You are on page 1of 6

ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ (ΦΥΣΙΚΕΣ ή ΣΩΜΑΤΙΚΕΣ), sense, sensation, Sens, Sinn· βλ.

και
αισθησιαρχία, εμπειριοκρατία.
Η μελέτη των ανθρώπινων αισθήσεων περιλαμβάνει πολλούς επιστημονικούς
κλάδους: φιλοσοφία, θεολογία, ανθρωπολογία, λαογραφία, ψυχολογία,
κοινωνιολογία, ιατρική, ανατομία, φυσιολογία, φυσική, χημεία, πληροφορική,
μηχανολογία κ.ά.
Στη Φυσιολογία και την Ψυχολογία, αίσθηση θεωρείται το σύνολο των μέσων
με τα οποία ένας οργανισμός αντιδρά στις μεταβολές τού εξωτερικού (βλ.
ερεθίσματα) ή του εσωτερικού/ζωικού-οργανικού (μέσω λ.χ. παραστάσεων,
εντυπώσεων, αναγκών, επιθυμιών κ.λπ.) του περιβάλλοντος. Ειδικότερα, οι διάφοροι
οπτικοί, ακουστικοί, απτικοί, οσφρητικοί και γευστικοί (φυσικοχημικοί) ερεθισμοί,
αντιστοιχώντας σε αντιληπτικά συστήματα που συνδέονται με αντίστοιχα εγκεφαλικά
κέντρα, μετασχηματίζονται —μέσω μιας καθαρώς φυσικοχημικής επεξεργασίας των
κεντρομόλων νεύρων, δηλ. επίδρασης στο σύστημα των γαγγλιακών κυττάρων— σε
(φυσιολογικές) διεγέρσεις, και αυτές σε μία ψυχοσωματική βίωση (αισθήματα). Υπ’
αυτή την έννοια, εκτός των γνωστών πέντε αισθήσεων, υπάρχουν οι αισθήσεις τού
θερμού, τού ψυχρού, τής πίεσης, του πόνου, η κιναισθησία και η αίσθηση του χώρου
(βάθους, απόστασης) ή της ισορροπίας (βλ. γενική αίσθηση), στις οποίες αναφέρονται
τόσο οι Αρχαίοι Έλληνες, όσο και οι Πατέρες τής Εκκλησίας. Ο άγιος Ιωάννης ο
Χρυσόστομος ομιλεί για τους παράγοντες της αντίληψης του βάθους και της
απόστασης και μάλιστα με αναφορά στην αισθητική αγωγή των υλικών εικόνων.
Ομοίως, ο άγιος ιεράρχης διαλαμβάνει για τα ψυχοσωματικά φαινόμενα της
λεγόμενης σήμερα κοινής ή γενικής αίσθησης, όπως επίσης και για τα εσωτερικά
αισθήματα· κάνει λόγο, για παράδειγμα, για τα αισθήματα θερμότητας και ψύχους,
ενώ φαίνεται άριστος γνώστης των ψυχικών λειτουργιών τής οπτικής αγνωσίας αλλά
και του μετεικάσματος (Nachbild). Οι αισθήσεις μεταξύ τους συνεργάζονται και
συμπληρώνουν η μία την άλλη (βλ. συναισθησία), ή ακόμα και αλληλοαναπληρώνονται (Sinnesvikarriat), κάτι που, επίσης, ήταν ήδη γνωστό στους
Αρχαίους, όπως και στους Πατέρες τής Εκκλησίας. Κατά τον ιερό Χρυσόστομο, στην
Π.Δ. ο τυφλός Ισαάκ είχε αυξημένη όσφρηση και αφή, προσπαθώντας να αντιληφθεί
τον Ιακώβ μέσω τής αφής των ενδυμάτων του και την όσφρηση του σώματός του.
Ομοίως, ο τυφλός τού Ευαγγελίου αντιλήφθηκε τον Ιησού από τη χροιά τής φωνής
Του, και τον πηλό που τού έθεσε στα μάτια, με την αφή.
Οι Αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι, ρήτορες, ιστορικοί και ποιητές (Αριστοτέλης,
Πλούταρχος κ.ά.) θεωρούσαν τις ανθρώπινες αισθήσεις ως «παράθυρα της ψυχής».
Κατά τον Αριστοτέλη (Περί ψυχής ΙΙ, 6-11), οι αισθήσεις είναι πέντε: όραση, ακοή,
όσφρηση, γεύση και αφή. Εντούτοις, οι αισθήσεις, χωρίς τη λειτουργία τού νου, δεν
μπορούν να παράσχουν πληροφορίες: «νοῦς ὁρῆι και νοῦς ἀκούει» (Επίχαρμου, απ.
249, 1). Μάλιστα δε, κατά τον φιλόσοφο Μέλισσο τον Σάμιο (5 ος π.Χ. αι.), οι
αισθήσεις μόνες μάς απατούν.
Στην Π.Δ. ο όρος αίσθησις δηλώνει την καλαισθησία (Εξ. 28, 3), την
επίγνωση (Α’ Έσδ. 1, 22), την επίταση σε σχέση ιδίως με το ανθρώπινο σώμα (Ιουδ.
16, 17), την ορθή και πραγματική γνώση, όπως και τη διάκριση (Παροιμ. 1, 4), την
ηθική ευαισθησία (Παροιμ. 1, 7), την κοινή αίσθηση (Παροιμ. 2, 10, Σ. Σειρ. 22, 19),
τη γνώση και σοφία (Παροιμ. 3, 20. 5, 2), την ομιλία (Παροιμ. 10, 14), τη γνωστική
συμπεριφορά (Παροιμ. 11, 9), την ηθική συναίσθηση (Παροιμ. 12, 23), την πρακτική
σύνεση (Παροιμ. 14, 6) και την ενάρετη σοφία (Παροιμ. 15, 14).
Στην Κ.Δ. απαντά το ρήμα «αισθάνομαι» (Λουκ. 9, 45) με την έννοια τού
εννοώ, και τα ουσιαστικά «αίσθησις» (Φιλιπ. 1, 9), με την έννοια τής (ηθικής)
εμπειρίας, και «αισθητήριον» (Εβρ. 5, 14), με την έννοια τού οργάνου αισθήσεως.

Γενικώς, στην Αγία Γραφή, όπως άλλωστε και στους Πατέρες τής Εκκλησίας,
κακίζεται η αισθησιοκρατία (Λουκ. 24, 39-40, Ιω. 1, 46-47. 4, 42. 20, 8-9. 24-29). Για
παράδειγμα, ο εκκλησιαστικός ιστορικός Ευσέβιος Καισαρείας (275–339 μ.Χ.),
ομιλεί καταφρονητικώς τόσο για τους Ξενοφάνη και Παρμενίδη που απέρριπταν τις
αισθήσεις (Προπαρασκευή Ευαγγελική, βιβλ. 14, 17, MPG 21, 1244), όσο και για τούς
Μητρόδωρο και Πρωταγόρα που πίστευαν αποκλειστικώς και μόνο στις αισθήσεις
(βιβλ. 14, 20, MPG 21, 1260).
Η Εκκλησία είδε τις ανθρώπινες αισθήσεις ως επικοινωνιακά μέσα και Θείους
αρωγούς για την πρόσληψη και κατανόηση της Θ. Αποκάλυψης μέσα από τα αισθητά
δημιουργήματα (Μαξίμου Ομ., Περί αποριών 41, MPG 91, 1308A, Νικήτα Στηθάτου,
Κεφάλαια γνωστικά 72). Οι οφθαλμοί πλάστηκαν «εἰς τό τήν κτίσιν ὁρᾶν, καί διά τῆς
παναρμονίου ταύτης συντάξεως γινώσκειν τόν Δημιουργόν» (Μ. Αθανασίου, Κατά
Ελλήνων 4, Ιω. Χρυσ., MPG 49, 261. 53, 189, Σεραπίων Θμούεως, Προς μονάζοντας
10). Τα ώτα δημιουργήθηκαν «εἰς ἐπακρόασιν τῶν θείων λογίων καί τῶν τοῦ Θεοῦ
νόμων» (Μ. Αθαν., Κατά Ελλήνων 4, Γρηγ. Παλ., Τριάδες 2, 2, 20). Η όσφρηση
δόθηκε, ώστε να μπορεί ο άνθρωπος να νιώθει σε κάθε ύπαρξη την «εὐωδίαν
Χριστοῦ» (Β’ Κορ. 2, 15, Σεραπίων, όπ. π. 10). Η γεύση κατασκευάστηκε, ώστε σε
κάθε τροφή ο άνθρωπος να γεύεται τη χρηστότητα του Κυρίου (Ψαλμ. 33, 9) και,
τέλος, η αφή, για να ψηλαφιέται σε κάθε πράγμα ο Θ. Λόγος (Α’ Ιω. 1, 1).
Οι άγιοι Γρηγόριος ο Παλαμάς (Προς Ιωάννην και Θεόδωρον 18) και Συμεών
ο Νέος Θεολόγος (Κεφάλαια πρακτικά και θεολογικά) παρατηρούν ότι ούτε το νοερόν,
ούτε το λογικόν από μόνα τους μπορούν να λάβουν πληροφορία «πνευματικού
δοξασμού» χωρίς το αισθητικόν. Πράγματι, «ἔνια [τών Χαρισμάτων: τα γένη
γλωσσών, ο λόγος τής διδαχής, τα χαρίσματα των ιαμάτων, τα ενεργήματα των
δυνάμεων, η χειροθεσία κ.ά.] καί διά τοῦ σώματος ἐνεργεῖται» (Γρηγ. Παλ., Τριάδες
2, 2, 13).
Η χριστιανική Ανθρωπολογία δέχεται, ως γνωστό, τον (δισύνθετον) άνθρωπο,
ο οποίος υποστατικώς αποτελείται από αόρατη ψυχή και ορατό σώμα, σε μία
υπερβατική (αλληλο)περιχώρηση μεταξύ τους. Η άρρηκτη αυτή σχέση ψυχικών
ενεργημάτων (κινήσεων) και σωματικών εκδηλώσεων φαίνεται σαφέστερα στη
Θεολογία τού αγίου Ιωάννου τού Δαμασκηνού (Έκδοσις ακριβής τής ορθοδόξου
πίστεως, βιβλ. Β’, 32, MPG 94, 933). Για τον ιατροσοφιστή Μελέτιο τον Μοναχό
(Περί φύσεως ανθρώπου 9, MPG 64, 1108-1111) και αργότερα για τον Μάξιμο τον
Ομολογητή (Περί διαφόρων αποριών, MPG 91, 1116Α), η αίσθηση, μαζί με τον νου
και τον λόγο, συνιστά, μέσω τού <κατ’ εικόνα>, φυσική δύναμη ή ενέργεια (δηλ.
«θεραπαινίδα») τής ψυχής: αίσθηση είναι «ὄργανον ψυχῆς, δύναμις αἰσθητηρίων
τῶν ἔξωθεν ἀντιληπτική» (Συζήτησις μετά Πύρρου περί ψυχής). Έτσι, οι αισθήσεις
δεν λειτουργούν αυτόνομα και από μόνες τους: δεν βλέπουμε, ούτε ακούμε, ούτε
αισθανόμαστε γενικώς, τη φυσική πραγματικότητα, αλλά δημιουργικώς τή
μετουσιώνουμε μέσω τών αισθητηρίων οργάνων και του εγκεφάλου σε ιδιαίτερα
φαινόμενα. «Κατερχόμενο» το πνεύμα (= νοερή ενέργεια) από τον εγκέφαλο «δια των
νεύρων», επισημαίνει ο ιερός Χρυσόστομος, παρέχει το αισθητικό, δηλ. τις
πνευματικές αιτίες/λόγους και τις ποιότητες των όντων (Νικήτα Στηθάτου, Κεφάλαια
πρακτικά 22), σε όλα τα μέλη τού σώματος, αναλόγως με τη (φυσική) δεκτικότητά
τους. Άρα, δεν «αισθάνονται» οι ίδιες οι αισθήσεις (με τα αισθητήριά τους όργανα),
αλλ’ ο νους: «Οὐ γάρ ὁ ὀφθαλμός ἐστιν ὁ ὁρῶν, ἀλλ’ ὁ νοῦς και ὁ λογισμός.
Πολλάκις γοῦν ἀλλαχοῦ τετραμμένων ἡμῶν ὁ ὀφθαλμός τούς παρόντας οὐ βλέπει·
ὥστε οὐκ ἔστιν αὐτοῦ τῆς ἐνεργείας τό πᾶν» (Ιω. Χρυσ., Εις Ματθ. 17, 1, MPG 57,
258, Μελέτιου Μοναχού, Περί φύσεως ανθρώπου 9, MPG 64, 1109, Νεμέσιου
Εμέσης, Περί τού διανοητικού 12, MPG 40, 660).

Προκύπτει, όμως, το ερώτημα: άραγε καθετί που υπάρχει στην αντικειμενική
πραγματικότητα μπορεί οπωσδήποτε να μετατραπεί σε υποκειμενικό στοιχείο, δηλ. σε
αίσθημα; Η μετατροπή ενός φυσικού γεγονότος σε ψυχοσωματικό ερεθισμό
εξαρτάται από τη δομή των αισθητηρίων οργάνων ή/και των συγχρόνων αντιστοίχων
οργάνων τής τεχνολογίας που τα προεκτείνουν και ενισχύουν. Αλλ’, ως γνωστό, όλες
οι ανθρώπινες αισθήσεις υπόκεινται σε μέτρα, κανόνες και όρια, η υπέρβαση των
οποίων οδηγεί στην απώλεια των ικανοτήτων τους. Κατά συνέπεια, οι αντιληπτικές
μορφές (Gestalt) μεταβάλλονται σε σχέση με το υπόβαθρό τους. Επομένως, ελάχιστο
μέρος τού φυσικού κόσμου μάς γίνεται αισθητό. Επίσης, άλλη είναι η αντίληψη
(Wahrnehmungen) των ενηλίκων και άλλη των αισθημάτων τού παιδιού, όπως
παρατηρεί ο ιερός Χρυσόστομος (Περί Ακαταλήπτου 1, MPG 48, 701). Το νεογέννητο
λ.χ., παρά τη φυσιολογική κατάσταση των αισθήσεών του, δεν έχει απηρτισμένη και
συγκροτημένη συνείδηση: «Και γάρ τό παιδίον ὁρᾷ μέν πολλά καί ἀκούει καί
φθέγγεται, τρανόν δέ οὐδέν οὔτε ὁρᾷ, οὔτε ἀκούει, οὔτε φθέγγεται· καί φρονεῖ μέν,
οὐδέν δέ διηρθρωμένον». Ακόμα και η αίσθηση του σωματικού πόνου είναι
μικρότερη στην παιδική ηλικία (Ιω. Χρυσ., Εις Γέν. 40, 4, MPG 53, 373).
Αποδεχόμενη κτιστή Θ. Χάρη, η Δυτική Εκκλησία, μολονότι, αν και όχι
στεγανώς, διακρίνεται (μεταξύ Ρωμαιοκαθολικισμού και Προτεσταντισμού) όσον
αφορά στον βαθμό τής μεταπτωτικής αμαρτωλότητας του ανθρώπου, είτε
υπερτονίζει, «αξιοποιώντας» στο έπακρο τις φυσικές αισθήσεις τού ανθρώπου σε
όλες τις εκφάνσεις τής Θεολογίας και Ανθρωπολογίας της, είτε τις καταφρονεί. Ο
ιερός Αυγουστίνος (De vera religion, ΧΧΧ), κινούμενος εντός τού Νεοπλατωνισμού,
υποβιβάζει σαφώς το έργο τών αισθήσεων έναντι του νου (βλ. Μανιχαϊσμό). Αλλ’, ο
υποβιβασμός αυτός δεν φαίνεται τόσο έντονος στον Θωμισμό (βλ. Φυσική Θεολογία)
που, κάνοντας χρήση τής analogia entis, ευθύνεται εν πολλοίς για την αλόγιστη
ενίσχυση της ―μέσω τής αύξησης της πληροφορίας― εξουσίας τού σημερινού
ανθρώπου πάνω στη Φύση (τον χώρο και τον χρόνο). Από την άλλη μεριά, στην
προτεσταντική Θεολογία, ο άνθρωπος μπορεί να «γνωρίσει» βιωματικώς τον Θεό δια
μέσου των φυσικών του αισθήσεων (F. Schleiermacher). Αντίθετα, η Διαλεκτική
Θεολογία τού K. Barth, υπό την επίδραση του Καλβινισμού και του
Νεοκαντιανισμού, απορρίπτει κάθε τέτοια δυνατότητα.
Επίσης, στην Ηθική του, ο δυτικός Χριστιανισμός καθιστά τη μεταπτωτική
Φύση κριτήριο της εμπειριοκρατίας. Στη Θεία Λατρεία του, πάλι, εξαίρεται ο
φυσικός λόγος, η απομυστηριοποίηση και γενικώς η νατουραλιστική αισθητική (βλ.
συναισθηματικό τόνο τού αισθήματος: αρμόνιο, τετραφωνία, αναγεννησιακή
εικονογράφηση, γλυπτική κ.λπ.), ενώ δίνεται έμφαση στη φωνητική προσ-ευχή
(oratio) ή τον λεκτικό ― ακουστικό λόγο (βλ. Προτεσταντισμό). Έπειτα, η όλη
πνευματική του εμπειρία εξαντλείται σε ένα είδος συν-αισθηματικής
θρησκευτικότητας (βλ. Ρομαντισμό κ.λπ.). Τέλος, η εκκλησιοποιημένη (αγαπητική εν
Χριστώ) σύναξη μεταβάλλεται στον δυτικό κόσμο σε μία ορατή θεσμική
(«θρησκευτική») συνάθροιση, η οποία ταυτίζεται με την (άκτιστη, μυστική,
πνευματική, άρρητη και εσχατολογική) Βασιλεία των Ουρανών.
Αντιθέτως, οι Ανατολικοί Πατέρες τής Εκκλησίας, εμμένοντας πιστοί στο
ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα τού καθαγιασμού τής ύλης αλλά και στην καταδίκη τού
(Νεο)Πλατωνισμού και των εικονοκλαστικών ιδεών, δίνουν μεγάλη βαρύτητα στην
ευλογία, τη σπουδή και την ηθικο-πνευματική καλλιέργεια των σωματικών
αισθήσεων του ανθρώπου, χωρίς ωστόσο να τις απολυτοποιούν και εξυψώνουν. Ο
βομβαρδισμός των αισθήσεων με υπερβολικά ερεθίσματα (βλ. υπερτροφοδότηση)
είναι για την ψυχοσωματική υγεία εξίσου επιβλαβής με την απουσία ερεθισμάτων και
την πλήρη αποστέρηση των αισθημάτων. Οι άγιοι Ασκητές, κρατώντας το μέτρο,

συμβουλεύουν ούτε να βλέπουμε με εμπαθή περιέργεια (πράγμα που συνιστά
πλεονασμό), ούτε επιπολαίως και στην τύχη (πράγμα που συνιστά έλλειψη), αλλά με
φυσιολογική αθωότητα και απλότητα.
Λόγω τής μεταπτωτικής φθοράς και ασθένειας των αισθήσεών μας (Ισαάκ
Σύρου, Λόγος 1. 23, Μακάριου Αιγύπτιου, Ομιλία 2, 2), όπου οι τελευταίες υπέπεσαν
σε «αλογίαν» (Νικήτα Στηθάτου, Κεφάλαια πρακτικά 6), χρησιμοποιούμενες, παρά
φύση, κτητικώς, εγωκεντρικώς και πονηρώς (Μ. Αθαν., Κατά Ελλήνων 5, Ιω. Χρυσ.,
MPG 49, 261, Μακαρίου Αιγ., Ομιλία 2, 2), ο άνθρωπος από μόνος του δεν μπορεί να
επιτύχει αυτή την εδεμική (προπτωτική) αθωότητα. Κατά την Ορθόδοξη Παράδοση,
μόνο όταν οι αισθήσεις μας, που βιωματικώς «ιστορούν» τον όλο άνθρωπο, μετέχουν
―μέσω των ιερών Μυστηρίων τής Εκκλησίας― των ακτίστων ενεργειών (Θ. Χάρης)
τού Θεού, δεχθούν την «καλήν αλλοίωσιν» και γίνουν ξανά «εὔτακτες» (Ισαάκ, 58),
τότε «χριστοποιούνται» (Λογοποιούνται), δηλ. το <κατ’ εικόνα> βρίσκει το
φυσιολογικό του Αρχέτυπο (τον Χριστό), και έτσι θεωνόμαστε και σωζόμαστε: «Ὁ
Θεῷ τελείως τάς αἰσθήσεις ἑνώσας, τούς λόγους αὐτοῦ μυσταγωγεῖται ὑπ’ αὐτοῦ,
τούτων γάρ μή συναφθέντων, χαλεπόν περί Θεοῦ διαλέγεσθαι», σημειώνει Ιωάννης ο
Σιναΐτης (Κλίμαξ, λόγ. Λ’, περί αγάπης). Έτσι, Αισθησιοκρατία και Χριστιανική
διδασκαλία συναντώνται στην κτιστοάκτιστη καθομολόγηση του «Ορθόδοξου
Υλισμού» (βλ. ενθεο-ματεριαλισμό), δυνάμει τής Θείας Ενανθρώπησης. «Μετά» και
«εν Χριστώ» μπορούμε δια των αισθήσεών μας να γνωρίσουμε και αισθανθούμε (βλ.
Visio Dei) χαρισματικώς τον αποκαλυμμένο Λόγο τού Θεού. Όλα τα μυστήρια και οι
ιερές Ακολουθίες τής Εκκλησίας διενεργούνται παιδαγωγικώς μέσω των φυσικών μας
αισθήσεων, με σκοπό την, κατά Θ. Χάρη, κάθαρση και τον αγιασμό τους. Συνεπώς,
για την Ορθόδοξη Ανατολική Παράδοση, οι αισθήσεις αυτές καθαυτές δεν είναι
κατιτί το κακό, μολονότι αμαυρώθηκαν και αυτές μετά το Προπατορικό Αμάρτημα.
Αν και, κατά τον ιερό Χρυσόστομο, όλες οι φυσικές αισθήσεις τού ανθρώπου
εξασθένησαν μεταπτωτικώς, μπορούμε και αντιλαμβανόμαστε σαν μέσα από
καθρέφτη τον φυσικό κόσμο (Ευάγριου Ποντικού, Κεφάλαια γνωστικά 1, 14)· τούτο
όμως δεν είναι αρκετό, γιατί ό, τι έτσι αισθανόμαστε είναι φαντασιακό και
πλασματικό (Αμβρόσιου, De bono mortis 10). Κατά έναν αναγωγικό τρόπο, πρέπει να
υπερβαίνουμε τις πληροφορίες, τις γνώσεις και τις εντυπώσεις [«ἐνύλους καί
ματαίους λογισμούς» (Ησύχιου Ιεροσολυμίτη, Περί νήψεως 53)] που αποκομίζουμε
από τις φυσικές μας αισθήσεις, συλλαμβάνοντας ―με τη μεταμόρφωση των φυσικών
μας αισθήσεών σε πνευματικές (καρδιακές), μία κατάσταση που επισυμβαίνει μέσω
τής δικής μας ελευθέρως προσωπικής κάθαρσης (κατά συνεργία) και τής Θ. Χάρης
που απέρρευσε από την εν Χριστώ αποκατάσταση και ενοποίηση των φυσικών μας
αισθήσεων (Γρηγ. Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 1, 3, 15, Συμεών Ν. Θεολ.,
Κεφάλαια πρακτικά και θεολογικά, κε’, Διάδοχου Φωτ., Εκατό γνωστικά κεφάλαια, SC
5, 136) ― τα βαθύτερα νοήματα που κρύβονται πίσω από την αισθητώς (υλικώς)
αντιληπτή πραγματικότητα (ορώμενα, ακουόμενα κ.λπ.). Κατά τον άγιο Νικόδημο
τον Αγιορείτη, οι αισθήσεις τού ανθρώπου εδόθησαν από τον Θεό για αυτήν ακριβώς
την αναγωγή/διάβασή (Πάσχα) μας από τα αισθητά στα υπεραισθητά, από τα
φαινόμενα στα μη φαινόμενα. Η θεώρηση αυτή τού Αγίου Νικοδήμου, όπως άλλωστε
και του Συμεών, προϋποθέτει την εκ μέρους τής ανθρώπινης φύσης ανάλογη
πνευματική δεκτικότητα, την οποία αναπτύσσει διεξοδικώς ο άγιος Γρηγόριος ο
Παλαμάς (Κεφάλαια εκατόν πεντήκοντα 30, 33).
ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ ΦΥΛΑΚΗ
Συμφώνως πάντοτε προς την Ορθόδοξη Πατερική Παράδοση, η πνευματική
υγεία ή, αντιθέτως, ο εκφυλισμός των αισθήσεων σχετίζονται με τη φυλακή των

αισθήσεων. Η έννοια τής «φυλακής» (τείχισης) των σωματικών αισθήσεων ανάγεται
στον Πλάτωνα (Πολιτεία 273d), τους Νεοπλατωνικούς (Πρόκλο), Στωικούς, τον
Πλούταρχο, τον Κέλσο, τον Ωριγένη (Κατά Κέλσου VII, 36, MPG 11, 1472A) και
μετέπειτα ―μέσω τής Αγίας Γραφής (Παροιμ. 4, 25. 6, 25, Σ. Σειρ. 26, 9, Ιώβ 31, 1,
Ματθ. 5, 28)― σε όλους τούς ανατολικούς Πατέρες: Γρηγόριο Θεολόγο (Λόγος 2, 7,
MPG 35, 413), Μ. Βασίλειο (Προς τούς νέους όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο
λόγων 4, 13, Εις το Πρόσεχε σεαυτώ 26, 6), Ιωάννη Χρυσόστομο (Εις τους
Ανδριάντας 4, MPG 49, 102, Προς τον εγκαλούντα επί τω διαφυγείν την ιερωσύνην 6,
8), και μάλιστα τους Νηπτικούς, όπως τον Ιωάννη τον Σιναΐτη (Κλίμαξ, Λόγος ιε’). Το
νόημα της λέξης φυλακή, που ορμάται από την αρχαία ελληνορωμαϊκή πράξη τής
στρατιωτικής σκοπιάς, είναι η ψυχο-πνευματική εγρήγορση (νήψη, επαγρύπνηση,
προσοχή) και τείχιση των αισθήσεων, που θα πρέπει να εξασφαλίσει ο πνευματικός
άνθρωπος, για την ύπουλη, αιφνίδια και αναπάντεχη πιθανή προσβολή (εισβολή) των
μιαρών λογισμών (βλ. θυμικούς, επιθυμητικούς και λογικούς «πολίτες») τού
«εχθρού» (διαβόλου) στην ψυχή («πόλη») του μέσω των σωματικών του πυλών
(αισθητηρίων οργάνων), οι οποίες παρομοιάζονται με τείχη (Ιω. Χρυσόστομος,
Γρηγόριος Παλαμάς κ.ά.). Γιατί η πρόληψη είναι καλύτερη της θεραπείας. Γι’ αυτό, ο
ιερός Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης (επιστ. ᾳωνδ’ Ανδρομάχω) γράφει: «ἤ ὁρῶν, μή ἔρα
ἤ ἐρῶν, μή ὅρα».
Η επιτέλεση της φυλακής προϋποθέτει, βεβαίως, «φύλακα». Ρόλο φύλακα
επέχει ο νους (ο άγρυπνος «οφθαλμός τής ψυχής»). Με άλλα λόγια, η Ορθόδοξη
Ανατολική Ασκητική Γραμματεία, αιώνες πριν τη φροϋδική Ψυχανάλυση, γνωρίζει
τη λειτουργία ενός, mutatis mutandis, «θυρωρού» (λογοκριτή) τής ψυχής. Ο θυρωρός
αυτός, όμως, ενώ για τον S. Freud επιτελεί ένα μάλλον αρνητικό καθήκον, αφού δεν
επιτρέπει στα άλογα πάθη (ορμές) να ανέλθουν στο συνειδητό, για τούς Πατέρες τής
Εκκλησίας, επιτελεί θετικό έργο, όταν βεβαίως είναι πνευματικώς εύτονος και υγιής,
αφού δεν βρίσκεται μεταξύ ασυνειδήτου και συνειδητού, αλλά μεταξύ τής όλης ψυχής
και της εξωτερικής πραγματικότητας. Οπότε προλαμβάνει κάθε πιθανή είσοδο
οποιουδήποτε πονηρού λογισμού, ανακόπτοντάς τον, πριν καν αυτός εισέλθει είτε στο
συνειδητό, είτε στο ασυνείδητο της ψυχής.
Εξάλλου, ο όρος φυλακή μπορεί συνεκδοχικώς να δηλώνει στη θεολογική
Γραμματεία, όπως λ.χ. στον ιερό Χρυσόστομο, τη σκελετοποίηση και τον μαρασμό
(νέκρωση) του κοσμικού («σαρκικού») φρονήματος (πορνείας, ακαθαρσίας, πάθους,
κακής επιθυμίας, θυμού, πλεονεξίας, κενοδοξίας, βασκανίας)· και τούτο, γιατί,
δεδομένου ότι η λειτουργία των σωματικών αισθήσεων συνδέεται αφενός με την
αυξομειούμενη ένταση των ηδονικών ορμών τού ανθρώπου και αφετέρου με τη
φαντασία του (Γρηγόριος Παλαμάς, MPG 151, 420Β), η νέκρωση («σταύρωση της
επιθυμίας») εκείνων ιδίως τών λογισμών που προέρχονται από τις σωματικές
αισθήσεις (των σαρκικών παθών), και όχι τού λογιστικού μέρους τής ψυχής (Γρηγ.
Παλαμά, MPG 151, 153B. 420B), βοηθά την αποτροπή εισόδου στην ψυχή των
ποικίλων πειρασμών μέσω των αισθήσεων. Αντιθέτως, όταν η επιθυμία είναι ισχυρή,
η ψυχή θορυβείται (συνταράσσεται) επισφαλώς και η μάχη μεταξύ εξωτερικών
ερεθισμάτων και βούλησης (για συγκατάθεσής τους ή μη από τις αισθήσεις)
καθίσταται δυσκολότερη: «ἐκ τοῦ γάρ ἐσορᾶν γίγνετ’ ἀνθρώποις ἐρᾶν» (Αγάθων,
fragm. 29). Ωστόσο, κατά τον άγιο Νικήτα Στηθάτο, μόνο η γεύση, η όσφρηση και η
αφή θεωρούνται ως ά-λογες αισθήσεις, ενώ η όραση και η αφή ως λογικές
(Φιλοκαλία, τ. Γ’, σ. 274-275).
Εν πάση περιπτώσει, προκειμένου να μη αλωθεί η ψυχή από τους ποικίλους
πειρασμούς, απαιτείται ιδιαίτερη πνευματική διάκριση και ποιμαντική φροντίδα, η
οποία επιτυγχάνεται, κατά τους Πατέρες, με την ενάσκηση των αρετών. Έτσι, όχι

μόνο εξασφαλίζεται η καλύτερη δυνατή άμυνα της ψυχής εναντίων των εξωτερικών
φθοροποιών επιδράσεων, αλλά και η ίδια ισχυροποιείται πνευματικώς. Παραλλήλως,
οι Πατέρες υποστηρίζουν το απαραίτητο της «άνωθεν» συνεργίας (μέσω τής Θ.
Χάριτος, των Αγγέλων και των Αγίων) στον πνευματικό αγώνα αυτό τής ψυχής,
χωρίς την οποία (συνεργία) είναι αδύνατη οποιαδήποτε απόκρουση και νίκη τού
ανθρώπου κατά τών παθών, τής αμαρτίας και τού διαβόλου.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Ανδρ ού τσ ος Χ., Λεξικόν Φιλοσοφίας, Θεσσαλονίκη 1965· Β unker D.
E., “Spirituality and the Four Jungian Personality Functions”, Journal of Psychology & Theology 19/1
(1991) 26-34· Γ αλί της Γ. Α., «αισθάνομαι», «αίσθησις», «αισθητήριον», ΘΗΕ 1 (1962) 1096-1098·
Danas s i s Α. K., Johannes Chrysostomos: Pädagogisch-Psychologische Ideen in seinem Werk, Bonn
1971· Δε λλό που λος Α. Π., «Οι αισθήσεις στους Πατέρες τής Εκκλησίας», Γρηγόριος ο Παλαμάς
823 (2008) 557-565· Δι ονυ σ ι άτης Χ., Θεός Λόγος και ανθρώπινος λόγος: Οι ενέργειες της ψυχής
στην Πατερική Ανθρωπολογία, Άγιον Όρος 1998· Κανσ ι ζόγ λου Ν., «Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτη,
Περί φυλακής τής οράσεως», ΘΕΟΔΡΟΜΙΑ 4 (2002) 497-510· Καρ άμ πε λι α Μ., «Η εμπειρία τής
`αισθήσεως´ στο Διάδοχο Φωτικής», Γρηγόριος ο Παλαμάς (Μάιος - Αύγουστος 2003) 471-494·
Κε σ ε λόπου λος Α., Πάθη και αρετές στη διδασκαλία τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά, Αθήνα 1986·
Lal ande A., Λεξικόν τής Φιλοσοφίας, Αθήναι 1955· Larchet J. C., Η Θεραπευτική των Πνευματικών
Νοσημάτων, τ. Α’, Αθήνα 2008· Νι κόδημ ος Αγι ορ ε ί της , Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον, Βόλος 1983·
Ντόκα Α. Σ., Λεξικό Φιλοσοφικών όρων, Αθήναι 1981· Παπαδό που λος Ν. Γ., Λεξικό τής
Ψυχολογίας, Αθήνα 2005· Š pi dl i k T., Η Πνευματικότητα του Ανατολικού Χριστιανισμού, Θεσσαλονίκη
2000· Τομ ασ ί δης Χ. Χ., Εισαγωγή στην Ψυχολογία, Αθήνα 2002· Τσ ι τσ ί γκος Σ. Κ., «Ο Θετικισμός
τής Θεολογικής Επιστήμης», Λόγος & Πράξη 38 (1989) 83-86· Τσ ι τσ ί γκος Σ. Κ., Η ψυχή τού
ανθρώπου κατά τον ιερό Χρυσόστομο, Αθήνα 2000.
Σ.Κ.Τ.