Δρ. Θεόδωρος Σ.

Κουσουρής

Λεξιλόγιο
Οικολογικών
&
Περιβαλλοντικών
εννοιών & όρων

Αθήνα, 201
2012

Εικόνα 1: Το οροπέδιο του Ομαλού, Σαμαριάς, όπως φαίνεται από μια κορυφή των Λευκών Ορέων,
με το χαρακτηριστικό εποχικό Μεσογειακό Λιμνίο της.

Εικόνα 2: Ταρατσόκηπος στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, πλατεία Συντάγματος.

Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

2

Λεξιλόγιο Οικολογικών και Περιβαλλοντικών εννοιών και όρων

Αβιοτικό

-

περιβάλλον (abiotic environment): Τα φυσικά στοιχεία, δηλαδή το σύνολο των συστατικών του φυσικού

περιβάλλοντος που δεν είναι ζωντανά (νερό, έδαφος, ανόργανες ουσίες, υγρασία, φως, θερμοκρασία, κλίμα, κ.ά. ). Αβιοτικά
στοιχεία είναι εκείνα τα στοιχεία που σχετίζονται με το αβιοτικό περιβάλλον.
-Αβιοτικά συστατικά ή Αβιοτικοί παράγοντες (abiotic substances or factors): είναι τα άβια-άψυχα συστατικά ή οι
αβιοτικοί παράγοντες που συνθέτουν κάθε οικοσύστημα. Τέτοιοι παράγοντες ή συστατικά είναι για παράδειγμα η ηλιακή
ακτινοβολία, η γεωλογική σύσταση του εδάφους, η χημική σύσταση του εδάφους, του νερού και του αέρα, οι κλιματικοί
παράγοντες, οι ρυπαντές, οι χημικές ενώσεις, η θερμοκρασία, η υγρασία, το οξυγόνο κ.ά.
-Αγγειόφυτα - Σπερματόφυτα (vascular plants - spermatophytes): χαρακτηρίζεται η πλέον εξελιγμένη ομάδα φυτών
που παράγουν σπέρματα, μέσω των οποίων γίνεται ο πολλαπλασιασμός τους.
-Άγρια ζωή (wild life): Συνηθίζεται να αναφέρονται ως άγρια ζωή τα μη εξημερωμένα σπονδυλωτά ζώα (εκτός από τα
ψάρια), όπως είναι για παράδειγμα τα αμφίβια, τα ερπετά, τα πτηνά και τα θηλαστικά.
-Αγριόχορτα: Τα ονομάζουμε και ζιζάνια. Όμως, είναι χρήσιμα φυτά καθώς αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της
βιοποικιλότητας του οικοσυστήματός μας, αλλά και για τη γονιμότητα του εδάφους. Προσφέρουν καταφύγιο και τροφή σε
ποικιλία ζώων. Προστατεύουν το έδαφος από τη διάβρωση που προκαλούν οι ραγδαίες βροχοπτώσεις καθώς και ο ήλιος.
Εμπλουτίζουν το έδαφος με θρεπτικά συστατικά καθώς οι ρίζες τους εισχωρούν εύκολα και τα απορροφούν από βαθύτερα
στρώματα αποδίδοντάς τα στα φυτά που θα καλλιεργηθούν. Βελτιώνουν την εδαφική δομή ‘’τρυπώντας’’ στην κυριολεξία και
τα πιο συνεκτικά εδάφη με τις ισχυρές ρίζες τους. Βελτιώνουν επίσης τον αερισμό του εδάφους.
Αγριόχορτο, θα μπορούσε να είναι όποιο φυτό φυτρώνει εκεί όπου δεν επιθυμούμε. Ακόμη και το γκαζόν μπορεί να γίνει
ενοχλητικό αγριόχορτο όταν εισβάλλει στους διαδρόμους ή περιπλέκεται στα φυτά των παρτεριών. Κάθε φορά που
σκαλίζουμε το χώμα και για να ξεχορταριάσουμε από ανεπιθύμητα φυτά δίνουμε μια ανοιχτή πρόσκληση για ανάπτυξη των
αγριόχορτων. Αυτό βασίζεται στο φυσιολογικό φαινόμενο της φυσικής επιλογής. Οι ισχυροί υπερτερούν. Τα αγριόχορτα είναι
τα ισχυρότερα. Επιβιώνουν ακόμη και στις πιο δύσκολες συνθήκες, όπως στην έλλειψη νερού, φωτός, θρεπτικών.

-Αγροτικό οικοσύστημα ή Αγρο-οικοσύστημα (agro-ecosystem): είναι τεχνητό οικοσύστημα που έχει δημιουργηθεί από
τον άνθρωπο με σκοπό να αυξήσει τη φυτική (γεωργικές καλλιέργειες) και ζωική (κτηνοτροφία) παραγωγή και να
ικανοποιήσει τις ανάγκες της διατροφής του. Το αγροτικό οικοσύστημα βρίσκεται σε επικοινωνία με το εξωτερικό του
Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

3

περιβάλλον, με το οποίο ανταλλάσσει ύλη και ενέργεια και έτσι είναι ένα ανοιχτό σύστημα. Αυτό το οικοσύστημα για να
διατηρηθεί, συνήθως ενισχύεται με εισροές από τον άνθρωπο (νερό, χημικά λιπάσματα και φυτοφάρματα κ.ά.), ενώ οι εκροές
του είναι τα παραγόμενα αγροτικά προϊόντα, τα κλαδέματα, το ξεχορτιάριασμα, οι απεκκρίσεις και τα περιττώματα των
ζώων, οι κάθε είδους καύσεις κ.ά.
-Αγροτουρισμός (agro-tourism): Φιλικός, οικείος και ήπιας μορφής τουρισμού, που περιλαμβάνει την ανάδειξη της
διαφορετικότητας και μοναδικότητας του κάθε τόπου και της τοπικής αγροτικής κοινότητας. Ο επισκέπτης έρχεται σε
επαφή ή και συμμετέχει στην αγροτική ζωή, στα ήθη και έθιμα, στις αγροτικές δραστηριότητες (π.χ περισυλλογή μανιταριών,
ελιάς, τρύγος κ.λ.π), στον οικοτουρισμό (διαδρομές μέσα στη φύση, παρατήρηση πουλιών, πανίδας, χλωρίδας, επισκέψεις σε
γεωτόπους, υγροτόπους, δάση, φρυγανότοπους κ.ά.), στα αθλήματα περιπέτειας (π.χ αναρρίχηση, ράφτινγκ, πεζοπορία,
αλεξίπτωτο πλαγιάς κ.λ.π), στις πολιτιστικές περιηγήσεις (π.χ. επισκέψεις σε μοναστήρια, εκκλησίες, γεφύρια, μουσεία
λαογραφία, μελισσοκομίας, ελιάς, κ.α, παραδοσιακούς οικισμούς, αρχαιολογικούς χώρους), στην εκμάθηση των
παραδοσιακών τεχνών και ασχολιών (π.χ. μαθήματα αργαλειού, ελληνικών χορών, γαστρονομίας, ελληνική, κρητική,
ηπειρώτικη κουζίνα, γευσιγνωσία, οινοποιεία, βιολογικά, τοπικά προϊόντα, παραγωγή μελιού κ.λ.π).
-Αγροχημικά (agro-chemicals): είναι όλες οι ουσίες που χρησιμοποιούνται στη γεωργία και που παράγονται συνθετικά.
Περιλαμβάνουν τα χημικά λιπάσματα, τα παρασιτοκτόνα, τα εντομοκτόνα, τα μυκητοκτόνα, αλλά και τις ορμόνες (ρυθμιστές
ανάπτυξης).
-Αγρωστώδη (graminae, grassland formations): Οικογένεια φυτών, που μεταξύ των άλλων περιλαμβάνει τα δημητριακά
και τα γρασίδια, δηλαδή το σιτάρι, το κριθάρι, τη βρώμη, τη σίκαλη, το καλαμπόκι, το ρύζι, την αγριάδα, τα διάφορα γρασίδια,
κ.α.
-Αγωγιμότητα ηλεκτρική στα φυσικά νερά (conductivity):Μετρά την ικανότητα του νερού να ‘’άγει’’ ηλεκτρικά φορτία και
να δείχνει το μέτρο του συνόλου των ηλεκτρολυτών τους. Δηλαδή, η ηλεκτρική αγωγιμότητα αποτελεί δείκτη της
συγκέντρωσης των διαλυμένων αλάτων στο νερό, συνδέεται με την ενηλικίωση μιας υδάτινης μάζας, με την αύξηση των
θρεπτικών συστατικών (ευτροφισμός) κ.ά. Η αγωγιμότητα εξαρτάται από την παρουσία των ιόντων, την ευκινησία και το
σθένος τους και σχετίζεται με το ποσό των διαλυμένων ιόντων στο νερό, τη σκληρότητα και τις συγκεντρώσεις των
χλωριούχων αλάτων. Συνήθως, η ηλεκτρική αγωγιμότητα στα φυσικά νερά κυμαίνεται από 50-500μS/cm, ενώ σε ορισμένα
βιομηχανικά απόβλητα υπερβαίνει τα 10000μS/cm.
-Αειφορία ή Αειφόρος ανάπτυξη ή Βιώσιμη ανάπτυξη (sustainability, sustainable development) : είναι διαδικασία με
την οποία ικανοποιούνται οι ανάγκες του παρόντος, χωρίς να υπονομεύονται οι απαιτήσεις των μελλοντικών γενεών, ώστε
να καλύψουν και αυτές τις δικές τους ανάγκες κ.ο.κ. Έτσι, η αειφορία μπορεί να εξασφαλίσει τη διαρκή για παράδειγμα
αξιοποίηση των φυσικών πόρων, χωρίς να προκληθούν μόνιμες ή και μη αναστρέψιμες –περιβαλλοντικά ζημιογόνες –
μεταβολές. Το τρίπτυχο της αειφορίας περιλαμβάνει απαραίτητα το περιβάλλον, την κοινωνία και την οικονομία.
-Αείφυλλα

σκληρόφυλλα

φυτά

(evergreen

sclerophyllus

scrubs,

matorrals,

chaparrals,

maquis):

είναι

χαρακτηριστικές κοινωνίες μικρών δένδρων και θάμνων του μεσογειακού κλίματος με δερματώδη σκληρά φύλλα (αγριελιά,
δάφνη, μυρτιά, σχίνος, πουρνάρι, κουμαριά κ.ά.), που διατηρούν φύλλα όλες τις εποχές του έτους.
Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

4

-Αερόβιος (aerobic): είναι τύπος ζωντανού οργανισμού που ζει μόνο όταν υπάρχει οξυγόνο. Επίσης, αερόβια είναι η
φυσιολογική διαδικασία που αναφέρεται ότι γίνεται με την παρουσία οξυγόνου.
-Αιγιαλίτιδα ζώνη (seashore zone) : είναι η ζώνη που αποτελεί το θαλάσσιο σύνορο μιας χώρας και είναι συνώνυμο με τα
χωρικά ύδατα.
-Αιγιαλός (seashore): Ο αιγιαλός είναι συνώνυμο τους παραλίας.
-Αιολική ενέργεια (aeolic energy): είναι η κινητική ενέργεια αποτέλεσμα του ανέμου.
-Αισθητικό δάσος (aesthetic forest): Χαρακτηρίζεται έτσι ένα δάσος ή φυσικό τοπίο που έχει ιδιαίτερη αισθητική,
υγιεινή, αλλά και τουριστική σημασία. Στο αισθητικό δάσος επιβάλλεται η προστασία της πανίδας, της χλωρίδας και του
ιδιαίτερου φυσικού κάλλους του.
-Ακραία καιρικά και κλιματικά φαινόμενα (extreme meteorological & climatic phenomena): είναι τα φαινόμενα εκείνα
τα οποία αποκλίνουν σημαντικά από τη φυσιολογική κατάσταση των καιρικών και κλιματικών συστημάτων σε μια περιοχή.
Τέτοια φαινόμενα είναι οι μεγάλες και ξαφνικές πλημμύρες, οι πολύμηνες ξηρασίες, οι πολυήμεροι καύσωνες, οι έντονες
χιονοπτώσεις κ.ά. Τα έντονα και ακραία καιρικά φαινόμενα μπορεί να αποτελούν τις πρώτες ενδείξεις περί κλιματικής
αλλαγής σε παγκόσμια κλίμακα.
-Ακτή (coast,shore): Η ζώνη επαφής της ξηράς, της υδρόσφαιρας και της ατμόσφαιρας οριοθετεί την ακτή.
-Αλατότητα & Αλμυρότητα του θαλασσινού νερού (salinity): Η αλατότητα του θαλασσινού νερού αφορά την
περιεκτικότητά του σε άλατα χλωρίου, νατρίου, μαγνησίου, θείου, ασβεστίου, καλίου, βρωμίου, άνθρακα κ.ά. Η μέση
αλατότητα της θάλασσας είναι περίπου 35%0, ενώ το χλωριούχο νάτριο συμμετέχει στο θαλασσινό νερό με αναλογία περίπου
27%0 . Με τον όρο αλμυρότητα της θάλασσας αναφερόμαστε συνήθως στο αλμυρό της γεύσης.
-Αλατούχο έδαφος (salted soil): Έδαφος με υπερβολική περιεκτικότητα σε άλατα. Τέτοια εδάφη είναι ακατάλληλα για την
καλλιέργεια των περισσότερων φυτών.
-Αλκαλικότητα (alkalinity): Η αλκαλικότητα σε ένα υδάτινο περιβάλλον έχει μικρή μόνο σχέση με το pH, δείχνει την
ικανότητα του νερού να εξουδετερώνει τις όξινες απορροές και απορρίψεις και συνήθως είναι δείκτης που φανερώνει τη
φύση των πετρωμάτων ης λεκάνης απορροής και το βαθμό αποσάθρωσης τους. Με την αλκαλικότητα μετράμε τη ρυθμιστική
ικανότητα του νερού και συνήθως εκφράζεται σε meq/l .
-Αλκυονίδες ημέρες (calm and warm winter’s days): χαρακτηρίζονται από την Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία, ημέρες
καλοκαιρίας & ηλιοφάνειας μεταξύ 16ης Δεκεμβρίου κα 16ης Φεβρουαρίου, κατά τη διάρκεια των οποίων η

ελάχιστη

θερμοκρασία του αέρα δεν κατεβαίνει κάτω από τους 4ο C, και η μέγιστη υπερβαίνει τους 14ο C. Η εμφάνιση των αλκυονίδων
δεν συμπίπτει στο ίδιο χρονικό διάστημα σε όλη την Ελλάδα. Κατά τις αλκυονίδες μέρες λέγεται ότι εκκολάπτονται τα αβγά
του θαλασσοπουλιού της Αλκυόνης.
-Αλληλεπίδραση (mutual influence): Η αμοιβαία σχέση-επίδραση μεταξύ παραγόντων βιοτικών, αβιοτικών ή βιοτικώναβιοτικών παραμέτρων.
Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

5

-Αλλούβια-αλλουβιακά υλικά (alluvial materials): είναι αποσαθρωμένα-διαβρωμένα υλικά πετρωμάτων, μεγάλης
υδροπερατότητας και με μεγαλύτερη ή μικρότερη συνεκτικότητα στη δομή τους. Οι αλλουβιακές αποθέσεις αφορούν υλικά
αποσάθρωσης και διάβρωσης κυρίως από τη σύγχρονη δράση των ποταμών.
-Αλλόχθονα υλικά (allochthonous materials): είναι τα υλικά που μεταφέρονται σε κάποιο οικοσύστημα από μια άλλη
περιοχή.
-Αλόφυτο (halophytes): είναι εκείνο το φυτό το οποίο βρίσκεται και έχει μεγάλη αντοχή σε αλατούχο περιβάλλον
(παραλίες, ακτές κ.ά.), όπως είναι για παράδειγμα το αλμυρίκι, η σαλικόρνια, η σαλσόλη, η σουέδα, το ανθρώκνεμο, η
χαλιμιόνη και είδη λιμόνιου.
-Αμειψισπορά (rotation of crops): είναι η διαδικασία εκείνη με την οποία εναλλάσσονται οι καλλιέργειες σε ένα
συγκεκριμένο αγρό, προκειμένου να μειώνονται οι κίνδυνοι από εχθρούς, ασθένειες, ζιζάνια και να μην εξαντλείται το
έδαφος. Για παράδειγμα η καλλιέργεια με σιτηρά (στάρι, κριθάρι, βρώμη) σε ένα χωράφι, εναλλάσσεται κάθε έτος με εκείνη
των ψυχανθών (φασόλια, βίκος, τριφύλλι, μπιζέλι), ώστε με φυσικό τρόπο να ανανεώνονται τα θρεπτικά συστατικά του
εδάφους ( αζωτούχες ενώσεις).
-Αμμοθίνες ή Θίνες (sand dynes): είναι αμμόλοφοι ή και συσσωρεύσεις άμμου και συναντώνται κυρίως σε παραθαλάσσιες
περιοχές. Ο σχηματισμός τους οφείλεται συνήθως στην ενέργεια του ανέμου ή και των κυμάτων που επιδρούν σε μια πλατιά
αμμώδη παραλία.
-Αμοιβαιότητα (mutualism): Η θετική αλληλεξάρτηση έμβιων όντων, τα οποία εάν διαχωριστούν δεν είναι ικανά να
επιζήσουν μόνα τους.
-Αναδάσωση (reforestation): Η μετατροπή μιας αποψιλωμένης περιοχής σε δάσος με τη φύτευση δέντρων αποτελεί την
αναδάσωση ή είναι η διαδικασία εκείνη κατά την οποία φυτεύονται δένδρα εκεί όπου προϋπήρχαν και τα οποία είχαν
καταστραφεί από πυρκαγιές ή άλλες αιτίες.
-Αναερόβιος (anaerobic): είναι η φυσιολογική διαδικασία που αναφέρεται ότι γίνεται με την απουσία του οξυγόνου ή είναι
τύπος ζωντανού οργανισμού που ζει μόνο με την απουσία οξυγόνου.

-Ανακύκλωση υλικών (recycle of materials): είναι η ειδική επεξεργασία χρησιμοποιημένων και φαινομενικά άχρηστων
υλικών ώστε να επαναχρησιμοποιηθούν (με κυκλικό τρόπο επανάκτηση-επαναχρησιμοποίηση των μη ανανεώσιμων αγαθών
όπως είναι το μέταλλο, το χαρτί, το γυαλί, το νερό των αποβλήτων κ.ά.). Επίσης, χρησιμοποιείται και ο αδόκιμος όρος
ανακύκληση.
-Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας-AΠE (renewable energy resources): Φυσικές πηγές παραγωγής ενέργειας που δεν
εξαντλούνται ή που η ανανέωσή τους μπορεί να πραγματοποιηθεί με φυσικές μεθόδους. Η διάκριση των πηγών ενέργειας σε
ανανεώσιμες και μη βασίζονται κυρίως στο κριτήριο, του αν ανανεώνονται συνεχώς με φυσικές διεργασίες και αν αργά ή
γρηγορότερα τείνουν να εξαντληθούν. Επίσης, ως κριτήριο διάκρισης λαμβάνεται υπόψη η ταχύτητα ανανέωσής τους και ο
ρυθμός άντλησης της ενέργειας από την πηγή. Δηλαδή, ανανεώσιμες είναι εκείνες οι μορφές της ενέργειας που ο
σχηματισμός τους γίνεται σε μικρό χρονικό διάστημα σε σχέση με το ρυθμό με τον οποίο καταναλώνονται. Ανανεώσιμες
Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

6

πηγές ενέργειας είναι η ηλιακή, η αιολική

και η ενέργεια βιομάζας είναι ανανεώσιμες, όπως και η υδατόπτωση

(υδροηλεκτρικοί σταθμοί). Το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και οι γαιάνθρακες είναι μη ανανεώσιμες.

-Αναπαραγωγή (reproduction): είναι η διαδικασία εκείνη μέσα από την οποία ένας οργανισμός αποκτά απογόνους.
-Αναπνοή (respiration): είναι η φυσιολογική λειτουργία κάθε ζωντανού πλάσματος με την οποία απλουστευμένα,
προσλαμβάνεται το οξυγόνο και αποβάλλεται το διοξείδιο του άνθρακα που έχει παραχθεί ως προϊόν καύσης.
-Αναρριχητικά φυτά (climbing plants):Τα αναρριχητικά φυτά είναι τα πιο χρήσιμα φυτά σε ένα κήπο μέσα στην πόλη, για
μαντρότοιχους, για τοίχους. Για παράδειγμα, μπορούν να μας προσφέρουν σκιά με τις φυλλωσιές τους, άρωμα τα
περισσότερα από αυτά με τα άνθη τους, αλλά και να δημιουργήσουν φυσικό φράκτη ή και να καλύψουν γυμνές επιφάνειες
τσιμέντου, λιθοδομών και άλλα. Τα αναρριχητικά φυτά που καλύπτουν ένα τοίχο μιας πολυκατοικίας ή μονοκατοικίας
λειτουργούν ως μονωτικά και έτσι εξοικονομείται δροσιά ή θέρμανση αντίστοιχα το καλοκαίρι και το χειμώνα.

Αναρριχητικά φυτά που δεν χρειάζονται τεχνητά στηρίγματα για να καλύψουν μια επιφάνεια είναι μεταξύ των
άλλων κισσός, η αμπέλοψη, το σβάιτς, ο φίκος ρέπενς. Υπάρχουν όμως και αναρριχητικά φυτά που χρειάζονται
να υπάρχει κάποιο στήριγμα για να αναρριχηθούν. Ανάμεσα σε αυτά είναι το κοινό και το κινέζικο αγιόκλημα, τα
γιασεμιά, η γλυτσίνα, η ιπομέα-χωνάκι, κληματίδα, κλήμα, μπουγαρίνι, βουκαμβίλια, πολυγόνιο, ρολογιά,
στεφανωτή, τριανταφυλλιές.
-Άνθηση ή Ανθός του νερού (waterbloom): αναφέρεται στην πληθυσμιακή έκρηξη ορισμένων φυτοπλαγκτονικών
οργανισμών που οφείλεται κυρίως σε ευτροφισμό-υπεραφθονία θρεπτικών συστατικών, και σε άλλες ευνοϊκές γιαυτούς
περιβαλλοντικές συνθήκες.
-Ανθρακικά πετρώματα (calcareous rocks): χαρακτηρίζονται τα πετρώματα που περιέχουν ανθρακικό ασβέστιο.
-Ανθρώπινες ή Ανθρωπογενείς δραστηριότητες (man-made activities): είναι οι δραστηριότητες που προέρχονται από
τον άνθρωπο (τεχνικά έργα, αγροτικές καλλιέργειες, αστική ανάπτυξη, αλιεία, βόσκηση, βιομηχανία, αναψυχή, σπορ, κ.ά.).
-Ανθρωπογενές περιβάλλον (human environment): Οτιδήποτε έχει δημιουργήσει και προσθέσει ο άνθρωπος στο φυσικό
περιβάλλον. Λέγεται και τεχνητό περιβάλλον. Το δομημένο περιβάλλον είναι ανθρωπογενές περιβάλλον και περιλαμβάνει
κυρίως τα σπίτια και τους δρόμους στις πόλεις και τα χωριά.
-Ανόργανα θρεπτικά στοιχεία (inorganic nutrients): Είναι τα χημικά στοιχεία τα οποία χρειάζονται τα φυτά για την
ανάπτυξή τους. Με την εξαίρεση του C (άνθρακα), του Η (υδρογόνου) και του Ο (οξυγόνου) που τα παραλαμβάνουν από το
νερό και από τον αέρα, όλα τα υπόλοιπα πρέπει να τα πάρουν από το έδαφος. Τα χημικά στοιχεία, όπως είναι το Ν (άζωτο),
ο Ρ (φώσφορος), το Κ (κάλιο), το Ca (ασβέστιο), το Mg (μαγνήσιο), το S (θείο), χρειάζονται στα φυτά σε σχετικά μεγάλες
ποσότητες και έτσι τα αποκαλούμε μακροστοιχεία, ενώ ο Fe (σίδηρος), ο Zn (ψευδάργυρος), το Mn (μαγγάνιο), το Β (βόριο),
ο Cu (χαλκός), το Cl ( χλώριο) και το Mo (μολυβδαίνιο), χρειάζονται σε ελάχιστες ποσότητες και λέγονται ιχνοστοιχεία.
-Ανομβρία (drought, lack of rain): είναι η απουσία βροχόπτωσης σε μια περιοχή, για μεγάλη χρονική περίοδο.
-Ανταγωνισμός (competition): Η μεταξύ έμβιων όντων αρνητική αλληλεπίδραση, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η
συνύπαρξή τους χωρίς βλάβη του ενός ή του άλλου ή και των δύο.
Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

7

-Αντιβίωση (amensalism, antibioses): Σχέση μεταξύ δύο πληθυσμών, όταν ο ένας πληθυσμός επηρεάζεται αρνητικά από
τον άλλο, ο οποίος όμως μένει ανεπηρέαστος.
-Αντιπυρική ζώνη (fire preventing zone): Λωρίδα αποψιλωμένου εδάφους που δημιουργείται σε ένα δάσος ή ένα θαμνώνα
και από την οποία έχει απομακρυνθεί, ολικά ή μερικά, η βλάστηση εμποδίζοντας έτσι την εξάπλωση της φωτιάς.
-Αξιολόγηση

της

επικινδυνότητας

(hazard

assessment)

&

Εκτίμηση

του

περιβαλλοντικού

κινδύνου

(risk

assessment):αποτελούν δύο διαφορετικές προσεγγίσεις. Κατά την αξιολόγηση της επικινδυνότητας μελετάται η ποιοτική
αξιολόγηση της επικινδυνότητας μιας ουσίας, δηλαδή την εγγενή ικανότητα της χημικής ουσίας να προκαλέσει ανεπιθύμητο
αποτέλεσμα στο περιβάλλον και την υγεία του ανθρώπου. Κατά την εκτίμηση του περιβαλλοντικού κινδύνου διερευνάται η
ποσοτική εκτίμηση κινδύνου με τη χρήση πειραματόζωων ή οικοτοξικολογικών ερευνών. Η ποσοτική εκτίμηση των
επιπτώσεων χημικών ουσιών και παρασκευασμάτων στο περιβάλλον και τα οικοσυστήματα καλείται Εκτίμηση
Περιβαλλοντικού και Οικολογικού Κινδύνου (Assessment of environmental and ecological risk). Η εκτίμηση διαφέρει από
την αξιολόγηση γιατί πέρα από την ποιοτική διάσταση υπεισέρχεται η ποσοτική συσχέτιση με συγκεκριμένες επιβαρυντικές
επιπτώσεις στο περιβάλλον και την υγεία του ανθρώπου.
-Αξιολόγηση τύπων οικοτόπων (evaluation of habitat types): Αυτή η αξιολόγηση περιλαμβάνει ορισμένα κριτήρια όπως
είναι η αντιπροσωπευτικότητα, δηλαδή πόσο τυπικός είναι ο τύπος του οικότοπου (άριστη, καλή, επαρκής, μη σημαντική), η
σχετική κάλυψη του οικοτόπου σε σχέση με όλη την ελληνική επικράτεια (<15%, 2-15%, 0-2%), κατάσταση διατήρησης
(λαμβάνονται υπόψη οι βαθμοί διατήρησης της δομής & διατήρησης των λειτουργιών και οι δυνατότητες αποκατάστασης, ενώ
από τη συνολική εκτίμηση αυτών έχουμε εξαιρετική, καλή και μέτρια ή μειωμένη κατάσταση διατήρησης),

η συνολική

εκτίμηση ( εξετάζονται επίσης οι θετικές και αρνητικές επιδράσεις στο πλαίσιο της διατήρησης του οικότοπου π.χ. νομικό
καθεστώς προστασίας, οικολογική σχέση, είδη κ.ά., και αξιολογείται η αξία του οικότοπου ως εξαιρετική, καλή και επαρκής).
-Απόβλητα υγρά (effluents & sewages): είναι τα βρώμικα νερά τα οποία προέρχονται από τις κάθε είδους
δραστηριότητες του ανθρώπου (βιομηχανία, κτηνοτροφία, γεωργία). Δηλαδή, τα παραπροϊόντα των δραστηριοτήτων του
ανθρώπου.
-Απογύμνωση εδάφους (soil’s denudation): Φυσικές ή και ανθρωπογενείς διεργασίες (αποσάθρωση, μαζική καταστροφή,
ερημοποίηση, μεταφορά, διάβρωση) με τις οποίες η επιφάνεια του εδάφους καταστρέφεται, σπαταλιέται και χάνεται από εκεί
το έδαφος, η χλωρίδα και η πανίδα του.
-Απόθεμα της βιόσφαιρας (reserve of biosphere): Περιοχή ή χώρος με ειδικό καθεστώς διαχείρισης που εξασφαλίζει
την προστασία ζώων και φυτών υψηλής οικολογικής αξίας (π.χ., Φαράγγι της Σαμαριάς).
-Απόθεση υλικών (material’s deposition): χαρακτηρίζεται η τοποθέτηση των υλικών της αποσάθρωσης σε υποδοχείς του
υδρογραφικού δικτύου, όταν η μεταφορική ικανότητα του νερού μειώνεται δραστικά.
-Αποικοδομητές ή Σαπροφάγοι οργανισμοί (decomposers or detritovorus organisms): είναι συνήθως μικροοργανισμοί
(βακτήρια, πρωτόζωα, μύκητες) οι οποίοι αποικοδομούν-διασπούν-αποσυνθέτουν κάθε νεκρό οργανικό υλικό (νεκρά φύλλα,
νεκρά ζώα, περιττώματα, απορρίμματα κ.ά.) στα ανόργανα συστατικά του. Έτσι, τα υλικά στο περιβάλλον ανακυκλώνονται
και προσφέρονται τους διάφορους οργανισμούς για να κτίσουν – οικοδομήσουν τον οργανισμό τους και να ζήσουν.

Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

8

-Απορρίμματα αστικά (household & trade wastes, garbages): είναι τα στέρεα υλικά που προέρχονται από τις
καθημερινές δραστηριότητες μέσα στο σπίτι και τα οποία είναι συνήθως άχρηστα (αποφάγια, σκουπίδια). Τα σκουπίδια όταν
περιέχουν χαρτί, μέταλλο και γυαλί γίνονται χρήσιμα μέσα από την επανάκτηση των πρωταρχικών υλικών τους, ενώ τα
αποφάγια γίνονται χρήσιμα όταν με αυτά τρέφονται ζώα ή γίνονται φυσικό λίπασμα-κομπόστ, για τα φυτά.
-Απορρυπαντικά (detergents) : είναι χημικές ουσίες οι οποίες σχηματίζουν πολύπλοκες ενώσεις με τη βρωμιά και τις
λιπαρές ουσίες και έτσι διευκολύνεται η διάλυσή τους από το νερό. Με τα απορρυπαντικά, καθαρίζουμε ευκολότερα τα
χέρια και τα ρούχα μας, ενώ δημιουργούνται προβλήματα στο περιβάλλον απ’ αυτά τα ακάθαρτα νερά που περιέχουν
απορρυπαντικά.
-Αποσάθρωση πετρωμάτων (weathering of rocks): είναι η διαδικασία εκείνη με την οποία συμπαγή πετρώματα
διασπώνται, θρυμματίζονται σε διακριτά κλάσματα, μέρη - στα ορυκτά τους υπολείμματα και στα διάφορα συστατικά που τα
αποτελούν, στη θέση που βρίσκονται. Διακρίνεται σε χημική και μηχανική.
-Αποψίλωση βλάστησης (deforestation): Η απομάκρυνση ή και η καταστροφή της βλάστησης σε μια περιοχή ως
αποτέλεσμα μηχανικών μέσων, πυρκαγιάς ή και βόσκησης.
-Άργιλος (clay): είναι ιζηματογενές κλαστικό λεπτόκοκκο πέτρωμα με μέγεθος κόκκων μικρότερο από 0.002
χιλιοστόμετρα, ανεξάρτητα από την ορυκτολογική του σύσταση και είναι σχεδόν αδιαπέραστο στο νερό.
-Ασβεστόλιθος (limestone): είναι το πλέον διαδεδομένο ιζηματογενές πέτρωμα της Ελλάδας και που αποτελείται κυρίως
από ανθρακικό ασβέστιο. Όταν εκτός του ανθρακικού ασβεστίου συμμετέχει και ανθρακικό μαγνήσιο, το ιζηματογενές
πέτρωμα ονομάζεται δολομίτης.
-Ατμόσφαιρα (atmosphere): Είναι το αέριο κέλυφος που περιβάλλει τη Γη. Ως ατμόσφαιρα χαρακτηρίζεται το στρώμα των
αερίων που περιβάλλουν τη Γη και που συγκρατούνται λόγω βαρύτητας. Αποτελείται κυρίως από άζωτο (78%), οξυγόνο
(21%), καθώς και από διοξείδιο του άνθρακα, αργόν, ήλιον, και άλλα σπάνια αέρια και υδρατμούς. Η πυκνότητα της
ατμόσφαιρας ελαττώνεται βαθμιαία με το υψόμετρο. Αν και η περιεκτικότητα σε διοξείδιο του άνθρακα είναι μόνο περίπου
0,038 τοις εκατό, αυτό όμως μαζί με τους υδρατμούς, αποτελούν τη σημαντικότερη αιτία του φαινομένου του θερμοκηπίου.
-Αυτορρύθμιση (self-regulation): Η ικανότητα ενός οικοσυστήματος να αντιπαρέρχεται, τις διαταραχές των μεταβλητών
του, μέσα σε ορισμένο εύρος τους, και να επανέρχεται από μόνο του το οικοσύστημα στην αρχική κατάσταση ισορροπίας του.
-Αυτότροφοι οργανισμοί ή Πρωτογενείς παραγωγοί (autotrophic or primary producers): είναι οι φυτικοί οργανισμοί οι
οποίοι με το διοξείδιο του άνθρακα και με το νερό που υπάρχουν στο περιβάλλον και με τη βοήθεια της ηλιακής
ακτινοβολίας (λειτουργία της φωτοσύνθεσης), δημιουργούν σάκχαρα, δηλαδή την τροφή τους.
-Αυτόχθον είδος (indigenous species): είναι το είδος φυτού ή ζώου που ανήκει γεωγραφικά σε μια συγκεκριμένη
γεωγραφική περιοχή, ενώ ενδημικό είναι το είδος που έχει συγκεκριμένη τοπική προέλευση και περιορισμένη γεωγραφική
εξάπλωση.

Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

9

-Αφαλάτωση (desalination): είναι η διαδικασία απομάκρυνσης του αλατιού από το θαλασσινό νερό με σκοπό τη μετατροπή
του σε πόσιμο νερό. Μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες, αλλά και πολλές παραθαλάσσιες πόλεις και νησιά ολόκληρα
υδροδοτούνται από σχετικές εγκαταστάσεις.

Βάλτος

-

(swamp): είναι τύπος υγροτόπου, που χαρακτηρίζεται από στάσιμα αβαθή νερά και πολύ μαλακό βυθό-

υπόστρωμα. Το έλος (marsh) χαρακτηρίζεται συνήθως από εποχικό πλημμυρισμό νερών, ο βάλτος με μόνιμο πλημμυρισμό
νερών και το τέλμα (bog & fen) χαρακτηρίζεται από υγρό έδαφος και βλάστηση που είναι μερικώς αποσυντεθημένη.
-Βαρέα μέταλλα (heavy metals): Ο όρος βαρέα μέταλλα (heavy metals) αναφέρεται σε εκείνα τα μεταλλικά στοιχεία που
έχουν ειδικό βάρος μεγαλύτερο από αυτό του σιδήρου ή της τιμής των 5 g/cm3. Τέτοια είναι τα μέταλλα μόλυβδος,
ψευδάργυρος, χαλκός, κάδμιο, υδράργυρος, χρώμιο κ.ά. Παρά το γεγονός ότι σε κατάλληλες συγκεντρώσεις ορισμένα βαρέα
μέταλλα, όπως ο χαλκός, ο ψευδάργυρος κ.α., είναι απαραίτητα για τις ενζυματικές λειτουργίες των οργανισμών, σε
συγκεντρώσεις που υπερβαίνουν τις κανονικές γίνονται τοξικά και επικίνδυνα με σοβαρές επιπτώσεις για το περιβάλλον. Σ’
αυτό συντελεί και το γεγονός ότι δεν αποικοδομούνται, όπως οι οργανικοί ρύποι και παραμένουν για μεγάλο χρονικό
διάστημα στο περιβάλλον ακολουθώντας έναν καθορισμένο βιογεωχημικό κύκλο. Η τοξική δράση των βαρέων μετάλλων
στους ζώντες οργανισμούς εκδηλώνεται με πολλούς μηχανισμούς (αναστολή ενζυματικών δράσεων, βιοσυσσώρευση και
βιομεγέθυνση, περιορίζουν διαπερατότητα κυτταρικών μεμβρανών, αντιδρούν με τα κύρια προϊόντα του μεταβλισμού των
οργανισμών σχηματίζοντας σταθερά ιζήματα και ενώσεις, κ.ά).
-Βένθος (benthos): είναι οι οργανισμοί που ζουν πάνω ή μέσα στο στρώμα του βυθού σε ένα οικοσύστημα θάλασσας, λίμνης
ή και ποταμού.
-Βιογεωχημικοί κύκλοι (bio-geochemical cycles): αποτελούν βασικές λειτουργίες των οικοσυστημάτων με τις οποίες
μεταφέρονται-ανακυκλώνονται υλικά συστατικά (π.χ. θρεπτικά, ιχνοστοιχεία) και ενέργεια με τη συμμετοχή βιοτικών και
αβιοτικών στοιχείων. Οι Β.Κ. είναι απαραίτητοι για τη διατήρηση της ζωής στον πλανήτη μας και φυσικά της ομοιόστασης
των οικοσυστημάτων. Οι τέλειοι βιογεωχημικοί κύκλοι χαρακτηρίζονται από μεγάλη ρυθμιστική ικανότητα, ενώ οι ατελείς
έχουν μικρή ρυθμιστική ικανότητα σε περιπτώσεις διαταραχών των ρυθμίσεων ανακύκλωσης.
Μεταξύ των βιογεωχημικών κύκλων, ο κύκλος του άνθρακα περιλαμβάνει τη μετατροπή των χημικών ενώσεων του στη
λιθόσφαιρα, υδρόσφαιρα, ατμόσφαιρα και των συστημάτων της βιόσφαιρας, καθώς και την ανταλλαγή των ενώσεων του
άνθρακα μεταξύ των συστημάτων αυτών. Οι ενώσεις του άνθρακα μπορεί να είναι υπό μορφή αερίου (στην ατμόσφαιρα), ή να
δεσμεύονται σε στερεό υλικό, για παράδειγμα, σε υδατοδιαλυτό ανθρακικό ή στη στερεά βιομάζα των φυτών με τη μορφή των
υδατανθράκων.
-Βιογενείς ουσίες (biogenic substances): Είναι ουσίες που παράγονται από ζώντες οργανισμούς, όπως φυτά, ζώα,
μύκητες ή βακτήρια.
-Βιοδιάσπαση (bio-degradation): είναι η διαδικασία εκείνη κατά την οποία οι μικροοργανισμοί που βρίσκονται στο
περιβάλλον, μετατρέπουν τα τοξικά ή τα οργανικά συστατικά σε ακίνδυνες για τη ζωή ανόργανες ενώσεις (διάσπαση με
βιολογικό τρόπο και μέσα).

Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

10

-Βιοδυναμική γεωργία (bio-dynamic agriculture): Ειδική κατεύθυνση της βιολογικής γεωργίας που είναι πιο αυστηρή στις
προδιαγραφές της, με ορισμένες φιλοσοφικές προεκτάσεις και η οποία παίρνει υπόψη της και κοσμικούς παράγοντες π.χ. τις
φάσεις της σελήνης, τις επιδράσεις των πλανητών κ.ά.
-Βιοκλίμα (bioclimate): Με τον όρο βιοκλίμα εννοούμε τη σύνθεση των κλιματικών παραγόντων που έχουν πρωταρχική
σημασία για τη βλάστηση και τη συσχέτισή τους με αυτή. Είναι γνωστό ότι οι κλιματικοί παράγοντες (φως, θερμοκρασία,
υγρασία αέρα) εξασκούν σημαντική επίδραση τόσο στη γεωγραφική εξάπλωση της χλωρίδας, όσο και στη διαμόρφωση της
βλάστησης.
-Βιοκλιματική Αρχιτεκτονική (bioclimatic architecture): αφορά σχεδίαση και δόμηση η οποία σέβεται το περιβάλλον και
αξιοποιεί τη Φύση με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Για παράδειγμα, αξιοποιεί τη φυσιογραφία της περιοχής ως προς τον
προσανατολισμό, το υψόμετρο, την έκθεση ή μη στις επικρατούσες κλιματικές συνθήκες. Στη βιοκλιματική αρχιτεκτονική
βασίζεται και η οικολογική αρχιτεκτονική η οποία βασίζεται σε συγκεκριμένες καθαρές και φιλικές προς το περιβάλλον
τεχνολογίες δόμησης (π.χ. καθαρά οικοδομικά υλικά, υγιεινή, ασφάλεια, ευεξία και υψηλή ποιότητα στην εσωτερική
ατμόσφαιρα του κτιρίου).
-Βιοκοινότητα (bio-community): Το σύνολο των φυτικών και ζωικών οργανισμών που συνυπάρχουν σε συγκεκριμένο
περιβάλλον ή βιότοπο. Το βιοτικό μέρος του οικοσυστήματος.
-Βιοκοινωνία (bio-society): Σύνολο ομοειδών οργανισμών (φυτικών ή ζωικών) που συνυπάρχουν σε ένα βιότοπο και που
βρίσκονται σε ισόρροπη και αυτορρυθμιζόμενη αλληλεξάρτηση.
-Βιόκοσμος (biota): Το σύνολο των έμβιων όντων μιας ορισμένης περιοχής.
-Βιολογικά προϊόντα (biological product): είναι φυτικά και ζωικά αγροτικά προϊόντα τα οποία παράγονται με φιλικές προς
το περιβάλλον και την υγεία του καταναλωτή μεθόδους. Βιολογικά προϊόντα ή προϊόντα βιολογικής γεωργίας,
χαρακτηρίζονται αυτά που για την παραγωγή τους δεν χρησιμοποιούνται συνθετικά ή χημικά λιπάσματα, φυτοφάρμακα ή
ορμόνες, αλλά ήπιες μέθοδοι αγρο-περιβαλλοντικής παραγωγής, που είναι φιλικές προς το περιβάλλον.
-Βιολογική γεωργία (biological agriculture): Η ήπια γεωργία που δεν χρησιμοποιεί χημικά ή άλλα συνθετικά μέσα.
Συνώνυμά της είναι η οργανική ή και η οικολογική γεωργία. Η βιολογική καλλιέργεια περιλαμβάνει ποικίλες φιλικές προς το
περιβάλλον καλλιεργητικές πρακτικές. Για παράδειγμα, η λίπανση του εδάφους γίνεται με οργανική ουσία (κοπριά, χλωρή
λίπανση κ.ά.) η οποία εμπλουτίζει το έδαφος και τρέφει πλήρως το φυτό. Η διαφύλαξη του περιβάλλοντος από τη γεωργική
αυτή δραστηριότητα είναι πρώτης προτεραιότητας.
-Βιολογικός κύκλος (biological cycle): Το σύνολο των σταδίων και φάσεων από τα οποία περνά ένας φυτικός ή ζωικός
οργανισμός.
-Βιομάζα (biomass, standing crop=καθαρή βιομάζα): είναι η ποσότητα (βάρος) των ζωντανών οργανισμών (φυτομάζα και
ζωομάζα ως συνολικό ποσό) οι οποίοι βρίσκονται σε μια ορισμένη επιφάνεια ή όγκο (νερού, εδάφους, αέρα), τη στιγμή που
Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

11

μετράμε τους οργανισμούς αυτούς. Πολλές μετρήσεις της βιομάζας μιας περιοχής κατά τη διάρκεια μιας περιόδου (π.χ.
έτος) δίδουν την παραγωγικότητα της περιοχής.
-Βιομετατροπή (bio-conversion): είναι η μετατροπή μιας μορφής ενέργειας ή μιας χημικής ουσίας σε μια άλλη, μέσω
ζωντανών οργανισμών.
-Βιομορφές φυτών (plant’s bioforms): είναι τυπικές μορφές φυτών και αφορούν τα φυτά της ξηράς. Διακρίνονται σε
επίφυτα (ζουν πάνω σε άλλα φυτά, π.χ το γκί στο έλατο), σε κρυπτόφυτα ή γεώφυτα (έχουν τους οφθαλμούς ανάπτυξης
τους κάτω από την επιφάνεια του εδάφους, π.χ. το κρεμμύδι, η πατάτα, το κυκλάμινο), σε χαμαίφυτα (με τους οφθαλμούς
ανανέωσης τους στην επιφάνεια του εδάφους), σε φανερόφυτα (οι οφθαλμοί ανανέωσης βρίσκονται πάνω από το έδαφος,
π.χ. τα περισσότερα φυτά) και σε θερόφυτα (φυτά που περνούν την περίοδο της ξηρασίας και των υψηλών θερμοκρασιών με
τη μορφή σπερμάτων, π.χ. φυτά που βλαστάνουν, ανθίζουν και παράγουν σπέρματα μέχρι τις αρχές της θερινής περιόδου).
-Βιοποικιλότητα (biodiversity, biotic diversity): αναφέρεται στον αριθμό των ειδών σε μια δεδομένη περιοχή ή και
ενδιαίτημα. Η βιοποικιλότητα είναι αξία που αναφέρεται στην αφθονία των ειδών μιας περιοχής, ενός οικοσυστήματος. Οι
επιστήμονες εκτιμούν ότι υπάρχουν 3-30 εκατομμύρια είδη, από τα οποία 2,5 εκατομμύρια έχουν ταξινομηθεί που
περιλαμβάνουν περίπου 900.000 έντομα, 41.000 σπονδυλόζωα και

250.000 φυτά, ενώ τα υπόλοιπα περιλαμβάνουν

ασπόνδυλα, μύκητες, φύκη και μικροοργανισμούς. Η βιοποικιλότητα επηρεάζεται από τους φυσικούς πόρους, την
αναπαραγωγή, το κλίμα και τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Η βιοποικιλότητα βοηθά στην παρεμπόδιση εξαφάνιση των
ειδών και στη διατήρηση της ισορροπίας της φύσης.
-Βιοσυσσώρευση & Βιολογική μεγέθυνση (bio-accumulation & bio-magnification): Βιοσυσσώρευση είναι η αθροιστική
συσσώρευση κάποιας ουσίας σ’ ένα οργανισμό σε ποσότητα μεγαλύτερη απ’αυτή που υπάρχει στο περιβάλλον και η οποία δεν
μπορεί να αποικοδομηθεί μέσα στο συγκεκριμένο οργανισμό, ούτε και να αποβληθεί με το απεκκριτικό τους σύστημα. Ως
βιολογική μεγέθυνση χημικής ουσίας σε ένα οργανισμό χαρακτηρίζεται το φαινόμενο κατά το οποίο συσσωρεύονται χημικές
ουσίες στα διάφορα μέλη της τροφικής αλυσίδας –τροφικού πλέγματος σε συνεχώς αυξανόμενες συγκεντρώσεις.
-Βιόσφαιρα (biosphere): είναι η νοητή σφαίρα η οποία μας περιβάλλει και στην οποία υπάρχει ζωή. Η βιόσφαιρα
περιλαμβάνει την επιφάνεια της γης, το έδαφος, τη θάλασσα, την ατμόσφαιρα, και γενικά κάθε περιοχή στην οποία υπάρχει
ζωή, ακόμη και με τη μορφή των ανθεκτικών σπόρων των μικροοργανισμών.
-Βιοτικά συστατικά ή Βιοτικοί παράγοντες (biotic substance or parameters): είναι τα οποιαδήποτε ζωντανά (έμβια
όντα) συστατικά στο περιβάλλον. Περιλαμβάνει τα φυτά, τα ζώα, τους ιούς, τους μικροοργανισμούς, αλλά και τους σπόρους
τους.
-Βιοτικό περιβάλλον (biotic environment): Το σύνολο των βιοτικών παραγόντων του φυσικού περιβάλλοντος (φυτά ζώα).
-Βιοτικό σύστημα (biotic system): Το σύνολο των ζώντων στοιχείων ενός οικοσυστήματος (φυτά-ζώα). Η βιοκοινότητα
αποτελεί ένα βιοτικό σύστημα.
-Βιότοπος (biotope): είναι η περιοχή, ο συγκεκριμένος τόπος ή χώρος όπου ένας οργανισμός πραγματοποιεί τις βιολογικές
του δραστηριότητες, εκεί όπου τον αναζητούμε, ή το αβιοτικό περιβάλλον όπου ζουν και αναπαράγονται τα μέλη μιας
Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

12

βιοκοινωνίας. Το αβιοτικό τμήμα του οικοσυστήματος, δηλαδή το ανόργανο περιβάλλον (έδαφος - νερά - ατμόσφαιρα). Έτσι,
για παράδειγμα ο βιότοπος του ροφού είναι οι βραχώδεις ακτές μιας θαλάσσιας περιοχής με τρύπες, ενώ ο βιότοπος για το
αλμυρίκι είναι συνήθως η αμμώδης παραλία.
-Βιοχημική απαίτηση σε οξυγόνο (BOD-biochemical oxygene demand): Όταν βιο-αποικοδομήσιμη οργανική ύλη
απορρίπτεται στο νερό, οι μικροοργανισμοί την αποικοδομούν σε απλούστερα οργανικά και ανόργανα συστατικά. Στην
περίπτωση που αυτή η αποικοδόμηση γίνεται με την παρουσία οξυγόνου (αερόβιες συνθήκες), τα προϊόντα της
αποικοδόμησης είναι αβλαβή, όπως διοξείδιο του άνθρακα, θειϊκά, φωσφορικά και νιτρικά άλατα. Όταν όμως το διαθέσιμο
οξυγόνο είναι ανεπαρκές, τότε η αποσύνθεση γίνεται και με αναερόβιες συνθήκες από εντελώς διαφορετικούς
μικροοργανισμούς. Αυτοί όμως οι μικροοργανισμοί παράγουν προϊόντα που είναι επιβλαβή και ανεπιθύμητα, όπως υδρόθειο,
αμμωνία, και μεθάνιο. Η ποσότητα του οξυγόνου που απαιτείται από τους μικροοργανισμούς για να οξειδώσουν αερόβια τα
οργανικά απόβλητα ονομάζεται βιοχημική απαίτηση οξυγόνου. Το BOD συνήθως εκφράζεται σε χιλιοστόγραμμα
απαιτούμενου οξυγόνου ανά λίτρο αποβλήτου ή ισοδύναμες μονάδες (g/m3). Το BOD αποτελεί δείκτη της οργανικής βιοαποικοδομήσιμης ρύπανσης των νερών, ενώ το COD (χημική απαίτηση οξυγόνου) χρησιμοποιείται ισχυρό οξειδωτικό
αντιδραστήριο για να οξειδώσει την οργανική ύλη ποσοτικά.
-Βλάστηση (vegetation): είναι η φυτική κάλυψη μιας περιοχής και η φυσιογνωμία της, ανεξάρτητα από ποια είδη την
αποτελούν. Διαφορετικός όρος είναι η χλωρίδα που περιλαμβάνει τα είδη και τον αριθμό των φυτικών ειδών μιας περιοχής.
Η πλέον κατάλληλη φυσική βλάστηση για να αναπτυχθεί κάτω από ιδιαίτερες κλιματικές συνθήκες λέγεται

‘’βλάστηση

κλίμακας’’ (climax vegetation).
-Βλάστηση αλπική & υποαλπική (alpine & subalpine vegetation): Στη χώρα μας, πάνω από τη δασική ζώνη, και ανάμεσα
στα 1700-2917 μέτρα υψόμετρο, συναντώνται λίγα, μεμονωμένα και κακόμορφα δένδρα και τα Αλπικά λιβάδια με ποώδη
φυτά σύντομη ανθοφορίας, όπως είναι φεστούκες τριφύλια, στίππα, σεσλέρια,κ.ά., αλλά κα θάμνοι, όπως είναι η ξαγκαθιά, η
τετραγκαθιά, βουρβαλιά, κέδρος ο κοινός, σκλίθρα, κ.ά.
-Βλάστηση απόκρημνων βράχων & φαραγγιών (vegetation on steep rocks and gorges): Στο ανταγωνιστικό και
δυσμενές αυτό ελληνικό περιβάλλον απαντώνται μερικά από τα πιο σπάνια φυτά. Καμπανούλες, ορχιδέες, ίνουλες, έβενος,
δίκταμος, μαλοτίρα και άλλα επιβιώνουν εξαιτίας των εκεί ιδιόμορφων συνθηκών που σχηματίζουν μικρο-περιβάλλοντα. Η
Κρήτη και άλλα νησιά κατέχουν εξέχουσα θέση σε ενδημισμό σπάνιων φυτών.
-Βλάστηση μεταβατικής κλιματικής ζώνης (vegetation of transitional climatic zone): Στις ελληνικές εκείνες περιοχές
όπου η μεσογειακή κλιματική ζώνη έρχεται σε επαφή με το ηπειρωτικό κλίμα, αναπτύσσονται φυσικά οικοσυστήματα με
ιδιάζουσα βλάστηση. Τα πλέον χαρακτηριστικά είναι τα δάση πλατανιού-καρυδιάς, βελανιδιάς-σφενταμιού,αλλά και τα
γνωστά Σίμπλιακ (shiblyak) που είναι θαμνώνες με μεγάλες απαιτήσεις σε φως και που αναπτύχθηκαν στη θέση
παλαιότερων δασών που κάποτε αποψιλώθηκαν η εκμεταλλεύτηκαν με έντονο τρόπο από τον άνθρωπο. Σε αυτές τις
μεταβατικές ζώνες συναντώνται συστάδες ή μοναχικά φυτά λεπτοκαρυάς, μουρτζιάς, φούσκας, ρούδι, παλιούρι, κρανιά,
κλιματσίδες, βερβέρες σφεντάμι κ.ά. Στη ζώνη αυτή η υπερβόσκηση συνήθως υποβαθμίζει τη βλάστηση και απομένουν
πολλές φορές σφοντύλια, κρόκοι, σπασόχορτα, κρίνοι, νεραγκούλες, παπαρούνες, κρεμμυδούλια, κρεμμύδες κ.ά.

Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

13

-Βλάστηση παραθαλάσσια ή παράκτια (coastal vegetation): Στα παραθαλάσσια οικοσυστήματα φυσικής βλάστησης
συναντώνται μακί, φρύγανα, πεύκα και αλμυρίκια. Στις αμμώδεις παραλίες ο παράλιος κρίνος, οι αγκαθιές από ερύνγκια,
γυαλόπικρο, αγριομπαμπάκι, αρμυρίθρες, γαλατσίδες κ.ά. Στις βοτσαλάδες φυτρώνουν αγκαθιές, το κρίταμο, η βιολέτα της
παραλίας, η ίνουλα, αρθρόκνεμα, σαλσόλα, κακίλη κ.ά. Στα επίπεδα αλμυρά λιβάδια επικρατούν τα αλόφυτα (π.χ. σαλικόρνιες,
σουέδα, αρθρόκνεμα, αλιμιόνες, σαλσόλες, είδη λιμόνιου), τα οποία έχουν αναπτύξει μηχανισμούς ώστε να αντιπαρέρχονται
το πρόβλημα της αυξημένης αλατότητας του εδάφους.
-Βλάστηση τροπική (tropical vegetation): Η μοναδική ανάπτυξη τροπικής βλάστησης στην Ελλάδα υπάρχει στην Κρήτη με
το φοινικόδασος (φοίνικας του Θεόφραστου) στο Βάϊ και στο Κουρταλιώτικο φαράγγι.
-Βοσκότοπος (pasture or grass-land): Έκταση στην οποία αναπτύσσεται βλάστηση (ποώδης, ή ξυλώδης με θαμνώδη
μορφή ή και μικτή) που αποτελεί τροφή για ήμερα και άγρια ζώα.
-Βοτανικός Κήπος (Botanical garden): Είναι μία έκταση στην οποία φυτεύονται είδη χλωρίδας, η επιλογή των οποίων
εξαρτάται από τον χαρακτήρα που αποφασίζεται να δοθεί στο συγκεκριμένο κήπο. Κάθε Βοτανικός κήπος προϋποθέτει
ποικιλία ειδών. Ο πρωταρχικός του στόχος είναι η διατήρηση και η προβολή της βιοποικιλότητας ενός ή περισσοτέρων
τύπων βλάστησης. Ουσιαστικά λειτουργεί σαν ένα "φυσικό" εκθετήριο χωρίς να αποκλείονται και άλλες παράλληλες και
συμβατές δραστηριότητες. Οι βοτανικοί κήποι αποτελούν παρακαταθήκες από πολύτιμα κληρονομικά χαρακτηριστικά που
παρέχουν σημαντικές δυνητικές πιθανότητες στη διασταύρωση νέων ποικιλιών. Οι μεγάλες συλλογές ζωντανών φυτών
συνιστούν μια θαυμάσια αναφορά για τους ερευνητές, αλλά δίνουν κυρίως στο μεγάλο κοινό τη δυνατότητα να μάθει
περισσότερα για τα φυτά και την ανάπτυξη τους. Πολλοί βοτανικοί κήποι συνδέονται με πανεπιστήμια και διαθέτουν
εκτεταμένες βιβλιοθήκες, φυτολόγια, Herbarium και ευκολίες για εργαστηριακή έρευνα.
-Βωξίτης (bauxite): Πέτρωμα ηπειρωτικής προέλευσης πλούσιο σε υδροξείδια του αργιλίου, οξείδια ή υδροξείδια του
σιδήρου και αργιλοπυριτικά ορυκτά. Είναι η κύρια πηγή του αλουμίνιου.

Γεωγραφικό Σύστημα Πληροφοριών (Geographical Information Systems): Πληροφοριακό σύστημα

-

που παρέχει τη

δυνατότητα συλλογής, διαχείρισης, αποθήκευσης, επεξεργασίας, ανάλυσης και οπτικοποίησης, σε ψηφιακό περιβάλλον, των
δεδομένων που σχετίζονται με τον χώρο.
-Γεωθερμική ενέργεια (geothermal energy): είναι η θερμική ενέργεια η οποία προέρχεται από το εσωτερικό τους γης και
συνήθως από μεγάλο βάθος.
-Γεωλογική αλπική και μεταλπική περίοδος (alpine and meta-alpine period):Κατά την Αλπική περίοδο (250-20
εκατομμύρια χρόνια πριν) εντάσσονται όλα τα μεγάλα φυσικογεωλογικά γεγονότα (γεωτεκτονική δραστηριότητα), κατά τα
οποία δημιουργήθηκαν τα αλπικά πετρώματα που αποτέθηκαν στο μεγάλο ωκεανό, που είναι γνωστός ως ωκεανός της
Τηθύος. Κατά τη Μεταλπική περίοδο (πριν από 20 εκατομμύρια χρόνια) διαμορφώθηκε σταδιακά η Ελλάδα, ενώ στα
τελευταία 2 εκατομμύρια χρόνια παίρνει η χώρα μας τη σημερινή μορφή της.
-Γεωλογικοί χρόνοι (geological times): Ο γεωλογικός χρόνος διακρίνει τα γεγονότα με βάση τη ζωή που μπορούμε να
διαπιστώσουμε σήμερα πάνω στη Γη. Έτσι, κατά τον Παλαιοζωικό αιώνα (550-280 εκατομμύρια χρόνια πριν από σήμερα)
Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

14

εμφανίζονται ασπόνδυλα, οστρακόμορφα, φυτά, ερπετά, αμφίβια και τα δάση. Κατά το Μεσοζωικό αιώνα (280-65
εκατομμύρια χρόνια πριν από σήμερα) εμφανίζονται θαλάσσια θηλαστικά, πτηνά, μικρά θηλαστικά της ξηράς και οι
δεινόσαυροι. Κατά τον Καινοζωικό αιώνα ( τα τελευταία 65 εκατομμύρια χρόνια πριν από σήμερα) εμφανίζονται τα μεγάλα
θηλαστικά, εξαφανίζονται οι δεινόσαυροι και πριν από 90.000 χρόνια εμφανίζεται ο σύγχρονος άνθρωπος Homo sapiens.

Δάσος

-

(forest): είναι ένα οικοσύστημα που χαρακτηρίζεται από την επικράτηση μεγάλων και υψηλών δέντρων. Στο

ελληνικό περιβάλλον επικρατούν: α)Δάση κεντροευρωπαϊκά πλατύφυλλα φυλλοβόλων (broad-leaved centro-European
deciduous forests), β)Δάση κωνοφόρων (coniferous forests), γ)Δάση μικτά φυλλοβόλα (mixed deciduous forests),
δ)Δάση ορεινών κωνοφόρων (mountainous coniferous forests), καθώς και ε)Δάση μεταβατικού τύπου που
χαρακτηρίζονται από ανάμιξη δύο ή περισσοτέρων δασικών οικοσυστημάτων.
-Δάσωση ή Δασωμένη περιοχή (afforestation or forested area): αναφέρεται στη δημιουργία πυκνής βλάστησης (π.χ.
δάσους, θαμνώνα) με φυσικές διαδικασίες ή τεχνητά μέσα, σε περιοχή στην οποία δεν υπήρχε προηγουμένως πυκνή
βλάστηση.
-Δενδροχρονολόγηση (dendrochronology or dating trees): είναι η χρονολόγηση παρελθουσών κλιματικών συνθηκών που
βασίζονται στους ετήσιους κύκλους ανάπτυξης των δένδρων. Συνήθως, ένας ετήσιος κύκλος αντιστοιχεί σε κάθε περίοδο
ανάπτυξης, ενώ παχύτεροι ετήσιοι κύκλοι φανερώνουν ευνοϊκές συνθήκες βροχόπτωσης και θερμοκρασίας.
-Διάβρωση εδάφους (ground’s erosion): είναι διεργασίες μεταφοράς υλικού που προκύπτουν από την αποσάθρωση με τη
βοήθεια μεταφορικών παραγόντων όπως είναι η βαρύτητα, ο ήλιος, ο άνεμος, η βροχή, το νερό, η παγωνιά κ.ά., αλλά και
βιολογικοί παράγοντες (ρίζες, οργανισμοί κ.ά), πάνω στα πετρώματα και στο έδαφος, με αποτέλεσμα την αργή αποσύνθεσή
τους (κομμάτιασμα). Η εξαλλοίωση των πετρωμάτων (corrosion) λαμβάνει χώρα συνήθως με χημικές διεργασίες όπως είναι
η διάλυση, οξείδωση, ασβεστοποίηση κ.ά.
-Διάπλαση (plant’s formations): είναι φυτικές βιοκοινότητες κάτω από ορισμένες κλιματικές συνθήκες και άλλους
αβιοτικούς παράγοντες (π.χ. κωνοφόρο δάσος, φρύγανα, τροπικό δάσος, μακί, κ.ά.).
-Διαπνοή (transpiration): είναι η διαδικασία απώλειας νερού (εξάτμιση) από τα φυτά, μέσα από τους πόρους (στόματα) ή
τα ανοίγματα των φύλλων και την επιδερμίδα των φυτών.
-Διατήρηση της Φύσης (Nature’s preservation): Το σύνολο των ενεργειών (μέθοδοι, χειρισμοί, φροντίδες) του ανθρώπου
ώστε να εξασφαλίζεται η καλύτερη δυνατή απόδοση και η πλήρης και συνεχή λειτουργία των οικοσυστημάτων (σταθερή και
υψηλή απόδοση των ανανεώσιμων φυσικών πόρων και αποφυγή σπατάλης των μη ανανεώσιμων).
-Διατηρητέα μνημεία της Φύσης (preservable monuments of nature): Κηρύσσονται περιοχές που παρουσιάζουν
ιδιαίτερη παλαιοντολογική, γεωμορφολογική και ιστορική σημασία, καθώς και δέντρα ή συστάδες δέντρων, υγροβιότοποι ή
και σπάνια είδη φυτών με ιδιαίτερη βοτανική, φυτογεωγραφική, αισθητική και ιστορική σημασία.

Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

15

-Διάτομα (diatoms): είναι μονοκύτταροι φυτοπλαγκτονικοί οργανισμοί που φέρουν κέλυφος πυριτίου. Είναι μεταξύ των
σημαντικότερων παραγωγών οξυγόνου στον ωκεανό. Είναι επίσης ένα σημαντικό θρεπτικό συστατικό βάση για ανώτερους
οργανισμούς. Διάτομα επίσης εμφανίζονται σε γλυκά νερά και στον βυθό της θάλασσας.
-Διαχείριση περιβάλλοντος (environmental management): Η διαχείριση του περιβάλλοντος είναι ένα δυναμικό πλαίσιο
δράσεων σε περιβαλλοντική, κοινωνική, οικονομική τεχνολογική και τεχνολογική διάσταση. Επιδιώκει την ορθολογική
αντιμετώπιση της αλληλεπίδρασης του ανθρώπου με το περιβάλλον και ειδικότερα την ελαχιστοποίηση των περιβαλλοντικών
επιπτώσεων και προβλημάτων. Τα εργαλεία αυτής της διαχείρισης συνήθως περιλαμβάνουν τη Μελέτη Περιβαλλοντικών
Επιπτώσεων (εξέταση της συμβατότητας των αναπτυξιακών έργων και δραστηριοτήτων με τις απαιτήσεις της
περιβαλλοντικής προστασίας), την Οικομετρική Ανάλυση (μετρήσεις, ερμηνεία και αξιολόγηση οικολογικών δεδομένων), τον
Προσδιορισμό και την Εκτίμηση των Επιπτώσεων (αναστρέψιμες ή μη επιπτώσεις στο φυσικό και ανθρωπογενές
περιβάλλον),

τους

Περιβαλλοντικούς

Δείκτες

ή

Ενδείκτες

(χρήση

κατάλληλων

δεδομένων

για

τις

πλέον

αντιπροσωπευτικές εκτιμήσεις για την κατάσταση του περιβάλλοντος), τους Περιβαλλοντικούς Ελέγχους (εξέταση αν ο
τρόπος λειτουργίας και διοίκησης μιας επιχείρησης είναι συμβατός με τις απαιτήσεις προστασίας του περιβάλλοντος, τις
ορθές περιβαλλοντικές πρακτικές και τη βιώσιμη ανάπτυξη), τη Δημόσια Διαβούλευση ( ανάπτυξη συμμετοχικής
διαδικασίας, πρόσβαση στις πληροφορίες, δημοσιοποίηση, κοινωνική αποδοχή και συναίνεση, αποτελούν αποτελεσματικά
κοινωνικά εργαλεία για την ορθολογική διαχείριση του περιβάλλοντος).
-Διεθνείς συμβάσεις & συνδιασκέψεις για την προστασία της Φύσης (International Treaties for protection of
Nature): Οι διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας μας, αφορούν μεταξύ των άλλων τις συμβάσεις α)Ραμσάρ για τη διατήρηση των
υγροτόπων (1971), β)Ουάσιγκτον των Η.Π.Α (Σύμβαση CITES) για το διεθνές εμπόριο αγρίων ειδών πανίδας και
χλωρίδας που απειλούνται με εξαφάνιση (1973), γ)Βαρκελώνης για την προστασία της Μεσογείου από τη ρύπανση (1976),
δ)Βόννης για τα αποδημητικά είδη (1979), ε)Βέρνης για την άγρια ζωή και τους φυσικούς οικοτόπους στην Ευρώπη (1979),
στ)Έσπο Φιλανδίας για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων σε διασυνοριακά πλαίσια (1991), ζ) Ρίο ντε
Τζανέϊρο, όπου θεσπίστηκε η αρχή της αειφόρου ανάπτυξης και τονίστηκε η αντιμετώπιση των κλιματικών αλλαγών και η
διατήρηση της βιολογικής ποικιλότητας (1992), η)Μάαστριχτ, όπου επιβεβαιώθηκε ότι η Ε.Ε., επιβάλλεται να ενσωματώνει
την περιβαλλοντική προστασία σε κάθε δραστηριότητά της, ενώ οι ευρωπαϊκές χώρες καλούνται να θεσπίσουν νέα πρότυπα
για την προστασία της φυσικής κληρονομιάς τους (1992), θ)Ελσίνσκι, για τις διασυνοριακές επιπτώσεις των βιομηχανικών
ατυχημάτων και για την προστασία των διασυνοριακών υδάτων και των διεθνών λιμνών (1992), ι)Γιοχάνεσμπουργκ,
ια)Κιότο, ιβ)Μπαλί και πρόσφατα ιγ) Κοπενχάγης. Για περισσότερες πληροφορίες βλέπε βάση δεδομένων του ΥΠΕΧΩΔΕ:
ENTRI (Environmental Treaties and Resource Indicators)
-Διοξίνες (dioxins): Ο όρος διοξίνη χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια ολόκληρη χημική οικογένεια με περίπου 210
διαφορετικές ουσίες που είναι χλωριωμένες διβενζο-π-διοξίνες (χλωριωμένοι υδρογονάνθρακες). Από αυτές μόλις οι 15
είναι τοξικές, ενώ πραγματικό κίνδυνο για τον άνθρωπο συνιστά 1. Οι διοξίνες παράγονται όταν το χλώριο αντιδράσει με
οργανικές ενώσεις. Η κυριότερη πηγή τους φαίνεται πως είναι η καύση οργανικών ενώσεων που περιέχουν χλώριο
(πλαστικά PVC, χλωριωμένοι διαλύτες, αλάτι κ.α.), η χαρτοβιομηχανία όταν χρησιμοποιεί χλώριο για λεύκανση, η καύση
μολυβδούχου βενζίνης κ.ά. Πρόσφατες μελέτες έδειξαν ότι η κακή φήμη τους δεν δικαιολογείται από τα γεγονότα. Ο
Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

16

άνθρωπος , σε σύγκριση με ορισμένα πειραματόζωα, παρουσιάζει πολύ μεγαλύτερη αντίσταση, ενώ οι διοξίνες
συσσωρεύονται στον λιπώδη ιστό με ρυθμό απομάκρυνσης τους (υποδιπλασιασιασμός) κάθε 5 χρόνια. Για τις διοξίνες ισχύει
ο κανόνας ‘’η ισχύς κάνει το δηλητήριο’’. Είναι ουσίες λιποδιαλυτές και συσσωρεύονται στους λιπαρούς ιστούς των
οργανισμών.
-Δολίνη (doline): Σε καρστικές περιοχές παρατηρούνται μικρότερα ή μεγαλύτερα γεωμορφολογικά βυθίσματα, συνήθως
κυκλικής όψης, προϊόντα σχηματισμού από τη διάλυση ασβεστολιθικών πετρωμάτων. Εκτεταμένα βυθίσματα σε
ασβεστολιθικές περιοχές αποκαλούνται ‘’Πόλγες’’ (Polje), συνήθως ελλειπτικά σε επίπεδες επιφάνειες, ενώ μερικές φορές
συνοδεύονται από ελώδεις περιοχές, ή μικρές εποχικές λίμνες (Mediterranean temporary ponds).
-Δολομίτης (dolomite): Ιζηματογενές ασβεστολιθικό πέτρωμα με περιεκτικότητα σε ανθρακικό μαγνήσιο περισσότερο από
15%.
-Δομημένο περιβάλλον (built environment): είναι το σύνολο των τεχνητών έργων του ανθρώπου και αποτελεί τμήμα του
τεχνητού περιβάλλοντος.

Εδαφολογική

-

υφή ή Μηχανική σύσταση του εδάφους (soil texture or soil’s mechanical structure): Αφορά τα

χαρακτηριστικά του εδάφους που σχετίζονται με το μέγεθος των σωματιδίων (κόκκων) που το αποτελούν. Έτσι μιλάμε για
"ελαφρά" ή χοντρόκοκκα εδάφη, που οργώνονται εύκολα, αλλά δεν συγκρατούν νερό και θρεπτικά συστατικά, για "βαριά" ή
λεπτόκοκκα που οργώνονται δύσκολα, αλλά συγκρατούν πολύ νερό, στραγγίζουν δύσκολα και περιέχουν πολλά θρεπτικά
συστατικά και για "μεσαία" εδάφη με ενδιάμεσες ιδιότητες. Τα εδάφη συνήθως ταξινομούνται σε δώδεκα κατηγορίες (π.χ.
αμμο-πηλώδες, αμμο-αργιλο-πηλώδες κ.ά), αλλά σε γενικές γραμμές μπορούμε να αναφερόμαστε σε "αμμώδη" ή "ελαφρά"
εδάφη, πηλώδη ή μεσαία και αργιλώδη ή βαριά.
-Έδαφος (soil): είναι το ανώτερο τμήμα τους λιθόσφαιρας στο οποίο ριζώνουν τα φυτά της ξηράς και αποτελεί καθοριστικό
παράγοντα των χερσαίων οικοσυστημάτων. Εκεί αποσυντίθενται οι νεκροί οργανισμοί και εκεί διατηρούνται και διακινούνται
τα θρεπτικά τους συστατικά μέχρι να χρησιμοποιηθούν από τα φυτά και εμμέσως να επιστραφούν στην υπόλοιπη
βιοκοινότητα. Είναι προϊόν φυσικών και βιολογικών διεργασιών, αλλά και είναι ένα σύμπλοκο φυσικο-βιολογικό σύστημα.
-Εδαφογένεση (soil production or soil formation): είναι μια ατέλειωτη διαδικασία, αλλά και μια δυναμική σχέση ανάμεσα
στο κλίμα, την τοπογραφία, το μητρικό πέτρωμα, τους οργανισμούς και το χρόνο. Μέσω μηχανικών δυνάμεων (συστολή και
διαστολή ως απόκριση στις θερμοκρασιακές μεταβολές, διάβρωση εξαιτίας της δράσης του νερού και του αέρα), χημικών
διεργασιών (οξειδώσεις και υδρολύσεις) και βιοτικών παραγόντων (εδαφικοί οργανισμοί και βλάστηση), δημιουργείται το
έδαφος, το οποίο δεν είναι ένα ομοιογενές μίγμα.
-Εθνικά Πάρκα (National Natural parks): Εθνικά πάρκα χαρακτηρίζονται εκτεταμένες χερσαίες, υδάτινες ή μικτού
χαρακτήρα περιοχές, οι οποίες παραμένουν ανεπηρέαστες, ή έχουν ελάχιστα επηρεαστεί από τις ανθρώπινες
Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

17

δραστηριότητες και στις οποίες διατηρείται μεγάλος αριθμός και ποικιλία αξιόλογων βιολογικών, οικολογικών,
γεωμορφολογικών και αισθητικών στοιχείων. 'Όταν το εθνικό πάρκο, ή μεγάλο τμήμα του καταλαμβάνει θαλάσσια περιοχή, ή
εκτάσεις δασικού χαρακτήρα, μπορεί να χαρακτηρίζεται ειδικότερα ως θαλάσσιο πάρκο ή εθνικός δρυμός.
-Εθνικοί Δρυμοί (National Natural forests): Προστατευόμενη φυσική περιοχή με ιδιαίτερο οικολογικό ενδιαφέρον,
καθώς και βιοτικά και γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά. Εθνικοί δρυμοί, κηρύσσονται περιοχές οι οποίες παρουσιάζουν
ιδιαίτερο ενδιαφέρον, από την άποψη διατήρησης της άγριας χλωρίδας και πανίδας, των γεωμορφολογικών σχηματισμών του
υπεδάφους, της ατμόσφαιρας, των υδάτων και γενικώς του φυσικού περιβάλλοντός τους και των οποίων επιβάλλεται η
προστασία, η διατήρηση και η βελτίωση της σύνθεσης, της μορφής και των φυσικών καλλονών τους, για αισθητική, ψυχική
και υγιεινή απόλαυση και ανάπτυξη του τουρισμού, ως και η διενέργεια πάσης φύσεως επιστημονικών ερευνών.
-Είδος (species): Από βιολογική άποψη, το είδος περιλαμβάνει οργανισμό ή οργανισμούς που έχουν κοινά χαρακτηριστικά
και συγκροτούν ένα φυσικό πληθυσμό ή ομάδες πληθυσμών, μέσα στους οποίους τα εξειδικευμένα γνωρίσματα των γονέων
μεταβιβάζονται στους απογόνους τους.
-Εισροές ενέργειας (energy’s inflows): Τα διάφορα εφόδια όπως λιπάσματα, φυτοφάρμακα, καύσιμα κ.τ.λ. που
χρησιμοποιούνται για την παραγωγή των γεωργικών προϊόντων.
-Εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων (environmentαl impact assessment): Προσπάθεια αναγνώρισης και πρόβλεψης
των επιπτώσεων σχεδιαζόμενων έργων και αναπτυξιακών δραστηριοτήτων, πάνω στο φυσικό περιβάλλον και στην
ανθρώπινη υγεία και ευημερία.
-Ελ Νίνιο φαινόμενο (el-Ninio phenomenon): είναι το φαινόμενο εκείνο (γίνεται αντιληπτό στο Περού γύρω στα
Χριστούγεννα και οι ντόπιοι ψαράδες το ονόμασαν ‘’θείο βρέφος=Ελ Νίνιο), κατά τη διάρκεια του οποίου (μερικές
εβδομάδες) η ατμοσφαιρική πίεση στο δυτικό τροπικό Ειρηνικό ωκεανό αυξάνεται με αποτέλεσμα το ψυχρό ωκεάνιο ρεύμα,
πλούσιο σε θρεπτικά συστατικά και ψάρια που συνήθως κατευθύνεται βόρεια, αλλάζει κατεύθυνση και σύσταση. Έτσι, γίνεται
θερμό και φτωχό σε θρεπτικά συστατικά και αλιεύματα και κατευθύνεται προς τις νοτιοδυτικές ακτές της νότιας Αμερικής.
Κάποια χρόνια, το φαινόμενο αυτό γίνεται εντονότερο και διαρκεί περισσότερο, προκαλώντας σοβαρές διαταραχές στη
γενική κυκλοφορία της ατμόσφαιρας. Το αποτέλεσμα είναι να εμφανίζονται κλιματικές περίοδοι που χαρακτηρίζονται από
πολύ μεγάλες θερμοκρασίες και έντονη ξηρασία ή από πολύ ψυχρούς χειμώνες. Οι πιο πάνω συνθήκες δεν συμβαίνουν μόνο
στην περιοχή του νότιου Ειρηνικού, αλλά επηρεάζουν και το κλίμα πολλών περιοχών ακόμα και των εύκρατων ζωνών.
Εξάλλου, έρευνες έχουν δείξει ότι στην ανατολική Μεσόγειο εμφανίζονται στη θερμοκρασία του αέρα περίοδοι ανάλογοι με
τις "ψευδοπεριόδους" του φαινομένου "Ελ Νίνιο" καθώς και ξηρασία.
-Έλος (marsh): είναι τύπος υγρότοπου που καλύπτεται από ρηχά ή βαθιά λιμνάζοντα ή και από πολύ αργά κινούμενα νερά.
Το έλος χαρακτηρίζεται συνήθως από εποχικό πλημμυρισμό νερών, ο βάλτος (swamp) με μόνιμο πλημμυρισμό νερών και το
τέλμα (bog= όξινος τυρφώνας & fen= αλκαλικός τυρφώνας) χαρακτηρίζεται από υγρό έδαφος και βλάστηση που είναι
μερικώς αποσυντεθημένα.
-ΕΜΑS (Eco Management and Audit Scheme) & ISO 14001: EMAS είναι το ευρωπαϊκό σύστημα περιβαλλοντικής
διαχείρισης, ενώ το ΙSΟ 14001 είναι σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης με διεθνή ισχύ. Οι βασικοί στόχοι του είναι
18
Θ. Σ. Κουσουρής,
- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

μεταξύ των άλλων η συμμόρφωση της επιχείρησης ή οργάνωσης με τη ισχύουσα νομοθεσία που διέπει τις δραστηριότητες
της, αλλά και ο έλεγχος των αποτελεσμάτων των δραστηριοτήτων, προϊόντων ή υπηρεσιών της επιχείρησης αναφορικά μ το
περιβάλλον μέσω των περιβαλλοντικών στόχων που έχει ορίσει η επιχείρηση στο πλαίσιο ενός Συστήματος
Περιβαλλοντικής Διαχείρισης. Το EMAS είναι Κανονισμός της Ε.Ε., εφαρμόζεται γα συγκεκριμένους χώρους, περιλαμβάνει
τις απαιτήσεις του ISO 14001, αλλά εμπλουτίζεται και με πρόσθετες απαιτήσεις. Η συμμετοχή στο EMAS απαιτεί εφαρμογή
των εξής βημάτων: Περιβαλλοντική πολιτική, Περιβαλλοντική ανάλυση, Περιβαλλοντικοί στόχοι & πρόγραμμα, Σύστημα
περιβαλλοντικής διαχείρισης, Περιβαλλοντικός έλεγχος, Περιβαλλοντική δήλωση, Περιβαλλοντική επικύρωση και
καταγραφή (http:/ec.europa.eu/environment/emas/index_en.htm).
-Έμβια όντα (living things or beings): είναι οτιδήποτε που έχει ζωή, δηλαδή ο κάθε ζωντανός οργανισμός.
-Ενδιαίτημα (habitat): είναι ο γεω-τοπογραφικός και όχι μόνο χώρος όπου ένας πληθυσμός ζει. Με απλά λόγια το
ενδιαίτημα αφορά τη ‘’διεύθυνση’’ (π.χ. οδός και αριθμός) όπου ζει και μπορεί να βρεθεί ένας οργανισμός, σε αντιδιαστολή με
την έννοια του οικολογικού θώκου ή της οικοθέσης (niche) ενός οργανισμού που αφορούν στον λειτουργικό ρόλο και στη
θέση του στο οικοσύστημα, στο χώρο και στο χρόνο.
-Ενδημικό είδος (endemic species): είναι είδος φυτού ή ζώου που έχει συγκεκριμένη τοπική προέλευση και περιορισμένη
γεωγραφική εξάπλωση. Δηλαδή το ενδημικό είδος ζει μόνο μέσα σε έναν οροθετημένο γεωγραφικό χώρο στον οποίο και έχει
δημιουργηθεί, ενώ αυτόχθον είναι το είδος που ανήκει γεωγραφικά σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή.
-Εξάτμιση (evaporation): είναι η μεταφορά νερού στην ατμόσφαιρα από κάθε υγρή επιφάνεια (θάλασσα, λίμνη, ποταμό,
χείμαρρο, νερόλακκο, αναπνοή ζώων, κ.ά) με τη μορφή υδρατμών. Η εξάτμιση του νερού από τα φύλλα των φυτών αποτελεί
τη διαπνοή.
-Εξατμοδιαπνοή ή εξατμισοδιαπνοή ή εξατμισιδιαπνοή (evapotranspiration): Η απώλεια νερού με τη μορφή υδρατμών
προς την ατμόσφαιρα από τις συνδυασμένες διαδικασίες της εξάτμισης -από τις επιφάνειες εδάφους και φυτού- και της
διαπνοής -από τους ιστούς του φυτού. Ο όρος περιγράφει το σύνολο των πραγματικών απωλειών νερού από την εξάτμιση
των εδαφών και από τη διαπνοή της χλωρίδας.
-Εξατμοδιαπνοή Δυνητική (potential evapotranspiration): Ο όρος περιγράφει την ποσότητα της εξατμοδιαπνοής που
δυνητικά θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί από εδαφικές επιφάνειες πλήρως και ομοιόμορφα καλυμμένες από αναπτυσσόμενη χλωρίδα, εφόσον υπήρχαν συνθήκες απεριόριστης διαθεσιμότητας νερού, σε αντιστοιχία, δηλαδή, με την
εξάτμιση υδάτινων επιφανειών. Η έννοια της δυνητικής εξατμοδιαπνοής έχει εισαχθεί από τον κλιματολόγο Thornthwaite
το 1948 και εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ευρύτατα μέχρι σήμερα στην υδρολογία, μετεωρολογία και κλιματολογία.
-Εξέλιξη (evolution): είναι η μακρά διαδικασία της αλλαγής των γενετικών ελεγχόμενων χαρακτηριστικών των οργανισμών
με σκοπό την καλύτερη προσαρμογή τους στο περιβάλλον. Η εξέλιξη δεν είναι συνώνυμη της φυσικής επιλογής. Η Φ.Ε.
προσδιορίζει ένα συγκεκριμένο τρόπο με τον οποίο πραγματοποιούνται αλλαγές κάθε είδους μέσα στο χρόνο, ενώ η εξέλιξη
αναφέρεται σε αλλαγές κάθε είδους μέσα στο χρόνο.
-Εξώθερμη αντίδραση (exothermic reaction): είναι χημική αντίδραση που αποδίδει θερμική ενέργεια στο περιβάλλον.
Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

19

-Επεξεργασία λυμάτων (sewages treatment): είναι η διαδικασία εκείνη με την οποία τα λύματα των πόλεων (βρώμικα
νερά από το σπίτι), με τη βοήθεια μηχανικών, φυσικών και χημικών μέσων, αλλά και μικροοργανισμών, υποβάλλονται σε
διαδικασίες καθαρισμού χρήσεις σε ποσοστό μέχρι και 95%. Συνήθως τα καθαρισμένα αυτά νερά διοχετεύονται στη
θάλασσα, ενώ θα μπορούσαν να καλύψουν ποικίλες χρήσεις (μετά από προσεκτική διαχείριση) σε περιοχές όπου το νερό
είναι σε ανεπάρκεια ή σπανίζει.
-Επικονίαση (pollination): είναι η στενή σχέση μεταξύ των φυτών με λουλούδια και των επικονιαστών τους (κυρίως έντομα
και πουλιά), με την οποία εξασφαλίζεται η γονιμοποίηση των λουλουδιών (παραγωγή απογόνων) και η εξεύρεση τροφής από
τους επικονιαστές. Η γονιμοποίηση επιτυγχάνεται με τη μεταφορά της γύρης από το "αρσενικό" (στήμονες) στο "θηλυκό"
(ύπερος) τμήμα ενός άνθους. Τα περισσότερα φυτά της Ελλάδας γονιμοποιούνται με τη βοήθεια των εντόμων (εντομογαμή,
π.χ. εσπεριδοειδή, αμυγδαλιά, μηλιά), ενώ υπάρχουν και εκείνα τα φυτά που γονιμοποιούνται με τη βοήθεια του ανέμου
(ανεμογαμή π.χ. κωνοφόρα).
-Επιλίμνιο (epilimnion): χαρακτηρίζεται το σχετικά θερμότερο επιφανειακό στρώμα μιας υδατοσυλλογής με οριζόντια
θερμοκρασιακή ζώνωση -σε σχετικά βαθιές και εύκρατες λίμνες την καλοκαιρινή περίοδο, που εμφανίζει σχετικά
ομοιόμορφη θερμοκρασία και δική του κυκλοφορία.
-Επίφυτα (epiphytes): είναι βιομορφή φυτών που ζουν πάνω σε άλλα φυτά και συνήθως είναι παράσιτα.
-Ερημοποίηση (desertification): Οι αλόγιστες δραστηριότητες του ανθρώπου πάνω στο έδαφος-δομή, υφή και βλάστηση,
και η εξάντληση του νερού μετατρέπουν γόνιμα εδάφη σε άγονα και αυτά με την πάροδο του χρόνου γίνονται έρημοι. Η
ερημοποίηση χαρακτηρίζεται γενικά ως η αλλαγή που οφείλεται σε διάφορους παράγοντες και που οδηγεί στη δραστική
μείωση της βλάστησης και της πρωτογενούς παραγωγής σε μια περιοχή.
-Ετερότροφος οργανισμός (heterotrophic organism): είναι ο οργανισμός εκείνος ο οποίος εξασφαλίζει την τροφή του
καταναλώνοντας άλλους οργανισμούς ή τα οργανικά συστατικά τους. Τέτοιοι οργανισμοί είναι μεταξύ των άλλων γενικά τα
ζώα και οι μύκητες.
-Ερυθρά γη (terra rossa): Ερυθράς χροιάς αργιλικά εδάφη που προέρχονται από την αποσάθρωση ασβεστολίθων και
δολομιτών, κάτω από ημίξηρες ή και καλοκαιρινής ξηρασίας συνθήκες.
-Ευτροφισμός (eutrophication): Εξαιτίας της αυξημένης ποσότητας θρεπτικών ουσιών που προέρχονται από οργανικά
απόβλητα ή και διάφορα λιπάσματα και που εμπλουτίζουν λίμνες ή κλειστές θάλασσες δημιουργείται συνήθως υπερβολική
ανάπτυξη ή και αφθονία

στους φυτικούς οργανισμούς (π.χ. φυτοπλαγκτό, φύκια, μακρόφυτα). Ο ευτροφισμός έχει ως

αποτέλεσμα τη μείωση των ζωικών οργανισμών, λόγω μείωσης του διαθέσιμου οξυγόνου στο νερό με δυσάρεστα
αποτελέσματα για το σύστημα και τους οργανισμούς που ζουν εκεί.
-Ευφωτική ζώνη (euphotic zone): αναφέρεται στο βάθος του νερού σε ένα υδάτινο οικοσύστημα μέχρι το οποίο φτάνουν οι
ακτίνες του ήλιου και είναι δυνατό να επιτελεστεί η φωτοσύνθεση.

Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

20

Ζωοκοινότητα (faunal community): Το σύνολο των ζώων που συνυπάρχουν σε ένα βιότοπο.

-

-Ζωοπλαγκτό (zooplankton): είναι οι ζωικοί οργανισμοί του πλαγκτού.
-Ζωοβένθος (zoobenthos): είναι οι ζωικοί οργανισμοί του βένθους.

Ηθολογία (ethology): Η μελέτη της συμπεριφοράς των ζώων στις εκάστοτε συνθήκες του περιβάλλοντος.

-

-Ηλιακή ενέργεια και φυτά (solar energy & plants): Από το σύνολο της ηλιακής ενέργειας που φτάνει στην επιφάνεια της
γης, μόνο το 3.0-0.1% δεσμεύεται από τα φυτά και ανάλογα αν είναι δάσος, λιβάδι, καλλιεργούμενο χωράφι. Ειδικότερα, τα
φυσικά οικοσυστήματα έχουν την ικανότητα να δεσμεύουν 2-7 φορές μεγαλύτερη ηλιακή ενέργεια από εκείνη των
καλλιεργειών. Έτσι, ο άνθρωπος θα πρέπει να τροφοδοτεί με πρόσθετη ενέργεια τα γεωργικά συστήματα ώστε να αυξάνει
την παραγωγικότητά τους.
-Ηχορύπανση (noise pollution): είναι μορφή ρύπανσης όπου ρυπαντής είναι ανεπιθύμητος ή και δυνατός ήχος.

Θαλάσσια ζώνωση από βιολογική άποψη (marine zones from biological aspects): Ανάλογα με την ανάπτυξη και τις

-

τροφικές συνήθειες των διαφόρων πληθυσμών από βιολογική άποψη οι ζώνες της θάλασσας διακρίνονται σε ευφωτική ή
εύφωτη ζώνη ( εκτείνεται μέχρι το βάθος όπου μπορεί να επιτελεστεί η φωτοσύνθεση) και στην αφωτική ζώνη (εκτείνεται
κάτω από τα 200 μέτρα βάθος). Επίσης, η αφωτική ζώνη διακρίνεται στη μεσοπελαγική (εδώ αναζητούν τροφή δελφίνια και
φάλαινες), στη βαθυπελαγική ( απαντούν συνήθως οι μεγάλα καλαμάρια και χταπόδια) και στη βενθική ζώνη (απαντούν
συνήθως ψάρια της αβύσσου, σπόγγοι, κρινοειδή).
-Θαλάσσια ζώνωση από γεωγραφική άποψη (marine zones from geographical aspect): Η οριζόντια ζώνωση της
θάλασσας από γεωγραφική άποψη εξαρτάται από την κατάσταση της ακτής, τις παλίρροιες και τη διευθέτηση του πυθμένα.
Περιλαμβάνει αυτή η ζώνωση την υφαλοκρηπίδα ή νηρητική ζώνη ( αποτελεί προέκταση της ξηράς και εκτείνεται μέχρι το
βάθος των 2οο μέτρων), τη βαθύαλη ζώνη (περιλαμβάνει την προέκταση της ξηράς με απότομη κλίση –ηπειρωτική
κατωφέρεια- και εκτείνεται από το βάθος των 200 μέτρων μέχρι και τα 2000 μέτρα) και την πελαγική ή αβυσσαία ζώνη
(εκτείνεται από τα 2000 μέτρα βάθος μέχρι και τα 6200 μέτρα και έχει ομαλό ανάγλυφο).
-Θαλάσσιες περιοχές ανάβλυσης (sea-upwellings): Σε παράκτιες βαθιές θαλάσσιες περιοχές απαντώνται αναβλύσεις
ψυχρών και πλούσιων σε θρεπτικά συστατικά, νερών που ανεβαίνουν στην επιφάνεια του ωκεανού από βαθιά νερά. Η κίνηση
αυτή συνήθως καθοδηγείται από ανέμους που φυσούν παράλληλα με την ακτογραμμή. Βιολογικά, οι περιοχές με παρόμοιες

Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

21

αναβλύσεις έχουν υψηλή παραγωγικότητα, και επομένως είναι σημαντικές για την αλιεία, τα οποία συχνά συγκεντρώνεται
στο δυτικό περιθώριο του ηπείρων, ιδιαίτερα στα ανοικτά των ακτών της Χιλής, στην Καλιφόρνια και τη Ναμίμπια.
-Θαμνώνες (thickets of bushes): είναι οικότοποι όπου κυριαρχούν οι θάμνοι, από τον τύπο της βλάστησης.
-Θειική αμμωνία (ammonium sulphate): είναι χημικό λίπασμα ευρείας χρήσης που περιέχει άζωτο σε ποσοστό 21%.
-Θερμική aγωγιμότητα (thermal conductivity): Η ιδιότητα ενός υλικού που προσδιορίζει την ευκολία ή δυσκολία διάδοσης
της θερμότητας στο εσωτερικό του.
-Θερμική νησίδα πόλης (urban thermal island): Είναι αστική περιοχή που διαθέτει υψηλότερες θερμοκρασίες από τις
περιαστικές περιοχές που την περιβάλλουν.
-Θερμικές καταβόθρες (thermal sink-holes): Θερμικοί χώροι των οποίων η θερμοκρασία είναι χαμηλότερη από τη
θερμοκρασία περιβάλλοντος κατά το θέρος και άρα μπορεί να μεταφερθεί ενέργεια από το περιβάλλον προς αυτές.
-Θερμοκηπίου φαινόμενο (greenhouse phenomenon): είναι κατ’ αρχήν φυσικό κλιματικό φαινόμενο που είχε στο παρελθόν
ευεργετικά αποτελέσματα για το κλίμα. Η σημερινή απειλή προέρχεται από την υπερβολική εμφάνιση του φαινομένου
(αύξηση των θερμοκηπικών αερίων), η οποία οφείλεται στις ανθρώπινες εκπομπές ρύπων (π.χ. στην αύξηση του διοξειδίου
του άνθρακα, μεθανίου, χλωροφθορανθράκων και άλλων αερίων στην ατμόσφαιρα). Έτσι για παράδειγμα, το αυξανόμενο
στρώμα των θερμοκηπικών αερίων, εμποδίζει τη διάχυση της θερμικής ακτινοβολίας που προέρχεται από τη γη, ενώ η
εγκλωβιζόμενη θερμική της ακτινοβολία, δημιουργεί την άνοδο της θερμοκρασίας του πλανήτη.
-Θερμοκηπικά αέρια (greenhouse gases): είναι οι υδρατμοί και τα αέρια ανθρώπινης προέλευσης, όπως είναι το διοξείδιο
του άνθρακα (από ορυκτά καύσιμα και εκχερσώσεις δασικών εκτάσεων), το μεθάνιο (από ρυζοκαλλιέργειες, αποθέσεις
σκουπιδιών, πεπτικό σύστημα μηρυκαστικών), το υποξείδιο του αζώτου (από διάσπαση αζωτούχων λιπασμάτων, καύση
ορυκτών καυσίμων), οξείδια του αζώτου, το τροποσφαιρικό όζον, οι χλωροφθοράνθρακες κ.ά.
-Θερμοκλινές (thermocline): χαρακτηρίζεται το στρώμα ασυνέχειας του νερού (μεταλίμνιο) σε μια υδατοσυλλογή –ανάμεσα
στο επιφανειακό και θερμότερο επιλίμνιο και στο βαθύτερο και ψυχρότερο υπολίμνιο, όπου παρατηρείται γρήγορη ελάττωση
της θερμοκρασίας. Παλαιότερα, ως θερμοκλινές και εμπειρικά οριζόταν το υδάτινο εκείνο στρώμα, όπου η ελάττωση της
θερμοκρασίας είναι μεγαλύτερη από 10 C, ανά μέτρο βάθους, ενώ με επιστημονικούς όρους, ως η περιοχή όπου η μεταβολή
της θερμοκρασίας ορίζεται από τη σχέση ΔΘ=d2θ/d2z=0, δηλαδή η δεύτερη παράγωγος της θερμοκρασίας (θ) σε σχέση με
το βάθος (z) είναι ίσο με το μηδέν.
-Θερμότητα λανθάνουσα: Η θερμότητα η οποία εκλύεται ή απορροφάται κατά την αλλαγή φάσης ενός υλικού.
-Θερόφυτα (therophytes): είναι βιομορφή φυτών τα οποία έχουν ως στρατηγική τους να αντιπαρέρχονται-περνούν τη
θερινή περίοδο με τη μορφή σπερμάτων.
-Θήραμα (prey): Άγριο ζώο που έχει θηρευτεί (σκοτωθεί ή συλληφθεί) ή που θεωρείται κατάλληλο για κυνήγι.
-Θηρευτής (predator): Το είδος που τρώει κάποιο άλλο ή κάποια άλλα είδη, που ονομάζονται θηράματα. Λέγεται και
αρπακτικό.
Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

22

Ιλύς (silt, mud): είναι χαλαρό ιζηματογενές πέτρωμα με μέγεθος κόκκων από 2-63 μικρά, λεπτότερο στη δομή απ’ότι η

-

άμμος και χονδρόκοκκο απ’ότι η άργιλος.
-ΙSΟ 14001:είναι διεθνές περιβαλλοντικό πρότυπο σύστημα διαχείρισης που αναφέρεται σε τμήμα ή στο σύνολο της
επιχείρησης. Απαιτεί ανάπτυξη διαδικασίας για τη νομοθετική ενημέρωση και εστιάζεται στην εφαρμογή ενός Συστήματος
Περιβαλλοντικής Διαχείρισης με έμμεσο αποτέλεσμα τη βελτίωση των περιβαλλοντικών επιδόσεων.
-Iχνοστοιχεία (trace elements): στοιχεία ανόργανων κυρίως αλάτων που υπάρχουν στο περιβάλλον σε ελάχιστη ποσότητα
και τα οποία είναι απαραίτητα για τη ζωή των φυτών και των ζώων.

Καλές

-

γεωργικές πρακτικές ή Κώδικες Ορθής Γεωργικής Πρακτικής (Κ.Ο.Γ.Π.)(Good agricultural practices):

Είναι αγροτικές πρακτικές, σχεδόν οι περισσότερες παραδοσιακές-παλιές, που αποσκοπούν στην αειφορική διαχείριση των
γεωργικών γαιών και των φυσικών πόρων, στην προστασία και διαφύλαξη του αγροτικού τοπίου και των χαρακτηριστικών
του, στην προστασία της υγείας των αγροτών και των καταναλωτών. Για την επίτευξη των παραπάνω στόχων οι Κώδικες
αυτοί παρεμβαίνουν στις ακόλουθες γεωργικές δραστηριότητες όπως είναι η Κατεργασία του εδάφους, η Αμειψισπορά, η
σωστή Λίπανση, η ορθολογική Διαχείριση υδάτινων πόρων, η Φυτοπροστασία, η Διαχείριση αυτοφυούς χλωρίδας, η
Συγκομιδή, η Διαχείριση των υπολειμμάτων της καλλιέργειας, η Διαχείριση των απορριμμάτων. Η πρακτική της
αμειψισποράς αφορά μόνο τις ετήσιες καλλιέργειες, αροτριαίες και κηπευτικά. Όλες οι άλλες δραστηριότητες αφορούν
όλους τους τύπους των καλλιεργειών. Επίσης, οι κώδικες Ορθής Γεωργικής Πρακτικής αφορούν και κτηνοτροφικές
δραστηριότητες, όπως είναι η διαχείριση των Βοσκοτόπων, η Υγιεινή και καλή διαβίωση των ζώων, η διαχείριση Αποβλήτων
της κτηνοτροφικής εκμετάλλευσης. Επιπλέον, για την περίπτωση ορισμένων περιοχών ή ζωνών που καθορίζονται σε τοπικό
επίπεδο μπορεί να ισχύουν και πρόσθετοι Κώδικες.
-Καρστ (karst): Κάθε περιοχή σε πετρώματα κρυσταλλικών ασβεστολίθων με καταβυθίσεις, καταβόθρες, σπήλαια, κ.ά.
-Καταβόθρα (sink-hole, underground drainage): είναι υπόγειος φυσικός οχετός νερών συνήθως σε ασβεστολιθικά
πετρώματα.
-Καταβολισμός (katabolism): είναι το σύνολο των διεργασιών με τις οποίες αποδομείται ζωντανή ύλη σε απλούστερα
συστατικά με ταυτόχρονη απελευθέρωση ενέργειας.
-Καταναλωτές ή Δευτερογενείς παραγωγοί (consumers or secondary producers): είναι οι οργανισμοί εκείνοι (συνήθως
ζώα) οι οποίοι χρησιμοποιούν πάντοτε έτοιμη τροφή. Ανάλογα με τις τροφικές προτιμήσεις-τροφές τους, διακρίνουμε σε
φυτοφάγους (τρώνε αποκλειστικά μόνο φυτικά συστατικά), σαρκοφάγους (τρώνε αποκλειστικά μόνο ζωικά συστατικά),
παμφάγους (τρώνε και φυτά και ζώα) και αποικοδομητές ή σαπρόβιους οργανισμούς.
-Καταναλωτής (consumer): είναι ο οργανισμός εκείνος που δεν φωτοσυνθέτει, αλλά καταναλώνει έτοιμα θρεπτικά
συστατικά (συνήθως ζώα). Καταναλωτές, είναι τα ζώα τα οποία χρησιμοποιούν για την επιβίωση και την ανάπτυξή τους
έτοιμη τροφή την οποία λαμβάνουν, είτε με άμεσο (φυτοφάγα ζώα), είτε με έμμεσο (σαρκοφάγα ζώα) τρόπο.
Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

23

-Κατακρημνίσματα ατμοσφαιρικά (atmospheric precipitation): είναι οι μορφές ή καταστάσεις με τις οποίες το νερό πέφτει
στη γη ( η βροχή, το χιόνι, η δρόσος, το χαλάζι, η ομίχλη κ.ά).
-Καταφύγια θηραμάτων (prey’s refuges): Κηρύσσονται δασικές ή δασοσκεπείς περιοχές, πεδινές εκτάσεις ή ελώδεις
περιοχές στις οποίες απαγορεύεται εντελώς, είτε ελέγχεται αυστηρά το κυνήγι, με σκοπό την προστασία και διάσωση του
φυσικού περιβάλλοντος καθώς και τη διατήρηση, ανάπτυξη και εκμετάλλευση του θηραματικού πλούτου και της άγριας
πανίδας.
-Κατολίσθηση (landslide or landslip): είναι το φαινόμενο εκείνο κατά το οποίο μάζες πετρωμάτων ή εδαφών αποσπώνται
από τις πλαγιές βουνών και λόφων και γλιστρούν προς χαμηλότερα σημεία.
-Κήποι Βαβυλώνας (Babylon’s gardens): Οι κρεμαστοί κήποι της Βαβυλώνας θεωρούνται ένα από τα επτά θαύματα του
αρχαίου κόσμου αν και πολλές αμφιβολίες έχουν εκφραστεί για την φυσική ύπαρξή τους. Οι κήποι αυτοί ήταν φυτεμένοι σε
υπερυψωμένα πεζούλια και χτίστηκαν περίπου το 600 π.Χ. και εμπνευστής τους ήταν ο βασιλιάς Ναβουχοδονόσορ Β΄. Ο
Διόδωρος ο Σικελιώτης έγραψε ότι αυτοί οι πολυεπίπεδοι κήποι στηρίζονταν σε μια σύνθετη κατασκευή από χοντρούς
τούβλινους τοίχους, πέτρινα υποστυλώματα και δοκούς από κορμούς φοινικόδενδρων σε πυκνή διάταξη. Και ο Στράβωνας
αναφέρει ότι το πότισμα των κήπων γινόταν με νερό από το γειτονικό ποταμό Ευφράτη.
-Κήποι Κρεμαστοί: Ο πιο απλός τρόπος είναι να επενδύσετε τους τοίχους με αναρριχητικά φυτά. Στους σκιερούς τοίχους,
προτιμήστε να φυτέψετε φυλλοβόλα φυτά, που το χειμώνα αφήνουν τον τοίχο γυμνό και εκτεθειμένο στην ακτινοβολία.
Άλλος τρόπος για να ‘’πρασινίσετε’’ τις κάθετες επιφάνειες είναι να διαμορφώσετε υποδοχές στον τοίχο, ώστε να
δημιουργηθεί η κατάλληλη υποδομή για τη φύτευση. Οι σύγχρονες εφαρμογές για κάθετους κήπους απαιτούν την
προσαρμογή πάνω στον τοίχο ειδικών υποδομών που αποτελούνται από δοχεία που έχουν υποστεί ιδιαίτερη επεξεργασία και
έχουν κατάλληλο υπόστρωμα. Αλλά όχι χώμα, ούτε αυτόματο σύστημα ποτίσματος. Το αποτέλεσμα είναι τόσο πρακτικό όσο
και διακοσμητικό. Το ειδικό υπόστρωμα, χρησιμοποιείται μόνο για τη στήριξη των ριζών, ενώ τα φυτά καλλιεργούνται
«υδροπονικά», δηλαδή παίρνουν όλα τα απαραίτητα θρεπτικά στοιχεία μέσα από το νερό, χωρίς να χρειάζονται χώμα, που
θα επιβάρυνε την κατασκευή με υπερβολικό βάρος.
Οι κάθετοι κήποι, Βελτιώνουν την ποιότητα του αέρα, επειδή τα φυτά συγκρατούν τα αιωρούμενα σωματίδια και τη σκόνη.
●Μειώνουν τη θερμοκρασία του περιβάλλοντος. ●Μειώνουν τη θερμοκρασία στο εσωτερικό του κτιρίου. ●Απορροφούνι
ποσότητα βροχής, οπότε και γίνεται καλύτερη διαχείριση των ομβρίων υδάτων και μειώνονται οι πλημμύρες. ●Τα
φυλλώματα απορροφούν τους ήχους, περιορίζοντας τις επιπτώσεις της ηχορύπανσης. ●Προστατεύουν το ίδιο το κτίριο από
τη φθορά του χρόνου. ●Και τα κτίρια γίνονται πιο όμορφα.
-Κλίμα και βλάστηση (climate & vegetation): Το κλίμα αποτελεί τον κύριο καθοριστικό παράγοντα της βλάστησης. Τα
φυτά με τη σειρά τους επιδρούν σε κάποιο βαθμό στο κλίμα, αλλά τόσο το κλίμα, όσο και τα φυτά επηρεάζουν σημαντικά την
ανάπτυξη του εδάφους και τα ζώα που ζουν σε μια περιοχή. Τα φυτά της χέρσου, προσαρμοσμένα σε συγκεκριμένο κλιματικό
καθεστώς, παρουσιάζουν συχνά παρόμοια μορφολογία ή και παρόμοιες μορφές ανάπτυξης (π.χ. τα φρύγανα απαντώνται σε
ξηροθερμικό περιβάλλον με έλλειμμα νερού για 4-8 μήνες, ενώ η μακία βλάστηση απαντάται σε περιοχές με χειμερινές
βροχοπτώσεις και έλλειμμα νερού το καλοκαίρι, την άνοιξη και το φθινόπωρο).
Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

24

-Κλίμα και Καιρός (climate & weather): Το κλίμα είναι ένα σύνθετο σύστημα –μέση τιμή μετεωρολογικών συνθηκών ενός
τόπου για τουλάχιστον τριάντα συνεχή έτη- που σχετίζεται με την ηλιακή ακτινοβολία, τους ωκεανούς, την ατμόσφαιρα, την
επιφάνεια του εδάφους, τους πάγους στις πολικές περιοχές, τον έμβιο κόσμο. Το σύστημα αυτό επηρεάζεται και από τις
δυνάμεις της φύσης και από τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Ο καιρός αλλάζει από μέρα σε μέρα και από ώρα σε ώρα, ενώ
το κλίμα αναφέρεται σε μεγαλύτερες χρονικές κλίμακες. Δηλαδή απλουστευμένα, το κλίμα είναι ο μέσος καιρός σε μια
περιοχή. Καιρός είναι η καταιγίδα, όπως και η χιονοθύελλα. Δηλαδή καιρός είναι τα ήπια ή τα βίαια φαινόμενα που
εμφανίζονται μια χρονική στιγμή στην ατμόσφαιρα. Το κλίμα και ο καιρός επηρεάζονται από τους ίδιους παράγοντες.
-Κλιματική αλλαγή (climatic change): Κλιματικές αλλαγές συμβαίνουν διαρκώς και διαμορφώνονται από τη γενική
κυκλοφορία της ατμόσφαιρας και των ωκεανών, των ανέμων και των ρευμάτων που μεταφέρουν τη θερμότητα και την
υγρασία σε όλη τη γη. Εκτός, από τις φυσικές κλιματικές αλλαγές που κυρίως προωθούνται από την ηλιακή ενέργεια, τα
τελευταία χρόνια υπάρχουν ενδείξεις ότι εκπομπές ρυπογόνων ουσιών ανθρώπινης προέλευσης προκαλούν υπερθέρμανση
του πλανήτη. Έτσι, σήμερα το κλίμα καθορίζεται από φυσικούς και από ανθρώπινης προέλευσης παράγοντες όπως είναι α) η
απορρόφηση και η αναδιανομή της ηλιακής και γήινης ακτινοβολίας στο σύστημα ατμόσφαιρα, υδρόσφαιρα, έδαφος, και β) η
μεταβολή της σύστασης της ατμόσφαιρας (φαινόμενο θερμοκηπίου, εκρήξεις ηφαιστείων, αποψιλώσεις δασών και πυρκαγιές,
αιωρούμενα σωματίδια κλπ)
-Κλιματική ταξινόμηση της Ελλάδας (climatic classification of Greece): Ο ελληνικός χώρος επηρεάζεται από το
μεσογειακό, τον ηπειρωτικό-κεντροευρωπαϊκό και το μεταβατικό κλιματικό τύπο, αλλά και ενδιάμεσες διαβαθμίσεις (29
περιοχές κατά την κλιματική ταξινόμηση Thornthwaite). Οι κλιματικές ιδιαιτερότητες στην Ελλάδα επηρεάζονται από την
πολυσχιδή γεωμορφολογία και τους επικρατούντες ανέμους. Στη ζώνη του μεσογειακού κλίματος καθοριστική είναι η
σημασία έχει η περιοδικότητα της βροχόπτωσης και όχι το συνολικό της ύψος. Οι θερμοκρασίες του αέρα ποικίλουν ανάλογα
με το υψόμετρο, τη γεωμορφολογία και την απόσταση από τη θάλασσα.
-Κομοστέγη βλάστηση (vegetation canopy): είναι ο ανώτερος όροφος της βλάστησης σε ένα δάσος.
-Κομπόστ (compost): Το υλικό που προκύπτει από την αερόβια ζύμωση φυτικών και ζωικών υπολειμμάτων. Αποτελεί ένα
πολύτιμο οργανικό λίπασμα για το έδαφος και συνήθως αποκαλείται φυσικό λίπασμα.
-Κόνδυλος (underground rhizome or tumber): Τμήμα ρίζας φυτού με ειδική μορφή που χρησιμεύει ως αποθήκη
θρεπτικών στοιχείων. Οι κόνδυλοι της πατάτας, της γλυκοπατάτας και άλλων φυτών χρησιμοποιούνται ως τροφή του
ανθρώπου.
-Κριτήρια αβιοτικά (abiotic criteria): Σ’ aυτά συγκαταλέγονται μορφολογικά και εδαφο-γεωλογικά χαρακτηριστικά,
χωροχρονικές μεταβολές, τάσεις και προοπτικές, μετεωρολογικά δεδομένα κ.ά.
-Κριτήρια αξιολόγησης φυσικού & ανθρωπογενούς περιβάλλοντος (evaluation’s criteria for natural and man-made
environment): βασίζονται σε πλήθος από αντικειμενικούς και υποκειμενικούς δείκτες (ποσοτικά μεγέθη, ποιοτικές
εκτιμήσεις, οπτικές εντυπώσεις, οικολογικές γνώσεις, πολιτισμικές διαστάσεις, αισθητικές αξίες, σενάρια και προοπτικές
κ.ά.) οι οποίοι εξαρτώνται από τα διαθέσιμα μέσα και τεχνικές, την εμπειρία, το μορφωτικό επίπεδο και την παιδεία και
Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

25

αγωγή του ασχολούμενου με το αντικείμενο κ.ά. Συνήθως, τα κριτήρια αυτά διακρίνονται σε αβιοτικά, οικολογικά, κοινωνικά
& οικονομικά και σε πρακτικά.
-Κριτήρια κοινωνικά & οικονομικά (socio-economics criteria): Αυτά τα κριτήρια αναφέρονται στη δομή και σύσταση της
τοπικής κοινωνίας και στην εξέλιξή τους, στις χρήσεις, λειτουργίες και αξίες των πόρων του περιβάλλοντος και τη
διασύνδεσή τους με την τοπική κοινωνία, στην κοινωνική ευαισθησία, αποδοχή και συναίνεση, στις ανθρωπογενείς απειλές
και τις προοπτικές τους, στην οικονομική δραστηριότητα και στις επεκτάσεις της κ.ά.
-Κριτήρια οικολογικά (ecological criteria): Περιλαμβάνουν μεταξύ των άλλων τα ευπαθή και σημαντικά οικοσυστήματα
της περιοχής, το βαθμό φυσικότητας των οικοσυστημάτων, την ποικιλότητα οικοτόπων, ενδιαιτημάτων, αλλά και πανίδας και
χλωρίδας, τη σπανιότητα του τοπίου και των οικοσυστημάτων, τις υπάρχουσες ζώνες απορρόφησης των κραδασμώνυποβάθμισης του περιβάλλοντος κ.ά.
-Κριτήρια πρακτικά (practical criteria): Αυτά αφορούν μεταξύ των άλλων πρακτικές αειφορίας και ορθολογικής
οικολογικής διαχείρισης, δυνατότητα και εφικτότητα πρόληψης, αλλά και αποκατάστασης βλαβών και αναβάθμισης,
δυνατότητες και σημαντικότητα για επιστημονικές, εκπαιδευτικές, πολιτιστικές, ιστορικές, φυσιολατρικές και άλλες
αναζητήσεις, αναψυχή και αθλητικές δραστηριότητες, αγροτουρισμός κ.ά.
-Κροκαλοπαγές (conglomerate):είναι ιζηματογενές κλαστικό πέτρωμα που αποτελείται από στρογγυλευμένα στην όψη
στοιχεία (κροκάλες), μεγέθους πάνω από 2mm, και που είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους με κάποιο συνδετικό υλικό. Όταν τα
στοιχεία έχουν γωνιώδη και πεπλατυσμένη όψη ομιλούμε για λατυποπαγή.
-Κρυόσφαιρα (cryosphere): Είναι το τμήμα της Γης που καλύπτεται από πάγο. Περιλαμβάνονται οι παγετώνες στην
Ανταρκτική και στα ψηλά βουνά, αλλά και οι πάγοι των παγωμένων θαλασσών.
-Κρυπτόφυτα ή Γεώφυτα (cryptophytes): είναι μορφή φυτών (βιομορφή) που διαθέτουν βολβούς ή κρεμμύδια μέσα στο
έδαφος από τα οποία βλαστάνουν τα φυτά, ορισμένη περίοδο.
-Κύκλος του άνθρακα και του οξυγόνου (cycle of carbon & oxygen): αποτελούν βασικό βιογεωχημικό κύκλο με
δεξαμενή τροφοδοσία τους την ατμόσφαιρα από την οποία τα φυτά δεσμεύουν το διοξείδιο του άνθρακα για τη φωτοσύνθεση
και σχηματίζουν οργανικές ενώσεις. Ταυτόχρονα τα φυτά απελευθερώνουν οξυγόνο.

Τις οργανικές ενώσεις τις

χρησιμοποιούν οι ετερότροφοι οργανισμοί, τις καταβολίζουν-διασπούν, καταναλώνοντας οξυγόνο, για να δώσουν πάλι
διοξείδιο του άνθρακα στην ατμόσφαιρα. Το οξυγόνο όμως καταναλώνεται και για τις καύσεις στις δραστηριότητες του
ανθρώπου, και για τη διάσπαση της νεκρής οργανικής ύλης, εκλύοντας διοξείδιο του άνθρακα.
-Κύκλος του ασβεστίου και άλλων στοιχείων (cycle of calcium & other elements): Το ασβέστιο που είναι άφθονο στο
έδαφος και στα νερά έχει ιδιαίτερη σημασία για εκείνους τους οργανισμούς που το χρειάζονται για τα σκελετικά και εξωσκελετικά τους δομικά χαρακτηριστικά (π.χ. καβούρια, ψάρια, σαλιγκάρια). Τα τελευταία χρόνια με τις αλόγιστες
δραστηριότητες του ανθρώπου δίδεται ιδιαίτερη σημασία σε κύκλους στοιχείων όπως είναι για παράδειγμα ο υδράργυρος, ο
μόλυβδος, το ιώδιο, το στρόντιο που συσσωρεύονται μέσω των τροφικών αλυσίδων στους ιστούς διαφόρων οργανισμών και
οργάνων.
-Κύκλος του αζώτου (cycle of nitrogen): είναι πολύπλοκος κύκλος στον οποίο συμμετέχουν μεγάλη ποικιλία οργανισμών
με διαφόρους τρόπους. Δεξαμενή του είναι η ατμόσφαιρα, ενώ τεράστιες ποσότητες διαφόρων αλάτων του υπάρχουν και στο
Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

26

έδαφος. Συνήθως, τα νιτρικά άλατα του αζώτου προσλαμβάνονται από τους φυτικούς οργανισμούς και μέσω των τροφικών
πλεγμάτων-τροφκές αλυσίδες, οδηγούνται στους καταναλωτές που με τη σειρά τους τροφοδοτούν με ενώσεις του αζώτου
τους αποικοδομητές, ενώ αξίζει να σημειώσουμε την παρουσία μικροοργανισμών-αζωτοβακτήρια, που έχουν την ικανότητα
να δεσμεύουν το άζωτο της ατμόσφαιρας και να το μετατρέπουν σε νιτρικά άλατα. Η νιτροποίηση και η απονιτροποίηση
αποτελούν εκφάνσεις οξειδωτικών και αναγωγικών διεργασιών στον κύκλο του αζώτου.
-Κύκλος του θείου (cycle of sulphur): Ο κύκλος του θείου θεωρείται σημαντικός επειδή έχει σχέση με τις διαδικασίες
αποικοδόμησης, ειδικά σε αναερόβιες συνθήκες. Ως δεξαμενή του είναι το έδαφος και πολύ λιγότερο η ατμόσφαιρα, ενώ
σημαντικό ρόλο παίζουν ορισμένοι μικροοργανισμοί (π.χ. θειοβακτήρια κ.ά.).
-Κύκλος του φωσφόρου (cycle of phosphorus): Ο φώσφορος είναι ζωτικό για το κύτταρο στοιχείο. Η δεξαμενή του
βρίσκεται στο έδαφος και ειδικά σε πετρώματα που δημιουργήθηκαν σε παλαιότερες γεωλογικές περιόδους. Σημαντικό ρόλο
στην ανακύκλωση του φωσφόρου παίζουν τα ψάρια που ως τροφή των θαλασσοπουλιών μεταφέρεται το στοιχείο αυτό στη
χέρσο με τα περιττώματά τους (Guano).
-Κυτταρίνη (cellulose): Η κυτταρίνη αποτελεί ένα από τα τρία κύρια δομικά συστατικά του ξύλου. Τα ελικοειδή ινίδιά της
βρίσκονται βυθισμένα στην άμορφη μάζα δύο άλλων πολυμερών. Το ένα αποτελείται από ημικυτταρίνες, ενώ το άλλο είναι η
λιγνίνη, μια αρωματική οξυγονούχα ένωση. Όταν το ξύλο μετατρέπεται σε χαρτί, απομακρύνονται ημικυτταρίνες και λιγνίνη,
ενώ η κυτταρίνη που απομένει διαμορφώνεται σε χαρτί, με την προσθήκη κατάλληλων ουσιών.

Λατερίτης

-

(laterite): Προϊόν αποσάθρωσης και εξαλλοίωσης ποικίλων πετρωμάτων κάτω από θερμές και υγρές

περιβαλλοντικές συνθήκες. Προσομοιάζεται με την ερυθρά γη (terra rossa). Λατεριτικά εδάφη έχουν συνήθως ερυθρό
χρώμα, λόγω του υψηλού περιεχομένου του σε σίδηρο, είναι πλαστικά όταν βραχούν, πορώδη, εύκολα αποπλένονται και
επομένως δεν είναι πολύ γόνιμα.
-Λατυποπαγές (breccia): ονομάζεται ιζηματογενές πέτρωμα με στοιχεία γωνιώδη και πεπλατυσμένα (λατύπη) μεγέθους
πάνω από 2mm, που είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους με κάποιο συνδετικό υλικό. Το κροκαλοπαγές περιέχει στοιχεία
( κροκάλες) που έχουν στρογγυλευμένη όψη.
-Λεκάνη απορροής ή Υδρολογική λεκάνη ( catchment basin, hydrological basin): είναι η περιοχή–λεκάνη, η οποία
αποστραγγίζεται από ένα υδρογραφικό δίκτυο, ένα ποτάμιο σύστημα (ρυάκια, παραπόταμοι, ρέματα, χείμαρροι, ποτάμι).
-Λιθόσφαιρα (lithosphere): είναι ο φλοιός της Γης και μέρος του σχεδόν στερεού ανώτερου μανδύα.
-Λιθοσφαιρικές πλάκες (lithospheric plates):Το ανώτερο τμήμα της γήινης σφαίρας, ο στερεός φλοιός και ο ανώτερος
μανδύας που είναι η λιθόσφαιρα, δεν είναι ενιαίο, αλλά είναι ‘’σπασμένο’’ σε επτά μεγάλα και αρκετά μικρότερα κομμάτια, που
είναι οι λιθοσφαιρικές πλάκες.
-Λιμνοδεξαμενή (barrage tank): είναι σχετικά μικρή τεχνητή κατασκευή (τεχνητή λίμνη) στην οποία συγκεντρώνονται τα
νερά για να καλύψουν τις αρδευτικές και υδρευτικές ανάγκες κυρίως σε άνυδρες περιοχές (νησιά).
-Λιμνοθάλασσα (lagoon):Υδάτινο σώμα αλμυρού έως υφάλμυρου νερού, το οποίο χωρίζεται από τη γειτονική θαλάσσια
περιοχή με αμμολουρίδες ή αμμονησίδες ή και χαλικολασπώδεις ακτές. Οι λιμνοθάλασσες είναι πλούσια υγροτοπικά
Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

27

οικοσυστήματα όπου προσελκύονται πουλιά και ψάρια καθότι βρίσκουν άφθονη τροφή. Τα ψάρια ποτέ δεν αναπαράγονται
μέσα στην λιμνοθάλασσα.
-Λύματα (sewage or waste waters): είναι τα ακάθαρτα νερά τα οποία προέρχονται από τις καθημερινές χρήσεις στα
σπίτια μας. Αυτά τα νερά είναι πλούσια σε ακαθαρσίες, υπολείμματα τροφών και μικροοργανισμούς. Δηλαδή, τα υγρά
απόβλητα που παράγονται από τις δραστηριότητες του ανθρώπου αποτελούν τα λύματα.

Μάγμα (magma): είναι το διάπυρο ρευστό υλικό του μανδύα που παραμένει εγκλωβισμένο στο εσωτερικό του φλοιού της

-

Γης.
-Μακί, Αείφυλλα σκληρόφυλλα (maquis, evergreen sclerophyllus scrubs, matorrals, chaparrals): Κοινωνίες φυτών
που αποτελούνται από αείφυλλα σκληρόφυλλα με τη μορφή μικρών δέντρων και θάμνων μέχρι ύψος 2 μέτρων, έχουν βαθιές
ρίζες και μικρά δερματώδη φύλλα για εξοικονόμηση νερού κατά τη δυσμενή περίοδο της ξηρασίας. Η μακία βλάστηση
συναντιέται σε μεσογειακά κλίματα. Είναι τα πλέον εκτεταμένα φυσικά οικοσυστήματα στην Ελλάδα (π.χ. πουρνάρι, σχίνος,
μυρτιά, ρίκια, κουμαριά, αγριελιά, χαρουπιά). Επεκτείνονται από τον παράκτιο χερσαίο χώρο μέχρι περίπου τα 700 μέτρα
υψόμετρο. Μαζί με τα πιο πάνω φυτά συνυπάρχουν άλλα αείφυλλα ή φυλλοβόλα όπως είναι η δάφνη, η λαδανιά, ο άρκευθος,
τον αγριοκυπάρισσο, η αγριοκουμαριά, η κουτσουπιά, το σπάρτο, η κοκκορεβυθιά, ο ασπάλαθος, ο αρκουδόβατος, το
σπαράγγι κ.ά. Σε υγρές περιοχές ( όχθες χειμάρρων κα ποταμών) συναντώνται η πικροδάφνη και η λυγαριά. Η Μακία
βλάστηση απαντάται πέρα από τις Μεσογειακές χώρες, στη νότια Καλιφόρνια, στη Χιλή, στη νοτιοδυτική Αυστραλία και στο
νότιο άκρο της Αφρικής, με διαφορετικά φυτά.
-Μάργα (marl): ονομάζεται ιζηματογενές πέτρωμα αργιλικής κοκκομετρίας που αποτελείται από σχεδόν ία μέρη
ασβεστιτικού και αργιλικού υλικού.
-Μάρμαρο (marble): Mεταμορφωμένο πέτρωμα που αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από ασβεστίτη και που προέρχεται
από την καθολική μεταμόρφωση ασβεστολιθικών πετρωμάτων. Με τεχνικούς όρους μάρμαρο χαρακτηρίζεται κάθε πέτρωμα
που μπορεί να στιλβωθεί και να παρουσιάσει λεία επιφάνεια-όψη.
-Μέση στάθμη της θάλασσας(mean sea level): Είναι τυποποιημένο σημείο αναφοράς –μηδέν μέτρα στη θάλασσα- που
χρησιμοποιείται για τα υψόμετρα της ξηράς και για τα βάθη των θαλασσών.
-Μεσογειακό τυπικό περιβάλλον (typical Mediterranean environment): χαρακτηρίζεται εκείνο το περιβάλλον όπου α) το
μεγαλύτερο τμήμα των ετήσιων βροχοπτώσεων (65%) περιορίζεται στους τρεις χειμερινούς μήνες, β) εκτεταμένη είναι η
περίοδος ξηρασίας, γ) το ύψος των ετήσιων βροχοπτώσεων κυμαίνεται ανάμεσα στα 255 χιλιοστά-ξηρές περιοχές- και στα
900 χιλιοστά –υγρές περιοχές, δ) η χειμερινή περίοδος χαρακτηρίζεται από περιόδους με μέση μηνιαία θερμοκρασία > 150
C , ενώ θερμοκρασίες κάτω από τους 00 C (παγετοί) δεν υπερβαίνουν τις δώδεκα ημέρες (λιγότερο από το 3% των ωρών
του έτους).

Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

28

-Μεταβολισμός (metabolism): είναι το σύνολο των φυσικοχημικών διεργασιών που συμβαίνουν μέσα σε ένα οργανισμό και
με τις οποίες πραγματοποιείται η δόμηση και η αποδόμηση-διάσπαση της κυτταρικής ύλης. Οι χημικές αντιδράσεις που
συνθέτουν το μεταβολισμό πραγματοποιούνται με τη βοήθεια των ενζύμων –σύνθετες πρωτεΐνες, που επιταχύνουν ή
κατευθύνουν τις αντιδράσεις, χωρίς να υφίστανται τα ίδια μόνιμη χημική μεταβολή. Η μέγιστη δραστικότητα ενός ενζύμου
εκδηλώνεται σε κάποια στενή ζώνη pH και θερμοκρασίας. Έξω από αυτά τα όρια η δραστικότητά τους μειώνεται κατά πολύ,
ενώ πάνω από κάποιο όριο θερμοκρασίας το ένζυμο καταστρέφεται.
-Μεταλλαγμένοι ή Γενετικά τροποποιημένοι οργανισμοί (mutated or genetically modified organisms): είναι οι
οργανισμοί εκείνοι οι οποίοι δημιουργήθηκαν τεχνητά με την αφαίρεση ή με την προσθήκη γονιδίων που προέρχονται από
οργανισμούς που μπορεί να ανήκουν ακόμα και σε εντελώς διαφορετικά είδη. Υπάρχει πλέον τη δυνατότητα της επιστήμης
όπου γονίδια από ζώα να μεταφερθούν σε φυτά και αντίστροφα. γονίδια από μικρόβια να τα προσθέσουν στο καλαμπόκι,
γονίδια από τον άνθρωπο να τα προσθέσουν σε μικρόβια κ.ο.κ. Ο νέος οργανισμός που θα προέλθει μ΄αυτόν τον τρόπο είναι
ένας τροποποιημένος οργανισμός, ο οποίος δεν θα προέκυπτε ποτέ από φυσικές διαδικασίες. Οι κίνδυνοι από την
απελευθέρωση των μεταλλαγμένων φυτών στο περιβάλλον είναι πολλοί και μεγάλοι, όπως και η κατανάλωση μεταλλαγμένων
τροφών.
-Μετανάστευση (migration): είναι η εποχική μετακίνηση που κάνουν ορισμένα είδη ζώων προκειμένου να βρεθούν σε
περιοχές με ευνοϊκότερες συνθήκες.
-Μηχανική

σύσταση

ή

υφή

του

εδάφους

(mechanical

composition

or

soil’s

texture-structure):

είναι τα

χαρακτηριστικά του εδάφους που σχετίζονται με το μέγεθος των σωματιδίων (κόκκων) που το αποτελούν. Έτσι μιλάμε για
"ελαφρά" ή χοντρόκοκκα εδάφη, που οργώνονται εύκολα, αλλά δεν συγκρατούν νερό και θρεπτικά συστατικά, για "βαριά" ή
λεπτόκοκκα που οργώνονται δύσκολα, αλλά συγκρατούν πολύ νερό, στραγγίζουν δύσκολα και περιέχουν πολλά θρεπτικά
συστατικά και για "μεσαία" εδάφη με ενδιάμεσες ιδιότητες. Τα εδάφη συνήθως ταξινομούνται σε δώδεκα κατηγορίες (π.χ.
αμμο-πηλώδες, αμμο-αργιλο-πηλώδες κ.ά), αλλά σε γενικές γραμμές μπορούμε να αναφερόμαστε σε "αμμώδη" ή "ελαφρά"
εδάφη, πηλώδη ή μεσαία και αργιλώδη ή βαριά.
-Μικροκλίμα (Microclimate): Το χαρακτηριστικό κλίμα μιας περιοχής περιορισμένης κλίμακας, όπως για παράδειγμα μιας
πλαγιάς, μιας κοιλάδας, ενός φαραγγιού, ενός πάρκου, μιας γειτονιάς, μιας οδού, κτλ. Η θερμοκρασία, η βροχόπτωση, ο
άνεμος και η υγρασία, που αποτελούν κλιματικές παραμέτρους του μικροκλίματος, μπορεί να παρουσιάζουν σημαντικές
διαφοροποιήσεις σε σχέση με τις αναμενόμενες ή επικρατούσες συνθήκες στην ευρύτερη (Μακρόκλιμα).
-Μνημεία της Φύσης (Nature’s monuments): κηρύσσονται περιοχές που παρουσιάζουν ιδιαίτερη παλαιοντολογική,
γεωμορφολογική και ιστορική σημασία, καθώς και δέντρα ή συστάδες δέντρων, υγροβιότοποι ή και σπάνια είδη φυτών με
ιδιαίτερη βοτανική, φυτογεωγραφική, αισθητική και ιστορική σημασία.
-Μόλυνση (infection): Μόλυνση είναι κάθε μεταβολή του φυσικού περιβάλλοντος (ρύπανση) η οποία προέρχεται όμως από
παθογενή αίτια (εισβολή παθογόνων μικροοργανισμών) και που χαρακτηρίζεται από την παρουσία παθογόνων
μικροοργανισμών στο περιβάλλον.
Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

29

-Μονοκαλλιέργεια (monoculture): είναι η καλλιέργεια σε μια εκτεταμένη περιοχή, ενός μόνο αγροτικού ή δασικού είδους.
-Μοντέλο (model): Ως επιστημονικός όρος, το μοντέλο (λατινικό modus= τρόπος, μέτρο), έχει πολλές σημασίες που όμως
έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό, κάτι που αντιπροσωπεύει κάτι άλλο, το πρωτότυπο. Μερικές απ’ αυτές είναι γραφική
αναπαράσταση (π.χ. χάρτης ή σχέδιο)· τρισδιάστατη αναπαράσταση (π.χ. μακέτα κτηρίου)· πρότυπο ή πιλοτικό σύστημα (π.χ.
ένα κτήριο που θα χρησιμοποιηθεί ως πρότυπο και για άλλα πανομοιότυπα κτήρια)· φυσικό ομοίωμα (π.χ. ομοίωμα υπό
κλίμακα ενός υδραυλικού έργου) κ.ά.
-Mοντέλο μαθηματικό (mathematical model): Μαθηματικό σύστημα που αντιπροσωπεύει μια πραγματική οντότητα ή
κατάσταση (π.χ. Ευκλείδειος χώρος, μαθηματικό σύνολο, σύνολο εξισώσεων που περιγράφουν ένα φαινόμενο).
-Μοντέλο οικολογικό (ecological model): είναι χρήσιμο εργαλείο που διευκολύνει στην κατανόηση και στην περαιτέρω
επεξεργασία και επεξήγηση του πολυσύνθετου χώρου της φύσης και των οικοσυστημάτων της. Έτσι, μπορούν να
προβλεφτούν οι μεταβολές των οικοσυστημάτων κάτω από διαφορετικές επενεργούσες δυνάμεις.
-Μοντέλο προσομοίωσης (simulation model): Στην τεχνολογία, η πιο συνηθισμένη περίπτωση μαθηματικού μοντέλου είναι
το που αποτελεί ένα σύνολο υποθέσεων για τη λειτουργία του συστήματος, εκφρασμένων υπό μορφή μαθηματικών ή λογικών
σχέσεων μεταξύ των αντικειμένων του συστήματος. Σημειώνεται ότι η προσομοίωση (simulation) που ορίζεται ως η τεχνική
μίμησης ενός πραγματικού συστήματος, όπως αυτό εξελίσσεται στο χρόνο, εκτελείται πάντα στο μοντέλο – όχι στο
πρωτότυπο.
-Μουσώνες (Monsoons): Είναι μεγάλης κλίμακας, ισχυρά και σταθερά ρεύματα αέρος στις τροπικές και υποτροπικές
περιοχές. Ο μουσώνας αλλάζει διεύθυνση δύο φορές το χρόνο. Αυτό προκαλείται από τις ετήσιες μεταβολές σε ύψος του
ήλιου. Όταν ο ήλιος είναι ψηλά, τα ποσά θερμότητας που αφομοιώνονται από τις μάζες ου εδάφους και του νερού είναι πολύ
διαφορετικά. Έτσι, με τις σαφείς διαφορές της πίεσης του αέρα, δημιουργούνται ισχυροί άνεμοι. Όταν φυσάει ο μουσώνας
από τη θάλασσα, φέρνει υγρές μάζες αέρα και δημιουργούνται ισχυρές βροχοπτώσεις και μερικές φορές μεγάλες πλημμύρες.

Natura-2000:Το Οικολογικό Δίκτυο Natura-2000 δημιουργήθηκε με σκοπό τη διατήρηση και προστασία οικοτόπων,

-

αυτοφυών ειδών χλωρίδας και άγριων ειδών πανίδας. Στο δίκτυο αυτό ανήκουν και περιοχές που δεν προορίζονται
αποκλειστικά και μόνο για φυσικά πάρκα, αλλά δύναται να συνυπάρξει η οικονομική πρόοδος και δραστηριότητες που είναι
επωφελείς για το κοινωνικό σύνολο, στο μέτρο όμως που δεν θίγουν τους στόχους της διατήρησης του φυσικού
περιβάλλοντος. Το Δίκτυο Natura-2000 αποτελείται από Προτεινόμενες

Περιοχές

Κοινοτικού

Ενδιαφέροντος

(pSCI=proposed Sites of Community Interest) και Ζώνες Ειδικής Προστασίας (SPA=Special Protection Areas). Με
βάση την ελληνική και διεθνή νομοθεσία στο δίκτυο περιλαμβάνονται: Περιοχές απόλυτης προστασίας της Φύσης, Εθνικά
πάρκα και Εθνικοί δρυμοί, Προστατευόμενοι φυσικοί σχηματισμοί, Προστατευόμενα τοπία και στοιχεία τοπίου, Περιοχές
οικο-ανάπτυξης, Περιοχές συμβάσεων Ramsar και Βαρκελώνης, Βιογενετικά αποθέματα, Αποθέματα βιόσφαιρας, Μνημεία
παγκόσμιας κληρονομιάς, Περιοχές απονομής ευρωπαϊκού διπλώματος.
Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

30

-Νερό (water): Από χημική άποψη το φυσικό νερό χαρακτηρίζεται ως αραιό διάλυμα ανόργανων αλάτων (κυρίως
ανθρακικό ασβέστιο και μαγνήσιο) και οργανικών ενώσεων. Τόσο το νερό της βρύσης , όσο και εκείνο μιας βουνήσιας πηγής
δεν είναι καθαρά με τη χημική έννοια, αφού περιέχουν πολλές διαλυμένες ουσίες.
-Νευστόν (neuston): είναι ομάδα υδρόβιων οργανισμών που κολυμπούν ή παραμένουν στην επιφάνεια του νερού (π.χ. οι
μέδουσες).
-Νηκτόν (necton): αφορά ομάδα υδρόβιων οργανισμών που κολυμπούν ενεργητικά μέσα στο νερό αναζητώντας την τροφή
τους (π.χ. ψάρια, καλαμάρια, σουπιές, χταπόδια).
-Νιτρική αμμωνία (ammonium nitrate): Χημικό λίπασμα (νιτρικό αμμώνιο) που περιέχει άζωτο σε ποσοστό 33%.
-Νιτροποίηση (nitrification): είναι η οξείδωση των αμμωνιακών θρεπτικών αλάτων σε νιτρώδη και στη συνέχεια σε
νιτρικά.

Ξενιστής (host organism): Οργανισμός που φιλοξενεί έναν άλλο οργανισμό πάνω ή μέσα στο σώμα του.

-

-Ξηρασία (drought): είναι μεγάλη περίοδος

χωρίς νερό σ’ ένα περιβάλλον. Δηλαδή, η παρατεταμένη περίοδος με

ανεπάρκεια σε νερό αποτελεί τη ξηρασία.

Όζον τροποσφαιρικό & στρατοσφαιρικό (tropospheric & stratospheric ozone) : Το όζον είναι

-

αέριο, μια μορφή "

εμπλουτισμένου οξυγόνου" . Στα χαμηλότερα στρώματα της ατμόσφαιρας, η τροπόσφαιρα (0-10 χιλιόμετρα από τη γη), όπου
παράγεται δευτερογενώς από τους αέριους ρύπους και την ηλιακή
δραστηριότητες, είναι

ακτινοβολία, προέρχεται από τις ανθρώπινες

ρυπασμένο, έχει μικρή συνεισφορά στο φαινόμενο του θερμοκηπίου και αποτελεί επικίνδυνο

φωτοχημικό ρυπαντή. Το στρατοσφαιρικό όζον βρίσκεται σε απόσταση 25-30 χιλιόμετρα μακριά από τη γη και λειτουργεί
ως ασπίδα στην επιβλαβή υπεριώδη ακτινοβολία του ήλιου. Ωστόσο, παίζει ευεργετικό ρόλο, λειτουργώντας ως
προστατευτικό φίλτρο του πλανήτη απέναντι στην υπεριώδη ηλιακή ακτινοβολία η οποία φτάνει στη γη ‘’φιλτραρισμένη’’..
Επειδή οι δύο πιο πάνω συγκεντρώσεις του όζοντος δεν επικοινωνούν μεταξύ τους, μπορούμε να πούμε ότι το όζον το
χρειαζόμαστε να βρίσκεται στην στρατόσφαιρα (όπου μειώνεται), αλλά δεν το θέλουμε στην τροπόσφαιρα (όπου περισσεύει).
Το στρατοσφαιρικό όζον, ήταν ο καλύτερος "φίλος" μας μέχρι πριν από είκοσι χρόνια. Τότε, προστάτευε πολύ
αποτελεσματικά

από τη βλαβερή υπεριώδη ακτινοβολία του ήλιου. Ο τρόπος όμως της ζωής μας και οι ποικίλες

ανθρώπινες δραστηριότητες, άλλοτε από αδιαφορία και άλλοτε από υπερεκτίμηση των ικανοτήτων μας, κατάφεραν να
διαταράξουν (τρύπα του όζοντος) το στρατοσφαιρικό όζον σε βαθμό που σήμερα έχει γίνει εχθρός μας.
-Οικο-κλινές (eco-cline): Συχνά μια σειρά βιοκοινοτήτων διαβαθμίζεται με συνεχή τρόπο που ονομάζεται οικο-κλινές.
Οικο-κλίνη μπορεί να υπάρχει τόσο στο χώρο, όσο και στο χρόνο (π.χ. διαβάθμιση αυξανόμενης ξηρασίας από εποχικό
Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

31

βροχόφιλο δάσος προς έρημο ή υψομετρική διαβάθμιση σε βουνοπλαγιά από λιβάδι προς δάσος ή διαβάθμιση υγρασίας από
ελώδες δάσος προς σαβάνα).
-Οικοθέση ή Οικολογικός θώκος (ecological niche): αναφέρεται τόσο στον λειτουργικό ρόλο ενός οργανισμού, όσο και
στη θέση του στο χώρο και στο χρόνο. Δηλαδή, περιλαμβάνει όχι μόνο το φυσικό χώρο που καταλαμβάνει ένας οργανισμός,
αλλά επίσης και το λειτουργικό του ρόλο στην κοινότητα, όπως είναι για παράδειγμα οι τροφικές του σχέσεις, οι τρόποι που
αντιδρά στους περιβαλλοντικούς παράγοντες κ.λ.π.
-Οικολογία (ecology): Η οικολογία αφορά τη μελέτη των σχέσεων των οργανισμών μεταξύ τους και με το περιβάλλον
ταυτόχρονα. Χρησιμοποιήθηκε από το E.Haeckel, το 1860, ενώ καθιερώθηκε το 1895. Η οικολογία στηρίζεται κυρίως στον
της βιολογίας και ασχολείται με ένα εξαιρετικά ευρύ επιστημονικό πεδίο που περιλαμβάνει τμήματα από πολλές άλλες
επιστήμες, όπως είναι η φυσική, η χημεία, τα μαθηματικά, η επιστήμη των υπολογιστών, η γεωγραφία, η κλιματολογία, η
γεωλογία, η ωκεανογραφία, τα οικονομικά, η κοινωνιολογία, η ψυχολογία, η ανθρωπολογία. Η οικολογία έχει οριστεί με
ποικίλους όρους, όπως για παράδειγμα ως η μελέτη της δομής και της λειτουργίας της Φύσης, ως κοινωνιολογία και
οικονομία της πανίδας και χλωρίδας, ως βιονομία, ως μελέτη της κατανομής και της αφθονίας των οργανισμών, ως ποσοτική
και ποιοτική φυσική ιστορία. Σήμερα έχει επικρατήσεις ότι η οικολογία αφορά τη μελέτη των σχέσεων μεταξύ των
οργανισμών και του συνόλου των φυσικών και βιολογικών παραγόντων που τους επηρεάζουν ή επηρεάζονται από αυτούς.
Δηλαδή οι οικολόγοι ξεκινούν με το ζωντανό οργανισμό και προσπαθούν να καταλάβουν πως αυτός επηρεάζει τον περίγυρό
του και πως ο περίγυρος επηρεάζει με τη σειρά του αυτόν τον οργανισμό στο συνολικό περιβάλλον και τα οικοσυστήματα.
-Οικολογικά & Βιολογικά συστήματα (ecological & biological systems): Τα οικολογικά συστήματα αποτελούνται από
οργανισμούς που ζουν σε μια συγκεκριμένη περιοχή και που βρίσκονται σε λειτουργική εξάρτηση με το περιβάλλον τους
(βιοτικά και αβιοτικά χαρακτηριστικά). Τα βιοτικά συστήματα (ανώτερα ζώα και φυτά, φύκη, πρωτόζωα, βακτήρια, μύκητες,
ιοί) ‘’αντιδρούν’’ με τα αβιοτικά ( θερμοκρασία, οξυγόνο, θρεπτικά άλατα, χημικές ουσίες, στοιχεία και συστατικά, υγρασία,
πίεση, ακτινοβολία, βροχόπτωση κ.ά) και έτσι δημιουργείται μια σειρά από βιολογικά συστήματα. Επομένως, όλα τα
βιολογικά συστήματα δεν αποτελούν οικολογικά συστήματα. Την οικολογία ενδιαφέρουν μόνο τα βιολογικά συστήματα των
οργανισμών, των πληθυσμών και της βιοκοινότητας.
-Οικολογική αποδοτικότητα (ecologicαl efficiency): είναι η αναλογία μεταξύ του ποσού της ενέργειας που δαπανάται και
εκείνης που χρησιμοποιείται για παραγωγή βιομάζας σε διάφορα σημεία της τροφικής αλυσίδας.
-Οικολογική διαδοχή (ecological succession): Χρησιμοποιείται κυρίως για να περιγράψει τις αλλαγές στη σύνθεση μιας
φυτοκοινωνίας, κάτω από την επίδραση εξωτερικών και εσωτερικών παραγόντων (διάρκεια ζωής οργανισμών, σταδιακή
ωρίμανση βιοκοινοτήτων, εξέλιξη ειδών, ανθρώπινες δραστηριότητες, αλλαγή γεωμορφολογικών συνθηκών και του
κλίματος). Η προοδευτική αλλαγή ενός οικοσυστήματος προς την κατεύθυνση της ωριμότητας (τα οικοσυστήματα τείνουν
προς τη μεγαλύτερη σταθερότητα και προς σχετικά σταθερή βιοκοινότητα που είναι χαρακτηριστική το κλίματος και του
εδάφους της περιοχής). Η σταδιακή εξέλιξη και αντικατάσταση βιοκοινωνιών σε ένα βιότοπο. Η Πρωτογενείς Οικολογική
Διαδοχή πραγματοποιείται σε νεοσύστατες περιοχές από γεωλογικά αίτια (δέλτα ποταμών, ηφαιστειογενή νησιά,
κατολισθήσεις, αμμοθίνες κ.ά), ενώ η Δευτερογενής Οικολογική Διαδοχή πραγματοποιείται σε περιοχές που προέρχονται

Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

32

από καταστροφή προϋπαρχόντων οικοσυστημάτων (πυρκαγιές και αναγέννηση της φυσικής βλάσησης), πλημμύρες, υλοτομία
κ.ά).
-Οικολογική διατάραξη (ecological disturbance): είναι κάθε ξαφνική αλλαγή των φυσικών συνήθως παραγόντων ενός
οικοσυστήματος η οποία μπορεί να οδηγήσει σε μια σημαντική οικολογική μεταβολή.
-Οικολογική ισορροπία (ecological balance): Η σχετικά σταθερή σχέση που διαμορφώνεται με την πάροδο του χρόνου
ανάμεσα στους παράγοντες και τα στοιχεία του περιβάλλοντος ενός οικοσυστήματος
-Οικολογική πυραμίδα (ecological pyramid): είναι η σχηματική απεικόνιση με τη μορφή πυραμίδας των τροφικών επιπέδων
και σχέσεων των οργανισμών σ’ ένα οικοσύστημα.
-Οικολογική σήμανση ή οικολογικό σήμα ή οικο-ετικέτα (eco-Label): Η οικολογική σήμανση τονώνει τη ζήτηση αγαθών
και υπηρεσιών που επιβαρύνουν λιγότερο το περιβάλλον, προσφέρει πληροφορίες σχετικά με τον κύκλο ζωής των
προϊόντων, ωφελεί τις επιχειρήσεις με την παραγωγή αποδοτικών-από οικονομική και περιβαλλοντική άποψη, προϊόντων και
υπηρεσιών, μείωση του κόστους κατασκευής κ.ά. Σύμφωνα με το Διεθνή Οργανισμό Πιστοποίησης(ISO) υπάρχουν τρεις
τύποι οικολογικής σήμανσης. Τύπος Ι: Οικολογικό Σήμα=βασίζεται σε κριτήρια που καθορίζονται από ένα ανεξάρτητο, ενώ
ένα άλλο ανεξάρτητο σώμα πιστοποιεί το προϊόν.

Τύπος ΙΙ: Περιβαλλοντικός Ισχυρισμός=μπορεί να αναφέρεται σε

πληροφορίες, όπως ‘’φιλικό στο περιβάλλον, δεν περιέχει φθορο-χλωράνθρακες που καταστρέφουν το όζον, είναι από
ανακυκλωμένο χαρτί κλπ’’ . Τύπος ΙΙΙ: Περιβαλλοντική Διακήρυξη Προϊόντος= δίνει συγκεκριμένες πληροφορίες για τον
κύκλο ζωής ενός προϊόντος, με την εξέταση σημαντικών περιβαλλοντικών δεικτών, όπως είναι για παράδειγμα η
κατανάλωση φυσικών όρων και ενέργειας, η συμμετοχή στο φαινόμενο του θερμοκηπίου, η παραγωγή αποβλήτων κ.ά.
-Οικολογικό αποτύπωμα (ecological footprint): Το οικολογικό αποτύπωμα είναι με απλά λόγια η ποσότητα του διοξειδίου
του άνθρακα (CO2) που εκλύεται στην ατμόσφαιρα, εξαιτίας των καθημερινών σας συνηθειών και δραστηριοτήτων που
σχετίζονται με την κατανάλωση ενέργειας. Η έννοια οικολογικό αποτύπωμα αναφέρεται στην έκταση παραγωγικής γης,

πόσιμου νερού και θάλασσας (βαθμός στον οποίο τα ανθρώπινα είδη καταναλώνουν τους πόρους της Γης σε εκτάρια
παραγωγικής γης) που είναι απαραίτητα για την κάλυψη των καθημερινών αναγκών σε ενέργεια και νερό, καθώς και η
απορρόφηση και απενεργοποίηση των αποβλήτων που δημιουργούνται από ένα ανθρώπινο πληθυσμό (συνυπολογίζονται οι
εκπομπές ρύπων και η έκταση που χρειάζεται για την απόθεση των απορριμμάτων μας). Σε παγκόσμιο επίπεδο, το μέσο
οικολογικό αποτύπωμα είναι σήμερα κατ’ εκτίμηση 2,3 εκτάρια κατά κεφαλήν, παρότι δεν θα έπρεπε να υπερβαίνει τα 1,8
εκτάρια, προκειμένου να παραμείνει εντός των ορίων της η βιολογική ικανότητα της Γης. Σε παγκόσμιο επίπεδο, τα
ανθρώπινα όντα χρησιμοποιούν 25% περισσότερο από την ετήσια παραγωγή της Γης. Δηλαδή, η Γη χρειάζεται ένα χρόνο
και τρεις μήνες για να παραγάγει ό,τι εμείς χρησιμοποιήσαμε σε ένα και μόνο έτος ( έκθεση WWF, 2006).
-Οικολογικός θώκος ή Οικοθέση (niche): είναι ο τρόπος που ένας οργανισμός τοποθετείται μέσα στη βιοκοινότητα. Η
θέση ενός οργανισμού μέσα στο τροφικό πλέγμα, οι συνήθειες, προτιμήσεις, συμπεριφορές, αναπαραγωγικές διεργασίες και η
σχέση του με τους αβιοτικούς παράγοντες. Ο οικολογικός θώκος αφορά το λειτουργικό ρόλο & τη θέση ενός οργανισμού στο
οικοσύστημα, στο χώρο και στο χρόνο.

Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

33

-Οικολογικές σχέσεις (ecological relationships): Η ύπαρξη αλληλεξαρτήσεων, αλληλεπιδράσεων και σχέσεων που
αναπτύσσονται μεταξύ των πληθυσμών μιας περιοχής, ενός οικότοπου, μιας βιοκοινότητας, διατηρούν την οικολογική
ισορροπία σε ένα οικοσύστημα. Όταν διαφορετικοί πληθυσμοί αλληλεπιδρούν, ο ένας ή αμφότεροι μπορεί να επωφελούνται
από την αλληλεπίδραση, ή ο ένας ή αμφότεροι μπορεί να επηρεάζονται αρνητικά ή πάλι ο ένας να παραμένει ανέπαφος και ο
άλλος να επηρεάζεται κλπ. Οι πλέον συνήθεις αλληλεπιδράσεις μεταξύ δύο πληθυσμών αναγνωρίζονται ως ουδέτερες και
για τους δύο πληθυσμούς (Ουδετερότητα -Neutralism), ουδέτερες για τον έναν και θετικές(Συμβίωση-Symbiosis και
Ομοσιτισμός-Commensalism), ή αρνητικές για τον άλλο πληθυσμό (Παραβίωση–Amensalism και Αντιβίωση), αρνητικές και
για τους δύο (Ανταγωνισμός-Competition), θετικές και για τους δύο (Συνεργισμός-Synergism, Συνεργασία και
Αμοιβαιότητα-Mutualism, Συμβίωση-Symbiosis), θετικές για τον έναν

και αρνητικές για τον άλλον (Θήρευση,

Αρπακτικότητα-Predation και Παρασιτισμός-Parasitism).
-Οικολογικός

Δείκτης

&

Ενδείκτης

(ecological

index

&

indicator):

Οι

οικολογικοί

δείκτες

αποτελούν

αντιπροσωπευτικές εκτιμήσεις περιβαλλοντικών παραμέτρων και μπορούν να περιγράψουν την κατάσταση του
περιβάλλοντος και τις επιπτώσεις της. Οι δείκτες αφορούν μαθηματικές εκφράσεις που δίνουν τη δυνατότητα να δίδουν
σημαντικές πληροφορίες για την επικράτηση ορισμένων οικολογικών συνθηκών (π.χ. αφθονία, ποικιλότητα, ισοδιανομή,
κυριαρχία). Συμπυκνώνουν την πληροφορία και διαμορφώνουν μια αντιπροσωπευτική τιμή ή ποιοτική εκτίμηση. Μπορεί να
είναι ανώτατες συγκεντρώσεις ρύπων και φόρτιση θρεπτικών, στατιστικά και αριθμητικά αποτελέσματα, βιοδείκτες
καθαρότητας, ρύπανσης ή και αδιατάρακτου περιβάλλοντος. Για παράδειγμα, η παρουσία ή απουσία ορισμένων φυτικών και
ζωικών οργανισμών, καθορίζει τους δείκτες της τροφικής κατάστασης των νερών, ενώ η εκτίμηση της ποιότητας του νερού
βασίζεται στους βιολογικούς δείκτες (σαπροβιοτικοί, βιοτικοί, οικολογικοί, δείκτες ποικιλότητας και άλλοι). Με τους
ενδείκτες γίνονται κυρίως έμμεσες εκτιμήσεις, αλλά μπορεί να λειτουργούν και προειδοποιητικά για επερχόμενες απειλές,
ενώ μπορούν να συμβάλλουν και στην εκτίμηση της καταλληλότητας των αναγκαίων μέτρων για την αποφυγή του κινδύνου.
Οι ενδείκτες, αφορούν ορισμένα φυτά ή και ζώα, η παρουσία των οποίων σε ένα δεδομένο περιβάλλον αποτελούν ένδειξη
επικράτησης ορισμένων οικολογικών συνθηκών (π.χ., το πρωτόζωο, η αμοιβάδα Amoeba proteus, είναι δείκτης
καθαρότητας των νερών, ενώ η παρουσία των κουνουπιών είναι ενδεικτικό της υγρασίας που υπάρχει σε μια συγκεκριμένη
περιοχή). Οι οικολογικοί δείκτες και ενδείκτες για να ικανοποιούν τα κριτήρια οφείλουν να είναι αντιπροσωπευτικοί του
προβλήματος, σημαντικοί, ακριβείς πειστικοί και διαφανείς, ενώ τα κριτήρια επιλογής τους είναι πολλά και διαφορετικά.
-Οικοσύστημα (ecosystem): είναι ένα οργανωμένο λειτουργικό σύστημα που περιλαμβάνει το σύνολο των έμβιων όντων
μιας περιοχής (ζώα, φυτά και μικροοργανισμοί) και που αλληλεπιδρά με το αβιοτικό περιβάλλον (έδαφος, νερό, κλίμα) για να
διαμορφώσει χαρακτηριστικούς κύκλους ύλης και ενέργειας. Το σύστημα αυτό είναι συνήθως κλειστό (αυτάρκες). Δηλαδή, το
οικοσύστημα περιλαμβάνει τους ζωντανούς οργανισμούς και οτιδήποτε τους περιβάλλει και τους επηρεάζει, αλλά και τις
αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στους οργανισμούς και μεταξύ των οργανισμών και του περιβάλλοντος. Σημειώνεται, ότι κάθε
φυσικό οικοσύστημα έχει την ικανότητα να αυτοσυντηρείται και να αυτό-ρυθμίζει τις λειτουργίες και διεργασίες του, η οποία
όμως ικανότητα δεν είναι απεριόριστη. Όλα τα οικοσυστήματα διέπονται από τη ροή της ενέργειας, την ανακύκλωση της
ύλης, αλλά και την πληροφορία (φυσική και χημική επικοινωνία και ρύθμιση της μεταφοράς τους) που εμπλουτίζεται όσο το
σύστημα ωριμάζει. Εξάλλου, σε κάθε φυσικό οικοσύστημα εξασφαλίζονται αντιστάσεις σε διαταραχές, για να διατηρηθεί

Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

34

σταθερή η κατάσταση, προσαρμοστικότητα, ώστε γρήγορα να επανέρχεται, από τη διαταραχή στη σταθερή κατάσταση και
ανατροφοδότηση του συστήματος, ώστε μέρος των απωλειών από το σύστημα να επανέρχεται.
-Οικοτόνος (ecotone): Οι βιοκοινότητες σπανίως αποτελούν διακριτές ενότητες, καθώς υπάρχει στην πραγματικότητα
σταδιακή μετάβαση από τη μία στη άλλη, τόσο στο χρόνο, όσο και στο χώρο. Έτσι, ο οικοτόνος είναι η μεθοριακή
βιοκοινότητα μεταξύ επαρκώς διακριτών βιοκοινοτήτων. Τυπικά οι οικοτόνοι είναι πλούσιοι σε είδη.
-Οικότοπος (habitat) & Τύπος οικότοπου (habitat type): είναι χώρος στον οποίο ένας οργανισμός ή πληθυσμός
εμφανίζεται με φυσικό τρόπο. Αλλά, είναι ακόμη φυσική ή ημιφυσική χερσαία ή υδάτινη περιοχή που διακρίνεται με βάση
γεωγραφικά, αβιοτικά & βιοτικά χαρακτηριστικά. Ο τύπος οικοτόπου είναι φυσικές ή και ημιφυσικές χερσαίες περιοχές ή
υγρότοποι που διακρίνονται χάριν στα βιολογικά και μη βιολογικά χαρακτηριστικά τους (π.χ. Μεσογειακά αλίπεδα,
Παράκτιες λιμνοθάλασσες, Δάση στοές με Salix alba, Ελληνικά δάση σημύδες, Ελληνικά δάση πρίνου κ.ά). Η έννοια του
οικότοπου περιλαμβάνει τα είδη των οργανισμών και τα φυσικά τους ενδιαιτήματα σε μια περιοχή. Για παράδειγμα οικότοποι
χαρακτηρίζονται τα μεσογειακά πευκοδάση, οι αμμοθίνες, οι εκβολές ποταμών, οι λιμνοθάλασσες, οι λίμνες, οι αβαθείς
κόλποι, οι απόκρημνες ακτές, τα δάση κυπαρισσιών, οι φρυγανικές διαπλάσεις, οι φυκιάδες στη θάλασσα, οι ύφαλοι κ.ά.
-Οικοτουρισμός (eco-tourism): είναι μια μορφή αγροτουρισμού (ήπια μορφή τουρισμού) που μεταξύ των άλλων
περιλαμβάνει διαδρομές μέσα στη φύση, παρατήρηση πουλιών, πανίδας, χλωρίδας, επισκέψεις σε γεωτόπους, υγροτόπους,
δάση, φρυγανότοπους κ.ά. Μπορεί επίσης να περιλαμβάνει αθλήματα και δραστηριότητες περιπέτειας, πολιτιστικές
περιηγήσεις κ.ά. Το είδος αυτού του τουρισμού προσαρμόζεται στις ανάγκες της κοινωνίας, στο φυσικό περιβάλλον και στην
οικονομία του κάθε τόπου, φέρνοντας έτσι τον άνθρωπο πιο κοντά στη φύση και στους παραδοσιακούς τρόπους ζωής.
-Ολιγοτροφικός (oligotrophic): είναι αυτός που αναφέρεται σε περιβάλλον με εξαιρετικά περιορισμένη προσφορά
θρεπτικών συστατικών και επομένως έχει-διαθέτει, περιορισμένη παραγωγικότητα.
-Ολοκληρωμένη Πολιτική Προϊόντος (Integrated Product’s Policy=IPP): αφορά ολόκληρο τον κύκλο ζωής ενός
προϊόντος-αγαθό ή υπηρεσία, και όχι μόνο στο στάδιο της παραγωγής του, δηλαδή από το σχεδιασμό του μέχρι την απόρριψη
ή το τέλος της ζωής του. Τα βασικότερα εργαλεία της IPP είναι η Ανάλυση του κύκλου ζωής, ο Οικολογικός σχεδιασμός, τα
Συστήματα περιβαλλοντικής διαχείρισης, η Οικολογική σήμανση και οι Πράσινες προμήθειες. Αντίθετα, η Ολοκληρωμένη
Πρόληψη και Έλεγχος Ρύπανσης (IPPC) εστιάζεται κυρίως στην παραγωγική διαδικασία ενός προϊόντος.
-Ολοκληρωμένη Πρόληψη και Έλεγχος Ρύπανσης (Integrated Pollution & Prevention Control=IPPC):είναι Οδηγία της
ΕΕ για την προώθηση της βιώσιμης παραγωγής και ειδικά για την προώθηση της ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής πολιτικής. Οι
στόχοι της Οδηγίας IPPC είναι η πρόληψη ή και η ελαχιστοποίηση των εκπομπών ρύπων στον αέρα, στο νερό και στο
έδαφος, αλλά και η ελαχιστοποίηση της διάθεσης αποβλήτων και άλλων παραπροϊόντων που επηρεάζουν το περιβάλλον,
έτσι ώστε να επανασχεδιαστούν οι δραστηριότητες και να τις συνδυάσουν με ένα υψηλό επίπεδο προστασίας του
περιβάλλοντος στο σύνολό του.
-Ολοκληρωμένη γεωργία (integrated agriculture): είναι η ηπιότερη μορφή της συμβατικής γεωργίας που λαμβάνει υπόψη
της και περιβαλλοντικά δεδομένα και ενσωματώνει ήπιες πρακτικές (π.χ. από ορθολογική χρήση αγροχημικών έως και τη
βιολογική καταπολέμηση ασθενειών). Η ολοκληρωμένη γεωργία δεν πρέπει να συγχέεται με τη βιολογική γεωργία, όπως
γίνεται κάποιες φορές σκόπιμα από διακινητές προϊόντων. Ένα προϊόν από καλλιέργεια στην οποία εφαρμόστηκε βιολογική
καταπολέμηση των εντόμων, δεν είναι και βιολογικό, εφόσον αυτό μπορεί να έχει δεχτεί χημική λίπανση, χημικά
μυκητοκτόνα κ.ά.
Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

35

-Ομοιόθερμος οργανισμός (omiotherm organism): είναι ζωικός οργανισμός που διατηρεί σταθερή τη θερμοκρασία του
σώματός του ανεξάρτητα από τη θερμοκρασία του περιβάλλοντος. Το αντίθετο είναι ο ποικιλόθερμος οργανισμός.
Παλαιότερα ονομάζονταν οι ομοιόθερμοι οργανισμοί ανεπιτυχώς θερμόαιμοι.
-Ομοιόσταση (homeostasis): Η ικανότητα ενός οικοσυστήματος ή οργανισμού να κρατά την κατάστασή του σταθερή για
ορισμένου εύρους διαταραχές του περιβάλλοντος. Τα οικοσυστήματα πέρα από τη διαρκή ροή ενέργειας και την κυκλική
χρήση των ανόργανων υλικών, ταυτόχρονα αυτοσυντηρούνται και ρυθμίζουν τις λειτουργίες τους, μέσω της ομοιόστασης,
της ιδιότητάς τους να αντιστέκονται σε αλλαγές της ισορροπίας τους.
-Οργανική λίπανση (organic fertilization): Το σύνολο των γεωργικών πρακτικών που αποσκοπούν στη βελτίωση της
γονιμότητας του εδάφους και στην επαρκή θρέψη των φυτών μόνο με τη χρήση φυσικών υλικών, αυτών δηλαδή που
προέρχονται από ζωικούς ή φυτικούς οργανισμούς (π.χ κοπριά).
-Οργανική ουσία (organic substance): Στη γεωργία η οργανική ουσία είναι το οργανικό μέρος των συστατικών του
εδάφους, που αποτελείται από ζωικά και φυτικά υπολείμματα σε διαδικασία αποικοδόμησης-αποσύνθεσης.
-Οργανισμός (organism): Ένα ζωντανό σύστημα–άτομο, αμοιβαία προσαρμοσμένων μερών τα οποία λειτουργούν από κοινού
για τη διατήρηση ενός ενιαίου συνόλου, του ατόμου.
-Οργανισμοί δείκτες (organisms indices): Η παρουσία ή και η απουσία ορισμένων οργανισμών μπορεί να μας δώσει
σημαντικές πληροφορίες για το περιβάλλον τους.

Για παράδειγμα, η παρουσία κουνουπιών σημαίνει αυξημένη υγρασία,

παρουσία υγρότοπου, αλλά και πολύ συχνά ποτιζόμενου γκαζόν.

Οι λεμονιές προτιμούν υπήνεμες περιοχές, οι αχινοί

αποφεύγουν και δεν βρίσκονται στα γλυκά νερά, το χλωροφύκος Euglena στη μη φωτοσυνθετική του μορφή είναι δείκτης
βαρύτατης οργανικής ρύπανσης, το πρωτόζωο Amoeba proteus (αμοιβάδα) είναι δείκτης καθαρότητας των νερών, ο
σολομός προτιμά κρύα και οξυγονωμένα νερά, τα έλατα τα βρίσκουμε πάνω από τα 900 μέτρα υψόμετρο, τα ελαιόδενδρα δεν
τα βρίσκουμε πάνω από τα 600 μέτρα υψόμετρο, τα πλατάνια προτιμούν περιοχές με τρεχούμενα νερά, οι πικροδάφνες μας
πληροφορούν ότι κάποιο μικρό ρυάκι τρέχει εκεί εποχικά, οι λειχήνες είναι πολύ ευαίσθητες στην ατμοσφαιρική ρύπανση, τα
μπαρμπούνια προτιμούν αμμώδεις βυθούς, τα μύδια και τα στρείδια μας δίδουν πληροφορίες για την αλατότητα και τις
θερμοκρασίες που επικρατούν στις περιοχές που βρίσκονται.
-Ορθές Αγροτικές και Περιβαλλοντικές Δραστηριότητες (proper agricultural & environmental activities) (ΟΑΠΔ):
Σύμφωνα με η νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι αγρότες οφείλουν να τηρούν τα πιο κάτω.
Διατήρηση φυσικών φρακτών, ξερολιθιών και φυσικών πρανών στα αγροκτήματα. Εξασφάλιση της φυτικής κάλυψης του
εδάφους μεταξύ των καλλιεργητικών περιόδων για αγροτεμάχια με κλίση πάνω από 10%, ώστε να αποτρέπεται η διάβρωση
και η υποβάθμιση των εδαφών. Υποχρέωση της ενσωμάτωσης της καλλιέργειας των ψυχανθών –τριφύλλι, βίκος, πίσα,
κουκιά, ρόβη, λαθούρι κ.ά- σε ποσοστό 20%, συμπληρωματικά με την κύρια εντατική καλλιέργεια, για το φυσικό εμπλουτισμό
των εδαφών με άζωτο και σε διαφορετικές κάθε χρόνο εκτάσεις. Μέτρα για τη σωστή διάθεση των υπολειμμάτων των
καλλιεργειών, αλλά και των υποπροϊόντων των μονάδων μεταποίησης των αγροτικών προϊόντων. Μέτρα για τον περιορισμό
της νιτρο-ρύπανσης στα υπόγεια και επιφανειακά νερά. Μέριμνα για τα βοσκοτόπια που δεν πρέπει ούτε να εγκαταλείπονται,
αλλά ούτε και να υπερ-βόσκονται. Ανάπτυξη του ρόλου της πολύ-λειτουργικής γεωργίας σε τοπικό επίπεδο. Δηλαδή, η
παράλληλη απασχόληση των αγροτών είτε μέσω του αγροτουρισμού, είτε μέσω της παραγωγής βιολογικών προϊόντων και
προϊόντων ονομασίας προέλευσης, είτε μέσω μιας δεύτερης απασχόλησης.
Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

36

-Ορυκτά καύσιμα (mining fuels): είναι καύσιμα υλικά που προέρχονται από το υπέδαφος και αποτελούνται συνήθως από
κάρβουνο, πετρέλαιο, κ.ά.
-Όχθη (bank): είναι η περιοχή επαφής του νερού με το έδαφος στις παρυφές μιας λίμνης ή ενός ποταμού.

Παλαιοκλιματολογία (paleoclimatology):Οι κλιματικές αλλαγές διαμέσου του γεωλογικού χρόνου εξετάζονται από την

-

παλαιοκλιματολογία. Έχουν ιδιαίτερο οικολογικό ενδιαφέρον καθότι οι οργανισμοί ήταν αναγκασμένοι να εξελιχθούν
παράλληλα με αυτές.
-Παλίρροια (tide): είναι το φαινόμενο εκείνο κατά το οποίο η επιφάνεια της θάλασσας ανυψώνεται (πλημμυρίδα) και
κατέρχεται (αμπώτιδα) περιοδικά, εξαιτίας των ελκτικών δυνάμεων που εξασκούνται στη γη, κυρίως από τον ήλιο και τη
σελήνη.
-Πανίδα (fauna): είναι η ποικιλία των ζωικών ειδών που ζουν σε μια περιοχή.
-Παραγωγή & Παραγωγικότητα (production & productivity): Η παραγωγή είναι η δημιουργία βιομάζας από τους
οργανισμούς, ενώ η παραγωγικότητα είναι η δυνατότητα να παράγεται βιομάζα ανά μονάδα χρόνου.
-Παραγωγοί (producers): είναι τα πράσινα φυτά τα οποία με τη φωτοσύνθεση δεσμεύουν ηλιακή ενέργεια και τη
μετατρέπουν σε χρήσιμη μορφή (χημική ενέργεια δηλ. σάκχαρα χρησιμοποιώντας το διοξείδιο του άνθρακα από τον αέρα και
το νερό από το έδαφος για τα φυτά της χέρσου) για τη διαβίωση και ανάπτυξή τους. Οι παραγωγοί παράγουν βιομάζα από
ανόργανα υλικά αξιοποιώντας την ηλιακή ενέργεια.
-Παραδοσιακή γεωργία (traditional agriculture): Η μικρής κλίμακας γεωργία, όπως τη συναντάμε στην προβιομηχανική
εποχή στον ανεπτυγμένο κόσμο και σήμερα στις μη αναπτυγμένες παραδοσιακές κοινωνίες.
-Παράκτιος (coastal): είναι ο χώρος ή η περιοχή θάλασσας και λίμνης, που έχει άμεση σχέση και γειτονία με τον πυθμένα
και την ξηρά. Η παράκτια περιοχή οριοθετείται μέχρι την περιοχή εκείνη του νερού όπου μπορούν να βρεθούν ριζωμένα
ανώτερα υδρόβια φυτά (π.χ. οι φυκιάδες με τις ποσειδόνιες και ζοστέρες), ενώ στην πλευρά της ξηράς μέχρις εκεί όπου
υπάρχει αλλαγή στα υλικά του εδάφους ή και στη μορφή της ξηράς.
-Παραλία (beach, seashore): είναι η ζώνη του παραθαλάσσιου (ή παραλίμνιου) χώρου που εκτείνεται από το νερό μέχρις
εκεί όπου υπάρχει αλλαγή στα υλικά του εδάφους ή και στη μορφή της ξηράς. Συνώνυμό της είναι ο αιγιαλός.
-Παράσιτο (parasite): Το είδος οργανισμού που τρέφεται σε βάρος κάποιου άλλου (το οποίο ονομάζεται ξενιστής)
προκαλώντας του παθολογικές διαταραχές.
-Παρασιτοκτόνα (parasiticide): Ουσίες που χρησιμοποιούνται για την εξόντωση επιζήμιων στην παραγωγή οργανισμών,
όπως έντομα, μύκητες και αγριόχορτα. Αντίστοιχα διακρίνονται σε εντομοκτόνα, μυκητοκτόνα και ζιζανιοκτόνα. Συνώνυμά
του είναι τα βιοκτόνα και τα φυτοφάρμακα.
-Πεδόσφαιρα (pedosphere):Είναι το τμήμα της ηπειρωτικής μάζες της γης που αναφέρεται ως έδαφος. Πρόκειται για τη
διεπαφή μεταξύ της ατμόσφαιρας και της λιθόσφαιρα. Πρόκειται για ένα στρώμα χαλαρού, μικρών κοκκωδών υλικών βράχου
που είναι εμπλουτισμένο σε οργανική ουσία και συνήθως περιέχει μερικές ποσότητες νερού και του αέρα.
Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

37

-Πελαγική (pelagic): είναι η υδάτινη περιοχή της ανοικτής θάλασσας ή λίμνης, όπου μπορούν να βρεθούν όλοι οι
οργανισμοί εκτός από το βένθος. Η πελαγική ζώνη είναι η πλέον παραγωγική και επομένως χρειάζεται ειδική μέριμνα για
την προστασία της.
-Περιβάλλον (environment): Το σύνολο των φυσικών (βιοτικών-αβιοτικών) και ανθρωπογενών παραγόντων, στοιχείων,
δομών και σχέσεων που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα ζωής, την
υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες. 'Όλα όσα περιτριγυρίζουν και
επηρεάζουν κάτι. Επίσης περιβάλλον ορίζεται

ως το άθροισμα όλων των φυσικών και βιολογικών παραγόντων που

επιδρούν σε συγκεκριμένη μονάδα οργανισμών. Τέτοιες οργανισμικές μονάδες θεωρούνται το άτομο, η οικογένεια, ο
πληθυσμός, το είδος, ή η βιοκοινότητα. Το περιβάλλον εμπεριέχει τα πάντα, από τον ήλιο, τη βροχή, τον αέρα και το χώμα,
μέχρι και τους οργανισμούς, τις φυσικές διεργασίες και τις ανόργανες ουσίες.
-Περιβαλλοντικές επιπτώσεις (environmental impacts): Πολλές ανθρωπογενείς δραστηριότητες επεμβαίνουν και
προκαλούν συνέπειες στο φυσικό περιβάλλον, στην ποιότητα ζωής, αλλά και στην πολιτιστική, κοινωνική και οικονομική
κατάσταση. Οι επιδράσεις και συνέπειες αυτές – συνήθως αρνητικές και μερικές φορές θετικές, δεν οφείλονται μόνο στη
ρύπανση, αλλά και σε άλλες διαταραχές των περιβαλλοντικών συστημάτων, αποτελούν τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις.
Διακρίνονται σε αναστρέψιμες

-μπορούν να αποκατασταθούν μέσω της φυσικής αποκατάστασης ή και της κατάλληλης

τεχνολογίας, και μη αναστρέψιμες σε χρονική κλίμακα της ζωής του ανθρώπου, όπως είναι η ερημοποίηση, η διάβρωση, η
εξαφάνιση ειδών, η μείωση της βιοποικιλότητας.
-Περιβαλλοντική διαχείριση & Συστήματα περιβαλλοντικής διαχείρισης (environmental management & environmental’s
management systems): Η Περιβαλλοντική Διαχείριση είναι ένα δυναμικό πλαίσιο δράσεων σε περιβαλλοντική, κοινωνική,
οικονομική τεχνολογική και τεχνολογική διάσταση. Επιδιώκει την ορθολογική αντιμετώπιση της αλληλεπίδρασης του
ανθρώπου με το περιβάλλον και ειδικότερα την ελαχιστοποίηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και προβλημάτων. Η ΠΔ
μπορεί να αφορά τη διαχείριση των δραστηριοτήτων μιας επιχείρησης που έχει επίπτωση στο περιβάλλον. Στόχοι της είναι
η συντήρηση των φυσικών πόρων, η ελάττωση των εκπομπών αερίων ρύπων και των περιβαλλοντικών κινδύνων, καθώς και
η δημιουργία ενός ασφαλούς εργασιακού χώρου. Το Σύστημα Περιβαλλοντικής Διαχείρισης είναι μια ειδική απάντηση στα
περιβαλλοντικά ζητήματα καθώς προκύπτουν. Επίσης, είναι η προσαρμογή των καθημερινών διεργασιών μιας επιχείρησης,
σε όλα τα επίπεδα και η λήψη μέτρων με στόχο την πρόληψη της ρύπανσης.
-Περιβαλλοντικός και Περιβαλλοντολογικός (environmental): Και τα δύο επίθετα είναι πρακτικώς ταυτόσημα και
σημαίνουν αυτόν που αναφέρεται στο περιβάλλον. Γραμματικώς είναι και οι δύο όροι σωστοί, αλλά ο πρώτος είναι πιο
εύχρηστος και υπερτερεί αφού υπακούει στον κανόνα της αποφυγής πολυσυλλαβίας.
-Περιοριστικοί παράγοντες (limited factors, restrictive factors): Κάθε παράγοντας που παίζει ρόλο στην παρουσία
ενός οργανισμού ή και στην αύξηση της βιομάζας του, μπορεί κάτω από ορισμένες συνθήκες να γίνει κρίσιμος παράγοντας
για την ύπαρξη ή και την παραγωγή. Η περιοριστική αυτή δράση συνήθως συνδέεται με την ενέργεια-ακτινοβολίες
(ποιότητα-μήκος κύματος, ένταση, διάρκεια επίδρασης-φωτοπερίοδος), τα θρεπτικά άλατα, το νερό και τη σχετική υγρασία
στα χερσαία οικοσυστήματα, τα ατμοσφαιρικά αέρια, οι συγκεντρώσεις των μακροστοιχείων και μικροστοιχείων, τα ρεύματα
Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

38

και η πίεση, το έδαφος (υφή και σύσταση) και η πυρκαγιά, άλλες αβιοτικές συνθήκες ή και η επίδραση της βιοκοινότητας. Η
παρουσία και η επιβίωση ενός οργανισμού σε ένα σταθερό περιβάλλον, εξαρτάται πρωτίστως από οποιοδήποτε θρεπτικό
συστατικό (χημικό στοιχείο) που βρίσκεται στην ελάχιστη ποσότητα (Νόμος Liebig ή του ελαχίστου παράγοντα). Εξάλλου,
αν ένας οργανισμός δεχθεί υπερβολική επίδραση από κάποιον άλλο παράγοντα (π.χ. υπερβολική θερμοκρασία, φως,
υγρασία), πλην των θρεπτικών συστατικών, μπορεί να οδηγηθεί σε αφανισμό. Έτσι, κάθε οργανισμός έχει κάποιες ελάχιστες
απαιτήσεις και κάποια μέγιστη αντοχή, που καθορίζουν τα όρια της ανθεκτικότητάς του (ευρυ-υδρικός και στενο-υδρικός
ανάλογα με την αντοχή του στην υγρασία και το νερό, στενύ-αλος και ευρύ-αλος ως προς την αντοχή του στην αλατότητα,
στενο-φάγος και ευρυ-φάγος σε σχέση με τα διάφορα είδη της τροφής που προτιμά, στενό-οικος και ευρύ-οικος ανάλογα με
τις δυνατότητες επιλογής του βιοτόπου όπου ζει).
-Περιοχές απόλυτης προστασίας της Φύσης (regions of absolute protection of Nature): Χαρακτηρίζονται έτσι
εκτάσεις με εξαιρετικά ευαίσθητα οικοσυστήματα, βιότοποι ή οικότοποι σπάνιων ή απειλούμενων με εξαφάνιση ειδών της
αυτοφυούς χλωρίδας, ή άγριας πανίδας, ή εκτάσεις που έχουν αποφασιστική θέση στον κύκλο ζωής σπάνιων ή
απειλούμενων με εξαφάνιση ειδών της άγριας πανίδας.
-Περιοχές προστασίας της Φύσης (regions of Nature protection) : Χαρακτηρίζονται έτσι εκτάσεις μεγάλης οικολογικής
ή βιολογικής αξίας.
-Περίφυτο (periphyton): είναι διάφοροι φυτική ή και ζωικοί οργανισμοί που ζουν προσκολλημένοι και προσαρμοσμένοι
πάνω σε υδρόβια φυτά και ζώα.
-Πετρώματα ιζηματογενή, μεταμορφωμένα & πυριγενή (sedimentary, metamorphic & igneous rocks) :Τα πετρώματα
που είναι οι αδιάψευστοι μάρτυρες των γήινων διεργασιών, καταλαμβάνουν τη λιθόσφαιρα. Ανάλογα με τη διαδικασία
σχηματισμούς τους διακρίνονται σε: Ιζηματογενή (σχηματίζονται από τη μεταφορά και απόθεση ιζημάτων στο βυθό
θαλασσών και λιμνών και διακρίνονται σε Κλαστικά, π.χ. ψαμμίτες, κροκαλοπαγή, Οργανικά, π.χ. ασβεστόλιθοι, μάργες και
Χημικά ιζηματογενή πετρώματα, π.χ. εβαπορίτες), Μεταμορφωμένα (δημιουργούνται από τη μεταβολή των ιζηματογενών ή
πυριγενών πετρωμάτων κάτω από την επίδραση υψηλής θερμοκρασίας ή και μεγάλης πίεσης, π.χ. μάρμαρα, σχιστόλιθοι) και
Πυριγενή (σχηματίζονται από τη ψύξη και στερεοποίηση του μάγματος και διακρίνονται σε Πλουτώνια, π.χ. γρανίτης και σε
Ηφαιστειακά, π.χ. οψιδιανός, βασάλτης).
-Πετρώματα νεογενή & πλειστοκαινικά (neogenous & pleistocoenic rocks):είναι πετρώματα των οποίων η ηλικία
εκτιμάται ότι είναι 23 εκατομμυρίων χρόνων και 2 εκατομμυρίων χρόνων αντίστοιχα.
-Πεχά ή pH (pH): Η τιμή του pH (pondus Hydrogenii) δηλώνει πόσα γραμμάρια κατιόντων υδρογόνου περιέχει ένα λίτρο
νερού. Έτσι, η τιμή pH=7 μας δείχνει ότι ένα λίτρο νερού περιέχει 10-7 γραμμάρια κατιόντα υδρογόνου. Η οξύτητα ή η
αλκαλικότητα ενός διαλύματος ή μιας ουσίας μετρώνται συχνά με την κλίμακα πεχά (pH) που μετρείται με μια κλίμακα από 0
έως 14. Έτσι, αλκαλικό ή βασικό είναι όταν το πεχά είναι πάνω από το 7 μέχρι και τις 14 μονάδες, όξινο όταν οι τιμές είναι
μικρότερες του 7 μέχρι το 0, ενώ ουδέτερο είναι το περιβάλλον με πεχά 7 μονάδες. Δηλαδή, όσο μεγαλύτερο είναι το πεχά,
τόσο μικρότερο αριθμό ιόντων υδρογόνου περιέχονται στο υδατικό διάλυμα μιας ουσίας.
Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

39

-Πεχά εδάφους ή pH εδάφους (soil’s pH): Μέγεθος που δείχνει πόσο όξινο ή αλκαλικό είναι το εδαφικό διάλυμα (το νερό
του εδάφους) δηλαδή που περιέχει διαλυμένα τα θρεπτικά στοιχεία. Τα εδάφη με πολύ ασβέστιο είναι αλκαλικά, ενώ αυτά με
ελάχιστο είναι όξινα. Ωστόσο τα φυτά αναπτύσσονται στην περιοχή από το 5 έως το 9 περίπου Το κάθε φυτό έχει τις
προτιμήσεις του. Ένα φυτό που βρίσκεται σε έδαφος με ακατάλληλο pH συνήθως υποφέρει από τροφοπενίες, γιατί δεν
μπορεί να απορροφήσει κάποια θρεπτικά συστατικά του εδάφους, ακόμα και αν αυτά βρίσκονται σε επαρκή ποσότητα. Η
οικολογική του σημασία του pH είναι μεγάλη καθότι καθορίζει τη διαθεσιμότητα των ιόντων διαφόρων στοιχείων που
βρίσκονται στο έδαφος. Εξάλλου, το pH καθορίζεται από τη σύσταση του μητρικού πετρώματος, το είδος και τη
δραστηριότητα των εδαφικών και υπερκείμενων οργανισμών, σε συνδυασμό με φυσικούς παράγοντες που μεσολαβούν.
-Πηλός (mud-clay): είναι ιζηματογενές κλαστικό λεπτόκοκκο πέτρωμα ιλυο-αργιλο-αμμώδους σύστασης με μέγεθος
κόκκων μεταξύ 0.002 και 0.05 χιλιοστόμετρα. Βασικά συστατικά του πηλού είναι το αργίλιο, το πυρίτιο και το νερό με τη
χημική του ονομασία ένυδρο πυριτικό αργίλιο (Al2O32SiO32H2O).
-Πιστοποίηση (certification): Το σύνολο των διαδικασιών (ελεγκτικές, νομικές κ.ά) εκείνων, μέσα από τις οποίες
διαπιστώνεται αν ένα προϊόν έχει παραχθεί σύμφωνα με κάποιες προδιαγραφές και διεθνή πρότυπα.
-Πλαγκτόν, πλαγκτικός & πλαγκτολογία ( plankton, planktic & planktology): Το ουδέτερο του επιθέτου (το πλαγκτόν ή
το πλαγκτό) χρησιμοποιείται στην επιστημονική ορολογία για να περιγράψει τους μικροσκοπικούς συνήθως οργανισμούς των
υδάτινων οικοσυστημάτων (φυτά και ζώα, φυτοπλαγκτό και ζωοπλαγκτό, αντίστοιχα) που πλανιούνται στο νερό, καθώς η
κολυμβητική τους ικανότητα είναι μικρότερη από την κινητικότητα του νερού. Το επίθετο πλαγκτός είναι αρχαιοελληνικό
(απαντά στον Όμηρο και στον Ευριπίδη) και σημαίνει περιπλανώμενος, αλήτης και μεταφορικά παράφρων, ταραγμένος.
-Πληθυσμός (population): Το σύνολο των ζωντανών οργανισμών ενός μόνο είδους που βρίσκεται σε μια περιοχή.
-Ποικιλία καλλιεργούμενων φυτών (variety of cultivate plants): Ομάδα ενός είδους (π.χ. σταριού) που διακρίνεται από
άλλες ομάδες του ίδιου φυτού, λόγο των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της και που όταν αναπαράγεται διατηρεί τα διακριτικά
αυτά χαρακτηριστικά.
-Ποικιλόθερμος οργανισμός (poikilothermic organism): είναι ζωικός οργανισμός που δεν μπορεί να διατηρεί σταθερή τη
θερμοκρασία του σώματός του η οποία ακολουθεί τις διακυμάνσεις της θερμοκρασίας του περιβάλλοντος. Παλαιότερα
ονομαζόταν ανεπιτυχώς ψυχρόαιμος.
-Ποικιλότητα (diversity): Με τον όρο αυτό δεν αναφερόμαστε μόνο στον αριθμό των διαφορετικών ειδών που απαρτίζουν
ένα οικοσύστημα, αλλά συνεξετάζεται και η κατανομή των ατόμων ανάμεσα στα είδη. Δηλαδή, με τον όρο της ποικιλότητας
περιλαμβάνονται, τόσο ο αριθμός των ειδών, όσο και η αφθονία τους.
-Πολιτιστική κληρονομιά (cultural heritage): Χαρακτηρίζονται έτσι τα μνημεία (αρχιτεκτονικά έργα, οικοδομήματα
αρχαιολογικού χαρακτήρα, έργα μνημειακής γλυπτικής, κ.ά.) Και οι χώροι (κοινά δημιουργήματα φύσης και ανθρώπου,
αρχαιολογικοί χώροι, κ.ά.) Που έχουν ανεκτίμητη οικουμενική αξία από την άποψη της ιστορίας, της τέχνης, της επιστήμης,
της εθνολογίας, της ανθρωπολογίας και της αισθητικής.
Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

40

-Πολιτιστικό περιβάλλον (cultural environment): Τα μνημειακού χαρακτήρα οικοδομήματα και έργα του ανθρώπου που
αποτελούν την πολιτιστική του κληρονομιά.
-Ποτάμιο ή παραποτάμιο δάσος (riparian or riverine forest):Συστάδες δενδρώδους βλάστησης που αναπτύσσονται στις
όχθες των ποταμών.
-Πράσινες προμήθειες (green supplies) : είναι μια νέα προσέγγιση με στόχο τη μείωση των πιέσεων που δέχεται το
περιβάλλον και την ενίσχυση της ζήτησης των ‘’πράσινων’’ αγαθών και υπηρεσιών. Τα κριτήρια για τις πράσινες προμήθειες,
πέρα από την τιμή, τη λειτουργικότητα και την ποιότητα προστίθεται και η περιβαλλοντική διάσταση. Πράσινες,
Περιβαλλοντικά υπεύθυνες, Βιώσιμες προμήθειες είναι μερικοί από τους όρους που χρησιμοποιούνται για π[προμήθειες
που γίνονται με βάση τα περιβαλλοντικά κριτήρια όπως είναι για παράδειγμα η προμήθεια Η/Υ χαμηλής κατανάλωσης
ενέργειας, ανακυκλωμένου χαρτιού, φιλικών προς το περιβάλλον μέσων μεταφοράς, ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται
από ανανεώσιμες πηγές κ.ά.
-Πράσινη χημεία (green chemistry): είναι η νέα προσέγγιση της χημείας που υιοθετεί ως βασική αρχή την πρόληψη στη
χρήση και δημιουργία επικίνδυνων χημικών ουσιών και την υποκατάσταση των επικίνδυνων χημικών από άλλα ασφαλέστερα
και φιλικά προς το περιβάλλον. Επίσης, είναι ο σχεδιασμός και χρήση χημικών προϊόντων και χημικών διεργασιών που
μειώνουν ή εξαλείφουν τη χρήση και τη δημιουργία επικίνδυνων χημικών ουσιών και αποβλήτων. Στην παραγωγική
διαδικασία επικίνδυνα και τοξικά χημικά μπορούν να υποκατασταθούν από άλλα προϊόντα ή διαδικασίες φιλικότερες προ το
περιβάλλον. Η πράσινη χημεία στοχεύει στην προστασία του περιβάλλοντος και της υγείας με την προώθηση τεχνολογικών
επιτευγμάτων της χημείας κατά τρόπο βιώσιμο.
-Προβιοτικά και Πρεβιοτικά (probiotics & prebiotics): Ta Προβιοτικά και ta πρεβιοτικά έχουν τον ίδιο στόχο με
ευεργετική δράση για την υγεία μας, μέσω του πεπτικού συστήματός μας. Προβιοτικό είναι οποιοδήποτε τρόφιμο,
συμπλήρωμα διατροφής ή και ποτό που περιέχει ζωντανούς μικροοργανισμούς (π.χ. Lactobacillus GG, Bio-K+, Lactobacillus

casei, Bifidobacterium animalis) σε αρκετό όμως αριθμό, ώστε να αλλάξει τους γηγενείς πληθυσμούς των μικροοργανισμών
γενικά στο πεπτικό σύστημά μας και να ευνοήσει την ανάπτυξη ευεργετικών μικροοργανισμών. Πρεβιοτικά είναι ουσίες που
βάζουμε στο διαιτολόγιό μας ώστε να προωθήσουν την ανάπτυξη κατάλληλων μικροοργανισμών στο πεπτικό μας σύστημα.
Πρεβιοτικά είναι για παράδειγμα η ινουλίνη, οι φρουκτοολιγοσακχαρίτες, η λακτουλόζη κ.ά. Οι ουσίες αυτές χαρακτηρίζονται
και ως ίνες, καθώς περνούν από το στομάχι κα το λεπτό έντερο χωρίς να πέπτονται και φθάνουν στο παχύ έντερο όπου
ευνοούν την ανάπτυξη ευεργετικών μικροογανισμών. Συνήθως τέτοιες ουσίες περιέχουν τα κρεμμύδια, τα σκόρδα, το ψωμί
ολικής άλεσης και το πολύσπορο, οι μπανάνες κ.ά.

-Προϊόν Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ)(

product of protected name of origin): Προϊόν του

οποίου η παραγωγή, η μεταποίηση και η επεξεργασία λαμβάνουν χώρα σε μια οριοθετημένη γεωγραφικά περιοχή με
αναγνωρισμένη τεχνογνωσία (Κανονισμοί ΕΚ 510/2006 & 1898/2006).

Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

41

-Προϊόν Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ένδειξης (ΠΓΕ)(product of protected geographic label ): Προϊόν για το
οποίο ο δεσμός της γεωγραφικής περιοχής παραμένει τουλάχιστον για ένα από τα στάδια της παραγωγής, της μεταποίησης ή
της επεξεργασίας του. Επιπλέον, το προϊόν να επωφελείται του καλού του ονόματος (Κανονισμοί ΕΚ 510/2006 &
1898/2006).
-Προϊόν Ειδικό Παραδοσιακό Εγγυημένο (ΕΠΠΕ) (product of special traditional guarantee): δεν αναφέρεται στην
προέλευσης του προϊόντος, αλλά αποσκοπεί στην ανάδειξη της παραδοσιακής σύνθεσης ή του παραδοσιακού τρόπου
παραγωγής του (Κανονισμοί ΕΚ 509/2006 & 1216/2007)..
-Προσαρμογή (adaptation): Το σύνολο των διαδικασιών και αλληλεπιδράσεων ενός οργανισμού με το περιβάλλον, διαμέσου
των οποίων επιτυγχάνεται η επιβίωση και η ανάπτυξη του οργανισμού στο περιβάλλον αυτό.
-Προστασία του περιβάλλοντος (protection of environment): Το σύνολο των ενεργειών, μέτρων και έργων του
ανθρώπου που έχουν στόχο την πρόληψη της υποβάθμισης του περιβάλλοντος (αβιοτικού και ανθρωπογενούς), ή την
αποκατάσταση, διατήρηση, ή βελτίωσή του. Εξάλλου, η οικονομική ανάπτυξη και η ευημερία εξαρτώνται από την
παραγωγή/παροχή υπηρεσιών και τη χρήση των αγαθών και των υπηρεσιών. Ωστόσο, τα αγαθά, οι υπηρεσίες και οι
δραστηριότητες του ανθρώπου επηρεάζουν το περιβάλλον κατά τη διάρκεια της παραγωγής/ παροχής , της χρήσης και της
απόρριψης των προϊόντων. Για να διαρρηχθεί ο φαύλος κύκλος ‘’παραγωγή-υποβάθμιση του περιβάλλοντος και διατάραξη
της υγείας’’ απαιτούνται ολοκληρωμένες παρεμβάσεις που εμπλέκουν όλο και περισσότερο παραγωγούς και διακινητές των
αγαθών, αλλά και τους καταναλωτές – χρήστες προϊόντων και υπηρεσιών. Η προστασία του περιβάλλοντος αποτελεί
αναγκαιότητα με δεδομένο ότι οι επιπτώσεις τη υποβάθμισής του είναι ορατές τόσο στην υγεία και την κατάσταση του
περιβάλλοντος, όσο και στις οικονομικές και κοινωνικές λειτουργίες.
-Προστασία της Φύσης (protection of Nature): Το σύνολο των ενεργειών, μέτρων και έργων του ανθρώπου που έχουν
στόχο την προστασία και διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος (αβιοτικού και κυρίως βιοτικού), ώστε να διασφαλίζονται οι
φυσικές διεργασίες, η αποδοτικότητα των φυσικών πόρων, η ισορροπία και η εξέλιξη των οικοσυστημάτων καθώς και η
ποικιλομορφία, η ιδιαιτερότητα, ή η μοναδικότητά τους.
-Προστατευμένα τοπία (protected landscape): Χαρακτηρίζονται έτσι περιοχές μεγάλης αισθητικής ή πολιτιστικής αξίας
και εκτάσεις που είναι ιδιαίτερα πρόσφορες για αναψυχή του κοινού ή συμβάλλουν στην προστασία ή αποδοτικότητα φυσικών
πόρων, λόγω των ιδιαίτερων φυσικών ή ανθρωπογενών χαρακτηριστικών τους. Στα προστατευμένα τοπία μπορεί να
δίνονται με βάση τα κύρια χαρακτηριστικά τους, ειδικότερες ονομασίες όπως, αισθητικό δάσος, τοπίο άγριας φύσης, τοπίο
αγροτικό, αστικό ή βιομηχανικό.
-Προστατευμένοι φυσικοί σχηματισμοί (protected natural formations): Χαρακτηρίζονται έτσι λειτουργικά τμήματα της
φύσης ή μεμονωμένα δημιουργήματά της, που έχουν ιδιαίτερη επιστημονική, οικολογική ή αισθητική αξία, ή συμβάλλουν στη
διατήρηση των φυσικών διεργασιών και στην προστασία φυσικών πόρων. Προστατευμένοι φυσικοί σχηματισμοί που έχουν
μνημειακό χαρακτήρα χαρακτηρίζονται ειδικότερα ως διατηρητέα μνημεία της φύσης.

Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

42

-Προστατευόμενα δάση (protective forests): Χαρακτηρίζονται έτσι αυτά που φύονται σε κατωφέρειες και που
προστατεύουν και συγκρατούν το έδαφος από καταπτώσεις, πλημμύρες και χείμαρρους. Επίσης αυτά που βρίσκονται στις
όχθες ποταμών, ρεμάτων και θαλασσών και αυτά που προστατεύουν πηγές, ρέματα, τοπία ιστορικής αξίας, μνημεία, κ.ά.
-Πρόσχωση (silting or embankment): είναι η διαδικασία με την οποία πληρούνται περιοχές με φερτά-διαβρωμένα υλικά,
πρόσκαιρου ή και μόνιμου χαρακτήρα.
-Πτύχωση (geological fold): από γεωλογική άποψη είναι η κάμψη των στρωμάτων του στερεού φλοιού της Γης.

Ραδιενεργά απόβλητα (radioactive wastes): είναι υποπροϊόντα ή παραπροϊόντα των ατομικών αντιδραστήρων.

-

-Ρεύμα του Κόλπου (Gulf stream): Είναι σχετικά θερμά και γρήγορα ωκεάνια ρεύματα στον Ατλαντικό. Το Ρεύμα του
Κόλπου ρέει έξω από τον κόλπο του Μεξικού, γύρω από τη χερσόνησο της Φλώριδας προς τα βορειοανατολικά, και
κατευθύνεται στο Βόρειο Ατλαντικό. Συμβάλλει σημαντικά στο σχετικά ήπιο κλίμα στη βορειοδυτική Ευρώπη, διότι
μεταφέρει μεγάλες ποσότητες θερμότητας.
-Ρήγμα (fault): Ως γεωλογικό ρήγμα χαρακτηρίζεται θραύση ή και μετακίνηση κομματιών από πετρώματα.
-Ροή ενέργειας στο οικοσύστημα (energy flow in ecosystem): Οι πολυποίκιλες εκδηλώσεις της ζωής εξαρτώνται
ενεργειακά από το φως του ήλιου. Η δέσμευση και η εκμετάλλευση της ηλιακής ενέργειας γίνονται από τα φυτά και ορισμένα
βακτήρια, με τη διαδικασία της φωτοσύνθεσης. Έτσι, η ενεργειακή βάση όλων των οργανισμών, με εξαίρεση τα χημιοσυνθέτοντα βακτήρια στα βάθη των ωκεανών, είναι τα φυτά. Αυτά μετατρέπουν την ενέργεια του ήλιου που προσλαμβάνουν,
σε χημική και άρα σε βιομάζα, που στη συνέχεια αυτή θα πορευθεί από τον κατώτερο προς τον ανώτερο καταναλωτή ή προς
τους αποικοδομητές.
-Ρύπανση & Μόλυνση (pollution & infection): Ως ρύπανση χαρακτηρίζεται η παρουσία στο περιβάλλον ρύπων (ουσιών,
θορύβου, ακτινοβολίας, κ.ά.) σε ποσότητα, συγκέντρωση ή διάρκεια που μπορούν να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις
στην υγεία, στους ζωντανούς οργανισμούς και στα οικοσυστήματα, ή και υλικές ζημιές και γενικά να καταστήσουν το
περιβάλλον υποβαθμισμένο ή και ακατάλληλο για επιθυμητή χρήση. Ωστόσο, και τα φυσικά φαινόμενα μπορούν να
δημιουργήσουν ρύπανση. Δηλαδή, ρύπανση είναι κάθε μεταβολή της φυσικής κατάστασης του περιβάλλοντος. Ως μόλυνση
στο περιβάλλον, χαρακτηρίζεται η ρύπανση εκείνη που προκαλείται από παθογόνους μικροοργανισμούς.
-Ρυπαντής (pollutant): είναι κάθε χημική ουσία αλλά και ο θόρυβος, η ακτινοβολία και άλλα που μπορούν να προκαλέσουν
ρύπανση.
-Ρυπαντής βιοδιασπούμενος (biodegradable pollutant) : αναφέρεται στο ρυπαντή που μπορεί να αποικοδομηθεί από τη
δράση μικροοργανισμών στο περιβάλλον.

Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

43

-Ρυπαντής μη βιοδιασπούμενος (non-biodegradable pollutant): είναι ο ρυπαντής εκείνος που δεν μπορεί να διασπαστείαποικοδομηθεί στο περιβάλλον με φυσικά μέσα.

Σαπροφάγος

-

οργανισμός (detritivorus, saprophage, saprobore): είναι ο οργανισμός εκείνος που τρέφεται από τα

νεκρά συστατικά φυτικών ή και ζωικών υπολειμμάτων ή και με απόβλητα.
-Σαρκοφάγος Οργανισμός (carnivorus): είναι ο οργανισμός εκείνος που τρέφεται από ζώα.
-Σκληρότητα νερού (hardness): Με τον όρο συνολική ή ολική σκληρότητα εκφράζονται οι συγκεντρώσεις του ασβεστίου
και του μαγνησίου που βρίσκονται στο νερό και οφείλεται στην παρουσία των δισθενών μεταλλικών ιόντων και περιλαμβάνει
τα συνολικά ποσά των αλκαλικών γαιών, καθώς επίσης τα θειούχα και χλωριούχα ιόντα του ασβεστίου κι του μαγνησίου.. Η
πρόσκαιρη σκληρότητα του νερού ή σκληρότητα ασβεστίου μετρά το ανθρακικό ή όξινο ανθρακικό περιεχόμενο του νερού
που μπορεί να επαλειφθεί με ο βρασμό, ενώ η διαρκής ή μόνιμη σκληρότητα είναι το περιεχόμενο σε θειούχα και χλωριούχα
δισθενή κατιόντα τα οποία κυριαρχούν κάτω από ειδικές συνθήκες σε ορισμένες περιοχές. Η σκληρότητα εκφράζεται σε
γερμανικούς (dH), γαλλικούς (fH), αγγλικούς (eH) βαθμούς, ενώ η μεταξύ τους σχέση είναι : 10dH=1.790fH=1.250eH=17.9
ppm CaCO3 .
-Σπερματόφυτα - Αγγειόφυτα - (spermatophytes - vascular plants): χαρακτηρίζεται η πλέον εξελιγμένη ομάδα φυτών
που παράγουν σπέρματα, μέσω των οποίων γίνεται ο πολλαπλασιασμός τους.
-Στρατόσφαιρα (stratosphere): Στρατόσφαιρα είναι η ανώτερη περιοχή της ατμόσφαιρας που βρίσκεται σε υψόμετρο
μεταξύ περίπου 15 και 50 χιλιομέτρων (ανάλογα με την εποχή και το γεωγραφικό πλάτος). Εντός της στρατόσφαιρας σε
περίπου 20 έως 40 χιλιομέτρων υπάρχει μια ζώνη με υψηλότερες συγκεντρώσεις όζοντος. Αυτό το στρώμα του όζοντος
εμποδίζει ένα μεγάλο μέρος της υπεριώδους ηλιακής ακτινοβολίας που φτάσει στη Γη και που μπορεί να είναι επιβλαβείς για
τους ζωντανούς οργανισμούς.
-Στρωμνή (litter or stacked on the ground dead leaves and branches): είναι στρώμα νεκρών υλικών, κυρίως φύλλων,
στην επιφάνεια του εδάφους.
-Συγκέντρωση χημική (concentration): αναφέρεται στην ποσότητα ενός συστατικού στη μονάδα του όγκου ή του βάρους
της θεμελιώδους ουσίας που το περιέχει.
-Συμβατική γεωργία (conventional agriculture): Η γεωργία όπως ασκείται σήμερα. Ο όρος κυρίως χρησιμοποιείται για να
δηλώσει την εντατική γεωργία που χρησιμοποιεί χημικά, αλλά κάποτε και λιγότερο εντατικές μορφές όπως για παράδειγμα η
εκτατική χημική γεωργία.
-Συμβίωση (symbiosis or commensalism): αναφέρεται στη σχέση αμοιβαίας εξάρτησης μεταξύ δύο οργανισμών.
-Συντήρηση των Φυσικών πόρων ή του περιβάλλοντος (natural’s resources conservation) : είναι η προστασία,
διατήρηση και η ορθολογική διαχείρισή τους.
Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

44

-Συμπεριφορά (behavior): Η κίνηση, η αλλαγή, ή η αντίδραση ενός οργανισμού ή ενός συστήματος σε σχέση με την
κατάστασή του ή το περιβάλλον.
-Σχιστόλιθος (slate or shalestone):χαρακτηρίζεται μεταμορφωμένο πέτρωμα με παράλληλη διάταξη των κόκκων των
ορυκτών που το αποτελούν, δημιουργώντας εμφανή σχιστότητα στο πέτρωμα.

Ταμιευτήρας

-

(artificial lake or reservoir or tank): είναι τεχνητή λίμνη στην οποία συγκεντρώνεται νερό για την

τροφοδοσία υδροηλεκτρικών, υδρευτικών ή και αρδευτικών δικτύων.
-Ταρατσόκηποι, Οικοστέγες (roof gardens, eco-roofs): H ταράτσα ενός κτιρίου, με τα κατάλληλα φυτά και την
ασφαλή περίφραξη, μπορεί να μεταμορφωθεί σε ένα κήπο για τις πυκνοκατοικημένες αστικές περιοχές, στις οποίες υπάρχει
κατά κανόνα αισθητή έλλειψη πρασίνου. Οι ταρατσόκηποι αποτελούν ίσως την παλαιότερη μέθοδο μόνωσης σπιτιών.
Υπάρχουν πολλές δυνατότητες κατασκευής ταρατσόκηπων, όμως δύο παράγοντες (εκτός των χρημάτων) περιορίζουν τις
επιλογές. Η στατική του κτιρίου και η κλίση της στέγης.

-Τέλμα (bog or fen): είναι τύπος υγροτοπικής αβαθούς έκτασης με υγρά εδάφη και βλάστηση που είναι μερικώς
αποσυντεθημένη. Το έλος (marsh) χαρακτηρίζεται συνήθως από εποχικό πλημμυρισμό νερών και ο βάλτος (swamp) με
μόνιμο πλημμυρισμό νερών.
-Τεχνητό περιβάλλον (artificial environment): Το ανθρωπογενές περιβάλλον, δηλαδή οτιδήποτε έχει δημιουργήσει και
προσθέσει ο άνθρωπος στο φυσικό περιβάλλον.
-Τεχνολογίες καθαρές (clean technologies): είναι βιομηχανικές διαδικασίες ή τροποποιημένες υπάρχουσες παραγωγικές
διαδικασίες που στοχεύουν στη μείωση των επιπτώσεων των παραγωγικών δραστηριοτήτων στο περιβάλλον,
συμπεριλαμβανόμενης της μείωσης κατανάλωσης ενέργειας και πρώτων υλών. Οι καθαρές τεχνολογίες διαφοροποιούν την
παραγωγική διαδικασία, έτσι ώστε να μειωθούν στην πηγή οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις.
-Τηλεπισκόπηση

(remote

sensing):

αποτελεί

σύγχρονη

μελέτη

των

οικοσυστημάτων

από

απόσταση

(π.χ.

αεροφωτογραφίες, δορυφορικές εικόνες).
-Τοξικά (toxic): είναι συστατικά δηλητηριώδη, ιδιαίτερα επιβλαβή για τους οργανισμούς.
-Τροπόσφαιρα (troposphere): είναι το χαμηλότερο στρώμα της ατμόσφαιρας μέσα στο οποίο εξελίσσονται και τα καιρικά
φαινόμενα.
-Τροφή (food): είναι η ύλη που προσλαμβάνεται από ένα οργανισμό και που χρησιμοποιείται για την παρασκευή κυτταρικού
υλικού ή για παραγωγή ενέργειας.
-Τροφικό πλέγμα ή Ιστός της ζωής ή Αλυσίδα της τροφής ή Τροφική αλυσίδα (trophic web, web of life, food
chain, trophic chain): Πολύπλοκες τροφικές σχέσεις που διασυνδέουν μεταξύ τους πολυποίκιλες ομάδες οργανισμών.
Επίσης, είναι οι διαδοχικές μεταφορές της τροφής (ενέργεια) από τα φυτά στα φυτοφάγα ζώα και από εκεί στα σαρκοφάγα,
Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

45

στα παμφάγα, ή και στους αποικοδομητές. Δηλαδή, η αλληλουχία οργανισμών που συνδέονται μεταξύ τους με τροφικές
εξαρτήσεις αποτελούν την τροφική αλυσίδα. Συνήθως στο φυσικό περιβάλλον οι τροφικές αλυσίδες δεν είναι ανεξάρτητες,
αλλά συνδέονται μεταξύ τους με πολύπλοκους τρόπους και έτσι σχηματίζουν τα τροφικά πλέγματα.
-Τρύπα του όζοντος, μείωση στο στρώμα του όζοντος (ozone layer depletion): Λόγω της διάσπασης του όζοντος της
στρατόσφαιρας από τους χλωροφθοράνθρακες που ελευθερώνονται με τις ανθρωπογενείς δραστηριότητες, δημιουργείται
μείωση της στοιβάδας-στρώματος του.
Τύρφη (peat): Οργανικό έδαφος που προέρχεται από την αποσύνθεση ή και την ημιαποσύνθεση ποώδους βλάστησης.

Υγεία

-

(health): Η κατάσταση πλήρους φυσικής, διανοητικής και κοινωνικής ευεξίας ενός ατόμου, μιας ομάδας ή του

συνόλου του πληθυσμού.
-Υγειονομική ταφή στερεών απορριμμάτων (sanitary burial of solid wastes): είναι ή ελεγχόμενη εναπόθεση στερεών
απορριμμάτων όπου αυτά διαστρώνονται, συμπιέζονται και καλύπτονται συστηματικά με κατάλληλο εδαφικό υλικό, κάτω από
ορισμένες προϋποθέσεις, όρους και τεχνικές. Με την υγειονομική ταφή των σκουπιδιών (μη επικίνδυνων στερεών
απορριμμάτων), προλαμβάνονται ή και μειώνονται οι αρνητικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις στα επιφανειακά και υπόγεια
νερά, στο έδαφος και στην ατμόσφαιρα, καθώς και οι

επιπτώσεις που αφορούν γενικά το περιβάλλον, αλλά και

οποιοσδήποτε άλλος κίνδυνος προκύπτει για τη δημόσια υγεία του ανθρώπου.
-Υγρότοπος ή Υγροβιότοπος (wetland): είναι χώρος νερού ή υγρού περιβάλλοντος, τόπος με κινούμενα ή και στάσιμα νερά
και η γειτονική περιοχή, ή και η μεταβατική ζώνη μεταξύ υδάτινων και χερσαίων οικοσυστημάτων, όπου ζουν και
αναπτύσσονται ζωικοί και φυτικοί οργανισμοί. Οι υγρότοποι, σύμφωνα με τις διεθνείς συμβάσεις για την προστασία τους,
είναι “φυσικές ή τεχνητές περιοχές παρόχθιες, παραλίμνιες ή παράκτιες περιοχές, αλυκές, έλη, τέλματα, βάλτοι ή και
κατακλιζόμενες, μόνιμα ή πρόσκαιρα, από τα νερά της βροχής εκτάσεις, αλλά και περιοχές που καλύπτονται από θαλασσινό
νερό το βάθος του οποίου κατά την αμπώτιδα δεν ξεπερνάει τα έξι μέτρα” .
-Υδρόβιος (aquatic): Ο οργανισμός που είναι προσαρμοσμένος να ζει βυθισμένος, κατά ένα μέρος ή ολόκληρος, μέσα στο
νερό.
-Υδατικά οικοσυστήματα (aquatic ecosystems): Τα κυριότερα υδατικά οικοσυστήματα διακρίνονται σε θαλάσσια, εκείνα
των γλυκών νερών, στα τροποποιημένα και στα μεταβατικά οικοσυστήματα.

Η προέλευση, η κατανομή και ο

σχηματισμός των φυσικών οδών επιφανειακής μεταφοράς και αποθήκευσης του νερού και των κάθε είδους
υδατοσυλλογών σε οποιαδήποτε λεκάνη απορροής είναι αποτέλεσμα κλιματικών, γεωλογικών, γεωμορφολογικών
παραγόντων και ανθρωπογενών δραστηριοτήτων. Ειδικότερα, η δημιουργία των επιφανειακών υδατοσυλλογών
στην ενδοχώρα μιας περιοχής οφείλεται κυρίως σε γεωλογικές διεργασίες, στη δράση των παγετώνων, των
ηφαιστείων, των σεισμών και τέλος στη διαλυτική - διαβρωτική διεργασία του νερού. Επομένως, τα φυσικά αίτια
αποτελούν τον κύριο παράγοντα της δημιουργίας τους και βάση για την ταξινόμησής τους (τεκτονική,
Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

46

ηφαιστειακή, παγετώδη, διαλυτική, κατολισθήσεων, κ.ά). Τα υδατικά οικοσυστήματα συνήθως διακρίνονται σε στάσιμα,
τρεχούμενα και αποθηκευμένα νερά, όπως και σε γλυκά, υφάλμυρα και αλμυρά νερά. Στα στάσιμα νερά συγκαταλέγονται οι
λίμνες, τα έλη, οι παροδικά ή μόνιμα κατακλιζόμενες εκτάσεις. Οι ποταμοί και οι χείμαρροι ανήκουν στα τρεχούμενα νερά,
ενώ οι πηγές και τα πηγάδια στο αποθηκευμένο υπόγειο νερό.
-Υδατικά οικοσυστήματα – Θαλάσσια οικοσυστήματα (aquatic ecosystems - marine ecosystems): Οι πρώτες
καταβολές της ζωής δημιουργήθηκαν μέσα στο υγρό στοιχείο και το υγρό στοιχείο είναι εκείνο που συντηρεί σήμερα τη ζωή.
Είναι γνωστό επίσης, ότι οι θάλασσες αποτελούν έναν από τους βασικούς φυσικούς πόρους του πλανήτη μας. Προσφέρουν
τρόφιμα, βασικές πρώτες ύλες, οι μεγαλύτερες μετακινήσεις ανθρώπων και αγαθών γίνονται μέσα από τις θάλασσες και τη
θάλασσα χρησιμοποιεί ο άνθρωπος για αναψυχή, σπόρ, αλλά και για την απόρριψη των καταναλωτικών υποπροϊόντων και
παραπροϊόντων των δραστηριοτήτων του. Οι βασικότερες από τις φυσικές ιδιότητες των θαλάσσιων υδάτων είναι η
θερμοκρασία, η αλατότητα, η κίνηση, καθώς και η υδροστατική πίεση και η ταχύτητα του ήχου μέσα στον υδάτινο όγκο.
Οι φυσικές αυτές ιδιότητες των θαλάσσιων μαζών συνδέονται στενά με το υδρόβιο κυρίως οικοσύστημα και πολλές από
αυτές επηρεάζουν την ύπαρξη, το είδος και την εξέλιξη κάθε υδρόβιου οργανισμού.
-Υδατικά οικοσυστήματα – Λίμνες, Λιμνοθάλασσες, Έλη (aquatic ecosystems - lakes, lagoons, marshes): Συνήθως,
η παρουσία και η δημιουργία μιας λίμνης, λιμνοθάλασσα ή και ελώδους περιοχής, εξαρτάται από την ύπαρξη ενός φυσικού
βυθίσματος, κλειστού ή ανοιχτού τύπου με δομή τέτοια που να συγκρατεί λιγότερο ή περισσότερο τα νερά που οι
βροχοπτώσεις ή και άλλες πηγές προσφοράς νερού φέρνουν μέσα σ’αυτό το βύθισμα. Το φως, η θερμοκρασία, οι εδαφικοί,
γεωμορφολογικοί και μορφομετρικοί παράγοντες, οι εισροές και απορροές των νερών, καθώς και η κλιματική κατάσταση της
περιοχής παίζουν κυρίαρχο ρόλο σε μια λίμνη και διαμορφώνουν τα χαρακτηριστικά του οικοσυστήματός της. Οι
λιμνοθάλασσες είναι παράκτιες υδάτινες περιοχές με μικρό βάθος και χαρακτηρίζονται από ιδιότυπες παραγωγικές,
υδροδυναμικές και ιζηματολογικές συνθήκες. Συνήθως χωρίζονται από τη γειτονική θαλάσσια περιοχή με φυσικό φράκτη
την αμμολουρίδα η οποία διαχωρίζει και ουσιαστικά συντηρεί τη λιμνοθάλασσα. Έτσι, θα πρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή
στην προστασία αυτής της δομής, ώστε να διατηρούνται τα φυσικά της χαρακτηριστικά και να προστατεύεται το οικοσύστημά
της. Μια λιμνοθάλασσα μπορεί να περιέχει γλυκά, αλμυρά ή υφάλμυρα νερά. Οι λιμνοθάλασσες ανήκουν στα πλέον
παραγωγικά συστήματα γιατί είναι συνεχής ο εμπλουτισμός τους σε άλατα, ενώ η βιοποικιλότητα διατηρείται σε χαμηλά
επίπεδα εξαιτίας της φυσικής τους αστάθειας που έτσι αποτρέπεται η εγκατάσταση πολλών βιοκοινωνιών. Οι ελώδεις
περιοχές ανάλογα, με το βάθος του νερού, την προέλευσή τους, τη μορφολογία του εδάφους, το υδρολογικό τους καθεστώς
και την επίδραση των εξωτερικών παραγόντων διακρίνονται σε έλη, τέλματα και σε βάλτους.
-Υδατικά οικοσυστήματα – Πηγές, Ποτάμια, Χείμαρροι, Εκβολές και Δέλτα Ποταμών (aquatic ecosystems - springs,
rivers, torrents, river mouths, delta): Οι Πηγές συνήθως σχηματίζονται όταν το αποθηκευμένο νερό που βρίσκεται
στα υπόγεια στρώματα του γήινου φλοιού, εξέλθει στην επιφάνεια. Η έξοδος αυτή μπορεί να συμβαίνει από σχισμή στο
έδαφος ή και σε ρήγμα ή και στη διεπιφάνεια διαφορετικών γεωλογικών σχηματισμών. Η διαμόρφωση ενός ποταμού αρχίζει
από τη στιγμή που τα βρόχινα νερά θα πέσουν στην επιφάνεια της γης και θα την καλύψουν ως ένα είδος μανδύα ή και όταν
τα υπόγεια νερά εκβάλλουν στην επιφάνεια της γής ως πηγές απ’όπου μπορεί να σχηματίζεται ένα ποτάμι. Έτσι, τα βρόχινα
νερά ή τα πηγαία νερά σχηματίζουν τα πρώτα ρυάκια, τα πρωταρχικά ρέματα, τα οποία σε χαμηλότερα υψόμετρα συμβάλλουν
και σχηματίζουν το κύριο τμήμα του ποταμού. Οι εκβολές και τα δέλτα των ποταμών θεωρούνται και ως εσωτερικά νερά.
Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

47

Αποτελούν χαρακτηριστικές περιοχές με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη δυναμική ισορροπία απόθεσης και μετακίνησης φερτών
υλικών, στη βιοποικιλότητα και στην προσέλκυση των νεαρών σταδίων ψαριών και καρκινοειδών. Στις περιοχές αυτές η
προώθηση της ξηράς σε βάρος της θάλασσας είναι ένα γεγονός που εξαρτάται από την κατάσταση της δυναμικής ισορροπίας
μεταξύ των παραγόντων που δρουν στον ηπειρωτικό χώρο των λεκανών απορροής των ποταμών ( κλίμα, γεωμορφολογία,
τεκτονική, στερεοπαροχή κ.ά.) και των παραγόντων που δρουν στον παράκτιο χώρο των εκβολών (μορφολογία, τεκτονική,
κύματα, ρεύματα, παλίρροια κ.ά). Οι εκβολές και τα δέλτα των ποταμών εξαιτίας του μεταβατικού χαρακτήρα και τις
αλληλεπίδρασης ως προς το θαλασσινό και το γλυκό νερό έχουν επίσης ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
-Υδατικά οικοσυστήματα – Παράκτια οικοσυστήματα (aquatic ecosystems - coastal ecosystems): Η κατάκλιση της
παράκτιας περιοχής από θαλασσινά, υφάλμυρα και γλυκά νερά, η μίξη των νερών αυτών, ο ψεκασμός της χέρσου από τη
θάλασσα, αλλά και οι παράκτιες βραχώδεις περιοχές δημιουργούν μωσαϊκό οικοσυστημάτων. Έτσι, μπορούν να διακριθούν
οικοσυστήματα:-θαλάσσια παράκτια, -παράκτιοι αλμυροί, υφάλμυροι ή γλυκού νερού υγρότοποι, -βραχώδεις ακτές,
-αμμώδεις ή χαλικώδεις παραλίες και αμμοθίνες, -περιοδικά κατακλιζόμενα εδάφη, -παράκτια και παράλια δάση. Τα
παράκτια οικοσυστήματα είναι πολύ σημαντικά και από βιολογική άποψη γιατί περιλαμβάνουν ένα μεγάλο φάσμα και ποικιλία
βιοτόπων τόσο μέσα στο νερό, όσο και στη γειτονική χέρσο, αλλά και στη μεταβατική ζώνη μεταξύ χέρσου και νερού. Εδώ
κατοικούν, αναπαράγονται, μεγαλώνουν και βρίσκουν καταφύγιο και άφθονη τροφή θαλάσσιοι, υφάλμυροι και

χερσαίοι

οργανισμοί. Εδώ συναντώνται υδρόβια και άλλα πουλιά, φύκια της θάλασσας, ανώτερα φυτά της χέρσου και της θάλασσας
(Ποσειδώνιες και Ζοστέρες), αλλά και μύκητες και βακτήρια. Συνήθως, το υπόβαθρο των παράκτιων περιοχών αποτελείται
από μετακινούμενα υλικά όπως είναι άμμος, χαλίκια, πηλός, άργιλος εμπλουτισμένη με οργανικά υπολείμματα (όστρακα,
φύκια) ή από στέρεο υπόβαθρο (βράχια). Στα παράκτια οικοσυστήματα περιλαμβάνονται και οι παράκτιοι υγρότοποι, οι
λιμνοθάλασσες, τα δέλτα, οι εκβολές και τα στόμια ποταμών και χειμάρρων, αλμυρά, υφάλμυρα και γλυκού νερού βαλτοτόπια
και υγρά λιβάδια. Οι παράκτιοι υγρότοποι παρέχουν εκτός των άλλων αποτελεσματική άμυνα κατά των καταιγίδων, καθώς
απορροφούν την ενέργεια των κυμάτων και συγκεντρώνουν ιζήματα που ανυψώνουν το επίπεδο της γης.
-Υδατικά οικοσυστήματα –Υγρότοποι (aquatic ecosystems - wetlands): Οι υγρότοποι, σύμφωνα με τις διεθνείς
συμβάσεις για την προστασία τους, είναι “φυσικές ή τεχνητές περιοχές παρόχθιες, παραλίμνιες ή παράκτιες περιοχές,
αλυκές, έλη, τέλματα, βάλτοι ή και κατακλιζόμενες, μόνιμα ή πρόσκαιρα, από τα νερά της βροχής εκτάσεις, αλλά και
περιοχές που καλύπτονται από θαλασσινό νερό το βάθος του οποίου κατά την αμπώτιδα δεν ξεπερνάει τα έξι μέτρα” .
Γενικά, οι γεωμορφολογικές δράσεις των τρεχούμενων και λιμναζόντων νερών σε συνδυασμό με την υψηλή στάθμη των
υπόγειων νερών, την αποθηκευτική ικανότητα των εδαφών και τη βλάστηση είναι δυνατό να δημιουργήσουν διαφόρους
τύπους υγροτόπων, όπως έλη, βάλτους, μικρές λίμνες, λιμνοθάλασσες, υγρά λιβάδια, επίπεδα λασποτόπια κ.ά. Οι υγρότοποι
είναι γνωστό ότι αποτελούν ευαίσθητα οικοσυστήματα ανυπολόγιστης αξίας για την οικονομία της φύσης, τη λειτουργία της
και την περιβαλλοντικής μας κληρονομιά και τούτο γιατί:-Προσφέρουν οικονομικές, πολιτιστικές,

επιστημονικές και

ψυχαγωγικές δυνατότητες.-Αποτελούν κυρίαρχο στοιχείο για την υδρομηχανική ισορροπία του εδάφους.-Ρυθμίζουν την
υδρολογική ισορροπία, δηλαδή το κλίμα, τη ροή και τη στάθμη των υδάτων.-Ανήκουν στα παραγωγικότερα σε βιομάζα
οικοσυστήματα.-Είναι περιοχές αδιάκοπων ενεργειακών διεργασιών.-Συγκεντρώνουν μεγάλη ποικιλότητα σε είδη χλωρίδας
και πανίδας κ.ά.
-Υδατικός και Υδάτινος (aquatic & aqueous): Πρόκειται για δύο παρεμφερείς αλλά όχι ταυτόσημους όρους. Το επίθετο
υδατικός σημαίνει αυτόν που ανήκει η αναφέρεται στο νερό, ενώ το υδάτινος αυτόν που αποτελείται από νερό. Με αυτοί τη
Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

48

λογική σχηματίζουμε τους όρους υδατικός πόρος, υδατικό οικοσύστημα, υδατική πολιτική, αλλά υδάτινη μάζα, υδάτινο
σώμα, υδάτινο περιβάλλον (= το τμήμα του περιβάλλοντος που αποτελείται από υδάτινα σώματα).
-Υδατοκαλλιέργειες (aquacultures): είναι η εκτροφή υδρόβιων οργανισμών (ψάρια, μαλάκια, καρκινοειδή κ.ά) σε ειδικά
διαμορφωμένες περιοχές για παραγωγικούς σκοπούς.
-Υδρογονάνθρακας (hydrocarbons): είναι χημικό οργανικό μόριο που περιέχει μόνο άνθρακα και υδρογόνο. Το μεθάνιο, το
φυσικό αέριο, το πετρέλαιο και άλλα, είναι υδρογονάνθρακες.
-Υδρογραφικό δίκτυο (hydrographic network):Κάθε ποταμός, μαζί με τους παραποτάμους του, τους χειμάρρους του, τα
ρυάκια και τα ρέματά του, αλλά και τις ‘’χαραγές’’ στη επιφάνεια του εδάφους που οδηγούν τα νερά της βροχής και των
πηγών στα κατάντη του ποταμού, αποτελούν το επιφανειακό υδρογραφικό δίκτυο της περιοχής.
-Υδροηλεκτρισμός (hydro-electricity): αναφέρεται στην ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από την κινητική ενέργεια των
υδατοπτώσεων (π.χ. τεχνητές λίμνες).
-Υδροκρίτης (watershed):είναι η νοητή γραμμή που ενώνει τις κορυφογραμμές του ανάγλυφου και που κρίνει-διαχωρίζει
τη ροή του νερού της βροχής εκατέρωθέν της. Κάθε επιφανειακή λεκάνη απορροής διαχωρίζεται από τις διπλανές της με
μια ενδιάμεση νοητή γραμμή-κορυφογραμμή που ονομάζεται υδροκρίτης. Ο υδροκρίτης δηλαδή διαχωρίζει δύο λεκάνες
απορροής.
-Υδρολογική λεκάνη ή Λεκάνη απορροής ή Υδροκριτική λεκάνη (catchment basin, hydrological basin): είναι η περιοχή
–λεκάνη, η οποία αποστραγγίζεται από ένα υδρογραφικό δίκτυο, ένα ποτάμιο σύστημα (ρυάκια, παραπόταμοι, ρέματα,
χείμαρροι, ποτάμι).
-Υδρολογικός κύκλος του νερού ή Φυσικός κύκλος του νερού (water cycle): Με τη βοήθεια τους ηλιακής θερμότητας το
νερό από τη γη εξατμίζεται, οι υδρατμοί φτάνουν στην ατμόσφαιρα, δημιουργούν τα σύννεφα, εκεί οι υδρατμοί σε κατάλληλες
συνθήκες ψύχονται, υγροποιούνται και πέφτουν στη γη με τη μορφή της βροχής, του χιονιού, της χαλαζόπτωσης, για να
επαναληφθεί η εξάτμιση, κ.ο.κ.
-Υδρόλυση (hydrolysis): είναι χημική αντίδραση διάσπασης οργανικού μορίου κατά την οποία είναι απαραίτητη η
κατανάλωση μορίων νερού.
-Υδρόσφαιρα (hydrosphere): είναι η νοητή σφαίρα μέσα στην οποία υπάρχει νερό και η οποία περιλαμβάνει την ατμόσφαιρα,
την επιφάνεια της γης και τη λιθόσφαιρα.
-Υδροφορέας (aquifer, water table): περιγράφει μια γεωλογική ενότητα που μπορεί να αποθηκεύσει μια αξιόλογη
ποσότητα νερού και να τη μεταφέρει με ρυθμό υδρολογικά σημαντικό.
-Υδροφορία (water bearing): περιγράφει ποσοτικά την ιδιότητα κάτι να φέρει νερό· έτσι μπορούμε να έχουμε σε ένα
υδρολογικό έτος υψηλή υδροφορία και σε ένα άλλο χαμηλή (ανάλογα αν υπήρχε πολύ ή λίγο νερό).
-Υδροφορείς υπόγειοι (groundwater table): είναι υπόγειοι υδατοπερατοί γεωλογικοί σχηματισμοί που είναι κορεσμένοι με
νερό. Με απλά λόγια είναι οι υπόγειες διαδρομές και δεξαμενές του νερού στο έδαφος και το υπέδαφος.
Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

49

-Υλοτομία (timber felling): Η κοπή των δέντρων του δάσους για αραίωμα, αποψίλωση ή εκμετάλλευση.
-Υπερβόσκηση (over-grazing): Ρυθμός βόσκησης που υπερβαίνει τη δυνατότητα φυσικής αναγέννησης της βλάστησης.
-Υπεριώδης ακτινοβολία (ultra-violet radiation): τμήμα της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας, αόρατη από τον άνθρωπο,
με μήκος κύματος μικρότερο από αυτό της ορατής ιώδους ακτινοβολίας.
-Υπέρυθρη ακτινοβολία (infra-red radiation): είναι η αόρατη από τον άνθρωπο ακτινοβολία με μήκος κύματος
μεγαλύτερο από 700m.
-Υποβάθμιση (degradation): Η πρόκληση από ανθρώπινες δραστηριότητες ρύπανσης ή οποιασδήποτε άλλης μεταβολής
στο περιβάλλον, η οποία είναι πιθανό να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και
στην υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και στις αισθητικές αξίες.
-Υπολίμνιο (hypolimnion): είναι το κατώτερο, ψυχρό και πυκνό στρώμα νερού μιας λίμνης ή θαλάσσιας περιοχής όταν έχει
αναπτυχθεί οριζόντια ζώνωση θερμοκρασιών.
-Υφαλμύριση (salinization). Ο όρος περιγράφει τη διαδικασία ή την κατάσταση μετατροπής του νερού σε υφάλμυρο
(Προέρχεται από την πρόθεση υπό και το ρήμα αλμυρίζω. Το ρήμα αλμυρίζω είναι αρχαιοελληνικό. Ρήμα αλμυρώνω ή
αλμυρύνω που θα δικαιολογούσαν τους διαδεδομένους όρους υφαλμύρωση και υφαλμύρυνση δεν υπάρχει ούτε στην αρχαία
ούτε στη νέα ελληνική).
-Υφαλοκρηπίδα (continental shelf): είναι ζώνη του βυθού των θαλασσών που είναι βεβαίως προέκταση της ξηράς και η
οποία εκτείνεται μέχρι το βάθος των 200 μέτρων.

Φαινόλες (phenols): είναι οργανικές ενώσεις-απλές και πολύπλοκες, με ένα βενζοϊκό δακτύλιο ενωμένο με υδροξύλιο. Οι

-

φυτικές φαινόλες –βιοφαινόλες, παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον λόγω των αντιοξειδωτικών τους ιδιοτήτων που είναι
ωφέλιμες για την υγεία. Και παίζουν φυτο-προστατευτικό ρόλο

για τα φυτά (θυμόλη από το θυμάρι, ανηθόλη από το

γλυκάνισο, ευγενόλη από το γαρυφαλέλαιο, δαφνέλαιο, κανέλα και άγρια φράουλα, η βανιλίνη από τη βανίλια κ.ά). Εντούτοις,
υπάρχουν και βιοφαινόλες που είναι επιβλαβείς και που εκκρίνονται από ορισμένους θαλάσσιους οργανισμούς. Οι
συνθετικές χλωριωμένες φαινόλες που χρησιμοποιούνται σε εντομοκτόνα είναι τοξικές και επιβλαβείς για την υγεία.
-Φανερόφυτα (phanerophyta): είναι τύπος φυτών (βιομορφή) που περιλαμβάνει τα περισσότερα φυτά. Τα φυτά αυτά έχουν
τους οφθαλμούς ανανέωσής τους πάνω από την επιφάνεια του εδάφους, ενώ τα κρυπτόφυτα μέσα στο έδαφος (π.χ. οι
πατάτες και οι υπόγειες ρίζες).
-Φέρουσα ικανότητα ή χωρητικότητα του περιβάλλοντος (carrying capacity or environmental capacity): Η φέρουσα
ικανότητα (ΦΙ) χρησιμοποιείται στον περιβαλλοντικό σχεδιασμό με σκοπό να κατευθύνει αποφάσεις σχετικές με την
κατανομή της χρήσης γης ή και του νερού. Αποτελεί μια βασική τεχνική, η οποία χρησιμοποιείται ευρέως για να καθοριστεί η
ικανότητα μιας περιοχής να αντέξει το μέγιστο επίπεδο βιώσιμης ανάπτυξης (παραγωγικές δραστηριότητες, τουρισμός,
Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

50

γεωργία, βιομηχανία, υποδομές). Λόγω του ότι υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στις δραστηριότητες, είναι απαραίτητο να
καθοριστεί η φέρουσα ικανότητα, σύμφωνα με τις συγκεκριμένες χρήσεις. Από την άποψη αυτή η ΦΙ αφορά συγκεκριμένη
περιοχή και συγκεκριμένη χρήση. Οι σχετικές μελέτες για τη ΦΙ περιστρέφονται γύρω από τρεις βασικές συνιστώσες ή
διαστάσεις: Φυσικο-οικολογικές, Κοινωνικο-δημογραφικές και Πολιτικο-οικονομικές. Τα τρία αυτά συστατικά θα πρέπει να
λαμβάνονται με διαφορετικό βάρος (σημασία) όταν αναφέρονται σε διαφορετικούς προορισμούς. Με οικολογικούς όρους η
φέρουσα ικανότητα ή χωρητικότητα του περιβάλλοντος είναι το οριακό μέγεθος αύξησης ενός πληθυσμού που μπορεί να
ζήσει σε ένα δεδομένο περιβάλλον. Αυτό το μέγεθος καθορίζεται κάθε στιγμή από τον περιοριστικό παράγοντα που ισχύει
εκείνη τη στιγμή. Η οικολογική έννοια της φέρουσας ικανότητας διατυπώνεται για να αποσαφηνίσει τη σχέση που υπάρχει
ανάμεσα στον περιβάλλον και τα ζώα και αφορούσε την ικανότητα αφομοίωσης και επανάκαμψης του περιβάλλοντος και τη
βιωσιμότητα των ζώων. Στην κοινωνική διάσταση η ΦΙ αναφέρεται στη σχέση ανάμεσα στα επίπεδα χρήσης και την
ικανοποίηση των επισκεπτών, συνδυαστικά με

οικολογικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς παράγοντες της φέρουσας

ικανότητας. Η ΦΙ δεν είναι μόνο αντικείμενο επιστημονικής ανάλυσης και σχεδιασμού, αλλά και προϊόν κοινωνικής
συναίνεσης.
-Φιλικές προς το περιβάλλον τεχνολογίες (friendly to the environment technologies): είναι διεργασίες που
χρησιμοποιεί η φύση και τις οποίες αξιοποιεί, εντατικοποιεί και ελέγχει ο άνθρωπος με σκοπό να επιλύσει προβλήματα
ρύπανσης και αποκατάστασης υποβαθμισμένων περιοχών. Μέσα σ’αυτές συγκαταλέγεται η αξιοποίηση των διεργασιών της
φυσικής εξασθένισης και του αυτοκαθαρισμού που συμβαίνει στο περιβάλλον με φυσικό τρόπο και μεγάλη διάρκεια. Ο
άνθρωπος δηλαδή, αξιοποιεί αυτές τις φυσικο-βιοχημικές διεργασίες της φύσης και με ταχύτατους ρυθμούς προσπαθεί να
αποκαταστήσει το περιβάλλον. Για παράδειγμα οι φιλικές προς το περιβάλλον τεχνολογίες μπορούν να προωθηθούν μέσα
από τη βιο-αποκατάσταση (χρήση μικροοργανισμών που διασπούν, μετατρέπουν και κινητοποιούν αβλαβή συστατικά
απομακρύνοντας τα), τη φυτο-αποκατάσταση (φύτευση κατάλληλων φυτών που προσροφούν και αδρανοποιούν με γοργούς
ρυθμούς ορισμένα τοξικά συστατικά του περιβάλλοντος, αποφορτίζοντας τα), χρήση ημιδιαπερατών φραγμάτων (ρινίσματα
σιδήρου, μελάσα κ.ά) για ορισμένα τοξικά συστατικά τα οποία ακινητοποιούνται κατά τη διέλευσή τους μέσα από τέτοια
φράγματα.
-Φλύσχης (flysch): χαρακτηρίζεται σύστημα πετρωμάτων που αποτελείται από εναλλασσόμενα ιζηματογενή πετρώματα
(ψαμμίτης, μάργα κ.ά) χωρίς συγκεκριμένη διαδοχή. Η δυτική Ελλάδα καλύπτεται από φλύσχη κατά το μέγιστο της
επιφάνειάς της.
-Φόρτιση θρεπτικών συστατικών (nutrients loading):Τα θρεπτικά συστατικά και η δοσολογία τους τα οποία προέρχονται
από τις υπάρχουσες δραστηριότητες στην ευρύτερη περιοχή και που εμπλουτίζουν έναν αποδέκτη (π.χ. θάλασσα, λίμνη,
ποταμό), αποτελούν ένα διαχειριστικό εργαλείο για την προστασία του περιβάλλοντος. Τα δεδομένα αυτά μπορεί
αλληλοσχετιζόμενα με τη μορφομετρία, το χρόνο ανανέωσης των νερών, τις συνθήκες δυναμικής των υδάτινων μαζών και
των ιζημάτων του πυθμένα, να περιγράψουν την υπάρχουσα κατάσταση, τις τυχόν επιπτώσεις στο περιβάλλον, αλλά και να
προβλεφτούν τυχόν δυσμενείς συνθήκες για τις εκεί βιοκοινότητες.
-Φράγμα (dam): είναι κάθε τεχνικό έργο που φράσσει τη δίοδο σε ρέοντα ή γενικά σε επιφανειακά νερά εγκλωβίζοντας τα
σε μια τεχνητή υδατοσυλλογή (φραγματολίμνη-τεχνητή λίμνη).

Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

51

-Φρεάτιος υδροφόρος ορίζοντας (phreatic watertable): ελεύθερος υδροφόρος ορίζοντας του οποίου η στάθμη βρίσκεται
κοντά στην επιφάνεια του εδάφους. Αυτή η κατηγορία υδροφόρων απαντάται σε αλουβιακές προσχώσεις και στους μανδύες
αποσάθρωσης. Εξαιτίας της γειτνίασής τους με την επιφάνεια του εδάφους επηρεάζονται εύκολα από εξωτερικές επιδράσεις
και γιαυτό ρυπαίνονται εύκολα.
-Φρύγανα (phrygana, brushwood, temperate heath and scrub): είναι τύπος βλάστησης που αποτελείται από μικρούς
θάμνους με ξηρή μορφή και καταλαμβάνουν γύρω στο 12,5% της έκτασης της Ελλάδας. Το κυριότερο χαρακτηριστικό τους
είναι

εποχικός διμορφισμός (διαφορετική μορφή τη ξηρή και την υγρή περίοδο). Τα φρύγανα κατά τη θερινή περίοδο

απελευθερώνουν στο περιβάλλον, κάτω από την επίδραση υψηλών θερμοκρασιών και έντονης ηλιακής ακτινοβολίας, πτητικά
αιθέρια έλαια-τις αρωματικές ουσίες που περιέχουν. Στους φρυγανότοπους κυριαρχούν ξυλώδη φυτά όπως είναι θυμάρι,
αφάνα, αστοιβή, γαλαστοιβή, θρούμπα, λιβανόχορτο, ασφάκα, λαδανιές, λυχναράκι, λεβάντα, ρίγανη αμάραντα, ασπαλαθιές
κ.ά. Στα αραιά φρύγανα αναπτύσσονται πολλά αγροστώδη, θερόφυτα και άλλα ποώδη φυτά όπως ασφόδελος,
σκληροκρεμμύδα, σπερδούκλια κ.ά.
-Φυλλοβόλα (deciduous): είναι τα φυτά εκείνα που ρίχνουν όλα τα φύλλα τους πριν από τη χειμερινή περίοδο.

Τα

αείφυλλα φυτά ρίχνουν μερικά από τα παλαιότερα φύλλα τους το φθινόπωρο ή και κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.
-Φύση (nature): Το φυσικό περιβάλλον. Όλος ο φυσικός κόσμος και οι διεργασίες που το διέπουν.
-Φυσική γεωργία (natural agriculture): Μέθοδος που ανέπτυξε ο Ιάπωνας γεωπόνος, αγρότης και φιλόσοφος M.
Fukuoka, ελαχιστοποιεί ακόμη περισσότερο από τη βιολογική γεωργία την ανθρώπινη παρέμβαση π.χ. όσον αφορά τη χρήση
μηχανημάτων ή το σκάλισμα του εδάφους. Με τον κατάλληλο συνδυασμό διάφορων πρακτικών π.χ. εδαφοκάλυψη με τριφύλλι,
συγκαλλιέργειες που προκύπτουν από μικτή ελεύθερη σπορά, κατευθείαν σπορά σε στρώμα άχυρου κ.λ.π., πετυχαίνει ψηλή
παραγωγικότητα, με ένα αξιοσημείωτα μικρό κόστος παραγωγής.
-Φυσική επιλογή (natural selection):Η φυσική επιλογή δεν είναι συνώνυμη της εξέλιξης. Η Φ.Ε. προσδιορίζει ένα
συγκεκριμένο τρόπο με τον οποίο πραγματοποιούνται αλλαγές κάθε είδους μέσα στο χρόνο, ενώ η εξέλιξη αναφέρεται σε
αλλαγές κάθε είδους μέσα στο χρόνο. Η Φ.Ε. αποτελεί τον πιο σημαντικό φορέα των εξελικτικών αλλαγών και έχει ως
αποτέλεσμα την εναρμόνιση των οργανισμών με το περιβάλλον τους, ή αλλιώς τις προσαρμογές.
-Φυσική κληρονομιά (natural heritage): Χαρακτηρίζονται έτσι τα δημιουργήματα της φύσης (φυσικά μνημεία αποτελούμενα
από φυσικούς και βιολογικούς σχηματισμούς), οι γεωλογικοί και φυσικο-γεωγραφικοί σχηματισμοί (που αποτελούν φυσικό
περιβάλλον απειλούμενων ζωικών και φυτικών ειδών), καθώς και οι φυσικοί χώροι και οι φυσικές περιοχές που έχουν
παγκόσμια αξία από την άποψη της επιστήμης, της αισθητικής, της διατήρησης της φύσης και της φυσικής ομορφιάς.
-Φυσικό περιβάλλον (natural environment): Οτιδήποτε υπάρχει και δημιουργήθηκε ανεξάρτητα από τον άνθρωπο και τις
δραστηριότητές του, χαρακτηρίζεται ως φυσικό περιβάλλον. Διακρίνεται σε αβιοτικό (φως, έδαφος, νερό, ατμόσφαιρα) και
βιοτικό περιβάλλον (φυτά, ζώα).

Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

52

-Φυσικό περιβάλλον στην Ελλάδα (natural environment in Greece): Το φυσικό ελληνικό περιβάλλον διαμορφώνεται και
επηρεάζεται από τους κυρίαρχους κλιματικούς τύπους (μεσογειακός και κεντροευρωπαϊκός), την ποικιλομορφία του
γεωλογικού υποβάθρου και των εδαφών, τη γεωλογική ιστορία, την ορεογραφική διαμόρφωση, αλλά και την τοπογραφική
ετερογένεια με τον πολυσχιδή διαμελισμό σε βουνά, χαράδρες, κοιλάδες, απόκρημνες πλαγιές, λίμνες, ποτάμια, υγρότοποι
και νησιά. Επίσης, ξεχωριστή σημασία για την πολυμορφία της ελληνικής φύσης αποδίδεται στη γειτνίαση πολλών περιοχών
με τη θάλασσα, στην περιοδικότητα της βροχόπτωσης, στις κλίσεις του εδάφους, στη συλλογή και απορροή του νερού, αλλά
και στη διαφορετικότητα της έκθεσης των εδαφών στους κυρίαρχους παράγοντες της κάθε περιοχής.
-Φυσικοί πόροι (natural resources): είναι τα πρωταρχικά βασικά συστατικά της φύσης, τα οποία μπορεί να είναι άψυχα ή
και έμψυχα και τα οποία έχουν αξία, μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τον άνθρωπο, αλλά δεν παράγονται από αυτόν.
Φυσικός πόρος είναι το νερό, η ηλιακή ενέργεια, ο αέρας, η γη που καλλιεργούμε, τα δάση, τα λιβάδια, τα μεταλλεύματα, τα
ορυκτά, τα αλιεύματα κ.ά. Κάθε στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος που χρησιμοποιείται ή μπορεί να χρησιμοποιηθεί από
τον άνθρωπο για την ικανοποίηση των αναγκών του και αποτελεί αξία για το κοινωνικό σύνολο.
-Φυτά ανθεκτικά στη ξηρασία:Είναι φυτά που μπορούν να αντέχουν ή να επιβιώνουν σε συνθήκες ανομβρίας και ξηρασίας.
Για κάποια από αυτά τους αρκούν οι χειμωνιάτικες βροχές και άλλα θα χρειαστούν λίγα ποτίσματα τη θερινή περίοδο.
Ωστόσο, την προσοχή σας γιατί τα πρόσφατα φυτεμένα φυτά έχουν ανάγκη από τακτικά ποτίσματα μέχρι να ριζώσουν και να
εγκατασταθούν καλά. Στα ανθεκτικά αυτά φυτά συγκαταλέγονται πόες (π.χ. αρμπαρόριζα, βαμβακούλα, γεράνι, δίκταμο,
λουϊζα, μαντζουράνα, μπούζια, πελαργόνι, πιπεριές, ρίγανη, σπαράγγι, φασκόμηλο), αναρριχώμενα (π.χ. αγιόκλημα,
αμπέλοψη, βιγκόνιες, γιασεμί, γλυσίνα, κισσός, κλήμα, βουκαμβίλια, ρολογιά, φίκος), καλλωπιστικά αγρωστώδη (π.χ. κελέρια,
γυνέριο), παχύφυτα (π.χ. αθάνατος, φραγκοσυκιά, αλόη), θάμνοι (π.χ. αγγελική, αγιόκλημα, αψιθιά, βιβούρνο, γιουνίπερος,
δενδρολίβανο, δράκαινα, ευώνυμο, ιβίσκος, ίλεξ, καλλιστήμονας, καμέλια, κίτρινο γιασεμί, κουμαριά, λαδανιά, λεβάντα,
λυγαριά, μυόπορο, πικροδάφνη, πουρνάρι, πυξός, πυράκανθος, ράμνος, ρετσινολαδιά, νάνα ροδιά, σπάρτο, σχίνος, ταξός,
φουντουκιά, φωτίνια), φοινικοειδή (π.χ. ουασιγκτόνια, διάφοροι φοίνικες, χουρμαδιά, χαμαίρωπας), δένδρα (π.χ. ακακία,
αμυγδαλιά, αριά, αρμυρίκια, γαζία, δάφνη, έλατα, ελιά και αγριελιά, κέδρος, κουκουναριά, κουτσουπιά, κρανιά, κυδωνιά,
κυπαρίσσια, μελιά, μουριά, νεραντζιά, πεύκα, ροδιά, δαμασκηνιά, σημύδα, συκιά, σφενδάμνι, τζιτζιφιά, φίκος, φιστικιά,
φλαμουριά, χαρουπιά, ψευδοπιπεριά). Εξυπακούεται ότι το νερό δεν είναι ο μόνος παράγοντας που εξασφαλίζει την επιβίωση
ενός φυτού. Έτσι το μαύρο πεύκο, το έλατο, το σφενδάμνι, η σημύδα και άλλα μπορεί να αντέχουν στην ξηρασία, αλλά αυτό
δεν σημαίνει ότι μπορούν να επιβιώσουν σε χαμηλά υψόμετρα στις Κυκλάδες, στην Αττική και στα παράλια της Κρήτης.
-Φυτά αρωματικά: Συνήθως, ονομάζονται όσα φυτά απλά αποδίδουν άρωμα. Η οσμή αυτή οφείλεται σε πτητικές χημικές
ενώσεις (αιθέρια έλαια) που περιέχουν. Αυτές οι ενώσεις παράγονται και συσσωρεύονται σε ειδικούς χώρους-αδένες που
βρίσκονται σε διάφορα μέρη του φυτού. Τέτοια είναι τα άνθη, φύλλα, βλαστοί, καρποί, ρίζες. Για παράδειγμα, μεταξύ άλλων,
βρίσκονται στα άνθη του γιασεμί και του τριαντάφυλλου. Στα φύλλα του θυμαριού, ρίγανης, θρούμπης, της μέντας, του
δίκταμου στην Κρήτη, της δάφνης, της μυρτιάς, της λαδανιάς, του φασκόμηλου, του βασιλικού, του δυόσμου. Στους καρπούς
του δαμάσκηνου, μήλου, σταφυλιού. Με την επίδραση εξωτερικών παραγόντων, όπως για παράδειγμα άνεμος, θερμοκρασία,
τριβή, αυξάνεται η ποσότητα των πτητικών ενώσεων που απελευθερώνονται από αυτά τα φυτά. Η σημαντικότερη όμως
ιδιότητα των αρωματικών φυτών στην παραγωγή των αιθέριων ελαίων, αποτελεί δικλείδα ασφαλείας στις υψηλές
Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

53

θερμοκρασίες, στην έντονη ακτινοβολία και στην ξηρασία της θερινής περιόδου. Έτσι, διοχετεύουν το περίσσευμα της
έντονης ηλιακής ενέργειας που δέχονται για την παραγωγή των αιθέριων ελαίων. Δηλαδή, τα αιθέρια έλαια
χρησιμοποιούνται από ορισμένα φυτά-τα αρωματικά ως αποθήκες ενέργειας.
Ο Ιπποκράτης, ο Θεόφραστος, ο Γαληνός, ο Διοσκουρίδης και ο ρωμαίος Πλίνιος ο πρεσβύτερος, συνέβαλαν σημαντικά στη
διάδοση της χρησιμοποίησης των αρωματικών φυτών για θεραπευτικούς σκοπούς.

Από την αρχαιότητα οι Έλληνες

χρησιμοποιούσαν τα αρωματικά φυτά για τις θεραπευτικές τους ιδιότητές και για τη διατροφική τους αξία.
Χρησιμοποιούνταν ως καρυκεύματα στη μαγειρική. Όπως ο βασιλικός, δενδρολίβανο, δυόσμος, σέλινο, άνηθος, μαϊντανός.
Για αφέψημα και για θεραπευτικούς λόγους. ΄Οπως το χαμομήλι, τσάι του βουνού, φλισκούνι, φλαμούρι.
-Φυτά κατάλληλα για ανεμοφράκτες:Τα φυτά ως ανεμοφράκτες είναι μια ιδιαίτερη γεωργική και κηποτεχνική εφαρμογή. Για
την επιτυχία τους χρειάζονται ορισμένες συνθήκες και προδιαγραφές. Για παράδειγμα, εκεί όπου θα φυτευτούν δένδρα ή
θάμνοι το έδαφος πρέπει να είναι βαθύ. Έτσι, οι ρίζες των φυτών θα πάνε βαθιά για να παρέχουν καλύτερη στήριξη ως
προς τους ανέμους. Την προσοχή μας στο πότισμα γιατί συχνά ποτίσματα ευνοούν τη δημιουργία επιφανειακού ριζικού
συστήματος, που δεν ενδείκνυται για τα φυτών ανεμοφρακτών. Επίσης, τα φυτά δεν πρέπει να είναι τόσο πυκνά φυτεμένα,
ώστε να εμποδίζουν ολοκληρωτικά το πέρασμα του ανέμου. Θυμόμαστε ότι με τα φυτά θέλουμε να ελαττώσουμε την ορμή
του ανέμου. Εξάλλου, όσο πιο ψηλός είναι ο ανεμοφράκτης, τόσο μεγαλύτερη επιφάνεια προστατεύει.
Οι "ανεμοφράκτες" βελτιώνουν επίσης τις μικροπεριβαλλοντικές συνθήκες (εξάτμιση, θερμοκρασιακή διακύμανση κ.λπ.)
γεγονός που είναι ιδιαίτερα σημαντικό στην περίπτωση που θέλουμε να αναπλάσουμε μια μεγαλύτερη έκταση στην οποία η
υπάρχουσα βλάστηση είναι περιορισμένη ή ανύπαρκτη. Για ψηλούς ανεμοφράκτες κατάλληλα είναι τα φυτά αριά, κυπαρίσσια,
λεύκες, μαύρη πεύκη , το πεύκο σιλβέστρις, τα έλατα, ο ταξός και άλλα. Για χαμηλούς ανεμοφράκτες κατάλληλα είναι τα
φυτά χαρουπιά, κουμαριά, αλμυρίκια, δάφνη, τζιτζιφιά, λιγκούστρο, μυόπορο, αγριελιά, πυράκανθος, μυρτιά, σχίνος και άλλα.

Φυτά κατάλληλα για αστικές ημισκιερές και σκιερές θέσεις: Στις μεγαλουπόλεις με τα υψηλά κτίρια δημιουργούνται
συνθήκες σκιάς για τις περισσότερες ώρες της ημέρας. Το ίδιο συμβαίνει και κάτω από τα δένδρα σε κήπους και άλση. Έτσι,
κατάλληλα φυτά για σκιερές ή ημισκιερές συνθήκες είναι πολλά. Για παράδειγμα φυτά που αντέχουν τη σκιά ή τις ημισκιερές
συνθήκες είναι μεταξύ των άλλων

η αριά, δάφνη, αγγελική, ζαλέα, γαρδένια, δαφνοκέρασος, αρκουδοπούρναρο, ίλεξ,

καμέλια, κέρια, μαόνια, ορτανσία, ροδόδενδρο, τσίκας, κισσός, φίκος ρέπενς, βίγκα, μπαμπού, οφιοπώγων, οξυά, ταξός.
Ημισκιερές συνθήκες προτιμούν τα φυτά ιπποκαστανέα, κέδροι, σημύδα, σφενδάμνι, διάφοροι φίκοι, αράλια, βερόνικα,
βιβούρνο, κοράλι, κουφέα, κρανιές, λιγουστρίνι, μανόλια, πουνάρι, πυξός, σχίνος, μυρτιά, κόρυλος, αγιόκλημα, αριστολόχια,
γιασεμιά, πολυγόνιο, στεφανωτή, σπαράγγια, καρότα, κάρεξ, μισχανθός, μολίνια, φάλαρη, λωτός, πάπυρος.
-Φυτά κατάλληλα για εδαφοκάλυψη: Όταν θέλουμε να μειώσουμε τα αγριόχορτα που φυτρώνουν εύκολα στο ακάλυπτο
έδαφος αστικών περιοχών, φυτεύουμε θάμνους και πόες που απλώνουν τα κλαδιά τους παράλληλα με το έδαφος και δεν
μεγαλώνουν πολύ σε ύψος. Με τέτοια φυτά μπορούμε να δημιουργήσουμε πράσινες και κυματιστές επιφάνειες. Κατάλληλα για
το σκοπό αυτό είναι τα περισσότερα από τα αναρριχώμενα φυτά, αλλά και τα αμπέλια, βερβερίδα, βερόνικα, οι
οριζοντιοκλάδιοι γιουνίπεροι, γκαζάνια, το έρπον δενδρολίβανο, θυμάρι, κάρεξ, λαντάνες, λεβάντα, λεβαντίνη, μίσχανθος,
μολίνια, διάφορα μπούζια, σπιραία, υπέρικο, φάλαρη, φεστούκα.
Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

54

-Φυτικά οικοσυστήματα στην Ελλάδα (vegetative ecosystems): Τα φυτικά οικοσυστήματα στη χώρα μας διακρίνονται,
ανάλογα με τη φυσιογνωμία και τη σύνθεση της βλάστησης, στις Μεσογειακές περιοχές (Μακί, Φρύγανα, Δάση κωνοφόρων,
Μικτά φυλλοβόλα δάση, Παραθαλάσσια βλάστηση, Ορεινά δάση κωνοφόρων, Βλάστηση απόκρημνων βράχων και φαραγγιών,
Υποαλπική και αλπική βλάστηση, Βλάστηση μεταβατικής ζώνης), στα Κεντροευρωπαϊκά συστήματα (Πλατύφυλλα δάση
φυλλοβόλων), την Τροπική βλάστηση και τα φυτικά οικοσυστήματα στις Υγροτοπικές περιοχές (Λίμνες, Λιμνοθάλασσες,
Παράκτιος χώρος, Ποτάμια, Έλη, Βάλτοι, Τέλματα κ.ά). Για λεπτομέρειες βλέπε στα επιμέρους του λεξιλογίου.
-Φυτογεωγραφία & Ζωογεωγραφία (phytogeography & zoogeography): Η μελέτη της γεωγραφικής κατανομής των
φυτών και των ζώων αντίστοιχα, αλλά και να ερμηνεύσουν-κατανοήσουν τις παρελθούσες μετακινήσεις των οργανισμών σε
γεωλογικούς χρόνους.
-Φυτο-εξυγίανση (phyto-remediation): Ο άνθρωπος με σκοπό να επιλύσει προβλήματα ρύπανσης και αποκατάστασης
υποβαθμισμένων περιοχών, αξιοποιεί και χρησιμοποιεί τις φυσικο-βιολογικές διεργασίες της φύσης και ειδικότερα των
φυτών με ταχύτερους και εντατικοποιημένους ρυθμούς. Η φύτευση κατάλληλων φυτών αποβλέπει στο να προσροφηθούν,
εξατμιστούν ή και αδρανοποιηθούν με γοργούς ρυθμούς, ορισμένα τοξικά συστατικά του περιβάλλοντος, αποφορτίζοντας το.
Έτσι, οι ρύποι μπορούν να κινητοποιηθούν από το υπέδαφος ή τον υδροφόρο και να συσσωρευτούν στο υπέργειο τμήμα το
φυτού (φυτο-εκχύλιση) ή και στις ρίζες (ριζο-διήθηση), να εξατμιστούν προς την ατμόσφαιρα (φυτο-εξάτμιση), ή και να
αποδομηθούν με ενζυματική διάσπαση στις ρίζες (ριζο-αποδόμηση), ή και στο υπέργειο τμήμα του φυτού (φυτο-αποδόμηση).
Πρόσθετα, μέσω της ενισχυμένης βιο-αποδόμησης, ενισχύονται οι μικροβιακοί πληθυσμοί στο ριζικό σύστημα με αύξηση του
ρυθμού βιο-αποδόμησης ρύπων στη ριζόσφαιρα του ριζικού συστήματος των φυτών.
-Φυτοκοινότητα (plantcommunity): Το σύνολο των φυτών που συνυπάρχουν σε ένα βιότοπο.
-Φυτοπλαγκτό (phytoplankton): είναι σύνολο μικροσκοπικών φυτικών οργανισμών που ανήκουν στο πλαγκτό.
-Φυτοφάγος οργανισμός (herbivorous): είναι ο ζωικός οργανισμός που τρέφεται αποκλειστικά με φυτά.
-Φωτοβολταϊκά Συστήματα (fotovoltaic systems): Είναι συστοιχίες φωτοβολταϊκών στοιχείων μαζί με τις απαραίτητες
συσκευές και διατάξεις για τη μετατροπή της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται στην επιθυμητή μορφή.
-Φωτο-καταλυτικά υλικά (foto-catalytic materials): Υλικά που, λόγω της σύνθεσής τους, μπορούν να αποσυνθέσουν
ρύπους υπό συνθήκες φωτισμού.
-Φωτοσύνθεση (photosynthesis): είναι η φυσιολογική λειτουργία ων φυτών με την οποία αυτά χρησιμοποιούν την ενέργεια
του ήλιου και μετασχηματίζουν το νερό και το διοξείδιο του άνθρακα που βρίσκεται στο περιβάλλον τους, σε χρήσιμα
συστατικά (υδατάνθρακες και οξυγόνο) για τη διατήρηση και ανάπτυξη τους. Έτσι, η φωτοσύνθεση αποτελεί τη βασική πηγή
ζωής, με άμεσο ή έμμεσο τρόπο, για κάθε ζωντανό οργανισμό, αφού δημιουργεί σάκχαρα, το ‘’καύσιμο’’ τους. Οι παράγοντες
που ελέγχουν τη φωτοσύνθεση είναι το φως (ποιότητα-μήκος κύματος και ένταση), το διοξείδιο του άνθρακα, το νερό, τα
θρεπτικά στοιχεία (απαιτούνται για τη σύνθεση τη χλωροφύλλης και των ενζύμων που λαμβάνουν μέρος στη φωτοσύνθεση)
και η θερμοκρασία.
-Φωτοχημική αντίδραση (photochemical reaction): είναι χημική αντίδραση που γίνεται από τη δράση ορισμένου μήκους
κύματος ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας.
Θ. Σ. Κουσουρής,
- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

55

-Φως (sunlight): είναι μορφή ενέργειας που ακτινοβολεί ο ήλιος προς τη Γη και την οποία οι αυτότροφοι οργανισμοί
μετατρέπουν σε χημική, μέσω της φωτοσύνθεσης.

Χαμαίφυτα (chamephyta): είναι τύπος φυτών (βιομορφή) που φέρουν τους οφθαλμούς ανανέωσής τους στην επιφάνεια

-

του εδάφους.
-Χαρτογραφική Προβολή (chartographic profile): Η μέθοδος απεικόνισης του συνόλου ή τμήματος της γήινης επιφάνειας
σε ένα επίπεδο.
-Χερσαία οικοσυστήματα (terrestrial ecosystems): Κύρια χαρακτηριστικά του χερσαίου περιβάλλοντος είναι η απουσία
νερού ως βασικός περιοριστικός παράγοντας, οι διακυμάνσεις της θερμοκρασίας, οι ισχυρές σκελετικές κατασκευές που
απαιτεί η ζωή στη χέρσο, οι οργανισμοί στη χέρσο έχουν γεωγραφικά εμπόδια για τις μετακινήσεις τους, η χημική σύσταση
του υποστρώματος που έχει τεράστια σημασία για την επιβίωση των οργανισμών αφού αποτελεί τη σχεδόν μοναδική πηγή
θρεπτικών αλάτων & ιχνοστοιχείων, ενώ το οξυγόν & το διοξείδιο του άνθρακα ποτέ δεν είναι περιοριστικοί παράγοντες για
τη ζωή. Η φυσιογνωμία των χερσαίων οικοσυστημάτων ελέγχεται κυρίως από το κλίμα (θερμοκρασία,υγρασία, φως, άνεμος
κ.ά), το υπόστρωμα (ανάγλυφο, υφή, δομή κ.ά), μαζί με τις αλληλεπιδράσεις των διαφόρων οργανισμών, Το βιοτικό
υποσύστημα του εδάφους αποτελείται από -κινητούς οργανισμούς (ακάρεα, έντομα και προνύμφες, σκουλήκια, σπονδυλόζωα,
νηματώδεις, ολιγόχαιτα) που βοηθούν τη μηχανική ανάμιξη του εδάφους, βελτιώνοντας και τον αερισμό του & -ακίνητους
(βακτήρια, μύκητες, πρωτόζωα, ρίζες) που εντοπίζονται σε ορισμένες θέσεις, είναι μικροσκοπικοί που σταθεροποιούνται
ανάμεσα στα κολλοειδή του εδάφους, μερικοί σχηματίζουν κλειστές κοινότητες με τις ρίζες και με τη δράση τους συντελούν
στην αποικοδόμηση-ανοργανοποίηση των υλικών (μετατρέπουν τα νεκρά υλικά αρχικά σε χούμο

& στην συνέχεια

ανοργανοποιούν τα οργανικά υλικά , ώστε να μπορούν να προσληφθούν από τα φυτά).
-Χημική απαίτηση σε οξυγόνο (COD-chemical oxygene demand): Ορισμένες οργανικές ενώσεις (π.χ. κυτταρίνη,
φαινόλες, βενζόλιο, ταννίνες, πολυαρωματικοί υδρογονάνθρακες κ.α.) είναι ανθεκτικές στη βιοαποικοδόμηση, ενώ άλλες
(π.χ. ζιζανιοκτόνα, παρασιτοκτόνα κ.ά.) πολύ δύσκολα αποικοδομούνται γιατί είναι τοξικές για τους αποικοδομητές τους,
τους μικροοργανισμούς. Το COD

είναι μια μετρήσιμη ποσότητα η οποία δεν εξαρτάται ούτε από την ικανότητα

βιοαποικοδόμησης των μικροοργανισμών, ούτε από τη γνώση της χημικής σύστασης και δομής των μορίων που υπάρχουν για
παράδειγμα σε ένα απόβλητο. Το COD αναφέρεται στη συνολική απαίτηση του αποβλήτου σε οξυγόνο και έτσι δεν μπορεί να
γίνει διάκριση μεταξύ των βιο-αποικοδομήσιμων και μη ενώσεων. Η τιμή του COD ενός αποβλήτου είναι πάντοτε μεγαλύτερη
από αυτή του BOD. Η διαφορά COD-BOD δίνει μια καλή εκτίμηση του μη βιο-αποικοδομήσιμου οργανικού φορτίου των
αποβλήτων.
-Χλωρή λίπανση (green fertilizer): Η μέθοδος για βελτίωση της γονιμότητας του εδάφους, που στηρίζεται κυρίως στη
σπορά ψυχανθών, αλλά και άλλων φυτών και ακολουθείται συνήθως από την ενσωμάτωσή τους στο έδαφος.

Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

56

-Χλωρίδα (flora): είναι η ποικιλία των φυτικών οργανισμών που ζουν σε μία περιοχή και είναι διαφορετικός όρος από
εκείνον της βλάστησης.
-Χλωρίωση (chlorination):είναι η πιο διαδεδομένη μέθοδος αποστείρωσης του νερού, όπου συνήθως προστίθεται
υποχλωριώδες οξύ στο νερό. Όταν η δόση της χλωρίωσης είναι μεγαλύτερη από όσο πρέπει, και όσο χλώριο δεν αντιδρά με
την οργανική ύλη που βρίσκεται στο νερό, την αντιλαμβανόμαστε από τη μυρωδιά του χλωρίου. Αν και το χλώριο αποτελεί
ένα από τα πιο δραστικά στοιχεία που σε μεγάλες δόσεις είναι επικίνδυνο και θανατηφόρο, εκείνο που απαντάται στο
χλωριωμένο νερό δεν συνιστά κανένα κίνδυνο, ακόμη και όταν τα επίπεδά του έχουν ξεπεράσει το όριο. Εναλλακτικοί τρόποι
απολύμανσης του νερού με αμφιλεγόμενη αξία αποτελούν η οζόνωση, η υπεριώδης ακτινοβολία και η φθορίωση. Σήμερα,
χρησιμοποιείται το διοξείδιο του χλωρίου, τόσο για την απολύμανση του νερού- εξολοθρεύονται οι μικροοργανισμοί με
οξείδωση χωρίς να χλωριώνονται οι οργανικές του ενώσεις, όσο και στη χαρτοβιομηχανία, αντικαθιστώντας το χλώριο που
ήταν υπεύθυνο μέχρι σήμερα για την παραγωγή διοξινών κατά τη λεύκανση της χαρτόμαζας.
-Χλωροφθοράνθρακας (chloro-fluoro-carbons): είναι χημική ένωση ανθρακικής αλυσίδας που περιέχει και άτομα
χλωρίου και φθορίου.
-Χλωροφύλλη (chlorophyll): είναι η πράσινη χρωστική (οργανομαγνησιακό μόριο) που βρίσκεται στα φυτά και η οποία είναι
υπεύθυνη για τη δέσμευση του φωτός κατά τη φωτοσύνθεση. Δηλαδή, είναι η φυσική ουσία που βοηθά τα φυτικά κύτταρα να
μετατρέψουν την ηλιακή ενέργεια σε χημική ενέργεια.
-Χλώρωση (loss of plant color):είναι σύμπτωμα που εμφανίζεται μετά από δοκιμασία των φυτών και εκδηλώνεται με
απώλεια του πράσινου χρώματός τους.
-Χούμος (humus): είναι το κύριο οργανικό συστατικό του εδάφους, δηλαδή ένα μίγμα ενώσεων που προέρχονται από τη
μικροβιακή αποσύνθεση των πρωτεϊνών και της λιγνίνης. Περιέχει χουμικά οξέα με όξινες ομάδες καρβοξυλίου και
φαινολικού υδροξυλίου. Επίσης, είναι το τμήμα εκείνο της οργανικής ουσίας του εδάφους, που έχει σταθεροποιηθεί
δημιουργώντας τα πολύτιμα για τη γονιμότητα του εδάφους "χουμικά σύμπλοκα".
-ΧΥΔΥ (sanitary disposal site for waste residues): Οι Χώροι Υγειονομικής Διάθεσης Υπολειμμάτων είναι
οριοθετημένες περιοχές όπου γίνεται η υγειονομική διάθεση των υπολειμμάτων από τα στερεά απορρίμματα. Έχουν
αντικαταστήσει με Κοινοτική νομοθεσία τα ΧΥΤΑ.
-ΧΥΤΑ (sanitary land-fills): Οι Χώροι Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων, ήταν οριοθετημένες περιοχές όπου γινόταν η
υγειονομική ταφή των στερεών απορριμμάτων. Σήμερα οι Χώροι Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων είναι απαγορευμένοι
και αντικαθιστώνται από τα ΧΥΔΥ.

Ψαμμίτης

-

(sandstone): είναι κλαστικό ιζηματογενές πέτρωμα με μεσαίου μεγέθους κόκκους χαλαζιακής άμμου που

φαίνονται με γυμνό μάτι.

Θ. Σ. Κουσουρής,

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

57

-Ψυχανθή (legumes): είναι οικογένεια φυτών, στην οποία συμπεριλαμβάνονται όλα τα βρώσιμα όσπρια, όπως φασόλια,
φακές, μπιζέλια, κουκιά, ρεβίθια κ.λ.π. και διάφορα κτηνοτροφικά φυτά όπως τριφύλλια, μηδική βίκος, λούπινο κ.λ.π. Το
χαρακτηριστικό τους είναι ότι στις ρίζες τους υπάρχουν βακτήρια, τα οποία δεσμεύουν το ατμοσφαιρικό άζωτο
εμπλουτίζοντας το έδαφος με αυτό το χρησιμότατο στοιχείο για την ανάπτυξη των φυτών.
-Ψυχρά Υλικά (cool materials): Υλικά που χαρακτηρίζονται από υψηλή ανακλαστικότητα στην ηλιακή ακτινοβολία και από
υψηλό συντελεστή εκπομπής υπέρυθρης ακτινοβολίας (εκλύουν γρηγορότερα τα ποσά θερμότητας που έχουν απορροφήσει).
Με την εφαρμογή τους εξασφαλίζονται χαμηλότερες επιφανειακές θερμοκρασίες συγκριτικά με άλλα υλικά.
-Ψυχρόφιλος οργανισμός (psichrophilous organism): είναι οργανισμός που αναπτύσσεται καλύτερα σε περιβάλλον με
χαμηλές θερμοκρασίες.
_____________

Για περισσότερους περιβαλλοντικούς όρους μπορείτε, μεταξύ των άλλων, να συμβουλευτείτε την ιστοσελίδα του
Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος http://glossary.eea.eu.int

Πηγές βιβλιογραφίας
-Atlas, M.R., & Bartha, R., 1993.Microbial ecology. Fundamentals & applications. 3rd Ed.,

Benjamin /

Cummings Publ.
-Bush, M., 2003. Ecology of a changing planet. Prentice Hall.
-Βώκου, Δ., Παντής, Γ., Σγαρδέλλης, Σ.,2001. Οικολογία. Η αναγκαιότητα της σύνθεσης. Η γοητεία των
σχέσεων. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Εκδ., Εγνατία.
-Δημόπουλος, Π., Πανίτσα, Μ., 2003. Οικολογία φυτών. Εκδ.,Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.
-Hinkley, A., 1976. Applied ecology. McMillan Publ., Co.
-Hutchinson, G.E., 1957. A treatise on limnology. Wiley, N.Y.
-Krebs, C.J., 2001. Ecology. Benjamin / Cummings Publ.
-Κουσουρής, Θ., 1998. Το νερό στη φύση, στην ανάπτυξη, στην προστασία του περιβάλλοντος. Μονογραφίες
Θαλάσσιων Επιστημών, Νο 1, Εκδ. ΕΚΘΕ.
-Λυκάκης, Σ., 1996. Οικολογία. Πανεπιστήμιο Πατρών. Εκδ., Συμμετρία.
-Odum, E.P., 1971. Fundamentals of ecology. W.B.Saunders & Co, Philad.
-Odum, E.P., 1983. Basic ecology. Saunders College Publ., N.Y.
-Pianka, E.R., 2000. Evolutionary ecology. Pearson Ed., Inc.
-Simmons, I.G., 1974. The ecology of natural resources. Edward Arnold.
-Smith, R.L., 1996. Ecology and field biology. Harper Collins College Publ.
-Χατζημπίρος, Κ. 2007. Οικολογία. Οικοσυστήματα και προστασία του περιβάλλοντος. ΕΜΠ. Εκδ., Συμμετρία.
Θ.Σ. Κουσουρής, 2011

(tkouss@gmail.com &

Θ. Σ. Κουσουρής,

http://www.perivallon.com)

- Λεξιλόγιο Οικολογικών & Περιβαλλοντικών Εννοιών & Όρων-

58

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful