You are on page 1of 613

1

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ .............................................. 9
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
Ο ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΣ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΚΑΙ Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ
ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ
1 .Α. Οι εξελίξεις στο συσχετισμό των δυνάμεων................ 28
1.Α.1.0 μεταπολεμικός συσχετισμός ....................... 28
1 .Α.2. Η μεταπολεμική οικονομική ανόρθωση της ΕΣΣΔ,
ένας ακόμα άθλος της σοβιετικής εξουσίας ............... 29
1. Α.3. Βασικές εξελίξεις της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης .... 32
1 .Α.4. Η στρατηγική του ιμπεριαλισμού...................... 34
1. Α.5. Βασικά χαρακτηριστικά των διεθνών σχέσεων της ΕΣΣΔ ... 42
1 .Β. Η στρατηγική του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος ....... 46
1 .Β.1. Το Γραφείο Πληροφοριών των κομμουνιστικών
και εργατικών κομμάτων (ΚΟΜΙΝΦΟΡΜ).................. 46
1 .Β.2. Η στρατηγική των κομμουνιστικών κομμάτων
σε καπιταλιστικές χώρες .............................. 48
1 .Β.3. Η ρήξη του ΠΚΚ(μπ) και της Κομινφόρμ
με το Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας .............. 52
1 .Β.4. Το 19ο Συνέδριο του ΠΚΚ(μπ)/ΚΚΣΕ
(5-14 Οκτωβρίου 1952)................................ 54
1 .Β.5. Οι σχέσεις ΕΣΣΔ - ΟΛΔ Γιουγκοσλαβίας................ 58
1 .Β.6. Το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ - Η επίδραση του στο διεθνές
κομμουνιστικό κίνημα................................. 59
1 .Β.6.α. Οι εκτιμήσεις για το 20ό Συνέδριο στο πλαίσιο
του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος............. 61
1 .Β.6.β. Οι σύγχρονες εκτιμήσεις του ΚΚΕ
για το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ..................... 66
1 .Β.7. Διασκέψεις των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων
στις δεκαετίες 1950 και 1960............................ 67
1 .Β.8. Οι σχέσεις ΕΣΣΔ - ΛΔ Κίνας.......................... 72
1 .Β.9. Οι σχέσεις ΕΣΣΔ - ΛΔ Αλβανίας....................... 74
1.Β.10. Το ρεύμα του «ευρωκομμουνισμού» .................. 76
1 .Γ. Συμπεράσματα ....................................... 78
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
2.Α. Εισαγωγή ........................................... 85
2.Β. Η «αμερικανική βοήθεια»............................... 86
2.Γ. Η συζήτηση για τη βιομηχανική και οικονομική ανάπτυξη
της Ελλάδας μετά από την απελευθέρωση ................... 91
2.Δ. Το πέρασμα από τη μεταπολεμική ανασυγκρότηση
στην καπιταλιστική ανάπτυξη..............................102
2.Δ.1. Αναπροσανατολισμός στην κρατική βιομηχανική πολιτική ..102
2.Δ.2. Τα αποτελέσματα των οικονομικών εξελίξεων ως προς τους ρυθμούς εξέλιξης
του ΑΕΠ, τη συμμετοχή των τομέων της οικονομίας και των κλάδων της βιομηχανίας
...........111
2.Δ.3. Η καπιταλιστική ανάπτυξη στην Ελλάδα σε σχέση με τα κράτη-μέλη της ΕΟΚ
και γενικότερα την καπιταλιστική Δυτική Ευρώπη......................................118
2.Δ.4. Η συμφωνία σύνδεσης της Ελλάδας με την «Ευρωπαϊκή Οικονομική
Κοινότητα» (ΕΟΚ)..........................120
2.Δ.5. Η εξέλιξη στην κατανομή του οικονομικά ενεργά πληθυσμού, στους μισθούς
και στο βιοτικό επίπεδο ........125

2
2.Ε. Συμπεράσματα......:................................136
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ
Η ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΚΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ 1949
ΕΩΣ ΚΑΙ ΤΗ 12η ΕΥΡΕΙΑ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ 1968
3.Α. Το ΚΚΕ από το τέλος του 1949 έως και το 8ο Συνέδριο (1961).. 141
3.Α.1. Η 6η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (9 Οκτωβρίου 1949).
Πρώτα συμπεράσματα μετά την υποχώρηση
του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ).
Η Προσαρμογή στη νέα πολιτική κατάσταση..............141
3.Α.2. Η 6η Ολομέλεια και το ντοκουμέντο της λίμνης Ρίτσα.....144
3.Α.3. Εκτίμηση για την 6η Ολομέλεια......................146
3.Α.4. Οι πολιτικές διώξεις στην Ελλάδα - Το θεσμικό τους
πλαίσιο..........................................150
3.Α.5. Το κρατικό ιδεολογικό πλαίσιο - Άλλα αστικά ιδεολογικά
ρεύματα - Η ιδεολογική παρέμβαση του ΚΚΕ..............158
3. Α.6. Οι παράνομες οργανώσεις του ΚΚΕ...................162
3.Α.7. Η πάλη για τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ, το σταμάτημα
των εκτελέσεων και την απελευθέρωση των πολιτικών
κρατουμένων .....................................166
3.Α.8. Οι θέσεις και η πάλη του ΚΚΕ κατά του πολέμου .........170
3.Α.9. Πολιτικές εξελίξεις - Οι βουλευτικές εκλογές
της 5ης Μαρτίου 1950...............................173
3.Α. 10. Η κατηγορία κατά του Ζαχαριάδη - Οι τρεις συσκέψεις
στη Μόσχα .......................................177
3.Α.11. Η 7η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (14-18 Μαΐου 1950).....183
3. Α. 12. Η 3η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ (10-14 Οκτωβρίου 1950).....189
3.Α.13. Ανάγκη επίσημης αποκατάστασης του Άρη Βελουχιώτη .. 197
3.Α.14. Από τη ζωή των πολιτικών προσφύγων ...............197
3.Α.15. Η ανακαταγραφή των κομματικών μελών και το πέρασμα
στα ΚΚ των χωρών φιλοξενίας ........................204
3.Α.16. Η Οργάνωση «Ήλιντεν» ..........................209
3.Α.17. Η ίδρυση και η ένταξη της ΕΔΑ στο πολιτικό σύστημα Υποψηφιότητες κομμουνιστών - Οι βουλευτικές εκλογές
της 9ης Σεπτεμβρίου 1951 ...........................211
3.Α.18. Οι δίκες και η εκτέλεση των Νίκου Μπελογιάννη,
Ηλία Αργυριάδη, Νίκου Καλούμενου και Δημήτρη Μπάτση ... 217
3.Α.19. Ορισμένα ζητήματα στην κομματική ιστορία
της περιόδου 1950 .................................221
3.Α.19.α. «Υπόθεση Νίκου Πλουμπίδη (Μπάρμπα)».........221
3.Α.19.β. «Υπόθεση Κώστα Καραγιώργη (Γυφτοδήμου)».....225
3.Α.19.γ. «Υπόθεση των ασυρμάτων» - Νίκος Βαβούδης.....228
3.Α.19.δ. Συμπεράσματα από την απόδοση άδικων
κατηγοριών .................................231
3. Α.20. Οι βουλευτικές εκλογές της 16ης Νοεμβρίου 1952 Η κυβέρνηση του Ελληνικού Συναγερμού................236
3.Α.21. Η συμφωνία για την εγκατάσταση των αμερικανικών
βάσεων στην Ελλάδα - Εκτιμήσεις του ΚΚΕ ..............240
3.Α.22. Η 4η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ
(12-14 Δεκεμβρίου 1953) - Το Σχέδιο Προγράμματος
του Κόμματος και η απόσυρση του .....................241
3.Α.23. Συμπεράσματα για την κατάσταση στο εργατικό
συνδικαλιστικό κίνημα και τη δράση του ΚΚΕ .............245

3
3.Α.23.α. Τα συνέδρια της ΓΣΕΕ στη δεκαετία του 1950.....248
3. Α.23.β. Οι συνδικαλιστικοί αγώνες της εργατικής τάξης Κινητοποιήσεις της αγροτιάς και των ΕΒΕ..........251
3.Α.24. Σύνοψη συμπερασμάτων..........................253
3.Α.24.α. Κρίσεις για τη διαπάλη σχετικά με τη στρατηγική του ΚΚΕ
από το 1950 έως την 5η πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ(1955)................................253
3.Α.24.β. Ορισμένες πλευρές για τον αγώνα του ΔΣΕ.......259
3.Α.25. Ανακατατάξεις στις αστικές πολιτικές δυνάμεις Ο Κ. Καραμανλής πρωθυπουργός - Οι βουλευτικές εκλογές
της 19ης Φεβρουαρίου 1956..........................260
3.Α.26. Το δημοψήφισμα στην Κύπρο - Η πολιτική των ελληνικών
κυβερνήσεων .....................................262
3.Α.26.α. Ιστορική εισαγωγή..........................262
3.Α.26.β. Οι θέσεις του ΚΚΕ για το Κυπριακό..............266
3.Α.26.γ. Το Κυπριακό στον ΟΗΕ........................268
3.Α.26.δ. Οι εθνικιστικές οργανώσεις στην Κύπρο..........270
3.Α.26.ε. Η αποτυχημένη τριμερής διάσκεψη
και οι επιπτώσεις της..........................272
3.Α.27. Τα γεγονότα στην ΚΟ Τασκένδης - Η 5η Ολομέλεια
της ΚΕ του ΚΚΕ (26-28 Δεκεμβρίου 1955)................275
3.Α.27.α. Ορισμένες εκτιμήσεις για τα γεγονότα
στην Τασκένδη...............................284
3.Α.28. Η 6η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ και της ΚΕΕ
(11-12 Μαρτίου 1956) ...............................285
3.Α.28.α. Η συγκρότηση της διεθνούς επιτροπής
παρέμβασης στο ΚΚΕ..........................285
3.Α.28.β. Η συζήτηση του Ν. Ζαχαριάδη με τη διεθνή
επιτροπή. Παρεμβάσεις του προς το ΚΚΣΕ..........287
3. Α.28.γ. Η σύγκληση της 6ης πλατιάς Ολομέλειας.........293
3.Α.28.δ. Οι αντιδράσεις στην ΚΟ Τασκένδης
για τις αποφάσεις της 6ης Ολομέλειας.............299
3.Α.28.ε. Αντιδράσεις στις φυλακές και τις εξορίες
στην Ελλάδα. Μετά από την 6η Ολομέλεια..........300
3.Α.28.στ. Εκτιμήσεις για την 6η Πλατιά Ολομέλεια ........304
3.Α.29. Η 7η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ
(18-24 Φεβρουαρίου 1957). Η διαγραφή του Ν. Ζαχαριάδη
από μέλος του ΚΚΕ.................................311
3.Α.30. Ο αστικός Τύπος στην Ελλάδα για την 6η
και την 7η Ολομέλεια ...............................322
3. Α.31. Τα πορίσματα του 1964 και του 1967 για την «υπόθεση
Νίκου Ζαχαριάδη»..................................324
3.Α.32. Εκτίμηση για τον Νίκο Ζαχαριάδη...................327
3.Α.33. Προσχηματική οπορτουνιστική αναφορά σε προβλήματα
εσωκομματικής δημοκρατίας του ΚΚΕ...................334
3.Α.34. Η Α' Πανελλαδική Συνδιάσκεψη της ΕΔΑ
(15-18 Ιουλίου 1956) - Μετατροπή της ΕΔΑ σε ενιαίο κόμμα Το Α' Πανελλαδικό Συνέδριο της (26 Νοεμβρίου 2 Δεκεμβρίου 1959).................................337
3.Α.35. Η δολοφονία του Στέφανου Σαράφη - Νέες δίκες
για «κατασκοπία»..................................339
3.Α.36. Η επιλογή του ΚΚΕ για τη δημιουργία της Ενιαίας
Δημοκρατικής Αριστεράς (ΕΔΑ) .......................340

4
3.Α.37. Κριτική παρουσίαση του κομματικού οργανωτικού ζητήματος από την 7η
(1957) έως την 8η Ολομέλεια
της ΚΕ (1958) .....................................342
3. Α.37.α. Η ωρίμανση του οργανωτικού οπορτουνισμού
στο «κομματικό-οργανωτικό ζήτημα»..............342
3.Α.37.β. Η εσωκομματική διαπάλη και οι αποφάσεις του ΠΓ . . 343
3.Α.37.γ. Η 8η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ
(5-10 Ιανουαρίου 1958).........................350
3.Α.37.δ. Εκτιμήσεις - Συμπεράσματα...................355
3.Α.38. Το Κυπριακό, από το καθεστώς της βρετανικής αποικιοκρατίας στην τυπική,
με φύτρα διχοτόμησης,
αναγνώριση της ανεξαρτησίας........................357
3.Α.38.α. Το «Σχέδιο Μακ Μίλαν» ......................357
3.Α.38.β. Οι Συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου Η «ανεξαρτησία» της Κύπρου....................359
3. Α.39. Οι πολιτικές εξελίξεις έως και το 8ο Συνέδριο
του ΚΚΕ (1961) ....................................361
3.Α.39.α. Οι βουλευτικές εκλογές της 11 ης Μαΐου 1958
και οι δημοτικές της 5ης Απριλίου 1959 ............361
3.Α.39.β. Διώξεις - Νέες δίκες για «κατασκοπία» -Κινητοποιήσεις για την
απελευθέρωση
των πολιτικών κρατουμένων.....................364
3.Α.39.γ. Διεργασίες στο αστικό πολιτικό σύστημα
στο τέλος της δεκαετίας 1950...................367
3.Α.40. Το 8ο Συνέδριο του ΚΚΕ (Μάιος 1961)................369
3.Α.40.α. Εκτίμηση για το 8ο Συνέδριο..................375
3.Β. Το ΚΚΕ μετά από το 8ο Συνέδριο έως και
τη 12η Ολομέλεια (1968)................................379
3.Β.1. Εισαγωγή ......................................379
3.Β.2. Οι βουλευτικές εκλογές της 29ης Οκτωβρίου 1961
και ο «ανένδοτος αγώνας» ...........................381
3.Β.3. Εξελίξεις στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα ..........388
3.Β.3.α. Τα συνέδρια της ΓΣΕΕ στη δεκαετία 1960 -Η κίνηση των «115
Συνεργαζόμενων Εργατοϋπαλληλικών Οργανώσεων» (ΣΕΟ) ..........388
3.Β.3.β. Εργατικοί και λαϊκοί αγώνες τη δεκαετία 1960......391
3.Β.4.Το Β' Συνέδριο της ΕΔΑ (8-15 Δεκεμβρίου 1962) ........394
3.Β.5. Η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη - Η παραίτηση
του Κ. Καραμανλή - Οι βουλευτικές εκλογές
της 3ης Νοεμβρίου 1963............................. 396
3.Β.6. Εκτίμηση της 8χρονης διακυβέρνησης της ΕΡΕ..........400
3.Β.7. Οι βουλευτικές εκλογές της 16ης Φεβρουαρίου 1964 Οι δημοτικές εκλογές της 5ης Ιουλίου 1964..............404
3.Β.8. Το κίνημα της νεολαίας............................407
3.Β.8.α. Η Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη (ΔΝΛ) .........408
3.Β.8.β. Το φοιτητικό - σπουδαστικό κίνημα...............411
3.Β.9. Άλλες κοινωνικές οργανώσεις και κινήματα ............413
3.Β.9.α. Το Α Συνέριο της ΕΕΔΥΕ - Οι Μαραθώνιες
Πορείες Ειρήνης...............................413
3.Β.9.β. Το κίνημα για τα δικαιώματα των γυναικών.........414
3.Β.9.γ. Το κομμουνιστικό και το ευρύτερο ριζοσπαστικό
καλλιτεχνικό κίνημα............................423
3.Β.10. Η 8η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (24 Φεβρουαρίου-

5
1 Μαρτίου 1965) ...................................431
3.Β. 10.α. Εκτίμηση των αποφάσεων της 8ης Ολομέλειας Συμπεράσματα διαχρονικής σημασίας.............434
3.Β.11. Η κυβερνητική πολιτική της Ένωσης Κέντρου (ΕΚ) ......435
3.Β.11 .α. Η καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας - Ορισμένα
συμπεράσματα για το γλωσσικό πρόβλημα..........438
3. Β. 12. Το Κυπριακό ανάμεσα στην ανεξαρτησία
και τη διπλή ένωση .................................440
3.Β. 12.α. Ο Μακάριος υπέρ της ανεξαρτησίας.............440
3.Β. 12.β. Τα αμερικανικά «Σχέδια Ατσεσον» - Η πολιτική
της ΕΣΣΔ ...................................443
3.Β.12.γ. Η «Έκθεση Πλάζα»..........................446
3.Β.13. Τα «Ιουλιανά»: Γεγονότα - αιτίες....................446
3.Β.13.α. Τι προηγήθηκε .............................446
3.Β.13.β. Το «κίνημα των 70 ημερών» - Οι θέσεις του ΚΚΕ .... 450
3.Β.13.γ. Μετά από τα «Ιουλιανό»......................452
3.Β.14. Η στρατιωτική δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967.......453
3.Β.14.α. Αιτίες επιβολής της δικτατορίας..................453
3.Β.14.β. Η ρήξη Χούντας - Μακαρίου...................458
3.Β.15. Η υπονόμευση του ΚΚΕ από την οπορτουνιστική
ομάδα μέσω της ΕΔΑ μεταξύ 10ης, 11 ης
και 12ης Ολομέλειας της ΚΕ..........................460
3.Β.16. Η 12η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ (5-15 Φεβρουαρίου 1968) . 464
3.Β.16.α. Το ιστορικό της.............................464
3.Β.16.β. Η συζήτηση για την «κατάσταση στην Ελλάδα
και τα καθήκοντα του ΚΚΕ» .....................467
3.Β.16.γ. Οι εξελίξεις στο ΚΚΕ μετά από τη 12ηΟλομέλεια ... ΑΊΑ
3.Β.16.5. Εκτίμηση για τον Κώστα Κολιγιάννη.............476
3.Β.16.ε. Η ιστορική σημασία της 12ης Ολομέλειας.........477
ΕΠΙΛΟΓΟΣ............................................479
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ..........................................485
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.........................................545
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
ΣΤΟΥΣ ΚΟΡΥΦΑΙΟΥΣ ΤΑΞΙΚΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ
ΘΕΜΕΛΙΩΜΕΝΗ
Η ΥΠΕΡΕΝΕΝΗΝΤΑΧΡΟΝΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑ,
ΑΝΤΟΧΗ ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΚΚΕ
Το ΚΚΕ είναι το μοναδικό κόμμα στην Ελλάδα που θεωρεί ως ανάγκη και έχει τις
προϋποθέσεις να μελετά επιστημονικά την ιστορία του και να εκθέτει πρώτα απ' όλα
στην εργατική τάξη τα συμπεράσματα για την ισχυροποίηση της πάλης της. Το
γεγονός αυτό οφείλεται στο χαρακτήρα του ως Κόμματος της εργατικής τάξης, της
τάξης με ιστορικά ηγετικό ρόλο στον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας,
στην οικοδόμηση της σοσιαλιστικής - κομμουνιστικής κοινωνίας.
Η δυνατότητα και η ικανότητα ενός ΚΚ να μελετά την ιστορία του αποτελεί στοιχείο
ανάπτυξης του. Είναι και διαδικασία συνειδητοποίησης λαθών, των παραγόντων που
οδήγησαν σε αυτά, εξαγωγής συμπερασμάτων, με σκοπό να γίνει πιο διεισδυτική και
αποτελεσματική η δράση του, με σκοπό την οργάνωση της ταξικής πάλης για την
κατάργηση της εκμετάλλευσης, για το σοσιαλισμό. Είναι διαδικασία έμπνευσης και
συνειδητής ηρωικής δράσης, ιδιαίτερα για τις νέες γενιές των κομμουνιστών.

6
Αυτά τα χαρακτηριστικά αφορούν θεωρητικά κάθε κομμουνιστικό κόμμα στη χώρα
του. Υπάρχουν εργατικά, κομμουνιστικά κόμματα που άντεξαν στη λαίλαπα της
αντεπανάστασης 1989-1991. Πολλά έχασαν τη δυνατότητα να γίνουν οι μελετητές
της ιστορίας τους, γιατί έχασαν τον επαναστατικό εργατικό χαρακτήρα τους,
αυτοδιαλύθηκαν ή μεταλλάχθηκαν σε άλλου τύπου κόμματα, έκοψαν τη συνέχεια του
κομμουνιστικού κινήματος στη χώρα τους, παρέδωσαν τα κομματικά αρχεία στον
ταξικό εχθρό. Από την τρεμοσβήνουσα φλόγα, στις στάχτες τους, αναγεννήθηκαν νέα
κομμουνιστικά κόμματα, αφού ο ιστορικός ρόλος της εργατικής τάξης στην
κοινωνική εξέλιξη υφίσταται αντικειμενικά και ανεξάρτητα από το συσχετισμό των
δυνάμεων στην ταξική πάλη, την επαναστατική άνοδο ή υποχώρηση, τη νίκη της
αντεπανάστασης στο ιστορικά πρώτο εγχείρημα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης κατά
τον 20° αιώνα.
Ο επαναστατικός χαρακτήρας κάθε κομμουνιστικού Κόμματος επιβεβαιώνεται σε
διαφορετικές ιστορικές συνθήκες, στο βαθμό που κατορθώνει να αναπτύσσει θεωρία
και να επεξεργάζεται πολιτική, με γνώση των νομοτελειών της κομμουνιστικής
ιδεολογίας και θεμελίωση πάνω σε αυτές. Το ΚΚΕ έδωσε σκληρή μάχη σε αυτή την
κατεύθυνση, σε διάφορες φάσεις της ιστορίας του. Σε αυτό το γεγονός οφείλεται η
διαχρονικότητα και η μακροβιότητα του.
Το ΚΚΕ άντεξε στη δίνη της νίκης της αντεπανάστασης στη Σοβιετική Ένωση και σε
κράτη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην Ευρώπη και στην Ασία. Δεν είναι τυχαία
αυτή η αντοχή. Σφυρηλατήθηκε με ιστορικούς δεσμούς αίματος με την εργατική τάξη
και τη φτωχή αγροτιά από την πρώτη στιγμή της ίδρυσης του. Από τότε έδωσε
πολιτικό περιεχόμενο στους εργατικούς αγώνες ενάντια στην καπιταλιστική
εκμετάλλευση.
Πρωτοστάτησε στον ένοπλο αγώνα ενάντια στην ξένη Κατοχή με την Αντίσταση του
ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Δύο φορές, το Δεκέμβρη του 1944 και στην τρίχρονη περίοδο (19461949) του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ), το εργατικό κίνημα και το
σύμμαχο αγροτικό συγκρούστηκαν άμεσα με την αστική εξουσία, την οποία στήριξε
η άμεση στρατιωτική ιμπεριαλιστική επέμβαση της Μ. Βρετανίας και στη συνέχεια
των ΗΠΑ. Η πάλη του ΚΚΕ κατά τη δεκαετία 1940 -1949, με το μαζικό ένοπλο
αγώνα του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ, τον Κόκκινο Δεκέμβρη του 1944 και το Δημοκρατικό
Στρατό Ελλάδας, αποτελεί τη μεγαλύτερη προσφορά του Κόμματος μας στην
εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα, καθώς και τη μεγαλύτερη συμβολή του
στη δράση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος κατά τον περασμένο αιώνα.
Προσφορά μεγάλου μεγέθους, πολιτικής και ηθικής σημασίας, συνιστά η ηρωική
πάλη του ΚΚΕ πριν και μετά από το 1949, στα στρατοδικεία, στο εκτελεστικό
απόσπασμα, στις φυλακές και στους τόπους εξορίας, στην παρανομία. Σε συνθήκες
ανείπωτων διωγμών το ΚΚΕ διατήρησε ζωντανούς τους δεσμούς του με την εργατική
τάξη και τα λαϊκά στρώματα των πόλεων και της υπαίθρου. Αυτό ισχύει για όλη τη
μακροχρόνια περίοδο της παρανομίας 1949-1974.
Παρά τη δεξιά παρέκκλιση της περιόδου 1956-1968, το ΚΚΕ δεν έγινε τμήμα του
λεγόμενου ευρωκομμουνισμού. Βρήκε τη δύναμη να διαχωριστεί από αυτόν και να
ανοίξει πολύχρονο μέτωπο εναντίον του, στη βάση της υπεράσπισης των γενικών
αρχών του μαρξισμού - λενινισμού, διαπάλη που κρίθηκε αποφασιστικά στη 12η
Ολομέλεια της ΚΕ το 1968. Ο διαχωρισμός βασικών δυνάμεων του Κόμματος από τις
«ευρωκομμουνιστικές» δυνάμεις, που στη συνέχεια συγκρότησαν το λεγόμενο «ΚΚΕ
εσωτερικού», έδωσε στο ΚΚΕ τη δύναμη να ιδρύσει το 1968 την Κομμουνιστική
Νεολαία Ελλάδας (ΚΝΕ), να συγκροτήσει παράνομες κομματικές οργανώσεις κατά
τη στρατιωτική δικτατορία 1967-1974 και να δράσει ενάντια σε αυτή, να μπει στη
νέα περίοδο του ελληνικού αστικού κοινοβουλευτισμού σε συνθήκες νόμιμης
πολιτικής δράσης.

7
Αυτές οι βαθιές ιστορικές ρίζες εξηγούν γιατί το ΚΚΕ στην κρίση του 1991
κατόρθωσε να εξασφαλίσει την ιστορική του συνέχεια, παρά την αποχώρηση
δυνάμεων του. Είχε προηγηθεί η εκδήλωση της κρίσης (1989) με την αποχώρηση
ορισμένων μελών της ΚΕ που είχε εκλεγεί από το 12° Συνέδριο (12-16 Μαΐου 1987).
Καθώς εξελισσόταν προς την κορύφωση της η αντεπανάσταση στην ΕΣΣΔ και στις
χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, στο ΚΚΕ κορυφώθηκε η διαπάλη και
η κρίση με την ολόπλευρη αναθεωρητική ιδεολογική - πολιτική και οργανωτική
επίθεση, στην οποία ηγήθηκε σημαντικό τμήμα μελών της ΚΕ που εκλέχθηκε από το
13° Συνέδριο (19-24 Φεβρουαρίου 1991) και τα οποία αποχώρησαν τον Ιούνιο του
1991.
Μετά από το 14° Συνέδριο (18-21 Δεκεμβρίου 1991), μέσα από διαδικασίες
Πανελλαδικών Συνδιασκέψεων, το ΚΚΕ επεξεργάστηκε τη θέση του για την
Ευρωπαϊκή Ένωση (10-11 Απριλίου 1993) και διαμόρφωσε πρώτες εκτιμήσεις για τις
αιτίες της ανατροπής των σοσιαλιστικών καθεστώτων στην ΕΣΣΔ και σε χώρες της
Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (15-16 Ιουλίου 1995).
Σε αυτή τη βάση το ΚΚΕ κατάκτησε μια νέα στρατηγική αντίληψη στο 15° Συνέδριο
(22-26 Μαΐου 1996), ενώ στο 16° (14-17 Δεκεμβρίου 2001) και στο 17° Συνέδριο (912 Φεβρουαρίου 2005) επεξεργάστηκε παραπέρα το οικονομικό και πολιτικό
περιεχόμενο της λαϊκής συμμαχίας του αντιμονοπωλιακού μετώπου συσπείρωσης και
πάλης. Δρομολόγησε τη διαδικασία γενίκευσης συμπερασμάτων από την εμπειρία της
σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ και εμπλουτισμού της προγραμματικής
αντίληψης του για το σοσιαλισμό, που αποτέλεσε απόφαση του 18ου Συνεδρίου (1822 Φεβρουαρίου 2009).
Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ Α' ΚΑΙ Β' ΤΟΜΟΥ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1940
Τα αποτελέσματα των παραπάνω ερευνών και τα συμπεράσματα τους δεν ήταν
δυνατόν να αξιοποιηθούν κατά τη συγγραφή του Α' τόμου της Ιστορίας του ΚΚΕ
1918-1949, που εκδόθηκε το 1995 με μορφή δοκιμίου και με την υπογραφή του
Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ. Αυτή η έκδοση έδωσε τη δυνατότητα να
συγκεντρωθεί πλήθος χρήσιμων παρατηρήσεων για την περαιτέρω επεξεργασία του,
αλλά και για τη συγγραφή του Β' τόμου, της περιόδου 1949-1968.
Η χρονολογική αφετηρία του Β' τόμου είναι η λήξη του αγώνα του ΔΣΕ (1949), γι'
αυτό δεν περιλαμβάνει βασικά ιστορικά γεγονότα της δεκαετίας του 1940. Ωστόσο
περιλαμβάνει κρίσεις, εκτιμήσεις και συμπεράσματα που αφορούν όλη τη δεκαετία
του 1940. Αυτό ήταν αναπόφευκτο, γιατί στην περίοδο από το 1949 μέχρι το 1961 (8°
Συνέδριο) το Κόμμα εξέταζε, σε συνθήκες οξυμένης εσωτερικής διαπάλης, τη δράση
του στη δεκαετία του 1940, ως ηγετική δύναμη στον εθνικό-απελευθερωτικό αγώνα
του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και στην ένοπλη σύγκρουση του ΔΣΕ με το βρετανικό και τον
αμερικανικό ιμπεριαλισμό και την εγχώρια αστική τάξη. Όμως το Κόμμα, αν και
πάλευε, τελικά δεν κατάφερνε να βγάλει αντικειμενικά και ολοκληρωμένα
συμπεράσματα από τη δράση του στην αμέσως προηγούμενη περίοδο.
Η ηγεσία του Κόμματος δεν κατάφερνε να συνειδητοποιήσει τα προβλήματα που
υπήρχαν ως προς τον προσδιορισμό του χαρακτήρα της επανάστασης και της
εξουσίας, την αντικειμενική εκτίμηση του συσχετισμού δυνάμεων κατά την εξέλιξη
του απελευθερωτικού αγώνα.
Δεν μπόρεσε να προβλέψει και να εκτιμήσει τη στάση ακόμα και σύμμαχων
δυνάμεων μέσα στο ΕΑΜ, ώστε πετυχημένα να επεξεργαστεί στρατηγική εξουσίας,
όταν διαμορφώθηκε επαναστατική κατάσταση και αντικειμενικά τέθηκε άμεσα
ζήτημα πάλης για την κατάκτηση της εξουσίας.
Τέτοιες συνθήκες δημιουργήθηκαν τις μέρες της απελευθέρωσης από τους
Γερμανούς. Τότε δεν υπήρχε ακόμα αστική κυβέρνηση στην Ελλάδα και γενικά ο

8
κρατικός μηχανισμός ήταν σμπαραλιασμένος. Οι βρετανικές δυνάμεις δεν είχαν έλθει
ακόμα στην Ελλάδα και οι αστικές πολιτικές δυνάμεις είχαν χάσει τη δυνατότητα να
χειραγωγούν τις λαϊκές δυνάμεις, ενώ οι κοινωνικοπολιτικές αντιθέσεις ήταν στο
έπακρο οξυμένες και το ΕΑΜ με τον ΕΛΑΣ κυριαρχούσαν σχεδόν στο σύνολο της
χώρας.
Αλλά και στη συνέχεια, όταν η ταξική πάλη πήρε τη μορφή της ένοπλης αναμέτρησης
(ΔΣΕ), το ΚΚΕ υστέρησε στο σχεδιασμό και σε πρακτικά ζητήματα της διεξαγωγής
της.
Ο Α' τόμος του Δοκιμίου επίσης εξετάζει τη δεκαετία του 1940. Όμως την
προσεγγίζει περισσότερο αφηγηματικά, με αναφορές στις εκτιμήσεις και τα
συμπεράσματα που κυριάρχησαν στη συνέχεια σε κομματικά ντοκουμέντα, θέτοντας
αυτές τις εκτιμήσεις πολύ λιγότερο στην ιστορική έρευνα.
Στα 15 χρόνια που μεσολάβησαν από την έκδοση του Α' τόμου, το ΚΚΕ οργάνωσε
πολύ μεγάλο μέρος του αρχείου του, απέκτησε νέες ιστορικές πηγές για τις σχέσεις
του με το ΚΚΣΕ και άλλα ΚΚ, για τις προγενέστερες σχέσεις του με την ΚΔ και με
κάθε μορφή συντονισμού των ΚΚ.
Οι αντεπαναστατικές ανατροπές υποχρέωσαν το Κόμμα μας να εξετάσει βαθύτερα τη
δράση του, την ιστορία του. Στις νέες εγχώριες και διεθνείς συνθήκες της ταξικής
πάλης, το ΚΚΕ κατάκτησε σταδιακά ένα νέο επίπεδο ιδεολογικής, πολιτικής και
οργανωτικής ωριμότητας, το οποίο εκφράσθηκε πρώτα απ' όλα στην επεξεργασία της
στρατηγικής του.
Στο Β' τόμο υποχρεωθήκαμε από τα πράγματα να πάμε πιο βαθιά στην ιστορική
αποτίμηση επιλογών και ενεργειών του Κόμματος μας. Αντιμετωπίζουμε κριτικά το
γεγονός ότι το 7° συνέδριο (1945) δεν κατόρθωσε να εκτιμήσει αντικειμενικά όλα τα
λάθη στρατηγικής που εμπόδισαν να μετατραπεί από το 1943-1944 ο
απελευθερωτικός αγώνας σε αγώνα για την ανατροπή της αστικής εξουσίας.
Βλέπουμε αυτοκριτικά την αδυναμία του Κόμματος έγκαιρα και χωρίς αντιφάσεις να
πάρει και να υλοποιήσει την απόφαση για συνέχιση της ένοπλης πάλης μετά από το
1944.
Βεβαίως, υπάρχει ως παράγοντας και η στάση των διεθνών συμμάχων (κυρίως του
ΠΚΚ[μπ], αλλά και των ΚΚ των γειτονικών βαλκανικών κρατών) προς την εργατική
τάξη της Ελλάδας και την πάλη του ΚΚΕ. Όμως τα όποια προβλήματα αυτής της
στάσης δε μας αποτρέπουν από την εξέταση των υποκειμενικών μας αδυναμιών, την
ευθύνη των αποφάσεων του Κόμματος μας.
Η ΚΕ θεωρεί δικαιολογημένη, ιστορικά εξηγήσιμη, την ύπαρξη διαφοροποιήσεων
μεταξύ Α' και Β' τόμου του Δοκιμίου. Κατά την περίοδο συγγραφής του Α' τόμου δεν
είχε προχωρήσει σημαντικά ούτε η διερεύνηση των παραγόντων που επέδρασαν στις
επιλογές του ΚΚΕ, ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του 1940, ούτε η ιδεολογική
γενίκευση των συμπερασμάτων.
Η διαδικασία μελέτης της περιόδου 1949-1968, με σημαντικές αναφορές στην
περίοδο 1944-1949, ήταν μακρόχρονη, αλλά κυρίως συλλογικότερη. Έτσι, ο Β' τόμος
του Δοκιμίου Ιστορίας του ΚΚΕ δεν είναι αποκλειστικό έργο μιας μελετητικής
ομάδας ιστορικών. Είναι προ ιόν της ίδιας της ΚΕ, η οποία συγκέντρωσε και
συζήτησε και γνώμες άλλων συντρόφων που είχαν διατελέσει στο παρελθόν στην
καθοδήγηση του Κόμματος ή σε υπεύθυνες στελεχικές θέσεις.
Η εξομάλυνση των διαφοροποιήσεων μεταξύ των δύο τόμων θα γίνει με την
ολοκλήρωση του έργου της ιστορίας του Κόμματος, με την αναμφισβήτητη ανάγκη
περαιτέρω έρευνας της ιστορικής περιόδου 1918-1949, συμπλήρωσης - διόρθωσης
του Α' τόμου. Στην περίοδο αυτή υπάρχουν σημαντικά θέματα ιστορικής μελέτης,
όπως οι συνθήκες διαμόρφωσης της στρατηγικής του Κόμματος στην 6η Ολομέλεια
του 1934 και κυρίως η ανάγκη να μελετηθεί η ιστορία του Κόμματος σε αυτή την
περίοδο, σε σχέση με τη βαθύτερη ιστορική μελέτη της ανάπτυξης του ελληνικού

9
καπιταλισμού. Αλλά και ως προς την ιστορία του διεθνούς κομμουνιστικού
κινήματος υπάρχουν σημαντικά γεγονότα, όπως αποφάσεις οργάνων της ΚΔ, καθώς
και η αυτοδιάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΚΔ), η μελέτη της οποίας έχει
δρομολογηθεί με απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ.
ΓΕΝΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΛΕΤΗ
ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΚΚΕ ΩΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ
ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ
Η ιστορική έρευνα επιβεβαίωσε και οδήγησε στην ανάπτυξη των εξής θεμελιακών
θέσεων για τη στρατηγική ενός ΚΚ:
• Η εποχή μας εδώ και έναν αιώνα είναι εποχή περάσματος από τον καπιταλισμό στο
σοσιαλισμό, αφού ο καπιταλισμός έχει περάσει στο αντιδραστικό στάδιο του. Έχει
περάσει ανεπιστρεπτί η εποχή που οι αστικοδημοκρατικές επαναστάσεις έδιναν
ώθηση στην κοινωνική πρόοδο καταργώντας τις φεουδαρχικές σχέσεις.
Αυτός ο χαρακτήρας της εποχής μας τεκμηριώθηκε θεωρητικά και επιβεβαιώθηκε
στην πράξη με την πραγματοποίηση της Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης
στη Ρωσία το 1917.
Αυτή η επανάσταση προέκυψε από την άρνηση-αδυναμία της αστικής κυβέρνησης το
Φλεβάρη του 1917 να αντιμετωπίσει οξυμένα κοινωνικά προβλήματα, όπως του
πολέμου και της επιβίωσης για χιλιάδες φτωχούς αγρότες και εργάτες.
Επιβεβαιώθηκε από την εκδήλωση σοσιαλιστικών επαναστάσεων, ανεξάρτητα από τη
νικηφόρα ή όχι έκβαση τους.
Η ανατροπή της σοσιαλιστικής πορείας δεν αναιρεί αυτή την επαναστατική
κοινωνική-πολιτική κίνηση ως αναγκαιότητα και προοπτική.
• Ανάμεσα στον καπιταλισμό και στο σοσιαλισμό δεν μεσολαβεί κάποιο ενδιάμεσο
κοινωνικοοικονομικό σύστημα, επομένως δεν υπάρχει και ένας ενδιάμεσος τύπος
εξουσίας. Ο χαρακτήρας της εξουσίας θα είναι ή αστικός ή εργατικός
(προλεταριακός). Η άποψη για τη δυνατότητα ή την ανάγκη ύπαρξης ενδιάμεσης
εξουσίας δεν επιβεβαιώθηκε σε καμία χώρα.
Στον παρόντα τόμο η ΚΕ επισημαίνει ότι η εργατική τάξη με τους συμμάχους της,
αγρότες και αυτοαπασχολούμενους των πόλεων, πρέπει να τραβήξει τον αγώνα μέχρι
την τελική λύση του προβλήματος της εξουσίας, την κατάκτηση της εργατικής
(λαϊκής) εξουσίας με την ανατροπή της αστικής εξουσίας. Αποδείχθηκε στην πράξη
ότι ήταν λάθος η υιοθέτηση, από το ΚΚΕ ή από το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα,
διαφόρων «ενδιάμεσων» στόχων εξουσίας, είτε χαρακτηριζόταν ως «επαναστατική
εξουσία
αστικοδημοκρατικού
χαρακτήρα»
είτε
ως
«αντιμονοπωλιακή
διακυβέρνηση».
Η αναγνώριση του παραπάνω λάθους και η ανάλογη διόρθωση της στρατηγικής κάθε
ΚΚ στις καπιταλιστικές κοινωνίες, θα δώσει ώθηση στην ανάπτυξη της ταξικής
πάλης σε κάθε χώρα, αλλά και στην ιδεολογική και πολιτική ενότητα του διεθνούς
κομμουνιστικού κινήματος.
Ζήτημα προς ιστορική μελέτη είναι σε ποιες συνθήκες, αντί να ενσωματωθεί στο
διεθνές κομμουνιστικό κίνημα η θετική πείρα της Σοσιαλιστικής Οκτωβριανής
Επανάστασης στη Ρωσία το 1917, γενικεύτηκε προγενέστερη στρατηγική
επεξεργασία του Κόμματος των Μπολσεβίκων και του Λένιν, που αφορούσε την
περίοδο 1905 έως το Φλεβάρη του 1917, όταν ακόμα στη Ρωσία υπήρχε φεουδαρχική
εξουσία με τη μορφή της τσαρικής απολυταρχίας.
Σε αυτές τις συνθήκες ο Λένιν είχε προσδιορίσει έναν ενδιάμεσο στόχο μεταξύ της
φεουδαρχικής και της εργατικής και όχι μεταξύ της αστικής και της εργατικής
εξουσίας.

1
0
Η επανάσταση του Φλεβάρη έδωσε μια αστική κυβέρνηση, ενώ διατηρούνταν ακόμα
η επαναστατική κατάσταση, όταν δηλαδή ο λαός ήταν οργανωμένος στα σοβιέτ και
μάλιστα ένοπλα. Τότε ο Λένιν, με τις Θέσεις του Απρίλη (1917), έθεσε το στρατηγικό
στόχο της εργατικής εξουσίας, έτσι ώστε το Κόμμα των Μπολσεβίκων να
προετοιμάσει και να πραγματοποιήσει με επιτυχία τη Σοσιαλιστική Επανάσταση στη
Ρωσία τον Οκτώβρη.
Αυτή η γραμμή είχε αντιπαρατεθεί με την τροτσκιστική, που απέρριπτε τη
δυνατότητα νίκης της σοσιαλιστικής επανάστασης στη Ρωσία με την προσέλκυση
των ατομικών εμπορευματοπαραγωγών, κυρίως αγροτών.
Το 18° Συνέδριο του ΚΚΕ υπογράμμισε ότι δεν πρέπει να συγχέεται ο χαρακτήρας
της εξουσίας με τις μεταβατικές «στιγμές» του ιστορικού χρόνου και επανέλαβε την
προγραμματική θέση του 15:- Συνεδρίου για τις μεταβατικές «στιγμές»:
«Σε συνθήκες κορύφωσης της ταξικής πάλης, επαναστατικής ανόδου του λαϊκού
κινήματος, όταν η επαναστατική διαδικασία έχει ξεκινήσει, μπορεί να προκύψει
κυβέρνηση, ως όργανο λαϊκής εξουσίας, που έχει την έγκριση και τη συγκατάθεση
του αγωνιζόμενου λαού. χωρίς γενικές εκλογές και κοινοβουλευτικές διαδικασίες.
Αυτή η κυβέρνηση θα ταυτίζεται ή θα την χωρίζει τυπική απόσταση από την εξουσία
της εργατικής τάξης και των συμμάχων της».
«Για το Κόμμα μας είναι καθαρό ότι ο χαρακτήρας της εξουσίας είναι η Δικτατορία
του Προλεταριάτου, χωρίς να μπερδεύεται σε ενδιάμεσες μορφές εξουσίας.
Είναι άλλο ζήτημα εκ των υστέρων, δηλαδή από την ιστορική έρευνα, να διαπιστωθεί
η πολυμορφία που μπορεί να δώσει η διαδικασία κατά την οποία δεν έχει ακόμα
ανατραπεί η αστική εξουσία αλλά έχει ξεκινήσει η αποδυνάμωση της, ο κλονισμός
της. Είναι ζήτημα ιστορικής έρευνας οι μορφές που παίρνουν σε κάθε ιστορική
περίπτωση οι διαβαθμίσεις στον κλονισμό της αστικής εξουσίας.
Π.χ., οι πρώτες κυβερνήσεις που διαμορφώθηκαν από τα αντιφασιστικά μέτωπα στις
χώρες που απελευθερώθηκαν από τον Κόκκινο Στρατό, δεν ήταν επαναστατικές
εργατικές εξουσίες (Δικτατορία του Προλεταριάτου), συμμετείχαν και αστικές
δυνάμεις. Γι' αυτό γρήγορα αναπτύχθηκε πάλη για το «ποιος - ποιον» και λύθηκε,
στις περισσότερες περιπτώσεις, με κατάκτηση της επαναστατικής εργατικής εξουσίας
(Δικτατορία του Προλεταριάτου). Η πορεία των πραγμάτων δεν πρέπει να αποσπάται
από την ύπαρξη των δυνάμεων του Κόκκινου Στρατού.
Παρεμφερές είναι το ζήτημα σχετικά με τη Μογγολία. [...] Αλλά και στην περίπτωση
της Κουβανέζικης Επανάστασης δεν υπάρχει ενδιάμεση εξουσία και ενδιάμεσος
κοινωνικό-οικονομικός σχηματισμός. Κρίκος έναρξης της επαναστατικής διαδικασίας
υπήρξε ο εθνικό-ανεξαρτησιακός ένοπλος αγώνας που καταστάλαξε και
αντικειμενικά έλυσε το πρόβλημα με τη μετατροπή του σε σοσιαλιστικό.
Η ΠΕΕΑ δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ενδιάμεση εξουσία, αλλά όντως είναι μια
«μεταβατική στιγμή» σε μια διαδικασία που τελικά κατέληξε σε ισχυροποίηση της
αστικής εξουσίας.
Ούτε η «δυαδική εξουσία» στη Ρωσία επαληθεύει ενδιάμεση εξουσία»1
• Όσον αφορά το ΚΚΕ, οπωσδήποτε επέδρασαν στα προβλήματα στρατηγικής και
προγενέστερα προβλήματα θεωρητικής ωριμότητας του, κυρίως στην ανάλυση της
εξέλιξης του ελληνικού καπιταλισμού.
Ένα από τα συμπεράσματα, που προκύπτει από την ανάλυση των
κοινωνικοοικονομικών και πολιτικών εξελίξεων της περιόδου που εξετάζει ο Β'
1

Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ - Εκτιμήσεις και συμπεράσματα από τη
σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ο αιώνα, με επίκεντρο την ΕΣΣΔ - Η αντίληψη του ΚΚΕ για
το σοσιαλισμό, έκδ. ΚΕ του ΚΚΕ, Αθήνα, 2009, σελ. 151 -152.

1
1
τόμος, είναι ότι οι εκτιμήσεις του Κόμματος επηρεάζονταν από τη διαπάλη που
διεξαγόταν ανάμεσα στα τμήματα της αστικής τάξης και ρεύματα της αστικής
ιδεολογίας που είχαν τη ρίζα τους στην περίοδο του Μεσοπολέμου, κάποιες και πριν
το Μεσοπόλεμο. Αυτές οι επιδράσεις κατά κύριο λόγο αφορούσαν τον ταξικό
χαρακτήρα της εκβιομηχάνισης, της βασιλείας στην Ελλάδα, των σχέσεων εξάρτησης
του ελληνικού κράτους από ιμπεριαλιστικά κέντρα.
Θεωρητικές και μεθοδολογικές ανεπάρκειες στην ανάλυση του Κόμματος για τον
ελληνικό καπιταλισμό που αφορούσαν το επίπεδο ανάπτυξης του, τη θέση του στο
διεθνή συσχετισμό και το χαρακτήρα της εξουσίας, οδήγησαν να παρεμβάλει στο
γενικό στόχο για το σοσιαλισμό ένα αστικοδημοκρατικό στάδιο εξουσίας, ως
αναγκαίο για να ωριμάσουν οι υλικές προϋποθέσεις του περάσματος στο σοσιαλισμό.
Αυτή η ανάλυση και η στρατηγική της διέξοδος δεν επιβεβαιώθηκαν από τη ζωή.
Αποδείχθηκαν λαθεμένες.
Το ελληνικό κράτος από τη γέννηση του είχε πολύ περιορισμένη έκταση και κυρίως
περιορισμένο πληθυσμό, περιορισμένη εσωτερική αγορά, που είναι παράγοντας
καθυστέρησης της εσωτερικής κεφαλαιακής συσσώρευσης. Τα πιο σημαντικά αστικά
κέντρα με ελληνόφωνο πληθυσμό (Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη, Οδησσός) έμειναν
έξω από αυτό, ενώ καθυστέρησε η ένταξη της Θεσσαλονίκης και των Ιωαννίνων.
Παράλληλα, το ελληνικό κράτος άσκησε πολιτική συντήρησης των αγροτών μικρών
εμπορευματοπαραγωγών (διανομή μικρού κλήρου, επιδότηση ορισμένων
καλλιεργειών κλπ.).
Όσον αφορά τα τμήματα της αστικής τάξης, που είχαν έδρα τους την Ύδρα, τη Σύρο,
την Πάτρα και που ασχολούνταν με τη ναυτιλία και το εμπόριο, ήταν ήδη αρκετά
διεθνοποιημένα, στρέφονταν περισσότερο στην εξωτερική παρά στην εσωτερική
αγορά.
Η αστική εξουσία μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα επιδίωκε να επεκτείνει την
επικράτεια της αποσπώντας εδάφη από την Οθωμανική Αυτοκρατορία,
εξασφαλίζοντας συμμαχίες με ηγετικές καπιταλιστικές δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία). Η
γεωστρατηγική θέση της Ελλάδας την καθιστούσε αντικείμενο του ενδιαφέροντος
ισχυρών καπιταλιστικών κρατών.
Το σύνολο των αντιθέσεων δεν ερμηνεύθηκε πάντοτε αντικειμενικά από το ΚΚΕ,
γεγονός που επέδρασε και στη στρατηγική του.
Και από την ιστορική μελέτη του Δοκιμίου αναδεικνύεται το εξής ζήτημα ως προς τη
σχέση οικονομίας - πολιτικής:
Στην Ελλάδα ενισχύθηκε η συγκέντρωση και ουγκεντροποίηση κεφαλαίου κατά τις
δεκαετίες του Μεσοπολέμου, αν και παρέμενε καπιταλιστική κοινωνία με
χαμηλότερο επίπεδο ανάπτυξης σε σχέση με άλλες καπιταλιστικές κοινωνίες, όπως
αυτές της Δυτικής Ευρώπης. Η σχετική καθυστέρηση της ελληνικής καπιταλιστικής
κοινωνίας αφορούσε και τη βάση της (πολυάριθμη αγροτιά) και ένα βασικό στοιχείο
του εποικοδομήματος, τη βασιλεία, που η καταγωγή της ναι μεν βρισκόταν σε
προγενέστερο σύστημα, όμως είχε ενσωματωθεί στο καπιταλιστικό έστω και με
αντιθέσεις. Η σχετική καθυστέρηση και η μικρή πολιτική και στρατιωτική δύναμη
της Ελλάδας είχαν ως συνέπεια ισχυρούς δεσμούς πολιτικής-στρατιωτικής και
οικονομικής εξάρτησης στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα.
Στην περίοδο 1940-1944 υπήρξε ξένη κατοχή, αναστολή της εθνο-κρατικής
ανεξαρτησίας της Ελλάδας. Το ζήτημα της ανεξαρτησίας αφορούσε και την εργατιά αγροτιά, αλλά και την αστική τάξη και κέντρα εξουσίας όπως το παλάτι, από τη
σκοπιά της καπιταλιστικής σταθερότητας.
Η δράση κατά τη ξένης κατοχής πρέπει να είναι συνυφασμένη με το ταξικό συμφέρον
κάθε κοινωνικής δύναμης. Η κάθε φορά πάλη για απαλλαγή από την ξένη κατοχή
μπορεί και πρέπει να γίνει κρίκος για την ανάπτυξη των επαναστατικών δυνάμεων. Ο
απελευθερωτικός αγώνας ή θα συνδεθεί με τον αγώνα κατάκτησης - εδραίωσης της

1
2
εργατικής εξουσίας και των συμμάχων της, οπότε θα καταργηθούν και οι σχέσεις
ανισοτιμίας και εξάρτησης, ή θα οδηγήσει στην εδραίωση της αστικής εξουσίας με
νέους, καλύτερους ή χειρότερους, όρους στη θέση της χώρας στο ιμπεριαλιστικό
σύστημα.
Ο Β' τόμος του Δοκιμίου Ιστορίας αναδεικνύει ότι η ξένη κατοχή, που τελείωσε με
την εδραίωση του καπιταλισμού, άμεσα έληξε και με επιδείνωση των όρων
εξάρτησης για μια δεκαετία περίπου, με απευθείας ανάμιξη της ξένης συμμαχικής
καπιταλιστικής δύναμης, των ΗΠΑ, στους μηχανισμούς του ελληνικού κράτους.
Αυτή η ανάμιξη ήταν απόλυτα αναγκαία στην εγχώρια αστική τάξη και το πολιτικό
προσωπικό της, προκειμένου να εξασφαλίσει την κλονισμένη εξουσία της.
• Η στρατηγική του ΚΚ δεν καθορίζεται από τον υπάρχοντα συσχετισμό δυνάμεων,
αλλά από την ωρίμανση των υλικών προϋποθέσεων για το σοσιαλισμό, γεγονός που
καθορίζει την αναγκαιότητα και την επικαιρότητα του. Ο ελάχιστος αναγκαίος
βαθμός ωρίμανσης των υλικών προϋποθέσεων υπάρχει και όταν η εργατική τάξη
αποτελεί μειοψηφική δύναμη ως ποσοστό στον Οικονομικά Ενεργό Πληθυσμό, από
τη στιγμή που αυτή αποκτά συνείδηση της ιστορικής της αποστολής στο πρόσωπο
του Κόμματος της. Η κοινωνική συμμαχία της εργατικής τάξης με τα λαϊκά
στρώματα και κάθε μορφή πολιτικής έκφρασης της πρέπει να εξυπηρετεί την
προσέγγιση του στρατηγικού στόχου της εργατικής (λαϊκής) εξουσίας.
Με βάση τις παραπάνω θεωρητικές θέσεις διερευνούμε την ιστορία του Κόμματος
μας ως ιστορία της στρατηγικής του, από την οποία απορρέει όλη η πολιτική του
δράση. Με αυτή την έννοια, η συγγραφή της ιστορίας του σε κάθε περίπτωση έχει
ταξική αφετηρία και περιεχόμενο, αναδεικνύει διαχρονικά συμπεράσματα από τη
σκοπιά της προσέγγισης του στόχου της εργατικής εξουσίας, οδηγεί σε βαθύτερη
γνώση της ταξικής πάλης σε διεθνές επίπεδο.
Ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος όξυνε την ταξική πάλη σε μια σειρά χώρες. Εκ των
πραγμάτων η στρατηγική του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος απέναντι στο
διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα διαπλέχτηκε με τη στρατηγική του κάθε ΚΚ στη
χώρα του ενάντια στην αστική τάξη της, είτε η τελευταία ήταν επιτιθέμενη, είτε
αμυνόμενη.
Στην Έκθεση Δράσης της ΚΕ του ΠΚΚ(μπ) στις 10 Μαρτίου 1939, ο Β' Παγκόσμιος
Πόλεμος χαρακτηρίστηκε ως ιμπεριαλιστικός. Στην παρουσίαση της Έκθεσης από
τον Ι. Β. Στάλιν αναφέρεται:
«Ο νέος ιμπεριαλιστικός πόλεμος έγινε γεγονός. [...] Χαρακτηριστικό γνώρισμα του
νέου ιμπεριαλιστικού πολέμου είναι ότι δεν έγινε ακόμα γενικός, παγκόσμιος
πόλεμος. Τον πόλεμο τον κάνουν τα κράτη- εισβολείς, βλάπτοντας με κάθε τρόπο τα
συμφέροντα των μη επιθετικών κρατών, πριν απ όλα της Αγγλίας, της Γαλλίας, των
ΗΠΑ, ενώ τα τελευταία κάνουν πίσω και υποχωρούν, κάνοντας στους εισβολείς τη
μια παραχώρηση ύστερα από την άλλη.
Επομένως, μπροστά στα μάτια μας συντελείται το ανοιχτό ξαναμοίρασμα του κόσμου
και των σφαιρών επιρροής[...] Στην πράξη, ωστόσο, η πολιτική της μη ανάμιξης
σημαίνει ανοχή της επίθεσης, εξαπόλυση πολέμου, άρα, μετατροπή του σε παγκόσμιο
πόλεμο»2.
Ο αρχικός στόχος των αντιχιτλερικών καπιταλιστικών κρατών ήταν να σπρώξουν τη
Γερμανία κατά της Σοβιετικής Ένωσης, υπολογίζοντας ότι από αυτή την αιματηρή
σύγκρουση θα έβγαιναν και οι δύο εξασθενημένες, ώστε οι ΗΠΑ- Βρετανία να
παρέμβαιναν για να ρυθμίσουν τις εξελίξεις σε δικό τους όφελος. Γι' αυτό και άφηναν
τη Γερμανία να καταλαμβάνει χώρες.
2

Ι. Β. Στάλιν, Άπαντα, τομ. 14ος, έκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2004, σελ. 376, 377378, 379.

1
3
Η εκτίμηση για τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του πολέμου διατηρήθηκε
περισσότερους από 27 μήνες, δηλαδή μέχρι τις 22 Ιουνίου 1941, οπότε η Γερμανία
επιτέθηκε εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης. Επί της ουσίας ο ιμπεριαλιστικός
χαρακτήρας του πολέμου διατηρήθηκε σε όλη τη διάρκεια του, παρά την ύπαρξη της
αντιχιτλερικής συμμαχίας ανάμεσα στην ΕΣΣΔ και στις ΗΠΑ - Μεγ. Βρετανία.
Ο πόλεμος από την πλευρά της ΕΣΣΔ ήταν δίκαιος, αντιιμπεριαλιστικός, πόλεμος
υπεράσπισης της σοσιαλιστικής πατρίδας. Αυτό το αναμφισβήτητο γεγονός δεν
σήμαινε ότι και οι συγκυριακοί σύμμαχοι της ΕΣΣΔ (ΗΠΑ - Μ. Βρετανία)
διεξήγαγαν πόλεμο από τη σκοπιά των λαϊκών συμφερόντων.
Ο πόλεμος από την πλευρά τους παρέμενε πόλεμος για το μοίρασμα των σφαιρών
επιρροής, για την εδραίωση της αστικής εξουσίας τους, συνολικά του καπιταλιστικού
συστήματος.
Η «ομπρέλα» της αντιχιτλερικής συμμαχίας δεν ήταν δυνατό να εξαλείψει τις
επιδιώξεις τους στο μοίρασμα των σφαιρών επιρροής, ούτε τη στρατηγική συμμαχία
τους ενάντια στην ΕΣΣΔ.
Πρόσθετες αποδείξεις αποτελούν η ρίψη ατομικών βομβών στην Ιαπωνία, που δεν
υπαγορευόταν από την ανάγκη πίεσης για συνθηκολόγηση της Ιαπωνίας, καθώς και η
γρήγορη αναδιάταξη των συμμαχιών τους μετά από τη συνθηκολόγηση της
Γερμανίας. Έτσι, πολύ γρήγορα ο προηγούμενος αντίπαλος, η Γερμανία, έγινε ο νέος
σύμμαχος κι αντίστροφα ο προηγούμενος σύμμαχος, η ΕΣΣΔ, έγινε και πάλι
αντίπαλος. Αλλά και κατά τη διάρκεια της συμμαχίας τους με την ΕΣΣΔ υπονόμευαν
το σοσιαλισμό, καθόριζαν τις κινήσεις τους με κριτήριο τη φθορά της ΕΣΣΔ και όχι
τη γρήγορη ήττα και συνθηκολόγηση του γερμανικού κράτους και των συμμάχων
του. Έτσι άνοιξαν το δεύτερο μέτωπο στην Ευρώπη μόλις τον Ιούνιο του 1944, όταν
ο Κόκκινος Στρατός ήδη προέλαυνε νικηφόρα.
Εξάλλου ανάμεσα στα κράτη-συμμάχους κατά του φασισμού διεξαγόταν «υπογείως»
διαπάλη. Οι ιμπεριαλιστικές αντιχιτλερικές δυνάμεις επιδίωκαν τη διατήρηση του
προπολεμικού συσχετισμού, ενώ η Σοβιετική Ένωση μαζί με πολλά ΚΚ και
εθνικοαπελευθερωτικό κινήματα επιδίωκαν ριζικές κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές,
την απόσπαση σειράς χωρών από το ιμπεριαλιστικό σύστημα.
Οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις διαπέρασαν τις αστικές τάξεις όλων των
καπιταλιστικών κρατών, διαχωρίζοντας αυτές σε φιλοχιτλερικές και αντιχιτλερικές.
Αυτό έγινε και στην Ελλάδα, όπου μια έκφραση του διαχωρισμού αποτέλεσε η
δημιουργία ελληνικών κυβερνήσεων στο Κάιρο, παράλληλα με τις κυβερνήσεις των
δωσίλογων που συγκροτήθηκαν στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα, στόχος και των δύο
πλευρών ήταν η διατήρηση της αστικής εξουσίας και μετά από τον πόλεμο. Αυτή η
επιδίωξη διαμόρφωσε την ενοποιητική βάση τους, παράλληλα με τις αντιθέσεις τους.
Από τα πιο ανάγλυφα παραδείγματα είναι η δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας
στην Ελλάδα. Συγκροτήθηκαν με τη σύμφωνη γνώμη της Μ. Βρετανίας, καθώς και
των Πλαστήρα, Σοφούλη και άλλων αστών πολιτικών διαφορετικών ρευμάτων,
συνεργατών και μη συνεργατών των Γερμανών, που έδρασαν εναντίον του ΕΑΜ και
του ΚΚΕ τόσο στη διάρκεια της Κατοχής όσο και το Δεκέμβρη του 1944.
Συμπέρασμα διαχρονικής σημασίας αποτελεί ότι ο συνδυασμός της
εθνικοαπελευθερωτικής πάλης με την πάλη για την εργατική εξουσία εμπεριέχει και
αναδιάταξη των δυνάμεων που συγκροτούν το εθνικοαπελευθερωτικό μπλοκ. Αυτή η
αναδιάταξη πρόβαλε εξ αντικειμένου κατά το 1943-1944, όταν είχε ήδη
πραγματοποιηθεί ριζική στροφή στην πορεία του πολέμου σε βάρος των χιτλερικών
δυνάμεων και σημειωνόταν γοργή ανάπτυξη του ΚΚΕ και του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Η πάλη
ενάντια στην ξένη κατοχή στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν ο κρίκος που μπορούσε
να τροφοδοτήσει επαναστατικό μέτωπο για την εργατική εξουσία.

1
4
Οι συμμαχίες, που ασφαλώς πρέπει να επιδιώκονται, περιέχουν το στοιχείο του
συμβιβασμού, όμως εκείνου του συμβιβασμού που προωθεί τις εργατικές επιδιώξεις
και όχι του συμβιβασμού που τις εξουδετερώνει.
Από αυτή τη σκοπιά κρίνεται και η ορθότητα της στρατηγικής του Κόμματος και όχι
απ' τη σκοπιά της αμφισβήτησης του στόχου-κρίκου του ΚΚΕ για την απελευθέρωση,
και του αντίστοιχου στόχου του ΕΑΜ.
• Από την ίδια οπτική της επαναστατικής στρατηγικής, η ΚΕ αντιμετωπίζει και τις
σχέσεις του ΚΚΕ με το ΚΚΣΕ και τα άλλα ΚΚ εξουσίας.
Κρίνεται η γραμμή αυτών των ΚΚ που επέδρασαν στην ισχυροποίηση και
επικράτηση οπορτουνιστικών δυνάμεων στο ΚΚΕ, στο χαρακτήρα της 6ης Πλατιάς
Ολομέλειας της ΚΕ, και όχι οι στενοί ή ακόμα και άτυποι οργανωτικοί δεσμοί
έκφρασης αυτής της σχέσης. Γι' αυτό το λόγο το Δοκίμιο, αναφερόμενο στην
πρωτοβουλία των 6 ΚΚ να συγκαλέσουν την 6η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ
(1956), υιοθετεί τον όρο «παρέμβαση» και όχι «επέμβαση».
Άλλωστε, η πρακτική της «παρέμβασης» του ΚΚΣΕ και άλλων αδελφών ΚΚ στο
ΚΚΕ ήταν νομιμοποιημένη στη συνείδηση της ηγεσίας και των μελών του ΚΚΕ, ως
μια άτυπη οργανική σχέση συνέχειας των προγενέστερων οργανικών σχέσεων που
είχαν διαμορφωθεί στην Κομμουνιστική Διεθνή από την ίδρυση της. Επιπλέον αυτή η
σχέση ενισχυόταν από το γεγονός ότι χιλιάδες μαχητές και μαχήτριες του ΔΣΕ,
στελέχη, αλλά και η ηγεσία του ΚΚΕ, ζούσαν ως πολιτικοί πρόσφυγες στην ΕΣΣΔ
και σε άλλες χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.
Βεβαίως, το πώς υλοποιείται η σχέση του προλεταριακού διεθνισμού ανάμεσα σε
κόμματα διαφορετικών χωρών, σχετίζεται με την ιδεολογική - θεωρητική κατεύθυνση
κάθε ΚΚ και γενικότερα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.
Ως κομμουνιστικές σχέσεις που ανταποκρίνονται στην ιστορική αποστολή της
εργατικής τάξης θεωρούμε την κατάκτηση της ιδεολογικής-στρατηγικής ενότητας του
διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, την έκφραση της και σε ουσιαστικές διμερείς
και πολυμερείς συζητήσεις κριτικής και αυτοκριτικής, με ενιαίους στόχους πάλης
συνολικά απέναντι στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα. Κάθε ΚΚ οφείλει να
συμβάλλει στην ενότητα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, αναλαμβάνοντας
την ευθύνη να διαμορφώνει επαναστατικό πρόγραμμα για τη χώρα του και
παλεύοντας τις αναθεωρητικές και οπορτουνιστικές παρεκκλίσεις. Η τεκμηρίωση της
κριτικής είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την καλοπροαίρετη αποδοχή της. Αλλά
και η υποχρέωση στη δημιουργική κομμουνιστική κριτική και η ικανότητα αποδοχής
της αφορά κάθε ΚΚ, ανεξάρτητα από το μέγεθος της επιρροής στη χώρα του,
ανεξάρτητα από το ρόλο που διαδραματίζει σε παγκόσμια κλίμακα.
• Το Δοκίμιο εξετάζει τον οπορτουνισμό ως ιδεολογικό και πολιτικό ρεύμα που έχει
κοινωνική βάση. Σημαντική πηγή του οπορτουνισμού αποτελούν τα μικροαστικά
στρώματα που συμπιέζονται ή και καταστρέφονται από τη διαδικασία συγκέντρωσης
και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, την επέκταση των μονοπωλιακών ομίλων.
Ιδιαίτερα σε συνθήκες καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, τα μικροαστικά στρώματα
που εξεγείρονται για να διατηρήσουν την οικονομική θέση τους,, ενώ αγανακτούν και
εναντιώνονται στην κυβερνητική πολιτική, ουτοπικά αναζητούν την επιστροφή στο
παρελθόν που επέτρεπε σε μεγαλύτερο βαθμό την επιβίωση τους. Πολιτικά
πρεσβεύουν την κατοχύρωση ενός μονοπωλιακού καπιταλισμού «ελεγχόμενου» από
κάποια κυβέρνηση που θα εκφράζει περισσότερο τα συμφέροντα των μικρών
ιδιοκτητών μέσων παραγωγής και περιορισμένης συσσώρευσης, σε σχέση με τα
συμφέροντα των μεγάλων ιδιοκτητών, των μονοπωλίων. Με αυτό τον τρόπο γίνονται
φορείς μιας ιδεολογίας και πολιτικής πρακτικής που ουτοπικά επιδιώκει είτε να
αμβλύνει το μονοπωλιακό ανταγωνισμό είτε να στρέψει τη φορά του προς τα πίσω,
στο προμονοπωλιακό του στάδιο. Αυτά τα στρώματα, προσεγγίζοντας την εργατική
τάξη ή και εντασσόμενα σε αυτήν μετά από την καταστροφή τους, γίνονται φορείς

1
5
πίεσης για την προσαρμογή του εργατικού κινήματος σε θέσεις «εξανθρωπισμού» του
καπιταλισμού.
Αλλά και η εργατική τάξη δεν είναι ομοιόμορφη. Την αποτελούν τμήματα
διαφορετικής εισοδηματικής βάσης, καθώς και διαφορετικής πολιτικής και ταξικής
εμπειρίας, αφού η διεύρυνση της γίνεται με τη συνεχή επέκταση της καπιταλιστικής
μισθωτής εργασίας σε νέους και παλιούς κλάδους.
Ιδιαίτερα πρέπει να επισημανθεί το στρώμα της εργατικής αριστοκρατίας, δηλαδή το
εξαγορασμένο τμήμα της εργατικής τάξης, το οποίο επίσης συγκροτεί μία βασική
πηγή του οπορτουνιστικού φαινόμενου, γιατί αποτελεί το φορέα της ταξικής
συνεργασίας μέσα στο εργατικό κίνημα.
Ο αναθεωρητισμός και ο πολιτικός οπορτουνισμός εκδηλώνεται μέσα στο πολιτικό
εργατικό κίνημα, στα ίδια τα ΚΚ. Αναπαράγεται όχι μόνο από πολιτικούς φορείς του
οπορτουνισμού που προέκυψαν ως αποτέλεσμα της διάσπασης του ΚΚ, π.χ. το «ΚΚΕ
εσωτερικού» μετά από τη διάσπαση του 1968 ή ο Συνασπισμός με την ενσωμάτωση
σε αυτόν των δυνάμεων που αποσχίστηκαν το 1991 από το ΚΚΕ. Αναπαράγεται και
με την εκ νέου επίδραση του συμβιβασμού στο εσωτερικό των ΚΚ. Η μη έγκαιρη και
συνεπής αντιμετώπιση του οπορτουνισμού είναι δυνατό, κάτω από ορισμένες
προϋποθέσεις, να τα οδηγήσει μέχρι και στον πλήρη εκφυλισμό.
Οι οπορτουνιστικές δυνάμεις συχνά ενισχύονται στις απότομες στροφές της ταξικής
πάλης, είτε στην άνοδο είτε στην υποχώρηση της. Με το μεγάλο κύμα της
αντεπανάστασης της τελευταίας 20ετίας, η πίεση της αστικής ιδεολογίας εκφράστηκε
με γενικευμένη αναθεώρηση θεμελιωδών θέσεων της κομμουνιστικής ιδεολογίας και
οπορτουνιστική προσαρμογή στο σύστημα.
Η λαθεμένη στρατηγική επιλογή ενός ΚΚ δεν οφείλεται πάντοτε σε συνειδητή
επιλογή συμβιβασμού στο σύστημα. Όμως και σε αυτή την περίπτωση, η μη έγκαιρη
διόρθωση του λάθους δίνει έδαφος στην ενίσχυση του οπορτουνισμού. Στην ιστορία
του ΚΚΕ, αλλά και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, υπάρχουν λαθεμένες
επιλογές, σε βάρος της ταξικής πάλης, που δεν οφείλονταν σε πρόθεση συμβιβασμού.
Στην περίοδο 1940-1944 η προβληματική στρατηγική των σταδίων από την ΚΔ και
το ΚΚΕ στηρίχθηκε σε λαθεμένη ανάλυση της ελληνικής κοινωνίας της δεκαετίας
του 1930. Σε αυτή τη στρατηγική βάση πραγματοποιήθηκαν οι λαθεμένες πολιτικές
επιλογές των συμφωνιών του Λιβάνου και της Καζέρτας εκ μέρους της ηγεσίας του
ΚΚΕ, που είχαν επιπλέον το στοιχείο του συμβιβασμού με τις αστικές δυνάμεις. Η
καταδίκη της πάλης του ΔΣΕ ως σεχταριστικής ήταν οπορτουνιστικού χαρακτήρα
στάση προσαρμογής στις νέες συνθήκες. Επίσης οπορτουνιστικό λάθος ήταν η
απόφαση για τη διάλυση των κομματικών οργανώσεων και τη διάχυση των
κομματικών μελών στην ΕΔΑ. Στην τελευταία -και όχι μόνο σε αυτή- μπορεί κανείς
να διακρίνει και την πίεση από το συμβιβασμό λαϊκών δυνάμεων, εξαιτίας της ήττας
του ΕΑΜικού κινήματος και της σκληρότητας των διωγμών.
Υπήρξαν και λάθη που οφείλονταν σε αδυναμία αντικειμενικής εκτίμησης του
συσχετισμού των δυνάμεων εσωτερικά και διεθνώς, αλλά όχι σε συμβιβαστική
διάθεση και πολιτική πρακτική, όπως εκείνα που αφορούσαν την καθυστέρηση στο
ξεκίνημα του ΔΣΕ.
Για να εκτιμηθεί αν κάποιο λάθος συνιστά παρέκκλιση θεωρητικής και εμπειρικής
αδυναμίας ή συνειδητής οπορτουνιστικής επιλογής, χρειάζεται συγκεκριμένη
ανάλυση των παραγόντων που οδήγησαν σε αυτό.
Συνοψίζοντας, επισημαίνουμε τις εξής διαχρονικές αναγκαιότητες για κάθε ΚΚ:
• Την αυτοτελή οργανωτική συγκρότηση και ιδεολογική-πολιτική δράση του
Κόμματος σε οποιεσδήποτε συνθήκες, νόμιμης-ημινόμιμης ή παράνομης δράσης,
άτυπης ή πιο συγκροτημένης συμμαχίας με άλλες δυνάμεις. Η οργανωτική του
συγκρότηση να στηρίζεται στην εργατική τάξη, στα πιο δυναμικά τμήματα της, στα
συγκεντρωμένα στους στρατηγικής σημασίας κλάδους της οικονομίας. Η ύπαρξη

1
6
ΚΟΒ και ενδιάμεσων καθοδηγητικών οργάνων σε κάθε περίπτωση, εξασφαλίζοντας
σε συνθήκες παρανομίας την περιφρούρηση και την ευελιξία στη λειτουργία τους. Η
δράση για τη ντε φάκτο κατοχύρωση της ανοιχτής δημόσιας δράσης του Κόμματος,
όταν βρίσκεται σε συνθήκες ολικής ή μερικής κρατικής απαγόρευσης, είναι
αναγκαιότητα της πάλης για τα δικαιώματα της εργατικής τάξης και των λαϊκών
δυνάμεων.
Αναγκαιότητα είναι η αυτοτελής θεωρητική δουλειά του Κόμματος, η έγκαιρη, με
επιστημονικά δεδομένα και διαλεκτική - υλιστική ανάλυση των εγχώριων και
διεθνών οικονομικών εξελίξεων, της αντανάκλασης τους στις κοινωνικές δυνάμεις
και των προσαρμογών που προκαλούν στο εποικοδόμημα. Αναδεικνύεται ως
συμπέρασμα ότι καθυστέρηση ή λάθη σε θεωρητικό επίπεδο οδηγούν σε λάθη
στρατηγικής, ανεξάρτητα από τα χαρακτηριστικά της τοξικότητας, της
επαναστατικής διάθεσης και στάσης της ηγεσίας του Κόμματος, ανεξάρτητα δηλαδή
από τη γενική αποδοχή και διακήρυξη της αναγκαιότητας του σοσιαλισμού.
• Την ανάγκη το κόμμα να διορθώνει τα λάθη του έγκαιρα, τεκμηριωμένα και
αποφασιστικά με συλλογικές διαδικασίες. Από αυτή την άποψη, η πορεία της
εσωκομματικής διαπάλης στη δεκαετία του 1950 σχετίζεται όχι μόνο με προβλήματα
της στρατηγικής της περιόδου 1940-1944, αλλά και με την αδυναμία του Κόμματος
να εκτιμήσει αντικειμενικά, στο 7° Συνέδριο του το 1945, τα λάθη της παραπάνω
περιόδου.
Ωστόσο η δράση του ΚΚ περικλείει τη δυνατότητα λαθεμένων επιλογών
μεγαλύτερης ή μικρότερης σημασίας τόσο περισσότερο όσο πιο νεαρό είναι το κόμμα
και νεαρό ήταν το ΚΚΕ στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, με περιορισμένη εμπειρία
και γνώση. Στο συγκεκριμένο μέγεθος και το χαρακτήρα των λαθών, στον εντοπισμό
και τη διόρθωση τους ή όχι, επιδρούν βέβαια και παράγοντες από ιστορική άποψη
τυχαίοι, όπως είναι η ικανότητα και το επίπεδο του ηγετικού πυρήνα.
ΣΥΝΟΨΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΘΕΣΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ
ΠΡΟΚΥΠΤΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟ Β' ΤΟΜΟ ΤΟΥ ΔΟΚΙΜΙΟΥ

ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ

ΠΟΥ

Ο Β' τόμος Δοκιμίου Ιστορίας εκτιμά ότι μετά από τις μάχες του ΔΣΕ στο Γράμμο και
στο Βίτσι και την υποχώρηση των δυνάμεων του στην Αλβανία, το ΚΚΕ μπήκε σε
μια νέα φάση της ιστορίας του. Σε αυτές τις συνθήκες επιχείρησε να προσαρμόσει τη
δράση του στο νέο αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων που είχε διαμορφωθεί, να χαράξει
την τακτική και τη στρατηγική του. Εκ των πραγμάτων ήταν υποχρεωμένο να
μελετήσει την προηγούμενη δεκάχρονη δράση του και να βγάλει συμπεράσματα από
αυτή. Αυτή η προσπάθεια, παρά τις αδυναμίες και τις αντιφάσεις της, ανακόπηκε το
1956 με την επιβολή της δεξιάς οπορτουνιστικής στροφής. Από εκεί και πέρα οι
δυνάμεις που κυριάρχησαν, αφού πρώτα προχώρησαν στη διάλυση των κομματικών
οργανώσεων και στην ένταξη των κομματικών μελών στην ΕΔΑ, οδήγησαν το ΚΚΕ
στο 8° Συνέδριο, ενώ η διαπάλη στις γραμμές του διαρκώς οξυνόταν, όχι μόνο λόγω
της αντίδρασης ορισμένων εσωκομματικών δυνάμεων στις αποφάσεις της 6ης, 7ης
και 8ης Ολομέλειας της ΚΕ, αλλά και λόγω της ανάπτυξης νέων αναθεωρητικών και
οπορτουνιστικών ρευμάτων. Αποκορύφωμα της σύγκρουσης ήταν η 12η Ολομέλεια
της ΚΕ το 1968. Σε αυτή το λεγόμενο οργανωτικοπολιτικό πρόβλημα επιλύθηκε
θετικά και άρχισε η οργανωτική ανασυγκρότηση του ΚΚΕ, καθώς και μια νέα
περίοδος στην ιστορία του.
Το 18° Συνέδριο του ΚΚΕ (18-22 Φεβρουαρίου 2009) αποφάσισε να γίνουν υπόθεση
όλου του Κόμματος τα συμπεράσματα του Β' τόμου του Δοκιμίου Ιστορίας του ΚΚΕ
μέσα από τη διαδικασία συζήτησης του στις ΚΟΒ και τη διεξαγωγή Πανελλαδικής
Συνδιάσκεψης το πρώτο εξάμηνο του 2011. Η επιλογή αυτής της εσωκομματικής
διαδικασίας σχετίζεται με το γεγονός ότι προκύπτουν ζητήματα επανεκτίμησης

1
7
γεγονότων και προσώπων, με κορυφαία γι' αυτήν την περίοδο τη διεξαγωγή της 6ης
Πλατιάς Ολομέλειας της ΚΕ το Μάρτιο του 1956, καθώς και των επόμενων
Ολομελειών της ΚΕ (7η και 8η το 1957 και 1958 αντίστοιχα).
Προτείνεται η πλήρης αποκατάσταση του Νίκου Ζαχαριάδη από την ατιμωτική
υποψία-συκοφαντία για συνεργασία με τον ταξικό αντίπαλο, παρά το γεγονός ότι επί
της ουσίας το 1973 είχε απαλλαχθεί απ' αυτή την κατηγορία-υπόνοια. Προτείνεται η
αποκατάσταση του ως ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, δηλαδή η απαλλαγή του απ' όλες τις
κατηγορίες που του καταλόγισαν και τις ποινές που του επέβαλαν η 6η Πλατιά και η
7η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ με την επικύρωση τους από το 8° Συνέδριο.
Η ΚΕ του ΚΚΕ αναγνωρίζει την ταξικότητα και ανιδιοτέλεια στη γενική κατεύθυνση
της δράσης του Νίκου Ζαχαριάδη ως ΓΓ, τον κομμουνιστικό ηρωισμό του.
Υπενθυμίζεται ότι το 1991 η ΚΕ αποφάσισε τη μεταφορά των οστών του Ν.
Ζαχαριάδη στην Ελλάδα. Έγιναν αφιερώματα στη μνήμη του στο Ριζοσπάστη και
άλλες ενέργειες που συνιστούσαν βήματα προς την πλήρη αποκατάσταση του.
Σήμερα η ΚΕ προτείνει να γίνει επίσημη κομματική αποκατάσταση του Νίκου
Ζαχαριάδη με απόφαση της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης, στην οποία θα
αποκαθίσταται η προσφορά του στο επαναστατικό κίνημα.
Στην ιστορική αποτίμηση υπολογίζεται η σχέση της ηγετικής προσωπικότητας με τις
συνθήκες της εποχής της, εσωτερικές και διεθνείς, εσωκομματικές και
εξωκομματικές, χωρίς να αναιρείται η κριτική σε προβλήματα στρατηγικής και
εσωκομματικής λειτουργίας, σε λαθεμένες πολιτικές ενέργειες, όπως μεταξύ άλλων ο
χειρισμός του ως προς τον Γ. Σιάντο, η καταγγελία της εκτέλεσης του Νίκου
Πλουμπίδη ως εικονικής, ο χειρισμός της υπόθεσης Καραγιώργη, η μη
αποκατάσταση του Νίκου Βαβούδη και του Άρη Βελουχιώτη.
Η ΚΕ επίσης προτείνει την επίσημη αποκατάσταση από κομματικό Σώμα των Άρη
Βελουχιώτη και Νίκου Βαβούδη, που δεν έχει πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα.
Η ΚΕ, απευθυνόμενη στα μέλη και στελέχη του ΚΚΕ και της ΚΝΕ, επισημαίνει ότι η
επανεκτίμηση θέσεων και πολιτικών επιλογών, που προκύπτει από τη βαθύτερη
αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας, δε συνιστά λαθολογία, δεν ανοίγει δρόμο στον
αναθεωρητισμό και οπορτουνισμό. Οδηγεί σε επαναστατικού χαρακτήρα διόρθωση
λαθών. Μηδενισμό και απογοήτευση παράγει η λαθολογία, δηλαδή η χρησιμοποίηση
των λαθών για άρνηση της ηρωικής ιστορίας της ταξικής πάλης στην Ελλάδα με την
καθοδήγηση του ΚΚΕ, για εγκατάλειψη ιδεολογικών αρχών, για αιτιολόγηση
οπορτουνιστικών επιλογών.
ΜΕΘΟΔΟΣ ΚΑΙ ΔΟΜΗ ΤΟΥ Β' ΤΟΜΟΥ
Ο Β' τόμος εξετάζει την ιστορία του ΚΚΕ στο πλαίσιο των εσωτερικών κοινωνικών
και πολιτικών εξελίξεων και στη διαπλοκή της με τις διεθνείς εξελίξεις, τουλάχιστον
ως προς την εξέλιξη του διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων και την αλληλεπίδραση
μεταξύ της στρατηγικής του ΚΚΕ και εκείνης του διεθνούς κομμουνιστικού
κινήματος. Γι' αυτό το λόγο προηγούνται δύο θεματικά κεφάλαια, από τα οποία το
καθένα καλύπτει όλη τη χρονική περίοδο αναφοράς του Β' τόμου.
ΤΑ ΔΥΟ ΠΡΩΤΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ
Το Πρώτο Κεφάλαιο, όπως προσδιορίζει και ο τίτλος του, επικεντρώνεται στις
εξελίξεις που αφορούν το διεθνή συσχετισμό δυνάμεων και τη στρατηγική του
διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, τμήμα του οποίου είναι και το ΚΚΕ. Από αυτή
την άποψη δεν αποτελεί μια πλήρη ιστορική καταγραφή και ανάλυση όλων των
διεθνών εξελίξεων.

1
8
Οι εκτιμήσεις και τα συμπεράσματα αυτού του κεφαλαίου, όπως βέβαια και των
επόμενων, προκύπτουν από την παρούσα ιστορική μελέτη και δεν είναι μεταφορά
των εκτιμήσεων του Κόμματος ή του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος εκείνης της
περιόδου. Για παράδειγμα, κρίνεται η τότε εκτίμηση του διεθνούς κομμουνιστικού
κινήματος για το διεθνή συσχετισμό δυνάμεων υπέρ του σοσιαλισμού στη δεκαετία
του 1950, εκτίμηση η οποία ιστορικά δεν επαληθεύτηκε. Στο πρώτο κεφάλαιο
διερευνώνται οι παράγοντες που οδήγησαν σε εκείνη την εκτίμηση.
Το Δοκίμιο επικεντρώνει στην επίδραση γεγονότων και κατευθύνσεων του διεθνούς
κομμουνιστικού κινήματος στο ΚΚΕ, στη σύνθεση της καθοδήγησης του, στη
στρατηγική του, στην οργανωτική του πολιτική.
Πλήθος πληροφοριακών στοιχείων αυτής της περιόδου περιλαμβάνονται στο
Παράρτημα του Δοκιμίου.
Το Δεύτερο Κεφάλαιο επικεντρώνει στις οικονομικές εξελίξεις, διαχωρίζοντας αυτές
από τις γενικότερες πολιτικές εξελίξεις για λόγους μεθοδολογικούς, αφού οι σταθμοί
στην ιστορία του Κόμματος δεν συμπίπτουν με σταθμούς στην εξέλιξη της
οικονομικής βάσης του ελληνικού καπιταλισμού. Τα συμπεράσματα από τη μελέτη
των οικονομικών εξελίξεων έχουν μεγάλη σημασία για την ερμηνεία των πολιτικών
εξελίξεων, την εκτίμηση των πολιτικών προβλέψεων και των στόχων του Κόμματος.
Αν και το κεφάλαιο δεν έχει το χαρακτήρα μιας εξειδικευμένης ιστορικής μελέτης
των οικονομικών εξελίξεων στην Ελλάδα στις δεκαετίες 1950 και 1960, αναδεικνύει
τις τάσεις που διαμορφώνονταν σε διάφορες φάσεις αυτής της χρονικής περιόδου.
Αναδεικνύει πώς διαπλεκόταν η μεταπολεμική ανασυγκρότηση της ελληνικής
καπιταλιστικής οικονομίας με στρατηγικές επιλογές των ΗΠΑ αλλά και
καπιταλιστικών κρατών της Δυτικής Ευρώπης. ΓΓ αυτό το λόγο δίνει έμφαση σε δύο
στρατηγικές επιλογές του ιμπεριαλισμού αυτής της περιόδου: Στο Σχέδιο Μάρσαλ
και στη σύνδεση της Ελλάδας με την ΕΟΚ.
Το υποκεφάλαιο για το Σχέδιο Μάρσαλ αναδεικνύει όλη την πορεία και τις
αντιφάσεις της ξένης παρέμβασης στη σταθεροποίηση του ελληνικού καπιταλισμού.
Αν και αρχικά είχε επιλέξει να στηρίξει την καπιταλιστική ανασυγκρότηση και
στρατιωτικά και οικονομικά με μια ορισμένη εκβιομηχάνιση, τελικά στήριξε κυρίως
τη στρατιωτική ανασυγκρότηση για να τσακίσει το λαϊκό κίνημα και να εξασφαλίσει
τα γενικότερα συμφέροντα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στην Ανατολική
Μεσόγειο, στη Μέση Ανατολή, να γίνει η Ελλάδα προχωρημένο φυλάκιο κατά των
σοσιαλιστικών κρατών.
Τελικά η εκβιομηχάνιση κατά την περίοδο που εξετάζουμε έγινε από το αστικό
καθεστώς και κυρίως μέσω της εσωτερικής συσσώρευσης κεφαλαίου.
Στο ουσιαστικό ζήτημα της στρατηγικής, του καθορισμού του εργατικού χαρακτήρα
της εξουσίας, με τον οποίο συνδέεται και η επίλυση των ιμπεριαλιστικών
εξαρτήσεων, το ΚΚΕ έχει ήδη τοποθετηθεί με προγραμματικές και άλλες
επεξεργασίες, με αφετηρία το 15° Συνέδριο (1996). Έχει αναδείξει ότι στην πορεία,
στις επόμενες δεκαετίες του 1980,1990 ή και του 2000, οι εξαρτήσεις πήραν
διαφορετικό χαρακτήρα, με πιο ενεργητική ενσωμάτωση της Ελλάδας στην ΕΕ, στο
αναδομημένο ΝΑΤΟ.
ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Το Τρίτο Κεφάλαιο «Η δράση του ΚΚΕ από το τέλος του 1949 έως και τη 121
Ολομέλεια της ΚΕ του 1968» είναι το κύριο σώμα αυτής της ιστορικής μελέτης.
Αντικείμενο του είναι η δράση του Κόμματος σε όλα τα επίπεδα: ως διαμόρφωση
γραμμής, ως ιδεολογικοπολιτική δράση και ως παρέμβαση στο κίνημα, αλλά και ως
οργανωτική πολιτική. Εξετάζεται παράλληλα και σε συνάρτηση με τις πολιτικές
εξελίξεις.

1
9
Έχοντας συνειδητά ως κεντρικό άξονα τη διαπραγμάτευση της γενικής πολιτικής και
οργανωτικής κατεύθυνσης του ΚΚΕ, το Δοκίμιο επιχειρεί να εξασφαλίσει τις
προϋποθέσεις, ώστε άλλες εξειδικευμένες μελέτες να καλύψουν αναλυτικά επιμέρους
όψεις της κομματικής ιστορίας, όπως η ζωή των πολιτικών προσφύγων και των
πολιτικών κρατουμένων, τα μέσα προπαγάνδας (Τύπος, ραδιόφωνο κ.α.) του
Κόμματος, η επίδραση του ΚΚΕ στην επιστημονική έρευνα και την τέχνη, στο
κίνημα για τη χειραφέτηση της γυναίκας, για τον περιορισμό των ταξικών φραγμών
στην παιδεία κ.α.
Αντικείμενα της ιστορικής μελέτης, που πραγματεύεται το Τρίτο Κεφάλαιο,
αποτελούν:
• Τα Σώματα του Κόμματος, ως πηγή καθορισμού της δράσης του: Ολομέλειες ΚΕ,
Συνδιασκέψεις, Συνέδρια.
Μελετώνται όλα τα Προγραμματικά Κείμενα αυτής της περιόδου, όχι μόνο όσα
καταλήχθηκαν ως ντοκουμέντα, αλλά και τα Σχέδια Προγράμματος από τα οποία
προκύπτουν συμπεράσματα για την εξέλιξη της ιδεολογικής και πολιτικής πορείας
του Κόμματος.
Επίσης μελετώνται και αποφάσεις του ΠΓ με βαρύνουσα σημασία, που αφορούν π.χ.
χειρισμούς και εκτιμήσεις για μέλη της ηγεσίας, όπως για τον Νίκο Πλουμπίδη και
τον Κώστα Καραγιώργη.
• Οι εκλογικές μάχες, γιατί αποτυπώνουν συσχετισμό δυνάμεων και πάλης,
αποτυπώνουν την υλοποίηση - εξέλιξη της πολιτικής συμμαχιών του Κόμματος κλπ.
• Πολιτικές οργανώσεις, σχήματα πολιτικών συνεργασιών, όπως η ΕΔΑ, στις οποίες
συμμετείχε το ΚΚΕ.
• Οι εργατικές, αγροτικές και άλλες κοινωνικές οργανώσεις, στις οποίες έδρασαν τα
μέλη και στελέχη του Κόμματος, ή με τις οποίες συγκρουόταν, π.χ. η ΓΣΕΕ.
Τα αστικά κόμματα, γενικότερα οι εξελίξεις σε θεσμούς του ελληνικού αστικού
κράτους (π.χ. στο θεσμό της βασιλείας ως κέντρου εξουσίας σε συνάρτηση με άλλους
θεσμούς: κυβέρνηση, στρατό, Κοινοβούλιο κλπ.) ή η διαπλοκή τους με ξένα κέντρα
και μηχανισμούς, όπως η εγκατάσταση ξένων στρατιωτικών βάσεων, η ένταξη στο
ΝΑΤΟ, η σύνδεση της Ελλάδας με την ΕΟΚ.
Το Τρίτο Κεφάλαιο υποδιαιρείται στα εξής υποκεφάλαια:
Α' υποκεφάλαιο: Το ΚΚΕ από το τέλος του 1949 έως το 8° Συνέδριο (1961).
Β' υποκεφάλαιο: Το ΚΚΕ μετά από το 8° Συνέδριο έως και τη 12η Ολομέλεια της
ΚΕ(1968).
Στην περίοδο του Β' υποκεφαλαίου, η υποβόσκουσα διαπάλη πήρε νέα όξυνση και
τροπή στις συνθήκες της δικτατορίας, που οδήγησε σε ρήξη με τις οπορτουνιστικές
δυνάμεις που αντιδρούσαν στην οργανωτική ανασυγκρότηση του Κόμματος. Η
έκβαση της 12ης Ολομέλειας της ΚΕ την καθιστά σταθμό ιστορικής σημασίας.
Στη χρονολογική ροή καθενός υποκεφαλαίου περιλαμβάνονται και οι εξελίξεις στο
κίνημα, καθώς και οι εξελίξεις στο κυπριακό, ένα όχι στενά εθνικό ζήτημα και, εδώ
και πολλά χρόνια πια, καθαρά διεθνές. Επιλέχθηκε η τοποθέτηση του στο Τρίτο
Κεφάλαιο, γιατί οι εξελίξεις στο Κυπριακό επιδρούσαν αμφίδρομα στην πολιτική των
κυβερνήσεων και των αστικών κομμάτων στην Ελλάδα, αλλά και του ΚΚΕ.
Η ιστορική αναφορά στο Κυπριακό είναι σχετικά σύντομη, δεν αποτελεί
ολοκληρωμένη ιστορική μελέτη και περιλαμβάνεται σε επιμέρους υποκεφάλαια,
ακολουθώντας τη χρονική ροή του Τρίτου Κεφαλαίου. Επισημαίνουμε ότι είναι
ζήτημα ανοικτό στην ιστορική έρευνα, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και η θέση του
ΚΚΕ για «ένωση» της Κύπρου με την Ελλάδα.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΑΠΟ ΤΟ 1968 ΣΤΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΚΚΕ (1974)

2
0
Ο Επίλογος περιλαμβάνει συνοπτικά τα βασικά γεγονότα της ανασυγκρότησης του
Κόμματος μετά από τη διάσπαση, την ίδρυση της ΚΝΕ (1968), την παρέμβαση του
στην οργάνωση της αντιδικτατορικής πάλης, την πορεία του προς το 9° Συνέδριο, τη
ντε φάκτο κατάκτηση της ανοιχτής δράσης του, πριν την κρατική - θεσμική
νομιμοποίηση της.
Ο Επίλογος είναι ένα προοίμιο του Γ' τόμου της Ιστορίας του ΚΚΕ για την περίοδο
1968-1991 (14° Συνέδριο ανασυγκρότησης).
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ο Β' Τόμος περιλαμβάνει Παράρτημα, όπου περιέχονται πληροφορίες, ντοκουμέντα,
οικονομικά και άλλα στοιχεία, ταξινομημένα κατά κεφάλαιο, καθώς και η αντίστοιχη
βιβλιογραφία και κατάλογος ονομάτων.
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΚΕ ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ
Η ιστορία του ΚΚΕ είναι η ιστορία του ιδεολογικού και πολιτικού διαχωρισμού της
εργατικής τάξης από την αστική στην Ελλάδα. Γι' αυτό στην υπερενενηντάχρονη
πορεία του δέχθηκε και συνεχίζει να δέχεται την αντικομμουνιστική επίθεση με όλες
τις μορφές: την πιο ωμή κρατική βία-φυλακίσεις, εξορίες, θανατικές ποινές και
εκτελέσεις για δήθεν εθνική προδοσία, τη συκοφάντηση της προσφοράς του ΚΚΕ
στον απελευθερωτικό αγώνα με τη διαστρέβλωση γεγονότων, με το «ξανα-γράψιμο
της ιστορίας της Αντίστασης 1940-1944» και την απαξίωση της ιστορίας του ΔΣΕ και
του ηγέτη του Κόμματος Νίκου Ζαχαριάδη, που συνδέθηκαν με περιόδους ανόδου
της ταξικής πάλης.
Κάθε βήμα ιδεολογικής και πολιτικής ωρίμανσης του ΚΚΕ στις σύγχρονες συνθήκες
εξαγριώνει τον ταξικό αντίπαλο, αλλά και τον κάνει ευέλικτο στη χρησιμοποίηση
αποστατών, αναχωρητών, οπορτουνιστών προερχόμενων από τις γραμμές του ΚΚΕ.
Αναμενόμενη είναι η αντικομμουνιστική επίθεση όταν δημοσιευθεί ο Β' τόμος του
Δοκιμίου Ιστορίας του ΚΚΕ μετά από την πραγματοποίηση της Πανελλαδικής
Συνδιάσκεψης, όπως αναμενόμενο ήταν και το περιεχόμενο της επίθεσης που
προκάλεσε η Απόφαση του 18ου Συνεδρίου για το Σοσιαλισμό.
Ασπίδα του Κόμματος μας είναι η ίδια η εργατική τάξη, οι πρωτοπόροι νέοι και νέες
εργατικής και λαϊκής καταγωγής, οι συνειδητοί επιστήμονες και επιστημόνισσες,
γιατί επιστήμη σημαίνει αλήθεια, γιατί αλήθεια για την κοινωνική πρόοδο σημαίνει
σοσιαλιστική - κομμουνιστική προοπτική.
Η ΚΕ του ΚΚΕ
ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Ο ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΣ
ΤΩΝ
ΔΥΝΑΜΕΩΝ
ΚΑΙ
Η
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

1.Α. ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΟ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟ ΤΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ
1.Α.1. Ο ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΟΣ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΣ

ΤΟΥ

ΔΙΕΘΝΟΥΣ

2
1
Από την αρχή της δεκαετίας του 1950 στις διεθνείς εξελίξεις κυριαρχούν τα
χαρακτηριστικά που πρωτοεμφανίστηκαν με τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου
και αμέσως μετά από αυτόν.
Στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, αλλού με την αποφασιστική και αλλού με την
καθοριστική συμβολή της ΕΣΣΔ, συγκροτήθηκε ο βασικός πυρήνας του διεθνούς
σοσιαλιστικού συστήματος, τον οποίο αποτελούσαν, εκτός από την ΕΣΣΔ, οι χώρες
που αποσπάστηκαν από το καπιταλιστικό σύστημα (Αλβανία, Βουλγαρία, το
ανατολικό τμήμα της Γερμανίας3, Ουγγαρία, Τσεχοσλοβακία, Πολωνία, Ρουμανία και
Γιουγκοσλαβία).
Από την άλλη, τον Οκτώβριο του 1949, ύστερα από πολύχρονο ένοπλο αγώνα
εναντίον των μεγαλογαιοκτημόνων, της αστικής τάξης του Κουομιντάνγκ και των
ξένων ιμπεριαλιστών, ο κινεζικός λαός ανέτρεψε την κυβέρνηση του Κουομιντάνγκ
και με την καθοδήγηση του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας ανακηρύχθηκε Λαϊκή
Δημοκρατία της Κίνας (στην οποία δεν περιλήφθηκε η Φορμόζα).
Δύο ακόμα χώρες της Ασίας προσχώρησαν στο δρόμο της σοσιαλιστικής
οικοδόμησης, η Λαϊκή Δημοκρατία της Κορέας και η Λαοκρατική Δημοκρατία του
Βορείου Βιετνάμ. Στο τέλος της δεκαετίας του 1950, μετά τη νικηφόρα έκβαση του
ένοπλου αντιδικτατορικού και εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα στην Κούβα (1959),
ακολουθήθηκε ο δρόμος της οικοδόμησης του σοσιαλισμού με άμεση υλική βοήθεια
της ΕΣΣΔ.
Πραγματοποιήθηκε η συσπείρωση και εντάθηκε η επιθετικότητα όλων των δυνάμεων
του ιμπεριαλισμού εναντίον των δυνάμεων του σοσιαλισμού-κομμουνισμού, μετά τη
διάλυση των προσωρινών συμμαχιών που είχαν διαμορφωθεί κατά τον πόλεμο4.
Οξύνθηκε η ταξική πάλη και εκδηλώθηκαν αντεπαναστατικές κινήσεις σε χώρες της
Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, όπου είχαν διαμορφωθεί φιλεργατικές
κυβερνήσεις, οι οποίες αντιμετωπίστηκαν από τα ΚΚ ως μεταβατικές προς την
εργατική εξουσία5.
Ταυτόχρονα, και υπό την επίδραση του νέου διεθνούς συσχετισμού των δυνάμεων,
αναπτύσσονταν περισσότερο κινήματα αμφισβήτησης και ανατροπής του
αποικιοκρατικού συστήματος, κινήματα εθνικής ανεξαρτησίας, στην Ασία και στην
Αφρική, που σε ορισμένες περιπτώσεις μετεξελίσσονταν σε λαϊκό-εργατικά και
διεκδικούσαν την εξουσία. Προχώρησε η ραγδαία διάλυση των τελευταίων
αποικιοκρατικών αυτοκρατοριών, πρωταρχικά της γαλλικής και της βρετανικής.
Σε αρκετές περιπτώσεις οι αποικιοκράτες υποχρεώθηκαν να αναγνωρίσουν την
ανεξαρτησία εθνών - κρατών. Ταυτόχρονα, όπου τους το επέτρεπε ο συσχετισμός,
επέβαλαν στρατιωτικές δικτατορικές κυβερνήσεις, σε συνεργασία με εγχώριες
δυνάμεις που τους εξασφάλιζαν πολύ ευνοϊκούς όρους πρόσβασης σε πρώτες ύλες,
π.χ. στην εξόρυξη πετρελαίου, με τις γνωστές ως «αποικιοκρατικές συμβάσεις».
Μεσοπρόθεσμα πολλά από τα νέα κράτη δεν εντάχθηκαν πλήρως στις
στρατιωτικοπολιτικές και οικονομικές ενώσεις του διεθνούς ιμπεριαλιστικού
3
Αργότερα αποτέλεσε τη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία (7 Οκτωβρίου του
1949) με πρωτεύουσα το Ανατολικό Βερολίνο. Η Σοβιετική Ένωση παραχώρησε κυριαρχία
σε αυτό το τμήμα της Γερμανίας με δήλωσή της στις 25 Μαρτίου 1954 και στις 20
Σεπτεμβρίου 1955 επισημοποιήθηκε η πλήρης κυριαρχία της Γερμανικής Λαοκρατικής
Δημοκρατίας (ΓΛΔ), με την κατάργηση του σοβιετικού ανώτατου κομισάριου και με την
υπογραφή Συμφώνου Αλληλεγγύης με την ΓΛΔ. Την 1 Δεκεμβρίου 1955 ο σοβιετικός
στρατός μεταβίβασε την ευθύνη της ασφάλειας των συνόρων της ΓΛΔ στη Γερμανική
Συνοριακή Αστυνομία.
4
Πρόκειται για τη συμμαχία των μεγάλων καπιταλιστικών κρατών (ΗΠΑ, Μεγάλης
Βρετανίας, Γαλλίας) με την ΕΣΣΔ, που είχε συγκροτηθεί με μεγάλη καθυστέρηση κατά τον
Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και που διαλύθηκε με την ήττα της χιτλερικής Γερμανίας και των
συμμάχων της.
5
Βλέπε Παράρτημα Δοκιμίου σ. 487.

2
2
συστήματος, γιατί υπήρχε η δυνατότητα να αναπτύξουν συμφέρουσες για αυτά
οικονομικές και πολιτικοστρατιωτικές σχέσεις με το σοσιαλιστικό σύστημα (Ινδία,
Αίγυπτος, Ιράκ, Συρία, Αλγερία κ.α).
1.Α.2. Η ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΝΟΡΘΩΣΗ ΤΗΣ ΕΣΣΔ, ΕΝΑΣ
ΑΚΟΜΑ ΑΘΛΟΣ ΤΗΣ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ
Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 η ΕΣΣΔ είχε ήδη πραγματοποιήσει την
μεταπολεμική της ανόρθωση κινητοποιώντας τις δικές της παραγωγικές δυνάμεις,
στη βάση του τέταρτου πεντάχρονου πλάνου που ψηφίστηκε το 1946.
Πραγματοποίησε έτσι έναν ακόμα άθλο, αποτέλεσμα της ανωτερότητας του
σοσιαλιστικού τρόπου παραγωγής έναντι του καπιταλιστικού, καθώς και της
αυτοθυσίας των εργατικών και λαϊκών μαζών, με την καθοδήγηση του
Κομμουνιστικού Κόμματος Μπολσεβίκων (ΠΚΚ-μπ).
Το 1948 ο όγκος της βιομηχανικής παραγωγής ξεπέρασε το προπολεμικό επίπεδο.
Ενώ μετά τον εμφύλιο πόλεμο η ΕΣΣΔ χρειάστηκε έξι χρόνια για να ανορθώσει την
οικονομία της, τώρα, που οι καταστροφές από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν
ασύγκριτα μεγαλύτερες, χρειάστηκε μόλις δυόμισι χρόνια για την ανόρθωση της
βιομηχανίας, ενώ οι στόχοι του τέταρτου πεντάχρονου πλάνου για τη βιομηχανία
επιτεύχθηκαν σε τέσσερα χρόνια και τρεις μήνες.
Η παραγωγή χυτοσίδηρου ξεπέρασε τους 19.000.000 τόνους (29% μεγαλύτερη από
του 1940) του ατσαλιού τα 27.000.000 τόνους (49% μεγαλύτερη από του 1940), του
κάρβουνου 261.000.000 τόνους (57% μεγαλύτερη από του 1940), του πετρελαίου
38.000.000 τόνους (22% μεγαλύτερη)6.
Το 1950 η συνολική παραγωγή της βιομηχανίας στην ΕΣΣΔ ξεπερνούσε την
προπολεμική κατά 73%, ενώ η παραγωγικότητα της εργασίας είχε αυξηθεί κατά 37%
σε σύγκριση με το 1940.
Ορισμένες επιτυχίες σημειώθηκαν και στην αγροτική οικονομία, όπου
αντιμετωπίστηκαν σοβαρά προβλήματα (αρπαγές της κοινόχρηστης γης, όχι σωστή
πληρωμή της δουλειάς των κολχόζνικων, ανευθυνότητα στην εκμετάλλευση της γης
κ.α.). Παράλληλα, το 1950 τα έσοδα των εργατών, υπαλλήλων και αγροτών
αυξήθηκαν σε σύγκριση με το 1940. Βασικός μοχλός αυτής της γιγάντιας
προσπάθειας για την ανοικοδόμηση ήταν η πανενωσιακή σοσιαλιστική άμιλλα. Το
μέγεθος της κινητοποίησης των παραγωγικών δυνάμεων με τις σοσιαλιστικές σχέσεις
παραγωγής και το κοινωνικό τους αποτέλεσμα μπορεί να γίνει καλύτερα αντιληπτό
έχοντας υπ’ όψη και την έλλειψη οποιασδήποτε εξωτερικής υλικής βοήθειας προς την
ΕΣΣΔ για την μεταπολεμική της ανόρθωση.
Η ΕΣΣΔ, που ο ρόλος της στη μεγάλη αντιφασιστική νίκη των λαών ήταν
καθοριστικός, είχε και τις μεγαλύτερες ανθρώπινες απώλειες στον Β΄ Παγκόσμιο
Πόλεμο. Έχασε πάνω από είκοσι εκατομμύρια στα μέτωπα των μαχών, των
γερμανικών στρατοπέδων συγκέντρωσης και των μετόπισθεν, ενώ ο συνολικός
αριθμός νεκρών, αναπήρων και τραυματιών ξεπέρασε τα 30.000.000. Αντίστοιχα οι
ανθρώπινες απώλειες της Βρετανίας ανέρχονταν σε 375.000, των ΗΠΑ σε 405.000,
της Γαλλίας σε 600.000.
Ταυτόχρονα στην ΕΣΣΔ καταστράφηκαν 1.710 πόλεις και 70.000 χωριά και
κεφαλοχώρια, 32.000 βιομηχανικές επιχειρήσεις, 65.000 χιλιόμετρα σιδηροδρομικών
γραμμών. Καταληστεύτηκαν 98.000 κολχόζ, 1.876 σοβχόζ, 2.980 μηχανοτρακτερικοί
σταθμοί, νοσοκομεία, εκπαιδευτικά ιδρύματα, βιβλιοθήκες7.
6
785.
7
775.

«Ιστορία του ΚΚΣΕ», ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ, 1960, σελ.
«Ιστορία του ΚΚΣΕ», ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ, 1960, σελ. 774-

2
3
Συνολικά οι υλικές απώλειες του σοβιετικού λαού ανέρχονταν σε 1900
δισεκατομμύρια ρούβλια σε προπολεμικές τιμές, από τα οποία 679 δισεκατομμύρια
αποτελούσαν την αξία των διαρπαγμένων και κατεστραμμένων από τους χιτλερικούς
υλικών αγαθών8.
Το πιο βασικό πρόβλημα ήταν βεβαίως οι ανθρώπινες απώλειες. Την 1η Ιανουαρίου
1950 ο σοβιετικός πληθυσμός έφτασε τα 180.200.000 άτομα και την 1η Ιανουαρίου
1953 τα 183.400.000. Ήταν μικρότερος κατά 5.000.000 άτομα απ’ ότι την 1η
Ιανουαρίου του 1941 και λίγο μεγαλύτερος απ’ ότι το 1938. Ο πόλεμος καθυστέρησε
σημαντικά τη σοσιαλιστική ανάπτυξη της ΕΣΣΔ. Παρόλα αυτά, στη Σοβιετική
Ένωση, σύμφωνα με την απογραφή του 1970, είχαν αποκτήσει μέση ή ανώτατη
μόρφωση πάνω από τα 3/4 του απασχολούμενου πληθυσμού στις πόλεις και το 50%
των εργαζομένων στο χωριό9.
Επίσης, το 1975, είχε καθιερωθεί με νόμο ότι οι ώρες εργασίας δεν μπορούσαν να
ξεπερνούν τις 41 την εβδομάδα10, από τις λιγότερες στον κόσμο. Ακόμα:
«Σε όλους τους εργαζόμενους εξασφαλίζονταν ημέρες εβδομαδιαίας ανάπαυσης και
ετήσιες άδειες με αποδοχές. Διευρύνθηκε ο μη εργάσιμος χρόνος, άλλαξε το
περιεχόμενό του. Μετατράπηκε σε χρόνο για την ανάπτυξη του πολιτιστικού και
μορφωτικού επιπέδου των εργαζομένων, την ενίσχυση της συμμετοχής τους στην
εργατική εξουσία και στον έλεγχο της διεύθυνσης των παραγωγικών μονάδων.
Η Κοινωνική Ασφάλιση των εργαζομένων ήταν φροντίδα πρώτης προτεραιότητας
του σοσιαλιστικού κράτους. Δημιουργήθηκε το καθολικό σύστημα συνταξιοδότησης,
με σημαντικό επίτευγμα το χαμηλό όριο ηλικίας για συνταξιοδότηση (55 για τις
γυναίκες, 60 για τους άνδρες). Η χρηματοδότηση των Ταμείων εξασφαλιζόταν από
τον κρατικό προϋπολογισμό και τις ασφαλιστικές εισφορές των επιχειρήσεων και
ιδρυμάτων. Ανάλογες συνθήκες επικρατούσαν και στα υπόλοιπα ευρωπαϊκά
σοσιαλιστικά κράτη»11.
Το 18ο συνέδριο του ΚΚΕ (2009) εκτίμησε ότι:
«Η κατάργηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής απελευθέρωσε τον άνθρωπο
από τα δεσμά της μισθωτής σκλαβιάς, άνοιξε το δρόμο για την παραγωγή και την
ανάπτυξη των επιστημών με στόχο την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών. Έτσι, όλοι
είχαν εξασφαλισμένη εργασία, δημόσια δωρεάν ιατρική περίθαλψη και παιδεία,
παροχή φθηνών υπηρεσιών από το κράτος, κατοικία, πρόσβαση στην πνευματική και
πολιτιστική δημιουργία»12.
«…Η σοσιαλιστική εξουσία έθεσε τις βάσεις για την κατάργηση της ανισοτιμίας της
γυναίκας […] Εξασφάλισε, στην πράξη, τον κοινωνικό χαρακτήρα της μητρότητας,
την κοινωνική φροντίδα για το παιδί»13.

8
«Ιστορία του ΚΚΣΕ», ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ, 1960, σελ.
775.
9
Οικονομική Σχολή Πανεπιστημίου Λομονόσοφ Μόσχας, Πολιτική Οικονομία, εκδ.
Gutenberg, 1980, τ.4, σελ. 150.
10
Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 31, σελ. 340, αναφέρεται στο νόμο με τίτλο:
«Αρχές της νομοθεσίας της ΕΣΣΔ και των Ενωσιακών Δημοκρατιών για την εργασία».
11
«Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ - Εκτιμήσεις και συμπεράσματα από τη
σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ο αιώνα, με επίκεντρο την ΕΣΣΔ - Η αντίληψη του ΚΚΕ για
το σοσιαλισμό», έκδ. ΚΕ του ΚΚΕ, Αθήνα 2009, σελ. 15.
12
«Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ - Εκτιμήσεις και συμπεράσματα από τη
σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ο αιώνα, με επίκεντρο την ΕΣΣΔ - Η αντίληψη του ΚΚΕ για
το σοσιαλισμό», έκδ. ΚΕ του ΚΚΕ, Αθήνα 2009, σελ. 14.
13
«Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ - Εκτιμήσεις και συμπεράσματα από τη
σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ο αιώνα, με επίκεντρο την ΕΣΣΔ - Η αντίληψη του ΚΚΕ για
το σοσιαλισμό», έκδ. ΚΕ του ΚΚΕ, Αθήνα 2009, σελ. 16.

2
4
«…Η Οχτωβριανή Επανάσταση εγκαινίασε τη διαδικασία ισοτιμίας εθνών και
εθνοτήτων και έδωσε την κατεύθυνση επίλυσης των εθνικών προβλημάτων με την
εξάλειψη της εθνικής καταπίεσης σε όλες τις μορφές και εκδηλώσεις της»14.
1.Α.3. ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ
ΤΗΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ
Μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι ΗΠΑ αναδείχθηκαν σε ατμομηχανή της διεθνούς
καπιταλιστικής οικονομίας, με μεγάλους ρυθμούς ανάπτυξης και μείωση της
ανεργίας, ιδιαίτερα στη δεκαετία του 1950. Οι ΗΠΑ, οι οποίες υπέστησαν πολύ
μικρές απώλειες στον πόλεμο, ενώ η πολεμική βιομηχανία τους γνώρισε σημαντική
ανάπτυξη κατά τη διάρκειά του, κατοχύρωσαν την πρωτοκαθεδρία τους στον
καπιταλιστικό κόσμο.
Η καπιταλιστική ανασυγκρότηση που πραγματοποιήθηκε στη Δυτική Ευρώπη και με
την στήριξη των αμερικανικών κεφαλαίων, έδωσε ώθηση στην ανάπτυξη
ευρωπαϊκών καπιταλιστικών οικονομιών και ιδιαίτερα της ΟΔ Γερμανίας, αλλά και
της Ιαπωνίας. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος με τις καταστροφές παραγωγικών
δυνάμεων στις καπιταλιστικές οικονομίες, λειτούργησε όπως μια γιγαντιαία κρίση
υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου. Δηλαδή αποκατέστησε τις ανισορροπίες της
καπιταλιστικής οικονομίας που συγκλονιζόταν σχεδόν όλη τη δεκαετία του ’30 και
«καθάρισε» το έδαφος για την αναζωογόνηση της καπιταλιστικής ανάπτυξης.
Αντίθετα οι εκτεταμένες καταστροφές των παραγωγικών δυνάμεων στην ΕΣΣΔ και
στα κράτη της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης – τα οποία αποτέλεσαν και το
κύριο θέατρο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς και το σχετικά πιο καθυστερημένο
επίπεδο καπιταλιστικής ανάπτυξης αυτών των οικονομιών προπολεμικά, με
εκτεταμένη μικρή εμπορευματική παραγωγή (κυρίως στην αγροτική οικονομία),
επέδρασαν σημαντικά στην όξυνση των προβλημάτων της σοσιαλιστικής
οικοδόμησης κατά την μεταπολεμική οικονομική ανασυγκρότηση.
Μετά την κρίση του πολέμου και τη μεταπολεμική ανόρθωση, περισσότερες εθνικές
καπιταλιστικές οικονομίες πέρασαν σε φάση ανοδική. Την περίοδο 1950 - 1973 το
ακαθάριστο εγχώριο προϊόν στα καπιταλιστικά κράτη τριπλασιάστηκε, σε σταθερές
τιμές, η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε κατά 3,8 φορές και οι εξαγωγές
εμπορευμάτων πενταπλασιάστηκαν15.
Η καπιταλιστική ανάπτυξη τροφοδότησε τις αστικές ρεφορμιστικές απόψεις για τη
δυνατότητα αποτροπής των οικονομικών κρίσεων, αλλά και τις οπορτουνιστικές, που
υποστήριζαν ότι η αυξανόμενη οικονομική δραστηριότητα του κράτους αποτελεί ένα
σημαντικό μέσο για την υπέρβαση του καπιταλισμού και την εξασφάλιση σταθερά
αυξανόμενης λαϊκής ευημερίας. Αναπτύχθηκαν οι θεωρίες για το σταδιακό πέρασμα
στη «μετακαπιταλιστική κοινωνία», απαλλαγμένη από αντιθέσεις και εκμετάλλευση.
Ο βαθμός εφαρμογής και επίδρασης της κεϋνσιανής διαχείρισης διέφερε από κράτος
σε κράτος. Διαπιστώνεται πάντως μια παραπέρα αύξηση της άμεσης κρατικής
παρέμβασης στην οικονομία, κυρίως μέσα από τη διεύρυνση της κρατικής
ιδιοκτησίας μέσων παραγωγής - επομένως και των κρατικών επενδύσεων και τη
διαμόρφωση συστημάτων κρατικών κοινωνικών παροχών. Το λεγόμενο «κράτος
πρόνοιας», έργο και των συντηρητικών και των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων και
κυβερνήσεων, στη διαμόρφωση του οποίου επέδρασαν και οι κατακτήσεις των λαών
της ΕΣΣΔ, λειτούργησε σε δύο κατευθύνσεις: Αφενός για την υποβοήθηση ενός νέου
14
«Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ - Εκτιμήσεις και συμπεράσματα από τη
σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ο αιώνα, με επίκεντρο την ΕΣΣΔ - Η αντίληψη του ΚΚΕ για
το σοσιαλισμό», έκδ. ΚΕ του ΚΚΕ, Αθήνα 2009, σελ. 17.
15
Ινστιτούτο Ιστορίας της Οικονομίας της Ακαδημίας Επιστημών της ΓΛΔ, Handbuch
Wirtschaftsgeschichte ( Εγχειρίδιο Ιστορίας της Οικονομίας ), Βερολίνο 1981, τ.2, σελ. 760.

2
5
κύκλου ταχείας συσσώρευσης του κεφαλαίου, αφετέρου ενσωματώνοντας το
εργατικό κίνημα στις καπιταλιστικές χώρες.
Οι κρατικομονοπωλιακές ρυθμίσεις των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών έδωσαν
ώθηση στη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του βιομηχανικού κεφαλαίου, καθώς
και στη σφαίρα της κυκλοφορίας. Στη χρονική περίοδο μεταξύ 1950 και 1969
δεκαπλασιάστηκαν οι συγχωνεύσεις. Στα μέσα της δεκαετίας του 1960 στην
οικονομία των ΗΠΑ κυριαρχούσαν περίπου 500 μονοπωλιακοί όμιλοι.
Η άμεση βρετανική κρατική ιδιοκτησία δεν περιορίστηκε μόνο στους κλάδους της
ενέργειας - και της πυρηνικής - της βιομηχανίας εξόρυξης και της υψηλής
τεχνολογίας16. Επεκτάθηκε σε παραδοσιακούς κλάδους, όπως της υφαντουργίας.
Τα κρατικά προγράμματα επενδύσεων στη Γαλλία, που αναπτύχθηκαν παραπέρα
κατά τη διάρκεια των κυβερνήσεων Ντε Γκωλ (Ε’ Δημοκρατία), εξελίχθηκαν σε
σημαντικά εργαλεία της καπιταλιστικής οικονομικής ανάπτυξης. Μαζί με τις
κρατικές επιδοτήσεις στήριξαν την αναπαραγωγή του κεφαλαίου, τη μεγέθυνση των
μονοπωλίων στους βιομηχανικούς κλάδους εξόρυξης και επεξεργασίας πετρελαίου,
χημείας, ηλεκτρισμού, αεροναυπηγικής, κατασκευής τηλεπικοινωνιακού υλικού και
της αυτοκινητοβιομηχανίας.
Παράλληλα, τα αστικά κράτη εφάρμοσαν μισθολογική και πολιτική «παροχών»,
ιδιαίτερα στις κρατικές επιχειρήσεις και στη δημόσια διοίκηση, υλική βάση πάνω
στην οποία βρήκαν κοινωνικό έδαφος οι θεωρίες της «ταξικής ειρήνης» και της
«κοινωνικής σταθερότητας».
Η κρατική κοινωνική πολιτική, που αξιοποιήθηκε από όλες τις αστικές κυβερνήσεις
για την παραπέρα όξυνση του αντικομμουνισμού, στη βάση της δήθεν υπεροχής του
καπιταλισμού απέναντι στο σοσιαλισμό, εφαρμοζόταν από χώρα σε χώρα με
διαβαθμίσεις. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, η Ασφάλιση των εργατοϋπαλλήλων
παρέμεινε υπόθεση κυρίως των ξεχωριστών επιχειρήσεων, ενώ η κυβέρνηση
εγκαινίασε την «πολιτική εισοδημάτων» το 1962, με τις λεγόμενες καθοδηγητικές
αρχές (κριτήρια) για τη ρύθμιση των μισθών, με βάση τις οποίες η αύξηση των
μισθών εξαρτώταν από την αύξηση της παραγωγικότητας. Στη Δυτική Γερμανία η
πολιτική εισοδημάτων υλοποιούνταν μέσω της «τριμερούς συνεργασίας» (εργοδοτών,
συνδικάτων και κράτους). Στη Μεγάλη Βρετανία η κυβέρνηση Ουίλσον επεδίωξε
αρχικά μια πιο «ελκτική» πολιτική εισοδημάτων. Γρήγορα όμως τα μονοπώλια
προχώρησαν σε μείωση των αυξήσεων, ακόμα και σε συγκράτηση των μισθών, ενώ η
εργατική κυβέρνηση αναπροσανατόλισε την πολιτική της στην κατεύθυνση της
ανοιχτής καταστολής, που έφτασε μέχρι και την απόπειρα ψήφισης νόμου
περιορισμού του απεργιακού δικαιώματος (1969)17.
Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στη φάση αναζωογόνησης και
ανόδου στον μεταπολεμικό κύκλο της καπιταλιστικής οικονομίας επέφερε
σημαντικές αλλαγές στην ταξική διάρθρωση. Περιορίστηκαν τα αγροτικά μεσαία
στρώματα, ενώ αυξήθηκαν τα αστικά. Η απόλυτη και ποσοστιαία αύξηση και η
συγκέντρωση της εργατικής τάξης συνοδεύτηκε από αλλαγές στη διάρθρωσή της.
Στις πιο αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες εμφανίστηκε η τάση μείωσης του
ποσοστού των εργατών και εργατριών που απασχολούνταν σε παραδοσιακούς
βιομηχανικούς κλάδους (ορυχεία, χυτήρια, υφαντουργία). Ταυτόχρονα βιομηχανικό
προλεταριάτο με υψηλότερο μορφωτικό και επαγγελματικό επίπεδο συγκεντρωνόταν
με μεγαλύτερους ρυθμούς στους νέους βιομηχανικούς κλάδους. Τμήματα μισθωτών
εργατών και εργατριών πρώτης γενιάς δεν είχαν παράδοση συνδικαλιστικής
16
Εισήγηση του Richard Coopey, “Technology gaps and national Champions: The
Computer Industry and Government policy in post-war Britain” στην ιστοσελίδα
www.icfcst.kiev.ua/Symposium/Proceedings/Coopey.pdf.
17
Ό,τι δεν μπόρεσαν να υλοποιήσουν οι Εργατικοί, το κατάφεραν οι Συντηρητικοί λίγο
αργότερα, το 1971.

2
6
οργάνωσης, πολύ περισσότερο συνείδηση ότι ανήκουν στην εργατική τάξη. Ταχύτερα
απ’ ότι το βιομηχανικό προλεταριάτο, αυξανόταν το τμήμα της εργατικής τάξης που
απασχολούνταν στη σφαίρα του εμπορίου και των τραπεζών.
Παράλληλα διευρύνθηκε το τμήμα των μισθωτών εργαζομένων στους κλάδους υγείας
- πρόνοιας, εκπαίδευσης και στη δημόσια διοίκηση. Το διάστημα 1950 - 1969 στα
αναπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη το ποσοστό των εργαζομένων στην τότε αστική
κατάταξη των λεγόμενων «υπηρεσιών», ως ποσοστό επί του συνόλου των
εργαζομένων, αυξήθηκε από το 36% στο 44%, ενώ αυτό του βιομηχανικού τομέα
μειώθηκε από 57% στο 51%18.
Αλλαγές συντελέστηκαν και στη διάρθρωση των μεσαίων στρωμάτων της πόλης.
Αυξήθηκαν οι ελεύθεροι επαγγελματίες επιστήμονες (γιατροί, φαρμακοποιοί,
δικηγόροι, μηχανικοί).
Πάνω σε αυτή την πραγματικότητα διαμορφώθηκαν θεωρίες ότι η εργατική τάξη
απώλεσε τον επαναστατικό ρόλο της από το αναπτυσσόμενο στην παραγωγή
επιστημονικό προσωπικό.
1.Α.4. Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΟΥ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΥ
Στην αρχή της δεκαετίας του 1950 ο παγκόσμιος συσχετισμός δυνάμεων συνέχιζε να
είναι υπέρ του καπιταλισμού, παρά τη μεγάλη βελτίωση που είχε συντελεστεί υπέρ
του σοσιαλισμού με το σημαντικό περιορισμό του πεδίου της καπιταλιστικής
εκμετάλλευσης στον κόσμο και το σπάσιμο της περικύκλωσης της ΕΣΣΔ.
Το ιμπεριαλιστικό σύστημα παίρνοντας υπόψη τη νέα παγκόσμια κατάσταση,
οργάνωσε και μεθόδευσε καλύτερα την επίθεσή του κατά του διεθνούς σοσιαλιστικού
συστήματος. Κινήθηκε στη γραμμή του «ψυχρού πολέμου», που επισημοποιήθηκε με
την ομιλία του βρετανού πρωθυπουργού Ουίνστον Τσώρτσιλ στο Πανεπιστήμιο
Φούλτον στις ΗΠΑ, στις 5 Μαρτίου 1946, όπου μεταξύ άλλων είπε:
«Θα ήταν λάθος και απερισκεψία να εμπιστευτούμε στην παγκόσμια οργάνωση19 τη
μυστική γνώση ή την πείρα περί της ατομικής βόμβας, που τώρα μοιράζονται μεταξύ
τους οι ΗΠΑ, η Μεγάλη Βρετανία και ο Καναδάς […]
[…] Από το Στετίνο στη Βαλτική έως στην Τριέστη στην Αδριατική έχει απλωθεί ένα
σιδηρούν παραπέτασμα πάνω από την Ηπειρο20. Πίσω από αυτή τη γραμμή
βρίσκονται όλες οι πρωτεύουσες των παλιών κρατών της Κεντρικής και Ανατολικής
Ευρώπης, η Βαρσοβία, το Βερολίνο, η Πράγα, η Βιέννη, η Βουδαπέστη, το
Βελιγράδι, το Βουκουρέστι και η Σόφια. Ολες αυτές οι φημισμένες πόλεις και οι
πληθυσμοί τους βρίσκονται σε αυτό που πρέπει να αποκαλέσω Σοβιετική σφαίρα…
και είναι όλοι υποτελείς, με τη μία μορφή ή την άλλη, όχι μόνο στη Σοβιετική
επιρροή άλλα και σε ένα μεγάλο και σε πολλές περιπτώσεις αυξανόμενο έλεγχο της
Μόσχας. Μόνο η Αθήνα - η Ελλάδα με την αθάνατη δόξα- είναι ελεύθερη να
18
Allgemeine Geschichte der neuesten Zeit, 1917-Gegenwart, εκδ. Deutscher Verlag
der Wissenschaften, Βερολίνο 1988, σελ. 322.
19
Εννοούσε τον ΟΗΕ. Η Διεθνής Συνδιάσκεψη Κρατών του Αγίου Φραγκίσκου
(ΗΠΑ) του 1945 (των νικητριών δυνάμεων του πολέμου) αποτέλεσε τον τελευταίο σταθμό
για την ίδρυση του ΟΗΕ. Στις 26 Ιουνίου τα 50 κράτη που συμμετείχαν σε αυτή τη
Συνδιάσκεψη (και λίγο αργότερα η κυβέρνηση της Πολωνίας) υπέγραψαν το Καταστατικό
του ΟΗΕ. Αυτά θεωρούνται ιδρυτικά μέλη του.
Οι αποφάσεις και η δράση του ΟΗΕ αποτελούσαν, ήδη από την ίδρυσή του, έκφραση
των παγκόσμιων συσχετισμών και της σύγκρουσης ιμπεριαλισμού - σοσιαλισμού.
Ημέρα ίδρυσης του ΟΗΕ θεωρείται η 24η Οκτωβρίου 1945.
20
Ο όρος «Σιδηρούν Παραπέτασμα», με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο, είχε
χρησιμοποιηθεί από τον Γκέμπελς, στο περιοδικό «das Reich», μόλις ένα χρόνο νωρίτερα,
στις 25 Φεβρουαρίου 1945.

2
7
αποφασίσει για το μέλλον της με εκλογές κάτω από βρετανική, αμερικανική και
γαλλική παρακολούθηση…»21.
Στις 12 Μαρτίου 1947 εξαγγέλθηκε το «δόγμα Τρούμαν»22, ενώ σε όλη τη δεκαετία
του 1950, καθώς και αργότερα, οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις συγκρότησαν
μηχανισμούς κατά των σοσιαλιστικών κρατών και προώθησαν εναλλακτικές μορφές
στην άσκηση της αστικής εξουσίας, που εξυπηρετούσαν την άμεση επιθετικότητα, τη
διάσπαση του σοσιαλιστικού συστήματος, την οικονομική αποδυνάμωσή του, την
αποδυνάμωση και ενσωμάτωση του εργατικού και λαϊκού κινήματος στις
καπιταλιστικές χώρες.
α) Την άμεση επιθετικότητα.
Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ
στηρίχθηκε στο δόγμα «πολιτική από θέσεως ισχύος». Ένας από τους αρχιτέκτονες
αυτού του δόγματος, ο αμερικανός διπλωμάτης Τζόρτζ Κέναν, έγραψε το 1948:
«Διαθέτουμε περίπου το μισό του παγκόσμιου πλούτου ... αλλά μόνο το 5% του
πληθυσμού ... Σε αυτή την κατάσταση ... το πραγματικό μας καθήκον για τα επόμενα
χρόνια συνίσταται στο να επεξεργαστούμε ένα τέτοιο σύστημα σχέσεων, που θα μας
επιτρέψει να διατηρήσουμε τη θέση ανισότητας ... Για να το πετύχουμε αυτό, πρέπει
να απαλλαχτούμε από κάθε συναισθηματισμό...»23.
Το αμερικανικό στρατηγικό δόγμα του «ατομικού αστραπιαίου πολέμου» πρόβλεπε
επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης με τη χρήση πενήντα ατομικών βομβών. Το
Δεκέμβριο του 1947, όταν η Σοβιετική Ένωση δεν διέθετε ακόμα ατομικά όπλα, οι
ΗΠΑ στόχευαν με ατομικές βόμβες 300 πόλεις της ΕΣΣΔ.
Η ίδρυση του ΝΑΤΟ το 1949, με το οποίο συγκροτήθηκε η κύρια πολεμική μηχανή
κατά των σοσιαλιστικών κρατών, αποτελεί σταθμό στη διαμόρφωση της στρατηγικής
του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος, αποφασιστική ενίσχυση της ενιαίας
δράσης των καπιταλιστικών κρατών εναντίον όλων των λαών, υπό την ηγεμονία των
21
Robert Rhodes James, Whinston S. Churchill: His Complete Speeches [Οι πλήρεις
ομιλίες του], 1897-1963, vol.VII, 1943-1949, Chelsea House Publishers, New York and
London, σελ. 7285-7293, από την ιστοσελίδα www.hpol.org/churchill.
22
Το ομώνυμο δόγμα εκφράστηκε με την ομιλία του Προέδρου των ΗΠΑ Χάρι
Τρούμαν ενώπιον των δύο κοινοβουλευτικών σωμάτων, στις 12 Μαρτίου 1947. Στην ομιλία
του ο Τρούμαν ανήγγειλε την εξαγωγή της αντεπανάστασης και την εγκαθίδρυση της
παγκόσμιας κυριαρχίας του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Οι εξελίξεις στην Ελλάδα και στην
Τουρκία του χρησίμευσαν ως αφορμή για να στηρίξει τους επιθετικούς σχεδιασμούς του
καπιταλισμού:
«…Οι Ηνωμένες Πολιτείες δέχθηκαν μια επείγουσα έκκληση της ελληνικής
κυβέρνησης για χρηματική και οικονομική υποστήριξη […] στηρίζουν την διαπίστωση της
ελληνικής κυβέρνησης, ότι η υποστήριξη (ενίσχυση) είναι επειγόντως απαραίτητη, εάν θέλουμε
η Ελλάδα να επιβιώσει ως ελεύθερο έθνος […] Η ύπαρξη του ελληνικού κράτους απειλείται
σήμερα από την τρομοκρατική δράση μερικών χιλιάδων οπλισμένων ανθρώπων, που
καθοδηγούνται από τους κομμουνιστές και που θέτουν σε αμφισβήτηση την εξουσία της
κυβέρνησης σε μερικά σημεία της χώρας, ιδιαίτερα κατά μήκος των βορείων συνόρων […] Το
μέλλον της Τουρκίας, ως ανεξάρτητο και οικονομικά σταθερό κράτος, φυσικά δεν είναι
λιγότερο σημαντικό από το μέλλον της Ελλάδας, για τους φιλελεύθερους λαούς του κόσμου.
[…] Πέρα από την έγκριση χρηματικών μέσων παρακαλώ το Κογκρέσο να εγκρίνει την
αποστολή αμερικανικού πολιτικού και στρατιωτικού προσωπικού στην Ελλάδα και την Τουρκία
…. Προτείνω να εγκριθεί και η εκπαίδευση επιλεγμένου ελληνικού και τουρκικού προσωπικού».
B.Greiner - K. Steinhaus, Auf dem Weg zum 3. Weltkrieg. Amerikanische Kriegspläne gegen
die UdSSR (Στο δρόμο προς τον 3ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αμερικανικά σχέδια πολέμου
ενάντια στην ΕΣΣΔ). Köln 1980, σελ. 99-102.
23
60 χρόνια από τη μεγάλη Αντιφασιστική Νίκη των λαών - Έπος και Διδάγματα,
εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2005, Ανατόλι Αρσέενκο, «Η στρατηγική του
ιμπεριαλισμού ενάντια στην ΕΣΣΔ και το διεθνές σοσιαλιστικό σύστημα μετά το Β΄ Παγκόσμιο
Πόλεμο», σελ. 68.

2
8
ΗΠΑ σε αυτό. Μετά τη δημιουργία του Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ), το
1949, οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις άνοιξαν νέες εστίες πολέμου.
Στις 25 Ιουνίου 1950, ως αποτέλεσμα της ιμπεριαλιστικής υποδαύλισης, ξέσπασε
ένοπλη σύγκρουση ανάμεσα στη Λαοκρατική Δημοκρατία της Κορέας και στη Νότια
Κορέα. Στις 27 Ιουνίου 1950 το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ αποφάσισε να
στείλει στρατεύματα για την υποστήριξη της Νότιας Κορέας, διεθνοποιώντας έτσι
την πολεμική σύγκρουση. Την περίοδο εκείνη η ΕΣΣΔ απείχε από τις συνεδριάσεις
του Συμβουλίου Ασφαλείας, διαμαρτυρόμενη για τη μη αναγνώριση της ΛΔ Κίνας ως
μόνιμου μέλους του Συμβουλίου Ασφαλείας στη θέση της Ταϊβάν και για την όξυνση
της επιθετικής προπαγάνδας των ΗΠΑ.
Στην ιμπεριαλιστική επέμβαση συμμετείχαν 23 ένοπλες αποστολές, ανάμεσά τους και
ελληνική. Η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας έστειλε στην Κορέα εθελοντές, για να
βοηθήσουν τον Κορεατικό λαό. Η ΕΣΣΔ υποστήριζε ενεργά τη Λαοκρατική
Δημοκρατία της Κορέας και τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας στις προσπάθειές τους
να τερματιστεί ο πόλεμος στην Κορέα. Τελικά, στις 27 Ιουλίου του 1953,
υπογράφτηκε ανακωχή.
Στις 20-21 Ιουλίου 1954, η Λαοκρατική Δημοκρατία του Βιετνάμ και οι λαϊκές
δυνάμεις της Καμπότζης και του Λάος, με την ενεργό συμπαράσταση της ΕΣΣΔ και
παρά την αντίδραση των ΗΠΑ, οδήγησαν τη Γαλλία σε συνθηκολόγηση, στη διεθνή
συνδιάσκεψη που πραγματοποιήθηκε στη Γενεύη, μετά τη συντριβή των γαλλικών
στρατιωτικών δυνάμεων24. Ωστόσο οι αποφάσεις της Γενεύης, που πρόβλεπαν την
επανένωση του Βιετνάμ με ελεύθερες εκλογές το 1956, δεν εφαρμόστηκαν. Αντί γι’
αυτό στο Ν. Βιετνάμ επιβλήθηκε ανοιχτή δικτατορία. Έτσι ο πόλεμος συνεχίστηκε.
Οι ΗΠΑ δεν οργάνωσαν άμεσες επεμβάσεις μόνο στην Ινδοκίνα, όπου το κίνημα από
την αρχή είχε σοσιαλιστικό προσανατολισμό και καθοδηγούνταν κυρίως από τα
κομμουνιστικά κόμματα, αλλά και σε άλλες χώρες, όπως στο Κονγκό, (κατοπινό
Ζαΐρ), όπου το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα, με ηγέτη τον Πατρίς Λουμούμπα25,
οδήγησε τη χώρα στην ανεξαρτησία της από το Βέλγιο και στην εκλογή κυβέρνησης
(Ιούνιος 1960).
Στις προσπάθειες των ΗΠΑ για ενίσχυση της πρωτοκαθεδρίας τους στο
ιμπεριαλιστικό σύστημα σε βάρος των υπολοίπων ιμπεριαλιστικών κέντρων (κυρίως
της Μ. Βρετανίας) εντάσσεται και το «Σύμφωνο Ασφαλείας» ανάμεσα στα μέλη της
Βρετανικής Κοινοπολιτείας Αυστραλία και Ν. Ζηλανδία και τις ΗΠΑ (Σύμφωνο
ANZUS), που υπογράφτηκε την 1η Σεπτεμβρίου 1951 στον Άγιο Φραγκίσκο, χωρίς
τη συμμετοχή της Μ. Βρετανίας. Με αυτό τον τρόπο ενισχυόταν παραπέρα η
πολιτική και στρατιωτική επιρροή των ΗΠΑ στον Ειρηνικό Ωκεανό.
Στις 8 Σεπτεμβρίου 1954 ιδρύθηκε η Οργάνωση του Συμφώνου της Νοτιοανατολικής
Ασίας - SEATO (South-East Asian Treaty Organization). Παρά την ονομασία του,
συμμετείχαν σε αυτό μόνο τρία κράτη της Ν.Α. Ασίας, η Ταϊλάνδη, το Πακιστάν και
οι Φιλιππίνες, εκτός από τις ΗΠΑ. τη Μ. Βρετανία, τη Γαλλία, την Αυστραλία και τη
Ν. Ζηλανδία. Αν και χωρίς τη συμμετοχή στρατηγικά σημαντικών για την
περικύκλωση του σοσιαλιστικού συστήματος κρατών, όπως η Ινδία, η Ινδονησία κ.α.,
24
Η μάχη του Ντιέν Μπιέν Φου (περιοχή του βορειοδυτικού Βιετνάμ), που διεξήχθη
μεταξύ 13 Μαρτίου και 7 Μαΐου 1954, αποτέλεσε την αποφασιστικότερη μάχη του πολέμου
της Ινδοκίνας (1945-1954).
25
Ο Έμερι Πατρίς Λουμούμπα (1925-1962), ηγέτης του απελευθερωτικού κινήματος
της Δημοκρατίας του Κονγκό, υπήρξε ο πρώτος πρωθυπουργός της χώρας μετά την
ανεξαρτησία της (13 Ιουνίου 1960). Την 1η Δεκεμβρίου 1961 άνδρες του Μομπούτου
συνέλαβαν τον Λουμούμπα και τον παρέδωσαν στο καθεστώς της Κατάνγκα. Εκεί ο
Λουμούμπα υποβλήθηκε σε φρικτά βασανιστήρια και στις 17 Ιανουαρίου θανατώθηκε μαζί
με δύο συντρόφους του. Το 1961 το όνομα του Λουμούμπα δόθηκε στο Πανεπιστήμιο της
Φιλίας των Λαών, στη Μόσχα.

2
9
το SEATO δεν έχασε ποτέ τη σημασία του ως πτέρυγα της ιμπεριαλιστικής
στρατιωτικής περικύκλωσης.
Η Μ. Βρετανία, στην προσπάθεια της να δημιουργήσει άλλο ένα εργαλείο ενάντια
στις σοσιαλιστικές χώρες και στα εθνικοαπελευθερωτικό κινήματα της Μ. Ανατολής,
ανέλαβε την πρωτοβουλία σύναψης στρατιωτικής και πολιτικής συμμαχίας μεταξύ
Τουρκίας και Ιράκ, του λεγόμενου Συμφώνου της Μέσης Ανατολής (Middle East
Treaty Organization - METO) ή της Βαγδάτης (24 Φεβρουαρίου 1955). Τον ίδιο
χρόνο προσχώρησαν σε αυτό η Μ. Βρετανία (5 Απριλίου), το Πακιστάν (23
Σεπτεμβρίου) και το Ιράν (3 Νοεμβρίου). Όταν το Μάρτιο του 1959 το Ιράκ
αποχώρησε από αυτό, με την ανατροπή της φιλοβρετανικής μοναρχίας, το Σύμφωνο
μετονομάστηκε σε Οργάνωση του Κεντρικού Συμφώνου - CENTO (Central Treaty
Organization) και η έδρα του μεταφέρθηκε στην Άγκυρα. Στα χρόνια 1956-1957 οι
ΗΠΑ εντάχθηκαν σε διάφορες επιτροπές του Συμφώνου με την ιδιότητα του
παρατηρητή και το 1958 η κυβέρνηση Αϊζενχάουερ εξέδωσε προς αυτό «δέσμευση
βοήθειας».
Το 1979, με την ανατροπή του Σάχη, το Ιράν αποχώρησε και το CENTO έπαψε να
υπάρχει επί της ουσίας.
Με τη δημιουργία των παραπάνω στρατιωτικών συνασπισμών και με την εισδοχή της
Δυτικής Γερμανίας στο ΝΑΤΟ, δημιουργήθηκε ένα ολοκληρωμένο ιμπεριαλιστικό
σύστημα στρατιωτικών συνασπισμών, από τον Ατλαντικό ως τον Ειρηνικό Ωκεανό,
που στρεφόταν κατά του σοσιαλιστικού συστήματος.
Στις 5 Ιανουαρίου 1957 ο Πρόεδρος των ΗΠΑ πήρε την έγκριση του Κογκρέσου για
την πολιτική που θα εφάρμοζε διεθνώς, γνωστή και ως Δόγμα Αϊζενχάουερ. Με αυτό
εξουσιοδοτήθηκε ο πρόεδρος των ΗΠΑ να χρησιμοποιεί τις ένοπλες δυνάμεις της
χώρας του, για να βοηθήσει οποιοδήποτε έθνος ή ομάδα εθνών θα ζητούσε βοήθεια
«για την αντιμετώπιση ένοπλης επίθεσης από οποιαδήποτε χώρα που ελέγχεται από
τον διεθνή κομμουνισμό...»26.
Με βάση το «Δόγμα Αϊζενχάουερ» αμερικανοί πεζοναύτες αποβιβάστηκαν στις 15
Ιουλίου 1958 στον Λίβανο, με στόχο τον έλεγχο της πετρελαϊκής αγοράς του Ιράν και
του Ιράκ. Με την παρέμβαση της Σοβιετικής Ένωσης οι ΗΠΑ υποχρεώθηκαν να
αποσύρουν τις δυνάμεις τους από τον Λίβανο. Βασικό στήριγμα των ΗΠΑ στην
περιοχή, ήταν το Ισραήλ, με επιθετική επεκτατική πολιτική στη Μέση Ανατολή27.
Κατάσταση πολεμικής σύρραξης προκλήθηκε από την επέμβαση της Μεγάλης
Βρετανίας και της Γαλλίας στην Αίγυπτο, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1956,
με σκοπό τη διατήρηση της κυριαρχίας τους στη Διώρυγα του Σουέζ. Τελικά
26
The Department of State Bulletin, xxxvi, No 917 (January 21, 1957) σελ.. 83-87, από
το Internet Modern History Source book (www.Fordham.edu/halsall/mod/1957
eisenhοwerdoctrine.html).
27
Όλα τα χρόνια της ύπαρξής του, το Ισραηλινό κράτος αποτελεί τον ισχυρότερο
τρομοκράτη κατά των λαών της περιοχής. Αποκορύφωμα της ιμπεριαλιστικής πολιτικής του
ήταν ο πόλεμος των «6 ημερών», που έγινε στις 5-10 Ιουνίου 1967. Στο διάστημα αυτό το
Ισραήλ, με τη βοήθεια του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, πέτυχε καίριο πλήγμα ενάντια στις
επίγειες και εναέριες δυνάμεις της Αιγύπτου, της Συρίας και της Ιορδανίας, καταλαμβάνοντας
την περιοχή του Σινά, τη Λωρίδα της Γάζας, τα Υψίπεδα του Γκολάν και τη Δυτική Όχθη,
συμπεριλαμβανομένης και της Ανατολικής Ιερουσαλήμ.
Η έκτακτη ειδική σύνοδος της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ (Ιούνιος 1967) με
πρωτοβουλία της Σοβιετικής Ένωσης αποφάσισε ότι ήταν παράνομη η προσάρτηση
αραβικών εδαφών από το Ισραήλ. Ωστόσο, αυτή η απόφαση δεν είχε αποτέλεσμα εξαιτίας
της αντίδρασης των ΗΠΑ και συμμάχων τους, φυσικά και του Ισραήλ. Μάλιστα ο υπουργός
του Άμπα Εμπάν δήλωσε ότι το Ισραήλ δεν επρόκειτο να πάρει υπόψη του «ούτε τις διεθνείς
εγγυήσεις, ούτε τον Οργανισμό των Ενωμένων Εθνών» [βλ. περιοδικό Νέος Κόσμος,
Οκτώβρης 1967, τεύχ. 10, σελ. 115].

3
0
υποχρεώθηκαν να αποχωρήσουν με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ και
με την πίεση της ΕΣΣΔ, αλλά και των ΗΠΑ.
Ο ιμπεριαλισμός, για να στρέψει σε όφελός του τις εξελίξεις, προχώρησε σε σωρεία
στρατιωτικών πραξικοπημάτων και αιματηρών καταστολών των λαϊκών κινημάτων.
Αναφέρονται ενδεικτικά το αιματηρό πραξικόπημα κατά του πρωθυπουργού του Ιράν
Μ. Μοσαντέχ (Αύγουστος του 1953), τα πραξικοπήματα στο Περού και στη
Βενεζουέλα (1948), στην Κούβα (1952) και στη Γουατεμάλα (1954), η απόβαση
βρετανών καταδρομέων στην Ιορδανία (1958). Βεβαίως τα στρατιωτικά
πραξικοπήματα δεν αποτελούσαν τη μοναδική του επιλογή. Ο οικονομικός έλεγχος
εξελίχθηκε σε πιο αποτελεσματικό όπλο.
β) Την πολιτική διάσπασης των δυνάμεων του σοσιαλιστικού συστήματος.
Για το σκοπό αυτό οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ακολούθησαν διαφοροποιημένη
εξωτερική πολιτική απέναντι στις Λαϊκές Δημοκρατίες, όπως στην ΟΔ
Γιουγκοσλαβίας.
Σημαντική μέθοδος που αποσκοπούσε στη διάσπαση των δυνάμεων του
σοσιαλιστικού κινήματος ήταν η δολιοφθορά και η υπονόμευση των εργατικών
καθεστώτων από μέσα, με στήριξη και ενθάρρυνση των οπορτουνιστικών και των
αντεπαναστατικών δυνάμεων.
Μεγάλης σημασίας γεγονότα, τα οποία επιβεβαιώνουν την παραπάνω διαπίστωση,
ήταν η απόπειρα ανατροπής της εξουσίας στη Λαϊκή Δημοκρατία Γερμανίας (1953),
οι ιμπεριαλιστικές προκλήσεις, δολιοφθορές και πολεμικού τύπου ενέργειες στην ίδια
χώρα, με επίκεντρο το δυτικό Βερολίνο, που τελικά οδήγησαν στην ανέγερση του
τείχους του Βερολίνου (1961). Ακόμα η αντεπαναστατική απόπειρα στην Ουγγαρία
(1956), στην Τσεχοσλοβακία (1968) και στην Πολωνία, τις δεκαετίες του 1950, 1970
και 198028.
Πολλά σχετικά ντοκουμέντα δημοσιεύθηκαν μετά τις αντεπαναστάσεις που
κορυφώθηκαν στο διάστημα 1989-1991. Για παράδειγμα, σχετικά με την
αντεπανάσταση στην Ουγγαρία το 1956, ο καθοδηγητής της αμερικανικής
κατασκοπείας Άλεν Ντάλες, δήλωσε ότι «ξέραμε» από πριν τι θα γινόταν στην
Ουγγαρία29, ενώ υπάρχουν μαρτυρίες για εκπαίδευση πρακτόρων στην Αυστρία με
στόχο την οργάνωση ένοπλων συγκρούσεων στην Ουγγαρία30. Δεν είναι τυχαίο ότι ο
αστικός τύπος χαρακτήρισε τις εξελίξεις στην Τσεχοσλοβακία το 1968 ως
ελπιδοφόρο κίνημα31, ενώ λίγους μήνες πριν τα γεγονότα (Ιούλιος του 1968), είδε το
φως της δημοσιότητας (χωρίς τη θέληση των εκπονητών του) το «σχέδιο
28
Αναλυτικότερα στο Παράρτημα του Δοκιμίου, σελ. 489-497.
29
Εφημερίδα Ριζοσπάστης, 26 Οκτωβρίου 2003, «Ουγγαρία 1956 - Ο ιμπεριαλισμός
και η αντεπανάσταση».
30
Βρετανός αξιωματούχος -του οποίου η ταυτότητα δεν αποκαλύπτεται- λέει στο
βιβλίο του Μάικλ Σμιθ: «Το 1954, παίρναμε πράκτορες από τα ουγγαρέζικα σύνορα … τους
οποίους οδηγούσαμε στην υπό βρετανικό έλεγχο περιοχή της Αυστρίας … Τους πηγαίναμε στα
βουνά και τους δίναμε μαθήματα μάχης … Μετά, αφού τους εκπαιδεύαμε με εκρηκτικά και
όπλα τους πηγαίναμε πίσω … Τους εκπαιδεύαμε για την εξέγερση» [βλ. εφημερίδα
Ελευθεροτυπία, 23 Οκτωβρίου 1996].
31
Οι TIMES του Λονδίνου ονόμασαν την αντεπαναστατική διαδικασία στην
Τσεχοσλοβακία «ένα από τα πιο αισιόδοξα κινήματα στον κομμουνιστικό κόσμο». Η ίδια
εφημερίδα έγραψε: «Αν οι Τσέχοι και οι Σλοβάκοι θέλουν να οικοδομήσουν μια περισσότερο
ελεύθερη κοινωνία είναι υποχρεωμένοι να αποσπαστούν από τη Μόσχα». Η παρισινή
εφημερίδα LE MONDE, υποδεικνύοντας τι πρέπει να κάνουν παραπέρα οι αντισοσιαλιστικές
δυνάμεις στην Τσεχοσλοβακία, έγραψε στις 5 Αυγούστου ότι «η Τσεχοσλοβακία πρέπει να
προσπαθήσει τώρα να προκαλέσει μέσα και έξω από την ΚΟΜΕΚΟΝ αναθεώρηση της
ανταλλαγής εμπορευμάτων». Και η εφημερίδα NEW YORK TIMES υποδείκνυε ότι «η
προσεκτική προσπάθεια αποχώρησης από τη σοβιετική οικονομική σφαίρα» πρέπει να
αποτελέσει δεύτερο γύρο πάλης. [βλ. περιοδικό Νέος Κόσμος, Φλεβάρης 1969, τεύχ. 2, Μπ.
Απόνοφ-Β. Βικτόροφ, «Τα γεγονότα της Τσεχοσλοβακίας», σελ. 103].

3
1
επιχειρήσεων», που επεξεργάστηκε το Πεντάγωνο και η CIA, εναντίον των
σοσιαλιστικών κρατών, ειδικά της Τσεχοσλοβακίας32.
Πολλά σχετικά ντοκουμέντα, που δημοσιεύθηκαν μετά από τις αντεπαναστάσεις
1989-1991, επιβεβαιώνουν και τα παραπάνω. Παραθέτουμε μερικά παραδείγματα:
Απόσπασμα ομιλίας του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζων Φόστερ Ντάλες στις
11 Ιουνίου 1956, σύμφωνα με το οποίο θεωρούσε δυνατή μια «απελευθέρωση των
δορυφόρων κρατών»33. Πρόβλεπε ότι οι «δυνάμεις της ελευθερίας», οι οποίες
βρίσκονταν επί το έργον πίσω από το «σιδηρούν παραπέτασμα», θα αποδεικνύονταν
ασυγκράτητες και θα μπορούσαν να αλλάξουν το διεθνές σκηνικό έως το 1965.
Υποστήριζε ότι η αντι-Στάλιν καμπάνια και το πρόγραμμα φιλελευθερισμού της είχε
εξαπολύσει μια αλυσιδωτή αντίδραση, η οποία μακροπρόθεσμα δεν θα μπορούσε να
συγκρατηθεί34.
Η Απόφαση 5608 της 18ης Ιουλίου 1956 του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας των
ΗΠΑ35.
Αρκετά αποκαλυπτική ως προς αυτή ήταν η εισήγηση του Ντάλες στη συνεδρίαση
του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας, την 1η Νοεμβρίου 1956, με θέμα «Η πολιτική
των ΗΠΑ έναντι των εξελίξεων στην Πολωνία και την Ουγγαρία»: «...Ο αρχικός μας
αντικειμενικός στόχος αναφορικά με την περιοχή των κρατών-δορυφόρων ήταν η
ενθάρρυνση ενός πρώτου βήματος προς την κατεύθυνση ενδεχομένως πλήρως
“εθνικών” κομμουνιστικών κυβερνήσεων»36.

32
Αναδημοσίευση στην εφημερίδα Ριζοσπάστης 14 Σεπτεμβρίου 2003, άρθρου του
περιοδικού Λιτερατούρναγια Γκαζέτα της Μόσχας, αρ. 39, 25 Σεπτέμβρη 1968, με τίτλο:
«Ποιος βρισκόταν πίσω από τις πλάτες της αντεπανάστασης».
33
Δορυφόροι - κράτη θεωρούσε τα κράτη - μέλη του Συμφώνου της Βαρσοβίας.
(Βλέπε Παράρτημα για τις αντεπαναστάσεις).
34
Πηγή: Archiv der Gegenwart, 1956, σελ. 5878, ή στη σειρά άρθρων του Κουρτ
Γκοσβάιλερ, που δημοσιεύτηκαν στα τεύχη Ιουλίου - Αυγούστου 2001 έως Μάρτιο-Απρίλιο
2002, του περιοδικού Offensiv με τίτλο: «Πριν 60 χρόνια: Η προειδοποίηση του Ντιμιτρόφ για
τις ιμπεριαλιστικές μυστικές υπηρεσίες. ΄Η πώς ο μπραουντερισμός μετεμφυτεύθηκε στην
Ευρώπη».
35
Πηγή: Περιοδικό Utopie Kreativ, τεύχος 84, Σ. Αλεξάντερ Τίνσμιτ: «Η εξωτερική
πολιτική της κυβέρνησης του Ίμρε Νάγκι», σελ. 73, ή στη σειρά άρθρων του Κουρτ
Γκοσβάιλερ, που δημοσιεύτηκαν στα τεύχη Ιουλίου -Αυγούστου 2001 έως ΜαρτίουΑπριλίου 2002, στο περιοδικό Offensiv με τίτλο: «Πριν 60 χρόνια: Η προειδοποίηση του
Ντιμιτρόφ για τις ιμπεριαλιστικές μυστικές υπηρεσίες. ΄Η πώς ο μπραουντερισμός
μετεμφυτεύθηκε στην Ευρώπη».
36
Περιοδικό Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τεύχ. 4, 2003, Ν. Παπαγεωργάκη,
«Οπορτουνισμός, ιμπεριαλισμός και αντεπανάσταση. Μια καταγραφή από τα Κρατικά Αρχεία
των ΗΠΑ», σελ. 148.

3
2
Πηγές, καθώς και τα πρακτικά του Λαϊκού Δικαστηρίου της Βουδαπέστης37
(Αύγουστος 1949), αναδείχνουν ένα δίκτυο πρακτόρων για την προώθηση των
παραπάνω στόχων του ιμπεριαλισμού και την αξιοποίηση ενός δικτύου διασύνδεσης
των αγγλοαμερικανικών υπηρεσιών κατασκοπείας με τις συμμαχικές υπηρεσίες
βοήθειας, π.χ. της UNRA, προς τα θύματα του πολέμου και με τις διπλωματικές
υπηρεσίες.
Για να βρίσκει έδαφος η ιμπεριαλιστική προπαγάνδα απευθυνόταν στους λαούς
αυτών των χωρών, όχι μόνο με τα συνθήματα του «ελεύθερου κόσμου», τη
δημοκρατία και τα δικαιώματα, αλλά και ως υπερασπιστής του «αληθινού»
σοσιαλισμού, τις αρχές του οποίου τα ΚΚ εξουσίας «παραβίαζαν»!
γ) Την προσπάθεια οικονομικής αποδυνάμωσης.
Άξονας της αντικομμουνιστικής στρατηγικής ήταν η προσπάθεια της οικονομικής
πίεσης του διεθνούς σοσιαλιστικού συστήματος, κυρίως της ΕΣΣΔ, μέσω της
στρατιωτικοποίησης της οικονομίας και της ετοιμότητας επίθεσης με συστήματα
μαζικής καταστροφής.
Οι ΗΠΑ αύξησαν την παραγωγή των ατομικών, θερμοπυρηνικών, βακτηριολογικών
και άλλων όπλων μαζικής εξόντωσης. Στο έδαφος συμμαχικών τους κρατών, μεταξύ
αυτών και της Ελλάδας, οι ΗΠΑ εγκατέστησαν πολεμικές βάσεις, που στρέφονταν
εναντίον της ΕΣΣΔ και των άλλων σοσιαλιστικών κρατών.
Ταυτόχρονα τα τεράστια κέρδη, που απέφεραν στο κεφάλαιο οι πυρηνικοί
εξοπλισμοί, παρέμεναν βασικό κίνητρο στη διαμόρφωση της αντίστοιχης πολιτικής
των ΗΠΑ, ανεξάρτητα από την εναλλαγή των Δημοκρατικών και των
Ρεπουμπλικανών στην προεδρία. Στην πορεία αναπτύχθηκαν από τον ιμπεριαλισμό
όλο και πιο ισχυρά όπλα, όπως οι πύραυλοι Κρουζ, οι Πέρσινγκ 1 και 2, η βόμβα
νετρονίου, οι εξοπλισμοί για τον «πόλεμο των άστρων» κ.α. Τον Απρίλιο του 1962, οι
ΗΠΑ εγκατέστησαν στην Τουρκία 15 πυραύλους Jupiter, έτοιμους για εκτόξευση
εναντίον της ΕΣΣΔ, καθώς και ατομικά όπλα στην Ελλάδα38.
δ) Η αποδυνάμωση και ενσωμάτωση του εργατικού και λαϊκού κινήματος των
καπιταλιστικών κρατών.
Ποικίλουν οι μορφές που χρησιμοποιούνταν. Από τη νομική απαγόρευση της δράσης
των Κ.Κ., μέχρι τον προσεταιρισμό τους για συμμετοχή ή στήριξη κυβερνητικών
σχημάτων στη Δυτική Ευρώπη.
37
1950.

Ο Λάζλο Ράικ και οι συνένοχοί του μπροστά στο Λαϊκό Δικαστήριο, έκδ. Νέα Ελλάδα,

Ο Λάζλο Ράικ διετέλεσε υπουργός εσωτερικών από τις 20 Μαρτίου 1946 έως τις 5
Αυγούστου 1948 και μετά υπουργός εξωτερικών μέχρι τη σύλληψή του (30 Μαΐου 1948).
Μαζί με τον γιουγκοσλάβο επιτετραμμένο Λάζαρ Μπράνκοφ και άλλα 6 στελέχη του
κόμματος, της κυβέρνησης και του στρατού, κατηγορήθηκε για «εγκλήματα πολέμου και κατά
του λαού, εσχάτη προδοσία και για την καθοδήγηση μιας οργάνωσης προς ανατροπή του
δημοκρατικού καθεστώτος», ότι ως «κατάσκοπος του Τίτο» και «πράκτορας του
ιμπεριαλισμού» έκανε απόπειρα παλινόρθωσης του καπιταλισμού, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο
την ανεξαρτησία της Ουγγαρίας. Ο ίδιος και άλλα δύο στελέχη εκτελέστηκαν, ενώ άλλοι
καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης (ο Μπράνκοφ ισόβια). Παρόμοιες δίκες έγιναν τον
Δεκέμβριο 1949 στη Βουλγαρία (Τράικο Κοστόφ κ.α.) και τον Νοέμβριο 1952 στην
Τσεχοσλοβακία (Ρούντολφ Σλάνσκι κ.α.).
Το 1956, όλοι οι παραπάνω αποκαταστάθηκαν δικαστικά και κομματικά, ως «θύματα
της προσωπολατρίας».
38
«Η εγκατάστασις ατομικών βάσεων στην Ελλάδα απετέλεσε αντικείμενον μακράς
συσκέψεως συγκροτηθείσης την παρελθούσαν εβδομάδα υπό την προεδρίαν του πρωθυπουργού
κ. Καραμανλή. Εις την σύσκεψιν έλαβον μέρος οι υπουργοί Εξωτερικών κ. Αβέρωφ, Εθνικής
Αμύνης κ. Πρωτοπαπαδάκης και ο αμερικανός πρεσβευτής κ. Άλλεν» [βλ. εφημερίδα Βραδυνή,
26 Ιουνίου 1957]. Τελικά οι πρώτες ατομικές βόμβες εγκαταστάθηκαν στη βάση του Αράξου
στις 14 Ιουλίου 1962.

3
3
Τον Αύγουστο του 1947, μπήκε σε ισχύ στις ΗΠΑ, ο νόμος Τάφτ-Χάρλεϊ, που
περιόριζε το δικαίωμα στην απεργία και εξοβέλιζε τους κομμουνιστές από τα
συνδικάτα. Είχε προηγηθεί, τον Μάρτιο του ίδιου χρόνου, το διάταγμα του Τρούμαν
«περί νομιμοφροσύνης», που αποτέλεσε τη νομική βάση για την εκκαθάριση του
κρατικού μηχανισμού από κομμουνιστές και συμπαθούντες το ΚΚ ΗΠΑ. Παράλληλα
διατηρούνταν ο νόμος Σμιθ του 1940 «κατά της προπαγάνδισης ανατρεπτικών
ιδεών». Με τον τρόπο αυτό εξασφαλιζόταν η κυριαρχία στο συνδικαλιστικό κίνημα
των οπορτουνιστών και εργοδοτικών συνδικαλιστών, καθώς και των μαφιόζων.
Στις ΗΠΑ το κύμα διώξεων καταγράφηκε ως «Μακαρθισμός», από το όνομα του
γερουσιαστή Μακάρθι. Μεταξύ των θυμάτων του Μακαρθισμού ήταν και το ζεύγος
των πυρηνικών ερευνητών Τζούλιους και Εθελ Ρόζενμπεργκ, που κατηγορήθηκε για
κατασκοπεία υπέρ της ΕΣΣΔ και εκτελέστηκε στην ηλεκτρική καρέκλα το 1953.
Θύματα του «Μακαρθισμού» υπήρξαν επίσης πολλοί καλλιτέχνες, συγγραφείς,
ηθοποιοί, σκηνοθέτες κ.ά.
Σε σειρά καπιταλιστικών κρατών, όπως στην Ιταλία και στη Γερμανία,
ανασυγκροτήθηκαν τα φιλοφασιστικά και φιλοναζιστικά στοιχεία. Τον Αύγουστο του
1950 δολοφονήθηκε ο πρόεδρος του ΚΚ Βελγίου Ζουλιέν Λαό και στις 17
Αυγούστου 1956 τέθηκε σε απαγόρευση το ΚΚ Γερμανίας.
Η επιχείρηση αποδυνάμωσης και ενσωμάτωσης των κομμουνιστικών και λαϊκών
κινημάτων βοηθούνταν τόσο από την ευέλικτη πολιτική των χριστιανοδημοκρατικών
κομμάτων, αλλά και από έμπειρα και ισχυρά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, (Γαλλίας,
Ομοσπονδιακής Γερμανίας, Αυστρίας κ.ά.) Ήταν τα πιο κατάλληλα ανάμεσα στα
αστικά, για να αποτελέσουν ανάχωμα κατά των επαναστατικών δυνάμεων και
ταυτόχρονα τον πολιορκητικό κριό επηρεασμού των Κομμουνιστικών Κομμάτων.
1.Α.5. ΒΑΣΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ
ΤΩΝ ΔΙΕΘΝΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΤΗΣ ΕΣΣΔ
Η εξωτερική πολιτική της ΕΣΣΔ, όπως και γενικά του σοσιαλιστικού
συστήματος, κατευθυνόταν στην υπεράσπιση των σοσιαλιστικών χωρών, στην
αναχαίτιση της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας, στην πάλη υπέρ της ειρήνης και της
φιλίας των λαών και στην ενίσχυση του αντιαποικιακού κινήματος.
Το 1955, με πρωτοβουλία της ΕΣΣΔ, ρυθμίστηκε το αυστριακό ζήτημα, με βάση τις
αρχές της «μόνιμης ουδετερότητας»39 της Αυστρίας. Τον ίδιο χρόνο η ΕΣΣΔ και η
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας σύναψαν διπλωματικές σχέσεις.
Στις αρχές του 1955, η ΕΣΣΔ πρότεινε στα ευρωπαϊκά καπιταλιστικά κράτη και στις
ΗΠΑ σχέδιο «Πανευρωπαϊκού Συμφώνου Συλλογικής Ασφάλειας», που
απορρίφθηκε. Το σχέδιο πρόβλεπε40:
39

Η Βιέννη απελευθερώθηκε από το Κόκκινο Στρατό στις 13 Απριλίου 1945. Μετά
την απελευθέρωσή της η Αυστρία, στη βάση συμφωνίας ανάμεσα στους συμμάχους,
διαιρέθηκε σε 4 ζώνες κατοχής: τη σοβιετική, την αμερικανική, τη γαλλική και την αγγλική.
Τον Απρίλιο του 1945 συγκροτήθηκε προσωρινή κυβέρνηση της Αυστρίας, η οποία
ανακήρυξε την ανεξαρτησία της Αυστρίας, που είχε ενσωματωθεί στη Γερμανία το 1938,
όμως την ανώτατη διοίκηση ασκούσε το Συμμαχικό Συμβούλιο, το οποίο αποτελούνταν από
4 επιτρόπους, έναν από κάθε στρατό κατοχής. Το 1955 η κατοχή της Αυστρίας τερματίσθηκε.
Στις 26 Οκτωβρίου 1955 η αυστριακή βουλή ψήφισε συνταγματικό νόμο για τη μόνιμη
ουδετερότητα της Αυστρίας. Σύμφωνα με αυτόν η Αυστρία υποχρεωνόταν να μην ενταχθεί
σε κανένα στρατιωτικό συνασπισμό (Πηγή: Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια).
40
Δήλωση του Β. Μ. Μόλοτοφ στη «Διάσκεψη των ευρωπαϊκών κρατών για την
κατοχύρωση της ειρήνης και της ασφάλειας στην Ευρώπη» (29 Νοεμβρίου – 2 Δεκεμβρίου
1954, στη Μόσχα).

3
4
«… στη σύσκεψη των τεσσάρων δυνάμεων στο Βερολίνο, που έγινε στις αρχές αυτού
του χρόνου, η Σοβιετική Ένωση πρότεινε να εξεταστεί το σχέδιο που υπέβαλε για τις
βασικές αρχές του “Πανευρωπαϊκού συμφώνου συλλογικής ασφάλειας στην
Ευρώπη.”
[…] Το σχέδιο του συμφώνου προβλέπει, ότι σ’ ένα τέτιο σύμφωνο μπορούν να
πάρουν μέρος όλα τα ευρωπαϊκά κράτη που παραδέχονται τους σκοπούς της
συμφωνίας και αναλαμβάνουν τις αντίστοιχες υποχρεώσεις ανεξάρτητα από το
κοινωνικό τους καθεστώς. Επίσης προβλέπεται, ότι ως την ενοποίηση της Γερμανίας
ισότιμο μέρος στο σύμφωνο θα μπορούν να πάρουν η Γερμανική Λαοκρατική
Δημοκρατία και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και ύστερα από την
ενοποίηση της Γερμανίας θα μπορεί να συμμετέχει στο σύμφωνο το ενωμένο
γερμανικό κράτος.
Σε συνέχεια το σχέδιο του συμφώνου αυτού προβλέπει, ότι τα κράτη που θα πάρουν
μέρος στο σύμφωνο, θα αναλάβουν την υποχρέωση να απέχουν από κάθε επίθεση το
ένα ενάντια στο άλλο, από κάθε απειλή με τη χρησιμοποιήσιμη δύναμη, και θα
λύνουν όλες τις διαφορές, που μπορούν να προκύψουν ανάμεσά τους, με ειρηνικά
μέσα σύμφωνα με το καταστατικό του ΟΗΕ. Σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης στην
Ευρώπη ενάντια σε ένα ή σε μερικά κράτη που συμμετέχουν στο σύμφωνο, κάθε
κράτος που συμμετέχει στο σύμφωνο είναι υποχρεωμένο να δόσει βοήθεια στο
κράτος ή στα κράτη που δέχθηκαν τέτια επίθεση για το σκοπό της αποκατάστασης
και διατήρησης της διεθνούς ειρήνης και της ασφάλειας στην Ευρώπη. Τα κράτη που
συμμετέχουν στο σύμφωνο, υποχρεώνονται να μην πάρουν μέρος σε οποιοδήποτε
συνασπισμό ή συμμαχία και να μη κλείνουν καμιά συμφωνία, που οι σκοποί της είναι
αντίθετοι με τους σκοπούς του συμφώνου για τη συλλογική ασφάλεια στην Ευρώπη.
[…] Στην αρχή οι αντιρρήσεις ενάντια στο σχέδιο, που υπέβαλε η Σοβιετική
Κυβέρνηση, αφορούσαν, όπως είναι γνωστό, πρώτο τη συμμετοχή των ΕΠΑ στο
σύστημα της ευρωπαϊκής συλλογικής ασφάλειας και, δεύτερο, τη στάση της
Σοβιετικής Κυβέρνησης απέναντι στο Βορειοατλαντικό σύμφωνο. Όταν όμως η
Σοβιετική Κυβέρνηση τάχτηκε το Μάρτη κιόλας υπέρ της συμμετοχής των ΕΠΑ στο
Πανευρωπαϊκό σύμφωνο και δήλωσε ότι είναι έτοιμη να εξετάσει από κοινού με τις
ενδιαφερόμενες κυβερνήσεις το ζήτημα της συμμετοχής της ΕΣΣΔ στο
Βορειοατλαντικό σύμφωνο, οι κυβερνήσεις των τριών δυνάμεων άρχισαν να ψάχνουν
να βρουν νέες αφορμές άρνησης της από κοινού εξέτασης του ζητήματος για τη
δημιουργία συστήματος συλλογικής ασφάλειας στην Ευρώπη»41.
Στις 14 Μαΐου 1955 η ΕΣΣΔ και τα άλλα σοσιαλιστικά κράτη της Ευρώπης
υπέγραψαν στη Βαρσοβία το ομώνυμο «Σύμφωνο Φιλίας, Συνεργασίας και
Αμοιβαίας Βοήθειας», αφού τον Οκτώβριο του 1954 αποφασίστηκε η
επαναστρατικοποίηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και τον Μάιο
του 1955 εντάχθηκε στο ΝΑΤΟ. Τα μέλη του «Συμφώνου της Βαρσοβίας» ανέλαβαν
την υποχρέωση, να βοηθήσουν άμεσα και με κάθε τρόπο, όποιο μέλος δεχόταν
ένοπλη επίθεση.
Το «Σύμφωνο της Βαρσοβίας»42 ήταν αμυντικό μέσο. Εξυπηρετούσε την ασφάλεια
των σοσιαλιστικών κρατών και τη διατήρηση της ειρήνης στον κόσμο. Ήταν ανοιχτό
41
Περιοδικό Νέος Κόσμος, Γενάρης 1955, τεύχ. 1, «Από τη δήλωση του Β. Μ. Μόλοτοφ
στη Διάσκεψη της Μόσχας», σελ. 32-33.
42
Η Συνθήκη Φιλίας, Συνεργασίας και Αμοιβαίας Βοήθειας (Σύμφωνο της Βαρσοβίας)
ιδρύθηκε στις 14 Μαΐου 1955, ενώ είχε προηγηθεί η ίδρυση του ΝΑΤΟ (Βορειοατλαντικό
Σύμφωνο) ήδη από το 1949. Στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας συμμετείχαν τα κράτη: ΕΣΣΔ,
Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία, Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Τσεχοσλοβακίας, Λαϊκή
Δημοκρατία της Αλβανίας, Λαϊκή Δημοκρατία της Βουλγαρίας, Λαϊκή Δημοκρατία της
Ουγγαρίας, Λαϊκή Δημοκρατία της Πολωνίας, Λαϊκή Δημοκρατία της Ρουμανίας. Από το
Σύμφωνο της Βαρσοβίας αποστασιοποιήθηκε η ΛΔ της Αλβανίας το 1962 και αποχώρησε
επίσημα στις 13 Σεπτεμβρίου 1968.

3
5
στην προσχώρηση νέων κρατών, ανεξάρτητα από το κοινωνικό τους σύστημα, ενώ θα
αυτοκαταργούνταν σε περίπτωση δημιουργίας συστήματος συλλογικής ασφάλειας
στην Ευρώπη.
Οι δύο τελευταίες αρχές συγκρότησης του Συμφώνου της Βαρσοβίας οπωσδήποτε
μπορούν να εγείρουν κριτική για τον ουτοπικό χαρακτήρα τους, για τους εξής λόγους:
Κανένα αστικό κράτος δεν ήταν δυνατό να ενταχθεί στις δομές ενός ταξικά
αντίπαλου στρατιωτικού συνασπισμού. Επίσης η επιδίωξη δημιουργίας συλλογικού
συστήματος ασφαλείας παρέβλεπε την ανάγκη να αλλάξει ο καπιταλιστικός
χαρακτήρας των κρατών της Ευρώπης ως προϋπόθεση για τη διαμόρφωση
διακρατικού συστήματος ειρήνης και ασφάλειας σε αυτήν.
Στον υπάρχοντα συσχετισμό, η Σοβιετική Ένωση ήταν υποχρεωμένη να απαντήσει
στην ιμπεριαλιστική επιθετικότητα και να παράγει το δικό της ατομικό όπλο. Αυτό το
γεγονός είχε συνέπεια ένα τεράστιο οικονομικό κόστος που συνεχώς αυξανόταν,
επειδή ήταν αναγκασμένη να ακολουθήσει τα αμερικανικά βήματα στο κυνηγητό των
πυρηνικών εξοπλισμών, για να επιτύχει στρατηγική ισορροπία με τις ΗΠΑ, οι οποίες
συνεχώς αναβάθμιζαν το πυρηνικό και άλλο οπλοστάσιό τους.
Ο παρακάτω πίνακας43 είναι ενδεικτικός:
Η δυναμική του στρατιωτικού - τεχνολογικού
ανταγωνισμού ΗΠΑ - ΕΣΣΔ
Είδος όπλου
Χρονολογία δοκιμής
ή ανάπτυξης
ΗΠΑ
ΕΣΣΔ
Ατομική βόμβα
1945
1949
Διηπειρωτικό βομβαρδιστικό
1948
1955
Αεριωθούμενο βομβαρδιστικό
1951
1954
Βόμβα υδρογόνου
1952
1953
Διηπειρωτικός βαλλιστικός πύραυλος 1958
1957
Κατασκοπευτικός δορυφόρος
1960
1962
Πύραυλοι υποβρυχίων
1960
1964
Διηπειρωτικοί με στερεά καύσιμα
1962
1966
Σύστημα αντιπυραυλικής άμυνας
1974
1966
Αντιδορυφορικό όπλο
1963
1968
Διαιρούμενες πολλαπλές κεφαλές
1970
1975
Χάρη στην επιμονή της ΕΣΣΔ υπογράφτηκαν ορισμένες σημαντικές συμφωνίες
κορυφής, ανάμεσα στην ΕΣΣΔ και στις ΗΠΑ, όπως: Το σύμφωνο απαγόρευσης
πυρηνικών δοκιμών μέσα κι έξω από την ατμόσφαιρα και κάτω από την επιφάνεια
της θάλασσας (μεταξύ ΕΣΣΔ, ΗΠΑ και Μ. Βρετανίας το 1963). Το σύμφωνο για το
διάστημα (ΗΠΑ - ΕΣΣΔ, το 1967) που απαγόρευε την αποστολή και εγκατάσταση
όπλων στο Διάστημα44. Το σύμφωνο μη διάδοσης των πυρηνικών όπλων, αρχικά
43
McNamara R.S., όπως παρατίθεται στο Ανατόλι Αρσέενκο, 60 χρόνια από τη μεγάλη
Αντιφασιστική Νίκη των λαών - Έπος και Διδάγματα, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2005,
σελ. 70.
44
Η Σοβιετική Ένωση ήταν η χώρα που πραγματοποίησε το μεγάλο άλμα προς την
εξερεύνηση του Διαστήματος με επανδρωμένο διαστημόπλοιο, το «Βοστόκ 1» και μοναδικό
επιβαίνοντα τον κοσμοναύτη Γιούρι Γκαγκάριν, το οποίο εκτοξεύτηκε από τη βάση του
Μπαϊκονούρ στη Καζακστάν στις 12 Απριλίου του 1961 και πραγματοποίησε μια περιστροφή
γύρω από τη Γη.
Το 1963 ταξίδεψε στο διάστημα, με το «Βοστόκ 6», η πρώτη γυναίκα αστροναύτης,
η σοβιετική Βαλεντίνα Τερεσκόβα.

3
6
μεταξύ ΗΠΑ - ΕΣΣΔ, την 1η Ιουλίου 1968. Επί της ουσίας σειρά συμφωνιών δεν
τηρήθηκαν από τους ιμπεριαλιστές.
Ένα από τα πιο βασικά χαρακτηριστικά της διεθνιστικής πολιτικής της ΕΣΣΔ
αποτέλεσε η κάθε δυνατή και ανιδιοτελής βοήθειά της στους αγωνιζόμενους λαούς.
1.Β. Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΣΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ
1.Β.1. ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΤΩΝ
ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ (ΚΟΜΙΝΦΟΡΜ)

ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΩΝ

ΚΑΙ

3
7
Η Κομμουνιστική Διεθνής (ΚΔ) είχε αυτοδιαλυθεί κατά τη διάρκεια του Β΄

3
8
Παγκοσμίου Πολέμου (13 Μαΐου 1943)45. Εκτίμησε ότι η συνέχιση της λειτουργίας
«γινόταν εμπόδιο στην παραπέρα εδραίωση των εθνικών εργατικών κομμάτων» και

3
9
ότι γίνονταν «περίπλοκα τα προβλήματα στις διάφορες χώρες»46. Όλα τα τμήματα της
ΚΔ ενέκριναν την απόφαση αυτοδιάλυσής της. Η Κομμουνιστική Διεθνής (ΚΔ)
ενσάρκωνε τη διαχρονική ανάγκη ενιαίας στρατηγικής του κομμουνιστικού
κινήματος, όπως και προηγούμενα η Α΄ και η Β΄ Διεθνής.
Η διάλυση της ΚΔ προβληματίζει, ιδιαίτερα αν εξεταστεί σε άμεση σύνδεση
με την αδυναμία συγκρότησης μιας νέας ΚΔ μετά τον πόλεμο, τη διάσπαση του
διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος (έξοδος της Γιουγκοσλαβίας από την
Κομινφόρμ), καθώς και με τα σημάδια της γενικότερης κρίσης του, η οποία ξέσπασε
σε μία σύντομη πορεία και εκφράστηκε με την πολυδιάσπαση του διεθνούς
κομμουνιστικού κινήματος.
Η απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ (2009) εκτιμά για το παραπάνω
θέμα: «Ανεξάρτητα από τις αιτίες που οδήγησαν στη διάλυση της ΚΔ, είναι
αντικειμενική η ανάγκη, το κομμουνιστικό κίνημα, σε διεθνές επίπεδο, να
διαμορφώνει ενιαία επαναστατική στρατηγική, να σχεδιάζει και να συντονίζει τη
δράση του. Ο βαθύτερος προβληματισμός για τη διάλυση της ΚΔ πρέπει να παίρνει
υπόψη μια σειρά εξελίξεις όπως: Το σταμάτημα της δράσης της Κόκκινης
Συνδικαλιστικής Διεθνούς, το 1937, […] Την απόφαση του 6ου Συνεδρίου της
Κομμουνιστικής Διεθνούς των Νέων (1935), σύμφωνα με την οποία η πάλη ενάντια

4
0
στο φασισμό και στον πόλεμο απαιτούσε την αλλαγή του χαρακτήρα των Ενώσεων

4
1
της Κομμουνιστικής Νεολαίας…»47
Όταν ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος τέλειωσε και οι συμμαχίες που είχαν
διαμορφωθεί στη διάρκειά του αναδιατάχθηκαν, οπότε όλες οι αστικές και
οπορτουνιστικές δυνάμεις (πχ δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας), συνενώθηκαν
ενάντια στο σοσιαλιστικό σύστημα και στο κομμουνιστικό κίνημα, το πρόβλημα της
ενιαίας δράσης του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος πρόβαλε ακόμα πιο έντονα.
Όπως εκτιμά το 18ο Συνέδριο, «η σοβαρά λαβωμένη ιδεολογική ενότητα και η
έλλειψη της οργανωτικής σύνδεσης των ΚΚ, με τη διάλυση της ΚΔ, δεν επέτρεψαν
τη διαμόρφωση μιας αυτοτελούς ενιαίας στρατηγικής του διεθνούς κομμουνιστικού
κινήματος απέναντι στη στρατηγική του διεθνούς ιμπεριαλισμού. Το «Γραφείο
Πληροφοριών» των ΚΚ, που συγκροτήθηκε το 1947 και αυτοδιαλύθηκε το 1956,

4
2
καθώς και οι διεθνείς διασκέψεις των ΚΚ, που γίνονταν στη συνέχεια, δεν μπόρεσαν

4
3
να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τα παραπάνω προβλήματα»48.
Στο «Γραφείο Πληροφοριών» των Κομμουνιστικών και Εργατικών κομμάτων
(Οκτώβριος 1947) που σκοπός του ήταν η ανταλλαγή πληροφοριών και ο
συντονισμός δράσης των Κομμουνιστικών Κομμάτων, εκπροσωπούνταν τα ΚΚ της
ΕΣΣΔ, της Γιουγκοσλαβίας, της Ρουμανίας, της Βουλγαρίας, της Πολωνίας, της
Τσεχοσλοβακίας και της Ουγγαρίας. Από τα κόμματα της καπιταλιστικής Δυτικής
Ευρώπης συμμετείχαν το Γαλλικό ΚΚ και το Ιταλικό ΚΚ.
Στα Ντοκουμέντα της Σύσκεψης του «Γραφείου Πληροφοριών», τον
Νοέμβριο του 1949, καταγράφεται ότι η Σύσκεψη κατέληξε ομόφωνα στις εξής τρεις
αποφάσεις:
Η υπεράσπιση της Ειρήνης και ο αγώνας ενάντια στους εμπρηστές του πολέμου, μετά
από την Εισήγηση του Μ. Σουσλόφ.
Η ενότητα της εργατικής τάξης και τα καθήκοντα των Κομμουνιστικών και
Εργατικών Κομμάτων, μετά από την Εισήγηση του Παλμίρο Τολιάτι.
Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γιουγκοσλαβίας στα χέρια δολοφόνων και
κατασκόπων, μετά από την Εισήγηση του Γκ. Γκεοργκίου-Ντεζ.
Η Απόφαση κάλεσε σε οργάνωση της δουλειάς για να τραβηχτούν στο κίνημα
των οπαδών της ειρήνης οι συνδικαλιστικές ενώσεις, οι γυναικείες, νεολαιίστικες,
συνεταιριστικές, αθλητικές, εκπολιτιστικοδιαφωτιστικές, θρησκευτικές και άλλες

4
4
οργανώσεις, καθώς και επιστήμονες, συγγραφείς, δημοσιογράφοι, παράγοντες του

4
5
πολιτισμού, κοινοβουλευτικοί και άλλοι πολιτικοί και κοινωνικοί παράγοντες49.

4
6
Για την «ενότητα της εργατικής τάξης» η Σύσκεψη κάλεσε σε πάλη ενάντια
στους δεξιούς σοσιαλιστές και σε ενότητα δράσης με τις οργανώσεις βάσης και με τα

4
7
απλά μέλη των σοσιαλιστικών κομμάτων50. Ακόμα διακήρυξε ότι:
«Τα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα των καπιταλιστικών χωρών
θεωρούν για καθήκον τους να ενοποιήσουν την πάλη για την εθνική ανεξαρτησία με
τον αγώνα για την ειρήνη, να ξεσκεπάζουν ακούραστα τον αντεθνικό, προδοτικό
χαρακτήρα της πολιτικής των αστικών κυβερνήσεων, που έγιναν ανοιχτά τσιράκια

4
8
του επιθετικού αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, να συνενώνουν και να συσπειρώνουν

4
9
όλες τις πατριωτικές δυνάμεις της χώρας…»51.
Η αντίστοιχη Εισήγηση καταλόγιζε στις ΗΠΑ την πρόθεση να μετατρέψουν
τη Δυτική Ευρώπη σε μισοαποικία του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, σε βάση και

5
0
προγεφύρωμα για την προετοιμασία του νέου πολέμου52. Τόνιζε ότι οι λαοί της
Γαλλίας, της Ιταλίας και όλης της καπιταλιστικής Ευρώπης, χρειάζονταν κυβερνήσεις
που δεν θα υποκλίνονταν δουλικά μπροστά στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό και οι

5
1
οποίες θα διαμορφώνονταν από «ένα πραγματικό κίνημα δημοκρατικής και εθνικής

5
2
ενότητας»53.
Αναφερόταν επίσης στην κριτική του Λένιν στον «ευρωπαϊσμό» των
σοσιαλδημοκρατών, στην καταδίκη των συνθημάτων για την οργάνωση «ευρωπαϊκής
βουλής» ή της «παγκόσμιας κυβέρνησης».
1.Β.2. Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΩΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ
ΣΕ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΧΩΡΕΣ
Η στρατηγική σειράς Κομμουνιστικών Κομμάτων σταδιακά απομακρύνεται από τις
νομοτέλειες της σοσιαλιστικής επανάστασης, περιορίζοντας και υποτάσσοντας τη
δράση των κομμάτων στην υπεράσπιση των αστικοδημοκρατικών ελευθεριών και της
χώρας τους στο πλαίσιο του ιμπεριαλιστικού συστήματος.
Το κομμουνιστικό κίνημα στις καπιταλιστικές χώρες καταγράφηκε ως παράγοντας
ανάπτυξης εργατικών αγώνων, αλλά δεν μπόρεσε να παίξει τον ρόλο της πραγματικής
εργατικής πρωτοπορίας, να οργανώσει την πάλη για την εξουσία.
Στο πρόγραμμα του Βρετανικού Κομμουνιστικού Κόμματος «Ο δρόμος της Μεγάλης
Βρετανίας προς το σοσιαλισμό», αναφέρεται:
«Το κομμουνιστικό κόμμα αγωνίζεται για την εθνική ανεξαρτησία και τα πραγματικά
εθνικά συμφέροντα του βρετανικού λαού και όλων των λαών της βρετανικής
αυτοκρατορίας.
Η υποταγή της Μεγάλης Βρετανίας στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό είναι μια
προδοσία απέναντι στο βρετανικό λαό (...) Οι εχθροί του κομμουνισμού κατηγορούν
το κομμουνιστικό κόμμα ότι σκοπεύει να επιβάλλει τη σοβιετική εξουσία στη
Μεγάλη Βρετανία και να καταργήσει το κοινοβούλιο. Αυτό είναι μια συκοφαντική
διαστρέβλωση της πολιτικής μας (...). Ο λαός της Μεγάλης Βρετανίας μπορεί να
μετατρέψει την καπιταλιστική δημοκρατία σε πραγματική λαϊκή δημοκρατία,

5
3
μεταβάλλοντας το κοινοβούλιο […] σε δημοκρατικό όργανο της θέλησης της

5
4
μεγάλης πλειοψηφίας του λαού της»54.
Επομένως, βασικές θέσεις του αργότερα επονομαζόμενου «ευρωκομμουνισμού», ήδη
περιέχονταν στο Πρόγραμμα του Κ.Κ. Βρετανίας από το 1950-1951.
Η ηγεσία του Γαλλικού ΚΚ εκτιμούσε ότι γίνονταν προσπάθειες να αναβιώσει ο
φασισμός και προσανατόλιζε στη δημιουργία δημοκρατικής κυβέρνησης, δηλαδή
διαμόρφωνε τη στρατηγική του στη βάση της υπεράσπισης της αστικής δημοκρατίας
από το φασισμό, όπως χαρακτήριζε μια παράταξη της αστικής πολιτικής υπό τον Ντε
Γκολ.
Στις 15 Μαΐου 1951 ο γραμματέας της ΚΕ του ΚΚ Γαλλίας Ζακ Ντικλό σε άρθρο του
στην εφημερίδα «ΠΡΑΒΔΑ», υποστήριζε:
«Ντε Γκολ σημαίνει φασισμός. Όπως είναι γνωστό, ο ντε Γκολ ισχυρίζεται συνεχώς
ότι είναι ανάγκη να οργανωθεί η «συνεργασία» της εργασίας και του κεφαλαίου. Δεν
είναι περιττό να θυμίσουμε, ότι την «ιδέα» αυτή τη δανείστηκε ολόκληρη απ’ τον
Μουσολίνι, τον Φράνκο και τον Πεταίν (...) Και σήμερα, που οι αμερικάνοι και
γάλλοι κεφαλαιοκράτες προσπαθούν να ξαναστήσουν στη χώρα μας το φασισμό (...)
Καλούμε σε ενότητα όλους όσους θέλουν να σώσουν τη Γαλλία από το αίσχος του
φασισμού και απ’ τη φρίκη του πολέμου (...) Μπορούν και πρέπει να δημιουργηθούν,

5
5
παρά τη νοθεία, οι όροι για τον ερχομό στην εξουσία μιας προοδευτικής,

5
6
δημοκρατικής και εθνικής κυβέρνησης, μιας κυβέρνησης ειρήνης»55.
Ανάλογη πολιτική γραμμή ακολούθησε και το Ιταλικό ΚΚ. Για παράδειγμα, ο
Παλμίρο Τολιάτι υποστήριζε σε συγκέντρωση στο Μιλάνο (19 Μαρτίου 1951):
«...η κυβέρνηση απαρνήθηκε τα εθνικά κυριαρχικά δικαιώματα, παραχωρώντας την
αρχηγία του στρατού μας στη ξένη διοίκηση, γιατί, για να εκπληρώσει τις

5
7
υποχρεώσεις που ανέλαβε, πρέπει να συγκλονίσει όλη την εθνική οικονομία,

5
8
υποτάσσοντάς την στους πολεμικούς σκοπούς του αμερικανικού ιμπεριαλισμού» 56.
Από την άποψη της διαπάλης στο πλαίσιο του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος
και της κριτικής που ασκούνταν στο Ιταλικό ΚΚ είναι χαρακτηριστικό το απόσπασμα
της παρέμβασης του Αντρέι Ζντάνοφ, εκπροσώπου του ΠΚΚ (μπ) της ΕΣΣΔ, προς
τον Λουίτζι Λόνγκο, εκπρόσωπο του Ιταλικού ΚΚ, όταν ο δεύτερος παρουσίαζε την
κατάσταση που είχε διαμορφωθεί στην Ιταλία και την πορεία του Κόμματος, στην 4η
συνεδρίαση της Πρώτης Συνόδου του Γραφείου Πληροφοριών, στις 24 Σεπτεμβρίου
1947:
«Θέλετε να είστε κοινοβουλευτικοί περισσότερο από ό,τι οι ίδιοι οι κοινοβουλευτικοί
[…] Επιτρέψτε μου να κάνω ερώτηση. Εάν η αντίδραση επιτίθεται η ΚΕ υποχωρεί. Η

5
9
αντίδραση εκδιώχνοντας τους κομμουνιστές από την κυβέρνηση57 σημείωσε επιτυχία.
Αυτό δεν είναι βήμα πίσω. Είναι πραξικόπημα. Τι σκέπτεται να κάνει το Κόμμα; Θα
περάσει το Κόμμα από την άμυνα στην επίθεση; Έχει το Κόμμα σχέδιο επίθεσης, ως
ποιο σημείο το Κόμμα σκέφτεται να αμυνθεί, από ποιο σημείο θα περάσει στην
επίθεση; ΄Η κάτω από τη σημαία να αποφύγουμε τον «τυχοδιωκτισμό» θα τους

6
0
επιτρέψετε να απαγορεύσουν το Κόμμα; […] Όλα αυτά τα ερωτήματα δεν μπορεί να

6
1
μην απασχολούν την εργατική τάξη όλου του κόσμου» 58.

6
2
Η ίδια κριτική αναδείχνεται και από άλλες πηγές59.

6
3
Σύμφωνα τον πρόεδρο του ΚΚ ΗΠΑ Ουίλιαμ Φόστερ, ο γενικός γραμματέας του ΚΚ

6
4
ΗΠΑ Ιρλ Μπράουντερ60 πρωτοστάτησε από τις αρχές του 1944 στη διαμόρφωση της
οπορτουνιστικής γραμμής της ειρηνικής συνύπαρξης των δυο συστημάτων και
υποστήριζε ότι:
«Ο καπιταλισμός και ο σοσιαλισμός άρχισαν να βρίσκουν το δρόμο της ειρηνικής
συνύπαρξης και της συνεργασίας στον ίδιο κόσμο, χωρίς ο ένας να φοβάται τον
άλλον. Όταν σκεφτεί κανείς ότι ήταν αυτός ο διαρκής φόβος του ενός από τον άλλο
που δημιούργησε εχθρότητα, από τη στιγμή που δημιουργήθηκε η Σοβιετική Ένωση,
τότε η νέα εποχή της συνεννόησης που ανοίχτηκε με την Τεχεράνη, υπερέχει από
όλες τις άλλες της ιστορίας... Γιατί τι θα ήταν η εναλλακτική λύση στην Τεχεράνη;

6
5
Θα ήταν ένα σκοτεινό, αβέβαιο μέλλον που θα οδηγούσε σε εμφύλιο πόλεμο και σε

6
6
διεθνείς πολέμους»61.
Η θέση του Μπράουντερ αποδοκιμάστηκε από τον Ουίλλιαμ Φόστερ ως εξής:

6
7
«Σε αυτή την παρουσίαση (ομιλία) ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός πρακτικά
εξαφανίζεται, από τον ταξικό αγώνα δεν μένει σχεδόν κανένα ίχνος και ο

6
8
σοσιαλισμός πρακτικά δεν παίζει κανένα ρόλο»62.
Και τα επόμενα χρόνια η ίδια πολιτική με παραλλαγές συνεχίστηκε από τα ΚΚ.
Στην εισήγηση της ΚΕ, που παρουσίασε στο 15ο Συνέδριο του ΚΚ Γαλλίας ο Μορίς
Τορέζ (24 Ιουνίου 1959), αναλυόταν το πρόγραμμα του κόμματος, που το Συνέδριο
καλούνταν να επεξεργαστεί:
«…το ΚΚ υποβάλλει το Πρόγραμμά του για μελέτη στις άλλες δημοκρατικές
δυνάμεις, σαν μια μικρή πλατφόρμα της πάλης για την αναγέννηση της δημοκρατίας.
[…] Έτσι η αναγεννημένη γαλλική δημοκρατία θα δείξει την ικανότητά της να

6
9
περιορίσει, σύμφωνα με τα βασικά συμφέροντα του λαού και του έθνους, το πεδίο

7
0
δράσης των μονοπωλίων»63.
Στο Πρόγραμμα που ψήφισε το 7ο Συνέδριο του Κ.Κ. Καναδά (όταν συγκλήθηκε το
7ο Συνέδριο λεγόταν Εργατικό Προοδευτικό Κόμμα Καναδά, που μετονομάστηκε σε
ΚΚ στο 7ο Συνέδριο), υπογραμμίστηκε: «Θα αγωνιστούμε για τη ριζική αλλαγή της
πολιτικής του Καναδά, για να εγκαταλειφθεί η πολιτική υποταγής του Καναδά στα

7
1
αμερικάνικα επιθετικά σχέδια και υπέρ της ειρηνικής συνύπαρξης με τις

7
2
σοσιαλιστικές χώρες».64
Για κίνδυνο να χαθεί η εθνική ανεξαρτησία της Ιαπωνίας από τις ΗΠΑ έκανε λόγο η
4η ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚ Ιαπωνίας (10-12 Ιανουαρίου 1959): «Οι ΕΠΑ […]
επιδιώκουν να επιβάλλουν στην Ιαπωνία επιθετικές στρατιωτικές συμμαχίες, να

7
3
εμποδίσουν την ενίσχυση της ειρήνης στην Άπω Ανατολή, να της αφαιρέσουν για

7
4
πάντα την ανεξαρτησία, να βάλουν σε κίνδυνο το βιοτικό της επίπεδο»65.
Σε παρόμοια κατεύθυνση, όσον αφορά τη σχέση της Ολλανδίας και της
Δανίας με τη Γερμανία, κινήθηκαν το ΚΚ Ολλανδίας και το ΚΚ Δανίας.

7
5
Στην έκκληση της ΚΕ του ΚΚ Δανίας για την Πρωτομαγιά «Ενάντια στον
πόλεμο και τον μιλιταρισμό» καλούνταν οι εργαζόμενοι «να εμποδίσουν την

7
6
μετατροπή της Δανίας σε προτεκτοράτο της Γερμανικής Βέρμαχτ».66
Η αδυναμία επεξεργασίας επαναστατικής στρατηγικής είχε ήδη εκδηλωθεί κατά τη
διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και συνεχίστηκε και μετά από αυτόν.
1.Β.3. Η ΡΗΞΗ ΤΟΥ ΠΚΚ(μπ) ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΟΜΙΝΦΟΡΜ
ΜΕ ΤΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ
ΚΟΜΜΑ ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑΣ
Η ρήξη στις σχέσεις μεταξύ του ΠΚΚ (μπ) και της Κομινφόρμ με το ΚΚ
Γιουγκοσλαβίας (από το 1952 Ένωση Κομμουνιστών Γιουγκοσλαβίας), που

7
7
κορυφώθηκε το 1948, ξεκίνησε ως διαφωνία ανάμεσα στη Γιουγκοσλαβία67 και τη
Βουλγαρία αναφορικά με τη μελλοντική σύσταση μιας Βαλκανικής Ομοσπονδίας. Οι
αξιώσεις του Τίτο, που επιδίωκε την ηγεμονική θέση της Γιουγκοσλαβίας στην
Ομοσπονδία, καθώς και οι εδαφικές διεκδικήσεις που πρόβαλλε σε βάρος άλλων
βαλκανικών κρατών, προκάλεσαν την έντονη αντίδραση της Βουλγαρίας. Η
μεγαλύτερη όξυνση της έντασης αποφεύχθηκε αρχικά χάρη στη μεσολάβηση της
Σοβιετικής Ένωσης.
Από το 1945 η σοβιετική κυβέρνηση, μετά από αίτημα της γιουγκοσλαβικής
κυβέρνησης, είχε στείλει στη Γιουγκοσλαβία στρατιωτικούς και πολίτες ειδικούς για
να βοηθήσουν στη σοσιαλιστική οικοδόμηση.
Το Μάρτιο του 1948 το ΠΚΚ (μπ) αποφάσισε την ανάκληση των σοβιετικών
στρατιωτικών συμβούλων από τη Γιουγκοσλαβία, αφού είχε προηγηθεί απόφαση της
γιουγκοσλαβικής κυβέρνησης που απαγόρευε σε κρατικά ιδρύματα να δίνουν κάθε
είδους πληροφορίες οικονομικού χαρακτήρα στους σοβιετικούς ειδικούς. Αρνητική
στάση εκδηλώθηκε και απέναντι στο σοβιετικό πρέσβη.
Στη συνέχεια, η Γιουγκοσλαβική κομματική και κυβερνητική ηγεσία διέκοψε τις
σχέσεις της με τη Σοβιετική Ένωση και τα άλλα σοσιαλιστικά κράτη.
Η έδρα του Γραφείου Πληροφοριών ήταν στο Βελιγράδι. Οι σοβιετικοί εκπρόσωποι
στη Γιουγκοσλαβία, όπως και ο μόνιμος αντιπρόσωπος του ΠΚΚ(μπ) στο Γραφείο
της Κομινφόρμ, μπήκαν σε έλεγχο και επιτήρηση από τα κρατικά όργανα ασφαλείας
της Γιουγκοσλαβίας. Οι Άγγλοι είχαν ελεύθερη πρόσβαση και με πράκτορες στο
Υπουργείο Εξωτερικών της Γιουγκοσλαβίας, με αποτέλεσμα να σταματήσει η
αλληλογραφία ανάμεσα στο Υπουργείο των Εξωτερικών της Γιουγκοσλαβίας και της
ΕΣΣΔ. Με αφορμή αυτά τα γεγονότα αναπτύχθηκε αλληλογραφία ανάμεσα ση

7
8
Γιουγκοσλαβική ηγεσία και τους Στάλιν-Μόλοτοφ68, όπου εκτός από τα ζητήματα της
συγκεκριμένης κρίσης θίγονταν σημαντικά ζητήματα, όπως η σχέση μεταξύ
Κομμουνιστικών Κομμάτων, ο καθοδηγητικός ρόλος των ΚΚ στις σοσιαλιστικές
κοινωνίες, οι σχέσεις ΚΚ και Λαϊκών Μετώπων, ζητήματα κολεκτιβοποίησης, αρχών
συγκρότησης του ΚΚ κ.ά.
Αιτία της σύγκρουσης ήταν οι οπορτουνιστικές αντιλήψεις του ΚΚ Γιουγκοσλαβίας
που εκφράζονταν με το «γιουγκοσλαβικό δρόμο προς το σοσιαλισμό», απόψεις που
προϋπήρχαν της ίδρυσης του Γραφείου Πληροφοριών.
Τα παραπάνω υπήρξαν ζητήματα διαπάλης και μέσα στο Γιουγκοσλαβικό
Κομμουνιστικό Κόμμα.
Η ρήξη βάθυνε με την άρνηση του ΚΚΓ να συμμετάσχει στη σύνοδο του Γραφείου
Πληροφοριών που οι Σοβιετικοί επέμεναν να έχει ως θέμα αυτά τα ζητήματα που
είχαν ομόφωνα συμφωνηθεί και προβλέπονταν στο ιδρυτικό της Κομινφόρμ. Παρά
την αναβολή της συνόδου του Γραφείου που δέχτηκε το ΠΚΚ(μπ) έπειτα από αίτημα
των Ούγγρων και Τσεχοσλοβάκων, στη συνεδρίαση που πραγματοποιήθηκε το
δεύτερο δεκαπενθήμερο του Ιουνίου 1948, το ΚΚΓ και πάλι αρνήθηκε να λάβει
μέρος. Το Γραφείο Πληροφοριών κατήγγειλε το πέρασμα του Τίτο στον αστικό
εθνικισμό και αποφάσισε την αποβολή του ΚΚΓ από την Κομινφόρμ. Έκτοτε η Έδρα
του Γραφείου Πληροφοριών μεταφέρθηκε στη Ρουμανία.
Στη σύσκεψη του «Γραφείου Πληροφοριών» (Νοέμβριος 1949) η εισήγηση του Γκ.
Γκεοργκίου-Ντεζ αναφερόταν στην υπονομευτική δράση του Τίτο σε βάρος του
κινήματος στην Ελλάδα και του ΚΚΕ, κατά τη διάρκεια του πολέμου και μετά και
κατά τη διάρκεια του αγώνα του ΔΣΕ.
Για την πρώτη περίοδο ανέφερε:
«Την περίοδο εκείνη η καθοδήγηση του Κομμουνιστικού Κόμματος της
Γιουγκοσλαβίας δημοσίεψε μια πολιτική διακήρυξη - στην ουσία εθνικιστική -

7
9
σχετικά με τη Μακεδονία, που καλούσε τους μακεδόνες πατριώτες να λιποταχτήσουν

8
0
από τον αγώνα του ΕΑΜ και να περάσουν στον Τίτο»69.
Για τη δεύτερη περίοδο ανέφερε:
«Ο πιο αισχρός ρόλος που ανέλαβε να παίξει ο αντεπαναστάτης πράχτορας Τίτο ήταν
το χτύπημα ενάντια στο Δημοκρατικό Στρατό της Ελλάδας».

8
1
Η απόφαση της Σύσκεψης του «Γραφείου Πληροφοριών», μεταξύ άλλων κατήγγειλε
την τρομοκρατική εκστρατεία εναντίον των πραγματικών κομμουνιστών με

8
2
φυλακίσεις, εξορίες, βασανισμούς και δολοφονίες70.
Δέκα χρόνια μετά την αποβολή της Γιουγκοσλαβίας από την «Κομινφόρμ», ήταν
φανερή η παρέκκλιση από τη σοσιαλιστική οικοδόμηση του λεγόμενου
«γιουγκοσλαβικού δρόμου προς το σοσιαλισμό».
Στο άρθρο του Βλάντιμιρι Σκρλαντ «Ο αναθεωρητικός σοσιαλισμός και η
γιουγκοσλαβική πραγματικότητα» αναφερόταν:
«Έτσι, στη θέση της σοσιαλιστικής σχεδιασμένης συνεργασίας και άμιλλας ανάμεσα
στις επιχειρήσεις εμφανίζονται σχέσεις ανταγωνισμού. Στη θέση της ανταλλαγής της
παραγωγικής πείρας καλλιεργείται το μυστικό παραγωγής και το εμπορικό μυστικό

8
3
των επιχειρήσεων. Στη θέση της αλληλοβοήθειας των σοσιαλιστικών κολλεκτίβ

8
4
καλλιεργείται η νοσηρή διαμάχη ανάμεσά τους»71.
Το άρθρο γράφτηκε με αφορμή κείμενο στο κεντρικό όργανο της Ένωσης
Κομμουνιστών Γιουγκοσλαβίας «Κόμμουνιστ» (τ.22/1957) στο οποίο αναφερόταν
ότι «το μυστικό της παραγωγής και το εμπορικό μυστικό πρέπει να αναγνωριστούν
και να υπερασπίζονται νομικά. Στην οικονομία που στηρίζεται στην αγορά πρέπει να
πληρώνονται η δουλειά και οι επιτεύξεις ορισμένων επιχειρήσεων».
Η γιουγκοσλαβική ηγεσία ενίσχυσε τον ιδιωτικό τομέα στο χωριό. Το 1952,
σύμφωνα με τη Στατιστική Υπηρεσία της Γιουγκοσλαβίας του 1958, υπήρχαν
280.465 νοικοκυριά με έκταση πάνω από 8 εκτάρια, ενώ το 1957 είχαν αυξηθεί σε
317.130. Την ίδια περίοδο τα νοικοκυριά με 5-8 εκτάρια από 318.238 έφτασαν τα
384.754 και τα νοικοκυριά με 2-5 εκτάρια από 768.655 σε 932.736.
Στα 1946 οι αγρότες, που είχαν ως 2 εκτάρια γης, αποτελούσαν το 21,5% των
μελών των ΔΣ των συνεταιρισμών, ενώ οι αγρότες με πάνω από 10 εκτάρια γης το
12,1%. Στα 1956 οι αγρότες, που είχαν ως δύο εκτάρια, αποτελούσαν το 15,3% των
διοικήσεων των συνεταιρισμών, ενώ οι εύποροι, με πάνω από 8 εκτάρια, το 25%.
«Αν μάλιστα πάρουμε σαν βάση όχι τη γη αλλά το χρηματικό εισόδημα των μελών
της διοίκησης, βγαίνει ότι το 1956 οι αγρότες με εισόδημα ως 20.000 δηνάρια το
χρόνο αποτελούσαν το 8,2% των καθοδηγητικών οργάνων των συνεταιρισμών, τη

8
5
στιγμή που τα στρώματα των ευπόρων αγροτών με εισόδημα πάνω από 100.000

8
6
δηνάρια αποτελούσαν το 40% περίπου όλων των μελών της διοίκησης»72.
1.Β.4. ΤΟ 19ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΠΚΚ(μπ)/ΚΚΣΕ
(5-14 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1952)
Τον Οκτώβριο του 1952 συνήλθε το 19ο Συνέδριο του ΠΚΚ(Μπ), το πρώτο Συνέδριό
του μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Με απόφαση του Συνεδρίου το Κόμμα
μετονομάσθηκε σε ΚΚ Σοβιετικής Ένωσης (ΚΚΣΕ).
Παρά τις επιτυχίες της μεταπολεμικής οικονομικής ανόρθωσης η ηγεσία του ΚΚΣΕ
επισήμαινε προβλήματα στην οικονομία, που επηρέαζαν το γενικό στόχο για άνοδο
του επιπέδου της κοινωνικής ευημερίας.
Το 18ο Συνέδριο του ΚΚΕ υπογράμμισε ότι «η σοβιετική ηγεσία, στις αρχές της
δεκαετίας του 1950, εκτιμούσε, σωστά, ότι τα προβλήματα στο πεδίο της οικονομίας
ήταν εκδήλωση της όξυνσης της αντίθεσης ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις που
αναπτύσσονταν και τις σχέσεις παραγωγής που καθυστερούσαν (…) Οι σωστές
θέσεις και κατευθύνσεις του Στάλιν και των “αντι-αγοραίων” οικονομολόγων και
στελεχών του ΚΚ δεν μπόρεσαν να οδηγήσουν στη διαμόρφωση μιας
ολοκληρωμένης θεωρητικής επεξεργασίας και αντίστοιχης πολιτικής γραμμής, ικανής
να αντιμετωπίσει τις αγοραίες θεωρητικές θέσεις και επιλογές που ενισχύονταν. Σε

8
7
αυτό συνέβαλαν οι ισχυρές κοινωνικές πιέσεις, αλλά και οι αντινομίες, ανεπάρκειες,

8
8
ταλαντεύσεις που υπήρχαν στο αντι-αγοραίο ρεύμα»73.
Στην εισήγηση προς το 19ο Συνέδριο περιεχόταν η εκτίμηση ότι η εναρμόνιση της
εξωτερικής πολιτικής των καπιταλιστικών κρατών της Δυτικής Ευρώπης με την
ιμπεριαλιστική πολιτική των ΗΠΑ ήταν παραίτηση «από την εθνική αυτοτελή
εξωτερική τους πολιτική», ήταν θυσία των «εθνικών συμφερόντων» τους και

8
9
«υποδούλωση στον ξένο ιμπεριαλισμό», βεβαίως γιατί φοβόντουσαν τους ίδιους τους

9
0
λαούς τους74. Ακόμα:
«Άμεση ευθύνη γι’ αυτή την αντεθνική πολιτική των ιθυνόντων κύκλων έχουν και οι
δεξιοί σοσιαλδημοκράτες, και πριν απ’ όλα οι κορυφές του Εργατικού Κόμματος της

9
1
Αγγλίας, του Γαλλικού Σοσιαλιστικού κόμματος και του Σοσιαλδημοκρατικού

9
2
κόμματος της Δυτικής Γερμανίας…»75.
Γινόταν επίσης μία πρόβλεψη της πορείας των αντιθέσεων:
«… Πρέπει να προσθέσουμε και τις σοβαρότατες αντιθέσεις ανάμεσα στις ΕΠΑ και
την Ιαπωνία, στις ΕΠΑ και την Ιταλία, στις ΕΠΑ και τη Δυτ. Γερμανία, που ζουν
κάτω από το ζυγό κατοχής των διχτατόρων των ΕΠΑ. Θα ήταν αφέλεια να νομίζει
κανείς ότι οι νικημένες αυτές χώρες θα δεχτούν να ζήσουν επ’ άπειρο κάτω από το
πέλμα των αμερικανών καταχτητών. Θα ήταν ανοησία να νομίζει κανείς ότι δεν θα

9
3
προσπαθήσουν να αποσπαστούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο από τον ζυγό των ΕΠΑ,

9
4
για να ζήσουν μια ελεύθερη αυτοτελή ζωή»76.

9
5
Το 19ο Συνέδριο, εκτιμώντας ότι «η μεταπολεμική περίοδος όπου σημειώνεται μια

9
6
μεγαλύτερη ακόμα εξασθένιση του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος…»77,
υποτιμούσε την καπιταλιστική ανασυγκρότηση.
Επίσης, δεν προσέγγισε αντικειμενικά τις σχέσεις σοσιαλισμού - καπιταλισμού, από
την στιγμή που υιοθετούσε τη θέση, ότι «η ειρηνική συνύπαρξη του καπιταλισμού
και του κομμουνισμού και η συνεργασία τους μπορούν να πραγματοποιηθούν πέρα
για πέρα, όταν υπάρχει αμοιβαία επιθυμία για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που

9
7
αναλαμβάνονται, όταν τηρείται η αρχή της ισοτιμίας και της μη ανάμειξης στις

9
8
εσωτερικές υποθέσεις των άλλων κρατών»78.
Το 19ο Συνέδριο ήταν σταθερά προσηλωμένο στην αρχή της ταξικής πάλης στα
θέματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης - στην οικονομία, αλλά και στο χαρακτήρα
του κράτους, του Κόμματος:
«Το κόμμα μετάτρεψε τη Σοβιετική Ένωση σε ακατάλυτο φρούριο του σοσιαλισμού,
γιατί δυνάμωσε και δυναμώνει το σοσιαλιστικό κράτος […] Οι εχθροί και οι
εκχυδαϊστές του μαρξισμού κήρυχναν την πάρα πολύ επιζήμια για την υπόθεσή μας
θεωρία της εξασθένισης και απονέκρωσης του σοβιετικού κράτους μέσα στις
συνθήκες της καπιταλιστικής περικύκλωσης …στις συνθήκες που η σοσιαλιστική
επανάσταση νίκησε σε μια χώρα, ενώ στην πλειοψηφία των άλλων χωρών κυριαρχεί

9
9
ο καπιταλισμός, η χώρα της νικήτριας επανάστασης δεν πρέπει να εξασθενεί, αλλά να

1
0
δυναμώνει το κράτος της με όλα τα μέσα»79.
Από την Έκθεση Δράσης της ΚΕ προς το 19ο Συνέδριο φαίνεται ότι το ΚΚΣΕ
υπογράμμιζε την ανάγκη να αναπτυχθεί από το κόμμα πιο αποφασιστικός αγώνας
απέναντι στα υπολείμματα της αστικής ιδεολογίας, τις ψυχολογικές και ηθικές

1
0
επιβιώσεις που ήταν χαρακτηριστικές για τον ατομικό ιδιοκτήτη80. Επισήμαινε την

1
0
εξασθένιση της προσοχής των κομματικών οργάνων από την κομματική - οργανωτική

1
0
και ιδεολογική δουλειά.81
Επικέντρωσε την προσοχή σε ορισμένα μειονεκτήματα λόγω της γρήγορης αύξησης
της δύναμης του κόμματος, που είχε οδηγήσει σε μείωση του επιπέδου της πολιτικής
συνείδησης στις γραμμές των μελών του, στη χειροτέρευση της ποιοτικής του

1
0
σύνθεσης, στην αναντιστοιχία μεταξύ της αριθμητικής ανάπτυξης και της πολιτικής

1
0
μόρφωσης των τακτικών και δόκιμων μελών του κόμματος82.
Οι αντιφάσεις του 19ου Συνεδρίου αντανακλούσαν σε μεγάλο βαθμό την ύπαρξη
εσωκομματικής διαπάλης, η οποία στο έδαφος των προβλημάτων της εσωκομματικής
κατάστασης, γρήγορα είχε αρνητική έκβαση.

1
0
Το 19ο Συνέδριο σωστά αποφάσισε να γίνει τροποποίηση του Προγράμματος83 του
Κόμματος
και ως
το έργο του
Στάλιν
προβλήματα
του
Οι
αποφάσεις
τουβάση
19ουτηςΣυνεδρίου
τουΙ.Β.
ΚΚΣΕ
και«Τα
το οικονομικά
έργο του Ι.Β.
Στάλιν «Τα
οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ» απασχόλησαν και το ΚΚΕ,
στην 3η Πλατειά Ολομέλεια της ΚΕ που συνήλθε στη Ρουμανία στις 23 έως 25
Νοεμβρίου 1952, στο θέμα: «Το 19ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ. Διδάγματα και
καθήκοντα», με εισηγητή το Ν. Ζαχαριάδη.
Η απόφαση της Ολομέλειας υπογράμμιζε:
«Το ΧΙΧ Συνέδριο του ΚΚ της ΣΕ αποτέλεσε ένα γεγονός παγκόσμιας σημασίας, νέο
ορόσημο στην πορεία της ανθρωπότητας προς την απολύτρωση απ’ την
ιμπεριαλιστική - κεφαλαιοκρατική σκλαβιά και εκμετάλλευση, προς τον
κομμουνισμό. Το νέο έργο του σ. Στάλιν «Τα οικονομικά προβλήματα του
σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ», οι εργασίες του ΧΙΧ Συνεδρίου του ΚΚ της ΣΕ, ο λόγος
του σ. Στάλιν σ’ αυτό, φώτισαν εξαντλητικά τα σύγχρονα προβλήματα, που
απασχολούν ολόκληρη την ανθρωπότητα και τη δύσκολη, βασανιστική, μα

1
0
αποτελεσματική πάλη της για την ειρήνη και τη δημοκρατία, την πορεία της προς τη

1
0
λευτεριά, προς το σοσιαλισμό»84.
Η απόφαση αναφερόμενη στην ομιλία του Στάλιν στο 19ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ,
σημείωνε:
«[...] Ο σ. Στάλιν καθόρισε τη βασική, σήμερα, γραμμή πολιτικής και πάλης των
επαναστατικών προλεταριακών κομμάτων, στις χώρες της κυριαρχίας της

1
0
κεφαλαιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού, που θα τα φέρουν στη νίκη. Η γραμμή αυτή

1
1
είναι η πάλη για την εθνική ανεξαρτησία, τις δημοκρατικές ελευθερίες, την ειρήνη»85.
Λίγους μήνες μετά το 19ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ, στις 5 Μαρτίου του 1953, πέθανε ο
Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Στάλιν. Ακολούθησε η εκτέλεση του Λαβρέντι Μπέρια ως

1
1
πράκτορα του ιμπεριαλισμού86. Μετά το θάνατο του Στάλιν κυριάρχησαν απόψεις
που οδήγησαν στο 20ό Συνέδριο και αναιρέθηκε η παραπάνω απόφαση του 19ου
Συνεδρίου για το Πρόγραμμα του ΚΚΣΕ. Αποκαταστάθηκαν κομματικά και κρατικά
(οικονομικά και στρατιωτικά) στελέχη που είχαν κριθεί αρνητικά και είχαν
απομακρυνθεί. Με απόφαση της κοινής συνεδρίασης της Ολομέλειας της ΚΕ και του
Υπουργικού Συμβουλίου της ΕΣΣΔ θεωρήθηκε αναγκαίο «ο Ν.Σ. Χρουστσόφ να
ασχοληθεί αποκλειστικά με τη δουλειά της ΚΕ του ΚΚΣΕ και να απαλλαγεί από τα

1
1
καθήκοντα του Α’ Γραμματέα της Επιτροπής Μόσχας του ΚΚΣΕ» 87. Το Σεπτέμβριο

1
1
του 1953 ο Ν. Χρουστσώφ αναδείχθηκε Α΄ Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΣΕ88.
1.Β.5. ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΣΣΔ - ΟΔ ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑΣ
Το 1955 βελτιώθηκαν οι σχέσεις ανάμεσα στη Σοβιετική Ένωση και στη
Γιουγκοσλαβία. Η βελτίωση πραγματοποιήθηκε στο έδαφος της ανοικτής καταδίκης
από τον Χρουστσόφ της πολιτικής απέναντι στη Γιουγκοσλαβία επί Στάλιν. Η ηγεσία
της ΕΣΣΔ αναγνώρισε και με δημόσια δήλωση «το Γιουγκοσλαβικό δρόμο προς τον
σοσιαλισμό».
Ουσία αυτού του δρόμου ήταν η στάση του ΚΚ Γιουγκοσλαβίας απέναντι στην
αστική τάξη και ιδιαίτερα απέναντι στους κουλάκους, το τμήμα της αστικής τάξης
στον αγροτικό τομέα, που θεωρήθηκαν συμμαχική δύναμη για τη σοσιαλιστική
οικοδόμηση. Ακόμα, ο προσδιορισμός του χαρακτήρα του ΚΚ, όπου μετά από
σκληρή διαπάλη επικράτησε η αντίληψη ότι δεν είναι κόμμα της εργατικής τάξης,
αλλά του λαού, στον οποίο θεωρήθηκε ότι ανήκουν και αστοί.
Στην Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΣΕ, τον Ιούλιο του 1955, ο Μολότοφ εκτίμησε ότι οι
υποχωρήσεις απέναντι στο Βελιγράδι αποτελούσαν «απομάκρυνση από τον

1
1
Λενινισμό και από την αναγκαιότητα ύπαρξης ενιαίου κέντρου ολόκληρου του

1
1
κομμουνιστικού κινήματος»89.

1
1
Οι απόψεις του Μολότοφ απορρίφθηκαν από την πλειοψηφία της ΚΕ που θεώρησε
ότι «δεν αντιστοιχούν στα συμφέροντα του σοβιετικού κράτους και του

1
1
σοσιαλιστικού στρατοπέδου»90.
Στις 2 Ιουνίου 1955 υπογράφτηκε στο Βελιγράδι Διακήρυξη ανάμεσα στις
κυβερνήσεις της ΕΣΣΔ και της Γιουγκοσλαβίας:
«[…] οι δύο κυβερνήσεις πήραν ως αφετηρία τις ακόλουθες αρχές:
Το αδιαίρετο της ειρήνης […].
Το σεβασμό της κυριαρχίας, της ανεξαρτησίας, της εδαφικής ακεραιότητας και της
ισοτιμίας των κρατών …
Την αναγνώριση και ανάπτυξη της ειρηνικής συνύπαρξης ανάμεσα στους λαούς,
ανεξάρτητα από […] κοινωνικό σύστημα […],
Τον αμοιβαίο σεβασμό και μη ανάμιξη στις εσωτερικές υποθέσεις κάτω από
οποιαδήποτε δικαιολογία […] εφόσον τα προβλήματα του εσωτερικού καθεστώτος,
οι διαφορές στα κοινωνικά συστήματα και οι διαφορές στις συγκεκριμένες μορφές
ανάπτυξης του σοσιαλισμού είναι ζητήματα που αφορούν αποκλειστικά τους λαούς
κάθε χώρας χωριστά […] οι κυβερνήσεις της ΕΣΣΔ και της ΛΔΓ, συμφώνησαν τα
παρακάτω:

1
1
1. Ότι θα πάρουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την αποκατάσταση ενός ομαλού

1
1
καθεστώτος συμφώνων […]91.
Είναι φανερό από το παραπάνω κείμενο ότι ως κομμουνιστικές αρχές
θεωρούνταν «η μη ανάμειξη μιας χώρας στις εσωτερικές υποθέσεις μιας άλλης» και η
υιοθέτηση «διαφορετικών μορφών σοσιαλισμού», γι’ αυτό και αφετηρία των σχέσεων
ήταν «οι αρχές του ΟΗΕ». Απουσίαζε και κάθε αναφορά στον ιμπεριαλισμό και στη
στάση τους απέναντί του.
1.Β.6. ΤΟ 20ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΚΚΣΕ ΚΑΙ Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΣΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ
Στις 14 έως 25 Φεβρουαρίου 1956 συνήλθε στη Μόσχα το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ.
Την τελευταία ημέρα του Συνεδρίου, σε κλειστή συνεδρίαση, χωρίς τη συμμετοχή
των ξένων αντιπροσωπειών, αλλά και χωρίς το δικαίωμα τοποθέτησης των
συμμετεχόντων, ο Ν. Χρουστσώφ παρουσίασε εισήγηση για «την προσωπολατρία
του Στάλιν και τις συνέπειές της», η οποία κρατήθηκε κατ’ αρχήν μυστική, αλλά
γρήγορα διέρρευσε στη Δύση. Κατεύθυνση της εισήγησης ήταν η δριμεία πολεμική
κατά του Στάλιν και της λειτουργίας του ως κομματικού ηγέτη.
Η κριτική που άσκησε το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ (1956) στην προηγούμενη περίοδο
δεν συνιστούσε αντικειμενική εξέταση της πορείας οικοδόμησης του σοσιαλισμού.
Το 20ό Συνέδριο αμαύρωσε τη συμβολή του Στάλιν στη σοσιαλιστική οικοδόμηση,
υποβάθμισε το ρόλο του στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς και τη συμβολή του στη
γρήγορη μεταπολεμική ανόρθωση. Αποφασίστηκαν ενέργειες, όπως: Η μεταφορά της
σορού του, από το Μαυσωλείο Λένιν στα τείχη του Κρεμλίνου. Το γκρέμισμα όλων
των αγαλμάτων του στη Σοβιετική Ένωση, εκτός από την ιδιαίτερη πατρίδα του, τη
Γεωργία. Η μετονομασία του Στάλινγκραντ σε Βόλγκογκραντ.
Τα παραπάνω συμβόλιζαν την απάρνηση της θετικής πείρας του κόμματος στην πάλη
με τον οπορτουνισμό, στην επαναστατική επαγρύπνηση για την υπεράσπιση του
σοσιαλιστικού συστήματος, για τη νίκη του σοσιαλιστικού τρόπου παραγωγής
απέναντι στις επιβιώσεις του παρελθόντος.
Η κριτική τροφοδότησε μια μηδενιστική και συκοφαντική επίθεση συνολικά εναντίον
του σοσιαλισμού από εκείνες τις δυνάμεις που δεν κατευθύνονταν από επαναστατικό
κριτήριο διόρθωσης των λαθών, αλλά τα χρησιμοποίησαν σε κατεύθυνση
αναθεωρητική και οπορτουνιστική.
Οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, οι δυνάμεις του αντικομμουνισμού, αγκάλιασαν την
οπορτουνιστική στροφή του ΚΚΣΕ και την πριμοδότησαν με «στοιχεία» για το
καταπιεστικό καθεστώς του Στάλιν, όπως το ονόμασαν. Παράλληλα ο ιμπεριαλισμός
συνέχισε την ολόπλευρη πίεση προς την ΕΣΣΔ και το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα.
Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμα και σήμερα, σχεδόν εξήντα χρόνια μετά το θάνατο του
Στάλιν, τα ιδεολογικά κέντρα του ιμπεριαλισμού επιδιώκουν να κρατούν ζωντανή τη
σπίλωση και διαστρέβλωση του ιστορικού του ρόλου, προβάλλοντάς τον ως τον
κόκκινο «δικτάτορα». Μεθοδεύουν ιδεολογικά και προπαγανδιστικά, τη
διαστρέβλωση ή την αποσιώπηση της θεωρίας για τη σοσιαλιστική επανάσταση στο
έργο του Μαρξ και του Λένιν, των θέσεων για το χαρακτήρα της επαναστατικής
εργατικής εξουσίας, της δικτατορίας του προλεταριάτου, στη μακρόχρονη περίοδο
της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, ως κατώτερης βαθμίδας της κομμουνιστικής
κοινωνίας.
Η πολιτική του 20ού Συνεδρίου πυροδότησε μια νέα όξυνση της εσωκομματικής
διαπάλης, σε πολλά κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα, καθώς και διεργασίες που
οδήγησαν σε αλλαγές ηγεσιών και σε διασπάσεις. Το 20ό Συνέδριο ενίσχυσε την
εκτίμηση ότι ήταν δυνατό να υπάρξει φιλειρηνική πολιτική των ευρωπαϊκών κρατών,
ανεξάρτητα από το κοινωνικοοικονομικό τους σύστημα: «Όλα τα ευρωπαϊκά κράτη

1
2
και οι λαοί τους ενώνονται με κοινά συμφέροντα αγώνος για την πρόληψιν νέων

1
2
πολεμικών συγκρούσεων»92.
Στο 20ο Συνέδριο με απόφαση της 5ης Ολομέλειας της ΚΕ (1955), παραβρέθηκε
αντιπροσωπεία της ΚΕ από τους Νίκο Ζαχαριάδη και Απόστολο Γκρόζο. Το
χαιρετιστήριο της ΚΕ του ΚΚΕ προς το 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ, μεταξύ άλλων
ανέφερε:
«Θέλουμε να σας διαβεβαιώσουμε, σύντροφοι, ότι οι κομμουνιστές της Ελλάδας θα
διαθέσουν όλες τις δυνάμεις τους και θα κάνουν το καθετί δυνατό για την εφαρμογή
στη ζωή, σύμφωνα με τις ελληνικές συνθήκες, των σωστών μαρξιστικολενινιστικών
θεωρητικών θέσεων, που εκτέθηκαν με τη λογοδοσία της ΚΕ του Κόμματος σας στο

1
2
Συνέδριο, πάνω σε σειρά σοβαρά ζητήματα του παγκόσμιου κομμουνιστικού

1
2
κινήματος και της διεθνούς πολιτικής»93.
Τον επόμενο χρόνο (1957) η 7η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ εκτίμησε ως εξής το 20ο
Συνέδριο:
«…μιλήσαμε για την εξαιρετική, την ιστορική σημασία του 20ου συνεδρίου και την
αποφασιστική επίδρασή του σ’ όλο το διεθνές κίνημα και στο δικό μας κίνημα. Εδώ

1
2
προσθέτουμε πως το 20ο συνέδριο βοήθησε να κατανοηθούν πλατύτερα και

1
2
βαθύτερα τα ζητήματα πούβαλε η 6η Ολομέλεια της ΚΕ»94.
Αυτές οι εκτιμήσεις δεν επιβεβαιώθηκαν από τις εξελίξεις στο διεθνές κομμουνιστικό
κίνημα και στη σοσιαλιστική οικοδόμηση.
1.Β.6.α. Οι εκτιμήσεις για το 20ό Συνέδριο
στο πλαίσιο του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος
Η εσωκομματική διαπάλη στο ΚΚΣΕ οξύνθηκε λίγο μετά από το 20ό Συνέδριο. Τα
μέλη του Προεδρείου της ΚΕ Μάλενκοφ, Καγκανόβιτς, Μόλοτοφ, τάχθηκαν ενάντια
στη γραμμή του 20ού Συνεδρίου στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική: Στη
διεύρυνση των δικαιωμάτων των ενωσιακών δημοκρατιών στην οικονομική και
πολιτιστική οικοδόμηση. Στα μέτρα περιορισμού του κρατικού μηχανισμού και
αναδιοργάνωσης της διεύθυνσης βιομηχανίας και οικοδόμησης. Στο μέτρο τόνωσης
του υλικού ενδιαφέροντος της κολχόζνικης αγροτιάς. Στην κατάργηση της
υποχρεωτικής παράδοσης αγροτικών προϊόντων από το ατομικό νοικοκυριό των
κολχόζνικων.
Ο Μόλοτοφ τάχθηκε κατά της επέκτασης στα παρθένα και χέρσα εδάφη. Και οι τρεις
τάχθηκαν ενάντια στην εξωτερική πολιτική του Κόμματος. Υπήρξε οξεία διαπάλη
στο Προεδρείο τον Ιούνιο του 1957. Τελικά, σε Ολομέλεια της ΚΕ καθαιρέθηκαν από
την ΚΕ και το Προεδρείο της οι Μάλενκοφ, Καγκανόβιτς, Μόλοτοφ και Σεπίλοφ.

1
2
Βαριά μομφή με προειδοποίηση επιβλήθηκε στον Μπουλγκάνιν, καθώς και διάφορες

1
2
ποινές σε άλλα μέλη95.
Δεν υπήρξε όμως ανοιχτή αντίδραση για το 20ό Συνέδριο από την ηγεσία άλλου
κομμουνιστικού Κόμματος αμέσως μετά από αυτό.
Στις 19 Ιουνίου 1956 το Πολιτικό Γραφείο της ΚΕ του ΚΚ Γαλλίας δημοσίευσε
διακήρυξη, όπου εκτιμούσε θετικά τα αποτελέσματα του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ,
πρόσθετε όμως και ορισμένες ενστάσεις:
«Το Πολιτικό Γραφείο κατηγορεί […] ότι βάση των συνθηκών υπό τις οποίες
παρουσιάστηκε και αποκαλύφθηκε η εισήγηση του συντρόφου Χρουστσώφ, ο
αστικός τύπος ήταν σε θέση να δημοσιεύσει γεγονότα, τα οποία δεν γνώριζαν οι
γάλλοι κομμουνιστές […] Οι εξηγήσεις που δόθηκαν μέχρι τώρα, για τα λάθη του
Στάλιν, την καταγωγή τους και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβησαν δεν είναι
ικανοποιητικές. Μια βαθιά μαρξιστική ανάλυση είναι απαραίτητη, ώστε να
εξακριβωθεί το σύνολο των συνθηκών, στις οποίες μπόρεσε να ασκηθεί η προσωπική
εξουσία του Στάλιν. Ήταν λάθος, όσο ζούσε ο Στάλιν να του αποδίδεται υπερβολικός
έπαινος και η αποκλειστικότητα όλων των επιτυχιών, που είχαν κατακτηθεί από την
Σοβιετική Ένωση, χάρη σε μια γενική σωστή γραμμή στην υπηρεσία της
οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Αυτή η στάση συνέβαλε στο να αναπτυχθεί η
προσωπολατρία και να επηρεάσει αρνητικά το διεθνές εργατικό κίνημα.
Δεν είναι σωστό, να αποδίδεται αποκλειστικά και μόνο στο Στάλιν, ό,τι ήταν
αρνητικό στη δράση του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης. Ο

1
2
Στάλιν έπαιξε ένα θετικό ρόλο κατά τη διάρκεια μιας ολόκληρης ιστορικής περιόδου»

1
2
96

.
Ο Παλμίρο Τολιάτι, στην έκθεση για τις εργασίες του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ,
που έκανε στην ΚΕ του ΚΚ Ιταλίας, στις 14 Μαρτίου του 1956, εκτός από την
επιχειρηματολογία του για την «τεράστια, ανεκτίμητη ιστορική σημασία του
Συνεδρίου για ολόκληρο τον κόσμο» και για την ορθότητα των αποφάσεων για την
«εξάλειψη της προσωπολατρίας», έγραφε και τα εξής:
«Κανένας από μας δεν πιστεύει ότι είναι δυνατό να σβηστεί ο Στάλιν από την
ιστορία. Κανένας από μας δεν πιστεύει ότι μπορεί να εκμηδενιστεί, να καταστραφεί
ό,τι αυτός ήταν για τη ρούσικη επανάσταση και το διεθνές κίνημα, ό,τι αυτός
εκπροσώπησε για τη ζωή και τις τύχες του σοβιετικού κράτους. […] εμείς ξέρουμε
και δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τι αντιπροσώπευσε το όνομα του Στάλιν […]
Ξέρουμε πόσοι κομμουνιστές υποφέρανε και πέθαναν στις χώρες μας μ’ εκείνο το
όνομα στα χείλη. […] αυτό το όνομα σημαίνει, πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα, πίστη

1
3
στην υπόθεσή μας, βεβαιότητα ότι η υπόθεσή μας είναι δίκαιη, εμπιστοσύνη

1
3
ακλόνητη για τη νίκη […] Αυτό που υπήρξε δεν σβήνεται»97.
Το ΚΚ Κίνας είχε αντιφατικές τοποθετήσεις σχετικά με το 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ.
Στις 5 Απριλίου 1956, στη «Λαϊκή Ημερησία», όργανο της ΚΕ του ΚΚΚ, σε άρθρο
της Σύνταξης με τίτλο «Για την ιστορική πείρα της δικτατορίας του Προλεταριάτου»,
στη συγγραφή του οποίου συνέβαλε ο ίδιος ο Μάο, αποδεχόταν και στήριζε τις
αποφάσεις του 20ου Συνεδρίου για τον Στάλιν:
«Όταν, όμως, κάθε ηγέτης του Κόμματος ή του κράτους μπαίνει ο ίδιος πέρα και
πάνω από το Κόμμα και τις μάζες, αντί να βρίσκεται ανάμεσά τους, όταν ο ίδιος
αποξενώνεται από τις μάζες, παύει να έχει την ολόπλευρη, διεισδυτική εικόνα των
υποθέσεων του κράτους. Όταν συμβαίνει αυτό, ακόμα και μια προσωπικότητα όπως
ο Στάλιν δεν μπορεί να αποφύγει εξωπραγματικές και λανθασμένες αποφάσεις όσον
αφορά ορισμένα σημαντικά ζητήματα (...) Στη διάρκεια του τελευταίου μέρους της
ζωής του, ο Στάλιν ικανοποιούνταν όλο και περισσότερο με την προσωπολατρία και
παραβίαζε το Κομματικό σύστημα του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού και της
αρχής του συνδυασμού της συλλογικής ηγεσίας με την ατομική ευθύνη. Ως
αποτέλεσμα, έκανε ορισμένα σοβαρά λάθη: για παράδειγμα, διεύρυνε το πεδίο
εφαρμογής της καταστολής της αντεπανάστασης, δεν είχε αναγκαία επαγρύπνηση
σχετικά με την παραμονή του αντιφασιστικού πολέμου, παρέλειψε να καταβάλει τη
δέουσα προσοχή στην περαιτέρω ανάπτυξη της γεωργίας και της υλικής ευημερίας
των αγροτών, έδωσε ορισμένες λανθασμένες συμβουλές σχετικά με το διεθνές
κομμουνιστικό κίνημα και ειδικότερα πήρε λανθασμένες αποφάσεις για το ζήτημα
της Γιουγκοσλαβίας (…) Ο αγώνας κατά της προσωπολατρίας , ο οποίος ξεκίνησε
από το 20ο Συνέδριο , είναι μια μεγάλη και θαρραλέα μάχη των κομμουνιστών και

1
3
των λαών της Σοβιετικής Ένωσης για να εξαλείψουν τα ιδεολογικά εμπόδια που

1
3
τίθενται στην πρόοδο τους» 98.
Λίγους μήνες αργότερα, ( Νοέμβριος 1956), ο Μάο Τσε Τουνγκ σε ομιλία του στη 2η
Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚ Κίνας, παρότι φαινομενικά υποστήριζε τον Στάλιν,
επέμενε στις προηγούμενες κατηγορίες:
«Θα ήθελα να πω λίγα λόγια για το Εικοστό Συνέδριο του Κομμουνιστικού
Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης. Νομίζω ότι υπάρχουν δύο “σπαθιά” το ένα είναι ο
Λένιν και το άλλο του Στάλιν. Το σπαθί του Στάλιν πετάχτηκε μακριά από τους
Ρώσους. Ο Γκομούλκα και μερικοί στην Ουγγαρία το σήκωσαν για να χτυπήσουν την
Σοβιετική Ένωση και να αντιταχθούν στον υποτιθέμενο σταλινισμό. (…) Εμείς οι
Κινέζοι δεν το πετάξαμε μακριά. Πρώτο εμείς υπερασπίζουμε το Στάλιν και δεύτερο
εμείς ταυτόχρονα κριτικάρουμε τα λάθη του και έχουμε γράψει το άρθρο “Για την
ιστορική πείρα της δικτατορίας του προλεταριάτου”. Αντίθετα με μερικούς που

1
3
προσπάθησαν να δυσφημίσουν και να συντρίψουν τον Στάλιν εμείς ενεργούμε

1
3
σύμφωνα με την αντικειμενική πραγματικότητα»99.
Την ίδια στιγμή όμως τονίζονταν οι εθνικές ιδιομορφίες σε σχέση με την
σοσιαλιστική οικοδόμηση στην Κίνα στο όνομα της μη μηχανιστικής μεταφοράς της
σοβιετικής πείρας στην κινέζικη πραγματικότητα.
Είναι χαρακτηριστική η εξής τοποθέτηση του Μάο απαντώντας στο ερώτημα εάν
υπήρχαν διαφορές ανάμεσα στην Κίνα και την ΕΣΣΔ:
«Για παράδειγμα, η κολλεκτιβοποίηση της αγροτικής μας οικονομίας , αντίθετα με
την δική τους, πέρασε αρκετά στάδια, η πολιτική μας απέναντι στους καπιταλιστές
είναι διαφορετική από την δική τους, το ίδιο και η πολιτική μας για τις τιμές αγοράς
και ο τρόπος που χειριζόμαστε τη σχέση ανάμεσα στην αγροτική οικονομία και την
ελαφριά βιομηχανία, από την άλλη, το ίδιο διαφορετικό είναι και το στρατιωτικό μας
σύστημα καθώς και το κομματικό μας σύστημα. Τους έχουμε πεί: Δεν συμφωνούμε

1
3
σε μερικά πράγματα που έχετε κάνει, ούτε εγκρίνουμε μερικούς από τους τρόπους

1
3
που χειρίζεστε τα ζητήματα»100.
Ουσιαστικά η κριτική του ΚΚΚ και του Μάο Τσε Τούνγκ, στη σοσιαλιστική
οικοδόμηση στην ΕΣΣΔ για την περίοδο 1917-1956 θεωρούσε ότι στην ΕΣΣΔ η
ηγεσία του ΚΚΣΕ υπό τον Στάλιν δεν αντιμετώπισε διαλεκτικά τις αντιθέσεις:
«Ο Στάλιν δεν μπόρεσε να δει τη σχέση ανάμεσα στην πάλη των αντιθέτων και την
ενότητα των αντιθέτων. Μερικοί άνθρωποι στην Σοβιετική Ένωση έχουν τόσο
μεταφυσικό και άκαμπτο τρόπο σκέψης που πιστεύουν ότι ένα πράγμα πρέπει να
είναι είτε το ένα είτε το άλλο, και αρνούνται να αναγνωρίσουν την ενότητα των
αντιθέτων. Από εδώ ξεκινούν πολιτικά λάθη. Εμείς μένουμε πιστοί στην αντίληψη

1
3
της ενότητας των αντιθέτων και υιοθετούμε την πολιτική “εκατό λουλούδια να

1
3
ανθίζουν, εκατό σχολές σκέψης να συναγωνίζονται μεταξύ τους”»101.
1.Β.6.β. Οι σύγχρονες εκτιμήσεις του ΚΚΕ
για το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ
Μετά την επικράτηση της αντεπανάστασης στα τέλη της δεκαετίας του 1990, το ΚΚΕ
τοποθετήθηκε για το 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ, αρχικά το 1995, οπότε
πραγματοποιήθηκε η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη με θέμα τις αιτίες της ανατροπής
του σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη:
«Καλλιεργήθηκαν θεωρητικές απόψεις ή προτιμήθηκαν επιλογές που συνιστούσαν
παρεκκλίσεις από τη θεωρία μας (…)
Οι κατευθύνσεις του 20ου Συνεδρίου για “ποικιλία μορφών μετάβασης των
διάφορων χωρών στο σοσιαλισμό, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις”,

1
4
αξιοποιήθηκαν από ηγεσίες κομμουνιστικών κομμάτων ως θεωρητικό υπόβαθρο

1
4
επίθεσης σε βάρος της επιστημονικής θεωρίας του σοσιαλισμού»102.
Η απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ (18 -22 Φεβρουαρίου 2009)
εκτίμησε ότι:
«10. Η αντεπανάσταση στην ΕΣΣΔ δεν προήλθε από ιμπεριαλιστική στρατιωτική
επέμβαση, αλλά από τα μέσα και από τα πάνω, ως αποτέλεσμα της οπορτουνιστικής

1
4
μετάλλαξης του ΚΚ και της αντίστοιχης πολιτικής κατεύθυνσης της σοβιετικής

1
4
εξουσίας»103.
Ως σημείο στροφής η απόφαση ξεχωρίζει το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ και
αναλύοντας επισημαίνει:
«Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη μεταπολεμική ανόρθωση, η σοσιαλιστική
οικοδόμηση μπήκε σε νέα φάση. Το Κόμμα βρέθηκε αντιμέτωπο με νέες απαιτήσεις
και προκλήσεις ως προς την ανάπτυξη του σοσιαλισμού - κομμουνισμού. Ως σημείο
στροφής ξεχωρίζει το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ (1956), επειδή σε αυτό υιοθετήθηκαν
μια σειρά οπορτουνιστικές θέσεις για τα ζητήματα της οικονομίας, της στρατηγικής
του κομμουνιστικού κινήματος και των διεθνών σχέσεων. Άλλαξε ο συσχετισμός στη
διαπάλη που διεξαγόταν όλη την προηγούμενη περίοδο, με στροφή υπέρ των

1
4
αναθεωρητικών - οπορτουνιστικών θέσεων στο 20ό Συνέδριο, με αποτέλεσμα το

1
4
Κόμμα σταδιακά να χάνει τα επαναστατικά του χαρακτηριστικά»104.
«…18. Με την εσωκομματική διαπάλη στις αρχές της δεκαετίας του 1950
εκφράστηκε, σε ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο, η κοινωνική αντίσταση
(κολχόζνικοι αγρότες, διευθυντικά στελέχη στην αγροτική παραγωγή και στη
βιομηχανία) στην ανάγκη επέκτασης και εμβάθυνσης των σοσιαλιστικών σχέσεων
παραγωγής […]. Οι δυνάμεις αυτές εκφράστηκαν πολιτικά μέσα από τις θέσεις που
υιοθετήθηκαν στις αποφάσεις του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ, […]. Σταδιακά
υιοθετήθηκαν πολιτικές επιλογές που διεύρυναν τις εμπορευματοχρηματικές (δυνάμει
καπιταλιστικές) σχέσεις, στο όνομα της διόρθωσης των αδυναμιών του Κεντρικού
Σχεδιασμού και της διεύθυνσης των σοσιαλιστικών παραγωγικών μονάδων.
[…] Έτσι σε θεωρητικό επίπεδο κυριάρχησαν οι θεωρίες της «σοσιαλιστικής
εμπορευματικής παραγωγής» ή «του σοσιαλισμού με αγορά», η αποδοχή του νόμου

1
4
της αξίας ως νόμου του σοσιαλιστικού (ανώριμου κομμουνιστικού) τρόπου

1
4
παραγωγής που λειτουργεί και στη φάση της σοσιαλιστικής ανάπτυξης»105.
«…Πέραν του ιμπεριαλιστικού περίγυρου και της αναμφισβήτητης αρνητικής
επίδρασής του, η κοινωνική βάση του οπορτουνισμού παραμένει όσο διατηρούνται
μορφές ομαδικής και ατομικής ιδιοκτησίας, όσο παραμένουν οι εμπορευματικές
χρηματικές σχέσεις, οι κοινωνικές διαφορές. Σε τελευταία ανάλυση, παραμένει η

1
4
υλική βάση του οπορτουνισμού σε όλη τη σοσιαλιστική πορεία και όσο υπάρχει

1
4
καπιταλισμός στη Γη, ιδίως σε ισχυρά καπιταλιστικά κράτη»106.
«29. Η γραμμή της «ειρηνικής συνύπαρξης», όπως αναπτύχθηκε τα πρώτα
μεταπολεμικά χρόνια, ως ένα βαθμό στο 19ο (Οκτώβρης 1952) και κυρίως στο 20ό
Συνέδριο του ΚΚΣΕ (1956), […] επέτρεψε την καλλιέργεια ουτοπικών αντιλήψεων
ότι είναι δυνατό ο ιμπεριαλισμός να αποδεχτεί μακροπρόθεσμα τη συμβίωση με
δυνάμεις που έσπασαν την παγκόσμια κυριαρχία του. […] Με τη θέση του για
ποικιλία μορφών μετάβασης στο σοσιαλισμό, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, η
γραμμή της «ειρηνικής συνύπαρξης» συνδέθηκε και με τη δυνατότητα

1
5
κοινοβουλευτικού περάσματος στο σοσιαλισμό στην Ευρώπη, στρατηγική που

1
5
προϋπήρχε σε ορισμένα και επικράτησε στα περισσότερα ΚΚ»107.
1.Β.7. ΟΙ ΔΙΑΣΚΕΨΕΙΣ ΤΩΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΩΝ
ΚΟΜΜΑΤΩΝ ΣΤΙΣ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ 1950 και 1960

ΚΑΙ

ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ

Περίπου δυο μήνες μετά το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ αποφασίστηκε η διάλυση του
«Γραφείου Πληροφοριών», καθώς και η παύση της έκδοσης του δημοσιογραφικού
του οργάνου «Για σταθερή ειρήνη, για τη λαϊκή δημοκρατία».
Στη σχετική ανακοίνωση, που δημοσιεύτηκε στις 17 Απριλίου 1956, αναφερόταν ότι
«το Γραφείο Πληροφοριών έπαιξε θετικό ρόλο στο ξεπέρασμα της έλλειψης
συντονισμού που παρουσιάστηκε ανάμεσα στα Κομμουνιστικά Κόμματα, ύστερα από

1
5
τη διάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς»108, αλλά ότι, τόσο ως προς τη σύνθεσή του
όσο και ως προς το περιεχόμενο της δράσης του, δεν ανταποκρινόταν πλέον στις νέες
συνθήκες.
Οι Κεντρικές Επιτροπές των Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων της
Βουλγαρίας, της Ουγγαρίας, της Ιταλίας, της Πολωνίας, της Ρουμανίας, της
Σοβιετικής Ένωσης, της Τσεχοσλοβακίας και της Γαλλίας, που αποφάσισαν ομόφωνα
τη διάλυσή του, θεώρησαν ότι «κάθε Κόμμα ή ομάδα κομμάτων, στον αγώνα για τα
συμφέροντα της εργατικής τάξης, για την υπόθεση της ειρήνης, της δημοκρατίας και
του σοσιαλισμού, αναπτύσσοντας τη δράση τους σύμφωνα με τους κοινούς σκοπούς
και τα καθήκοντα των μαρξιστικών - λενινιστικών κομμάτων και με τις εθνικές

1
5
ιδιομορφίες και συνθήκες των χωρών τους, θα βρουν νέες χρήσιμες μορφές για την

1
5
αποκατάσταση δεσμών και επαφών ανάμεσά τους»109.
Τον Νοέμβριο του 1957 πραγματοποιήθηκαν δυο Διασκέψεις: α) Η Διάσκεψη
των αντιπροσώπων των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων των
σοσιαλιστικών κρατών στις 14-15 Νοεμβρίου και β) η Διεθνής Διάσκεψη 64
κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων στις 16-19 Νοεμβρίου.

1
5
Η πρώτη Διάσκεψη110 ενέκρινε Διακήρυξη και η δεύτερη Μανιφέστο Ειρήνης.

1
5
Η Διακήρυξη ανέφερε ότι «τα αδελφά κόμματα, που δεν πήραν μέρος στη
Σύσκεψη, θα εκτιμήσουν και θα αποφασίσουν τα ίδια πώς να ενεργήσουν αναφορικά

1
5
με τις σκέψεις που διατυπώθηκαν στην παρούσα Διακήρυξη»111.
Εκτίμησε ότι ο ιμπεριαλισμός έχασε την αλλοτινή κυριαρχία του πάνω στο
μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας. Θεωρεί ότι σε εκείνη την εποχή η παγκόσμια

1
5
ανάπτυξη «καθορίζεται από την πορεία και τ' αποτελέσματα της άμιλλας των δύο

1
5
αντιτιθέμενων κοινωνικών συστημάτων»112.

1
6
Επισήμανε ότι «όσο διατηρείται ο ιμπεριαλισμός θα παραμένει και το έδαφος για

1
6
επιθετικούς πολέμους»113. Αναφερόταν στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους που
διεξάγουν οι Αμερικανοί, Άγγλοι, Γάλλοι και λοιποί ιμπεριαλιστές. Καταδίκασε τις
συνωμοσίες και προκλήσεις κατά της Συρίας και της Αιγύπτου, τον επιθετικό
συνασπισμό του SEATO στην Νοτιοανατολική Ασία.

1
6
Δήλωνε την προσήλωση στη «λενινιστική αρχή της ειρηνικής συνύπαρξης των δύο
συστημάτων, που στις σύγχρονες συνθήκες αναπτύχθηκε παραπέρα στις αποφάσεις

1
6
του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ»114.
Η Διακήρυξη, καταδικάζοντας το δογματισμό, εκτιμούσε ως κύριο κίνδυνο τον δεξιό
οπορτουνισμό, που παραλύει την επαναστατική ενέργεια της εργατικής τάξης, που
απαιτεί τη διατήρηση ή την επαναφορά του καπιταλισμού.
Στη Διακήρυξη επαναλαμβανόταν η θέση του 20ού Συνεδρίου για τον
κοινοβουλευτικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό.

1
6
Στη δεύτερη Διάσκεψη των αντιπροσώπων κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων

1
6
πήραν μέρος 64 Κόμματα115.
Το Μανιφέστο Ειρήνης που διαμόρφωσε, απευθυνόταν στους εργάτες και αγρότες
όλων των χωρών, τους άνδρες και τις γυναίκες όλου του κόσμου, όλους τους
ανθρώπους καλής θέλησης, ακόμα και τους βιομηχάνους, στους οποίους έκανε
έκκληση να απαιτήσουν:
• Την απαγόρευση της παραγωγής και της χρησιμοποίησης του ατομικού και
υδρογονικού όπλου και ως πρώτο βήμα, το άμεσο σταμάτημα των δοκιμών αυτού του
όπλου.
• Να μπει τέρμα στην πολιτική των στρατιωτικών συνασπισμών και της δημιουργίας
πολεμικών βάσεων στις άλλες χώρες.
• Να μην επανεξοπλίζονται στην καρδιά της Ευρώπης οι Γερμανοί μιλιταριστές.
• Το σταμάτημα των ραδιουργιών και των πολεμικών προκλήσεων των
ιμπεριαλιστών στην Εγγύς και Μέση Ανατολή.
• Την υποστήριξη της πολιτικής της συλλογικής ασφάλειας, της πολιτικής της
ειρηνικής συνύπαρξης των κοινωνικών συστημάτων.

1
6
• Οι κυβερνήσεις να εφαρμόζουν στον Οργανισμό Ενωμένων Εθνών πολιτική ειρήνης

1
6
και να αντιδρούν στην πολιτική του Ψυχρού Πολέμου116.

1
6
Τον Νοέμβριο του 1960, πραγματοποιήθηκε στη Μόσχα η Διάσκεψη των
αντιπροσώπων Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων, όπου πήραν μέρος 81

1
6
κόμματα117
Η Διάσκεψη διαμόρφωσε ομόφωνα Δήλωση των Κομμουνιστικών και
Εργατικών Κομμάτων, καθώς και Έκκληση προς τους λαούς όλου του κόσμου. Η
Δήλωση επιβεβαίωσε τις θέσεις της Διακήρυξης και του Μανιφέστου Ειρήνης των
Διασκέψεων του 1957.
Από τις 24 έως τις 26 Απριλίου 1967 πραγματοποιήθηκε στο Κάρλοβυ Βάρυ
της Τσεχοσλοβακίας Σύσκεψη των 24 Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων
της Ευρώπης, η πρώτη στην ουσία Σύσκεψη της πλειοψηφίας των Κομμουνιστικών
Κομμάτων της Ευρώπης.
Βασικό κείμενο της Σύσκεψης αποτέλεσε το Πρόγραμμα για την Ειρήνη και την
Ασφάλεια στην Ευρώπη. Το Πρόγραμμα διακήρυσσε ότι στόχευε στην ακύρωση
όλων των παραγόντων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε νέες απειλές για την
ειρήνη στην Ευρώπη, καθώς και στην ενίσχυση του φιλειρηνικού κινήματος.

1
7
Στις 5 έως 17 Ιουνίου 1969 συνήλθε στη Μόσχα η διεθνής Σύσκεψη των

1
7
Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων118.
Οι σοβαρές διαφωνίες, που είχαν προκύψει στο κομμουνιστικό κίνημα σε γενικότερα
ζητήματα τακτικής και στρατηγικής, φάνηκαν ακόμα περισσότερο, κατά τη
διαδικασία
προετοιμασίας
αυτής
της
Σύσκεψης.
Απαιτήθηκαν
δύο
προπαρασκευαστικές συναντήσεις. Η πρώτη στο διάστημα 1 -5 Μαρτίου 1965 στη
Μόσχα, με τη συμμετοχή 19 κομμάτων και η δεύτερη στις 26 Φεβρουαρίου -5
Μαρτίου 1968, στη Βουδαπέστη, με τη συμμετοχή 67 κομμάτων.
Για τη διαμόρφωση των τελικών συμπερασμάτων της δεύτερης προπαρασκευαστικής
χρειάστηκαν περαιτέρω διαπραγματεύσεις, που κράτησαν περισσότερο από ένα
χρόνο, προκειμένου να συγκληθεί η διεθνής Σύσκεψη.
Στις παραπάνω συσκέψεις των Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων
καταγράφηκαν τα προβλήματα της κρίσης στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Οι
διαφωνίες που προέκυψαν αφορούσαν τόσο το χαρακτήρα των τελικών αποφάσεων
της Σύσκεψης (δεσμευτικές ή όχι για όλα τα κόμματα), όσο και τα θέματα που θα
περιείχαν οι αποφάσεις. Οι δυσκολίες μεγάλωσαν κατά τη διάρκεια των
προπαρασκευαστικών διαδικασιών, όταν Κομμουνιστικά Κόμματα της Δυτικής
Ευρώπης διαφώνησαν με τη διεθνιστική βοήθεια των κρατών - μελών του Συμφώνου
της Βαρσοβίας για την αποτροπή της παλινόρθωσης του καπιταλισμού στην
Τσεχοσλοβακία.
Όπως τόνισε ο Λ. Μπρέζνιεφ στην ομιλία του, την πολιτική γραμμή της Σύσκεψης
απεικόνιζε το σύνθημα:
«Οι λαοί των σοσιαλιστικών χωρών, προλετάριοι και όλες οι δημοκρατικές δυνάμεις
στις χώρες του κεφαλαίου, απελευθερωμένοι και καταπιεζόμενοι λαοί, ενωθείτε στην

1
7
κοινή πάλη κατά του ιμπεριαλισμού, για την ειρήνη, την εθνική απελευθέρωση, την

1
7
κοινωνική πρόοδο, τη δημοκρατία και το σοσιαλισμό»119.
Στην ομιλία του στηλίτευσε επίσης τις μεγαλοκρατικές θέσεις της Κίνας και
απαράδεκτη ταύτιση της ΕΣΣΔ με τον ιμπεριαλισμό. Διαχωρίστηκε και από
κριτική του ΚΚΚ προς την πολιτική άλλων ΚΚ:
«Θυμάστε ότι η κινεζική ηγεσία είχε κατηγορήσει τα Κομμουνιστικά Κόμματα
Γαλλίας, της Ινδίας, των Ενωμένων Πολιτειών της Αμερικής, της Ιταλίας,

την
την
της
της

1
7
Λατινικής Αμερικής και άλλων χωρών ότι αρνούνται να "κάνουν επανάσταση", τα

1
7
είχε κατηγορήσει για αποστασία και άλλα θανάσιμα αμαρτήματα»120.
Τόνισε την ανάγκη να ενισχυθεί το ιδεολογικό μέτωπο κατά της αστικής ιδεολογίας,
αλλά για τη στάση απέναντι στη σοσιαλδημοκρατία ανέφερε:
«Δεν μπορούμε να πούμε ότι η συνεπής γραμμή των κομμουνιστών για την ενότητα
του εργατικού κινήματος δεν έφερε αποτελέσματα. Έγινε πιο έντονη η
διαφοροποίηση στο σοσιαλδημοκρατικό κίνημα, παρατηρείται απομάκρυνση ενός

1
7
ορισμένου τμήματος του, μαζί και ορισμένων ηγετικών παραγόντων του, από τις

1
7
θέσεις του αντικομμουνισμού»121 .
Οι θέσεις των ντοκουμέντων των Διασκέψεων για την πάλη με το δεξιό
οπορτουνισμό πήραν υπόψη τους ως ένα βαθμό τα προβλήματα και την εμπειρία της
διαπάλης στις χώρες της εργατικής εξουσίας, ενώ είχαν προηγηθεί οι εξελίξεις στη
Γιουγκοσλαβία και οι αντεπαναστατικές εξεγέρσεις στην Ουγγαρία και την
Τσεχοσλοβακία.
Από την αντιφατικότητα που παρουσιάζεται ανάμεσα σε ορισμένες διακηρυκτικές
θέσεις και στην κατεύθυνση διαμόρφωσης της πολιτικής, όχι μόνο στα ντοκουμέντα
των Διασκέψεων, αλλά και σε άλλα ντοκουμέντα της περιόδου 1950-1974, μπορεί να
βγει το συμπέρασμα ότι υπήρξε διαπάλη και η αντιφατικότητα αποτελούσε προϊόν
ισορροπίας, που γρήγορα ανατράπηκε στην κατεύθυνση ισχυροποίησης του
αναθεωρητισμού και οπορτουνισμού.
1.Β.8. ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΣΣΔ - ΛΔ ΚΙΝΑΣ
Σοβαρό γεγονός παγκόσμιας σημασίας και με εξαιρετικά αρνητικές συνέπειες στο
διεθνές κομμουνιστικό κίνημα αποτέλεσε η ρήξη ανάμεσα στη Σοβιετική Ένωση και
στη ΛΔ Κίνας, την οποία ακολούθησε η ρήξη μεταξύ της ΕΣΣΔ και της Λ.Δ.
Αλβανίας.
Μετά τη νίκη της κινεζικής επανάστασης το 1949 και μέχρι το 1957 σημειώθηκε
γρήγορη επέκταση της συνεργασίας ανάμεσα στην ΕΣΣΔ και στην ΛΔ Κίνας, σε
όλους τους τομείς. Χάρη στη σοβιετική βοήθεια η ΛΔ Κίνας δημιούργησε ισχυρές
ένοπλες δυνάμεις.
Πάνω από 10.000 σοβιετικοί τεχνικοί εγκαταστάθηκαν στην Κίνα στη δεκαετία του
1950. Ταυτόχρονα, χιλιάδες κινέζοι επιστήμονες και τεχνικοί εκπαιδεύονταν στην

1
7
ΕΣΣΔ. Βοήθεια η Κίνα δέχτηκε και από τη Λ.Δ. Γερμανίας, για να οικοδομήσει 141

1
7
επιχειρήσεις122.
Η 6η Ολομέλεια της ΚΕ της 8ης Συνόδου του ΚΚ Κίνας (28 Νοεμβρίου έως 10
Δεκεμβρίου 1958) «δέχτηκε με θαυμασμό και ενθουσιασμό το σχέδιο ανάπτυξης της
λαϊκής οικονομίας της Σοβιετικής Ένωσης στα χρόνια 1959 - 1965, που παρουσίασε
η Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης και

1
8
θεωρεί αυτό το σχέδιο πρόγραμμα οικοδόμησης του κομμουνισμού, που έχει μεγάλη

1
8
ιστορική σημασία»123.
Ωστόσο οι σχέσεις ανάμεσα στα δύο κράτη εντάθηκαν όταν η κινέζικη ηγεσία
θεώρησε ως μεσοβέζικη τη στάση που κράτησε η ΕΣΣΔ το 1962 στη μεθοριακή
διένεξη και στις συγκρούσεις ΛΔ Κίνας – Ινδίας. Η ΕΣΣΔ ουσιαστικά θεώρησε άδικη
την εισβολή της ΛΔ Κίνας στην Ινδία αφού θεωρούσε ότι παραβιάζει την συμφωνία
ανάμεσα σε ΛΔ Κίνας και Ινδία του 1954 με την οποία ρυθμίστηκαν οι διαφορές
ανάμεσα στις δύο χώρες.

1
8
Στην επιδείνωση των κινεζοσοβιετικών σχέσεων έπαιξε ρόλο και η συνθήκη του 1963
στη Μόσχα για την απαγόρευση των πυρηνικών δοκιμών. Η Κίνα θεώρησε ότι

1
8
στρεφόταν εναντίον της, ως αποτέλεσμα της σύμπραξης των «δύο υπερδυνάμεων»124.

1
8
Η διάσπαση επισημοποιήθηκε και πήρε ανεπίστρεπτη πορεία με το γράμμα της ΚΕ

1
8
του ΚΚΚ προς την ΚΕ του ΚΚΣΕ, που δημοσιεύτηκε στις 14 Ιουνίου του 1963 125 και

1
8
το ανοιχτό γράμμα-απάντηση της ΚΕ του ΚΚΣΕ, που δημοσιεύτηκε στην

1
8
«Πράβντα», στις 14 Ιουλίου του 1963126.

1
8
Οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην ΕΣΣΔ και στην ΛΔ Κίνας, το 1964, για να

1
8
επιλυθούν οι συνοριακές διαφορές μεταξύ τους, δεν καρποφόρησαν.127 Η
αντιπαράθεση κορυφώθηκε, με αποτέλεσμα να υπάρξουν ακόμα και ένοπλες
μεθοριακές συγκρούσεις με τη Σοβιετική Ένωση (2 έως 15 Μαρτίου 1969).
Στο 9ο Συνέδριο του ΚΚΚ (1969) επισημοποιήθηκε η θέση τού «από βορρά
κινδύνου», που είχε εκφράσει δύο χρόνια νωρίτερα (Μάρτιος του 1967) ο κινέζος

1
9
πρωθυπουργός Τσου Εν Λάι128. Η πολιτική της ΕΣΣΔ χαρακτηρίσθηκε «νεοτσαρικός
σοβιετικός ρεβιζιονιστικός σοσιαλιμπεριαλισμός».
Με την υιοθέτηση της θέσης «οι ΗΠΑ και η ΕΣΣΔ είναι οι κοινοί εχθροί μας»,
αγνοήθηκε η αντίθεση μεταξύ διεθνούς καπιταλισμού και διεθνούς σοσιαλισμού. Με

1
9
τη διατύπωση της θεωρίας των «τριών κόσμων»129, μορφοποιήθηκε η θέση περί της
προοπτικής ηγεμονίας της «ενδιάμεσης ζώνης», δηλαδή των χωρών της Ασίας, της
Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής.
Η θεωρία αυτή δικαιολογούσε την επιλογή της κινεζικής ηγεσίας να εξισώνει τις
ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ και να στηρίζει αντιδραστικές δυνάμεις στην Ασία, στην Αφρική,
στη Λατινική Αμερική. Κάθε στήριξη από την ΕΣΣΔ των αντιιμπεριαλιστικών και
αντιαποικιοκρατικών λαϊκών κινημάτων θεωρούνταν επιβουλή της εθνικής
ανεξαρτησίας από τη «σοσιαλιμπεριαλιστική» ΕΣΣΔ. Με αυτό το κριτήριο
υποστηρίχτηκαν από την Κίνα οι ισλαμιστές Μουτζαχεντίν στο Αφγανιστάν, η
«ΟΥΝΙΤΑ» στην Αγκόλα κ.ά.
Οι ΗΠΑ αξιοποίησαν τις αντιθέσεις ΛΔ Κίνας και ΕΣΣΔ ακολουθώντας μια πολιτική
επαναπροσέγγισης με την πρώτη την δεκαετία του 1970 που οδήγησε στην επίσκεψη
Νίξον στην ΛΔ της Κίνας το 1972.
Οι θεωρητικές και πολιτικές θέσεις του ΚΚΚ διατρέχονται από εθνικιστικές
αντιλήψεις, ήδη από την εποχή της ίδρυσης του. Οι αντιλήψεις αυτές αναπτύχθηκαν
στο έδαφος της πάλης ενάντια στο καθεστώς που επέβαλαν οι ιμπεριαλιστικές
δυνάμεις στην ΛΔ Κίνας στις αρχές του 20ου αιώνα και με την ισχυρή επίδραση των
πολύ εκτεταμένων αγροτικών στοιχείων στη χώρα και στις γραμμές του ΚΚΚ. Αυτό
αποτυπώνεται και σε μια σειρά κείμενα και θέσεις του ΚΚ Κίνας όπου ουσιαστικά το
εθνικό ταυτίζεται με το ταξικό ενώ εξυμνείται το αστικοδημοκρατικό κίνημα στη

1
9
Κίνα και ιδιαίτερα ο ηγέτης του Σουν Γιατ Σεν ιδρυτής του Κουομιτανγκ 130. Η ισχυρή
αγροτική σύνθεση του ΚΚΚ οδηγούσε σε υπερτίμηση του ρόλου των αγροτών στην
επανάσταση.

1
9
Τα στοιχεία αυτά επέδρασαν και στο συμβιβασμό του ΚΚ Κίνας με τμήμα της

1
9
αστικής τάξης (της λεγόμενης «εθνικής»)131, που εκφράστηκε με τη διατήρηση
μορφών της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και με τη θεώρηση της
εξουσίας στην ΛΔ της Κίνας ως δικτατορία του λαού, που λαός «(…)είναι η εργατική

1
9
τάξη , η αγροτιά , η μικροαστική τάξη των πόλεων και η εθνική αστική τάξη»132

1
9
ενάντια «στους βαλέδες του ιμπεριαλισμού»133.
Το ΚΚ Κίνας αξιοποίησε την κριτική του στάση σε πλευρές του 20ου Συνεδρίου του
ΚΚΣΕ και ιδιαίτερα σε σχέση με την «ειρηνική συνύπαρξη» και τον «ειρηνικό
δρόμο προς το σοσιαλισμό» για να συνδεθεί με μια σειρά δυνάμεις μέσα στα ΚΚ που
είχαν αντιδράσει στο 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ και την οπορτουνιστική στροφή που
συντελέστηκε στο ΔΚΚ.
Με την ενθάρρυνση του ΚΚ Κίνας, εκφράστηκε κρίση σε ΚΚ. Δυνάμεις των οποίων
σε πάνω από 40 χώρες αποσπάστηκαν από αυτά και συγκρότησαν ξεχωριστά «γνήσια

1
9
μαρξιστικά –λενινιστικά κόμματα»134 - όπως αυτοαποκαλέστηκαν - που εντάχθηκαν
στο λεγόμενο «μαοϊκό ρεύμα», υιοθετώντας σταδιακά τις θεωρητικές αντιλήψεις του
ΚΚ Κίνας. Στην συνέχεια σε αυτό το ρεύμα εντάχθηκαν και διάφορες αναθεωρητικές
και οπορτουνιστικές ομάδες διανοουμένων και φοιτητών.
1.Β.9. ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΣΣΔ – ΛΔ ΑΛΒΑΝΙΑΣ
Στο 22ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ (17-31 Οκτωβρίου 1961), στο οποίο το Κόμμα
Εργασίας Αλβανίας (ΚΕΑ) δεν έστειλε αντιπροσωπεία, επισημοποιήθηκε η ανοιχτή
ρήξη ανάμεσα σε αυτό και το ΚΚΣΕ. (Από το ΚΚ Κίνας παρευρισκόταν ο Τσου-ΕνΛάϊ.)

1
9
Στον απολογισμό δράσης της ΚΕ του ΚΚΣΕ, ο Ν. Χρουστσόφ, εκτός από τον

1
9
αναθεωρητισμό των γιουγκοσλάβων κομμουνιστών135, κατέκρινε και την ηγεσία του
αλβανικού κόμματος:
«…το ξεσκέπασμα των συνεπειών της προσωπολατρείας δε βρήκε την
κατανόηση που έπρεπε από τους καθοδηγητές του Αλβανικού Κόμματος Εργασίας.
(…) μάλιστα, δέχτηκε τα πυρά τους. Η θέση αυτή (…) εξηγείται με το ότι αυτοί οι
ίδιοι εφαρμόζουν τις ίδιες μέθοδες που χρησιμοποιούνταν στο ΚΚΣΕ στην περίοδο
της προσωπολατρείας. Τώρα οι αλβανοί ηγέτες (…) εφαρμόζουν πολιτική
επιδείνωσης των σχέσεων με το ΚΚΣΕ, την ΕΣΣΔ, (…) γραμμή διαφορετική (…)
πάνω σε σπουδαία ζητήματα. Η γραμμή του 20ου Συνεδρίου είναι λενινιστική

2
0
γραμμή (…) το ΚΚΣΕ δεν μπορεί να κάνει καμιά παραχώρηση ούτε στους αλβανούς

2
0
ηγέτες ούτε σε οποιονδήποτε άλλον»136.
Ο Α΄ Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ, Κ. Κολιγιάννης επιδοκίμασε την
παραπάνω θέση με το χαιρετισμό του στο συνέδριο, όπως και πολλοί άλλοι

2
0
αντιπρόσωποι κομμουνιστικών κομμάτων137. Τον Νοέμβριο 1961, η 2η Ολομέλεια
της ΚΕ του ΚΚΕ επιδοκίμασε την κριτική «...των ασυμβίβαστων προς το μαρξισμόλενινισμό και τον προλεταριακό διεθνισμό απόψεων και ενεργειών των ηγετών του
Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας» που «…βλάπτουν πρώτ' απ' όλα τα συμφέροντα
του σοσιαλιστικού στρατοπέδου, του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος και

2
0
είναι επιζήμιες και για τα ζωτικά συμφέροντα του ίδιου του ηρωικού αδελφού

2
0
αλβανικού λαού»138.
Η επιδείνωση των σχέσεων είχε ξεκινήσει από τον Απρίλιο του 1956, οπότε
στην Κομματική Συνδιάσκεψη του ΚΕΑ, στα Τίρανα, υπήρξαν τοποθετήσεις για
«περισσότερη δημοκρατία», για αποκατάσταση στελεχών και για αλλαγή πολιτικής
στις σχέσεις Αλβανίας – Γιουγκοσλαβίας. Αν και στο 3ο Συνέδριο του κόμματος
(Μάιος 1956) υπήρξε μια σχετική προσαρμογή της γραμμής, ειδικά ως προς τη
Γιουγκοσλαβία, αυτή διατηρήθηκε ελάχιστα, καθώς λίγο αργότερα, κατά τα
αντεπαναστατικά γεγονότα της Ουγγαρίας, φάνηκε καθαρά ο ρόλος της
γιουγκοσλαβικής ηγεσίας στην υποστήριξη της κυβέρνησης Νάγκυ.
Από το 1958 άρχισε σταδιακή προσέγγιση με τη Λ. Δ. της Κίνας. Κατά τις
συνεδριακές διαδικασίες του Ρουμανικού Κόμματος Εργαζομένων (Ιούνιος 1960), ο
εκπρόσωπος του αλβανικού κόμματος αρνήθηκε τη συστράτευση με το ΚΚΣΕ στην
κριτική του για την πολιτική της κινεζικής ηγεσίας. Ακολούθησε η άρνηση της ΕΣΣΔ
να ανταποκριθεί σε αλβανική έκκληση για επείγουσα έκτακτη προμήθεια σε σιτηρά.
Την ίδια περίοδο η αλβανική ηγεσία προχώρησε σε έντονα διαβήματα προς τη
σοβιετική, κατηγορώντας τον σοβιετικό πρεσβευτή Ιβανόφ για απροκάλυπτη
ανάμειξη στα εσωτερικά του αλβανικού κράτους και στο στράτευμα. Παρά την
ανάκληση του πρεσβευτή, οι σχέσεις δεν εξομαλύνθηκαν. Την ίδια περίοδο
πραγματοποιήθηκαν καθαιρέσεις και στις δύο ηγεσίες (Μόλοτοφ, Καγκανόβιτς κ.α.
στο ΚΚΣΕ, Κότσο Τάσκο και Λίρι Μπελισόβα στο ΚΕΑ) και οι δύο πλευρές
εξαπέλυσαν αλληλοκατηγορίες για ανάμειξη στα εσωτερικά του κόμματος και για
υποστήριξη φραξιών.
Ο Ενβέρ Χότζα αποδίδει ευθύνη στο ΚΚΣΕ για τη διάρρηξη των σχέσεων
μεταξύ Κόμματος Εργασίας Αλβανίας και ΚΚΣΕ αναφερόμενος στη συνάντηση του
Χρουστσόφ με τον Σοφοκλή Βενιζέλο στη Μόσχα, το καλοκαίρι του 1960 και

2
0
ισχυριζόμενος ότι ο πρώτος δεν απέκρουσε αποφασιστικά τις αξιώσεις για «αυτόνομη

2
0
Βόρεια Ήπειρο»139.
Η βαθειά ρήξη ανάμεσα στα δύο κόμματα αποτυπώθηκε και στις οικονομικές
και στρατιωτικές τους σχέσεις: Τον Δεκέμβριο 1960 η ΕΣΣΔ ανέστειλε όλες τις
πιστώσεις και τις εμπορικές σχέσεις με την Αλβανία. Τον Απρίλιο του 1961 απέσυρε
όλους τους συμβούλους της από τη χώρα και λίγο αργότερα διέκοψε τις υποτροφίες

2
0
προς αλβανούς φοιτητές. Σε παρόμοιες ενέργειες κατέφυγαν και τα υπόλοιπα κράτη –

2
0
μέλη του Συμβουλίου Οικονομικής Αλληλοβοήθειας (ΣΟΑ)140.
Τον Ιούνιο 1961, η ΕΣΣΔ απέσυρε τα σοβιετικά υποβρύχια, που ήταν
επανδρωμένα με αλβανικά πληρώματα και βρίσκονταν στη στρατιωτική βάση του
Συμφώνου της Βαρσοβίας, στην αλβανική πόλη Αυλώνα. Η αλβανική ηγεσία
κατήγγειλε ότι το ΚΚΣΕ, στο όνομα των διαφωνιών, υπονόμευε την κρατική
υπόσταση της Αλβανίας. Με αυτό το επιχείρημα διαμόρφωσε και τη θέση για
«σοσιαλιμπεριαλισμό» της ΕΣΣΔ.
Στις αρχές του 1962 έπαψε ουσιαστικά η συμμετοχή της Αλβανίας στο
Σύμφωνο της Βαρσοβίας (τυπικά το 1968) και αποχώρησε και τυπικά από το
Συμβούλιο Οικονομικής Αλληλοβοήθειας.
1.Β.10. ΤΟ ΡΕΥΜΑ ΤΟΥ «ΕΥΡΩΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ»
Βασικό
χαρακτηριστικό
του
ρεύματος
που
αποκαλέστηκε
«ευρωκομμουνισμός» είναι η απόρριψη των νομοτελειών της σοσιαλιστικής
επανάστασης. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εκπροσώπων του, η στρατηγική του
«ευρωκομμουνισμού» αποτελούσε το δρόμο για το «σοσιαλισμό με δημοκρατία και
ελευθερία». Όπως υποστήριζαν, διαχωριζόταν τόσο από εκείνον που ακολούθησαν οι
χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, όσο και από αυτόν της σοσιαλδημοκρατίας.
Ο «ευρωκομμουνισμός» ως αιτιολόγηση των επιλογών του πρόταξε τις
λεγόμενες «εθνικές ιδιομορφίες» κάθε χώρας και την αναγκαία προσαρμογή σε
αυτές. Όπως υποστήριξε, μακριά από τη δογματική αντιγραφή ξένων προτύπων. Σε
αυτή τη βάση διατυπώθηκαν ο «ιταλικός δρόμος προς το σοσιαλισμό», ο
«ισπανικός», ο «ελληνικός», ο «γιαπωνέζικος» και άλλοι. Βεβαίως, τέτοιοι δρόμοι
δεν υπήρξαν, αφού η ιδεολογικοπολιτική πλατφόρμα και η φυσιογνωμία αυτών των
Κ.Κ. (Ιταλίας, Ισπανίας, Ιαπωνίας, Μ. Βρετανίας κ.ά.), ήταν ίδιες, ανεξάρτητα από τις
ιστορικές συνθήκες της καπιταλιστικής ανάπτυξης στη μια ή στην άλλη χώρα. Επί
της ουσίας ο λεγόμενος ευρωκομμουνισμός ήταν ένα σοσιαλδημοκρατικό ρεύμα με
κομμουνιστικό τίτλο.
Κυρίως από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, στο κέντρο της διαπάλης με τον
«ευρωκομμουνισμό» τέθηκαν τα θέματα της ιστορικής αποστολής της εργατικής
τάξης, της δικτατορίας του προλεταριάτου, του προλεταριακού διεθνισμού, της
πορείας για την εγκαθίδρυση της εργατικής εξουσίας και του δημοκρατικού
συγκεντρωτισμού. Λίγο αργότερα προστέθηκαν τα θέματα της ΕΟΚ και της άποψης
για το «μοίρασμα του κόσμου» από την ΕΣΣΔ και τις ΗΠΑ.
Στην Ελλάδα, το τμήμα που αυτοαποκαλέστηκε «ΚΚΕ εσωτερικού», εξέφραζε το
«ευρωκομμουνιστικό» ρεύμα στην Ελλάδα, με τις εξής θέσεις:
«Ο σοσιαλισμός στη χώρα μας θα είναι μια εξουσία με πολυκομματικό σύστημα,
καθεστώς ελεύθερης λειτουργίας όλων των κομμάτων που σέβονται την αρχή της
λαϊκής κυριαρχίας, μαζί και της αντιπολίτευσης. Επίσης την αρχή της παραίτησης της
κυβέρνησης που δεν απολαμβάνει της εμπιστοσύνης της Βουλής και του λαού και της
αντικατάστασής της με βάση το σεβασμό της πλειοψηφίας του λαού. Αποβλέπουμε
σε μια μακρόχρονη συνύπαρξη και αμοιβαίο έλεγχο όλων των κομμάτων… Στο
σοσιαλισμό δεν επιβάλλεται επίσημη φιλοσοφία… Καθοριστικό γνώρισμά του είναι
η ολόπλευρα αναπτυγμένη δημοκρατία και η συμμετοχή του λαού στα κοινά. Και

2
0
ακριβώς έτσι το καθεστώς αυτό θα είναι περισσότερο θωρακισμένο από κάθε

2
1
προσπάθεια βίαιης ανατροπής του»141.
Σε συνέντευξή του, ο γραμματέας της ΚΕ του «ΚΚΕ εσωτερικού» Μπάμπης
Δρακόπουλος υποστήριξε:
«Εμείς στο καταστατικό μας δεν περιλάβαμε τον όρο “δικτατορία του
προλεταριάτου”. Και δεν τον περιλάβαμε, γιατί τον θεωρούμε ξεπερασμένο. Εκείνο

2
1
πάντως που κάναμε ήδη, ήταν να θεμελιώσουμε τον ελληνικό δρόμο προς ένα

2
1
δημοκρατικό σοσιαλισμό που είναι αντίθετος σε κάθε δικτατορία»142.
Η απόρριψη από τον «ευρωκομμουνισμό» των νομοτελειών της ταξικής
πάλης, η οποία πρωταρχικά αποσπούσε την πολιτική από την οικονομία, ήταν
επόμενο να οδηγήσει και σε αναλύσεις και θέσεις για την ΕΟΚ, που παραγνώριζαν
τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της και κατέληγαν στο σύνθημα «πάλη για την ΕΟΚ
των εργαζομένων».
Ο «ευρωκομμουνισμός» ισχυροποιήθηκε ως οπορτουνιστικό ρεύμα σε ΚΚ
της Ευρώπης μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Σημαντική ώθηση στον «ευρωκομμουνισμό» έδωσε το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ. Οι
αποφάσεις της 6ης Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ (1956) επίσης συνέβαλαν στη
γρήγορη ωρίμανσή του στην Ελλάδα.
Ο «ευρωκομμουνισμός» αξιοποιούσε υπαρκτά προβλήματα που υπήρχαν στο
σοσιαλιστικό
σύστημα:
Προβλήματα
της
σοσιαλιστικής
δημοκρατίας,
γραφειοκρατικά, θεωρητικών ανεπαρκειών, προβλήματα στην οικονομία, καθώς και
εκείνα που δημιουργούσε ο ταξικός εχθρός και ο συσχετισμός των δυνάμεων, τον
εκφοβισμό για πυρηνικό πόλεμο.
Οι κοινωνικοοικονομικές εξελίξεις στις πιο αναπτυγμένες χώρες του καπιταλισμού
μετά από τον πόλεμο, απετέλεσαν τη βάση για να υιοθετηθούν από τον
«ευρωκομμουνισμό» οι αστικές αντιλήψεις περί του «κράτους πρόνοιας» ή
«κοινωνικού κράτους». Τα ιδεολογήματα αφορούσαν: Μια αταξική θεώρηση του
αστικού κράτους, με αποτέλεσμα να του αναγνωρίζεται ένας γενικά «κοινωνικός
ρόλος». Την άποψη ότι το «κράτος πρόνοιας» ήταν πολιτικό έργο της
σοσιαλδημοκρατίας, παραβλέποντας το γεγονός ότι τις παροχές ενσωμάτωσης της
εργατικής τάξης υλοποιούσαν και άλλα αστικά (π.χ. χριστιανοδημοκρατικά)
κόμματα. Στην υποβάθμιση έως και το μηδενισμό του ρόλου της Σοβιετικής Ένωσης
και των κατακτήσεων που είχαν εκεί οι εργαζόμενοι, που υποχρέωναν τις αστικές
κυβερνήσεις σε παροχές. Ακόμα στην υπερτίμηση της δυνατότητας του μαζικού
κινήματος να αποσπά κατακτήσεις χωρίς ριζική αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων.
Σε συνάρτηση με τα παραπάνω επισημαίνεται και η διείσδυση αστικών
αντιλήψεων ερμηνείας των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, ιδιαίτερα σε μια
περίοδο που οι ΗΠΑ, ως η ηγετική δύναμη του ιμπεριαλισμού, στήριζαν και
εγκαθίδρυαν στρατιωτικές δικτατορίες, εφάρμοζαν εξοντωτική ρατσιστική πολιτική
στο εσωτερικό τους, επενέβαιναν στρατιωτικά σε μια σειρά χώρες, ενώ απειλούσαν
και με θερμοπυρηνική καταστροφή. Από την άλλη ο ευρωπαϊκός ιμπεριαλισμός
ακολουθούσε πιο ευέλικτη πολιτική και παρουσιαζόταν ως πόλος δυνάμει αντίθετος
προς στις ΗΠΑ, σε μια περίοδο που βάδιζε προς την καπιταλιστική ενοποίηση της
Δυτικής Ευρώπης.
1.Γ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Η συνεισφορά του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, της πιο προοδευτικής
δύναμης που γνώρισε η ιστορία, έχει καταγραφεί σε όλους τους τομείς της
ανθρώπινης σκέψης και δράσης σε όλο τον 20ό, καθώς και στο 19ο αιώνα.
Το κομμουνιστικό κίνημα συσπείρωσε στις γραμμές του εκατομμύρια εργάτες,
εργάτριες
και
νεολαίους,
διανοούμενους,
φτωχούς
αγρότες
και
αυτοαπασχολούμενους, ενώ ενέπνευσε και κινητοποίησε πολλαπλάσιους στις
καπιταλιστικές χώρες και κυρίως στις χώρες του σοσιαλισμού στον 20ο αιώνα.
Αυτή η προσφορά δε χάνει τη σημασία της από το γεγονός ότι η ιστορική έρευνα, με
γνώμονα την υπεράσπιση, επέκταση και εμβάθυνση των σοσιαλιστικών κομμουνιστικών σχέσεων, αναδεικνύει προβλήματα γενικότερα στη στρατηγική του
διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, ειδικότερα στη στρατηγική αντίληψη του ΚΚΣΕ
ως προς το συσχετισμό μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού σε παγκόσμιο επίπεδο.

2
1
Προβλήματα που υπήρχαν στις αρχές της δεκαετίας του 1950 (π.χ. υπερεκτίμηση του
συσχετισμού υπέρ των δυνάμεων του σοσιαλισμού, έλλειψη ενιαίου κέντρου του
διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος), διογκώθηκαν με την κυριαρχία της δεξιάς
οπορτουνιστικής παρέκκλισης που επισφραγίστηκε στο 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ.
Ειδικότερα:
1. Προκάλεσε μεγάλη ιδεολογικοπολιτική ζημιά στα Κ.Κ. και στα λαϊκά κινήματα η
θέση και η πρακτική για την «ειρηνική άμιλλα των δύο κοινωνικοοικονομικών
συστημάτων», που υιοθετήθηκε και από τις Διεθνείς συσκέψεις του 1957 και του
1960, ως συνέχεια της γραμμής της «ειρηνικής συνύπαρξης», όπως αναπτύχθηκε τα

2
1
πρώτα μεταπολεμικά χρόνια ως ένα βαθμό στο 19ο Συνέδριο (Οκτώβρης 1952)143 και

2
1
κυρίως στο 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ (1956)144. Εξ αντικειμένου εξωράιζε τον
καπιταλισμό και εμπέδωνε τη λαθεμένη αντίληψη ότι, τουλάχιστον για μια μεγάλη

2
1
ιστορική περίοδο, τα δύο συστήματα θα μπορούσαν να συνυπάρχουν και να

2
1
συναγωνίζονται ειρηνικά μεταξύ τους145.
Κατ’ επέκταση στοχοποιήθηκε ποσοτικά η «ειρηνική άμιλλα» για προϊόντα της
βιομηχανικής παραγωγής, με κριτήρια της καπιταλιστικής οικονομίας και όχι πάντοτε
με το κριτήριο της σχεδιασμένης ισόρροπης ανόδου της κοινωνικής ευημερίας.
Το ίδιο αφορά και στην αποφυγή του θερμοπυρηνικού πολέμου. Οι ρεαλιστικές
διακρατικές διαπραγματεύσεις για την αποφυγή του, σε καμία περίπτωση δεν θα

2
1
έπρεπε να οδηγήσουν σε ιδεολογικές γενικεύσεις για μία ειλικρινή και σταθερή

2
1
στάση των καπιταλιστικών κρατών στο ζήτημα της ειρήνης146.
Σε όλη την μεταπολεμική περίοδο οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι ήταν μια
πραγματικότητα. Σε τελευταία ανάλυση, η πιο συνεπής και αποτελεσματική πάλη
ενάντια στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, ακόμα και στο ενδεχόμενο του πυρηνικού
πολέμου ενάντια στο σοσιαλιστικό σύστημα, ήταν η ολόπλευρη επαναστατική
προετοιμασία και ετοιμότητα, ώστε στις ανάλογες οικονομικές και πολιτικές
συνθήκες να γινόταν πραγματικότητα η σοσιαλιστική επανάσταση που θα επέβαλε
την ειρήνη.
Η συνεχής συσσώρευση και τελειοποίηση των πυρηνικών όπλων στην κούρσα των
εξοπλισμών επέδρασε αρνητικά στην ήδη προβληματική στρατηγική του διεθνούς
κομμουνιστικού κινήματος. Έτσι, οι αρχές της ειρηνικής συνύπαρξης, που είχε
καθορίσει ο Λένιν, για οικονομικές και εμπορικές σχέσεις ανάμεσα στα δύο
κοινωνικοοικονομικά συστήματα, μεταλλάχθηκαν και προσδόθηκε σε αυτές
ιδεολογικό και στρατηγικό περιεχόμενο σε βάρος της ετοιμότητας για τη
σοσιαλιστική επανάσταση.
Η παραπάνω κριτική αντιτίθεται στις αστικές και οπορτουνιστικές εκτιμήσεις περί
υποκίνησης των επαναστάσεων από τη σοβιετική εξουσία, περί πρόκλησης από το
διεθνές κομμουνιστικό κίνημα ενός νέου παγκόσμιου πολέμου για να καταρρεύσει
παντού ο καπιταλισμός. Το ενδεχόμενο ενός νέου παγκόσμιου πολέμου μπορούσε να
προέλθει μόνο από τον ιμπεριαλισμό. Από την άλλη, αποτελεί υποχρέωση του
σοσιαλιστικού κράτους η ανοιχτή υποστήριξη των επαναστατικών κινημάτων άλλων
χωρών. Πολλά τέτοια παραδείγματα αναδείχθηκαν έμπρακτα στην εξωτερική
πολιτική της Σοβιετικής Ένωσης.
Βεβαίως η παραπάνω αρχή, όπως ερμηνεύθηκε και υλοποιήθηκε κυρίως από το 20ο
Συνέδριο, ήταν πλευρά της στρατηγικής του λεγόμενου «δημοκρατικού δρόμου προς
το σοσιαλισμό». Επομένως ήταν στρατηγική όχι μόνο του ΚΚΣΕ αλλά και όλων των
«ευρωκομμουνιστικών» κομμάτων.
2. Η υποτίμηση των δυνάμεων του ιμπεριαλισμού και η λαθεμένη εκτίμηση του
χαρακτήρα ιμπεριαλιστικών οικονομικών ενώσεων, όπως της ΕΟΚ, καθώς και η
υπερτίμηση των δυνάμεων του σοσιαλισμού συνέβαλαν και στην έλλειψη
συνειδητοποίησης των παραγόντων και κινδύνων της καπιταλιστικής παλινόρθωσης,
όχι μόνο για τις σοσιαλιστικές χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης αλλά
και για την ίδια την ΕΣΣΔ.
Η λαθεμένη εκτίμηση για το διεθνή συσχετισμό δυνάμεων εκφράστηκε και σε
αναλύσεις του ΚΚΕ, όπως για παράδειγμα στην 6η Ολομέλεια της ΚΕ (1949), όπου
αναφέρεται:

2
2
«Το συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι το στρατόπεδο της Δημοκρατίας και του
Σοσιαλισμού είναι γερότερο από το στρατόπεδο του ιμπεριαλισμού, ότι το

2
2
Δημοκρατικό στρατόπεδο προχωρεί συνεχώς και το μέλλον ανήκει σ’ αυτό»147.
Σε σχέση με τη στρατηγική του ιμπεριαλισμού ενάντια στη σοσιαλιστική οικοδόμηση
κομμουνιστικές ηγεσίες έδωσαν το βάρος κυρίως στο πυρηνικό πλήγμα, ενώ
υποτιμήθηκαν οι αντεπαναστατικές δυνάμεις στο εσωτερικό των σοσιαλιστικών
κρατών (Ουγγαρία, Πολωνία, Τσεχοσλοβακία κ.ά.), που είχαν και την αμέριστη
βοήθεια – οικονομική, πολιτική, επιχειρησιακή – του ιμπεριαλισμού. Δε βγήκαν τα
αναγκαία συμπεράσματα από τις αντεπαναστατικές ενέργειες κατά των
σοσιαλιστικών κρατών, ούτε από το βάρος που είχε, η πολιτική και στρατιωτική
βοήθεια της ΕΣΣΔ, στην κατάκτηση της εξουσίας σε 8 χώρες της Κεντρικής και
Ανατολικής Ευρώπης, καθώς και στη στερέωση της εξουσίας στις περισσότερες από
αυτές, παρόλο που σωστά δινόταν η δυνατότητα της κοινωνικής εξέλιξης στον
εναρκτήριο λόγο του Β.Μ. Μόλοτοφ στο 19ο Συνέδριο του ΠΚΚ(μπ)/ΚΚΣΕ:
«Ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος τέλειωσε με την ήττα των φασιστών επιδρομέων,
πράγμα που απελευθέρωσε από πολλές απόψεις τις δυνάμεις του λαϊκόαπελευθερωτικού κινήματος της Ευρώπης και της Ασίας. Στις νέες συνθήκες που
δημιουργήθηκαν, ιδιαίτερα χάρη στον αποφασιστικό ρόλο της Σοβιετικής Ένωσης σ’
αυτό τον πόλεμο, έγινε δυνατή η στροφή που έκαναν στη μεταπολεμική περίοδο μια
σειρά χώρες από τον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης στο νέο δρόμο, το δρόμο της

2
2
δημιουργίας και της ανάπτυξης των λαϊκοδημοκρατικών κρατών. Έτσι μπήκε η αρχή

2
2
για ένα νέο στάδιο στην ανάπτυξη του διεθνούς σοσιαλισμού»148.
Υποτιμήθηκε η ενιαία στρατηγική του καπιταλισμού κατά των σοσιαλιστικών
κρατών και του εργατικού κινήματος στα καπιταλιστικά κράτη, παρά τις
ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις που ασφαλώς υπήρχαν ή και οξύνονταν.
Υπερτίμηση υπήρξε και όσον αφορά στο ρόλο των λεγόμενων αδέσμευτων χωρών.
Λαθεμένη και χωρίς βάση ήταν η προσδοκία και ο στόχος να συσπειρωθούν
σε σταθερή αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση οι «εθνικές» αστικές τάξεις των χωρών
αυτών, όπως επιδιώχθηκε από τη Σοβιετική Ένωση. Η μεσοπρόθεσμη μη ένταξη
πολλών νέων κρατών σε διεθνείς ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς οφειλόταν κυρίως
στις ανάγκες των «εθνικών» αστικών τάξεών τους να ενισχύσουν τις θέσεις τους, σε
συνδυασμό με τον τότε συσχετισμό δυνάμεων στο εσωτερικό των χωρών αυτών και
διεθνώς.
Αναμφίβολα, η κατάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας αποτέλεσε για τις
αποικιοκρατούμενες χώρες μια πρώτη και βασική προϋπόθεση για το ξεπέρασμα της
καθυστέρησης που επικρατούσε σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής.
Ταυτόχρονα, η βιομηχανική ανάπτυξη μιας σειράς νέων κρατών, αλλά και ο
χαρακτήρας της, περνούσε μια μεταβατική περίοδο, στην έκβαση της οποίας
καθοριστικό ρόλο άσκησε στη συνέχεια ο εσωτερικός συσχετισμός δυνάμεων.
Η ΕΣΣΔ και τα άλλα σοσιαλιστικά κράτη διαμόρφωσαν πολιτική οικονομικής και
άλλης συνεργασίας και στήριξης των νέων καθεστώτων, με στόχο να μην
ενσωματωθούν στη διεθνή καπιταλιστική αγορά, τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις, αλλά
να ενισχυθούν οι δυνάμεις του σοσιαλιστικού προσανατολισμού.
Στην πραγματικότητα οι εξελίξεις γρήγορα οδήγησαν σε ισχυροποίηση των εγχώριων
αντιδραστικών δυνάμεων. Δεν έγινε έγκαιρη και αποτελεσματική εκτίμηση της νέας
κατάστασης από την ΕΣΣΔ και τα άλλα κράτη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.
3. Αποτελεί βασικό ζήτημα το γεγονός ότι δεν επιτεύχθηκε μετά το Β΄ Παγκόσμιο
Πόλεμο η δημιουργία της Διεθνούς οργάνωσης των Κομμουνιστικών Κομμάτων, αν
και υπογραμμιζόταν η σημασία της διεθνούς ενότητας.
Η αποκατάσταση της ενότητας του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος προϋπέθετε
ανοιχτό μέτωπο με τον οπορτουνισμό και μέσα στο κάθε ΚΚ και μεταξύ των ΚΚ.
Μόνο έτσι μπορούσε να επέλθει ιδεολογική και η οργανωτική ενότητα σε νέα,
επαναστατική βάση.
Οι εξελίξεις στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα και στο ΚΚΣΕ, στην ΕΣΣΔ και στις
άλλες χώρες της σοσιαλιστικής εξουσίας, ως αποτέλεσμα της κυριαρχίας των
μικροαστικών - οπορτουνιστικών στοιχείων σε βάρος των προλεταριακών κομμουνιστικών, οδήγησαν στην υποχώρηση της κομμουνιστικής αρχής του
προλεταριακού διεθνισμού, τον οποίο αναθεώρησε ο λεγόμενος ευρωκομμουνισμός
και τον πολέμησε ταυτόχρονα με το ΚΚ Κίνας, καθώς και με άλλα κόμματα που
συμπαρατάχθηκαν με αυτό (ΚΕ Αλβανίας κ.ά.).
Η αρχή του προλεταριακού διεθνισμού, κατ’ επέκταση της ανώτερης
ιδεολογικοπολιτικής και οργανωτικής του έκφρασης, της Διεθνούς, δεν διαχωρίζεται
από το σοσιαλιστικό κρατικό συμφέρον, από το ταξικό συμφέρον της εργατικής
τάξης σε κάθε μία χώρα.
Στο ίδιο ζήτημα, αλλά από άλλη κατεύθυνση, αναφέρονταν διάφορες αστικές και
οπορτουνιστικές κριτικές θέσεις για την ΕΣΣΔ, θεωρώντας ότι υπεράσπιζε το κρατικό
της συμφέρον σε βάρος του ταξικού σε άλλη χώρα.
Ο παραπάνω διαχωρισμός συνειδητά παραγνωρίζει το γενικό συμφέρον της διεθνούς
εργατικής τάξης, από το οποίο προκύπτουν κοινοί στόχοι για τα επιμέρους τμήματα
του διεθνούς επαναστατικού κινήματος, τμήμα του οποίου ήταν και η ΕΣΣΔ, και
μάλιστα ως η ισχυρότερη συνιστώσα του.
Οπωσδήποτε η κρατική πολιτική ενός ΚΚ εξουσίας έχει να επιλύσει ειδικά
προβλήματα στις διεθνείς σχέσεις, που δεν τα έχει μπροστά του ένα ΚΚ εκτός

2
2
εξουσίας, για παράδειγμα στην εξωτερική πολιτική, στην οποία μπορεί να
υποχρεωθεί και σε κάποιο συμβιβασμό με τον αντίπαλο. Αυτό δε δικαιολογεί μια
συγκυριακή κρατική επιλογή, σε διπλωματικό ή άλλο επίπεδο, να ανάγεται σε αρχή
και από αυτή την άποψη να προκαλεί σύγχυση στο διεθνές επαναστατικό κίνημα.
4. Θεμελιακό ζήτημα της εξεταζόμενης περιόδου αποτελεί το γεγονός ότι το διεθνές
κομμουνιστικό κίνημα δεν μπόρεσε να διαμορφώσει επαναστατική στρατηγική.
Τα Κομμουνιστικά Κόμματα των καπιταλιστικών χωρών δεν έθεταν στα
Προγράμματά τους τον σοσιαλισμό ως επίκαιρο, άρα ως στρατηγικό στόχο. Γενικά
διακήρυσσαν την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού, όμως στη διαμόρφωση της
πολιτικής τους έθεταν κυβερνητικούς στόχους, που εξ αντικειμένου δεν
εξυπηρετούσαν μια στρατηγική συγκέντρωσης και οργάνωσης δυνάμεων με στόχο τη
γενική πλήρη σύγκρουση και ρήξη με την αστική εξουσία σε συνθήκες γενικευμένης
οικονομικής και πολιτικής κρίσης στη χώρα τους. Ισχυρά κόμματα στη Δυτική
Ευρώπη έφτασαν ως τη σοσιαλδημοκρατικοποίηση, με τη μορφή του
«ευρωκομμουνισμού». Γι’ αυτό και δεν πρέπει να παραγνωρίζεται η αρνητική
επίδραση που ασκούσαν στο ΚΚΣΕ Κομμουνιστικά Κόμματα ισχυρών ευρωπαϊκών
καπιταλιστικών κρατών.
Τα Κομμουνιστικά Κόμματα στις καπιταλιστικές χώρες βρέθηκαν αδύναμα απέναντι
στην ευελιξία της αστικής τάξης να διαμορφώνει συμμαχίες υπεράσπισης της
εξουσίας της και να αναδιατάσσει έγκαιρα τις διεθνείς συμμαχίες της. Έθεσαν ως
πολιτικό στόχο τη διαμόρφωση «αντιμονοπωλιακών δημοκρατικών κυβερνήσεων»,
με τη μορφή μιας καθαρά κοινοβουλευτικής μεταρρύθμισης ή με τη μορφή του
ενδιάμεσου σταδίου στην επαναστατική διαδικασία.
Το αντιιμπεριαλιστικό, αντιμονοπωλιακό στοιχείο της πάλης των ΚΚ, αποσπασμένο
από την πάλη για την εργατική εξουσία, ως αποτέλεσμα διαμόρφωσης οπορτουνιστές
πολιτικής, αντικειμενικά πήρε ουτοπικό χαρακτήρα. Ακόμα και ο στόχος της
κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής, σε τομείς που χαρακτηρίζονταν ως
στρατηγικής σημασίας, δεν συνδεόταν με το στόχο της ανατροπής της εξουσίας του
κεφαλαίου.
Ο στόχος για μια αντιιμπεριαλιστική - αντιμονοπωλιακή κοινοβουλευτική
κυβέρνηση, που θα μπορούσε να συγκεντρώσει και να ωριμάσει δυνάμεις για την
κατάκτηση της εξουσίας στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, ήταν στρατηγική
που δεν επιβεβαιώθηκε.
Αντίθετα, τα ΚΚ πραγματοποίησαν συμμαχίες που είχαν ως αποτέλεσμα να
ισχυροποιηθούν οι μεταρρυθμιστικές θέσεις της σοσιαλδημοκρατίας μέσα στις
εργατικές δυνάμεις, να διαβρωθεί η οργανωτική αυτοτέλεια του κομμουνιστικού
κινήματος, να ενσωματωθεί το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα σε στρατηγικής
σημασίας αστικές κυβερνητικές επιλογές και να απομαζικοποιηθεί.
Η ιστορική εμπειρία έδειξε πόσο ουτοπική ήταν η αντίληψη που έβλεπε το πέρασμα
στο σοσιαλισμό μέσα από τη λεγόμενη διεύρυνση της αστικής δημοκρατίας. Τα
υψηλά εκλογικά ποσοστά των κομμουνιστικών κομμάτων στην Ιταλία και τη Γαλλία
δεν δικαίωσαν τις προσδοκίες του κοινοβουλευτικού περάσματος στο σοσιαλισμό.
Αντίθετα, τροφοδότησαν οπορτουνιστικές παρεκκλίσεις που τελικά διάβρωσαν το
κομμουνιστικό κίνημα. Έτσι, δεν διαμορφώθηκαν προϋποθέσεις για την ταξική
χειραφέτηση των κινημάτων διαδικασία που προετοιμάζει και διευρύνει την
επαναστατική πρωτοβουλία, τους δεσμούς τους με τις λαϊκές μάζες μέχρι την
εμφάνιση νέων συνθηκών όταν οι εκτεταμένες οικονομικές και πολιτικές κρίσεις θα
τροφοδοτούσαν την επαναστατική μαζική λαϊκή δράση.
Μακροπρόθεσμα, πολλά Κομμουνιστικά Κόμματα ακολούθησαν το δρόμο της
συνεργασίας των τάξεων και σε κοινωνικό επίπεδο, στο πλαίσιο του συνδικαλιστικού
κινήματος.

2
2
Οι οπορτουνιστικές πιέσεις προς το κομμουνιστικό κίνημα προκλήθηκαν από
διάφορους κοινωνικούς, πολιτικούς και ιδεολογικούς λόγους, ενώ ειδικά για τις
καπιταλιστικές χώρες διακρίνονται τρεις παράγοντες: Η ύπαρξη και ο ρόλος
εκτεταμένης εργατικής αριστοκρατίας, άρα και το ότι είχε διευρυνθεί η κοινωνική
βάση υποστήριξης των μονοπωλίων, γεγονός το οποίο υποτιμήθηκε. Το πολυάριθμο
αγροτικό, γενικότερα το μικροαστικό στοιχείο, που διεύρυνε τις γραμμές του
εργατικού κινήματος, αφού έχανε τα μέσα παραγωγής τα οποία διέθετε. Η
μακρόχρονη περίοδος του αστικού κοινοβουλευτισμού με ισχυρούς μηχανισμούς
ενσωμάτωσης.
Στα Ντοκουμέντα των Διεθνών Διασκέψεων επισημαίνεται ο αναθεωρητισμός ως
διεθνές φαινόμενο και, από κοινωνική άποψη, ως το αποτέλεσμα της επίδρασης και
της πίεσης της ιδεολογίας της αστικής τάξης σε ένα τμήμα των κομμουνιστών,
ιδιαίτερα αυτό που ασχολείται με τη θεωρία. Συχνά η ταξική του προέλευση,
επομένως και οι εμπειρίες του, αλλά και οι σπουδές του, το καθιστούν πιο ευάλωτο
στην αστική επίδραση. Επισημαίνεται ότι ο ιδεολογικός αναθεωρητισμός έχει ως
αποτέλεσμα τον πολιτικό και οργανωτικό αφοπλισμό του Κόμματος, την απώλεια του
ηγετικού χαρακτήρα του, με ανάλογες αρνητικές συνέπειες για τον προσανατολισμό
του στην εργατική τάξη.
Στα ντοκουμέντα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος η κριτική στη
σοσιαλδημοκρατία εστιαζόταν σε ένα μέρος της ηγεσίας της. της λεγόμενης δεξιάς,
που ταυτιζόταν απόλυτα, όχι μόνο με τις στρατηγικές επιλογές των ΗΠΑ και του
ΝΑΤΟ, αλλά και με τις τακτικές κινήσεις τους. Οι υπόλοιπες δυνάμεις της
σοσιαλδημοκρατίας, ηγεσίας και βάσης, καλούνταν σε ενότητα φιλειρηνικής,
δημοκρατικής, αντιμονοπωλιακής δράσης (περιορισμού της ασυδοσίας των
μονοπωλίων).
Αποτελούν θέμα της ιστορικής έρευνας οι παράγοντες που επέδρασαν στην
παραγνώριση της πείρας της Οκτωβριανής Επανάστασης. Στον Α' Παγκόσμιο
ιμπεριαλιστικό Πόλεμο αντιμετωπίστηκε από τους μπολσεβίκους ως προδοσία σε
βάρος της εργατικής τάξης η πολιτική της συμμαχίας της σοσιαλδημοκρατίας με την
αστική τάξη, στο όνομα της «υπεράσπισης της πατρίδας». Τότε τα περισσότερα
σοσιαλδημοκρατικά κόμματα ήρθαν σε απόλυτη ρήξη με το σύνθημα της μετατροπής
του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο, δηλαδή σε πάλη για την εργατική εξουσία
σε κάθε χώρα. Ο Λένιν άνοιξε μέτωπο με τη σοσιαλδημοκρατία σε διεθνές επίπεδο.
Το μέτωπο αυτό εκφράσθηκε και στη Ρωσία, με αποτέλεσμα να μην εγκλωβισθούν οι
επαναστατικές δυνάμεις σε στόχους και ελιγμούς των εγχώριων αστικών δυνάμεων,
σε μικροαστικές και οπορτουνιστικές πιέσεις.
Αργότερα κυριάρχησε η άποψη ότι τα Κομμουνιστικά Κόμματα δεν θα μπορούσαν
να απεγκλωβίσουν τις εργατικές δυνάμεις που ακολουθούσαν τη σοσιαλδημοκρατία,
ότι θα απομονώνονταν από αυτές, αν δεν ακολουθούσαν πολιτική συμμαχίας με τα
σοσιαλδημοκρατικά κόμματα.
Οι ιστορικές εξελίξεις έδειξαν ότι το μεγάλο μέρος της λαϊκής βάσης των άλλων
κομμάτων κερδίζεται με την όξυνση της ταξικής πάλης, με ισχυρό ιδεολογικό μέτωπο
κατά της αστικής πολιτικής και του οπορτουνισμού και ότι αυτό αφορά και την
περίοδο κορύφωσης των κοινωνικοπολιτικών συγκρούσεων.

22
6
ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ
ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
2.A. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Για τις οικονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1970,
έχει γίνει από την αστική πολιτική οικονομία μια ορισμένη περιοδολόγηση149, η οποία
δεν συμπίπτει με τη γενικότερη περιοδολόγηση της ιστορίας του ΚΚΕ και των
γενικότερων πολιτικών εξελίξεων. Στην περιοδολόγηση του ΔΟΚΙΜΙΟΥ,
Επί προεδρίας του Τζον Φ. Κέννεντυ, οι ΗΠΑ εκπόνησαν πρωταρχικά για «εθνικό
σκοπό» ειδικό πρόγραμμα με την ονομασία Σχέδιο Απόλλων που κόστιζε 24 δισ. δολάρια.
Ο ανταγωνισμός στο διάστημα ήταν εξ αντικειμένου αδύνατο να προσλάβει
χαρακτήρα ειρηνικής άμιλλας μεταξύ των δύο αντίθετων κοινωνικοοικονομικών
συστημάτων, παρά και την πραγματοποίηση κοινής αμερικανοσοβιετικής πτήσης τη δεκαετία
του 1980. Οι φιλειρηνικοί σκοποί της ΕΣΣΔ έρχονταν σε σύγκρουση με τους
ιμπεριαλιστικούς πολεμικούς σχεδιασμούς.
45
Η ΚΕ του ΚΚΕ (2 Ιουνίου 1943) ενέκρινε τη θέση αυτοδιάλυσης της ΚΔ. Η σχετική
απόφαση ανέφερε μεταξύ άλλων:
«1. […] Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ελλάδας […] χαιρετίζει την πρωτοβουλία του
προεδρείου της Εκτελεστικής Επιτροπής της. Σε στιγμές που ο αιμοβόρος φασισμός […]
απειλεί να δουλώσει τα πάντα […] δεν υπάρχει πιο μεγάλη υπηρεσία […] η διάλυση της
Κομμουνιστικής Διεθνούς είναι σήμερα η μόνη ενδεδειγμένη πράξη σωστής μαρξιστικής
πολιτικής. […] Γι' αυτό ο άξονας μαίνεται, γι' αυτό οι λαοί το χαιρετούν μ' ενθουσιασμό»,[Το
ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, τ. 5ος, έκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1981, σελ. 147 – 148 ή 147-153
ολόκληρο το κείμενο].
46
Ολόκληρη η απόφαση για την αυτοδιάλυση της ΚΔ στο Παράρτημα του Δοκιμίου,
σελ. 485
47
«Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ - Εκτιμήσεις και συμπεράσματα από τη
σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ο αιώνα, με επίκεντρο την ΕΣΣΔ - Η αντίληψη του ΚΚΕ για
το σοσιαλισμό», έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, Αθήνα 2009, σελ. 74 -75.
48
«Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ - Εκτιμήσεις και συμπεράσματα από τη
σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ο αιώνα, με επίκεντρο την ΕΣΣΔ - Η αντίληψη του ΚΚΕ
για το σοσιαλισμό», σελ. 76, έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ.
49
Αρχείο ΚΚΕ: Αποφάσεις του «Γραφείου Πληροφοριών» των Κομμουνιστικών και
Εργατικών Κομμάτων, Σύσκεψη του Νοεμβρίου του 1949, εκδοτικό «Νέα Ελλάδα», σελ. 12.
50
Αρχείο ΚΚΕ: Αποφάσεις του «Γραφείου Πληροφοριών» των Κομμουνιστικών και
Εργατικών Κομμάτων, Σύσκεψη του Νοεμβρίου του 1949, εκδοτικό «Νέα Ελλάδα». σελ. 13.
51
Αρχείο ΚΚΕ: Αποφάσεις του «Γραφείου Πληροφοριών» των Κομμουνιστικών και
Εργατικών Κομμάτων, Σύσκεψη του Νοεμβρίου του 1949, εκδοτικό «Νέα Ελλάδα». σελ. 15.
52
Αρχείο ΚΚΕ: Αποφάσεις του «Γραφείου Πληροφοριών» των Κομμουνιστικών και
Εργατικών Κομμάτων, Σύσκεψη του Νοεμβρίου του 1949, εκδοτικό «Νέα Ελλάδα», σελ. 44.
53
Αρχείο ΚΚΕ: Αποφάσεις του «Γραφείου Πληροφοριών» των Κομμουνιστικών και
Εργατικών Κομμάτων, Σύσκεψη του Νοεμβρίου του 1949, εκδοτικό «Νέα Ελλάδα», σελ. 99.
54
«Νέος Κόσμος», Μάρτης 1951, τεύχος 3, σελ. 25-26 και 28.
55
«Νέος Κόσμος», Ιούνιος 1951, τεύχος 6, Ζακ Ντικλό: «Ο Γαλλικός λαός δεν θα
επιτρέψει αναβίωση του φασισμού!» σελ. 25-28.
56
«Νέος Κόσμος», Απρίλιος 1951, τεύχος 4, Παλμίρο Τολιάτι, «Η κατάσταση στην
Ιταλία», σελ. 16.
57
Σημείωση ΔΟΚΙΜΙΟΥ: Το Ιταλικό ΚΚ μπήκε στην κυβέρνηση τον Απρίλιο του
1944 μαζί με το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα και το Σοσιαλιστικό. Τον Ιούνιο του 1945
δημιουργήθηκε νέος κυβερνητικός συνασπισμός με επικεφαλής τον πρώην ηγέτη της
Αντίστασης Φερούτσιο Πάρρι. Τον Νοέμβριο του 1945 ο Φ. Πάρρι αντικαταστάθηκε από τον
Ντε Γκάσπερι. Στις εκλογές του Ιουνίου 1946 το ΚΚ Ιταλίας συγκέντρωσε το 19% των

22
7
μεθοδολογικά δεν θα ήταν πρόσφορο να παραλειφθούν αναφορές στην πρώτη
μεταπολεμική πενταετία ή στην περίοδο της δικτατορίας. Από την άποψη των
οικονομικών εξελίξεων και τάσεων η τριακονταετία 1945-1974 αποτελεί μια ιστορική
ενότητα.
Για μια έστω σύντομη ιστορική προσέγγιση των οικονομικών εξελίξεων της
εξεταζόμενης περιόδου, θα αξιοποιηθούν τα στοιχεία που παρέχουν οι χρονολογικές
σειρές δεκαετιών των οικονομικών δεδομένων και θα επισημανθούν χρονολογίες
ορόσημα των οικονομικών εξελίξεων αυτής της περιόδου, προκειμένου να εξαχθούν
ορισμένα συμπεράσματα.
Χρησιμοποιούνται όσο το δυνατόν πιο επίσημα επεξεργασμένες και
δημοσιοποιημένες χρονολογικές σειρές στοιχείων, χωρίς να σημαίνει ότι είναι
απαλλαγμένες από προβλήματα μεθοδολογικής αξιοπιστίας και συγκρισιμότητας.
ψήφων. Τον Μάιο του 1947 ο Ντε Γκάσπερι παραιτήθηκε και στη συνέχεια σχημάτισε νέα
κυβέρνηση δίχως το ΚΚ Ιταλίας.
Σε κυβέρνηση συνασπισμού υπό τον Ντε Γκολ συμμετείχε την ίδια περίοδο και το
Γαλλικό ΚΚ. Στις εκλογές που έγιναν στη Γαλλία τον Οκτώβριο του 1945 το ΚΚ Γαλλίας
συγκέντρωσε το 26% των ψήφων. Μετά την παραίτηση του Ντε Γκωλ από την κυβέρνηση
τον Ιανουάριο του 1946, το Γαλλικό ΚΚ συνέχισε να συνεργάζεται με τους σοσιαλιστές και
τους χριστιανοδημοκράτες υπό τον σοσιαλιστή Φελίξ Γκουέν. Τον Μάιο του 1947 επί
πρωθυπουργίας του Πωλ Ραμαντιέ, το Γαλλικό ΚΚ αποπέμφθηκε από την κυβέρνηση.
58
СОВЕЩАНИЯ КОМИНФОРМА - 1947, 1948, 1949 - ДОКУМЕНТЫ И
МАТЕРИАЛЫ, Москва, РОССПЕН, 1998. Протокол первого совещания Коминформа,
стр. 140. [Σύνοδοι του Γραφείου Πληροφοριών - 1947, 1948, 1949 - Ντοκουμέντα και υλικά,
Μόσχα, εκδόσεις Ρωσική Πολιτική Εγκυκλοπαίδεια, 1998. Πρωτόκολλο της Πρώτης
Συνόδου του Γραφείου Πληροφοριών, σελ. 140].
59
Στη Διάσκεψη των Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων των σοσιαλιστικών
κρατών (1957), την οποία παρακολούθησαν συμβουλευτικά και τα Κομμουνιστικά και
Εργατικά Κόμματα των καπιταλιστικών κρατών, υπήρξε οπορτουνιστική πίεση εκ μέρους της
αντιπροσωπείας του Ιταλικού ΚΚ, σχετικά με τον χαρακτήρα του Κομμουνιστικού Κόμματος:
«Ερώτηση του σ. Ζήση Ζωγράφου: Ποιες είναι οι αντιλήψεις του σ. Τολιάτι που
εκδηλώθηκαν στη Σύσκεψη των 64 Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων στη Μόσχα;
Κ. Κολιγιάννης: Σε σχέση με το ερώτημα που κάνει ο σ. Ζωγράφος, εμείς είπαμε ότι ο
σ. Τολιάτι διατύπωσε ορισμένες αντιρρήσεις σχετικά με το χαρακτήρα του κόμματος ... και για
να μη σταθούμε σε λεπτομέρειες είπε ότι το κόμμα νέου τύπου στις σημερινές συνθήκες
σημαίνει σεχταρισμός. Αυτή είναι η ουσία της θέσης. Φυσικά λαθεμένη, λαθεμένη θέση.
Ερώτηση: Τελικά παραδέχθηκε ότι είναι λαθεμένη;
Κ. Κολιγιάννης: Ε! φυσικά, όχι ότι παραδέχθηκε, αλλά δεν είπε ότι δεν συμφωνεί με τη
θέση αυτή. Ψήφισε όλα τα ντοκουμέντα και τις θέσεις και όλα».
[Αρχείο ΚΚΕ, Πρακτικά της 8ης Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ, Ιανουάριος 1958, στο
ο
3 θέμα «Η πάλη κατά του αναθεωρητισμού και σεχταρισμού και η περιφρούρηση της ενότητας
του Κόμματος», σελ. 76].
60
Αποδείχθηκε ότι ο Μπράουντερ ήταν πράκτορας της CIA.
61
Ουίλλιαμ Φόστερ, Ιστορία του ΚΚ των Ηνωμένων Πολιτειών, Βερολίνο 1956, σελ.
611. Αναφέρεται και στη σειρά άρθρων του Κουρτ Γκοσβάιλερ, που δημοσιεύτηκαν στα
τεύχη, Ιουλίου - Αυγούστου 2001 έως Μάρτιο - Απρίλιο 2002, του περιοδικού Offensiv με
τίτλο: «Πριν 60 χρόνια: Η προειδοποίηση του Ντιμιτρόφ για τις ιμπεριαλιστικές μυστικές
υπηρεσίες. ΄Η, πώς ο μπραουντερισμός μετεμφυτεύθηκε στην Ευρώπη».
62
Ουίλλιαμ Φόστερ, Ιστορία του ΚΚ των Ηνωμένων Πολιτειών, Βερολίνο 1956, σελ.
611.
63
«Νέος Κόσμος», Αύγουστος 1959, τεύχ. 8, Μορίς Τορέζ, «Εισήγηση στο 15ο
Συνέδριο του ΚΚ Γαλλίας», σελ. 60-61.
64
«Νέος Κόσμος», Νοέμβριος 1959, τεύχ. 11, σελ. 80.
65
«Νέος Κόσμος»,Φλεβάρης 1959, τεύχ. 2, σελ. 124.
66
«Νέος Κόσμος», Μάης 1959, τεύχ. 5, σελ. 75.
67
Μέχρι το 1963 ονομαζόταν Ομοσπονδιακή Λαϊκή Δημοκρατία Γιουγκοσλαβίας και
στη συνέχεια Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία Γιουγκοσλαβίας.

22
8
Στο παρόν κεφάλαιο γίνεται ιδιαίτερη αναφορά σε δυο ειδικά οικονομικά θέματα: α)
Την εισροή ξένων κεφαλαίων με στόχο την μεταπολεμική ανασυγκρότηση, τη
γνωστή ως «αμερικανική βοήθεια». β) Τη σύνδεση της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή
Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ)150.
Η δημιουργία και εξέλιξη της ΕΟΚ αποτελεί κατάκτηση στη διαμόρφωση σταδιακά
ενιαίας στρατηγικής του κεφαλαίου στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης, στη
μακρόχρονη αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων στο διεθνές ιμπεριαλιστικό
σύστημα.
Η κυρίαρχη αστική πολιτική στην Ελλάδα από πολύ νωρίς επέλεξε στρατηγικά την
ένταξή της στην ΕΟΚ. Ωστόσο, τόσο η σύνδεση της Ελλάδας με την ΕΟΚ όσο και η
αξιοποίηση της «αμερικάνικης βοήθειας» προκάλεσαν αντιδράσεις από τμήματα της
68
Περιοδικό Κομμουνιστική Επιθεώρηση τεύχος 2 και 3, 2003, «Επιστολές των Στάλιν
και Μόλοτοφ στους Γιουγκοσλάβους καθοδηγητές για τον κίνδυνο του οπορτουνισμού», σελ.
113-145 και 138-141.
69
Αρχείο ΚΚΕ: Αποφάσεις του «Γραφείου Πληροφοριών» των Κομμουνιστικών και
Εργατικών Κομμάτων, Σύσκεψη του Νοεμβρίου του 1949, εκδοτικό «Νέα Ελλάδα», σελ. 108.
70
Αρχείο ΚΚΕ: Αποφάσεις του «Γραφείου Πληροφοριών» των Κομμουνιστικών και
Εργατικών Κομμάτων, Σύσκεψη του Νοεμβρίου του 1949, εκδοτικό «Νέα Ελλάδα», σελ. 35.
71
«Νέος Κόσμος», Μάης 1959, τεύχ. 5, Βλαντιμίρ Σκρλαντ, «Ο αναθεωρητικός
¨σοσιαλισμός¨ και η Γιουγκοσλαβική πραγματικότητα», σελ. 59.
72
«Νέος Κόσμος», Μάης 1959, τεύχ. 5, Βλαντιμίρ Σκρλαντ, «Ο αναθεωρητικός
¨σοσιαλισμός¨ και η Γιουγκοσλαβική πραγματικότητα», σελ.. 65.
73
Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ – Εκτιμήσεις και συμπεράσματα από τη
σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ο αιώνα, με επίκεντρο την ΕΣΣΔ – Η αντίληψη του ΚΚΕ για
το σοσιαλισμό, έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, Αθήνα 2009, σελ. 45-46, 48.
74
Αρχείο ΚΚΕ: Έκθεση Δράσης της ΚΕ του ΚΚ (μπ) της ΕΣΣΔ στο 19ο Συνέδριο,
έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 24. Υπογραμμίσεις του Δοκιμίου.
75
Αρχείο ΚΚΕ: Έκθεση Δράσης της ΚΕ του ΚΚ (μπ) της ΕΣΣΔ στο 19ο Συνέδριο,
έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 25.
76
Γ.Μ. Μάλενκοφ, Έκθεση δράσης της ΚΕ του ΚΚ(μπ) της ΕΣΣΔ στο 19ο Συνέδριο,
εκδοτικό της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 13.
77
Αρχείο ΚΚΕ: Έκθεση Δράσης της ΚΕ του ΚΚ (μπ) της ΕΣΣΔ στο 19ο Συνέδριο,
έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 6.
78
Αρχείο ΚΚΕ: Έκθεση Δράσης της ΚΕ του ΚΚ (μπ) της ΕΣΣΔ στο 19ο Συνέδριο,
έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 34.
79
Αρχείο ΚΚΕ: Έκθεση Δράσης της ΚΕ του ΚΚ (Μπ) της ΕΣΣΔ στο 19ο Συνέδριο
έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 80. (Υπογράμμιση Δοκιμίου).
80
Αρχείο ΚΚΕ: Έκθεση Δράσης της ΚΕ του ΚΚ (μπ) της ΕΣΣΔ στο 19ο Συνέδριο,
έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 102.
81
Αρχείο ΚΚΕ: Έκθεση Δράσης της ΚΕ του ΚΚ (μπ) της ΕΣΣΔ στο 19ο Συνέδριο,
έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 90.
82
Αρχείο ΚΚΕ: Έκθεση Δράσης της ΚΕ του ΚΚ (μπ) της ΕΣΣΔ στο 19ο Συνέδριο,
έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 86.
83
19ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΚΚ (Μπ.) ΤΗΣ ΕΣΣΔ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
εκδοτικό της ΚΕ του ΚΚΕ, Οκτώβριος 1952, σελ. 24.
Στην απόφαση αναφέρεται: «Να ανατεθεί η τροποποίηση του προγράμματος του
κόμματος σε μια Επιτροπή από τους παρακάτω συντρόφους: 1) ΣΤΑΛΙΝ Ι. Β.- πρόεδρος 2)
ΜΠΕΡΙΑ Λ.Π. 3) ΚΑΓΚΑΝΟΒΙΤΣ Λ.Μ. 4) ΚΟΥΣΙΝΕΝ Ο.Β. 5) ΜΑΛΕΝΚΟΦ Γ.Μ. 6)
ΜΟΛΟΤΟΦ Β.Μ. 7) ΠΟΣΠΕΛΟΦ Π.Ν. 8) ΡΟΥΜΙΑΝΤΣΕΦ Α.Μ. 9) ΣΑΜΠΟΥΡΟΦ Μ.Ζ. 10)
ΤΣΕΣΝΟΚΟΦ Ν.Ι. 11) ΓΙΟΥΝΤΙΝ Π.Φ.».
84
Το ΚΚΕ. Επίσημα Κείμενα, τόμος 7ος, 1949 - 1955, έκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα
1995, σελ. 323.
85
Το ΚΚΕ. Επίσημα Κείμενα, τόμος 7ος, 1949 - 1955, έκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα
1995, σελ. 326.

22
9
αστικής τάξης. Βεβαίως προκάλεσαν και την αντίθεση του ΚΚΕ και του σύμμαχου
σχήματος, της ΕΔΑ, από τη σκοπιά των λαϊκών συμφερόντων.
2.B. Η «ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ»
Η άμεση στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ και η ανάγκη σταθεροποίησης του
καπιταλιστικού συστήματος στην Ελλάδα οδήγησαν και στην ένταξη της Ελλάδας
στα προγράμματα της «Αμερικανικής βοήθειας» («δόγμα Τρούμαν» και «Σχέδιο
Μάρσαλ»).
Η 5η Ολομέλεια της ΚΕ (30-31 Γενάρη του 1949) στην εισήγηση και το κλείσιμο του
Νίκου Ζαχαριάδη, σχετικά με το σχέδιο Μάρσαλ, αναφέρει:
86

Ο Λαβρέντι Μπέρια (1899-1953) υπήρξε μέλος των μπολσεβίκων από το 1917,
στέλεχος του ΠΚΚ(μπ) της ΕΣΣΔ, επικεφαλής του Λαϊκού Επιτροπάτου Εσωτερικών
(NKVD) από το 1938 έως το 1946. Εκλέχτηκε αναπληρωματικό μέλος του ΠΓ της ΚΕ του
ΠΚΚ(μπ) το 1938 , τακτικό μέλος του ΠΓ από το 1946. Επίσης την περίοδο 1946 -1953
διατέλεσε πρώτος αντιπρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου της ΕΣΣΔ. Τον Ιούνιο του
1953 ο Μπέρια συνελήφθη και δικάστηκε ως πράκτορας του ιμπεριαλισμού. Κατηγορήθηκε
για συνεργασία με τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες, για υπονόμευση της Σοβιετικής
εξουσίας, ότι αποσκοπούσε στην παλινόρθωση του καπιταλισμού, καθώς και ότι επιχείρησε
να προσεγγίσει τον Τίτο, για να συνωμοτήσουν από κοινού. Κρίθηκε υπεύθυνος για την
αποδιοργάνωση της άμυνας του Καυκάσου στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το δικαστήριο τον
καταδίκασε σε θάνατο για προδοσία. Εκτελέστηκε στις 23 Δεκεμβρίου 1953.
87
«Νέος Κόσμος», Απρίλης 1953, σελ. 8. Η ακριβής ημερομηνία δεν υπάρχει, αλλά
από τη σειρά δημοσίευσης των ντοκουμέντων πιθανότερη φαίνεται να είναι η 5η Μαρτίου.
88
«Ιστορία του ΚΚΣΕ», «ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ», 1960, σ.
829.
89
Ντοκουμέντο του ρωσικού «Κέντρου Φύλαξης Σύγχρονων Ντοκουμέντων», από το
βιβλίο Stalin wollte ein anderes Europa - Moskaus Außenpolitik 1940-1968 [Ο Στάλιν ήθελε
μια άλλη Ευρώπη - Η εξωτερική πολιτική της Μόσχας 1940-1968], Edition Ost, Βερολίνο
2003, σελ. 215.
90
ό.π.
91
«Νέος Κόσμος», Ιούλιος 1955, σελ. 41-44.
92
Το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, δεύτερο μέρος, εκδόσεις Ζώγια, 1956, σελ. 8.
93
Το ΚΚΕ-Επίσημα Κείμενα, τ.8ος, σελ. 12, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».
94
Η 7η Ολομέλεια της ΚΕ (1957), έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 67.
95
«Ιστορία του ΚΚΣΕ», «ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ», 1960, σ.
861-865.
96
Εφημερίδα “Bayrisches Volks-Echo”, 22/6/1956, από το Kurt Gossweiler, Die
Entfaltung des Revisionismus …[Η εξάπλωση του ρεβιζιονισμού…] Offensiv (Hrsg),
Auferstanden aus Ruinen - Über das revolutionäre Erbe der DDR, Hannover, Januar 2000.
97
Περιοδικό Νέος Κόσμος, Απρίλης-Μάης του 1956, τεύχ. 4-5, Π. Τολιάτι, «Οι νέες
προοπτικές που ανοίγονται στους λαούς απ΄ τη σταθεροποίηση ενός παγκόσμιου σοσιαλιστικού
συστήματος», σελ. 79, 82.
98
Μετάφραση από την μπροσούρα «The Historical Experience of the Dictatorship of
the Proletariat», . Peking: Foreign Languages Press, 1959
99
Εκλογή Έργων του Μάο Τσε Τουνγκ , τόμος V , σελ 384, «Μορφωτικές Εκδόσεις»,
Αθήνα 1977, σελ. 384.
100
Εκλογή Έργων του Μάο Τσε Τουνγκ , τόμος V , σελ 384, «Μορφωτικές Εκδόσεις»,
Αθήνα 1977, σελ 382.
101
Εκλογή Έργων του Μάο Τσε Τουνγκ , τόμος V , σελ 384, «Μορφωτικές Εκδόσεις»,
Αθήνα 1977, σελ 416-417.
102
Υλικά της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης 15- 16 Ιούλη 1995 «Εκτιμήσεις και
προβληματισμοί για τους παράγοντες που καθόρισαν την ανατροπή του σοσιαλιστικού
συστήματος στην Ευρώπη», σελ. 49.

23
0
«…Ο Βορειοαμερικάνικος ιμπεριαλισμός που βρίσκεται επικεφαλής του
κεφαλαιοκρατικού κόσμου κάνει απελπιστικές προσπάθειες να ξεπεράσει και να
απομακρύνει τις ανυπέρβλητες δυσκολίες και αντιθέσεις που τον κατατρώγουν. Οι
προσπάθειές του συγκεντρώνονται πρώτα απ’ όλα στα παρακάτω α) στο να
εξασφαλίσει με το σχέδιο Μάρσαλ τις παγκόσμιες αγορές, ελπίζοντας έτσι να
μαλακώσει τις δικές του οικονομικές δυσκολίες….»151.
Για το ίδιο ζήτημα, η εισήγηση για την κατάσταση στην Ελλάδα στην 7η Ολομέλεια
της ΚΕ του ΚΚΕ (14-18 Μάη του 1950) εκτιμά:
«….Μπορούμε να βγάλουμε το συμπέρασμα ότι η μαρσαλοποιημένη Ελλάδα έχει μια
βιομηχανία που ακριβώς χάρη στην αγγλοαμερικάνικη «βοήθεια», χωρίς να
103
Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ - Εκτιμήσεις και συμπεράσματα από τη
σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ο αιώνα, με επίκεντρο την ΕΣΣΔ - Η αντίληψη του ΚΚΕ
για το σοσιαλισμό, έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 35.
104
Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ - Εκτιμήσεις και συμπεράσματα από τη
σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ο αιώνα, με επίκεντρο την ΕΣΣΔ - Η αντίληψη του ΚΚΕ
για το σοσιαλισμό, έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 36.
105
Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ - Εκτιμήσεις και συμπεράσματα από τη
σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ο αιώνα, με επίκεντρο την ΕΣΣΔ - Η αντίληψη του ΚΚΕ
για το σοσιαλισμό, έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 48,49,50.
106
Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ - Εκτιμήσεις και συμπεράσματα από τη
σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ο αιώνα, με επίκεντρο την ΕΣΣΔ - Η αντίληψη του ΚΚΕ
για το σοσιαλισμό, έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 60.
107
Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ - Εκτιμήσεις και συμπεράσματα από τη
σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ο αιώνα, με επίκεντρο την ΕΣΣΔ - Η αντίληψη του ΚΚΕ
για το σοσιαλισμό, έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 78.
108
Περιοδικό «Νέος Κόσμος», Απρίλης - Μάης 1956, τεύχ. 4-5, σελ. 17.
109
Περιοδικό «Νέος Κόσμος», Απρίλης - Μάης 1956, τεύχ. 4-5, σελ. 18.
110
Πήραν μέρος αντιπροσωπείες: του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας, του
Κομμουνιστικού Κόμματος της Βουλγαρίας, του Κόμματος Εργαζομένων του Βιετνάμ, του
Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος της Γερμανίας, του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας,
του Κόμματος Εργασίας της Κορέας, του Λαϊκού Επαναστατικού Κόμματος της Μογγολίας,
του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος της Ουγγαρίας, του Ενιαίου Εργατικού Κόμματος
της Πολωνίας, του Εργατικού Κόμματος της Ρουμανίας, του Κομμουνιστικού Κόμματος της
Σοβιετικής Ένωσης και του Κομμουνιστικού Κόμματος της Τσεχοσλοβακίας. Στη Διάσκεψη
δεν πήρε μέρος η Ένωση Κομμουνιστών Γιουγκοσλαβίας.
111
Ντοκουμέντα των Συσκέψεων των αντιπροσώπων των κομμουνιστικών και εργατικών
κομμάτων στη Μόσχα το Νοέμβριο του 1957 και το Νοέμβριο του 1960, Πολιτικές και
Λογοτεχνικές Εκδόσεις, 1961, σελ. 17-18.
112
Ντοκουμέντα των Συσκέψεων των αντιπροσώπων των κομμουνιστικών και εργατικών
κομμάτων στη Μόσχα τον Νοέμβριο 1957 και τον Νοέμβριο 1960, Πολιτικές και Λογοτεχνικές
Εκδόσεις, 1961, σελ. 18.
113
Ντοκουμέντα των Συσκέψεων των αντιπροσώπων των κομμουνιστικών και εργατικών
κομμάτων στη Μόσχα το Νοέμβριο του 1957 και το Νοέμβριο του 1960, Πολιτικές και
Λογοτεχνικές Εκδόσεις, 1961, σελ. 20-21.
114
Ντοκουμέντα των Συσκέψεων των αντιπροσώπων των κομμουνιστικών και εργατικών
κομμάτων στη Μόσχα το Νοέμβριο του 1957 και το Νοέμβριο του 1960, Πολιτικές και
Λογοτεχνικές Εκδόσεις, 1961, σελ. 24.
115
Τα κόμματα που συμμετείχαν ήταν τα εξής: ΚΕ Αλβανίας, ΚΚ Αλγερίας, ΚΚ
Αργεντινής, ΚΚ Αυστραλίας, ΚΚ Αυστρίας, ΚΚ Βελγίου, ΚΚ Βενεζουέλας, ΚΕ Βιετνάμ,
ΚΚ Βολιβίας, ΚΚ Βουλγαρίας, ΚΚ Βραζιλίας, ΚΚ Μεγάλης Βρετανίας, Γαλλικό ΚΚ,
Γερμανικό ΚΚ, ΕΣΚ Γερμανίας, ΕΚ Γιουγκοσλαβίας, ΚΕ Γουατεμάλας, ΚΚ Δανίας, ΛΣΚ
Δομικανικής Δημοκρατίας, ΚΕ Ελβετίας, ΚΚ Ελλάδας, ΚΚ Ιαπωνίας, ΚΚ Ινδιών, ΚΚ
Ινδονησίας, ΚΚ Ιορδανίας, ΚΚ Ισημερινού, ΚΚ Ισραήλ, ΚΚ Ιράκ, Ισπανικό ΚΚ, Ιταλικό
ΚΚ, ΕΠΚ Καναδά, ΚΚ Κεϋλάνης, ΚΚ Κίνας, ΚΚ Κολομβίας, ΚΕ Κορέας, ΚΛΠ Κόστα-

23
1
πλησιάσει το προπολεμικό επίπεδο πήρε τον κατήφορο και η περιβόητη
«εκβιομηχάνιση» που θα μας έφτιαχναν οι αμερικάνοι αποδείχτηκε μια απάτη…»152
Ενώ σε άλλο σημείο αναφέρει:
« …Αυτή η ανασυγκρότηση είναι βασικά αεροδρόμια, λιμάνια, δρόμοι για
πολεμικούς σκοπούς. Από το πώς ξοδεύτηκαν τα 3610 εκατομμύρια δολάρια φαίνεται
και οι συνέπειες που έχει αυτή η «βοήθεια» στο λαό μας…Η κυριότερη συνέπεια της
αγγλοαμερικάνικης «βοήθειας» είναι το μεταδεκεμβριανό μοναρχοφασιστικό
καθεστώς, που βούτηξε στην πείνα και το αίμα το λαό…»153.
Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1950 αποτελούν συνέχεια της οικονομικής
πολιτικής που στηρίχθηκε στην αμερικανική βοήθεια του αρχικά τετραετούς
Ρίκα, ΛΣΚ Κούβας, ΚΚ Λουξεμβούργου, ΚΚ Μαλαισίας, ΚΚ Αγίου Μαρίνου, ΚΚ
Μαρόκου, ΚΚ Μεξικού, ΛΕΚ Μογγολίας, ΚΚ Νέας Ζηλανδίας, ΚΚ Νορβηγίας, ΚΚ
Ολλανδίας, ΚΚ Ονδούρας, ΣΕΚ Ουγγαρίας, ΚΚ Ουρουγουάης, ΛΚ Παναμά, ΚΚ
Παραγουάης, ΚΚ Περού, ΕΕΚ Πολωνίας, Πορτογαλικό ΚΚ, Κόμμα Ρουμάνων
Εργαζομένων, ΚΚ Σοβιετικής Ένωσης, ΚΚ Σουηδίας, ΚΚ Συρίας, ΚΚ Λιβάνου, ΚΚ
Ταϋλάνδης, ΚΚ Τουρκίας, ΚΚ Τσεχοσλοβακίας, ΚΚ Τυνησίας, ΚΚ Φιλανδίας, ΚΚ Χιλής.
116
Ντοκουμέντα των Συσκέψεων των αντιπροσώπων των κομμουνιστικών και εργατικών
κομμάτων στη Μόσχα το Νοέμβριο του 1957 και το Νοέμβριο του 1960, Πολιτικές και
Λογοτεχνικές Εκδόσεις, 1961, σελ. 13
117
Δεν πήρε μέρος η Ένωση Κομμουνιστών της Γιουγκοσλαβίας, η οποία συμμετείχε
στη δεύτερη Διάσκεψη του Νοεμβρίου του 1957, καθώς και το ΚΚ Ισπανίας.
118
Στη Σύσκεψη συμμετείχαν αντιπροσωπίες 75 Κομμάτων: ΚΚ Αυστραλίας, ΚΚ
Αυστρίας, Κόμμα Σοσιαλιστικής Πρωτοπορίας Αλγερίας, ΚΚ Αργεντινής, ΚΚ Βελγίου, ΕΣΚ
Δυτικού Βερολίνου, Βουλγάρικο ΚΚ, ΚΚ Βολιβίας, ΚΚ Βραζιλίας, ΚΚ Μεγάλης Βρετανίας,
ΣΕΚ Ουγγαρίας, ΚΚ Βενεζουέλας, ΚΚ Αϊτής, ΚΚ Γουιάνας, ΚΚ Γουαδελούπης, ΚΚ
Γουατεμάλας, Γερμανικό ΚΚ, ΕΣΚ Γερμανίας, ΚΚ Ονδούρας, ΚΚ Ελλάδας, ΚΚ Δανίας, ΚΚ
Άγιου Δομίνικου, ΚΚ Ισραήλ, ΚΚ Ινδίας, ΚΚ Ιορδανίας, ΚΚ Ιράκ, ΚΚ Ιράν (Τουντέχ), ΚΚ
Βόρειας Ιρλανδίας, ΚΚ Ιρλανδίας, Ισπανικό ΚΚ, Ιταλικό ΚΚ, ΚΚ Καναδά, ΑΚΕΛ, ΚΚ
Κολομβίας, ΚΚ Κόστα Ρίκα, ΚΚ Λεσότου, Λιβανέζικο ΚΚ, ΚΚ Λουξεμβούργου, ΚΚ
Μαρόκου, ΚΚ Μαρτινίκας, ΚΚ Μεξικού, Λαϊκό Επαναστατικό Κόμμα Μογγολίας, ΚΚ
Νιγηρίας, ΚΚ Νικαράγουας, ΚΚ Νορβηγίας, ΚΚ Ανατολικού Πακιστάν, ΚΚ Παναμά, ΚΚ
Παραγουάης, ΚΚ Περού, ΠΕΕΚ (Πολωνία), Πορτογαλικό ΚΚ, ΚΚ Πουέρτο Ρίκο, ΚΚ
Ρεουνιόν, Ρουμάνικο ΚΚ, ΚΚ Σαλβαδόρ, ΚΚ Αγίου Μαρίνου, ΚΚ Συρίας, ΚΚΣΕ, ΚΚ ΗΠΑ,
ΚΚ Σουδάν, ΚΚ Τυνησίας, ΚΚ Τουρκίας, ΚΚ Ουρουγουάης, ΚΚ Φινλανδίας, Γαλλικό ΚΚ,
ΚΚ Κεϋλάνης, ΚΚ Τσεχοσλοβακίας, ΚΚ Χιλής, ΚΚ Ελβετίας, ΚΚ Ισημερινού, ΚΚ Νότιας
Αφρικής, δύο κόμματα που βρίσκονταν στην παρανομία και τα ονόματα τους δεν
αναφέρθηκαν για λόγους περιφρούρησης. Επίσης πήραν μέρος ως παρατηρητές και εξέθεσαν
τις απόψεις τους αντιπροσωπείες του ΚΚ Κούβας και του Αριστερού ΚόμματοςΚομμουνιστών Σουηδίας.
Στη Σύσκεψη δεν πήραν μέρος το ΚΚ Κίνας, το ΚΕ Κορέας, το ΚΚ Βιετνάμ, η
Ένωση Κομμουνιστών Γιουγκοσλαβίας και το ΚΕ Αλβανίας.
119
Περιοδικό Νέος Κόσμος, Ιούλης 1969, τεύχ. 7, σελ. 31.
120
Περιοδικό Νέος Κόσμος, Ιούλης 1969, τεύχ. 7, σελ. 24.
121
Περιοδικό Νέος Κόσμος, Ιούλης 1969, τεύχ. 7, σελ. 31.
122
Μ.Σ. Καπίτσα, «Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας», Μόσχα, σελ. 98 (στα
ρωσικά), από το βιβλίο «Η εξωτερική πολιτική της Κίνας» των Γκ. Β. Αστάφυεφ - Α.Μ.
Ντωμπίνσκυ, εκδόσεις «Πλανήτης» Αθήνα, 1975, σελ. 41.
123
Περιοδικό «Νέος Κόσμος», Γενάρης 1959, τεύχ. 1, σελ. 84.
124
Χρονικό του διεθνούς εργατικού κινήματος-1963, Βερολίνο 1964, σελ. 46.
125
Περιοδικό «Νέος Κόσμος», Αύγουστος 1963, τεύχ. 8, σελ. 133-157.
126
Περιοδικό «Νέος Κόσμος», Αύγουστος 1963, τεύχ. 8, σελ. 103-132.
127
Ήδη το 1964 ο Μάο δήλωνε ότι «πριν από εκατό περίπου χρόνια η περιοχή
ανατολικότερα από τη Βαϊκάλη έγινε έδαφος της Ρωσίας και από την εποχή εκείνη το
Βλαδιβοστόκ, το Χαμπάροφσκ, η Καμτσιάτκα και άλλα μέρη είναι εδάφη της Σοβιετικής

23
2
«Σχεδίου Μάρσαλ» (Απρίλιος 1948 - Απρίλιος 1952)154, το οποίο παρατάθηκε
περιορισμένα και για το οικονομικό έτος 1952-1953. Το πρόγραμμα του «Δόγματος
Truman» είχε προηγηθεί του «Σχεδίου Μάρσαλ», ενώ πιστώσεις των ΗΠΑ προς την
Ελλάδα συνεχίστηκαν σε όλη τη δεκαετία του 1950, κυρίως μέσω του προγράμματος
του Οργανισμού Αμοιβαίας Ασφάλειας155 (Mutual Security Agency - MSA), το οποίο
ήταν προσανατολισμένο σε στρατιωτικές δαπάνες. Το σύνολο των κεφαλαίων που
εισέρρευσαν, είτε με τη μορφή της δωρεάν οικονομικής βοήθειας είτε με τη μορφή
των πιστώσεων, είναι πολύ μεγάλο ακόμα και αναλογικά προς το ύψος του συνολικού
αμερικανικού προγράμματος για τα ευρωπαϊκά κράτη156.
Οι παρακάτω πίνακες είναι ενδεικτικοί:
Αμερικανική βοήθεια προς την Ελλάδα (σε εκατ. δολ.) 157
Ένωσης. Εμείς δεν έχουμε παρουσιάσει ακόμα το λογαριασμό σχετικά με αυτόν τον κατάλογο».
[βλ. περιοδικό «Νέος Κόσμος», Σεπτέμβρης 1964, τεύχ. 9, σελ.150].
128
«Ένας συνοριακός πόλεμος ανάμεσα στην Κίνα και την ΕΣΣΔ θα ξεσπάσει νωρίτερα
απ’ ότι ένας πόλεμος με τις ΗΠΑ.» Πηγή: «Ιστορία της σοσιαλιστικής κοινότητας», Βερολίνο
1981, σελ. 309, συλλογική εργασία με επικεφαλής τον Ε. Κάλμπε.
129
Επρόκειτο για αντιεπιστημονική θεωρία του ΚΚ Κίνας και του μαοϊκού ρεύματος
των δεκαετιών του 1960 και 1970. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία ο κόσμος χωριζόταν σε 3
ομάδες κρατών, ανεξάρτητα από το κοινωνικοπολιτικό τους σύστημα. Στην πρώτη ομάδα
περιλαμβάνονταν ως «δυο υπερδυνάμεις», οι ΗΠΑ και η ΕΣΣΔ, που «ηγεμόνευαν» τον κόσμο.
Στη δεύτερη ομάδα περιλαμβάνονταν η Ιαπωνία, οι αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες της
Δυτικής Ευρώπης και τα σοσιαλιστικά κράτη της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης. Στην
τρίτη ομάδα η Κίνα και οι χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής,
ανεξάρτητα από το κοινωνικοπολιτικό τους σύστημα. Επίσης σύμφωνα με αυτή τη θεωρία η
βασική αντίθεση που διαπερνούσε τις διεθνείς σχέσεις δεν ήταν ανάμεσα στο σοσιαλισμό και
τον καπιταλισμό αλλά ανάμεσα στην «ηγεμονία» και την «εθνική ανεξαρτησία».
130
«Η σύγχρονη Κίνα είναι το προϊόν όλης της προγενέστερης ανάπτυξης της Κίνας.
Πρέπει να κάνουμε απολογισμό του παρελθόντος μας από τον Κομφούκιο ως τον Σουν ΓιατΣεν, οφείλουμε να αφομοιώσουμε όλα αυτά τα πλούτη. Θα βρούμε σ’ αυτό ένα μεγάλο
στήριγμα για να διευθύνουμε το σύγχρονο κίνημα» (Μαο Τσε Τουνγκ , «Ο ρόλος του
Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας στον Εθνικό Πόλεμο», Οκτώβριος 1938).
131
Ο ίδιος ο Μάο αναφέρει ότι: «Αυτοί που το έσκασαν για την Ταϊβάν ήταν το ένα
δέκατο του Κουόμιντανγκ ενώ αυτοί που παρέμειναν στην κυρίως χώρα τα εννέα δέκατα. Αυτοί
οι τελευταίοι αναμορφώνονται από εμάς αυτή είναι μια περίπτωση ενότητας των αντιθέτων
κάτω από νέες συνθήκες». [βλ. Επιλογή Έργων του Μάο Τσε Τουνγκ , τομ. V, Μορφωτικές
Εκδόσεις, Αθήνα 1977, σελ 416].
132
Μάο Τσε Τουνγκ, «Η δημοκρατική δικτατορία του λαού», Ιστορικές Εκδόσεις, Αθήνα
1964, σελ 21.
133
Μάο Τσε Τουνγκ, «Η δημοκρατική δικτατορία του λαού», Ιστορικές Εκδόσεις, Αθήνα
1964, σελ 21.
134
Περιοδικό «Νέος Κόσμος», Ιούλης 1964, τεύχ. 7, «Ενάντια στους διασπαστές- Για
την ενότητα του κομμουνιστικού κινήματος», σελ 83-86.
135
Περιοδικό Νέος Κόσμος, Νοέμβρης 1961, τεύχ. 11, σελ. 108.
136
Περιοδικό Νέος Κόσμος, Νοέμβρης 1961, τεύχ. 11, σελ. 109.
137
Περιοδικό Νέος Κόσμος, Νοέμβρης 1961, τεύχ. 11, σελ. 45.
138
Το ΚΚΕ – Επίσημα Κείμενα, τ. 9ος , εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2002, σελ.
112.
139
Ενβέρ Χότζα, Δύο φίλοι λαοί – από το πολιτικό ημερολόγιο και άλλα ντοκουμέντα για
τις αλβανοελληνικές σχέσεις 1941-1984, Ινστιτούτο Μ-Λ μελετών της ΚΕ του ΚΕΑ, Τίρανα
1985, σελ. 94-95 και 103-107.
140
Η συνδιάσκεψη έξι κρατών (ΕΣΣΔ, Βουλγαρία, Ουγγαρία. Πολωνία. Ρουμανία και
Τσεχοσλοβακία) στη Μόσχα (5-8 Ιανουαρίου 1949) κατέληξε στην ίδρυση του Συμβουλίου
Οικονομικής Αλληλοβοήθειας(ΣΟΑ). Σε αυτό προσχώρησε τον ίδιο χρόνο η Αλβανία, το 1950
η νεοσυσταθείσα Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία και το 1962 η Μογγολία. Από το
Σεπτέμβριο του 1964 στις εργασίες οργάνων του ΣΟΑ συμμετείχε και η Γιουγκοσλαβία. Το

23
3
* Χωρίς δάνεια

Συνολική αμερικανική βοήθεια προς την Ελλάδα* στα έτη 1944-1953
(σε εκατ. δολ.) 158
Οκτ.
1944 1947 1948 1949 1950 1951 1952 ΣΥΝΟ
Ιούν. - 48 - 49 - 50 - 51 - 52 - 53 ΛΟ
1947
ΣΟΑ δεν αποτελεί αντικείμενο του παρόντος Δοκιμίου, καθώς υπάρχει η ανάγκη
εμπεριστατωμένης μελέτης, με βάση τις αποφάσεις του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ.
141
Εφημερίδα Η Αυγή, 9 Φεβρουαρίου 1975.
142
Εφημερίδα Η Αυγή, 10 Μαρτίου 1976.
143
Έκθεση δράσης της ΚΕ του ΚΚ(μπ) στο 19ο Συνέδριο, έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ,
σελ. 28.
144
20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ, μέρος πρώτο εκδόσεις «Ζώγια», Αθήνα 1965, σελ. 35-37.
145
Χαρακτηριστική είναι η πολύ μεταγενέστερη τοποθέτηση του Κ. Τσερνιένκο, ΓΓ της
ΚΕ του ΚΚΣΕ που έγραψε: «Ένας τέτιος συνασπισμός δεν είναι ουτοπία. Τον επιβάλλει η
ζωτική ανάγκη των λαών να ενωθούν για ειρηνικούς σκοπούς, για να απομακρύνουν από
κοινού την απειλή μιας θερμοπυρηνικής σύγκρουσης. Η χώρα μας είναι πρόθυμη για πλατιά και
εποικοδομητική συνεργασία με χώρες άλλου κοινωνικού συστήματος, με όλους εκείνους που
έταξαν σκοπό τους να εργαστούν ειλικρινά για μια ειρήνη σταθερή, δίκαιη, δημοκρατική».
[Κονσταντίν Τσερνιένκο, Ομιλίες και άρθρα, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1985, σελ. 93].
146
Όπως έγραψε ο Λένιν: «Η προπαγάνδιση της ειρήνης που δεν συνοδεύεται με έκκληση
για επαναστατική δράση των μαζών, στη σημερινή στιγμή μπορεί μόνο να σπείρει αυταπάτες,
να διαφθείρει το προλεταριάτο, εμπνέοντάς του εμπιστοσύνη προς τον ανθρωπισμό της αστικής
τάξης και να το κάνει παιχνιδάκι στα χέρια της μυστικής διπλωματίας των εμπόλεμων χωρών.
Ιδιαίτερα είναι βαθιά λαθεμένη η σκέψη για τη δυνατότητα μιας λεγόμενης δημοκρατικής
ειρήνης χωρίς μια σειρά επαναστάσεις». [Β. Ι. Λένιν, Άπαντα , τόμος 26, , εκδόσεις Σύγχρονη
Εποχή, Αθήνα, 1980, «Η Συνδιάσκεψη των τμημάτων εξωτερικού του ΣΔΕΚΡ», σελ. 166].
147
Αρχείο ΚΚΕ - 6η Ολομέλεια της ΚΕ, έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 13.
148
19ο Συνέδριο του ΚΚ(Μπ) της ΕΣΣΔ, εκδοτικό της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 12.
149
Η μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος ακολουθεί την εξής περιοδολόγηση: 19441952, που την χαρακτηρίζει ως μεταπολεμική πληθωριστική περίοδο, 1953-1956, ως περίοδο
προσαρμογής της οικονομίας, 1957-1966, ως περίοδο της νομισματικής σταθερότητας και
της ανάπτυξης και 1967-1974 ως περίοδο της δικτατορίας.
Παρόμοια είναι η περιοδολόγηση του καθηγητή Κ. Δρακάτου, που τοποθετεί την
περίοδο της ανάπτυξης (1957) μέχρι την κρίση του 1974.
150
Στη μεταπολεμική περίοδο αναπτύσσεται εκ νέου η τάση απελευθέρωσης του
εμπορίου και γενικότερα η τάση απελευθέρωσης της κίνησης κεφαλαίων και εργατικού
δυναμικού, η οποία είχε ανασταλεί εξ αιτίας των δυο παγκοσμίων πολέμων και της μεγάλης
οικονομικής κρίσης του μεσοπολέμου. Η ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας
(ΕΟΚ) (1957) καθώς και της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελευθέρων Συναλλαγών (ΕΖΕΣ) (1960)
συνιστούν δυο διαφορετικές διακρατικές συμφωνίες ανταπόκρισης στην τάση κυρίως της
απελευθέρωσης του εμπορίου. Η ΕΖΕΣ (έναρξη ισχύος της συμφωνίας 1η Ιουλίου του 1960)
είναι η απάντηση του Ηνωμένου Βασιλείου στην ΕΟΚ. Στην ΕΖΕΣ, κυριαρχεί το Ην.
Βασίλειο, το οποίο, λόγω των πλεονεκτημάτων που κατείχε στο διεθνές εμπόριο μέσω της
Κοινοπολιτείας, αρχικά δεν έβλεπε θετικά μια διακρατική τελωνειακή συμφωνία με τις
ανταγωνίστριες Δ. Γερμανία και Γαλλία. Έτσι ηγήθηκε μιας πιο χαλαρής τελωνειακής
ένωσης με Αυστρία, Δανία, Νορβηγία, Πορτογαλία, Σουηδία, Ελβετία.
Πρόδρομος τόσο της ΕΖΕΣ όσο και της ΕΟΚ ήταν η διαμόρφωση της Ευρωπαϊκής
Ένωσης Πληρωμών (ΕΕΠ) το 1950. Ειδικότερα όμως πρόδρομος της ΕΟΚ είναι η
Ευρωπαϊκή Κοινοπραξία Άνθρακα και Χάλυβα (η συμφωνία ίδρυσης της υπογράφηκε στο

23
4
Οικονομική
βοήθεια
και
βοήθεια
περίθαλψης
--Δόγματος
Truman
(AMAG)
Μεταουνρική
βοήθεια
28,8
(post-UNRRA)
Βοήθεια αμερ.

112,
6

6,5

---

---

---

---

119,1

---

---

---

---

---

---

28,8

Παρίσι στις 18 Απριλίου 1951).
Οι ΗΠΑ είχαν ήδη ενθαρρύνει την προοπτική διαμόρφωσης ευρωπαϊκής οικονομικής
κοινότητας, από το 1949, επιδιώκοντας να αποτελέσει ασπίδα προστασίας της καπιταλιστικής
Ευρώπης από την επίδραση της ΕΣΣΔ. Κίνητρο αυτής της στάσης των ΗΠΑ ήταν η ενίσχυση
της καπιταλιστικής Δυτικής Ευρώπης έναντι του κοινού ταξικού αντιπάλου, της ΕΣΣΔ και
του υπό διαμόρφωση σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη, παρ’ ότι γνώριζαν ότι
προοπτικά θα ενισχυόταν το κοινοτικό κεφάλαιο στον ανταγωνισμό του με το αμερικανικό
στη διεθνή καπιταλιστική αγορά.
Η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα των Έξη (ΕΟΚ) δημιουργήθηκε με τη Συνθήκη
της Ρώμης, η οποία υπογράφτηκε στις 25 Μαρτίου του 1957 από τα κράτη: Γαλλία, Δυτ.
Γερμανία, Ιταλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο. Τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου του
1958. Στις ίδιες ημερομηνίες διαμορφώθηκε και η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας
(Euratom).
Σύμφωνα με την ιδρυτική συνθήκη, η τελωνειακή ένωση αποτελούσε βάση για τη
θεμελίωση της Κοινότητας και καθοριζόταν δωδεκαετής μεταβατική περίοδος για τη
διαμόρφωσή της (από 1 Ιανουαρίου του 1958 έως 31 Δεκεμβρίου του 1969), ολοκληρώθηκε
όμως ενάμισυ χρόνο νωρίτερα, την 1η Ιουλίου του 1968. Η Ελλάδα εισήλθε στην ΕΟΚ με
την Πράξη Προσχώρησης τον Μάιο του 1979.
Η κυβέρνηση των ΗΠΑ, επί προεδρίας του Τζων Φ. Κέννεντι, τάχθηκε ενεργητικά
υπέρ της σύνδεσης της Ελλάδας με την ΕΟΚ. Σύμφωνα με σημείωμα του πρεσβευτή των
ΗΠΑ στην Αθήνα Ε. Μπριγκς (27 Ιανουαρίου 1961), που κοινοποιούσε τηλεγράφημα του
Στέιτ Ντιπάρτμεντ προς τον υπουργό Εξωτερικών Ευάγγελο Αβέρωφ: «Η νέα Κυβέρνησις
των Ηνωμένων Πολιτειών έδωκε προ ημερών εντολήν εις τους Αμερικανούς πρεσβευτάς εις
τας εξ χώρας της Κοινής Αγοράς όπως προβούν πάραυτα εις διάβημα και εξηγήσουν εις τας
Κυβερνήσεις εις τας οποίας είναι διαπιστευμένη ότι η νέα Κυβέρνησις ενδιαφέρεται τα μέγιστα
δια την σύνδεσιν της Ελλάδος με την Κοινήν Αγοράν».
151
Αρχείο ΚΚΕ - 5η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, Έκδοση της Κεντρικής Επιτροπής του
ΚΚΕ, σ.24.
152
Αρχείο ΚΚΕ - 7η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, Έκδοση της Κεντρικής Επιτροπής του
ΚΚΕ, 1950, σ.202.
153
Αρχείο ΚΚΕ - 7η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, Έκδοση της Κεντρικής Επιτροπής του
ΚΚΕ, 1950, σ. 205.
154
Η κατευθυντήρια γραμμή του «Σχεδίου Μάρσαλ» εκφωνήθηκε από τον στρατηγό
και Υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζορτζ Μάρσαλ στις 5 Ιουνίου 1947. Αφορούσε το
διακανονισμό προμήθειας από τις δυτικές καπιταλιστικές οικονομίες αμερικανικών
εμπορευμάτων αναγκαίων για την ανασυγκρότησή τους (οικονομική και στρατιωτική), σε
χρονική περίοδο έλλειψης δολλαρίων για την αγορά τους. Ακολούθησε στις 12 Ιουλίου 1947
η ειδική διάσκεψη του Παρισιού (συγκλήθηκε από τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία) στην
οποία πήραν μέρος 16 ευρωπαϊκές χώρες, ανάμεσα τους και η Ελλάδα. Στη διάσκεψη
ιδρύθηκε ο Οργανισμός για την Ευρωπαϊκή Οικονομική Συνεργασία, που αργότερα εξελίχθηκε
σε μόνιμο οργανισμό με την επωνυμία Οργανισμός Οικονομικής Ευρωπαϊκής Συνεργασίας
(OECD). Τον Μάρτιο του 1948 ψηφίστηκε στις ΗΠΑ ο νόμος περί εξωτερικής βοήθειας, ο
οποίος προέβλεπε 4ετές πρόγραμμα βοήθειας προς τις παραπάνω Ευρωπαϊκές χώρες. Για τη
διαχείριση του προγράμματος ιδρύθηκε η Διοίκηση Οικονομικής Συνεργασίας - ΔΟΣ

23
5
φιλανθρωπικών
6,0
οργανώσεων
Σχεδίου
Marshall (ECA) --και MSA
Ειδική βοήθεια
σε δάνεια
Δάνειο
πλεονάζοντος
22,3
συμμαχικού
υλικού

1,0

2,4

2,8

1,0

0,3

---

13,5

---

212,
8

263,
6

206,
8

182,
0

81,2

946,4

22,4

9,1

---

---

---

---

53,8

(Economic Cooperation Administration- ECA). Επικεφαλής της ΔΟΣ διορίσθηκε ο Paul
Hoffman, ο οποίος προσδιόρισε την ουσία του Σχεδίου Μάρσαλ ως εξής: «Το έργο μας είναι η
αποκατάσταση. Το μυστικό της ανόρθωσης της Ευρώπης είναι αυτό τούτο το μυστικό της
οικονομικής υγείας των ΗΠΑ, δηλαδή η αύξηση της παραγωγής, γεωργικής και βιομηχανικής,
με την αύξηση της παραγωγικότητας κάθε ατόμου».
Στις 16 Οκτωβρίου 1948 υπογράφτηκε από όλα τα κράτη μέλη της Οικονομικής
Ευρωπαϊκής Συνεργασίας η Συμφωνία πληρωμών και συμψηφισμών (είχε ξεκινήσει από το
1947). Σύμφωνα με το Σχέδιο Μάρσαλ το σύστημα των πολυμερών συμψηφισμών
επεκτεινόταν και στο δολλάριο.
Η αμερικανική βοήθεια προς τις χώρες της Ευρώπης με βάση το Σχέδιο Μάρσαλ θα
χωριζόταν σε δυο τμήματα, την άμεση και την έμμεση. Η άμεση βοήθεια θα δινόταν σε
δολλάρια που θα χρησίμευαν για την αγορά αγαθών, κατ’ αρχήν από την περιοχή του
δολλαρίου. Η έμμεση βοήθεια ήταν τα λεγόμενα τραβηκτικά δικαιώματα ή δικαιώματα
αναλήψεως (drawing rights), που θα χρησιμοποιούνταν για τις ανταλλαγές αγαθών μεταξύ
των ευρωπαϊκών χωρών που μετείχαν στο Σχέδιο. Η έμμεση βοήθεια προϋπέθετε ότι οι
ευρωπαϊκές χώρες θα υπέγραφαν μεταξύ τους διμερείς συμφωνίες που θα καθόριζαν ποια
είδη εμπορευμάτων θα εισάγονταν και θα εξάγονταν ανάμεσα στις συμβαλλόμενες χώρες. Το
έλλειμμα των ανταλλαγών τακτοποιόταν με τα δικαιώματα αναλήψεως. Έτσι η έμμεση
βοήθεια χρησίμευε για να καλύπτονται τα παθητικά υπόλοιπα των εμπορικών ισοζυγίων των
διαφόρων χωρών προς τις άλλες χώρες του προγράμματος ευρωπαϊκής οικονομικής
συνεργασίας, ενώ η άμεση βοήθεια προοριζόταν για την αντιμετώπιση της έλλειψης
δολλαρίων.
Κατά το οικονομικό έτος 1951-52, κατά τη διάρκεια του αμερικανικού
ιμπεριαλιστικού πολέμου εναντίον της Κορέας, αναπροσαρμόζονται οι στόχοι της
αμερικανικής βοήθειας με σχεδόν αποκλειστικό στόχο τον στρατιωτικό τομέα.
[Βλ. Τράπεζα της Ελλάδος, Τα πρώτα πενήντα χρόνια της Τραπέζης της Ελλάδος,
Αθήνα, 1978, σελ. 346-349. Γεώργιος Μίρκος, Η οικονομική διάσταση του δόγματος Truman
και του «Σχεδίου Μάρσαλ» στην Ελλάδα, έκδ. Υπουργείο Εξωτερικών Η Ελλάδα στο
μεταίχμιο ενός νέου κόσμου, τομ. Α΄, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2001, σελ. 60-63].
Ο Γ. Μίρκος, επίτιμος διοικητής Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, αναφέρει:
«Το Σχέδιο (Μάρσαλ) από πλευράς «στόχων» και «τεχνικής λειτουργίας» ήταν
τέλειο. Κατ’ αρχήν λειτουργούσε με ενιαίο τρόπο και κάλυπτε τρεις στόχους. Βοηθούσε
σημαντικά την οικονομία των ΗΠΑ, ενώ παράλληλα προωθούσε προς την ανασυγκρότηση
την ευρωπαϊκή οικονομία. Πάνω σ’ αυτή την οικονομική ανάπτυξη του Δυτικού Κόσμου
στήριζαν οι ΗΠΑ την εξωτερική, κυρίως αντικομμουνιστική, πολιτική τους. Η Ελλάδα
τοποθετούμενη στον ευαίσθητο γεωπολιτικό χώρο της αμυντικής γραμμής των Δυτικών
επωφελήθηκε αναμφισβήτητα από την οικονομική βοήθεια του Σχεδίου, άσχετα αν δεν
αξιοποίησε πλήρως τη βοήθεια που έλαβε».
Αποκαλυπτική είναι και η τοποθέτηση του καθηγητή Άγγελου Αγγελόπουλου:
«Οι βαθύτεροι λόγοι της βοήθειας αυτής είναι οικονομικοί. Είναι η διατήρηση του
σημερινού επιπέδου της απασχολήσεως, είναι η επέκταση της οικονομικής ισχύος της Αμερικής,
είναι η αποφυγή της οικονομικής κρίσεως. Υπό τις σημερινές συνθήκες η αμερικανική
βοήθεια για την Ευρώπη αποτελεί ζωτική ανάγκη για την αμερικανική οικονομία. Δίχως αυτήν
η οικονομική κρίση είναι αναπόφευκτη... Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την Αμερική

23
6
Δάνειο
της
Exprot-Import
6,0
Bank
Σύνολο
63,1

6,6

2,0

---

---

---

---

14,6

142, 232, 266, 207, 182, 81,2 1176,2
6
8
4
8
3
* Δε συμπεριλαμβάνεται η καθαρά στρατιωτική βοήθεια (πολεμικό υλικό και είδη
συντήρησης του στρατού, τα λεγόμενα «κοινόχρηστα είδη εξωτερικού»).
Παρατίθεται η εξέλιξη των κονδυλίων κατά τη δεκαετία του 1950 με βάση
υπολογισμούς επίσημων πηγών:
Ο Πιουριφόυ, πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Ελλάδα, με δηλώσεις του (22 Δεκεμβρίου
1951), έδωσε τα εξής στοιχεία:
«Αι προς αυτήν δοθείσαι εγκριτικαί άδειαι αγορών, βάσει του “Σχεδίου Μάρσαλ” και
μόνον, υπερέβησαν τα 515.000.000 δολλάρια. Το ποσόν τούτο προστιθέμενον εις τα
άλλα ήδη βοηθείας, περιλαμβανομένης και της βοηθείας της AMAG, της UNRRA
καθώς και της βοηθείας δια στρατιωτικάς δαπάνας, αναβιβάζει το σύνολον
εξωτερικής βοήθειας που παρεσχέθη εις την Ελλάδα από του τέλους του Β΄
Παγκοσμίου Πολέμου εις πλέον των 2.000.000.000 δολλαρίων». Κατατάσσει δε την
Ελλάδα στην έβδομη θέση στον πίνακα των δεκαεπτά χωρών της Διοίκησης
Οικονομικής Συνεργασίας (ΔΟΣ) που έλαβαν από τις ΗΠΑ βοήθεια μέσω του
«Σχεδίου Μάρσαλ», που μειώθηκε τον Απρίλιο του 1948159.
Η εκτίμηση της συμβολής αυτών των εισροών στην οικονομική ανασυγκρότηση και
την εκβιομηχάνιση της ελληνικής οικονομίας, αποτέλεσε αντικείμενο έντονης
συζήτησης και αντιπαράθεσης, ιδιαιτέρως κατά τη διετία 1951-1952. Αφορμή υπήρξε
προέρχεται σήμερα από το ενδεχόμενο σταμάτημα των εξαγωγών της προς την Ευρώπη». Στη
συνέχεια αναφερόμενος στους πολιτικούς λόγους της αμερικανικής βοήθειας προς την
Ευρώπη αναφέρει «το φόβο των ΗΠΑ για εξάπλωση του κομμουνισμού στην Ευρώπη». [Βλ.
περιοδικό Νέα Οικονομία, Δεκεμβρίου 1947 τομ. 1947-1948, Άγγελος Αγγελόπουλος, «Γιατί
η Αμερική θέλει να βοηθήσει την Ευρώπη», σελ. 73]
155
Συγκροτήθηκε με νόμο που ψήφισε το Κονγκρέσο των ΗΠΑ το 1951, με την
ονομασία «Πράξη Αμοιβαίας Ασφάλειας». Με αυτόν εγκρίθηκε ποσό 7 δισεκατομμυρίων
δολλαρίων οικονομικής βοήθειας στο εξωτερικό. Ο συγκεκριμένος νόμος εγκρίθηκε αμέσως
μετά το τέλος του Σχεδίου Μάρσαλ.
156
Σύμφωνα με υπολογισμούς της Τράπεζας της Ελλάδος, για τα έτη 1948-1953, η
συνολική βοήθεια προς την Ευρώπη ανέρχεται σε 13.404 εκατ. δολάρια, η βοήθεια προς την
Ελλάδα σε 946.4 εκατ. δολάρια, ποσοστό 7,1% της συνολικής. [Τράπεζα της Ελλάδος, «Τα
πρώτα πενήντα χρόνια της Τραπέζης της Ελλάδος», 1978, σελ. 350].
157
Κ. Δρακάτος, «Ο μεγάλος κύκλος της ελληνικής οικονομίας (1945-1995)», εκδόσεις
Παπαζήση, Αθήνα 1997, σελ. 20.
158
Τράπεζα της Ελλάδος, «Τα πρώτα πενήντα χρόνια Τραπέζης της Ελλάδος», 1978,
σελ. 353.
159
Περιοδικό Νέα Οικονομία, τόμος έτους 1952, Δηλώσεις Πιουριφόυ, σελ. 31-33.
Σημείωση Δοκιμίου: AMAG (American Mission for Aid to Greece): ΑΜΑΓΚ ήταν η
Αμερικανική Αποστολή για τη Βοήθεια στην Ελλάδα, η οποία είχε τη γενική ευθύνη για τη
διαχείριση της αμερικανικής βοήθειας. Πρώτος αρχηγός της AMAG ήταν ο Ντουάιτ
Γκρίνσγουολντ, ο οποίος έφτασε στην Ελλάδα στις 14 Ιουλίου 1947.
UNRRA (United Nations Relief and Rehadiliation Administration). Πρόκειται για
τον Οργανισμό Διοίκησης Βοήθειας και Αποκαταστάσεως Ηνωμένων Εθνών. Η ΟΥΝΡΑ
ιδρύθηκε το 1943 από 43 κράτη, που στη συνέχεια αποτέλεσαν μέλη του ΟΗΕ, με
αντικειμενικό σκοπό να βοηθήσει οικονομικά τις χώρες που είχαν πληγεί από τις δυνάμεις
του φασιστικού άξονα. H UNRRA εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα την 1η του Απρίλη του 1945
και μέσα στη διετία 1945-1947 εισήγαγε στη χώρα μας τρόφιμα αξίας 171,9 εκατομμυρίων
δολαρίων. Για τον εξοπλισμό της γεωργίας διέθεσε μηχανήματα κλπ. αξίας 45 εκατομμυρίων
δολαρίων, ενώ για φάρμακα διέθεσε το ποσό των 7.540.000 δολαρίων.

23
7
η αναγγελία της απότομης μεγάλης περικοπής της αμερικανικής βοήθειας για το
οικονομικό έτος 1952-1953 (από 182 εκατ. δολάρια το προηγούμενο έτος, σε 81,2
εκατ. δολ.)160. Αυτή η εξέλιξη οδήγησε σε μεγάλη περικοπή των δημοσίων
επενδύσεων και περιορισμό της πιστοδότησης των ιδιωτικών, αφού δεν είχαν
αναπτυχθεί ακόμη μηχανισμοί και δεν είχε προωθηθεί πολιτική ταχείας εσωτερικής
συσσώρευσης.
Είναι σκόπιμο να παρουσιασθούν και να αναλυθούν οι αντιπαραθέσεις γύρω από την
αξιοποίηση της αμερικανικής βοήθειας στο πλαίσιο της γενικότερης συζήτησης - και
της αστικής αντιπαράθεσης - για την καθυστέρηση της «βιομηχανικής ανάπτυξης»
στην Ελλάδα, καθώς και της συνολικότερης συζήτησης για το ρόλο του ξένου
παράγοντα στην εκβιομηχάνιση. Και αυτό γιατί η προγενέστερη καθυστέρηση στην
εκβιομηχάνιση της Ελλάδας επιτάθηκε από τις καταστροφές του πολέμου και τις
αναστολές που επέφερε στον καπιταλιστικό κρατικό μηχανισμό η όξυνση της ταξικής
πάλης. Έτσι, το πρόβλημα της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης ορθώθηκε πιο
οξυμένο στην ελληνική οικονομία και περιπλέχθηκε με το πρόβλημα της
στρατιωτικής και πολιτικής ενσωμάτωσής της στον ιμπεριαλιστικό συνασπισμό.
2.Γ. Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ
Στις συνθήκες του νέου συσχετισμού όπως διαμορφώθηκε μετά το Β΄ Παγκόσμιο
Πόλεμο στην Ευρώπη, ειδικότερα στα Βαλκάνια και ιδιαίτερα στην Ελλάδα,
αναπτύχθηκε η άποψη ότι η εκβιομηχάνιση στην Ελλάδα θα ήταν δυνατή μόνο μέσω
του ξένου κεφαλαίου161. Ο Ξ. Ζολώτας χαρακτήριζε ως «ΜΟΝΑΔΙΚΗΝ
ΕΥΚΑΙΡΙΑΝ» (το «Σχέδιο Μάρσαλ») για να γίνει η Ελλάδα βιώσιμη162.
Στη μεταπολεμική Ελλάδα το ρεύμα της εκβιομηχάνισης στην αστική οικονομική και
πολιτική σκέψη ενισχυόταν υπό την επίδραση των κατευθύνσεων της διεθνούς
αστικής σκέψης για την μεταπολεμική ανόρθωση. Σε όλες σχεδόν τις μελέτες και
Εκθέσεις των διεθνών οργανισμών, που συστάθηκαν μετά τον πόλεμο,
θεμελιώνονταν η αναγκαιότητα και ο ρόλος της βιομηχανίας για την ανάπτυξη των
καθυστερημένων οικονομιών και την εξέλιξή τους σε σύγχρονες καπιταλιστικές
οικονομίες. Χαρακτηριστική είναι η Έκθεση της Αποστολής της FAO (Οργανισμός
Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών), η οποία πρότεινε ενεργειακή και
βιομηχανική ανάπτυξη για την Ελλάδα, ως μονόδρομο για την αντιμετώπιση και των
προβλημάτων της αγροτικής παραγωγής (χαμηλή παραγωγικότητα, υποαπασχόληση,
χαμηλό εισόδημα, πείνα), πριν από την εκπόνηση του «Σχεδίου Μάρσαλ»163.
160
Τράπεζα της Ελλάδος, «Τα πρώτα πενήντα χρόνια της Τραπέζης της Ελλάδος»,
1978, σελ. 286.
161
Η Μ. Δρίτσα αναφέρει στους πρωτοστάτες αυτής της άποψης την Εθνική Τράπεζα,
(«Βιομηχανία και Τράπεζες στην Ελλάδα του μεσοπολέμου», εκδόσεις Μορφωτικό Ίδρυμα
Εθνικής Τράπεζας, 1990, σελ. 202).
162
Ξ. Ζολώτας, «Νομισματικές και Οικονομικές μελέτες», τόμος Α΄, έκδ. Τράπεζα της
Ελλάδος, Αθήνα, 1997, σελ. 152.
163
Στην Έκθεση της FAO αναφέρεται: «Η Ελλάς έχει μεγάλας δυνατότητας δι’
ευρυτέραν βιομηχανικήν ανάπτυξιν και δι’ εξ αυτής προερχομένην αύξησιν της αναλογίας
των απασχολουμένων εις την βιομηχανίαν και εις μη γεωργικάς εργασίας. Δεν ήτο έργον της
Αποστολής ταύτης η λεπτομερής έρευνα τοιούτων βιομηχανικών δυνατοτήτων ή η πρότασις
μέτρων δια την προώθησιν ταχυτέρας αναπτύξεώς των. Εν τούτοις λόγω του επείγοντος της
εκμεταλλεύσεως των δυνατοτήτων μιάς μη γεωργικής απασχολήσεως εν Ελλάδι ... προτάσεις
επί του ζητήματος τούτου συμπεριελήφθησαν ... εις τας συστάσεις της Αποστολής».

23
8
Επίδραση στην ευρείας έκτασης υιοθέτηση της σημασίας της εκβιομηχάνισης
ασκούσε και το αποτέλεσμα του προπολεμικού ευρύτατου εξηλεκτρισμού και της
εκτεταμένης εκβιομηχάνισης της ΕΣΣΔ με την κεντρικά σχεδιασμένη χρησιμοποίηση
των εγχώριων παραγωγικών πόρων και των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, τα
οποία αποτελούσαν κοινωνική ιδιοκτησία. Ασκούσε θελκτική επίδραση το
αποτέλεσμα του κεντρικά σχεδιασμένου εξηλεκτρισμού, αλλά με αποστασιοποίηση
βεβαίως από το συνολικό ιδιοκτησιακό καθεστώς μέσω του οποίου επιτεύχθηκε.
Γενικότερα, κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια κέρδιζε έδαφος η πολιτική των
Άμεσων Κρατικών Επενδύσεων για τη βιομηχανική και οικονομική ανασυγκρότηση
των ευρωπαϊκών καπιταλιστικών κρατών. Θεμελιώθηκε μια μακρόχρονη περίοδος
εθνικοποιήσεων σε στρατηγικής σημασίας βιομηχανικούς κλάδους, με την
εγκαθίδρυση ορισμένων κρατικών μονοπωλίων (π.χ. ηλεκτροπαραγωγή,
τηλεπικοινωνίες, ορισμένες μεταφορές). Υιοθετήθηκε η πολιτική διαχείρισης που
χαρακτηριζόταν από την εκτεταμένη κρατική παρέμβαση στην καπιταλιστική αγορά.
Ταυτόχρονα, κυρίως στη Δυτική Ευρώπη, το κράτος θεμελίωσε θεσμούς ενός
ορισμένου επιπέδου καθολικής παροχής υπηρεσιών εκπαίδευσης, υγείας και
ασφάλισης, χωρίς να ανατρέπει στην πράξη τους ταξικούς φραγμούς. Δηλαδή,
γενικεύτηκε ως ανάγκη και εφαρμογή η κεϋνσιανή164 πολιτική διαχείρισης του
καπιταλιστικού συστήματος. Ως ανάγκη διαμορφώθηκε στις συνθήκες της μεγάλης
οικονομικής κρίσης του 1929-1933. Ως γενικευμένη τάση εφαρμογής αναπτύχθηκε
στις ιδιαίτερες μεταπολεμικές συνθήκες της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης η οποία
απαιτούσε: - Να εξασφαλιστεί η καπιταλιστική αναπαραγωγή (κεφαλαίου και
«Η αποστολή συνιστά όπως η ελληνική Κυβέρνησις υιοθετήση ως μακροχρόνιον
αντικειμενικόν σκοπόν της την μετατροπήν της Ελλάδος από κυρίως αγροτικήν χώραν, η
οποία χρησιμοποιεί κατά το πλείστον αρχέγονους μεθόδους, είς χώραν περισσότερον
εκβιομηχανισμένην και χρησιμοποιούσαν συγχρονισμένας μεθόδους τόσον εις την γεωργίαν
όσον και εις την βιομηχανίαν».
Ξ. Ζολώτας, «Νομισματικές και Οικονομικές μελέτες 1945-1996», τόμος Α΄, σελ.
230.
164
Η κεϋνσιανή οικονομική πολιτική στηρίζεται στην οικονομική θεωρία του Άγγλου
αστού οικονομολόγου John Maynard Keynes (Κέυνς), ο οποίος έζησε από το 1883 έως το
1946. Ο Β. Ι. Λένιν εκτίμησε ότι ο Κέυνς με το έργο του «Οι οικονομικές συνέπειες της
συνθήκης των Βερσαλλιών» (1919) «έφθασε στο συμπέρασμα πως μετά τη συνθήκη των
Βερσαλλιών η Ευρώπη και ολόκληρος ο κόσμος οδηγούνται στη χρεοκοπία» [Βλ. Λένιν,
Άπαντα, τόμος 41, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1983, Το ΙΙ Συνέδριο της Κομμουνιστικής
Διεθνούς, σελ. 219 και Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, τομ. 16, σελ. 694].
Κορυφαίο έργο του Κέυνς είναι «Η γενική θεωρία της απασχόλησης, του τόκου και
του χρήματος» (1936) (ελληνική έκδοση από τις εκδόσεις Παπαζήση, 2001).
Ο Κέυνς διατύπωσε τη θεωρία για την αναγκαιότητα κρατικής ρύθμισης της
καπιταλιστικής οικονομίας μέσω των άμεσων κρατικών επενδύσεων και της παρέμβασης στη
λεγόμενη «ενεργή ζήτηση», ώστε να ελεγχθεί η μεγάλη οικονομική κρίση και να επιταχυνθεί
η αναζωογόνηση της οικονομίας. Επεξεργάσθηκε ανάλογο πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής
του αστικού κράτους.
Οι θεωρίες του Τζ. Μπ. Κέϋνς αξιοποιήθηκαν από μια σειρά αστικές κυβερνήσεις και
κόμματα και όχι μόνο από τα σοσιαλδημοκρατικά (π.χ. οι Ναζί στη Γερμανία, η Πολιτική του
New Deal στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1930) ιδιαίτερα στις συνθήκες της προετοιμασίας για
τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. H εφαρμογή των θέσεών του όπως ήταν φυσικό δεν έδωσαν
διέξοδο στις εγγενείς αντιφάσεις του καπιταλισμού. Έτσι μετά την οικονομική κρίση 1929
-1933 και παρ’ όλο ότι σε μια σειρά χώρες πάρθηκαν μέτρα Κεϋνσιανού τύπου, το 1938 μια
νέα ύφεση έπληξε τον καπιταλιστικό κόσμο η οποία βρήκε διέξοδο στον ιμπεριαλιστικό
πόλεμο. Μετά το πόλεμο η πολιτική κρατικής στήριξης της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης
ονομάστηκε «νεοκεϋνσιανισμός» και παρ’ όλο που ακολουθήθηκε περισσότερο ή λιγότερο
απ’ όλες τις αστικές κυβερνήσεις (δεξιές και αριστερές) της καπιταλιστικής δυτικής
Ευρώπης ταυτίστηκε με τους σοσιαλδημοκράτες αφού αυτοί παρουσίαζαν αυτά τα μέτρα ως
δρόμο για το σοσιαλισμό.

23
9
εργατικής δύναμης). - Να ενσωματωθούν οι εργατικές και λαϊκές δυνάμεις που
εξοικειώθηκαν με τον ένοπλο αγώνα (λαϊκά απελευθερωτικά κινήματα). - Να
περιορισθεί η ελκτική επίδραση προς τις εργατικές δυνάμεις από τις εργατικές
κατακτήσεις και τα δικαιώματα του σοσιαλιστικού συστήματος στην ΕΣΣΔ και στη
συνέχεια στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.
Στην Ελλάδα κέρδιζε έδαφος η κεϋνσιανή οικονομική πολιτική σε σημαντικά
τμήματα της μεταπολεμικής αστικής οικονομικής διανόησης.
Δυο δεκαετίες αργότερα, όταν η Ελληνική Εταιρεία Προγραμματισμού, της οποίας
προέδρευε ο Αγγ. Αγγελόπουλος, διοργάνωσε τρεις δημόσιες συζητήσεις [i)
Προγραμματισμός, ελεύθερη οικονομία και δημοκρατία, ii) Κοινή Αγορά και
οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας, iii) Διοικητική αναδιοργάνωση και φορείς
οικονομικής αναπτύξεως], γινόταν σαφέστατη η αντίληψή του για το χαρακτήρα της
κρατικής οικονομικής παρέμβασης στο καπιταλιστικό σύστημα:
«Έτσι, η πρώτη και κύρια συμβολή του Προγραμματισμού -και στο σημείο αυτό θα
μου επιτραπεί να επιμείνω ιδιαίτερα- είναι η εξουδετέρωση των κινδύνων που
προέρχονται από την αβεβαιότητα ως προς την μελλοντική πορεία της Αγοράς, που,
υπό καθεστώς ελευθέρας οικονομίας, δημιουργεί δισταγμούς στον ιδιώτη
επιχειρηματία και γίνεται πρόξενος των οικονομικών κρίσεων ή υφέσεων στη
διαδρομή του οικονομικού κυκλώματος»165.
Η εφαρμογή της κεϋνσιανής οικονομικής πολιτικής στην Ελλάδα πέρασε μέσα από
συμπληγάδες, γιατί τόσο οι φορείς του κρατικού οικονομικού σχεδιασμού όσο και το
κρατικά συγκεντρωμένο κεφάλαιο διαμορφώνονταν με την άμεση παρέμβαση του
ιμπεριαλιστικού συμμάχου, των ΗΠΑ. Έτσι, εντάθηκαν οι οικονομικοί
προβληματισμοί και οι πολιτικές αντιπαραθέσεις για τη σχέση της άμεσης κρατικής
επενδυτικής παρέμβασης με το πρόβλημα της καθυστέρησης στην εκβιομηχάνιση και
τη διαπλοκή του με τον ξένο παράγοντα.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 τροποποιήθηκαν οι επιλογές των ΗΠΑ και
επομένως τροφοδοτήθηκε μια νέα όξυνση της αντιπαράθεσης.
Από το χειμώνα του 1950 οι ΗΠΑ προχώρησαν σε αναθεώρηση του «Σχεδίου
Μάρσαλ». Η αμερικανική πολιτική προσανατολίστηκε στην περικοπή της
οικονομικής και στην ενίσχυση της στρατιωτικής βοήθειας, στο λεγόμενο
Πρόγραμμα Κοινής Ασφάλειας (λόγω της επέμβασης στην Κορέα και του
γενικότερου προσανατολισμού για προσεταιρισμό κρατών της Ασίας, της Μέσης
Ανατολής και Β. Αφρικής). Και ενώ στα άλλα ευρωπαϊκά κράτη που συμμετείχαν
στο Πρόγραμμα «Σχεδίου Μάρσαλ» ουσιαστικά είχε επιτευχθεί η μεταπολεμική
βιομηχανική ανασυγκρότηση, στην Ελλάδα η καθυστερημένη μεταπολεμική
ανασυγκρότηση περιπλέχθηκε με το πρόβλημα της βιομηχανικής καθυστέρησης. Το
όποιο πρόγραμμα εκβιομηχάνισης δεν πραγματοποιήθηκε, όχι μόνο μέχρι το 1950,
αλλά και το 1953, μετά τη λήξη του «Σχεδίου Μάρσαλ» που παρατάθηκε, αλλά, αν
και μειωμένο από το αρχικό, ήταν ενισχυμένο σε σχέση με άλλα ευρωπαϊκά κράτη.
Σύμφωνα με ορισμένα στοιχεία, το 62% των εγκριθέντων βιομηχανικών δανείων, που
διατέθηκαν κατά την τριετία 1948-1950 του «Σχεδίου Μάρσαλ» αφορούσε μικρές
βιομηχανίες, με ελληνικά βεβαίως κριτήρια166. Μόλις την τελευταία χρονιά
πραγματοποιήθηκαν κάποιες επενδύσεις στην ηλεκτρική ενέργεια και στη
βιομηχανία, πολύ πίσω από τους σχεδιασμούς του τετραετούς προγράμματος (19481952) για τη δημιουργία βιομηχανικών μονάδων που θα συμβάλλανε στην
εκβιομηχάνιση.
165

Αγγ. Αγγελόπουλος, «Ανάγκη δυναμικού και ισορροπημένου Προγραμματισμού»,
περιοδικό «Νέα Οικονομία», τεύχος Απριλίου 1965, τόμος 1965, σελ. 332.
166
Πέτρος Κουβέλης, «Οι δυνατότητες εκβιομηχανίσεως της Ελλάδος», Επιθεώρησις
Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών, 1 (1952) σελ. 60-69 και στο Κυριάκος Βαρβαρέσος,
«Εκθεσις επί του οικονομικού προβλήματος της Ελλάδος», σελ. 462-463.

24
0
Στη διετία περικοπής έως και τη λήξη του «Σχεδίου Μάρσαλ» για την Ελλάδα,
γινόταν όλο και πιο αυστηρή από τους αξιωματούχους των ΗΠΑ η επιβολή όρων και
η επιτήρηση χρήσης της αμερικανικής βοήθειας.
Κατά το 1951 και έπειτα, εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ ενημέρωσε σχετικά την
Βρετανική Πρεσβεία στην Ουάσινγκτον ότι «ανεξάρτητα από τα ζητήματα που
αφορούσαν τη διατήρηση των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, είναι φανερό σε αυτούς
(Σημείωση ΔΟΚΙΜΙΟΥ: δηλαδή στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ) πως η Ελλάδα θα είχε
ανάγκη εξωτερικής οικονομικής βοήθειας μετά το 1952 με τη μία ή την άλλη μορφή.
Προς το παρόν δεν είχαν καμιά συγκεκριμένη ιδέα για το ποια μορφή θα μπορούσε
να πάρει αυτή η βοήθεια και υπήρξαν ιδιαίτερα προσεκτικοί στο να μην δώσουν την
εντύπωση στους Έλληνες ότι θα είχαν ανάγκη εξωτερικής βοήθειας μετά και τη λήξη
της «Βοήθειας Μάρσαλ»167.
Σε αυτές τις συνθήκες εντάθηκε η θεωρητική και πολιτική διαμάχη για τις αιτίες της
καθυστέρησης της βιομηχανικής ανάπτυξης. Οξύνθηκε η συζήτηση για τα αίτια της
καθυστέρησης του προγράμματος ανασυγκρότησης. Η άμεση ανάμιξη των
αξιωματούχων των ΗΠΑ - συμβούλων, εμπειρογνωμόνων, επιτηρητών - στα
οικονομικά επιτελεία τροφοδοτούσε το γενικό κλίμα απόδοσης άμεσων πολιτικών
ευθυνών στις ΗΠΑ για την πορεία της ανασυγκρότησης στην Ελλάδα.
Η κριτική του αστικού Τύπου εκείνης της εποχής, και βέβαια τμήματος των αστών
πολιτικών, σχετιζόταν και με τις αντιθέσεις των συμμάχων της Ελλάδας στο διεθνές
ιμπεριαλιστικό σύστημα. Είναι χαρακτηριστική η σχετική εκτίμηση του υπουργείου
Εξωτερικών της Ελλάδας στις αρχές του 1952:
«Ο ανταγωνισμός μεταξύ Αμερικανών και Άγγλων συνεχίζεται εκ του αφανούς …
Κατά τας ιδίας πληροφορίας οι Άγγλοι πιστεύουν ότι οι Αμερικανοί επιδιώκουν να
τους εκτοπίσουν εκμηδενιζομένης της επιρροής των από οικονομικής και πολιτικής
πλευράς επί της Ελλάδος, αλλά δεν πιστεύουν ότι θα επιτύχει η τοιαύτη προσπάθεια
των Αμερικανών, τουναντίον διαβλέπουν ότι η ακολουθούμενη τακτική εκ μέρους
των Αμερικανών αναμιγνυομένων εμφανώς εις την εσωτερικήν και στρατιωτικήν
κατάστασιν της Ελλάδος, θα έχει δυσαρέστους συνεπείας δι’ αυτούς…
Ούτω οι Αμερικανοί ετορπίλισαν διαφόρους προσφοράς Αγγλικών και Γαλλικών
κύκλων προτιθεμένων να εγκαταστήσουν βιομηχανίας εν Ελλάδι και εσαμποτάρησαν
εξαγωγάς ελληνικών προϊόντων και δη εις την Δυτικήν Γερμανία»168.
Στην πραγματικότητα, οι προθέσεις των ΗΠΑ τροποποιήθηκαν, βλέποντας την
ελληνική πραγματικότητα. Όσον αφορά το σκέλος της «βοήθειας» για την
οικονομική ανασυγκρότηση, αρχικά οι αξιωματούχοι των ΗΠΑ εμφανίζονταν υπέρ
του προσανατολισμού τους προς επενδυτικά έργα αναπτυξιακής υποδομής και
λιγότερο σε έργα οικισμού - στέγασης και βραχυπρόθεσμης ανάπτυξης. Στη συνέχεια,
ιδίως από το 1950 και ύστερα, η Αμερικανική Αποστολή που χειριζόταν τη βοήθεια
του «Σχεδίου Μάρσαλ» (ECA) φρόντιζε να διατηρεί αδιάθετο μεγάλο μέρος των
δραχμών της βοήθειας. Έτσι, δεν μεταφέρονταν στον προϋπολογισμό σημαντικά
ποσά από τις δραχμές αυτές. Το αδιάθετο ποσό προοριζόταν σε σημαντική έκταση
για να καλύψει μελλοντικά το άνοιγμα των λογαριασμών του Δημοσίου στην
Τράπεζα της Ελλάδας και να αποφευχθεί η πληθωριστική έκδοση χαρτονομίσματος.
Εξέχοντες έλληνες αστοί οικονομολόγοι169 άσκησαν δριμύτατη κριτική στον τρόπο
χρησιμοποίησης της αμερικανικής βοήθειας. Σύμφωνα με παρατηρήσεις τους (μεταξύ
αυτών οι καθηγητές Ξ. Ζολώτας και Αγ. Αγγελόπουλος), το κυβερνητικό σχέδιο
167
Dispatch no. 130, dated 17th February 1950, from H. M. ‘s Ambassador in
Washington to the Secretary of State for Foreign Affairs (Public Record Office).
168
Πληροφοριακό σημείωμα (18 Ιανουαρίου του 1952) στο Φάκελο 98.2 (1952),
Ιστορικό και Διπλωματικό Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών.
169
Αντιπροσωπευτική είναι η τοποθέτηση του Ξεν. Ζολώτα σε άρθρο του στην
εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 8 Ιανουαρίου 1949, «Προοπτική ανασυγκροτήσεως».

24
1
βιομηχανικής ανασυγκρότησης δεν στηρίχθηκε σε αναλόγων απαιτήσεων τεχνικό
κρατικό πρόγραμμα και λειτουργικές προϋποθέσεις, με αποτέλεσμα να μην
πραγματοποιηθεί η κύρια επιδίωξη του προγράμματος ανασυγκρότησης, δηλαδή η
δημιουργία των βασικών βιομηχανιών που προέβλεπε170.
Η σύνταξη του περιοδικού «Νέα Οικονομία» υποστήριζε ότι «στην πραγματικότητα
όμως το κριτήριο που επικράτησε κατά τα πρώτα χρόνια κατά την επιλογή των έργων
ήταν η μεγαλύτερη ευκολία πραγματοποίησης, που στην ουσία σήμαινε να δαπανάται
η βοήθεια οπωσδήποτε για να μην μείνει αχρησιμοποίητη»171. Χαρακτήριζε δε την
οικονομική άνθηση των τριών πρώτων χρόνων του «Σχεδίου Μάρσαλ» (που βελτίωνε
προσωρινά την κατάσταση από την άποψη της απασχόλησης, χωρίς όμως να
συμβάλλει ουσιαστικά στην οικονομική ανάπτυξη) ως προϊόν μιας σπατάλης πόρων,
από την οποία επωφελήθηκαν ορισμένες τάξεις και όχι η εθνική οικονομία ως
σύνολο.
Και άλλοι οικονομολόγοι μεταγενέστερης περιόδου είχαν κριτική τοποθέτηση για τον
τρόπο αξιοποίησης του «Σχεδίου Μάρσαλ». Κριτική άσκησαν και σε άλλες πλευρές
της κυβερνητικής πολιτικής172.
Επισημαίνεται ακόμα ότι, κατά τα δυο πρώτα χρόνια του «Σχεδίου Μάρσαλ» (19481949) και από την αδυναμία του αστικού κυβερνητικού στρατού να αντιμετωπίσει
νικηφόρα το Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας, οι ελληνικές κυβερνήσεις
προσανατολίζονταν όλο και περισσότερο στις δαπάνες για αύξηση της «οροφής» του
στρατεύματος, παρά τις επιφυλάξεις έως και αντιρρήσεις των ΗΠΑ173.
Στα ελληνικά κυβερνητικά επιτελεία αλλά και στις ΗΠΑ υπήρχε έντονη ανησυχία για
το γεγονός ότι δεν είχε πραγματοποιηθεί η νομισματική σταθεροποίηση μέχρι το
1952, παρά τα αλλεπάλληλα μέτρα και την αμερικανική βοήθεια. Οι επιπτώσεις του
πληθωρισμού και της μεγάλης κερδοσκοπίας για τα λαϊκά στρώματα (μισθωτούς και
αγρότες) ήταν τόσο μεγάλες που προκαλούσαν ανησυχία σε τμήμα των αστικών
πολιτικών δυνάμεων για την προοπτική επίτευξης οικονομικής και πολιτικής
σταθεροποίησης.
Σε αυτό το έδαφος αναπτύχθηκε η αστική θεωρητική και πολιτική διαμάχη για τις
αναλογίες μεταξύ σταθεροποίησης και ανάπτυξης, γεωργίας και βιομηχανίας,
εκσυγχρονισμού και επέκτασης παλαιών βιομηχανικών μονάδων και δημιουργίας
νέων μονάδων, παραδοσιακών κλάδων της μεταποίησης και νέων βιομηχανικών
κλάδων με αξιοποίηση εγχώριων πρώτων υλών κλπ.

170
Η κριτική προσέγγιση, τηρουμένων των αναλογιών, θυμίζει την κριτική (και του
ΙΟΒΕ) για την αξιοποίηση του Α΄ και εν μέρει και του Β΄ ΚΠΣ. Βλέπε σχετικά, Τμήμα
Οικονομίας της ΚΕ του ΚΚΕ,: Γ΄ ΚΠΣ, κριτική παρουσίαση των στόχων, επιλογών και της
κατανομής των πόρων, Ιούνιος 2001, σελ. 18. (Ένθετο φυλλάδιο στον «Κυριακάτικο
Ριζοσπάστη»).
171
«Νέα Οικονομία», «Το τέλος του Σχεδίου Μάρσαλ», τεύχος Αυγούστου 1952, σελ.
337-338.
172
Ο Ξ. Ζολώτας, σε υπόμνημά του (Ιούνιος του 1952) κριτικάρει την απόφαση
απότομου περιορισμού του ρυθμού αύξησης των πιστώσεων από τα διαθέσιμα της Τράπεζας
της Ελλάδος. «Νέα Οικονομία», έτος 1952, σελ. 319.
173
Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδος, «Η Ελλάδα στο μεταίχμιο ενός νέου κόσμου»,
τόμος πρώτος, σελ. 86-87, εκδόσεις Καστανιώτη.

24
2
Σε όλη αυτή τη συζήτηση εμπλέκονταν οπωσδήποτε οι επιτελείς των ΗΠΑ174,
αναλόγως με τα εκάστοτε συμφέροντα της εξωτερικής τους πολιτικής, από θέσεις
ισχύος και συχνά χρησιμοποιώντας γλωσσικό ύφος επικυρίαρχου, ιδιαίτερα κατά τα
χρόνια της δωρεάν αμερικανικής οικονομικής βοηθείας και όσο ο κρατικός
μηχανισμός στην Ελλάδα ήταν εξαρθρωμένος.
Η οξύτητα που εμφάνιζε η αντιπαράθεση τμήματος των αστικών πολιτικών δυνάμεων
στην Ελλάδα με τις ΗΠΑ σε σχέση με το ζήτημα του προγράμματος
εκβιομηχάνισης175, συχνά ήταν η επιφάνεια συνολικότερων διπλωματικών και
πολιτικών διαπραγματεύσεων, πιέσεων και ελιγμών.
Στην ουσία, το κύριο χαρακτηριστικό της αμερικανικής παρέμβασης δεν ήταν ο
αποπροσανατολισμός από την εκβιομηχάνιση, αλλά η αποτελεσματικότερη
αξιοποίηση των αμερικανικών εισροών με στόχο τη σταθεροποίηση του
καπιταλισμού στην Ελλάδα και τη στέρεη ενσωμάτωσή της στα ιμπεριαλιστικά
συμφέροντα των ΗΠΑ στην ευρύτερη περιοχή.
Με την πάροδο του χρόνου, με μια ορισμένη αποκατάσταση του κρατικού
μηχανισμού στην Ελλάδα και υπό τις συνθήκες αναπροσαρμογών στην εξωτερική
πολιτική των ΗΠΑ (και τις συνέπειές τους στο ύψος των αμερικανικών κεφαλαίων
που εισέρρεαν στην Ελλάδα), επέδρασαν ισχυρότερα στα κυβερνητικά επιτελεία οι
εγχώριες αστικές πολιτικές δυνάμεις και οι υπέρ της εκβιομηχάνισης θέσεις. Η
επίδραση αυτή καθόρισε και την «τύχη» που τελικά είχε η Εκθεση που υπέβαλε ο
καθηγητής (και τέως διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος) Κυριάκος Βαρβαρέσος
στην κυβέρνηση Ν. Πλαστήρα, στις αρχές του 1952176.
Ο Κ. Βαρβαρέσος τάχθηκε με άκρα επιφύλαξη «εις την χρηματοδότησιν νέων
επενδύσεων εις την βιομηχανίαν». Τάχθηκε υπέρ της ανάγκης να υποβληθεί κάθε
πρόταση και κάθε σχέδιο σε ενδελεχή και εξονυχιστική έρευνα.
Η άποψή του για το πρόγραμμα βιομηχανικής ανάπτυξης, έτεινε προς τον
αποκλεισμό της κρατικής παρέμβασης για την παραγωγή αλουμινίου, αζώτου ή
σιδήρου, παρά την ύπαρξη ορυκτού και εργατικού δυναμικού, γιατί θεωρούσε ότι η
στενότητα της εσωτερικής αγοράς, θα καθιστούσε μη συμφέρουσα οικονομικώς την
παραγωγή. Ακόμα υποστήριξε ότι το κράτος έπρεπε να προσανατολιστεί στην
αποκατάσταση της νομισματικής και οικονομικής σταθερότητας και να αφήσει στο
ιδιωτικό κεφάλαιο την εκδήλωση ενδιαφέροντος για ανάλογες βιομηχανίες.
Θεωρούσε ότι η ανάπτυξη της γεωργίας έπρεπε να αποτελέσει την κύρια επιδίωξη
ενός προγράμματος ανασυγκρότησης. Ακόμα, προέτρεπε στη χρηματοδότηση
ανταγωνιστικών επιχειρήσεων βιομηχανικής παραγωγής ειδών ευρείας κατανάλωσης,
επιχειρήσεων που θα συμμετείχαν δι’ ιδίων κεφαλαίων στην αύξηση της παραγωγής
174
Στις αρχές του 1950, στην επιστολή του Αμερικανού Πρέσβη, τη γνωστή «Επιστολή
Grady», είχε διατυπωθεί η άποψη της κυβέρνησης των ΗΠΑ για μέτρα δημοσιονομικής
σταθεροποίησης (πάγωμα των μισθών, μείωση των στρατιωτικών δαπανών, πάγωμα
προσλήψεων στο δημόσιο) και μεταρρυθμίσεων (στο φορολογικό και σε κίνητρα επενδύσεων
στη βιομηχανία).
Τμήμα του ελληνικού αστικού τύπου εναντιώθηκε στην Επιστολή Grady με αιχμή το
προτεινόμενο από τις ΗΠΑ πλαίσιο οικονομικής πολιτικής. Ωστόσο, η αντιπαράθεση ήταν
κυρίως πολιτική. Η παρέμβαση Grady εξέφραζε τη διαφωνία των ΗΠΑ στην κυβερνητική
επιλογή που προωθούσε ο βασιλιάς (κυβέρνηση Φιλελευθέρων και Λαϊκού Κόμματος).
175
Μέχρι τις αρχές του 1952 το ενεργειακό πρόγραμμα είχε απορροφήσει λίγο λιγότερο
από το μισό των εγκεκριμένων πόρων. Τον Αύγουστο του 1950 ιδρύθηκε η ΔΕΗ, η οποία θα
αναλάμβανε την υλοποίηση του προγράμματος. (Γ. Σταθάκης, Το Δόγμα Τρούμαν και το
Σχέδιο Μάρσαλ, εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα, 2004, σελ. 345).
176
Η Έκθεση περιελάμβανε και ένα εμπιστευτικό τμήμα, θέμα του οποίου ήταν «Η
αναπροσαρμογή της δραχμής», το οποίο δημοσιοποιήθηκε μετά την υποτίμηση της δραχμής
το 1953. Συμπεριλαμβάνεται στο Κυριάκος Βαρβαρέσος, Εκθεσις επί του οικονομικού
προβλήματος της Ελλάδος, έκδοση Σαββάλα, Αθήνα 2002.

24
3
τους, υπέρ φορολογικών διευκολύνσεων σε βιομηχανίες των οποίων θα κρινόταν
συμφέρουσα η ίδρυση.
Η Έκθεση συνάντησε έντονη κριτική177 και σε ορισμένες περιπτώσεις
χαρακτηρίσθηκε και ως παρέμβαση των ΗΠΑ.
Μια προσεκτική μελέτη της Εκθεσης του Βαρβαρέσου και των προηγούμενων
προτάσεών του, αποφορτισμένη από το κλίμα της πολιτικής αντιπαράθεσης της
εποχής, δίνει τη δυνατότητα να κατανοηθεί καλύτερα το σκεπτικό, η αφετηρία των
προτάσεων του συγγραφέα της, αλλά και της αστικής αντιπαράθεσης εκείνης της
εποχής.
Ο Κ. Βαρβαρέσος, ως αστός οικονομολόγος, έδινε προτεραιότητα στο στόχο της
σταθεροποίησης έναντι εκείνου της βιομηχανικής ανάπτυξης, θεωρώντας την
πρωταρχικής σημασίας για την πραγματοποίηση οικονομικής και πολιτικής
σταθερότητας. Το ιστορικό πλαίσιο το οποίο κυριαρχούσε στον προβληματισμό του
ήταν η βαθιά νομισματική κρίση που υπήρχε από την Κατοχή και η εξαθλίωση
μεγάλου μέρους του αγροτικού πληθυσμού. Η νομισματική ισορροπία δεν
πραγματοποιήθηκε ούτε με την εισαγωγή της «νέας δραχμής» επί κυβέρνησης
εθνικής ενότητας, η οποία τελικά έχασε τα δυο τρίτα (2/3) της ισοδυναμίας της έναντι
της αγγλικής λίρας, σε διάστημα έξι μηνών.
Ο Βαρβαρέσος πίστευε ότι ο έλεγχος της κατάστασης, η πραγματοποίηση
οικονομικής και πολιτικής σταθερότητας, μπορούσε να επιτευχθεί μεσοπρόθεσμα
μόνο με ενίσχυση της γεωργικής και οικοδομικής παραγωγής και με την πάταξη της
παράνομης κερδοσκοπίας και της δημοσιονομικής ελλειμματικότητας. Θεωρούσε ως
πηγή της νομισματικής ανισορροπίας (πληθωρισμός, μαύρη αγορά) την ανισορροπία
μεταξύ Δημοσιονομικής / Πιστωτικής / Τιμολογιακής πολιτικής, που οδηγούσε σε
μεγάλα δημόσια ελλείμματα, φοροδιαφυγή και αισχροκέρδεια. Και από αυτή την
οπτική, ο δηλωμένος αντικομμουνιστής, έκανε κριτική τόσο στην πολιτική των
ελληνικών κυβερνήσεων, όσο και στη βρετανική παρέμβαση, ότι όξυναν τις
κοινωνικές αντιθέσεις. Στην ίδια κατεύθυνση άσκησε κριτική και στην αμερικανική
παρέμβαση, στην έκθεση Πόρτερ178, η οποία σημείωνε ότι υπάρχουν δυνατότητες
ανάπτυξης της βιομηχανίας στην Ελλάδα, δίνοντας έμφαση στην αξιοποίηση του
ορυκτού πλούτου στον τομέα της ενέργειας: «… Ο εκσυγχρονισμός των μεθόδων
εξόρυξης και η παραπέρα ανάπτυξη του λιγνίτη είναι ενδεδειγμένη. Μπορεί να σταθεί
δυνατόν να ξεκινήσουν ένα η περισσότερα από τα προτεινόμενα υδροηλεκτρικά έργα
…»179.
Αυτή τη λογική υπηρετούσαν οι προτάσεις του Βαρβαρέσου για φορολόγηση αυτών
που πλούτισαν στη διάρκεια της Κατοχής, για αποτελεσματικότερη διανομή της
βοήθειας της UNRA, για επαναφορά των διατιμήσεων, για σταθερότητα
μισθών/ημερομισθίων180. Οι προσεγγίσεις του στις αρχές του 1952 ήταν συνεπείς με
τις προσεγγίσεις του σε όλη την περίοδο μετά την απελευθέρωση και στο σύντομο
διάστημα που διετέλεσε υπουργός Εφοδιασμού.
177
Βλέπε: «Νέα Οικονομία», τόμος 1952, τεύχος Φεβρουαρίου, σελ. 49-52.
178
Κυριάκος Βαρβαρέσος, «Εκθεσις επί του οικονομικού προβλήματος της Ελλάδος»,
βλέπε εισαγωγή Κ. Κωστής, σελ. 55-56.
Σημείωση Δοκιμίου: Πρόκειται για την έκθεση που συνέταξε ο δικηγόρος Π. Πόρτερ
τον Απρίλιο του 1947, επικεφαλής της αμερικανικής αποστολής που επισκέφθηκε την
Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1947, με σκοπό να προετοιμάσει την εκπόνηση προγράμματος
οικονομικής βοήθειας στην Ελλάδα για την καπιταλιστική ανασυγκρότησή της και τη
σταθεροποίηση του αστικού κράτους.
179
Απόσπασμα από την Έκθεση Πόρτερ όπως αναφέρεται στο βιβλίο του Γιώργου
Σταθάκη «Το δόγμα Τρούμαν και το Σχέδιο Μάρσαλ», εκδόσεις «Βιβλιόραμα», σελ 156.
180
Κυριάκος Βαρβαρέσος, «Εκθεσις επί του οικονομικού προβλήματος της Ελλάδος»,
βλέπε εισαγωγή Κ. Κωστής, σελ. 49-50.

24
4
Ο Βαρβαρέσος είχε στενούς δεσμούς με τις ΗΠΑ, όπως και με το Ην. Βασίλειο, οι
οποίοι ενισχύθηκαν όντας αντιπρόσωπος της Ελλάδας στους διεθνείς οργανισμούς.
Κατοικούσε μόνιμα στις ΗΠΑ, όταν η κυβέρνηση Πλαστήρα του ζήτησε Έκθεση επί
του οικονομικού προβλήματος της Ελλάδας. Ο ίδιος υπήρξε πηγή πληροφοριών των
ΗΠΑ σχετικά με την οικονομική κατάσταση της Ελλάδας και στήριγμά τους, όχι
όμως με τη λογική της «εθνικής μειοδοσίας». Είχε ιστορικό διαπραγμάτευσης των
«ελληνικών» συμφερόντων στις διεθνείς οικονομικές ενώσεις, όπως στην UNRA και
τη Διεθνή Τράπεζα.
Η Έκθεση Βαρβαρέσου εκτιμήθηκε ως επιβεβαίωση και από τον αντίπαλο της
αντίληψης για τις πρωταρχικές ευθύνες του ξένου παράγοντα στη βιομηχανική
καθυστέρηση της Ελλάδας. Χαρακτηριστική είναι η Εισήγηση για «Τα προβλήματα
ανασυγκροτήσεως της χώρας», στην Α΄ Πανελλαδική Συνδιάσκεψη της ΕΔΑ (15-17
Ιουλίου 1956):
«Πολύ θλιβερή είναι η εικόνα που παρουσιάζει η Ελλάς στο πλαίσιο της
ανασυγκροτήσεως δώδεκα χρόνια μετά την απελευθέρωση, αν και είχε γίνει τόση
εργασία σε θαυμαστό συντονισμό μεταξύ οικονομολόγων και τεχνικών στα χρόνια
της κατοχής, εργασία που συνεχίσθηκε ως σήμερα από πολλούς εξ εκείνων που ήσαν
σε θέση να μελετήσουν και να υποδείξουν τη λύση στα προβλήματα της
ανασυγκροτήσεως.
[…] Το τεράστιο ερωτηματικό για τη βιωσιμότητα της Ελλάδος δεν βρήκε πάντα την
ενθουσιώδη καταφατική απάντηση σε ορισμένους οικονομολόγους και πολιτικούς.
Οικονομικός που πριν από λίγα χρόνια προπαγάνδιζε τον ενεργειακό και
μεταλλευτικό πλούτο - δεν εννοώ αυτή τη φορά μόνον τον κ. Βαρβαρέσσο - μπήκε
στη διάθεση των αρνητών της βιωσιμότητας.
Η τοποθέτηση αυτή οικονομικών επιστημόνων και δημοσιολόγων, ταυτιζόμενη με τη
λυσσώδη αντίδραση των βιομηχανικών χωρών της Ευρώπης και των Ηνωμένων
Πολιτειών της Αμερικής για την εκβιομηχάνιση της Ελλάδος είχε σαν αποτέλεσμα να
καταπνίξη τη μόνη σωστή προσπάθεια για την οικονομική ανασυγκρότηση του
τόπου, εκείνη που θα εβασίζετο στην αξιοποίηση του φυσικού μας πλούτου.
Έτσι προέκυψε η πολιτική της επαιτείας, της οικονομικής και πολιτικής
υποδουλώσεως, της αναγκαστικής μας μονόπλευρης προσαρτήσεως σ’ ένα
στρατιωτικό συνασπισμό με όλες τις εξευτελιστικές δια το εθνικό μας γόητρο
συνέπειες, την καταβαράθρωσιν των εθνικών μας συμφερόντων και την αναστολήν
των ελπίδων για ταχείαν οικονομική ανόρθωση.
«…Το υπόμνημα του κ. Ζολώτα προς την νομισματικήν επιτροπή, οι
προγραμματικές δηλώσεις της Κυβερνήσεως, [...] δεν αποτελούν μέρη
προγράμματος, τεχνικοοικονομικής αναπτύξεως μεγάλης πνοής και μακροχρονίου
εκτελέσεως.
Οι εξαγγελλόμενες επενδύσεις αποτελούν πίνακα έργων στερουμένων οργανικής
συνδέσεως και οικονομικής πειθαρχίας. Προωθούνται έργα σαν του θερμικού
εργοστασίου Πτολεμαϊδος και Μέγδοβα, επιδιώκεται να επεκταθή το δίκτυον
διανομής ηλεκτρισμού «μέχρι και του τελευταίου χωρίου» χωρίς να
προγραμματίζεται παράλληλα και η εκβιομηχάνιση που πρέπει μαζί με την
εξυπηρέτηση της γεωργίας ν’ αποτελούν τους σκοπούς του εξηλεκτρισμού της χώρας.
Η βαρειά βιομηχανία, είναι προ παντός ο μεγάλος ηλεκτροβόρος καταναλωτής, δι’
αυτόν γίνεται το εθνικό δαπανηρό δίκτυο μεταφοράς ηλεκτρικής ενεργείας υψηλής
τάσεως.
Είναι αλήθεια ότι κάποτε το 1947 και 1948, καταρτίσθηκαν πολυετή προγράμματα με
βάση τον φθηνόν εξηλεκτρισμό και την μεγάλη, την βαρειάν εκβιομηχάνιση, όμως καθώς σας είναι γνωστόν από άλλην μου ομιλίαν - εγκατελείφθησαν ύστερα από
λυσσώδη αντίδραση των βιομηχανικών χωρών της Ευρώπης, της Αμερικής και του
«θεωρητικού» της οικονομικής ηττοπάθειας κ. Βαρβαρέσου [...].

24
5
Ενα τέτοιο πολυετές σχέδιο ανασυγκροτήσεως είναι σήμερα δυνατό να εφαρμοσθή,
γιατί το διεθνές κλίμα της ειρηνικής συνυπάρξεως αλλά και οι αντιθέσεις των
μεγάλων ευνοούν τον εφοδιασμό της Ελληνικής Οικονομίας δια κεφαλαιουχικών
αγαθών με ανταλλαγήν προϊόντων και τον δανεισμόν από περισσότερες χώρες. Η
προμήθεια κεφαλαιουχικών αγαθών με αντάλλαγμα ελληνικά προϊόντα θα ήταν
ιδεώδης λύση του προβλήματος του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού της χώρας και της
σταθερής τοποθετήσεως ελληνικών προϊόντων»181.
Η παραπάνω Εισήγηση στην Α΄ Πανελλαδική Συνδιάσκεψη της ΕΔΑ αντιμετωπίζει
το ζήτημα της εκβιομηχάνισης ως οικονομικοτεχνικό και όχι ως κοινωνικοοικονομικό ζήτημα. Το αποσπά από τις ιστορικές συνθήκες της μεταπολεμικής
ανασυγκρότησης του ελληνικού καπιταλισμού, από το συσχετισμό δυνάμεων στην
περίοδο της κατοχής που αλλάζει μετά το Δεκέμβριο του 1944, την όξυνση της
ταξικής πάλης στα επόμενα χρόνια και στη συνέχεια τη σταθεροποίηση της
καπιταλιστικής εξουσίας. Αντιμετωπίζει το σχεδιασμό για την εκβιομηχάνιση ως
εργαλείο αποσπασμένο από τις σχέσεις παραγωγής (με κύριες τις σχέσεις
ιδιοκτησίας). Αποσπά την καπιταλιστική βιομηχανική ανάπτυξη από τις ιστορικά
διαμορφωμένες σχέσεις των καπιταλιστικών κρατών στην πυραμίδα του διεθνούς
καπιταλισμού, υπό την αντικειμενική λειτουργία της ανισόμετρης ανάπτυξης. Έτσι,
καταλήγει να αποδίδει στις «διαθέσεις» των ΗΠΑ όλο το ζήτημα της μεταπολεμικής
καπιταλιστικής ανάπτυξης της Ελλάδας και της διαμόρφωσης της αστικής
οικονομικής πολιτικής.
Από την πλευρά των αστών οικονομολόγων και πολιτικών που πίστευαν ότι η
χρηματοδότηση της εκβιομηχάνισης από το ξένο κεφάλαιο έπρεπε να αποτελεί κοινή
στρατηγική επιδίωξη, ελληνική και συμμαχική, χαρακτηριστική ήταν η τοποθέτηση
του Ι. Ζίγδη, τέως υπουργού Βιομηχανίας, προς το τέλος του 1953:
«Η βιομηχανική ανάπτυξη της Ελλάδος εθεωρήθη μέχρι σήμερον από πολλά των
Ευρωπαϊκών κρατών, ως φιλοδοξία αντικειμένη προς τα γενικώτερα αυτών
συμφέροντα, η οποία άλλωστε ουδόλως στηρίζεται επί στερεών οικονομικών και
αντικειμενικών βάσεων. Η άποψις αυτή διετυπώθη εις διεθνείς Συνδιασκέψεις και
εύρεν απήχησιν εις τας αποφάσεις αυτών. Αλλ’ εχρωμάτισεν, επίσης, κατά καιρούς,
την στάσιν της Αμερικανικής οικονομικής Αποστολής έναντι των προγραμμάτων
ανασυγκροτήσεως των εκάστοτε Ελληνικών Κυβερνήσεων. Συνετέλεσε δε ούτω εις
την απόρριψιν του αιτήματος ιδρύσεως συγκεκριμένων βιομηχανιών, πράγμα το
οποίον εματαίωσε εν τη ουσία την υπό του εν Παρισίοις Συμβουλίου Οικονομικής
Συνεργασίας κατ’ αρχήν γενομένην αποδεκτήν λύσιν της εκβιομηχανίσεως, προς
επίτευξιν της οικονομικής χειραφετήσεως της χώρας» 182.
Ο Ι. Ζίγδης υποστήριζε ότι το πρόβλημα έγκειται στην έλλειψη κεφαλαίων, η
διασφάλιση των οποίων έπρεπε να αναζητηθεί έξω των ελληνικών πλαισίων.
Πρόκειται για θέση που συμπυκνώνει την άποψη για το ρόλο του ξένου παράγοντα
στην επιδίωξη της οικονομικής ανάπτυξης στην Ελλάδα, την αφετηρία της κριτικής
προς τον ξένο παράγοντα και ιδιαίτερα τα συμμαχικά ευρωπαϊκά κράτη.
Ωστόσο, προς το τέλος της δεκαετίας του 1950, εντάθηκε η διαδικασία
εκβιομηχάνισης. Συντελέσθηκε κυρίως κατά την περίοδο 1958-1967, με άλλη
πολιτική ως προς τη χρηματοδότησή της. Βεβαίως παρέμενε η συγκριτική
καθυστέρηση της βιομηχανικής ανάπτυξης στην Ελλάδα, καθώς και το λεγόμενο
διαρθρωτικό πρόβλημα.
181
Εισήγηση του Νίκου Κιτσίκη, μέλους της ΔΕ της ΕΔΑ, στη Α΄ Πανελλαδική
Συνδιάσκεψη της ΕΔΑ, 15-18 Ιουλίου του 1956, έκδοση «ΝΕΑΣ ΖΩΗΣ», σελ.
129,130,132,133,.
182
«Νέα Οικονομία», τόμος 1953, Ιωάννη Ζίγδη, «Η εξέλιξις της ελληνικής
βιομηχανίας», σελ. 371-373.

24
6
Η συζήτηση για το χαρακτήρα της εκβιομηχάνισης συνεχίσθηκε και κατά την
επόμενη δεκαετία, του 1960, και συσχετιζόταν κυρίως με δύο ζητήματα: α) Το ρόλο
των άμεσων ξένων επενδύσεων στην εκβιομηχάνιση β) Την περαιτέρω καπιταλιστική
ανάπτυξη στην Ελλάδα σε σχέση με την επιλογή σύνδεσής της με την ΕΟΚ (1961).
Από το ΚΚΕ και την ΕΔΑ, αλλά και από ένα μέρος αστικών δυνάμεων
(οικονομολόγων και βιομηχάνων), ασκήθηκε κριτική στην πολιτική της ΕΡΕ αλλά
και μεγάλου μέρους των πολιτικών της «Ένωσης Κέντρου» (ΕΚ), για τη θέση τους
υπέρ της σύνδεσης της Ελλάδας με την ΕΟΚ.
Στο θεωρητικό επίπεδο, οι απόψεις αναπτύχθηκαν από τον «Όμιλο Αλέξανδρος
Παπαναστασίου» και το περιοδικό «Νέα Οικονομία», το οποίο φιλοξενούσε
αρθρογραφία και από το ΚΚΕ και την ΕΔΑ.
Σε γενική γραμμή, η προσέγγισή τους ήταν ότι το κράτος αποτελούσε τον κύριο
φορέα ανάληψης και εκτέλεσης στρατηγικής σημασίας βιομηχανικών μονάδων, για
τις οποίες δεν υπήρχε ανάλογο ενδιαφέρον και μέγεθος συσσώρευσης κεφαλαίου από
ιδιώτες, ενώ οι ξένες επενδύσεις περιέκλειαν κινδύνους αποικιοκρατικών
εκμεταλλεύσεων.
Η κριτική για τον αποικιοκρατικής εκμετάλλευσης χαρακτήρα των Άμεσων Ξένων
Επενδύσεων (ΑΞΕ) προκλήθηκε και από το γεγονός ότι ο νόμος 2687/1953 183 έδινε
φορολογικά και άλλα κίνητρα για τις επενδύσεις ξένου κεφαλαίου στη βιομηχανία,
κίνητρα τα οποία δεν απολάμβανε το εγχώριο κεφάλαιο, και μόνο αργότερα
θεσπίστηκαν ανάλογοι νόμοι, κυρίως στη δεκαετία του 1960.
Η αντιπαράθεση προς τις ΑΞΕ πήρε ιδιαίτερα οξύ πολιτικό χαρακτήρα κατά τη
δεκαετία του 1960, με αιχμή τις διαπραγματεύσεις, συμφωνίες και αναθεωρήσεις
συμφωνιών του ελληνικού κράτους με την «Πεσινέ».
Στόχο της κριτικής των κρατικών συμβάσεων με το ξένο κεφάλαιο αποτελούσε και η
δέσμευση του ελληνικού κράτους για προστασία της συγκεκριμένης αγοράς για ένα
ορισμένο χρονικό διάστημα (π.χ. της αγοράς αμμωνίας και χαλυβουργίας όπου θα
επένδυε η Esso-Pappas). Οι συμβάσεις της Δικτατορίας προκάλεσαν το σκεπτικισμό
και αστών οικονομολόγων184.
Το ΚΚΕ, καθώς και το συμμαχικό πολιτικό σχήμα, η ΕΔΑ, αποκάλυψε τον αντιλαϊκό
χαρακτήρα τέτοιων συμβάσεων. Το περιοδικό «Νέος Κόσμος» φιλοξένησε ανάλογη
αρθρογραφία. Σημαντική πηγή των θέσεων του ΚΚΕ είναι η εκδοτική σειρά: «ΤΟ
ΚΚΕ - Επίσημα Κείμενα».
2.Δ. ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ
ΣΤΗΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ
2.Δ.1. ΑΝΑΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΚΡΑΤΙΚΗ
ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Αρκετοί μελετητές, οικονομολόγοι και ιστορικοί, θεωρούν το 1953 ως ορόσημο
περάσματος της ελληνικής οικονομίας από την μεταπολεμική ανασυγκρότηση στην
προπαρασκευαστική φάση (αναζωογόνησης) για την καπιταλιστική ανάπτυξη που
ακολούθησε. Η περίοδος της ανάπτυξης κράτησε περίπου μια 20ετία και γενικά
183
Στη συνέχεια, στο Κεφάλαιο 2.Δ παρατίθενται στοιχεία για τις εισροές άμεσων
ξένων επενδύσεων με βάση τον νόμο 2687/1953.
184
Ο Ξ. Ζολώτας θεωρούσε ότι «στο διάστημα της επταετίας συνέβησαν αρκετές
ανωμαλίες σ’ αυτόν τον τομέα», αλλά δεν θα έπρεπε να οδηγήσει σε φοβία και άρνηση των
ξένων επιχειρήσεων. Υποστήριζε ότι στη συνεργασία με ξένες εταιρείες, η ελληνική πλευρά
θα πρέπει να διατηρεί, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, την πλειοψηφία». Ξ. Ζολώτας,
«Νομισματικές και Οικονομικές μελέτες», τόμος Β΄, σελ. 243-245, έκδοση Τράπεζα της
Ελλάδος, 1997.

24
7
χαρακτηρίσθηκε από υψηλούς ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ, ιδιαίτερα κατά τη
δεκαετία του 1960. Στο τέλος του 1952, ο γενικός δείκτης της βιομηχανικής
παραγωγής (ο οποίος περιλάμβανε και την οικοδομική δραστηριότητα και παραγωγή
ηλεκτρισμού, αλλά όχι την εξόρυξη) που καταρτιζόταν από το Σύνδεσμο Ελληνικών
Βιομηχανιών (ΣΕΒ), με βάση σύγκρισης 100 το 1939, είχε ανέβει στο 123 (χωρίς την
ηλεκτρική ενέργεια 110, ενώ μαζί και με την οικοδομική δραστηριότητα 153185).
Ως ιδιαίτερα χαρακτηριστικά εκκίνησης της νέας περιόδου σημειώνονται:
 Η νομισματική μεταρρύθμιση186 με την οποία υποτιμήθηκε η δραχμή κατά 50%
έναντι του δολλαρίου ΗΠΑ. Έτσι, στην αγορά συναλλάγματος εξισορροπήθηκε η
ισοδυναμία της δραχμής, η οποία από καιρό είχε απαξιωθεί. Από τότε
ενεργοποιήθηκε και η συμμετοχή της δραχμής στο σύστημα σταθερών
συναλλαγματικών ισοτιμιών, γνωστό ως σύστημα του Bretton Woods187. και τα
σταθεροποιητικά αποτελέσματά της, μεταξύ των οποίων και η επανάκτηση της
εμπιστοσύνης της λαϊκής αποταμίευσης.
 Η κατάργηση του υπουργείου Εφοδιασμού (λειτουργούσε από το 1945), το οποίο
διαχειριζόταν τις ελλείψεις λόγω της μεγάλης πτώσης της παραγωγής, της αφαίμαξής
της από τη γερμανική κατοχή και στη συνέχεια των ιδιαίτερων συνθηκών του
εμφυλίου. Η κατάργηση του δελτίου των διανομών, το οποίο κρίθηκε και ως
αποτυχημένο. Η απελευθέρωση του εισαγωγικού εμπορίου (καταργήθηκαν οι κάθε
είδους εισφορές στις εισαγωγές και διατηρήθηκαν μόνο ορισμένοι περιορισμοί για
ελάχιστα είδη πολυτελείας). Υιοθετήθηκαν μέτρα ελέγχου των τιμών στην αγορά,
επιδοτήθηκαν περίπου δέκα εισαγόμενα τρόφιμα και πρώτες ύλες. Επιβλήθηκαν
προσωρινοί φόροι στις εξαγωγές ορισμένων προϊόντων (βαμβάκι, ρύζι, λάδι) τα
οποία κρίθηκαν αναγκαία για την εγχώρια κατανάλωση.
 Η σημαντικότερη μεταβολή αφορούσε το συνολικότερο αναπροσανατολισμό της
κρατικής παρέμβασης. Πέρασε σταδιακά από τις ιδιαίτερες συνθήκες της κρατικής
διαχείρισης του πολέμου και της κρίσης (που περισσότερο ή λιγότερο αντιμετώπισαν
και τα αναπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη της Ευρώπης) στην αποκατάσταση της
λειτουργίας της καπιταλιστικής αγοράς και στο σταδιακό άνοιγμα προς την
εξωτερική αγορά.
Κατά τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1950 η κρατική παρέμβαση
προσανατολιζόταν στην άμεση ανάληψη έργων υποδομής και εξηλεκτρισμού με
κεφάλαια από τις εξωτερικές πιστώσεις (κυρίως του «Σχεδίου Marshall»).
Καθ’ όλη τη δεκαετία του 1950, η κρατική παρέμβαση αρχίζει να εξοικειώνεται με
την κατάρτιση μεσοπρόθεσμων οικονομικών προγραμμάτων, αρχικά λόγω της
αναγκαιότητας κατάθεσής τους στους διεθνικούς οικονομικούς οργανισμούς
διαχείρισης των εξωτερικών πιστώσεων και άλλης εισροής κεφαλαίων. Τον
Αύγουστο του 1952 καταρτίσθηκε και υποβλήθηκε στον Οργανισμό Ευρωπαϊκής
Οικονομικής Συνεργασίας188 (κατόπιν σχετικού αιτήματος του ΝΑΤΟ) το τετραετές
185
«Νέα Οικονομία», τόμος έτους 1953, σελ. 396.
186
Ανακοινώθηκε στις 9 Απριλίου του 1953, από τον υπουργό Συντονισμού Σπύρο
Μαρκεζίνη της κυβέρνησης Αλέξανδρου Παπάγου (Πράξη αρ. 267 της 9/4/1953, Νομοθετικό
Διάταγμα 2415 του 1953). Βλέπε «Τα πενήντα χρόνια της Τραπέζης της Ελλάδος», 1978,
σελ. 391.
187
Στη Σύνοδο των Ηνωμένων Εθνών στο Bretton Woods (New Hampshire, από 1-22
Ιουλίου 1944), συμμετείχαν εκπρόσωποι 45 χωρών. Εκεί τέθηκε η βάση του συστήματος
σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών. Αυτό το σύστημα ίσχυσε έως και το 1971, όταν ο
Πρόεδρος των ΗΠΑ Ρίτσαρντ Νίξον εγκατέλειψε τη μετατρεψιμότητα του αμερικανικού
δολαρίου σε χρυσό.
188
Ιδρύθηκε το 1948 με αντικείμενο την διαχείριση του «Σχεδίου Μάρσαλ». Συμμετείχαν 18
καπιταλιστικά ευρωπαϊκά κράτη: Αυστρία, Βέλγιο, Δανία, Γαλλία, Ελλάδα, Ισλανδία,
Ιρλανδία, Ιταλία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Νορβηγία, Πορτογαλία, Σουηδία, Ελβετία,
Τουρκία, Ηνωμένο Βασίλειο και Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (αρχικά η

24
8
Νέο Οικονομικό Πρόγραμμα 1952-1956. Η ιστορική αναφορά σε αυτό το
Πρόγραμμα έγκειται στην οικονομική πολιτική διαμάχη που εκδηλώθηκε πριν τη
συγκρότησή του (αντιπαράθεση Βαρβαρέσου - Ζολώτα189, Αγγελόπουλου και άλλων)
και στη συνέχεια λόγω της μη εφαρμογής του.
Στο βιομηχανικό τομέα το πρόγραμμα έδινε απόλυτη προτεραιότητα στην ίδρυση
βιομηχανικών μονάδων παραγωγής αζώτου, αλουμινίου, μαγνησίου, νικελίου, σόδας,
ζάχαρης, χυτοσιδήρου, διυλιστηρίων πετρελαίου και μονάδων επισκευής πλοίων. Η
επιλογή των μονάδων στηριζόταν στην εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου (π.χ.
βωξίτη, λευκολίθου) και της γεωργικής παραγωγής (π.χ. τεύτλων), καθώς και στην
αξιοποίηση της γεωγραφικής θέσης της Ελλάδας.
Το μεγαλύτερο μέρος των παραπάνω βιομηχανικών μονάδων και των αναλόγων
μονάδων ηλεκτροπαραγωγής πραγματοποιήθηκε στις αρχές της επόμενης δεκαετίας
μέσω του Πενταετούς Προγράμματος Οικονομικής Ανάπτυξης 1960-1964.
Από το 1951, παρ’ όλο που ήταν έτος σημαντικής μείωσης του ρυθμού αύξησης των
συνολικών πιστώσεων και εφαρμογής περιοριστικής πολιτικής, ιδιαίτερα το 1952,
άλλαξε ο καταμερισμός των πιστώσεων μεταξύ των τομέων της οικονομίας και
υπερδιπλασιάστηκαν οι πιστώσεις προς τη βιομηχανία, ενώ περιορίστηκαν εκείνες
προς τη γεωργία (η οποία τα τελευταία έτη της δεκαετίας του 1940 απορροφούσε το
μεγαλύτερο μέρος των πιστώσεων στη συγκέντρωση των αγροτικών προϊόντων και
στο καπνεμπόριο)190.
Προς το τέλος της δεκαετίας του 1950 ήταν πλέον πιο εμφανείς οι αλλαγές στη
πιστωτική πολιτική, στην οποία στηρίχθηκε η πραγματοποίηση της εκβιομηχάνισης,
προσανατολισμένης πλέον σε διαφορετικές πηγές χρηματοδότησης σε σχέση με
εκείνες των πρώτων χρόνων της ανασυγκρότησης. Στηρίχθηκε πλέον στις εγχώριες
πηγές κυρίως και ως προς τις ξένες στη μορφή των άμεσων επενδύσεων.
Ο αναπροσανατολισμός στις πηγές χρηματοδότησης της εκβιομηχάνισης επιτεύχθηκε
από το τέλος της δεκαετίας του 1950 και κυρίως κατά τη δεκαετία του 1960.
Στηρίχθηκε στη διαμόρφωση ενός θεσμικού και νομοθετικού πλαισίου που επεδίωξε
να συγκεντρώσει στο χρηματοπιστωτικό σύστημα τα εγχώρια αναπασχόλητα
εισοδήματα, να προσελκύσει εγχώρια και ξένα κεφάλαια στη βιομηχανία και να
επιταχύνει τη διαδικασία συγκεντροποίησης του εγχώριου κεφαλαίου. Οι στόχοι
αυτοί επιτεύχθηκαν μέσω της αναμόρφωσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος,
της συγκρότησης κρατικών θεσμών μακροπρόθεσμης βιομηχανικής πίστης και της
νομοθετικής κατοχύρωσης ανάλογης φορολογικής και πιστωτικής πολιτικής.
Σειρά νομοθετικών ρυθμίσεων στόχευε στην προσέλκυση ξένων ιδιωτικών
κεφαλαίων για επενδύσεις στην Ελλάδα, στην ενθάρρυνση των ταμιευτηριακών
καταθέσεων, στη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου μέσω συγχωνεύσεων και
συγκρότησης μετοχικών εταιρειών, στη διεύρυνση του παγίου κεφαλαίου στη
Αμερικανική, η Γαλλική και η Βρετανική ζώνη κατοχής). Αποτέλεσε το πρόπλασμα για τη
δημιουργία του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), το 1961, με
την ένταξη και μη ευρωπαϊκών κρατών.
189
Ο καθηγητής Ξ. Ζολώτας, τασσόμενος υπέρ της εκβιομηχάνισης, δίνει έμφαση στη
διοργάνωση των δημοσίων υπηρεσιών και διαφόρων οργανισμών ως φορέων της
ανασυγκρότησης, ενώ κάνει κριτική στην τάση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας να φυγαδεύει
κεφάλαια στο εξωτερικό και να μην προβαίνει σε παραγωγικές επενδύσεις. Η κριτική του
αφορά και τα εκάστοτε «αλλοπρόσαλλα οικονομικά και δημοσιονομικά μέτρα» των
κυβερνήσεων.
[Τράπεζα της Ελλάδος, «Τα πενήντα χρόνια της Τραπέζης της Ελλάδος», 1978, σελ.
408, σημείωση 1, και Ξ. Ζολώτας, «Η Εκθεσις του Κ. Βαρβαρέσου και η οικονομική
ανάπτυξις», Αθήνα 1952, σελ. 26].
190
Τράπεζα της Ελλάδος, «Τα πενήντα χρόνια της Τραπέζης της Ελλάδος», 1978, σελ.
299-309.

24
9
βιομηχανία, στην αποκέντρωση των βιομηχανικών μονάδων και στην ενίσχυση των
εξαγωγών.
Με το νομοθετικό διάταγμα 2687/1953 Περί επενδύσεως και προστασίας κεφαλαίων
εκ του εξωτερικού191, με αυξημένη συνταγματική ισχύ, προστατεύονταν οι άμεσες
ξένες επενδύσεις από την αναγκαστική απαλλοτρίωση, κατοχυρώθηκε η με
περιορισμούς επανεξαγωγή κεφαλαίων και ενός ορισμένου ύψους κερδών, δόθηκαν
φορολογικά κίνητρα κλπ.
Το νομοθετικό καθεστώς για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων στην Ελλάδα
συμπληρώθηκε με ειδικές διατάξεις που περιλήφθηκαν στους νόμους 4171/1961 και
4256/1962, καθώς και του Α.Ν. 89/1967 «Περί εγκαταστάσεων εν Ελλάδι αλλοδαπών
εμποροβιομηχανικών εταιρειών» (συμπληρωμένο από τον Α.Ν. 378/1968). Ωστόσο,
τα εισαχθέντα κεφάλαια βάσει του νόμου 2687/53, τα οποία προορίζονταν για
ιδιωτικές παραγωγικές επενδύσεις, δεν ήταν τόσο μεγάλα, όπως συνήθως πιστεύεται,
παρ’ ότι υπερδεκαπενταπλασιάσθηκαν κατά τη χρονική περίοδο 1950-1963. «Κατά
την πενταετία 1958-1963 αντιπροσώπευαν μόλις το 13% της συνολικής εισροής. Το
υπόλοιπον αυτής κατά σημαντικό μέρος αποτελούνταν από κεφάλαια
δημιουργηθέντα στο εξωτερικό κυρίως από επαναπατρισθέντες Έλληνες και
τοποθετούμενα σε ακίνητα»192.
Για τη χρονική περίοδο μέχρι το τέλος του 1973, ο Ξ. Ζολώτας 193 δίνει το σύνολο των
ξένων επιχειρηματικών κεφαλαίων, που έχουν εισρεύσει στην Ελλάδα με βάση τους
νόμους 2687 και 4171, να ανέρχεται περίπου σε 800 εκατ. δολλάρια και να αποτελεί
το 2,7% του συνόλου των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου που έγιναν την περίοδο
1954-1973. Η σχέση αυτή γίνεται 10,2% υπολογιζόμενη μόνο στους τομείς
μεταποίησης, μεταλλείων, τουρισμού, μεταφορών και διαμορφώνεται στο 16,4%
μόνο για την μεταποίηση (δηλαδή αναλογικώς το μεγαλύτερο μέρος των ΑΞΕ
κατευθύνεται στη μεταποίηση). Τα κεφάλαια αυτά αποτελούσαν σχετικά μικρό μέρος
του συνολικού εξωτερικού χρέους των 6 δισ. δολλαρίων (το οποίο εκτός των
κεφαλαίων με βάση τους νόμους 2687 και 4171, περιλάμβανε και τις καταθέσεις
Ελλήνων του εξωτερικού, τις εμπορικές πιστώσεις και όλο το εξωτερικό χρέος).
Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και άλλη μελέτη που σημειώνει ότι στα 30 περίπου
χρόνια λειτουργίας του νόμου 2687/1953 μέχρι το 1980, τα τρία τέταρτα (3/4) σχεδόν
των εισαχθέντων κεφαλαίων (ως ΑΞΕ) κατευθύνθηκαν στη βιομηχανία και ιδιαίτερα
σε κλάδους παραγωγής ενδιάμεσων προϊόντων (π.χ. προϊόντων πετρελαίου, μη
μεταλλικών ορυκτών, χημικών) αλλά και παραγωγής κεφαλαιουχικών ειδών (όπως
βασική μεταλλουργία και ναυπηγεία)194.
Ως προς την εθνική σύνθεση των ΑΞΕ στην ελληνική βιομηχανία η κατάσταση
μεταβάλλεται μεταξύ 1970 και 1975 με αποτέλεσμα να υποχωρήσουν οι ΗΠΑ στη
δεύτερη θέση195.
191
Τράπεζα της Ελλάδος, «Τα πενήντα χρόνια της Τράπεζας της Ελλάδος», 1978, σελ.
535-536.
192
Ξ. Ζολώτας, «Νομισματική ισορροπία και οικονομική ανάπτυξις», 1964, σελ. 153.
193
Ξ. Ζολώτας, «Νομισματικές και Οικονομικές μελέτες», Β΄ τόμος, σελ. 242-244.
194
Βλέπε αναλυτικά, Ιωσήφ Χασίδ, «Ξένες επενδύσεις και ξένες επιχειρήσεις στην
Ελλάδα», στο συλλογικό έργο «2004», σελ. 389.
195
Το 1970 τα μερίδια στις ΑΞΕ ανά χώρα προέλευσης ήταν: ΗΠΑ 47,8%, ΕΟΚ (9)
45,3% (και αναλυτικότερα Γαλλία 25,9%, Γερμανία 6,5%). Το 1975, ΗΠΑ 34,1%, ΕΟΚ (9)
41,8% (με Γαλλία 16,7%, Γερμανία 11,5%) και το 1988 οι ΗΠΑ 13,5%, η ΕΟΚ (9) 71,5%
(με Γαλλία 27,7% και Γερμανία 17,9%). [Τάσος Γιαννίτσης, «Η δυναμική των σχέσεων
εξειδίκευσης μεταξύ Ελλάδος - Ισπανίας - Πορτογαλίας - Τουρκίας και Ξένες Επενδύσεις
στην Ελλάδα στη δεκαετία του 1980», ΕΚΕΜ, 1992, σελ. 158, και στο συλλογικό έργο 2004,
Ιωσήφ Χασσίδ, «Ξένες επενδύσεις και ξένες επιχειρήσεις στην Ελλάδα», στο συλλογικό έργο
«2004», σελ. 391]

25
0
Το νομοθετικό διάταγμα 3323/1955 «Περί φορολογίας εισοδήματος φυσικών
προσώπων», αφ’ ενός εισήγαγε τη γενική φορολογία εισοδήματος φυσικών
προσώπων αφ’ ετέρου απάλλασσε πλήρως από το φόρο τα εισοδήματα από τόκους
καταθέσεων κάθε είδους σε τράπεζες και κρατικά ταμιευτήρια καθώς και από τόκους
εθνικών δανείων που εκδίδονταν με τη μορφή εντόκων γραμματίων του Δημοσίου ή
ομολόγων. Με το νομοθετικό διάταγμα 3746/1957 επεκτεινόταν η πλήρης απαλλαγή
στα εισοδήματα από τοκομερίδια, από λαχνούς ομολογιακών δανείων Ανωνύμων
Εταιρειών ή νομικών προσώπων δημοσίου (εκτός των ασφαλιστικών ταμείων) και
ιδιωτικού δικαίου, επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας. Καθιερώθηκε πλήρης απαλλαγή
φόρου για μια δεκαετία για τα μερίσματα προνομιούχων μετοχών.
Δόθηκαν φορολογικά και δασμολογικά κίνητρα για τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό
των βιομηχανικών επιχειρήσεων, τη δεκαετία 1959-1968, ειδικά κίνητρα για τη
συγχώνευση επιχειρήσεων και τη μετατροπή προσωπικών εταιρειών σε ανώνυμες, για
τη βιομηχανική αποκέντρωση και τις εξαγωγές.
Κατά τη δεκαετία του 1950 θεμελιώθηκε, και αναπτύχθηκε κατά την επόμενη του
1960, ένα νέο θεσμικό δίκτυο της άμεσης οικονομικής κρατικής παρέμβασης: ο
Οργανισμός Χρηματοδότησης Οικονομικής Ανάπτυξης (ΟΧΟΑ) το 1954 και ο
Οργανισμός Βιομηχανικής Ανάπτυξης (ΟΒΑ) το 1959, οι οποίοι κατά την επόμενη
δεκαετία συγχωνεύθηκαν (μαζί και με τον Οργανισμό Τουριστικής Αναπτύξεως) και
διαμόρφωσαν την Εθνική Τράπεζα Βιομηχανικής Ανάπτυξης (ΕΤΒΑ), το 1964.
Το 1962 ιδρύθηκε η Τράπεζα Επενδύσεων από τις τράπεζες Εμπορική και ΙονικήΛαϊκή και με τη συμμετοχή (κατά 11% στο ιδρυτικό κεφάλαιο) 10 ξένων τραπεζικών
οργανισμών.
Το 1963 ιδρύθηκε η Εθνική Τράπεζα Επενδύσεων Βιομηχανικής Αναπτύξεως
(ΕΤΕΒΑ) από την Εθνική Τράπεζα και 14 ξένες τράπεζες.
Η από το 1953 συγχώνευση της Τράπεζας Αθηνών με την Εθνική Τράπεζα
ισχυροποίησε τη λειτουργία της Εθνικής ως κρατικού μονοπωλίου.
Διαμορφώθηκαν και κρατικοί θεσμοί οικονομικού (αρχικά ενδεικτικών και όχι
δεσμευτικών πενταετών πλάνων) προγραμματισμού: Αρχικά η Επιτροπή Ερεύνης και
Οργανώσεως Οικονομικού Προγραμματισμού (1957), στη συνέχεια το Κέντρο
Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ)196, το 1962.
Κατά την εξεταζόμενη περίοδο ενισχύθηκε η κρατική ιδιοκτησία πρώτα απ’ όλα στον
τομέα της ενέργειας - ύδρευσης, όπου σχεδόν μονοπωλήθηκε στο τέλος της δεκαετίας
του 1960.
Η κρατική ΔΕΗ έγινε αποκλειστικό μονοπώλιο παραγωγής και διανομής ηλεκτρικής
ενέργειας, απορροφώντας όλες τις ιδιωτικές και δημοτικές επιχειρήσεις (τελευταία
εξαγοράσθηκε η Ηλεκτρική Εταιρεία Αθηνών-Πειραιώς -ΗΕΑΠ- το Δεκέμβριο του
1960). Κατά τις δυο δεκαετίες εκτελέσθηκαν έργα εξηλεκτρισμού, όπως το
θερμοηλεκτρικό εργοστάσιο του Αλιβερίου, τα υδροηλεκτρικά του Αγρα, του
Λάδωνα, του Λούρου, του Μέγδοβα και του Αχελώου, το θερμοηλεκτρικό της
Πτολεμαϊδος, με αποτέλεσμα να σημειωθεί μεγάλη αύξηση της ηλεκτρικής
παραγωγής (με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης 14% για την περίοδο 1956-1966197).
196

Το Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) ιδρύθηκε το 1959
ως μία μικρή ερευνητική μονάδα με την επωνυμία «Κέντρο Οικονομικών Ερευνών». Η
απόφαση για την ίδρυσή του πάρθηκε από τον τότε Πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή,
μετά από εισήγηση του τότε Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Ξενοφώντος Ζολώτα. Την
οργάνωσή του ανέλαβε ως πρώτος πρόεδρος του Δ.Σ. και Επιστημονικός Διευθυντής ο
καθηγητής και μετέπειτα πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος κλήθηκε από τον Κ.
Καραμανλή ενώ βρισκόταν στο Πανεπιστήμιο Berkley των ΗΠΑ.
197
Τράπεζα της Ελλάδος, «Τα πενήντα χρόνια της Τράπεζας της Ελλάδος», 1978, σελ.
500.

25
1
Στη συνέχεια η κρατική ιδιοκτησία επεκτάθηκε και σε ορισμένους κλάδους της
Μεταποίησης. Ιδρύθηκαν κρατικές επιχειρήσεις, όπως το διυλιστήριο Ασπροπύργου,
το εργοστάσιο ζάχαρης, το εργοστάσιο αζωτούχων λιπασμάτων Πτολεμαΐδας.
Αναπτύχθηκε η κρατική ιδιοκτησία στον τουρισμό. Ο ΕΟΤ εκπόνησε πρόγραμμα
δημιουργίας σχετικά μεγάλων τουριστικών μονάδων («Ξενία»).
Σύμφωνα με μελέτη198, το 1959 το 34% του συνόλου των παγίων κεφαλαίων των
βιομηχανικών επιχειρήσεων ανήκε στο κράτος.
Μελέτη που διενεργήθηκε για λογαριασμό του ΚΚΕ199 δίνει ότι οι κρατικές
επενδύσεις την περίοδο 1960-1970 κατά το 80% γίνονται στην αγροτική παραγωγή,
στην ενέργεια - ύδρευση, στις μεταφορές και στις τηλεπικοινωνίες.
Ο πίνακας που ακολουθεί200 δείχνει τη διάρθρωση των δημόσιων επενδύσεων κατά
κλάδο, καθώς και το ποσοστό συμμετοχής των δημόσιων επενδύσεων στο σύνολο
των επενδύσεων:

Η διάρθρωση των δημόσιων επενδύσεων κατά κλάδους
οικονομικής δραστηριότητας (σταθερές τιμές 1970 σε εκατ.
δρχ.)
1960
Γεωργίακτηνοτροφία
κλπ.
Ορυχείαλατομεία
Μεταποίηση
Ενέργειαύδρευση
κλπ.
Μεταφορέςεπικοινωνίες
Κατοικίες
Δημόσια
διοίκηση
Λοιπές
δραστηριότη
τες
ΣΥΝΟΛΟ

%

1965

%

1970

%

Ποσοστό συμμετοχής των
δημοσίων επενδύσεων στο
σύνολο των επενδύσεων που
γίνονται στον αντίστοιχο τομέα
(σε σταθ. Τιμές 1970)
1960
1965
1970
1975

2312

45,6

2006

14,4

3468

17,4

45,6

33,2

46,1

35,6

15
494

9,4
17,2

105
109

0,7
0,8

404
28

2,0
0,1

9,4
17,2

17,3
1,6

27,5
0,3

32,5
0,3

1969

84,8

4579

32,9

4994

25,1

84,8

96,2

98,1

96,3

3731
247

68,1
2,9

5594
205

40,2
1,5

8147
297

40,9
1,5

68,1
2,9

66,7
1,3

55,5
1,5

53,9
1,4

417

100,0

181

1,3

828

4,2

100,0

100,0

100,0

100,0

672

15,6

8,2

15,6

17,6

15,6

30,0

100,0

1760
1992
6

8,8

9857

1152
1393
1

100,0

100,0

Σύμφωνα με στοιχεία που δίνει ο Ξ. Ζολώτας201, στην περίοδο 1950-1953
σημειώνεται σχετικά υψηλός μέσος όρος αυξητικής μεταβολής των συνολικών
(ιδιωτικών και δημοσίων) επενδύσεων κατά 7,8%. Εντούτοις, το 1961 είναι πολύ
χαμηλές συγκριτικά με άλλα κράτη οι κατά κεφαλήν ακαθάριστες επενδύσεις σε
198
Α. Λυμπεράκη, «Ευέλικτη εξειδίκευση; Κρίση και αναδιάρθρωση στη μικρή
βιομηχανία», εκδόσεις Gutenberg, 1991, σελ. 122. Βλέπε και Π. Καζάκος, «Ανάμεσα σε
κράτος και αγορά», εκδόσεις Παττάκης, σελ. 182.
199
Σπ. Μαγκλιβέρας, «Ο κρατικός τομέας της οικονομίας στην Ελλάδα και η κρίση»,
εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1987, σελ. 163.
200
Σπ. Μαγκλιβέρας, «Ο κρατικός τομέας της οικονομίας στην Ελλάδα και η κρίση»,
εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1987, σελ. 163. Αξιοποίηση στοιχείων Εθνικών Λογαριασμών.
201
Ξ. Ζολώτας, «Νομισματική ισορροπία και οικονομική ανάπτυξις», έκδοση Τράπεζα
της Ελλάδος, 1964, σελ. 42-45.

25
2
δολάρια (σε σταθερές τιμές 1954): Ελλάδα 71, Αυστρία 163, Δυτική Γερμανία 275,
Ολλανδία 200, Σουηδία 314, Ιταλία 148, Καναδάς 424.
Αλλά και η κατανομή των ακαθαρίστων επενδύσεων παγίου κεφαλαίου κατά τομείς
δραστηριότητας (άνευ πλοίων, σε σταθερές τιμές 1954) ως μέσος όρος της περιόδου
1950-1963, επιβεβαιώνει ότι παρά το προχώρημα της εκβιομηχάνισης παραμένουν τα
προβλήματα συγκριτικής καθυστέρησης στη διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας:
Οι κατοικίες απορροφούν το μεγαλύτερο ποσοστό (32,9%) έναντι της ενέργειας /
ύδρευσης / μεταφορών / επικοινωνιών (27%), συνολικά της αγροτικής παραγωγής /
ορυχείων / μεταποίησης (26,7%) και λοιπών (13,4%). Στο τέλος αυτής της περιόδου η
συμμετοχή των δημοσίων στο σύνολο των επενδύσεων ανέρχεται σε 35%.
Αλλά και κατά την επόμενη περίοδο, 1964-1973, οι επενδύσεις στη μεταποίηση ως
ποσοστό του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος, στην Ελλάδα είναι 3,5%, από τα
χαμηλότερα συγκριτικά με άλλα κράτη: Ιαπωνία 7,6%, Φιλλανδία 5,4%, Πορτογαλία
5,4%, Ολλανδία 5,2%, Βέλγιο 5,2%, Ιρλανδία 4,1%, Ηνωμένο Βασίλειο 3,8%. Το
ίδιο, και ως ποσοστό επί των ακαθαρίστων επενδύσεων παγίου κεφαλαίου 14,3%
είναι πολύ πίσω από το αντίστοιχο άλλων κρατών όπως: Ιαπωνίας 22,1%, Φιλλανδίας
20,9%, Πορτογαλίας 29,4%, Ολλανδίας 20,7%, Βελγίου 23,9%, Ιρλανδίας 19,3%,
Ηνωμ. Βασιλείου 20,1%202.
Ειδικότερα για την περίοδο της δικτατορίας, η μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος
επισημαίνει ότι η πιστωτική και επενδυτική πολιτική ανέστειλε τις προσπάθειες
αναδιάρθρωσης και βιομηχανικής ανάπτυξης της προηγούμενης περιόδου. Σημειώνει
ότι οι επενδύσεις σε κατοικίες απορροφούσαν ως το 1973 ποσοστό γύρω στο 30%
του συνόλου των ακαθάριστων επενδύσεων παγίου κεφαλαίου και όλες μαζί οι
δαπάνες για «κτίρια και λοιπές κατασκευές» αντιπροσώπευαν ποσοστό μεγαλύτερο
του 67%, ενώ οι επενδύσεις στη γεωργία και τη βιομηχανία αντιπροσώπευαν μαζί
μόνο το ένα τέταρτο (1/4) των συνολικών επενδύσεων203.
Η ουσιαστική εισροή ξένων κεφαλαίων για επενδύσεις στη βιομηχανία ξεκίνησε κατά
τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 1950 κυρίως στους κλάδους της χαρτοποιίας,
των μεταφορικών μέσων, των ηλεκτρικών ειδών και κατά την επόμενη δεκαετία, του
1960, έγιναν οι πολύ μεγαλύτερες επενδύσεις στα πετρελαιοειδή - ESSO-Pappas,
Motor Oil - στην επεξεργασία βωξίτη (Pechiney), στα ελαστικά (Pirelli).
Σύμφωνα με στοιχεία ορισμένης μελέτης204 το 1956 οι ξένες ακαθάριστες επενδύσεις
αποτελούσαν το 3% των ακαθάριστων επενδύσεων στην Μεταποίηση, το 1957 το
5,3%, το 1958 το 8%, το 1959 το 4%, το 1960 το 8,5%, αυξήθηκαν θεαματικά το
1963 και αποτέλεσαν το 24%, το 1965 έφθασαν το 31,8% και στη συνέχεια
μειώθηκαν στο 21,9% (1966), 14,2% (1967) και 12,4% (1968).
Μελέτη205, στηριζόμενη σε επεξεργασία στοιχείων Ετησίων Εκθέσεων του
υπουργείου Συντονισμού που αναφέρονται στις επενδύσεις του νόμου 2687/1953,
δίνει ότι περίπου το 65% των ξένων επενδύσεων της περιόδου 1954-1969
κατευθύνθηκε στην μεταποίηση, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η σύνθεσή τους
δεν είχε τον κλασικά αποικιακό χαρακτήρα206.
202
Ξ. Ζολώτας, «Νομισματικές και Οικονομικές μελέτες 1945-1996», έκδ. Τράπεζα της
Ελλάδος, Αθήνα 1997, σελ. 368.
203
Τράπεζα της Ελλάδος, «Τα πενήντα χρόνια της Τράπεζας της Ελλάδος», 1978, σελ.
633-634.
204
Β. Παπανδρέου, «Πολυεθνικές επιχειρήσεις και αναπτυσσόμενες χώρες», εκδόσεις
Gutenberg, 1981.
205
Π. Καζάκος, «Ανάμεσα σε κράτος και αγορά», εκδόσεις Πατάκης, Αθήνα 2003,
σελ. 210.
206
Κάθε εισροή ξένου βιομηχανικού κεφαλαίου έχει ως κίνητρό της την αποκόμιση
μεγαλύτερου ποσοστού κέρδους που συχνά εξασφαλίζεται από το χαμηλότερο επίπεδο
μισθών και ημερομισθίων της χώρας υποδοχής από εκείνο στη χώρα εξαγωγής κεφαλαίων.
Ωστόσο, δεν είναι αυτό το στοιχείο που προσδιορίζει μια ξένη επένδυση ως κλασικά

25
3
Ως προς τη γεωγραφική σύνθεση των ΑΞΕ, από διαφορετικές πηγές προκύπτει
διαφοροποίηση μεταξύ των δεκαετιών 1950 και 1960. Ενώ προς το τέλος της
δεκαετίας του 1950 οι αμερικανικές κατέχουν το 50% των συνολικών ΑΞΕ στην
Ελλάδα, προς το τέλος της επόμενης δεκαετίας μειώνεται η αμερικανική συμμετοχή
και αυξάνεται η ευρωπαϊκή, κυρίως της Γαλλίας και της Βρετανίας.
Σύμφωνα με στοιχεία που δίνει η Τράπεζα της Ελλάδος 207 (παρατίθενται αναλυτικά
στον πίνακα στη σελ. 111) για τη διάρθρωση των πόρων χρηματοδότησης των
ακαθάριστων επενδύσεων, η χρηματοδότηση εξωτερικού, τόσο με τη μορφή
δανεισμού όσο και με τη μορφή μεταβιβάσεων ακολουθεί πτωτική πορεία κατά την
περίοδο 1958-1966:
Το 1966 η χρηματοδότηση εξωτερικού αποτελούσε το 9,1% (8,9% από δανεισμό και
0,2% από μεταβιβάσεις) των ακαθάριστων επενδύσεων, ενώ το 1958 αποτελούσε το
18,8% (13,5% από δανεισμό και 5,3% από μεταβιβάσεις). Αντιθέτως αυξανόταν η
συμμετοχή της εσωτερικής ιδιωτικής χρηματοδότησης με το μεγαλύτερο μέρος της
αύξησης να οφείλεται στην αποταμίευση ιδιωτών και νομικών προσώπων ιδιωτικού
δικαίου.
Ως προς τη σχέση κεφαλαίων εσωτερικού προς το σύνολο των χρηματοδοτουμένων
ακαθάριστων επενδύσεων, αυτή διαμορφώνεται στο 90,9% το 1966 έναντι 87,9% το
1957208.
Γενικότερα, κατά τη χρονική περίοδο 1956-1966, η ιδιωτική αποταμίευση
τριπλασιάσθηκε, ενώ η αποταμίευση του δημοσίου τομέα, η οποία βρισκόταν σε πολύ
χαμηλό επίπεδο στην αρχή της περιόδου, υπεροκταπλασιάσθηκε209.
Το ίδιο συμπέραινε και μελέτη για λογαριασμό του ΚΚΕ. Για την μεταπολεμική
περίοδο μέχρι το 1970, σημείωσε τη σημαντική αύξηση του όγκου επενδύσεων από
εσωτερικές πηγές, συγκριτικά με την προπολεμική περίοδο, και επομένως την
αύξηση του μεριδίου των εσωτερικών πηγών συσσώρευσης και χρηματοδότησης της
διευρυμένης καπιταλιστικής παραγωγής στην Ελλάδα. Ακόμα ανέφερε ότι το μερίδιο
του ξένου κεφαλαίου ήταν πάνω από το 50% στις ακαθάριστες επενδύσεις στο
σύνολο της οικονομίας το 1938, ενώ το 1969 κυμαινόταν μεταξύ 35-40%210.
Σύμφωνα με στοιχεία μελετών, το 1972 το ποσοστό ενεργητικού ξένου κεφαλαίου επί
του συνόλου του ενεργητικού των επιχειρήσεων στη Μεταποίηση ήταν 29,8%211.
Διάρθρωση των πόρων χρηματοδοτήσεων
των ακαθάριστων επενδύσεων212
1958
1961
εκατ. %
εκατ.
δρχ.
δρχ.

%

1966
εκατ.
δρχ.

%

αποικιακού χαρακτήρα. Ως τέτοια προσδιορίζεται όταν εξάγεται εξ ολοκλήρου η υπεραξία
και όταν μια ξένη βιομηχανική επένδυση δεν τροφοδοτεί άλλες εγχώριες βιομηχανικές
επενδύσεις.
207
Τράπεζα της Ελλάδος, «Τα πενήντα χρόνια της Τραπέζης της Ελλάδος», 1978,
Πίνακας 121, σελ. 509.
208
Τράπεζα της Ελλάδος, «Τα πενήντα χρόνια της Τραπέζης της Ελλάδος», 1978,
Πίνακας 137, σελ. 540.
209
Τράπεζα της Ελλάδος, «Τα πενήντα χρόνια της Τραπέζης της Ελλάδος», 1978,
Πίνακας 138, σελ. 538-539.
210
Μ. Μάλιος, «Η σύγχρονη φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού στην Ελλάδα», σελ.
107, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1975.
211
Στ. Μπαμπανάση - Κ. Σούλα, «Η Ελλάδα στην περιφέρεια των αναπτυγμένων
χωρών», εκδόσεις Θεμέλιο, σελ. 162. Βλέπε και Γιάννη Σαμαρά, «Κράτος και κεφάλαιο στην
Ελλάδα», σελ. 435.
212
Τράπεζα της Ελλάδος, «Τα πενήντα χρόνια της Τραπέζης της Ελλάδος», 1978,
Πίνακας 121, σελ. 509.

25
4
Χρηματοδότηση
του Δημοσίου
Ιδιωτική
Χρηματοδότηση
Αποταμίευση δημοσίων
και ιδιωτικών ΑΕ
Αποταμίευση ιδιωτών
και νομικών προσώπων
ιδιωτικού δικαίου
Αποσβέσεις
και λοιπές προβλέψεις
Χρηματοδότηση
εξωτερικού
Δανεισμός
Μεταβιβάσεις
Σύνολο επενδύσεων

3.175
10.75
3

18,5

23,3

62,7

5.518
15.60
3

16,7

65,7

7.427
33.10
2

337

2

835

3,5

1.941

4,3

6.096

35,5

9.023

38

4.320

25,2

5.745

24,2

3.234 18,8
2.610 11
2.322 13,5
1.217 5,1
912
5,3
1.393 5,9
17.12
23.73
6
100
1
100
Πηγή: ΥΣΙ 1958-1975, σ. 130. Επεξεργασία στοιχείων.

20.67
7
10.48
4
4.068
3.987
81
44.59
7

74,2

46,4
23,5
9,1
8,9
0,2
100

2.Δ.2. Τα αποτελέσματα των οικονομικών εξελίξεων
ως προς τους ρυθμούς εξέλιξης του ΑΕΠ,
τη συμμετοχή των τομέων της οικονομίας
και των κλάδων της βιομηχανίας
Η αγροτική παραγωγή έφθασε στο προπολεμικό επίπεδο το 1952, η δε μεταποιητική
το 1950213.
Κατά τη χρονική περίοδο 1957-1966, η Ελλάδα παρουσιάζει το μεγαλύτερο μέσο
ετήσιο ρυθμό (6,6%) αύξησης του Ακαθαρίστου Εθνικού Προϊόντος (σε αγοραίες
τιμές)214. Αλλαγές συντελούνταν στη διάρθρωση του Εθνικού Προϊόντος με κύριο
χαρακτηριστικό τη μείωση της συμμετοχής του πρωτογενούς τομέα από 26,9% το
1956 σε 21,7% το 1966 και αύξηση της συμμετοχής του δευτερογενούς τομέα από
21,5% το 1956 σε 26,8% το 1966 (και ειδικότερα την αύξηση της Μεταποίησης από
12,8% σε 15,2%)215.
Στη χρονική περίοδο 1951-1969 ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης της αγροτικής
παραγωγής είναι 3,7% ενώ ο αντίστοιχος της βιομηχανικής είναι 8,4%,
υπερδιπλάσιος του πρώτου, με αποτέλεσμα να αλλάζει η συμμετοχή των δύο τομέων
της οικονομίας στη σύνθεση του ΑΕΠ υπέρ του βιομηχανικού τομέα, όπως φαίνεται
στον ακόλουθο πίνακα216.
Ρυθμοί ανάπτυξης του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος
κατά τομείς της οικονομίας κατά την περίοδο 1950-1969
1950=100, στη βάση σταθερών τιμών του 1958217
213
Κ. Δρακάτος, «Ο μεγάλος κύκλος της ελληνικής οικονομίας», εκδόσεις Παπαζήση,
1997, σελ. 29. Και στην έκδοση της Τράπεζας της Ελλάδος, «Τα πενήντα χρόνια της
Τραπέζης της Ελλάδος», 1978, σελ. 284-285.
214
Τράπεζα της Ελλάδος, «Τα πενήντα χρόνια της Τραπέζης της Ελλάδος», 1978, σελ.
495 (χρησιμοποίηση στοιχείων OECD Ι 1953-1969).
215
Τράπεζα της Ελλάδος, «Τα πενήντα χρόνια της Τραπέζης της Ελλάδος», 1978, σελ.
496.
216
Μ. Μάλιος, «Η σύγχρονη φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού στην Ελλάδα»,
εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1975, σελ. 69.

25
5

χρόνος

οικονομ
ία
αγροτικ
ή

μέσος
ετήσιος
ρυθμός
προσαύ
ξησης

μέσος
ετήσιος
Βιομηχα
ρυθμός
νία
προσαύ
ξησης

λοιποί
κλάδοι

μέσος
ετήσιος
ρυθμός
προσαύξ
ησης

1951-1955
1956-1960
1961-1965
1966-1969
1951-1960
1961-1969
1951-1969

140
104
134
104
145
140
204

7,0
0,7
6,0
0,7
3,8
3,4
3,7

146
153
153
141
222
216
481

127
129
143
126
164
181
297

4,9
5,2
7,3
6,3
5,1
7,0
6,0

7,9
8,9
8,9
8,0
8,3
8,6
8,4

Έτσι, το 1970, η βιομηχανία συμμετέχει κατά 31,1% (το 1939 συμμετείχε κατά 18%)
στο εθνικό εισόδημα, η αγροτική παραγωγή κατά 19,2% (40% το 1939) και οι λοιποί
κλάδοι κατά 49,7% (42% το 1939)218.
Κατά τα επόμενα χρόνια της δικτατορίας, δηλαδή μέχρι τη μεταπολίτευση (1974),
συνεχίστηκε η τάση μείωσης του μεριδίου της αγροτικής παραγωγής και αύξησης του
μεριδίου των υπηρεσιών. Το 1974 ο πρωτογενής τομέας συμμετείχε με ποσοστό
16,6% (γεωργία - κτηνοτροφία 15,9%) επί του ΑΕΠ, ενώ το 1966 ήταν 22,2%, το
1969 18,1% και το 1972 17%. Ο δευτερογενής τομέας συμμετείχε με ποσοστό 31,5%
(μεταποίηση 20,8%) επί του ΑΕΠ, ενώ το 1966 ήταν 27,3%, το 1969 31,4% και το
1972 ήταν 33,5% (για τη μεταποίηση αντίστοιχα τα ποσοστά ήταν 15,6%, 17,9% και
19,4%)219.
Τα παραπάνω στοιχεία αφορούν τη διάρθρωση του Ακαθάριστου Εγχώριου
Προϊόντος και όχι τη διάρθρωση του Εθνικού Εισοδήματος. Συχνά προκύπτει
πρόβλημα συγκρισιμότητας μεταξύ αναφορών των πηγών σε αυτά τα δύο
διαφορετικά οικονομικά μεγέθη. Ακόμη περισσότερο που προοδευτικά υιοθετήθηκε η
αναφορά στο ΑΕΠ. Πέραν αυτών και άλλων μεθοδολογικών και στατιστικών
προβλημάτων, οι τάσεις καταγράφονται με σαφήνεια.
Από το βιομηχανικό τομέα, ακόμη υψηλότερος του γενικού ήταν ο δείκτης αύξησης
της εξορυκτικής βιομηχανίας (12% για την 20ετία 1951-1970). Η μέση ετήσια
μεταβολή της παραγωγής ηλεκτρενέργειας στο διάστημα 1951-1954 ήταν 8,9%, για
το 1955-1958 12,8%, ενώ αυξήθηκε περισσότερο την επόμενη δεκαετία, κατά 15,1%
για τα έτη 1963-1966 και 13,2% για τα έτη 1967-1970220.
Σταθερά αυξητική ήταν και η μεταβολή στη Μεταποίηση: 1951-1954 7,7%, 19551958 8,9%, 1959-1962 6,2%, 1963-1966 10,4%, 1967-1970 10,3%221.
Κατά την 20ετία 1950-1970 πραγματοποιήθηκαν αλλαγές στη διάρθρωση της
ελληνικής Μεταποίησης με υποχώρηση της ποσοστιαίας συμμετοχής των κλάδων
217
Μ. Μάλιος, «Η σύγχρονη φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού στην Ελλάδα»,
εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1975, σελ. 68, (Πίνακας 8).
218
Μ. Μάλιος, «Η σύγχρονη φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού στην Ελλάδα»,
εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1975, σελ. 66.
219
Τράπεζα της Ελλάδος, «Τα πενήντα χρόνια της Τράπεζας της Ελλάδος», 1978, σελ.
629, Πίνακας 167.
220
Μ. Μάλιος, «Η σύγχρονη φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού στην Ελλάδα»,
εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1975, σελ. 69, 71 (Πίνακας 10).
221
Μ. Μάλιος, «Η σύγχρονη φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού στην Ελλάδα»,
εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1975, σελ. 73 (Πίνακας 11).

25
6
Τροφίμων-Ποτών, Κλωστοϋφαντουργίας, Ιματισμού, επεξεργασίας Ξύλου, και άνοδο
της συμμετοχής των Κλάδων Χάρτου, Χημικών, Οικοδομικών υλικών,
Μεταλλουργικής, Επεξεργασίας Μετάλλου, Παραγωγής μεταφορικών μέσων222.
Στην περίοδο 1938-1970, επί γενικής αύξησης του όγκου παραγωγής της
Μεταποίησης κατά 8 φορές, ο όγκος παραγωγής των παραπάνω 6 κλάδων, που θα
μπορούσαν να τοποθετηθούν στη βαριά βιομηχανία, αυξήθηκε κατά 17,7 φορές223.
Την περίοδο 1951-1970, το ποσοστό της μέσης ετήσιας αύξησης της παραγωγής των
παραπάνω κλάδων ήταν 15,6%. Επομένως το ειδικό βάρος αυτών των κλάδων στη
συνολική παραγωγή της ελληνικής Μεταποίησης αυξήθηκε από 22,5% το 1950 σε
44,9% το 1970224.
Βεβαίως, όπως τονίζει ο ίδιος ο Μιχάλης Μάλιος, όλη η παραγωγή των παραπάνω
κλάδων δεν ανήκει στη βαρειά βιομηχανία. Αναφερόμενος σε στοιχεία του προέδρου
της Ένωσης Ελλήνων Βιομηχάνων Ι. Μήτσου, δίνει ως εξής τη σύνθεση του
προϊόντος της ελληνικής Μεταποίησης, το 1971: 31,3% κεφαλαιουχικά και προϊόντα
μεταλλουργίας, 21,6% «ενδιάμεσα» προϊόντα και 48,1% καταναλωτικά προϊόντα225.
Η ανάπτυξη των κλάδων της μεταλλουργίας και της χημικής βιομηχανίας
συνεχίσθηκε με μεγάλους ρυθμούς και κατά την περίοδο της δικτατορίας,
εμφανίζοντας μεγάλο βαθμό συγκέντρωσης με κυριαρχία της «Χαλυβουργικής», της
«Ελληνικής Χαλυβουργίας», της «Αλουμίνιο της Ελλάδος», του ομίλου «Εσσο
Πάππας», της «Λάρκο», της «Λαύριο» και της «Αλκόα».
Κατά τη δεκαετία του 1960 θεμελιώθηκε και αναπτύχθηκε ο κλάδος της
πετρελαιοβιομηχανίας (διυλιστήρια), στον οποίο εισήλθαν οι εφοπλιστές: ο Νιάρχος
το 1971 με εξαγορά των δύο τρίτων (2/3) των μετοχών του κρατικού διυλιστηρίου
Ασπροπύργου, ο Λάτσης με επενδύσεις στην Ελευσίνα, ο όμιλος «Εσσο Πάππας» και
ο Ανδρεάδης.
Οι εφοπλιστές διείσδυσαν στον επίσης νεοσύστατο και αναπτυσσόμενο κλάδο της
ναυπηγικής βιομηχανίας, υποβοηθούμενοι από τις κρατικές συμφωνίες και τη
γενικότερη πιστωτική πολιτική. Το 1967 ναυπηγήθηκαν στην Ελλάδα πλοία ολικής
χωρητικότητας 8,9 χιλ. τόνων, το 1969 51,3 χιλ. τόνων και το 1971 101 χιλ. τόνων.
Τα ναυπηγεία Σκαραμαγκά, ιδιοκτησίας Νιάρχου, αποτελούσαν τα μεγαλύτερα της
Μεσογείου226.
Άλλωστε, η ίδρυση των διυλιστηρίων Βαρδινογιάννη και Λάτση και των Ναυπηγείων
Ελευσίνας αποτελούσαν τις μόνες νέες μεγάλες βιομηχανικές μονάδες της περιόδου
της δικτατορίας, ενώ οι άλλες σημαντικές βιομηχανικές επενδύσεις αυτής της
περιόδου αποτελούσαν επεκτάσεις βιομηχανιών (της Λάρκο, της Αλουμίνιο της
Ελλάδος, της Χαλυβουργικής και των Ελληνικών Ναυπηγείων) θεμελιωμένων κατά
την προηγούμενη περίοδο. Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι χαρακτηριστικό
της δικτατορικής περιόδου ήταν η δημιουργία βιομηχανικών μονάδων μικρού
μεγέθους χωρίς προοπτική να εξελιχθούν σε μεγάλες ανταγωνιστικές μονάδες227.
222
Μ. Μάλιος, «Η σύγχρονη φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού στην Ελλάδα»,
εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1975, σελ. 73 (Πίνακας 12).
223
Μ. Μάλιος, «Η σύγχρονη φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού στην Ελλάδα»,
εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1975, σελ. 73-74 (Πίνακας 12).
224
Μ. Μάλιος, «Η σύγχρονη φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού στην Ελλάδα,
εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1975, σελ. 74.
225
Μ. Μάλιος, «Η σύγχρονη φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού στην Ελλάδα»,
εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1975, σελ. 75.
226
Μ. Μάλιος, «Η σύγχρονη φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού στην Ελλάδα»,
εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1975, σελ. 77.
227
Τράπεζα της Ελλάδος, «Τα πενήντα χρόνια της Τράπεζας της Ελλάδος», 1978, σελ.
634 (αναφορά στην κριτική του καθηγητή Ξ. Ζολώτα προς την οικονομική πολιτική της
δικτατορίας).

25
7
Ειδικότερα για την επταετία της Δικτατορίας (1967-1974) δεν είναι εύκολη η
εξειδικευμένη συγκεντρωτική αναφορά σε οικονομικούς δείκτες, γιατί οι
περισσότεροι εξ αυτών περιλαμβάνονται σε δεκαετείς (ή πενταετείς) περιόδους.
Σημειώνεται ότι η Τράπεζα της Ελλάδας εκτιμά ότι μεταξύ 1966 και 1974 η καθαρή
εισροή κεφαλαίων σχεδόν τετραπλασιάστηκε (από 260 εκατ. δολ. έφθασε σε 1.021
εκατ. δολ.) χάρη στην αύξηση ιδίως της εισροής ιδιωτικών κεφαλαίων που εκάλυψαν
πάνω από το 40% του συνόλου. Από τα εισαγόμενα ιδιωτικά κεφάλαια ποσοστό 43%
περίπου αποτελούσαν τα επιχειρηματικά κεφάλαια. Από τα υπόλοιπα κεφάλαια το
μεγαλύτερο μέρος προοριζόταν για επενδύσεις σε ακίνητα. Με ταχύ ρυθμό αυξήθηκε
η εισροή κεφαλαίων στις εμπορικές τράπεζες και τα λοιπά πιστωτικά ιδρύματα, που
κατά το μεγαλύτερο μέρος προερχόταν από τις καταθέσεις σε συνάλλαγμα των
Ελλήνων μονίμων κατοίκων του εξωτερικού (ιδίως εργατών και ναυτικών)228.
Κατά την επταετή περίοδο της δικτατορίας, αν και σημειώθηκε γενικά μεγάλη ετήσια
αυξητική μεταβολή του ΑΕΠ (με εξαίρεση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ για το 1974) και
βελτιώθηκε το κατά κεφαλήν εισόδημα σε σύγκριση με τις αναπτυγμένες
καπιταλιστικές οικονομίες, η οικονομική πολιτική της χούντας δέχθηκε κριτική από
αστούς οικονομολόγους όπως ο Ξ. Ζολώτας. Εκτιμήθηκε ότι ανακόπηκε η διαδικασία
της εκβιομηχάνισης που ξεκίνησε δυναμικά με τις μεγάλες βιομηχανικές
εγκαταστάσεις των ετών 1961-1964 και ενώ υπήρχαν προϋποθέσεις ανάπτυξης
ανάλογων νέων έργων. Κατακρίθηκε η επεκτατική πολιτική που στόχευε κυρίως στην
ανάπτυξη των κατασκευών, του τουρισμού, στην ανεπιτυχή πολιτική στήριξης του
αγροτικού εισοδήματος [με την αντικατάσταση του συστήματος συγκέντρωσης των
αγροτικών προϊόντων από το κράτος σε υψηλές τιμές (μεγαλύτερες αυτών που θα
διαμορφώνονταν στην αγορά) από απευθείας εισοδηματικές ενισχύσεις των
παραγωγών]. Εκτιμήθηκε ότι αυτή η πολιτική δεν έφερε σημαντική επέκταση των
δυναμικών καλλιεργειών αν και περιόρισε, ίσως και περισσότερο του επιθυμητού,
καλλιέργειες όπως του σιταριού229.
Ο Ξ. Ζολώτας υποστήριξε ότι λόγω κακού σχεδιασμού της οικονομικής πολιτικής
κατά την επταετία, η βιομηχανία σε ορισμένες περιπτώσεις άρχισε να παίρνει
εσφαλμένο προσανατολισμό και να συγκεντρώνεται σε κλάδους όπου η
προστιθέμενη αξία ήταν σχετικά μικρή. Αλλά παρ’ όλα αυτά θεωρεί τον κορμό της
βιομηχανίας κατά βάση υγιή230.
Ιδιαίτερα δυναμική υπήρξε η εξέλιξη της ναυτιλίας.
Τη χρονική περίοδο 1950-1970, τα υπό ελληνική σημαία πλοία αυξήθηκαν κατά
1.775 (544,5%) και σε χωρητικότητα 11,6 εκατ. κόρους (928%). Τα υπό ξένη σημαία
ελληνόκτητα πλοία αυξήθηκαν κατά 918 (305%) και σε χωρητικότητα 16,35 εκατ.
κόρους (961,8%). Το σύνολο του ελληνόκτητου στόλου (υπό ελληνική και υπό ξένη
σημαία) αυξήθηκε κατά 2.693 πλοία (429,5%) και σε χωρητικότητα 27, 95 εκατ.
κόρους [947,46%]231.
Η ανάπτυξη της εμπορικής ναυτιλίας δεν ήταν τυχαία. Η διατήρηση και ενίσχυση της
θέσης που κατείχε στη διεθνή αγορά ήταν αποτέλεσμα ευνοϊκής πολιτικής εκ μέρους
των ΗΠΑ και βεβαίως της εγχώριας κυβερνητικής πολιτικής. Στηρίχτηκε φυσικά
στην εντατική εκμετάλλευση των ναυτεργατών από το εφοπλιστικό κεφάλαιο.
228
Τράπεζα της Ελλάδος, «Τα πενήντα χρόνια της Τραπέζης της Ελλάδος», 1978, σελ.
686.
229
Τράπεζα της Ελλάδος, «Τα πενήντα χρόνια της Τραπέζης της Ελλάδος», 1978, σελ.
626-627.
230
Ξ. Ζολώτας, «Νομισματικές και Οικονομικές μελέτες 1945-1996», τόμος Β΄, σελ.
241 ή Ξ. Ζολώτας, «Πλαίσια και κατευθύνσεις της βιομηχανικής αναπτύξεως», 1976, σελ.
15.
231
Ματθαίος Δ. Λως, «Πορεία προς την κορυφή» (Η μεταπολεμική ναυτιλία των
Ελλήνων, 1945-2000), σελ. 40-46, εκδόσεις Ακρίτας.

25
8
Ο πίνακας που ακολουθεί δείχνει την ανάπτυξη του ελληνόκτητου εμπορικού στόλου
την περίοδο 1950-1970.
Ελληνόκτητος εμπορικός στόλος
1950-1970
(πλοία άνω των 100 grt)232
Πλοία υπό
ελληνική σημαία
Ετος
Πλοία
Εκατ. grt
1950
326
1,25
1951
321
1,25
1952
301
1,20
1953
292
1,15
1954
309
1,25
1955
312
1,25
1956
346
1,45
1957
373
1,60
1958
475
2,30
1959
651
3,90
1960
817
5,60
1961
959
6,75
1962
1265
7,00
1963
1336
7,50
1964
1411
7,30
1965
1509
7,20
1966
1631
7,50
1967
1776
7,70
1968
1822
8,75
1969
1919
10,60
1970
2101
12,85

232

Πλοία υπό
ξένες σημαίες
Πλοία
Εκατ. grt
301
1,70
396
2,40
439
2,85
496
3,60
621
4,70
723
5,65
835
7,05
995
8,90
1021
9,60
901
8,55
703
6,60
891
6,45
675
6,30
769
7,55
861
9,20
1006
11,40
1093
12,25
1088
14,10
1098
15,15
1138
16,35
1219
18,05

Σύνολο
Πλοία
627
717
740
788
930
1035
1181
1368
1496
1552
1520
1850
1940
2105
2272
2515
2724
2864
2920
3057
3320

Εκατ. grt
2,95
3,65
4,05
4,75
5,95
6,90
8,50
10,50
11,90
12,45
12,20
13,20
13,30
15,05
16,50
18,60
19,75
21,80
23,90
26,95
30,90

Επεξεργασία στοιχείων από τις πηγές: Ματθαίος Δ. Λως, «Πορεία προς την
κορυφή» (Η μεταπολεμική ναυτιλία των Ελλήνων, 1945-2000), εκδόσεις Ακρίτας, Αθήνα
2000, σελ. 40-46 και Τζελίνα Χαρλαύτη, Ιστορία της Ελληνόκτητης Ναυτιλίας 19 ος -20ος
αιώνας, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 2001.
(Τα στοιχεία για τον υπό ελληνική σημαία και ελληνόκτητο στόλο
συμπεριλαμβάνουν όλα τα εμπορικά και επιβατικά πλοία άνω των 100 κοχ.)
Από το 1949 ως το 1970 τα πλοία με ελληνική σημαία αυξήθηκαν σε χωρητικότητα
κατά 11.549.000 κοχ (887,7%) και ο ελληνόκτητος στόλος κατά 28.522.000 κοχ (1199,9%).
Αντίστοιχα την περίοδο 1949-1975 τα πλοία με ελληνική σημαία αυξήθηκαν κατά 23807 χιλ.
κοχ (1829,9%) και ο ελληνόκτητος στόλος κατά 45921 χιλ. κοχ (1931,9%).

25
9
Αμέσως μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου το αστικό κράτος μπήκε
εγγυητής, ανέλαβε το ίδιο οικονομικές υποχρεώσεις και διαπραγματεύθηκε με την
κυβέρνηση των ΗΠΑ για να αποκτήσουν οι Έλληνες εφοπλιστές 100 «Λίμπερτις»233.
Με το νομοθετικό διάταγμα 2687/53 περί «Προστασίας και επενδύσεως κεφαλαίων
εξωτερικού», τα υπό ελληνική σημαία πλοία άνω των 1.500 grt χαρακτηρίστηκαν ως
κεφάλαιο εξωτερικού (ξένο κεφάλαιο).
Με το άρθρο 13 του Ν. 2687/53 καθιερώθηκαν οι «εγκριτικές πράξεις» - συμφωνίες
νηολόγησης των πλοίων που «κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων και αυτής
έτι της δημόσιας τάξεως» προβλεπόταν η ελεύθερη διαχείριση στην Ελλάδα ή στο
εξωτερικό σε δραχμές και συνάλλαγμα των εσόδων και κερδών του πλοίου και η
απαλλαγή του από κάθε υποχρέωση. Προβλεπόταν επίσης η εφαρμογή οργανικών
συνθέσεων, ανεξάρτητα από αυτές που ίσχυαν με βάση την υπόλοιπη νομοθεσία.
Οι κυβερνήσεις της δικτατορίας (1967-1974) ακολούθησαν πολιτική προσέλκυσης
του ελληνόκτητου εμπορικού στόλου στην ελληνική σημαία, με σχεδόν πλήρη
φορολογική απαλλαγή.
Ο νόμος 465/68 προσδιόριζε ένα χρονιάτικο εφάπαξ φόρο που υπολογιζόταν
σύμφωνα με την χωρητικότητα και την ηλικία του κάθε πλοίου. Με το νόμο αυτό

233

Για την αγορά των 100 «Λίμπερτις», αξίας 16,5 εκατομμυρίων λιρών Αγγλίας, οι
εφοπλιστές κατέβαλαν μόνο 4,1 εκατομμύρια λίρες Αγγλίας (25%), ενώ για τα υπόλοιπα 12,1
εκατομμύρια λίρες Αγγλίας παρείχε εγγύηση το ελληνικό αστικό κράτος. Τα κέρδη των
Ελλήνων εφοπλιστών μετά από το τέλος του πολέμου από ασφάλειες και ναύλους σε μετρητά
ανέρχονταν σε 47,5 εκατομμύρια λίρες Αγγλίας. Την ίδια περίοδο, μεταξύ των 19.000
Ελλήνων ναυτεργατών, 2.000 έχασαν τη ζωή τους, 2.500 έμειναν ανάπηροι και 150
παραφρόνησαν. Οι εφοπλιστές την περίοδο 1946-1949 αγόρασαν και άλλα 277 πλοία. Ο
ελληνόκτητος στόλος λειτουργούσε ως το «4ο όπλο του ΝΑΤΟ» στους ιμπεριαλιστικούς
πολέμους των ΗΠΑ και των συμμάχων τους ενάντια στην Κορέα, στο Βιετνάμ κ.α.
Οι εφοπλιστές χαρακτήριζαν «χρυσή» την περίοδο του ιμπεριαλιστικού πολέμου
στην Κορέα, γιατί σύμφωνα με τους ίδιους, «ένα ταξίδι έκαμε δύο βαπόρια»!
Η τάση νηολόγησης του ελληνόκτητου στόλου υπό ξένη σημαία -στις λεγόμενες
«σημαίες ευκαιρίας»- παρά τα προκλητικά προνόμια που παρείχε το ελληνικό αστικό κράτος
στους εφοπλιστές (φοροαπαλλαγές και θαλασσοδάνεια - επιδοτήσεις από το ΝΑΤ και τα
άλλα ασφαλιστικά ταμεία των ναυτεργατών, δραστική μείωση των μισθών των ναυτεργατών
μέχρι και κατά 50% το 1953) συνεχίστηκε έως σήμερα, που μόνο το 30,3% είναι υπό
ελληνική σημαία, ενώ το 69,7% των πλοίων είναι νηολογημένα σε σημαίες ευκαιρίας.

26
0
καταργήθηκε το Ν. Δ. 1880/51 που προέβλεπε το φόρο επί των ακαθάριστων κερδών
των πλοίων.
Με τους νόμους 89/67 και 378/68 δόθηκαν κίνητρα για την εγκατάσταση των
ναυτιλιακών εταιρειών στην Ελλάδα.
Παρά την αύξηση της χωρικότητας του εγγεγραμμένου στα ελληνικά νηολόγια
στόλου, η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι στο τέλος της περιόδου έμενε ακόμη ο
μισός περίπου στόλος ελληνικής ιδιοκτησίας υπό ξένη σημαία, ενώ δεν θεωρεί το
προκύπτον οικονομικό όφελος ανάλογο προς το μέγεθος των παροχών που έγιναν
στους εφοπλιστές234.
Η ποσοστιαία συμμετοχή των υπό ελληνική σημαία πλοίων στο σύνολο του
ελληνόκτητου στόλου, με κριτήριο τον αριθμό των πλοίων, εξελίχθηκε ως εξής:
1953: 37%, 1955: 30,1%, 1960: 53,75%, 1967: 62%, 1970: 63,2%.
Η τάση νηολόγησης υπό ξένη σημαία (στις λεγόμενες «σημαίες ευκαιρίας»)
διατηρήθηκε παρά τα προκλητικά κίνητρα - προνόμια προς το εφοπλιστικό κεφάλαιο,
τα οποία όμως δεν έφθαναν στο επίπεδο των εφοπλιστικών παραδείσων. Αυτή η τάση
φαίνεται πιο καθαρά στην ποσοστιαία συμμετοχή των υπό ελληνική σημαία πλοίων
στο σύνολο του ελληνόκτητου στόλου, με κριτήριο τη χωρητικότητα, η οποία
εξελίχθηκε ως εξής:
1953: 24,2%, 1955: 18,1%, 1960: 45,9%, 1967: 35,3%, 1970: 41,58.
Τέλος, ενδεικτική εικόνα της καπιταλιστικής ανάπτυξης που πραγματοποιήθηκε στη
δεκαετία του 1950 με ένταση των εγχώριων παραγωγικών δυνάμεων και πρώτ’ απ’
όλα της εργατικής δύναμης, δίνει η μεταβολή στις ημέρες εργασίας και ανά
εργαζόμενο το Μάρτιο του 1961 σε σύγκριση με το Μάρτιο του 1951: Οι ημέρες
εργασίας αυξήθηκαν κατά 32,3% και κατά 23,7% ανά εργαζόμενο για το σύνολο της
οικονομικής δραστηριότητας. Αντίστοιχα στον κλάδο της βιομηχανίας αυξήθηκαν
κατά 34,9% και 27,4%235.
2.Δ.3. Η ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

234
684.
235

Τράπεζα της Ελλάδος, «Τα πενήντα χρόνια της Τραπέζης της Ελλάδος», 1978, σελ.
Φάκελος LAB 13/1818 (Public Record Office).

26
1
ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΑ ΚΡΑΤΗ-ΜΕΛΗ ΤΗΣ ΕΟΚ
ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΑ ΤΗΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΔΥΤΙΚΗ ΕΥΡΩΠΗ
Κατά την περίοδο 1950-1956, το Ακαθάριστο Εθνικό Εισόδημα της Ελλάδας (σε
τιμές 1954) αυξανόταν με μέσο ετήσιο ρυθμό 6,5% (ο δεύτερος μεγαλύτερος στην
καπιταλιστική Δύση, μετά τη Δυτική Γερμανία με 7,5%). Το κατά κεφαλήν (καθαρό)
εισόδημα αυξανόταν με μέση ετήσια μεταβολή 5,5% (τρίτη μεγαλύτερη μετά τη Δυτ.
Γερμανία με 6,3% και τις Ιταλία, Αυστρία με 5,6%)236.
Έτσι, το κατά κεφαλήν εισόδημα της Ελλάδας από 38% του μέσου κατά κεφαλήν
εισοδήματος της ΕΕ237 στις αρχές της δεκαετίας του 1950, ανέβηκε περίπου στο 50%
στις αρχές της δεκαετίας του 1970238.
Σύμφωνα με σχετικά πρόσφατα συγκεντρωτικά στοιχεία239 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της
Ελλάδας (υπολογισμένο σε τρέχουσες τιμές και ισοτιμίες, σε δολλάρια ΗΠΑ)
αποτελούσε το 41% του αντίστοιχου μέσου της ΕΕ το 1961, το 16% εκείνου των
ΗΠΑ και το 82% της Ιαπωνίας. Το 1970 αποτελούσε το 49,9% του μέσου όρου της
ΕΕ, το 23% των ΗΠΑ και 54,7% της Ιαπωνίας.
Το 1974 ήταν το 49,13% της ΕΕ, το 30% των ΗΠΑ και 50,3% της Ιαπωνίας240.
Η εξέλιξη στα οικονομικά μεγέθη ακαθάριστο εθνικό εισόδημα, ακαθάριστο εθνικό
προϊόν και στα αντίστοιχα κατά κεφαλήν, αποτυπώνει την μεταπολεμική επιτάχυνση
της καπιταλιστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα.
Ωστόσο, η σχετική καθυστέρηση αποτυπώνεται σε σειρά οικονομικών δεικτών και
από την αστική οικονομική πολιτική ορολογία καταγράφεται ως «διαρθρωτικά
προβλήματα της ελληνικής οικονομίας». Πρόκειται για οικονομικούς δείκτες με

236
Ξ. Ζολώτας, «Νομισματική ισορροπία και οικονομική ανάπτυξις», 1964, σελ. 35
(Πίνακας 1).
Υπάρχουν ορισμένα προβλήματα συγκρισιμότητας, π.χ. τα στοιχεία του κατά
κεφαλήν εισοδήματος αφορούν το καθαρό για την Ελλάδα, αλλά το ακαθάριστο για τα άλλα
κράτη. Η ίδια πηγή δίνει το μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα των κρατών της ΕΟΚ σχεδόν
τριπλάσιο του ελληνικού.
237
Εγγράφεται ως ΕΕ (όπως το χρησιμοποιεί η πηγή στοιχείων) και όχι ως ΕΟΚ, γιατί
οι συγκρίσεις δίνονται με αναφορά την ΕΕ-15 και όχι την ΕΟΚ.
238
Συλλογικό έργο 2004, Η ελληνική οικονομία στο κατώφλι του 21ου αιώνα, έκδοση
Ιονικής Τράπεζας, 1995, Θεόδωρος Γεωργακόπουλος, Μακροοικονομικές ισορροπίες της
οικονομίας, σελ. 85.
239
«Η ελληνική οικονομία σε αριθμούς», Οκτώβριος του 2002, έκδοση Ιονικής
Τράπεζας, 1995, σελ. 30-31.
240
Έχει ενδιαφέρον η περαιτέρω εξέλιξη, για την μεταγενέστερη περίοδο, με την οποία
δεν ασχολείται αυτός ο τόμος.
Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας ως % του κατά κεφαλήν ΑΕΠ άλλων χωρών:
ΕΕΗΠΑΙαπωνίας198042,4535,045,88199044,2037,034,0200051,4530,429,30«Η
ελληνική οικονομία σε αριθμούς», 2002, εκδόσεις Allmedia.

26
2
απόλυτη και σχετική σημασία που καταδεικνύουν την ανισομετρία στην ιστορική
εξέλιξη του καπιταλιστικού συστήματος. Συγκεκριμένα:
Παρά τη βελτίωση της σύνθεσης του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος, η οποία
πραγματοποιήθηκε κατά τις δεκαετίες 1950, 1960, παρέμενε συγκριτικά προς τις
καπιταλιστικές οικονομίες της Δυτικής Ευρώπης χαμηλή η συμμετοχή της
μεταποίησης. Αλλά και στη σύνθεση της μεταποίησης παρέμενε χαμηλή η συμμετοχή
της παραγωγής κεφαλαιακών και κατά δεύτερον ενδιάμεσων προϊόντων σε σχέση με
την παραγωγή καταναλωτικών προϊόντων.
Στο δευτερογενή τομέα, το μεγάλο ποσοστό συμμετοχής των κατασκευών καθώς και
το μεγάλο ποσοστό επί των συνολικών επενδύσεων, το οποίο κατευθυνόταν στις
κατασκευές, ιδιαιτέρως κατά την περίοδο της δικτατορίας, προμήνυε την ανάσχεση
της βιομηχανικής συμμετοχής που εκδηλώθηκε στην επόμενη περίοδο.
Το πρόβλημα της συγκριτικής καθυστέρησης της καπιταλιστικής ανάπτυξης στην
Ελλάδα αποτυπώθηκε και στους δείκτες που αφορούσαν τη συμμετοχή της αγροτικής
παραγωγής στο ΑΕΠ, η οποία, παρά την πτωτική της πορεία για την εξεταζόμενη
περίοδο, συνέχιζε να είναι συγκριτικά μεγάλη.
Το ίδιο πρόβλημα αντανακλούσε και η σύνθεση της αγροτικής παραγωγής, με μεγάλη
συμμετοχή της γεωργικής (φυτικής) έναντι της κτηνοτροφικής (ζωικής) παραγωγής.
Στο τέλος του 1973 η κτηνοτροφική παραγωγή στην Ελλάδα αποτελούσε περίπου το
ένα τρίτο (1/3) του συνολικού αγροτικού προϊόντος, ενώ στα 9 κράτη-μέλη της ΕΟΚ
η σχέση ήταν αντίστροφη. Ως μέσος όρος στην ΕΟΚ, η κτηνοτροφική παραγωγή
αντιπροσώπευε το 58% του συνολικού αγροτικού προϊόντος έναντι 42% της
γεωργικής241.
Παρ’ ότι παρουσιάσθηκε μια βραδύρυθμη υποκατάσταση εισαγωγών από νέα
εγχώρια βιομηχανικά εμπορεύματα (π.χ. πλαστικά, λιπάσματα, απορρυπαντικά,
τοματοπολτός)242, ωστόσο το πρόβλημα της σύνθεσης του ΑΕΠ αποτυπωνόταν και
στη διάρθρωση του εξωτερικού εμπορίου, που απεικονιζόταν στους εξής δείκτες:
 Στη μεγάλη ποσοστιαία συμμετοχή των δαπανών για μεταφορικό και
μηχανολογικό εξοπλισμό επί της συνολικής αξίας των εισαγωγών. Ο δείκτης αυτός
αποτυπώνει και τη συγκριτική καθυστέρηση στην εγχώρια παραγωγή μέσων νέας

241
Τράπεζα της Ελλάδος, «Τα πενήντα χρόνια της Τραπέζης της Ελλάδος», 1978, σελ.
628. Στοιχεία Eurostat Ι. ΥΣΙ 1958-1975. Σταθερές τιμές και ισοτιμίες 1970.
242
Τράπεζα της Ελλάδος, «Τα πενήντα χρόνια της Τραπέζης της Ελλάδος», 1978, σελ.
503.

26
3
τεχνολογίας και την εξάρτηση της βιομηχανικής ανάπτυξης από το ύψος άμεσων
ξένων επενδύσεων.
 Το μικρό ποσοστό βιομηχανικών εμπορευμάτων επί της συνολικής αξίας των
εξαγωγών.
 Το μεγάλο ποσοστό επί της συνολικής αξίας των εξαγωγών, το οποίο
αντιστοιχούσε σε εμπορεύματα πρωτογενούς παραγωγής, αγροτικής ή εξόρυξης.
Κατά την περίοδο της σύνδεσης της Ελλάδας με την ΕΟΚ (1961) η διάρθρωση της
ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας, σε σύγκριση με τις άλλες οικονομίες της ΕΟΚ,
αντανακλούσε τη συγκριτική της καθυστέρηση.
2.Δ.4. Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΣΥΝΔΕΣΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ (ΕΟΚ)
Η συμφωνία σύνδεσης της Ελλάδας με την ΕΟΚ243 υπογράφηκε στην Αθήνα στις 9
Ιουλίου 1961, κυρώθηκε με το νόμο 4226 στις 14 Μαρτίου 1962 και τέθηκε σε ισχύ
την 1 Νοεμβρίου 1962.
Το περιεχόμενο της συμφωνίας καθόριζε τη διαδικασία (υποχρεώσεις και δικαιώματα
χρονικά προσδιορισμένα) της τελωνειακής ένωσης της Ελλάδας με τα τότε έξι (6)
κράτη-μέλη της ΕΟΚ. Στόχευε στη σταδιακή κατάργηση όλων των δασμών και
περιορισμών του εμπορίου μέσα από μεταβατική περίοδο εικοσιδύο (22) χρόνων από
την έναρξη της συμφωνίας. Η μεταβατική περίοδος περιλάμβανε δυο φάσεις
δασμολογικού αφοπλισμού: την πρώτη, δώδεκα χρόνων, βραδύτερου ρυθμού και τη
δεύτερη, δέκα χρόνων, με ταχύτερο ρυθμό. Προέβλεπε διάκριση στη διαδικασία
δασμολογικού αφοπλισμού των βιομηχανικών προϊόντων, κατατάσσοντάς τα σε δυο

243
Η Ελλάδα υπέβαλε αίτηση πλήρους ένταξης στην ΕΟΚ τον Ιούνιο του 1975. Οι
διαπραγματεύσεις κατέληξαν τελικά στην Πράξη Προσχώρησης, που υπογράφτηκε το Μάιο
του 1979 και η Ελλάδα έγινε επίσημα το δέκατο μέλος της ΕΟΚ, την 1η Ιανουαρίου του
1981.

26
4
κατηγορίες: σε αυτά που όμοιά τους παράγονταν στην ελληνική αγορά και σε εκείνα
που δεν παράγονταν. Ο δασμολογικός αφοπλισμός των πρώτων προβλεπόταν
ταχύτερος από εκείνο των δεύτερων.
Οι κοινοτικές δασμολογικές ρυθμίσεις αφορούσαν και τις εμπορικές συναλλαγές με
τρίτες χώρες. Η Ελλάδα αναλάμβανε την υποχρέωση να προσαρμόζει σταδιακά το
δασμολογικό της καθεστώς έναντι τρίτων χωρών προς το κοινό εξωτερικό
δασμολόγιο της ΕΟΚ. Ακόμη, προσδιοριζόταν η σταδιακή εναρμόνιση της αγροτικής
πολιτικής της Ελλάδας προς την κοινή αγροτική πολιτική της ΕΟΚ. Μέσω
πρωτοκόλλου ρυθμιζόταν η χορήγηση δανείων από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα
Επενδύσεων.
Η Συμφωνία Σύνδεσης της Ελλάδας με την ΕΟΚ πραγματοποιήθηκε από την
κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ο οποίος έγκαιρα και σταθερά τάχθηκε
υπέρ της ένταξης. Τη συμφωνία χαιρέτησε ο ΣΕΒ. Την πολιτική σημασία της
σύνδεσης με την ΕΟΚ υπογράμμισε και ο βασιλιάς Παύλος σε μήνυμά του την 1η
Νοεμβρίου του 1962: «Ο προσανατολισμός μας προς την κατεύθυνσιν ταύτην,
στερεώνει έτι μάλλον τους ελευθέρους μας θεσμούς και συντείνει εις την περαιτέρω
σταθεροποίησιν του επικρατούντος κλίματος τάξεως και ασφάλειας»244.
Στη Συμφωνία Σύνδεσης της Ελλάδας με την ΕΟΚ, καθώς και στις διαπραγματεύσεις
γι’ αυτή, αντέδρασαν το ΚΚΕ και η ΕΔΑ, που τις κατήγγειλαν.
Το ΚΚΕ με ανακοίνωση της ΚΕ, στις 4 Απριλίου του 1961, υπογράμμισε ότι «… η
μονογράφηση της συμφωνίας με την Κοινή Αγορά αποτελεί μεγάλης ολκής
αντεθνική ενέργεια … σημαίνει ξεπούλημα της χώρας στα ευρωπαϊκά τραστ, πίσω
από τα οποία κρύβονται το αμερικάνικο και το δυτικογερμανικό κεφάλαιο»245.
Η ΕΔΑ κάλεσε το λαό σε αγώνα για την ακύρωση της συμφωνίας. Με ανακοίνωση
της Διοικούσας Επιτροπής (ΔΕ) χαρακτήρισε την ΕΟΚ «λάκκο των λεόντων».
Από την πλευρά τμήματος των αστικών δυνάμεων εκφράστηκαν αντιρρήσεις και
επιφυλάξεις. Οι αντιρρήσεις και κυρίως οι επιφυλάξεις εστιάζονταν στο ότι η Ελλάδα
δεν ήταν έτοιμη, από την άποψη της οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης, ώστε να
επιτύχει «ισότιμη» συμμετοχή (από την άποψη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων) και
ότι θα μετατρεπόταν σε «απλή αποικία»246.
Ένα τμήμα των καπιταλιστικών συμφερόντων και της αστικής πολιτικής αναδείκνυε
τον αγροτικό χαρακτήρα της ελληνικής οικονομίας, ο οποίος δεν μπορούσε να
ωφεληθεί από τα πλεονεκτήματα της Κοινής Αγοράς, ενώ αντιθέτως θα δεχόταν
πλήγματα η ασθενής και μη ανταγωνιστική εγχώρια βιομηχανική παραγωγή.
Θεωρούσε ότι η σύνδεση με την ΕΟΚ θα ανέκοπτε τη διαδικασία εκβιομηχάνισης της
ελληνικής οικονομίας, η οποία στηριζόταν στην έντονη προστασία της εγχώριας
παραγωγής και στη χρήση (κατ’ άλλους υπερβολική) αναπτυξιακών κινήτρων, όπως
η επιδότηση των εξαγωγών. Υπήρχε και η εμπειρία του 1953, όταν μια ορισμένη
άρση των περιορισμών στις εισαγωγές οδήγησε στην όξυνση των συνθηκών
ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά σε βάρος εγχώριων εμπορευμάτων247.
Οπωσδήποτε η σύνδεση συνεπαγόταν σταδιακή άρση της προστασίας της εγχώριας
παραγωγής με τις ανάλογες αρνητικές επιπτώσεις γι’ αυτήν, η οποία θα ερχόταν
πλέον στην εσωτερική αγορά, λόγω χαμηλότερης συγκεντροποίησης της παραγωγής,
χαμηλότερης παραγωγικότητας και επομένως με λιγότερο ανταγωνιστικές τιμές.
Το 1961 η μέση επιβράδυνση των εισαγωγών από την ΕΟΚ ανερχόταν στο 20% της
δασμολογητέας και στο 12,5% της συνολικής τους αξίας. Με τη σύνδεση, η
επιβράδυνση μειώθηκε σταδιακά και έφθασε το 1981 στο 5% της δασμολογητέας και
244
Κωνσταντίνος Καραμανλής, αρχείο, «Γεγονότα και Κείμενα», τ.5, σελ. 497.
245
«Το ΚΚΕ. Επίσημα Κείμενα», τόμος 8ος, σελ. 612.
246
Βλέπε, εφημερίδα «ΕΣΤΙΑ», 10 Ιουλίου του 1961 και περιοδικό «Νέα Οικονομία»,
τόμος 1961, σελ. 544.
247
Ξ. Ζολώτας, «Νομισματική ισορροπία και οικονομική ανάπτυξις», 1964, σελ. 171.

26
5
στο 3,3% της συνολικής αξίας των εισαγομένων, ενώ το 1986 εξαλείφθηκε
εντελώς248.
Αναδείχθηκαν τα εμπόδια που θα προέκυπταν από το κοινοτικό δασμολογικό
καθεστώς στο εξωτερικό εμπόριο της Ελλάδας με τα βαλκανικά και άλλα κράτη του
σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη, εμπόριο που βρισκόταν σε διαδικασία
ανάπτυξής του. Άλλωστε, οι εμπορικές σχέσεις της Ελλάδας με τα «ανατολικά»
κράτη υπήρξαν αντικείμενο μακρόχρονων διαπραγματεύσεων και αντιθέσεων μεταξύ
Ελλάδας και ΕΟΚ. Μια δε από τις εκδηλώσεις αυτών των αντιθέσεων υπήρξε η
αντίδραση της ΕΟΚ στην πρόθεση της κυβέρνησης Καραμανλή να ενθαρρύνει την
επέκταση της καπνοκαλλιέργειας με στόχο τις εξαγωγές προς τα σοσιαλιστικά
κράτη249.

248
Συλλογικό έργο 2004, Η ελληνική οικονομία στο κατώφλι του 21ου αιώνα, έκδοση
Ιονικής Τράπεζας, 1995, Θεόδωρος Γεωργακόπουλος, Μακροοικονομικές ισορροπίες της
οικονομίας, σελ. 98.
249
Κώστα Χατζηαργύρη, «Αι διαπραγματεύσεις δια την σύνδεσιν με την Κοινήν
Αγοράν», περιοδικό «Νέα Οικονομία», τόμος 1961, σελ. 23.

26
6
Από το ΚΕΠΕ (Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών), επίσημο
συμβουλευτικό όργανο της κυβέρνησης, εκδόθηκε το 1961 μελέτη η οποία, αφού
εξέταζε τα υπέρ και τα κατά της ένταξης, κατέληγε ως εξής:
«Η παρούσα σύνδεση και προσδοκώμενη πλήρης προσχώρηση της Ελλάδας στην
ΕΟΚ δεν θα βοηθούσε στην προαγωγή της οικονομικής ανάπτυξης - αντιθέτως, είναι
πιθανόν να προκαλέσει σημαντικές ταλαιπωρίες, να βλάψει ζωτικά ελληνικά
συμφέροντα και, εν συντομία, να θέσει σε κίνδυνο τη χώρα, όσον αφορά το ισοζύγιο
πληρωμών και την οικονομική πρόοδο»250.
Ωστόσο, οι διαφωνίες για τη σύνδεση της Ελλάδας με την ΕΟΚ δεν είχαν την ίδια
ταξική αφετηρία με την διαφωνία εκ μέρους του ΚΚΕ. Δεν αναδείκνυαν γενικώς τον
καπιταλιστικό αντεργατικό χαρακτήρα της διακρατικής ένωσης, αλλά το πρόωρο της
σύνδεσης με αυτήν μιας υποανάπτυκτης οικονομίας και τον κίνδυνο «απώλειας της
εθνικής και οικονομικής ανεξαρτησίας»251.
Αστοί οικονομολόγοι και πολιτικοί, οι οποίοι τάσσονταν γενικώς υπέρ της
καπιταλιστικής οικονομίας (της αγοράς), επεσήμαιναν τη δυσχέρεια εξισορρόπησης
πλεονεκτημάτων - μειονεκτημάτων από τη σύνδεση, αναδείκνυαν επίσης ότι η
ελληνική κυβέρνηση, ακριβώς εξ αιτίας αυτής της δυσχέρειας, τοποθετούσε το
ζήτημα της σύνδεσης με την ΕΟΚ κυρίως σε πολιτικό επίπεδο252.
Στη συζήτηση που έγινε στο Κοινοβούλιο, τον Ιανουάριο του 1962, για την
επικύρωση της συμφωνίας, ο υπουργός Συντονισμού Παναγής Παπαληγούρας τόνισε
χαρακτηριστικά:
«Ο εκσυγχρονισμός της οικονομίας μας ... είναι απλούστατα, εντός της στενής
περιοχής της ελληνικής αγοράς, ανέφικτος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον
επεδιώξαμεν την ταχυτέραν δυνατήν σύνδεσιν της χώρας με την Κοινότητα»253.
Χρησιμοποίησε μάλιστα γλώσσα ιδιαιτέρως αιχμηρή, προκειμένου να κατακρίνει τις
αντιρρήσεις για τη Συμφωνία Σύνδεσης, οι οποίες προέρχονταν από επιχειρηματίες
(τους χαρακτήρισε «καλοκαθισμένους, στρογγυλοκαθισμένους», επιχειρηματίες που
περιέργως συμμαχούσαν με την άκρα αριστερά, γιατί δεν ήθελαν να γίνουν
ανταγωνιστικές οι επιχειρήσεις τους)254.
Λίγο-πολύ ορισμένες άμεσες οικονομικές συνέπειες για τμήμα του κεφαλαίου στην
Ελλάδα τύχαιναν ευρύτερης αναγνώρισης. Ωστόσο, το τμήμα της αστικής πολιτικής
που τάχθηκε ανεπιφύλακτα υπέρ της άμεσης σύνδεσης και ηγήθηκε αυτής, επέδειξε
μια πιο μακροπρόθεσμη υπέρ του κεφαλαίου ταξική επιλογή. Η σύνδεση ενίσχυσε
την πορεία του καπιταλιστικού συστήματος στην Ελλάδα, την ενσωμάτωση στους
νέους διακρατικούς ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς, αν και μεσοπρόθεσμα έφερε
απώλειες σε σημαντικά μέχρι τότε τμήματα του κεφαλαίου στην Ελλάδα, τα οποία
είχαν αναπτυχθεί κυρίως υπό καθεστώς προστασίας.
Με την εξέλιξη της διαδικασίας της σύνδεσης και αργότερα της ένταξης περιοριζόταν
το ρεύμα εναντίωσης μέσα στις αστικές πολιτικές δυνάμεις, ενώ τάχθηκαν υπέρ της
250
Σ. Τριάντη, «Κοινή Αγορά και Οικονομική Ανάπτυξη», Αθήνα, 1961, σελ. 227-228.
251
Είναι χαρακτηριστική η τοποθέτηση του Αγ. Αγγελόπουλου: «η Ελλάς δεν έπρεπε
να ζητήση ακόμη την προσχώρησίν της εις την Κοινήν Αγοράν, πριν αποκτήση και αυτή μίαν
σχετικώς σταθεράν παραγωγικήν διάρθρωσιν και διαδικασίαν». Αγ. Αγγελόπουλος, «Διατί
δεν συμφέρει προς το παρόν η σύνδεσις με την Κοινήν Αγοράν», περιοδικό Νέα Οικονομία,
τόμος 1959, σελ. 722-723.
252
Βλέπε περιοδικό Νέα Οικονομία, τόμος 1959, Βασ. Δαμάλα, «Η σύνδεσις της
Ελλάδος με την ΕΟΚ», σελ. 737-741.
253
Εκδοτική Αθηνών, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», τόμος ΙΣΤ, σελ. 234. Το
απόσπασμα ανθολογείται από το βιβλίο του Μ. Ψαλιδόπουλου: «Παναγή Παπαληγούρα:
Ομιλίες - Άρθρα», Αθήνα, 1966, σελ. 246.
254
Ομιλία Π. Παπαληγούρα στη Βουλή, «Εφημερίς των συζητήσεων της Βουλής»,
Συνεδρίαση 25 Ιανουαρίου 1962. Αναφέρεται στο Πάνος Καζάκος, «Ανάμεσα σε Κράτος και
Αγορά», εκδ. Πατάκης, Αθήνα 2003, σελ. 238.

26
7
παραμονής στην ΕΟΚ και δυνάμεις, όπως η ΕΔΑ, που προδικτατορικά είχε ταχθεί
εναντίον της σύνδεσης με την ΕΟΚ. Μαζί της συμπαρατάχθηκε και το λεγόμενο
«ΚΚΕ Εσωτερικού».
Το ΚΚΕ καταδίκασε από την πρώτη στιγμή τη συμφωνία σύνδεσης της Ελλάδας με
την ΕΟΚ. Με αφορμή την επικύρωσή της από το ελληνικό κοινοβούλιο, ένα περίπου
χρόνο μετά την υπογραφή της, το ΠΓ εξέδωσε απόφαση, στην οποία χαρακτηρίζει
την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα ως «διακρατική ένωση των μεγαλύτερων
μονοπωλίων της Δυτικής Ευρώπης για την ανακατανομή της παγκόσμιας
καπιταλιστικής αγοράς, των πηγών πρώτων υλών και των σφαιρών εξαγωγής
κεφαλαίου, για τη μεγαλύτερη διείσδυσή τους στην οικονομία των πιο αδύνατων
συνεταίρων τους και την αρπαγή του εθνικού τους πλούτου, για την εντατικότερη
εκμετάλλευση των εργαζομένων»255.
Η απόφαση επισήμαινε τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της Κοινότητας, τονίζοντας
ότι η συγκρότησή της στρεφόταν κατά της Σοβιετικής Ένωσης, των άλλων
σοσιαλιστικών χωρών, των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων, αλλά και του ίδιου
του εργατικού και προοδευτικού κινήματος στο εσωτερικό των καπιταλιστικών
χωρών.
Ακόμα, η απόφαση επισήμαινε ότι η σύνδεση με την ΕΟΚ συνεπαγόταν την
επιδείνωση των εμπορικών σχέσεων της Ελλάδας με τις σοσιαλιστικές χώρες, βασικό
προορισμό για πολλά από τα αγροτικά προϊόντα. Όλοι αυτοί οι παράγοντες θα
οδηγούσαν σε ραγδαία επιδείνωση τη ζωή των αγροτών και «στην καταστροφή
δεκάδων χιλιάδων φτωχών και μεσαίων αγροτικών νοικοκυριών»256, εκτίμηση που
επιβεβαιώθηκε από τη ζωή.
Εκτιμούσε επίσης, ότι: «Η χώρα μας θα παραμείνει αγορά τοποθέτησης ξένων
βιομηχανικών προϊόντων, αγροτικό εξάρτημα - προμηθευτής πρώτων υλών και
φτηνής εργατικής δύναμης των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών»257.
Στην κοινή δήλωση258 των Κομμουνιστικών Κομμάτων της Μ. Βρετανίας και της
Ελλάδας έγινε η εξής αναφορά:
«Τα δύο Κόμματα διαπιστώνουν ότι οι λαοί της Βρετανίας και της Ελλάδας δεν έχουν
τίποτε να κερδίσουν, αντίθετα έχουν πάρα πολλά να χάσουν, με την είσοδο των
χωρών τους στην Κοινή Ευρωπαϊκή Αγορά».
Υπό το πρίσμα των μετέπειτα
εξελίξεων η εκτίμηση του ΚΚΕ επιβεβαιώνεται ως προς τον χαρακτήρα της ΕΟΚ, τις
συνέπειες για τα φτωχά αγροτικά και βιοτεχνικά τμήματα και τη γενικότερη
αντεργατική επιθετική πολιτική. Ωστόσο, δεν κατόρθωσε να αναλύσει όλες τις
πλευρές του νέου φαινομένου, κυρίως να προβλέψει τη δυνατότητα προσαρμογής και
επιτάχυνσης της καπιταλιστικής ανάπτυξης της Ελλάδας259 μέσα στην ΕΟΚ.
Η ίδια γραμμή προσέγγισης συσχέτιζε τις επιπτώσεις της σύνδεσης με το ζήτημα της
εθνικής ανεξαρτησίας της Ελλάδας.
Η ΕΔΑ αντιτάχθηκε στη συμφωνία χαρακτηρίζοντάς την «ολέθριον γεγονός» και
«πελώριον κίνδυνον» για τη χώρα, ενώ ζήτησε να ξεκινήσει σταυροφορία για να
αποφευχθεί η ένταξη της χώρας. Την ίδια περίπου εποχή (1962) δημοσιεύθηκαν σε
255
«Το ΚΚΕ. Επίσημα Κείμενα», τόμος 9ος (1961-1967). Απόφαση του Πολιτικού
Γραφείου της ΚΕ του ΚΚΕ «Για τη σύνδεση της Ελλάδας με την Κοινή Αγορά», σελ. 145.
256
«Το ΚΚΕ. Επίσημα Κείμενα», τόμος 9ος (1961-1967). Απόφαση του Πολιτικού
Γραφείου της ΚΕ του ΚΚΕ «Για τη σύνδεση της Ελλάδας με την Κοινή Αγορά», σελ. 148.
257
«Το ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα», τόμος 9ος (1961-1967). Απόφαση του Πολιτικού
Γραφείου της ΚΕ του ΚΚΕ «Για τη σύνδεση της Ελλάδας με την Κοινή Αγορά», σελ. 145-146.
258
Το ΚΚΕ –Επίσημα Κείμενα, τόμος 9ος, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2002, σελ.
194-196.
259
Σημειώνεται, όμως, ότι στη δεκαετία του 1980, υπό συνθήκες ένταξης, η εγχώρια
βιομηχανία υφίσταται ισχυρότερες συνέπειες εξ αιτίας του ανταγωνισμού από ό,τι στις
συνθήκες σύνδεσης. Νέο κύμα όξυνσης του ανταγωνισμού επήλθε με την υιοθέτηση του
Ευρώ ως νομίσματος.

26
8
συλλογικό τόμο, με την επιμέλεια του Νίκου Κιτσίκη, και υπό τον τίτλο «Η θύελλα
της Κοινής Αγοράς» κείμενα που υποστήριζαν ότι η ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ θα
είχε ολέθριες συνέπειες για την ελληνική οικονομία.
Όταν μονογράφτηκε η σύνδεση της Ελλάδας με την ΕΟΚ, όπως και όταν
πραγματοποιήθηκε, στην Ελλάδα λειτουργούσαν ακόμα στρατοδικεία, υπήρχαν
πολλοί φυλακισμένοι και εξόριστοι και γενικώς ίσχυε το καθεστώς των «εκτάκτων
μέτρων». Ωστόσο, από την πλευρά της ΕΟΚ δεν φαίνεται να έγινε κάποια δημόσια
ουσιαστική κριτική για την υφιστάμενη κατάσταση, πολύ περισσότερο δεν τέθηκε ως
όρος για τη σύνδεση η «δημοκρατικοποίηση» της χώρας, στην οποία, η κυβερνητική
και κρατική πολιτική που ασκούνταν, ερχόταν σε αντίθεση με την ιδρυτική Συνθήκη
της ΕΟΚ. Η τελευταία έκανε λόγο για δημοκρατικές χώρες που συγκροτούσαν την
Ευρωπαϊκή Κοινότητα, με την έννοια της «ομαλής» λειτουργίας της αστικής
δημοκρατίας.
Η συμφωνία σύνδεσης «πάγωσε» με την εγκαθίδρυση στην Ελλάδα της δικτατορίας
της 21ης Απριλίου 1967.
2.Δ.5. Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΕΝΕΡΓΟΥ
ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ, ΣΤΟΥΣ ΜΙΣΘΟΥΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΒΙΟΤΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ
Οι αλλαγές που συντελέσθηκαν στη διάρθρωση του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος
και στην εσωτερική διάρθρωση του ευρύτερου βιομηχανικού τομέα αποτυπώθηκαν
και στην κατανομή του ενεργού πληθυσμού μεταξύ των τομέων της οικονομίας.
Πραγματοποιήθηκε ταχύρυθμη μείωση του ενεργού πληθυσμού στον αγροτικό τομέα
(από 58,4% το 1956 σε 48,2% το 1966 και 34,1% το 1973) και συγκέντρωση του
εργατικού δυναμικού στο δευτερογενή τομέα (από 18,5% το 1956 σε 23,3% το 1966
και 25,7% το 1973) και στις υπηρεσίες (από 23,1% το 1956 σε 28,5% το 1966)260.
Κατά την περίοδο 1956-1966, ο ενεργός πληθυσμός παρουσίασε στασιμότητα (για
την ακρίβεια μικρή πτώση, από 3.440.000 άτομα το 1956 σε 3.420.000 άτομα το
1966), ως αποτέλεσμα κυρίως της μεγάλης μετανάστευσης, που πραγματοποιήθηκε
μετά τη σύνδεση της Ελλάδας με την ΕΟΚ (1961).
Το μεταναστευτικό κύμα κατευθύνθηκε κυρίως προς τη Δυτική Ευρώπη, σε αντίθεση
με τις προηγούμενες περιόδους όπου κατευθυνόταν προς ΗΠΑ, Αυστραλία, Καναδά.
Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1960, η εξωτερική μετανάστευση σε ποσοστά επί
του πληθυσμού πάνω του μέσου όρου για την Επικράτεια, αφορούσε τις περιοχές
Θράκης, Ηπείρου, Μακεδονίας.
Για τη δεκαετία 1957-1966 υπολογίζονται 679.000 μετανάστες, κατανεμημένοι σε
185.000 την πρώτη πενταετία (1957-1961) και 494.000 τη δεύτερη (1962-1966)261.
Μελέτη του ΚΜΕ262 δίνει για την περίοδο 1946-1977 1.282.502 μόνιμα
μεταναστεύσαντα άτομα (εκ των οποίων τα 237.767 άτομα στην περίοδο 1946-1960
και τα 1.044.735 άτομα στην περίοδο 1966-1977).
Άλλη μελέτη υπολογίζει ότι «από το 1950 ως το 1971 ο αριθμός των μεταναστών
ξεπέρασε τις 60.000 το χρόνο» και ότι, «από την Ελλάδα στην περίοδο 1901-1919
260
Τράπεζα της Ελλάδος, «Τα πενήντα χρόνια της Τραπέζης της Ελλάδος», 1978, σελ.
510 για τα στοιχεία ετών 1956, 1966. Ξ. Ζολώτας, «Νομισματικές και Οικονομικές μελέτες»,
Β΄ τόμος, έκδοση Τράπεζα της Ελλάδος, 1997, σελ. 312 για τα στοιχεία του 1973.
261
Τράπεζα της Ελλάδος, «Τα πενήντα χρόνια της Τραπέζης της Ελλάδος», 1978, σελ.
511.
262
Κέντρο Μαρξιστικών Ερευνών (ΚΜΕ), «Η ανεργία και η απασχόληση στην
Ελλάδα», εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1991, σελ. 157. Βλέπε και Ν. Κυρίτση, «Διαστάσεις,
αιτίες και συνέπειες της ανεργίας στην Ελλάδα», περιοδικό «Επιστημονική Σκέψη», τεύχος
22, σελ. 58.

26
9
μετανάστευαν κάθε χρόνο κατά μέσο όρο γύρω στα 19.000 άτομα. Στα 1920-1940 ο
αριθμός αυτός έφτασε τις 28.000»263.
Η εσωτερική μετανάστευση: Παράλληλα με την εξωτερική, μαζικές διαστάσεις πήρε
και η εσωτερική μετανάστευση. Ο πληθυσμός της Αθήνας, από 1.378.000 που ήταν
το 1951, έφτασε τα 3,5 εκατομμύρια το 1980 και εκπροσωπούσε το 38% του
συνολικού πληθυσμού της χώρας. Μαζί με τη Θεσσαλονίκη έφταναν το 50%
περίπου. Σύμφωνα με την αμέσως παραπάνω μελέτη, από το 1951 ως το 1981 ο
πληθυσμός των πόλεων αυξήθηκε πάνω από τα 3,5 εκατομμύρια άτομα περίπου, ενώ
η φυσική αύξηση του πληθυσμού ήταν κάτω από 2 εκατομμύρια. Το 1982 ο αστικός
πληθυσμός της χώρας ανερχόταν στο 60% περίπου, μαζί δε με τον ημιαστικό
πληθυσμό ξεπερνούσε τα 70% του συνόλου264.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 εμφανίσθηκαν νέες τάσεις. Την εξαγωγή
κεφαλαίων από την Ελλάδα προς τις αραβικές χώρες, κυρίως για επενδύσεις στον
κατασκευαστικό τομέα, τη συνόδευσε και ορισμένη προσωρινή εξαγωγή εργατικού
δυναμικού, κυρίως εξειδικευμένου. Μετά την κρίση του 1973, άρχισε να
αναπτύσσεται η τάση διείσδυσης, νόμιμα και παράνομα, αλλοδαπού εργατικού
δυναμικού στην Ελλάδα.
Η ανεργία: Ορισμένες πηγές υπολογίζουν τους ανέργους σε 450.000 το 1952265.
Ο Έλληνας αντιπρόσωπος Δρούλιας ανέφερε το 1956, στο Συμβούλιο του
Οργανισμού Ευρωπαϊκής Οικονομικής Συνεργασίας, ότι στην Ελλάδα υπάρχουν
200.000 άνεργοι και ότι οι μισοάνεργοι των πόλεων φτάνουν στο 20%, στις δε
επαρχίες στο 54% των εργαζομένων266.
Στην Προγραμματική του Διακήρυξη (Φεβρουάριος 1957) , το ΚΚΕ εκτίμησε ότι ο
αριθμός των 200.000 ανέργων είναι «... ο μεγαλύτερος εν καιρώ ειρήνης» και ότι η
εξαθλίωση, παρά το κύμα μετανάστευσης είναι τέτοια που ακόμα και με τα στοιχεία
του Υπουργείου Πρόνοιας το 37% του πληθυσμού της Ελλάδας είναι άποροι267.
Είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα, ότι στα τέλη του 1958, λόγω της ναυτιλιακής
κρίσης, υπήρχαν περίπου 15.000 άνεργοι ναυτεργάτες, από τους οποίους
επιδοτούνταν μόνο οι 2.000268
Τα στατιστικά στοιχεία μέτρησης της ανεργίας εμφανίζουν την ανεργία να
διακυμαίνεται περί το 5% κατά τη δεκαετία του 1960. Όμως κατά γενική ομολογία,
είναι αρκετά επισφαλείς οι μέθοδοι μέτρησής της.
Μισθοί - βιοτικό επίπεδο: Κατά τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1950, η εργατική
τάξη και τα άλλα φτωχά λαϊκά στρώματα συνεχίζουν να βρίσκονται σε κατάσταση
οικονομικής εξαθλίωσης. Το ήδη χαμηλό προπολεμικό βιοτικό επίπεδο, το οποίο
επιδεινώθηκε δραματικά κατά τη δεκαετία του 1940, δεν αντιστοιχήθηκε με την
οικονομική ανασυγκρότηση των αρχών της δεκαετίας του 1950.
Για παράδειγμα ενώ η απόδοση κεφαλαίων των βιομηχάνων αυξήθηκε στο διάστημα
1948-1950 από 26,2% σε 33,4%, η συμμετοχή των μεροκάματων στη διαμόρφωση
της τιμής παραγωγής των βιομηχανικών προϊόντων μειώθηκε από 22,1% στο 20,6%,
χωρίς να έχει μεσολαβήσει κάποιος σοβαρός εκσυγχρονισμός της παραγωγής269.
263
Γιάννη Σαμαρά, «Κράτος και κεφάλαιο στην Ελλάδα», εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή,
σελ, 49.
264
Γιάννη Σαμαρά, «Κράτος και κεφάλαιο στην Ελλάδα», εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή,
σελ, 47.
265
«Νέος Κόσμος», 1953, τεύχος 1, σελ. 69. Στοιχεία από την αγγλική εφημερίδα
«Νταίηλυ Εξπρές», 2 Σεπτεμβρίου 1952.
266
«Νέος Κόσμος», τεύχος Σεπτεμβρίου του 1956, σελ 72, Ν. Καλούδη - Τ. Σκύφτη,
«Η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας στην Ελλάδα και οι συνέπειές της».
267
«Το ΚΚΕ. Επίσημα Κείμενα», τόμος 8ος, σελ. 195 και 199.
268
Περιοδικό Νέος Κόσμος, Μάρτης 1959, τευχ. 3, «Οικονομική ανασκόπηση του
1958», σελ. 121, 125.

27
0
Σύμφωνα με τα στοιχεία του περιοδικού Ανταίος, ο μέσος μισθός και το μέσο
μεροκάματα στα χρόνια 1949-1950-1951 κυμαινόταν γύρω στο 60% των
προπολεμικών (1938), τη στιγμή που η βιομηχανική παραγωγή είχε ξεπεράσει σε
κάποιους τομείς το προπολεμικό επίπεδο και στους περισσότερους το είχε
πλησιάσει270.
Οι πραγματικοί μισθοί και τα μεροκάματα παρέμεναν ακόμα και το 1952 στο 50%
των προπολεμικών (1938), όταν η βιομηχανική παραγωγή είχε ξεπεράσει σε κάποιους
τομείς το προπολεμικό επίπεδο και στους περισσότερους το είχε πλησιάσει. Μάλιστα
ο Σύνδεσμος Ελλήνων Βιομηχάνων (ΣΕΒ) ισχυριζόταν μάλιστα ότι ήδη το 1950 η
βιομηχανική παραγωγή είχε φτάσει στο 110% του προπολεμικού επιπέδου271.
Οι μεγάλες μετατοπίσεις πληθυσμών στα αστικά και ημιαστικά κέντρα, και ως μια
από τις συνέπειες του εμφυλίου πολέμου, επέφεραν τεράστια άνοδο της ανεργίας και
της φτώχειας, η οποία έγινε έντονα αντιληπτή στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας και
του Πειραιά. Καταγράφηκε ανάγλυφα και σε στατιστική έρευνα της αμερικανικής
επιτροπής το 1950, που αφορούσε 500 οικογένειες (400 εργατών και 100 υπαλλήλων)
αυτής της περιοχής:
Κατά μέσο όρο αυτές οι οικογένειες αποτελούνταν από 5-6 μέλη, από τα οποία
εργάζονταν ένα ή το πολύ δύο άτομα. Το 70% των εσόδων καταναλώνονταν μόνο για
τη διατροφή (κυρίως όσπρια, πατάτες και λάχανα).
Μόνο 56 οικογένειες (11%) ήταν σε καλή κατάσταση υγείας, οι 254 είχαν μέτρια
υγεία και 190 (38%) κακή κατάσταση υγείας. Επειδή τα έσοδα της μισθωτής
εργασίας δεν επαρκούσαν για την κάλυψη των οικογενειακών εξόδων συντήρησης...
«συμπληρώνουν το εισόδημά τους με την πώλησιν των κειμηλίων τους, των
εικονισμάτων και των κλινοσκεπασμάτων τους. Ζούνε ρακένδυτοι και πάμφτωχοι εις
τρώγλας κατασκευασμένας συχνά με παλαιούς τενεκέδες, χωρίς παράθυρα και
πόρτες»272.
Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του Οικονομικού Συμβουλίου για την Ευρώπη του
ΟΗΕ, στα τέλη του 1951 η κατανάλωση τροφίμων παρέμενε στην Ελλάδα
χαμηλότερη από το μέσο όρο της τετραετίας 1934-1938. Συνολικά η κατ’ άτομο μέση
ημερήσια κατανάλωση το 1951 ήταν 2438 θερμίδες, ενώ την περίοδο 1934-38 ήταν
2551 θερμίδες.
Η ίδια έκθεση αναφέρει παραπέρα:
«Η κατανάλωσις υφασμάτων και υποδημάτων είναι επίσης χαμηλοτέρα του
προπολεμικού επιπέδου και η πτώσις εις τα ήδη χαμηλά επίπεδα στεγάσεως μεγάλη...
(εις 18% των οικιών, πέντε και πλέον άτομα κατοικούν εις εν δωμάτιον)»273.
Για την ίδια χρονιά, τα επίσημα στοιχεία αναφέρουν 400.000 φυματικούς, με 15.000
θανάτους το χρόνο274.
Τον Μάρτιο του 1953, οι μισθοί και τα μεροκάματα είχαν πλησιάσει σταδιακά το
65% της προπολεμικής τους αγοραστικής δύναμης275. Η υποτίμηση όμως της δραχμής
τον Απρίλιο του 1953, σε συνάρτηση με τη δια νόμου απαγόρευση των αυξήσεων
269
Βλ. Περιοδικό Ανταίος Μαΐου-Ιουνίου του 1950 και το σχέδιο του ελληνικού
υπομνήματος στην οικονομική διάσκεψη του Παγκόσμιου Συμβουλίου Ειρήνης το Δεκέμβριο
του 1951 («Νέος Κόσμος», Σεπτέμβρης 1951, τεύχ. 9, σελ 61)
270
Περιοδικό Νέος Κόσμος, Οκτώβρης 1951, τεύχ. 10, «Στοιχεία για την οικονομική
κίνηση στα χρόνια 1950-1951 σελ. 91.
271
«Νέος Κόσμος» Σεπτέμβριος του 1951, «Ανασκοπήσεις-Η ελληνική οικονομία κάτω
από το καθεστώς της αμερικανοκρατίας»,, σελ 55.
272
«Νέος Κόσμος», Δεκέμβριος του 1951, σελ 51, «Η κατάσταση της εργατικής τάξης
της Ελλάδας».
273
«Νέος Κόσμος», Μάιος του 1954, τεύχ. 5, «Ανασκοπήσεις», σελ 64.
274
«Νέος Κόσμος», Μάιος του 1954, τεύχ. 5, «Ανασκοπήσεις», σελ 64.

27
1
μισθών (Ν. 2053/52) χειροτέρευσε ξανά την οικονομική κατάσταση της εργατικής
τάξης, ρίχνοντας ξανά την αξία των μισθών στο 38-45% των προπολεμικών.
Ελαφρώς καλύτερη συγκριτικά ήταν η κατάσταση των ειδικευμένων εργατών, που οι
μισθοί τους, τον Μάρτιο του 1954 έφταναν έως το 60,7% των προπολεμικών276.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Πρόνοιας, στα τέλη του 1953, άποροι
χαρακτηρίζονταν όσοι είχαν μηνιαίο κατά κεφαλήν εισόδημα κάτω από 240.000 δρχ.
το μήνα. Ο αριθμός των εφοδιασμένων με δελτία απορίας ανερχόταν στα 2.420.535
άτομα, δηλ. σχεδόν το 1/3 του πληθυσμού της Ελλάδας (7.916.831). Απ’ αυτούς τους
άπορους οι 1.735.545 είχαν μηνιαίο εισόδημα έως 120.000 δρχ., οι 480.000 από
120.000 έως 180.000 δρχ. και μόνο 146.000 είχαν μηνιαίο εισόδημα από 180.000 έως
240.000 δρχ.277.
Από την άλλη τα κέρδη του κεφαλαίου γνώρισαν πρωτοφανή μέχρι τότε ύψη. Τον
Απρίλιο του 1952 ο υπουργός Συντονισμού Γεώργιος Καρτάλης δήλωνε δημόσια ότι
«δέκα βιομηχανίες είχαν απορροφήσει το 60% των πιστώσεων που δόθηκαν στην
Ελλάδα σε εφαρμογή του «Σχεδίου Μάρσαλ». Η έκθεση Armour (Armour Report),
που κυκλοφόρησε το 1954, κατέληγε στο περίφημο συμπέρασμα ότι «500 οικογένειες
εγκατεστημένες στην Αθήνα ελέγχουν την Ελλάδα». Ο Σπύρος Μαρκεζίνης, μάλιστα,
προχώρησε ακόμη περισσότερο, δηλώνοντας δημόσια: «Λέγεται ότι 500 οικογένειες
κυβερνούν την Ελλάδα, εγώ όμως πιστεύω, ότι δεν φθάνουν καν τις πεντακόσιες,
αλλά είναι μόνο διακόσιες»278.
Μια σειρά μέτρων των κυβερνήσεων εκείνων των χρόνων έβαλαν ευθέως και κατά
στοιχειωδών παροχών: Μείωση ή κατάργηση της αποζημίωσης των απολυομένων,
αναστολή του νόμου με βάση τον οποίο το κράτος έλεγχε τις ομαδικές απολύσεις,
μείωση του επιδόματος ανεργίας και άλλα.
Την ίδια ώρα οι εργοδότες, και με εντολή της Ασφάλειας, απέλυαν εργάτες
συνδικαλιστές. Οι «επιτροπές ασφάλειας» εξόριζαν συνδικαλιστικά στελέχη χωρίς
δίκη. Οι νομάρχες αντικαθιστούσαν εκλεγμένους στις διοικήσεις σωματείων και
άλλων συνδικαλιστικών οργανώσεων.
Παράλληλα ψηφίστηκαν νόμοι εκσυγχρονιστικού χαρακτήρα, αν και κατά κανόνα
έμεναν στα χαρτιά, όπως ο «περί επιθεωρήσεως εργασίας» στη βιομηχανία και στο
εμπόριο, η άδεια μετ’ αποδοχών, η αποζημίωση των εργατών για επαγγελματικές
ασθένειες. Το 1953 επικυρώθηκε με νόμο η Διεθνής Σύμβαση της Ρώμης «περί
προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών» και το
1959 οι συλλογικές συμβάσεις «περί συνδικαλιστικών ελευθεριών» και «του
δικαιώματος οργανώσεως και συλλογικής διαπραγματεύσεως».
Η πολιτική μισθών που ακολουθήθηκε (μεγαλύτερες αυξήσεις στα κατώτατα
μεροκάματα και περίπου 3% ετησίως στα υπόλοιπα), σε συνάρτηση με τον
αυξανόμενο τιμάριθμο κόστους ζωής επέφερε μέχρι το 1956 μόνο μια σχετική
βελτίωση των ημερομισθίων των ανειδίκευτων εργατών, που έφτασαν το 70% των
προπολεμικών και χειροτέρευση αυτών των ειδικευμένων, που έπεσαν στο 50% των
προπολεμικών279. Η ίδια πολιτική μισθών ακολουθήθηκε και στους δημόσιους
υπάλληλους. Η ΑΔΕΔΥ, με ανακοίνωσή της τον Οκτώβριο του 1956, δήλωσε ότι
275
«Νέος Κόσμος», Σεπτέμβριος του 1956, τεύχ. 9, «Η πάλη για την ενότητα του
συνδικαλιστικού κινήματος της Ελλάδας», σελ 1.
276
«Νέος Κόσμος», Ιούλιος του 1954, τεύχ. 8, Γ. Ερυθριάδη - Κ. Θέου, «Η κατάσταση
της εργατικής τάξης της Ελλάδας, η ανάπτυξη των αγώνων της και το ενιαίο μέτωπο πάλης»,
σελ 41.
277
«Νέος Κόσμος», Μάιος του 1954, τεύχ. 5, «Ανασκοπήσεις», σελ 63.
278
«Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940-1950», εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1984, σελ. 551552.
279
«Νέος Κόσμος», Σεπτέμβρης 1956, τεύχ. 9, «Η πάλη για την ενότητα του
συνδικαλιστικού κινήματος της Ελλάδας», σελ. 2.

27
2
λόγω της τιμαριθμικής αύξησης, οι μισθοί των μελών της είχαν μειωθεί σε σχέση με
την προπολεμική περίοδο από 17% έως 50%280.
Η σχετική αύξηση των ημερομισθίων κατά τη δεκαετία 1950-1960 δεν συμβάδιζε
απόλυτα και με τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων, λόγω
πολλαπλών κυβερνητικών μέτρων που οδηγούσαν στην επιπλέον αφαίμαξη του
λαϊκού εισοδήματος. Ένα από αυτά ήταν η υπερφορολόγηση των μισθωτών, μέσα
από τη συνεχή αύξηση των έμμεσων φόρων, που το 1956, σύμφωνα με την
κυβερνητική έκθεση για τον προϋπολογισμό του1957, είχαν φτάσει στο 78% του
συνόλου των κρατικών εσόδων από φορολογία281. Την πενταετία 1956-1961, η
έμμεση φορολογία αυξήθηκε κατά 38% και το 1961 αποτελούσε το 79,46% των
εσόδων από φορολογία (ενώ το 1960 υπερέβαινε ακόμα και το 80%), ενώ η άμεση
φορολογία, το ίδιο διάστημα αυξήθηκε κατά 18,7%282.
Ακόμα και η εργοδοτική ΓΣΕΕ εκτιμούσε ότι κατά το διάστημα 1955-1960, η
φορολογική επιβάρυνση των εργαζομένων είχε αυξηθεί κατά 62,5%. Ο βουλευτής Δ.
Μυλωνάς υπολόγιζε ότι ο μισθωτός των 3.000 δρχ. το μήνα κατέβαλλε σε έμμεσους
φόρους το 40% του εισοδήματός του, ενώ όσοι είχαν ετήσιο εισόδημα 200.000 δρχ.
κατέβαλλαν το 20%, οι δε με εισόδημα 1.000.000 δρχ. ετησίως μόλις 8%283.
Εκτός από τα παραπάνω, το Σεπτέμβριο του 1960, η αύξηση των απαιτούμενων
ενσήμων για την κατοχύρωση δικαιώματος συνταξιοδότησης από το ΙΚΑ, από 2.500
σε 4.500 ένσημα, με την ταυτόχρονη αύξηση των ασφαλίστρων κατά 0,5% επί των
αποδοχών284 αποτελούσε ένα παραπέρα βήμα στην κατεύθυνση της χειροτέρευσης
της αμοιβής των εργαζόμενων.
Την ίδια χρονιά, σε ανακοίνωσή του το Εργατικό Κέντρο Αθήνας υποστήριζε ότι με
την αντικατάσταση της οκάς από το κιλό το 1959, οι δαπάνες προϋπολογισμού της
εργατικής οικογένειας αυξήθηκαν κατά 15%285.
Η εντατικοποίηση της εργασίας οδήγησε εκτός των άλλων και στην αύξηση των
εργατικών ατυχημάτων, που σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ΙΚΑ, μέσα στην
πενταετία 1955-1960 αυξήθηκαν κατά 16% (1955 - 31.825 ατυχήματα, 1960 37.030)286.
Σημαντικός ήταν ο αριθμός των θανατηφόρων εργατικών ατυχημάτων, ο οποίος
κυμαινόταν από 27 το 1961 μέχρι 53 το 1965287.
Η κατάσταση στο εργατικό βιοτικό επίπεδο ελάχιστα βελτιώθηκε μέχρι τα τέλη του
1966 και μόνο κάτω από την πίεση μεγάλων απεργιακών κινητοποιήσεων, ιδίως κατά
την τελευταία διετία.

280
«Νέος Κόσμος», Φλεβάρης 1957, τεύχ. 2, «Ανασκοπήσεις», σελ 115.
281
«Νέος Κόσμος», Απρίλης-Μάης 1957, τεύχ. 4-5, Α. Σολάρο, «Μερικές
παρατηρήσεις πάνω στον προϋπολογισμό του1957», σελ 194.
282
«Νέος Κόσμος», Δεκέμβρης 1961, τεύχ. 12, Γ. Στεφανάτου, «Πιο αποφασιστική
πάλη για την ικανοποίηση των εργατοϋπαλληλικών διεκδικήσεων», σελ 58.
283
«Νέος Κόσμος», Οκτώβρης 1963, τεύχ. 12, σελ. 70, Αλ. Ψηλορείτη, «Επιτακτικό,
δίκαιο και άμεσα πραγματοποιήσιμο αίτημα». Στοιχεία από την εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ», 29
Οκτωβρίου 1961.
284
«Νέος Κόσμος», Νοέμβρης 1960, τεύχ. 11, Γερ. Στεφανάτου, «Οι τελευταίες εθνικές
συλλογικές συμβάσεις και η πάλη της εργατικής τάξης», σελ. 27.
285
«Νέος Κόσμος», Νοέμβρης 1960, τεύχ. 11, Γερ. Στεφανάτου, «Οι τελευταίες εθνικές
συλλογικές συμβάσεις και η πάλη της εργατικής τάξης», σελ. 28.
286
«Νέος Κόσμος», Δεκέμβρης 1961, τεύχ. 12, Γ. Στεφανάτου, «Πιο αποφασιστική
πάλη για την ικανοποίηση των εργατοϋπαλληλικών διεκδικήσεων», σελ 59.
287
Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, τεύχος 42-43, Σ. Μπαμπανάση, «Η διαμόρφωση
της φτώχειας στην Ελλάδα του 20ου αιώνα», σελ. 120, και Σπύρος Σακελαρόπουλος «Τα
αίτια του Απριλιανού πραξικοπήματος», εκδόσεις Νέα Σύνορα, Αθήνα 1998, σελ. 342.

27
3
Στα τέλη του 1966, το μέσο ημερομίσθιο, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΚΑ μόλις
κατάφερνε να ξεπεράσει κατά μία δραχμή το προπολεμικό επίπεδο, φτάνοντας τις 91
δρχ.288.
Καθ’ όλο το διάστημα 1950-1966, η καθήλωση των μισθών ήταν η γενική τάση. Στην
εντατικοποίηση της εργασίας στηρίχθηκε σημαντικό μέρος της επέκτασης της
βιομηχανικής παραγωγής. Σύμφωνα με το Διεθνές Γραφείο Εργασίας, η ωριαία
αμοιβή εργασίας στην Ελλάδα ήταν η χαμηλότερη στην Ευρώπη, φτάνοντας το 1958
το 60% του τουρκικού ωρομίσθιου, το 50% του ιταλικού και το 1/3 του αγγλικού,
γαλλικού και γερμανικού289.
Αυτό αναγνωριζόταν και από τον αντιπρόεδρο του Εμποροβιομηχανικού
Επιμελητηρίου Αθηνών, με δήλωσή του στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο» στις 17
Μαΐου 1962: «...μοναδικόν ευνοϊκόν στοιχείον του κόστους είναι το χαμηλόν κόστος
εργασίας, το οποίον εν Ελλάδι ανέρχεται εις το ήμισυ του αντιστοίχου εις την
ΕΟΚ»290.
Εξίσου χαρακτηριστικά είναι τα στοιχεία291 του ΟΗΕ, που αφορούν στο ποσοστό
ιδιοποίησης της παραγόμενης αξίας από εργοδότες και εργαζόμενους κατά το 1961:
Εργαζόμενοι
Εργοδότες

Γαλλία
62%
38%

Δ. Γερμανία
61%
39%

Βέλγιο
55%
45%

Ελλάδα
41%
59%

Η εφημερίδα «Μεσημβρινή», στο φύλλο της στις 14 Αυγούστου 1963, αναγνωρίζει
ότι με βάση τα στοιχεία της ΕΣΥΕ (Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος) «η
κατανομή του βιομηχανικού εισοδήματος μεταξύ των εργοδοτών και εργαζομένων
των, κατέστη πλέον άδικος», αφού το 1958 το ποσοστό ιδιοποίησης της εργατικής
τάξης ήταν 44,1%292.
Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΕ, η αύξηση των πραγματικών μισθών στην Ελλάδα ήταν
5,5% για την περίοδο 1961-1973, και υπολειπόταν κατά 2,7% της αύξησης της
παραγωγικότητας που ήταν 8,2%. Για την ίδια περίοδο, οι αντίστοιχες αυξήσεις για
το μέσο όρο των κρατών της ΕΕ (τότε ΕΟΚ) ήταν 4,5% για τους μισθούς, 4,4% για
την παραγωγικότητα και η διαφορά ήταν θετική για την εξέλιξη των μισθών (0,1)293.
Άλλωστε, σύμφωνα με τα στοιχεία της δοτής ηγεσίας της ΓΣΕΕ, την περίοδο 19521960 ο δείκτης του κατά εργάτη παραγόμενου προϊόντος αυξήθηκε κατά 110% και ο
όγκος της παραγωγής κατά 108%, ενώ ο αριθμός των απασχολούμενων μειώθηκε
κατά 1,1%294.
Ο βουλευτής της ΕΔΑ Ηλίας Ηλιού, σε ομιλία του στη Βουλή το 1958, με βάση
στοιχεία του Συνδέσμου Βιομηχάνων, ανέφερε ότι ο κάθε απασχολούμενος εργάτης
288
«Νέος Κόσμος», Φεβρουάριος του 1967, τ. 2, Τάκη Μαμάτση, «Το αίτημα της
αύξησης των μισθών και ημερομίσθιων», σελ. 34.
289
«Νέος Κόσμος», Ιούλης 1962, τ. 7, Απ. Γκρόζου, «Η κατάσταση και οι αγώνες της
εργατικής τάξης και τα καθήκοντα των κομμουνιστών στα συνδικάτα», (Πίνακας 5), σελ. 27.
290
«Νέος Κόσμος», Σεπτέμβρης 1962, τ. 9, Γερ. Στεφανάτου - Α. Σολάρο, «Η εργατική
τάξη μπρος στη σύνδεση της Ελλάδας με την Κοινή Αγορά», σελ. 10.
291
«Νέος Κόσμος», Σεπτέμβρης 1962, τ. 9, , Γερ. Στεφανάτου - Α. Σολάρο, «Η
εργατική τάξη μπρος στη σύνδεση της Ελλάδας με την Κοινή Αγορά», σελ. 13.
292
«Νέος Κόσμος», Μάης 1964, τ. 5, Α. Σολάρο, «Η αύξηση του εργατικού
εισοδήματος». σελ. 61-62.
293
Θεόδωρος Γεωργακόπουλος, «Μακροοικονομικές ανισορροπίες της οικονομίας»,
στο συλλογικό «2004, η ελληνική οικονομία στο κατώφλι του 21ου αιώνα», έκδοση Ιονικής
Τράπεζας, 1995, σελ. 117, Πίνακας 6. Πηγή στοιχείων: European Commision, European
Economy, Νο 58, 1994.
294
«Νέος Κόσμος», Σεπτέμβριος του 1962, σελ 13, Γερ. Στεφανάτου - Α. Σολάρου, «Η
εργατική τάξη μπρος στη σύνδεση της Ελλάδας με την Κοινή Αγορά».

27
4
πρόσθετε με τη δουλιά του κάθε χρόνο αξία 40.800 δραχμές. Το 1961 πρόσθετε
55.600 δρχ. Το 1963, βάσει των δημοσιευθέντων στοιχείων, η προσφορά είχε φτάσει
τις 65.000 δρχ.. Ανέφερε μάλιστα ότι από αυτές τις 25.000, που οι εργαζόμενοι
παρήγαγαν επιπλέον με τη σκληρή δουλιά τους, αν έπαιρναν οι ίδιοι τα μισά, τα
μεροκάματα θα αυξάνονταν κατά 80%. Και όμως αυτοί ζητούσαν μόνο 20%295.
Ειδικότερα, κατά τον πρώτο χρόνο της δικτατορίας, παράλληλα με τα μέτρα
ενίσχυσης του κεφαλαίου (π.χ. σοβαρή αύξηση των φοροαπαλλαγών) επιδιώχθηκε
και ορισμένη αύξηση της ζήτησης, με μέτρα ενίσχυσης των μικρότερων εισοδημάτων
- πιστώσεις, στεγαστικά δάνεια, κλπ. Εν όψει του «δημοψηφίσματος» για το νέο
«σύνταγμα» το 1968, οι προσπάθειες αυτές ήταν εντονότερες και οι μισθοί
αυξήθηκαν κατά μέσο όρο 11%296. Συνολικά την τριετία 1967-1970, το μέσο
ημερομίσθιο αυξήθηκε κατά 19,6% περίπου, φτάνοντας από 92 στις 110 δρχ., ενώ ο
δείκτης τιμών καταναλωτή περίπου 3,6% ετησίως297. Την ίδια ανοδική πορεία
ακολούθησαν και οι συντάξεις, που από 1ης Ιανουαρίου 1970 αυξήθηκαν κατά 2025%298.
Την ανοδική αυτή τριετή φάση ακολούθησε μέχρι τα τέλη του 1972, μια διετία
σχετικής στασιμότητας για τα εισοδήματα των εργαζομένων. Η διεθνής όμως
καπιταλιστική κρίση, που ξέσπασε με αφορμή την πετρελαϊκή, έγινε πολύ πιο
αισθητή στην Ελλάδα και κυρίως στα λαϊκά στρώματα. Η εκτίναξη του τιμάριθμου
στο 23,2% σε ένα χρόνο (Οκτώβριος 1972 - Οκτώβριος 1973) έφερνε την Ελλάδα
στην πρώτη θέση ανάμεσα στις χώρες του ΟΟΣΑ (ακολουθούσαν η Ισλανδία με 20%
και η Πορτογαλία με 16,8%)299.
Την ίδια περίπου περίοδο (Αύγουστος 1972 - Αύγουστος 1973), σύμφωνα με τα
στοιχεία του ΙΚΑ, το μέσο ονομαστικό ημερομίσθιο αυξήθηκε μόνο κατά 16,3%300.
Η ραγδαία αύξηση του κόστους ζωής ανάγκασε και τη χουντική ΓΣΕΕ να απαιτήσει
στα τέλη του 1973 αύξηση μισθών 40%. Το δικτατορικό καθεστώς παραχώρησε
αυξήσεις μόνο 20% στα κατώτατα μεροκάματα το Δεκέμβριο του 1973 και 10-15%
στους μισθούς και τις συντάξεις των δημόσιων υπαλλήλων το Σεπτέμβριο του ίδιου
χρόνου301.
Αυτά συνέβαιναν όταν, με βάση τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, το διάστημα Δεκέμβριος
‘72-Δεκέμβριος ‘73 στην Ελλάδα η αύξηση τιμών ήταν της τάξης του 30,6%,
κατέχοντας την πρώτη θέση (ακολουθούσε η Ισλανδία με 28,4%, η Πορτογαλία με
20,5% και η Τουρκία με 19,9%), ενώ η μέση άνοδος τιμών στις χώρες του ΟΟΣΑ
ήταν 7,7%302.
Η ίδια η χουντική επιτροπή τιμών υπολόγιζε σε 24% το ποσοστό της αγοραστικής
δύναμης που είχαν χάσει οι μισθοί το 1973303.
295
«Νέος Κόσμος», Μάιος του 1964, σελ. 62, Α. Σολάρου, «Η αύξηση του εργατικού
εισοδήματος».
296
«Νέος Κόσμος», Οκτώβριος του 1968, σελ. 50, Γ. Κυριαζή, «Η Χούντα όργανο της
οικονομικής ολιγαρχίας».
297
«Νέος Κόσμος», Απρίλιος του 1972, σελ. 36, Ν. Κυρίτση, «Η κατάσταση της
εργατικής τάξης στην Ελλάδα».
298
«Νέος Κόσμος», Φεβρουάριος του 1970, σελ. 12, Γερ. Στεφανάτου, «Η πάλη της
εργατικής τάξης για τα ζητήματά της».
299
«Νέος Κόσμος», Φεβρουάριος του 1974, σελ. 12, Γερ. Στεφανάτου, «Συμπεράσματα
από την πάλη της εργατικής τάξης το 1973».
300
«Νέος Κόσμος», Φεβρουάριος του 1974, σελ. 9, Π. Μαυρομάτη, «Οι οικονομικές
εξελίξεις στη χώρα μας και τον υπόλοιπο κόσμο».
301
«Νέος Κόσμος», Φεβρουάριος του 1974, σελ. 13, Γερ. Στεφανάτου, «Συμπεράσματα
από την πάλη της εργατικής τάξης το 1973».
302
«Νέος Κόσμος», Μάιος του 1974, σελ. 42, Γιάννη Δόβα, «Η όξυνση όλων των
προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας στα χρόνια της δικτατορίας».

27
5
Η κατάσταση αυτή συνεχίσθηκε και το 1974, όταν τους πρώτους 5 μήνες ο επίσημος
δείκτης τιμών καταναλωτή είχε αυξηθεί κατά 7,5% χωρίς ουσιαστικές αυξήσεις των
μισθών.
Συνολικά κατά τη διετία 1973-1974, σημειώθηκε η μεγαλύτερη άνοδος τιμών με
αποτέλεσμα την ουσιαστική μείωση των μισθών και τη χειροτέρευση του βιοτικού
επιπέδου της εργατικής τάξης συνολικά. Πολύ χειρότερη ήταν ειδικά η θέση των
εργαζομένων γυναικών, που ακόμα και το 1972 οι μισθοί τους αντιπροσώπευαν μόλις
το 54,7% του μισθού των υπαλλήλων και το 62% των εργατών. Κατά συνέπεια και η
θέση των οικογενειών χωρίς εργαζόμενο άντρα ήταν δυσμενέστερη304.
Στον αντίποδα αυτών των εξελίξεων βρισκόταν η κερδοφορία του κεφαλαίου. Την
περίοδο 1967-1971, τα κεφάλαια, ίδια και ξένα, στις βιομηχανικές επιχειρήσεις
διπλασιάσθηκαν, όπως ακριβώς διπλασιάσθηκαν και τα κέρδη ως προς τα ίδια
κεφάλαια. Καταγράφτηκε πολύ μεγάλη κερδοφορία, πριν να εκδηλωθεί η κρίση. Ο
Σύλλογος Υπαλλήλων της Εμπορικής Τράπεζας, με ανακοίνωσή του τον Ιούλιο του
1973 εκτιμούσε ότι «...το Κεφάλαιον...εις την Ελλάδα, επιδιώκει και επιτυγχάνει την
απόσβεσίν του εντός 2-3 ετών (30-50%)!»305.
Η πραγματοποίηση τέτοιων ποσοστών κερδοφορίας υποδηλώνει ένταση του βαθμού
εκμετάλλευσης, η οποία δεν διαπιστώνεται με στατιστικές μετρήσεις μέσων όρων στα
εργατικά εισοδήματα. Η συνεχής αύξηση της εντατικοποίησης της εργασίας
αποτελούσε τον κύριο παράγοντα της σοβαρής αύξησης των εργατικών ατυχημάτων
την περίοδο της δικτατορίας. Με βάση τα στοιχεία του ΙΚΑ, ενώ το 1960
καταγράφτηκαν 36.780 ατυχήματα, το 1972 υπερδιπλασιάσθηκαν φτάνοντας τα
78.002. Τα δε θανατηφόρα, από 20-40 το χρόνο κατά μέσο την περίοδο 1958-1967,
έφτασαν το 1971 τα 171306.
Συνοψίζοντας για την περίοδο 1958-1972, σημειώνεται ότι οι ρυθμοί αύξησης τόσο
του πραγματικού κατώτατου ορίου ημερομισθίου όσο και του ονομαστικού, ήταν
περίπου τρεις φορές μικρότεροι από τους αντίστοιχους ρυθμούς αύξησης του εθνικού
εισοδήματος, σε σταθερές τιμές του 1958, όσο και σε τρέχουσες 307. Ενώ το εθνικό
εισόδημα είχε αυξηθεί σε τρέχουσες τιμές κατά 313,5%, το κατώτατο εργατικό
ημερομίσθιο αυξήθηκε μόνο κατά 134% (από 49 στις 115 δρχ.). Αν συνυπολογιστεί
και η μείωση της αγοραστικής δύναμης της δραχμής, το κατώτατο μεροκάματο
αυξήθηκε μόνο κατά 31 δρχ., δηλ. 63%308.
2.Ε. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
303
«Νέος Κόσμος», Ιούλιος του 1974, τ. 7, σελ 58, Λ. Τ., «Τα κέρδη των βιομηχάνων
και οι έλληνες εργαζόμενοι».
304
«Νέος Κόσμος», Οκτώβριος του 1974, Γιάννη Δόβα, «Μερικά προβλήματα σχετικά
με το βιοτικό και εκπολιτιστικό επίπεδο του ελληνικού λαού - διαπιστώσεις, εκτιμήσεις και
συμπεράσματα», (Παράρτημα) , σελ. 90.
305
«Νέος Κόσμος», Οκτώβριος του 1974, Γιάννη Δόβα, «Μερικά προβλήματα σχετικά
με το βιοτικό και εκπολιτιστικό επίπεδο του ελληνικού λαού - διαπιστώσεις, εκτιμήσεις και
συμπεράσματα». (Παράρτημα), σελ. 99.
306
«Νέος Κόσμος», Οκτώβριος του 1974, Γιάννη Δόβα, «Μερικά προβλήματα σχετικά
με το βιοτικό και εκπολιτιστικό επίπεδο του ελληνικού λαού - διαπιστώσεις, εκτιμήσεις και
συμπεράσματα». (Παράρτημα), σελ. 99.
307
«Νέος Κόσμος», Οκτώβριος του 1974, Γιάννη Δόβα, «Μερικά προβλήματα σχετικά
με το βιοτικό και εκπολιτιστικό επίπεδο του ελληνικού λαού - διαπιστώσεις, εκτιμήσεις και
συμπεράσματα». (Παράρτημα), σελ. 90.
308
«Νέος Κόσμος», Οκτώβριος του 1974, Γιάννη Δόβα, «Μερικά προβλήματα σχετικά
με το βιοτικό και εκπολιτιστικό επίπεδο του ελληνικού λαού - διαπιστώσεις, εκτιμήσεις και
συμπεράσματα». (Παράρτημα), σελ. 89-90

27
6
Από τη μελέτη και διασταύρωση στοιχείων διαφορετικών πηγών, μπορούν να
εξαχθούν τα εξής συμπεράσματα:
Μετά την ανασυγκρότηση, στις δεκαετίες 1950 και 1960 και ιδιαιτέρως κατά την
περίοδο 1957-1968, πραγματοποιήθηκε σημαντική ανάπτυξη της ελληνικής
καπιταλιστικής οικονομίας. Η ανάπτυξη αυτή εκφράσθηκε με την αύξηση της
παραγωγικότητας (παραγόμενο προϊόν ανά απασχολούμενο) στην οικονομία, με τη
διεύρυνση του σταθερού κεφαλαίου (κεφαλαιουχικού εξοπλισμού), με την μεγάλη
αύξηση της συνολικής δυναμικότητας σε ίππους των εγκαταστάσεων της
μεταποίησης, με την αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ, με τη συγκέντρωση του
εργατικού δυναμικού στο δευτερογενή τομέα και στις υπηρεσίες (επέκταση της
μισθωτής εργασίας) και παράλληλη μείωση της απασχόλησης στον αγροτικό τομέα,
ενώ σημειώθηκε στασιμότητα (ακόμη και πτωτική τάση) της συνολικής
απασχόλησης.
Η καπιταλιστική ανάπτυξη στην Ελλάδα στις δεκαετίες του 1950 και του 1960
τροφοδοτήθηκε κυρίως από την εσωτερική συσσώρευση του κεφαλαίου. Η
συγκριτικά με προηγούμενες περιόδους επιτάχυνσή της στηρίχθηκε στο νέο κρατικό
προσανατολισμό και την αντίστοιχη διαμόρφωση της κρατικής υποδομής για τη
στήριξη της βιομηχανίας. Οι άμεσες κρατικές επενδύσεις κατευθύνθηκαν κυρίως
στον εξηλεκτρισμό, τις μεταφορές και άλλες υποδομές, ενώ οι ιδιωτικές (και οι
άμεσες ξένες) επενδύσεις κατευθύνθηκαν προς τους κλάδους της κυρίως βιομηχανίας
(Μεταποίησης) και μάλιστα της λεγόμενης βαριάς.
Η εισροή ξένου κεφαλαίου δεν ήταν ιδιαίτερα αυξημένη με εξαίρεση τις εισροές με
βάση το «Δόγμα Τρούμαν», το «Σχέδιο Μάρσαλ» κλπ. κατά το τέλος της δεκαετίας
του 1940 και τα πρώτα έτη της δεκαετίας του 1950. Αυτή η εισροή αξιοποιήθηκε
κυρίως για την ανασυγκρότηση της κρατικής κατασταλτικής μηχανής, ενώ τα
προγράμματα αξιοποίησης τμήματός της για την εκβιομηχάνιση ελάχιστα
λειτούργησαν.
Το μεγαλύτερο μέρος των ΑΞΕ ήρθε μετά τη συμφωνία σύνδεσης της Ελλάδας με
την ΕΟΚ και υπό την επενέργεια του ευνοϊκού νομοθετικού πλαισίου και
κατευθύνθηκε στη βιομηχανία ενδιάμεσων ή και κεφαλαιουχικών προϊόντων.
Ακολουθήθηκε επίσης μια ορισμένη πολιτική εκμηχάνισης της γεωργίας και
αναδασμού με στόχο τη συγκεντροποίηση της αγροτικής εκμετάλλευσης, με
αποτέλεσμα τη συρρίκνωση των εισοδημάτων των φτωχών αγροτών. Ένα σημαντικό
μέρος των φτωχών αγροτών, χάνοντας τη δυνατότητά του να ζει ως
εμπορευματοπαραγωγός από την καλλιέργεια της γης του, και στο βαθμό που δεν
μπορούσε να απορροφηθεί συμπληρωματικά ή και ολοκληρωτικά στο εργατικό
δυναμικό ή να επιβιώσει ως ελεύθερος επαγγελματίας σε αστικό κέντρο,
μεταναστεύει.
Συνέπεια της καπιταλιστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα ήταν να αυξάνει το κατά
κεφαλήν ΑΕΠ, σε μια πορεία μείωσης της μεγάλης καθυστέρησης που παρουσίαζε
συγκριτικά με το μέσο όρο των κρατών-μελών της ΕΕ (τότε ΕΟΚ).
Η κεφαλαιακή συσσώρευση γινόταν με αυξανόμενη εντατικοποίηση της εργασίας, με
μεγάλα ποσοστά κερδοφορίας, με μεγάλες χρονικές υστερήσεις στην ενσωμάτωση
ορισμένων αποτελεσμάτων της καπιταλιστικής ανάπτυξης στο βιοτικό επίπεδο των
εργατικής τάξης και γενικότερα των λαϊκών δυνάμεων.
Ωστόσο αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης ήταν και η σχετική βελτίωση του
εργατικού εισοδήματος και του βιοτικού επιπέδου (συμπεριλαμβανομένου και του
μορφωτικού-εκπολιτιστικού), παρ’ όλο που υπολειπόταν από την αύξηση της
παραγωγικότητας, και η αγοραστική του δύναμη μειώθηκε από τον πληθωρισμό,
αλλά κυρίως από την αύξηση της φορολογίας (και ιδιαιτέρως της έμμεσης). Στη
σχετική βελτίωση του εισοδήματος των λαϊκών μαζών ήταν αναμφισβήτητη και η
συμβολή του εργατικού και γενικότερα του λαϊκού κινήματος και των αγώνων τους.

27
7
Το ΚΚΕ συμμετείχε στον προβληματισμό για τις αιτίες καθυστέρησης της
εκβιομηχάνισης στην Ελλάδα. Ιδιαίτερα ανέδειξε τον άκρως εκμεταλλευτικό
χαρακτήρα του εξωτερικού δανεισμού που πραγματοποιήθηκε και το συνέδεσε με την
εξαιρετικά αδύναμη θέση της Ελλάδας στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα και τις
πολιτικές επιδιώξεις των ηγέτιδων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Ο Νίκος
Μπελογιάννης, αναφερόμενος στα πρώτα εξωτερικά δάνεια προς το νεοϊδρυθέν
ελληνικό κράτος, το χαρακτήρισε ως «ψευδοανεξάρτητο κατασκεύασμα» που
συμφωνήθηκε αρχικά από τις μεγάλες δυνάμεις, οι οποίες «χειροτόνησαν ως
κυβερνήτη τον Καποδίστρια»309.
Γενικότερα, οι δυσμενείς όροι των εξωτερικών δανείων310 και η αδύναμη θέση της
Ελλάδας στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, με ισχυρούς δεσμούς στρατιωτικής και
πολιτικής311 εξάρτησης σε διαφορετικές περιόδους της ιστορίας της, οδήγησαν στην
ευρέως διαδεδομένη αντίληψη ότι υπεύθυνος για την καθυστέρηση της
εκβιομηχάνισης στην Ελλάδα ήταν ο ξένος παράγοντας.
Η απόδοση των δεινών της καθυστέρησης στον ξένο παράγοντα ενισχύθηκε στις
αμέσως μεταπολεμικές συνθήκες. Ήταν η περίοδος (και μάλιστα αρχής γενομένης
από το 1943) κατά την οποία διαμορφώνονταν διεθνείς συμφωνίες και θεμελιώνονταν
διεθνείς ενώσεις (διακρατικοί οργανισμοί) που αποσκοπούσαν στην οικονομική
συνεργασία για την μεταπολεμική καπιταλιστική ανασυγκρότηση, την αποκατάσταση
του διεθνούς εμπορίου και της διεθνούς κίνησης των κεφαλαίων. Σε αυτή τη
διαδικασία ηγούνταν οι ΗΠΑ, σημαντικό ρόλο έπαιζε το Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ ο
ρόλος κάθε κράτους-μέλους των Ηνωμένων Εθνών ήταν ανάλογος του οικονομικού
και πολιτικού του βάρους. Οι μεγάλες καταστροφές στην ελληνική οικονομία από την
γερμανική κατοχή αλλά και ο κλονισμός της αστικής εξουσίας από την
απελευθέρωση ως την ήττα του ΔΣΕ, εντείναν την στρατιωτική, οικονομική και
πολιτική εξάρτηση της Ελλάδας από τις νέες ιμπεριαλιστικές ενώσεις και κέντρα312.
Το γεγονός αυτό οδήγησε το ΚΚΕ, κάτω από την επίδραση και ορισμένων
μικροαστικών συνεργαζόμενων δυνάμεων, να θεωρεί το αποτέλεσμα (δηλαδή την
εξάρτηση) ως αιτία της ιστορικά διαμορφωμένης καθυστέρησης στην ανάπτυξη του
ελληνικού καπιταλισμού313.
309
Νίκος Μπελογιάννης, «Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα», εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή,
σελ. 47.
310
Η αναφορά γίνεται για τους όρους που δόθηκαν δάνεια από τότε που διαρκούσε η
Ελληνική Επανάσταση του 1821. Πρόκειται για τα περιβόητα «Δάνεια της Ανεξαρτησίας»
(1821-1828), αλλά και για εκείνα που δόθηκαν αργότερα στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος
(1833 και στη συνέχεια) από τις «Μεγάλες Δυνάμεις» και ιδιαίτερα από την Αγγλία και τη
Γαλλία. Οι όροι περιλάμβαναν υψηλά επιτόκια, ενώ ως εγγύηση για το δανεισμό έμπαινε το
σύνολο των δημόσιων εσόδων, οι λεγόμενες «εθνικές γαίες» κλπ. (Βλέπε: Ν. Μπελογιάννης
«Το ξένο Κεφάλαιο στην Ελλάδα» , εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» σελ. 29-63).
311
Στις παρεμβατικές επιστολές των πρεσβευτών των μεγάλων δυνάμεων, κατά τον 19 ο
αιώνα, προς την κυβέρνηση, συχνά συναντάται φρασεολογία ως απευθυνόμενη σε καθεστώς
υποτέλειας. Βλέπε, για παράδειγμα, την επιστολή του άγγλου πρεσβευτή Σκάρλετ προς τον
υπουργό Εξωτερικών Δεληγιάννη (1864), με φράσεις όπως: «Είχον λόγους να πιστεύω ότι η
διαγωγή της Ελληνικής Κυβερνήσεως και του ελληνικού έθνους ήτον άξια παντός επαίνου ...
ημπορεί να αποδοθεί εις την εντελή ανικανότητα των πολιτικών και στρατιωτικών αρχών εις
το να περιστείλωσι τους απειθούντας και θορυβούντας στρατιώτας»
[Βλ. Γ. Κορδάτος, «Ιστορία της νεώτερης Ελλάδος», τόμος 4ος, 20ος Αιώνας, Αθήνα,
1958, σελ. 212].
312
Βλ. Εκπροσώπηση στις διεθνείς διασκέψεις και συμμετοχή στους διεθνείς
οργανισμούς, έκδοση της Τράπεζας της Ελλάδος, «Τα πενήντα χρόνια της Τραπέζης της
Ελλάδος», 1978, σελ. 224-233.
313
Το ίδιο συνέβη, αναγωγή του αποτελέσματος σε αίτιο, και ως προς την εκτεταμένη
δραστηριότητα στο εξωτερικό εμπόριο κεφαλαιούχων του ελληνισμού, η οποία σε αρκετές
περιπτώσεις λαθεμένα αποδόθηκε ως παρέμβαση του ξένου παράγοντα. Βλέπε ως

27
8
Το ΚΚΕ, μαζί με συνεργαζόμενες ΕΑΜικές δυνάμεις, άνοιξε πολεμική στις απόψεις
που θεωρούσαν ως αιτία της βιομηχανικής καθυστέρησης της Ελλάδας την έλλειψη
εγχώριων πόρων (κυρίως πρώτων βιομηχανικών υλών). Το 1945, εν όψει του 7ου
Συνεδρίου του ΚΚΕ και μετά από αυτό, διαμορφώθηκαν μελέτες σχετικά με τις
δυνατότητες και προϋποθέσεις εκτεταμένου εξηλεκτρισμού και εκβιομηχάνισης και
ειδικότερα ανάπτυξης της βαρειάς βιομηχανίας.
Το 1947 εκδόθηκε η μελέτη του Δημήτρη Μπάτση, στελέχους του ΚΚΕ, «Η βαρειά
βιομηχανία στην Ελλάδα». Ο Μπάτσης υποστήριξε ότι η Ελλάδα δεν στερούνταν
ορυκτού πλούτου και ενεργειακών πηγών απαραίτητων για να «εκβιομηχανίσει» την
οικονομία της και να δημιουργήσει βαρειά βιομηχανία χωρίς να εξαρτάται από
ανάλογες εισαγωγές. Ως πολιτικό πλαίσιο αυτής της εκβιομηχάνισης θεωρούσε τον
κρατικό σχεδιασμό και τον κοινωνικό έλεγχο, με αποκλεισμό των ξένων οικονομικών
ή πολιτικών παραγόντων. Ο Δ. Μπάτσης, καταγράφοντας τις εγχώριες πρώτες ύλες,
κατέρριψε την άποψη ότι η βιομηχανοποίηση της ελληνικής οικονομίας δεν ήταν
δυνατή εξ αιτίας της έλλειψής τους.
Είναι ιστορικής σημασίας η πρωτοποριακή τοποθέτηση του Μπάτση, και γενικότερα
του ΚΚΕ, για την ύπαρξη πρώτων υλών και τη δυνατότητα ανάπτυξης της βαριάς
βιομηχανίας στην Ελλάδα, ανεξάρτητα από ασάφειες και προβλήματα στη χρήση και
στο πολιτικό περιεχόμενο ορολογιών, στις προγραμματικές θέσεις του ΚΚΕ. Γιατί,
στην Ελλάδα, αν και αναγνωριζόταν ως γενική τάση η αναγκαιότητα εκβιομηχάνισης
και εκτεταμένου εξηλεκτρισμού, ωστόσο δεν αναγνωριζόταν ενιαία και η
αναγκαιότητα ανάπτυξης της βαριάς βιομηχανίας (παραγωγής μέσων παραγωγής και
επεξεργασμένων ενδιάμεσων υλικών της βιομηχανίας) μέσω ισχυρής κρατικής
επιδότησης.
Στις συνθήκες της ανάπτυξης του ΕΑΜικού κινήματος, τμήμα της αστικής τεχνικής
διανόησης δέχθηκε θετική πολιτική επιρροή από κατευθυντήριες ιδέες του
Προγράμματος του ΕΑΜ. Η επίδραση αυτή ενισχύθηκε και μεταπολεμικά από το
αποτέλεσμα της γρήγορης οικονομικής ανόρθωσης της ΕΣΣΔ. Έτσι κέρδισε έδαφος η
ιδέα χρησιμοποίησης Μεσοπρόθεσμου Οικονομικού Προγράμματος και κρατικών
επενδύσεων για την εκβιομηχάνιση. Το τμήμα της αστικής τεχνικής διανόησης, το
οποίο προσχώρησε στο ΕΑΜ, συμμετείχε αρχικά σε εθελοντικές μελετητικές ομάδες
για την εκπόνηση Προγραμμάτων Ανασυγκρότησης. Η κριτική τους προς τα επίσημα
(των κυβερνητικών και αμερικανικών επιτελείων) προγράμματα ασκούνταν κυρίως
από τις στήλες του οικονομικών περιοδικών, ανάμεσα τους των εκδόσεων «Ανταίος»,
με διευθυντή το Δημήτρη Μπάτση, και «Νέα Οικονομία», με ιδρυτή τον Άγγελο
Αγγελόπουλο.
Το προγραμματικό πολιτικό πλαίσιο στο οποίο τοποθετούσε ο Δ. Μπάτσης την
εκβιομηχάνιση ήταν η κυριαρχούσα προγραμματική αντίληψη του ΚΚΕ που έθετε ως
στρατηγικό στόχο την «ολοκλήρωση του αστικοδημοκρατικού μετασχηματισμού και
την κατάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας», τις εθνικοποιήσεις και τις κρατικές
επενδύσεις για τη δημιουργία βαριάς βιομηχανίας υπό καθεστώς Λαϊκής
Δημοκρατίας314.
παράδειγμα τις οικογένειες Μπενάκη, Σαλβάγου, Χωρέμη, Αβέρωφ, Ράλλη κ.α.
μεγαλοαστών του παροικιακού ελληνισμού, που ανέπτυξαν μεγάλη επιχειρηματική
δραστηριότητα στην Αίγυπτο και σε άλλες χώρες.
314
Σε αυτήν την περίοδο ο όρος της «λαϊκής οικονομίας» υιοθετήθηκε από αστικές
δυνάμεις προσδίδοντας σε αυτόν περιεχόμενο της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Για
παράδειγμα, ήδη από το 1926, ο Ξενοφών Ζολώτας έκανε χρήση του όρου «λαϊκή
οικονομία» ανάγοντας σ’ αυτή την εκβιομηχάνιση μιας εθνικής οικονομίας. Αναφέρεται στην
περί οικονομικών σταδίων (Wirtschaftsstufen) θεωρία του Bucher, η οποία διακρίνει τις
διάφορες φάσεις της οικονομικής εξέλιξης ανάλογα με την παραγωγή και την κατανομή των
έργων: 1) την «οικογενειακήν ή οικιακήν οικονομία» (Geschlossene Hauswirtschaft), 2) την
«αστικήν οικονομίαν» (Stadtwirtschaft) και 3) τη «λαϊκή οικονομία» (Volkwirtschaft) ( Ξ.

27
9
Το ΚΚΕ θεωρούσε ότι η καπιταλιστική βιομηχανική ανάπτυξη, ο εκσυγχρονισμός
του καπιταλιστικού κράτους και η αστικοδημοκρατική μορφή της εξουσίας στην
Ελλάδα δεν μπορούσαν να πραγματοποιηθούν με ηγέτιδα την αστική τάξη, λόγω της
«υποτελούς εξάρτησής» της και επομένως άλλο μέτωπο δυνάμεων έπρεπε να ηγηθεί
γι’ αυτούς τους στόχους.
Έτσι, ο στόχος της εκβιομηχάνισης και η πολιτική οικονομική αντίληψη για την
άμεση ανάληψη από το αστικό κράτος εκτεταμένων παραγωγικών επενδύσεων
(κρατικές επιχειρήσεις και μάλιστα μονοπωλιακές) στο έδαφος του καπιταλιστικού
τρόπου παραγωγής και με στόχο την περαιτέρω ανάπτυξή του, συχνά ταυτίζονταν με
τις εθνικοποιήσεις, όπως έμπαιναν σε προγράμματα του ΚΚΕ.
ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Η ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΚΚΕ
ΑΠΟ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ 1949
ΕΩΣ ΚΑΙ ΤΗ 12η ΕΥΡΕΙΑ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ 1968
Α. ΤΟ ΚΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ 1949
ΕΩΣ ΚΑΙ ΤΟ 8ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ (1961)
3.Α.1. Η 6η ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΕ (9 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1949)
ΠΡΩΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΠΟΧΩΡΗΣΗ
ΤΟΥ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΕΛΛΑΔΑΣ (ΔΣΕ)
ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗ ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Στo τέλος Αυγούστου 1949, μετά την υποχώρηση του Δημοκρατικού Στρατού
Ελλάδας (ΔΣΕ) από το Γράμμο και το Βίτσι στην Αλβανία, διαμορφώθηκαν νέες
συνθήκες για τη δράση του ΚΚΕ. Όπως ήταν επόμενο, το πρώτο ζήτημα, που
επιβαλλόταν να εξεταστεί, αφορούσε τις αιτίες της ήττας του Δημοκρατικού Στρατού
Ελλάδας (ΔΣΕ), σε συνδυασμό με τον καθορισμό των καθηκόντων του ΚΚΕ στη νέα
κατάσταση.
H πρώτη προσπάθεια της καθοδήγησης του Κόμματος να δει κριτικά και αυτοκριτικά
την πορεία της πάλης του κατά την προηγούμενη περίοδο και να προσαρμόσει την
τακτική του στις νέες συνθήκες, έγινε στην 6η Ολομέλεια της ΚΕ (9 Οκτωβρίου
1949), που συνήλθε στο Μπουρέλι της Αλβανίας.
Με σκοπό να υπάρξει μία πιο συλλογική συζήτηση, που θα βοηθούσε τις εργασίες
της 6ης Ολομέλειας, συνήλθε προηγουμένως (29 και 30 Σεπτεμβρίου), επίσης στο
Μπουρέλι, η Συνδιάσκεψη315 των Κομματικών Οργανώσεων των τμημάτων Βίτσι –
Γράμμου του ΔΣΕ, με συμμετοχή 325 αντιπροσώπων. Οι αποφάσεις και στα δύο
κομματικά σώματα πάρθηκαν ομόφωνα.
Αρκετές μέρες πριν από την πραγματοποίηση της κομματικής συνδιάσκεψης στο
Μπουρέλι στα τέλη Σεπτεμβρίου 1949, ο Ζαχαριάδης επισκέφθηκε την ΕΣΣΔ. Στις
16 Σεπτεμβρίου 1949 συναντήθηκε με τον Στάλιν στην περιοχή της Μαύρης
Θάλασσας, στις όχθες της λίμνης Ρίτσα, όπου ο Στάλιν ξεκουραζόταν.
Από τη συνάντηση στη λίμνη Ρίτσα προέκυψε το ομώνυμο ντοκουμέντο, που
αποτέλεσε τη βάση των εκτιμήσεων και καθηκόντων της 6ης Ολομέλειας της ΚΕ του
Ζολώτας, «Η Ελλάς εις το στάδιον της εκβιομηχανίσεως (1926)», β΄ έκδοση 1964, σελ. 19.
Παραπέμπει στο K. Bucher, Die Entstehung der Volkwirtschaft, 1ος τόμος, 16η έκδοση,
Tübingen 1922, σελ. 91).
315
Βλέπε την απόφαση της Συνδιάσκεψης στο Παράρτημα του Δοκιμίου σελ. 515.

28
0
ΚΚΕ στο Μπουρέλι316. Το τελικό κείμενο του ντοκουμέντου στη ρωσική γλώσσα,
που έδωσε ο Ζαχαριάδης στον Στάλιν, ο δεύτερος το υπέγραψε ως σωστό. Σύμφωνα
με μαρτυρία του Δ. Βλαντά, ο Στάλιν απάλειψε μόνο τις λέξεις «προσωρινή
υποχώρηση», που αναφέρονταν στον ΔΣΕ.
Στην απόφαση της 6ης Ολομέλειας αποτιμήθηκε ως εξής η προσφορά του ΔΣΕ:
«…Η τρίχρονη ηρωική εποποιία του ΔΣΕ αποτελεί ανεχτίμητο κεφάλαιο του λαϊκού
απελευθερωτικού κινήματος της Ελλάδας, κεφάλαιο που καθαγιάστηκε με τη θυσία
χιλιάδων και χιλιάδων αγωνιστών, αντρών, γυναικών, νέων, που άλλοι δίνοντας τη
ζωή τους και άλλοι τραυματίες και ανάπηροι, με το αίμα τους πότισαν και έθρεψαν
τις ρίζες μιας λαϊκοδημοκρατικής και σοσιαλιστικής Ελλάδας. Ο ΔΣΕ μέσα στο
σκληρό αιματηρό αγώνα ενάντια στους εγκάθετους του ξένου ιμπεριαλισμού
δημιούργησε ολόκληρη στρατιά ηρώων [...] Το ΚΚΕ εμπνευστής, οργανωτής και
καθοδηγητής του ΔΣΕ έσωσε άλλη μια φορά την τιμή της Ελλάδας»317.
Επίσης η 6η Ολομέλεια έκανε και την παρακάτω βασική διαπίστωση:
«Η ήττα μας στη μάχη Βίτσι-Γράμμου τον Αύγουστο του 1949, σημειώνει μια
αλλαγή στην κατάσταση. Αυτό επιβάλλει και μια αλλαγή στην πολιτική μας γραμμή.
Η τακτική της συνέχισης οπωσδήποτε του ένοπλου αγώνα, που εκφράζει ένα
μικροαστικό πνεύμα απελπισίας και έλλειψη προοπτικής, θα ‘δινε τη δυνατότητα
στον αντίπαλο να καταφέρει συντριπτικό χτύπημα εναντίον των αγωνιστών και
στελεχών του»318.
Με βάση αυτή τη διαπίστωση η 6η Ολομέλεια καθόρισε ως νέα καθήκοντα του
Κόμματος ανάμεσα σε άλλα:
«α) Να σταματήσει αμέσως ο ένοπλος αγώνας, αφήνοντας μόνο μικρά παρτιζάνικα
τμήματα, σα μέσο πίεσης για όσο το δυνατό περισσότερο εκδημοκρατισμό της
πολιτικής ζωής του τόπου [...].
β) Να μεταφερθεί το κέντρο βάρους της δουλειάς του Κόμματος στην οργάνωση και
καθοδήγηση των οικονομικών και πολιτικών αγώνων όλων των στρωμάτων του
εργαζόμενου λαού. [...]
γ) Το ΚΚΕ, σε συνεργασία με το ΑΚΕ, να δημιουργήσει ένα πλατύ δημοκρατικό
συνασπισμό, που θα ενώνει όλο τον εαμικό κόσμο [...] όσους επεδίωκαν τη
δημοκρατικοποίηση της Ελλάδας.
δ) Στο κέντρο της προσοχής του Κόμματος να μπει το ζήτημα της υπεράσπισης της
ειρήνης [...].
ζ) Το Κόμμα πρέπει, χρησιμοποιώντας τις νόμιμες δυνατότητες που υπάρχουν, να
βγάλει στην Αθήνα νόμιμη, περιοδική, μαζική πολιτική εφημερίδα.
η) Χωρίς αναβολή το Κόμμα πρέπει να προετοιμάσει και να στείλει στις μεγάλες
πόλεις ολόκληρη σειρά κομματικά στελέχη για το δυνάμωμα και την αναδιοργάνωση
των τοπικών κομματικών οργανώσεων και για την εξασφάλιση της εφαρμογής της
καινούργιας γραμμής…»319.
Η απόφαση της Ολομέλειας εκτίμησε ως βασικές αιτίες για την ήττα του ΔΣΕ:
«Την έκβαση της φετεινής αναμέτρησης με τον εχθρό καθόρισε το γεγονός ότι το
Κόμμα μέσα σε συνθήκες που οι δυσκολίες για τον αγώνα μας μεγάλωναν εξ αιτίας
κυρίως της προδοσίας του Τίτο [...] δεν μπόρεσε να λύσει το πρόβλημα των
εφεδρειών του ΔΣΕ και του εφοδιασμού των τμημάτων του της κεντρικής και νότιας
Ελλάδας, δεν κατάφερε να σπάσει την κατάσταση που δημιούργησε ο
μοναρχοφασισμός στις πόλεις, για να εξασφαλίσει νέες δυνάμεις στο ΔΣΕ και να
316
Ολόκληρο το κείμενο στο Παράρτημα του Δοκιμίου σελ. 514.
317
Αρχείο ΚΚΕ -6η Ολομέλεια της ΚΕ, έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 94.
318
Το ΚΚΕ - Επίσημα Κείμενα, τόμος 7ος, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1995, σελ.
13. [σημείωση Δοκιμίου: Εννοεί τον Μ. Παρτσαλίδη, τον οποίο κατηγόρησε ότι είχε
προτείνει ελιγμό προς τον Νότο αντί της υποχώρησης στην Αλβανία. Το ίδιο είχε θεωρήσει
ως αναγκαίο και η ηγεσία του Κόμματος Εργασίας Αλβανίας].
319
Αρχείο ΚΚΕ -6η Ολομέλεια, έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 92, 93, 94.

28
1
συνδυάσει ένα γερό μαζικό κίνημα στις πόλεις με τον πόλεμο του ΔΣΕ στα βουνά»
320
.
Σε αυτή την εκτίμηση η 6η Ολομέλεια κατέληξε μετά από πολλή συζήτηση που έγινε
και στην κομματική Συνδιάσκεψη. Το επίμαχο σημείο βρισκόταν στο αν βάραινε
στην ήττα ο ρόλος της Γιουγκοσλαβίας ή η έλλειψη εφεδρειών. Σε σχέση με αυτό το
θέμα ο Κ. Κολιγιάννης είπε στην ίδια Ολομέλεια:
«Δεν με ικανοποιούσε η θέση ότι [...] ο βασικός, ο κύριος, ο καθοριστικός
παράγοντας [...] είναι η τιτική προδοσία και τα δικά μας λάθη δεν παίξανε
καθοριστικό ρόλο»321.
Λίγες μέρες αργότερα, στις 20 Οκτωβρίου 1949 κυκλοφόρησε σε μπροσούρα η
ομιλία του Νίκου Ζαχαριάδη στην 6η Ολομέλεια, με τον τίτλο: «Καινούργια
κατάσταση, καινούργια καθήκοντα. Οι διαπιστώσεις, η γραμμή και οι αποφάσεις της
6ης Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ (9-10-1949)».
Σχετικά τον Τίτο το άρθρο του Ν. Ζαχαριάδη υπογράμμιζε ανάμεσα σε άλλα:
«Αυτή η προδοσία του Τίτο υπήρξε για το στάδιο που περνούσε το κίνημά μας στα
1948 - 49, ο καθοριστικός λόγος που οδήγησε στην προσωρινή μα αναγκαία
υποχώρησή μας ύστερα απ’ τη μάχη στο Βίτσι - Γράμμο. Και πρέπει εδώ να το πούμε
ανοιχτά, ότι αν απ’ το 1946 ήταν γνωστός ο άτιμος ρόλος του προβοκάτορα Τίτο,
τότε το ΚΚΕ δεν θα κατάληγε στην απόφαση να ξαναπάρει τα όπλα …»322.
Σχετικά με το ρόλο του Τίτο, ο Ν. Ζαχαριάδης επικαλέστηκε και μία από τις σχετικές
τοποθετήσεις του ιμπεριαλισμού, συγκεκριμένα ανταπόκριση του Γαλλικού
Πρακτορείου από την Ουάσιγκτον, που αναδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα
«ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» στις 18 Οκτωβρίου 1949:
«Οι επίσημοι αμερικάνικοι κύκλοι δεν διστάζουν να βεβαιώσουν ότι η «αποστασία»
του Τίτο έπαιξε σημαντικό ρόλον εις την εξέλιξιν της εν Ελλάδι καταστάσεως»323.
Όσον αφορά την εκτίμηση για το ρόλο του Τίτο, η 6η Ολομέλεια ανέφερε στην
απόφασή της ανάμεσα σε άλλα:
«… Ακόμη απ’ το 1943 η κλίκα του Τίτο στόχο της έβαζε να σπάζει την ενότητα
ελλήνων και σλαβομακεδόνων στην πάλη κατά του κατακτητή. Συκοφαντούσε και
υπόσκαπτε το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ελλάδας, γιατί ήταν εμπόδιο στην
πραγματοποίηση των βλέψεών του. (…) οργάνωνε λιποταξίες απ’ το ΔΣΕ. Ολόκληρη
σειρά άλλοι πράκτορες πήραν εντολή να κάνουν ύπουλη διαλυτική δουλειά στην
Ελεύθερη Ελλάδα και μέσα στα τμήματα του ΔΣΕ. Ο Τίτο μας στέρησε πολύτιμες
εφεδρείες. Στο τέλος όχι μόνο άφησε το μοναρχοφασιστικό στρατό να
χρησιμοποιήσει το γιουγκοσλαβικό έδαφος για να χτυπήσει από τα πλευρά το ΔΣΕ
στο Καϊμακτσαλάν, αλλά και μας χτύπησε πισώπλατα με δικές του δυνάμεις στις
σκληρές μάχες του Βίτσι»324.
Ήταν λαθεμένη η αναφορά «αν απ’ το 1946 ήταν γνωστός ο άτιμος ρόλος του
προβοκάτορα Τίτο, τότε το ΚΚΕ δεν θα κατάληγε στην απόφαση να ξαναπάρει τα
Το ΚΚΕ - Επίσημα κείμενα, τόμος 7ος, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, σελ. 14 – 15.
6η Ολομέλεια, έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ σελ. 33.
6η Ολομέλεια, έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 84.
6η Ολομέλεια, έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ σελ. 70.
Το ΚΚΕ – Επίσημα Κείμενα, τ. 7ος, σελ. 15, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.
Σχετικά με το ίδιο θέμα ο Σόλων Γρηγοριάδης έγραψε για την 24η Ταξιαρχία του
ΔΣΕ: «Ένα τμήμα της όμως που κατέφυγε στη Γιουγκοσλαβία αφοπλίστηκε και κλείστηκε σε
στρατόπεδο. Πάντως έτσι ο στρατός που θα ενεργούσε την επίθεση στο Βίτσι εξασφάλισε τα
νώτα του». Και για το κλείσιμο των συνόρων: «Ο Δημοκρατικός Στρατός έχανε έτσι όλα τα
εφόδια που είχε αποθηκευμένα στη Γιουγκοσλαβία, αλλά και μερικές χιλιάδες μαχητές του που
είχαν μεταφερθεί σαν τραυματίες ή ασθενείς στο γιουγκοσλαβικό έδαφος, που αφού
θεραπεύονταν επρόκειτο να επιστρέψουν στο Βίτσι». (Σόλων Ν. Γρηγοριάδης, ΤΑ ΦΟΒΕΡΑ
ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ - Ο ΕΜΦΥΛΙΟΣ 1946-1949, τ. Β΄, σελ. 73 και 75, εκδόσεις ΤΟ ΒΗΜΑ–
ΦΥΤΡΑΚΗ).
320
321
322
323
324

28
2
όπλα…». Η απόφαση για τον ένοπλο αγώνα καθορίστηκε πρωταρχικά από την
όξυνση των ταξικών αντιθέσεων στην Ελλάδα, παίρνοντας ταυτόχρονα υπόψη τη
δυνατότητα βοήθειας προς τον ΔΣΕ από τη Γιουγκοσλαβία, αλλά και από άλλα
κράτη της εργατικής εξουσίας.
Ορισμένες θέσεις του κειμένου έγιναν πολύ γρήγορα αντικείμενο οξείας
εσωκομματικής κριτικής, κυρίως όμως κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1950.
Ιδιαίτερα συγκέντρωσαν τα πυρά της κριτικής η εκτίμηση για το ρόλο του Τίτο στην
έκβαση του αγώνα του ΔΣΕ, καθώς και οι θέσεις:
«Στη χώρα ξεσπούν και φουντώνουν μεγάλοι λαϊκοί αγώνες, ενώ οι κύριες δυνάμεις
του ΔΣΕ, παρά τη μοναρχοφασιστική επιτυχία στο Γράμμο-Βίτσι, παραμένουν
άθικτες με τα όπλα παρά πόδα ...» 325.
«Και μετά την υποχώρησή μας από το Γράμμο-Βίτσι, η κατάσταση στην Ελλάδα
παραμένει επαναστατική» 326.
3.Α.2. Η 6η ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ ΡΙΤΣΑ
Σε κείμενο327 που ο Ζαχαριάδης παρέδωσε στη σοβιετική ηγεσία, με ημερομηνία 8
Σεπτεμβρίου 1949, δηλαδή μετά τη συνεδρίαση του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ (Μπουρέλι,
4 Σεπτεμβρίου), αναφέρονται οι πρώτες εκτιμήσεις για την ήττα του ΔΣΕ και τα νέα
καθήκοντα πάλης του ΚΚΕ.
Υπάρχουν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στο πρώτο κείμενο του ΠΓ και στο τελικό
κείμενο, όπως διαμορφώθηκε με τη γνώμη του Στάλιν.
Οι διαφορές αφορούν : α) Την ιεράρχηση της προδοσίας του Τίτο ως αιτίας για την
ήττα του ΔΣΕ. Το κείμενο του ΠΓ του ΚΚΕ την ιεραρχεί ως πρώτη αιτία, ενώ το
ντοκουμέντο της λίμνης Ρίτσα ως τρίτη κατά σειρά. β) Την εκτίμηση της νέας
κατάστασης στην Ελλάδα και τον προσδιορισμό των καθηκόντων του ΚΚΕ. Στο
αρχικό κείμενο του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ τα καθήκοντα προσδιορίζονταν ως εξής:
«Πρώτον. Διατήρηση και ενίσχυση του παρτιζάνικου αγώνα σ’ όλη τη χώρα». Και
κυρίως: «…Εφόσον θα αναπτύξουμε τους μαζικούς και λαϊκούς αγώνες, θα
διατηρήσουμε την παρτιζάνικη δραστηριότητα σ’ όλη τη χώρα έχοντας και έτοιμες
τις δυνάμεις μας στο εξωτερικό και σε σχέση και με τη διαμόρφωση της διεθνούς
κατάστασης θα μπορέσουμε στην κατάλληλη στιγμή να γενικεύσουμε πάλι τον
ένοπλο αγώνα για την ανατροπή του μοναρχοφασισμού»328.
Στο ντοκουμέντο της λίμνης Ρίτσα γινόταν αντικειμενική εκτίμηση του συσχετισμού
δυνάμεων στην Ελλάδα.
Ωστόσο και το ντοκουμέντο της Ρίτσα, καθώς και του ΠΓ του ΚΚΕ, περιλάμβανε
λαθεμένες εκτιμήσεις, όπως ξεπούλημα της Ελλάδας στους Αμερικανούς, ενώ
επρόκειτο για συμμαχία των αντίστοιχων αστικών τάξεων, καθώς και αντιφατικές
θέσεις ως προς τα καθήκοντα του κόμματος, όπως η διατήρηση μικρών παρτιζάνικων
τμημάτων. Από την άλλη έθετε ως στόχο του ΚΚΕ τη δημιουργία δημοκρατικού
συνασπισμού στη βάση ενός μίνιμουμ προγράμματος, για την ανατροπή του
μοναρχοφασισμού.
«γ) Πάνω στη βάση του προγράμματος του αγώνα για την ανεξαρτησία και τη
δημοκρατικοποίηση της Ελλάδας, το ΚΚΕ πρέπει να δημιουργήσει πλατύ

325
6η Ολομέλεια, σελ. 71, έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ.
326
6η Ολομέλεια, σελ. 74, έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ.
327
Αρχείο ΚΚΕ – Έγγραφο 466510, Γράμμα του Ν. Ζαχαριάδη προς τον Ιωσήφ Στάλιν,
ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΣΕ 8/9/1949.
328
Αρχείο ΚΚΕ – Έγγραφο 466510, Γράμμα του Ν. Ζαχαριάδη προς τον Ιωσήφ Στάλιν,
ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΣΕ 8/9/1949.

28
3
δημοκρατικό συνασπισμό, που να τραβηχτούνε όσοι δέχονται το μίνιμουμ αυτό
πρόγραμμα δημοκρατικής ανάπτυξης της Ελλάδας».329
Αν και ο Ζαχαριάδης συμφώνησε με το ντοκουμέντο της λίμνης Ρίτσα, κατά βάθος
διατηρούσε την άποψή του για τη δυνατότητα νέας επαναστατικής ανόδου, όπως
αναπτύχθηκε στην ομιλία – άρθρο του που εντάχθηκε στα πρακτικά της 6ης
Ολομέλειας της ΚΕ. Λίγο αργότερα το ανέδειξε από τη δική του σκοπιά ο Δ.
Παρτσαλίδης στη 2η Ολομέλεια του 1951, κάνοντας κριτική στον Ζαχαριάδη:
«Ούτε το ντοκουμέντο της Μόσχας (εννοούσε της Ρίτσα), ούτε η 6η Ολομέλεια του
1949 μίλησαν για επαναστατική κατάσταση»330.
Αν και ο Παρτσαλίδης σε αυτή την Ολομέλεια (1951) καθαιρέθηκε από την ΚΕ για
φραξιονισμό, η οπορτουνιστική πλευρά στην ΚΕ συνέχιζε να αξιοποιεί τις παραπάνω
θέσεις του Ζαχαριάδη. Εντάθηκε η εσωκομματική διαπάλη, με σκοπό την αλλαγή
στην καθοδήγηση του ΚΚΕ. Μάλιστα στελέχη της οπορτουνιστικής ομάδας,
επιχείρησαν να αποσπάσουν τη στήριξη του ΚΚΣΕ στις κατηγορίες τους ενάντια
στον Ν. Ζαχαριάδη για αντισοβιετισμό και ότι ήταν πράκτορας του ταξικού εχθρού.
Στελέχη του ΚΚΕ (Παρτσαλίδης κ.α.) είχαν ιδιαίτερες επαφές με στελέχη του ΚΚΣΕ,
στο οποίο επίσης διεξαγόταν έντονη εσωκομματική διαπάλη, που ανοιχτά
εκδηλώθηκε έντονα αμέσως μετά το θάνατο του Στάλιν. Σε αυτή τη φάση
αξιοποίησαν τις παραπάνω διαφορές.
Ο Ζαχαριάδης προσπάθησε με όλες τις δυνάμεις του να αποκρούσει την
οπορτουνιστική επίθεση, τον φραξιονισμό, αλλά και τη συκοφαντία. Η διαπάλη
συνεχίστηκε, ενώ πέρασε σε άλλη φάση μετά το θάνατο του Στάλιν.
3.Α.3. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ 6Η ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Η 6η Ολομέλεια σωστά υπεράσπισε την αναγκαιότητα και το χαρακτήρα του ΔΣΕ ως
έκφραση της όξυνσης της ταξικής πάλης. Επίσης σωστά επιβεβαίωσε ότι η ήττα στο
Γράμμο – Βίτσι επέφερε τέτοια αλλαγή στο συσχετισμό δυνάμεων, που δεν μπορούσε
πια να συνεχιστεί η ένοπλη ταξική πάλη σε εκείνες τις συνθήκες.
Ωστόσο, η 6η Ολομέλεια λαθεμένα εκτιμούσε ότι σχετικά γρήγορα θα
διαμορφώνονταν συνθήκες για νέο ένοπλο αγώνα, δηλαδή θεωρούσε ότι υπήρχε
επαναστατική κατάσταση, που απαιτούσε ετοιμότητα με σύνθημα «το όπλο παρά
πόδα». Αναλυτικότερα εκτιμούσε ότι στην Ελλάδα υπήρχε κρίση της
μοναρχοφασιστικής διακυβέρνησης και της αγγλοαμερικανικής κατοχής, κρίση
οικονομική, πολιτική, με προοπτική άμεσης εμπλοκής της Ελλάδας σε πόλεμο στα
Βαλκάνια και επομένως προοπτική γενίκευσης της κρίσης.
Η θέση που διατυπώθηκε στην Απόφαση της 6ης Ολομέλειας, ότι «το λαϊκό
επαναστατικό κίνημα υποχρεώθηκε σε μια προσωρινή υποχώρηση»,331 ερχόταν σε
αντίθεση με το ντοκουμέντο της λίμνης Ρίτσα.
Τα γεγονότα που επικαλέστηκε η 6η Ολομέλεια, καθώς και επόμενα κομματικά
Σώματα, όπως η 2η Ολομέλεια του 1951, για να τεκμηριώσουν «…την καινούργια
άνοδο του λαϊκού επαναστατικού κινήματος στην Ελλάδα»332 (450.000 απεργοί σε
ένα χρόνο, πανελλαδική απεργία 15 ημερών των δημοσίων υπαλλήλων, 500.000 λαού
που κινητοποιήθηκε τους μήνες Ιουνίου – Ιουλίου 1951 ενάντια στην απαγόρευση
της αύξησης μισθών και μεροκάματων, τα αποτελέσματα των δημοτικών εκλογών
στις 15 Απριλίου 1951 και των βουλευτικών στις 9 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου,
329
Η τρίχρονη εποποιία του ΔΣΕ, 1946-1949, έκδ. «Ριζοσπάστης»-«Σύγχρονη Εποχή»,
Αθήνα, 1998, σελ. 549.
330
Αρχείο ΚΚΕ - 2η Ολομέλεια της ΚΕ, έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 161.
331
Αρχείο ΚΚΕ – 6η Ολομέλεια της ΚΕ, έκδ. ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 94.
332
Αρχείο ΚΚΕ - 2η Ολομέλεια της ΚΕ, έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 19.

28
4
που η ΕΔΑ συγκέντρωσε 10,52%), δεν επαρκούσαν για να σηματοδοτήσουν μια νέα
άνοδο του επαναστατικού κινήματος.
Στο ξεκίνημα της νέας δεκαετίας η ηγεσία του κόμματος υποτίμησε το γεγονός ότι οι
βασικές δυνάμεις του κόμματος βρίσκονταν έξω από την Ελλάδα και όσες
βρίσκονταν μέσα στην Ελλάδα ήσαν κατά βάση στις φυλακές, στα στρατόπεδα
συγκέντρωσης και άλλους τόπους εξορίας. Η όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων,
που ορθά επισήμαινε, καθώς και το αίσθημα πλατύτατων δυνάμεων, ότι ο λαός είχε
διεξάγει έναν δίκαιο αγώνα, στον οποίο το ΚΚΕ είχε νικήσει ηθικά, δεν επαρκούσαν
για μια επαναστατική άνοδο. Υποτιμήθηκε η δυνατότητα να οδηγήσει η
«μοναρχοφασιστική διακυβέρνηση και αγγλοαμερικάνικη κατοχή» σε μια
ανασυγκρότηση και σταθεροποίηση του αστικού κράτους στην Ελλάδα, όπως
συνέβαινε, αφού στην πραγματικότητα η Ελλάδα έμπαινε σε μια φάση
καπιταλιστικής σταθεροποίησης.
Όπως φάνηκε και στο επόμενο χρονικό διάστημα, οι ενδοαστικές αντιθέσεις δεν
αποτελούσαν απόδειξη ότι «ο μοναρχοφασισμός και το καθεστώς της
αμερικανοκρατίας περνάν μια βαθιά … κρίση»333. Το στρατιωτικό κίνημα στις 30
προς 31 Μαΐου 1951, που κατηύθυνε ο Παπάγος και το οποίο με εντολή του δεν
ολοκληρώθηκε, αποτελούσε επίδειξη δύναμης και εκβιασμό προς το Παλάτι, για τον
έλεγχο του αστικού πολιτικού συστήματος, με δεδομένο ότι ο πολιτικός ρόλος της
βασιλείας είχε ενισχυθεί στα χρόνια 1946-1949.
Βασική αδυναμία της 6ης Ολομέλειας, καθώς και σωμάτων που ακολούθησαν, ήταν
ότι δεν μπόρεσαν να θεμελιώσουν το νέο προσδιορισμό του χαρακτήρα της
επανάστασης και της εξουσίας που αντικειμενικά απαιτούνταν στην Ελλάδα, δεν
μπόρεσαν να επεξεργαστούν ανάλογη τρέχουσα πολιτική, δηλαδή πολιτική που να
ανασυγκροτεί τις δυνάμεις σε συνθήκες υποχώρησης του κινήματος. Η γραμμή της
«αντιμοναρχοφασιστικής συσπείρωσης» δεν αποτελούσε σωστή τακτική
συγκέντρωσης δυνάμεων στην κατεύθυνση της πάλης για τη σοσιαλιστική εξουσία.

333

Αρχείο ΚΚΕ - 2η Ολομέλεια της ΚΕ, έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 17.

28
5
Ο στρατηγικός στόχος της σοσιαλιστικής εξουσίας είχε τεθεί στην 5η Ολομέλεια 334
(1949) και επαναλήφθηκε στην ομιλία του Ν. Ζαχαριάδη στην 6η Ολομέλεια (1949),
καθώς και στο άρθρο του «Καινούργια κατάσταση, καινούργια καθήκοντα»:
«Έτσι πραγματοποιείται (…) μία γοργή συγκέντρωση λαϊκών μαζών (…) γύρω από
το πρόγραμμα της Λαϊκής Δημοκρατίας και της εθνικής ανεξαρτησίας. Το
πρόγραμμα αυτό περιέκλινε αυτό που εννοούσαμε πριν το αστικοδημοκρατικό στάδιο
στο δρόμο προς τη δικτατορία του προλεταριάτου και το σοσιαλισμό με την
πρόσθετη ποιοτική, αρχιακή τώρα διαφορά, ότι η ύπαρξη και η βοήθεια της
Σοβιετικής Ένωσης αποτελεί σήμερα καθοριστικό παράγοντα τόσο για τη στερέωση
των Λαϊκών Δημοκρατιών όσο και για τη σοσιαλιστική τους ανοικοδόμηση».335
Σε αυτή την τοποθέτηση, ο στόχος της σοσιαλιστικής εξουσίας προσδιοριζόταν
κυρίως με βάση το θετικό συσχετισμό για το σοσιαλισμό στα Βαλκάνια, στην
Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, με την ύπαρξη ταυτόχρονα της ΕΣΣΔ.
Η 6η Ολομέλεια δεν μπόρεσε να αποτιμήσει αντικειμενικά τα λάθη της
προηγούμενης περιόδου. Είναι χαρακτηριστική η εκτίμηση για τη Συμφωνία της
Βάρκιζας:
«…ένας απαραίτητος ελιγμός για την ανασύνταξη των λαϊκών δημοκρατικών
δυνάμεων»336.
334
Στο κλείσιμο του πρώτου θέματος της 5ης Ολομέλειας ο Ν. Ζαχαριάδης έθεσε άλλη
στρατηγική από αυτή που είχε μέχρι τότε το ΚΚΕ. Είπε συγκεκριμένα: «Σήμερα οι σοβαρές
αλλαγές που έγιναν πρωτ’ απ’ όλα γύρω μας (…)επιτρέπουν σε μας να τραβήξουμε προς
σοσιαλιστικά μέτρα, που μαζί με την παράλληλη λύση όλων των αστικοδημοκρατικών
καθηκόντων της επανάστασης που εκκρεμούν, να αρχίσουμε τη σοσιαλιστική ανοικοδόμηση,
παρακάμπτοντας το ξεχωριστό αστικοδημοκρατικό στάδιο ανάπτυξης» [βλ. Αρχείο ΚΚΕ - 5η
Ολομέλεια της ΚΕ, έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 30]. Αυτή η θέση δεν περιεχόταν στην
εισήγηση του ΠΓ, ούτε και στο σχέδιο απόφασης που είχε διανεμηθεί στα μέλη της ΚΕ, με
αποτέλεσμα κανένας από τους ομιλητές να μην τοποθετηθεί σε αυτό το κρίσιμο ζήτημα. Η
αλλαγή δεν συμπεριελήφθη και στην απόφαση της 5ης Ολομέλειας. Ωστόσο παρήγαγε
πολιτικό αποτέλεσμα. Είναι χαρακτηριστική η τοποθέτηση του Δ. Παρτσαλίδη στην 3 η
Συνδιάσκεψη (1950), δηλαδή 20 μήνες μετά την 5η Ολομέλεια:
«Εγώ είμαι απόλυτα σύμφωνος με τη γενική γραμμή του Κόμματος όπως καθορίστηκε
από την 6η Ολομέλεια του 1934 (…) με τη συμπλήρωση για τη δυνατότητα που δημιουργήθηκε
να παρακάμψουμε μέσα στις μεταπολεμικές συνθήκες το ξεχωριστό αστικοδημοκρατικό στάδιο
ανάπτυξης, όπως τόνισε ο σ. Ζαχαριάδης στην 5η Ολομέλεια του 1949» [βλ. Η 3η Συνδιάσκεψη
του ΚΚΕ, έκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2010, σελ. 52].
Ο Ν. Ζαχαριάδης έκανε την ίδια τοποθέτηση και στο κλείσιμο του πρώτου θέματος
ης
της 7 Ολομέλειας της ΚΕ (Μάιος 1950), δίχως να υπάρχει και πάλι στην εισήγηση που
έκανε ο ίδιος. Η τοποθέτηση στο κλείσιμο:
«...Τώρα μπορούμε να πούμε ότι με τη γειτονιά χωρών που ανοικοδομείται ο
σοσιαλισμός και με τη βοήθειά τους, όπως και με τη βοήθεια της Σοβ. Ένωσης, εμείς κάτω από
ορισμένες συνθήκες μπορούμε να αποφύγουμε και το ξεχωριστό στάδιο, (…) του
αστικοδημοκρατικού μετασχηματισμού. (…) όπως η Λαϊκή Δημοκρατία της Μογγολίας με τη
βοήθεια πάλι της Σ. Ε. αποφεύγει το καπιταλιστικό στάδιο ανάπτυξης, το παρακάμπτει και
περνάει από την καθυστερημένη οικονομία της στο σοσιαλισμό. Ώστε γενικά η διεθνής
κατάσταση άλλαξε και αλλάζει ευνοϊκά για μας» [Αρχείο ΚΚΕ - 7η Ολομέλεια της ΚΕ, έκδοση
της ΚΕ του ΚΚΕ σελ. 180].
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η προσέγγιση του σοσιαλιστικού χαρακτήρα της
επανάστασης στην Ελλάδα από το Ν. Ζαχαριάδη έγινε με λαθεμένο τρόπο. Αυτός ο τρόπος
δε βοήθησε να ωριμάσει στη σκέψη της ΚΕ η αλλαγή της στρατηγικής, ενώ εξέφραζε και
την έλλειψη ανάλογης θεωρητικής επεξεργασίας και τοποθέτησης για το χαρακτήρα της
ελληνικής κοινωνίας. Έτσι αιτιολογική βάση της νέας στρατηγικής ήταν η αλλαγή του
διεθνούς και περιφερειακού συσχετισμού δυνάμεων προς όφελος του σοσιαλισμού και όχι η
ωρίμανση των υλικών προϋποθέσεων στην ελληνική κοινωνία.
335
6η Ολομέλεια της ΚΕ, έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ σελ. 83.

28
6
Με τη μη αντικειμενική εκτίμηση για γρήγορη νέα επαναστατική άνοδο συνδεόταν
και η απόφαση για τη διατήρηση ανταρτοομάδων στην Ελλάδα, ύστερα από την
υποχώρηση του ΔΣΕ.
Η παρουσία και δράση τους, μετά τον Αύγουστο του 1949, δεν είχε προοπτική, αφού
ο συσχετισμός ήταν πλέον συντριπτικά υπέρ των αστικών δυνάμεων. Δε θα
μπορούσαν να αποτελέσουν θύλακες συνέχισης της ένοπλης πάλης. Ωστόσο, η
ύπαρξη και δράση τους για ένα μικρό διάστημα και σε συγκεκριμένες περιοχές,
βοηθούσε στη συγκέντρωση σκόρπιων ανταρτών και άλλων καταδιωκόμενων και στο
πέρασμά τους στις λαϊκές δημοκρατίες.
Η δράση των ανταρτοομάδων ήταν ηρωική. Οι μαχητές και οι μαχήτριες του ΔΣΕ,
που ανήκαν στις ανταρτοομάδες, αποδύθηκαν σε μια μεγαλειώδη σύγκρουση με τον
αστικό στρατό, τους ΜΑΫδες και τη χωροφυλακή. Πολλοί σκοτώθηκαν, άλλοι
πιάστηκαν και εκτελέστηκαν, άλλοι έμειναν επί χρόνια στα βουνά καταδιωκόμενοι
και τελικά διέφυγαν στις χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Η στάση τους ήταν
ηρωική και αποτελεί μία από τις καλύτερες σελίδες αυταπάρνησης και θυσίας των
κομμουνιστών.
Η 6η Ολομέλεια είχε μέτωπο με τον αντικομμουνισμό, την ηττοπάθεια, τη
χειραγώγηση του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος:
«Η επιτυχία της πάλης για τις οικονομικές διεκδικήσεις των εργατών και υπαλλήλων,
για την υπεράσπιση των συνδικαλιστικών τους ελευθεριών είναι αναπόσπαστα
συνδεμένη με την αμείλικτη πάλη ενάντια στους ψευτο - σοσιαλιστές και τους
ρεφορμιστές αγύρτες και εμπόρους της εργατικής τάξης. Το Κόμμα πρέπει να
ξεσκεπάζει ακούραστα και να απομονώνει όλους τους διασπαστές των λαϊκών
δημοκρατικών δυνάμεων και στην πρώτη γραμμή τους αποστάτες και προδότες σαν
τον Σβώλο και Τσιριμώκο, που για λογαριασμό των ξένων ιμπεριαλιστών
προσπαθούν να εμφανιστούν σαν “τρίτη κατάσταση”, επιδιώκοντας και αυτοί να
αποκλείσουν από την πολιτική ζωή του τόπου τους κομμουνιστές. Εξαφάνιση και
αποκλεισμός του ΚΚΕ από την πολιτική ζωή σημαίνει προσπάθεια για ολοκληρωτικό
εξανδραποδισμό του Λαού. Το γεγονός ότι τον αγώνα κατά του κομμουνισμού
οργανώνουν, καθοδηγούν και χρηματοδοτούν οι Κατσάμπηδες και Μποντοσάκηδες,
αποδείχνει στον κάθε εργαζόμενο το πραγματικό νόημα του αντικομμουνισμού.
Άλλωστε οι εργάτες είδαν πως από τότε που το ΚΚΕ μπήκε εκτός νόμου, δηλαδή,
από το 1947, τα μεροκάματα έμειναν αμετάβλητα ενώ ο τιμάριθμος
υπερδιπλασιάστηκε»337.
Η 6η Ολομέλεια διόρθωσε τη θέση της 5ης (Ιανουάριος 1949) για την αυτοδιάθεση
των σλαβομακεδόνων. Υιοθέτησε τη θέση:
«στ) Το Κόμμα πρέπει να φυλάξει και να δυναμώσει παραπέρα τους δεσμούς
ανάμεσα στον ελληνικό και σλαβομακεδόνικο Λαό, που σφυρηλατήθηκαν μέσα στον
κοινό σκληρό αγώνα. Η πάλη ενάντια στην καταπίεση των σλαβομακεδόνων, η πάλη
για την ισοτιμία τους, η αναγνώριση του δικαιώματος να ζούνε λέφτεροι και αφέντες
στην πατρική τους γη, δένει τους μακεδόνες με τους έλληνες και εμποδίζει τα
καταχτητικά σχέδια του Τίτο εναντίον της ελληνικής Μακεδονίας»338.
Η θέση αυτή διευκρινίστηκε περισσότερο στο άρθρο του Ν. Ζαχαριάδη:
«Στην καινούργια κατάσταση το ΚΚΕ πρέπει να ευθυγραμμίσει το μέτωπό του και
στον τομέα τον εθνικό, στο μακεδονικό (σλαβομακεδόνικο) ζήτημα. Η υπονομευτική
και διασπαστική δράση του Τίτο και των πραχτόρων του στην Ελλάδα ανάγκασε την
5η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (Γενάρης 1949), να αντικαταστήσει το σύνθημα της
ισοτιμίας (της αυτονομίας μέσα στα πλαίσια του ελληνικού κράτους) με το δικαίωμα
336
90.
337
338

6η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, 9 Οχτώβρη 1949, εκδόσεις της ΚΕ του ΚΚΕ σελ.
Το ΚΚΕ- Επίσημα Κείμενα, τ. 7ος, σελ. 17, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.
6η Ολομέλεια της ΚΕ, σελ. 94, εκδόσεις της ΚΕ του ΚΚΕ.

28
7
της αυτοδιάθεσης, παρά το γεγονός ότι το σύνθημα αυτό στις συγκεκριμένες
συνθήκες δεν ανταποκρινότανε στα γενικότερα συμφέροντα του κινήματος»339.
3.A.4. ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΔΙΩΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
ΤΟ ΘΕΣΜΙΚΟ ΤΟΥΣ ΠΛΑΙΣΙΟ
Η δεκαετία του 1950 άρχισε για το λαϊκό κίνημα στην Ελλάδα στις συνθήκες που
είχαν διαμορφώσει το βάρος της ήττας του ΔΣΕ και η κυριαρχία της αιματηρής
κρατικής τρομοκρατίας. Συνεχίζονταν οι συλλήψεις, οι εκτοπίσεις, τα βασανιστήρια,
οι δίκες και οι καταδίκες κομμουνιστών και άλλων αγωνιστών340.
Στα χρόνια 1946 - 1951 δικάστηκαν από τα έκτακτα στρατοδικεία 49.650 άτομα
(44.945 άντρες και 4.705 γυναίκες). Το 1950, δικάστηκαν 1.493 άντρες και 137
339
86.

340

6η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (9 Οχτώβρη 1949), εκδόσεις της ΚΕ του ΚΚΕ σελ.

Το νομοθετικό πλέγμα κατά του ΚΚΕ και του εργατικού - λαϊκού κινήματος
χρονολογείται πριν από την ίδρυση του ΚΚΕ, όταν άρχισαν να έχουν απήχηση οι
σοσιαλιστικές ιδέες. Ενισχύθηκε σταθερά μετά το 1918.
Το 1924 η κυβέρνηση Αλέξανδρου Παπαναστασίου ψήφισε το ν.δ. «περί συστάσεως
εν εκάστω Νομώ Επιτροπών επί της Δημοσίας Ασφαλείας», που τροποποιήθηκε το 1926 από
τον Θεόδωρο Πάγκαλο και εφαρμόστηκε για τον διωγμό του ΚΚΕ. Οι Επιτροπές Ασφάλειας
αποτελούνταν από τον Νομάρχη, ο οποίος προέδρευε, τον Εισαγγελέα και τον Διοικητή της
Χωροφυλακής. Δίκαζαν σε πρώτο και τελευταίο βαθμό δίχως να επιτρέπεται η άσκηση
ένδικου μέσου.
Στα χρόνια 1928 - 1935 θεσπίστηκαν και εφαρμόστηκαν νόμοι αποκλειστικά για τη
δίωξη των κομμουνιστικών ιδεών.
Ο Νόμος 4229/1929 «περί προστασίας του κοινωνικού καθεστώτος», γνωστός ως
«ΙΔΙΩΝΥΜΟΝ», ψηφίστηκε από τη Bουλή επί πρωθυπουργίας Ελευθερίου Βενιζέλου, ο
οποίος υπογράμμισε: «Δια να προστατευθή και τώρα, αλλά κυρίως εις το μέλλον, το
κοινωνικόν καθεστώς».
Μετά από δύο χρόνια ψηφίστηκαν ο Νόμος 5174/1931 και το ν.δ. 12/16 Ιουλίου του
1932. Με το πρώτο συστάθηκαν και πάλι οι Επιτροπές Δημόσιας Ασφάλειας. Με το δεύτερο
ορίστηκε ότι εκτοπίζονται οι ύποπτοι ληστοτρόφοι και όσοι τελούν πράξεις που αντίκεινται
στη δημόσια τάξη και ασφάλεια της χώρας.
Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου εξέδωσε τον α.ν. 375/1936 «περί τιμωρίας
τωνεγκλημάτων κατασκοπείας και των εγκληματικών ενεργειών των απειλουσών την
εξωτερικήν ασφάλειαν της χώρας» (Εφημερίς της Κυβερνήσεως, Φύλλο 546, τεύχος
ΠΡΩΤΟΝ, 18 Δεκεμβρίου 1936), καθώς και τον α.ν. 117/18/1936 «περί μέτρων προς
καταπολέμησιν του κομμουνισμού και των εκ τούτου συνεπειών», με τον οποίο
αντικατέστησε το «Ιδιώνυμο».
Ανάλογοι νόμοι ψηφίστηκαν από την κυβέρνηση Κ. Τσαλδάρη, όπως επίσης και το
Γ' Ψήφισμα της 18 Ιουνίου του 1946 «Περί εκτάκτων μέτρων αφορώντων την Δημόσιαν
τάξιν και ασφάλειαν» (Εφημερίς της Κυβερνήσεως, Φύλλο 197, τχ. Α΄, 18 Ιουνίου 1946).
Με το Γ΄ Ψήφισμα τιμωρούνταν μεταξύ άλλων: «1. Οστις θέλων να αποσπάση εν
μέρος εκ του όλου της Επικρατείας, ή να ευκολύνη τα προς τούτο το τέλος τείνοντα σχέδια,
συνωμόσεων ή διήγειρε στάσιν ή συνεννοήθη με ξένους ή κατήρτισεν ενόπλους ομάδας, ή
έλαβεν μετοχήν εις τοιαύτας προδοτικάς ενώσεις τιμωρείται με θάνατον (…) Αρθρον 2. Οστις
καταρτίζη ομάδα επί τω σκοπώ όπως προσβάλη δια βίας τας Αρχάς, ή τους Δημοσίους ή
Εκκλησιαστικούς υπαλλήλους ή τα όργανα της Δημοσίας, Αγροτικής ή Δασικής Ασφαλείας (…)
Αρθρον 3: 1. Οστις ενόπλως προσβάλη δια βίας τας Αρχάς, ή τους Δημοσίους ή
Εκκλησιαστικούς υπαλλήλους (…) ή τους συμμάχους Στρατούς (…) τιμωρείται με θάνατον».
Ακόμη: Ο α.ν. 509/1947. Παράλληλα με το νόμο 98/17.9.1946 εκτοπίζονταν οι
οικογένειες των στρατιωτικών που αυτομολούσαν από τις τάξεις του κυβερνητικού στρατού.
Ο α.ν. 509/1947 προέβλεπε μεταξύ άλλων: «Αρθρον 1: 1. Το Κομμουνιστικόν Κόμμα
Ελλάδος, το Εθνικόν Απελευθερωτικόν Μέτωπο (ΕΑΜ) και η Εθνική Αλληλεγγύη
προπαρασκευάσαντα και ενεργούντα την κατά της ακεραιότητας της Χώρας προδοτικήν
ανταρσίαν διαλύονται. (…) Αρθρον 2: 1. Οστις επιδιώκει την εφαρμογή ιδεών εχουσών ως

28
8
γυναίκες και 937 άντρες και 65 γυναίκες το 1951341. Με τον α.ν.375/36 «περί
κατασκοπείας» έγινε την Πρωτομαγιά του 1955 η τελευταία εκτέλεση, του Χρίστου
Καρανταή, που ήταν φυλακισμένος στην Αλικαρνασσό της Κρήτης.
Οι φυλακές ήταν ασφυκτικά γεμάτες με πολιτικούς κρατούμενους,342 ανάμεσα στους
οποίους και ανήλικα παιδιά, που γεννιόνταν και μεγάλωναν όπου κρατούνταν οι
μάνες τους. Πολυπληθέστερες ήταν οι φυλακές «Αβέρωφ» στην Αθήνα, της οδού
Κάστορος (Βούρλα)343 στον Πειραιά, του Ιτζεδίν (Καλάμι)344 και της Αλικαρνασσού
Κρήτης, του Επταπυργίου345, της Κέρκυρας346, των Τρικάλων, της Αίγινας347, της
Πάτρας, της Τρίπολης, της Καλαμάτας, της Κεφαλονιάς348, του Λαζαρέτο349 και
άλλες, ενώ ως τόποι εξορίας λειτουργούσαν ο Αη Στράτης350, το Μακρονήσι351, στο
οποίο μεταφέρθηκαν στις 28 Ιανουαρίου 1950 και 1200 γυναίκες πολιτικές
έκδηλον σκοπόν την δια βιαίων μέσων ανατροπήν του Πολιτεύματος, του κρατούντος
κοινωνικού συστήματος ή την απόσπασιν μέρους εκ του όλου της επικρατείας, ή ενεργεί
υπέρ της εφαρμογής αυτων προσηλυτισμόν τιμωρείται εάν μεν είναι αρχηγός ή οδηγός δια
της ποινής των προσκαίρων δεσμών, εις ιδίως δε βαρείας περιπτώσεις δια της ποινής των
ισοβίων δεσμών ή του θανάτου…». (Εφημερίς της κυβερνήσεως, Φϋλλο 293, 27 Δεκεμβρίου
1947, τεύχος Α΄).
Ακολούθησαν: Το ν.δ. 392/1947 για την επιβολή της αστυνομικής επιτήρησης. Ο α.ν.
511/1947 για τη συστηματική οργάνωση της πειθαρχημένης διαβίωσης στα στρατόπεδα
συγκέντρωσης, (πηγή: «ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ- ιστορικός τόπος», τόμος Β', εκδόσεις «Σύγχρονη
Εποχή», σελ. 12-24).
341
Ν. Μιχιώτης «Τα έκτακτα στρατοδικεία της περιόδου 1946-1960»,σελ. 300,εκδόσεις
«Σύγχρονη Εποχή»).
342
Στο εσωτερικό της χώρας δεκάδες χιλιάδες βρίσκονταν στις εξορίες και στις
φυλακές. Η ανακοίνωση του ΠΓ της ΚΕ (7 Μαρτίου 1951) έκανε λόγο για 40.000
φυλακισμένους και εξόριστους (Το ΚΚΕ - Επίσημα Κείμενα, τ. 7 ος σελ. 130). Από τους
καταδικασμένους σε θάνατο 3.033 είχαν εκτελεστεί μέχρι τον Οκτώβριο του 1949 και άλλοι
2.289 περίμεναν το εκτελεστικό απόσπασμα.
343
Τα κτίρια των φυλακών των Βούρλων ήταν πορνεία, τα οποία οι Γερμανοί
μετέτρεψαν στην Κατοχή σε χώρο φυλάκισης.
344
Βρίσκονταν στο εσωτερικό του κόλπου της Σούδας. Χτίστηκαν ως φρούριο στα
χρόνια της τουρκοκρατίας (1714).
345
Βυζαντινό κάστρο της Θεσσαλονίκης, γνωστό και ως Γεντί - Κουλέ, στο οποίο
φυλακίστηκαν και ποινικοί.
346
Στη μεγάλη πλειοψηφία τους οι κρατούμενοι των φυλακών της Κέρκυρας ήταν
θανατοποινίτες καταδικασμένοι για «κατοχικά αδικήματα», «αδικήματα που διαπράχθηκαν
το Δεκέμβριο του 1944» και «εκτακτομετρίτες», δηλαδή καταδικασμένοι με βάση το Γ΄
Ψήφισμα του 1946 και τον α.ν 509/1947.
347
Στις φυλακές της Αίγινας για πρώτη φορά φυλακίστηκαν κομμουνιστές το 1925
-1926, κατηγορούμενοι για εσχάτη προδοσία, σε σχέση με το «Μακεδονικό ζήτημα».
Υπήρχαν και ποινικοί κρατούμενοι. Πολλοί κομμουνιστές φυλακίστηκαν στην Αίγινα με το
«Ιδιώνυμο». Στις 8 Μαΐου του 1939 οχτώ κομμουνιστές δραπέτευσαν από τις φυλακές. Στις 6
Μαΐου του 1948 εκτελέστηκαν 154 στη μάντρα του νεκροταφείου, ως αντίποινα για τη
δολοφονία του Υπουργού Εσωτερικών Χρήστου Λαδά (1 Μαΐου του 1948). Εκτελέστηκαν
επίσης 121 κομμουνιστές στο διάστημα 1948 - 1949.
348
Κτίστηκαν κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας. Στη διάρκεια του εμφυλίου η
πλειοψηφία των 500 περίπου πολιτικών κρατουμένων ήταν μελλοθάνατοι.
349
Μόνο από το 1947 έως το 1950 εκτελέστηκαν στο Λαζαρέτο της Κέρκυρας 118
κομμουνιστές. Αρνήθηκαν να υπογράψουν δήλωση μετανοίας.
350
Την ίδια περίοδο, στην κόλαση της Μακρονήσου είχε συγκροτηθεί κομματική
οργάνωση των στρατιωτών. Έγραψε ο Σταύρος Κασιμάτης στην έκθεση που έδωσε στο ΠΓ
για τη δουλειά των παράνομων οργανώσεων στα χρόνια 1947-1952:
«Στο Μακρονήσι συγκροτήσαμε οργάνωση μέσα στους φαντάρους (…) ήρθαμε σε
επαφή με γνωστά μας παιδιά και συγκροτήσαμε οργάνωση από 153 φαντάρους συγκροτημένους

28
9
κρατούμενες του Τρίκερι352, μαζί με 50 ανήλικα παιδιά τους, η Ικαρία353 και η Χίος354.
Φυλακή και στρατόπεδο συγκέντρωσης ήταν το νησί Γυάρος 355, που λειτούργησε
μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1950.
Στις φυλακές Ιτζεδίν αρρώστησε βαριά και πέθανε μέσα σε 24 ώρες (21 Ιανουαρίου
1963) ο Γιώργης Ερυθριάδης, μέλος του ΠΓ. Στις ίδιες φυλακές τρελάθηκε και
πέθανε αργότερα στο Δαφνί ο Λύσσανδρος Νικολόπουλος. Στο Ιτζεδίν κρατήθηκαν ο
Κώστας Λουλές, ο Μανώλης Σιγανός, ο Αντώνης Αμπατιέλος και πολλοί άλλοι. Οι
τελευταίοι κομμουνιστές πολιτικοί κρατούμενοι απολύθηκαν από το Ιτζεδίν το1964.
Τόποι βασανισμού ήταν και οι περιβόητες «παιδουπόλεις»356, που ίδρυσε και
καθοδήγησε η βασίλισσα Φρειδερίκη.
Επρόκειτο για τα λεγόμενα «ιδρύματα», παιδικά γκέτο στην πραγματικότητα, στα
οποία είχαν κλείσει, δήθεν για να τα προστατεύσουν, περίπου 30.000 παιδιά. Ήταν τα
περιβόητα αναμορφωτήρια της Φρειδερίκης, στα οποία τα παιδιά υπέστησαν
παντοειδείς εξευτελισμούς και πλύση εγκεφάλου. Έχουν αποκαλυφθεί ομαδικοί
σε τριάδες σε όλα τα τάγματα, με επαφή με τη ΣΦΑ και τα απομονωτήρια. Βάλαμε το ζήτημα
των αντιδηλώσεων. Ξεσηκώσαμε ένα μαζικό κίνημα αντιδηλώσεων». (Αρχείο ΚΚΕ –
Έγγραφο 59901).
351
Γνωστός τόπος μαρτυρίου. Ιδρύθηκε το 1946 και διατηρήθηκε μέχρι και το 1958.
Στη συνέχεια, μέχρι και το 1961, λειτούργησαν οι στρατιωτικές φυλακές (ΣΦΑ) και τελικά η
φρουρά φύλαξης των εγκαταστάσεων εγκατέλειψε το νησί στο τέλος του 1961.
Υπολογίζεται ότι από το Μακρονήσι πέρασαν πάνω από 100.000 φαντάροι, αξιωματικοί
και πολίτες. Το στρατόπεδο της Μακρονήσου συγκροτήθηκε από: Το Α' Τάγμα Σκαπανέων,
που είχε μεταφερθεί από τον Άγιο Νικόλαο Κρήτης, με διοικητή τον Κωνσταντόπουλο που
το 1948 αντικατέστησε ο ταγματάρχης Βασιλόπουλος. Το Β' Τάγμα που μεταφέρθηκε από τη
Λάρισα στις 25 Μαΐου του 1947, με διοικητή τον Στολιόπουλο και αργότερα τον Τζανετάτο.
Το Γ΄ Τάγμα, που συγκροτήθηκε το 1946 στη Μίκρα Θεσσαλονίκης, με διοικητή τον
Σκαλούμπακα. Το Σεπτέμβριο του 1947 μεταφέρθηκαν στο Γ΄ Κέντρο Αξιωματικών
Μακρονήσου οι μάχιμοι αξιωματικοί του ΕΛΑΣ. Διοικητής του ήταν ο Χριστοδουλάκης και
μετά ο Δαούλης, που έκανε και χρέη διοικητή της Μακρονήσου. Υπεύθυνος για το
Μακρονήσι από την πλευρά του Γενικού Επιτελείου Στρατού ήταν ο συνταγματάρχης
Μπαϊρακτάρης. Χιλιάδες κρατούμενοι έμειναν ανάπηροι, πολλοί τρελάθηκαν. Το Μακρονήσι
είναι ένα από τα κορυφαία σύμβολα της ηρωικής στάσης χιλιάδων κομμουνιστών και άλλων
ΕΑΜιτών. Αθάνατοι νεκροί του ΚΚΕ είναι ο Μήτσος Τατάκης, υποπλοίαρχος του εμπορικού
ναυτικού, και ο Γιώργος Σαμπατάκος, φοιτητής της ΑΣΟΕΕ, που πέθαναν στη Μακρόνησο
με φριχτά βασανιστήρια, αλλά και οι περίπου 350 νεκροί της μεγάλης σφαγής που έγινε στο
Α' Τάγμα Σκαπανέων στις 29 Φεβρουαρίου - 1 Μαρτίου του 1948.
352
Από το καλοκαίρι του 1947 έως και τον Μάρτιο του 1949, ο αριθμός των πολιτικών
κρατουμένων ξεπέρασε κατά πολύ τις 3.000. Στο Τρίκερι εξορίστηκαν για «προληπτικούς
λόγους» οι πρώτες γυναίκες πολιτικές κρατούμενες. Οι «προληπτικές», όπως τις ονόμασαν,
ζούσαν στο μοναστήρι του νησιού απομονωμένες από τους υπόλοιπους. Εξόριστες γυναίκες
προστέθηκαν στο Τρίκερι και από τη Χίο, την Άνοιξη και το Καλοκαίρι του 1949. Το
Φθινόπωρο του 1950 επανέφεραν από τη Μακρόνησο στο Τρίκερι 620 «αμετανόητες», που
απολύθηκαν σταδιακά ως την Άνοιξη του 1953, οπότε έκλεισε το στρατόπεδο.
353
Ιδιαίτερα μετά τις συλλήψεις του Μαρτίου και του Ιουλίου του 1947 όταν υπουργός
Δημόσιας Τάξης ήταν ο Ναπολέων Ζέρβας, οι εξόριστοι στην Ικαρία έφτασαν τις 7.000 και
αργότερα τις 10.000. Οι κάτοικοι της Ικαρίας, παρά τη φτώχεια τους, άνοιξαν την αγκαλιά
τους στους πολιτικούς εξόριστους.
354
Στη Χίο εξορίστηκαν από τον Μάρτιο του 1948 έως και τον Μάιο περίπου 1.000
γυναίκες. Υπήρχαν γριούλες - μητέρες ανταρτών, ακόμα και μαθήτριες Γυμνασίου.
355
Άνυδρο και άγονο νησί του Αιγαίου γνωστό ως τόπος εξορίας από την εποχή της
Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Στη Γυάρο έφθασαν από τον Ιούλιο μέχρι το Σεπτέμβριο του 1947 οι πρώτες
αποστολές κρατουμένων. Το 1948 ο αριθμός τους ήταν περίπου 13.500.
356
Δημήτρης Σέρβος, «Το παιδομάζωμα και ποιοι φοβούνται την αλήθεια», σελ. 142158, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

29
0
βιασμοί παιδιών, αγοραπωλησίες, απόπειρες αυτοκτονίας ακόμα και εκτελέσεις
παιδιών στην Κέρκυρα.
Οι «παιδουπόλεις» ήταν συνολικά 58. Σε αυτές έκλεισαν τα παιδιά που προέρχονταν
από τους πάνω από 800.000 λεγόμενους «ανταρτόπληκτους», δηλαδή από τους
κατοίκους εκατοντάδων χωριών που εξαναγκάστηκαν από τον κυβερνητικό στρατό
να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να μεταφερθούν στις μεγάλες πόλεις του
κέντρου, για να μην μπορεί να βρει εφεδρείες ο Δημοκρατικός Στρατός. Επρόκειτο
στην πραγματικότητα για αρπαγή χιλιάδων παιδιών από την αγκαλιά των μανάδων
τους.
Εκτός από τα κάτεργα της Φρειδερίκης υπήρχαν και άλλα, έτσι που ο συνολικός
αριθμός αυτών που κλείστηκαν με τη βία και στα υπόλοιπα βασιλικά «ιδρύματα»
έφτασε τις 55.000.
Οι πολιτικοί κρατούμενοι έδιναν τη δική τους μάχη κατά των βασανιστηρίων και των
εκτελέσεων.
Στις φυλακές «Αβέρωφ» κρατούνταν κατά καιρούς 700 - 800 άντρες πολιτικοί
κρατούμενοι. Στα 1947 - 1954 από τις γυναικείες φυλακές «Αβέρωφ» πέρασαν
περίπου 1200 πολιτικές κρατούμενες και περίπου 100 μικρά παιδιά. Να σημειωθεί ότι
το ανώτατο όριο χωρητικότητας της φυλακής ήταν για 400 άτομα. Στους θαλάμους,
χωρητικότητας 20 - 25 ατόμων, «στοιβάζονταν» 60 - 70 γυναίκες. Τα παιδιά, τα
οποία δεν θεωρούνταν κρατούμενοι, δεν είχαν δικαίωμα χώρου, ούτε διατροφής.Οι
κρατούμενες, σε υπόμνημά357 τους προς τον ΟΗΕ, το 1950, χαρακτήρισαν τις
357
Στο υπόμνημα αναφέρονταν ανάμεσα σε άλλα συγκλονιστικά:
«Σε μια σύγχρονη Βαστίλλη της Αθήνας βρισκόμαστε στοιβαγμένες 760 γυναίκες,
συρμένες από κάθε γωνιά της Ελλάδας, (…)
(…) Εδώ είναι η μάννα και η αδελφή που έδωσε το παιδί της στον Αλβανικό Πόλεμο
και εδώ είναι η μάννα που της κρέμασαν το παιδί της οι Γερμανοί και το τραγικώτερο, της
ίδιας μάννας το παιδί σκότωσαν τα αποσπάσματα. 30 είναι αυτές που έδωσαν θύματα στην
Αλβανία, 50 στην Κατοχή και 150 στον εμφύλιο πόλεμο.
Η γιαγιά η ΜΑΜΑΛΙΝΑ, μια γριούλα 90 χρόνων είδε να σκοτώνεται το ένα της παιδί
στην Αλβανία, το άλλο στην Κατοχή από τους Γερμανούς και το άλλο να εκτελήται απ’ το
εκτελεστικό απόσπασμα. Δικάστηκε ισόβια γιατί μάννα Ηρώων δεν δέχθηκε να παραδώσει το
γυιό της όπως της ζητούσαν.
Η ΜΑΡΙΑ ΤΣΑΛΜΑ έχασε τον άνδρα της στην Αλβανία. Δύο αδέρφια της σκότωσαν οι
Γερμανοί και η ίδια, το τραγικό θύμα, αφού βασανίστηκε απάνθρωπα με μαχαιριές σε όλο το
σώμα, δικάστηκε σε θάνατο.
Της ΑΜΑΛΙΑΣ ΓΑΛΑΤΣΗ ο αδελφός αεροπόρος πέφτει στην Αλβανία, ο άλλος ο
αδελφός και ο πατέρας της κρεουργούνται από τις παρακρατικές οργανώσεις, η γιαγιά, η
αδελφή και η νύφη της εκτελούνται το 1948 από τις παρακρατικές οργανώσεις και η ίδια
δικάζεται από στρατοδικείο 15 χρόνια.
Η ΤΣΙΡΟΓΙΑΝΝΗ έχασε τον άνδρα της στην Αλβανία, η ίδια βασανίστηκε από τη
Χωροφυλακή με φάλαγγα και βούρδουλα μέχρις που ουρούσε αίμα.
Η ΑΝΝΑ ΣΤΑΜΑΤΑΤΟΥ, 65 χρονών, έχασε τα τρία παιδιά της, δύο από το
απόσπασμα των Γερμανών και ένα εκτελέστηκε στον εμφύλιο πόλεμο.
Της ΜΑΡΙΑΣ ΜΑΥΡΟΚΑΨΙΔΟΥ, 60 χρονών, ο άνδρας της και ο γυιός της εκτελούνται
από Γερμανούς και αυτή δικάζεται σε θάνατο από το σημερινό Στρατοδικείο.
Η ΜΑΡΙΑ ΖΩΓΟΥ, 60 χρονών, μένει ολομόναχη στον κόσμο. Το ένα της παιδί
εκτελούν οι Γερμανοί, το άλλο, τον αδελφό της και τον γαμπρό της τα Ελληνικά αποσπάσματα.
Η ίδια βασανίζεται απάνθρωπα, δικάστηκε σε θάνατο.
Η ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΟΥΣΑΝΔΡΑ μένει ολομόναχη στον κόσμο με 11 εκτελεσμένους εκ των
οποίων τα 3 παιδιά της και 5 ανήψια της.
Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΣΑΡΑΤΣΗ χάνει τα τρία αδέρφια της στην Αλβανία, στην Κατοχή και
στον εμφύλιο πόλεμο, τρελλαίνεται ο άνδρας της από τα βασανιστήρια στη Μακρόνησο και η
ίδια βασανίζεται και δικάζεται σε θάνατο.
Της ΕΛΕΝΗΣ ΜΠΟΥΡΝΗ εκτελούν τον πατέρα οι Γερμανοί και τον αδελφό της τα
εκτελεστικά αποσπάσματα.

29
1
φυλακές «Αβέρωφ» «σύγχρονη Βαστίλλη». Στο υπόμνημα οι κρατούμενες
καταγγέλλουν βασανιστήρια, βιασμούς, διαπομπεύσεις και άλλες κτηνωδίες, στις
οποίες υποβάλλονταν. Το υπόμνημα αντιπροσώπευε τις «πενήντα εργάτριες, 550
αγρότισσες, 100 νοικοκυρές, 15 δασκάλες, 10 επιστημόνισσες, 23 φοιτήτριες, μαζί με
τις γιαγιάδες των 60 - 90 χρονών και τα 30 μέχρι 3 ετών βρέφη…».
Στις φυλακές και στις εξορίες λειτουργούσαν κομματικές οργανώσεις που
ενημέρωναν τους πολιτικούς κρατούμενους για την πολιτική του κόμματος,
συζητούσαν τις αποφάσεις και πάλευαν για τη βελτίωση της ζωής των κρατουμένων.
Γίνονταν μαθήματα ιδεολογικά και άλλα επιμορφωτικά. Οι φυλακές και οι εξορίες
μετατράπηκαν σε σχολεία. Πολλοί αγωνιστές που μπήκαν στις φυλακές και στις
εξορίες αναλφάβητοι, βγήκαν έχοντας αποκτήσει πολλά εφόδια, ακόμα και για
επαγγελματική απασχόληση. Ήταν πολύ σημαντική η προσπάθεια για την κατάκτηση
της γνώσης.
Στον Αη Στράτη ιδιαίτερα μετά την ψήφιση του α.ν 511/47 «περί μέτρων
αναφερομένων εις τους εις εκτόπισιν διατελούντος», ο αριθμός των εξόριστων
έφτασε σε 8.000. Από τον Φεβρουάριο του 1952 οι εξόριστοι ήταν περίπου 3.000.
Σημαντική πλευρά της μορφωτικής δραστηριότητας ήταν η θεατρική παιδεία.
Διαβάζουμε για τον Αϊ Στράτη:
«Οι θεατρικές παραστάσεις που ακολούθησαν τύγχαναν συλλογικής προσπάθειας και
ήταν αποτέλεσμα “διακαλλιτεχνικής συνεργασίας”. Πέρα από την ιστορική
παράσταση Πέρσες του Αισχύλου, όπου πρωταγωνίστησαν ο Μάνος Κατράκης και ο
Τζαβαλάς Καρούσος, στον Αϊ - Στράτη παίχτηκαν τα θεατρικά έργα “Η Βαβυλωνία”,
σε σκηνοθεσία και διδασκαλία του Μ. Κατράκη, ο Γουλιέλμος Τέλλος του Σίλλερ, η
12η νύχτα του Σαίξπηρ, Ο Ανδροκλής και το λιοντάρι του Σοπό, η Αντιγόνη του
Σοφοκλή, Ο Οιδίπους τύραννος, ο Οθέλος του Σαίξπηρ. Μερικά ακόμα από τα 55
έργα ελληνικού και ξένου ρεπερτορίου: Η καινούργια μέρα του Πριντ, Το κορίτσι με
το κορδελάκι του Ν. Περγιάλη, Η Απεργία του Καμπάνη, η Υπόθεση Ντρέιφους του
Της ΓΑΡΥΦΑΛΙΑΣ ΔΟΥΝΙΑ, εκτελούν τον αδελφό της οι Γερμανοί και τα σημερινά
Στρατοδικεία τον άλλον τον αδελφό, ενώ αυτή βασανίζεται και καταδικάζεται.
(…) Δεν τους εμπόδισαν τα 70 χρόνια της ΑΘΗΝΑΣ ΤΣΑΝΤΙΚΟΥ, να την
ξεγυμνώσουν, να της περάσουν φάλαγγα και να την πολτοποιήσουν (βρίσκεται μόνο μ’ ένα
γλουτό). Αλλά ούτε και τη γρηά ηρωίδα δεν την εμπόδισε τίποτα να φωνάζει από την
απομόνωση γυμνή και κρεουργημένη στο 15χρονο αγόρι της που το βασανίζανε …. “μη παιδί
μου πεις ψέματα και πάρης κόσμο στο λαιμό σου”.
Κι όταν στη ΓΙΑΓΙΑ ΚΑΣΤΑΝΙΔΟΥ, 65 χρονών, μετά τα βασανιστήρια, της φέρανε
μπροστά της δεμένο το ανήλικο παιδί της (14 χρονών) και του στηρίξανε το πιστόλι στα
μηνίγγια … “μη σε νοιάζει παιδί μου” του είπε, “κι αν πεθάνης δεν θα καταλάβης τίποτα, δυό
λεπτών υπόθεση είναι σε λίγο θα ρθω και γω”.
Της ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ της αρπάζουν από την αγκαλιά και της
σκοτώνουν το μικρό που της είχε αφήσει ο εκτελεσμένος από τους Γερμανούς άνδρας της. Μετά
την βασανίζουν και της σπάνε την ωμοπλάτη και τη λεκάνη.
Η ΒΙΟΛΕΤΑ ΤΣΑΜΟΥΤΑΛΙΔΟΥ 75 χρονών, με σκοτωμένο το παιδί της από τους
Γερμανούς, ενώ τη βασανίζουν άκουγε από το διπλανό κελλί τα βογγητά του παιδιού της, του
ήρωα του Ελ-Αλαμέιν, που ενώ ξεψυχούσε από τα βασανιστήρια φώναζε «μάννα μου».
Την ΜΑΛΑΜΑΤΗ ΚΑΛΚΑΝΤΖΗ 60 χρονών, αφού τη βασάνισαν μαζί με τον άνδρα
της, την πέταξαν τη νύχτα μαζί του σ’ ένα σκοτεινό κελλί αναίσθητη από τα βασανιστήρια. Σε
λίγο συνήλθε ακουμπισμένη στο κρύο μάγουλο του ανδρός της που ήταν νεκρός.
Την ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΚΟΥΚΜΑ 60 χρονών τη βασάνισαν απάνθρωπα γιατί είχε κόρη στο
βουνό. Την πατούσαν με τα άρβυλα στο στήθος και στο σώμα ολόκληρο, τόσο που τα σημάδια
φαίνονται και σήμερα, της φόρεσαν κυλότα ειδική, της βάλανε μέσα γάτα, που της ξέσχισε τις
σάρκες, της έβαλαν παλούκια στα γεννητικά όργανα. Εμεινε σακατεμένη.
Θα μπορούσε κανείς να γεμίσει σελίδες ολόκληρες γυναικών βασανισμένων γιατί τα
βασανιστήρια είναι απαραίτητο στάδιο εκείνου που θα δικασθή».
Αρχείο ΚΚΕ - Έγγραφο 88584.

29
2
Ζολά, ο Ιούλιος Καίσαρ του Σαίξπηρ, αρχαίες τραγωδίες όπως Προμηθέας Δεσμώτης,
Οιδίπους Τύραννος και Αντιγόνη, ο Παπαφλέσσας του Σπύρου Μελά, ο Φον
Δημητράκης του Δ. Ψαθά, ο Φάουστ του Γκαίτε και άλλα θεατρικά, όπως Οι
άνθρωποι και τα όπλα, η Μονσερά, η Καλύβα του Μπάρμπα Θωμά (που για να
επιτραπεί από τη λογοκρισία του στρατοπέδου, έγινε η καλύβα του μίστερ Τομ (!) και
άλλα πολλά»358.
Κυρίως όμως χιλιάδες πολιτικοί κρατούμενοι έδιναν μάχες για να μην υπογράψουν
«δήλωση μετανοίας», θέμα εκ των ων ουκ άνευ για την οντότητα του ΚΚΕ, κάθε
κομμουνιστή και κομμουνίστριας, αφού η μη υπογραφή των «δηλώσεων μετανοίας»
συνδέεται άμεσα με την ύπαρξη και τον χαρακτήρα του ΚΚΕ, με τον επαναστατικό
σκοπό του.
Η προσπάθεια του αστικού κράτους να αποσπάσει «δηλώσεις μετανοίας»
εξυπηρετούσε πολλαπλούς στόχους: Να πείσει ότι κανένας αγώνας, όσο ηρωικός και
αν είναι, δεν μπορεί να κάμψει την αστική κυριαρχία, ότι είναι αγώνας μάταιος. Να
φθείρει το ΚΚΕ και τους κομμουνιστές, ότι λένε μεγάλα λόγια, αλλά στις δυσκολίες
αναδιπλώνονται και βάζουν τον εαυτό τους πάνω από τον κοινό σκοπό. Στόχευε
δηλαδή στην ηθική απαξίωση του κομμουνιστή και της κομμουνίστριας. Επομένως
και να πείσει τους εργαζόμενους ότι δεν έχουν άλλη επιλογή από το να υποταχθούν.
Χιλιάδες μέλη του Κόμματος και του ΕΑΜ αρνήθηκαν να αποκηρύξουν το Κόμμα
και τα ιδανικά του, δίνοντας τη ζωή τους ή παραμένοντας έγκλειστοι μέχρι και είκοσι
χρόνια. Νίκησαν και το θάνατο. Υπήρξαν και πολλοί που λύγισαν προς στιγμή και
αμέσως ανακάλεσαν. Παράλληλα με την ηρωική στάση χιλιάδων αγωνιστών, πολλοί
άλλοι υπέγραψαν «δηλώσεις μετανοίας», μη αντέχοντας στις μεγάλες δυσκολίες.
Αγωνιστές, που συμμετείχαν με αυτοθυσία στις μεγάλες στιγμές του μαζικού λαϊκού
ηρωισμού, τώρα, σε συνθήκες ήττας, δεν άντεξαν στα παρατεταμένα μαρτύρια, στις
οικογενειακές και βιοποριστικές πιέσεις. Ορισμένοι, ελάχιστη μειοψηφία,
συνεργάστηκαν με τον ταξικό εχθρό.
Γενικά, οι κομμουνιστές και οι κομμουνίστριες δικαίωσαν την ιδιότητά τους ως μέλη
του Κόμματος, ως πρωτοπορία ικανή να αντέχει σε όλες τις συνθήκες, ακόμα και σε
συνθήκες ήττας, υποχώρησης του κινήματος.
Οι αστικές κυβερνήσεις ενίσχυσαν τα μέτρα καταστολής, ιδιαίτερα ενάντια στο
Κόμμα, προκειμένου να θωρακίσουν την αστική εξουσία359.
358
Κυριακής Καμαρινού, «ΤΑ ΠΕΤΡΙΝΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ», εκδόσεις «ΣΥΓΧΡΟΝΗ
ΕΠΟΧΗ», σελ. 262-263.
359
Είναι χαρακτηριστικά τα παρακάτω «ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΜΕΤΡΑ ΔΙΑ ΤΗΝ
ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΙΝ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ», τα οποία υλοποιήθηκαν στο έπακρο:
«90. Η παρούσα μελέτη περιεστράφη αποκλειστικώς και μόνον εις την εξαγωγήν
συμπερασμάτων επί του διεξαχθέντος Κ/Συμμοριακού πολέμου [...]
[...] 92. Είναι εθνική ανάγκη να αντιληφθώσιν όλοι, οι φορείς της κρατικής εξουσίας,
[...] ότι παρά την συντριβήν του συμμοριτισμού [...] ο Κομμουνισμός δεν θα παράλειψη
ουδεμίαν ενέργειαν δια να επιτύχη τους καθωρισμένους αντικειμενικούς του σκοπούς [...].
[...]
93.
Σύστασις
ανωτάτης
Δ/σεως
αντικομμουνιστικού αγώνος [...] με πλήρη εξουσιοδότησιν δια να είναι εις θέσιν να δώση
ενιαίαν κατεϋθυνσιν και πνοήν δι' εντατικήν καταπολέμησιν του κομμουνισμού.
[...] Πέραν όμως των αρμοδίων κρατικών οργάνων η Δ/σις αυτή θα πρέπει να
επιστρατεύση και κινητοποιήση όλας τας πνευματικάς και ηθικάς δυνάμεις της Χώρας,
Εκκλησίαν, διανοουμένους, λογοτέχνας κλπ.
94. Εξυγίανσις της Κρατικής Μηχανής. [...] Κύριον και βασικόν έργον των καθ'
ιεραρχίαν προϊσταμένων είναι να γνωρίζουν την ιδεολογικήν τοποθέτησιν των υφισταμένων
των.
[...] Η αδιαφορία από της εθνικής πλευράς και η ρευστότης των πεποιθήσεων εκ
μέρους των κρατικών οργάνων πρέπει να σταματήση.
Η επικρατούσα αντίληψις μεταξύ πολλών εκ των καθ' ιεραρχίαν προϊσταμένων των
Κρατικών Υπηρεσιών ότι αι κοινωνικαί πεποιθήσεις των υφισταμένων των αποτελούν

29
3
Ως συστατικό στοιχείο της κρατικής καταστολής έδρασαν οι λεγόμενες παρακρατικές
οργανώσεις, που καθοδηγούνταν από την κρατική Ασφάλεια, τη Χωροφυλακή και
την Αστυνομία, καθώς και από το Στρατό και την Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών
(ΚΥΠ).
Οι παρακρατικές οργανώσεις360 της δεκαετίας 1950 (αλλά και του 1960 αργότερα),
ήταν ομάδες λιγότερο ή περισσότερο οργανωμένες και άλλες λειτουργούσαν φανερά
και άλλες μυστικά. Έργο τους ήταν η παρακολούθηση ατόμων, των «αντεθνικώς
δρώντων» και των συνοδοιπόρων τους, και η κατάδοσή τους στα επίσημα κρατικά
όργανα, όπως επίσης και η γενικότερη αντικομμουνιστική προπαγάνδα.
Πολλές από αυτές τις οργανώσεις στρατολογούσαν στοιχεία του υποκόσμου ή και
από εξαθλιωμένα τμήματα.
Σημαντική μερίδα τους ήταν πρώην μέλη κατοχικών, φιλο- ναζιστικών οργανώσεων,
ενώ το «ιστορικό» πολλών άλλων έφτανε μέχρι και τις διάφορες οργανώσεις που
δρούσαν κατά τη δικτατορία του Μεταξά.
3.A.5. ΤΟ ΚΡΑΤΙΚΟ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ.
ΑΛΛΑ ΑΣΤΙΚΑ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΑ ΡΕΥΜΑΤΑ.
Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΟΥ ΚΚΕ.
Ο ισχυρός απόηχος των μεγάλων διεθνών και εσωτερικών γεγονότων της δεκαετίας
του 1940, σε συνδυασμό με τα νέα δεδομένα που διαμορφώθηκαν στις αρχές της
δεκαετίας του 1950, συγκρότησαν και το πλαίσιο της ιδεολογικής διαπάλης.
Το κρατικό ραδιόφωνο (Εθνικόν Ίδρυμα Ραδιοφωνίας - ΕΙΡ), ο αστικός και
περιοδικός Τύπος, καθηγητές, δάσκαλοι και ιερωμένοι, πρωτοστατούσαν στον πιο
χυδαίο αντικομμουνισμό, αυτόν του «κονσερβοκουτιού» και των «ξενοκίνητων
ΕΑΜοβουλγάρων», θέματα συνηθισμένα σε αφίσες και προκηρύξεις με μακάβριο
περιεχόμενο, ιδιαίτερα στην ύπαιθρο που βασίλευε η τρομοκρατία του χαφιέ και του
χωροφύλακα.
ιδιωτικήν υπόθεσιν των τελευταίων πρέπει να χαρακτηρισθή ως απαράδεκτος.
Όσοι δεν αντιλαμβάνονται ή προσποιούνται ότι δεν αντιλαμβάνονται τας εθνικάς
ζημίας εκ της τοιαύτης τακτικής πρέπει να απομακρυνθούν.
Επιβάλλεται κατά συνέπειαν όπως το ταχύτερον αντιμετωπισθή το θέμα της
συστηματικής εκκαθαρίσεως της κρατικής μηχανής εκ των κομμουνιστών και συνοδοιπόρων,
διότι άνευ αυτής είναι φυσικόν να χωλαίνη πάσα προσπάθεια του ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ.
[...] 96. Οργάνωσις Υπηρεσίας Διαφωτίσεως. [...]
[...] 97. [...] Επίσης επιβάλλεται η συστηματική παρακολούθησις των αγροτικών
συνεταιρισμών…
98. [...] Φωτισμένοι άνθρωποι και ειδικευμένοι εις τα εργατικά ζητήματα ενδείκνυται
να αναλάβωσι τον αγώνα με τον σκοπόν όπως ανακόψωσι την εις τας εργατικάς τάξεις
ολοσχερή διείσδυσιν του κομμουνισμού.
[...]100. Μέτρα εις τον τομέα της Εθνικής Παιδείας. Πηγή: «ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
ΚΑΙ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΔΙΕΞΑΧΘΕΝΤΟΣ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ ΑΓΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ
Κ/ΣΥΜΜΟΡΙΤΩΝ», ΥΠΟ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑΡΧΟΥ ΠΥΡΟΒΟΛΙΚΟΥ ΝΑΤΣΙΝΑ
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ, Θεσσαλονίκη, Ιούλιος του 1951). (Σημείωση ΔΟΚΙΜΙΟΥ: Πρόκειται για
μετέπειτα αρχηγό της ΚΥΠ.
360
Ανάμεσα στις παρακρατικές οργανώσεις που καταγράφονται για τις δεκαετίες 19501960 συγκαταλέγονται: Η «Αντικομμουνιστικη Σταυροφορία Ελλάδος», η «Εθνική Εταιρία»,
η «Εθνική Κοινωνική Δράση», η «ΕΚΟΦ», η «Οργάνωση Νεοεθνικών Δυνάμεων Ελλάδος»,
η «Ναζιστική Οργάνωση Αθηνών», η «Ένωσις και Κοινωνική Δράσις», η «Πανελλήνια
Ομοσπονδία Βασιλοφρόνων», η «Εθνική Φάλαγξ», ο «Εθνικός Σύνδεσμος», ο «Πανελλήνιος
Ένωσις Εθνικοφρόνων», η «Πανελλήνιος Ένωσις Εθνικοκοινωνικής Αναγεννήσεως», η
«Εθνική Πολιτική Οργάνωσις Ελληνίδων», η «Εθνική Κοινωνική Εξόρμησις», η «Κυανή
Φάλαγξ», ο «Ιερός Λόχος», κ.ά.

29
4
Παράλληλα εξαπολύονταν διωγμοί εναντίον βιβλίων, συγγραφέων, εκδοτικών οίκων,
ακόμα και πωλητών βιβλίων. Καταγράφεται η κατάσχεση από την αστυνομία έργων
της παγκόσμιας κλασικής λογοτεχνίας, όπως των Β. Ουγκό, Ονορέ Ντε Μπαλζάκ,
Ντοστογιέφσκι, Γκόγκολ. Πολλοί άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών
βρίσκονταν σε φυλακές και εξορίες. Μεταξύ αυτών ο Γιάννης Ρίτσος, ο Μάνος
Κατράκης, ο Φώτης Αγγουλές, ο Θέμος Κορνάρος, ο Μενέλαος Λουντέμης, ο
Τζαβαλάς Καρούσος, ο Α. Τάσος, η Βάσω Κατράκη, ο Γιώργος Φαρσακίδης και
δεκάδες άλλοι.
Τον Ιούλιο του 1954, η Ιερά Σύνοδος αποκήρυξε τα μυθιστορήματα του Νίκου
Καζαντζάκη «Ο Καπετάν Μιχάλης» και «Ο Τελευταίος Πειρασμός», ζητώντας από
την κυβέρνηση να τα απαγορεύσει και από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως να
τα αφορίσει.
Συνολικά οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους και η αστική διανόηση
αντιπαρατάχθηκαν στο ΚΚΕ και στο λαϊκό κίνημα με τις φιλοσοφικές θεωρίες του
ιδεαλισμού και του εκκλησιαστικού σκοταδισμού, με την «αυθεντία» της
Ακαδημαϊκής και της πανεπιστημιακής έδρας και με τα παλιά ιδεαλιστικά πρότυπα
της «καθαρής τέχνης». Επιδίωκαν να ανακτήσουν την πλήρη κυριαρχία τους στο
χώρο της διανόησης και των τεχνών, όπου το προπολεμικό κύρος τους είχε
υποχωρήσει.
Στο ιδεολογικό οπλοστάσιο της αστικής διανόησης κατείχαν σημαίνουσα θέση
παλιότερες και νέες ιδεαλιστικές θεωρίες που εξέφραζαν βασικοί της εκπρόσωποι (Κ.
Τσάτσος, Παν. Κανελλόπουλος, Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, Πέτρος Χάρης361 και
«ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ» κ.α.), ενώ συστηματική ιδεολογική παρέμβαση είχε και το Παλάτι.
Μιλώντας στη Θεσσαλονίκη, στις 25 Οκτωβρίου 1949, ο βασιλιάς Παύλος είπε
ανάμεσα σε άλλα:
«Έχω ειπεί και άλλοτε ότι εκτός από το απλούν ζήτημα της εξυψώσεως του πολιτικού
και ποιοτικού επιπέδου, πρέπει να καταστήσωμεν την Ελλάδα το πνευματικόν
κέντρον της Μεσογείου, αν όχι και μακρότερον. (…) Φθάνει όλοι μας να
αισθανθώμεν ότι είμεθα μια μεγάλη οικογένεια. Δεν υπάρχουν τάξεις και διαφορές.
Εις την Ελλάδα όλοι είμεθα το ίδιον. Εάν τυγχάνει ένας να είναι πλουσιώτερος του
άλλου, αυτό επετεύχθη δια του κόπου του και καθείς έχει τη δυνατότητα να φθάσει
τον άλλον, τόσον από υλικής όσον και από πνευματικής απόψεως. Είμεθα μια
οικογένεια και πρέπει να βοηθήσωμεν ο ένας τον άλλον διά να φθάσωμεν εκεί που
πρέπει να φθάσωμεν»362.
Για τις φιλοσοφικές απόψεις του Παν. Κανελλόπουλου και άλλων αστών διανοητών
έγραψε ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος:
«... Η φιγούρα του Π. Κανελλόπουλου σημαδεύει και το φιλοσοφικό φυρδημιγδισμό
της επίσημης Ελλάδας. Το βιβλίο του «Ο χριστιανισμός και η εποχή μας» είναι ο πιο
σημαδιακός εκπρόσωπος της σύγχυσης και της ασυναρτησίας, του απέραντου
εκλεκτικισμού και της έσχατης κατάντιας της αντιδραστικής φιλοσοφικής σκέψης
στην Ελλάδα. Ποια είναι η ουσία του βιβλίου; Ο «μύθος» του μπορεί να διατυπωθεί
με συντομία έτσι: ο δυτικός κόσμος απειλείται από τους βαρβάρους, από τους ίδιους
εκείνους βαρβάρους που απείλησαν κάποτε τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό: «Στον
ανταγωνισμό του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού με το δυτικό κόσμο μπορούμε
κάλλιστα να δούμε και να διαπιστώσουμε μιαν επανάληψη του ανταγωνισμού των
βαρβάρων του βορρά με τον ελληνορωμαϊκό κόσμο»363.
Σε άλλο σημείο ο Μ. Αλεξανδρόπουλος αναφέρει:
361
Ακαδημαϊκός, λογοτέχνης, διευθυντής του περιοδικού «ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ» στα χρόνια
1935-1987.
362
6η Ολομέλεια της ΚΕ, σελ. 80-81, έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ.
363
«Νέος Κόσμος», «Οι πνευματικοί άνθρωποι και η πατριωτική πάλη», τ. 12, 1955,
σελ. 48,49.

29
5
«Αυτή η σύγχυση, η αμηχανία [...] φάνηκε περισσότερο χειροπιαστά στη συζήτηση
του Γαλλικού ινστιτούτου με τον Αλμπέρ Καμύ [...] Οι συζητητές (Παπανούτσος,
Θεοτοκάς κλπ) κινήθηκαν πάλι γύρω από το παλιό - όσο και η ιδεολογική εκστρατεία
των αστών κατά του σοσιαλισμού - ζήτημα της ατομικής ελευθερίας και δοκίμασαν
να «αποδείξουν» πως ο σοσιαλισμός είναι εχθρός της ατομικής ελευθερίας»364.
Πέρα από τον Κανελόπουλο, ο επίσης θεωρητικός της αστικής τάξης, ο Κ. Τσάτσος
έγραψε:
«Η ρίζα του κομμουνισμού στην Ελλάδα είναι κυρίως διανοητική. Δεν τον
εδημιούργησαν τον κομμουνισμό εδώ οι κοινωνικές συνθήκες φυσιολογικά, αλλά
σχεδόν τεχνητά τον κατασκευάσανε οι λίγοι διανοούμενοι του τόπου,
μεταφυτεύοντας από άλλες χώρες σχήματα και μορφές, πού ούτε οικονομικά, ούτε
κοινωνικά εδώ ταιριάζανε. Αυτή είναι η κύρια πηγή του κομμουνισμού και αυτό δεν
πρέπει να το λησμονούμε»365.
Ταυτόχρονα, ένα τμήμα της αστικής διανόησης συμπαρατασσόταν σε πλατιές
κινήσεις, με τη μορφή υπογραφών ή δηλώσεων στον Τύπο, ενάντια σε διώξεις ή
διακρίσεις κατά αγωνιστών, ενώ ένα άλλο κρατούσε ευέλικτη στάση.
Παράλληλα με την ανοιχτή υπεράσπιση του καπιταλιστικού συστήματος πήραν
διαστάσεις και συγκαλυμμένες καπιταλιστικές απόψεις για τον λεγόμενο «τρίτο
δρόμο» ή για την «ειρηνική εξέλιξη του καπιταλισμού προς το σοσιαλισμό», για
«συγκερασμό των δύο συστημάτων». Επιφανείς της αστικής διανόησης ανέλαβαν να
συνδράμουν στην εκλαΐκευση τέτοιων θεωριών. Ο Άγγελος Τερζάκης έγραψε:
«Υπάρχει στον καιρό μας μια επιδίωξη βαθύτερη των καλοπροαίρετων ανθρώπων να
συμπλησιάσουν οι δύο αντίθετοι κόσμοι. Να δημιουργηθεί από την οξεία αντίθεση
μια νέα σύνθεση [...] Τόσα και τόσα προάγγελα σημεία, θετικότατα, δείχνουν πως
εκεί κατατείνει ο κόσμος, να κρατήσει από κάθε σύστημα τις αρετές και να πετάξει τα
ελαττώματα»366.
Ίσως η άποψη αυτή να πήγαζε ως αντιπερισπασμός στην παρακάτω δική του
διαπίστωση για τον μαρξισμό:
«Ο μαρξισμός είναι και παραμένει ένα σύστημα ιδεών με συνοχή και ολοκληρία, κάτι
το λογικά αράγιστο. Ούτε πρόβαλε ύστερα απ’ αυτόν στον κόσμο κανένα σύστημα
ισάξιο, για να τον εκτοπίσει. Ο παλιός κόσμος επιστρατεύει από το μουσείο των
αμαρτιών τους διάφορους σκουριασμένους μύθους και αγωνίζεται να τους
επαργυρώσει όπως - όπως».367
Την ίδια περίοδο ο Γιώργος Θεοτοκάς συνιστούσε τον «λαϊκό καπιταλισμό»:
«Η πατροπαράδοτη μαρξιστική αρχή, ότι η αστική οικονομία βαδίζει αναπόφευκτα
προς την ολοένα μεγαλύτερη συγκέντρωση των κεφαλαίων στα χέρια μιας
ολιγάριθμης μειοψηφίας του πληθυσμού έχει διαψευσθεί [...] Στις πιο προηγμένες
κοινωνίες ήρθε μια ώρα - ο Μαρξ δεν είχε φανταστεί - κατά την οποία σταμάτησε η
συγκέντρωση των κεφαλαίων στα χέρια των ολίγων και άρχισε η αποκέντρωσή τους
σε πλήθη μικροκεφαλαιούχων, ενώ παράλληλα οι λαϊκές μάζες είδαν το βιοτικό τους
επίπεδο να ανεβαίνει γοργά».368
364
«Νέος Κόσμος», «Οι πνευματικοί άνθρωποι και η πατριωτική πάλη», τ. 12, 1955,
σελ. 49.
365
«ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ», εκδόσεις της «ΕΣΤΙΑΣ», σελ. 228.
366
Εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ», 17 Δεκεμβρίου 1958, όπως παρατίθεται στο Συλλογικό
Άρθρο «Σύντομη επισκόπηση της σημερινής ιδεολογικής πάλης στην Ελλάδα», «Νέος
Κόσμος», Οκτώβριος 1959, σελ. 52.
367
«Προοπτικές», ΒΗΜΑ 4 Δεκεμβρίου του 1958, από «Νέος Κόσμος», Αύγουστος
1959, σελ. 43.
368
«ΒΗΜΑ», 25 Ιανουαρίου του 1959, όπως παρατίθεται στο Συλλογικό Άρθρο
«Σύντομη επισκόπηση της σημερινής ιδεολογικής πάλης στην Ελλάδα», «Νέος Κόσμος»,
Οκτώβριος 1959, σελ. 53.

29
6
Ο ίδιος πρόβαλε και ως ένας από τους εκφραστές της «ευρωπαϊκής ιδέας». Έγραψε
το 1954:
[...] Έτσι η ιδέα της ενότητος της ευρωπαϊκής ηπείρου προβάλλει σήμερα όχι σαν μια
θεωρητική σύλληψι ή μια τολμηρή προαίσθησι ολίγων ξεχωριστών πνευμάτων αλλά
σαν ένα φανερό γέννημα της ιστορικής ανάγκης…»369.
Βασικό χαρακτηριστικό της αστικής ιδεολογίας ήταν και ο εθνικισμός 370.
Το ΚΚΕ, αν και ήταν παράνομο και με την ηγεσία του εκτός Ελλάδας, συνέχισε να
παρεμβαίνει ιδεολογικά με διάφορες μορφές μαζικής διαφώτισης, μέρος των οποίων
προετοιμαζόταν στις χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, όπου φιλοξενούνταν.
Σημαντική ιδεολογική παρέμβαση του κόμματος αποτέλεσε η ελληνική έκδοση
σειράς βασικών έργων του επιστημονικού σοσιαλισμού, με τη μορφή χωριστών
τίτλων και Απάντων.
Με αφορμή τα 70χρονα του Ι.Β. Στάλιν, το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ αποφάσισε τον
Δεκέμβριο του 1949 να εκδοθούν στα ελληνικά, μέσα σε δύο χρόνια, τα «Διαλεχτά
Έργα» των Μάρξ, Ένγκελς και Λένιν, καθώς και τα «Ζητήματα Λενινισμού» του
Στάλιν371, έργα που εκδόθηκαν τον Ιούλιο από το εκδοτικό της ΚΕ του ΚΚΕ.
Επίσης, η 2η Ολομέλεια της ΚΕ (10-12 Οκτώβρη 1951) αποφάσισε τη μετάφραση
και έκδοση στα ελληνικά του «Κεφαλαίου» του Μάρξ και των «Απάντων» των Λένιν
και Στάλιν372. Τα «Άπαντα» του Στάλιν εκδόθηκαν στα ελληνικά το 1952, του Λένιν
το 1954 και το «Κεφάλαιο» του Μάρξ επίσης το 1954.
Η 4η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ (12-14 Δεκεμβρίου 1953) ενέκρινε προηγούμενα
μέτρα του ΠΓ και πήρε νέα για την ανάπτυξη της ιδεολογικής δουλειάς του ΚΚΕ.
Ενίσχυσε την κεντρική κομματική σχολή «Νίκος Μπελογιάννης», που λειτουργούσε
στην Ουγγαρία. Αποφάσισε να τελειώσει μέχρι το 1956 η έκδοση των κλασσικών του
μαρξισμού-λενινισμού και πήρε μέτρα για την ποιοτική βελτίωση των εκδόσεων και
της ραδιοφωνικής εκπομπής «Φροντιστήριο του Αγωνιστή». Ταυτόχρονα αποφάσισε
να εκδίδονται μόνο τα περιοδικά «Νέος Κόσμος» και «Ήλιντεν».
Σημαντική συμβολή στη διάδοση του πολιτικού βιβλίου είχε το Εκδοτικό «ΝΕΑ
ΕΛΛΑΔΑ», που το 1954 ονομάστηκε «ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ», με έδρα το Βουκουρέστι.
Από το Εκδοτικό «ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ» και τις «ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ» κυκλοφόρησαν έργα των: Έλλης Αλεξίου, Μέλπως Αξιώτη, Δημήτρη
Ραβάνη - Ρεντή, Απόστολου Σπήλιου, Τάκη Αδάμου, Γιώργη Αθανασιάδη, Τάκη
Μαμάτση, Γιώργη Ζωίδη, Σοφίας Μαυροειδή - Παπαδάκη, Γιώργη Σεβαστίκογλου,
Άλκης Ζέη, Γιώργου Κοτζιούλα, Άγγελου Σικελιανού, Μήτσου Αλεξανδρόπουλου,
Δημήτρη Χατζή, Κώστα Κοτζιά, Δημήτρη Φωτιάδη, Νίκου Κυτόπουλου, Αλέξη
Πάρνη, Δημοσθένη Βουτυρά, Φούλας Χατζιδάκη, Αντρέα Φραγκιά, Γαλάτειας
Καζαντζάκη, Μενέλαου Λουντέμη, Κώστα Μπόση, Στρατή Δούκα, Θέμου Κορνάρου
κ.α. Ακόμα, των: Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, Διονυσίου Σολωμού, Γιάννη
Βλαχογιάννη, Μακρυγιάννη, Κώστα Χατζόπουλου, Αντρέα Καρκαβίτσα, Γρηγορίου
Ξενοπούλου, Κωνσταντίνου Θεοτόκη και πολλών άλλων. Εκδόθηκαν επίσης έργα
369

Γιώργος Θεοτοκάς: «Στοχασμοί και Θέσεις», τόμος Β’, 1950 - 1966, σελ. 666.
Βλέπε το άρθρο του Γιώργου Θεοτοκά, 17 Ιουνίου του 1951, στο βιβλίο του:
«ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΚΑΙ ΘΕΣΕΙΣ», τόμος Β΄, σελ. 632, βιβλιοπωλείο της ΕΣΤΙΑΣ: «Σήμερα,
στην ιστορική φάση που διατρέχουμε, το μεγάλο πρόβλημα που έχει να αντιμετωπίσει ο
Ελληνισμός είναι άλλο. Είναι ο κίνδυνος ζωής που αποτελεί για αυτόν η κάθοδος του
σλαβικού κομμουνισμού προς τη Μεσόγειο».
Του ίδιου: «Η ιδεολογία του Κέντρου», 21 Μαΐου του 1950 (ο.π., σελ. 612): «Το
Κέντρο είναι εθνικό. Πιστεύει στην Ελλάδα, στα εθνικά της δικαιώματα και στα εθνικά της
πεπρωμένα. Θέλει να διατηρήσει την ανεξαρτησία και την ιδιομορφία της εθνικής μας ζωής
μέσα στο πλαίσιο μιας φιλελεύθερης οργανώσεως των ευρωπαϊκών εθνών».
371
ΚΚΕ - «Επίσημα Κείμενα», τόμος 7ος, σελ. 207.
372
ΚΚΕ - «Επίσημα Κείμενα», τόμος 7ος, σελ. 205.

370

29
7
σοβιετικών και συγγραφέων - ποιητών, όπως και των άλλων χωρών της
σοσιαλιστικής οικοδόμησης.
Σειρά σημαντικών πολιτικών και λογοτεχνικών βιβλίων εκδόθηκαν και στην Ελλάδα
από το «ΘΕΜΕΛΙΟ», καθώς και από τις εκδόσεις «ΚΕΔΡΟΣ», εκδόσεις όχι αμιγώς
μαρξιστικές.
Το ΚΚΕ αξιοποίησε στη μαζική διαφώτιση τις ραδιοφωνικές εκπομπές.
Ο ραδιοφωνικός σταθμός «Ελεύθερη Ελλάδα», που εξέπεμπε από το Βελιγράδι από
16 Ιουλίου 1947, δυο φορές την ημέρα (πρωί - βράδυ) στα βραχέα κύματα, συνέχισε
τις εκπομπές και μετά τη λήξη του ΔΣΕ.
Στις αρχές του 1949, μετά τη ρήξη του ΚΚΕ με το ΚΚ Γιουγκοσλαβίας, ο Ρ/Σ
μεταφέρθηκε στο Βουκουρέστι και από τις 19 Μαρτίου 1949 εξέπεμπε τρεις φορές
την ημέρα. Η λειτουργία του ραδιοφωνικού σταθμού «Ελεύθερη Ελλάδα» διάρκεσε
μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1955.
Τον Ιούνιο του 1957 το ΠΓ αποφάσισε την επαναλειτουργία του Ρ/Σ με την ονομασία
«Η Φωνή της Αλήθειας». Η λειτουργία του άρχισε την 1η Μαρτίου 1958, με μία
εκπομπή την ημέρα, από την περιοχή Χάλε της Λειψίας στη Γερμανική Λαοκρατική
Δημοκρατία και σε σύνδεση με το Βουκουρέστι. Σε αυτό βρισκόταν η βασική
συντακτική του ομάδα. Από τις αρχές του 1959 άρχισαν δύο ακόμα εκπομπές από το
Βουκουρέστι, που αργότερα έγιναν τρεις.
Μετά τη 12η Ολομέλεια της ΚΕ (1968), οι εκπομπές γίνονταν μόνο από τη Λειψία. Ο
ραδιοφωνικός σταθμός σταμάτησε οριστικά να εκπέμπει μετά την κατάρρευση της
Απριλιανής Χούντας το 1974 και τη νόμιμη πλέον δράση του ΚΚΕ στην Ελλάδα.
Συγκεκριμένα, στις 13 Ιανουαρίου 1975 με «Ανακοίνωση του Σταθμού μας»
αναγγέλθηκε ότι «η “Φωνή της Αλήθειας” θεωρεί ότι έχει εκπληρωθεί η αποστολή
της και σταματάει τις εκπομπές της» 373.
Το Ραδιοφωνικό Σταθμό, καθώς και την αντίστοιχη κομματική οργάνωση,
καθοδηγούσε το ΠΓ. Για τη λειτουργία του Ρ/Σ ήταν χρεωμένα στελέχη του
Κόμματος. Υπεύθυνοι ήταν κατά διαστήματα ανάμεσα σε άλλους οι: Ρούσος Πέτρος,
Ζωγράφος Ζήσης, Καραγιώργης Στάθης. Στη σύνταξη, στην εκφώνηση ή ως
συνεργάτες βοήθησαν πολλά στελέχη του Κόμματος όπως: Αγγουράκης Γιώργος,
Αξιώτη Μέλπω, Βεάκη Μαριάννα, Ελευθερίου Λευτέρης, Καλοδίκης Περικλής,
Καρύδης Στάθης, Κυτόπουλος Νίκος, Λειβαδά Πόπη, Μαυροειδής Λευτέρης, Χατζής
Δημήτρης κ.ά.
3.A.6. ΟΙ ΠΑΡΑΝΟΜΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΚΕ
Η παράνομη δράση του ΚΚΕ συγκροτεί ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο, που αποτελεί
άφθαστη πηγή ηρωισμού και επαναστατικής διαπαιδαγώγησης. Αυτό το κεφάλαιο
παρά τη σημασία του στον επαναστατικό αγώνα, δεν έγινε δυνατό - και εξαιτίας
αντικειμενικών λόγων - να μελετηθεί στο σύνολό του για πολλές δεκαετίες, μέχρι και
σήμερα.
Οι κομμουνιστές που ανήκαν το 1949 - 1950 στις παράνομες οργανώσεις στην
Ελλάδα - κυρίως στην Αθήνα, στον Πειραιά και στη Θεσσαλονίκη - ήταν ελάχιστοι,
ενώ δεν υπήρχε ενιαίο καθοδηγητικό κέντρο μετά την εξάρθρωση των παράνομων
οργανώσεων Αθήνας-Πειραιά τον Μάρτιο του 1949 και τη σύλληψη μεταξύ όλων
των άλλων του επικεφαλής του παράνομου μηχανισμού Στέργιου Αναστασιάδη, ο
οποίος καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε. Τον Αναστασιάδη αντικατέστησε
ο Ν. Πλουμπίδης, ο οποίος όμως καθοδηγούσε στη συνέχεια ένα μέρος των
κομματικών οργανώσεων. Και αυτό, γιατί ο Σταύρος Κασιμάτης (Λευτέρης Σταθάς ή
Ορέστης), υπεύθυνος των ΕΠΟΝιτών, όπως ονομαζόταν η παράνομη οργάνωση της
νεολαίας, επειδή υποπτευόταν τον Πλουμπίδη ως υπεύθυνο για τη σύλληψη του Στ.
373
Αρχείο ΚΚΕ – Έγγραφο 282367, Ρ/Σ «Φ.Α.» 1975/01/13 – Ανακοίνωση για το ρόλο
που διαδραμάτισε ο σταθμός, ως ενημερωτικό μέσο στους δύσκολους καιρούς.

29
8
Αναστασιάδη, είχε αυτονομηθεί από τις Κ.Ο. που καθοδηγούσε ο Πλουμπίδης και
μαζί με άλλα στελέχη της νεολαίας είχαν συγκροτήσει το επονομαζόμενο δεύτερο
καθοδηγητικό κέντρο. Οι υποψίες για τον Πλουμπίδη είχαν φτάσει μέχρι το ΠΓ, με
αποτέλεσμα να τον θέτει κατά διαστήματα σε απομόνωση. Ταυτόχρονα ως άτυπο
καθοδηγητικό κέντρο, κατά κάποιον τρόπο, λειτουργούσε και το κομματικό γραφείο
των φυλακών Αβέρωφ, τα περισσότερα μέλη του οποίου επίσης θεωρούσαν τον
Πλουμπίδη ύποπτο. Η ενιαία καθοδήγηση των Κομματικών Οργανώσεων
αποκαταστάθηκε με τον ερχομό στην Ελλάδα του Νίκου Μπελογιάννη και μέχρι τη
σύλληψή του.
Ταυτόχρονα κυκλοφορούσαν παράνομα ο «Ριζοσπάστης», η «Λεβεντιά», η «Φλόγα»
το «Κρυφό Σχολειό» και άλλα έντυπα. Βεβαίως σημαντικό μέσο στη διαφωτιστική
δουλειά του Κόμματος επιτελούσε και ο Ρ/Σ «Ελεύθερη Ελλάδα» και μετά το 1958
«Η Φωνή της Αλήθειας», όπως ήδη αναφέρθηκε.
Οι δυσκολίες και η πολυπλοκότητα της παρανομίας επέβαλλαν τον επιτυχή
συνδυασμό της νόμιμης και της παράνομης μορφής δράσης.
Ο συνδυασμός της παράνομης – βασικό στοιχείο της οποίας είναι η αποκεντρωμένη
κομματική δράση – με τη νόμιμη δουλειά, σήμαινε αφενός τη συνέχιση της
παρέμβασης των κομματικών δυνάμεων στις μαζικές οργανώσεις αφετέρου το
συνδυασμό της παράνομης διάδοσης των θέσεων του κόμματος με νόμιμες μορφές
διάδοσης (π.χ. στη Βουλή, στον Τύπο κλπ.), προκειμένου να φτάνουν σε όσο το
δυνατό ευρύτερες λαϊκές δυνάμεις. Βέβαια και η νόμιμη δράση είχε τις δικές της
μεγάλες δυσκολίες με δεδομένη την οξυμένη κρατική καταστολή σε βάρος του ΚΚΕ
αλλά και άλλων αγωνιστών. Υπήρξαν περιοχές που και η ΕΔΑ ακόμα δεν μπορούσε
να έχει πολιτική παρουσία.
Και μέσω της νόμιμης δράσης επιδιωκόταν η ισχυροποίηση της παράνομης
κομματικής οργάνωσης, καθώς και η δημιουργία νέων κομματικών οργανώσεων.
Δηλαδή πρόκειται για μια αλληλοτροφοδοτούμενη σχέση, στο πλαίσιο της οποίας οι
κομμουνιστές που δρούσαν στη νομιμότητα είχαν περιθώρια να κάνουν εκτός από
την παράνομη και νόμιμη δουλειά, την οποία οι παράνομοι δεν μπορούσαν, όντας
αναγκασμένοι να κρύβονται. Όλοι πάντως έπρεπε να λειτουργούν με αυστηρά μέτρα
προφύλαξης του κόμματος. Ως προς το τελευταίο, ήταν απαραίτητη και η ύπαρξη
δικτύου πληροφόρησης και από τον κρατικό μηχανισμό.
Στην όλη κομματική δουλιά η παράνομη καθοδήγηση είχε προτεραιότητα απέναντι
στη νόμιμη, η παράνομη καθοδήγηση έφερνε τη γενική και την πρώτη ευθύνη για την
όλη κομματική δουλιά και οργάνωση.
Σημαντική εκπομπή του σταθμού Ελεύθερη Ελλάδα αποτέλεσε το Φροντιστήριο του
Αγωνιστή. Από αυτήν μεταδίδονταν κομματικές αποφάσεις, ανακοινώσεις, σχόλια
και οδηγίες για τη λήψη μέτρων στήριξης της παράνομης και της νόμιμης δουλειάς
και της εξασφάλισης ενιαίας καθοδήγησης374.
374

Η μετάδοση αυτών των εκπομπών άρχισε στις 4 Ιουλίου 1950 και γινόταν τρεις
φορές τη βδομάδα, Τρίτη - Πέμπτη - Σάββατο στις 10.30 το βράδυ. Την ευθύνη του
περιεχομένου των εκπομπών την είχαν στελέχη του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ και αργότερα το
αντίστοιχο τμήμα του Οργανωτικού Γραφείου της ΚΕ του ΚΚΕ.
Στην 3η πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ (23-25 Νοεμβρίου 1952), η εισήγηση στο Γ' θέμα
ανέφερε:
«... Το ΟΓ έχει τα παρακάτω τμήματα: α) Τμήμα «ΦΑ»[...] παρά τις ελλείψεις [...]
βασικά εκπλήρωσε την αποστολή του. Το ΦΑ έδωσε σωστό προσανατολισμό στις Κομματικές
μας Οργανώσεις, τα ξεκομμένα μέλη μας, τους άλλους λαϊκούς αγωνιστές. Επεξεργάστηκε τα
προβλήματα της παράνομης δουλειάς...»[βλ. Αρχείο ΚΚΕ - Η 3η πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ,
έκδ. ΚΕ του ΚΚΕ, σελ 159).
Από τον Ιούλιο του 1953 μέχρι και την αναστολή λειτουργίας του ραδιοφωνικού
σταθμού (Δεκέμβριος 1955) η εκπομπή μεταδιδόταν δυο φορές τη βδομάδα, Τρίτη Σάββατο, το δε περιεχόμενο του Φροντιστηρίου του Αγωνιστή με Απόφαση της 4ης πλατιάς

29
9
Κατά την πρώτη περίοδο της ανασύνταξης των κομματικών δυνάμεων, στελέχη και
μέλη του κόμματος δρούσαν μεμονωμένα, χωρίς να έχουν πάντα σύνδεση με τα
καθοδηγητικά όργανα. Αργότερα, όταν αποκαταστάθηκε κάποιου είδους επαφή,
αποφασίστηκε να παραμένουν οι πιο δραστήριοι αγωνιστές στις παράνομες
κομματικές οργανώσεις. Λίγο αργότερα, όταν δημιουργήθηκε η ΕΔΑ, στα
καθοδηγητικά της όργανα συμμετείχαν στελέχη του ΚΚΕ.
Το καθοδηγητικό έργο αυτών των στελεχών ενισχυόταν είτε με την αποστολή άλλων
στελεχών από το εξωτερικό, είτε με την αξιοποίηση αγωνιστών που έβγαιναν από τις
φυλακές και τις εξορίες.
Τα πρώτα μέτρα για την ανασυγκρότηση των παράνομων κομματικών οργανώσεων
του ΚΚΕ πάρθηκαν από το ΠΓ και την ΚΕ του Κόμματος αμέσως μετά τους πρώτους
μήνες του 1950. Πρακτική έκφραση αυτών των μέτρων αποτέλεσε η αποστολή στην
Ελλάδα των Ν. Μπελογιάννη και Ν. Ακριτίδη.
Η 2η Ολομέλεια της ΚΕ, που συνήλθε στις 10 - 12 Οκτωβρίου 1951 στη Ρουμανία,
ασχολήθηκε με την κατάσταση του λαϊκού κινήματος στην Ελλάδα, καθώς και με
οργανωτικά ζητήματα, που αφορούσαν στη δουλειά των παράνομων κομματικών
οργανώσεων. Στην απόφασή της συναρτούσε την κομματική ανοικοδόμηση και
ανασυγκρότηση με το ζήτημα της ανάπτυξης στελεχών.
Η απόφαση προσδιόρισε τις ιδιότητες των ικανών στελεχών: Γερό κομματικό
χαρακτήρα, πρωτοβουλία και αποφασιστικότητα, αγωνιστική μονολιθικότητα και
αδιαλλαξία, ικανότητα σωστού προσανατολισμού στις περίπλοκες καταστάσεις και
συνθήκες ώστε να μπορούν να χαράζουν σωστή γραμμή, να οργανώνουν σωστά τη
δουλιά, ικανότητα συνδυασμού της νόμιμης με την παράνομη δουλιά, επαναστατική
επαγρύπνηση και αυστηρή προσήλωση στους κανόνες της μπολσεβίκικης
συνωμοτικής δουλιάς, ικανότητα ειλικρινούς και ολοκληρωτικής αυτοκριτικής,
θαρραλέας κομματικής κριτικής προς τα πάνω και προς τα κάτω375.
Από το 1953 μέχρι και τις αρχές του 1954 υπήρξε κάποια βελτίωση στην πορεία
ανασύνταξης των κομματικών δυνάμεων στην Ελλάδα. Δημιουργήθηκε το κλιμάκιο
της ΚΕ του ΚΚΕ, ως καθοδηγητικό κέντρο των παράνομων κομματικών
οργανώσεων.
Τον Απρίλιο του 1954 συνήλθε στο εξωτερικό η ΚΕ του ΚΚΕ, στην οποία
παρουσιάστηκε έκθεση του Γιώργη Βοντίτσιου (Γούσια), μέλους του ΠΓ, για τη
δουλειά του κλιμακίου της ΚΕ και τα προβλήματα και τα καθήκοντα των
οργανώσεων του ΚΚΕ στην Αθήνα, στον Πειραιά και σε ολόκληρη τη χώρα.
Διατυπώθηκε σχετική απόφαση, με τίτλο «Το ΚΚΕ προς νέους αγώνες και επιτυχίες,
για το καλό του λαού και του τόπου».
Η απόφαση της ΚΕ εφιστούσε την προσοχή των μελών και οπαδών του Κόμματος
στην «…Πιο μαζική στρατολογία στο κόμμα με πιο αυστηρή εφαρμογή των
κομματικών κανόνων [...]. Πιο στενή, αδιάρρηχτη σύνδεση με το λαό… τις ένοπλες
δυνάμεις», ενώ υπογράμμιζε την ανάγκη για «... απόλυτα αποσυγκεντρωτικό χτίσιμο
του παράνομου κομματικού μηχανισμού» και να στρέψουν οι κομμουνιστές «την
κύρια προσοχή τους στα συνδικάτα και στις μαζικές οργανώσεις, στις πόλεις και στα
χωριά»376.

Ολομέλειας (Δεκέμβριος 1953) διευρύνθηκε με θέματα μορφωτικού περιεχομένου: «Να
βοηθήσουμε τα μέλη και ιδιαίτερα τα στελέχη του κόμματος που δουλεύουν κάτω από
παράνομες συνθήκες ν' ανεβάσουν το μορφωτικό τους επίπεδο [...] προς αυτή την κατεύθυνση
μπορεί να βοηθήσει και το "Φ.Α."...». [βλ. Το ΚΚΕ - Επίσημα Κείμενα, τομ. 7ος, έκδ.
Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1995, σελ. 387-388].
375
Το ΚΚΕ, «Επίσημα κείμενα», τόμος 7ος , σελ. 201-202.
376
Το ΚΚΕ, «Επίσημα Κείμενα», τόμος 7ος, 1949 -1955, σελ. 395, 396, 397.

30
0
Η απόφαση υπογράμμιζε: «…Η ΚΕ του ΚΚΕ καταδικάζει όλους εκείνους που… για
να προφυλάξουν τον εαυτούλη τους, αποφεύγουν με διάφορα προσχήματα και
δικαιολογίες, να τεθούν κάτω από τη μια και αδιαίρετη κομματική πειθαρχία ...»377.
Η απόφαση της ΚΕ επιδίωκε να ενισχύσει την αυτοτελή οργανωτική σχέση και
καθοδήγηση του κόμματος προς τα μέλη και στελέχη, σε συνθήκες δράσης τους με
συνεργαζόμενες δυνάμεις στην ΕΔΑ.
3.A.7. Η ΠΑΛΗ ΓΙΑ ΤΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΚΚΕ,
ΤΟ ΣΤΑΜΑΤΗΜΑ ΤΩΝ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΝ
ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ
ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΩΝ
Η νομιμοποίηση του ΚΚΕ τέθηκε εξ αντικειμένου επί τάπητος από τις αρχές της
δεκαετίας του 1950, ως απαραίτητο χαρακτηριστικό ενός στοιχειωδώς
εκδημοκρατισμένου αστικού πολιτικού συστήματος. Ωστόσο, η πάλη που
αναπτύχθηκε ήταν πολύ κάτω από τις απαιτήσεις.
Εκείνο το διάστημα, αλλά και αργότερα, στις αστικές πολιτικές δυνάμεις υπήρχαν
διαφορετικές προσεγγίσεις ως προς την τακτική απέναντι στο ΚΚΕ. Ένα ισχυρό
τμήμα τους θεωρούσε εκ των ων ουκ άνευ τον αντικομμουνισμό του
«κονσερβοκουτιού» και της συνέχισης των εκτελέσεων και άλλων διώξεων, ενώ
χαρακτήριζε ως «συνοδοιπορία» ακόμα και την εκλογική συνεργασία με την ΕΔΑ,
που σε διάφορες φάσεις είχαν πραγματοποιήσει κόμματα του «κεντρώου σοσιαλδημοκρατικού» χώρου.
Ένα άλλο τμήμα των αστικών πολιτικών δυνάμεων τασσόταν υπέρ της
νομιμοποίησης του ΚΚΕ, όπως για παράδειγμα αυτό που εκφράστηκε από την
εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» της 5ης Φεβρουαρίου 1952:
«…το πρόβλημα δεν θα λυθεί με το να τεθεί εκτός νόμου η άκρα Αριστερά. Από
αυτάς τας σκέψεις και όχι από προσήλωσιν εις αφελείς ή πονηρούς δογματισμούς
περί … υποχρεώσεων της Δημοκρατίας φθάνει κανείς εις αυτό το συμπέρασμα… Θα
επιτευχθούν πολύ θετικώτερα αποτελέσματα από τον ασύνετον γενικόν διωγμόν και
την παραπομπήν της συνωμοσίας εις το σκότος που είναι το κλίμα της. Επιβάλλεται
δηλαδή να τεθεί ο κομμουνισμός όχι εκτός νόμου, αλλά εντός νόμου».
Τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ δεν την απέρριπταν ούτε ο Ν. Πλαστήρας ούτε ο Εμμ.
Μπακλατζής, εφόσον το ΚΚΕ δεχόταν να τηρεί τους νόμους του κράτους!
Στη διαφοροποιημένη τακτική αστικών δυνάμεων εντασσόταν και η πίεση για τη
διαμόρφωση ενός «εθνικού ΚΚΕ», δηλαδή ενός ΚΚΕ που θα απεμπολούσε την
επαναστατική αρχή του προλεταριακού διεθνισμού, καθώς και την ηρωική ιστορία
του, την οποία ο ταξικός αντίπαλος χαρακτήριζε ως «κατασκοπία» προς όφελος ξένης
δύναμης, της ΕΣΣΔ. Σε αυτή την επιδίωξη συμμετείχαν τόσο μηχανισμοί της
ελληνικής Ασφάλειας, όσο και υπηρεσίες του διεθνούς ιμπεριαλισμού, καθώς και η
γιουγκοσλαβική πρεσβεία. Σε αυτό το πλαίσιο πιέσεων μετάλλαξης του ΚΚΕ
επιχειρήθηκε και η χρησιμοποίηση της ΕΔΑ, άλλοτε με απειλές διάλυσής της, αν δεν
έκοβε τους δεσμούς της με το ΚΚΕ, άλλοτε με θετικές δημόσιες τοποθετήσεις για το
ρόλο της.
Από τα θέματα που εκείνα τα χρόνια βρίσκονταν στο κέντρο της προσοχής του
λαϊκού κινήματος ήταν η πάλη κατά των εκτελέσεων και για την απελευθέρωση των
πολιτικών κρατουμένων. Αποτελεί και αυτή μία ακόμα ηρωική σελίδα της πάλης του
παράνομου ΚΚΕ, των συνεργαζόμενων μαζί του, γενικότερα του λαϊκού κινήματος.
Αυτός ο ηρωικός αγώνας διεξαγόταν ταυτόχρονα μέσα στις φυλακές και στους
τόπους εξορίας και έξω από αυτούς, με ποικίλες μορφές πάλης: Απεργίες πείνας (από
τις πιο χαρακτηριστικές η κήρυξη απεργίας πείνας το 1958 των δεσμωτών όλων των
377

Το ΚΚΕ, «Επίσημα Κείμενα», τόμος 7ος, 1949 -1955, σελ. 401.

30
1
φυλακών και του Αη Στράτη), διαδηλώσεις, συγκέντρωση υπογραφών, νομική και
δικαστική υποστήριξη, οικονομική και άλλη βοήθεια προς τους κρατούμενους
αγωνιστές, διαβήματα προς τις κυβερνητικές αρχές και σε διεθνείς οργανισμούς,
διεθνιστική αλληλεγγύη, ψηφίσματα κ.ά.
Στις 27 Απριλίου 1950 η ΚΕ του ΚΚΕ με προκήρυξή της κάλεσε την εργατική τάξη
και το λαό να αγωνιστούν για την κατάργηση της Μακρονήσου και των άλλων τόπων
μαρτυρίου και για γενική αμνηστία.
Την Πρωτομαγιά του 1950 πραγματοποιήθηκε συγκέντρωση στο σκοπευτήριο της
Καισαριανής, με κύριο αίτημα τη γενική αμνηστία.
Στην ιστορία της λαϊκής πάλης για να ματαιωθούν εκτελέσεις πολιτικών
κρατουμένων, συγκαταλέγεται και η πάλη για τη σωτηρία 8 κομμουνιστών
καταδικασμένων σε θάνατο, που κρατούνταν στις φυλακές Αβέρωφ. Ήταν 12
Σεπτεμβρίου του 1951. Την ώρα που έπαιρναν τους 8 για να τους οδηγήσουν στο
εκτελεστικό απόσπασμα, οι πολιτικοί κρατούμενοι ξεσηκώθηκαν και από τα
παράθυρα των φυλακών κάλεσαν το λαό της Αθήνας να εμποδίσει την εκτέλεση. Σε
ελάχιστο χρόνο συγκεντρώθηκε πλήθος κόσμου έξω από τις φυλακές, που ένωσαν τις
φωνές τους με τις φωνές των ξεσηκωμένων πολιτικών κρατουμένων. Η εκτέλεση
ματαιώθηκε. Οι 8 πολιτικοί κρατούμενοι ήταν: Παντελής Κιουρτσής, Τάκης
Μεταξωτός, Βασίλης Παπαγιαννόπουλος, Σπύρος Αντύπας, Ι. Ίσαρης, Γ. Μαρτίνος,
Δ. Τρυφερούλης και Δ. Καβαλιεράτος.
Ένα μήνα αργότερα, στις 8 Οκτωβρίου, οι Αντώνης Αμπατιέλος, Μανώλης Γλέζος
και Μάνθος Τσιμπουκίδης κήρυξαν απεργία πείνας απαιτώντας την αποφυλάκισή
τους. Σε υποστήριξη του ίδιου αιτήματος κήρυξαν απεργία πείνας και οι κρατούμενοι
στις φυλακές Αβέρωφ.
Διαμαρτυρίες για την άμεση απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων
εκφράστηκαν και με ψηφίσματα πολλών δημοτικών συμβουλίων.
Η πιο σημαντική ήταν η διεθνής κινητοποίηση για τη σωτηρία του Ν. Μπελογιάννη
και των εφτά καταδικασμένων μαζί του σε θάνατο στη δεύτερη δίκη. Επιστημονικοί
και καλλιτεχνικοί φορείς από όλο τον κόσμο, κόμματα και προσωπικότητες του
πολιτικού κόσμου, διαπρεπείς επιστήμονες, λογοτέχνες και ποιητές, συνδικαλιστικές,
γυναικείες και νεολαιίστικες οργανώσεις, ακόμα και ιερωμένοι, ύψωσαν φωνή
διαμαρτυρίας για να ματαιωθεί το έγκλημα.
Τον Οκτώβριο του 1950 δημιουργήθηκε η «Πανελλήνια Ένωση Οικογενειών
Πολιτικών Εξορίστων - Φυλακισμένων» (ΠΕΟΠΕΦ). Το σωματείο έκλεισε το 1952
με ειδική απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών. Πρώτη πρόεδρος της ΠΕΟΠΕΦ
υπήρξε η Ασημίνα Αμπατιέλου και γραμματέας η Μαρία Μουρατίδου. Πρόεδροι της
ΠΕΟΠΕΦ διετέλεσαν επίσης η Βασιλική Μαντζακοπούλου και η Κατερίνα
Προβελέγγιου. Η ΠΕΟΠΕΦ αποτελούνταν μόνο από γυναίκες και μητέρες
φυλακισμένων και εξορίστων.
Η ΠΕΟΠΕΦ συγκέντρωνε χρήματα και δέματα για τους κρατούμενους και έκανε
σχετικές καμπάνιες ιδίως τα Χριστούγεννα και το Πάσχα για το «Δέμα του
Δεσμώτη». Οργάνωνε γιορτές για τα παιδιά των πολιτικών κρατουμένων και
απευθυνόταν σε βουλευτές με υπομνήματα, ζητώντας τη συμπαράστασή τους, ενώ
συγκέντρωνε και υπογραφές για την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων.
Με αφορμή μεγάλες δίκες κρατουμένων η ΠΕΟΠΕΦ απευθύνθηκε σε διεθνείς
οργανώσεις, σε παράγοντες και στον ΟΗΕ με αίτημα να σταματήσουν οι εκτελέσεις.
Αργότερα, το 1958, δημιουργήθηκε ο «Αθηναϊκός Σύλλογος Οικογενειών Πολιτικών
Εξορίστων και Φυλακισμένων» (ΑΣΟΠΕΦ). Βασικό ρόλο στη δημιουργία και στη
δράση του έπαιξε η Μαρία Κυριακίδου.
Στην πολιτική των αστικών δυνάμεων εκφράστηκαν διαφοροποιήσεις και στο θέμα
της «ειρήνευσης και του εκδημοκρατισμού της χώρας». Στο επίκεντρο βρέθηκε η

30
2
κατάργηση του στρατοπέδου της Μακρονήσου, που ο πρωθυπουργός Ν. Πλαστήρας
εξάγγειλε στις 6 Μαΐου 1950.
Τελικά ο κυβερνητικός συνασπισμός, που συγκροτούσε την κυβέρνηση Πλαστήρα,
δεν ανταποκρίθηκε στις υποσχέσεις του για ορισμένη αμνηστεία και για κάποια
εξομάλυνση της πολιτικής κατάστασης. Αντίθετα, η κυβέρνησή του αποδείχθηκε
κυβέρνηση δικών για κατασκοπεία, θανατικών καταδικών και εκτελέσεων.
Στην εξαγγελία για τη Μακρόνησο περιεχόταν και η παρακάτω εξαίρεση: Ότι δεν θα
απελευθερώνονταν όσοι κρατούμενοι Μακρονησιώτες κρίνονταν επικίνδυνοι για τη
δημόσια ασφάλεια. Αυτοί θα μεταφέρονταν σε τόπους εξορίας.
Η συγκεκριμένη τοποθέτηση του Πλαστήρα αποτελούσε σαφή υπαναχώρηση από
προηγούμενη, με την οποία τασσόταν υπέρ της κατάργησης γενικά των εκτοπίσεων.
Η υπαναχώρηση οφειλόταν και σε πιέσεις που ασκούσε ο αντιπρόεδρος της
κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου και πολιτικές δυνάμεις της «Δεξιάς», που θεωρούσαν
παραχώρηση προς τον κομμουνισμό κάθε μέτρο «επιείκειας» και «λήθης». Στις 5
Ιουνίου 1950 άρχισε στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών η δίκη των υπευθύνων
της εφημερίδας «Μάχη», του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ένωσης Λαϊκής Δημοκρατίας
(ΣΚΕΛΔ), επειδή τάχθηκε υπέρ της κατάργησης της Μακρονήσου.
Ο Πλαστήρας έβλεπε ως εξής το μέτρο της κατάργησης της Μακρονήσου: «Οι
κομμουνισταί αποκόπτουν τους δεσμούς τους με το Κόμμα τους. Και 30% από
αυτούς να κερδίσουμε, θα είναι μέγιστον δια το εθνικόν μέλλον»378.
Ο Πλαστήρας υποσχέθηκε και μετά τις εκλογές του 1951 μέτρα ειρήνευσης.
Το είδος αυτών των μέτρων ειρήνευσης φανερώνεται από τον τρόπο προώθησής τους
στη Βουλή τον Μάρτιο του 1952. Συγκεκριμένα, ο κυβερνητικός εισηγητής Αριστ.
Φωτήλας, αφού έσπευσε να αποδεχθεί ότι το σχετικό νομοσχέδιο «είχε προσκρούσει
εις την λίαν δικαιολογημένην αγανάκτησιν των παθόντων παρά του συμμοριτισμού,
καθώς και εις το γιγαντωθέν αίσθημα εκδικήσεως κατ’ εκείνων, οίτινες εβασάνισαν
τον ελληνικόν λαόν», προσπάθησε στη συνέχεια να το στηρίξει με το εξωφρενικό
επιχείρημα, ότι στην πραγματικότητα… οι κομμουνιστές «εις το δικαστήριον
προεκάλουν επίτηδες, δια να μην έχουν απαλλακτικάς αποφάσεις, προκειμένου να
συντηρήται η αναταραχή και η ανωμαλία»379!
Τελικά οι 4.700 κρατούμενοι στη Μακρόνησο μεταφέρθηκαν στον Αη Στράτη τον
Ιούλιο του 1950.
Στις 18 Απριλίου 1952 υπογράφτηκε από το βασιλιά Παύλο ο νόμος «περί μέτρων
ειρηνεύσεως» και άρχισε η απόλυση κρατουμένων. Η συζήτηση του σχετικού
νομοσχεδίου είχε ξεκινήσει στη Βουλή την 1 Απριλίου, αμέσως μετά την εκτέλεση
του Μπελογιάννη και των Μπάτση, Αργυριάδη, Καλούμενου. Σε αυτή τη συζήτηση
τάχθηκε υπέρ της χορήγησης αμνηστίας και της κατάργησης της θανατικής ποινής
και ο Κ. Τσαλδάρης, αρχηγός του «Λαϊκού Κόμματος».

378
Εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ», 2 Ιουνίου 1950.
379
Αγόρευσις Αριστ. Φωτήλα επί του νομοσχεδίου περί μέτρων ειρηνεύσεως. Αθήναι,
χ.χ. σελ. 4 και 9.

30
3
Στις 17 Ιουλίου 1955 απέδρασαν από τις φυλακές Βούρλων 27 στελέχη του ΚΚΕ380.
Οι 21 από τους 27 ήσαν υπόδικοι για κατασκοπεία από το 1954 και οι υπόλοιποι 6
ήσαν καταδικασμένοι από την εποχή της ένοπλης πάλης 1946-1949. Μόνο ένας από
τους 27 δραπέτες, ο Σταύρος Σιδέρης, συνελήφθη αμέσως από την Ασφάλεια. Οι
δραπέτες επικηρύχθηκαν με διάφορα ποσά. Οι περισσότεροι έπεσαν πάλι στα χέρια
της αστυνομίας μετά από 2 χρόνια και φυλακίστηκαν, ενώ επτά διέφυγαν στο
εξωτερικό.
Η απόδραση προετοιμάστηκε δίχως να υπάρχει προηγούμενη έγκριση της ΚΕ του
κόμματος, κάτι που ήταν απαραίτητο για κάθε απόδραση. Το κλιμάκιο του ΚΚΕ
ενημερώθηκε για την απόδραση λίγο προτού να πραγματοποιηθεί. Έκανε ο,τι
μπορούσε για να βοηθήσει τους δραπέτες.
3.A.8. ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΠΑΛΗ ΤΟΥ ΚΚΕ
ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
Στην πάλη του ΚΚΕ για την ανάπτυξη του αντιπολεμικού κινήματος εκφράζονταν η
πεποίθηση και οι θέσεις που είχε διαμορφώσει η Κεντρική Επιτροπή του, ότι,
ταυτόχρονα με τον πόλεμο στην Κορέα, ο ιμπεριαλιστικός σχεδιασμός περιλάμβανε
και τα Βαλκάνια ως έναν από τους πιθανούς χώρους εξαπόλυσης του πολέμου κατά
της Αλβανίας και της Βουλγαρίας, με κύριο στόχο βεβαίως τη Σοβιετική Ένωση.
Σε αυτή τη βάση οι στόχοι πάλης του ΚΚΕ εναντίον του πολέμου περιλάμβαναν την
υπεράσπιση της φιλειρηνικής πολιτικής της Σοβιετικής Ένωσης. Ωστόσο, ορισμένες
θέσεις και ενέργειες του ΠΓ και της ΚΕ του ΚΚΕ προκάλεσαν διαφωνίες εκ μέρους
του ΠΚΚ(μπ), του ΚΚ Βουλγαρίας και του Κόμματος Εργασίας Αλβανίας.
Ως προς αυτό είναι χαρακτηριστική η τοποθέτηση του Ν. Ζαχαριάδη:
«Η επιμονή του σ. Σ381. στο τόνισμα της σημασίας της πάλης για την ειρήνη πρέπει
εμάς να μας κάνει ακόμα πιο προσεχτικούς στην πολιτική μας κατά του πολέμου.
Εκείνο που πρέπει ν’ αποφεύγουμε είναι η παραπανίσια όξυνση γύρω από ζητήματα
που ίσως από εσωτερική πλευρά να εξυπηρετούν μια ορισμένη πολιτική

380
Οι 27 δραπέτες από τις φυλακές των Βούρλων είναι οι εξής: Μπαρτζώκας Ανδρέας,
Χατζηπέτρος Γιώργος, Γεωργούλιας Αριστοτέλης, Βαρδινογιάννης Βαρδής, Καλατζής
Χαράλαμπος, Λιναρδάτος Κων., Βεναργής Γάστων, Μαριανθόπουλος Δημήτρης,
Κολοκοτρώνης Μιχάλης, Ροδάκης Περικλής, Δουκάκης Βασίλης, Φίλης Κώστας, Κάτρης
Βασίλης, Τσακίρης Κυριάκος, Πανουσόπουλος Δημήτρης, Βελής Ανδρέας, Καράς Σταύρος,
Σωτηρόπουλος Σωτήρης, Σιδέρης Σταύρος, Τζεφρώνης Λεωνίδας, Κάσσιος Στέλιος,
Παπαλεξίου Αλέξης, Παπούλιας Αλέξης, Γεωργίου Γιώργος, Κιουρτσής Παντελής, Λογαράς
Αλέκος, Κόκλας Ζήσιμος.
Οι κρατούμενοι πραγματοποίησαν την απόδραση ανοίγοντας σήραγγα 17,5 μέτρων
κάτω από το δρόμο. Από εκεί, βγήκαν στα λουτρά ενός εργοστασίου, κοντά στη φυλακή. Η
κυβέρνηση κινητοποίησε την Ασφάλεια σε ολόκληρη την Αττική και προχώρησε σε
συλλήψεις και εκτοπίσεις αγωνιστών, ενώ στις φυλακές πήρε δρακόντεια μέτρα.
Η κυβέρνηση επικήρυξε ως «ληστές» τους 26 που διέφυγαν. Η αμοιβή που καθόριζε
για το φόνο των 5 κυριοτέρων στελεχών ήταν 30.000 δραχμές και για την αποτελεσματική
τους κατάδειξη 15.000 δραχμές. Οι αμοιβές για τους υπόλοιπους κλιμακώνονταν από 20.000
σε 10.000 δραχμές για το φόνο και από 10.000 σε 5.000 δραχμές για την κατάδειξη
(«ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 24 Ιουλίου 1955).
Ένας από τους δραπέτες, ο Γιώργος Γεωργίου, δολοφονήθηκε τον Απρίλιο 1957,
στην Ασφάλεια Αλεξανδρούπολης. Η αστυνομία ανακοίνωσε ότι ο Γεωργίου έπεσε «εις
ενέδραν περιπόλου της της χωροφυλακής εις την δασώδη περιοχήν του Σουφλίου και εφονεύθη,
καθ’ ην στιγμήν επεχείρει να διαβεί την ελληνοβουλγαρικήν μεθόριον» (Εφημερίδα Ελευθερία,
16 Απριλίου 1957).
381
Σημείωση Δοκιμίου: Σουσλόφ.

30
4
σκοπιμότητα, μα που όταν τα τοποθετούμε πιο γενικά βλέπουμε ότι προκαλούν
αναταραχές και νευρικότητες, που βλάφτουν το κίνημά μας και γενικά και τοπικά»382.
Οι θέσεις του ΚΚΕ που οδήγησαν σε προστριβές με τα παραπάνω κόμματα
αφορούσαν στα παρακάτω θέματα:
Το σύνθημα τα «όπλα αντίστροφα». Αυτό το σύνθημα προβλήθηκε από το ΚΚΕ ως
σύνθημα ζύμωσης και δράσης. Το πρώτο αφορούσε στην περίπτωση που
εκδηλωνόταν ιμπεριαλιστικός πόλεμος, οπότε καλούνταν στρατιώτες και αξιωματικοί
του ελληνικού στρατού να στρέψουν τα όπλα εναντίον της ηγεσίας τους. Το δεύτερο
αφορούσε το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα κατά της Κορέας, για το οποίο το ΠΓ του
ΚΚΕ εκτιμούσε ότι ήδη είχε εκδηλωθεί στάση στρατιωτών, ελλήνων και τούρκων,
που αποστέλλονταν στην Κορέα.
Το ιμπεριαλιστικό σχέδιο «Αστραπή», που αφορούσε επίθεση κατά της Αλβανίας.
Αυτό το σχέδιο καταγγέλθηκε από το ρ/σ Ελεύθερη Ελλάδα, δίχως προηγούμενη
συνεννόηση με το Κόμμα Εργασίας Αλβανίας, γεγονός που οδήγησε την ηγεσία του
ΚΕΑ να διαμαρτυρηθεί στο ΠΚΚ (μπ.). Για το σχέδιο «Αστραπή» ο Ν. Ζαχαριάδης
είπε στη συνεδρίαση του ΠΓ (21 Αυγούστου 1951), κατά τη συζήτηση της έκθεσης
της αντιπροσωπείας του ΚΚΕ για τη συζήτηση που είχε στη Μόσχα με
αντιπροσωπεία του ΠΚΚ (μπ.):
«…Τη μέρα που πρωτομιλήσαμε για την “Αστραπή” απ’ το σταθμό το γνωρίσαμε με
ένα τηλ/μα στους αλβανούς συντρόφους. Δεν μας απάντησαν τίποτα. Υποστηρίχθηκε
εδώ ότι θα έπρεπε πριν το δώσουμε να περιμένουμε τη γνώμη των σ. αλβανών. Η
πείρα μας λέει ότι απάντηση δεν θα’ χαμε (…) με την ενέργεια μας αυτή
ανακατώσαμε τα μοναρχοφασιστικά και ιμπεριαλιστικά σχέδια και συντελέσαμε σε
πολύ σημαντικό βαθμό να ματαιωθούν τα σχέδια αυτά στα πλαίσια που καθόριζε η
“Αστραπή”. (…) Η πράξη μας εκείνη ήταν βασικά σωστή. Θα’ ταν παράλογο να
υποστηριχθεί ότι η πράξη μας εκείνη δημιούργησε ανησυχίες στους αλβανούς
συντρόφους και ότι οι δηλώσεις του Παπάγου στα Γιάννενα, ότι οι διαφορές με την
Αλβανία θα λυθούν διπλωματικά έπρεπε να επιδράσουν καθησυχαστικά. (…) Το
γεγονός όμως ότι οι αλβανοί σύντροφοι παραπονέθηκαν στην ΚΕ του ΠΚΚ (μπ.),
έστω και χωρίς να πουν σε μας τίποτε όταν τους ειδοποιήσαμε οπότε το “κακό” θα
μπορούσε έγκαιρα να διορθωθεί, πρέπει σε ανάλογες περιπτώσεις να μας κάνει
νάμαστε πιο προσεχτικοί»383.
Διαφορετικές εκτιμήσεις για τον κίνδυνο ιμπεριαλιστικής επίθεσης κατά της
Αλβανίας υπήρχαν και στα στελέχη του ΚΚΕ. Μάλιστα ο Γ. Ερυθριάδης και ο Δ.
Βλαντάς εκτιμούσαν ότι είναι πιθανό η πληροφορία που είχε δοθεί στο ΚΚΕ για την
«Αστραπή», να ήταν παγίδα.
Ο Ζαχαριάδης θεωρούσε βέβαιο το ενδεχόμενο ιμπεριαλιστικής επίθεσης κατά της
Αλβανίας. Μάλιστα η αντιπροσωπεία του ΚΚΕ στη Μόσχα είχε επαναλάβει τη θέση
του ΠΓ να ενταχθεί στον αλβανικό στρατό δύναμη του ΔΣΕ, ώστε να δράσει σε
περίπτωση επίθεσης κατά της Αλβανίας.
Η συνέχιση της δράσης των ανταρτοομάδων, για τις οποίες αντιρρήσεις ως προς τη
συνέχιση της ύπαρξής τους φαίνεται σαφώς ότι είχε το ΠΚΚ (μπ.), καθώς και τα
κόμματα της Αλβανίας και της Βουλγαρίας, που δεν επιθυμούσαν πια να
διευκολύνουν τη δράση τους. Θεωρούσαν ότι η δράση των ανταρτοομάδων όξυνε τις
σχέσεις τους με την ελληνική κυβέρνηση και ότι έδινε προσχήματα που αξιοποιούσε
η ιμπεριαλιστική πλευρά.
Στην παραπάνω αναφερόμενη συνεδρίαση του ΠΓ ο Ζαχαριάδης υποστήριξε:
382
Αρχείο ΚΚΕ – Έγγραφο 457839, Συνεδρίαση ΠΓ ΚΕ ΚΚΕ 21/8/1951 πάνω στην
έκθεση αντ/πείας για την πάλη μας ενάντια στον πόλεμο και Αστραπή, για την ειρήνη.
383
Αρχείο ΚΚΕ – Έγγραφο 457839, Συνεδρίαση ΠΓ ΚΕ ΚΚΕ 21/8/1951 πάνω στην
έκθεση αντ/πείας για την πάλη μας ενάντια στον πόλεμο και Αστραπή, για την ειρήνη.

30
5
«Εκείνο που πρέπει να προσέξουμε ιδιαίτερα είναι να πάρουμε όλα τα μέτρα ώστε οι
ομάδες μας στην Κ. και Α. Μακεδονία και στη Θράκη να μη γίνονται αφορμές για
προκλήσεις ενάντια στη ΛΔ της Βουλγαρίας. (…) Κατά τα άλλα νομίζω ότι θάταν
λάθος πολιτικό αν βγαίναμε εμείς σήμερα με απόφαση του ΠΓ να διαλύσουμε, όπως
προτείνει ο Μήτσος, τις ανταρτοομάδες μας. Εμείς εξηγήσαμε γιατί κρατάμε τις
ομάδες μας. Προϋποθέσεις πολιτικές για μια τέτοια πράξη μας δεν υπάρχουν στην
Ελλάδα ούτε θα δημιουργηθούν στο προσεχές μέλλον. Η πολιτική μας θέση για τις
ανταρτοομάδες με την υποχώρησή μας ήταν σωστή και καθαρή. Υποχώρηση από
αυτή σήμερα θα ήταν λάθος γιατί θάταν αδικαιολόγητη απ’ την κατάσταση, τάση
προς συμβιβασμό»384.
Το 1951 επιχειρήθηκε από το ΠΓ του ΚΚΕ η επεξεργασία της θέσης για την πολιτική
της «ουδετερότητας» της Ελλάδας. Αυτή η θέση επικρίθηκε από το ΠΚΚ (μπ.) ως
τροτσκιστική. Σχετικά με αυτό το θέμα ο Ζαχαριάδης είπε στη συνεδρίαση του ΠΓ
(21 Αυγούστου 1951), μετά τις συζητήσεις που είχε αντιπροσωπεία του ΚΚΕ στη
Μόσχα με τον Μ. Σουσλόφ:
«Αν ουδετερότητα σημαίνει να σταματήσουμε ή και να μειώσουμε εμείς την πάλη
μας για την ειρήνη, το ξεσκέπασμα της αμερικανοκρατίας, του μοναρχοφασισμού και
των πολεμικών σχεδίων και προετοιμασιών του, τότε θα κάναμε βασικό ασυγχώρητο
λάθος. Αν με την ουδετερότητα καταφέρναμε, χωρίς να σταματήσουμε ούτε λεφτό
την πάλη μας για την ειρήνη και το ξεσκέπασμα της αμερικανοκρατίας, να
απομονώσουμε πιο πολύ τους αμερικάνους, να τους αποσπάσουμε ή το λιγότερο να
ουδετεροποιήσουμε και άλλα στρώματα που τους ακολουθούν, τότε η τέτοια
ουδετεροποίηση θα ’ταν σωστή εφαρμογή στη συγκεκριμένη στιγμή και περίπτωση
της λενινιστικής – σταλινικής θέσης και ουδετεροποίηση των ασταθών και
ταλαντευόμενων στρωμάτων όταν δεν μπορούμε να τα πάρουμε με το μέρος μας»385.
Η απόφαση της 2ης Ολομέλεια της ΚΕ (1951) ανέφερε σχετικά με αυτό το θέμα:
«Συνεργαζόμαστε (…) και ακόμα με όσους πιστεύουν ότι η ’’ελληνική
ουδετερότητα’’, με την απομάκρυνση των αμερικάνων από την Ελλάδα, θα την
εξασφαλίσει από τον πόλεμο και την ισοπέδωση…»386.
Παράλληλα το ΚΚΕ επιδίωκε την ανάπτυξη του μαζικού φιλειρηνικού κινήματος
στην Ελλάδα.
Τον Μάιο του 1950 σχηματίστηκαν οι πρώτες επιτροπές ειρήνης σε συνοικίες της
Αθήνας, του Πειραιά και σε ορισμένα εργοστάσια. Τον ίδιο μήνα συγκροτήθηκε η
Πανελλαδική Επιτροπή των Οπαδών της Ειρήνης.
Στις αρχές Μαΐου 1950 δημιουργήθηκε το «Φιλειρηνικό Μέτωπο Νέων», ενώ άρχισε
η συγκέντρωση υπογραφών κάτω από την «έκκληση της Στοκχόλμης» για την
κατάργηση των ατομικών πυραύλων.
Μέσα στο 1950 υπέγραψαν την «έκκληση της Στοκχόλμης» 62.809 άτομα. Ανάμεσά
της πολλοί διανοούμενοι, όπως ο Απόστολος Μελαχροινός, ο Κοσμάς Πολίτης, ο
Γιάννης Κορδάτος, ο Νικηφόρος Βρεττάκος, ο Μάρκος Αυγέρης, η Ρίτα Μπούμη Παπά και άλλοι.
Η έκκληση της Στοκχόλμης έλεγε ανάμεσα σε άλλα: «ΑΠΑΙΤΟΥΜΕ την απόλυτη
απαγόρευση του ατομικού όπλου φοβερής μαζικής εξόντωσης για τους λαούς.
ΑΠΑΙΤΟΥΜΕ τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού διεθνούς ελέγχου που θα
εξασφαλίζει την εφαρμογή αυτού του μέτρου απαγόρευσης. (…) ΠΙΣΤΕΥΟΥΜΕ πως
η κυβέρνηση, που πρώτη θα χρησιμοποιούσε τα ατομικά όπλα ενάντια σε
οποιανδήποτε χώρα, θα διέπραττε ένα έγκλημα ενάντια στην ανθρωπότητα και γι’
αυτό θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί σαν εγκληματίας πολέμου. ΚΑΛΟΥΜΕ όλους
384
Αρχείο ΚΚΕ – Έγγραφο 457839, Συνεδρίαση ΠΓ ΚΕ ΚΚΕ 21/8/1951 πάνω στην
έκθεση αντ/πείας για την πάλη μας ενάντια στον πόλεμο και Αστραπή, για την ειρήνη.
385
Αρχείο ΚΚΕ – Έγγραφο 457839.
386
ΤΟ ΚΚΕ – ΕΠΙΣΗΜΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, τ. 7ος, σελ. 197, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή

30
6
τους καλοπροαίρετους ανθρώπους σε ολόκληρο τον κόσμο να υπογράψουν αυτή την
έκκληση».
Με την κατηγορία της οργάνωσης του «κατασκοπευτικού» «Δημοκρατικού
Φιλειρηνικού Μετώπου Νέων» στη Θεσσαλονίκη και για τη συγκέντρωση
υπογραφών κάτω από την «έκκληση της Στοκχόλμης» εκτελέστηκε στις 5 Μαρτίου
1951, πίσω από τις φυλακές Γεντί - Κουλέ, ο κομμουνιστής Νίκος Νικηφορίδης.
Μαζί με τον Νικηφορίδη εκτέλεσαν και τους συντρόφους του Θεόδωρο Ορφανίδη,
Μόσχο Στογιάννη, Κώστα Σπρίντζο, Μήτσο Κωνσταντίνου, Μπάμπη Παπαδόπουλο
και Ρήγα Παραθυρά, που είχαν καταδικαστεί σε θάνατο σε άλλη δίκη, η οποία
αφορούσε στη δράση του ΔΣΕ Χαλκιδικής. Ο Ρήγας Παραθυράς ήταν
κατηγορούμενος και για τη συγκέντρωση υπογραφών κάτω από την «Έκκληση της
Στοκχόλμης».
Κινητοποιήσεις υπέρ της ειρήνης πραγματοποιήθηκαν και στα χρόνια που
ακολούθησαν. Η ανάπτυξη των φιλειρηνικών αγώνων οδήγησε στη δημιουργία της
πρώτης πανελλαδικά οργανωμένης κίνησης ειρήνης, της Ελληνικής Επιτροπής για τη
Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη (ΕΕΔΥΕ).
Στις 15 Μαΐου του 1955 δημοσιεύτηκε η Έκκληση υπέρ της Ειρήνης που υπέγραψαν
77 προσωπικότητες της δημόσιας ζωής, ανάμεσα σε άλλους ο ακαδημαϊκός Νίκος
Βέης, οι καθηγητές πανεπιστημίου Γιάννης Ιμβριώτης, Χαράλαμπος Θεοδωρίδης,
Κώστας Τζώνης, οι ποιητές - συγγραφείς Γιάννης Ρίτσος, Νικηφόρος Βρεττάκος,
Κώστας Βάρναλης, Τάσος Λειβαδίτης, Δημήτρης Φωτιάδης, Μάρκος Αυγέρης, Άγης
Θέρος, Λέων Κουκούλας, Γιάννης Κορδάτος, Γαλάτεια Καζαντζάκη, οι ηθοποιοί
Μάνος Κατράκης, Βασίλης Διαμαντόπουλος, Ρίτα Μυράτ, Μελίνα Μερκούρη, Άσπα
Παπαθανασίου, οι βουλευτές Τάσος Βουλόδημος, Κ. Δημόπουλος, Ε. Ελευθεριάδης,
Ε. Ζανής, Ν. Ζορμπάς, Γιώργος Τζατζάνης κ.α. Πρώτος πρόεδρος της Ε ΕΔΥΕ ήταν
ο πρώην υπουργός Ανδρέας Ζάκκας..
Την ίδρυση της ΕΕΔΥΕ ακολούθησε η δημιουργία πολλών τοπικών επιτροπών
ειρήνης.
Στις 9 Μαΐου 1958 εκδόθηκε το πρώτο φύλλο του περιοδικού «ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ
ΕΙΡΗΝΗΣ», που γνώρισε διώξεις από την έκδοση του πρώτου φύλλου.
3.A.9. ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ
ΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΗΣ 5ης ΜΑΡΤΙΟΥ 1950
Αν και οι αστικές πολιτικές δυνάμεις είχαν κατακερματιστεί λόγω της κρίσης των
αστικών κομμάτων κατά την περίοδο της Μεταξικής δικτατορίας και στη συνέχεια
της γερμανοϊταλικής κατοχής, ο κίνδυνος απώλειας της αστικής εξουσίας οδήγησε
στην ανασυγκρότησή τους.
Οι πολιτικές αντιθέσεις και οι ανταγωνισμοί μεταξύ αστών πολιτικών ηγετών δεν
εμπόδιζαν στη διαμόρφωση κυβερνητικών συνασπισμών ακόμη και μεταξύ των
ισχυρότερων κομμάτων από τα δυο αστικά πολιτικά ρεύματα. Αυτό συνέβαινε
ιδιαίτερα στα χρόνια της πιο σκληρής ταξικής πάλης. Έτσι, τις πρώτες κυβερνήσεις
του «Λαϊκού Κόμματος» (κατατασσόμενου στο «συντηρητικό» ή «δεξιό» ρεύμα),
από τον Ιανουάριο του 1947, που η κυβέρνηση Κ. Τσαλδάρη παραχώρησε τη θέση
της στη λεγόμενη «επτακέφαλο» κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Δ. Μάξιμο
(συμμετείχαν 7 αρχηγοί κομμάτων), έως τις αρχές του 1950, τις διαδέχθηκαν πέντε
κυβερνήσεις συνεργασίας μεταξύ του «Κόμματος των Φιλελευθέρων»
(κατατασσόμενου στο «δημοκρατικό φιλελεύθερο» ή «κεντρώο» ρεύμα) και του
«Λαϊκού Κόμματος», καθώς και άλλων αστικών κομμάτων. Από αυτές, οι δυο
κυβερνήσεις είχαν πρωθυπουργό τον Σοφούλη των «Φιλελευθέρων», παρ’ όλο που το
«Λαϊκό Κόμμα» είχε πολύ μεγαλύτερη κοινοβουλευτική δύναμη (205 βουλευτές) απ’
ό,τι οι Φιλελεύθεροι (48 βουλευτές).

30
7
Μετά το θάνατο του Σοφούλη, τον Ιούνιο του 1949, ανέλαβε την πρωθυπουργία ο
Αλέξανδρος Διομήδης. Αντιπρόεδροι της κυβέρνησης ορίστηκαν οι αρχηγοί των δύο
μεγάλων κομμάτων, ο Σοφ. Βενιζέλος και ο Κ. Τσαλδάρης.
Εν όψει των εκλογών που θα γίνονταν μέσα στο 1950, ξεκίνησαν διεργασίες στο
σύνολο των πολιτικών δυνάμεων της χώρας.
Στο χώρο του «Κέντρου», εμφανίσθηκε μια νέα πολιτική κίνηση, το «Κόμμα των
Προοδευτικών Φιλελευθέρων», με αρχηγό τον Νικόλαο Πλαστήρα, με σταθερή
προσήλωση στην αγγλοσαξωνική συμμαχία.
Στα μέσα Ιανουαρίου 1950 ο Πλαστήρας και ο Εμμανουήλ Τσουδερός ανακοίνωσαν
την απόφασή τους να συμπράξουν σε ενιαίο κόμμα, με την επωνυμία «Εθνική
Προοδευτική Ένωσις Κέντρου» (ΕΠΕΚ).
Στις αρχές του 1950 εκδηλώθηκαν οι πρώτες κινήσεις που στόχευαν στην
ανασύνταξη και συσπείρωση των δυνάμεων του «συντηρητικού» ρεύματος υπό τον
αρχιστράτηγο Αλέξανδρο Παπάγο. Γι’ αυτό το σκοπό υπέβαλε την παραίτησή του
από την αρχιστρατηγία, που ωστόσο ανακάλεσε λίγο αργότερα. Ο Σοφ. Βενιζέλος και
οι λοιποί φιλελεύθεροι υπουργοί αποχώρησαν από την κυβέρνηση. Μετά από αυτές
τις κινήσεις παραιτήθηκε η κυβέρνηση Διομήδη (5 Ιανουαρίου1950) και ο βασιλιάς
Παύλος ανέθεσε το σχηματισμό κυβέρνησης στον Τζων Θεοτόκη.
Η κυβέρνηση Θεοτόκη, ως υπηρεσιακή, διέλυσε τη Βουλή και όρισε εκλογές για τις
19 Φεβρουαρίου, αναστέλλοντας την ισχύ του Γ΄ Ψηφίσματος. Τελικά, μετά από
κοινή συμφωνία των Κομμάτων, οι εκλογές ορίστηκαν για τις 5 Μαρτίου. Ως
εκλογικό σύστημα αποφασίστηκε η απλή αναλογική, ενώ οι βουλευτικές έδρες
περιορίστηκαν στις 250.
Η κίνηση Παπάγου δεν μπόρεσε αμέσως να διαμορφωθεί σε κόμμα και ο στρατάρχης
υποχρεώθηκε, κυρίως από τις ΗΠΑ, να ανακαλέσει την παραίτησή του από την
αρχιστρατηγία και να μην πάρει μέρος στις εκλογές. Σε αυτή τη φάση η λύση
Πλαστήρα είχε την εύνοια τόσο της εγχώριας αστικής τάξης όσο και των ΗΠΑ, ως
περισσότερο κατευναστική για τη λαϊκή δυσαρέσκεια, ώστε να διευκολυνθεί η
σταθεροποίηση του αστικού πολιτικού συστήματος. Ήταν πολιτική επιλογή που
διευκόλυνε και την προσέγγιση με τη Γιουγκοσλαβία για τη διαμόρφωση τριγώνου
συνεργασίας μεταξύ Βελιγραδίου - Άγκυρας - Αθήνας.
Το είχε δηλώσει και