δυνάμεις. Για μία
ακόμη φορά οι Τούρκοι εκμεταλλεύτηκαν την αδράνεια των Βουλγάρων και
συμπτύχθηκαν ανενόχλητοι προς την Τσατάλτζα, την τελευταία γραμμή άμυνας πριν την
Κωνσταντινούπολη.
Μετά τη μάχη του Λουλέ Μπουργκάς, οι Βούλγαροι, αφού απέσυραν τις ΙΙΙ και
ΙΧ Μεραρχίες33 της 2ης Στρατιάς από την πολιορκία της Αδριανούπολης μετά την άφιξη
της 2ης Σερβικής Στρατιάς, συνέχισαν την προέλασή τους από τις 25 Οκτωβρίου προς τις
κατευθύνσεις Στράντζας και Τσορλού. Ωστόσο, λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών
και της ακαταλληλότητας των οδών, οι βουλγαρικές δυνάμεις έλαβαν επαφή με τη
γραμμή της Τσατάλτζας μόλις στις 4 Νοεμβρίου. Το βράδυ της ίδιας ημέρας οι
Βούλγαροι επιτέθηκαν με την 1η Στρατιά κατά του νότιου τομέα της τοποθεσίας και την
3η κατά του δεξιού πλευρού των Τούρκων. Οι επιθέσεις των Βουλγάρων δεν ήταν
κατάλληλα προετοιμασμένες, αφού δεν προηγούταν προπαρασκευή πυροβολικού ή δεν
επιτυγχανόταν συντονισμός των επιτιθέμενων τμημάτων, με αποτέλεσμα να
αποκρούονται από τις αμυνόμενες τουρκικές δυνάμεις, προκαλώντας σοβαρές απώλειες
στους Βουλγάρους. Σε πολλές περιπτώσεις θέσεις καταλαμβάνονταν και
ανακαταλαμβάνονταν από τους δύο αντιπάλους μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα. Η
δυσμενής εξέλιξη των επιχειρήσεων ανάγκασε τους Βουλγάρους να αποσύρουν τις
δυνάμεις τους από τις 9 Νοεμβρίου προς την περιοχή Λουλέ Μπουργκάς-Σαράντα
Εκκλησίες. Οι Τούρκοι δεν καταδίωξαν τις βουλγαρικές δυνάμεις, αλλά ενίσχυσαν
ακόμη περισσότερο την αμυντική τοποθεσία τους.
Στην πολιορκία της Αδριανούπολης, μετά την αποχώρηση δύο βουλγαρικών
μεραρχιών και την άφιξη των Σέρβων στα τέλη Οκτωβρίου, συμμετείχαν οι 8η και 11η
Βουλγαρικές Μεραρχίες και οι σερβικές Μεραρχίες «Τιμόκ» και «Δούναβη»34. Οι
αλλεπάλληλες επιθέσεις από τις σερβοβουλγαρικές δυνάμεις αποκρούστηκαν από την
10η Τουρκική Μεραρχία και τις τρεις ανεξάρτητες μεραρχίες που υπεράσπιζαν την πόλη,
όπως απέτυχαν και οι προσπάθειες των Τούρκων για να λύσουν την πολιορκία.
Οι επιχειρήσεις μεταξύ των εμπολέμων, πλην της Ελλάδας, ανεστάλησαν στις
20 Νοεμβρίου, ύστερα από πρόταση της Τουρκίας για 15νθήμερη ανακωχή. Εκείνη την
περίοδο το ελληνικό Γενικό Στρατηγείο μελετούσε την πιθανότητα εκτέλεσης
αποβατικής επιχείρησης για την κατάληψη της Καλλίπολης σε συνεργασία ή όχι με άλλο
συμμαχικό στρατό. Ωστόσο, οι επιχειρήσεις στην Ήπειρο και οι ενδοιασμοί του ναυτικού
ανάγκασαν το Γενικό Στρατηγείο να εγκαταλείψει την ιδέα. Σε αυτό συνέβαλε και η
απροθυμία των Βουλγάρων να αποδεχθούν τις προτάσεις του Διαδόχου Κωνσταντίνου,
που αφορούσαν στην αποστολή ελληνικών μεραρχιών για την ενίσχυσή του βουλγαρικού
στρατού στην Τσατάλτζα, παρά την αρχική τους αίτηση για την προετοιμασία της
απόβασης στην Καλλίπολη35. Η απροθυμία των Βουλγάρων να συνεργαστεί με τον
ελληνικό στρατό στοίχισε τη μη κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τις συμμαχικές
δυνάμεις.
Η επανάληψη των εχθροπραξιών βρήκε τους Τούρκους να εξαπολύουν από τις
28 Ιανουαρίου 1913 μεγάλης κλίμακας επίθεση από την κατεύθυνση της Καλλίπολης,
αλλά αποκρούστηκε από τις βουλγαρικές δυνάμεις. Στην Αδριανούπολη, από τα μέσα
32

ΓΕΣ-ΠΕ, ό.π., Παράρτημα τόμου Α΄, 203, αρ. 597-598.
Διατέθηκαν ως ενίσχυση στην 1η Στρατιά του Στρατηγού Kutinchev, βλ. Νικόλαος Οικονόμου, «Ο Α΄
Βαλκανικός Πόλεμος», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (στο εξής ΙΕΕ), τ. ΙΔ΄, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα
2000, 329.
34
Στο ίδιο, 330.
35
ΓΕΣ-ΠΕ, ό.π., Παράρτημα τόμου Α΄, 451-453, αρ. 1516-1521.
33

Φεβρουαρίου 1913, οι σερβοβουλγαρικές δυνάμεις ενισχύθηκαν με νέες από το μέτωπο
της Τσατάλτζας και, με την υποστήριξη μεγάλου αριθμού βαρέων πυροβόλων,
κατάφεραν να καταλάβουν την πόλη στις 13 Μαρτίου.
3.3. Επιχειρήσεις στη Δυτική Θράκη
Στη Δυτική Θράκη, η ΙΙ Μεραρχία υπό τον Στρατηγό Kovachev είχε ως
αποστολή να εξασφαλίσει το δεξιό πλευρό του όγκου του βουλγαρικού στρατού που
ενεργούσε στην Ανατολική Θράκη και να εκκαθαρίσει την άνω κοιλάδα του Άρδα
ποταμού36. Απέναντι του βρισκόταν το 1ο Τουρκικό Σώμα Στρατού υπό τον Yaver Pasha.
Στο διάστημα 7-15 Οκτωβρίου 1912 διεξήχθησαν σκληροί αγώνες, αποτέλεσμα των
οποίων ήταν η κατάληψη της κοιλάδας του Άρδα από τους Βουλγάρους. Μέχρι στις 25
Οκτωβρίου οι Τούρκοι αντεπιτέθηκαν για να ανακαταλάβουν τα απωλεσθέντα εδάφη,
αλλά απέτυχαν, γεγονός που τους ανάγκασε να επιχειρήσουν να συμπτυχθούν προς τα
ανατολικά. Ωστόσο, στις 14 Νοεμβρίου η 2η Βουλγαρική Μεραρχία εξαπέλυσε ισχυρή
επίθεση και ανάγκασε τα υπολείμματα των τουρκικών δυνάμεων να παραδοθούν στο
Χαρμανλί. Παράλληλα, τμήματα της βουλγαρικής μεραρχίας κατέλαβαν ελληνικές
πόλεις όπως την Κομοτηνή και την Ξάνθη.
3.4. Επιχειρήσεις στη Μακεδονία
Στο μέτωπο της Μακεδονίας, δρούσε η VII Μεραρχία υπό τον Στρατηγό
Todorov, με αποστολή την κατάληψη της Θεσσαλονίκη. Με την έναρξη των
εχθροπραξιών, προέλασε από την περιοχή του Κιουστεντήλ προς τα νότια, χωρισμένη σε
τρεις φάλαγγες, αλλά στο Σιμιτλί συνάντησε υπέρτερες τουρκικές δυνάμεις και
αναγκάστηκε να συμπτυχθεί. Ωστόσο, η νικηφόρα προέλαση του ελληνικού στρατού
προς τα βόρεια, και ιδιαίτερα μετά τη νίκη του στο Σαραντάπορο, ανάγκασε τους
Τούρκους να αποσύρουν από τις 13 Οκτωβρίου το μεγαλύτερο μέρος της 14ης
Μεραρχίας και μια ανεξάρτητη μεραρχία από την κοιλάδα του Στρυμόνα. Το γεγονός
αυτό επέτρεψε στη μεραρχία του Todorov να προελάσει προς τα νότια χωρίς πλέον να
συναντήσει αξιόλογη αντίσταση από τους Τούρκους. Τις πρωινές ώρες της 26ης
Οκτωβρίου η βουλγαρική μεραρχία διάβηκε τον ποταμό Στρυμόνα στο Ορλιακό και
κινήθηκε εσπευσμένα προς τη Θεσσαλονίκη, την οποία στο μεταξύ είχε καταλάβει ο
ελληνικός στρατός.

4. Διαπιστώσεις-Συμπεράσματα
Ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος έληξε επίσημα με την υπογραφή της συνθήκης
ειρήνης του Λονδίνου στις 17 Μαΐου 1913, με την οποία ουσιαστικά διαλύθηκε η άλλοτε
Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η εξέλιξη των πολεμικών επιχειρήσεων σε όλα τα μέτωπα
κατέδειξε το γεγονός ότι τα συμμαχικά βαλκανικά κράτη υπερτερούσαν του αντιπάλου
σε δύο τομείς: στην καλύτερη οργάνωση και στο υψηλό ηθικό των στρατευμάτων τους.
Η Τουρκία εισήλθε στον πόλεμο με ελλιπή στρατιωτική προπαρασκευή, γιατί βρισκόταν
στο στάδιο αναδιοργάνωσης του στρατού της. Επιπλέον, θεωρούσε απίθανη μια
συμμαχία των βαλκανικών κρατών εναντίον της, αποτέλεσμα που την ανάγκασε να
διεξάγει πόλεμο κατά τεσσάρων κρατών. Η συμμαχία αυτή οδήγησε την Τουρκία να
κατανείμει τις δυνάμεις της σε τρία θέατρα επιχειρήσεων, γεγονός που μεγιστοποίησε τις
36

Οικονόμου, ό.π., ΙΕΕ, τ. ΙΔ΄, 330.

οργανωτικές αδυναμίες της και επέδρασε αρνητικά στην υλοποίηση των σχεδίων
επιχειρήσεων. Στο σημείο αυτό τίθεται το γενικό ερώτημα για την καταλληλότητα του
στρατηγικού σχεδίου που επέλεξε η Τουρκία να εφαρμόσει για να αντιμετωπίσει το
βαλκανικό συνασπισμό.
Από την άλλη πλευρά, οι συμμαχικές χώρες εισήλθαν στον πόλεμο χωρίς κοινό
σχέδιο διεξαγωγής των επιχειρήσεων, λόγω εδαφικών βλέψεων και ικανοποίησης
εθνικών συμφερόντων. Παρά την έλλειψη συντονισμού οι συμμαχικοί στρατοί
διεξήγαγαν με επιτυχία τις επιθετικές επιχειρήσεις. Ειδικότερα, οι νίκες του ελληνικού
στρατού, όπως αυτή στο Σαραντάπορο, επέδρασαν άμεσα τόσο τους Σέρβους όσο και
τους Βουλγάρους για την ευμενή εξέλιξη των επιχειρήσεων τους. Επίσης, σε αυτό
συνέβαλλε και η απόλυτη κυριαρχία του πολεμικού στόλου της Ελλάδας στο Αιγαίο, ο
οποίος, αφενός, απέτρεψε τη μεταφορά τουρκικών δυνάμεων από το ασιατικό έδαφος
στην Ευρώπη και, αφετέρου, απέκλεισε τα παράλια και τα λιμάνια ανεφοδιασμού του
τουρκικού στρατού.
Ωστόσο, οι υποβόσκουσες διαφορές (εδαφικές, εθνολογικές, εθνικές κ.ά.)
μεταξύ των τεσσάρων συμμαχικών βαλκανικών κρατών κρατήθηκαν για λίγο στο
παρασκήνιο και ήλθαν αμέσως μετά την εξάλειψη του κοινού εχθρού στο προσκήνιο, με
το Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
• Βελλιανίτης, Θεόδωρος, Κλαδάς, Νικόλαος κ.ά., Βαλκάνια. Οι Βαλκανικοί και οι
Ελληνοτουρκικοί Πόλεμοι, Εκδόσεις ΜΕΔΟΥΣΑ/ΣΕΛΑΣ, Αθήνα 1999.
• Γενικό Επιτελείο Στρατού/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Επίτομη Ιστορία των
Βαλκανικών Πολέμων 1912-1913, Αθήνα 1987.
- Ο Ελληνικός Στρατός κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913, τόμος Α΄,
Αθήνα 1988.
- Ο Ελληνικός Στρατός κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913, τόμος Β΄,
Αθήνα 1991.
• Γενικόν Επιτελείον Στρατού-Πολεμική Έκθεσις, Ο Ελληνικός Στρατός κατά τους
Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913, Παράρτημα, τόμος Β΄, εν Αθήναις 1932.
- Ο Ελληνικός Στρατός κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913,
Παράρτημα, τόμος Α΄, εν Αθήναις 1940.

• Γεραμάνης, Αθανάσιος, αντγος ε.α., Πολεμική Ιστορία Νεωτέρας Ελλάδος.
Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-1913, Αθήνα 1980.

Hall, R.C., The Balkan Wars, 1912-1913. Prelude to the First World War, LondonNew York 2000.
• Οικονόμου, Νικόλαος, «Ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος», Ιστορία του Ελληνικού
Έθνους, τόμος ΙΔ΄, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 2000, 289-330.

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful