^ΟΤΈ.

ΕΒΤ6. (JJBUC »Ht)

^

^

L 1118
WASHINC

Chris Harmon

Καπιταλισμός Ζόμπι
Η Παγκόσμια Καπιταλιστική Κρίση
και η επικαιρότητα του Μαρξ

Chris

Harman

Zombie Capitalism
Global Crisis And The Relevance Of Marx
Bookmarks Publications, London, 2009

ISBN: 978-960-7967-58-9
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Μ Α Ρ Ξ Ι Σ Τ Ι Κ Ο ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
ΕΡΓΑΤΙΚΗ Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α
ΑΘΗΝΑ: Τ Θ 8 1 6 1 , 1 0 0 10, Αθήνα
ΛΕΤΚΩΣΙΑ: Τ Κ 7280, Λευκωσία
Τυπώθηκε τον Φλεβάρη του 2011
σε 1000 αντίτυπα
\

Μετάφραση: Λέανδρος ΜττόΧαρης
Πρόλογος: Πάνος Γκαργκάνας
Επίμετρο για τον συγγραφέα: Μαρία Στϋλλου
Επιμέλεια: Κώστας Πίττας
Διόρθωση κειμένου, σελιδοποίηση: Ηλίας Κολοβός
Εξώφυλλο: Παντελής Γαβριηλίδης
Εκτύπωση: Αφοί Παππά ΑΕΒΕ, Πλαστήρα 256 Αγ. Ανάργυροι
ΚΕΝΤΡΙΚΗ Δ Ι Α Θ Ε Σ Η
ΑΘΗΝΑ: Μ Α Ρ Ξ Ι Σ Τ Ι Κ Ο ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ
Φειδίου 14-16, Τ.Κ.10678. τηλ.: 210 5247584
MrwwjnandstlkD.gr marxistiko@yahoo.gr

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Πάνος Γκαργκάνας
Πρόλογος
Εισαγωγή
ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ
Η ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ:
Ο Μαρξ και πέρα από τον Μαρξ
Κεφάλαιο 1
Οι έννοιες που διαμόρφωσε ο Μαρξ
Κεφάλαιο 2
Ο Μαρξ και οι επικριτές του
Κεφάλαιο 3
Η δυναμική του συστήματος
Κεφάλαιο 4
Πέρα από τον Μαρξ: μονοπώλιο, πόλεμος και κράτος
Κεφάλαιο 5
Οι κρατικές δαπάνες και το σύστημα
ΔΕΥΤΕΡΟ
ΜΕΡΟΣ ΣΤΟΝ 20ό ΑΙΩΝΑ
Ο ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ
Κεφάλαιο 6
Η Μεγάλη'Υφεση
Κεφάλαιο 7
Η μακρά άνθηση
Κεφάλαιο 8
Το τέλος της χρυσής εποχής

ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ
Η ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΑΣΤΑΘΕΙΑΣ
Κεφάλαιο 9
Τα χρόνια της μεγάλης αυταπάτης

305

Κεφάλαιο 10
Το Παγκόσμιο Κεφάλαιο στη Νέα Εποχή

339

Κεφάλαιο 11
Η χρηματιστικοποίηση και οι φούσκες που έσκασαν

367

ΤΕΤΑΡΤΟ ΜΕΡΟΣ
Η ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΑΣΤΑΘΕΙΑΣ
Κεφάλαιο 12
Τα νέα όρια του κεφαλαίου

409

Κεφάλαιο 13
Το αφηνιασμένο σύστημα και το μέλλον για την ανθρωπότητα

433

Κεφάλαιο 14
Ποιος μπορεί να ανατρέψει το σύστημα και να αλλάξει τον κόσμο;

439

Σημειώσεις

471

Γλωσσάρι

\

Μαρία Στύλλου
Κρις Χάρμαν 1942-2009: Μισός αιώνας
συμβολή στον επαναστατικό μαρξισμό

527

543

Πρόλογος

Η ελληνική έκδοση του βιβλίου του Κρις Χάρμαν για τον ΚαπιταλισμόΖόμπι προσφέρει το κατάλληλο βιβλίο στην κατάλληλη χώρα στην κατάλληλη στιγμή. Σχεδόν ολόκληρο το χρονικό διάστημα από την αγγλική έκδοση μέχρι την ελληνική έχει κυριαρχηθεί από τις εξελίξεις γύρω
από το ελληνικό δημόσιο χρέος. Όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά διεθνώς.
Γιατί η ελληνική δημοσιονομική κρίση απασχολεί όχι μόνο τα οικονομικά επιτελεία και τον πολιτικό κόσμο της Ελλάδας, αλλά όλης της Ευρώπης και της Κίνας και των ΗΠΑ; Ποια είναι η ευρύτερη διάσταση αυτής
της κρίσης που τη μετατρέπει σε κρίση του Ευρώ και προκαλεί ανησυχίες από την Ουάσινγκτον μέχρι το Πεκίνο; Και γιατί ακόμη και τα
ισχυρότερα οικονομικά κέντρα του πλανήτη αδυνατούν να βάλουν ένα
τέλος και αναγκάζονται να παρουσιάζουν νέα σχέδια και μηχανισμούς
παρέμβασης σχεδόν κάθε εξάμηνο από το 2008 μέχρι σήμερα;
Αυτά είναι εύλογα ερωτήματα που απασχολούν όλο τον κόσμο, από
τους αναλυτές των διεθνών οργανισμών και τους σχολιαστές των ΜΜΕ
μέχρι τους «κοινούς θνητούς» που αγωνίζονται να αποφύγουν τα βάρη
αυτής της κατάστασης.
Η συνοπτική απάντηση που προσφέρει ο Χάρμαν μέσα από αυτό
το βιβλίο είναι ότι πρόκειται για κρίση του καπιταλισμού σαν σύστημα.
Έχει τις ρίζες της στην ίδια τη φύση του καπιταλισμού, έχει τις διαδρομές της στην ίδια την ιστορία του και έχει τη λύση της στην ανατροπή
Καπιταλισμός Ζόμπι

5

του από αυτούς που ο Μαρξ ονόμασε ιστορικό νεκροθάφτη του καπιταλισμού, δηλαδή την εργατική τάξη.
Αυτές οι απαντήσεις μπορεί να μοιάζουν απλές - πολλοί θα έλεγαν
απλοϊκές - αλλά απαιτούν μια τεράστια προσπάθεια για να στοιχειοθετηθούν. Όταν η επίσημη οικονομική θεωρία έχει σηκώσει τα χέρια ψηλά
καθώς κατά γενική ομολογία αιφνιδιάστηκε από το ξέσπασμα της κρίσης το 2008, ο καθένας καταλαβαίνει ότι οι απαντήσεις δεν είναι εύκολες.
Ο Χάρμαν βουτάει στα βαθιά για να τις αναζητήσει, τόσο στη θεωρία όσο και στην ιστορία και στη σημερινή πραγματικότητα.
Επιχειρεί μια επιστροφή στον Μαρξ και καταπιάνεται με τις αντιρρήσεις και τις αμφισβητήσεις της θεωρίας του, τόσο από τους αντίπαλους της μαρξιστικής θεωρίας όσο και από αυτούς που τοποθετούσαν
τον εαυτό τους μέσα στο μαρξιστικό στρατόπεδο. Πρόκειται για μια εργασία απαραίτητη για να αναζητηθεί το θεωρητικό πλαίσιο που μπορεί
να δώσει τις ερμηνείες για τη λειτουργία της οικονομίας, τις ερμηνείες
που διαφεύγουν εδώ και δεκαετίες από τους θεωρητικούς της οικονομικής επιστήμης. Και βέβαια πρόκειται για πολύτιμη συμβολή στην προσπάθεια της αριστεράς και των δικών της διανοούμενων να αναδείξουν
την επικαιρότητα του Μαρξ για τη θεμελίωση μιας σύγχρονης εναλλακτικής θεωρίας.
Κατά τη γνώμη μας, τα πέντε πρώτα κεφάλαια αυτού του βιβλίου
αποτελούν την καλύτερη παρουσίαση μιας τέτοιας μαρξιστικής θεωρίας
από τότε που ο Πολ Σουίζι έγραψε τη Θεωρία της Καπιταλιστικής Ανάπτυξης το 1942. Ο Χάρμαν γεννήθηκε το 1942 αλλά διεκδικεί επάξια
τον τίτλο του μαρξιστή θεωρητικού που παίρνει τις έννοιες του Μαρξ,
τις υπερασπίζεται και τις συγκροτεί σε ένα σφριγηλό σύνολο ικανό να
αντιμετωπίσει τις σύγχρονες προκλήσεις. Αυτό το πρώτο μέρος του βιβλίου θα ήταν αρκετό από μόνο του για να το καταξιώσει σαν εγχειρίδιο
μαρξιστικής οικονομικής θεωρίας.
Παρ' όλα αυτά, ο Χάρμαν δεν περιορίζεται εκεί. Στη δεύτερη ενότητα του βιβλίου καταπιάνεται με την ιστορία του καπιταλισμού σε όλο
τον περασμένο αιώνα. Το σύστημα πέρασε μέσα από τη μεγαλύτερη
κρίση του στη δεκαετία του 1930, επιβίωσε και γνώρισε τη μεγαλύτερη
άνθησή του στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες πριν επιστρέψει ξανά
6

Κρις Χάρμαν

στα κρισιακά φαινόμενα που το σημάδεψαν στις τελευταίες δεκαετίες
του εικοστού αιώνα και κορυφώθηκαν πρόσφατα.
Μέσα σε αυτή την ιστορική διαδρομή, η μαρξιστική θεωρία που
σκιαγραφεί ο Χάρμαν στο πρώτο μέρος του βιβλίου έχει να αναμετρηθεί
με τις ορθοδοξίες που κυριάρχησαν στις δυο διαφορετικές συγκυρίες
του καπιταλισμού. Ο Κέινς αρχικά και ο Φρίντμαν στη συνέχεια αποτέλεσαν τους δυο πόλους γύρω από τους οποίους περιστράφηκαν οι θεωρητικές ερμηνείες αλλά και οι πρακτικές κυβερνητικές πολιτικές στις
δυο διαφορετικές φάσεις του συστήματος. Ούτε στην άνθηση, ούτε στην
αστάθεια δεν μπόρεσαν να προσφέρουν πραγματικές διεξόδους από τα
προβλήματα του συστήματος.
Τα κράτη δεν είναι «ουδέτεροι μηχανισμοί», ανεπηρέαστοι από τη
δυναμική που δημιουργεί η τυφλή ανταγωνιστική συσσώρευση του κεφάλαιου. Στο γερασμένο καπιταλισμό, με τις γιγάντιες επιχειρήσεις που
έχει συγκροτήσει η τάση της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του
κεφαλαίου, τα κράτη είναι αναπόσπαστα στοιχεία ανάμεσα στα υποκείμενα της ανταγωνιστικής συσσώρευσης. Οι θεωρίες που τα αναγορεύουν είτε σε «σωτήρες» από τις ατέλειες της ελεύθερης αγοράς, είτε
σε «στρεβλώσεις» του ελεύθερου ανταγωνισμού, χάνουν από τα μάτια
τους την ίδια την ένταξή τους μέσα στο σύστημα.
Ο Χάρμαν, αντίθετα, μπορεί και αναλύει συγκεκριμένα τις επιπτώσεις της αυξημένης κρατικής παρουσίας στη σύγχρονη οικονομία, είτε
πρόκειται για τις σπατάλες της πολεμικής βιομηχανίας είτε για τις δαπάνες του κοινωνικού «κράτους-πρόνοιας». Επιπτώσεις που επηρεάζουν τη μέση κερδοφορία των επιχειρήσεων και τους ρυθμούς συσσώρευσης, χωρίς να μπορούν να μετατραπούν σε εξωγενείς παράγοντες
ικανούς να ανατρέψουν την ενδογενή τάση προς την πτώση του ποσοστού κέρδους και την κρίση.
Με αυτό το υπόβαθρο, ο συγγραφέας είναι σε θέση να αντιμετωπίσει στην τελευταία ενότητα του βιβλίου τη σημερινή φάση του καπιταλισμού, σε ανοιχτό διάλογο με όλες τις απόψεις που αναπτύσσονται γύρω
από την τρέχουσα συγκυρία. Πόσο βάσιμες ήταν οι θεωρίες για την
«παγκοσμιοποίηση» που κυριαρχούσαν μέχρι πριν λίγα χρόνια; Από
πού προέκυψαν οι «φούσκες» που αντικατέστησαν την προηγούμενη
κυρίαρχη περιγραφή περί «νέας οικονομίας»; Πόσο υπεύθυνη ήταν η
Καπιταλισμός Ζόμπι

7

λειτουργία του τραπεζικού συστήματος και η τάση του financialization
γι' αυτή την εξέλιξη;
Ο Χάρμαν δίνει απαντήσεις σε αυτά και πολλά ακόμη ερωτήματα
παραπέμποντας στα προβλήματα που δημιουργούσε η πτωτική τάση
του μέσου ποσοστού κέρδους στην πραγματική οικονομία. Το εύρος
των δημοσιεύσεων που παρακολουθεί για να μην του ξεφύγει καμιά
πλευρά όλης αυτής της έντονης σημερινής συζήτησης είναι κάτι παραπάνω από εντυπωσιακό. Και εξίσου εντυπωσιακή είναι η ικανότητά του
να φτάνει πάντα στη ρίζα του ζητήματος και να στοιχειοθετεί την κεντρική του θέση: η κρίση αφορά τον ίδιο τον καπιταλισμό σαν σύστημα,
οι εργάτες δεν μπορούν να έχουν εμπιστοσύνη σε τίποτε άλλο πέρα
από τη δική τους δυνατότητα να τον ανατρέψουν.
Αυτή η ικανότητα του Χάρμαν οικοδομήθηκε μέσα από μια συστηματική προσπάθεια των τελευταίων τουλάχιστον 25 χρόνων. Από το
1984 που εκδόθηκε το βιβλίο του Explaining the Crisis μέχρι TO 2009
που πέθανε, είναι αναρίθμητα τα άρθρα που δημοσίευσε γύρω από όλα
αυτά τα ζητήματα όπως αναδύονταν μέσα στις στροφές και τα γυρίσματα όχι μόνο των οικονομικών αλλά και των ιδεολογικών και πολιτικών
εξελίξεων. Το κυριότερο, όμως, ίσως ήταν ότι κάθε καλοκαίρι ήταν παρών στις εκδηλώσεις του Marxism που οργάνωνε το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα (SWP) της Βρετανίας στο Λονδίνο. Αυτός είναι ένας θεσμός του κινήματος που ουσιαστικά διαδέχτηκε το Communist University που οργάνωνε παλιότερα το ΚΚ Βρετανίας. Ένα κομμουνιστικό πανεπιστήμιο για τους αγωνιστές που είχαν και έχουν να αντιμετωπίσουν
τις δυσκολίες της ανάλυσης του καπιταλισμού μέσα από τις εμπειρίες
και τη σκοπιά της ταξικής πάλης. Στα δύσκολα ακροατήρια αυτού του
«πανεπιστήμιου» δοκίμαζε τις ιδέες του ο Χάρμαν και έπαιρνε έμπνευση και αντοχή για να επιμείνει σταθερά στους μαρξιστικούς προσανατολισμούς του, χωρίς ποτέ να πάψει να τους ανανεώνει και να τους επικαιροποιεί. Όσοι και όσες είχαμε την τύχη να παρακολουθούμε αυτή
την πορεία, βλέπαμε και συμμετείχαμε στη διαμόρφωση αυτού του υπέροχου καρπού που αντιπροσωπεύει αυτό το βιβλίο.
Λίγο μετά την έκδοση του Zombie Capitalism και λίγο πριν από το
θάνατο του το φθινόπωρο του 2009, ο Κρις Χάρμαν απαντούσε σε μια
συνέντευξή του στο ερώτημα «Στη σημερινή κρίση οι κυβερνήσεις
8

Κρις Χάρμαν

έχουν ρίξει τεράστια ποσά στο σύστημα. Τι επίδραση θα έχει αυτό;» ως
εξής:
Κανένας δεν γνωρίζει. Κάθε πολυεθνική και κάθε τράπεζα κρατάει μυστικά τα επίπεδα του χρέους της, γιατί δεν θέλουν να δώσουν πλεονέκτημα στους ανταγωνιστές τους. ...Οι κυβερνήσεις
προσπαθούν να καλύψουν μια απέραντη τρύπα που κανένας δεν
γνωρίζει το μέγεθος της. Σε κάποιο χρονικό σημείο στο κοντινό
μέλλον θα προσπαθήσουν να πάρουν τα λεφτά τους πίσω - όχι
όμως από τους τραπεζίτες αλλά από τους απλούς ανθρώπους.
Σε αυτή την κατάσταση, ορισμένες κυβερνήσεις βρίσκονται σε
καλύτερη θέση από κάποιες άλλες. Οι ΗΠΑ, παραδείγματος χάρη, έχουν τη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου και μπορούν πιθανά να αναβάλουν τη στιγμή της αλήθειας για ένα διάστημα.
Αλλά κάποιες χώρες της ανατολικής Ευρώπης βρίσκονται ήδη
στα στενά.
Σήμερα ξέρουμε πολύ καλύτερα ποιοι καπιταλισμοί βρίσκονται στα στενά, αλλά και πώς αντιδρούν οι εργάτες όταν φτάνει αυτή η στιγμή.
Στους εργάτες και της εργάτριες που ξεσήκωσαν την πιο εντυπωσιακή
εργατική αντίσταση στην Ελλάδα και έκαναν το Greve generate να διαβάζεται Grece generate είναι αφιερωμένη αυτή η έκδοση.

Πάνος Γκαργκάνας
Φλεβάρης 2011

Καπιταλισμός Ζόμπι

9

Εισαγωγή

Ενας ασταθής κόσμος
Ζούμε σ' ένα κόσμο που χαρακτηρίζεται από αστάθεια - και αυτή η
αστάθεια θα συνεχίσει να μεγαλώνει. Είναι ένας κόσμος στον οποίο καθημερινά ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι πεινούν - και ο αριθμός των
πεινασμένων θα συνεχίσει να μεγαλώνει. Ένας κόσμος που καταστρέφει
το ίδιο το περιβάλλον του - και αυτή η καταστροφή θα συνεχίσει να μεγαλώνει. Ένας κόσμος βίαιος - και η βία θα συνεχίσει να μεγαλώνει.
Ένας κόσμος όπου οι άνθρωποι, ακόμα και στις βιομηχανικά αναπτυγμένες χώρες, είναι λιγότερο ευτυχισμένοι απ' όσο ήταν παλιότερα1 - και
η δυστυχία θα συνεχίσει να μεγαλώνει.
Καθώς γράφω αυτό το βιβλίο, η χειρότερη οικονομική κρίση από
τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο συνεχίζει να βαθαίνει και είναι πια δύσκολο
ακόμα και για τους πιο υπάκουους απολογητές του καπιταλισμού ν' αρνηθούν αυτή την πραγματικότητα.
Οι πιο γνωστές τράπεζες του κόσμου μόλις σώθηκαν από την κατάρρευση, ύστερα από κυβερνητικές ενισχύσεις κολοσσιαίων ποσών.
Χιλιάδες εργοστάσια, καταστήματα και γραφεία κλείνουν σε όλη την
Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική. Η ανεργία εκτινάσσεται. Είκοσι εκατομμύρια κινέζοι εργάτες μαθαίνουν ότι πρέπει να επιστρέψουν στα χωριά τους, επειδή δεν υπάρχει δουλειά γι' αυτούς στις πόλεις. Ένας εκ των
«σοφών» συμβούλων των εργοδοτών στην Ινδία, τους προειδοποιεί ότι
θα προβούν σε απολύσεις δέκα εκατομμυρίων υπαλλήλων τους. Εκατό
εκατομμύρια άνθρωποι στις χώρες που αποκαλούνται Παγκόσμιος ΝόΚαπιταλισμός Ζόμπι

11

τος (Global South) συνεχίζουν να απειλούνται από την πείνα, εξαιτίας
του περσινού διπλασιασμού των τιμών των δημητριακών, ενώ στην
πλουσιότερη χώρα του κόσμου, τις ΗΠΑ, τρία εκατομμύρια οικογένειες
υπέστησαν έξωση από τα σπίτια τους μέσα σε διάστημα δεκαοκτώ μηνών.
Ωστόσο, δυο χρόνια πριν, όταν ξεκίνησα να γράφω αυτό το βιβλίο,
το μήνυμα ήταν εντελώς διαφορετικό: Η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (Bank of International Settlements) κατέγραφε σε αναφορά της
ότι η «ομοφωνία» που επικρατούσε μεταξύ των οικονομολόγων του κυρίαρχου ρεύματος ήταν ότι «τα πρόσφατα υψηλά επίπεδα ανάπτυξης
θα συνεχισθούν, ο πληθωρισμός παγκοσμίως θα παραμείνει αρκετά χαμηλός και θα μετριασθεί σταδιακά η παγκόσμια ανισορροπία μεταξύ
των τρεχουσών συναλλαγών». Πολιτικοί, βιομήχανοι, χρηματιστές και
σχολιαστές επίσης συμφωνούσαν. Έπιναν νερό στο όνομα των θαυμάτων της ελεύθερης αγοράς και αγαλλίαζαν που η «επιχειρηματική ιδιοφυία» είχε απελευθερωθεί από τις ρυθμίσεις. Μας εξηγούσαν πόσο καλό είναι οι πλούσιοι να γίνονται πλουσιότεροι, επειδή αυτό είναι το
στοιχείο το οποίο εξασφαλίζει το κίνητρο που καθιστά το σύστημα τόσο
γόνιμο.
Το εμπόριο θα εξάλειφε την πείνα στην Αφρική. Η οικονομική ανάπτυξη θα αποξήραινε τους αχανείς βάλτους φτώχιας στην Ασία. Οι κρίσεις των δεκαετιών του '70, του '80, του '90 και του 2001-2 ήταν αναμνήσεις που μπορούσαμε να αφήσουμε πίσω μας. Μπορεί να συνέβαιναν φρικαλεότητες στον κόσμο, πόλεμοι στη Μέση Ανατολή, εμφύλιοι
πόλεμοι στην Αφρική, αλλά όλα αυτά θα έπρεπε να αποδοθούν στη μη
προβλεπτικότητα κάποιων, κατά τα άλλα έντιμων, πολιτικών στην
Ουάσιγκτον και το Λονδίνο, των οποίων χρειαζόμαστε ακόμα την ανθρωπιστική παρέμβαση, παρόλο που οι ίδιοι μπορεί να περιέπεσαν σε
σφάλματα, προκειμένου να αντιμετωπίσουμε μανιακούς ψυχοπαθείς. Τα
λόγια όλων εκείνων που έβλεπαν διαφορετικά τα πράγματα αγνοούνταν, καθώς τα ΜΜΕ σερβίριζαν αλλεπάλληλες στρώσεις σιροπιασμένης
κουλτούρας από τη ζωή διαφόρων διασημοτήτων, μεσοαστικής αυτοϊκανοποίησης και ανούσιας εθνικιστικής ευφορίας γύρω από αθλητικά
γεγονότα.
Τότε, στα μέσα Αυγούστου 2007, συνέβη κάτι που άρχισε να απο12

Κρις Χάρμαν

μακρύνει γρήγορα το ζαχαρένιο επίχρισμα και να στρέφει την προσοχή
στην πραγματικότητα που αυτό κάλυπτε. Ένας αριθμός τραπεζών ξαφνικά ανακάλυψε ότι δεν ήταν δυνατόν να συμφωνήσουν τους λογαριασμούς μεταξύ τους και σταμάτησαν να δανείζουν η μία την άλλη. Το
παγκόσμιο οικονομικό σύστημα άρχισε να φρενάρει, καθώς, τον Οκτώβριο του 2008, η πιστωτική κρίση μετατράπηκε σε κρίση ολόκληρου του
συστήματος. Η αυτοϊκανοποίηση των καπιταλιστών μετατράπηκε σε
πανικό, η ευφορία τους σε απελπισία. Οι χτεσινοί ήρωες έγιναν οι σημερινοί απατεώνες. Από όλους εκείνους που μας διαβεβαίωναν για τα
θαύματα του συστήματος ερχόταν ένα μήνυμα: «Δεν γνωρίζουμε τι πήγε στραβά και δεν γνωρίζουμε τι να κάνουμε». Ο Αλαν Γκρίνσπαν, της
Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, ο άνθρωπος που μέχρι πριν λίγο
καιρό αντιμετωπιζόταν απ' όλους ως η υπέρτατη εποπτεύουσα ιδιοφυία
του οικονομικού συστήματος των ΗΠΑ, παραδέχτηκε στο Κογκρέσο
ότι ακόμα «δεν είχε πλήρως κατανοήσει τι πήγε στραβά σε αυτό που
θεωρούσε ότι ήταν αυτοκυβερνώμενες αγορές».2
Οι κυβερνήσεις έριξαν εκατοντάδες δισεκατομμύρια σε αυτούς που
διευθύνουν τις τράπεζες - και δεκάδες δισεκατομμύρια σε αυτούς που
διευθύνουν τις πολυεθνικές βιομηχανίες αυτοκινήτων - ελπίζοντας ότι
αυτή η ένεση θα σταματήσει κάπως την κρίση. Δεν μπορούν, όμως, να
συμφωνήσουν μεταξύ τους πώς να το κάνουν αυτό, όπως και το αν θα
λειτουργήσει ή όχι.
Ωστόσο, ένα πράγμα είναι βέβαιο. Από τη στιγμή που οποιοδήποτε
κομμάτι της παγκόσμιας οικονομίας αρχίσει να σταθεροποιείται, θα ξεχάσουν τις εκατοντάδες εκατομμυρίων των ανθρώπων που καταστράφηκαν από την κρίση. Αρκεί να υπάρξουν λίγοι μήνες χωρίς καταρρεύσεις τραπεζών και χωρίς να πιάνουν πάτο τα κέρδη τους, ώστε οι απολογητές να αρχίσουν για άλλη μια φορά τα σιρόπια. Το προσωπικό τους
μέλλον θα μοιάζει καλύτερο και αυτό θα το γενικεύσουν σαν κάτι που
ισχύει για όλο τον κόσμο, συνοδεύοντας την «αισιοδοξία» τους με ανανεωμένες διαλέξεις περί των θαυμάτων του καπιταλισμού και της αδυναμίας να προβληθεί οποιαδήποτε εναλλακτική λύση· μέχρι να ξανακτυπήσει η κρίση και να τους ξαναρίξει στον επόμενο πανικό.
Οι κρίσεις, όμως, δεν είναι ένα νέο στοιχείο του συστήματος. Συμβαίνουν, με μεγαλύτερα ή μικρότερα διαλείμματα, ήδη από τότε που η
Καπιταλισμός Ζόμπι

13

βιομηχανική επανάσταση θεμελίωσε τη σύγχρονη μορφή του καπιταλισμού στη Βρετανία των αρχών του 19ου αιώνα.

Η ένδεια των Οικονομικών
Η κυρίαρχη τρέχουσα εκδοχή των οικονομικών που διδάσκεται στα
σχολεία και τα πανεπιστήμια αποδεικνύεται ότι βρίσκεται σε πλήρη
αδυναμία να κατανοήσει φαινόμενα όπως αυτά που αναφέρονται παραπάνω. Η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών αναγνωρίζει ότι:
Ουσιαστικά κανείς δεν διέκρινε τη Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας
του '30 ή τις κρίσεις που επηρέασαν την Ιαπωνία και τη Νοτιοανατολική Ασία στις αρχές και τα τέλη της δεκαετίας του '90 αντιστοίχως. Στην πραγματικότητα, πριν από κάθε ύφεση είχε προηγηθεί μια περίοδος μη πληθωριστικής ανάπτυξης, τόσο πλουσιοπάροχης, ώστε να οδηγήσει αρκετούς σχολιαστές να υποθέσουν ότι μια «νέα εποχή» έχει εμφανισθεί.3
Τίποτα δεν συνοψίζει καλύτερα την ακατανοησία όσων υπερασπίζονται
τον καπιταλισμό από την ανικανότητα τους να εξηγήσουν το πιο σημαντικό επεισόδιο του εικοστού αιώνα: την κρίση της δεκαετίας του '30.
Ο Μπεν Μπερνάκε, ο σημερινός επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ και υποτίθεται ένας από τους πιο αξιοσέβαστους, από
την άποψη της κυρίαρχης αντίληψης στα οικονομικά, ειδικούς σε θέματα κρίσεων, παραδέχεται ότι «η κατανόηση της Μεγάλης Ύφεσης είναι
το Αγιο Δισκοπότηρο της μακροοικονομικής»·4 με άλλα λόγια, δεν μπορεί να βρει την εξήγησή της. Ο βραβευμένος με Νόμπελ οικονομολόγος
Έντουαρντ Πρέσκοτ την περιγράφει ως «ένα... παθολογικό επεισόδιο
το οποίο προκαλεί την ισχύουσα οικονομική επιστήμη να το εξηγήσει». 5
Για τον Ρόμπερτ Λούκας, επίσης βραβευμένο με Νόμπελ οικονομολόγο,
«θέλει πραγματική θέληση να παραδεχτείς ότι δεν γνωρίζεις τι στο διάβολο συμβαίνει σε κάποιους τομείς».4
Δεν πρόκειται για συμπτωματική αδυναμία. Είναι αδυναμία συνυφασμένη με τις θεμελιωδέστερες παραδοχές της «νεοκλασικής» και της
«οριακής» σχολής, οι οποίες έχουν κυριαρχήσει ως κυρίαρχο ρεύμα της
οικονομικής επιστήμης εδώ και εκατόν είκοσι πέντε χρόνια. Οι θεμελιω14

Κρις Χάρμαν

τές αυτών των σχολών έθεσαν στον εαυτό τους το καθήκον να δείξουν
το πώς «καθαρίζουν» οι αγορές: δηλαδή, το πώς όλα τα αγαθά που
φθάνουν σε αυτές θα βρουν αγοραστές. Αυτό, όμως, προϋποθέτει προκαταβολικά ότι δεν είναι δυνατόν να συμβούν κρίσεις.
Η αδυναμία του νεοκλασικού μοντέλου να πείσει, όταν καλείται να
εξηγήσει μερικά από τα προφανέστερα χαρακτηριστικά του καπιταλισμού, έχει οδηγήσει σε αλλεπάλληλες απόπειρες εντός του πλαισίου
της ισχύουσας οικονομικής επιστήμης να εμψυτευθούν κάποια επιπλέον στοιχεία στο μοντέλο, με αποκλειστικό κριτήριο να το περισώσουν,
μολονότι καμία από αυτές τις προσθήκες δεν αλλάζει την κύρια πεποίθηση ότι το σύστημα θα επιστρέψει σε ισορροπία - με την προϋπόθεση
ότι οι τιμές, αλλά κυρίως οι μισθοί, εξισορροπούν χωρίς εμπόδια προς
τις πιέσεις της αγοράς. Ακόμα και ο Τζον Μέιναρντ Κέινς, ο οποίος
προχώρησε περισσότερο από κάθε άλλον οικονομολόγο της κυρίαρχης
αντίληψης στη διερεύνηση του μοντέλου ισορροπίας, διατήρησε την
παραδοχή ότι θα μπορούσε να λειτουργήσει υποβοηθούμενο ως ένα
βαθμό από κυβερνητικές παρεμβάσεις.
Πάντοτε διατυπώνονταν αμφισβητήσεις απέναντι σε τέτοιους εφησυχασμούς. Ο αυστριακός οικονομολόγος Σουμπέτερ χλεύαζε οποιαδήποτε ιδέα ισορροπίας ως ασύμβατης με το στοιχείο που θεωρούσε ως τη
μεγάλη θετική αρετή του καπιταλισμού, τη δυναμική του. Μερικοί από
τους μαθητές του Κέινς προχώρησαν περισσότερο από τον ίδιο στην εγκατάλειψη της νεοκλασικής ορθοδοξίας. Οι οικονομολόγοι του Κέμπριτζ κατεδάφισαν τη θεωρητική βάση της νεοκλασικής ορθοδοξίας.
Ωστόσο, η ορθοδοξία εξακολουθεί να κρατά τις πιο ισχυρές οχυρές θέσεις στα πανεπιστήμια και τα σχολεία, γεμίζοντας το μυαλό κάθε νέας
γενιάς με μια εικόνα του οικονομικού συστήματος που δεν έχει καμία
σχέση με την πραγματικότητα. Η πίεση στους φοιτητές να μελετούν τα
βιβλία που προωθούν τέτοιες απόψεις σαν να ήταν επιστημονικά κείμενα οδήγησε στο να πουληθούν εκατομμύρια αντίτυπα του βιβλίου Economics (Οικονομική) του Σάμιουελσον ή του βιβλίου An Introduction to
Positive Economics (Εισαγωγή στη Θετική Οικονομική Επιστήμη) του
Λίπσεϊ.
Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι το επάγγελμα του οικονομολόγου δυσκολεύεται να κατανοήσει εκείνες τις πλευρές του καπιταλιΚαπιταλισμός Ζόμπι

15

στικού συστήματος που ασκούν τη μεγαλύτερη επίδραση στους ανθρώπινους πληθυσμούς που ζουν μέσα σε αυτό. Τα στρογγυλεμένα θεωρήματα που γεμίζουν τα εγχειρίδια Οικονομικής και τα ακαδημαϊκά περιοδικά, με τους αλλεπάλληλους αλγεβρικούς υπολογισμούς και τα διάφορα γεωμετρικά σχήματα, λαμβάνουν ως δεδομένη τη σταθερότητα και
την ισορροπία και, γι' αυτό, δεν έχουν να πουν πολλά στους ανθρώπους
που ανησυχούν για την προδιάθεση του συστήματος να εκδηλώνει κρίσεις. Σχεδόν εδώ και έναν αιώνα, ο Μάρσαλ, ένας από τους θεμελιωτές
της νεοκλασικής σχολής, παρατήρησε ότι η εκδοχή της οικονομικής θεωρίας στην οποία πίστευε δεν ήταν και πολύ χρήσιμη στην πράξη και
ότι «κάποιος είναι καλύτερος οικονομολόγος αν εμπιστεύεται τον κοινό
νου και τα πρακτικά του ένστικτα». 7 Βεβαίως, το πρόβλημα δεν είναι
απλώς ο αφηρημένος ακαδημαϊκός σχολαστικισμός. Η ορθοδοξία είναι
ιδεολογικό προϊόν, από την άποψη ότι λειτουργεί από την οπτική σκοπιά αυτών που κερδίζουν από το σύστημα της αγοράς. Παρουσιάζει την
επιδίωξη του κέρδους εκ μέρους τους ως τον ανώτατο τρόπο συνεισφοράς στο κοινό καλό και ταυτοχρόνως τους απαλλάσσει από οποιοδήποτε κακό συμβαίνει. Επιπλέον, αποκλείει κάθε κριτική που αφορά τα θεμέλια του παρόντος συστήματος, κατά ένα τρόπο που συμφέρει όσους
κατέχουν διευθυντικές θέσεις στις εκπαιδευτικές δομές, οι οποίες ασφαλώς συνδέονται με όλες τις υπόλοιπες δομές του καπιταλισμού. Η Τζόαν Ρόμπινσον, υπέρμαχος του ριζοσπαστικού κεϊνσιανισμού, συνόψισε
την κατάσταση ως εξής:
Το έργο των ριζοσπαστών είναι ευκολότερο. Οφείλουν αποκλειστικώς να δείξουν τις ασυμφωνίες μεταξύ της λειτουργίας της
σύγχρονης οικονομίας και των ιδεών από τις οποίες υποτίθεται
ότι κρίνεται, την ίδια στιγμή που οι συντηρητικοί έχουν το σχεδόν ακατόρθωτο καθήκον να δείξουν ότι ο κόσμος μας είναι ο
καλύτερος δυνατός κόσμος. Ωστόσο, για τον ίδιο λόγο οι συντηρητικοί αποζημιώνονται καταλαμβάνοντας θέσεις εξουσίας τις
οποίες μπορούν να χρησιμοποιήσουν προκειμένου να ελέγχουν
τις επικρίσεις... Οι συντηρητικοί δεν αισθάνονται υποχρεωμένοι
να απαντούν στις ριζοσπαστικές επικρίσεις των ελλείψεων και
των σφαλμάτων τους και η συζήτηση επί της ουσίας ποτέ δεν
πραγματοποιείται.8
Ωστόσο, οι περισσότεροι από τους «ριζοσπάστες» έχουν συνήθως ως
16

Κρις Χάρμαν

δεδομένο αφετηριακό τους σημείο το υπάρχον σύστημα. Οι θέσεις των
ριζοσπαστών κεϊνσιανών, όπως της Τζόαν Ρόμπινσον, πάντοτε διατυπώνονταν υπό τη μορφή βελτιώσεων του συστήματος, μέσω προτάσεων
για μεγαλύτερη κρατική παρέμβαση απ' αυτήν που ήταν αποδεκτή από
την επικρατούσα οικονομική επιστήμη. Δεν αντιλαμβάνονταν ότι το ίδιο
το σύστημα καθοδηγείται από μια ενδογενή δυναμική της οποίας τα καταστρεπτικά αποτελέσματα δεν περιορίζονται αποκλειστικά στα οικονομικά φαινόμενα. Στον εικοστό πρώτο αιώνα, το σύστημα παράγει πολέμους, πείνα και κλιματική αλλαγή στον ίδιο βαθμό που παράγει κρίσεις, και με τρόπους που απειλούν την ίδια τη βάση της ανθρώπινης
ζωής.
Ο καπιταλισμός μετασχηματίζει την κοινωνία στο σύνολό της, καθώς απορροφά δισεκατομμύρια ανθρώπους προκειμένου να δουλέψουν
γι' αυτόν. Αλλάζει όλο το μοντέλο ζωής της ανθρωπότητας, αναδιαμορφώνει την ίδια την ανθρώπινη φύση. Προσδίδει νέο χαρακτήρα σε παλαιότερες μορφές καταπίεσης και ξερνάει καινούργιες. Εξωθεί στον πόλεμο και την οικολογική καταστροφή. Μοιάζει να ενεργεί ως φυσική δύναμη, δημιουργώντας χάος και ερήμωση σε κλίμακα μεγαλύτερη ενός
σεισμού, ενός τυφώνα ή ενός τσουνάμι. Το σύστημα, όμως, δεν είναι
προϊόν της φύσης, αλλά της ανθρώπινης δραστηριότητας. Μιας ανθρώπινης δραστηριότητας που έχει μ' ένα τρόπο ξεφύγει από τον ανθρώπινο έλεγχο και έχει αποκτήσει δική της ζωή. Οι οικονομολόγοι γράφουν
ότι «η αγορά κάνει αυτό» ή «η αγορά απαιτεί εκείνο». Αλλά, η αγορά είναι απλώς η συνάντηση των προϊόντων πολλών και διαφορετικών πράξεων ανθρώπινης δημιουργικής δραστηριότητας, της εργασίας. Αυτό
που συγκαλύπτουν τα λόγια των οικονομολόγων είναι ότι αυτά τα προϊόντα έχουν μετατραπεί μ' ένα τρόπο σε μηχανή που κυριαρχεί πάνω
στους ανθρώπους που επιτελούν αυτού του είδους τη δραστηριότητα,
εξοβελίζοντας τον κόσμο προς μια κατεύθυνση που λίγοι λογικοί άνθρωποι θα επιθυμούσαν. Πράγματι, μερικοί οικονομικοί σχολιαστές,
όταν βρέθηκαν μπροστά στην κρίση που ξεκίνησε το 2007, άρχισαν να
μιλούν για «τράπεζες ζόμπι» - για χρηματοπιστωτικούς θεσμούς που
βρίσκονταν σε μια «απέθαντη κατάσταση» και, παρόλο που ήταν ανίκανοι να εκπληρώσουν οποιαδήποτε θετική λειτουργία, αντιπροσώπευαν
μια απειλή για οτιδήποτε άλλο.' Αυτό που δεν μπορούν να αντιληφθούν
Καπιταλισμός Ζόμπι

17

οι σχολιαστές είναι ότι ο καπιταλισμός στον εικοστό πρώτο αιώνα αποτελεί στο σύνολό του ένα σύστημα-ζόμπι, φαινομενικά νεκρό να εκπληρώσει ανθρώπινους στόχους και να ανταποκριθεί σε ανθρώπινα συναισθήματα, αλλά ικανό για απότομα ξεσπάσματα δραστηριότητας που
προκαλούν το χάος παντού.

Ένας κόσμος που γύρισε εναντίον μας
Μόνο μία σοβαρή παράδοση ανάλυσης επιχείρησε να παρουσιάσει μια
περιγραφή του συστήματος που να κινείται στο παραπάνω πλαίσιο. Είναι η παράδοση που έχει ως αφετηρία της τα κείμενα του Καρλ Μαρξ
και του μακροχρόνιου συνεργάτη του, του Φρίντριχ'Ενγκελς.
Ο Μαρξ ενηλικιώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1840, όταν ο
βιομηχανικός καπιταλισμός άρχισε να αποτυπώνει την πρώτη, περιορισμένη του επίδραση στις νότιες περιοχές της Γερμανίας, εκεί όπου ο ·
Μαρξ είχε γεννηθεί. Τον Ένγκελς τον είχε στείλει ο πατέρας του να
βοηθήσει στη διεύθυνση ενός εργοστασίου στο Μάντσεστερ, εκεί όπου
το νέο σύστημα είχε αρχίσει να ακμάζει. Κι οι δυο τους, μαζί με ολόκληρη σχεδόν τη γενιά των νέων γερμανών διανοούμενων τής εποχής τους,
μοιράζονταν την επιθυμία να γκρεμίσουν το καταπιεστικό πρωσικό φεουδαρχικό σύστημα ταξικής κυριαρχίας, ανώτατη αρχή του οποίου
ήταν ο μονάρχης που είχε δεσποτικές εξουσίες. Γρήγορα, όμως, άρχισαν
να αντιλαμβάνονται ότι ο βιομηχανικός καπιταλισμός που άρχισε να
λειτουργεί δίπλα στο φεουδαρχικό σύστημα εμπεριείχε κι εκείνος τα δικά του καταπιεστικά χαρακτηριστικά. Πρωτίστως και κυρίως, χαρακτηριζόταν από την απάνθρωπη υποταγή των ανθρώπινων πληθυσμών
στην εργασία που έκαναν. Αυτό που ο Μαρξ άρχισε να ανακαλύπτει
σχετικά με τη λειτουργία του νέου, εκείνη την εποχή, συστήματος, τον
οδήγησε να καταπιαστεί με την κριτική μελέτη των επιφανέστερων εκπροσώπων του συστήματος, όπως με τα έργα πολιτικής οικονομίας του
Ανταμ Σμιθ και του Ντέιβιντ Ρικάρντο. Το συμπέρασμά του ήταν ότι,
μολονότι το σύστημα αύξησε σε ασύλληπτο βαθμό την ποσότητα του
πλούτου που οι άνθρωποι μπορούν να παράγουν, ταυτοχρόνως απέκλεισε την πλειονότητά τους από τα ευεργετήματα που επέφερε αυτός
18

Κρις Χάρμαν

ο πλούτος:
Όσο περισσότερο παράγει ο εργάτης, τόσο λιγότερα έχει να καταναλώσει. Όσες περισσότερες αξίες δημιουργεί τόσο λιγότερη
αξία αποκτά, τόσο πιο ασήμαντος γίνεται... [Το σύστημα] αντικαθιστά την εργασία με μηχανές, αλλά γκρεμίζει ένα κομμάτι
των εργατών πίσω σε έναν τύπο βάρβαρης εργασίας, και μετατρέπει το υπόλοιπο κομμάτι σε μηχανή... Παράγει νοημοσύνη αλλά για τον εργάτη, ηλιθιότητα... Είναι αλήθεια ότι η εργασία
παράγει πανέμορφα αντικείμενα για τον πλούσιο - αλλά για τον
εργάτη παράγει ανέχεια. Παράγει παλάτια - αλλά για τον εργάτη, καλύβες. Παράγει ομορφιά - αλλά για τον εργάτη, ασχήμια... Ο εργάτης αισθάνεται να είναι ο εαυτός του έξω από το
χώρο που δουλεύει και στο χώρο που δουλεύει αισθάνεται έξω
από τον εαυτό του. Αισθάνεται οικεία όταν δεν εργάζεται- όταν
εργάζεται δεν αισθάνεται οικεία.
Στα πρώιμα κείμενά του, ο Μαρξ όρισε αυτή τη διαδικασία ως «αλλοτρίωση», υιοθετώντας ένα φιλοσοφικό όρο που ανέπτυξε ο φιλόσοφος
Χέγκελ. Ο Φόιερμπαχ, φιλόσοφος σύγχρονος του Μαρξ, είχε χρησιμοποιήσει τον ίδιο όρο για να περιγράψει τη θρησκεία, υποστηρίζοντας
ότι η θρησκεία ήταν ανθρώπινο δημιούργημα στο οποίο οι άνθρωποι είχαν επιτρέψει να κυριαρχήσει στη ζωή τους. Ο Μαρξ αντιλήφθηκε πλέον με αυτόν τον τρόπο τον ίδιο τον καπιταλισμό. Η ανθρώπινη εργασία
παρήγαγε το νέο πλούτο. Αλλά, στον καπιταλισμό αυτός ο πλούτος μετατρέπεται σε τέρας που εξουσιάζει τους ανθρώπους, απαιτώντας να
τραφεί με όλο και περισσότερη εργασία.
Το αντικείμενο που παράγει η εργασία, το προϊόν της, στέκεται
απέναντι στην εργασία ως κάτι ξένο, ως μια δύναμη ανεξάρτητη
από τον παραγωγό. Όσο περισσότερες από τις δυνάμεις του καταβάλλει ο εργάτης στη δουλειά του, τόσο ισχυροποιείται ο ξένος, αντικειμενικός κόσμος που δημιουργεί και στέκεται πάνω
απ' αυτόν και ενάντια σ' αυτόν, τόσο φτωχότερος γίνεται ο ίδιος
και ο εσωτερικός του κόσμος και τόσο λιγότερο του ανήκει αυτός ο κόσμος... Ο εργάτης εναποθέτει τη ζωή του στο αντικείμενο- η ζωή του, όμως, δεν ανήκει πλέον σ' εκείνον, αλλά στο αντικείμενο...10
Οπως το διατυπώνει ο Μαρξ στις σημειώσεις του για το Κεφάλαιο, στις
αρχές της δεκαετίας του 1860:
Καπιταλισμός Ζόμπι

19

Η εξουσία του καπιταλιστή πάνω στον εργάτη είναι η εξουσία
του αντικειμένου πάνω στον άνθρωπο, της νεκρής εργασίας πάνω στη ζωντανή, του προϊόντος πάνω στον παραγωγό, εφόσον
στην πραγματικότητα τα εμπορεύματα που μετατρέπονται σε
μέσο κυριαρχίας πάνω στον εργάτη είναι... προϊόντα της παραγωγικής διαδικασίας... Είναι η διαδικασία αλλοτρίωσης της ίδιας
της κοινωνικής του εργασίας."
Βεβαίως, ο Μαρξ δεν κατέγραψε απλώς αυτή την κατάσταση των πραγμάτων. Αυτό το είχαν κάνει άλλοι πριν απ' αυτόν και αρκετοί επρόκειτο
να συνεχίσουν να το κάνουν πολύ μετά το θάνατο του. Ο Μαρξ, μέσα
από την εξονυχιστική διανοητική εργασία που κατέβαλλε επί εικοσιπέντε χρόνια, έθεσε επιπλέον ως στόχο του να προσπαθήσει να κατανοήσει πώς γεννήθηκε το σύστημα και πώς δημιούργησε δυνάμεις που
είναι αντίθετες σ' αυτό.
Τα έργα του δεν είναι απλώς πραγματείες οικονομικής σκέψης, αλλά μια «κριτική της πολιτικής οικονομίας», του συστήματος που άλλες
σχολές οικονομικής σκέψης θεωρούν ως δεδομένο. Σημείο αφετηρίας
του ήταν ότι ο καπιταλισμός είναι ένα προϊόν της ιστορικής εξέλιξης
που έφτασε στο σημείο που τον βρήκε ο Μαρξ ως αποτέλεσμα μιας δυναμικής που τον οδηγούσε συνεχώς μπροστά σε μια διαδικασία ατελείωτης αλλαγής, «σταθερής επαναστατικοποίησης της παραγωγής, αδιάκοπου κλονισμού όλων των κοινωνικών συνθηκών, μόνιμης αβεβαιότητας και κινητικότητας». 12 Οι οικονομικές μελέτες του ώριμου Μαρξ
απέβλεπαν στο να αντιληφθούν αυτή τη δυναμική και, μαζί μ' αυτήν,
τις τάσεις που διαμορφώνονται κατά την ανάπτυξη του συστήματος.
Αποτελούν την απολύτως αναγκαία αφετηρία για όποιον θέλει να αντιληφθεί που πηγαίνει ο κόσμος σήμερα.
Η μέθοδός του ήταν η ανάλυση του συστήματος σε διαφορετικά
επίπεδα αφαίρεσης. Στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου αναλαμβάνει να
σκιαγραφήσει τα γενικότερα χαρακτηριστικά της καπιταλιστικής παραγωγής. Ο δεύτερος τόμος13 αφορά στον τρόπο με τον οποίο το κεφάλαιο, τα εμπορεύματα και το χρήμα κυκλοφορούν μέσα στο σύστημα,
ενώ ο τρίτος τόμος14 ενοποιεί τις διαδικασίες παραγωγής και κυκλοφορίας προκειμένου να καταστήσει πιο συγκεκριμένη την περιγραφή
πραγμάτων όπως τα ποσοστά κέρδους, η κρίση, το πιστωτικό σύστημα
20

Κρις Χάρμαν

και η γαιοπρόσοδος. Η αρχική πρόθεση του Μαρξ ήταν να παράγει και
άλλους τόμους, οι οποίοι μεταξύ άλλων θα είχαν ως αντικείμενό τους το
κράτος, το διεθνές εμπόριο και τις διεθνείς αγορές. Δεν κατάφερε να
τους ολοκληρώσει, μολονότι ένα μέρος tou έργου που αφορά αυτά τα
θέματα εμπεριέχεται σε διάφορα σημειωματάριά του.15 Το Κεφάλαιο,
συνεπώς, είναι υπό μία έννοια ημιτελές έργο. Είναι, όμως, ένα ημιτελές
έργο που ολοκλήρωσε το στόχο να αποκαλύψει τις βασικές διεργασίες
του συστήματος, ενσωματώνοντας στην περιγραφή του ακριβώς εκείνα
τα θέματα που αγνοούνται από τη στατική ανάλυση περί ισορροπίας
της επικρατούσας νεοκλασικής σχολής, όπως είναι η τεχνολογική πρόοδος, η συσσώρευση, οι διαρκώς εμφανιζόμενες κρίσεις, όπως και η αύξηση της φτώχιας παράλληλα με την αύξηση του πλούτου.

Η χρησιμότητα του Μαρξ σήμερα
Γι' αυτούς τους λόγους, κάθε ερμηνεία του παγκόσμιου συστήματος σήμερα οφείλει να ξεκινά με τις βασικές έννοιες που ανέπτυξε ο Μαρξ.
Προσπαθώ να περιγράψω σε γενικές γραμμές αυτές τις έννοιες στα
τρία πρώτα κεφάλαια αυτού του βιβλίου. Μερικοί από τους αναγνώστες
που έχουν μαρξιστικό υπόβαθρο μπορεί να θεωρήσουν αυτή την περιγραφή περιττή. Όμως, οι συγκεκριμένες έννοιες έχουν συχνά παρερμηνευθεί τόσο εκτός όσο και εντός του μαρξιστικού στρατοπέδου. Έχει θεωρηθεί ότι είναι ανταγωνιστικές των εννοιών που χρησιμοποιεί η νεοκλασική σκέψη ως προς τη διατύπωση μιας εξισορροπητικού τύπου περιγραφής της διαμόρφωσης των τιμών, και στη συνέχεια ψέγονται, επειδή δεν το επιτυγχάνουν αυτό.16
Μια μορφή αντίδρασης είναι η εγκατάλειψη θεμελιωδών στοιχείων
της ανάλυσης του ίδιου του Μαρξ και η περιορισμένη χρήση της ως
εξήγησης της εκμετάλλευσης και της αναρχίας της παραγωγής. Μια
άλλη μορφή αντίδρασης, προφανώς αντίθετη προς την πρώτη, υπήρξε
η σχεδόν σχολαστική προσέγγιση, στο πλαίσιο της οποίας οι ανταγωνιζόμενες μεταξύ τους ερμηνείες εντρυφούν στις λεπτομέρειες των κειμένων του Μαρξ και του Χέγκελ. Γι' αυτό, η μαρξιστική θεωρία μοιάζει συχνά σαν να είναι παγιδευμένη από τους αντιπάλους της και να έχει υποΚαπιταλισμός Ζόμπι

21

χωρήσει σε ένα θεωρητικό προστατευτικό οχυρό, όντας αποκομμένη
από τον πραγματικό κόσμο. Αυτός είναι ο λόγος που αισθάνθηκα ότι είναι αναγκαίο να εκθέσω τις βασικές έννοιες κατά ένα τρόπο που (ελπίζω) ότι είναι εύκολο να τις παρακολουθήσει κανείς, δείχνοντας το πώς
περιγράφουν την αλληλεπίδραση των βαθύτερων δυνάμεων που καθορίζουν την κατεύθυνση της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Τη λεπτομερή
πραγμάτευση άλλων ερμηνειών επέλεξα να την περιορίσω στις υποσημειώσεις. Ωστόσο, θεώρησα αναγκαίο στο δεύτερο κεφάλαιο να ασχοληθώ με τις συχνότερες αντιρρήσεις που εγείρουν οι οικονομολόγοι του
κυρίαρχου ρεύματος σχετικά με τις εξηγήσεις που προτείνει ο Μαρξ,
εφόσον όλοι όσοι σπουδάζουν οικονομικά στο σχολείο ή το πανεπιστήμιο θα έχουν επηρεαστεί απ' αυτές. Στους αναγνώστες που υπήρξαν
αρκετά τυχεροί ώστε να γλιτώσουν απ' αυτή τη δυστυχία, προτείνεται
να παραλείψουν αυτό το κεφάλαιο.
Το θέμα στο οποίο βαραίνει η σημασία της ημιτελούς διάστασης
της ανάλυσης του ίδιου του Μαρξ είναι η κατανόηση των μεταβολών
που συνέβησαν στον καπιταλισμό μετά το θάνατό του. Ζητήματα στα
οποία αναφέρεται μόλις επί τροχάδην στο Κεφάλαιο - η ανάπτυξη των
μονοπωλίων, η κρατική παρέμβαση στην καπιταλιστική παραγωγή και
τις αγορές, η παροχή των υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας, ο πόλεμος
ως οικονομικό όπλο - έχουν αποκτήσει τεράστια σημασία. Οι μαρξιστές των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα ήταν υποχρεωμένοι από τις
περιστάσεις να συζητήσουν και να αντιπαρατεθούν γύρω από κάποια
από αυτά τα θέματα, και στη διάρκεια των δεκαετιών του 1960 και του
1970 εκδηλώθηκε μια νέα έκρηξη δημιουργικής σκέψης. Απ' αυτές τις
συζητήσεις προσπαθώ να αντλήσω ό,τι χρειάζεται για να πάμε «πέρα
από το Κεφάλαιο» και να καλύψουμε τα κενά στην ίδια την ανάλυση
του Μαρξ για το σύστημα (κεφάλαια τέταρτο και πέμπτο). Το υπόλοιπα
τμήματα του βιβλίου προσπαθούν κατόπιν να αναλύσουν τις εξελίξεις
των τελευταίων 80 χρόνων στον καπιταλισμό, από τη μεγάλη ύφεση του
μεσοπολέμου μέχρι την κρίση που προκαλεί τεράστια αναστάτωση τη
στιγμή που γράφω αυτές τις γραμμές. Η ανάλυση δεν μπορεί να αφορά
αποκλειστικά οικονομικές διαδικασίες, αλλά και το πώς, σε κάθε στάδιο
ανάπτυξης του συστήματος, η αλληλεπίδραση κεφαλαίων και κρατών
σε παγκόσμια κλίμακα γεννάει πολέμους και εμφυλίους πολέμους, λιμό
22

Κρις Χάρμαν

και περιβαλλοντική καταστροφή, δίπλα στις οικονομικές ανθήσεις και
υφέσεις. Τα πυρηνικά όπλα και τα αέρια του θερμοκηπίου είναι προϊόντα της αλλοτριωμένης εργασίας, ακριβώς όπως και τα εργοστάσια αυτοκινήτων ή τα ανθρακωρυχεία.

Σημείωση σχετικά με αυτό το βιβλίο
Η αστάθεια της καπιταλιστικής οικονομίας έχει επηρεάσει και τη συγγραφή αυτού του βιβλίου. Ξεκίνησα τη συγγραφή του στα τέλη του
2006, την περίοδο όπου αυτό το οποίο ονομάζω «μεγάλη αυταπάτη» η πίστη ότι ο καπιταλισμός είχε βρει ένα νέο τρόπο ανάπτυξης δίχως
κρίσεις - βρισκόταν στο απόγειο της. Θεωρούσα αναπόφευκτο το ξέσπασμα μια νέας οικονομικής κρίσης, με τον ίδιο τρόπο που κάποιος ο
οποίος κατοικεί σε μια πόλη χτισμένη πάνω σε ένα σεισμογενές ρήγμα
γνωρίζει ότι θα σημειωθεί σεισμός κάποια στιγμή. Όμως, δεν προσπαθούσα να παραστήσω ότι γνωρίζω πότε θα εκδηλωθεί μια τέτοια κρίση
ή πόσο καταστροφική θα είναι. Αντίθετα, ο σκοπός μου ήταν περισσότερο να επικαιροποιήσω το παλιότερο βιβλίο μου Εξηγώντας την Κρίση
(Explaining the Crisis) που είχε κυκλοφορήσει πριν 25 χρόνια, λαμβάνοντας υπόψη τις αλλαγές που είχε γνωρίσει το σύστημα, αλλά επαναλαμβάνοντας το βασικό συμπέρασμα: ότι δηλαδή, η τυφλή βουτιά του
προς τα μπρος θα έχει καταστροφικές συνέπειες για τις ζωές των ανθρώπων σε όλο το υπόλοιπο του αιώνα, πυροδοτώντας κοινωνικές και
πολιτικές κρίσεις τεράστιας κλίμακας, με πιθανά επαναστατικές προοπτικές.
Όμως, ένα από αυτά τα τυφλά ξεσπάσματα είχε τις επιπτώσεις του
καθώς ολοκλήρωνα ένα πρώτο σχέδιο του βιβλίου, 150.000 λέξεων. Η
πιστωτική κρίση του Αυγούστου 2007 έφερε το μεγάλο κραχ του Αυγούστου του 2008 και οδήγησε έναν από τους απολογητές του συστήματος, τον Γουίλιαμ Μπιούτερ (William Buiter) να γράψει για «το τέλος
του καπιταλισμού όπως τον γνωρίζαμε».17 Πολλές από τις λεπτομέρειες
της λειτουργίας του συστήματος που τις αντιμετώπιζα σαν να είναι του
παρόντος έγιναν έξαφνα παρελθόν, και από παντού εκδηλωνόταν μια
έντονη απαίτηση για ερμηνεία σχετικά με την προέλευση της κρίσης.
Καπιταλισμός Ζόμπι

23

Δεν είχα άλλη επιλογή από το να επικαιροποιήσω και να αλλάξω τη
διάρθρωση του κειμένου που είχα γράψει, αλλάζοντας στα τελευταία
κεφάλαια την έμφαση, από το τι πρόκειται μάλλον να συμβεί στις επόμενες δεκαετίες στο τι συμβαίνει εδώ και τώρα. Στην πορεία, έκοψα το
1/3 των λέξεων από το σχέδιο, απορρίπτοντας ένα μεγάλο όγκο εμπειρικών λεπτομερειών ώστε να γίνει πιο βατό το σύνολο του βιβλίου.
Οποιοσδήποτε ενδιαφέρεται για περισσότερες λεπτομέρειες, μπορεί να
βρει κάποιες στα 15 άρθρα για την οικονομία που έχω γράψει τις δυο
τελευταίες δεκαετίες στην επιθεώρηση International Socialism, ενώ κάποια από τα θεωρητικά επιχειρήματα τα έχω αναπτύξει περισσότερο
εκτεταμένα στο βιβλίο Εξηγώντας την Κρίση.

Ευχαριστίες
Οφείλω ευχαριστίες για την ανάγνωση και το σχολιασμό του υπερβολικά μεγάλου και ανοργάνωτου δοκιμίου στους Tobias Brink, Joseph Choonara, Alex Callinicos, Neil Davidson, Jane Hardy, Mike Haynes, Rick
Kuhn, Matt Nichter και Mark Thomas. Οφείλω επίσης ευχαριστίες για
το σχόλιο πάνω στο προκαταρτικό υλικό που εμφανίστηκε στην επιθεώρηση International Socialism στους Tom Bramble, Sam Friedman, Mehmet Ufuk Tutan, Thomas Weiss και άλλους και για πληροφορίες σχετικά με τα ποσοστά κέρδους στους Robert Brenner και Andrew Kliman.
Επίσης οφείλω ένα τεράστιο πνευματικό χρέος σε πολλούς άλλους ανθρώπους. Ανάμεσά τους, ξεχωριστή θέση έχουν όσα έμαθα στα νεανικά
μου χρόνια από τον Mike Kidron και τον Tony Cliff. Πέρα απ' αυτούς,
πρέπει να αναφέρω και το κέντρισμα που μου πρόσφεραν οι μελέτες δεκάδων άλλων συνεχιστών της μαρξιστικής οικονομικής ανάλυσης από
τα μέσα της δεκαετίας του '60 μέχρι τις μέρες μας: Ricardo Bellofiore,
Henry Bernstein, Dick Bryan, Terry Byers, Gugliemo Carchedi, Franiois
Chesnais, Francois Dumenil, Alfredo Saad Filho, Ben Fine, John Bellamy
Foster, Alan Freeman, David Harvey, Peter Gowan, Claudio Katz, Jim
Kincaid, Costas Lapavitsas, Istvan Meszaros, Fred Moseley, Geert Reuten, Anwar Shaikh, και πολλών άλλων. Έχω καταφέρει να ακούσω κάποιους απ' αυτούς και να συζητήσω μαζί τους, τους περισσότερους δεν
24

Κρις Χάρμαν

τους έχω συναντήσει ποτέ, με κάποιους διαφωνώ έντονα. Όμως, όλοι
τους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έχουν συμβάλει στη διαμόρφωση των
συμπερασμάτων μου.

Σημείωση σχετικά με τα στοιχεία και τους όρους
Οποιοσδήποτε επιχειρήσει να εξηγήσει τις οικονομικές μεταβολές δεν
έχει συνήθως άλλη επιλογή από το να προβεί στη χρήση των στατιστικών δεδομένων που παρουσιάζουν κυβερνήσεις, επιχειρηματικοί και
διεθνείς οργανισμοί όπως ο ΟΟΣΑ, η UNCTAD, ο ΠΟΕ, η Παγκόσμια
Τράπεζα, και το ΔΝΤ. Αυτό το βιβλίο δεν αποτελεί εξαίρεση. Όμως, οι
αναγνώστες πρέπει να γνωρίζουν ότι κάποια από τα πιο ευρέως χρησιμοποιούμενα στοιχεία μπορεί να είναι εξόχως παραπλανητικά.
Ιδιαίτερα τα στοιχεία για την οικονομική ανάπτυξη δεν είναι πάντοτε τόσο σαφή όσο δείχνουν. Η ανάπτυξη που μετρούν συνήθως είναι
υπολογισμός της παραγωγής που κυκλοφορεί στην αγορά. Όμως, ένα
μεγάλο μέρος της εργασίας που συμβάλλει στην ανθρώπινη ευημερία
δεν κυκλοφορεί στην αγορά. Αυτό ισχύει για παράδειγμα για την οικιακή εργασία των γυναικών και σε πολύ μικρότερο βαθμό των ανδρών.
Επίσης ισχύει ιστορικά για το μεγαλύτερο μέρος της οικογενειακής εργασίας στη γη του αγρότη. Το αποτέλεσμα είναι η λανθασμένη εντύπωση ότι ο πλούτος αυξάνεται καθώς τα νοικοκυριά αρχίζουν να πληρώνουν για πράγματα που πριν συνήθιζαν να παράγουν έξω από την αγορά: όταν για παράδειγμα η νοικοκυρά βρίσκει δουλειά και αγοράζει
προμαγειρεμένα γεύματα ή όταν μια αγροτική οικογένεια πληρώνει κάποιον άλλον να φτιάξει ένα φράκτη στα χωράφια της, ενώ πριν θα το
έκανε μόνη της.
Τέτοιες αλλαγές έχουν ως αποτέλεσμα ότι τα στοιχεία που παρέχονται συνήθως δίνουν μια όλο και περισσότερο διαστρεβλωμένη εικόνα εξαιτίας της εμπορευματοποίησης και της μαζικής εισόδου γυναικών
στη μισθωτή εργασία τις τελευταίες δεκαετίες. Οι επίσημες στατιστικές
φουσκώνουν επίσης τους πραγματικούς ρυθμούς ανάπτυξης πραγμάτων που ικανοποιούν ανθρώπινες ανάγκες, προσμετρώντας στο παραγόμενο προϊόν και πράγματα όπως οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, οι
Καπιταλισμός Ζόμπι

25

οποίες το μόνο που κάνουν στην πραγματικότητα είναι να μεταφέρουν
πλούτο από τη μια τσέπη στην άλλη - πρόκειται για ένα ακόμα φαινόμενο που έχει πάρει διαστάσεις στην αγορά τις τελευταίες δεκαετίες.18
Τέλος, οι μετρήσεις του κατά κεφαλήν προϊόντος δεν μπορούν να εξισωθούν μιας κι αυτό το προϊόν διανέμεται πάντοτε άνισα ανάμεσα στις
τάξεις. Παρ' όλα αυτά, ελλείψει κάποιων καλύτερων, θα χρησιμοποιήσω
τέτοιου είδους στοιχεία.
Μια σύντομη εξήγηση κάποιων από τους όρους που χρησιμοποιώ.
Γενικά οι όροι «Δύση» και «Ανατολή» χρησιμοποιούνται με την έννοια
που είχαν κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του Ψυχρού Πολέμου, με την
Ιαπωνία να συμπεριλαμβάνεται στη Δύση. Οι λέξεις «Τρίτος Κόσμος»
και «Παγκόσμιος Νότος» αναφέρονται στα φτωχότερα τμήματα του
πλανήτη τα οποία παρέμειναν σχετικά μη-εκβιομηχανισμένα στο μεγαλύτερο διάστημα του 20ού αιώνα, όπως επίσης και οι φράσεις «αναπτυσσόμενες» ή «υπανάπτυκτες χώρες» που συνοδεύουν κάποιες στατιστικές. «Κομμουνιστικές χώρες» είναι εκείνες που είχαν το ίδιο σύστημα
με αυτό της ΕΣΣΔ πριν το 1991. «Παραγωγικό κεφάλαιο» είναι αυτό
που δραστηριοποιείται στη βιομηχανία και στη γεωργία, & αντίθεση με
εκείνο που δραστηριοποιείται στο εμπόριο και το χρηματοπιστωτικό τομέα. Τέλος χρησιμοποιώ τον όρο «καπιταλιστής-ές» και όχι και τον όρο
«καπιταλίστριες», γιατί μέχρι και κάνα δυο δεκαετίες πριν, το 99,99%
από αυτούς ήταν άνδρες, ενώ οι εργάτες-τριες που εκμεταλλεύονται
ανήκαν πάντοτε και στα δυο φύλα. Στο τέλος του βιβλίου παραθέτω ένα
γλωσσάρι σε μια προσπάθεια να κάνω το υλικό πιο προσβάσιμο σ" αυτούς που υπήρξαν αρκετά τυχεροί ώστε να μην έχουν σπουδάσει οικονομικά και σε αυτούς που έχουν λιγότερη οικειότητα με τα μαρξιστικά
κείμενα.

26

Κρις Χάρμαν

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

Η ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ
ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ:
Ο Μαρξ
και πέρα
από τον Μαρξ

Κεφάλαιο Πρώτο

Οι έννοιες
που διαμόρφωσε ο Μαρξ

Ένας κόσμος εμπορευμάτων
Το προφανέστερο χαρακτηριστικό του οικονομικού συστήματος μέσα
στο οποίο ζούμε είναι ότι έχει ως επίκεντρό του την αγοραπωλησία
αγαθών κάθε είδους. Είμαστε αναγκασμένοι να πληρώσουμε για τη διατροφή, την κατοικία, την ένδυση και την ενέργεια που χρειάζεται για να
φωτίσουμε και να ζεστάνουμε τα σπίτια μας, για τα μεταφορικά μέσα
που χρησιμοποιούμε για τις μετακινήσεις μας και γενικά για οτιδήποτε
χρειαζόμαστε προκειμένου να κρατηθούμε ζωντανοί εμείς και οι οικογένειές μας. Όμως, για να μπορέσουμε να αγοράσουμε πρέπει να πουλήσουμε· έστω και αν το μόνο που μπορούμε να πουλήσουμε είναι η ικανότητά μας να εργαστούμε για κάποιους άλλους. Η ίδια μας η ζωή εξαρτάται από την κίνηση των εμπορευμάτων και αυτή είναι η αιτία που ο
Μαρξ ξεκινά το Κεφάλαιο με την ακόλουθη πρόταση:
Ο πλούτος των κοινωνιών στις οποίες έχει επικρατήσει ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, εμφανίζεται ως μια γιγάντια
συσσώρευση εμπορευμάτων.
Ο Μαρξ έγραφε σε μια εποχή στην οποία οι σχέσεις αγοράς δεν είχαν
ακόμα εξαπλωθεί σε μεγάλο μέρος του πλανήτη. Τότε υπήρχαν ακόμα
κοινωνίες στο πλαίσιο των οποίων όλη η παραγωγή προοριζόταν για
την ικανοποίηση των άμεσων αναγκών των ανθρώπων είτε αυτές ήταν
«πρωτόγονες κομμουνιστικές» κοινωνίες, οι οποίες βασίζονταν στο κυΚαπιταλισμός Ζόμπι

29

νήγι-συλλογή ή στην κηποκαλλιέργεια,1 όπου οι άνθρωποι συμφωνούσαν ελεύθερα μεταξύ τους το πώς και τι θα παραχθεί, είτε αγροτικές
κοινωνίες, στις οποίες ένας τοπικός άρχοντας ή κυβερνήτης τούς το
υπαγόρευε από τα πάνω. Ακόμα και σε εκείνες τις κοινωνίες στις οποίες
ήδη είχαν αναπτυχθεί σχέσεις αγοράς, η αγροτική παραγωγή της πλειονότητας του πληθυσμού χαρακτηριζόταν από την αυτάρκεια και οι άνθρωποι αποσκοπούσαν με την παραγωγή να εξασφαλίζουν τα περισσότερα από τα πράγματα που χρειάζονταν προκειμένου να καταφέρουν
να επιβιώσουν. Μόνο ένα μικρό μέρος αυτής της παραγωγής κατευθυνόταν σε αγοραπωλησίες. Σήμερα, αντιθέτως, μπορούμε να επεκτείνουμε την έκφραση του Μαρξ και να πούμε ότι «ο πλούτος ολόκληρου του
κόσμου, με ελάχιστες εξαιρέσεις, παρουσιάζεται ως ένας σωρός από εμπορεύματα». Ακόμα και οι εξαιρέσεις - όπως, για παράδειγμα, η κοινωνική πρόνοια για δωρεάν υγεία και εκπαίδευση που ισχύει σε αρκετές
αναπτυγμένες χώρες - υπόκεινται σε όλο και μεγαλύτερες πιέσεις που
αποσκοπούν να τις καταστήσουν εμπόρευμα. Αυτή η σχεδόν απόλυτη
επικράτηση της εμπορευματικής παραγωγής διαχωρίζει απολύτως τη
σύγχρονη κοινωνία από οποιαδήποτε άλλη μορφή κοινωνίας υπήρξε
ποτέ. Αν, λοιπόν, επιδιώκουμε να κατανοήσουμε τι συμβαίνει στον κόσμο, είναι αναγκαίο να ξεκινήσουμε με την κατανόηση των λειτουργιών
της εμπορευματικής παραγωγής.
Ο Μαρξ δεν ήταν ο πρώτος που αποπειράθηκε να κατανοήσει αυτές
τις λειτουργίες. Είχαν προηγηθεί οι οικονομολόγοι της περιόδου της
κλασικής πολιτικής οικονομίας, οι πρώτοι υποστηρικτές του καπιταλισμού, οι οποίοι και προσπάθησαν να κατανοήσουν τη βασική δυναμική
του την εποχή που αγωνιζόταν να απλωθεί ορμητικά στην Ευρώπη και
ακόμα κυριαρχούσαν οι τάξεις των γαιοκτημόνων. Δυο από αυτούς
υπήρξαν ιδιαιτέρως σημαντικοί: ο ένας ήταν ο Ανταμ Σμιθ (Adam Smith), τα σημαντικότερα κείμενα του οποίου εμφανίζονται κατά την έβδομη δεκαετία του 18ου αιώνα, όταν το πρώτο σύγχρονο εργοστάσιο, ένα
κλωστοϋφαντουργείο, εγκαινίαζε τις εργασίες του στο Κρόμφορντ του
Ντερμπισάιρ- ο άλλος ήταν ο Ντέιβιντ Ρικάρντο (David Ricardo), ο οποίος, σαράντα χρόνια αργότερα, υπερασπίσθηκε τα συμφέροντα των πρώτων βιομηχάνων έναντι των μεγάλων ιδιοκτητών γης, κατά την περίοδο
που ακολούθησε αμέσως μετά τη λήξη των Ναπολεόντειων Πολέμων.
30

Κρις Χάρμαν

Αξία χρήσης και ανταλλακτική αξία
Είναι σύνηθες ο Σμιθ να θεωρείται ως ο προστάτης άγιος του σύγχρονου καπιταλισμού και των νεοκλασικών θεωρητικών υποστηρικτών του.
Ωστόσο, ο Σμιθ τόνισε ένα σημαντικό σημείο, το οποίο αργότερα ανάπτυξε ακόμα περισσότερο ο Ρικάρντο, αλλά το οποίο εξαφάνισαν εντελώς σχεδόν όλοι οι οικονομολόγοι του κυρίαρχου ρεύματος που ισχυρίζονται ότι ακολουθούν τα βήματά του. Διαπίστωσε ότι, από τη στιγμή
που η κοινωνία βασίζεται στην παραγωγή που αποσκοπεί στην αγορά,
κάθε εμπόρευμα μπορεί να γίνει αντιληπτό από δυο εντελώς διαφορετικές πλευρές:
Η λέξη αξία έχει δύο διαφορετικές σημασίες και μερικές φορές
εκφράζει τη χρησιμότητα κάποιου συγκεκριμένου αντικειμένου
ενώ κάποιες άλλες τη δυνατότητα αγοράς άλλων αγαθών την
οποία επιτρέπει η κατοχή αυτού του αντικειμένου. Η πρώτη θα
μπορούσε να ονομασθεί «αξία χρήσης» και η δεύτερη «αξία ανταλλαγής». Πράγματα που έχουν τη μεγαλύτερη αξία χρήσης
έχουν συχνά μικρή ή καμία αξία ανταλλαγής, και αντιθέτως, αυτά που έχουν τη μεγαλύτερη αξία ανταλλαγής έχουν συχνά μικρή ή καμία αξία χρήσης. Τίποτα δεν είναι πιο χρήσιμο απ' ό,τι
το νερό: αλλά μ' αυτό ελάχιστα πράγματα μπορούμε να ανταλλάξουμε. Από την άλλη μεριά, ένα διαμάντι έχει ελάχιστη αξία
χρήσης, ωστόσο μπορούμε άνετα να το ανταλλάξουμε με μια μεγάλη ποσότητα άλλων αγαθών.2
Ο Μαρξ, στο Κεφάλαιο, υιοθέτησε και ανάπτυξε την παραπάνω θεωρητική σύλληψη του Σμιθ, αίροντας κάποια συγκεκριμένα αμφιλεγόμενα
στοιχεία που εντοπίζονταν στο έργο του τελευταίου:
Η χρησιμότητα ενός πράγματος το κάνει αξία χρήσης... Καθορίζεται από τις υλικές ιδιότητες του εμπορεύματος και δεν υπάρχει
χωρίς αυτό. Γι' αυτό, κάθε εμπόρευμα, όπως ο σίδηρος, το στάρι
ή το διαμάντι, εφόσον έχει υλική διάσταση, είναι αξία χρήσης,
κάτι που είναι χρήσιμο. Αυτός ο χαρακτήρας του εμπορεύματος
είναι ανεξάρτητος από την ποσότητα της εργασίας που απαιτείται ώστε να ιδιοποιηθούμε τις χρήσιμες ιδιότητές του.
Τα εμπορεύματα, όμως, είναι επίσης
οι υλικοί φορείς της ανταλλακτικής αξίας [η οποία] εμφανίζεται
Καπιταλισμός Ζόμπι

31

ως ποσοτική σχέση, ως η αναλογία με την οποία οι αξίες χρήσης
ενός είδους ανταλλάσσονται με τις αξίες χρήσης ενός άλλου είδους, σχέση που μονίμως μεταβάλλεται μέσα στο χρόνο και από
τόπο σε τόπο.3
Οι οπαδοί του σύγχρονου νεοκλασικού κυρίαρχου ρεύματος οικονομικής σκέψης δεν προβαίνουν σε αυτή τη διάκριση.4 Η μόνη μορφή αξίας
που αντιλαμβάνονται είναι αυτή της «οριακής χρησιμότητας», η οποία
βασίζεται στην υποκειμενική εκτίμηση των ανθρώπων όσον αφορά
στις αξίες χρήσης. Τη συγκεκριμένη διάκριση δεν την αντιλαμβάνονται, όμως, ούτε οι διαφωνούντες οικονομολόγοι που δηλώνουν ότι
ανήκουν στην παράδοση του Ρικάρντο (οι αποκαλούμενοι «Σραφιανοί»). 5 Το μοντέλο τους βασίζεται στις εισροές και εκροές υλικών αντικειμένων δηλαδή, ξανά στην αξία χρήσης. Τέλος, μερικοί σύγχρονοι
μαρξιστές υποστηρίζουν ότι η διάκριση δεν έχει νόημα εφόσον το σημαντικό σημείο που τόνισε ο Μαρξ υπήρξε η εκμετάλλευση και όχι η
αξία.6
Απαλείφοντας τη διάκριση που επέφεραν ο Σμιθ, ο Ρικάρντο και ο
Μαρξ, οι συγκεκριμένες θεωρίες δεν αντιλαμβάνονται κάτι ουσιώδες
όσον αφορά ένα σύστημα που βασίζεται στην εμπορευματική παραγωγή: οτιδήποτε συμβαίνει εντός του συστήματος υπόκειται σε δυο διαφορετικές ομάδες επιστημονικών νόμων.
Αφενός υπάρχουν οι νόμοι του φυσικού κόσμου· οι νόμοι που περιγράφει η φυσική, η χημεία, η βιολογία, η γεωλογία, όπως και οι υπόλοιπες παρεμφερείς επιστήμες. Αυτοί οι νόμοι καθορίζουν τους τρόπους με
τους οποίους πρέπει να συνδυαστούν διαφορετικά μεταξύ τους πράγματα προκειμένου να παραχθούν τα διάφορα αγαθά (τα διάφορα μέρη
μιας μηχανής, η υλική υποδομή ενός εργοστασίου, οι τεχνικές που χρησιμοποιούνται στην περίπτωση μιας χειρουργικής επέμβασης κλπ),
όπως επίσης και τη χρησιμότητα αυτών των αγαθών γι' αυτούς που τελικά τα καταναλώνουν (τη διατροφική αξία της τροφής, τη ζεστασιά
που εξασφαλίζουν τα καύσιμα και ο ηλεκτρισμός, τον αριθμό των παιδιών που μπορούν να φιλοξενηθούν σε ένα σχολείο ή των ασθενών σε
ένα νοσοκομείο κλπ).
Αφετέρου, υπάρχουν οι τρόποι με τους οποίους τα πράγματα συνδέονται μεταξύ τους ως ανταλλακτικές αξίες, οι οποίες συμπεριφέρον32

Κρις Χάρμαν

ται με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο από τις αξίες χρήσης. Η ανταλλακτική αξία ενός πράγματος είναι πιθανό να πέφτει, μολονότι η αξία
χρήσης του παραμένει αναλλοίωτη. Αυτό συνέβη πρόσφατα στην τιμή
των ηλεκτρονικών υπολογιστών: ο υπολογιστής που χρησιμοποίησα για
να γράψω το τελευταίο μου βιβλίο είχε διπλάσια τιμή από τον πολύ καλύτερο του που χρησιμοποιώ σήμερα. Ακόμα περισσότερο, οι ανταλλακτικές αξίες είναι απεριόριστα διαιρετές, ενώ κατά κανόνα οι αξίες χρήσης δεν είναι. Όσο και αν μπορείς να πεις ότι ένα ποδήλατο αξίζει το ένα
εικοστό ενός αυτοκινήτου, δεν μπορείς να τεμαχίσεις σε είκοσι μέρη ένα
αυτοκίνητο, επειδή το κάθε τεμάχιο δεν θα είχε καμία χρησιμότητα για
κανένα. Αυτή η διάκριση αποκτά ιδιαίτερη σπουδαιότητα όταν αφορά
σε θέματα που είναι σημαντικά για το σύγχρονο καπιταλισμό, όπως είναι τα εργοστάσια, οι πετρελαιοπηγές, τα αεροσκάφη, τα σχολεία και τα
νοσοκομεία. Η αγορά τα αντιμετωπίζει ως ανταλλακτικές αξίες που
μπορούν να διαιρούνται επ' άπειρον σε μέρη (και που αξίζουν τόσα ευρώ, σεντς κλπ)· ωστόσο, έχουν μια φυσική ύπαρξη η οποία δεν μπορεί
να διαιρεθεί κατ' αυτόν τον τρόπο συνήθως.
Επίσης, οι ανταλλακτικές αξίες των εμπορευμάτων είναι επ' άπειρον
ρευστές. Υπό τη μορφή χρήματος μπορούν να μετακινούνται από το ένα
μέρος της οικονομίας στο άλλο, από το ένα μέρος του κόσμου στο άλλο,
να δαπανηθούν για το οτιδήποτε έχει την ίδια τιμή. Όμως, η ρευστότητα
των αξιών χρήσης, όπως ακριβώς και η διαιρετότητά τους, είναι περιορισμένη από την ίδια τη φυσική τους διάσταση. Μπορείς σε συντομότατο
χρονικό διάστημα να μεταφέρεις 100 εκατομμύρια ευρώ από τη Γερμανία στην Ινδία, αλλά δεν μπορείς σε καμία περίπτωση το ίδιο γρήγορα
να μεταφέρεις ένα εργοστάσιο. Οι αξίες χρήσεις και οι ανταλλακτικές
αξίες λειτουργούν στη βάση διαφορετικής, έως και αντιφατικής, λογικής
και αν δεν είμαστε σε θέση να αντιλαμβανόμαστε τη διάκρισή τους, θα
αποτύχουμε να κατανοήσουμε το βασικότερο δεδομένο σχετικά με την
οικονομία της εμπορευματικής παραγωγής. Δεν λειτουργεί απρόσκοπτα, μέσω της ροής των ανταλλακτικών αξιών και μόνο, αλλά υπόκειται
διαρκώς σε τινάγματα, σε βίαιες διακοπές και εκκινήσεις, εξαιτίας του
γεγονότος ότι οι ανταλλακτικές αξίες εμπεριέχονται σε αξίες χρήσης
που φέρουν φυσικές ιδιότητες, οι οποίες περιορίζουν τη ρευστότητά
τους.
Καπιταλισμός Ζόμπι

33

Εργασία και χρήμα
Ο Σμιθ και ο Ρικάρντο δεν περιορίστηκαν στην κατανόηση της διπλής
φύσης των εμπορευμάτων. Προχώρησαν και στη διατύπωση του επιχειρήματος ότι η δυνατότητα απόδοσης ανταλλακτικής αξίας σε αντικείμενα που χαρακτηρίζονται από τις πιο διαφορετικές μεταξύ τους φυσικές ιδιότητες υπάρχει, επειδή τα αντικείμενα έχουν μια κοινή ιδιότητα:
είναι όλα προϊόντα ανθρώπινης εργασίας.
Όπως ανέφερε ο Σμιθ:
Η πραγματική τιμή ενός πράγματος, αυτό που πραγματικά κοστίζει στον άνθρωπο που θέλει να το αποκτήσει, είναι ο μόχθος
και ο κόπος της απόκτησής του. Αυτό που ένα πράγμα αξίζει για
κάποιον που το έχει αποκτήσει και θέλει να το διαθέσει ή να το
ανταλλάξει με κάτι άλλο, είναι ο μόχθος και ο κόπος που μπορεί
να εξοικονομήσει για τον εαυτό του και που μπορεί να επιβαρύνει άλλους ανθρώπους. Αυτό που αγοράζουμε με χρήματα ή με
αγαθά, το προμηθευόμαστε με τόση εργασία, όση [θα χρειαζόταν] για να το αποκτήσουμε από το μόχθο του σώματός μας. [Τα
χρήματα ή τα συγκεκριμένα αγαθά] περιέχουν την αξία μιας ορισμένης ποσότητας εργασίας, την οποία ανταλλάσσουμε με αυτό
που υποτίθεται ότι εκείνη τη στιγμή περιέχει αξία ίσης ποσότητας.
Η εργασία ήταν η πρώτη τιμή, τα αρχικά χρήματα για αγορά που
πληρώνονταν για κάθε πράγμα. Όλος ο πλούτος του κόσμου αρχικά αγοράσθηκε όχι με χρυσό και άργυρο, αλλά με την εργασία,
και η αξία του γι' αυτούς που τον κατέχουν και θέλουν να τον
ανταλλάξουν με κάποια νέα προϊόντα είναι ακριβώς ίση με την
ποσότητα εργασίας την οποία ο πλούτος αυτός τους επιτρέπει
να αγοράσουν ή να ελέγχουν.7
Ο Μαρξ ενσωμάτωσε και αυτό το επιχείρημα στη δική του ανάλυση:
Οι ανταλλακτικές αξίες των εμπορευμάτων πρέπει να μπορούν
να εκφράζονται σε μια κοινή μεταξύ τους μορφή και να αντιπροσωπεύουν μια μεγαλύτερη ή μικρότερη ποσότητα αυτής της κοινής μορφής. Αυτό το κοινό «στοιχείο» δεν μπορεί να είναι μια
γεωμετρική, χημική ή άλλη υλική ιδιότητα των εμπορευμάτων...
Αν, λοιπόν, δεν λάβουμε υπόψη μας την αξία χρήσης των εμπορευμάτων, έχουν μόνο μία κοινή ιδιότητα, ότι είναι προϊόντα εργασίας.
34

Κρις Χάρμαν

Ωστόσο, ο Μαρξ βελτίωσε την ανάλυση του Σμιθ και του Ρικάρντο σε
ένα πολύ σημαντικό σημείο. Η ανταλλακτική αξία δεν καθορίζεται από
τον ιδιαίτερο συγκεκριμένο μόχθο που καταβάλλει η εργασία ως τέτοια.
Διαφορετικοί άνθρωποι με διαφορετικές δεξιότητες θέλουν διαφορετικές ποσότητες χρόνου και καταβάλλουν διαφορετικές ποσότητες μόχθου ώστε να παράγουν συγκεκριμένα εμπορεύματα:
Θα μπορούσε να νομίσει κανείς ότι, αν η αξία ενός εμπορεύματος καθορίζεται από την ποσότητα της εργασίας που δαπανήθηκε κατά την παραγωγή του, όσο πιο αργόσχολος και αδέξιος είναι κάποιος τόσο μεγαλύτερη αξία έχει το εμπόρευμά του, επειδή η παραγωγή του απαίτησε περισσότερο χρόνο.®
Όμως, η ανταλλακτική αξία ενός εμπορεύματος εξαρτάται από τον
«κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας»,
ο οποίος απαιτείται για να παραχθεί οποιοδήποτε προϊόν υπό
κανονικές συνθήκες παραγωγής και με το μέσο βαθμό δεξιοτήτων και έντασης της εργασίας που επικρατούν σε οποιαδήποτε
χρονική στιγμή.'
Η κοινωνική εργασία έχει μεταμορφώσει τη φύση προκειμένου να δημιουργήσει τα μέσα από τα οποία οι άνθρωποι εξαρτώνται για να επιβιώσουν. Γι' αυτό, η ποσότητα της κοινωνικής εργασίας που ενσωματώνεται
στο εμπόρευμα συνιστά και την αξία που εμπεριέχεται σε αυτό. Στο
πλαίσιο μιας κοινωνίας παραγωγής εμπορευμάτων, η συγκεκριμένη εργασία των ατόμων, μέσω της ανταλλαγής, μεταμορφώνεται αναλογικά10
σε μέρος της «ομοιογενούς», «κοινωνικής» εργασίας - ή «αφηρημένης
εργασίας». Ο Μαρξ ονομάζει την αφηρημένη εργασία «ουσία της
αξίας». Εκφράζεται στην ανταλλακτική αξία και καθορίζει το επίπεδο
στο οποίο θα διακυμαίνεται η τιμή του εμπορεύματος στην αγορά:
Ακόμα και ένα παιδί γνωρίζει ότι όποιο έθνος σταματήσει να εργάζεται, όχι για ένα έτος, αλλά, ας πούμε, για μερικές εβδομάδες,
θα καταστραφεί. Κάθε παιδί γνωρίζει, επίσης, ότι οι ποσότητες
των προϊόντων που ανταποκρίνονται στις διάφορες ανάγκες
απαιτούν διαφορετικές και ποσοτικά προσδιορισμένες ποσότητες κοινωνικά μέσης εργασίας... Όπως και ότι η μορφή στην
οποία εκφράζεται αυτή η αναλογική κατανομή επιβάλλεται στο
πλαίσιο μιας κοινωνικής κατάστασης όπου η διασύνδεση της
Καπιταλισμός Ζόμπι

35

κοινωνικής εργασίας εκφράζεται ως ιδιωτική ανταλλαγή ατομικών προϊόντων εργασίας και αποτελεί ακριβώς την ανταλλακτική αξία αυτών των προϊόντων." Κάθε ξεχωριστό είδος ατομικής
εργασίας, το οποίο επιχειρείται ανεξάρτητα απ' όλα τα υπόλοιπα... διαρκώς ανάγεται στις ποσοτικές αναλογίες τις οποίες έχει
ανάγκη η κοινωνία.12
Οι οικονομολόγοι του νεοκλασικού ρεύματος επιχείρησαν να αναπτύξουν την έννοια της αξίας σαν να προκύπτει από την υποκειμενική κρίση των ατόμων. Μάλιστα, μερικοί απ' αυτούς προσπάθησαν να συμπεριλάβουν την εργασία στην έννοια της «μη χρησιμότητας». Αντιθέτως,
ο Μαρξ αντιλήφθηκε την αξία ως κάτι αντικειμενικό, ως ενδεικτική της
αναλογίας της συνολικής κοινωνικής εργασίας που «ενσωματώνεται»
σε αυτήν.13 Αλλά το τι είναι αυτή η αξία φανερώνεται μόνο ως αποτέλεσμα της συνεχούς και τυφλής αλληλεπίδρασης των εμπορευμάτων στην
αγορά.14 Το σύστημα στο σύνολό του αναγκάζει τα επιμέρους στοιχεία
του να ανησυχούν σχετικά με το πώς η ατομική εργασία που απασχολούν σχετίζεται με την εργασία που γίνεται όπου αλλού15 και ορίζει αυτή τη διαδικασία ως λειτουργία του «νόμου της αξίας».
Βεβαίως, οι αξίες δεν είναι αμετάβλητες. Συνεχώς εισάγονται νέες
τεχνικές ή νέες μέθοδοι κάπου στο σύστημα. Αυτό έχει ως συνέπεια την
αλλαγή στην ποσότητα της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας που απαιτείται προκειμένου να παραχθούν κάποια συγκεκριμένα εμπορεύματα και αυτό αλλάζει την ανταλλακτική τους αξία. Οι αξίες χρήσης των αντικειμένων παραμένουν σταθερές μέχρι οι φυσικές διεργασίες της φθοράς, της εξάντλησης και της αποσύνθεσης τις καταστρέψει. Όμως, η
ανταλλακτική αξία των πραγμάτων, η αξία που ενδιαφέρει το σύστημα
στο σύνολό του, μειώνεται κάθε φορά που κάποιο τεχνικό πλεονέκτημα
εμφανίζεται κάπου μέσα στο σύστημα και ελαττώνει την ποσότητα της
εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή τους.
Αυτό οδηγεί τον Μαρξ σε ένα «αντι-διαισθητικό» συμπέρασμα, το
οποίο διακρίνει τη δική του ανάλυση για το σύστημα· τέτοιο που ακόμα
και μερικοί μαρξιστές έχουν δυσκολία να το κατανοήσουν: πιθανή άνοδος της παραγωγικότητας μειώνει την αξία στην οποία ανταλλάσσονται
τα πράγματα. Φαίνεται παράλογο. Ωστόσο, υπάρχουν αναρίθμητα παραδείγματα που δείχνουν ότι η αιτία της πτώσης της τιμής μερικών
36

Κρις Χάρμαν

αγαθών σε σύγκριση με την τιμή κάποιων άλλων είναι η αυξημένη παραγωγικότητα. Ο Μαρξ παρουσιάζει ένα τέτοιο παράδειγμα από τη δική του εποχή:
Η εισαγωγή ατμοκίνητων αργαλειών στην Αγγλία μάλλον μείωσε στο μισό την εργασία που απαιτούσε η ύφανση, δεδομένης
ποσότητας νήματος, ώστε να φτιαχτεί το ύφασμα. Ασφαλώς, οι
εργάτες των χειροκίνητων αργαλειών συνέχιζαν να χρειάζονται
τον ίδιο χρόνο εργασίας όπως προηγουμένως· ωστόσο, εξαιτίας
όλων αυτών, το προϊόν μίας ώρας δικής τους εργασίας αντιπροσώπευε, μετά την αλλαγή, μόνο μισή ώρα κοινωνικής εργασίας
και, κατά συνέπεια, έπεσε στο μισό της προηγούμενης αξίας
της.16
Χιλιάδες περισσότερα τέτοια παραδείγματα μπορούμε να δώσουμε στις
μέρες μας. Και αυτό, επειδή ζούμε σε μια εποχή στην οποία η τεχνική
πρόοδος είναι πολύ ταχύτερη σε μερικούς κλάδους της βιομηχανίας
(ιδιαιτέρως εκείνους που χρησιμοποιούν μικροεπεξεργαστές) απ' όσο σε
άλλες και γι' αυτό οι τιμές διαφόρων πραγμάτων όπως είναι τα DVD, οι
τηλεοράσεις και οι υπολογιστές, τα οποία παράγονται από βιομηχανίες
που χρησιμοποιούν πιο εξελιγμένο τεχνολογικά εξοπλισμό, τείνουν να
πέφτουν, ενώ οι τιμές εκείνων που χρησιμοποιούν παλαιότερες τεχνικές
παραμένουν σταθερές ή και ανεβαίνουν. Αυτό το συμπέρασμα είναι κεφαλαιώδους σημασίας, όπως θα διαπιστώσουμε στη συνέχεια, όταν θα
πραγματευθούμε τη δυναμική του καπιταλισμού κατά τον 21ο αιώνα.
Από τη στιγμή που η εμπορευματική παραγωγή γενικεύθηκε από
τη μία έως την άλλη άκρη της κοινωνίας, ένα συγκεκριμένο αγαθό κατέληξε να χρησιμοποιείται ως αντιπροσωπευτικό της αξίας όλων των
άλλων και αυτό είναι το χρήμα (ο Μαρξ το ονομάζει «γενικό ισοδύναμο»). Την εποχή του Μαρξ είχε συνήθως τη μορφή του χρυσού (ή μερικές φορές του ασημιού). Μια συγκεκριμένη ποσότητα χρυσού (ας πούμε, μια ουγγιά), που παραγόταν στο πλαίσιο μιας συγκεκριμένης ποσότητας μέσου χρόνου εργασίας, μπορούσε να λειτουργήσει ως το μέτρο
της αξίας όλων των άλλων αγαθών τα οποία πωλούνταν και αγοράζονταν. Καθώς ο καπιταλισμός εξελισσόταν ως σύστημα, οι τράπεζες, όπως
και στη συνέχεια οι κυβερνήσεις, ανακάλυψαν ότι μπορούσαν να χρησιμοποιούν χάρτινα σημειώματα για να αντικαταστήσουν το χρυσό σε αρΚαπιταλισμός Ζόμπι

37

κετές περιπτώσεις συναλλαγών και τελικά να απαλλαγούν εντελώς από
την εξάρτηση απ' αυτόν, τουλάχιστον στο βαθμό που οι άνθρωποι πίστευαν ότι οι υπόλοιποι θα αποδέχονταν αυτά τα σημειώματα (τεχνικώς γνωστά ως «χαρτονομίσματα») έναντι αγαθών. Το ίδιο και η πίστωση από τις τράπεζες- θα μπορούσε να λειτουργήσει με τον ίδιο τρόπο,
όσο οι άνθρωποι θα συνέχιζαν να εμπιστεύονται τις τράπεζες.
Η ανάπτυξη της εμπορευματικής παραγωγής έχει μια σημαντική
συνέπεια: συστηματικά παραμορφώνει την κατανόηση της πραγματικότητας από τους ανθρώπους μέσω του «φετιχισμού των εμπορευμάτων», όπως τον ονόμασε ο Μαρξ:
Η... σχέση των παραγωγών με το συνολικό προϊόν της ίδιας της
εργασίας τους παρουσιάζεται σ" αυτούς ως κοινωνική σχέση που
δεν αναπτύσσεται μεταξύ τους, αλλά μεταξύ των προϊόντων της
εργασίας τους... Μια καθορισμένη κοινωνική σχέση μεταξύ των
ανθρώπων αποκτά στα μάτια τους τη φανταστική μορφή μιας
σχέσης μεταξύ πραγμάτων. Προκειμένου να βρούμε μια αναλογία, πρέπει να καταφύγουμε στις καλυπτόμενες από μυστήριο
περιοχές του θρησκευτικού κόσμου. Σε αυτόν, ό,τι παράγει ο ανθρώπινος εγκέφαλος εμφανίζεται ως ανεξάρτητη ύπαρξη προικισμένη με ζωή, ικανή να διαμορφώνει σχέσεις τόσο με τα υπόλοιπα προϊόντα του εγκεφάλου όσο και το ανθρώπινο είδος. Το
ίδιο συμβαίνει στον κόσμο των εμπορευμάτων με τα προϊόντα
των χεριών των ανθρώπων.17
Οι άνθρωποι μιλούν για τη «δύναμη του χρήματος», σαν να μην προέρχεται αυτή η δύναμη από την ανθρώπινη εργασία της οποίας αποτελεί
ένα σύμβολο· ή μιλούν για τις «ανάγκες της αγοράς», σαν να είναι η
αγορά κάτι παραπάνω από ένας διακανονισμός στη βάση του οποίου
συνδέονται οι συγκεκριμένες πράξεις εργασίας διαφόρων ανθρώπινων
όντων. Τέτοιου είδους μυστικιστικές προσεγγίσεις οδηγούν τους ανθρώπους να αποδίδουν τα δεινά της κοινωνίας σε πράγματα που βρίσκονται πάνω από τον ανθρώπινο έλεγχο: είναι μια διεργασία που ο νεαρός Μαρξ ονόμασε «αλλοτρίωση» και κάποιοι μαρξιστές ύστερα από
τον Μαρξ «πραγμοποίηση». Όμως, το να περιοριστεί κανείς μόνο στο
να αντιλαμβάνεται με βάση αυτού του είδους τις μυστικιστικές προσεγγίσεις τα κοινωνικά δεινά, δεν σημαίνει και ότι τα αντιμετωπίζει. Όπως
σημειώνει ο Μαρξ, το να καταλήξει κανείς απλώς στην επιστημονική
38

Κρις Χάρμαν

κατανόηση του χαρακτήρα της σύγχρονης κοινωνίας είναι μια διαδικασία που δεν επηρεάζει την κοινωνία, ακριβώς όπως «μετά την ανακάλυψη των συστατικών αερίων της ατμόσφαιρας, δεν άλλαζε η ίδια η ατμόσφαιρα». 18 Ωστόσο, δεν μπορούμε να προχωρήσουμε σε συνειδητή
δράση μετασχηματισμού της κοινωνίας, αν δεν έχουμε επίγνωση του
φετιχισμού. Γι' αυτό και αποκτά ιδιαίτερη σημασία η κατανόηση της
διάκρισης μεταξύ αξίας χρήσης και ανταλλακτικής αξίας, όπως και της
θεμελίωσης της αξίας στη βάση της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας.

Εκμετάλλευση και υπεραξία
Ο κόσμος μας δεν περιορίζεται στον κόσμο της εμπορευματικής παραγωγής. Ζούμε & ένα κόσμο όπου, ταυτοχρόνως, ο έλεγχος του μεγαλύτερου μέρους αυτής της παραγωγής είναι συγκεντρωμένος στα χέρια
σχετικά λίγων ατόμων. Το 2008, οι πωλήσεις των 2000 μεγαλύτερων
εταιρειών του κόσμου αντιστοιχούσαν στο μισό της συνολικής παγκόσμιας παραγωγής." Αν υποθέσουμε ότι περίπου δέκα διευθυντές καταλαμβάνουν τις έδρες των διοικητικών συμβουλίων κάθε πολυεθνικής,
τότε από τα πάνω από έξι δισεκατομμύρια ανθρώπων που αποτελούν
το σύνολο του πληθυσμού του πλανήτη, μόνο 20.000 άνθρωποι ασκούν
αποφασιστικό έλεγχο όσον αφορά στη δημιουργία του πλούτου- στην
πραγματικότητα, ο αριθμός τους είναι σημαντικά χαμηλότερος, εφόσον
οι περισσότεροι από τους διευθυντές είναι μέλη του διοικητικού συμβουλίου σε περισσότερες από μία πολυεθνική. Ασφαλώς, η παραγωγή
δεν πραγματοποιείται μόνο από τις πολυεθνικές. Γύρω τους υπάρχει
πλήθος μεσαίων επιχειρήσεων εθνικής βάσης οι οποίες δεν έχουν επιτύχει να καταστούν πολυεθνικές, όπως και γύρω από τις μεσαίες επιχειρήσεις υπάρχει ένας ακόμα μεγαλύτερος αριθμός μικρών επιχειρήσεων,
μερικές από τις οποίες είναι ελάχιστα μεγαλύτερες από οικογενειακές
επιχειρήσεις που ίσως απασχολούν ένα-δυο ανθρώπους. Όσο, όμως, και
αν συνυπολογίσουμε όλα τα παραπάνω, μόνο ένα μικρό ποσοστό του
παγκόσμιου πληθυσμού ελέγχει τα μέσα παραγωγής που επιτελούν το
κύριο βάρος της παραγωγής του μεγαλύτερου μέρους του πλούτου αυτού του κόσμου.
Καπιταλισμός Ζόμπι

39

Αυτοί που δεν κατέχουν και δεν ελέγχουν τέτοια μέσα παραγωγής
δεν έχουν άλλη επιλογή, εφόσον επιθυμούν να ζήσουν πέραν των ελάχιστων παροχών που προσφέρουν τα προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας, από το να προσπαθήσουν να πουλήσουν την ικανότητά τους για εργασία σε αυτούς που κατέχουν μέσα παραγωγής. Πληρώνονται ένα μισθό, ενώ η εργασία τους παράγει αγαθά τα οποία είναι ιδιοκτησία εκείνων που ελέγχουν τα μέσα παραγωγής. Μέρος της αξίας αυτών των
αγαθών χρησιμοποιείται για να καλύψει τους μισθούς των εργατών, ένα
άλλο μέρος για να πληρωθούν τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν στην
παραγωγή, ενώ κάποιο άλλο για να καλύψει τη φθορά των μέσων παραγωγής. Υπάρχει, όμως, και ένα μέρος που σχηματίζει ένα πλεόνασμα
και αποτελεί τη βάση για τα κέρδη των ιδιοκτητών - είναι το μέρος που
ο Μαρξ έχει ορίσει ως «υπεραξία» και κάποιοι μη μαρξιστές οικονομολόγοι απλώς ως «πλεόνασμα».
Ήδη ο Άνταμ Σμιθ είχε διατυπώσει την υπόθεση περί της προέλευσης αυτής του «πλεονάσματος» (μολονότι δεν επέμεινε σταθερά σε αυτή την άποψη):
Κατά την αρχική κατάσταση των πραγμάτων, που προηγήθηκε
τόσο της ιδιοποίησης της γης όσο και της συσσώρευσης αποθέματος, το συνολικό προϊόν της εργασίας ανήκε στον εργάτη...
Από τη στιγμή που η γη καθίσταται ατομική ιδιοκτησία, ο γαιοκτήμονας απαιτεί ένα μερίδιο από το προϊόν... Το προϊόν σχεδόν κάθε είδους εργασίας υπόκειται σε ανάλογη παρακράτηση
ενός κέρδους. Σε όλες τις τέχνες και τις μανιφακτούρες, η πλειονότητα των εργατών έχουν την ανάγκη ενός εργοδότη που θα
τους προκαταβάλει τα υλικά της εργασίας τους και τους μισθούς
και τα μέσα συντήρησής τους μέχρι την ολοκλήρωσή της. Αυτός
μοιράζεται μαζί τους το προϊόν της εργασίας τους ή την αξία που
αυτή προσθέτει στα υλικά πάνω στα οποία σωρεύεται και το μερίδιό του αυτό συνιστά το κέρδος του.20
Συνεπώς, το κέρδος εμφανίζεται εκεί που η γη, τα εργαλεία και τα υλικά
τα οποία απαιτούνται για την παραγωγή γίνονται ατομική ιδιοκτησία
ενός τμήματος της κοινωνίας. Τότε είναι που αυτό το τμήμα έχει τη δυνατότητα να αποκτήσει τον έλεγχο της εργασίας των υπολοίπων.
Ο Ρικάρντο υιοθέτησε και ανάπτυξε τις ιδέες του Σμιθ, αναδεικνύοντας μιαν αμφισημία που ήταν κεντρική στα γραπτά του δεύτερου.
40

Κρις Χάρμαν

Ο Σμιθ αναμειγνύει την άποψη ότι μόνο η εργασία δημιουργεί αξία με
μιαν άλλη προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία τα κέρδη και η γαιοπρόσοδος συμβάλλουν εξίσου με την εργασία στην τελική αξία των αγαθών. Αν και ο Ρικάρντο απέρριψε αυτή τη δεύτερη άποψη, αμέσως μετά
το θάνατο του, κατά τη δεύτερη δεκαετία του δέκατου ένατου αιώνα, η
συγκεκριμένη άποψη έγινε η ορθοδοξία των οικονομολόγων που ήταν
υπέρμαχοι του καπιταλισμού. Ήταν πολύ πιο ευχάριστη για τους υπερασπιστές του υπάρχοντος συστήματος, από το να συμπεράνουν ότι τα
κέρδη ήταν παρασιτικά εις βάρος της εργασίας.
Αντιθέτως, ο Μαρξ αντιλήφθηκε ότι μόνο η παραπέρα επεξεργασία
που έκανε ο Ρικάρντο στις απόψεις του Σμιθ μπορεί να καταστεί η βάση
μιας επιστημονικής περιγραφής του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί ο
καπιταλισμός. Μαζί με τον Ρικάρντο, αναγνώρισε ότι είναι παράλογος
ο ισχυρισμός ότι τα κέρδη μ' έναν τρόπο δημιουργούσαν αξία, εφόσον
αποτελούσαν μέρος της αξίας που ήδη είχε δημιουργηθεί.
Η πρώτη σημαντική πρόοδος που πέτυχε ήταν να διακρίνει με σαφήνεια τις δυο διαφορετικές σημασίες με τις οποίες αναφέρεται ο Σμιθ
στην «αξία της εργασίας». Αφενός σημαίνει την ποσότητα της εργασίας
που απαιτούνταν προκειμένου να συντηρείται ένας εργάτης ή μία εργάτρια κατά το διάστημα στο οποίο αυτός ή αυτή δούλευε. Ο Ανταμ Σμιθ
είχε υποστηρίξει ότι:
Υπάρχει... ένα ορισμένο όριο, κάτω από το οποίο φαίνεται αδύνατη η μείωση του μισθού, ακόμα και του ταπεινότερου είδους
εργασίας επί ένα σημαντικό διάστημα. Ένας άνθρωπος θα πρέπει να ζει πάντα από την εργασία του και ο μισθός του πρέπει να
είναι τουλάχιστον επαρκής για τη συντήρησή του. Στις περισσότερες περιπτώσεις, θα πρέπει να είναι κατά τι μεγαλύτερος. Σε
διαφορετική περίπτωση, θα του ήταν αδύνατον να αναθρέψει
μια οικογένεια και η φυλή αυτών των εργατών δεν θα μπορεί να
επιβιώσει πέρα από την πρώτη γενιά.21
Απ' αυτή την άποψη, η «αξία της εργασίας» ήταν η αξία του μισθού των
εργατών.
Ωστόσο, ο Σμιθ χρησιμοποιούσε τον όρο «εργασία» προκειμένου
επίσης να αναφερθεί στην ποσότητα της εργασίας που επιτελούσαν
στην πράξη οι εργάτες. Όμως, οι δυο ποσότητες, όπως τονίζει ο Μαρξ,
Καπιταλισμός Ζόμπι

41

σε καμία περίπτωση δεν είναι ίδιες. Έδειξε ότι η εργασία, όπως όλα τα
υπόλοιπα εμπορεύματα, πωλείται και αγοράζεται. Ταυτοχρόνως, όμως,
διέφερε απ' αυτά, επειδή φέρει την ιδιαίτερη ιδιότητα ότι, όταν τίθεται
σε χρήση, επιτελεί περισσότερη εργασία από αυτή που απαιτούσε η παραγωγή της ίδιας.
Στα μέσα του 19ου αιώνα, εισήγαγε ένα νέο όρο, ο οποίος αποσκοπούσε να σημειώσει τη διάκριση μεταξύ των δυο χρήσεων της έννοιας
στον Σμιθ και τον Ρικάρντο (όπως και στα δικά του πρώιμα κείμενα).
Υποστήριξε ότι αυτό που πλήρωνε ο καπιταλιστής, κάθε φορά που απασχολούσε ένα άτομο, δεν ήταν καθαυτή η εργασία του, αλλά η «εργατική του δύναμη», δηλαδή η ικανότητά του να δουλέψει για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Η αξία της εργατικής δύναμης εξαρτάται, όπως
όλα τα υπόλοιπα εμπορεύματα, από την ποσότητα της εργασίας που
ήταν αναγκαία για να παραχθεί. Οι εργάτες δεν θα μπορούσαν να παρέχουν την εργατική τους δύναμη, αν δεν είχαν επαρκή διατροφή, ρουχισμό, κατοικία, συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα ανάπαυσης κλπ.
Αυτές είναι οι προϋποθέσεις προκειμένου οι εργάτες και οι εργάτριες να
είναι κατάλληλοι και ικανοί για εργασία. Ο μισθός τους πρέπει να καλύπτει το κόστος αυτών των πραγμάτων, δηλαδή να αντιστοιχεί στην ποσότητα κοινωνικής εργασίας που ήταν αναγκαία προκειμένου να παράγεται η εργατική τους δύναμη, και αυτός είναι ο παράγοντας που καθορίζει την αξία της.
Σε αυτό το σημείο, οφείλουμε να τονίσουμε ότι ο Μαρξ δεν αντιλαμβάνεται το ελάχιστο επίπεδο επιβίωσης ως τον αποκλειστικό παράγοντα που καθορίζει την αξία της εργατικής δύναμης. Εξίσου αναγκαία
είναι η στοιχειώδης κοινωνική πρόνοια για την ανατροφή των παιδιών
των εργατών, εφόσον αυτά θα αποτελέσουν την επόμενη γενιά εργατικής δύναμης. Αναφέρεται επίσης και στην ύπαρξη ενός «ιστορικού και
ηθικού στοιχείου» το οποίο εξαρτάται από «τις συνήθειες'και το επίπεδο άνεσης» που έχουν συνηθίσει οι εργάτες. Αν δεν ικανοποιείται αυτό
το επίπεδο, οι εργάτες δεν θα αναπτύσσουν όλες τις δυνατότητές τους
κατά την εργασία τους, όπως και μπορεί να επαναστατήσουν εναντίον
της. Απ' αυτή την άποψη, οι αγώνες των εργατών λειτουργούν σωρευτικά και έχουν ως συνέπεια την επίδραση πάνω στην αξία της εργατικής
τους δύναμης. Ο Μαρξ, αντιθέτως με το πώς τον παρουσιάζουν μερικές
42

Κρις Χάρμαν

φορές, δεν πίστευε στην ύπαρξη οποιουδήποτε «νόμου των μισθών με
σιδηρά ισχύ», στη βάση του οποίου μόνο ένα αμετάβλητο τμήμα της
εθνικής παραγωγής επιτρέπεται να πηγαίνει στους εργάτες.22
Όπως και να έχει, η εργασία που είναι σε θέση να επιτελέσουν οι
άνθρωποι είναι μεγαλύτερη από την ποσότητα της εργασίας που είναι
αναγκαία ώστε να εξασφαλίσουν το ελάχιστο επίπεδο επιβίωσης - να
ανατροφοδοτήσουν την εργατική τους δύναμη. Για παράδειγμα, θα
χρειαζόταν κατά μέσο όρο μόνο τέσσερις ώρες εργασίας την ημέρα
ώστε να εξασφαλισθεί το επίπεδο κατανάλωσης που είναι αναγκαίο για
κάποιον ώστε να είναι σε θέση να βγάλει σε πέρας την εργασία μιας
ημέρας. Ωστόσο, ο ίδιος μπορεί να δουλεύει οκτώ, εννιά ή ακόμα και
δέκα ώρες την ημέρα. Η επιπρόσθετη εργασία κατέληξε στον εργοδότη
του, κατά τέτοιο τρόπο που η αξία των αγαθών που παρήγαγε το εργοστάσιό του είναι πάντοτε υψηλότερη από την επένδυσή του. Αυτό το
δεδομένο του δίνει τη δυνατότητα να αποσπά συνεχώς υπεραξία, την
οποία μπορεί να κρατά για εκείνον ή να την κατευθύνει προς άλλα μέλη
της τάξης των καπιταλιστών με τη μορφή του τόκου και του ενοικίου.
Η σχέση μεταξύ εργοδότη και εργάτη εμφανίζεται ως σχέση μεταξύ
ίσων. Ο εργοδότης συμφωνεί να δώσει ένα μισθό και ο εργάτης ή η εργάτρια την εργασία του/της. Δεν υπάρχει καταναγκασμός. Απ' αυτή την
άποψη, η κατάσταση είναι πολύ διαφορετική απ' αυτή μεταξύ του δουλοκτήτη και του δούλου ή μεταξύ του φεουδάρχη γαιοκτήμονα και του
δουλοπάροικου. Η σχέση εργοδότη και εργάτη συνδυάζεται με ένα νομικό σύστημα που βασίζεται «στα δικαιώματα του ανθρώπου» και την
ισότητα όλων των πολιτών ενώπιον του νόμου. Παρόλο που οι υπαρκτές αστικές κοινωνίες αποδέχθηκαν με μεγάλη καθυστέρηση την ικανοποίηση αυτών των δικαιωμάτων, φαίνεται ότι τα τελευταία είναι χαραγμένα στη δομή τους. Όμως, η ισότητα που εμφανίζεται στην επιφάνεια καλύπτει μια βαθύτερη ανισότητα. Ο εργοδότης κατέχει τα αναγκαία προαπαιτούμενα που έχουν ανάγκη οι εργάτες για να εμπλακούν
στην κοινωνική παραγωγή και να εξασφαλίσουν τη ζωή τους. Οι εργάτες είναι «ελεύθεροι» υπό την έννοια ότι δεν είναι υποχρεωμένοι να εργάζονται για κάποια συγκεκριμένη εταιρεία ή κάποιον συγκεκριμένο
καπιταλιστή. Δεν είναι, όμως, σε θέση να διαφύγουν από το γεγονός ότι
είναι υποχρεωμένοι να εργαστούν για κάποια εταιρεία ή κάποιο καπιταΚαπιταλισμός Ζόμπι

43

λιστή. Όπως αναφέρει ο Μαρξ:
Ο εργάτης μπορεί όποτε θέλει να εγκαταλείψει τον συγκεκριμένο καπιταλιστή προς τον οποίο νοικιάζει τον εαυτό του... Ωστόσο, ο εργάτης, που δεν έχει άλλους πόρους για να ζήσει εκτός
από το να πουλήσει την εργασία του, δεν μπορεί να εγκαταλείψει ολόκληρη την τάξη των αγοραστών, δηλαδή την καπιταλιστική τάξη, χωρίς να μην παραιτηθεί από την ίδια την ϋπαρξή
του. Δεν ανήκει σε αυτόν ή εκείνον τον καπιταλιστή, αλλά στην
καπιταλιστική τάξη.23
Η διαφορά μεταξύ της αξίας της εργατικής δύναμης του εργάτη και της
αξίας που παρήγαγε η εργασία είναι η πηγή της υπεραξίας. Από τη
στιγμή που ο εργοδότης αποσπάει αυτή την υπεραξία, μπορεί να την
κρατήσει άμεσα ως κέρδος, μπορεί να τη χρησιμοποιήσει για να αποπληρώσει τόκους για τα χρήματα που είχε δανειστεί για να κατασκευάσει το εργοστάσιό του ή ως ενοίκιο προς τον ιδιοκτήτη της γης πάνω
στην οποία έχτισε το εργοστάσιο. Όπως, όμως, και αν διαιρεθεί η υπεραξία, σε κέρδη, τόκους ή ενοίκια, πηγή της παραμένει η πλεονάζουσα
εργασία που επιτελούν οι εργάτες - η εκμετάλλευση όλων όσων δεν κατέχουν μέσα παραγωγής από αυτούς που τα κατέχουν. Από τη στιγμή
που ο ιδιοκτήτης αποσπάσει το κέρδος, μπορεί να το χρησιμοποιήσει
για νέα μέσα παραγωγής, αυξάνοντας κατ' αυτό τον τρόπο ακόμα περισσότερο τη δυνατότητά του να εκβιάζει τους εργάτες να εργάζονται
γι' αυτόν με τους δικούς του όρους, αν θέλουν να ζήσουν.
Αυτή είναι η διαδικασία που καθιστά καπιταλιστή έναν εργοδότη
και προσδίδει μια ιδιαίτερη σημασία στη λέξη «κεφάλαιο». Η λέξη χρησιμοποιείται από τους οικονομολόγους του κυρίαρχου ρεύματος, όπως
και στην καθημερινότητα, για να δηλώσει τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε αντιδιαστολή προς την άμεση κατανάλωση. Διατηρεί, όμως, μια
βαθύτερη σημασία από τη στιγμή που τα μέσα παραγωγής βρίσκονται
υπό τον έλεγχο μιας ομάδας της κοινωνίας, η οποία αναγκάζει τις υπόλοιπες να εργάζονται γι' αυτήν για να ζήσουν. Σε αυτή την περίπτωση,
το κεφάλαιο είναι το προϊόν της εργασίας που έλαβε χώρα στο παρελθόν και το οποίο έχει τη δυνατότητα να επεκτείνεται μέσω της εκμετάλλευσης της εργασίας που λαμβάνει χώρα σήμερα. Όπως το θέτει ο
Μαρξ, το κεφάλαιο δεν είναι πράγμα, αλλά σχέση:
44

Κρις Χάρμαν

Η δύναμη που δημιουργεί και εμπλουτίζει την αξία δεν ανήκει
στον εργάτη, αλλά στον καπιταλιστή... Όλη η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της εργασίας είναι ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο, ενσωματώνοντας
αυτή τη δύναμη, αποκτά ζωή και αρχίζει να δουλεύει «σαν να είχε κυριαρχηθεί το σώμα του από έρωτα». Η ζωντανή εργασία,
κατ' αυτό τον τρόπο, μεταβάλλεται σε μέσο με το οποίο η αντικειμενοποιημένη εργασία διατηρείται και αυξάνεται...24
Ο φετιχισμός των εμπορευμάτων σε αυτή την περίπτωση παίρνει μια
μορφή σύμφωνα με την οποία η δημιουργικότητα δεν εμφανίζεται ότι
είναι ιδιότητα των ζωντανών ανθρώπινων όντων, αλλά των προϊόντων
της εργασίας τους. Γι' αυτό το λόγο, οι άνθρωποι μιλούν για κεφάλαιο
που δημιουργεί τον πλούτο και για εργοδότες που «παρέχουν εργασία
στους ανθρώπους», ενώ στην πραγματικότητα η εργασία είναι το στοιχείο που προσθέτει αξία στο κεφάλαιο και ο εργάτης ή η εργάτρια είναι
που εξασφαλίζουν δουλειά στον εργοδότη.

Απόλυτη και σχετική υπεραξία
Ο Μαρξ διέκρινε δυο τρόπους με τους οποίους οι επιχειρήσεις μπορούν
να ανεβάσουν το ποσοστό της υπεραξίας σε σχέση με τους μισθούς. Ο
ένας έχει να κάνει με την ωμή μέθοδο της επέκτασης της εργάσιμης
ημέρας. Ο Μαρξ τον ορίζει ως «απόλυτη υπεραξία». Αυτή η μέθοδος
εξαναγκαστικής ενίσχυσης των κερδών υπήρξε ιδιαιτέρως διαδεδομένη
κατά την πρώιμη φάση του βιομηχανικού καπιταλισμού και ο Μαρξ παρουσιάζει πολλά παραδείγματά της στο Κεφάλαιο. Ωστόσο, ο Μαρξ
επίσης σημειώνει στο Κεφάλαιο ότι η υπερβολική επιμήκυνση της εργάσιμης ημέρας μπορεί να αποβεί αντιπαραγωγική για τον καπιταλιστή:
Αναπόφευκτα πρέπει να εμφανίζεται ένα όριο πέραν του οποίου
η επέκταση της εργάσιμης ημέρας και η ένταση της εργασίας
αμοιβαία αποκλείει η μία την άλλη, κατά ένα τρόπο που η επιμήκυνση της εργάσιμης ημέρας είναι δυνατόν να συνδυαστεί μόνο
με ένα χαμηλότερο βαθμό εντατικοποίησης.25
Αυτή ήταν η αιτία που, ύστερα από λυσσαλέα αντίσταση σε αλλεπάλΚαπιταλισμός Ζόμπι

45

ληλες προσπάθειες να εξασφαλιστεί ένα νόμιμο όριο της εργάσιμης
ημέρας για τα παιδιά, τα μεγάλα καπιταλιστικά συμφέροντα εγκατέλειψαν την πίεση πάνω στην εργατική τάξη ανακαλύπτοντας μερικές φορές ότι η παραγωγή στην πραγματικότητα αυξήθηκε από τη στιγμή που
η εργάσιμη ημέρα έγινε βραχύτερη. Για το μεγαλύτερο μέρος του εικοστού αιώνα η μέθοδος της επιμήκυνσης της εργάσιμης ημέρας φαινόταν ότι ανήκε στο παρελθόν. Στις αναπτυγμένες βιομηχανικές χώρες,
τουλάχιστον, η αντίσταση των εργατών επέβαλε στους καπιταλιστές να
παραχωρήσουν μικρότερη εργάσιμη εβδομάδα, όπως και διακοπές μετ'
αποδοχών. Η εβδομάδα των 72 ωρών της βικτωριανής περιόδου έγινε
σαρανταοκτάωρο και στη συνέχεια σαράντα τεσσάρων ωρών [στη Βρετανία, στμ].
Βεβαίως, υπάρχει και μια άλλη κλίμακα μεθόδων για την αύξηση
της ποσότητας της υπεραξίας που μπορεί να αποσπαστεί από κάθε εργάτη, την οποία ο Μαρξ ονόμασε «σχετική υπεραξία». Η βάση της είναι
η μείωση της ποσότητας του χρόνου εργασίας που αφορά την κάλυψη
του κόστους ανατροφοδότησης της δυνατότητας των εργατών για εργασία, δηλαδή της εργατικής τους δύναμης.
Η σχετική υπεραξία πήρε τρεις μορφές. Η πρώτη ήταν η εισαγωγή
νέων μηχανημάτων στο χώρο δουλειάς και επεδίωκε την αύξηση της
παραγωγικότητας, όπως και τη μείωση της ποσότητας του χρόνου που
ήταν αναγκαίος προκειμένου οι εργάτες να παράγουν αγαθά των οποίων η πώληση θα κάλυπτε τους μισθούς τους. Ως αποτέλεσμα, αντί να
απαιτούνται τέσσερις, ας πούμε, ώρες εργασίας για να καλυφθεί το κόστος της εργατικής τους δύναμης, αρκούσαν δυο - και έμεναν δυο
ώρες, οι οποίες επιπροσθέτως πήγαιναν στην παραγωγή υπεραξίας.
Ο Μαρξ αντιλαμβανόταν αυτή τη μορφή σχετικής υπεραξίας ως
μια μέθοδο στην οποία στράφηκαν οι καπιταλιστές καθώς, περί τα μέσα
του 19ου αιώνα, αντιμετώπιζαν δυσκολίες στην ακόμα μεγαλύτερη επιμήκυνση της εργάσιμης εβδομάδας. Κεντρική σημασία είχε αποκτήσει η
παραγωγικότητα του εργατικού δυναμικού ανά ώρα και όχι η επιμήκυνση του αριθμού των ωρών εργασίας του.24 Ωστόσο, η συγκεκριμένη μέθοδος ήταν κατάλληλη μόνο για μικρά χρονικά διαστήματα στον κάθε
καπιταλιστή. Ο πρώτος καπιταλιστής που θα εισήγαγε νέα μηχανήματα, θα ήταν σε θέση να παράγει την ίδια ποσότητα αξίας με λιγότερες
46

Κρις Χάρμαν

ώρες εργασίας. Εφόσον, όμως, κάποιοι άλλοι καπιταλιστές εισήγαγαν
και εκείνοι νέα μηχανήματα, ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος που απαιτούνταν για την παραγωγή έπεσε και μαζί του έπεσε και η αξία των
αγαθών που πούλησε και το πλεόνασμα υπεραξίας που απέσπασε.
Η δεύτερη μορφή που πήρε η σχετική υπεραξία ήταν αυτή της αυξημένης παραγωγικότητας στις βιομηχανίες καταναλωτικών αγαθών
και τη γεωργία. Η αυξημένη παραγωγικότητα αποσκοπούσε στη μείωση
της ποσότητας του χρόνου εργασίας που ήταν αναγκαίος για την παραγωγή των προϊόντων των συγκεκριμένων κλάδων και, συνεπώς, των τιμών που οι εργάτες έπρεπε να πληρώσουν για όσα χρειάζονταν για να
ζήσουν. Κάτι τέτοιο σήμαινε ότι για όλους τους καπιταλιστές το κόστος
εξασφάλισης των καθιερωμένων συνθηκών που οι εργάτες είχαν συνηθίσει (δηλαδή της πληρωμής της εργατικής τους δύναμης) θα έπεφτε
και η ποσότητα της υπεραξίας που οι καπιταλιστές είχαν αποσπάσει
μπορούσε να αυξηθεί χωρίς περικοπές των πραγματικών μισθών ή επέκταση της εργάσιμης ημέρας.
Η τρίτη μέθοδος ήταν αυτή της έντασης της πίεσης στους εργάτες
να δουλεύουν σκληρότερα. Όπως το θέτει ο Μαρξ, ο μόνος τρόπος για
τον καπιταλιστή «να αλλάζει τα σχετικά μεγέθη» της εργάσιμης ημέρας
υπέρ του και όχι υπέρ του εργάτη, χωρίς να προβεί σε περικοπές των
πραγματικών μισθών, ήταν «να αλλάζει είτε την παραγωγικότητα της
εργασίας, είτε την έντασή της». 27 Υπήρξε μια ισχυρή τάση να επιβληθεί
«στον εργάτη αυξημένη κατανάλωση εργασίας σε δεδομένο χρονικό
διάστημα, υψηλότερη ένταση της εργατικής του δύναμης, όπως και
προσεκτικότερη διαχείριση των κενών που υπήρχαν κατά την εργάσιμη
ημέρα» 28 ή, σύμφωνα με μια άλλη διατύπωση, μια δυναμική όπου «οι
απώλειες από τη σύμπτυξη της διάρκειας της εργάσιμης ημέρας ανακτώνται από την αυξημένη ένταση της εργατικής δύναμης».29
Η ισχυρή τάση για αυξημένη παραγωγικότητα έγινε εμμονή για το
μεγάλο κεφάλαιο, όπως αποδεικνύεται από το κίνημα για «επιστημονική διοίκηση και διαχείριση» που εισηγήθηκε ο αμερικανός Φ.Ο. Τέιλορ
κατά την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα. Ο Τέιλορ πίστευε ότι στο
πλαίσιο της βιομηχανικής παραγωγής κάθε εργασία θα μπορούσε να διαιρεθεί στα ελάχιστα μέρη της και να καταστεί μετρήσιμη κατά τέτοιο
τρόπο ώστε να μπορεί να καθοριστεί η βέλτιστη δυνατή απόδοση των
Καπιταλισμός Ζόμπι

47

εργατών. Απ' αυτή την άποψη, θα μπορούσε να εξαλειφθεί οποιαδήποτε
διάρρηξη του ρυθμού της εργασίας. Ο Τέιλορ, μάλιστα, δήλωνε κατηγορηματικά ότι θα μπορούσε να αυξήσει την ποσότητα της εργασίας κατά
τη διάρκεια μιας εργάσιμης ημέρας κατά 200%.
Ο «τεϊλορισμός» αναπτύχθηκε στην αντιπροσωπευτικότερη μορφή
του όταν εισήχθηκε η γραμμή συναρμολόγησης στα εργοστάσια παραγωγής αυτοκινήτων του Χένρι Φορντ. Η ταχύτητα με την οποία δούλευαν πλέον οι εργάτες εξαρτιόταν από την ταχύτητα με την οποία κυλούσε η γραμμή και όχι στη βάση της προσωπικής διάθεσης κάθε εργάτη. Σε άλλες βιομηχανίες, η ίδια πίεση πάνω στους εργάτες, ώστε να
δουλεύουν με όλες τους τις δυνάμεις, επιτυγχανόταν με την επαύξηση
της επιτήρησής τους από τους επιστάτες, οι οποίοι, για παράδειγμα,
υποβοηθούνταν πια από καταμετρητές της απόδοσης εργασίας τοποθετημένους πάνω στις μηχανές. Βεβαίως, και στις μέρες μας επιχειρείται
μια παρόμοιου τύπου προσέγγιση σε πολλά και διάφορα, υπαλληλικά
κυρίως, επαγγέλματα μέσω της διευρυμένης χρήσης της αξιολόγησης,
μέσω προσπαθειών η πληρωμή να είναι συνάρτηση των αποτελεσμάτων, όπως και μέσω της χρήσης τεχνικών, όπως, για παράδειγμα, του
μετρητή κτυπημάτων των πλήκτρων του ηλεκτρονικού υπολογιστή
κλπ.

Συσσώρευση και ανταγωνισμός
Ο κόσμος της εμπορευματικής παραγωγής είναι και κόσμος ανταγωνισμού μεταξύ των παραγωγών. Αυτό ακριβώς το στοιχείο του ανταγωνισμού διακρίνει κάθε κοινωνία που βασίζεται στην εμπορευματική παραγωγή και την ανταλλακτική αξία από εκείνες τις κοινωνίες στις οποίες
τα άτομα ή οι ομάδες αποφασίζουν ποιες αξίες χρήσης θα παράγουν για
τη δική τους κατανάλωση. Μέσω της ανταλλαγής, η προσπάθεια που
καταβάλλεται από κάποιους που εργάζονται σε μια μονάδα παραγωγής
συνδέεται με όλες τις υπόλοιπες προσπάθειες που καταβάλλουν εκατομμύρια άλλα άτομα στις υπόλοιπες μονάδες παραγωγής, αλλά αυτή η
σύνδεση πραγματοποιείται μόνο μέσα από τον ανταγωνισμό μεταξύ
εκείνων που λαμβάνουν τις αποφάσεις οι οποίες αφορούν την παραγω48

Κρις Χάρμαν

γή στο πλαίσιο κάθε μονάδας. Σύμφωνα με τη διατύπωση του'Ενγκελς,
υπάρχει «κοινωνική παραγωγή αλλά καπιταλιστική ιδιοποίηση».30
Συνεπώς, η καπιταλιστική επιχείρηση που εκμεταλλεύεται τον εργάτη βρίσκεται, αναπόφευκτα, σε ανταγωνισμό με τις υπόλοιπες καπιταλιστικές επιχειρήσεις. Αν δεν είναι σε θέση να τις ξεπεράσει, τελικά
θα υποχρεωθεί να εγκαταλείψει το χώρο των επιχειρήσεων. Το να ξεπεράσει μια συγκεκριμένη επιχείρηση τις υπόλοιπες σημαίνει ότι υπερέχει
στην ανάπτυξη νέων, παραγωγικότερων τεχνικών: μόνο με αυτό τον
τρόπο μπορεί να διασφαλίσει ότι δεν οδηγείται εκτός του επιχειρηματικού πεδίου από εκείνους τους ανταγωνιστές της που παράγουν και πωλούν τα αγαθά τους φθηνότερα από τη συγκεκριμένη επιχείρηση. Δεν
έχει καμία εγγύηση ότι θα είναι σε θέση να ανανεώνει τον εξοπλισμό
της και να χρησιμοποιεί νέες τεχνικές εκτός κι αν τα κέρδη της είναι
όσο το δυνατόν μεγαλύτερα. Αν, όμως, ανεβάζει τα κέρδη της προκειμένου να είναι σε θέση να τα επανεπενδύει, το ίδιο πράττουν αναγκαστικά και οι ανταγωνιστές της. Το γεγονός ότι κάθε επιχείρηση αναπόφευκτα εκμεταλλεύεται τη μισθωτή εργασία σημαίνει ότι είναι αδύνατο για
οποιαδήποτε απ' αυτές τις επιχειρήσεις να «αναπαυτεί στις δάφνες
της».
Όσο επιτυχημένη και αν υπήρξε στο παρελθόν μια επιχείρηση, ζει
με το φόβο μήπως κάποια αντίπαλη επιχείρηση επενδύσει τα κέρδη της
σε νεώτερα και πιο εκσυγχρονισμένα εργοστάσια και μηχανήματα. Δεν
υπάρχει καπιταλιστής που να αποτολμά να μην προβεί σε τέτοιου είδους κινήσεις έστω και για μικρό χρονικό διάστημα, επειδή αυτό θα σήμαινε ότι θα μείνει πίσω από τους ανταγωνιστές του· και το να μείνει πίσω σημαίνει τελικά να καταρρεύσει. Ο ανταγωνισμός είναι το στοιχείο
που μπορεί να εξηγήσει τη δυναμική του καπιταλισμού. Η πίεση πάνω
σε κάθε καπιταλιστή, ως ξεχωριστή παραγωγική μονάδα, να προπορεύεται έναντι όλων των υπολοίπων, οδηγεί στη διαρκή αναβάθμιση
των εργοστασίων και των μηχανών.
Συνεπώς, ο καπιταλισμός δεν είναι απλώς ένα σύστημα που εκμεταλλεύεται «ελεύθερους» μισθωτούς εργάτες. Είναι, επίσης, ένα σύστημα αναγκαστικής συσσώρευσης. Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, το
οποίο ο Μαρξ έγραψε με τον'Ενγκελς στις αρχές του 1848, επέμενε ότι:
Καπιταλισμός Ζόμπι

49

Η αστική τάξη, κατά τη διάρκεια της σχεδόν εκατόχρονης ζωής
της, έχει δημιουργήσει παραγωγικές δυνάμεις που συγκεντρώνουν πολύ μεγαλύτερους πληθυσμούς ανθρώπων και είναι κολοσσιαία ισχυρότερες από όλες μαζί τις προηγούμενες γενιές.
Στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο τονίζεται ο διαρκής μετασχηματισμός
της βιομηχανίας στον καπιταλισμό:
Η αστική τάξη δεν είναι δυνατόν να υπάρξει αν δεν επαναστατικοποιεί διαρκώς τα μέσα παραγωγής... Η σταθερή επαναστατικοποίηση της παραγωγής... διακρίνει την εποχή των αστών απ'
όλες τις προηγούμενες εποχές.
Στο Κεφάλαιο, ο Μαρξ αντιλαμβάνεται τη συνεχή τάση του καπιταλισμού να κτίζει διαρκώς όλο και μεγαλύτερη βιομηχανία ως το χαρακτηριστικό γνώρισμά του:
Αποφασισμένος με φανατισμό να ξεγεννά τη δυνατότητα της
αξίας να επεκτείνεται, αυτός [ο καπιταλιστής] ανελέητα υποχρεώνει το ανθρώπινο είδος να παράγει για να παράγει... Η συσσώρευση στο όνομα της συσσώρευσης, η παραγωγή στο όνομα της
παραγωγής!31
Ο πρώτος τόμος του Κεφάλαιου ξεκινά με την ανάλυση της παραγωγής
που αποσκοπεί στην αγορά («εμπορευματική παραγωγή»), στη συνέχεια εξετάζει τι συμβαίνει όταν εμφανίζεται η μισθωτή εργασία και η εργατική δύναμη καθίσταται εμπόρευμα και, τέλος, κορυφώνεται με την
περιγραφή του τρόπου με τον οποίο η παραγωγή που χρησιμοποιεί μισθωτή εργασία οδηγεί σε μια διαδικασία αναγκαστικής συσσώρευσης, η
οποία αγνοεί τις ανθρώπινες ανάγκες και τις ατομικές επιθυμίες.
Κατά συνέπεια, το κεφάλαιο δεν ορίζεται μόνο με βάση την εκμετάλλευση (η οποία συνέβαινε σε πολλές προκαπιταλιστικές κοινωνίες),
αλλά και με βάση την αναγκαστική τάση αυτοεπέκτασης που έχει. Το
κίνητρο της παραγωγής και της ανταλλαγής αυξάνει την ποσότητα της
αξίας που περιέρχεται στα χέρια μιας καπιταλιστικής επιχείρησης - μια
διαδικασία την οποία μερικοί μαρξιστές συγγραφείς χαρακτηρίζουν με
το νεολογισμό «αξιοποίηση», ο οποίος κατά τη γνώμη μου, επιφέρει
σύγχυση.32
Το σύστημα, λοιπόν, δεν είναι απλώς ένα σύστημα εμπορευματικής
50

Κρις Χάρμαν

παραγωγής· είναι και ένα σύστημα ανταγωνιστικής συσσώρευσης. Αυτό
δημιουργεί και τα όρια της δράσης που μπορούν να αναλάβουν όχι μόνο οι εργάτες, αλλά και οι καπιταλιστές, επειδή, αν οι τελευταίοι δεν
επιχειρούν συνεχώς να εκμεταλλεύονται τους εργάτες «τους» όσο περισσότερο είναι αυτό πρακτικά εφικτό, δεν θα μπορέσουν να κάνουν
χρήση της υπεραξίας που είναι αναγκαία για να συσσωρεύσουν με την
ίδια ταχύτητα με τους ανταγωνιστές τους. Οι καπιταλιστές μπορούν να
επιλέξουν να εκμεταλλευτούν τους εργάτες «τους» με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Δεν μπορούν, ωστόσο, να επιλέξουν να μην τους εκμεταλλευτούν καθόλου ή να τους εκμεταλλευτούν λιγότερο από τους υπόλοιπους καπιταλιστές - εκτός αν θέλουν να καταρρεύσουν. Είναι υποταγμένοι και οι ίδιοι σε ένα σύστημα που κυνηγά την αδιάκοπη πορεία του
ανεξάρτητα από τα συναισθήματα καθενός από τα ανθρώπινα όντα.

Υπεραξία, συσσώρευση και ποσοστό κέρδους
Οι μηχανές και οι πρώτες ύλες δεν παράγουν από μόνες τους αξία. Μόνο η ανθρώπινη εργασία προσθέτει αξία στο φυσικό πλούτο που υπήρχε στη φυσική του κατάσταση και μόνο η συνεχιζόμενη ανθρώπινη εργασία μπορεί να την επαυξήσει ακόμα περισσότερο. Οι μηχανές και οι
πρώτες ύλες υπάρχουν ως αποτέλεσμα ανθρώπινης εργασίας που επιτελέσθηκε στο παρελθόν και δεν μπορούν να την αντικαταστήσουν στη
διαδικασία δημιουργίας νέας αξίας. Ωστόσο, είναι χρήσιμες εφόσον η
εργασία επιδιώκει να επιτύχει το μέσο όρο παραγωγικότητας που επικρατεί σε μια συγκεκριμένη κοινωνία και σε μια συγκεκριμένη εποχή. Η
τελική αξία των αγαθών που έχουν παραχθεί εμπεριέχει αναγκαστικά
ένα στοιχείο που καλύπτει το κόστος των μηχανών και των υλικών που
έχουν χρησιμοποιηθεί.
Όταν μια εταιρεία παράγει είδη ρουχισμού απασχολώντας εργάτες
για να δουλέψουν στους μηχανικούς αργαλειούς που υφαίνουν το μαλλί, η τιμή του τελικού προϊόντος οφείλει να καλύψει όχι μόνο το κόστος
που εξασφαλίζει την εργατική δύναμη των εργατών (τους μισθούς τους)
και το κέρδος της εταιρείας, αλλά ταυτοχρόνως και το κόστος του μαλλιού και τη φθορά των μηχανικών αργαλειών. Αν ο μηχανικός αργαλειΚαπιταλισμός Ζόμπι

51

ός συνεχίσει να δουλεύει για δέκα χρόνια, τότε κάθε χρόνο το ένα δέκατο του κόστους του πρέπει να καλύπτεται από τις ετήσιες πωλήσεις
υφάσματος - σε αυτό το γεγονός αναφέρονται οι λογιστές όταν μιλούν
για κόστος υποτίμησης του κεφαλαίου ή, για να το θέσουμε με άλλο
τρόπο, η εργασία που έχει ενσωματωθεί στην αξία του υφάσματος δεν
περιλαμβάνει μόνο τη νέα κοινωνικά αναγκαία εργασία που δαπάνησαν οι έργάτες, αλλά επίσης και τη «νεκρή» εργασία που χρησιμοποιήθηκε για να παραχθεί το μαλλί, όπως και το ένα δέκατο του μηχανικού
αργαλειού.
Γι' αυτούς τους λόγους, ο Μαρξ υποστήριξε ότι η επένδυση του καπιταλιστή μπορεί να διαιρεθεί σε δυο μέρη. Το ένα αφορούσε τη δαπάνη πληρωμής των μισθών των εργατών που είχαν προσληφθεί. Αυτό το
μέρος το ονόμασε «μεταβλητό κεφάλαιο» - επειδή ήταν το κεφάλαιο
που, βάζοντας την εργατική δύναμη να δουλέψει, επέκτεινε την αξία
και δημιουργούσε την υπεραξία στην πορεία της παραγωγής. Το άλλο
μέρος ήταν δαπάνη για μέσα παραγωγής. Το ονόμασε «σταθερό κεφάλαιο», επειδή η υπάρχουσα αξία του περνούσε στην αξία των ήδη παραχθέντων αγαθών χωρίς να αυξάνεται περισσότερο - η αξία του
απλώς μεταφερόταν στο τελικό προϊόν: στην περίπτωση του πάγιου
σταθερού κεφαλαίου (κτίρια του εργοστασίου, μηχανήματα κλπ) η μεταφορά ήταν μια διαδικασία που συνέβαινε μέσω αρκετών κύκλων παραγωγής· στην περίπτωση κυκλοφοριακού σταθερού κεφαλαίου (πρώτες ύλες, ενέργεια, διάφορα εξαρτήματα) ήταν μια διαδικασία που συνέβαινε στο πλαίσιο ενός παραγωγικού κύκλου.
Οι μαρξιστές συνήθως χρησιμοποιούν το γράμμα ν για το μεταβλητό κεφάλαιο (μισθοί που αγοράζουν την εργασία των εργατών)· το
γράμμα c για το σταθερό κεφάλαιο (εργοστάσιο, εξοπλισμός και πρώτες ύλες)· το s για την υπεραξία. Η αναλογία της υπεραξίας προς το μεταβλητό κεφάλαιο (μισθοί) είναι η αναλογία της διάρκειας της εργάσιμης ημέρας που ο εργάτης δίνει στο κεφάλαιο προς αυτήν που εξασφαλίζει το μισθό του - μερικές φορές ονομάζεται ποσοστό εκμετάλλευσης.
Μπορεί να αναπαρασταθεί ως s/v.
Ασφαλώς, η αναλογία της υπεραξίας προς τους μισθούς δεν είναι
το μόνο που έχει σημασία για τον καπιταλιστή, από τη στιγμή που η
επένδυσή του είναι μεγαλύτερη από το ποσό που δαπάνησε μόνο για
52

Κρις Χάρμαν

τους μισθούς. Το συμφέρον του είναι να σπρώξει το συνολικό κεφάλαιο
που έχει να επεκταθεί - και όχι μόνο αυτό που πηγαίνει στους μισθούς.
Συνεπώς, αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία είναι η αναλογία της υπεραξίας
προς τη συνολική επένδυση - δηλαδή, τις δαπάνες τόσο για μέσα και
υλικά της παραγωγής όσο και για μισθούς. Αυτό είναι το «ποσοστό κέρδους», το οποίο ο Μαρξ απεικονίζει ως s/(c+v).
Επηρεάζεται όχι μόνο από την αναλογία της υπεραξίας προς τους
μισθούς, αλλά και από την αναλογία της δαπάνης σε μέσα και υλικά
παραγωγής (σταθερό κεφάλαιο) προς τους μισθούς (μεταβλητό κεφάλαιο). Ο Μαρξ ονόμασε αυτή την τελευταία αναλογία (c/v) «οργανική
σύνθεση του κεφαλαίου». Αυτή ποικίλλει από βιομηχανία σε βιομηχανία και από εποχή σε εποχή. Διαφορετικές διαδικασίες παραγωγής είναι
πιθανό να χρησιμοποιούν την ίδια ποσότητα εργασίας αλλά διαφορετικές δυνατότητες εγκαταστάσεων και εξοπλισμού. Το κόστος εξοπλισμού ενός εργοστασίου που απασχολεί χίλιους ανθρώπους για να μετατρέψουν ύφασμα σε ρουχισμό είναι μικρότερο από το να απασχολεί τον
ίδιο αριθμό για να λιώσει σιδηρομετάλλευμα για να παράγει ατσάλι.
Αυτή η διαπίστωση έχει σημαντικές συνέπειες για τη δυναμική του καπιταλισμού. Η κινητήρια δύναμη του καπιταλισμού δεν εντοπίζεται
αποκλειστικά στην αναλογία της υπεραξίας προς τους μισθούς, αλλά
και στην προσπάθεια διατήρησης και επαύξησης της αναλογίας της
υπεραξίας προς τα διάφορα επίπεδα συνολικής επένδυσης. Αυτό είναι
ένα σημείο στο οποίο θα επανέλθουμε αρκετές φορές στη συνέχεια.

Πρωταρχική συσσώρευση
Σήμερα θεωρούμε δεδομένη την αγορά και την πώληση της εργατικής
δύναμης. Μας φαίνεται τόσο «φυσική» όσο και η ανατολή και η δύση
του ηλίου. Παρ' όλα αυτά, μέχρι πριν μερικούς αιώνες δεν αποτελούσε
παρά ένα περιορισμένο χαρακτηριστικό οποιασδήποτε κοινωνίας παγκοσμίως. Κατά τα τέλη του Μεσαίωνα στην Ευρώπη ή στην Αφρική και
την Ασία κατά την περίοδο της ευρωπαϊκής αποικιακής εξάπλωσης κατά το δέκατο όγδοο και δέκατο ένατο αιώνα, η πλειονότητα των ανθρώπων είχαν, όσο μικρή κι αν ήταν, κάποια μορφή άμεσης πρόσβασης στα
Καπιταλισμός Ζόμπι

53

μέσα για να εξασφαλίζουν τη ζωή τους - ακόμα και αν όφειλαν να παραδίδουν ένα μέρος της παραγωγής τους σε κάποιον παρασιτικό γαιοκτήμονα. Οι χωρικοί μπορούσαν να καλλιεργήσουν την τροφή τους
στη γη που ήταν δική τους και οι τεχνίτες να κατασκευάζουν διάφορα
αγαθά στα μικρά τους εργαστήρια.
Σύμφωνα με τον Μαρξ, όλα τα παραπάνω άλλαξαν με μια πρωταρχική πράξη ληστείας - τη χρήση βίας για τον αποκλεισμό μεγάλων πληθυσμών ανθρώπων από κάθε είδους έλεγχο πάνω σε μέσα παραγωγής.
Αυτή η διαδικασία συχνά εκτυλισσόταν από το κράτος υπό τις οδηγίες
των πιο προνομιούχων ομάδων της κοινωνίας. Στην Αγγλία και την
Ουαλία, για παράδειγμα, η άνοδος του καπιταλισμού συνοδευόταν από
τις «περιφράξεις» - τη βίαιη απομάκρυνση των χωρικών από την κοινή
γη που είχαν επί αιώνες καλλιεργήσει. Στη συνέχεια, οι νόμοι εναντίον
της «αλητείας» υποχρέωναν τους ακτήμονες χωρικούς να επιδιώκουν
να βρουν δουλειά, όσο χαμηλός και αν ήταν ο μισθός που θα τους έδιναν. Στη Σκωτία, τα «ξεχερσώματα» επέφεραν το ίδιο αποτέλεσμα, καθώς οι κτηματίες έδιωξαν τους κολίγους (κατόχους μικρής γης) από τη
γη τους για να τους αντικαταστήσουν στην αρχή με πρόβατα και μετά
με ελάφια. Καθώς οι κυβερνήτες της Βρετανίας τεμάχιζαν τον υπόλοιπο
κόσμο για να χτίσουν την αυτοκρατορία τους, έλαβαν μέτρα προκειμένου να αντιγράψουν τον ίδιο τρόπο αποκοπής μεγάλων πληθυσμών ανθρώπων από τον έλεγχο των μέσων για την εξασφάλιση της ζωής τους.
Στην Ινδία, για παράδειγμα, παραχώρησαν την απόλυτη ιδιοκτησία της
γης στην ήδη εξαιρετικά προνομιούχο τάξη των ζαμιντάρ. Στην Ανατολική και τη Νότια Αφρική συνήθιζαν να επιβάλλουν με τη βία σε κάθε
νοικοκυριό να πληρώνει ένα πάγιο ποσό χρημάτων, έναν κεφαλικό φόρο, το οποίο μπορούσαν να εξασφαλίσουν μόνο αν έστελναν κάποιο μέλος της οικογένειας να αναζητήσει δουλειά στους Ευρωπαίους κτηματίες ή επιχειρηματίες.
Ο Μαρξ ονόμασε αυτή τη διαδικασία δημιουργίας συνθηκών για
την ανάπτυξη της καπιταλιστικής παραγωγής «πρωταρχική συσσώρευση κεφαλαίου». Ο Μαρξ εξηγεί πώς έγινε αυτό:
Η ανακάλυψη χρυσού και ασημιού στην Αμερική, ο ξεριζωμός, η
υποδούλωση και ο ενταφιασμός στα μεταλλεία του ιθαγενούς
πληθυσμού της, η έναρξη της κατάκτησης και της λεηλασίας των
54

Κρις Χάρμαν

Ανατολικών Ινδιών, η μετατροπή της Αφρικής σε θηριοτροψείο
για το εμπορικό κυνήγι μαύρων ανθρώπων, συμβολίζει τη ρόδινη αυγή της εποχής της καπιταλιστικής παραγωγής...33
Από μόνα τους, ωστόσο, όλα τα παραπάνω δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην καπιταλιστική παραγωγή. Σε τελευταία ανάλυση, όλη η
ιστορία των ταξικών κοινωνιών, ήδη από την εποχή της βαβυλωνιακής
περιόδου, είναι γεμάτη λεηλασίες της μίας ή της άλλης μορφής και καμία από αυτές δεν κατέληξε στην ταχεία συσσώρευση που χαρακτηρίζει
τον καπιταλισμό. Ο βίαιος διαχωρισμός μεγάλων πληθυσμών ανθρώπων από οποιονδήποτε έλεγχο πάνω σε μέσα παραγωγής - και, άρα,
από κάθε δυνατότητα να κερδίσουν τη ζωή τους χωρίς να πωλούν την
εργατική τους δύναμη - υπήρξε απαρέγκλιτος. «Η απαλλοτρίωση του
γεωργού παραγωγού, του χωρικού, από το έδαφος είναι η βάση όλης
της διαδικασίας».34 Γι' αυτό το λόγο, είναι μάλλον παραπλανητική η
αναφορά σε κάθε βίαιη διαρπαγή του πλούτου από τους καπιταλιστές
ως «πρωταρχική συσσώρευση».35
Στα κείμενα του Μαρξ η πρωταρχική συσσώρευση έχει δυο πλευρές: από τη μία, αυτή της «απελευθέρωσης» της μεγάλης πλειοψηφίας
του πληθυσμού από οποιαδήποτε άμεση πρόσβαση στα μέσα με τα
οποία θα μπορούσε να εξασφαλίζει τη ζωή του- από την άλλη, αυτή της
συσσώρευσης του πλούτου στα χέρια μίας τάξης που μπορεί να χρησιμοποιήσει την οικονομική αναγκαιότητα ώστε να υποχρεώσει μια τέτοια «ελεύθερη εργασία» να μοχθεί γι' αυτή την τάξη.
Από τη στιγμή που ο καπιταλισμός κυριάρχησε, οι ενδογενείς οικονομικοί του μηχανισμοί προώθησαν τη διαδικασία του αποχωρισμού
των ανθρώπων από τον έλεγχο των μέσων παραγωγής ακόμα περισσότερο, χωρίς να είναι απαραίτητη η παρέμβαση του κράτους ή η χρήση
βίας. Στη Βρετανία, στο τέλος του δέκατου όγδοου αιώνα υπήρχαν ακόμα εκατοντάδες χιλιάδες υφαντές που δούλευαν με χειροκίνητο αργαλειό, οι οποίοι δούλευαν για τον εαυτό τους και ύφαιναν για να πουλήσουν το προϊόν τους. Μέσα σε διάστημα πενήντα ετών όλοι και όλες
τους είχαν εκμηδενιστεί από καπιταλιστικές επιχειρήσεις που χρησιμοποιούσαν μηχανοκίνητους αργαλειούς. Στην Ιρλανδία, κατά την τέταρτη δεκαετία του 19ου αιώνα, ένας τρομερός λιμός που προκλήθηκε από
την αξίωση οι πεινασμένοι αγρότες να πληρώνουν ενοίκιο στους (κατά
Καπιταλισμός Ζόμπι

55

κύριο λόγο Βρετανούς) γαιοκτήμονες οδήγησε ένα εκατομμύριο να πεθάνει από πείνα και άλλο ένα εκατομμύριο να εγκαταλείψει τη μικρή
ιδιοκτησία του και να αναζητήσει δουλειά στη Βρετανία και τις ΗΠΑ. Η
αγορά ήταν σε θέση να επιφέρει αυτή τη φρίκη χωρίς την άμεση βοήθεια
του κράτους (με εξαίρεση, βεβαίως, την προστασία της ιδιοκτησίας των
γαιοκτημόνων). Ο καπιταλισμός είχε μεταβληθεί σε ένα αυτοσυντηρούμενο και αυτοεπεκτεινόμενο σύστημα που προοριζόταν να απορροφήσει
ολόκληρο τον κόσμο στα γρανάζια του.

56

Κρις Χάρμαν

Κεφάλαιο Δεύτερο

Ο Μαρξ και οι επικριτές του

Η νεοκλασική κριτική
της θεωρίας του Μαρξ για την αξία
Η θεωρία της αξίας που διατύπωσε ο Μαρξ δέχτηκε επιθέσεις από την
πρώτη στιγμή που κυκλοφόρησε το Κεφάλαιο. Ο ισχυρισμός ότι δεν δημιουργεί αξία μόνο η εργασία αλλά και το κεφάλαιο, αποτελεί τη συνηθέστερη έκφραση αυτών των επιθέσεων. Σε τελευταία ανάλυση, υποστηρίζεται στο πλαίσιο του παραπάνω ισχυρισμού, ένας εργάτης που
χρησιμοποιεί μηχανές παράγει πολύ περισσότερο από έναν εργάτη που
δεν χρησιμοποιεί- ή μήπως δεν αντικαθίστανται πάντοτε οι εργάτες από
μηχανές που επιτελούν το ίδιο έργο; Είμαστε σε θέση να φανταστούμε
ακόμα και μια κατάσταση όπου το έργο ολόκληρης της οικονομίας παράγεται από μηχανές. Αυτό είναι το επιχείρημα με το οποίο οι νεοκλασικοί οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι όχι μόνο η εργασία, αλλά και το
κεφάλαιο συμβάλλει στην παραγωγή πραγμάτων που ικανοποιούν τις
ανθρώπινες ανάγκες. Όπως, λοιπόν, η εργασία πληρώνεται στη βάση
της συμβολής της στην παραγωγή του πλούτου, για τον ίδιο λόγο πληρώνεται και το κεφάλαιο. Κάθε «παραγωγικός συντελεστής» παίρνει
μια «αμοιβή» ίση προς την «οριακή παραγωγή» του.
Σε αυτό το επιχείρημα εναντίον του Μαρξ εντοπίζεται ένα θεμελιώδες σφάλμα. Βασίζεται σε μια στατική εικόνα της οικονομίας, σύμφωνα
με την οποία το κεφάλαιο και η εργασία απλώς συνυπάρχουν το ένα δίπλα στο άλλο. Αγνοεί τη χειροπιαστή πραγματικότητα ότι τα ίδια τα
μέσα και τα υλικά της παραγωγής είναι, κι αυτά με τη σειρά τους, προΚαπιταλισμός Ζόμπι

57

ϊόντα παραγωγικής δράσης. Οι μηχανές και η κτιριακή υποδομή δεν είναι πράγματα που έχουν υπάρξει από μόνα τους. Αποτελούν το προϊόν
προηγούμενης ανθρώπινης εργασίας. Το ίδιο το καρότσι που βοηθά
έναν εργάτη να μεταφέρει κάτι είναι προϊόν του μόχθου ενός μεταλλεργάτη. Αυτός είναι ο λόγος που ο Μαρξ ονομάζει τα μέσα παραγωγής
«νεκρή εργασία» (εν αντιθέσει με την τρέχουσα εργασία, η οποία είναι
«ζωντανή εργασία»). Αποτελούν τα προϊόντα εργασίας που έχει πραγματοποιηθεί σε κάποια προηγούμενη χρονική στιγμή - και τα οποία, αν
υπάρξει ανάγκη, μπορούν να κατασκευαστούν πανομοιότυπα με τη
χρήση της σημερινής εργασίας. Η ποσότητα της κοινωνικά αναγκαίας
εργασίας που είναι αναγκαία για να αναπαραχθούν καθορίζει τη σημερινή τους αξία.
Η αδυναμία της νεοκλασικής θεωρίας να αντιληφθεί ότι η εργασία
δημιουργεί τα μέσα παραγωγής δεν είναι συμπτωματική. Οι θεμελιωτές
της θεωρίας στα τέλη του 19ου αιώνα - οι αυστριακοί Μένγκερ και
Μπεμ-Μπάβερκ, οι άγγλοι Τζέβονς και Μάρσαλ, ο γάλλος Βαλράς, ο
ιταλός Παρέτο και ο αμερικανός Κλαρκ - ενσωμάτωσαν στο θεωρητικό
τους οικοδόμημα την παραδοχή ότι ο καπιταλισμός είναι στατικό σύστημα. Αντιλήφθηκαν ολόκληρη την οικονομία ως λαϊκή αγορά, όπου
οι αγοραστές υπολογίζουν ποιος συνδυασμός αγαθών δίνει μεγαλύτερη
δυνατή αξία στα χρήματα που έχουν στην τσέπη τους, την ίδια στιγμή
που οι κάτοχοι των πάγκων υπολογίζουν την καλύτερη δυνατή τιμή που
μπορούν να επιτύχουν για το κάθε ένα από τα αγαθά που εμπορεύονται. Η αμοιβαία ρύθμιση της τιμής, την οποία αυτός που πουλάει δέχεται να αποδεχθεί και αυτός που αγοράζει δέχεται να πληρώσει, οδηγεί
τελικά στην πώληση όλων των προϊόντων. Από τη στιγμή, όμως, που
αυτός που πουλάει είναι με τη σειρά του και αγοραστής από κάποιον
άλλο, ο οποίος και αυτός έχει αγοράσει από κάποιον τρίτο, εγκαθιδρύεται ένα ολόκληρο δίκτυο τιμών, το οποίο διασφαλίζει ότι τα παραγόμενα προϊόντα είναι ακριβώς αυτά που οι άνθρωποι επιθυμούν. Ο Βαλράς
επιχείρησε να δείξει πώς λειτουργεί αυτό το δίκτυο στην κλίμακα ολόκληρης της εθνικής οικονομίας επιστρατεύοντας εκατοντάδες σελίδες
εξισώσεων και διαγραμμάτων.
Σύμφυτο ολόκληρης της νεοκλασικής προσέγγισης είναι το χαρακτηριστικό ότι αντιλαμβάνεται τον καπιταλισμό με έναν τρόπο που δεν
58

Κρις Χάρμαν

ανταποκρίνεται καθόλου στην πραγματικότητα. Ο καπιταλισμός είναι
πρωτίστως και κυρίως ένα μη στατικό σύστημα. Στη λαϊκή αγορά, σε
αυτή τη λαϊκή αγορά που υπάρχει στην πραγματικότητα, οι άνθρωποι
δεν συμφωνούν ακαριαία στις τιμές αγοράς και πώλησης. Ωστόσο, η νεοκλασική θεωρία προϋποθέτει ότι με τη μεσολάβηση ενός κεντρικού
«πλειστηριαστή» θα μπορούσαν να καταλήγουν ακαριαία σε κοινώς
αποδεκτές τιμές. Στην πραγματική ζωή, το παζάρεμα συχνά απαιτεί πολύ χρόνο και οι τιμές, όπως διαμορφώνονται σε όλο το φάσμα της αγοράς ως σύνολο, είναι το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας διαδοχικών ρυθμίσεων. Αν πάρουμε αυτό υπόψη, εμφανίζονται οι αποκλίσεις μεταξύ των
πραγματικών τιμών των προϊόντων και των τιμών όπως τις προϋποθέτει
η θεωρία. Η πραγματική παραγωγή των προϊόντων που προορίζονται
για πώληση είναι πάντοτε διαδικασία που συμβαίνει σε συγκεκριμένο
χρόνο. Τα «σήματα που στέλνει η αγορά» δεν δηλώνουν τι πρόκειται να
ζητηθεί όταν ολοκληρωθεί η παραγωγή, αλλά τι είχε ζητηθεί πριν αυτή
ξεκινήσει. Η χρονική ταυτοσημία της θεωρίας είναι ένας μύθος και οι
παράλληλες εξισώσεις που αναπτύχθηκαν στη βάση των θεωρητικών
παραδοχών της δεν φέρουν παρά μικρή συνάφεια προς την πραγματικότητα του καπιταλισμού.
Πώς αντέδρασαν οι θεμελιωτές των νεοκλασικών οικονομικών, αντιμετωπίζοντας την πραγματικότητα ότι η παραγωγή πραγματοποιείται
στο χρόνο; Απλώς, δεν επέτρεψαν να επηρεάσει αυτό το δεδομένο τη
θεωρία τους έστω στο ελάχιστο. Για παράδειγμα, ο Βαλράς (Walrass)
αναγνωρίζει ότι «η παραγωγή απαιτεί την πάροδο ενός χρονικού διαστήματος». Όμως, στη συνέχεια γράφει ότι ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει «τη δυσκολία απλώς και εντελώς αγνοώντας το στοιχείο του χρόνου
σε αυτό το σημείο» 1 και όταν επέστρεψε στο ζήτημα, περιορίστηκε στην
υπόθεση ότι τα «δεδομένα» παρέμεναν «σταθερά για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα»2 σαν να μην οδηγεί ο μετασχηματισμός ολόκληρου του
παραγωγικού μηχανισμού μέσω της οικονομικής ανάπτυξης στο συνεχή
μετασχηματισμό της δομής της ζήτησης και της προσφοράς. Ο Μάρσαλ
(Marshal) προχώρησε τόσο πολύ ώστε να αποδεχτεί ότι «ο χρόνος είναι
η πηγή των περισσότερων από τις μεγαλύτερες δυσκολίες στην οικονομική», 3 από τη στιγμή που «οι αλλαγές στο μέγεθος της παραγωγής,
στις μεθόδους, όπως και το κόστος της, μονίμως τροποποιούνται αμοιΚαπιταλισμός Ζόμπι

59

βαία μεταξύ τους».4 Αυτό το συμπέρασμα, ωστόσο, δεν τον εμπόδισε να
διδάσκει τη νεοκλασική θεωρία και να οδηγήσει μια ολόκληρη γενιά οικονομολόγων του επικρατούντος σήμερα ρεύματος να θεωρούν αυτή
τη θεωρία ως απόδειξη της επάρκειας του καπιταλισμού της αγοράς. Ο
Κένεθ Apoou (Kenneth Arrow) και ο Ζεράρ Ντεμπρέ (Gerard Debreu)
παρουσίασαν μιαν εκσυγχρονισμένη εκδοχή του μαθηματικού μοντέλου του Βαλράς στις αρχές της δεκαετίας του 1960, στο πλαίσιο της
οποίας επιχείρησαν να συνυπολογίσουν το χρόνο. Ωστόσο, ο ίδιος ο
Αροου ομολόγησε ότι το μοντέλο δεν λειτουργεί παρά μόνο «αν υποτεθεί ότι δεν υπάρχει τεχνολογική πρόοδος, πληθυσμιακή μεγέθυνση και
πολλές άλλες συνιστώσες».
Η άρνηση της νεοκλασικής σχολής να αντιληφθεί το κυριότερο, ότι
ο καπιταλισμός είναι σύστημα υπό συνεχή μετασχηματισμό, ο οποίος
καταστρέφει την παλιά δομή των τιμών και εμποδίζει κάθε σταθερή
ισορροπία, καταλήγει στο να προτείνει μια απολογητική, στην καλύτερη των περιπτώσεων, περιγραφή των πραγμάτων όπως αυτά υπάρχουν
κάθε συγκεκριμένη χρονική στιγμή και όχι των οικονομικών εξελίξεων
και της οικονομικής δυναμικής.
Η θεωρία της αξίας, όπως τη διατυπώνει η νεοκλασική σχολή, τίθεται σε αντιπαράθεση προς τις θεωρίες του Σμιθ, του Ρικάρντο και του
Μαρξ και θέτει ως βάση της τη χρησιμότητα που προσφέρει ένα εμπόρευμα - δηλαδή, το πώς τα άτομα αξιολογούν κάθε συγκεκριμένο εμπόρευμα σε σύγκριση με άλλα εμπορεύματα. Ωστόσο, αυτή η θέση
αφήνει στο σκοτάδι τη βάση μέτρησης της χρησιμότητας που ισχύει για
ένα άτομο σε σύγκριση με κάποιο άλλο. Πώς μετράς τη «χρησιμότητα»
ενός ποτηριού νερού για κάποιον που βρίσκεται στην έρημο με τη «χρησιμότητα» μιας αδαμάντινης τιάρας για μια πριγκίπισσα; Στην καλύτερη περίπτωση, μπορείς να καταρτίσεις έναν κατάλογο των ατομικών
προτιμήσεων. Όμως, για να εξηγήσεις γιατί οι προτιμήσεις κάποιων
ατόμων είναι σημαντικότερες από τις προτιμήσεις κάποιων άλλων, είσαι
αναγκασμένος να εξηγήσεις και γιατί κάποιοι είναι πλουσιότεροι από
άλλους - και αυτό εξαρτάται από παράγοντες που αφορούν στη δομή
και τη δυναμική της καπιταλιστικής κοινωνίας, παράγοντες τους οποίους η θεωρία της «χρησιμότητας» αγνοεί.
Ο Παρέτο (Pareto) αντικατέστησε τον όρο «χρησιμότητα» με τον
60

Κρις Χάρμαν

όρο «ωφελιμότητα» 5 επειδή, όπως το έθεσε ο σύγχρονός του αμερικανός'Ιρβιν Φίσερ, «η ανεκπαίδευτη και αφελής πλειονότητα του κοινού...
θεωρεί δύσκολο να κρίνει ότι ένα πανωφόρι είναι πραγματικά χρησιμότερο από ένα περιδέραιο ή μια μυλόπετρα από τον τροχό της ρουλέτας».6 Μερικοί μεταγενέστεροι νεοκλασικοί θεωρητικοί απέρριψαν συλλήβδην οποιαδήποτε έννοια της αξίας - μολονότι η «οριακή χρησιμότητα» διδάσκεται ανελλιπώς μέχρι σήμερα στα σχολικά και τα πανεπιστημιακά εγχειρίδια ως η «σύγχρονη» απάντηση στην εργασιακή θεωρία της αξίας.
Οι νεοκλασικοί οικονομολόγοι, παρά τις υπερεκατονταετείς προσπάθειές τους, δεν πέτυχαν να παρουσιάσουν μια αντικειμενική βάση
της δικής τους θεωρίας της αξίας. Ασφαλώς, σε κάθε περίπτωση, πρέπει
να υπάρχει κάποιος που να θέλει να χρησιμοποιήσει κάτι (ή τουλάχιστον να είναι σε θέση να το πουλήσει σε κάποιον άλλον που θα το χρησιμοποιήσει) προκειμένου να αγοράσει κάτι. Ωστόσο, δεν είναι η χρήση
που καθορίζει την τιμή.
Επίσης, ούτε η «οριακή παραγωγή», όπως ορίζεται από τη νεοκλασική σχολή, την καθορίζει. Η οριακή παραγωγή, όπως ισχυρίζονται, μετριέται στη βάση της αξίας του κεφαλαίου που δαπανήθηκε για να παραχθεί- ορίζουν, όμως, την αξία αυτού του κεφαλαίου με βάση την οριακή παραγωγή. Στην πραγματικότητα, καταλήγουν ισχυριζόμενοι ότι «η
οριακή αξία του κεφαλαίου ισοδυναμεί προς την οριακή αξία του κεφαλαίου» ή ότι «το κέρδος ισοδυναμεί με κέρδος». Αυτού του είδους οι
ισχυρισμοί δεν είναι σε θέση να εξηγήσουν τίποτα. Το μόνο που επιτυγχάνουν είναι να δηλώνουν ότι, αν κάτι υπάρχει, υπάρχει.
Η ορθόδοξη οικονομική επιστήμη επί της ουσίας δεν επιτυγχάνει
τίποτα περισσότερο από το να δηλώνει ότι ορισμένα πράγματα είναι
αντικείμενα αγοράς και κάποια άλλα είναι αντικείμενα πώλησης σε
τρέχοντα χρόνο, χωρίς να εξηγεί την αιτία που παράγονται αυτά τα
πράγματα και δεν παράγονται κάποια άλλα πράγματα, την αιτία που
μερικοί άνθρωποι είναι πλούσιοι και κάποιοι άλλοι φτωχοί, όπως και
την αιτία που μερικά αγαθά στοιβάζονται απούλητα, μολονότι υπάρχουν άνθρωποι που τα έχουν απόλυτη ανάγκη και δεν μπορούν να τα
αποκτήσουν, ή την αιτία που μερικές φορές παρατηρείται οικονομική
άνθηση, ενώ κάποιες άλλες ύφεση.
Καπιταλισμός Ζόμπι

61

Αυτές οι επισημάνσεις ενάντια στην οριακή οικονομική προσέγγιση διατυπώθηκαν εδώ και ογδόντα χρόνια από τον αυστριακό μαρξιστή
Ρούντολφ Χίλφερντινγκ και το ρώσο επαναστάτη Νικολάι Μπουχάριν.
Με σαφήνεια και αυστηρά λογική μορφή, διατυπώθηκαν πιο πρόσφατα
από τους διαφωνούντες ακαδημαϊκούς οικονομολόγους που είναι γνωστοί ως «Σχολή του Κέμπριτζ».7 Παρά την ικανότητα με την οποία οι
διαφωνούντες οικονομολόγοι επεσήμαναν τους παραλογισμούς της νεοκλασικής θεωρίας, δεν εξασθένησε καθόλου η οχυρή θέση που η τελευταία καταλαμβάνει στο πλαίσιο των ακαδημαϊκών οικονομικών- αντίθετα, οδήγησε σε ακόμα πιο στρογγυλεμένα μαθηματικά μοντέλα, τα
οποία απλώς στοχεύουν στο να διατηρήσουν μια επίφαση επιστημονικής αυστηρότητας. Όπως εδώ και μισό αιώνα υπέδειξε η Τζόαν Ρόμπινσον (Joan Robinson):
Η ποσοτική χρησιμότητα έχει εξαλειφθεί εδώ και πολύ καιρό,
αλλά παραμένει κοινή πρακτική η κατασκευή μοντέλων με βάση
τα οποία παρουσιάζονται ποσότητες «κεφαλαίου» χωρίς την παραμικρή αναφορά περί του τι πράγματος υποτίθεται ότι αποτελούν ποσότητα. Ακριβώς όπως με την προσφυγή στα διαγράμματα, συνήθως γινόταν κατορθωτό να αποφεύγεται το πρόβλημα της παρουσίασης ενός λειτουργικού ορισμού της χρησιμότητας, κατά τον ίδιο τρόπο το πρόβλημα της απόδοσης ενός ορισμού στην ποσότητα «κεφαλαίου» παρακάμπτεται και επαφίεται
στην άλγεβρα να το λύσει.8
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αναγνώριση των δυσκολιών που εμφανίζει
η θεωρία τους, οδήγησε μερικούς οικονομολόγους που κατά τα άλλα
αποδέχονται το νεοκλασικό σύστημα, να επιχειρήσουν να το ενισχύσουν με στοιχεία από την εργασιακή θεωρία της αξίας. Ο Μάρσαλ, για
παράδειγμα, πρότεινε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ίσως να προέκυπτε
όφελος από τη χρήση της εργασιακής θεωρίας της αξίας. Υποστηρίζει
ότι «υπάρχουν μερικοί λόγοι που η πραγματική αξία του χρήματος μετριέται καλύτερα στην εργασία παρά στα εμπορεύματα», μολονότι
σπεύδει να συμπληρώσει ότι «δεν πρόκειται να ασχοληθούμε με αυτή
τη δυσκολία στον παρόντα τόμο...» 9 Το ίδιο και ο Τζον Μέιναρντ Κέινς:
αντιλήφθηκε, έστω και όχι πλήρως, τα όρια του ίδιου του νεοκλασικού
συστήματος παρόλο που είχε εκλάβει ως δεδομένα τα αφετηριακά του
62

Κρις Χάρμαν

αξιώματα. Σε ένα σημείο του πλέον διάσημου βιβλίου του, Γενική Θεωρία της Απασχόλησης του Χρήματος και του Τόκου, αναγνώρισε ότι δεν
είναι δυνατόν απλώς να προσθέτει κανείς διαφορετικά σύνολα φυσικών
εμπορευμάτων σε ένα ορισμένο χρονικό σημείο και να τα συγκρίνει με
ένα διαφορετικό σύνολο ενός μεταγενέστερου χρονικού σημείου.10 Τέτοιου είδους συγκρίσεις συνεπάγονται ότι υπάρχει «καλυμμένη εισαγωγή αλλαγών στην αξία».11 Προκειμένου να αντιμετωπίσει αυτό το πρόβλημα, απέρριψε τις συνήθεις θεωρητικές παραδοχές της νεοκλασικής
θεωρίας και στράφηκε δειλά προς ένα είδος εργασιακής θεωρίας της
αξίας,12 προτείνοντας ότι η παραγωγή μπορεί να μετρηθεί από «την ποσότητα της απασχόλησης που συνδέεται με συγκεκριμένο κάθε φορά
εξοπλισμό κεφαλαίου».13 Όπως εξήγησε αργότερα,
Συμφωνώ με το προκλασικό δόγμα [s/c] ότι τα πάντα παράγονται από την εργασία, την οποία υποβοηθά η τέχνη, όπως την
ονόμαζαν παλαιότερα, ή η τεχνική όπως την ονομάζουν σήμερα,
οι φυσικοί πόροι... και τα αποτελέσματα της παρελθούσης εργασίας, η οποία εμπεριέχεται στα διάφορα περιουσιακά στοιχεία
κάθε εταιρείας...14
Ούτε ο Μάρσαλ ούτε ο Κέινς ήταν έτοιμοι να προχωρήσουν ακόμα περισσότερο και να εγκαταλείψουν το νεοκλασικό σύστημα στο σύνολό
του. Ωστόσο, αν είχαν επιμείνει στα σοβαρά σε αυτές τις παρατηρήσεις
τους θα ήταν αναγκασμένοι να το πράξουν.
Οι αποτυχίες του νεοκλασικού συστήματος αποδεικνύουν, έστω και
με μερικό, αρνητικό τρόπο, την ορθότητα της προσέγγισης του Μαρξ,
επειδή η θεωρία της αξίας που διατύπωσε αποφεύγει την υποκειμενική
και στατική προοπτική. Η θεωρία του Μαρξ είναι αντικειμενική, επειδή
δεν βασίζεται στις πιθανές ατομικές αξιολογήσεις ενός εμπορεύματος,
αλλά στην αναγκαία ποσότητα εργασίας που απαιτείται για να παραχθεί, με βάση το δεδομένο επίπεδο τεχνολογίας που χαρακτηρίζει το σύνολο του συστήματος κατά το συγκεκριμένο χρονικό σημείο - δηλαδή,
τόσο στην άμεση ζωντανή εργασία του εργάτη όσο και τη «νεκρή εργασία» που εμπεριέχεται στον εξοπλισμό και τα υλικά της παραγωγής που
καταναλώθηκαν κατά την παραγωγική διαδικασία του συγκεκριμένου
εμπορεύματος. Για τον Μαρξ, αυτό που έχει σημασία είναι η πίεση που
ασκεί κάθε μονάδα κεφαλαίου πάνω στις υπόλοιπες και όχι οι αξιολοΚαπιταλισμός Ζόμττι

63

γήσεις των ατόμων, εφόσον κάθε καπιταλιστής που τιμολογεί ένα εμπόρευμα υψηλότερα από την ποσότητα της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας που απαιτείται για να παραχθεί, σύντομα θα τεθεί εκτός του πεδίου των επιχειρήσεων. Συνεπώς, ο νόμος της αξίας είναι μια εξωτερική
δύναμη που επιδρά πάνω σε κάθε καπιταλιστή μέσω των σχέσεων αλληλεπίδρασης που αγκαλιάζουν όλους τους καπιταλιστές, από τη στιγμή που η γενική παραγωγή των εμπορευμάτων για ανταλλαγή διαμεσολαβείται από το χρήμα. Εφόσον «κάθε καπιταλιστής ως μονάδα», γράφει ο Μαρξ, «αντιμετωπίζει τους υπόλοιπους μόνο ως ιδιοκτήτες εμπορευμάτων, ο "εσωτερικός νόμος" επιβάλλεται μόνο μέσω του ανταγωνισμού τους, της αμοιβαίας πίεσης μεταξύ τους, δια της οποίας οι παρεκτροπές αμοιβαία ακυρώνονται»."
Η σχέση μεταξύ των διαφόρων κεφαλαίων δεν μπορεί να γίνει κατανοητή ως πάγια και αμετάβλητη. Είναι δυναμική διαδικασία, η οποία
βασίζεται στην αλληλεπίδραση που ασκείται μέσω του χρόνου μεταξύ
διαφορετικών κεφαλαίων κατά τρόπο τέτοιο ώστε ο μέσος όρος της
«κοινωνικά αναγκαίας εργασίας» σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο να είναι το αποτέλεσμα των ατομικών διαδικασιών παραγωγής, οι οποίες οργανώνονται ανεξάρτητα η μία από την άλλη χρησιμοποιώντας διαφορετικές, συχνά μεταβαλλόμενες, ποσότητες συγκεκριμένης εργασίας. Ο
καπιταλιστής που πρώτος θα εισαγάγει μια νέα τεχνική σε οποιονδήποτε κλάδο της βιομηχανίας θα είναι σε θέση να παράγει αγαθά με ποσότητες εργασίας μικρότερες από αυτές που επικρατούν στο σύνολο του
συστήματος, όπως και να εκπορθήσει αγορές από τους υπόλοιπους.
Από τη στιγμή, όμως, που και κάποιοι άλλοι καπιταλιστές υιοθετήσουν
τη συγκεκριμένη τεχνική, αυτό το πλεονέκτημα χάνεται. Μόνο ένας καπιταλιστής που ελέγχει πολύ μεγάλο μέρος της αγοράς συγκεκριμένων
εμπορευμάτων ή έχει τη δύναμη να εξασκεί πολιτικές πιέσεις ώστε να
εμποδίζει τους υπόλοιπους να εισχωρούν στις δικές του αγορές, είναι σε
θέση να διαφεύγει για μικρότερες ή μεγαλύτερες χρονικές περιόδους
από το να χρεώνει τιμές, οι οποίες αντανακλούν ποσότητες εργασίας
υψηλότερες από αυτές που είναι κοινωνικά αναγκαίες. Ο νόμος της
αξίας λειτουργεί μόνο ως αποτέλεσμα των πιέσεων που οι διάφορες μονάδες κεφαλαίου ασκούν η μία πάνω στην άλλη μέσα στο ξετύλιγμα
του χρόνου. Οποιοδήποτε φωτογραφικό καρέ απομονωμένο από το
64

Κρις Χάρμαν

διαρκώς εκτυλισσόμενο φιλμ της καπιταλιστικής ανάπτυξης υποχρεωτικά θα επιδεικνύει ασυμφωνίες - και μερικές φορές μεγάλες - από το
νόμο της αξίας. Ωστόσο, το ίδιο το φιλμ θα δείχνει ότι οι ασυμφωνίες
τελικά θα εξαφανίζονται κάτω από την πίεση του ανταγωνισμού μεταξύ
όλων των μονάδων κεφαλαίου, έστω και αν εμφανίζονται άλλες ασυμφωνίες.

Αξίες και τιμές
Αυτή η δυναμική πλευρά της θεωρίας του Μαρξ της δίνει τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα που ταλανίζει τις απόπειρες του
Σμιθ και του Ρικάρντο να θεμελιώσουν την αξία πάνω στην εργασία· το
πρόβλημα ότι η αναλογία της εργασίας προς την επένδυση ποικίλλει
από βιομηχανία σε βιομηχανία. Όμως, στην πράξη το ποσοστό κέρδους
(η αναλογία της υπεραξίας προς την επένδυση) δεν ποικίλλει κατά τον
ίδιο τρόπο, ακόμα και στην περίπτωση που οι μισθοί κυμαίνονται στα
ίδια περίπου επίπεδα και, άρα, το ποσοστό εκμετάλλευσης αναγκαστικά είναι περίπου το ίδιο. Εμφανίζεται ότι οι τιμές των αγαθών δεν εξαρτώνται από την ποσότητα της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας που απαιτήθηκε για να παραχθούν, αλλά από μια αύξηση της τιμής πάνω στο
κόστος της επένδυσης κεφαλαίου. Εμφανίζεται ότι όσο μεγαλύτερη είναι η επένδυση κεφαλαίου τόσο μεγαλύτερη και η αύξηση της τιμής. Ο
καπιταλιστής που πουλά κάτι που παρήγαγε ένα άτομο που εργάστηκε
πάνω σε μια ακριβή μηχανή θα προσδοκά μια υψηλότερη τιμή από το
αγαθό που παράχθηκε από ένα άτομο που εργάστηκε με μια φτηνή μηχανή. Το γεγονός ότι μερικές βιομηχανίες χαρακτηρίζονται από μεγαλύτερη «ένταση κεφαλαίου» σε σχέση με κάποιες άλλες, συνεπάγεται
και ότι οι τιμές αναγκαστικά θα αποκλίνουν από τις αξίες όπως αυτές
διαμορφώνονται από την εργασία, εφόσον η γενική τάση είναι να μην
είναι πολύ χαμηλότερη η κερδοφορία σε μερικές περιπτώσεις από κάποιες άλλες.
Αυτό το φαινόμενο οδήγησε τον Ανταμ Σμιθ στο να «νερώσει» την
εργασιακή θεωρία της αξίας συνδυάζοντάς την με μιαν άλλη, αντιφατική προσέγγιση. Η πώληση των αγαθών αποδίδει μια πληρωμή, η οποία
Καπιταλισμός Ζόμττι

65

διαιρείται σε διάφορα «έσοδα» - μισθούς για τους εργάτες, κέρδη για
το βιομήχανο, τόκους για τον τραπεζίτη που δάνεισε χρήμα στο βιομήχανο και ενοίκιο για τον ιδιοκτήτη της γης. Ο Σμιθ αντιφάσκει ως προς
τη δική του αρχική εκδοχή της θεωρίας της αξίας που ως βάση της είχε
εκλάβει την εργασία, όταν υποστηρίζει ότι το κάθε ένα από αυτά τα
έσοδα προσθέτει στην αξία. Ο Ντέιβιντ Ρικάρντο υπήρξε συνεπέστερος
από τον Σμιθ και επιχείρησε να εργαστεί με μεγαλύτερη επιμονή πάνω
στην απόλυτη εκδοχή της εργασιακής θεωρίας. Ωστόσο, αυτό δημιούργησε ένα χάσμα στη θεωρία του, το οποίο οι μεταγενέστεροι του οικονομολόγοι δεν μπόρεσαν να επιλύσουν - το πρόβλημα που τελικά άνοιξε το δρόμο για τη νεοκλασική εγκατάλειψη της εργασιακής θεωρίας
της αξίας.
Ο Μαρξ, παρά ταύτα, μπόρεσε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα - το
οποίο συνήθως αναφέρεται ως «πρόβλημα μετασχηματισμού» - ακριβώς επειδή το μοντέλο του είναι δυναμικό και λειτουργεί λαμβάνοντας
υπόψη την εκτύλιξη του χρόνου. Η λύση που πρότεινε στηρίζεται στην
εξέταση του τρόπου με τον οποίο οι εταιρείες αντιδρούν απέναντι στην
εμφάνιση διαφορετικών ποσοστών κέρδους.
Όσες έχουν χαμηλότερα ποσοστά κέρδους θα ξεκινήσουν να μεταφέρουν αλλού τα κεφάλαιά τους. Αυτό θα προκαλέσει πιθανή έλλειψη
του αγαθού που παρήγαν, η οποία θα οδηγήσει σε μια άνοδο των τιμών
πάνω από την αξία που έχουν ως αποτέλεσμα εργασίας. Κάποιες άλλες
εταιρείες, όμως, οι οποίες χρησιμοποιούν τα συγκεκριμένα αγαθά ως
εισροές για τη δική τους παραγωγή (είτε άμεσα είτε πληρώνοντας τους
εργάτες τους για να τα αγοράσουν, έτσι ώστε να αναπληρώσουν την εργατική τους δύναμη)16 είναι αναγκασμένες να πληρώσουν τις υψηλότερες τιμές και έτσι να περιέλθει μέσα σε αυτή τη διαδικασία μέρος της
υπεραξίας στα χέρια τους. Η εξίσωση του ποσοστού κέρδους γίνεται μέσω της αναδιανομής της υπεραξίας στο πλαίσιο της τάξης των καπιταλιστών.
Αυτό σε καμία περίπτωση δεν αλλάζει το γεγονός ότι η υπεραξία
προήλθε πρώτα και κύρια από την εκμετάλλευση των εργατών και ότι
οποιαδήποτε αλλαγή στο χρόνο της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας που
απαιτείται για την παραγωγή ενός εμπορεύματος επιδρά στην τιμή του.
Η ροή της υπεραξίας που έχει ήδη παραχθεί από τον έναν καπιταλιστή
66

Κρις Χάρμαν

στον άλλο, μέσω της εξέλιξης του χρόνου, είναι η διαδικασία που εξισώνει το ποσοστό κέρδους17 - όπως είναι, επίσης, και η αιτία που μπορεί
να υπάρξουν μεγάλες διαφορές ως προς το ποσοστό κέρδους μεταξύ
των διάφορων μερών του συστήματος, εκεί όπου σημειώνονται εμπόδια
στη ροή της αξίας μέσα στο σύστημα (για παράδειγμα, όταν οι εταιρείες
διατηρούν πολύ μεγάλα ποσά επένδυσης καθηλωμένα σε συγκεκριμένα
είδη παγίου κεφαλαίου ή όταν τα κράτη εμποδίζουν τις επενδύσεις να
κατευθύνονται εκτός των βιομηχανιών που θεωρούν ότι έχουν προτεραιότητα).
Η λύση που πρότεινε ο Μαρξ στο πρόβλημα που τέθηκε από τον
Σμιθ και τον Ρικάρντο έγινε αντικείμενο επίθεσης μέσα σε δυο χρόνια
από τότε που εμφανίστηκε στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου από τον
οπαδό της οριακής προσέγγισης Μπεμ-Μπάβερκ (Bohm Bawerk). Τα
ίδια επιχειρήματα που εκείνος χρησιμοποίησε τότε, έχουν επαναληφθεί
ξανά και ξανά και έχουν συχνά οδηγήσει τους μαρξιστές σε αμυντική
στάση· πολλοί μάλιστα απ' αυτούς κατέληξαν να αποδέχονται τον πυρήνα της κριτικής και να παραιτούνται από την προσπάθεια να κατανοήσουν τη δυναμική του καπιταλισμού χρησιμοποιώντας τις έννοιες
του Μαρξ. Αυτό συνέβη, για παράδειγμα, αμέσως μετά την αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για το μαρξισμό ύστερα από τα γεγονότα του
1968. Υπήρξαν φυσιογνωμίες μέσα στην Αριστερά, όπως ο'Ιαν Στίντμαν
(Ian Steedman) και ο Τζεφ Χόντγκσον (Geoff Hodgson), οι οποίοι έγειραν επί της ουσίας επιχειρήματα που ήταν τα ίδια με αυτά που χρησιμοποίησε ο Μπεμ-Μπάβερκ (μολονότι αυτοί δεν αποδέχονταν την οριακή
θεωρία της αξίας) και οι διάδοχοι του, όπως ο Σάμιουελσον (Samuelson). 18 Οι ακαδημαϊκοί μαρξιστές, οι οποίοι ήδη βρίσκονταν σε θέση
άμυνας για πολιτικούς λόγους μέσα στα πανεπιστημιακά τμήματα οικονομικών επιστημών, συχνά οπισθοχωρούσαν σε σχολαστικές διαμάχες
σχετικά με τα κείμενα ή σχετικά με άχρηστους μαθηματικούς υπολογισμούς, τόσο απομακρυσμένοι από τον πραγματικό κόσμο όσο και οι
συνάδελφοι τους του κατεστημένου ρεύματος. Όπως το έχει θέσει ο
Μπεν Φάιν (Ben Fine), το συνολικό αποτέλεσμα υπήρξε «ένας μαρξισμός που γινόταν όλο και περισσότερο, σχεδόν αποκλειστικά, ακαδημαϊκός», 1 ' όπως και «η περιορισμένη ενασχόληση με τον κόσμο του κεφαλαίου σε αντίθεση με αυτόν του Κεφαλαίου».Μ
Καπιταλισμός Ζόμττι

67

Η κριτική στην προσέγγιση του Μαρξ έχει ως επίκεντρο την αντίρρηση ότι η απλή εξέταση της κίνησης της αξίας μεταξύ των κεφαλαίων
μετά τη διαδικασία της παραγωγής δεν μπορεί να εξηγήσει τις τελικές
τιμές, εφόσον δεν μπορεί να εξηγήσει τις τιμές των εισροών στην παραγωγή (των μέσων παραγωγής και της εργατικής δύναμης), επειδή οι
ίδιες οι εισροές είναι εμπορεύματα με τιμές που είναι διαφορετικές από
την αξία τους. Υποστηρίζεται, λοιπόν, ότι η μέθοδος του Μαρξ εξηγεί
τις τιμές με όρους τιμών και όχι με όρους αξιών εργασίας.21
Το 1907, ο ρικαρντιανός φον Μπορτκίεβιτς (von Bortkiewicz) επιχείρησε να λύσει το πρόβλημα της συνεπαγωγής των τιμών από την εργασιακή αξία με μαθηματικό φορμαλισμό, χρησιμοποιώντας μοντέλα
ταυτόχρονων εξισώσεων. Χρησιμοποίησε ένα μοντέλο σύμφωνα με το
οποίο δεν υπάρχει αλλαγή στην ποσότητα της επένδυσης κεφαλαίου
μεταξύ του ενός κύκλου παραγωγής και του επόμενου απ' αυτόν (αυτό
που έχει ονομασθεί «απλή αναπαραγωγή»). Υποτίθεται ότι οι εξισώσεις
του έδειξαν ότι οποιαδήποτε προσπάθεια να παρουσιαστεί ένας γενικά
εφαρμόσιμος τρόπος μετασχηματισμού εργασιακών αξιών σε τιμές,
οδηγούσε σε μία από τις «ισοδυναμίες» που ο Μαρξ είχε με βεβαιότητα
θεωρήσει ότι δεν λειτουργούν. Είτε η συνολική τιμή δεν ήταν ίση προς
τη συνολική αξία είτε το συνολικό κέρδος δεν ήταν ίσο προς τη συνολική
υπεραξία.
Για το μεγαλύτερο μέρος του εικοστού αιώνα, οποιαδήποτε απόπειρα να συναχθούν οι τιμές από τις αξίες κατέληγε στο ίδιο πρόβλημα. Η
απάντηση των μαρξιστών ήταν είτε η εγκατάλειψη του κεντρικού χαρακτηριστικού της εργασιακής θεωρίας της αξίας, είτε το συμπέρασμα ότι
«η μαρξική μέθοδος του μετασχηματισμού είναι λογικώς μη ικανοποιητική», αλλά ότι «τα υποδείγματα ανάπτυξης» της αξίας και της τιμής
«διαφέρουν μόνο στις δευτερεύουσες λεπτομέρειές τους», 22 όπως για
παράδειγμα έγραφε το 1942 ο Πολ Σουήζι (Paul Sweezy). Στα τέλη της
δεκαετίας του '70, περίπου στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξαν, μεταξύ άλλων, ο Μιγκέλ Ανχελ Γκαρσία (Miguel Angel Garcia) και ο Ανουάρ Σαΐκ
(Anwar Shaikh), χρησιμοποιώντας μοντέλα που περιείχαν λιγότερο αυστηρή μαθηματική τυποποίηση και ήταν ευκολότερα στην κατανόησή
τους από τα αντίστοιχα του φον Μπορτκίεβιτς. 23 Ο Σαΐκ έδειξε ότι η
συνολική τιμή μπορούσε να είναι ίση προς τη συνολική αξία, αλλά ότι
68

Κρις Χάρμαν

το συνολικό κέρδος δεν θα ήταν πάντοτε ίσο προς τη συνολική υπεραξία. Ο Γκαρσία ισχυρίστηκε ότι απέδειξε ότι αμφότερες οι ισοδυναμίες
είναι δυνατόν να ισχύουν. Ωστόσο, αυτό είναι δυνατό μόνο αν επιτραπεί μια αλλαγή στο ποσοστό εκμετάλλευσης από τον ένα παραγωγικό
κύκλο στον επόμενο, από τη στιγμή που η αλλαγή στις τιμές που οφείλεται στις κινήσεις της αξίας μεταξύ των διαφόρων τομέων ήταν και η
αιτία των αλλαγών στις σχετικές τιμές των αγαθών που αφορούν στους
μισθούς και των αγαθών που αφορούν το κεφάλαιο.24
Από τότε, βεβαίως, πολλοί ήταν οι μαρξιστές που κατάφεραν να
διασώσουν μια για πάντα τη θέση του Μαρξ, αμφισβητώντας την κεντρική παραδοχή του φον Μπορτκίεβιτς, του Σουήζι και του Σαΐκ, όπως
και πολλών άλλων: αμφισβητώντας δηλαδή τη θεμελίωση των απόψεών
τους στη χρονική ταυτοσημία.25 Η μέθοδος των μοντέλων των ταυτόχρονων εξισώσεων προϋποθέτει ότι οι τιμές των εισροών στην παραγωγή πρέπει να είναι ίσες προς τις τιμές των εκροών. Αλλά δεν είναι. Οι
εκροές παράγονται μόνο εφόσον οι εισροές έχουν εισέλθει στην παραγωγή. Ή, για να το θέσουμε με διαφορετικό τρόπο, η αξία των εισροών
μιας διαδικασίας Α θα διαφέρει απ' αυτή που θα περιλαμβάνει τις ίδιες
εισροές σε μια μεταγενέστερη διαδικασία Β - ακόμα και αν στη βάση
της υλικής τους σύστασης ως αξίες χρήσης είναι ταυτόσημες. Η αξία
ενός τόνου ατσαλιού που χρησιμοποιείται για την παραγωγή μιας μηχανής σήμερα δεν θα είναι η ίδια με την αξία που θα χρησιμοποιηθεί για
την παραγωγή μιας ακριβώς ίδιας μηχανής την επόμενη εβδομάδα.26
Οι επικριτές του Μαρξ, όμως, φέρουν το επιχείρημα ότι αυτό εξακολουθεί να θεωρεί τις εισροές στην παραγωγή ως τιμές, και όχι ως
αξίες· το να αναχθούν σε εργασιακή αξία οδηγεί στην επ' άπειρο αναδρομή στο παρελθόν. Η επένδυση που είναι αναγκαία για την παραγωγή των εισροών πρέπει να αναλυθεί στην εργασιακή αξία που φέρει, αλλά κάτι τέτοιο είναι αδύνατο χωρίς την ανάλυση της επένδυσης που
ήταν αναγκαία για την παραγωγή τους, επ' άπειρον.
Υπάρχει μια απλή απάντηση σε αυτούς που θέτουν το πρόβλημα
κατ' αυτό τον τρόπο: Γιατί; Γιατί οι επενδύσεις που ήταν αναγκαίες για
την παραγωγή των εισροών οφείλουν να αναλυθούν στην εργασιακή
αξία που είχαν όταν παράγονταν;27
Το αφετηριακό σημείο για να εξεταστεί οποιοσδήποτε κύκλος παΚαπιταλισμός Ζόμττι

69

ραγωγής είναι η χρηματική τιμή των εισροών που είναι απαραίτητες για
να ξεκινήσει. Η άσκηση εργασίας κατά την παραγωγική διαδικασία προσθέτει, μετά, μια συγκεκριμένη ποσότητα νέας αξίας, η οποία διαμορφώνει τη βάση του νέου εμπορεύματος, η τιμή του οποίου, στη συνέχεια,
διαμορφώνεται από την κίνηση της υπεραξίας από εκείνους τους καπιταλιστές που σε άλλη περίπτωση θα είχαν ένα υψηλότερο από τον μέσο
όρο ποσοστό κέρδους προς εκείνους που θα τους αναλογούσε ένα μικρότερο.
Δεν είναι ανάγκη να γυρίσουμε πίσω στην ιστορία ώστε να αναλύσουμε σε αξίες εργασίας τις τιμές των πραγμάτων, όπως πληρώθηκαν
κατά την εκκίνηση του παραγωγικού κύκλου, προκειμένου να κατανοήσουμε την επίδραση που ασκεί η δημιουργία νέας αξίας και υπεραξίας
στη δυναμική του συστήματος. Δεν είναι πιο αναγκαίο απ' όσο είναι στη
φυσική δυναμική η ανάλυση της ορμής ενός αντικειμένου Α, το οποίο
κτυπά κάποιο άλλο Β σε όλες τις δυνάμεις που ασκήθηκαν προηγουμένως πάνω στο Α ώστε να δημιουργηθεί αυτή η ορμή, πηγαίνοντας έτσι
μέχρι τη δημιουργία του σύμπαντος με τη μεγάλη έκρηξη (το big bang)·
ή πιο αναγκαίο απ' όσο στη βιολογία η γνώση ολόκληρης της ιστορίας
της εξέλιξης ενός οργανισμού, καταλήγοντας στον πρώτο σχηματισμό
των οργανικών ζωικών μορφών, προκειμένου να αντιληφθούμε τις συνέπειες κάποιας σύγχρονης γενετικής αλλαγής.
Όπως έχει υπογραμμίσει ο Γκουλιέλμο Καρτσέντι, «αν αυτή η κριτική ευσταθούσε λογικά, θα συνεπαγόταν τη χρεωκοπία όχι μόνο της διαδικασίας μετασχηματισμού για την οποία μίλησε ο Μαρξ, αλλά κάθε είδους και οποιασδήποτε εκδοχής κοινωνικής επιστήμης», συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ασκούν κριτική στον Μαρξ:
Στην πραγματικότητα, αυτή η κριτική θα όφειλε να βρει εφαρμογή σε οποιοδήποτε κοινωνικό φαινόμενο στο βαθμό που αυτό
καθορίζεται από άλλα φαινόμενα, τόσο σύγχρονα όσο και παρελθόντα. Σε αυτή την περίπτωση, οι κοινωνικές επιστήμες θα
μετατρέπονταν σε μια ατέλειωτη αναζήτηση του σημείου αφετηρίας της έρευνας.28
Δεν θα ήταν ποτέ δυνατό να αναλυθεί η αιτία που μερικές πράξεις σήμερα σχετίζονται με τις σωρευτικές συνέπειες πράξεων του παρελθόντος.
70

Κρις Χάρμαν

Ειδικευμένη και ανειδίκευτη εργασία
Ο δυναμικός χαρακτήρας του μοντέλου του Μαρξ διαλύει, επίσης, και
αυτό που από τον Μπεμ-Μπάβερκ και μετά παρουσιαζόταν ως άλλο
ένα πρόβλημα της εργασιακής θεωρίας της αξίας και αφορά στον τρόπο
με τον οποίο μετριέται η συμβολή της ειδικευμένης εργασίας στη δημιουργία αξίας. Ο Μαρξ φαίνεται ότι θεωρεί ότι λύνεται με απλό τρόπο.
Αναφέρει ότι:
Η ειδικευμένη εργασία λογαριάζεται μόνο ως απλή εντατικοποιημένη εργασία ή, καλύτερα, ως πολλαπλασιασμένη απλή εργασία, όπου μια δεδομένη ποσότητα ειδικευμένης εργασίας θεωρείται ίση προς μεγαλύτερη ποσότητα απλής εργασίας... Οι διαφορετικές αναλογίες στις οποίες τα διαφορετικά είδη εργασίας
ανάγονται στην ανειδίκευτη εργασία ως το καθιερωμένο πρότυπό τους, εγκαθιδρύονται μέσω μιας κοινωνικής διαδικασίας που
εξελίσσεται πίσω από τις πλάτες των παραγωγών και, συνεπώς,
εμφανίζεται να είναι πάγια εξαιτίας μιας θεσμοθετημένης κατάστασης.29
Αυτή η εξήγηση είναι απολύτως επαρκής, όταν η ίδια εργασία επιτελείται από έναν ειδικευμένο και έναν ανειδίκευτο εργάτη, με τον ειδικευμένο να είναι πολύ γρηγορότερος. Μια ώρα ειδικευμένης εργασίας θα έχει
μεγαλύτερη αξία από μία ώρα μέσης «κοινωνικά αναγκαίας» εργασίας
στο σύστημα ως σύνολο, ενώ η ανειδίκευτη εργασία θα έχει μικρότερη.
Ωστόσο, εντοπίζεται ένα πρόβλημα, όταν το θέμα αφορά στην ειδικευμένη εργασία που δεν μπορεί να αντικατασταθεί από κάποια μεγαλύτερη ποσότητα εργασίας ανειδίκευτης εργασίας. Ασχέτως προς το
πόσους πολλούς ανειδίκευτους εργάτες απασχολεί ένας καπιταλιστής,
αυτοί δεν θα καταφέρουν ποτέ να εκτελέσουν το ίδιο έργο που είναι σε
θέση να εκτελέσει ένας ειδικευμένος κατασκευαστής εργαλείων ή ένας
αναλυτής συστημάτων. Τότε, πώς είναι δυνατόν να μετρηθεί η αξία που
παράγεται από τη δεύτερη ομάδα στη βάση της εργασίας της πρώτης;
Δίνεται η εντύπωση ότι οποιαδήποτε απόπειρα μέτρησης, αναγκαστικά
συνεπάγεται ένα είδος αυθαιρεσίας, η οποία υπονομεύει τη βασική θεωρία. Ο Μπεμ-Μπάβερκ ισχυρίστηκε ότι όταν ο Μαρξ γράφει ότι η «κοινωνική διαδικασία» εξηγεί τη μέτρηση, θεωρεί δεδομένο το φαινόμενο
που θέλει να εξηγήσει. Για τον Μπεμ-Μπάβερκ αυτό αποδεικνύει ότι
Καπιταλισμός Ζόμττι

71

δεν είναι η ποσότητα της εργασίας που εμπεριέχεται στα αγαθά αυτή
που καθορίζει την τιμή τους, αλλά ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι
τα αξιολογούν σε σύγκριση με άλλα αγαθά (δηλαδή, η «χρησιμότητά»
τους) και ότι αυτή η απόδειξη φέρει το θανάσιμο κτύπημα στην εργασιακή θεωρία της αξίας.
Όμως, το πρόβλημα για τη θεωρία εξαφανίζεται, από τη στιγμή που
θεωρήσουμε το νόμο της αξίας ως διαδικασία που λειτουργεί μέσα στο
χρόνο. Η ανάπτυξη της τεχνολογίας οδηγεί συνεχώς και επανειλημμένως στην εμφάνιση θέσεων εργασίας, οι οποίες μπορούν να καλυφθούν
από εκείνους που έχουν ιδιαίτερες δεξιότητες. Στην αρχή, δεν υπάρχει
αντικειμενικό μέτρο της ποσότητας της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας
που απαιτείται για την παραγωγή τους και όσοι κατέχουν τέτοιου είδους
δεξιότητες ή όσα αγαθά παράγονται από αυτούς μπορούν να λάβουν
πληρωμή που δεν έχει προφανή σχέση με το χρόνο εργασίας. Ως συνέπεια, η αξία συγκεντρώνεται σε αυτούς που ελέγχουν το μονοπώλιο αυτών των δεξιοτήτων από το υπόλοιπο σύστημα. Βεβαίως, αυτή δεν είναι
παρά μια μεταβατική φάση, έστω και μακροχρόνια σε μερικές περιπτώσεις, εφόσον κάποιοι καπιταλιστές, κάπου αλλού μέσα στο σύστημα, θα
κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους ώστε να αποκτήσουν τον έλεγχο μερικών από τα ευεργετήματα των νέων δεξιοτήτων προς όφελός τους.
Αυτό μπορούν να το πετύχουν με δυο τρόπους. Μπορούν να εκπαιδεύσουν νέες ομάδες εργαζόμενων ώστε να αποκτήσουν αυτές τις δεξιότητες. Αυτό πρακτικά σημαίνει τη χρήση ενός είδους εργασίας τέτοιου ώστε να δημιουργεί νέα εργατική δύναμη, ικανή να εκτελέσει την
εξειδικευμένη εργασία. Κατ' αυτό τον τρόπο, η τελική εργασία είναι
στην πραγματικότητα σύνθετη εργασία, δημιουργημένη από τη ζωντανή εργασία των άμεσων εργατών και από μια μορφή νεκρής εργασίας
που εμπεριέχεται στην εργατική τους δύναμη ως δεξιότητες. Οι καπιταλιστές μπορούν να αποκτούν αυτό το επιπρόσθετο στοιχείο της εργατικής δύναμης άμεσα, κατά την επαγγελματική εκπαίδευση των εργατών
(όπως συμβαίνει στην περίπτωση των συστημάτων μαθητείας), μπορούν να ρίχνουν το βάρος της εκπαίδευσης στους ίδιους τους εργάτες
(όπως συμβαίνει όταν οι εργάτες πληρώνουν για να παρακολουθήσουν
μαθήματα ώστε να αποκτήσουν τα πιστοποιητικά δεξιοτήτων) ή μπορούν να στηρίζονται κατά ένα μέρος στο κράτος, το οποίο αναλαμβάνει
72

Κρις Χάρμαν

την παροχή επαγγελματικής εκπαίδευσης. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η
νεκρή εργασία εμπεριέχεται στην εμπλουτισμένη εργατική δύναμη και
μεταβιβάζεται στη συνέχεια στα προϊόντα της εργασιακής διαδικασίας,
όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της νεκρής εργασίας που εμπεριέχεται στα μέσα και τα υλικά της παραγωγής.30
Και πάλι, όμως, μια ερώτηση μένει αναπάντητη. Ποιος εκπαιδεύει
τους εκπαιδευτές; Οι ίδιοι οι εξειδικευμένοι εκπαιδευτές δεν είναι δυνατόν να αποκτούν τις δεξιότητες τους από τους ανειδίκευτους εργάτες.
Αν οι δεξιότητές τους είναι μονοπωλιακές δεξιότητες και παράγουν
αγαθά τα οποία δεν μπορούν να παραχθούν από ανειδίκευτους εργάτες, ασχέτως με το πόσοι εργάζονται μαζί στη δουλειά, τότε εκείνοι που
κατέχουν αυτά τα αγαθά θα είναι σε θέση να χρεώνουν μονοπωλιακές
τιμές οι οποίες δεν θα αντανακλούν την εργασιακή αξία που εμπεριέχουν, αλλά απλώς πόσα πολλά είναι διατεθειμένος να πληρώσει ο ενδιαφερόμενος.
Κάτι τέτοιο μπορεί να ισχύει για συγκεκριμένες δεξιότητες και συγκεκριμένα αγαθά σε οποιοδήποτε δεδομένο χρονικό σημείο. Αλλά,
στην εξέλιξη του χρόνου, αυτού του είδους η εργασία θα μπορεί επίσης
να αναχθεί σε κάποια αντικειμενική αναλογία στη βάση κάποιας άλλης
εργασίας. Κάπου αλλού μέσα στο σύστημα, κάποιοι καπιταλιστές θα
επιχειρήσουν δυναμικά νέες τεχνολογίες που θα υπονομεύσουν τις μονοπωλιακές δεξιότητες, καθιστώντας δυνατή την εκτέλεση του έργου
από εργάτες που θα έχουν σε σημαντικό βαθμό λιγότερες δεξιότητες.
Κατ' αυτό τον τρόπο, στη βάση της εξέλιξης του χρόνου, η αναγωγή της
ειδικευμένης εργασίας στην ανειδίκευτη αποτελεί μόνιμο χαρακτηριστικό της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Αν επαρκής ανειδίκευτη εργασία
εκπαιδεύεται στο επίπεδο της ειδικευμένης που απαιτείται για την παραγωγή συγκεκριμένων εμπορευμάτων, αυτά τα εμπορεύματα θα πάψουν να είναι σε σπανιότητα και η αξία τους θα πέσει στο επίπεδο που
αντανακλά το συνδυασμό της εργασίας που απαιτείται για την αναπαραγωγή της μέσης εργατικής δύναμης και του επιπλέον κόστους που
απαιτεί η εκπαίδευση.
Όπως το θέτει ο Καρτσέντι (Carchedi):
Εξαιτίας της εισαγωγής νέων τεχνικών κατά την εργασιακή διαδικασία, το επίπεδο δεξιοτήτων που απαιτείται από το φορέα της
Καπιταλισμός Ζόμττι

73

παραγωγής χαμηλώνει. Τότε, η αξία της εργατικής δύναμής του
ή δύναμής της χάνει ένα μέρος της. Μπορούμε να αναφερόμαστε
σε αυτή τη διαδικασία ως υποτίμηση της αξίας (της εργατικής
δύναμης) μέσω του αποχαρακτηρισμού (των δεξιοτήτων). Αυτή η
διαδικασία που ανάγει την ειδικευμένη εργασία σε ανειδίκευτη
και κατ' αυτόν τον τρόπο (τουλάχιστον όσον αφορά στην αξία
της εργατικής δύναμης) μεταβάλλει τις σχέσεις ανταλλαγής μεταξύ των εμπορευμάτων που έχουν ως εισροή αυτούς τους δυο
τύπους εργατικής δύναμης. Σε αυτή την πραγματική διαδικασία
βρίσκεται ο λόγος που δικαιώνει τη θεωρητική αναγωγή της ειδικευμένης εργασίας στην ανειδίκευτη ή που θεωρεί την πρώτη ως
πολλαπλάσιο της δεύτερης...
Η διαδικασία της υποτίμησης της αξίας μέσω του αποχαρακτηρισμού αποτελεί μόνιμη τάση της καπιταλιστικής παραγωγής,
εξαιτίας της διαρκούς ανάγκης που έχουν οι καπιταλιστές να μειώνουν το επίπεδο των μισθών. Από την άλλη πλευρά, οι ίδιες τεχνικές δημιουργούν νέες και βελτιωμένες επαγγελματικές θέσεις
(η αντίθετη τάση), οι οποίες, με τη σειρά τους, συντόμως υποχρεώνονται σε αποχαρακτηρισμό... Οποιαδήποτε στιγμή μπορούμε
να παρατηρήσουμε τόσο την πρώτη τάση (τον αποχαρακτηρισμό
συγκεκριμένων επαγγελματικών θέσεων, όπως και τη συνεπαγόμενη υποτίμηση της εργατικής δύναμης των φορέων τους) και
την αντίθετή της τάση (τη δημιουργία νέων, βελτιωμένων επαγγελματικών θέσεων, για την κάλυψη των οποίων απαιτούνται
φορείς παραγωγής που έχουν εργατική δύναμη υψηλής αξίας).31
Η εργασία μπορεί να μην είναι δυνατόν να αναχθεί στιγμιαία στον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας. Αυτό συμβαίνει κατά την εξέλιξη του
χρόνου, μέσω της τυφλής αλληλεπίδρασης των διαφόρων κεφαλαίων
μεταξύ τους. Για άλλη μια φορά, ο νόμος της αξίας πρέπει να γίνει κατανοητός ως δύναμη πίεσης των επιμέρους στοιχείων του συστήματος να
λειτουργούν με ένα συγκεκριμένο τρόπο και όχι ως συνταγή που εγκαθιστά παγιωμένες και απολύτως αμετάβλητες σχέσεις μεταξύ τους.
Οι βασικές έννοιες του Μαρξ επιβιώνουν όλων των επικρίσεων,
όταν δεν ερμηνεύονται με εργαλείο το στατικό πλαίσιο που αγνοεί τη
διαδικασία της μεταβολής κατά την εξέλιξη του χρόνου και το οποίο χαρακτηρίζει το νεοκλασικό σύστημα.

74

Κρις Χάρμαν

Κεφάλαιο Τρίτο

Η δυναμική του συστήματος

Αυταπάτες και πραγματικότητα
Η ιστορία του καπιταλισμού, την εποχή που έζησε ο Μαρξ, όπως και
την εποχή που άμεσα τη διαδέχτηκε, διακοπτόταν κατά διαστήματα
από οικονομικές κρίσεις που επαναλαμβάνονταν κάθε δέκα χρόνια στις Ηνωμένες Πολιτείες συνέβηκαν δεκαπέντε κρίσεις κατά τη διάρκεια των εκατόν δέκα ετών που μεσολάβησαν μεταξύ του 1810 και του
1920. Για μερικά χρόνια, οι επιχειρήσεις μπορούσαν ενδεχομένως να
επενδύουν σε μεγαλύτερη κλίμακα και να προσλαμβάνουν νέους εργάτες· η οικοδόμηση νέων εργοστασίων και η αγορά νέων μηχανημάτων
μπορούσε να δημιουργεί ζήτηση για τα προϊόντα βιομηχανικών κλάδων, όπως οι κατασκευές, τα χαλυβουργεία ή η εξόρυξη του άνθρακα,
και αυτοί με τη σειρά τους να προσλαμβάνουν νέους εργάτες- οι νέοι
εργάτες να λαμβάνουν μισθούς με τους οποίους να είναι σε θέση να
αγοράζουν διάφορα αγαθά. Οι ιλιγγιώδεις ρυθμοί οικονομικής μεγέθυνσης οδηγούσαν τις εταιρείες να κάνουν ό,τι μπορούν για να προσελκύουν ανθρώπους από την ύπαιθρο - όπως και, βαθμιαία όλο και περισσότερο, από φτωχότερες χώρες - ώστε αυτοί να πωλούν την εργατική τους δύναμη στις πόλεις. Η ανεργία μπορεί να έπεφτε στο 2%. Και
τότε πάντοτε κάτι πήγαινε στραβά. Γιγάντιες εταιρείες ξαφνικά κατέρρεαν και ακύρωναν τις παραγγελίες προϊόντων κάποιων άλλων κλάδων, στο πλαίσιο των οποίων κάποιες άλλες εταιρείες επίσης κατέρρεαν- σε όλο το φάσμα της οικονομίας, συνέβαιναν απολύσεις εργατών αρκετοί από τους οποίους είχαν εισέλθει στη βιομηχανία πολύ πρόσφαΚαπιταλισμός Ζόμττι

75

τα· η απώλεια της αγοραστικής τους δύναμης είχε ως επακόλουθο τη
βέβαιη μεταπήδηση της κρίσης από βιομηχανία σε βιομηχανία- πανικός
καταλάμβανε την τάξη των καπιταλιστών, ενώ ταυτόχρονα η ανεργία
εκτινασσόταν κυριολεκτικά μέσα σε μια νύχτα στο 10% ή και περισσότερο, όπου και παρέμενε για μήνες ή ακόμα και για χρόνια ολόκληρα
μέχρι να ξεκινήσει μια νέα περίοδος ταχείας ανάπτυξης.
Το κύριο ρεύμα στα οικονομικά εκείνης της εποχής αρνούνταν ότι
τέτοιου είδους «κρίσεις υπερπαραγωγής» ήταν ενδημικές στο σύστημα
και οι υπερασπιστές του θεμελίωναν τα επιχειρήματά τους σε έναν
εκλαϊκευτή και εκχυδαϊστή των ιδεών του Ανταμ Σμιθ, τον Ζαν-Μπατίστ Σαι (Jean-Baptist Say). Ο «νόμος» του υποστήριζε ότι η προσφορά
και η ζήτηση οφείλουν πάντοτε να συμπίπτουν, εφόσον, σε κάθε περίπτωση που κάποιος πωλούσε κάτι, υπήρχε πάντοτε κάποιος που θα το
αγόραζε: διατυπωνόταν ο ισχυρισμός ότι η προσφορά δημιουργεί τη δική της ζήτηση. Κατ' αυτό τον τρόπο, ο Τζον Στιούαρτ Μιλ (John Stuart
Mill) υποστήριζε ότι:
Τα μέσα πληρωμής της παραγωγής άλλων ανθρώπων που έχει
στη διάθεσή του κάθε άνθρωπος συνίστανται σε αυτά [τα εμπορεύματα] που ο ίδιος κατέχει. Όλοι όσοι πωλούν είναι αναποφεύκτως και με την κυριολεκτική σημασία της λέξης αγοραστές... Μια γενική υπερπροσφορά... όλων των εμπορευμάτων
πάνω από τη ζήτηση είναι... αδύνατη... Οι άνθρωποι οφείλουν
να καταναλώνουν τις αποταμιεύσεις τους... με παραγωγικό τρόπο- δηλαδή, προσλαμβάνοντας εργασία.1
Οι θεμελιωτές της νεοκλασικής σχολής ήταν αναγκασμένοι να παραδεχθούν ότι στην πράξη η οικονομία βίωνε έναν «εμπορικό κύκλο» ή
«επιχειρηματικό κύκλο» άνθησης και ύφεσης, στο πλαίσιο του οποίου,
για κάποιους λόγους, δεν ισορροπούσαν πάντοτε η προσφορά και η ζήτηση, όπως υποστήριζε η θεωρία τους. Η αντίδρασή τους ήταν να αποδώσουν τις αιτίες της ύφεσης σε εξωτερικούς παράγοντες, οι οποίοι κατά κάποιο τρόπο οδηγούσαν σε παροδικές παραμορφώσεις το, κατά τα
άλλα, θεμελιωδώς υγιές σύστημα. Ο Τζέβονς, για παράδειγμα, ισχυρίσθηκε ότι ο εμπορικός κύκλος ήταν αποτέλεσμα ηλιακών κηλίδων, οι
οποίες επιδρούσαν στο κλίμα και εξαιτίας αυτού και στην παραγωγικότητα της γεωργίας, όπως και την κερδοφορία του εμπορίου, ενώ ο Βαλ76

Κρις Χάρμαν

ράς αντιλήφθηκε τις κρίσεις ως διαταραχές που είχαν την αιτία τους
στην αποτυχία των τιμών να ανταποκριθούν στην προσφορά και τη ζήτηση, συγκρίνοντάς τις με το πέρασμα μιας θύελλας πάνω από τα ρηχά
νερά μιας λίμνης.2
Μερικοί μεταγενέστεροι νεοκλασικοί οικονομολόγοι πράγματι
προσπάθησαν να αναπτύξουν θεωρίες του επιχειρηματικού κύκλου. Ο
Ανουάρ Σαΐκ (Anwar Shaikh) συνοψίζει ως εξής την προσέγγισή τους:
Το σύστημα εξακολουθεί να θεωρείται αυτορρυθμιζόμενο- μόνο
που σε αυτή την περίπτωση θεωρείται ως κυκλικό και όχι επίπεδο... Στην ορθόδοξη θεωρία, ένας κύκλος δεν είναι μια κρίση...
Οι κύκλοι πρέπει να θεωρούνται ως «μικρές διακυμάνσεις»... τις
οποίες ακόμα και με μια πρώτη ματιά μπορεί κανείς δικαιολογημένα να τις αγνοήσει... Οι βίαιες ή οι παρατεταμένες διαστολές
και συστολές έχουν την αιτία τους σε εξωτερικούς παράγοντες...
Συνεπώς, οι κρίσεις μένουν εκτός της κανονικής διαδικασίας της
καπιταλιστικής αναπαραγωγής.3
Αυτή η αντίληψη ακόμα διατηρείται στις «θεωρίες του πραγματικού
επιχειρηματικού κύκλου», όπως έχουν γίνει γνωστές. Αυτές οι θεωρίες
υποστηρίζουν ότι:
Οι επιχειρηματικοί κύκλοι αποτελούν το συνολικό αποτέλεσμα
της βέλτιστης αντίδρασης των ατόμων στις αλλαγές του οικονομικού περιβάλλοντος... Ο οικονομικός κύκλος θεωρείται ότι έχει
μια στοχαστική [μη κανονική, C.H.] ταλάντωση γύρω από μία
τάση. 4
Εξακολουθούν να μην επιτρέπουν σε αυτό που θεωρούν ως βραχύχρονες παρεκκλίσεις να υπονομεύσει την πίστη τους σε ένα άκαμπτο σύστημα νόμων, οι οποίοι δογματικά αποφαίνονται πώς οφείλει να λειτουργεί κάθε επαρκής οικονομία.

Η πιθανότητα της κρίσης
Αντιθέτως, ο Καρλ Μαρξ υποστήριξε ότι η δυνατότητα γενικευμένων
κρίσεων υπερπαραγωγής είναι ενδογενής της ίδιας της φύσης του καπιταλισμού. Μέσα σε δυο παραγράφους του πρώτου τόμου του ΚεφαλαίΚαπιταλισμός Ζόμττι

77

ου κατέρριψε τα επιχειρήματα που βασίζονταν στο νόμο του Σαι. Αναγνώρισε, ασφαλώς, ότι κάθε φορά που κάποιος πωλεί κάτι, κάποιος άλλος το αγοράζει. Αντέτεινε όμως ο Μαρξ ότι, εφόσον χρησιμοποιείται
το χρήμα για την ανταλλαγή των αγαθών μέσω της αγοράς, δεν είναι
βέβαιο ότι αυτός που πωλεί οφείλει και αμέσως να αγοράσει κάτι άλλο.
Το χρήμα δεν λειτουργεί μόνο ως μέτρο της αξίας των αγαθών που ανταλλάσσονται άμεσα, αλλά και ως μέσο αποθήκευσης αξίας. Αν οποιοσδήποτε επιλέξει να αποταμιεύσει τα χρήματα που παίρνει με την πώληση ενός αγαθού αντί να τα ξοδέψει αμέσως, τότε δεν θα έχει ξοδευθεί
αρκετό χρήμα στο σύνολο του συστήματος ώστε να αγορασθούν όλα
τα αγαθά που έχουν παραχθεί.
Δεν υπάρχει πιο ηλίθιο πράγμα από το δόγμα που λέει ότι η κυκλοφορία των εμπορευμάτων προϋποθέτει την αναγκαία ισορροπία των πωλήσεων και των αγορών, επειδή κάθε πώληση είναι
και αγορά και vice versa [αντίστροφα]... Αν εννοεί μ' αυτό ότι ο
αριθμός των πωλήσεων που έγιναν στην πραγματικότητα είναι
ίσος προς τον αριθμό των αγορών, τότε πρόκειται για απλή ταυτολογία. Σκοπός του όμως είναι να αποδείξει ότι ο πωλητής φέρνει μαζί του στην αγορά και τον αγοραστή του. Αυτό δεν συμβαίνει σε καμία περίπτωση. Η πώληση και η αγορά συναπαρτίζουν... μιαν ανταλλαγή μεταξύ ενός κατόχου εμπορευμάτων και
ενός κατόχου χρήματος, μεταξύ δυο προσώπων τόσο αντίθετων
μεταξύ τους όσο και οι δυο πόλοι ενός μαγνήτη...
Κανένας δεν μπορεί να πουλήσει αν δεν αγοράσει κάποιος άλλος. Μα κανένας δεν είναι υποχρεωμένος ν' αγοράσει αμέσως
κάτι επειδή ο ίδιος πούλησε κάτι. Η κυκλοφορία των εμπορευμάτων σπάει τους χρονικούς, τοπικούς και ατομικούς φραγμούς
που επιβάλλονται από την άμεση ανταλλαγή προϊόντων ακριβώς επειδή διασπάει σε δυο αντίθετες πράξεις, σε πώληση και
αγορά, την άμεση ταυτότητα που υπάρχει εδώ ανάμεσα στο δόσιμο του δικού του προϊόντος και στο πάρσιμο σε αντάλλαγμα
του ξένου. Αν το χρονικό μεσοδιάστημα ανάμεσα στις δυο συμπληρωματικές φάσεις της πλήρους μεταμόρφωσης ενός εμπορεύματος γίνει πολύ μεγάλο, αν η διάσπαση ανάμεσα στην πώληση και την αγορά γίνει πολύ παρατεταμένη, η εσωτερική σύνδεση ανάμεσά τους, η ενότητά τους, επιβάλλεται βίαια - με μια
κρίση.5
78

Κρις Χάρμαν

Το αναπόφευκτο της κρίσης
Αυτά τα επιχειρήματα που χρησιμοποίησε ο Μαρξ στον πρώτο τόμο του
Κεφαλαίου «συνεπάγονται την πιθανότητα - και μόνο την πιθανότητα
- των κρίσεων».6 Αλλά, στον τρίτο τόμο, προχωρά ακόμα περισσότερο
και υποστηρίζει ότι οι κρίσεις είναι αναπόφευκτες. Αυτό το κάνει εγκαταλείποντας το εξαιρετικά αφηρημένο επίπεδο ανάλυσης σχετικά με
την αγορά και την πώληση εμπορευμάτων με χρήμα και εξετάζοντας τη
συγκεκριμένη διαδικασία της καπιταλιστικής παραγωγής και ανταλλαγής. Όπως συχνά αναφέρεται, ο Μαρξ δεν πρότεινε μιαν ενιαία, ολοκληρωμένη ανάλυση της κρίσης, αλλά πραγματεύεται διαφορετικές
πλευρές της κρίσης σε πολλές αναφορές που είναι διασκορπισμένες σε
διάφορα σημεία του κειμένου.7 Δεν είναι, όμως, και τόσο δύσκολο να
συγκροτήσουμε, χρησιμοποιώντας αυτά τα σημεία, μια συνεκτική περιγραφή της κρίσης.
Αφετηριακό σημείο είναι ότι η ανταγωνιστική συσσώρευση συνεπάγεται ότι οι καπιταλιστές επιχειρούν ταυτοχρόνως να αυξήσουν την
παραγωγή των προϊόντων τους όσο το δυνατόν περισσότερο και να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους διατηρώντας σε χαμηλό επίπεδο τους μισθούς. Οι μισθοί, όμως, αποτελούν μεγάλο μέρος του χρήματος που είναι διαθέσιμο για την αγορά αγαθών. Η παραγωγή τείνει να κινείται
προς μία κατεύθυνση, η κατανάλωση της πλειοψηφίας του πληθυσμού
προς την άλλη:
Οι συνθήκες άμεσης εκμετάλλευσης και οι συνθήκες πραγματοποίησής της δεν είναι ταυτόσημες. Αποκλίνουν όχι μόνο όσον
αφορά τον τόπο και το χρόνο, αλλά και από την άποψη της λογικής τους. Οι πρώτες περιορίζονται μόνον από την παραγωγική
δύναμη της κοινωνίας, οι δεύτερες από την αναλογική σχέση
των διαφόρων κλάδων της παραγωγής και την καταναλωτική
δύναμη της κοινωνίας. Αλλά αυτή η τελευταία βασίζεται στις
ανταγωνιστικές συνθήκες της διανομής, οι οποίες μειώνουν την
κατανάλωση του μεγάλου μέρους της κοινωνίας στο ελάχιστο,
το οποίο ποικίλλει εντός περιορισμένων λίγο ή πολύ ορίων. Επιπλέον, όμως, περιορίζεται από την τάση για συσσώρευση, την
ώθηση προς επέκταση του κεφαλαίου και παραγωγή υπεραξίας
σε διευρυμένη κλίμακα... Όσο περισσότερο αναπτύσσεται η δυνατότητα παραγωγής τόσο και ανακαλύπτει ότι βρίσκεται σε
Καπιταλισμός Ζόμττι

79

ασυμφωνία με τη στενή βάση πάνω στην οποία αναπτύσσονται
οι συνθήκες της κατανάλωσης...8
Μερικοί έχουν ερμηνεύσει αυτό το χωρίο σαν να σημαίνει πως το γεγονός ότι οι εργάτες είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης περιορίζει την κλίμακα της αγοράς και δημιουργεί κρίσεις.® Τέτοιου είδους «υποκαταναλωτικές» παραλλαγές του μαρξισμού μοιράζονται μερικά κοινά χαρακτηριστικά με τις διάφορες μορφές της τρέχουσας οικονομικής σκέψης
της δεκαετίας του '30, όπως αναπτύχθηκε κάτω από την επίδραση του
Κέινς. Το συμπέρασμά τους είναι ότι ο καπιταλισμός μάλλον έχει τη δυνατότητα να αποφεύγει την κρίση, αν το κράτος παρεμβαίνει ώστε να
αυξάνει την κατανάλωση τη στιγμή που φαίνεται ότι πάει να αναπτυχθεί η ύφεση.
Ωστόσο, το επιχείρημα που ανάπτυξε ο ίδιος ο Μαρξ δεν περιορίζεται μόνο στο να δείξει την πιθανότητα να υποσκελίζεται η κατανάλωση
από την παραγωγή. Προχωρά και επιμένει ότι η διπλή φύση ενός συνόλου εμπορευμάτων, αυτών που αποτελούν τα μέσα παραγωγής, που είναι ταυτοχρόνως και ανταλλακτικές αξίες και αξίες χρήσης, καθιστά
την κρίση αναπόφευκτη. Ένας ρώσος μαρξιστής οικονομολόγος, ο Πάβελ Β. Μαξακόφσκι (Pavel V. Maksakovsky), ανάλυσε λεπτομερειακά
πώς αναπτύσσεται αυτή η διπλή φύση των συγκεκριμένων εμπορευμάτων.10 Όπως ήδη έχουμε διαπιστώσει, η ανταλλακτική αξία των αγαθών καθορίζεται από την ποσότητα εργασίας που απαιτήθηκε για να
παραχθούν με τη χρήση του μέσου επιπέδου τεχνικών και δεξιοτήτων
με τις οποίες λειτουργεί το σύστημα ως σύνολο (διαδικασία που ο Μαρξ
ονομάζει «αφηρημένη εργασία»). Η παραγωγή τους, όμως, εμπεριέχει
συγκεκριμένη ανθρώπινη εργασία, η οποία φέρνει διάφορα αντικείμενα
(«αξίες χρήσης») σε υλική αλληλεπίδραση μεταξύ τους. Για να είναι δυνατή η παραγωγή, απαιτούνται ορθές σχέσεις μεταξύ διαφορετικών ανταλλακτικών αξιών και διαφορετικών αξιών χρήσης.
Όσο περισσότερο αναπτύσσεται η βιομηχανία τόσο περιπλοκότερες γίνονται αυτές οι σχέσεις. Οι μηχανές ύφανσης δεν μπορούν να παραχθούν χωρίς χάλυβα· ο χάλυβας δεν μπορεί να παραχθεί χωρίς σιδηρομετάλλευμα και άνθρακα- ο άνθρακας, χωρίς εκσκαφτικά μηχανήματα ή μεταφορικές ταινίες. Αλλά, οι αλυσίδες υλικής αλληλεπίδρασης
80

Κρις Χάρμαν

εξαρτώνται από τις αλυσίδες πώλησης και αγοράς, στη βάση των οποίων οι εταιρείες άνθρακα πωλούν στις εταιρείες χάλυβα, οι εταιρείες χάλυβα στις εταιρείες ύφανσης και αυτές στους καταναλωτές - δηλαδή,
σε ανθρώπους που λαμβάνουν μισθούς ή κέρδη ώστε να τα ξοδέψουν
σε άλλες εταιρείες, εφόσον εκείνες μπορούν να πωλούν τα προϊόντα
τους.
Στο πλαίσιο όλης αυτής της διαδικασίας, οι αλληλεπικαλυπτόμενες
αλυσίδες που συνδέουν την παραγωγή με την τελική κατανάλωση μπορούν να λειτουργήσουν μόνο εφόσον πληρούνται δυο εντελώς διαφορετικού τύπου συνθήκες. Οι κατάλληλες υλικές σχέσεις μεταξύ των
πραγμάτων που προορίζονται για να παράγουν άλλα πράγματα εμπίπτουν στους νόμους της φυσικής, της χημείας και της βιολογίας. Ταυτοχρόνως, όμως, κάθε παραγωγική πράξη επεκτείνει και την ποσότητα
της αξίας (δηλαδή, την ποσότητα της μέσης αφηρημένης εργασίας) στα
χέρια των ιδιοκτητών κάθε ξεχωριστής επιχείρησης. Η υλική οργάνωση
της παραγωγής αξιών χρήσης, κατά κάποιο τρόπο οφείλει να αντιστοιχεί προς τον καπιταλιστικό καθορισμό των τιμών από τις αξίες.
Πιθανή ασυμφωνία μεταξύ των δυο προϋποθέσεων σημαίνει ότι η
επέκταση της παραγωγής αναπόφευκτα οδηγεί σε απότομη συμφόρηση
στην προσφορά πρώτων υλών, οι οποίες οδηγούν σε αύξηση της τιμής
τους και μείωση των κερδών εκείνων των καπιταλιστών που τις αγοράζουν, όπως και, συνακολούθως, αναδιανομή της υπεραξίας εις βάρος
των καπιταλιστών που παράγουν τα τελικά προϊόντα και εξαρτήματα
και προς όφελος εκείνων που παράγουν τις πρώτες ύλες. Σημαίνει, επίσης, ότι η ζήτηση για ένα ζωτικό εμπόρευμα, την εργατική δύναμη, είναι
δυνατόν να υπερσκελίζει την προσφορά του και να οδηγεί σε ανοδικές
πιέσεις όσον αφορά στους μισθούς (τουλάχιστον μιλώντας με όρους
χρήματος, μιας και οι εργάτες μπορεί να μην το αντιλαμβάνονται καθόλου κατ' αυτό τον τρόπο, εφόσον οι αυξημένες τιμές των πρώτων υλών
μειώνουν την αγοραστική δύναμη του αυξημένου μισθού τους).
Δεν σταματά, όμως, εδώ το επιχείρημα. Αν σταματούσε, το πρόβλημα θα αφορούσε απλώς μια τάση δυσαναλογίας μεταξύ των διαφόρων
μερών της οικονομίας." Υπάρχουν, ωστόσο, και άλλα προβλήματα. Η
παραγωγή δεν θα συνέβαινε, αν οι καπιταλιστές δεν θεωρούσαν ότι
μπορούν να διατηρηθούν στον ανταγωνισμό τους με τους υπόλοιπους
Καπιταλισμός Ζόμττι

81

καπιταλιστές, λαμβάνοντας ένα ποσοστό κέρδους, ίσο τουλάχιστον
προς το μέσο όρο του συνόλου του συστήματος. Προκειμένου να εξασφαλίσουν αυτή την απαίτησή τους, οφείλουν συνεχώς να αναδιοργανώνουν την παραγωγή και να χρησιμοποιούν ακόμα πιο εξελιγμένες τεχνικές που αυξάνουν την παραγωγικότητα ανά εργάτη. Καθώς, όμως,
όλοι οι καπιταλιστές επιχειρούν να επιτύχουν κάτι τέτοιο, διαρκώς μειώνουν και τη μέση ποσότητα εργασίας που απαιτείται ώστε να παραχθούν τα προϊόντα, όπως και, συνακολούθως, την αξία των προϊόντων.
Η υλική ποσότητα των αγαθών που παράγονται από το σύστημα θα
τείνει να αυξάνεται, αλλά η αξία κάθε ξεχωριστού αγαθού θα τείνει να
πέφτει. Αμφότερες οι αναγκαίες συνθήκες λειτουργίας του συστήματος,
η υλική οργάνωση της παραγωγής και η ροή της αξίας μέσα στο σύστημα, μεταβάλλονται διαρκώς- ωστόσο, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε
αυτόματη συμβατότητα μεταξύ των αλλαγών που συμβαίνουν.
Οι επιχειρήσεις αναλαμβάνουν την παραγωγή αγοράζοντας υλικό
εξοπλισμό (μηχανήματα, κτίρια, υπολογιστές κ.λπ.) σε τιμές που εξαρτώνται από τη μέση ποσότητα εργασίας που απαιτείται για να παραχθούν σε δεδομένο χρονικό σημείο. Αλλά, ακόμα και τη στιγμή που συντελείται η παραγωγή, οι αυξήσεις στην παραγωγικότητα κάπου αλλού
μέσα στο σύστημα μειώνουν την αξία αυτού του εξοπλισμού και των
προϊόντων που παράγει η επιχείρηση με αυτόν. Οι υπολογισμοί κερδοφορίας που κατάστρωσε η επιχείρηση βασίζονταν στην ποσότητα που
όφειλε να ξοδέψει γι' αυτόν τον εξοπλισμό στο παρελθόν και όχι στη
βάση της αξίας που έχει στο παρόν ο συγκεκριμένος εξοπλισμός. Ωστόσο, η συγκεκριμένη επιχείρηση υπολογίζει το κέρδος της επί της αρχικής της επένδυσης. Κατ' αυτόν τον τρόπο, ο ραγδαίος ρυθμός συσσώρευσης που χαρακτηρίζει την άνθηση, έχει ως συνέπεια τη μείωση του
κέρδους κάθε μονάδας παραγωγής, όπως και τη μείωση των κερδών σε
σχέση με αυτά που υπολογίζονταν με βάση τις επενδύσεις που έγιναν
νωρίτερα στο πλαίσιο της άνθησης.
Δεν μεταβάλλονται μόνο οι αξίες των αγαθών, αλλά, όπως υποδεικνύει ο Μαξακόφσκι, η αντίδραση των καπιταλιστών σε αυτές τις αλλαγές οδηγεί στη διαφοροποίηση τιμών και αξιών. Καθώς πέφτει το
κέρδος, μερικές επιχειρήσεις δεν προχωρούν σε νέες επενδύσεις για ένα
χρονικό διάστημα. Αυτό μειώνει τη ζήτηση για τα αγαθά άλλων επιχει82

Κρις Χάρμαν

ρήσεων, οι οποίες προηγουμένως τροφοδοτούσαν τις πρώτες. Αυτές οι
άλλες επιχειρήσεις, τότε, προσπαθούν να διατηρήσουν τις πωλήσεις
τους μειώνοντας τις τιμές κάτω από το επίπεδο που καθορίζεται από
την αξία, ενώ ταυτοχρόνως απολύουν εργάτες προκειμένου να προστατεύσουν τα κέρδη τους που προέρχονται από τα αγαθά που πωλούν σε
μειωμένες τιμές και ακυρώνουν τις ίδιες τις επενδύσεις τους εξαιτίας
του φόβου ότι δεν θα είναι κερδοφόρες. Ένα κύμα ύφεσης απλώνεται
στο σύνολο της οικονομίας και μαζί του μια γενική μείωση των τιμών
κάτω από τις αξίες.
Η συρρίκνωση δεν είναι αιώνια. Μερικές επιχειρήσεις χρεοκοπούν,
δίνοντας τη δυνατότητα σε κάποιες άλλες να αγοράσουν φτηνά κτιριακές εγκαταστάσεις και μηχανήματα, όπως και να μειώσουν το επίπεδο
των μισθών που γενικά είναι αποδεκτό από τους εργάτες. Τα πράγματα
οδηγούνται τελικά σε ένα σημείο στο οποίο μπορούν να προσδοκούν
υψηλότερα κέρδη από το μέσο όρο αν εμπλακούν σ' ένα νέο γύρο επένδυσης, και εγείρεται ένα νέο κύμα επέκτασης, καθώς οι καπιταλιστές
επείγονται να επωφεληθούν από τις καλύτερες επιχειρηματικές συνθήκες. Ο ανταγωνισμός οδηγεί τις επιχειρήσεις να αναλάβουν ένα επίπεδο
επενδύσεων το οποίο προσωρινά υπερβαίνει την τρέχουσα παραγωγή
νέων μηχανημάτων, εξαρτημάτων και πρώτων υλών. Η «υπερπαραγωγή» της καθοδικής φάσης αντικαθίσταται από την «υποπαραγωγή» της
ανοδικής και, όπως οι τιμές πριν ήταν κάτω από την αξία τους στη φάση της κρίσης, τώρα, στη φάση της ανάπτυξης, ανεβαίνουν πάνω από
την αξία τους. Αυτό, βεβαίως, διαρκεί μόνο μέχρι εκείνη τη στιγμή που
όλες οι νέες κτιριακές εγκαταστάσεις και ο μηχανολογικός εξοπλισμός
βρίσκονται στη διάθεση της παραγωγής, αυξάνοντας το παραγόμενο
προϊόν, ενώ ταυτοχρόνως μειώνουν την αξία του καθενός ξεχωριστού
αγαθού, καθιστώντας ένα μέρος των επενδύσεων μη κερδοφόρο και
υποβοηθώντας με την πάροδο του χρόνου να δημιουργηθεί άλλη μία
καθοδική φάση.
Το κεντρικό σημείο είναι ότι ο κύκλος δεν είναι αποτέλεσμα εσφαλμένων αποφάσεων κάποιων μεμονωμένων καπιταλιστών ή των κυβερνήσεών τους, αλλά του ίδιου ακριβώς του τρόπου με τον οποίο η ίδια η
αξία εκφράζεται στις τιμές. Είναι μια διαδικασία που συμβαίνει μέσω
της διαρκούς ταλάντωσης των τιμών, οι οποίες ανέρχονται και πέφτουν
Καπιταλισμός Ζόμττι

83

σε σχέση με τις αξίες, και όχι μέσω κάποιας διαρκούς ισορροπίας.
Το παραπάνω δεν μπορεί να γίνει κατανοητό χωρίς να πάρουμε ως
αφετηρία της ανάλυσης τις αντικειμενικές αντιφάσεις που εκφράζονται
στην έννοια της αξίας. Μόνο με τη διαλεκτική γενίκευση αυτών των αντιφάσεων μπόρεσε ο Μαρξ να συγκροτήσει μια σφαιρική εικόνα της δυναμικής του συστήματος.

Πίστωση και χρηματικό κεφάλαιο
Οι περίοδοι οικονομικής επέκτασης και συρρίκνωσης τροποποιούνται
και ενισχύονται από το ρόλο που διαδραματίζει η πίστωση- όπως και
από το ρόλο που παίζουν αυτοί που αποτελούν σημαντικό παράγοντα
στην ανάπτυξη της πίστωσης, δηλαδή οι τραπεζίτες.
Το κεφάλαιο μεταλλάσσεται σε διάφορες μορφές στο πλαίσιο
της καπιταλιστικής παραγωγής. 12 Ξεκινά ως χρήμα. Το χρήμα χρησιμοποιείται για την αγορά εργαλείων και υλικών της παραγωγής,
όπως και εργατικής δύναμης, ως εμπορευμάτων, τα οποία στη συνέχεια συνδυάζονται στην παραγωγική διαδικασία για να παραχθούν άλλα εμπορεύματα, τα οποία πωλούνται ώστε να είναι δυνατή η αγορά περισσότερων μέσων παραγωγής και περισσότερης εργατικής δύναμης. Με αυτό τον τρόπο, ένας κύκλος παραγωγής
ακολουθεί τον προηγούμενο χωρίς διακοπή και «κάθε στοιχείο»
του κύκλου «εμφανίζεται ως σημείο αφετηρίας, μετάβασης και επιστροφής». 13
Το κεφάλαιο, λοιπόν, λαμβάνει τη μορφή χρήματος, εμπορευμάτων,
μέσων παραγωγής και εργατικής δύναμης, στη συνέχεια ξανά εμπορευμάτων και τελικά τη μορφή χρήματος. Όλες αυτές οι μορφές πρέπει να
συνυπάρχουν ταυτοχρόνως προκειμένου να λειτουργήσει το σύστημα.
Αν ο σκοπός είναι η συνεχής λειτουργία της παραγωγής χωρίς διακοπή,
πρέπει να υπάρχει προσφορά χρήματος προκειμένου να είναι δυνατή η
αγορά εμπορευμάτων, τροφοδότηση με εμπορεύματα προκειμένου να
είναι δυνατή η αγορά τους ως παραγωγικό κεφάλαιο και τροφοδότηση
εργατικής δύναμης. Ο κύκλος της καπιταλιστικής παραγωγής, άρα,
84

Κρις Χάρμαν

αποτελείται από τρία αλληλοσυνδεόμενα κυκλώματα: χρήματος, παραγωγικού κεφαλαίου και εμπορευμάτων. Καθένα από τα τρία παραπάνω
κυκλώματα εκπληρώνει μια λειτουργία στην κατεύθυνση της συσσώρευσης κεφαλαίου· και αυτό συντελείται ως ένα βαθμό στη βάση της ίδιας
της δυναμικής της συσσώρευσης.
Μια καπιταλιστική παραγωγική επιχείρηση, στην αρχική φάση της
ιστορίας του καπιταλισμού, όταν οι επιχειρηματικές μονάδες ήταν αρκετά μικρές, ήταν δυνατόν να λειτουργεί σχετικά ανεξάρτητη. Είχε τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσει την αγορά κτιριακών εγκαταστάσεων και
την πληρωμή των εργατών από τις τσέπες του ιδιοκτήτη της. Είχε επίσης τη δυνατότητα άμεσης πώλησης της παραγωγής της σε αυτούς που
την κατανάλωναν.
Στο βαθμό, όμως, που οι επιχειρήσεις άρχισαν να μεγαλώνουν, κάθε
καπιταλιστής ανακάλυπτε συχνά ότι δεν επαρκούσαν οι πόροι που είχε
στη διάθεσή του ώστε να πληρώνει προκαταβολές για τις κτιριακές εγκαταστάσεις, το μηχανικό εξοπλισμό και τα υλικά που χρειαζόταν.
Έπρεπε να δανείζεται από άλλους και έφτασε να βασίζεται στην πίστωση και στον ιδιαίτερο θεσμό της, τις τράπεζες, οι οποίες ήταν έτοιμες να
δανείζουν με αντάλλαγμα τον τόκο πάνω στο δάνειο.
Την ίδια ώρα, επειδή η κλίμακα της αγοράς είχε αναπτυχθεί, ο κάθε
καπιταλιστής μπορούσε να πωλεί τα αγαθά που παρήγαγε μόνο εφόσον
απευθυνόταν σ1 αυτούς που ειδικεύονταν στο χονδρικό και το λιανικό
εμπόριο, οι οποίοι δεν θα ήταν σε θέση να τον πληρώσουν για όλα αυτά
τα αγαθά μέχρι να τα πουλήσουν, με τη σειρά τους, στους τελικούς καταναλωτές. Οι καπιταλιστικές παραγωγικές επιχειρήσεις από τη μία δανείζονταν και από την άλλη δάνειζαν. Η πίστωση μετεξελίχθηκε σε
αναντικατάστατο μέρος της καπιταλιστικής παραγωγής. Όσο λοιπόν
μεγαλύτερη ήταν η έκταση της καπιταλιστικής παραγωγής στο πλαίσιο
μιας συγκεκριμένης οικονομίας, τόσο πιο περίπλοκες αναδεικνύονταν οι
αλυσίδες της πίστωσης, του δανειζόμενου και του δανειστή.
Ο ιδιοκτήτης μιας παραγωγικής καπιταλιστικής επιχείρησης μπορούσε επίσης να μεταβληθεί σε δανειστή μεγάλης κλίμακας. Το πάγιο
κεφάλαιο που είχε στην ιδιοκτησία του - τα κτίρια των εργοστασίων του
και ο μηχανολογικός εξοπλισμός - δεν χρειαζόταν ανανέωση παρά κάθε
λίγα χρόνια. Αλλά η παραγωγή εξασφάλιζε μεγαλύτερη ή μικρότερη
Καπιταλισμός Ζόμττι

85

ροή κερδών. Ήταν σε θέση, λοιπόν, να δανείζει αυτά τα κέρδη σε άλλους στο μεσοδιάστημα μέχρι να χρειαστεί να ανανεώσει το πάγιο κεφάλαιο που είχε στην ιδιοκτησία του· και θα το έκανε κατά τρόπο που
θα του ανταπέδιδε πληρωμή τόκου.
Όταν ο καπιταλισμός αναπτύχθηκε πλήρως ως κυρίαρχος τρόπος
παραγωγής στο πλαίσιο κάθε συγκεκριμένης οικονομίας, ο δανεισμός
των παρελθόντων κερδών από τους ιδιοκτήτες εκείνων των παραγωγικών επιχειρήσεων που δεν επιθυμούσαν να επανεπενδύσουν άμεσα, καθίσταται η κύρια πηγή χρηματοδότησης εκείνων των καπιταλιστών που
επιθυμούσαν να το κάνουν, αλλά δεν είχαν στη διάθεσή τους παρελθόντα κέρδη ώστε να τα χρησιμοποιήσουν. Το χρηματοπιστωτικό σύστημα εμφανίστηκε ως ένα δίκτυο μεσολάβησης ανάμεσα στις διάφορες
μονάδες παραγωγικού κεφαλαίου (όπως και με το κράτος, στο βαθμό
που οι ασυμφωνίες που υπάρχουν μεταξύ των άμεσων φορολογικών
εσόδων και των άμεσων εξόδων, οδηγεί επίσης και το κράτος να δανείζεται και να δανείζει).
Εκείνοι που διοικούν τους χρηματοπιστωτικούς θεσμούς βγαίνουν
στην αγορά αποσκοπώντας εξίσου στο κέρδος όπως και οι ιδιοκτήτες
των παραγωγικών επιχειρήσεων. Έχουν και αυτοί το δικό τους αποθεματικό κεφάλαιο (το τραπεζικό κεφάλαιο που κατέχουν), με το οποίο καλύπτουν τα έξοδα των εργασιών τους και γεφυρώνουν πιθανά χάσματα
που μπορεί να ανοίξουν μεταξύ των δανείων που δίνουν και του δανεισμού που λαμβάνουν (ή, τουλάχιστο, υποτίθεται ότι καλύπτουν το χάσμα- επειδή πολύ συχνά, όπως αποκαλύπτει η ιστορία του συστήματος,
δεν το καλύπτουν), προσδοκώντας να βγάλουν κέρδη από αυτό το κεφάλαιο, ακριβώς όπως προσδοκούν από τα δικά τους κεφάλαια οι ιδιοκτήτες των παραγωγικών επιχειρήσεων. Ωστόσο, υπάρχει μια σημαντική διαφορά. Τα κέρδη των καπιταλιστών του χρηματοπιστωτικού τομέα
δεν προέρχονται άμεσα από την παραγωγή, αλλά από το μερίδιο που
έχουν πάνω στα κέρδη των ιδιοκτητών παραγωγικών επιχειρήσεων ως
αντάλλαγμα των δανείων προς τους τελευταίους- δηλαδή, τις πληρωμές
των τόκων.
Το ποσοστό του τόκου, το επιτόκιο, συχνά συγχέεται στην τρέχουσα οικονομολογική φιλολογία με το ποσοστό κέρδους. Στην πραγματικότητα, όμως, το επίπεδο και η κατεύθυνση της κίνησης αυτών των δυο
86

Κρις Χάρμαν

ποσοστών είναι τελείως διαφορετικά. Το ποσοστό κέρδους, όπως έχουμε δει, καθορίζεται από την αναλογία της υπεραξίας προς την επένδυση
κατά την παραγωγική διαδικασία. Αντιθέτως, το επιτόκιο εξαρτάται
αποκλειστικά από την προσφορά και τη ζήτηση κεφαλαίων που μπορούν να λειτουργήσουν ως δάνεια. Αν υπάρχει διαθέσιμο περισσότερο
χρήμα για δανεισμό στο πλαίσιο κάποιας συγκεκριμένης οικονομίας, τότε το επιτόκιο θα έχει την τάση να πέφτει. Αν υπάρχει αυξημένη ζήτηση
για δάνεια, τότε θα έχει την τάση να αυξάνεται.
Εφόσον τα κέρδη των ιδιοκτητών παραγωγικού κεφαλαίου αποτελούν τη μεγαλύτερη πηγή κεφαλαίου για δανεισμό, το υψηλό ποσοστό
κέρδους θα ευνοούσε ένα χαμηλότερο επιτόκιο. Από την άλλη πλευρά,
αν τα κέρδη είναι χαμηλά, όλο και περισσότερο οι ιδιοκτήτες παραγωγικού κεφαλαίου από μόνοι τους θα θέλουν να δανείζουν, κάτι που πιέζει
ανοδικά τα επιτόκια. Το πώς λειτουργούν αυτές οι αντιφατικές πιέσεις
πάνω στο επιτόκιο εξαρτάται από άλλους παράγοντες και ιδιαίτερα από
τη δανειοδότηση και τη δανειοληψία του κράτους, όπως και από τις κινήσεις χρηματικών ποσών εντός και εκτός μιας εθνικής οικονομίας.
Ωστόσο, αυτοί οι υπόλοιποι παράγοντες δεν μπορούν να ακυρώσουν τις
πιέσεις της πραγματικής παραγωγής πάνω στο χρηματοπιστωτικό τομέα.
Υπάρχουν κι άλλες επιπλοκές που εγείρονται εξαιτίας αυτής της
κατάστασης. Η δανειοδότηση εκ μέρους των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων δεν περιορίζεται απαραίτητα στην ποσότητα που έχουν στη διάθεση τους και η οποία προέρχεται από τις δικές τους επενδύσεις και δανειοληψίες. Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα υποθέτουν ότι δεν οφείλουν να αποπληρώσουν αμέσως τις ποσότητες που έχουν δανειστεί. Γι'
αυτό, επεκτείνουν τη δανειοδότηση εκ μέρους τους πέραν των άμεσων
δικών τους πόρων, επαφιόμενα στο γεγονός ότι μεγάλο μέρος από το
ποσό που δανείζουν θα τους αποπληρωθεί, ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν στα δικά τους χρέη που εκπνέουν.
Αυτού του είδους η συμπεριφορά έχει νόημα στο βαθμό που ο παραγωγικός τομέας του συστήματος βρίσκεται σε φάση επέκτασης της
παραγωγής: η σημερινή αυξημένη δανειοδότηση μπορεί να εξοφληθεί
στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον μέσω της αυξημένης παραγωγής και
υπεραξίας.
Καπιταλισμός Ζόμττι

87

Οι προφητείες περί εύκολης ανάκτησης της αυξημένης δανειοδότησης είναι ως ένα βαθμό αυτοεκπληρούμενες, από τη στιγμή που η αυξημένη δανειοδότηση του παραγωγικού κεφαλαίου το ευνοεί να ανεβάζει, με τη σειρά του, τα δικά του επίπεδα επένδυσης, όπως και να παράγει περισσότερα κέρδη, μέσω των οποίων αποπληρώνονται οι τραπεζίτες. Πάντοτε, όμως, τα πράγματα οδηγούνται στο σημείο εκείνο που η
ώθηση για χρηματοπιστωτικό κέρδος οδηγεί σε επίπεδα δανεισμού που
βρίσκονται πέραν των δυνατοτήτων αποπληρωμής τους μέσω της επέκτασης της πραγματικής παραγωγής, αποτέλεσμα των οποίων είναι
αφενός οι χρηματοπιστωτικές κρίσεις και αφετέρου οι απόπειρες διαφυγής από τις συνέπειες μέσω της εξαπάτησης. Όπως το θέτει ο Μαρξ,
«το πιστωτικό σύστημα επιταχύνει την υλική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και της παγκόσμιας αγοράς», αλλά αυτό το επιτυγχάνει
με την ανάπτυξη «κινήτρων για την καπιταλιστική ανάπτυξη, τον πλουτισμό μέσα από την εκμετάλλευση της εργασίας των άλλων ως την πιο
καθαρή μορφή του τζόγου και της εξαπάτησης».14 Το χρήμα δίνει ώθηση «στην [παραγωγική] διαδικασία πέραν των καπιταλιστικών ορίων
της», καταλήγοντας στο «υπερεμπόριο, την υπερπαραγωγή και την
υπερβολική πίστωση»15 κατά τρόπους που έχει επιπτώσεις πάνω στην
ίδια την παραγωγή.
Η αντίληψη του Μαρξ γι' αυτή τη διαδικασία προανάγγειλε ήδη
εδώ και έναν αιώνα τη δημοφιλή στις μέρες μας περιγραφή του Χάιμαν
Μίνσκι (Hyman Minsky),16 σύμφωνα με την οποία όλες οι χρηματοπιστωτικές λειτουργίες κινούνται από ένα επίπεδο κανονικών κερδοφόρων επιχειρήσεων («οικονομική αντασφάλιση») σε αυτό της κερδοσκοπίας, η οποία κορυφώνεται σε ένα σημείο (τη «στιγμή Μίνσκι»), το
οποίο εμφανίζεται όταν όλο το χρήμα το οποίο δανειοδοτήθηκε δεν είναι δυνατόν να ανακτηθεί- και το οποίο ευνοεί τις επενδυτικές απάτες
στυλ «πυραμίδας» ή Ponzi schemes 17 όπου χρήμα που προέρχεται από
νέους επενδυτές απλώς χρησιμοποιείται για να πληρωθούν τα υψηλά
επιτόκια των παλαιότερων επενδυτών.
Η τελευταία περιπλοκή είναι ότι οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί
δεν χρησιμοποιούν τα κεφάλαιά τους για να δανειοδοτήσουν μόνο τις
παραγωγικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις. Δανείζουν επίσης και σε άτομα που επιθυμούν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους (κυρίως για να
88

Κρις Χάρμαν

αγοράσουν ακίνητη περιουσία) ή για να αγοράσουν μέσω του χρηματιστηρίου μετοχές εταιρειών που ήδη υπάρχουν. Αυτή η χρήση των κεφαλαίων αναμένεται να φέρει κέρδη με βάση το τρέχον επιτόκιο, ακριβώς
όπως συμβαίνει στην περίπτωση των παραγωγικών επιχειρήσεων, και γι'
αυτό το λόγο, θεωρείται από τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς ως
μια «επένδυση κεφαλαίου». Ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν συμβάλλει στη διαδικασία συσσώρευσης κεφαλαίου και το επιτόκιο που εισπράττεται είναι παρασιτικό σε σχέση με τον παραγωγικό τομέα της οικονομίας. Γι' αυτό το λόγο, ο Μαρξ το χαρακτήρισε «πλασματικό κεφάλαιο» και το περιγράφει ως «την πιο φετιχιστική μορφή των σχέσεων
κεφαλαίου», 18 επειδή «το κεφάλαιο εμφανίζεται ως μια μυστήρια και
αυτοπαραγωγική πηγή τόκου» και «καθίσταται ιδιότητα του χρήματος
να δημιουργεί αξία και να αποδίδει τόκο κατά τον ίδιο τρόπο που ιδιότητα της αχλαδιάς είναι να παράγει αχλάδια».19

Χρήμα, κερδοσκοπία και κρίση
Είδαμε ότι τα κέρδη του παραγωγικού κεφαλαίου αποτελούν την κύρια
πηγή κεφαλαίων που έχουν στη διάθεσή τους οι τράπεζες για δανειοδοτήσεις και ότι οι ανάγκες των ιδιοκτητών παραγωγικού κεφαλαίου για
συσσώρευση κεφαλαίων είναι η κύρια πηγή δανειοληψίας από τις τράπεζες. Αυτό σημαίνει ότι ο κύκλος επέκτασης και συρρίκνωσης νέων
επενδύσεων ακολουθείται από έναν κύκλο επέκτασης και συρρίκνωσης
της δανειοδότησης. Αλλά, δεν συμπίπτουν πλήρως οι φάσεις των δυο
παραπάνω κύκλων.
Η πίστωση επεκτείνεται όταν η άνθηση αρχίζει να βρίσκεται σε
άνοδο. Κάποιοι καπιταλιστές τρέχουν σαν τρελοί να δανείσουν τα αυξανόμενα κέρδη και κάποιοι άλλοι τρέχουν να δανειστούν και όλοι μαζί
είναι πεπεισμένοι ότι δεν θα υπάρχει πρόβλημα αποπληρωμής του τόκου. Τελικά, όμως, τα πράγματα φτάνουν σε ένα σημείο όπου η φρενίτιδα των επενδύσεων αρχίζει να υπερβαίνει τα κεφάλαια που προέρχονται από τις δεξαμενές των προηγούμενων κερδών. Οι επιχειρήσεις ανταγωνίζονται πλειοδοτώντας, καθώς επιχειρούν να αποκτήσουν πρόσβαση σε αυτές τις δεξαμενές, ανεβάζοντας το επίπεδο τόκων που είναι
Καπιταλισμός Ζόμττι

89

διατεθειμένες να πληρώσουν προκειμένου να εξασφαλίσουν πιστώσεις.
Τα αυξημένα επιτόκια μειώνουν τα κέρδη, όπως επίσης και οι αυξημένες τιμές πρώτων υλών και μισθών. Λειτουργούν προσθετικά, δίνοντας
διαρκώς ωθήσεις στο σύστημα να περάσει από την επέκταση στην κρίση. Η ύφεση που ακολουθεί κάνει τις επιχειρήσεις και τις τράπεζες αρκετά διστακτικότερες στη δανειοδότηση: φοβούνται ότι μπορεί να χρειαστούν κάθε σεντς οι ίδιες, εφόσον τα εισοδήματά τους από τις πωλήσεις απειλούνται με πτώση. Αλλά, η ύφεση αυξάνει επίσης τις δανειοληπτικές ανάγκες πολλών επιχειρήσεων, καθώς επιθυμούν να εξισορροπήσουν τα ελλείμματα στα εισοδήματα που προέρχονται από τις πωλήσεις τους και να μην αναγκαστούν να οδηγηθούν σε πτώχευση εξαιτίας
των απλήρωτων λογαριασμών τους. Τα επιτόκια συνεχίζουν να ανεβαίνουν για ένα διάστημα, παρά την έλλειψη κερδών με τα οποία θα αποπληρωθούν, και λειτουργούν προσθετικά στις δυνάμεις που οδηγούν το
σύστημα στην καθοδική του πορεία.
Οι διακυμάνσεις ενισχύονται εξαιτίας και κάποιου άλλου φαινομένου που συμβαίνει κατά την κορύφωση της περιόδου άνθησης. Οι επιχειρήσεις και οι τράπεζες αντιλαμβάνονται ότι η δανειοδότηση αποτελεί ένα γρήγορο τρόπο να προωθήσουν τα κέρδη τους. Προσφέρουν πίστωση μέσω «γραμματίων πιστωτικής ευκολίας»* (στην πραγματικότητα, υποσχέσεις πληρωμής) διαφόρων ειδών, η οποία υπερβαίνει κατά
πολύ το αποθεματικό τους, στη βάση της παραδοχής ότι κάποιοι άλλοι
άνθρωποι και οργανισμοί θα εμπιστευτούν αυτά τα «χαρτιά» και θα τα
αποδεχτούν ως πληρωμή έναντι εμπορευμάτων και δεν θα επιχειρήσουν να τα μετατρέψουν αμέσως σε χρήμα. Στην πραγματικότητα, η πίστωση που δημιουργούν οι τράπεζες φτάνει να θεωρείται ως μορφή
χρήματος· και ως «πιστωτικό χρήμα» συνυπολογίζεται σε συγκεκριμένες μετρήσεις της προσφοράς χρήματος.
Αυτού του είδους η εύκολη πίστωση ενθαρρύνει κάθε επιχειρησιακή μονάδα να αναλαμβάνει τεράστιες παραγωγικές επενδύσεις, καθώς
ανταγωνίζεται να αποκτήσει ένα μεγαλύτερο κομμάτι της διευρυνόμενης αγοράς απ' ό,τι οι αντίπαλές της, ακόμα και αν αυτό είναι η αιτία
που το σύνολο της παραγωγής όλων αυτών των επιχειρήσεων υπερβαί* Financial paper.
90

Κρις Χ ά ρ μ α ν

νει κατά πολύ τις δυνατότητες της αγοράς να το απορροφήσει. Η εύκολη πίστωση δίνει επίσης τη δυνατότητα σε όσους και όσες διατηρούν
φιλικές σχέσεις με τις τράπεζες να πάρουν μέρος σε ένα όργιο πολυτελούς κατανάλωσης, όπως και σε κάθε είδους κλέφτες και απατεώνες οικονομικών εγκλημάτων να συμμετάσχουν στην εξαιρετικά επικερδή
επιχείρηση της δανειοληψίας που αποσκοπεί στη δανειοδότηση και στη
δανειοδότηση που σκοπεύει στη δανειοληψία. Οι πραγματικές διαδικασίες της παραγωγής, της εκμετάλλευσης και της δημιουργίας υπεραξίας, που αποτελούν τη βάση της οικονομίας, καλύπτονται τελείως και
δεν είναι ορατές· μέχρι εκείνη τη στιγμή που η οικονομία ξαφνικά αρχίζει να έχει καθοδική πορεία και όλα τα χαρτιά που αντιπροσωπεύουν
την πίστωση πρέπει να αποπληρωθούν από τα κέρδη, τα οποία είναι
πλέον πολύ χαμηλά για να το επιτύχουν. Σε αυτό το σημείο οι επιχειρήσεις και οι τράπεζες χάνουν κάθε αμοιβαία εμπιστοσύνη ότι θα αποπληρώσουν τα ποσά που έχουν δανειστεί και η δανειοδότηση φτάνει να
στομώσει μέχρι να τερματιστεί, στο σημείο που σήμερα ονομάζεται «πιστωτική ασφυξία» [credit crunch]:
Η αλυσίδα των υποχρεώσεων πληρωμής που λήγουν σε συγκεκριμένες ημερομηνίες σπάει σε εκατοντάδες σημεία της. Η σύγχυση διογκώνεται από την συνακόλουθη κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος... και οδηγεί σε βίαιες και οξυμμένες κρίσεις, σε αιφνίδιες και αναγκαστικές υποτιμήσεις, σε πραγματικό μαρασμό και διάρρηξη της αναπαραγωγής, όπως και, συνακολούθως, σε πραγματική απονέκρωση της αναπαραγωγής.20
Η συμπεριφορά του «πλασματικού κεφαλαίου» λειτουργεί περαιτέρω
ενισχυτικά στο γενικό κύκλο άνθησης και ύφεσης του καπιταλισμού.
Παρά τη μη παραγωγική της φύση, η χρηματική αξία του πλασματικού
κεφαλαίου σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο αντιπροσωπεύει μια απαίτηση επί των πραγματικών πόρων που είναι δυνατόν να μετατραπούν σε
χρήμα και από χρήμα σε εμπορεύματα. Όταν, ας υποθέσουμε, οι τιμές
των μετοχών ανεβαίνουν, κατά τη διάρκεια μιας περιόδου οικονομικής
άνθησης, στηρίζουν τη δυνατότητα των ιδιοκτητών τους να αγοράζουν
αγαθά και ενισχύουν την άνθηση. Η πτώση τους, κατά τις περιόδους
ύφεσης, ενισχύει την πίεση, μειώνοντας τις δαπάνες του συστήματος
στο σύνολό του. Οι αναπόφευκτα ασταθείς και υποκείμενες σε αιφνίΚαπιταλισμός Ζόμττι

91

διες διακυμάνσεις τιμές των διαφόρων μορφών πλασματικού κεφαλαίου
ενισχύουν τη γενική αστάθεια του συστήματος στο σύνολό του. Επιτείνουν τη μεταστροφή από την άνθηση στην ύφεση και αντιστρόφως,
όπως και, επιπλέον, ακυρώνουν τη δυνατότητα του χρήματος να αποτελεί μια πάγια μονάδα μέτρησης της αξίας.
Οι μεγάλες οικονομικές κρίσεις σχεδόν πάντα οδηγούν σε καταρρεύσεις τραπεζών και άλλων χρηματοπιστωτικών οργανισμών όπως και
σε χρεωκοπίες παραγωγικών επιχειρήσεων και στην ανεργία των εργατών. Εύκολα, λοιπόν, οι άνθρωποι παρερμηνεύουν το τι συμβαίνει
πραγματικά και αναζητούν ευθύνες για την κρίση στο χρηματοπιστωτικό τομέα, τις τράπεζες ή το χρήμα, αντί να τις αναζητήσουν στην καπιταλιστική βάση της παραγωγής.

Η επικαιρότητα του Μαρξ
Η εικόνα που είχε για την κρίση ο Μαρξ ήταν μακράν πιο προχωρημένη
από αυτή που είχαν οι σύγχρονοι με αυτόν οικονομολόγοι που ακολουθούσαν το κύριο ρεύμα σκέψης. Μόνο από τη δεκαετία του '30 και μετά
αυτό το ρεύμα άρχισε να πραγματεύεται σοβαρά τη μελέτη των κρίσεων. Ακόμα και ο Χάγιεκ (Hayek), ο αρχιερέας των οικονομικών της
ελεύθερης αγοράς, θα παραδεχόταν σε ένα απόσπασμα κειμένου του
ότι στον Μαρξ οφειλόταν η εισαγωγή, τουλάχιστον στη Γερμανία, εκείνων των ιδεών που θα μπορούσαν να εξηγήσουν τον εμπορικό κύκλο,
ενώ «η μόνη ικανοποιητική θεωρία κεφαλαίου που έχουμε μέχρι αυτή
τη στιγμή στη διάθεσή μας, αυτή του Μπεμ-Μπάβερκ, δεν μας έχει
βοηθήσει σε τίποτα παραπάνω ως προς την αντιμετώπιση των προβλημάτων του εμπορικού κύκλου».21
Οι επαναλαμβανόμενες οικονομικές κρίσεις αποτελούν μέρος του
κόσμου στον οποίο σήμερα ζούμε, όπως συνέβαινε και στην εποχή του
Μαρξ. Μερικοί τουλάχιστον από τους ιδεολογικούς κληρονόμους του
Τζον Στιούαρτ Μιλ, ο Τζέβονς και ο Μπεμ-Μπάβερκ, δεν προσπάθησαν να αποκρύψουν αυτό το δεδομένο (τουλάχιστον όταν έγραφαν
στην εφημερίδα Financial Times και το περιοδικό Economist για το αναγνωστικό κοινό της ελίτ των ανώτερων τάξεων και όχι, βεβαίως, απευ92

Κρις Χάρμαν

θυνόμενοι στην πλειοψηφία του κόσμου). Για παράδειγμα, ο Νάιτζελ
Αόσον (Nigel Lawson), υπουργός οικονομικών της Βρετανίας με πολυετή θητεία, ο οποίος υπήρξε ενθουσιώδης οπαδός του «μονεταριστικού»
δόγματος ότι οι κρίσεις είναι μια επουσιώδης συνέπεια της πολιτικής
των μεγάλων τραπεζιτών που επιτρέπουν να πηγαίνει σε λάθος χέρια η
προσφορά χρήματος,22 τελικά υποστήριξε ότι δεν έφερε ουδεμία ευθύνη
για την ύφεση που ακολούθησε την υλοποίηση της πολιτικής του, επειδή ο «επιχειρηματικός κύκλος» είναι αναπόφευκτος. Αντιλαμβάνονται
την κρίση ως «δημιουργική καταστροφή» χωρίς να καθιστούν σαφές ότι
το δημιουργικό στοιχείο αφορά στον πλούτο μίας τάξης, ενώ η καταστροφή αφορά στη ζωή όλων των υπόλοιπων.
Θα επανέλθω στο ζήτημα των κρίσεων κατά τον 21ο αιώνα σε επόμενα σημεία αυτού του βιβλίου. Προς το παρόν αρκεί να αναφερθεί ότι
στην ανάλυση των κρίσεων δεν τίθεται κανένα πρόβλημα να έχει κανείς
ως σημείο αναφοράς τον Μαρξ. Αντιθέτως, το μόνο σοβαρό ζήτημα που
αντιμετωπίζει η θεωρία του Μαρξ για την κρίση δεν εγείρεται από το γεγονός ότι σήμερα εκδηλώνονται κρίσεις, αλλά από το γεγονός ότι επί
τρεισήμισι δεκαετίες, από το 1939 έως το 1974, μια μεγάλη καπιταλιστική χώρα, όπως είναι η Βρετανία, δεν έζησε καμία ύφεση κατά τη διάρκεια της οποίας να πέσει η οικονομική παραγωγή, ενώ η μεγαλύτερη οικονομία, αυτή των ΗΠΑ, έζησε μόνο μια βραχύτατης διάρκειας τέτοια
κρίση (αυτή του 1948-49). Η απουσία τέτοιου είδους κρίσεων είχε γίνει
ένα από τα κύρια στοιχεία των συζητήσεων ανάμεσα σε οικονομολόγους
κατά τις δεκαετίες του '50, του '60 και των αρχών του '70. Και αν δεν κατανοήσουμε αυτό το γεγονός, δεν θα είμαστε σε θέση να αντιληφθούμε
γιατί είναι τόσο δύσκολο να τιθασευτεί ο σημερινός κύκλος άνθησης και
ύφεσης.
Ωστόσο, αν οι κρίσεις υπήρξαν για τον Μαρξ αναπόφευκτο χαρακτηριστικό του καπιταλισμού, δεν υπήρξαν αυτές καθαυτές το κεντρικό
σημείο της ανάλυσής του για τη μακρόχρονη δυναμική του συστήματος.
Αποτελούσαν ένα κυκλικό χαρακτηριστικό του συστήματος, το οποίο
είχε καταφέρει να ανταπεξέλθει αρκετές φορές από τότε που δημοσιεύτηκε το Κεφάλαιο, όσο μεγάλα και αν ήταν τα δεινά που προξένησε για
τη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων, την απόγνωση εκείνων των
καπιταλιστών που χρεοκοπούσαν ή τις περιστασιακές εκρήξεις της λαϊΚαπιταλισμός Ζόμττι

93

κής δυσαρέσκειας. Οι κρίσεις δεν θα οδηγούσαν από μόνες τους το σύστημα στο τέλος του. Όπως το έχει θέσει ο ρώσος επαναστάτης Λέον
Τρότσκι, σαράντα χρόνια μετά το θάνατο του Μαρξ, «ο καπιταλισμός
ζει με την κρίση και την άνθηση, όπως κάθε ανθρώπινο ον ζει εισπνέοντας και εκπνέοντας».23 Η μακρόχρονη δυναμική είχε κάποιαν άλλη πηγή, διαφορετική από την κρίση· οφειλόταν σε δυο μακρόχρονες διαδικασίες που λειτουργούν μέσα στο σύστημα, διαδικασίες που υπήρξαν
προϊόν της γήρανσής του καθώς προχωρούσε μέσα από τις επαναλήψεις του κύκλου επέκτασης και συρρίκνωσης.

Η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους
Η θεωρία
Η πρώτη από αυτές τις διαδικασίες είναι αυτή που ο Μαρξ ονόμασε
«νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους» (που μερικές φορές
για συντομία αναφέρεται ως «πτώση του ποσοστού κέρδους» και αυτή
είναι η έκφραση που θα χρησιμοποιήσω συχνά σε αυτό το μέρος του βιβλίου).
Αυτό είναι ένα από τα δυσκολότερα σημεία της θεωρίας του Μαρξ
για όσους προσπαθούν για πρώτη φορά να κατανοήσουν τις ιδέες του.
Επίσης, είναι ένα από τα πιο επίμαχα. Οι μη μαρξιστές οικονομολόγοι
το απορρίπτουν. Για παράδειγμα, ο Ουίλιαμ Κίγκαν (William Keegan),
που αρθρογραφεί για οικονομικά θέματα στην εφημερίδα Observer και
συνήθως είναι ανοιχτός σε όλες τις απόψεις, έχει αποκηρύξει την ανάλυση του Μαρξ ως «ξεπερασμένο εγχειρίδιο οικονομικής, το οποίο είχε
γραφεί την περίοδο της πρώιμης, ασταθούς φάσης του μη μεταρρυθμισμένου ακόμα καπιταλισμού», και παραπέμπει στο γάλλο οικονομολόγο Μαρζολέν (Marjolin) για να καταλήξει ότι «η ελάχιστη εμπειρία και
κάποια μικρή έστω γνώση ιστορίας είναι επαρκής για να αμφισβητήσει
τη [μαρξιστική] θεωρία της αναπόφευκτης παρακμής του καπιταλισμού
στη βάση της πτώσης του ποσοστού κέρδους».24
Αρκετοί μαρξιστές που αποδέχονται τη θεωρία της αξίας και τα βασικά σημεία της ανάλυσης του Μαρξ για την κρίση, είναι εξίσου απορριπτικοί ως προς το νόμο της πτωτικής τάσης.25 Αλλοι μαρξιστές, προκει94

Κρις Χάρμαν

μενού να τον υποστηρίξουν, τον οχυρώνουν με τόσες πολλές προϋποθέσεις, ώστε τον αποκόπτουν από οποιαδήποτε δυνατότητα ερμηνείας
της μακρόχρονης ανάπτυξης του συστήματος.
Ωστόσο, ο ίδιος ο Μαρξ τον θεωρούσε απολύτως θεμελιώδη. Τον
βοήθησε να υποστηρίξει ότι ο καπιταλισμός είναι καταδικασμένος από
τις ίδιες τις παραγωγικές δυνάμεις που ο ίδιος απελευθερώνει:
Η πτώση του ποσοστού της αυτοεπέκτασης του κεφαλαίου, ή
του ποσοστού κέρδους, με το να είναι ο σκοπός της καπιταλιστικής παραγωγής... εμφανίζεται ως μια απειλή για την καπιταλιστική παραγωγική διαδικασία.24
Αυτός ο νόμος «μαρτυρά τον απλά ιστορικό, μεταβατικό χαρακτήρα
του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής» και τον τρόπο με τον οποίο
«σε ένα δεδομένο στάδιο [ο καπιταλισμός] συγκρούεται με την ίδια του
την περαιτέρω ανάπτυξη». 27 Έδειχνε ότι «το πραγματικό όριο της καπιταλιστικής παραγωγής ήταν το ίδιο το κεφάλαιο».24
Η ιδέα ότι τα ποσοστά κέρδους πέφτουν δεν ήταν για τον Μαρξ
ουρανοκατέβατη. Ήταν κοινή πεποίθηση στις γραμμές των οικονομολόγων που είχαν προηγηθεί. 29 Όπως έχει πει ο Έρικ Χόμπσμπομ (Eric
Hobsbawm): «Τους επιχειρηματίες και τους οικονομολόγους των αρχών
του 19ου αιώνα δυο πράγματα τους ανησυχούσαν: το ποσοστό του κέρδους τους και ο ρυθμός επέκτασης των βιομηχανιών τους». Ο Ανταμ
Σμιθ πίστευε ότι τα ποσοστά κέρδους αναγκαστικά θα έπεφταν λόγω
του ανταγωνισμού και ο Ρικάρντο εξαιτίας της υποτιθέμενης «φθίνουσας απόδοσης» της γεωργίας. 30 Ο Μαρξ διατύπωσε μια ερμηνεία η
οποία δεν βασιζόταν σε τέτοιες αμφιλεγόμενες υποθέσεις,31 αλλά στην
αντίληψη ότι η δυναμική της καπιταλιστικής συσσώρευσης ενέχει μια
άλυτη αντίθεση.
Ο κάθε μεμονωμένος καπιταλιστής μπορεί να αυξήσει την ανταγωνιστικότητά του, αυξάνοντας την παραγωγικότητα των εργατών του. Ο
τρόπος για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος είναι ο κάθε εργάτης/τρια να
κινεί όλο και περισσότερα «μέσα παραγωγής» - εργαλεία, μηχανήματα
κλπ. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι τα μέσα παραγωγής θα επεκτείνονται ταχύτερα από το εργατικό δυναμικό. Σημειώνεται μια μεγέθυνση στο λόγο της φυσικής έκτασης των μέσων παραγωγής προς την ποΚαπιταλισμός Ζόμττι

95

σότητα της εργατικής δύναμης που απασχολείται σε αυτά - αυτό που ο
Μαρξ ονόμασε «τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου».32 Όμως, αν τα υπόλοιπα δεδομένα παραμένουν σταθερά, η αύξηση της φυσικής έκτασης
των μέσων παραγωγής σημαίνει και αύξηση του επιπέδου των επενδύσεων που απαιτούνται για να αγοραστούν αυτά τα μέσα. Οπότε θα σημειωθεί και μια επέκταση στο λόγο της επένδυσης προς το εργατικό δυναμικό, της αξίας των μέσων παραγωγής προς τους μισθούς (ή, για να
χρησιμοποιήσουμε την ορολογία του Μαρξ, του «σταθερού κεφαλαίου»
σε σύγκριση με το «μεταβλητό κεφάλαιο»). Αυτή την αναλογία ο Μαρξ
την ονόμαζε «οργανική σύνθεση του κεφαλαίου» (όπως επεξηγείται στο
Πρώτο Κεφάλαιο).33 Η αύξησή του, για τον Μαρξ, ήταν το λογικό επακόλουθο της συσσώρευσης κεφαλαίου.
Ωστόσο, για το σύστημα συνολικά, η μοναδική πηγή αξίας και υπεραξίας είναι η εργασία. Οπότε, αν η επένδυση μεγαλώνει ταχύτερα από
το εργατικό δυναμικό, πρέπει επίσης να μεγαλώνει και ταχύτερα από
την παραγωγή νέας αξίας· και τα κέρδη προέρχονται ακριβώς από κει.
Εν συντομία, η συσσώρευση κεφαλαίου επεκτείνεται ταχύτερα από την
πηγή του κέρδους. Η συνέπεια των παραπάνω είναι η πτώση του λόγου
του κέρδους προς την επένδυση - του ποσοστού κέρδους.
Η αιτία για την αύξηση της επένδυσης είναι ο ανταγωνισμός- η
ανάγκη του κάθε καπιταλιστή να επιβάλει μεγαλύτερη παραγωγικότητα ώστε να βρεθεί μπροστά από τους ανταγωνιστές του. Όμως, όσος κι
αν είναι ο ανταγωνισμός στον οποίο θα εξαναγκαστεί να ριχτεί ο καπιταλιστής, το αποτέλεσμα για το σύνολο της τάξης των καπιταλιστών είναι καταστροφικό. Γιατί, όπως είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, οι
καπιταλιστές δεν υπολογίζουν την επιτυχία ή την αποτυχία των εγχειρημάτων τους με βάση το απόλυτο κέρδος αλλά με βάση το ποσοστό
κέρδους.
Σε αυτή την εικόνα που παρουσιάζει ο Μαρξ, αντιτάσσονται συχνά
δυο αντιρρήσεις. Η πρώτη είναι ότι οι τεχνολογικοί πρόοδοι δεν έχουν
πάντοτε ως αποτέλεσμα την αύξηση του λόγου των μέσων παραγωγής
προς τους εργάτες, ότι οι νέες τεχνικές μπορεί να είναι καινοτομίες
«εξοικονόμησης κεφαλαίου» και όχι «εντάσεως κεφαλαίου». Αν η επιστημονική γνώση προοδεύει και βρίσκει εφαρμογή σε νέες τεχνολογίες,
τότε αυτές μπορεί να απαιτούν λιγότερα μηχανήματα και πρώτες ύλες
96

Κρις Χάρμαν

ανά εργάτη απ' ό,τι απαιτούσαν οι παλιότερες τεχνολογίες. Σε κάθε δεδομένη στιγμή θα υπάρχουν έστω κάποιες τεχνολογίες που θα είναι
«εξοικονόμησης κεφαλαίου».
Αυτό είναι σωστό. Όμως, δεν διαψεύδει τον Μαρξ. Γιατί το πιο πιθανό είναι οι καινοτομίες να είναι «εντάσεως κεφαλαίου» παρά «εξοικονόμησης κεφαλαίου». Σε κάθε δεδομένο επίπεδο επιστημονικής και τεχνολογικής γνώσης, πράγματι, κάποιες καινοτομίες θα είναι εξοικονόμησης κεφαλαίου. Όμως, όταν όλες τους θα έχουν εφαρμοστεί θα συνεχίσουν να υπάρχουν άλλες καινοτομίες (ή οι καπιταλιστές θα υποψιάζονται ότι υπάρχουν) οι οποίες θα μπορούν να εφαρμοστούν μόνο μέσω
της αύξησης του επιπέδου της επένδυσης σε μέσα παραγωγής. Το γεγονός ότι ένας βαθμός τεχνικής προόδου είναι δυνατόν να υπάρξει χωρίς
καμιά αύξηση στο λόγο κεφαλαίου-εργασίας, δεν σημαίνει ότι μπορούν
να κερδηθούν όλα τα πλεονεκτήματα της τεχνικής προόδου χωρίς μια
τέτοια αύξηση. Αν ένας μεμονωμένος καπιταλιστής είναι σε θέση να αυξήσει το λόγο κεφαλαίου προς εργάτες, θα έχει τη δυνατότητα να επενδύσει σε καινοτομίες (και να τις αξιοποιήσει) που χρειάζονται περισσότερο κεφάλαιο, όσο και σε καινοτομίες που δεν χρειάζονται. Αν δεν
μπορεί να αυξήσει το λόγο τότε θα επωφεληθεί μόνο από τις καινοτομίες που δεν χρειάζονται - και θα χάσει στην κούρσα του ανταγωνισμού
απ' αυτούς που μπορούν να επενδύσουν στις καινοτομίες και των δυο
ειδών. Από τη στιγμή που, θεωρητικά τουλάχιστον, δεν υπάρχει όριο
στην αύξηση που μπορεί να γνωρίσει ο λόγος των μέσων παραγωγής
προς τους εργάτες, τότε δεν υπάρχει ούτε θεωρητικό όριο στις πιθανές
καινοτομίες που θα βασίζονται σε αυτή τη μέθοδο ανταγωνισμού.
Στον πραγματικό κόσμο, κάθε καπιταλιστής θεωρεί δεδομένο ότι ο
δρόμος για να κερδίσει πρόσβαση στην προηγμένη τεχνολογική αλλαγή, βρίσκεται στην αύξηση του επιπέδου της επένδυσης σε μέσα παραγωγής ή σε «νεκρή εργασία» (συμπεριλαμβανομένης της νεκρής εργασίας που ήταν προϊόν έρευνας και τεχνολογίας στο παρελθόν). Μόνο
στις σελίδες των πιο εσωστρεφών επιθεωρήσεων πολιτικής οικονομίας
μπορεί κάποιος να φανταστεί ότι για τη Ford Motor Company ο τρόπος
για να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό της Toyota είναι να περικόψει το
επίπεδο της υλικής επένδυσης ανά εργάτη. Ο καπιταλιστής συνήθως
κατανοεί ότι δεν μπορεί να δρέψει τους καρπούς της καινοτομίας χωρίς
Καπιταλισμός Ζόμττι

97

να τους πληρώσει.
Γι' αυτούς τους λόγους η μέση ποσότητα των μέσων παραγωγής
ανά εργάτη, η «τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου» κατά τον Μαρξ, θα
ανεβαίνει - και μαζί με αυτή θα αυξάνεται και η «οργανική σύνθεση του
κεφαλαίου». Μόνο ένα πράγμα θα μπορούσε να σταματήσει την πίεση
για μια τέτοια άνοδο: αν, για κάποιο λόγο, εκδηλωνόταν μια έλλειψη
επενδύσεων που αναζητούν κέρδος. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι καπιταλιστές θα πρέπει να παραιτηθούν από τις ελπίδες για επίτευξη καινοτομιών μέσω μεγαλύτερης επένδυσης και να αρκεστούν σε κείνες που
θα σκοντάψουν πάνω τους τυχαία.
Το δεύτερο επιχείρημα που στρέφεται ενάντια στην ανάλυση του
Μαρξ, υποστηρίζει ότι οι αλλαγές στην τεχνική από μόνες τους δεν
μπορούν να επιφέρουν πτώση στο ποσοστό κέρδους. Γιατί, όπως υποστηρίζεται, οι καπιταλιστές θα εισαγάγουν μια νέα τεχνική μόνο αν αυτή αυξάνει τα κέρδη τους. Όμως, αν αυτή η τεχνική ανεβάζει τα κέρδη
ενός καπιταλιστή, τότε θα πρέπει να ανεβάζει και το μέσο επίπεδο κέρδους για ολόκληρη την τάξη των καπιταλιστών. Επί παραδείγματι, ο
Στίντμαν (Steedman) δηλώνει ότι: «Οι δυνάμεις του ανταγωνισμού θα
οδηγήσουν κλάδο τον κλάδο στην επιλογή εκείνων των μεθόδων παραγωγής που παράγουν το υψηλότερο δυνατό γενικό ποσοστό κέρδους σε
ολόκληρη την οικονομία».34 Τα τελευταία σαράντα χρόνια το ίδιο επιχείρημα έχουν αποδεχτεί μια σειρά μαρξιστές οικονομολόγοι, για παράδειγμα ο Γκλιν (Glynn), 35 ο Χάρισον Χίμελβαϊτ (Harrison Himmelweit),36 οι Ντιμενίλ (Dumenil) και Λεβί (Levy),37 ο Μπρένερ (Brenner),38
ενώ ο Οκίσιο (Okishio) το έχει διατυπώσει μαθηματικά.3' Οι παραπάνω
καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι καπιταλιστές θα εισαγάγουν τεχνικές έντασης κεφαλαίου που μοιάζει ότι μειώνουν το ποσοστό κέρδους,
μόνο εάν αυτό το ποσοστό συμπιέζεται ήδη είτε από μια αύξηση στους
πραγματικούς μισθούς, είτε από τον εξωτερικό ανταγωνισμό. Αυτοί είναι οι παράγοντες που πλήττουν το ποσοστό κέρδους· όχι η οργανική
σύνθεση του κεφαλαίου.
Τα ίδια τα γραπτά του Μαρξ δίνουν μια απλή απάντηση σε αυτά τα
επιχειρήματα: ότι ο πρώτος καπιταλιστής που θα επενδύσει σε νέα τεχνολογία αποκτά ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα απέναντι στους άλλους καπιταλιστές- κάτι που τον βοηθά να αποσπάσει ένα πλεόνασμα
98

Κρις Χάρμαν

κέρδους. Όμως αυτό το πλεόνασμα θα εξαφανιστεί από τη στιγμή που
θα γενικευτεί η εφαρμογή της καινοτομίας.
Αυτό που λαμβάνει ο καπιταλιστής ως χρηματικό ποσό όταν πουλά
τα εμπορεύματά του, εξαρτάται από το μέσο κοινωνικά αναγκαίο χρόνο
εργασίας που εμπεριέχεται σ' αυτά. Αν εισαγάγει μια νέα, πιο παραγωγική τεχνική, την οποία όμως δεν την εισάγουν άλλοι καπιταλιστές, τότε θα παράγει προϊόντα με τον ίδιο κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας, αλλά με λιγότερη δαπάνη σε πραγματική, συγκεκριμένη εργατική
δύναμη. Τα κέρδη του αυξάνονται.40 Όμως, από τη στιγμή που όλοι οι
καπιταλιστές εφαρμόσουν αυτές τις τεχνικές, η αξία των αγαθών πέφτει
μέχρι να ανταποκρίνεται στο μέσο χρόνο εργασίας που απαιτείται για
την παραγωγή τους με τις νέες τεχνικές. Το πρόσθετο κέρδος εξαφανίζεται - και αν χρησιμοποιηθούν περισσότερα μέσα παραγωγής για την
πρόσβαση στις νέες τεχνικές, το ποσοστό κέρδους πέφτει.41
Οι συνέπειες της ανάλυσης του Μαρξ είναι ιδιαίτερα σημαντικές. Η
ίδια η επιτυχία του καπιταλισμού στη συσσώρευση [κεφαλαίου, στμ]
οδηγεί την περαιτέρω συσσώρευση σε προβλήματα. Τελικά, η ανταγωνιστική κούρσα των καπιταλιστών να μπουν μπροστά από τους άλλους
καπιταλιστές, έχει ως αποτέλεσμα επενδύσεις τεράστιας κλίμακας τις
οποίες δεν μπορεί να τις στηρίξει το ποσοστό κέρδους. Αν κάποιοι καπιταλιστές κατορθώνουν να πραγματοποιούν ένα επαρκές ποσοστό
κέρδους, το κατορθώνουν μοναχά εις βάρος άλλων καπιταλιστών που
οδηγούνται στη χρεοκοπία. Η κούρσα της συσσώρευσης οδηγεί αναπόφευκτα σε κρίσεις. Κι όσο μεγαλύτερη είναι η κλίμακα της συσσώρευσης που έχει πραγματοποιηθεί στο παρελθόν, τόσο βαθύτερες θα 'ναι
και οι κρίσεις.

Οι αντισταθμιστικές

τάσεις

Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η θεωρία του Μαρξ αποτελεί μια αφαιρετική ανάλυση των πιο γενικών τάσεων του καπιταλιστικού συστήματος.
Δεν μπορούμε να συνάγουμε απ' αυτή κατευθείαν συμπεράσματα για
τη συμπεριφορά της οικονομίας σε οποιονδήποτε τόπο και χρόνο. Προηγουμένως, χρειάζεται να εξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο οι γενικές
Καπιταλισμός Ζόμττι

99

τάσεις αλληλεπιδρούν με μια σειρά άλλους παράγοντες. Ο Μαρξ είχε
πλήρη συνείδηση αυτής της πραγματικότητας, και γι' αυτό το λόγο ενσωμάτωσε στην ανάλυσή του αυτές που ονόμασε «αντισταθμιστικές τάσεις». Δυο απ' αυτές έχουν κεντρική σημασία.
Η πρώτη είναι η αύξηση του ποσοστού εκμετάλλευσης. Αν ο κάθε
εργάτης αποδίδει περισσότερη υπεραξία, τότε αντισταθμίζεται το γεγονός ότι υπάρχουν λιγότεροι εργάτες ανά μονάδα επένδυσης. Η αυξημένη εκμετάλλευση μπορεί να προκύψει από την επέκταση της εργάσιμης
μέρας (η «απόλυτη υπεραξία» σύμφωνα με τον Μαρξ), από την περικοπή των πραγματικών μισθών, την αύξηση της φυσικής έντασης της εργασίας ή από μια μείωση του κόστους παροχής των προς το ζην στους
εργάτες ως αποτέλεσμα της αυξημένης παραγωγικότητας. Σ' αυτή την
περίπτωση ο καπιταλιστής θα μπορούσε να αυξήσει το ποσοστό της εργασίας κάθε ξεχωριστού εργάτη που μετατρέπεται σε υπεραξία, ακόμα
κι αν δεν μειωνόταν το βιοτικό επίπεδο του εργάτη. Μια τέτοια αύξηση
τον ποσοστού εκμετάλλευσης μπορεί να αντισταθμίσει σε κάποιο βαθμό
τις καθοδικές πιέσεις στο ποσοστό κέρδους: ο συνολικός αριθμός των
εργατών μπορεί να μην μεγαλώνει με την ίδια ταχύτητα που μεγαλώνει
η συνολική επένδυση, όμως, ο κάθε ξεχωριστός εργάτης/τρια θα παρήγε περισσότερη υπεραξία ακόμα και αν δεν πληττόταν από περικοπή
στο μισθό ή δεν αναγκαζόταν να εργαστεί πιο σκληρά.
Υπάρχει, ωστόσο, ένα όριο στο βαθμό που η συγκεκριμένη μέθοδος
μπορεί να αντισταθμίσει την πίεση στο ποσοστού κέρδους: το όριο είναι
ο αριθμός των ωρών της εργάσιμης μέρας. Ο αριθμός των εργάσιμων
ωρών που αναλογούν στη συντήρηση του εργάτη μπορεί να μειωθούν
από τέσσερις σε τρεις ημερησίως, ή από τρεις σε δύο, δεν μπορούν,
όμως, να πέσουν κάτω από το μηδέν! Αντίθετα, η επένδυση σε μέσα παραγωγής μπορεί να αυξηθεί χωρίς όριο.42
Ας πάρουμε σαν παράδειγμα μια επιχείρηση που απασχολεί σε μόνιμη βάση προσωπικό 30.000 ατόμων. Ακόμα κι αν τους ανάγκαζε να
δουλέψουν στα όρια των φυσικών τους δυνατοτήτων (π.χ. 16 ώρες ημερησίως) χωρίς να τους πληρώνει μισθούς, το καθημερινό της κέρδος δεν
θα ξεπερνούσε την αξία που είναι ενσωματωμένη στις 30.000 χ 16 ώρες
εργασίας. Πρόκειται για ένα όριο πέρα από το οποίο δεν μπορεί να αυξηθεί το κέρδος. Όμως, δεν υφίσταται κανένα τέτοιο όριο στο βαθμό
100

Κρις Χάρμαν

που μπορεί να αυξηθεί η επένδυση (και με ένα τέτοιο υψηλό ποσοστό
εκμετάλλευσης θα υπάρχει μια τεράστια ποσότητα υπεραξίας που θα
πρέπει να μετατραπεί σε διευρυμένη επένδυση). Οπότε, υπάρχει ένα
σημείο που τα κέρδη σταματούν να αυξάνονται, έστω κι αν ο ανταγωνισμός αναγκάζει το επίπεδο των επενδύσεων να αυξάνεται συνεχώς. Ο
λόγος των κερδών προς την επένδυση, το ποσοστό κέρδους, θα τείνει
να πέφτει.
Η δεύτερη «αντισταθμιστική τάση» είναι το γεγονός ότι η αύξηση
της παραγωγικότητας της εργασίας σημαίνει ότι συντελείται μια συνεχής μείωση του χρόνου εργασίας - συνεπώς και της αξίας - που είναι
αναγκαίος για την παραγωγή μιας μονάδας εγκαταστάσεων, εξοπλισμού, πρώτων υλών. Η «τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου» - ο υλικός
λόγος των εργοστασίων, μηχανών κλπ προς τους εργάτες - μεγαλώνει.
Όμως, τα εργοστάσια, οι μηχανές κλπ, γίνονται φτηνότερα. Οπότε η
επέκταση της επένδυσης σε αξία θα είναι μάλλον πιο αργή από την επέκτασή της σε υλικούς όρους. Μ' αυτό τον τρόπο θα αντισταθμίζει σε
ένα βαθμό την τάση να ξεπερνά σε αύξηση η αξία της επένδυσης την
υπεραξία.
Έχουν διατυπωθεί ισχυρισμοί ότι η παραπάνω διαδικασία συνιστά
κάτι περισσότερο από «αντισταθμιστική τάση» στο νόμο του Μαρξ, ότι
στην πραγματικότητα τον αναιρεί πλήρως. Όσοι ασκούν μια τέτοια κριτική, επιστρατεύοντας τις μαθηματικές εξισώσεις του Οκίσιο, υποστηρίζουν ότι η τεχνολογική πρόοδος έχει ως αποτέλεσμα τα αγαθά να παράγονται πάντοτε φτηνότερα απ' ό,τι στο παρελθόν.43 Αν σε μια συγκεκριμένη βιομηχανία η αύξηση του λόγου νεκρής προς ζωντανή εργασία
αυξήσει την παραγωγικότητα, η τιμή του παραγόμενου προϊόντος θα
πέσει σε σύγκριση με την τιμή από άλλες βιομηχανίες. Όμως, αυτό με τη
σειρά του θα μειώσει το κόστος της επένδυσης στις άλλες βιομηχανίες
και το λόγο της επένδυσης προς την εργασία. Χαμηλότερα κόστη επένδυσης θα χαμηλώσουν την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου και θα αυξήσουν το ποσοστό κέρδους.
Με μια πρώτη ματιά, το επιχείρημα φαίνεται πειστικό. Είναι, ωστόσο, ψευδές. Βασίζεται σε μια αλληλουχία λογικών βημάτων η οποία δεν
υφίσταται στον πραγματικό κόσμο. Η επένδυση είναι μια παραγωγική
διαδικασία που συμβαίνει σε ένα δεδομένο χρονικό σημείο. Το φτήνεμα
Καπιταλισμός Ζόμττι

101

της παραπέρα επένδυσης ως αποτέλεσμα των βελτιωμένων παραγωγικών τεχνικών, είναι μια άλλη διαδικασία που συμβαίνει σε ένα μετέπειτα χρονικό σημείο. Αυτές οι δυο δεν πραγματοποιούνται ταυτόχρονα.44
Υπάρχει μια παλιά παροιμία που λέει: «Δεν μπορείς να χτίσεις τα
σπίτια του σήμερα με τα τούβλα του αύριο». Το γεγονός ότι η αύξηση
της παραγωγικότητας θα κάνει την αγορά μιας μηχανής φτηνότερη σε
διάστημα ενός έτους, δεν σημαίνει ότι μειώνεται και το ποσό που πρέπει
να πληρώσει ο καπιταλιστής για να την αγοράσει σήμερα. Και αν κάποιος άλλος καπιταλιστής αγοράσει τη νέα μηχανή τότε, η αξία της μηχανής που κατέχει ο πρώτος καπιταλιστής μειώνεται άμεσα. Ενώ ο νέος
καπιταλιστής μπορεί να παράγει με περισσότερο κέρδος, ο πρώτος καπιταλιστής πρέπει να αφαιρέσει από τα κέρδη του τη ζημιά που υπέστη
στην αξία της μηχανής.45
Όταν οι καπιταλιστές υπολογίζουν τα ποσοστά κέρδους τους, συγκρίνουν την υπεραξία που αποσπούν κάνοντας χρήση των εγκαταστάσεων και των μηχανών που λειτουργούν, με τα ποσά που είχαν ξοδέψει
για την απόκτηση τους κάποια στιγμή στο παρελθόν. Δεν συγκρίνουν
με αυτό που θα τους κόστιζε η αντικατάστασή τους σήμερα. Αυτό το
σημείο αποκτάει μεγαλύτερη σημασία, αν θυμηθούμε ότι η πραγματική
διαδικασία καπιταλιστικής επένδυσης συμβαίνει με ένα τέτοιο τρόπο
που το ίδιο πάγιο, σταθερό κεφάλαιο (μηχανές και κτίρια) χρησιμοποιείται για πολλούς κύκλους παραγωγής. Το γεγονός ότι το κόστος της
επένδυσης θα ήταν χαμηλότερο αν αυτή πραγματοποιούταν μετά το
δεύτερο, τρίτο ή τέταρτο γύρο παραγωγής δεν αλλάζει το κόστος της
που ίσχυε πριν τον πρώτο γύρο παραγωγής.
Η υποτιθέμενη διάψευση του Μαρξ, όπως και το λεγόμενο «πρόβλημα του μετασχηματισμού», προκύπτει από την προσπάθεια εφαρμογής ταυτόχρονων εξισώσεων σε διαδικασίες που πραγματοποιούνται
στο χρόνο. Εξ ορισμού οι ταυτόχρονες εξισώσεις δηλώνουν ταυτόχρονες διαδικασίες χωρίς τη μεσολάβηση χρόνου ανάμεσά τους.
Βέβαια, η πτώση της αξίας του επενδυμένου κεφαλαίου τους δεν
κάνει τη ζωή ευκολότερη για τους καπιταλιστές. Για να επιβιώσουν στην
αγορά πρέπει να αναπληρώσουν, με κέρδος μάλιστα, όλο το κόστος
των προηγούμενων επενδύσεών τους κι αν η τεχνολογική πρόοδος έχει
σημάνει ότι τώρα πλέον η αξία αυτών των επενδύσεων έχει πέσει π.χ.
102

Κρις Χάρμαν

στο μισό, θα πρέπει διαγράψουν αυτή τη διαφορά από τα ακαθάριστα
κέρδη τους. Ό,τι κέρδισαν από το ένα χέρι το έχασαν από το άλλο, με
την «απόσβεση» κεφαλαίου να τους προκαλεί πονοκεφάλους το ίδιο
έντονους με εκείνους που θα τους προκαλούσε μια άμεση πτώση του
ποσοστού κέρδους.46
Ο καπιταλισμός δεν στηρίζεται απλά στην αξία, αλλά στην αυτοεπέκταση της αξίας που ενσωματώνεται στο κεφάλαιο. Το γεγονός αυτό
κάνει αναγκαστική τη σύγκριση ανάμεσα στην τρέχουσα υπεραξία και
την καπιταλιστική επένδυση από την οποία πηγάζει και η οποία έχει
προηγηθεί. Διαφορετικά, η ίδια η έννοια των «αυτοεπεκτεινόμενων
αξιών» γίνεται ασυνάρτητη. Και η απώλεια αξίας του εξοπλισμού και
των υλικών της παραγωγής που έχουν ήδη πληρωθεί θέτει εμπόδια
στην αυτοεπέκταση της αξίας.
Η μείωση του κόστους της επένδυσης μπορεί να ευνοήσει το νέο
καπιταλιστή. Όμως, και ο ίδιος υφίσταται πίεση από άλλους καπιταλιστές που κι εκείνοι με τη σειρά τους επενδύουν σε νέο, φτηνότερο εξοπλισμό. Και διαρκώς, η ύπαρξη της υπεραξίας που έχει παραχθεί σε
προηγούμενους γύρους παραγωγής και είναι διαθέσιμη για επενδύσεις
σε όλο και νεότερες τεχνικές, ωθεί προς τα πάνω το λόγο της επένδυσης προς το εργατικό δυναμικό.
Υπάρχει μια συνεχής μεγέθυνση του ποσού της υπεραξίας που αναζητεί διέξοδο για επένδυση. Όσο μεγαλύτερο τμήμα αυτής της υπεραξίας μπορεί να πάρει στα χέρια του ο κάθε καπιταλιστής τόσο μεγαλύτερες θα είναι οι επενδύσεις που θα μπορεί να υλοποιήσει και τόσο περισσότερες τεχνικές αύξησης της παραγωγικότητας θα είναι σε θέση να
εισάγει σε σύγκριση με τους ανταγωνιστές του. Ένας καπιταλιστής μπορεί να αγοράσει σήμερα μια μηχανή που είναι δυο φορές παραγωγικότερη από μια άλλη που είχε αγοράσει ένα χρόνο πριν. Όμως, αυτό δεν
θα του χρησιμεύσει σε τίποτα, αν ο ανταγωνιστής του χρησιμοποιήσει
μεγαλύτερη συσσωρευμένη υπεραξία για να αγοράσει μια μηχανή που
είναι τέσσερις φορές παραγωγικότερη. Ο κάθε καπιταλιστής μπορεί να
συνεχίζει να επιβιώνει μόνο αν δαπανά σε νέα μέσα παραγωγής όσο γίνεται περισσότερη υπεραξία. Αν τα μέσα παραγωγής γίνονται φτηνότερα, τότε αυτό δεν σημαίνει τίποτα άλλο από το ότι πρέπει να αγοράσει
περισσότερα για να αποκτήσει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Αν όλα τ'
Καπιταλισμός Ζόμττι

103

άλλα παραμένουν ίσα, όσο υπάρχει περισσότερη υπεραξία διαθέσιμη
για επένδυση σε σχέση με παλιότερα, τόσο η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου τείνει να αυξάνεται.47 Δεν παίζει κανένα ρόλο το γεγονός ότι
τα μέσα και υλικά παραγωγής είναι φτηνότερα- απλά αυτό γίνεται αιτία
να αγοραστούν περισσότερα.

Η κρίση και η πτώση του ποσοστού κέρδους
Αν η υποτίμηση του κεφαλαίου μέσω της αυξημένης παραγωγικότητας
δεν μπορεί από μόνη της να διατηρήσει το ποσοστό κέρδους, αυτό μπορεί να συμβεί αν συνδυαστεί με κάτι άλλο: την κρίση. Γιατί κρίση σημαίνει ότι μερικά κεφάλαια χρεοκοπούν. Τότε εξαναγκάζονται να ξεφορτωθούν το κεφάλαιο τους όχι απλώς στην υποτιμημένη του αξία, αλλά
όσο-όσο. Ευεργετημένοι είναι όσοι καπιταλιστές επιβιώνουν από την
κρίση. Μπορούν να αγοράσουν πολύ φτηνά μέσα παραγωγής - συσσωρεύσεις αξίας - που τους καθιστούν ικανούς να αποκαταστήσουν το δικό τους ποσοστό κέρδους.
Κατ' αυτό τον τρόπο, η υποτίμηση της αξίας του κεφαλαίου μπορεί
να ανακουφίσει το σύστημα συνολικά, μιας και το βάρος του κόστους
το αναλαμβάνουν ουσιαστικά οι καπιταλιστές που οδηγήθηκαν στη
χρεοκοπία και όχι εκείνοι που επιβίωσαν. Οι καπιταλιστές που εξοντώνονται επωμίζονται πολύ από το κόστος της υποτίμησης για το σύστημα συνολικά, διευκολύνοντας όσους επιβιώνουν να το κατορθώνουν με
χαμηλότερο κεφαλαιακό κόστος και υψηλότερο ποσοστό κέρδους απ'
ό,τι θα είχαν σε διαφορετική περίπτωση. «Πάντοτε οι κρίσεις δεν είναι
τίποτε άλλο από στιγμιαίες και βίαιες λύσεις των υφιστάμενων αντιθέσεων. Είναι βίαιες εκρήξεις που αποκαθιστούν προσωρινά τη διαταραγμένη ισορροπία».4®
Υπάρχει μια συνεχής διπλή αλληλεπίδραση ανάμεσα στη μακρόχρονη πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους και στις κυκλικές κρίσεις.
Η αύξηση του λόγου επένδυσης/εργασίας που συντελείται καθώς πραγματοποιούνται νέες επενδύσεις σε περιόδους επέκτασης, εξασκεί μια
καθοδική πίεση στο ποσοστό κέρδους, όπως του ασκούν πίεση οι αυξήσεις στις τιμές των πρώτων υλών και στους μισθούς. Μια τέτοια πίεση
104

Κρις Χάρμαν

μπορεί να έχει άμεσο αποτέλεσμα, όπου η πτώση του ποσοστού κέρδους οδηγεί επιχειρήσεις σε παύση επενδύσεων, κάτι το οποίο προκαλεί
ύφεση στις εταιρείες παραγωγής κεφαλαιουχικών αγαθών που στη συνέχεια επεκτείνεται και στους άλλους τομείς. Ή μπορεί να έχει έμμεσο
αποτέλεσμα, αν η προσπάθεια των επιχειρήσεων να καθηλώσουν τους
πραγματικούς μισθούς στεφθεί με επιτυχία. Σε αυτή την περίπτωση οι
επιχειρήσεις παραγωγής ειδών κατανάλωσης δεν θα μπορούν να πουλήσουν τα προϊόντα τους - ή, όπως το έθεσε ο Μαρξ, δεν θα μπορούν
να «πραγματοποιήσουν την υπεραξία» που έχουν αποσπάσει με την εκμετάλλευση - κάτι που με τη σειρά του θα οδηγήσει πάλι σε ύφεση.49
Όμως, η κρίση με τη σειρά της οδηγεί κάποιες επιχειρήσεις στη χρεοκοπία και δίνει τη δυνατότητα σε άλλες επιχειρήσεις να απορροφήσουν τον εξοπλισμό και τις πρώτες ύλες και να προσλάβουν τους εργάτες τους με χαμηλότερους μισθούς. Αν χρεοκοπήσουν αρκετές επιχειρήσεις, τότε η κρίση μπορεί να εξουδετερώσει πλήρως τη μακρόχρονη
πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους. Εν συντομία, η πτώση του ποσοστού κέρδους παράγει την κυκλική κρίση, όμως η κυκλική κρίση βοηθά
στην επίλυση της μακρόχρονης πτώσης στο ποσοστό κέρδους.
Η θεωρία του Μαρξ για την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους
δημοσιεύτηκε έντεκα ολόκληρα χρόνια μετά το θάνατο του* και δεν είχε μεγάλο αντίκτυπο στις αναλύσεις που έκαναν οι υποστηρικτές του
στις δυο επόμενες δεκαετίες. Μόλις και μετά βίας εμφανίζεται στις πιο
σημαντικές εργασίες μαρξιστικής ανάλυσης που έγραψαν η Ρόζα Λούξεμπουργκ, ο Βλαδιμίρ Λένιν και ο Νικολάι Μπουχάριν. Ο Ρούντολφ
Χίλφερντινγκ την αποδεχόταν, όμως δεν ήταν κεντρική στη δικιά του
ανάλυση.50 Μόνο τη δεκαετία του '20 ο πολωνο-αυστριακός μαρξιστής
Χένρικ Γκρόσμαν έκανε μια συστηματική προσπάθεια να αξιοποιήσει
αυτή τη θεωρία για να ερμηνεύσει τη μακροπρόθεσμη τροχιά του συστήματος. Ο Γκρόσμαν αντιδρούσε στη ροπή πολλών μαρξιστών να αρνούνται ότι ο καπιταλισμός αναπόφευκτα οδεύει σε ένα μεγάλο κραχ,
σε μια «κατάρρευση». Πήρε σαν αφετηρία της κριτικής του τα επιχειρήματα του αυστριακού σοσιαλδημοκράτη Ότο Μπάουερ, ο οποίος υποστήριζε ότι είχε αποδείξει πως ο καπιταλισμός θα μπορούσε να επεκτεί• Πέθανε το 1883. Στμ.
Καπιταλισμός Ζόμττι

105

νεται επ' αόριστον χρησιμοποιώντας τα σχήματα αναπαραγωγής που
υπάρχουν στο Δεύτερο Τόμο του Κεφαλαίου, με τα οποία ο Μαρξ αποπειράται να απεικονίσει τις αμοιβαίες σχέσεις ανάμεσα στα διαφορετικά
τμήματα* της καπιταλιστικής παραγωγής.51
Ο Γκρόσμαν υποστήριζε ότι είχε αποδείξει - κόντρα στον Μπάουερ
- ότι αν τα σχήματα αναπαραγωγής επεκταθούν κατά πολλούς κύκλους παραγωγής,** τότε θα έφτανε ένα σημείο όπου το ποσοστό του
κέρδους θα ήταν πολύ χαμηλό για να επιτρέψει τη συνέχιση της παραγωγής χωρίς να χρειάζεται να κοπούν οι πραγματικοί μισθοί των εργατών και η κατανάλωση της ίδιας της τάξης των καπιταλιστών. Κάτι τέτοιο θα συνέβαινε διότι «το εύρος της συσσώρευσης επεκτείνεται... σε
αναλογία με το βάρος του ήδη συσσωρευμένου κεφαλαίου», έστω κι αν
το ποσοστό κέρδους τείνει να μειώνεται. Εν τέλει θα έφτανε το σημείο
στο οποίο η διατήρηση της συσσώρευσης θα απορροφούσε όλη την
υπάρχουσα υπεραξία, χωρίς να αφήνει καθόλου για την πολυτελή κατανάλωση της τάξης των καπιταλιστών και στη συνέχεια κατατρώγοντας
και την αξία που θα χρειαζόταν για τη συντήρηση της εργατικής τάξης.52
Εναλλακτικά, αν χρησιμοποιηθεί υπεραξία σε αυξημένη κλίμακα
για να διατηρηθεί το ποσοστό κέρδους στις υφιστάμενες επενδύσεις,
τότε θα σημειωνόταν κατάρρευση του όγκου της υπεραξίας που θα
ήταν διαθέσιμη για νέες επενδύσεις. Οι βιομηχανίες που τροφοδοτούν
τις επενδύσεις δεν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν. Θα εμφανιζόταν
μια «απόλυτη υπερσυσσώρευση» και μια «κατάσταση κεφαλαιακού κορεσμού κατά την οποία το υπερσυσσωρευμένο κεφάλαιο βρίσκεται αντιμέτωπο με έλλειψη επενδυτικών ευκαιριών και του είναι όλο και πιο
δύσκολο να υπερβεί αυτό τον κορεσμό».53 Σε κάθε μια από τις δυο περιπτώσεις, το σύστημα δεν θα μπορούσε να αναπαράγει τον εαυτό του.
Έχουν διατυπωθεί πολλές αντιρρήσεις στα επιχειρήματα του Γκρόσμαν.54 Από την ανάλυσή του δεν γίνεται σαφές γιατί ο ρυθμός της επέ* Το Τμήμα I (παραγωγή μέσων παραγωγής), το Τμήμα II (παραγωγή ειδών κατανάλωσης). Ο Μαρξ σε σημεία του έργου του συμπεριλαμβάνει και ένα τρίτο, το Τμήμα
III (παραγωγή ειδών πολυτελείας). Στμ.
· · Ο Μπάουερ σταματάει στον τέταρτο κύκλο. Ο Γκρόσμαν επεκτείνει μέχρι τον 36. Κάθε κύκλος ισούται με ένα χρόνο. Στμ.
106

Κρις Χ ά ρ μ α ν

κτασης των επενδύσεων παραμένει σταθερός από κύκλο σε κύκλο, αντί
να μειώνεται με αργούς ρυθμούς ανταποκρινόμενος στην πτώση του
ποσοστού κέρδους - και συγκρατώντας, ως εκ τούτου, την ανοδική τάση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου. Σε μια τέτοια περίπτωση,
μπορεί να μοιάζει ότι η «κατάρρευση» μπορεί να αναβληθεί για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Παραπέρα, το βιβλίο του Γκρόσμαν δεν
αποσαφηνίζει αν η θεωρία αποδεικνύει το αναπόφευκτο της κρίσης ή το
αναπόφευκτο μιας πλήρους κατάρρευσης του συστήματος. Ο Γκρόσμαν
παραδέχεται ότι η κρίση μπορεί να λειτουργεί αντισταθμιστικά στην
πτώση του ποσοστού κέρδους, ωστόσο παρ' όλα αυτά συμπεραίνει:
ο μηχανισμός συνολικά τείνει αμείλικτα στο απώτατο όριό του με
τη γενική διαδικασία της συσσώρευσης... Από τη στιγμή που αυτές οι αντίρροπες τάσεις εκτονωθούν από μόνες τους ή απλά πάψουν να λειτουργούν, η τάση της κατάρρευσης παίρνει το πάνω
χέρι και εκδηλώνεται στην απόλυτη μορφή της τελικής κρίσης.55
Παρ' όλα αυτά, είναι δυνατόν να σκεφτούμε υποθετικές περιστάσεις
όπου θα έχουν εφαρμογή τα επιχειρήματα του Γκρόσμαν. Ο έντονος ανταγωνισμός ανάμεσα στα κεφάλαια - ο οποίος εντείνεται περισσότερο
λόγω των πτωτικών ποσοστών κέρδους - μπορεί να αναγκάσει το καθένα απ' αυτά να επενδύει σε όλο και πιο ακριβά μέσα παραγωγής, ούτως
ώστε να αποκτήσει την προηγμένη τεχνολογία που είναι όρος επιβίωσης. Σε αυτή την περίπτωση, τα τεχνικά προαπαιτούμενα του επιτυχημένου ανταγωνισμού θα αντιστρατεύονταν τη δυνατότητα διατήρησης της
κερδοφορίας- η ενσωμάτωση του κεφαλαίου σε συγκεκριμένες αξίες
χρήσης θα ερχόταν σε αντίθεση με τη δυνατότητα επέκτασης της αξίας
του. Η αντίσταση της εργατικής τάξης θα μπορούσε να εμποδίσει την
παλινόρθωση των ποσοστών κέρδους μέσω της μεθόδου της μείωσης
της αμοιβής της εργατικής δύναμης κάτω από το κόστος αναπαραγωγής
της. Και μπορεί να υπάρξει κάτι που θα εμποδίσει τη συνηθισμένη λειτουργία των κύκλων άνθησης-ύφεσης, δηλαδή τη χρεοκοπία κάποιων
επιχειρήσεων και την ανακούφιση των μακροχρόνιων προβλημάτων για
τις υπόλοιπες. Επομένως, η θεωρία του Γκρόσμαν δείχνει πως η πτωτική
τάση του κέρδους μπορεί να προκαλέσει βαθιά προβλήματα στο σύστημα, χωρίς να την αντιμετωπίζουμε ως μια οριστική απόδειξη ότι ο καπιταλισμός είναι καταδικασμένος να καταρρεύσει από μόνος του.
Καπιταλισμός Ζόμττι

107

Η συγκέντρωση και
η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου
Η δεύτερη μακρόχρονη διαδικασία που ανακάλυψε ο Μαρξ ήταν εκείνη
που ονόμασε «συγκέντρωση και συγκεντροποίηση» του κεφαλαίου.54
Δεν είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό τι σημαίνει. Η συγκέντρωση αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο η εκμετάλλευση δίνει τη δυνατότητα
στις διάφορες μονάδες κεφαλαίου να συσσωρεύουν και να μεγεθύνονται. Η μικρή εταιρεία γίνεται μεγάλη και η μεγάλη γίνεται γιγάντια εφόσον είναι σε θέση να επιβιώσει μετά από κάθε κυκλική κρίση. Η συγκεντροποίηση αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο κάθε κρίση αποβάλλει μερικούς καπιταλιστές, αφήνοντας εκείνους που θα διατηρηθούν να
ελέγχουν ένα μεγαλύτερο μέρος του συνόλου του συστήματος.
Αυτή η διαδικασία έχει σημαντικές συνέπειες, οι οποίες δεν σκιαγραφήθηκαν όλες πλήρως από τον ίδιο τον Μαρξ. Όσο μεγαλύτερες είναι οι ξεχωριστές μονάδες κεφαλαίου και όσο μεγαλύτερο μερίδιο συνιστούν για το σύνολο του συστήματος, τόσο ευρύτερη θα είναι και η επίδραση τους πάνω στο υπόλοιπο σύστημα κάθε φορά που κάποια από
αυτές θα καταρρέει. Αν μια μικρή επιχείρηση σταματά να είναι κερδοφόρα και καταρρεύσει, αυτή η κατάρρευση θα καταστρέψει μόνο ένα
μικρό μέρος της αγοράς για κάποιες άλλες, προηγουμένως κερδοφόρες,
μικρές επιχειρήσεις που την τροφοδοτούσαν. Το φαινόμενο του ντόμινο
θα είναι πολύ περιορισμένο. Αν, όμως, μία από τις γιγαντιαίες επιχειρήσεις χρεοκοπήσει, τότε αυτή η χρεωκοπία μπορεί να έχει καταστρεπτικές συνέπειες σε άλλες μεγάλες επιχειρήσεις, προηγουμένως κερδοφόρες, οι οποίες εξαρτούνταν απ' αυτή για τις αγορές τους, όπως επίσης
και για τις τράπεζες ή άλλες επιχειρήσεις που την είχαν δανειοδοτήσει.
Τότε το φαινόμενο του ντόμινο γίνεται φαινόμενο της χιονοστιβάδας.
Την ίδια στιγμή, ωστόσο, το ίδιο το μέγεθος των επιχειρήσεων μπορεί να τους εξασφαλίσει προστασία ως ένα βαθμό από τις δυνάμεις της
αγοράς. Οι επιμέρους πράξεις εργασίας εντός μιας μεγάλης καπιταλιστικής επιχείρησης δεν έρχονται απευθείας σε ανταγωνισμό με τις επιμέρους πράξεις εκτός της επιχείρησης. Αντιθέτως, οι αποφάσεις της διεύθυνσης καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο σχετίζονται μεταξύ τους.
Όπως το θέτει ο Μαρξ:
108

Κρις Χάρμαν

Στο πλαίσιο της βιομηχανικής παραγωγής... ο συλλογικός εργαζόμενος οργανισμός είναι μια μορφή ύπαρξης του κεφαλαίου. Ο
μηχανισμός που αποτελείται από πολυάριθμους ξεχωριστούς εργάτες ανήκει στον καπιταλιστή...
Κυρίως η βιομηχανική παραγωγή όχι μόνο υποτάσσει τον προηγουμένως ανεξάρτητο εργάτη στην πειθαρχία και τις διαταγές
του κεφαλαίου, αλλά, επιπροσθέτως, δημιουργεί μια ιεραρχική
κλίμακα των ίδιων των εργατών... Δεν διανέμεται μόνο το εξειδικευμένο έργο σε επιμέρους άτομα, αλλά και το ίδιο το άτομο καθίσταται ο αυτόματος κινητήρας μιας αποσπασματικής λειτουργίας...57
Οι μεγάλες επιχειρήσεις μοιάζουν με νησιά μέσα στο σύστημα, στα
οποία η σχέση μεταξύ της εργασίας που επιτελείται από κάθε άτομο οργανώνεται στη βάση ενός σχεδίου και όχι στη βάση της διασύνδεσης
των προϊόντων αυτής της εργασίας μέσω της αγοράς:
Τι... χαρακτηρίζει τον καταμερισμό της εργασίας στη βιομηχανική παραγωγή; Το γεγονός ότι ο επιμέρους εργάτης δεν παράγει
εμπορεύματα. Μόνο το κοινό προϊόν όλων των επιμέρους εργατών θα γίνει εμπόρευμα. Ο καταμερισμός εργασίας στην κοινωνία προκαλείται από την αγορά και την πώληση των προϊόντων
των διαφόρων κλάδων της βιομηχανίας, ενώ η σύνδεση των επιμέρους λειτουργιών σε ένα εργασιακό χώρο οφείλεται στην πώληση της εργατικής δύναμης κάποιου αριθμού εργατών σε έναν
καπιταλιστή, ο οποίος τη χρησιμοποιεί ως συνδυασμένη εργατική δύναμη... Την ίδια στιγμή που μέσα στον εργασιακό χώρο ο
σιδερένιος νόμος της αναλογικότητας υποτάσσει συγκεκριμένο
αριθμό εργατών σε συγκεκριμένες εργασίες, στην κοινωνία, έξω
από τον εργασιακό χώρο, η τύχη και οι ιδιοτροπίες ισχύουν απολύτως ως προς την κατανομή των παραγωγών και των μέσων
παραγωγής που έχουν στη διάθεσή τους μεταξύ των διαφόρων
κλάδων της βιομηχανίας.58
Οι νησίδες σχεδιασμού στο εσωτερικό των επιχειρήσεων δεν υπάρχουν
ξέχωρα από τη θάλασσα της εμπορευματικής παραγωγής που τις περιβάλλει. Το εσωτερικό καθεστώς είναι μια ανταπόκριση στην εξωτερική
πίεση για απόσπαση και συσσώρευση υπεραξίας προκειμένου να είναι
ανταγωνιστικές: «Η αναρχία στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας και
ο δεσποτισμός στον εργασιακό χώρο είναι αμοιβαίες συνθήκες η μία
Καπιταλισμός Ζόμττι

109

της άλλης».*' Ο δεσποτισμός εμφανίζεται εξαιτίας της πίεσης πάνω
στον καπιταλιστή να ακολουθήσει η παραγωγικότητα της εργασίας μέσα στην επιχείρησή του το βηματισμό της συνεχώς μεταβαλλόμενης παραγωγικότητας της εργασίας στο σύνολο του συστήματος. Αυτό, όμως,
δεν μπορεί να συμβεί χωρίς τη χρήση του εξαναγκασμού, χωρίς την καταπίεση κάθε εργάτη ξεχωριστά, ώστε ο καπιταλιστής να επιτυγχάνει
αυτό που υφίσταται συνολικά στην κοινωνία από την τυφλή αλληλεπίδραση των εμπορευμάτων.
Ο νόμος της αξίας λειτουργεί καλύπτοντας όλες τις επιχειρήσεις
μέσω της αγοράς. Μέσα στην επιχείρηση πρέπει να επιβληθεί από τη
συνειδητή ρύθμιση του καπιταλιστή. Ο σχεδιασμός μέσα στον καπιταλισμό δεν είναι το αντίθετο της αγοράς· είναι ο τρόπος με τον οποίο ο καπιταλιστής επιχειρεί να επιβάλει τις απαιτήσεις της αγοράς πάνω στην
εργατική δύναμη.60
Ο καπιταλιστής, ωστόσο, συχνά μπορεί να βρίσκει τρόπο να λειτουργεί με παρεκκλίσεις. Η επιχείρηση μπορεί να είναι κερδοφόρα, αν
αναπτύσσεται γρήγορα η αγορά για τα προϊόντα της, παρόλο που το
κόστος της παραγωγής εσωτερικά μπορεί να ξεφεύγει σε αξιοσημείωτο
βαθμό από το τρέχον κόστος που επικρατεί στο σύνολο του συστήματος. Το ίδιο συμβαίνει όταν κερδίζει ένα μεγάλο μερίδιο της αγοράς σε
ένα κλάδο της παραγωγής που απαιτεί μεγάλες ποσότητες παγίου κεφαλαίου. Οι παραγωγικές μέθοδοι που συνδέονται με την υλική δομή
του παγίου κεφαλαίου της (την αξία χρήσης της) μπορεί να απαιτούν
μεγαλύτερο κόστος από αυτό που υπάρχει στο σύνολο του συστήματος
(όπως, για παράδειγμα, στην περίπτωση που χρησιμοποιούνται παλαιότερου τύπου μηχανές που απασχολούν πολλούς εργάτες), αλλά η επιχείρηση προστατεύεται από το σοβαρό ανταγωνισμό για μεγάλο χρονικό διάστημα εξ αιτίας του υψηλού κόστους που έχει η ένταξη νέων επιχειρήσεων ώστε να την ανταγωνιστούν. Η ύπαρξη ενός συγκεκριμένου
κεφαλαίου ως πάγιας, υλικής αξίας χρήσης, όπως και εν δυνάμει ρευστής ανταλλακτικής αξίας, σημαίνει ότι ο νόμος της αξίας δεν ισχύει σε
αυτήν άμεσα και αυτόματα.
Αυτή δεν είναι μία κατάσταση που μπορεί να διατηρηθεί επ' άπειρον. Τελικά, η ανάπτυξη νέων, πιο προηγμένων παραγωγικών μεθόδων
στο σύνολο του συστήματος θα φέρει την επιχείρηση αντιμέτωπη με
110

Κρις Χάρμαν

τον αιφνίδιο σοβαρό ανταγωνισμό.
Τότε είναι που, μέσω της επίδρασης της κρίσης πάνω της, η επιχείρηση εξαναγκάζεται να αναδομηθεί προκειμένου να παράγει σύμφωνα
με το νόμο της αξίας, αν δεν θέλει να καταστραφεί. Όσες περισσότερες
ήταν οι επιχειρήσεις που περιβάλλονταν από σχετική προστασία στο
παρελθόν - δηλαδή, όσο μεγαλύτερη ήταν η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου - τόσο ισχυρότερη θα είναι και η κρίση όταν
τελικά ξεσπάσει.
Στο μεταξύ, βεβαίως, οι γιγάντιες εταιρείες μπορούν να ξεφεύγουν
από την κρίση· και μερικές φορές ακόμα και για μια μεγάλη χρονική περίοδο. Αν είναι αρκετές οι γιγάντιες εταιρείες που είναι σε θέση να ξεφεύγουν από την κρίση για μια περίοδο χρόνου, μπορεί να σχηματιστεί
η εντύπωση ότι το σύστημα, ή ένα μέρος του, δεν επηρεάζεται από την
κρίση. Αυτό που δεν σημειώνεται, όμως, είναι ότι το τίμημα που πληρώνει το σύστημα για να αποφεύγει τις κρίσεις είναι το ότι δεν υπάρχουν οι
αναδιαρθρώσεις που θα εξισορροπούσαν την καθοδική πίεση πάνω
στην κερδοφορία του. Τα κεφάλαια αποφεύγουν τις μικρές κρίσεις, τελικά μόνο και μόνο για να πέσουν πάνω σε πολύ ισχυρότερες.

Το άλλο όριο του καπιταλισμού;
Υπάρχει ένα τελικό σημείο το οποίο συνήθως χάνεται στις παρουσιάσεις
των ιδεών του Μαρξ: η έμφαση που δίνει στην επέκταση των «παραγωγικών δυνάμεων» έχει ερμηνευτεί ως ταύτιση με την οικονομική μεγέθυνση με κάθε κόστος. Ωστόσο, τόσο στα πρωιμότερα όσο και στα μεταγενέστερα κείμενα του Μαρξ και του'Ενγκελς είναι έντονη η συνειδητοποίηση του αντιφατικού χαρακτήρα της μεγέθυνσης στο πλαίσιο των
ταξικών κοινωνιών γενικά και ιδιαίτερα στο πλαίσιο του καπιταλισμού.
Το 1845-6 έγραφαν ότι:
Κατά την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων εμφανίζεται
ένα στάδιο στο οποίο δημιουργούνται παραγωγικές δυνάμεις και
μέσα επικοινωνίας που, υπό τις επικρατούσες συνθήκες, μπορούν
να προκαλέσουν μόνο βλάβη και δεν είναι πλέον παραγωγικά,
αλλά καταστροφικά.61
Καπιταλισμός Ζόμττι

111

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς δεν αντιλαμβάνονταν μόνο ότι ο καπιταλισμός
είναι γενικά καταστρεπτικός. Στο έργο τους εμπεριέχονται, επιπλέον,
και οι βασικές θέσεις για μια ιδιαίτερη κριτική όσον αφορά την οικολογική καταστροφή που παίρνει ιδιαίτερες διαστάσεις στον καπιταλισμό,
όπως έχουν τονίσει συγγραφείς σαν τον Τζον Μπέλαμι Φόστερ (John
Bellamy Foster) τα τελευταία χρόνια.42
Ο Μαρξ αντιλαμβανόταν τα ανθρώπινα όντα ως αναπόσπαστο
στοιχείο του φυσικού κόσμου. «Η εργασία», έγραφε
είναι, καταρχήν, διαδικασία στην οποία συμμετέχουν τόσο ο άνθρωπος όσο και η Φύση και στην οποία ο άνθρωπος με τη θέληση του ξεκινά, ρυθμίζει και ελέγχει τις υλικές αντιδράσεις μεταξύ
του ίδιου και της Φύσης. Θέτει τον εαυτό του έναντι της Φύσης
ως μία από τις ίδιες τις δικές της δυνάμεις, θέτει σε κίνηση τους
ώμους και τα πόδια του, το κεφάλι και τα χέρια του, τις φυσικές
δυνάμεις του σώματός του αποσκοπώντας να ιδιοποιηθεί τα
προϊόντα της Φύσης σε μία μορφή που είναι προσαρμοσμένη
στις δικές του ανάγκες.43
Αλλά η τάση του κεφαλαίου να δημιουργεί υπεραξία το οδηγεί να υπονομεύει τη ζωογόνο δύναμη της φύσης, όπως και τις συνθήκες της ανθρώπινης ζωής:
Η εκμετάλλευση και η διασπάθιση της γονιμότητας του εδάφους
αντικαθιστά τη συνειδητή ορθολογική καλλιέργεια του εδάφους
ως αιώνιας κοινής ιδιοκτησίας, αναφαίρετης συνθήκης ύπαρξης
και αναπαραγωγής μιας ολόκληρης διαδοχής γενεών του ανθρώπινου γένους.44
Εμφανίζεται «ένα απροσπέλαστο κενό στη συνοχή της κοινωνικής ανταλλαγής όπως αυτή προδιαγράφεται από τους φυσικούς νόμους της
ζωής».45 «Η καπιταλιστική παραγωγή αναπτύσσει την τεχνολογία και
συνδυάζει διάφορες διαδικασίες σε μια κοινωνική ολότητα μόνο με την
εξασθένιση των πρωταρχικών πηγών κάθε πλούτου, το έδαφος και τον
εργάτη...» 44 Ακριβώς όπως «η μεγάλης κλίμακας βιομηχανία... λεηλατεί
και καταστρέφει... την εργατική δύναμη... έτσι και η μεγάλης κλίμακας
μηχανοποιημένη γεωργία... αμέσως εξαντλεί τη φυσική γονιμότητα του
εδάφους...»47 Ο Μαρξ αναγνώριζε ότι η καπιταλιστική παραγωγή καταστρέφει αργά την ίδια τη βάση πάνω στην οποία στηρίζεται και η ίδια αλ112

Κρις Χάρμαν

Χά και ολόκληρη η ανθρώπινη παραγωγή: τη μεταβολική αλληλεπίδραση
μεταξύ του ανθρώπινου είδους και του υπόλοιπου φυσικού κόσμου.
Οι παρατηρήσεις του Μαρξ αφορούσαν κυρίως στις άμεσες συνέπειες της καπιταλιστικής γεωργίας πάνω στη γονιμότητα του εδάφους,
οι οποίες στην εποχή του μπορούσαν να ξεπεραστούν μόνο με τη χρήση
του γκουάνο - νιτρώδη ανόργανα αποθέματα που σωρεύονταν επί χιλιετίες από κουτσουλιές πουλιών και βρίσκονταν κυρίως στις ακτές του
βόρειου μέρους της Χιλής. Οι διεισδυτικές προσπελάσεις του Μαρξ υιοθετήθηκαν και αναπτύχθηκαν σε αυτό το πνεύμα από τον Καρλ Κάουτσκι κατά την τελευταία δεκαετία του δέκατου ένατου αιώνα, υποδεικνύοντας ότι συνέπειά τους θα είναι μια άμεση κρίση στα τρόφιμα.
Ωστόσο, μάλλον μοιάζει ότι ξεπεράστηκαν μετά την ανακάλυψη τρόπων παραγωγής τεχνητών νιτρικών λιπασμάτων (μέσω της επεξεργασίας Haber-Bosch) κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.Έτσι, η παγκόσμια παραγωγή τροφίμων ήταν σε θέση να επεκταθεί χωρίς προβλήματα σε όλη τη διάρκεια του εικοστού αιώνα. Οι αναλύσεις όμως της σχέσης μεταξύ του ανθρώπινου είδους και της φύσης είχαν ευρύτερες
εφαρμογές και δεν περιορίζονταν σε ένα απλό ενδιαφέρον για την παραγωγή τροφίμων, όπως το κατέστησε σαφές ο Ένγκελς στο χειρόγραφο του Η Διαλεκτική της Φύσης, το οποίο δεν δημοσιεύτηκε παρά
τριάντα χρόνια μετά το θάνατό του, στα μέσα της δεκαετίας του 1920.
Σε αυτό το κείμενο του ο Ένγκελς σημείωνε ότι, μολονότι τα ανθρώπινα όντα διαφέρουν από τα υπόλοιπα ζώα ως προς την ικανότητά
τους να «κυβερνούν» τη φύση, αυτό έχει ιστορικά μη προβλεπόμενες
αρνητικές συνέπειες οι οποίες ακυρώνουν τα αρχικά κέρδη. Φέρνει σαν
παράδειγμα τον τρόπο με τον οποίο η εκκαθάριση των δασών κατάστρεψε την Ελλάδα, τη Μεσοποταμία και τη Μικρά Ασία:
Γι' αυτό, σε κάθε μας βήμα υπάρχει η προειδοποίηση ότι δεν
εξουσιάζουμε τη φύση όπως ένα ξένο λαό, σαν να είμαστε έξω
από τη φύση - αλλά ότι με τη σάρκα και το αίμα και το μυαλό
μας ανήκουμε στη φύση και υπάρχουμε στο κέντρο της.68
Η επιστημονική πρόοδος άρχισε σταδιακά να εξασφαλίζει τα μέσα ώστε
να αποφεύγουμε την πρόκληση οικολογικών καταστροφών με τον
έλεγχο και τη ρύθμιση της «παραγωγικής δραστηριότητας». Αλλά αυτή
Καπιταλισμός Ζόμττι

113

η «ρύθμιση» απαιτούσε «κάτι παραπάνω από γνώση απλώς». Απαιτούσε «μια ολοκληρωμένη επανάσταση στον τρόπο παραγωγής που ίσχυε
μέχρι σήμερα και ταυτοχρόνως μια επανάσταση σε όλη τη σύγχρονή
μας κοινωνική οργάνωση».69 Αυτό ήταν απαραίτητο, επειδή:
Ο κάθε καπιταλιστής που ελέγχει τη δική του παραγωγή και τη
δική του ανταλλαγή ξεχωριστά, είναι σε θέση να ασχοληθεί μόνο
με τις πιο άμεσα χρήσιμες συνέπειες των πράξεών του... Όσον
αφορά τη φύση, όπως και την κοινωνία, ο τρόπος παραγωγής
που ισχύει σήμερα ενδιαφέρεται πρωτίστως και κυρίως μόνο για
το άμεσο, το πλέον απτό αποτέλεσμα- και μετά, εκφράζεται έκπληξη που οι πιο μακρινές συνέπειες των πράξεων που κατευθύνονταν προς αυτό το σκοπό, καταλήγουν να είναι διαφορετικές,
σχεδόν πάντα αντίθετες [του επιδιωκόμενου σκοπού, στμ] ως
προς το χαρακτήρα τους.70
Το συμπέρασμα είναι ότι ο καπιταλισμός εμπεριείχε άλλο ένα ενδογενές
όριο, πέραν της ενδογενούς τάσης του για οικονομικές κρίσεις. Αν ο καπιταλισμός αφεθεί στις δικές του δυνατότητες, στο τέλος θα καταστρέψει
τις ίδιες τις περιβαλλοντικές συνθήκες οποιασδήποτε μορφής ανθρώπινης ύπαρξης, συμπεριλαμβανομένης και της δικής του. Ούτε ο Μαρξ ούτε ο Ένγκελς ανάπτυξαν περισσότερο αυτό το συμπέρασμα. Ωστόσο, θα
αναδεικνυόταν ως εξαιρετικά σημαντικό έναν αιώνα αργότερα.

Ένα δυναμικό σύστημα πλήρες αντιφάσεων
Η αναγνώριση του γεγονότος ότι ο καπιταλισμός είναι ένα συνεχώς
επεκτεινόμενο σύστημα αλλοτριωμένης εργασίας διατρέχει τις σελίδες
των οικονομικών κειμένων του Μαρξ. Είναι ένα σύστημα στο οποίο η
ζωντανή δύναμη των ανθρώπων αποσπάται από αυτούς και μετατρέπεται σε ένα σύστημα πραγμάτων που κυριαρχεί πάνω στους ανθρώπους.
Το κεφάλαιο είναι εργασία που έχει μετασχηματιστεί σε ένα τερατώδες
προϊόν, του οποίου ο μόνος σκοπός είναι η αυτοεπέκτασή του: «Το κεφάλαιο είναι νεκρή εργασία, η οποία, σαν να ήταν βρικόλακας, ζει μόνο
ρουφώντας τη ζωντανή εργασία και ζει περισσότερο, όσο περισσότερη
εργασία ρουφά».71 Αυτό είναι που δίνει στον καπιταλισμό μια δυναμική
μεγέθυνσης που δεν συγκρίνεται με τις προηγούμενες κοινωνίες.
114

Κρις Χάρμαν

Η αδιάκοπη τάση για άντληση υπεραξίας που αποσκοπεί στην περαιτέρω άντληση ακόμα περισσότερης υπεραξίας, για συσσώρευση που
αποσκοπεί σε περισσότερη συσσώρευση, δεν γνωρίζει όρια. Με το που
εμφανίστηκε ο καπιταλισμός στην περιοχή της βορειοδυτικής Ευρώπης
ήταν υποχρεωμένος να απλώσει τα πλοκάμια του προκειμένου να καταλάβει ολόκληρη τη γη και να υποτάξει όλο και περισσότερη ζωντανή
εργασία σε αυτόν:
Η ανάγκη για να επεκτείνονται συνεχώς οι αγορές για τα προϊόντα της κυνηγά την αστική τάξη σε όλα τα μήκη και τα πλάτη
της γης. Οφείλει παντού να φωλιάζει, παντού να εγκαθίσταται,
παντού να εγκαθιδρύει δίκτυα. Η αστική τάξη, μέσω της εκμετάλλευσης της παγκόσμιας αγοράς, έχει δώσει ένα κοσμοπολίτικο χαρακτήρα στην παραγωγή και την κατανάλωση κάθε χώρας.
Προς μεγάλη θλίψη των αντιδραστικών, έχει απαλείψει το εθνικό έδαφος πάνω στο οποίο στηρίζονταν τα πόδια της βιομηχανίας. Όλες οι εθνικές βιομηχανίες που είχαν μεγάλη ιστορία
έχουν καταστραφεί ή καθημερινά καταστρέφονται. Εκτοπίζονται από νέες βιομηχανίες, των οποίων η εισαγωγή αποτελεί ζήτημα ζωής και θανάτου για όλα τα πολιτισμένα έθνη, από βιομηχανίες οι οποίες δεν κατεργάζονται πλέον τις ιθαγενείς πρώτες
ύλες, αλλά πρώτες ύλες που αντλούνται από τα πιο μακρινά μέρη· από βιομηχανίες των οποίων τα προϊόντα δεν καταναλώνονται μόνο στην πατρίδα, αλλά σε κάθε σημείο του πλανήτη. Στη
θέση των παλιών αναγκών, που ικανοποιούνταν από την παραγωγή της χώρας, βρίσκουμε νέες ανάγκες, οι οποίες για να καλυφθούν απαιτούν τα προϊόντα μακρινών περιοχών και κλιμάτων.
Στη θέση της παλαιάς τοπικής και εθνικής απομόνωσης και αυτάρκειας, έχουμε σχέσεις προς κάθε κατεύθυνση, παγκόσμια αλληλεξάρτηση των εθνών.72
Από την ανάλυση του Μαρξ προβάλλει εκείνο ακριβώς το στοιχείο το
οποίο απουσιάζει από το κύριο ρεύμα της οικονομικής επιστήμης, από
την εποχή εκείνη και μετά: η αίσθηση της κολοσσιαίας επέλασης του
καπιταλισμού.73 Το μοντέλο του Μαρξ περιέχει, όσο κανένα άλλο, την
ανάλυση ενός συστήματος το οποίο είχε επεκταθεί και είχε καλύψει το
μεγαλύτερο κομμάτι της Δυτικής Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής
την εποχή που πέθανε, το 1883, και επεκτάθηκε ακόμα περισσότερο
ώστε να καλύψει ολόκληρο τον κόσμο κατά τον 20ό αιώνα. Αλλά δεν
Καπιταλισμός Ζόμττι

115

είναι μόνον αυτό. Το μοντέλο του δεν αναφερόταν μόνο σε ένα αυτοεπεκτεινόμενο σύστημα, αλλά σε ένα σύστημα του οποίου η επέκταση
βασίζεται στην αλληλεπίδραση αντιφατικών δυνάμεων, οι οποίες εκφράζονται με την κρίση και την πτωτική πίεση πάνω στο ποσοστό κέρδους. Η επέκταση του συστήματος, ταυτοχρόνως, οδηγεί από τη μια
πλευρά σε μια τεράστια μεγέθυνση των παραγωγικών δυνάμεων, δηλαδή της ικανότητας της ανθρωπότητας να παράγει τους όρους ζωής της,
και από την άλλη στο μετασχηματισμό τους σε δυνάμεις καταστροφής
μέσω του ακρωτηριασμού της ζωής των ανθρώπων.
Ο καπιταλισμός ήταν και είναι ένα ολοποιητικό [totalising] - μπαίνω στον πειρασμό να γράψω «ολοκληρωτικό» [totalitarian] - σύστημα,
κατά ένα τρόπο που κανένας προηγούμενος τρόπος παραγωγής δεν
υπήρξε, αναγκάζοντας ολόκληρο τον κόσμο να χορεύει στους ξέφρενους ρυθμούς του ανταγωνισμού και της συσσώρευσης. Όσο όμως προχωρά σε αυτή τη διαδικασία ενσωμάτωσης, το σύστημα ως σύνολο συνεχώς αντιδρά πάνω στις ξεχωριστές διαδικασίες από τις οποίες εξαρτάται. Αναγκάζει κάθε κεφάλαιο να πιέζει προς τα κάτω την τιμή της εργατικής δύναμης στο ελάχιστο όριο που μπορεί να διατηρεί τους εργάτες του να έχουν τη δυνατότητα και τη θέληση να εργαστούν.74 Η σύγκρουση των κεφαλαίων αναγκάζει το καθένα απ' αυτά να συσσωρεύει
κατά ένα τρόπο που θα παράγει πτωτική πίεση πάνω στα ποσοστά κέρδους για όλα τους. Εμποδίζει το καθένα απ' αυτά να είναι ακινητοποιημένο, ακόμα και αν περιστασιακά αντιλαμβάνονται την ερήμωση που
επιφέρουν. Είναι ένα σύστημα που δημιουργεί περιοδική καταστροφή
για όλους όσους ζουν μέσα σ1 αυτό, ένα τρομακτικό υβρίδιο μεταξύ τέρατος του Φρανκενστάιν και Δράκουλα, ένα ανθρώπινο δημιούργημα
το οποίο ξέφυγε από τον έλεγχο και επιζεί καταβροχθίζοντας το ζωογόνο αίμα των δημιουργών του. Αυτή η κατανόηση του καπιταλισμού διακρίνει πρωτίστως και κυρίως την προσέγγιση του Μαρξ από οποιαδήποτε σχολή του κύριου ρεύματος οικονομολογικής σκέψης, είτε ορθόδοξη
είτε ετερόδοξη, και αυτό σημαίνει ότι εμπεριέχει έναν οδηγό για την
ανάλυση του καπιταλισμού στον αιώνα μας. Σημαίνει επίσης ότι για να
το κάνουμε αυτό πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τις έννοιες του Μαρξ για
να προχωρήσουμε πιο πέρα απ' αυτόν.

116

Κρις Χάρμαν

Κεφάλαιο Τέταρτο

Πέρα από τον Μαρξ:
μονοπώλιο, πόλεμος και κράτος

Νέες εξελίξεις
Ο Μαρξ περιέγραψε ένα σύστημα που ήταν ιδιαίτερα δυναμικό, αλλά
και το οποίο το μάστιζαν αξεπέραστες αντιθέσεις. Ο ίδιος του ο δυναμισμός ωθεί συνεχώς το κεφάλαιο να προσπαθεί να επεκταθεί με ταχύτερους ρυθμούς απ' ό,τι μπορεί να στηρίξει η ζωντανή εργατική δύναμη
από την οποία σε τελευταία ανάλυση εξαρτάται. Το όριο στην καπιταλιστική παραγωγή, έγραψε ο Μαρξ, είναι το ίδιο το κεφάλαιο. Συνεπώς,
όσο ο καπιταλισμός απλωνόταν σε όλο τον κόσμο, θα βίωνε όλο και πιο
μακρόχρονες και βαθιές υφέσεις, ανάμεσα στις οποίες θα μεσολαβούσαν όλο και πιο σύντομες και ασθενικές περίοδοι οικονομικής άνθησης.
Παράλληλα, η συγκέντρωση και η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου θα
είχε ως αποτέλεσμα μια όλο και πιο έντονη πόλωση ανάμεσα σε μια
συρρικνούμενη αριθμητικά τάξη καπιταλιστών και σε μια εργατική τάξη
που απορροφούσε στις γραμμές της την υπόλοιπη κοινωνία.
Από τον ίδιο το σχεδιασμό του, το μοντέλο αποτελούσε μια αφαίρεση. Ο Μαρξ, στην προσπάθειά του να αντιληφθεί τις τάσεις που καθορίζουν τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής ως τέτοιον, τους «γενικούς
νόμους» του, συνειδητά αγνόησε ένα μεγάλο μέρος από τις καθημερινές λειτουργίες των αγορών και πολλά από τα γνωρίσματα συγκεκριμένων καπιταλιστικών κοινωνιών. Ο τρόπος με τον οποίο ο καθένας από
τους τρεις τόμους του Κεφαλαίου λειτουργούσε σε διαφορετικό επίπεδο
αφαίρεσης, σήμαινε ότι ο τρίτος τόμος, εξετάζοντας ως μια ολότητα την
Καπιταλισμός Ζόμττι

117

παραγωγή και την κυκλοφορία, ήταν πιο κοντά στις πραγματικές λεπτομέρειες της λειτουργίας οποιασδήποτε υπάρχουσας καπιταλιστικής
κοινωνίας, απ' ό,τι ήταν ο πρώτος τόμος, έστω κι αν η ανάλυση του τρίτου τόμου στηριζόταν στις βασικές έννοιες που είχαν διατυπωθεί στον
πρώτο. Δεν ασχολιόταν μόνο με την εξισορρόπηση των ποσοστών κέρδους, την απόκλιση των τιμών από τις αξίες, την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, αλλά επίσης και με την πίστωση και το τραπεζικό σύστημα, τα εμπορικά κέρδη, τα επιτόκια και τη γαιοπρόσοδο. Όμως, ακόμα κι ο τρίτος τόμος σκόπιμα έδινε λίγη προσοχή σε πολλά σημαντικά
ζητήματα: το εξωτερικό εμπόριο, τις συνέπειες της απορρόφησης στο
καπιταλιστικό σύστημα των προ-καπιταλιστικών κοινωνιών που ακόμα
κάλυπταν ένα τεράστιο τμήμα της υδρογείου ή το ρόλο του κράτους. Ο
Μαρξ στο αρχικό του σχέδιο για τη συγγραφή του Κεφαλαίου που είχε
αποτυπώσει σε προηγούμενα χειρόγραφα του, σκόπευε να ετοιμάσει κι
άλλους τόμους που θα ασχολούνταν με αυτά τα ζητήματα. Όμως, ποτέ
δεν βρήκε το χρόνο να το κάνει: τον απέτρεψαν η ενασχόληση με την
καθημερινή επαναστατική δραστηριότητα, η ανάγκη να κερδίσει τα
προς το ζην με δημοσιογραφικά άρθρα και από ένα σημείο και μετά η
βαριά ασθένεια, παρόλο που δεν χωράει αμφιβολία ότι και μόνο η συγγραφή των τριών τόμων (ολοκληρωμένων ή ημιτελών) αποτελεί από
μόνη της ένα θαυμαστό επίτευγμα.
Το κενό ανάμεσα στο μοντέλο και την πραγματικότητα του καπιταλισμού άφηνε πολλά αναπάντητα ερωτηματικά για το δρόμο που θα
ακολουθούσε το σύστημα. Τέτοια ερωτήματα ωστόσο δεν έμοιαζε να
απασχολούν ιδιαίτερα τον Μαρξ και τονΈνγκελς ή τους αγωνιστές του
νέου εργατικού κινήματος στις δεκαετίες του 1870 και του 1880. Ήταν η
περίοδος της μακράς αλυσίδας από κρίσεις που έχει μείνει γνωστή ως η
Μεγάλη Ύφεση. Ο Άντριου Κάρνεγκι (Andrew Carnegie), ο αμερικάνος
βαρόνος του χάλυβα, έκφρασε το 1889 το κλίμα που επικρατούσε ακόμα και σε καπιταλιστικούς κύκλους:
Οι βιομήχανοι... βλέπουν τις αποταμιεύσεις πολλών χρόνων...
να λιγοστεύουν όλο και περισσότερο, χωρίς ελπίδα ότι η κατάσταση θ' αλλάξει. Σε ένα έδαφος που έχει προετοιμαστεί με τέτοιο τρόπο, οτιδήποτε υπόσχεται κάποια ανακούφιση, είναι καλοδεχούμενο. Οι βιομήχανοι είναι σαν ασθενείς που έχουν δοκι118

Κρις Χάρμαν

μάσει μάταια επί χρόνια κάθε κανονικό γιατρό και τώρα είναι
έτοιμοι να γίνουν θύμα του κάθε κομπογιαννίτη που θα κάνει
την εμφάνιση του...1
Τα ποσοστά κέρδους ακολουθούσαν πτωτική τροχιά επί σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα2 και στη δεκαετία του 1880 είχαν βυθίσει μεγάλα τμήματα του Λονδίνου σε απίστευτη φτώχεια και είχαν ως αποτέλεσμα μεγάλα ποσοστά ανεργίας.3 Δεν προκαλεί έκπληξη λοιπόν, που ο Φρίντριχ'Ενγκελς πίστευε ότι το μοντέλο του Μαρξ έπαιρνε σάρκα και οστά
μπροστά στα μάτια του στην Αγγλία της εποχής καθώς «ο δεκαετής κύκλος της στασιμότητας, ευμάρειας, υπερπαραγωγής και κρίσης» έμοιαζε να έχει παραχωρήσει τη θέση του «σε μια διαρκή και χρόνια ύφεση». 4
Σύντομα, όμως, αποδείχτηκε ότι η τροχιά του καπιταλισμού ήταν
πολύ πιο περίπλοκη από εκείνη που υποδήλωνε η εμπειρία της δεκαετίας του 1880. Στη δεκαετία του 1890 τα ποσοστά κέρδους ανέκαμψαν
στη Βρετανία και οι ΗΠΑ, όπως και η Γερμανία, γνώρισαν μια νέα περίοδο οικονομικής επέκτασης.5 Επίσης, πραγματοποιήθηκαν κάποιες
θετικές μεταρρυθμίσεις προς όφελος των εργατών που έμοιαζε να έρχονται σε αντίθεση με την εικόνα που είχε ζωγραφίσει ο Μαρξ: ο Βίσμαρκ (Bismarck) παραχώρησε συντάξεις στους εργάτες της Γερμανίας
το 1889 και είκοσι χρόνια μετά, μια κυβέρνηση Φιλελεύθερων στη Βρετανία εφάρμοσε ένα παρόμοιο (συνταξιοδοτικό, στμ] σύστημα, μαζί με
δωρεάν σχολικά γεύματα. Οι πραγματικοί μισθοί αυξήθηκαν στις δυο
τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, έστω κι αν κατόπιν έτειναν προς
τη στασιμότητα,6 επίσης παντού οι ώρες εργασίας έτειναν να πέσουν
από τις 12 με 14 την ημέρα στις 8 και η εργάσιμη βδομάδα από τις έξι
μέρες στις πεντέμιση.7
Η φαινομενική διάψευση των προβλέψεων του μοντέλου του Μαρξ,
οδήγησε σε μια κρίση στις γραμμές των μαρξιστών που έχει μείνει γνωστή ως η ρεβιζιονιστική (αναθεωρητική) διαμάχη. Απ' αυτή προέκυψαν
δυο πολύ διαφορετικά ρεύματα στην ανάλυση του καπιταλισμού, τα
οποία στον αιώνα που ακολούθησε θα έρχονταν πολλές φορές σε αντιπαράθεση.
Ο Έντουαρντ Μπερνστάιν (Edward Bernstein), που μόλις λίγα χρόνια πριν ήταν στενός συνεργάτης του Ένγκελς, διατύπωσε μια ριζική
Καπιταλισμός Ζόμττι

119

κριτική της μεθόδου και των συμπερασμάτων του Μαρξ. «Δεν έχουν
επαληθευτεί οι προβλέψεις για μια παγκόσμια οικονομική κατάρρευση
ανήκουστης βιαιότητας», έγραψε. «Η υπερπαραγωγή σε συγκεκριμένους κλάδους δεν σημαίνει γενικευμένες κρίσεις».8 «Οι εργάτες» συμπέραινε ο Μπερνστάιν «δεν βιώνουν μια γενικευμένη εξαθλίωση όπως
έγραψε το Κομμουνιστικό Μανιφέστο».9 Οι αλλαγές αυτές, υποστήριζε,
είχαν εμφανιστεί λόγω της «τεράστιας επέκτασης της παγκόσμιας αγοράς» και της ρύθμισης της παραγωγής που συνόδευσε την «εμφάνιση
των βιομηχανικών καρτέλ», ούτως ώστε οι «γενικευμένες εμπορικές
κρίσεις» γίνονταν «λίαν απίθανες».
Την «αναθεώρηση» του Μαρξ από τον Μπερνστάιν την απέρριψε ο
Κάουτσκι (Kautsky), ο άλλος συνεργάτης του'Ενγκελς. Όμως, αυτό δεν
απέτρεψε πολλούς σοσιαλιστές αγωνιστές να πιστεύουν στην πράξη ότι
ο καπιταλισμός είχε πετύχει τη σταθεροποίησή του μέχρι το απροσδιόριστο μακρινό μέλλον. Η αμφισβήτηση αυτών των απόψεων είχε ως
προϋπόθεση να προχωρήσει κανείς πέρα από το σημείο που είχε μείνει
ο Κάουτσκι και να προσθέσει πράγματα στην ανάλυση του Μαρξ. Αυτό
προσπάθησαν να κάνουν, ο καθένας με το δικό του τρόπο, οι Ρούντολφ
Χίλφερντινγκ (Rudolf Hilferding), Βλαδιμίρ Λένιν (Lenin), Νικολάι
Μπουχάριν (Nikolai Bukharin) και Ρόζα Λούξεμπουργκ (Rosa Luxemburg).
Σύντομα, έγινε σαφές ότι δεν ήταν μόνο η καθαρά οικονομική λειτουργία του συστήματος που απαιτούσε κάτι περισσότερο από τη βασική ανάλυση του Μαρξ. Το ίδιο απαιτούσε και η απαρχή μιας περιόδου
έντονης πολιτικής αναταραχής· με την Ευρώπη να βιώνει, ύστερα από
44 χρόνια ειρήνης, την πιο φρικιαστική σφαγή στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Χίλφερντινγκ: χρηματιστικός καπιταλισμός
και ιμπεριαλισμός
Ο πρώτος μαρξιστής οικονομολόγος που δημοσίευσε μια λεπτομερή
ανάλυση πάνω στις αλλαγές που είχαν εκδηλωθεί στο σύστημα ήταν ο
αυστριακός Ρούντολφ Χίλφερντινγκ, στο βιβλίο του Χρηματιστικό Κε120

Κρις Χάρμαν

φάλαιο το 1911. Λαμβάνοντας ως αφετηρία του τις εξελίξεις στη Γερμανία, ο Χίλφερντινγκ υποστήριξε ότι το τραπεζικό και το βιομηχανικό
κεφάλαιο συγχωνεύονταν και το αποτέλεσμα ήταν μια σύνθεση των
δυο τους, που την ονόμασε «χρηματιστικό κεφάλαιο». Πάνω σ' αυτή τη
βάση εμφανίζονταν γιγάντια καρτέλ και τραστ που ήταν σε θέση να κυριαρχήσουν σε ολόκληρους κλάδους της οικονομίας:
Υπάρχει μια συνεχής τάση προς την επέκταση της καρτελοποίησης. Οι μεμονωμένες βιομηχανίες γίνονται απολύτως εξαρτημένες από τις καρτελοποιημένες, μέχρι που στο τέλος προσαρτώνται απ' αυτές. Το τελικό αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας
θα μπορούσε να είναι ο σχηματισμός ενός γενικού καρτέλ. Σ'
αυτή την περίπτωση, το σύνολο της καπιταλιστικής παραγωγής
θα ρυθμιζόταν συνειδητά από ένα και μοναδικό σώμα, το οποίο
θα καθόριζε τον όγκο της παραγωγής κάθε κλάδου της οικονομίας.10
Ο Χίλφερντινγκ δεν θεωρούσε ότι ο ανταγωνισμός θα εξαφανιζόταν
ολοκληρωτικά. Υπογράμμιζε τη σημασία του διεθνούς ανταγωνισμού
και επισήμαινε τον τρόπο με τον οποίο η συγχώνευση του τραπεζικού
με το βιομηχανικό κεφάλαιο στο εσωτερικό μιας χώρας, έβαζε πίεση στο
κράτος να χρησιμοποιήσει τους προστατευτικούς δασμούς για να βοηθήσει τους δικούς του καπιταλιστές στον αγώνα τους ενάντια στους αντιπάλους τους στη διεθνή αγορά. «Το μοντέλο της καπιταλιστικής ανάπτυξης δεν είναι πλέον η Αγγλία του ελεύθερου εμπορίου, αλλά οι χώρες του προστατευτισμού, η Γερμανία και οι ΗΠΑ», έγραψε ο Χίλφερντινγκ." Τα μεγάλα τραστ, πολύ πέρα από το να αρκούνται στην παραδοσιακή φιλελεύθερη αντίληψη για ένα ελάχιστο «κράτος-νυχτοφύλακα», ήθελαν αυτό το κράτος να έχει την ισχύ να διευρύνει τα όριά του,
ώστε με αυτό τον τρόπο να διευρυνθεί και η αγορά από την οποία θα
μπορούσαν να βγάλουν μονοπωλιακό κέρδος: «Ενώ το ελεύθερο εμπόριο ήταν αδιάφορο για τις αποικίες, ο προστατευτισμός οδηγεί άμεσα
σε μια πιο ενεργητική αποικιακή πολιτική και σε συγκρούσεις συμφερόντων ανάμεσα σε κράτη», 12 υποστήριζε ο Χίλφερντινγκ. «Η πολιτική
του χρηματιστικού κεφαλαίου οδηγεί αναγκαστικά στον πόλεμο». 13
Η ανάλυση αυτή πήγαινε παραπέρα από οτιδήποτε είχε γράψει ο
Μαρξ. Εκείνος είχε ζήσει τους πολέμους της εποχής του και είχε γράψει
Καπιταλισμός Ζόμττι

121

γι' αυτούς: τους Πολέμους του Οπίου της Βρετανίας ενάντια στην Κίνα,
τον Κριμαϊκό Πόλεμο, τον Αμερικάνικο Εμφύλιο Πόλεμο και τον ΓαλλοΠρωσικό Πόλεμο. Όμως, κατά τον Μαρξ, επρόκειτο για πολέμους που
ήταν προϊόν της κούρσας στην οποία είχε αποδυθεί ο καπιταλισμός για
να επιβληθεί στον προ-καπιταλιστικό κόσμο γύρω του. Ο καπιταλισμός
είχε έρθει στον κόσμο «βουτηγμένος στο αίμα», όμως το μοντέλο του
Μαρξ δεν περιλάμβανε τίποτα περισσότερο από κάποιους υπαινιγμούς
για τους λόγους οι οποίοι θα ωθούσαν πλήρως εξελιγμένες καπιταλιστικά χώρες σε πόλεμο μεταξύ τους. Ο Χίλφερντινγκ είχε κάνει το πρώτο
βήμα προς ένα μαρξισμό του 20ού αιώνα, ο οποίος θα μπορούσε να
εξηγήσει τι είχε αλλάξει από την εποχή του Μαρξ σε αυτόν τον ιδιαιτέρως σημαντικό τομέα.
Ωστόσο, στην προσέγγιση του Χίλφερντινγκ υπήρχαν αμφισημίες.
Η κεντρική ιδέα που επικρατούσε στο βιβλίο του είναι το επιχείρημα ότι
η εμφάνιση των μονοπωλίων δεν αναιρεί την τάση του καπιταλισμού
προς την κρίση, και ότι η αυξανόμενη στήριξή τους στο κράτος θα οδηγούσε σε ένταση των διεθνών ανταγωνισμών και στον πόλεμο. Όμως,
σε κάποια σημεία διατύπωνε υποθέσεις που οδηγούσαν σε ένα πολύ
διαφορετικό συμπέρασμα· ότι τα μονοπώλια και το κράτος θα μπορούσαν να συνεργαστούν για να εκτονώσουν την τάση προς την κρίση: «Ο
ιδιαίτερος χαρακτήρας του κεφαλαίου εκμηδενίζεται στο χρηματιστικό
κεφάλαιο», το οποίο είναι ικανό να επιλύσει «πιο επιτυχημένα τα προβλήματα οργάνωσης της κοινωνικής οικονομίας», έστω κι αν αυτή εξακολουθεί να είναι μια ταξική κοινωνία με «την ιδιοκτησία συγκεντρωμένη στα χέρια γιγάντιων καπιταλιστικών ομάδων».14 Αυτό σήμαινε την
άμβλυνση των οικονομικών κρίσεων παλιού τύπου:
Καθώς αναπτύσσεται η καπιταλιστική παραγωγή... ως συνέπεια
σημειώνεται μια αύξηση... στο τμήμα της παραγωγής που μπορεί να πραγματοποιηθεί κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Εξ
ου και η διατάραξη στην παροχή της πίστωσης δεν είναι απαραίτητο να είναι τόσο απόλυτη όσο στις κρίσεις της προηγούμενης
περιόδου του καπιταλισμού. Επιπροσθέτως, γίνεται πιο δύσκολη
η μετατροπή της πιστωτικής κρίσης σε τραπεζική κρίση από τη
μια και σε νομισματική κρίση από την άλλη... 15
Οι μαζικές ψυχώσεις που προκαλούσε η κερδοσκοπία στις αρχές της
122

Κρις Χάρμαν

καπιταλιστικής εποχής, φαίνεται ότι έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί.16
Στο Χρηματιστικό Κεφάλαιο ο Χίλφερντινγκ δεν έφτασε αυτό το
συλλογισμό μέχρι το λογικό του συμπέρασμα και έγραψε ότι το σύστημα δεν μπορούσε να υπάρξει δίχως «την κυκλική εναλλαγή ευημερίας
και στασιμότητας».17 Όμως στη δεκαετία του '20, όταν έγινε υπουργός
σε δυο κυβερνήσεις της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, στράφηκε προς
την προσέγγιση του Μπερνστάιν, διατυπώνοντας μια θεωρία περί «οργανωμένου καπιταλισμού», στον οποίο εξαφανίζονται η αναρχία της
αγοράς και η τάση προς την κρίση.18 Ένα από τα συμπεράσματα που
προέκυπταν απ' αυτή τη θεωρία ήταν και ότι τίποτα στον καπιταλισμό
δεν οδηγούσε αναπόφευκτα στον πόλεμο, μιας και οι «οργανωμένοι καπιταλισμοί» των διάφορων χωρών θα επεδίωκαν τη συνεργασία.
Στο ίδιο συμπέρασμα είχε καταλήξει ήδη από το 1914 ο Καρλ
Κάουτσκι, κάτι που τον οδήγησε στην πράξη σε συμπεράσματα όχι και
πολύ διαφορετικά από εκείνα του Μπερνστάιν. Όμως, ενώ ο Χίλφερντινγκ βάσιζε την επιχειρηματολογία του στη συγχώνευση του τραπεζικού και του παραγωγικού κεφαλαίου, ο Κάουτσκι αντίθετα βάσιζε τις
απόψεις του σε μια ριζική διάκριση ανάμεσα στα συμφέροντα των δυο
αυτών κεφαλαίων:
Οι χρηματιστικοί καπιταλιστές... είχαν ένα άμεσο συμφέρον να
μετατρέψουν το κράτος σε μηχανισμό υποστήριξης της δικής
τους επέκτασης. Ο ιμπεριαλισμός, λοιπόν, ήταν άμεσα δεμένος
με το χρηματιστικό καπιταλισμό. Όμως, τα συμφέροντα του χρηματιστικού κεφαλαίου δεν ταυτίζονταν διόλου με εκείνα του βιομηχανικού κεφαλαίου, το οποίο μπορούσε να αναπτυχθεί μόνο
με τη διεύρυνση των αγορών μέσω του ελεύθερου εμπορίου. Στο
αστικό στρατόπεδο... οι προτροπές για παγκόσμια ομόνοια
προήλθαν πρώτα από το βιομηχανικό τομέα... Ο ιμπεριαλισμός,
η έκφραση μιας φάσης της καπιταλιστικής ανάπτυξης και η αιτία των ένοπλων συγκρούσεων, δεν ήταν η μόνη πιθανή μορφή
εξέλιξης του καπιταλισμού."
Ο Κάουτσκι έδινε ιδιαίτερη έμφαση στο ρόλο των πολεμικών βιομηχανιών που είχαν ένα άμεσα ιδιαίτερο συμφέρον στον ιμπεριαλισμό και
τον πόλεμο. Όμως, επέμενε ότι το οικονομικό κόστος των εξοπλισμών
μπορεί να ενίσχυε την ανάπτυξη κάποιων τομέων της οικονομίας, αλλά
αποτελούσε εμπόδιο σε άλλους. Το κεφάλαιο των βιομηχανικών χωρών
Καπιταλισμός Ζόμττι

123

είχε ανάγκη να επιβάλει την κυριαρχία του στις «αγροτικές» χώρες,
ώστε να μπορεί να αποσπάει τις πρώτες ύλες που του ήταν απαραίτητες. Όμως, δεν υπήρχε κανένας λόγος να μην γίνει κάτι τέτοιο μέσω της
συνεργασίας των καπιταλιστών στα πλαίσια ενός είδους «υπερ-ιμπεριαλισμού».20
Υποστηρίζοντας ότι η κούρσα προς τον πόλεμο ήταν κάτι που ερχόταν σε αντίθεση με τα συμφέροντα της πλειοψηφίας των καπιταλιστών, ο Χίλφερντινγκ και ο Κάουτσκι διατύπωναν μια άποψη πολύ κοντινή σε εκείνη κάποιων φιλελεύθερων. Ένας απ' αυτούς ήταν ο γνωστός
οικονομολόγος Χόμπσον (Hobson), που εννιά χρόνια πριν τον Χίλφερντινγκ είχε διατυπώσει τη δική του θεωρία για τον ιμπεριαλισμό.
Θεωρούσε ότι ο ιμπεριαλισμός αποτελεί προϊόν μιας συγκεκριμένης
ομάδας συμφερόντων, εκείνης που συνδεόταν με κάποιους χρηματιστικούς θεσμούς.21 Αυτές οι ομάδες προτιμούσαν την εγγυημένη απόδοση
των τόκων από τα υπερπόντια δάνεια που είχαν χορηγήσει, αντί να
επωμιστούν το ρίσκο της επένδυσης στην πατρίδα, και υποστήριζαν την
αποικιακή επέκταση ως τρόπο κρατικής εγγύησης για την ασφάλεια
των επενδύσεών τους. Οπότε, για τον Χόμπσον η ρίζα του ιμπεριαλισμού δεν βρισκόταν στον ίδιο τον καπιταλισμό, αλλά στο χρηματιστικό
κεφάλαιο και σε κείνους που είχαν άμεση ωφέλεια απ' αυτό: τις ομάδες
των μετόχων-ραντιέρηδων [εισοδηματιών, στμ], οι οποίοι εισέπρατταν
τα μερίσματά τους ανά τακτά χρονικά διαστήματα χωρίς να χρειάζεται
να εμπλέκονται σε οποιουδήποτε είδους παραγωγική ή εμπορική δραστηριότητα.
Ένας άλλος Βρετανός φιλελεύθερος, ο Νόρμαν Έιντζελ (Normal
Angel), υποστήριξε μια παρόμοια θέση υπογραμμίζοντας την ουσιαστικά ειρηνική φύση του καπιταλισμού, αν και απέδωσε μια καλοήθη λειτουργία στις τράπεζες: αναμφισβήτητα είχε επηρεαστεί από τη βοήθεια
σε χρυσό που έσπευσαν χωρίς δισταγμούς να παραχωρήσουν οι κεντρικές τράπεζες της Γαλλίας και της Γερμανίας στην κεντρική τράπεζα της
Βρετανίας - αντίστοιχα έπραξε η Ρωσία για τη Γερμανία - κατά τη
διάρκεια της σοβαρής χρηματοπιστωτικής κρίσης του 1907.22 «Κανένας
τομέας της ανθρώπινης δραστηριότητας», έγραψε, «δεν έχει φτάσει στο
βαθμό διεθνοποίησης που έχει φτάσει ο τραπεζικός. Ο καπιταλιστής
δεν έχει πατρίδα και γνωρίζει πολύ καλά - αν είναι του μοντέρνου τύ124

Κρις Χάρμαν

που - ότι οι εξοπλισμοί, οι κατακτήσεις και οι ταχυδακτυλουργίες με τα
σύνορα δεν εξυπηρετούν κανέναν από τους σκοπούς του...» 23
Αυτά τα επιχειρήματα έχουν φιλτραριστεί με τα χρόνια και έχουν
φτάσει ως τις μέρες μας. Για παράδειγμα, ο πρώην επαναστάτης μαρξιστής Νάιτζελ Χάρις (Nigel Harris), υποστηρίζει ότι «κατά κανόνα, οι επιχειρήσεις δεν ασκούν μεγαλύτερο έλεγχο πάνω στις κυβερνήσεις απ' ότι
οι πληθυσμοί» κι ότι ο κόσμος δεν κινδυνεύει από τον αχαλίνωτο καπιταλισμό αλλά από τα κράτη τα οποία περιφρουρούν τα ιδιαίτερα δικά
τους συμφέροντα.24 Η Έλεν Γουντ (Ellen Wood) εξακολουθεί να είναι μια
μαχόμενη μαρξίστρια, όμως, τα επιχειρήματά της δεν είναι και τόσο διαφορετικά. Έχει ασκήσει κριτική σε αυτό που αποκαλεί «κλασικές μαρξιστικές θεωρίες του ιμπεριαλισμού» των χρόνων του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου γιατί δεν βλέπουν ότι η «'πολιτική' μορφή του ιμπεριαλισμού, με βάση την οποία η εκμετάλλευση των λαών και των πόρων στις
αποικίες εξαρτάται από την πολιτική κυριαρχία και έλεγχο της περιοχής» είναι η «ουσία των προ-καπιταλιστικών αυτοκρατοριών».25 «Η καπιταλιστική ταξική εκμετάλλευση», επιμένει, είναι μια «καθαρά οικονομική διαδικασία η οποία, όπως οι ταξικές καπιταλιστικές σχέσεις, αφορά
μόνο την αγορά εμπορευμάτων».24 Απ' αυτό προκύπτει η άποψη ότι ο
καπιταλισμός χρειάζεται το κράτος για να ασκεί έλεγχο πάνω στην κοινωνία, αλλά δεν έχει ανάγκη από κράτη που συγκρούονται μεταξύ τους.
Ο Τόνι Νέγκρι (Toni Negri) και ο Μάικλ Χαρντ (Michael Hardt) εκθέτουν σε μεγάλο βαθμό τα ίδια επιχειρήματα στο βιβλίο τους Αυτοκρατορία. Ο Χαρντ είχε γράψει λίγο πριν την εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ ότι
οι «ελίτ» που βρίσκονταν πίσω από την απόφαση να γίνει ο πόλεμος,
ήταν «ανίκανες να κατανοήσουν τα ίδια τους τα συμφέροντα».27

Η κλασική θεωρία του ιμπεριαλισμού
Ο Νικολάι Μπουχάριν2® και ο Βλαδιμίρ Λένιν29 γράφοντας καταμεσής
του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου κατέληξαν σε πολύ διαφορετικά
συμπεράσματα από τα παραπάνω. Πήραν κι οι δυο ως αφετηρία την περιγραφή της συγχώνευσης του τραπεζικού με το βιομηχανικό κεφάλαιο
που είχε κάνει ο Χίλφερντινγκ, όμως στη συνέχεια της αφαίρεσαν κάθε
Καπιταλισιαόο Ζόιαπι

125

έννοια αρμονίας, δίνοντας έμφαση στον τρόπο με τον οποίο ο ρόλος
των κρατών στο διεθνή οικονομικό ανταγωνισμό οδηγούσε στον πόλεμο.
Αυτό ήταν το κυρίαρχο θέμα στον Ιμπεριαλισμό, την παμφλέτα του
Λένιν. Ο σκοπός της ήταν να αποτελέσει μια «εκλαϊκευτική μελέτη» η
οποία θα αποδείκνυε ότι η προσφυγή στον πόλεμο ήταν προϊόν του
«πιο πρόσφατου σταδίου του καπιταλισμού» - όπως ήταν ο αρχικός
υπότιτλος στην αρχή της μελέτης:
Μισό αιώνα πριν, όταν ο Μαρξ έγραφε το Κεφάλαιο, η συντριπτική πλειοψηφία των οικονομολόγων θεωρούσε τον ελεύθερο
ανταγωνισμό ως «νόμο της φύσης»... Ο Μαρξ είχε αποδείξει ότι
ο ελεύθερος ανταγωνισμός γεννάει τη συγκέντρωση της παραγωγής η οποία με τη σειρά της, σε ένα συγκεκριμένο στάδιο της
ανάπτυξής της, γεννάει το μονοπώλιο...
Πρόκειται για κάτι πολύ διαφορετικό από τον παλιό ανταγωνισμό ανάμεσα στους επιχειρηματίες... που παρήγαγαν για μια
άγνωστη αγορά. Η συγκέντρωση έχει φτάσει το σημείο όπου
πλέον μπορεί να γίνει μια κατά προσέγγιση εκτίμηση όλων των
πηγών πρώτων υλών (για παράδειγμα των κοιτασμάτων σιδήρου) μιας χώρας ακόμα... και ολόκληρου του κόσμου... Αυτές τις
πηγές τις αρπάζουν γιγάντιες μονοπωλιακές ενώσεις... Οι ενώσεις τις «μοιράζουν» αναμεταξύ τους ύστερα από συμφωνία.30
Από τη στιγμή που φτάνει σε αυτό το σημείο, ο ανταγωνισμός ανάμεσα
στις γιγάντιες εταιρείες δεν βασίζεται πλέον απλά - ή κυρίως - στις παλιές μεθόδους της «καθαρής» αγοράς. Χρησιμοποιούνται όλες οι μέθοδοι: ο έλεγχος πάνω σε πρώτες ύλες με τέτοιο τρόπο ώστε να μην έχει
πρόσβαση ο ανταγωνιστής, το μπλοκάρισμα της πρόσβασης των ανταγωνιστών σε μέσα μεταφοράς, η πώληση προϊόντων με ζημιά ώστε να
πεταχτεί ο ανταγωνιστής εκτός της συγκεκριμένης αγοράς, η απαγόρευση πρόσβασής του στην πίστωση. «Τα μονοπώλια φέρνουν παντού
μαζί τους τις μονοπωλιακές αρχές: η επιστράτευση των 'διασυνδέσεων'
για το κλείσιμο επικερδών συμφωνιών αντικαθιστά τον ελεύθερο ανταγωνισμό στις αγορές».31
Οι καπιταλιστικές δυνάμεις είχαν χωρίσει τον κόσμο μεταξύ τους,
χτίζοντας αντίπαλες αποικιακές αυτοκρατορίες στη βάση «ενός υπολογισμού της ισχύος των συμμετεχόντων, της γενικής οικονομικής, της
126

Κρις Χάρμαν

χρηματικής, της στρατιωτικής και κάθε άλλης μορφής ισχύος». Όμως, η
σχετική δύναμη όσων συμμετέχουν σε αυτό τον ανταγωνισμό «δεν αλλάζει ομοιόμορφα, γιατί στον καπιταλισμό δεν μπορεί να υπάρξει μια
ισομερής ανάπτυξη των διαφορετικών επιχειρήσεων, κλάδων και χωρών». Μια διαίρεση του κόσμου που αντανακλά τη δεδομένη ισχύ των
διαφορετικών δυνάμεων σε μια συγκεκριμένη περίοδο, δεν ανταποκρίνεται στους αλλαγμένους συσχετισμούς μιας επόμενης περιόδου. Το
μοίρασμα του κόσμου δίνει τη θέση του στην πάλη για το ξαναμοίρασμά
του:
Οι ειρηνικές συμμαχίες προετοίμασαν το έδαφος για τον πόλεμο
και με τη σειρά τους γεννήθηκαν από τον πόλεμο. Το ένα είναι η
προϋπόθεση του άλλου, γεννώντας εναλλασσόμενες μορφές ειρηνικής και μη-ειρηνικής πάλης πάνω στην ίδια βάση, δηλαδή τη βάση των ιμπεριαλιστικών διασυνδέσεων και αλληλεξαρτήσεων ανάμεσα στην παγκόσμια οικονομία και την παγκόσμια πολιτική.32
Η εποχή του πιο πρόσφατου σταδίου του καπιταλισμού μάς δείχνει ότι αναπτύσσονται δεδομένες σχέσεις ανάμεσα σε καπιταλιστικές ενώσεις οι οποίες βασίζονται στο οικονομικό μοίρασμα
του κόσμου, ενώ παράλληλα με αυτή τη διαδικασία και σε σύνδεση μαζί της, αναπτύσσονται δεδομένες σχέσεις ανάμεσα σε
πολιτικές συμμαχίες, ανάμεσα σε κράτη πάνω στη βάση του
εδαφικού μοιράσματος του κόσμου, του αγώνα για την κατάκτηση αποικιών και για τις σφαίρες επιρροής.33
Η Βρετανία και η Γαλλία είχαν κατορθώσει να χτίσουν μεγάλες αυτοκρατορίες, μοιράζοντας μεταξύ τους την Αφρική και ένα μεγάλο τμήμα
της Ασίας. Η Ολλανδία και το Βέλγιο έλεγχαν μικρότερες, παρ' όλα αυτά τεράστιες, αυτοκρατορίες στην Ινδονησία και το Κονγκό. Αντίθετα,
η Γερμανία είχε μόνο μερικές μικρές αποικίες, παρόλο που η οικονομία
της είχε αρχίσει να ξεπερνάει τη βρετανική. Αυτή η αναντιστοιχία ήταν
η αιτία των επανειλημμένων συγκρούσεων ανάμεσα στις αντίπαλες
συμμαχίες των μεγάλων δυνάμεων, που κορυφώθηκαν στον Πρώτο
Παγκόσμιο Πόλεμο.
Τέλος, σε αντίθεση με τον Κάουτσκι που επικέντρωνε την ανάλυσή
του για τον ιμπεριαλισμό απλά στον έλεγχο των «αγροτικών» τμημάτων του κόσμου (σήμερα θα αποκαλούνταν Τρίτος Κόσμος ή Παγκόσμιος Νότος) ο Λένιν επέμενε ότι η ιμπεριαλιστική μοιρασιά του πλανήΚαπιταλισμός Ζόμπι

127

τη επικεντρωνόταν όλο και περισσότερο στις βιομηχανικές περιοχές.
«Το χαρακτηριστικό γνώρισμα του ιμπεριαλισμού είναι ακριβώς ότι επιδιώκει να προσαρτήσει όχι μόνο αγροτικές εκτάσεις, αλλά και τις πιο
βαριά εκβιομηχανισμένες περιοχές (οι γερμανικές ορέξεις για το Βέλγιο,
οι γαλλικές για την Λοραίνη)».34
Το βιβλίο του Μπουχάριν Ιμπεριαλισμός και Παγκόσμια Οικονομία,
που είχε γραφτεί λίγο πριν τη μελέτη του Λένιν, αλλά που κυκλοφόρησε
μετά με ένα πρόλογο του Λένιν, υπογραμμίζει το ίδιο συμπέρασμα με
την ίδια ένταση που συνάγει τις συνέπειες των τάσεων που είχε περιγράψει ο Χίλφερντινγκ:
Οι συνενώσεις [επιχειρήσεων, στμ]' στη βιομηχανία και τον τραπεζικό τομέα, ενοποιούν το σύνολο της «εθνικής» παραγωγής, η
οποία παίρνει τη μορφή μιας εταιρείας των εταιρειών, ενός κρατικο-καπιταλιστικού τραστ. Ο ανταγωνισμός... είναι πλέον ο ανταγωνισμός των κρατικο-καπιταλιστικών τραστ στην παγκόσμια
αγορά. Στα όρια των «εθνικών» οικονομιών ο ανταγωνισμός περιορίζεται στο ελάχιστο, μόνο και μόνο για να αναζωπυρωθεί, με
κολοσσιαίες διαστάσεις, τέτοιες που δεν θα ήταν εφικτές σε καμιά από τις προηγούμενες ιστορικές εποχές... Το κέντρο της
δραστηριότητας μετατοπίζεται στον ανταγωνισμό γιγάντιων,
ενοποιημένων και οργανωμένων οικονομικών οργανισμών οι
οποίοι, στο παγκόσμιο πρωτάθλημα των εθνών, κατέχουν κολοσσιαία μαχητική ικανότητα...35
Ο Μπουχάριν γράφοντας τρία χρόνια μετά τη λήξη του πολέμου επεσήμαινε τα ίδια συμπεράσματα με ακόμα μεγαλύτερη έμφαση:
Η κρατική οργάνωση της αστικής τάξης συγκεντρώνει στα χέρια
της το σύνολο της δύναμης αυτής της τάξης. Συνεπώς, όλες οι
εναπομείνασες οργανώσεις... πρέπει να υποταχτούν στο κράτος.
Όλες τους «στρατιωτικοποιούνται»... Οπότε, εμφανίζεται ένας
νέος τύπος κρατικής ισχύος, ο κλασικός τύπος του ιμπεριαλιστικού κράτους, ο οποίος στηρίζεται στις κρατικο-καπιταλιστικές
σχέσεις παραγωγής. Εδώ η «οικονομία» συγχωνεύεται οργανωτικά με την «πολιτική», η οικονομική εξουσία της αστικής τάξης
συγχωνεύεται κατευθείαν με την πολιτική εξουσία, το κράτος
παύει να είναι ένας απλός προστάτης της διαδικασίας της εκμετάλλευσης και μετατρέπεται σε έναν άμεσο, καπιταλιστικό συλ• Όχι όμως συγχωνεύσεις. Είναι κάτι διαφορετικό.
128

Κρις Χ ά ρ μ α ν

λογικό εκμεταλλευτή...36
Ο πόλεμος μετατρέπεται πλέον σε κεντρικό στοιχείο του συστήματος:
πηγάζει από τον ανταγωνισμό ανάμεσα στα κρατικο-καπιταλιστικά
τραστ, τον ανατροφοδοτεί, καθορίζοντας επίσης και την εσωτερική
τους οργάνωση:
Με το σχηματισμό των κρατικο-καπιταλιστικών τραστ ο ανταγωνισμός στρέφεται σχεδόν καθ' ολοκληρίαν στις ξένες χώρες.
Γι' αυτό το λόγο, τα όργανα της πάλης που διεξάγεται στο εξωτερικό, κυρίως η κρατική ισχύς, πρέπει να μεγαλώσουν σε τεράστιο βαθμό... Σε καιρούς «ειρήνης» ο στρατιωτικός κρατικός
μηχανισμός κρύβεται στα παρασκήνια όπου συνεχίζει να λειτουργεί. Σε καιρό πολέμου εμφανίζεται επί σκηνής με τον πιο
άμεσο τρόπο... Η πάλη ανάμεσα στα κρατικο-καπιταλιστικά
τραστ κρίνεται κατά πρώτο λόγο από το συσχετισμό των στρατιωτικών τους δυνάμεων, γιατί η στρατιωτική ισχύς της χώρας
είναι η έσχατη λύση για τις αντιμαχόμενες «εθνικές» ομάδες καπιταλιστών... Κάθε βελτίωση της στρατιωτικής τεχνικής συνεπάγεται μια αναδιοργάνωση και αναδιάρθρωση του στρατιωτικού
μηχανισμού- κάθε καινοτομία, κάθε επέκταση της στρατιωτικής
δύναμης ενός κράτους, κεντρίζει και όλα τα άλλα.37
Η λογική της επιχειρηματολογίας του Λένιν και του Μπουχάριν ήταν
ότι, παρ' εκτός αν ανατρεπόταν ο καπιταλισμός, την περίοδο ειρήνης
που ακολούθησε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, θα τη διαδεχόταν σχετικά γρήγορα ένας νέος παγκόσμιος πόλεμος. «Η προοπτική ενός δεύτερου «γύρου» του ιμπεριαλιστικού πολέμου... είναι ιδιαίτερα προφανής»,
έγραφε ο Μπουχάριν.3® Όπως θα δούμε στη συνέχεια, αυτή η πρόβλεψη
επιβεβαιώθηκε από τον τρόπο που αντέδρασαν οι μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις στην οικονομική κρίση που ξεκίνησε το 1929. Αυτό, όμως,
δεν σταμάτησε τις αντιρρήσεις για την ανάλυση των Λένιν-Μπουχάριν.

Τα οικονομικά της αυτοκρατορίας
Οι εν λόγω αντιρρήσεις ισχυρίζονταν - και συνεχίζουν να ισχυρίζονται39 - ότι για την πλειοψηφία των καπιταλιστών θα ήταν πιο επικερδές
να επιλέξουν το ειρηνικό, ελεύθερο εμπόριο, από τη στρατιωτική σύγΚαπιταλισμός Ζόμπι

129

κρούση για τον έλεγχο εδαφικών εκτάσεων. Δεν είναι δύσκολο να δοθεί
απάντηση σε αυτές τις αντιρρήσεις. Η μεγάλη περίοδος ανάπτυξης για
τις δυτικές αυτοκρατορίες ήταν το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα.
Το 1876 οι ευρωπαϊκές δυνάμεις δεν έλεγχαν περισσότερο από το 10%
της Αφρικής. Το 1900, περισσότερο από το 90% της ηπείρου είχε μετατραπεί σε αποικίες. Την ίδια περίοδο η Βρετανία, η Γαλλία, η Ρωσία και
η Γερμανία εξασφάλισαν, η κάθε μια για τον εαυτό της, αποικιακούς θύλακες και μεγάλες σφαίρες επιρροής στην Κίνα, ενώ η Ιαπωνία κατέλαβε την Κορέα και την Ταϊβάν, η Γαλλία κατέκτησε το σύνολο της Ινδοκίνας, οι ΗΠΑ άρπαξαν από την Ισπανία το Πουέρτο Ρίκο και τις Φιλιππίνες και η Βρετανία συμφώνησε με τη Ρωσία για ένα ανεπίσημο μοίρασμα του Ιράν.
Παράλληλα σημειωνόταν μια κατακόρυφη αύξηση εξαγωγής κεφαλαίου από τη Βρετανία, η οποία συνέχιζε να είναι η μεγαλύτερη καπιταλιστική οικονομία και το κέντρο του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού
συστήματος, έστω κι αν οι ΗΠΑ και η Γερμανία την έφταναν σε βιομηχανική παραγωγή. Οι συνολικές βρετανικές επενδύσεις σε ομόλογα εξωτερικού αυξήθηκαν από 95 εκατομμύρια λίρες το 1883 σε 393 εκατομμύρια το 1889. Σύντομα έφτασαν να αποτελούν το 8% του Α.Ε.Π. και
απορροφούσαν το 50% της αποταμίευσης. 40 Δεν κατευθυνόταν στις
αποικίες το σύνολο της εξαγωγής κεφαλαίου, πολύ περισσότερο το σύνολο της εξαγωγής εμπορευμάτων. Ένα μεγάλο μέρος τους κατευθυνόταν στις ΗΠΑ και ένα σημαντικό τμήμα στις λατινοαμερικάνικες χώρες,
όπως η Αργεντινή. Όμως, οι αποικίες ήταν σημαντικές. Μόνο στην Ινδία, τη μεγαλύτερη αποικία της Βρετανίας, αναλογούσε το 12% των εξαγωγών εμπορευμάτων και το 11% των εξαγωγών κεφαλαίου. Επίσης η Ινδία παρείχε ένα πλεόνασμα στο ισοζύγιο πληρωμών της Βρετανίας, το
οποίο θα μπορούσε να συνδράμει στη χρηματοδότηση επενδύσεων σε
άλλα σημεία του κόσμου. Παρείχε, τέλος, δωρεάν στη Βρετανία ένα
στρατό για την κατάκτηση άλλων εδαφών.41 Οι πρώτες ύλες που ήταν
απαραίτητες για τη λειτουργία των πιο προηγμένων βιομηχανιών της
εποχής προέρχονταν από αποικιακές περιοχές (φυτικά έλαια για την παραγωγή μαργαρίνης και σαπουνιού, καουτσούκ και πετρέλαιο για την
αναπτυσσόμενη αυτοκινητοβιομηχανία, νιτρικά άλατα για τα λιπάσματα
και τα εκρηκτικά). Πάνω απ' αυτό, ήταν και η στρατηγική σημασία των
130

Κρις Χάρμαν

αποικιών. Αυτό που είχε σημασία, τόσο για τους πολιτικούς όσο και για
τα συμφέροντα της βιομηχανίας, ήταν ότι η «Βρετανία κυβερνούσε τα
κύματα» και ότι μπορούσε να χρησιμοποιήσει τις βάσεις της στις αποικίες για να τιμωρήσει κράτη τα οποία απειλούσαν τα συμφέροντά της.
Στους θεωρητικούς του ιμπεριαλισμού δεν έμοιαζε να είναι καθόλου
σύμπτωση το γεγονός ότι στις δεκαετίες που σημειώθηκε αυτή η μαζική
επέκταση της αποικιοποίησης, της εξαγωγής κεφαλαίου και της εξόρυξης πρώτων υλών, σημειώθηκε επίσης και η ανάκαμψη της κερδοφορίας
και των αγορών από τη μαυρίλα της Μεγάλης Ύφεσης. Μπορεί να μην
κατόρθωναν πάντοτε να διατυπώσουν με σαφήνεια αυτή τη σύνδεση,
όμως η σύμπτωση της αυτοκρατορίας και της καπιταλιστικής οικονομικής άνθησης ήταν πραγματικό φαινόμενο.
Απ' αυτή την άποψη, η θεωρία των Λένιν-Μπουχάριν ξεχωρίζει ως
ανάλυση των δεκαετιών που προηγήθηκαν του Πρώτου Παγκοσμίου
Πολέμου και της πορείας του συστήματος προς τον πόλεμο. Παρ' όλα
αυτά, στην εκδοχή της θεωρίας που διατύπωσε ο Λένιν, υπήρχε μια αδυναμία. Γενίκευε την εμπειρία του βρετανικού ιμπεριαλισμού στα τέλη
του 19ου αιώνα συνολικά για τον ιμπεριαλισμό, και έτεινε να κάνει ολόκληρη τη θεωρία να στηρίζεται στο ρόλο-κλειδί των τραπεζών που εξήγαγαν χρηματικό κεφάλαιο. Όμως, αυτός ο ισχυρισμός δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα ακόμα και την εποχή που ο Λένιν έγραφε
την ανάλυσή του, πολύ περισσότερο στις δεκαετίες που ακολούθησαν.
Η εξαγωγή χρηματοδότησης από τις τράπεζες ήταν όντως ένα διακριτικό χαρακτηριστικό του βρετανικού ιμπεριαλισμού, όμως, για τους ανταγωνιστές του η κατάσταση ήταν κάπως διαφορετική. Στην περίπτωση
της Γερμανίας, τα συμφέροντα που πίεζαν για να επεκτείνουν την επιρροή τους πέρα από τα εθνικά σύνορα με την κατάκτηση αποικιών και
σφαιρών επιρροής, δεν ήταν τόσο αυτά γύρω από το χρηματοπιστωτικό
τομέα όσο εκείνα γύρω από τις συνενώσεις των βιομηχανικών επιχειρήσεων και ιδιαίτερα της βαριάς βιομηχανίας. Επίσης, το χαρακτηριστικό
γνώρισμα των οικονομιών της Ρωσίας και των ΗΠΑ πριν τον Πρώτο
Παγκόσμιο Πόλεμο δεν ήταν τόσο η εξαγωγή κεφαλαίων, όσο η εισροή
πόρων από άλλες καπιταλιστικές χώρες (παρόλο που σημειωνόταν κάποια επανεξαγωγή κεφαλαίου). Η επικέντρωση στο χρηματοπιστωτικό
τομέα έγινε περισσότερο προβληματική στο επόμενο τέταρτο του αιώνα
Καπιταλισμός Ζόμπι

131

μετά τη συγγραφή της παμφλέτας από τον Λένιν. Η ποσότητα του
επενδυμένου στο εξωτερικό κεφαλαίου δεν ξεπέρασε ποτέ το επίπεδο
του 1914 και κατόπιν μειώθηκε.42 Ωστόσο, οι μεγάλες καπιταλιστικές
δυνάμεις συνέχισαν και στη διάρκεια του μεσοπολέμου να επιδιώκουν
την ιμπεριαλιστική τους επέκταση, με τη Βρετανία και τη Γαλλία να αρπάζουν το μεγαλύτερο τμήμα της Μέσης Ανατολής και τις πρώην γερμανικές αποικίες, την Ιαπωνία να επεκτείνεται στην Κίνα, και τη βαριά
βιομηχανία της Γερμανίας να επιδιώκει το σχηματισμό μιας νέας αυτοκρατορίας στην Ευρώπη.
Η φρασεολογία που χρησιμοποιεί ο Λένιν σε κάποια συγκεκριμένα
αποσπάσματα της παμφλέτας του, έχει οδηγήσει σε κάποιες ερμηνείες
της που θεωρούν, όπως περίπου ο Χόμπσον ή ο Κάουτσκι, ότι η κινητήρια δύναμη του ιμπεριαλισμού είναι ο χρηματοπιστωτικός τομέας. Το
πιο χαρακτηριστικό σημείο είναι εκείνο όπου ο Λένιν επιμένει στην
«παρασιτική» φύση του χρηματιστικού κεφαλαίου, γράφοντας για την
...εξαιρετική ανάπτυξη ενός... κοινωνικού στρώματος ραντιέρηδων, δ η λ α δ ή ανθρώπων που ζουν με «κουπόνια», που δεν παίρν ο υ ν μ έ ρ ο ς σε καμιά ε π ι χ ε ι ρ η μ α τ ι κ ή δ ρ α σ τ η ρ ι ό τ η τ α , που το
επάγγελμά τους είναι η αεργία. 4 3

Η έμφαση στον «παρασιτισμό» του χρηματιστικού κεφαλαίου έχει οδηγήσει δυνάμεις της αριστεράς στο σημείο να υιοθετήσουν στρατηγικές
αντιμπεριαλιστικών συμμαχιών με τμήματα του βιομηχανικού κεφαλαίου
ενάντια στο χρηματιστικό κεφάλαιο - δηλαδή να υιοθετήσουν την πολιτική του Κάουτσκι στην οποία ασκούσε τόσο έντονη κριτική ο Λένιν.
Η ανάλυση του ιμπεριαλισμού από τον Μπουχάριν γενικά αποφεύγει τέτοια λάθη. Χρησιμοποιεί επανειλημμένα την έννοια του «χρηματιστικού κεφαλαίου». Όμως, επισημαίνει ρητά ότι δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως διαφορετική από την έννοια του βιομηχανικού κεφαλαίου.
«Το χρηματιστικό κεφάλαιο δεν πρέπει να συγχέεται με το χρηματικό
κεφάλαιο... γιατί το διακριτικό γνώρισμα του χρηματιστικού κεφαλαίου
συνίσταται στο ότι είναι ταυτόχρονα και χρηματικό και βιομηχανικό κεφάλαιο».44 Για τον Μπουχάριν το χρηματιστικό κεφάλαιο είναι αξεδιάλυτα δεμένο με την τάση της κυριάρχησης στο σύνολο της εθνικής οικονομίας των «κρατικο-καπιταλιστικών τραστ» που αναμετριούνται σε
132

Κρις Χάρμαν

παγκόσμιο επίπεδο με άλλα «κρατικο-καπιταλιστικά τραστ».
Μια τέτοια σύγκρουση δεν ήταν αναγκαίο ότι θα επικεντρωνόταν
στην επένδυση σε ξένες χώρες. Μπορούσε να στραφεί σε κάτι άλλο:
στην προσπάθεια να αποσπαστούν με τη βία από άλλες χώρες ήδη εκβιομηχανισμένες περιοχές ή πηγές σημαντικών πρώτων υλών. Όπως
έγραφε ο Μπουχάριν: «Όσο περισσότερο αναπτύσσεται [ο ιμπεριαλισμός, C.H.] τόσο περισσότερο θα μετατρέπεται και σε ένα αγώνα επικράτησης στα καπιταλιστικά κέντρα».45
Ήταν αναγκαίο, με άλλα λόγια, να μετατραπούν μεγάλες ποσότητες
αξίας σε μέσα καταστροφής, όχι μόνο για να αποσπαστεί περισσότερη
αξία, αλλά και για να προστατευτεί αυτή που ήδη έλεγχε η κάθε μεγάλη
καπιταλιστική δύναμη. Αυτή ήταν η λογική της καπιταλιστικής αγοράς
εφαρμοσμένη στις διακρατικές σχέσεις. Το καθένα απ' αυτά έπρεπε να
επενδύσει σε πολεμικές προετοιμασίες, ώστε να μην μείνει πίσω καθώς οι
ανταγωνιστές του επένδυαν περισσότερο, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που
κάθε κεφάλαιο ήταν αναγκασμένο να επενδύει σε νέα μέσα παραγωγής
ώστε να διατηρήσει τη θέση του στον ανταγωνισμό μέσα στην αγορά. «Οι
ιμπεριαλιστικές πολιτικές» δεν ήταν «τίποτα άλλο από την αναπαραγωγή
του ανταγωνισμού σε παγκόσμια κλίμακα» όπου τα «'κρατικο-καπιταλιστικά τραστ' και όχι οι μεμονωμένες επιχειρήσεις είναι 'τα υποκείμενα του
ανταγωνισμού'. Οι 'πολεμικές εκρήξεις' ήταν το αποτέλεσμα της αντίθεσης ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις της παγκόσμιας οικονομίας με
τις 'εθνικά' περιορισμένες μεθόδους ιδιοποίησης της αστικής τάξης που
χωρίζεται από κράτη».44 Με άλλα λόγια, ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα
κεφάλαια (και μαζί με αυτόν η ανεμπόδιστη λειτουργία του νόμου της
αξίας) είχε μειωθεί στο εσωτερικό των κρατών, αλλά είχε αναζωπυρωθεί
σε ανεξέλεγκτη κλίμακα στην παγκόσμια αρένα.

Ρόζα Λούξεμπουργκ: ο ιμπεριαλισμός
και η κατάρρευση του καπιταλισμού
Ο Λένιν κι ο Μπουχάριν δεν ήταν οι μοναδικοί μαρξιστές αντίπαλοι του
ιμπεριαλισμού που προσπάθησαν να αποδείξουν ότι αποτελούσε ένα
ουσιώδες στάδιο του καπιταλισμού. Το ίδιο έκανε και η Ρόζα ΛούξεμΚαπιταλισμός Ζόμπι

133

πουργκ με μια μάλλον διαφορετική θεωρητική ανάλυση στο έργο της Η
Συσσώρευση του Κεφαλαίου που δημοσιεύτηκε το 1913.47 Το βιβλίο στηριζόταν σε αυτό που η ίδια θεωρούσε ότι αποτελούσε μια κεντρική αντίφαση του καπιταλισμού η οποία είχε διαφύγει της προσοχής του Μαρξ.
Στο Δεύτερο Τόμο του Κεφαλαίου ο Μαρξ είχε παρουσιάσει πίνακες
που απεικόνιζαν την αμοιβαία σχέση ανάμεσα στη συσσώρευση και την
κατανάλωση. Κάθε γύρος της παραγωγής χρησιμοποιούσε τα προϊόντα
του προηγούμενου γύρου, είτε ως υλικές εισροές (μηχανήματα, πρώτες
ύλες κλπ) είτε ως μέσα κατανάλωσης για το εργατικό δυναμικό. Κάτι τέτοιο απαιτούσε ότι τα υλικά προϊόντα που παράγονταν στον ένα γύρο
παραγωγής θα αντιστοιχούσαν σε αυτά που χρειάζονταν για να προχωρήσει ο επόμενος γύρος. Το ζήτημα δεν ήταν μόνο το πέρασμα των σωστών ποσοτήτων αξίας από τον ένα γύρο στον άλλο, αλλά επίσης και
του κατάλληλου είδους αξιών χρήσης - τόσες και τόσες ποσότητες πρώτων υλών, νέων μηχανημάτων, κτιριακών εγκαταστάσεων κλπ, και τόσες
ποσότητες τροφίμων, ρουχισμού κλπ για το εργατικό δυναμικό (όπως
επίσης και ειδών πολυτελείας για τους ίδιους τους καπιταλιστές). Η Ρόζα
Λούξεμπουργκ, εξετάζοντας τους πίνακες του Μαρξ, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι από τον ένα γύρο στον άλλο θα ανακύπτουν ασυμφωνίες
ανάμεσα στη διανομή της αξίας και τη διανομή των αξιών χρήσης που
απαιτούνται για την επέκταση της παραγωγής. Θα παράγονται περισσότερα είδη κατανάλωσης απ' αυτά που θα είναι δυνατό να αγοραστούν με
τους μισθούς που έχουν πληρωθεί οι εργάτες ή περισσότερα επενδυτικά
αγαθά από αυτά που θα μπορούσαν να πληρωθούν από τα κέρδη. Με
άλλα λόγια, το σύστημα παρήγαγε ένα πλεόνασμα αγαθών για τη διάθεση του οποίου δεν μπορούσε να βρει αγορά. Η υπερπαραγωγή δεν ήταν
απλά μια φάση του κύκλου της ύφεσης-ανάπτυξης, αλλά ενδημική στη
λειτουργία του συστήματος. Αν θεωρήσουμε ότι πρόκειται για ένα κλειστό σύστημα, όπου όλες οι εκροές ενός γύρου παραγωγής πρέπει να
απορροφηθούν ως εισροές στον επόμενο, τότε ο καπιταλισμός ήταν καταδικασμένος να τείνει προς την πλήρη κατάρρευση.
Αυτό δεν συνιστούσε πρόβλημα στα αρχικά στάδια του καπιταλισμού. Δεν ήταν ένα κλειστό σύστημα. Επειδή ακριβώς αναπτύχτηκε μέσα σε έναν προκαπιταλιστικό κόσμο, ήταν περικυκλωμένος από πληθυσμούς που δεν αποτελούσαν μέρος του συστήματος - χειροτέχνες και
134

Κρις Χάρμαν

μάστορες, υπολείμματα των φεουδαρχικών αρχουσών τάξεων και τεράστιους αριθμούς αγροτών. Όλοι αυτοί μπορούσαν να απορροφούν τα
πλεονάζοντα αγαθά και σε αντάλλαγμα να παρέχουν πρώτες ύλες.
Όμως, όσο περισσότερο κυριαρχούσε ο καπιταλισμός σε μια δεδομένη
χώρα, τόσο περισσότερο θα ερχόταν αντιμέτωπος με αυτή την αντίφαση· εκτός αν επεκτεινόταν προς τα έξω, για να αποκτήσει τον έλεγχο
άλλων, προ-καπιταλιστικών, κοινωνιών. Απ' αυτή την άποψη, η αποικιοποίηση έπαιζε ουσιαστικό ρόλο στη λειτουργία του συστήματος. Χωρίς αυτή, ο καπιταλισμός θα κατέρρεε.
Η Λούξεμπουργκ δεν αρκέστηκε στην παρουσίαση των επιχειρημάτων της σε αναλυτική μορφή. Τη συμπλήρωσε με κεφάλαια επί κεφαλαίων στα οποία παρουσίαζε, με φρικιαστικές λεπτομέρειες, τον τρόπο με
τον οποίο η ιστορική εξέλιξη του καπιταλισμού στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, συνοδευόταν από την καθυπόταξη και εκμετάλλευση του
υπόλοιπου κόσμου. Το συμπέρασμά της, όπως και του Λένιν και του
Μπουχάριν, ήταν ότι η μοναδική εναλλακτική λύση στον ιμπεριαλισμό
και τον πόλεμο ήταν η σοσιαλιστική επανάσταση.
Ωστόσο, η ανάλυσή της δέχτηκε οξείες και συντριπτικές κριτικές,
από τις οποίες ξεχώρισαν εκείνη του Αυστριακού ρεφορμιστή μαρξιστή
Ότο Μπάουερ (Otto Bauer) και του Μπουχάριν. Ο Μπάουερ παρουσίασε τη δικιά του εκδοχή των Πινάκων Αναπαραγωγής [του Δεύτερου Τόμου του Κεφάλαιου, στ μ], υποστηρίζοντας ότι δεν παρουσιάζεται πρόβλημα ισορροπίας των εισροών και των εκροών ακόμα και αν πραγματοποιηθούν μια σειρά από κύκλους παραγωγής. Ο Μπουχάριν επικεντρώθηκε στην αντίκρουση σημείων της «αντι-κριτικής» που έγραψε η
Λούξεμπουργκ, δηλαδή της απάντησης της στον Μπάουερ. Η Λούξεμπουργκ είχε υποστηρίξει ότι το κίνητρο στους καπιταλιστές να επενδύουν δεν μπορεί παρά να προέρχεται από κάτι που βρίσκεται έξω από
τον καπιταλισμό. Δεν ήταν αρκετό, υποστήριζε, να απορροφούν το παραγόμενο προϊόν της κοινωνίας οι όλο και μεγαλύτερες επενδύσεις, γιατί κάτι τέτοιο δεν θα άφηνε το κέρδος που θα δικαιολογούσε την επένδυση από τη σκοπιά των καπιταλιστών:
Η παραγωγή για χάρη της παραγωγής σε όλο και μεγαλύτερη
κλίμακα είναι, από την οπτική γωνία του καπιταλιστή, παράλογη, γιατί κατ' αυτόν τον τρόπο είναι αδύνατο για το σύνολο της
Καπιταλισμός Ζόμπι

135

τάξης των καπιταλιστών να πραγματοποιήσει το κέρδος και συνεπώς να συσσωρεύσει. 4 8

Η απάντηση του Μπουχάριν, ουσιαστικά, συνοψίζεται στην επισήμανση
ότι ακριβώς αυτή η φαινομενικά παράλογη συσσώρευση για χάρη της
συσσώρευσης είναι, σύμφωνα με τον Μαρξ, το χαρακτηριστικό γνώρισμα του καπιταλισμού.49 Ο καπιταλισμός δεν είχε ανάγκη έναν σκοπό
πέρα απ' αυτόν τον ίδιο. Και θα μπορούσε να προσθέσει κάποιος ότι
ακριβώς αυτή η τάση του συμπυκνώνει την άκρα αλλοτρίωση της ανθρώπινης εργασίας στο καπιταλιστικό σύστημα: η δύναμη που το ωθεί
μπροστά δεν είναι η ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών, έστω των
ανθρώπινων αναγκών των καπιταλιστών, αλλά η ίδια του η δυναμική.
Ο Μπουχάριν δεν αρνιόταν το γεγονός ότι στη διάρκεια της καπιταλιστικής ανάπτυξης εκδηλώνονταν ασυμφωνίες ανάμεσα στην παραγωγή και την κατανάλωση. Στα σχόλιά του πάνω στην ανάλυση της
Λούξεμπουργκ επέμενε ότι τέτοιες ασυμφωνίες είναι αναπόφευκτες,
αλλά επίσης, ότι αυτό που τις ξεπερνά είναι η ίδια η καπιταλιστική κρίση. Όντως εκδηλώνονται η υπερσυσσώρευση και η υπερπαραγωγή,
όμως όχι πάντα και όχι συνεχώς. Ανακύπτουν όσο εκτυλίσσεται η κρίση,
και εξαφανίζονται μέσα από την περαιτέρω εξέλιξή της. Ο Μπουχάριν
επιστράτευσε τη φράση του Μαρξ: «Δεν υπάρχει διαρκής κρίση».50 Για
εκείνον, η ερμηνεία του ιμπεριαλισμού δεν μπορούσε να βασιστεί στα
προβλήματα της υπερπαραγωγής, αλλά στον τρόπο με τον οποίο βοηθά την επιδίωξη των καπιταλιστών για υψηλότερα κέρδη.
Τα επιχειρήματα του Μπουχάριν απέναντι στη Λούξεμπουργκ δεν
μπορούν να καταρριφθούν. Όμως υπάρχει κάτι που και ο ίδιος και ο Λένιν έχουν αφήσει χωρίς εξήγηση: το λόγο για τον οποίο η εξαγωγή κεφαλαίου που συνόδευσε την παλίρροια της ιμπεριαλιστικής επέκτασης,
κατόρθωσε να οδηγήσει τον καπιταλισμό έξω από τη Μεγάλη Ύφεση.
Παρ' όλα τα μειονεκτήματά της, η ερμηνεία της Λούξεμπουργκ προσπαθούσε να εντοπίσει τον τρόπο που ο ιμπεριαλισμός συνδεόταν με το
προσωρινό ξεπέρασμα της κρίσης, κάτι το οποίο δεν έκαναν ο Λένιν κι
ο Μπουχάριν.
Τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να γίνει μια τέτοια σύνδεση τον
σκιαγράφησε στη δεκαετία του '20 ο Χένρικ Γκρόσμαν (Henryk Gros136

Κρις Χάρμαν

sman) ο οποίος στεκόταν κριτικά τόσο απέναντι στη Λούξεμπουργκ όσο
και απέναντι στους επικριτές της.51 Η ροή κεφαλαίου από τα υπαρκτά
κέντρα συσσώρευσης σε νέα υπερπόντια, μπορούσε να επιφέρει ανακούφιση στην πίεση η οποία οδηγεί σε αύξηση της οργανικής σύνθεσης του
κεφαλαίου και σε πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, έστω κι αν μια
τέτοια λύση θα «είχε μόνο προσωρινά αποτελέσματα».52
Μια τέτοια οπτική μπορεί να ερμηνεύσει την πραγματική κίνηση
της εξέλιξης του ιμπεριαλισμού στο αποκορύφωμά του κατά τα τέλη του
19ου αιώνα. Αν το μισό των βρετανικών επενδύσεων που είχαν επενδυθεί στο εξωτερικό είχαν, αντιθέτως, επενδυθεί στην ίδια τη Βρετανία, τότε θα αυξανόταν και η αναλογία επένδυσης προς εργασία (η οργανική
σύνθεση του κεφαλαίου) με αποτέλεσμα τη μείωση του ποσοστού κέρδους. Όμως οι εξελίξεις ήταν διαφορετικές όπως ξέρουμε, και οι διάφορες μετρήσεις εκτιμούν ότι ο συντελεστής απόδοσης κεφαλαίου* στην
πραγματικότητα έπεσε από 2,16 το 1875-83 (τα χρόνια της «Μεγάλης
Ύφεσης») στο 1,82 το 1891-190153 και ότι τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1890 ήταν μια περίοδος αυξανόμενων ποσοστών κέρδους (μετά
την πτώση των δεκαετιών του 1860 και του 1880).54 Και σ' εκείνα τα
χρόνια, ό,τι συνέβαινε στη Βρετανία είχε κυριολεκτικά τεράστιο αντίκτυπο στο υπόλοιπο του συστήματος.
Οι παραπάνω διαπιστώσεις οδηγούν σε μια ευρύτερη εκτίμηση για
τη δυναμική του καπιταλισμού στον 20ό και τον 21ο αιώνα, στην οποία
θα επανέλθουμε στα επόμενα κεφάλαια. Σ' αυτό το σημείο, αρκεί η παραδοχή ότι ο ιμπεριαλισμός γεννήθηκε ως αποτέλεσμα της ανταγωνιστικής κούρσας των διαφορετικών κεφαλαίων να επεκταθούν πέρα από τα
εθνικά σύνορα και είχε ως προσωρινή παρενέργεια τη χαλάρωση των πιέσεων που οδηγούσαν σε αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου
και σε πτώση του ποσοστού κέρδους. Όμως, οι συνέπειες πράγματι δεν
μπορούσαν παρά να είναι προσωρινές, γιατί τελικά οι επενδύσεις που θα
πραγματοποιούνταν στα νέα κέντρα συσσώρευσης θα παρήγαγαν υπεραξία η οποία θα αναζητούσε να επενδυθεί - και αυτό με τη σειρά του θα
ασκούσε καθοδική πίεση στα ποσοστά κέρδους. Όσο θα εκτυλισσόταν
αυτή η διαδικασία, οι παλιές αντιφάσεις του συστήματος θα επέστρεφαν
• Capital output ratio στο κείμενο. Το ποσό του κεφαλαίου που απαιτείται για τη παραγωγή μια μονάδας (προϊόντος ή εισοδήματος). Στ μ.
Καπιταλισμός Ζόμπι

137

με ακόμα μεγαλύτερη ένταση, ανοίγοντας μια νέα περίοδο οικονομικής
αστάθειας, η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα την όξυνση του ανταγωνισμού, όχι μόνο του οικονομικού αλλά και του στρατιωτικού. Αυτά συνέβησαν ουσιαστικά στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, με μια διεθνώς
πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους και με αυξημένες εντάσεις ανάμεσα στα κράτη. Με τις παραπάνω τροποποιήσεις, η επιμονή του Λένιν,
του Μπουχάριν και της Λούξεμπουργκ για τη σύνδεση ανάμεσα στον
καπιταλισμό και τον πόλεμο, αποκτά πλήρη θεωρητική συνοχή.

Ένα πρόβλημα που ο Μαρξ άφησε πίσω του
Η κλασική θεωρία του ιμπεριαλισμού είχε μια πολύ σημαντική επίπτωση. Έθετε το ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στα κράτη και τα κεφάλαια
που λειτουργούσαν στο εσωτερικό τους. Ο Μαρξ είχε αφήσει άλυτο αυτό το ζήτημα. Στα μη-οικονομικά του χειρόγραφα είχε ασχοληθεί με κάποιες από τις πτυχές του,55 αλλά δεν προχώρησε στο σημείο να ενσωματώσει αυτές τις παρατηρήσεις στη συνολική του ανάλυση για το καπιταλιστικό σύστημα. Όμως, πρόκειται για ένα ερώτημα το οποίο καμιά
σοβαρή ανάλυση του καπιταλισμού δεν μπορεί να αποφύγει στον αιώνα
που ακολούθησε το θάνατο του Μαρξ. Μια γρήγορη ματιά στην αύξηση των δημοσίων δαπανών αρκεί να δείξει το γιατί (βλέπε το γράφημα
που ακολουθεί πιο κάτω και αφορά τις ΗΠΑ).
Δαπάνες Κυβέρνησης των ΗΠΑ ως ποσοστό του ΑΕΠ54
50 +
40··

Τάση

30

2010-

0
138

1800

1840

1880

1920

1960
Κρις Χάρμαν

Το μερίδιο αυτών των δαπανών έμεινε ουσιαστικά στάσιμο καθ' όλη τη
διάρκεια του 19ου αιώνα, εκτός από περιόδους γενικού πολέμου, αλλά
από την τρίτη δεκαετία του 20ού αιώνα άρχισε να αυξάνεται και από τότε δεν έχει σταματήσει να ακολουθεί ανοδική πορεία.
Η πιο συνηθισμένη αντιμετώπιση του κράτους, από μαρξιστές και
μη-μαρξιστές, ήταν να θεωρείται ως κάτι το εξωτερικό στο καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα. Αυτή η προσέγγιση έχει γίνει αποδεκτή από
την κυρίαρχη «Ρεαλιστική» σχολή των διεθνών σχέσεων στους ακαδημαϊκούς κύκλους. Αυτή η σχολή αντιμετωπίζει τα κράτη ως αυτοτελείς
οντότητες οι οποίες συγκρούονται στη διεθνή σκηνή, ακολουθώντας μια
λογική η οποία δεν έχει σε τίποτα να κάνει με την οικονομική μορφή οργάνωσης που κυριαρχεί στο εσωτερικό τους.57 Μια παραπλήσια προσέγγιση υιοθετούν και κάποια μαρξιστικά κείμενα.
Σύμφωνα μ' αυτή την άποψη, ο καπιταλισμός συνίσταται στο κυνήγι του κέρδους από τις επιχειρήσεις (ή ακριβέστερα, στην αυτοεπέκταση
των κεφαλαίων), ανεξάρτητα από το πού αυτά βασίζονται γεωγραφικά.
Αντιθέτως, το κράτος είναι μια πολιτική οντότητα που εδράζεται γεωγραφικά, και τα όρια της οποίας τέμνουν το χώρο δραστηριότητας των
ξεχωριστών κεφαλαίων. Μπορεί το κράτος να είναι μια πολιτική δομή η
οποία ιστορικά αναπτύχθηκε για να ικανοποιήσει τα προαπαιτούμενα
της καπιταλιστικής παραγωγής - να προστατεύει την καπιταλιστική
ιδιοκτησία, να αστυνομεύει τις δοσοληψίες των μελών της άρχουσας τάξης μεταξύ τους, να παρέχει συγκεκριμένες υπηρεσίες αναγκαίες για την
αναπαραγωγή του συστήματος και να πραγματοποιεί μεταρρυθμίσεις οι
οποίες είναι απαραίτητες για την αποδοχή της καπιταλιστικής εξουσίας
από άλλα τμήματα της κοινωνίας - αλλά δεν πρέπει να ταυτίζεται με τα
κεφάλαια που λειτουργούν στο εσωτερικό της.
Όσοι θεωρούν το κράτος ως κάτι εξωτερικό στον καπιταλισμό τείνουν να αναφέρονται στο «κράτος» στον ενικό - και επίσης συχνά και
στο «κεφάλαιο» μόνο στον ενικό. Μπορεί κάτι τέτοιο να έχει νόημα για
μια ανάλυση του καπιταλισμού στο υψηλότερο επίπεδο αφαίρεσης,
όπου το κράτος παρέχει το γήπεδο στο οποίο αναμετρούνται επί ίσοις
όροις τα διάφορα κεφάλαια. Όμως, το υπαρκτό καπιταλιστικό σύστημα
αποτελείται από πολλά κράτη58 και από πολλά κεφάλαια.59
Όμως, ακόμα και κάποιοι που θεωρούν ότι πρέπει να μιλάμε για
Καπιταλισμός Ζόμπι

139

κράτη κι όχι για «κράτος» αφηρημένα, όπως η Έλεν Γουντ, συμπεραίνουν συχνά ότι αυτά υπηρετούν τα συμφέροντα του κεφάλαιου γενικά
και όχι των συγκεκριμένων καπιταλιστών που έχουν τη βάση τους σ'
αυτά. «Ο ουσιώδης ρόλος του κράτους στον καπιταλισμό» υποστηρίζει
δεν είναι να λειτουργεί ως εργαλείο ιδιοποίησης ή ως μια μορφή
«πολιτικά θεσμοθετημένης ιδιοκτησίας», αλλά κυρίως ως μέσο
δημιουργίας και διατήρησης των συνθηκών συσσώρευσης χωρίς
προσκόμματα, συντηρώντας την κοινωνική, νομική και διοικητική τάξη που είναι αναγκαία για τη συσσώρευση.60
Απέναντι σε αυτές τις απόψεις αντιπαρατάσσονται εκείνες οι αναλύσεις
που ως αφετηρία τους παίρνουν τις κλασικές θεωρίες του ιμπεριαλισμού, που μιλούν για «συγχώνευση» του κράτους με το κεφάλαιο, για
«κρατικο-μονοπωλιακό καπιταλισμό» ή απλά για «κρατικό καπιταλισμό» και έχουν την άποψη ότι οι συγκρούσεις ανάμεσα στα κράτη αποτελούν έκφραση του διεθνούς ανταγωνισμού των κεφαλαίων τα οποία
λειτουργούν σε αυτά.
Μια χοντροκομμένη εκδοχή της παραπάνω άποψης έγινε η «ορθοδοξία» στο σταλινοποιημένο μαρξισμό από τη δεκαετία του '30 μέχρι τη
δεκαετία του '70 με τη λεγόμενη «θεωρία του ΚΜΚ» [Κρατικο-Μονοπωλιακού Καπιταλισμού, stamocap στο αγγλικό κείμενο, στμ\. Ο Μάικ
Κίντρον (Mike Kidron) έχει κάνει μια πολύ πιο σοβαρή απόπειρα να περιγράψει το παγκόσμιο σύστημα στις δεκαετίες μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ως σύγκρουση εθνικών κεφαλαίων.61 Στην ανάλυσή
του, τα μεμονωμένα κράτη και τα μεμονωμένα κεφάλαια βρίσκονται σε
απόλυτη αναλογία μεταξύ τους: κάθε κράτος δρούσε για λογαριασμό
μιας ομάδας εθνικά βασιζόμενων κεφαλαίων και κάθε σημαντικό κεφάλαιο ήταν ενσωματωμένο σε ένα συγκεκριμένο εθνικό κράτος. Οι όποιες εξαιρέσεις ήταν, σύμφωνα με τον Κίντρον, επιβιώσεις του παρελθόντος οι οποίες θα εξαφανίζονταν με την περαιτέρω ανάπτυξη του συστήματος.
Σε αντιπαραθέσεις που υπήρξαν ανάμεσα σε Γερμανούς μαρξιστές
στις αρχές της δεκαετίας του '70 έγινε μια παράλληλη απόπειρα να
αναλυθεί το παγκόσμιο σύστημα με βάση κράτη που εκπροσωπούσαν
κεφάλαια.62 Για παράδειγμα, η Κλαούντια φον Μπράουνμουλ (Claudia
von Braunmiihl), έγραψε ότι:
140

Κρις Χάρμαν

Εκείνο που πρέπει να αναλυθεί δεν είναι το κράτος γενικά, αλλά

η «συγκεκριμένη

πολιτική οργάνωση της παγκόσμιας αγοράς σε

πολλά κράτη»... δηλαδή, από την αρχή η ανάλυση πρέπει να περιλαμβάνει το κράτος που ερευνάται σε σχέση με τη συγκεκριμένη σχέση του με την παγκόσμια αγορά και τα άλλα κράτη. 6 3

Λιγοστοί είναι εκείνοι που αποπειράθηκαν να αναπτύξουν περισσότερο
τέτοιες ιδέες ώστε να παράγουν μια συγκροτημένη ερμηνεία του παγκόσμιου συστήματος. Όμως, κάποιες από τις παραδοχές τους θεωρούνται δεδομένες σε ότι λέγεται και γράφεται καθημερινά για τον κόσμο
γύρω μας. Οι άνθρωποι αναφέρονται συχνά στα «οικονομικά συμφέροντα» εκείνου ή του άλλου κράτους ή στις επιδόσεις του ενός σε σύγκριση με κάποιο άλλο και στα «κέρδη» της μιας ή της άλλης χώρας. Με
αυτόν τον τρόπο, για παράδειγμα, η πολύ χρήσιμη παρουσίαση της εξέλιξης του καπιταλισμού μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο από τον
Ρόμπερτ Μπρένερ (Robert Brenner), δίνει έμφαση στις αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στον «καπιταλισμό των ΗΠΑ», τον «ιαπωνικό καπιταλισμό», το «γερμανικό καπιταλισμό», όπου οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα
στα κράτη διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο σ' αυτή τη διαδικασία.64 Τέτοιες αναφορές υπονοούν μια στενή ευθυγράμμιση συμφερόντων ανάμεσα σε ένα δεδομένο εθνικό κράτος και ένα δεδομένο τομέα του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος.
Η άποψη ότι τα εθνικά κράτη ταυτίζονται απόλυτα με τα «εθνικά»
κεφάλαια είναι μια μεγάλη υπεραπλούστευση, ιδιαίτερα στο σημερινό
κόσμο όπου οι πολυεθνικές επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται σε δεκάδες χώρες όπως θα δούμε παρακάτω. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι τα
κράτη στέκονται «σε απόσταση» από συγκεκριμένα κεφάλαια, ή ότι τα
κράτη δεν λειτουργούν κατ' εντολή συγκεκριμένων, εθνικά βασιζόμενων, ομαδοποιήσεων κεφαλαίου. Παραμένουν συνδεμένα με περίπλοκους τρόπους.

Η γένεση του καπιταλιστικού κράτους
Μια αφετηρία για την κατανόηση αυτής της σχέσης μπορεί να μας δώσει η σχέση ανάμεσα στη γένεση του σύγχρονου κράτους και του καπιΚαπιταλισμός Ζόμπι

141

ταλισμού. Ο Μαρξ δεν ασχολήθηκε άμεσα με αυτό το θέμα κι ο πρώτος
που το έκανε ήταν ο Ένγκελς σε ένα χειρόγραφο που έγραψε μετά το
θάνατο του Μαρξ και είχε παραμείνει αδημοσίευτο μέχρι το 1935. Οι
μελέτες του οδήγησαν τον Ένγκελς στο συμπέρασμα ότι καθώς οι μεγάλοι και μικροί έμποροι των πόλεων (οι «αστοί») άρχισαν να αποκτούν
μεγαλύτερη σημασία προς το τέλος του Μεσαίωνα, συμμάχησαν με τη
μοναρχία ενάντια στην παλιά φεουδαλική άρχουσα τάξη: «Μέσα από
τις αναστατώσεις των πληθυσμών που χαρακτήρισαν τον πρώιμο Μεσαίωνα αναπτύχθηκαν σταδιακά οι νέοι εθνικισμοί» και οι απαρχές
εθνικών κρατών που ήταν πολύ διαφορετικά από προηγούμενες πολιτικές δομές.65
Ο Λένιν επεξεργάστηκε θεωρητικά περαιτέρω παρόμοιες ιδέες,
μιας και το επαναστατικό κίνημα στη Ρωσία προσπαθούσε να καθορίσει
τη θέση του απέναντι στο αίτημα για κρατική ανεξαρτησία που πρόβαλλαν οι καταπιεζόμενες εθνότητες της Τσαρικής Αυτοκρατορίας που
βρίσκονταν στα σύνορά της με τη νότια-ανατολική Ευρώπη καθώς και
οι λαοί των αποικιακών κτήσεων των Δυτικοευρωπαϊκών δυνάμεων.
Διατύπωσε τις βαθιές συνδέσεις ανάμεσα στον αγώνα για την εγκαθίδρυση εθνικών κρατών και στην ανάδυση - μέσα στους κόλπους
του προ-καπιταλιστικού κόσμου - ομάδων που θέλανε οι ίδιες να βασιστούν σε καπιταλιστικές μορφές οικονομικής οργάνωσης:
Σε όλο τον κόσμο, η περίοδος της τελικής νίκης του καπιταλισμού επί της φεουδαρχίας έχει συνδεθεί με εθνικά κινήματα. Η
πλήρης νίκη της εμπορευματικής παραγωγής έχει ως προϋπόθεση η αστική τάξη να κατακτήσει την εγχώρια αγορά και επίσης
να υπάρχουν πολιτικά ενοποιημένες περιοχές με τους πληθυσμούς τους να μιλάνε την ίδια γλώσσα και να παραμεριστούν
όλα τα εμπόδια στην ανάπτυξη μιας τέτοιας γλώσσας και της
επικράτησής της... Γι' αυτό το λόγο, το κάθε εθνικό κίνημα τείνει
στη δημιουργία εθνικών κρατών, κάτω από τα οποία υλοποιούνται με τον καλύτερο τρόπο τα προαπαιτούμενα του σύγχρονου
καπιταλισμού... Το εθνικό κράτος είναι η τυπική και κανονική
μορφή για την περίοδο του καπιταλισμού.66
Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, τα σύγχρονα κράτη δεν έχουν αναπτυχθεί ως κάτι το εξωτερικό προς τα κεφάλαια (έστω τα περισσότερα
κεφάλαια) που έχουν τη βάση τους σ' αυτά. Τουναντίον, έχουν διαπλα142

Κρις Χάρμαν

στεί ιστορικά οπό τη διαδικασία κατά την οποία άρχισαν να αποκτούν
ρίζες οι καπιταλιστικές μέθοδοι παραγωγής πλούτου, πρώτα σε τμήματα της Ευρώπης και κατόπιν στον υπόλοιπο κόσμο. Οι ομάδες οι οποίες
ταυτίζονταν με αυτές τις μεθόδους είχαν την ανάγκη προστασίας απέναντι στις κοινωνικές δυνάμεις που απάρτιζαν την προκαπιταλιστική
κοινωνία μέσα στην οποία αναπτύσσονταν - και, πολύ σύντομα, ανάγκη προστασίας απέναντι στις καπιταλιστικές ομάδες που είχαν τη βάση
τους αλλού. Η εν λόγω ανάγκη οδηγούσε στην προσπάθεια διαμόρφωσης πολιτικών δομών που να υπερασπίζονται τα κοινά τους συμφέροντα - με τη βία αν ήταν απαραίτητο - μέσα σε ένα εχθρικό κόσμο. Όπου
υπήρχαν παλιές προκαπιταλιστικές κρατικές δομές, οι νέες καπιταλιστικές ομάδες έπρεπε να τις θέσουν υπό τον έλεγχό τους και να τις αναδιοργανώσουν ώστε να υπηρετούν τα συμφέροντά τους (όπως έγινε
στην Αγγλία και τη Γαλλία), είτε να αποσπαστούν απ' αυτές και να σχηματίσουν νέα κράτη (όπως η Ολλανδική Δημοκρατία, οι ΗΠΑ και οι
πρώην αποικιακές χώρες στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα). Στα τέλη
του 19ου αιώνα δεν ήταν μόνο τα υπαρκτά καπιταλιστικά συμφέροντα
που επεδίωκαν να οικοδομήσουν τέτοια κράτη. Την ίδια επιδίωξη είχαν,
από τη μια μεριά, και στοιχεία της παλιάς άρχουσας τάξης σε μέρη όπως
η Γερμανία, η τσαρική Ρωσία και η Ιαπωνία, που ήθελαν να επιβιώσουν
σε ένα κόσμο όπου κυριαρχούσαν μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις,
και, από την άλλη μεριά, η μεσοαστική διανόηση που απέκτησε ηγετικό
ρόλο στα εθνικά κινήματα των αποικιών.
Κάποιοι μαρξιστές απορρίπτουν αυτή την εικόνα, με το επιχείρημα
ότι κράτη υπήρχαν και πριν την εμφάνιση του καπιταλισμού. Με βάση
αυτή την αντίληψη, το «σύστημα των κρατών» εκλαμβάνεται ως κάτι
εντελώς διακριτό από το σύστημα του καπιταλισμού και θεωρείται ότι
υπάρχει μια «λογική των κρατών» η οποία διαφέρει από τη «λογική του
κεφαλαίου». Όμως, η εμφάνιση του καπιταλισμού δεν άφησε τα παλιά
κράτη όπως ήταν πριν. Αναδιαμορφώθηκαν εκ βάθρων, με την επαναχάραξη των εδαφικών τους ορίων και την εγκαθίδρυση, για πρώτη φορά, συγκεντρωτικών δομών που έφτασαν να επηρεάζουν τη ζωή του κάθε κάτοικου (επίσης για πρώτη φορά, τους αποκαλούσαν «πολίτες»). 67
Το γεγονός ότι αυτές οι νέες δομές λειτουργούσαν μέσω της άσκησης
βίας και όχι της παραγωγής αγαθών για πώληση, δεν εμπόδισε τη διαΚαπιταλισμός Ζόμπι

143

μόρψωσή τους σύμφωνα με τις νέες σχέσεις παραγωγής και εκμετάλλευσης που συνόδευαν την εμφάνιση του καπιταλισμού. Ήταν από την
αρχή - και παραμένουν και σήμερα - δομές που ανατροφοδοτούν τη
διαδικασία παραγωγής από τα κεφάλαια, επηρεάζοντας το ρυθμό και
την κατεύθυνση της συσσώρευσής τους. Η λογική των κρατών ήταν
προϊόν της ευρύτερης λογικής του καπιταλισμού, ακόμα και αν συχνά
ερχόταν σε αντιπαράθεση με άλλα στοιχεία του συστήματος.68
Το κεφάλαιο υφίσταται σε τρεις μορφές - ως παραγωγικό κεφάλαιο, ως εμπορευματικό (ή εμπορικό) κεφάλαιο και ως χρηματικό κεφάλαιο. 6 ' Κάθε διαδικασία συσσώρευσης κεφαλαίου στον πλήρως αναπτυγμένο καπιταλισμό, περιλαμβάνει επανειλημμένες αλλαγές από τη
μια στην άλλη μορφή: χρηματικό κεφάλαιο χρησιμοποιείται για την
αγορά μέσων παραγωγής, πρώτων υλών και εργατικής δύναμης. Όλα
αυτά συνδυάζονται στη διαδικασία της παραγωγής εμπορευμάτων, τα
οποία ανταλλάσσονται με χρήμα. Κατόπιν, αυτό το χρηματικό ποσό
χρησιμοποιείται για την αγορά περισσότερων μέσων παραγωγής, πρώτων υλών και εργατικής δύναμης και ούτω καθεξής. Οι μορφές του κεφαλαίου αλληλεπιδρούν καθώς αλλάζουν από τη μια στην άλλη. Όμως,
μπορεί να υπάρξει και ένας μερικός διαχωρισμός αυτών των τριών διαφορετικών μορφών. Η οργάνωση της άμεσης παραγωγής, η πώληση
των εμπορευμάτων και η παροχή χρηματοδότησης μπορούν να εκχωρηθούν σε διαφορετικές ομάδες καπιταλιστών.
Το χρηματικό κεφάλαιο και το εμπορικό κεφάλαιο μπορούν να βρίσκονται συνεχώς σε κίνηση, να κινούνται από μέρος σε μέρος πέρα από
εθνικά σύνορα, εκτός αν αυτή την κίνηση την παρεμποδίσει το κράτος
ή άλλα σώματα που ασκούν βία. Τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά
με τα παραγωγικά κεφάλαια. Αν θεωρηθούν απλά συσσωρεύσεις αξίας,
στο μόνο που διαφέρουν μεταξύ τους είναι στο μέγεθος. Όμως, το κάθε
μεμονωμένο κεφάλαιο, όπως και το κάθε μεμονωμένο εμπόρευμα, έχει
διπλό χαρακτήρα. Δεν είναι μετρήσιμο μόνο ως προς την ανταλλακτική
του αξία, είναι επίσης και μια συγκεκριμένη αξία χρήσης· μια συγκεκριμένη σχέση αντικειμένων και ανθρώπων στη διαδικασία της παραγωγής. Κάθε επιμέρους κεφάλαιο έχει το δικό του τρόπο να συνδυάζει εργατική δύναμη, πρώτες ύλες και μέσα παραγωγής, να εξασφαλίζει τη
χρηματοδότηση και τη δανειοδότησή του, να διατηρεί δίκτυα διανομής
144

Κρις Χάρμαν

και πώλησης των προϊόντων του. Όλα αυτά συνεπάγονται την αλληλεπίδραση με άλλους ανθρώπους και με τη φύση, αλληλεπιδράσεις φυσικού είδους, οι οποίες πραγματοποιούνται σε καθημερινή βάση και σε
συγκεκριμένες γεωγραφικά τοποθεσίες.
Κανένα παραγωγικό κεφάλαιο δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς,
από τη μια μεριά, να διαθέτει μια εγγύηση του ελέγχου του στα μέσα
παραγωγής (μια εγγύηση που σε τελευταία ανάλυση στηρίζεται στα
«ένοπλα σώματα ανδρών»), και από την άλλη, ένα εργατικό δυναμικό
«ελεύθερο» υπό δυο έννοιες: τόσο απαλλαγμένο από τον καταναγκασμό μη-καπιταλιστικών εκμεταλλευτών όσο και απαλλαγμένο από τη
δυνατότητα να κερδίσει τα προς το ζην με άλλο τρόπο πέρα από την
πώληση της εργατικής του δύναμης. Σε κάθε δεδομένη γεωγραφική περιοχή οι παραγωγικοί καπιταλιστές συντονίζονται αναγκαστικά στην
προσπάθειά τους να διαμορφώσουν τις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες, δηλαδή να ασκήσουν επιρροή στο κράτος. Όπως το θέτει ο Νιλ
Μπρένερ (Neil Brenner):
Το κεφάλαιο, στην προσπάθειά του να συσσωρεύσει υπεραξία,
πασχίζει... να υπερπηδήσει όλα τα γεωγραφικά εμπόδια στη διαδικασία της κυκλοφορίας του. Ωστόσο, για να διατηρήσει τη δυναμική του... το κεφάλαιο στηρίζεται σε σχετικά σταθερές και
ακίνητες εδαφικές υποδομές, όπως είναι οι συσσωματώσεις των
μεγάλων αστικών κέντρων και τα εδαφικά κράτη... Η ενδημική
αυτή προσπάθεια του κεφαλαίου είναι εγγενώς συνυφασμένη με
την παραγωγή, την αναπαραγωγή, την αναδιαμόρφωση σχετικά
σταθερών και ακίνητων σχηματισμών εδαφικής οργάνωσης, στις
οποίες συμπεριλαμβάνονται περιφερειακά αστικά κέντρα, δίκτυα μεταφοράς, συστήματα επικοινωνίας και κρατικές ρυθμιστικές αρχές.70
Οι περισσότερες καπιταλιστικές επιχειρήσεις δεν λειτουργούν με βάση
μόνο τις εκτιμήσεις τους για την αγορά, αλλά επίσης και με βάση τους
μακρόχρονους υπολογισμούς για τις σχέσεις τους με τις άλλες επιχειρήσεις με τις οποίες έχουν δούναι και λαβείν. Διαφορετικά θα ζούσαν με
το διαρκή φόβο ότι σε περίπτωση αλλαγής των συνθηκών στην αγορά
οι προμηθευτές τους θα πουλήσουν αλλού και εκείνοι που έχουν αναλάβει τη μεταφορά και τη διανομή των προϊόντων τους θα έχαναν το
ενδιαφέρον τους γι' αυτά. Γι' αυτό το λόγο επιδιώκουν να αποκλείσουν
Καπιταλισμός Ζόμπι

145

αυτές τις άλλες επιχειρήσεις με ένα συνδυασμό οικονομικών κινήτρων,
επιχειρηματικών εξυπηρετήσεων και προσωπικών επαφών. Σε αυτό το
βαθμό, η παραγωγή δεν λαμβάνει χώρα σε μεμονωμένες εταιρείες, αλλά
σε «βιομηχανικά συμπλέγματα» τα οποία έχουν διαμορφωθεί στο πέρασμα του χρόνου.71
Το μοντέλα της αγοράς των κλασικών και νεοκλασικών οικονομικών, απεικονίζουν τα κεφάλαια ως απομονωμένες ατομικές μονάδες
που επιδίδονται σε τυφλό ανταγωνισμό με άλλα κεφάλαια. Στον πραγματικό κόσμο, οι καπιταλιστές πάντοτε επεδίωκαν να ενισχύσουν την
ανταγωνιστική τους θέση κάνοντας συμμαχίες με άλλους καπιταλιστές
και φιλόδοξους πολιτικούς- συμμαχίες οι οποίες επισφραγίζονται με το
χρήμα, αλλά και με τα παντρολογήματα, τα δίκτυα των «παλιόφιλων»
και τις κοινές κοινωνικές δραστηριότητες.72
Ακόμα και η ρευστότητα του χρηματικού κεφαλαίου δεν μειώνει τη
σημασία που έχουν τα συγκεκριμένα εθνικά κράτη για τους συγκεκριμένους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς. Όπως έχει επισημάνει ο Κώστας Λαπαβίτσας στην ανάλυσή του για το χρήμα στον καπιταλισμό:
«Η εμπορική πίστωση εξαρτάται από την εμπιστοσύνη ανάμεσα στις
μεμονωμένες καπιταλιστικές επιχειρήσεις η οποία είναι υποκειμενική
και ιδιωτικής φύσης, αφού ενός τέτοιου είδους εμπιστοσύνη αντλεί από
τη γνώση που έχουν συσσωρεύσει αυτές οι επιχειρήσεις η μια για την
άλλη στην πορεία των εμπορικών τους σχέσεων».73 Και τα δίκτυα που
παρέχουν τέτοιες γνώσεις έχουν, σε πολύ μεγάλο βαθμό, οικοδομηθεί
πάνω σε εθνική βάση, με το κράτος, μέσω της κεντρικής τράπεζας, να
διαδραματίζει τον κεντρικό ρόλο. «Οι θεσμοί και οι αγορές του πιστωτικού συστήματος, που ρυθμίζονται και διευθύνονται από την κεντρική
τράπεζα, θέτουν την κοινωνική εξουσία και την εμπιστοσύνη στην υπηρεσία της καπιταλιστικής συσσώρευσης».74
Οι σχέσεις ανάμεσα στα κράτη και τα κεφάλαια είναι σχέσεις ανάμεσα σε ανθρώπους, ανάμεσα σε εκείνους που εμπλέκονται στην εκμετάλλευση της πλειοψηφίας του πληθυσμού και σε εκείνους που ελέγχουν τα «σώματα των ένοπλων ανδρών». Ο κάθε καπιταλιστής επιδιώκει την προσωπική επαφή με τα ηγετικά κλιμάκια του κράτους, όπως
ακριβώς επιδιώκει την καλλιέργεια δεσμών εμπιστοσύνης και αμοιβαίας
υποστήριξης με συγκεκριμένους άλλους καπιταλιστές. Οι «διασυνδέ146

Κρις Χάρμαν

σεις» στις οποίες είχε αναφερθεί ο Λένιν75 έχουν τεράστια σημασία.
Τέτοιες αλληλεπιδράσεις αφήνουν αναπόφευκτα το στίγμα τους
στην εσωτερική διάρθρωση του κάθε κεφαλαίου, σε σημείο που το κάθε
επιμέρους κεφάλαιο θα αντιμετώπιζε τεράστιες δυσκολίες αν ξαφνικά
αποκοπτόταν από τα άλλα κεφάλαια και το κράτος με τα οποία έχει συνυπάρξει επί μακρόν. Το εθνικό κράτος και τα εθνικά βασισμένα κεφάλαια μεγαλώνουν μαζί, σαν παιδιά μιας πυρηνικής οικογένειας. Η ανάπτυξη του ενός αναπόφευκτα διαμορφώνει και την ανάπτυξη των υπόλοιπων.
Οι ομάδες των κεφαλαίων και το κράτος με το οποίο είναι συνδεδεμένες, σχηματίζουν ένα σύστημα στο οποίο το ένα στοιχείο επηρεάζει τα
άλλα. Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του κάθε κεφαλαίου επηρεάζεται από
την αλληλεπίδραση του με άλλα κεφάλαια και το κράτος. Αντανακλά
όχι μόνο τη γενική προσπάθεια επέκτασης της αξίας, την προσπάθεια
για συσσώρευση, αλλά επίσης και το συγκεκριμένο περιβάλλον στο
οποίο αναπτύχθηκε. Το κράτος και τα μεμονωμένα κεφάλαια είναι συνυφασμένα, αλληλοτροφοδοτούνται.
Ούτε το κράτος ούτε τα επιμέρους κεφάλαια μπορούν να διαφύγουν εύκολα από αυτή τη δομική αλληλεξάρτηση. Τα επιμέρους κεφάλαια γνωρίζουν ότι είναι πιο εύκολο να λειτουργούν σε αυτό το συγκεκριμένο εθνικό κράτος κι όχι σε ένα άλλο, γιατί αν μετακομίσουν τις
δραστηριότητές τους θα πρέπει να αναδιαρθρώσουν ριζικά και τη δικιά
τους οργάνωση και τις σχέσεις τους με άλλα κεφάλαια. Το κράτος πρέπει να προσαρμοστεί στις ανάγκες των επιμέρους κεφαλαίων γιατί εξαρτάται απ' αυτά για τους πόρους - ιδιαίτερα τα φορολογικά έσοδα - που
του είναι απαραίτητοι για να λειτουργήσει: αν αντιταχθεί στα συμφέροντά τους, τότε μπορούν να μεταφέρουν τα ρευστοποιήσιμα στοιχεία
τους στο εξωτερικό.* Οι πιέσεις που ασκεί το ένα κράτος στο άλλο, είναι
απαραίτητες για τα κεφάλαια που βασίζονται σ* αυτά και θέλουν να διασφαλίσουν τα συμφέροντά τους όταν λειτουργούν σε παγκόσμια κλίμακα. Η ύπαρξη διαφορετικών κρατών δεν είναι κάτι που έχει παραχθεί
εκτός καπιταλισμού, ούτε αποτελεί μια προαιρετική επιλογή για τους
καπιταλιστές. Είναι ένα αναπόσπαστο χαρακτηριστικό του συστήματος
* Του Ενεργητικού: όπως χρεόγραφα, ομόλογα, εισπρακτέοι λογαριασμοί. Στμ.
Καπιταλισμός Ζόμπι

147

και της δυναμικής του. Όταν αυτό δεν γίνεται κατανοητό, όπως για παράδειγμα από τον Νάιτζελ Χάρις, τότε αφήνει ένα μεγάλο κενό σε κάθε
απόπειρα ανάλυσης του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί ο καπιταλισμός σε όλον τον τελευταίο αιώνα.

Η «αυτονομία» του κράτους και η ταξική φύση της
γραφειοκρατίας του
Η αμοιβαία εξάρτηση κρατών και κεφαλαίων, δεν πρέπει να μας οδηγήσει ωστόσο στο συμπέρασμα ότι τα κράτη απλά ανάγονται στις οικονομικές οντότητες που λειτουργούν στα πλαίσιά τους. Οι αρμόδιοι για την
καθημερινή λειτουργία του κράτους, έχουν αναλάβει την υλοποίηση
στόχων που δεν μπορούν να εκπληρώσουν οι μεμονωμένες επιχειρήσεις
λόγω του ανταγωνισμού που υφίσταται ανάμεσά τους. Τα κράτη είναι
αναγκασμένα να μεσολαβούν ανάμεσα στα αντίπαλα κεφάλαια, να παρέχουν νομικά συστήματα και, μέσω της κεντρικής τράπεζας, επίβλεψη
των χρηματοπιστωτικών συστημάτων και του εθνικού νομίσματος.
Οπως το έχει θέσει ο Κλάους Όφε (Claus Offe): «Από τη στιγμή που 'το
κεφάλαιο ως σύνολο' υφίσταται μόνο με την πιο αφηρημένη έννοια...
έχει ανάγκη την επίβλεψη και την ειδική καθοδήγηση από ένα πλήρως
διαφοροποιημένο πολιτικο-διοικητικό σύστημα».76
Επίσης το κράτος έχει επωμισθεί το έργο να παρέχει τους μηχανισμούς οι οποίοι ενσωματώνουν την πλειοψηφία των ανθρώπων στο σύστημα: πρόκειται, από τη μια, για τους κατασταλτικούς μηχανισμούς
που επιβάλλουν την υποταγή (αστυνομία, μυστική αστυνομία, φυλακές) και από την άλλη μηχανισμούς ενσωμάτωσης που εκτρέπουν τη
δυσαρέσκεια σε κανάλια συμβατά με το σύστημα (τις κοινοβουλευτικές
δομές, τα νομικά πλαίσια της συλλογικής διαπραγμάτευσης, τα ρεφορμιστικά, συντηρητικά ή φασιστικά κόμματα). Οι αναλογίες ανάμεσα σε
αυτές τις δυο ομάδες μηχανισμών διαφέρουν από κατάσταση σε κατάσταση, όμως όπου υπάρχουν συμπληρώνει η μια την άλλη. Οι κατασταλτικοί μηχανισμοί πείθουν τους ανθρώπους να επιλέξουν τον ευκολότερο δρόμο της ενσωμάτωσης στο σύστημα. Οι ενοποιητικοί παρέχουν το βελούδινο γάντι που κρύβει τη σιδερένια γροθιά της κατασταλ148

Κρις Χάρμαν

τικής δύναμης του κράτους, νομιμοποιώντας την με αυτό τον τρόπο. Ο
Ιταλός επαναστάτης μαρξιστής Αντόνιο Γκράμσι (Antonio Gramsci)
σωστά χρησιμοποίησε τη μεταφορά που είχε κάνει ο Μακιαβέλι αναφερόμενος στον «κένταυρο» που ήταν μισός άνθρωπος μισός ζώο, για να
αποδώσει τον τρόπο με τον οποίο η συναίνεση και η ισχύς συνδυάζονται
μέσα στο κράτος.77
Οι μηχανισμοί καταστολής και ενσωμάτωσης εξαρτώνται, για να
συγκροτήσουν την οργάνωση και την ηγεσία τους, από προσωπικό το
οποίο βρίσκεται έξω από τον άμεσο χώρο της εκμετάλλευσης και της
συσσώρευσης: από ειδικούς του στρατού και της αστυνομίας, όπως και
από πολιτικούς ηγέτες που μπορούν να ενεργοποιήσουν, έστω κάποιου
βαθμού, κοινωνική υποστήριξη. Ένα αποτελεσματικό κράτος απαιτεί
την οικοδόμηση συμμαχιών που αποσπούν αυτή την υποστήριξη - ή
τουλάχιστον την ανοχή - τέτοιων στοιχείων, αφήνοντάς τους ταυτόχρονα ένα περιθώριο να επιδιώξουν τα δικά τους συμφέροντα 78 Οπότε, το
κράτος, αναπόφευκτα, δεν αντανακλά μόνο τα συμφέροντα του κεφαλαίου γενικά, αλλά και τις παραχωρήσεις που κάνει το κεφάλαιο για να
ενσωματώσει κι άλλες κοινωνικές ομάδες και τάξεις στήν κυριαρχία του.
Αναγκαστικά, έχει ένα σημαντικό βαθμό αυτονομίας.
Το 1871 ο Μαρξ σχολίασε ότι «ο πολύπλοκος κρατικός μηχανισμός... με τα πανταχού παρόντα και σύνθετα στρατιωτικά, γραφειοκρατικά, κληρικά και δικαστικά όργανα σφίγγει τη ζωντανή κοινωνία σαν
βόας...» Η κρατική γραφειοκρατία αναπτύσσεται για να διασφαλίσει
την κυριαρχία της υπάρχουσας τάξης, αλλά στην πορεία γίνεται «παράσιτο» το οποίο είναι ικανό «να θέσει ταπεινωτικά υπό την κυριαρχία του
ακόμα και τα συμφέροντα των αρχουσών τάξεων...»79
Η εν λόγω αυτονομία φτάνει στον υψηλότερο βαθμό της όταν την
κυβερνητική εξουσία την κατέχουν ρεφορμιστικά, λαϊκίστικα ή φασιστικά κόμματα με μια ισχυρή βάση ανάμεσα στους εργάτες, τους αγρότες ή
τα μικροαστικά στρώματα. Υπάρχουν περιπτώσεις, όπου όσοι ασκούν
μια τέτοια αυτονομία έρχονται σε σύγκρουση και απαλλοτριώνουν σημαντικά καπιταλιστικά συμφέροντα στην περιοχή τους. Αυτό ίσχυσε
πολλές φορές στον 20ό αιώνα - ο γερμανικός ναζισμός, ο αργεντίνικος
περονισμός, ο νασερισμός στην Αίγυπτο, ο μπααθισμός στη Συρία και
το Ιράκ, είναι όλα παραδείγματα αυτής της σχέσης. Έχουν υπάρξει επίΚαπιταλισμός Ζόμπι

149

σης αμέτρητες περιπτώσεις όπου επιμέρους κεφάλαια συμπεριφέρονται
με τρόπους επιβλαβείς για τα συμφέροντα του «δικού τους» κράτους:
με τη μετακίνηση χρημάτων και επενδύσεων στο εξωτερικό, προχωρώντας σε επιχειρηματικές συμφωνίες με ξένους καπιταλιστές που υπονομεύουν τη θέση ντόπιων καπιταλιστών, ακόμα και με την πώληση
όπλων σε κράτη που πολεμάνε το δικό τους.
Παρ' όλα αυτά, υπάρχουν όρια στο βαθμό που ένα κράτος μπορεί
να έρθει σε ρήξη με τα κεφάλαιά του και τα κεψάλαιά του με το κράτος
τους. Το κράτος μπορεί να παρακάμψει τα συμφέροντα συγκεκριμένων
καπιταλιστών· δεν μπορεί όμως να ξεχάσει ότι τα έσοδά του και η ικανότητά του να αμύνεται απέναντι σε άλλα κράτη εξαρτώνται από τη
συνέχιση της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Αντιστρόφως, ο επιμέρους
καπιταλιστής μπορεί, με μεγάλη δυσκολία είναι αλήθεια, να ξεριζωθεί
από το ένα εθνικό έδαφος και να ριζώσει σε ένα άλλο, ωστόσο δεν μπορεί να λειτουργήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα σε μια κατάσταση
«Αγριας Δύσης», χωρίς ένα αποτελεσματικό κράτος που θα τον προστατεύει από τις κοινωνικές δυνάμεις των «από κάτω» που μπορεί να
διαταράξουν τους ρυθμούς της καπιταλιστικής συσσώρευσης και εκμετάλλευσης, και από άλλους καπιταλιστές και τα κράτη τους.
Μια ρήξη, είτε ανάμεσα σε ένα κράτος και τα κεφάλαια, είτε ανάμεσα σε κάποια κεφάλαια με το κράτος, είναι δύσκολη και επικίνδυνη
δουλειά. Αν ένα κράτος στραφεί ενάντια σε ένα ιδιωτικό κεφάλαιο, τότε
μπορεί να προκαλέσει μια κατάσταση όπου η πλειοψηφία του πληθυσμού δεν αμφισβητεί μόνο το ιδιωτικό κεφάλαιο, αλλά και την καπιταλιστική συσσώρευση ως τέτοια, και μαζί της τις ιεραρχίες του κράτους.
Αν ένα επιμέρους κεφάλαιο έρθει σε ρήξη με το «κράτος του» τότε κινδυνεύει να αφεθεί να τα βγάλει πέρα μόνο του σε έναν εχθρικό και επικίνδυνο κόσμο.
Αυτή η αμοιβαία αλληλεξάρτηση ανάμεσα στα κράτη και τα κεφάλαια έχει σημαντικές επιπτώσεις σε ένα θέμα που οι περισσότεροι αναλυτές ούτε καν θίγουν: την ταξική φύση της ίδιας της κρατικής γραφειοκρατίας. Συνήθως θεωρείται είτε ως ένα παθητικό δημιούργημα της
τάξης των ατομικών καπιταλιστών, είτε ως ξεχωριστός πολιτικός σχηματισμός με συμφέροντα πολύ διαφορετικά από εκείνα οποιασδήποτε
μορφής κεφαλαίου. Η έννοια της τάξης ορίζεται με βάση την ατομική
150

Κρις Χάρμαν

ιδιοκτησία (ή την έλλειψη ιδιοκτησίας) και απ' αυτό συνάγεται και το
συμπέρασμα ότι η κρατική γραφειοκρατία δεν μπορεί να είναι εκμεταλλευτική τάξη ή τμήμα μιας εκμεταλλευτικής τάξης. Κάτι τέτοιο υπονοείται, για παράδειγμα, από τις απόψεις της Έλεν Γουντ και του Ντέιβιντ
Χάρβεϊ, που αντιμετωπίζουν τις οικονομικές δραστηριότητες του κράτους ως κάτι που βρίσκεται «έξω» από το σύστημα της καπιταλιστικής
παραγωγής.80
Μια τέτοια προσέγγιση αφήνει ένα μεγάλο κενό στην ανάλυση του
καπιταλισμού στα 130 χρόνια που έχουν περάσει από το θάνατο του
Μαρξ. Το συνολικό εισόδημα της κοινωνίας που περνάει από τα χέρια
του κράτους έχει φτάσει σε επίπεδα πολύ υψηλότερα από το ποσοστό
που κατευθύνεται κατευθείαν στο ιδιωτικό κεφάλαιο ως κέρδη, τόκος
και πρόσοδος. Οι επενδύσεις που πραγματοποιεί το κράτος φτάνουν
συχνά να ξεπερνάνε το μισό της συνολικής επένδυσης81 και η κρατική
γραφειοκρατία διαθέτει κατευθείαν μια πολύ μεγάλη μερίδα των καρπών της εκμετάλλευσης.
Με αυτές τις συνθήκες, μια ανάλυση της τάξης δεν μπορεί να περιοριστεί στα καλούπια της επίσημης «κοινής λογικής» της κοινωνίας
με τους νομικούς ορισμούς της ιδιοκτησίας. Οι τάξεις, για τον Μαρξ,
δεν εξαρτιόνταν τόσο από τυπικούς ορισμούς, αλλά από τις πραγματικές κοινωνικές σχέσεις παραγωγής στις οποίες βρίσκονται οι άνθρωποι.
Πρόκειται για σύνολα ανθρώπων που η σχέση τους με την υλική παραγωγή και την εκμετάλλευση τους υποχρεώνει να δρουν συλλογικά
ενάντια σε άλλα τέτοια σύνολα. Σε ένα ανολοκλήρωτο κεφάλαιο στον
Τρίτο Τόμο του Κεφαλαίου, ο Μαρξ επιμένει ότι οι τάξεις δεν μπορούν
να οριστούν με βάση την «πηγή των εσόδων τους», αφού κάτι τέτοιο θα
οδηγούσε σε μια διαίρεση σε τάξεις δίχως τέλος, παράλληλη με «τον
ατέλειωτο κατακερματισμό των συμφερόντων και των θέσεων στις
οποίες ο καταμερισμός της κοινωνικής εργασίας διασπά τους εργάτες,
τους κεφαλαιοκράτες και τους γαιοκτήμονες». 82 Αυτό που κάνει τόσο
ποικίλες ομάδες να συσπειρώνονται για να διαμορφώσουν τις μεγάλες
τάξεις της σύγχρονης κοινωνίας, υποστηρίζει αλλού ο Μαρξ, είναι ο
τρόπος με τον οποίο τα εισοδήματα του ενός συνόλου ομάδων προκύπτουν από την εκμετάλλευση ενός άλλου συνόλου ομάδων. Όπως το
έθεσε στις σημειώσεις του για το Κεφάλαιο: «Το κεφάλαιο και η εργασία
Καπιταλισμός Ζόμπι

151

εκφράζουν μόνο δυο διαφορετικούς παράγοντες της ίδιας σχέσης».83 Ο
καπιταλιστής είναι τέτοιος, μόνο εάν ενσαρκώνει την αυτοεπέκταση της
αξίας, εάν αποτελεί την προσωποποίηση της συσσώρευσης και οι εργάτες είναι τέτοιοι μόνο εάν οι «αντικειμενικές συνθήκες εργασίας» ορθώνονται απέναντι τους ως κεφάλαιο.
Από τη στιγμή που το διευθυντικό στρώμα της κρατικής γραφειοκρατίας είναι υποχρεωμένο να δρα ως παράγοντας της συσσώρευσης
κεφαλαίου, είτε του αρέσει είτε όχι, ταυτίζει τα δικά του συμφέροντα με
τα εθνικά καπιταλιστικά συμφέροντα σε αντίθεση τόσο με τα ξένα κεφάλαια όσο και με την εργατική τάξη. Όπως ο μεμονωμένος καπιταλιστής μπορεί να επιλέξει αν θα δραστηριοποιηθεί στον ένα ή τον άλλο
κλάδο, αλλά δεν μπορεί να αποφύγει την πίεση να εκμεταλλευτεί και
να συσσωρεύσει σε όποιον τομέα κι αν δραστηριοποιηθεί, με τον ίδιο
τρόπο η κρατική γραφειοκρατία μπορεί να κινηθεί προς τη μια ή την
άλλη κατεύθυνση, αλλά δεν μπορεί να αγνοήσει τις ανάγκες της εθνικής συσσώρευσης κεφαλαίου χωρίς να θέσει μακρόχρονα σε κίνδυνο
την ίδια της την επιβίωση. Η «αυτονομία» της κρατικής γραφειοκρατίας
συνίσταται σε ένα περιορισμένο βαθμό ελευθερίας επιλογής του τρόπου υλοποίησης της εθνικής συσσώρευσης κεφαλαίου, και όχι στο αν
θα επιβάλει ή όχι αυτή την συσσώρευση.
Συχνά, την εξάρτηση της κρατικής γραφειοκρατίας από την καπιταλιστική εκμετάλλευση την αποκρύπτει ο τρόπος με τον οποίο εξασφαλίζει τα έσοδά της, δηλαδή μέσω της φορολόγησης των εισοδημάτων και των δαπανών και μέσω του κρατικού δανεισμού ή της «εκτύπωσης χρήματος». Επιφανειακά, αυτές οι δραστηριότητες μοιάζουν να είναι πολύ διαφορετικές από την καπιταλιστική εκμετάλλευση στη διαδικασία της παραγωγής. Οπότε το κράτος φαντάζει σαν μια ανεξάρτητη
οντότητα, η οποία μπορεί να εξασφαλίσει τους πόρους της επιβάλλοντας φορολογία σε όλες τις κοινωνικές τάξεις. Όμως, αυτή η εικόνα ανεξαρτησίας εξαφανίζεται, μόλις οι δραστηριότητες του κράτους τοποθετηθούν στο γενικότερο πλαίσιο τους. Τα κρατικά έσοδα προκύπτουν
από τη φορολόγηση ατόμων. Όμως, τα άτομα θα προσπαθήσουν να
επανακτήσουν τη χαμένη αγοραστική τους δύναμη με αγώνες στη διαδικασία της παραγωγής· οι μεν καπιταλιστές προσπαθώντας να επιβάλουν έναν υψηλότερο βαθμό εκμετάλλευσης, οι δε εργάτες προσπα152

Κρις Χάρμαν

θώντας να κατακτήσουν αυξήσεις στους μισθούς τους. Ο συσχετισμός
των ταξικών δυνάμεων είναι αυτό που καθορίζει το περιθώριο του κράτους για να αυξάνει τα έσοδά του. Είναι τμήμα της συνολικής κοινωνικής υπεραξίας, τμήμα δηλαδή της αξίας του προϊόντος που παράγουν
οι εργάτες, το οποίο ξεπερνάει το κόστος αναπαραγωγής της εργατικής
τους δύναμης.
Με αυτή την έννοια, τα κρατικά έσοδα είναι συγκρίσιμα με τα άλλα
έσοδα που συσσωρεύουν άλλα τμήματα του κεφαλαίου - της προσόδου
έγγειας ιδιοκτησίας για τους γαιοκτήμονες, τους τόκους που παίρνει το
χρηματικό κεφάλαιο, τις εμπορικές αποδόσεις που καταλήγουν στο εμπορευματικό κεφάλαιο, τα κέρδη του παραγωγικού κεφαλαίου. Όπως
ακριβώς εκτυλίσσεται μια διαρκής σύγκρουση ανάμεσα στα διαφορετικά τμήματα του κεφαλαίου για το μέγεθος αυτών των εσόδων που καταλήγει στο καθένα, με τον ίδιο τρόπο εκτυλίσσεται και μια διαρκής
σύγκρουση ανάμεσα στην κρατική γραφειοκρατία και την υπόλοιπη τάξη των καπιταλιστών για το μέγεθος του μερτικού της από τη συνολική
υπεραξία. Η κρατική γραφειοκρατία θα χρησιμοποιήσει, σε κάποιες περιστάσεις, την ιδιαίτερη θέση της, το μονοπώλιο στην άσκηση ένοπλης
βίας, για να εξασφαλίσει κέρδη εις βάρος των άλλων. Ως απάντηση, τα
άλλα τμήματα του κεφαλαίου θα χρησιμοποιήσουν τη δική τους ιδιαίτερη θέση - το βιομηχανικό κεφάλαιο τη δυνατότητα να αναβάλει τις
επενδύσεις του, το χρηματικό κεφάλαιο τη δυνατότητα να κινηθεί στο
εξωτερικό - για να αντεπιτεθούν.
Παρ' όλα αυτά, τα διαφορετικά τμήματα του κεφαλαίου μόνο προσωρινά μπορούν να αποφύγουν την αμοιβαία αλληλεξάρτηση. Τους
επιβάλλεται στο τέλος με τον πιο δραματικό τρόπο, μέσω κρίσεων - με
την ξαφνική κατάρρευση του πιστωτικού συστήματος, την ξαφνική
αδυναμία πώλησης των προϊόντων, τις κρίσεις του ισοζυγίου πληρωμών
ή ακόμα και με την απειλή της κρατικής χρεοκοπίας. Εκείνοι που διευθύνουν τις γραφειοκρατίες του κράτους, μπορεί να μην είναι ιδιοκτήτες
ατομικών ποσοτήτων κεφαλαίων, αλλά είναι αναγκασμένοι να συμπεριφέρονται ως παράγοντες της συσσώρευσης κεφαλαίου, να γίνουν, σύμφωνα με τον ορισμό του Μαρξ, τμήμα της τάξης των καπιταλιστών.
Ο Μαρξ επισημαίνει στο Κεφάλαιο ότι με την εξέλιξη της καπιταλιστικής παραγωγής, στο εσωτερικό της τάξης των καπιταλιστών εκτυΚαπιταλισμός Ζόμπι

153

λίσσεται ένας καταμερισμός των λειτουργιών. Οι ιδιοκτήτες του κεφαλαίου διαδραματίζουν έναν ολοένα και λιγότερο άμεσο ρόλο στη συγκεκριμένη οργάνωση της παραγωγής και της εκμετάλλευσης, αφήνοντας αυτή τη λειτουργία στα χέρια χρυσοπληρωμένων διευθυντών.
Όμως, όσο αυτοί οι διευθυντές συνεχίζουν να είναι παράγοντες της
συσσώρευσης κεφαλαίου, παραμένουν καπιταλιστές. Ο Χίλφερντινγκ
ανάπτυξε περαιτέρω αυτό το επιχείρημα, επισημαίνοντας τις διαφορές
που αναπτύσσονται στην ενιαία αστική τάξη ανάμεσα στη μάζα των
ραντιέρηδων καπιταλιστών που στηρίζονται σε μια λίγο πολύ σταθερή
απόδοση των μετοχών τους και στους «πρωτοστάτες» καπιταλιστές, οι
οποίοι κερδίζουν πρόσθετη υπεραξία συγκεντρώνοντας τα κεφάλαια
που έχουν ανάγκη οι γιγάντιες εταιρείες.84 Μπορούμε να προσθέσουμε
μια ακόμα διάκριση, ανάμεσα σε εκείνους που διευθύνουν τη συσσώρευση επί μέρους κεφαλαίων και εκείνων που, μέσω του κράτους, επιδιώκουν την προώθηση της ανάπτυξης των συγγενικών κεφαλαίων στο
εν λόγω κράτος - θα μπορούσαμε να τους αποκαλούμε «πολιτικούς καπιταλιστές».

Κρατικός καπιταλισμός και κρατικοί καπιταλιστές
Μια από τις πιο σημαντικές εξελίξεις στον 20ό αιώνα ήταν η εμφάνιση
μεγάλων δημόσιων τομέων στην οικονομία. Στις τελευταίες φάσεις του
Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου το κράτος διεύθυνε το σύνολο της εσωτερικής παραγωγής στη Γερμανία, το ίδιο έκανε και για το μεγαλύτερο
διάστημα του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου όχι μόνο στη Γερμανία
αλλά και στις ΗΠΑ και τη Βρετανία και βεβαίως αυτό ίσχυε για την
ΕΣΣΔ από την εποχή του Στάλιν μέχρι και του Γκορμπατσόφ, όπως και
για την Κίνα του Μάο.
Όπως πολλοί αναλυτές αποδέχονται την «κοινή λογική» έχοντας
την άποψη ότι το κράτος είναι κάτι εκτός καπιταλισμού, εξίσου πολλοί
αρνούνται επίσης να δεχτούν ότι οι επιχειρήσεις και οι οικονομίες με
ιδιοκτήτη το κράτος είναι και αυτές καπιταλιστικές.85 Οι κλασσικοί του
μαρξισμού, ωστόσο, είχαν μια κάπως διαφορετική άποψη. Ο Μαρξ στο
Δεύτερο Τόμο του Κεφαλαίου ήδη «περιλάμβανε» στο «σύνολο των
154

Κρις Χάρμαν

επιμέρους κεφαλαίων» και «...το κρατικό κεφάλαιο, καθ' όσον οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούν παραγωγική μισθωτή εργασία σε ορυχεία, σιδηροδρόμους κλπ, εκτελούν τη λειτουργία των καπιταλιστών της βιομηχανίας».86 Ο Ένγκελς ανάπτυξε ακόμα περισσότερο αυτή την ιδέα, αντιδρώντας στην εθνικοποίηση των γερμανικών σιδηροδρόμων από τον Βίσμαρκ:
Το σύγχρονο κράτος, όποια και νά 'ναι η μορφή του, είναι επί της
ουσίας μια καπιταλιστική μηχανή, το κράτος των καπιταλιστών,
η ιδεώδης προσωποποίηση του συνολικού εθνικού κεφαλαίου.
Όσο περισσότερο αναλαμβάνει παραγωγικές δυνάμεις, τόσο περισσότερο γίνεται ο εθνικός καπιταλιστής, εκμεταλλεύεται περισσότερους πολίτες. Οι εργάτες παραμένουν μισθωτοί εργάτες
- προλετάριοι. Η καπιταλιστική σχέση δεν εξαφανίζεται. Φτάνει
στο απόγειό της.87
Στη δεκαετία του 1890 ο Κάουτσκι πλέον υποστήριζε ότι ο αρχικός οικονομικός φιλελευθερισμός (από τον οποίο έχει πάρει την ονομασία του
ο σημερινός νεοφιλελευθερισμός) της «Σχολής του Μάντσεστερ», «δεν
επηρεάζει πλέον την τάξη των καπιταλιστών» επειδή «οικονομικές και
πολιτικές εξελίξεις επέβαλαν την αναγκαιότητα της επέκτασης των λειτουργιών του κράτους» εξαναγκάζοντάς το «να παίρνει στα χέρια του
όλο και περισσότερες λειτουργίες και οικονομικές δραστηριότητες».88
Ένα τέταρτο του αιώνα μετά, ο Τρότσκι έγραφε στη Διακήρυξη
Κομμουνιστικής Διεθνούς προς τους Εργάτες του Κόσμου:

της

Η κρατικοποίηση της οικονομικής ζωής ενάντια στην οποία τόσο
έντονα συνήθιζε να διαμαρτύρεται ο καπιταλιστικός φιλελευθερισμός, είναι πλέον ένα τετελεσμένο γεγονός... Είναι αδύνατο να
επιστρέψει όχι μόνο στον ελεύθερο ανταγωνισμό, αλλά ακόμα
και στην κυριαρχία των τραστ, των [καπιταλιστικών, στμ] συνδικάτων και των άλλων οικονομικών χταποδιών. Σήμερα ένα και
μόνο ένα είναι το ζήτημα: ποιος θα είναι ο φορέας της κρατικοποιημένης παραγωγής - το ιμπεριαλιστικό κράτος ή το νικηφόρο προλεταριάτο.8*
Εκείνο που παραδέχονταν οι παραπάνω, ήταν ότι το γεγονός πως η
ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής ήταν κρατική και όχι ιδιωτική, δεν άλλαζε τις βασικές σχέσεις παραγωγής ή τη δυναμική της καπιταλιστικής
Καπιταλισμός Ζόμπι

155

συσσώρευσης. Για το κράτος, ο σκοπός της εθνικοποιημένης βιομηχανίας ήταν να επιτρέψει στην εθνική συσσώρευση [κεφαλαίου, στμ] να
φτάσει και να ξεπεράσει τα επίπεδα των ξένων αντιπάλων του, ώστε να
είναι σε θέση να επιβιώσει επιτυχώς στον οικονομικό ή/και στρατιωτικό
ανταγωνισμό. Για το σκοπό αυτό, η απασχολούμενη εργασία παρέμενε
μισθωτή εργασία και η προσπάθεια ήταν να κρατηθούν οι αποδοχές
στο ελάχιστο δυνατό επίπεδο που απαιτούνταν για τη διατήρηση και
την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης. Το κράτος μπορεί να σχεδίαζε την παραγωγή στις επιχειρήσεις που έλεγχε, όμως, αυτός ο σχεδιασμός ήταν υποταγμένος στον εξωτερικό ανταγωνισμό, όπως ήταν
και ο σχεδιασμός που έκανε η κάθε ιδιωτική εταιρεία. Ο σκοπός παρέμενε η αυτοεπέκταση του κεφαλαίου και τούτο σήμαινε ότι ο νόμος της
αξίας λειτουργούσε και γινόταν αισθητός στις εσωτερικές λειτουργίες
των επιχειρήσεων.
Με αυτή τη συμπεριφορά, οι διορισμένοι από το κράτος διευθυντές
είναι όπως οι καπιταλιστές - ζωντανές ενσαρκώσεις της συσσώρευσης
κεφαλαίου εις βάρος των εργατών - όπως οι ιδιώτες επιχειρηματίες και
οι μέτοχοι.
Επειδή απέτυχε να το κατανοήσει αυτό ο Χίλφερντινγκ, έφτασε στα
μέσα της δεκαετίας του 1920 στο συμπέρασμα ότι ο «οργανωμένος» καπιταλισμός είχε ξεπεράσει τις αντιθέσεις που είχε αναλύσει ο Μαρξ. Ο
κρατικός σχεδιασμός στη ναζιστική Γερμανία του τέλους της δεκαετίας
του '30 τον οδήγησε στο συμπέρασμα ότι το κοινωνικό σύστημα που
υπήρχε εκεί κάθε άλλο παρά καπιταλισμός ήταν, αλλά μια νέα ταξική
κοινωνία, όπου η «οργάνωση» είχε υπερβεί τον «καπιταλισμό» και όπου
η κινητήρια δύναμη είχε πάψει να είναι το κέρδος με σκοπό την τροφοδότηση της ανταγωνιστικής συσσώρευσης απέναντι στα αντίπαλα κεφάλαια.
Αυτό που δεν μπόρεσε να αντιληφθεί ο Χίλφερντινγκ - και δεν
μπορούν ακόμα να το αντιληφθούν όλοι όσοι ταυτίζουν τον καπιταλισμό με την ατομική ιδιοκτησία και τις εταιρείες που ανταγωνίζονται
στις ελεύθερες αγορές - είναι ότι το σύστημα συνέχισε να βασίζεται
στην ανταγωνιστική συσσώρευση ανάμεσα σε διαφορετικά κεφάλαια,
αν και πλέον επρόκειτο για στρατιωτικούς κρατικούς καπιταλισμούς.
Το σύστημα το ωθούσε η ίδια δυναμική, και υπόκειτο στις ίδιες αντιθέ156

Κρις Χάρμαν

σεις που είχε αναλύσει ο Μαρξ. Αυτό ίσχυε στην περίοδο του ολοκληρωτικού πολέμου, στην οποία τα αντίπαλα κράτη δεν είχαν άμεσες εμπορικές ανταλλαγές και οι ναυτικοί αποκλεισμοί περιόριζαν σε πολύ μεγάλο βαθμό τη δυνατότητά τους να ανταγωνίζονται στις διεθνείς αγορές. Κάθε επιτυχία στη συσσώρευση στρατιωτικού υλικού από ένα κράτος οδηγούσε τα αντίπαλα στην προσπάθεια να το φτάσουν. Όπως οι
προσπάθειες των εταιρειών που παρήγαν αυτοκίνητα να ξεπεράσουν σε
πωλήσεις η μια την άλλη, έφερναν τη συγκεκριμένη εργασία στα διαφορετικά εργοστάσια αυτοκινήτων σε μια μη-σχεδιασμένη αλληλεξάρτηση
μεταξύ τους, μετασχηματίζοντάς την σε διαφορετικές ποσότητες ομοιογενούς αφηρημένης εργασίας, κατά τον ίδιο τρόπο οι προσπάθειες
εκείνων που παρήγαν τανκς να ξεπεράσουν ο ένας τον άλλον σε δύναμη
πυρός, είχαν το ίδιο αποτέλεσμα.
Ο Μαρξ είχε περιγράψει πως στις συνθήκες του καπιταλισμού της
αγοράς στην εποχή του
...οι ατομικές εργασίες δρουν στην πράξη σαν μέλη μιας συνολικής εργασίας μόνο μέσω των σχέσεων που η ανταλλαγή επιβάλλει άμεσα μεταξύ των προϊόντων και, έμμεσα, μέσω αυτών των
προϊόντων μεταξύ των ίδιων των παραγωγών.90
Στο παγκόσμιο σύστημα όπως αναπτύχθηκε μετά το θάνατο του Μαρξ,
ο στρατιωτικός ανταγωνισμός έφτασε να διαδραματίζει τον ίδιο ρόλο
στην αλληλοσχέτιση επιμέρους εργασιακών δραστηριοτήτων που πραγματοποιούνται σε διαφορετικές, φαινομενικά κλειστές, κρατικές οντότητες.
Η απόκτηση των μέσων καταστροφής στην κλίμακα που απαιτούνταν για να εξασφαλίσει τη νίκη σε ένα πόλεμο, εξαρτιόταν από την ίδια
ώθηση για συσσώρευση μέσων παραγωγής με σκοπό την πάλη για την
κατάκτηση αγορών και μαζί με αυτό πήγαινε και η συμπίεση των μισθών
στο επίπεδο του κόστους αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, η πίεση για αύξηση της παραγωγικότητας στο επίπεδο που επικρατούσε
παγκόσμια, και η ώθηση για χρήση του υπερπροϊόντος στη συσσώρευση.
Όπως είχε επισημάνει ο Τόνι Κλιφ (Tony Cliff) περισσότερο από
εξήντα χρόνια πριν, από αυτή την άποψη η μόνη διαφορά ανάμεσα στον
Καπιταλισμός Ζόμπι

157

στρατιωτικό και τον οικονομικό ανταγωνισμό, ήταν η μορφή που έπαιρνε η συσσώρευση· αν δηλαδή επρόκειτο για τη συσσώρευση αξίας χρήσης που θα χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή νέων εμπορευμάτων ή
για τη διεξαγωγή πολέμου. Σε κάθε περίπτωση, ο βαθμός της σημασίας
που είχαν αυτές οι αξίες χρήσης για εκείνους που τις έλεγχαν, καθοριζόταν σε σύγκριση με αξίες χρήσης σε άλλα σημεία του συστήματος, μια
σύγκριση που τις μετέτρεπε σε ανταλλακτικές αξίες.
Γι' αυτό το λόγο το ποσοστό του κέρδους συνέχιζε να διαδραματίζει
ένα σημαντικό ρόλο. Μπορεί να μην καθόριζε την κατανομή των επενδύσεων ανάμεσα στους διαφορετικούς τομείς της εσωτερικής οικονομίας. Ο παράγοντας που καθόριζε αυτή την κατανομή ήταν οι απαιτήσεις του στρατού. Όμως, λειτουργούσε σαν ένα χαλινάρι στην οικονομία συνολικά. Αν ο συντελεστής της συνολικής εθνικής υπεραξίας προς
τη συνολική επένδυση στο σύνολο της στρατιωτικο-βιομηχανικής μηχανής έπεφτε, τότε αδυνάτιζε η δυνατότητα του εθνικού κρατικού καπιταλισμού να σταθεί με επιτυχία σε μια πολεμική αναμέτρηση με τους
αντιπάλους του. Η πτώση του ποσοστού κέρδους μπορεί να μην οδηγούσε σε οικονομική ύφεση, αφού η πολεμική μηχανή θα συνέχιζε να
μεγαλώνει όσο υπήρχε ακόμα κάποια μάζα υπεραξίας να απορροφήσει,
όσο μικρή κι αν ήταν αυτή. Όμως, μπορούσε να συμβάλει στη στρατιωτική ήττα.
Μπορούμε να διακρίνουμε την ίδια καπιταλιστική λογική να λειτουργεί σε χώρες όπου τα μέσα παραγωγής πέρασαν εξ ολοκλήρου στα
χέρια νεοεμφανιζόμενων γραφειοκρατιών (η Ε Σ Σ Δ " από τα τέλη της
δεκαετίας του '20, η Ανατολική Ευρώπη και η Κίνα μετά το Δεύτερο
Παγκόσμιο Πόλεμο, διάφορα πρώην αποικιακά κράτη στα τέλη της δεκαετίας του '50 και στη δεκαετία του '60). Παρόλο που αυτοαποκαλούνταν «σοσιαλιστικά», η οικονομική δυναμική αυτών των κρατών
εξαρτιόταν από την αλληλεπίδραση με τον ευρύτερο καπιταλιστικό κόσμο. Αν εμπορεύονταν με τις καπιταλιστικές χώρες εκτός των συνόρων
τους, έλκονταν στη λογική της εμπορευματικής παραγωγής και η προϋπόθεση για να παραμείνουν ανταγωνιστικές στην αγορά ήταν να προχωρήσουν σε συσσώρευση ουσιαστικά με καπιταλιστικό τρόπο. Όμως,
ακόμα και στις περιπτώσεις που προσπαθούσαν να υιοθετήσουν μια
πολιτική αυτάρκειας, αποκοπτόμενες οικονομικά από τον υπόλοιπο κό158

Κρις Χάρμαν

σμο, συνέχιζαν να είναι υποχρεωμένες να προστατέψουν τα σύνορά τους
από τους αρπακτικούς ξένους ιμπεριαλισμούς. Σε κάθε περίπτωση, υπόκεινταν στη λογική του καπιταλισμού ως παγκόσμιου συστήματος στον
20ό αιώνα, όπως είχε περιγράψει ο Μπουχάριν στις αρχές της δεκαετίας
του '20. Όπως επίσης και εκείνοι που κυβερνούσαν αυτές τις κοινωνίες
ήταν «προσωποποιήσεις» της συσσώρευσης, όπως ήταν οι ιδιώτες επιχειρηματίες της εποχής του Μαρξ. Και βρίσκονταν σε ιστορική αντίθεση
με τη μισθωτή εργασία που μοχθούσε στα μέσα παραγωγής. Ήταν, με
άλλα λόγια, μέλη μιας καπιταλιστικής τάξης, παρόλο που αυτή η τάξη
υλοποιούσε συλλογικά, αντί ατομικά, τη συσσώρευση και την εκμετάλλευση.
Το κράτος έμοιαζε να είναι μια μεγάλη νησίδα σχεδιασμένης οικονομίας - σε κάποιες στιγμές ακόμα και μισή ήπειρος σχεδιασμένης οικονομίας - μέσα σε ένα κόσμο σχέσεων αγοράς. Όμως, από τη στιγμή που
τα κράτη ανταγωνίζονταν για το ποιο θα αναπτύξει ταχύτερα από το
άλλο τα μέσα παραγωγής, ο σχεδιασμός τους ήταν - όπως οι νησίδες
σχεδιασμού στο εσωτερικό των καπιταλιστικών επιχειρήσεων της εποχής του Μαρξ - απλά ένας σχεδιασμός για τη διατήρηση της παραγωγικότητας εργασίας στο ίδιο επίπεδο ή και ψηλότερα από την παραγωγικότητα της εργασίας του παγκόσμιου συστήματος. Ο νόμος της αξίας
επιβαλλόταν με αυτό τον τρόπο σε όλες τις μονάδες του συστήματος.
Εκείνοι που διεύθυναν ολόκληρα κράτη, συγκεκριμένους κρατικούς οικονομικούς τομείς ή μεμονωμένες επιχειρήσεις, υφίσταντο την ίδια πίεση να μειώσουν την τιμή που πλήρωναν για την εργατική δύναμη στο
επίπεδο της αξίας της συνολικά στο σύστημα.
Οι μεμονωμένοι καπιταλιστές διευθυντές και οι μεμονωμένοι κρατικοί διαχειριστές μπορούσαν να στηρίζονται για ένα διάστημα στο μεγάλο μέγεθος των πόρων που μπορούσαν να κινητοποιήσουν για να
αγνοήσουν αυτές τις πιέσεις. Όμως, δεν μπορούσαν να το κάνουν επ'
αόριστον. Σε κάποιες στιγμές θα συναντούσαν μπροστά τους σκληρές
επιλογές, αν δεν ήθελαν να αντιμετωπίσουν την προοπτική της κατάρρευσης: θα μπορούσαν να αποπειραθούν να επιβάλουν το νόμο της
αξίας σε κείνους που μοχθούσαν για λογαριασμό τους μέσω μιας πιθανότατα επίπονης και επιβλαβούς διαδικασίας εσωτερικής αναδιάρθρωσης ή θα έπαιρναν απελπισμένα ρίσκα για να μετατοπίσουν υπέρ τους
Καπιταλισμός Ζόμπι

159

την παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων. Για τη μη-πολεμική εταιρεία, αυτό
μπορεί να σήμαινε τη συγκέντρωση πόρων σε ένα τελευταίο, πιθανά όχι
πολύ τίμιο, τέχνασμα στην αγορά. Για τους διαχειριστές του κράτους
μπορεί να σήμαινε την προσπάθεια να χρησιμοποιήσουν τη στρατιωτική
του δύναμη για να αναπληρώσουν την οικονομική του αδυναμία. Γι' αυτό το λόγο η πραγματική ιστορία του καπιταλισμού στον 20ό αιώνα
ήταν πολύ διαφορετική από την εικόνα του έντιμου και ειρηνικού ανταγωνισμού που ζωγράφιζαν τα οικονομικά εγχειρίδια - και την οποία
αποδέχονταν κάποιοι μαρξιστές που δεν κατανοούσαν ότι πρέπει να
εξετάζουν τις πραγματικές κοινωνικές σχέσεις που βρίσκονταν κάτω
από την επιφανειακή εμφάνιση.

160

Κρις Χάρμαν

Κεφάλαιο Πέμπτο

Οι κρατικές δαπάνες
και το σύστημα

Μια σημαντική διάκριση
Αν η τεράστια αύξηση της οικονομικής σημασίας του κράτους ήταν ένα
χαρακτηριστικό που διέκρινε τον καπιταλισμό του 20ού αιώνα από τον
καπιταλισμό της εποχής του Μαρξ, ένα άλλο χαρακτηριστικό ήταν η
αύξηση κάθε λογής δαπανών που δεν ήταν άμεσα παραγωγικές.
Ο Μαρξ είχε πάρει από τον Ανταμ Σμιθ τη διάκριση ανάμεσα στην
«παραγωγική» και τη «μη-παραγωγική» εργασία. Ο Σμιθ έγραφε σε μια
περίοδο κατά την οποία ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής βρισκόταν ακόμα στο νηπιακό του στάδιο και ο σκοπός του ήταν να επεξεργαστεί αυτά που χρειαζόταν το σύστημα για να υπερπηδήσει τα εμπόδια
που ορθώνονταν μπροστά του. Γι' αυτό το λόγο έκανε μια διάκριση
ανάμεσα στις χρήσεις της μισθωμένης εργασίας που έδινε τη δυνατότητα στον καπιταλιστή να βγάζει κέρδος ούτως ώστε να αναπτύξει περαιτέρω την παραγωγή και σε εκείνες τις χρήσεις που απλά απορροφούσαν ήδη υπάρχοντες πόρους. Η πρόσληψη κάποιου για να κατασκευάσει πράγματα προς πώληση ήταν παραγωγική, ενώ η πρόσληψή του για
την ικανοποίηση προσωπικών επιθυμιών του μισθωτή, δεν ήταν παραγωγική. Ή, όπως έμπαινε διαφορετικά το ζήτημα, η εργασία στο εργοστάσιο παρήγαγε πλούτο, η εργασία του υπηρέτη απλά κατανάλωνε
πλούτο. Όμως, δεν ήταν μόνο οι υπηρέτες που ο Σμιθ θεωρούσε μη-παραγωγικούς και επιζήμιους με αυτή την έννοια. Τηρούσε την ίδια στάση
και απέναντι στις ορδές εκείνων που ζούσαν παρασιτικά από τα έσοδα
Καπιταλισμός Ζόμπι

161

ενός κράτους που δεν είχε μεταρρυθμιστεί πλήρως για να ταιριάζει στις
ανάγκες της καπιταλιστικής παραγωγής.1
Ο Μαρξ υιοθέτησε αυτή τη διάκριση και της έδωσε τη δική του ερμηνεία όσο δούλευε τα χειρόγραφα του Κεφαλαίου. Όπως και τον Σμιθ,
τον Μαρξ τον ενδιέφεραν τα στοιχεία εκείνα που έκαναν τον καπιταλισμό να λειτουργεί, αν και ο Μαρξ το έκανε από τη σκοπιά ενός αντίπαλου του συστήματος. Επομένως, αυτό που τον ενδιέφερε ήταν τι είναι
«παραγωγικό» με καπιταλιστικούς όρους.2 Παραγωγικό ήταν, υποστήριζε, ό,τι παρήγαγε υπεραξία. Η εργασία που παρήγαγε υπεραξία, έδινε
τη δυνατότητα στους καπιταλιστές να συσσωρεύσουν- η εργασία που
δεν παρήγαγε υπεραξία, δεν είχε καμία χρησιμότητα απ' αυτή την άποψη, ήταν «μη-παραγωγική».
Λέγοντας όλα αυτά, ο Μαρξ αποσαφήνιζε με προσοχή ότι η «παραγωγικότητα» της εργασίας δεν εξαρτιόταν από τη φυσική της μορφή ή
από το πόσο κοινωνικά χρήσιμο ήταν το προϊόν της. Αυτό που είχε σημασία ήταν η ικανότητά της να παράγει υπεραξία, τίποτα άλλο. «Αυτή
η διάκριση ανάμεσα σε παραγωγική και μη-παραγωγική εργασία»,
έγραψε σε ένα από τα σημειωματάριά του, «δεν έχει σε τίποτα να κάνει
ούτε με τα γνωρίσματα της συγκεκριμένης εργασίας, ούτε με τη συγκεκριμένη αξία χρήσης στην οποία... ενσωματώνεται».3
Ο Μαρξ δεν έκανε διάκριση ανάμεσα στην υλική παραγωγή και σε
αυτό που σήμερα ονομάζουμε «υπηρεσίες». Κάποιες «υπηρεσίες» έχουν
μια αξία χρήσης η οποία πωλείται και αγοράζεται ως εμπόρευμα στην
αγορά ή αποτελούν ένα χρήσιμο συμπλήρωμα σε κάποιο άλλο εμπόρευμα. Έχουν μια ανταλλακτική αξία που καθορίζεται από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας για την παραγωγή τους και μ' αυτό τον
τρόπο μπορούν να προσφέρουν υπεραξία στον καπιταλιστή. Επομένως,
είναι παραγωγικές. Για παράδειγμα, η ηθοποιία σε μια ταινία είναι παραγωγική εργασία καθ' όσον δημιουργεί μια αξία χρήσης (προσθέτει
στην ευχαρίστηση του κόσμου και άρα συμβάλλει στη βελτίωση του
βιοτικού επιπέδου) η οποία πωλείται επικερδώς ως εμπόρευμα από τον
καπιταλιστή που έχει προσλάβει τον ηθοποιό. Παρομοίως, η μετακίνηση πραγμάτων από το σημείο που βρίσκονται στο σημείο που θα καταναλωθούν, όπως γίνεται από κλάδους εργαζόμενων στις μεταφορές, είναι παραγωγική εργασία, μιας και επί της ουσίας πρόκειται για τμήμα
162

Κρις Χάρμαν

της ολοκλήρωσης της παραγωγής των συγκεκριμένων προϊόντων. Αντιθέτως, όταν εμφανίζονται ηθοποιοί στην τηλεόραση για να παρακινήσουν το κοινό να αγοράσει το ένα ή το άλλο προϊόν, δεν είναι παραγωγικοί επειδή η εργασία τους δεν δημιουργεί νέες αξίες χρήσης ή ανταλλακτικές αξίες. Βοηθάει απλά στην πώληση προϊόντων που ήδη έχουν
παραχθεί.
Ο Γκουλιέλμο Καρτσέντι (Guglielmo Carchedi) έχει υποστηρίξει
ορθά ότι:
Η κατηγορία « υ π η ρ ε σ ί ε ς » μόνο σ ύ γ χ υ σ η προκαλεί και π ρ έ π ε ι
να εγκαταλειφθεί. «Υπηρεσία είναι το χρήσιμο αποτέλεσμα μιας
αξίας χρήσης, είτε πρόκειται για εμπόρευμα ε ί τ ε για ε ρ γ α σ ί α »
[σύμφωνα με τον Μαρξ]. 4 Συνεπώς, η κατηγορία « υ π η ρ ε σ ί ε ς »
συμπεριλαμβάνει παραγωγική εργασία (ξενοδοχεία, ψυχαγωγία)
και μη-παραγωγική εργασία (διαφήμιση, έρευνα αγοράς)... 5

Στις πρώτες επεξεργασίες του πάνω σ' αυτό το ζήτημα, στις αρχές της
δεκαετίας του 1860, ο Μαρξ υπέθετε, όπως και ο Σμιθ, ότι η μη-παραγωγική εργασία αφορά υπηρεσίες που κάποια άτομα παρέχουν σε μέλη
των ανώτερων τάξεων.6 Σε αυτές συμπεριλαμβάνονταν η παροχή «διασκεδάσεων», η ενασχόληση με «σωματικές αδυναμίες» (γιατροί),
«πνευματικές αδυναμίες» (εφημέριοι), την επίλυση «της αντίθεσης ανάμεσα στα ατομικά συμφέροντα και τα εθνικά συμφέροντα» (δηλαδή,
πολιτικοί, δικηγόροι, αστυνομικοί, στρατιώτες). Η τελευταία ομάδα κατατασσόταν από «τους ίδιους τους βιομηχανικούς καπιταλιστές» στα
γενικά έξοδα παραγωγής, τα οποία πρέπει να διατηρούνται στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο και να παρέχονται όσο πιο φτηνά γίνεται.7
Ο Μαρξ αναγνώριζε ότι κάποιες φορές προσωπικές υπηρεσίες
στους πλούσιους δεν παρέχονταν μόνο από άτομα που εργάζονταν για
δικό τους λογαριασμό, αλλά και από καπιταλιστές που απασχολούν μισθωτή εργασία για να παρέχουν αυτές τις υπηρεσίες σε άλλους. Σε αυτές τις περιπτώσεις, υποστήριζε ο Μαρξ, η εργασία είναι παραγωγική
γιατί παράγει υπεραξία. Στο κάτω-κάτω, οι καπιταλιστές που απασχολούν τέτοιου είδους εργασία, την πουλάνε ακριβότερα απ' ό,τι έχουν
πληρώσει για την πρόσληψη της συγκεκριμένης εργατικής δύναμης και
τσεπώνουν τη διαφορά που προκύπτει ως κέρδος. Κατ' αυτό τον τρόπο,
ένας δάσκαλος που προσλαμβάνεται για να διδάξει κατ' οίκον τα παιΚαπιταλισμός Ζόμπι

163

διά κάποιου κάνει μη-παραγωγική εργασία, γιατί παρέχει μια υπηρεσία
από την οποία δεν παράγεται κέρδος. Αντιθέτως, ο δάσκαλος που
προσλαμβάνεται από μια εταιρεία που βγάζει κέρδος λειτουργώντας
ένα σχολείο, κάνει παραγωγική εργασία. Ο πρώτος δεν βοήθησε με κανένα τρόπο κάποιον καπιταλιστή να συσσωρεύσει αξία, ο δεύτερος το
έκανε. Η διάκριση που έκανε ο Μαρξ ήταν ανάμεσα σε εργασία που είναι συστατικό στοιχείο της καπιταλιστικής παραγωγής και συσσώρευσης και σε εργασία που δεν παίζει τέτοιο ρόλο.
Όμως, ο Μαρξ στο Κεφάλαιο βρέθηκε στην ανάγκη να επανεξετάσει τη διάκριση ανάμεσα στην παραγωγική και τη μη-παραγωγική εργασία σε ένα διαφορετικό πλαίσιο, ένα πλαίσιο εγγενές, όχι εξωτερικό,
στην καπιταλιστική παραγωγή στην ολότητά της. Γιατί όσο αναπτυσσόταν ο καπιταλισμός, τόσο εξαρτιόταν όλο και περισσότερο από πολλές
μορφές εργασίας οι οποίες δεν παρήγαγαν τίποτα.
Σε αυτές τις μορφές συμπεριλαμβάνονταν η εργασία που είχε να
κάνει με τη διατήρηση της πειθαρχίας μέσα στην καπιταλιστική επιχείρηση - η «εργασία» των διευθυντών, επιτηρητών, εργοδηγών. Υπήρχε η
εμπορική εργασία που αφορούσε την ανταλλαγή ήδη παραχθέντων εμπορευμάτων στο πέρασμά τους από τις διαδοχικές αλυσίδες αγοραπωλησίας μέχρι να φτάσουν στον τελικό καταναλωτή. Επίσης η χρηματοπιστωτική εργασία, της πρόβλεψης των κερδών και των απωλειών, της
προώθησης των πιστώσεων και της διανομής της υπεραξίας ανάμεσα
στα διαφορετικά τμήματα της τάξης των καπιταλιστών. Ο Μαρξ αναγνώριζε ότι όσο επεκτεινόταν ο καπιταλισμός, αυτά τα είδη εργασίας θα
μεγάλωναν σε ποσότητα:
Είναι σαφές ότι όσο επεκτείνεται η κλίμακα της παραγωγής, οι
εμπορικές λειτουργίες που απαιτούνται για την επανακυκλοφορία του βιομηχανικού κεφαλαίου... πολλαπλασιάζονται αντίστοιχα... Όσο περισσότερο αναπτυγμένη είναι η κλίμακα της
παραγωγής, τόσο μεγαλύτερες είναι... οι εμπορικές λειτουργίες
του βιομηχανικού κεφαλαίου.8
Τέτοιου τύπου εργασία δεν μπορούσε να θεωρηθεί παραγωγική αν ο
καπιταλιστής την απασχολούσε με αυτούς τους τρόπους, κατά τον ίδιο
τρόπο που δεν θα μπορούσε να ήταν παραγωγική η εργασία του υπηρέτη. Η διατήρηση της πειθαρχίας, η πώληση αγαθών ή το κράτημα
164

Κρις Χάρμαν

των λογιστικών βιβλίων ήταν απαραίτητες εργασίες που έπρεπε να
πληρωθούν με κρατήσεις από την υπεραξία, όχι δημιουργική εργασία
που μεγάλωνε την υπεραξία. Όσοι απασχολούνταν σε τέτοιες εργασίες
δεν παρήγαγαν κάτι καινούργιο, αλλά ασχολούνταν απλά με τον έλεγχο της παραγωγής αξίας από κάποιους άλλους, με το μετασχηματισμό
της από τη μια μορφή (εμπορεύματα) σε μια άλλη (χρήμα) ή με το μοίρασμά της ανάμεσα σε διαφορετικές ομάδες ανθρώπων. Οι δραστηριότητες ενός επιτηρητή, ενός υπαλλήλου τράπεζας ή ενός εμποροϋπάλληλου δεν μπορούσαν να δημιουργήσουν αξία (και συνεπώς υπεραξία),
όπως δεν μπορούσε να δημιουργήσει αξία η δραστηριότητα ενός μπάτλερ.
Όμως, τι συνέβαινε αν ο παραγωγικός καπιταλιστής χρησιμοποιούσε άλλους καπιταλιστές για να εκτελέσουν για λογαριασμό του κάποιες
από αυτές τις λειτουργίες; Σύμφωνα με τον καθιερωμένο ορισμό του
Μαρξ, η εργασία που απασχολούσαν αυτοί οι άλλοι καπιταλιστές θα
έπρεπε να θεωρείται παραγωγική, μιας και τους αποφέρει κέρδος.
Όμως, αυτή η προσέγγιση παρουσίαζε ένα πρόβλημα. Το κέρδος δεν
προερχόταν από την αύξηση του συνολικού προϊόντος, ακριβώς όπως
αυτό δεν αυξανόταν όταν ο καπιταλιστής προσλάμβανε ο ίδιος κατευθείαν ανθρώπους για να επιτελέσουν αυτούς τους σκοπούς. Σήμαινε
απλά ότι ο δεύτερος καπιταλιστής έπαιρνε μια φέτα από την υπεραξία
που είχε βρεθεί αρχικά στα χέρια του πρώτου καπιταλιστή. Ο Μαρξ
συμπέρανε ότι από την άποψη της καπιταλιστικής παραγωγής μια τέτοια εργασία ήταν μη-παραγωγική, ακόμα και αν αυτό το συμπέρασμα
έμοιαζε να στηρίζεται σε ένα διαφορετικό ορισμό της παραγωγικής εργασίας. Γι' αυτό, για παράδειγμα, ο Ζακ Μπιντέ (Jacques Bidet) έχει
υποστηρίξει ότι ο Μαρξ είναι ασυνεπής.'Όμως, αυτή η δεύτερη εκδοχή
έβγαζε νόημα με βάση κάτι για το οποίο έδειξαν ενδιαφέρον τόσο ο
Μαρξ όσο και ο Άνταμ Σμιθ: τη διάκριση ανάμεσα σε εκείνα τα στοιχεία
που διευκολύνουν την καπιταλιστική ανάπτυξη και σε εκείνα που την
περιορίζουν.
Όσο οι καπιταλιστές λειτουργούσαν σε ένα οικονομικό περιβάλλον
στο οποίο δεν είχε ακόμα κυριαρχήσει η καπιταλιστική παραγωγή, εκείνοι που απασχολούσαν εργάτες με αντικείμενο την παροχή προσωπικών
υπηρεσιών, τις παρείχαν κυρίως σε εκείνους που ο πλούτος τους προερΚαπιταλισμός Ζόμπι

165

χόταν εκτός του καπιταλιστικού συστήματος. Οι πληρωμές που εισέπρατταν, για παράδειγμα, οι ιδιοκτήτες ενός σχολείου, συνιστούσαν μεταφορά πόρων στον καπιταλιστικό τομέα της οικονομίας από τις τσέπες εκμεταλλευτών προ-καπιταλιστικού τύπου - ήταν πόροι οι οποίοι
στη συνέχεια θα μπορούσαν να κατευθυνθούν στην παραγωγική συσσώρευση. Αντιθέτως, οι έμποροι ή οι καταστηματάρχες που διαχειρίζονταν τα προϊόντα των παραγωγικών καπιταλιστών, έπαιρναν το κέρδος
από την ήδη παραχθείσα υπεραξία που βρισκόταν στα χέρια του παραγωγικού καπιταλιστή. Δεν πρόσθεταν κάτι στη συνολική υπεραξία και
κατά συνέπεια στην περαιτέρω συσσώρευση του κεφαλαίου.
Όπως το έθεσε σε κάποιο σημείο ο Μαρξ:
Το κόστος της κυκλοφορίας εμφανίζεται στο βιομηχανικό κεφάλαιο ως μη-παραγωγική δαπάνη, και αυτό είναι. Στους έμπορους
εμφανίζεται ως πηγή κέρδους, αναλογικά - δεδομένου του γενικού ποσοστού κέρδους - με το μέγεθός τους. Για το εμπορικό
κεφάλαιο, λοιπόν, τα έξοδα που θα γίνουν γι' αυτό το κόστος κυκλοφορίας, αποτελούν παραγωγική επένδυση... Και παρομοίως,
η εμπορική εργασία που αγοράζει είναι παραγωγική εργασία γι'
αυτό.10
Ο ανταγωνισμός ανάμεσα στους εμπορικούς καπιταλιστές σήμαινε ότι
ο καθένας δεχόταν τις ίδιες πιέσεις με τους καπιταλιστές που εμπλέκονταν στην παραγωγή να κρατήσει χαμηλά τους μισθούς, στο επίπεδο της
αξίας της εργατικής δύναμης. Γι' αυτό το λόγο οι εργάτες που απασχολούσε ο εμπορικός καπιταλιστής ήταν το ίδιο εκμεταλλευόμενοι με τους
εργάτες που δούλευαν για έναν καπιταλιστή στην παραγωγή. Όσο περισσότερο ο εμπορικός καπιταλιστής καθήλωνε τους μισθούς και αύξανε το φόρτο εργασίας των υπαλλήλων του, τόσο μεγαλύτερο μερίδιο
μπορούσε να κρατήσει για τον εαυτό του από την πληρωμή που εισέπραττε από τον παραγωγικό καπιταλιστή για τις υπηρεσίες που του παρείχε. Αν για την εκτέλεση μιας διαδικασίας πώλησης χρειάζονταν, για
παράδειγμα, οχτώ ώρες κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας, αλλά
για την κάλυψη του μισθού του συγκεκριμένου εμποροϋπάλληλου χρειάζονταν μόνο τέσσερις ώρες, τότε ο καταστηματάρχης-καπιταλιστής θα
μπορούσε να αποσπάσει τέσσερις ώρες υπεραξίας που είχε παραχθεί
κάπου αλλού στο σύστημα.
166

Κρις Χάρμαν

Όμως, για την κατανόηση της συνολικής δυναμικής του συστήματος, η εμπορική εργασία δεν μπορούσε να εξισωθεί με την παραγωγική.
Η δεύτερη δημιουργούσε πόρους οι οποίοι μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για παραπέρα συσσώρευση, ενώ η πρώτη δεν έκανε κάτι τέτοιο.
Γι' αυτό το λόγο ο Μαρξ επιμένει ότι:
Τα κόστη που μεγαλώνουν την τιμή ενός εμπορεύματος χωρίς να
προσθέτουν στην αξία χρήσης του και τα οποία συνεπώς μπορούν, όσον αφορά την κοινωνία, να καταταχθούν ως μη-παραγωγική δαπάνη, μπορεί να γίνουν πηγή πλουτισμού για τον ατομικό καπιταλιστή. Από την άλλη πλευρά, αφού αυτή η πρόσθεση
στην τιμή του εμπορεύματος διανέμει απλώς εξίσου τα κόστη της
κυκλοφορίας, δεν παύει να έχει μη-παραγωγικό χαρακτήρα. Για
παράδειγμα, οι ασφαλιστικές εταιρείες, κατανέμουν τις απώλειες
των ξεχωριστών καπιταλιστών σε όλη την καπιταλιστική τάξη.
Όμως, αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι αυτές οι εξίσου μοιρασμένες απώλειες, είναι απώλειες όσον αφορά το συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο."
Η διάκριση ανάμεσα στην παραγωγική και τη μη-παραγωγική εργασία,
αντιμετωπίζεται συχνά σαν ένα σχολαστικό, αφηρημένο ζήτημα. Όμως,
από τη στιγμή που θα προσεγγίσουμε αυτό το ζήτημα με όρους του τι
συνεισφέρει στη συσσώρευση και τι όχι, αυτό έχει τεράστιες συνέπειες που κάποιες από τις οποίες δεν απασχόλησαν ποτέ τον Μαρξ τον ίδιο.
Εκείνο που για τον ατομικό καπιταλιστή είναι «παραγωγός υπεραξίας»
(ο ορισμός τον οποίο χρησιμοποιεί ο Μαρξ στα σημειωματάριά του), δεν
είναι και κατ' ανάγκη παραγωγικό με όρους πρόσθεσης στη συνολική
υπεραξία που είναι διαθέσιμη για συσσώρευση στο κεφάλαιο γενικά. Κι
ακριβώς αυτό το στοιχείο είναι κεντρικό για τη δυναμική του συστήματος.

Η κλίμακα της μη-παραγωγικής εργασίας
Το επίπεδο των μη-παραγωγικών δαπανών που είχαν να κάνουν με τις
πωλήσεις και το χρηματοπιστωτικό σύστημα ανέβαινε καθ' όλη τη
διάρκεια του 20ού αιώνα. Ο Σαΐχ (Shaikh) και ο Τόνακ (Tonak) υπολογίζουν ότι ο αριθμός των εργαζομένων που απασχολούνται στον τομέα
Καπιταλισμός Ζόμπι

167

του εμπορίου στις ΗΠΑ, αυξήθηκε από 10.690.000 το 1948 σε
24.375.000 το 1989, κι ο αριθμός όσων εργάζονται στον χρηματοπιστωτικό τομέα και τις ασφαλιστικές, από 1.251.000 έφτασε τα 7.123.000.
ΣΤΟ μεταξύ, ο αριθμός των παραγωγικών εργατών αυξήθηκε μόνο από
τα 32.994.000 στα 41.148.000.12 Ο Φρεντ Μόσλεϊ (Fred Mosley) υπολογίζει ότι ο αριθμός των εργαζόμενων στο εμπόριο αυξήθηκε από 8,9 σε
21 εκατομμύρια ανάμεσα στο 1950 και το 1980 και ο αριθμός των εργαζόμενων στον χρηματοπιστωτικό τομέα από 1,9 σε 5,2 εκατομμύρια,
ενώ η παραγωγική εργατική δύναμη αυξήθηκε μόνο από 28 σε 40,3
εκατομμύρια.13
Τα στοιχεία δεν περιλαμβάνουν τον μεγάλο αριθμό διευθυντικού
προσωπικού, το οποίο ο Μαρξ θεωρούσε ως μη-παραγωγικό γιατί
ασχολιόταν με την αστυνόμευση εκείνων που όντως παράγουν υπεραξία. Ο Σάιμον Μόχαν (Simon Mohun) έχει υπολογίσει ότι η αύξηση του
αριθμού και των αμοιβών του διευθυντικού προσωπικού έχει μεγαλώσει
το μερίδιο των «μη-παραγωγικών» μισθών και αποδοχών στην «υλική
προστιθέμενη αξία» στις ΗΠΑ από 35% το 1964 σε περισσότερο από
50% το 2000.14 Αυτοί οι αριθμοί δεν αποτυπώνουν πλήρως την πραγματική αύξηση της μη-παραγωγικής εργασίας, αφού δεν συμπεριλαμβάνουν απασχολούμενους σε μη-παραγωγικές λειτουργίες του κράτους,
όπως οι ένοπλες δυνάμεις και το δικαστικό σύστημα.

Μη-παραγωγικές δαπάνες και παραγωγή σπατάλης
Υπάρχει και ένα άλλο είδος εργασίας που πρέπει να λάβουμε υπόψη
όταν εξετάζουμε τον καπιταλισμό του 20ού και του 21ου αιώνα. Είναι η
εργασία που παράγει εμπορεύματα τα οποία πωλούνται όπως κάθε άλλο εμπόρευμα, αλλά δεν επανέρχονται στους επόμενους κύκλους παραγωγής είτε ως μέσα παραγωγής είτε ως είδη κατανάλωσης. Η εργασία που παράγει είδη πολυτελείας για την τάξη των καπιταλιστών εμπίπτει σε αυτή την κατηγορία. Το ίδιο και η εργασία για την παραγωγή
όπλων και πολεμικών υλικών. Παρόλο που η εργασία αυτού του είδους
θεωρείται συνήθως «παραγωγική» από τους μαρξιστές, αυτό που έχει
κοινό με την μη-παραγωγική εργασία είναι ότι δεν προσθέτει στην κα168

Κρις Χάρμαν

πιταλιστική συσσώρευση. Γι' αυτό το λόγο ο Μάικ Κίντρον (Mike Κίdron) υποστήριξε, στις αρχές της δεκαετίας του '70, ότι αυτή η εργασία
θα πρέπει να θεωρείται μη-παραγωγική:
Η γήρανση του καπιταλισμού... άνοιξε ένα χάσμα ανάμεσα στα
δυο κριτήρια για την παραγωγικότητα που είχε [ο Μαρξ, C.H.]
χρησιμοποιήσει εναλλακτικά - την απασχόληση από το κεφάλαιο και την προσαύξηση του κεφαλαίου... Τώρα που το κεφάλαιο είναι πλέον βασιλιάς, αυτά τα δυο κριτήρια δεν ταιριάζουν.
Το κεφάλαιο απασχολεί άμεσα εκατομμύρια εργάτες για την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών τα οποία με κανένα πιθανό τρόπο δεν μπορεί να τα χρησιμοποιήσει για περαιτέρω επέκταση.
Σύμφωνα με το ένα κριτήριο αυτοί οι εργάτες είναι παραγωγικοί,
αλλά σύμφωνα με το άλλο, μη-παραγωγικοί... Δεδομένης της
ανάγκης να επιλέξουμε, παραγωγική εργασία στις μέρες μας είναι η εργασία της οποίας το τελικό προϊόν είναι ή μπορεί να γίνει
πόρος για παραπέρα παραγωγή. Μόνο μια τέτοια εργασία μπορεί να λειτουργήσει για την αυτοεπέκταση του κεφαλαίου... Για
να το πούμε διαφορετικά, στον ύστερο καπιταλισμό για την επέκταση του κεφαλαίου μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο ένα τμήμα
του υπερπροϊόντος. Το υπόλοιπο σπαταλιέται.15
Πιο πρόσφατα, ο Αλαν Φρίμαν (Alan Freeman) έχει επίσης υποστηρίξει
ότι η έννοια της μη-παραγωγικής εργασίας θα πρέπει να επεκταθεί με
τρόπο ώστε να περιλαμβάνει τη χρησιμοποίηση εργασίας για την παραγωγή πραγμάτων τα οποία κατόπιν χρησιμοποιούνται με μη-παραγωγικό τρόπο: «Οι εργάτες που διακόσμησαν με μάρμαρα την Ευρωπαϊκή
Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης είναι το ίδιο μη-παραγωγικοί
με τους υπαλλήλους που τώρα κυκλοφορούν στους διαδρόμους της».16
Ο Γκουλιέλμο Καρτσέντι, αντιθέτως, υποστηρίζει ότι η εργασία είναι
παραγωγική όταν δημιουργεί νέα αξία, ακόμα και αν αυτή η νέα αξία
δεν συνεισφέρει το παραμικρό στον επόμενο γύρο συσσώρευσης.17 Με
όποιον τρόπο και αν κατηγοριοποιείται, το γεγονός παραμένει ότι το
ποσοστό της εργασίας που από τη σκοπιά της καπιταλιστικής συσσώρευσης είναι σπατάλη έχει αποκτήσει τεράστιες διαστάσεις. Ο Κίντρον
έχει υπολογίσει ότι «τα 3/4 της εργασίας που πραγματοποιήθηκε στις
ΗΠΑ τη δεκαετία του 1970, από τη σκοπιά του κεφαλαίου, ήταν σπατάλη».' 8
Καπιταλισμός Ζόμπι

169

Ο κρατικός τομέας και η μη-παραγωγική εργασία
Οι δαπάνες ατομικών καπιταλιστών που δεν κατευθύνονται ούτε στην
επένδυση κεφαλαίου ούτε στους μισθούς των παραγωγικών εργατών,
μπορούν να καταταχτούν σε διαφορετικές κατηγορίες:
(α) Εκείνες που αφορούν την αστυνόμευση του εργατικού δυναμικού
και εξασφαλίζουν ότι θα δουλέψει όσο πιο εντατικά γίνεται. Για παράδειγμα, δαπάνες για την εσωτερική ασφάλεια, για εργασίες επιτήρησης, μέτρησης χρόνου/κίνησης, επίβλεψης ρυθμών δουλειάς,
(β) Δαπάνες που αφορούν τη διατήρηση της πίστης και υποταγής του
εργατικού δυναμικού, όπως δαπάνες για δημόσιες σχέσεις στο εσωτερικό της επιχείρησης, για έντυπα της επιχείρησης, για εργασιακές
επιτροπές που ελέγχει η διεύθυνση, επιχορηγήσεις σε αθλητικές
ομάδες των εργαζομένων στην επιχείρηση κλπ.
(γ) Όσες έχουν να κάνουν με χρηματικές συναλλαγές, εξασφάλιση πιστώσεων, αμοιβές για τραπεζικές εργασίες κλπ.
(δ) Δαπάνες πωλήσεων, διαφημίσεων κλπ.
(ε) Δαπάνες που γίνονται ώστε να διατηρείται το προσωπικό στην κατάλληλη φυσική κατάσταση και ικανό για εργασία. Σ' αυτές συμπεριλαμβάνονται δαπάνες για ιατρεία και σταθμούς πρώτων βοηθειών στην επιχείρηση, εστιατόρια και καντίνες κλπ και σε κάποιες περιπτώσεις ακόμα και η παροχή στέγης από την επιχείρηση στο προσωπικό της.
(στ) Δαπάνες εκπαίδευσης του προσωπικού, αυτού που η επικρατούσα
τάση στους οικονομολόγους ονομάζει συχνά «ανθρώπινο κεφάλαιο».
(ζ) Δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη.
Οι δαπάνες των κατηγοριών (α) και (β) είναι χωρίς αμφιβολία μηπαραγωγικές. Δεν δημιουργούν τίποτα και ο σκοπός της πραγματοποίησής τους είναι να αποσπάσουν το μέγιστο της ήδη δημιουργημένης
αξίας από τους εργάτες. Οι δαπάνες των κατηγοριών (γ) και (δ) είναι
μη-παραγωγικές από την άποψη του κεφαλαίου γενικά. Δεν προσθέτουν με κανένα τρόπο στην ικανότητα του συστήματος να συσσωρεύει.
Όμως, η κάθε ξεχωριστή επιχείρηση μπορεί να τις αντιμετωπίζει ως πα170

Κρις Χάρμαν

ραγωγικές δαπάνες, με τον ίδιο τρόπο που ο Μαρξ έγραφε ότι τις αντιμετώπιζε ο έμπορος-καπιταλιστής: χρησιμεύουν για τον έλεγχο υπεραξίας που διαφορετικά θα κατευθύνονταν σε ανταγωνίστριες επιχειρήσεις. Οπότε, η συγκεκριμένη εταιρεία μπορεί να αντιμετωπίζει τις διαφημιστικές δαπάνες όπως τις δαπάνες για νέο εξοπλισμό, ως ένα τρόπο
να επεκτείνει τη θέση της στην αγορά, για να αποκρούσει προσπάθειες
άλλων καπιταλιστών να μπουν στη συγκεκριμένη αγορά, και ούτω καθεξής. Το ίδιο ισχύει και με τις δαπάνες για πατέντες και «προστασία
πνευματικών δικαιωμάτων», που μπορεί να θεωρηθούν ως ένας τρόπος
για την επιβολή ασφυκτικού ελέγχου στην αγορά. (Θα επιστρέψω στις
άλλες κατηγορίες δαπανών, την (ε) και την (στ) παρακάτω).
Η αύξηση των κρατικών δαπανών στη διάρκεια του τελευταίου
αιώνα έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό με το πέρασμα της ευθύνης τέτοιων εξόδων στα χέρια του κράτους, από τα χέρια των ιδιωτών καπιταλιστών που είχαν τη βάση τους στην κάθε εθνική επικράτεια. Συνεπώς, οι κρατικές δαπάνες μπορούν να επιμεριστούν σε κατηγορίες
που επιτελούν τις ίδιες ή ανάλογες λειτουργίες με τις δαπάνες των
επιχειρήσεων.
Καταρχάς, είναι οι δαπάνες εκείνες που είναι πλήρως μη-παραγωγικές από την άποψη της συσσώρευσης στο σύστημα γενικά. Σ' αυτή
την κατηγορία συμπεριλαμβάνονται δαπάνες για την προστασία της
ιδιοκτησίας, τη διατήρηση της κοινωνικής πειθαρχίας και τη διασφάλιση της ομαλής αναπαραγωγής των ταξικών σχέσεων. Αυτό με τη σειρά
του περιλαμβάνει δαπάνες που αφορούν κρατικούς ή επιχορηγούμενους από το κράτος θεσμούς διατήρησης της μαζικής πίστης και υποταγής στο σύστημα, όπως κρατική προπαγάνδα ή επιδοτήσεις σε θρησκευτικά ιδρύματα, τη διαιώνιση της κυρίαρχης ιδεολογίας μέσω τμημάτων του εκπαιδευτικού συστήματος, τη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής υποδομής του συστήματος με την κυκλοφορία των εθνικών
νομισμάτων και τη λειτουργία των κεντρικών τραπεζών.
Υπάρχουν επίσης δαπάνες που είναι ωφέλιμες στα κεφάλαια που
έχουν τη βάση τους σε κάθε έθνος και βρίσκονται σε ανταγωνισμό με
ξένα κεφάλαια, αλλά οι οποίες, όπως τα έξοδα του ατομικού καπιταλιστή για διαφήμιση ή μάρκετινγκ, δεν προσθέτουν τίποτα στη συνολική
συσσώρευση. Τέτοιες δαπάνες είναι οι στρατιωτικές, τα κονδύλια για
Καπιταλισμός Ζόμπι

171

την προώθηση των εξαγωγών, όσες δαπάνες γίνονται για τις διαπραγματεύσεις με άλλες κυβερνήσεις για τους κανόνες του διεθνούς εμπορίου και επενδύσεων, κλπ.
Ο Μαρξ αναφερόταν σ' αυτές τις μη-παραγωγικές δαπάνες όταν
έγραφε ότι:
Η πολιτική οικονομία στην κλασική της περίοδο υιοθετούσε,
όπως ο αστός στη νεόπλουτη φάση του, μια ιδιαιτέρως κριτική
στάση απέναντι στο μηχανισμό του κράτους κλπ. Σε ένα επόμενο στάδιο διαπίστωσε και έμαθε από την εμπειρία της ότι η αναγκαιότητα ύπαρξης τάξεων που είναι εντελώς μη-παραγωγικές
πηγάζει από την ίδια της την οργάνωση."
Μετά το θάνατο του Μαρξ, η αύξηση των μη-παραγωγικών δαπανών
είχε μεγάλες επιπτώσεις στη δυναμική του συστήματος.

Παραγωγή σπατάλης και δυναμική του συστήματος
Ο ίδιος ο Μαρξ υπέδειξε έμμεσα ένα πολύ σημαντικό σημείο σχετικά με
τη μη-παραγωγική εργασία στα Grundrisse, το πρώτο σχεδίασμα του
Κεφαλαίου. Συμπεριλαμβάνει στις «στιγμές» που μπορούν να καθυστερούν την αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου και την πτώση του ποσοστού κέρδους:
τη μετατροπή ενός μεγάλου τμήματος του κεφαλαίου σε σταθερό κεφάλαιο το οποίο δεν λειτουργεί ως φορέας άμεσης παραγωγής, αντιπαραγωγική σπατάλη ενός μεγάλου τμήματος του
κεφαλαίου κλπ (το παραγωγικά χρησιμοποιημένο κεφάλαιο αντικαθίσταται πάντα διπλά, με την έννοια ότι η τοποθέτηση ενός
παραγωγικού κεφαλαίου προϋποθέτει μια αντι-αξία). Η μη-παραγωγική κατανάλωση του κεφαλαίου το αντικαθιστά από τη
μια και το καταστρέφει από την άλλη... 20
Ο Μαρξ λέει ότι αν για κάποιο λόγο ένα τμήμα της υπεραξίας που είναι
διαθέσιμη για επένδυση εκτρέπεται σε κάποια άλλη χρήση, τότε υπάρχει λιγότερο κεφάλαιο διαθέσιμο για τις επιχειρήσεις που επιδιώκουν
την εφαρμογή καινοτομιών με σκοπό τη μείωση του κόστους και ότι μ'
αυτό τον τρόπο περιορίζεται η τάση προς τις επενδύσεις εντάσεως κε172

Κρις Χάρμαν

φαλαίου. Το ίδιο υπογράμμισε πολύ πιο άμεσα ο Μάικ Κίντρον (Mike
Kidron) στη δεκαετία του '60 - απ' ό,τι φαίνεται χωρίς να γνωρίζει ότι ο
Μαρξ είχε κάνει την ίδια επισήμανση.21 Επεσήμανε ότι η επιχειρηματολογία του Μαρξ για την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους
βασίζεται σε δυο υποθέσεις, κι οι δυο τους ρεαλιστικές: το σύνολο της παραγωγής επιστρέφει στο σύστημα ως παραγωγικοί πόροι, ως παραγωγική κατανάλωση είτε των εργατών είτε των καπιταλιστών, ιδανικά χωρίς να υπάρχουν διαρροές στο σύστημα
και καμιά επιλογή πέραν της κατανομής της συνολικής παραγωγής ανάμεσα σε αυτά που από δω και πέρα θα ονομάζουμε επένδυση και κατανάλωση της εργατικής τάξης. Η δεύτερη υπόθεση
είναι ότι σε ένα κλειστό σύστημα όπως αυτό, η κατανομή θα γέρνει προοδευτικά προς τη μεριά της επένδυσης.
Αν απορριφθεί η πρώτη υπόθεση, ότι δηλαδή το σύνολο της παραγωγής επανεισέρχεται στο σύστημα - με άλλα λόγια, αν μέρος
του προϊόντος χάνεται για τον επόμενο παραγωγικό κύκλο - τότε δεν θα υπήρχε καμιά αναγκαιότητα οι επενδύσεις να αυξάνονται ταχύτερα από την απασχολούμενη εργασία. Δεν θα λειτουργούσε ο νόμος της πτωτικής τάσης. Οι «διαρροές» από τον κλειστό κύκλο παραγωγή-επένδυση-παραγωγή θα αντιστάθμιζαν
την πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους.22
Οπως το θέτει ο Κίντρον σε μια μετέπειτα εργασία του:
Το μοντέλο του Μαρξ παίρνει σαν βάση του ένα κλειστό σύστημα στο οποίο όλο το προϊόν επανεισέρχεται στην παραγωγή είτε
ως κεφαλαιακά είτε ως καταναλωτικά αγαθά. Δεν υπάρχουν
διαρροές. Κι όμως, καταρχήν, μια τέτοια διαρροή θα μπορούσε
να απομονώσει την ώθηση [του συστήματος, στμ] για μεγέθυνση
από τις πιο σοβαρές της συνέπειες... Σε μια τέτοια περίπτωση
δεν θα σημειωνόταν μείωση του μέσου ποσοστού κέρδους, δεν
θα υπήρχε λόγος να περιμένουμε όλο και βαθύτερες υφέσεις και
ούτω καθεξής.23
Το επιχείρημα είναι άψογο και ο Κίντρον συνεχίζει παρουσιάζοντας κάποιες από τις μορφές με τις οποίες έχει εμφανιστεί αυτή η διαρροή:
Στην πράξη ο καπιταλισμός δεν ήταν ποτέ ένα κλειστό σύστημα.
Πόλεμοι και υφέσεις κατέστρεψαν τεράστιες ποσότητες προϊόντων, στα οποία ήταν ενσωματωμένες τεράστιες συσσωρεύσεις
αξίας, και εμπόδιζαν την παραγωγή περισσοτέρων. Οι εξαγωγές
Καπιταλισμός Ζόμπι

173

κεφαλαίου εκτρέπουν ή παγώνουν άλλες συσσωρεύσεις για μεγάλα χρονικά διαστήματα.24
Όπως είδαμε στο Τέταρτο Κεφάλαιο, ο Χένρικ Γκρόσμαν (Henryk Grossman) είχε αναγνωρίσει ότι ο ιμπεριαλισμός με την εκτροπή υπεραξίας
σε υπερπόντιους προορισμούς, έχει προσωρινά μειώσει τις αυξητικές
πιέσεις της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου στην εγχώρια οικονομία και ως εκ τούτου την τάση προς την κρίση. Επίσης, είχε τουλάχιστον
εν μέρει κάνει την ίδια επισήμανση με τον Κίντρον, σχετικά με τις επιπτώσεις των πολεμικών δαπανών. Ο Γκρόσμαν επεσήμανε ότι παρόλο
που οι πόλεμοι καταστρέφουν σε απίστευτα μεγάλη κλίμακα αξίες χρήσης, είχαν ως αποτέλεσμα την εξομάλυνση των οικονομικών αντιθέσεων του καπιταλισμού μιας και «κονιορτοποιούν αξίες» και «επιβραδύνουν τη συσσώρευση». Αντιστάθμιζαν την πτωτική τάση του ποσοστού
κέρδους μειώνοντας την τάση της συσσώρευσης να αυξάνεται ταχύτερα
από την απασχολούμενη εργατική δύναμη:
Οι καταστροφές και οι υποτιμήσεις αξίας που προκαλούν οι πόλεμοι, είναι ένα μέσο αποτροπής της εγγενούς κατάρρευσης
[του καπιταλισμού], αφήνουν χώρο να πάρει μια ανάσα η συσσώρευση του κεφαλαίου... Ο πόλεμος και η καταστροφή κεφαλαιακών αξιών που τον συνοδεύει αναπόφευκτα, αδυνατίζουν
την τάση για κατάρρευση [του καπιταλισμού] και παρέχουν,
αναγκαστικά, ένα νέο κέντρισμα για συσσώρευση κεφαλαίου...
Ο μιλιταρισμός είναι μια σφαίρα μη-παραγωγικής κατανάλωσης.
Αντί να διασώζονται, οι αξίες κονιορτοποιούνται.25
Οι στρατιωτικές δαπάνες είναι μια ιδιαίτερη μορφή σπατάλης, η οποία
μπορεί να γίνει ιδιαίτερα ελκυστική για τους καπιταλιστές που συνδέονται με ένα συγκεκριμένο κράτος. Επειδή αυτή η σπατάλη αυξάνει την
ικανότητά τους να συγκρουστούν με άλλους καπιταλιστές για τον έλεγχο της υπεραξίας όλου του κόσμου. Είναι σπατάλες λειτουργικές για τα
συμπλέγματα κεφαλαίου που έχουν μια εθνική βάση, με τον ίδιο τρόπο
που οι διαφημιστικές δαπάνες είναι λειτουργικές για μια ξεχωριστή
εταιρεία, έστω και αν για το σύστημα συνολικά αποτελούν σπατάλη πόρων. Γι' αυτό το λόγο αποτέλεσαν ένα χαρακτηριστικό φαινόμενο του
ιμπεριαλισμού στην κλασική μορφή του, που οδήγησε στον Πρώτο
Παγκόσμιο Πόλεμο - και σήμερα επιβιώνει στις κολοσσιαίες στρατιωτι174

Κρις Χάρμαν

κές δαπάνες, ιδιαίτερα των ΗΠΑ.
Η λογική της οικονομικής επέκτασης που είναι βασισμένη στις πολεμικές δαπάνες έχει διαφύγει από πολλούς μαρξιστές οικονομολόγους.
Είναι ανοησία, υποστηρίζουν τέτοιοι οικονομολόγοι, να θεωρείται πως
μια αφαίρεση από τη συνολική υπεραξία για λογαριασμό του κράτους,
κατά κάποιο τρόπο αντισταθμίζει την τάση της υπεραξίας να αυξάνεται
με μικρότερη ταχύτητα από το συνολικό κόστος της επένδυσης, και, μ'
αυτόν τον τρόπο, να αποτρέπει την πτωτική τάση του μέσου ποσοστού
κέρδους. Αυτό που δεν κατανοούν, είναι το γεγονός ότι αυτή η «ανοησία» συνιστά μέρος της ευρύτερης ανοησίας του καπιταλιστικού συστήματος συνολικά, της αντιφατικής φύσης του. Δεν έχουν μπορέσει να χωνέψουν ότι η εμπλοκή σε στρατιωτικούς ανταγωνισμούς μπορεί να αποτελεί εξίσου βάσιμο καπιταλιστικό στόχο με τον οικονομικό ανταγωνισμό για αγορές.
Όπως είδαμε στο προηγούμενο Κεφάλαιο, μια από τους μεγαλύτερους υποστηρικτές του Καρλ Μαρξ, η Ρόζα Λούξεμπουργκ, δεν μπορούσε να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο ο καπιταλισμός μπορούσε
να επεκτείνει συνεχώς την ενσωματωμένη στα μέσα παραγωγής αξία,
χωρίς να παράγει περισσότερα καταναλωτικά αγαθά. Παρομοίως, οι εν
λόγω μαρξιστές, δεν έχουν σταθεί ικανοί να κατανοήσουν με ποιον
ακριβώς τρόπο ο καπιταλισμός έχει κατορθώσει να ωφεληθεί από τη
διαρκή ανάπτυξη των μέσων καταστροφής. Έχουν σαστίσει τόσο πολύ
από το πόσο παράλογα είναι αυτά που κάνουν οι καπιταλιστές, ώστε
προσπαθούν να αρνηθούν ότι όντως το σύστημα λειτουργεί με αυτό τον
παράλογο τρόπο.
Όμως, αυτές οι δαπάνες είχαν τεράστιες επιπτώσεις για τον καπιταλισμό των τελευταίων δεκαετιών του 20ού αιώνα. Οι δαπάνες σπατάλης έχουν παίξει ένα αντιφατικό ρόλο. Έχουν μειώσει την ποσότητα
της υπεραξίας που είναι διαθέσιμη για παραγωγικές επενδύσεις, αντεπιδρώντας με αυτό τον τρόπο στην τάση για επιτάχυνση της συσσώρευσης που οδηγεί στην κρίση. Όμως, αυτή η τελική επίπτωση - η επιβράδυνση της συσσώρευσης - θα δημιουργούσε, όπως θα δούμε στο
Ένατο Κεφάλαιο, μια ολόκληρη σειρά από νέα προβλήματα για το σύστημα.
Καπιταλισμός Ζόμπι

175

Το κράτος πρόνοιας
και η προσφορά εργατικής δύναμης
Δεν εμπίπτουν όλες οι κρατικές δαπάνες που απαριθμήσαμε παραπάνω
στη μη-παραγωγική κατηγορία με το στενό ορισμό της ή στην ευρύτερη
κατηγορία της σπατάλης. Η επιχορηγούμενη από το κράτος έρευνα και
ανάπτυξη (που αντιστοιχεί στην κατηγορία (ζ) της λίστας παραπάνω) η
οποία συμβάλλει στην τροφοδότηση της συσσώρευσης στην οικονομία
γενικά, είναι σαφές ότι για τα επωφελούμενα κεφάλαια παίζει έναν ρόλο αντίστοιχα με τη νεκρή εργασία που είναι ενσωματωμένη στα μέσα
παραγωγής. Όμως, τι ισχύει για τις δαπάνες που αφορούν την υγεία,
την εκπαίδευση, την πρόνοια (αντίστοιχες με τις δαπάνες (ε) και (στ)
του ιδιώτη καπιταλιστή); Σ' αυτό το σημείο είναι αναγκαίο να σταθούμε
σε κάτι με το οποίο ο Μαρξ ασχολείται μόνο πεταχτά: την αναπαραγωγή της εργατικής τάξης που έχει ανάγκη να εκμεταλλεύεται ο καπιταλισμός.
Οι πρώτοι καπιταλιστές της βιομηχανίας στη Βρετανία στο τέλους
του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, δεν χρειάζονταν να ανησυχούν
ιδιαίτερα για την προσφορά εργατικής δύναμης. Από τη στιγμή που η
«πρωταρχική συσσώρευση» είχε εκδιώξει έναν επαρκή αριθμό χωρικών
από τη γη, αυτή η εργατική δύναμη τούς ήταν διαθέσιμη σε αφθονία.
Υπέθεταν ότι θα μπορούσαν να υποτάσσουν τους αγρότες και τα παιδιά
των αγροτών στην πειθαρχία της ανειδίκευτης εργασίας στις μηχανές
επ' άπειρον26 - και όσο για τις πιο ειδικευμένες εργασίες, βασίζονταν
στην προσέλκυση στα εργοστάσιά τους ανθρώπων που είχαν εκπαιδευτεί ως χειροτέχνες. Για τους παραπάνω λόγους, ο Μαρξ που είχε ασχοληθεί εκτενώς με την πρωταρχική συσσώρευση και τη μεταχείριση των
εργατών στα εργοστάσια, ουσιαστικά αγνόησε το ζήτημα της πρόσληψης από τους καπιταλιστές εργατικής δύναμης με τις κατάλληλες δεξιότητες και φυσική κατάσταση. Όμως, ήδη την εποχή του θανάτου του,
η επέκταση της καπιταλιστικής βιομηχανίας σε όλο και μεγαλύτερα
τμήματα του πληθυσμού, έκανε την προσφορά και τη διαχείριση της εργατικής δύναμης - μέσα κι έξω από το εργοστάσιο - μια όλο και μεγαλύτερη έγνοια για όσους ενδιαφέρονταν για την προώθηση της καπιταλιστικής συσσώρευσης.
176

Κρις Χάρμαν

Ο ατομικός καπιταλιστής σκόπευε να πληρώνει τον κάθε ξεχωριστό εργάτη, με την ώρα, τη μέρα ή τη βδομάδα, τόσα μόνο όσα ήταν
απαραίτητα για να σταθεί στα πόδια του και να θέλει να δουλέψει και
την επόμενη. Όμως, αυτή η αντιμετώπιση δεν εξασφάλιζε μια σειρά
πράγματα που ήταν απαραίτητα, έτσι ώστε εργατική δύναμη στην κατάλληλη ποσότητα και ποιότητα να είναι διαθέσιμη συνολικά στην
αστική τάξη. Δεν λάμβανε, για παράδειγμα, υπόψη την ανάγκη οι εργάτες να μαθαίνουν βασικές δεξιότητες, ούτε την πρόβλεψη να τους εξασφαλίζει κάποια στοιχειώδη σε περιόδους ανεργίας, ώστε η εργατική
τους δύναμη να είναι έτοιμη για προσφορά μόλις τελείωνε η κρίση. Δεν
αντιμετώπιζε το πρόβλημα της προσωρινής απώλειας της παραγωγικής
ικανότητας των εργατών εξαιτίας ασθενειών ή ατυχημάτων. Επίσης, δεν
εξασφάλιζε την ανατροφή των παιδιών της εργατικής τάξης, δηλαδή
της επόμενης γενιάς εργατικής δύναμης.27
Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα έγιναν διάφορες ad hoc απόπειρες αντιμετώπισης των παραπάνω προβλημάτων. Θρησκευτικές ή φιλανθρωπικές οργανώσεις και ταμεία πρόσφεραν κάποιου είδους ανακούφιση στους ανέργους και τους ασθενείς. Οι εργάτριες υφίσταντο την
πίεση να αναλάβουν όλο το βάρος της ανατροφής των παιδιών, μέσω
της προπαγάνδισης ιδεολογιών που παρουσίαζαν τους άνδρες σαν «αυτούς που φέρνουν το μισθό στο σπίτι» και τους μισθούς τους σαν «οικογενειακό μισθό» (έστω και αν οι γυναίκες της εργατικής τάξης δούλευαν πάντοτε ως ένα βαθμό έξω από το σπίτι ή αν ο μισθός του άνδρα
σπάνια επαρκούσε για τη συντήρηση μιας οικογένειας).23 Κάποιες εταιρείες παρείχαν στέγη - και σε μερικές περιπτώσεις στοιχειώδη υγειονομική φροντίδα - στο δικό τους προσωπικό. Ομάδες ειδικευμένων εργατών ίδρυαν ταμεία αλληλοβοήθειας για να τους ενισχύουν σε περιόδους
ανεργίας ή ασθένειας. Επίσης διάφορες εταιρείες ενσωμάτωναν στο εργοστασιακό σύστημα μια εκδοχή της πρακτικής μαθητείας που αποτελούσε κληρονομιά της προκαπιταλιστικής χειροτεχνίας, κατά τη διάρκεια της οποίας έφηβοι μάθαιναν την τέχνη υπό την επίβλεψη ειδικευμένων εργατών δουλεύοντας με έναν πολύ μικρό μισθό για πέντε ή και
επτά χρόνια.
Όμως, με το πέρασμα του χρόνου έγινε σαφές ότι οι ad hoc μέθοδοι
ήταν αναποτελεσματικές και ότι το κράτος έπρεπε να αναλάβει πολλές
Καπιταλισμός Ζόμπι

177

από τις λειτουργίες που εκπλήρωναν οι ιδιώτες καπιταλιστές και οι φιλανθρωπικές δραστηριότητες. Στη Βρετανία η παρέμβαση του κράτους
ξεκίνησε ήδη από το 1834 με το Νόμο περί Φτώχειας (Poor Law), ο
οποίος εξασφάλιζε ότι οι όροι κάτω από τους οποίους ο άνεργος ή ο
ανίκανος προς εργασία μπορούσε να λάβει κάποιο επίδομα ήταν τόσο
επαχθείς, ώστε όσοι μπορούσαν να δουλέψουν να το έκαναν ακόμα και
για ψίχουλα. Το 1848 το κράτος συγκρότησε ένα Συμβούλιο Υγείας, για
να πάρει μέτρα ενάντια στην διάδοση ασθενειών στις εργατικές συνοικίες, ασθένειες μεταδοτικές που απειλούσαν και τις γειτονιές των πλουσίων επίσης. Στα επόμενα χρόνια το κράτος θέλοντας και μη σπρώχτηκε να περιορίσει τις ώρες εργασίας για παιδιά και να απαγορεύσει την
απασχόληση γυναικών σε εργασίες επιζήμιες για την ικανότητά τους να
αναθρέψουν την επόμενη γενιά. Στη δεκαετία του 1870 ξεκίνησε η προσπάθεια για τη δημιουργία ενός συστήματος δημόσιας πρωτοβάθμιας
εκπαίδευσης και για ενθάρρυνση της οικοδόμησης κατοικιών για ειδικευμένους εργάτες. Κατόπιν στην πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα, το
κράτος έκανε τις πρώτες κινήσεις συντονισμού των ad hoc προσπαθειών των προηγούμενων εβδομήντα χρόνων, και ενσωμάτωσής τους σε
πανεθνικές δομές για την παροχή μιας ελάχιστης κοινωνικής ασφάλισης, με επιδόματα ανεργίας, συντάξεων για γηρατειά και ασθένειες.29 Η
ώθηση γι' αυτές τις πρωτοβουλίες προήλθε από το σοκ που προκάλεσε
η διαπίστωση, κατά τη διάρκεια της επιστράτευσης για τον Πόλεμο των
Μπόερ, ότι μοναχά ένα μικρό ποσοστό της εργατικής τάξης ήταν επαρκώς υγιές για στρατιωτική θητεία. Η Αν Ρότζερς (Ann Rogers) έχει συνοψίσει με τον εξής τρόπο την αντίδραση των ανώτερων και μεσαίων
τάξεων:
Παρέμεινε κεντρική η πεποίθηση ότι αν η Βρετανία ήθελε να ανταγωνιστεί με επιτυχία τη Γερμανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες,
τότε χρειαζόταν μια αλλαγή. Είτε αυτό το έλεγαν οι Φαβιανοί,
είτε οι Φιλελεύθεροι ιμπεριαλιστές, η επιχειρηματολογία επικεντρωνόταν στο πόσο επιζήμια ήταν η φτώχεια για την κοινωνία κι
όχι στη δυστυχία που προκαλούσε στον κάθε ξεχωριστό εργάτη... Το υπόβαθρο της επιθυμίας για βελτίωση της υγείας της εργατικής τάξης, ήταν η ανάγκη για μια υγιέστερη εργατική δύναμη, τόσο στο εργοστάσιο όσο και στο στρατό.30
178

Κρις Χάρμαν

Αυτά τα μέτρα δεν ήταν μόνο προϊόν μιας διαβούλευσης των καπιταλιστών για ό,τι θεωρούσαν αναγκαίο για το σύστημά τους. Αρχισαν να
εφαρμόζονται μόνο ύστερα από αλλεπάλληλες καμπάνιες στις οποίες
συμμετείχαν φιλάνθρωποι της ανώτερης τάξης που τους διακατείχε μια
αριστοκρατική-συντηρητική περιφρόνηση για τη τσιγγούνικη φιλοχρηματία του καπιταλισμού, μεσοαστοί ηθικολόγοι που πατρονάριζαν την
εργατική τάξη, πολιτικάντηδες που ήθελαν να αρπάξουν τις ψήφους
εργατών, επιθεωρητές εργοστασίων και γιατροί που έτρεφαν επαγγελματικό ενδιαφέρον για την υγεία και την καλή διαβίωση του πληθυσμού- και δίπλα σ' αυτούς, συχνά ανεξάρτητα απ' αυτούς, συνδικαλιστές και σοσιαλιστές αγωνιστές. Όμως, αυτές οι συμμαχίες πάντοτε διατύπωναν τα σχέδιά τους με βάση το τι ήταν ορθολογικό για τον καπιταλισμό. Και αυτό σήμαινε το τι ήταν απαραίτητο για τον εφοδιασμό του
συστήματος με δεξαμενές μιας επαρκώς υγιούς και ειδικευμένης εργατικής δύναμης. Αυτό το αποδεικνύει ξεκάθαρα ένα χαρακτηριστικό που
διέκρινε τις μεταρρυθμίσεις των αρχών του 20ού αιώνα - και που απέβλεπε στον ίδιο στόχο με τις φιλανθρωπικές δραστηριότητες του 19ου
αιώνα. Έπρεπε να εφαρμοστεί η αρχή της «ελάχιστης δυνατότητας επιλογής»: το επίδομα έπρεπε να συνεχίζει να αφήνει τους δικαιούχους του
σε χειρότερη κατάσταση από αυτή που θα βρίσκονταν αν έκαναν και
την πιο κακοπληρωμένη εργασία. Επίσης, το κόστος αυτών των επιδομάτων δεν θα το κάλυπτε μια μεταφορά αξίας από το μερίδιο του κεφαλαίου στο μερίδιο της εργασίας, αλλά μια αναδιανομή του εισοδήματος
στο εσωτερικό της εργατικής τάξης μέσω της «ασφαλιστικής αρχής».
Εβδομαδιαίες κρατήσεις από τις αποδοχές των εργαζόμενων θα κάλυπταν τις ανάγκες όσων δεν μπορούσαν να εργαστούν λόγω ανεργίας ή
ασθένειας.
Ο ρόλος του κράτους στην προσφορά, εκπαίδευση και αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης συνέχισε να μεγαλώνει σε όλη τη διάρκεια
του 20ού αιώνα, φτάνοντας στο αποκορύφωμά του στο μεγάλο οικονομικό «μπουμ» από τα μέσα της δεκαετίας του '40 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '70 και συνεχίζοντας στη νέα περίοδο κρίσεων που το διαδέχτηκε. Σ' όλη αυτή την πορεία, το «κράτος πρόνοιας» συνέχισε να είναι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα των κεφαλαίων που είχαν τη βάση
τους στο κάθε συγκεκριμένο εθνικό κράτος, ακόμα και όταν η ώθηση
Καπιταλισμός Ζόμπι

179

για την επέκταση του «κράτους πρόνοιας» ερχόταν από τα κάτω, όπως
έγινε στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Από τότε χρονολογείται η δήλωση του Βρετανού Συντηρητικού πολιτικού Κουίντιν
Χογκ (Quintin Hogg): «αν δεν δώσετε στο λαό κοινωνική μεταρρύθμιση, θα σας δώσει κοινωνική επανάσταση».31 Ο Ανεριν Μπίβαν (Aneurin
Bevan) ο Βρετανός Εργατικός υπουργός στη δεκαετία του '40, υποστήριξε ότι τα μέτρα για τη δημόσια υγεία είχαν γίνει τμήμα του συστήματος, «αλλά δεν πηγάζουν από αυτό. Διεκδικώντας τα, ο καπιταλισμός
επιδεικνύει παράσημα κερδισμένα σε μάχες που έχει χάσει».32 Πάντως
το γεγονός παραμένει ότι εκείνοι που σχεδίασαν αυτά τα μέτρα - ανάμεσα τους και ο Μπίβαν - φρόντισαν να ταιριάζουν στις ανάγκες του
συστήματος.
Το γεγονός αυτό έχει σημαντικές επιπτώσεις για την εργατική δύναμη που πηγαίνει σ' αυτές τις υπηρεσίες και για τους ανθρώπους που
την προμηθεύουν. Στις τάξεις των μαρξιστών - όπως και σε κάποιους
μη-μαρξιστές33 - είναι διαδεδομένη η άποψη που υποστηρίζει ότι μια
τέτοια εργασία δεν μπορεί να είναι παραγωγική, αφού δεν παράγει εμπορεύματα άμεσα. Όμως, το ίδιο ισχύει και για ένα μεγάλο μέρος της
εργασίας που διεξάγεται στο εσωτερικό της οποιασδήποτε καπιταλιστικής επιχείρησης, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για άλλες εργασίες
που παράγουν τα τελικά προϊόντα. Παρ' όλα αυτά, είναι παραγωγική με
την έννοια ότι αποτελεί τμήμα της εργασίας του «συλλογικού εργάτη» 34
στην επιχείρηση. Ένας πλήρως εκπαιδευμένος ξυλουργός ή κτίστης
μπορεί να είναι πολλές φορές παραγωγικότερος από έναν ανειδίκευτο,
ένας πλήρως εκπαιδευμένος μηχανουργός μπορεί να επιτελέσει εργασίες που δεν μπορεί ένας ανειδίκευτος εργάτης. Η εργασία εκείνων που
τους εκπαιδεύουν ενισχύει την ικανότητα του συλλογικού εργάτη να
παράγει αξία. Οι «εκπαιδευτές» είναι εκμεταλλευόμενοι, αφού αμείβονται με βάση την αξία της εργατικής τους δύναμης και όχι με βάση την
αξία της εκπαίδευσης που παρέχουν. Είναι ανοιχτό προς συζήτηση το
ζήτημα πού μπορεί να καταταχθεί μια τέτοια εργασία στις κατηγορίες
του Μαρξ: να θεωρηθεί ίδιας φύσης με τα μηχανήματα και τον εξοπλισμό, δηλαδή ως τμήμα του σταθερού κεφαλαίου ή ως απλά πολλαπλασιαστής της εργατικής δύναμης, οπότε ανήκει στο μεταβλητό κεφάλαιο;35 Επίσης, ανάμεσα σε διαφορετικές εταιρείες εκδηλώνονται αντι180

Κρις Χάρμαν

παραθέσεις για τα πλεονεκτήματα της εφαρμογής εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Μπορεί βραχυπρόθεσμα να κερδίζουν από τέτοια προγράμματα, όμως, τι εμποδίζει ανταγωνίστριες εταιρείες να «υφαρπάξουν» την ειδικευμένη εργασία μιας επιχείρησης χωρίς καν να έχει χρειαστεί να πληρώσουν για την εκπαίδευσή της;34 Τέλος, γίνονται συζητήσεις για το πώς μπορεί να χαρακτηριστεί η εργασία της εκπαίδευσης
άλλων εργατών: είναι «παραγωγική» ή «έμμεσα παραγωγική»; Όμως,
δεν πρέπει να υπάρχει καμιά αμφιβολία για το γενικότερο ρόλο που
διαδραματίζει στην αύξηση του παραγόμενου προϊόντος και της παραγωγικότητας: είναι τμήμα της συνολικής παραγωγικής εργασίας της
επιχείρησης και του συστήματος συνολικά.37
Ένα μεγάλο ποσοστό της εργασίας που κατευθύνεται στο εκπαιδευτικό σύστημα παίζει ένα ταυτόσημο ρόλο, της παροχής δηλαδή των
δεξιοτήτων που χρειάζεται το κεφάλαιο, με τη διαφορά ότι σ' αυτή την
περίπτωση οι δεξιότητες δεν διατίθενται απλά για τον ατομικό καπιταλιστή, αλλά για όλους τους καπιταλιστές που λειτουργούν στα πλαίσια
του κράτους το οποίο παρέχει αυτή την εκπαίδευση. Η εκπαίδευση σε
συγκεκριμένες ικανότητες που λαμβάνουν οι μελλοντικοί εργάτες από
έναν εκπαιδευτικό σε ένα δημόσιο εκπαιδευτικό ίδρυμα, αυξάνει την
ποσότητα της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας που μπορούν να πραγματοποιήσουν μέσα σε μια ώρα, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το ίδιο
πράγμα εξασφαλίζει η ενδοεπιχειρησιακή εκπαίδευση. Και το κόστος
της εκπαίδευσης είναι τμήμα του κόστους της εξασφάλισης της εργατικής δύναμης, όπως ακριβώς ο μισθός που πηγαίνει για την αγορά των
τροφίμων, των ρούχων ή της στέγασης που χρειάζεται ο εργάτης. Οι
επιχειρήσεις στο σύγχρονο καπιταλισμό χρειάζονται μια εργατική δύναμη η οποία να διαθέτει ένα μίνιμουμ επίπεδο γραμματικών και μαθηματικών γνώσεων. Οι εκπαιδευτικοί που παρέχουν αυτές τις γνώσεις
πρέπει να θεωρούνται τμήμα του συλλογικού εργάτη και σε τελευταία
ανάλυση εργάζονται για τα συμπλέγματα κεφαλαίου σε εθνικό επίπεδο
τα οποία εξυπηρετεί το κράτος. Οι απολογητές του καπιταλισμού ομολογούν άθελά τους αυτό το γεγονός, όταν δηλώνουν ότι η παροχή εκπαίδευσης «είναι προσθήκη στο κοινωνικό κεφάλαιο» ή ζητάνε «προστιθέμενη αξία» από τα σχολεία.
Η ίδια γενική αρχή ισχύει και για τις υπηρεσίες υγείας που φροντίΚαπιταλισμός Ζόμπι

181

ζουν την πραγματική ή εν δυνάμει εργατική δύναμη, δηλαδή τους σημερινούς και τους μελλοντικούς εργάτες. Οι δαπάνες για να διατηρείται
το εργατικό δυναμικό σε φόρμα και ικανό προς εργασία είναι στην
πραγματικότητα τμήμα του μισθού, ακόμα και αν καταβάλλεται σε είδος αντί σε ρευστό και καταλήγει στους εργάτες συλλογικά, αντί ατομικά. Με την ορολογία του Μαρξ, είναι τμήμα του «μεταβλητού κεφαλαίου». Τούτο είναι απολύτως σαφές για χώρες όπως οι ΗΠΑ, όπου η παροχή υγειονομικής φροντίδας για τους περισσότερους εργάτες γίνεται
μέσω ασφαλιστικών προγραμμάτων των εταιρειών στις οποίες εργάζονται. Πρέπει να είναι το ίδιο σαφές και για χώρες όπως η Βρετανία, που
την υγειονομική φροντίδα την παρέχει το κράτος για λογαριασμό των
καπιταλιστών που έχουν τη βάση τους σ' αυτό. Ο διαδεδομένος όρος
«κοινωνικός μισθός» είναι μια ακριβής περιγραφή. Το ίδιο ισχύει επίσης
κι όσον αφορά τα επιδόματα ανεργίας που είναι διαθέσιμα μόνο για
όσους μπορούν να αποδείξουν ότι είναι ικανοί και θέλουν να εργαστούν, και για τα συνταξιοδοτικά προγράμματα που στηρίζονται σε μια
ολόκληρη ζωή στη δουλειά. Ο καπιταλιστής θέλει ικανοποιημένους εργάτες για να τους εκμεταλλεύεται, όπως ο αγρότης θέλει ικανοποιημένες αγελάδες να αρμέγει. Οι εργάτες δεν πρόκειται να δουλεύουν δείχνοντας, κάποιο βαθμό έστω, αφοσίωσης στην εργασία τους, αν δεν
τους έχει δοθεί ενός είδους υπόσχεση ότι δεν πρόκειται να πεθάνουν
της πείνας μόλις φτάσουν σε ηλικία συνταξιοδότησης. Όπως το είχε θέσει ο Μαρξ, το κόστος αναπαραγωγής της εργατικής τάξης δεν καθορίζεται μόνο από το βιολογικό, αλλά και από ένα ιστορικό και κοινωνικό
στοιχείο.
Όμως, η εργατική δύναμη δεν είναι ένα αντικείμενο όπως τα άλλα
εμπορεύματα, που παραμένουν παθητικά ενόσω πουλιούνται και αγοράζονται. Είναι η ζώσα έκφραση των ανθρώπινων όντων. Αυτό που από
την οπτική γωνία του καπιταλιστή είναι «ανάκτηση της εργασιακής
ικανότητας», για τον εργάτη είναι μια ευκαιρία για χαλάρωση, χαρά και
δημιουργικότητα. Γύρω από τον κοινωνικό μισθό διεξάγεται μια πάλη,
όπως ακριβώς διεξάγεται για τον κανονικό μισθό, έστω κι αν κι οι δυο
τους είναι, σε κάποιο βαθμό, αναγκαίοι για το κεφάλαιο.
Από την πλευρά του κεφαλαίου το πρόβλημα περιπλέκεται, επειδή
με κανένα τρόπο δεν είναι το σύνολο τέτοιων παροχών παραγωγικό.
182

Κρις Χάρμαν

Ένα σημαντικό ποσοστό έχει να κάνει αποκλειστικά με τη διατήρηση
των υφιστάμενων εκμεταλλευτικών σχέσεων. Μελέτες για τη σχολική
εκπαίδευση των παιδιών από οικογένειες της εργατικής τάξης στο 19ο
αιώνα, υπογραμμίζουν ότι το εκπαιδευτικό πρόγραμμα δεν αφορούσε
τόσο την παροχή δεξιοτήτων όσο την ενστάλαξη στις συνειδήσεις των
μαθητών της πειθαρχίας και του σεβασμού για την εξουσία.38 Η παροχή
βασικών δεξιοτήτων από την εκπαίδευση μόνο προς τα τέλη του 19ου
αιώνα έγινε βασική έγνοια του βρετανικού καπιταλισμού, που αντιμετώπιζε έναν εντεινόμενο ξένο ανταγωνισμό.3' Σήμερα, πεδία όπως η οικονομική επιστήμη ή η κοινωνιολογία έχουν σκοπό την αναπαραγωγή
της αστικής ιδεολογίας, ενώ άλλα, όπως η λογιστική, αφορούν τη μηπαραγωγική διανομή υπεραξίας ανάμεσα στα μέλη της τάξης των καπιταλιστών.
Αν το κεφάλαιο δεν έχει άλλη επιλογή από το να ανέχεται αυτά τα
μη-παραγωγικά «έξοδα παραγωγής», στις δαπάνες της κοινωνικής
πρόνοιας υπάρχουν άλλα στοιχεία που πολύ θα ήθελε να ξεφορτωθεί
και κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να τα ελαχιστοποιήσει. Τέτοια
είναι τα κονδύλια που πάνε σε κείνους που δεν χρειάζονται ως εργατική
δύναμη (τους χωρίς δεξιότητες μακροχρόνια άνεργους), ή είναι ανήμποροι να την παρέχουν (οι χρόνιοι ασθενείς και τα άτομα με ειδικές
ανάγκες). Έχει την ίδια προδιάθεση απέναντι σε κάθε παροχή προς
τους ηλικιωμένους, όμως αυτοσυγκρατείται σε κάποιο βαθμό, ώστε να
δίνει την εντύπωση στους εργάτες που δουλεύουν ότι με κάποιο τρόπο
το μέλλον τους είναι εγγυημένο. Ο Μαρξ είχε επισημάνει ότι δίπλα
στον «εφεδρικό στρατό εργασίας» που είναι σε θέση να ενταχθεί στις
γραμμές του ενεργού εργατικού δυναμικού όταν το σύστημα μπαίνει σε
φάση περιοδικής επέκτασης (ασκώντας στο μεταξύ μια καθοδική πίεση
στους μισθούς), υπάρχει ένας πλεονασματικός πληθυσμός που το σύστημα δεν ενδιαφέρεται για την επιβίωσή του πέρα από την αποτροπή
μιας εξέγερσης και της αποθαρρυντικής επίδρασης που μπορεί να έχει
στους εργάτες με δουλειά.
Η ιστορία της κοινωνικής νομοθεσίας των τελευταίων 180 χρόνων
είναι η ιστορία προσπαθειών να διαχωριστούν οι παροχές που είναι
απαραίτητες για το κεφάλαιο όπως είναι απαραίτητες οι πληρωμές των
μισθών, και εκείνων οι οποίες δεν είναι αναγκαίες, αλλά του επιβάλλονΚαπιταλισμός Ζόμπι

183

ται από την ανάγκη του να εκτονώσει την κοινωνική δυσαρέσκεια. Αυτή
η πραγματικότητα βρίσκει έκφραση σε επανειλημμένες αντιπαραθέσεις
ανάμεσα σε κείνους που θα διαχειριστούν τους εθνικούς καπιταλισμούς
σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνική πολιτική θα αλληλεπιδρά με την πολιτική τους για την αγορά εργασίας, σε αντιπαραθέσεις
ανάμεσα στους «ορθόδοξους» οικονομολόγους για το «φυσικό» ή «μηπληθωριστικό» ποσοστό ανεργίας, και σε αντιπαραθέσεις ανάμεσα σε
κοινωνιολόγους και θεωρητικούς της κοινωνικής εργασίας για τους
«αποκλεισμένους».
Η διαίρεση ανάμεσα σε κοινωνικές δαπάνες που είναι κατά κάποιο
τρόπο παραγωγικές για το κεφάλαιο και σε εκείνες που είναι μη-παραγωγικές, άπτονται και του τρόπου με τον οποίο καταρτίζονται συνήθως
οι εθνικοί προϋπολογισμοί. Για παράδειγμα, η Παιδεία αφορά τόσο εκπαίδευση για παραγωγική εργασία όσο και εκπαίδευση για μη-παραγωγικές μορφές εργασίας (προώθηση πωλήσεων ή χρηματοπιστωτικές
διεργασίες), αλλά επίσης και την εμφύσηση των ιδεολογικών αστικών
αξιών. Οι υπηρεσίες υγείας και τα επιδόματα ανεργίας χρησιμεύουν και
στη διατήρηση του εργατικού δυναμικού, αλλά παραλλήλως είναι και
μηχανισμοί για τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής με την παροχή
έστω μιας μίνιμουμ φροντίδας στους ηλικιωμένους, τους ανήμπορους
και τους μακροχρόνια άνεργους. Αυτές οι αμφισημίες αποκτούν άλλη
βαρύτητα όταν το κεφάλαιο διαπιστώνει ότι το κόστος των κρατικών
παροχών πλήττει το ποσοστό κέρδους του.
Όταν φτάνει αυτή η στιγμή τα κράτη υφίστανται πιέσεις παρόμοιες
με αυτές που ασκούνται σε μεγάλες επιχειρήσεις όταν βρίσκονται έξαφνα αντιμέτωπες με τον ανταγωνισμό - την πίεση να ανασυγκροτήσουν
και να αναδιοργανώσουν τις λειτουργίες τους ώστε να συμβαδίζουν με
το νόμο της αξίας. Από τη μια μεριά αυτό σημαίνει προσπάθειες επιβολής στους εργαζόμενους σε αυτές τις υπηρεσίες ρυθμών δουλειάς και
αμοιβής ανάλογα με αυτά που εφαρμόζουν οι πιο ανταγωνιστικές βιομηχανικές επιχειρήσεις. Από την άλλη, σημαίνει περικοπές στις κοινωνικές παροχές ώστε να περιορίζονται, όσο αυτό είναι δυνατόν, σχεδόν
αποκλειστικά στην εξυπηρέτηση της εργατικής δύναμης που είναι απαραίτητη για την καπιταλιστική συσσώρευση - και με τρόπο τέτοιο ώστε
οι «πάροχοι» αυτής της εργατικής δύναμης να την προσφέρουν με το
184

Κρις Χάρμαν

μισθό που τους προσφέρεται χωρίς πολλά-ποΧλά.
Αυτές οι πιέσεις εντείνονται όσο η διαχείριση της εργατικής δύναμης γίνεται πιο κεντρική έγνοια για το κράτος. Σ' αυτή τη διαδικασία οι
εργάτες που απασχολούνται στους τομείς της πρόνοιας, της εκπαίδευσης, της υγείας, οι οποίοι σε ένα προηγούμενο στάδιο της καπιταλιστικής εξέλιξης θα θεωρούσαν τους εαυτούς τους ως τμήμα της επαγγελματικής μεσαίας τάξης με μισθούς και συνθήκες δουλειάς συγκρινόμενες
με εκείνες των μεγαλο-λογιστών ή των μεγαλοδικηγόρων, τώρα υφίστανται μια τραυματική διαδικασία προλεταριοποίησης. Αυτός ο παράγοντας, όπως θα δούμε στη συνέχεια, μεγαλώνει τα προβλήματα που
αντιμετωπίζουν τα εθνικά καπιταλιστικά κράτη στην προσπάθειά τους
να αντιμετωπίσουν τις ξαφνικές κρίσεις. Οι δημόσιες δαπάνες έχουν γίνει μια κεντρική εστία της ταξικής πάλης με έναν τρόπο που δεν ίσχυε
την εποχή του Μαρξ.

Καπιταλισμός Ζόμπι

185

ΔΕΎΤΕΡΟ Μ Ε Ρ Ο Σ

Ο ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ
ΣΤΟΝ 20ό ΑΙΩΝΑ

Κεφάλαιο Έκτο

Η Μεγάλη Ύφεση

Μια κρίση χωρίς προηγούμενο
Η πορεία του καπιταλισμού, στις πέντε ενδιάμεσες δεκαετίες του 20ού
αιώνα, διέγραψε μια τροχιά που ξεκίνησε από την πιο βαθιά ύφεση που
έχει γνωρίσει ποτέ το σύστημα, την οποία ακολούθησε η πιο παρατεταμένη οικονομική άνθηση. Τις δυο φάσεις τις χώρισε ο αιματηρότερος
πόλεμος στην ιστορία της ανθρωπότητας.
Το επίκεντρο της ύφεσης ήταν οι ΗΠΑ. Είχαν βγει από τον Πρώτο
Παγκόσμιο Πόλεμο ως η μεγαλύτερη οικονομική δύναμη, κατέχοντας
το 50% της παγκόσμιας βιομηχανικής παραγωγής, ξεπερνώντας τόσο
τη νικήτρια Βρετανία όσο και την ηττημένη Γερμανία. Η απαρχή της
κρίσης συχνά ταυτίζεται με το Κραχ της Γουόλ Στριτ στις 29 Οκτώβρη
1929, τη μέρα που οι μετοχές στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης έχασαν περίπου το 1/3 της αξίας τους. Όμως, «οι μπελάδες για τις επιχειρήσεις είχαν αρχίσει πριν το κραχ». Για παράδειγμα, η παραγωγή αυτοκινήτων είχε μειωθεί το Σεπτέμβρη κατά 1/3 σε σχέση με το Μάρτη του
1929.' Στη διάρκεια των τριών επόμενων χρόνων, η βιομηχανική παραγωγή των ΗΠΑ μειώθηκε σχεδόν στο μισό και η ύφεση πέρασε τον Ατλαντικό και έφτασε στην Ευρώπη, όπου ήδη είχαν εκδηλωθεί τα πρώιμα
σημάδια της κρίσης. Η γερμανική βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε και
αυτή περίπου κατά το ήμισυ, ενώ στη Γαλλία έπεσε περίπου 30%. Μόνο
η Βρετανία βίωσε μια μικρότερη πτώση - περίπου 20% - όμως, ο μόνος
λόγος γι' αυτό ήταν ότι οι βαριές βιομηχανίες της χώρας βρίσκονταν
ήδη σε ύφεση.
Καπιταλισμός Ζόμπι

189

To 1932 το 1/3 του εργατικού δυναμικού στις ΗΠΑ και τη Γερμανία
και το 1/5 στη Βρετανία ήταν άνεργο. Αυτοί που είχαν πληγεί από την
κρίση και την ανεργία δεν ήταν μόνο χειρωνακτικοί εργάτες, όπως είχε
συμβεί σε προηγούμενες κρίσεις, αλλά και «χαρτογιακάδες» υπάλληλοι
που θεωρούσαν τους εαυτούς τους κομμάτι της μεσαίας τάξης. Στις
ΗΠΑ χρεοκόπησαν εκατοντάδες μικρές τράπεζες και στην Ευρώπη έγιναν μερικές θεαματικές καταρρεύσεις γιγάντιων τραπεζών, εκμηδενίζοντας τις αποταμιεύσεις του κόσμου και εντείνοντας τη γενικότερη αίσθηση καταστροφής. Η κρίση, μιας και χτύπησε όλες τις βιομηχανικές
χώρες ταυτόχρονα, κατάστρεψε τη ζήτηση για την παραγωγή των
αγροτικών χωρών. Οι τιμές των αγροτικών προϊόντων κατάρρευσαν,
δημιουργώντας θάλασσες δυστυχίας. Καμιά περιοχή της υφηλίου δεν
απέφυγε μια μείωση της παραγωγής2 και το παγκόσμιο εμπόριο μειώθηκε στο 1/3 του επιπέδου που είχε φτάσει το 1929.3 Συγκριτικά, στην
προηγούμενη «Μεγάλη Ύφεση» των δεκαετιών του 1870 και του 1880,
τόσο η παγκόσμια παραγωγή όσο και το παγκόσμιο εμπόριο συνέχιζαν
να μεγαλώνουν κατά τη διάρκειά της.4

Η οικονομική άνθηση της δεκαετίας του 1920
Το ιδεολογικό σοκ που προκαλούσε η κρίση το ενέτεινε ο τρόπος με τον
οποίο ο καπιταλισμός έμοιαζε ότι είχε αναρρώσει από την καταστροφή
του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου τα αμέσως προηγούμενα χρόνια .
Ανάμεσα στο 1914 και το 1929 η βιομηχανική παραγωγή των ΗΠΑ είχε
διπλασιαστεί, με την εμφάνιση νέων βιομηχανικών κλάδων που άρχισαν
να επαναστατικοποιούν τις καταναλωτικές συνήθειες: ραδιόφωνο, ρεγιόν (τεχνητό μετάξι), χημικά, αεροπλοΐα, ψύξη και αντικατάσταση των
ιπποκίνητων από τις μηχανοκίνητες μεταφορές. Το οικονομικό «μπουμ»
των ΗΠΑ είχε ευεργετική επίδραση στην Ευρώπη. Η Γερμανία που είχε
δοκιμαστεί σκληρά από εμφύλιο πόλεμο το 1919-1920 και κατόπιν από
τον ιλιγγιώδη πληθωρισμό το 1923, σημείωσε στα επόμενα χρόνια μια
αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής της τάξης του 40% πάνω από το
επίπεδο του 1914. Στη Γαλλία η βιομηχανική παραγωγή διπλασιάστηκε.
Ο τύπος έκφραζε με τους πιο υψηλούς τόνους την απεριόριστη αισιοδο190

Κρις Χάρμαν

ξία του για τον καπιταλισμό, διακηρύσσοντας την απαρχή μιας νέας
εποχής ευημερίας δίχως τέλος. Την ίδια αυτοπεποίθηση επιδείκνυαν και
οι οικονομολόγοι του επικρατούντος ρεύματος. Ο Άλβιν Χάνσεν (Alvin
Hansen) έγραψε ότι οι «παιδικές ασθένειες» της νιότης του καπιταλισμού είχαν πλέον «μετριαστεί» και ο πιο επιφανής νεοκλασικός οικονομολόγος της Αμερικής, ο Ίρβινγκ Φίσερ (Irving Fischer), στις παραμονές του Κραχ της Γουόλ Στριτ είχε δηλώσει ότι «οι τιμές των μετοχών
έχουν σταθεροποιηθεί μόνιμα σε υψηλό επίπεδο» και συνέχισε να αναδίδει αισιοδοξία για κάμποσους μήνες ακόμα. Παράλληλα, στη Βρετανία ο Τζον Μέιναρντ Κέινς (John Maynard Keynes) είχε διαβεβαιώσει
τους φοιτητές του ότι «δεν πρόκειται να δούμε νέο κραχ στη ζωή μας».5
Στη χορωδία είχαν προσθέσει τη φωνή τους και σοσιαλδημοκράτες
μαρξιστές, όπως ο Χίλφερντινγκ (Hilferding) με τη θεωρία του για τον
«οργανωμένο καπιταλισμό», δηλαδή για ένα σύστημα όπου θα είχε εξαφανιστεί η αναρχία της αγοράς και η τάση προς την κρίση.6 Ξάφνου,
όλοι βγήκαν λάθος.
Η αρχική αντίδραση των πολιτικών του κατεστημένου και των συνοδοιπόρων τους στο σινάφι των οικονομολόγων, ήταν να υποθέσουν
ότι το μόνο που χρειαζόταν ήταν να περιμένουν για κάποιο σύντομο
χρονικό διάστημα και η ύφεση θα άρχιζε να αυτορυθμίζει το ξεπέρασμά
της. Όπως διαβεβαίωνε το κοινό ο Χέρμπερτ Χούβερ (Herbert Hoover),
ο πρόεδρος των ΗΠΑ: «Η ανάκαμψη είναι αμέσως μόλις στρίψουμε στη
γωνία». Όμως, η ανάκαμψη δεν ήρθε το 1930, όπως δεν ήρθε το 1931,
ούτε το 1932. Και η οικονομική ορθοδοξία που ένιωθε τόση αυτοπεποίθηση με τους ύμνους που αφιέρωνε στα θαύματα του καπιταλισμού μόλις πρόσφατα, δεν μπορούσε να εξηγήσει τους λόγους που δεν ερχόταν
η ανάκαμψη - και συνεχίζει να μην μπορεί να το εξηγήσει ακόμα και
σήμερα.
Έχουν υπάρξει απόπειρες ερμηνείας. Την πιο διαδεδομένη στις
γραμμές των πλέον «ορθόδοξων» εκείνης της εποχής, την είχε διατυπώσει ο άγγλος οικονομολόγος Πιγκού (Pigou). Σύμφωνα με τα επιχειρήματα του, οι εργάτες είχαν θέσει τους εαυτούς τους εκτός εργασίας επειδή ήταν «ακριβοί», δεν είχαν δεχτεί μειώσεις στους μισθούς τους. Αν το
είχαν πράξει, τότε τα μαγικά της προσφοράς και της ζήτησης θα έλυναν
όλα τα προβλήματα. Ο Ίρβινγκ Φίσερ έσπευσε αργοπορημένα να καταΚαπιταλισμός Ζόμπι

191

θέσει μια μονεταριστική ερμηνεία, υποστηρίζοντας ότι η προσφορά
χρήματος βρισκόταν σε πολύ χαμηλό επίπεδο, κάτι που προκάλεσε
πτώση των τιμών και κατά συνέπεια αύξησε σωρευτικά τα επίπεδα του
χρέους. Πιο πρόσφατοι μονεταριστές θεωρητικοί ρίχνουν το φταίξιμο
στους επικεφαλής των κεντρικών τραπεζών. Αρκούσε μόνο, υποστηρίζει το επιχείρημα, η παρέμβαση της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ (Federal Reserve Bank) TO 1930 και 1931 για να σταματήσει η συρρίκνωση
στην προσφορά χρήματος, για να πάνε όλα κατ' ευχή ν. Ο αρχιερέας του
μονεταρισμού μάλιστα, ο Μίλτον Φρίντμαν (Milton Friedman) έχει εντοπίσει την αρχή της αλυσίδας των σφαλμάτων και την εξήγηση για το
βάθος της κρίσης, στο θάνατο του προέδρου της New York Reserve
Bank του Μπέντζαμιν Στρονγκ (Benjamin Strong) τον Οκτώβρη του
1928.7 Αντίθετα, ο Φρίντριχ φον Χάγιεκ (Friedrich von Hayek) και η
«αυστριακή» σχολή, υποστήριζαν ότι οι πλεονάζουσες πιστώσεις της
δεκαετίες του '20 οδήγησαν σε «ανισορροπία στη δομή της παραγωγής», 8 την οποία μια αύξηση της προσφοράς χρήματος θα έκανε χειρότερη. Αλλοι οικονομολόγοι ανακάλυπταν τις ρίζες της κρίσης στην
εξάρθρωση της παγκόσμιας οικονομίας μετά το τέλος του Πρώτου
Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ ο Τζον Μέιναρντ Κέινς υπογράμμιζε την
πλεονασματική θέση των αποταμιεύσεων έναντι των επενδύσεων, η
οποία προκάλεσε έλλειψη «ενεργούς ζήτησης» των προϊόντων που παρήγαγε η οικονομία. Τέλος, είχε υποστηριχτεί η άποψη, την οποία διαιωνίζουν μέχρι και σήμερα πολλά αφιερώματα στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ότι η αύξηση των δασμών από τις ΗΠΑ με το Νόμο ΣμουτΧάουλι (Smoot-Hawly Act) το καλοκαίρι του 1930, εξαπέλυσε ένα κύμα
προστατευτισμού, ο οποίος εμπόδισε τον ερχομό της ανάκαμψης που
θα είχε εκδηλωθεί αν δεν έμπαιναν περιορισμοί στο απερίσπαστο εμπόριο.
Ήδη από κείνη την εποχή, οι υποστηρικτές της κάθε άποψης μπορούσαν να υποδείξουν εύκολα τα κενά στις αντίπαλες απόψεις, ενώ καμιά δεν άντεχε στο φως μιας σοβαρής κριτικής. Γι' αυτό το λόγο, ο σημερινός πρόεδρος της Fed, ο Μπεν Μπερνάνκι (Ben Bernanke), θεωρεί ότι
η ερμηνεία της ύφεσης είναι η αναζήτηση του απατηλού Αγιου Δισκοπότηρου του οικονομικού επαγγέλματος του. Όμως, αν δεν είναι δυνατή μια ερμηνεία της ύφεσης της δεκαετίας του 1930, τότε επίσης δεν
192

Κρις Χάρμαν

μπορεί να υπάρξει μια ορθή εκτίμηση για τις πιθανότητες να ξεσπάσει
ξανά μια τέτοια ύφεση στον 21ο αιώνα.
Για να ξεχωρίσουμε τις πραγματικές αιτίες της ύφεσης από το κουβάρι των αλληλοαποκλειόμενων ερμηνειών της, πρέπει, πρώτα απ' όλα,
να εξετάσουμε τι πραγματικά συνέβη κατά τη διάρκεια της δεκαετίας
του 1920.
Η ταχεία οικονομική μεγέθυνση και η διάδοση νέων καταναλωτικών αγαθών, είχαν ωθήσει πολλούς να τη θεωρούν μια δεκαετία συνεχούς βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου και τεράστιων παραγωγικών
επενδύσεων. Αυτή η ιστορία επαναλαμβάνεται συχνά και σήμερα.
Όμως, στην πραγματικότητα, οι μισθοί αυξήθηκαν μόλις κατά 6,1%
ανάμεσα στο 1922 και το 1929* (χωρίς καμιά αύξηση μετά το 1925). Η
βιομηχανική εργατική δύναμη παρέμεινε στάσιμη, ενώ η βιομηχανική
παραγωγή αυξήθηκε κατά 1/3 περίπου. Ο Μάικλ Μπερνστάιν (Michael
Bernstein) επισημαίνει ότι «κατά τη διάρκεια του οικονομικού μπουμ
της δεκαετίας του '20, το χαμηλότερο 93% του μη-αγροτικού πληθυσμού υπέστη απώλειες στο διαθέσιμο εισόδημά του».10 Η πτώση του μεριδίου της εργασίας στο συνολικό εισόδημα σήμαινε και πτώση του ποσοστού του παραγόμενου προϊόντος το οποίο μπορούσαν να αγοράσουν οι μισθοί. Η οικονομία μπορούσε να επεκτείνεται μόνο επειδή κάποιος άλλος παράγοντας κάλυπτε το κενό στη ζήτηση.
Πολλές αναλύσεις υποστηρίζουν ότι αυτό το ρόλο τον έπαιξαν οι
επενδύσεις. Ο Γκόρντον (Gordon) υποστηρίζει ότι η περισσότερη σύγχρονη φιλολογία επί του θέματος «θεωρεί την υπερεπένδυση ως το διακριτικό γνώρισμα της δεκαετίας του 1920»." Ένας ταλαίπωρος Χάνσεν
(Hansen) επεσήμανε στην ανάλυσή του για την ύφεση ότι αν και «ένα
τεράστιο ποσό 138 δις δολαρίων» από «επενδύσεις» είχε «ωθήσει την
κατανάλωση» κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '20, μόνο το μισό αυτού του ποσού ήταν επενδύσεις επιχειρήσεων, και απ' αυτό, μόλις το 1/3
το αποτελούσαν νέες επενδύσεις, δηλαδή μόλις 3 δις δολάρια ετησίως.12
Μ' άλλα λόγια, κάτω από την επιφάνεια μιας ταχύρρυθμης επέκτασης
των επενδύσεων, υπήρχε η πραγματικότητα μιας σχετικά χαμηλού επιπέδου παραγωγικής συσσώρευσης, παρά την ώθηση που έδιναν οι νέοι
βιομηχανικοί κλάδοι. Αυτό το επισημαίνουν κι άλλες αναλύσεις, όπως
του Σάιμον Κούζνετς (Simon Kusznets),13 του Στέντλ (Steindl)14 και του
Καπιταλισμός Ζόμπι

193

Γκίλμαν (Gillman).15
Απ' αυτά τα στοιχεία, συνάγεται μόνο ένα άχαρο συμπέρασμα. Η
οικονομική άνθηση δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί αν εξαρτιόταν
μοναχά από τη ζήτηση αγαθών για παραγωγικές επενδύσεις και κατανάλωση των μισθών. Χρειαζόταν η παρουσία ενός τρίτου στοιχείου που
θα απέτρεπε τη συσσώρευση απούλητων προϊόντων και την ύφεση που
διαφορετικά θα εκδηλώνονταν στα μέσα της δεκαετίας του 1920. Όπως
έχει παραδεχτεί ο Χάνσεν: «Λειτουργούσαν δυνάμεις που ωθούσαν και
διατηρούσαν [την οικονομική μεγέθυνση, στμ] έξω από την κατανάλωση και τις επενδύσεις των επιχειρήσεων... Αν αφαιρούνταν αυτά τα ερεθίσματα, τότε οι επιχειρήσεις θα έκαναν μικρότερης κλίμακας δαπάνες,
αφήνοντας την οικονομία σε κατάσταση στασιμότητας, αν όχι και ύφεσης».16
Ο Χάνσεν, ως «ορθόδοξος» οικονομολόγος, αλλά πλέον με περισσότερο κριτικό πνεύμα, εκτίμησε ότι τις παραπάνω δυνάμεις τις αποτελούσαν «μη-εταιρικές κεφαλαιακές δαπάνες (χτίσιμο κατοικιών και δημόσια έργα)», όπως επίσης και «η αυξανόμενη σημασία των διαρκών
καταναλωτικών αγαθών που χρηματοδοτούνταν σε ένα μεγάλο βαθμό
από την πίστωση με δόσεις» και από έναν «άμυαλο ξένο δανεισμό».17
Μια κλασική μαρξιστική ανάλυση της ύφεσης από τον Λιούις Κόρεϊ
(Lewis Corey) δίνει έμφαση στη μεγέθυνση της πολυτελούς κατανάλωσης, των μη-παραγωγικών δαπανών και της πίστωσης. Στα χρόνια της
δεκαετίας του '20, τα εισοδήματα τα οποία προέρχονταν από μερίσματα
και αμοιβές διευθυντικών στελεχών, αυξήθηκαν κάμποσες φορές ταχύτερα από τους πραγματικούς μισθούς, 1 8 μέχρι του σημείου στην
«μπουρζουαζία» (κατηγορία στην οποία ο Κόρεϊ συμπεριλάμβανε και
τους μη-αγρότες μικροαστούς) να αντιστοιχεί το 40% της κατανάλωσης, σύμφωνα με την ανάλυσή του.Ι9Ύστερα, ήρθαν οι αυξανόμενες δαπάνες για διαφήμιση και καμπάνιες πωλήσεων, αφού οι εταιρείες αναζητούσαν αγορές για την όλο και μεγαλύτερη ποσότητα προϊόντων που
παρήγαγαν. Αυτή η δαπάνη, που έπαιρνε τη μορφή εισοδημάτων του
προσωπικού πωλήσεων εκείνων των εταιρειών, μπορούσε να δημιουργήσει μια αγορά γι' αυτά τα προς πώληση προϊόντα. Ο διπλασιασμός
της καταναλωτικής πίστης 20 διευκόλυνε τη μεσαία τάξη και κάποια
στρώματα εργατών να αγοράζουν «στο τζάμπα» κάποια από τα και194

Κρις Χάρμαν

νούργια καταναλωτικά προϊόντα. Το 1929 οι πωλήσεις ιδιωτικών αυτοκινήτων έφτασαν ένα επίπεδο που θα έπιαναν ξανά μόνο το 1953. Και
τέλος, υπήρχαν ξεσπάσματα μη-παραγωγικής επένδυσης σε γη και ακίνητα όπως και σε μετοχές. Όλα αυτά, δεν μπορούσαν να δημιουργήσουν νέα υπεραξία και να λύσουν μ' αυτό τον τρόπο το πρόβλημα της
κερδοφορίας (επρόκειτο για μεταφορά ποσών από τη μια καπιταλιστική
τσέπη στην άλλη). Όμως, η παρενέργεια αυτών των δραστηριοτήτων
ήταν η μη-παραγωγική δαπάνη σε νέα κτίρια, νέες αποδοχές για τα
στελέχη και νέους γύρους επιδεικτικής κατανάλωσης και σπατάλης. Το
αποτέλεσμα ήταν να απορροφούνται κάποια από τα παραχθέντα βιομηχανικά προϊόντα, γεγονός που ενθάρρυνε παραπέρα κερδοσκοπία:
Το υπεράφθονο κεφάλαιο γινόταν ολοένα και περισσότερο επιθετικό και περιπετειώδες στην αναζήτηση επενδύσεων και κέρδους, ξεχειλίζοντας σε ριψοκίνδυνα εγχειρήματα και κερδοσκοπία. Η κερδοσκοπία αγκάλιαζε και ωθούσε τεχνολογικές αλλαγές και νέους κλάδους, ανεξαρτήτως των απαιτήσεων της βιομηχανίας στο σύνολό της...21
Η δαπάνη για νέες κατασκευές εμπορικής χρήσης αύξήθηκε μέσα σε
μια δεκαετία περισσότερο από 50% και ήταν «περισσότερο έντονη στις
κεντρικές επιχειρηματικές περιοχές των πόλεων». Η συγκεκριμένη δραστηριότητα ήταν πιο εμφανής στη Νέα Υόρκη: οι εργασίες για το κτίσιμο του υψηλότερου κτιρίου στον κόσμο, του Empire State Building, ξεκίνησαν το 1929. Φτάνοντας το 1931, το έργο ονομαζόταν πλέον περιπαικτικά Empty State Building.22 [Λογοπαίγνιο του Empire (αυτοκρατορία), με το Empty (άδειο), στμ].
Ενόσω η οικονομική άνθηση συνεχιζόταν στις ΗΠΑ, δινόταν και
μια ώθηση στην οικονομική επέκταση της Ευρώπης μέσω της εισροής
αμερικάνικων κονδυλίων που μπορούσαν να αναπληρώσουν σε ένα
βαθμό την καταστροφή που είχε προκαλέσει ο πόλεμος. Για παράδειγμα
το Σχέδιο Ντόους (Dawes) του 1924 είχε σημαντικές επιπτώσεις στην
ενθάρρυνση σύναψης δανείων προς τη Γερμανία.
Ήδη πριν το Κραχ της Γουόλ Στριτ, οι παραπάνω παράγοντες δεν
μπορούσαν πλέον να διατηρούν το «μπουμ» στη βιομηχανία. Το 1927
εκδηλώθηκαν οι απαρχές μιας ύφεσης, όμως μια εκτίναξη των επενδύσεων στη βαριά βιομηχανία και την αυτοκινητοβιομηχανία το 1928-9
Καπιταλισμός Ζόμπι

195

τράβηξε πίσω της και την υπόλοιπη οικονομία.23 Όμως, τέλη άνοιξης
αρχές καλοκαιριού 1929 μπήκε ένα ξαφνικό τέλος σε αυτή την περίοδο,
με μια απότομη πτώση στις επενδύσεις σταθερού κεφαλαίου24 και την
παραγωγή της αυτοκινητοβιομηχανίας. 25 Η επέκταση του δανεισμού
και η κλίμακα που είχε πάρει η κερδοσκοπία, κάλυπταν μέχρι και το τελευταίο λεπτό τα προβλήματα που υπέβοσκαν. Όμως, από τη στιγμή
που σημειώθηκε έστω ένα μικρό ρήγμα στην αλυσίδα του δανεισμού και
της δανειοδότησης που κρατούσε όρθιο το οικοδόμημα, ήταν δεδομένο
ότι αυτό θα κατέρρεε με πάταγο. Πραγματικά, το σχόλιο του Μαρξ για
τις κρίσεις δεν μπορούσε να είναι πιο ταιριαστό για την περίπτωση:
Μπορεί φαινομενικά οι δουλειές να πηγαίνουν μια χαρά και να
υπάρχει επί μακρόν ακόμα η επίφαση ομαλών χρηματικών επιστροφών, έστω κι αν οι επιστροφές από καιρό πια γίνονται στην
πραγματικότητα εν μέρει σε βάρος εξαπατημένων δανειστών και
εν μέρει σε βάρος εξαπατημένων παραγωγών. Γι' αυτό, τις παραμονές του κραχ, οι επιχειρήσεις φαίνονται σχεδόν πάντα υπερβολικά υγιείς. Οι επιχειρήσεις είναι υγιέστατες κι οι δουλειές ευδοκιμούν περίλαμπρα, ώσπου ακολουθεί ξαφνικά η κατάρρευση.24
Η ύφεση πυροδότησε μια αιφνιδιαστική συρρίκνωση των κερδοσκοπικών εγχειρημάτων και των μη-παραγωγικών δαπανών, μειώνοντας, κατ'
αυτό τον τρόπο, ακόμα περισσότερο την αγορά για βιομηχανικά προϊόντα. Οι βιομήχανοι, αντιμέτωποι με την πτώση των πωλήσεών τους,
άρχισαν να δανείζονται από τις τράπεζες αντί να τις δανείζουν, αντί δηλαδή να καταθέτουν σ' αυτές. Όσοι είχαν εμπλακεί στην κερδοσκοπική
φούσκα (ανάμεσά τους ήταν τόσο οι βιομήχανοι όσο και οι τραπεζίτες)
προσπάθησαν μέσω του δανεισμού να καλύψουν κάποιες από τις απώλειες που τους προκάλεσε το κραχ, όμως πλέον, ο δανεισμός είχε γίνει
πολύ δύσκολος. Όσοι δεν μπορούσαν να δανειστούν χρεοκοπούσαν,
προκαλώντας ακόμα μεγαλύτερες ζημιές σε όσους τους είχαν δανείσει.
Η ύφεση απλώθηκε από τον ένα κλάδο της οικονομίας στον άλλο.
Όταν ξεκίνησε η πτώση, έμοιαζε να μην έχει τελειωμό. Η πτώση της
βιομηχανίας ενέτεινε τις πιέσεις στις τράπεζες. Όμως, αυτό επέτεινε τη
δυσαναλογία ανάμεσα στην παραγωγική δυνατότητα και την καταναλωτική ζήτηση, επιδεινώνοντας περεταίρω την κρίση της βιομηχανίας.
196

Κρις Χάρμαν

Καθώς οι εταιρείες προσπαθούσαν να στηρίξουν τα κέρδη τους με μια
ανταγωνιστική κούρσα μείωσης των τιμών, τα κέρδη έπεφταν παντού
και μαζί μ' αυτά και η διάθεση των εταιρειών που είχαν επιζήσει να
επενδύσουν. Οι επιχειρήσεις, που προσπαθούσαν να διατηρήσουν τους
πόρους τους, έκαναν περικοπές στις μη-παραγωγικές επενδύσεις με συνέπεια η ύφεση να γίνεται βαθύτερη.
Η Ευρώπη δεν ήταν σε καλύτερη θέση. Όταν κατέρρεε η Γουόλ
Στριτ, είχε ήδη ξεκινήσει και κει η ύφεση. Οι συνθήκες ήταν χειρότερες
στη Γερμανία, τη δεύτερη σε σειρά βιομηχανική χώρα στον κόσμο, η οικονομία της οποίας είχε αρχίσει να μπαίνει σε καθοδική τροχιά από το
1928:27 «Φτάνοντας το καλοκαίρι του 1929, η ύφεση ήταν μια αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα»,2® με τους ανέργους να έχουν φτάσει τους
1.900.000, ενώ η θεαματική κατάρρευση της Frankfurt Insurance Company προκάλεσε μια σειρά χρεοκοπιών.
Τα προβλήματα της κάθε μιας χώρας είχαν αντίκτυπο στις άλλες.
Ηδη πριν από το κραχ είχε σημειωθεί μια εκροή κεφαλαίων από τη Γερμανία, η οποία σχετιζόταν με το Σχέδιο Ντάους. Τώρα, μετά το κραχ,
αυτή η εκροή μετατράπηκε σε χείμαρρο, αφού οι σκληρά δοκιμαζόμενες αμερικάνικες τράπεζες άρχιζαν να ανακαλούν τα βραχυπρόθεσμα
δάνειά τους στη Γερμανία, δημιουργώντας έτσι προβλήματα στους γερμανούς βιομήχανους που είχαν στηριχτεί σε αυτά τα δάνεια για να χρηματοδοτήσουν τη δικιά τους πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα. Η
μεγαλύτερη τράπεζα της Αυστρίας, η Creditanstalt, χρεοκόπησε το
1931, η Βρετανία χτυπήθηκε από την απόσυρση ξένων κεφαλαίων από
τις τράπεζές της και αποχώρησε από το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό
σύστημα που βασιζόταν στον κανόνα του χρυσού. Η εξέλιξη αυτή με τη
σειρά της προξένησε ιδιαιτέρα υπερβολικούς φόβους στις ΗΠΑ, όπου η
Fed ανέβασε τα επιτόκια. Σημειώθηκε μια «θεαματική αύξηση των τραπεζικών χρεοκοπιών»,29 ενώ η βιομηχανική παραγωγή βυθίστηκε ακόμα
πιο πολύ.
Ο πολλαπλασιαστικός αντίκτυπος της κρίσης ωθούσε πολλούς ανθρώπους να μπερδεύουν τις αιτίες με τα αποτελέσματα. Από δω πηγάζουν οι αντιφατικές ερμηνείες πολλών οικονομολόγων της κυρίαρχης
αντίληψης: κάποιοι ρίχνουν το φταίξιμο στη μεγάλη προσφορά χρήματος, άλλοι εντοπίζουν την αιτία στο ότι, αντίθετα, η προσφορά χρήμαΚαπιταλισμός Ζόμπι

197

τος ήταν πολύ σφιχτή, κάποιοι κατηγορούν τις παρεμβάσεις των κεντρικών τραπεζών, κάποιοι την έλλειψη τέτοιων παρεμβάσεων, άλλοι την
υπερβάλλουσα κατανάλωση, οι αντίπαλοι τους την ασθενική κατανάλωση, μια ερμηνεία κατηγορούσε τον κανόνα του χρυσού, μια άλλη την
εγκατάλειψή του για χάρη του προστατευτισμού και της ανταγωνιστικής υποτίμησης των νομισμάτων, μερικοί το ραγδαίο ρυθμό της αύξησης των επενδύσεων, μερικοί άλλοι τον αργό ρυθμό τους, κάποιοι τη
συμπίεση των μισθών και κάποιοι άλλοι τον αργό ρυθμό της πτώσης
τους, άλλοι τη μεγάλη κλίμακα των χρεών και άλλοι την άρνηση των
τραπεζών να δανείσουν.30
Παρ' όλα αυτά, μέσα στον ορυμαγδό των αντικρουόμενων ερμηνειών, υπήρξαν αποσπασματικές σύντομες ματιές που έδειχναν ότι υπήρχε
κάποιο θεμελιακό στοιχείο που προκαλούσε το χάος στο σύστημα στο
οποίο ήταν αφοσιωμένοι οι ορθόδοξοι οικονομολόγοι και οι πολιτικοί.
Δυο οικονομολόγοι, ο Κέινς κι ο Χάγιεκ, που συνήθως θεωρούνται ως
αντιπροσωπευτικοί δυο εκ διαμέτρου αντίθετων σχολών σκέψης, σκόνταψαν πάνω στο ίδιο στοιχείο, όμως με ένα τρόπο που κανείς από τους
δυο τους, ούτε οι μαθητές τους, θα το λάμβαναν σοβαρά υπόψη.
Το κόκκινο νήμα που διατρέχει το βιβλίο του Κέινς Γενική Θεωρία
της Απασχόλησης, τον Τόκου και τον Χρήματος, είναι ότι η αποταμίευση
μπορεί να ξεπερνά την επένδυση, ανοίγοντας ένα χάσμα το οποίο μειώνει την ενεργό ζήτηση για αγαθά και κατά συνέπεια την παραγωγή,
μέχρις ότου η οικονομική δραστηριότητα μειωθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε
να περικόψει την αποταμίευση στο επίπεδο της επένδυσης. Αυτό το
αποτέλεσμα μπορούσε να ξεπεραστεί, υποστήριζε ο Κέινς, είτε με μείωση των επιτοκίων («νομισματικά μέσα»), είτε δίνοντας περισσότερο
χρήμα στον κόσμο με μειώσεις φόρων και δημόσιες δαπάνες («δημοσιονομικά μέτρα»). Όμως, παραδεχόταν ότι αυτά τα μέτρα μπορεί και να
μην λειτουργήσουν, αφού άτομα και επιχειρήσεις μπορούσαν παρ' όλα
αυτά να επιλέξουν την αποταμίευση από την επένδυση. Συγκεκριμένα,
ο Κέινς ήταν «κάπως σκεπτικός για την επιτυχία μιας αποκλειστικά νομισματικής πολιτικής που θα αφορούσε τον επηρεασμό των επιτοκίων».31 Ο Κέινς έχει γίνει ευρύτερα γνωστός επειδή απέδωσε την ασθενικότητα των επενδύσεων στην ψυχολογία του πλήθους των κερδοσκόπων - «όταν η ανάπτυξη του κεφαλαίου μιας χώρας γίνεται το υποπρο198

Κρις Χάρμαν

ϊόν της δραστηριότητας ενός καζίνο, τότε τα πράγματα μάλλον πάνε
πολύ άσχημα»32 - και στο εξασθενισμένο «ζωικό πνεύμα» των επιχειρηματιών.33 * Όμως σε κάποια σημεία του κειμένου, ο Κέινς πρόβαλε κι
έναν άλλο παράγοντα. Υποστήριζε ότι η ίδια η διαδικασία επέκτασης
της επένδυσης κεφαλαίου οδηγούσε σε μια μείωση της απόδοσής της της «οριακής αποδοτικότητας» - και κατά συνέπεια σε ένα στόμωμα
του κινήτρου για περαιτέρω επενδύσεις.34
Ο Κέινς πίστευε ότι η φθίνουσα «οριακή αποδοτικότητα του κεφαλαίου» ήταν ένα εμπειρικό γεγονός το οποίο συναπαντιόταν στις μεσοπολεμικές «εμπειρίες της Μεγάλης Βρετανίας και των ΗΠΑ». Το αποτέλεσμα ήταν πως η απόδοση του κεφαλαίου δεν βρισκόταν επαρκώς
υψηλότερα από το κόστος του δανεισμού των επιχειρηματιών έτσι ώστε
να ενθαρρύνει νέες επενδύσεις. Αντιθέτως, έτεινε «να παρεμποδίζει...
ένα λογικό επίπεδο απασχόλησης και ένα βιοτικό επίπεδο που οι τεχνικές συνθήκες παραγωγής μπορούν να εξασφαλίσουν».35
Πίστευε ότι αυτό αποτελούσε τόσο μια μακροχρόνια τάση όσο και
μια βραχύχρονη συνέπεια που σε κάθε κύκλο μετέτρεπε την άνθηση σε
ύφεση:
Η ουσία όμως της κατάστασης πρέπει να αναζητηθεί στην κατάρρευση της οριακής αποδοτικότητας του κεφαλαίου, ιδιαίτερα
στην περίπτωση εκείνων των τύπων κεφαλαίου που έχουν συμβάλει περισσότερο στην προηγούμενη φάση μεγάλης κλίμακας
επενδύσεων.34
Η ερμηνεία του Κέινς βασιζόταν στη συνολικότερη «οριακή» προσέγγισή του, αγκωνάρι της οποίας είναι η θέση ότι η αξία καθορίζεται από
την προσφορά και τη ζήτηση. Όσο αυξανόταν η προσφορά του, το κεφάλαιο θα γινόταν λιγότερο σπάνιο και η αξία του χρήστη για κάθε παραπάνω μονάδα θα έπεφτε μέχρι, εν τέλει, να φτάσει το μηδέν.37 Αυτή η
θεωρητική εκτίμηση μάλλον αποδείχτηκε πολύ δυσνόητη για τους συ* Ο Κέινς χρησιμοποιεί τη φράση «Animal spirits» στο Κεφάλαιο 12, τμήμα VII, της Γενικής Θεωρίας. Στην έκδοση του Βήματος (μτφ. Θ. Αθανασίου επιστ. επιμ. Μ Ψαλιδόπουλος) σ. 195, η φράση αποδίδεται ως «ζωικά κίνητρα». Όμως, μ' αυτό τον τρόπο χάνεται η α ί σ θ η σ η του π α ρ ο ρ μ η τ ι κ ο ύ στοιχείου των αποφάσεων των
επιχειρηματιών/επενδυτών που θέλει να εκφράσει ο Κέινς, όπως γίνεται φανερό από
το απόσπασμα.
Καπιταλισμός Ζόμπι

199

νεχιστές του Κέινς. Η «φθίνουσα οριακή αποδοτικότητα του κεφαλαίου» πολύ σπάνια κάνει την εμφάνισή της στις περισσότερες παραθέσεις
των ιδεών του. Κι όμως, πρόκειται για την πιο ριζοσπαστική έννοια που
μπορεί να βρεθεί σε όλα τα κείμενα του Κέινς. Υπονοεί ότι τα εμπόδια
για την πλήρη απασχόληση οφείλονται σε εγγενή χαρακτηριστικά του
υφιστάμενου συστήματος και όχι στην ψυχολογία των καπιταλιστών. Αν
είναι έτσι, δεν υπάρχει κανένας λόγος να προσπαθούν οι κυβερνήσεις
να «αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη», αφού δεν υπάρχει κάτι προς
το οποίο πρέπει να αποκατασταθεί κάποια εμπιστοσύνη.
Ο Χάγιεκ εξέφρασε εν παρόδω, την ίδια άποψη για το τι συνέβαινε
στα κέρδη, έστω και αν το έκανε μέσω ενός διαφορετικού συλλογισμού.
Υποστήριξε ότι οι κυκλικές κρίσεις προκύπτουν ως αποτέλεσμα δυσαναλογιών ανάμεσα σε διαφορετικούς τομείς της παραγωγής. Η «υπερβάλλουσα πίστωση» γίνεται η αιτία ώστε η παραγωγή των παραγωγικών αγαθών να μεγαλώνει ταχύτερα από την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών.38 Ο Χάγιεκ θεωρούσε ότι με αυτό τον τρόπο μπορούσε να
ερμηνεύσει τον κύκλο ως το αναπόφευκτο μέσο με το οποίο προσαρμόζονταν μεταξύ τους οι διαφορετικοί τομείς, σε μεγάλο βαθμό όπως ο
Μαρξ θεωρούσε ότι οι κρίσεις συνιστούν μια μερική επίλυση των εσωτερικών αντιφάσεων του καπιταλισμού. Όμως, εκεί που ο Μαρξ έβαζε
αρνητικό πρόσημο, ο Χάγιεκ έβαζε θετικό. Παρ' όλα αυτά η θεωρία του
Χάγιεκ είχε μια μεγάλη τρύπα. Γιατί η καθυστέρηση ενός τομέα απέναντι σε έναν άλλο να προξενεί τόσο μεγαλύτερα προβλήματα απ' ό,τι
προξενούσε μερικές δεκαετίες πριν; Γιατί, ειδικά ο τομέας της παραγωγής παραγωγικών αγαθών να μην μεγεθύνεται με τέτοια ταχύτητα ώστε
να σέρνει πίσω του και την υπόλοιπη οικονομία; Η απάντηση που έδωσε στα γρήγορα ο Χάγιεκ το 1935 (και η οποία δεν αποτέλεσε ποτέ τμήμα της Χαγιεκιανής ορθοδοξίας) ήταν πως η κερδοφορία έπεφτε μαζί
με την επέκταση αυτού που αποκαλούσε «κυκλικές διαδικασίες παραγωγής» - δηλαδή διαδικασίες που περιλάμβαναν μια υψηλή αναλογία
μέσων παραγωγής προς εργάτες ή, όπως θα το ονόμαζε ο Μαρξ, υψηλή
οργανική σύνθεση κεφαλαίου:
Είναι προφανές ότι πρέπει να υπάρχουν περιθώρια [κέρδους]...
Αν δεν υπήρχαν τότε δεν θα υπήρχε και παρακίνηση να ρισκαριστεί χρήμα σε παραγωγική επένδυση αντί να μείνει ανενεργό...
200

Κρις Χάρμαν

Αυτά τα περιθώρια ελαχιστοποιούνται όσο οι κυκλικές διαδικασίες παραγωγής αυξάνονται σε μήκος...39
Με άλλα λόγια, τόσο ο Κέινς όσο κι ο Χάγιεκ, παραδέχτηκαν, αν και
δεν μπορούσαν να το εξηγήσουν με σαφήνεια, το χαρακτηριστικό που
κατέχει κεντρική θέση στη θεωρία του Μαρξ για την καπιταλιστική κρίση - την καθοδική πίεση στο ποσοστό κέρδους.
Στην πραγματικότητα, η μαρξιστική θεωρία μπορεί να δώσει μια
ερμηνεία της ύφεσης που αποφεύγει τις αντιφάσεις όλων των «ορθόδοξων» θεωριών. Ανάμεσα στη δεκαετία του 1880 και τη δεκαετία του
1920 τα ποσοστά κέρδους στις ΗΠΑ είχαν μια πτώση περίπου 40%,40
στη Βρετανία βρίσκονταν σε κάμψη ήδη πριν το 1914,41 και τα αντίστοιχα ποσοστά της Γερμανίας είχαν «αποτύχει να επιστρέψουν στο προπολεμικό, "κανονικό", επίπεδό τους».42 Αυτές τις πτωτικές τάσεις μπορούμε να τις συνδέσουμε με μακροχρόνιες αυξήσεις στην αναλογία επένδυσης προς απασχολούμενο εργατικό δυναμικό (την «οργανική σύνθεση
του κεφαλαίου»), που στην περίπτωση των ΗΠΑ ήταν της τάξης του
20% περίπου 43 Η αμερικάνικη κερδοφορία μπόρεσε να πετύχει μια μικρή ανάκαμψη στη δεκαετία του '20, εξαιτίας της αύξησης στο ποσοστό
εκμετάλλευσης. Όμως, εκείνη η αύξηση δεν αρκούσε για να πυροδοτήσει παραγωγικές επενδύσεις της κλίμακας που ήταν αναγκαία για την
απορρόφηση της υπεραξίας που είχε παραχθεί σε προηγούμενους κύκλους παραγωγής και εκμετάλλευσης. Οι εταιρείες συνθλίβονταν ανάμεσα στις ανταγωνιστικές πιέσεις να αναλάβουν επενδύσεις σε νέα τεράστια συμπλέγματα κτιριακών εγκαταστάσεων και εξοπλισμού (το εργοστάσιο της Ford στο River Rouge, που η κατασκευή του ολοκληρώθηκε το 1928, ήταν το μεγαλύτερο στον κόσμο) και το φόβο ότι αυτός ο
νέος εξοπλισμός δεν θα είναι κερδοφόρος. Κάποιοι έπαιρναν αυτό το
ρίσκο, όμως πολλοί δεν το πήραν. Τούτο σήμαινε ότι οι εγκαταστάσεις
που τέθηκαν σε λειτουργία προς το τέλος του «μπουμ» αναγκαστικά
παρήγαγαν σε μια κλίμακα υπερβολικά μεγάλη για τα δεδομένα της
αγοράς, πλημμυρίζοντάς την με προϊόντα τα οποία υπονόμευαν τις τιμές και τα κέρδη των παλιών εγκαταστάσεων. Οι νέες επενδύσεις σταμάτησαν, οδηγώντας σε πτώση της απασχόλησης και της κατανάλωσης
που χειροτέρευσε την κρίση.
Καπιταλισμός Ζόμπι

201

Η τυφλή υιτερεπέκταση του κεφαλαίου είχε οδηγήσει σε μια όλο και
μεγαλύτερη συσσώρευση σταθερού κεφαλαίου σε σύγκριση με τη ζωντανή εργασία. Έκφραση των ανωτέρω ήταν από τη μια ένα ποσοστό
κέρδους σημαντικά χαμηλότερο απ' αυτό που υπήρχε εικοσιπέντε χρόνια πριν, και από την άλλη η συμπίεση των εργατικών μισθών από τους
εργοδότες, που είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του μεριδίου της παραγωγής που θα μπορούσε να απορροφήσει η αγοραστική δύναμη των εργατών. Η «υπερπαραγωγή» και η πτωτική τάση του κέρδους ήταν όψεις
της ίδιας διαδικασίας που οδηγούσε στην ύφεση. Μια αύξηση των μη
παραγωγικών δαπανών και η πιστωτική επέκταση μπορούσαν να αναβάλουν για ένα διάστημα την εκδήλωσή της, αλλά τίποτε περισσότερο.
Το σκηνικό για μια βαθιά κρίση είχε στηθεί και το μόνο που χρειαζόταν
πλέον για να ξεκινήσει ήταν μερικοί πανικοί στο χρηματιστήριο και το
χρηματοπιστωτικό τομέα.
Απ' αυτή την άποψη, η κρίση έμοιαζε πολύ με αυτές που έχει περιγράψει σε κείμενά του ο Μαρξ και συγκεκριμένα σε αποσπάσματα που
αναφέρονται στις κρίσεις του 1846 και του 1857 στη Βρετανία.44 Ταιριάζει επίσης και με την ερμηνεία του Γκρόσμαν για τη θεωρία του Μαρξ,
με την έμφαση που έδινε ο πρώτος στην τάση των επιχειρήσεων να
πραγματοποιούν νέες επενδύσεις, που απειλούν να ρίξουν ακόμα πιο
χαμηλά το ήδη χαμηλό ποσοστό κέρδους σε σημείο που το μεγαλύτερο
μέρος τους γίνεται ζημιογόνο, προκαλώντας μ' αυτό τον τρόπο πάγωμα
όλων των επενδύσεων.45
Όμως, υπάρχει ακόμα κάτι που χρειάζεται ερμηνεία. Για ποιο λόγο οι
αυτόματοι μηχανισμοί της αγοράς, που στο παρελθόν πάντοτε οδηγούσαν εν τέλει στο βγάλσιμο της οικονομίας από την κρίση, αυτή τη φορά
δεν μπορούσαν να πετύχουν το ίδιο αποτέλεσμα. Τρία χρόνια μετά το
ξεκίνημα της κρίσης, η βιομηχανική παραγωγή στις ΗΠΑ, τη Γερμανία
και τη Βρετανία συνέχιζε να πέφτει. Για την εξήγηση αυτού του φαινομένου δεν αρκεί μόνο ο νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους.
Χρειάζεται να λάβουμε υπόψη και την άλλη μακρόχρονη τάση που εντόπιζε ο Μαρξ στην ανάλυσή του: αυτή της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου όσο γερνάει το σύστημα. Και αυτός ο νόμος,
όπως επισημάναμε στο Τρίτο Κεφάλαιο, έπαιξε ρόλο στην κρίση του '30.
Καταρχάς, καθυστέρησε το ξέσπασμα της κρίσης. Ο μπολσεβίκος
202

Κρις Χάρμαν

οικονομολόγος Πρεομπραζένσκι (Preobrazensky), σε μια προστιάθειά
του να ερμηνεύσει την κρίση του 1931, υποστήριξε ότι από την εποχή
του Μαρξ έχει υπάρξει μια μεγάλη αλλαγή. Τότε, οι υφέσεις οδηγούσαν
στην εξολόθρευση των αναποτελεσματικών εταιρειών, επιτρέποντας σε
όσες επιζούσαν να επιδοθούν σε νέους γύρους συσσώρευσης. Όμως,
πλέον στο σύστημα κυριαρχούσαν επιχειρήσεις με σχεδόν μονοπωλιακή
θέση στους κλάδους τους, που μπορούσαν να αποτρέψουν το κλείσιμο
των αναποτελεσματικών εργοστασίων τους. Αυτές οι επιχειρήσεις θα
έκαναν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να κρατήσουν ζωντανές τις
δραστηριότητές τους ακόμα κι αν αυτό σήμαινε ότι οι εγκαταστάσεις
τους θα δούλευαν μόνο σε ένα ποσοστό της παραγωγικής τους ικανότητας και περιορίζοντας τις επενδύσεις στο ελάχιστο. Πρόκειται για αντιμετωπίσεις οι οποίες προκαλούν «θρόμβωση στην μετάβαση από την
κρίση στην ύφεση» και εμποδίζουν - τουλάχιστον καθυστερούν - το
ξέσπασμα της κρίσης: «Το μονοπώλιο εμφανίζεται ως παράγοντας παρακμής όλης της οικονομίας. Οι συνέπειές του εμποδίζουν το πέρασμα
στη διευρυμένη αναπαραγωγή».46
Από τη στιγμή που ξέσπασε η κρίση, το μέγεθος των βιομηχανικών
ή χρηματοπιστωτικών κεφαλαίων ήταν τόσο τεράστιο, που η χρεοκοπία
οποιουδήποτε απ' αυτά απειλούσε να συμπαρασύρει στο γκρεμό και τα
υπόλοιπα. Οι τράπεζες θα έχαναν τα χρήματα που είχαν δανείσει σ' αυτή την επιχείρηση, με αποτέλεσμα να κόψουν την πίστωση σε άλλες
επιχειρήσεις. Οι προμηθευτές της θα φαλίριζαν κι εκείνοι, σπρώχνοντας
κι άλλες εταιρείες στη χρεοκοπία. Επίσης, το σταμάτημα της δαπάνης
της σε επενδύσεις και μισθούς θα μείωνε συνολικά τη ζήτηση στην οικονομία. Η καθυστερημένη κρίση είχε μεγεθυνθεί και δεν μπορούσε να
αυτοθεραπευτεί. Η απάντηση των μεγάλων κεφαλαίων ήταν να στραφούν στο κράτος και τις «διασωστικές κινήσεις» του, ώστε να συνεχίσει
να λειτουργεί το σύστημα.

Η στροψή στον κρατικό καπιταλισμό
Αρχικά οι κυβερνήσεις εναπόθεσαν τις ελπίδες τους στην απρόσκοπτη
λειτουργία των μηχανισμών της αγοράς, λαμβάνοντας μόνο περιορισμέΚαπιταλισμός Ζόμπι

203

να μέτρα για την προστασία κάποιων τραπεζών. Όμως, η κρίση συνέχισε
να επιδεινώνεται, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ και τη Γερμανία. Το ίδιο το κεφάλαιο υφίστατο μεγάλη ζημιά προσπαθώντας να λειτουργήσει με κάτι παραπάνω από το μισό των προηγούμενων επιπέδων παραγωγής. Την ίδια
στιγμή, η απελπισία οδηγούσε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού στην
αναζήτηση θεραπειών που θα άλλαζαν εκ θεμελίων την κοινωνία. Σημαντικά τμήματα του κεφαλαίου άρχισαν να αναζητούν προσεγγίσεις
που θα έλυναν τα προβλήματά τους, όσο κι αν αυτές μπορεί να έρχονταν σε σύγκρουση με τα μέχρι τότε ιδεολογικά ταμπού. Ήδη από το καλοκαίρι του 1932, ο γενικός διευθυντής της General Electric στις ΗΠΑ
ξεκίνησε μια καμπάνια υπέρ της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία.
Τελικά αυτό που προέκυψε ήταν η μετάβαση από μια μορφή μονοπωλιακού καπιταλισμού, όπου το κράτος βρισκόταν στις παρυφές της οικονομίας παρέχοντας υπηρεσίες στο κεφάλαιο αλλά απέχοντας από κάθε
απόπειρα να το κατευθύνει, σε μορφές όπου το κράτος προσπαθούσε να
διασφαλίσει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα των κεφαλαίων που είχαν τη
βάση τους στο κάθε εθνικό κράτος. Η διαδικασία αυτή έφτασε στο σημείο της συνειδητής απόπειρας ανασυγκρότησης της βιομηχανίας με τη
μεταφορά υπεραξίας από τον ένα τομέα της οικονομίας σε άλλο.
Αυτή η αλλαγή είχε αρχίσει να προδιαγράφεται ήδη στις τελευταίες
φάσεις του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν το κράτος έλαβε δρακόντεια μέτρα εξαναγκασμού των διάφορων κεφαλαίων να επικεντρώσουν τις προσπάθειές τους στη στρατιωτική αναμέτρηση. Όμως, το
κράτος παραιτήθηκε απ' αυτές τις εξουσίες μόλις τέλειωσε ο πόλεμος.
Η τεράστια κλίμακα της κρίσης έκανε επιτακτική μια αναθεώρηση αυτής της στάσης. Στις ΗΠΑ και τη Γερμανία στις αρχές του 1933, η πολιτική κρίση έφερε στην εξουσία κυβερνήσεις οι οποίες ήταν έτοιμες να
εφαρμόσουν ριζοσπαστικές αλλαγές, με σκοπό να σώσουν τον καπιταλισμό από τον εαυτό του.
Στις ΗΠΑ αυτή η προσπάθεια πήρε τη μορφή του New Deal του
Ρούζβελτ. Επρόκειτο για μια πολιτική η οποία διεύρυνε ήδη ξεκινημένα
προγράμματα δημοσίων έργων για να απορροφήσει κάπως την ανεργία,
εγγυήθηκε τα κεφάλαια των τραπεζών που δεν είχαν χρεοκοπήσει, ενθάρρυνε την αυτορρύθμιση της βιομηχανίας μέσω της συγκρότησης
καρτέλ, κατάστρεψε βουνά αγροτικών προϊόντων για να ανεβάσει τις τι204

Κρις Χάρμαν

μες τους και το αγροτικό εισόδημα, επιδόθηκε σε πολύ περιορισμένα
πειράματα απευθείας παραγωγής από κρατικές επιχειρήσεις και επίσης
έκανε λίγο ευκολότερο για τα εργατικά συνδικάτα το κέρδισμα κάπως
μεγαλύτερων μισθών (με αποτέλεσμα την τόνωση της ζήτησης). Οι ομοσπονδιακές δαπάνες, που το 1929 ανέρχονταν μόλις στο 2,5% του ΑΕΠ,
έφτασαν το 1936 στο 9%, το μεγαλύτερο μέχρι τότε επίπεδο σε καιρό ειρήνης. Ήταν η παραδοχή ότι ο καπιταλισμός στη μονοπωλιακή του φάση δεν μπορούσε πλέον να λύσει τα προβλήματά του χωρίς έστω μια περιορισμένη κρατική παρέμβαση. Όμως, επρόκειτο ακόμα για μια περιορισμένη παρέμβαση: οι ομοσπονδιακές δαπάνες μειώθηκαν το 1937.
Μια τέτοια ατολμία μόνο περιορισμένο αντίκτυπο στην κρίση θα
μπορούσε να έχει. Όλες οι προσπάθειες του New Deal δεν στάθηκαν
ικανές να σπρώξουν πέραν ενός ορισμένου σημείου την οικονομική
βελτίωση που εκδηλώθηκε από το καλοκαίρι του 1933. Οι άνεργοι μειώθηκαν κατά 1,7 εκατομμύρια, όμως παρ' όλη αυτή τη μείωση, συνέχιζαν να υπάρχουν 12 εκατομμύρια άνθρωποι χωρίς δουλειά. Χρειάστηκε
να φτάσει το 1937 για να επιστρέψει η παραγωγή στα επίπεδα του 1929,
δηλαδή μετά από οχτώ ολόκληρα χρόνια κρίσης. Όμως, ακόμα και τότε,
οι επενδύσεις πάγιου κεφαλαίου στη βιομηχανία παρέμειναν σε χαμηλό
επίπεδο47 και η ανεργία είχε φτάσει στο 14,3%. Όμως, τον Αύγουστο του
1937 αυτό το «μινι-μπουμ» έδωσε τη θέση του στην «πιο απότομη οικονομική κάμψη στην ιστορία των ΗΠΑ», κατά τη διάρκεια της οποίας
«χάθηκε το μισό έδαφος που είχαν κερδίσει κάποιοι δείκτες από το
1932».4®
Η δεκαετία του 1920 είχε αποδείξει ότι οι μη-παραγωγικές δαπάνες
που συνδέονταν με το μονοπωλιακό κεφάλαιο (δαπάνες για την προώθηση των πωλήσεων, για τη διαφήμιση, για κερδοσκοπικά εγχειρήματα, πολυτελή κατανάλωση) μπορούσαν να αναβάλουν την κρίση, αλλά
με αντίτιμο, όταν τελικά ξέσπασε, οι επιπτώσεις της να είναι μεγαλύτερες απ' αυτές των προηγούμενων κρίσεων. Η δεκαετία του 1930 απέδειξε ότι η «αρχική ώθηση» της οικονομίας από τις κυβερνήσεις μπορεί να
προκαλούσε μια βραχύβια και περιορισμένης έκτασης ανάκαμψη της
παραγωγής, αλλά δεν μπορούσε ούτε κι αυτό να δώσει μια νέα πνοή
ζωής στο σύστημα. Αυτό που χρειαζόταν ήταν μια ακόμα πιο βαθιά αλλαγή προς την κατεύθυνση του κρατικού καπιταλισμού.
Καπιταλισμός Ζόμπι

205

Από την ύφεση στον πόλεμο
Απ' αυτή την άποψη, το γερμανικό και το ιαπωνικό παράδειγμα ήταν
πολύ σημαντικά. Το μεγαλύτερο τμήμα των αρχουσών τάξεων αποδέχτηκε πολιτικές εναλλακτικές λύσεις οι οποίες υπέταξαν τους ατομικούς καπιταλιστές σε προγράμματα εθνικής συσσώρευσης κεφαλαίου
που επέβαλε το κράτος, συντρίβοντας παράλληλα το εργατικό κίνημα.
Οι βασικές καπιταλιστικές ομάδες παρέμειναν άθικτες. Όμως, από κει
και πέρα υποτάχτηκαν στις ανάγκες μιας εξοπλιστικής κούρσας την
οποία υποστήριζαν και οι ίδιες. Οι εξοπλισμοί και η βαριά βιομηχανία
ωθούσαν προς τα μπρος όλη την οικονομία, παρέχοντας αγορές και
διεξόδους για επενδύσεις, καθώς οι μισθοί έμειναν πίσω από την αύξηση της παραγωγής και τα ποσοστά κέρδους ανέκαμπταν εν μέρει.
Στη Γερμανία, αυτές οι μέθοδοι έβγαλαν την οικονομία από την
ύφεση (κάτι που δεν είχαν πετύχει δυο χρόνια λιγότερο αποτελεσματικής «αρχικής ώθησης») και την διατήρησαν σε ανοδική πορεία ακόμα
και όταν η οικονομία των ΗΠΑ έκανε μια νέα βουτιά το 1937. Το 1939
το επίπεδο της παραγωγής ήταν 30% μεγαλύτερο απ' εκείνο του 1929
και ο αριθμός των ανέργων είχε πέσει από έξι εκατομμύρια στις 70.000
με τη δημιουργία οχτώ εκατομμυρίων νέων θέσεων εργασίας.49 Το μεγαλύτερο τμήμα της νέας παραγωγής πήγαινε στα όπλα και τις βαριές
βιομηχανίες που στήριζαν την πολεμική ετοιμότητα, ωστόσο το 1/10
της αυξημένης παραγωγής πήγε όντως στην ενίσχυση της ατομικής κατανάλωσης.50 Επίσης, η ίδια η οικονομική επέκταση κάλυψε ένα μεγάλο
ποσοστό της χρηματοδότησης του μπουμ: μόλις το 1/5 των κρατικών
δαπανών καλύπτονταν από τα ελλείμματα του προϋπολογισμού. Επί
της ουσίας, η ναζιστική ηγεσία εξασφάλισε την πραγματοποίηση νέων
επενδύσεων, έστω κι αν τα αρχικά ποσοστά κέρδους ήταν χαμηλά.
Ωστόσο, αυτή η πολιτική συνεπαγόταν μεγάλα προβλήματα. Η
Γερμανία δεν ήταν μια αυτάρκης οικονομική μονάδα. Οι παραγωγικές
δυνάμεις σε διεθνές επίπεδο είχαν από καιρό αναπτυχτεί μέχρι του σημείου να ξεπερνάνε τα εθνικά σύνορα, και επίσης η συνέχιση των εξοπλισμών σε συνθήκες μπουμ είχε ανάγκη την αύξηση των εισαγωγών
κάποιων συγκεκριμένων στρατηγικών προϊόντων. Ο μόνος τρόπος να
ξεπεραστεί αυτή η πίεση με διατήρηση της αυτάρκειας της γερμανικής
206

Κρις Χάρμαν

οικονομίας ώστε να έχει ανοσία απέναντι στις διεθνείς πιέσεις, ήταν η
επέκταση των ίδιων των συνόρων του γερμανικού Ράιχ, με σκοπό την
απορρόφηση γειτονικών οικονομιών και την υποταγή των βιομηχανιών
τους στη γερμανική κούρσα των εξοπλισμών.
Η λογική του κρατικά διευθυνόμενου μονοπωλιακού καπιταλισμού
οδήγησε σε μια μορφή ιμπεριαλισμού στην οποία είχε αναφερθεί το
1916 ο Λένιν την «κατάκτηση βαριά εκβιομηχανισμένων περιοχών».51
Η επέκταση αυτή από ένα ορισμένο σημείο και πέρα οδηγούσε στη
σύγκρουση με τις άλλες μεγάλες δυνάμεις, οι οποίες φοβούνταν για την
τύχη των αυτοκρατοριών και των σφαιρών επιρροής τους. Απάντησαν
ενισχύοντας τις ένοπλες δυνάμεις τους και αυτό με τη σειρά του σήμαινε ότι το γερμανικό και ιαπωνικό καθεστώς ήταν αναγκασμένα να κατευθύνουν ακόμα μεγαλύτερο τμήμα της οικονομίας τους προς τους
εξοπλισμούς - και να προσπαθήσουν να αρπάξουν περισσότερες περιοχές - για να «προστατεύσουν» τα εδάφη που ήδη είχαν αρπάξει. Οι καπιταλιστές τους μπόρεσαν να πάρουν νέες πηγές υπεραξίας ώστε να
αντιμετωπίσουν κάθε καθοδική πίεση στα ποσοστά κέρδους. Όμως, την
ίδια στιγμή αυτή η πολιτική έντεινε την εχθρότητα των υφιστάμενων
αυτοκρατοριών, μεγαλώνοντας έτσι την ανάγκη για ακόμα πιο ισχυρές
στρατιωτικές μηχανές και νέες πολεμικές περιπέτειες. Τα οριακά σημεία
ήταν η εισβολή της Γερμανίας στην Πολωνία και η επίθεση της Ιαπωνίας στο Περλ Χάρμπορ.52
Όπως το βάθεμα της ύφεσης σε κάθε μεγάλη καπιταλιστική χώρα
τροφοδοτούσε τις υφέσεις που εκτυλίσσονταν αλλού, με τον ίδιο τρόπο
εξελισσόταν και η έξοδος από την κρίση μέσω του στρατιωτικού κρατικού καπιταλισμού.
Ο μόνος τρόπος με τον οποίο ο βρετανικός κι ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός μπορούσαν να διατηρήσουν τη διεθνή θέση τους μετά την
πτώση της Γαλλίας το 1940 και το Περλ Χάρμπορ το 1941, ήταν η μετάβαση από την άτολμη κρατική διεύθυνση της οικονομίας στην πλήρη
στρατιωτικοποίηση και των δικών τους οικονομιών. Το βρετανικό κράτος ανέλαβε την ευθύνη όλων των σημαντικών οικονομικών αποφάσεων, καθόριζε ποιες βιομηχανίες θα λαμβάνουν πρώτες ύλες, επέβαλε τη
διανομή τροφίμων και καταναλωτικών αγαθών με το δελτίο. Η «ειρηνική» οικονομία μετατράπηκε σε απλό παράρτημα της κεντρικά οργανωΚαπιταλισμός Ζόμπι

207

μένης πολεμικής οικονομίας. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ «δεν έλεγχε μόνο
τον εξοπλιστικό τομέα της οικονομίας, ο οποίος απορροφούσε περίπου
το μισό των παραγόμενων προϊόντων, αλλά αποφάσιζε ποια καταναλωτικά αγαθά θα παράγονταν και ποια δεν θα παράγονταν»." Η κυβέρνηση των ΗΠΑ σπατάλησε τεράστια ποσά στην κατασκευή τεράστιων
πολεμικών εργοστασίων, τα οποία τα παρέδωσε για να τα λειτουργήσουν ιδιωτικές εταιρείες. Οι κεφαλαιακές δαπάνες της κυβέρνησης το
1941 ήταν κατά 50% υψηλότερες από το σύνολο των βιομηχανικών
επενδύσεων στη χώρα το 1939, και το 1943 το κράτος ήταν υπεύθυνο
για το 90% όλων των επενδύσεων.54 Για μια ακόμα φορά μια στρατιωτικοποιημένη οικονομία κυριαρχούμενη από το κράτος, φαινόταν να δίνει
λύσεις στα προβλήματα που αντιμετώπιζε η οικονομία πριν τον πόλεμο.
Μέσα σε τρία χρόνια τα εννιά εκατομμύρια ανέργων είχαν μειωθεί σε
λιγότερο από ένα εκατομμύριο και η μη-πολεμική οικονομία γνώρισε κι
αυτή μεγέθυνση, παρά τις τεράστιες δαπάνες σε μη-παραγωγικά προϊόντα. Η συνολική παραγωγή διπλασιάστηκε ανάμεσα στο 1940 και το
1943 και η καταναλωτική δαπάνη το 1943 - ακόμα και αν μετρηθεί με
βάση τις τιμές του 1940 - ξεπερνούσε εκείνη των προηγούμενων χρόνων.55 Η πολεμική οικονομία μπορούσε να πετύχει αυτό που δεν κατορθώθηκε σε οχτώ χρόνια New Deal - πλήρη αξιοποίηση της παραγωγικής ικανότητας του μεγαλύτερου από τους γερασμένους καπιταλισμούς. Όπως επεσήμανε ο Κένεθ Γκαλμπρέιθ (Kenneth Galbraith): «Η
Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του '30 δεν τέλειωσε ποτέ. Απλά εξαφανίστηκε μέσα στη μεγάλη κινητοποίηση της δεκαετίας του '40». 56

Η ρώσικη παραλλαγή
Υπήρχε μια ακόμα μεγάλη οικονομία όπου η κρατική διεύθυνση έμοιαζε
να προσφέρει μια εναλλακτική λύση από τη βύθιση στην κρίση του
παγκόσμιου συστήματος. Επρόκειτο για την ΕΣΣΔ. Στη διάρκεια της
δεκαετίας του 1930 όλοι σχεδόν οι σχολιαστές θεωρούσαν ότι αυτή η
οικονομία στηριζόταν σε αρχές πολύ διαφορετικές από εκείνες του δυτικού καπιταλισμού- κι αυτή την άποψη τη διατήρησαν πολλοί ακόμα και
μέχρι την κατάρρευσή της το 1989-91. Η δεξιά, απλά αποκαλούσε την
208

Κρις Χάρμαν

ΕΣΣΔ «ολοκληρωτική», σαν να μην υπήρχε δυναμική στην οικονομία
της. Πολλοί στην αριστερά υιοθετούσαν από την ανάποδη την ίδια
άποψη, ανακηρύσσοντάς την «κομμουνιστική» ή «σοσιαλιστική», ή
ακόμα και εκείνοι που τηρούσαν μια πιο κριτική στάση υποστήριζαν ότι
ήταν «μετα-καπιταλιστική»57 ή «εκφυλισμένο εργατικό κράτος».5® Όλες
αυτές οι προσεγγίσεις έπαιρναν ως αφετηρία τους ένα μεγάλο βαθμό
συνέχειας ανάμεσα στο καθεστώς που λειτουργούσε τη δεκαετία του '30
και το επαναστατικό κράτος που είχε εγκαθιδρυθεί το 1917.
Όμως, οι κεντρικοί μηχανισμοί διεύθυνσης της σοβιετικής οικονομίας δεν είχαν καθιερωθεί στη διάρκεια της επανάστασης, αλλά το
1928-29, ως αποτέλεσμα μιας βαθιάς οικονομικής και πολιτικής κρίσης.
Ήδη εκείνη την εποχή δεν επιβίωνε σχεδόν τίποτα από την επαναστατική δημοκρατία που χαρακτήριζε τη χώρα στο αμέσως επόμενο διάστημα από τον Οκτώβρη του 1917. Την εξουσία τη συγκέντρωνε όλο και
περισσότερο στα χέρια του ένα νέο γραφειοκρατικό στρώμα, μέσα σε
συνθήκες καταστροφής μιας έτσι κι αλλιώς οικονομικά καθυστερημένης χώρας, μιας καταστροφής που την είχαν προκαλέσει τρία χρόνια
παγκόσμιου και τρία χρόνια εμφυλίου πολέμου. Παρ' όλα αυτά, η κινητήρια δύναμη της παραγωγής σε όλη τη δεκαετία του '20 παρέμενε η
παραγωγή αγαθών για την ικανοποίηση των αναγκών του πληθυσμού
και το βιοτικό επίπεδο ανέβηκε σε σχέση με τα αβυσσαλέα βάθη που είχε φτάσει στη διάρκεια του πολέμου και του εμφυλίου, έστω και αν το
βιοτικό επίπεδο των γραφειοκρατών είχε αυξηθεί δυσανάλογα περισσότερο από εκείνο των εργατών και των αγροτών.
Και τότε, το 1928, τη γραφειοκρατία τη διαπέρασε ένα κύμα πανικού, εξαιτίας των πολεμικών απειλών της Βρετανίας και του ξεσπάσματος μιας εγχώριας κρίσης καθώς οι αγρότες κρατούσαν τη σοδειά, προκαλώντας πείνα στις πόλεις.59 Η γραφειοκρατία, με το φόβο μήπως χάσει τον έλεγχο της χώρας από ένα συνδυασμό εξέγερσης στο εσωτερικό
και στρατιωτικής πίεσης από το εξωτερικό, στράφηκε πραγματιστικά,
με επικεφαλής τον Στάλιν, στην εφαρμογή μιας σειράς μέτρων που τα
χαρακτήριζε η υπερεκμετάλλευση της αγροτιάς και της εργατικής τάξης με στόχο το κτίσιμο της βιομηχανίας που δεν διέθετε η χώρα. Το
σωρευτικό αποτέλεσμα που είχαν εκείνα τα μέτρα ήταν να δημιουργήσουν μια δυναμική πολύ διαφορετική από εκείνη της ικανοποίησης των
Καπιταλισμός Ζόμπι

209

αναγκών του πληθυσμού, μια δυναμική που την καθόριζε ο στρατιωτικός ανταγωνισμός με τα διάφορα δυτικά κράτη.
Όπως έχει γράψει ο Τσέχος ιστορικός Ράιμαν (Reiman):
Δεν υπήρχαν οι επαρκείς πόροι που θα μπορούσαν να εγγυηθούν τους ρυθμούς βιομηχανικής ανάπτυξης. Γι' αυτό το λόγο οι
υπηρεσίες σχεδιασμού αποφάσισαν... να ισορροπήσουν το πλάνο με πόρους τους οποίους η οικονομία δεν διέθετε ακόμα... Η
κάλυψη του πλάνου εξαρτιόταν από μια πολύ βάρβαρη επίθεση
στο βιοτικό επίπεδο και τις συνθήκες εργασίας των βιομηχανικών εργατών και του αγροτικού πληθυσμού... Ήταν ένα πλάνο
οργανωμένης φτώχειας και πείνας.60
Ο Στάλιν, δικαιολογώντας την καθυπόταξη των πάντων στη συσσώρευση, επέμενε ότι «βρισκόμαστε πενήντα ή εκατό χρόνια πίσω από τις
αναπτυγμένες χώρες. Πρέπει να καλύψουμε αυτή την απόσταση μέσα
σε δέκα χρόνια. Είτε θα το κάνουμε είτε θα μας συντρίψουν». 41 «Το διεθνές και εσωτερικό περιβάλλον... μας υποχρεώνει να υιοθετήσουμε ταχείς ρυθμούς ανάπτυξης της βιομηχανίας μας».62
Αναλαμβάνοντας την υλοποίηση αυτού του στόχου, η γραφειοκρατία υποκατέστησε μια άρχουσα τάξη η οποία πλέον δεν υπήρχε. Όμως,
οι μέθοδοι που χρησιμοποίησε ήταν επί της ουσίας οι ίδιες με τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν στην καπιταλιστική εκβιομηχάνιση σε διαφορετικά σημεία του πλανήτη. Η «κολεκτιβοποίηση» - στην πραγματικότητα το πέρασμα της γης στα χέρια του κράτους - αύξησε το ποσοστό της αγροτικής παραγωγής που ήταν διαθέσιμο για τη βιομηχανική
συσσώρευση και ταυτόχρονα εκδίωξε ένα μεγάλο τμήμα των αγροτών
από το χωράφι, όπως είχαν κάνει και οι «περιφράξεις» για λογαριασμό
των πρώιμων καπιταλιστών στην Αγγλία. Οι ανάγκες της αναπτυσσόμενης βιομηχανίας καλύπτονταν κυρίως από μισθωτή εργασία· ωστόσο
κάποια δευτερεύοντα καθήκοντα τα είχαν αναλάβει εκατομμύρια δούλοι-εργάτες [στα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, στμ]. Οι εργάτες έχασαν όσα δικαιώματα είχαν στη δεκαετία του '20.
Ο έλεγχος της οικονομίας από μια και μοναδική συγκεντροποιημένη κρατική γραφειοκρατία, η οποία είχε και το μονοπώλιο του εξωτερικού εμπορίου, σήμαινε μια συνεχή και όχι διακεκομμένη διαδικασία
συσσώρευσης, όπως στους στρατιωτικοποιημένους κρατικο-μονοπω210

Κρις Χάρμαν

λιακούς καπιταλισμούς στη Δύση. Όμως, η ρώσικη οικονομία δεν μπορούσε να απομονωθεί πλήρως από το ευρύτερο παγκόσμιο σύστημα,
όπως δεν είχαν κατορθώσει ούτε η Γερμανία και η Ιαπωνία στα τέλη της
δεκαετίας του '30. Η εισαγωγή από τη Δύση μηχανημάτων απαραίτητων για την εκβιομηχάνιση εξαρτιόταν από το εισόδημα που θα απέφεραν οι εξαγωγές σιτηρών σε μια περίοδο όπου οι παγκόσμιες τιμές των
αγροτικών προϊόντων έπεφταν- και το εισόδημα αυτό εξαρτιόταν από
την απόσπαση του σιταριού από τους λιμοκτονούντες αγρότες, με αποτέλεσμα το θάνατο εκατομμυρίων απ' αυτούς. Όπως έγραψε ο Πρεομπραζένσκι: «Ως εξαγωγείς [η ΕΣΣΔ] υποφέρουμε ιδιαίτερα από την
παγκόσμια κρίση».63
Ωστόσο, υπήρξε μια σχετική απομόνωση από την παγκόσμια οικονομία και αυτό σήμαινε ότι η συσσώρευση μπορούσε να συνεχίζεται λίγο ως πολύ όσο συνεχιζόταν η απόσπαση υπεραξίας, ανεξαρτήτως του
ύψους του ποσοστού κέρδους κάθε δεδομένη στιγμή. Παρ' όλα αυτά, οι
αντιφάσεις της οικονομίας δεν ξεπεράστηκαν. Η κάλυψη των πλάνων
παραγωγής της βαριάς βιομηχανίας και των εξοπλισμών οδηγούσε συστηματικά στην εκτροπή πόρων από την παραγωγή καταναλωτικών
αγαθών στους παραπάνω τομείς. Η παραγωγή του τομέα των καταναλωτικών αγαθών έπεφτε, παρόλο που η οικονομία συνολικά επεκτεινόταν με μεγάλη ταχύτητα. Επρόκειτο για το ακριβώς αντίθετο του «σχεδιασμού» με την πραγματική έννοια του όρου. Αν δυο από μας αποφασίσουμε να ταξιδέψουμε από το Λονδίνο στο Μάντσεστερ, αλλά ο ένας
καταλήξει στη Γλασκόβη και ο άλλος στο Μπράιτον, τότε δεν ήταν το
«πλάνο» που οδήγησε τη δράση μας. Το ίδιο ίσχυε και για το σχεδιασμό
στη Σοβιετική Ένωση. Η ανταγωνιστική συσσώρευση παρήγαγε, όπως
ακριβώς και στη Δύση, μια δυναμική οικονομικής μεγέθυνσης από τη
μια και χάους, αναποτελεσματικότητας και φτώχειας από την άλλη. Γέννησε επίσης και μια τάση για ιμπεριαλιστική επέκταση πέραν των εθνικών συνόρων, όπως αποδείχτηκε το 1939, όταν ο Στάλιν μοίρασε την
Ανατολική Ευρώπη με τον Χίτλερ, παίρνοντας τη μισή Πολωνία, την
Εσθονία, τη Λιθουανία και τη Λετονία, για να ανακαλύψει το 1941 ότι ο
Χίτλερ είχε βάλει σκοπό να αρπάξει και να λεηλατήσει την ίδια την
ΕΣΣΔ για λογαριασμό του γερμανικού καπιταλισμού.
Καπιταλισμός Ζόμπι

211

Απολογισμός μιας δεκαετίας
Στη δεκαετία του '30 ανάμεσα στους υποστηρικτές του καπιταλισμού
ήταν διαδεδομένη η πεποίθηση ότι το σύστημα βρισκόταν σε πολύ
άσχημους μπελάδες. Στους αντιπάλους τους επικρατούσε η πεποίθηση
ότι ήταν τελειωμένο. Ο Λιούις Κόρεϊ είχε γράψει για την «κάμψη και παρακμή του καπιταλισμού»,64 ο Τζον Στράτοι (John Strachey) ότι «το μόνο που μπορούμε να αναμένουμε για τις καπιταλιστικές περιοχές του
κόσμου είναι ταχύτερη παρακμή» με «διαρκή συρρίκνωση της παραγωγής», 65 ο Πρεομπραζένσκι για την «τελική κρίση όλου του καπιταλιστικού συστήματος»,66 ο Λέον Τρότσκι για τη «θανάσιμη αγωνία του καπιταλισμού».67 Οι προφητείες τους δεν φάνταζαν καθόλου ανόητες σε μια
περίοδο κατά την οποία ακόμα και τους ίδιους τους υποστηρικτές του
καπιταλισμού τους κατάτρεχαν ανησυχίες για το τι πήγαινε στραβά με
το υποτίθεται αλάθητο σύστημά τους. Παρ' όλα αυτά, η απεγνωσμένη
στροφή στον κρατικό καπιταλισμό και τη μαζική παραγωγή όπλων επέτρεψαν στο σύστημα να μπει σε μια νέα φάση επέκτασης. Το ερώτημα
παρέμενε: πόσο θα διαρκούσε;

212

Κρις Χάρμαν

Κεφάλαιο Έβδομο

Η μακρά άνθηση

Η «χρυσή εποχή» του δυτικού καπιταλισμού
Πολλοί οικονομικοί αναλυτές προέβλεπαν ότι μετά τον πόλεμο η οικονομία, ύστερα από ένα σύντομο διάλειμμα άνθησης, θα έπεφτε ξανά σε
κρίση όπως το 1919. Δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Αυτό που ακολούθησε μετά το τέλος του πολέμου ήταν η πιο μακρόχρονη άνθηση που είχε
υπάρξει στην ιστορία του καπιταλισμού και που σήμερα αποκαλείται
συχνά «χρυσή εποχή» του καπιταλισμού ή, στη Γαλλία, «η ένδοξη τριακονταετία». Στη δεκαετία του 1970 η αμερικάνικη οικονομική παραγωγή είχε τριπλασιαστεί σε σχέση με το επίπεδο του 1940, της Γερμανίας
είχε φτάσει να είναι πέντε φορές πάνω από το (υφεσιακό) επίπεδο του
1947, της Γαλλίας είχε τετραπλασιαστεί. Η Ιαπωνία, που στη δεκαετία
του 1940 θεωρούνταν ακόμα φτωχή χώρα, αύξησε 13 φορές τη βιομηχανική της παραγωγή και έγινε η δεύτερη βιομηχανική δύναμη στη Δύση1
μετά τις ΗΠΑ. Μαζί με την οικονομική ανάπτυξη ήρθαν αυξανόμενοι
πραγματικοί μισθοί, σχεδόν πλήρης απασχόληση και ένα επίπεδο κοινωνικών παροχών, που πριν μόνο να ονειρευτεί μπορούσε κανείς.
Οι συνθήκες ήταν πολύ διαφορετικές στην Ασία, την Αφρική, τη
Λατινική Αμερική- τις περιοχές δηλαδή που μετά τη Συνδιάσκεψη της
Μπαντούνγκ το 1955 έμειναν γνωστές ως «Τρίτος Κόσμος». Εκεί, η μοίρα δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων συνέχιζε να είναι η πιο σκληρή
φτώχεια. Όμως, οι ευρωπαϊκές δυνάμεις αναγκάστηκαν να παραιτηθούν
από τις αποικίες τους και η αυξημένη κατά κεφαλήν οικονομική ανάπτυξη,2 γέννησε ελπίδες ότι οι «λιγότερο αναπτυγμένες» χώρες, θα αρΚαπιταλισμός Ζόμπι

213

χίσουν να φτάνουν το επίπεδο των πιο προηγμένων.
Η άποψη ότι το σύστημα είχε ξεπεράσει τις αντιθέσεις της εποχής
του Μαρξ, γινόταν αποδεκτή ως «ορθοδοξία», τόσο στους κόλπους της
δεξιάς, όσο και σε ένα μεγάλο τμήμα της αριστεράς. Η βασική αλλαγή,
υποστήριζε αυτή η επιχειρηματολογία, είναι ότι η οι κυβερνήσεις είχαν
μάθει να παρεμβαίνουν στην οικονομία για να εξουδετερώνουν τις κρισιακές τάσεις με βάση όσα έλεγε στη δεκαετία του '30 ο Τζον Μέιναρντ
Κέινς. Το μόνο που χρειαζόταν για να δουλεύει καλά το σύστημα ήταν
το υφιστάμενο κράτος να αγνοεί τις παλιές ορθοδοξίες της ελεύθερης
αγοράς και να παρεμβαίνει στην οικονομική ζωή, ούτως ώστε να αυξάνει το επίπεδο των επενδυτικών και καταναλωτικών δαπανών. Το αποτέλεσμα αυτό μπορούσε να το πετύχει, είτε με αλλαγές στα επιτόκια
(«νομισματικά μέτρα») με σκοπό την ενθάρρυνση της ιδιωτικής επένδυσης, είτε με την αύξηση των δημοσίων δαπανών πάνω από το επίπεδο
των φορολογικών εσόδων («δημοσιονομικά μέτρα»). Η «χρηματοδότηση ελλείμματος» της δεύτερης περίπτωσης θα είχε ως αποτέλεσμα την
αύξηση της ζήτησης αγαθών και συνεπώς και της απασχόλησης. Τέτοιου τύπου δαπάνες θα «έβγαζαν τα λεφτά τους» μέσω της λειτουργίας
ενός «πολλαπλασιαστικού φαινομένου» που ανακαλύφθηκε από τον
Καν (Kahn), έναν συνάδελφο του Κέινς στο Κέμπριτζ). Οι εργάτες που
θα έβρισκαν δουλειά λόγω των δημόσιων δαπανών θα ξόδευαν τους μισθούς τους δημιουργώντας μια αγορά για το προϊόν που θα παρήγαγαν
άλλοι εργάτες που κι αυτοί με τη σειρά τους θα ξόδευαν τους μισθούς
τους δημιουργώντας ακόμα μεγαλύτερες αγορές. Από τη στιγμή που η
οικονομία θα αναπτύσσονταν σχεδόν με πλήρη απασχόληση, τα έσοδα
της κυβέρνησης από την άμεση και έμμεση φορολογία θα αυξάνονταν
μέχρι του σημείου να μπορούν να υπερκαλύπτουν τις δαπάνες που είχαν προηγηθεί.
Αυτά τα δυο μέτρα σύντομα έφτασαν να θεωρούνται ως τα δυο αρχετυπικά «κεϊνσιανά» εργαλεία3 για την επίτευξη της πλήρους απασχόλησης και στις δεκαετίες του 1940, του 1950, του 1960 μέχρι και τις αρχές του 1970 είχαν γίνει αποδεκτά τόσο από τους συντηρητικούς, όσο
και από τους σοσιαλδημοκράτες πολιτικούς. Οπως είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, ο Κέινς σε κάποιες στιγμές είχε εκφράσει πιο ριζοσπαστικές απόψεις, συγκεκριμένα τον ισχυρισμό ότι η επέκταση των
214

Κρις Χάρμαν

κεφαλαιακών επενδύσεων οδηγεί σε μια πτώση της απόδοσής τους της «οριακής αποδοτικότητας του κεφαλαίου». 4 Είχε φτάσει μάλιστα
στο σημείο να ταχθεί υπέρ της βαθμιαίας «ευθανασίας» του «εισοδηματία» που ζει από τα μερίσματα5 και να υποστηρίξει ότι «μια ως ένα βαθμό εκτενής κοινωνικοποίηση της επένδυσης θα αποδειχτεί ως ο μόνος
τρόπος να εξασφαλιστεί η προσέγγιση στην πλήρη απασχόληση». 6
Όμως, ο ίδιος ο Κέινς δίσταζε μπροστά σε αυτές τις πιο ριζοσπαστικές
ιδέες του: όπως γράφει ο υπερμετριοπαθής βιογράφος του, ο Σκιντέλσκι
(Skidelsky), «στην πράξη ήταν πολύ προσεκτικός»,7 και η εκδοχή του
κεϊνσιανισμού8 που ηγεμόνευσε στο κυρίαρχο ρεύμα της οικονομικής
σκέψης για τα τριάντα χρόνια που ακολούθησαν τον Παγκόσμιο Πόλεμο, καθάρισε τη θεωρία του Κέινς από τα ριζοσπαστικά της στοιχεία. Για
αυτό το λόγο, η ριζοσπάστρια κεϊνσιανή Τζόαν Ρόμπινσον (Joan Robinson) την αποκήρυξε ως «μπασταρδεμένο κεϊνσιανισμό».9
Το κυρίαρχο ρεύμα της οικονομικής σκέψης πίστεψε εκείνα τα χρόνια ότι είχε τη δύναμη να κάνει τις κυβερνήσεις ικανές να αποτρέψουν
τις κρίσεις που μάστιζαν τον καπιταλισμό από τις αρχές του 19ου αιώνα. Το καπιταλιστικό σύστημα θα μπορούσε τώρα, κήρυττε η «ορθοδοξία», να προσφέρει ευημερία δίχως τέλος, ένα βιοτικό επίπεδο που
αυξάνεται συνεχώς και επίσης να εξασφαλίσει μια κάμψη της ταξικής
πάλης· υπό τον όρο ότι οι κυβερνήσεις θα αποδέχονταν όσα τους υπαγόρευε και θα απέφευγαν τα «λάθη» του 1929-32.
Ο Τζον Στράτσεϊ υπήρξε μακράν ο γνωστότερος μαρξιστής συγγραφέας για τα ζητήματα της οικονομίας στη Βρετανία της δεκαετίας
του '30. Τα βιβλία του Η Φύση της Καπιταλιστικής Κρίσης (The Nature
of Capitalist Crisis), Η Επερχόμενη Πάλη για την Εξουσία (The Coming
Struggle for Power) και Η Θεωρία και η Πρακτική του Σοσιαλισμού (Theory and Practice of Socialism) είχαν διδάξει τις μαρξιστικές οικονομικές
ιδέες σε μια ολόκληρη γενιά αγωνιστών της εργατικής τάξης και νέων
διανοούμενων, υποστηρίζοντας ότι ο καπιταλισμός δεν μπορούσε να
απαλλαγεί από επαναλαμβανόμενες και πιο βαθιές κρίσεις. Όμως, το
1956 ο Στράτσεϊ στο βιβλίο του Σύγχρονος Καπιταλισμός (Contemporary Capitalism) υποστήριζε πλέον ότι στο κρίσιμο ερώτημα αν υπήρχε
δυνατότητα μεταρρύθμισης ώστε να αποφευχθούν οι κρίσεις, το δίκιο
το είχε ο Κέινς και το λάθος ο Μαρξ. 10 Το μόνο λάθος που έκανε ο
Καπιταλισμός Ζόμπι

215

Κέινς, σύμφωνα με τον Στράτσεϊ, είναι ότι δεν κατάλαβε ότι οι καπιταλιστές θα εφάρμοζαν τις προτάσεις του μόνο κάτω από πίεση: «Είναι
βέβαιο ότι οι καπιταλιστές θα αντιταχτούν στις κεϊνσιανές θεραπείες...
όμως αυτές μπορούν να επιβληθούν από το εκλογικό σώμα».11
Σήμερα επικρατεί η πεποίθηση ότι η μακρά άνθηση οφειλόταν στις
ιδέες του Κέινς. Συνήθως συνοδεύεται με τη διαδεδομένη στην αριστερά άποψη ότι η εγκατάλειψη αυτών των ιδεών έχει οδηγήσει στις κρίσεις των πρόσφατων χρόνων. Αυτή τη θέση υποστηρίζουν ουσιαστικά οι
δημοσιογράφοι Νταν Ατκινσον (Dan Atkinson) και Λάρι Έλιοτ (Larry
Elliot) σε μια σειρά βιβλίων τους,12 ο αρθρογράφος της Observer Γουίλ
Χάτον (Will Hutton)13 κι ο ριζοσπάστης οικονομικός σύμβουλος Γκράχαμ Τέρνερ (Graham Turner).14 Μια εκδοχή αυτής της ερμηνείας είναι
αποδεκτή και από κάποιους μαρξιστές. Οι Ζεράρ Ντιμενίλ (Gerard Dumenil) και Ντομινίκ Λεβί (Dominique Levy) αποδίδουν τη μεταπολεμική ανάπτυξη σε μια «κεϊνσιανή» προσέγγιση που υιοθέτησε το βιομηχανικό κεφάλαιο, κατά την οποία η συσσώρευση στηριζόταν σε ένα
«συμβιβασμό» με τις εργατικές οργανώσεις, πάνω στο έδαφος του κράτους πρόνοιας.15 Ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ (David Harvey) παρουσιάζει μια εικόνα ενός καπιταλισμού που αναπτυσσόταν πάνω στη βάση ενός «ταξικού συμβιβασμού ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία» όπου «το
κράτος θα μπορούσε να επικεντρωθεί στην πλήρη απασχόληση, την οικονομική ανάπτυξη και την ευημερία των πολιτών του», ενώ παράλληλα «εφαρμόστηκαν ευρέως δημοσιονομικές και νομισματικές πολιτικές
που ονομάστηκαν κεϊνσιανές, με στόχο να αμβλύνουν τις κυκλικές οικονομικές διακυμάνσεις και να εξασφαλίσουν όσο γινόταν την πλήρη
απασχόληση».16
Ωστόσο, το πιο εντυπωσιακό γεγονός της περιόδου κατά την οποία
ο κεϊνσιανισμός μεσουρανούσε ως η επίσημη οικονομική ιδεολογία,
ήταν ότι τα μέτρα που πρότεινε για την απόκρουση των κρίσεων δεν τέθηκαν σε εφαρμογή. Η οικονομία συνέχισε να αναπτύσσεται, παρά την
απουσία τους, μέχρι τη δεκαετία του '60 στις ΗΠΑ και μέχρι τη δεκαετία του '70 στη Δυτική Ευρώπη και την Ιαπωνία.
Όπως είχε επισημάνει εδώ και πολύ καιρό ο Ρ.Κ.Ο. Μάθιους (R Κ Ο
Matthews), η οικονομική ανάπτυξη στη μεταπολεμική Βρετανία δεν
στηρίχτηκε στα ιδιαίτερα κεϊνσιανά «διορθωτικά μέτρα» για τις επανα216

Κρις Χάρμαν

λαμβανόμενες κρίσεις, όπως τους ελλειμματικούς προϋπολογισμούς και
το υψηλότερο επίπεδο δημοσίων επενδύσεων απ" αυτό της προπολεμικής περιόδου.17 Ο Μεγκνάντ Ντεσάι (Meghnad Desai) έχει επισημάνει
ότι «στις ΗΠΑ οι κεϊνσιανές πολιτικές υιοθετήθηκαν επίσημα με αργούς ρυθμούς... Τελικά θριάμβευσαν με τις φοροαπαλλαγές που εφάρμοσε η κυβέρνηση Κένεντι-Τζόνσον το 1964»." Όταν εφαρμόζονταν
αυτά τα μέτρα η Μεγάλη Ανθηση διαρκούσε ήδη δεκαπέντε χρόνια (25
αν εξαιρέσουμε τη βραχύβια ύφεση του τέλους της δεκαετίας του '40).
Την ίδια επισήμανση κάνει για τη Γερμανία ο Τον Νότερνμανς (Ton Νοternmans): «Οι αντικυκλικές πολιτικές διαχείρισης της ζήτησης στη
Γερμανία εφαρμόστηκαν... μόλις στη δεκαετία του 70». 1 9 Η όποια κρατική παρέμβαση περισσότερο είχε να κάνει με το φρενάρισμα της «άνθησης» παρά με την αποτροπή υφέσεων, όπως συνέβη στις δεκαετίες
του '50 και του '60 με τις πολιτικές «συστολής-διαστολής» της οικονομίας που εφάρμοσαν οι βρετανικές κυβερνήσεις για να αντιμετωπίσουν
τα προβλήματα ισοζυγίου πληρωμών. Ο Μπλίνεϊ (Bleaney) αναλύοντας
ξανά τα στοιχεία που καταθέτουν ο Μάθιους (Matthews) και άλλοι,
συμπεραίνει ότι ο κεϊνσιανισμός μικρό ρόλο διαδραμάτισε στη μακρά
άνθηση της Δυτικής Ευρώπης και πολύ περιορισμένο ρόλο στην άνθηση των ΗΠΑ. Επισημαίνει επίσης ότι ο παράγοντας που εξασφάλισε το
μεγαλύτερο μέρος του «δημοσιονομικού κινήτρου» οφείλεται σε μια μεγάλη αύξηση των στρατιωτικών δαπανών των ΗΠΑ σε σχέση με το επίπεδο που βρίσκονταν στα προπολεμικά χρόνια: «Σε μεγάλο βαθμό
εξαιτίας των πολύ υψηλότερων αμυντικών δαπανών, η συνολική κυβερνητική δαπάνη σε αγαθά και υπηρεσίες αυξήθηκε σχεδόν κατά 9% του
δυνητικού ΑΕΠ». 20
Η εξήγηση που αποδίδει την «άνθηση» στις κεϊνσιανές πολιτικές
συνδυάζεται συχνά με αναφορές σε μια «ψορντιστική» περίοδο, κατά
την οποία οι μεγάλες καπιταλιστικές επιχειρήσεις αποδέχτηκαν ένα
συμβιβασμό με τους εργάτες, σύμφωνα με τον οποίο οι μισθοί θα ήταν
τόσο υψηλοί όσο απαιτούσε η κατανάλωση τής όλο και πιο αυξημένης
παραγωγής προϊόντων. Για παράδειγμα, ο Γάλλος οικονομολόγος Αλιετά (Aglietta) έχει υποστηρίξει ότι ο «φορντισμός» ρύθμισε την «ατομική
κατανάλωση της εργατικής τάξης» μέσω της «γενίκευσης της μισθωτής
σχέσης» για να εγγυηθεί «τη διατήρηση του κύκλου της εργατικής δύΚαπιταλισμός Ζόμπι

217

ναμης».21 Επομένως, για εκείνον και για τη «Σχολή της Ρύθμισης» - το
ρεύμα του μαρξισμού που εκπροσωπούσε ο Αλιετά - ο Κέινς είναι ο
προφήτης του φορντισμού και η κριτική που άσκησε στη νεοκλασική
οικονομική θεωρία, όπως και η έννοια της «ενεργούς ζήτησης», αποτελούν μια μερική αναγνώριση της ανάγκης ενιαιοποίησης της παραγωγής με την κατανάλωση σε ένα δεδομένο στάδιο της καπιταλιστικής
ανάπτυξης.
Δεν χωράει αμφιβολία ότι ένα στοιχείο της κυρίαρχης ιδεολογίας
του κρατικού παρεμβατισμού στις μεταπολεμικές δεκαετίες ήταν και ο
ισχυρισμός ότι οι παροχές του κράτους πρόνοιας μπορούσαν να εξισορροπούν τις κυκλικές διακυμάνσεις στη ζήτηση καταναλωτικών αγαθών.
Η ανάγκη του κεφαλαίου για «προσφορά» ώστε να διασφαλίζεται η
αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης την οποία θέλει να εκμεταλλευτεί (κάτι το οποίο εξετάσαμε στο Πέμπτο Κεφάλαιο), έμοιαζε να συμπίπτει με τις ανησυχίες για «ζήτηση» με στόχο τη διατήρηση της επέκτασης των αγορών. Επίσης, οι υποσχέσεις για διεύρυνση των παροχών του
κοινωνικού κράτους, εξυπηρετούσαν τα σοσιαλδημοκρατικά και χριστιανοδημοκρατικά κόμματα της Ευρώπης στο κέρδισμα ψήφων αλλά
και ως δέλεαρ για τους εργάτες στην προσπάθεια να τους απομακρύνουν από τα Κομμουνιστικά Κόμματα που δρούσαν στ' αριστερά τους.
Ωστόσο, κανένας από αυτούς τους παράγοντες δεν μπορεί να εξηγήσει
ικανοποιητικά το λόγο για τον οποίο η παγκόσμια οικονομία θα έπρεπε
να σημειώσει μια τέτοια άνθηση στα μεταπολεμικά χρόνια, ενώ στη
διάρκεια των προπολεμικών χρόνων κατρακυλούσε.
Πολύ περισσότερο, δεν είναι αλήθεια ότι οι «φορντιστές» διευθυντές των βιομηχανιών με τη μαζική παραγωγή είχαν επιλέξει μια τέτοιου
είδους υποτιθέμενη «κεϊνσιανή» πολιτική αύξησης των πραγματικών
μισθών και των κοινωνικών παροχών. Όπως γράφουν οι Ρόμπερτ
Μπρένερ και Μαρκ Γκλικ, το κεφάλαιο στις ΗΠΑ ποτέ
δεν συμβιβάστηκε με την αρχή της διατήρησης του μεριδίου της
εργασίας και ποτέ δεν σταμάτησε να παλεύει με νύχια και με
δόντια για να εμποδίσει την αύξηση των μισθών να συμβαδίζει
με το κόστος ζωής ή με την παραγωγικότητα. Δεν υπήρξε ποτέ
κάτι που να θυμίζει ένα γενικευμένο «κοινωνικό συμβόλαιο» για
τον τρόπο διανομής του εισοδήματος ανάμεσα στην επένδυση
218

Κρις Χάρμαν

και την κατανάλωση ή ανάμεσα στα κέρδη και τους μισθούς.12
Η πραγματικότητα ήταν ότι, καθώς στις μεταπολεμικές δεκαετίες ο καπιταλισμός αναπτύχθηκε, οι συνθήκες πλήρους απασχόλησης που δημιούργησε αυτή η ανάπτυξη, ανάγκασαν τους εργοδότες και το κράτος
να αφιερώσουν πολύ μεγαλύτερη προσοχή απ' ό,τι πριν στην αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης και την εκτόνωση της εργατικής δυσαρέσκειας. Τόσο η συμβατική κεϊνσιανή ερμηνεία [της μεταπολεμικής άνθησης, στμ] όσο κι η θεωρία της «Ρύθμισης» μπερδεύουν τα αποτελέσματα με τις αιτίες. Μ' αυτό τον τρόπο, όμως, αποτυγχάνουν να λάβουν
υπόψη το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό των μεταπολεμικών δεκαετιών: στις ΗΠΑ το ποσοστό κέρδους ήταν κατά 50% έως 100% υψηλότερο απ' ό,τι στις τέσσερις δεκαετίες που προηγήθηκαν του Δεύτερου
Παγκοσμίου Πολέμου. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά διατήρησε λίγο πολύ αυτό το υψηλό επίπεδο μέχρι το τέλος της δεκαετίας του '60Ρ Έτσι μπορούμε να εξηγήσουμε το γιατί οι καπιταλιστές συνέχισαν να επενδύουν
σε τέτοια κλίμακα ώστε να εξασφαλίζεται η οικονομική άνθηση χωρίς
τα περισσότερα κράτη να χρειαστεί να προσφύγουν στα «αντικυκλικά
μέτρα» που πρότεινε ο Κέινς. Όμως, με ποιο τρόπο μπορούσε να επιτευχθεί και να διατηρηθεί ένα τόσο υψηλό ποσοστό κέρδους, ταυτόχρονα με πραγματικούς μισθούς που αυξάνονταν με επίσης ταχείς ρυθμούς;
Ως ένα σημείο, την απάντηση μπορούμε να την εντοπίσουμε στις
συνέπειες που είχε η ύφεση κι ο πόλεμος. Κατά τη διάρκεια της ύφεσης
κάποιες επιχειρήσεις χρεοκόπησαν.Ένα μεγάλο τμήμα κεφαλαίου απλά
«σβήστηκε». Η αναδιάρθρωση μέσω της κρίσης είχε αρχίσει να επιτελεί
ως ένα βαθμό τον παλιό της ρόλο, επιτρέποντας στο κεφάλαιο να επιδοθεί σε νέο κύκλο συσσώρευσης με χαμηλότερο ποσοστό κέρδους.
Ένα τεράστιο μέρος των επενδύσεων, που σε διαφορετική περίπτωση θα
είχαν ανεβάσει το λόγο επένδυσης προς εργασία (και επομένως τα κέρδη), χρησιμοποιήθηκε, αντιθέτως, σε στρατιωτικούς σκοπούς. Για παράδειγμα, ο Σέιν Μέιτζ (Shane Mage) έχει υπολογίσει τις συνολικές επιπτώσεις της κρίσης της δεκαετίας του '30 και του Δεύτερου Παγκοσμίου
Πολέμου στην οικονομία των ΗΠΑ: «Ανάμεσα στο 1930 και το 1945 το
κεφαλαιακό απόθεμα μειώθηκε από 145 δισεκατομμύρια δολάρια σε
Καπιταλισμός Ζόμπι

219

120 δισεκατομμύρια δολάρια, δηλαδή μια καθαρή αποεπένδυση της τάξης σχεδόν του 20%».24 Με άλλα λόγια, διαγράφτηκε ένα ποσό που αντιστοιχούσε στο 1/5 της προϋπάρχουσας συσσωρευμένης υπεραξίας και
όλη η πρόσθετη υπεραξία που είχε παραχθεί κατά τη διάρκεια εκείνων
των 15 χρόνων. Στο μεταξύ, οι καπιταλιστές των ηττημένων χωρών, της
Γερμανίας και της Ιαπωνίας, βγήκαν από τον πόλεμο με ένα μεγάλο
τμήμα του κεφαλαίου τους κατεστραμμένο. Δεν είχαν άλλη επιλογή
από το να διαγράψουν ένα μεγάλο μέρος της αξίας των παλιών επενδύσεων και να αρχίσουν να συσσωρεύουν εκ νέου, χρησιμοποιώντας ένα
ειδικευμένο εργατικό δυναμικό το οποίο είχε αναγκαστεί να αποδεχτεί
χαμηλούς μισθούς λόγω της ανεργίας που είχε προκαλέσει η πολεμική
καταστροφή.
Όμως, οι παραπάνω παράγοντες δεν συνιστούν, από μόνοι τους,
μια επαρκή εξήγηση της διάρκειας και της συνέχειας της άνθησης. Δεν
εξηγούν το γιατί τα ποσοστά κέρδους δεν μπήκαν ξανά σε καθοδική
τάση όταν ενεργοποιήθηκαν οι νέες επενδύσεις. Αν ο καπιταλισμός συνέχιζε να κινείται στην προπολεμική τροχιά του, τότε θα σημειώνονταν
επαναλαμβανόμενες κρίσεις τουλάχιστον κάθε δέκα χρόνια περίπου.
Ωστόσο, παρά το ότι εκδηλώνονταν περιοδικές πτώσεις στους ρυθμούς ανάπτυξης, αποκαλούμενες και «υφέσεις της ανάπτυξης», επί 25
χρόνια περίπου στις ΗΠΑ σημειώθηκε μονάχα μια σύντομη πτώση παραγωγής (ΤΟ 1949) και καμιά πτώση στις υπόλοιπες βιομηχανικές χώρες.
Έχουν υπάρξει απόπειρες να ερμηνευτεί η άνθηση ως αποτέλεσμα
των ραγδαίων τεχνολογικών καινοτομιών, των μεταναστευτικών κυμάτων νέων εργατών στις δεκαετίες του 1950 και του 1960, ή των φτηνότερων πρώτων υλών από τις μη-βιομηχανικές χώρες. Όμως, τέτοιοι παράγοντες δεν είχαν σταθεί ικανοί να αποτρέψουν στο παρελθόν την εκδήλωση κυκλικών κρίσεων. Οι τεχνολογικές καινοτομίες μπορεί να είχαν
ως αποτέλεσμα τη μείωση της αξίας ανά μονάδα νέας επένδυσης, όμως
ταυτόχρονα μείωναν και το χρόνο ζωής των παλιών επενδύσεων, αυξάνοντας με αυτό τον τρόπο τις αφαιρέσεις από τα κέρδη λόγω του κόστους απόσβεσης. Ο 19ος αιώνας είχε σημαδευτεί από τη μαζική μετανάστευση από την Ιρλανδία προς τη Βρετανία και από την Ευρώπη
προς τις ΗΠΑ, αλλά αυτό δεν σταμάτησε τις πιέσεις στα ποσοστά κέρ220

Κρις Χάρμαν

δους. Η πτώση των τιμών στις πρώτες ύλες ήταν εν μέρει αποτέλεσμα
του ίδιου του τρόπου που η «άνθηση» ενθάρρυνε τους καπιταλιστές να
προχωρήσουν σε παραγωγή συνθετικών υποκατάστατων από τις βιομηχανικές οικονομίες (τεχνητές ίνες, πλαστικά, κλπ).
Υπήρχε, παρ' όλα αυτά, ένας νέος παράγοντας που μπορούσε να
ερμηνεύσει τις εξελίξεις. Ήταν οι άνευ προηγουμένου εξοπλιστικές δαπάνες σε καιρό ειρήνης. Πριν τον πόλεμο, στις ΗΠΑ αυτές οι δαπάνες
αποτελούσαν μόλις το 1% του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος. Όμως,
ο «αφοπλισμός» που επακολούθησε μετά το τέλος του πολέμου, το
1948, άφησε τις συγκεκριμένες δαπάνες στο 4%. Με την έλευση του Ψυχρού Πολέμου εκτοξεύτηκαν σε περισσότερο από 13% το 1950-53, και
καθ' όλη τη διάρκεια των δεκαετιών του '50 και του '60 συνέχιζαν να είναι πέντε με επτά φορές μεγαλύτερες απ' ό,τι ήταν στο Μεσοπόλεμο.
Οι ένοπλες δυνάμεις κατανάλωναν μια τεράστια ποσότητα υπεραξίας προς επένδυση, που διαφορετικά θα είχε πάει στην παραγωγική οικονομία. Σύμφωνα με έναν υπολογισμό του Μάικ Κίντρον επρόκειτο
για μια ποσότητα ίση με περίπου το 60% του ακαθάριστου παγίου κεφαλαιακού σχηματισμού των ΗΠΑ. Μια πρώτη επίπτωση των εξοπλιστικών δαπανών ήταν η προσφορά μιας αγοράς για τα προϊόντα των μεγαλύτερων βιομηχανιών:
Περισσότερο από τα 9/10 της τελικής ζήτησης για αεροσκάφη
και για τα εξαρτήματά τους προερχόταν από το δημόσιο, κύρια
από τις ένοπλες δυνάμεις... Το ίδιο ίσχυε για τα 3/5 της ζήτησης
μη-σιδηρούχων μετάλλων, για το περισσότερο από το μισό της
ζήτησης για χημικά και ηλεκτρονικά προϊόντα, πάνω από το 1/3
της ζήτησης για τηλεπικοινωνιακό εξοπλισμό και επιστημονικά
όργανα. Και ο κατάλογος προχωράει, με δεκαοχτώ μεγάλους
βιομηχανικούς κλάδους που το 1/10 ή και παραπάνω της ζήτησης για τα προϊόντα τους προερχόταν από τις κυβερνητικές παραγγελίες». 25
Οι περισσότερες κεϊνσιανές ερμηνείες της μεταπολεμικής άνθησης
έχουν αγνοήσει το ρόλο των στρατιωτικών δαπανών, όπως έχουν κάνει
και πολλοί μαρξιστές. Τόσο στη μια όσο και στην άλλη κατηγορία,
υπάρχει η τάση να ταυτίζεται ο καπιταλισμός με την καθαρή μορφή της
«ελεύθερης αγοράς» που είχε πάρει για ένα σύντομο διάστημα στη ΒρεΚαπιταλισμός Ζόμπι

221

τανία του 19ου αιώνα, και να βλέπουν το κράτος και το στρατό σαν κάτι το εξωτερικό στο σύστημα. Όμως, με αυτό τον τρόπο δεν λαμβάνονταν υπόψη οι αλλαγές τις οποίες είχαν ήδη αρχίσει να αναλύουν ο Χίλφερντινγκ, ο Μπουχάριν και ο Λένιν, πολύ περισσότερο εκείνες που είχαν έρθει ως αποτέλεσμα της ΜεγάληςΎφεσης, του Παγκόσμιου Πολέμου και του Ψυχρού Πολέμου.
Κάποιοι μαρξιστές και λιγοστοί κεϊνσιανοί, αντιλήφθηκαν ωστόσο
μια σημαντική επίπτωση των εξοπλιστικών δαπανών. Αυτές, πρόσφεραν στην υπόλοιπη οικονομία μια αγορά η οποία δεν εξαρτιόταν από τα
σκαμπανεβάσματα της ευρύτερης οικονομίας - ήταν ένας παράγοντας
άμβλυνσης της καθοδικής κίνησης του οικονομικού κύκλου. Οι αμερικάνοι μαρξιστές Πολ Σουήζυ και Πολ Μπάραν για παράδειγμα, θεωρούσαν τις εξοπλιστικές δαπάνες ως ένα σημαντικό μηχανισμό απορρόφησης του ολοένα αυξανόμενου «πλεονάσματος» και ξεπεράσματος
της υπερπαραγωγής.26 Δεν μπορούσαν, όμως, να εξηγήσουν γιατί η φορολόγηση για τη χρηματοδότηση αυτών των δαπανών δεν είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της ζήτησης στην υπόλοιπη οικονομία. Επίσης, όπως
έχει επισημάνει ο Μπλίνεϊ, οι αγορές στρατιωτικού εξοπλισμού από την
κυβέρνηση των ΗΠΑ δεν θα μπορούσαν να παίξουν άμεσο και σημαντικό ρόλο στην ώθηση των ευρωπαϊκών οικονομιών.27
Η ανάλυση των επιπτώσεων που έχουν οι δαπάνες που κατευθύνονται στη σπατάλη στη δυναμική της ευρύτερης οικονομίας (βλέπε
Πέμπτο Κεφάλαιο) πρόσφερε στον Κίντρον τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει αυτά τα προβλήματα, αφού αυτή η ανάλυση παίρνει ως αφετηρία της το ποσοστό κέρδους και όχι την «υποκατανάλωση». Οι εξοπλιστικές δαπάνες, όπως οι «μη-παραγωγικές» δαπάνες, μπορεί βραχυπρόθεσμα να αφαιρούν ένα κομμάτι από τα κέρδη, αλλά μακροπρόθεσμα μειώνουν τα κονδύλια που θα ήταν διαθέσιμα για περαιτέρω συσσώρευση, και μ' αυτό τον τρόπο επιβραδύνουν την αύξηση του λόγου
των επενδύσεων προς την απασχολούμενη εργατική δύναμη (της «οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου»).
Η λογική του Κίντρον επιβεβαιώθηκε εμπειρικά από το τι πραγματικά συνέβαινε στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου. Στις μεταπολεμικές δεκαετίες η άνοδός της στις ΗΠΑ ακολούθησε πολύ πιο αργούς
ρυθμούς σε σχέση με τις δεκαετίες πριν την ύφεση.28 Ήταν, επίσης, πολύ
222

Κρις Χάρμαν

χαμηλότερη από αυτή που υπήρχε στη μεταπολεμική Ευρώπη, όπου το
μερίδιο του εθνικού προϊόντος το οποίο κατευθυνόταν στις εξοπλιστικές δαπάνες ήταν πολύ χαμηλότερο απ' ό,τι στις ΗΠΑ.29

Όπλα, συσσώρευση και σχεδιασμός
Οι οικονομίες των εξοπλισμών δεν ήταν προϊόντα μιας συνειδητής
στρατηγικής για την εξουδετέρωση των υφέσεων. Προέκυψαν μέσα από
τη λογική των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών της εποχής του Ψυχρού
Πολέμου. Όμως, είναι βέβαιο ότι τμήματα του κεφαλαίου είχαν εκτιμήσει τη συμβολή τους στη διατήρηση της οικονομικής άνθησης. Διαμορφώθηκαν «στρατιωτικο-βιομηχανικά συμπλέγματα» που τα αποτελούσαν οι ανώτεροι στρατιωτικοί και όσοι διεύθυναν τις μεγάλες πολεμικές
βιομηχανίες, τα οποία είχαν άμεσο συμφέρον από την όξυνση των ενδοιμπεριαλιστικών συγκρούσεων. Αυτές οι ομάδες μπόρεσαν να ενώσουν
πίσω τους συνολικά την άρχουσα τάξη, όχι μόνο επειδή αυτή φοβόταν
το αντίπαλο στρατόπεδο, αλλά και εξαιτίας της επίπτωσης των δαπανών για εξοπλισμούς στη συνέχιση της συσσώρευσης.
Στη δεκαετία του '60 ο Τζον Κένεθ Γκαλμπρέιθ είχε περιγράψει την
αμοιβαία σχέση ανάμεσα στις κυβερνητικές δαπάνες και σε αυτό που
όρισε ως «σύστημα σχεδιασμού», σύμφωνα με το οποίο η κάθε μεγάλη
εταιρεία σχεδίαζε τις επενδύσεις της με ορίζοντα πολλών χρόνων:
Παρά τις περί του αντιθέτου διαδεδομένες εικασίες, αυτή η αύξηση [των κρατικών δαπανών] είχε την έντονη επιδοκιμασία των
επιχειρηματιών του συστήματος σχεδιασμού. Το στέλεχος της
μεγάλης επιχείρησης έχει κάνει ρουτίνα τις επικρίσεις για τη
σπατάλη στις κυβερνητικές δαπάνες. Όμως, από τις εκκλήσεις
του για εγκράτεια στα δημόσια οικονομικά, έχει αφαιρεθεί μεθοδικά η όποια αναφορά στις αμυντικές δαπάνες.30
Μια επίπτωση τέτοιων δαπανών ήταν ότι επέτρεψαν στις μεγάλες επιχειρήσεις να προχωρήσουν σε μακρόχρονο σχεδιασμό των δικών τους
επενδύσεων με τη βεβαιότητα ότι θα μπορέσουν να βγάλουν κέρδος
που θα το μετέτρεπαν σε ρευστό με την πώληση των δικών τους προϊόντων («πραγματοποιώντας την υπεραξία τους» σύμφωνα με την οροΚαπιταλισμός Ζόμπι

223

λογία του Μαρξ). Με τη σειρά της, αυτή η στρατηγική άλλαξε την εσωτερική λειτουργία των επιχειρήσεων, με τρόπους που έρχονταν σε αντίθεση με τις συνηθισμένες υποθέσεις γύρω από τη συμπεριφορά των καπιταλιστών, σύμφωνα με τις οποίες το κίνητρο της ήταν η επιδίωξη του
γρήγορου βραχυπρόθεσμου κέρδους και του ανταγωνισμού των τιμών
για την κατάκτηση αγορών.
Ο Γκαλμπρέιθ περιέγραψε την κατάσταση όπως εμφανιζόταν:
Η καθετοποίηση αντικαθιστά την αγορά. Η σχεδιάστρια-μονάδα
αναλαμβάνει την πηγή εφοδιασμού ή τους πόρους εκροής στην
αγορά... Κατ' αυτό τον τρόπο, μια συναλλαγή που υπόκειται
στη διαπραγμάτευση τιμών και ποσοτήτων, μετατρέπεται σε μια
μεταφορά εντός της σχεδιάστριας-μονάδας... Σύμφωνα με την
οπτική της εταιρείας, η εξάλειψη μιας αγοράς μετατρέπει μια
εξωτερική διαπραγμάτευση, άρα και μια ολικώς ή εν μέρει ανεξέλεγκτη απόφαση, σε ζήτημα καθαρά εσωτερικής απόφασης.
Τίποτα, όπως θα δούμε, δεν εξηγεί καλύτερα τη σημερινή επιχειρηματική πολιτική - η προσφορά κεφαλαίου αποτελεί την πιο
ακραία περίπτωση - από την επιθυμία να θέσουν ιδιαιτέρως
στρατηγικούς παράγοντες κόστους υπό την κρίση ολοκληρωτικά εσωτερικών αποφάσεων. Οι αγορές μπορούν επίσης να τεθούν υπό έλεγχο. Τούτο επιτυγχάνεται με τη μείωση ή την κατάργηση της ανεξαρτησίας δράσης όσων η σχεδιάστρια-μονάδα
αγοράζει προϊόντα τους ή όσων πουλάει τα δικά της... Την ίδια
στιγμή η εξωτερική μορφή της αγοράς, συμπεριλαμβανομένης
της διαδικασίας αγοράς-πώλησης, παραμένει τυπικά άθικτη.31
Σε μια περίοδο όπου «οι 200 μεγαλύτερες βιομηχανικές επιχειρήσεις διέθεταν τα 2/3 των περιουσιακών στοιχείων που χρησιμοποιούνταν στη
βιομηχανία και πραγματοποιούσαν περισσότερο από τα 3/5 όλων των
πωλήσεων, της απασχόλησης και των καθαρών κερδών»,32 αυτές αντιπροσώπευαν ένα τεράστιο τμήμα της οικονομίας των ΗΠΑ στο οποίο οι
περισσότερες οικονομικές λειτουργίες δεν υπόκειντο στα καπρίτσια της
αγοράς. Ο ανταγωνισμός ανάμεσα σε αυτούς τους γίγαντες δεν είχε εξαφανιστεί, όμως, σε μεγάλο βαθμό διεξαγόταν με διαφορετικές μεθόδους
απ' ό,τι ο παλιός ανταγωνισμός για την πώληση φτηνότερων προϊόντων
στην αγορά. Οι γιγάντιες επιχειρήσεις έμαθαν ότι μπορούσαν να αποκρούσουν δυνητικούς ανταγωνιστές καταφεύγοντας σε μη-παραγωγικές
μεθόδους, όπως τη χρησιμοποίηση του πλούτου τους για την επιβολή
224

Κρις Χάρμαν

αυστηρού ελέγχου στα δίκτυα διανομής, τη διαφήμιση για την προβολή
των προϊόντων τους ανεξαρτήτως των πραγματικών προτερημάτων
τους, τη συστηματική καλλιέργεια καλολαδωμένων διασυνδέσεων σε κυβερνητικές υπηρεσίες που είναι αγοραστές των προϊόντων τους.
Ο Γκαλμπρέιθ πίστευε ότι αλλαγές όπως οι παραπάνω συνιστούν
μια ριζική αλλαγή στη φύση του ίδιου του καπιταλισμού. Μαρξιστές που
όριζαν τον καπιταλισμό απλά με όρους ανταγωνισμού στην «ελεύθερη
αγορά» ανάμεσα σε ανταγωνιστές ιδιώτες καπιταλιστές, μπορούσαν εύκολα να καταλήξουν στο ίδιο συμπέρασμα, από τη στιγμή που ένα μεγάλο τμήμα της παραγωγής στο εσωτερικό της μεγάλης επιχείρησης δεν
υπόκειτο άμεσα στο νόμο της αξίας. Οι ακραίες διαφοροποιήσεις στην
«αποτελεσματικότητα χ» - την εσωτερική αποτελεσματικότητα των
επιχειρήσεων - έδειχναν τη μεγάλη απόσταση που χώριζε πολλές από
αυτές τις επιχειρήσεις από το καπιταλιστικό ιδεώδες. Επίσης, το κεφάλαιο δεν μετακινούνταν αυτόματα κάτω από την επίδραση των δυνάμεων της αγοράς, από τομείς με μεγάλες πάγιες επενδύσεις, υψηλή οργανική σύνθεση κεφαλαίου και χαμηλό ποσοστό κέρδους, προς άλλους τομείς, όπως ίσως θα συμπέραινε μια απλοϊκή ανάγνωση του Κεφαλαίου
του Μαρξ. Το αν θα το έκανε, εξαρτιόταν από διευθυντές που μπορεί να
αποφάσιζαν να θυσιάσουν τη βραχυπρόθεσμη κερδοφορία για χάρη της
μακροπρόθεσμης μεγέθυνσης, σε αγορές όπου ήδη κατείχαν κυριαρχική
θέση. Αν ο νόμος της αξίας συνέχιζε να λειτουργεί, τότε ίσχυε μακροπρόθεσμα, μιας και εν τέλει οι μεγάλες επιχειρήσεις δεν θα κατόρθωναν
να κρατήσουν τους ανταγωνιστές τους και τους νεοφερμένους στον
κλάδο σε απόσταση, εκτός αν συνέχιζαν να αποσπούν υπεραξία επαρκή
για την πραγματοποίηση νέων, μεγάλης κλίμακας επενδύσεων. Τελικά,
σε πολλές περιπτώσεις διαπίστωσαν το εάν είχαν κατορθώσει κάτι τέτοιο μόνο όταν η ίδια η μακρά άνθηση έφτασε στο απότομο τέλος της.

Οι άλλοι αναπτυγμένοι καπιταλισμοί
Μέχρι εδώ, η εικόνα αφορά την οικονομία των ΗΠΑ στη διάρκεια της
μεταπολεμικής άνθησης. Προς το τέλος του πολέμου αυτή η οικονομία
πραγματοποιούσε σχεδόν τη μισή παγκόσμια παραγωγή και η δυναμική
Καπιταλισμός Ζόμπι

225

της καθόριζε σε μεγάλο βαθμό τις εξελίξεις σε άλλα σημεία του κόσμου.
Όμως, οι μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες, με σημαντικές μεν, αλλά πολύ χαμηλότερες στρατιωτικές δαπάνες σε σχέση με εκείνες των ΗΠΑ,
παρουσίαζαν πολλά από τα ίδια γνωρίσματα. Στη Βρετανία και σε μικρότερη έκταση στη Γαλλία, οι επενδύσεις στις πολεμικές βιομηχανίες
τράβηξαν προς τα εμπρός και την υπόλοιπη οικονομία, αντισταθμίζοντας ως ένα σημείο τις πιέσεις για την αύξηση της οργανικής σύνθεσης
και για την πτώση του ποσοστού κέρδους. Με αυτό τον τρόπο επέτρεψαν μια συνεχή οικονομική ανάπτυξη χωρίς την ανάγκη προσφυγής σε
κεϊνσιανά μέτρα.
Οι εξοπλισμοί ήταν λιγότερο σημαντικοί στη Γερμανία. Όμως, η κυβέρνηση συνέχισε να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο. Μια μαρξιστική
ανάλυση μας λέει με ποιον τρόπο
στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία [της Γερμανίας, στμ] περισσότερο απ ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη καπιταλιστική χώρα, η αστική
τάξη έχει κάνει χρήση των κρατικών μηχανισμών, του νομισματικού και δημοσιονομικού συστήματος για να επιταχύνει τη συσσώρευση κεφαλαίου μέσω ευνοϊκών συναλλαγματικών ισοτιμιών, πιστώσεων για την ανοικοδόμηση, ευνοϊκών επιτοκίων και
όρων χρηματοδότησης για επενδύσεις. Όλα αυτά λάμβαναν χώρα παρά την επίσημη νεοφιλελεύθερη οικονομική θεωρία...33
Στην Ιαπωνία ο κρατικός καπιταλισμός έφτασε στο μεγαλύτερο βαθμό
επιρροής στη μη-πολεμική βιομηχανία από οπουδήποτε αλλού στο Δυτικό κόσμο, παρά την περιορισμένη έκταση της άμεσης κρατικής ιδιοκτησίας. Το κράτος και οι μεγαλύτερες ιδιωτικές επιχειρήσεις συνεργάστηκαν για να εξασφαλίσουν ότι το μερίδιο του εθνικού εισοδήματος,
που πριν το 1945 κατευθυνόταν στους εξοπλισμούς, τώρα θα κατέληγε
σε παραγωγικές επενδύσεις:
Η κινητήρια δύναμη της ραγδαίας οικονομικής ανάπτυξης ήταν
οι πάγιες επενδύσεις σε εγκαταστάσεις και εξοπλισμό. Οι ιδιωτικές πάγιες επενδύσεις αυξήθηκαν από το 7,8% του Ακαθάριστου
Εθνικού Προϊόντος το 1946, στο 21,9% το 1961.34
Όταν στα τέλη της δεκαετίας του '40 και στη δεκαετία του '50 σημειώθηκαν ελλείψεις στις εισαγωγές πρώτων υλών, η κυβέρνηση ανέλαβε
τη διανομή τους σε κλάδους που θεωρούσε ότι θα συμβάλλουν περισ226

Κρις Χάρμαν

σότερο στην ανάπτυξη της οικονομίας. Μ' αυτό τον τρόπο αναπτύχθηκαν βασικοί κλάδοι όπως τα ανθρακωρυχεία, η χαλυβουργία και επεκτάθηκαν οι εξαγωγές.
Το Υπουργείο Διεθνούς Εμπορίου και Βιομηχανίας (ΜΙΤΙ) έκδιδε
«κατευθυντήριες γραμμές», τις οποίες μόνο με μεγάλο κίνδυνο μπορούσαν να αγνοήσουν οι επιχειρήσεις. Οι γιγάντιες εταιρείες που πριν τον
Αύγουστο του 1945 είχαν αποδεχτεί τις εντολές της πολεμικής οικονομίας ως κάτι το απαραίτητο για τη στρατιωτική επέκταση, αποδέχονταν
τώρα τις εντολές του ΜΙΤΙ ως απαραίτητες για την ειρηνική, οικονομική
επέκταση:
Οι Ιάπωνες επιχειρηματίες επενδύουν με ενεργητικότητα. Σ" αντίθεση με επιχειρηματίες άλλων αναπτυγμένων χωρών, δεν θα
περιορίσουν τις πάγιες επενδύσεις τους στα όρια των ακαθάριστων κερδών τους ή της εσωτερικής τους συσσώρευσης. Ακόμα
και αν οι πάγιες επενδύσεις τους φτάνουν και ξεπερνούν την
αξία των ακαθάριστων κερδών τους, θα συνεχίσουν να επενδύουν όσο η τραπεζική χρηματοδότηση είναι διαθέσιμη.35
Με άλλα λόγια, οι επικεφαλής των μεγάλων επιχειρήσεων και του κράτους συνεργάζονταν για να εξασφαλίσουν την ανάπτυξη του γιαπωνέζικου εθνικού καπιταλισμού μέσω της κινητοποίησης του συνόλου του όγκου της υπεραξίας και της κατεύθυνσής της σε «στρατηγικούς» τομείς
της οικονομίας, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τη βραχυπρόθεσμη κερδοφορία. Κάτι που άλλα εθνικά κεφάλαια το έκαναν με βάση κυρίως στρατιωτικούς υπολογισμούς, ο γιαπωνέζικος κρατικός καπιταλισμός το έκανε για να επικρατήσει στον ανταγωνισμό για υπερπόντιες αγορές. Οι
εξαγωγές έπαιξαν ένα πολύ σημαντικό ρόλο στην ώθηση της οικονομίας
προς τα μπρος. Κι αυτό σήμαινε ότι τελικά η οικονομική ανάπτυξη της
Ιαπωνίας εξαρτιόταν από την οικονομία των όπλων στις ΗΠΑ. Όπως
δείχνει ο Ρόμπερτ Μπρένερ σε μια ιδιαιτέρως εμπειρική μελέτη:
Οι Γερμανοί και οι Ιάπωνες κατασκευαστές όφειλαν μεγάλο μέρος του δυναμισμού τους στον τρόπο με τον οποίο αποσπούσαν
μεγάλα τμήματα της ταχέως αναπτυσσόμενης παγκόσμιας αγοράς από τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ παράλληλα είχαν αρχίσει να εισβάλλουν και στην εγχώρια αγορά των ΗΠΑ.
Αυτή η ανακατανομή των μεριδίων της αγοράς - η ανάληψη παΚαπιταλισμός Ζόμπι

227

ραγγελιών (ζήτηση) από τους Γερμανούς και Ιάπωνες κατασκευαστές που στο παρελθόν εφοδιάζονταν από παραγωγούς
των ΗΠΑ - έδωσε μια πανίσχυρη ώθηση στις επενδύσεις και την
παραγωγή τους.36
Δεν ήταν ο «κοινωνικός συμβιβασμός» και το «κράτος πρόνοιας» οι αιτίες της μακράς άνθησης και της «χρυσής εποχής». Αντιθέτως, ήταν τα
υποπροϊόντα του στρατιωτικοποιημένου κρατικού καπιταλισμού. Η
ευημερία στηριζόταν στον κώνο της βόμβας υδρογόνου.37

Η εργατική δύναμη στη μακρά άνθηση
Στη διάρκεια των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών το επίπεδο της
ανεργίας ήταν ανάλογο εκείνων που στο παρελθόν σημειώνονταν μόνο
σε σύντομες περιόδους έντονης οικονομικής ανάπτυξης. Στις αρχές της
δεκαετίας του '50 η ανεργία στις ΗΠΑ ήταν λιγότερο από 3% και στη
Βρετανία κυμαινόταν ανάμεσα στο 1,5% και το 2%. Στη Γερμανία, όπου
λόγω της οικονομικής εξάρθρωσης που είχε προκαλέσει ο πόλεμος και
οι καταστροφές του, αρχικά η ανεργία βρισκόταν σε υψηλό επίπεδο, το
1957 είχε υποχωρήσει στο 4% και το 1960 είχε πέσει σε μόλις 1%.
Επομένως το πρόβλημα που αντιμετώπιζαν τα εκβιομηχανισμένα
καπιταλιστικά κράτη δεν ήταν η αντιμετώπιση της ανεργίας αλλά το
αντίθετο, δηλαδή η εξασφάλιση ενός ρυθμού αύξησης της απασχόλησης που θα συμβάδιζε με τη φαινομενικά ακόρεστη δίψα του κεφαλαίου
για εργατική δύναμη. Το απασχολούμενο εργατικό δυναμικό στις ΗΠΑ
αυξήθηκε κατά 60% ανάμεσα στο 1940 και το 1970. Επέκταση τέτοιας
κλίμακας απαιτούσε εντελώς νέες πηγές εφοδιασμού εργατικής δύναμης. Είτε άρεσε στους πολιτικούς και τα κυβερνητικά στελέχη είτε όχι,
το κράτος δεν μπορούσε να αφήσει τον εφοδιασμό με τη βασική πρώτη
ύλη του οικονομικού και στρατιωτικού ανταγωνισμού έρμαιο στα καπρίτσια μιας «ελεύθερης» αγοράς εργασίας. Το κράτος ήταν αναγκασμένο να συμπληρώσει - και ως ένα βαθμό να υποσκελίσει - το μισθωτό σύστημα με υπηρεσίες και επιδόματα που παρείχε το ίδιο, σε μια κλίμακα μεγαλύτερη από οποτεδήποτε στο παρελθόν.
Μια απάντηση στην έλλειψη εργατικής δύναμης ήταν η περαιτέρω
228

Κρις Χάρμαν

μείωση του αγροτικού πληθυσμού μέσω κρατικών προγραμμάτων που
προωθούσαν τη συγχώνευση των μικρών αγροτικών εκμεταλλεύσεων.
Αυτή η προσέγγιση υιοθετήθηκε στο μεγαλύτερο μέρος της Δυτικής Ευρώπης. Μια άλλη απάντηση ήταν η ενθάρρυνση της μετανάστευσης από
τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες στις πόλεις των βιομηχανικών χωρών
(από την Τουρκία, την Ανατολική και την Κεντρική Ευρώπη προς τη
Γερμανία, από τη Γιουγκοσλαβία, την Πορτογαλία, την Ισπανία και την
Αλγερία προς τη Γαλλία, από τις Δυτικές Ινδίες και την Ινδική υποήπειρο προς τη Βρετανία, από το Πουέρτο Ρίκο στις ΗΠΑ). Μια τρίτη λύση
- που κι αυτή υιοθετήθηκε σχεδόν παντού - ήταν η ένταξη των παντρεμένων γυναικών στη μισθωτή απασχόληση. Όμως, ο κάθε νέος τρόπος
διεύρυνσης του εργατικού δυναμικού προκαλούσε νέα προβλήματα στο
κεφάλαιο και το κράτος.
Η απορρόφηση εργατικού δυναμικού από τον αγροτικό τομέα μπορούσε να είναι αποτελεσματική μόνο εφόσον αφιερώνονταν πόροι στη
γεωργία για να γίνει πιο παραγωγική. Αυτό μπορούσε να έχει μεγάλο οικονομικό κόστος. Όμως, η εναλλακτική προοπτική ήταν ότι θα πλήττονταν η παροχή τροφίμων στον αυξανόμενο αστικό πληθυσμό και
πρώτων υλών στη βιομηχανία. Το αποτέλεσμα θα ήταν η πυροδότηση
της εργατικής δυσαρέσκειας και η πρόκληση «συμφορήσεων» στη συσσώρευση. Και στο τέλος αποδείχτηκε ότι στην ύπαιθρο δεν είχε πια απομείνει επαρκής ποσότητα περισσευούμενης εργατικής δύναμης για να
ικανοποιήσει τις ανάγκες της βιομηχανίας, καθώς ο αριθμός των αγροτών μειωνόταν.
Η μετανάστευση από τον Τρίτο Κόσμο ήταν ένας πολύ φτηνός τρόπος εξασφάλισης εργατικής δύναμης. Η χώρα υποδοχής ήταν απαλλαγμένη από το κόστος ανατροφής και εκπαίδευσης αυτού του τμήματος
του εργατικού δυναμικού, ουσιαστικά λάμβανε μια επιδότηση από τη
χώρα προέλευσης του μετανάστη εργάτη.18 Το νέο εργατικό δυναμικό
ήταν συνήθως νεαρότερης ηλικίας από το «ντόπιο» και δεν ζητούσε τόσο πολλά από άποψη υγειονομικής φροντίδας, συντάξεων γήρατος κλπ.
Επίσης τα μέλη αυτού του νέου εργατικού δυναμικού ήταν έτοιμα να
ανεχτούν μικρότερους μισθούς, χειρότερες συνθήκες εργασίας, αυστηρή
εργασιακή πειθαρχία - ήταν δηλαδή έτοιμα να υποστούν υπερεκμετάλλευση. Η δεξαμενή αυτού του νέου εργατικού δυναμικού έμοιαζε να είΚαπιταλισμός Ζόμπι

229

ναι απεριόριστη.
Όμως, υπήρχαν πρακτικά όρια. Όσο οι μετανάστες εργάτες συνήθιζαν να ζουν και να εργάζονται στο νέο τους τόπο, ήθελαν συνθήκες πιο
κοντινές σ' αυτές των «ντόπιων» εργατών: αξιοπρεπείς συνθήκες στέγασης και κοινωνικές υπηρεσίες. Το κράτος ήταν αναγκασμένο είτε να
αυξήσει τις δαπάνες του γι' αυτά τα πράγματα είτε - αν αρνιόταν - να
πυροδοτήσει κοινωνικές εντάσεις, οι οποίες με τη σειρά τους είτε θα
προκαλούσαν όξυνση της ταξικής πάλης (σε σημαντικό βαθμό η εξέγερση στη Γαλλία το 1968 ήταν εξέγερση τέτοιων νέων εργατών), είτε
«φυλετικές» συγκρούσεις ανάμεσα στους παλιούς, τακτοποιημένους
εργάτες και τους νέους. Εν τέλει το κράτος, ανήμπορο να αναλάβει το
κόστος αυτών των κοινωνικών δαπανών για να καταλαγιάσει τέτοιες
εστίες κοινωνικής έντασης και επιθυμώντας να μην γίνει ο στόχος της
δυσαρέσκειας, συνήθως απαντούσε με την επιβολή περιορισμών στην
είσοδο νέων μεταναστών.
Ένα επίπεδο επενδύσεων από το κράτος απαιτούσε και η γενικευμένη είσοδος των παντρεμένων γυναικών στο εργατικό δυναμικό.
Έπρεπε να βρεθούν τα μέσα που θα διασφάλιζαν ότι δεν θα παραμελούταν η ανατροφή των παιδιών - η κοινωνικοποίηση της επόμενης γενιάς
εργατών - κι ότι δεν θα κατέρρεε η παροχή τροφής, στέγης και ένδυσης
για το ανδρικό εργατικό δυναμικό. Πολλά απ' αυτά τα μέσα τα παρείχε,
με σχετικά μικρό κόστος, η ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών. Το ηλεκτρικό ψυγείο, το πλυντήριο, η ηλεκτρική σκούπα, η αντικατάσταση
του κάρβουνου από τον ηλεκτρισμό, το φυσικό αέριο ή το πετρέλαιο για
θέρμανση, η διάδοση των καταψυγμένων τροφίμων, η επέκταση των
αλυσίδων φαστ-φουντ, ακόμα και οι τηλεοράσεις, όλα αυτά τα προϊόντα είχαν ως αποτέλεσμα να μειωθεί η προσπάθεια που χρειαζόταν για
να εξασφαλιστεί η αναπαραγωγή της σημερινής και της μελλοντικής
εργατικής δύναμης. Συνήθως, όλα αυτά δεν κόστιζαν ούτε ένα σεντς
στην κυβέρνηση και το κεφάλαιο, μιας κι αγοράζονταν από τις ίδιες τις
οικογένειες και το πρόσθετο εισόδημα που τους έφερνε η απασχόληση
των γυναικών. Η φροντίδα των μικρών παιδιών τις ώρες που κι οι δυο
γονείς εργάζονταν δημιούργησε μεγαλύτερες δυσκολίες, μιας και η παροχή παιδικών σταθμών και υπηρεσιών μπορούσε να είναι δαπανηρή
για το κράτος, έστω κι αν συχνά και αυτό το συγκεκριμένο κόστος πλη230

Κρις Χάρμαν

ρωνόταν από μέρος του μισθού της εργαζόμενης γυναίκας.
Δηλαδή, όλες οι μέθοδοι επέκτασης της εργατικής δύναμης ήταν ως
ένα σημείο αποτελεσματικοί, όμως πέρα απ' αυτό το σημείο σήμαιναν
ιδιαιτέρως μεγάλα γενικά έξοδα. Το σύστημα μπορούσε να αναλάβει το
κόστος του κράτους πρόνοιας όσο αναπτύσσονταν με ταχείς ρυθμούς.
Όπως είδαμε στο Πέμπτο Κεφάλαιο, η «αρχή της ασφάλισης» επέβαλε
ότι κάποια τμήματα της εργατικής τάξης θα πλήρωναν τις κοινωνικές
παροχές κάποιων άλλων τμημάτων. Το παραπανίσιο κόστος στη Δυτική
Ευρώπη δεν ξεπερνούσε το 2% με 3% του Ακαθάριστου Εθνικού Εισοδήματος, ενώ στις ΗΠΑ το κράτος έβγαζε κι ένα μικρό πλεόνασμα. 39
Όμως, αυτό το κόστος μπορούσε να μετατραπεί σε βάρος μόλις η Μεγάλη Ανθηση έφτανε στο τέλος της.
Υπήρχε ακόμα μια λύση για την έλλειψη εργατικού δυναμικού.
Όμως ήταν ακόμα πιο ακριβή από τις προηγούμενες. Ήταν η αύξηση
των κρατικών δαπανών για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης,
με στόχο την αύξηση του μέσου επιπέδου δεξιοτήτων της. Στη διάρκεια
της Μεγάλης Ανθησης σ" όλες τις προηγμένες χώρες σημειώθηκε μια
σημαντική αύξηση των δαπανών για τη δημόσια εκπαίδευση, ιδιαίτερα
εκείνων των δαπανών που αφορούσαν τις μεγαλύτερες τάξεις της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και την τριτοβάθμια εκπαίδευση.40
Τέλος, υπήρχε και ένας ακόμα τομέας επέκτασης των κρατικών δαπανών με σκοπό την αύξηση της παραγωγικότητας. Επρόκειτο για τις
δαπάνες που προορίζονταν για την τόνωση μιας αίσθησης ασφάλειας σε
όσους εργάτες είχαν δουλειά. Σε αυτή την κατηγορία ανήκαν οι συντάξεις γήρατος και τα επιδόματα ανεργίας. Όπως έχει επισημάνει ο Τζέιμς
Ο' Κόνορ (James O'Connor): «Ο πρωταρχικός σκοπός είναι η δημιουργία μιας αίσθησης οικονομικής ασφάλειας στους απασχολούμενους εργάτες, ούτως ώστε να ανυψωθεί το ηθικό και να ενισχυθεί η πειθαρχία».41 Γι' αυτό το λόγο σε πολλές χώρες στα τέλη της δεκαετίας του '60
καθιερώθηκαν επιδόματα ανεργίας «δεμένα» με το ύψος του μισθού καθώς και αποζημιώσεις για απόλυση. Ήταν η άλλη όψη του «ξεσκονίσματος» εργατικού δυναμικού από τις παλιές βιομηχανίες.
Η «κοινωνικοποίηση» του εργατικού κόστους είχε κάποιες σημαντικές επιπτώσεις για το σύστημα συνολικά. Κάτω από συνθήκες οξείας έλλειψης εργατικής δύναμης, το εθνικό καπιταλιστικό κράτος ήταν υποΚαπιταλισμός Ζόμπι

231

χρεωμένο να προσέχει και να φροντίζει την εργατική δύναμη εκτός από
το να την εκμεταλλεύεται, αν επιθυμούσε πραγματικά η παραγωγικότητά της να βρίσκεται στα διεθνή επίπεδα. Όμως, αυτό σήμαινε ότι οι εργάτες αποκτούσαν κάποιες πιθανότητες να επιβιώνουν χωρίς να είναι
αναγκασμένοι να πουλάνε την εργατική τους δύναμη. Σημειωνόταν δηλαδή μια μερική άρνηση στο χαρακτήρα της ελεύθερης εργατικής δύναμης, αν και επρόκειτο μόνο για μια μερική άρνηση, αφού το κράτος
ασκούσε κάθε είδους πίεσης για να κρατήσει τον κόσμο στην αγορά εργασίας.
Ωστόσο, ακόμα κι αυτή η περιορισμένη «άρνηση» της ελεύθερης
αγοράς εργασίας ήταν ένα βάρος που μεγάλωνε τα γενικά έξοδα του
κάθε εθνικού κεφαλαίου. Ως τέτοια, ασκούσαν μια καθοδική πίεση στο
ποσοστό απόδοσης της συνολικής εθνικής επένδυσης. Το ποσοστό του
κέρδους το προστάτευαν άλλοι παράγοντες. Όμως, από τη στιγμή που
η ανοδική δυναμική της «άνθησης» άρχιζε να αδυνατίζει, το κόστος της
κοινωνικής πρόνοιας έγινε ένα κρίσιμο πρόβλημα. Οι δυο λειτουργίες
της - η αύξηση της παραγωγικότητας και η εξαγορά της συναίνεσης δεν ήταν πλέον συμπληρωματικές. Το κεφάλαιο ήταν υποχρεωμένο να
προσπαθήσει να μειώσει το κόστος συντήρησης και αύξησης της παραγωγικότητας, ακόμα κι αν κάνοντας αυτή την προσπάθεια διατάρασσε
τους παλιούς μηχανισμούς ελέγχου της εργατικής τάξης. Αυτό θα αποτελούσε ένα σημαντικό παράγοντα στην ταξική πάλη όταν η «άνθηση»
θ' άρχιζε να λαχανιάζει.

Το Ανατολικό μπλοκ
Στις μεταπολεμικές δεκαετίες, υψηλούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης δεν είχαν μόνο οι Δυτικές οικονομίες και η Ιαπωνία. Το ίδιο ίσχυε
και για την ΕΣΣΔ, όπως και για τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, τις
οποίες έλεγχε. Ανάμεσα στο 1950 και το 1966 η παραγωγή ηλεκτρικής
ενέργειας στην ΕΣΣΔ αυξήθηκε 500%, η παραγωγή χάλυβα κατά τι λιγότερο από 250%, του πετρελαίου κατά 100%, των τρακτέρ 200%, της
νηματουργίας 100%, των υποδημάτων 100%, του οικιακού εξοπλισμού
100%.42 Στα μέσα της δεκαετίας του '70, τα ίδια καταναλωτικά αγαθά
232

Κρις Χάρμαν

που είχαν μεταμορφώσει την καθημερινή ζωή στη Δυτική Ευρώπη και τη
Βόρεια Αμερική - η τηλεόραση, το ψυγείο, το πλυντήριο - έκαναν την
εμφάνισή τους, αν και με πιο αργούς ρυθμούς στην ΕΣΣΔ και στις άλλες
χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.43 Μετά την κατάρρευση του Ανατολικού μπλοκ το 1989-91 συνήθως ξεχνιέται το γεγονός ότι στις δεκαετίες
του '50 και του '60 ακόμα και πολλοί αντίπαλοι της ΕΣΣΔ θεωρούσαν
δεδομένο ότι ο ρυθμός ανάπτυξής της ήταν μεγαλύτερος από εκείνους
που είχαν επιτύχει καθεστώτα σ" άλλα σημεία του κόσμου. Ένας οξυδερκής επικριτής του συστήματος, ο Αλεκ Νόουβ (Alec Nove), μπορούσε να
γράψει ότι «η επιτυχία της Σοβιετικής Ένωσης... να γίνει η δεύτερη βιομηχανική και στρατιωτική δύναμη στον κόσμο είναι αδιαμφισβήτητη».44
Όμως, το γεγονός ότι απλά υπήρχε γρήγορη ανάπτυξη δεν ξεπερνούσε τις εξωτερικές πιέσεις για ακόμα πιο γρήγορη ανάπτυξη, αφού,
παρά τις δεκαετίες εκβιομηχάνισης που είχαν προηγηθεί, η Σοβιετική οικονομία συνέχιζε να έχει λιγότερο από το μισό μέγεθος του κύριου
στρατιωτικού ανταγωνιστή της, των ΗΠΑ. Από μια άποψη οι πιέσεις γίνονταν ισχυρότερες. Στις αρχές της εκβιομηχάνισης υπήρχαν τεράστιες
εφεδρείες εργατικής δύναμης που μπορούσαν να κατευθυνθούν από τη
γεωργία στη βιομηχανία. Η ύπαρξη τέτοιων εφεδρειών σήμαινε ότι εκείνοι που διαχειρίζονταν την οικονομία δεν χρειάζονταν να ανησυχούν
ιδιαίτερα για το αν ένα μεγάλο ποσοστό αυτής της εργατικής δύναμης
σπαταλιόταν. Αυτό άρχισε να τους ενδιαφέρει από τη στιγμή που η
ύπαιθρος άδειαζε από νέους ανθρώπους και η αγροτική παραγωγή που
ήταν απαραίτητη για τη διατροφή του διογκούμενου πληθυσμού των
πόλεων έπρεπε να πραγματοποιηθεί από όλο και μικρότερους αριθμούς
ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας. Τα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας είχαν αρχίσει να κλείνουν αμέσως μετά το θάνατο του Στάλιν, εν
μέρει για πολιτικούς λόγους, αλλά και γιατί η μισθωτή εργασία ήταν πολύ πιο παραγωγική από την εργασία των σκλάβων. Ήταν μια ένδειξη ότι
η φάση της «πρωταρχικής συσσώρευσης» πλησίαζε στο τέλος της. Από
κει και πέρα στους κύκλους της ελίτ γίνονταν συχνά συζητήσεις και αντιπαραθέσεις για την ανάγκη οικονομικών «μεταρρυθμίσεων». Στη
διάρκεια μιας τέτοιας φάσης στη δεκαετία του '70, ο Μπρέζνιεφ [ο τότε
γενικός γραμματέας του ΚΚΣΕ], εξήγησε τη λογική τους:
Καπιταλισμός Ζόμπι

233

Ο σύντροφος Μπρέζνιεφ αναφέρθηκε στο ζήτημα του οικονομικού ανταγωνισμού ανάμεσα στα δυο παγκόσμια συστήματα. «Ο
ανταγωνισμός παίρνει διαφορετικές μορφές», είπε. «Σε πολλές
περιπτώσεις αντιμετωπίζουμε με επιτυχία το καθήκον να φτάσουμε και να ξεπεράσουμε τις καπιταλιστικές χώρες στην παραγωγή συγκεκριμένων προϊόντων... όμως, το βασικό ζήτημα δεν
είναι μόνο πόσο πολύ παράγεις, αλλά επίσης και με τι κόστος, με
πόση εργασία... Σ' αυτό το πεδίο βρίσκεται το κέντρο βαρύτητας ανάμεσα στα δυο συστήματα».45
Επρόκειτο για την ίδια λογική της ανταγωνιστικής συσσώρευσης που
βρισκόταν σε λειτουργία στους - κάποιες φορές γιγάντιους - κρατικούς τομείς του δυτικού βιομηχανικού καπιταλισμού ή, για τον ίδιο λόγο, στις γιγάντιες εταιρείες που είχε περιγράψει ο Γκαλμπρέιθ. Η οργάνωση της παραγωγής στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ μπορεί να αφορούσε το
συνδυασμό διαφορετικών αξιών χρήσης (τόση ποσότητα εργασίας, τόσο πολλές διαφορετικές πρώτες ύλες, αυτό ή το άλλο συγκεκριμένο είδος μηχανών) για την παραγωγή νέων αξιών χρήσης. Όμως, αυτό που
ενδιέφερε την άρχουσα γραφειοκρατία ήταν η σύγκριση αυτών των
αξιών χρήσης με τις αντίστοιχες που παράγονταν μέσα στις μεγάλες
επιχειρήσεις της Δύσης. Κι αυτό σήμαινε σύγκριση του χρόνου εργασίας
που χρειαζόταν για την παραγωγή τους στην ΕΣΣΔ με εκείνον που
χρειαζόταν στις δυτικές επιχειρήσεις. Ή, για να χρησιμοποιήσουμε την
ορολογία του Μαρξ, η παραγωγή στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ καθορίζονταν από το νόμο της αξίας που λειτουργούσε σε παγκόσμια κλίμακα.44
Μια από τις ψευδαισθήσεις που δημιούργησε η ταχεία και αδιάκοπη ανάπτυξη της ΕΣΣΔ ήταν ότι κυλούσε ομαλά και ορθολογικά σύμφωνα με τα διάφορα Πεντάχρονα Πλάνα, σε αντίθεση με τα «πάνω»
και τα «κάτω» της Δύσης. Όμως, το αδιάκοπο κυνήγι της συσσώρευσης
είχε ως αναπόφευκτη παρενέργεια την αποδιοργάνωση, το χάος και τη
σπατάλη σε ολόκληρους τομείς της παραγωγής. Τεράστια νέα βιομηχανικά συγκροτήματα ξεκινούσαν να χτίζονται στην αρχή κάθε νέου
«πλάνου». Όμως, μετά από λίγο γινόταν φανερό ότι δεν μπορούσαν
όλα να ολοκληρωθούν. Κάποιες απ' αυτές τις επενδύσεις (συνήθως
όσες είχαν να κάνουν με την κατανάλωση του πληθυσμού) έπρεπε να
«παγώσουν» και οι πόροι που αρχικά προορίζονταν γι' αυτές κατευθύ234

Κρις Χάρμαν

νονταν αλλού (στην παραγωγή μέσων παραγωγής). Τέτοιες αποφάσεις
προκαλούσαν ένα συνεχές πετσόκομμα και αλλαγή των προϊόντων που
έπρεπε να παράγουν συγκεκριμένοι πόροι, αιφνιδιαστικές πιέσεις να παραχθεί μεγαλύτερη ποσότητα από το τάδε προϊόν και μικρότερη από το
δείνα και τεράστια σπατάλη, μιας και υπήρχαν εργοστάσια που παρήγαγαν τεράστιες ποσότητες ενός προϊόντος, όμως άλλα εργοστάσια δεν είχαν παράγει πράγματα απαραίτητα για τη χρησιμοποίησή τους. (Οπως
έγινε σε μια περίπτωση στη δεκαετία του '80, όταν σπαταλήθηκαν βουνά λιπασμάτων, γιατί ένα από τα προγράμματα που είχαν «παγώσει»
ήταν κι η κατασκευή εργοστασίου για την παραγωγή των σάκων στους
οποίους θα συσκευάζονταν τα λιπάσματα). 47
Έχει γίνει συνήθεια, τόσο στην αριστερά όσο και στη δεξιά, μετά την
κατάρρευση της ΣοβιετικήςΈνωσης να αποδίδονται οι καταστάσεις που
περιγράψαμε προηγουμένως, απλά στο γραφειοκρατικό παραλογισμό
που επικρατούσε στη Σοβιετική οικονομία, χωρίς να αναφέρουν την
ομοιότητά του με τον παραλογισμό του διευθυντικού δεσποτισμού στις
δυτικές επιχειρήσεις και τις κοινές ρίζες και των δυο που βρίσκονται
στην υποταγή της ανθρώπινης εργασίας στην ανταγωνιστική συσσώρευση, δηλαδή, στην αυτοεπέκταση του κεφαλαίου. Κι όμως, ήταν δυνατόν
η αρχική αιτία κάθε μορφής παραλογισμού στη Σοβιετική οικονομία να
εντοπιστεί στην υπερεπένδυση, όπως ακριβώς μπορεί να γίνει και με το
διευθυντικό παραλογισμό στις δυτικές εταιρίες.
Στις οικονομίες Σοβιετικού τύπου δεν υπήρχε μόνο σπατάλη. Σημειωνόταν και ανισότητα στους ρυθμούς ανάπτυξης ανά περιόδους,
όπως ακριβώς και στη Δύση. Μελέτες που έγιναν στη δεκαετία του '60
κυρίως από ανατολικο-ευρωπαίους οικονομολόγους, διαπιστώνουν τη
λειτουργία κυκλικών διακυμάνσεων στις οικονομίες που αντέγραφαν το
μοντέλο της ΕΣΣΔ. Το 1968 οι Τσεχοσλοβάκοι Γκόλντμαν (Goldman)
και Κόρμπα (Korba) έγραφαν ότι:
Η ανάλυση της δυναμικής της βιομηχανικής παραγωγής στην
Τσεχοσλοβακία, τη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία και την
Ουγγαρία, δίνει μια ενδιαφέρουσα εικόνα. Οι ρυθμοί ανάπτυξής
της ακολουθούν συγκεκριμένες διακυμάνσεις... οι οποίες γίνονται πιο έντονες όταν η ανάλυση περιορίζεται στην παρακολούθηση των παραγωγικών αγαθών.4®
Καπιταλισμός Ζόμπι

235

Ο Γιουγκοσλάβος Μπράνκο Χόρβατ (Branko Horvat) κατόρθωσε να
δημοσιεύσει ένα βιβλίο με τίτλο Επιχειρηματικοί Κύκλοι στη Γιουγκοσλαβία,4' στο οποίο υπογράμμιζε ότι η γιουγκοσλαβική οικονομία, ακόμα
και πριν την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων της αγοράς το 1968, ήταν
σε «σημαντικό βαθμό πιο ασταθής» από δέκα άλλες οικονομίες που
αναφέρονταν στο βιβλίο «ακόμα και από αυτή των Ηνωμένων Πολιτειών». Ένας δυτικός ακαδημαϊκός είχε δείξει ότι η ίδια τάση ίσχυε και στη
Σοβιετική Ένωση από την εποχή του Πρώτου Πεντάχρονου Πλάνου και
μετά.50
Η πορεία που ακολούθησε η ανισότητα [των ρυθμών ανάπτυξης,
στμ] υποδείκνυε μεγάλες ομοιότητες με τα δυτικά καπιταλιστικά κράτη
στη διάρκεια της μεγάλης άνθησης. Η πηγή της ήταν η ανταγωνιστική
συσσώρευση. Όπως είδαμε στο Τρίτο Κεφάλαιο, σε κάθε οικονομική
«άνθηση» φτάνει η στιγμή όπου η ανταγωνιστική τάση των καπιταλιστών να επενδύουν οδηγεί στην εξάντληση των υπαρχουσών αποθεμάτων πρώτων υλών, εργασίας και κεφαλαίου προς δανεισμό (με άλλα λόγια, μη-επενδυμένης υπεραξίας). Οι τιμές όλων αυτών των πραγμάτων
- εμπορικές τιμές, χρηματικοί μισθοί και επιτόκια - αρχίζουν να ανεβαίνουν μέχρι του σημείου όπου οι λιγότερο κερδοφόρες επιχειρήσεις
αρχίζουν να λειτουργούν με χασούρα. Κάποιες χρεοκοπούν. Κάποιες
άλλες επιβιώνουν, αλλά μόνο αφού εγκαταλείψουν προγραμματισμένες
επενδύσεις και κλείσουν εργοστάσια. Οι συγκεκριμένες κινήσεις, με τη
σειρά τους, καταστρέφουν τις αγορές άλλων επιχειρήσεων, εξαναγκάζοντάς τες κι αυτές να εγκαταλείψουν προγραμματισμένες επενδύσεις
και να κλείσουν εργοστάσια. Η «υπερβάλλουσα ζήτηση» της άνθησης
δίνει τη θέση της στην υπερπαραγωγή της ύφεσης. Το μυστικό της μακράς άνθησης στη Δύση στις δεκαετίες του '40, του '50 και του '60, ήταν
ο τρόπος με τον οποίο το εθνικό κράτος μπορούσε να ελαττώσει τις
πιέσεις που οδηγούσαν στην υπερσυσσώρευση (με την εκτροπή κεφαλαίου σε μη-παραγωγικά, στρατιωτικά κανάλια), να αναλάβει άμεση
δράση για την αύξηση του ποσοστού εκμετάλλευσης (παρεμβάσεις για
τον έλεγχο των μισθών) ή για την επιβράδυνση της άνθησης πριν φτάσει στο σημείο να κάνει μη-κερδοφόρες βασικές επιχειρήσεις και, τέλος,
να διατηρήσει ένα ελάχιστο εγγυημένο επίπεδο ζήτησης μέσω των
στρατιωτικών παραγγελιών. Πιο συγκεκριμένα, το εθνικό κράτος δεν
236

Κρις Χάρμαν

μπορούσε να εξουδετερώσει τις πιέσεις που ασκούσε ο ανταγωνισμός
στους διαφορετικούς καπιταλιστές στη διάρκεια των ανοδικών φάσεων
της οικονομίας να αυξάνουν την παραγωγή τους ταχύτερα από τους πόρους που είχαν στη διάθεσή τους. Εκείνο που μπορούσε όμως να κάνει,
είναι να εμποδίζει τέτοια διαστήματα «υπερσυσσώρευσης» να οδηγούν
σε υφέσεις όπως οι προπολεμικές.
Οι οικονομίες Σοβιετικού τύπου είχαν κάτι από αυτό το πρότυπο.
Εκδηλώνονταν μποτιλιαρίσματα στην οικονομία που απειλούσαν μεγάλους τομείς της οικονομίας με κλείσιμο λόγω έλλειψης τροφοδότησης.
Η παραγωγή δεν αυξανόταν ποτέ τόσο γρήγορα όσο είχε σχεδιαστεί. Τα
χρηματικά κονδύλια που ξόδευαν οι επιχειρήσεις για υλικά και εργασία
ξεπερνούσαν την παραγωγή της οικονομίας, με αποτέλεσμα πληθωριστικές πιέσεις οι οποίες εκφράζονταν με αυξήσεις στις τιμές των αγαθών
ή με την «καλυμμένη» εκδοχή του ίδιου πράγματος, δηλαδή τις οξείες
ελλείψεις αγαθών στα καταστήματα.
Αν λειτουργούσε μόνη της, η υπερταχεία συσσώρευση κάποιων βασικών επιχειρήσεων θα τις οδηγούσε σύντομα στο σημείο να απορροφούν τους πόρους από τους οποίους εξαρτιόνταν πολλές επιχειρήσεις
για να συνεχίζουν να παράγουν στα ίδια επίπεδα, σπρώχνοντάς τες να
κλείσουν πολλά εργοστάσια. Αυτό με τη σειρά του θα είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή αγορών για άλλες επιχειρήσεις. Δηλαδή η υπερσυσσώρευση θα εκδηλωνόταν ως κρίση υπερπαραγωγής εμπορευμάτων.
Όμως, όπως και στη Δύση κατά τη διάρκεια της μακράς άνθησης, παρενέβαινε το κράτος σε μια προσπάθεια να προκαταλάβει αυτή τη διαδικασία και να «ψυχράνει» την οικονομία. Το κράτος διέταζε τις επιχειρήσεις να «παγώσουν» συγκεκριμένες επενδύσεις και να εκτρέψουν πόρους σε άλλες. Κομμάτι ενός τέτοιου μηχανισμού λειτουργίας ήταν και η
αλλαγή στο παραγόμενο προϊόν πολλών εργοστασίων. Ο μύθος του
προσχεδιασμού έδωσε τη θέση του στην πραγματικότητα ενός καταμερισμού «κατόπιν εορτής», a posteriori, ο οποίος συνοδευόταν με συχνές
μετατοπίσεις στον εφοδιασμό και την παραγωγή κάθε επιχείρησης. Ένας
από τους στόχους του πλάνου που πάντοτε έμενε πίσω σε αυτή τη διαδικασία, ήταν η αύξηση της παραγωγής καταναλωτικών αγαθών. Το
αποτέλεσμα ήταν να αυξάνεται ακόμα περισσότερο η διαφορά ανάμεσα
στα μισθολογικά κονδύλια των επιχειρήσεων και τα αγαθά τα οποία
Καπιταλισμός Ζόμπι

237

μπορούσαν να αγοραστούν μ' αυτούς τους μισθούς, δηλαδή η αύξηση
του κρυμμένου ή φανερού πληθωρισμού.
Οι βαθιές πολιτικές και κοινωνικές κρίσεις το 1953 (Ανατολική Γερμανία), το 1956 (Πολωνία και Ουγγαρία), το 1968 (Τσεχοσλοβακία) και
το 1971 (Πολωνία ξανά), ήταν η απόδειξη του πόσο ξαφνικά μπορούσαν να εκφραστούν οι εντάσεις αυτής της διαδικασίας. Όμως, από τη
στιγμή που γινόταν δυνατή η αποκατάσταση των ρυθμών ανάπτυξης, οι
εντάσεις μπορούσαν να μειωθούν, συνήθως μέσω ενός συνδυασμού καταστολής και παραχωρήσεων που αφορούσαν το βιοτικό επίπεδο. Τέτοια διορθωτικά μέτρα έκρυβαν προσωρινά τις βαθύτερες αιτίες που
οδηγούσαν στην κρίση.
Όσοι δεν ανέλυαν το σύστημα με όρους ανταγωνιστικής συσσώρευσης, δεν μπορούσαν να διακρίνουν τις αντιθέσεις που οδηγούσαν σε
κρίση. Τούτο ίσχυε καταρχήν για τους υπέρμαχους του καπιταλισμού
στη Δύση, τους θεωρητικούς του «ολοκληρωτισμού». Μάταια θα αναζητήσει κάποιος στα κείμενά τους από τη δεκαετία του '50 και του '60
κάποιον έστω υπαινιγμό ότι τα οικονομικά συστήματα Σοβιετικού τύπου χαρακτηρίζονται από δομικές οικονομικές αντιθέσεις. Το ίδιο,
όμως, ίσχυε και για τους περισσότερους από όσους θεωρούσαν εκείνες
τις χώρες σοσιαλιστικά ή κάποιου είδους εργατικά κράτη. Ήταν διαρκώς υπεραισιόδοξοι για τις προοπτικές εκείνων των οικονομιών, αντανακλώντας με το δικό τους τρόπο τις ψευδαισθήσεις των δυτικών κεϊνσιανών.

Όπλα, κέρδη και ψυχρός πόλεμος
Οι στρατιωτικοί προϋπολογισμοί των μεγάλων δυνάμεων κατείχαν κεντρική θέση στην οικονομική τους ανάπτυξη. Όμως, οι ρίζες τους δεν
ήταν στενά οικονομικές. Πήγαζαν από μια νέα σύγκρουση για το μοίρασμα και το ξαναμοίρασμα του κόσμου ανάμεσα στους κύριους νικητές
του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, τις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ: τον Ψυχρό Πόλεμο.
Οι ΗΠΑ έτρεφαν τη φιλοδοξία οι επιχειρήσεις τους, οι πιο προηγμένες και παραγωγικές σε όλο τον κόσμο, να διεισδύσουν σ' ολόκληρη
238

Κρις Χάρμαν

την παγκόσμια οικονομία μέσω του «ελεύθερου εμπορίου». Οι δυτικοευρωπαϊκές δυνάμεις, όντας εξαντλημένες από τον πόλεμο, δεν μπορούσαν να αμφισβητήσουν άμεσα την υπεροχή των ΗΠΑ (αν και οι Βρετανοί πολιτικοί είχαν εκμυστηρευτεί συχνά την επιθυμία τους να το κάνουν). Οι κυβερνήτες της Ρωσίας βρίσκονταν σε διαφορετική κατάσταση. Στο τέλος του πολέμου είχαν θέσει υπό τον έλεγχό τους ουσιαστικά
όλη τη Βόρεια Ευρασία, από τα σύνορα της Δυτικής Ευρώπης μέχρι τις
ακτές του Ειρηνικού. Με την παραγωγικότητα της βιομηχανίας στο μισό
του επιπέδου των ΗΠΑ, οι κυβερνήτες της Ρωσίας δεν μπορούσαν να
αντέξουν σ' έναν οικονομικό ανταγωνισμό μέσω του ελεύθερου εμπορίου. Όμως, μπορούσαν να κοντράρουν την απόπειρα των ΗΠΑ για παγκόσμια ηγεμονία, στερώντας τους την πρόσβαση στις οικονομίες που
αυτοί είχαν κάτω από τον έλεγχό τους: όχι μόνο την περιοχή της παλιάς
Ρωσικής Αυτοκρατορίας, αλλά και τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης
που είχαν υποτάξει στους πολιτικο-στρατιωτικούς σκοπούς τους. Οι
ΗΠΑ, από τη μεριά τους, έσπευσαν να στερεώσουν την ηγεμονία τους
πάνω στη Δυτική Ευρώπη, χρηματοδοτώντας φιλοαμερικάνικα χριστιανοδημοκρατικά και σοσιαλδημοκρατικά πολιτικά κόμματα, με το Σχέδιο
Μάρσαλ το οποίο αναζωογόνησε την ευρωπαϊκή βιομηχανία σε παραμέτρους ευνοϊκές για τα αμερικάνικα συμφέροντα, όπως επίσης και με
τη δημιουργία της στρατιωτικής συμμαχίας του NATO και την εγκατάσταση στρατιωτικών βάσεων στη Δυτική Ευρώπη.
Με αυτό τον τρόπο διαμορφώθηκε το σκηνικό των επόμενων σαράντα χρόνων, με την κάθε μια από τις δυο μεγάλες δυνάμεις να προσπαθεί να τραβήξει στη σφαίρα επιρροής της όσο μεγαλύτερο τμήμα
του κόσμου γινόταν, για να κερδίσει το στρατηγικό πλεονέκτημα απέναντι στον ανταγωνιστή της. Έκαναν έναν αιματοβαμμένο πόλεμο για
τον έλεγχο της Κορεάτικης χερσονήσου, όχι για να ελέγξουν τον λίγο
πλούτο που είχε τότε αυτή η χώρα, αλλά λόγω των στρατηγικών επιπτώσεων που θα είχε αυτός ο έλεγχος σε όλη την Απω Ανατολή και την
περιοχή του Ειρηνικού Ωκεανού. Η κάθε μια απ' αυτές τις δυο μεγάλες
δυνάμεις προσπάθησε μέσα στα χρόνια που ακολούθησαν να επεκτείνει
τη σφαίρα επιρροής της, παρέχοντας όπλα και οικονομική βοήθεια σε
κράτη που έρχονταν σε σύγκρουση με την ανταγωνίστριά της.
Ο Ψυχρός Πόλεμος δεν μπορεί να γίνει κατανοητός με τη συνηθιΚαπιταλισμός Ζόμπι

239

σμένη αντίληψη για την οικονομία, δηλαδή με όρους κέρδους και ζημιών. Τα εξοπλιστικά κονδύλια και των δυο μεγάλων δυνάμεων σύντομα ξεπέρασαν το οτιδήποτε έλπιζαν να κερδίσουν από την εκμετάλλευση των μικρότερων κρατών που βρίσκονταν κάτω από τον έλεγχό τους.
Σε καμιά φάση των δεκαετιών του '40 ή του '50, το σύνολο των υπερπόντιων επενδύσεων των ΗΠΑ (και βέβαια, η πολύ μικρότερη απόδοση
αυτών των επενδύσεων) δεν ξεπέρασε τις πολεμικές τους δαπάνες.
Ακόμα και στη διάρκεια της περιόδου του «αφοπλισμού» πριν το ξέσπασμα του Πολέμου της Κορέας, οι «στρατιωτικές δαπάνες έφταναν
περίπου τα 15 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως. Δηλαδή, ήταν 25 φορές μεγαλύτερες από το σύνολο των εξαγωγών που πραγματοποιούσαν
οι ιδιωτικές επιχειρήσεις».51 Το 1980 οι συνολικές «αμυντικές» δαπάνες
είχαν φτάσει τα 200 δισεκατομμύρια δολάρια, ένα σύνολο που τώρα
ήταν μικρότερο από την αξία των υπερπόντιων επενδύσεων οι οποίες
έφταναν τα 500 δισεκατομμύρια δολάρια, όμως εξακολουθούσε ακόμα
να είναι πολύ μεγαλύτερο από τα πιθανά κέρδη που μπορούσαν να
αποφέρουν αυτές οι επενδύσεις.
Παρόμοια ήταν κι η εικόνα για την ΕΣΣΔ. Ανάμεσα στο 1945 και το
1950 λεηλάτησε την Ανατολική Ευρώπη αφαιρώντας μαζικά εξοπλισμό
και εγκαταστάσεις από την Ανατολική Γερμανία και τη Ρουμανία και
εξαναγκάζοντας τις χώρες της περιοχής να δεχτούν τιμές χαμηλότερες
από αυτές της παγκόσμιας αγοράς για τα προϊόντα τους που προορίζονταν για την ΕΣΣΔ. 52 Όμως, ακόμα και σε κείνη την περίοδο, τα οικονομικά οφέλη θα πρέπει να ήταν πολύ μικρότερα από το κόστος της
κλιμάκωσης των εξοπλιστικών δαπανών της ΕΣΣΔ από τη στιγμή που ο
Ψυχρός Πόλεμος είχε ξεκινήσει για τα καλά. Επίσης, από το 1955 και
μετά, ο φόβος των εξεγέρσεων οδήγησε τη Σοβιετική κυβέρνηση να
ελαττώσει την άμεση οικονομική πίεση στους δορυφόρους της.
Ο ιμπεριαλισμός που είχε ανάγκη τις εξοπλιστικές δαπάνες, δεν
ήταν ο ιμπεριαλισμός μιας αυτοκρατορίας στην οποία μερικοί «εκπρόσωποι του χρηματιστικού κεφαλαίου» στο κέντρο πραγματοποιούσαν
υπερκέρδη σε γιγάντια κλίμακα καταπιέζοντας δισεκατομμύρια ανθρώπους. Ήταν περισσότερο ένας ιμπεριαλισμός ανταγωνιζόμενων αυτοκρατοριών, όπου οι συνεταιρισμένοι καπιταλιστές της κάθε άρχουσας
τάξης ήταν αναγκασμένοι να εκτρέψουν κονδύλια από τις παραγωγικές
240

Κρις Χάρμαν

επενδύσεις στις στρατιωτικές δαπάνες, για να διασφαλίσουν τον έλεγχο
όσων ήδη κατείχαν.
Ο υπολογισμός που έκαναν όσοι έπαιρναν τις αποφάσεις και στην
Ουάσιγκτον και στη Μόσχα ήταν απλός. Η μείωση του επιπέδου των
στρατιωτικών δαπανών, σήμαινε ότι διέτρεχαν τον κίνδυνο ο αντίπαλος
ιμπεριαλισμός να αποκτήσει στρατηγική υπεροχή, και μ' αυτό τον τρόπο
να επεκτείνει τη σφαίρα κυριαρχίας του. Οπότε, οι Ρώσοι ζούσαν με το
φόβο μιας απόπειρας εκ μέρους των ΗΠΑ για «επαναφορά» της Ανατολικής Ευρώπης, που θα αποσπούσε εκείνες τις οικονομίες από τη λαβή
της ΕΣΣΔ, κάτι που με τη σειρά του μπορεί να οδηγούσε στο ξήλωμα
των δεσμών που συγκρατούσαν τις διάφορες εθνικές δημοκρατίες της
ΕΣΣΔ στο ρώσικο κέντρο τους. (Εν τέλει αυτό έγινε, με τη μεγάλη οικονομική και πολιτική κρίση που συγκλόνισε όλο το Ανατολικό μπλοκ
ανάμεσα στο 1989 και το 1991). Την ίδια στιγμή, και οι ΗΠΑ φοβούνταν
μήπως χάσουν την ηγεμονία τους. Όπως είχε δηλώσει ένας εκπρόσωπος
της αμερικάνικης κυβέρνησης την περίοδο του Πολέμου της Κορέας:
«αν ανατρεπόταν κάποια από τις δυο περιοχές στα σύνορα του κομμουνιστικού κόσμου - είτε η Δυτική Ευρώπη είτε η Ασία - τότε ο υπόλοιπος
ελεύθερος κόσμος θα εξασθενούσε σε τεράστιο βαθμό... τόσο σε οικονομική όσο και σε στρατιωτική ισχύ...»53
Με άλλα λόγια, οι άρχουσες τάξεις ήταν αναγκασμένες να μετατρέπουν τεράστιες ποσότητες αξίας σε μέσα καταστροφής, με σκοπό όχι να
αποκτήσουν περισσότερη αξία, αλλά να διατηρήσουν αυτή που ήδη κατείχαν. Αυτή ήταν η λογική του καπιταλιστικού ανταγωνισμού όπως εκφραζόταν στις σχέσεις ανάμεσα στα κράτη. Κατά συνέπεια, ο Ψυχρός
Πόλεμος ήταν μια νέα ενδο-ιμπεριαλιστική σύγκρουση του είδους που
είχε περιγράψει ο Μπουχάριν και σύντομα επισκίασε τις παλιές ιμπεριαλιστικές συγκρούσεις ανάμεσα στις δυτικοευρωπαϊκές δυνάμεις.

Η απο-αποικιοποίηση και η ιδεολογία
της ανάπτυξης στον Παγκόσμιο Νότο
Το 85% της ανθρωπότητας ζούσε εκτός των προηγμένων βιομηχανικών
χωρών. Οι δικές τους εμπειρίες από το «χρυσό αιώνα» κάθε άλλο παρά
Καπιταλισμός Ζόμπι

241

χρυσές ήταν. Η μεγάλη πλειοψηφία συνέχιζε να ζει στην ύπαιθρο και
δεν υπήρχε σημαντική αλλαγή στη φτώχεια που μάστιζε την καθημερινή τους ζωή.
Ωστόσο σημειώθηκε όντως μια σημαντική πολιτική αλλαγή. Οι δυτικοευρωπαϊκές μεγάλες δυνάμεις, εξαναγκάστηκαν, βήμα το βήμα, να
εγκαταλείψουν την άμεση αποικιακή κυριαρχία. Ήταν μια διαδικασία
που ξεκίνησε το 1947 με τη Βρετανία να εγκαταλείπει την αυτοκρατορική της κυριαρχία στην Ινδία που είχε διαρκέσει 190 χρόνια, και ολοκληρώθηκε το 1975 όταν η Πορτογαλία παρέδωσε την εξουσία στα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα των αποικιών της στην Αφρική. Σε κάποιες περιοχές, την επιρροή των δυτικοευρωπαίων την αντικατέστησαν οι
ΗΠΑ. Ανέλαβαν για παράδειγμα τον έλεγχο του Νότιου Βιετνάμ όταν
το 1954 αποσύρθηκαν οι Γάλλοι, μέχρι που και οι ΗΠΑ αναγκάστηκαν
κι αυτές να αποσυρθούν από κει στα μέσα της δεκαετίας του '70 και μετά από έναν από τους σκληρότερους πολέμους στην ιστορία. Επίσης, οι
ΗΠΑ απέκτησαν καθοριστική επιρροή στη Μέση Ανατολή και σε τμήματα της Αφρικής. Όμως, όπως και οι ευρωπαϊκές δυνάμεις, υποχώρησαν από την άμεση αποικιοκρατία παραχωρώντας ανεξαρτησία στις
Φιλιππίνες και κρατώντας υπό τον άμεσο έλεγχό τους μόνο το Πουέρτο-Ρίκο.
Αυτή η υποχώρηση από την ανοιχτή αποικιοκρατία είχε ως άμεση
απόρροια τον τερματισμό των παλιών συγκρούσεων ανάμεσα στις ευρωπαϊκές δυνάμεις για το μοίρασμα του υπόλοιπου κόσμου. Έμοιαζε να
έχει εξαφανιστεί για πάντα η αιτία που τις ωθούσε να πολεμάνε η μια
την άλλη. Επίσης, σήμαινε και κάτι άλλο, κάτι αναπάντεχο για τις κλασικές θεωρίες του ιμπεριαλισμού: η εγκατάλειψη της αποικιοκρατίας
δεν εμπόδισε τις δυτικές οικονομίες να συμμετέχουν στη μακρά οικονομική άνθηση και να κάνουν τακτικά παραχωρήσεις που ανέβαζαν το
βιοτικό επίπεδο των εργατών τους. Μάλιστα, οι προηγμένες οικονομίες
χωρίς αποικίες - η Δυτική Γερμανία και η Ιαπωνία - ήταν εκείνες που
αναπτύσσονταν με τους ταχύτερους ρυθμούς. Στο μεταξύ, στη διάρκεια
των δυο πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών, οι εξαγωγές του κεφαλαίου
είχαν μείνει καθηλωμένες στα ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα που είχαν κατρακυλήσει στη μεγάλη ύφεση της δεκαετίας του '30. Όπως επεσήμανε
το 1962 ο Μάικ Κίντρον:
242

Κρις Χάρμαν

Ακόμα και για τη Βρετανία... η σημασία των εξαγωγών κεφαλαίου έχει ελαττωθεί κατά πολύ: φτάνουν περίπου στο 2% του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ) σε σύγκριση με το 8% της
περιόδου πριν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Απορροφούν περίπου το 10% της αποταμίευσης σε σχέση με το 50% προηγουμένως, και οι αποδόσεις των ξένων επενδύσεων είναι περίπου 2%
του εθνικού εισοδήματος σε σύγκριση με... το 10% του 1914.54
Οι ξένες επενδύσεις που πραγματοποιούνταν κατευθύνονταν σε όλο και
μικρότερη έκταση προς τις λιγότερο εκβιομηχανισμένες περιοχές του
κόσμου: «Η συγκέντρωση της δραστηριότητας εντοπίζεται όλο και περισσότερο εντός των αναπτυγμένων χωρών, αφήνοντας όλες τις άλλες,
με την εξαίρεση κάποιων αναπτυσσόμενων χωρών, εκτός της ακτίνας
δράσης του νέου δυναμισμού».55
Σημειώθηκε επίσης μετατόπιση στη ζήτηση των προϊόντων του Τρίτου Κόσμου. Πριν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο οι πρώτες ύλες που
προέρχονταν από τις αγροτικές περιοχές ήταν αναγκαίες για τη βιομηχανική παραγωγή στη Δύση και γι' αυτό το λόγο ο αποικιακός έλεγχος
ήταν ένας σημαντικός τρόπος για τις βιομηχανικές χώρες να εξασφαλίζουν το δικό τους εφοδιασμό και να μπλοκάρουν τον εφοδιασμό των ανταγωνιστών τους. Όμως τώρα πλέον υπήρχαν συνθετικά υποκατάστατα
για τις περισσότερες πρώτες ύλες: τεχνητά λιπάσματα, συνθετικό καουτσούκ, συνθετικό μετάξι, νάιλον, πλαστικά. Ένας παράλληλος μετασχηματισμός της γεωργίας στη Δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική περιόρισε τις εισαγωγές τροφίμων από τον υπόλοιπο κόσμο. Στα τέλη της
δεκαετίας του '50 η απόσυρση από τις αποικίες στην Ασία και την Αφρική δεν αντιπροσώπευε πλέον τον κίνδυνο που αντιπροσώπευε παλιότερα για τους βιομήχανους των ευρωπαϊκών χωρών. Εταιρείες που είχαν
κάνει μεγάλες περιουσίες από φυτείες και ορυχεία στον Παγκόσμιο Νότο, άρχισαν τώρα να στρέφονται σε νέες επιχειρηματικές δραστηριότητες.
Σε αυτή την εικόνα υπήρχε μια μεγάλη εξαίρεση: το πετρέλαιο.
Ήταν η πρώτη ύλη των πρώτων υλών, το συστατικό για την κατασκευή
πλαστικών, συνθετικού καουτσούκ και τεχνητών ινών, κάλυπτε επίσης
τις όλο και πιο μεγάλες ενεργειακές ανάγκες που δημιουργούσε ο πολλαπλασιασμός των οχημάτων, των τανκ και των αεροσκαφών. Όλο και
Καπιταλισμός Ζόμπι

243

περισσότερο αυτές οι ανάγκες έπρεπε να καλυφτούν από τα αποθέματα
που βρίσκονταν εκτός Ευρώπης και Βόρειας Αμερικής. Στα μέσα της δεκαετίας του '70 οι χώρες που «μετρούσαν» από αυτή την άποψη ήταν η
Σαουδική Αραβία, το Ιράκ, το Ιράν, το Κουβέιτ και τα μικροσκοπικά
σεϊχάτα στην Αραβική Χερσόνησο, όπως απέδειξε η προσωρινή διακοπή του εφοδιασμού από κείνες τις χώρες κατά τη διάρκεια του αραβοϊσραηλινού πολέμου το 1973. Δεν ήταν λοιπόν τυχαίο που μια εκδοχή
της αποικιοκρατίας παλαιού τύπου, το κράτος των εποίκων του Ισραήλ,
συνέχιζε να έχει την αδιάκοπη υποστήριξη όλων των δυτικών δυνάμεων.
Στα πρώτα του βήματα, ως «εβραϊκή γενέτειρα» το είχε υιοθετήσει ο
βρετανικός ιμπεριαλισμός, το 1948 οι ΗΠΑ και η ΕΣΣΔ το εξόπλισαν
για να κατακτήσει το 78% της Παλαιστίνης. Το 1956 το Ισραήλ ήταν
σύμμαχος της Βρετανίας και της Γαλλίας όταν επιτέθηκαν στην Αίγυπτο και τον Ιούνη του 1967 είχε την ολόψυχη υποστήριξη των ΗΠΑ
όταν έθεσε υπό τον έλεγχό του και την υπόλοιπη Παλαιστίνη. 54

Ντόπιες κυβερνήσεις και καπιταλιστική ανάπτυξη
Η διάλυση των ευρωπαϊκών αποικιακών αυτοκρατοριών ήταν γεγονός
τεράστιας σημασίας για το μισό πληθυσμό του πλανήτη, που μέχρι τότε
ζούσε κάτω από την μπότα τους. Έθεσε επίσης πολύ σκληρά ερωτήματα
σε όσους, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, είχαν παλέψει ενάντια στον
έλεγχο από αυτές τις αυτοκρατορίες. Τι συνέβη με τον ιμπεριαλισμό και με την πάλη εναντίον του - από τη στιγμή που δεν υπήρχαν πλέον
οι παλιές αυτοκρατορίες;
Πολλοί σοσιαλδημοκράτες και φιλελεύθεροι στη Δύση αντέδρασαν
σε αυτή τη νέα πραγματικότητα διακηρύσσοντας ότι πλέον δεν υπήρχε
ιμπεριαλισμός. Αυτό ήταν, για παράδειγμα, το συμπέρασμα στο οποίο
κατέληξε ο Τζον Στράτσεϊ. Στο βιβλίο του Το Τέλος της Αυτοκρατορίας
(The End of Empire) το 1959, υποστήριζε ότι η άνοδος του βιοτικού επιπέδου είχε ως συνέπεια ότι οι επιχειρήσεις δεν είχαν πια ανάγκη τις
αποικίες για να απορροφούν το υπερπροϊόν και να αποτρέπουν την
υπερπαραγωγή. Επί της ουσίας ο Στράτσεϊ έλεγε ότι είχε επικρατήσει
μια παραλλαγή της εναλλακτικής λύσης που πρότεινε ο Χόμπσον
244

Κρις Χάρμαν

(Hobson), δηλαδή της αποκατάστασης των πληθωριστικών πιέσεων της
εγχώριας οικονομίας, λύνοντας τα προβλήματα του συστήματος.
Αυτό το συλλογισμό τον απέρριψε ένα σημαντικό τμήμα της αριστεράς. Μπορούσαν να διακρίνουν ότι οι πρώην αποικίες συνέχιζαν να
μαστίζονται από τη φτώχεια και την πείνα κι ότι οι δυτικές εταιρείες που
είχαν ευεργετηθεί από την αποικιοκρατία συνέχιζαν να είναι εδραιωμένες σε αυτές τις χώρες. Πολύ περισσότερο που το τέλος των ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών δεν σήμαινε και τέλος στη βία που υφίσταντο οι λαοί του Τρίτου Κόσμου, μιας και το μαστίγιο των Ευρωπαίων που αποχωρούσαν, πέρασε στα χέρια των ΗΠΑ.
Ωστόσο, η απόρριψη αυτών των αβασάνιστων εκτιμήσεων συνοδευόταν συχνά από το παπαγάλισμα αποσπασμάτων από την ανάλυση
που είχε κάνει ο Λένιν το 1916, λες και δεν είχαν συμβεί τόσες αλλαγές
από τότε που γράφτηκε. Η επιμονή του Λένιν ότι οι μεγάλες δυτικές δυνάμεις οδηγούνταν στο μοίρασμα και το ξαναμοίρασμα του κόσμου με
τη μορφή των αποικιών, με μεγάλη δυσκολία θα μπορούσε να ταιριάξει
σε μια κατάσταση όπου οι αποικίες είχαν γίνει ανεξάρτητα κράτη. Η
απάντηση των περισσότερων στην αριστερά ήταν να επαναδιατυπώσουν σιωπηλά τον ορισμό του ιμπεριαλισμού, ώστε να σημαίνει απλά
την εκμετάλλευση του Τρίτου Κόσμου από τις καπιταλιστικές τάξεις της
Δύσης. Όμως, έτσι εγκατέλειπαν την τάση προς τον πόλεμο ανάμεσα
στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που κατείχε τόσο σημαντική θέση στη θεωρία του Λένιν, για χάρη, στην πραγματικότητα, μιας εκδοχής της θεωρίας του υπεριμπεριαλισμού του Κάουτσκι. Την ίδια στιγμή απλά αντικαθιστούσαν τη λέξη αποικίες με τους όρους «νεο-αποικίες» και «μισοαποικίες».
Κι ο Λένιν είχε γράψει για «μισο-αποικίες». Για εκείνον, αυτός ο
όρος αφορούσε χώρες όπως η Κίνα στις παραμονές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, όπου η «ανεξαρτησία» αποτελούσε απλά ένα κάλυμμα
για την πολιτική υποταγή σε ξένες στρατιωτικές δυνάμεις οι οποίες είχαν επιβάλει ένα καθεστώς κατοχής σε περιοχές της χώρας. Όταν η
αποικιοκρατία έφτανε στο τέλος της στις δεκαετίες του '50 και του '60,
υπήρχαν ακόμα μέρη στον κόσμο που θύμιζαν αυτή την κατάσταση. Σε
πολλές περιπτώσεις οι αποχωρούσες αποικιακές διοικήσεις κατόρθωναν
να εξασφαλίσουν ότι η εξουσία θα περνούσε στα δικά τους δημιουργήΚαπιταλισμός Ζόμπι

245

ματο, με μια απίστευτα μεγάλη συνέχεια στο προσωπικό του κράτους,
ιδιαίτερα όσον αφορούσε τη στελέχωση των ενόπλων δυνάμεων. Κατ'
αυτό τον τρόπο, για παράδειγμα, η Γαλλία είχε παραχωρήσει «ανεξαρτησία» σε μεγάλα τμήματα της Κεντρικής και Δυτικής Αφρικής, παραχωρώντας την εξουσία σε καθεστώτα οι επικεφαλής των οποίων είχαν
βρεθεί στη δούλεψη γαλλικών εταιρειών, συνέχιζαν να χρησιμοποιούν
το γαλλικό νόμισμα και από καιρό σε καιρό να προσκαλούν γαλλικά
στρατεύματα για να επιβάλουν την «τάξη».
Όμως, σε κάποιες από τις πιο σημαντικές περιπτώσεις, ανεξαρτησία σήμαινε πράγματι ανεξαρτησία. Οι κυβερνήσεις τους δεν κατέλαβαν απλά τις θέσεις τους στον ΟΗΕ και ίδρυσαν πρεσβείες σε άλλες
πρωτεύουσες. Παρενέβησαν στην οικονομία, εθνικοποίησαν αποικιακές
επιχειρήσεις, υλοποίησαν αγροτικές μεταρρυθμίσεις, και αποδύθηκαν
σε προγράμματα εκβιομηχάνισης εμπνευσμένα από τα κηρύγματα των
θεωρητικών της ανάπτυξης ή κατευθείαν από τη Ρωσία του Στάλιν. Αυτό έγινε με ποικίλους βαθμούς επιτυχίας ή αποτυχίας στην Ινδία, την
Αίγυπτο, τη Συρία, το Ιράκ, την Αλγερία, την Ινδονησία, τη Γκάνα, την
Ισημερινή Γουινέα, την Αγκόλα και τη Νότια Κορέα, αλλά και σε πιο ριζοσπαστικά καθεστώτα, της Κίνας, της Κούβας, του Βιετνάμ. Με τον
καιρό τον ίδιο δρόμο άρχισαν να παίρνουν και κάποια από τα «υποτακτικά» καθεστώτα των πρώην αποικιών. Αυτό ίσχυε, για παράδειγμα,
για το καθεστώς της Μαλαισίας,57 για το καθεστώς του Σάχη στο Ιράν
στις δεκαετίες του '60 και του '70, και για το καθεστώς της Ταϊβάν. Ακόμα κι ο δικτάτορας Μομπούτου (Mobutu) που ήρθε στην εξουσία στο
Κονγκό-Ζαΐρ το 1965 με τη βοήθεια της CIA, τρία χρόνια αργότερα
εθνικοποίησε την πανίσχυρη εταιρεία ορυχείων Union Miniere de Haut
Katanga μαζί με το 70% των εσόδων από τις εξαγωγές.
Το να αποκαλούνται «νεο-αποικιακά», καθεστώτα όπως του Νάσερ
στην Αίγυπτο ή του Νεχρού στην Ινδία, ήταν σκέτη παρωδία, και το ίδιο
ίσχυε και για τα «λαϊκίστικα» καθεστώτα της Λατινικής Αμερικής ή τις
κυβερνήσεις του κόμματος Φιάνα Φέιλ στην Ιρλανδία. Στην κάθε μια
από αυτές τις περιπτώσεις έγιναν προσπάθειες για τη συγκρότηση όχι
απλά ανεξάρτητων πολιτικών οντοτήτων, αλλά και ανεξάρτητων κέντρων συσσώρευσης κεφαλαίου. Αυτές οι χώρες λειτουργούσαν σε ένα
παγκόσμιο σύστημα στο οποίο κυριαρχούσαν οι κατά πολύ ισχυρότεροι
246

Κρις Χάρμαν

αναπτυγμένοι καπιταλισμοί, όμως, σε καμιά περίπτωση δεν ήταν απλά
υποχείριά τους.
Μια νέα «αναπτυξιακή» ορθοδοξία πρότεινε τους τρόπους με τους
οποίους αυτές οι χώρες θα μπορούσαν να γεφυρώσουν το χάσμα που τις
χώριζε από τα αναπτυγμένα βιομηχανικά έθνη. Θεωρούσε ότι αυτός ο
σκοπός δεν μπορούσε να επιτευχθεί με τα μέσα της καπιταλιστικής αγοράς. Όπως θα εξηγούσε αργότερα το επιτελείο της Παγκόσμιας Τράπεζας αναφορικά με το «κυρίαρχο υπόδειγμα της εποχής»:
Επικρατούσε η άποψη ότι στα πρώτα χρόνια της ανάπτυξης οι
αγορές δεν ήταν αξιόπιστες κι ότι το κράτος έπρεπε να είναι σε
θέση να κατευθύνει την αναπτυξιακή διαδικασία... Η επιτυχία του
κρατικού σχεδιασμού στην εκβιομηχάνιση της Σοβιετικής Ένωσης
(γιατί αυτή ήταν η επικρατούσα πεποίθηση) επηρέαζε σε μεγάλο
βαθμό τους διαμορφωτές της πολιτικής. Οι κυριότεροι αναπτυξιακοί θεσμοί (ανάμεσά τους και η Παγκόσμια Τράπεζα) υποστήριζαν αυτές τις απόψεις με διάφορους βαθμούς ενθουσιασμού.58
Όπως ο κεϊνσιανισμός κυριαρχούσε στην αστική οικονομική επιστήμη
των αναπτυγμένων οικονομιών της εποχής, το ίδιο ηγεμονικές ήταν
στον Τρίτο Κόσμο κρατικίστικες θεωρίες που είχαν στο κέντρο τους την
«υποκατάσταση των εισαγωγών». Ο κύριος υποστηρικτής αυτών των
θεωριών στη δεκαετία του '40 και του '50 ήταν η Οικονομική Επιτροπή
των Ηνωμένων Εθνών για τη Λατινική Αμερική με επικεφαλής τον Αργεντινό οικονομολόγο Ραούλ Πρέμπις (Raul Prebisch). Η Επιτροπή υποστήριζε ότι ο μόνος τρόπος για να επιτευχθεί η ανάπτυξη ήταν το μπλοκάρισμα των εισαγωγών από το κράτος ώστε να δοθεί ώθηση στην ανάπτυξη νέων εγχώριων βιομηχανιών,5® γιατί σε διαφορετική περίπτωση η
«εξάρτηση» από τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες θα εμπόδιζε την εκβιομηχάνιση.60
Στην αριστερά παγκοσμίως στη δεκαετία του '60 κυριαρχούσαν περισσότερο ριζοσπαστικές εκδοχές αυτής της «θεωρίας της εξάρτησης».
Τα κείμενα του Πολ Μπάραν, ιδιαίτερα η Πολιτική Οικονομία της Ανάπτυξης (Political Economy of Growth) και του Αντρέ Γκίντερ Φρανκ
(Andre Gunther Frank) (ο οποίος μιλούσε για την «ανάπτυξη της υπανάπτυξης») 61 κυριάρχησαν στη μαρξιστική σκέψη επί του ζητήματος
(παρόλο που ο Γκίντερ Φρανκ δεν θεωρούσε τον εαυτό του μαρξιστή).62
Καπιταλισμός Ζόμπι

247

Ο Μπάραν έγραψε ότι:
Η καπιταλιστική τάξη πραγμάτων σε αυτές τις χώρες αντί να
λειτουργεί ως μηχανή οικονομικής ανάπτυξης, τεχνολογικής
προόδου και κοινωνικής αλλαγής, αντιπροσωπεύει ένα πλαίσιο
για οικονομική στασιμότητα, αρχαϊκή τεχνολογία και κοινωνική
καθυστέρηση.63
Και πρόσθετε:
Η εγκαθίδρυση μιας σοσιαλιστικής σχεδιασμένης οικονομίας
αποτελεί την ουσιαστική, στην πραγματικότητα την αναγκαία
συνθήκη για την επίτευξη της οικονομικής και κοινωνικής προόδου στις υπανάπτυκτες χώρες.64
Ο Γκίντερ Φρανκ ήταν επίσης ανένδοτος:
Καμιά χώρα που έχει προσδεθεί στη μητρόπολη ως δορυφόρος
μέσω της ένταξης στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα δεν θα
κατορθώσει να φτάσει στο επίπεδο των αναπτυγμένων χωρών
παρά μόνο αν εν τέλει εγκαταλείψει το καπιταλιστικό σύστημα.65
«Σοσιαλισμός» για τον Μπάραν και «ρήξη με τον καπιταλισμό» για τον
Γκίντερ Φρανκ, σήμαιναν την εφαρμογή του μοντέλου της σταλινικής
Ρωσίας.66
Όμως, η θεωρία της «εξάρτησης», είτε στην ορθόδοξη είτε στη ριζοσπαστική εκδοχή της, στηριζόταν σε πολύ αδύναμα επιχειρήματα.
Υπέθετε ότι οι καπιταλιστές από τις προηγμένες χώρες που επένδυαν
στον Τρίτο Κόσμο θα επέλεγαν σκόπιμα να μην ενισχύσουν τη βιομηχανία ακόμα και αν αυτό ήταν κερδοφόρο. Τα στοιχεία δεν επιβεβαίωναν
αυτό τον ισχυρισμό. Πριν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο η ξένη χρηματοδότηση είχε παίξει σημαντικό ρόλο στη βιομηχανική ανάπτυξη της
Τσαρικής Ρωσίας, της Αργεντινής και των βρετανικών κτήσεων. Ούτε
ίσχυε η εκτίμηση ότι οι δυτικές δυνάμεις πάντοτε χρησιμοποιούσαν την
ισχύ τους για να αποτρέψουν την εκβιομηχάνιση. Κάποιες φορές το
έκαναν, κάποιες φορές όχι. Τέλος, η άρχουσα τάξη μιας χώρας η οποία
εξαρτάται από μεγαλύτερες καπιταλιστικές χώρες για το μεγαλύτερο
μέρος του εμπορίου και των επενδύσεών της, δεν χάνει ολοκληρωτικά
τη δυνατότητά της να χαράξει ένα ανεξάρτητο μονοπάτι συσσώρευσης
248

Κρις Χάρμαν

κεφαλαίου. Για παράδειγμα, οι ευρωπαϊκές οικονομίες εδώ και πολύ καιρό εξαρτώνται από τις εξελίξεις στην οικονομία των ΗΠΑ, χωρίς οι ευρωπαϊκές άρχουσες τάξεις να έχουν μετατραπεί σε απλές αμερικάνικες
μαριονέτες.
Τόσο διάχυτη ήταν η άποψη ότι «καπιταλισμός σημαίνει υπανάπτυξη», ώστε πολύς κόσμος την ανακάλυπτε εκ των υστέρων στα κείμενα
των κλασικών του μαρξισμού. Ο Μπάραν παρέθετε αποσπάσματα από
τον Λένιν για να στηρίξει τη θέση του, ενώ ακόμα και ένας τόσο διορατικός αναλυτής όπως ο Νάιτζελ Χάρις (Nigel Harris) μπορούσε να αποδώσει «στους μπολσεβίκους του 1917» τέτοιες απόψεις.67
Στην πραγματικότητα, τα κείμενα του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό
παρουσίαζαν μια εντελώς διαφορετική άποψη, όπως και τα κείμενα του
Λέον Τρότσκι στο τέλος της δεκαετίας του '20. Ο Λένιν είχε γράψει ότι
η εξαγωγή κεφαλαίου «επιταχύνει την ανάπτυξη του καπιταλισμού στις
χώρες τις οποίες εξάγεται»,68 ενώ ο Τρότσκι είχε γράψει ότι ο καπιταλισμός «εξισώνει την πολιτιστική και οικονομική ανάπτυξη των πιο προηγμένων και των πιο καθυστερημένων χωρών» 69 έστω κι αν σε αυτή τη
διαδικασία «αναπτύσσει κάποια τμήματα της παγκόσμιας οικονομίας
ενώ παρεμποδίζει και πισωγυρίζει κάποια άλλα». 70
Εκείνο που κατόρθωσε το κυρίαρχο ρεύμα της θεωρίας της εξάρτησης για μια συγκεκριμένη περίοδο, ήταν να προσφέρει την ιδεολογική
δικαιολόγηση για τις μεθόδους που επέτρεψαν στους κυβερνήτες πολιτικά ανεξάρτητων κρατών να επιτύχουν θεαματικά επίπεδα συσσώρευσης, έστω και για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα. Ο ρυθμός ανάπτυξης της Αργεντινής στις δεκαετίες του '50 και του '60 ήταν συγκρίσιμος με της Ιταλίας71 και στις αρχές της δεκαετίας του '70 το 1/3 του εργατικού δυναμικού απασχολούταν στη βιομηχανία με μόνο 13% στη
γη. 72 Ο ρυθμός ανάπτυξης 9% που έφτασε η Βραζιλία ήταν ένας από
τους υψηλότερους στον κόσμο73 και στη δεκαετία του '80 το περιοδικό
Economist μπορούσε να αναφέρεται στο Σάο Πάολο ως ένα «Ντιτρόιτ
εν τη γενέσει». 74 Η Νότια Κορέα γνώρισε ταχύτατους ρυθμούς ανάπτυξης που έφταναν το 9% ετησίως όταν ένας στρατηγός, ο Παρκ Τσουνγκ
Χι (Park Chung Hee), κατέλαβε την εξουσία το 1961 και υποχρέωσε τις
μεγάλες επιχειρήσεις (τις chaebol) να λειτουργήσουν με βάση το πλαίσιο
που κατάρτιζε το κράτος ώστε να προχωρήσει η κρατικο-καπιταλιστική
Καπιταλισμός Ζόμπι

249

εκβιομηχάνιση.
Η Κίνα, η οποία ήταν η χώρα που έφτασε πιο κοντά από οποιαδήποτε άλλη στο ρώσικο μοντέλο που υιοθετούσαν οι ριζοσπαστικοί θεωρητικοί της εξάρτησης, δεν ξεπέρασε τους παραπάνω ρυθμούς ανάπτυξης μόλις ολοκλήρωσε το πρώτο σύντομο στάδιο της οικονομικής ανάκαμψης μετά από είκοσι χρόνια εμφυλίου πολέμου και γιαπωνέζικης εισβολής. Η επιβολή οικονομικών πλάνων που έκτρεπαν πόρους προς τη
βαριά βιομηχανία - χαλυβουργία, τσιμέντο, ηλεκτρισμός - σε μια πολύ
φτωχή, σε συντριπτικό βαθμό αγροτική χώρα, όπως ήταν η Κίνα στις
αρχές της δεκαετίας του '50, οδηγούσε στη συμπίεση του βιοτικού επιπέδου της πλειοψηφίας του πληθυσμού. Ό,τι είχαν κερδίσει οι αγρότες
από την αγροτική μεταρρύθμιση την προηγούμενη δεκαετία το έχαναν
τώρα από την αυστηρά επιβαλλόμενη φορολογία στο προϊόν τους. Κατόπιν ήρθε η σειρά της ολοκληρωτικά καταστροφικής απόπειρας κολεκτιβοποίησης, με τις λεγόμενες Λαϊκές Κομμούνες, με σκοπό να πραγματοποιηθεί το «Μεγάλο Αλμα προς τα Εμπρός» στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Το άλμα έφερε μείωση της αγροτικής παραγωγής,
οδήγησε μεγάλα τμήματα της χώρας σε κατάσταση λιμού, και τελικά
εγκαταλείφθηκε αναγκαστικά. Ένα μεγάλο τμήμα των νέων βιομηχανιών αποδείχτηκε κάθε άλλο παρά αποτελεσματικό. Η μεγέθυνση της
βαριάς βιομηχανίας πέρα από κάθε αναλογία με την υπόλοιπη οικονομία, προκάλεσε έντονες ελλείψεις εφοδίων απαραίτητων για τη συνέχιση της λειτουργίας των εγκαταστάσεων και την παραγωγή αγαθών που
δεν υπήρχε η δυνατότητα να χρησιμοποιηθούν άμεσα. Σημειώνονταν
εντονότατες μεταπτώσεις από περιόδους βιομηχανικής ανάπτυξης σε
περιόδους ουσιαστικά στασιμότητας και πολλές από τις μεγαλεπήβολες, νέες γιγάντιες εγκαταστάσεις λειτουργούσαν σε ένα μικρό ποσοστό
της παραγωγικής τους ικανότητας.
Συνήθως, ανάπτυξη σημειωνόταν και σε χώρες οι οποίες δεν ήταν
τόσο πετυχημένες όσο η Βραζιλία και η Κορέα. Ανάμεσα στο 1950 και
το 1981 η μεταποιητική παραγωγή της Ινδίας αυξανόταν με ρυθμό 5,3%
ετησίως και η αγροτική παραγωγή κατά 2,3%, έστω κι αν υπήρχε μια
διαρκής απογοήτευση για την αδυναμία της οικονομίας να ξεπεράσει
ένα ρυθμό ανάπτυξης του 4%. Η υποσαχάρια Αφρική είχε «στις αρχές
της δεκαετίας του '60 ρυθμούς ανάπτυξης κατά κεφαλήν περίπου 2%»,
250

Κρις Χάρμαν

που «στο τέλος της δεκαετίας είχαν φτάσει το 5%».75 Η οικονομία της
Αιγύπτου, όπου ο Νάσερ είχε εθνικοποιήσει σχεδόν όλη τη βιομηχανία,
είχε ρυθμούς ανάπτυξης 6% ετησίως στο πρώτο μισό της δεκαετίας του
'60. Αποτελέσματα αυτής της κλίμακας στο επίπεδο των ρυθμών ανάπτυξης ήταν αρκετά για να πείσουν ένα «ρεβιζιονιστή» μαρξιστή, τον
Μπιλ Γουόρεν (Bill Warren), να βγάλει στις αρχές της δεκαετίας του '70
το συμπέρασμα ότι το μεγαλύτερο τμήμα της αριστεράς έκανε λάθος
εκτιμήσεις & αυτό το ζήτημα. Χώρες του Τρίτου Κόσμου θα μπορούσαν
να φτάσουν στο επίπεδο της Δύσης δίχως να έρθουν απαραίτητα σε ρήξη με τον καπιταλισμό:
Οι προοπτικές για μια επιτυχημένη οικονομική ανάπτυξη (με την
έννοια της εκβιομηχάνισης) ενός σημαντικού αριθμού των βασικότερων υπανάπτυκτων χωρών είναι πολύ καλές... Έχει ήδη επιτευχθεί σημαντική πρόοδος στον τομέα της καπιταλιστικής εκβιομηχάνισης... Τα όποια εμπόδια που συνεχίζουν να υφίστανται
δεν έχουν ως αιτία τη σχέση ιμπεριαλισμού-Τρίτου Κόσμου, αλλά πηγάζουν από τις αντιθέσεις στο εσωτερικό του ίδιου του Τρίτου Κόσμου... Οι πολιτικές των ιμπεριαλιστικών χωρών και η συνολική τους επίδραση στον Τρίτο Κόσμο, στην πραγματικότητα
ωφελεί την εκβιομηχάνιση...76
Ο Γουόρεν παρέθετε στοιχεία που αποδείκνυαν την πραγματική κατά
κεφαλήν οικονομική ανάπτυξη που πραγματοποιούνταν σε κείνες τις
χώρες. Όταν ασκούσε κριτική στη ριζοσπαστική εκδοχή της θεωρίας της
εξάρτησης, ο Γουόρεν βρισκόταν σε πλεονεκτική θέση. Το ίδιο ίσχυε και
με τη θέση του ότι αν η αριστερά θεωρούσε ως κύρια προτεραιότητά της
την υποστήριξη, ως «αντιμπεριαλιστικών», καθεστώτων που προωθούσαν την εκβιομηχάνιση, τότε θα «κατέληγε να υποστηρίζει αστικά καθεστώτα τα οποία, όπως στο Περού και την Αίγυπτο, εκμεταλλεύονται
τους εργάτες και τους αγρότες χρησιμοποιώντας παράλληλα αντιμπεριαλιστική ρητορεία».77
Όμως, εκείνο που έλειπε από την ανάλυσή του ήταν μια πραγματική ερμηνεία για τις τεράστιες ανισότητες ανάμεσα στις τριτοκοσμικές
χώρες, ακόμα και αν τα ίδια του τα στοιχεία έδειχναν ότι η ετήσια κατά
κεφαλήν ανάπτυξη στις δυο πιο πολυάνθρωπες χώρες, την Ινδία και την
Ινδονησία, βρισκόταν μόλις στο 1,2% και 1% αντίστοιχα (σε σύγκριση με
Καπιταλισμός Ζόμπι

251

το 6,8% για τη Νότια Κορέα, 4,9% για την Ταϊλάνδη και 7,1% για τη
Ζάμπια). Μια άλλη παράμετρος που δεν μπόρεσε να διακρίνει ο Γουόρεν ήταν ότι η ταχεία καπιταλιστική ανάπτυξη δεν ήταν αναγκαστικά
μια ομοιόμορφη διαδικασία που κυλούσε χωρίς διακοπές στο χρόνο:
Οι ιδιωτικές επενδύσεις στον Τρίτο Κόσμο δημιουργούν όλο και
περισσότερο τις συνθήκες για την εξαφάνιση του ιμπεριαλισμού
ως συστήματος οικονομικής ανισότητας ανάμεσα σε έθνη του
παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος και... από άποψη αρχής, δεν υπάρχουν όρια σ' αυτή τη διαδικασία.78
Βασισμένος στην παραπάνω εκτίμηση έκανε μια πρόβλεψη που σύντομα θα έμπαινε σε δοκιμασία και θα αποδεικνυόταν δραματικά λανθασμένη:
Όσο για τις μελλοντικές προοπτικές, η άποψη της Παγκόσμιας
Τράπεζας είναι ότι η πλειοψηφία [αυτών, στμ] των χωρών θα παραμείνουν στη δεκαετία του '70, όπως και στη δεκαετία του '60,
απαλλαγμένες από προβλήματα εξυπηρέτησης του χρέους... Τα
πρώτα τρία χρόνια της δεκαετίας του '70 αποτελούν μια ισχυρή
ένδειξη ότι έτσι θα είναι.79
Ο Γουόρεν είχε πάρει τη χοντροκομμένη υπόθεση που είχαν κάνει ο
Μπάραν κι ο Γκίντερ Φρανκ για το αδύνατο της ανάπτυξης και απλά
την είχε γυρίσει ανάποδα. Απουσίαζε η οποιαδήποτε αίσθηση για το χαοτικό, απρόβλεπτο χαρακτήρα της οικονομικής ανάπτυξης για τα πιο
αδύναμα τμήματα του παγκόσμιου συστήματος, ένα χαρακτήρα στον
οποίο επέμενε ο Τρότσκι όταν παραδεχόταν ότι ο καπιταλισμός δεν συνεπάγεται πάντοτε τη στασιμότητα:
Έλκοντας χώρες οικονομικά πιο κοντά τη μια στην άλλη και ισοπεδώνοντας τα στάδια ανάπτυξης, ο καπιταλισμός λειτουργεί με
τις δικές του μεθόδους, δηλαδή με άναρχες μεθόδους που διαρκώς υπονομεύουν το ίδιο του το έργο, στρέφουν τη μια χώρα
ενάντια στην άλλη, τον ένα κλάδο της βιομηχανίας ενάντια στον
άλλο, αναπτύσσει κάποια τμήματα της παγκόσμιας οικονομίας
ενώ ταυτόχρονα παρεμποδίζει και πισωγυρίζει κάποια άλλα... Ο
ιμπεριαλισμός επιτυγχάνει αυτό το «στόχο» με τέτοιες ανταγωνιστικές μεθόδους, απότομα άλματα και επιδρομές στις καθυστερημένες χώρες και περιοχές έτσι ώστε, την ενοποίηση και την
εξίσωση της παγκόσμιας οικονομίας που επιφέρει, να την ανα252

Κρις Χάρμαν

στατώνει ακόμα πιο βίαια και σπασμωδικά απ' ό,τι την προηγούμενη εποχή. 8 0

Επρόκειτο για μια αλήθεια που στις τέσσερις δεκαετίες που θα ακολουθούσαν θα επηρέαζε τις ζωές εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων.
Στον Παγκόσμιο Νότο, όπως και στη Δύση, την Ιαπωνία και το
Ανατολικό μπλοκ, εκδοχές αυτού που ο Λένιν κι ο Μπουχάριν είχαν
αποκαλέσει «κρατικό καπιταλισμό» έκαναν δυνατή μια μακρά περίοδο
οικονομικής ανάπτυξης. Όμως, όσοι υπολόγιζαν με βάση αυτή την εικόνα, σε ένα μέλλον ομαλό, απαλλαγμένο από κρίσεις, θα διαψεύδονταν
σύντομα.

Καπιταλισμός Ζόμπι

253

Κεφάλαιο Όγδοο

Το τέλος της χρυσής εποχής

Η κρίση του κεϊνσιανισμού
«Το Εθνικό Γραφείο Οικονομικών Ερευνών έχει επιλύσει το ζήτημα που
αφορά μια από τις πρώτες του δουλειές, συγκεκριμένα τους επιχειρηματικούς κύκλους». Αυτό είπε το 1970 ο Πολ Σάμιουελσον (Paul Samuelson). Τρία χρόνια μετά η κρίση, που υποτίθεται ήταν πλέον αδύνατον
να συμβεί, ξέσπασε σε όλο τον κόσμο ή τουλάχιστο στις αναπτυγμένες
χώρες και σε ένα μεγάλο τμήμα του Τρίτου Κόσμου. Η «χρυσή εποχή»
είχε φτάσει σε ένα απότομο τέλος.
Η αντίδραση των κυβερνήσεων παντού ήταν να προσπαθήσουν να
συνεχίσουν τη «χρυσή εποχή», επιστρατεύοντας τις κεϊνσιανές μεθόδους τις οποίες είχαν φτάσει να θεωρούν αλάνθαστες. Τα ελλείμματα
των κρατικών προϋπολογισμών, φαινόμενο σπάνιο στις προηγούμενες
δεκαετίες, έγιναν ο κανόνας. Απέτυχαν όμως να αποκαταστήσουν την
υγεία του συστήματος. Όχι μόνο είχαμε την εμφάνιση για πρώτη φορά
αρνητικών ρυθμών ανάπτυξης - πραγματική ύφεση, σε αντίθεση με τις
«αναπτυξιακές υφέσεις» όπως αποκαλούνταν μερικές φορές - και κατακόρυφη αύξηση του αριθμού των ανέργων, αλλά όλα αυτά συνοδεύονταν και από καλπάζοντα πληθωρισμό, που σε χώρες όπως η Βρετανία έφτανε και το 25%.
Έγιναν προσπάθειες να αποδοθεί το ξέσπασμα της κρίσης στην
απότομη και μεγάλη αύξηση των τιμών του πετρελαίου, εξαιτίας του
σύντομου αραβοϊσραηλινού πολέμου του «Γιοκ Κιπούρ» τον Οκτώβρη
του 1973 και στο εμπάργκο που επέβαλε κατόπιν η Σαουδική Αραβία
στις εξαγωγές πετρελαίου στη Δύση. Όμως, το εμπάργκο είχε ως συνέΚαπιταλισμός Ζόμπι

255

πεια τη μείωση του εθνικού εισοδήματος των αναπτυγμένων χωρών μόλις κατά 1% και το μεγαλύτερο τμήμα του χρήματος που κατέληξε στα
χέρια των πετρελαιοπαραγωγών χωρών ανακυκλώθηκε μέσω του διεθνούς τραπεζικού συστήματος και επέστρεψε στις αναπτυγμένες χώρες. Η αύξηση των τιμών του πετρελαίου από μόνη της δεν θα μπορούσε να έχει τόσο μεγάλες επιπτώσεις στο παγκόσμιο σύστημα, επιπτώσεις τις οποίες οι κεϊνσιανές μέθοδοι θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν,
σύμφωνα με την επικρατούσα οικονομική λογική. Πολύ περισσότερο, οι
αυξήσεις στις τιμές του πετρελαίου δεν ήταν ξεκομμένες από άλλες εξελίξεις. Ήδη, τρία χρόνια πριν, όλες οι μεγάλες οικονομίες είχαν πληγεί
ταυτόχρονα από μια «αναπτυξιακή ύφεση», κάτι που είχε να συμβεί
σχεδόν εικοσιπέντε χρόνια, την οποία διαδέχτηκε μια απότομη οικονομική ανάκαμψη και επιταχυνόμενος πληθωρισμός, ενώ ακόμα δεν είχε
υπάρξει αύξηση των τιμών του πετρελαίου.1 Εν συντομία, η ύφεση που
ξεκίνησε στο τέλος του 1973 ήταν η κορύφωση ενός οικονομικού κύκλου, που υποτίθεται ότι οι κεϊνσιανής λογικής κρατικές παρεμβάσεις
είχαν εξασφαλίσει ότι στο εξής θα υπήρχε μόνο στα βιβλία της ιστορίας.
Οι κεϊνσιανοί του κυρίαρχου ρεύματος τα είχαν χαμένα. Ανακάλυπταν ότι η θεωρία τους δεν έκανε τίποτα από όσα ισχυρίζονταν ότι μπορούσε να κάνει. Όπως το έθεσε αργότερα ένας κεϊνσιανός, ο Φράνσις
Κριπς (Francis Cripps) του Cambridge Economic Policy Review, έξαφνα
συνειδητοποίησαν ότι:
Κανείς δεν καταλαβαίνει πώς ακριβώς λειτουργεί η σύγχρονη
οικονομία. Κανείς δεν γνωρίζει στην πραγματικότητα γιατί ο μεταπολεμικός κόσμος γνώρισε τόσο μεγάλη οικονομική ανάπτυξη... και με ποιον τρόπο αλληλοσυμπληρώνονταν οι διάφοροι
μηχανισμοί.2
Πολλοί κεϊνσιανοί εγκατέλειψαν τις παλιές τους ιδέες σε μια νύχτα και
υιοθέτησαν τις «μονεταριστικές» θεωρίες που προπαγάνδιζαν ο Μίλτον
Φρίντμαν (Milton Friedman) και η Σχολή των οικονομολόγων του Σικάγο. Αυτοί υποστήριζαν ότι οι απόπειρες των κυβερνήσεων να ελέγχουν την οικονομική συμπεριφορά ήταν λάθος. Υποστήριζαν ότι στην
οικονομία υπήρχε ένα «φυσικό, μη-πληθωριστικό» ποσοστό ανεργίας
και κάθε προσπάθεια των κυβερνήσεων να το μειώσουν χρησιμοποιώντας δημόσια κονδύλια, ήταν προορισμένη να αποτύχει και να οδηγήσει
256

Κρις Χάρμαν

σε πληθωρισμό. Το μόνο που χρειαζόταν να κάνουν τα κράτη, επέμεναν, ήταν να ελέγχουν την παροχή χρήματος, έτσι ώστε να αυξάνεται
με τον ίδιο ρυθμό που αυξάνεται η «πραγματική οικονομία» και να κάνουν ό,τι χρειαστεί για να διαλύσουν τα «αφύσικα μονοπώλια» των εργατικών συνδικάτων ή των εθνικοποιημένων επιχειρήσεων. Την ίδια
στιγμή οι κυβερνήσεις θα έπρεπε να διατηρούν στο χαμηλότερο δυνατό
επίπεδο τα επιδόματα ανεργίας ώστε να «πείθονται» οι εργάτες να δέχονται θέσεις εργασίας με χαμηλότερους μισθούς.
Επί τριάντα χρόνια, η απάντηση των απολογητών του καπιταλισμού σε όσους του ασκούσαν κριτική, ήταν ότι η κρατική παρέμβαση
μπορούσε να εξασφαλίσει την απρόσκοπτη λειτουργία του συστήματος.
Από κείνο το σημείο και μετά, άρχισαν να υποστηρίζουν ότι αυτό θα
επιτυγχάνονταν μόνο με την απόσυρση της κρατικής παρέμβασης. Η
«διαφωνούσα» ριζοσπάστρια κεϊνσιανή Τζόαν Ρόμπινσον συνόψισε ως
εξής τη μετατόπιση του κυρίαρχου ρεύματος:
Οι εκπρόσωποι του καπιταλισμού έλεγαν: Σόρι παιδιά, κάναμε
ένα λαθάκι, δεν προσφέραμε πλήρη απασχόληση, μόνο το φυσικό ποσοστό ανεργίας. Φυσικά, υποστήριζαν ότι αρκούσε ένα μικρό ποσοστό ανεργίας για να παραμείνουν σταθερές οι τιμές.
Όμως, πλέον γνωρίζουμε ότι ακόμα και ένα μεγάλο ποσοστό δεν
αρκεί για να επιτύχει κάτι τέτοιο.3
Το παραπάνω επί της ουσίας το ομολόγησε και ο Τζέιμς Κάλαχαν (James Callaghan), ο πρωθυπουργός της κυβέρνησης των Εργατικών, στο
συνέδριο του κόμματός του το 1976:
Νομίζαμε ότι για να βγεις από την κρίση έφτανε να κάνεις μεγάλες
δαπάνες, μειώνοντας τους φόρους και αυξάνοντας το δανεισμό
του δημοσίου. Σας λέω με κάθε ειλικρίνεια ότι αυτή η εναλλακτική
λύση δεν είναι πλέον εφικτή και, αν κάποτε ήταν, λειτουργούσε
προκαλώντας πληθωρισμό στην οικονομία. Και κάθε φορά που
συνέβαινε κάτι τέτοιο το μέσο ποσοστό ανεργίας αυξανόταν.
Το ίδιο επισήμανε είκοσι χρόνια μετά ο Γκόρντον Μπράουν (Gordon
Brown), πριν γίνει πρωθυπουργός.
Στις μέρες μας, χώρες που αποπειρώνται να λειτουργήσουν σε
εθνικά πλαίσια, εφαρμόζοντας μακρο-οικονομικές πολιτικές φορολόγησης, δαπανών και δανεισμού με σκοπό να τονώσουν τη
Καπιταλισμός Ζόμπι

257

ζήτηση και παραβλέπουν τις δυνατότητες της προσφοράς στην
οικονομία, είναι π ρ ο ο ρ ι σ μ έ ν ε ς να υποστούν τ η ν τιμωρία των
αγορών με τ η μορφή ασφυκτικά υψηλών επιτοκίων και συναλλαγματικής κατάρρευσης. 4

Πολιτικοί και ακαδημαϊκοί που είχαν ανατραφεί με τον κεϊνσιανισμό,
αποδέχονταν τις ίδιες παραμέτρους με τους παλιούς αντιπάλους τους
για τον καθορισμό της οικονομικής πολιτικής. Αποφάσιζαν ότι δεν
υπήρχε καμιά εναλλακτική λύση απέναντι στα υψηλά ποσοστά ανεργίας, στις περικοπές του κράτους πρόνοιας, στην επιβολή «ελαστικών»
εργασιακών σχέσεων ώστε οι εργάτες να γίνουν περισσότερο «ανταγωνιστικοί» και σε νόμους που περιόριζαν τη «δύναμη των εργατικών συνδικάτων». Οι κεϊνσιανοί που δεν αποκήρυσσαν τις παλιές τους απόψεις,
ωθούνταν στο περιθώριο του κατεστημένου της οικονομικής επιστήμης.
Το 2007 μια μελέτη έδειχνε ότι το «72% των φοιτητών που σπουδάζουν
την οικονομική επιστήμη» το κάνουν σε εκπαιδευτικά ιδρύματα στα
οποία δεν υπάρχει ούτε ένας «ετερόδοξος οικονομολόγος» που θα αμφισβητούσε τις «νεοκλασικές και νεοφιλελεύθερες υποθέσεις».5
Όμως, αυτή η βιαστική μεταστροφή των υποστηρικτών του συστήματος προς το μονεταρισμό, δεν στάθηκε ικανή να αντιμετωπίσει την
κρίση καλύτερα απ' ό,τι ο κεϊνσιανισμός. Στο κάτω-κάτω, ο μονεταρισμός δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια αναβίωση της νεοκλασικής
σχολής που κυριαρχούσε στην οικονομική επιστήμη μέχρι τη δεκαετία
του 1930. Ήταν το ίδιο ανήμπορος να ερμηνεύσει την ύφεση των δεκαετιών του '70 και του '80 απ' όσο στάθηκε ικανός να το κάνει με την κρίση
στο μεσοπόλεμο, πολύ περισσότερο να την αντιμετωπίσει. Στη Βρετανία,
τον προϋπολογισμό του μονεταριστή Χάου (Howe) το 1979, τον ακολούθησε ένας διπλάσιος πληθωρισμός6 και διπλάσια ανεργία, ενώ η βιομηχανική παραγωγή το 1984 ήταν κατά 15% κάτω από το επίπεδο που είχε
βρεθεί 11 χρόνια πριν.7 Τα μονεταριστικά μέτρα δεν κατόρθωσαν καν να
θέσουν υπό έλεγχο την προσφορά χρήματος. Το 1982, αντί του επιδιωκόμενου 6% με 10%, αυξήθηκε, στην ευρύτερη εκδοχή της (εκείνη που οι
οικονομολόγοι ονομάζουν Μ3) κατά 14,5%.8 Τα μόνα αποτελέσματα που
είχε αυτή η πολιτική, ήταν να καταστρέψει ένα μεγάλο τμήμα της ντόπιας βιομηχανίας, να οξύνει την κρίση των αρχών της δεκαετίας του '80
και να στρώσει το δρόμο για μια άλλη κρίση το 1990.
258

Κρις Χάρμαν

Στις αρχές της δεκαετίας του '80 κάποιοι οικονομολόγοι που είχαν
λιποτακτήσει από τον κεϊνσιανισμό για να προσχωρήσουν στο μονεταρισμό, έμοιαζαν να απομακρύνονται κι απ' αυτόν. Ο Σάμιουελ Μπρίταν
(Samuel Brittan), ο αρθρογράφος των Financial Times που είχε συμβάλει πολύ στην εκλαΐκευση των μονεταριστικών ιδεών στη Βρετανία, το
1982 ασκούσε κριτική σε πολλές μονεταριστικές πολιτικές και αυτοαποκαλούνταν «κεϊνσιανός νέου τύπου». Οι οικονομικοί σύμβουλοι του
Ρέιγκαν (Reagan) στις ΗΠΑ, εφόσον απέτυχαν να σταματήσουν μια
σκληρή οικονομική ύφεση χρησιμοποιώντας μονεταριστικές πολιτικές,
έβαλαν το μονεταρισμό σιωπηλά στο ντουλάπι® και εγκατέλειψαν μια
από τις βασικές του αρχές: τον ισοσκελισμένο προϋπολογισμό.
Όμως, το κυρίαρχο ρεύμα στην οικονομική θεωρία στο μεγαλύτερο
μέρος του κινήθηκε σε μια διαφορετική κατεύθυνση. Μια «νέα κλασική» σχολή άρχιζε να κερδίζει επιρροή, ισχυριζόμενη - στα χνάρια όσων
υποστήριζε ο Χάγιεκ τη δεκαετία του '30 - ότι το πρόβλημα με το μονεταρισμό ήταν ότι είχε επιτρέψει ένα ρόλο στο κράτος, συγκεκριμένα την
παρέμβαση στις αγορές χρήματος. Οι υπέρμαχοι αυτής της σχολής
υποστήριζαν ότι ο Φρίντμαν είχε πέσει στην ίδια παγίδα με τον Κέινς,
επειδή ωθούσε τις κυβερνήσεις σε κινήσεις που μετατόπιζαν την προσφορά χρήματος. Τπό μία έννοια και ο Φρίντμαν ήταν «κεϊνσιανός». 10
Παρεμβάσεις αυτού του τύπου, συνέχιζαν, δεν μπορούσαν να αλλάξουν
τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων με τον επιθυμητό τρόπο, μιας και οι
«ορθολογικές προσδοκίες» των επιχειρηματιών θα τους ωθούσαν πάντοτε να απορρίπτουν εκ των προτέρων κάθε κυβερνητική παρέμβαση.
Η χειραγώγηση της προσφοράς χρήματος, όπως με τις ελλειμματικές
δημόσιες δαπάνες, εμπόδιζε τη σωστή αλληλεπίδραση της προσφοράς
και της ζήτησης. «Οι οικονομικές ανθήσεις και οι υφέσεις», υποστήριζαν, ήταν το προϊόν «της δόλιας πολιτικής της Fed». 11 Το γεγονός ότι οι
νεοκλασικοί μπορούσαν να διατηρούν τον οποιοδήποτε βαθμό πνευματικής αξιοπιστίας τη στιγμή που αρνούνταν την αστάθεια και τον ανορθολογισμό της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς, σε μια περίοδο που
χαρακτηρίστηκε από τρεις σοβαρές διεθνείς υφέσεις, αποτελεί αδιάψευστη απόδειξη του πόσο είχαν ξεκοπεί από την πραγματικότητα οι περισσότεροι ακαδημαϊκοί οικονομολόγοι.
Αυτές οι ιδέες έφτασαν στο απόγειό τους με τη μικρής διάρκειας
Καπιταλισμός Ζόμπι

259

άνθηση που υπήρξε από τα μέσα μέχρι το τέλος της δεκαετίας του '80.
Έμοιαζε να επιβεβαιώνει την αισιοδοξία που έκφραζε αυτό το ρεύμα για
τα οφέλη που θα απέφεραν οι απορυθμίσεις, οι ιδιωτικοποιήσεις, η
αναίρεση κάθε περιορισμού στην απληστία των πλουσίων. Όμως, η βαθιά ύφεση των αρχών της δεκαετίας του '90 αφαίρεσε από τις απόψεις
τους ένα μέρος από το λούστρο που τις κάλυπτε. Μέσα στην κυρίαρχη
οικονομική τάση, άρχισε να κερδίζει έδαφος μια διαφορετική σχολή οικονομολόγων της ελεύθερης αγοράς. Επρόκειτο για μια εκδοχή της
«αυστριακής σχολής» που επηρεαζόταν από τις ιδέες του Γιόζεφ Σουμπέτερ (Joseph Schumpeter), η οποία θεωρούσε τον κύκλο άνθησης-ύφεσης ως κάτι το αναπόφευκτο και καλό. Το σύστημα, υποστήριζε αυτή η
σχολή, ήταν ικανό για απρόσκοπτη ανάπτυξη, όμως μόνο στη βάση της
«δημιουργικής καταστροφής», η οποία εκμηδένιζε παλιές μορφές παραγωγής για να τις αντικαταστήσει με νέες.12 Ωστόσο με τη σειρά της κι
αυτή η σχολή, όπως και οι κεϊνσιανοί ή οι μονεταριστές και οι νεοκλασικοί, δεν μπορούσε να απαντήσει στο βασικό ερώτημα: γιατί γΓ άλλη μια
φορά το σύστημα πληττόταν από επαναλαμβανόμενες κρίσεις και μια
μακρόχρονη πτωτική τάση των μέσων ρυθμών ανάπτυξης μετά από
τρεις δεκαετίες ανεπανάληπτης, απαλλαγμένης σχεδόν από κρίσεις, οικονομικής μεγέθυνσης.13 Η αποτυχία των αντι-κεϊνσιανών να αντιμετωπίσουν αυτά τα προβλήματα, οδήγησε κάποιους κεϊνσιανούς - και κάποιους στην άκρα αριστερά που επηρεάζονταν από τον κεϊνσιανισμό να ρίξουν σ" αυτούς το φταίξιμο για το τέλος της «χρυσής εποχής». Δεν
ήταν το σύστημα ως τέτοιο που έφταιγε για τις επαναλαμβανόμενες
κρίσεις. Αλλά, όπως επεσήμανε ο Νόντερμαν:
Αν ούτε η ανάκαμψη από τη Μεγάλη Ύφεση, ούτε η μεταπολεμική ανάπτυξη μπορούν να αποδοθούν στις κεϊνσιανές πολιτικές... τότε η εγκατάλειψή τους δεν μπορεί να λειτουργήσει ως
εξήγηση για τον τερματισμό της πλήρους απασχόλησης.14
Όμως, τότε, ποια είναι η εξήγηση;

Από που προήλθαν οι κρίσεις
Εκείνο που απουσίαζε από τις πιο δημοφιλείς ερμηνείες που προέρχονταν
260

Κρις Χάρμαν

από το κυρίαρχο ρεύμα της οικονομικής επιστήμης σχετικά με το τέλος
της «χρυσής εποχής», ήταν η οποιαδήποτε αναφορά στο τι γινόταν με το
ποσοστό κέρδους. Ωστόσο, μια σειρά απόπειρες υπολογισμού του, κατέληγαν στο ίδιο συμπέρασμα: ανάμεσα στα τέλη της δεκαετίας του '60 και
τις αρχές της δεκαετίας του '80, το ποσοστό κέρδους έπεσε απότομα.
Τα αποτελέσματα αυτών των μετρήσεων δεν είναι πάντοτε συμβατά μεταξύ τους, μιας και υπάρχουν διαφορετικοί τρόποι υπολογισμού
των επενδύσεων σταθερού κεφαλαίου και παράλληλα, η πληροφόρηση
που παρέχουν κυβερνήσεις και επιχειρήσεις για τα κέρδη υπόκεινται σε
μεγάλες διαστρεβλώσεις." Παρ' όλα αυτά, ο Φρεντ Μόσλεϊ, ο Τόμας
Μιχλ (Thomas Michl),16 ο Ανουάρ Σαΐχ και ο Ερτογκρούλ Αχμέτ Τονάκ
(Ertogrul Ahmet Tonak),17 οι Ζεράρ Ντιμενίλ και Ντομινίκ Λεβί, ο Ουφάκ Τουτάν (Ufak Tutan) και ο Αλ Κάμπελ (ΑΙ Campbell),18 ο Ρόμπερτ
Μπρένερ και ο'Εντουιν Ν Βολφ (Edwin Ν Wolff)," ο Πιρούζ Αλεμί (Piruz Alemi) κι ο Ντάνκαν Κ Φόλεϊ (Duncan Κ Foley),20 έχουν καταλήξει
σε πολύ κοντινά συμπεράσματα. Αναδεικνύουν ένα συγκεκριμένο μοτίβο που αποτυπώνεται σε γραφικές παραστάσεις των Ντιμενίλ και Λεβί
(Διάγραμμα 1) για το σύνολο του επιχειρηματικού τομέα στις ΗΠΑ και
του Ρόμπερτ Μπρένερ (Διάγραμμα 2) για τη μεταποίηση σε ΗΠΑ, Γερμανία και Ιαπωνία.
Ποσοστό κέρδους στις ΗΠΑ με (-) και χωρίς (--)
τον υπολογισμό των χρηματοοικονομικών σχέσεων 2 '
14
12
10
8

2
Ο-

Ι 955

Καπιταλισμός Ζόμπι

1965

1975

1985

1995
261

Καθαρό ποσοστό κέρδους στη μεταποίηση ΗΠΑ, Γερμανίας, Ιαπωνίας"
45

ΗΠΑ

40
35
30
25

20
15

10
5

0

1950

1960

1970

1980

1990

2000

Υπάρχει μια γενική συμφωνία ότι τα ποσοστά κέρδους έπεσαν από το
τέλος της δεκαετίας του '60 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '80. Υπάρχει επίσης συμφωνία στη διαπίστωση ότι από το 1982 και μετά σημειώθηκε μια μερική ανάκαμψή τους, με διακοπές στα τέλη της δεκαετίας
του '80 και της δεκαετίας του '90, η οποία όμως ποτέ δεν κάλυψε περισσότερο από το μισό της πτώσης από την εποχή της μεγάλης οικονομικής άνθησης. Σύμφωνα με τον Βολφ, το ποσοστό κέρδους έπεσε κατά
5,4% από το 1966 μέχρι το 1979 και κατόπιν «αναπήδησε» κατά 3,6%
από το 1979 μέχρι το 1997. Ο Φρεντ Μόσλεϊ υπολογίζει ότι «ανέκτησε... μόνο περίπου το 40% της πτώσης που είχε προηγηθεί». 23 Οι Ντιμενίλ και Λεβί με τη σειρά τους υπολογίζουν ότι «το ποσοστό κέρδους το
1997» ήταν «ακόμα στο μισό της αξίας που αντιπροσώπευε το 1948 και
ανάμεσα στο 60% με 75% της μέσης αξίας για τη δεκαετία 1956-65». 24
Στη δεκαετία του '70 έγιναν απόπειρες να ερμηνευτεί η πτώση της
κερδοφορίας ως αποτέλεσμα του διεθνούς κύματος των εργατικών
αγώνων, οι οποίοι υποτίθεται ότι αύξησαν το μερίδιο της εργασίας στο
συνολικό εισόδημα, μειώνοντας ταυτόχρονα το μερίδιο του κεφαλαίου.
Υπέρ αυτής της άποψης επιχειρηματολόγησαν ο Αντριου Γκλιν (Andrew
Glyn) και ο Μπομπ Σάτκλιφ (Bob Sutcliffe), 25 ο Μπομπ Ρόθορν (Bob
Rowthorne), 26 ενώ και ο Έρνεστ Μαντέλ είχε αποδεχτεί εν μέρει αυτή
262

Κρις Χάρμαν

την άποψη.27 Πολύ πιο πρόσφατα, ο Μάρτιν Γουλφ έκανε μια ευνοϊκή
αναφορά στην ανάλυση του Γκλιν.2* Όμως, η στατιστική ανάλυση εκείνη την εποχή απέδειξε ότι μετά την αφαίρεση των φόρων, του κόστους
απόσβεσης κεφαλαίου και μια σειρά άλλων παραγόντων, το μερίδιο των
μισθών δεν είχε αυξηθεί.29 Επίσης, αυτή η άποψη δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί όλες οι δυτικές οικονομίες μπήκαν σε κρίση την ίδια χρονική
περίοδο, στα τέλη της δεκαετίας του '70. Όντως, στην Ιταλία, τη Βρετανία, την Ισπανία και τη Γαλλία στα τέλη της δεκαετίας του '60 και στις
αρχές του '70 υπήρξαν σημαντικές βελτιώσεις στην οργάνωση της εργατικής τάξης. Όμως, ούτε στη Δυτική Γερμανία, ούτε στην Ιαπωνία σημειώθηκαν παρόμοιες εξελίξεις, ενώ στις ΗΠΑ «εκδηλώθηκε μια απότομη πτώση στους πραγματικούς μισθούς των εργαζόμενων στο μη-αγροτικό τομέα από το τέλος του 1972 μέχρι την άνοιξη του 1975, ενώ συνολικά η παραγωγικότητα αυξήθηκε». 30
Αυτό που έβγαζε νόημα τότε και συνεχίζει να βγάζει και σήμερα είναι η ανάλυση του Μαρξ για την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου.
Μια «ορθόδοξη» μελέτη της οικονομίας των ΗΠΑ αποτύπωσε μια ταχεία αύξηση του λόγου των κεφαλαιακών επενδύσεων προς τον αριθμό
των απασχολούμενων εργατών στον τομέα της μεταποίησης, η οποία
ξεπέρασε το 40% ανάμεσα στο 1957-68 και το 1968-73.31 Μια άλλη μελέτη για το Ηνωμένο Βασίλειο δείχνει μια αύξηση του λόγου κεφαλαίου/παραγόμενου προϊόντος κατά 50% ανάμεσα στο 1960 και τα μέσα
της δεκαετίας του '70.32 Ο Σάμιουελ Μπρίταν επισημαίνει αμήχανα:
Στη μεταποίηση υπάρχει μια υποβόσκουσα μακροχρόνια τάση
μείωσης του παραγόμενου προϊόντος ανά μονάδα κεφαλαίου...
Πρόκειται για γενικευμένη εμπειρία σε όλες τις βιομηχανικές χώρες... Μπορεί κάποιος να κατασκευάσει μια αρκετά εύλογη ιστορία για την κάθε μια χώρα, όμως όχι για το βιομηχανικό κόσμο
συνολικά.33
Οι πιο πρόσφατοι υπολογισμοί από τον Μιχλ,34 τον Μόσλεϊ, τον Σαΐχ,
τον Τόνακ και τον Βολφ,35 καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η αύξηση
της αναλογίας κεφαλαίου/εργασίας ήταν ένα στοιχείο στη μείωση των
ποσοστών κέρδους. Πρόκειται για συμπέρασμα που επιβεβαιώνει τη θέση του Μαρξ ότι η αύξηση της αναλογίας κεφαλαίου/εργασίας μπορεί
να πλήξει τα κέρδη και αποτελεί μια εμπειρική διάψευση της θέσης που
Καπιταλισμός Ζόμπι

263

υποστήριξε ο Οκίσιο (Okishio) και άλλοι ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο.
Όμως, παραμένει αναπάντητο το ερώτημα γιατί αυτή η πτώση εκδηλώθηκε εκείνη τη συγκεκριμένη περίοδο και όχι νωρίτερα. Η απάντηση
μπορεί να δοθεί αν εξετάσουμε τις αντιθέσεις που ενυπήρχαν στη μακρά άνθηση και τις οποίες είχαν επισημάνει ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του '60 όσοι είχαν εντοπίσει την αιτία της μακράς άνθησης στο
πολύ υψηλό επίπεδο των στρατιωτικών δαπανών.
Οι στρατιωτικές δαπάνες ήταν πολύ άνισα κατανεμημένες ανάμεσα
στις πιο σημαντικές οικονομίες. Στις αρχές της δεκαετίας του '50 απορροφούσαν ένα πολύ υψηλό ποσοστό του εθνικού εισοδήματος των
ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ (μέχρι και το 13% στην πρώτη περίπτωση, πιθανά
το 20% ή και περισσότερο στη δεύτερη), ένα χαμηλότερο ποσοστό στη
Βρετανία και τη Γαλλία και ένα πολύ μικρότερο στη Γερμανία και την
Ιαπωνία. Το γεγονός αυτό δεν είχε και ιδιαίτερη σημασία στα πρώτα
χρόνια μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν το επίπεδο του εξωτερικού εμπορίου ήταν σχετικά χαμηλό και οι περισσότερες εταιρείες
δεν αντιμετώπιζαν έντονο διεθνή οικονομικό ανταγωνισμό. Για παράδειγμα, η φορολόγηση για τη χρηματοδότηση των στρατιωτικών δαπανών επηρέαζε αρνητικά τα κέρδη των αμερικάνικων εταιρειών, όμως δεν
έφερνε καμία από αυτές σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό της με
τις υπόλοιπες στην εσωτερική αγορά. Επίσης, οι καπιταλιστές δεν είχαν
κάποιο ιδιαίτερο λόγο να παραπονούνται, από τη στιγμή που το ποσοστό κέρδους δεν έπεφτε πολύ κάτω από τα εξαιρετικά υψηλά επίπεδα
που είχε βρεθεί στην περίοδο αμέσως μετά τον πόλεμο. Οι θετικές συνέπειες των στρατιωτικών δαπανών υποσκέλιζαν κατά πολύ τις αρνητικές.
Όμως, η άνιση κατανομή των στρατιωτικών δαπανών άρχισε να
αποκτά μεγάλη σημασία με το πέρασμα του χρόνου. Οι ΗΠΑ είχαν επιτρέψει στα δυτικοευρωπαϊκά κράτη και την Ιαπωνία να αποκτήσουν
πρόσβαση στην εσωτερική τους αγορά [των ΗΠΑ], ως μέρος του προγράμματός τους να χρησιμοποιήσουν την κυρίαρχη οικονομική θέση
τους για να εδραιώσουν την ηγεμονική θέση τους έξω από το ρώσικο
μπλοκ. Όμως, οι οικονομίες με χαμηλό επίπεδο στρατιωτικών δαπανών
μπορούσαν να επενδύσουν αναλογικά περισσότερο και να αναπτυχθούν με ταχύτερους ρυθμούς απ' ό,τι μπορούσαν οι ΗΠΑ. Με τον και264

Κρις Χάρμαν

ρό, αυτές οι οικονομίες κατόρθωσαν να φτάσουν τα επίπεδα παραγωγικότητας των ΗΠΑ και να αυξήσουν το ειδικό τους βάρος στην παγκόσμια οικονομία.
Η αύξηση κεφαλαίου στην Ιαπωνία στην περίοδο 1961-71 έφτασε
το 11,8% ετησίως, ενώ στη Δυτική Γερμανία την περίοδο 1950-62 ήταν
9,5%. Συγκριτικά, στις ΗΠΑ για την περίοδο 1948-69 αυτός ο δείκτης
βρισκόταν μόλις στο 3,5% ετησίως.36 Το 1977, στην Ιαπωνία αναλογούσε το 17,7% του συνολικού ΑΕΠ των αναπτυγμένων χωρών και στη Δυτική Γερμανία το 13,2%. Το 1953 αυτοί οι δείκτες ήταν μόλις 3,6% και
6,5% αντίστοιχα. Στο μεταξύ, το μερίδιο των ΗΠΑ είχε πέσει από το
69% στο 48%.37 Αυτή η μετατόπιση ερμηνεύεται από τα οφέλη που μπόρεσαν να αποσπάσουν η Ιαπωνία και η Γερμανία από το υψηλό επίπεδο
των παγκόσμιων στρατιωτικών δαπανών, ιδιαίτερα των ΗΠΑ, χωρίς να
χρειαστεί να θυσιάσουν τις παραγωγικές επενδύσεις τους για να πληρώσουν γι' αυτό. Αν είχαν όλες οι χώρες συγκρίσιμα επίπεδα παραγωγικών επενδύσεων με εκείνα των Δυτικογερμανών και των Ιαπώνων, τότε
θα είχε εκδηλωθεί μια ταχεία αύξηση της παγκόσμιας οργανικής σύνθεσης κεφαλαίου και καθοδική τάση στο ποσοστό κέρδους. Όπως είχαν
τα πράγματα, στην Ιαπωνία το κεφάλαιο αυξανόταν «πολύ ταχύτερα
από την εργατική δύναμη - περισσότερο από 9% ετησίως ή παραπάνω
από το διπλάσιο του μέσου ρυθμού αύξησης στις Δυτικές βιομηχανικές
χώρες...» 3 * Οι μη-στρατιωτικοί κρατικοί καπιταλισμοί μπορούσαν να
αναπτυχτούν χωρίς κρίσεις μόνο και μόνο γιατί λειτουργούσαν στα
πλαίσια ενός παγκόσμιου συστήματος, το οποίο περιείχε ένα πολύ μεγάλο στρατιωτικό κρατικό καπιταλισμό.
Με αυτή την έννοια, η δυτικογερμανική και η ιαπωνική εμπειρία
δεν αντιφάσκουν με τη θέση ότι οι εξοπλιστικές δαπάνες προσφέρουν
την εξήγηση για την παγκόσμια ανάπτυξη και σταθερότητα στη μεταπολεμική άνθηση. Όμως, αυτές οι χώρες αποτελούσαν ένα αντιφατικό
παράγοντα αυτής της ανάπτυξης. Η ίδια τους η επιτυχία σήμαινε ότι
ένα αυξανόμενο κομμάτι της παγκόσμιας οικονομίας δεν σπαταλούσε
επενδύσιμο προϊόν σε όπλα. Ούτε το ζήτημα περιοριζόταν εκεί. Η ίδια η
επιτυχία των οικονομιών με χαμηλές στρατιωτικές δαπάνες άρχισε να
ασκεί πίεση στις οικονομίες με υψηλές τέτοιες δαπάνες να προσανατολίσουν πόρους από τους εξοπλισμούς προς την κατεύθυνση παραγωγιΚαπιταλισμός Ζόμπι

265

κών επενδύσεων. Γιατί μόνο με αυτό τον τρόπο θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν την πρόκληση του ανταγωνισμού στην αγορά από τη Δυτική Γερμανία και την Ιαπωνία.
Αυτό ίσχυε ιδιαίτερα για τη Βρετανία. Η οικονομία της ήταν εξαρτημένη σε πολύ μεγάλο βαθμό από το εξωτερικό εμπόριο και ανάμεσα
στη δεκαετία του 1940 και του 1970 πλήττονταν από κρίσεις του ισοζυγίου πληρωμών με κάθε φάση ταχείας οικονομικής ανάπτυξης. Οι διαδοχικές βρετανικές κυβερνήσεις αναγκάστηκαν, απρόθυμα, να εγκαταλείψουν τα όνειρα αυτοκρατορικού μεγαλείου και να μειώσουν το ποσοστό του εθνικού προϊόντος που πήγαινε για την άμυνα από το 7,7%
του ΑΕΠ το 1955 στο 4,9% το 1970.
Στην περίπτωση των ΗΠΑ, αρχικά η πίεση ήταν λιγότερο εμφανής,
αφού ακόμα και τόσο αργά όσο το 1965 το εξωτερικό εμπόριο αποτελούσε μόνο το 10% του ΑΕΠ και η χώρα είχε εμπορικό πλεόνασμα καθ'
όλη τη διάρκεια των δεκαετιών του 1950 και του 1960. Παρ' όλα αυτά,
οι στρατιωτικές δαπάνες έπεσαν από το 13% του ΑΕΠ που είχαν φτάσει
στη διάρκεια του πολέμου της Κορέας στο 7% με 9% στις αρχές της δεκαετίας του '60. Η πίεση που ασκούσαν οι στρατιωτικές δαπάνες στη
διεθνή ανταγωνιστικότητα της οικονομίας των ΗΠΑ αποκαλύφθηκαν
ξαφνικά, όταν εκτινάχθηκαν κατά ένα τρίτο στη διάρκεια του Πολέμου
στο Βιετνάμ. Αυτό το επίπεδο στρατιωτικών δαπανών δεν έφτανε σε
καμιά περίπτωση το αντίστοιχο επίπεδο του Πολέμου της Κορέας.
Όμως, ήταν πλέον υπερβολικά υψηλό για τη βιομηχανία των ΗΠΑ που
αντιμετώπιζε έντονο ανταγωνισμό για αγορές. Ο πληθωρισμός άρχισε
να μεγαλώνει στις ΗΠΑ και η Γουόλ Στριτ στράφηκε ενάντια στον πόλεμο. 3 'Ύστερα, το 1971, για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο, οι εισαγωγές
στις ΗΠΑ ξεπέρασαν τις εξαγωγές τους. Ο πρόεδρος Νίξον (Nixon) πήρε δυο μέτρα τα οποία προκάλεσαν ακόμα μεγαλύτερη αστάθεια στην
παγκόσμια οικονομία: μείωσε τις στρατιωτικές δαπάνες των ΗΠΑ40 και
υποτίμησε το αμερικάνικο δολάριο, καταστρέφοντας στην πορεία το
σύστημα των σταθερών νομισματικών ισοτιμιών που είχαν καθιερώσει
οι συμφωνίες του Μπρέτον Γουντς (Bretton Woods) και λειτουργούσαν
σαν πλαίσιο για την εξάπλωση του διεθνούς εμπορίου σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο.
Η δυναμική του ανταγωνισμού στις αγορές υπέσκαπτε ασταμάτητα
266

Κρις Χάρμαν

το στρατιωτικό ανταγωνισμό. Αυτό που κάποιοι στη δεκαετία του '70
είχαν αποκαλέσει «κρίση ηγεμονίας»41 του συστήματος, στην πραγματικότητα ήταν το τέκνο μιας άλλης κατάστασης· της εγγενούς αστάθειας ενός κόσμου κρατικών καπιταλισμών εμπλεκόμενων σε δυο πολύ
διαφορετικές διαστάσεις ανταγωνισμού μεταξύ τους, του οικονομικού
και του στρατιωτικού.
Όπως είδαμε στο Τρίτο Κεφάλαιο, ένα από τα παράδοξα του καπιταλισμού είναι ότι παρόλο που η αύξηση της οργανικής σύνθεσης του
κεφαλαίου μειώνει το μέσο ποσοστό κέρδους σε όλο το σύστημα, αυξάνει τα κέρδη