Άννα Αχμάτοβα 

 
 
 
 

 
 
 
 
 
 
 
 
Η Άννα Αχµάτοβα υπήρξε σπουδαία σοβιετική ποιήτρια µία από τις πλέον γνωστές
της χώρας (συµπεριλαµβανοµένων και των ανδρών), το έργο της οποίας επηρέασε
ιδιαίτερα την ρωσική ποίηση. Η πολυµεταφρασµένη ποίησή της παρουσιάζει
ιδιαίτερα µεγάλο εύρος περιεχοµένου και ύφους περιλαµβάνοντας από λυρικούς έως
και για µεγάλα κοινωνικά προβλήµατα της εποχής στίχους, µε κορύφωση το
«Ρέκβιεµ» στο οποίο αποτυπώνεται η τραγική όψη της περιόδου που ηγείτο στην
ΕΣΣ∆ ο Ιωσήφ Στάλιν, οπότε αναφέρονται «εκκαθαρίσεις».

Η Άννα Αχµάτοβα γεννήθηκε στο Μπολσόι Φοντάν της ουκρανικής Οδησσού στις 23
Ιουνίου 1889, ένα από τα τέσσερα παιδιά του Αντρέι Αντόνοβιτς Γκορένκο και της Ίνα
Εράσµοβνα Στογκόβα. Τα παιδικά της χρόνια που έζησε στο χωριό των Τσάρων, λίγα
χιλιόµετρα έξω από την (Αγία) Πετρούπολη, δεν προκύπτουν ευτυχισµένα ενώ οι γονείς της
χώρισαν το 1905.
Αν και αντιµετώπισε µεγάλα προβλήµατα στην εκπαίδευση λόγω της κακής υγεία της,
κατάφερε να τελειώσει το περίφηµο, για την λογοτεχνική του παράδοση, Λύκειο του
Τσάρσκογιε Σελό, όπως ονοµάζεται στη
ρωσική
γλώσσα
το
χωριό
των
αυτοκρατόρων. Από το Λύκειο αυτό είχαν
αποφοιτήσει σπουδαίοι λογοτέχνες µε
κορυφαίο στη λίστα τον Αλέξανδρο
Πούσκιν, το όνοµα του οποίου είχε λάβει
κατά τη σοβιετική περίοδο.
Τελειώνοντας
το
Λύκειο
συνέχισε
σπουδάζοντας Νοµικά στο Κίεβο. Ήδη
όµως εκεί είχε γνωρίσει τον ποιητή Νικολάι
Γκουµιλιόφ, µε τον οποίο τελικά
παντρεύτηκε, µετά από πιεστική πολιορκία,
στις 25 Απριλίου 1910. Μετά το γαµήλιο
ταξίδι τους στο Παρίσι έµεινε µόνη µια κι
εκείνος επέλεξε να συµµετάσχει σε
αφρικανικό σαφάρι για κυνήγι λιονταριών.
Εξάλλου ήταν γνωστή η αγάπη του για τα
εξωτικά µέρη αλλά και τα παριζιάνικα και
ιταλικά στέκια στα οποία ταξίδευε
συχνότατα την πρώτη δεκαετία του 2ου
Η Αχµάτοβα µε τον αδελφό της το 1905
αιώνα, τουλάχιστον. Την ίδια αγάπη έτρεφε
επίσης και για την περιπέτεια λαµβάνοντας µέρος σε σαφάρι, σε µονοµαχίες για τα µάτια
µιας γυναίκας αλλά και πολέµους όπως θα δούµε στη συνέχεια.
Κατά τη διάρκεια του γαµήλιου ταξιδιού στο Παρίσι την άνοιξη του 1910, η σπάνια
οµορφιά και γοητεία της Άννα φαίνεται να «έκαψε πολλές καρδιές» στους καλλιτεχνικούς
κύκλους του συζύγου της προκαλώντας αρκετές φορές τη ζήλια του αν και ήταν εγκρατής
στις εκδηλώσεις του. Σε µία όµως περίπτωση η κατάσταση ξέφυγε από τον έλεγχό του και
ήταν τότε που η Άννα γνωρίσθηκε µε τον ζωγράφο Αµεντέο Μοντιλιάνι που είχε πολλούς
Ρώσους φίλους.
Όπως αναφέρει η ίδια στα αποµνηµονεύµατά της, 50 χρόνια µετά το περιστατικό, τον
συνάντησε λίγες φορές αρκετές όµως για να δηµιουργηθεί αµοιβαία συµπάθεια, ίσως και
έρωτας. Η σχέση τους παραµένει αδιευκρίνιστη καθώς ο ίδιος έφυγε νωρίς ενώ η ίδια κάθε
φορά διηγιόταν διαφορετικές εκδοχές µε σκοπό, προφανώς, να καλύψει µε πέπλο
µυστηρίου µια τυπικά παράνοµη σχέση.
[2]

Ωστόσο φαίνεται ότι αµέσως
µετά την επιστροφή του άνδρα
της από την Αφρική, πήγε στο
Παρίσι και έµεινε µε τον
Μοντιλιάνι περίπου έξι µήνες
(Σεπτέµβριος
1910-Μάρτιος
1911), περίοδος κατά την οποία
εκείνος την ζωγράφισε (;) και
εκείνη έγραψε στίχους τους
οποίους, σύµφωνα µε δηλώσεις
της, ο Μοντιλιάνι δεν µπορούσε
να κατανοήσει καθώς δεν
γνώριζε ρωσικά.
Σκίτσο της ποιήτριας δια χειρός Μοντιλιάνι (1911)
Όπως αναφέρουν οι βιογράφοι της, η Άννα ξεκίνησε να γράφει ποίηση σε ηλικία µόλις 11
ετών εµπνευσµένη από τους αγαπηµένους τους ποιητές Ρακίνα, Πούσκιν και Μπαρατίνσκι.
Τόσο οι σπουδές της όσο και ο γάµος της µε τον Γκουµιλιόφ της έδωσαν την ευκαιρία
αφενός να αναπτύξει το ποιητικό της ταλέντο και αφετέρου να κινηθεί σε χώρους
λογοτεχνικούς αποτελώντας µάλιστα από το 1911 η ίδια και ο σύζυγό της τον κεντρικό
πυρήνα του «Σιναφιού των ποιητών» ή «Ποιητικής Συντεχνίας» που δηµιουργήθηκε σε
συνεργασία µε τον Οσίπ Μαντελστάµ.
Το «Σινάφι» ασπαζόταν τον ακµεϊσµό που σύµφωνα µε το λεξικό του ∆ιαµαντίδη αποτελεί
«ρωσική φιλολογική κίνηση που αναπτύχθηκε το 1909 και απαιτούσε την αγνότητα της
τέχνης και την αποµάκρυνσή της από την κοινωνική ζωή και τα ιστορικά γεγονότα. Τα
κυρίαρχα στοιχεία στην τέχνη, σύµφωνα µε τον ακµεϊσµό, πρέπει να είναι ο άνθρωπος, τα
υψηλά ιδανικά, τα αισθήµατα και κυρίως η αισθητική αρτιότητα. Η ακµεϊστική ποίηση
εξυµνεί τον ερωτισµό, το µυστικισµό, τον πεσιµισµό, αλλά και τη δύναµη της ψυχής και
της τύχης».
Το ρεύµα αυτό, αν και κατά γενική παραδοχή σηµατοδότησε τη µοντέρνα στροφή των
Ρώσων ποιητών κόντρα στο ρεύµα του συµβολισµού, δέχθηκε συχνή και σκληρή κριτική
από το σοβιετικό καθεστώς. Η πλευρά των ίδιων των ποιητών προσδιορίζει το ρεύµα ως
«νοσταλγία του παγκόσµιου πολιτισµού» ενώ µέλη του ΚΚΣΕ χαρακτήρισαν τους
ακµεϊστές «ως κήρυκες της ηττοπάθειας, του πεσιµισµού και της πίστης στο επέκεινα»
παροµοιάζοντάς τους µε τους «συµβολιστές, τους παρακµίες και τους άλλους εκπρόσωπους
της αποσυνθεµένης αστικοαριστοκρατικής ιδεολογίας».
Η ποιήτρια στον συγκεκριµένο κύκλο οµότεχνών της απέκτησε σύντοµα µεγάλη φήµη
κερδίζοντας διάφορους τίτλους όπως «Βασίλισσα του Νέβα» ή «Ψυχή της Αργυρής
Εποχής» αλλά και λόγω του «µοιραίου» στυλ που είχε υιοθετήσει στην εµφάνισή της τον
τίτλο «Άννα Πασών των Ρωσιών». Ειδικότερα δε, έτσι την αποκαλούσε µια άλλη µεγάλη
ρωσίδα ποιήτρια, η Μαρίνα Τσβετάγεβα.

[3]

Εδώ αξίζει να σηµειώσουµε ότι οι περίοδοι
στη ρωσική ποίηση συνηθίζεται να
ταξινοµούνται σε σχέση µε την χρονική
περίοδο που έζησαν µεγάλοι ποιητές τους.
Έτσι η Χρυσή Περίοδος προσδιορίζεται στο
πρώτο ήµισυ του 19ο αιώνα µε κορυφαίο
τον Πούσκιν ενώ η Αργυρή τις πρώτες
δεκαετίες του 20ου αιώνα µε την εµφάνιση
του έργου του Αλέξανδρου Μπλοκ.
Μέσα σε αυτό το τοπίο δύο χρόνια µετά τον
γάµο της παρουσιάζει την πρώτη συλλογή
της µε τίτλο «Εσπέρα» (1912), ως Άννα
Αχµάτοβα. Ο λόγος της επιλογής αυτού του
επώνυµου ήταν η άποψη του πατέρα της ο
θεωρούσε
ντροπή
να
οποίος
χρησιµοποιείται το «σεβαστό» επώνυµο της
οικογένειας Γκορένκο, ως υπογραφή σε
ποιήµατα.
Έτσι, εκείνη χρησιµοποίησε το επώνυµο
Προσωπογραφία της Αχµάτοβα (1922). της προγιαγιάς της που είχε ταταρική
Έργο του Ρώσσου Ζωγράφου Κούζµα καταγωγή, µε το οποίο, τελικά, έγινε
Πετρόβ-Βόντκιν.
Μουσείο
(Αγίας) παγκόσµια
γνωστή.
Πάντως,
την
Πετρούπολης.
µεγαλύτερη έκπληξη θα πρέπει να
εκδήλωσε ο ίδιος ο σύζυγός της ο οποίος, όπως αναφέρεται, δεν έτρεφε και ιδιαίτερη
εκτίµηση για το ταλέντο της γυναίκας του. Έτσι, ο Γκουµιλιόφ µάλλον σοκαρίστηκε όταν ο
Μπλοκ του είπε πως τα ποιήµατα της Άννα του αρέσουν περισσότερο από τα δικά του.
Την 1η Οκτωβρίου της ίδιας χρονιάς που εκδόθηκαν τα πρώτα ποιήµατά της, η Αχµάτοβα
έφερε στον κόσµο τον γιο της Λεβ που υπήρξε ιστορικός, εθνολόγος και ανθρωπολόγος ο
οποίος µε τη διατύπωση της θεωρίας του σχετικά µε τη µετακίνηση των νοµαδικών φυλών
από την ευρασιατική στέπα προς την Ευρώπη και την Κίνα, εστιάζοντας κυρίως στα
ταταρικά και µογγολικά φύλα,
κατηγορήθηκε ως αντισηµίτης,
διώχθηκε από το σοβιετικό
καθεστώς, αποτέλεσε όµως και
την αρχή για τη δηµιουργία της
πολιτι(στι)κής κίνησης γνωστής
ως Νέο-Ευρασιανισµός.

Με τον πρώτο σύζυγό της
Γκουµιλιόφ και τον γιό τους
Λεβ,
σε
οικογενειακή
φωτογραφία του 1913.
[4]

Σύµφωνα µε τον Νέο-Ευρασιανισµό, µεταξύ άλλων, οι Ρώσοι βρίσκονται πολιτιστικά
πλησιέστερα στην Ασία παρά στην Ευρώπη. Ωστόσο η γέννηση του παιδιού σήµανε για την
Αχµάτοβα, και την αρχή του τέλους ενός γάµου που από την αρχή φαινόταν ασταθής. Από
τότε ξεκινούν να ζουν ουσιαστικά αυτόνοµοι κυνηγώντας ο µεν λιοντάρια και ερωµένες η
δε εραστές και γαλήνη.
Όµως, εκείνη προκειµένου να ζήσει ελεύθερη διάλεξε να µείνει µακριά από το παιδί, πράξη
που είχε εξαιρετικά δυσµενή αποτελέσµατα για το ίδιο και για τη σχέση τους όπως θα
δούµε στη συνέχεια. Πιθανόν µε το επιχείρηµα που προβάλλει σε ποίηµά της, πως η
µητρότητα αποτελεί ένα γλυκό βασανιστήριο και δεν ήταν αντάξιά της, αποφασίζει να
αφήσει το µωρό, αµέσως µετά την έξοδό της από το µαιευτήριο, στη γιαγιά του και πεθερά
της.
Η Άννα Αχµάτοβα, ζωγραφισµένη από
τον Ρώσο κυβιστή, Νάθαν Αλτµάν, το
1915.
Η έναρξη του Α΄ Παγκόσµιου Πολέµου
(1914) βρίσκει την Αχµάτοβα να γράφει,
να ερωτοτροπεί, και να προσπαθεί να
επουλώσει τις πληγές από τον
αποτυχηµένο γάµο και της ακόµη πιο
αποτυχηµένης
µητρότητας,
προσβεβληµένη από φυµατίωση.
Από την άλλη µεριά ο τυπικά ακόµη
σύζυγός της έσπευσε να ενταχθεί στο
ρωσικό στρατό και ειδικότερα σε έλα
ιππικό σώµα για την ελίτ της χώρας του.
Μάλιστα, για την ανδρεία του, ο
Γκουµιλιόφ τιµήθηκε δύο φορές ενώ την
εµπειρία του από τις στρατιωτικές
επιχειρήσεις την αποτύπωσε µέσω των
ποιηµάτων του και ειδικότερα στη συλλογή µε τον τίτλο «The Quiver» (Ανατριχίλα, 1916).
Εν τω µεταξύ την ίδια χρονιά (1914) εκδίδεται η δεύτερη ποιητική συλλογή της «Ροζάριο»
µε την οποία µπορούµε να πούµε ότι κατέλαβε µια σηµαντική θέση στη ρωσική ποίηση. Το
1918 διαλύθηκε και τυπικά ο γάµος της µε τον Γκουµιλιόφ ενώ µεταξύ των εραστών που
είχε την περίοδο αυτή, εκτός από εκείνους που παντρεύτηκε περιλαµβάνονται ο ζωγράφος
και ποιητής Μπόρις Ανρέπ και ο ποιητής και κριτικός Νικολάι Νεντόµπροβο.
Από αυτούς εκείνος που κατέλαβε µεγαλύτερο χώρο στη ζωή της ήταν ο Ανρέπ για τον
οποίο έχει γράψει τουλάχιστον 30 ποιήµατα. Να σηµειωθεί ότι ο καλλιτέχνης αυτός ήταν
φίλος τόσο µε τον πρώτο της σύζυγο όσο και µε τον Νικολάι Νεντόµπροβο ενώ η φιγούρα
και το πρόσωπο της Αχµάτοβα εµφανίζονται και σε δικά του έργα (Compassion και Saint
Anne Mosaic). Ο Ανρέπ εγκατέλειψε την Αχµάτοβα και µαζί και τη χώρα του λίγο πριν την
[5]

έκρηξη της Επανάστασης του
1917 και δεν επέστρεψε ποτέ,
εγκατεστηµένος κυρίως στην Μ.
Βρετανία. Συναντήθηκαν για
τελευταία φορά το 1965, λίγο
πριν το θάνατό της, όταν εκείνη
πήγε να παραλάβει το τιµητικό
πτυχίο από το Πανεπιστήµιο της
Οξφόρδης.
1924: περίοδος αποµόνωσης
αλλά και προβληµάτων υγείας.
Το 1921 ο Γκουµιλιόφ εκτελείται µε την κατηγορία της αντισοβιετικής δράσης και η
Αχµάτοβα λίγο αργότερα παντρεύεται µε τον µελετητή ασιατικών γλωσσών Βλαντιµίρ
Σιλέικο ο οποίος ήταν ιδιαίτερα δύστροπος χαρακτήρας. Την περίοδο αυτή αναφέρεται
επίσης η σχέση της µε τον κλασικό συνθέτη και υποστηρικτή της οκτωβριανής
επανάστασης κατά τα πρώτα χρόνια, Άρτουρ Λουριέ που ενσωµάτωσε στα έργα του πλήθος
στίχων της, αλλά και µε τον Μιχαήλ Ζίµερµαν, άνθρωπο του θεάτρου.
Από τη µια, οι βίαιες εκρήξεις ζήλιας του δεύτερου συζύγου της και από την άλλη η
συνεχιζόµενη αναζήτηση ενός πραγµατικού συντρόφου στη ζωή, έσπρωξαν γρήγορα την
Άννα κοντά σε έναν άνθρωπο µε τον οποίο ήταν συµµαθητές στο Τσάρσκογιε Σελό.
Πράγµατι, ο ιστορικός τέχνης Νικολάι Νικολάγεβιτς Πούνιν απέσπασε το ερωτικό
ενδιαφέρον της σε σηµείο που να παραβλέψει ότι από το 1917 ήταν παντρεµένος µε την
γιατρό Άρενς µε την οποία είχαν αποκτήσει και µια κόρη, την Ιρίνα. Έτσι, τον παντρεύτηκε
και έζησε µαζί του 15 ολόκληρα χρόνια ανεχόµενη της απιστίες του που έφθαναν µέχρι του
σηµείου κάποια φορά να συγκατοικούν µαζί µε την ερωµένη του.
Ο Πούνιν παρόλο που µέχρι το 1949 κατείχε σηµαντικές θέσεις στον κρατικό µηχανισµό
της ΕΣΣ∆ τότε συνελήφθη µε την κατηγορία της αντισοβιετικής προπαγάνδας γιατί όπως
λένε δήλωσε ότι πολλά πορτρέτα του Λένιν είναι «ανούσια, άγευστα». Παίρνοντας το
δρόµο της εξορίας κατέληξε λίγους µήνες µετά το θάνατο του Στάλιν στο στρατόπεδο
Γκούλακ λόγω των εξαιρετικά δυσµενών συνθηκών διαβίωσης. Να σηµειωθεί ότι ο Πούνιν
είχε συλληφθεί και κατά τη διάρκεια της σχέσης του µε την Αχµάτοβα, ωστόσο εκείνη είχε
καταφέρει να τον αφήσουν ελεύθερο. Μετά το θάνατο του Πούνιν η Αχµάτοβα
εξακολουθούσε να προκαλεί το ενδιαφέρον των ανδρών και να δέχεται και προτάσεις
γάµου, χωρίς όµως ανταπόκριση από πλευράς της. Ο Μπόρις Πάστερνακ, µάλιστα, ήταν
ένας από τους επίδοξους συζύγους της.
Τα δεκαπέντε χρόνια της συµβίωσής της πέρα από την απιστία του συντρόφου της, η
Αχµάτοβα παράγει ένα µεγάλο αριθµό ποιηµάτων στα οποία φαίνεται η απογοήτευσή της
όχι µόνο για την προσωπική της ζωή αλλά και για το περιβάλλον στο οποίο ζούσε καθώς
ήταν στιγµατισµένη ήδη λόγω του πρώτου γάµου της ενώ οι περισσότεροι φίλοι της είτε
είχαν µεταναστεύσει είτε είχαν εξορισθεί ή και εκτελεσθεί.
[6]

Χειρόγραφο του «ποιήµατος
ήρωα» (1940-1942)

δίχως

Μέχρι την έκρηξη του Β΄ Παγκόσµιου
ζούσε µεταφράζοντας κυρίως Τζιάκοµο
Λεοπάρντι,
αρθρογραφώντας
και
γράφοντας ποίηση, που όµως είχε
απαγορευθεί η δηµοσίευσή της. Ήδη από
το 1922 ο Λέων Τρότσκι είχε αποκηρύξει
τη συλλογή της «Αnno Domini», που
σήµερα θεωρείται κορυφαίο επιτεύγµατα
της ρωσικής ποίησης, ως βδελυρή ενώ τρία
χρόνια αργότερα αποσύρθηκαν όλα τα
βιβλία της και, όπως αναφέρεται,
καταστράφηκαν.
Την περίοδο του Μεσοπολέµου περίοδο
φαίνεται να έχει υπογράψει και ένα ποίηµα
για τον «Πατερούλη των Λαών» το οποίο
όπως αναφέρουν οι βιογράφοι της έγραψε
σε µια προσπάθεια αποστιγµατισµού του
παιδιού της.
Πράγµατι ο Λεβ τη δεκαετία του 1930 αποπέµφθηκε από το Πανεπιστήµιο του Λένινγκραντ
και οδηγήθηκε στην εξορία για πολλά χρόνια (1938-1956), παρόλο που κατά τη διάρκεια
του Β΄ Παγκόσµιου είχε πολεµήσει στις γραµµές του Κόκκινου Στρατού και ειδικότερα στη
µάχη του Βερολίνου. Ο ίδιος δεν συγχώρεσε ποτέ τη µητέρα του, θεωρώντας την υπεύθυνη
για όλα τα βάσανα που πέρασε στα νεανικά του χρόνια.
Με την έναρξη του Β΄ Παγκόσµιου άρθηκε, προσωρινά, η απαγόρευση και η «Πράβντα»
δηµοσίευσε πατριωτικά ποιήµατα της Αχµάτοβα ενώ η ίδια σε όλη τη διάρκεια του
πολέµου των 900 ηµερών εµψύχωνε από τα ραδιόφωνο τις γυναίκες. Παράλληλα εργαζόταν
πάνω στο «Ρέκβιεµ», που θεωρείται και το αριστούργηµά της, µε περιεχόµενο εξόχως
καυστικό για τη σταλινική
περίοδο στην ΕΣΣ∆ αλλά και
κυρίως για τα προσωπικά δεινά
της.
Η ποιήτρια µε τον Μπόρις
Πάστερνακ το 1940.
Χαρακτηριστικοί οι στίχοι για
τη σύλληψη του παιδιού της:
«Συνοδεία σε πήραν την αυγή/
Σαν κηδεία ακολούθησα µαζί/
Στο µισοσκόταδο της κάµαρας
κλαίγαν τα παιδιά/ Και στο
[7]

εικόνισµα τρεµοσβήναν τα κεριά./ Στα χείλη σου τ' αγίου
η παγωνιά./ Στο µέτωπό σου ο θάνατος ανάβλυζε νερό...
∆εν ξεχνώ!/ Σαν των Στρέλτσι τις έρηµες γυναίκες κι εγώ/
Στους πύργους του Κρεµλίνου θα ουρλιάζω χωρίς
σταµατηµό». Το «Ρέκβιεµ» στο σύνολό του δηµοσιεύτηκε
στην ΕΣΣ∆ µόλις το 1987.
Φωτογραφία της που µάλλον επιβεβαιώνει
χαρακτηρισµό «καλόγρια». Χωρίς ηµεροµηνία.

τον

Μεταπολεµικά οι περιορισµοί συνεχίστηκαν µε κορύφωση
τον Αύγουστο του 1946 οπότε της ασκήθηκε σκληρή
κριτική από την ΚΕ του ΚΚΣΕ για «ερωτισµό,
µυστικισµό, και πολιτική αδιαφορία», όπως και για «ξένη
προς τον σοβιετικό λαό ποίηση». Μάλιστα ο Αντρέι
Ζντάνοφ, στενός συνεργάτης του Στάλιν, µέλος του ΠΓ,
υπεύθυνος πολιτιστικών και δηµιουργός της Ένωσης
Σοβιετικών Συγγραφέων µε σφοδρή αντιδυτική ιδεολογία και ένθερµος υποστηρικτής του
σοσιαλιστικού ρεαλισµού ήταν εκείνος που την χαρακτήρισε ως «Μισή πόρνη, µισή
Καλόγρια», διαγράφοντάς την ταυτόχρονα από την Ένωση Λογοτεχνών.
Η φράση αυτή έµελλε να συνοδεύει την Αχµάτοβα, συχνότερα για να αναδείξει την
σκληρότητα του καθεστώτος, αν και η προσωπική µας άποψη είναι ότι το περιεχόµενό της
δεν είναι υβριστικό, τουλάχιστον για τους Μαρξιστές. Αν και στο πλαίσιο της λογοκρισίας
απαγορεύθηκαν και περιοδικά όπως το Ζβέζντα στο οποίο δηµοσιεύονταν κατά καιρούς
στίχοι της Αχµάτοβα, η ποίησή της διαδιδόταν από στόµα σε στόµα και σε συνδυασµό µε
την προσωπικότητά της και την τύχη των µελών της οικογένειάς της, σύντοµα έγινε θρύλος
και σύµβολο της πολιτιστικής κληρονοµιάς των Ρώσων από εκείνους που θεωρούσαν πως
αυτή ισοπεδωνόταν από το σοβιετικό καθεστώς.
Κάποιες πηγές αναφέρουν ότι η ποιήτρια έγραψε ύµνους για τον Στάλιν το 1950 µε τον ίδιο
στόχο που δεν ήταν άλλος από την απελευθέρωση του γιου της. Τα ποιήµατα αυτά,
σύµφωνα πάντα µε τις ίδιες πηγές, δηµοσιεύτηκαν στο εβδοµαδιαίο περιοδικό Ογκονιόκ
υπό τον τίτλο «Από τον κύκλο “∆όξα στην Ειρήνη”». Μετά το θάνατο του Στάλιν, η
αποκατάσταση της Αχµάτοβα ήταν αργή και σταδιακή.
Μέχρι το 1958 δηµοσιεύτηκαν αρκετά ποιήµατά της και µεγάλο µέρος του ογκώδους
µεταφραστικού έργου της, στο οποίο εκτός από τα έργα του Λεοπάρντι περιλαµβάνονται κι
εκείνα του Βίκτωρα Ουγκώ, του Ραµπιντρανάθ Ταγκόρ, και διαφόρων Αρµενίων Κορεατών
ποιητών. Επίσης ήρθαν στην δηµοσιότητα διάφορα κείµενα - αποµνηµονεύµατα για τους
Μπλοκ, Μοντιλιάνι και Μαντελστάµ. Το 1964 τιµήθηκε µε την ευκαιρία των 75ων
γενεθλίων της µε ειδικές εκδηλώσεις. Μεταξύ άλλων έλαβε το ιταλικό βραβείο ποίησης
«Αίτνα-Ταορµίνα», ενώ το 1965 όπως αναφέραµε ήδη πήρε τιµητικό πτυχίο από την
Οξφόρδη.

[8]

Η Αχµάτοβα προς την τελευταία κατοικία
της. ∆εξιά διακρίνεται ο νοµπελίστας ποιητής
Γιόζεφ Μπρόντσκι.
Η
Άννα
Αχµάτοβα
πέθανε
στις 5
Μαρτίου 1966, κατά σύµπτωση ακριβώς την
ίδια µέρα που είχε πεθάνει ο Ιωσήφ Στάλιν το
1953, ενώ ο γιός της πέθανε τον Ιούνιο του
1992. Η φήµη της εξαπλώθηκε ιδιαίτερα µετά το
θάνατό της ενώ στη χώρα της υπάρχουν και
µνηµεία µεταξύ των οποίων και το σπίτι που
έζησε µε τον Πούνιν όπου συγκεντρώνονταν
πολλοί Ρώσσοι διανοούµενοι.
Από το έργο της που δηµοσιεύθηκε ολόκληρο
στην ΕΣΣ∆ την περίοδο της «Περεστρόικα»
γνωρίζουµε να έχουν εκδοθεί στη χώρα µας το
«Ποίηµα χωρίς Ήρωα» (Ωκεανίδα,1982), το
«Ρέκβιεµ» (Υπερίων, 1998 και Αρµός, 2007),
«Ρέκβιεµ», «Ποίηµα δίχως Ήρωα» και
«Ελεγείες του Βορρά» (Μικρή Άρκτος 2008),
ενώ ποιήµατά της περιλαµβάνονται στις Ανθολογίες των Ρώσων ποιητών (2004) και της
Ξένης Ποίησης (2007). Αξιόλογες επίσης µεταφράσεις παρουσιάζονται και στα
ηλεκτρονικά περιοδικά ενώ έχει µεταφρασθεί και η βιογραφία της γραµµένη από τον
Βόλφγκανγκ Χέσνερ (Μελάνι, 2007).
ΠΗΓΕΣ
Άννα Αχµάτοβα, βιογραφικά στοιχεία, ποίηση και κριτικές
-Anna Akhmatova, Wikipedia.
-Anna and Amedeo, Olga's Gallery, 1 Σεπτεµβρίου 2002.
-Μια τσαρίνα «αγία και πόρνη», ∆ηµήτρης Χουλιαράκης, Κυριακή 2 Σεπτεµβρίου 2007,
ΤΟ ΒΗΜΑonline.
-Biography of Anna Akhmatova, Poem Hunter.
-Άννα Αχµάτοβα: «Ο κάλπικός τους έπαινος εµένα δεν µ΄ αγγίζει», Χάρης Βλαβιανός,
Σάββατο 23 Αυγούστου 2008, ΤΑ ΝΕΑ on-oline, Ένθετο «Βιβλιοδρόµιο».
-Akhmatova Anna, OdessaWeb.
-Anna Akhmatova, The University of Vermont.
-Άννα Αχµάτοβα, Diavasame.
-Άννα Αχµάτοβα: Ποίηση, Pegas, Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια Μικρών Κειµένων.
-Το «Ρέκβιεµ» της Αννας Αχµάτοβα, «Και εσείς µπορείτε να περιγράψετε αυτό;», Του
Γιάννη Αντιόχου, .poema, ηλεκτρονικό περιοδικό για την ποίηση.
-Ρετρό: «Ποιήµατα» της Άννας Αχµάτοβα, της Ανθής Ντάρδη, Βακχικόν, Περιοδικό
Γραµµάτων και Τεχνών.
-Άννα, η Πασών των Ρωσιών: Το κορίτσι και το πεπρωµένο, Σόνια ΙλίνσκαγιαΑλεξανδροπούλου, Κυριακή 19 Ιουλίου 1998, ΤΟ ΒΗΜΑonline.
-Φωτογραφικό υλικό από το RussianPoetry.
[9]

Άλλα πρόσωπα και τα έργα τους
-Nikolay Gumilyov, Wikipedia.
-Lev Gumilyov, Wikipedia.
-Αλέξανδρος Πούσκιν, Βικιπαίδεια.
-Ποίηση Αλέξανδρου Πούσκιν, Pegas, Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια Μικρών Κειµένων.
-Alexander Blok, Wikipedia.
-Ποίηση Αλέξανδρου Μπλοκ, Pegas, Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια Μικρών Κειµένων.
-Οσίπ Μαντελστάµ: Ερανίσµατα από την ποίησή του, ∆ηµήτρης Β. Τριανταφυλλίδης,
.poema, ηλεκτρονικό περιοδικό για την ποίηση.
-Αµεντέο Μοντιλιάνι, Βικιπαίδεια.
-Arthur Vincent Lourié, Geocities, Composer of 'L'
-Nikolai Punin, From Wikipedia.
-Boris Anrep, Wikipedia.
-Τζιάκοµο Λεοπάρντι, greekbooks.
-Andrei Zhdanov, Spartacus.
-Ιωσήφ Στάλιν, tvxs.
-Ραµπιντρανάθ Ταγκόρ, Βικιπαίδεια.
-Kuzma Petrov-Vodkin, Wikipedia.
-Nathan Altman, Wikipedia.
-∆ρ. Ζιβάγκο, Μπόρις Πάστερνακ, phigita.net.
-Γιόζεφ Μπρόντσκι, Perizitito.gr.
Οδησσός
-Odessa, Wikipedia.
-Οδησσός: Η ανατολή της Ευρώπης, Κυριακή Βασσάλου, Η Καθηµερινή, 5 Οκτωβρίου
2007.
Τσάρσκογιε Σελό
-Τα τεκµήρια της καταστροφής, Ριζοσπάστης, Ένθετο «7 ηµέρες µαζί», 16 Μαρτίου 2008.
-Ρωσία, ∆ΕΘ.
-Tsarskoye Selo,Wikipedia.
Ακµεϊσµός
-∆ιαµαντίδης, Αντώνης (2008) Λεξικό των –ισµών, Αθήνα: εκδ. Γνώση.
-Οι εποχές της καταστολής: Συγγραφείς & εξουσία, Αναστάσιος Βιστωνίτης, Κυριακή 30
Ιουλίου 2006, ΤΟ ΒΗΜΑonline.
-Οσίπ Μάντελσταµ: Ο «ανάποδος» Ρώσος που λάτρεψε την Ελλάδα, 17 Μαΐου 2008,
ΕΘΝΟΣonline.
Ευρασιανισµός
-Χρήστος Τσαπακίδης (2007) Οι Ρωσοτουρκικές Σχέσεις στη Μεταψυχροπολεµική Εποχή:
Επαναπροσδιορισµός και Νέες Τάσεις, Πανεπιστήµιο Αθηνών.
-Neo-Eurasianism, Wikipedia.
Εποχές της ρωσικής ποίησης
-Golden Age of Russian Poetry, Wikipedia.
-Silver Age of Russian Poetry, Wikipedia.
[10]