ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΣΧΟΛΗ
ΤΜΗΜΑ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ

ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ ΘΕΜΑ:
Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΑΣΤΕΙΟΥ

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΙΣΧΟΠΟΥΛΟΥ

ΕΠΙΒΛΕΠΩΝ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ:
ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΕΛΟΥΔΗΣ

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2008

Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Φιλοσοφική Σχολή
Τμήμα Φιλολογίας
Τομέας Γλωσσολογίας

Μεταπτυχιακή Εργασία με Θέμα:
Η Γλώσσα του Αστείου

Τριμελής Επιτροπή:
Βελούδης Ιωάννης
Θεοδωροπούλου Μαρία
Παυλίδου Θεοδοσία

Πίνακας Περιεχομένων
σελ.
Εισαγωγή

1

1ο Μέρος: Θεωρίες του Χιούμορ

4

1.1. Θεωρίες Ασυμβατότητας

4

1.1.1. Η διευθέτηση της Ασυμβατότητας

5

1.2. Θεωρίες Ανωτερότητας/Μείωσης

7

1.3. Θεωρίες Απελευθέρωσης/Ψυχικής Ανακούφισης

9

2ο Μέρος: Η Σημασιολογική Θεωρία των Σεναρίων

10

2.1. Το Λεξικό

10

2.2. Οι Συνδυαστικοί Κανόνες

12

3ο Μέρος: Η Σημασιολογική Θεωρία των Σεναρίων για το Χιούμορ
και το Μοντέλο των Πέντε-Επιπέδων

14

3.1. Η Βασική Υπόθεση

14

3.2. Η Επικάλυψη Σεναρίων

14

3.2.1. Τέλεια, μερική και πραγματικά μερική Επικάλυψη Σεναρίων

15

3.3. Η Αντίθεση Σεναρίων

16

3.3.1. Όψεις της Αντίθεσης Σεναρίων

18

3.4. Πυροδότες εναλλαγής σημασιακών σεναρίων

21

3.5. Το αστείο ως περίσταση μη-καλής-πίστης επικοινωνίας

23

3.5.1. Η σχέση της χιουμοριστικής επικοινωνίας με την καλής-πίστης επικοινωνία

26

3.6. Το Μοντέλο των Πέντε-Επιπέδων

26

4ο Μέρος: Η Γενική Θεωρία του Λεκτικού Χιούμορ (ΓΘΛΧ)

28

4.1. Παράμετροι

30

4.1.1. Παράμετρος 1: Γλώσσα

30

4.1.2. Παράμετρος 2: Αφηγηματική Στρατηγική

36

4.1.3. Παράμετρος 3: Στόχος

38

4.1.4. Παράμετρος 4: Κατάσταση

39

4.1.5. Παράμετρος 5: Λογικός Μηχανισμός

39

4.1.6. Παραμετρος 6: Αντίθεση σεναρίων

56

4.2. Η ΓΘΛΧ με όρους της Θεωρίας Συνόλων

57

5ο Μέρος: Παρατηρήσεις στη ΓΘΛΧ

60

5.1. Για την αφηγηματική στρατηγική

60

5.2. Ακόμα δύο λογικοί μηχανισμοί

66

5.3. Για την αντίθεση σεναρίων

68

6ο Μέρος: Μια θεωρία του χιούμορ θα μπορούσε να βοηθήσει
την καλύτερη κατανόηση του γλωσσικού χιούμορ

70

6.1. Η ΓΘΛΧ και άλλες θεωρίες για το χιούμορ

70

6.2. Μπορεί η ΓΘΛΧ να εξηγήσει το γλωσσικό χιούμορ εν γένει;

71

6.3. Η Θεωρία της Ασυμβατότητας για το Γέλιο από τον John Morreall

72

6.4. Η Θεωρία της Ασυμβατότητας για το Γέλιο και το γλωσσικό χιούμορ

73

6.5. Είναι απαραίτητο το γλωσσικό χιούμορ;

75

Επίλογος

75

Παραπομπές

77

Περίληψη

80

Abstract

81

Εισαγωγή

Αντικείμενο αυτής της εργασίας είναι η γλώσσα του αστείου/το γλωσσικό χιούμορ και
συγκεκριμένα η απάντηση στο ερώτημα: «τι είναι αυτό που συμβαίνει στη γλώσσα και μας κάνει να
γελάμε». Για τη διερεύνηση του ερωτήματος ακολουθούμε την εξής πορεία:
Ως εισαγωγή στο θέμα του χιούμορ, παρουσιάζονται συνοπτικά οι τρεις μεγάλες κατηγορίες των
ψυχολογικών και φιλοσοφικών θεωριών για το χιούμορ, δηλαδή οι θεωρίες Ασυμβατότητας, οι θεωρίες
Ανωτερότητας και οι θεωρίες Ψυχικής Ανακούφισης ή Απελευθέρωσης.
Στη συνέχεια περνάμε στο γλωσσικό χιούμορ. Παρουσιάζονται σύντομα η Σημασιολογική Θεωρία
των Σεναρίων για το Χιούμορ 1 του Victor Raskin (1985) και ακόμα πιο σύντομα το Μοντέλο των
TPF

FPT

Πέντε-Επιπέδων (1987) του Salvatore Attardo. Από αυτές τις δύο θεωρίες δημιουργήθηκε, θα
δούμε, η Γενική Θεωρία του Λεκτικού Χιούμορ 2 , δηλαδή η γλωσσολογική (αν και όχι μόνο
TPF

FPT

γλωσσολογική) θεωρία που λαμβάνουμε υπόψη στα πλαίσια αυτής της εργασίας. Η ΓΘΛΧ είναι η
κυρίαρχη θεωρία στην έρευνα του γλωσσικού χιούμορ σήμερα. Δημοσιεύτηκε από τους Victor
Raskin και Salvatore Attardo το 1991 και από τότε βρίσκεται σε συνεχή αναδιαμόρφωση. Η
παρουσίαση της ΓΘΛΧ καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος αυτής της εργασίας. Παράλληλα με αυτήν
γίνεται και η ανάλυση των ανέκδοτων που αποτελούν το δείγμα μας.
Ακολουθούν κάποιες παρατηρήσεις για τα σημεία της ΓΘΛΧ που διαπιστώνουμε ότι χρειάζονται
περισσότερη επεξεργασία και προσφέρονται για περαιτέρω διερεύνηση από μελλοντικές εργασίες:
συγκεκριμένα, για την παράμετρο της αφηγηματικής στρατηγικής και για τις κρίσιμες για τη δημιουργία
του αστείου παραμέτρους αντίθεση σεναρίων και λογικό μηχανισμό.
Στο τελευταίο μέρος της εργασίας παρουσιάζεται σύντομα μία ακόμα θεωρία. Πρόκειται για τη
Θεωρία της Ασυμβατότητας για το Γέλιο (Incongruity Theory of Laughter) του John Morreall, που αφορά
το χιούμορ γενικά, όχι μόνο το γλωσσικό χιούμορ. Η παρουσίαση της θεωρίας του Morreall γίνεται
κυρίως με σκοπό να ακουστεί ένας αντίλογος στη ΓΘΛΧ (και μέσω αυτής, σε κάθε θεωρία του
Στο πρωτότυπο Semantic Script Theory of Humor. Η ελληνική μετάφραση προτείνεται από την Τακούδα, 2002.

1
TP

PT

Στο εξής ΣΘΣΧ.
TP

2
PT

Στο πρωτότυπο General Theory of Verbal Humor. Η μετάφραση προτείνεται και πάλι από την Τακούδα (2002)

και στο εξής θα ονομάζεται ΓΘΛΧ.

1

γλωσσικού χιούμορ που στηρίζεται σε σημασιακά σενάρια). Επίσης, γιατί πιστεύουμε ότι η θεωρία
του Morreall για το χιούμορ μπορεί να συμβάλει στην καλύτερη κατανόηση της υποκατηγορίας
γλωσσικό χιούμορ που εξετάζουμε εδώ, αλλά και να προβληματίσει τη ΓΘΛΧ, δίνοντάς της
παράλληλα την ερμηνευτική δύναμη που της λείπει.

Ως αντικείμενο ανάλυσης χρησιμοποιήσαμε ένα σώμα από τριάντα πέντε τυποποιημένα ανέκδοτα,
από τα οποία παρουσιάζονται στο τελικό κείμενο αυτής της εργασίας τα είκοσι τρία. Η συλλογή τους
έγινε από μνήμης από τη συγγραφέα. Θα παρουσιαστούν εφτά ακόμα τυποποιημένα ανέκδοτα, όχι
από το δικό μας δείγμα αυτή τη φορά, αλλά από εργασίες των Attardo, Di Maio, Hempelmann και
Raskin˙ τα ανέκδοτα αυτά λειτουργούν (τόσο στα κείμενα των παραπάνω όσο και στο δικό μας) ως
παραδείγματα μέσω των οποίων θα γίνουν καλύτερα κατανοητές κάποιες έννοιες της ΓΘΛΧ.
Τα τυποποιημένα ανέκδοτα είναι το αγαπημένο αντικείμενο ανάλυσης της πλειοψηφίας των
θεωρητικών προσεγγίσεων στο γλωσσικό χιούμορ, καθώς συλλέγονται εύκολα, είναι σύντομα,
ανώνυμα, έχουν τα βασικά στοιχεία μιας μικρο-αφήγησης (δηλαδή σκηνοθεσία, χαρακτήρες και
στοιχειώδη δράση) και το σημαντικότερο, έχουν μία και μοναδική χιουμοριστική κορύφωση, την
καταληκτική ατάκα (Τακούδα 2002, σ. 17) ή κατακλείδα (punch-line), η οποία βρίσκεται, όπως θα
δούμε, στο επίκεντρο της ΓΘΛΧ.
Ωστόσο, παρά τις ευκολίες που προσφέρουν στον ερευνητή ή την ερευνήτρια του γλωσσικού
χιούμορ, δύσκολα θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η κατανόηση των μηχανισμών που
λειτουργούν στην περίπτωση των τυποποιημένων ανέκδοτων συνεπάγεται με ασφάλεια την
κατανόηση των μηχανισμών που λειτουργούν και σε κάθε άλλη περίπτωση γλωσσικού χιούμορ (όπως
π.χ. στα αστεία που ακούγονται σε μια παρέα ή στο αστείο που δημιουργείται από τα σαρδάμ). Ο
Morreall περιγράφει τη σχέση του γλωσσικού χιούμορ με τα ανέκδοτα κάνοντας έναν
παραλληλισμό˙ θεωρεί ότι τα ανέκδοτα είναι για την έρευνα του γλωσσικού χιούμορ «ό,τι είναι τα
μυγάκια των φρούτων για τη Γενετική». Και συνεχίζει: «Είναι ριψοκίνδυνο να βγάζουμε
συμπεράσματα για όλο το γλωσσικό χιούμορ έχοντας εξετάσει μόνο τα ανέκδοτα όπως είναι
επικίνδυνο να βγάζουμε συμπεράσματα για ολόκληρη τη Γενετική έχοντας εξετάσει μόνο τα

2

μυγάκια» (Morreall 2004, σ. 394). Κατά τη διάρκεια αυτής της εργασίας λοιπόν, δε θα έχουμε την
πεποίθηση ότι η μελέτη της τυποποιημένης μορφής χιούμορ, που είναι το ανέκδοτο, είναι
αναγκαστικά επαρκής για την κατανόηση του γλωσσικού χιούμορ εν γένει.

Τέλος, διευκρινίζουμε ότι στα πλαίσια αυτής της εργασίας θα χρησιμοποιείται συμβατικά το
αρσενικό γένος για να αναφερθούμε στο πρόσωπο του πομπού, ενώ το θηλυκό για να αναφερθούμε
στο πρόσωπο της αποδέκτριας των χιουμοριστικών κειμένων. Επίσης σημειώνουμε ότι όλες οι
μεταφράσεις των όρων και των παραθεμάτων γίνονται από τη συγγραφέα, εκτός από λίγες
περιπτώσεις στις οποίες (αναφέρεται ότι) η μετάφραση προτείνεται από τη Χριστίνα Τακούδα (βλ.
Τακούδα 2002).

3

1ο Μέρος: Θεωρίες του Χιούμορ
P

P

Οι θεωρίες του χιούμορ μπορούν να ταξινομηθούν σε τρεις μεγάλες κατηγορίες: τις γνωσιακέςαντιληπτικές (cognitive-perceptual), τις κοινωνικές-συμπεριφορικές (social-behaviorial) και τις
ψυχαναλυτικές (psychoanalytical). Η πρώτη κατηγορία συνδέεται συνήθως με τις θεωρίες
Ασυμβατότητας, η δεύτερη με τις θεωρίες Ανωτερότητας/Μείωσης και η τρίτη με τις θεωρίες
Απελευθέρωσης/Ψυχικής Ανακούφισης (Raskin 1985, σ. 31). Οι περισσότερες προέρχονται από το
χώρο της Ψυχολογίας (Raskin 1985). Δεν αναφέρονται πάντα στο χιούμορ, συνήθως μάλιστα μιλάνε
για το γέλιο ή για το κωμικό. Ωστόσο, θα παρουσιαστούν ως σύντομη εισαγωγή στα πλαίσια αυτής
της εργασίας για το γλωσσικό χιούμορ, καθώς τα όρια των εννοιών χιούμορ, γέλιο και κωμικό δεν
είναι πάντα ξεκάθαρα, κυρίως μάλιστα μέσα στα πλαίσια κάποιων από αυτές τις θεωρίες, που είναι
τόσο παλιές όσο και ο Πλάτωνας.

1.1. Θεωρίες Ασυμβατότητας

Πρόκειται για φιλοσοφικές/ψυχολογικές θεωρίες που υποστηρίζουν ότι το χιούμορ στηρίζεται
στην ασυμβατότητα (incongruity) ανάμεσα σε αυτό που περιμένουμε και αυτό που τελικά συμβαίνει.
Στις σύντομες παρατηρήσεις του για το χιούμορ, που στην ουσία αποτελούν τη θεμελίωση της
θεωρίας της Ασυμβατότητας (Incongruity Theory), ο Kant υποστηρίζει ότι «το γέλιο είναι το
επακόλουθο της ξαφνικής μετατροπής μιας έντονης προσδοκίας σε τίποτα» (1790˙ η παραπομπή στο
Raskin 1985). Η ιδέα ότι «στα αστεία καθοδηγούμαστε προς έναν τρόπο σκέψης και στη συνέχεια
βγαίνουμε αιφνίδια απ’ αυτόν», όπως διατυπώθηκε από τον Mindess, είναι πολύ δημοφιλής στην
έρευνα του χιούμορ (1971˙ η παραπομπή στο Raskin 1985). «Το χιούμορ πηγάζει από μια ξαφνική
ασυμβατότητα, η οποία στη συνέχεια γίνεται συμβατή», λέει ο Suls (1972˙ η παραπομπή στο
Hempelmann

2000).

Ακαταλληλότητα,

παράδοξο,

ανομοιότητα

είναι

έννοιες

που

χρησιμοποιήθηκαν από πολλούς ερευνητές για να περιγράψουν την ασυμβατότητα. Ο Freud μιλάει για
το αστείο ως τη διαδοχή σαστίσματος και συνειδητοποίησης (Raskin 1985). Υπάρχουν πολλές

4

ακόμα προσπάθειες ορισμού της ασυμβατότητας, κοινό στοιχείο των οποίων είναι η έκπληξη (Alisson
Ross, 1998) και η διάψευση των προσδοκιών (Τακούδα, 2002).
Πολλοί υπέρμαχοι των θεωριών ασυμβατότητας αλλά και άλλοι θεωρητικοί δίνουν έμφαση στη
σημασία της έκπληξης για ένα αστείο. Η έκφραση «ξαφνική μετατροπή» είναι κρίσιμη για το διάσημο
ορισμό του Kant. Είναι η έλλειψη έκπληξης που σκοτώνει το αστείο, όταν π.χ. κάποιος το ακούει για
δεύτερη φορά. Στα χιουμοριστικά κείμενα, η έκπληξη απελευθερώνεται μέσω της καταληκτικής
ατάκας/κατακλείδας (punch line). Σύμφωνα με το Fry (1963˙ η παραπομπή στο Raskin 1985), η
κατακλείδα αποτελεί έναν ιδιαίτερα ισχυρό παράγοντα επιλογής (selection-factor), που διακρίνει το
χιούμορ από το μη-χιούμορ. Συνήθως εισάγει μια ιδέα που μοιάζει άσχετη ή ασύμβατη με το
βασικό μέρος του κειμένου. Άλλες φορές δίνει την εντύπωση ότι ανοίγει ένα εντελώς νέο μονοπάτι
σκέψης και άλλοτε είναι μια δήλωση αναπάντεχα λογική. Η κατακλείδα και ο ρόλος της στην
αποτελεσματικότητα του γλωσσικού χιούμορ είναι ένα πολύ εξειδικευμένο ζήτημα (Raskin 1985) για
το οποίο θα πούμε περισσότερα πράγματα στη συζήτηση για την παράμετρο γλώσσα της ΓΘΛΧ
παρακάτω (ενότητα 4.1.1.).

1.1.1. Η διευθέτηση της Ασυμβατότητας

Οι θεωρίες Ασυμβατότητας είναι οι πιο δημοφιλείς στη σύγχρονη έρευνα της Ψυχολογίας για το
χιούμορ (Suls 1972, Schultz 1972, η παραπομπή στο Raskin 1985). Ωστόσο, οι ερευνητές του
χιούμορ δίνουν έμφαση και σε ένα άλλο στοιχείο, συγκεκριμένα στο γεγονός ότι τα δύο ασύμβατα
συστατικά πρέπει κατά κάποιο τρόπο να συνδυάζονται, να γίνονται παρόμοια μέσα στο αστείο. Για
το Monro, «το αστείο είναι ακαταλληλότητα. Αλλά δεν πρέπει να είναι όλα εντελώς ακατάλληλα˙
πρέπει να υπάρχει και κάποιο κρυμμένο στοιχείο που θα τους επιτρέψει να σταθούν μαζί» (1951˙ η
παραπομπή στο Raskin 1985, η έμφαση δική μου). Ο Hazlitt πιστεύει ότι το αστείο «βρίσκεται στον
εντοπισμό απρόβλεπτων ομοιοτήτων και διαφορών ανάμεσα σε πράγματα» (1903˙ η παραπομπή στο
Raskin 1985).
Στη δεκαετία του ’70 άρχισε στα πλαίσια της Ψυχολογίας μια διαμάχη που συνεχίζεται μέχρι
σήμερα και σχετίζεται με αυτό το ζήτημα, δηλαδή με το κατά πόσο η ασυμβατότητα από μόνη της

5

είναι ικανή να φέρει το αστείο ή χρειάζεται και ένα συνταίριασμα των διαφορετικών, «μια λογική
μέσα στον παραλογισμό» (Freud 1905˙ η παραπομπή στο Attardo et al. 2002), όπως αναφέρθηκε
παραπάνω. Αφορμή στάθηκε το 1972 ένα άρθρο του Suls, που πρότεινε ένα νέο μοντέλο αντίληψης
του αστείου (two-stage-model ˙ η παραπομπή στην Taylor (χωρίς χρονολογία)), βασισμένο στους
γνωστικούς κανόνες επεξεργασίας της πληροφορίας. Σύμφωνα με το μοντέλο του Suls, η αντίληψη
του αστείου δεν είναι μια διαδικασία που σταματάει στην αναγνώριση της ασυμβατότητας. Υπάρχει
κι ένα δεύτερο στάδιο, κατά το οποίο η αποδέκτρια του αστείου αποκαθιστά στο μυαλό της τον
τρόπο με τον οποίο συνδέονται τα δύο ασύμβατα μέρη του αστείου. Αυτό το δεύτερο στάδιο
ονομάζεται από τον Suls στάδιο διευθέτησης της ασυμβατότητας (Resolution of the Incongruity). Η
διευθέτηση της ασυμβατότητας είναι μια συμφιλίωση ανάμεσα στα αντίθετα μέρη του αστείου, ώστε να
μειωθεί η διαφορά τους και να δημιουργηθεί ένα λογικό πέρασμα που θα επιτρέψει στην κατακλείδα
να αναδυθεί φυσικά από το προηγούμενο σκηνικό του αστείου (Hempelmann 2000). Π.χ. στο
ανέκδοτο:

[1]. Δύο Παλαιστίνιοι ζωσμένοι με εκρηκτικά μπαίνουν σε μια καφετέρια. Κάθονται στο μπαρ, αλλά
παρατηρούν ότι δεν έχει καθόλου κόσμο και τότε λέει ο ένας:
- Τι θα κάνουμε δικέ μου, δεν έχει καθόλου κόσμο.
Και ο άλλος:
-Ε καλά, μη σκας.
U

U

Σύμφωνα με τις προσδοκίες της ακροάτριας, η έκφραση «μη σκας» σημαίνει ‘μη στενοχωριέσαι’.
Τελικά επικρατεί μια άλλη, απρόσμενη ερμηνεία (λιγότερο μεταφορική και λιγότερο συνηθισμένη),
δηλαδή ότι «μη σκας» σημαίνει εδώ ‘μην εκραγείς’. Οι δύο διαφορετικές ερμηνείες συνυπάρχουν
στην ίδια έκφραση μέσω του αμφίσημου ρήματος «σκάω», δηλαδή μέσω της ομοιότητας που
παρουσιάζει η επιφανειακή τους μορφή. Η αμφισημία είναι το γνωσιακό σχήμα που συνδέει τις
διαφορετικές ερμηνείες και διευθετεί στο μυαλό της ακροάτριας την ασυμβατότητα των αντίθετων
ερμηνειών, δηλαδή κατά κάποιο τρόπο δικαιολογεί την απρόσμενη συνύπαρξή τους.

6

Σύμφωνα με τον Suls, η διευθέτηση της ασυμβατότητας είναι στο μυαλό της ακροάτριας μια
διαδικασία επίλυσης προβλήματος απαραίτητη για την κατανόηση του αστείου. Μάλιστα, η
ικανοποίηση που παίρνει το άτομο από τη διευθέτηση της ασυμβατότητας είναι ανάλογη με την
έκπληξη που προκαλεί η ίδια η ασυμβατότητα (Τακούδα 2002). Ο Suls ισχυρίζεται ότι μόνο τα
μικρά παιδιά παίρνουν ικανοποίηση από την ίδια την ασυμβατότητα. Μετά την ηλικία των εφτά, για
να θεωρήσουμε ένα κείμενο χιουμοριστικό, είναι απαραίτητη όχι μόνο η ασυμβατότητα, αλλά και η
διευθέτησή της. Ο Suls δεν δέχεται να ονομάσει χιουμοριστική την ασυμβατότητα που δε
συνοδεύεται από διευθέτηση. Την ονομάζει απλώς «ανοησίες» (Morreall, 1989)
Τελικά, δέκα χρόνια αργότερα ο Suls θα δεχτεί την ύπαρξη δύο μοντέλων: το πρώτο θεωρεί τη
διευθέτηση απαραίτητο συμπλήρωμα της ασυμβατότητας, ενώ το δεύτερο αρκείται στην αναγνώριση
της ίδιας της ασυμβατότητας (some humorous experiences are the result of mere incongruity, Suls 1983˙ η
παραπομπή στο Hempelmann 2000, σ. 55). Θα τονίσει ωστόσο, ότι το μεγαλύτερο ποσοστό
αστείων υπακούει στη δομή ασυμβατότητα-διευθέτησή της.

Όσα είπαμε μέχρι εδώ για την έννοια της ασυμβατότητας και τη διευθέτησή της θα φανούν χρήσιμα
στην εξέταση των παραμέτρων αντίθεση σεναρίων και λογικός μηχανισμός της ΓΘΛΧ, τις οποίες θα
δούμε αναλυτικά παρακάτω (ενότητες 4.1.5. και 4.1.6.).

1.2. Θεωρίες Ανωτερότητας/Μείωσης (Superiority/Disparagement Theories)

Οι θεωρίες Ανωτερότητας/Μείωσης ασχολούνται με τις περιστάσεις της χιουμοριστικής
επικοινωνίας στις οποίες κάποιο άτομο υποτιμάται ή δέχεται επίθεση. Θεωρούν τις περιστάσεις
αυτές ως αντιπροσωπευτικές του χιούμορ.
Οι θεωρίες Ανωτερότητας πηγάζουν από την αντίληψη ότι το γέλιο απειλεί την κοινωνική ευταξία
και κυριαρχούσαν μεταξύ των λογίων για αιώνες. Μόνο μετά τα μέσα του 20ού αιώνα μπόρεσε το
γέλιο να αποκαταστήσει το όνομά του ως κάτι ωφέλιμο για το άτομο και την κοινωνία (Morreall
2007).

7

Πρώτος ο Πλάτωνας θεώρησε ότι στη ρίζα του γέλιου βρίσκονται η μοχθηρία και η ζήλια και ότι
γελάμε με τις ατυχίες των άλλων επειδή χαιρόμαστε που δε συμβαίνουν σε μας (Raskin 1985). Ο
Thomas Hobbes συνεχίζει στην ίδια γραμμή λέγοντας ότι «το πάθος του γέλιου είναι ο ξαφνικός
θρίαμβος που προκύπτει από την ξαφνική σύλληψη της ιδέας ότι βρισκόμαστε σε εξέχουσα θέση σε
σχέση με κάποια αδυναμία των άλλων ή με κάποια δική μας προηγούμενη που τώρα έχει περάσει
και δε μας προκαλεί ντροπή» (Raskin 1985). Ο Alexander Bain (19ος αι.) πιστεύει ότι «σε
P

P

οποιαδήποτε περίπτωση ο άνθρωπος μπορέσει να φανεί ανώτερος ξεπερνώντας ή κατατροπώνοντας
έναν αντίπαλο, η τάση του για γέλιο είναι προφανής. Η κωμική περίσταση είναι η υποβάθμιση ενός
ατόμου ή οποιουδήποτε πράγματος έχει κάποιο κύρος, εφόσον οι περιστάσεις δεν εγείρουν κάποιο
άλλο έντονο συναίσθημα» (Raskin 1985). Ο John Morreall μας θυμίζει σύντομα ότι «είμαστε πάντα
πρόθυμοι να γελάσουμε με τις αδυναμίες των άλλων» (2007).
Οι προσεγγίσεις αυτές είναι που οδήγησαν στο στιγματισμό του γέλιου ως βλαβερού. Ένας
επικριτής του, ο Shelley, είναι πεπεισμένος ότι «δεν πρόκειται να υπάρξει πνευματική αναγέννηση του
ανθρώπινου είδους, αν δεν κατασταλεί το γέλιο» (η παραπομπή στο Raskin 1985, σ. 10, ο οποίος
παραπέμπει στο Rapp 1949 ή 1951). Ο λόρδος Chesterfield, ένας άλλος μισόγελος, βεβαιώνει για
τον εαυτό του ότι «όσο έχει τον έλεγχο το λογικού του, κανείς δεν τον άκουσε ποτέ να γελάει»
(1748˙ η παραπομπή στο Raskin 1985).
Τέλος, υπάρχουν ερευνητές που, αν και διακρίνουν στη βάση του γέλιου την εχθρότητα και τον
ανταγωνισμό, δεν έχουν οδηγηθεί σε αρνητικά συμπεράσματα γι αυτό. Ο Rapp υποστηρίζει ότι το
γέλιο γεννήθηκε από το μίσος και την αντιπαλότητα και αν ο άνθρωπος δεν ήταν γεμάτος απ’ αυτά,
δε θα υπήρχε το γέλιο. Ωστόσο, συνεχίζει λέγοντας ότι ο πολιτισμός και οι περιορισμοί που έθεσε
κάλυψαν με το πέρασμα των αιώνων τις πρωτόγονες καταβολές του γέλιου και μετέτρεψαν τα αρχικά
χαρακτηριστικά του (1951˙ η παραπομπή στο Raskin 1985).

8

1.3. Θεωρίες Απελευθέρωσης ή Ψυχικής Ανακούφισης

Η πιο γνωστή θεωρία αυτού του είδους προτάθηκε από τον Freud, ο οποίος πίστευε ότι η
ανακούφιση και η απελευθέρωση από ένα βάρος χαρακτηρίζουν το χιούμορ στο σύνολό του (1905˙
η παραπομπή στο Raskin 1985). Οι υποστηρικτές των θεωριών Ψυχικής Ανακούφισης
(Releaf/Psychic Release Theories) θεωρούν ότι οι άνθρωποι λειτουργούν κάτω από ένα μεγάλο
αριθμό περιορισμών: να είναι λογικοί, να σκέφτονται καθαρά, να μιλάνε σωστά. Το χιούμορ
προσφέρει προσωρινή ανάπαυλα από αυτούς τους περιορισμούς. Ο Bergson (Raskin 1985) επίσης
συνδέει το χιούμορ με «μια ξεκούραση από τους κανόνες της λογικής» (χωρίς όμως να είναι αυτή η
βασική του θέση για το θέμα).
Ένα ιδιαίτερο είδος απελευθέρωσης είναι αυτό που συμβαίνει όταν το αστείο μας απελευθερώνει
από κάποιο απωθημένο ή ταμπού. Συνήθως συνδέεται στη βιβλιογραφία με σεξουαλικά απωθημένα
ή με την επιθετικότητα. Ο Mindess θεωρεί ότι, από τη στιγμή που το σεξ και η μοχθηρία είναι οι
δύο βασικές παρορμήσεις που προσπαθούμε να ελέγξουμε, δεν πρέπει να μας παραξενεύει αν αυτά
είναι που τροφοδοτούν το πιο έντονο γέλιο μας (Raskin 1985).

Από τις παραπάνω προσεγγίσεις, οι θεωρίες Ασυμβατότητας αναφέρονται στην πλευρά του
χιουμοριστικού ερεθίσματος (stimulus side theories). Οι θεωρίες Ανωτερότητας αναφέρονται στη σχέση
ανάμεσα στα άτομα που συμμετέχουν στη χιουμοριστική περίσταση και οι θεωρίες Ψυχικής
Ανακούφισης στα αισθήματα και στην ψυχολογία της ακροάτριας (response side theories) (Raskin 1985,
σ. 40).
Ο Raskin (1985) θεωρεί ότι η ΣΘΣΧ, αν και έχει στοιχεία από όλες τους, δεν εντάσσεται τελικά
σε καμία από τις παραπάνω προσεγγίσεις για το χιούμορ. Ωστόσο, κατά την εξέλιξη αυτής της
εργασίας θα παρακολουθήσουμε τη σταδιακή δημιουργία κάποιας σύνδεσης/σχέσης ανάμεσα στη
ΓΘΛΧ και τις θεωρίες Ασυμβατότητας, παρόλο που τη σχέση αυτή την αναγνωρίζει μόνο ο ένας
από τους δύο πρωτεργάτες της ΓΘΛΧ, ο Attardo.

9

2ο Μέρος: Η Σημασιολογική Θεωρία των Σεναρίων
P

P

Η Σημασιολογική Θεωρία που προτείνει ο Raskin (1981˙ η παραπομπή στο Raskin 1985)
βασίζεται σε δύο συστατικά, το λεξικό (lexicon) και τους συνδυαστικούς κανόνες (combinatorial rules).
Η θεωρία αυτή αναπτύχθηκε αρχικά ως αυτόνομη σημασιολογική θεωρία και μόνο αργότερα ο
δημιουργός της τη θεώρησε κατάλληλη και για την ανάλυση του γλωσσικού χιούμορ και έφτιαξε τη
ΣΘΣΧ βασισμένος σ’ αυτήν (Raskin 1985, σ. 59). Πρώτα θα δούμε κάποια βασικά στοιχεία της,
αυτόνομης, Σημασιολογικής Θεωρίας.

2.1. Το Λεξικό

Το λεξικό της σημασιολογικής θεωρίας του Raskin αποτελείται από σενάρια (scripts). Ο όρος
σενάριο έχει ήδη χρησιμοποιηθεί από τους κλάδους της Ψυχολογίας, Κοινωνιολογίας,
Ανθρωπολογίας και Τεχνητής Νοημοσύνης (Raskin 1985). Σύμφωνα με τη Σημασιολογική Θεωρία
του Raskin, τα σενάρια είναι σύνολα (chunk) πληροφοριών που συνδέονται με τις λέξεις μιας
γλώσσας ή/και ενεργοποιούνται από αυτές. Κάθε σενάριο είναι μια γνωσιακή δομή εσωτερικευμένη
από τον ομιλητή, η οποία αναπαριστά τη γνώση του για ένα μικρό κομμάτι του κόσμου (Raskin,
1985, σ. 81) και περιέχει φωνολογικές, μορφολογικές, συντακτικές, σημασιολογικές, αλλά και
πραγματολογικές και κοινωνιολογικές πληροφορίες, είναι δηλαδή προσανατολισμένη συμφραστικά
(Raskin 1985, σ. 67).
Κάθε ομιλητής διαθέτει ένα μεγάλο αριθμό σεναρίων «κοινής λογικής», που περιέχουν
πρωτοτυπικές πληροφορίες για την οντότητα που περιγράφουν, με την ευρύτερη έννοια της
έκφρασης οντότητα: για ένα αντικείμενο (πραγματικό ή φανταστικό), για ένα γεγονός, μια ενέργεια,
μια ποιότητα, κλπ (Attardo 2001, σ. 2). Επίσης, συνηθισμένους τρόπους να κάνει κανείς κάτι ή να
αντιδρά σε καταστάσεις, ή τη χρονική σειρά με την οποία εκτελείται μια τυπική διαδικασία (Attardo
2001, σ. 3). Στην πιο απλή του μορφή, το σενάριο είναι ισοδύναμο με τη λεξική σημασία μιας
γλωσσικής έκφρασης (Attardo 2001, σ. 3).

10

Εκτός από τα σενάρια «κοινής λογικής» κάθε ομιλητής διαθέτει συνήθως και κάποια «προσωπικά
σενάρια» που καθορίζονται από την υποκειμενική του εμπειρία καθώς και «σενάρια περιορισμένης
γνώσης», που είναι αυτά που περιλαμβάνουν τις εγκυκλοπαιδικές του γνώσεις και αυτά που μοιράζεται
με μια συγκεκριμένη ομάδα, πχ, τους φίλους, την οικογένεια, τους γείτονες του, κλπ, αλλά όχι με
ολόκληρη την κοινότητα των φυσικών ομιλητών της ίδιας γλώσσας.
Τυπικά, κάθε σενάριο είναι ένα γράφημα (graph) με λεξικούς κόμβους και σημασιολογικούς
συνδέσμους ανάμεσα σε αυτούς τους κόμβους. Σύμφωνα με τη Θεωρία των Σημασιολογικών
Σεναρίων όλα τα σενάρια μιας γλώσσας συνθέτουν ένα και μόνο συνεχές γράφημα και η λεξική
υποδοχή για μια λέξη είναι μια περιοχή μέσα σ’ αυτό το γράφημα γύρω από την εν λόγω λέξη ως
κεντρικό κόμβο της περιοχής (‘the lexical entry of a word is a domain within this graph around
the word in question as the central node of the domain’, Raskin 1985, σ. 81).
Οι πληροφορίες μέσα στα σενάρια είναι οργανωμένες ιεραρχικά. Άλλες είναι περισσότερο και
άλλες λιγότερο βασικές. Π.χ. στο λεξικό σενάριο για το «γιατρό», η πληροφορία π.χ., ότι ‘δέχεται
ασθενείς και δίνει φάρμακα’ είναι περισσότερο βασική από το ότι ‘σπούδασε Ιατρική’. Με την
κατάλληλη συμφραστική πίεση όμως, η ιεραρχία αυτή μπορεί να ανατραπεί, όπως φαίνεται στο
επόμενο παράδειγμα (Attardo 2001, σ. 19):

«Μα αυτός δεν είναι κλέφτης, είναι ένα παιδί»,

όπου η προκαθορισμένη οργάνωση του σεναρίου «κλέφτης»: “ενήλικας που κλέβει” αλλάζει σε
“ενήλικας που κλέβει”.
Κάθε λέξη μέσα σε μια πρόταση χαρακτηρίζεται με βάση μια περιορισμένη περιοχή του συνεχούς
σημασιολογικού γραφήματος. Κάθε λέξη ενεργοποιεί αυτήν την περιοχή και οι πιο κοντινοί κόμβοι,
δηλαδή οι κόμβοι που συνδέονται άμεσα με τον κόμβο της ίδιας της λέξης και μάλιστα με τους
περισσότερο στενούς συνδέσμους είναι αυτοί που ενεργοποιούνται πιο έντονα σε σχέση με τους πιο
απομακρυσμένους κόμβους. Από τη στιγμή που το γράφημα είναι συνεχές και περιλαμβάνει όλους
τους κόμβους (all-inclusive), κάθε λέξη θεωρητικά ενεργοποιεί οτιδήποτε υπάρχει μέσα στο
γράφημα. Στην πράξη, ωστόσο, τα όρια της διαδικασίας καθορίζονται από τους σκοπούς της

11

σημασιακής επεξεργασίας και όσες από τις δυνητικά ενεργοποιούμενες πληροφορίες δε θεωρούνται
απαραίτητες, αγνοούνται (Raskin 1985, σ. 84).

2.2. Οι Συνδυαστικοί Κανόνες

Η βασική λειτουργία των συνδυαστικών κανόνων είναι να συνδυάσουν μεταξύ τους τα σενάρια που
ενεργοποιούνται από κάθε λέξη της πρότασης σε όλους τους συμβατούς συνδυασμούς. Μια μηαμφίσημη πρόταση θα συνδέεται με ένα μόνο συμβατό συνδυασμό σεναρίων, ενώ μια ν-αμφίσημη
πρόταση με ν συμβατούς συνδυασμούς. Οι συνδυαστικοί κανόνες θα δώσουν όλους τους πιθανούς
συμβατούς συνδυασμούς των σεναρίων που ενεργοποιούνται από την κάθε λέξη της πρότασης. Τότε
θα πιάσει δουλειά το εξωγλωσσικό πλαίσιο, το οποίο θα κρατήσει μόνο εκείνο το συνδυασμό
σεναρίων που ταιριάζει στην περίσταση.
Ο Raskin χρησιμοποιεί ως παράδειγμα την πρόταση: the paralysed bachelor hit the colourful ball
(1985, σ. 86˙ για το ίδιο παράδειγμα βλ. και Attardo 1998, σ. 256). Σκοπός του είναι να υπολογίσει
τα σενάρια που προκύπτουν από κάθεμία από τις (πέντε) λέξεις της, τους μεταξύ τους δυνατούς
συνδυασμούς και τη σημασία που επικρατεί τελικά ύστερα από τη μεσολάβηση των συνδυαστικών
κανόνων. Βρίσκει ότι τα σενάρια που ενεργοποιούνται από την πρόταση είναι δώδεκα, και μπορούν
υποθετικά να δώσουν εξήντα τέσσερις διαφορετικούς συνδυασμούς. Από τους εξηντα τέσσερις
συνδυασμούς, οι συνδυαστικοί κανόνες κρατάνε μόνο είκοσι πέντε και απορρίπτουν τους άλλους ως
ακατάλληλους. Στο τέλος, το συμφραστικό πλαίσιο απορρίπτει τις άσχετες σημασίες και κρατάει
αυτήν που θεωρούν ως περισσότερο ταιριαστή για την περίσταση.

Στη συνέχεια αυτής της εργασίας το σενάριο θα θεωρείται υπεραπλουστευμένα ως «η ερμηνεία ενός
κειμένου» (η έμφαση δική μας), θα παρακάμπτεται δηλαδή η ανάλυση με βάση το παραπάνω
θεωρητικό πλαίσιο. Αυτό δε γίνεται αυθαίρετα, αλλά σύμφωνα με την πρόταση (1991, σ. 308) και τη

12

συνήθη πρακτική των Attardo and Raskin˙ βλ. και Attardo 1998, σ. 256: ‘the semantic interpretation
and processing of the text is a very serious issue, which I decided to more or less totally background’.

13

3ο Μέρος: Η Σημασιολογική Θεωρία των Σεναρίων για το Χιούμορ και το
P

P

Μοντέλο των Πέντε Επιπέδων

3.1. Η Βασική Υπόθεση

Η Βασική Υπόθεση στην οποία στηρίζεται η ΣΘΣΧ είναι η εξής (Raskin 1985, σ. 99):

Ένα κείμενο θεωρείται χιουμοριστικό αν πληροί τις παρακάτω προϋποθέσεις:
1. Το κείμενο να είναι συμβατό, εξολοκλήρου ή εν μέρει, με δύο διαφορετικά σενάρια.
2. Τα δύο σενάρια με τα οποία το κείμενο είναι συμβατό να είναι αντίθετα (με συγκεκριμένο
τρόπο) μεταξύ τους.

Τα δύο σενάρια με τα οποία κάποιο κείμενο είναι συμβατό θεωρείται ότι επικαλύπτονται
εξολοκλήρου ή εν μέρει μέσα σε αυτό το κείμενο. Η επικάλυψη σεναρίων είναι η απαραίτητη και η
αντίθεση σεναρίων η επαρκής συνθήκη ώστε ένα κείμενο να χαρακτηριστεί ως αστείο (Hempelmann
2003).

3.2. Επικάλυψη Σεναρίων

Σύμφωνα με τη Βασική Υπόθεση, η πρώτη και απαραίτητη προϋπόθεση που πρέπει να πληροί ένα
κείμενο για να είναι αστείο είναι να είναι συμβατό με δύο διαφορετικά σενάρια. Διατυπωμένο αλλιώς,
τα δύο σενάρια με τα οποία κάποιο κείμενο είναι συμβατό πρέπει να επικαλύπτονται εξολοκλήρου ή
εν μέρει μέσα σε αυτό το κείμενο, δηλαδή το κείμενο πρέπει να μπορεί να ερμηνευτεί με δύο
διαφορετικούς τρόπους. Π.χ. στο παρακάτω ανέκδοτο (πρόκειται για το διάσημο στην έρευνα του
γλωσσικού χιούμορ Doctor’s Wife Joke του Raskin (1985, σ. 100)):

14

[2]. Ένας ασθενής χτυπάει το κουδούνι στο σπίτι του γιατρού του. Απαντάει η νέα και όμορφη σύζυγος του
γιατρού:
«Ποιος είναι;», ρωτάει.
«Είναι σπίτι ο γιατρός;» ψιθυρίζει ο ασθενής.
«Όχι», απαντάει η γυναίκα, «έλα μέσα».

Αρχικά ενεργοποιείται το σενάριο «γιατρός» και σύμφωνα μ’ αυτό κάποιες πληροφορίες μοιάζουν
περιττές, όπως το ότι η σύζυγος είναι νέα και όμορφη. Στην κατακλείδα όμως, ενεργοποιείται και
επικρατεί ένα δεύτερο σενάριο, το «εραστής». Φαίνεται τώρα ότι οι ‘περιττές’ πληροφορίες ήταν
απόλυτα συμβατές με το κείμενο, αν και μόνο με τη δεύτερη ερμηνεία του, και ότι ολόκληρο το
κείμενο ήταν εξ αρχής δυνατό να ερμηνευτεί με βάση το δεύτερο, αντίθετο με τις προσδοκίες μας
σενάριο. Τα δύο επικαλυπτόμενα σενάρια, «γιατρός» και «εραστής» πρέπει να είναι και αντίθετα μεταξύ
τους για να είναι το αποτέλεσμα χιουμοριστικό, αλλά για την έννοια της αντίθεσης των σεναρίων θα
μιλήσουμε λίγο παρακάτω (ενότητα 3.3). 3
TP

F

FPT

3.2.1. Τέλεια, μερική και πραγματικά μερική επικάλυψη των σεναρίων.

Η περίπτωση του Doctor’s Wife Joke είναι τυπική περίπτωση επικάλυψης σεναρίων από την άποψη
ότι βρίσκεται κάπου “ανάμεσα” (Raskin 1985) στις δύο ακραίες περιπτώσεις επικάλυψης σεναρίων,
την τέλεια (full) και την πραγματικά μερική (truly partial) επικάλυψη. Στην περίπτωση της τέλειας
επικάλυψης, και τα δύο σενάρια είναι εξολοκλήρου συμβατά με το κείμενο και αυτό δημιουργεί την
εντύπωση ότι τίποτα δεν είναι περίεργο στο ανέκδοτο, τίποτα δεν περισσεύει και τίποτα δε λείπει. Σε
αυτήν την κατηγορία εντάσσεται το ανέκδοτο [1] παραπάνω, οι δύο ερμηνείες του οποίου («μην
εκραγείς» και «μη στενοχωριέσαι») είναι εξίσου συμβατές με το κείμενο, καθώς μπορούν να
υπάρξουν και η καθεμία ξεχωριστά χωρίς τίποτα να φαίνεται σημασιακά περίεργο.
3
TP

PT

Παρατηρούμε ωστόσο, ότι η ονομασία «ασθενής» αντί για το «γιατρός» που προτείνει ο Raskin, θα ήταν πιο

κατάλληλη και πιο προσεχτική, γιατί θα αναδείκνυε με μεγαλύτερη ακρίβεια την αντίθεση αυτού του σεναρίου
με το αντίθετό του, το «εραστής».

15

Ωστόσο, τα χιουμοριστικά κείμενα που στηρίζονται στην τέλεια επικάλυψη είναι σπάνια (Raskin
1985, σ. 105). Πιο συχνά το κείμενο είναι ευκολότερα συμβατό με το ένα σενάριο παρά με το άλλο,
και τότε λέμε ότι η επικάλυψη των σεναρίων είναι μερική. Αυτό συμβαίνει με το Doctor’s Wife Joke
([2]) που είδαμε παραπάνω. Εκεί, η αναφορά στην ομορφιά και τη νεότητα της συζύγου είναι ένα
στοιχείο που μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο με βάση το δεύτερο σενάριο, το «εραστής», ενώ μοιάζει
περιττή με βάση το πρώτο σενάριο, το «γιατρός». Η συμβατότητα ενός στοιχείου του κειμένου μόνο
με το ένα από τα δύο ενεργοποιούμενα σενάρια είναι το χαρακτηριστικό που κάνει την επικάλυψη
δύο σεναρίων να θεωρείται μερική.
Τέλος, στην περίπτωση της πραγματικά μερικής επικάλυψης, κάποια μέρη του κειμένου είναι
ασύμβατα με το ένα σενάριο ενώ κάποια άλλα μέρη του κειμένου είναι ασύμβατα με το άλλο
σενάριο. Μια πραγματικά μερική επικάλυψη ουσιαστικά σημαίνει ότι το ένα ή και τα δύο από τα
ενεργοποιούμενα σενάρια δεν είναι αποδεκτά ως μέρος της σημασιολογικής ερμηνείας του κειμένου.
Στην καλής-πίστης επικοινωνία (βλ. ενότητα 3.5) αυτό θα σήμαινε ότι το κείμενο στερείται σημασίας.
Το ότι τέτοια κέιμενα δε θεωρείται ότι στερούνται σημασίας στο πλαίσιο της χιουμοριστικής μηκαλής-πίστης επικοινωνίας δίνει έμφαση σε μία σημαντική διαφορά ανάμεσα στους δύο τρόπους
επικοινωνίας (Raskin 1985).

3.3. Αντίθεση Σεναρίων

Η επικάλυψη των σεναρίων δεν είναι από μόνη της ικανή να φέρει το αστείο. Μεταφορικά,
αλληγορικά, μυθικά και σχηματικά (figurative) κείμενα βασίζονται σε επικαλυπτόμενα σενάρια,
χωρίς ωστόσο να είναι αστεία (Attardo 2001, σ. 18). Σύμφωνα με τη Βασική Υπόθεση, τα δύο
σενάρια που επικαλύπτονται πρέπει να είναι και αντίθετα μεταξύ τους και μάλιστα με συγκεκριμένο
τρόπο, προκειμένου η ΣΘΣΧ να χαρακτηρίσει το κείμενο ως αστείο.
Ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο ένα σενάριο θεωρείται αντίθετο προς κάποιο άλλο απαιτεί
είτε το ένα να αποτελεί άρνηση του άλλου (π.χ. στο ανέκδοτο [30] παρακάτω: ο γιος δεν είναι
ομοφυλόφιλος/ο γιος είναι ομοφυλόφιλος) ή τα δύο σενάρια να βρίσκονται σε σχέση αντωνυμίας
μεταξύ τους. Σύμφωνα με τον ορισμό της σημασιολογικής αντωνυμίας, δύο γλωσσικές εκφράσεις είναι

16

αντώνυμες όταν έχουν μία πλευρά της σημασίας τους κοινή, αλλά είναι αντίθετες ως προς μία άλλη
πλευρά της (Akmajian et al. 1995, σ. 227).
Εκτός από τη σημασιολογική αντωνυμία υπάρχει και η έννοια της τοπικής αντωνυμίας (local
antonymy), που είναι απαραίτητη για την περίπτωση του αστείου. Σύμφωνα με το Raskin
(παραπέμπει στο Lyons 1977), δύο γλωσσικές οντότητες βρίσκονται σε σχέση τοπικής αντωνυμίας
όταν οι σημασίες τους είναι αντίθετες μόνο μέσα σε μια συγκεκριμένη συνομιλία και μόνο για τους
σκοπούς αυτής της συνομιλίας. Έτσι, οι γλωσσικές εκφράσεις «κρύο-ζέστη» και «παντρεμένοςεργένης» είναι λεξικά, συστηματικά αντώνυμες, ενώ άλλες εκφράσεις μπορεί να είναι τοπικά
αντώνυμες στα πλαίσια μιας συγκεκριμένης συνομιλίας. Χρειάζεται μόνο να υπάρχει μια βάση πάνω
στην οποία θα γίνεται η αντιπαράθεσή τους (basis of comparison) ή αλλίως, «κάτι που να είναι κοινό
στις διαφορές ανάμεσα στις δύο τοπικά αντώνυμες εκφράσεις» (Coserieu 1975, τον παραθέτει ο
Mettinger, το βρίσκω στον Attardo 2001. Για τη βάση της αντίθεσης βλ. και διευθέτηση της
ασυμβατότητας παραπάνω (1.1), καθώς και λογικό μηχανισμό παρακάτω (4.1.5.)).
Ο Mettinger (Attardo, 2001) υποθέτει την ύπαρξη μιας κλίμακας εγκυκλοπαιδικής/συμφραστικής
γνώσης απαραίτητης για τη σχέση της αντωνυμίας, στην οποία η τιμή μηδέν αντιστοιχεί στα λεξικά
αντώνυμα και οι υψηλότερες τιμές αντιστοιχούν στα εγκυκλοπαιδικά και συμφραστικά αντώνυμα. Ο
Attardo (2001, σ. 19) ισχυρίζεται ότι η τοπική και η λεξική αντωνυμία δε διαφέρουν σημασιολογικά,
αφού και οι δύο προϋποθέτουν μια άρνηση κατα μήκος ενός άξονα. Η διαφορά βρίσκεται στο ότι ο
άξονας είναι εξ αρχής δοσμένος (default) στα λεξικά αντώνυμα, αλλά συμφραστικά καθοριζόμενος
στα τοπικά αντώνυμα.
Ο Lyons (2003, σ. 178), τέλος, συσχετίζει τις έννοιες αντίθεση, αντωνυμία και ασυμβατότητα,
υποστηρίζοντας ότι υπάρχουν διάφορα είδη αντιθετικότητας της έννοιας και ότι στην αντωνυμία
μπορεί να δοθεί στενότερη η πλατύτερη ερμηνεία. Αναφέρει ότι ορισμένοι συγγραφείς την έχουν
τόσο διευρύνει, ώστε να καλύπτει όλα τα είδη ασυμβατότητας, ισχυριζόμενοι, πχ., ότι τα «κόκκινο»,
«μπλε» και «άσπρο» είναι αντώνυμα.

17

3.3.1. Όψεις της αντίθεσης σεναρίων

Στα χιουμοριστικά κείμενα λοιπόν, πρέπει να υπάρχουν ζευγάρια επικαλυπτόμενων σεναρίων τα
μέλη των οποίων βρίσκονται σε σχέση αντίθεσης μεταξύ τους. Κάθε χιουμοριστικό κείμενο
περιγράφει μια συγκεκριμένη υπαρκτή κατάσταση (real situation) την οποία φέρνει σε αντίθεση με
μία άλλη, μη-υπαρκτή (unreal), η οποία δεν πραγματοποιείται και βρίσκεται σε πλήρη ή μερική
αντίθεση με την πρώτη. Ύστερα από την ανάλυση ενός σώματος τριάντα δύο ανέκδοτων ο Raskin
προτείνει τρεις πιο συγκεκριμένους τύπους με τους οποίους πραγματοποιείται η αφηρημένη αντίθεση
ανάμεσα στις υπαρκτές και τις μη-υπαρκτές καταστάσεις (1985, σ. 111):

πραγματικό/μη-πραγματικό (actual/non-actual)
αναμενόμενο/μη-αναμενόμενο ή κανονικό/μη-κανονικό (normal/abnormal)
πιθανό/απίθανο ή δυνατό/αδύνατο (possible/impossible)

Ο πρώτος τύπος αντίθεσης διακρίνει ανάμεσα σε μια πραγματική κατάσταση στην οποία βρίσκεται
ο ήρωας ή το σκηνικό του αστείου και σε μια μη-πραγματική, που δεν είναι συμβατή με το περιβάλλον
του αστείου. Από όσα ανέκδοτα έχουμε δει ως τώρα, σε αυτήν την περίπτωση ανήκει το [2]. Ο
δεύτερος τύπος αφορά την αντίθεση ανάμεσα σε μια κανονική με την έννοια της αναμενόμενης
κατάστασης πραγμάτων και σε μία μη-κανονική, μη-αναμενόμενη (παράδειγμα το ανέκδοτο [1], όπου η
αναμενόμενη σημασία ‘μη στενοχωριέσαι’ έρχεται σε τοπική αντίθεση με τη μη-αναμενόμενη ‘μην
εκραγείς’). Ο τρίτος τύπος αντίθεσης διακρίνει ανάμεσα σε μία πιθανή κατάσταση και την αντίθετή
της, π.χ.:

[3]. Ένας δικηγόρος έχει μόλις εγκατασταθεί στο νέο του γραφείο. Σκέφτεται τι να κάνει για να βρει πελάτες.
Κάποια στιγμή ένας κύριος μπαίνει στο γραφείο. Ο δικηγόρος βάζει σε εφαρμογή το σχέδιο του. Σηκώνει το
ακουστικό του τηλεφώνου, και λέει:
- Μα μην επιμένετε κυρία Βαρδινογιάννη, κι εγώ λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να αναλάβω την υπόθεση σας. Σας
παρακαλώ σταματήστε να με παίρνετε τηλέφωνα, είμαι πνιγμένος στη δουλειά. Πάρτε ξανά σε ένα μήνα, και

18

ίσως τότε να μπορέσω να σας βοηθήσω.
Κλείνει το τηλέφωνο και λέει στον κύριο που περιμένει:
- Σε τι θα μπορούσα να σας εξυπηρετήσω;
- Τίποτα, από τον ΟΤΕ είμαι και ήρθα να συνδέσω το τηλέφωνο.

Στο παραπάνω ανέκδοτο, το πρώτο και πιθανό σενάριο είναι ότι «ο κύριος που μπήκε είναι
πελάτης», ωστόσο επικρατεί το αντίθετο στο συγκεκριμένο συμφραστικό πλαίσιο και λιγότερο πιθανό
δεύτερο σενάριο και «ο κύριος που μπήκε είναι ο υπάλληλος που ήρθε να συνδέσει το τηλέφωνο».
Τα όρια ανάμεσα στους τρεις τύπους αντίθεσης δεν είναι σαφή και υπάρχει περίπτωση ένα κείμενο
να μπορεί να ταξινομηθεί σε περισσότερες από μία κατηγορίες. Αν για παράδειγμα, το μη-πραγματικό
σενάριο που ενεργοποιείται από το κείμενο είναι κάπως μη αληθοφανές, αλλά όχι εντελώς απίθανο, το
αστείο μπορεί να χαρακτηριστεί ότι ανήκει είτε στον πρώτο ή στον τρίτο τύπο αντίθεσης, ανάλογα
με το βαθμό της αληθοφάνειάς του. Επίσης, στο βαθμό που το πραγματικό σενάριο ενός αστείου του
πρώτου τύπου αποτελεί μία νόρμα ή προσδοκία, το αστείο θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ανήκει
στον δεύτερο τύπο αντιθέσεων. Ως προς τις παραπάνω αντιθέσεις λοιπόν, υπάρχουν περιπτώσεις
ξεκάθαρες αλλά και άλλες που μοιάζουν κάπως προβληματικές, και είναι η σαφήνεια και τα ιδιαίτερα
χαρακτηριστικά των πρώτων που καθορίζουν την εγκυρότητα της ταξινόμησης (Raskin 1985, σ.
112). Οι τύποι αντίθεσης που αναφέρθηκαν ως τώρα θεωρείται μάλλον απίθανο να ποικίλλουν και με
αυτήν την έννοια αποτελούν καθολικά χαρακτηριστικά. 4
TP

F

FPT

Η αντίθεση σεναρίων, εκτός από τις τρεις τιμές πραγματικό/μη-πραγματικό, αναμενόμενο/μηαναμενόμενο και πιθανό/απίθανο, μπορεί σύμφωνα με το Raskin (1985, σ. 114˙ Attardo 2001, σ. 20)
να πάρει και άλλες, λιγότερο αφηρημένες τιμές, που είναι οι εξής:

4
TP

PT

Αργότερα (βλ. Attardo 2001, σ. 20), η αντίθεση υπαρκτό/ανύπαρκτο (real/unreal) αγνοείται και οι

αντιθέσεις πραγματικό/μη-πραγματικό, κανονικό/μη-κανονικό, πιθανό/απίθανο παίρνουν τη θέση της ως οι
περισσότερο αφηρημένες.

19

καλό/κακό (good/bad)
ζωή/θάνατος (life/death)
ηθικό/ανήθικο (non-obscene/obscene)
χρήματα/όχι-χρήματα (money/no-money)
υψηλό/χαμηλό κύρος (high/low-stature)

Οι πέντε αντιθέσεις που μόλις παρουσιάστηκαν θεωρούνται ως «ουσιαστικές της ανθρώπινης
ζωής», είναι όμως αρκετά συγκεκριμένες ώστε να θεωρούνται και πολιτισμικά καθοριζόμενες.
Υπάρχει, πάντως, ακόμα ένας τύπος αντίθεσης αυτού του επιπέδου, η αντίθεση «έξυπνο/χαζό». Ο
Attardo (2001) τη χρησιμοποιεί στην ανάλυσή του (π.χ. στα ανέκδοτα με τους Πολωνούς), αλλά δεν
την αναφέρει στον συγκεντρωτικό πίνακα μαζί με τις άλλες πέντε λιγότερο αφηρημένες αντιθέσεις.
Την αντίθεση «έξυπνο/χαζό» τη συναντάμε συχνά και κατά την ανάλυση των τυποποιημένων
ανέκδοτων αυτής της εργασίας.
Αργότερα βρέθηκε ακόμα ένα επίπεδο αφαίρεσης για τις τιμές της αντίθεσης σεναρίων, αυτή τη
φορά εντελώς συγκεκριμένο (Di Maio 2000˙ η παραπομπή στον Attardo 2001, σ. 20). Η
συγκεκριμένη αντίθεση σεναρίων υλοποιείται στα ανέκδοτα που έχουμε δει ως τώρα ως εξής: «μη
στενοχωριέσαι/μην εκραγείς» στο [1], «γιατρός/εραστής» στο [2], «ο κύριος είναι πελάτης/ο κύριος
ήρθε να συνδέσει το τηλέφωνο» στο [3]. Οι τιμές που μπορούν να πάρουν οι αντιθέσεις αυτού του
επιπέδου είναι άπειρες.

Υπάρχουν κι άλλες περιπλοκές σχετικά με την ταξινόμηση των αντίθετων σεναρίων. Το μη-υπαρκτό
σενάριο μπορεί να συνδέεται με το υπαρκτό με διάφορους τρόπους πέρα από, και παράλληλα με, το
ότι ανήκουν σε έναν από τους παραπάνω τύπους αντιθέσεων. Το μη-υπαρκτό σενάριο μπορεί να
συνδέεται με το υπαρκτό εξωτερικά, να υπάρχει δηλαδή παράλληλα με αυτό, όπως συμβαίνει στο
παράδειγμα [3] παραπάνω. Σε άλλες περιπτώσεις, το μη-υπαρκτό σενάριο μπορεί να συνδέεται
εσωτερικά, δηλαδή να έρχεται στην επιφάνεια από τον ήρωα του αστείου. Σε μια τέτοια περίπτωση
και αν θεωρηθεί από μια καλής-πίστης οπτική, ο ήρωας του ανέκδοτου θα δώσει την εντύπωση ότι
λέει κάποιο ψέμα, όπως συμβαίνει στο παρακάτω ανέκδοτο, στο οποίο το αναμενόμενο σενάριο «ο

20

γιος δεν μπορεί να βοηθήσει και επιπλέον κινδυνεύουν από την αστυνομία» συνδέεται εσωτερικά με το
αντίθετό του, μη-αναμενόμενο: «ο γιος βοήθησε», μέσω του ψέματος που λέει ο γιος:

[4]. Ένας ηλικιωμένος Άραβας που ζει στη Νέα Υόρκη στέλνει e-mail στο γιο του που ζει στο Λονδίνο και του
λέει ότι όλα πάνε καλά, μόνο που τον στενοχωρεί πολύ ο κήπος που έχει γεμίσει αγριόχορτα και νιώθει πολύ
αδύναμος για να τον σκάψει. Ο γιος, πνιγμένος στη δουλειά, του απαντάει απ’ το Λονδίνο:
«Πατέρα, χαίρομαι που είσαι καλά αλλά κάνε λίγη υπομονή και μην πειράξεις τίποτα στον κήπο γιατί εκεί
είναι που έχω κρύψει το ...».
Το επόμενο πρωί, περιπολικά περικυκλώνουν το σπίτι και το FBI αρχίζει να ψάχνει τον κήπο. Δε βρίσκουν
τίποτα και φεύγουν. Το βράδυ στέλνει e-mail ο γιος:
«Πατέρα όλα εντάξει με τον κήπο;»

Σε πιο σύνθετες περιπτώσεις, ένα από τα δύο σενάρια δεν ενεργοποιείται άμεσα από το κείμενο
αλλά είναι παρόν υπαινικτικά (by implication), π.χ.:

[5]. - Πώς καταφέρνει μια ξανθιά να κάνει του κόσμου τις βλακείες σε μια μέρα;
- Σηκώνεται πολύ πρωί.

Το κανονικό σενάριο «το να καταφέρει κανείς κάτι απαιτεί προσπάθεια» βρίσκεται σε τοπική
αντίθεση με το μη-κανονικό «το να καταφέρει κανείς κάτι είναι αποκλειστικά συνάρτηση του χρόνου»,
που τελικά επικρατεί. Το δεύτερο σενάριο δεν είναι άμεσα παρόν στο κείμενο, αλλά δίνεται στην
ακροάτρια υπαινικτικά, μέσω του πολύ πρωινού ξυπνήματος, το οποίο μπορεί να εξασφαλίσει στην
ξανθιά περισσότερο χρόνο.

3.4. Πυροδότες εναλλαγής σημασιακών σεναρίων

Πολλά χιουμοριστικά κείμενα περιέχουν κάποιο κρίσιμο στοιχείο που ενεργοποιεί τη μετάβαση
από το προφανές σενάριο στο αντίθετό του. Αυτό το στοιχείο, που ονομάζεται από τον Raskin

21

πυροδότης εναλλαγής σημασιακών σεναρίων (semantic script-switch trigger), ή απλώς πυροδότης, έχει για
το αστείο το εξής αποτέλεσμα: εισάγει ένα δεύτερο σενάριο και επιβάλλει μια διαφορετική ερμηνεία,
και έτσι ρίχνει σκιά στην πρώτη και πιο προφανή ερμηνεία που είχε γίνει με βάση το πρώτο σενάριο.
Η διαφορετική ερμηνεία μπορεί να περιλαμβάνει μια μη-πραγματική, μη-αναμενόμενη ή μια μη-πιθανή
κατάσταση. Ο ρόλος του πυροδότη είναι, με την παρουσία του και μόνο, να καταστήσει τη
διαφορετική ερμηνεία δικαιολογημένη. Ο ρόλος του είναι αποτελεσματικός επειδή μέσα στα πλαίσια
του αστείου και της μη-καλής-πίστης επικοινωνίας, ομιλητής και συνομιλήτρια είναι έτοιμοι να δεχτούν
μη-πραγματικά και απίθανα σενάρια προκειμένου να διασκεδάσουν. Αν το σενάριο είναι έστω και
ελάχιστα ταιριαστό, κάνει.
Η έννοια του πυροδότη συνδέεται με τη διευθέτηση της ασυμβατότητας που είδαμε στο πρώτο μέρος
(1.1.1.). Ο Raskin δεν ασχολείται με το ζήτημα των πυροδοτών (και άρα έμμεσα με το ζήτημα της
διευθέτησης της ασυμβατότητας) εξαντλητικά. Εντοπίζει μόνο δύο στοιχεία που θεωρεί ότι μπορούν να
επιτρέψουν τη μετάβαση από το προφανές σενάριο στο αντίθετό του, συγκεκριμένα, την αμφισημία
και την αντίφαση (contradiction) (1985, σ. 114). Π.χ. στο ανέκδοτο [1], η αμφίσημη έκφραση «σκάω»
είναι αυτή που επιτρέπει τη μετάβαση από το προφανές σενάριο «μη στενοχωριέσαι» στο αντίθετό
του «μην εκραγείς» και με αυτήν την έννοια έχει τον ρόλο του πυροδότη. Από την άλλη, στο Doctor’s
Wife Joke ([2]), το κείμενο μπορεί μέχρι ένα σημείο του να στηρίξει δύο ερμηνείες, αυτήν που
υπαγορεύεται από το σενάριο «γιατρός» και αυτήν που υπαγορεύεται από το σενάριο «εραστής». Ως
πυροδότης λοιπόν, λειτουργεί η αντίφαση ανάμεσα στη μη-πραγματική ερμηνεία προς την οποία
αρχικά μας οδηγεί το κείμενο («γιατρός») και στην πραγματική ερμηνεία που είναι τελικά η μόνη
αποδεκτή από τη στιγμή που θα φτάσουμε στην κατακλείδα («ασθενής»).
Μέσα στα πλαίσια της ανάλυσης του αστείου από τη ΓΘΛΧ το ζήτημα των πυροδοτών θα
επανέλθει και θα εξεταστεί πολύ αναλυτικά, με τη μορφή του λογικού μηχανισμού, της πιο
προβληματικής πλευράς της θεωρίας.

22

3.5. Το αστείο ως περίσταση μη-καλής-πίστης (non-bona-fide) επικοινωνίας. 5
TPF

FPT

Η καλής-πίστης (bona-fide) επικοινωνία ρυθμίζεται από την αρχή της συνεργασίας, όπως
παρουσιάστηκε από τον Grice το 1975. Σύμφωνα με αυτήν, ο ομιλητής δεσμεύεται για την αλήθεια
και τη συνάφεια του κειμένου του και η ακροάτρια είναι ενήμερη γι αυτήν τη δέσμευση και θεωρεί με
τη σειρά της το κείμενο του ομιλητή ως αληθές.
Αντίθετα, το αστείο θεωρείται περίπτωση της μη-καλής-πίστης (non-bona-fide) επικοινωνίας.
Λαμβάνει χώρα σε τέσσερις διαφορετικές καταστάσεις που δημιουργούνται από το συνδυασμό των
δύο δυνατοτήτων που σχετίζονται με τον ομιλητή με τις δύο δυνατότητες που σχετίζονται με τη
συνομιλήτρια. Οι περιπτώσεις για ομιλητή και συνομιλήτρια είναι οι εξής:

α. Ο ομιλητής κάνει το αστείο κατά λάθος.
β. Ο ομιλητής κάνει το αστείο επίτηδες.
γ. Η συνομιλήτρια δεν περιμένει το αστείο.
δ. Η συνομιλήτρια περιμένει το αστείο.

Στην περίπτωση (α), ο ομιλητής δεν έχει επίγνωση του ότι κάποια από τα σενάρια που
δημιουργούνται μέσω του εκφωνήματός του επικαλύπτονται. Είναι εμπλεγμένος σε ένα πλαίσιο
καλής-πίστης επικοινωνίας, δηλαδή στην ειλικρινή, σοβαρή και πληροφοριακή μορφή της γλωσσικής
επικοινωνίας. Η πρόθεσή του είναι να κάνει μια σαφή δήλωση, αλλά η αμφισημία, την οποία δεν
κατάφερε να ελέγξει, εμποδίζει το σκοπό του.
Στην περίπτωση (β), ο ομιλητής έχει επίγνωση της επικάλυψης σεναρίων και της αμφισημίας αλλά
παρόλα αυτά συνεχίζει την εκφώνηση του κειμένου. Αυτό σημαίνει ότι δε συμμετέχει σε μια
επικοινωνία καλής-πίστης, αλλά σε έναν από τους πολύ λιγότερο εξερευνημένους τρόπους της μηκαλής-πίστης επικοινωνίας, όπως είναι το να λέει κανείς ψέματα, το να παίζει ρόλους (play acting) ή να
λέει αστεία. Ο σκοπός της μη-καλής-πίστης επικοινωνίας όταν ο ομιλητής λέει ένα αστείο δεν είναι να
αποκρύψει πληροφορίες ή να προκαλέσει σύγχυση, αλλά να δημιουργήσει ένα ιδιαίτερο αποτέλεσμα

TP

5
PT

Ολόκληρη η ενότητα 3.5 από το Raskin 1985.

23

με

τη

βοήθεια

του

κειμένου,

συγκεκριμένα

να

κάνει

την

ακροάτρια

να

γελάσει.

Στην περίπτωση (γ), η συνομιλήτρια δεν περιμένει κάτι αστείο, συνεπώς θα ερμηνεύσει αρχικά το
εκφώνημα του ομιλητή με βάση τις απαιτήσεις της καλής-πίστης επικοινωνίας. Αφού η ερμηνεία με
βάση αυτές τις αρχές αποτύχει, θα στραφεί στη μη-καλής-πίστης επικοινωνία και μάλλον στο να το
ερμηνεύσει ως αστείο, γιατί, τουλάχιστον στο δυτικό κόσμο, το να λέει κανείς αστεία είναι ένας
περισσότερο αποδεκτός τρόπος επικοινωνίας από τα να λέει, π.χ., ψέματα. (Π.β. και την έκφραση:
«Καλά, πλάκα μου κάνεις τώρα;», που λέμε όταν κάτι που ακούμε μας φαίνεται αδύνατο να αληθεύει. Η
έκφραση είναι ενδεικτική της τάσης μας να ερμηνεύσουμε αρχικά ως αστείο ένα κείμενο που φαίνεται
ότι δεν αληθεύει, και μόνο αν βεβαιωθούμε πως δεν ήταν αστείο να το ερμηνεύσουμε ως ψέμα.)
Στη (δ) περίπτωση, η συνομιλήτρια είναι ήδη συντονισμένη στο αστείο και δεν κάνει προσπάθεια
να ερμηνεύσει το κείμενο με βάση τις αρχές της καλής-πίστης επικοινωνίας. Αντίθετα, είτε το
λαμβάνει αμέσως ως αστείο είτε καταβάλλει κάποια προσπάθεια για να το καταλάβει ως τέτοιο.

Σε σχέση τώρα με τους συνδυασμούς ομιλητή-συνομιλήτριας ως προς τις παραπάνω περιπτώσεις,
στην περίπτωση (α+γ), είναι πιθανό η αμφισημία που υπάρχει στο κείμενο να μη γίνει αντιληπτή από
κανένα από τα συμμετέχοντα στη συνομιλία άτομα. Τότε το αστείο δεν πραγματοποιείται και η
αμφισημία, αθέλητη και μη-αντιληπτή, χάνεται. Τα συνομιλούντα άτομα συνεχίζουν μέσα στα
πλαίσια της καλής-πίστης επικοινωνίας.
Στην περίπτωση (α+δ), ο ομιλητής θεωρεί ότι επικοινωνεί σύμφωνα με την καλής-πίστηςεπικοινωνία, η ακροάτρια όμως θεωρεί το κείμενο που εκφωνείται ως αστείο. Αν στο κείμενο υπάρχει
κάποια αμφισημία, τότε ο ομιλητής διακρίνει μόνο τη σοβαρή εκδοχή της, ενώ η συνομιλήτριά του
αντιλαμβάνεται τη χιουμοριστική. Μια περίπτωση που μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο είναι όταν π.χ.,
ο ομιλητής έχει τη φήμη ότι λέει αστεία, οπότε, σε συνδυασμό με ένα προϋπάρχον μη-καλής-πίστης
πλαίσιο, τα λεγόμενά του γίνονται αντιληπτά ως αστεία, αν και η πρόθεσή του δεν είναι τέτοια.
Στην περίπτωση (β+γ), ο ομιλητής λέει συνειδητά κάτι αστείο ενώ η ακροάτρια δεν ήταν
προετοιμασμένη για κάτι τέτοιο, οπότε εκείνη, αφού αποκλείσει μια καλής-πίστης ερμηνεία θα
στραφεί στη μη-καλής-πίστης επικοινωνία και θα ερμηνεύσει το κείμενο ως αστείο.

24

Τέλος, στην περίπτωση (β+δ), ομιλητής και συνομιλήτρια είναι εμπλεγμένοι συνειδητά και ενεργά
στη μη-καλής-πίστης επικοινωνία. Αυτό προϋποθέτει μια συνεργατική αρχή που θα είναι σίγουρα
διαφορετική από τη συνεργατική αρχή του Grice. Ο Raskin διατυπώνει διερευνητικά τα τέσσερα
αξιώματα της αρχής της συνεργασίας για την περίπτωση του αστείου ως μη-καλής πίστης επικοινωνία
ως εξής:

αξίωμα της ποσότητας: Δώσε ακριβώς όσες πληροφορίες χρειάζονται για το αστείο.
αξίωμα της ποιότητας: Πες μόνο ό,τι είναι συμβατό με τον κόσμο του αστείου.
αξίωμα της συνάφειας: Πες μόνο ό,τι είναι σχετικό με το αστείο.
αξίωμα του τρόπου: Πες το αστείο ικανοποιητικά.

Σύμφωνα με αυτή τη νέα συνεργατική αρχή, η συνομιλήτρια δεν περιμένει να ακούσει την
αλήθεια ή να αποκομίσει κάποια καινούρια πληροφορία. Αντίθετα, αντιλαμβάνεται την πρόθεση του
ομιλητή να την κάνει να γελάσει. Ως αποτέλεσμα, θα ψάξει στο κείμενο για τα απαραίτητα στοιχεία
που θα το καταστήσουν χιουμοριστικό, τα οποία, σύμφωνα με τη Βασική Υπόθεση, είναι δύο
επικαλυπτόμενα και αντίθετα σενάρια.
Η καλής-πίστης επικοινωνία μπορεί να αποτύχει αν ο ομιλητής δεν έχει τα τέσσερα αξιώματα υπό
έλεγχο. Με τον ίδιο τρόπο αποτυγχάνει και η χιουμοριστική επικοινωνία αν δεν τηρηθούν οι
αντίστοιχες αρχές. Όπως συνομιλήτρια ίσως να μην ερμηνεύσει σωστά το εκφώνημα στην καλήςπίστης επικοινωνία ακόμα και αν ο ομιλητής τα κάνει όλα σωστά, έτσι και στην περίπτωση του
αστείου μπορεί να μην «πιάσει» το αστείο ακόμα και αν ο ομιλητής δώσει όλα τα στοιχεία και
ακολουθήσει τα αξιώματα. Μία σημαντική αναλογία ανάμεσα στην καλής-πίστης επικοινωνία και στη
χιουμοριστική επικοινωνία είναι ότι, όπως τα αξιώματα του Grice δεν εξηγούν τους μηχανισμούς που
τίθενται σε λειτουργία όταν τα ακολουθούμε, έτσι και τα αξιώματα της χιουμοριστικής επικοινωνίας,
αν και φωτίζουν κάπως τη Σημασιολογία του αστείου, δεν παρέχουν την παραμικρή εξήγηση των
σημασιολογικών μηχανισμών του. Αυτοί οι τελευταίοι εξηγούνται σύμφωνα με το Raskin, με βάση
τα σενάρια και τους συνδυαστικούς κανόνες της Σημασιολογικής Θεωρίας των Σεναρίων και τη
σχέση της αντίθεσης σεναρίων.

25

3.5.1. Η σχέση της χιουμοριστικής επικοινωνίας με την καλής-πίστης επικοινωνία.

Είναι ενδιαφέρον να προσέξουμε ότι από τη στιγμή που η συνομιλήτρια είναι σίγουρη ότι ο
ομιλητής παραβιάζει τη συνεργατική αρχή για καλής-πίστης επικοινωνία, η επόμενη πιο πιθανή σκέψη
της, τουλάχιστον στο δυτικό κόσμο, είναι ότι ο ομιλητής κάνει κάποιο αστείο. Φαίνεται περισσότερο
εύκολο και φυσικό γι αυτήν να ελέγξει αν ο ομιλητής αστειεύεται από το να θεωρήσει ότι ο ομιλητής
υποκρίνεται ή λέει ψέματα. Το χιούμορ μοιάζει να είναι η περισσότερο αποδεκτή μορφή
επικοινωνίας στη δυτική κοινωνία μετά την καλής-πίστης επικοινωνία. Θα μπορούσαμε λοιπόν να
θεωρήσουμε το αστείο όχι ως περίπτωση μη-καλής-πίστης επικοινωνίας αλλά ως επικοινωνία καλήςπίστης με χιούμορ (bona-fide-cum-humor mode of communication).
Η εύκολη μετάβαση από την καλής-πίστης επικοινωνία στο χιουμοριστικό επικοινωνιακό πλαίσιο
ως η ευκολότερα προσπελάσιμη και περισσότερο αποδεκτή μορφή μη-καλής-πίστης επικοινωνίας, ίσως
να έχει τις ρίζες της στην έννοια του παιχνιδιού, που πρόθυμα θεωρείται από τους ανθρώπους ως μια
φυσική μορφή συμπεριφοράς (ο Raskin παραπέμπει στους Huizinga 1938, Bateson 1955 και Fry
1963) και στηρίζεται σε κοινά αποδεκτούς κανόνες. Με άλλα λόγια, η χιουμοριστική επικοινωνία
είναι ένα συλλογικό εγχείρημα, ενώ το να λέει κανείς ψέματα δεν είναι, γι αυτό και το τελευταίο
αρχίζει να εξετάζεται από την ακροάτρια μόνο αφού το πρώτο έχει διερευνηθεί επαρκώς και
απορριφτεί.

3.6. Το Μοντέλο των Πέντε-Επιπέδων.

Ο Attardo (1987) υποστήριξε την ύπαρξη πέντε διαφορετικών επιπέδων αφαίρεσης στη
θεωρητική αναπαράσταση του κειμένου ενός αστείου (πρόκειται για το Μοντέλο των ΠέντεΕπιπέδων, Five-Level Model ˙ η παραπομπή στο Attardo and Raskin 1991, σ. 309). Το πρώτο και
χαμηλότερο επίπεδο είναι το ίδιο το γλωσσικό κείμενο του αστείου. Το δεύτερο επίπεδο δίνει μια
συγκεκριμένη γλωσσική μορφή στην προ-γλωσσική αναπαράσταση του αστείου. Το τρίτο επίπεδο
ορίζει το στόχο του αστείου. Στο τέταρτο επίπεδο δημιουργείται το περίγραμμα, το πατρόν (template)

26

του αστείου από το συνδυασμό της αντίθεσης σεναρίων με το λογικό μηχανισμό. Το πέμπτο και πιο
αφηρημένο επίπεδο περιλαμβάνει την αντίθεση σεναρίων και το λογικό μηχανισμό.
Η αντίθεση σεναρίων είναι γνωστή από τη ΣΘΣΧ. Κάποιες από τις υπόλοιπες έννοιες που
αναφέρθηκαν εδώ (γλωσσική μορφή, στόχος, λογικός μηχανισμός) θα παρουσιαστούν αναλυτικά στα
πλαίσια της ΓΘΛΧ λίγο παρακάτω και μαζί με δύο ακόμα έννοιες θα γίνουν γνωστές ως οι γνωστικές
παράμετροι του αστείου (knowledge resources˙ κρατάω τη μετάφραση παράμετροι, που προτείνει η
Τακούδα, 2002, σ. 13).
Στο Μοντέλο του Attardo, η διάταξη των πέντε επιπέδων ακολουθεί την πορεία ανάλυσης από
την επιφανειακή προς τη βαθιά δομή. Ωστόσο, δημιουργεί προβλήματα που σχετίζονται με το πώς
είναι δυνατό δύο παράμετροι να συνυπάρχουν στο ίδιο επίπεδο, συγκεκριμένα ο λογικός μηχανισμός
και η αντίθεση σεναρίων. Ένα άλλο πρόβλημα είναι η ιεράρχηση των παραμέτρων. Οι παράμετροι
ιεραρχούνται σύμφωνα με το ποια είναι αυτή που καθορίζει περισσότερο τις άλλες. Θεωρείται ότι
όσο πιο κοντά στη βαθιά δομή βρίσκεται μια παράμετρος, τόσο περισσότερο καθορίζει αυτές που
βρίσκονται κοντά στην επιφανειακή. Ωστόσο, δεν ήταν από την αρχή σαφές ποιες παράμετροι
βρίσκονται πιο κοντά στη βαθιά δομή, δηλαδή ποιες ήταν αυτές που καθόριζαν περισσότερο τις
άλλες.
Τελικά, το ζήτημα της ιεράρχησης διευθετήθηκε με βάση το βαθμό ομοιότητας των αστείων.
Συγκεκριμένα, για δύο χιουμοριστικά κείμενα που έχουν κάποια ομοιότητα μεταξύ τους, δηλαδή
κάποια κοινή παράμετρο, θεωρήθηκε ότι όσο πιο όμοια είναι μεταξύ τους, τόσο πιο κοντά στη βαθιά
δομή βρίσκεται η παράμετρος που έχουν κοινή και αντίστροφα, όσο τα κείμενα διαφέρουν μεταξύ
τους, τόσο πιο μακριά από τη βαθιά δομή βρίσκεται η κοινή τους παράμετρος,. Από τη συζήτηση
προέκυψε η ΓΘΛΧ (1991) που αποτελεί σύνθεση της ΣΘΣΧ του Raskin και του Μοντέλου των
Πέντε-Επιπέδων του Attardo (για την πλήρη συζήτηση σχετικά με τα ζητήματα της ιεράρχησης των
παραμέτρων βλ. Attardo and Raskin, 1991. σ. 309 κ.εξ.).

27

4ο Μέρος: Η Γενική Θεωρία του Λεκτικού Χιούμορ
P

P

Η ΓΘΛΧ δημοσιεύτηκε από τους Victor Raskin και Salvatore Attardo το 1991. Δεν είναι μια
σημασιολογική θεωρία, όπως ήταν η ΣΘΣΧ, αλλά μια θεωρία του γλωσσικού χιούμορ ευρύτερα
γλωσσολογική, αν και όχι μόνο γλωσσολογική, καθώς παρέχει πεδίο δράσης και για άλλους
επιστημονικούς κλάδους. Στη δικαιοδοσία της Γλωσσολογίας (αν και όχι μόνο στη δική της),
συμπεριλαμβανομένων όλων των επιμέρους κλάδων της από τη Φωνολογία μέχρι την Ανάλυση του
Λόγου εμπίπτουν οι παράμετροι αντίθεση σεναρίων, λογικός μηχανισμός και γλώσσα. Επίσης, η
αφηγηματική στρατηγική μπορεί να γίνει αντικείμενο μελέτης των λογοτεχνικών σπουδών (literary
studies). Η προσοχή μας θα επικεντρωθεί σε αυτές τις παραμέτρους. Άλλοι κλάδοι που μπορούν να
συνεργαστούν στην έρευνα του γλωσσικού χιούμορ μέσα στα πλαίσια της ΓΘΛΧ είναι η Ρητορική, η
Ψυχολογία, η Κοινωνιολογία, η Ανθρωπολογία, τα Μαθηματικά, η Επιστήμη των Υπολογιστών, κ.α.
(Attardo and Raskin 1991, σ. 330).
Η ΓΘΛΧ θεωρεί τον εαυτό της ως ένα μηχανισμό ικανό να παράγει (generate) και να αναλύει
έναν άπειρο αριθμό αστείων συνδυάζοντας τις ποικίλες τιμές που μπορεί να πάρει η κάθε παράμετρος
(Attardo 2001, σ. 2). Σύμφωνα με τη ΓΘΛΧ υπάρχουν έξι γνωστικές παράμετροι που πρέπει να
ληφθούν υπόψη για την ανάλυση ενός χιουμοριστικού κειμένου: αντίθεση σεναρίων, λογικός μηχανισμός,
κατάσταση, στόχος, αφηγηματική στρατηγική, γλώσσα. Με τα λόγια των Attardo και Raskin: “έχουμε έξι
σώματα γνώσης ή γνωστικές πηγές ή βάσεις δεδομένων που ενημερώνουν το αστείο” (1991, σ. 313).
Η ανάλυση ενός αστείου συνίσταται στην απόδοση (μη-δυαδικών) τιμών στις έξι παραμέτρους. Η
τεχνική αυτή εφαρμόζεται στις καταληκτικές ατάκες των ανέκδοτων, για τα οποία αρχικά αναπτύχθηκε.
Ωστόσο είναι δυνατό να εφαρμοστεί και σε μεγαλύτερα αφηγηματικά κείμενα και συγκεκριμένα στις
διάσπαρτες στα κείμενα αυτά, μη-καταληκτικές χιουμοριστικές στιγμές, οι οποίες ονομάζονται
εμβόλιμες ατάκες (jab lines, Attardo 2001˙ κρατάω τη μετάφραση που προτείνει η Τακούδα, 2002, σ.
17).

28

Μία ιδιαίτερα τεχνική πλευρά (highly technical aspect) της ΓΘΛΧ είναι το ζήτημα της
ιεραρχικής οργάνωσης των παραμέτρων. Προσεχτικές μελέτες σε σχέση με την εξάρτηση ή την
ανεξαρτησία της μίας παραμέτρου από την άλλη έχουν επιτρέψει την παρακάτω διάταξη από τη
βαθιά προς την επιφανειακή δομή (Attardo and Raskin 1991˙ Attardo 2001):

αντίθεση σεναρίων

λογικός μηχανισμός

κατάσταση

στόχος

αφηγηματική στρατηγική

γλώσσα

Οι παράμετροι καθορίζουν αυτές που βρίσκονται χαμηλότερά τους, δηλαδή τις περισσότερο
επιφανειακές και καθορίζονται από αυτές που βρίσκονται πιο ψηλά. Λέγοντας καθορισμός
(determination) εννοούμε τον περιορισμό των επιλογών που είναι διαθέσιμες σε κάθε παράμετρο για
την πραγμάτωσή της (Attardo 2001, σ. 27). Π.χ., η επιλογή ‘έξυπνο/χαζό’ για την αντίθεση σεναρίων
θα περιορίσει τις επιλογές που είναι διαθέσιμες για την παράμετρο στόχο (στα ελληνικά ο στόχος θα
περιοριστεί στους Πόντιους, τις ξανθιές και άλλα άτομα ή ομάδες που φημίζονται ότι έχουν το
χαρακτηριστικό της χαζομάρας, ενώ θα αποκλείσει ανέκδοτα π.χ., για τους Εβραίους, που
φημίζονται για άλλα χαρακτηριστικά, όπως η τσιγκουνιά και το επιχειρηματικό πνεύμα). Ακολουθεί
η λεπτομερής παρουσίαση των παραμέτρων (από την επιφανειακή προς τη βαθιά δομή αυτή τη
φορά):

29

4.1. Παράμετροι

4.1.1. Παράμετρος 1: Γλώσσα

Η παράμετρος γλώσσα (language) είναι υπεύθυνη «για τις συγκεκριμένες λέξεις που
χρησιμοποιούνται σε ένα αστείο» (Hempelmann 2000), δηλαδή για τις φωνητικές, φωνολογικές,
μορφολογικές, συντακτικές, σημασιολογικές και πραγματολογικές επιλογές που καλείται να κάνει
αυτός που λέει το αστείο. Σημαντική είναι εδώ η έννοια της παράφρασης (Attardo 2001, σ. 22),
δηλαδή η δυνατότητα που έχει ένα κείμενο να αλλάζει την επιφανειακή δομή του χωρίς συνέπειες
στη βαθιά. Όπως κάθε πρόταση μιας φυσικής γλώσσας, έτσι και κάθε χιουμοριστικό κείμενο, μπορεί
να έχει πολλαπλές παραφράσεις –πρέπει ωστόσο οι άλλες παράμετροι να διατηρούνται αναλλοίωτες,
αν θέλουμε να μιλάμε για το ίδιο αστείο.
Η παράμετρος γλώσσα είναι επίσης υπεύθυνη για την ακριβή διατύπωση και θέση της κατακλείδας.
Η έρευνα του χιούμορ έχει επικεντρώσει την προσοχή της σε δύο κύρια και συσχετιζόμενα μεταξύ
τους ζητήματα σε σχέση με την κατακλείδα: την –τελική- θέση της και τη λειτουργία της (Tsakona
2003, σ. 317). Σύμφωνα με το Raskin (1985), η κατακλείδα είναι μια προϋπόθεση απαραίτητη για το
αστείο και ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της παρουσίασής του. Όλες οι παράμετροι
λειτουργούν με στόχο την επιτυχή θέση και διατύπωσή της, αφού αυτή είναι το πιο κρίσιμο στοιχείο
του αστείου. Ο ρόλος της είναι να δώσει νέες πληροφορίες οι οποίες θα προκαλέσουν την
επανερμηνεία ολόκληρου του κειμένου και θα φέρουν στην επιφάνεια την αντίθεση των σεναρίων. Τα
περισσότερα χιουμοριστικά κείμενα τοποθετούν την κατακλείδα στην τελική θέση (Tsakona 2003, σ.
317), όπως π.χ. στο [1], όπου η κατακλείδα είναι η τελική φράση «μη σκας». Λιγότερο συχνά η
κατακλείδα τοποθετείται λίγο πριν από το τέλος, εφόσον αυτά που ακολουθούν δεν έχουν συνέπειες
για το αστείο (Tsakona 2003, σ. 317). Η παράμετρος της γλώσσας και μαζί της η κατακλείδα του
κειμένου, είναι τα μόνα συστατικά του αστείου που παίρνουν εντολές από όλες τις άλλες
παραμέτρους (Attardo and Raskin 1991, σ. 299).

30

Το λεκτικό αστείο ή λογοπαίγνιο.

Είδαμε τη δυνατότητα των χιουμοριστικών κειμένων για παράφραση και επίσης το σημαντικό
ρόλο της κατακλείδας για το αστείο. Συνδυάζοντας αυτά τα δύο στοιχεία, διακρίνουμε τα
χιουμοριστικά κείμενα σε δύο κατηγορίες ανάλογα με το αν η κατακλείδα τους μπορεί ή όχι να
παραφραστεί. Αν η κατακλείδα επιδέχεται παράφραση, τότε το χιουμοριστικό κείμενο ονομάζεται
αναφορικό αστείο (referential joke), ενώ αν δεν επιδέχεται, ονομάζεται λεκτικό αστείο ή λογοπαίγνιο
(verbal joke, pun, Attardo 2001, σ. 23). Περιπτώσεις αναφορικών αστείων είναι τα [2], [3], [4], [5],
δηλαδή όλα όσα είδαμε ως τώρα εκτός από το πρώτο.
Στα λεκτικά χιουμοριστικά κείμενα, το αστείο βασίζεται στο σημαίνον. Η ακριβής γλωσσική
διατύπωση της κατακλείδας είναι υποχρεωτική στα κείμενα αυτά, γιατί είναι απαραίτητο να
διατηρείται η φωνητική ομοιότητα των εκφράσεων-κλειδί από την οποία εξαρτάται η ενεργοποίηση
των αντίθετων σεναρίων. Η αντίθεση σεναρίων, η πιο βαθιά παράμετρος επιλέγει εκ των προτέρων τη
γλώσσα της κατακλείδας στα λεκτικά αστεία. Για τη λεκτική απόδοση του υπόλοιπου κειμένου των
λεκτικών αστείων ισχύει ό,τι ισχύει και για το κείμενο των αναφορικών αστείων, δηλαδή επιδέχονται
παράφραση, αρκεί να διατηρούνται αναλλοίωτες οι υπόλοιπες παράμετροι.

Περιπτώσεις λογοπαιγνίων.

Η ανάλυση και κατηγοριοποίηση των λογοπαιγνίων είναι ένα ιδιαίτερα περίπλοκο ζήτημα. Οι
κατηγοριοποιήσεις των λογοπαιγνίων που έχουν κατά καιρούς προταθεί είναι πολλές (βλ. σχετική
συζήτηση στο Attardo 1994˙ η παραπομπή στο Attardo et al. 2002, σ. 15). Ο Sobkowiak
παρατηρεί ότι τα περισσότερα λογοπαίγνια δεν μπορούν να κατηγοριοποιηθούν συστηματικά (noncategoricality of most punning phenomena) και ότι η παραδοσιακή ‘ασπρόμαυρη’ προσέγγιση
(yes-or-no approach) είναι καταδικασμένη στην περίπτωσή τους να αποτύχει (1991˙ η παραπομπή
στο Hempelmann 2003, σ. 14). Στα πλαίσια αυτής της εργασίας τα λογοπαίγνια ήταν όντως ο
μεγαλύτερος πονοκέφαλος. Θα επιχειρήσουμε μια ανάλυσή τους με όσο το δυνατόν πιο απλό τρόπο.

31

Για την ανάλυση των λογοπαιγνίων θα λάβουμε υπόψη δύο κατηγοριοποιήσεις οι οποίες
λειτουργούν μεταξύ τους συμπληρωματικά.
Η πρώτη από αυτές βασίζεται στο επίπεδο γλωσσικής ανάλυσης στο οποίο συμβαίνει η επικάλυψη
των σεναρίων μέσα σε ένα λογοπαίγνιο και παρουσιάζεται αμέσως παρακάτω:

Πρώτη ταξινόμηση: ανάλογα με το επίπεδο γλωσσικής ανάλυσης:

Στα πλαίσια αυτής της ομαδοποίησης διακρίνουμε ανάλογα με το μήκος των μονάδων που
ταυτίζονται: στην παρήχηση η ταύτιση συμβαίνει στο φωνητικό επίπεδο. Οι υπο-λεξικές,
μορφολογικού επιπέδου ταυτίσεις δεν έχουν ταξινομηθεί ικανοποιητικά από την έρευνα των
λογοπαιγνίων, ενώ οι ταυτίσεις σε επίπεδο λέξης προκαλούνται από την ομωνυμία ή την αμφισημία.
Μεγαλύτερες ακολουθίες ταυτίζονται σε συντακτικό επίπεδο, ενώ πραγματολογικές αμφισημίες
μπορούν επίσης να συμβούν (όλη η παράγραφος από το Attardo et al. 2002, σ. 15).

Δεύτερη ταξινόμηση των λογοπαιγνίων:

Η δεύτερη ταξινόμηση που θα λάβουμε υπόψην παράλληλα με την προηγούμενη προκύπτει από
το συνδυασμό δύο διαφορετικών κριτηρίων:
Το πρώτο κριτήριο είναι αν στο κείμενο βρίσκονται πραγματικά παρούσες και οι δύο
επικαλυπτόμενες εκφράσεις ή μόνο η μία από αυτές (με τη δεύτερη να ενεργοποιείται αποκλειστικά
και μόνο μέσα από την παρουσία της πρώτης και εξαιτίας της φωνητικής της ομοιότητας μαζί της).
Το δεύτερο κριτήριο είναι αν οι επικαλυπτόμενες εκφράσεις είναι τέλεια ομόηχες ή μόνο μερικώς
ομόηχες. Όταν είναι τέλεια ομόηχες, τότε το λογοπαίγνιο θα ονομάζεται τέλειο (homonymous, perfect
pun), ενώ όταν δεν είναι τέλεια ομόηχες (αλλά παρουσιάζουν μικρή ετεροφωνία 6 ), το λογοπαίγνιο θα
TPF

TP

6
PT

FPT

Δε θα ασχοληθούμε εδώ με το ποιος βαθμός ‘μικρής ετεροφωνίας’ είναι επιτρεπτός για να θεωρηθεί αστείο

ένα λογοπαίγνιο. Για μια αναλυτική παρουσίαση του ζητήματος, βλ. Hempelmann (2003).

32

ονομάζεται ατελές (imperfect, heteronymous, heterophonic, paronomasic pun) (Hempelmann 2003, σ. 10). 7
TPF

FPT

Ο ακόλουθος πίνακας απεικονίζει τη δεύτερη ταξινόμηση συνδυάζοντας τα δύο παραπάνω κριτήρια
(Hempelmann 2003, σ. 10):

Ονομασία λογοπαιγνίου:

Τέλεια λογοπαίγνια (ομώνυμα)

1. παρουσία μόνο της μίας έκφρασης

‘significatio’

2. παρουσία και των δύο εκφράσεων

‘traductio’

Ατελή λογοπαίγνια (ελαφρώς ετερώνυμα)

1. παρουσία μόνο της μιας έκφρασης
2. παρουσία και των δύο εκφράσεων

–—
‘adnominatio’ 8
TPF

FPT

Στα τέλεια λογοπάιγνια, η φωνητική απόκλιση ανάμεσα στην πρώτη και στη δεύτερη
επικαλυπτόμενη έκφραση είναι –σχεδόν- μηδέν (ανεξάρτητα από το αν η δεύτερη είναι ή δεν είναι
παρούσα στο κείμενο) (Hempelmann 2003, σ. 12). Το significatio, το πρώτο από τα δύο μέλη αυτής
της κατηγορίας θεωρείται ως το πρωτοτυπικό λογοπαίγνιο καθώς, κάνοντας χρήση μίας μόνο
Τα τέλεια λογοπαίγνια βασίζονται στην αμφισημία ή στην ομωνυμία δύο γλωσσικών εκφράσεων γι αυτό

7
TP

PT

παρουσιάζουν ενδιαφέρον κυρίως ως προς τη σημασιολογία τους, ενώ τα ατελή λογοπαίγνια ενδιαφέρουν
κυρίως τον ερευνητή ή την ερευνήτρια της φωνολογίας, καθώς ενεργοποιούνται από τη φωνητική ομοιότητα
δύο εκφράσεων (Hempelmann 2003, abstract).
8
TP

PT

Οι ονομασίες προτείνονται ήδη από τον Κικέρωνα (στο Rhetorica ad Herrenium) και τον Geoffrey of Vinsauf

(στο Poetria Nova) (Hempelmann 2003, σ. 9).

33

έκφρασης, φέρνει σε αντίθεση τις διαφορετικές σημασίες που αντιστοιχούν σ’ αυτήν (Hempelmann
2003, σ. 11). Ένα παράδειγμα του τύπου significatio είναι το [1], όπου η ομωνυμία είναι τέλεια, αλλά
και το παρακάτω, όπου η επιτόνιση αλλάζει ελαφρώς τις κατά τα άλλα ομόηχες εκφράσεις:

[6]. -Πώς λέγεται αυτός που δεν έχει μέση;
-Μέση χωρίς.
U

U

Η ταύτιση γίνεται στο συντακτικό επίπεδο. Η έκφραση «μέση χωρίς» ([mési horís], πρώτο
σενάριο) ενεργοποιεί τη (σχεδόν) ομόηχή της «με συγχωρείς» ([me sihorίs], δεύτερο σενάριο˙
διαφέρουν μόνο στην επιτόνιση), η οποία είναι παρούσα μόνο παραδειγματικά. Η ταύτιση είναι
δυνατή μόνο στα πλαίσια της τοπικής, ελαττωματικής λογικής του αστείου.
Το επόμενο λογοπαίγνιο είναι του τύπου traductio, δηλαδή στηρίζεται στην τέλεια ομωνυμία δύο
σημαινόντων που είναι και τα δύο παρόντα μέσα στο χιουμοριστικό κείμενο το καθένα με μια
διαφορετική σημασία:

[7]. Ένας τύπος σ’ ένα μπαρ πλησιάζει μια κοπέλα και της λέει:
- Γεια σου κούκλα, είμαι ηθοποιός. Πάρε μια πρόσκληση να ’ρθεις να δεις το έργο που παίζω.
Η κοπέλα διστάζει, τελικά όμως δέχεται την πρόσκληση και λέει:
-Ευχαριστώ, αλλά θα ήθελα άλλη μία πρόσκληση, γιατί δεν πρόκειται να έρθω μόνη μου.
-Καλά, της λέει εκείνος. Πάρε άλλη μία και σας περιμένω.
-Εντάξει, θα ’ρθω μάλλον.
U

U

Κι εκείνος:
-Όχι μ’ άλλον, μ’ άλλην να ’ρθεις.
U

U

Στο δείγμα ανέκδοτων αυτής της εργασίας ο τύπος λογοπαιγνίου που συναντάται πιο συχνά είναι
το significatio, το «πρωτοτυπικό λογοπαίγνιο». Ο Hempelmann από την άλλη θεωρεί ως τον πιο
συνηθισμένο τύπο λογοπαιγνίου για τα αμερικάνικα ανέκδοτα την τρίτη περίπτωση του πίνακα

34

(αυτήν που δεν έχει όνομα), δηλαδή αυτήν στην οποία το λογοπαίγνιο είναι ατελές και ταυτόχρονα
το σημαίνον που ενεργοποιεί τις δύο αντίθετες σημασίες εμφανίζεται μόνο μία φορά στο κείμενο.
Ωστόσο, στα ελληνικά ανέκδοτα του δείγματός μας αυτός ο τύπος λογοπαιγνίου συναντάται μόνο
μία φορά:

[8] -Πώς λέγεται αυτός που πουλάει ντόνατ το καλοκαίρι;
-Donut summer.
U

U

Πρόκειται για χιουμοριστικό κείμενο που απαιτεί και εγκυκλοπαιδική γνώση για να γίνει
κατανοητό, συγκεκριμένα ότι η Donna Summer είναι ντίσκο τραγουδίστρια, καθώς και βασικές
γνώσεις αγγλικών. Το πρώτο σημαίνον είναι το donut summer, που εμφανίζεται στο κείμενο και το
δεύτερο είναι το Donna Summer, παραδειγματικά παρόν και ελαφρώς διαφορετικό από το πρώτο
σημαίνον (donut summer) που το ενεργοποίησε.
Αυτή η περίπτωση λογοπαιγνίων (η χωρίς-όνομα) αποσπά το μεγαλύτερο μέρος της προσοχής
του Hempelmann, ο οποίος προτείνει γι αυτήν έναν ξεχωριστό τρόπο ανάλυσης, που δεν
εφαρμόζεται με την ίδια επιτυχία στις άλλες περιπτώσεις λογοπαιγνίων και είναι ο εξής: στα
λογοπαίγνια αυτά, η λέξη που είναι μόνο παραδειγματικά παρούσα στο κείμενο είναι ο στόχος (την
παράμετρο στόχο θα τη γνωρίσουμε πιο αναλυτικά παρακάτω (4.1.3)), ενώ η λέξη που εμφανίζεται
πραγματικά στο κείμενο και «σκοπεύει» σε αυτό το στόχο είναι το λογοπαίγνιο (Hempelmann 2004,
σ. 383). Με βάση αυτόν τον τρόπο ανάλυσης, στο [8] που μόλις είδαμε το λογοπαίγνιο είναι η
έκφραση donut summer, πραγματικά παρούσα στο κείμενο και ο στόχος είναι η έκφραση Donna
Summer που ενεργοποιείται από το λογοπαίγνιο και είναι παρούσα παραδειγματικά. Ωστόσο, σε
αντίθεση με τα ατελή λογοπαίγνια, στα τέλεια λογοπαίγνια η απόλυτη φωνητική σύμπτωση
λογοπαιγνίου-στόχου κάνει τη διάκριση μεταξύ τους να μην είναι εντελώς ξεκάθαρη (Hempelmann
2003, σ. 12), όπως συμβαίνει στο ανέκδοτο [22] παρακάτω.
Για παραδείγματα της (τέταρτης) περίπτωσης adnominatio, βλ. τα ανέκδοτα [18] και [25]
παρακάτω.

35

4.1.2. Παράμετρος 2: Αφηγηματική Στρατηγική (Narrative Strategy)

Στα πλαίσια της ΓΘΛΧ, η αφηγηματική στρατηγική συνδέεται με το γεγονός ότι κάθε αστείο
πρέπει να κάνει την εμφάνισή του με κάποια αφηγηματική μορφή. Αφηγηματικές στρατηγικές για τα
χιουμοριστικά κείμενα είναι οι δημοφιλείς αφήγηση με διάλογο ([1], [2], [3], [4], [7], [9], κ.α.) και
ερώτηση-απάντηση ([5], [6], [8], [12], [20], κ.α.), το (ψευδο-)αίνιγμα ([28], [29]), η σπάνια στα ανέκδοτα
τουλάχιστον, αφήγηση ([26]) (Raskin 1985 και Attardo and Raskin 1991), τα ευφυολογήματα της
μιας αράδας (one-liners, [20]) (Τακούδα 2002), κ.α.
Ένα ζήτημα είναι κατά πόσο όλα τα αστεία είναι αφηγηματικά. Οι Attardo and Chabanne (1992˙
η παραπομπή στο Attardo 2001, σ. 23) αδύναμα υπαινίχτηκαν μια θετική απάντηση, αν και η έρευνα
βρισκόταν ακόμα σε αρχικό στάδιο (το 2001). Αυτός ο υπαινιγμός, ωστόσο, δεν πρέπει να θεωρηθεί
πως υποστηρίζει ότι όλο το χιούμορ γενικά είναι αφηγηματικό (Attardo 2001, σ. 23).

Οι Attardo και Raskin (1991, σ. 301) θεωρούν ότι μία ιδιαίτερα σημαντική πλευρά της
παραμέτρου αφηγηματική στρατηγική είναι το ζήτημα της μη-περιττολογίας (non-redundancy) κατά
το ξετύλιγμα του χιουμοριστικού κειμένου. Το να μη δίνονται περισσότερα στοιχεία απ’ όσα είναι
απαραίτητα ή ακόμα και το να δίνονται στην ακροάτρια λιγότερα από όσα είναι απαραίτητα, έχει ως
αποτέλεσμα να δημιουργούνται στο κείμενο ελλείποντες κρίκοι που είναι απαραίτητοι για το
χιουμοριστικό αποτέλεσμα και τους οποίους η ακροάτρια μπορεί και πρέπει να ανακατασκευάσει.
Αυτό το ζήτημα της χρήσης της ασάφειας και της κρυπτικότητας (implicitness) στα χιουμοριστικά
κείμενα συνδέεται αφενός με την εσκεμμένη παραβίαση του αξιώματος της ποσότητας (Attardo 1990˙
η παραπομπή στο Attardo and Raskin 1991, σ. 301) και έτσι θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι
σχετίζεται και με την παράμετρο γλώσσα. Από την άλλη, θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι η λογική
οργάνωση του κειμένου που προκύπτει από τη χρήση της κρυπτικότητας και από τη συνακόλουθη
διαδικασία εξαγωγής συμπεράσματος εκ μέρους της συνομιλήτριας, καθορίζεται από την παράμετρο
λογικός μηχανισμός (παράμετρος 5, βλ. 4.1.5. παρακάτω). Ωστόσο, οι Attardo και Raskin θεωρούν ότι
για πρακτικούς λόγους είναι καλύτερα το φαινόμενο αυτό να ανατεθεί στη δικαιοδοσία της
παραμέτρου αφηγηματική στρατηγική. Οι πρακτικοί αυτοί λόγοι είναι ότι, παρόλο που η κρυπτικότητα

36

καθορίζεται και από την αφηγηματική στρατηγική και από το λογικό μηχανισμό, θεωρούν
περισσότερο συνετό να την αναθέσουν σε μια επιφανειακότερη παράμετρο όπως η αφηγηματική
στρατηγική, η οποία θα μπορεί να καθοριστεί από μια βαθύτερη όπως ο λογικός μηχανισμός, παρά να
την αναθέσουν σε μια βαθιά παράμετρο και έτσι να αποκλείουν τον καθορισμό της από μια
επιφανειακή (όλη η παράγραφος από το Attardo and Raskin 1991, σ. 301). Ο ισχυρισμός τους
φαίνεται σωστός με βάση περιπτώσεις του δείγματος αυτής της εργασίας, π.χ. το παρακάτω
ανέκδοτο:

[9]. Πάει ένας τύπος στο γιατρό του να ρωτήσει για τα αποτελέσματα από κάτι εξετάσεις που είχε κάνει.
- Τι γίνεται γιατρέ; Όλα καλά, έτσι;
- Δυστυχώς έχω για σένα δυσάρεστα και πολύ δυσάρεστα νέα, λέει ο γιατρός. Ποια θες να ακούσεις πρώτα;
U

U

- Τι μου λες γιατρέ μου τώρα; Με κάνεις και ανησυχώ. Πες μου τα δυσάρεστα πρώτα. Τι τρέχει;
- Κοίτα!! Τα δυσάρεστα είναι ότι οι εξετάσεις δείχνουν πως έχεις 24 ώρες ζωής!!!
U

U

- Τι λες ρε γιατρέ τώρα;; Mε δουλεύεις;;; Και τα πολύ δυσάρεστα ποια είναι δηλαδή;
U

U

- Σε ψάχνω από χθες...!!!

Εδώ ο λογικός μηχανισμός είναι ο ελλείπων κρίκος ενός σωστού συλλογισμού, συγκεκριμένα ότι «ο
γιατρός ψάχνει τον ασθενή του ήδη εδώ και είκοσι τέσσερις ώρες». Ο ελλείπων κρίκος είναι η κρίσιμη
πληροφορία που δεν πρέπει να αποκαλυφτεί πριν από το τέλος, γιατί η απουσία του είναι που
συγκρατεί ολόκληρο το αστείο. Η αφηγηματική στρατηγική δίνει στο κείμενο την ακόλουθη οργάνωση,
ώστε ο λογικός μηχανισμός να διατηρηθεί κρυφός:

1. Υπάρχουν δυσάρεστα και πολύ δυσάρεστα νέα.
2. Αν τα δυσάρεστα είναι ο θάνατος μέσα στις επόμενες είκοσι τέσσερις ώρες, τότε τα πολύ δυσάρεστα ποια
μπορεί να είναι; (πρώτο και αναμενόμενο σενάριο)
→ 3. Τα πολύ δυσάρεστα είναι ο θάνατος τώρα. (δεύτερο και μη-αναμενόμενο σενάριο)

37

Παρατηρούμε ότι η αφηγηματική στρατηγική δημιουργεί στο συλλογισμό ένα κενό (τον ελλείποντα
κρίκο) και έτσι πετυχαίνει να οδηγήσει την ακροάτρια σε προσδοκίες (σενάριο 1) απλώς και μόνο για
να τις διαψεύσει αργότερα (σενάριο 2 -το οποίο μας δίνεται συμπερασματικά, βλ. παρακάτω (4.1.6.)).
Στην κατακλείδα ο ελλείπων κρίκος αποκαλύπτεται και ο συλλογισμός αποκαθίσταται. Φαίνεται
δηλαδή ότι ήταν εξαρχής απόλυτα σωστός (αν και ακατάλληλος για την περίσταση μιας ιατρικής
συνάντησης) –απλώς η αφηγηματική οργάνωση του κειμένου κρατούσε κρυφή μία προκείμενή του.
Ο δυναμικός ρόλος που έχει και σε άλλες περιπτώσεις η αφηγηματική στρατηγική θα φανεί καλύτερα
αργότερα, στις παρατηρήσεις που σχετίζονται με την αφηγηματική στρατηγική ερώτηση-απάντηση
(παράγραφος 5.1.).

4.1.3. Παράμετρος 3: Στόχος

Η παράμετρος του στόχου (target) μας λέει ποιος είναι ο περίγελος (butt) του αστείου. Ο Attardo
υποστηρίζει πως είναι μάλλον απίθανο ένας στόχος να μην είναι ανθρώπινος ή έστω ανθρωποειδής.
Η επίθεση είναι γι αυτόν υπόθεση κοινωνική.
Οι πληροφορίες της παραμέτρου στόχος περιλαμβάνουν τα ονόματα ατόμων ή ομάδων και τα
(χιουμοριστικά) στερεότυπα που τους αποδίδονται. Περιπτώσεις χαρακτηριστικών ομάδων που
γίνονται στόχος του αστείου είναι οι Πόντιοι και οι ξανθιές για την υποτιθέμενη χαζομάρα τους στα
ελληνικά, οι Ιρλανδοί για το ίδιο χαρακτηριστικό στα αγγλικά ανέκδοτα, οι Εβραίοι για την
τσιγκουνιά τους στα ελληνικά και στα αμερικάνικα ανέκδοτα (Raskin 1985, σ. 25). Η παράμετρος
του στόχου θεωρείται προαιρετική από τη ΓΘΛΧ (Attardo 2001), δηλαδή η ΓΘΛΧ θεωρεί ότι
υπάρχουν αστεία που δε γελοιοποιούν κάποιον και σ’ αυτές τις περιπτώσεις δίνει στην παράμετρο
στόχο την τιμή μηδέν.
Η έρευνα έδειξε ότι η αρχική περιγραφή του στόχου ως ανθρώπου ή ομάδας ανθρώπων πρέπει να
διευρυνθεί για να συμπεριλάβει και τους λεγόμενους «ιδεολογικούς στόχους» (ideological targets,
Karman 1998˙ η παραπομπή στον Attardo 2001, σ. 24), όπως είναι οι θεσμοί, π.χ. ο γάμος, η
ρομαντική αγάπη, το κατεστημένο. Κάποιοι ιδεολογικοί στόχοι που βρίσκονται στο σώμα των

38

ανέκδοτων αυτής της εργασίας είναι οι σχέσεις των δύο φύλων [7], η αμηχανία μπροστά στην
ομοφυλοφιλία [30] και ο φόβος για την τρομοκρατία [4]. Επίσης, θυμίζουμε ότι στα ατελή
λογοπαίγνια που είδαμε παραπάνω (4.1.1.), ως στόχος θεωρείται μια γλωσσική έκφραση, μέσω της
ηχητικής σύμπτωσής της με μια άλλη έκφραση. Στις περιπτώσεις αυτές, στόχος μοιάζει να είναι η ίδια
η γλώσσα, είτε ως θεσμός που διεκδικεί κάποιο κύρος στα μάτια των ανθρώπων (βλ. και Alexander
Bain, παράγραφος 1.2) ή ίσως εξαιτίας του πόσο ακατανόητοι φαίνονται οι μηχανισμοί της (στην
περίπτωση των λογοπαιγνίων: η αυθαιρεσία του γλωσσικού σημείου) στους (μη-γλωσσολόγους)
ομιλητές της.

4.1.4. Παράμετρος 4: Κατάσταση

Κάθε αστείο πρέπει να αφορά κάποιον ή κάτι, πιο γενικά μια κατάσταση (situation). Η κατάσταση
είναι τα θεμέλια πάνω στα οποία θα στηριχτεί το αστείο. Είναι αυτή που δίνει τις γενικές γραμμές
του κειμένου με το να ενεργοποιεί τα κατάλληλα σενάρια. Κάθε αστείο πρέπει να αφορά κάποια
κατάσταση, παρόλο που άλλα θα βασιστούν πολύ σε αυτήν, ενώ άλλα θα την αγνοήσουν σχεδόν
τελείως (Attardo 2001, σ. 24). Επίσης, η παράμετρος της κατάστασης δεν είναι χαρακτηριστικό
αποκλειστικά των αστείων, αλλά αποτελεί μια λειτουργία κοινή τόσο για τα χιουμοριστικά όσο και
για τα μη-χιουμοριστικά κείμενα (Attardo 2001), όπως εξάλλου συμβαίνει και με τη γλώσσα και την
αφηγηματική στρατηγική.

4.1.5. Παράμετρος 5: Λογικός Μηχανισμός.

Η ΣΘΣΧ δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τους λογικούς μηχανισμούς (logical mechanisms)˙ ο Raskin
(1985) κάνει απλώς αναφορά σε κάποια στοιχεία του χιουμοριστικού κειμένου τα οποία έχουν την
ιδιότητα να επιτρέπουν στα δύο αντίθετα σενάρια να συνυπάρξουν. Ονομάζει αυτά τα στοιχεία
πυροδότες εναλλαγής σημασιολογικών σεναρίων (παράγραφος 3.4) και ως τέτοιους θεωρεί την αμφισημία

39

και την αντίφαση. Μιλώντας για τους πυροδότες, ο Raskin ήρθε πολύ κοντά στην έννοια του λογικού
μηχανισμού (Attardo and Raskin 1991, σ. 307). Όμως το θέμα της σύνδεσης των αντίθετων
σεναρίων δεν εξαντλείται στην αμφισημία και στην αντίφαση, και η ΓΘΛΧ το αντιμετωπίζει ως πολύ
περισσότερο περίπλοκο˙ για την ακρίβεια θεωρεί ότι ο λογικός μηχανισμός είναι με διαφορά η πιο
προβληματική της παράμετρος (Attardo 2001, σ. 25).
Στα πλαίσια της ΓΘΛΧ, ο ορισμός του λογικού μηχανισμού δόθηκε αρχικά μέσω
παραδειγμάτων (Attardo and Raskin, 1991), μολονότι επισημάνθηκε η σχέση του με την πενιχρή
βιβλιογραφία για την τοπική λογική (local logic, Ziv 1984˙ η παραπομπή στο Attardo and Raskin
1991, σ. 307 και Attardo 2001, σ. 25). Αργότερα (1993), ο λογικός μηχανισμός αποκτά μια
περισσότερο ξεκάθαρη υπόσταση˙ θεωρείται από τους συγγραφείς ότι είναι η παράμετρος που
«εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο τα δύο αντίθετα σενάρια ενός χιουμοριστικού κειμένου μπορούν να
συνυπάρξουν» (Ruch et al. 1993, σ. 125).

Οι Ruch, Attardo και Raskin (1993) έκαναν μια έρευνα με σκοπό την εμπειρική επαλήθευση της
ΓΘΛΧ. Στην έρευνα αυτή, οι συμμετέχοντες έλαβαν τρία βασικά ανέκδοτα και έξι παραλλαγές του
καθενός απ’ αυτά. Σε κάθεμία από τις έξι παραλλαγές άλλαζε κάθε φορά η τιμή μίας μόνο από τις έξι
παραμέτρους. Σύμφωνα με την υπόθεση της έρευνας, αν η ΓΘΛΧ είναι σωστή, τότε οι
συμμετέχοντες θα πρέπει να θεωρήσουν ως περισσότερο ανόμοια τα αστεία στα οποία η παράμετρος
που διέφερε βρισκόταν πιο κοντά στην αντίθεση σεναρίων, δηλαδή στη βαθιά δομή και, αντίστοιχα, ως
περισσότερο όμοια τα αστεία στα οποία η παράμετρος που διέφερε πλησίαζε την παράμετρο
γλώσσα, δηλαδή την επιφανειακή δομή.
Η μόνη παράμετρος που δε συμπεριφέρθηκε ακριβώς όπως προβλεπόταν από την υπόθεση ήταν
ο λογικός μηχανισμός (ο οποίος συμπεριφέρθηκε «άσχημα» σε σχέση με την αμέσως προηγούμενή του
παράμετρο, την κατάσταση, αλλά όπως έπρεπε σε σχέση με τις άλλες, Ruch et al. 1993, σ.131˙
Attardo 2001, σ. 25). Αυτό έκανε τον Raskin να αμφιβάλλει για τη σπουδαιότητα της παραμέτρου
(Raskin 1995˙ η παραπομπή στο Attardo 2001). Ο Attardo αντίθετα (1997˙ η παραπομπή στο
Attardo 2001), υποστηρίζει ότι ο λογικός μηχανισμός αντιστοιχεί στο στάδιο της διευθέτησης της
ασυμβατότητας όπως είναι γνωστό από το ψυχολογικό μοντέλο Διευθέτησης της Ασυμβατότητας (βλ.

40

ενότητα 1.1.1.). Μια συνέπεια αυτού του ισχυρισμού είναι ότι, όπως η διευθέτηση της
ασυμβατότητας θεωρείται προαιρετική από την παραπάνω ψυχολογική θεωρία, αντίστοιχα μπορεί να
θεωρηθεί προαιρετικός και ο λογικός μηχανισμός στα πλαίσια της ΓΘΛΧ (Attardo 2001, σ. 25) και
έτσι να παίρνει κατά την ανάλυση τιμή μηδέν. 9 Στο δείγμα αυτής της εργασίας δε βρέθηκε καμία
TPF

FPT

περίπτωση ανέκδοτου χωρίς λογικό μηχανισμό –αυτό όμως δε μας κάνει να υποστηρίζουμε ότι ο
λογικός μηχανισμός υπάρχει πάντα. Χαρακτηριστική περίπτωση χιούμορ χωρίς λογικό μηχανισμό
θεωρείται το να κάνει ή να λέει κανείς «βλακείες» (nonsensical, absurd humor, Attardo et al. 2002,
σ. 25˙ βλ. και Suls, ενότητα 1.1.1.).
TP

PT

Τα περισσότερα αστεία έχουν κάποια «λογική μέσα στον παραλογισμό τους» (Freud 1905), μια
ελαττωματική ή «τοπική» λογική (Ziv 1984˙ οι παραπομπές στους Attardo et al. 2002, σ. 4). Η
ελαττωματική αυτή λογική είναι δυνατό να λειτουργήσει μόνο «αν είμαστε διατεθειμένοι να πάμε με
τα νερά της» (“if we are willing to play along”, Ziv 1984˙ η παραπομπή στο Attardo and Raskin
1991, σ. 307)˙ σύμφωνα με τον Attardo (2001, σ. 25), με την «ηθελημένη αναστολή της δυσπιστίας»
(“willing suspension of disbelief”) εκ μέρους της ακροάτριας.
Ο λογικός μηχανισμός είναι η παράμετρος που περιγράφει την ελαττωματική λογική του αστείου
(Hempelmann 2003). Περιγράφει δηλαδή ποια είναι η -ελαττωματικής λογικής- φανταστική ή
περιθωριακή ομοιότητα που επιτρέπει στα αντίθετα σενάρια κάθε ανέκδοτου να συνδέονται, όπως
είναι π.χ. η φωνητική ομοιότητα για τη σύνδεση άσχετων μεταξύ τους σημασιών, που είδαμε να
συμβαίνει στα λογοπαίγνια. Για τον Hempelmann (2004, σ. 385) «το αστείο χρειάζεται ένα λογικό
μηχανισμό», ένα δικό του τρόπο «για να γεφυρώσει φαινομενικά το κατά τα άλλα αγεφύρωτο χάσμα
ανάμεσα στις ασύμβατες έννοιες». Ο λογικός μηχανισμός θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί ως ένα
εργαλείο της παραμέτρου αντίθεση σεναρίων (‘a tool for script opposition’, Attardo and Raskin
1991, σ. 324).

TP

9
PT

Το 1991, δηλαδή πριν από την έρευνα, στην αρχική επεξεργασία της ΓΘΛΧ, οι Attardo και Raskin

θεωρούσαν μόνο την παράμετρο στόχο προαιρετική για το αστείο.

41

Σχετικά με την ονομασία «λογικός μηχανισμός», και συγκεκριμένα με τον όρο «λογικός», οι
Attardo και Raskin εξηγούν ότι η επιλογή αυτή κινητοποιήθηκε από τη συχνή χρήση ορολογίας από
τα Μαθηματικά στην προϋπάρχουσα –φτωχή- βιβλιογραφία για φαινόμενα παραπλήσια με το λογικό
μηχανισμό (π.χ., στην Ψυχολογία της Μορφής (Gestalt)). Ωστόσο αναφέρουν ότι οι μηχανισμοί
αυτοί είναι μάλλον γνωσιακοί (cognitive), αλλά θεωρούν ότι και ο όρος αυτός δεν είναι λιγότερο
προβληματικός από τον όρο «λογικός» (Attardo and Raskin 1991, σ. 336).

Οι τιμές που μπορεί να πάρει η παράμετρος του λογικού μηχανισμού κατά την ανάλυση ενός
χιουμοριστικού κειμένου είναι περιορισμένες σε αριθμό (πράγμα που είδαμε ότι ισχύει και για τις
τιμές της αντίθεσης σεναρίων), σε αντίθεση με τις τιμές των παραμέτρων γλώσσα και κατάσταση που
είναι πολύ περισσότερες (Attardo 2001). Αρχικά (1991), οι Attardo και Raskin εντοπίζουν τις
ακόλουθες εφτά τιμές λογικών μηχανισμών: αντιστροφή μορφής-φόντου (figure-ground reversal),
ελαττωματική λογική (faulty logic), χιασμός (chiasmus), αναλογία (analogy), λάθος αναλογία (false
analogy), παραπλάνηση (garden-path) και αντιπαράθεση (juxtaposition). Η Di Maio (2000˙ η
παραπομπή στο Attardo 2001) μετά από την ανάλυση ενός σώματος περισσότερων από διακόσια
αστεία προσθέτει στους αρχικούς εφτά, είκοσι ακόμα λογικούς μηχανισμούς. Οι Attardo,
Hempelmann και Di Maio (2002) επεξεργάστηκαν τους λογικούς μηχανισμούς της Di Maio και
έκαναν προσπάθεια να τους ομαδοποιήσουν ανάλογα με τα κοινά χαρακτηριστικά τους. Ακολουθεί η
λίστα αυτών των είκοσι εφτά γνωστών μέχρι τώρα λογικών μηχανισμών ταξινομημένων σε ομάδες (η
λίστα ωστόσο δε θεωρείται εξαντλητική –το πιο πιθανό είναι ότι η έρευνα θα αναδείξει κι άλλους 10 ):
TPF

FPT

Α. Συνταγματικές σχέσεις:
1. αντιστροφές ρόλων (role reversals)

6. αντιστροφή μορφής-φόντου (figure-ground reversal)

2. κενή αντιστροφή (vacuous reversal)

7. παραλληλισμός (parallelism)

3. συμμετρία (proportion)

8. potency συναρτήσεις (potency mappings)

4. ανταλλαγές ρόλων (role exchanges)

9. χιασμός (chiasmus)

5. αντιπαράθεση (juxtaposition)

10. κρυφός παραλληλισμός (implicit parallelism)

TP

10
PT

‘I am sure there are many other faulty inferential paths I have not even mentioned’, Hempelmann 2000, σ. 92.

42

Β. Συλλογισμοί:
1. αναλογία (analogy)

7. το να αγνοείς το προφανές (ignoring the obvious)

2. λάθος αναλογία (false analogy)

8. κρατυλισμός (cratylism)

3. περιορισμός πεδίου (field restriction)

9. almost situations

4. λάθος λογική (faulty reasoning)

10. σύμπτωση (coincidence)

5. ελλείπων κρίκος (missing link)

11. υπερβολή (exaggeration)

6. συλλογισμός με λάθος προκείμενες (reasoning from false premises)

Γ. Μετά-χιούμορ (επίσης μέλος των συλλογισμών)
1. παραπλάνηση (garden-path)
2. μετα-χιούμορ (meta-humor)

Δ. Λεκτικό Χιούμορ: αναφορική αμφισημία (referential ambiguity). Ο κρατυλισμός ανήκει και
εδώ, αλλά και στην υποκατηγορία λάθος συλλογισμοί.

(Εκτός ταξινόμησης βρίσκονται οι λογικοί μηχανισμοί φαύλος κύκλος (vicious circle), υπονόμευση του
εαυτού (self-undermining) και συναγόμενες συνέπειες (inferring consequences)).

Στην επόμενη παράγραφο θα αρχίσει η αναλυτική παρουσίαση μόνο εκείνων από τους παραπάνω
λογικούς μηχανισμούς που βρέθηκαν στο σώμα των ανέκδοτων αυτής της εργασίας. Η παρουσίαση
κάθε λογικού μηχανισμού θα γίνεται με ορισμό (αν είναι διαθέσιμος) ή/και με παραδείγματα που
προτείνουν οι Attardo, Di Maio, Hempelmann και Raskin σε διάφορες εργασίες τους. Στη
συνέχεια, θα παρουσιάζεται η ανάλυση των ανέκδοτων αυτής της εργασίας, ή κάποιων από αυτά, στα
οποία συναντάται ο ίδιος λογικός μηχανισμός. Υπάρχουν και περιπτώσεις ανέκδοτων στις οποίες η
ασυμβατότητα διευθετείται με βάση δύο λογικούς μηχανισμούς που λειτουργούν συμπληρωματικά,
όπως συμβαίνει στην περίπτωση των λογοπαιγνίων [18] και [23] (βλ. και Attardo et al 2002, σ. 11-12
και Hempelmann 2000).

43

Α. Συλλογισμοί

Η ευρεία κατηγορία στην οποία εντάσσονται τα περισσότερα ανέκδοτα αυτής της εργασίας είναι η
κατηγορία των συλλογισμών (reasoning logical mechanisms), η οποία διαιρείται σε δύο
υποκατηγορίες, τους ελαττωματικούς συλλογισμούς (faulty reasoning) και τους σωστούς συλλογισμούς
(correct reasoning). Ωστόσο, ακόμα και οι σωστοί συλλογισμοί μπορούν να θεωρηθούν σωστοί μόνο
μέσα στα πλαίσια της χιουμοριστικής επικοινωνίας και του περιβάλλοντος του αστείου, γι αυτό και
ονομάζονται τελικά σωστοί γελοίοι συλλογισμοί (correct ludic reasoning, Attardo et al. 2002, σ. 9).

1. Σωστοί συλλογισμοί

συλλογισμός με λάθος προκείμενες: δημιουργεί χιουμοριστικά κείμενα τα οποία διέπει μια
σωστή αλλά ακατάλληλη για την περίσταση λογική. Π.χ. το παρακάτω ανέκδοτο (από το Attardo et
al. 2002, σ. 10):

[10]. Ένας τύπος σε ένα γήπεδο γκολφ προσπαθεί να χτυπήσει το μπαλάκι και υπολογίζει με ακρίβεια το
χτύπημά του κοιτώντας από ’δω κι από ’κει, κάνοντας δέκα ώρες και εκνευρίζοντας το συμπαίκτη του. Πάει και
του λέει:
-Τι θα γίνει, θα παίξεις;
-Θα παίξω, απλά είναι απέναντι η γυναίκα μου και θα ’θελα να κάνω την τέλεια βολή.
Κι ο άλλος απαντάει:
-Λυπάμαι που στο λέω αλλά δεν έχεις καμία πιθανότητα να την πετύχεις από ’δω.

Παρόμοια και στο επόμενο ανέκδοτο από το δικό μας δείγμα:

[11]. Ένας κύριος κάνει βόλτα στο πάρκο. Ξαφνικά βλέπει μία ξανθιά να κάθεται σ' ένα παγκάκι. Την
πλησιάζει και της λέει:
-Θα θέλατε να σας πω ένα ανέκδοτο για ξανθιές;

44

-Με βλέπεις εμένα; του απαντά εκείνη
-Σας βλέπω.
-Εγώ λοιπόν είμαι πρωταθλήτρια στο τζούντο και είμαι ξανθιά. Την κυρία που κάθεται στο παγκάκι πιο πίσω τη
βλέπεις; Αυτή έχει πάρει μετάλλιο στην άρση βαρών και είναι ξανθιά. Την άλλη κυρία που κάθεται στο παγκάκι
πιο πέρα τη βλέπεις; Είναι πρωταθλήτρια στο καράτε και είναι ξανθιά. Θέλεις ακόμα να πεις αυτό το ανέκδοτο;
-Μπα, άσε. Αν είναι να το εξηγώ τρεις φορές...

Στο παραπάνω ανέκδοτο, το πρώτο σενάριο είναι ότι «ο κύριος δε θα πει το ανέκδοτο από φόβο
προς τις τρεις ξανθιές-πρωταθλήτριες στις πολεμικές τέχνες» (αναμενόμενο) και το δεύτερο είναι ότι
«ο κύριος δε θα πει το ανέκδοτο επειδή βαριέται να το εξηγεί τρεις φορές» άρα καταλήγουμε στο
συμπερασματικό σενάριο ότι «οι ξανθιές είναι χαζές» (μη-αναμενόμενο).
Όπως στο [10] των Attardo et al. 2002, έτσι και εδώ ο τρόπος με τον οποίο συνδέονται τα δύο
σενάρια είναι ο συλλογισμός από λάθος προκείμενες. Οι συλλογισμοί που κάνουν οι ήρωες των
ανέκδοτων είναι απόλυτα σωστοί, αρκεί να δεχτούμε ότι βλέπουν τα πράγματα μέσα από
διαφορετικές οπτικές γωνίες, πράγμα που οδηγεί στα δύο διαφορετικά και αντίθετα σενάρια του
κειμένου.

ελλείπων κρίκος: Ο τρόπος λειτουργίας του θα φανεί μέσα από το παρακάτω ανέκδοτο (από το
Attardo et al. 2002, σ. 11):

[12]. - Γιατί οι γυναίκες δίνουν περισσότερη προσοχή στην εμφάνισή τους παρά στον πνευματικό τους κόσμο;
- Γιατί οι περισσότεροι άντρες είναι ηλίθιοι, αλλά λίγοι είναι τυφλοί.

Ο συλλογισμός είναι απόλυτα σωστός αν αποδεχτεί κανείς την προκείμενη: από τη στιγμή που οι
άντρες είναι χαζοί, μια γυναίκα που εμπλουτίζει τον πνευματικό της κόσμο δεν έχει πολλά να κερδίσει,
αφού οι -χαζοί- άντρες δε θα καταλαβαίνουν την αξία της, ενώ η επένδυση στην εμφάνιση θα έχει
αποτέλεσμα, αφού λίγοι είναι οι άντρες που δε βλέπουν. Πρέπει βέβαια να προσέξουμε ότι η
προκείμενη είναι προφανώς λάθος, και επίσης ότι οι γυναίκες δε θέλουν να βελτιώσουν τον

45

πνευματικό τους κόσμο ή την εξωτερική τους εμφάνιση μόνο και μόνο για να προσελκύσουν άντρες.
Βλέπουμε πως ο λογικός μηχανισμός στηρίζεται σε μια τοπική λογική και προϋποθέτει την
αναστολή της δυσπιστίας εκ μέρους των ατόμων που συμμετέχουν στο ανέκδοτο.

Το ανέκδοτο [5] χρησιμοποιεί τον ίδιο λογικό μηχανισμό. Το παραθέτουμε ξανά:

[5]. - Πώς καταφέρνει μια ξανθιά να κάνει του κόσμου τις βλακείες σε μια μέρα;
- Σηκώνεται πολύ πρωί.

Αν δεχτούμε την προκείμενη ότι οι ξανθιές κάνουν βλακείες ούτως ή άλλως όλη την ώρα, τότε ο
συλλογισμός είναι απόλυτα σωστός: ο τρόπος για να κάνουν τις περισσότερες δυνατές βλακείες είναι
να έχουν πολύ χρόνο (συμπερασματικό σενάριο).
Αξίζει να παρατηρήσουμε ότι ο ελλείπων κρίκος του παραπάνω συλλογισμού προκύπτει τελικά από
την ανατροπή της ιεραρχίας εντός του σημασιολογικού σεναρίου, που αποτελεί συνήθη μέθοδο του αστείου,
σύμφωνα με τον Attardo (2001, σ. 19). Συγκεκριμένα, στο σημασιολογικό σενάριο της έκφρασης
«καταφέρνω», η έννοια του ‘μόχθου’ βρίσκεται ιεραρχικά ψηλά, γι αυτό και η ακροάτρια του
ανέκδοτου θα θεωρήσει ως δεδομένο ότι οι βλακείες θα απαιτήσουν κάποια προσπάθεια για να
γίνουν. Ωστόσο, η έννοια του ‘χρόνου’ έχει επίσης μια θέση μέσα στο ίδιο σενάριο, αν και βρίσκεται
ιεραρχικά πιο χαμηλά από το ‘μόχθο’˙ συχνά, εκτός από την προσπάθεια είναι και θέμα χρόνου αν
θα μπορέσει να πραγματοποιηθεί κάποιο έργο. Αν σε κάποια περίπτωση (όπως εδώ) η επίτευξη
κάποιου έργου δεν είναι καθόλου εξαρτημένη από το ‘μόχθο’, αλλά αποκλειστικά από το ‘χρόνο’,
και όσο περισσότερος ‘χρόνος’ τόσο περισσότερο έργο, τότε μπορούμε να συμπεράνουμε ότι έργο
διεξάγεται ούτως ή άλλως, όλη την ώρα. Άρα, η εξάρτηση της παραγωγής των βλακειών
αποκλειστικά από το ‘χρόνο’ (ανατροπή του σεναρίου), μας οδηγεί στον ελλείποντα κρίκο του
συλλογισμού, δηλαδή στο ότι οι ξανθιές κάνουν βλακείες ούτως ή άλλως, όλη την ώρα.
Αυτό που δεν ξέρουμε είναι αν η τεχνική της ανατροπής του σημασιολογικού σεναρίου πρέπει να
αποδοθεί σε κάποια παράμετρο, καθώς δε δίνονται τέτοιες πληροφορίες από τους συγγραφείς.
Επίσης, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την τοπική λογική του συλλογισμού που σχετίζεται με το

46

στερεότυπο/στόχο ξανθιά=χαζή. Τέλος, το συγκεκριμένο ανέκδοτο θα μπορούσε να αναλυθεί και με
βάση το λογικό μηχανισμό παραπλάνηση, για τον οποίο θα μιλήσουμε λίγο παρακάτω.

σύμπτωση: Ο τρόπος λειτουργίας της θα φανεί μέσα από το παρακάτω ανέκδοτο (από το
Attardo et al. 2002, σ. 11):

[13]. Ο δάσκαλος λέει στο Γιώργο:
- Γιώργο μπορείς να μου πεις δύο αντωνυμίες;
Και ο Γιώργος:
- Ποιος; Εγώ;
U

U

Ωστόσο, η σύμπτωση είναι μόνο μία από τις πλευρές του λογικού μηχανισμού αυτού του
ανέκδοτου. Η άλλη του πλευρά είναι η (πραγματολογική) αμφισημία της έκφρασης «Ποιος; Εγώ;».
Το παράδειγμα [3] χρησιμοποιεί επίσης τη σύμπτωση για να συνδέσει τα αντίθετα σενάριά του:
Ένας νεαρός δικηγόρος κάθεται στο καινούριο του γραφείο και σκέφτεται πώς θα βρει πελάτες.
Ξαφνικά μπαίνει στο γραφείο ένας κύριος και η πρώτη σκέψη του νεαρού δικηγόρου (αλλά και της
ακροάτριας του ανέκδοτου) είναι πως ο κύριος που μπήκε είναι υποψήφιος πελάτης (πρώτο σενάριο).
Ο δικηγόρος προσποιείται ότι μιλάει στο τηλέφωνο για σημαντικές υποθέσεις, προκειμένου να
εντυπωσιάσει τον πελάτη. Κατα μία ατυχή σύμπτωση ωστόσο, αποδεικνύεται τελικά ότι ο κύριος που
θεωρήσαμε πελάτη ήταν ένας υπάλληλος του ΟΤΕ, που ήρθε να συνδέσει το τηλέφωνο (δεύτερο
σενάριο).

2. Λάθος συλλογισμοί

το να αγνοείς το προφανές: Κάποιο από τα συμμετέχοντα στην κατάσταση άτομα αδυνατεί να
αναγνωρίσει/καταλάβει κάτι υπερβολικά προφανές ή βασικό. (Στο Attardo et. al. 2002, σ. 6, ο ορισμός

47

αυτός δίνεται για το λογικό μηχανισμό του Paolillo προφανές σφάλμα (obvious error), με τον οποίο
ο λογικός μηχανισμός το να αγνοείς το προφανές παρουσιάζει μεγάλη ομοιότητα). Ακολουθεί ένα
παράδειγμα:

[14]. Περπατάει ένας τύπος σε ένα πάρκο, ώσπου βλέπει έναν κύριο να κάθεται σε ένα παγκάκι και δίπλα του
έναν όμορφο σκύλο. Του έρχεται μια επιθυμία να χαϊδέψει το σκύλο και ρωτάει τον κύριο:
- Συγγνώμη, κύριε, ο σκύλος σας δαγκώνει;
U

U

- Όχι, του λέει εκείνος αδιάφορα.
Χαρούμενος σκύβει να χαϊδέψει το σκύλο κι ο σκύλος τότε γυρνάει και του ρίχνει μια δαγκωνιά στο χέρι.
- Μα μου είπατε πως ο σκύλος σας δε δαγκώνει!, λέει αγανακτισμένος ο τύπος.
- Μα δεν είναι δικός μου..., απαντά ο κύριος.
U

U

Το πρώτο, αναμενόμενο και έξυπνο σενάριο είναι ότι «ο σκύλος δε δαγκώνει γιατί ο κύριος
βεβαίωσε πως ο σκύλος του δε δαγκώνει». Το δεύτερο, μη-αναμενόμενο και χαζό σενάριο είναι ότι «ο
σκύλος δαγκώνει γιατί δεν ήταν εκείνος ο σκύλος που ανήκε στον κύριο». Τα αντίθετα σενάρια
συνδέονται μέσω της άγνοιας του κυρίου στο παγκάκι για το προφανές, εδώ για τους
πραγματολογικούς κανόνες της γλώσσας και συγκεκριμένα για την προσλεκτική σημασία της
ερώτησης «Συγγνώμη, κύριε, ο σκύλος σας δαγκώνει;». Η προσλεκτική σημασία (ή το υπονόημα για το
οποίο ο κύριος στο παγκάκι αδιαφορεί) θα ήταν: «μπορώ να χαϊδέψω αυτόν το σκύλο ή θα με δαγκώσει;».
Ο λογικός μηχανισμός συνεργάζεται με/δίνει εντολές στην επιφανειακή παράμετρο γλώσσα και
καθορίζει τις επιλογές της, εδώ τις πραγματολογικές.
Ακόμα ένα παράδειγμα ανέκδοτου με τον ίδιο λογικό μηχανισμό είναι το παρακάτω:

[15]. Η γυναίκα του Μανωλιού άκουσε στον Πρωινό Καφέ ότι το savoir vivre απαιτεί να σηκώνεις το μικρό
δάχτυλο όταν πίνεις. Αποφάσισε να το υιοθετήσει. Το μεσημέρι γύρισε ο Μανωλιός απ’ το χωράφι και κάθονται
για φαγητό. Αυτή σηκώνει επιδεικτικά το δάχτυλο όποτε πίνει. Εκείνος της λέει:
-Ηντά ’παθες γυναίκα και σηκώνεις ετσά το δάχτυλό σου;
-To savoir vivre βλέπεις Μανώλη μου..., του λέει αυτή.
U

U

48

-Α..., κάνει αυτός.
Το απόγευμα ο Μανώλης βγαίνει βόλτα και συναντά ένα φίλο του.
-Τι γίνεσαι Μανωλιό; τον ρωτάει εκείνος.
-Άσε μωρέ Νικολή, η γυναίκα μου...
-Ήντα ’παθε;
-Έπαθε λέει savoir vivre στο δάχτυλο!

Το πρώτο και αναμενόμενο σενάριο είναι ότι «το δάχτυλο σηκώνεται επειδή έτσι επιτάσσει ο
κώδικας καλής συμπεριφοράς savoir vivre» και το αντίθετο σενάρο είναι, όπως αποκαλύπτεται στην
κατακλείδα, ότι «το savoir vivre είναι μια πάθηση που κάνει το δάχτυλο να σηκώνεται» (μηαναμενόμενο και χαμηλό κύρος). Τα δύο σενάρια συνδέονται μέσω της άγνοιας του προφανούς (εδώ του
πρώτου σεναρίου). Πρέπει ωστόσο να σημειώσουμε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η άγνοια
αφορά κάτι όχι και τόσο προφανές, αφού το σενάριο savoir vivre δεν είναι ένα σενάριο λεξικής
γνώσης, αλλά περιορισμένης, εγκυκλοπαιδικής γνώσης.
Επίσης, απαραίτητη για τη λειτουργία του λογικού μηχανισμού σε αυτό το ανέκδοτο είναι η
ασάφεια της φράσης «To savoir vivre βλέπεις Μανώλη μου...», η οποία δεν αφήνει τον πρωταγωνιστή να
βγει από την άγνοιά του. Η σύζυγος όφειλε να γνωρίζει ότι ο Μανώλης της δε θα καταλάβαινε τι
σημαίνει savoir vivre και να προσαρμόσει ανάλογα το εκφώνημά της. Η ασάφεια πραγματοποιείται
μέσω της παραβίασης του αξιώματος της ποσότητας, καθώς η σύζυγος δίνει λιγότερες πληροφορίες
από αυτές που απαραίτητες.

υπερβολή: η λειτουργία της είναι κάπως αυτονόητη (Attardo et al. 2004, σ. 14), αρκεί να δούμε
ένα παράδειγμα:

[16]. «Οι γυναίκες τα έχουν τα ψεγάδια τους. Οι άντρες από την άλλη, έχουν μόνο δύο: οτιδήποτε λένε και
οτιδήποτε κάνουν».

49

Ο ίδιος λογικός μηχανισμός χρησιμοποιείται και στην παρακάτω περίπτωση, από το δικό μας
δείγμα αυτή τη φορά:

[17]. Ένας Εβραίος πέθανε ξαφνικά και ο γιος του πηγαίνει στα γραφεία της τοπικής εφημερίδας να το
ανακοινώσει. Δίνει το πλήρες κείμενο στον υπάλληλο και τον ρωτάει πόσο θα κοστίσει.
«15 ευρώ, του λέει ο υπάλληλος».
«Τι; 15 ευρώ; Είναι πάρα πολλά. Βγάλε μερικές λέξεις, μη γράψεις όλους τους συγγενείς, να γίνει μικρότερο».
Ο υπάλληλος κάνει ό,τι του λέει και το κείμενο κατεβαίνει στα 10 ευρώ. Μόλις το ακούει ο Εβραίος του λέει:
«Μα τι 10 ευρώ, είμαστε σοβαροί; Είναι πάρα πολλά. Πείτε μου σας παρακαλώ ποια μπορεί να είναι η
μικρότερη αγγελία και πόσο κοστίζει».
«Η μικρότερη αγγελία μπορεί να είναι 8 λέξεις και κοστίζει 1.5 ευρώ», λέει ο υπάλληλος.
Ο Εβραίος σκέφτεται λίγο και ύστερα του λέει:
«Α, ωραία, γράψτε: Πέθανε Κοέν. Σπίτι και αυτοκίνητο σε τιμή ευκαιρίας».

Το πρώτο και σύμφωνο με τις προσδοκίες σενάριο είναι ότι «για τους γονείς του δε σκέφτεται
κανείς τα χρήματα» ενώ το δεύτερο και μη-αναμενόμενο είναι ότι «ο Εβραίος όχι μόνο τσιγκουνεύεται,
αλλά σκέφτεται και πώς θα επωφεληθεί οικονομικά από το θάνατο του πατέρα του». Ο τρόπος που
συνδέονται τα σενάρια είναι ο λογικός μηχανισμός υπερβολή ενός χαρακτηριστικού, εδώ της
τσιγκουνιάς.

λάθος αναλογία: Αναλύεται ως εξής (Attardo et al., 2002, σ. 13): το α και το β είναι όμοια
αναφορικά με το x -ενώ δεν είναι ως προς τις άλλες τους πλευρές, ή το x δεν υπάρχει ή είναι ένα περιθωριακό
χαρακτηριστικό των α και β. Π.χ., το παρακάτω λεκτικό αστείο (adnominatio):

[18]. -Τι κοινό έχουν η Δέσποινα Βανδή και η Μαρίκα Μητσοτάκη;
-Η μία έχει παντρευτεί τον Ντέμη κι η άλλη τον γκαντέμη.
U

U

U

U

50

Η Δέσποινα Βανδή και η Μαρίκα Μητσοτάκη είναι όμοιες αναφορικά με το ότι η φωνητική
ακολουθία [démi] υπάρχει στο όνομα του συζύγου της μιας και στο ψευδώνυμο του συζύγου της
άλλης, δηλαδή αναφορικά με κάτι ασήμαντο και περιθωριακό.
Μία άλλη πλευρά του λογικού μηχανισμού αυτού του ανέκδοτου είναι ο κρατυλισμός, δηλαδή ο
λογικός μηχανισμός που συνδέει τα σενάρια κάθε λεκτικού (σε αντίθεση με τα αναφορικά) αστείου και
για τον οποίο θα μιλήσουμε λίγο παρακάτω.

Β. Μετα-χιούμορ.

Χαρακτηριστικό των ανέκδοτων που εντάσσονται σ’ αυτήν την κατηγορία, είναι ότι ο ομιλητής ή
κάποιος από τους ήρωες διαχειρίζεται ξεκάθαρα τις προσδοκίες της ακροάτριας ή των άλλων ηρώων.
Υπάρχουν δύο υποπεριπτώσεις:
Στην αρχική και πιο βασική, το μετα-χιούμορ συνίσταται στη δημιουργία της εντύπωσης ότι θα
ακουστεί κάποιο ανέκδοτο και στη διάψευση αυτής της προσδοκίας, όπως συμβαίνει στο παρακάτω
ανέκδοτο από τους Attardo, Hempelmann και Di Maio (2002, σ. 16):

[19]. Ένας παπάς, ένας ραβίνος κι ένας πάστορας μπαίνουν σε ένα μπαρ. Ο μπάρμαν αναρωτιέται:
- Τι είναι αυτό, ανέκδοτο;

Οι Attardo et al. σχολιάζουν ότι δεν είναι ξεκάθαρο κατά πόσο η διαψευσμένη προσδοκία για
αστείο αποτελεί λογικό μηχανισμό. Υποστηρίζουν ότι σε αυτήν τη βασική μορφή του ίσως ο λογικός
μηχανισμός μετa-χιούμορ να λειτουργεί ως εξής: η ακροάτρια περιμένει ένα αστείο, αλλά δε λαμβάνει
αστείο (ασυμβατότητα), ωστόσο αυτό που παίρνει είναι τελικά ένα αστείο, όπως περίμενε
(διευθέτηση της ασυμβατότητας).
Η δεύτερη και τελευταία εκδοχή της κατηγορίας μετά-χιούμορ είναι η:

παραπλάνηση, που ως λογικός μηχανισμός κάνει την ακροάτρια να θεωρήσει ως προφανές ένα
σενάριο που στη συνέχεια αποδεικνύεται ότι δεν ήταν καθόλου προφανές. Εντάσσεται στην

51

κατηγορία μετά-χιούμορ ως λογικός μηχανισμός μέσω του οποίου οι προσδοκίες της ακροάτριας
γίνονται ξεκάθαρα αντικείμενο διαχείρισης των ικανοτήτων του ομιλητή. Π.χ. (Attardo and Raskin
1991):

[20]. - Πώς πρέπει να ανακατεύει κανείς τον καφέ του, με το δεξί χέρι ή με το αριστερό;
- Τίποτα απ’ τα δύο, πρέπει να χρησιμοποιεί κουτάλι.

Το παραπάνω κείμενο θέτει σε ισχύ το μηχανισμό της παραπλάνησης με το να κάνει την ακροάτρια
να θεωρήσει ως προφανές το –πρώτο και αναμενόμενο- σενάριο ότι «το κουτάλι υπάρχει». Η
αναθεώρηση του κειμένου εκ μέρους της, ωστόσο, επιβεβαιώνει ότι πουθενά δεν αναφέρθηκε το
κουτάλι και ότι η ακροάτρια αποδέχτηκε ως δεδομένο κάτι που δεν ίσχυε.
Από το δείγμα μας, ένα παράδειγμα που χρησιμοποιεί τον ίδιο λογικό μηχανισμό είναι το
παρακάτω:

[21]. -Τι είναι πιο χαζό ακόμα και από μια ξανθιά;
-Μια Πόντια ξανθιά.

Εδώ η ερώτηση περιέχει παραπλάνηση γιατί κάνει τη συνομιλήτρια να θεωρήσει ως δεδομένο το
πρώτο σενάριο, ότι «πιο χαζό από μια ξανθιά δεν μπορεί να είναι πάλι μια ξανθιά». Το πρώτο
σενάριο προκύπτει συμπερασματικά από τη σημασιολογική σχέση της υπωνυμίας. Η σχέση της
υπωνυμίας ορίζεται με τη βοήθεια της λογικής σχέσης της συνεπαγωγής. Θα πούμε δηλαδή ότι μια
έκφραση f είναι υπώνυμη μιας άλλης έκφρασης g, αν και μόνο αν η f συνεπάγεται την g, δηλαδή, αν f
→ g (Lyons, σ. 148)˙ στην περίπτωσή μας, Πόντια ξανθιά → ξανθιά, άρα η Πόντια ξανθιά κανονικά
αποκλείεται από τις πιθανές απαντήσεις. Το δεύτερο και μη-αναμενόμενο σενάριο, που δίνεται από την
κατακλείδα, ακυρώνει το πρώτο σενάριο που περιείχε τις προσδοκίες της ακροάτριας και συνδέει τις
ξανθιές με την άλλη μεγάλη κατηγορία χαζών, τους Πόντιους.
Σε σχέση με τις επιλογές της παραμέτρου γλώσσα, βλέπουμε ότι η γλωσσική μορφή του σκέλους
της ερώτησης περιέχει παραβίαση του αξιώματος της ποσότητας, καθώς ο ομιλητής αποκρύπτει

52

πληροφορίες κρίσιμες για το μήνυμα. Η παραβίαση της ποσότητας έχει στόχο την παραβίαση της
ποιότητας αφού ο ομιλητής εσκεμμένα κρατάει απαραίτητες πληροφορίες, άρα δε λέει την αλήθεια.
Συγκεκριμένα, αν έλεγε: «Τι είναι πιο χαζό από μια απλή ξανθιά;», δε θα υπήρχε παραβίαση ούτε της
ποσότητας ούτε της ποιότητας, η ερώτηση θα ήταν περισσότερο συμβατή με την απάντηση που θα
ακολουθήσει, δε θα μπορούσε όμως, μέσω της σημασιολογικής σχέσης της υπωνυμίας, να
ενεργοποιήσει το απαραίτητο συμπερασματικό σενάριο «πιο χαζό από μια ξανθιά δεν μπορεί να
είναι πάλι μια ξανθιά». Η παραπλανητική διατύπωση της ερώτησης είναι συμβατή με τη συνεργατική
αρχή του Raskin για το αστείο ως περίσταση μη-καλής-πίστης επικοινωνίας (παράγραφος 3.5.).
(Περισσότερα για το ρόλο της ερώτησης στην επιτυχία του αστείου στην παράγραφο 5.1.
παρακάτω).

Γ. Λεκτικά αστεία

Ο λογικός μηχανισμός που διέπει τη λογική των λεκτικών αστείων είναι ο κρατυλισμός. Ο
κρατυλισμός παίρνει το όνομά του από τον Κρατύλο, το συμμετέχοντα στον ομώνυμο πλατωνικό
διάλογο ο οποίος υποστηρίζει τη μη-αυθαίρετη σχέση ανάμεσα στον ήχο και τη σημασία
(Hempelmann 2004). Ο ακόλουθος παρα-γλωσσολογικός (paralinguistic) συλλογισμός συνοψίζει τη
λειτουργία του κρατυλισμού (Hempelmann 2004, σ. 385):

Προκείμενη 1: Αν η σημασία προκαλεί τον ήχο (κρατυλισμός),
Προκείμενη 2: και δύο εκφράσεις έχουν τον ίδιο ή παρόμοιο ήχο,
→ Τότε, η σημασία των δύο εκφράσεων πρέπει να είναι όμοια ή παρόμοια.

Π.χ. το παρακάτω λογοπαίγνιο (που ανήκει στην κατηγορία significatio):

[22]. - Πώς λέγεται το φιλί που σκοτώνει;
- Κιλ-κίς.
U

U

53

Η έκφραση [kil kís] σημαίνει κανονικά την πόλη της Κεντρικής Μακεδονίας, ωστόσο, μέσα στα
πλαίσια της ελαττωματικής λογικής του κρατυλισμού και σύμφωνα με την αγγλική εκδοχή της
σημαίνει και «φιλί που σκοτώνει» (kill kiss). Πρόκειται για τέλειο, ομώνυμο λογοπαίγνιο, γι αυτό και η
διάκριση λογοπαιγνίου-στόχου δεν είναι εντελώς ξεκάθαρη (Hempelmann 2003, σ. 12). Ωστόσο,
μπορούμε να πούμε ότι το λογοπαίγνιο και πρώτο σενάριο είναι το ‘kill kiss’, καθώς αυτό δίνει
απάντηση στο ερώτημα του ανέκδοτου (το «kill» αντιστοιχεί στο σκέλος «σκοτώνει» της ερώτησης
και το «kiss» αντιστοιχεί στο σκέλος «φιλί» της ερώτησης), ενώ στόχος και δεύτερο (συμπερασματικό)
σενάριο είναι η πόλη Κιλκίς, που έρχεται στο προσκήνιο του ανέκδοτου εξαιτίας της φωνητικής της
ομοιότητας με το πρώτο σενάριο.

Στο παρακάτω λογοπαίγνιο (traductio), το αστείο στηρίζεται στο ότι ο κρατυλισμός ισχύει για τη μία
από τις εκφράσεις που εμπλέκονται, δεν ισχύει όμως για την άλλη:

[23]. -Τι διαφορά έχει το πεπόνι απ’ το παγόνι;
U

U

-Το πεπόνι παγώνει, το παγόνι δεν πεπόνι.
U

U

Το πρώτο και αναμενόμενο σενάριο είναι ότι [paγόni] σημαίνει ‘παγόνι’ και ‘παγώνει’ (κρατυλισμός,
ομωνυμία) και το δεύτερο και μη-αναμενόμενο είναι ότι [pepόni] σημαίνει ‘πεπόνι’, αλλά όχι *‘πεπώνει’
(ανυπαρξία ομωνυμίας).
Ο κρατυλισμός λειτουργεί εδώ σε συνεργασία με το λογικό μηχανισμό χιαστό σχήμα (chiasmus):
πεπόνι

παγώνει

παγόνι

*δεν πεπόνι

Αξίζει να προσέξουμε ότι το ανέκδοτο [23] αποτελεί το ένα και μοναδικό παράδειγμα του
δείγματός μας στο οποίο συναντάμε κάποιο λογικό μηχανισμό της υποκατηγορίας συνταγματικές
σχέσεις (το χιαστό σχήμα).

54

Επίσης, με τους δύο παραπάνω συνεργάζεται και ο λογικός μηχανισμός λάθος αναλογία (όπως και
στο [18]): το α και το β είναι διαφορετικά αναφορικά με το x, ενώ το x είναι ένα περιθωριακό χαρακτηριστικό
των α και β: στο παράδειγμά μας, το x, η ύπαρξη ή η ανυπαρξία ομωνυμίας, είναι περιθωριακό
χαρακτηριστικό με την έννοια ότι είναι ένα χαρακτηριστικό του ονόματος, που δεν είναι ικανό να
αποτελέσει όρο για τη σύγκριση των πραγμάτων, του παγονιού (α) προς το πεπόνι (β).

Τέλεια και μερική διευθέτηση της ασυμβατότητας.

Σύμφωνα με τους Rothbart (1976), Rothbart and Pien (1977) και Forabosco (1992) (Attardo et
al. 2002, σ. 26), οι διευθετήσεις της ασυμβατότητας μπορούν να είναι τέλειες (complete) ή μερικές
(partial). Καθώς δε δίνεται ορισμός από τους Attardo et al. (2002) και Hempelmann (2000), η
παρουσίαση των εννοιών πλήρης και μερική διευθέτηση της ασυμβατότητας θα γίνει και εδώ, όπως και
εκεί, μέσω παραδειγμάτων. Ένα παράδειγμα τέλειας διευθέτησης της ασυμβατότητας είναι το
παρακάτω λογοπαίγνιο (significatio):

[24]. -Γιατί στράβωσε ο Πύργος της Πίζας;
U

U

-Επειδή όλοι πήγαιναν στον Πύργο του Άιφελ.

Η διευθέτηση της ασυμβατότητας είναι τέλεια γιατί η έκφραση «στράβωσε» είναι αμφίσημη. Ένα
παράδειγμα μερικής διευθέτησης της ασυμβατότητας είναι το παρακάτω:

[25]. -Τι λέει ένα αβγό που κάνει μπάνιο, μανικιούρ, πεντικιούρ, στολίζεται, βάζει άρωμα και τα καλά του
U

U

ρούχα;
- Θα βγώ ,
U

U

το οποίο προκαλεί κάθε γνώση που έχουμε για τα αυγά και τις βραδινές εξόδους (Attardo et al. 2002, σ.
26˙ Hempelmann 2000)).

55

Η ιδέα ότι ακόμα και μια μερική διευθέτηση της ασυμβατότητας είναι επαρκής για την επιτυχία
του αστείου δικαιολογείται αν σκεφτούμε ότι η διευθέτηση στηρίζεται σε μια τοπική λογική που
διέπει μόνο τον κόσμο του αστείου, σε μια «ηθελημένη αναβολή της δυσπιστίας» και δεν πρέπει να
θεωρηθεί ως διάλυση της ασυμβατότητας (dissolution). Ακόμα και μετά τη διευθέτηση, ένα ποσοστό
ασυμβατότητας παραμένει (Τακούδα 2002). Έτσι, για τους σκοπούς του αστείου, κάθε διευθέτηση,
τέλεια ή μερική, θεωρείται λογικός μηχανισμός (Attardo et al. 2002).
Κάποια ζητήματα που προκύπτουν (Attardo et al. 2002, σ. 26) είναι το κατά πόσο, όσο πιο τέλεια
είναι η διευθέτηση τόσο πιο επιτυχημένο θεωρείται από τους συνομιλητές το αστείο και πιο γενικά,
αν ο βαθμός της διευθέτησης της ασυμβατότητας συνδέεται με άλλους παράγοντες του αστείου,
όπως π.χ., με το βαθμό της ασυμβατότητας. Μια άλλη ενδιαφέρουσα υπόθεση είναι ότι ακόμα και οι
τέλειες διευθετήσεις της ασυμβατότητας είναι κι αυτές στην ουσία μερικές. Ακόμα και στην
περίπτωση μιας ομώνυμης έκφρασης, οι μηχανισμοί απο-αμφισημοποίησης (disambiguation) πρέπει
ηθελημένα να αναβάλουν τη λειτουργία τους. Οι Rothbart and Pien (1977˙ η παραπομπή στο
Attardo et al. 2002) συζητάνε για το αδύνατο της διευθέτησης της ασυμβατότητας.

4.1.6. Παράμετρος 6: Αντίθεση Σεναρίων.

Η παράμετρος αντίθεση σεναρίων (script opposition 11 ), η πιο αφηρημένη παράμετρος της ΓΘΛΧ,
TPF

FPT

είναι αυτή που γνωρίσαμε παραπάνω (ενότητες 3.2. και 3.3.) ως τη μία και μοναδική παράμετρο της
ΣΘΣΧ. Μέσα στα πλαίσια της ΓΘΛΧ έγιναν κάποιες συμπληρωματικές παρατηρήσεις για το
σενάριο και την αντίθεση σεναρίων, που είναι οι εξής:

1. Τυπικά, ένα σημασιολογικό σενάριο ενεργοποιείται από μια λεξηματική λαβή, η οποία
αντιστοιχεί στο όνομα του σεναρίου. Ωστόσο, η λεξηματική λαβή δεν είναι πάντοτε απαραίτητη,
αφού οι ομιλητές μπορούν να διαθέτουν σενάρια και για μη-λεξικοποιημένα αντικείμενα (Attardo et
al. 2002, σ. 20).
11
TP

PT

Ο όρος opposition αντικατέστησε στα πλαίσια της ΓΘΛΧ τον παλιότερο oppositeness της ΣΘΣΧ.

56

2. Σύμφωνα με τους Attardo et al. (2002, σ. 21) και Hempelmann (2000), υπάρχουν τρία
διαφορετικά είδη σεναρίων:

α. τα λεξικά σενάρια (lexical scripts), που είναι αφηρημένες μονάδες του λεξικού.
β. τα προτασιακά σενάρια (sentential scripts), που χτίζονται από τα λεξικά σενάρια σε ένα
συγκεκριμένο συμφραστικό πλαίσιο.
γ. τα συμπερασματικά σενάρια (inferential scripts) σενάρια, που ενεργοποιούνται από το
συμφραστικό πλαίσιο χωρίς την εμφάνιση κάποιας λεξηματικής λαβής, όπως συμβαίνει στα [5], [15],
[30], και μάλιστα στις κατακλείδες τους.

3. Η ΓΘΛΧ εξετάζει ξανά το θέμα των επιπέδων αφαίρεσης στην αντίθεση σεναρίων (Attardo
and Raskin 1991, σ. 308). Σύμφωνα με τη ΣΘΣΧ, οι αντιθέσεις του επιπέδου καλό/κακό,
ζωή/θάνατος, ηθικό/ανήθικο, χρήματα/όχι-χρήματα, χαμηλό/υψηλό κύρος, έξυπνο/χαζό είναι
αντιπροσωπευτικές της ανθρώπινης ζωής, τουλάχιστον στο δυτικό κόσμο, γι αυτό και η λίστα, αν και
όχι εξαντλητική, τείνει να είναι αντιπροσωπευτική. Η ΓΘΛΧ εξετάζει το κατά πόσο οι αντιθέσεις
αυτού του επιπέδου είναι ισοδύναμες ως προς το βαθμό αφαίρεσής τους. Συγκεκριμένα, προτείνει ότι
οι: ‘ζωή/θάνατος’, ‘ηθικό/ανήθικο’, ‘χρήματα/όχι-χρήματα’, ‘χαμηλό/υψηλό κύρος’ μπορούν να
θεωρηθούν ως υποκατηγορία της αντίθεσης ‘καλό/κακό’. Με τη σειρά της η αντίθεση ‘καλό/κακό’
μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ισάξια με τις τρεις περισσότερο αφηρημένες αντιθέσεις ή ως
υποκατηγορία μιας από αυτές, της ‘κανονικό/μη-κανονικό’.

4.2. Η ΓΘΛΧ με όρους της Θεωρίας Συνόλων

Οι Attardo, Hempelmann και Di Maio (2002) επεξεργάζονται μια μαθηματική -και γι αυτό
περισσότερο ακριβή- διατύπωση της ΓΘΛΧ με βάση τη θεωρία Συνόλων (Set Theory) και σε ένα
πιο προχωρημένο στάδιο, με βάση τη θεωρία Γραφημάτων (Graph Theory). Στα πλαίσια αυτής της

57

νέας μορφοποίησης, το σενάριο θεωρείται (υπεραπλουστευμένα) ως ένα σύνολο που αποτελείται από
slot-filler pairs (Attardo et al., σ. 19). Ενδιαφέρουν μόνο τα σημασιακά σενάρια και επομένως θα
αγνοηθούν οι φωνολογικές, μορφολογικές, συντακτικές και συμφραστικές πληροφορίες των σεναρίων
(Attardo et al., σ. 20). Η επικάλυψη σεναρίων της ΣΘΣΧ αναπαριστάνεται ως το σημείο επικάλυψης
(ΑΒ) των δύο συνόλων Α και Β, όπως φαίνεται στο σχήμα (Attardo et al. σ. 23):

Οι Attardo et al. (2002, σ. 24) ορίζουν την αντίθεση των σεναρίων ως εξής: δύο επικαλυπτόμενα
σενάρια (Α και Β) βρίσκονται σε αντίθεση μεταξύ τους όταν μέσα στα συμπληρωματικά σύνολα της
τομής τους μπορούμε να τοποθετήσουμε δύο υποσύνολα (Γ και Δ) τέτοια ώστε τα μέλη του
υποσυνόλου Γ να είναι τα (τοπικά) αντώνυμα των μελών του υποσυνόλου Δ. Το παρακάτω σχήμα θα
βοηθήσει την κατανόηση της επικάλυψης και αντίθεσης στα πλαίσια της Θεωρίας Συνόλων:

Είναι σημαντικό να προσέξουμε ότι το μόνο που άλλαξε ήταν η μορφοποίηση. Η ιδέα της
αντίθεσης μεταφράστηκε με όρους της Θεωρίας Συνόλων, χωρίς ωστόσο να προστεθεί σ’ αυτήν
τίποτα καινούριο.

58

Τέλος, με τη βοήθεια της Θεωρίας Συνόλων γίνεται προσπάθεια να βρεθούν επίπεδα αφαίρεσης
για την παράμετρο λογικός μηχανισμός, όπως υπάρχουν διαφορετικά επίπεδα αφαίρεσης για την
αντίθεση σεναρίων. Μέχρι το 2002 είχε ανακαλυφτεί ένας τέτοιος μηχανισμός, η συνάρτηση
(mapping). Η συνάρτηση θεωρείται αφηρημένος λογικός μηχανισμός, με την έννοια ότι διαπερνάει
και κάποιους άλλους, συγκεκριμένα αυτούς που ονομάστηκαν παραπάνω συνταγματικοί (και
απουσίαζαν σχεδόν τελείως από τα ελληνικά ανέκδοτα του δείγματός μας). Ωστόσο, η προσπάθεια
αναγωγής της άλλης μεγάλης κατηγορίας συλλογισμοί (σωστοί και λάθος) στο μηχανισμό συνάρτηση δε
φαίνεται το ίδιο εύκολη ενώ για την κατηγορία μετα-χιούμορ αυτή η αναγωγή είναι μάλλον μάταιη.
Υπάρχουν δύο εξαιρέσεις: τα λογοπαίγνια, των οποίων η ανάλυση σε συναρτήσεις μέσω της
φωνολογικής μορφής είναι άμεση, και ο λογικός μηχανισμός αναλογία, που είναι επίσης εύκολο να
εξηγηθεί ως συνάρτηση. Παρά τις απώλειες, είναι σημαντικό ότι κάποια μεγάλη κατηγορία λογικών
μηχανισμών μπορεί να εξηγηθεί μέσω ενός και μόνο ευρύτερου λογικού μηχανισμού (όλη η
παράγραφος από το Attardo et al. 2002, σ. 39). Δε θα ασχοληθούμε περισσότερο με αυτά τα
ζητήματα σε αυτήν την εργασία.

59

5ο Μέρος: Παρατηρήσεις στη ΓΘΛΧ
P

P

Μετά την εξέταση της ΓΘΛΧ και την προσπάθεια εφαρμογής της σε ένα σώμα ανέκδοτων
διαπιστώνεται ότι η θεωρία παρέχει πλούσιο και τυποποιημένο (formal) θεωρητικό εξοπλισμό και
είναι σε γενικές γραμμές κατάλληλη για την ανάλυση του γλωσσικού αστείου. Ωστόσο, μπορούν να
γίνουν κάποιες παρατηρήσεις, οι οποίες παρουσιάζονται όχι με τη μορφή συμπερασμάτων, αλλά με
τη μορφή υποψιών ή ζητημάτων που προσφέρονται για πιο λεπτομερή έρευνα από κάποια άλλη
εργασία.

5.1. Για την αφηγηματική στρατηγική:

Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες η αφηγηματική στρατηγική δεν αποτελεί αποκλειστικά και μόνο
φορέα του κειμένου, αλλά αποκτά επιπρόσθετες λειτουργίες. Διακρίνουμε τις ακόλουθες περιπτώσεις:

Αφηγηματική στρατηγική και χιουμοριστικό αποτέλεσμα

Διαπιστώνουμε ότι η παράμετρος αφηγηματική στρατηγική μπορεί να ενισχύσει το συνολικό
χιουμοριστικό χαρακτήρα ενός ανέκδοτου με το να είναι η ίδια χιουμοριστική, παράλληλα με και
ανεξάρτητα από την αντίθεση σεναρίων και το λογικό μηχανισμό. Στη μία περίπτωση του δείγματος
αυτής της εργασίας που συμβαίνει αυτό, η αφηγηματική μορφή είναι χιουμοριστική επειδή διαψεύδει
τις προσδοκίες της ακροάτριας για τη συνηθισμένη έκταση των ανέκδοτων, με το να δίνει ένα
ανέκδοτο ασυνήθιστα σύντομο:

[26]. Έσκασε ένας Παλαιστίνιος σ’ ένα μπαρ.
U

U

60

Η αντίθεση των σεναρίων διαμορφώνεται ως εξής: Σενάριο 1: «έσκασε» σημαίνει ‘εμφανίστηκε’ και
Σενάριο 2: «έσκασε» σημαίνει ‘εξερράγη’. Ο λογικός μηχανισμός που συνδέει τα σενάρια είναι ο
κρατυλισμός και συγκεκριμένα η αμφισημία. Εκτός όμως από την αντίθεση σεναρίων και τον
κρατυλισμό, που παραμένουν οι βασικοί φορείς του ανέκδοτου, η αναπάντεχη συντομία του κειμένου
έρχεται σε αντίθεση με την ως τώρα εμπειρία της ακροάτριας για την έκταση των ανέκδοτων και γι
αυτό αποτελεί έναν επιπλέον παράγοντα που θα την κάνει να γελάσει.
(Πώς μπορεί όμως να εξηγηθεί μια τέτοια περίπτωση μέσω μιας θεωρίας σημασιολογικών
σεναρίων; Μήπως η ΓΘΛΧ δεν μπορεί να χειριστεί καθόλου μια τέτοια περίπτωση; Περισσότερα
για αυτό το θέμα θα δούμε στην παράγραφο 6.4. παρακάτω).

Ερώτηση-απάντηση

Θα παρακολουθήσουμε πώς διαμορφώνεται η παράμετρος αντίθεση σεναρίων όταν η αφηγηματική
στρατηγική του ανέκδοτου είναι η –πολύ δημοφιλής- ερώτηση-απάντηση. Γενικά αναφέρουμε ότι το
πρώτο σκέλος της αφηγηματικής στρατηγικής ερώτηση-απάντηση αποτελείται από μία ερώτηση,
μερικής άγνοιας και όχι ρητορική, και όπως κάθε ερώτηση, εγείρει προσδοκίες για κάποια απάντηση
εκ μέρους της ακροάτριας. Ως προς το περιεχόμενο, παρατηρούμε ότι το σκέλος της ερώτησης
ταυτίζεται με τη λιγότερο επιφανειακή παράμετρο της κατάστασης, από την άποψη ότι με την
ερώτηση δίνονται τα βασικά σενάρια που στηρίζουν το κείμενο και θα αντιτεθούν στη χιουμοριστική
κορύφωση της κατακλείδας.
Το ζήτημα με το οποίο θα ασχοληθούμε σχετίζεται με την παρακάτω διαπίστωση/υπόθεση: όταν
η απάντηση αναφέρεται σε ολόκληρο το περιεχόμενο της ερώτησης, τότε η αφηγηματική
στρατηγική ερώτηση-απάντηση ενεργοποιεί δύο ειδών αντιθέσεις σεναρίων, ενώ όταν η απάντηση
αναφέρεται σε ένα μέρος μόνο της ερώτησης, τότε το ανέκδοτο εκτυλίσσεται κανονικά, δηλαδή με
μία μόνο αντίθεση σεναρίων. Πιο ενδιαφέρουσα είναι μάλλον η δεύτερη περίπτωση.
Ωστόσο θα αρχίσουμε από την πρώτη, δηλαδή με το τι συμβαίνει όταν η απάντηση αναφέρεται
σε ολόκληρο το περιεχόμενο της ερώτησης. Υποθέτουμε ότι τότε πραγματοποιούνται δύο αντιθέσεις

61

σεναρίων˙ η πρώτη σχετίζεται με τις προσδοκίες που δημιουργεί στην ακροάτρια η ίδια η
αφηγηματική στρατηγική, δηλαδή η μορφή του κειμένου. Η δεύτερη αντίθεση σχετίζεται με το
περιεχόμενο του κειμένου, όπως συμβαίνει σε όλα τα ανέκδοτα που έχουμε δει μέχρι τώρα, π.χ.:

[27]. - Tι κάνει ένα πάντα σε μια ξαπλώστρα κάτω από μια ομπρέλα στην παραλία, που αλείφεται με αντιηλιακό,
U

U

φοράει μαγιό και καπέλο;
- Καλοκαιρινές διακοπές για πάντα.
U

U

Η αντίθεση σεναρίων που σχετίζεται με τις προσδοκίες της αφηγηματικής στρατηγικής ερώτησηαπάντηση, διαμορφώνεται κάθε φορά ως εξής: το πρώτο σενάριο είναι οι προσδοκίες της ακροάτριας
για απάντηση και η συνακόλουθη αδυναμία εκ μέρους της να δώσει μια απάντηση. Το δεύτερο
σενάριο είναι η απάντηση, απρόβλεπτη, και μάλλον αδύνατο για την ακροάτρια να τη φανταστεί (εδώ
«καλοκαιρινές διακοπές για πάντα»).
Η δεύτερη αντίθεση σεναρίων αφορά το περιεχόμενο του ανέκδοτου, διαφοροποιείται κάθε φορά
και είναι ουσιαστικά αυτή στην οποία στηρίζεται η επιτυχία του αστείου. Αυτή η δεύτερη αντίθεση
σεναρίων προκύπτει από την απάντηση που δόθηκε στην ακροάτρια από το δεύτερο σενάριο της
πρώτης αντίθεσης σεναρίων (εδώ, καλοκαιρινές διακοπές για πάντα). Μέσα στην απάντηση υπάρχουν
δύο επικαλυπτόμενα και αντιτιθέμενα σενάρια που αφορούν αυτή τη φορά το περιεχόμενο, εδώ το
πρώτο είναι «πάντα» σημαίνει ‘διαρκώς’ (αναμενόμενο στο πλαίσιο του συγκεκριμένου στίχου) και το
δεύτερο είναι «πάντα» είναι ‘ένα είδος ζώου’ (μη-αναμενόμενο στο ίδιο πλαίσιο). Ο τρόπος σύνδεσης
των δύο σεναρίων είναι ο λογικός μηχανισμός κρατυλισμός, εδώ ομωνυμία.
Η αντίθεση σεναρίων που αφορά την αφηγηματική στρατηγική είναι προβλέψιμη με την έννοια
ότι επαναλαμβάνεται κάθε φορά που η αφηγηματική στρατηγική είναι ερώτηση-απάντηση και η
απάντηση αναφέρεται σε ολόκληρο το περιεχόμενο της ερώτησης. Το χαρακτηριστικό της
προβλεψιμότητας δεν ευνοεί την έκπληξη της ακροάτριας, άρα η συγκεκριμένη αντίθεση σεναρίων δεν
αποτελεί δυναμικό στοιχείο του μηχανισμού του ανέκδοτου.

62

Ας δούμε τώρα, πώς διαμορφώνεται η αντίθεση σεναρίων όταν η απάντηση αναφέρεται σε ένα
μέρος μόνο της ερώτησης. Όταν λέμε «σε ένα μέρος μόνο της ερώτησης», δεν εννοούμε
οποιοδήποτε μέρος, αλλά συγκεκριμένα σε ένα συμπέρασμα το οποίο αναπόφευκτα εξάγεται από
την ερώτηση. Ας δούμε το ανέκδοτο [21] (το παραθέτουμε ξανά):

[21]. -Τι είναι πιο χαζό ακόμα και από μια ξανθιά;
-Μια Πόντια ξανθιά.

Εδώ η ερώτηση κάνει σκόπιμα την ακροάτρια να βγάλει κάποια συμπεράσματα τα οποία
αργότερα θα ακυρώσει, δηλαδή ότι ‘πιο χαζό από μια ξανθιά δεν μπορεί να είναι πάλι μια ξανθιά’
(το συμπέρασμα υπαγορεύεται από τη σημασιολογική σχέση της υπωνυμίας). Αυτό το συμπέρασμα
της ακροάτριας ταυτίζεται με το πρώτο σενάριο. Η απάντηση που δίνεται (αντιστοιχεί στο δεύτερο
σενάριο) ακυρώνει ένα συγκεκριμένο σημείο της ερώτησης, το συμπέρασμα που η ακροάτρια θεωρεί
ότι αναπόφευκτα εξάγεται από την ερώτηση (δηλαδή το σενάριο 1) και αποκαλύπτει την παραπλάνηση
(που λειτουργεί εδώ ως λογικός μηχανισμός). Πρέπει να προσέξουμε ότι εδώ δεν έχουμε δύο
αντιθέσεις σεναρίων, μία για την αφηγηματική μορφή και μία για το περιεχόμενο, κι αυτό δείχνει ότι
η αφηγηματική στρατηγική έχει εδώ ρόλο δυναμικό, συνεργάζεται με το περιεχόμενο και δε
χρησιμοποιείται απλώς και μόνο ως φορέας του. Το ίδιο συμβαίνει και στο ανέκδοτο [5].

Οι παραπάνω παρατηρήσεις μας δημιουργούν την εντύπωση ότι σχετίζονται με τις παρατηρήσεις
των Attardo και Raskin ότι η κρυπτικότητα ενός χιουμοριστικού κειμένου (implicitness, το να μη δίνονται
στοιχεία που είναι απαραίτητα) είναι καλύτερα να αποδοθεί σε μια επιφανειακή παράμετρο, όπως η αφηγηματική
στρατηγική (βλ. παράγραφο 4.1.2. παραπάνω). Η ερώτηση-απάντηση είναι μια αφηγηματική μορφή που
μπορεί να εκφράσει την κρυπτικότητα (implicitness) που απαιτεί το χιουμοριστικό κείμενο, αφού η
τεχνική της ερώτησης είναι ικανή να οδηγήσει σε συμπεράσματα και να εγείρει στη συνομιλήτρια
προσδοκίες με μοναδικό σκοπό αργότερα να τα διαψεύσει. Στο σημείο αυτό βέβαια, συνεργάζεται
με τη γλώσσα και συγκεκριμένα της δίνει εντολές (εδώ η γλώσσα φροντίζει για την παραβίαση των
αξιωμάτων της ποσότητας και της ποιότητας, όπως είπαμε και στην ανάλυση του ίδιου ανέκδοτου

63

παραπάνω). Ίσως να μην ήταν δυνατό σε μια άλλη αφηγηματική στρατηγική, π.χ. στην -ιδιαίτερα
δημοφιλή για τα ανέκδοτα- αφήγηση με διάλογο, να εκφράσει το ίδιο ακριβώς ανέκδοτο και να
εξαπατήσει εξίσου αποτελεσματικά την ακροάτρια, ακόμα και αν διατηρούσε αναλλοίωτες όλες τις
άλλες παραμέτρους.

Το Ψευδοαίνιγμα

Το ψευδοαίνιγμα βασίζεται στα χαρακτηριστικά του παραδοσιακού αινίγματος που είναι
ερώτηση-γρίφος και ικανοποίηση της ακροάτριας αν πετύχει τη δύσκολη λύση. Μοιάζει να είναι μια
αφηγηματική στρατηγική που έχει προκύψει από (γλωσσική;) αλλαγή. Η αλλαγή αυτή σχετίζεται με
δύο παράγοντες˙ αφενός με τη σταδιακή εξασθένιση των παραδοσιακών αινιγμάτων, τα οποία δεν
αναπαράγονται πλέον σχεδόν καθόλου ή θεωρούνται παλιομοδίτικα˙ και αφετέρου, με την ανάγκη
του ανέκδοτου να ανανεώσει τους μηχανισμούς του. Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια, τα παραδοσιακά
αινίγματα γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης των ψευδοαινιγμάτων ή ίσως ακόμα και στόχος τους,
αν θυμηθούμε ότι στόχος μπορεί να είναι οτιδήποτε διεκδικεί στον κόσμο των ανθρώπων αξιώσεις
κύρους (Alexander Bain, βλ. παράγραφο 1.2). Δεν είναι τυχαίο ότι τα ψευδοαινίγματα μοιάζουν πιο
καινούρια από άλλου είδους ανέκδοτα, π.χ., από τα αφηγηματικά. Παραθέτω δύο παραδείγματα
ψευδοαινίγματος:

[28]. - Τι περιμένουν τα μικρά σκουλίκια κάθε πρωί;
- Το σκουλικό.

και

[29]. -Τι είναι αυτό που πετάει και έχει ζαμπόν και κασέρι;
- Το αετόστ.

64

Χαρακτηριστικό γνώρισμα των ψευδοαινιγμάτων είναι ότι η ερώτησή τους εκφέρεται με το
ερωτηματικό «Τι...;»˙ όπως και τα παραδοσιακά αινίγματα, μοιάζουν κι αυτά να προκαλούν την
ακροάτρια να ψάξει στον κόσμο για μια οντότητα. Βλέπουμε όμως ότι στα ψευδοαινίγματα,
τουλάχιστον ένα από τα δύο σκέλη, η ερώτηση ή η απάντηση είναι ως προς το περιεχόμενο μηαναμενόμενο ή μη-πραγματικό.
Υποθέτουμε πως όταν πρωτοεμφανίστηκαν τα ψευδοαινίγματα, το αστείο δε στηριζόταν μόνο
στην αντίθεση σεναρίων που σχετίζεται με το περιεχόμενο, όπως συμβαίνει σήμερα, αλλά και στην
έκπληξη από τη διάψευση της προσδοκίας για πραγματική απάντηση, δηλαδή στην αντίθεση
σεναρίων που σχετίζεται με τις προσδοκίες της αφηγηματικής στρατηγικής -σε αυτήν την περίπτωση
βέβαια, το σκέλος της ερώτησης δε θα περιείχε μη-πραγματικά στοιχεία. Μόλις όμως συντελέστηκε
η αλλαγή και παγιώθηκε το ψευδοαίνιγμα ως αφηγηματική στρατηγική, η αρχική έκπληξη από τη
διάψευση των προσδοκιών για πραγματικό αίνιγμα εξασθένισε και έτσι η αντίθεση σεναρίων της
αφηγηματικής στρατηγικής έχασε το χιουμοριστικό της χαρακτήρα και άρχισε να ικανοποιεί
αποκλειστικά τους σκοπούς της αφήγησης, όχι πια του αστείου.
Δεν είναι πάντοτε σαφές αν ένα ανέκδοτο είναι ψευδοαίνιγμα ή απλώς χρησιμοποιεί την ερώτησηαπάντηση ως αφηγηματική στρατηγική. Τα [28] και [29] μπορούν να θεωρηθούν μάλλον με
ασφάλεια ψευδοαινίγματα καθώς αρχίζουν με το ερωτηματικό «Τι;» και ψάχνουν στον κόσμο για ένα
αντικείμενο. Ωστόσο, η περίπτωση του [21] δεν είναι το ίδιο ξεκάθαρη, παρόλο που το κείμενο
αρχίζει με το ερωτηματικό «Τι;». Αμφιλεγόμενες περιπτώσεις είναι και τα [18], [23] που μοιάζουν
πολύ καινούρια για να είναι ψευδοαινίγματα. Ένα ζήτημα που σχετίζεται με τα παραπάνω και
προσφέρεται για περαιτέρω έρευνα είναι το κατά πόσο η αφηγηματική στρατηγική ερώτηση-απάντηση
είναι ανεξάρτητη στρατηγική ή προέκυψε από τη διάδοση του ψευδοαινίγματος και τη συνακόλουθη
διεύρυνση των αναγκών του (τουλάχιστον κάποιες περιπτώσεις της).

65

5.2. Ακόμα δύο λογικοί μηχανισμοί

Με αφορμή τα ανέκδοτα [11] και [30], δημιουργήθηκε η εντύπωση της ύπαρξης δύο ακόμα
λογικών μηχανισμών ή μάλλον υποπεριπτώσεων λογικών μηχανισμών, οι οποίοι προτείνονται εδώ
υποθετικά και διερευνητικά. Ακολουθεί η παρουσίασή τους:
Κατά την ανάλυση του ανέκδοτου [11] παραπάνω ως λογικός μηχανισμός θεωρήθηκε ο
συλλογισμός από λάθος προκείμενες. Πώς ακριβώς όμως πραγματοποιείται αυτός ο συλλογισμός; Αυτό
που συμβαίνει είναι ότι η ξανθιά βλέπει την κατάσταση από μία οπτική γωνία (σενάριο 1) ενώ ο
συνομιλητής της μέσα από μια άλλη οπτική γωνία (σενάριο 2). Έχουμε δηλαδή διαφορά ως προς
την εστίαση. Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι εδώ ο λογικός μηχανισμός είναι η πολλαπλή
εστίαση, που περιγράφει με μεγαλύτερη ακρίβεια τον τρόπο σύνδεσης των αντίθετων σεναρίων και την
ελαττωματική λογική αυτής της σύνδεσης σε σχέση με το λογικό μηχανισμό συλλογισμός από λάθος
προκείμενες, που φαίνεται να είναι πιο γενικός.
Η πολλαπλή εστίαση δεν προτείνεται ως ξεχωριστός λογικός μηχανισμός, αλλά ως μια
υποκατηγορία του ευρύτερου λογικού μηχανισμού συλλογισμός από λάθος προκείμενες. Ωστόσο, δεν
είναι σαφές κατά πόσο η νέα κατηγορία είναι σωστή ή μήπως πρέπει να θεωρηθεί περιττή. Κι αυτό
γιατί το παράδειγμα που δίνουν οι Attardo et al. 2002 (σ. 10) για το λογικό μηχανισμό συλλογισμός
από λάθος προκείμενες, μπορεί επίσης να θεωρηθεί ότι βασίζεται στην πολλαπλή εστίαση (πρόκειται
για το [10]): ο παίκτης του γκολφ βλέπει τα πράγματα από μία οπτική γωνία, ο συμπαίκτης του από
μία άλλη. Δυστυχώς δίνουν μόνο αυτό το παράδειγμα συλλογισμού από λάθος προκείμενες, άρα δεν
μπορούμε να ξέρουμε αν ο λογικός αυτός μηχανισμός μπορεί να πραγματωθεί και αλλιώς, δηλαδή
με κάποιον τρόπο που δε χρησιμοποιεί τη διαφορά στην εστίαση. Αν υπάρχουν κι άλλοι τρόποι
πραγμάτωσής του και η πολλαπλή εστίαση είναι απλώς ένας από αυτούς, τότε μπορούμε να
θεωρήσουμε την πολλαπλή εστίαση ως υποκατηγορία του ευρύτερου λογικού μηχανισμού συλλογισμός
από λάθος προκείμενες. Αν όμως κάθε περίπτωση συλλογισμού από λάθος προκείμενες υλοποιείται πάντα
μέσω μιας διαφορετικής εστίασης εκ μέρους των συμμετεχόντων, τότε η υποκατηγορία πολλαπλή
εστίαση είναι, παρά την περιγραφική ακρίβεια που νομίζουμε ότι έχει, περιττή.

66

Η εντύπωση για το δεύτερο λογικό μηχανισμό ξεκίνησε από την ανάλυση του παρακάτω
ανέκδοτου:

[30]. Είναι τα πέμπτα γενέθλια του Σήφη και ο πατέρας του ο Μανούσος ετοιμάζεται να του κάνει ένα καλό
δώρο. Τον ρωτάει:
-Πες μου γιε μου, τι θέλεις για τα γενέθλιά σου;
-Μπαμπά μου θέλω την καινούρια Μπάρμπι, λέει ο γιος.
Ο Μανούσος προβληματίζεται, αλλά τι να κάνει, παίρνει στο γιο του την Μπάρμπι. Την επόμενη χρονιά,
ρωτάει πάλι το Σήφη τι δώρο θέλει κι ο μικρός του λέει πως θέλει την Μπι-Μπι-Μπό. Ο Μανούσος
προβληματίζεται πάλι, αλλά ελπίζει πως θα στρώσουν τα πράγματα. Την επόμενη χρονιά ο Σήφης ζητάει το
σπίτι της Μπάρμπι, μετά το Μικρό Πόνυ, μετά τα καλλυντικά της Σίντι, αλλά ο Μανούσος εξακολουθεί να
ελπίζει. Ώσπου στα δωδέκατα γενέθλια, τον ξαναρωτάει:
-Πες μου αγόρι μου, τι δώρο θέλεις να σου κάνω φέτος;
-Φέτος πατέρα, θέλω ένα σπαθί.
Τρελαίνεται από τη χαρά του ο Μανούσος και πάει και του παίρνει ένα μεγάλο και ωραίο σπαθί. Ο Σήφης το
φοράει και περήφανος κοιτιέται στον καθρέφτη και λέει του πατέρα του:
-Μπαμπά δες, σαν τη Zήνα δεν είμαι;

Το πρώτο σενάριο είναι ότι «αφού ο Σήφης θέλει ένα σπαθί και τα σπαθιά είναι αγορίστικα
παιχνίδια, τότε ο Σήφης δεν είναι ομοφυλόφιλος». Το δεύτερο σενάριο που επικρατεί τελικά είναι ότι
«αφού ο Σήφης υπερηφανεύεται ότι φορώντας το σπαθί μοιάζει στη Ζήνα, τότε είναι ομοφυλόφιλος»
(δεύτερο σενάριο, συμπερασματικό). Ποιος είναι ο τρόπος που συνδέονται τα δύο σενάρια; Από τη
λίστα των λογικών μηχανισμών ο πιο ταιριαστός είναι η σύμπτωση. Ωστόσο, ο όρος επικράτηση της
εξαίρεσης αντί για τον κανόνα περιγράφει τον τρόπο σύνδεσης των σεναρίων με μεγαλύτερη ακρίβεια.
Δεν πρόκειται για οποιαδήποτε σύμπτωση, αλλά για μια σύμπτωση που υλοποιείται με το να επικρατεί
η εξαίρεση (σπαθί έχει και η Ζήνα) αντί για τον κανόνα (σπαθιά έχουν οι άντρες).
Αυτό που προτείνεται εδώ είναι ότι η εξαίρεση αντί για τον κανόνα είναι μια υποκατηγορία της
ευρύτερης κατηγορίας σύμπτωση, ένας μόνο τρόπος με τον οποίο μπορεί να υλοποιηθεί μια

67

σύμπτωση. Από την άλλη, αν κάθε περίπτωση σύμπτωσης δεν είναι τίποτα άλλο από την επικράτηση
μιας εξαίρεσης αντί για τον αντίστοιχο κανόνα, τότε ο νέος λογικός μηχανισμός που προτείνεται
εδώ είναι περιττός.
Η πολλαπλή εστίαση και η επικράτηση της εξαίρεσης αντί για τον κανόνα προτείνονται εδώ εξαιτίας του
ότι θεωρείται ότι περιγράφουν με μεγαλύτερη ακρίβεια τον τρόπο σύνδεσης των σεναρίων και την
ελαττωματική λογική των ανέκδοτων στα οποία χρησιμοποιούνται. Ωστόσο, κύρος λογικού
μηχανισμού μπορούν να αποκτήσουν μόνο εφόσον βρεθεί ότι λειτουργούν ως λογικοί μηχανισμοί
και για άλλα ανέκδοτα και ότι διαφέρουν συστηματικά από τους λογικούς μηχανισμούς συλλογισμός
από λάθος προκείμενες και σύμπτωση, αντίστοιχα.

5.3. Για την αντίθεση σεναρίων

Ο Raskin (1985) υποστηρίζει ότι υπάρχουν ζεύγη αντιθέσεων, αφηρημένων και λιγότερο
αφηρημένων, το κάθε μέλος των οποίων αντιστοιχεί κάθε φορά σε ένα από τα δύο επικαλυπτόμενα
και αντίθετα σενάρια της κατακλείδας.
Ωστόσο, κάποιες φορές αυτό δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Παραδείγματος χάριν, στο [9],
μπορούμε με ασφάλεια να ονομάσουμε το πρώτο σενάριο («αν τα δυσάρεστα νέα είναι ο θάνατος
μέσα στις επόμενες είκοσι τέσσερις ώρες, τότε τα πολύ δυσάρεστα ποια είναι;») «αναμενόμενο» και
το δεύτερο («πολύ δυσάρεστα είναι ο θάνατος τώρα») «μη-αναμενόμενο», σύμφωνα με τις
αφηρημένες αντιθέσεις. Δεν μπορούμε, ωστόσο, να αντιστοιχήσουμε στα σενάρια τις λιγότερο
αφηρημένες αντιθέσεις (‘ζωή/θάνατος’, ‘χρήματα/όχι χρήματα’, ‘έξυπνο/χαζό’, κλπ). Δηλαδή, ενώ
μπορούμε να πούμε ότι η αντίθεση ‘ζωή-θάνατος’ είναι αυτή που χαρακτηρίζει γενικά το
συγκεκριμένο ανέκδοτο, δεν μπορούμε να αποδώσουμε το ένα από τα μέλη αυτής της αντίθεσης,
π.χ., το ‘ζωή’ στο ένα σενάριο και το δεύτερο από τα σκέλη της αντίθεσης, το ‘θάνατο’ στο άλλο
σενάριο. Η αντίθεση διαπερνάει γενικά το ανέκδοτο, αλλά δεν εφαρμόζεται με ακρίβεια στα αντίθετα
σενάριά του.

68

Με βάση τη διαθέσιμη βιβλιογραφία δεν μπορούμε να πούμε για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό.
Ωστόσο, μπορούμε να θεωρήσουμε το παραπάνω ανέκδοτο ως ένα από αυτά στα οποία ο ρόλος της
αφηγηματικής στρατηγικής είναι δυναμικός (όπως εξηγήσαμε για το ίδιο ανέκδοτο παραπάνω,
παράγραφος 4.1.2) και στη συνέχεια να υποθέσουμε ότι η αδυναμία απόδοσης των συγκεκριμένων
τιμών αντίθεσης στα αντίθετα σενάρια σχετίζεται με το δυναμικό ρόλο που παίζει κάποιες φορές η
αφηγηματική στρατηγική στην οργάνωση του κειμένου, η οποία είναι ικανή να οργανώνει με τέτοιο
τρόπο κάποια κείμενα ώστε να δημιουργεί προσδοκίες στην ακροάτρια (πρώτο σενάριο) με
μοναδικό σκοπό αργότερα να τις διαψεύσει (δεύτερο σενάριο). Τέλος, να προτείνουμε ότι τα σενάρια
που διαμορφώνονται από την αφηγηματική στρατηγική δεν είναι δυνατό να ονομαστούν με βάση τις
συγκεκριμένες τιμές αντιθέσεων, καθώς οι τελευταίες έχουν προταθεί για να χαρακτηρίσουν τις
αντιθέσεις που αφορούν το περιεχόμενο του χιουμοριστικού κειμένου και άρα είναι αποτελεσματικές
μόνο για αυτές (‘έξυπνο/χαζό’, ‘χρήματα/όχι χρήματα’, κλπ).

69

6ο Μέρος: Μια θεωρία του χιούμορ θα μπορούσε να βοηθήσει την καλύτερη
P

P

κατανόηση του γλωσσικού χιούμορ.

6.1. Η ΓΘΛΧ και άλλες Θεωρίες για το Χιούμορ.

Οι ΣΘΣΧ και ΓΘΛΧ ανήκουν σε εκείνες τις θεωρίες που προσπαθούν να δώσουν απάντηση στο
ερώτημα «τι είναι το χιούμορ;». Αντίθετα, δεν ασχολούνται με τα ζητήματα «γιατί υπάρχει το
χιούμορ;» ή «γιατί οι άνθρωποι χρησιμοποιούν το χιούμορ;», που αποτελούν αντικείμενο
ενδιαφέροντος άλλων θεωριών. Η ερώτηση «τι;» της ΓΘΛΧ είναι επίσης το ζητούμενο των θεωριών
Ασυμβατότητας, ενώ δεν απασχολεί τις θεωρίες Ανωτερότητας και Ψυχικής Ανακούφισης (Attardo
and Raskin 1991, σ. 330).
Σύμφωνα με τους Attardo και Raskin (1991, σ. 331), το κοινό αυτό σημείο δεν πρέπει να μας
κάνει να θεωρήσουμε αυτονόητα τις ΣΘΣΧ και ΓΘΛΧ ως θεωρίες Ασυμβατότητας, κι αυτό για δύο
λόγους: αρχικά, γιατί δεν είναι ξεκάθαρο κατά πόσο κάθε αντίθεση σεναρίων στα πλαίσιά τους
μπορεί να θεωρηθεί ως ασυμβατότητα (αν και κάποιες περιπτώσεις ξεκάθαρα μπορούν (Attardo και
Raskin, 1991, σ. 331)). Δεύτερον, επειδή οι ΣΘΣΧ και ΓΘΛΧ έχουν αναπτυχθεί, οριστεί και
επεξηγηθεί πολύ καλύτερα σε σχέση με τις θεωρίες Ασυμβατότητας, οπότε δεν έχουν τίποτα να
κερδίσουν από τη σύνδεση μαζί τους. Ωστόσο, όπως είπαμε και παραπάνω (4.1.5.), μετά την έρευνα
του 1993 ο Attardo δέχτηκε ότι η παράμετρος της ΓΘΛΧ λογικός μηχανισμός αντιστοιχεί στο στάδιο
της διευθέτησης της ασυμβατότητας, όπως είναι γνωστό από τις ψυχολογικές θεωρίες Ασυμβατότητας
(Attardo 2001, σ. 25), οπότε κατά κάποιο τρόπο δημιούργησε μια σύνδεση μαζί τους και με τα
πορίσματά τους.

70

6.2. Μπορεί η ΓΘΛΧ να εξηγήσει το γλωσσικό χιούμορ εν γένει;

Η ΓΘΛΧ είναι μια θεωρία του γλωσσικού χιούμορ. Μπορεί όμως να εξηγήσει όλες τις
περιπτώσεις γλωσσικού χιούμορ; Η διατύπωση και η εφαρμογή της βασίζονται σε ανέκδοτα, μόνο
πρόσφατα ο Attardo την εφάρμοσε και σε μεγαλύτερα και πιο σύνθετα αφηγηματικά κείμενα (2001).
Τι γίνεται όμως με τις περιπτώσεις που δεν είναι ανέκδοτα ή αφηγηματικά κείμενα, όπως π.χ. τα
αστεία που ακούγονται σε μια παρέα, οι αστείες ιστορίες που αφηγείται κάποιος, ή τα σαρδάμ,
δηλαδή τα γλωσσικά ολισθήματα που βασίζονται στην ανατροπή της φωνητικής ακολουθίας;
Βασίζονται και αυτά τα γλωσσικά κείμενα σε επικαλυπτόμενα και αντίθετα σενάρια; Έχουν λογικούς
μηχανισμούς; Απαιτούν στροφή στη μη-καλής-πίστης επικοινωνία; Οι απορίες αυτές σχετικά με την
ικανότητα της ΓΘΛΧ να ερμηνεύσει κάθε περίπτωση γλωσσικού χιούμορ εκφράζονται από τον John
Morreall, ερευνητή του χιούμορ που θα γνωρίσουμε καλύτερα λίγο παρακάτω.
Ο Attardo (1994˙ η παραπομπή στο Morreall 2004, σ. 399) θεωρεί ότι υπάρχουν δύο
προσεγγίσεις για τα χιουμοριστικά κείμενα που δεν είναι ανέκδοτα: η επεκτατική προσέγγιση
(expansionist approach), που υποστηρίζει ότι υπάρχει μια βαθιά ομοιότητα ανάμεσα στα ανέκδοτα
και στα άλλα χιουμοριστικά κείμενα, και η αναθεωρητική προσέγγιση (revisionist approach), που
θεωρεί ότι τα μοντέλα που βασίζονται σε εναλλασσόμενα σενάρια δεν είναι ικανά να μιλήσουν για
κάθε περίπτωση γλωσσικού χιούμορ, δηλαδή να εξηγήσουν το γλωσσικό χιούμορ εν γένει.
Δεν πρόκειται να υποστηριχθεί η μία ή η άλλη προσέγγιση στα πλαίσια αυτής της εργασίας.
Ωστόσο, για να ακουστεί και η αντίθετη με τη θεωρία των σεναρίων άποψη, θα παραθέσουμε
σύντομα τη γνώμη του John Morreall, ενός ερευνητή που θεωρεί τον εαυτό του αναθεωρητή. Η
θεωρία του ονομάζεται Θεωρία της Ασυμβατότητας για το Γέλιο (Incongruity Theory of Laughter). Δεν
πρόκειται για μια θεωρία του γλωσσικού χιούμορ, αλλά του χιούμορ γενικά και από αυτήν την
άποψη μπορεί να μιλήσει και για το γλωσσικό χιούμορ.
(Ωστόσο, ο Morreall έχει δουλέψει και πάνω στο γλωσσικό χιούμορ. Μάλιστα, οι Attardo και
Raskin κατά την αρχική επεξεργασία της ΓΘΛΧ ζήτησαν και τις δικές του παρατηρήσεις (Attardo
and Raskin 1991, σ. 293˙ Morreall 2004, σ. 393). Αυτός όμως ποτέ δεν πίστεψε ότι μια θεωρία

71

σεναρίων θα μπορούσε να αναλύσει ικανοποιητικά όλο το γλωσσικό χιούμορ, δηλαδή και τις
περιπτώσεις που δεν είναι ανέκδοτα).

6.3. Η Θεωρία της Ασυμβατότητας για το Γέλιο από τον John Morreall.

«Χιούμορ είναι να συμβαίνει κάτι που δεν περίμενες αλλά το διασκεδάζεις» (‘having something that you
weren’t ready for but enjoying it’, Morreall 2007, από όπου όλη η παράγραφος). Πρόκειται για μια
θεωρία Ασυμβατότητας. Ασυμβατότητα είναι η αντίθεση ανάμεσα στην ιδέα μας για το πώς γίνονται
ή θα έπρεπε να γίνουν τα πράγματα και στην εμπειρία, δηλαδή στο πώς τελικά συμβαίνουν. Το
χιούμορ είναι η ευχαρίστηση της ασυμβατότητας. Πρώτα έρχεται η έκπληξη, στο δεύτερο στάδιο
όμως, η καινούρια εμπειρία γίνεται διασκεδαστική αν αντιμετωπιστεί με χιούμορ.
Απαραίτητη προϋπόθεση ώστε να αντιμετωπιστεί με χιούμορ μια κατάσταση που έρχεται ξαφνικά
είναι να μπορεί ο άνθρωπος να πάρει την απαραίτητη νοητική απόσταση (mental distance, Morreall
2007), δηλαδή να δει την κατάστασή του από ψηλά και να μειώσει τη συναισθηματική εμπλοκή μαζί
της, εφόσον βέβαια πρόκειται για κατάσταση έντονη συναισθηματικά γι αυτόν. Διατυπωμένο αλλιώς,
να σταματήσει να αντιμετωπίζει την κατάσταση μέσα από το πρίσμα «εγώ-εδώ-τώρα», που είναι ο
τρόπος αντιμετώπισης των πραγμάτων που υπαγορεύεται από τον πιο σκληρό αντίπαλο του χιούμορ,
το άγχος.
Σύμφωνα με τη θεωρία του Morreall. η χιουμοριστική αντιμετώπιση, είτε γίνεται προς μεγάλες
ασυμβατότητες, όπως είναι τα προβλήματα που συμβαίνουν στη ζωή ενός ανθρώπου, είτε προς
μικρές ασυμβατότητες, όπως είναι η διάψευση των προσδοκιών σε σχέση με την εξέλιξη ενός
γλωσσικού κειμένου, έχει τρία οφέλη για τον άνθρωπο. Το πρώτο είναι η σωματική υγεία, καθώς τα
τέσσερα στοιχεία του αίματος που πέφτουν με το γέλιο είναι ακριβώς αυτά που ανεβαίνουν με το
άγχος, 12 και επίσης το ανοσοποιητικό σύστημα λειτουργεί καλύτερα απ’ ό,τι συνήθως, όταν γελάμε.
TPF

TP

12
PT

FPT

Στο σημείο αυτό προκαλούν εντύπωση τα κοινά σημεία της σημερινής Βιολογίας με την άποψη του αρχαίου

Ιπποκράτη. Σύμφωνα με την Περί Χυμών θεωρία του Ιπποκράτη, υπάρχουν στον ανθρώπινο οργανισμό

72

Το δεύτερο είναι η ψυχική υγεία, καθώς η χιουμοριστική αντιμετώπιση μας κάνει να βλέπουμε την
πραγματικότητα μέσα από καινούριες οπτικές γωνίες και έτσι ενισχύει τη δημιουργική σκέψη και τη
νοητική ευελιξία και προσαρμοστικότητα και βοηθάει στην επίλυση προβλημάτων και στο να τα
βγάζουμε πέρα με την αλλαγή. Το τρίτο όφελος του χιούμορ είναι ότι λειτουργεί ως κοινωνικό
«λιπαντικό» (social lubricant), βελτιώνει δηλαδή την επικοινωνία και τις σχέσεις ανάμεσα στους
ανθρώπους (όλη η παράγραφος από το Morreall 2007).

6.4. Η Θεωρία της Ασυμβατότητας για το Γέλιο και το γλωσσικό χιούμορ.

Ποια είναι όμως τα οφέλη που μπορούμε να αποκομίσουμε από την εφαρμογή της παραπάνω
θεωρίας στο γλωσσικό χιούμορ; Καταρχάς, η θεωρία του Morreall ισχυρίζεται ότι μπορεί να
εξηγήσει τα ανέκδοτα της ΓΘΛΧ, αν και πολύ λιγότερο τεχνικά από αυτήν, ως εξής: προσδοκία για
μία ερμηνεία και διάψευση της προσδοκίας λόγω μιας διαφορετικής, απρόσμενης ερμηνείας.
Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι μπορεί να εξηγήσει περιπτώσεις γλωσσικού χιούμορ που η ΓΘΛΧ δεν
μπορεί, όπως είναι τα σαρδάμ, για τα οποία τα σημασιολογικά σενάρια είναι ακατάλληλα (Morreall
2004, σ. 397-398). Τα σαρδάμ στα πλαίσια της νέας θεωρίας θα μπορούσαν να εξηγηθούν ως:
προσδοκία για «κανονική» άρθρωση (όχι πια σενάριο) και διάψευση της προσδοκίας εξαιτίας μηκανονικής άρθρωσης. (Για μια αναλυτική παρουσίαση περιπτώσεων γλωσσικού χιούμορ που
μπορούν να εξηγηθούν με βάση τη θεωρία του Morreall αλλά δεν μπορούν, κατά το Morreall
τουλάχιστον, με βάση τη ΓΘΛΧ, βλ. Morreall 2004).
Και μία περίπτωση από το δικό μας δείγμα: ο χιουμοριστικός χαρακτήρας που προκύπτει από
μια αναπάντεχα σύντομη αφηγηματική στρατηγική, όπως είδαμε παραπάνω να συμβαίνει στο [26]
πιστεύουμε ότι μπορεί να αναλυθεί με βάση τη θεωρία του Morreall (ενώ δεν μπορεί, πιο ξεκάθαρα

τέσσερα υγρά (το αίμα, το φλέγμα, η κίτρινη και η μέλαινα χολή), η διαφορετική ανάμειξη των οποίων
καθορίζει κάθε φορά την ψυχική διάθεση του ανθρώπου.
Και κάτι για την ετυμολογία της έκφρασης χιούμορ: οι Μεσαιωνικοί αργότερα αναφέρονταν στα τέσσερα
υγρά της θεωρίας του Ιπποκράτη χρησιμοποιώντας τη λατινική ονομασία humores (=υγρά, χυμοί). Η αγγλική
λέξη humour κατάγεται από εκεί (λήμμα four humours, The Oxford Dictionary of Philosophy, 1996).

73

σε αυτήν την περίπτωση, με βάση μια θεωρία σεναρίων), ως εξής: προσδοκία για κανονική έκταση
ανέκδοτου και διάψευση της προσδοκίας λόγω απροσδόκητης συντομίας του.
Ανεξάρτητα από το κατά πόσο η εγκυρότητα των παραπάνω παρατηρήσεων θα μπορούσε να
αμφισβητηθεί από τους οπαδούς της επεκτατικής προσέγγισης, υπάρχουν δύο ακόμα οφέλη που
βλέπουμε να προκύπτουν από την εφαρμογή της θεωρίας του Morreall στο γλωσσικό χιούμορ:
Το πρώτο απ’ αυτά είναι ότι η θεωρία του Morreall μπορεί να δώσει στη ΓΘΛΧ την ερμηνευτική
δύναμη που της λείπει 13 . Η ΓΘΛΧ πραγματεύεται το γλωσσικό χιούμορ με το να περιγράφει τι είναι
TPF

FPT

αυτό που συμβαίνει σε ένα κείμενο και το καθιστά χιουμοριστικό: δύο επικαλυπτόμενα μέσω μιας
αμφίσημης έκφρασης σενάρια αποκτούν μια αντιθετική σχέση στην κατακλείδα. Ωστόσο, δε μας λέει
(ούτε και έχει αξιώσεις να πει) για ποιο λόγο η επικάλυψη και η αντίθεση των σεναρίων μας κάνουν
να γελάμε. Μέσω της θεωρίας του Morreall, η παραπάνω διαδικασία μπορεί να ερμηνευτεί ως εξής: το
να γίνεται κάτι που δεν περίμενες (με τους όρους της ΓΘΛΧ: το να ανακαλύπτεις τα σενάρια που
υπήρχαν, αλλά δεν είχες δει μέσα σε ένα κείμενο) μπορεί να σε κάνει να γελάσεις.
Τέλος, η θεωρία του Morreall είναι η μόνη από όσες αναφέρθηκαν ως τώρα, γλωσσολογικές και
μη, που λαμβάνει υπόψη και την πλευρά του ερεθίσματος και την πλευρά της ανταπόκρισης. Έτσι, θα
πούμε ότι ένα γλωσσικό ερέθισμα είναι χιουμοριστικό, αν λέει κάτι ασύμβατο με την ως τώρα εμπειρία
της ακροάτριας. Από την άλλη, η ανταπόκριση σε ένα γλωσσικό ερέθισμα είναι χιουμοριστική, αν η
ακροάτρια διασκεδάσει με την ασυμβατότητα του γλωσσικού ερεθίσματος. Ακόμα και στην περίπτωση
που το χιουμοριστικό κείμενο/ερέθισμα την ενοχλεί προσωπικά, είναι στο χέρι της να πάρει την
απαραίτητη νοητική απόσταση, να απεμπλακεί συναισθηματικά και να καταφέρει να απολαύσει την
ασυμβατότητα –δηλαδή να αφήσει το μηχανισμό χιούμορ να λειτουργήσει.

TP

13
PT

Η άποψη ότι η ΓΘΛΧ στερείται ερμηνευτικής δύναμης ανήκει επίσης στο Morreall (2004, σ. 397).

74

6.5. Είναι απαραίτητο το (γλωσσικό) χιούμορ;

«Πρέπει συνεχώς να προκαλούμε τα εννοιολογικά μας συστήματα προκειμένου να προστατέψουμε τον εαυτό
μας απ’ το να νομίσει ότι μας δίνουν μια αντικειμενική εικόνα του κόσμου», λέει ο Morreall (1989). Οι
συμβάσεις της ζωής και της γλώσσας οριοθετούν τον ανθρώπινο κόσμο και κάποτε τον εγκλωβίζουν.
Το (γλωσσικό) χιούμορ είναι ευεργετικό, γιατί απελευθερώνει προσωρινά τον άνθρωπο από αυτές τις
συμβάσεις˙ τον κάνει να ρίξει καινούριες ματιές σε πράγματα που θεωρούσε δεδομένα, προκαλεί τη
δημιουργικότητά του και βελτιώνει την ψυχική του διάθεση αλλά και τη σωματική του υγεία μέσω
του γέλιου.
Από την άλλη, ένας άνθρωπος που είναι ανώτερος από τις κοινωνικές συνθήκες του τόπου και της
εποχής του και κινείται ελεύθερος μέσα στα εννοιολογικά συστήματα που του προσφέρει η γλώσσα
του και πέρα απ’ αυτά -αν υπάρχει τέτοιος άνθρωπος-, τότε αυτός δε θα χρειάζεται το χιούμορ. Αν
κάποιος δεν καταλαβαίνει τα αστεία, είναι μάλλον αμβλύνους, αν όμως δεν του χρειάζεται να γελάσει
με τα αστεία, τότε έχει μάλλον μια ανωτερότητα ξεχωριστή.

Επίλογος

Η εργασία αυτή εξέτασε το γλωσσικό χιούμορ με βάση τη ΓΘΛΧ, η οποία σε γενικές γραμμές
ανταποκρίθηκε ικανοποιητικά στις ανάγκες της ανάλυσης. Κάποια ζητήματα που προέκυψαν, όπως
αυτά που σχετίζονται με την περιγραφική ακρίβεια των τιμών για τους λογικούς μηχανισμούς και με το
δυναμικό ρόλο της παραμέτρου αφηγηματική στρατηγική στην οργάνωση του κειμένου, ίσως να
οφείλονται σε ελλιπή εκ μέρους μας γνώση για τα αντίστοιχα σημεία της θεωρίας. Σε περίπτωση
όμως που δεν οφείλονται σε ελλιπή γνώση, τότε στα πλαίσια αυτής της εργασίας εντοπίστηκαν
ζητήματα που προσφέρονται για πιο εξειδικευμένη έρευνα στα πλαίσια μιας άλλης εργασίας και
διαπιστώθηκε ότι η ΓΘΛΧ επιδέχεται περαιτέρω βελτίωση, όπως εξάλλου αναγνωρίζουν και οι
δημιουργοί της.

75

Η αναφορά στη θεωρία του Morreall έγινε στα πλαίσια αυτής της εργασίας με βασικό σκοπό να
ακουστεί μια δεύτερη άποψη, δηλαδή για να μας αποτρέψει από το να πιστέψουμε ότι η ανάλυση του
γλωσσικού χιούμορ που γίνεται με βάση τη ΓΘΛΧ είναι η μοναδική ή/και δε δέχεται κριτική από
άλλες προσεγγίσεις στα πλαίσια της έρευνας για το γλωσσικό και μη-γλωσσικό χιούμορ. Επίσης, για
να εκφραστεί η άποψη που έχει η συγγραφέας αυτής της εργασίας ότι μπορούν να προκύψουν
πλεονεκτήματα για την έρευνα του γλωσσικού χιούμορ από μια συνεργασία της με την έρευνα του
ευρύτερου φαινομένου χιούμορ. Ένα από αυτά τα πλεονεκτήματα θα ήταν η ερμηνευτική δύναμη που
θα πρόσφερε μια θεωρία του χιούμορ σε μια θεωρία για το γλωσσικό χιούμορ. Στα πλαίσια της
παρούσας εργασίας επιλέχτηκε η θεωρία του Morreall, γιατί μέσα από τις περιπτώσεις που
αναφέρθηκαν παραπάνω (ενότητα 6.4.), αλλά και διαισθητικά, μοιάζει να κινείται προς σωστή
κατεύθυνση.

76

παραπομπές

Akmajian A., Demers R., Farmer A., Harnish R., Linguistics, An introduction to language and
communication, MIT Press, 1995

Attardo S. and Raskin V., Script Theory Revis(it)ed: Joke Similarity and Joke Representation Model,
International Journal of Humor Research, 4-3/4, 1991

Attardo S., The Analysis of Humorous Narratives, International Journal of Humor Research, 11-3,
1998

Attardo S., Humorous Texts: A semantic and pragmatic analysis, Mouton de Gruyter, 2001

Attardo S., Hempelmann C. F. and Di Maio S., Script Oppositions and Logical Mechanisms: Modeling
Incongruities and their Resolutions, International Journal of Humor Research, 15-1, 2002

Hempelmann C. F., Script Opposition and Logical Mechanism in Punning, International Journal of
Humor Research, 17-4, 2004

Lyons J., Εισαγωγή στη Γλωσσολογία, εκδόσεις Πατάκη, 2003 (ενδέκατη εκτύπωση)

Morreall J., Verbal Humor without Switching Scripts and without non-bona-fide communication,
International Journal of Humor Research, 17-4, 2004

Raskin V., Semantic Mechanisms of Humor, D. Reidel Publishing Company, 1985

Ross A., The language of humour, Routledge, 1998

77

Ruch W., Attardo S., Raskin V., Toward an Empirical Verification of the General Theory of Verbal
Humor, International Journal of Humor Research, 6-2, 1993
Τακούδα Χ., Διπλωματική εργασία Διατμηματικού Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών
(ΕΠΕΑΕΚ), Πραγματολογικές προσεγγίσεις του χιούμορ και οι δυνατότητες αξιοποίησής του στη διδασκαλία
της ελληνικής ως δεύτερης/ξένης γλώσσας, ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη, Νοέμβριος 2002

Tsakona V., Jab Lines in Narrative Jokes, International Journal of Humor Research, 16-3, 2003

λεξικό

Blackburn S., The Oxford Dictionary of Philosophy, Oxford University Press, 1996

από το διαδίκτυο

Hempelmann C. F., Incongruity and Resolution in Humorous Narratives – Linguistic Humor Theory and the
Medieval Bawdry of Rabelais, Boccaccio and Chaucer, Master’s Thesis, Youngstown State University,
2000

Hempelmann C. F., Paronomasic Puns: Target Recoverability Towards Automatic Generation, PhD Thesis,
Purdue University, August 2003 (http://homepage.mac.com/hempelma/puns.pdf.)

78

Hempelmann C. F., The Ynperfect Pun Selector for Computational Humor, position paper for the
Computer

-

Human

Interface

Workshop

on

Humor

Modeling,

2003

(http://hmi.ewi.utwente.nl/conferences)

Morreall J., The Rejection of Humour in Western Thought, 1989 (http://www.ccbs.ntu.edu.tw)

Morreall J., A Healthy Workplace is a Humorous Workplace, 2007 (συνέντευξη δημοσιευμένη στο
διαδίκτυο) (http://www.humorworks.com)

Taylor J., Computational Recognition of Humor in a Focused Domain, Master’s Thesis, (χωρίς
χρονολογία) (http://www.ececs.uc.edu)

79

Περίληψη

Στα πλαίσια αυτής της εργασίας γίνεται μια εξέταση της γλώσσας του αστείου που βασίζεται σε
ένα σώμα από τριάντα πέντε ανέκδοτα, (από τα οποία παρουσιάζονται στο τελικό κείμενο αυτής της
εργασίας τα είκοσι τρία). Ως βασικό εργαλείο για την εξέταση της γλώσσας του αστείου
χρησιμοποιείται η Γενική Θεωρία του Λεκτικού Χιούμορ (ΓΘΛΧ), που δημοσιεύτηκε από τους
Salvatore Attardo και Victor Raskin το 1991. Η εργασία βρίσκει την παραπάνω θεωρία σε γενικές
γραμμές ικανοποιητική για την ανάλυση του γλωσσικού χιούμορ, ωστόσο εντοπίζει και κάποια
θέματα που προσφέρονται για περαιτέρω έρευνα από μελλοντικές εργασίες και είναι τα εξής: 1. ο
δυναμικός ρόλος που έχει η αφηγηματική στρατηγική ερώτηση-απάντηση, στις περιπτώσεις που το
ανέκδοτο, μέσω της ερώτησης, δημιουργεί στη συνομιλήτρια κάποιες προσδοκίες, με μοναδικό
σκοπό να τις ακυρώσει αργότερα μέσω της απάντησης (και έτσι να πραγματοποιήσει την
ασυμβατότητα, που είναι απαραίτητο συστατικό κάθε αστείου) και, 2. η υποψία για την ύπαρξη δύο
ακόμα (υποκατηγοριών) λογικών μηχανισμών, τους οποίους ονομάζουμε «πολλαπλή εστίαση» και
«επικράτηση της εξαίρεσης αντί για τον κανόνα». Στη συνέχεια, εντοπίζονται κάποιες περιπτώσεις
γλωσσικών αστείων τις οποίες η ΓΘΛΧ φαίνεται αδύναμη να αναλύσει, όπως είναι τα σαρδάμ, και το
αστείο που προκύπτει από την αναπάντεχη συντομία ενός ανέκδοτου. Τέλος, παρουσιάζεται σύντομα
μία θεωρία του ευρύτερου φαινομένου χιούμορ (όχι απλώς του γλωσσικού χιούμορ αυτή τη φορά), η
Θεωρία της Ασυμβατότητας για το Γέλιο του John Morreall (2007), και φαίνονται τα σημεία στα οποία
υπερέχει και στα οποία υστερεί σε σύγκριση με τη ΓΘΛΧ, όσον αφορά την ανάλυση του γλωσσικού
χιούμορ.

80

Abstract

The present thesis is an attempt to investigate the language of joke, and uses a corpus of thirtyfive anecdotes to fulfil this aim (only twenty three of which are finally presented). The theory we
employ for our jokes’ analysis is the General Theory of Verbal Humor (GTVH), published by
Salvatore Attardo and Victor Raskin in 1991. We find that the GTVH is, in general terms,
satisfactory for the analysis of anecdotes. Moreover, we suggest two new points we think would
be fruitful for further analysis in future research. These points are the following: 1. the narrative
strategy question-answer plays a dynamic role in the production of a joke in these cases, where an
anecdote, through its question, raises certain expectations to the listener just in order to cancel
them (these very expectations) through the answer (and thus fulfill the incongruity, which is
necessary for a joke) and, 2. the suspicion that there are two more (subcategories of) logical
mechanisms, which we name “multiple focusing” the first, and “prevalence of the exception instead
of the rule” the second. Furthermore, we trace a few cases of jokes, we believe the GTVH is
unable to handle; such are spoonerisms, and the funniness resulting from a text’s unexpected
shortness. Finally, we briefly present one more theory of humor (not only of linguistic humor
this time), namely the Incongruity Theory of Laughter by John Morreall (2007), and we discuss the
advantages (as well as the disadvantage) it has, in comparison to the GTVH, as far as the analysis
of verbal humor is concerned.

81

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful