You are on page 1of 3

ΑΜΦΙΘΥΜΙΑ (< ἀμφί + θυμός) ή ἀμφικλίνεια (Ambivalence).

Στη Νεοελληνική, αμφιθυμία ονομάζουμε την εύκολη
εναλλαγή ψυχικής διάθεσης· κάτι δηλ. παρόμοιο με την κυκλοθυμία.
Στη Θρησκειολογία, γίνεται λόγος για «αμφίθυμα πνεύματα»,
δηλ. για πνεύματα που μπορούν να έχουν είτε ευεργετική, είτε
βλαπτική ενέργεια για τον άνθρωπο, ανάλογα με την περίσταση.
Στην Αγία Γραφή, είναι γνωστή η ψυχική κατάσταση του
αμφίθυμου, την οποία οι ιεροί συγγραφείς παρομοιάζουν με πλοίο
που πλέει ακουμαντάριστο μέσα σε έναν θαλάσσιο κλύδωνα·
πρόκειται για τον «δίψυχο», «ακατάστατο» (Ιακ. 1, 5-8), «δίθυμο» ή
«επαμφοτερίζοντα» άνθρωπο, που κινείται πάντα μεταξύ δυο
θελήσεων και διαθέσεων. Μια τέτοια ψυχή χωλαίνει «ἐπ’
ἀμφοτέραις ταῖς ἰγνύαις» (Α’ Βασ. 18, 21). Η θρησκευτική πίστη
τού ανθρώπου αυτού είναι αναιμική, ενώ έτσι δεν μπορεί και να
χαρεί τη θρησκευτική/πνευματική του ζωή: «Στήκετε», αναφωνεί ο
χαλκέντερος Ωριγένης, «μή σαλεύεσθε ἀλλά βέβαιοι γίνεσθε. ὁ
δίψυχος οὐχ ἕστηκεν ἐν τῇ πίστει ἤ ὁ ἀμφιβάλλων περί τῶν κατά
τήν πίστιν πραγμάτων» (Εἰς Κορ., ed. C. Jenkins, 90, xvi 13-14).
Στους Πατέρες τής Εκκλησίας, είναι επίσης γνωστή η ψυχική
αυτή κατάσταση. Μάλιστα δε, η ίδια η λέξη δίψυχος απαντά
σαράντα φορές στον <Ποιμένα> τού Ερμά. Βεβαίως, και οι
περισσότεροι Πατέρες αναφέρονται στο ψυχικό αυτό φαινόμενο,
αναλύοντάς το, όπως λ.χ. οι Ωριγένης (Εἰς μαρτύριον
προτρεπτικός, ed. P. Koetschau, Leipzig: Hinrichs, 1899), Μ.
Αθανάσιος (Διδασκαλίαι προς Αντίοχον τον άρχοντα, Leipzig:
Weigel, 1857), Κλήμης Ρώμης (Εἰς Κορ., ed. A. Jaubert, Sources
Chrétiennes 167, Paris 1971), Δίδυμος ο Τυφλός (Εἰς Ψαλμ., ed. E.
Mühlenberg, Berlin: De Gruyter 1975, 1977) κ.ά. Συγκεκριμένα, ο
όσιος Μάρκος ο Ασκητής συμβουλεύει: «Μή γίνου δίγλωσσος,
ἑτέρως μέν τῷ λόγῳ, ἑτέρως δέ τῇ συνειδήσει διακείμενος. Τόν
γάρ τοιοῦτον ἡ Γραφή ὑπό κατάραν ἵστησιν» (ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ, τ. Α’, σ.
122), και ο ιερός Χρυσόστομος προσθέτει: «Ἀνήρ γάρ δίψυχος,
ἀκατάστατος ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ» (MPG 55, 154).
Στην Ψυχολογία (Bleuler 1910/11), αμφιθυμία καλείται η
(φυσιολογική)
ταυτόχρονη
βίωση
αντίθετων/αμφίδρομων
(συγκρουσιακών) στάσεων, ορμών, ενστίκτων, αναγκών, επιθυμιών
ή συναισθημάτων (θετικών και αρνητικών) απέναντι σε ένα
πρόσωπο, πράγμα ή κατάσταση. Η φυσιολογική όμως αυτή
κατάσταση που λαμβάνει χώρα στην αρχή και εν μέ-τρω, αν
παραταθεί ή απολυτοποιηθεί (βλ. δυισμό, εξιδανίκευση κ.λπ.),
παραπέμπει σε σχιζοφρένεια, σε μεθοριακές καταστάσεις και σε
ιδεοψυχαναγκαστικές διαταραχές.
Η πιο πάνω σύγκρουση αυτή, που ψυχολογικά προέρχεται από
τη διαφωνία και την αντίθεση μεταξύ Id και Superego, είναι
δυνατόν να λάβει χώρα σε όλα τα επίπεδα του ανθρώπινου
ψυχισμού και τις ψυχικές λει-τουργίες του: είτε μεταξύ ορμών, είτε
μεταξύ επιθυμιών, είτε μεταξύ ορμών και βουλήσεως, είτε μεταξύ
σκέψεως και συναισθήματος κ.ο.κ. Μάλιστα δε, στην περίπτωση της
γενετήσιας ορμής, το άτομο (ιδίως ο έφηβος) βιώνει ανασχετικά

αιδώ και αηδία, με αποτέλεσμα να αμφιρρέπει μεταξύ ελεύθερης
ικανοποίησης της γενετήσιας ορμής και απώθησης (Verdrägung) ή
καταπίεσής (Unterdrückung) της.
Παρόμοιο με την ψυχική κατάσταση της αμφιθυμίας είναι το
φαινόμενο της αμφίτασης (Ambitendenz), κατά το οποίο κάθε
παρόρμηση προκαλεί ταυτόχρονα την αντίθετη παρόρμηση, πράγμα
που συνεπάγεται την πλήρη ανικανότητα για τη λήψη αποφάσεων.
Αλλά, και στην περιοχή των πολιτισμικών, πνευματικών,
αξιολογικών και ηθικών συστημάτων (όπως είναι η βιοθεωρία,
κοσμοθεωρία, φιλοσοφία, πολιτική ιδεολογία, θρησκεία κ.λπ.) είναι
δυνατόν να υπάρξει και λειτουργήσει ―και μάλιστα εντονότερα,
εφόσον τα μεγέθη αυτά άπτονται των βαθύτερων μερών τής
ανθρώπινης ύπαρξης― η αμφιθυμία, η οποία έτσι προσλαμβάνει
ποικίλες μορφές: διανοητική (αμφιδοξία), συν-αισθηματική,
βουλητική, πνευματική και ασυνείδητη. Φαίνεται δε, ότι ο
εσωτερικός αυτός «διχασμός» είναι «ίδιον» του ανθρώπου που από
τη βρεφική ηλικία διακρίνει μεταξύ «καλού» και «κακού»
(μητρικού) μαστού (M. Klein, D. W. Winnicott κ.ά.), όπως και ο
εγκέφαλος που διαιρείται σε δεξιό και αριστερό ημισφαίριο,
λειτουργώντας διαλεκτικά.
Στο μεταξύ, η όλη αυτή ψυχο-πνευματική στάση τού
ανθρώπου αντανακλά σε κάθε του αναφορά (αναγωγή) και έκφανση
(δραστηριότητα). Το (θρησκευτικό) σύμβολο, ιδίως στη γλώσσα
των Μυστικών, εκφράζει κάτι και συνάμα δεν εκφράζει,
αποκαλύπτει και αποκρύπτει. Κατά τον S. Freud, η θρησκεία προήλθε από την προβολή (projection) μιας αμφιθυμίας: από τη μια, τού
μίσους για τον πατέρα, που οδήγησε τελικά τα αρσενικά (τούς
γιους) τής αρχαϊκής ορδής στην πατροκτονία και την
καταβρόχθιση αυτού τού αρχηγού-πατέρα τής φυλής λόγω τής αρχέγονης ζηλοτυπίας τους απέναντί του, και, από την άλλη, τής ανάγκης για επικάλυψη της ενοχής, ντροπής και εξιλέωσης/μεταμέλειας, που προήλθε από την αγάπη τού παιδιού (υιών) γι’ αυτόν. Έτσι,
είναι
γνωστό
θρησκειοψυχολογικά
το
ζεύγος
mysterium
tremendum (παιδαγωγία, δοκιμασία, Θ. φόβος, Κόλαση) και
mysterium fascinosum (Θ. Έρωτας, παρηγοριά, ευεργεσίες) του
ΙΕΡΟΎ, σύμφωνα με τον R. Otto, ή η παραδοξολογική βίωση
χριστιανικά τής (λατρευτικής και ηθικής) χαρμολύπης, δηλ. της
σταυρο-αναστάσιμης βιοτής. Πράγματι, ο Λόγος τού YHWH στην
Παλαιά Διαθήκη διαπερνιέται από μια συναισθηματική (αν όχι και
λογική) αντίφαση. Η εικόνα τού Παντοκράτορα στο Δαφνί δείχνει
τον Χριστό με τα μάτια Του να κοιτάζει γεμάτος απειλή, ενώ με τα
χέρια Του να ευλογεί. Μάλιστα, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
παρομοιάζει τον Χριστό, όπως ιστορεί η Π.Δ. τον Δαβίδ,
ταυτόχρονα ως «στρατιώτη και ως νυμφίο» (Εἰς Ρωμ. 24, 1, MPG
60, 623).
Η ψυχική αμφιθυμία ναι μεν δεν ταυτίζεται πλήρως με την
(ηθική/βουλητική) «διψυχία» που έχει να κάνει περισσότερο με τα
συνειδητά διλήμματα, τη συνειδητή «υπηρεσία» «δυσί κυρίοις»
(Ματθ. 6, 24), τη δι-προσωπία, τη θρησκευτική αμφιβολία, την

ολιγοπιστία, την αστασία (ευμεταβλησία), την αβουλία, την
παλιμβουλία, την αψικορία ή γενικά με την ασυνέπεια θεωρίας και
πράξης, ωστόσο σχετίζεται με αυτήν και εν πολλοίς την
προϋποθέτει.
Η ταυτόχρονη αυτή αντιθετική ψυχική κατάσταση (αμφιτιμία)
προκαλεί στο άτομο ένα δυσάρεστο συναίσθημα (ανησυχία, άγχος,
μελαγχολία, νευρομυικές κινήσεις), που εν τέλει μπορεί να οδηγήσει
είτε στην αποφευκτικότητα, απραγμοσύνη (βλ. φυγή: αφαίρεση,
ονειροπόληση, ρέμβη) και αναποφασιστικότητα γενικά, είτε στην
αναβλητικότητα, ή, τέλος, σε προθετική και διασκεπτική
προσπάθεια (ορθολογικής) επίλυσης της αμφιθυμίας. Από την άλλη
μεριά, όταν δεν απαιτείται άμεση λήψη αποφάσεων, το άτομο
αισθάνεται λιγότερο άβολα και μικρότερη ενόχληση. Πάντως, στην
ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση, η μία εκ των δύο ψυχικών
ενορμήσεων είναι συνήθως απωθημένη.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: L ew i n K., “Das Problem der Willensmessung und das
Grundgesetz der Assoziation”, Psychol. Forsch. 2 (1921/22) 65-140, B le ul e r Ε.,
“Über Ambivalenz”, Zentralblatt für Psychoanalyse, 1910, του ι δί ου , Dementia
praecox, μτφρ. J. Zinkin, New York: International University Press, 1950, pp. 5354, του ι δί ου , Textbook of Psychiatry, ed. by A. A. Brill (1951), Μα ρκ α ν τώ ν η Ι.
Σ., «Αμφιθυμία», ΘΗΕ 2 (1963) 431-432, de Monc haux C., «Αμφιθυμία», Λεξικό
Κοινωνικών Επιστημών, σ. 21, Αθήναι Unesco 1972, Μά ρκ ου Ασκ ητή , «Περί
τῶν οἰομένων ἐξ ἔργων δικαιοῦσθαι», ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ, τ. Α’, σ. 109-126, Αθήναι 1974,
Αγου ρί δη Σ. Χ., Υπόμνημα εις την Επιστολήν τού αγίου Ιακώβου, Αθήναι 1977,
C ampbe l l A. V. (ed.), A Dictionary of Pastoral Care, London 1987, Μπα μ πι νι ώ τη
Γ. Δ., Λεξικό τής Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 1998, Mi le s J., Θεός: Η
Βιογραφία Του, μτφρ. Β. Αδραχτά, εκδ. ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, Αθήνα 1999, Τσι τσί γκ ου
Σ. Κ., Η ψυχή τού ανθρώπου κατά τον ιερό Χρυσόστομο, Αθήνα 2000, Τομ α σί δη
Χ. Χ., Εισαγωγή στην Ψυχολογία, Αθήνα 2002, K apl an & Sadoc k ’ s , Εγχειρίδιο
Κλινικής Ψυχιατρικής, Αθήναι 32004, Πα πα δόπου λου Ν. Γ., Λεξικό τής
Ψυχολογίας, Αθήνα 2005, Van Harre vel d F., van de r Pl i gt J., & de Li ve r Y.,
“The agony of ambivalence and ways to resolve it: Introducing the MAID model”,
Personality and Social Psychology Review 13 (2009) 45-61.
Σ.Κ.Τ.