ΑΝΑΞΙΟΤΗΤΑ (worthlessness, indignite, Unwurdigkeit).

Η αναξιότητα δηλώνει γενικά την κατηγορία με την οποία κάποιος/οι, ή ο ίδιος ο άνθρωπος, χαρακτηρίζει τον εαυτό του ή ένα άλλο
πρόσωπο, πράγμα ή κατάσταση ως ―εν μέρει ή εν όλω― ανάξια, δηλ.
χωρίς (υλική ή πνευματική) αξία (βλ. απαξία, ευτέλεια, μηδαμινότητα ή
ουτιδανότητα). Βέβαια, η κάθε «αξία» καθορίζεται από το οικείο ηθικό
σύστημα του πολιτισμικού περιβάλλοντος: θρησκευτικού, κοινωνικού, ιδεολογικού, πολιτειακού/πολιτικού (βλ. εθνική αναξιότητα), δικαϊκού/νομικού (βλ. κληρονομική αναξιότητα) κ.λπ. Για παράδειγμα, αν κάποιος ζει ―προσωπικά ή κοινωνικά― μέσα σε ένα αναποτελεσματικό και
απαισιόδοξο περιβάλλον ή κλίμα, επόμενο είναι να επηρεαστεί και να
βιώνει και ο ίδιος μια ανεπάρκεια και προσωπική ανικανότητα· ή, αντίθετα, όσο ένας πολιτισμός πιέζει για διαρκή «δύναμη» και «επιτυχία», το
άτομο που ―για διάφορους λόγους― δεν μπορεί να ανταποκριθεί ή να
ακολουθήσει αυτούς τούς ρυθμούς, νιώθει οξύτερα το συναίσθημα της
αναξιότητας.
Η υπεύθυνη, σοβαρή και συστηματική υπαρξιακή αυτοσυνειδητοποίηση του ανθρώπου ότι ―σε σύγκριση με το «είναι» των όντων, το άπειρο ή το όλο― ο ίδιος αποτελεί ένα σχετικό, φθαρτό και πεπερασμένο
ον, δηλ. ένα εμπροϋπόθετο «μηδέν», καθώς και ότι μόνος αυτός έχει τη
δυνατότητα να συνειδητοποιεί την τραγικότητα της διαφοράς μεταξύ «είναι» και «μη είναι», τον οδηγεί στην οντολογική («αντικειμενική») απαξίωση και αναξιότητά του· πρόκειται για την ψυχοφυσική συναίσθηση της
αδυναμίας και ανεπάρκειας του ανθρώπου, που ―κατά τον βαθμό― ποικίλει ανάλογα με τους γενετικούς (κληρονομικούς) ή επίκτητους και κοινωνικο-πολιτισμικούς παράγοντες. Γιατί, αν η αυτοσυνειδητοποίηση αυτή
δεν γίνει καθόλου (λόγω π.χ. βουδιστικής αντίληψης για εντέλεια ή αυτοπληρότητα, στωικού συμβιβασμού με την έσω ή έξω κατάσταση, αδιαφορίας, Αγνωστικισμού κ.λπ.), ή δεν γίνει αποφασιστικώς, αυστηρώς και εμβριθώς ―όπως, δυστυχώς, συμβαίνει τουλάχιστον τις περισσότερες φορές― ο (ασυνείδητος κυρίως) ψυχισμός μας θα εφευρίσκει συνεχώς τρόπους δικαιολογίας για να την απωθεί και αποφεύγει (μέσω, βασικά, τών
μηχανισμών άμυνας), και θα αναβάλλει πάντα την προσωπική αναζήτηση
νοήματος της ζωής καθώς και την αυτοκριτική, ζώντας στρουθοκαμηλικά
μέσα σε ένα φαντασιακό πέπλο και μια ψευδαίσθηση· λειτουργίες, οι οποίες είναι μεν αναγκαίες για να μην καταρρεύσει τελείως ο οργανισμός
μας, αποτελούν όμως απλώς προσωρινά ημίμετρα και «ασπιρίνες».
Σο συναίσθημα αυτό της αναξιότητας του ανθρώπου λογικό είναι
να εμφανίζεται εντονότερα στη συνάντησή του με τον «Θεό», ως το τελείως Τπερβατικό, Άπειρο και Απόλυτο. Ο Γερμανός θεολόγος και φιλόσοφος F. Schleiermacher ονόμασε αυτό το συναίσθημα της «απόλυτης εξάρτησης» (από τον Θεό) «συναίσθημα του δημιουργήματος» (Kreaturgefühl) απέναντι στον δημιουργό του, ή, όπως θα λέγαμε, του κτιστού α-

πέναντι στο Άκτιστο. Όσο, λοιπόν, κανείς προσεγγίζει/«γνωρίζει» καλύτερα τον Θεό, τόσο περισσότερο αναγνωρίζει τη μηδαμινότητά του. Ενώπιον του Σρισάγιου Θεού «ουδείς άξιος των συνδεδεμένων ταις σαρκικαίς
επιθυμίαις και ηδοναίς προσέρχεσθαι ή προσεγγίζειν ή λειτουργείν Σοι, Βασιλεύ τής δόξης» (Μ. Βασιλ., MPG 31, 1249, Ισίδ. Πηλουσ., MPG 78, 277.
1272. 1404). Ο άνθρωπος, που συναισθάνεται, απ’ τη μια, το μέγεθος της
αμαρτίας του και, απ’ την άλλη, το πνευματικό ύψος τής Θείας μεγαλοσύνης και αγιότητας, εκβάλλει την κραυγή τής τελωνικής μετάνοιας τού
Ασώτου τής σχετικής ευαγγελικής Παραβολής: «πάτερ, ήμαρτον εις τον
ουρανόν και ενώπιόν σου· ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου» (Λουκ. 15, 13.
18-19). Με τη βίωση του συναισθήματος αυτού ο άνθρωπος εκφράζει προς
τον Θεό αφενός το ιερό δέος (κατάπληξη) και ως εκ τούτου την αληθινή
ταπεινοφροσύνη του απέναντι στο Θείο μεγαλείο, και αφετέρου την ένθερμη ευχαριστία του για το δώρο (Χάρη) τής Θείας αποκάλυψης, υιοθεσίας και θεογνωσίας μέσα στον «γνόφο τής αγνωσίας».
Ψστόσο, το συναίσθημα αυτό μπορεί ―για διάφορους λόγους (ακόμα και δαιμονικού πειρασμού)― να εκτραπεί και να καταστεί αρνητικό ή
παθολογικό (βλ. ψυχοπαθολογική/νευρωσική αναξιότητα: κατάθλιψη,
μαζοχισμός, σύμπλεγμα κατωτερότητας, μειωμένη αυτοεκτίμηση, θυματοποίηση, απελπισία, αυτοκτονία κ.λπ.), φορώντας ακόμα και θρησκευτικό μανδύα. Η ψυχοκαταναγκαστική στάση ορισμένων πιστών για
τιμωρία και πόνο, τούς «κατασκευάζει», κατά προβολή (projection), έναν
Θεό άσπλαχνο, άτεγκτο και τιμωρό. Είναι δε λυπηρό το φαινόμενο, το
(θρησκευτικό) συναίσθημα αυτό τής αναξιότητας να το εκμεταλλεύονται
(λ.χ. αποδίδοντάς το στον ΢ατανά) και να το χρησιμοποιούν προς ίδιον
όφελος Ορθόδοξοι Φριστιανοί Πνευματικοί Πατέρες και Ποιμένες προς τα
πνευματικά τους τέκνα, που, στο μεταξύ, τούς έχουν εξιδανικεύσει (ειδωλοποιήσει), ενισχύοντάς το και καλλιεργώντας το κατάλληλα, μάλιστα
υπό το πρόσχημα της παιδαγωγικής άσκησης, ταπείνωσης και υπακοής.
Κατά συνέπεια, η στάση τού ανθρώπου απέναντι στην αυταξία του
διέπεται από τη συγκεκριμένη (προσωπική ή κοινωνική) Ηθική (Υπερεγώ,
Ιδεώδες τού Εγώ, γνωσιακό σχήμα κ.ο.κ.). Σο τραγικό πρόβλημα (βλ. ψυχική σύγκρουση) της ανθρώπινης ύπαρξης έγκειται στην κάθε φορά εύρεση της χρυσής ισορροπίας μεταξύ (απόλυτης) ελευθερίας (βλ. αυθυπέρβαση της φύσεώς του, που ιερόσυλα αντιποιείται τον ρόλο τού Θεού, δηλ.
πέφτει σε Ύβρη) και (απόλυτης) δικαιοσύνης (πρβλ. hyperbolisches Verfahren).
Αν, όμως, η υπερεκτίμηση του εαυτού (βλ. ναρκισσισμό, σύμπλεγμα ανωτερότητας, μεγαλομανία κ.λπ.) συνιστά ψυχική ασθένεια
που έχει μάλιστα και οργανικές αλλά και κοινωνικές συνέπειες, απαιτείται οπωσδήποτε κάποια ειδική πρόληψη και θεραπεία. Διάφοροι πολιτισμοί, θρησκείες, φιλοσοφικά συστήματα και πολιτικές ιδεολογίες κατά

καιρούς έχουν προσπαθήσει να εφαρμόσουν στην αγωγή τα δικά τους ηθικά και παιδαγωγικά μοντέλα και προγράμματα.
Κατά τον Πλάτωνα (Τίμαιος 29b–31b κ.ά.), δεν έγινε ο κόσμος για
χάρη τού ανθρώπου, όπως δέχονται ο ΢τωικισμός και ο Φριστιανισμός,
αλλ’ ο άνθρωπος για χάρη τού κόσμου. Ψστόσο, σύμφωνα με την Αρχαιοελληνική αυτή Ηθική, η βίωση της αναξιότητας του ανθρώπου συνιστά
μια αφύσικη κατάσταση («νους υγιής εν σώματι υγιεί») που καταστρέφει
τη δικαιοσύνη και το μέτρο, δεδομένου ότι ο άνθρωπος, παρά τη μηδαμινότητα του (΢οφοκλής, Fragm. 13, Ευριπίδης, Fragm. 1075), αποτελεί μέρος τής
αρμονικής (Θείας) Υύσεως, από την οποία και αντλεί το μεγαλείο του· βλ.
Πρωταγόρα («πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος»), ΢οφοκλή (Αντιγόνη)
κ.ά. Κατά τον Αριστοτέλη (Ηθ. Νικ. 1125a, 16), το συναίσθημα της αναξιότητας αντιστοιχεί στη μικροψυχία, δηλ. στην έλλειψη αυτοεκτίμησης και
την αυτο-υποτίμηση (self-abasement, Selbsterniedrigung). Με άλλα λόγια, ο
μικρόψυχος, ως δειλός, στερείται εκείνο που αξίζει (και δικαιούται), δηλ.
ορισμένων αγαθών, γιατί δεν είναι άξιος να εκτιμήσει τον εαυτό του ανάλογα με τα πλεονεκτήματά του. Έτσι, η αριστοτελική κάθαρση ―μέσω τής
σχάσης τού θρησκευτικού, δηλ. θεωρησιακού― προσπαθούσε να υπερβεί
(επιλύσει) τη σύγκρουση αυτήν, που στον πυρήνα της ήταν και είναι θρησκευτική (αυτο-θυσιαστική).
Αντίθετα, κατά τη χριστιανική Ηθική, η αρχαιοελληνική αρετή τής
μετριότητας (μετριοφροσύνη) δεν ταυτίζεται με τη χριστιανική αρετή τής
ταπεινοφροσύνης, που συνιστά ένα αληθώς μεγαλόψυχο φρόνημα (Ιω.
Φρυσ., MPG 61, 15). Με άλλα λόγια, ο μικρόψυχος θεωρείται ότι κατά βάθος κινείται υστερικά και φαρισαϊκά είτε από ανάγκη (βλ. την έλλειψη του
πλατωνικού έρωτα), είτε από σύμπλεγμα ανωτερότητας και ναρκισσιστική υπερηφάνεια (Meissner, 1991), αφού φοβάται μη τυχόν θιγεί/«σταυρωθεί» το Εγώ του, και γι’ αυτό δεν ταυτίζεται με τον ηθικώς ελεύθερα ταπεινό, ο οποίος δεν διστάζει, «μηδενός βιαζομένου», να στοχάζεται και συνεχώς εκκλησιάζει (ομολογεί δημόσια) τα αμαρτήματά του
(Ιω. Φρυσ., MPG 51, 305. 53, 285), με πραγματική και συνειδητή συντριβή
(βλ. αυτο-εξευτελισμό) και όχι υποκριτική (βλ. ταπεινολογία) ή ψυχοπαθολογική. Η Εκκλησία, που δεν ξεχωρίζει αξιακά τον «πρώτον» από τον
«έσχατον», τον πλούσιο από τον φτωχό, τον άνδρα από τη γυναίκα, τον
μορφωμένο από τον αμόρφωτο, ή τον ομοεθνή από τον αλλοεθνή, δεν περιφρονεί και δεν απαξιώνει κανένα μέλος της: «Και δι’ αναξίων είωθεν ενεργείν ο Θεός» (Ιω. Φρυσ., MPG 61, 69). Με την εκούσια παραδοχή
―ενώπιον του Θεού (και όχι του εαυτού μας)― τής πεπερασμένης, σχετικής και επισφαλούς φύσης μας (βλ. αμαρτωλότητα) και την (ηθικο-πνευματική) άσκηση επίγνωσης της αναξιότητάς μας (βλ. ταπεινοφροσύνη)
επιστρέφουμε (βλ. μετάνοια) μέσα από τον ίδιο δρόμο (ομοιοπαθητικά),
που απομακρυνθήκαμε, στην πραγματική (φυσιολογική) μας αξία (ως
προσώπων), η οποία δεν αντλείται ούτε από τη Υύση (που είναι κτίσμα),

ούτε από την κοινωνία, ούτε από το Εγώ μας, αλλά μόνο από το <κατ’ εικόνα> τού Θείου Λόγου. Αλλ’, όσο περισσότερο ταπεινώνεται («κενούται»)
ο πιστός, τόσο πιο πολύ υψώνει μέσα του τον Θεό, και αντίστροφα
(Fromm, 1993), με αποτέλεσμα τόσο περισσότερο να αυτο-απαξιώνεται,
όπως συνέβη στην περίπτωση του αποστόλου Παύλου (Α’ Κορ. 4, 13) και
όλων των δικαίων, τών προφητών και των Αγίων: Αβραάμ (΢. ΢ειρ. 10, 9.
17, 32, Γεν. 18, 27), Μωυσή (Εξ. 4, 10), Ησαΐα (6, 5), αποστόλου Πέτρου
(Λουκ. 5, 8), Γρηγορίου τού Θεολόγου (MPG 35, 408-513) κ.ά. Γιατί, η βαθιά
αυτογνωσία τού ανθρώπου αποκαλύπτει ότι «παν δώρημα τέλειον άνωθέν
εστι καταβαίνον από τού Πατρός τών Φώτων» (Ιακ. 1, 17). Γι’ αυτό και, «όταν ποιήσητε πάντα τα διαταχθέντα υμίν, λέγετε ότι δούλοι αχρείοι εσμεν»
(Λουκ. 17, 10· πρβλ. Ησ. 64, 6). ΢υνεπώς, «ελεήσω ον αν ελεώ και οικτιρήσω
ον αν οικτίρω. Άρα ουν ου τού θέλοντος ουδέ τού τρέχοντος αλλά τού ελεώντος θεού» (Ρωμ. 9, 15-16), αφού «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιω.
15, 5).
Παραδόξως, όμως, οι Άγιοι ―μέσα στον ψυχοπνευματικό τους αυτόν καθημερινό «σταυρό» και «θάνατο» (βλ. Σαββατισμό)― αξιώνονται
του ελέους και της Φάρης τού Θεού (από την οποία και «πληρούνται»), αναδεικνύονται, εξυψώνονται και δοξάζονται: «Μεγαλύνει η ψυχή μου τον
Κύριον» (Λουκ. 1, 46· πρβλ. Χαλμ. 33, 4. 68, 31, Ιώβ 7, 14-17, Πράξ. 10, 46).
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ακυρώνεται και θεραπεύεται η αναξιότητά μας μέσω τής αυτοσυναίσθησης της αναξιότητάς μας! Και όχι απλώς ακυρώνεται, αναιρείται ή υπερβαίνεται, αλλά και αντιστρέφεται πλήρως· από
αναξιότητα (πνευματική πτωχεία) μεταβάλλεται σε πνευματικό πλουτισμό, δόξα, Φάρισμα και υπερ-αξιότητα (βλ. θέωση), κατά το «πας ο υψών
εαυτόν ταπεινωθήσεται, και ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται» (Λουκ. 14, 11.
18, 14). Έτσι, οι Απόστολοι, οι μαθητές και κάθε πιστός τού Φριστού, ενώ
«αποθνήσκει», ζει, και, ενώ λυπάται, πάντοτε χαίρει· γενικά δε, αν και δεν
έχει τίποτα, κατέχει τα πάντα (Β’ Κορ. 6, 9-10).
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: F romm E., Psychoanalysis and Religion, New Haven, Conn.: Yale
University Press 1950, 51993, Καντ ιώτ ης Α., «Αναξιότης», ΘΗΕ 2 (1963) 537-538, Mei s s ner W. W., “The Phenomenology of religious Psychopathology”, Bulletin of the Menninger
Clinic 55 (1991) 281-298, Σσ ιτ σ ίγ κ ος ΢. Κ., Το Χρυσοστομικό Ήθος: Οι αρετές κατά τον
Ιωάννη τον Χρυσόστομο, Θεσσαλονίκη 2001, του ιδ ίου , Θέματα Ψυχολογίας τής Θρησκείας, Θεσσαλονίκη 2007, Νικ ολ αΐδ ης Α. Β., Άκρα και Μεσότητες: από την Αριστοτελική στην Πατερική Μεσότητα, Αθήνα 2003, Μπ ακ άλ ης Θ., «Σο αίσθημα αναξιότητας
και η εσωτερική επάρκεια», Οδοδείκτες 8 (2003) 24-26.
΢.Κ.Σ.

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful