Ανδρέας Καρκαβίτσας

PDF που παράγονται χρησιμοποιώντας την ανοικτού περιεχομένου εργαλειοθήκη mwlib. Βλέπε http://code.pediapress.com/ για περισσότερες
πληροφορίες.
PDF generated at: Thu, 05 May 2011 13:31:38 UTC

έστεκαν αντίκρυ του ανήσυχοι και αγριεμένοι. Η συγκίνηση όμως του λαού τον ανησύχησε.. ανέβηκε στον τράφο ν' αγναντέψει τη λιτανεία που έρχεται. Είχε γνώση και κρίση· δεν ήθελε να πιστεύει παρά εκείνο που 'βλεπαν τα μάτια του – τα ίδια τα μάτια του! Από τα πρώτα χρόνια τής σπουδής του. Πούθ' ερχότανε. Η αλήθεια είναι πως ερχόταν ολόρθο στα κύματα. ντύθηκαν τα γιορτινά τους. μα κι από τους σπουδασμένους ακόμη. φανάρια και χρυσοΰφαντα λάβαρα. Δυο ψυχές και δυο εποχές πάλευαν μέσα του. κανείς δεν ήξερε να ειπεί. με τα φερσίματά του και με τα λόγια του. Μικροί μεγάλοι είπαν πως είναι θάμα. Έλαμπε το φως· μα πιο πολύ έλαμπε το τίμιο το ξύλο. κυλιέται και προβαίνει οκνό.. Το μάθαν· έτρεξαν οι καλόγεροι. τους απλούς οξωμάχους. κάθε άλλη σκέψη και κάθε κουβέντα. Η χαίτη του κοκκινίζει και καίγεται. βαθύς και βαρύς σαν μακρινό μπουμπουνητό. Νήστεψαν. το σούσουρο που γινόταν έξω στους δρόμους και μέσα στο σπίτι του δεν τον άφηναν ήσυχο. τα λιοστάσια. δε θέλει να ιδεί τίποτα!. Ένα βουνό από σκόνη μαυριδερή σέρνεται στο δρόμο. σπούδασαν. Το λιοπύρι ήταν ανυπόφορο· έπεφτε και τρυπούσε τη σάρκα σαν βελονοβροχή. τιμή και φυλαχτό τού τόπου τους. Έτσι μίλησε ο Αρλετής και το χωριό ανατρόμαξε σύσπιτο. Μόνον ο Τσαϊπάς σκέφτηκε να μείνει αδιάφορος. δε θα πάει πουθενά. Εκείνοι βγήκαν από το χωριό. Ακολούθησαν τυφλά την κοινωνική πρόληψη και τη γεροντική παράδοση. Μπροστά του ένα φως τρανό τού φώτιζε το δρόμο. τα βάτα κουρνιαχτισμένα κι άτρεμα φαίνονταν πεθαμένα. Ακούεται βαρύς και βαθύς ο ανασασμός του. Και συμφώνησαν όλοι πως το θάμα πρέπει να το πάρουν στο χωριό. σήμερα κίνησαν όλοι και πάνε να το φέρουν. κρύφτηκε σε μια βουρλιά. Δε θα βγει από το σπίτι του. Θρησκευτικός ανεμοστρόβιλος εσήκωσε για μιας τού λαού την αδιαφορία. βγήκε νύχτα στην ακρογιαλιά τού Αϊ-Θανάση. Ντύθηκε βιαστικά. Ο Κώστας ο Αρλετής έφερε μιαν είδηση στο χωριό και το χωριό ανατρόμαξε. Μα τα λόγια και τα φερσίματά του ήταν τόσο ξαφνικά που ετρόμαζαν τους χωριάτες· τους ξυπνούσαν την υποψία. Και δεν είναι κανένα· εντελώς κανένα! Όλα στραβά και παράλογα. Το καμπάνισμα.. οι προετοιμασίες. Ο Τσαϊπάς ούτε το φανταζότανε· μα και να το φανταζότανε λίγο τον έμελε. έπαψε κάθε δουλειά. Τώρα είπε ν' αρνηθεί το θάμα και τ' αρνήθηκε. Κάποιο καλογεράκι σύρθηκε απάνω του και γνώρισε το θάμα. Ήταν φοιτητής – σπουδασμένος άνθρωπος. Ήρθε το κόνισμα και στάθηκα σιγά στον άμμο. για πού πήγαινε. Φτάνει που πίστευε πως εκειό που έκανε ήταν και σωστό..τι έκαμε. Καθώς ήταν ριζωμένοι στις συνήθειες τους. Κ' έτσι τι κάναμε! Α! Όχι! Ο Τσαϊπάς θα ξεφύγει· θα γίνει κύριος τού εαυτού του· θα κλοτσοπατήσει το κάθε τι που δεν είναι σύμφωνο με τη γνώμη του. Πφ! . σαν άρρωστο. Περίγυρα το πέλαγο απέραντο και μελαψό ανάδευε με σύγκρυο. το πήραν στο μοναστήρι τους και το λιβανίζουν μερόνυχτα. Σε λίγο ξεχωρίζουν 1 . Όπως ο Τσαϊπάς βγήκαν κ' εκείνοι να ιδούν τη λιτανεία. Οι καμπάνες από την αυγή σημαίνουν πρόσχαρα. οι καλαμιώνες. Κ' ήθελε όλα να τ' αλλάξει με το παράδειγμά του. Όχι μόνον τους αγράμματους συντοπίτες του. Έπειτα ιχνογράφονται ανάερα σταυροί. Τα στακάμενα νερά τής Λάκκας έζεχναν και φαρμάκωναν. Κάποια σημάδια μέσα του σβήνουν και ξαναλάμπουν από στιγμή σε στιγμή. ο Τσαϊπάς ήθελε να ξεχωρίζει από τους άλλους συντοπίτες του. Λίγο τάχα είναι να 'χεις έναν άγιο πατριώτη! Ψες βράδυ ακούστηκε. έφαγαν τη ζωή τους στα βιβλία και σαν γυρίσανε πίσω έγιναν ένα με τους άλλους. Μα η ζωή ακολουθούσε υπομονητικά το δρόμο της. Ένα κόνισμα. Η αθέμελη άρνησή του άρχισε να κλονίζεται. τόρτσες. έτρεξε. ξεφτέρια. πεισμωμένος τώρα για ό. σβήνουν και ξαναλάμπουν σαν λεπίδες σπαθιών. Ο ήλιος το χτυπά κατακέφαλα και το δείχνει θερίο παράξενο. Φωνή τής λαύρας χυνότανε ολούθε η φλυαρία τού τζίτζικα και στο χωριό περνοδίναν οι στρατοκόποι. κλείσανε τα μαγαζιά.Το κόνισμα Το κόνισμα Καταϊδρωμένος ο Πέτρος ο Τσαϊπάς ανέβηκε στον τράφο ν' αγναντέψει· δεν είχε δύναμη ούτε όρεξη να πάει μακρύτερα. θάματα δεν πίστευε αυτός. Και το φως κοντά του παραμόνευε. Ζερβόδεξα τ' αμπελοχώραφα. Όσο πρόβαινε η μέρα τόσο βασανιζότανε. Βαστάχτηκε ως τ' απόγιομα· τέλος νικήθηκε. λέει. Ήρθαν πάλι στου Θεού τη στράτα οι άνθρωποι.

Όταν η λιτανεία έφτασε κοντά στον Τσαϊπά.. σκύβουν το κεφάλι. Το κόνισμα τού φάνηκε παράξενο· κάθε άλλο παρά κόνισμα. Βγαίνει αμέσως φωνή από το πλήθος και σκεπάζει τη φλυαρία τού τζίτζικα.. δακρύζουν οι γριές κι όλοι κοιτάζουν. Μα δεν τελείωσε. από τα μονοπάτια άλλοι στρατοκόποι. Είναι δικό του το κατόρθωμα.. που βρέθηκε το κόνισμα! Ήρθε ακάλεστο. έτοιμα να πάρουν τη θέση τους. της δουλειάς και της ταβέρνας παιδιά. Είναι ο Κώστας ο Αρλετής. Σκύβουν ταπεινά.. Έμενε τώρα ν' αποχτήσει κ' ένα θαματουργόν άγιο. Τη θέση τού ψάλτη την αγαπούσε· αγαπούσε όμως και κάθε άλλη θέση που του έδινε αφορμή να δείξει τη φωνή του.. – Κύριε ελέησαν.. μωρέ παιδία! – Κύριε ελέησον! . Για τούτο δεν έπαυε να παρακινεί τους άλλους να δείξουν με ξελαρυγγιάσματα τη χαρά τους. τους παπάδες της πιο καλοφορεμένους· τα κονίσματά της. οι ψαλτάδες.. Τ' ήταν ο κόσμος τότε γι' αυτόν παρά ένα περιβόλι απέραντο. έπαιζε ρυθμικά τα δάχτυλα κ' έχυνε αργυρά κύματ' από τα χείλη του. – Κύριε ελέησον. λες κ' ήξερε την ανάγκη και την επιθυμία του. Τα κεφάλια ζερβόδεξα με τη γλώσσα όξω και τα ράμφη γυριστά έδειχναν θυμό και 2 . με πολλά σκαλίσματα. ξανακοιτάζουν το κόνισμα. Βγαίνει και φαίνεται σαν να παρακαλεί και σύγκαιρα να προστάζει τον Κύριο για να το ελεήσει. Άλλοι κρατούν κεριά.Το κόνισμα κεφάλια και ώμοι πλήθος. Ο ίδρωτας όμπριζε στα μέτωπα τους· μα την ήθελαν τέτοιαν αγγαρεία. ευτυχισμένος όπως το πουλί απάνω στο κλαδί του. σαν αγιογραφία στον τοίχο βυζαντινού ναού. είτε στον πάγκο της ταβέρνας. αράθυμος και χαροκόπος παλάβρας· με τη φωνή του μπορούσε ν' αποστομώσει όλες τις καμπάνες τού χωριού. πλάγιαζε το κεφάλι. Είτε στο στασίδι τής εκκλησιάς. Το χτίριό της μεγάλο και σοβαρό· τις καμπάνες της πιο βροντερές. γριές και γέροι. Μα τώρα ενόμιζε πως ήταν υποχρεωμένος κι αυτός να φανεί άξιος· να κάμει όσο μπορούσε μεγαλύτερη την υποδοχή του. Πέντε παλικάρια έφερναν στα χέρια τους μακρύστενη σανίδα. Μπορεί να το είχαν ακόμα οι νταυλοκαλογέροι και να κερδοσκοπούσαν με δαύτο. Αργοπατούσαν και τρίκλιζαν κι αγκομαχούσαν κάθε λίγο από το βάρος τής σανίδας τα παλικάρια. Και να. καταπράσινο και μοσκοβολισμένο περιβόλι! Και τ' ήταν αυτός παρά ένας και μονάχος τραγουδιστής. θαμπή. Μα όλοι αυθόρμητα κάνουν το σταυρό τους. σταυροκοπιούνται. οι προύχοντες και πίσω ο λαός. ο δήμαρχος. τα ξεφτέρια. μικρομάνες. ποιος ξέρει. Αν θα 'χει το χωριό θαματουργόν άγιο. Κύριε ελέησον! .. Είχε πολλά χρόνια ψάλτης ο Κώστας ο Αρλετής· μα δεν ήταν περισσότερο από τους άλλους θρήσκος. άλλοι σε κεραμίδες θυμίαμα κι άλλοι λάδι στις μποτιλίτσες τους. Αν δεν ήταν αυτός. πρόσωπα χλομά και μάτια θαμπωμένα. Ήταν όλοι ξεσκούφωτοι κ' έδειχναν μεγάλη ευλάβεια· νόμιζε κανείς πως όλοι τους ανατράφηκαν σε μοναστήρι. Κανείς δεν ξέρει τι άγιος είναι· κανείς δε νιώθει τι θάμα παρασταίνει. Βγαίνουν παιδιά. σαλίγκαροι τού χρόνου κούτσα-κούτσα με τα δικανίκια τους. είτε σε γάμου τραπέζι ήταν ίδιος και απαράλλαχτος... Κύριε ελέησον!. Γύρω τους άλλα παλικάρια. Η χαρά του είναι μεγάλη κ' η περηφάνια του ακόμη μεγαλύτερη. Άξαφνα ο κουρνιαχτός άνοιξε και πρόβαλαν τα παιδιά παιχνιδιάρικα· έπειτα φάνηκαν οι παπάδες με τα χρυσά τους άμφια. τουλούπες μαλλιά και γένια. ο γλυκόφωνος ψάλτης τού Αϊ-Δημήτρη· είναι φρεσκοξουρισμένος και παστρικαλλαγμένος σαν γαμπρός. τους πολυέλαιους. Σήκωνε τα μάτια ψηλά. Ήταν ψηλόσωμος.. Κύριε ελέησον! . ακούεται βροντερή φωνή.. σήκωσε κ' εκείνος το χέρι να κάμει το σταυρό του.. τα μανουάλια πιο περίτεχνα.. που έχυνε τη φωνή του όχι για τίποτ' άλλο παρά για να ξετυλίξει την ψυχή του στα ψηλά και μέσα της να πνίξει όλο το είναι του! Είχε όμως κι από την εκκλησιά του μίαν απαίτηση· την ήθελε πρώτη και καλύτερη. ακολουθούσαν προσεχτικά. Κι αυτό ήταν το καύχημα του. Δεν είδε παρά ένα δικέφαλον αητό με τα φτερά του ανοιχτά. Κι αληθινά ήταν δεν μπορούσε να 'χει παράπονο. ροδοκόκκινος. η περηφάνια του. μωρέ παιδιά!. μια φωνή και μια ψυχή φωνάζουν κάθε τόσο ρυθμικά και μονότονα: – Κύριε ελέησον!. το τέμπλο. Κύριε ελέησον! . από τους τράφους. Και σε κάθε βήμα της λιτανείας βγαίνουν και σμίγουν από τα χτήματα. σε κείνον θα το χρωστά... Αυτός έγινε –μνήστητί μου Κύριε!– το σκεύος τού Κυρίου το εκλεχτό.

Ο ψάλτης αναψοκοκκίνισε. Τριγύρω άλλα μικροσκαλίσματα χρυσαλειμμένα. Κ' η λιτανεία τράβηξε πάλι το δρόμο της. κομψοντυμένος. Κ' είχε δουλειές.. Όλα μέλι-γάλα τα 'βρίσκε κ' οι χωριάτες ήταν ενθουσιασμένοι μαζί του. . εφώναξε με λύσσα αντιπατώντας το πόδι του. ανακατώθηκε με τους χωριάτες στο κρασοπουλειό και στον καφενέ κι άρχισε να συχνάζει στο ειρηνοδικείο· το δεύτερο χρόνο.. Στα κεφάλια καθότανε κορόνα σταυροφόρα· κι άλλη κορόνα πιο μεγάλη τα 'σμιγε από πάνω. Ο φοιτητής αλαφιάστηκε σαν να βρυχήθηκε θάλασσα τριγύρω του. Κύριε ελέησον!. Το καπέλο σου!.. Και κάτω από τα πόδια του μια κορδέλα ξεδιπλωμένη είχε απάνω της γράμματα παράξενα. Μα το μόνο σημάδι που μπορούσε να το κάμει σεβαστό ήταν οι σταυροί του. Το καπέλο σου!. 'Εφαε τη ζωή του απάνω στο τσαγκαρόσουβλο για να τον κάμει άνθρωπο και να.. Κανενός δε χάλαε την καρδιά· ποτέ δεν έλεγε πως έχει άδικο ο πελάτης του ή πως θα χάσει τη δίκη. πάρα πολλές δουλειές. μωρέ. . Ο κόσμος τον είδε κ' ένας με τον άλλον στύλωσαν όλοι τα μάτια καταπάνω του.Το κόνισμα αχορταγιά μεγάλη. γυρίζουν κούκλες· αντί να 'ρθουν χριστιανοί. . – Μωρ'. έρχονται αλούτεροι. Ο σκοπός είναι να μη φτάσει κανείς σε τέτοια. κατέβηκε κι ακολούθησε τη λιτανεία με κεφάλι σκυφτό. παραπατώντας σαν υπνοβάτης. πουλιά. φάνηκε το μέλλον του· βγήκε στον κόσμο θαρρετά.! – Το καπέλο σου! βγήκε άξαφνα φωνή από το πλήθος. . Κύριε ελέησον! εβγήκε τρανταχτό απ' όλα τα στόματα τού λαού. . – Ξέρω κ' εγώ· έκαμε κείνος ανασηκώνοντας τους ώμους· ξέρω κ' εγώ. μωρέ παιδιά! . . Μα κόνισμα βέβαια δεν είναι.. κοιτάζοντας το φοιτητή με απορία και θυμό. χωρίς να πατήσει διόλου στο Πανεπιστήμιο. Δεν πέρασε πολλή ώρα κι ο Τσαϊπάς αιστάνθηκ' ένα χέρι να περνά στο μπράτσο του και δυο μάτια να τον κοιτάζουν παράξενα και περιγελαστικά. Ήταν ο Σταθόπουλος. Όπως έστεκε στο ψήλωμα το ανάστημα του ιχνογράφονταν στον ασπρογάλανο ουρανό.. Ο φοιτητής τού έπαιρνε και τη δύναμη· τον ρεζίλευε! Μα τι. βαγιόκλαδα και χοντρόρογα σταφύλια.. – Κύριε ελέησον! . ξαναφώναξε. μη ξέροντας τι να σκεφτεί και τι να κάμει. σαν μαύρο είδωλο που τρέχει λαός να πετροβολήσει. με ψηλά κολλάρα και λαιμοδέτη κόκκινον. εχύθηκε μελωδική η φωνή των παπάδων. – Το καπέλο σου! δευτέρωσε άλλη φωνή. Δεν έβλεπαν την ώρα πότε να 'ρθει σε ηλικία για να τον βγάλουνε βουλευτή. – Το καπέλο σου!. Δεύτερος μπάτσος πάλε αυτός! Κανείς δεν τον άκουε. τι ναι τούτο.. – Και δεν το λες. . Τα νυχοπόδαρά του κρατούσανε το Σκήπτρο και μια σφαίρα με σταυρό. Πού είναι τώρα ο μακαρίτης ο Τσαϊπάς να καμαρώσει το γιο του. Ήταν νέος ζωηρός.. έκαμε το σταυρό του.. Μα η φωνή του έσβησε ασυντρόφιαστη· ως και τα μικρά παιδιά έστεκαν άλαλα. παλιός συμμαθητής και συμφοιτητής του τώρα στα Νομικά. – Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια! . Τέλος πάντων! Να που βρέθηκε κ' ένας άνθρωπος για τη φτώχεια. καλά το λένε πως η Αθήνα έγινε για καταστροφή τού τόπου! Στέλνουν τα παιδιά τους να ξεστραβωθούν κ' εκείνα δίνουν την ψυχή τους στο Σατανά! Αντί να γυρίσουν άνθρωποι. Έβγαλε βιαστικά το καπέλο του. . Υποψιάστηκαν πως το 'κανε για περιφρόνηση και αγανάχτησαν όλοι. – Κύριε ελέησον. Ο Τσαϊπάς στάθηκε ακίνητος. έκανε το δικολάβο. Του διαβόλου ο γιος! Έμαθε πέντε γράμματα και θαρρείς πως έγινε σοφός! Μωρέ. τον έκαμε και τον ξέκαμε! – Κύριε ελέησον. Την έπαιρνε κατάμουτρα την προσβολή. ου. Τίποτ' άλλο. Από τότε που γράφηκε φοιτητής.. το σταυρό σας! . – Πώς σου φαίνεται. λοιπόν! 3 . Εκεί λοιπόν θα τ' αφήσουν το κόνισμα για να γίνει το κέφι του! Ή μην ήθελαν να κάμει έτσι το χέρι του και να τον κατεβάσει σωρό-κουβάρι από το ψήλωμα. τον ρώτησε ο Τσαϊπάς μόλις τον είδε κοντά του. Μα περισσότερο απ' όλους ο Αρλετής.

άδραζε ένας τον άλλον από το λαιμό. να κοπιάσει κι αυτός για τη Χάρη του. έσβησαν. θα τον έπαιρναν με τις πέτρες.. . Είπε· μα δεν έκαμε τίποτα. – Μα ο δήμαρχος!. κυκλωμένη με του λαού το σεβασμό. Γιατί δεν έχουν το θάρρος ν' αντικρίσουν το ψέμα. Ο φοιτητής αγανάχτησε. Να το ειπώ. έπεσαν πέτρες που κλείστηκαν οι καλόγεροι περίτρομοι στα κελλιά τους. Να η μεγάλη αρρώστια. δυστυχώς! Το σκαρί κ' εκείνου δεν ήταν διαφορετικό από το σκαρί των αλλονών. 4 .. Εγέλασε τόσο δυνατά που ο δικολάβος αναγκάστηκε να φύγει από κοντά του.. Και γιατί. Η σανίδα ντυμένη στις χρυσαλοιφές. της πεθαμένης Αυτοκρατορίας μας. – Άτιμε! Ταρτούφο!. Του ήρθε να φωνάξει.. να τ' αρπάξει από τα χέρια των παλικαριών και να το ποδοκυλήσει χάμου. Αντί να σύρουμε το λαό με το μέρος μας. – Τι. Μα όχι· τίποτ' απ' αυτά. πιστόλες. όλα τ' αναγέλαε. . Αν μίλαε. να 'τηνε. εψιθύρισε ο Τσαϊπάς. Μόλις άρχιζαν τα σταυροκοπήματα. Έφτανε η τυφλή πίστη να τους δικαιώσει.. θέλοντας να πλύνει την ντροπή από πάνω του. πάμε μεις με το δικό του. Μα για μια στιγμή· έπειτα το άρπαξαν στα χέρια. Μα δεν ήταν τέτοιος κ' ήξερε καλά τον εαυτό του. Λείπουν. Ο Τσαϊπάς κοίταξε για μια στιγμή το φίλο του κατάματα· έπειτα έσκασε στα γέλια. Ναι. Ξέρεις τι έγινε στον Αϊ-Θανάση. να χαλάσουν το κέφι μερικών πεισματάρηδων. Ή αν το 'παιρναν για σημάδι άλλης εποχής. ερχόταν επάνω στο ζωντανό θρόνο της με κάποια κωμική αξιοπρέπεια. τον έσφιγγε με λύσσα. Άνοιξαν τότε την εκκλησία. Έτρεξε πίσω από τους παπάδες. Νόμισε πως το ξύλο ανάμπαιζε τη θρησκεία του· τους παπάδες και το λαό. γύρισε το θυμό εναντίον του. πάνε. Εκεί το 'χε πεταμένο η ευλάβεια των καλογέρων! Η αλήθεια είναι πως μόλις το είδαμε στο φως. Μυαλό θα βάλεις στην κολοκύθα τους. Τόσο που αν είχε πρόληψες ο Τσαϊπάς. . Ποιος ξέρει. Ούτε ξέρουμε τι κάνουμε. τ' άρχιζε κ' εκείνος και δεν έπαυε αν δεν έπαυαν πρώτα οι άλλοι. εψιθύρισε.. Και πού το βρήκαν θαρρείς. Πίσω μου. Θεομπαίχτη! . μέσα στον κουρνιαχτό και τις καβαλίνες. ο δικηγόρος. θα νόμιζε πως το κόνισμα άρχισε απ' αυτόν τα θάματά του.. φουρκισμένος για τα γέλια του Τσαϊπά. του σφύριξε ο Σταθόπουλος στ' αυτί. φίλε μου. Όταν τα χαμήλωσε. – Μόλις μας είδαν οι καλόγεροι. δίπλα στο κόνισμα κ' έδειχνε μεγάλη κατάνυξη. η βαγαποντιά! Να ο δήμαρχος. κατάλαβαν το σκοπό μας και πυροβόλησαν στο σωρό· πλήγωσαν μάλιστα και τον Κουφό στον ώμο. πάλι καλά. Είπε να χυθεί απάνω του. Σατανά! Με παλαβούς δεν είναι να καταπιάνεται κανείς! Έτσι. αναποδογύρισαν την Άγια Τράπεζα ως που βρήκαν το κόνισμα. προσβάλλεις το θρησκευτικό αίστημα τ' αλλουνού! Ν' αγριέψει ο κόσμος και να 'χουμε φασαρίες!. Τι διάβολο! Σάπισε λοιπόν αυτός ο τόπος! Αν το 'παιρναν τουλάχιστον όλοι για κόνισμα. – Τρομώ και λέω το διάολο έχουμε μαζί μας! . το φώναζε κ' εκείνος δυνατά. τον έφτυνε κατάμουτρα. Λείπουν κ' η τυφλή πίστη και το μεγάλο τ' όνειρο. είπε δυνατά ο Αρλετής. Ο ραγιάς ήταν ακόμη στο αίμα και του αλυσόδενε τη θέληση. Κάτου από ένα σωρό κλήματα. Εκείνος δεν ταράχτηκε καθόλου· ο θυμός τού σήκωσε κάθε άλλο αίστημα. όχι!. Εύγε τους και τρισεύγε τους. πέσανε άθελα στο κόνισμα. . Εχώριζε το είναι του σε δύο.. έσπασαν τις εικόνες. ρυθμικά και μονότονα. Τα πόδια του δε θέλησαν να πάνε μπροστά· τα χέρια του έμειναν κάτω κρεμασμένα. ν' ανοίξουν τα μάτια των τυφλών. ίσως κ' οι παπάδες που στηθοδέρνονται και σταυροκοπούνται μπροστά στο παλιοσάνιδο. . – Τι δήμαρχος!. Όταν φώναζε το πλήθος το «Κύριε ελέησον»! άνοιγε το στόμα. Κ' ίσως δε θα ξαναγυρίσουν ποτέ! Έμεινε και θα μείνει στον τόπο η ψευτιά. Και ποιός τολμάει.. Ο Τσαϊπάς σήκωσε τα μάτια ψηλά σαν να ζητούσε συχώρεση για του χωριού του την ντροπή. να διαμαρτυρηθεί. δεν θα είχε κανείς αντιλογία. . Μπορεί να ξύπναγαν μ' αυτό οι παλιές ελπίδες· ίσως να γινόταν δίστομο σπαθί η κοιμάμενη συνείδηση. έβαλαν τους παπάδες μπροστά και να μας. . Ρίχτηκαν όμως ετούτοι απάνω τους· άστραψαν κάννες. Κ' έξω φρενών για την αρρώστια του.Το κόνισμα – Σσ. Ήρθαν μάλιστα στιγμές που φάνηκε πρόθυμος να πιάσει το κόνισμα. όλοι σταθήκαμε δίβουλοι. τα λιβάνια και τα λάβαρα. η ραθυμιά.

μια φωνή τρεμάμενη. Το καμπαναριό έχυνε κλαγγή ακατάπαυστη σαν να τού 'λεγε ανυπόμονα· έλα! – Γκλαν-γκλαν!. Πέρασε το γεφύρι τού Τζαφέρη και χύθηκε σαν πλημμύρα στην πλατεία του Αϊ-Δημήτρη. Οι χωριάτες τον κοίταζαν τον ρωτούσαν τι τρέχει. – Σταθείτε. Ήταν ο Τσαϊπάς που έβγαλε τη φωνή· δεν μπόρεσε να κρατηθεί περισσότερο. οι ψαλτάδες. το σωστό! Πού το 'βρες. στην πόρτα πως περίμενε τον ερχομό του. Εκείνοι ξεθεώθηκαν για να το φέρουν· άφηκαν το μεροκάματο τους... Εκείνοι που βάσταγαν τη σανίδα έσκυψαν και την απίθωσαν χάμου. Ο κόσμος έτρεχε από πίσω καταϊδρωμένος. έδειχνε χαρά μεγάλη· φαινόταν. Η εκκλησία με τις αρχαίες κολόνες της μυρτοστολισμένες.. στο κελλί... τα μανουάλια. τέντωναν τα πόδια τους· κοίταζαν με λύπη τα χαλασμένα παπούτσια τους.. χαχάνιζαν κ' εκείνες πίσω από τα μαντίλια τους. μα δυνατή ακούστηκε: – Σταθείτε! Όλοι πάψανε αμέσως· κόπηκαν οι ψαλμοί στη μέση· στάθηκε καθένας στη θέση του. ο δήμαρχος. Σφούγγιζαν με τα μαντίλια τον ίδρωτα. Λέμε πως είναι κόνισμα· μ' αν δεν είναι. Τι θα μας ψάλουν τ' άλλα τα χωριά. να. αερίζονταν με τα καπέλα τους. 5 .. . είπε δείχνοντας με τη χερούκλα του το φοιτητή. Η λιτανεία σκόρπισε αμέσως.Το κόνισμα Η λιτανεία ωστόσο ακολουθούσε το δρόμο της. . η αρχοντιά. . Βαθύ ξανάσασμα έβγαινε από τα στήθη ολουνών που τέλειωσαν. . λες και σταμάτησε άξαφνα η ζωή. ρώταγαν τις γυναίκες τους αν μαγέρεψαν τίποτα. στάθηκε κατακίτρινος. Μωρέ. οι ψαλτάδες. τα ξεφτέρια. – Όχι να σας βάλω μυαλό· είπε ο Τσαϊπάς δειλά· να ειπώ το σωστό. Την ώρα όμως που το κόνισμα άγγιζε σχεδόν στην πόρτα τής εκκλησιάς. Μην το 'φερες από την Αθήνα μαζί με τα κολλαράκια σου! Ξέσπασαν όλοι στα γέλια· ο δήμαρχος. μυαλό ο μπαγάσας!. Γοργά τ' ακολούθησαν οι παπάδες. Και δεν έπαυε να φωνάζει κάθε τόσο ρυθμικά και μονότονα: – Κύριε ελέησον!.. Τι θα γίνει τότε. Οι γυναίκες γύρισαν τα μούτρα τους αλλού. Κάμετε μου τη χάρη ν' ακούστε και μένα. με το χέρι απλωμένο στην πόρτα. όπου βρίσκανε ίσκιο. τα λάβαρα χύθηκαν με φωνές και κακό στο νάρθηκα σαν να κυρίεψαν οχύρωμα. πέτρα ή ξύλο. όπως βρέθηκε. γρόθοι σηκώθηκαν φοβεροί.. θλιμμένη ησυχία. βρε παιδιά.. ως που να ιδούμε. Μα σαν να τρόμαξε από την ίδια του φωνή... Δεν το θέλω για τον εαυτό μου· για σας το λέω. χαμογέλασε κ' είπε με φωνή παρακαλεστική. το σωστό. με τα μάτια γουρλωμένα· τα μαλλιά του ήταν άνω κάτω. βρισιές ακούστηκαν.. την ακούμπησαν σε μια κολόνα κι ανακλαδίστηκαν να διώξουν την κούραση. . Κύριε ελέησον!... Τους κοίταζε κ' εκείνος δίχως να μπορεί να βγάλει λέξη. Ακούστηκαν και ψιθυρίσματα. μωρέ.. για την ψυχή όλων μας. Και χύθηκε τόση ησυχία. – Το σωστό! εφώναξε αγριοκοιτάζοντάς τον ο Αρλετής. Πάει κι αυτό! Κάμποσοι αργαστηριάρηδες έφευγαν με τα κλειδιά στα χέρια για ν' ανοίξουν τ' αργαστήρια τους. από τους κεντρικούς δρόμους.. Έτσι έφτασε στο σταυροπάζαρο· ερμιά στο δρόμο· τα μαγαζιά όλα κατάκλειστα. Γκλαν-γκλαν! . σωριάζονταν απάνου. κατασκονισμένος. κατέβασε το χέρι του. Άλλοι που ήταν όξω από το νάρθηκα σήκωσαν τα χέρια στο καμπαναριό για να πάψει το καμπάνισμα. όλοι γέλασαν με την καρδιά τους. Κ' έπειτα μια στιγμή ο λαός αγρίεψε. Τόσος λαός εδώ και δεν ξέρει τι κάνει· ήρθε του λόγου του να μας βάλει μυαλό. Ένας δισταγμός ζωγραφήθηκε αμέσως σε πολλά πρόσωπα· μερικοί κούνησαν το κεφάλι: σύμφωνοι. Γκλαν-γκλαν!. τις ματωμένες γάμπες τους.. Σούσουρο έγινε. Επιτέλους συνήρθε. να πιάσουν πάλε τη δουλειά.. οι παπάδες. Κύριε ελέησον!. έχυσαν αίμα για τη Χάρη του και τούτος έρχεται τώρα να τους πει πως δεν είναι κόνισμα! .. Τώρα προχωρούσε μέσα στο χωριό. Τα παιδιά που κρατούσαν τις τόρτσες. για την ψυχή σας. Άλλοι που το πρωί δε σκέφτηκαν πως μπορούσε να πεινάσουν.. Μα τότε βαριά και θυμωμένη ακούστηκε η φωνή τού Αρλετή. Λέω να τ' αφήσουμε όξω· να. ο λαός. μισοπαράλυτος. Το λιοπύρι άναβε τα καύκαλα. ξεκούμπωναν τα ρούχα τους και λαχάνιαζαν βαριά κι αποσταμένα. – Να κεφάλι! .. Μερικοί.

– Φτού! . – Ήλιος! φώναξαν δυο τρία παιδιά στο διάβα του. Έπειτα έκαμε τόπο κι ανέβηκε οκνά τη σκάλα ο Γερόλυμος ο Προβατάς. Κανείς δεν έσκυψε· όλοι έμειναν άφωνοι. ρε παιδιά· βοηθάτε να τελειώσουμε· είπε ο Αρλετής πιάνοντας το κόνισμα.. όλη την Ελλάδα. αμέσως άλλος το πολέμαε.. τον ρώτησε λυπημένα ο Αρλετής. Κι όσο πήγαινε όλο μεγάλωνε... Ο Αρλετής εσταύρωσε τα χέρια. Απελπισία κυρίεψε την ψυχή του σαν να 'βλεπε την εκκλησιά του γκρεμισμένη. τον κοίταζε και χαχάνιζε σαν γρια ξεμωραμένη και μονοδοντού.τι έλεγε ο ένας.. Όχι μόνο το χωριό. φώναξε δυνατά ο Αρλετής. Άξαφνα τού φάνηκε πως τα κεφάλια τού αητού κουνήθηκαν από τη θέση τους. – Τι λάθος. έβγαζαν διάφορα συμπεράσματα· μα κανένα δεν πίστευαν πως ήταν σωστό. να στενοχωριούνται και μυστικά να θυμώνουν μ' εκείνο που τους έβαλε σε μπελάδες. Είναι στολίδι από ρούσικο καράβι· βασιλικό καράβι! Να δε διαβάζεις τα γράμματα. σαν ξύλο παντοπλάνητο που κατακάθεται σε μιαν ακρογιαλιά ώστε να σαπίσει και να διαλυθεί.. Θε μου – μη μας συνεριστείς!. για να μάθουνε το νόημα του. . Όλοι χλόμιασαν και χαμογέλασαν σύγκαιρα· όλοι τον κοίταξαν περίλυπα σαν νά 'παιρνε μαζί του την ελπίδα τους. σούφρωσε τα φρύδια του. μα και τ' άλλα περίγυρα. Ήταν ένας γέρος νησιώτης κοσμοπερπατημένος και πολυκάτεχος. Τι μεγάλη προσωπίδα και τι παράξενη! Έπιανε όλο το χωριό. να το γυρίζουν μπρος-πίσω. γερο-Προβατά.. Εκείνος μόλις το είδε σούφρωσε τα χείλη του και γύρισε τις πλάτες. βρε αδελφέ. Για κοίτα το καλά· μην κάνεις λάθος. το χωριό τους θα 'βρισκε να κονέψει!. θ' αντιμιλήσει. Ο αντίλαλος τού νάρθηκα αδερφώθηκε και κείνος με τη βάναυση φωνή τού ψάλτη. Και κοίταζε τον Αρλετή πεισματικά με τα κούφια μάτια της· τον κοίταζε και γελούσε. τηράζοντάς το σαν να ζητούσαν τη γνώμη του. παπούτσι!. κυρ-Γερόλυμε! φώναξε άξαφνα ο δήμαρχος· έλα. Μεγάλωνε δεξιά. Μωρέ! Ποτέ δεν το 'λπιζε να πάθει τέτοιο ρεζιλίκι το χωριό! . Όχι θα σταθεί. – Λοιπόν.. έγυρε το κεφάλι κ' έμειν' εκεί άφων' άλαλος για πολλή ώρα. Ο Τσαϊπάς σήκωσε το κεφάλι περήφανα. Προσκυνώ τη χάρη του. – Ούθε το πρώτο μου παπούτσι! . άφησε να τον σύρει ο φίλος του.. Μα συνήρθε αμέσως κι άρχισε τα σταυροκοπήματα. Έπειτ' άρχισαν να το ψηλαφάνε. κουλουριάστηκαν και κάμανε μαζί μια προσωπίδα μεγάλη... την Πάτρα και τον Πύργο. – Ελάτε. Ούθε το πρώτο μου παπούτσι!. ρώτησαν δυο-τρεις ανυπόμονα.Το κόνισμα – Το καλό που σου θέλω να φύγεις· του είπε μυστικά ο Σταθόπουλος. μεγάλωνε ζερβά. ως που σκέπασε ωιμένα!. Τι διάβολο! Αν ήταν αληθινός Άγιος. Ήμαρτον. Τ' έκαμε λέει. να το ξετάζουν. κάτου και απάνου.. γονάτισαν καταμεσής και σήκωσαν τα χέρια σε δέηση. να μας χωρίσεις· μπλέξαμε στα καλά με τούτο το διάβολο!. – Πού ήσουνα. Εκείνος έσκυψε το κεφάλι.. .. Μα δεν μπόρεσε να βγάλει λέξη· στόμα είχε. Οι παπάδες μπήκανε στην εκκλησιά τρεχάτοι. θα τα βάλει μ' όλους ως που να τους ξεστραβώσει. Ό.. Τάχα δεν ήταν όργανο τού Σατανά κ' ήρθε να τους ρίξει σε σύγχυση. 6 .. – Μα είσαι βέβαιος. Το πλήθος άρχισε να σκορπά. Έλεγαν χίλιες γνώμες μυστικό και φανερά. – Παπούτσι. Μόλις τον είδαν κι ανάσαναν όλοι· σκέφτηκαν πως δίχως άλλο θα τους βγάλει από τη στενοχώρια. Από τα λόγια του κι από τα φερσίματα –μπορεί κι από τ' άγνωστα περασμένα του– είχε καταντήσει σεβαστός και πολυζήτητος. Η τύχη τον έριξε στο χωριό κι έμειν' εκεί από χρόνια.. ακόμη και τη Ζάκυνθο. – Πάμε. Με κόλασε ο τρισκατάρατος! Γέλασε το πλήθος δυνατά με το πάθημα τού κυρ-δήμαρχου. αδερφέ Κωνσταντή.. Ποιός ξέρει. Άρχιζαν ν' αντιφέρνονται. Πέτρος ο Μέγας· έτσι γράφει απάνου... – Στολίδια τής πρύμης· είπε σιγά· στολίδια καραβιού· –πάρτε το.. φτού!... μιλιά δεν είχε. του ξαναείπε ο Σταθόπουλος. Παραμερίσανε για να ιδεί το κόνισμα. τραβώντας τον έξω από το πλήθος.

Το χτυπούσαν με λάσπες. κουνήθηκε πέρα-δώθε κ' έπεσε πλατς! στο χώμα. Τότε όλοι άρχισαν να το κλοτσούν. με πέτρες και με βύσσαλα. Ένιωθαν μόνο μια παιδιάστικη ορμή να το λερώσουν. Έπειτα. – Π' ανάθεμα σε! Μου 'φαγες την πλάτη ως που να σε φέρω! είπε κάποιος πιάνοντας τον ώμο του..Το κόνισμα – Α. Ένα σύγνεφο από σκόνη σηκώθηκε και σκέπασε όλα τα πάντα. να το ταπεινώσουν περισσότερο. – Νά στις δόξες σου!. Και τού 'δωκε άλλη κλοτσιά. το σήκωσαν στα χέρια και με σατιρικά ψαλμολογήματα τό 'φεραν και το πέταξαν στο Στρεμμενό. είπε δίνοντας του μια κλοτσιά.. 7 . τα θάματα και τη φύλαξη που πρόσμεναν από δαύτο. σιχτίρ! . Η σανίδα έτριξε στη θέση της. Το 'στεναν ορθό και τ' άφηναν να πέσει με πάταγο. είπε ο Αρλετής. ξεκαρδισμένοι στα γέλια. Δεν είχαν θυμό μαζί του. σαν απόστασαν από τα γέλια και τα χάχανα.. να το ασχημύνουν. τους ψαλμούς τα σταυροκοπήματα.. Ανάμπαιζαν τα «Κύριε ελέησον». σαν ψοφήμι. να το ποδοκυλούν στο χώμα σαν παλιοκούρελο.

org/w/index.php?oldid=31296  Συνεισφέροντες: Veron Άδεια Creative Commons Attribution-Share Alike 3.0 Unported http:/ / creativecommons.Πηγές άρθρων και Συνεισφέροντες Πηγές άρθρων και Συνεισφέροντες Το κόνισμα  Πηγή: http://el. 0/ 8 . org/ licenses/ by-sa/ 3.wikisource.

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful