You are on page 1of 4

ADLER ALFRED

Άλφρεντ Άντλερ, αυστριακός ιατρός και ψυχολόγος, οπαδός αρχικά τού S.
Freud και ιδρυτής το 1912 τής Εταιρείας (Σχολής) τής Ατομικής Ψυχολογίας
(Individualpsychologie), που ονομάστηκε έτσι από την αρχική σημασία τής λέξης
άτομο, δηλ. της ενιαίας αδιάσπαστης ενότητας (βλ. ολότητα της ανθρώπινης
προσωπικότητας και όχι μόνο μεμονωμένων πλευρών τής ανθρώπινης
συμπεριφοράς).
Ο Adler γεννήθηκε στη Wien (7 Φεβρουαρίου 1870) και πέθανε στο
Aberdeen της Σκωτίας (28 Μαΐου 1937). Καταγόταν από την περιοχή τής
γερμανόφωνης Ουγγαρίας, από την οποία ο πατέρας του ―έμπορος δημητριακών―
είχε μεταναστεύσει στην Αυστρία. Η οικονομική κατάσταση επέτρεπε στην
οικογένεια να ζει μια άνετη μεσοαστική ζωή. Ο Alfred ήταν το τρίτο από τα εφτά
παιδιά τής οικογένειας (πέντε αγόρια και δύο κορίτσια), εκ των οποίων το
μεγαλύτερο ήταν αγόρι και το δεύτερο κορίτσι. Ο ίδιος ως παιδί ήταν ιδιαίτερα
ευαίσθητο και ασθενικό. Υπέφερε από ραχίτιδα και σπασμούς τής γλωττίδας,
προβλήματα που τον έθεταν σε σοβαρό κίνδυνο ασφυξίας και θανάτου, όποτε φώναζε
ή έκλαιγε. Αλλά, και άλλες εμπειρίες κατά την παιδική του ηλικία τον είχαν θέσει σε
άμεση επαφή με την εμπειρία και τον φόβο τού θανάτου. Ήταν μόλις τριών ετών,
όταν ο μικρότερος αδερφός του πέθανε στο διπλανό ακριβώς κρεβάτι από εκείνον.
Ένα χρόνο αργότερα, ο ίδιος εκδήλωσε πνευμονία και κινδύνευσε να πεθάνει. Αλλά,
και δύο φορές κατά την παιδική του ηλικία ξέφυγε από τον έλεγχο της μητέρας του
και χάθηκε στους δρόμους. Οι φυσικές αδυναμίες, που αντιμετώπιζε λόγω τής
κατάστασης της υγείας του, έκαναν τους γονείς του υπερπροστατευτικούς μαζί του
και η μητέρα του τον φρόντιζε πάντα ιδιαίτερα. Αργότερα, ένιωσε να «εκθρονίζεται»
από τη γέννηση του μικρότερου αδερφού του. Ζήλευε, όμως, πολύ και τον
μεγαλύτερο αδερφό του, Sigmund, και οι σχέσεις τους ήταν πάντα τεταμένες καθ’
όλη την παιδική και εφηβική τους ηλικία.
Τα πρώτα χρόνια τής ζωής τού Alfred χαρακτηρίζονται ιδιαίτερα από την
πάλη του να ξεπεράσει την αδυναμία, που βίωνε λόγω τών προβλημάτων υγείας,
αλλά και το συναίσθημα κατωτερότητας, που αυτά τού δημιουργούσαν. Οι γιατροί
συνιστούσαν πάντα καθαρό αέρα για τη βελτίωση της κατάστασης της υγείας του, γι’
αυτό και οι γονείς του τον ενθάρρυναν να παίζει έξω από το σπίτι. Η επαφή με το
παιχνίδι και τα άλλα παιδιά τού έδιναν δύναμη και θάρρος, και άρχισε έτσι να αποκτά
ένα ευρύτερο κοινωνικό ενδιαφέρον. Πράγματι, η ζωή του ως παιδί στους δρόμους
τής συνοικίας Penzing (τη σημερινή 13η συνοικία τής Βιέννης) τού πρόσφερε
σημαντικές εμπειρίες. Ο ίδιος πάντα έλεγε αργότερα ότι την <Ανθρωπογνωσία> του
την οφείλει «στην καριέρα του ως παιδί στους δρόμους»! Οι αναμνήσεις από τα
παιχνίδια αυτά ήταν πολύ ευχάριστες και σε όλη του τη ζωή αναζητούσε πάντα την
παρέα και την υποστήριξη των άλλων στις δύσκολες στιγμές.
Η σχέση με τον πατέρα του ήταν ιδιαίτερα στενή και τρυφερή, και τον
θυμόταν πάντα να του λέει στους περιπάτους τους στα πάρκα τής Βιέννης: «Άλφρεντ,
μην είσαι ευκολόπιστος». Πράγματι, διερευνούσε πάντα επισταμένα οποιαδήποτε
δήλωση ή πληροφορία, πριν την δεχτεί χωρίς καμία αμφιβολία. Μια άλλη ανάμνηση
από την παιδική του ηλικία, την οποία τού άρεσε να διηγείται σε παιδιά που
αντιμετώπιζαν προβλήματα στο σχολείο, ήταν σχετική με τη σχολική του απόδοση.
Επρόκειτο για μια χρονιά κατά την οποία είχε πράγματι χάσει το ενδιαφέρον του για
το σχολείο και είχε, επίσης, αποτύχει και στο μάθημα των Μαθηματικών. Ο
δάσκαλός του συνέστησε στον πατέρα του να τον στείλει για μαθητεία σε κάποιον
υποδηματοποιό, καθώς έκρινε ότι θα ήταν δύσκολο να καταφέρει ακόμη και να
αποφοιτήσει από το σχολείο. Ο πατέρας του μόνο γέλασε, όταν το άκουσε αυτό, και
εξέφρασε αποδοκιμασία για τα λόγια τού δασκάλου. Αλλά, και ο ίδιος πήρε θάρρος

και αυτοπεποίθηση από τη στάση τού πατέρα του και αποφάσισε να δείξει στον
δάσκαλό του τι μπορούσε πραγματικά να κάνει. Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα
κατέβαλε όλες του τις δυνάμεις για να αναπληρώσει τα κενά και σχεδόν έγινε πρώτος
στην τάξη του στα Μαθηματικά. Έκτοτε, δεν αντιμετώπισε ξανά δυσκολίες στην
απόδοσή του στο σχολείο.
Τα προβλήματα υγείας, που αντιμετώπιζε από νεαρή ηλικία, τον έκαναν να
«ανακοινώσει» σε ηλικία μόλις τεσσάρων ετών την απόφασή του να γίνει γιατρός, για
να μπορέσει να αντιμετωπίσει και να πολεμήσει θανατηφόρες ασθένειες. Η απόφασή
του αυτή δεν άλλαξε κατά την πορεία τής ζωής του και έτσι εισήχθη στην Ιατρική
Σχολή τής Βιέννης, από την οποία αποφοίτησε το 1895. Η άποψη και η δεοντολογία
του περί τού ιατρικού επαγγέλματος διαμορφώθηκαν από σημαντικούς δασκάλους,
που γνώρισε, οι οποίοι τόνιζαν ότι ο γιατρός πρέπει πάντα να αντιμετωπίζει τον
ασθενή ως «ολότητα» και όχι μόνο ως μια συγκεκριμένη ασθένεια· επίσης, ότι κάθε
γιατρός, «αν θέλει να γίνει ένας καλός γιατρός, πρέπει πρώτα να γίνει ένας καλός
άνθρωπος». Δεν είναι τυχαίο ότι το πρώτο του βιβλίο τού Adler ήταν <The Doctor as
Educator> (1904). Κατά τη διάρκεια των φοιτητικών του χρόνων, τον έλκυε ιδιαίτερα
η ανθρωπιστική πλευρά τού Σοσιαλισμού, που τόνιζε την ισότητα και τη συνεργασία
μεταξύ των ανθρώπων και τη διατήρηση της δημοκρατικής παράδοσης μέσα στην
κοινωνία. Έγινε και ο ίδιος ένας ένθερμος υποστηρικτής τού κοινού μέσου τύπου
ανθρώπου, αγωνιζόμενος ενάντια στην καταπίεση των μαζών καθ’ όλη τη διάρκεια
της ζωής του.
Κατά τη διάρκεια των φοιτητικών του χρόνων, συνδέθηκε με μια ομάδα
σοσιαλιστών φοιτητών, μεταξύ των οποίων γνώρισε και τη μέλλουσα γυναίκα του, τη
Raissa Timofeyewna Epstein, κοινωνική ακτιβίστρια από τη Ρωσία, που σπούδαζε
στη Βιέννη. Παντρεύτηκαν το 1897 και απέκτησαν τέσσερα παιδιά: τη Βαλεντίνα
(1898), την Αλεξάνδρα (1901), τον Κουρτ (1905) και τη Νέλλη (1909). Δύο από τα
παιδιά τού Adler, η Αλεξάνδρα και ο Κουρτ, ακολούθησαν επίσης την επιστήμη τής
Ψυχιατρικής και διακρίθηκαν στο επάγγελμά τους.
Ο Adler ξεκίνησε την καριέρα του στην Ιατρική ως οφθαλμίατρος, αλλά
σύντομα στράφηκε προς τη γενική Παθολογία και άρχισε να λειτουργεί το ιατρείο
του σε μια χαμηλής κοινωνικο-οικονομικής τάξης συνοικία τής Βιέννης. Εκεί κοντά
λειτουργούσε και ένα γνωστό πάρκο ψυχαγωγίας-τσίρκο. Πολλοί ασθενείς του ήταν
άνθρωποι που εργάζονταν σε αυτό το τσίρκο (καλλιτέχνες και ακροβάτες) και οι
ασυνήθιστες δυνάμεις αλλά και αδυναμίες αυτών τών καλλιτεχνών τον οδήγησαν σε
ιδιαίτερες παρατηρήσεις και νέες ιδέες σχετικά με τις έννοιες τής «σωματικής
ελαττωματικότητας»,
του
«αισθήματος
κατωτερότητας»
και
της
«υπεραναπλήρωσης». Πολλοί από αυτούς τούς σπάνιους ανθρώπους περιέγραφαν ότι
είχαν ανακαλύψει αλλά και αναπτύξει τις ιδιαίτερες δυνάμεις τους βάσει μιας
αίσθησης αδυναμίας ή και ασθένειας, που είχαν βιώσει κατά την παιδική τους ηλικία.
Οι παρατηρήσεις αυτές ήταν εξαιρετικά σημαντικές για τον Adler και τον οδήγησαν
στο να εστιάσει ιδιαίτερα στην έννοια τής «υπεραναπλήρωσης».
Ο Adler έγινε ένας ιδιαίτερα δημοφιλής παθολόγος, υπόδειγμα εξυπηρετικού
και καλόκαρδου οικογενειακού γιατρού. Δούλευε πάντα πολύ σκληρά, γιατί
αγαπούσε τη δουλειά του και τους ανθρώπους, αλλά και γιατί πάντα ένιωθε ότι
«πρέπει» να προσπαθεί για να αναπληρώνει την αίσθηση αδυναμίας, που είχε βιώσει
από πολύ νωρίς στη ζωή του.
Στη συνέχεια, το ενδιαφέρον του άρχισε να στρέφεται προς την Ψυχιατρική.
Το 1901 δέχτηκε επίσημη πρόσκληση συμμετοχής στις ομάδες επιστημονικών
συζητήσεων που διοργάνωνε ο Sigmund Freud. Οι συναντήσεις αυτές
πραγματοποιούνταν κάθε Τετάρτη (“Wednesday Society”) στο σπίτι τού Freud και
αποτελούσαν ουσιαστικά την απαρχή δημιουργίας τής Ψυχαναλυτικής Κοινωνίας τής
Βιέννης (Vienna Psychoanalytic Society). Η σχέση του με τον Freud ξεκίνησε

ουσιαστικά, όταν ο ίδιος άρχισε να τοποθετείται δημόσια και να υπερασπίζεται τις
απόψεις τού δεύτερου σχετικά με την <Ερμηνευτική των ονείρων>, απόψεις οι οποίες
είχαν δεχτεί μέχρι τότε ιδιαίτερα δυσμενή κριτική από τον τοπικό Τύπο. Εννέα χρόνια
αργότερα, το 1910, ο Adler, ως ένα από τα παλαιότερα μέλη, ανέλαβε την προεδρεία
τής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας τής Βιέννης.
Παρέμεινε μέλος τής Εταιρίας μέχρι το 1911, οπότε εκείνος και μια ομάδα
υποστηρικτών του αποσχίστηκαν επίσημα από τη φροϋδική Ψυχανάλυση (ο Karl
Jung είχε ήδη προηγηθεί). Η αποσκίρτηση αυτή φάνηκε να εξυπηρετεί τόσο τον
Adler όσο και τον Freud, καθώς είχε αρχίσει να αναπτύσσεται μια ιδιαίτερα τεταμένη
σχέση μεταξύ τους. Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, ο Adler διατηρούσε
συχνά τις δικές του απόψεις για διάφορα θεωρητικά και πρακτικά ζητήματα (όπως,
για παράδειγμα, ότι κάθε άτομο διαμορφώνεται μέσα από το κοινωνικό του
περιβάλλον και ότι η ψυχή και το σώμα τού ανθρώπου βρίσκονται σε απόλυτη
αλληλεξάρτηση, αλληλοσυμπληρώνονται και ολοκληρώνονται μέσα στο αδιαίρετο
άτομο), οι οποίες όμως διέφεραν σημαντικά από εκείνες τού Freud. Η διαφωνία του
εκδηλώθηκε κυρίως το 1907, όταν δημοσιεύθηκε η εργασία του με τίτλο: “Study of
organ inferiority and its psychical compensation”. Με τις τέσσερεις δε διαλέξεις του
με θέμα <Κριτική τής φροϋδικής σεξουαλικής θεωρίας τής ψυχικής ζωής> (Kritik der
freudschen Sexualtheorie des seelenlebens), που έδωσε το 1911 στον Ψυχαναλυτικό
Σύνδεσμο της Βιέννης, οριστικοποίησε την απόσχισή του από την φροϋδική
Ψυχανάλυση. Ο Adler διαφωνούσε με τον Freud σε δύο κυρίως σημεία: α) θεωρούσε
σημαντικό τον ρόλο τής επιθετικότητας και των κοινωνικών παραγόντων στη
διαμόρφωση της ανθρώπινης συμπεριφοράς και β) αμφισβήτησε τη γενετήσια ορμή
ως πρωταρχικό κίνητρο δραστηριότητας. Κατά τον Adler, επικρατούσα αναπτυξιακή
δύναμη του ανθρώπου δεν ήταν η Libido και η σεξουαλικότητα στη δόμηση τής
ανθρώπινης προσωπικότητας. Ο Adler επικεντρωνόταν κυρίως στην κοινωνική
σφαίρα και επιρροή, την οποία θεωρούσε εξίσου σημαντική με την ενδοψυχική
κατάσταση του ατόμου. Η αίσθηση που αναπτύσσεται από το συναίσθημα αδυναμίας,
ξεπερνά την επίδραση της ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης και της σεξουαλικότητας, και
η επίδραση της κοινωνικής και πολιτικής κατάστασης αποτελούν τόσο σημαντικούς
παράγοντες που ξεπερνούν την επιρροή τής Libido. Παράλληλα, ο Freud δεν
συμμεριζόταν τις σοσιαλιστικές απόψεις και θέσεις τού Adler. Ωστόσο, παρά τις
διαφορές τους ο Adler διατηρούσε πάντα μια βαθιά εκτίμηση και θαυμασμό για τον
Freud.
Μετά την αποσκίρτηση από το Ψυχαναλυτικό Κίνημα, ο Adler ίδρυσε την
Εταιρεία τής Ελεύθερης Ψυχαναλυτικής Έρευνας. Η επιστημονική ομάδα τού Adler
αρχικά συμπεριελάμβανε «ορθόδοξους» οπαδούς τού Nietzsche, που πίστευαν ότι οι
ιδέες τού Adler περί τής δυνάμεως και του συναισθήματος κατωτερότητας ήταν πιο
κοντά σε αυτές τού Nietzsche παρά στου Freud.
O Adler γνώρισε σημαντική επιτυχία και αναγνώριση στην προσπάθειά του να
δημιουργήσει μια νέα θεωρία προσωπικότητας και μια ανεξάρτητη Σχολή
ψυχοθεραπείας. Ταξίδεψε πολύ, δίνοντας διαλέξεις για ένα διάστημα μεγαλύτερο των
25 ετών, προωθώντας συστηματικά την κοινωνικά προσανατολισμένη ψυχολογική
θεωρία του. Σκοπός του ήταν να δημιουργήσει ένα Κίνημα στην Ψυχολογία που θα
μπορούσε να ανταγωνιστεί ή ακόμη και να υπερκεράσει άλλα, υποστηρίζοντας πάντα
την αδιάσπαστη ενότητα και ολιστική θεώρηση της ψυχικής υγείας και την ιδέα τής
κοινωνικής ισότητας. Η δημοτικότητά του οφειλόταν κυρίως στο ότι οι ιδέες του
ενέπνεαν αισιοδοξία και ήταν απλές και κατανοητές στο ευρύ κοινό. Επίσης ο ίδιος
έγραφε συχνά για το ευρύ κοινό, σε αντίθεση με τον Freud και τον Jung, οι οποίοι
έγραφαν σχεδόν αποκλειστικά σε ακαδημαϊκό επίπεδο.
Κεντρικό ζήτημα της θεωρίας τού Adler αποτέλεσε η προσπάθεια του
ανθρώπου να υπερκεράσει το συναίσθημα μειονεκτικότητας (σύμπλεγμα

κατωτερότητας)· πίστευε ότι ο άνθρωπος, έχοντας συνείδηση της μειονεκτικότητάς
του, έχει την τάση να την αναπληρώσει. Ονόμασε δε αυτήν την τάση «ορμή για
επικράτηση ή επιβολή». Εξάλλου, υπήρξε από τους πρώτους ψυχοθεραπευτές που
αγνόησε το ψυχαναλυτικό ντιβάνι, προτιμώντας τις δύο πολυθρόνες κατά την
ψυχοθεραπευτική συνεδρία. Αυτή η διάταξη, κατά τον ίδιο, επέτρεπε στον θεραπευτή
και τον θεραπευόμενο να παρευρίσκονται και να συνομιλούν ως ίσοι. Οι κλινικές
παρεμβάσεις τού Adler έδιναν ιδιαίτερη έμφαση στο ζήτημα της πρόληψης, ιδιαίτερα
όσον αφορά σημαντικά προβλήματα εξελικτικής ανάπτυξης των παιδιών. Οι
καλύτεροι μέθοδοι πρόληψης, κατά τον Adler, είναι η ενθάρρυνση και η προαγωγή
τού κοινωνικού ενδιαφέροντος, και η καλλιέργεια του αισθήματος του «ανήκειν»
μέσα στην οικογένεια και την ευρύτερη κοινωνία.
Οι προσπάθειες μετάδοσης της θεωρίας τού Adler διεκόπησαν με την έναρξη
του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, κατά τη διάρκεια του οποίου ―περισσότερο από
ποτέ― φάνηκε η σημασία τής έννοιας τού κοινωνικού ενδιαφέροντος. Κατά τη
διάρκεια του πολέμου, ο Adler υπηρέτησε ως γιατρός στον αυστριακό στρατό.
Μεταπολεμικά, η φήμη τού Adler αυξήθηκε και πάλι σημαντικά. Το 1915
εκλέχτηκε υφηγητής τού Παιδαγωγικού Ινστιτούτου τής Βιέννης και το 1929
καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Ν. Υόρκης. Ήδη, όμως, από το 1921 ταξίδευε
συχνά στην Ευρώπη και τις Η.Π.Α., δίνοντας διαλέξεις σχετικά με την Ατομική
Ψυχολογία, ενώ το 1927 αναγορεύτηκε επίτιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο
Columbia της Ν. Υόρκης, ενώ από το 1929 μέχρι τον θάνατό του διετέλεσε
καθηγητής τής Ιατρικής Ψυχολογίας στο Long Island College of Medicine της Νέας
Υόρκης. Από το 1930 άρχισε να δημιουργεί ένα σημαντικό αριθμό Κλινικών
Συμβουλευτικής (Guidance Clinics) για την καθοδήγηση των παιδιών στα δημόσια
σχολεία τής Βιέννης και άρχισε να εκπαιδεύει δασκάλους, κοινωνικούς λειτουργούς,
ιατρούς και άλλους επαγγελματίες. Ο Adler ήταν ο πρώτος που εισήγαγε την
εκπαίδευση των επαγγελματιών μέσω ζωντανών επιδείξεων με γονείς και παιδιά
μπροστά σε ευρύ κοινό. Οι Κλινικές, που ίδρυσε, αυξήθηκαν σταδιακά σε αριθμό και
έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλείς.
Κυριότερα έργα του, που μάλιστα έχουν μεταφρασθεί και στα Ελληνικά,
είναι: Uber den nervösen Charakter (1912, 19284), Praxis und Theorie der
Individualpsychologie (1920, 19304), Menschenkenntnis (1927, 19293), Problems of
Neurosis (N. York 1930), The Education of Children (N. York 1930), Der Sinn des
Lebens (Wien 1933).
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Θε οδώ ρ ου Ε., «Άντλερ Άλφρεντ», ΘΗΕ 2 (1963) 952-953,
Κω σ τοπού λου – Τσ αλί κογ λου Φ., «Άντλερ», Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα 10
(1996) 43-44, Παπαδόπου λος Ν. Γ., Λεξικό τής Ψυχολογίας, Αθήνα 2005, Τζε λέ πη E., «Άλφρεντ
Άντλερ (1870-1937)», psychologynet.gr, 2009 (http://www.psycholog ynet.gr/article.php?item=81),
«Νέα Ακρόπολη, Διεθνής Πολιτιστικός και Φιλοσοφικός οργανισμός» (2010), http://biographies.neaacropoli.gr/index.php?option=com_content&view=article&c
atid=10:psychologia-parapsychologia&id=64:--1870-1937-alfred-adler&Itemid=21.
Σ.Κ.Τ.