You are on page 1of 40

ΔΥΟ ΜΕΛΕΤΕΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟ “ΚΕΦΑΛΑΙΟ”

ΤΟΥ ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ
Ο ΠΡΩΤΟΣ ΤΟΜΟΣ ΤΟΥ “ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ”
Φραντς Μέριγκ

O ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΤΡΙΤΟΣ ΤΟΜΟΣ
Ρόζα Λούξεμπουργκ

ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ
http://politikokafeneio.com

[Μέσα σ’ αυτό το χρόνο θα κυκλοφορήσει, στην Ελλάδα και ο 3ος τόμος
του Κεφαλαίου στις δυο πρόσφατες μεταφράσεις του: από το Γιάννη
Σκουριώτη η μια και από την ομάδα μεταφραστών η άλλη που
πρωτοκυκλοφόρησε στο εξωτερικό και επανεκδίδεται εδώ από τη
«Μόρφωση». Δηλαδή το έργο εκδίδεται στο σύνολό του 37 ολόκληρα
χρόνια από τότε που βγήκαν οι πρώτες δυο μεταφράσεις μέρους του (το
1927 εκδόθηκε η μετάφραση των Α. και Δ. Πουρνάρα και τον ίδιο χρόνο
η πολύ πιο αξιόλογη των Π. Πουλιόπουλου και Α. Δούμα). Το «Μ.Δ.»
σαν εισαγωγική συνεισφορά στη μελέτη του Κεφαλαίου δημοσιεύει σ’
αυτό το φύλλο του δυο αυτοτελή κεφάλαια από το ανέκδοτο στην
Ελλάδα εξαίρετο έργο του Φραντς-Μέριγκ, Καρλ Μαρξ, Ιστορία της
Ζωής του. Η Έκθεση για τον 1ο τόμο έγινε από τον ίδιο τοn Μέριγκ. Για
το 2ο και 3ο τόμο έγινε από τη Ρόζα Λούξεμπουργκ. Εκτενέστερο
εκλαϊκευτικό βοήθημα για τη μελέτη του Κεφαλαίου αποτελεί επίσης το
έξοχο βιβλίο του Κ. Κάουτσκι: Οικονομικές Θεωρίες του Καρλ Μαρξ –
μετάφραση Παντελή Πουλιόπουλου].

http://www.politikokafeneio.com/neo/modules.php?
name=News&file=article&sid=9049

Γράφτηκαν: το 1918 και αποτελούν μέρος του βιβλίου του
Φράντς Μέριγκ: Καρλ Μαρξ, Ιστορία της Ζωής του

Φραντς Μέριγκ
Στο πρώτο μέρος του βιβλίου του, ο Μαρξ
ανακεφαλαιώνει για μια ακόμα φορά ό,τι είχε ήδη
γράψει το 1859 στην Κριτική της Πολιτικής
Οικονομίας αναφορικά με τη φύση του
εμπορεύματος και του χρήματος. Αυτό το έκανε όχι
μόνο γιατί ήθελε να είναι πληρέστερη η έκθεση του,
αλλά γιατί ακόμα και νοήμονες αναγνώστες του,
συχνά δεν κατόρθωναν ν’ αντιληφθούν ολότελα τις
ιδέες του, και έτσι συμπέρανε ότι θα έπρεπε να
υπήρχε κάτι εσφαλμένο στον τρόπο της
παρουσίασης τους και ιδιαίτερα στην ανάλυση από
μέρος του της φύσης του εμπορεύματος.
Ασφαλώς μεταξύ των ευφυών αναγνωστών του δεν
θα υπολογίζονται οι καθηγητικοί φωστήρες της
Γερμανίας οι οποίοι εκδηλώσανε την αποστροφή
τους ιδιαίτερα για τo πρώτο κεφάλαιο λόγω του
«υποτιθέμενου μυστικισμού» του. «Από την πρώτη
ματιά ένα εμπόρευμα παρουσιάζεται σαν κάτι απλό,
σαν ένα ευκολονόητο πράγμα. Η ανάλυσή του όμως
αποδείχνει ότι είναι ένα πολύ εκκεντρικό αντικείμενο,
γεμάτο από μεταφυσικές λεπτολογίες και θεολογικά
σοφίσματα. Στο βαθμό που είναι αξία χρήσης δεν
υπάρχει σ’ αυτό τίποτε το μυστηριώδες... Η μορφή
του ξύλου αλλάζει όταν κατασκευάζομε απ’ αυτό ένα
τραπέζι, Όμως, το τραπέζι δεν παύει να είναι από
ξύλο, ένα συνηθισμένο χειροπιαστό αντικείμενο.
Μόλις όμως εμφανιστεί σαν εμπόρευμα, γίνεται εκτός
από αισθητό και υπεραισθητό. Δεν στέκεται πια μόνο

στερεά με τα τέσσερα πόδια του πάνω στο έδαφος
αλλά απέναντι στα αλλά εμπορεύματα είναι σαν
αναποδογυρισμένο, το δε ξύλινο κεφάλι του
αναπτύσσει παραξενιές πιο απίθανες κι: απ’ ό,τι θα
είταν αν άρχιζε να χορεύει μοναχό του». Αυτό το
επιχείρημα παρανοήθηκε από όλους αυτούς τους
βραδύνοες που μπορούσαν να κατασκευάζουν
μεταφυσικές λεπτολογίες και θεολογικούς γρίφους
κατά βούληση, όχι όμως και τίποτε έτσι υλικό και
συνηθισμένο, όπως ένα απλό ξύλινο τραπέζι.
Αν εξεταστεί έστω και μόνο από φιλολογική άποψη,
ο πρώτος τόμος του Κεφαλαίου είναι ένα από τα
ωραιότερα κείμενα που έγραψε στη ζωή του ο
Μαρξ. Αφού πραγματεύθηκε το θέμα του
εμπορεύματος, έπειτα προχωρώντας δείχνει πώς το
χρήμα μετατρέπεται σε κεφάλαιο. Αν ίσες αξίες ανταλλάσσονται με ίσες αξίες μέσα στην κυκλοφορία
των εμπορευμάτων, πώς μπορεί ο άνθρωπος που
διαθέτει χρήματα ν’ αγοράσει εμπορεύματα στην
αξία τους, να τα πουλήσει έπειτα πάλι στην αξία
τους και παρ’ όλα αυτά να εισπράξει μεγαλύτερη
αξία απ’ όση έδοσε; Αυτό μπορεί να το επιτύχει μόνο γιατί κάτω από τις επικρατούσες κοινωνικές
σχέσεις βρίσκει στην αγορά των εμπορευμάτων ένα
εμπόρευμα που έχει μια τέτοια ιδιαίτερη φύση ώστε
η κατανάλωσή του αποτελεί την πηγή νέας αξίας.
Αυτό το εμπόρευμα είναι η εργατική δύναμη.
Υπάρχει μέσα στον ίδιο το ζωντανό εργάτη που
χρειάζεται ορισμένη ποσότητα τροφίμων για να
διατηρηθεί στη ζωή αυτός και η οικογένεια του, η
οποία άλλωστε κ’ εξασφαλίζει τη διαιώνιση της
ζωντανής εργατικής δύναμης μετά το θάνατό του. Ο
χρόνος εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή
αυτής της ποσότητος των τροφίμων κλπ.
αντιπροσωπεύει την αξία της εργατικής δύναμης.
Ωστόσο η αξία αυτή που πληρώνεται με τη μορφή

ημερομισθίων, είναι πολύ μικρότερη από την αξία
που ο αγοραστής της εργατικής δύναμης είναι σε
θέση ν’ αποσπάσει απ’ αυτήν. Η πρόσθετη
υπερεργασία του εργάτη που υπερβαίνει το χρόνο
εργασίας τον αναγκαίο για την αντικατάσταση της
αξίας που αντιπροσωπεύουν τα ημερομίσθιά του,
αποτελεί την πηγή της υπεραξίας, την πηγή της
αδιάκοπα αυξανόμενης συσσώρευσης του
κεφαλαίου. Αυτή η απλήρωτη εργασία του εργάτη
κατανέμεται μεταξύ όλων των μη εργαζόμενων
μελών της κοινωνίας, ολόκληρο δε το κοινωνικό σύστημα στο όποιο ζούμε στηρίζεται πάνω σ’ αυτήν.
Αυτή καθαυτή η απλήρωτη, εργασία ασφαλώς δεν
αποτελεί αποκλειστικό χαρακτηριστικό γνώρισμα
της σύγχρονης αστικής κοινωνίας. Όσον καιρό
υπήρξαν κατέχουσες και μη κατέχουσες τάξεις, οι
τελευταίες όφειλαν πάντοτε να πραγματοποιούν κ’
εργασία απλήρωτη. Όσον καιρό ένα τμήμα της
κοινωνίας θα διαθέτει μονοπωλιακά τα μέσα της
παραγωγής, τόσον καιρό και ο εργάτης είτε είναι
ελεύθερος είτε όχι θα οφείλει να εργάζεται
περισσότερο από το χρόνο που είναι αναγκαίος για
τη δική του διατήρηση στη ζωή, για να προμηθεύει
τα τρόφιμα κλπ. στους κάτοχους των παραγωγικών
μέσων. H μισθωτή εργασία είναι μόνο μια ιδιαίτερη
ιστορική μορφή του συστήματος της απλήρωτης
εργασίας που υπάρχει από τότε που χωρίστηκε η
κοινωνία σε τάξεις, και σαν τέτοια πρέπει να
εξετασθεί αν πρόκειται να γίνει κατανοητή σωστά.
Για να είναι σε θέση να μετατρέψει το χρήμα του σε
κεφάλαιο, ο άνθρωπος με τα χρήματα πρέπει να βρει
ελεύθερους εργάτες στην αγορά, ελεύθερους με
διπλή έννοια, ότι πρώτα απ’ όλα είναι ελεύθεροι να
διαθέτουν την εργατική τους δύναμη σαν εμπόρευμα
και δεν έχουν κανένα άλλο εμπόρευμα να διαθέσουν,
και δεύτερο ότι είναι ελεύθεροι με την έννοια ότι δεν

έχουν στην κατοχή τους κανένα από τα μέσα που
είναι αναγκαία για να χρησιμοποιήσουν οι ίδιοι την
εργατική τους δύναμη ανεξάρτητα. Αυτή είναι μια
σχέση που δεν στηρίζεται σε νόμους της Φύσης,
γιατί η Φύση δεν δημιουργεί από το ένα μέρος τους
κάτοχους των εμπορευμάτων ή του χρήματος, και
από το άλλο μέρος εκείνους που δεν διαθέτουν
τίποτε άλλο από την εργατική τους δύναμη.
Επιπλέον δεν έχουμε να κάνουμε με μια κοινωνική
σχέση που είναι κοινή σε όλες τις ιστορικές περιόδους, αλλά με το αποτέλεσμα μιας μακράς περιόδου
ιστορικής εξέλιξης, με το δημιούργημα πολλών
οικονομικών μεταβολών και την παρακμή και την
εξαφάνιση μιας ολόκληρης σειράς από παλαιότερες
μορφές της κοινωνικής παραγωγής.
Η εμπορευματική παραγωγή είναι η αφετηρία του
κεφαλαίου. Η παραγωγή του εμπορεύματος, η
εμπορευματική κυκλοφορία και η ανεπτυγμένη
κυκλοφορία εμπορευμάτων, το εμπόριο, αποτελούν
την ιστορική προϋπόθεση της ανάπτυξης του
κεφαλαίου. Η ιστορία του σύγχρονου κεφαλαίου
χρονολογείται από την εποχή που
πρωτοδημιουργήθηκε το νεότερο παγκόσμιο εμπόριο
και η νεότερη παγκόσμια αγορά, τον δέκατο έκτο
αιώνα. Η απατηλή πεποίθηση των αγοραίων
οικονομολόγων, ότι κάποτε τον παλιό καιρό υπήρχε
μια εκλεκτή μερίδα από ανθρώπους εργατικούς οι
οποίοι συσσώρευσαν πλούτη, κ’ ένα πλήθος από
οκνηρούς και απρόκοπους που τελικά δεν τους
έμεινε τίποτε άλλο να πουλήσουν παρά το ίδιο το πετσί τους, είναι ανοησία πρώτου μεγέθους, ο δε
μισοδιαφωτιστικός τρόπος με τον όποιο οι αστοί
ιστορικοί περιγράφουν τη διάλυση του φεουδαλικού
παραγωγικού συστήματος σαν απελευθέρωση του
εργάτη, όχι όμως συγχρόνως και σαν εξέλιξη από το
φεουδαλικό στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής,
δεν αποτελεί τίποτε καλύτερο. Ο εργάτης έπαυσε ν’

ανήκει στην κατηγορία των παραγωγικών μέσων
όπως ο δούλος και ο δουλοπάροικος, αλλά και
έπαυσε επίσης να κατέχει τα μέσα της παραγωγής,
όπως ο αγρότης ή ο τεχνίτης που εργάζονται για δικό
τους λογαριασμό.
Η μεγάλη μάζα του πληθυσμού αποξενώθηκε από τη
γη, τα τρόφιμα και τα παραγωγικά μέσα, με μια
σειρά από βίαια και απάνθρωπα μέτρα τα όποια ο
Μαρξ περιγράφει λεπτομερώς, με βάση την αγγλική
ιστορία, στο κεφάλαιο του για την πρωταρχική
συσσώρευση. Μ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκε ο
ελεύθερος εργάτης που χρειαζόταν το καπιταλιστικό
παραγωγικό σύστημα. Το κεφάλαιο ήλθε στον
κόσμο βγάζοντας απ’ όλους τους πόρους του λάσπη
και αίμα, και μόλις κατόρθωσε να σταθεί στα πόδια
του όχι μόνο διατήρησε τον αποχωρισμό τού εργάτη
από τα μέσα που του είταν αναγκαία για να
χρησιμοποιήσει την εργατική του δύναμη, αλλά και
αναπαρήγε αυτόν τον αποχωρισμό σε ολοένα
μεγαλύτερη κλίμακα.
Η μισθωτή εργασία διαφέρει από τις παλαιότερες
μορφές της μη πληρωνόμενης εργασίας λόγω του
γεγονότος ότι η δραστηριότητα του κεφαλαίου είναι
απεριόριστη και η αδηφαγία του για υπερεργασία
ακόρεστη. Στις κοινωνίες στις οποίες η αξία χρήσης
ενός εμπορεύματος είναι σπουδαιότερη από την
ανταλλακτική του αξία, η υπερεργασία περιορίζεται
σ’ ένα λιγότερο ή περισσότερο ευρύ κύκλο αναγκών,
από την ίδια τη φύση της όμως αυτή η παραγωγική
μορφή δεν καταλήγει σε απεριόριστη ζήτηση
υπερεργασίας. Όπου η ανταλλακτική αξία ενός
εμπορεύματος είναι σημαντικότερη από την αξία
χρήσης του, η κατάσταση είναι διαφορετική. Στην
παραγωγική χρησιμοποίηση της ξένης εργατικής
δύναμης, στην απομύζηση υπερεργασίας και την
εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης, το κεφάλαιο

ξεπερνά όλους τους προηγούμενους τρόπου
παραγωγής που στηρίζονταν στην άμεση
καταναγκαστική εργασία, όταν το κρίνουμε από
άποψη της δραστηριότητάς του, της έλλειψης
ενδοιασμών και της αποτελεσματικότητας. Το κύριο
πρόβλημα για το κεφάλαιο δε είναι η ιδιαίτερη
μορφή της εκτελούμενης εργασίας, ούτε η παραγωγή
αξιών χρήσης, αλλά η ίδια η διαδικασία (προτσές)
αξιοποίησης της εργατικής δύναμης, η παραγωγή
ανταλλακτικών αξιών από τις όποιες θα μπορέσει να
αποσπάσει μεγαλύτερη αξία από εκείνη που
τοποθέτησε μέσα σ’ αυτές. Η ζήτηση υπεραξίας δεν
γνωρίζει όρια κορεσμού. Η παραγωγή
ανταλλακτικών αξιών δεν γνωρίζει όριο σαν εκείνα
που θέτει στην παραγωγή των αξιών χρήσης η
ικανοποίηση των αμέσων αναγκών.
Ακριβώς όπως ένα εμπόρευμα αποτελεί συνδυασμό
της αξίας χρήσης και της ανταλλακτικής αξίας, έτσι
και η διαδικασία (προτσές) της εμπορευματικής
παραγωγής είναι κι αυτή ένας συνδυασμός της
συγκεκριμένης, από τη μια, μορφής εργασίας και,
από την άλλη, της εργασίας που δημιουργεί αξίες. Η
διαδικασία της δημιουργίας αξίας διαρκεί πρώτα
μέχρι τη στιγμή κατά την οποία η αξία της εργατικής
δύναμης που πληρώνεται σε ημερομίσθια
αντικαθίσταται από μια ίση ποσοτικά αξία, πέραν δε
του σημείου αυτού εξελίσσεται σε διαδικασία
παραγωγής της υπεραξίας, της αποδοτικής δηλαδή
αξιοποίησης της εργατικής δύναμης. Σαν
συνδυασμός της συγκεκριμένης μορφής εργασίας
και της διαδικασίας της αποδοτικής της αξιοποίησης
γίνεται διαδικασία της καπιταλιστικής παραγωγής, η
καπιταλιστική μορφή εμπορευματικής παραγωγής.
Στη διαδικασία της συγκεκριμένης μορφής εργασίας,
η εργατική δύναμη και τα μέσα παραγωγής
συνεργάζονται. Στη διαδικασία της αξιοποίησής της
τα ίδια τα συστατικά μέρη του κεφαλαίου εμφανί-

ζονται σαν σταθερό και σαν μεταβλητό κεφάλαιο.
Το σταθερό κεφάλαιο μετατρέπεται μέσα στην
παραγωγική διαδικασία σε μέσα παραγωγής, πρώτες
ύλες, βοηθητικά υλικά και εργαλεία παραγωγής και
δεν αλλάζει την αξία του. Το μεταβλητό κεφάλαιο
μετατρέπεται κι αυτό μέσα στην παραγωγική
διαδικασία σε εργατική δύναμη και η αξία του μεταβάλλεται: αναπαράγει την αξία του κ’ έπειτα
παράγει ένα πρόσθετο περίσσευμα που ξεπερνά την
αξία αυτή, μια υπεραξία που μπορεί να διαφέρει σε
όγκο και να είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη ανάλογα
με τις συνθήκες. Έτσι ο Μαρξ προετοιμάζει το
έδαφος για την εξέταση της υπεραξίας που
παρουσιάζεται με δυο μορφές, τη σχετική και την
απόλυτη υπεραξία, που έπαιξαν διαφορετικούς μεν,
αλλά η καθεμιά τους κι από ένα αποφασιστικό ρόλο
στην ιστορία του καπιταλιστικοί τρόπου παραγωγής.
Απόλυτη υπεραξία παράγεται όταν ο καπιταλιστής
αναγκάζει τον εργάτη να εργαστεί περισσότερο από
το χρόνο που είναι αναγκαίος για την αναπαραγωγή
της εργατικής του δύναμης, Αν είταν στο χέρι του
καπιταλιστή, η εργάσιμη ημέρα θα περιλάμβανε
εικοσιτέσσερεις ώρες, γιατί όσο μεγαλύτερη είναι η
εργάσιμη μέρα τόσο μεγαλύτερη είναι και η
υπεραξία που θα παραγόταν. Εξάλλου ο εργάτης έχει
το δικαιολογημένο συναίσθημα ότι κάθε ώρα του
εργάσιμου χρόνου, που αναγκάζεται να διαθέσει
πέραν και πλέον του αναγκαίου χρόνου που
απαιτείται για την αναπαραγωγή των ημερομισθίων
του, αποσπάται άδικα απ’ αυτόν και ότι αναγκάζεται
να πληρώνει με την υγεία του τον υπερβολικό
εργάσιμο χρόνο. H πάλη μεταξύ καπιταλιστή και
εργάτη σχετικά με τη διάρκεια της εργάσιμης ημέρας
άρχισε με την πρώτη εμφάνιση στην ιστορία των
ελεύθερων εργατών στην αγορά και διαρκεί ακόμα
μέχρι σήμερα. Ο καπιταλιστής αγωνίζεται για το
κέρδος και, είτε είναι προσωπικά καλός άνθρωπος

είτε είναι παλιάνθρωπος, ο συναγωνισμός των
άλλων καπιταλιστών τον αναγκάζει να κάνει ό,τι
μπορεί για να επεκτείνει την εργάσιμη ήμερα μέχρι
του έσχατου ορίου της ανθρώπινης αντοχής. Ο
εργάτης από το άλλο μέρος αγωνίζεται για να
διατηρήσει την υγεία του και για να εξασφαλίσει
μερικές ελεύθερες ώρες την ημέρα κατά τις όποιες
θα μπορεί να επιδίδεται σε άλλες ανθρώπινες
ασχολίες έκτος από την εργασία, το φαγητό και τον
ύπνο. Ο Μαρξ περιγράφει με ζωηρότατο τρόπο τα
πενήντα χρόνια του εμφυλίου πολέμου μεταξύ της
εργατικής και της καπιταλιστικής τάξης στην
Αγγλία, από την εποχή που γεννήθηκε η μεγάλη
βιομηχανία, η οποία έσπρωξε τους καπιταλιστές να
παραβιάσουν κάθε όριο που τίθεται από τη φύση και
τα έθιμα, την ηλικία και το φύλο, την ημέρα και τη
νύχτα, στην εκμετάλλευση του προλεταριάτου, μέχρι
της ψήφισης του Νόμου του Δεκάωρου που κέρδισε
η εργατική τάξη στην πάλη της εναντίον του
κεφαλαίου σαν ένα ισχυρό κοινωνικό φραγμό που
εμποδίζει τους εργάτες να πουλούν και να
καταδικάζουν στο θάνατο και τη σκλαβιά τον εαυτό
τους και τους δικούς των, διαμέσου μιας ελεύθερης
συμφωνίας με το κεφάλαιο.
Σχετική υπεραξία παράγεται όταν ο αναγκαίος για
την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης χρόνος
ελαττώνεται προς όφελος της υπερεργασίας. Η αξία
της εργατικής δύναμης μειώνεται όταν αυξάνει η παραγωγικότητα της εργατικής δύναμης, στους
κλάδους εκείνους που τα προϊόντα τους καθορίζουν
την αξία της εργατικής δύναμης, για την
πραγματοποίηση δε αυτού του σκοπού είναι
αναγκαία μια συνεχής επαναστατικοποίηση του
τρόπου της παραγωγής, των τεχνικών και
κοινωνικών ορών κάτω από τους οποίους διεξάγεται
η εργασία. Οι ιστορικές, οικονομικές, τεχνολογικές
και κοινωνικό ψυχολογικές παρατηρήσεις τις όποιες

κάμνει κατόπιν ο Μαρξ σε μια σειρά κεφαλαίων που
ασχολούνται με τη συνεργασία, τον καταμερισμό της
εργασίας και τη χειροτεχνική βιομηχανία, τις
μηχανές και τη σε μεγάλη κλίμακα βιομηχανία,
αναγνωρίστηκαν ακόμα κι από τους αντιπροσώπους
της αστικής τάξης σαν ένα πλούσιο μεταλλείο επιστημονικών δεδομένων.
Ο Μαρξ όχι μόνον αποδείχνει ότι οι μηχανές και η
μεγάλη βιομηχανία δημιούργησαν μεγαλύτερη
αθλιότητα από κάθε άλλον προηγούμενο τρόπο
παραγωγής γνωστό στην ιστορία, αλλά ακόμη και
ότι με την αδιάκοπη από μέρους τους
επαναστατικοποίηση της καπιταλιστικής κοινωνίας
προπαρασκευάζουν το δρόμο για μιαν ανώτερη
μορφή κοινωνίας. Η εργοστασιακή νομοθεσία
υπήρξε η πρώτη συνειδητή και μεθοδική αντίδραση
της κοινωνίας εναντίον του αφύσικου τρόπου με των
όποιο λειτουργεί το παραγωγικό της σύστημα. Όταν
η κοινωνία ρυθμίζει την εργασία στα εργοστάσια και
τα εργαστήρια, αυτό προς στιγμήν δεν φαίνεται παρά
μόνο σαν επέμβαση στα εκμεταλλευτικά δικαιώματα
του κεφαλαίου.
Και όμως η πίεση των συνθηκών αναγκάζει σύντομα
την κοινωνία να ρυθμίσει επίσης και την οικιακή
εργασία και να επέμβει στην πατρική εξουσία, με
τον τρόπο δε αυτόν αναγνωρίζει ότι η μεγάλη
βιομηχανία διαλύει τις παλιές οικογενειακές σχέσεις,
μαζί με την οικονομική βάση του παλιού οικογενειακού συστήματος και της οικογενειακής
εργασίας που αντιστοιχούσε σ’ αυτό. «Όσο και αν
φαίνεται φοβερή και αντιπαθής η διάλυση του παλιού
οικογενειακού συστήματος μέσα στο καπιταλιστικό
σύστημα, μολαταύτα παραχωρώντας στις γυναίκες,
τους νέους και τα παιδιά έναν αποφασιστικό ρόλο
στην κοινωνική παραγωγική διαδικασία, έξω από την
οικιακή σφαίρα, η μεγάλη βιομηχανία δημιουργεί μια

καινούργια οικονομική βάση τόσο για μια ανώτερη
μορφή οικογένειας όσο και για τις μεταξύ των δύο
φύλων σχέσεις. Φυσικά είναι εξίσου τόσο βλακώδες
να θεωρεί κανείς τη χριστιανο-γερμανική μορφή της
οικογένειας σαν κάτι το απόλυτο, όσο θα είταν
βλακώδες και αν αντίκριζε την κλασική ρωμαϊκή
μορφή, ή την κλασική ελληνική μορφή, ή την
ανατολική μορφή σαν απόλυτες, αφού άλλωστε όλες
τους οι μορφές αυτές αντιπροσωπεύουν, μαζί, μια
σειρά ιστορικών εξελίξεων. Είναι το ίδιο σαφές ότι η
σύνθεση του συνδυασμένου εργατικού προσωπικού
από άτομα και των δύο φύλων και διαφόρων
ηλικιών, θα πρέπει να μετατραπεί, κάτω από
κατάλληλες συνθήκες, σε πηγή ευεργετικής προόδου,
μολονότι κάτω από την ανεμπόδιστη και απάνθρωπη
καπιταλιστική της μορφή (στην οποία οι εργάτες
υπάρχουν για την παραγωγική διαδικασία και όχι η
διαδικασία της παραγωγής για τους εργάτες) αποτελεί
μιαν αποκρουστική πηγή διαφθοράς και σκλαβιάς». Η
μηχανή, που υποβιβάζει τον εργάτη μετατρέποντας
τον σε απλό εξάρτημα της, δημιουργεί σύγχρονα και
τη δυνατότητα της αύξησης των παραγωγικών
δυνάμεων της κοινωνίας σε τέτοια έκταση ώστε όλα
τα μέλη της κοινωνίας, χωρίς εξαίρεση, θα μπορούν
ν’ απολαμβάνουν τις ίδιες δυνατότητες μιας
ανάπτυξης άξιας ανθρώπινων όντων την οποία όλες
οι προηγούμενες κοινωνίες δεν είταν δυνατόν να
πραγματοποιήσουν επειδή είταν εξαιρετικά φτωχές.
Μετά την εξέταση της παραγωγής της απόλυτης και
σχετικής υπεραξίας, ο Μαρξ προχωρεί κατόπιν στην
ανάπτυξη της πρώτης γνωστής στην ιστορία της
πολιτικής οικονομίας ορθολογιστικής θεωρίας του
ημερομισθίου! Η τιμή ενός εμπορεύματος είναι η
αξία του εκφραζόμενη σε χρήμα, τα δε ημερομίσθια
αντιπροσωπεύουν την τιμή της εργατικής δύναμης.
Η εργασία η ίδια δεν παρουσιάζεται στην αγορά των
εμπορευμάτων, αλλά ο ζωντανός εργάτης που

προσφέρει την εργατική του δύναμη για πούληση, η
δε εργασία δεν εμφανίζεται παρά μόνο κατά την
κατανάλωση του εμπορεύματος εργατική δύναμη. Η
εργασία είναι η ουσία και το αναπόσπαστο μέτρο
των αξιών, αλλά δεν έχει η ίδια αξία. Ωστόσο με τα
ημερομίσθια φαίνεται σαν να πληρώνεται η εργασία,
γιατί ο εργάτης παίρνει το ημερομίσθιό του μόνο
αφού πρώτα εκτελέσει την εργασία του. Η μορφή με
την οποία πληρώνονται τα ημερομίσθια αποκρύπτει
πραγματικά κάθε ίχνος της διαίρεσης της εργάσιμης
ημέρας σε πληρωμένο και απλήρωτο εργάσιμο
χρόνο. Με τους δούλους συμβαίνει ακριβώς το
αντίθετο. Ο δούλος φαίνεται να εργάζεται πάντοτε
για τον κύριο του, ακόμα και τότε που εργάζεται για
ν’ αναπαραγάγει την αξία των ειδών της δικής του
διατροφής, και όλη η εργασία του φαίνεται σαν να
είναι απλήρωτη εργασία. Με τη μισθωτή εργασία
αντίθετα, όλη η εργασία, ακόμα και η απλήρωτη
εργασία, φαίνεται σαν να πληρώνεται. Στη μια
περίπτωση η σχέση ιδιοκτησίας αποκρύπτει το
γεγονός ότι ο δούλος εργάζεται ένα μέρος του
χρόνου για τον εαυτό του, ενώ στην άλλη περίπτωση
η χρηματική σχέση αποκρύπτει το γεγονός ότι ο
μισθωτός εργάτης εργάζεται ένα μέρος του χρόνου
χωρίς να παίρνει τίποτε σε αντάλλαγμα. Έτσι
μπορούμε να εννοήσουμε, τονίζει ο Μαρξ, την
αποφασιστική σπουδαιότητα της μετατροπής της
αξίας, και της τιμής της εργατικής δύναμης σε μια
ημερομισθιακή μορφή, είτε αλλιώς σε αξία και τιμή
της ίδιας της εργασίας. Όλες οι νομικές αντιλήψεις
τόσο των καπιταλιστών όσο και των εργατών, όλες
οι παραπλανητικές πλευρές του καπιταλιστικού
τρόπου παραγωγής, όλες οι περί ελευθερίας
αυταπάτες του και οι απαλυντικές ψευδολογίες της
αγοραίας πολιτικής οικονομίας, στηρίζονται πάνω σ’
αυτήν την εμφάνιση που κρύβει την πραγματική

κατάσταση των πραγμάτων και προβάλει σαν σωστό
ακριβώς το αντίθετο του.
Οι δυο κύριες μορφές του ημερομίσθιου είναι το
χρονικό ημερομίσθιο και το ημερομίσθιο με το
κομμάτι. Με βάση τους νόμους που ρυθμίζουν το
χρονικό ημερομίσθιο, ο Μαρξ αποδείχνει την
ανεδαφικότητα των ισχυρισμών ότι ο περιορισμός
της εργάσιμης ημέρας θα ελαττώσει αναγκαστικά τα
ημερομίσθια, όπως τουλάχιστον υποστηρίζεται από
ανθρώπους με ιδιοτελείς σκοπούς, αποδείχνει ότι
ακριβώς το αντίθετο είναι αληθινό: μια προσωρινή
μείωση της εργάσιμης ημέρας ελαττώνει τα
ημερομίσθια, μια μόνιμη όμως ελάττωση της τα
αυξάνει. Όσο μεγαλύτερη είναι η εργάσιμη ημέρα
τόσο χαμηλότερο είναι το ημερομίσθιο.
Το ημερομίσθιο με το κομμάτι δεν είναι παρά μια
αλλαγμένη μορφή του χρονικού ημερομισθίου και
αποτελεί ακριβώς τη μορφή του ημερομισθίου που
ταιριάζει καλύτερα στο καπιταλιστικό παραγωγικό
σύστημα. Αυτή η μορφή του ημερομισθίου
επεκτάθηκε ευρύτατα κατά τη διάρκεια της περιόδου
της καθαυτό χειροτεχνικής βιομηχανίας και στην
περίοδο της αλματικής ανάπτυξης της μεγάλης
αγγλικής βιομηχανίας χρησίμευσε σαν μοχλός για
την παράταση της εργάσιμης ημέρας και τον
υποβιβασμό των ημερομισθίων. Τα ημερομίσθια με
το κομμάτι είναι πολύ ευνοϊκά για τον καπιταλιστή,
γιατί καθιστούν σχεδόν περιττή την επίβλεψη των
εργατών και συνάμα προσφέρουν πολλές ευκαιρίες
για την περικοπή των ημερομισθίων όπως και για
την εφαρμογή, άλλων μεθόδων εξαπάτησης των
εργατών. Εξάλλου αυτή η μορφή των ημερομισθίων
συνοδεύεται με πολλά και μεγάλα μειονεκτήματα
για τον εργάτη: φυσική εξάντληση που είναι το
αποτέλεσμα των υπερβολικών προσπαθειών του ν’
ανεβάσει το επίπεδο των ημερομισθίων,

προσπαθειών που μάλλον στην πραγματικότητα
τείνουν να κατεβάσουν τα ημερομίσθια, αυξημένο
ανταγωνισμό μεταξύ των εργατών με επακόλουθο
την εξασθένιση της αλληλεγγύης τους, την εμφάνιση
παρασιτικών στοιχείων μεταξύ των καπιταλιστών
και των εργατών, των μεσαζόντων που τσεπώνουν
ένα ουσιώδες μέρος των ημερομισθίων των εργατών,
και αλλά παρόμοια δυσάρεστα φαινόμενα.
Η συσχέτιση υπεραξίας και ημερομισθίων έχει σαν
αποτέλεσμα ότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής
αναπαράγει συνεχώς όχι μόνο το κεφάλαιο του
κεφαλαιούχου αλλά και την ένδεια του εργάτη. Από
το ένα μέρος υπάρχει η καπιταλιστική τάξη που
κατέχει όλα τα είδη διατροφής, όλες τις πρώτες ύλες
και όλα τα παραγωγικά μέσα και από το άλλο μέρος
υπάρχει η εργατική τάξη, η μεγάλη μάζα των
ανθρώπινων όντων που εξαναγκάζονται να πουλούν
την εργατική τους δύναμη στους κεφαλαιούχους έναντι εκείνης ακριβώς της ποσότητας τροφής που
στην καλύτερη περίπτωση επαρκεί μόνο να τους
διατηρήσει κατάλληλους για εργασία και να τους
επιτρέψει τη δημιουργία μιας νέας γενιάς
εργαζόμενων προλετάριων. Το κεφάλαιο δεν
αναπαράγει απλώς τον εαυτό του, αυξάνει συνεχώς
τον όγκο του, κ’ έτσι ο Μαρξ αφιερώνει το
τελευταίο μέρος του πρώτου τόμου του στην
εξέταση της «Διαδικασίας της Συσσώρευσης».
Δεν είναι μόνο η υπεραξία που προέρχεται από το
κεφάλαιο, αλλά και το κεφάλαιο προέρχεται από την
υπεραξία. Ένα μέρος της παραγόμενης ετήσια
υπεραξίας που διανέμεται μεταξύ των κατεχουσών
τάξεων καταναλίσκεται από τις ίδιες σαν εισόδημα,
ένα άλλο μέρος όμως συσσωρεύεται σαν κεφάλαιο.
Η απλήρωτη εργασία που έχει αποσπασθεί από τους
εργάτες, χρησιμοποιείται τώρα σαν μέσο για την
απόσπαση και άλλης πρόσθετης απλήρωτης

εργασίας απ’ αυτούς. Μέσα ατό συνεχές ρεύμα της
παραγωγής, όλο τα προκαταβλημένο αρχικά κεφάλαιο γίνεται μια φθίνουσα ποσότητα συγκριτικά
με το άμεσα συσσωρευόμενο κεφάλαιο, δηλαδή την
υπεραξία εκείνη ή το υπερπροϊόν εκείνο που
ξαναμετατρέπεται πάλι σε κεφάλαιο, είτε
εξακολουθεί να παίζει το ρόλο του στα χέρια εκείνου
που το έχει συσσωρεύσει πρώτος είτε στα χέρια
κάποιου άλλου. Ο νόμος της ατομικής ιδιοκτησίας,
που βασίζεται στην εμπορευματική παραγωγή και
στην κυκλοφορία των εμπορευμάτων, μεταβάλλεται
στο εντελώς αντίθετο του, λόγω της εσώτερης και
αναπόφευκτης διαλεκτικής του. Οι νόμοι της
εμπορευματικής παραγωγής φαίνονται να
δικαιολογούν το δικαίωμα ιδιοκτησίας πάνω στην
ατομική εργασία. Οι κάτοχοι των εμπορευμάτων
αντικρίζουν με ίσα δικαιώματα ο ένας τον άλλο. Το
μόνο μέσο για ν’ αποκτήσει κανείς το ξένο εμπόρευμα είναι να πουλήσει το δικό του εμπόρευμα, και
το εμπόρευμα του δεν μπορεί κανείς να το παραγάγει
παρά μονό με την εργασία. Η ιδιοκτησία από την
πλευρά του κεφαλαιούχου εμφανίζεται τώρα σαν ένα
δικαίωμα ιδιοποίησης της απλήρωτης εργασίας των
άλλων ή του προϊόντος της, και από την πλευρά του
εργάτη σαν αδυναμία του να διατηρήσει στην
κατοχή του το ίδιο το προϊόν του.
Όταν το νεότερο προλεταριάτο άρχισε να
αντιλαμβάνεται το νόημα αυτού του πράγματος,
όταν το προλεταριάτο της Λυών σήμανε τον κώδωνα
της εξέγερσης και το αγροτικό προλεταριάτο της
Αγγλίας έβαλε φωτιά στα σπίτια των καταπιεστών
του, οι αγοραίοι οικονομολόγοι εφεύραν τη «θεωρία
της αποχής», σύμφωνα με την οποία το κεφάλαιο
συσσωρευόταν από την «ηθελημένη αποχή» των
κεφαλαιούχων, θεωρία που ο Μαρξ καταπολέμησε
εξίσου αδυσώπητα όσο και πριν απ’ αυτόν την έχει
καταπολεμήσει ο Λασάλ. Μια περίπτωση «αποχής»

που πραγματικά συντελεί στη συσσώρευση του
κεφαλαίου είναι η αναγκαστική «αποχή» των
εργατών, ο απάνθρωπος υποβιβασμός των
ημερομισθίων κάτω της αξίας της εργατικής
δύναμης για να διοχετευθούν, έστω και εν μέρει, τα
αναγκαία για την κατανάλωση των εργατών κεφάλαια προς την πλευρά των κεφαλαίων της
καπιταλιστικής συσσώρευσης. Αυτή είναι και η
πραγματική προέλευση όλων των παράπονων για
την «πολυτελή» ζωή των εργατών, η ατέλειωτη
ιερεμιάς για τα πιάνα με ουρά τα όποια, όπως
υποστηρίζεται αόριστα, ορισμένοι εργάτες αγόρασαν
κάποτε, όλες οι φθηνές και αηδιαστικές συνταγές
μαγειρικής των χριστιανών κοινωνικών
μεταρρυθμιστών και όλα τα άλλα ανάλογα
τεχνάσματα και οι απάτες που χρησιμοποιούν οι
θεωρητικοί υπηρέτες του καπιταλισμού.
Ο γενικός νόμος της καπιταλιστικής συσσώρευσης
έχει ως εξής : Το μεγάλωμα του κεφαλαίου
περιλαμβάνει το μεγάλωμα του μεταβλητού του
τμήματος, δηλαδή του μέρους εκείνου που
μετατρέπεται σε εργατική δύναμη. Αν η σύνθεση του
κεφαλαίου διατηρείται πάντοτε αμετάβλητη, αν μια
ορισμένη αναλογία των παραγωγικών μέσων απαιτεί
πάντοτε την ίδια ποσότητα εργατικής δύναμης για να
την θέσει σε κίνηση, τότε είναι φανερό ότι η ζήτηση
εργατικής δύναμης θα αυξάνεται αναλογικά μαζί με
την αύξηση του κεφαλαίου, όπως το ίδιο θα γίνεται
και με το κεφάλαιο των μέσων διατροφής των
εργατών· όσο ταχύτερα θ’ αυξάνει το κεφάλαιο τόσο
ταχύτερα θα πρέπει ν’ αυξάνουν κι αυτά. Όπως η
απλή αναπαραγωγή συνεχώς αναπαράγει την ίδια
αναλογική σχέση του κεφαλαίου, το ίδιο και η
συσσώρευση αναπαράγει τη σχέση αυτή του κεφαλαιούχου σε μεγαλύτερη κλίμακα: περισσότεροι ή
μεγαλύτεροι κεφαλαιούχοι από το ένα μέρος, και
περισσότεροι μισθωτοί εργάτες από το άλλο μέρος.

Η συσσώρευση του κεφαλαίου είναι επομένως
σύγχρονα αύξηση και του προλεταριάτου, στην
υποτιθέμενη δε περίπτωση η αύξηση αυτή
πραγματοποιείται υπό τους ευνοϊκότερους για τους
εργάτες όρους. Ένα μεγαλύτερο μέρος του
αυξανόμενου δικού τους υπερπροϊόντος, που σε
μεγαλύτερη ολοένα κλίμακα μετατρέπεται σε
κεφάλαιο, επιστρέφει σ’ αυτούς με τη μορφή μέσων
πληρωμής ώστε να μπορούν ν’ αυξάνουν, την
κατανάλωση τους και να εφοδιάζονται περισσότερο
άφθονα με είδη ρουχισμού, επίπλωσης κλπ.
Οπωσδήποτε όμως η σχέση εξάρτησής των έναντι
του κεφαλαιούχου δεν μεταβάλλεται διόλου,
ακριβώς όπως κ’ ένας δούλος δεν παύει να είναι
δούλος επειδή τρέφεται καλά και τον καλοντύνουν.
Οι εργάτες θα πρέπει πάντοτε να παρέχουν μια
ορισμένη ποσότητα απλήρωτης εργασίας και
μολονότι αυτή η ποσότητα μπορεί να ελαττωθεί,
αυτό δεν μπορεί να γίνει ποτέ μέχρι τέτοιου σημείου
ώστε να τεθεί σε κίνδυνο ο καπιταλιστικός
χαρακτήρας της παραγωγικής διαδικασίας. Αν τα
ημερομίσθια υψωθούν πάνω από το σημείο αυτό,
τότε αμβλύνεται το κίνητρο του κέρδους, η δε
συσσώρευση του κεφαλαίου επιβραδύνεται μέχρις
ότου τα ημερομίσθια κατέβουν πάλι σ’ ένα επίπεδο
που αντιστοιχεί στις ανάγκες της αποδοτικής
χρησιμοποίησης του.
Μολαταύτα μόνον όταν η συσσώρευση του
κεφαλαίου πραγματοποιείται χωρίς μεταβολή στη
σχέση μεταξύ των σταθερών και μεταβλητών του
συστατικών μπορεί να γίνεται ελαφρότερη και
λιγότερο ενοχλητική η χρυσή αλυσίδα που ο
μισθωτός εργάτης σφυρηλατεί μόνος του, στην
πραγματικότητα όμως η διαδικασία της
συσσώρευσης συνοδεύεται από μια μεγάλη
επανάσταση σ’ αυτό που ο Μαρξ ονομάζει οργανική
σύνθεση του κεφαλαίου. Το σταθερό κεφάλαιο

μεγαλώνει σε βάρος του μεταβλητού κεφαλαίου. Η
συνεχώς ανερχόμενη παραγωγικότητα της εργασίας
συντελεί στο να αυξάνει η μάζα των παραγωγικών
μέσων ταχύτερα παρά ο όγκος της εργατικής
δύναμης που ενσωματώνεται σ’ αυτά. Η ζήτηση της
εργατικής δύναμης δεν αυξάνει ανάλογα με τη
συσσώρευση του κεφαλαίου αλλά μειώνεται
συγκριτικά. Το ίδιο αποτέλεσμα προκαλείται με
άλλο τρόπο από τη συγκέντρωση του κεφαλαίου που
πραγματοποιείται, εντελώς ξεχωριστά από τη
συσσώρευση του, συνεπεία του γεγονότος ότι οι
νόμοι του καπιταλιστικού ανταγωνισμού συντελούν
στην καταβρόχθιση των μικρότερων κεφαλαιούχων
από τους μεγαλύτερους, Ενώ το πρόσθετο κεφάλαιο
που σχηματίζεται κατά τη διαδικασία της
συσσώρευσης χρειάζεται διαρκώς πιο λίγους εργάτες
σχετικά με το μέγεθος του, το παλαιό κεφάλαιο που
αναπαράγεται σε μια νέα σύνθεση, απομακρύνει
ολοένα περισσότερους από τους εργάτες που
απασχολούσε προηγούμενα. Μ’ αυτόν τον τρόπο
εμφανίζεται ένα πλεόνασμα σχετικό πολλών
εργατών, σχετικό δηλαδή από την άποψη των
αναγκών της αξιοποίησης του κεφαλαίου, ένας
εφεδρικός βιομηχανικός στρατός που πληρώνεται
κάτω από την αξία της εργατικής του δύναμης σε
περιόδους κακές ή χαλαρωμένες των επιχειρήσεων,
που βρίσκει δουλιά ακανόνιστα και που σε άλλες
χρονικές περιόδους η ζωή του εξαρτάται από τη
δημόσια βοήθεια, άλλα που πάντοτε όμως συντελεί
ώστε να μειώνεται η αντίσταση των εργαζόμενων
εργατών και να υποβιβάζεται το επίπεδο των
ημερομισθίων των.
Αυτός ο εφεδρικός βιομηχανικός στρατός είναι ένα
αναγκαίο προϊόν της διαδικασίας της συσσώρευσης,
δηλαδή της αύξησης του πλούτου πάνω σε
καπιταλιστική βάση, σύγχρονα δε εξελίσσεται ο
ίδιος σε μοχλό του καπιταλιστικού συστήματος.

Μαζί με τη συσσώρευση και την παράλληλη
ανάπτυξη της παραγωγικότητας της εργασίας, η
δύναμη του κεφαλαίου για απότομες μεγεθύνσεις
του αναπτύσσεται κι αυτή σύγχρονα και απαιτεί μεγάλες μάζες εργατών που να μπορούν να
χρησιμοποιηθούν σε νέες αγορές ή σε νέους
παραγωγικούς κλάδους, αμέσως, χωρίς χρονοτριβή
και χωρίς τη διακοπή της παραγωγικής εργασίας σε
άλλες σφαίρες. Η χαρακτηριστική πορεία της
σύγχρονης βιομηχανίας, το σχήμα ενός δεκάχρονου
κύκλου (διακοπτόμενου μόνο από μικρότερες
διακυμάνσεις) περιόδων μέσης δραστηριότητας,
παραγωγής με υψηλή πίεση, κρίσης και στασιμότητας, βασίζεται πάνω στο συνεχή σχηματισμό, τη
μεγαλύτερη ή μικρότερη απορρόφηση και τον
ανασχηματισμό του εφεδρικού βιομηχανικού
στρατού. Όσο μεγαλύτερος λοιπόν είναι ο
κοινωνικός πλούτος, η ποσότητα του
χρησιμοποιούμενου κεφαλαίου, η έκταση και ο
ρυθμός της αύξησης του, κ’ επομένως όσο
μεγαλύτερο είναι το απόλυτο μέγεθος του
εργαζόμενου πληθυσμού και της παραγωγικότητας
της εργασίας του, τόσο μεγαλύτερος είναι και ο
σχετικός υπερπληθυσμός δηλ. ο εφεδρικός
βιομηχανικός στρατός. Το συγκριτικό του μέγεθος
αυξάνει μαζί με την αύξηση του πλούτου. Όσο
μεγαλύτερος είναι ο εφεδρικός βιομηχανικός
στρατός σχετικά με τον ενεργό βιομηχανικό στρατό,
τόσο μεγαλύτερα είναι τα τμήματα εκείνα των
εργατών που η ένδεια τους βρίσκεται σ’ αντίστροφη
αναλογία με το μόχθο της εργασίας τους. Και τελικά
όσο μεγαλύτερο είναι το τμήμα των φτωχών
Λαζάρων της εργατικής τάξης και όσο μεγαλύτερος
είναι ο εφεδρικός βιομηχανικός στρατός, τόσο
μεγαλύτερος είναι και ο αριθμός εκείνων που
αναγνωρίζονται επίσημα πως ανήκουν στην

κατηγορία των απόρων. Αυτός είναι ο απόλυτος
γενικός νόμος της καπιταλιστικής συσσώρευσης.
Οι ιστορικές τάσεις της καπιταλιστικής
συσσώρευσης απορρέουν από το νόμο αυτόν. Χέρι
με χέρι με τη συσσώρευση και τη συγκέντρωση του
κεφαλαίου αναπτύσσεται, κλιμακούμενη με σταθερά
αυξανόμενο ρυθμό, η μορφή συνεργασίας στη
διαδικασία της εργασίας, η συνειδητή τεχνολογική εφαρμογή της επιστήμης στην παραγωγή, η
οργανωμένη και με ομαδική συνεργασία καλλιέργεια
της γης, η μετατροπή των παραγωγικών μέσων σε
μορφές χρησιμοποιήσιμες μόνον από κοινού και η
εξοικονόμηση των μέσων της παραγωγής με τη
χρησιμοποίηση τους σαν ομαδικών παραγωγικών
μέσων της συνδυασμένης κοινωνικής εργασίας.
Μαζί με τον σταθερά ελαττωνόμενο αριθμό των
μεγιστάνων εκείνων του καπιταλισμού που
σφετερίζονται και μονοπωλούν όλα τα οφέλη που
προέρχονται από τον τρόπο διαδικασίας του
μετασχηματισμού αυτού, υπάρχει μια αντίστοιχη
αύξηση στον όγκο της αθλιότητας, καταπίεσης,
σκλαβιάς, ξεπεσμού κ’ εκμετάλλευσης, αλλά επίσης
ταυτόχρονα και στην αγανάκτηση της εργατικής
τάξης που σταθερά αυξάνει σε μέγεθος και
γυμνάζεται, ενοποιείται και οργανώνεται από το
μηχανισμό της ίδιας της διαδικασίας της
καπιταλιστικής παραγωγής. Το μονοπώλιο του
κεφαλαίου εξελίσσεται σ’ ένα εμπόδιο του τρόπου
παραγωγής που αναπτύχθηκε μαζί και κάτω απ’
αυτό το μονοπώλιο. Η συγκεντροποίηση των
παραγωγικών μέσων και η κοινωνικοποίηση της
εργασίας φθάνουν σ’ ένα σημείο οπού δεν
συμβιβάζονται πια με το καπιταλιστικό τους
περίβλημα. H νεκρική καμπάνα της καπιταλιστικής
ατομικής ιδιοκτησίας σημαίνει τότε και οι
απαλλοτριωτές απαλλοτριώνονται.

Η προσωπική ιδιοκτησία η βασισμένη πάνω στην
προσωπική εργασία αποκαθίσταται πάλι, άλλα πάνω
στη βάση των επιτευγμάτων της καπιταλιστικής
εποχής, σαν συνεργασία ελεύθερων εργατών και σαν
κοινή από μέρους τους κατοχή της γης και των
παραγωγικών μέσων που έχουν παραχθεί από την
εργασία. Φυσικά, η μετατροπή της καπιταλιστικής
ιδιοκτησίας, που ήδη στην πράξη στηρίζεται σ’ έναν
κοινωνικό τρόπο παραγωγής, σε κοινωνική
ιδιοκτησία δεν θα είναι καθόλου τόσο επίπονη και
δύσκολη όπως είταν η μετατροπή της
κομματιασμένης ατομικής ιδιοκτησίας, που
βασιζόταν, στην προσωπική εργασία, σε
καπιταλιστική ιδιοκτησία. Στη μια περίσταση
πρόκειται για την απαλλοτρίωση της μεγάλης μάζας
του πληθυσμού από μερικούς σφετεριστές, και στην
άλλη περίπτωση θα πρόκειται για την απαλλοτρίωση
των λίγων σφετεριστών από τις μεγάλες λαϊκές
μάζες.

Ρόζα Λούξεμπουργκ
Η μοίρα, του δεύτερου και του τρίτου τόμου του
Κεφαλαίου δεν υπήρξε διαφορετική από τη μοίρα
του πρώτου τόμου. Ο Μαρξ έλπιζε ότι θα είταν σε
θέση να τους εκδόσει σύντομα μετά την κυκλοφορία
του πρώτου τόμου, πέρασαν όμως στην
πραγματικότητα πολλά χρόνια και ούτε, τελικά,
πέτυχε να τους προετοιμάσει ο ίδιος για εκτύπωση.
Οι αδιάκοπες πρόσθετες και βαθύτερες μελέτες του,
η διαρκώς παρατεινόμενη ασθένειά του και τελικά ο
θάνατος, τον εμπόδισαν να συμπληρώσει ολόκληρο
το έργο και έλαχε στον Έγκελς ο κλήρος να
προετοιμάσει το δεύτερο και τον τρίτο τόμο από τα
ημιτελή χειρόγραφα που ο φίλος του άφησε
πεθαίνοντας. Ο πλούτος του υλικού που βρήκε
αποτελούνταν από πρόχειρα σχέδια, κακογραμμένες

βραχυγραφίες και σύντομες σημειώσεις, που ένας
μελετητής επιστήμονας, κρατούσε για απόλυτα
ατομική του χρήση, μαζί με εδώ–κ’ εκεί μερικά
μεγάλα και συναρμολογημένα μεταξύ τους
αποσπάσματα. Συνολικά όλα αυτά αντιπροσώπευαν
τ’ αποτελέσματα ενός καταπληκτικού πνευματικού
μόχθου που χρονικά απλώνεται με σημαντικά
διαλείμματα, από το 1861 έως το 1878.
Κάτω από τους όρους αυτούς δεν πρέπει να
περιμένει κανείς ότι οι δύο τελευταίοι τόμοι του
Κεφαλαίου θα μας παράσχουν μια τελική και
ολοκληρωμένη λύση όλων των οικονομικών
προβλημάτων. Σε ορισμένες περιπτώσεις αυτά τα
προβλήματα απλώς διατυπώνονται μαζί με κάποια
υπόδειξη κάπου-κάπου, για την κατεύθυνση προς
την οποία πρέπει να εργαστεί κανείς για να φτάσει
σε κάποια λύση. Σύμφωνα με την όλη στάση του
Μαρξ, το Κεφάλαιο του δεν είναι μια Βίβλος που
περιέχει οριστικές και αναλλοίωτες αλήθειες, αλλά
μάλλον μια ανεξάντλητη πηγή παρορμήσεων για
πρόσθετες μελέτες, συμπληρωματικές επιστημονικές
έρευνες και άλλους πρόσθετους αγώνες, για την
κατάκτηση της αλήθειας.
Οι ίδιες συνθήκες εξηγούν επίσης γιατί ο δεύτερος
και ο τρίτος τόμος δεν είναι τόσο τέλειοι από άποψη
μορφής όσο είναι ο πρώτος τόμος και γιατί η
πνευματική ακτινοβολία τους δεν έχει ακριβώς την
ίδια πνευματική λαμπρότητα. Οπωσδήποτε
προσφέρουν μεγαλύτερη ίσως ευχαρίστηση σε
μερικούς αναγνώστες, ακριβώς γιατί παρουσιάζουν
ορισμένα πνευματικά προβλήματα αυτούσια χωρίς
να πολυενδιαφέρονται ιδιαίτερα για τον τρόπο της
εμφάνισής τους. Το περιεχόμενο των δύο τόμων
αντιπροσωπεύει ένα ουσιαστικό συμπλήρωμα του
πρώτου τόμου και μια ανάπτυξή του, είναι δε
απαραίτητο για την κατανόηση του μαρξικού

συστήματος στο σύνολό του. Δυστυχώς οι δυο αυτοί
τόμοι δεν απετέλεσαν αντικείμενο καμιάς
εκλαϊκευτικής μελέτης μέχρι σήμερα και επομένως
είναι άγνωστο το περιεχόμενό τους στις ευρύτερες
μάζες ακόμη και των πιο φωτισμένων εργατών.
Στον πρώτο τόμο ο Μαρξ εξετάζει το πρωταρχικό
πρόβλημα της πολιτικής οικονομίας: ποιά είναι η
προέλευση του πλούτου; Ποιά είναι η πηγή του
κέρδους ; Πριν από τις έρευνές του στα ερωτήματα
αυτά δίνονταν δυο διαφορετικές απαντήσεις.
Οι «Επιστημονικοί» υπερασπιστές του καλύτερου
των δυνατών κόσμων μέσα στον όποιο ζούμε,
μερικοί από τους οποίους, όπως ο Σούλτσε Ντελίς,
έχαιραν του σεβασμού και της εμπιστοσύνης ακόμα
και των εργατών, εξηγούσαν τον καπιταλιστικό
πλούτο με μια σειρά από περισσότερο ή λιγότερο
ευλογοφανείς δικαιολογίες και επιδέξιους χειρισμούς
στα επιχειρήματα τους: σαν αποτέλεσμα μιας
συστηματικής προσαύξησης στις τιμές των
εμπορευμάτων για ν’ «αποζημιωθεί» ο εργοδότης
για τη γενναιοδωρία που δείχνει «παραχωρώντας» το
κεφάλαιο του για παραγωγικούς σκοπούς, σαν
αντιστάθμισμα για τον «κίνδυνο» που διατρέχει κάθε
εργοδότης, σαν ανταμοιβή για την «πνευματική
συνδρομή» στη διεύθυνση της επιχείρησης, και ούτω
καθεξής με τον ίδιο τόνο. Όλες αυτές οι εξηγήσεις
αποβλέπουν σ’ έναν κοινό σκοπό, να παρουσιάσουν
τον πλούτο του ενός, κ’ επομένως τη φτώχεια του
άλλου, σαν κάτι «δίκαιο» και συνεπώς μη
επιδεχόμενο καμιά μεταβολή.
Από το άλλο μέρος, οι κριτικοί της αστικής
κοινωνίας, δηλαδή όλες οι σοσιαλιστικά
σκεπτόμενες σχολές που προϋπήρξαν του Μαρξ,
διακήρυσσαν ότι ο καπιταλιστικός πλούτος είναι
απλώς αποτέλεσμα απάτης, κλοπής των εργατών που

καθιστούσε δυνατές η παρεμβολή του χρήματος ή οι
ελλείψεις στην οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας. Ξεκινώντας από την άποψη αυτή, οι
σοσιαλιστές αυτής της κατηγορίας ανέπτυξαν
διάφορα ουτοπικά σχέδια για την κατάργηση της
εκμετάλλευσης διαμέσου της κατάργησης του
χρήματος, δια της «οργάνωσης της εργασίας» και με
αλλά παρόμοιο σχέδια.
Η πραγματική πηγή του καπιταλιστικού πλούτου
αποκαλύφθηκε για πρώτη φορά στον πρώτο τόμο
του Κεφαλαίου που δεν χρονοτριβούσε ούτε στο να
εφευρίσκει δικαιολογίες υπέρ των καπιταλιστών,
ούτε και στο να τους κατηγορεί για τις αδικίες τους.
Ο Μαρξ έδειξε για πρώτη φορά ποια είναι η
προέλευση του κέρδους και πώς καταλήγει στις
τσέπες των καπιταλιστών. Το επέτυχε αυτό
στηριζόμενος σε δυο αποφασιστικά οικονομικά
δεδομένα: πρώτον ότι η μεγάλη μάζα των
εργαζομένων αποτελείται από προλετάριους που
εξαναγκάζονται να πουλούν την εργατική τους
δύναμη σαν εμπόρευμα για να μπορέσουν να
διατηρηθούν στη ζωή· και δεύτερον ότι το
εμπόρευμα αυτό της εργατικής δύναμης διαθέτει ένα
τόσο υψηλό βαθμό παραγωγικότητας στο δικό μας
καιρό, ώστε είναι σε θέση να παραγάγει μέσα σε
ορισμένο χρονικό διάστημα ένα πολύ μεγαλύτερο
προϊόν από εκείνο που είναι αναγκαίο για τη
διατήρησή του κατά το ίδιο χρονικό διάστημα. Τα
δυο αυτά καθαρώς οικονομικά δεδομένα, που
αντιπροσωπεύουν το αποτέλεσμα της αντικειμενικής
ιστορικής εξέλιξης, συντελούν ώστε ο καρπός της
εργατικής δύναμης του προλετάριου να πέφτει
αυτόματα μέσα στην αγκαλιά του κεφαλαιούχου και
να συσσωρεύεται με τη διατήρηση τού συστήματος
της μισθωτής εργασίας σε διαρκώς αυξανόμενους
όγκους κεφαλαίων.

Έτσι ο καπιταλιστικός πλούτος εξηγείται όχι σαν
καμιά ανταμοιβή προς τους κεφαλαιούχους για
φανταστικές θυσίες η παρασχεθείσες ευεργεσίες, ή
σαν το αποτέλεσμα απάτης ή κλοπής με τη γενικά
δεκτή σημασία των λέξεων αυτών, άλλα σαν μια
ανταλλαγή μεταξύ καπιταλιστή και εργάτη σαν μια
δοσοληψία ανεπίληπτης νομικής ευθύτητας που
απορρέει αυστηρώς σύμφωνα με τους νόμους
εκείνους που κυβερνούν την πώληση και την αγορά
όλων των άλλων εμπορευμάτων. Για να εξηγήσει
πλήρως αυτή την άμεμπτη δοσοληψία που δίνει στον
κεφαλαιούχο τους χρυσούς καρπούς της εργασίας, ο
Μαρξ έπρεπε ν’ αναπτύξει το νόμο της αξίας που
ανακάλυψαν οι μεγάλοι Άγγλοι κλασικοί
οικονομολόγοι Αδάμ Σμιθ και Δαυίβ Ρικάρντο κατά
τα τέλη του δέκατου ογδόου και τις αρχές του
δέκατου ένατου αιώνα, δηλαδή την εξήγηση των
εσωτερικών νόμων της εμπορευματικής ανταλλαγής
μέχρι του τελικού λογικού τους συμπεράσματος και
να τον εφαρμόσει στο εμπόρευμα εργατική δύναμη.
Ο πρώτος τόμος ασχολείται κυρίως με το νόμο της
αξίας και τους μισθούς και την υπεραξία που
απορρέουν απ’ αυτόν, δηλαδή εξηγεί πώς το προϊόν
της μισθωτής εργασίας διαιρείται μόνο του, κατά ένα
φυσικό τρόπο και χωρίς βία ή απάτη, σε μια μικρή
μερίδα τροφής για το μισθωτό εργάτη και σε άκοπο
πλούτο για τον καπιταλιστή. Εδώ δε ακριβώς
έγκειται η μεγάλη ιστορική σπουδαιότητα του
πρώτου τόμου του Κεφαλαίου. Απέδειξε ότι η
εκμετάλλευση μπορεί να καταργηθεί μόνο αν
καταργηθεί η πώληση της εργατικής δύναμης,
δηλαδή με την κατάργηση του συστήματος των
ημερομισθίων.
Στον πρώτο τόμο βρισκόμαστε όλη την ώρα στην
περιοχή της παραγωγής, σ’ ένα εργοστάσιο, σ’ ένα
ορυχείο ή σε μια σύγχρονη γεωργική επιχείρηση, και
ό,τι αναφέρεται γι’ αυτά ισχύει εξίσου για όλες τις

καπιταλιστικές επιχειρήσεις. Μας παρέχεται ένα ιδιαίτερο παράδειγμα σαν τυπικό παράδειγμα
ολόκληρου του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.
Όταν κλείνουμε τον τόμο είμαστε τελείως
κατατοπισμένοι πώς δημιουργείται καθημερινά το
κέρδος και πώς λειτουργεί ολόκληρος ο μηχανισμός
της εκμετάλλευσης σε όλες τις λεπτομέρειές του.
Μπροστά μας ευρίσκονται απλωμένοι σωροί από
εμπορεύματα όλων των ειδών που είναι ακόμα νωπά,
όπως βγαίνουν από τα εργοστάσια, με τον ιδρώτα
των εργατών, και σε όλα τους μπορούμε να
διακρίνουμε καθαρά το μέρος εκείνο της αξίας τους
που προέρχεται από την απλήρωτη εργασία των
εργατών και που ανήκει ακριβώς τόσο νόμιμα στον
κεφαλαιούχο όσο και ολόκληρο το εμπόρευμα. Η
ρίζα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης
αποκαλύπτεται γυμνή μπροστά στα μάτια μας.
Οπωσδήποτε όμως σ’ αυτό το στάδιο ο καπιταλιστής
δεν έχει ακόμα καθόλου εξασφαλισμένη τη
συγκομιδή του στην αποθήκη του. Ο καρπός της
εκμετάλλευσης υπάρχει αλλά είναι ακόμα σε μια
μορφή ακατάλληλη για ιδιοποίηση. Όσον καιρό το
προϊόν τις εκμετάλλευσης διατηρεί τη μορφή
επισωρευμένων εμπορευμάτων, ο κεφαλαιούχος δεν
μπορεί ν’ αποκομίσει παρά μικρή ευχαρίστηση από
την παραγωγική διαδικασία. Δεν είναι ο κάτοχος
δούλων του κλασικού Ελληνορωμαϊκού κόσμου, ή ο
φεουδάρχης άρχοντας του Μεσαίωνα, που
καταπίεζαν τους εργαζόμενους απλώς για να
ικανοποιήσουν τα γούστα τους για πολυτέλειες και
να διατηρούν μια επιβλητική ακολουθία. Για να
διατηρήσει τον εαυτό του και την οικογένειά του «μ’
έναν τρόπο που συμβιβάζεται με την κοινωνική του
κατάσταση», ο κεφαλαιούχος πρέπει να έχει τα
πλούτη του σε ρευστό χρήμα, κι αυτό του είναι
απαραίτητο, επίσης αν πρόκειται ν’ αυξάνει
αδιάκοπα το κεφάλαιό του. Προς τον σκοπό αυτόν

λοιπόν πρέπει να πουλήσει τα εμπορεύματα που
παρήγαγαν οι μισθωτοί εργάτες μαζί με την
υπεραξία που περιέχεται σ’ αυτά. Τα εμπορεύματα
πρέπει να εγκαταλείψουν το εργοστάσιο και την
αποθήκη και να ριχθούν στην αγορά. Ο
καπιταλιστής συνοδεύει τα εμπορεύματά του από
την αποθήκη του κι από τo γραφείο του στο
χρηματιστήριο εμπορευμάτων και στα εμπορικά
καταστήματα, στον δε δεύτερο τόμο του Κεφαλαίου
συνοδεύουμε κ’ εμείς τον καπιταλιστή.
Το δεύτερο στάδιο της ζωής του κεφαλαιούχου
καταναλίσκεται μέσα στη σφαίρα της ανταλλαγής
των εμπορευμάτων, εδώ δε αυτός αντικρίζει ένα
σωρό από δυσχέρειες. Στο εργοστάσιό του ο
κεφαλαιούχος είναι ο αδιαμφισβήτητος άρχοντας, κ’
επικρατεί εκεί αυστηρή οργάνωση και πειθαρχία,
στην αγορά όμως των εμπορευμάτων επικρατεί
πλήρης αναρχία κάτω από το όνομα του ελεύθερου
συναγωνισμού. Στην αγορά των εμπορευμάτων
κανείς δεν ενδιαφέρεται για το γείτονά του και
κανείς δεν σκοτίζεται για το σύνολο, παρ’ όλα όμως
αυτά ακριβώς εδώ ο καπιταλιστής αισθάνεται την
εξάρτησή του από τους άλλους κι από την κοινωνία
σαν μια ολότητα.
Ο κεφαλαιούχος πρέπει να βρίσκεται επικεφαλής
των συναγωνιστών του. Αν τυχόν ξοδεύει
περισσότερο χρόνο από τον απόλυτα αναγκαίο στην
πώληση των εμπορευμάτων του, αν δεν κατορθώσει
να εφοδιαστεί με αρκετά χρήματα για ν’ αγοράσει
τις πρώτες ύλες και όλα τα αλλά αντικείμενα που
χρειάζεται για την κρίσιμη στιγμή για να μη
σταματήσει το εργοστάσιο του από έλλειψη
εφοδίων, αν αποτύχει να επενδύσει έγκαιρα και
επικερδώς τα χρήματα που εισπράττει από την
πούληση των εμπορευμάτων του, είναι
καταδικασμένος να παραγκωνιστεί από τους άλλους.

Κι αλίμονο σ’ εκείνον που θα μείνει τελευταίος:
εκείνος δε ο καπιταλιστής που δεν θα κατορθώσει να
εξασφαλίσει ότι η επιχείρησή του θα διευθύνεται
όσον άφορα τη σταθερή ανταλλαγή μεταξύ του
εργοστασίου και της αγοράς εμπορευμάτων εξίσου
αποτελεσματικά όσο και μέσα στο ίδιο το
εργοστάσιο, δεν θα επιτύχει ν’ αποκτήσει το
κανονικό ποσοστό του κέρδους ανεξαρτήτως του
ζήλου που θα έχει δείξει στην εκμετάλλευση των
εργατών του. Ένα μέρος του «καλοκερδισμένου»
κέρδους του θ’ απολεσθεί κάπου στο δρόμο αυτόν
και δεν θα βρει το δρόμο που θα το φέρει στην τσέπη
του.
Μολαταύτα αυτό μόνο δεν αρκεί. Ο κεφαλαιούχος
μπορεί να συσσωρεύει πλούτη μόνο αν παράγει
εμπορεύματα, δηλαδή αντικείμενα χρησιμοποιήσιμα.
Επιπλέον πρέπει να παράγει ακριβώς εκείνα τα είδη
και τις ποικιλίες των εμπορευμάτων που χρειάζεται η
κοινωνία και πρέπει να τα παράγει ακριβώς στις
απαιτούμενες ποσότητες, αλλιώς τα εμπορεύματά
του θα μείνουν απούλητα και θα χαθεί η υπεραξία
που περιέχεται σ’ αυτά. Πώς μπορεί ο κάθε
κεφαλαιούχος χωριστά να ελέγξει όλους αυτούς τους
παράγοντες; Δεν υπάρχει κανείς για να του πει τί
εμπορεύματα χρειάζεται η κοινωνία και πόσα απ’
αυτά χρειάζεται, για τον απλούστατο λόγο ότι
κανένας δεν το ξέρει. Ζούμε σε μια απρογραμμάτιστη, αναρχούμενη κοινωνία και
καθένας κεφαλαιούχος ιδιαίτερα βρίσκεται στην ίδια
θέση. Μολαταύτα μέσα από το χάος αυτό, μέσα από
τη σύγχυση αυτή, πρέπει να προέλθει το σύνολο που
θα επιτρέψει στην ιδιαίτερη επιχείρηση του
κεφαλαιούχου να ευημερήσει και συγχρόνως να
ικανοποιήσει τις ανάγκες τις κοινωνίας και να καταστήσει δυνατή την εξακολούθηση της ζωής της σαν
κοινωνικού οργανισμού.

Για να είμεθα πιο ακριβείς, μέσα από την αναρχία
και τη σύγχυση της εμπορευματικής αγοράς πρέπει
να αναπτυχθεί η δυνατότητα της αδιάκοπης
κυκλικής κίνησης του κάθε ιδιαίτερου κεφαλαίου, η
δυνατότητα της παραγωγής, πώλησης, αγοράς των
πρώτων υλών κλπ. και της αναπαραγωγής, διάμεσου
δε όλων αυτών το κεφάλαιο συνεχώς θα αλλάζει κι
από τη χρηματική του μορφή θα περνά στην
εμπορευματική μορφή και αντίστροφα. Αυτά τα
στάδια πρέπει να ταιριάζουν με ακρίβεια: το χρήμα
πρέπει να διατηρείται σε εφεδρεία για να
εκμεταλλευθεί κάθε ευνοϊκή ευκαιρία της αγοράς για
την προμήθεια των πρώτων υλών κλπ. και να
αντιμετωπισθούν τα τρέχοντα έξοδα της παραγωγής,
στο δε χρήμα πάλιν που επιστρέφει συνεχώς μαζί με
την πραγματοποίηση της πώλησης των
εμπορευμάτων πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα να
ξαναχρησιμοποιηθεί αμέσως. Οι χωριστοί
κεφαλαιούχοι, που φαινομενικά είναι εντελώς
ανεξάρτητοι ο ένας από τον άλλο, τώρα πραγματικά
συνενώνονται όλοι κι αποτελούν μια μεγάλη αδελφότητα, χάρη δε στο πιστωτικό σύστημα και τις
τράπεζες συνεχώς προκαταβάλλουν ο ένας στον
άλλο τα χρήματα που χρειάζονται παίρνοντας πάλι
πίσω τα διαθέσιμα χρήματα, έτσι που η αδιάκοπη
προοδευτική εξέλιξη της παραγωγής και η πώληση
των εμπορευμάτων, εξασφαλίζεται τόσο για τον
κάθε κεφαλαιούχο χωριστά όσο και για ολόκληρη
την κοινωνία.
Οι αστοί οικονομολόγοι ποτέ δεν βρήκαν καμιά
εξήγηση για το πιστωτικό σύστημα και αρκέστηκαν
να το ονομάσουν έξυπνο θεσμό, για τη «διευκόλυνση
της ανταλλαγής των εμπορευμάτων», στο δεύτερο
όμως τόμο του Κεφαλαίου ο Μαρξ αποδεικνύει, εντελώς παρεμπιπτόντως, ότι το πιστωτικό σύστημα
αποτελεί αναγκαίο τμήμα, της καπιταλιστικής ζωής,
το συνεκτικό κρίκο μεταξύ δύο φάσεων του

κεφαλαίου, στην παραγωγή και στην αγορά όπου
πωλούνται τα εμπορεύματα και ανάμεσα στις
φαινομενικά αυθαίρετες κινήσεις των ατομικών
κεφαλαίων.
Κ’ έπειτα η μόνιμη κυκλοφορία της παραγωγής και
κατανάλωσης μέσα στην κοινωνία συνολικά πρέπει
να διατηρείται σε κίνηση παρά τη σύγχυση των
ατομικών κεφαλαίων, κι αυτό πρέπει να γίνεται με
τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζονται οι αναγκαίοι
όροι της καπιταλιστικής παραγωγής: η παραγωγή
των παραγωγικών μέσων, η συντήρηση της
εργατικής τάξης και ο προοδευτικός πλουτισμός της
καπιταλιστικής τάξης, δηλαδή η αυξανόμενη
συσσώρευση και δραστηριότητα ολόκληρου του
κοινωνικού κεφαλαίου. Ο δεύτερος τόμος του
Κεφαλαίου ερευνά πώς πραγματοποιείται ένα
ολοκληρωμένο σύνολο από τις αναρίθμητες
παρεκκλίνουσες κινήσεις των ατομικών κεφαλαίων,
πώς η κίνηση αυτή του συνόλου ταλαντεύεται
μεταξύ του πλεονάσματος στα χρόνια της ευημερίας
και της κατάρρευσης στα χρόνια της κρίσης, αλλά
εξαναγκάζεται να ξαναγυρίσει πάλι επανειλημμένα
στις σωστές αναλογίες μόνο για να ξεφύγει πάλι απ’
αυτές αμέσως υστερότερα, και πώς μέσα από όλα
αυτά αναπτύσσεται, σε συνεχώς, επιβλητικότερες
διαστάσεις, ό,τι αποτελεί απλώς ένα μέσο για τη
σημερινή κοινωνία, δηλαδή η συντήρηση και η
οικονομική της πρόοδος και ό,τι αποτελεί το σκοπό
της, δηλαδή η προοδευτική συσσώρευση του
κεφαλαίου. Ο Μαρξ δεν μας προσφέρει καμιά τελική
λύση αλλά για πρώτη φορά μέσα σε εκατό χρόνια
από την εποχή του Αδάμ Σμιθ προβάλλει μια συνολική εικόνα πάνω στα σταθερά θεμέλια καθορισμένων νόμων.
Ακόμα όμως κ’ έπειτα απ’ αυτό ο κεφαλαιούχος δεν
έχει περάσει ολόκληρο τον ακανθώδη δρόμο που

απλώνεται μπροστά του, γιατί μολονότι το κέρδος
έχει μετατραπεί και μετατρέπεται ολοένα σε
αυξημένο βαθμό σε χρήμα, αναφαίνεται τώρα το
πρόβλημα του τρόπου με τον όποιο θα γίνει η
κατανομή της λείας. Πολλές διαφορετικές ομάδες
καπιταλιστών προβάλλουν τις αξιώσεις τους. Έκτος
από τον εργοδότη των εργατών, υπάρχει ο έμπορος,
ο κεφαλαιούχος των δανείων και ο γαιοκτήμονας.
Καθένας απ’ αυτούς έχει συμβάλει σε ορισμένη
αναλογία ώστε να γίνει δυνατή η εκμετάλλευση του
μισθωτού εργάτη, και η πώληση των εμπορευμάτων
που παρήγαγε αυτός ο τελευταίος και καθένας τους
τώρα διεκδικεί το μερίδιό του από το κέρδος. Αυτή η
κατανομή του κέρδους είναι μια πολύ
περιπλοκότερη υπόθεση από ό,τι θα μπορούσε να
φαίνεται εκ πρώτης όψεως, γιατί ακόμη κι ανάμεσα
στους ίδιους τους εργοδότες υπάρχουν μεγάλες
διαφορές, ανάλογα με τον τύπο της επιχείρησης, στα
κέρδη που έχουν πραγματοποιηθεί μόλις πριν από
λίγο στο εργοστάσιο και είναι σαν να λέμε ακόμα
νωπά.
Στον ένα παραγωγικό κλάδο τα εμπορεύματα
παράγονται και πωλούνται γρήγορα, το δε κεφάλαιο
μαζί με τις κανονικές προσαυξήσεις επιστρέφει στην
επιχείρηση μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Κάτω από τέτοιες συνθήκες, τόσο οι εργασίες της
επιχείρηση όσο και τα κέρδη πραγματοποιούνται
γρήγορα. Σε άλλους παραγωγικούς κλάδους το
κεφάλαιο διατηρείται στενά συνδεδεμένο με την
παραγωγή επί πολλά χρόνια και αποφέρει κέρδη
μόνον υστέρα από μεγάλο χρονικό διάστημα. Σε
μερικούς κλάδους της παραγωγής ο εργοδότης
πρέπει να επενδύει το μεγαλύτερο μέρος του
κεφαλαίου του σε νεκρά παραγωγικά μέσα,
οικοδομές, δαπανηρά μηχανήματα κλπ., δηλαδή σε
αντικείμενα που μόνα τους δεν αποφέρουν κανένα
κέρδος, ανεξάρτητα του πόσο αναγκαία μπορεί να

είναι για την πραγματοποίηση κερδών. Σε άλλους
παραγωγικούς κλάδους ο επιχειρηματίας δεν
χρειάζεται να επενδύει παρά ένα πολύ μικρό μέρος
του κεφαλαίου του σε τέτοια αντικείμενα και μπορεί
να χρησιμοποιήσει το μεγαλύτερο μέρος του για την
πρόσληψη εργατών που καθένας τους αντιπροσωπεύει τη χήνα που ακούραστα γεννά τα χρυσά
αυγά για τον κεφαλαιούχο.
Έτσι κατά τη διαδικασία της δημιουργίας των
κερδών παρουσιάζονται μεγάλες διαφορές ανάμεσα
στους διάφορους ατομικούς κεφαλαιούχους, στα
μάτια δε της αστικής κοινωνίας αυτές οι διαφορές
αντιπροσωπεύουν μια πολύ εντονότερη «αδικία»
από την ιδιότυπη «ανταλλαγή» που διενεργείται
μεταξύ του κεφαλαιούχου και του εργάτη. Το
πρόβλημα είναι πώς θα επέλθει κάποια τακτοποίηση
που θα επιτρέψει μια «δίκαιη» κατανομή της λείας,
ώστε ο κάθε καπιταλιστής να πάρει το «μερίδιό του»,
αλλά προστίθεται και κάτι άλλο ακόμη, ότι αυτό
είναι ένα πρόβλημα που θα πρέπει να λυθεί χωρίς
κανένα συνειδητό ή συστηματικό σχέδιο, γιατί η
κατανομή στη σημερινή κοινωνία είναι εξίσου
αναρχική όσο και η παραγωγή. Στην
πραγματικότητα δεν υπάρχει καμιά «κατανομή» σαν
κοινωνικό μέτρο, εκείνο δε όπου εφαρμόζεται στην
πράξη, είναι αποκλειστικά η ανταλλαγή, η
κυκλοφορία των εμπορευμάτων, η αγορά και η
πώληση. Πώς επομένως η ακανόνιστη ανταλλαγή
εμπορευμάτων επιτρέπει στον κάθε ξεχωριστό εκμεταλλευτή και στην κάθε μια από τις κατηγορίες των
εκμεταλλευτών ν’ αποκτούν το μερίδιο εκείνο από
το δημιουργούμενο από την εργατική δύναμη του
προλεταριάτου πλούτο, που αποτελεί το «δικαίωμα»
του ενός ή της μιας ιδιαίτερης κατηγορίας εκμεταλλευτών στα μάτια της καπιταλιστικής κοινωνίας;

Ο Μαρξ απαντά στο ερώτημα αυτό στον τρίτο τόμο
του Κεφαλαίου. Στον πρώτο τόμο πραγματεύεται το
θέμα της παραγωγής του κεφαλαίου και ξεσκεπάζει
το μυστικό της δημιουργίας του κέρδους. Στο
δεύτερο τόμο περιγράφει την κίνηση του κεφαλαίου,
μεταξύ του εργοστάσιου και της αγοράς, μεταξύ της
παραγωγής και της κατανάλωσης της κοινωνίας. Και
στον τρίτο εξετάζει την κατανομή του κέρδους
μεταξύ της καπιταλιστικής τάξης στο σύνολο της.
Όλο δε αυτόν τον καιρό προχωρεί, έχοντας σαν
βάση τις τρεις θεμελιώδεις αρχές της καπιταλιστικής
κοινωνίας: Πρώτον, ότι καθετί που συμβαίνει στην
καπιταλιστική κοινωνία δεν είναι αποτέλεσμα
αυθαίρετων δυνάμεων, αλλά συνέπεια
καθορισμένων και κανονικά λειτουργούντων νόμων,
μολονότι οι νόμοι αυτοί είναι άγνωστοι και στους
ίδιους τους κεφαλαιούχους· δεύτερον, ότι οι
οικονομικές σχέσεις μέσα στην καπιταλιστική
κοινωνία δεν βασίζονται πάνω στη βία, την κλοπή
και την απάτη· και τρίτον, ότι δεν υπάρχει εν δράσει
καμιά κοινωνική λογική που ελέγχει τις κινήσεις της
κοινωνίας στο σύνολο τους. Αναλύει και ξεσκεπάζει
συστηματικά το ένα κατόπιν του άλλου, όλα τα
φαινόμενα και όλες τις σχέσεις του
κεφαλαιοκρατικού οικονομικού συστήματος έχοντας
αποκλειστικά σαν βάση τον μηχανισμό των
ανταλλαγών της καπιταλιστικής κοινωνίας, δηλαδή
το νόμο της αξίας και της υπεραξίας που προέρχεται
απ’ αυτόν.
Εξετάζοντας το μεγάλο του έργο στο σύνολο του,
μπορούμε να πούμε ότι ο πρώτος τόμος που
αναπτύσσει το νόμο της αξίας, των ημερομισθίων,
και της υπεραξίας, μας αποκαλύπτει τα θεμέλια της
σημερινής κοινωνίας, ενώ ο δεύτερος και ο τρίτος
τόμος μας δείχνουν την οικοδομή που στηρίζεται
πάνω στα θεμέλια αυτά. Ή για να κάνουμε μια
διαφορετική σύγκριση, μπορούμε να πούμε ότι ο

πρώτος τόμος μας δείχνει την καρδιά του
κοινωνικού οργανισμού που δημιουργεί το ζωντανό
χυμό, ενώ ο δεύτερος και ο τρίτος τόμος μας
δείχνουν την κυκλοφορία του αίματος και πώς
γίνεται η θρέψη του σώματος από το κέντρο προς
τους δερματικούς ιστούς.
Το περιεχόμενο του δεύτερου και του τρίτου τόμου
μας μεταφέρει σ’ άλλο επίπεδο. Στον πρώτο τόμο
βρισκόμαστε στο εργοστάσιο, μέσα στο βαθύ
κοινωνικό πηγάδι της εργασίας, όπου μπορούμε ν’
ανακαλύψουμε την πηγή του καπιταλιστικού
πλούτου. Στο δεύτερο και τρίτο τόμο είμεθα στην
επιφάνεια, στην επίσημη σκηνή της κοινωνίας.
Μεγάλα εμπορικά καταστήματα, τράπεζες,
χρηματιστήρια αξιών, πιστωτικά προβλήματα και οι
ανησυχίες των «φτωχών» καλλιεργητών κατέχουν το
προσκήνιο. Ο εργάτης δεν παίζει κανένα ρόλο στη
σκηνή αυτή και πράγματι δείχνει πολύ λίγο
ενδιαφέρον στα πράγματα που συμβαίνουν πίσω από
τη ράχη του έπειτα από τη λήστευση που υπέστη.
Τους εργάτες δεν τους διακρίνουμε μέσα στο θορυβώδες πλήθος του κόσμου, των επιχειρήσεων παρά
μόνον όταν βαδίζουν βιαστικά προς τα εργοστάσια
μέσα στο γκριζωπό φως, πολύ νωρίς τα ξημερώματα,
ή πάλιν όταν βιαστικά φεύγουν για τα σπίτια τους με
το σούρουπο οπότε ξεχύνονται κατά κοπάδια από τα
εργοστάσια έπειτα από τη δουλειά της ημέρας.
Εκ πρώτης όψεως, επομένως, ίσως να μη φαίνεται
καθαρά γιατί οι εργάτες θα ενδιαφέρονταν οι ίδιοι
για τις ιδιαίτερες σκοτούρες των κεφαλαιούχων και
για τους διαπληκτισμούς που δημιουργούνται πάνω
στο μοίρασμα της λείας. Μολαταύτα τόσο ο
δεύτερος όσο και ο τρίτος τόμος είναι εξ ίσου απαραίτητοι για την πλήρη κατανόηση του σημερινού
οικονομικού μηχανισμού όσο και ο πρώτος τόμος.
Είναι αλήθεια ότι δεν παίζουν τον ίδιο αποφασιστικό

και βασικό ιστορικό ρόλο για το σύγχρονο κίνημα
της εργατικής τάξης όπως ο πρώτος τόμος, ωστόσο
όμως προσφέρουν έναν πλούτο από βαθυστόχαστες
παρατηρήσεις πάνω στον τρόπο λειτουργίας του
καπιταλισμού που είναι ανεκτίμητες για τον
πνευματικό εξοπλισμό του προλεταριάτου στον
πραχτικό αγώνα για την απελευθέρωσή του. Δυο
παραδείγματα θα είναι αρκετά.
Όταν έρευνα τη διαδικασία με την οποία
επιτυγχάνεται η κανονική διατήρηση της κοινωνίας
μέσα στις χαώδεις μετακινήσεις των ατομικών
κεφαλαίων στο δεύτερο τόμο, ο Μαρξ είταν φυσικό
να θίξει και το πρόβλημα των κρίσεων. Κανείς δεν
θα πρέπει βέβαια να περιμένει μια συστηματική και
διδακτική πραγματεία πάνω στο φαινόμενο αυτό.
Στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν παρά μόνον
μερικές παρεμπίπτουσες παρατηρήσεις, η
χρησιμοποίηση όμως των παρατηρήσεων αυτών θα
έχει εξαιρετικά μεγάλη αξία για όλόυς τους
φωτισμένους και στοχαστικούς εργάτες.
Παραδείγματος χάριν, ένα από τα καιριότερα
συνθήματα στην προπαγανδιστική εκστρατεία των
σοσιαλδημοκρατών και προπαντός των
συνδικαλιστών ηγετών είναι ότι οι οικονομικές
κρίσεις συμβαίνουν κυρίως γιατί οι καπιταλιστές
είναι κοντόφθαλμοι και δεν αντιλαμβάνονται το
απλό γεγονός ότι οι μάζες των εργατών είναι οι
καλύτεροι πελάτες τους και ότι εκείνο που
χρειάζεται να κάνουν είναι να δόσουν στους εργάτες
αυτούς υψηλότερα ημερομίσθια για να
εξασφαλίσουν τη διατήρηση μιας σταθερής
αγοραστικής δύναμης για τα αγαθά τους κ’ έτσι ν’
αποφύγουν κάθε κίνδυνο κρίσης.
Αυτό το επιχείρημα είναι πολύ αρεστό στον κόσμο
αλλά είναι συγχρόνως κι ολότελα απατηλό, ο δε
Μαρξ το αποκρούει με τα παρακάτω λόγια : «Είναι

καθαρή ταυτολογία να λέμε ότι οι κρίσεις
δημιουργούνται από την έλλειψη ικανοποιητικής
κατανάλωσης ή ικανοποιητικού αριθμού
καταναλωτών. Το καπιταλιστικό σύστημα δεν
αναγνωρίζει παρά μόνο καταναλωτές που διαθέτουν
αγοραστική δύναμη, αφαιρώντας εκείνους που παίρνουν βοήθεια σύμφωνα με τον νόμο προστασίας των
φτωχών ή των “αλητών”. Το ότι υπάρχουν
εμπορεύματα που δεν μπορούν να πουληθούν δεν
σημαίνει τίποτα άλλο παρά το ότι δεν υπάρχουν
αγοραστές ή καταναλωτές γι’ αυτά. Αν δε ο κόσμος
έχει την τάση να δόσει στην ταυτολογία αυτή κάποιο
φαινομενικά βαθύτερο νόημα λέγοντας ότι η εργατική
τάξη δεν παίρνει αρκετά από το ίδιο το προϊόν της
εργασίας της και ότι το κακό θα εξαφανιζόταν
αμέσως μόλις θα ελάμβανε ένα μεγαλύτερο μερίδιο,
δηλαδή αν τα ημερομίσθια της αύξαναν, το μόνο που
μπορεί να πει κανείς είναι ότι οι κρίσεις ακολουθούν
πάντοτε περιόδους κατά τις όποιες τα ημερομίσθια
γενικώς ανέρχονται, η δε εργατική τάξη παίρνει ένα
μεγαλύτερο σχετικώς μερίδιο από το ετήσιο προϊόν
που προορίζεται για κατανάλωση. Από την άποψη
των γενναίων αυτών υποστηρικτών του “απλού
κοινού νου” τέτοιες περίοδοι θα έπρεπε να
προλαμβάνουν την εμφάνιση των κρίσεων. Θα έπρεπε
λοιπόν να συμπεράνει κανείς ότι η καπιταλιστική
παραγωγή περιλαμβάνει συνθήκες που είναι
ανεξάρτητες από κάθε καλή ή κακή θέληση και που
επιτρέπουν τέτοιες περιόδους σχετικής ευημερίας για
την εργατική τάξη μόνο προσωρινά και πάντοτε σαν
προάγγελους της επερχόμενης κρίσης».
Οι έρευνες τις όποιες ο Μαρξ συνεχίζει στο δεύτερο
και τρίτο τόμο του Κεφαλαίου μας προσφέρουν μιαν
ολοκληρωτική εμβάθυνση στη φύση των κρίσεων
που αντικρίζονται σαν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα
των κινήσεων του κεφαλαίου που στην ορμητική και
ακόρεστη επιδίωξη της συσσώρευσης και του

μεγαλώματός του πολύ γρήγορα βυθίζεται πιο πέρα
από τα όρια της κατανάλωσης, οσοδήποτε φαρδιά κι
αν έχουν τοποθετηθεί αυτά τα όρια κατόπιν της
αυξημένης αγοραστικής δύναμης ενός τμήματος της
κοινωνίας ή με το άνοιγμα νέων αγορών. Έτσι
αντικρούεται η ιδέα μιας αρμονίας συμφερόντων
μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας που κρύβεται πίσω
από τη λαϊκή κίνηση των συνδικαλιστικών ενώσεων,
μιας αρμονίας που εμποδίζεται μόνο από την
έλλειψη διορατικότητας των καπιταλιστών, και
πρέπει να εγκαταλειφθεί κάθε ελπίδα ότι μπορεί να
υπάρχουν μέτρα θαυματουργά για την αντιμετώπιση
της οικονομικής αναρχίας του καπιταλισμού. Ο
αγώνας για τη βελτίωση των υλικών βιοτικών
συνθηκών του προλεταριάτου έχει χιλιάδες άλλα
λαμπρά επιχειρήματα υπέρ αυτού στην πνευματική
πανοπλία της σύγχρονης εργατικής τάξης και δεν
χρειάζεται ασφαλώς τη βοήθεια ενός επιχειρήματος
θεωρητικά αστήρικτου και πρακτικά διφορούμενου
όπως το επιχείρημα που εξετάσαμε παραπάνω.
Ένα δεύτερο παράδειγμα: Στον τρίτο τόμο του
Κεφαλαίου ο Μαρξ παρέχει για πρώτη φορά την
επιστημονική εξήγηση ενός φαινομένου που
περιέπλεκε την αστική οικονομική επιστήμη από
τότε που πρωτοεμφανίστηκε ακόμα, δηλαδή ότι,
μολονότι επενδύεται κάτω από διαφορετικούς όρους,
το κεφάλαιο σε όλους τους κλάδους της παραγωγής
αποδίδει γενικά μόνο το λεγόμενο «συνηθισμένο
ποσοστό του κέρδους». Εκ πρώτης όψεως το
φαινόμενο αυτό φαίνεται σαν να διαψεύδει μια
διαπίστωση που ο ίδιος ο Μαρξ κάνει, δηλαδή ότι ο
καπιταλιστικός πλούτος προέρχεται αποκλειστικά από απλήρωτη εργασία των μισθωτών εργατών. Πώς
μπορεί ο κεφαλαιούχος, που εξαναγκάζεται να
επενδύει σχετικά μεγάλες αναλογίες του κεφαλαίου
του σε νεκρά παραγωγικά μέσα, να εξασφαλίζει το
αυτό κέρδος με το συνάδελφο του που δεν

χρειάστηκε να επενδύσει παρά ένα πολύ μικρότερο
μέρος του κεφαλαίου του σε τέτοια πράγματα κ’ επομένως μπορεί να χρησιμοποιήσει κατ’ αναλογία
μεγαλύτερες ποσότητες ζωντανής εργατικής
δύναμης;
Ο Μαρξ λύνει το αίνιγμα αυτό εξαιρετικά άπλα,
αποδείχνοντας ότι με την πώληση άλλου είδους
εμπορεύματος πάνω από την αξία του και άλλων
ειδών εμπορευμάτων κάτω από την αξία τους, οι
διαφορές του κέρδους ισοπεδώνονται και
επακολουθεί ένα «μέσο ποσοστό κέρδους» για όλους
τους κλάδους της παραγωγής. Εντελώς ασυνείδητα
και χωρίς καμιά μεταξύ τους συμφωνία οι
κεφαλαιούχοι ανταλλάσσουν τα εμπορεύματά τους
κατά τέτοιο τρόπο ώστε κάθε καπιταλιστής
συνεισφέρει την υπεραξία που απέσπασε από τους
εργάτες του σε μια γενική δεξαμενή, το δε τελικό
αποτέλεσμα της συνδυασμένης τους εκμετάλλευσης
διαμοιράζεται έπειτα αδελφικά μεταξύ των
κεφαλαιούχων, ο καθένας από τους οποίους
λαμβάνει ένα μερίδιο σύμφωνα με το μέγεθος του
κεφαλαίου του. Ο κάθε κεφαλαιούχος επομένως
χωριστά δεν λαμβάνει το κέρδος που ο ίδιος αποσπά
κατ’ ευθείαν από τους εργάτες του, αλλά μόνο το
μερίδιό του από το συνολικό αυτό κέρδος που αυτός
και οι συνάδελφοί του κεφαλαιούχοι όλοι μαζί
απέσπασαν από τους εργάτες. «Όσον άφορα το
κέρδος, οι διάφοροι κεφαλαιούχοι παίζουν τον ρόλο
απλών μετόχων μιας ανώνυμης μετοχικής εταιρίας,
διαμοιράζοντας τα κέρδη της σε ίσα εκατοστιαία
ποσοστά ώστε οι μετοχές των διαφόρων
κεφαλαιούχων διαφέρουν μόνον ανάλογα με το ποσό
του επενδυμένου από τον καθένα κεφαλαίου στην
κοινή μετοχική έπιχείριση, σύμφωνα με την
αναλογική συμμετοχή του καθενός στη συλλογική
επιχείρηση».

Τί διεισδυτική εμβάθυνση μέσα στην αντικειμενική
και υλική βάση της καπιταλιστικής ταξικής
αλληλεγγύης δεν μας προσφέρει αυτός ο
φαινομενικά κατάξερος νόμος του «μέσου ποσοστού
του κέρδους»! Βλέπουμε πώς οι κεφαλαιούχοι, ενώ
είναι αντίπαλοι αδελφοί στις καθημερινές τους
ενέργειες, ωστόσο σε ό,τι άφορα την εργατική τάξη
αντιπροσωπεύουν ένα είδος Μασονίας που ενδιαφέρεται έντονα και προσωπικά στο τελικό
αποτέλεσμα ολόκληρης της επιχείρησης που την
διευθύνουν από κοινού όλα τα μέλη της. Μολονότι
οι κεφαλαιούχοι δεν έχουν φυσικά ούτε την ελάχιστη
ιδέα για τους αντικειμενικούς αυτούς οικονομικούς
νόμους, το αλάνθαστο τους ένστικτο σαν μελών μιας
κυβερνώσας τάξης, εκδηλώνεται με την ακριβή εκτίμηση των ίδιων τους ταξικών συμφερόντων και
του ανταγωνισμού τους προς το προλεταριάτο, και
δυστυχώς αυτό διατηρήθηκε πολύ σταθερότερα
ανάμεσα από τις θύελλες της ιστορίας παρόσο
διατηρήθηκε η ταξική συνείδηση των εργατών της
οποίας την επιστημονική βάση μας αποκαλύπτουν
με τα έργα τους ο Μαρξ και ο Έγκελς.
Αυτά τα δυο σύντομα κ’ εκλεγμένα στην τύχη
παραδείγματα, πρέπει ν’ αρκέσουν για να πάρει ο
αναγνώστης κάποια ιδέα για τους θησαυρούς που
παραμένουν ακόμα ανεκμετάλλευτοι στον δεύτερο
και τον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου αναμένοντας την
εκλαΐκευσή τους, και τί πλούτο για πνευματικές
παρορμήσεις και βαθυστόχαστες πνευματικές
παρατηρήσεις προσφέρουν στους φωτισμένους
εργάτες. Ασυμπλήρωτοι όπως είναι, οι δυο τόμοι
προσφέρουν περισσότερα από όσο θα προσέφερε
οποιαδήποτε τελική αλήθεια: την προτροπή σε
σκέψεις, σε κριτική και αυτοκριτική, κι αυτή είναι
άλλωστε η ουσία των μαθημάτων που έδοσε ο Μαρξ
στην εργατική τάξη.