You are on page 1of 96

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ

1

Η Προς Γαλάτας Επιστολή
του Αποστολου Παύλου
Υπόμνημα – Κείμενο - Μετάφραση στη
Δημοτική – Λεξικό όρων Σύντομη βιογραφία του Απ. Παύλου

Κων. Α. Οικονόμου
Λάρισα 201..

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
2

Αφιερώνεται
Στο Μακαριστό Γέροντα της Κομνηνείου
Ι. Μονής Στομίου
π. Αθανάσιο Μυτιληναίο †
τιμής και ευγνωμοσύνης ένεκεν
είθε οι μεσιτείες του προς τον
Φιλάνθρωπο Κύριο
να μας συνοδεύουν στις δύσκολες ανηφοριές του παρόντος βίου
και να συμβάλλουν στο φωτισμό των ατραπών
της “σκοτεινής κοιλάδας του κλαυθμώνος” που διάγουμε.

Περιεχόμενα
1.
2.
3.
4.
5.
6.
7.
8.
9.

Βιβλιογραφία
σελ. 3
Η Αγία Γραφή – γενικά
σελ. 5
Η Καινή Διαθήκη
σελ. 6
Ο Απόστολος Παύλος
σελ. 8
Οι επιστολές του Αποστόλου Παύλου
σελ. 21
Η Προς Γαλάτας Επιστολή
σελ. 22
Περιεχόμενα της Επιστολής
σελ. 22
Η Προς Γαλάτας Επιστολή Κείμενο, ερμηνεία, υπόμνημα σελ. 23
Εγκυκλοπαιδικό λεξικό
σελ. 56

Χρήσιμη σημείωση:
Κατά την ανάγνωση του κειμένου και της ερμηνείας της Επιστολής, ο αναγνώστης θα
συναντά αριθμούς υποσημειώσεων που παραπέμπουν σε περαιτέρω ερμηνευτικά σχόλια,
βασισμένα κυρίως σε Πατέρες της Εκκλησίας μας και σε κορυφαίους θεολόγους του αιώνα
μας, που βρίσκονται στο κάτω μέρος της ίδιας σελίδας. Ακόμη θα συναντήσει λέξεις που
είναι τονισμένες (bold). Αυτές οι λέξεις παραπέμπουν στο λεξικό, στο τελευταίο μέρος του
ανα χείρας τόμου.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
3

1. Βιβλιογραφία
1. David Noel Freedman, The Anchor Bible Dictionary, (New York: Doubleday, 1996,
c1992), τόμος 5, σελ. 186, λήμμα: Paul.
2. Walter A. Elwell and Barry J. Beitzel, Baker Encyclopedia of the Bible, (Baker Book
House, 1988), σελ. 1621, λήμμα: Paul, The Apostle.
3. Allen C. Myers, The Eerdmans Bible Dictionary, (Rev., augm. translation of: Bijbelse
encyclopedie. Rev. ed. 1975. Grand Rapids, Mich.: Eerdmans, 1987), σελ. 803, λήμμα:
Paul.
4. D. R. W. Wood et al., New Bible Dictionary, (InterVarsity Press, 1996, c1982, c1962), σελ.
880, λήμμα: Paul.
5. Gerald F. Hawthorne et al., Dictionary of Paul and His Letters, (Downers Grove, Ill.:
InterVarsity Press, 1993), σελ. 692, λήμμα: PAUL IN EARLY CHURCH TRADITION.
6. D.A. Carson and al., New Bible Commentary (4th ed.), Inter-Varsity Press, Downers
Grove/Leicester 1994.
7. Hubert M. Martin JR., «Areopagus», The Anchor Bible Dictionary, Doubleday 1992.
8. G. Schneider, «Ἀρειος Πάγος», Exegetical Dictionary of the New Testament, W.B.
Eerdmans, 1990.
9. Merrill C. Tenney, «Areopagus», The Zondervan Pictorial Encyclopedia of the Bible,
Zondervan, Grand Rapids 1976.
10. Frank E. Gaebalein, Expositor’s Bible Commentary, Zondervan, Grand.
11. Ρόουζ Σεραφείμ, Η ψυχή μετά το θάνατο, ε΄εκδ. 2004, Μυριόβιβλος.
12. Αγουρίδης Σ., Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην, Γρηγόρης, 1991.
13. Βούλγαρης Χρ., Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην Τόμος Α', Αθήνα, 2003.
14. Καραβιδόπουλος Ι., Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη, Πουρναράς, 1998, σελ. 261-272.
15. http://el.orthodoxwiki.org
16. Π.Ν.Τρεμπέλας, Υπόμνημα εις τας επιστολάς της Κ. Διαθήκης, Τόμος Α', "Ο Σωτήρ",
17. Αθανάσιος ο Μέγας, Λόγος κατά ειδώλων.
18. Ευσέβιος Καισαρείας Migne 20,22,24.
19. .Ιωάννου Χρυσοστόμου, Migne 55-57.
20. Ιωάννου Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις την Προς Γαλάτας Επιστολή του Απ. Παύλου, εν
Μελίτη 1833.
21. Βασίλειος ο Μέγας, Γ΄μ., ΒΕΠΕΣ, Τ. 53ος, Ασκητικά, Απ.Διακονία Εκκλ. Ελλάδος, 1976.
22. .Ωριγένους, Migne 11-14.
23. Η Προς Διόγνητον Επιστολή, ed. F. X. Funk, Tubingen, 1924.
24. Νικόδημος ο Αγιορείτης, Αόρατος Πόλεμος.
25. «Η Αγία Γραφή» (Ο΄) Εκδόσεις «Ζωή» 12η έκδοση 1991
26. Π. Ν. Τρεμπέλας, Η Καινή Διαθήκη μετά συντόμου ερμηνείας ..«Σωτήρ» 35η έκδοση
1993.
27. .«Η Καινή Διαθήκη – κείμενο - ερμηνευτική απόδοση» Ι. Θ. Κολιτσάρα «Ζωή» 17η
έκδοση 1992.
28. «Η Καινή Διαθήκη» Ε. Βέλα, Ε. Αντωνιάδου, Α. Αλιβιζάτου, Γ. Κονιδάρη «Αποστολική
Διακονία» 3η έκδοση 1992.
29. «Novum Testamentum Graece» Nestle – Aland Έκδοση 1979 Deutche Bibelstiftung.
30. Erasmus Schmidt, Ταμείον Καινής Διαθήκης «Αστήρ» 1990.
31. Γ. Κωνσταντίνου, Λεξικόν των Γραφών, «Γρηγόρη» 1973.
32. Ι. Θ. Κολιτσάρας, Εγκυκλοπαιδικό λεξικό της Α. Γραφής, «Ζωή» 1975.
33. «Ο Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας» 12 τόμοι, 6η έκδοση 2000 Αθήνα.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
4
34. «Οι βίοι των Αγίων», Μ. Γαλανού Αποστολική Διακονία, 4 τόμοι γ΄ έκδοση 1998.
35. Ν. Βασιλειάδης, Αρχαιολογία και Αγία Γραφή, «Σωτήρ» 1996.
36. Β. Βέλας, Εβραϊκή Αρχαιολογία, «Αποστολική Διακονία», β΄ έκδοση 1984.
37. Ι. Καραβιδόπουλος, Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη, «Πουρνάρα» 1983.
38. ΒΕΠΕΣ τόμοι 1-4, Βιβλιοθήκη Ελλήνων Πατέρων και Εκκλησιαστικών Συγγραφέων,
Αποστολική Διακονία 1955.
39. Ι. Σταματάκος, Λεξικό της αρχαίας ελληνικής γλώσσης, «Φοίνιξ» 1972.
40. Ιστορία της Ορθοδοξίας, τόμος Α΄, Οι απαρχές του Χριστιανισμού, εκδ. Road, 2006.
41. J. Holzner, Παύλος, μετφρ. Αρχιεπ. Αθηνών Ιερωνύμου, εκδ. Δαμασκός, 12η εκδ. Αθήνα
1989.
42. Σωτ. Σ. Δεσπότης, Ο Απόστολος Παύλος στην Αθήνα,σελίδες 184-186, Εκδόσεις Άθως
(Αθήνα 2009).
43. Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, λήμμα Παύλος, εκδ. Πάπυρος, 2006-7.
44. Τεγόπουλος – Φυτράκης: Μείζων Ελληνικό Λεξικό. Ηλεκτρ. Εκδ. 2004.
45. Βασίλειος Μουστάκης, Λεξικόν της Αγίας Γραφής, Αθήναι 1955.
46. Αθανάσιος Μαρτίνος, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, Αθήναι 1962-8.
47. Γεώργος Σωτηρίου, Χριστιανική και Βυζαντινή Αρχαιολογία α΄τ. Αθήναι 1942.
48. Αναστάσιος Τίγκας, Η ονοματολογία της Αγίας Γραφής, Αθήναι 1970.

Εικ. 1. Ένα από τα παλαιότερα τυπογραφικά του υπομνήματος του Ιω. Χρυσοστόμου
ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΊΕΣ
Π.Ν.Τ. (Παν. Ν. Τρεμπέλας)
Γ.Κ. (Γεώρ. Κωνσταντίνου)
Χ. (άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος)
Ι.Κ. (Ιωάννης Θ. Κολιτσάρας)
Μ.Ε.Λ. (Μείζον ελληνικό λεξικό)
Β. (Μέγας Βασίλειος)
Β.Π. (Βασ. Παπανικολάου)

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
5

2. Η Αγία Γραφή – γενικά
Αγία Γραφή είναι τα ιερά εκείνα κείμενα-βιβλία που έχουν συμπεριληφθεί στον Κανόνα
της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Γίνεται αποδεκτό ότι αυτά τα βιβλία γράφηκαν από
διάφορους συγγραφείς, με θείο φωτισμό, διατηρώντας βέβαια τον προσωπικό τους
χαρακτήρα, και γι΄ αυτό τα βιβλία της Α. Γραφής τα χαρακτηρίζουμε «Θεόπνευστα». Ο
Κανόνας της Ορθοδόξου Εκκλησίας απαρτίζεται από εβδομήντα έξι βιβλία, ενώ αντίθετα
η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία περιλαμβάνει τα περισσότερα από αυτά τα βιβλία στον
βασικό κανόνα της, και τα ονομάζει «κανονικά», ενώ ορισμένα τα τοποθέτησε σε
κατώτερη κατηγορία και τα ονομάζει «δευτεροκανονικά». Τέλος οι διάφορες ομολογίες
των Προτεσταντών έχουν περιλάβει λιγότερα βιβλία στους κανόνες τους.
Τα βιβλία αυτά χωρίζονται: Α΄ σ’ αυτά που γράφηκαν πριν τη Γέννηση του Κυρίου και
που όλα μαζί αποτελούν την Παλαιά Διαθήκη (49 βιβλία) και Β΄ σ’ αυτά που γράφηκαν
μετά το 50 μ.Χ. Αυτά είναι 27 και απαρτίζουν την Καινή Διαθήκη.
Η Παλαιά Διαθήκη απευθύνεται στον Ισραήλ της περιτομής ενώ η Καινή διαθήκη
απευθύνεται στον Νέο Ισραήλ της χάριτος, στους εξαγορασμένους με το αίμα του Κυρίου
μας Ιησού Χριστού, δηλαδή σε μας τους Χριστιανούς (τους «περιτετμημένους» στην
καρδιά όπως λέει ο Απ. Παύλος). Μ’ αυτά που λέμε δεν προκύπτει βέβαια η άποψη ότι η
Παλαιά Διαθήκη είναι … άχρηστη. Το αντίθετο μάλιστα. Αυτά που στην Καινή Διαθήκη
φαίνονται ολοφάνερα και πραγματικά, προτυπώνονται σαν σκιά και σαν σύμβολο στην
Παλαιά. Άλλωστε «και οι δύο Διαθήκες υπηρετούν το προαιώνιο σχέδιο του Θεού για τη λύτρωση
του ανθρώπου.» (Β.Π.) Με λίγα λόγια η Παλιά και η Καινή Διαθήκη αποτελούν ουσιαστικά
μια ενότητα, μια ενότητα αδιάσπαστη, την Αγία Γραφή.
Ας κάνουμε μια απλή, μόνο, αναφορά στα βιβλία της Π. Διαθήκης :
Γένεσις, Έξοδος, Λευιτικόν, Αριθμοί, Δευτερονόμιο (αυτά αποτελούν την Πεντάτευχο),
Ιησούς του Ναυή, Κριταί, Ρουθ, Α΄, Β΄, Γ΄ και Δ΄ Βασιλειών, Α΄ και Β΄ Παραλειπομένων,
Α΄ και Β΄ Έσδρας, Νεεμίας, Τωβίτ, Ιουδίθ, Εσθήρ, Α΄, Β΄ και Γ΄ Μακκαβαίων. Αυτά τα
είκοσι τρία πρώτα βιβλία ονομάζονται «ιστορικά». Στη συνέχεια έχουμε : Ψαλμοί, Ιώβ,
Παροιμίες Σολομώντα, Εκκλησιαστής, Άσμα Ασμάτων, Σοφία Σολομώντα, Σοφία Σειράχ.
Αυτά ονομάζονται «σοφιολογικά» ή «ποιητικά» (7). Τέλος έχουμε τα προφητικά (19) :
Ωσηέ, Αμώς, Μιχαίας, Ιωήλ, Οβδιού, Ιωνάς, Ναούμ, Αββακούμ, Σοφονίας, Αγγαίος,
Ζαχαρίας, Μαλαχίας, Ησαΐας, Ιερεμίας, Βαρούχ, Θρήνοι Ιερεμίου, Επιστολή Ιερεμίου,
Ιεζεκιήλ, Δανιήλ. Σύνολο 49 βιβλία.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
6

3. Η Καινή Διαθήκη

Εικ. 2. Η Σταύρωση του Κυρίου.

Ονομάστηκε Καινή Διαθήκη για να διακρίνεται από την Παλαιά, και η έννοια του
«καινού» δανείζεται από τα λόγια του ίδιου του Ιησού: «τούτο το ποτήριον η καινή διαθήκη
εστίν εν τω εμώ αίματι.» (Α΄ Κορ. ιά, 25)1. Με την Καινή Διαθήκη αρχίζει μια νέα εποχή για
τους ανθρώπους που την εγκαινίασε και επισφράγισε με το σταυρικό Του θάνατο ο ίδιος ο
Κύριος, πραγματοποιώντας έτσι τις υποσχέσεις της Π. Διαθήκης, ιδιαιτέρως, βέβαια των
προφητών της2.
Η Καινή Διαθήκη αποτελείται από είκοσι επτά βιβλία που κι αυτά χωρίζονται σε τρεις
κατηγορίες: ιστορικά, επιστολές και (ένα) προφητικό.
Τα ιστορικά βιβλία είναι πέντε: το κατά Ματθαίον, το κατά Μάρκον, το κατά Λουκάν
και το κατά Ιωάννην Ευαγγέλια καθώς και οι Πράξεις των Αποστόλων.
Οι επιστολές είναι είκοσι μία και χωρίζονται σε : 1. σε επιστολές του Αποστόλου Παύλου
που απευθύνονται προς Ρωμαίους, προς Κορινθίους Α΄ και Β΄, προς Γαλάτας, προς
Εφεσίους, προς Εβραίους, προς Φιλιππησίους, προς Κολασσαιείς, προς Θεσσαλονικείς
Α΄ και Β΄, προς Τιμόθεον Α΄ και Β΄ προς Τίτον και προς Φιλήμονα και 2. σε καθολικές
επιστολές : Ιακώβου, Α΄ και Β΄ Πέτρου, Α΄, Β΄ και Γ΄ Ιωάννη και η επιστολή του Ιούδα.
Τέλος το μοναδικό προφητικό βιβλίο της Καινής Διαθήκης είναι η Αποκάλυψη του
Ιωάννου.

Οι συγγραφείς των βιβλίων της Καινής Διαθήκης.
Ο Ματθαίος έγραψε το ομώνυμο Ευαγγέλιο, όπως κι ο Μάρκος. Ο Ιωάννης έγραψε το
Ευαγγέλιό του, την Αποκάλυψη και τις τρεις καθολικές επιστολές που φέρουν το όνομά
του. Ο Λουκάς, εκτός του Ευαγγελίου του, συνέγραψε και τις Πράξεις των Αποστόλων. Οι
υπόλοιπες – εκτός του Ιωάννη – επιστολές γράφτηκαν: δέκα τέσσερις από τον Απ. Παύλο,
δύο από τον Απόστολο Πέτρο και από μία από τους Ιάκωβο και Ιούδα τους
«αδελφοθέους».
1. Δες ακόμη: Μτθ. κστ΄28, Μρκ. ιδ΄24, Λουκ. κβ΄20, Εβρ. θ΄15.
2 Δες σχετ. Γέν. γ΄15.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
7

Η γλώσσα της Καινής Διαθήκης
Ένας μόνο αρχικός πυρήνας του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου γράφηκε στα αραμαϊκά
(συριακά) και στη συνέχεια στα ελληνικά, ενώ όλα τα υπόλοιπα βιβλία γράφηκαν
απευθείας στην ελληνική, την πιο διαδεδομένη γλώσσα της εποχής στη ρωμαϊκή
αυτοκρατορία. Να αναφέρουμε μάλιστα ότι ακόμα και σ’ αυτή την Ιουδαία, οι κάτοικοι δε
μιλούσαν εβραϊκά, εκτός από κάποιους μορφωμένους, όπως ιερείς, ραββίνους κ.α. Γι’ αυτό
το λόγο ακόμα και η Παλαιά Διαθήκη κυρίως στα ελληνικά (από την μετάφραση των
«εβδομήκοντα») διαβάζονταν και ερμηνεύονταν στις συναγωγές.
Η ελληνική αυτή γλώσσα της Κ. Διαθήκης, δεν είναι βεβαίως η αττική διάλεκτος, αλλά η
απλοποιημένη ελληνική – αλεξανδρινή της εποχής εκείνης (ελληνιστικών χρόνων 3 ος αι. π.
Χ. – 3ος αι. μ. Χ.), η φυσική εξέλιξη της αρχαίας ελληνικής, πρόδρομος της βυζαντινής, της
οποίας συνέχεια είναι η νεοελληνική.
Είναι αλήθεια ότι το επίπεδο της γλώσσας, από βιβλίο σε βιβλίο του ιερού κειμένου,
διαφέρει. Έτσι την ωραιότερη, από άποψη λογοτεχνικού ύφους και λεξιλογίου, γλώσσα
συναντάμε στην προς Εβραίους επιστολή, στην επιστολή Ιακώβου και στα έργα του
Λουκά. Αντίθετα η απλούστερη γλώσσα βρίσκεται στο κατά Μάρκον Ευαγγέλιο και στην
Αποκάλυψη. Πάντως για το θέμα της γλώσσας της Κ. Διαθήκης περισσότερες πληροφορίες
μπορεί κανείς να αντλήσει από το εμπεριστατωμένο βιβλίο «Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη»
του Ιωάννη Καραβιδόπουλου (Εκδ. Πουρνάρα – Θεσσαλονίκη 1983).

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
8

4. Ο Απόστολος Παύλος

Εικ. 3. Ο Απόστολος Παύλος του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου.

Α΄ Γενικά:

Ο Απόστολος Παύλος γεννήθηκε στην Ταρσό της Κιλικίας μεταξύ των
ετών 5- 15 μ.Χ. και πέθανε με μαρτυρικό θάνατο στη Ρώμη μεταξύ των ετών 66-68 μ.Χ.
Υπήρξε συγγραφέας των μισών περίπου από τα βιβλία της Καινής Διαθήκης,
αναγνωρίσθηκε ως ισαπόστολος, μάλιστα δε με τον Πέτρο ως πρωτοκορυφαίος μεταξύ των
Αποστόλων και άγιος. Ήταν μία από τις σπουδαιότερες, αν όχι η σπουδαιότερη,
προσωπικότητα της πρώιμης εποχής του χριστιανισμού, υποστηρικτής της
παγκοσμιότητας της διδασκαλίας του Κυρίου, πρωτοστατώντας στο κήρυγμα του
Ευαγγελίου έξω από τα στενά όρια του Ιουδαϊσμού, δίνοντας στη νέα θρησκεία μια
παγκόσμια διάσταση. Για τον λόγο αυτό πήρε το όνομα "Απόστολος των εθνών" και των
εθνικών, εκείνων δηλαδή που δεν ανήκουν στον λαό και στη θρησκεία των Εβραίων.
Λεγόταν και Σαύλος (Σαούλ) (βλ. Πράξ. ζ΄ 58, η΄ 1 κ.ά.), κατα τη γνωστή τότε συνήθεια των
Ιουδαίων της διασποράς να φέρουν εκτός από το ιουδαϊκό όνομα και ένα ομόηχο
ελληνικό ή ρωμαϊκό, ιδιαίτερα δε οι Εβραίοι, όπως ο Παύλος, που είχαν την ιδιότητα του
Ρωμαίου πολίτη.

Β΄ Καταγωγή – μόρφωση: Ασφαλείς πληροφορίες για τη ζωή του Αποστόλου
παίρνουμε μόνο από την Καινή Διαθήκη. Μέσα από διάφορα εδάφια των Πράξεων και
των Επιστολών, είναι δυνατόν να δώσουμε το περίγραμμα του βίου του Αποστόλου
Παύλου πριν από τη μεταστροφή του στον Χριστιανισμό. Έτσι, ενδεικτικά,
συμπεραίνουμε: 1. Ότι ήταν Ιουδαίος από την Ταρσό (Πραξ. κα΄ 39), 2. Ότι στην Ταρσό,

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
9
πόλη εφάμιλλη στα γράμματα, την εποχή εκείνη, με την Αθήνα και την Αλεξάνδρεια,
μαθήτευσε κοντά στο νομοδιδάσκαλο Γαμαλιήλ, απ' τον οποίο διδάχτηκε το Μωσαϊκό
Νόμο και έγινε ζηλωτής του. (Πράξ. κβ΄3) 3. Ότι δέχτηκε την περιτομή, ότι ήταν Φαρισαίος
όπως και ο πατέρας του και ότι ήταν ζηλωτής - διώκτης της πρώτης χριστιανικής
Εκκλησίας (Φιλιπ. γ΄ 5-6, Πράξ. κγ΄6, Β΄ Κορ. ια΄22 και Ρωμ. ια΄1). Ακόμα ο ίδιος
προσθέτει: “Τὴν μὲν οὖν βίωσίν μου τὴν ἐκ νεότητος τὴν ἀπ' ἀρχῆς γενομένην ἐν τῷ ἔθνει μου ἐν
Ἱεροσολύμοις ἴσασι πάντες Ἰουδαῖοι, προγινώσκοντές με ἄνωθεν, ἐὰν θέλωσι μαρτυρεῖν, ὅτι κατὰ τὴν
ἀκριβεστάτην αἵρεσιν τῆς ἡμετέρας θρησκείας ἔζησα Φαρισαῖος.” (Πραξ. κστ΄ 4,5), όπως επίσης:
“Ἠκούσατε γὰρ τὴν ἐμὴν ἀναστροφήν ποτε ἐν τῷ Ἰουδαϊσμῷ, ὅτι καθ' ὑπερβολὴν ἐδίωκον τὴν
ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπόρθουν αὐτήν” (Γαλ. α΄13). Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε
πως ο Παύλος γεννήθηκε στην Ταρσό της Κιλικίας από Ιουδαίους γονείς, της φυλής του
Βενιαμίν. Ο πατέρας του πρέπει να ήταν επιφανής Ιουδαίος, μιας και ήταν Ρωμαίος
πολίτης, και ανήκε στην ιουδαϊκή αίρεση των Φαρισαίων. Πρέπει να γεννήθηκε μεταξύ
των ετών 5 έως 15 μ.Χ., κι αυτό προκύπτει από το χωρίο των Πράξεων ζ΄ 58, όπου ο
Παύλος χαρακτηρίζεται “νεανίας” κατά το λιθοβολισμό του Στεφάνου (30-33 μ.Χ.), ενώ
στον 9ο στίχο της προς Φιλήμονα Επιστολής του, που γράφηκε μεταξύ των ετώ 61 και 62
μ.Χ., αυτοχαρακτηρίζεται “πρεσβύτης”.
Το εβραϊκό του όνομα ήταν Σαούλ, αλλά στις εξωιουδαϊκές του δραστηριότητες ήταν
γνωστός με το όνομα Παύλος. Η εκπαίδευση και η ανατροφή του υπήρξε αυστηρά
ραββινική και εβραϊκή, πράγμα που δεν τον εμπόδιζε να γνωρίζει και την ελληνική, γιατί
οι παραπομπές του στα χωρία της Παλαιάς Διαθήκης είναι από την ελληνική μετάφραση
των Εβδομήκοντα. Γνωρίζουμε ακόμη πως ο Απόστολος είχε μια αδελφή του
εγκατεστημένη στην Ιερουσαλήμ, καθώς και έναν ανηψιό απ' αυτή: “ἀκούσας δὲ ὁ υἱὸς τῆς
ἀδελφῆς Παύλου τὸ ἔνεδρον, παραγενόμενος καὶ εἰσελθὼν εἰς τὴν παρεμβολὴν ἀπήγγειλε τῷ
Παύλῳ.” (Πράξ. κγ΄ 16). Εκεί, στην πρωτεύουσα της Ιουδαίας, όπου φαίνεται πως θα
μετέβαινε ο Παύλος συχνά, λόγω των συγγενών του, συνάντησε τον Γαμαλιήλ, το μεγάλο
νομοδιδάσκαλο του οποίου έγινε και μαθητής. Χάρις στο δάσκαλό του, έγινε βαθύς
γνώστης της Θεολογίας των Ιουδαίων και αυστηρός, αλλά αγνός, ερμηνευτής του
Μωσαϊκού Νόμου. Εν τούτοις ο Απόστολος παρουσιάζεται, και στα κείμενά του, ως
γνώστης και της θρησκείας των Ρωμαίων και γενικά των Εθνικών. Άλλωστε, σύμφωνα με
το Στράβωνα, η Ταρσός ήταν κέντρο των γραμμάτων, την εποχή εκείνη, και έδρα πολλών
φιλοσοφικών σχολών, κυρίως των Στωικών, κατά συνέπεια ο Παύλος ήταν εύκολο να
διδαχθεί και την Ελληνική γλώσσα, ερχόμενος σε επαφή με τον ελληνιστικό πολιτισμό,
που κυριαρχούσε ακόμη. Σε κείμενά του παρατηρούμε κάποια αποσπάσματα Ελλήνων
ποιητών. Έτσι για παράδειγμα γράφει: “μὴ πλανᾶσθε· φθείρουσιν ἤθη χρηστὰ ὁμιλίαι κακαί.3”
(Α΄ Κορ. ιε΄33) και αλλού: “εἶπέ τις ἐξ αὐτῶν ἴδιος αὐτῶν προφήτης· Κρῆτες ἀεὶ ψεῦσται, κακὰ
θηρία, γαστέρες ἀργαί.4” (Τίτ. α΄ 12).
Αξίζει να σημειώσουμε πως ο Απόστολος εκτός από τις θεωρητικές γνώσεις, ήξερε και την
τέχνη του σκηνοποιού, ώστε να είναι βιοτικά αυτάρκης.

Τα χαρακτηριστικά του Αποστόλου:

Ο Παύλος αντιμετώπιζε κάποιο
σοβαρό πρόβλημα υγείας, το οποίο το αντιμετώπιζε ως θείο δώρο για να μην καυχάται για
τον εαυτό του, κι αυτό προκύπτει από πολλά χωρία των Επιστολών του. Έτσι διαβάζουμε:
“ὅτι αἱ μὲν ἐπιστολαὶ, φησί, βαρεῖαι καὶ ἰσχυραί, ἡ δὲ παρουσία τοῦ σώματος ἀσθενὴς καὶ ὁ λόγος
3. Έιναι απόσπασμα από το έργο του Μενάνδρου “Θαϊς”
4 Από αποσπάσματα του Επιμενίδη και του Καλλιμάχου (“Ύμνος προς τον Δίαν”)

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
10
ἐξουθενημένος.” (Β΄ Κορ. ι΄10), “Καὶ τῇ ὑπερβολῇ τῶν ἀποκαλύψεων ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι, ἐδόθη
μοι σκόλοψ τῇ σαρκί, ἄγγελος σατᾶν, ἵνα με κολαφίζῃ ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι.” (Β΄Κορ. ιβ΄7), “ἡ γὰρ
δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται. ἥδιστα οὖν μᾶλλον καυχήσομαι ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου, ἵνα
ἐπισκηνώσῃ ἐπ' ἐμὲ ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ.” (Β΄Κορ. ιβ΄9), “οἴδατε δὲ ὅτι δι' ἀσθένειαν τῆς σαρκὸς
εὐηγγελισάμην ὑμῖν τὸ πρότερον” (Γαλ. δ΄13). Και ενώ δεν μπορούμε με σιγουριά να πούμε
από ποια ασθένεια έπασχε5, είναι σίγουρο πως αυτή ήταν μάλλον ιδιαίτερα επώδυνη:
“ὑπὲρ τούτου τρὶς τὸν Κύριον παρεκάλεσα, ἵνα ἀποστῇ ἀπ' ἐμοῦ·” (Β΄Κορ. ιβ΄8). Ο Κλήμης
Αλεξανδρείας και ο Ευσέβιος στην “Εκκλησιαστική Ιστορία” του ισχυρίζονταν ότι ο
Απόστολος είχε νυμφευθεί στο παρελθόν και ίσως τον καιρό της δράσης του ήταν σε
χηρεία. Και οι δύο Πατέρες στηρίζονται στο εδάφιο: ”θέλω γὰρ πάντας ἀνθρώπους εἶναι ὡς
καὶ ἐμαυτόν· ἀλλ' ἕκαστος ἴδιον χάρισμα ἔχει ἐκ Θεοῦ, ὃς μὲν οὕτως, ὃς δὲ οὕτως. Λέγω δὲ τοῖς
ἀγάμοις καὶ ταῖς χήραις, καλὸν αὐτοῖς ἐστιν ἐὰν μείνωσιν ὡς κἀγώ” (Α΄Κορ. ζ΄ 7-8). Πάντως η
έκφραση "έκαστος ίδιον χάρισμα έχει" ταιριάζει περισσότερο σε άγαμο παρά σε κάποιον που
βρισκόταν σε χηρεία.

Ο διώκτης του Χριστιανισμού:

Ούτε οι επιστολές, ούτε οι Πράξεις μας
βεβαιώνουν ότι ο Παύλος είχε συναντήσει τον Ιησού κατά τη διάρκεια της δημόσιας
δράσης του6. Όμως, κατά το διάστημα αυτό, ο "νεανίας" Παύλος (Πράξ. ζ΄58) βρισκόταν
στα Ιεροσόλυμα, όπου είχε συνάψει στενές σχέσεις με την ανωτάτη θρησκευτική ηγεσία και
μάλιστα με τον ίδιο τον αρχιερέα - πρόεδρο του Μεγάλου Ιουδαϊκού Συνεδρίου (Πράξ.
θ΄1), και πήρε πρωταγωνιστικό ρόλο στο διωγμό εναντίον των Ιουδαίων χριστιανών. Το
διωγμό αυτό τον αναφέρει ο ίδιος ο Απόστολος στις Επιστολές του: “Ἠκούσατε γὰρ τὴν ἐμὴν
ἀναστροφήν ποτε ἐν τῷ Ἰουδαϊσμῷ, ὅτι καθ' ὑπερβολὴν ἐδίωκον τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ
ἐπόρθουν αὐτήν“ (Γαλ. α΄13), “ἐγὼ γάρ εἰμι ὁ ἐλάχιστος τῶν ἀποστόλων, ὃς οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς
καλεῖσθαι ἀπόστολος, διότι ἐδίωξα τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ·” (Α΄Κορ. ιε΄9) και αλλού: “κατὰ
ζῆλον διώκων τὴν ἐκκλησίαν, κατὰ δικαιοσύνην τὴν ἐν νόμῳ γενόμενος ἄμεμπτος.” (Φιλ. γ΄6). Στο
βιβλίο των Πράξεων ο Ευαγγελιστής Λουκάς επιβεβαιώνει τις διώξεις των Χριστιανών από
τον Παύλο: “Σαῦλος δὲ ἐλυμαίνετο τὴν ἐκκλησίαν κατὰ τοὺς οἴκους εἰσπορευόμενος, σύρων τε
ἄνδρας καὶ γυναῖκας παρεδίδου εἰς φυλακήν.” (Πράξ. η΄3), “Ὁ δὲ Σαῦλος ἔτι ἐμπνέων ἀπειλῆς καὶ
φόνου εἰς τοὺς μαθητὰς τοῦ Κυρίου, προσελθὼν τῷ ἀρχιερεῖ ᾐτήσατο παρ' αὐτοῦ ἐπιστολὰς εἰς
Δαμασκὸν πρὸς τὰς συναγωγάς, ὅπως ἐάν τινας εὕρῃ τῆς ὁδοῦ ὄντας, ἄνδρας τε καὶ γυναῖκας,
δεδεμένους ἀγάγῃ εἰς Ἱερουσαλήμ.” (Πράξ. θ΄1,2) και, όπως ο ίδιος δηλώνει, “πολλὰ ἐναντία
πρᾶξαι· ὃ καὶ ἐποίησα ἐν Ἱεροσολύμοις, καὶ πολλοὺς τῶν ἁγίων ἐγὼ ἐν φυλακαῖς κατέκλεισα τὴν
παρὰ τῶν ἀρχιερέων ἐξουσίαν λαβών, ἀναιρουμένων τε αὐτῶν κατήνεγκα ψῆφον, καὶ κατὰ πάσας
τὰς συναγωγὰς πολλάκις τιμωρῶν αὐτοὺς ἠνάγκαζον βλασφημεῖν, περισσῶς τε ἐμμαινόμενος αὐτοῖς
ἐδίωκον ἕως καὶ εἰς τὰς ἔξω πόλεις. Ἐν οἷς καὶ πορευόμενος εἰς τὴν Δαμασκὸν μετ' ἐξουσίας καὶ
ἐπιτροπῆς τῆς παρὰ τῶν ἀρχιερέων” (Πράξ. κστ΄ 9-11). Αυτή η εκδήλωση μίσους κατά των
ομοεθνών του χριστιανών οφείλεται στην αγάπη του για το ιουδαϊκο έθνος, το επιλεγμένο
από το Θεό για να εκπληρώσει μέσω αυτού τη Θεία Οικονομία, στο ζήλο του για την
πατρογονική θρησκεία και στην απόρριψη του Ιησού ως του αναμενόμενου Μεσσία, λόγω
5. Κάποιοι υποστήριξαν πως ίσως ο "σκόλοψ" να σχετίζεται με χρόνια ασθένεια των ματιών, στηρίζοντας την
εικασία τους στο: "μαρτυρῶ γὰρ ὑμῖν ὅτι εἰ δυνατὸν τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν ἐξορύξαντες ἂν ἐδώκατέ μοι." (Γαλ. 4:15) .
Άλλοι πάλι αναζήτησαν την ασθένειά του ανάμεσα σε εκείνες που ήταν δυνατό να δημιουργούν αποστροφή
προς τρίτους (π.χ. δερματικά έλκη, μολυσματική ασθένεια, ή πυόρροια), στηριγμένοι στο: "τὸν πειρασμόν μου
τὸν ἐν τῇ σαρκί μου οὐκ ἐξουθενήσατε οὐδὲ ἐξεπτύσατε," (Γαλ. 4:14). Είναι όμως γενονός ότι τα στηρίγματα για
μια σοβαρή διερεύνηση του προβλήματος του Παύλου είναι μάλλον ασθενή.
6. Α΄Κορ., θ΄1, Πραξ. θ΄17.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
11
του ατιμωτικού Του θανάτου στο Σταυρό, του κηρύγματος Του περί της κατάλυσης
διατάξεων του Νόμου και των προβλέψεων Του για κατάστροφή του Ναού.

Η μεταστροφή του: Για το γεγονός της μεταστροφής του Παύλου από τη θέση

του διώκτη του Χριστού σ' αυτή του κήρυκα της νέας θρησκείας έχουμε αναφορές από τον
ίδιο τον Παύλο. Ας τις δούμε αναλυτικά:
α΄ “Γνωρίζω δὲ ὑμῖν, ἀδελφοί, τὸ εὐαγγέλιον τὸ εὐαγγελισθὲν ὑπ' ἐμοῦ ὅτι οὐκ ἔστι κατὰ ἄνθρωπον·
οὐδὲ γὰρ ἐγὼ παρὰ ἀνθρώπου παρέλαβον αὐτό, οὔτε ἐδιδάχθην, ἀλλὰ δι' ἀποκαλύψεως Ἰησοῦ
Χριστοῦ. Ἠκούσατε γὰρ τὴν ἐμὴν ἀναστροφήν ποτε ἐν τῷ Ἰουδαϊσμῷ, ὅτι καθ' ὑπερβολὴν ἐδίωκον
τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπόρθουν αὐτήν” (Γαλ. α΄11-13)
β΄ ”Ὅτε δὲ εὐδόκησεν ὁ Θεὸς ὁ ἀφορίσας με ἐκ κοιλίας μητρός μου καὶ καλέσας διὰ τῆς χάριτος
αὐτοῦ ἀποκαλύψαι τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἐν ἐμοὶ, ἵνα εὐαγγελίζωμαι αὐτὸν ἐν τοῖς ἔθνεσιν, εὐθέως οὐ
προσανεθέμην σαρκὶ καὶ αἵματι.” (Γαλ. α΄15-16)
γ΄ ”Παῦλος, κλητὸς ἀπόστολος Ἰησοῦ Χριστοῦ διὰ θελήματος Θεοῦ” (Α΄Κορ. α΄1)
δ΄ ”ἔσχατον δὲ πάντων ὡσπερεὶ τῷ ἐκτρώματι ὤφθη κἀμοί.” (Α΄Κορ. ιε΄8)
ε΄ ”οὐχ ὅτι ἤδη ἔλαβον ἢ ἤδη τετελείωμαι, διώκω δὲ εἰ καὶ καταλάβω, ἐφ' ᾧ καὶ κατελήφθην ὑπὸ τοῦ
Χριστοῦ Ἰησοῦ.” (Φιλιπ. γ΄12).
στ΄ “ὅτι κατὰ ἀποκάλυψιν ἐγνώρισέ μοι τὸ μυστήριον, καθὼς προέγραψα ἐν ὀλίγῳ” (Εφεσ. γ΄3).
Αναφορές στο γεγονός της μεταστροφής του Παύλου δίνει και ο Ευαγγελιστής Λουκάς στο
ιερό βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων:
α΄ “ἐν δὲ τῷ πορεύεσθαι ἐγένετο αὐτὸν ἐγγίζειν τῇ Δαμασκῷ, καὶ ἐξαίφνης περιήστραψεν αὐτὸν φῶς
ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ πεσὼν ἐπὶ τὴν γῆν ἤκουσε φωνὴν λέγουσαν αὐτῷ· Σαοὺλ Σαούλ, τί με διώκεις;
εἶπε δέ· Τίς εἶ, κύριε; ὁ δέ Κύριος εἶπεν· Ἐγώ εἰμι Ἰησοῦς ὃν σὺ διώκεις· ἀλλὰ ἀνάστηθι καὶ εἴσελθε
εἰς τὴν πόλιν, καὶ λαληθήσεταί σοι τί σε δεῖ ποιεῖν. οἱ δὲ ἄνδρες οἱ συνοδεύοντες αὐτῷ εἱστήκεισαν
ἐνεοί, ἀκούοντες μὲν τῆς φωνῆς, μηδένα δὲ θεωροῦντες. ἠγέρθη δὲ ὁ Σαῦλος ἀπὸ τῆς γῆς,
ἀνεῳγμένων τε τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ οὐδένα ἔβλεπε· χειραγωγοῦντες δὲ αὐτὸν εἰσήγαγον εἰς
Δαμασκόν. καὶ ἦν ἡμέρας τρεῖς μὴ βλέπων, καὶ οὐκ ἔφαγεν οὐδὲ ἔπιεν. Ἦν δέ τις μαθητὴς ἐν
Δαμασκῷ ὀνόματι Ἁνανίας, καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν ὁ Κύριος ἐν ὁράματι· Ἁνανία. ὁ δὲ εἶπεν· Ἰδοὺ ἐγώ,
Κύριε. ὁ δὲ Κύριος πρὸς αὐτόν· Ἀναστὰς πορεύθητι ἐπὶ τὴν ῥύμην τὴν καλουμένην εὐθεῖαν καὶ
ζήτησον ἐν οἰκίᾳ Ἰούδα Σαῦλον ὀνόματι Ταρσέα· ἰδοὺ γὰρ προσεύχεται, καὶ εἶδεν ἐν ὁράματι ἄνδρα
ὀνόματι Ἁνανίαν εἰσελθόντα καὶ ἐπιθέντα αὐτῷ χεῖρα, ὅπως ἀναβλέψῃ. ἀπεκρίθη δὲ Ἁνανίας· Κύριε,
ἀκήκοα ἀπὸ πολλῶν περὶ τοῦ ἀνδρὸς τούτου, ὅσα κακὰ ἐποίησε τοῖς ἁγίοις σου ἐν Ἱερουσαλήμ· καὶ
ὧδε ἔχει ἐξουσίαν παρὰ τῶν ἀρχιερέων δῆσαι πάντας τοὺς ἐπικαλουμένους τὸ ὄνομά σου. εἶπε δὲ
πρὸς αὐτὸν ὁ Κύριος· Πορεύου, ὅτι σκεῦος ἐκλογῆς μοί ἐστιν οὗτος τοῦ βαστάσαι τὸ ὄνομά μου
ἐνώπιον ἐθνῶν καὶ βασιλέων υἱῶν τε Ἰσραήλ· ἐγὼ γὰρ ὑποδείξω αὐτῷ ὅσα δεῖ αὐτὸν ὑπὲρ τοῦ
ὀνόματός μου παθεῖν. Ἀπῆλθε δὲ Ἁνανίας καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὴν οἰκίαν, καὶ ἐπιθεὶς ἐπ' αὐτὸν τὰς
χεῖρας εἶπε· Σαοὺλ ἀδελφέ, ὁ Κύριος ἀπέσταλκέ με, Ἰησοῦς ὁ ὀφθείς σοι ἐν τῇ ὁδῷ ᾗ ἤρχου, ὅπως
ἀναβλέψῃς καὶ πλησθῇς Πνεύματος ἁγίου. καὶ εὐθέως ἀπέπεσον ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ ὡσεὶ
λεπίδες, ἀνέβλεψέ τε, καὶ ἀναστὰς ἐβαπτίσθη, καὶ λαβὼν τροφὴν ἐνίσχυσεν.(Πραξ. θ΄3-29)
β΄ “Ἐγὼ μέν εἰμι ἀνὴρ Ἰουδαῖος, γεγεννημένος ἐν Ταρσῷ τῆς Κιλικίας, ἀνατεθραμμένος δὲ ἐν τῇ
πόλει ταύτῃ7 παρὰ τοὺς πόδας Γαμαλιὴλ, πεπαιδευμένος κατὰ ἀκρίβειαν τοῦ πατρῴου νόμου,
ζηλωτὴς ὑπάρχων τοῦ Θεοῦ καθὼς πάντες ὑμεῖς ἐστε σήμερον. ὃς ταύτην τὴν ὁδὸν ἐδίωξα ἄχρι
θανάτου, δεσμεύων καὶ παραδιδοὺς εἰς φυλακὰς ἄνδρας τε καὶ γυναῖκας, ὡς καὶ ὁ ἀρχιερεὺς
μαρτυρεῖ μοι καὶ πᾶν τὸ πρεσβυτέριον· παρ' ὧν καὶ ἐπιστολὰς δεξάμενος πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς εἰς
Δαμασκὸν ἐπορευόμην ἄξων καὶ τοὺς ἐκεῖσε ὄντας δεδεμένους εἰς Ἱερουσαλὴμ ἵνα τιμωρηθῶσιν.
Ἐγένετο δέ μοι πορευομένῳ καὶ ἐγγίζοντι τῇ Δαμασκῷ περὶ μεσημβρίαν ἐξαίφνης ἐκ τοῦ οὐρανοῦ
περιαστράψαι φῶς ἱκανὸν περὶ ἐμέ, ἔπεσόν τε εἰς τὸ ἔδαφος καὶ ἤκουσα φωνῆς λεγούσης μοι· Σαοὺλ,
7. Εννοεί των Ιεροσολύμων.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
12
Σαούλ, τί με διώκεις; ἐγὼ δὲ ἀπεκρίθην· τίς εἶ, Κύριε; εἶπέ τε πρός με· ἐγώ εἰμι Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος
ὃν σὺ διώκεις. οἱ δὲ σὺν ἐμοὶ ὄντες τὸ μὲν φῶς ἐθεάσαντο καὶ ἔμφοβοι ἐγένοντο, τὴν δὲ φωνὴν οὐκ
ἤκουσαν τοῦ λαλοῦντός μοι. εἶπον δέ· τί ποιήσω, Κύριε; ὁ δὲ Κύριος εἶπε πρός με· ἀναστὰς πορεύου
εἰς Δαμασκόν, κἀκεῖ σοι λαληθήσεται περὶ πάντων ὧν τέτακταί σοι ποιῆσαι. ὡς δὲ οὐκ ἐνέβλεπον ἀπὸ
τῆς δόξης τοῦ φωτὸς ἐκείνου, χειραγωγούμενος ὑπὸ τῶν συνόντων μοι ἦλθον εἰς Δαμασκόν. Ἀνανίας
δέ τις, ἀνὴρ εὐλαβὴς κατὰ τὸν νόμον, μαρτυρούμενος ὑπὸ πάντων τῶν κατοικούντων ἐν Δαμασκῷ
Ἰουδαίων, ἐλθὼν πρός με καὶ ἐπιστὰς εἶπέ μοι· Σαοὺλ ἀδελφέ, ἀνάβλεψον. κἀγὼ αὐτῇ τῇ ὥρᾳ
ἀνέβλεψα εἰς αὐτόν. ὁ δὲ εἶπεν· ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ἡμῶν προεχειρίσατό σε γνῶναι τὸ θέλημα αὐτοῦ
καὶ ἰδεῖν τὸν δίκαιον καὶ ἀκοῦσαι φωνὴν ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ, ὅτι ἔσῃ μάρτυς αὐτῷ πρὸς πάντας
ἀνθρώπους ὧν ἑώρακας καὶ ἤκουσας. καὶ νῦν τί μέλλεις; ἀναστὰς βάπτισαι καὶ ἀπόλουσαι τὰς
ἁμαρτίας σου, ἐπικαλεσάμενος τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου. Ἐγένετο δέ μοι ὑποστρέψαντι εἰς Ἱερουσαλὴμ
καὶ προσευχομένου μου ἐν τῷ ἱερῷ γενέσθαι με ἐν ἐκστάσει καὶ ἰδεῖν αὐτὸν λέγοντά μοι· σπεῦσον καὶ
ἔξελθε ἐν τάχει ἐξ Ἱερουσαλήμ, διότι οὐ παραδέξονταί σου μαρτυρίαν περὶ ἐμοῦ. κἀγὼ εἶπον· Κύριε,
αὐτοὶ ἐπίστανται ὅτι ἐγὼ ἤμην φυλακίζων καὶ δέρων κατὰ τὰς συναγωγὰς τοὺς πιστεύοντας ἐπὶ σέ·
καὶ ὅτε ἐξεχετο τὸ αἷμα Στεφάνου τοῦ μάρτυρός σου, καὶ αὐτὸς ἤμην ἐφεστὼς καὶ συνευδοκῶν τῇ
ἀναιρέσει αὐτοῦ καὶ φυλάσσων τὰ ἱμάτια τῶν ἀναιρούντων αὐτόν. καὶ εἶπε πρός με· πορεύου, ὅτι ἐγὼ
εἰς ἔθνη8 μακρὰν ἐξαποστελῶ σε.(Πραξ. κβ΄3-21).
γ΄ “ἐγὼ μὲν οὖν ἔδοξα ἐμαυτῷ πρὸς τὸ ὄνομα Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου δεῖν πολλὰ ἐναντία πρᾶξαι· ὃ
καὶ ἐποίησα ἐν Ἱεροσολύμοις, καὶ πολλοὺς τῶν ἁγίων ἐγὼ ἐν φυλακαῖς κατέκλεισα τὴν παρὰ τῶν
ἀρχιερέων ἐξουσίαν λαβών, ἀναιρουμένων τε αὐτῶν κατήνεγκα ψῆφον, καὶ κατὰ πάσας τὰς
συναγωγὰς πολλάκις τιμωρῶν αὐτοὺς ἠνάγκαζον βλασφημεῖν, περισσῶς τε ἐμμαινόμενος αὐτοῖς
ἐδίωκον ἕως καὶ εἰς τὰς ἔξω πόλεις. Ἐν οἷς καὶ πορευόμενος εἰς τὴν Δαμασκὸν μετ' ἐξουσίας καὶ
ἐπιτροπῆς τῆς παρὰ τῶν ἀρχιερέων, ἡμέρας μέσης κατὰ τὴν ὁδὸν εἶδον, βασιλεῦ, οὐρανόθεν ὑπὲρ τὴν
λαμπρότητα τοῦ ἡλίου περιλάμψαν με φῶς καὶ τοὺς σὺν ἐμοὶ πορευομένους· πάντων δὲ
καταπεσόντων ἡμῶν εἰς τὴν γῆν ἤκουσα φωνὴν λαλοῦσαν πρός με καὶ λέγουσαν τῇ Ἑβραΐδι
διαλέκτῳ, Σαοὺλ Σαούλ, τί με διώκεις; σκληρόν σοι πρὸς κέντρα λακτίζειν. ἐγὼ δὲ εἶπον· τίς εἶ,
Κύριε; ὁ δὲ εἶπεν· ἐγώ εἰμι Ἰησοῦς ὃν σὺ διώκεις. ἀλλὰ ἀνάστηθι καὶ στῆθι ἐπὶ τοὺς πόδας σου· εἰς
τοῦτο γὰρ ὤφθην σοι, προχειρίσασθαί σε ὑπηρέτην καὶ μάρτυρα ὧν τε εἶδες ὧν τε ὀφθήσομαί σοι,
ἐξαιρούμενός σε ἐκ τοῦ λαοῦ καὶ τῶν ἐθνῶν, εἰς οὓς ἐγώ σε ἀποστέλλω ἀνοῖξαι ὀφθαλμοὺς αὐτῶν 9,
τοῦ ἐπιστρέψαι ἀπὸ σκότους εἰς φῶς καὶ τῆς ἐξουσίας τοῦ σατανᾶ ἐπὶ τὸν Θεόν, τοῦ λαβεῖν αὐτοὺς
ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ κλῆρον ἐν τοῖς ἡγιασμένοις πίστει τῇ εἰς ἐμέ. Ὅθεν, βασιλεῦ Ἀγρίππα, οὐκ
ἐγενόμην ἀπειθὴς τῇ οὐρανίῳ ὀπτασίᾳ, ἀλλὰ τοῖς ἐν Δαμασκῷ πρῶτον καὶ Ἱεροσολύμοις, εἰς πᾶσάν
τε τὴν χώραν τῆς Ἰουδαίας καὶ τοῖς ἔθνεσιν ἀπαγγέλλω μετανοεῖν καὶ ἐπιστρέφειν ἐπὶ τὸν Θεόν, ἄξια
τῆς μετανοίας ἔργα πράσσοντας.” (Πραξ. κστ΄9-20)
Μελετώντας αυτά τα εδάφια αντιλαμβανόμαστε ότι ο Παύλος δεν έγινε χριστιανός από
κάποιον Απόστολο ή κήρυκα του Ευαγγελίου, αλλά από τον ίδιο τον Κύριο, ο οποίος τον
κάλεσε στο αποστολικό αξίωμα και στο ευαγγελικό έργο. Μάλιστα, όπως ο ίδιος ο
Απόστολος δηλώνει, ο Θεός τον είχε προορισμένο ως “σκεύος εκλογής Του”, “εκ κοιλίας
μητρός του” (Γαλ. α΄15). Το περιστατικό αυτό της κλήσης του από τον Κύριο περιγράφεται
αναλυτικά στα τρια εδάφια των Πράξεων που παρατέθηκαν προηγουμένως. Κεντρικό
σημείο στην υπόθεση της μεταστροφής του Απόστόλου ήταν ασφαλώς το όραμα του
Κυρίου “εν δόξη”. Μ' αυτό το όραμα ο Παύλος πείστηκε ότι ο Ιησούς αναστήθηκε
πράγματι και ανελήφθη στους ουρανούς. Επίσης βεβαιώθηκε για την κατάργηση της
“κατάρας” του σταυρικού θανάτου που υπήρχε στο Νόμο. Είναι όμως βέβαιο πως με το
όραμά του ο Απόστολος άνοιξε το δρόμο στη διάδοση της νέας θρησκείας προς τον κόσμο
των Εθνών. Έτσι το όραμά του σηματοδοτεί τη μετάβαση της διάδοσης του Ευαγγελίου
8. Απόστολος των Εθνών, εξ αυτού.
9. όπως και υποσημ. 8.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
13
έξω από το στενό ιουδαϊκό περίγυρο, προς τον ειδωλολατρικό κόσμο των Ελληνιστικών
Χρόνων. Μετά το γεγονός της κλήσης του, για να επανέλθουμε στη διήγηση των Πράξεων,
ο Παύλος οδηγήθηκε στη Δαμασκό, στο σπίτι του Ανανία, ο οποίος ειδοποιήθηκε από τον
Χριστό και θεράπευσε τον Παύλο από την τύφλωσή του. Ακολούθησε η βάπτιση του από
τον Ανανία και κατόπιν άρχισε η ιεραποστολική πορεία του προς τα Έθνη.

Ο νέος Απόστολος: Μετά τη βάπτισή του ο Παύλος άρχισε στη Δαμασκό το έργο
του: “εὐθέως ἐν ταῖς συναγωγαῖς ἐκήρυσσε τὸν Ἰησοῦν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ” (Πραξ.
θ΄20). Aυτό προκάλεσε την έντονη αντίδραση των Ιουδαίων της περιοχής οι οποίοι,
έχοντας τη στήριξη του τοπικού ηγεμόνα Αρέθα, αποφάσισαν να τον σκοτώσουν: “ὡς δὲ
ἐπληροῦντο ἡμέραι ἱκαναί, συνεβουλεύσαντο οἱ Ἰουδαῖοι ἀνελεῖν αὐτόν·” (Πράξ. θ΄23). Οι
χριστιανοί τότε φυγάδεψαν τον Απόστολο στην Αραβία, στο βασίλειο των Ναβαταίων.
Λίγο αργότερα, μόλις η κατάσταση έγινε λιγότερο επικίνδυνη, ο Παύλος επέστρεψε στη
Δαμασκό όπου και συνέχισε το έργο του για τρία περίου έτη. Έπειτα ο Παύλος μετέβη
στην Ιεουσαλήμ με σκοπό να συναντήσει τον Πέτρο, συνοδευόμενος από τον Απόστολο
Βαρνάβα: “Ἔπειτα μετὰ ἔτη τρία ἀνῆλθον εἰς Ἱεροσόλυμα ἱστορῆσαι Πέτρον, καὶ ἐπέμεινα πρὸς
αὐτὸν ἡμέρας δεκαπέντε·“ (Γαλ. α΄18). Εκεί, τελικά, συναντήθηκε με τον Ιάκωβο τον
Αδελφόθεο: “ἕτερον δὲ τῶν ἀποστόλων οὐκ εἶδον εἰ μὴ Ἰάκωβον τὸν ἀδελφὸν τοῦ Κυρίου” (Γαλ.
α΄19). Είναι ανθρωπίνως λογικό το ότι ο Παύλος συνάντησε μια έντονη επιφυλακτικότητα
από τους εξ Ιουδαίων χριστιανούς από τη μιά μεριά, λόγω των διώξεών του στο πρόσφατο
παρελθόν, κι από την άλλη από τους Ιουδαίους που εξεπλάγησαν με τη μεταστροφή του.
Έτσι αφού έμεινε στην ιερή πόλη μόνο για δεκαπέντε ημέρες, φυγαδεύτηκε από τους
χριστιανούς και μέσω Καισάρειας επέστρεψε στην ιδιαίτερή του πατρίδα, την Ταρσό.
Μήνες αργότερα ο Βαρνάβας τον έφερε στην Αντιόχεια για να βοηθήσει το έργο της εκεί
Εκκλησίας. Από την Αντιόχεια ο Απόστολος, και πάλι μαζί με τον Βαρνάβα, μετέβησαν
στα Ιεροσόλυμα για να φέρουν βοήθεια από τους χριστιανούς της Αντιοχείας προς τους
πιστούς της Ιουδαίας στην περίοδο του λιμού που έγινε στα χρόνια του Κλαύδιου: “ τῶν δὲ
μαθητῶν καθὼς εὐπορεῖτό τις, ὥρισαν ἕκαστος αὐτῶν εἰς διακονίαν πέμψαι τοῖς κατοικοῦσιν ἐν τῇ
Ἰουδαίᾳ ἀδελφοῖς· ὃ καὶ ἐποίησαν ἀποστείλαντες πρὸς τοὺς πρεσβυτέρους διὰ χειρὸς Βαρνάβα καὶ
Σαύλου.“ (Πράξ.ια΄30)
Η πρώτη περιοδεία του Αποστόλου Παύλου: Διαβάζουμε στην Αγία Γραφή: “εἶπε τὸ
Πνεῦμα τὸ ἅγιον· Ἀφορίσατε δή μοι τὸν Βαρνάβαν καὶ τὸν Σαῦλον εἰς τὸ ἔργον ὃ προσκέκλημαι
αὐτούς. τότε νηστεύσαντες καὶ προσευξάμενοι καὶ ἐπιθέντες αὐτοῖς τὰς χεῖρας ἀπέλυσαν. Οὗτοι μὲν
οὖν ἐκπεμφθέντες ὑπὸ τοῦ Πνεύματος τοῦ ἁγίου κατῆλθον εἰς τὴν Σελεύκειαν, ἐκεῖθεν τε ἀπέπλευσαν
εἰς τὴν Κύπρον” (Πράξ. ιγ΄2-4). Έτσι ξεκίνησε η πρώτη προσπάθεια διάδοσης του
Ευαγγελίου έξω από τα στενά όρια της Παλαιστίνης, προς τους Ιουδαίους της διασποράς,
στην αρχή, και τους Εθνικούς στη συνέχεια. Αυτή ονομάστηκε πρώτη αποστολική
περιοδεία του Παύλου και περιγράφεται στο βιβλίο των Πράξεων, στα κεφάλαια ιγ΄και
ιδ΄. Εκεί διαβάζουμε πώς ο Παύλος, ο Βαρνάβας και ο ανεψιός του τελευταίου, Μάρκος, 10
ξεκίνησαν την πρωτόγνωρη αυτή αποστολή από την Αντιόχεια, στην Κύπρο, στην
Παμφυλία, στην Πισιδία, στη Λυκαονία (Ν. Γαλατία) και τις πόλεις της τελευταίας: Ικόνιο,
Λύστρα και Δέρβη. Όμως η εχθρότητα που συνάντησαν από τους εκεί Ιουδαίους της
διασποράς, παρ' όλο που το κύρηγμα του Αποστόλου βασιζόταν στην Παλαιά Διαθήκη
και τις εξαγγελίες της που πραγματώθηκαν με την έλευση του Κυρίου, τους έκανε να
στραφούν γρήγορα στους Εθνικούς και στους εξ εθνών Ιουδαίους (προσηλύτους δηλαδή
10. Πρόκειται ασφαλώς για τον Ευαγγελιστή Μάρκο, ο οποίος και εγκατέλειψε την αποστολή, όταν φτάσαν στην
Πέργη.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
14
στον Ιουδαϊσμό). Έτσι δημιουργήθηκαν οι πρώτες Εκκλησίες της νέας θρησκείας που
αποτελούνταν κατά κύριο λόγο από Εθνικούς 11. Αυτή όμως ακριβώς η επιτυχία, κατά την
πρώτη περιοδεία του Παύλου, έγινε αιτία αναταραχής και διχόνοιας μεταξύ των
ιουδαϊζόντων χριστιανών που ζητούσαν από τους Αποστόλους να περιτέμνεται πρώτα
κάθε Εθνικός και μετά να γίνεται δεκτός στους κόλπους της Εκκλησίας. Έτσι οι Απόστολοι
οδηγήθηκαν στη απόφαση της σύγκλησης μιας Αποστολικής Συνόδου για να επιλυθεί η
διαφορά.
Η Αποστολική Σύνοδος: Μετά την πρώτη του περοδεία ο Παύλος με τον Βαρνάβα
επέστρεψαν και πάλι στην Αντιόχεια και εκεί, σε συγκέντρωση των πιστών, τους
διηγήθηκαν το άνοιγμα της Εκκλησίας στους Εθνικούς που ξεκίνησε από τα μέρη που
είχαν επισκεφθεί. Λίγους μήνες αργότερα ήρθαν από την Ιουδαία στην Αντιόχεια μερικοί
χριστιανοί που δίδασκαν τους πιστούς πως αν δεν περιτέμνονται, όπως ακριβώς
προστάζει ο νόμος του Μωυσή, δεν μπορούν να σωθούν. Μια τέτοια διδασκαλία των
ιουδαϊζόντων, όπως ήταν φυσικό, προκάλεσε την αντίδραση του Παύλου και του
Βαρνάβα και έτσι δημιουργήθηκε αναστάτωση και συζήτηση μεγάλη ανάμεσα στις δύο
μερίδες. Το αποτέλεσμα αυτής της διχόνοιας ήταν η μετάβαση μιας ομάδας Αντιοχέων
πιστών έχοντας επικεφαλής τον Παύλο και το Βαρνάβα στην Ιερουσαλήμ, για να επιλυθεί
το πρόβλημα αυτό σε συνεργασία με τους υπολοίπους Αποστόλους. Διαβάζουμε σχετικά
στο βιβλίο των Πράξεων: “γενομένης οὖν στάσεως καὶ ζητήσεως οὐκ ὀλίγης τῷ Παύλῳ καὶ τῷ
Βαρνάβᾳ πρὸς αὐτοὺς, ἔταξαν ἀναβαίνειν Παῦλον καὶ Βαρνάβαν καί τινας ἄλλους ἐξ αὐτῶν πρὸς
τοὺς ἀποστόλους καὶ πρεσβυτέρους εἰς Ἰερουσαλὴμ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου.” (Πραξ. ιε΄2). Στην
πρωτεύουσα της Ιουδαίας, μετά την υποδοχή των Αντιοχέων, συγκροτήθηκε η Πρώτη
Αποστολική Σύνοδος ή Σύνοδος των Ιεροσολύμων. “παραγενόμενοι δὲ εἰς Ἱερουσαλὴμ
ἀπεδέχθησαν ὑπὸ τῆς ἐκκλησίας καὶ τῶν ἀποστόλων καὶ τῶν πρεσβυτέρων, ἀνήγγειλάν τε ὅσα ὁ Θεὸς
ἐποίησε μετ' αὐτῶν, καὶ ὅτι ἤνοιξε τοῖς ἔθνεσι θύραν πίστεως.” (Πραξ. ιε΄4). Στη Σύνοδο αυτή,
και παρά τις αντιδράσεις των πιστών που προέρχονταν από Φαρισαίους, ο Παύλος και ο
Βαρνάβας πήραν με το μέρος τους τον Πέτρο και τον Ιάκωβο. Έτσι η απόφαση που
πάρθηκε, και ερχόταν σε συμφωνία ακόμη και με την Παλαιά Διαθήκη [(Αμώς θ΄12-1612),:
“μὴ παρενοχλεῖν τοῖς ἀπὸ τῶν ἐθνῶν ἐπιστρέφουσιν ἐπὶ τὸν Θεόν” (Πραξ. ιε΄19)], τόνιζε ότι
έπρεπε να προσέχουν οι χριστιανοί εξ εθνών μόνο το: “ἀπέχεσθαι εἰδωλοθύτων καὶ αἵματος
καὶ πνικτοῦ καὶ πορνείας· ἐξ ὧν διατηροῦντες ἑαυτοὺς εὖ πράξετε.” (Πράξ. ιέ 29). Ο πρόεδρος της
Συνόδου, Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, έδωσε εντολή να διαβιβαστεί η απόφαση αυτή με
επιστολή στους πιστούς της Αντιόχειας, της Συρίας και της Κιλικίας. Κομιστές της
επιστολής θα ήταν ο Παυλος, ο Βαρνάβας, ο Ιούδας (Βαρσαββάς) και ο Σίλας.
Η δεύτερη αποστολική περιοδεία: Μετά την Αποστολική Σύνοδο, ο Πάυλος με το Σίλα
αυτή τη φορά13, ξεκίνησε για τη δεύτερη περιοδεία του προς τη Λυκαονία, τη Φρυγία, τη
11. Πολλοί Εθνικοί ήταν ακόμα και από την πρώτη στιγμή του έργου του Αποστόλου Πάυλου στο πλευρό του, όπως: ο
Τιμόθεος, από μητέρα "Ιουδαία πιστή" και Έλληνα πατέρα (Πράξ. ιστ:1), ο Τίτος, πιθανώς Έλληνας της Αντιόχειας
(Γαλ. β΄3) , ο Τρόφιμος (Πράξ. κα΄ 29), ο Φιλήμων (Φιλήμ. 1), ο Σωσίπατρος (Ρωμ. 1ιστ΄20), ο Γάιος (Πράξ. ιθ΄29),
ο Αρίσταρχος (Πράξ. ιθ΄29), ο Σεκούνδος (Πράξ. κ΄4), ο Ονήσιμος (Φιλήμ. 10), ο Στεφανάς (Α' Κορ. α΄16), ο
Επαφρόδιτος, (Φιλ. β΄25) και φυσικά ο Ευαγγελιστής Λουκάς.
12. “διότι ἰδοὺ ἐγὼ ἐντέλλομαι καὶ λικμήσω ἐν πᾶσι τοῖς ἔθνεσι τὸν οἶκον Ἰσραήλ, ὃν τρόπον λικμᾶται ἐν τῷ λικμῷ καὶ
οὐ μὴ πέσῃ σύντριμμα ἐπὶ τὴν γῆν. ἐν ρομφαίᾳ τελευτήσουσι πάντες ἁμαρτωλοὶ λαοῦ μου οἱ λέγοντες· οὐ μὴ ἐγγίσῃ οὐδ᾿
οὐ μὴ γένηται ἐφ᾿ ἡμᾶς τὰ κακά. ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἀναστήσω τὴν σκηνὴν Δαυὶδ τὴν πεπτωκυῖαν καὶ ἀνοικοδομήσω τὰ
πεπτωκότα αὐτῆς καὶ τὰ κατεσκαμμένα αὐτῆς ἀναστήσω καὶ ἀνοικοδομήσω αὐτὴν καθὼς αἱ ἡμέραι τοῦ αἰῶνος, ὅπως
ἐκζητήσωσιν οἱ κατάλοιποι τῶν ἀνθρώπων καὶ πάντα τὰ ἔθνη, ἐφ᾿ οὓς ἐπικέκληται τὸ ὄνομά μου ἐπ᾿ αὐτούς, λέγει Κύριος
ὁ Θεὸς ὁ ποιῶν πάντα ταῦτα. (Αμώς θ΄ 12-16)
13. Ο Βαρνάβας με τον ανεψιό του Ιωάννη Μάρκο αναλαμβάνει νέα αποστολή στην Κύπρο.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
15
Γαλατία, την Τρωάδα και τέλος τη Μακεδονία και την υπόλοιπη Ελλάδα. Στον πρώτο
σταθμό της περιοδείας, στα Λύστρα της Λυκαονίας, προστέθηκε στη συνοδεία και ο
Τιμόθεος, για να συνεχίσουν, τρεις πια, τη διαδρομή τους προς τη Φρυγία, τη Γαλατία και
την Τρωάδα. Εκεί ο Πάυλος είδε τη νύχτα ένα όραμα: “καὶ ὅραμα διὰ τῆς νυκτὸς ὤφθη τῷ
Παύλῳ· ἀνήρ τις ἦν Μακεδὼν ἑστὼς, παρακαλῶν αὐτὸν καὶ λέγων· Διαβὰς εἰς Μακεδονίαν
βοήθησον ἡμῖν.” (Πράξ. ιστ΄9). Πεπεισμένος από το όραμά του ο Απόστολος με τους
συνοδοιπόρους του και τον Λουκά, που προστέθηκε στην ομάδα τους, αποφάσισε να
περάσει απέναντι, στη Μακεδονία. Έτσι διά μέσου της Αμφίπολης έφτασαν στη
Θεσσαλονίκη, όπου μετά από σύντομη παραμονή, αναγκάστηκαν λόγω των διώξεων να
μεταβούν στη Βέροια, απ' όπου σε σύντομο χρονικό διάστημα, για τους ίδιους λόγους,
αναχώρησαν για την Αθήνα. Έχοντας ιδρύσει τις πρώτες χριστιανικές Εκκλησίες σε
ευρωπαϊκο έδαφος, στους Φιλίππους, στη Θεσσαλονίκη και στη Βέροια, φτάνει στο
ιστορικό κέντρο του ελληνικού πολιτισμού. Στην πόλη αυτή ο Απόστολος ομιλεί από το
βήμα της Πνύκας, αλλά το αποτέλεσμα του ιεραποστολικού του έργου κρίνεται όχι
θεαματικό. Από τις Πράξεις πάντως πληροφορούμαστε πως αρκετοί Αθηναίοι
ασπάστηκαν τη νέα θρησκεία κι ανάμεσά τους ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης και η
Δάμαρις14. Ο Λουκάς, στο βιβλίο των Πράξεων θέτει ως αιτία της απόρριψης του
Ευαγγελίου από τους Αθηναίους το κήρυγμα του Παύλου για την ανάσταση των νεκρών.
Επόμενη πόλη-σταθμός της περιοδείας του Αποστόλου ήταν η Κόρινθος, όπου γνωρίστηκε
με ένα ζεύγος Εβραίων σκηνοποιών, τον Ακύλα και την Πρίσκιλλα, που είχε διωχθεί από
την Ρώμη, εξαιτίας ενός διατάγματος του Κλαύδιου που έδινε εντολή για άμεση απέλαση
όλων των Ιουδαίων από τη Ρώμη. Στην πόλη αυτή φαίνεται πως ο Απόστολος συνέγραψε
τις δύο προς Θεσ/κείς Επιστολές του. Από εκεί επιστρέφει μέσω Εφέσου στην Καισάρεια
και την Αντιόχεια, στην οποία δε θα επανέλθει ποτέ πια.
Η τρίτη αποστολική περιοδεία: Ο Απόστολος έπειτα από κάποιο χρονικό διάστημα
εγκατέλειψε την Αντιόχεια και αναχώρησε για τη Γαλατία και τη Φρυγία με σκοπό να
στηρίξει τις εκεί νέες Εκκλησίες. Από εκεί κατευθύνθηκε στη Φρυγία και την Έφεσο, όπου
παρέμεινε επί μια τριετία, έχοντάς την ως ιεραποστολικό του κέντρο. Την περίοδο αυτή
ίδρυσε τις Εκκλησίες της Ιεραπόλεως, των Κολοσσών και της Λαοδίκειας. Στο διάστημα
της παραμονής του στη Έφεσο φυλακίστηκε και από τη φυλακή συνέγραψε τις λεγόμενες
“επιστολές της αιχμαλωσίας”, τις επιστολές δηλαδή προς Φιλιππησίους, προς Κολασσαείς,
προς Εφεσίους και προς Φιλήμονα. Ορισμένοι ερευνητές πιστεύουν πως αυτές οι επιστολές
γράφτηκαν πέντε έτη αργότερα, στα χρόνια της φυλάκισης του Αποστόλου στη Ρώμη. Την
περίοδο αυτή ο απόστολος έκανε τουλάχιστον δύο ταξίδια στην Κόρινθο, ενώ από την
Έφεσο απέστειλε και τις δύο προς Κορινθίους Επιστολές του. Έτσι, ενώ ο Παύλος είχε
σκοπό να επισκεφθεί την Τρωάδα, η αγωνία του για τις εξελίξεις στην Εκκλησία της
Κορίνθου τον ανάγκασε να αναχωρήσει για τη Μακεδονία με σκοπό να συναντήσει τον
Τίτο, πράγμα που τελεικά έγινε στους Φιλίππους. Εκεί είχε φτάσει ο απεσταλμένος του
Αποστόλου στους Κορινθίους, ο οποίος μάλιστα του έφερε και ευχάριστα νέα: η πρώτη του
Επιστολή είχε φέρει πολύ θετικά αποτελέσματα, μεταξύ των πιστών της εκκλησίας της
πόλης. Σαφώς ικανοποιημένος ο Παύλος συντάσσει τότε την Β΄ προς Κορινθίους Επιστολή
του η οποία, σε αντίθεση με την πρώτη του, έχει σαφώς συμφιλιωτικό πνεύμα. Από τις δύο
αυτές επιστολές του Απόστόλου αντιλαμβανόμαστε και την ουσία των προβλημάτων που
προκάλεσε στον Ελληνισμό το κήρυγμα του Χριστιανισμού. Η σημασία που δινόταν από
14. Πραξ. ιζ΄34.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
16
τους Έλληνες στη γνώση και τη σοφία, σε συνδυασμό με την ατομοκρατία, που ανέκαθεν
μας χαρακτηρίζει, εμπόδιζε την κατανόηση της αναστάσεως και της σημασίας της
“σταυρικής θυσίας” του Κυρίου, καθιστώντας αυτή στα μάτια των ως “μωρία”. Έτσι ο
Παύλος τονίζει, σε αντίθεση με την ελληνική ανθρώπινη σοφία που “φυσιοί 15”, τη θεία
Σοφία που οικοδομεί πάνω στην αγάπη της θυσίας. Λιγο αργότερα ο Πάυλος επισκέφθηκε
για τρίτη φορά την Κόρινθο, όπου και συνέταξε την Προς Ρωμαίους Επιστολή του, στην
οποία αναφέρεται με θεολογικούς όρους στη θέση των Εθνικών στη νέα θρησκεία. Κατόπιν
και ενώ είχε σκοπό να αναχωρήσει με πλοίο για την Ιερουσαλήμ, την τελευταία στιγμή
αποκαλύφθηκε σχέδιο δολοφονίας του από τους Ιουδαίους, και έτσι αποφασίσθηκε η
μετάβαση στην Ιερουσαλήμ, μέσω της Μακεδονίας, με τελευταία στάση στην Καισάρεια.
Τελευταία επίσκεψη στα Ιεροσόλυμα - πρώτη φυλάκιση στη Ρώμη : Όταν
εμφανίστηκε ο Απόστολος στον Ναό των Ιεροσολύμων, οι Ιουδαίοι όρμησαν και τον
χτύπησαν κατηγορώντας τον ότι διδάσκει αντίθετα στο Μωσαϊκό Νόμο, μάλιστα
κινδύνεψε σοβαρά η ζωή του. “Ὡς δὲ ἔμελλον αἱ ἑπτὰ ἡμέραι συντελεῖσθαι, οἱ ἀπὸ τῆς Ἀσίας
Ἰουδαῖοι θεασάμενοι αὐτὸν ἐν τῷ ἱερῷ συνέχεον πάντα τὸν ὄχλον καὶ ἐπέβαλον τὰς χεῖρας ἐπ' αὐτὸν
κράζοντες· Ἄνδρες Ἰσραηλῖται, βοηθεῖτε· οὗτός ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ κατὰ τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ νόμου καὶ
τοῦ τόπου τούτου πάντας πανταχοῦ διδάσκων· ἔτι τε καὶ Ἕλληνας εἰσήγαγεν εἰς τὸ ἱερὸν καὶ
κεκοίνωκε τὸν ἅγιον τόπον τοῦτον· ἦσαν γὰρ ἑωρακότες Τρόφιμον τὸν Ἐφέσιον ἐν τῇ πόλει σὺν
αὐτῷ, ὃν ἐνόμιζον ὅτι εἰς τὸ ἱερὸν εἰσήγαγεν ὁ Παῦλος. ἐκινήθη τε ἡ πόλις ὅλη καὶ ἐγένετο συνδρομὴ
τοῦ λαοῦ, καὶ ἐπιλαβόμενοι τοῦ Παύλου εἷλκον αὐτὸν ἔξω τοῦ ἱεροῦ, καὶ εὐθέως ἐκλείσθησαν αἱ
θύραι.” (Πράξ. κα΄27-30). Τελικά ο Απόστολος συνελήφθη από απόσπασμα της ρωμαϊκής
φρουράς. Πριν οδηγηθεί στο ρωμαϊκο στρατόπεδο ο Παύλος ζήτησε να μιλήσει στο
συγκεντρωμένο πλήθος των Ιουδαίων, πράγμα που του επετράπη. Μόλις άρχισε να ομιλεί
στον αγριεμένο ιουδαϊκό όχλο για την καταγωγή του και το δάσκαλό του, το Γαμαλιήλ, οι
Ιουδαίοι τον διέκοψαν και ζητούσαν σε έντονο ύφος τη θανάτωσή του, έτσι ο ρωμαίος
διοικητής αναγκάστηκε να τον φυγαδέψει, τον κράτησε, όμως, μέχρι την επομένη που θα
τον παρουσίαζε να απολογηθεί στο Μεγάλο Συμβούλιο. Στο Συμβούλιο αυτό επανέλαβε ο
Απόστολος όσα προσπάθησε να πει την προηγουμένη στο πλήθος, αλλά κι εδώ τα
λεγόμενά του έφεραν αναταραχή στους παρισταμένους κι έτσι οδηγήθηκε πάλι στο
στρατόπεδο. Όμως επειδή ο ανηψιός του Αποστόλου έμαθε πως οι Ιουδαίοι εξυφαίναν
σχέδιο εξόντωσής του, αποφασίστηκε να οδηγηθεί με συνοδεία στρατιωτών στον ρωμαίο
επίτροπο Φήλικα στην Καισάρεια. “Γενομένης δὲ ἡμέρας ποιήσαντες τινες τῶν Ἰουδαίων
συστροφὴν ἀνεθεμάτισαν ἑαυτοὺς, λέγοντες μήτε φαγεῖν μήτε πιεῖν ἕως οὗ ἀποκτείνωσι τὸν Παῦλον.
ἦσαν δὲ πλείους τεσσαράκοντα οἱ ταύτην τὴν συνωμοσίαν πεποιηκότες· οἵτινες προσελθόντες τοῖς
ἀρχιερεῦσι καὶ τοῖς πρεσβυτέροις εἶπον· Ἀναθέματι ἀνεθεματίσαμεν ἑαυτοὺς μηδενὸς γεύσασθαι ἕως
οὗ ἀποκτείνωμεν τὸν Παῦλον. νῦν οὖν ὑμεῖς ἐμφανίσατε τῷ χιλιάρχῳ σὺν τῷ συνεδρίῳ ὅπως αὔριον
αὐτὸν καταγάγῃ πρὸς ὑμᾶς, ὡς μέλλοντας διαγινώσκειν ἀκριβέστερον τὰ περὶ αὐτοῦ· ἡμεῖς δὲ πρὸ τοῦ
ἐγγίσαι αὐτὸν ἕτοιμοί ἐσμεν τοῦ ἀνελεῖν αὐτόν. ἀκούσας δὲ ὁ υἱὸς τῆς ἀδελφῆς Παύλου τὸ ἔνεδρον,
παραγενόμενος καὶ εἰσελθὼν εἰς τὴν παρεμβολὴν ἀπήγγειλε τῷ Παύλῳ. προσκαλεσάμενος δὲ ὁ
Παῦλος ἕνα τῶν ἑκατοντάρχων ἔφη· Τὸν νεανίαν τοῦτον ἀπάγαγε πρὸς τὸν χιλίαρχον· ἔχει γάρ τι
ἀπαγγεῖλαι αὐτῷ. ὁ μὲν οὖν παραλαβὼν αὐτὸν ἤγαγε πρὸς τὸν χιλίαρχον καί φησιν· Ὁ δέσμιος
Παῦλος προσκαλεσάμενός με ἠρώτησε τοῦτον τὸν νεανίαν ἀγαγεῖν πρός σε, ἔχοντά τι λαλῆσαί σοι.
ἐπιλαβόμενος δὲ τῆς χειρὸς αὐτοῦ ὁ χιλίαρχος καὶ ἀναχωρήσας κατ' ἰδίαν ἐπυνθάνετο· Τί ἐστιν ὃ
ἔχεις ἀπαγγεῖλαί μοι; εἶπε δὲ ὅτι οἱ Ἰουδαῖοι συνέθεντο τοῦ ἐρωτῆσαί σε ὅπως αὔριον εἰς τὸ
συνέδριον καταγάγῃς τὸν Παῦλον, ὡς μελλόντων τι ἀκριβέστερον πυνθάνεσθαι περὶ αὐτοῦ. σὺ οὖν μὴ
15. Που κάνει τον σοφό υπερήφανο, που τον “φουσκώνει”.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
17
πεισθῇς αὐτοῖς· ἐνεδρεύουσι γὰρ αὐτὸν ἐξ αὐτῶν ἄνδρες πλείους τεσσαράκοντα, οἵτινες ἀνεθεμάτισαν
ἑαυτοὺς μήτε φαγεῖν μήτε πιεῖν ἕως οὗ ἀνέλωσιν αὐτόν, καὶ νῦν ἕτοιμοί εἰσι προσδεχόμενοι τὴν ἀπὸ
σοῦ ἐπαγγελίαν. ὁ μὲν οὖν χιλίαρχος ἀπέλυσε τὸν νεανίαν, παραγγείλας μηδενὶ ἐκλαλῆσαι ὅτι ταῦτα
ἐνεφάνισας πρός με. Καὶ προσκαλεσάμενος δύο τινὰς τῶν ἑκατοντάρχων εἶπεν· Ἑτοιμάσατε
στρατιώτας διακοσίους ὅπως πορευθῶσιν ἕως Καισαρείας, καὶ ἱππεῖς ἑβδομήκοντα καὶ δεξιολάβους
διακοσίους, ἀπὸ τρίτης ὥρας τῆς νυκτός, κτήνη τε παραστῆναι, ἵνα ἐπιβιβάσαντες τὸν Παῦλον
διασώσωσι πρὸς Φήλικα τὸν ἡγεμόνα, γράψας ἐπιστολὴν περιέχουσαν τὸν τύπον τοῦτον· Κλαύδιος
Λυσίας τῷ κρατίστῳ ἡγεμόνι Φήλικι χαίρειν. τὸν ἄνδρα τοῦτον συλληφθέντα ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων καὶ
μέλλοντα ἀναιρεῖσθαι ὑπ' αὐτῶν ἐπιστὰς σὺν τῷ στρατεύματι ἐξειλόμην αὐτόν, μαθὼν ὅτι Ρωμαῖός
ἐστι. βουλόμενος δὲ γνῶναι τὴν αἰτίαν δι' ἣν ἐνεκάλουν αὐτῷ, κατήγαγον αὐτὸν εἰς τὸ συνέδριον
αὐτῶν· ὃν εὗρον ἐγκαλούμενον περὶ ζητημάτων τοῦ νόμου αὐτῶν, μηδὲν δὲ ἄξιον θανάτου ἢ δεσμῶν
ἔγκλημα ἔχοντα. μηνυθείσης δέ μοι ἐπιβουλῆς εἰς τὸν ἄνδρα μέλλειν ἔσεσθαι ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων,
ἐξαυτῆς ἔπεμψα πρός σε, παραγγείλας καὶ τοῖς κατηγόροις λέγειν τὰ πρὸς αὐτὸν ἐπὶ σοῦ. ἔρρωσο. Οἱ
μὲν οὖν στρατιῶται κατὰ τὸ διατεταγμένον αὐτοῖς ἀναλαβόντες τὸν Παῦλον ἤγαγον διὰ τῆς νυκτὸς εἰς
τὴν Ἀντιπατρίδα, τῇ δὲ ἐπαύριον ἐάσαντες τοὺς ἱππεῖς πορεύεσθαι σὺν αὐτῷ, ὑπέστρεψαν εἰς τὴν
παρεμβολήν· οἵτινες εἰσελθόντες εἰς τὴν Καισάρειαν καὶ ἀναδόντες τὴν ἐπιστολὴν τῷ ἡγεμόνι
παρέστησαν καὶ τὸν Παῦλον αὐτῷ.” (Πράξ. κγ΄12-33). Στην Καισάρεια ο Απόστολος έμεινε
φυλακισμένος για δύο έτη, ώσπου τον Φήλικα διαδέχτηκε στη θέση του επιτρόπου ο
Φήστος. Ο νέος επίτροπος, παρά την επιμονή των Ιουδαίων που ζητούσαν την επιστροφή
του φυλακισμένου στα Ιεροσόλυμα, διέταξε την εκ νέου δίκη του Πάυλου, στην οποία
παρεβρέθησαν και εκπρόσωποι των Ιουδαίων κατηγόρων. Καθώς ο Παύλος κατάλαβε πως
σκοπός του Φήστου ήταν να ικανοποιήσει τους Ιουδαίους καταδικάζοντάς τον,
επικαλέσθηκε το δικαίωμα της εφέσεως που είχε κάθε ρωμαίος πολίτης, να επικαλεσθεί τη
δικαιοσύνη του Καίσαρα, ώστε να δικασθεί στη Ρώμη. Το ταξίδι του Αποστόλου στη Ρώμη,
που ακολούθησε, το ναυάγιό του στη Μάλτα και η άφιξή του στη Ρώμη περιγράφονται
αναλυτικά στα κεφάλαια 27 και 28 των Πράξεων. Στην πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας
τέθηκε σε κατ' οίκον περιορισμό, περιμένοντας τη δίκη του, συνεχίζοντας το
ιεραποστολικό του έργο, έστω και υπ' αυτές τις συνθήκες, κηρύσσοντας τους επισκέπτες
του. Η διήγηση των Πράξεων δεν μας δίνει από εκείνο το χρονικό σημείο κι έπειτα καμιά
άλλη πληροφορία για την έκβαση της δίκης και το τέλος του Αποστόλου. Έτσι τις
υπόλοιπες πληροφορίες τις αντλούμε από τις λεγόμενες ποιμαντικές επιστολές του (οι
επιστολές προς τον Τιμόθεο και τον Τίτο).
Η τέταρτη αποστολική περιοδεία και το μαρτύριο του Παύλου: Οι περισσότεροι
ιστορικοί και θεολόγοι πιθανολογούν και η παράδοση της Εκκλησίας το επιβεβαιώνει πως
ο Παύλος τελικά αθωώθηκε και εν τέλει απελευθερώθηκε. Κατόπιν τούτου είναι πολύ
πιθανό να επισκέφθηκε την Ισπανία, που ήταν ιεραποστολικός του στόχος (Ρωμ. ιε΄24-28),
και εν συνεχεία θα επέστρεψε στη Ρώμη. Σκοπός του Αποστόλου έπειτα ήταν να
επισκεφθεί την Ιερουσαλήμ, αλλά όταν, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του έφτασε στην
Κρήτη, πληροφορήθηκε ότι η κατάσταση στην πρωτεύουσα της Ιουδαίας ήταν ρευστή και
επικρατούσε αναρχία μετά τον ξαφνικό θάνατο του Φήστου, αναγκάστηκε να ματαιώσει
το ταξίδι του. Από τη Ρώμη ο Απόστολος επισκέφθηκε τη Μ. Ασία, για μια φορά ακόμη, τη
Μακεδονία και την περιοχή του Ιλλυρικού (δες σχετικά στις ποιμαντικές του επιστολές)
για να καταλήξει στη Ρώμη όπου φυλακίστηκε για δεύτερη φορά (Β΄Τιμ. α΄16-18), όπου οι
συνθήκες κρατησής του τη φορά αυτή ήταν σκληρότερες. Επισκέπτες του στη φυλακή
υπήρξαν ο Εύβουλος, ο Λουκάς, ο Τυχικός, ο Λίνος, ο Πούδης, η Κλαυδία, ο Ονησιφόρος,
κ.ά. (Δες σχετικά Β΄ Τιμ. δ΄κεφ.). Από τη φυλακή στη Ρώμη ο Απόστολος Παύλος έγραψε

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
18
την τελευταία του επιστολή, αυτή την Β΄ Προς Τιμόθεον. Η επιστολή αυτή κλείνει με την
έκκλησή του προς τον Τιμόθεο, που τότε βρισκόταν στην Έφεσο, να τον συναντήσει.
Γράφει σχετικά ο Απόστολος: “Σπούδασον ἐλθεῖν πρός με ταχέως· Δημᾶς γάρ με ἐγκατέλιπεν
ἀγαπήσας τὸν νῦν αἰῶνα, καὶ ἐπορεύθη εἰς Θεσσαλονίκην, Κρήσκης εἰς Γαλατίαν, Τίτος εἰς
Δαλματίαν· Λουκᾶς ἐστι μόνος μετ' ἐμοῦ. Μᾶρκον ἀναλαβὼν ἄγε μετὰ σεαυτοῦ· ἔστι γάρ μοι
εὔχρηστος εἰς διακονίαν. Τυχικὸν δὲ ἀπέστειλα εἰς Ἔφεσον. τὸν φαιλόνην ὃν ἀπέλιπον ἐν Τρῳάδι
παρὰ Κάρπῳ, ἐρχόμενος φέρε, καὶ τὰ βιβλία, μάλιστα τὰς μεμβράνας. Ἀλέξανδρος ὁ χαλκεὺς πολλά
μοι κακὰ ἐνεδείξατο· ἀποδῴη αὐτῷ ὁ Κύριος κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ· ὃν καὶ σὺ φυλάσσου· λίαν γὰρ
ἀνθέστηκε τοῖς ἡμετέροις λόγοις. Ἐν τῇ πρώτῃ μου ἀπολογίᾳ οὐδείς μοι συμπαρεγένετο, ἀλλὰ πάντες
με ἐγκατέλιπον· μὴ αὐτοῖς λογισθείη·” (Β΄Τιμ. δ΄9-16). Σύμφωνα με την παράδοση, ο Παύλος
αποκεφαλίσθηκε χωρίς προηγουμένως να βασανισθεί, επειδή ήταν Ρωμαίος πολίτης και ο
νόμος απαγόρευε το βασανισμό των ρωμαίων πολιτών. Με τον τρόπο αυτό, έληξε η
πολυτάραχη και ακατάβλητη αποστολική πορεία του Παύλου, μιας, από τις μεγαλύτερες,
ή πιο ορθά, η μεγαλύτερη, προσωπικότητα, στην ιστορία της Εκκλησίας.

Χρονολογικός Πίνακας16:

Οι απολύτως βέβαιες χρονολογικές πληροφορίες
είναι μόνο δύο. Ο Γαλλίων έγινε Ανθύπατος της Αχαϊας (Ελλάδας) το καλοκαίρι του 51 ή
52 μ.Χ. (Την πληροφορία την αντλούμε από επιστολή των κατοίκων των Δελφών που
χαράκτηκε πάνω σε μαρμάρινη πλάκα). Έτσι ο Γαλλίων πρέπει να δίκασε τον Απόστολο
το 52 μ.Χ., λίγο μετά την ανάληψη της θέσης του, και λίγο πριν το τέλος της δεύτερης
περιοδίας του Παύλου, στην Κόρινθο. Η δεύτερη σχετικά ασφαλής χρονολογία είναι η
αντικατάσταση του Φήλικα από το Φήστο που έγινε το 59 ή το 60 μ.Χ.

16. J. Holzner, Παύλος, μτφρ. Αρχιεπ. Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερωνύμου, εκδ. Δαμασκός, 12η εκδ. Αθήναι 1989,
σελ. 506-7.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
19

Εικ. 4. Χάρτης των αποστολικών περιοδειών του Παύλου.

Γέννηση του Παύλου

1-5 μ. Χ.

Σταύρωση του Κυρίου

30 μ.Χ.

Λιθοβολισμός του Στεφάνου

33-34 μ.Χ.

Μεταστροφή στη Δαμασκό

34 μ.Χ.

Παραμονή στην Αραβία

34-36 μ.Χ.

Απόδραση από τη Δαμασκό επί Αρέτα Δ'

37-38 μ.Χ.

Πρώτη ανάβαση στα Ιεροσόλυμα

τέλος 37-αρχές 38 μ.Χ.

Δεύτερη ανάβαση στα Ιεροσόλυμα την εποχή του λιμού

τέλος 43-αρχές 44 μ.Χ.

Πρώτη αποστολική περιοδεία: Αντιόχεια, Σελεύκεια, Κύπρος, Πέργη Παμφυλίας, Αντιόχεια Πισιδίας,
Ικόνιο, Λύστρα, Δέρβη Λυκαονίας, Λύστρα, Ικόνιο, Αντιόχεια Πισιδίας, Πέργη Παμφυλίας, Αττάλεια,
Αντιόχεια Συρίας

αρχές 44-τέλος 45 μ.Χ.
(κατ' άλλους 45-48
μ.Χ.)

Συνάντηση και αντίθεση Παύλου και Πέτρου στην Αντιόχεια

τέλος 45 μ.Χ.

Ιεραποστολική δράση Παύλου και Βαρνάβα στην Αντιόχεια (Πράξ. 14:28)

46-48 μ.Χ.

Τρίτη ανάβαση στα Ιεροσόλυμα - Αποστολική Σύνοδος

48 μ.Χ.

Δεύτερη αποστολική περιοδεία: Αντιόχεια, περιοχές Συρίας και Κιλικίας, Δέρβη, Λύστρα, Φρυγία,
Γαλατία, Μυσία, Τρωάδα, Σαμοθράκη, Νεάπολη, Φίλιπποι, Αμφίπολη, Απολλωνιάδα, Θεσσαλονίκη,
Βέροια, Αθήνα, Κόρινθος, Έφεσος, Καισαρεία, Ιεροσόλυμα, Αντιόχεια

49-52 μ.Χ.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
20
Τετάρτη ανάβαση στα Ιεροσόλυμα

52 μ.Χ.

Τρίτη αποστολική περιοδεία: Αντιόχεια, Γαλατία, δυτική Βιθυνία, Φρυγία, Έφεσος (3ετής παραμονή),
Τρωάδα, Μακεδονία, Δαλματία, Κόρινθος, Φίλιπποι, Τρωάδα, Άσσος, Μιτυλήνη, Σάμος, Μίλητος, Κως,
Ρόδος, Πάταρα, Τύρος, Πτολεμαΐδα, Καισαρεία, Ιεροσόλυμα

52 ή 53-57 Χ.

Συγγραφή της Προς Γαλάτας Επιστολής

54/55

Πέμπτη ανάβαση στα Ιεροσόλυμα - Σύλληψη

μέσα 57 μ.Χ.

Φυλάκιση στην Καισάρεια Παλαιστίνης

μέσα 57 - 59 μ.Χ.

Αναχώρηση για τη Ρώμη

Τέλη 59 μ.Χ.

Άφιξη στη Ρώμη

αρχές 60 μ.Χ.

Φυλάκιση στη Ρώμη "ιδίω μισθώματι"

60-μέσα 62 μ.Χ.

Τετάρτη Αποστολική περιοδεία: Ρώμη, Ν. Γαλλία, Ισπανία, Ρώμη, Κρήτη, Έφεσος, Μακεδονία
(Φιλίππους), Νικόπολη, Δαλματία, Μακεδονία (Φιλίππους), Τρωάδα - Δεύτερη σύλληψη από τις
ρωμαϊκές αρχές επί Νέρωνα

63 - 65 ή 66 μ.Χ.

Μεταφορά στη Ρώμη, δεύτερη φυλάκιση

66 μ.Χ.

Μαρτύριο Παύλου

66-68 μ.Χ.

H παύλεια Θεολογία:

Η Θεολογία του Αποστόλου Παύλου είναι επηρεασμενη
από τέσσερις βασικούς παράγοντες: από τον Ιουδαϊκό κόσμο και την Παλαιά Διαθήκη,
από τον Ελληνιστικό κόσμο, από την πρώτη Χριστιανική Εκκλησία και από την
προσωπική του εμπειρία της εμφάνισης του Κυρίου στον ίδιο, που οδήγησε στη
μεταστροφή του. Η επήρειά του από τα στοιχεία του ελληνιστικού κόσμου φαίνεται από το
δανεισμό πολλών όρων ή εκφράσεων του (Υιός Θεού, Κύριος, Σωτήρ, Πλήρωμα της
Θεότητος, Εικών Θεού, κ.α.), από τη χρήση πολλών φιλοσοφικών όρων (σώμα, ψυχή, νους,
πνεύμα, καρδία, σαρξ), και αυτό εξηγείται από το ότι ο τόπος δράσης του Παύλου ήταν
περιοχές όπου κυριαρχούσαν οι μυστικές θρησκείες και οι φιλοσοφικές σχολές των
Επικούριων και των Στωικών. Είν' αλήθεια, όμως, πως η φρασεολογία και οι φιλοσοφικοί
όροι που χρησιμοποίησε στη διδασκαλία του και στις Επιστολές του πήραν νέα μορφή
ειδωμένες κάτω από το πρίσμα της Θείας Οικονομίας και του προαιωνίου σχεδίου του
Θεού, όπως φαίνεται ή προτυπώνεται στην Παλαιά Διαθήκη και επαληθεύεται από τη
σάρκωση του Υιού-Λόγου του Θεού και τη λυτρώτική για μας τους ανθρώπους, που
είμαστε εικόνες του Θεού, σταυρική Του θυσία. Κύριο όμως χαρακτηριστικό του
Αποστόλου είναι η εσχατολογία του και η χρήση πολλών χωρίων της Π. Διαθήκης τα
οποία τα ανάγει στη νέα κατάσταση που είχε δημιουργηθεί: στην εμφάνιση δηλαδή του
Μεσσία, τη σταυρική Του θυσία και την Ανάστασή Του. Έτσι, για τον Παύλο, οι
προφητείες και οι προσδοκίες της Π.Δ. εκπληρώνονται στο πρόσωπο του Χριστού και την
εγκαθίδρυση της Εκκλησίας. Για τον Παύλο οι διάφορες φάσεις της ζωής του Χριστού, και
ειδικά ο θάνατος Του, η ταφή, και η Ανάστασή Του, λαμβάνουν χώρα "κατά τας Γραφάς",
ενώ διάφορα γεγονότα της και Προφητείες των Γραφών ερμηνεύονται συμβολικά, ως
προτύπωση δηλαδή, αυτών που επακολούθησαν με τη Σάρκωση του Υιού του Θεού .

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
21

Εικ. 5. Το μαρτύριο του Αποστόλου Παύλου.

5.

Οι Επιστολές του Αποστόλου Παύλου

Οι επιστολές του αποστόλου Παύλου είναι τα πρώτα γραπτά μνημεία της Καινής
Διαθήκης και αποτελούν έργα που γράφηκαν αποκλειστικά για να απαντήσουν σε
διάφορα ερωτήματα που έθεταν οι νέες εκκλησίες ή εκκλησιαστικά πρόσωπα στον
Απόστολο. Όλες οι Επιστολές του Αποστόλου χωρίζονται σε τρία ευδιάκριτα τμήματα: το
προοίμιο (αποστολέας, παραλήπτης, χαιρετισμός), την κυρίως ανάπτυξη του επίμαχου
θέματος και τέλος τους επιλογικοί χαιρετισμοί. Σε πολλές επιστολές του το κείμενο κλείνει
με έναν ιδιόχειρο χαιρετισμό (Ρωμαίους, Α΄ Κορινθίους, Γαλάτας, Κολασσαείς,
Β΄Θεσ/κεις, Φιλήμονα). Οι επιστολές του Παύλου μπορούν να κατηγοριοποιηθούν
ανάλογα με τους παραλήπτες τους ως εξής: α΄ Σ' αυτές που απευθύνονται σε μια
συγκεκριμένη Εκκλησία, όπως συμβαίνει με τις δύο Προς Κορινθίους, τις δύο Προς
Θεσ/κεις, την Προς Φιλιππησίους και την Προς Κολασσαείς. β΄ Σ΄αυτές που
απευθύνονται σε ομάδες Εκκλησιών όπως η Προς Ρωμαίους και η Προς Εφεσίους
(Εγκύκλιες Επιστολές). γ΄ Σ' αυτές που απευθύνονται σε ένα πρόσωπο, δηλαδή οι δύο Προς
Τιμόθεον, η Προς Τίτο και η Προς Φιλήμονα. Μάλιστα εκτός από την τελευταία, οι
προηγούμενες τρεις έχουν επικρατήσει να λέγονται Ποιμαντικές Επιστολές, γιατί
απευθύνονται σε ποιμένες της Εκκλησίας. δ΄ Στις Επιστολές της Αιχμαλωσίας, αυτές
δηλαδή που τις συνέγραψε ο Απόστολος όσο ήταν φυλακισμένος. Αυτές είναι οι: Πρός
Εφεσίους, προς Φιλήμονα, Προς Κολασσαείς, προς Φιλιππησίους και η Β΄ Προς Τιμόθεον.
Η διάταξη των επιστολών του Παύλου στον κανόνα της Καινής Διαθήκης έγινε ανάλογα
με την έκταση τους. Πρώτη δηλ. τοποθετήθηκε η προς Ρωμαίους, που είναι η μεγαλύτερη
(16 κεφάλαια) και τελευταία η προς Φιλήμονα (25 στίχοι). Έτσι η σειρά τους, μαζί με την
πιθανότερη χρονολογία συγγραφής τους, είναι:
1. Προς Ρωμαίους - 57 μ..Χ
2. Προς Κορινθίους Α΄ - 55-57
3.Προς Κορινθίους Β΄ - 56-57
4. Προς Γαλάτας - 52-55

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
22
5. Προς Εφεσίους – 54-55 ή 60-62
6. Προς Φιλιππησίους – 52-56 ή 60-62
7. Προς Κολασσαείς -52-55 ή 60-62
8. Προς Θεσσαλονικείς Α΄- 50-52
9. Προς Θεσσαλονικείς Β΄ - 50-52
10. Προς Τιμόθεον Α΄ - 63-63
11. Προς Τιμόθεον Β΄ - 65-67
12. Προς Τίτον - 63-64
13. Προς Φιλήμονα – 52-55 ή 60-62
14. Προς Εβραίους – πριν το 70 μ.Χ., γιατί αγνοεί την καταστροφή των
Ιεροσολύμων. Γιά την Επιστολή αυτή υπάρχουν πολλές αντιρρήσεις ως προς τον
συγγραφέα της. Η αρχαία παράδοση της Εκκλησίας μας την συνδέει πάντα με τις
υπόλοιπες Επιστολές του Παύλου, αλλά ο πραγματικός της συντάκτης
διαφοροποιείται αισθητά στο ύφος που συναντάμε στις υπόλοιπες επιστολές του.
Πάντως είναι σίγουρο ότι απηχεί την παύλεια διδασκαλία.

6. Η Προς Γαλάτας Επιστολή
Η Γαλατία της Μ. Ασίας:

Η περιοχή αυτή ονομάστηκε έτσι λόγω του
αποικισμού της από Γαλάτες. Η γαλατική φυλή, που είχε εισβάλει τον 3ο αιώνα π.Χ. στην
Ελλάδα, δημιούργησε ένα κράτος στην περιοχή της σημερινής Βουλγαρίας με πρωτεύουσα
την Τύλο, γύρω στο 275 π.Χ. Λίγα χρόνια μετά, οι Γαλάτες κλήθηκαν από το βασιλιά της
Βιθυνίας Νικομήδη για να τον βοηθήσουν στη διαμάχη του με τον Ζιποίτη, που ήταν
αδελφός του και αντίζηλος της εξουσίας του. Μετά την επικράτησή του, ο Νικομήδης τους
παραχώρησε μια μεγάλη έκταση γύρω από τις όχθες του ποταμού Σαγγάριου, νότια της
Βιθυνίας. Την επόμενη περίοδο οι Γαλάτες πρωταγωνιστούν σε ληστρικές επιδρομές και
επιδίδονται σε λεηλασίες των γειτονικών περιοχών. Γύρω στο 270 συγκρούστηκαν με το
βασιλιά Αντίοχο Σωτήρα της Συρίας και το 235 με τον Άτταλο, το βασιλιά της Περγάμου,
οπότε και ηττήθηκαν και αναγκάστηκαν να περιοριστούν στα Βόρεια της Φρυγίας. Φύσει
πολεμικός λαός οι Γαλάτες, συχνά επάνδρωναν ως μισθοφόροι τις στρατιές διαφόρων
ηγεμόνων, όπως του Αντίγονου Γονατά, στη σύγκρουσή του με τον Πύρρο της Ηπείρου
και του Αντιόχου Μέγα της Συρίας στις μάχες του κατά των ρωμαϊκών λεγεώνων στη
Μαγνησία της Μ. Ασίας. Το τελευταίο γεγονός είχε ως συνέπεια τη συντριβή τους από τον
ύπατο Μάνλιο Βούλσο (189 π.Χ.) και τη λεηλασία της χώρας τους. Το 25 π.Χ. Ο Αύγουστος
διέταξε τη βίαιη ενσωμάτωση του κράτους τους στην εξουσία του. Παρά τη ρωμαϊκή
κατάκτηση δεν αλλοιώθηκε η πληθυσμιακή σύνθεση της επαρχίας και ως απόδειξη γι' αυτό
αναφέρουμε την πληροφορία του αγίου Ιερωνύμου (4ος μ.Χ. αι.), που ισχυρίζεται ότι μόνο
οι κάτοικοι της Γαλατίας, από όλους τους λαούς της Μ. Ασίας, δε μιλούσαν την ελληνική
γλώσσα, παρά μόνο την εθνική τους.

Ο Απόστολος Παύλος και η Γαλατία :

Ο Απόστολος φαίνεται πως
επισκέφθηκε πρώτη φορά τη Γαλατία το 50-51 μ.Χ. και εκ δευτέρου λίγα έτη αργότερα:
”καὶ ποιήσας χρόνον τινὰ ἐξῆλθε διερχόμενος καθεξῆς τὴν Γαλατικὴν χώραν καὶ Φρυγίαν,
ἐπιστηρίζων πάντας τοὺς μαθητάς”(Πράξ. ιη΄23). Κατά την πρώτη του επίσκεψη, παρά την

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
23
ασθένειά του, οι κάτοικοι της Γαλατίας τον υποδέχθηκαν σαν άγγελο Θεού, και πολλοί εξ
αυτών ασπάσθηκαν το Χριστιανισμό. Όμως 5 έτη αργότερα κάποιοι “ιουδαϊζοντες
χριστιανοί”, που επισκέφθηκαν την περιοχή αρνούνταν το αποστολικό κύρος του Παύλου
και κήρυτταν την ισχύ του Μωσαϊκού νόμου, αναγκάζοντας τους να υποβληθούν σε
ιουδαϊκούς τύπους, όπως περιτομή και άλλα σχετικά. Όταν ο Παύλος έμαθε για τα
τεκταινόμενα, έγραψε την Προς Γαλάτας Επιστολή του γύρω στο 57 μ.Χ. από την Κόρινθο
που βρισκόταν. Σ' αυτήν ο Απόστολος υπεραπίσθηκε από τη μια μεριά την αποστολή του,
αποδεικνύοντας ότι κλήθηκε σ' αυτή από τον ίδιο το Χριστό, και από την άλλη εξέθεσε τη
διδασκαλία του Κυρίου, σύμφωνα με την οποία η σωτηρία των πιστών δεν θα
επιτυγχάνονταν με τα έργα του Νόμου, αλλά “εκ πίστεως και αγάπης ενεργουμένης”.

7. Περιεχόμενα της Προς Γαλάτας Επιστολής
α΄ 1 - 5: Προοίμιο – Χαιρετισμός.
α΄ 6 -10: Παράπονα του Παύλου για τη μεταστροφή των Γαλατών.
α΄ 11- 24: Το δι’ αποκαλύψεως Χριστού ευαγγέλιο του Παύλου.
β΄ 1 - 14: Επικύρωση του ευαγγελίου του Παύλου από τους αποστόλους.
β΄ 15 - 21: Η δικαίωση δια της πίστης και όχι με τα έργα του νόμου.
γ΄ 1 - 18: Βιβλικές αποδείξεις για τη δικαίωση μέσω της πίστης.
γ΄ 19 - 29: Ο σκοπός του νόμου (Π.Δ.)και το αποτέλεσμα της πίστης.
δ΄ 1 - 7: Η υιοθεσία των πιστών από το Χριστό.
δ΄ 8 - 20: Η επιστροφή στο νόμο είναι έκπτωση.
δ΄ 21 – 31: Τα τέκνα της Άγαρ και τα τέκνα της ελευθέρας.
ε΄ 1 - 15: Η πίστη στο Χριστό είναι ελευθερία (ή Χριστός ή νόμος).
ε΄ 16 - 26: Οι καρποί του Αγίου Πνεύματος.
στ΄ 1 - 10: Πρακτικές προτροπές και συστάσεις.
στ΄ 11- 18: Ανακεφαλαίωση του θέματος, επίλογος.

8. Η Προς Γαλάτας Επιστολή
Κείμενο – Μετάφραση
Κεφάλαιο Α΄
Περικοπές που αναγιγνώσκονται στις Ιερές Ακολουθίες:
α΄11-19: Κυριακή Γ΄Λουκά και Κυριακή μετά Χριστουγέννων
1 Παῦλος, ἀπόστολος οὐκ ἀπ' 1. Παύλος, απόστολος17 όχι από ανθρώπους
ἀνθρώπων, οὐδὲ δι' ἀνθρώπου,

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
24

ἀλλὰ διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ
Θεοῦ πατρὸς τοῦ ἐγείραντος
αὐτὸν ἐκ νεκρῶν,
2 καὶ οἱ σὺν ἐμοὶ πάντες
ἀδελφοί, ταῖς ἐκκλησίαις τῆς
Γαλατίας·
3 χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη ἀπὸ
Θεοῦ πατρὸς καὶ Κυρίου ἡμῶν
Ἰησοῦ Χριστοῦ,
4 τοῦ δόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ τῶν
ἁμαρτιῶν ἡμῶν, ὅπως ἐξέληται
ἡμᾶς ἐκ τοῦ ἐνεστῶτος αἰῶνος
πονηροῦ κατὰ τὸ θέλημα τοῦ
Θεοῦ καὶ πατρὸς ἡμῶν,
5 ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν
αἰώνων· ἀμήν.
6 Θαυμάζω ὅτι οὕτω ταχέως
μετατίθεσθε
ἀπὸ
τοῦ
καλέσαντος ὑμᾶς ἐν χάριτι
Χριστοῦ εἰς ἕτερον εὐαγγέλιον,
7 ὃ οὐκ ἔστιν ἄλλο, εἰ μὴ τινές
εἰσιν οἱ ταράσσοντες ὑμᾶς καὶ
θέλοντες
μεταστρέψαι
τὸ
εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ.
8 ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος
ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν
παρ' ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν,
ἀνάθεμα ἔστω.
9 ὡς προειρήκαμεν, καὶ ἄρτι

ούτε διά μέσου ανθρώπου, αλλά μέσω (του)
Ιησού Χριστού και (του) Θεού Πατέρα που
τον ανέστησε από (τους) νεκρούς,
2. και όλοι οι αδελφοί (που είναι) μαζί μου,
(γράφουμε την επιστολή) προς τις εκκλησίες
της Γαλατίας.
3. (μακάρι να έιναι) μαζί σας χάρη και ειρήνη
από το Θεό Πατέρα και (από τον) Κύριό μας
Ιησού Χριστό,
4. που έδωσε τον εαυτό του18 για τις αμαρτίες
μας, για να μας ελευθερώσει από τον τωρινό
κακό αιώνα19 κατά το θέλημα του Θεού20 και
Πατέρα μας,
5. στον οποίο (ανήκει) η δόξα στους αιώνες
των αιώνων. Αμήν.
6. Απορώ γιατί έτσι γρήγορα μετατοπίζεστε
από εκείνον21 που σας κάλεσε με τη χάρη του
Χριστού σε άλλο ευαγγέλιο22,
7. αυτό που (λένε αυτοί ευαγγέλιο) δεν είναι
(τίποτε) άλλο, παρά (μόνο) ότι υπάρχουν
μερικοί που σας ταράζουν και θέλουν να
διαστρέψουν (να μεταβάλουν) το ευαγγέλιο
του Χριστού23.
8. Αλλά αν (ακόμη) και εμείς ή άγγελος από
(τον) ουρανό σας ευαγγελίζει (κηρύττει) (άλλο
ευαγγέλιο ενν.) εκτός από αυτό που σας
ευαγγελίσαμε, ας είναι ανάθεμα24.

“Εγώ ο Παύλος, που δεν έλαβα το αποστολικό αξίωμα από ανθρώπους, ούτε διά της μεσιτείας
ανθρώπου...” (Ι.Κ., Η Καινή Διαθήκη, κειμενον, ερμηνεία, εκδ. 17η, ΖΩΗ, 1992.
18. Έδωσε τον εαυτό Του θεληματικώς σε θάνατο. (Π.Ν.Τ.).
19. Την πονηριά, δηλαδή, και την κακία που επικρατεί στην επίγεια ζωή. “από τον παρόντα αιώνα
της πονηρίας και της κακίας....” (Ι.Κ., 667)
20. Η Σταύρωση και ο θάνατος του Ιησού, που έγινε για τη λύτρωσή μας, έγινε σύμφωνα με το
θέλημα του Θεού Πατέρα.
21. Αποκακρύνεστε από το Θεό.
22. Δηλαδή μεταπηδάτε σε άλλη διδασκαλία για τη σωτηρία, την οποία αυτοί που σας τη διδάκουν
την αποκαλούν (κακώς) ευαγγέλιο.
23. Δηλαδή το αληθινό περί του Χριστού κήρυγμα (Π.Ν,Τ,)
24. Χωρισμένος, δηλαδή, για πάντα από το Θεό.”Ού δει ετεροδιδασκαλούντων ανέχεσθαι, καν
σχηματίζωνται προς απάτην ή έλεγχον των αβεβαίων.” (Β., ΒΕΠΕΣ 53, σ. 70)
17.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
25

πάλιν λέγω· εἴ τις ὑμᾶς 9. Όπως έχουμε προείπει25 και τώρα πάλι (σας)
εὐαγγελίζεται
παρ'
ὃ λέω: αν κάποιος σας κηρύττει (άλλο)
παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω.
ευαγγέλιο εκτός από αυτό που παραλάβατε26,
ας είναι αναθεματισμένος.
10 ἄρτι γὰρ ἀνθρώπους πείθω ἢ 10. Γιατί τώρα ανθρώπους (προσπαθώ να)
τὸν Θεόν; ἢ ζητῶ ἀνθρώποις πείσω, (κερδίζοντας την εύνοιά τους), ή το
ἀρέσκειν; εἰ γὰρ ἔτι ἀνθρώποις
Θεό27; Ή (μήπως) ζητώ σε ανθρώπους να
ἤρεσκον, Χριστοῦ δοῦλος οὐκ
αρέσω;28 Αν ακόμα (επιδίωκα να) αρέσω σε
ἂν ἤμην.
ανθρώπους, δε θα ήμουν δούλος (του)
29
11 Γνωρίζω δὲ ὑμῖν, ἀδελφοί, τὸ Χριστού .
εὐαγγέλιον τὸ εὐαγγελισθὲν ὑπ' 11. Σας γνωρίζω λοιπόν, αδελφοί, ότι το
ἐμοῦ ὅτι οὐκ ἔστι κατὰ ευαγγέλιο που κηρύχτηκε από εμένα δεν είναι
ανθρώπινο30,
ἄνθρωπον·
12 οὐδὲ γὰρ ἐγὼ παρὰ 12. γιατί ούτε εγώ το παρέλαβα, ούτε το
ἀνθρώπου παρέλαβον αὐτό, διδάχτηκα από άνθρωπο, αλλά (το διδάχτηκα)
οὔτε ἐδιδάχθην, ἀλλὰ δι' μέσω αποκάλυψης31 από τον Ιησού Χριστό.
ἀποκαλύψεως Ἰησοῦ Χριστοῦ.
13 Ἠκούσατε γὰρ τὴν ἐμὴν 13. Γιατί32 ακούσατε (για) τη συμπεριφορά μου
ἀναστροφήν ποτε ἐν τῷ
(που είχα) κάποτε στον Ιουδαϊσμό33, ότι (δηλ.)
Ἰουδαϊσμῷ, ὅτι καθ' ὑπερβολὴν
υπερβολικά καταδίωκα την εκκλησία του
ἐδίωκον τὴν ἐκκλησίαν τοῦ
Θεού και προσπαθούσα να την αφανίσω,
Θεοῦ καὶ ἐπόρθουν αὐτήν,
Όταν ο Παύλος είχε παλαιότερα επισκεφθεί τη Γαλατία.
Δηλαδή εκτός από αυτό που διδάχθηκαν από τον Απόστολο.
Ή στο Θεό προσπαθώ να είμαι εντάξει;
Πρόκειται για ρητορική ερώτηση που ξεκάθαρα εννοεί ότι ο Απόστολος επιθυμεί να αρέσει στο
Θεό και μόνον σ'Αυτόν.
29. “Της του Κυρίου δεσποτείας εκπίπτουσιν (χάνουν την ιδιότητα του δούλου του Θεού) οι διά την
προς τους ακούοντας αρέσκειαν (για την ανθρωπαρέσκεια αυτών που τους ακούνε) αμελούντες της
παρρησίας των του Θεού θελημάτων, εκείνοις εαυτούς δουλούντες οις αρέσκειν θέλουσι. (δουλώνουν
τον εαυτό τους στους ανθρώπους, γινόμενοι ανθρωπάρεσκοι)” (Β. , 114)
30. Ή καλύτερα: “δεν είναι ανθρώπινη επινόηση”.
31. “Χωρίς ανθρώπου τινός μεσιτείαν αλλά δια της χάριτος του Ιησού ος εσυγκατέβη να του
αποκαλύψει αυτός δι' εαυτού την γνώσιν άπασαν.” (Χ.)
32. Το “γιατί” αιτιολογεί και την παράδοση του Ευαγγελίου με αποκάλυψη από τον ίδιο τον Ιησού
Χριστό, πράγμα που δικαιολογεί και την τόσο θεαματική αλλαγή του Παύλου. Από απηνής διώκτης
των Χριστιανών μεταβάλλεται σε κορυφαίο απόστολο της Νέας Θρησκείας. “Όσοι μεν διδάκονται
από ανθρώπους, όταν είναι σφοδροί και διακαείς των εναντίων δοξών υπέρμαχοι, χρειάζονται
καιρόν και πολλήν τέχνην διά να καταπεισθώσιν. Όστις δε μετεβάλθη ούτω απομιάς, και καθαρώς
επανήλθεν εις εαυτόν κατ΄αυτήν της μανίας την ακμήν, πασίδηλον ότι επέτυχεν θείαν οπτασίαν και
διδαχήν, και διά μέσου αυτής ανέλαβεν έξαφνα την καθαράν υγείαν.” (Χ.) Έτσι ο Απόστολος
κατέστη “σκεύος εκλογής” από τον ίδιο τον Κύριο.
33. Όταν, δηλαδή, ακολουθούσε το νόμο και τα έθιμα των Ιουδαίων. “Ότι, επηρεασμένος (ο
Παύλος) από τας παλαιάς διδασκαλίας του νόμου και τα έθιμα των Ιουδαίων ... “ (Ι.Κ., 668)
25.
26.
27.
28.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
26

14 καὶ προέκοπτον ἐν τῷ
Ἰουδαϊσμῷ
ὑπὲρ
πολλοὺς
συνηλικιώτας ἐν τῷ γένει μου,
περισσοτέρως ζηλωτὴς ὑπάρχων
τῶν πατρικῶν μου παραδόσεων.
15 Ὅτε δὲ εὐδόκησεν ὁ Θεὸς ὁ
ἀφορίσας με ἐκ κοιλίας μητρός
μου καὶ καλέσας διὰ τῆς χάριτος
αὐτοῦ

14. και πρόκοβα στον Ιουδαϊσμό περισσότερο
από πολλούς συνομήλικούς (μου) στο έθνος
μου (και ήμουν) περισσότερο ζηλωτής34 (από
αυτούς) των πατρικών μου παραδόσεων.
15. Όταν όμως ευδόκησε (ευαρεστήθηκε) ο
Θεός, που με ξεχώρισε από την κοιλιά της
μητέρας μου και με κάλεσε διά της χάριτός
του35,

16 ἀποκαλύψαι τὸν υἱὸν αὐτοῦ
ἐν ἐμοὶ, ἵνα εὐαγγελίζωμαι
αὐτὸν ἐν τοῖς ἔθνεσιν, εὐθέωςοὐ
προσανεθέμην σαρκὶ καὶ αἵματι,
17
οὐδὲ
ἀνῆλθον
εἰς
Ἱεροσόλυμα πρὸς τοὺς πρὸ ἐμοῦ
ἀποστόλους, ἀλλὰ ἀπῆλθον εἰς
Ἀραβίαν, καὶ πάλιν ὑπέστρεψα
εἰς Δαμασκόν.
18 Ἔπειτα μετὰ ἔτη τρία
ἀνῆλθον
εἰς
Ἱεροσόλυμα
ἱστορῆσαι Πέτρον, καὶ ἐπέμεινα
πρὸς αὐτὸν ἡμέρας δεκαπέντε·
19 ἕτερον δὲ τῶν ἀποστόλων
οὐκ εἶδον εἰ μὴ Ἰάκωβον τὸν
ἀδελφὸν τοῦ Κυρίου.

16. να αποκαλύψει τον Υιό Του σ’ εμένα, για
να τον κηρύττω μεταξύ των εθνών (εθνικών),
αμέσως δε συμβουλεύτηκα σάρκα και αίμα36,
17. ούτε ανέβηκα στα Ιεροσόλυμα προς τους
αποστόλους37 (που) ήταν πριν από εμένα
(κλητοί στο αποστολικό αξίωμα), αλλά έφυγα
στην Αραβία38 και (κατόπιν) πάλι επέστρεψα
στη Δαμασκό.
18. Έπειτα, μετά από τρία έτη (από την κλήση
μου), ανέβηκα στα Ιεροσόλυμα, για να
γνωρίσω (προσωπικά) τον Πέτρο και
παρέμεινα κοντά του δεκαπέντε ημέρες39.
19. Άλλον όμως από τους αποστόλους δεν είδα
παρά (τον) Ιάκωβο, τον αδελφό40 του Κυρίου.

Ο Παύλος λέει ότι έδειχνε υπερβολικό ζήλο στις παραδόσεις που παρέλαβε απότους πατέρες.
(Π.Ν.Τ.)
35. Ο Παύλος εννοεί ότι μόνον εξαιτίας της χάριτος του Ιησού Χριστού έγινε άξιος για τέτοια
εκλογή, αντιλαμβανόμενος ότι δεν αξιώθηκε από τα δικά του έργα. Ο Χρυσόστομος επισημαίνει
και την ταπείνωση που δείχνει ο Παύλος με τα λόγια αυτά: “Διά τούτο, λέγει, ηλεήθην εγώ. Διά να
μην απελπίζεται κανείς, αφού ο πάντων ανθρώπων κάκιστος επέτυχε φιλανθρωπίαν. (Χ.)“
36. Δηλαδή δεν συμβουλεύτηκε κανέναν άνθρωπο.
37. Επισκέφθηκε τους Αποστόλους για να συνομιλήσει μαζί τους για θέματα πίστεως..
38. Ο Απόστολος από τις πρώτες στιγμές της νέας του κατά Χριστόν ζωής, επιδίωξε να ευαγγελίσει
“τόπους οίτινες δεν είχαν ακόμη γεωργηθήν, αλλ' ευρίσκοντο εις κατάστασιν αγριοτέραν. (...) Διά
τούτο και ο μακάριος και ζέων κατά το πνεύμα, εδόθη πάραυτα εις την διδασκαλίαν ανθρώπων
βαρβάρων και αγρίων, προτιμών της εις πλειοτέρους κόπους και κινδύνους υποκειμένην ζωήν.” (Χ.)
39. Το να ταξιδέψει για να συναντήσει τον Πέτρο ήταν σίγουρα δείγμα τιμής προς το πρόσωπο του
αγαπημένου μαθητή του Κυρίου. Το να μείνει όμως εκεί δεκαπέντε ολόκληρες μέρες ήταν σημάδι
φιλίας και μεγάλης αγάπης.
40. Ονομάστηκε αδελφόθεος γιατί ή ήταν ξάδερφος του Κυρίου ή παιδί του Ιωσήφ από
προηγούμενο – της μνηστείας με τη Θεοτόκο – γάμο. Ο Ιουδαίος ιστορικός Ιώσηπος τον αποκαλεί
«δίκαιο». Έγραψε τη λεγόμενη «Επιστολή Ιακώβου» (ένα από τα βιβλία της Κ. Διαθήκης), που
34.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
27

20 ἃ δὲ γράφω ὑμῖν, ἰδοὺ
ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὅτι οὐ
ψεύδομαι.
21 Ἔπειτα ἦλθον εἰς τὰ κλίματα
τῆς Συρίας καὶ τῆς Κιλικίας.
22 ἤμην δὲ ἀγνοούμενος τῷ
προσώπῳ ταῖς ἐκκλησίαις τῆς
Ἰουδαίας ταῖς ἐν Χριστῷ·
23 μόνον δὲ ἀκούοντες ἦσαν ὅτι
ὁ διώκων ἡμᾶς ποτὲ νῦν
εὐαγγελίζεται τὴν πίστιν ἥν ποτε
ἐπόρθει,
24 καὶ ἐδόξαζον ἐν ἐμοὶ τὸν
Θεόν.

20. (Και) γι’ αυτά που γράφω σ’ εσάς, ιδού,
μπροστά στο Θεό41 (το λέω) ότι δεν ψεύδομαι.
21. Έπειτα ήρθα στα μέρη της Συρίας και της
Κιλικίας.
22. Και ήταν άγνωστο το πρόσωπό (μου) στις
εκκλησίες της Ιουδαίας που
είναι του
42
Χριστού (ανήκουν στο Χριστό).
23. Αλλά μόνο άκουγαν: “Αυτός που μας
καταδίωκε43 κάποτε, τώρα ευαγγελίζεται την
πίστη που άλλοτε προσπαθούσε να αφανίσει”
24. και δόξαζαν για μένα (και τη θαυμαστή
αυτή μεταβολή μου) το Θεό44.

Σχετικά με το α΄ κεφ. χωρία της Αγ. Γραφής:

στ. α΄1-2: Γαλ. α΄11,12, δ΄13,14, Β΄Θεσσ. β΄16, Α΄Κορ. α΄1,2, ιε΄8,9, Ρωμ.α΄1-4, Πράξ. ιστ΄6, ιη΄23.
στ. α΄3-4: Γαλ. β΄20, γ΄13, Ρωμ. α΄7, ιβ΄2, Εφεσ. α΄5, Β΄Τιμ. γ΄1-5, Ιωάν. α΄29, ιβ΄31, ιη΄11, Μτθ. κ΄28, κστ΄39, 4244.
στ. 5: Ρωμ. ια΄36, ιστ΄27.
στ. 6-9: Γαλ. γ΄1-5, δ΄17,18, ε΄7-10, 21, Πράξ. Ιε΄24, Α΄Κορ. ιγ΄1, ιστ΄22, Β΄Κορ. ια΄4, ιγ΄2, Ρωμ. θ΄3.
στ. 10-12: Μτθ. στ΄24, Ιωάν. ε΄41,44, Γαλ. α΄1,15,16, Α΄Κορ. ι΄24,33, ιε΄1, Α΄Θεσ. β΄4, Αποκ. Α΄1.
στ. 13-14: Β΄Μακ. β΄21, δ΄2, ιδ΄38, Γαλ. α΄23, Φιλιπ. γ΄5,6, Πράξ. η΄3, θ΄21, κα΄20, κβ΄3,4, κστ΄4-11, Μτθ. Ιε΄2.
στ. 15-17: Ψαλμ. κα΄11, Ησ. μθ΄1, 5, Ιερ. α΄5, Γαλ. α΄11,12, β΄6-9, Εφεσ. γ΄8, Α΄Τιμ. β΄7, Ρωμ. α΄1-5, ια΄13,
Πραξ. θ΄15, 20-25, Μτθ. ιστ΄17.
στ 18-19: Γαλ. β΄9, Πράξ. θ΄26-29, ιβ΄17, Μτθ.ιγ΄55.
στ. 20-21: Πράξ. θ΄30, Β΄Κορ. ια΄31, Ρωμ. α΄9.
στ. 22-24: Κολασ. β΄1, Α΄Θεσ. β΄17, Γαλ.α΄13, Πραξ. θ΄21, Ιωάν. ιζ΄10.

απευθυνόταν κυρίως σε προσήλυτους Ιουδαίους. Έγινε πρώτος επίσκοπος Ιεροσολύμων και ήταν
πολύ ασκητικός. Λίγο πριν την καταστροφή των Ιεροσολύμων λιθοβολήθηκε μέχρι θανάτου από
τους Ιουδαίους.
41. Δηλαδή, μ' αυτά που τους γράφει αποδεικνύεται ότι το αποστολικό αξίωμα και το Ευαγγέλιο
δεν τα έλαβε από άνθρωπο, ή κάποιον Απόστολο και γι' αυτό τους το βεβαιώνει ενώπιον του Θεού
(Π.Ν.Τ.), αλλά το παρέλαβε κατ' ευθείαν από τον ίδιο τον Χριστό. (Ι.Κ., 668)
42. Εννοεί τις εκκλησίες της Ιουδαίας που από τον Ιουδαϊσμό επέστρεψαν στο Χριστό και
διατελούσαν εν κοινωνία μετά του Χριστού (Π.Ν.Τ.)
43. “... εδιηγείτο τα εις κατηγορίαν αυτού ανήκοντα, ήγουν, ότι εδίωκε την Εκκλησίαν, και εσπούδαζε
να την καθαιρέση, κατέγραψε τα πάντα με πολλήν υπερβολήν, εκπομπεύων τον πρότερον αυτού βίον.
Όσα δε μελλουν να τον δείξουν λαμπρόν, ταύτα παρατρέχει.” (Χ.)
44. “Στοχάσου κι εδώ τον κανόνα αυτού της ταπεινοφροσύνης, πως τον φυλάττει με ακρίβειαν. Διότι
δεν είπε με εθαύμαζαν, με επαινούσαν, εξεπλήσσοντο, αλλ' έδειξε ότι το παν ήτο της χάριτος, επειδή
μόνο διά της χάριτος του Θεού εσυνέβη, ότι ο Παύλος, ο εχθρός και διώκτης του Ευαγγελίου, έγινε ο
θερμότατος αυτού φίλος, υπέρμαχος και κήρυξ.” (Χ.)

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
28

Κεφάλαιο Β΄
Περικοπές που αναγιγνώσκονται στις Ιερές Ακολουθίες:
β΄16-20: Κυριακή Δ΄Λουκά και Κυριακή μετά την Ύψωσιν του Τ. Σταυρού.
1 Ἔπειτα διὰ δεκατεσσάρων
ἐτῶν
πάλιν
ἀνέβην
εἰς
Ἱεροσόλυμα μετὰ Βαρνάβα,
συμπαραλαβὼν καὶ Τίτον·
2 ἀνέβην δὲ κατὰ ἀποκάλυψιν·
καὶ ἀνεθέμην αὐτοῖς τὸ
εὐαγγέλιον ὃ κηρύσσω ἐν τοῖς
ἔθνεσι, κατ' ἰδίαν δὲ τοῖς
δοκοῦσι, μήπως εἰς κενὸν τρέχω
ἢ ἔδραμον.
3 Ἀλλ' οὐδὲ Τίτος ὁ σὺν ἐμοί,
Ἕλλην
ὤν,
ἠναγκάσθη
περιτμηθῆναι,
4 διὰ δὲ τοὺς παρεισάκτους
ψευδαδέλφους,
οἵτινες
παρεισῆλθον κατασκοπῆσαι τὴν
ἐλευθερίαν ἡμῶν ἣν ἔχομεν ἐν
Χριστῷ Ἰησοῦ, ἵνα ἡμᾶς

1. Έπειτα45, ύστερα από δεκατέσσερα έτη,
ανέβηκα (πάλι) στα Ιεροσόλυμα μαζί με το
Βαρνάβα, αφού παρέλαβα μαζί και (τον)
Τίτο.
2. Και ανέβηκα σύμφωνα με αποκάλυψη46. Και
τους εξέθεσα το ευαγγέλιο που κηρύττω στα
έθνη, ιδιαιτέρως μάλιστα (το εξέθεσα) σ’
αυτούς που θεωρούνται οι σπουδαιότεροι
απόστολοι, (για να αποδειχθεί) μήπως μάταια
τρέχω47 ή έτρεξα.
3. Αλλά48 ούτε ο Τίτος που ήταν μαζί μου, αν
και είναι Έλληνας, αναγκάστηκε να
περιτμηθεί.
4. Και δεν (αναγκάστηκε ούτε) εξαιτίας των
παρείσακτων ψευδάδελφων49 οι οποίοι
εισήλθαν λαθραία (ύπουλα, ανάμεσά μας), για
να κατασκοπεύσουν50 την ελευθερία μας που

45. Εννοεί μετά το ταξίδι του στην Κιλικία και τη Συρία.
46. Αποκάλυψη από το Θεό.
47. Δηλαδή, “κοπιάζω”. Γιατί όμως έτρεχε ο Απόστολος εδώ κι εκεί για 14 ολόκληρα έτη
κηρύττοντας το Ευαγγέλιο και τώρα, έπειτα από όλα αυτά ανεβαίνει στα Ιεροσόλυμα για να
συμβουλευτεί τους άλλους Αποστόλους; Δεν σκέφτηκε μήπως ματαιοπονούσε; και γιατί δεν
ανέβηκε νωρίτερα στα Ιεροσόλυμα; ακόμη, γιατί μας λέει ότι ανέβηκε μετά από θεία αποκάλυψη;
Οι απαντήσεις είναι σαφείς: Δεν ανέβηκε για να πληροφορηθεί γιατί ο ίδιος “ήξευρεν ότι πρέπει
καθαρώς να ακολουθεί του Χριστού τα δόγματα. Αλλά (ανέβη) ίνα φέρη τους μαχομένους εις
ομόνοιαν. Ούτω και τώρα δεν εχρειάζετο αυτός να μάθη ότι δεν έτρεχε ματαίως, αλλ' έκαμνε το παν
ίνα πληροφορηθώσιν οι κατήγοροι αυτού.” (Χ.) Ήθελε, με λίγα λόγια να πείσει και τους πιο
πορωμένους αντιπάλους του παίρνοντας την “έγκριση” για το κήρυγμα του από τους
σπουδαιότερους αποστόλους, αποστομώνοντας έτσι κάθε κακοπροαίρετο. Ακόμη ο Ι.Κ. προσθέτει,
εξηγώντας τα λόγια του Αποστόλου: “Έκαμα αυτάς τας ανακοινώσεις, διά να ελεγχθή, μήπως τυχόν
ματαίως εκοπίασα ως τώρα”.
48. “όχι μόνο το Ευαγγέλιό μου βρέθηκε γνήσιο, αλλά ..”
49. Σύμφωνα με το χρυσορρήμονα Πατέρα Ιωάννη οι “ψευδαδελφοί” είχαν σκοπό να βγάλουν τους
πιστούς από τη χάρη και να τους φέρουν πάλι στο ζυγό της δουλείας, κι αυτό το έκαναν εντός και
εκτός της Ιουδαίας, δημιουργώντας, μερικές φορές, ανυπέρβλητα εμπόδια στη διάδοση του
Ευαγγελίου. “Όθεν φανερόν εστί ότι δεν έκαναν το πράγμα δια οικοδομήν, αλλά διά καταστροφήν
ολόκληρον.” (Χ.)
50. “...και να επιβουλευτούν.”

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
29

καταδουλώσωνται·
5 οἷς οὐδὲ πρὸς ὥραν εἴξαμεν
τῇ ὑποταγῇ, ἵνα ἡ ἀλήθεια τοῦ
εὐαγγελίου διαμείνῃ πρὸς ὑμᾶς.
6 ἀπὸ δὲ τῶν δοκούντων εἶναί
τι, ὁποῖοί ποτε ἦσαν οὐδέν μοι
διαφέρει· πρόσωπον Θεὸς
ἀνθρώπου οὐ λαμβάνει· ἐμοὶ
γὰρ οἱ δοκοῦντες οὐδὲν
προσανέθεντο,
7 ἀλλὰ τοὐναντίον ἰδόντες ὅτι
πεπίστευμαι τὸ εὐαγγέλιον τῆς
ἀκροβυστίας καθὼς Πέτρος τῆς
περιτομῆς·
8 ὁ γὰρ ἐνεργήσας Πέτρῳ εἰς
ἀποστολὴν
τῆς
περιτομῆς
ἐνήργησε καὶ ἐμοὶ εἰς τὰ ἔθνη·
9 καὶ γνόντες τὴν χάριν τὴν
δοθεῖσάν μοι, Ἰάκωβος καὶ
Κηφᾶς καὶ Ἰωάννης, οἱ

έχουμε στο Χριστό Ιησού51, ώστε να μας
υποδουλώσουν.52
5.Σ’ αυτούς ούτε στιγμή δεν υποχωρήσαμε,
ώστε να υποταχτούμε53, (και αντισταθήκαμε)
για να διαμείνει σ’ εσάς η αλήθεια του
ευαγγελίου.
6. Και από αυτούς που θεωρούνται ότι είναι
κάτι, ποιοι ήταν κάποτε, τίποτα δε μ’
ενδιαφέρει54. Πρόσωπο ανθρώπου ο Θεός δεν
(το) λαβαίνει υπόψη του.55 Σ’ εμένα (φαίνεται),
πράγματι, αυτοί που θεωρούνται επισημότεροι
τίποτα δεν πρόσθεσαν56 (περισσότερο από όσα
γνώριζαν).
7. Αλλά αντίθετα, όταν είδαν ότι μου έχει
εμπιστευτεί (ο Θεός να κηρύττω) το ευαγγέλιο
σ'’ αυτούς που έχουν την ακροβυστία καθώς
(στον) Πέτρο (ο Θεός έχει εμπιστευθεί να
κηρύττει), σ’ αυτούς που έχουν την περιτομή57,
8. γιατί αυτός (ο Κύριος) που έκανε άξιο τον
Πέτρο (στέλνοντάς τον) σε αποστολή (γι’
αυτούς) που έχουν την περιτομή, ενέργησε και
σ’ εμένα (στέλνοντάς με) στους εθνικούς.
9. Και επειδή αναγνώρισαν58 τη χάρη που μου
δόθηκε (από το Θεό), (ο) Ιάκωβος και ο
Κηφάς59 και (ο) Ιωάννης, που θεωρούνται ότι

51 Ή καλύτερα: “την ελευθερία που μας έδωσε η μετά του Χριστού ένωσις” (Π.Ν.Τ.)
52. Να τους υποδουλώσουν στη δουλεία των τυπικών και ανούσιων διατάξεων του μωσαϊκού
νόμου.
53. Στις αξιώσεις τους, που μεταξύ άλλων απαιτούσαν και την περιτομή του Τίτου.
54. Τι πίστευαν, δηλαδή, όταν δεν εμπόδιζαν την περιτομή και την πιστή τήρηση των διατάξεων
του Νόμου.
55. Δηλαδή ο Θεός δεν αποβλέπει σε πρόσωπο ανθρώπου, ούτε μεροληπτεί. Εδώ ο Ιωάννης ο
Χρυσόστομος διακρίνει χτύπημα - απάντηση στους Αγίους Αποστόλους, που όμως γίνεται γαι να
ωφελήσει τους ασθενέστερους στην πίστη, γι' αυτό και η απάντηση αυτή δίνεται με διακριτικό
τρόπο διότι: “δεν είπε ότι οποίοι ποτέ εισίν, αλλά ήσαν, δείχνων ότι και αυτοί είχαν ήδη παύσειν να
κηρύττωσιν ούτω, αφού το κήρυγμα διέλαμψε παντού.” (Χ.)
56. ”Δι' αυτό άλλωστε και οι επίσημοι μεταξύ των αποστόλων δεν προσέθεσαν εις εμέ τίποτε
περισσότερον από όσα εξ αποκαλύψεως Χριστού εγνώριζα και εκήρυττα.” (Ι.Κ., 670)
57. Δηλαδή στον Παύλο ενεπιστεύθη ο Θεός το κήρυγμα στους Εθνικούς και στον Πέτρο το
κήρυγμα στους Ιουδαίους.
58. Δεν λεέι άκουσαν αλλά γνώρισαν, κατάλαβαν : “ήγουν όχι τι ο νόμος, αλλά τι η χάρις είχεν
ενεργήσει εις αυτόν και δι' αυτού,...” (Χ.)

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
30

δοκοῦντες στῦλοι εἶναι, δεξιὰς
ἔδωκαν ἐμοὶ καὶ Βαρνάβᾳ
κοινωνίας, ἵνα ἡμεῖς εἰς τὰ
ἔθνη, αὐτοὶ δὲ εἰς τὴν
περιτομήν·
10 μόνον τῶν πτωχῶν ἵνα
μνημονεύωμεν,

καὶ
ἐσπούδασα αὐτὸ τοῦτο ποιῆσαι.
11 Ὅτε δὲ ἦλθε Πέτρος εἰς
Ἀντιόχειαν, κατὰ πρόσωπον
αὐτῷ
ἀντέστην,
ὅτι
κατεγνωσμένος ἦν.
12 πρὸ τοῦ γὰρ ἐλθεῖν τινας ἀπὸ
Ἰακώβου μετὰ τῶν ἐθνῶν
συνήσθιεν· ὅτε δὲ ἦλθον,
ὑπέστελλε καὶ ἀφώριζεν ἑαυτόν,

είναι στύλοι60, έδωσαν τα δεξιά (τους χέρια) σ’
εμένα και στο Βαρνάβα ως ένδειξη
κοινωνίας61,
(και συμφώνησαν)
να
πηγαίνουμε (και να κηρύττουμε) εμείς στους
εθνικούς, ενώ αυτοί σ’ αυτούς που έχουν την
περιτομή.
10.(Ζήτησαν) μόνο να θυμούμαστε τους
φτωχούς62, το οποίο και φρόντισα (ή
επιμελήθηκα) (με ζήλο) ακριβώς να κάνω.
11. Όταν όμως ήρθε ο Κηφάς στην Αντιόχεια,
του αντιστάθηκα (διαφώνησα) κατά πρόσωπο,
γιατί ήταν αξιοκατάκριτος63.
12. 64Γιατί, προτού να έρθουν μερικοί από τον
Ιάκωβο65, έτρωγε μαζί με τους εθνικούς. Αλλά
όταν (αυτοί) ήρθαν, αποσύρθηκε και

Κηφάς είναι ο Πέτρος.
Και στηρίζουν την Εκκλησία.
61 “Ώ συνέσεως υπερβολή και συμφωνίας απόδειξις αναντίρρητος!” (Χ.)
62. Τους φτωχούς των Ιεροσολύμων, για τους οποίους αργότερα ο Παύλος συγκέντρωσε σεβαστό
χρηματικό ποσό και το έστειλε ως “Λογεία” στη Εκκλησία της ιουδαϊκής πρωτεύουσας. (Α΄Κορ.
ιστ΄1,2). Δες ακόμη σχετικά την Προς Εβραίους Επιστολή του Αποστόλου: “ τὴν ἁρπαγὴν τῶν
ὑπαρχόντων ὑμῶν μετὰ χαρᾶς προσεδέξασθε, γινώσκοντες ἔχειν ἐν ἑαυτοῖς κρείττονα ὕπαρξιν ἐν
οὐρανοῖς καὶ μένουσαν.” (Εβρ. ι΄34), και την Α΄Προς Θεσ/κεις: “ὑμεῖς γὰρ μιμηταὶ ἐγενήθητε,
ἀδελφοί, τῶν ἐκκλησιῶν τοῦ Θεοῦ τῶν οὐσῶν ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ὅτι τὰ αὐτὰ ἐπάθετε
καὶ ὑμεῖς ὑπὸ τῶν ἰδίων συμφυλετῶν καθὼς καὶ αὐτοὶ ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων” (Α΄Θεσ. Β΄ 14).
63. Ο λόγος της διαφωνίας αυτής των Πρωτοκορυφαίων ήταν με λίγα λόγια ο εξής: Οι Απόστολοι
στα Ιεροσόλυμα επέτρεπαν να γίνεται η περιτομή, γιατί δεν ήθελαν να αποσπάσουν απότομα τους
πιστούς από τις διατάξεις του νόμου. Όταν όμως πήγαν στην Αντιόχεια δεν τηρούσαν αυτούς τους
κανόνες αλλά ζούσαν, μεταξύ αυτών και ο Πέτρος, με τους εκεί εξ εθνών χριστιανούς, χωρίς να
προσπαθούν να τους πείσουν για την ανάγκη τήρησης του νόμου. Επειδή όμως ήρθαν κάποιοι
πιστοί από τα Ιεροσόλυμα και είδαν τον Πέτρο να μην τηρεί τις διατάξεις ούτε να κηρύττει γι'
αυτές, εκείνος άλλαξε γραμμή πλεύσης με προφανή σκοπό να μην σκανδαλίσει εκείνους και να μην
δώσει αφορμή στον Παύλο για επιτίμηση. Απορρίπτεται η αιτίαση πολλών συγχρόνων
ορθολογιστών ότι ο Πέτρος απλά δείλιασε, διότι ο αγαπημένος μαθητής του Χριστού ήταν ο
πρώτος που κήρυξε στα Ιεροσόλυμα την Ανάσταση και την Ανάληψη του κυρίου εν μέσω πολλών
εχθρικών προς το κήρυγμα του Κυρίου Ιουδαίων, ανοίγοντας έτσι μια κλειστή πόρτα, θα λέγαμε,
μετά την Ανάληψη του Κυρίου. “Διότι εάν αυτός ο συγχωρήσας εις τα Ιεροσόλυμα την περιτομήν,
εμετάθετε γνώμην εις την Αντιόχειαν, ήθελε φανεί εις τους εξ Ιουδαίων ότι έκαμνε τούτο δια τον
φόβον του Παύλου, και οι μαθηταί ήθελον τον κατακρίνειν ως υπέρμετρον εύκολον, το οποίο έμελλε
να προξενήσει όχι μικρόν σκάνδαλον. Εις τον Πάυλον όμως δεν ημπόρει να δώσει υποψίαν τινά του
Πέτρου το κίμημα.”. (Χ.) Γι' αυτό και ο Παύλος επιπλήττει και ο Πέτρος υποφέρει, ώστε ενώ ο
δάσκαλος κατηγορείται και σιωπά να “μεταβαλθώσι οι μαθηταί ευκολότερα” (Χ.).
64. Και ήταν αξιοκατάκριτος (ενν.)
65. Δηλαδή Χριστιανοί από την εκκλησία των Ιεροσολύμων της οποίας επίσκοπος ήταν ο Ιάκωβος.
59.
60.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
31

φοβούμενος τοὺς ἐκ περιτομῆς.
13 καὶ συνυπεκρίθησαν αὐτῷ
καὶ οἱ λοιποὶ Ἰουδαῖοι, ὥστε καὶ
Βαρνάβας συναπήχθη αὐτῶν τῇ
ὑποκρίσει.
14 ἀλλ' ὅτε εἶδον ὅτι οὐκ
ὀρθοποδοῦσι πρὸς τὴν ἀλήθειαν
τοῦ εὐαγγελίου, εἶπον τῷ Πέτρῳ
ἔμπροσθεν πάντων· εἰ σὺ
Ἰουδαῖος ὑπάρχων ἐθνικῶς ζῇς
καὶ οὐκ ἰουδαϊκῶς, τί τὰ ἔθνη
ἀναγκάζεις ἰουδαΐζειν;
15 Ἡμεῖς φύσει Ἰουδαῖοι καὶ
οὐκ ἐξ ἐθνῶν ἁμαρτωλοί,
16 εἰδότες δὲ ὅτι οὐ δικαιοῦται
ἄνθρωπος ἐξ ἔργων νόμου ἐὰν
μὴ διὰ πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ,
καὶ ἡμεῖς εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν
ἐπιστεύσαμεν, ἵνα δικαιωθῶμεν
ἐκ πίστεως Χριστοῦ καὶ οὐκ ἐξ
ἔργων
νόμου,
διότι
οὐ
δικαιωθήσεται ἐξ ἔργων νόμου
πᾶσα σάρξ.
17 Εἰ δὲ ζητοῦντες δικαιωθῆναι
ἐν Χριστῷ εὑρέθημεν καὶ αὐτοὶ
ἁμαρτωλοί,
ἆρα
Χριστὸς
ἁμαρτίας διάκονος; μὴ γένοιτο.
18 εἰ γὰρ ἃ κατέλυσα ταῦτα

αποχωρίζονταν, επειδή φοβόταν αυτούς (που
προέρχονταν) από την περιτομή66.
13. Και υποκρίθηκαν μαζί του και οι
υπόλοιποι Ιουδαίοι67, ώστε και ο Βαρνάβας
παρασύρθηκε μαζί στην υποκρισία τους.
14. Αλλά όταν είδα ότι δε βαδίζουν ορθά ως
προς την αλήθεια του ευαγγελίου, είπα στον
Κηφά μπροστά σε όλους: “Αν εσύ, που είσαι
Ιουδαίος, ζεις σαν τους εξ εθνών χριστιανούς
και όχι σαν Ιουδαίος (εξ Ιουδαίων χριστιανός),
πώς
αναγκάζεις
τους
εθνικούς
να
68
ιουδαΐζουν ;”
15. Εμείς είμαστε από τη φύση μας Ιουδαίοι
και όχι από τα έθνη αμαρτωλοί69.
16. Επειδή όμως ξέρουμε ότι δε δικαιώνεται ο
άνθρωπος από τα έργα του νόμου παρά (μόνο)
μέσω της πίστης στον Ιησού Χριστό, (γι' αυτό)
και εμείς πιστέψαμε στο Ιησού Χριστό, για να
δικαιωθούμε από (την) πίστη στο Χριστό και
όχι από τα έργα του νόμου. Γιατί από τα έργα
του νόμου δε θα δικαιωθεί70 καμιά σάρκα
(Κανένας άνθρωπος).
17. Αν όμως, ζητώντας να δικαιωθούμε με (το)
Χριστό, βρεθήκαμε κι εμείς οι ίδιοι αμαρτωλοί,
άρα ο Χριστός είναι διάκονος της αμαρτίας71;
Είθε να μη πούμε τέτοια βλασφημία!
18. Γιατί, αν όσα γκρέμισα, αυτά πάλι

66 . Μην σκανδαλίσει, δηλαδή, τους εξ Ιουδαίων Χριστιανούς.
67. Οι εξ Ιουδαίων πιστοί του Χριστού από την Αντιόχεια.
68. Γιατί, δηλαδή μ' αυτό που κάνεις αναγκάζεις τους εξ εθνών χριστιανούς να ακολουθούν τα
έθιμα και τις παραδόσεις των Ιουδαίων; (Π.Ν.Τ.)
69. Εμείς οι Ιουδαίοι, λέει ο Απόστολος, είμαστε εκ γενετής Ιουδαίοι και δεν είμαστε εθνικοί που
δεν γνωρίζουν τον αληθινό Θεό και έτσι δουλεύουν στην αμαρτία.
70. Διαβάζουμε τι άλλο λέει σχετικά ο Παύλος: “τῇ γὰρ χάριτί ἐστε σεσῳσμένοι διὰ τῆς πίστεως· καὶ
τοῦτο οὐκ ἐξ ὑμῶν, Θεοῦ τὸ δῶρον, οὐκ ἐξ ἔργων, ἵνα μή τις καυχήσηται.” (Εφεσ. β΄8-9)
71. Ο αείμνηστος Π. Ν. Τρεμπέλας εξηγεί σχετικά: “Αλλ' εάν υποθέσωμεν, ότι η τήρησις του νόμου
είναι επιβεβλημένη και συνεπώς ημείς που αφήκαμεν τον νόμον, ημαρτήσαμεν και ευρέθημεν
αμαρτωλοί, μόνον και μόνον επειδή ζητούμεν να δικαιωθώμεν διά της πίστεως και της κοινωνίας
μας με τον Ιησού Χριστόν, τότε γενάται το άτοπον ερώτημα: άραγε ο Χριστός είναι υπηρέτης
αμαρτίας αφού αυτός συνετέλεσε να αφήσωμεν τον νόμον; Μη γένοιτο να είπωμεν μίαν τέτοιαν
βλασφημίαν.” (Η Καινή Διαθήκη μετά συντόμου ερμηνείας, Σωτήρ, 35η έκδ., σελ. 752)

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
32

πάλιν οἰκοδομῶ, παραβάτην
ἐμαυτὸν συνίστημι.
19 ἐγὼ γὰρ διὰ νόμου νόμῳ
ἀπέθανον, ἵνα Θεῷ ζήσω.
20 Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ
δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ
Χριστός· ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί,
ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ
Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ
παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ.
21 Οὐκ ἀθετῶ τὴν χάριν τοῦ
Θεοῦ· εἰ γὰρ διὰ νόμου
δικαιοσύνη,
ἄρα
Χριστὸς

οικοδομώ, παραβάτη αποδείχνω τον εαυτό
μου72.
19.
(Δεν αμάρτησα, λοιπόν ούτε είμαι
παραβάτης) γιατί εγώ πέθανα ως προς το νόμο
διαμέσου του νόμου73, για να ζήσω για το Θεό.
20. Μαζί με το Χριστό έχω σταυρωθεί74. Ζω,
λοιπόν, όχι πια εγώ, αλλά ζει μέσα μου ο
Χριστός75. Και τη ζωή που τώρα ζω μέσα στο
σώμα μου (τη φυσική ζωή), τη ζω με την πίστη
που έχω στον Υιό του Θεού, ο οποίος με
αγάπησε76 και παράδωσε τον εαυτό Του για
μένα.
21. Δεν απορρίπτω τη χάρη του Θεού. Γιατί αν
μέσω του νόμου (ενν. επιτυγχάνεται) η

Εξηγείται καλύτερα ως εξής: Δηλαδή, αν εκείνα τα οποία κατήργησα σαν ανωφελή, δηλαδή τις
τυπικές διατάξεις του νόμου, και αυτά πάλι τηρώ σαν αναγκαία και απαραίτητα για τη σωτηρία, μ'
αυτή μου την επάνοδο στηην τήρηση του νόμου αποδεικνύω τον εαυτό μου παραβάτη γιατί στην
πράξην επιβεβαιώνω οτι κακώς νωρίτερα αθέτησα το νόμο και αμάρτησα προτιμώντας αυτόν τον
τρόπο για τη σωτηρία. Ο Χρυσόστομος προσθέτει: “Τον Χριστόν ενεδύθεις και έγινες μέλος του
Δεσπότου, και εγράφεις εις την άνω πόλιν,και ακόμη έρπεις προς τον νόμον; Και πώς είναι δυνατόν
να επιτύχεις την βασιλείαν; (...) το Ευαγγέλιον ανατρέπεται διά της παρατηρήσεως του νόμου.” (Χ.)
73. Ο Απόστολος εννοεί πως δια του νόμου τον οποίον κατέλυσε και ο οποίος τιμωρεί με θάνατο
κάθε παραβάτη του, πέθανε ως προς το νόμο για να ζήσει προς δόξαν Θεού. Ο Άγιος Ιωάννης ο
Χρυσόστομος διακρίνει δύο περιπτώσεις Νόμου γι' αυτό το χωρίο: “1. τον παλαιό νόμο: δείχνων
ότι διά μέσου αυτού του νόμου απέθανε εις τον νόμον. Ήγουν αυτός ο νόμος με παρακίνησε να μην
πιστεύω πλέον σε αυτόν, και αυτόν παραβαίνω. Εάν λοιπόν μέλλω να προσέχω εις αυτόν και αυτόν
παραβαίνω. Πόθεν και τίνι τρόπω; Ο Μωυσής λέγει: “προφήτην ἐκ τῶν ἀδελφῶν σου ὡς ἐμὲ
ἀναστήσει σοι Κύριος ὁ Θεός σου, αὐτοῦ ἀκούσεσθε.” (Δευτ. ιη΄15), περί του Χριστού ομιλών, ώστε
οι μη πειθόμενοι εις τούτον παραβαίνουν τον νόμον. 2. Και κατ' άλλον δε τρόπον δυνάμεθα να
νοήσωμεν το “διά νόμου νόμω απέθανον”. Διότι ο νόμος προστάζει να κάμνωμεν όλα τα γραμμένα
εις αυτόν, και κολάζει τον όστις δεν τα κάμνει. Όθεν όλοι απεθάναμεν εις αυτόν, διότι κανείς δεν τον
επλήρωσε. (...) Το νόημά του δε είναι τούτο: Καθώς ο νεκρός και ο αποθαμένος δεν δύναται να
υπακούει τας εντολάς του νόμου, ούτως ούδ' εγώ, όστις απέθανα διά την κατάραν την εκείνου. Διότι
με τον λόγον εκείνου απέθανα. Ότι δε τούτο εννοεί το εφανέρωσε διά των εξής: “Χριστῷ
συνεσταύρωμαι· ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός·.” (Ιω. Χρυσόστομος, Υπόμνημα εις την
Προς Γαλάτας Επιστολή του Αποστόλου Παύλου, Μελίτη 1833, σ. 56).
74. “Διά του βαπτίσματος έχω σταυρωθή και αποθάνει μαζί με το Χριστό, κι αφού είμαι πεθαμένος,
δεν έχει πλέον καμίαν ισχύν δι' εμέ ο νόμος.” (Π.Ν.Τ.). Ακόμη μπορούμε να προσθέσουμε πως “με
την φράσιν Χριστῷ συνεσταύρωμαι αινίττεται το βάπτισμα, με το “ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ” την μετά ταύτα
πολιτείαν, διά της οποίας νεκρώνονται τα μέλη μας.” (Χ. 57).
75. Δηλαδή τίποτε δεν γίνεται από μένα από όσα δεν είναι αρεστά στο Χριστό. (Χ.)
76. Δεν είναι εδώ εγωιστικά τα λόγια του Αποστόλου, απλά θέλει να τονίσει πως ο καθένας μας
χρωστάει να αναγνωρίζει τόση χάρη στον Κύριο, όση και αν είχε έλθει στον κόσμο γι' αυτόν μόνο.
Ή αλλιώς ότι ο Θεός “αγαπά έκαστον άνθρωπον με τόσον αγάπης μέτρον, με όσον την οικουμένην
άπασαν.” (Χ.)
72.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
33

δωρεὰν ἀπέθανεν.

δικαίωση, άρα ο Χριστός χωρίς λόγο πέθανε77.

Σχετικά με το β΄ κεφ. χωρία της Αγ. Γραφής:

στ. 1-3: Πράξ. ια΄30, ιβ΄25, ιε΄2, ιστ΄3, Β΄Κορ. β΄13, στ΄1, Γαλ. α΄11,12, β΄6-9, ε΄7, Φιλιπ. β΄16.
στ. 4-5: Πράξ. ιε΄1,5, Γαλ. δ΄3, ε΄1, Β΄Κορ. γ΄17, ζ΄8, ια΄20,26, Κολασ. α΄5, Ιουδ. 4.
στ. 6-9: Γαλ. α΄15,16, β΄2, Α΄Τιμ. γ΄15, Αποκ. γ΄12, Β΄Κορ. ιβ΄12, Πράξ. ι΄34, Μτθ. ιστ΄18, κβ΄16, Ιωάν.
α΄43,ιγ΄23, Α΄Μακ. ια΄50, 62, 66, ιγ΄50, Β΄Μακ. ια΄26.
στ. 10: Πράξ.κδ΄17, Ρωμ. ιε΄25,26, Α΄Κορ. ιστ΄1.
στ.11—14: Πράξ. ιε΄30-39, ι΄28,29, ια΄3, κ΄20,27, γ΄17, Μτθ.κστ΄69-75, Γαλ. β΄5, 8, Α΄Τιμ. ε΄20, Β΄Τιμ. β΄15,
Β΄Πέτρ. γ΄17.
στ. 15-17: Τωβ. ιγ΄6, Α΄Μακ. α΄34, β΄48,62, Μτθ. κστ΄45, Λουκ. ιη΄32, κδ΄7, Πράξ. ιγ΄39, ιε΄10,11, Ρωμ. α΄17,
γ΄20,28, δ΄5, γ΄3-6, 9,24, ζ΄7,13, Γαλ.γ΄11, 21, Εφεσ. β΄8,9.
στ. 18-20: Ρωμ. γ΄21,31, στ΄6-11, ζ΄4-6, Γαλ. β΄11,19, γ΄25, 13, α΄4, ε΄24, στ΄14, Εφεσ. ε΄2, Κολασ. β΄20, Β΄Κορ.
ε΄15.
στ. 21: Γαλ. γ΄18, ε΄2,4, Εβρ. ζ΄11.

Κεφάλαιο Γ΄
Περικοπές που αναγιγνώσκονται στις Ιερές Ακολουθίες:
γ΄13-14: Τμήμα του αναγνώσματος κατά την περιφορά του Επιταφίου, Μ.
Παρασκευή.
γ΄23-29 (και δ΄1-5): 25/11 Αγ. Αικατερίνης, 4/12 Αγ. Βαρβάρας και την 3η
Ώρα της Παραμονής Χριστουγέννων.
1 Ὦ ἀνόητοι Γαλάται, τίς ὑμᾶς 1. Ω ανόητοι Γαλάτες, ποιος βάσκανε78 εσάς
ἐβάσκανε τῇ ἀληθείᾳ μὴ (στην πρόοοδό σας στην πίστη), ώστε τώρα να
πείθεσθαι, οἷς κατ' ὀφθαλμοὺς μην πείθεστε στην αλήθεια, εσείς που εμπρός
Ἰησοῦς Χριστὸς προεγράφη ἐν στα μάτια των οποίων περιγράφηκε79
ὑμῖν ἐσταυρωμένος;
πρωτύτερα ο Ιησούς Χριστός σταυρωμένος;
2 τοῦτο μόνον θέλω μαθεῖν ἀφ’
Γιατί, εννοεί ο Απόστολος, για να επανέλθω στο νόμο, σημαίνει ότι παραδέχομαι πως μπορώ να
σωθώ, και άρα να δικαιωθώ, μέσω του νόμου. Αλλά αν η δικαίωση επιτυγχάνεται διά του
Μωσαϊκού Νόμου, συμπεραίνουμε ότι ο Χριστός πέθανε χωρίς λόγο ή ότι ήταν περιττός ο θάνατός
Του. Αυτά τα τελευταία λόγια είναι γι' αυτούς που “διισχυρίζοντο, ότι πράγμα τοσούτον, από τόσην
φρίκην γέμον, και υπερβαίνον λογισμόν ανθρώπινον και μυστήριον τόσο απόρρητον, το οποίον
εκοιλιοπόνουν οι Πατριάρχαι, προέλεγαν οι Προφήται, το οποίον άγγελοι εξεπλήττοντο βλέποντες,
και το οποίον από όλους ομολογείται ως κεφάλαιον της του Θεού περί ημών φροντίδος, ότι πράγμα,
λέγω, τοσούτον έγινεν αναιτίως και ματαίως; Στοχασθείς την υπερβολήν της ατοπίας, αν έλεγεν ότι
τοιούτον και τοσούτον πράγμα έγινε περιττώς” (Χ. 61) Και τα λόγια αυτά τα λέει εν είδει εισαγωγής
του τρίτου κεφαλαίου της επιστολής του στην οποίαν απευθύνει δριμύ κατηγορώ κατά των
Γαλατών που πιστεύουν αυτά τα άστοχα που πριν λίγο περιέγραψε ο Απόστολος.
78. “Επιπλήξας ούτω και εγκωμιάσας ομού” (Χ.), δηλαδή, δείχνει σαν να αποδίδει ο Απόστολος τη
μεταστροφή των Γαλατών στην υπακοή σε διατάξεις του νόμου σε δαιμονική επήρεια.
79. Μεταφράζεται καλύτερα: “εμπρός εις τα μάτια των οποίων καθαρά και με κάθε ακρίβεια
εζωγραφίσθη διά του κηρύγματος που κάναμε ανάμεσά σας ο Ιησούς σταυρωμένος” (Π.Ν.Τ.)
77.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
34

ὑμῶν· ἐξ ἔργων νόμου τὸ 2. Αυτό μόνο θέλω να μάθω από εσάς: από τα
Πνεῦμα ἐλάβετε ἢ ἐξ ἀκοῆς έργα του νόμου80 λάβατε το Πνεύμα (τα
πίστεως;
χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος) ή από την
ακοή (ενν. στο κήρυγμα) της πίστης81;
3. Τόσο ανόητοι είστε, ενώ αρχίσατε με το
3
οὕτως
ἀνόητοί
ἐστε; Πνεύμα (τη χάρη του Αγίου Πνεύματος), τώρα
ἐναρξάμενοι Πνεύματι νῦν
καταλήγετε με τις διατάξεις του νόμου82 που
σαρκὶ ἐπιτελεῖσθε;
έχουν να κάνουν με τη σάρκα83;
μάταια84; Αν βέβαια
4 τοσαῦτα ἐπάθετε εἰκῆ; εἴ γε 4. Τόσα πολλά (τα) πάθατε
ήταν πράγματι μάταια85.
καὶ εἰκῆ.
5 ὁ οὖν ἐπιχορηγῶν ὑμῖν τὸ 5. Αυτός, λοιπόν (ο Θεός), που σας χορηγεί
Πνεῦμα καὶ ἐνεργῶν δυνάμεις άφθονα τη χάρη του Πνεύματος και ενεργεί
ἐν ὑμῖν, ἐξ ἔργων νόμου ἢ ἐξ (θαυματουργικές) δυνάμεις μεταξύ σας το
ἀκοῆς πίστεως;
κάνει λόγω της τήρησης του νόμου ή από την
ακοή στο κήρυγμα (της) πίστης86;
6 καθὼς Ἀβραὰμ ἐπίστευσε τῷ 6. Καθώς ο Αβραάμ πίστεψε στο Θεό, και
Θεῷ, καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς λογαριάστηκε σ' αυτόν (η πίστη έτσι ώστε) ο
δικαιοσύνην.
Θεός να τον δικαιώσει87.(ενν. έτσι έγινε σ’
εσάς.)
7 Γινώσκετε ἄρα ὅτι οἱ ἐκ
7. Άρα, ας γνωρίζετε ότι όσοι προέρχονται από
πίστεως, οὗτοί εἰσιν υἱοὶ
την πίστη88, αυτοί είναι γιοι του Αβραάμ.
Ἀβραάμ.
80. Από την πιστή, δηλαδή, τήρηση των σχολαστικών διατάξεων του Μωσαϊκού Νόμου.
81. Ρητορική ερώτηση. Σαφώς ο Απόστολος δηλώνει με το λόγο του ότι τα χαρίσαματα τα

πήραν οι
Γαλάτες από την ακοή και την πίστη στο ευαγγελικό κήρυγμα.
82. “Σείς δε ύστερον από τα σημεία ήλθετε εις την περιτομήν. Αφού ενηγκαλίσθητε την αλήθειαν,
εκατεπέσατε εις τους τύπους. Αφού εθεωρήσατε τον ήλιον, ζητείτε τον λύχνον. Μετά την στερεάν
τροφήν τρέχετε εις το γάλα.” (Χ. 66)
83. “... και όχι με την αναγέννηση της καρδίας” (Π.Ν.Τ.) ή αλλιώς: “και όχι με τον αγιασμό της
καρδίας.” (Ι.Κ.)
84. Το “επάθετε” έχει τη σημασία του “ευεργετηθήκατε”. Δηλαδή, όλα αυτά που ευεργετηθήκατε
από το Πνεύμα το Άγιο τα ευεργετηθήκατε ανώφελα ή μάταια;
85. Ο Παύλος εννοεί ότι μακα΄ρι να πήρατε αυτές τις ευεργεσίες μάταια γιατί υπάρχει και το
χειρότερο: αυτό να οδηγήσει τους αποδέκτες της επιστολής ακόμη και σε πνευματική κατάκριση.
86. “ή διότι πιστέψατε στο κήρυγμα. Βεβαίως διότι πιστέψατε.” (ρητορική ερώτηση κι εδώ).
87. Το παράδειγμα που δίνει ο Παύλος από την Π. Διαθήκη είναι ο πατριάρχης Αβραάμ. Ο Αβραάμ
δεν έπαθε κάτι κακό παρ' όλο που δεν ήταν κάτω από το νόμο. Απλώς η πίστη του, και μόνον, τον
δικαίωσε. Σαν να λέει ο Απόστολος ότι, όπως ο Αβραάμ διακαιώθηκε τότε που δεν υπήρχε το
καθεστώς του νόμου, έτσι και οι πιστοί στο Χριστό θα δικαιωθούν μόνο μέσω της πίστης στο Θεό,
διότι τώρα έπαψε η ισχύς του νόμου. “Διότι,καθώς τότε δεν είχε ακόμη δοθείν, ούτω και τώρα
έπαυσεν αφού εδόθη.” (Χ. σ. 70). Ο Αβραάμ πίστεψε στο Θεό και η πίστη του αυτή καταλογίστηκε
στο ενεργητικό του. (Ι.Κ.)
88. Και όχι όσοι τηρούν το νόμο.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
35

8 προϊδοῦσα δὲ ἡ γραφὴ ὅτι ἐκ
πίστεως δικαιοῖ τὰ ἔθνη ὁ
Θεὸς, προευηγγελίσατο τῷ
Ἀβραὰμ ὅτι ἐνευλογηθήσονται
ἐν σοὶ πάντα τὰ ἔθνη.
9 ὥστε οἱ ἐκ πίστεως
εὐλογοῦνται σὺν τῷ πιστῷ
Ἀβραάμ.
10 Ὅσοι γὰρ ἐξ ἔργων νόμου
εἰσὶν, ὑπὸ κατάραν εἰσί·
γέγραπται γάρ· ἐπικατάρατος
πᾶς ὃς οὐκ ἐμμένει ἐν πᾶσι τοῖς
γεγραμμένοις ἐν τῷ βιβλίῳ τοῦ
νόμου τοῦ ποιῆσαι αὐτά.
11 ὅτι δὲ ἐν νόμῳ οὐδεὶς
δικαιοῦται παρὰ τῷ Θεῷ
δῆλον· ὁ δίκαιος ἐκ πίστεως
ζήσεται.
12 ὁ δὲ νόμος οὐκ ἔστιν ἐκ
πίστεως, ἀλλ' ὁ ποιήσας αὐτὰ
ἄνθρωπος ζήσεται ἐν αὐτοῖς.
13 Χριστὸς ἡμᾶς ἐξηγόρασεν ἐκ
τῆς κατάρας τοῦ νόμου
γενόμενος ὑπὲρ ἡμῶν κατάρα·

8. Και επειδή προείδε η Γραφή ότι διά μέσου
της πίστης δικαιώνει τα έθνη (εθνικούς) ο Θεός,
προανάγγειλε την καλή αγγελία στον Αβραάμ:
“Θα ευλογηθούν σ’ εσένα όλα τα έθνη89”.
9. Ώστε οι (άνθρωποι της) πίστης ευλογούνται
μαζί90 με τον πιστό Αβραάμ.
10. (Μόνο με την πίστη δίνονται οι ευλογίες)
Γιατί όσοι εξαρτώνται από έργα (του) νόμου
είναι κάτω από κατάρα. Επειδή είναι
γραμμένο: “Καταραμένος (είναι) καθένας που
δε μένει σταθερός σε όλα όσα είναι γραμμένα
μέσα στο βιβλίο του νόμου, για να εκτελέσει
(επακριβώς) αυτά.”
11. Αλλά το ότι με (το) νόμο κανείς δε
δικαιώνεται μπροστά στο Θεό είναι φανερό,
γιατί ο δίκαιος θα ζήσει από (την) πίστη91 (και
αυτό το λέει ο ίδιος ο νόμος).
12. Eπιπλέον, ο νόμος δεν βασίζει τη δικαίωση
στην πίστη, αλλά (όπως λέει το Λευιτικό)
εκείνος που τήρησε αυτά92 θα ζήσει μέσω
αυτών93.
13. Ο Χριστός μάς εξαγόρασε από την
κατάρα94 του νόμου, αφού έγινε για μας

Και όχι μόνο ένα έθνος, αυτό των Ιουδαίων.
Σημαίνει ότι ο Θεός δε λογαριάζει καθόλου τη σαρκική συγγένεια, αλλά όσοι πιστέψουν, είτε
ανήκουν στο εβραϊκό έθνος, είτε σε άλλα έθνη συνευλογούνται με τον Αβραάμ, ο οποίος ήδη έχει
αξιωθεί της ευλογίας, διότι πίστεψε. (Π.Ν.Τ.)
91. “Τούτο δείχνει όχι μόνον την εκ πίστεως δικαιοσύνην, αλλά και ότι διά μέσου του νόμου είναι των
αδυνάτων το να σωθεί τις. Επειδή, λέγει, κανείς δεν εφύλαξεν τον νόμον, αλλ' ήσαν όλοι υπό την
κατάραν διά την παράβασιν, επενοήθη εύκολος τις οδός, η από της πίστεως. Το οποίον και είναι
σημείον ότι κανείς δεν μπορεί να διακιωθεί εκ του νόμου. Διότι δεν είπεν ο Προφήτης, ότι ο δίκαιος
θέλει ζήσειν εκ του νόμου, αλλά, εκ της πίστεως.” (Χ. σ. 72)
92. Δηλαδή τις εντολές του νόμου.
93. Εδώ μπορεί να προστεθεί: “Ποίος όμως τα ετήρησε όλα; Κανείς. Όλοι λοιπόν ως παραβάται του
νόμου διατελούμεν υπό κατάραν.” (Π.Ν.Τ.) “... άρα όλοι βρίσκονται υπό κατάραν εξαιτίας των
παραβάσεών των.” (Ι.Κ., 674)
94. “... και τον ατιμότατον υπέστη θάνατον, ίνα ημάς εις την ένδοξον ζωήν επαναγάγη. Και ουκ
ηρκέσθη μόνον νεκρούς όντας ζωοποιήσαι, αλλά και θεότητος αξίωμα εχαρίσατο και αναπαύσεις
ητοίμασεν αιωνίους, πάσαν έννοιαν ανθρωπίνην τω μεγέθει της ευφροσύνης υπερβαινούσας.” (Β.,
151)
89.
90.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
36

γέγραπται γάρ· ἐπικατάρατος κατάρα95 (ως λύτρο για την εξαγορά μας). (και
πᾶς ὁ κρεμάμενος ἐπὶ ξύλου·
έγινε καταραμένος) Γιατί είναι γραμμένο:
“Καταραμένος καθένας που κρέμεται πάνω σε
ξύλο”,
14 ἵνα εἰς τὰ ἔθνη ἡ εὐλογία τοῦ 14. (Ο Κύριος έγινε καταραμένος) για να έρθει
Ἀβραὰμ γένηται ἐν Χριστῷ στα έθνη η ευλογία του Αβραάμ μέσω (του)
Ἰησοῦ, ἵνα τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ
Χριστού Ιησού, ώστε να λάβουμε την ευλογία
Πνεύματος λάβωμεν διὰ τῆς
(που ο Θεός υποσχέθηκε στον Αβραάμ) για να
πίστεως.
96
.
15 Ἀδελφοί, κατὰ ἄνθρωπον πάρουμε, μέσω της πίστης, το Άγιο Πνεύμα
97
λέγω·
ὅμως
ἀνθρώπου 15. Αδελφοί, (τώρα) μιλώ ανθρώπινα : (μια)
κεκυρωμένην διαθήκην οὐδεὶς επικυρωμένη διαθήκη, αν και είναι ενός
ανθρώπου (έγγραφο), όμως κανείς δεν την
ἀθετεῖ ἢ ἐπιδιατάσσεται.
αθετεί ή δεν (της) προσθέτει (ενν. κάτι).
16 τῷ δὲ Ἀβραὰμ ἐρρέθησαν αἱ 16. Στον Αβραάμ, λοιπόν, ειπώθηκαν οι
ἐπαγγελίαι καὶ τῷ σπέρματι υποσχέσεις (δηλαδή δόθηκε η διαθήκη) και
αὐτοῦ· οὐ λέγει, καὶ τοῖς στον απόγονό του. Δε λέει, “και στους
σπέρμασιν, ὡς ἐπὶ πολλῶν, ἀλλ' απογόνους” σαν για πολλούς (ενν. να μιλά),
ὡς ἐφ' ἑνός, καὶ τῷ σπέρματί αλλά σαν να μιλά για έναν: και στον απόγονό
σου, ὅς ἐστι Χριστός.
σου, ο οποίος είναι (ο) Χριστός.
17 τοῦτο δὲ λέγω· διαθήκην
17. Και τούτο λέω: (τη) διαθήκη, που έχει
προκεκυρωμένην ὑπὸ τοῦ Θεοῦ
98
εἰς Χριστὸν ὁ μετὰ ἔτη επικυρωθεί προηγουμένως από το Θεό , δεν
τετρακόσια
καὶ
τριάκοντα μπορεί να (την) ακυρώσει ο νόμος που έχει
“Ο μεν λαός ήτο υπεύθυνος διότι δεν έμειναν εις όλα τα γραμμένα, ούδ΄ ήτο κανείς όστις είχε
φυλάξειν τον νόμον όλον, ο δε Χριστός ήλλαξεν διά ταύτην άλλην κατάραν την λέγουσαν:
Επικατάρατος πας ο κρεμάμενος επί ξύλου. Επειδή λοιπόν και όστις κρέμεται επάνω εις ξύλον είναι
επικατάρατος, ο μέλλων όμως να λύση την κατάραν εκείνην δεν έπρεπε να γένη υπεύθυνος αυτής,
έπρεπε μ' όλον τούτον να δεχθή κατάραν εις τόπον εκείνης, διά τούτο εδέχθη τοιάτην, και δι' αυτής
έλυσεν εκείνην. Και καθώς, όταν είναι τις καταδικασμένος να αποθάνη, αν θελήσει άλλος τις αθώος
να αποθάνη εις τόπον αυτού, τον αρπάζει από την τιμωρίαν, ούτω έπραξε και ο Χριστός. Επειδή
αυτός δεν υπέκειτο εις κατάραν την της παραβάσεως, ανεδέχθη αντ' εκείνης ταύτην, διά να λύσει την
εκείνων. Διότι λέγει ο Ησαϊας: “Αμαρτίαν ουκ εποίησεν, ουδέ δόλος ευρέθη εν τω στόματι αυτού”.
Καθώς λοιπόν αποθανών ηλευθέρωσεν από θάνατον τους μέλλοντας να αποθάνωσιν, ούτω και
κατάραν δεχθείς ηλευθέρωσεν από την κατάραν.” (Χ. σ. 74)
96.
Επειδή ήταν αδύνατο να έρθει η Χάρις του Παναγίου Πνεύματος “εις αχάριστον και
προσκρούσαντα”, (Χ.), πρώτα ευλογούνται οι πιστοί αφού ακυρωθεί η κατάρα, διά της του Κυριόυ
σταυρικής θυσίας, και έπειτα, δικαιωμένοι από την πίστη, ελκύουν τη χάρη του Α. Πνεύματος.
“Ώστε ο μεν σταυρός έλυσε την κατάραν, η δε πίστις έμβασε την δικαιοσύνην, η δε δικαιοσύνη έλκυσε
την του Πνεύματος χάριν.” (Χ., σ. 75)
97. Εννοεί “σας δίνω ένα ανθρώπινο παράδειγμα” κι αυτό ο Απόστολος, αφού ήδη αναφέρθηκε και
απέδειξε τα λόγια του από τη Γραφή, το κάνει για να τους εξηγήσει πως η η επαγγελία που έδωσε ο
Θεός περί ευλογίας έχει μεγαλύτερη αξία από τον νόμο.
98. Και η διαθήκη αυτή αναφέρεται στο Χριστό.
95.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
37

γεγονὼς νόμος οὐκ ἀκυροῖ, εἰς
τὸ καταργῆσαι τὴν ἐπαγγελίαν.
18 εἰ γὰρ ἐκ νόμου ἡ
κληρονομία,
οὐκέτι
ἐξ
ἐπαγγελίας· τῷ δὲ Ἀβραὰμ δι'
ἐπαγγελίας κεχάρισται ὁ Θεός.
19 Τί οὖν ὁ νόμος; τῶν
παραβάσεων χάριν προσετέθη,
ἄχρις οὗ ἔλθῃ τὸ σπέρμα ᾧ
ἐπήγγελται,
διαταγεὶς
δι'
ἀγγέλων ἐν χειρὶ μεσίτου.
20 ὁ δὲ μεσίτης ἑνὸς οὐκ ἔστιν,
ὁ δὲ Θεὸς εἷς ἐστιν.
21 ὁ οὖν νόμος κατὰ τῶν
ἐπαγγελιῶν τοῦ Θεοῦ; μὴ
γένοιτο· εἰ γὰρ ἐδόθη νόμος ὁ
δυνάμενος ζῳοποιῆσαι, ὄντως
ἂν ἐκ νόμου ἦν ἡ δικαιοσύνη·

γίνει μετά τετρακόσια τριάντα έτη, ώστε να
καταργήσει την υπόσχεση.
18. Γιατί αν από (το) νόμο99 (επιτυγχάνεται) η
κληρονομιά, δεν (είναι) πια από (την)
υπόσχεση100. (Αλλά) στον Αβραάμ μέσω
υπόσχεσης έχει κάνει χαριστική δωρεά ο Θεός.
19. Γιατί λοιπόν (δόθηκε) ο νόμος; (Ο νόμος)
προστέθηκε εξαιτίας των παραβάσεων101 και
διατάχτηκε μέσω αγγέλων με (το) χέρι (ενός)
μεσίτη, μέχρις ότου έρθει ο απόγονος στον
οποίο δόθηκε η υπόσχεση102.
20. Ο μεσίτης103, λοιπόν, δεν (μπορεί να) είναι
ενός (αλλά δύο τουλάχιστον προσώπων), ενώ ο
Θεός είναι ο ένας104.
21. Ο νόμος, λοιπόν, (είναι) κατά των
υποσχέσεων του Θεού105; Είθε να μη γίνει (μή
γένοιτο, δηλαδή, να το πιστέψει κάποιος
αυτό)! Γιατί αν είχε δοθεί νόμος που να
δύναται να ζωοποιήσει106, πράγματι από (το)

99. Δηλαδή, την τήρηση του νόμου.
100. Καλύτερα, “δεν θα μας δινόταν πλέον

αυτή σαν δωρεά εξ υποσχέσεως, αλλά θα μας δίδονταν
ως ανταμοιβή και μισθός για την τήρηση του νόμου”.
101. “Ώστε να μην συγχωρήται εις τους Ιουδαίους να ζώσιν αφόβως, και να εκλιστρώσιν εις εσχάτην
κακίαν, αλλά να τους είναι ο νόμος επιβαλμένος αντί χαλινού, διδάσκων, κανονίζων, εμποδίζων
αυτούς να παραβαίνωσιν, αν και όχι όλας, αλλά τουλάχιστον τινάς των εντολών. Όθεν και το εκ του
νόμου κέρδος δεν ήτο μικρόν. Αλλ' έως πότε; ἄχρις οὗ ἔλθῃ τὸ σπέρμα ᾧ ἐπήγγελται” (Χ., 78)
102. Το εδάφιο αυτό ερμηνεύεται και ως εξής: “Αλλ' αφού εκ της τηρήσεως του νόμου δεν
επιτυγχάνεται η κληρονομία, γενάται το ερώτημα: Προς ποίον λοιπόν σκοπόν εδόθη ο νόμος;
Απάντησις: Προσετέθη ο νόμος εις την επαγγελίαν, ίνα με τας καθημερινάς μας παραβάσεις του
οδηγηθώμεν εις συναίσθησην της ενοχής και αδυναμίας μας, μέχρις ότου έλθει ο απόγονος, χάριν του
οποίου είχαν δοθή αι εξαγγελίαι. Οπότε ημείς με την συναίσθησιν της αθλιότητός μας ευκολώτερον
θα ενεκολπούμεθα τον Χριστόν, διά του οποίου μας δίδονται αι ευλογίαι. Έτσι ο νόμος είχε
προσωρινήν ισχύν. Διετάχθη δε με μεσολάβησιν αγγέλων και εδόθη διά χειρός του Μωυσέως, ως
μεσίτου μεταξύ Θεού και Ιουδαίων.” (Π.Ν.Τ., 755)
103. Ποιος είναι ο μεσίτης; Φυσικά ο Ιησούς Χριστός. Ακόμη, τίνος μεσίτης ήταν ο Χριστός; Είναι
μεσίτης μεταξύ του Θεού και των ανθρώπων.
104. “για να επέλθη το αγαθόν αποτέλεσμα του νόμου, έπρεπε το έτερον μέρος, οι άνθρωποι δηλαδή,
να τηρήσουν την συμφωνίαν εφαρμόζοντες επακριβώς τον διά του μεσίτου δοθέντα νόμον. Αλλ' οι
άνθρωποι παρέβαιναν τον νόμον και εγίνοντο διά τούτο επικατάρατοι” (Π.Ν.Τ., 756 και Ι.Κ., 675).
105. Το λέει αυτό ο Απόστολος γιατί σύμφωνα με τα προηγούμενα, αφού ο νόμος έφερε το
αποτέλεσμα οι άνθρωποι να γίνονται επικατάρατοι, τότε γενάται η ερώτηση: Ο νόμος είναι
αντίθετος με τις επαγγελίες που έδωσε ο Θεός για την ευλογία όλων των εθνών στον Αβραάμ;
106. Να δώσει αιώνια ζωή (Π.Ν.Τ.).

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
38

22 ἀλλὰ συνέκλεισεν ἡ γραφὴ
τὰ πάντα ὑπὸ ἁμαρτίαν, ἵνα ἡ
ἐπαγγελία ἐκ πίστεως Ἰησοῦ
Χριστοῦ δοθῇ τοῖς πιστεύουσι.
23 Πρὸ δὲ τοῦ ἐλθεῖν τὴν πίστιν
ὑπὸ
νόμον
ἐφρουρούμεθα
συγκλεκλεισμένοι
εἰς
τὴν
μέλλουσαν
πίστιν
ἀποκαλυφθῆναι.
24 ὥστε ὁ νόμος παιδαγωγὸς
ἡμῶν γέγονεν εἰς Χριστόν, ἵνα
ἐκ πίστεως δικαιωθῶμεν·
25 ἐλθούσης δὲ τῆς πίστεως
οὐκέτι ὑπὸ παιδαγωγόν ἐσμεν.
26 πάντες γὰρ υἱοὶ Θεοῦ ἐστε
διὰ τῆς πίστεως ἐν Χριστῷ
Ἰησοῦ·
27 ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν
ἐβαπτίσθητε,
Χριστὸν
ἐνεδύσασθε.
28 οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ
Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ

νόμο θα προερχόταν η δικαίωση (και άρα θα
ακυρώνονταν οι επαγγελίες).
22. Αλλά συνέκλεισε107 η Γραφή τα πάντα
κάτω από (την) αμαρτία, ώστε να δοθεί η
υπόσχεση από (την) πίστη (στον) Ιησού Χριστό
σ’ (όλους) εκείνους που πιστεύουν.
23. Προτού όμως να έρθει (η νέα κατάσταση,
δηλ.)
η
πίστη,
φρουρούμασταν108
περικλεισμένοι από το νόμο, για τη μελλοντική
πίστη (ενν. που επρόκειτο) να αποκαλυφτεί
(και σ' αυτή θα καταφεύγαμε).
24. Ώστε ο νόμος έχει γίνει παιδαγωγός109 μας
και (προπαρασκευαστικός) οδηγός μας (για να
επιθυμήσουμε) το Χριστό, για να δικαιωθούμε
από (την) πίστη (σ' αυτόν).
25. Όταν ήρθε όμως η πίστη, δεν είμαστε πια
κάτω από την παιδαγωγία του νόμου (ή κάτω
από δούλο φρουρό παιδιών και οδηγό).
26. Γιατί όλοι είστε γιοι (του) Θεού μέσω της
πίστης στο Χριστό Ιησού.
27. Γιατί110 όσοι στο Χριστό βαφτιστήκατε, (το)
Χριστό ντυθήκατε111 (και ενωθήκατε μαζί του
[Π.Ν.Τ.]).
28. Δεν υπάρχει Ιουδαίος ούτε Έλληνας, δεν
υπάρχει δούλος ούτε ελεύθερος, δεν υπάρχει

Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος προσθέτει ερμηνεύοντας: “Επειδή δεν αισθάνοντο οι Ιουδαίοι τας
ίδιάς των αμαρτίας, οι δε μη αισθανόμενοι ούδ' επεθύμουν συγχώρησιν έδωκεν τον νόμον να τους
δείξει τας πληγάς και ούτω να τους κάμη να επιθυμήσωσι τον ιατρόν” (Χ. 79).
108. Μεταφορική έκφραση, καλύτερα μεταφράζεται ως “φυλασσόμασταν σαν μέσα σε φρούριο”.
Ακόμη διαβάζουμε: “το εφρουρούμεθα και το συγκλεισμένοι τίποτε άλλο δε φανερώνουν πλην την
από τας εντολάς του νόμου προξενουμένην ασφάλειαν. Κρατών αυτούς ο νόμος εις τον φόβον ωσάν
εις τείχος τι, τους εφύλαττε με τον κατ' αυτόν βίον διά την πίστην”. (Χ.)
109. Ο Παύλος με τη λέξη παιδαγωγό, υπονοεί ίσως και τη θέση των παιδαγωγών στην κοινωνία
της εποχής. Όπως οι παιδαγωγοί ήταν δούλοι, έτσι και ο μωσαϊκός νόμος θεωρείται “δούλος” σε
σχέση με τον ανώτερο νόμο της πίστης. “Ο παιδαγωγός όμως δεν εναντιώνεται εις τον διδάσκαλον,
αλλά και συμπράττει, ελευθερώνων τον νέον από πάσαν κακίαν, και ετοιμάζων αυτόν να δέχεται τα
μαθήματα από τον διδάσκαλον με πάσαν προθυμίαν. Αφού δε τούτο γένη έξις εις το νέον, αναχωρεί
πλέον ο παιδαγωγός” (Χ. 80).
110. Ο 27ος στίχος εξηγεί τον προηγούμενο. Έτσι εννοεί: “είστε γιοι του Θεού γιατί βαπτισθήκατε
κ.ο.”
111. Έτσι “αν ο Χριστός είναι Υιός του Θεού, συ δε ενεδύθης αυτόν, έχων εις εαυτόν σου τον Υιόν και
μεταμορφωθείς εις την ομοιότητά του, εφέρθης εις μίαν συγγένειαν και μίαν (ίδια) μορφήν” (Χ.)
107.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
39

ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ
θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε
ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ.
29 εἰ δὲ ὑμεῖς Χριστοῦ, ἄρα τοῦ
Ἀβραὰμ σπέρμα ἐστὲ καὶ κατ'
ἐπαγγελίαν κληρονόμοι.

αρσενικό και θηλυκό. Γιατί όλοι εσείς είστε
ένας (με την ένωσή σας) με τον Χριστό Ιησού112.
29. Αν λοιπόν εσείς113 (ανήκετε στο) Χριστό,
άρα (διά του Χριστού) είστε σπέρμα του
Αβραάμ114,
κληρονόμοι
(της
ευλογίας)
σύμφωνα με (την) υπόσχεση.

Σχετικά με το γ΄ κεφ. χωρία της Αγ. Γραφής:

στ. 1-2: Λουκ. κδ΄25, Πράξ. α΄4, β΄33,38, ι΄45-47, ια΄17, ιε΄8, Ρωμ. ι΄17, Α΄Κορ. α΄23, β΄2, Γαλ. γ΄3, ε΄7, Εφεσ.
α΄13.
στ. 3-5: Α΄Κορ. ιβ΄10,11, Β΄Κορ. η΄6, Ρωμ. ζ΄5,6, Γαλ. γ΄1, δ΄8-11, στ΄13.
στ. 6: Γεν. ιε΄6, Ρωμ. δ΄3.
στ. 7-9: Γεν. ιβ΄3, Πράξ. γ΄25, Ρωμ. γ΄26, δ΄11,12,16, Γαλ. γ΄7, 14,22.
στ. 10-12: Δευτ. κζ΄26, Λευιτ. ιη΄5, Ιερ. ια΄3, Αββ. β΄4, Γαλ. ε΄3, Ρωμ. δ΄15, α΄17.
στ. 13: Δευτ. κα΄23, Πράξ. ε΄30, Α΄Κορ. στ΄20, ζ΄23, Γαλ. δ΄5, Β΄Κορ. ε΄21.
στ. 14: Γαλ. γ΄2, 8,16, Ρωμ. θ΄4.
στ. 15-16: Γεν. ιβ΄7, ιγ΄15, ιε΄18, ιζ΄8, κβ΄18, Ρωμ. γ΄5, στ΄19, δ΄13, Εβρ. θ΄16,17, Γαλ. γ΄8,29.
στ. 17-19: Γαλ. γ΄15, ε΄26, Πράξ. ζ΄6, 38,53, Ρωμ. δ΄14, γ΄1, ε΄20, ζ΄13, Έξ. ιβ΄40.
στ. 20-22: Γαλ. β΄17,21, δ΄9, Ρωμ. γ΄9-19, ια΄32, η΄2-4, Β΄Κορ. γ΄26, Εβρ. ζ΄18.
στ. 23-26: Γαλ. δ΄3, 5-7, Ρωμ. ζ΄6, η΄2,15,16,18, στ΄14, ι΄4, Α΄Κορ. δ΄15, Ιωάν. α΄12, Α΄Πέτρ. α΄5.
στ. 27-29: Γαλ. γ΄7,16, Ιωάν. ι΄16, ιζ΄21, Ρωμ. η΄17, θ΄7,8, στ΄3,4, ι΄12, ιγ΄14, Α΄Κορ. ιβ΄13, Κολασ. γ΄10,11.

Κεφάλαιο Δ΄
Περικοπές που αναγιγνώσκονται στις Ιερές Ακολουθίες:
δ΄1-5 (και γ΄23-29): 25/11 Αγ. Αικατερίνης, 4/12 Αγ. Βαρβάρας και την 3η
Ώρα της Παραμονής Χριστουγέννων.
δ΄4-7: Χριστούγεννα.
1 Λέγω δέ, ἐφ' ὅσον χρόνον ὁ 1. Λέω (εννοώ), λοιπόν, ότι για όσο χρόνο ο
κληρονόμος νήπιός ἐστιν, οὐδὲν κληρονόμος είναι νήπιο115, δε διαφέρει σε
Δηλαδή λόγω της ενώσεως των ανθρώπων με τον, Χριστό δεν υπάρχει καμία διαφορά ή
διάκριση μεταξύ των, ούτε φυλετική, ούτε ταξική, ούτε ακόμη μεταξύ των δύο φύλων.
113. Ενν. οι εξ εθνών Χριστιανοί.
114. “Του οποίου ευλογημένος απόγονος υπήρξε ο Ιησούς Χριστός” (Π.Ν.Τ.)
112.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
40

διαφέρει
δούλου,
κύριος
πάντων ὤν,
2 ἀλλὰ ὑπὸ ἐπιτρόπους ἐστὶ καὶ
οἰκονόμους
ἄχρι
τῆς
προθεσμίας τοῦ πατρός.
3 οὕτω καὶ ἡμεῖς, ὅτε ἦμεν
νήπιοι, ὑπὸ τὰ στοιχεῖα τοῦ
κόσμου ἦμεν δεδουλωμένοι·
4 ὅτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ
χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς
τὸν υἱὸν αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ
γυναικός, γενόμενον ὑπὸ νόμον,
5 ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον
ἐξαγοράσῃ, ἵνα τὴν υἱοθεσίαν
ἀπολάβωμεν.
6 Ὅτι δέ ἐστε υἱοί, ἐξαπέστειλεν

τίποτα από δούλο, αν και είναι κύριος όλων.
2. Αλλά είναι κάτω από επιτρόπους 116 και
οικονόμους117 μέχρι την προθεσμία του πατέρα
(του).
3. Έτσι κι εμείς, όταν ήμασταν νήπια, ήμασταν
υποδουλωμένοι κάτω από τα στοιχεία του
κόσμου118.
4. Όταν όμως ήρθε το πλήρωμα του χρόνου 119,
ο Θεός εξαπέστειλε (ενν. στον κόσμο) τον Υιό
του, ο οποίος γεννήθηκε (ως άνθρωπος) από
γυναίκα και που ήταν κάτω από (το) νόμο120,
5. για να εξαγοράσει αυτούς που (είναι) κάτω
από (το) νόμο121, ώστε να λάβουμε την
υιοθεσία122.
6. Και επειδή είστε γιοι123, ο Θεός απέστειλε το

Ο Απόστολος εδώ χρησιμοποιεί ένα ακόμη παράδειγμα για να διασαφηνίσει ακόμη
περισσότερο αυτά που άρχισε να λέει στο γ΄κεφάλαιο.
116. Οι επίτροποι που θα τον κηδεμονεύουν.
117. Οι οικονόμοι που θα διαχειρίζονται την πατρική περιουσία του ανηλίκου, μέχρι της
ενηλικιώσεως του.
118. Έτσι, λέει ο Παύλος, κι εμείς οι Χριστιανοί, όταν ήμασταν πνευματικά σε νηπιώδη κατάσταση,
ήμασταν υποδουλωμένοι κάτω από στοιχειώδη και ανεπαρκή θρησκευτική γνώση, τέτοια που
ταιριάζει σε ατελείς και παχυλούς ανθρώπους. (Π.Ν.Τ. ,757) Δες σχετικά ένα παράλληλο χωρίο:
“Καὶ ἐγώ, ἀδελφοί, οὐκ ἠδυνήθην λαλῆσαι ὑμῖν ὡς πνευματικοῖς, ἀλλ' ὡς σαρκίνοις, ὡς νηπίοις ἐν
Χριστῷ. γάλα ὑμᾶς ἐπότισα καὶ οὐ βρῶμα. οὔπω γὰρ ἠδύνασθε. ἀλλ' οὔτε ἔτι νῦν δύνασθε· ἔτι γὰρ
σαρκικοί ἐστε.” (Α΄Κορ. γ΄1,2)΄. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος συμπληρώνει: “Νήπιον λέει εδώ ουχί
κατά την ηλικίαν, αλλά κατά τον νουν. Δείχνων ότι ο Θεός ήθελε μεν εξαρχής να χαρίσει ταύτα, αλλ'
επειδή ευρισκώμεθα έτι εις νηπιωδεστέραν κατάστασιν, μας αφήκε να ήμεθα υπό τα στοιχεία του
κόσμου, ήγουν υπό Σάββατα και νουμηνίας. Διότι αι ημέραι αύται μας γίνονται από τον δρόμον της
σελήνης και του ηλίου. Εάν λοιπόν τώρα σας φέρωσιν υποκάτω εις τον νόμον, τίποτε άλλο δεν
κάμνουν, πλην εις τον καιρόν της τελείας ηλικίας να σας σύρωσι πάλιν εις τα οπίσω. Βλέπεις πόσον
μέγα δεινόν είναι των ημερών η παρατήρησις; Τον Κύριον, τον οικοδεσπότην, τον εξουσιάζοντα τα
πάντα, καταφέρει εις υπηρέτου τάξιν.” (Χ. 84,85)
119. Το χρόνο που είχε ορίσει ο πάνσοφος Τριαδικός Θεός. “όταν δηλαδή ήλθε ο κατάλληλος καιρός
που είχε ορισθή μέσα εις το θείο σχέδιο.” (Ι.Κ., 676)
120. Συμμορφώθηκε, δηλαδή προς τον επικρατούντα μωσαϊκό νόμο.
121. Την κατάρα του νόμου, σύμφωνα με τα προηγούμενα.
122. “Με άλλα λόγια, ο υπό τον επίτροπον καιρός, η ανήλικος ημών κατάστασις, επέρασε τώρα, και
ήρθε ο καιρός, ότε ο Πατήρ δηλοποιεί το τέκνον του (τον Ισραήλ) ελεύθερον από τον παιδαγωγόν
(Μωσαϊκόν Νόμον), και διά τούτο δεν πρέπει να θεωρήται πλέον ως δούλος, αλλ' ως αληθινός υιός.
Την μεταβολήν ταύτην εκτέλεσεν ο Θεός διά του Υιού Του Ιησού Χριστού, του αιτίου της ελευθερίας
(Ιωάν. η΄ 36). Αυτός μας ηλευθέρωσεν, ως ελευθερώνει δέσμιον ο εις ελευθερίαν ευρισκόμενος, αν
γέννη εγγυητής του, και ενδυθή του δεσμίου τας αλύσεις.” (Χ. 85)
123. Γιοι του Θεού, και όχι πια δούλοι.
115.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
41

ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα τοῦ υἱοῦ
αὐτοῦ εἰς τὰς καρδίας ἡμῶν,
κρᾶζον· ἀββᾶ ὁ πατήρ.
7 ὥστε οὐκέτι εἶ δοῦλος, ἀλλ'
υἱός· εἰ δὲ υἱός, καὶ
κληρονόμος Θεοῦ διὰ Χριστοῦ.
8 Ἀλλὰ τότε μὲν οὐκ εἰδότες
Θεὸν ἐδουλεύσατε τοῖς μὴ
φύσει οὖσι θεοῖς·
9 νῦν δὲ γνόντες Θεόν, μᾶλλον
δὲ γνωσθέντες ὑπὸ Θεοῦ, πῶς
ἐπιστρέφετε πάλιν ἐπὶ τὰ
ἀσθενῆ καὶ πτωχὰ στοιχεῖα, οἷς
πάλιν ἄνωθεν δουλεύειν θέλετε;
10 ἡμέρας παρατηρεῖσθε καὶ
μῆνας
καὶ
καιροὺς
καὶ
ἐνιαυτούς;
11 φοβοῦμαι ὑμᾶς μήπως εἰκῆ
κεκοπίακα εἰς ὑμᾶς.

Πνεύμα του Υιού του στις καρδιές σας, που
φωνάζει: “Αββά124, Πατέρα”.
7. Ώστε δεν είσαι125 πια δούλος, αλλά (κατά
χάριν) γιος. Και αν (είσαι) γιος, (είσαι) και
κληρονόμος Θεού, μέσω του Χριστού.
8. Αλλά τότε, βέβαια126, επειδή δεν γνωρίζατε
το Θεό, υπηρετήσατε ως δούλοι σ’ αυτούς που
δεν είναι από τη φύση (τους) θεοί (ενν. τα
είδωλα).
9. Και τώρα όμως που γνωρίσατε το Θεό, ή
καλύτερα τώρα που γνωριστήκατε από το Θεό
(ως τέκνα Του), πώς επιστρέφετε πάλι στα
ασθενή και φτωχά στοιχεία127, στα οποία πάλι
από την αρχή θέλετε να υπηρετείτε ως δούλοι;
10. Παρατηρείτε ημέρες και μήνες και καιρούς
και έτη128.
11. Σας φοβάμαι μήπως μάταια έχω κοπιάσει
για σας.

129
12 Γίνεσθε ὡς ἐγώ, ὅτι κἀγὼ 12. Γίνεστε όπως εγώ, γιατί κι εγώ (ήμουν)
130
ὡς ὑμεῖς, ἀδελφοί, δέομαι όπως εσείς, αδελφοί. σας παρακαλώ . Σε
τίποτα δε με αδικήσατε131.
ὑμῶν. οὐδέν με ἠδικήσατε.

13 οἴδατε δὲ ὅτι δι' ἀσθένειαν 13. Ξέρετε, επίσης, ότι εξαιτίας της σωματικής
τῆς σαρκὸς εὐηγγελισάμην ὑμῖν μου ασθένειας132 σας κήρυξα το ευαγγέλιο την
Που δίνει την παρρησία, τέτοια που ταιριάζει σε υιούς προς Πατέρα, να απευθύνεσθε στο Θεό
με τη φωνή: Αββά, δηλαδή Πατέρα μου.
125. Εσύ που πίστεψες στο Χριστό.
126. Οταν ήσασταν στο σκοτάδι της ειδωλολατρείας (Π.Ν.Τ.).
127. Δηλαδή, επιστρέφετε πάλι στη στοιχειώδη, φτηνή και ατελή θρησκευτική διδασκαλία. Ενώ
λοιπόν η χάρις του Θεού σας έκανε από δούλους ελεύθερους, από νήπιους άνδρες, από ξένους
κληρονόμους, πώς λοιπόν αφήνετε τη χάρη και γυρίζετε πίσω;
128. Έτσι καταντήσατε να φυλάττετε τις ημέρες εκείνες της εβδομάδας και τις εορτές κάθε μήνα
και κάθε χρόνου, όπως και οι Εβραίοι. (Π.Ν.Τ.)
129. Ζηλωτής της ιουδαϊκής πίστης. Ο Ι. Κολιτσάρας προσθέτει ερμηνεύοντας: “ήμουν όπως κι
εσείς τώρα και επρόσεχα με πολύ ζήλον τις διατάξεις του νόμου, τας εβραϊκάς εορτάς και τα άλλα
ιουδαϊκά έθιμα, τα οποία όμως τώρα έχω αποκηρύξει και ακολουθώ τον Χριστόν.” (Ι.Κ., 677)
130. Σας παρακαλώ, δηλαδή, όπως κι εγώ αποκήρυξα τις τυπικές διατάξεις του νόμου και
ακολούθησα τον Ιησού Χριστό, έτσι να κάνετε κι εσείς.
131. “... ώστε να θέλω το κακό σας και να σας ομιλώ εκ πάθους. Τουναντίον έχω λόγους να σα
αγαπώ πολύ.” (Π.Ν.Τ.)
124.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
42

προηγούμενη φορά.
14. Και (παρόλο) τον πειρασμό (που είχατε)
εσείς για το σώμα μου, δε (με) περιφρονήσατε
ούτε (με) σιχαθήκατε, αλλά με δεχτήκατε σαν
άγγελο Θεού, σαν το Χριστό Ιησού133.
15. Πού είναι, λοιπόν, ο μακαρισμός σας134;
Γιατί μαρτυρώ για σας ότι, αν (ήταν) δυνατό,
τα μάτια σας θα βγάζατε και θα μου (τα)
δίνατε135.
16. Ώστε (τώρα) εχθρός σας έχω γίνει, επειδή
σας λέω την αλήθεια;
17. Έχουν ζήλο136 για σας όχι (προς το) καλό137,
αλλά θέλουν να σας αποκλείσουν (ενν. από το
αληθινό Ευαγγέλιο), για να έχετε ζήλο γι’
αυτούς.
18 καλὸν δὲ ζηλοῦσθαι ἐν καλῷ 18. Καλό λοιπόν (είναι) να έχετε ζήλο στο καλό
πάντοτε καὶ μὴ μόνον ἐν τῷ πάντοτε και όχι μόνο κατά τη διάρκεια που
παρεῖναί με πρὸς ὑμᾶς.
παρευρίσκομαι κοντά σας138.
19. Παιδάκια μου, για τους οποίους πάλι έχω
19 τεκνία μου, οὓς πάλιν
ωδίνες139 μέχρις ότου μορφωθεί140 ο Χριστός
ὠδίνω, ἄχρις οὗ μορφωθῇ
τὸ πρότερον,
14 καὶ τὸν πειρασμόν μου τὸν
ἐν τῇ σαρκί μου οὐκ
ἐξουθενήσατε οὐδὲ ἐξεπτύσατε,
ἀλλ' ὡς ἄγγελον Θεοῦ ἐδέξασθέ
με, ὡς Χριστὸν Ἰησοῦν.
15 τίς οὖν ἦν ὁ μακαρισμὸς
ὑμῶν; μαρτυρῶ γὰρ ὑμῖν ὅτι εἰ
δυνατὸν τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν
ἐξορύξαντες ἂν ἐδώκατέ μοι.
16 ὥστε ἐχθρὸς ὑμῶν γέγονα
ἀληθεύων ὑμῖν;
17 ζηλοῦσιν ὑμᾶς οὐ καλῶς,
ἀλλὰ ἐκκλεῖσαι ὑμᾶς θέλουσιν,
ἵνα αὐτοὺς ζηλοῦτε.

Λόγω της ασθένειας του, ο Παύλος, αναγκάστηκε να μείνει στη Γαλατία κι έτσι τους κήρυξε
το Ευαγγέλιο.
133. Ο Μέγας Βασίλειος προσθέτει: “Δεί των ορθοτομούντων τον λόγον της αληθείας (πρέπει τους
κήρυκες της αλήθειας, του Ευαγγελίου) ούτως ανέχεσθαι, ως του Κυρίου (να τους αποδεχόμαστε
όπως τον ίδιο τον Κύριο), εις δόξαν του αποστείλαντος Ιησού Χριστού.” (Β. 119)
134. Δηλαδή, ήταν τόσο μεγάλος ο μακαρισμός που σας εμακάρισαν για τη διάθεση και την
προθυμία που δείξατε σε εμένα. Πού χάθηκε λοιπόν αυτός ο μακαρισμός σας;
135. Τέτοια αγάπη έδειξαν οι κάτοικοι της Γαλατίας στον Παύλο.
136. Εννοεί τους ψευδοδιδασκάλους.
137. “ Δείχνουν ζήλο, διότι θέλουν να σας αποκλείσουν από την ορθή πίστη του Χριστού, διά να
δεικνύετε ζήλον και υπακοήν εις αυτούς τους ιδίους και να γίνεται όργανα εξυπηρετήσεώς των.”
(Ι.Κ., 676)
138. Τους τα γράφει αυτά για να τους πει πως τώρα που ο Παύλος είναι απών βρισκόμενος μακριά
τους, ξέφυγαν από τον ορθό δρόμο της πίστης.
139. Μ' αυτό το σχήμα λόγου ο Απόστολος αναφέρεται στην αναγέννηση των πιστών της Γαλατίας
για την οποία ο ίδιος μόχθησε και πόνεσε όπως μια μητέρα που γεννά το τέκνο της. “Βλέπεις
σπλάχνα πατρικά; Βλέπεις αθυμίαν πρέπουσα εις Απόστολον; Βλέπεις οποίαν ολολυγή έσυρε, πολύ
πικροτέραν από τας των γυναικών την ώραν της γεννήσεως; Εδιαφθείρατε, λέει, την εικόνα, εχάσατε
τη συγγένειαν, ηλλοιώσατε την μορφήν. Άλλης αναγεννήσεως και αναπλάσεως έχετε χρείαν, αλλ'
όμως σας ονομάζω έτι παιδία, σας τα εκτρώματα. Αλλ' ούτω μεν δεν λέγει , άλλως δε. Διότι δεν θέλει
να τους κτυπήση, μήτε να προσθέση πληγάς εις πληγάς.” (Χ. 93)
140. Να πάρει μορφή μέσα σας. “Ως τέκνα Θεού, μεμορφωμένους προς την εικόνα του Θεού, κατά το
μέτρον το ανθρώποις κεχαρισμένον.” (Β. 127)
132.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
43

Χριστὸς ἐν ὑμῖν!
20 ἤθελον δὲ παρεῖναι πρὸς
ὑμᾶς ἄρτι καὶ ἀλλάξαι τὴν
φωνήν μου, ὅτι ἀποροῦμαι ἐν
ὑμῖν.
21 Λέγετέ μοι οἱ ὑπὸ νόμον
θέλοντες εἶναι· τὸν νόμον οὐκ
ἀκούετε;
22 γέγραπται γὰρ ὅτι Ἀβραὰμ
δύο υἱοὺς ἔσχεν, ἕνα ἐκ τῆς
παιδίσκης καὶ ἕνα ἐκ τῆς
ἐλευθέρας.
23 ἀλλ' ὁ μὲν ἐκ τῆς παιδίσκης
κατὰ σάρκα γεγέννηται, ὁ δὲ ἐκ
τῆς ἐλευθέρας δι' ἐπαγγελίας.
24 ἅτινά ἐστιν ἀλληγορούμενα.
αὗται γάρ εἰσι δύο διαθῆκαι,
μία μὲν ἀπὸ ὄρους Σινᾶ, εἰς
δουλείαν γεννῶσα, ἥτις ἐστὶν
Ἄγαρ·
25 τὸ γὰρ Ἄγαρ Σινᾶ ὄρος ἐστὶν
ἐν τῇ Ἀραβίᾳ, συστοιχεῖ δὲ τῇ
νῦν Ἰερουσαλήμ, δουλεύει δὲ
μετὰ τῶν τέκνων αὐτῆς·

μέσα σας.
20. Ήθελα μάλιστα να παρευρίσκομαι κοντά
σας τώρα και να αλλάξω (ενν. τον τόνο) της
φωνής μου141, γιατί απορώ μ’ εσάς.
21. Λέγετέ μου142, όσοι θέλετε να είστε κάτω
από (το) νόμο, το νόμο δεν ακούτε;
22. Γιατί143 είναι γραμμένο ότι ο Αβραάμ είχε
δύο γιους144, έναν από τη δούλη (Άγαρ) και
έναν από την ελεύθερη (Σάρρα).

23. Αλλά αφενός ο ένας (γιος) από τη δούλη
έχει γεννηθεί κατά σάρκα, αφετέρου ο άλλος
(γιος) από την ελεύθερη μέσω υπόσχεσης145.
24. Αυτά έχουν αλληγορική έννοια. Γιατί αυτές
είναι δύο διαθήκες146, αφενός (η) μία (προήλθε)
από το όρος Σινά και γεννά για δουλεία (τέκνα
για να βρίσκονται κάτω από δουλεία), η οποία
είναι (η) Άγαρ147.
25. Και το Άγαρ148 είναι (το) όρος Σινά στην
Αραβία και αντιστοιχεί στην τωρινή
Ιερουσαλήμ149, γιατί είναι δούλη μαζί με τα
τέκνα της.
26 ἡ δὲ ἄνω Ἰερουσαλὴμ 26. Αφετέρου η άνω Ιερουσαλήμ είναι
Να πάρει δηλαδή η φωνή του θρηνητικό τόνο γαι την αλλαγή προς το χειρότερο των δικών του
τέκνων. “Να αλλάξω την φωνήν μου, δηλαδή να την μεταβάλλω εις οδυρμόν, να κινήσω τα δάκρυα,
και να σύρω τα πάντα εις θρήνον” (Χ.)
142. Αλλάζει το ύφος του ο Απόστολος κι ετοιμάζεται να εισάγει το επόμενο επιχείρημά του από τη
λογική.
143. Εννοεί: Σας κάνω αυτή την ερώτηση διότι...
144. Από τη δούλη Άγαρ απέκτησε τον Ισμαήλ και από τη Σάρρα τον Ισαάκ.
145. Η πρώτη ήταν μια απλώς φυσική γέννηση, ενώ η δεύτερη, αυτή της Σάρρας, ήταν αποτέλεσμα
της Θεϊκής υπόσχεσης προς τον Αβραάμ.
146. “Δηλαδή είναι μεν γεγονότα ιστορικά, αλλά συγχρόνως επροτύπωναν και προεικόνιζαν γεγονότα
και αλήθειες της Καινής Διαθήκης. Διότι αι δύο αυταί γυναίκες είναι τύποι των δύο Διαθηκών”
(Π.Ν.Τ., 759)
147. Καλύτερα: η Διαθήκη η οποία γεννά τέκνα, για να βρίσκονται στη δουλεία, και η οποία
προτυπώνεται από την Άγαρ.
148. Το όρος Σινά αποκαλείται και Άγαρ, και στην περιοχή του οποίου κατοικούν οι απόγονοι της
Άγαρ.
149. Η επίγεια Ιερουσαλήμ είναι δούλη κι αυτή και οι κάτοικοί της. Σ' αυτήν δόθηκε ο νόμος του
Σινά.
141.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
44

ἐλευθέρα ἐστίν, ἥτις ἐστὶ μήτηρ
πάντων ἡμῶν.
27 γέγραπται γάρ· εὐφράνθητι
στεῖρα ἡ οὐ τίκτουσα, ῥῆξον καὶ
βόησον ἡ οὐκ ὠδίνουσα· ὅτι
πολλὰ τὰ τέκνα τῆς ἐρήμου
μᾶλλον ἢ τῆς ἐχούσης τὸν
ἄνδρα.
28 ἡμεῖς δέ, ἀδελφοί, κατὰ
Ἰσαὰκ ἐπαγγελίας τέκνα ἐσμέν.

ελεύθερη150, που είναι μητέρα όλων μας.
27. Γιατί είναι γραμμένο: Να ευφρανθείς,
στείρα151 που δε γεννάς! Ξέσπασε (με χαρά) και
φώναξε δυνατά, (εσύ) που δεν έχεις ωδίνες!
Γιατί (πιο) πολλά (είναι) τα παιδιά της
εγκαταλειμμένης από (όσα είχε) αυτή που έχει
τον άντρα152.
28. Εμείς όμως, αδελφοί, είμαστε τέκνα
υπόσχεσης καθώς ο Ισαάκ153.

29 ἀλλ' ὥσπερ τότε ὁ κατὰ 29. Αλλά όπως ακριβώς τότε, εκείνος που
154
σάρκα γεννηθεὶς ἐδίωκε τὸν γεννήθηκε κατά σάρκα καταδίωκε εκείνον
Εδώ έχουμε καθαρή αναφορά στην Εκκλησία. Την Εκκλησία του Χριστού στην οποίαν
περιλαμβάνεται η θριαμβεύουσα ή αλλιώς η εν ουρανοίς και η στρατευομένη εδώ στη γη, η οποία
όμως κι αυτή καταλήγει σ' αυτήν την εν ουρανοίς.
151. “Ποια λοιπόν ήταν η στείρα και ποια η έρημος πιο πριν; Δεν είναι ολοφάνερο ότι η εξ εθνών
Εκκλησία, η στερημένη την γνώσιν του Θεού; Ποια είναι αυτή που δεν έχει άνδρα; Δεν είναι
ολοφάνερο ότι είναι η Συναγωγή; Αλλά όμως νίκησε στην πολυτεκνία η στείρα.” (Χ. 99).
152. Το εδάφιο αυτό είναι από το βιβλίο του Προφήτου Ησαϊα κι έχει την ακόλουθη σημασία:
“Ευφράνθητι συ , η Εκκλησία, η οποία προτού έλθει ο Χριστός και προτού να δοθή το Άγιον Πνεύμα
ήσο στείρα και δεν εγέννας τέκνα. Βγάλε φωνή και βόησον με πολλήν χαράν, συ, που δεν
εκοιλοπόνεις, διότι τα τέκνα σου, εσύ που ήσουν έρημος από άνδρα και παιδιά, είναι περισσότερα
παρά τα τέκνα της επιγείου Ιερουσαλήμ, η οποία εγνώριζε τον αληθινόν Θεόν και εσχτίζετο με αυτόν
και παρουσιάζετο ότι είχε άνδρα.” (Π.Ν.Τ., 760)
153. Δηλαδή, όπως ο Ισαάκ, που γεννήθηκε σύμφωνα με την υπόσχεση του Θεού προς τον Αβραάμ,
έτσι κι εμείς που πιστεύουμε στον Ιησού Χριστό, είμαστε τέκνα της επαγγελίας. Ο Ιωάννης ο
Χρυσόστομος λέει σχετικά συγκρίνοντας το θαυμαστό τρόπο τεκνογονίας του Αβράαμ: “Επειδή ο
λόγος του Αποστόλου, ότι οι μη γεννηθέντες εκ του Αβραάμ ήσαν υιοί του Αβραάμ, εφαίνετο απίθανος
εις τους ακούοντας, δείχνει ότι το παράδοξον τούτον συνέβη απ' αρχής. Ο Ισαάκ μολονότι δεν
εγεννήθη κατά φύσεως ακολουθίαν, ουδέ κατά γάμων νόμον, ουδέ κατά σαρκός δύναμιν, βλαστήσας
από νεκρά σώματα και από την μήτραν εκείνην, ήτο όμως υιός, και υιός γνήσιος. Διότι δεν προήλθεν
από την σάρκαν η σύλληψις, ουδέ από το σπέρμα η γέννησις. Της Σάρρας η μήτρα ήτο νεκρά, και
επειδή ήτο ηλικιωμένη, και επειδή ήτο στείρα. Αλλά του Θεού ο λόγος τον έπλασε. Εις τον δούλον
όμως δεν ακολούθησε ούτω, αλλ' εγεννήθη εκείνος κατά της φύσεως τα δεσμά, και κατά του γάμου
την συνήθειαν. Μ' όλον τούτο, ο μη κατά σάρκα γεννηθείς ήτο τιμιώτερος από τον γεννηθέντα κατά
σάρκα. Ας μη λοιπόν σας θορυβή ότι δεν εγεννήθητε κατά σάρκαν, επειδή διά τούτο μάλιστα είσθε
συγγενείς αυτού, διότι δεν εγεννήθητε κατά σάρκαν. Το κατά σάρκαν τούτο δεν σας κάμνει
τιμιώτερους αλλά και ατιμωτέρους.” (Χ. 97)
154. Τότε, δηλαδή, που ο Ισμαήλ, ο γεννημένος με τους φυσικούς νόμους της σάρκας,
επιβουλεύονταν και ενοχλούσε το τέκνο της επαγγελίας, τον Ισαάκ. Και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος
προσθέτει: “Και η ιστορία αυτή του Ισμαήλ και του Ισαάκ είναι τύπος, γιατί ο πρώτος διώχτηκε από
τον οίκο του πατέρα του όταν φάνηκε ο κληρονόμος. Έτσι και οι Ιουδαίοι που διώκουν τους
Χριστιανούς και που θέλουν να μένουν κάτω από την κηδεμονία του νόμου, πρόκειτε να εκδιωχθούν
από τη βασιλεία του Μεσσία και να στερηθούν τις ευεργεσίες και τα αγαθά της. Ομοιότροπα
αποκλείουν τους εαυτούς τους από τη βασιλεία εκείνη, αυτοί που επιδιώκουν να εισέλθουν στον
150.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
45

κατὰ πνεῦμα, οὕτω καὶ νῦν.
30 ἀλλὰ τί λέγει ἡ γραφή;
ἔκβαλε τὴν παιδίσκην καὶ τὸν
υἱὸν αὐτῆς· οὐ μὴ γὰρ
κληρονομήσει ὁ υἱὸς τῆς
παιδίσκης μετὰ τοῦ υἱοῦ τῆς
ἐλευθέρας.
31 Ἄρα, ἀδελφοί, οὐκ ἐσμὲν
παιδίσκης τέκνα, ἀλλὰ τῆς
ἐλευθέρας.

(που γεννήθηκε) κατά Πνεύμα, έτσι και
τώρα155.
30. Αλλά τι λέει η Γραφή; (Είπε ο Θεός:) Βγάλε
έξω τη δούλη και το γιο της. Γιατί δε θα
κληρονομήσει156 ο γιος της δούλης μαζί με το
γιο της ελεύθερης.
31. Γι’ αυτό, αδελφοί, δεν είμαστε παιδιά της
δούλης, αλλά της ελεύθερης157.

Σχετικά με το δ΄ κεφ. χωρία της Αγ. Γραφής:

στ. 1-2: Γαλ. γ΄17,23,24, Α΄Κορ. ιγ΄11, Λουκ. ιστ΄1, Β΄Μακ. ια΄1, ιγ΄2, ιδ΄2.
στ. 3-5: Γαλ. γ΄13,19,25,26, δ΄9,10, Κολασ. β΄8,20, Εβρ. ε΄12, Γεν. μθ΄10, Εφεσ. α΄10, Ρωμ. α΄3, η΄3, Ιωάν. α΄14,
Μάρκ. α΄15, Λουκ. β΄21, Μτθ. γ΄15.
στ. 6-7: Ρωμ η΄8,14,15,16,17,23, Μάρκ. ιδ΄36, Γαλ. γ΄29.
στ. 8-12: Ψαλμ. οη΄6, Ιερ. ι΄25, Β΄Παραλ. ιγ΄9, Μτθ. ζ΄23, Πράξ. ιζ΄29,30, Α΄Κορ. θ΄20,21, η΄3, ιβ΄2, ιγ΄12,
Β΄Κορ. β΄4,5, ια΄3, Ρωμ. η΄3, ιδ΄5,6, Γαλ. γ΄21, δ΄3, Α΄Θεσ. δ΄5, Κολασ. β΄16, Φιλιπ.γ΄7,8, Β΄Ιωάν. 8.
στ. 13-15: Γαλ. δ΄17,18, στ΄17, Β΄Κορ. ια΄23-25, ιβ΄7, Πράξ. ιστ΄6, ιγ΄48, ιδ΄1-13, Μτθ. ι΄40, Μαλαχ. β΄7, Αριθ.
ιστ΄14, Ρωμ. δ΄6,9, ι΄2.
στ. 16-18: Γαλ. α΄6,7, δ΄20, Β΄Κορ. ζ΄7,11, Πράξ. ιη΄23, Εφεσ. δ΄15, Αμώς ε΄10.
στ. 19-20: Πράξ. κε΄20, Α΄Κορ. δ΄15, θ΄22, Β΄Κορ. γ΄18, δ΄8, Γαλ. δ΄16, Εφεσ. γ΄16,17, δ΄13,14, Φιλημ. 10.
στ. 21-23: Γέν. ιστ΄3,15,16, κα΄2,3, ιζ 16,19, ιη΄10, Ρωμ. γ΄19, ζ΄1, δ΄19,20, θ΄8,9, Γαλ. γ΄23, ε΄25-29, Ιωάν. ιβ΄34.
στ. 24-26: Γαλ. γ΄23, 24,25,26, ε΄1, Ρωμ. η΄15, Α΄Κορ. θ΄8-10, ι΄1-11, Β΄Κορ. γ΄14, Μτθ. κγ΄37, Φιλιπ.γ΄20, Εβρ.
ιβ΄22, Αποκ. Γ΄12.
στ. 27-31: Ησ. νδ΄1, Γέν. κα΄9, 10,12, κε΄5,6, Μτθ. ι΄17,18, Ιωάν. η΄35, Α΄Θεσ. β΄14, Γαλ. γ΄29, δ΄22-26.

ουρανό διά των καλών τους έργων” (Χ. 101)
155. Το ίδιο συμβαίνει και τώρα: Οι διά του Χριστού πνευματικοί απόγονοι του Αβραάμ
καταδιώκονται από τους σαρκικούς του απογόνους, δηλαδή τους Ιουδαίους.
156. Ο Θεός είπε στον Αβραάμ να διώξει το γιο της δούλης γιατί δε θα αποκτούσε κληρονομικά
δικαιώματα όπως ο γιος της ελεύθερης.
157. Ο Παύλος δίνει το συμπέρασμα: εμείς οι πιστοί δεν είμαστε τέκνα δούλης ή της επιγείου
Ιερουσαλήμ, αλλά τέκνα της ελευθέρας, δηλαδή της επουρανίου Ιερουσαλήμ.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
46

Κεφάλαιο Ε΄
Περικοπές που αναγιγνώσκονται στις Ιερές Ακολουθίες:
ε΄22-26 (και στ΄1-2): 5/12 Αγ. Σάββα.
1 Τῇ ἐλευθερίᾳ οὖν, ᾗ Χριστὸς 1. Για (να είμαστε) ελεύθεροι ο Χριστός μάς
ἡμᾶς ἠλευθέρωσε, στήκετε, καὶ ελευθέρωσε. Να στέκεστε (σταθεροί158), λοιπόν,
μὴ πάλιν ζυγῷ δουλείας και μη δεσμεύεστε πάλι σε ζυγό δουλείας.
ἐνέχεσθε.
2. Να, εγώ ο Παύλος σας λέω ότι, αν
2 Ἴδε ἐγὼ Παῦλος λέγω ὑμῖν περιτέμνεστε159, ο Χριστός δε θα σας ωφελήσει
ὅτι ἐὰν περιτέμνησθε, Χριστὸς τίποτα.
ὑμᾶς οὐδὲν ὠφελήσει.
3. Και μαρτυρώ πάλι σε κάθε άνθρωπο που
3 μαρτύρομαι δὲ πάλιν παντὶ
οφειλέτης στο να
ἀνθρώπῳ περιτεμνομένῳ ὅτι περιτέμνεται ότι είναι
160
ὀφειλέτης ἐστὶν ὅλον τὸν νόμον εκτελέσει όλο το νόμο .
ποιῆσαι.
4 Κατηργήθητε ἀπὸ τοῦ
Χριστοῦ οἵτινες ἐν νόμῳ
δικαιοῦσθε,
τῆς
χάριτος
ἐξεπέσατε·
5 ἡμεῖς γὰρ Πνεύματι ἐκ
πίστεως ἐλπίδα δικαιοσύνης
ἀπεκδεχόμεθα.
6 ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ οὔτε

4.
Καταργηθήκατε

καλύτερα,
αποξενωθήκατε) από το Χριστό όσοι
προσπαθείτε να δικαιωθείτε διά του νόμου,
ξεπέσατε από τη χάρη161.
5. Γιατί εμείς αναμένουμε την ελπίδα
της
δικαίωσης από την πίστη διά του Αγίου
Πνεύματος162.
6. Γιατί (σ'αυτούς που ενώθηκαν με τον)

Να μένετε, δηλαδή, σταθεροί στην ελευθερία σας από τις τυπικές διατάξεις του νόμου.
Το παράδειγμα της περιτομής αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα των τυπικών διατάξεων του
μωσαϊκού νόμου.
160. Εφόσον ο περιτεμνόμενος άνθρωπος προτιμά διά της περιτομής την διά του νόμου δικαίωση
και την προτιμά από τη δικαίωση που δίνει ο Χριστός, τότε οφείλει να τηρήσει απαρέγκλητα όλο το
νόμο. “Διά να μη νομίσεις ότι ταύτα λέγονται από έχθραν, δεν λέγω εις σας μόνον, προσθέτει, αλλά
και εις πάντα άνθρωπον περιτεμνόμενον, ότι είναι χρεώστης να εκπληρώσει τον νόμον όλον. Διότι τα
του νόμου συνέχονται το έν με το άλλο. Και καθώς όστις από ελέυθερος απεγράφη να είναι δούλος,
δεν κάμνει πλέον ό,τι θέλει, αλλά δεσμεύεται από όλους τους νόμους της δουλείας, ούτω και εις τον
νόμον, όταν αναδεχθής μικρόν τι μέρος του νόμου, και υποβάλης τον εαυτόν σου εις τον ζυγόν,
έσυρες επάνω σου όλην εκείνου την δεσποτείαν. (...) Διότι τα του νόμου συνέχονται το εν με το άλλον.
Η περιτομή, λόγου χάριν, έχει συνδεδεμένην με αυτήν την θυσίαν και την ημερών παρατήρησιν. Η
θυσία πάλιν, την φύλαξιν και ημέρας και τόπου. Ο τόπος μυρίων καθαρμών τρόπου. Οι καθαρισμοί
εμβάζουν πλήθος τι παρατηρήσεων ποικίλων.Διότι ο ακάθαρτος δεν συγχωρείται να θυσιάζη μήτε να
εμβαίνη εις τα ιερά, μήτε να πράττη κανέν άλλο από τα τοιαύτα. Όθεν ο νόμος σύρει εξοπίσω του
πολλά και διά μέσου μιας εντολής μόνον.” (Χ. 105)
161. “Είσαστε, δηλαδή, έκπτωτοι από τη θεία χάρη και δεν μοιάζετε πλέον με εμάς.” (Π.Ν.Τ., 761)
162. Εννοεί διά του Αγίου Πνεύματος που έχουμε μέσα μας περιμένουμε τα αγαθά που μας
υπόσχεται η εκ της πίστης δικαίωση.
158.
159.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
47

περιτομή τι ἰσχύει οὔτε Χριστό Ιησού ούτε περιτομή ισχύει κάτι (ενν.
ἀκροβυστία, ἀλλὰ πίστις δι' έχει καμιά ισχύ) ούτε η ακροβυστία, αλλά
ἀγάπης ἐνεργουμένη.
(μόνο η) πίστη που εκδηλώνεται ενεργά με
αγάπη.
7 Ἐτρέχετε καλῶς· τίς ὑμᾶς 7. Τρέχατε καλά163. Ποιος σας εμπόδισε να μην
ἐνέκοψε τῇ ἀληθείᾳ μὴ πείθεστε στην αλήθεια164;
πείθεσθαι;
8. Η ισχυρογνωμοσύνη σας165 δεν προέρχεται
8 ἡ πεισμονὴ οὐκ ἐκ τοῦ
(ενν.) από Αυτόν που σας καλεί (ενν. τον
καλοῦντος ὑμᾶς.
9 μικρὰ ζύμη ὅλον τὸ φύραμα Κύριο).
9. Λίγο προζύμι ζυμώνει όλο το ζυμάρι166.
ζυμοῖ.
10 ἐγὼ πέποιθα εἰς ὑμᾶς ἐν 10. Εγώ έχω πεποίθηση για σας στον Κύριο ότι
Κυρίῳ
ὅτι
οὐδὲν
ἄλλο τίποτε άλλο (εκτός από την αλήθεια) δε θα
φρονήσετε· ὁ δὲ ταράσσων φρονήσετε. Εκείνος όμως που σας ταράζει θα
ὑμᾶς βαστάσει τὸ κρίμα, ὅστις βαστάξει το κρίμα, όποιος και αν είναι167.
ἂν ᾖ.
11 ἐγὼ δέ, ἀδελφοί, εἰ 11. Αλλά εγώ, αδελφοί, αν κηρύττω ακόμα
περιτομὴν ἔτι κηρύσσω, τί ἔτι περιτομή, γιατί ακόμα καταδιώκομαι; Άρα
διώκομαι; ἄρα κατήργηται τὸ καταργήθηκε το σκάνδαλο του σταυρού168.
σκάνδαλον τοῦ σταυροῦ.
12 ὄφελον καὶ ἀποκόψονται οἱ
12. Είθε και να ευνουχιστούν169 αυτοί που σας
ἀναστατοῦντες ὑμᾶς.
Πρόκειται περί μεταφορικού σχήματος. Ο Απόστολος εννοεί ότι τρέχαν καλά στο δρόμο της
αλήθειας και της ορθής πίστης.
164. Ενν. Να πείθεστε στην αλήθεια του Ευαγγελίου και να μη θεωρείτε αρκετή για τη σωτηρία σας
την υπακοή στον Ιησού Χριστό.
165. Η ισχυρογνωμοσύνη που δείχνετε στο να μην πείθεστε σην αλήθεια.
166. Άλλο ένα παραβολικό ή μεταφορικό σχήμα του Αποστόλου: Όπως ένα μικρό προζύμι ζυμώνει
την πολλή μεγαλύτερη μάζα του αλευριού, έτσι και η επιμονή ή η επιστροφή σε μια διάταξη του
νόμου, ή γενικά λίγα ψεύτικα φρονήματα μπορεί να μας παραπλανήσουν από την αλήθεια, μέχρι
μάλιστα του ολέθριου σημείου να χάσουμε τη σωτηρία.
167. Το χωρίο εδώ συνδέεται με τον επόμενο στίχο. Έτσι κατά τον Τρεμπέλα μπορούμε να
προσθέσουμε: “Είναι τόσο ανειλικρινείς και συκοφάνται αυτοί που σας ταράττουν, ώστε φτάνουν
μέχρι του να διαδίδουν, ότι και εγώ τώρα έχω κυρηχθή υπέρ της περιτομής” (Π.Ν.Τ., 761). Και
ακολουθεί η παράθεση του χωρίου δ΄11.
168. Αν, θέλει να πει ο Παύλος, κηρύττω τώρα ότι είναι αναγκαία η περιτομή, όπως κήρυττα πριν
κληθώ στο αποστολικό αξίωμα, γιατί να με καταδιώκουν ακόμη οι Ιουδαίοι; Δεν υπάρχει τότε
λόγος φιλονεικίας μεταξύ εμού και των Ιουδαίων και άρα έχει πάψει το σκάνδαλο που προκαλείται
μεταξύ των Ιουδαίων από το κήρυγμα περί του σταυρικού θανάτου του Κυρίου, το οποίο και
καταργεί το νόμο.
169. Αυτοί που σας αναστατώνουν, λέει ο Απόστολος, και με συκοφαντούν, αν θέλουν μπορούν να
περιτέμνονται αλλά και ακόμη-ακόμη να ευνουχιστούν! Τι λέει, όμως ο Χρυσόστομος γι' αυτά τα
φοβερά λόγια του Παύλου; “Διότι (αυτοί που τους αναστατώνουν) τους ανάγκασαν, αφήσαντες την
ίδιαν αυτών πατρίδα, και την ελευθερίαν και την συγγένειαν την άνω, να ζητώσι την αλλότριαν και
την ξένην, εκβάλλοντες μεν αυτούς από την άνω και την ελευθέραν Ιερουσαλήμ, βιάζοντές τους δε να
163.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
48

13 Ὑμεῖς γὰρ ἐπ' ἐλευθερίᾳ
ἐκλήθητε, ἀδελφοί· μόνον μὴ
τὴν ἐλευθερίαν εἰς ἀφορμὴν τῇ
σαρκί, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀγάπης
δουλεύετε ἀλλήλοις.
14 ὁ γὰρ πᾶς νόμος ἐν ἑνὶ λόγῳ
πληροῦται, ἐν τῷ, ἀγαπήσεις
τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν.
15 εἰ δὲ ἀλλήλους δάκνετε καὶ
κατεσθίετε, βλέπετε μὴ ὑπ'
ἀλλήλων ἀναλωθῆτε.
16
Λέγω
δὲ
πνεύματι
περιπατεῖτε καὶ ἐπιθυμίαν
σαρκὸς οὐ μὴ τελέσητε.
17 ἡ γὰρ σὰρξ ἐπιθυμεῖ κατὰ
τοῦ πνεύματος, τὸ δὲ πνεῦμα

αναστατώνουν!
13. Γιατί εσείς, αδελφοί, προσκληθήκατε για να
είστε (ενν.) ελεύθεροι170. Μόνο (προσέξτε) μην
πάρετε την ελευθερία αφορμή για να ζείτε με
τις επιθυμίες της σάρκας, αλλά μέσω της
αγάπης να υπηρετείτε ως δούλοι ο ένας τον
άλλο.
14. Επειδή όλος ο νόμος σε ένα λόγο
(εκτελείται και) εκπληρώνεται, (με την εντολή)
να αγαπήσεις τον πλησίον σου σαν τον εαυτό
σου.
15. Αν όμως δαγκώνετε171 και κατατρώτε ο ένας
τον
άλλο,
προσέχετε
μήπως
αλληλοεξοντωθείτε.
16. Σας λέω, λοιπόν, να περπατάτε με (το)
Πνεύμα172 και δε θα εκτελέσετε (την) επιθυμία
της σάρκας173.
17. Γιατί η σάρκα επιθυμεί ενάντια στο
Πνεύμα, το Πνεύμα όμως ενάντια στη σάρκα,
επειδή αυτά είναι αντίθετα μεταξύ τους 174, ώστε

περιπλανώνται ως αιχμάλωτοι και αποστάται. Διά τούτο τους καταράται.” (Χ. 111) Αξίζει να
σημειώσουμε ότι ο Ι. Κολιτσάρας ερμηνεύει το “ἀποκόψονται” με τη γενική σημασία του
ακρωτηριασμού. (Ι.Κ., 681)
170. “Ο Χριστός, λέει, μας ελευθέρωσε από το ζυγό της δουλείας, μας άφησε κυρίους να πράττουμε,
ότι θέλουμε, όχι για να χρησιμοποιήσουμε αυτή την εξουσία προς το κακό, αλλά για να πάρουμε αιτία
μεγαλύτερου μισθού και να ανεβούμε σε υψηλότερη φιλοσοφία. (...) Τα δεσμά του νόμου ελύθησαν
και εγώ λέγω αυτά, για να γίνουμε όχι ταπεινότεροι, αλλά υψηλότεροι. Και ο πορνεύων και ο
παρθενεύων βγήκαν και οι δύο έξω από τα όρια του νόμου, αλλά όχι κατά τον ίδιο τρόπο. Έτσι
εκείνος καταφέρθηκε στο χειρότερο κι ο άλλος υψώθηκε στο καλύτερο (...) εκείνος παρέβη το νόμο,
ενώ ο άλλος υπερέβη το νόμο. (...) αυτό, λοιπόν, λέει κι ο Παύλος, ότι έλυσε το νόμο από σας όχι για
να αποσκιρτήσετε, όχι για να λακτίσετε, αλλά για να βαδίζετε εύτακτα και χωρίς ζυγό (του νόμου).”
(Χ. 114,3)
171. “Το μεν δάκνειν τον ακράτητον θυμόν δηλοί. Το δε κατεσθίειν την εσχάυην θηριωδίαν, το δε αναλίσκεσθαι τον
παντελήν όλεθρον.” (Β.Π., από κείμενο του θεολ. Θεοδ. Κ. Ζωγράφου).
172. Δηλαδή, πρέπει να πορεύεστε σύμφωνα με τις εμπνεύσεις του Αγίου Πνεύματος. “Ιδού δείχνει

και άλλην οδόν, ήτις καθιστά εύκολον την αρετήν, και κατορθώνει τα ειρημένα, οδόν, ήτις γεννά
αγάπην και σφίγγεται από αγάπην. Διότι τίποτε δεν μας κάμνει τόσο προθύμους ν' αγαπώμεν, όσον να
είμεθα πνευματικοί, και τίποτε δεν καταπείθει τόσον το Πνεύμα να μένη με ημάς όσον η δύναμις της
αγάπης.” (Χ., 117)
173. “... και συνεπώς δε θα δαγκώνη ο ένας τον άλλον, ούτε θα υπάρχει μίσος μεταξύ σας,” (Π.Ν.Τ.,
762), γιατί “η επιθυμία αυτή, καθό αμαρτωλή, δημιουργεί καταστροφικάς έριδας μεταξύ σας.” (Ι.Κ.,
681). Κατά τον Ιωάννη το Χρυσόστομο: “σάρκα ονομάζεται όχι η του σώματος φύσις αλλά η
πονηρά προαίρεσις”.
174. Εδώ ο Απόστολος εννοεί πως η κατώτερη φύση μας, η σαρκική, επιθυμεί εναντίον της

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
49

κατὰ τῆς σαρκός· ταῦτα δὲ
ἀντίκειται ἀλλήλοις, ἵνα μὴ ἃ
ἐὰν θέλητε ταῦτα ποιῆτε.
18 εἰ δὲ Πνεύματι ἄγεσθε, οὐκ
ἐστὲ ὑπὸ νόμον.
19 φανερὰ δέ ἐστι τὰ ἔργα τῆς
σαρκός, ἅτινά ἐστι μοιχεία
πορνεία, ἀκαθαρσία, ἀσέλγεια,
20 εἰδωλολατρία, φαρμακεία,
ἔχθραι, ἔρεις, ζῆλοι, θυμοί,
ἐριθεῖαι, διχοστασίαι, αἱρέσεις,
21 φθόνοι, φόνοι, μέθαι, κῶμοι
καὶ τὰ ὅμοια τούτοις, ἃ
προλέγω ὑμῖν καθὼς καὶ
προεῖπον, ὅτι οἱ τὰ τοιαῦτα
πράσσοντες βασιλείαν Θεοῦ οὐ
κληρονομήσουσιν.

να μην κάνετε αυτά που θέλετε175.
18. Αν, λοιπόν, οδηγείστε με (το) Πνεύμα, δεν
είστε κάτω από νόμο176.
19. Και φανερά είναι τα έργα της σάρκας 177, τα
οποία
είναι:
πορνεία,
ακαθαρσία178,
ασέλγεια179,
20. ειδωλολατρία, μαγεία, έχθρες, έριδα180,
ζήλια, θυμοί, φατριασμοί, διχοστασίες
(διχόνοιες), αιρέσεις,
21. φθόνοι, φόνοι, μέθες, οργιώδη φαγοπότια
και τα όμοια με αυτά, για τα οποία σας
προλέγω (και τώρα) καθώς (άλλοτε181) προείπα
ότι αυτοί που πράττουν τέτοια (πράγματα182)
δε θα κληρονομήσουν βασιλεία Θεού.

ανώτερης πνευματικής μας φύσης, που είναι εμπνεόμενη από τον Παράκλητο. Αλλά και η ανώτερη
αυτή φύση μας επιθυμεί πράγματα ενάντια στις επιθυμίες της κατώτερης φύσης μας. Οι δύο αυτές
ροπές, της σάρκας και του πνεύματος, έρχονται σε σύγκρουση η μία με την άλλη ώστε να μην
πράττουμε εκείνα που θέλουμε χωρίς αντίδραση. Έτσι στον πνευματικό αγώνα αντιδρά η
χωματένια φύση μας, ενώ στις εφάμαρτες επιθυμίες του χοϊκού ανθρώπου αντιδρά η πνευματική
φύση, αυτό που ο λαός μας ονομάζει συνείδηση. “Νοεί ο Παύλος την μεταξύ των πονηρών και
αγαθών λογισμών μάχην” (Χ. 119)
175. “Παν κατά το ίδιον θέλημα αιρετόν αλλότριον θεοσεβούντων.” (Β., 262)
176. Ο συλλογισμός του Αποστόλου είναι απλός: Εφόσον συμπεριφέρεσθε και οδηγείστε από το
Άγιο Πνεύμα, πάντα κυριαρχούν μέσα σας οι ανώτερες πνευματικές δυνάμεις και έτσι δεν είστε
κάτω από το ζυγό του νόμου. Δηλαδή, επειδή πλέον θα είστε ελεύθεροι από σαρκικές επιθυμίες,
δεν θα έχετε καμία ανάγκη από τις συμβουλές, τις εντολές και τους περιορισμούς του νόμου, ούτε
φυσικά θα είστε κάτω από την κατάρα του..
177. Δηλαδή τα έργα στα οποία παρασυρόμαστε από τη διεφθαρμένη σαρκική προαίρεσή μας
(Π.Ν.Τ.). Μάλιστα ο Χρυσόστομος απευθυνόμενως πρωτίστως στους αιρετικούς Μανιχαίους που
μισούσαν τη σάρκα και πιθανώς παρερμήνευαν τον αποστολικό λόγο προσθέτει τα εξής: “Ειπέ με
εδώ συ ο κατηγορών την σάρκα σου και νομίζων ότι ταύτα ελέχθησαν περί αυτής ως περί έχθρας και
πολεμίας (διότι η μοιχεία και η πορνεία ας είναι, κατά τη γνώμη σας, έργα της σαρκός), αλλά πώς
δύνανται να είναι της σαρκός αι έχθραι, και αι έρεις, και οι ζήλοι και αι ερίθειαι και αι αιρέσεις, και
αι φαρμακείαι; Ταύτα είναι μόνον της διεφθαρμένης προαιρέσεως, όθεν και τα άλλα. Βλέπεις ότι δεν
νοεί εδώ την σάρκαν αλλά τον γεώδη λογισμόν, τον χαμαί συρόμενον;” (Χ. 121)
178 . Δηλαδή κάθε πράξη που κάνει τον άνθρωπο ακάθαρτο.
179. Ασέλγεια, κατά τον Π.Ν.Τ. και τον Ι.Κ., νοείται η αχόρταστη μανία προς απόλαυση της
ηδονής,και ακόμη “η λαγνεία, η άμετρος ακολασία” (Β.Π.).
180. “Παρ' οις δε ουχ ομόνοια κατορθούται, ουχ ο σύνδεσμος της ειρήνης τηρείται, ουχ η εν πνεύματι
πραότης φυλάσσεται, αλλά διχοστασία και έρις και ζήλος ευρίσκεται, πολλής μεν τόλμης αν είη μέλη
του Χριστού τους τοιούτους ονομάζειν ή υπ' αυτού άρχεσθαι λέγειν.” (Β., 15)
181. Όταν ο Απόστολος κήρυξε το Ευαγγέλιο στη Γαλατία.
182. Και δεν μετανούν ειλικρινώς (Π.Ν.Τ.).

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
50

22 ὁ δὲ καρπὸς τοῦ Πνεύματός
ἐστιν
ἀγάπη,
χαρά,
εἰρήνη,μακροθυμία, χρηστότης,
ἀγαθωσύνη, πίστις,
23 πρᾳότης, ἐγκράτεια· κατὰ
τῶν τοιούτων οὐκ ἔστι νόμος.
24 οἱ δὲ τοῦ Χριστοῦ τὴν σάρκα
ἐσταύρωσαν σὺν τοῖς παθήμασι
καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις.
25 Εἰ ζῶμεν πνεύματι, πνεύματι
καὶ στοιχῶμεν.
26 μὴ γινώμεθα κενόδοξοι,
ἀλλήλους
προκαλούμενοι,
ἀλλήλοις φθονοῦντες.

22. Ο καρπός όμως του Πνεύματος είναι
αγάπη, χαρά183, ειρήνη184, μακροθυμία185,
χρηστότητα186, αγαθοσύνη187, πίστη188,
23. πραότητα189, εγκράτεια190. Κατά των
ανθρώπων αυτών (που έχουν αυτές τις αρετές),
δεν ισχύει ο νόμος. Ενάντια σε τέτοια δεν
υπάρχει νόμος191.
24. Εκείνοι, λοιπόν, που (είναι) του Χριστού
Ιησού σταύρωσαν τη σάρκα192 μαζί με τα πάθη
και με τις επιθυμίες.
25. Αν ζούμε πνευματικά, πίσω από το (Άγιο)
Πνεύμα
(τότε)
ας
πορευόμαστε
193
στοιχισμένοι .
26. Ας μη γινόμαστε κενόδοξοι, προκαλώντας
ο ένας τον άλλο (και) φθονώντας ο ένας τον
άλλο.

Σχετικά με το ε΄ κεφ. χωρία της Αγ. Γραφής:

στ. 1-3: Γαλ. β΄4, 21, γ΄10, δ΄5,9, 31, ε΄4-13, Πράξ. ιε΄10, Α΄Κορ. ζ΄23, Εφεσ. δ΄17, Ιακ. β΄10.
στ. 4-5: Γαλ. γ΄2,5, δ΄6, ε΄2, Πράξ. κδ΄15, Ρωμ. ε΄2, στ΄14, ζ΄2,6, η΄23-25, Τίτ. β΄13, Β΄Πέτρ. γ΄17.
στ. 6-9: Γαλ. α΄6, β΄2, γ΄1, ε΄13,14, στ΄15, Μτθ. ιγ΄33, Α΄Κορ. ε΄6, ζ΄19, θ΄24, Β΄Κορ. ια΄3, Α΄Θεσ. α΄3, β΄18,
Α΄Τιμ. α΄5.

Η χαρά, η προερχόμενη από την καθαρή συνείδηση. Και “από την λύτρωσιν που δίδει ο
Χριστός.” (Ι.Κ., 682).
184. Η ειρήνη που παρέχει η αγαθή συνείδηση (Ι.Κ.)
185. Δηλαδή η ανοχή στις αδικίες που μας κάνουν οι άλλοι.
186. Δηλαδή η καλοσύνη και η διάθεση να είμαστε εξυπηρετικοί προς τους άλλους.
187. Η αγαθότης της καρδίας (Ι.Κ.)
188. Κατά τον Τρεμπέλα: “.. η αξιοπιστία εις τους λόγους και τις υποσχέσεις μας.” (Π.Ν.Τ., 763).
189. Πραότητα απέναντι σε εκείνους που προσπαθούν να μας φέρουν σε κατάσταση οργής.
190. Εγκράτεια προς αποφυγή κάθε πονηράς σκέψης, επιθυμίας και πράξης .
191. Δηλαδή, “εναντίον των ανθρώπων που έχουν αυτές τις αρετές, δεν υπάρχει και δεν ισχύει ο
μωσαϊκός νόμος” (Ι.Κ., 682)
192. “Σάρκα ονομάζει εδώ πάλι τις πονηρές επιθυμίες. Διότι βέβαια δεν θανάτωσαν τη σάρκα,
επειδή πώς θα επρόκειτο να ζήσουν; Το σταυρωμένο είναι νεκρό και ανενέργητο.” (Χ. 122)
193. Δηλαδή σύμφωνα με τις απαιτήσεις του Αγίου Πνεύματος και όχι από ματαιοδοξία ή άλλα
ιδιοτελή ελατήρια. Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε σχετικά και τον πατερικό λόγο: “Εάν το
Πνεύμα του Θεού κατοικεί πράγματι σε εμάς διά της πίστεως, και ελάβαμε δι' αυτού πνευματική ζωή,
αυτή πρέπει να φαίνεται στη διαγωγή μας. Όπως η ζωτική δύναμη του σώματος φανερώνεται με την
κίνηση και την ενέργειά του, παρόμοια η ζωτική δύναμη του Πνεύματος πρέπει να φανερώνεται στη
διαγωγή μας. Εάν αυτό δε γίνεται, πρέπει το ένα να έπαθε θάνατο πνευματικό, όπως πάσχει και το
άλλο θάνατο σωματικό.” (Χ. 123)
183.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
51
στ. 10: Γαλ. α΄7-9, ε΄12, στ΄5, Β΄Κορ. ια΄4, Β΄Θεσ. ι΄4, Φιλιπ. β΄24.
στ. 11: Γαλ. στ΄12, Πράξ. κα΄21, Α΄Κορ. α΄23.
στ. 12: Δευτ. κγ΄1, Φιλιπ. γ΄2, Πράξ. ιε΄24.
στ. 13: Γαλ. ε΄1,6, στ΄2, Ρωμ. στ΄15,18,22, Α΄Πέτρ. β΄16, Β΄Πέτρ. β΄19.
στ. 14-15: Λευιτ. ιθ΄18, Ψαλμ. κστ΄3, Ζαχ. ια΄9, Μτθ. κβ΄39,40, Ρωμ. ιγ΄9,10, Γαλ. ε΄26.
στ. 16-18: Γαλ. δ΄1, ε΄22,23, Ρωμ. στ΄14, ζ΄15-23, η΄4, 9, 12, 14.
στ. 19-21: Μτθ. ιε΄19, Ρωμ. α΄29,30, β΄8, ιγ΄13, Α΄Κορ. στ΄9,10, Εφεσ. ε΄3, Αποκ. θ΄21, κα΄8, κβ΄15.
Στ 22-23: Εφεσ. ε΄9, Κολασ. γ΄12, Α΄Τιμ. α΄9, Ρωμ. στ΄22.
στ. 24-25: Γαλ. β΄19,20, στ΄14, Κολασ. γ΄5, Ρωμ. στ΄6, 11-13.
στ.26: Γαλ. ε΄13-15, Φιλιπ. β΄3.

Κεφάλαιο Στ΄
Περικοπές που αναγιγνώσκονται στις Ιερές Ακολουθίες:
στ΄1-2 (και ε΄22-26): 5/11 Αγ. Σάββα.
στ΄11-18: Κυριακή πριν την Ύψωση του Τ. Σταυρού και την Ε΄ Κυριακή
Λουκά.
στ΄14-18: 1η 'Ωρα Μεγάλης Παρασκευής.
1 Ἀδελφοί, ἐὰν καὶ προληφθῇ 1. Αδελφοί, και αν περιπέσει 194
(ένας)
ἄνθρωπος ἔν τινι παραπτώματι, άνθρωπος (να έχει υποπέσει) σε κάποιο
ὑμεῖς οἱ πνευματικοὶ καταρτίζετε παράπτωμα, εσείς οι πνευματικώς ισχυροί
τὸν τοιοῦτον ἐν πνεύματι διορθώνετε τέτοιον (άνθρωπο) με πνεύμα
πρᾳότητος σκοπῶν σεαυτόν, μὴ πραότητας195, προσέχοντας (ο καθένας από
καὶ σὺ πειρασθῇς.
εσάς τον) εαυτό σου μήπως κι εσύ
πειραστείς196.
194.

Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος τονίζει ότι το ρήμα “προληφθῇ” σημαίνει “συναρπαγεί”. Και
προσθέτει ότι ο Απόστολος δε λέει για τον αμαρτάνοντα αν πράξει κάτι, αλλά αν συναρπαγεί. Δε
ομιλεί, λοιπόν από την αρχή με αυστηρότητα. Το ίδιο κάνει και στη συνέχεια: δεν λέει κολάστε τον,
τιμωρήστε τον αλλά “καταρτίζετε τὸν τοιοῦτον ἐν πνεύματι πρᾳότητος”. Δηλαδή να τον διορθώσουν
με ήπιο τρόπο και όχι να τον καταδικάσουν. “το να δύναται τις να διορθώνει με γλυκύτητα τους
αμαρτάνοντες είναι χάρισμα πνευματικόν”(Χ. 125).
195. Ο πατερικός λόγος προσθέτει στην ίδια κατεύθυνση, της πραότητος από τη μεριά των
πνευματικώς ισχυρών προς τους αμαρτάνοντας, που είναι ασθενέστεροι στην πίστη: “Των
ασθενεστέρων εν τη πίστει φείδεσθαι δεί και ενάγειν αυτοίς δι' επιμελείας επί την τελειότητα.
Φείδεσθαι δε, δηλονότι, χωρίς του παριδείν εντολήν Θεού.” (Β. 71)
196. Ο Παύλος λέει στους πνευματικούς ταγούς της εκκλησίας της Γαλατίας να προσέξουν μήν
περιπέσουν κι αυτοί σε πειρασμό, παρασυρόμενοι από το ίδιο αμάρτημα, που έπεσε αυτός που θα
διόρθωναν. “Αυτό θα μπορούσε να γίνει είτε από ανυπομονησία, είτε από ματαιοδοξία, είτε από
φιλαρχία, είτε γενικά από εγωισμό.” (Π.Ν.Τ., 764). Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αντίθετα, πιστεύει
πως ο Παύλος εννοεί: “την βιαία του δαίμονος ορμήν, παρά της ψυχής την αμέλειαν.” Ακόμη,
υπάρχει και η ερμηνεία: “πρόσεχε μην παρασυρθείς είτε στο ίδιο αμάρτημα, είτε στο αμάρτημα της

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
52

2 ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε,
καὶ οὕτως ἀναπληρώσατε τὸν
νόμον τοῦ Χριστοῦ.
3 εἰ γὰρ δοκεῖ τις εἶναί τι, μηδὲν
ὤν, ἑαυτὸν φρεναπατᾷ·
4 τὸ δὲ ἔργον ἑαυτοῦ
δοκιμαζέτω ἕκαστος, καὶ τότε
εἰς ἑαυτὸν μόνον τὸ καύχημα
ἕξει καὶ οὐκ εἰς τὸν ἕτερον·
5 ἕκαστος γὰρ τὸ ἴδιον φορτίον
βαστάσει.
6
Κοινωνείτω
δὲ

κατηχούμενος τὸν λόγον τῷ
κατηχοῦντι ἐν πᾶσιν ἀγαθοῖς.
7 Μὴ πλανᾶσθε, Θεὸς οὐ
μυκτηρίζεται· ὃ γὰρ ἐὰν σπείρῃ

2. Να βαστάζετε τα βάρη ο ένας του άλλου και
έτσι θα εκπληρώσετε πλήρως το νόμο του
Χριστού197.
3. Γιατί αν κάποιος νομίζει πως είναι κάτι, ενώ
δεν είναι τίποτε, απατά τον εαυτό του.
4. Και (για να μην καταντήσει) ο καθένας (σε
τέτοιο φρόνημα) το έργο του εαυτού του ας
δοκιμάζει198, και τότε199 ως προς τον εαυτό του
μόνο θα έχει το καύχημα και όχι ως προς τον
άλλο (στις ελλείψεις δηλαδή του άλλου).
5. Γιατί καθένας το δικό του φορτίο θα
βαστάξει200.
6. Εκείνος που κατηχείται (και διδάσκεται) το
λόγο (του Θεού) ας κάνει συμμέτοχο τον
κατηχητή201 σε όλα τα αγαθά (του).
7. Μην πλανάστε, ο Θεός δεν εμπαίζεται. Γιατί
ό,τι σπείρει ο άνθρωπος, αυτό και θα θερίσει202.

υψηλοφροσύνης” (Ι.Κ., 683)
197. Ο νόμος του Χριστού είναι η αγάπη. Έτσι για να μην υπάρξει κίνδυνος οι πιστοί να περιπέσουν
σε πειρασμό, πρέπει να υπομένουν ο ένας τις ενοχλήσεις του άλλου, που μπορεί να οφείλονται στα
ελαττώματα του καθενός, κι έτσι, μ'αυτή την υπομονετική αδελφική στάση, να εκπληρώνουν το
νόμο της αγάπης του Κυρίου. “Ο δείνα είναι οργίλος, σύ δε υπνηλός. Υπόφερε λοιπόν συ την
σφοδράν εκείνου ορμήν, διά να υποφέρει και εκείνος την δικήν σου νωθρείαν. Και ούτως ούδ'
εκείνος αμαρτήσειν σηκωνόμενος από σε, ουδέ συ αμαρτάνεις ενώ σε υποφέρει εκείνος εις όσα είσαι
βαρύς. Ούτως δε εκτείνοντες την χείρα ο ένας εις τον άλλον, όπου είναι κίνδυνος να καταπέσετε,
πληρώσετε τον νόμον με αμοιβαίας συγκαταβάσεις, καθείς αναπληρώνων το ελείπον εις τον πλησίον
διά της ιδίας του υπομονής.” (Χ. 126)
198. Να τα δοκιμάζει αν είναι σύμφωνα με το θείο θέλημα. “Εδώ δείχνει ότι πρέπει να είμεθα βίου
εξετασταί, και όχι αμελώς, αλλά με ακρίβειαν να δοκιμάζωμεν τας πράξεις μας. Ήγουν: έκαμες τι
καλόν; Στοχάσου μήπως το έκανες διά κενοδοξίαν, μήπως δι' ανάγκην, μήπως δι' έχθραν, μήπως με
υπόκρισιν, μήπως δι' άλλην τινά αιτίαν ανθρωπίνην;” (Χ. 126)
199. Αν δηλαδή τα έργα του είναι θεάρεστα.
200. Εννοεί κατά την ώρα της Κρίσεως, ο καθένας το δικό του φορτίο θα βαστάξει κι όχι των
άλλων.
201. “... και εις την Καινήν Διαθήκην περιέχεται ο νόμος ούτος: οι κηρύττοντες το Ευαγγέλιον να
ζώσι από το Ευαγγέλιον. Και εις την Παλαιάν (Διαθήκην) δε ομοίως ελάμβαναν πολλάς προσόδους οι
Λευίται από τους αρχομένους. Διά τί άλλο λοιπόν εδιάταξε (ο Κύριος) ταύτα, πλην διά να
προκαταβάλη ταπεινοφροσύνης και αγάπης θεμέλιον; Επειδή το διδασκαλικόν αξίωμα φουσκώνει
πολλάκις τον όστις αυτό έχει, τον έβαλε ο Κύριος μας εις ανάγκην να έχη χρείαν από του
μαθητευομένους, διά να ταπεινώνεται το φρόνημά του. Καθιστούσε δε και εκείνους ευκολοτέρους
προς φιλανθρωπίαν, γυμνάζων αυτούς με την περί τους διδασκάλους εύνοιαν, να είναι ήμεροι και
προς τους άλλους. Η τοιαύτη δε των πραγμάτων κατάστασις επροξένει όχι μικράν αγάπην και εις το
ένα μέρος και εις το άλλο.” (Χ., 128)
202. Και πάλι ο Απόστολος αναφέρεται στην ημέρα της Κρίσεως.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
53

ἄνθρωπος, τοῦτο καὶ θερίσει·
8 ὅτι ὁ σπείρων εἰς τὴν σάρκα
ἑαυτοῦ ἐκ τῆς σαρκὸς θερίσει
φθοράν, ὁ δὲ σπείρων εἰς τὸ
πνεῦμα ἐκ τοῦ πνεύματος
θερίσει ζωὴν αἰώνιον.
9 τὸ δὲ καλὸν ποιοῦντες μὴ
ἐκκακῶμεν· καιρῷ γὰρ ἰδίῳ
θερίσομεν μὴ ἐκλυόμενοι.
10 ἄρα οὖν ὡς καιρὸν ἔχομεν,
ἐργαζώμεθα τὸ ἀγαθὸν πρὸς
πάντας, μάλιστα δὲ πρὸς τοὺς
οἰκείους τῆς πίστεως.
11
Ἴδετε
πηλίκοις
ὑμῖν
γράμμασιν ἔγραψα τῇ ἐμῇ χειρί.
12 ὅσοι θέλουσιν εὐπροσωπῆσαι
ἐν σαρκί, οὗτοι ἀναγκάζουσιν
ὑμᾶς περιτέμνεσθαι, μόνον ἵνα
μὴ τῷ σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ
διώκωνται.

8. Γιατί αυτός που σπέρνει στη σάρκα τη δική
του θα θερίσει203 από τη σάρκα φθορά, ενώ
εκείνος που σπέρνει στο Πνεύμα θα θερίσει
από το Πνεύμα (τα έργα του Πνεύματος) ζωή
αιώνια.
9. Και όταν κάνουμε το καλό, ας μην
κουραζόμαστε, γιατί στον κατάλληλο καιρό
θα θερίσουμε, αν δεν αποκάνουμε204.
10. Άρα, λοιπόν, όσο έχουμε ευκαιρίες 205, ας
εργαζόμαστε το αγαθό προς όλους, και
μάλιστα προς τους οικείους της πίστης (μας).
11. Δείτε με πόσο μεγάλα γράμματα σας
έγραψα με το ίδιο μου το χέρι206!
12. Όσοι θέλουν να φαίνονται αρεστοί σε
πρόσωπα σε θέματα που αναφέρονται στη
σάρκα,
αυτοί
σας
αναγκάζουν
να
περιτέμνεστε, μόνο για να μην καταδιώκονται
για το σταυρό του Χριστού207.
13. Γιατί208 ούτε αυτοί οι ίδιοι που

Εκείνος, δηλαδή, που ενεργεί σύμφωνα με τις επιθυμίες της σάρκας του, από τα έργα της
σάρκας θα “θερίσει” φθορά και αιώνια κόλαση.
204. '”.. αν δεν αποκάμωμεν τώρα, αλλ' είμεθα ακούραστοι εις το αγαθόν” (Π.Ν.Τ., 765).
205. Όσο, δηλαδή, βρισκόμαστε σ' αυτή τη ζωή, που μας δίνει τις ευκαιρίες για αγαθοεργία. (Δες
και τις παραβολες των 10 παρθενων και του πλούσιου με το φτωχό Λαζαρο). Λέει χαρακτηριστικά
η πατερική σοφία: “Μαρτυρούν δε το λόγο μας τούτον και αι παρθένοι, αίτινες, μολονότι είχον
προθυμία μεγίστην, επειδή όμως έφυγαν χωρίς να έχωσιν δαψιλή την ελεημοσύνην, απεκλείσθησαν
από του νυμφώνος. (Το ίδιο) και ο τον Λάζαρον παραβλέψας πλούσιος. Διότι και εκείνος, επειδή
εστερείτο την συμμαχίαν ταύτην, αν και έκαιε και επαρακαλούσε πολλά, δεν ηλεείτο ούτε από τον
πατριάρχην (Αβραάμ), ούτε από άλλον τινά, αλλ' έμενε διά παντός βασανιζόμενος εις την φλόγα
χωρίς καμίαν συγγνώμην. Διά ταύτα (ο Παύλος) λέγει: Ως καιρόν έχομεν, εργαζόμεθα το αγαθόν
προς πάντας.” (Χ., 131)
206. “Τίποτε άλλο δεν αινίττεται εδώ, πλην ότι αυτός έγραψε την Επιστολήν άπασαν, το οποίον ήτο
σημείον πολλής γνησιότητος. Διότι εις τας άλλας υπαγόρευε μεν αυτός, έγραφε δε άλλος.” (Χ. 132)
Άλλωστε, επειδή ο Παύλος κατηγορούνταν για πράγματα που δεν είχε καμία σχέση, όπως ότι
κήρυττε την περιτομή αλλά υποκρίνονταν ότι δεν την κήρυττε, αναγκάσθηκε να γράψει την
Επιστολή αυτή ιδιοχείρως, ώστε να υπάρχει έγγραφη μαρτυρία, που δε θα μπορούσε να
αμφισβητηθεί.
207. Ο Παύλος λέει στους Γαλάτες πως αυτοί που τους παρακινούν να περιτέμνονται, το κάνουν
μόνο και μόνο για να μην καταδιώκονται από τους Ιουδαίους για το περί του στσυρού του Χριστού
κήρυγμα
208. Το “γιατί” έρχεται σε συνέχεια από τον προηγούμενο στίχο και τον επεξηγεί εν συνεχεία.. Ότι
αυτοί που σας αναγκάζουν να περιτέμνεσθε το κάνουν μόνο για να μη διώκονται από τους
Ιουδαίους.
203.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
54

13 οὐδὲ γὰρ οἱ περιτετμημένοι
αὐτοὶ νόμον φυλάσσουσιν, ἀλλὰ
θέλουσιν ὑμᾶς περιτέμνεσθαι,
ἵνα ἐν τῇ ὑμετέρᾳ σαρκὶ
καυχήσωνται.
14 Ἐμοὶ δὲ μὴ γένοιτο
καυχᾶσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῷ
τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ
Χριστοῦ, δι' οὗ ἐμοὶ κόσμος
ἐσταύρωται κἀγὼ τῷ κόσμῳ.
15 ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ οὔτε
περιτομή
τι
ἰσχύει
οὔτε
ἀκροβυστία, ἀλλὰ καινὴ κτίσις.

περιτέμνονται δε φυλάγουν (το) νόμο209, αλλά
θέλουν εσείς να περιτέμνεστε, για να
καυχηθούν στη δική σας σάρκα210.
14. Σ’ εμένα όμως είθε να μη γίνει να
καυχιέμαι211 παρά (μόνο) για το σταυρό του
Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μέσω του οποίου
(ο) κόσμος έχει σταυρωθεί ως προς εμένα κι
εγώ ως προς (τον) κόσμο212.
15. Γιατί213 με την μετά του Χριστού κοινωνία
ούτε (η) περιτομή είναι κάτι ούτε (η)
ακροβυστία214, αλλά (ισχύει η) καινούργια
κτίση215!

Δηλαδή αυτοί που σας αναγκάζουν να περιτέμνεσθε δεν τηρούν τις άλλες νομικές διατάξεις
όπως, καθαρμούς, θυσίες ζώων, ιωβηλαία, κ.α.
210. Να καυχηθούν, δηλαδή, επειδή σας έπεισαν να περιτμηθείτε. “Επειδή ωνειδίζοντο μεταξύ των
Ιουδαίων, ως από τα πάτρια έθη αποστατήσαντες, διά να μην κατηγορώνται ταύτα λέγει, θέλουν να
σας φθείρωσιν, απολογούμενοι εις εκείνους διά της ιδικής σας σαρκός. Ούτω δε έλεγε, δείχνων ότι
δεν έπρατταν ταύτα διά τον Θεόν, ως να έλεγε: Δεν παρακινούνται εις την πράξιν ταύτην από
ευσέβειαν. Δι' ανθρωπίνην φιλοτιμίαν γίνονται όλα ταύτα, διά να ευαρεστώνται οι άπιστοι με των
πιστών την περιτομήν. Και προτιμούν να προσκρούσωσιν εις τον Θεόν, διά να αρέσωσιν εις τους
ανθρώπους.” (Χ. 133,4)
211. Και τί είναι το καύχημα του Σταυρού; Ότι ο Χριστός ανέλαβε για μας δούλου μορφή και έπαθε
όσα έπαθε (ραπίσματα, ραβδισμούς, λόγχη, αγκάθινο στεφάνι, ήλους, εμπτυσμούς, κ.α.), για μας
τους δούλους, τους εχθρούς, τους ενόχους, τους αγνώμονες. Και μας αγάπησε τόσο πολύ ώστε να
παραδώσει σε θάνατο τον ίδιο του τον Εαυτό.
212. Με την πίστη του ο Παύλος και το καύχημά του για τη σταυρική θυσία του Κυρίου έχει
πετύχει να χάσει γι' αυτόν κάθε δύναμη ο κόσμος, έχει δηλαδή νεκρωθεί γι' αυτόν, αλλά και ο ίδιος
είναι νεκρός ως προς τον κόσμο και το κοσμικό φρόνημα. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει επ'
αυτού: “Τον κόσμον λέγει τώρα, όχι τον ουρανόν, ουδέ την γην, αλλά τα βιωτικά πράγματα, τον
έπαινον τον παρ' ανθρώπων, την δορυφορίαν, την δόξαν, τον πλούτον, τα τοιαύτα όλα, τα φαινόμενα
λαμπρά. Ταύτα μου έγιναν νεκρά. Τιούτος πρέπει να είναι πάντοτε ο Χριστιανός, ταύτην την φωνήν
πάντοτε να περιφέρη. (..) Αλλ' επέφερε και άλλον ειπών, “καγώ τω κόσμω”, φανερώνων ότι η
νέκρωσις είναι διπλή και λέγων, ότι εκείνα εις εμέ είναι νεκρά, και εγώ εις εκείνα , και ούτε αυτά
δύνανται να με κυριεύσωσι και αιχμαλωτίσωσι, διότι έγιναν άπαξ νεκρά. Ούτε εγώ να τα επιθυμήσω,
διότι και εγώ είμαι νεκρός εις αυτά.. Τίποτε δεν είναι της νεκρώσεως ταύτης μακαριότερον. Αύτη
είναι της μακαρίας ζωής το θεμέλιον.” (Χ. 135)
213. Εννοεί ότι έχει νεκρωθεί ως προς τον κόσμο και ότι τίποτα δεν τον δελεάζει ούτε και τον
φοβίζει, γιατί...(συνέχεια στ. 15).
214. Δηλαδή, τώρα πια ούτε η περιτομή έχει καμιά αξία ούτε η ακροβυστία.
215.“Η αναγέννησις, που δίδεται εις κάθε πιστόν δυνάμει της απολυτρωτικής θυσία του Σταυρού.”
(Π.Ν.Τ., 765) Ακόμη; “Ονομάζει καινήν κτίσιν τον ευαγγελικόν της ζωής τρόπον, και δι' όσα γίνεται,
και δι' όσα μέλλουν να γεννώσιν. Δι' όσα μεν έγιναν, επειδή η ψυχή παλαιωθεισα εις της αμαρτίας το
γήρας, ανενεώθη έξαφνα διά του βαπτίσματος, ως να εξανακτίσθη πάλιν. Όθεν ζητούμεν διαγωγήν
νέαν και ουρανίαν. Δι' όσα δε μέλλουν να γένωσιν, επειδή και ο ουρανός και η γη και όλη η κτίσις
209.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
55

16 καὶ ὅσοι τῷ κανόνι τούτῳ
στοιχήσουσιν, εἰρήνη ἐπ' αὐτοὺς
καὶ ἔλεος, καὶ ἐπὶ τὸν Ἰσραὴλ
τοῦ Θεοῦ.
17 Τοῦ λοιποῦ κόπους μοι
μηδεὶς παρεχέτω· ἐγὼ γὰρ τὰ
στίγματα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἐν
τῷ σώματί μου βαστάζω.
18 Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν
Ἰησοῦ Χριστοῦ μετὰ τοῦ
πνεύματος ὑμῶν, ἀδελφοί·
ἀμήν.

16. Και σε όσους θα πορευτούν στοιχισμένοι
με τον κανόνα τούτο216, ειρήνη και έλεος
πάνω τους και πάνω στον Ισραήλ του Θεού217.
17. Του λοιπού κανείς ας μη με κουράζει 218.
Γιατί εγώ βαστάζω τα στίγματα του Ιησού 219
στο σώμα μου220.
18. Η χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού (ας
είναι) μαζί με το πνεύμα σας221, αδελφοί.
Αμήν.

Σχετικά με το στ΄ κεφ. χωρία της Αγ. Γραφής:

στ. 1-2: Μτθ. ιη΄15, Ρωμ. ιε΄1, Α΄Κορ. γ΄1, δ΄21, ι΄12, Γαλ. ε΄14, Ιακ. ε΄19.
στ. 3-5: Μτθ. ια΄30, Ρωμ. ιδ΄12, Λουκ. ιη΄9-11, Α΄Κορ. η΄2, Β΄Κορ. ι΄12, ιγ΄5, Γαλ. ε΄10.
στ. 6: Α΄Κορ. θ΄11,14, Ρωμ. ιε΄27.
στ. 7-10: Παροιμ. κβ΄8, Σ. Σειρ. ζ΄1-3, Ιώβ δ΄8, Ωσηέ η΄7, Ρωμ. β΄4-9, στ΄21-23, η΄13, Μτθ. ιγ΄30, Ιωάν. θ΄4,
ιβ΄35, Εβρ. ι΄31, ιβ΄3, Α΄Κορ. στ΄9, ιε΄58, Β΄Κορ. θ΄6, Β΄Θεσ. γ΄13, Β΄Πέτρ. α΄7.
στ. 11-13: Μτθ. κγ΄3,27, Πράξ. ιε΄10, Ρωμ. ιστ΄22, β΄17-23, Α΄Κορ. ιστ΄21, Εφεσ. β΄11, Φιλιπ. γ΄18, Γαλ. α΄10, ε΄
3,11, Φιλημ. 19.
στ. 14-15: Α΄Κορ. α΄23,31, Β΄Κορ. ε΄17, Γαλ. β΄2,19,20, ε΄6, 24.
στ. 16-18: Ψαλμ. ρκδ΄5, ρκζ΄6, Λευιτ. ιθ΄28, Μτθ. κστ΄10, Ρωμ. β΄29, ιστ΄20,24, Β΄Κορ. δ΄10, ια΄24,25, Εφεσ.
στ΄23, Φιλιπ. δ΄23, Β΄Τιμ. δ΄22, Φιλημ. 25.

θέλουν μεταβληθήν εις αφθαρσίαν ομού με τα ιδικά μας σώματα. Μη λοιπόν, λέγει, μου αναφέρεις
την περιτομήν, ήτις δεν ισχύει πλέον τίποτε. Διότι πώς θέλει φανήν αύτη, αφού πάθωσιν όλα τόσην
μεταβολήν; Αλλά ζήτει τα καινά πράγματα της χάριτος.” (Χ. 136)
216. Δηλαδή, όσοι αποδεχθούν και θα ακολουθήσουν τη διδασκαλία αυτή περί της νέας κτίσης και
θα συμμορφώσουν προς αυτή την εν γένει ζωή τους.
217. Ισραήλ του Θεού δεν είναι το έθνος των Ισραηλιτών, αλλά, όπως έχει σε πολλά σημεία της
παρούσης αλλά ακι άλλων επιστολών ο Απόστολος, ο νέος Ισραήλ της Χάριτος, ο οποίος είναι ο
νέος λαός που με την πίστη του έγινε ο εκλεκτός του Θεού και αντικατέστησε τον παλαιό, κατά
σάρκα, Ισραήλ.
218. Κι ας μην μου ζητάει απολογία περί του τι πράττω, εννοεί εδώ ο Πάυλος.
219. “Διότι εγώ βαστάζω εις το σώμα μου τα σημάδια των πληγών, τας οποίας υπέστην διά τον
Κύριον Ιησούν. Και αι πληγαί αυταί είναι η απολογία μου.” (Π.Ν.Τ., 766)
220. “ Εάν έβλεπέ τις στρατιώτην εκβαίνοντα από την παράταξιν καταματωμένον και
καταπληγωμένον, ηδύνατο τάχα να τον κατηγορήση ως δειλόν και προδότην, ενώ βλέπει επάνω του
σώματός του την της ανδραγαθείας απόδειξιν; Και περί εμού,λοιπόν λέγει, ομοίως κρίνετε. Εάν θέλη
τις να ακούση την απολογίαν μου, και να γνωρίσει την διάθεσίν μου, ας βλέπει τας πληγάς, αίτινες
παρέχουν απόδειξιν ισχυροτέραν από τα λόγια και τα γράμματα ταύτα.” (Χ., 137)
221. Η χάρη του Θεού (...) ας ενισχύει τις πνευματικές σας δυνάμεις. “Δεν είπεν απλώς μεθ' υμών,
ως αλλαχού, αλλά, μετά του πνεύματος υμών, αποσύρων αυτούς από τα σαρκικά, και δείχνων
πανταχού του Θεού την ευεργεσίαν, και ανενθυμίζων την χάριν, την οποίαν απήλαυσαν, διά της
οποίας ήτον ικανός να τους αποσύρη από πάσαν ιουδαϊκήν πλάνην. Διότι και το να έλαβαν πνεύμα
δεν ήτο της νομικής πτωχείας, αλλά της κατά την πίστιν δικαιοσύνης. Και το να εφύλαξαν αυτό αφού
το έλαβαν, δεν επροήλθεν από την περιτομήν, αλλά από την χάριν.” (Χ., 138).

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
56

ΕΙΚ. 6. Από τον επίλογο του Υπομνήματος της Προς Γαλάτας Επιστολής του Αγίου
Ιωάννου του Χρυσοστόμου.

Εικ. 7. Ο Παύλος και ο Βαρνάβας στα Λύστρα

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
57

Εικ. 8. Παύλος

9. Εγκυκλοπαιδικό λεξικό
Στα πιο κάτω λήμματα αναφέρονται διάφορες πληροφορίες για πρόσωπα, τόπους ή
έννοιες που αναφέρονται στην Προς Γαλάτας Επιστολή και αφορούν συνολικά στην
Καινή Διαθήκη.

Αβράαμ: Το όνομά του σημαίνει “πατήρ πλήθους”. Είναι ο θεμελιωτής του εβραϊκού
έθνους και υπήρξε απόγονος του Σηθ και γιος του Θάρρα. Γεννήθηκε, περί το 2000 π.Χ.,
και κατοίκησε μέχρι το εβδομηκοστό έτος της ζωής του στην Ουρ της Χαλδαίας. Σ' αυτή
την ηλικία, μετά από διαταγή του Θεού, μετοίκησε στη Χαράν της Μεσοποταμίας, μαζί με
τον πατέρα του, τον αδελφό του Ναχώρ και τον ανηψιό του Λωτ. Μετά το θάνατο του
πατέρα του ήρθε στη Χαναάν και κατοίκησε στη Συχέμ, όπου και έκτισε θυσιαστήριο για
να λατρεύει το Θεό. Όταν την περιοχή της νέας του κατοικίας χτύπησε λιμός,
αναγκάστηκε να καταφύγει στην Αίγυπτο, απ' όπου μετά από μερικά έτη γύρισε πλούσιος
στη Χαναάν και εγκαταστάθηκε στην περιοχή Μαμβρή, ενώ παραχώρησε την ευφορότερη
περιοχή, στην κοιλάδα του Ιορδάνη, στον ανηψιό του, Λωτ. Όταν όμως ο Λωτ και οι συν
αυτώ αιχμαλωτίστηκαν από το βασιλιά Χοδολογομόρ, ο Αβραάμ μαζί με τους υπηρέτες
του επιτέθηκε στον εισβολέα και αφού τον κατανίκησε απελευθέρωσε και τον Λωτ με τους
οικείους του. Μετά από αυτή τη νίκη του τον συνάντησε ο ιερέας Μελχισεδέκ, που είναι
“τύπος” του Κυρίου, και τον ευλόγησε (Γέν. ιδ΄). Έπειτα ο Θεός ομίλησε στον Αβραάμ και
του υποσχέθηκε πως οι απόγονοί του θα είναι τόσοι πολλοί σαν τα άστρα του ουρανού και
την άμμο της θάλασσας. Όμως επειδή ο ίδιος και η σύζυγός του Σάρα ήταν πρεσβύτατοι
στην ηλικία, συνεπώς και ανυπόμονοι για την εξαγγελία του Θεού περί των απογόνων
τους, προέβησαν σε μια πράξη η οποία δεν ταίριαζε σε ανθρώπους του Θεού: Η Σάρα
πρότεινε στον Αβραάμ κι εκείνος δέχτηκε να έρθει σε επαφή με τη δούλη τους Άγαρ για να
αποκτήσουν έναν διάδοχο. Το παιδί που γεννήθηκε, όχι κατά Θεία Επαγγελία, ονομάστηκε
Ισμαήλ. Γι' αυτό, λόγω της καταγωγής τους από τον Ισμαήλ, οι γειτονικοί των Εβραίων
κάτοικοι της περιοχής ονομάστηκαν Ισμαηλίτες και αργότερα οι Άραβες, ως απόγονοι της
Άγαρ, Αγαρηνοί. Δεκατρία χρόνια αργότερα ο Θεός επανέλαβε την υπόσχεσή του, και

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
58
πράγματι, σε ηλικία εκατό ετών, ο Αβράαμ έγινε πατέρας, από τη Σάρρα222 τη φορά αυτή,
ενός γιου που ονομάστηκε Ισαάκ. Η γέννηση του Ισσάκ ήταν η αφορμή της εκδίωξης του
Ισμαήλ και της Άγαρ για λόγους ζηλοτυπίας μεταξύ των δύο μητέρων. Στη διάκριση
μεταξύ των δύο γιων του Αβραάμ αναφέρεται και ο Παύλος στην Προς Γαλάτας Επιστολή
του, συγκρίνοντας τους εξ εθνών χριστιανούς με τους εξ Ιουδαίων και τους δύο τύπους της
Διαθήκης. Εικοσι πέντε έτη μετά ο Θεός ζήτησε από τον Αβραάμ να θυσιάσει το μονογενή
του γιο [κι εδώ ο Ισαάκ αποτελεί “τύπο” του Κυρίου και της σταυρικής θυσίας του], με
σκοπό να δοκιμάσει την πίστη του. Μετά το θάνατο της Σάρρας ο Αβραάμ νυμφεύθηκε τη
Χεττούρα η οποία του χάρισε έξι γιους, που θεωρούνται γενάρχες των αντίστοιχων
αραβικών φυλών. Μετά το θάνατό του, ο Αβραάμ, κατόπιν δικής του επιθυμίας ετάφη
δίπλα στον τάφο της Σάρρας, στο ίδιο σπήλαιο στην περιοχή Μαμβρή. Ο Αβρααμ ήταν
όντως πατριάρχης, όχι όμως μόνο των Εβραίων, αλλά και των Αράβων. Ήταν πιστός στο
Θεό, σεβαστός απ' όλους, ακόμα κι από τους γειτονικούς λαούς, παρ' όλο που έζησε ως
ξένος και παρεπίδημος, ως σκηνίτης, ενώ η μόνη έγγεια ιδιοκτησία του υπήρξε το σπήλαιο
της ταφής του. Εκτός από τη γνήσια πίστη του ο Αβραάμ ήταν τιμιότατος, γενναιόδωρος
και φιλόξενος. Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν παρέθετε δείπνο σε καλεσμένους,
οδοιπόρους, φτωχούς, ακόμα και αγγέλους, ο ίδιος έμενε όρθιος και τους διακονούσε.
Σήμερα ο Αβραάμ θεωρείται σεβάσμιο και άγιο πρόσωπο από και τις τρεις λεγόμενες
μονοθεϊστικές θρησκείες (Μωαμεθανισμό, Ιουδαϊσμό και Χριστιανισμό).
Αγαθοσύνη: (αρετή – χρηστότητα). Σχετικά: Ρωμ. ιε΄14, Γαλ. ε΄22, Εφεσ. ε΄9, Β΄Τιμ.
α΄11.
Αγάπη: Ο Απόστολος Ιωάννης ο Θεολόγος μας λέει ότι ο Θεός είναι αγάπη και σ'
αυτόν που έχει μέσα του την αγάπη, κατοικεί ο ίδιος Κύριος. (Α΄ Ιωαν. δ΄16). Αλλωστε η
αγάπη είναι η κύρια ιδιότητα του Θεού. Το μέγεθος και η αληθινή έκταση της αγάπης
αυτής του Θεού, ιδίως προς τον άνθρωπο, αδυνατεί να το κατανοήσει ο απλός άνθρωπος.
Η αγάπη του Θεού προς τους ευσεβείς πιστούς είναι αίσθημα ευδοκίας και προς τους
αμαρτωλούς αίσθημα φιλανθρωπίας και ευσπλαχνίας 223. Ο πιστός, ακολουθών το “καθ'
ομοίωσιν” οφείλει να μιμείται τον Κύριο αγαπώντας ακόμα και τους εχθρούς του και όχι
μόνον αυτό, αλλά να ευεργετεί και να αγαθοποιεί αυτούς, μιμούμενος τη σταυρική θυσία
του Υιού Του. Χωρίς την αγάπη κανείς δεν μπορεί να εισέλθει στη βασιλεία των ουρανών,
γι' αυτό και επίμονα ο Ιησούς ζητά από μας την αναγέννηση της καρδιάς μας διά του
Αγίου Πνεύματος. “Κανείς δεν μπορεί να φράσει σ’ αυτά τα μέτρα της αγάπης, αν δεν ζήσει κρυφά,
μέσα του, την ελπίδα του Θεού. Και δεν μπορούν να αγαπήσουν αληθινά τους ανθρώπους όσοι δίνουν
την καρδιά τους σ’ αυτό τον εφήμερο κόσμο. Όταν ένας άνθρωπος αποκτήσει την αληθινή αγάπη, τον
ίδιο το Θεό ντύνεται, μαζί με αυτήν.224” Σχετικά225: Μτθ. κδ΄12, Λκ. Ια΄42, Ιωάν. ε΄42, ιγ΄35,
ιε΄9-13, ιζ΄26, Ρωμ. ε΄5,8, η΄35,39, ιβ΄9, ιγ΄10,ιδ΄15, ιε΄30, Α΄Κορ. δ΄21, η΄1, 1γ΄1-4,8,13, ιδ΄1,
ιστ΄14,24, Β΄Κορ. β΄4,8, ε΄14, στ΄6, η΄7,8,24, ιγ΄11,13, Γαλ. ε΄6,13,22, Εφεσ. α΄4,15, β΄4,
γ΄18,19, δ΄2,15,16, ε΄2, στ΄23, Φιλιπ. α΄9,17, β΄1,2, Κολασ. α΄4,8,13, β΄2, γ΄14, Α΄Θεσ. α΄3,
γ΄6,12, ε΄8,13, Β΄Θεσ. α΄3, β΄10, γ΄5, Α΄Τιμ. α΄5,14, β΄15, δ΄12, στ΄11, Β΄Τιμ. α΄7,13, β΄22,
γ΄10, Φιλημ. 5,7,9, Εβρ. στ΄10, ι΄24, Α΄Πέτρ. δ΄8, ε΄14, Β΄Πέτρ. α΄7, Α΄Ιωάν. β΄5,15,
γ΄1,16,17, δ΄7,8,9,10, 16,17,18, ε΄3, Β΄Ιωάν. 3,6, Γ΄Ιωάν. 6, Ιούδ. 2,12,21.
222. Το όνομα Σάρρα, με δύο “ρ”, σημαίνει ηγεμών στο θηλυκό γένος.
223. Γ. Κωνσταντίνου, Λεξικόν των Γραφών, σελ. 19.
224. Ανθολόγιο από την ασκητική εμπειρία του αγίου Ισαάκ του Σύρου, Κων. Καρακόλη, εκδ. Ορθόδ. Κυψέλη, σ. 10.
225. Παρατηρούμε πως οι αναφορές του Αποστόλου Παύλου στην αγάπη είναι συντριπτικά περισσότερες από ότι σε
άλλα βιβλία της Κ. Διαθήκης ( 68 από τις 98 συνολικά αναφερόμενες).

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
59

Άγαρ: Ήταν η Αιγύπτια δούλα της Σάρρας, που την παρέδωσε, σύμφωνα με τα ήθη της
εποχής εκείνης, στο σύζυγό της Αβραάμ για να αποκτήσουν τέκνο. Μετά τη γέννηση του
Ισμαήλ από την Άγαρ, η Σάρρα έπεισε τον Αβραάμ να την διώξει. Εκείνη, ενώ
κατευθυνόταν προς την Αίγυπτο και διέσχιζε την έρημο Σουρ, συνάντησε έναν άγγελο, ο
οποίος την συμβούλεψε να επιστρέψει και να ταπεινωθεί στην κυρία της Σάρρα, ενώ τη
βεβαίωσε ότι οι απόγονοι του γιου της Ισμαήλ θα είναι πάρα πολλοί. Ο τόπος που
εμφανίστηκε ο άγγελος αυτός ονομάσθηκε “φρέαρ του Λα χάι ρόι”, που σημαίνει “το
πηγάδι του ζώντος και βλέποντός με”. Μερικά έτη αργότερα κι αφού η Άγαρ είχε επιστρέψει
στον οίκο Αβραάμ, ο Ισμαήλ κορόιδευε τον μικρότερό του Ισαάκ, κατά την εορτή της
ενηλικιώσεώς του, και η οργισμένη με το συμβάν Σάρρα απαίτησε να αποχωρήσει από το
σπίτι ο Ισμαήλ μαζί με τη μητέρα του. Ο Αβραάμ, εξασφαλίζοντας και τη συμφωνία του
Θεού δέχτηκε να την διώξει δίνοντάς της λίγους άρτους και ένα δοχείο νερό. Ο Θεός
μάλιστα υποσχέθηκε στον Αβραάμ ότι από τον γιο του τον Ισαάκ οι απόγονοι θα
ονομαστούν “σπέρμα” του, ενώ από τον Ισμαήλ “μέγα έθνος”. Η Άγαρ περιπλανήθηκε στην
έρημο Βηρσαβεέ, ώσπου της τελείωσε το νερό. Τότε άφησε το διψασμένο παιδί της κάτω
από τη σκιά κάποιου μοναχικού δέντρου και απομακρύνθηκε λίγο για να προσευχηθεί. Η
προσευχή της εισακούσθηκε και ο Θεός της έδειξε ένα πηγάδι στην περιοχή, λυτρώνοντάς
την, αυτή και το παιδί της, από το φάσμα της δίψας. Συγχρόνως ο Θεός της υποσχέθηκε εκ
νέου ότι ο γιος της, Ισμαήλ, θα γίνει πατέρας μεγάλου έθνους. Ο Απόστολος Παύλος στο
τέταρτο κεφάλαιο της Προς Γαλάτας Επιστολής του παραβάλλει την Άγαρ με το όρος
Σινά, που δόθηκε ο Νόμος στον Μωυσή, και τη Σάρρα με την κυρίως Θεία Οικονομία.
Έτσι, κατά τον Πρωτοκορυφαίο, η Άγαρ συμβολίζει την παλαιά Οικονομία που τελούσε
υπό τις διατάξεις του Μωσαϊκού Νόμου, και η Σάρρα συμβολίζει την νέα Οικονομία,
δηλαδή τη Χριστιανική Εκκλησία, που ως απαλλαγμένη που είναι από τις υποχρεώσεις
και τη δουλεία του Νόμου, είναι ελεύθερη και ζώσα.
Άγγελος: Η πρώτη σημασία της λέξης είναι αυτή του
αγγελιαφόρου (Μτθ. ια΄10, Λουκ. ζ΄24). Πολλές φορές σημαίνει τον
φέροντα την αγγελία (Ιώβ α΄14, Α΄ Βασ. ια΄3), άλλες τον Προφήτη
(Ησ. μβ΄19, Αγγ. α΄13), άλλες τον ιερέα (Εκκλ. ε΄6, Μαλαχ. β΄7),
άλλες τον ιεροκήρυκα (Αποκ. β΄1,8,12) και τέλος τον ίδιο τον Ιησού
Χριστό ως μέγα άγγελο της΄ Διαθήκης (Μαλαχ. γ΄1).
Κυρίως, όμως, με τη λέξη άγγελος η Αγία Γραφή εννοεί το
πνευματικό και λογικό ον, που είναι ανώτερο από τον άνθρωπο στο
χαρακτήρα, στις διαθέσεις και τις δυνάμεις. Οι άγγελοι αυτοί του
Θεού στέκονται πάντοτε ενώπιον του Θεού, Τον υπηρετούν,
μεταφέρουν στους ανθρώπους τις διαταγές Του: “ταῦτα δὲ αὐτοῦ
ἐνθυμηθέντος ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου κατ' ὄναρ ἐφάνη αὐτῷ λέγων· Ἰωσὴφ υἱὸς
Δαυῒδ, μὴ φοβηθῇς παραλαβεῖν Μαριὰμ τὴν γυναῖκά σου, τὸ γὰρ ἐν αὐτῇ
γεννηθὲν ἐκ πνεύματός ἐστιν ἁγίου” (Μτθ. α΄20), και ενεργούν υπέρ της ευημερίας και της
σωτηρίας των ανθρώπων και της ανθρωπότητας γενικά: “Καὶ πληρωθέντων ἐτῶν
τεσσαράκοντα ὤφθη αὐτῷ ἐν τῇ ἐρήμῳ τοῦ ὄρους Σινᾶ ἄγγελος Κυρίου ἐν φλογὶ πυρὸς βάτου.”
(Πράξ. ζ΄30). Ως πνευματικά όντα οι άγγελοι δεν έχουν διάκριση φύλου:”Ἐν γὰρ τῇ
ἀναστάσει οὔτε γαμοῦσιν οὔτε ἐκγαμίζονται, ἀλλ' ὡς ἄγγελοι Θεοῦ ἐν οὐρανῷ εἰσι.” (Μτθ. κβ΄30) Οι
άγγελοι δημιουργήθηκαν πολύ προ της δημιουργίας του ορατού κόσμου: “ὅτε ἐγενήθησαν
ἄστρα, ᾔνεσάν με φωνῇ μεγάλῃ πάντες ἄγγελοί μου.”, λέει ο Θεός στον Ιώβ, (Ιώβ λη΄7). Στη

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
60
Βίβλο οι άγγελοι παρουσιάζονται πολυπληθείς:” ποταμὸς πυρὸς εἷλκεν ἔμπροσθεν αὐτοῦ·
χίλιαι χιλιάδες ἐλειτούργουν αὐτῷ, καὶ μύριαι μυριάδες παρειστήκεισαν αὐτῷ· κριτήριον ἐκάθισε, καὶ
βίβλοι ἠνεῴχθησαν.“ (Δαν. ζ΄10) και αλλού: (Μτθ. κστ΄53, Λουκ. β΄13, Εβρ. ιβ΄22,23), ως
όντα μεγάλης ισχύος: “ εὐλογεῖτε τὸν Κύριον, πάντες οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ, δυνατοὶ ἰσχύϊ ποιοῦντες τὸν
λόγον αὐτοῦ τοῦ ἀκοῦσαι τῆς φωνῆς τῶν λόγων αὐτοῦ.” (Ψαλ. ρβ΄20) και αλλού (Β΄Πέτρ. β΄11,
Αποκ. ε΄2, ιη΄21, κ.α.), ως ενεργητικοί: “καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἀναβῆναι τὴν φλόγα ἐπάνω τοῦ
θυσιαστηρίου ἕως τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἀνέβη ὁ ἄγγελος Κυρίου ἐν τῇ φλογὶ τοῦ θυσιαστηρίου, καὶ
Μανωὲ καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ βλέποντες καὶ ἔπεσαν ἐπὶ πρόσωπον αὐτῶν ἐπὶ τὴν γῆν.” (Κριτ. ιγ΄20) και
αλλού (Ησ. στ΄2-6, Δαν. θ΄21-23, Μτθ. ιγ΄49, Πράξ. κζ΄23, Αποκ. η΄13), ως ομαδοποιημένοι
σε τάξεις ή στρατιές, Χερουβίμ, Σεραφίμ, Θρόνοι, Κυριότητες, Δυνάμεις, Εξουσίες, Αρχές,
Άγγελοι, Αρχάγγελοι, (Ι.Κ.): “εἶδον τὸν Κύριον καθήμενον ἐπὶ θρόνου ὑψηλοῦ καὶ ἐπῃρμένου,
καὶ πλήρης ὁ οἶκος τῆς δόξης αὐτοῦ. καὶ Σεραφὶμ εἱστήκεισαν κύκλῳ αὐτοῦ, ἓξ πτέρυγες τῷ ἑνὶ καὶ ἓξ
πτέρυγες τῷ ἑνί, καὶ ταῖς μὲν δυσὶ κατεκάλυπτον τὸ πρόσωπον, ταῖς δὲ δυσὶ κατεκάλυπτον τοὺς πόδας
καὶ ταῖς δυσὶν ἐπέταντο. καὶ ἐκέκραγεν ἕτερος πρὸς τὸν ἕτερον καὶ ἔλεγον· ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος
σαβαώθ, πλήρης πᾶσα ἡ γῆ τῆς δόξης αὐτοῦ. καὶ ἐπήρθη τὸ ὑπέρθυρον ἀπὸ τῆς φωνῆς, ἧς
ἐκέκραγον, καὶ ὁ οἶκος ἐπλήσθη καπνοῦ. καὶ εἶπον· ὦ τάλας ἐγώ, ὅτι κατανένυγμαι, ὅτι ἄνθρωπος ὢν
καὶ ἀκάθαρτα χείλη ἔχων, ἐν μέσῳ λαοῦ ἀκάθαρτα χείλη ἔχοντος ἐγὼ οἰκῶ καὶ τὸν βασιλέα Κύριον
σαβαὼθ εἶδον τοῖς ὀφθαλμοῖς μου. καὶ ἀπεστάλη πρός με ἓν τῶν Σεραφίμ, καὶ ἐν τῇ χειρὶ εἶχεν
ἄνθρακα, ὃν τῇ λαβίδι ἔλαβεν ἀπὸ τοῦ θυσιαστηρίου” (Ησ. στ΄1-6) και αλλού (Ιεζ. ι΄1, Κολοσ.
α΄16, Αποκ. ιβ΄7), ως ενδιαφερόμενοι για την ευημερία και τη σωτηρία των ανθρώπων:
“καὶ ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου ἐπέστη αὐτοῖς καὶ δόξα Κυρίου περιέλαμψεν αὐτούς, καὶ ἐφοβήθησαν
φόβον μέγαν. καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὁ ἄγγελος· Μὴ φοβεῖσθε· ἰδοὺ γὰρ εὐαγγελίζομαι ὑμῖν χαρὰν μεγάλην
ἥτις ἔσται παντὶ τῷ λαῷ, ὅτι ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον σωτὴρ ὅς ἐστιν Χριστὸς Κύριος ἐν πόλει Δαυῒδ. καὶ
τοῦτο ὑμῖν τὸ σημεῖον, εὑρήσετε βρέφος ἐσπαργανωμένον, κείμενον ἐν φάτνῃ.” (Λουκ. β΄9-12),
αλλά και στο Α΄Πέτρ. α΄12 και ως απολαμβάνοντες της ουρανίου μακαριότητος μαζί με
τους αγίους: “ἀλλὰ προσεληλύθατε Σιὼν ὄρει καὶ πόλει Θεοῦ ζῶντος, Ἱερουσαλὴμ ἐπουρανίῳ, καὶ
μυριάσιν ἀγγέλων, πανηγύρει καὶ ἐκκλησίᾳ πρωτοτόκων ἐν οὐρανοῖς ἀπογεγραμμένων, καὶ κριτῇ
Θεῷ πάντων, καὶ πνεύμασι δικαίων τετελειωμένων” (Εβρ. ιβ΄22,23). Μια ομάδα αγγέλων
αμαρτάνοντας από οίηση, δεν τήρησε τις αρχές της και αποπέμφθηκε από τον Θεό στην
Άβυσσο: “παρήγγειλε γὰρ τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου. πολλοῖς γὰρ
χρόνοις συνηρπάκει αὐτόν, καὶ ἐδεσμεῖτο ἁλύσεσι καὶ πέδαις φυλασσόμενος, καὶ διαρρήσσων τὰ
δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ δαίμονος εἰς τὰς ἐρήμους. ἐπηρώτησε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· Τί σοί ἐστιν
ὄνομα; ὁ δὲ εἶπε· Λεγεών· ὅτι δαιμόνια πολλὰ εἰσῆλθεν εἰς αὐτόν· καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα μὴ
ἐπιτάξῃ αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν.” (Λουκ. η΄29-31). Αυτοί ονομάστηκαν διάβολοι,
δαίμονες ή πειρασμοί εξαιτίας της πορείας τους εναντίον του θεού και της ανθρωπότητας.
Ο αρχηγός τους ονομάζεται στην εβραϊκή γλώσσα Βεελζεβούλ (άρχων των μυγών), Σατάν
ή Αβαδδών: “ἔχουσι βασιλέα ἐπ' αὐτῶν τὸν ἄγγελον τῆς ἀβύσσου· ὄνομα αὐτῷ Ἑβραϊστὶ Ἀβαδδὼν,
ἐν δὲ τῇ Ἑλληνικῇ ὄνομα ἔχει Ἀπολλύων.” (Αποκ. θ΄11), και Απολλύων ή Ολοθρεύων στην
ελληνική, ενώ στη μετάφραση των Εβδομήκοντα καλείται άγγελος της Αβύσσου. Από
τους αγαθούς αγγέλους λέγεται ότι επτά είναι οι Αρχάγγελοι (Γ.Κ.) οι οποίοι βρίσκονται
μπροστά στο θρόνο του Θεού: “Καὶ εἶδον τοὺς ἑπτὰ ἀγγέλους οἳ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἑστήκασι, καὶ
ἐδόθησαν αὐτοῖς ἑπτὰ σάλπιγγες.”(Αποκ. η΄2) και έχουν εξουσία πάνω στους άλλους αγγέλους
και προστατεύουν ορισμένα έθνη: “Και ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἀναστήσεται Μιχαὴλ ὁ ἄρχων ὁ
μέγας, ὁ ἑστηκὼς ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τοῦ λαοῦ σου· καὶ ἔσται καιρὸς θλίψεως, θλῖψις οἵα οὐ γέγονεν ἀφ'
οὗ γεγένηται ἔθνος ἐν τῇ γῇ ἕως τοῦ καιροῦ ἐκείνου· καὶ ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ σωθήσεται ὁ λαός σου,
πᾶς ὁ γεγραμμένος ἐν τῇ βίβλῳ”(Δαν. ιβ΄1). Τέσσερα ονόματα Αρχαγγέλων γνωρίζουμε, από
τους οποίους οι δύο αναφέρονται στην Καινή Διαθήκη, ο Μιχαήλ (Ιουδ. 9) και ο Γαβριήλ

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
61
(Λουκ. α΄16), ο ένας στην Παλαιά Διαθήκη, ο Ραφαήλ (Τωβίτ ιβ΄15), ενώ σε εβραϊκά
συγγράματα άλλος ένας, ο Ουριήλ. Σε ένα από τα αρχαιότερα χριστιανικά συγγράμματα,
στο έργο “Ο Ποιμήν” του Ερμά, διαβάζουμε: “ο φύλαξ άγγελος τρυφερός εστί και αισχυντηρός
και πραϋς και ησύχιος. Όταν μεν ουν επί την καρδία σου αναβή, ευθέως λαλεί μετά σου περί
δικαιοσύνης, περί αγνείας, περί σεμνότητος και περί αυταρκείας και περί παντός έργου δικαίου και
περί πάσης αρετής ενδόξου”, ενώ προσθέτει πιο κάτω πως όταν γεννιούνται στην καρδιά σου
τέτοιες σκέψεις και αισθήματα, μάθε ότι ο άγγελος ο αγαθός είναι μαζί σου 226. Ο Ιωάννης ο
Δαμασκηνός προσθέτει: “Εἶναι ὁ ἄγγελος φύση λογική, πνευματικὴ καὶ ἐλεύθερη, μεταβλητὴ
σύμφωνα μὲ τὴν ἀπόφασή της, δηλαδὴ μεταβλητὴ μὲ τὴ θέλησή της· διότι καθετὶ ποὺ ἔχει
δημιουργηθεῖ εἶναι καὶ μετάβλητο καὶ μόνο τὸ ἀδημιούργητο εἶναι ἀμετάβλητο. Ἐπίσης καθετὶ λογικὸ
εἶναι ἐλεύθερο. Ἐπειδὴ λοιπὸν ὁ ἄγγελος εἶναι λογικὴ καὶ πνευματικὴ φύση, εἶναι ἐλεύθερη· ἐπειδὴ
ὅμως εἶναι φύση ποὺ ἔχει δημιουργηθεῖ, εἶναι μεταβλητή, μὲ δυνατότητα νὰ μένει σταθερὴ καὶ νὰ
προοδεύει στὸ ἀγαθό, ἀλλὰ καὶ νὰ κατευθύνεται στὸ κακό. Ἐπίσης, δὲν ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ
μετανοήσει, διότι εἶναι καὶ ἀσώματος. Ὁ ἄνθρωπος δηλαδὴ μπορεῖ νὰ μετανοήσει λόγῳ τῆς
ἀσθένειας τοῦ σώματός του. Εἶναι ἀθάνατος ὄχι ἐκ φύσεως, ἀλλὰ κατὰ χάρη· διότι καθετὶ ποὺ ἔχει
ἀρχή, ἔχει καὶ τέλος σύμφωνα μὲ τοὺς φυσικοὺς νόμους. Καὶ μόνος ὁ Θεὸς εἶναι αἰώνιος, ἢ καλύτερα
πέραν ἀπὸ τὸ αἰώνιο· διότι ὁ Δημιουργὸς τοῦ κόσμου δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ χρόνο, ἀλλὰ εἶναι πέραν
ἀπὸ τὸ χρόνο. Οἱ ἄγγελοι εἶναι δεύτερα πνευματικὰ φῶτα, ποὺ παίρνουν τὸ φωτισμὸ ἀπὸ τὸ πρῶτο
καὶ ἄναρχο φῶς καὶ δὲν ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ γλώσσα καὶ ἀκοή, ἀλλὰ πληροφοροῦνται μεταξύ τους τὰ
προσωπικὰ διανοήματα καὶ τὶς ἀποφάσεις τους χωρὶς τὸν προφορικὸ λόγο.227”Αξίζει να
αναφέρουμε ότι η Εκκλησία μας έχει αφιερώσει τη Δευτέρα κάθε εβδομάδας προς τιμήν
των αγγέλων.Σχετικά: Μτθ. α΄20,24, β΄13,19, δ΄6,11, ια΄10, ιγ΄39,41,43, ιστ΄27, ιη΄10, κβ΄30,
κδ΄31,36, κε΄31,41, κστ΄53, κη΄2,5, Μάρκ. α΄2,13, η΄38, ιβ΄25, ιγ΄27,32, Λουκ. α΄11,13,18,19,
26,28,30, 34,35, 38, β΄9,10,13,15,21, δ΄10, ζ΄24,27, θ΄26,52, ιβ΄8,9, ιστ΄22, κβ΄43,κδ΄23, Ιωάν.
α΄52, ε΄4, ιβ΄29, κ΄12, Πράξ. ε΄19, στ΄15, ζ΄30,35,38,53, η΄26, ι΄3,7,22, ια΄13, ιβ΄7-11,15,23,
κγ΄8,9, κζ΄23, Ρωμ. η΄38, Α΄Κορ. δ΄9, στ΄3, ια΄10, ιγ΄1, Β΄Κορ. ια΄14, ιβ΄7, Γαλ. α΄8, γ΄19,
δ΄14, Κολασ. β΄18, Β΄Θεσ. α΄7, Α΄Τιμ. γ΄16, ε΄21, Εβρ. α΄4-7, β΄2,5,7,9,16, ιβ΄22, ιγ΄2, Ιακ.
β΄25, Α΄Πέτρ. α΄12, γ΄22, Β΄Πετρ. β΄4,11, Ιούδ. 6, Αποκ. α΄1,20, β΄1,8,12,18, γ΄1,5,7, ε΄2,11,
ζ΄1,2, η΄2-8, 10, 12,13, θ΄1,11,13-15, ι΄1, 5-10, ια΄1,15, ιβ΄7,9, ιδ΄6, 8-10, 15,19, ιε΄1, 6-8, ιστ΄35, 8,10,12,17,, ιζ΄1,7, ιη΄1,21, ιθ΄17, κ΄1, κα΄9,12,17, κβ΄6,8,16.
Αίρεση: Προέρχεται από το ρήμα “αίρω” και έχει διάφορες σημασίες: λήψη, άλωση,
εκλογή, γνώμη, ιδέα, δόξα, σύστημα. Στην Αγία Γραφή σημαίνει εκλογή, προτίμηση τρόπου
ζωής, διδασκαλίας, φατρίας ή συστήματος. Έτσι διάφορες φατρίες των Ιουδαίων καλούνταν
αιρέσεις, όπως αυτές των Φαρισαίων, των Σαδδουκαίων, των Εσσηνών ή Εσσαίων και
των Ηρωδιανών228. Οι ίδιοι οι Χριστιανοί, ακόμη, θεωρούνταν τα πρώτα χρόνια από τους
Εβραίους ως αίρεση. Γι' αυτό και ο Απόστολος Παύλος κατηγορήθηκε ως πρωτοστάτης της
αίρεσης των “Ναζωραίων”: “εὑρόντες γὰρ τὸν ἄνδρα τοῦτον λοιμὸν καὶ κινοῦντα στάσιν πᾶσι τοῖς
Ἰουδαίοις τοῖς κατὰ τὴν οἰκουμένην, πρωτοστάτην τε τῆς τῶν Ναζωραίων αἱρέσεως.” (Πράξ. κδ΄5).
Σύμφωνα με τον απόστολο των εθνών, όμως, αίρεση θεωρείται κάθε θρησκευτική δοξασία
που αντιβαίνει στο πνεύμα και το γράμμα του θείου λόγου και του Ευαγγελίου (Γαλ. ε΄20)
και αλλού: “δεῖ γὰρ καὶ αἱρέσεις ἐν ὑμῖν εἶναι, ἵνα οἱ δόκιμοι φανεροὶ γένωνται ἐν ὑμῖν.”(Α΄ Κορ.
ια΄19). Την άποψη αυτή συμμερίζεται και ο Απόστολος Πέτρος “Ἐγένοντο δὲ καὶ
ψευδοπροφῆται ἐν τῷ λαῷ, ὡς καὶ ἐν ὑμῖν ἔσονται ψευδοδιδάσκαλοι, οἵτινες παρεισάξουσιν αἱρέσεις
ἀπωλείας, καὶ τὸν ἀγοράσαντα αὐτοὺς δεσπότην ἀρνούμενοι, ἐπάγοντες ἑαυτοῖς ταχινὴν ἀπώλειαν”
226. Ερμάς, Ποιμήν, Εντολή ε΄11, 3-4., ΒΕΠΕΣ.
227. Ιωάννης Δαμασκηνός, Περί Αγγέλων, Migne P.G.94, 865.
228. Γ. Κωνσταντίνου, Λεξικόν των Γραφών, Εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήναι 1973, σελ. 64.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
62
(Β΄ Πέτρ. β΄1). Η Ορθόδοξη Εκκλησία, εκτός από τις εκκλησίες των Αρμενίων, των
Νεστοριανών και των Κοπτών (Αντιχαλκηδόνιων) που τις θεωρεί σχισματικές, όλες τις
άλλες τις χαρακτηρίζει αιρετικές (της παπικής συμπεριλαμβανομένης). Σχετικά: Πράξ.
ε΄17, ιε΄5, κδ΄5,14, κστ΄5, κη΄22, Α΄Κορ. ια΄19, Γαλ. ε΄20, Β΄Πέτρ. Β΄1.
Ακαθαρσία: (βρομιά – ρυπαρότητα). Σχετ. Μτθ. κγ΄27, Ρωμ. α΄24, στ΄19, Β΄Κορ. ιβ΄21,
Γαλ. ε΄19, Εφεσ. δ΄19, ε΄3, Κολοσ. γ΄5, Α΄Θεσσ. β΄3, δ΄7.
Ακροβυστία: Το αντίθετο της περιτομής. Στην περιτομή επιβάλλονταν οι Ιουδαίοι
κατά την όγδοη μέρα από τη γέννησή τους. Ο Απόστολος Παύλος αποδεικνύει ότι η
περιτομή δεν είναι απαραίτητη στο νέο κόσμο της Εκκλησίας του Χριστού, όπου δεν
υπάρχει διάκριση μεταξύ Ιουδαίων και Εθνικών. Σχετικά: Πράξ. ια΄3, Ρωμ. β΄25,26,27,
γ΄30, δ΄9,10,11, Α΄Κορ. ζ΄18,19, Γαλ. β΄7, ε΄6, Εφεσ. β΄11, Κολοσ. β΄13, γ΄11.
Αντιόχεια: όνομα δύο πόλεων της Ανατολής που αναφέρονται στην Αγία Γραφή. Η
πρώτη ήταν κτισμένη στη Φρυγία, που ονομαζόταν και Αντιόχεια της Πισιδίας ενώ
αργότερα μετονομάστηκε σε Καισάρεια, και έφερε το όνομα αυτό προς τιμήν του πατέρα
του ιδρυτή της, Σελεύκου Νικάνορα, του Αντιόχου. Η πόλη αυτή αναφέρεται στη Γραφή
σε αρκετά εδάφια (Πράξ. ιγ΄14, ιδ΄19-20 και Β΄ Τιμ. γ΄11). Η δεύτερη Αντιόχεια, που έχει
σχέση και με την Επιστολή Προς Γαλάτας ονομάζεται και Αντιόχεια εν Δάφνη κτίστηκε
περί το 300 π.Χ. Από τον Σέλευκο Νικάτορα κι αυτή, στη Συρία κοντά στις όχθες του
Ορόντη ποταμού. Η πόλη έγινε πρωτεύουσα της Ελληνιστικής Συρίας και ήταν η
ωραιότερη ίσως πόλη της περιοχής. Επί κυριαρχίας των Ρωμαίων η πόλη διατήρησε και
επαύξησε τη σημασία της καθιστάμενη τρίτη τη τάξει πόλη της Αυτοκρατορίας, μετά τη
Ρώμη και την Αλεξάνδρεια. Στη χριστιανική εποχή η πόλη υπήρξε έδρα Πατριαρχείου. Η
πόλη υπήρξε γεννέτειρα των μεγάλων πατέρων της Εκκλησίας μας, του Ιωάννου
Χρυσοστόμου και του Ιωάννου Δαμασκηνού. Ο ιδρυτής της πόλης κατάφερε να
συγκεντρώσει μεγάλο αριθμό εποίκων στη νέα πόλη, προσφέροντας πλουσιοπάροχα
προνόμια, με αποτέλεσμα μεταξύ αυτών να εισρεύσουν και πολλοί Ιουδαίοι. Πολλοί από
τους τελευταίους βαπτίστηκαν Χριστιανοί. Στην πόλη μάλιστα αυτή λέγεται ότι οι πιστοί
της νέας θρησκείας πήραν αυτή την προσωνυμία (Χριστιανοί). Στην πόλη συγκροτήθηκαν
πολλές τοπικές Σύνοδοι μεταξύ των ετών 252 και 380. Η πόλη αναφέρεται εκτός από το
Γαλ. β΄11 και στις Πράξεις (ια΄19 και ιγ΄1).
Αποκάλυψη: Προέρχεται από το ρήμα αποκαλύπτω. Σημαίνει σηκώνω το κάλυμμα,
κάνω φανερό το κρυμμένο. Θεία αποκάλυψη ονομάζεται η φανέρωση του Θεού με
λόγια ή σύμβολα καθώς και του θελήματός Του στους ανθρώπους. Έτσι αποκάλυψη
είναι και η ίδια η Αγία Γραφή. Ακόμη Αποκάλυψη ονομάζεται και το μοναδικό
προφητικό βιβλίο της Κ. Διαθήκης, συγγγραφέας του οποίου είναι ο Ιωάννης ο Θεολόγος.
Η αποκάλυψη ή φανέρωση του Θεού και του θελήματός του χωρίζεται σε δύο μέρη: α΄ Στη
φυσική θεογνωσία. Έτσι ο Θεός: 1. φανερώνεται με τα έργα Του: “διότι τὸ γνωστὸν τοῦ Θεοῦ
φανερόν ἐστιν ἐν αὐτοῖς· ὁ γὰρ Θεὸς αὐτοῖς ἐφανέρωσε. τὰ γὰρ ἀόρατα αὐτοῦ ἀπὸ κτίσεως κόσμου
τοῖς ποιήμασι νοούμενα καθορᾶται, ἥ τε ἀΐδιος αὐτοῦ δύναμις καὶ θειότης, εἰς τὸ εἶναι αὐτοὺς
ἀναπολογήτους¨” (Ρωμ. α΄19,20), 2. στη συνείδηση του ανθρώπου: “ὅταν γὰρ ἔθνη τὰ μὴ νόμον
ἔχοντα φύσει τὰ τοῦ νόμου ποιῇ, οὗτοι νόμον μὴ ἔχοντες ἑαυτοῖς εἰσι νόμος, οἵτινες ἐνδείκνυνται τὸ
ἔργον τοῦ νόμου γραπτὸν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν, συμμαρτυρούσης αὐτῶν τῆς συνειδήσεως καὶ
μεταξὺ ἀλλήλων τῶν λογισμῶν κατηγορούντων ἢ καὶ ἀπολογουμένων” (Ρωμ. β΄14,15), 3. στην
ιστορία των εθνών και του κόσμου γενικότερα: “καίτοι γε οὐκ ἀμάρτυρον ἑαυτὸν ἀφῆκεν
ἀγαθοποιῶν, οὐρανόθεν ὑμῖν ὑετοὺς διδοὺς καὶ καιροὺς καρποφόρους, ἐμπιπλῶν τροφῆς καὶ

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
63
εὐφροσύνης τὰς καρδίας ὑμῶν. ” (Πράξ. ιδ΄17). Αλλά η φυσική αυτή αποκάλυψη του Θεού,
αν και είναι πολυτιμότατη, στερείται εντούτοις λόγου και έτσι είναι “λίαν επισφαλής εν τη
χειραγωγήσει και κρατήσει του νου ως παρεχομένη τούτω δια της στερήσεως του λόγου ασαφείας και
επομένως αμφιβολίας και αποκλίσεις από τας ευθείας ουκ ολίγας και ολεθρίας” (Γ.Κ.). Έτσι όλα τα
έθνη που ακολούθησαν αυτή την οδό της φυσικής θεογνωσίας οδηγήθηκαν σε απόγνωση
και σε λατρεία κτισμάτων του Θεού, όπως του ηλίου, της σελήνης, των ερπετών, κ.α. Β΄ Στη
λογική ή εξ αποκαλύψεως θεογνωσία: Εδώ ο Θεός αποκαλύπτεται για μεγάλο χρονικό
διάστημα στον μόνο πιστό λαό Του διά των προφητών, των θαυμάτων και γενικά με την
Παλαιά Διαθήκη, η οποία αποτελεί την προοικονομία της Μεγάλης Αποκάλυψης ή της
ενσάρκου οικονομίας. Έτσι, όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, ο Υιός, τέλειος άνθρωπος
και μαζί τέλειος Θεός, φανέρωσε στους ανθρώπους τον Πατέρα, με τη διδασκαλία Του, τα
θαύματά Του και εν τέλει έδωσε τη λύτρωση στον αμαρτωλό άνθρωπο δια της σταυρικής
Του θυσίας. Αυτή η Αποκάλυψη του Θεού διατηρήθηκε και μεταδόθηκε σε μας, μέσα από
την επικυρωμένη από τον ίδιο το Θεό Καινή Διαθήκη, που είναι ο κανόνας και ο οδηγός
της πίστης μας στο Χριστό. “Χριστοῦ, προεγνωσμένου μὲν πρὸ καταβολῆς κόσμου, φανερωθέντος
δὲ ἐπ' ἐσχάτων τῶν χρόνων δι' ὑμᾶς τοὺς δι' αὐτοῦ πιστεύοντας εἰς Θεὸν τὸν ἐγείραντα αὐτὸν ἐκ
νεκρῶν καὶ δόξαν αὐτῷ δόντα, ὥστε τὴν πίστιν ὑμῶν καὶ ἐλπίδα εἶναι εἰς Θεόν.”(Α΄Πέτρ. α΄20,21),
και αλλού: “ καὶ ὅτι ἀπὸ βρέφους τὰ ἱερὰ γράμματα οἶδας, τὰ δυνάμενά σε σοφίσαι εἰς σωτηρίαν διὰ
πίστεως τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. πᾶσα γραφὴ θεόπνευστος καὶ ὠφέλιμος πρὸς διδασκαλίαν, πρὸς
ἔλεγχον, πρὸς ἐπανόρθωσιν, πρὸς παιδείαν τὴν ἐν δικαιοσύνῃ, ἵνα ἄρτιος ᾖ ὁ τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος,
πρὸς πᾶν ἔργον ἀγαθὸν ἐξηρτισμένος.”(Β΄Τιμ. Γ΄15-17). Σχετικά χωρία: Λουκ. β΄32, Ρωμ. β΄5,
η΄19, ιστ΄25, Α΄Κορ. α΄7, ιδ΄6,26, Β΄Κορ. ιβ΄1,7, Γαλ. α΄12, β΄2, Εφεσ. α΄17, γ΄3, Β΄Θεσ. α΄7,
Α΄Πετρ. α΄7, δ΄13, Αποκ. α΄1.
Απόστολος: (Στέλλω, αποστέλλω, απόστολος, απεσταλμένος). Ο Κύριος επέλεξε 12
μαθητές που ήταν συνοδοί του κατά τη δράση του και πριν την Ανάληψή του τους
απέστειλε να κηρύξουν “πάντα τα έθνη”. “καὶ προσελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησεν αὐτοῖς λέγων·
Ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς. πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη,
βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες
αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν· καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ' ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς
συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν.” (Ματθ. κη΄18-20). Μετά την αυτοκτονία του Ιούδα του
Ισκαριώτη, στον κύκλο των μαθητών προστέθηκε ο Ματθίας από τους υπόλοιπους ένδεκα
και έπειτα ο Παύλος απ' ευθείας από τον Κύριο. ”Παῦλος, δοῦλος Ἰησοῦ Χριστοῦ, κλητὸς
ἀπόστολος, ἀφωρισμένος εἰς εὐαγγέλιον Θεοῦ.” (Ρωμ. α΄1). Οι μαθητές υπήρξαν λίγοι και
ολιγογράμματοι, για να μην λέγεται ότι ο Χριστιανισμός διαδόθηκε με πολυμάθεια,
υπήρξαν ακόμη άσημοι, για να μη λέγεται ότι η νέα πίστη διαδόθηκε χάριν των
πολυαρίθμων γνωστών τους. Αντίθετα υπήρξαν φτωχοί, εργατικοί, τίμιοι, διέθεσαν πίστη,
αυταπάρνηση και αγάπη, ιδιότητες που τους βοήθησαν όταν οδηγήθηκαν σε κακουχίες,
βάσανα και μαρτύρια χάριν της σωτηρίας των άλλων. Σύμφωνα με τους Πατέρες της
Εκκλησίας μας οι μαθητές ήταν δώδεκα κατά τους τύπος της Παλαιάς Διαθήκης: 1. Των 12
φυλών του Ισραήλ, ”ὅταν καθίσῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καθίσεσθε καὶ
ὑμεῖς ἐπὶ δώδεκα θρόνους κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ.”(Μτθ. ιθ΄28), 2. Των 12
πηγών στην Ελείμ “Καὶ ἤλθοσαν εἰς Αἰλείμ, καὶ ἦσαν ἐκεῖ δώδεκα πηγαὶ ὑδάτων” (Έξοδ. ιε΄27),
3. Των δώδεκα λίθων Ουρίμ και Θουμίμ που υπήρχαν στις επωμίδες των αρχιερέων (πού
ήταν τύπος του Ιησού Χριστού) “καὶ οἱ λίθοι ἔστωσαν ἐκ τῶν ὀνομάτων τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ
δεκαδύο κατὰ τὰ ὀνόματα αὐτῶν· γλυφαὶ σφραγίδων, ἕκαστος κατὰ τὸ ὄνομα, ἔστωσαν εἰς δεκαδύο
φυλάς.” (Έξοδ. κη΄15-21), 4. Των δώδεκα άρτων της προθέσεως, 5. Των δώδεκα

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
64
κατασκόπων της γης της Επαγγελίας, που είναι τύπος της Βασιλείας των Ουρανών, κ.α. Οι
πρώτοι δώδεκα μαθητές ήταν: Ο Σίμων ή Πέτρος, ο Ανδρέας, ο Ιάκωβος, ο Ιωάννης, ο
Φίλιππος, ο Βαρθολομαίος, ο Θωμάς, ο Ματθαίος, ο Ιάκωβος του Αλφαίου, ο Λεββαίος
ή Θαδδαίος, ο Σίμων ο Κανανίτης και ο Ιούδας ο Ισκαριώτης. Οι περισσότεροι των
μαθητών τελειώθησαν με μαρτυρικό θάνατο κατά τη διάρκεια των περιοδειών τους μέχρι
τις εσχατιές του τότε γνωστού κόσμου. Σχετκά: Ματθ. ι΄2, Μάρκ. στ΄30, Λουκ. στ΄13, θ΄10,
ια΄49, ιζ΄5, κβ΄14, κδ΄20, Ιωάν. ιγ΄16, Πράξ. α΄2,26, β΄37,42, 43, δ΄33,35,36,
ε΄2,12,18,29,34,40, στ΄6, η΄1,14, θ΄27, ια΄1, ιδ΄4,14, ιε΄2, 4,6,22,23,33, ιστ΄4, Ρωμ. α΄1,ια΄13,
ιστ΄7, Α΄Κορ. α΄1, δ΄9, θ΄1,2,5, ιβ΄28,29, ιε΄7,9, Β΄Κορ. α΄1, η΄23, ια΄5,13, ιβ΄11,12, Γαλ.
α΄1,17,19, Εφεσ. α΄1, β΄20, γ΄5, δ΄11, Φιλιπ. β΄25, Α΄Θεσ. β΄6, Α΄Τιμ. α΄1, β΄7, Τίτ. α΄1,
Εβρ. γ΄1, Α΄Πέτρ. α΄1, Β΄Πέτρ. α΄1, γ΄2, Ιούδ. 17, Αποκ. β΄2, ιη΄20, κα΄14.
Αραβία: Οι γεωγράφοι της εποχής των Ελληνιστικών χρόνων διαιρούν την Αραβία σε
τρεις μεγάλες περιοχές: την Ευδαίμονα Αραβία, την Πετραία και την Έρημο. Στην ερημική
περιοχή της Αραβίας κατοικούσαν οι Ιτουραίοι, ελάχιστες φυλές του Ισραήλ, οι λαοί
Κεδάρ, και διάφορες άλλες μικρότερες φυλές που ζουσαν περιπλανόμενη ζωή και
κατοικούσαν σε σκηνές. Η Πετραία Αραβία βρισκόταν νότια της Παλαιστίνης και
κατοικείτο από Εδωμίτες, από Αμαληκίτες και άλλους λαούς, ενώ οι κυριότερες πόλεις
ήταν η Καδής, τα Γέραρα, η Βηρσαβεέ, η Αράδ, κ.α. Στην περιοχή αυτή, που δεσπόζει το
όρος Σινά, έδρασαν κατά καιρούς σπουδαίες προσωπικότητες της Αγίας Γραφής, όπως ο
Ιώβ, ο Μωυσής, που στο όρος Χωρήβ είδε την Καιόμενη Βάτο ενώ στο Σινά “εδείχθη
Θεόπτης” παίρνοντας τις Δέκα Εντολές. Στο ίδιο όρος ακόμη ο Ηλίας άκουσε τη φωνή του
Θεού, ενώ οι εκ της Αιγύπτου ερχόμενοι Εβραίοι περιπλανήθηκαν στην περιοχή για
σαράντα συναπτά έτη. Στην Ευδαίμονα Αραβία, την περιοχή μεταξύ Ερυθράς και
Περσικού κόλπου, που αναφέρεται ελάχιστα στη Γραφή (Γ΄Βασ. ι΄1), ήταν το βασίλειο της
Σεβά, που είχε επισκεφθεί τον Σολομώντα. Σήμερα εκεί βρίσκονται οι ιερές πόλεις των
Μουσουλμάνων, Μέκκα και Μεδίνα. Με βάση την παράδοση των αραβικών φυλών και
τη Βίβλο, οι Άραβες διαιρούνται σε δύο γένη: το γένος του Ιοκτάν, που θεωρείται
αυτόχθονας και το γένος του Ισμαήλ, του γιου της Άγαρ. Έτσι οι μεν ονομάζονται
Ιοκτάνιοι οι δε Ισμαηλίτες. Η πρώτη από τις δύο φυλές κατοίκησε, την περίοδο του Χους
(γιου του Χαμ), στη Νότια Αραβία, ενώ η άλλη φυλή στη Βόρεια και κοντά στην
Παλαιστίνη, τις περιόδους που έζησε ο Ισμαήλ και τα τέκνα του Αβραάμ από τη
Χεττούρα. Στο χωρίο της Προς Γαλάτας Επιστολής (α,17) “οὐδὲ ἀνῆλθον εἰς Ἱεροσόλυμα
πρὸς τοὺς πρὸ ἐμοῦ ἀποστόλους, ἀλλὰ ἀπῆλθον εἰς Ἀραβίαν, καὶ πάλιν ὑπέστρεψα εἰς Δαμασκόν”, ο
Παύλος εννοεί ότι πήγε στη Βόρεια Αραβία (σημερινές περιοχές Ιορδανίας και Νότιας
Συρίας) και την περιοχή της Δαμασκού.
Ασέλγεια: (ακολασία – λαγνεία). Ένα από τα αποτελέσματα της απομάκρυνσης από
το Θεό, αλλά και της οιασδήποτε μορφής ειδωλολατρείας: “ χάριτος ἀμνησία, ψυχῶν μιασμός,
γενέσεως ἐναλλαγή, γάμων ἀταξία, μοιχεία καὶ ἀσέλγεια. ἡ γὰρ τῶν ἀνωνύμων εἰδώλων θρησκεία
παντὸς ἀρχὴ κακοῦ καὶ αἰτία καὶ πέρας ἐστίν·“ (Σοφ. Σολομ. ιδ΄26,27). Σχετικά: Μάρκ. ζ΄22,
Ρωμ. ιγ΄13, Β΄Κορ. ιβ΄21, Γαλ. ε΄19, Εφεσ, δ΄19, Α΄Πέτρ. δ΄3, Β΄Πετρ. β΄7,18, Ιούδ. 4.
Βαρνάβας: (Υιός παρηγορίας) Υπήρξε μαθητής του Χριστού, εκ των εβδομήκοντα, και
συνεργάτης του Αποστόλου Παύλου. Ήταν Λευίτης, Κύπριος στην καταγωγή, και το
προηγούμενο όνομά του ήταν Ιωσής. Το όνομα Βαρνάβας το πήρε από τους άλλους
Αποστόλους, όταν πρόσφερε στην Εκκλησία το αντίτιμο από την πώληση ενός αγρού του.
“Ἰωσὴς δὲ ὁ ἐπικληθεὶς Βαρνάβας ὑπὸ τῶν ἀποστόλων, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον υἱὸς παρακλήσεως,

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
65
Λευῒτης, Κύπριος τῷ γένει, ὑπάρχοντος αὐτῷ ἀγροῦ, πωλήσας ἤνεγκε τὸ χρῆμα καὶ ἔθηκε παρὰ τοὺς
πόδας τῶν ἀποστόλων.” (Πράξ. δ΄36,37). Ο Βάρνάβας σύστησε τον Παύλο στους λοιπούς
Αποστόλους, τρία έτη μετά την επιστροφή του “Παραγενόμενος δὲ ὁ Σαῦλος εἰς Ἱερουσαλὴμ
ἐπειρᾶτο κολλᾶσθαι τοῖς μαθηταῖς· καὶ πάντες ἐφοβοῦντο αὐτόν, μὴ πιστεύοντες ὅτι ἐστὶ μαθητής.
Βαρνάβας δὲ ἐπιλαβόμενος αὐτὸν ἤγαγε πρὸς τοὺς ἀποστόλους, καὶ διηγήσατο αὐτοῖς πῶς ἐν τῇ ὁδῷ
εἶδε τὸν Κύριον καὶ ὅτι ἐλάλησεν αὐτῷ, καὶ πῶς ἐν Δαμασκῷ ἐπαρρησιάσατο ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ.”
(Πράξ. θ΄ 26,27). Πέντε χρόνια αργότερα μετέβη στην Αντιόχεια όπου θαύμασε την
πρόοδο του Χριστιανισμού στην πόλη (Πράξ. ια΄20-34), έπειτα πήγε στην Ταρσό και μαζί
με τον Παύλο επέστρεψε στην Αντιόχεια. Εκεί έμεινε για δύο έτη φέρνοντας πολλούς στο
δρόμο του Χριστού. Λίγο αργότερα συγκέντρωσε τις προσφορές των πιστών της
Αντιόχειας για τη δοκιμαζόμενη εκκλησία των Ιεροσολύμων και μετέβη στην πρωτεύουσα
της Ιουδαίας για να τις παραδώσει. Όταν επέστρεψε έφερε μαζί του και τον ανηψιό του
Μάρκο-Ιωάννη, τον συγγραφέα του δευτέρου Ευαγγελίου (Πράξ. ιβ΄25). Έπειτα από
εντολή του Θεόυ οι δυό τους πέρασαν από τη Σελεύκεια στην Κύπρο κι απο εκεί στη Μ.
Ασία, επισκεπτόμενοι πολλές πόλεις, όπου εισήγαγαν τον Χριστιανισμό. Τρια χρόνια μετά
επέστρεψαν στην Αντιόχεια. Γύρω το 50 μ.Χ. ο Βαρνάβας και ο Παύλος στάλθηκαν από
την τοπική εκκλησία ως απεσταλμένοι της στα Ιεροσόλυμα για να συναντηθούν με τους
εκεί πρεσβυτέρους και Αποστόλους και να εξετάσουν μαζί τους κάποια θέματα που
αφορούσαν τη νέα πίστη και τη σχέση της με τους Ιουδαίους. Μετά τη σύνοδο αυτή
επέστρεψαν στην Αντιόχεια φέρνοντας μαζί τους και το Σίλα. Και ενώ Παύλος και
Βαρνάβας ετοιμάζονταν για κοινή περιοδεία, προέκυψε διαφωνία εξαιτίας του Μάρκου
και διαχωρίστηκαν. Έτσι ο Πάυλος με το Σίλα κατευθύνθηκαν προς την Ασία, ενώ ο
Βαρνάβας κι ο Μάρκος στην Κύπρο. Αξίζει να αναφέρουμε ότι υπάρχει στην αραβική
γλώσσα ένα ευαγγέλιο που φέρει το όνομα του Βαρνάβα, αλλά πρόκειται για
ψευδεπίγραφο κείμενο. Ακόμη υπάρχει και η λεγόμενη Επιστολή Βαρνάβα που
πραγματεύεται τη σχέση Μωσαϊκού νόμου και Ευαγγελίου, αλλά το κείμενο αυτό έχει
αποδειχθεί ότι συντάχθηκε από μεταγενέστερο συγγραφέα.
Βασκάνω ή βασκαίνω (επηρεάζω άσχημα με το βλέμμα, ματιάζω)-βασκανία (βλάβη
που προξενείται από την επήρεια κακού βλέμματος, μάτιασμα): Σχετικά: Γαλ. γ΄1.

Γαλάτες-Γαλατία: Η περιοχή αυτή ονομάστηκε έτσι λόγω του αποικισμού της από

Γαλάτες. Η γαλατική φυλή, που είχε εισβάλει τον 3ο αιώνα π.Χ. στην Ελλάδα,
δημιούργησε ένα κράτος στην περιοχή της σημερινής Βουλγαρίας με πρωτεύουσα την
Τύλο, γύρω στο 275 π.Χ. Λίγα χρόνια μετά οι Γαλάτες κλήθηκαν από το βασιλιά της
Βιθυνίας, Νικομήδη, για να τον βοηθήσουν στη διαμάχη του με τον Ζιποίτη, που ήταν
αδελφός του και αντίζηλος της εξουσίας του. Μετά την επικράτησή του ο Νικομήδης τους
παραχώρησε μια μεγάλη έκταση γύρω από τις όχθες του ποταμού Σαγγάριου, νότια της
Βιθυνίας. Την επόμενη περίοδο οι Γαλάτες πρωταγωνιστούν σε ληστρικές επιδρομές και
επιδίδονται σε λεηλασίες των γειτονικών περιοχών. Γύρω στο 270 συγκρούστηκαν με το
βασιλιά Αντίοχο Σωτήρα της Συρίας και το 235 με τον Άτταλο, το βασιλιά της
Περγάμου, οπότε και ηττήθηκαν και αναγκάστηκαν να περιοριστούν στα Βόρεια της
Φρυγίας. Φύσει πολεμικός λαός οι Γαλάτες, συχνά επάνδρωναν ως μισθοφόροι τις
στρατιές διαφόρων ηγεμόνων, όπως του Αντίγονου Γονατά, στη σύγκρουσή του με τον
Πύρρο της Ηπείρου και του Αντιόχου Μέγα της Συρίας στις μάχες του κατά των
ρωμαϊκών λεγεώνων στη Μαγνησία της Μ. Ασίας. Το τελευταίο γεγονός είχε ως συνέπεια
τη συντριβή τους από τον ύπατο Μάνλιο Βούλσο (189 π.Χ.) και τη λεηλασία της χώρας

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
66
τους. Το 25 π.Χ. ο Αύγουστος διέταξε τη βίαιη ενσωμάτωση του κράτους τους στην εξουσία
του. Παρά τη ρωμαϊκή κατάκτηση δεν αλλοιώθηκε η πληθυσμιακή σύνθεση της επαρχίας
και ως απόδειξη γι' αυτό αναφέρουμε την πληροφορία του αγίου Ιερωνύμου (4ος μ.Χ. αι.),
που ισχυρίζεται ότι μόνο οι κάτοικοι της Γαλατίας, από όλους τους λαούς της Μ. Ασίας,
δεν μιλούσα την ελληνική γλώσσα, παρά την εθνική τους.
Γραφή: Αγία Γραφή ή απλώς Γραφή ή “Γραφαί” είναι τα ιερά εκείνα κείμεναβιβλία που έχουν συμπεριληφθεί στον Κανόνα της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Γίνεται
αποδεκτό ότι αυτά τα βιβλία γράφηκαν από διάφορους συγγραφείς, με θείο φωτισμό,
διατηρώντας βέβαια τον προσωπικό τους χαρακτήρα, και γι΄ αυτό τα βιβλία της Α.
Γραφής τα χαρακτηρίζουμε «Θεόπνευστα». Ο Κανόνας της Ορθοδόξου Εκκλησίας
απαρτίζεται από εβδομήντα έξι βιβλία, ενώ αντίθετα στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία τα
βιβλία χωρίζονται σε «κανονικά» και «δευτεροκανονικά». Τέλος οι διάφορες ομολογίες
των Προτεσταντών έχουν περιλάβει λιγότερα βιβλία στον κανόνα τους. Τα βιβλία αυτά
χωρίζονται: Α΄ σ’ αυτά που γράφηκαν πριν τη Γέννηση του Κυρίου και που όλα μαζί
αποτελούν την Παλαιά Διαθήκη (49 βιβλία) και Β΄ σ’ αυτά που γράφηκαν μετά το 50 μ.Χ.
Αυτά είναι 27 και απαρτίζουν την Καινή Διαθήκη. Σχετικά: Mατθ. κα΄42, κβ΄29,
κστ΄54,56, Μαρκ. ιβ΄10, ιε΄28, Λουκ. δ΄21, κδ΄27, 32,45, Ιωάν. β΄22, ε΄39, ζ΄38,42, ι΄35,
ιγ΄18, ιζ΄12, ιθ΄28,37, κ΄9, Πράξ. α΄16, η΄32,35, ιζ΄2,11, ιη΄24,28, Ρωμ. α΄2, δ΄3, θ΄17, ι΄11,
ια΄2, ιε΄4, ιστ΄26, Α΄Κορ. ιε΄3, , Γαλ.γ΄8, 22, Α΄Τιμ. ε΄18, Β΄Τιμ. γ΄16, Ιακ. β΄8, δ΄5, Α΄Πέτρ.
β΄16, Β΄Πέτρ. α΄20, γ΄16.
Η Παλαιά Διαθήκη απευθύνεται στον Ισραήλ της περιτομής ενώ η Καινή διαθήκη
απευθύνεται στον Νέο Ισραήλ της χάριτος, στους εξαγορασμένους με το αίμα του Κυρίου
μας Ιησού Χριστού, δηλαδή σε μας τους Χριστιανούς (τους «περιτετμημένους» στην
καρδιά όπως λέει ο Απ. Παύλος). Έτσι αυτά που στην Καινή Διαθήκη φαίνονται
ολοφάνερα και πραγματικά, προτυπώνονται σαν σκιά και σαν σύμβολο στην Παλαιά.
Άλλωστε «και οι δύο Διαθήκες υπηρετούν το προαιώνιο σχέδιο του Θεού για τη λύτρωση του
ανθρώπου.» (Βασ. Παπανικολάου) Με λίγα λόγια η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη
αποτελούν ουσιαστικά μια ενότητα, μια ενότητα αδιάσπαστη, την Αγία Γραφή. Ας
κάνουμε μια απλή, μόνο, αναφορά στα βιβλία της Π. Διαθήκης: Γένεσις, Έξοδος,
Λευιτικόν, Αριθμοί, Δευτερονόμιο (αυτά αποτελούν την Πεντάτευχο), Ιησούς του Ναυή,
Κριταί, Ρουθ, Α΄, Β΄, Γ΄ και Δ΄ Βασιλειών, Α΄ και Β΄ Παραλειπομένων, Α΄ και Β΄ Έσδρας,
Νεεμίας, Τωβίτ, Ιουδίθ, Εσθήρ, Α΄, Β΄ και Γ΄ Μακκαβαίων. Αυτά τα είκοσι τρία πρώτα
βιβλία ονομάζονται «ιστορικά». Στη συνέχεια έχουμε: Ψαλμοί, Ιώβ, Παροιμίες
Σολομώντα, Εκκλησιαστής, Άσμα Ασμάτων, Σοφία Σολομώντα, Σοφία Σειράχ. Αυτά
ονομάζονται «σοφιολογικά» ή «ποιητικά» (7). Τέλος έχουμε τα προφητικά (19): Ωσηέ,
Αμώς, Μιχαίας, Ιωήλ, Οβδιού, Ιωνάς, Ναούμ, Αββακούμ, Σοφονίας, Αγγαίος, Ζαχαρίας,
Μαλαχίας, Ησαΐας, Ιερεμίας, Βαρούχ, Θρήνοι Ιερεμίου, Επιστολή Ιερεμίου, Ιεζεκιήλ,
Δανιήλ. Σύνολο 49 βιβλία. Η Καινή Διαθήκη, από την άλλη, ονομάστηκε έτσι για να
διακρίνεται από την Παλαιά, και η έννοια του «καινού» δανείζεται από τα λόγια του
ίδιου του Ιησού : «τούτο το ποτήριον η καινή διαθήκη εστίν εν τω εμώ αίματι.» (Α΄ Κορ. ιά ,25).
Με την Καινή Διαθήκη αρχίζει μια νέα εποχή για τους ανθρώπους που την εγκαινίασε και
επισφράγισε με το σταυρικό Του θάνατο ο Κύριος, πραγματοποιώντας έτσι τις υποσχέσεις
της Π. Διαθήκης, ιδιαιτέρως, βέβαια των προφητών της. Η Καινή Διαθήκη αποτελείται
από είκοσι επτά βιβλία που κι αυτά χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες: ιστορικά, επιστολές
και (ένα) προφητικό. Τα ιστορικά βιβλία είναι πέντε: το κατά Ματθαίον, το κατά
Μάρκον, το κατά Λουκάν και το κατά Ιωάννην Ευαγγέλια καθώς και οι Πράξεις των

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
67
Αποστόλων. Οι επιστολές είναι είκοσι μία και χωρίζονται σε: 1. σε επιστολές του
Αποστόλου Παύλου που απευθύνονται προς Ρωμαίους, προς Κορινθίους Α΄ και Β΄, προς
Γαλάτας, προς Εφεσίους, προς Εβραίους, προς Φιλιππησίους, προς Κολασσαιείς, προς
Θεσσαλονικείς Α΄ και Β΄, προς Τιμόθεον Α΄ και Β΄ προς Τίτον και προς Φιλήμονα και 2.
σε καθολικές επιστολές : Ιακώβου, Α΄ και Β΄ Πέτρου, Α΄, Β΄ και Γ΄ Ιωάννη και η επιστολή
του Ιούδα. Τέλος το μοναδικό προφητικό βιβλίο της Καινής είναι η Αποκάλυψη του
Ιωάννου. Σχετικά: Μάρκ. ιβ΄10, ιε΄28, Μτθ. κα΄42, κβ΄29, κστ΄54,56 Λουκ. δ΄21,
κδ΄27,32,45, Ιωάν. β΄22, ε΄39, ζ΄38,42, ι΄35, ιγ΄18, ιζ΄12, ιθ΄28,37, κ΄9, Πράξ. α΄16, η΄32,35,
ιζ΄2,11, ιη΄24,28, Ρωμ. α΄2, δ΄3, θ΄17, ι΄11, ια΄2, ιε΄4, ιστ΄26, Α΄Κορ. ιε΄3, Γαλ. γ΄8,22, Α΄Τιμ.
ε΄18, Β΄Τιμ. γ΄16, Ιακ. β΄8, δ΄5, Α΄Πέτρ. β΄6, Β΄Πέτρ. α΄20, γ΄16.
Δαμασκός: Ήταν και είναι η κυριότερη και μεγαλύτερη πόλη της Συρίας. Στη Γραφή
αναφέρεται αρχικά στη Γένεση (ιδ΄και ιε΄κεφ.), και για πολλούς είναι η αρχαιότερη πόλη
του κόσμου. Είναι κτισμένη στις όχθες του ποταμού Χρυσόρρου σε μια εύφορη πεδιάδα
ανάμεσα από την έρημο της Αραβίας και των βουνών Λιβάνου και Αντιλιβάνου. Η
περιοχή γύρω από την πόλη ονομάζεται από τη Βίβλο Συρία της Δαμασκού, ενώ από τους
αρχαίους γεωγράφους Κοίλη Συρία (Στράβων). Η πόλη καταλήφθηκε δύο φορές από τους
Ισραηλίτες: μία φορά από τον Δαβίδ: “καὶ παραγίνεται Συρία Δαμασκοῦ βοηθῆσαι τῷ
Ἀδρααζὰρ βασιλεῖ Σουβά, καὶ ἐπάταξε Δαυὶδ ἐν τῷ Σύρῳ εἴκοσι δύο χιλιάδας ἀνδρῶν. καὶ ἔθετο
Δαυὶδ φρουρὰν ἐν Συρίᾳ τῇ κατὰ Δαμασκόν, καὶ ἐγένετο ὁ Σύρος τῷ Δαυὶδ εἰς δούλους φέροντας
ξένια.” (Β΄Βασ. η΄5,6), και μία από τον Ιεροβοάμ. Αργότερα η Δαμασκός υπετάγη στους
Ασσυρίους του Θεγλάφ-Φελασάρ και εν συνεχεία κατά σειράν στους Βαβυλώνιους, τους
Πέρσες, τους Σελευκίδες, και εν τέλει στους Ρωμαίους. Στα χρόνια του Παύλου η πόλη
κυβερνιόνταν από τον βασιλειά της Πετραίας Αραβίας, Αρέτα, που ήταν πεθερός του
Ηρώδη Αντίπα. Το πιο σημαντικό γεγονός στην πόλη, για μας τους Χριστιανούς, αποτελεί
αναμφίβολα η μεταστροφή του Αποστόλου Παύλου (Πράξ. θ΄1-27 και κβ΄1-16). Η θέση της
πόλης την κατέστησε εμπορικό κέντρο για όλη τη γύρω περιοχή (δες σχετ. Ιεζ. κζ΄18). Τα
φημισμένα δαμασκά υφάσματα ονομάστηκαν έτσι από την πόλη και ήταν φημισμένα σε
ολόκληρο το μεσογειακό κόσμο. Άνθρωποι από όλα τα έθνη της Ανατολής κατέλυαν στην
πόλη και ετσι αντιλαμβανόμαστε τη σημασία της και ως αποστολικού σταθμού για τους
ιεραποστόλους της νέας θρησκείας.
Διαθήκη: Σημαίνει σύμβαση. Όταν όμως ένα από τα δύο πρόσωπα είναι ασύγκριτα
υπέρμετρο από το άλλο, τότε η Διαθήκη ισοδυναμεί με την υπόσχεση 229. “καὶ αὕτη αὐτοῖς ἡ
παρ᾿ ἐμοῦ διαθήκη, εἶπε Κύριος· τὸ πνεῦμα τὸ ἐμόν, ὅ ἐστιν ἐπὶ σοί, καὶ τὰ ρήματα, ἃ ἔδωκα εἰς τὸ
στόμα σου, οὐ μὴ ἐκλίπῃ ἐκ τοῦ στόματός σου καὶ ἐκ τοῦ στόματος τοῦ σπέρματός σου· εἶπε γὰρ
Κύριος, ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ εἰς τὸν αἰῶνα.” (Ησ. νθ΄21), “οὐ κατὰ τὴν διαθήκην, ἣν διεθέμην τοῖς
πατράσιν αὐτῶν ἐν ἡμέρᾳ ἐπιλαβομένου μου τῆς χειρὸς αὐτῶν ἐξαγαγεῖν αὐτοὺς ἐκ γῆς Αἰγύπτου, ὅτι
αὐτοὶ οὐκ ἐνέμειναν ἐν τῇ διαθήκῃ μου, καὶ ἐγὼ ἠμέλησα αὐτῶν, φησὶ Κύριος. ὅτι αὕτη ἡ διαθήκη
μου, ἣν διαθήσομαι τῷ οἴκῳ Ἰσραὴλ μετὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, φησὶ Κύριος· διδοὺς δώσω νόμους εἰς
τὴν διάνοιαν αὐτῶν καὶ ἐπὶ καρδίας αὐτῶν γράψω αὐτούς· καὶ ἔσομαι αὐτοῖς εἰς Θεόν, καὶ αὐτοὶ
ἔσονταί μοι εἰς λαόν.” (Ιερ. λη΄ 32, 33), “Ἀδελφοί, κατὰ ἄνθρωπον λέγω· ὅμως ἀνθρώπου
κεκυρωμένην διαθήκην οὐδεὶς ἀθετεῖ ἢ ἐπιδιατάσσεται. τῷ δὲ Ἀβραὰμ ἐρρέθησαν αἱ ἐπαγγελίαι καὶ
τῷ σπέρματι αὐτοῦ· οὐ λέγει, καὶ τοῖς σπέρμασιν, ὡς ἐπὶ πολλῶν, ἀλλ' ὡς ἐφ' ἑνός, καὶ τῷ σπέρματί
σου, ὅς ἐστι Χριστός. τοῦτο δὲ λέγω· διαθήκην προκεκυρωμένην ὑπὸ τοῦ Θεοῦ εἰς Χριστὸν ὁ μετὰ ἔτη
τετρακόσια καὶ τριάκοντα γεγονὼς νόμος οὐκ ἀκυροῖ, εἰς τὸ καταργῆσαι τὴν ἐπαγγελίαν. εἰ γὰρ ἐκ
νόμου ἡ κληρονομία, οὐκέτι ἐξ ἐπαγγελίας· τῷ δὲ Ἀβραὰμ δι' ἐπαγγελίας κεχάρισται ὁ Θεός.” (Γαλ.
229. Γ. Κωνσταντίνου, Λεξικόν των Γραφών, εκδ. Γρηγόρη, 1973, σελ.28ο.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
68
γ΄15-18). Η πρώτη Διαθήκη έγινε από το Θεό με την εκλογή του Αβραάμ και των
απογόνων του. Η δεύτερη, που ουσιαστικά είναι επανάληψη της πρώτης δόθηκε στο όρος
Σινά με τη μορφή του Νόμου στο Μωυσή. Η Καινή Διαθήκη όμως, της οποίας μεσίτης
αλλά και πηγή είναι ο Ιησούς Χριστός, το δεύτερο Πρόσωπο της Ομοουσίου και
Αδιαιρέτου Αγίας Τριάδας, ο οποίος επικύρωσε αυτή με το τίμιο αίμα του και αφορά
όλους τους πιστούς σ' Αυτόν που έχουν αναγεννηθεί με το λουτρό της παλλιγγενεσίας. “
ἅτινά ἐστιν ἀλληγορούμενα. αὗται γάρ εἰσι δύο διαθῆκαι, μία μὲν ἀπὸ ὄρους Σινᾶ, εἰς δουλείαν
γεννῶσα, ἥτις ἐστὶν Ἄγαρ·”(Γαλ. δ΄24), “καὶ διαθήκης νέας μεσίτῃ Ἰησοῦ, καὶ αἵματι ῥαντισμοῦ
κρεῖττον λαλοῦντι παρὰ τὸν Ἄβελ.” (Εβρ. ιβ΄24), “Νυνὶ δὲ διαφορωτέρας τέτυχε λειτουργίας, ὅσῳ
καὶ κρείττονός ἐστι διαθήκης μεσίτης, ἥτις ἐπὶ κρείττοσιν ἐπαγγελίαις νενομοθέτηται. εἰ γὰρ ἡ πρώτη
ἐκείνη ἦν ἄμεμπτος, οὐκ ἂν δευτέρας ἐζητεῖτο τόπος. μεμφόμενος γὰρ αὐτοῖς λέγει· ἰδοὺ ἡμέραι
ἔρχονται, λέγει Κύριος, καὶ συντελέσω ἐπὶ τὸν οἶκον Ἰσραὴλ καὶ ἐπὶ τὸν οἶκον Ἰούδα διαθήκην
καινήν, οὐ κατὰ τὴν διαθήκην ἣν ἐποίησα τοῖς πατράσιν αὐτῶν ἐν ἡμέρᾳ ἐπιλαβομένου μου τῆς
χειρὸς αὐτῶν ἐξαγαγεῖν αὐτοὺς ἐκ γῆς Αἰγύπτου· ὅτι αὐτοὶ οὐκ ἐνέμειναν ἐν τῇ διαθήκῃ μου, κἀγὼ
ἠμέλησα αὐτῶν, λέγει Κύριος· ὅτι αὕτη ἡ διαθήκη ἣν διαθήσομαι τῷ οἴκῳ Ἰσραὴλ μετὰ τὰς ἡμέρας
ἐκείνας, λέγει Κύριος· διδοὺς νόμους μου εἰς τὴν διάνοιαν αὐτῶν, καὶ ἐπὶ καρδίας αὐτῶν ἐπιγράψω
αὐτούς, καὶ ἔσομαι αὐτοῖς εἰς Θεὸν, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι εἰς λαόν. καὶ οὐ μὴ διδάξωσιν ἕκαστος τὸν
πολίτην αὐτοῦ καὶ ἕκαστος τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, λέγων· γνῶθι τὸν Κύριον· ὅτι πάντες εἰδήσουσί με
ἀπὸ μικροῦ αὐτῶν ἕως μεγάλου αὐτῶν· ὅτι ἵλεως ἔσομαι ταῖς ἀδικίαις αὐτῶν, καὶ τῶν ἁμαρτιῶν
αὐτῶν οὐ μὴ μνησθῶ ἔτι. ἐν τῷ λέγειν καινὴν πεπαλαίωκε τὴν πρώτην· τὸ δὲ παλαιούμενον καὶ
γηράσκον ἐγγὺς ἀφανισμοῦ.”Εβρ. η΄ 6-13). Πάντοτε οι θείες Διαθήκες επικυρώνονταν με
θυσίες διότι χωρίς εξιλέωση δεν ευλογούσε ούτε έσωζε τον “πεπτωκότα¨άνθρωπο. “Λαβὼν
δὲ Μωυσῆς τὸ ἥμισυ τοῦ αἵματος ἐνέχεεν εἰς κρατῆρας, τὸ δὲ ἥμισυ τοῦ αἵματος προσέχεε πρὸς τὸ
θυσιαστήριον. καὶ λαβὼν τὸ βιβλίον τῆς διαθήκης ἀνέγνω εἰς τὰ ὦτα τοῦ λαοῦ, καὶ εἶπαν· πάντα ὅσα
ἐλάλησε Κύριος, ποιήσομεν καὶ ἀκουσόμεθα. λαβὼν δὲ Μωυσῆς τὸ αἷμα κατεσκέδασε τοῦ λαοῦ καὶ
εἶπεν· ἰδοὺ τὸ αἷμα τῆς διαθήκης, ἧς διέθετο Κύριος πρὸς ὑμᾶς περὶ πάντων τῶν λόγων τούτων. ”
(Έξοδ. κδ΄6-8). Μερικές φορές, στην Παλαιά Διαθήκη ορισμένοι ευσεβείς και πιστοί
έπαιρναν από το Θεό μια ιδιαίτερη διαθήκη, όπως συνέβη με τον Νώε, τον Αβραάμ και
τον Δαβίδ με την οποία ο Θεός υποσχόταν σ' αυτούς ιδιαίτερες ευλογίες. “Καὶ εἶπεν ὁ Θεός
τῷ Νῷε καὶ τοῖς υἱοῖς αὐτοῦ μετ᾿ αὐτοῦ λέγων· καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἀνίστημι τὴν διαθήκην μου ὑμῖν καὶ τῷ
σπέρματι ὑμῶν μεθ᾿ ὑμᾶς“ (Γέν. θ΄8,9), “καὶ ἐγὼ ἰδοὺ ἡ διαθήκη μου μετὰ σοῦ, καὶ ἔσῃ πατὴρ
πλήθους ἐθνῶν, καὶ οὐ κληθήσεται ἔτι τὸ ὄνομά σου ¨Αβραμ, ἀλλ᾿ ἔσται τὸ ὄνομά σου Ἁβραάμ, ὅτι
πατέρα πολλῶν ἐθνῶν τέθεικά σε“ (Γεν. ιζ΄4,5), “ὅτι εἶπας· εἰς τὸν αἰῶνα ἔλεος οἰκοδομηθήσεται·
ἐν τοῖς οὐρανοῖς ἑτοιμασθήσεται ἡ ἀλήθειά σου· διεθέμην διαθήκην τοῖς ἐκλεκτοῖς μου, ὤμοσα Δαυΐδ
τῷ δούλῳ μου· ἕως τοῦ αἰῶνος ἑτοιμάσω τὸ σπέρμα σου καὶ οἰκοδομήσω εἰς γενεὰν καὶ γενεὰν τὸν
θρόνον σου.“ (Ψαλμ. πθ΄3,4), κ.α. Αξίζει να σημειώσουμε ότι οι ευλογίες αυτές δόθηκαν για
να πιστέψουν αυτοί οι πατριάρχες στον ερχομό του Μεσία. Σχετικά: Ματθ. κστ΄28, Λουκ.
α΄72, κβ΄20, Πράξ. γ΄25, ζ΄8, Ρωμ. θ΄4, ια΄27, Α΄Κορ. ια΄25, Β΄Κορ. γ΄6, 14, Γαλ. γ΄15,17,
δ΄24, Εφεσ. β΄12, Εβρ. ζ΄22, η΄6,8,9,10, θ΄4,15,16,17,20, ι΄16,29, ιβ΄24, ιγ΄20, Αποκ. ια΄19.
Εγκράτεια: Δεν είναι μόνο η αποχή από τα οινοπνευματώδη και όλες γενικά τις
καταχρήσεις, αλλά: “πᾶς δὲ ὁ ἀγωνιζόμενος πάντα ἐγκρατεύεται, ἐκεῖνοι μὲν οὖν ἵνα φθαρτὸν
στέφανον λάβωσιν, ἡμεῖς δὲ ἄφθαρτον” (Α΄ Κορ. θ΄25), όπως λέει ο Παύλος. Έτσι εγκράτεια
είναι γενικά η “χρηστή αυτοδιοίκηση και αυτοκυβέρνηση230”. Ο πιστός χριστιανός είναι
αναγκαίο να απέχει γενικά από κάθε σκάνδαλο στη ζωή του, για τη δική του σωτηρία
αλλά και διότι μπορει να βλάψει και τους άλλους, τον “πλησίον” του, δηλαδή,
σκανδαλίζοντάς τον. “καλὸν τὸ μὴ φαγεῖν κρέα μηδὲ πιεῖν οἶνον μηδὲ ἐν ᾧ ὁ ἀδελφός σου
230. Γ. Κωνσταντίνου, ό.π., σελ. 298.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
69
προσκόπτει ἢ σκανδαλίζεται ἢ ἀσθενεῖ.” (Ρωμ. ιδ΄21). Άλλες σχετικές αναγραφές στην Κ.
Διαθήκη: Πράξ. κδ΄25, Γαλ. ε΄23, Β΄Πέτρ. α΄6, Α΄Κορ. θ΄9, Τίτ. α΄8.
Ειδωλολατρεία: Η λέξη είδωλο (που προέρχεται από τη λέξη είδος) σημαίνει
κυριολεκτικά την παράσταση, τη ζωγραφιά, τη μορφή. Στη Γραφή, όμως, σημαίνει υλικό
ομοίωμα ψεύτικων θεών. Έτσι λοπόν ειδωλολατρεία εννοείται η λατρεία των ψευδοθεών.
Ο Θεός ρητά απαγορεύει κάθε παράσταση ή ομοίωμα, οποιασδήποτε θεότητας και τη
λατρεία της, προσθέτοντας ότι οι πιστοί πρέπει να τα καταστρέψουν.”τούς βωμοὺς αὐτῶν
καθελεῖτε καὶ τάς στήλας αὐτῶν συντρίψετε καὶ τὰ ἄλση αὐτῶν ἐκκόψετε, καὶ τὰ γλυπτὰ τῶν θεῶν
αὐτῶν κατακαύσετε ἐν πυρί· οὐ γὰρ μὴ προσκυνήσητε θεοῖς ἑτέροις“ (Έξοδ. λδ΄13,14), ενώ
προσθέτει: “ τὰ γλυπτὰ τῶν θεῶν αὐτῶν καύσετε πυρί· οὐκ ἐπιθυμήσεις ἀργύριον οὐδὲ χρυσίον ἀπ᾿
αὐτῶν σὺ λήψῃ σεαυτῷ, μὴ πταίσῃς δι᾿ αὐτό, ὅτι βδέλυγμα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σού ἐστι· καὶ οὐκ εἰσοίσεις
βδέλυγμα εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ ἀνάθεμα ἔσῃ ὥσπερ τοῦτο· προσοχθίσματι προσοχθιεῖς καὶ
βδελύγματι βδελύξῃ, ὅτι ἀνάθημά ἐστι” (Λευιτ. ζ΄25,26). Επιπλέον, απαγορεύει και την
κατασκευή ομοιωμάτων ακόμη και προς τιμήν του ίδιου του πραγματικού Θεού. “ καὶ
ἐδέξατο ἐκ τῶν χειρῶν αὐτῶν καὶ ἔπλασεν αὐτὰ ἐν τῇ γραφίδι καὶ ἐποίησεν αὐτὰ μόσχον χωνευτὸν
καὶ εἶπεν· οὗτοι οἱ θεοί σου, Ἰσραήλ, οἵτινες ἀνεβίβασάν σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου. καὶ ἰδὼν Ἀαρὼν
ᾠκοδόμησε θυσιαστήριον κατέναντι αὐτοῦ, καὶ ἐκήρυξεν Ἀαρὼν λέγων· ἑορτὴν τοῦ Κυρίου αὔριον.
καὶ ὀρθρίσας τῇ ἐπαύριον ἀνεβίβασεν ὁλοκαυτώματα καὶ προσήνεγκε θυσίαν σωτηρίου, καὶ ἐκάθισεν
ὁ λαὸς φαγεῖν καὶ πιεῖν καὶ ἀνέστησαν παίζειν.“ (Έξοδ. λβ΄4,5), “ἔτι δὲ καὶ ἐποίησαν ἑαυτοῖς
μόσχον χωνευτὸν καὶ εἶπαν· οὗτοι οἱ θεοὶ οἱ ἐξαγαγόντες ἡμᾶς ἐξ Αἰγύπτου· καὶ ἐποίησαν
παροργισμοὺς μεγάλους.” (Νεεμ. θ΄18). Οι εθνικοί είχαν πάντοτε είδωλα για να εικονίζουν
τους θεούς τους και ήταν κατασκευασμένα από χρυσό, άργυρο, χαλκό, πέτρα, πηλό, ξύλο.
Ακόμα τα είδωλά τους μπορούσαν να παρασταίνουν άστρα, ζώα, πνεύματα, ποτάμια,
άνδρες ήρωες, κ.α. Έτσι οποιαδήποτε δύναμη, φυσική ή πνευματική, γινόταν αντικείμενο
λατρείας. Η ειδωλολατρεία φαίνεται πως πρωτοπαρουσιάστηκε στους προκατακλυσμικούς
χρόνους. Αργότερα, στα χρόνια μάλιστα του Αβραάμ, η ειδωλολατρεία ήταν ο γενικός
κανόνας. “καὶ εἶπεν Ἰησοῦς πρὸς πάντα τὸν λαόν· τάδε λέγει Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραήλ· πέραν τοῦ
ποταμοῦ παρῴκησαν οἱ πατέρες ὑμῶν τὸ ἀπ' ἀρχῆς, Θάρα ὁ πατὴρ Ἁβραὰμ καὶ ὁ πατὴρ Ναχώρ, καὶ
ἐλάτρευσαν θεοῖς ἑτέροις.” (Ιησ. Ν. κδ΄2). Οι Ιουδαίοι ποτέ δεν λάτρευσαν δικά τους είδωλα
αλλά, σε περιπτώσεις αποστασίας, οικειοποιούνταν θεότητες των γειτονικών τους λαών,
όπως των Αιγυπτίων: “καὶ ἀπέστησαν ἀπ' ἐμοῦ καὶ οὐκ ἠθέλησαν εἰσακοῦσαί μου, τὰ βδελύγματα
τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν οὐκ ἀπέρριψαν καὶ τὰ ἐπιτηδεύματα Αἰγύπτου οὐκ ἐγκατέλιπον. καὶ εἶπα τοῦ
ἐκχέαι τὸν θυμόν μου ἐπ' αὐτοὺς τοῦ συντελέσαι τὴν ὀργήν μου ἐν αὐτοῖς ἐν μέσῳ γῆς Αἰγύπτου. “
(Ιεζ. κ΄8), των Χαναναίων, των Αμμωνιτών, των Φοινίκων, των Συρίων, κ.α. : “μὴ σφάγια
καὶ θυσίας προσηνέγκατέ μοι, οἶκος Ἰσραήλ, τεσσαράκοντα ἔτη ἐν τῇ ἐρήμῳ; καὶ ἀνελάβετε τὴν
σκηνὴν τοῦ Μολὸχ καὶ τὸ ἄστρον τοῦ θεοῦ ὑμῶν Ραιφάν, τοὺς τύπους αὐτῶν, οὓς ἐποιήσατε ἑαυτοῖς.“
(Αμώς ε΄25,26), “ἔστρεψε δὲ ὁ Θεὸς καὶ παρέδωκεν αὐτοὺς λατρεύειν τῇ στρατιᾷ τοῦ οὐρανοῦ,
καθὼς γέγραπται ἐν βίβλῳ τῶν προφητῶν· μὴ σφάγια καὶ θυσίας προσηνέγκατέ μοι ἔτη
τεσσαράκοντα ἐν τῇ ἐρήμῳ, οἶκος Ἰσραήλ; καὶ ἀνελάβετε τὴν σκηνὴν τοῦ Μολὸχ καὶ τὸ ἄστρον τοῦ
θεοῦ ὑμῶν Ρεμφάν, τοὺς τύπους οὓς ἐποιήσατε προσκυνεῖν αὐτοῖς· καὶ μετοικιῶ ὑμᾶς ἐπέκεινα
Βαβυλῶνος.“ (Πράξ. ζ΄42), κτλ. Ακόμη και η σύζυγος του Ιακώβ, Ραχήλ, λάτρευε είδωλο, το
οποίο μάλιστα και άρπαξε από τον πατέρα της Λάβαν. Πάντως, όταν ο Ιακώβ επέστρεψε
από τη Μεσοπόταμία απαίτησε από το λαό του να καταστρέψει οτιδήποτε ειδωλολατρικό,
ακόμη και τα σκουλαρίκια των γυναικών. Πολύ αργότερα, στην περίοδο των Κριτών, οι
Ισραηλίτες και πάλι αποστάτησαν από το Θεό και λάτρεψαν άλλους θεούς; “Καὶ ἐποίησαν
οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ τὸ πονηρὸν ἐνώπιον Κυρίου καὶ ἐλάτρευσαν τοῖς Βααλίμ. καὶ ἐγκατέλιπον τὸν Κύριον

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
70
τὸν Θεὸν τῶν πατέρων αὐτῶν τὸν ἐξαγαγόντα αὐτοὺς ἐκ γῆς Αἰγύπτου καὶ ἐπορεύθησαν ὀπίσω θεῶν
ἑτέρων ἀπὸ τῶν θεῶν τῶν ἐθνῶν τῶν περικύκλῳ αὐτῶν καί προσεκύνησαν αὐτοῖς καὶ παρώργισαν
τὸν Κύριον καὶ ἐγκατέλιπον αὐτὸν καὶ ἐλάτρευσαν τῷ Βάαλ καὶ ταῖς Ἀστάρταις.“, (Κριτ. β΄11,12).
Ο Γεδεών ευχαριστώντας τον Κύριο που τους λύτρωσε από την ειδωλολατρεία έφτιαξε το
εφώδ, ένα στολισμένο ιερατικό άμφιο, το οποίο όμως κι αυτό με τη σειρά του αποτέλεσε
αντκείμενο (ειδωλο)λατρείας από τον ισραηλιτικό λαό: “καὶ ἐποίησεν αὐτὸ Γεδεὼν εἰς Ἐφὼδ
καὶ ἔστησεν αὐτὸ ἐν πόλει αὐτοῦ Ἐφραθά· καὶ ἐξεπόρνευσε πᾶς Ἰσραὴλ ὀπίσω αὐτοῦ ἐκεῖ, καὶ
ἐγένετο τῷ Γεδεὼν καὶ τῷ οἴκῳ αὐτοῦ εἰς σκῶλον.“ (Κριτ. η΄27). Η ειδωλολατρεία περορίστηκε
σε μεγάλο βαθμό στον Ισραήλ στα χρόνια διακυβέρνησής του από το Σαούλ, τον Δαβίδ
και τον Σολομώντα. Πάντως ο τελευταίος, επηρεασμένος από τις ειδωλολάτρισσες
παλακίδες και συζύγους του, ξαναέφερε τη λατρεία των ειδώλων παράλληλα μ΄αυτή του
Ζώντος Θεού. Η συντριπτική πλειοψηφία των διαδόχων του, έφτασαν στο σημείο να
επισημοποιήσουν την ειδωλολατρεία, διώκοντας συχνά τους πιστούς στο Θεό. Μάλιστα το
διασπασμένο βόρειο κράτος των δέκα φυλών, το βασίλειο του Ισραήλ, έφθασε στον
κολοφώνα της ειδωλολατρείας επί των ασεβών βασιλέων Αχαάβ και Ιεζάβελ, διώκοντας
μάλιστα και τον κορυφαίο των Προφητών, Ηλία. Η ειδωλολατρεία αυτή έφτασε στο
ακρότατο ύψος της με τις μισαρές ανθρωποθυσίες στο είδωλο του Μολώχ. Γι' αυτό ο Θεός,
τιμωρώντας το λαό του βασιλείου, επέτρεψε να υποδουλωθούν οι αποστάτες στους
Ασσυρίους. Η δουλεία και η αιχμαλωσία του λαού φαίνεται ότι συνέφερε τους Εβραίους
κι έτσι όταν επανέκαμψαν στην πατρίδα όχι απλά έγιναν θεοσεβείς, αλλά και ζηλωτές
προς την πατρώα θρησκεία τους. Η Παλαιά Διαθήκη τονίζει τα αποτελέσματα της
ειδωλολατρείας-απομακρύνσεως από το Θεό: “ Εἶτ᾿ οὐκ ἤρκεσε τὸ πλανᾶσθαι περὶ τὴν τοῦ
Θεοῦ γνῶσιν, ἀλλὰ καὶ μεγάλῳ ζῶντες ἀγνοίας πολέμῳ τὰ τοσαῦτα κακὰ εἰρήνην προσαγορεύουσιν.
ἢ γὰρ τεκνοφόνους τελετὰς ἢ κρύφια μυστήρια ἢ ἐμμανεῖς ἐξ ἄλλων θεσμῶν κώμους ἄγοντες, οὔτε
βίους οὔτε γάμους καθαροὺς ἔτι φυλάσσουσιν, ἕτερος δ᾿ ἕτερον ἢ λοχῶν ἀναιρεῖ ἢ νοθεύων ὀδυνᾷ.
πάντας δ᾿ ἐπιμὶξ ἔχει αἷμα καὶ φόνος, κλοπὴ καὶ δόλος, φθορά, ἀπιστία, ταραχή, ἐπιορκία, θόρυβος
ἀγαθῶν, χάριτος ἀμνησία, ψυχῶν μιασμός, γενέσεως ἐναλλαγή, γάμων ἀταξία, μοιχεία καὶ ἀσέλγεια.
ἡ γὰρ τῶν ἀνωνύμων εἰδώλων θρησκεία παντὸς ἀρχὴ κακοῦ καὶ αἰτία καὶ πέρας ἐστίν.” (Σοφ.
Σολομ. ιδ΄22-27). Ο Μωσαϊκός Νόμος θεωρούσε έγκλημα την ειδωλολατρεία, έγκλημα
μάλιστα εσχάτης προδοσίας, γι' αυτό και τιμωρούνταν με θάνατο: “Ἐὰν δὲ παρακαλέσῃ σε ὁ
ἀδελφός σου ἐκ πατρός σου ἢ ἐκ μητρός σου ἢ ὁ υἱός σου ἢ ἡ θυγάτηρ ἢ ἡ γυνή σου ἡ ἐν κόλπῳ σου ἢ
φίλος ἴσος τῇ ψυχῇ σου λάθρα λέγων· βαδίσωμεν καὶ λατρεύσωμεν θεοῖς ἑτέροις, οὓς οὐκ ᾔδεις σὺ
καὶ οἱ πατέρες σου, ἀπὸ τῶν θεῶν τῶν ἐθνῶν τῶν περικύκλῳ ὑμῶν, τῶν ἐγγιζόντων σοι ἢ τῶν
μακρὰν ἀπὸ σοῦ, ἀπ᾿ ἄκρου τῆς γῆς ἕως ἄκρου τῆς γῆς, οὐ συνθελήσεις αὐτῷ καὶ οὐκ εἰσακούσῃ
αὐτοῦ καὶ οὐ φείσεται ὁ ὀφθαλμός σου ἐπ᾿ αὐτῷ, οὐκ ἐπιποθήσεις ἐπ᾿ αὐτῷ οὐδ᾿ οὐ μὴ σκεπάσῃς
αὐτόν· ἀναγγέλων ἀναγγελεῖς περὶ αὐτοῦ, καὶ αἱ χεῖρές σου ἔσονται ἐπ᾿ αὐτὸν ἐν πρώτοις ἀποκτεῖναι
αὐτόν, καὶ αἱ χεῖρες παντὸς τοῦ λαοῦ ἐπ᾿ ἐσχάτῳ” (Δευτ. ιγ΄7-11). Και τη σημερινή εποχή η
ειδωλολατρεία υφίσταται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, με τη μορφή κυρίως του
ανιμισμού. Η ειδωλολατρεία, όμως, που κυριαρχεί στον κόσμο σήμερα έχει άλλη μορφή:
έτσι αυτός που αγαπά τον πλούτο, το “εγώ” του, τη φιλοδοξία του, την ύλη γενικά ή και
αμελεί το Θεό και το Χριστό Του, είναι ειδωλολάτρης, μάλιστα με αυτή την έννοια των
αρχαίων Ισραηλιτών, και είναι άξιος καταδίκης: “Νεκρώσατε οὖν τὰ μέλη ὑμῶν τὰ ἐπὶ τῆς γῆς,
πορνείαν, ἀκαθαρσίαν, πάθος, ἐπιθυμίαν κακήν, καὶ τὴν πλεονεξίαν ἥτις ἐστὶν εἰδωλολατρία, δι' ἃ
ἔρχεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῆς ἀπειθείας,” (Κολασ. Γ΄5,6). Σχετ. Α΄Κορ. η΄4,7
ι΄14,19, ιβ΄2, Β΄Κορ. στ΄16, Γαλ. ε΄20, Κολασ. γ΄5, Α΄Θεσ. α΄9, Α΄Ιωαν. ε΄21, Α΄Πετρ. δ΄3.
Πραξ. ζ΄41, ιε΄20, Ρωμ. β΄22, Αποκ. θ΄20.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
71

Ειρήνη: Ένας από τους αγιοπνευματικούς καρπούς. Νοείται και η εξωτερική ειρήνη, με
τους αδελφούς μας και η εσωτερική. Σχετικά: Μτθ. ι΄13, Μάρκ. ε΄34, Λουκ. α΄79, β΄14, 29,
ζ΄50, ι΄5,6, ια΄21, ιβ΄51, ιδ΄32, ιθ΄38, 42, κδ΄36, Ιωάν. ιδ΄27, ιστ΄33, θ΄31, ι΄36, ιβ΄20, ιε΄33,
ιστ΄36, κ΄19,20, κδ΄2, Ρωμ. α΄7, β΄10, γ΄17, ε΄1, η΄6, ι΄15, ιδ΄17,19, ιε΄13,33, Α΄Κορ. α΄3 (ως
χαιρετισμός στις περισσότερες από τις επιστολές του Παύλου), ζ΄15, ιδ΄33, ιστ΄11, Β΄Κορ.
ιγ΄11, Γαλ. α΄3, ε΄22, στ΄16, Εφεσ. β΄14,15,17, δ΄3, στ΄15,23, Φιλιπ. δ΄7,9, Κολασ. γ΄15,
Α΄Θεσ. ε΄3,23, Β΄Θεσ. γ΄16, Α΄Τιμ. ε΄3, Β΄Τιμ. γ΄16, β΄22, Εβρ. ζ΄2, ια΄31, ιβ΄14, ιγ΄20, Ιακ.
β΄16, γ΄18, Α΄Πέτρ. α΄2, γ΄11, ε΄14, Β΄Πέτρ. γ΄14, Γ΄Ιωάν. 15, Ιούδα 2, Αποκ. στ΄4.
Έλληνας: Η λέξη “Έλλην” και “Ελλάς” συναντάται στην Παλαία Διαθήκη σπάνια.
Συγκεκριμένα στα εδάφια: (Δαν. η΄21, ι΄20 και ια΄2, Ιωήλ γ΄6 και Ζαχ. θ΄13). Όταν η
Ελλάδα υποτάχτηκε οριστικά στους Ρωμαίους (146 π.Χ.), χωρίστηκε σε δύο τμήματα: το
τμήμα της Μακεδονίας, που περιελάμβανε τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία, την Ήπειρο και
την Ιλλυρία και το τμήμα Αχαϊας που περιελάμανε τις νότιες περιοχές της Ελλάδας. Οι
Έλληνες και οι Εβραίοι φαίνεται πως δεν είχαν επικοινωνία και ανταλλαγές μεταξύ τους
μέχρι την εποχή των κατακτήσεων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Από τα Ελληνιστικά
Χρόνια όμως και έπειτα, επειδή οι δύο αυτοί λαοί ήταν εξαπλωμένοι σε όλον τον τότε
γνωστό κόσμο, άρχισαν να προσεγγίζουν ο ένας τον άλλο. Οι Εβραίοι ονόμαζαν Έλληνες
όχι μόνο τους τότε ομοφύλους μας, αλλά οποιονδήποτε λαό δεν είχε τις ίδιες θρησκευτικές
πεποιθήσεις με εκείνους. Έτσι η λέξη Έλλην κατήντησε συνώνυμο της λέξης Εθνικός.
Αντίθετα η λέξη Ελληνιστής σήμαινε για τους Ιουδαίους, τους Εβραίους στο θρήσκευμα
που ομιλούσαν την ελληνική γλώσσα. Oι Έλληνες, ως λαός οξύνους που ήταν, υπερείχαν
από πολλούς άλλους λαούς στην πολεμική ικανότητα, στη διανοητική ανάπτυξη, στη
μόρφωση, στις τέχνες κ.α. Υστερούσαν, όμως, σοβαρά ως προς το ηθικό καθήκον. Έτσι η
υπερηφάνεια του έθνους και η κατα εποχές άκρα διαφθορά και το μέχρι ηθικής εκλύσεως
κατάντημά του, τον οδήγησε σύντομα στην υποδούλωση στις ρωμαϊκές λεγεώνες. Αυτή
ακριβώς η ηθική διαφθορά αλλά και η ανθρωποκεντρική φιλοσοφία των Ελλήνων
εμπόδισε την εύκολη διάδοση του Ευαγγελίου. Παρόλα αυτά ο Παύλος κατάφερε να
συστήσει πολλές εκκλησίες και να ευαγγελίσει αρκετές περιοχές της πατρίδας μας, όπως
στη Θεσσαλονίκη, τη Βέροια, τους Φιλίππους, την Κόρινθο, την Αθήνα και πολλές άλλες
περιοχές της Κυρίως Ελλάδας αλλά και της Μικράς Ασίας. Αξίζει να αναφερθούμε επι τη
ευκαιρία και στην ελληνική γλώσσα, την κυρίαρχη γλώσσα των Ελληνιστικών χρόνων. Η
Ελληνική Γλώσσα: Η γλώσσα των Ελλήνων είναι η γλώσσα που γράφηκε το σύνολο των
βιβλίων της Καινής Διαθήκης, πλην του Ευαγγελίου του Ματθαίου. Απλώς οι ιεροί
φωτισμένοι συγγραφείς παρενέβαλαν πολλές εβραϊκές λέξεις σε ιδέες και νοήματα που τα
αγνοούσε ο ελληνισμός. Ο λόγος της συγγραφής των ιερών βιβλίων στην Ελληνική
οφείλεται στη διάδοση της γλώσσας μέχρι τα ακρότατα σημεία της τότε γνωστής Ανατολής
μετά την εισβολή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Έτσι μέσω του εμπορίου, η γλώσσα
διαδόθηκε σε ευρύτατα τμήματα των λαών της Ανατολής και βοήθησε στη διάδοση του
Χριστιανισμού, μέσω των Ελληνιστών Ιουδαίων, και στους ελληνικούς πληθυσμούς.
Ακόμη και η Παλαιά Διαθήκη κωδικοποιήθηκε και μεταφράστηκε στην Ελληνική από
ελληνιστές Ιουδαίους (μετάφρ. των εβδομήκοντα). Σχετικά: Ιωάν. ζ΄35, ιβ΄20, Πράξ. ιδ΄1,
ιστ΄1,3, ιζ΄4, ιη΄4, 17, ιθ΄10, 17, κ΄21, κα΄28, Ρωμ. α΄14,16, β΄9, ι΄12, Α΄Κορ. α΄22, 23, ι΄32,
ιβ΄13, Γαλ. β΄3, γ΄28, Κολασ. γ΄11. Αξίζει να επισημάνουμε το χωριό του κατά Ιωάννην
Ευαγγελίου, που ακολουθεί, για να δούμε τα προφητικά λόγια του Κυριόυ για τη διάδοση
της διδασκαλίας του μέσω του Ελληνισμού: “Ἦσαν δὲ τινες Ἕλληνες ἐκ τῶν ἀναβαινόντων ἵνα

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
72
προσκυνήσωσιν ἐν τῇ ἑορτῇ. οὗτοι οὖν προσῆλθον Φιλίππῳ τῷ ἀπὸ Βηθσαϊδὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ
ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· Κύριε, θέλομεν τὸν Ἰησοῦν ἰδεῖν. ἔρχεται Φίλιππος καὶ λέγει τῷ Ἀνδρέᾳ, καὶ
πάλιν Ἀνδρέας καὶ Φίλιππος καὶ λέγουσι τῷ Ἰησοῦ· ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀπεκρίνατο αὐτοῖς λέγων· Ἐλήλυθεν
ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου.” (Ιωάν. ιβ΄20-23).
Ευαγγέλιο: Ευαγγέλιο231 σημαίνει χαρμόσυνη αγγελία (Γεν. β΄ 15). Αυτή την αγγελία
φέρνουν και οι τέσσερις ευαγγελιστές. Φέρνουν τη χαρούμενη αγγελία της λύτρωσης της
ανθρωπότητας που χάρισε ο Θεός, δίνοντας τον ίδιο Του τον Υιό στον κόσμο με τη
γέννηση, τη σταύρωση και την Ανάστασή του. (Το μυστήριο αυτό είναι της Θείας
οικονομίας –Β. Π.) Από τις αρχές του 2ου μ. Χ. αιώνα και ύστερα η λέξη ευαγγέλιο δηλώνει
τα τέσσερα βιβλία της Κ. Διαθήκης, που περιέχουν τα θαύματα, τις διδασκαλίες, τις
παραβολές του Κυρίου, καθώς και το θάνατο και την ανάσταση Του 232. Δύο από τα
ευαγγέλια γράφηκαν από μαθητές του Κυρίου, αυτό του Ιωάννου και αυτό του Ματθαίου,
ενώ αυτά του Μάρκου και του Λουκά απηχούν τις διδασκαλίες του Κυρίου, έμμεσα, όπως
τις παρέλαβαν από τους αποστόλους Πέτρο και Παύλο, αντίστοιχα. Να αναφέρουμε
επίσης ότι στην εικονογραφία επικράτησε να παριστάνονται οι ευαγγελιστές ως εξής: Ο
Ματθαίος με το σύμβολό της ανθρώπινης μορφής, γιατί αρχίζει με την ανθρώπινη (κατά
σάρκα) γενεαλογία του Κυρίου. Ο Μάρκος παρουσιάζεται σαν λέοντας (σύμβολο
προφητικού πνεύματος). Ο Λουκάς έχει για σύμβολό του τον μόσχο, επειδή το μοσχάρι
(ως θύμα λειτουργικών θυσιών) φανερώνει την ιερατική τάξη, μιας και το ευαγγέλιο του
αρχίζει με το περιστατικό του ιερέα Ζαχαρία και τέλος ο Ιωάννης παρουσιάζεται σαν
αετός «υψιπέτης», γιατί αρχίζει το ευαγγέλιο του με τη φράση «εν αρχή ην ο Λόγος», επειδή
δηλαδή «γενεαλογεί» τον Κύριο με τη θεία Του φύση την ανώτερη. Τα τελευταία χρόνια
έχει επικρατήσει να ονομάζονται τα τρία πρώτα ευαγγέλια «συνοπτικά», επειδή τα
γεγονότα της ζωής του Κυρίου, που περιγράφουν περιληπτικά, μπορούν να διαβαστούν
παράλληλα και να διαπιστωθούν τα πολλά κοινά στοιχεία– αλλά και κάποιες διαφορέςπου έχουν. Αντίθετα το κατά Ιωάννην ευαγγέλιο περιγράφει τα τελευταία «στιγμιότυπα»
της επίγειας ζωής του Κυρίου, πολύ πιο αναλυτικά καθότι ο συγγραφέας ήταν αυτήκοος
και ο μαθητής «ον ηγάπα» ο Ιησούς. Τα ευαγγέλια γενικά είναι ιστορικά έργα, γιατί
διηγούνται πραγματικά γεγονότα που επηρέασαν μάλιστα καθοριστικά την ανθρώπινη
ιστορία. Όμως δεν είναι μόνο αυτός ο σκοπός των ευαγγελιστών. Οι κατ εξοχήν στόχοι
τους συγκλίνουν : «στο να εκφράσουν την πίστη της εκκλησίας για το έργο του Ιησού, στο να
δώσουν την ερμηνεία των γεγονότων που έλαβαν χώρα για τη σωτηρία της ανθρωπότητας. Είναι
κυρίως μαρτυρίες πίστης, έκφραση βιώματος, προσπάθεια ιεραποστολής, κατήχηση των μελών της
εκκλησίας» (Ιω. Κολιτσάρας.) Άρα λοιπόν σπουδαιότερη προσφορά των ευαγγελιστών
κρίνεται η θεολογική και ερμηνευτική αξία των γραπτών τους, και όχι απλά το ιστορικό
τους ενδιαφέρον. Σχετικά: Μτθ. κ΄23, θ΄35, κδ΄14, κστ΄13, Μάρκ. α΄1,14,15, η΄35, ιγ΄10,
ιδ΄9, ιστ΄15, Πράξ. ιε΄17, κ΄24,Ρωμ. α΄1,9,16, β΄16, ι΄16, ια΄28, ιε΄16,19,29, ιστ΄25, Α΄Κορ.
δ΄15, θ΄12, 14,18,23, ιε΄1, Β΄Κορ. β΄12, δ΄3,4, η΄18, ι΄14, ια΄4,7, Γαλ. α΄6,7,11, β΄2,5,7,14,
Εφεσ. α΄13, γ΄6, στ΄15,19, Φιλιπ. α΄5,7,12, 17,27, β΄22, δ΄3, 15, Κολασ. α΄5,23, Α΄Τιμ. α΄5,
β΄2,4,8,9, γ΄2, Β΄Τιμ. α΄8, β΄14, Φιλημ. 13, Α΄Πέτρ. δ΄17, Αποκ. ιδ΄6.
Ζήλος: Προέρχεται από το ρήμα ζηλ-όω ζηλώ, που σημαίνει προσπαθώ με επιμονή να
αποκτήσω κάτι, άρα ζήλος σημαίνει την έντονη προθυμία για την εκτέλεση ενός έργου ή
μιάς αποστολής. Υπό αυτήν την έννοια τα σχετικά εδάφια της Καινής Διαθήκης που
231. Από την εισαγωγή του βιβλίου του Κων. Α. Οικονόμου, Το Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, Υπόμνημα, εκδ. ΚΑΟ.,
2006, σ. 19, 20
232. βλέπε : Διδαχή των Αποστόλων 8, 2, Β΄ Κλήμεντος 8, 5, Ιουστίνου Α΄ Απολογία, κ.α. ΒΕΠΕΣ τ. 1-2

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
73
ομιλούν για ζήλο είναι: Ιωάν. β΄17, Πράξ. ε΄17, Ρωμ. ι΄2, Β΄Κορ. ζ΄7,11, θ΄2, ια΄2, Φιλιπ.
γ΄6, Κολασ. δ΄13, Εβρ. ι΄27. Υπάρχει και μια άλλη σημασία της λέξης ζήλος, ζήλεια με
αρνητικό περιεχόμενο τη φορά αυτή: έτσι η λέξη ζήλος με την αρνητική της σημασία
σημαίνει φθόνος, δυσαρέσκεια για ξένη ευτυχία, το αρνητικό συναίσθημα μεταξύ συζύγων
που αλλιώς λέγεται, σε ακραία μορφή, ζηλοτυπία. Με την αρνητική έννοια, λοιπόν αυτής
της λέξης ομιλεί ο Παύλος στην Προς Γαλάτας Επιστολή του, με την έννοια δηλαδή του
φθόνου. Τα σχετικά χωρία της Κ.Δ. Είναι: Ρωμ. ιγ΄13, Α΄Κορ. γ΄3, Β΄Κορ. ιβ΄20, Γαλ. 5, 20,
Ιακ. γ΄14,16.
Θεός: Eίναι ο δημιουργός και κυβερνήτης όλου του κόσμου, ορατού και αοράτου.
Είναι πνεύμα αϊδιο (αιώνιο) και αναλλοίωτο στην ύπαρξή του, στη σοφία, την ισχύ, την
αγιότητα, τη δικαιοσύνη, την αλήθεια και την αγάπη. Αποκαλύπτεται σ' εμάς με πολλούς
τρόπους, όπως με τα έργα Του, την πρόνοιά Του και κυρίως με το πρόσωπο και τα έργα
του Κυρίου Ιησού Χριστού. Τα ονόματα με τα οποία αποκαλείται ο Θεός στην Π. Διαθήκη
είναι: α΄Ελωχείμ: Με το όνομα αυτό συναντάμε το πρόσωπο του Θεού στη Γέννεση και
στο δεύτερο μέρος των Ψαλμών (μα΄- οβ΄) και σημαίνει την άπειρη παντοδυναμία Του
και τη σχέση Του με τον άνθρωπο. β΄Ιε(χ)οβά: Με το όνομα αυτό ο Θεός παρουσιάζεται
αποκλειστικά στους Ιουδαίους και σημαίνει Θεός της Διαθήκης, της Αποκαλύψεως και της
Σωτηρίας. γ΄Αδωνάι: Σημαίνει ο Κύριός μου και χρησιμοποιείται όταν ο πιστός
προσεύχεται με ταπείνωση, γι' αυτό μάλιστα οι Ιουδαίοι όταν προσεύχονται δεν
χρησιμοποιούν ποτέ το όνομα Ιεχωβά.
Η φύση του Θεού: Ο Θεός αποκαλύπτεραι στον άνθρωπο τρισυπόστατος: Πατήρ Υιός και
Άγιο Πνεύμα, ένας Θεός, ή καλύτερα τριάς έν μονάδι και μονάς εν τριάδι. “πορευθέντες
μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου
Πνεύματος“ (Μτθ. κη΄19), “Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ
κοινωνία τοῦ ἁγίου Πνεύματος μετὰ πάντων ὑμῶν· ἀμήν “ (Β΄Κορ. ιγ΄13), “Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος,
καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος. Οὗτος ἦν ἐν ἀρχῇ πρὸς τὸν Θεόν. πάντα δι'
αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἕν ὃ γέγονεν“ (Ιωάν. α΄1-3). Έτσι Θεός ο Πατήρ,
Θεός ο Υιός, Θεός και το Πνεύμα το Άγιο. Ο Πατέρας πρωτεύει στη Δημιουργία, ο Υιός
στη Σωτηρία και το Άγιο Πνεύμα στον Αγιασμό 233, όμως και οι τρεις θείες υποστάσεις
συνεργούν στα θεία έργα. Η τριαδικότητα του Θεού υπαινίσσεται σε πολλά σημεία της Π.
Δ., όπως στο α΄κεφάλαιο της Γενέσεως “καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα
ἡμετέραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν, καὶ ἀρχέτωσαν τῶν ἰχθύων τῆς θαλάσσης καὶ τῶν πετεινῶν τοῦ
οὐρανοῦ καὶ τῶν κτηνῶν καὶ πάσης τῆς γῆς καὶ πάντων τῶν ἑρπετῶν τῶν ἑρπόντων ἐπὶ γῆς γῆς.”
(Γεν. α΄26), στη χρήση του πληθυντικού αριθμού στον Πύργο της Βαβέλ “δεῦτε καὶ
καταβάντες συγχέωμεν αὐτῶν ἐκεῖ τὴν γλῶσσαν, ἵνα μὴ ἀκούσωσιν ἕκαστος τὴν φωνὴν τοῦ πλησίον“
(Γεν. ια΄7), στον Ψαλμό του Δαβίδ “τῷ λόγῳ τοῦ Κυρίου οἱ οὐρανοὶ ἐστερεώθησαν καὶ τῷ
πνεύματι τοῦ στόματος αὐτοῦ πᾶσα ἡ δύναμις αὐτῶν·” (Ψ. λβ΄6), στη φιλοξενία των τριών
αγγέλων από τον Αβραάμ, ενώ στο βιβλίο των Παροιμιών η Σοφία του Θεού
προσωποποιείται και αντιστοιχεί στο Λόγο. Λέει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης για το ΘεόΛόγο: “Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος. Οὗτος ἦν ἐν ἀρχῇ
πρὸς τὸν Θεόν. πάντα δι' αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἕν ὃ γέγονεν. ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν,
καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων. καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ
κατέλαβεν. Ἐγένετο ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος παρὰ Θεοῦ, ὄνομα αὐτῷ Ἰωάννης· οὗτος ἦλθεν εἰς
μαρτυρίαν, ἵνα μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ φωτός, ἵνα πάντες πιστεύσωσιν δι' αὐτοῦ. οὐκ ἦν ἐκεῖνος τὸ φῶς,
ἀλλ' ἵνα μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ φωτός. Ἦν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον, ἐρχόμενον
233. Γ. Κωνσταντίνου, ό.π. σελ. 410.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
74
εἰς τὸν κόσμον. ἐν τῷ κόσμῳ ἦν, καὶ ὁ κόσμος δι' αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω. εἰς τὰ
ἴδια ἦλθεν, καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον. ὅσοι δὲ ἔλαβον αὐτόν, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα
Θεοῦ γενέσθαι, τοῖς πιστεύουσιν εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ, οἳ οὐκ ἐξ αἱμάτων, οὐδὲ ἐκ θελήματος σαρκὸς,
οὐδὲ ἐκ θελήματος ἀνδρὸς, ἀλλ' ἐκ Θεοῦ ἐγεννήθησαν. Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν
ἡμῖν, καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός, πλήρης χάριτος καὶ
ἀληθείας.”(Ιωάν α΄ 1-14) Έτσι μέσω της υπαινισσόμενης, στην Π. Διαθήκη, αναφοράς στην
Αγία Τριάδα ο Θεός-Υιός παρουσιάζεται και ως δημιουργός της κτίσης: “πάντα δι' αὐτοῦ
ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἕν ὃ γέγονεν “ (Ιωάν α΄3), “ὅς (ο Χριστός) ἐστιν εἰκὼν τοῦ
Θεοῦ τοῦ ἀοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως, ὅτι ἐν αὐτῷ ἐκτίσθη τὰ πάντα, τὰ ἐν τοῖς οὐρανοῖς
καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα, εἴτε θρόνοι εἴτε κυριότητες εἴτε ἀρχαὶ εἴτε ἐξουσίαι· τὰ
πάντα δι' αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν ἔκτισται·“ (Κολοσ. α΄15,16), “Πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως πάλαι ὁ
Θεὸς λαλήσας τοῖς πατράσιν ἐν τοῖς προφήταις, ἐπ' ἐσχάτου τῶν ἡμερῶν τούτων ἐλάλησεν ἡμῖν ἐν
υἱῷ, ὃν ἔθηκε κληρονόμον πάντων, δι' οὗ καὶ τοὺς αἰῶνας ἐποίησεν· “ (Εβρ. α΄1,2). Γιατί όμως
αποφεύγει η Παλαιά Διαθήκη να δηλώσει με σαφήνεια το τρισυπόστατο του Θεού; Ο
λόγος γίνεται εύκολα αντιληπτός: Αποφεύγεται η ξεκάθαρη δήλωση της Τριαδικότητας
για να μη δοθεί στους Ιουδαίους η παραμικρή αφορμή για εκδήλωση πολυθεϊας, πράγμα
που χαρακτήριζε το σύνολο των γειτονικών τους λαών. Με την ενσάρκωση του Θείου
Λόγου έχουμε μια σαφέστερη εικόνα του Θεού: “Τίς γὰρ ὅλως ἀνθρώπων ἠπίστατο, τί ποτ᾽ ἐστὶ
θεός, πρὶν αὐτὸν ἐλθεῖν; ἢ τούς κενοὺς καὶ ληρώδεις ἐκείνων λόγους ἀποδέχη τῶν ἀξιοπίστων
φιλοσόφων, ὧν οἱ μέν τινες πῦρ ἔφασαν εἶναι τὸν θεὸν (οὗ μέλλουσι χωρήσειν αὐτοί, τοῦτο καλοῦσι
θεόν), οἱ δὲ ὕδωρ, οἱ δ᾽ ἄλλο τι τῶν στοιχείων τῶν ἐκτισμένων ὑπὸ θεοῦ; καίτοι γε, εἴ τις τούτων τῶν
λόγων ἀποδεκτός ἐστι, δύναιτ᾽ ἂν καὶ τῶν λοιπῶν κτισμάτων ἓν ἕκαστον ὁμοίως ἀποφαίνεσθαι θεόν.
ἀλλὰ ταῦτα μὲν τερατεία καὶ πλάνη τῶν γοήτων ἐστίν· ἀνθρώπων δὲ οὐδεὶς οὔτε εἶδεν οὔτε
ἐγνώρισεν, αὐτὸς δὲ ἑαυτὸν ἐπέδειξεν. ἐπέδειξε δὲ διὰ πίστεως, ἧ μόνη θεὸν ἰδεῖν συγκεχώρηται. ὁ
γὰρ δεσπότης καὶ δημιουργὸς τῶν ὅλων θεός, ὁ ποιήσας τὰ πάντα καὶ κατὰ τάξιν διακρίνας, οὐ μόνον
φιλάνθρωπος ἐγένετο, ἀλλὰ καὶ μακρόθυμος. ἀλλ᾽ οὗτος ἧν μὲν ἀεὶ τοιοῦτος καὶ ἔστι καὶ ἔσται,
χρηστὸς καὶ ἀγαθὸς καὶ ἀόργητος καὶ ἀληθής, καὶ μόνος ἀγαθός ἐστιν· ἐννοήσας δὲ μεγάλην καὶ
ἄφραστον ἔννοιαν ἀνεκοινώσατο μόνω τῶ παιδί. ἐν ὅσω μὲν οὖν κατεῖχεν ἐν μυστηρίω καὶ διετήρει
τὴν σοφὴν αὐτοῦ βουλήν, ἀμελεῖν ἡμῶν καὶ ἀφροντιστεῖν ἐδόκει· ἐπεὶ δὲ ἀπεκάλυψε διὰ τοῦ
ἀγαπητοῦ παιδὸς καὶ ἐφανέρωσε τὰ ἐξ ἀρχῆς ἡτοιμασμένα, πάνθ᾽ ἅμα παρέσχεν ἡμῖν, καὶ μετασχεῖν
τῶν εὐεργεσιῶν αὐτοῦ καὶ ἰδεῖν καὶ νοῆσαι, ἃ τίς ἂν πώποτε προσεδόκησεν ἡμῶν;234”
Προσόντα του Θεού: Ο Θεός είναι Άγιος: ”καὶ εἶπεν Ἰησοῦς πρὸς τὸν λαόν· οὐ μὴ δύνησθε
λατρεύειν Κυρίῳ, ὅτι ὁ Θεὸς ἅγιός ἐστι, καὶ ζηλώσας οὗτος οὐκ ἀνήσει τὰ ἁμαρτήματα ὑμῶν καὶ τὰ
ἀνομήματα ὑμῶν” (Ιησ. Ν. κδ 19). Είναι Αιώνιος: “Τῷ δὲ βασιλεῖ τῶν αἰώνων, ἀφθάρτῳ,
ἀοράτῳ, μόνῳ σοφῷ Θεῷ, τιμὴ καὶ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν” (Α΄Τιμ. α΄17). Είναι
πανταχού Παρών: “ποῦ πορευθῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός σου καὶ ἀπὸ τοῦ προσώπου σου ποῦ φύγω;
ἐὰν ἀναβῶ εἰς τὸν οὐρανόν, σὺ ἐκεῖ εἶ, ἐὰν καταβῶ εἰς τὸν ᾅδην, πάρει· ἐὰν ἀναλάβοιμι τὰς πτέρυγάς
μου κατ᾿ ὄρθρον καὶ κατασκηνώσω εἰς τὰ ἔσχατα τῆς θαλάσσης, καὶ γὰρ ἐκεῖ ἡ χείρ σου ὁδηγήσει με,
καὶ καθέξει με ἡ δεξιά σου.” (Ψ. ρλη[θ]΄7). Είναι Παντοκράτορας: “λέγοντες· Ἅγιος ἅγιος ἅγιος
Κύριος ὁ Θεὸς ὁ παντοκράτωρ, ὁ ἦν καὶ ὁ ὢν καὶ ὁ ἐρχόμενος. ” (Αποκ. δ΄8). Είναι
Αναλλοίωτος:”κατ᾿ ἀρχὰς σύ, Κύριε, τὴν γῆν ἐθεμελίωσας, καὶ ἔργα τῶν χειρῶν σού εἰσιν οἱ
οὐρανοί· αὐτοὶ ἀπολοῦνται, σὺ δὲ διαμένεις, καὶ πάντες ὡς ἱμάτιον παλαιωθήσονται, καὶ ὡσεὶ
περιβόλαιον ἑλίξεις αὐτοὺς καὶ ἀλλαγήσονται· σὺ δὲ ὁ αὐτὸς εἶ, καὶ τὰ ἔτη σου οὐκ ἐκλείψουσιν.”
(Ψ΄ρα΄26-28). Είναι Ελεήμων αλλά και Δίκαιος: “ἀλλ' ἢ ἐν τούτῳ καυχάσθω ὁ καυχώμενος,
συνίειν καὶ γινώσκεν ὅτι ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ ποιῶν ἔλεος καὶ κρίμα καὶ δικαιοσύνην ἐπὶ τῆς γῆς, ὅτι ἐν
τούτοις τὸ θέλημά μου, λέγει Κύριος.” (Ιερεμ. θ΄24). Είναι Πάνσοφος: “παρ᾿ αὐτῷ σοφία καὶ
234. Προς Διόγνητον Επιστολή, η΄1-11, ed. F. X. Funk/K. Bihlmeyer, Tübingen 1924.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
75
δύναμις, αὐτῷ (Θεώ) βουλὴ καὶ σύνεσις.” (Ιώβ ιβ΄13). Ο Θεός ακόμα είναι Αγάπη: “καὶ ἡμεῖς
ἐγνώκαμεν καὶ πεπιστεύκαμεν τὴν ἀγάπην ἣν ἔχει ὁ Θεὸς ἐν ἡμῖν. Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστί, καὶ ὁ μένων ἐν
τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καὶ ὁ Θεὸς ἐν αὐτῷ.” (Α΄Ιωάν. δ΄16). Συμπερασματικά ο Θεός δεν
είναι μια φιλοσοφική ή επιστημονική ανάγκη αλλά ένα πρόσωπο, όχι ένας κανόνας της
φύσης, αλλά ύπαρξη και Ον Λογικό, Ελεύθερο, Αιώνιο, Πανάγαθο και Πάνσοφο.
Η Λατρεία του Θεού: “πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ
προσκυνεῖν.” (Ιωάν. δ΄24). Έτσι ο Κύριος ζητά από μας πνευματική λατρεία, δηλαδή
ταπεινοφροσύνη, προσευχή και πραγματική πνευματική αρετή που να πηγάζει από την
αγάπη. “Κατά φυσικό κανόνα η ψυχή αναζητεί τον Θεόν τουτέστι το πρώτον αίτιον της εαυτού
υπάρξεως ... η ευτυχία αυτού (του ανθρώπου) εξαρτάται εκ των περί Θεού πεποιθήσεων αυτού. 235” Ο
Ιησούς Χριστός, η δεύτερη υπόσταση της Αγίας Τριάδας, με την αποκάλυψη του στον
κόσμο χειραφέτησε τον άνθρωπο από τις επιδράσεις των κύριων φιλοσοφικώνθρησκευτικών ρευμάτων της εποχής: τον υλισμό, τον ιδανισμό ή τον κενό ανθρωπισμό και
τον Ιουδαϊσμό. Με τα λόγια του Κυρίου στη Σαμαρείτιδα καταλαβαίνουμε ότι με το αίμα
του εσταυρωμένου όλη η κτίση γίνεται ναός Του κι όχι το Γαριζείν ή ο Ναός των
Ιεροσολύμων και παντού όλες οι φυλές της γης μπορούν πάντοτε να λατρεύουν τον
Πανταχού Παρόντα Θεό του Ευαγγελίου. Άλλωστε η αληθινή λατρεία του Θεού
θεμελιώνεται στην καρδιά των πιστών, γιατί χωρίς αυτήν η λατρεία λογίζεται σαν απλή
υποκρισία. Ένα άλλο στοιχείο της λατρείας του Θεού είναι το πνεύμα, η αλήθεια και η
ελευθερία που απελευθερώνει τον άνθρωπο από τη δουλική λατρεία της θυσίας των
τράγων και των δαμάλεων. Έτσι ο Θεός λατρεύεται πλέον από τα τέκνα του και όχι από
δούλους, με περιτομή των παθών της καρδίας του και όχι με την περιτομή του Μωσαϊκού
Νόμου: “ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ οὔτε περιτομή τι ἰσχύει οὔτε ἀκροβυστία, ἀλλὰ πίστις δι' ἀγάπης
ἐνεργουμένη.” (Γαλ ε΄6). Έτσι πλέον “ὅπου οὐκ ἔνι Ἕλλην καὶ Ἰουδαῖος, περιτομὴ καὶ ἀκροβυστία,
βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος, ἐλεύθερος, ἀλλὰ τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός.“ (Κολοσ. γ΄11).
Θυμός: (οργή, αγανάκτηση). Σχετικά: Λουκ. δ΄28, Πράξ. ιθ΄28, Ρωμ. β΄8, Β΄Κορ. ιβ΄20,
Γαλ. ε΄20, Εφεσ. δ΄31, Κολοσ. γ΄8, Εβρ. ια΄27, Αποκ. ιβ΄12, ιδ΄8,10,19, ιε΄1,7, ιστ΄1,19, ιη΄3,
ιθ΄15.
Ιάκωβος ο Αδελφόθεος: Ονομάστηκε αδελφόθεος γιατί ή ήταν ξάδερφος του
Κυρίου ή παιδί του Ιωσήφ από προηγούμενο – της μνηστείας με τη Θεοτόκο – γάμο. Ο
Ιουδαίος ιστορικός Ιώσηπος τον αποκαλεί «δίκαιο». Έγραψε τη λεγόμενη «Επιστολή
Ιακώβου» (ένα από τα βιβλία της Κ. Διαθήκης) που απευθυνόταν κυρίως σε προσήλυτους
Ιουδαίους. Έγινε πρώτος επίσκοπος Ιεροσολύμων και ήταν πολύ ασκητικός. Λίγο πριν
την καταστροφή των Ιεροσολύμων λιθοβολήθηκε μέχρι θανάτου από τους Ιουδαίους.
Ιερουσαλήμ: (έχω ειρήνη) Η πρωτεύουσα των Αγίων Τόπων και ενδοξότερη πόλη του
κόσμου. Ιερή εξίσου για Χριστιανούς, Εβραίους και Μουσουλμάνους. Το παλιό της όνομα
ήταν Σαλήμ (Γεν. ιδ΄18) ενώ όταν κατελήφθη απ’ τους Ιεβουσαίους ονομάστηκε Ιεβούς
(Κριτ. ιθ΄10-11). Η μεγάλη ακμή της αρχίζει από τότε που την κατέλαβε ο βασιλιάς Δαβίδ,
και την έκανε, εκτός από πρωτεύουσα του κράτους του, θρησκευτικό κέντρο, που
επισημοποιθηκε με την ανέγερση του φημισμένου Ναού απ’ το διάδοχό του Σολομώντα.
Καταστράφηκε και ερημώθηκε απ’ τον Βαβυλώνιο Ναβουχοδονόσορα (Δ΄ Βασ. ιδ΄13, Β΄
Παραλ. λστ΄17-20), για να ανοικοδομηθεί το 530-540 π.Χ. απ’ τους Εβραίους που
επέστρεψαν απ’ τη βαβυλώνια αιχμαλωσία. Το 330 π.Χ. την κατέλαβε ο Μ. Αλέξανδρος,
για να περάσει εν συνεχεία διαδοχικά στα χέρια του Πτολεμαίου της Αιγύπτου και του
235. Γ. Κωνσταντίνου, ό.π., σελ. 411.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
76
Αντιόχου του Επιφανούς, κληρονόμων και των δύο της τεράστιας Μακεδονικής Ελληνιστικής αυτοκρατορίας. Απελευθερώθηκε για λίγο από τους Μακκαβαίους (165
π.Χ.) για να περάσει έπειτα στα χέρια των Ρωμαίων. Στα χρόνια της ρωμαϊκής κυριαρχίας
γνώρισε μια κάποια λάμψη επί του Ηρώδη. Εκείνα τα χρόνια, ερχόμενος ο Ιησούς στην
πόλη και απορριπτόμενος απ’ τους «πνευματικούς ταγούς» του Ισραήλ, οδηγείται στο
Γολγοθά και στην Ανάσταση και κάνει την Ιερουσαλήμ ιερό κέντρο για το μεγαλύτερο
μέρος της ανθρωπότητας. Μέρος του τιμήματος αυτού του ανομήματος που διέπραξαν οι
Ιεροσολυμίτες, ήταν η εκ θεμελίων καταστροφή της πόλης τους απ’ τους Ρωμαίους του
Τίτου το 70 μ.Χ., όπως είχε προφητεύσει ο Θεάνθρωπος. Το 325 μ.Χ. ο Μέγας
Κωνσταντίνος ανακηρύσσει την Ιερουσαλήμ κέντρο της νόμιμης πια θρησκείας των
Χριστιανών. Η μητέρα του Αγία Ελένη, το 326 κτίζει τους πρώτους ναούς της πόλης: στη
Βηθλεέμ (Γεννήσεως) και στο όρος των Ελαιών. Η εν συντομία σειρά των καταλήψεων της
πόλης από κει και πέρα είναι η εξής: 613 μ.Χ.: Πέρσες - Χοσρόης, 637 μ.Χ.: χαλίφης Ομάρ
(του οποίου το τέμενος δεσπόζει στο μουσουλμανικό τομέα της πόλης), 868 μ.Χ.:
σουλτάνος Αιγύπτου Αχμέτ, 1099: Σταυροφόροι, 1187: Σαλαντίν σουλτάνος, 1382:
σουλτάνοι της Αιγύπτου (ξανά), 1517: Σελήμ-Τούρκοι, εικοστός αιώνας: Άγγλοι, 1948:
εντάσσεται ο δυτ. τομέας της πόλης στο νεοσύστατο κράτος του Ισραήλ. Η πόλη ήταν
κτισμένη σε τρεις λόφους: Σιών, Μοριά και Άκρα. Έξω απ’ την πόλη ήταν το όρος των
Ελαιών και ανάμεσα στην πόλη και το όρος ήταν ο χείμαρρος (ή κοιλάδα) των Κέδρων.
Στους πρόποδες αυτού του όρους ήταν ο κήπος της Γεθσημανή.
Ιουδαία: Η γη του Ιούδα, περιοχή των Ιουδαίων. Έτσι ονομαζόταν η νότια
Παλαιστίνη, η περιοχή που είχε δοθεί στον Ιούδα, κατά τη διανομή της Παλαιστίνης στα
δώδεκα παιδιά του Ιακώβ. Όταν επί βασιλείας Ροβοάμ χωρίστηκε το εβραϊκό κράτος σε
δυο τμήματα, στο κράτος του Ισραήλ και στο κράτος του Ιούδα, το δεύτερο περιλάμβανε
στην επικράτειά του τις φυλές Ιούδα, Βενιαμίν και μέρος των φυλών Συμεών και Δαν.
Στους χρόνους του Ιησού η Παλαιστίνη ήταν χωρισμένη πλέον σε τρία τμήματα: Ιουδαία
(νότια), Σαμάρεια (κεντρικά) και Γαλιλαία (βόρεια).
Ιουδαϊσμός: Η θρησκεία των Ιουδαίων. Η ονομασία οφείλεται στο Ιούδα, έναν από
τους δώδεκα γιους του Ιακώβ. Σχετικά: Γαλ. α΄ 13,14.
Ισαάκ: (τέκνο υπόσχεσης ή γέλιο) Το τέκνο αυτό υποσχέθηκε ο Θεός στον Αβραάμ:
“εἶπε δὲ ὁ Θεὸς πρὸς Ἁβραὰμ· ναί· ἰδοὺ Σάρρα ἡ γυνή σου τέξεταί σοι υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα
αὐτοῦ Ἰσαάκ, καὶ στήσω τὴν διαθήκην μου πρὸς αὐτὸν εἰς διαθήκην αἰώνιον, εἶναι αὐτῷ Θεὸς καὶ
τῷ σπέρματι αὐτοῦ μετ᾿ αὐτόν.“(Γέν. ιζ΄19). Ήταν ένας από τους προπάτορες του Εβραϊκού
έθνους αλλά και του ίδιου του Χριστού, γιος του Αβραάμ από τη Σάρρα. Γεννήθηκε περί
το 1900 π.Χ. Στο πρόσωπό του συνέβησαν ό,τι συμβαίνει σε πρόσωπα της επαγγελίας, της
προφητείας, της θείας υπόσχεσης. Έτσι από μικρός αντιμετώπισε την αποστροφή του
αδελφού του Ισμαήλ, γινόμενος μ' αυτόν τον τρόπο τύπος όλων των τέκνων της
επαγγελίας. Αυτό εννοεί και ο Απόστολος Παύλος στο εδάφιο της Προς Γαλάτας
Επιστολής του: “ἀλλ' ὁ μὲν ἐκ τῆς παιδίσκης κατὰ σάρκα γεγέννηται, ὁ δὲ ἐκ τῆς ἐλευθέρας δι'
ἐπαγγελίας.” (Γαλ. δ΄23). Ο Ισαάκ ανατράφηκε με φόβο Θεού και πάντοτε έδειχνε πίστη και
υποταγή, στο θείο θέλημα ακόμα και σε αξιοσημείωτες δοκιμασίες όπως στην περίπτωση
της “θυσίας” του. Ακολουθεί η σχετική διήγηση: “Και ἐγένετο μετὰ τὰ ρήματα ταῦτα ὁ Θεός
ἐπείρασε τὸν Ἁβραὰμ καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ἁβραάμ, Ἁβραάμ. ὁ δὲ εἶπεν· ἰδοὺ ἐγώ. καὶ εἶπε· λαβὲ τὸν
υἱόν σου τὸν ἀγαπητόν, ὃν ἠγάπησας, τὸν Ἰσαάκ, καὶ πορεύθητι εἰς τὴν γῆν τὴν ὑψηλὴν καὶ
ἀνένεγκον αὐτὸν ἐκεῖ εἰς ὁλοκάρπωσιν ἐφ᾿ ἓν τῶν ὀρέων, ὧν ἄν σοι εἴπω. ἀναστὰς δὲ Ἁβραὰμ τὸ

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
77
πρωΐ ἐπέσαξε τὴν ὄνον αὐτοῦ· παρέλαβε δὲ μεθ᾿ ἑαυτοῦ δύο παῖδας καὶ Ἰσαὰκ τὸν υἱὸν αὐτοῦ καὶ
σχίσας ξύλα εἰς ὁλοκάρπωσιν, ἀναστὰς ἐπορεύθη καὶ ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον, ὃν εἶπεν αὐτῷ ὁ Θεός, τῇ
ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ. καὶ ἀναβλέψας Ἁβραὰμ τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ, εἶδε τὸν τόπον μακρόθεν. καὶ εἶπεν
Ἁβραὰμ τοῖς παισὶν αὐτοῦ· καθίσατε αὐτοῦ μετὰ τῆς ὄνου, ἐγὼ δὲ καὶ τὸ παιδάριον διελευσόμεθα ἕως
ὧδε καὶ προσκυνήσαντες ἀναστρέψομεν πρὸς ὑμᾶς. ἔλαβε δὲ Ἁβραὰμ τὰ ξύλα τῆς ὁλοκαρπώσεως
καὶ ἐπέθηκεν Ἰσαὰκ τῷ υἱῷ αὐτοῦ· ἔλαβε δὲ μετὰ χεῖρας καὶ τὸ πῦρ καὶ τὴν μάχαιραν, καὶ
ἐπορεύθησαν οἱ δύο ἅμα. εἶπε δὲ Ἰσαὰκ πρὸς Ἁβραὰμ τὸν πατέρα αὐτοῦ· πάτερ. ὁ δὲ εἶπε· τί ἐστι,
τέκνον; εἶπε δέ· ἰδοὺ τὸ πῦρ καὶ τὰ ξύλα· ποῦ ἐστι τὸ πρόβατον τὸ εἰς ὁλοκάρπωσιν; εἶπε δὲ Ἁβραάμ·
ὁ Θεὸς ὄψεται ἑαυτῷ πρόβατον εἰς ὁλοκάρπωσιν, τέκνον. πορευθέντες δὲ ἀμφότεροι ἅμα, ἦλθον ἐπὶ
τὸν τόπον, ὃν εἶπεν αὐτῷ ὁ Θεός. καὶ ᾠκοδόμησεν ἐκεῖ Ἁβραὰμ τὸ θυσιαστήριον καὶ ἐπέθηκε τὰ
ξύλα, καὶ συμποδίσας Ἰσαὰκ τὸν υἱὸν αὐτοῦ, ἐπέθηκεν αὐτὸν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον ἐπάνω τῶν ξύλων.
καὶ ἐξέτεινεν Ἁβραὰμ τὴν χεῖρα αὐτοῦ λαβεῖν τὴν μάχαιραν σφάξαι τὸν υἱὸν αὐτοῦ. καὶ ἐκάλεσεν
αὐτὸν ἄγγελος Κυρίου ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ εἶπεν· Ἁβραάμ, Ἁβραάμ. ὁ δὲ εἶπεν· ἰδοὺ ἐγώ. καὶ εἶπε·
μὴ ἐπιβάλῃς τὴν χεῖρά σου ἐπὶ τὸ παιδάριον μηδὲ ποιήσῃς αὐτῷ μηδέν· νῦν γὰρ ἔγνων, ὅτι φοβῇ σὺ
τὸν Θεὸν καὶ οὐκ ἐφείσω τοῦ υἱοῦ σου τοῦ ἀγαπητοῦ δι᾿ ἐμέ. καὶ ἀναβλέψας Ἁβραὰμ τοῖς ὀφθαλμοῖς
αὐτοῦ εἶδε, καὶ ἰδοὺ κριὸς εἷς κατεχόμενος ἐν φυτῷ Σαβὲκ τῶν κεράτων· καὶ ἐπορεύθη Ἁβραὰμ καὶ
ἔλαβε τὸν κριὸν καὶ ἀνήνεγκεν αὐτὸν εἰς ὁλοκάρπωσιν ἀντὶ Ἰσαὰκ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ.“ (Γεν. κβ΄1-13)
Ο Ισαάκ με την υπακοή που επέδειξε στον πατέρα του έγινε τύπος, προεικόνιση, της
υπακοής του Υιού Χριστού στον Πατέρα Του, κατά τη δική Του Θυσία. Κι ενώ ο Θεός δεν
επέτρεψε τη θυσία του Ισαάκ, αντιθέτως δεν “εφείσθη” του δικού Του Υιού που οδηγήθηκε
στο Γολγοθά για να άρει με τη Σταυρική Του θυσία τις αμαρτίες μας. Σε ηλικία σαράντα
ετών ο Ισαάκ νυμφεύθηκε την ευσεβή και ενάρετη Ρεββέκα, και έζησε το μεγαλύτερο
μέρος της υπόλοιπης ζωής του στη Νότια Χαναάν. Μετά το θάνατο του πατέρα του
συναντήθηκε ξανά και ήρθε σε κοινωνία φιλίας με τον αδελφό του Ισμαήλ. Ο Ισαάκ
γέννησε δύο γιους, τον Ησαύ (ή Εδώμ) και τον Ιακώβ. Όμως η μεροληπτική αδυναμία της
μητέρας προς τον Ιακώβ και η αντίστοιχη, αλλά δικαιολογημένη λόγω των πρωτείων στη
γέννηση, του Ισαάκ προς τον Ησαύ, έφεραν την ολέθρια ζηλοτυπία μεταξύ των αδελφών
και την διαίρεση των για πολλά έτη. Εν τέλει όταν ο Ισαάκ, υπερεκατονταετής, πέθανε,
κηδεύτηκε στον τάφο του πατέρα του Αβραάμ, από και τα δύο παιδιά του που είχαν πλέον
ομονοήσει. Γενικά ο μεγάλος Πατριάρχης κρίνεται πράος, πιστός πέρα από τα ανθρώπινα
μέτρα, απλός στους τρόπους του και υπερβολικά ευπειθής στο θείο θέλημα.
Ιωάννης ο Ευαγγελιστής ή Θεολόγος: Μαθητής αγαπημένος του Κυρίου, γιος
του Ζεβεδαίου και της Σαλώμης και αδελφός του Ιακώβου. Ήταν, σύμφωνα με
ορισμένους Πατέρες, πρώτα μαθητής του Ιωάννη του Προδρόμου. Ήταν χαρακτήρας
τρυφερός, ταπεινός και αγαπητός, αλλά συγχρόνως τολμηρός και «εδραίος τη πίστη»,
σταθερός στην πίστη δηλαδή. Τέτοια λοιπόν περιστατικά, που μαρτυρούν το χαρακτήρα
του έχουμε πολλά στην Κ. Διαθήκη: το ότι πρώτος απ’ τους μαθητές πήγε στο άδειο μνήμα
του αναστάντος Κυρίου, ο εναγκαλισμός του με τον Κύριο στο Μυστικό Δείπνο, η
παρουσία του, έστω έξω του κτιρίου, στη δίκη του Δασκάλου του, η παρουσία του μπροστά
στο Σταυρό του Κυρίου, κ.α. Θεωρείται ο μικρότερος σε ηλικία μαθητής του Κυρίου και
φαίνεται πως ήταν κι ο πιο αγαπημένος (Ιωάν. ιγ΄23, ιθ΄26, κ΄2, κα΄7). Παραβρίσκεται στη
Μεταμόρφωση του Κυρίου. Μετά τη Σταύρωση έχει την Θεοτόκο ως μητέρα του κατόπιν
προτροπής του Κυρίου πάνω από το Σταυρό Του: ”εἶτα λέγει τῷ μαθητῇ· Ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου. καὶ
ἀπ' ἐκείνης τῆς ὥρας ἔλαβεν ὁ μαθητὴς αὐτὴν εἰς τὰ ἴδια.“ (Ιωάν. ιθ΄27). Μετά την Ανάληψη του
Κυρίου, ο Ιωάννης παρέμεινε στα Ιεροσόλυμα διδάσκοντας μέχρι το 95 μ.Χ., οπότε και
εξορίστηκε από τον αυτοκράτορα Δομητιανό στην Πάτμο, σε σπήλαιο της οποίας
συνέγραψε το τελευταίο βιβλίο της Καινής Διαθήκης, την Αποκάλυψη. Πέθανε στην

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
78
Έφεσο στα χρόνια του αυτοκράτορα Τραϊανού όταν ήταν 94 ετών, γύρω στο 100 μ.Χ.
Εκτός της Αποκαλύψεως, ο Ιωάννης συνέγραψε το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο και τρεις
επιστολές. Η Α΄ επιστολή γράφηκε για να αναιρέσει τις θεωρίες των αιρετικών Γνωστικών
και να στηρίξει τη νεαρή τότε Εκκλησία πάνω στα θεμέλια της αγάπης και της αλήθειας. Η
Β΄ επιστολή απευθύνεται σε κάποια «εκλεκτή κυρία» (Β΄ Ιωάν. 1), που πιθανώς είναι
κάποια τοπική Εκκλησία και αναφέρεται στην αγάπη και στην ανάγκη προστασίας από
τους ψευδοδιδασκάλους. Τέλος η Γ΄ Επιστολή απευθύνεται προς κάποιον Γάιο που τον
επαινεί για τη φιλοξενία του (Γ΄ Ιωάν. 1). Και οι τρεις επιστολές ονομάζονται Καθολικές
γιατί μπορούμε να τις δεχθούμε σαν αποδέκτες όλοι οι Χριστιανοί, σαν να απευθύνονται,
δηλαδή, σε όλους εμάς, τους πιστούς της Εκκλησίας.
Καρποί Αγίου Πνεύματος: Σύμφωνα με τον Απόστολο Παύλο το Άγιο Πνεύμα
δίδει στον πιστό πολλά χαρίσματα: “ὁ δὲ καρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη,
μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πρᾳότης, ἐγκράτεια· κατὰ τῶν τοιούτων οὐκ ἔστι
νόμος”. Σχετικά: Ρωμ. α΄13, στ΄21-22, ιε΄28, Φιλιπ. α΄11, Γαλ. ε΄22.
Κατάρα: Επίκληση για την έλευση κακού ή αλλιώς αναθεματισμός. Σχετικά: Γαλ.
γ΄10,13, [όπου ο Απόστολος λέει για την κατάρα που πηγάζει από το Νόμο] Εβρ. στ΄8, Ιακ.
γ΄10, Β΄Πέτρ. β΄14.
Κενοδοξία: (κενή δόξα), η ματαιοδοξία, η κούφια ιδέα κάποιου για τη αξία του
εαυτού του. “Ἡ κενοδοξία εἶναι ὡς πρὸς μὲν τὴν μορφή, μεταβολὴ τῆς φυσικῆς τάξεως καὶ
διαστροφὴ τῶν καλῶν ἠθῶν καὶ παρατήρησις παντὸς ἀξιομέμπτου πράγματος. Ὡς πρὸς δὲ τὴν
ποιότητα, σκορπισμὸς τῶν καμάτων, ἀπώλεια τῶν ἱδρώτων, δόλιος κλέπτης τοῦ θησαυροῦ, ἀπόγονος
τῆς ἀπιστίας, πρόδρομος τῆς ὑπερηφανείας, ναυάγιο μέσα στὸ λιμάνι, μυρμήγκι στὸ ἁλώνι, ποὺ εἶναι
μὲν μικρό, ἀλλὰ ἀπειλεῖ νὰ κλέψη ἀθόρυβα ὅλον τὸν καρπὸ καὶ τὸν κόπο τοῦ γεωργοῦ.” (Ιω.
Σιναϊτης, Κλίμαξ, Κενοδοξία, 2) Σχετικά: Γαλ. ε΄26 και Φιλιπ. β΄3.
Κηφάς: Η λέξη είναι συριακή και σημαίνει “πέτρα”. Έτσι ονόμασε ο Κύριος τον Πέτρο
για τη σταθερότητα και το αμετάβλητο του χαρακτήρα του. Στην ελληνική γλώσσα η λέξη
Κηφάς μεταφράζεται Πέτρος. (Γαλ. β΄9).
Κιλικία: Είναι η νοτιοανατολική περιοχή της Μ. Ασίας. Βρίσκεται νότια του όρους
Ταύρος, ανατολικά της Παμφυλίας, και δυτικά της Συρίας. Στα νότια βρέχεται από τη
Μεσόγειο θάλασσα (κόλπος Ισσού). Χωριζόταν σε δύο περιοχές: την ορεινή ή Τραχεία
Κιλικία και την πεδινή Κιλικία. Κυριότερες πόλεις της ήταν η Σελινούς, αρχαία ελληνική
αποικία που εν συνεχεία μετονομάσθηκε σε Τραϊανούπολη, η Τραχεία Σελεύκεια, οι Σόλοι
και η πρωτεύουσα Ταρσός, παλιά αποικία των Αργείων. Από την Ταρσό, στη ν οποία
κατοικούσαν πολλοί Ιουδαίοι, καταγόταν ο Παύλος. Ο Απόστολος επισκέφθηκε την
περιοχή της Κιλικίας δύο φορές. Την πρώτη ίδρυσε τις πρώτες χριστιανικές εκκλησίες στην
περιοχή, ενώ τη δεύτερη η περιοδεία του είχε σκοπό να διαπιστώσει την πρόοδο των
εκκλησιών αυτών “διήρχετο δὲ τὴν Συρίαν καὶ Κιλικίαν ἐπιστηρίζων τὰς ἐκκλησίας”(Πράξ. ιε΄41).
Η επιστολή που συντάχθηκε μετά την αποστολική Σύνοδο των Ιεροσολύμων είχε μεταξύ
των αποδεκτών και τις εκκλησίες της Κιλικίας “γράψαντες διὰ χειρὸς αὐτῶν τάδε· Οἱ
ἀπόστολοι καὶ οἱ πρεσβύτεροι καὶ οἱ ἀδελφοὶ τοῖς κατὰ τὴν Ἀντιόχειαν καὶ Συρίαν καὶ Κιλικίαν
ἀδελφοῖς τοῖς ἐξ ἐθνῶν χαίρειν.” (Πράξ. ιε΄23).
Κώμος: Νυχτερινή έξοδος συμποσιαστών, προφανώς μεθυσμένων, με λαμπάδες,
μάσκες, μουσικά όργανα και τραγούδια, όπως στις διονυσιακές πομπές. Σχετικά: Ρωμ.
ιγ΄13, Γαλ. ε΄21, Α΄Πέτρ. δ΄3.
Μαγεία (Φαρμακεία): Είναι η χρησιμοποίηση φαρμάκων, φίλτρων και άλλων

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
79
μυστηριακών τρόπων για την πρόκληση υπερφυσικής ενέργειας, αλλιώς μάγια. Στη Γραφή
συνήθως αποκαλείται φαρμακεία, που στη νέα Ελληνική σημαίνει τη δηλητηρίαση με
παροχή δηλητηριώδους ουσίας. Κυριότερες μορφές μάγων στα χρόνια του Ιησού ήταν οι
επαοιδοί, οι γόητες, οι πνευματιστές, οι αστρολόγοι, οι εξορκιστές, οι ονειροκρίτες, κ.α.
Όλοι αυτοί θεωρούνταν απατεώνες και αισχροκερδείς ενώ ο Νόμος τους καταδίκαζε σε
θάνατο: “καὶ ψυχή, ἣ ἐὰν ἐπακολουθήσῃ ἐγγαστριμύθοις ἢ ἐπαοιδοῖς, ὥστε ἐκπορνεῦσαι ὀπίσω
αὐτῶν, ἐπιστήσω τὸ πρόσωπόν μου ἐπὶ τὴν ψυχὴν ἐκείνην καὶ ἀπολῶ αὐτὴν ἐκ τοῦ λαοῦ αὐτῆς.”
(Λευιτ. κ΄6.) Σχετικά: Πράξ. η΄11, Γαλ. ε΄20, Αποκ. θ΄21, ιη΄23.
Μακροθυμία: Σημαίνει κυρίως υπομονή ή καρτερικότητα, αλλά χρησιμοποιείται και
με την έννοια της ανεξικακίας και της επιείκιας (Μ.Ε.Λ.). Είναι ένας από τους καρπούς
του Αγίου Πνεύματος. Σχετικά: Γαλ. ε΄22, Ρωμ. β΄4, θ΄22, Β΄Κορ. στ΄6, Εφεσ. δ΄2, Κολοσ.
α΄11, γ΄12, Α΄Τιμ. α΄16, Β΄Τιμ. γ΄10, δ΄2, Εβρ. στ΄12 (όπου η μακροθυμία μαζί με την πίστη
θεωρούνται απαραίτητα για την κληρονομία της επαγγελίας), Ιακ. ε΄10 (όπου δίνεται το
παράδειγμα της μακροθυμίας των Προφητών), Α΄Πέτρ. γ΄20, Β΄Πετρ. γ΄15. Ακόμη στο
Α΄Κορ. ιγ΄4, ο Απ. Παύλος λέει ότι η αγάπη μακροθυμεί.
Μεσίτης: Μεσίτης είναι ο Υιος του Θεού Ιησούς Χριστός ανάμεσα στο Θεό Πατέρα και
τους ανθρώπους: “ εἷς γὰρ Θεός, εἷς καὶ μεσίτης Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, ἄνθρωπος Χριστὸς Ἰησοῦς,”
(Α΄Τιμ. Β΄5). Σχετικά: Γαλ. γ΄19,20,, Εβρ΄η΄6, θ΄15, ιβ΄24.
Μυκτηρισμός: Χλευασμός, που γινόταν με τους μυκτήρες, με το πιάσιμο δηλαδή της
μύτης. “Μυκτηρίζω εκ του μυκτήρ, σημαίνει σκώπτω διάκινήσεως της ρινός.” (Β.Π.)
Σχετικά: Γαλ. στ΄7.
Νόμος: Η λέξη σημαίνει τη συνήθεια, το νομικό καθεστώς, το θεσμό, την τάξη,
σύμφωνα με τα οποία οτιδήποτε πρέπει να γίνεται κι όχι αλλιώς. Ο νόμος γενικά
χωρίζεται σε γραπτό και άγραφο. Ο μεν γραπτός νόμος είναι η εκάστοτε νομοθεσία, η
αλλιώς ο γραπτός κανόνας δικαίου, ενώ ο άγραφος είναι κάθε συνήθεια, ή κάθε ηθική
επιταγή. Ο Θείος, όμως, Νόμος, που αναφέρεται στην Αγία Γραφή, υπαγορεύτηκε από τον
ίδιο το Θεό, γράφηκε από το Μωυσή και αποτελεί Νόμο παγκόσμιο και αιώνιο. Έτσι η
Βίβλος το άθροισμα αυτών των νόμων το ανομάζει συχνά απλώς “Νόμο”: “ὁ νόμος τοῦ
Κυρίου ἄμωμος, ἐπιστρέφων ψυχάς· ἡ μαρτυρία Κυρίου πιστή, σοφίζουσα νήπια. τὰ δικαιώματα
Κυρίου εὐθέα, εὐφραίνοντα καρδίαν· ἡ ἐντολὴ Κυρίου τηλαυγής, φωτίζουσα ὀφθαλμούς· ὁ φόβος
Κυρίου ἁγνός, διαμένων εἰς αἰῶνα αἰῶνος· τὰ κρίματα Κυρίου ἀληθινά, δεδικαιωμένα ἐπὶ τὸ αὐτό,
ἐπιθυμητὰ ὑπὲρ χρυσίον καὶ λίθον τίμιον πολὺν καὶ γλυκύτερα ὑπὲρ μέλι καὶ κηρίον. “ (Ψαλμ. ιη΄811), “νόμον γὰρ εἰς βοήθειαν ἔδωκεν, ἵνα εἴπωσιν οὐχ ὡς τὸ ρῆμα τοῦτο, περὶ οὗ οὐκ ἔστι δῶρα
δοῦναι περὶ αὐτοῦ.“ (Ησ. η΄20). Αλλού πάλι Νόμος εννοείται μόνον η Παλαιά Διαθήκη:
“ἀπεκρίθη αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Οὐκ ἔστι γεγραμμένον ἐν τῷ νόμῳ ὑμῶν, ἐγὼ εἶπα, θεοί ἐστε;” (Ιωάν.
ι΄34), “ἀλλ' ἵνα πληρωθῇ ὁ λόγος ὁ γεγραμμένος ἐν τῷ νόμῳ αὐτῶν, ὅτι ἐμίσησάν με δωρεάν.”
(Ιωάν. ιε΄25). Συχνά πάλι η Καινή Διαθήκη, Νόμο ονομάζει την Πεντάτευχο και τη
διακρίνει από τα υπόλοιπα βιβλία της Π.Δ.: “εἶπε δὲ αὐτοῖς· Οὗτοι οἱ λόγοι οὓς ἐλάλησα πρὸς
ὑμᾶς ἔτι ὢν σὺν ὑμῖν, ὅτι δεῖ πληρωθῆναι πάντα τὰ γεγραμμένα ἐν τῷ νόμῳ Μωϋσέως καὶ προφήταις
καὶ ψαλμοῖς περὶ ἐμοῦ.” (Λουκ. κδ΄44), “μετὰ δὲ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ νόμου καὶ τῶν προφητῶν
ἀπέστειλαν οἱ ἀρχισυνάγωγοι πρὸς αὐτοὺς λέγοντες·” (Πράξ. ιγ΄15). Η βαρύτητα της
Πεντατεύχου φαίνεται κι από το γεγονός ότι ο κάθε βασιλιάς των Ιουδαίων ώφειλε όχι
μόνο να τη μελετήσει και να την αντιγράψει, αλλά και να φροντίσει να τη γνωρίσει σ'
όλους τους υπηκόους του. (Δες σχετικά: Δευτ. στ΄7, ιζ΄18,19 και λα΄9-19). Μερικές φορές
στην Καινή Διαθήκη η λέξη Νόμος δηλώνει τον Ιουδαϊσμό και βρίσκεται σε διάκριση με το

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
80
Χριστιανισμό: “ὅτι ὁ νόμος διὰ Μωϋσέως ἐδόθη, ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ
ἐγένετο.” (Ιωάν. α΄17), “ἀπολογουμένου αὐτοῦ ὅτι Οὔτε εἰς τὸν νόμον τῶν Ἰουδαίων οὔτε εἰς τὸ
ἱερὸν οὔτε εἰς Καίσαρά τι ἥμαρτον” (Πράξ. κε΄8). Ο Νόμος της Αγίας Γραφής μπορεί να
διακριθεί σε τρεις κυρίως τομείς: το λειτουργικό, τον πολιτικό και τον ηθικό 236. Ο μεν
λειτουργικός νόμος αφορά στους τύπους, τις τελετές, τις θυσίες, τους καθαρμούς και τα
σχετικά και άλλα τα οποία αποτελούσαν τύπο που εικόνιζε την έλευση του Μεσία και πια
μετά τον ερχομό Του, δεν ισχύουν, ο δε πολιτικός αφορά μόνο τους Εβραίους ως έθνος.
Όμως ο Ηθικός Νόμος, που είναι χαραγμένος από τον ίδιο το Θεό στις καρδιές των
ανθρώπων, είναι ανεξίτηλος και χρειάζεται την προσοχή μας διότι αφορά όλο το
ανθρώπινο γένος. Σ' αυτό συνηγορεί και ο διάλογος του κυρίου με τον νομικό: “ὁ δὲ εἶπε
πρὸς αὐτόν· Ἐν τῷ νόμῳ τί γέγραπται; πῶς ἀναγινώσκεις; ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· Ἀγαπήσεις Κύριον
τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καὶ ἐξ
ὅλης τῆς διανοίας σου, καὶ τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν· εἶπε δὲ αὐτῷ· Ὀρθῶς ἀπεκρίθης· τοῦτο
ποίει καὶ ζήσῃ.” (Λουκ. ι΄26-28). Και αλλού ο Απόστολος Παύλος μας λέει: “ὅσοι γὰρ ἀνόμως
ἥμαρτον, ἀνόμως καὶ ἀπολοῦνται· καὶ ὅσοι ἐν νόμῳ ἥμαρτον, διὰ νόμου κριθήσονται. οὐ γὰρ οἱ
ἀκροαταὶ τοῦ νόμου δίκαιοι παρὰ τῷ Θεῷ, ἀλλ' οἱ ποιηταὶ τοῦ νόμου δικαιωθήσονται. ὅταν γὰρ ἔθνη
τὰ μὴ νόμον ἔχοντα φύσει τὰ τοῦ νόμου ποιῇ, οὗτοι νόμον μὴ ἔχοντες ἑαυτοῖς εἰσι νόμος, οἵτινες
ἐνδείκνυνται τὸ ἔργον τοῦ νόμου γραπτὸν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν, συμμαρτυρούσης αὐτῶν τῆς
συνειδήσεως καὶ μεταξὺ ἀλλήλων τῶν λογισμῶν κατηγορούντων ἢ καὶ ἀπολογουμένων” (Ρωμ. β΄1215). Έτσι ο ηθικός Νόμος διδάσκονταν στους Ιουδαίους με το γνωστό μας Δεκάλογο, ενώ ο
Κύριος τον συνοψίζει σε δύο βασικές εντολές: “Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης
της καρδίας σου και εξ όλης της διανοίας σου και τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου”. Κι
όπως προσθέτει ο Κύριος: “ἐν ταύταις ταῖς δυσὶν ἐντολαῖς ὅλος ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται
κρέμανται.” (Ματθ. κβ΄40). Έτσι ο Ηθικός Νόμος της Παλαιάς Διαθήκης ισχύει και επί των
Χριστιανών, μιας και ο ίδιος ο Κύριος το τονίζει: “Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον
ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι ἀλλὰ πληρῶσαι. ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ
οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου ἕως ἂν πάντα γένηται.“
(Ματθ΄ε΄17,18). Ακόμη πρέπει να τονιστεί πως, με την έλευση του Κυρίου, αυτοί που
πιστεύουν σ' Αυτόν είναι απαλλαγμένοι “της δια του Νόμου ποινής, ως υπό χάριν, εν τω
πληρώματι, εν τω φωτί, με τη βεβαιότητα ότι διατελούν εν τη σωτηρία 237.” Άλλωστε, γενικά, όταν
επέλθει η χάρις απαλλάσσεται ο κατάδικος της ποινής και όταν έρχεται ο εικονιζόμενος η
δύναμη της εικόνας μηδενίζεται. Έτσι στους πιστούς ο Ηθικός Νόμος γίνεται αγαπητός
και τερπνός και όχι πίεση ή ποινή. Απαιτεί ο Χριστιανισμός, εκτός από την πίστη στον
Κύριο, και την εκτέλεση του Ηθικού Νόμου με τη μορφή της αγαθοεργίας ως καρπού
πίστης. Σχετικά: Μτθ. ε 17,18, ζ΄12, ια΄13, ιβ΄5, κβ΄36,40, κγ΄23, Λουκ. β΄22-24, β΄27, 39,
ι΄26, ιστ΄16,17, κδ΄44, Ιωάν. α΄17,46, ζ΄19,23, 49,51, η΄5,17, ι΄34, ιβ΄34, ιε΄25, ιη΄31, ιθ΄7,
Πράξ. στ΄13, ζ΄53,, ιγ΄15,39, ιε΄5,24, ιη΄13,15, κα΄20,24,28, κβ΄3,12, κγ΄3,29, κδ΄6,24, κε΄8,
κη΄23, Ρωμ. β΄12-17, 18,20,23,25-27, γ΄19-21, 27-28,31, δ΄13-16, ε΄13,20, στ΄14-15, ζ΄1-12,
14,16, 25, η΄7, ι΄4-5, ιγ΄8,10, Α΄Κορ. ζ΄39, θ΄8-9,20, ιδ΄21,34, ιε΄26, Γαλ. β΄16,19,21, γ΄2,5, 1013, 17-19, 21,23-24, δ΄4-5, 21, ε΄3-4, 14,18,23, στ΄2,13, Εφεσ. β΄15, Φιλιπ. γ΄5,6,9, Α΄Τιμ. α΄89, Εβρ. ζ΄5,12,16, 19,28, η΄4, 10, θ΄19,22, ι΄1,8,16,28, Ιακ. β΄8-12, δ΄11.
Σημείωση: Η λέξη νόμος στη Γραφή μερικές φορές σημαίνει και την οδηγούσα δύναμη της ψυχής.
Π.χ.: “εὑρίσκω ἄρα τὸν νόμον τῷ θέλοντι ἐμοὶ ποιεῖν τὸ καλὸν, ὅτι ἐμοὶ τὸ κακὸν παράκειται· συνήδομαι γὰρ
τῷ νόμῳ τοῦ Θεοῦ κατὰ τὸν ἔσω ἄνθρωπον” (Ρωμ. ζ΄21-22) ή “ὁ γὰρ νόμος τοῦ πνεύματος τῆς ζωῆς ἐν
Χριστῷ Ἰησοῦ ἠλευθέρωσέ με ἀπὸ τοῦ νόμου τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου.” (Ρωμ. η΄2) ή “Ὁ δὲ παρακύψας
236. Γ. Κωνσταντίνου, ό.π. σελ. 704,5.
237. Γ. Κωνσταντίνου ό.π.,, σ. 705.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
81
εἰς νόμον τέλειον τὸν τῆς ἐλευθερίας καὶ παραμείνας, οὗτος οὐκ ἀκροατὴς ἐπιλησμονῆς γενόμενος, ἀλλὰ
ποιητὴς ἔργου, οὗτος μακάριος ἐν τῇ ποιήσει αὐτοῦ ἔσται.” (Ιακ. α΄25), ακόμη στο Ρωμ. θ΄31, κ.α.

Παύλος: Για το βίο και το έργο του μεγάλου Αποστόλου δες την εισαγωγή της
παρούσας εργασίας.
Περιτομή: Στην Αγία Γραφή περιτομή νοείται η αποκοπή του έξω άκρου του
ανδρικού μορίου. Η πράξη αυτή ορίστηκε από το Θεό ως επισφράγισμα της συνθήκης Του
με τον Αβραάμ. Έτσι οι πρώτοι που επεβλήθησαν σε περιτομή ήταν ο Αβραάμ και οι
άρρενες της οικογένειάς του: “καὶ αὕτη ἡ διαθήκη, ἣν διατηρήσεις, ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ ὑμῶν καὶ
ἀνὰ μέσον τοῦ σπέρματός σου μετὰ σὲ εἰς τὰς γενεὰς αὐτῶν· περιτμηθήσεται ὑμῶν πᾶν ἀρσενικόν,
καὶ περιτμηθήσεσθε τὴν σάρκα τῆς ἀκροβυστίας ὑμῶν, καὶ ἔσται εἰς σημεῖον διαθήκης ἀνὰ μέσον
ἐμοῦ καὶ ὑμῶν. καὶ παιδίον ὀκτὼ ἡμερῶν περιτμηθήσεται ὑμῖν, πᾶν ἀρσενικὸν εἰς τὰς γενεὰς ὑμῶν, ὁ
οἰκογενὴς καὶ ὁ ἀργυρώνητος, ἀπὸ παντὸς υἱοῦ ἀλλοτρίου, ὃς οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ σπέρματός σου.
περιτομῇ περιτμηθήσεται ὁ οἰκογενὴς τῆς οἰκίας σου καὶ ὁ ἀργυρώνητος, καὶ ἔσται ἡ διαθήκη μου ἐπὶ
τῆς σαρκὸς ὑμῶν εἰς διαθήκην αἰώνιον.“ (Γέν. ιζ΄10-13). Η συνθήκη αυτή επαναλήφθηκε επί
Μωυσέως, αργότερα, καθορίζοντας μάλιστα την υποχρεωτική απαγόρευση του εορτασμού
του εβραϊκου Πάσχα από τους απερίτμητους: “Εἶπε δὲ Κύριος πρὸς Μωυσῆν καὶ Ἀαρών·
οὗτος ὁ νόμος τοῦ πάσχα· πᾶς ἀλλογενὴς οὐκ ἔδεται ἀπ᾿ αὐτοῦ· καὶ πάντα οἰκέτην ἢ ἀργυρώνητον
περιτεμεῖς αὐτόν, καὶ τότε φάγεται ἀπ᾿ αὐτοῦ·” (Έξ. ιβ΄43,44). Έτσι κατά την ιουδαϊκή θρησκεία
η περιτομή κατέστη μια επίσημη, πλην αναπόφευκτη, τελετή που εφαρμοζόταν σε κάθε
αρσενικό τέκνο την όγδοη μέρα από τη γέννησή του. Ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός
περιετμήθη, μάλιστα η μέρα αυτή είναι μεγάλη Δεσποτική εορτή (1η Ιανουαρίου). Αυτήν
την τελετή τηρούσαν πάντοτε με επιμέλεια οι Ισραηλίτες, πλην της περιόδου των σαράντα
ετών που περιφέρονταν στην έρημο του Σινά. Τα όργανα που χρησιμοποιούσαν ήταν
ξυράφι, μαχαίρι και λίθος οξύστομος:”καὶ ἐποίησεν Ἰησοῦς μαχαίρας πετρίνας ἀκροτόμους καὶ
περιέτεμε τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ ἐπὶ τοῦ καλουμένου τόπου Βουνὸς τῶν ἀκροβυστιῶν.” (Ιησ. Ν. ε΄3).
Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο και άλλοι λαοί της Ανατολής περιτέμνονταν, όπως οι
Αιγύπτιοι και οι Αιθίοπες, αλλά επειδή η Γραφή τους αποκαλεί απερίτμητους το
πιθανότερο είναι να εφαρμοζόταν η περιτομή μόνο μεταξύ των ιερέων τους ή η συνήθεια
αυτή να εισήχθη αργότερα. Αξίζει να σημειώσουμε ότι οι Άραβες, λόγω της προέλευσής
τους από τον Ισμαήλ, το γιο του Αβραάμ, παρέλαβαν και αυτοί την περιτομή περνώντας
τη συνήθεια και στους πιστούς της νεοεμφανιζόμενης μουσουλμανικής θρησκείας. Οι
Αιθίοπες και οι κάτοικοι της Ερυθραίας παρέλαβαν από τους Ιουδαίους την περιτομή και
ακόμη και μετά τον εκχριστιανισμό τους τη διατήρησαν. Ο σκοπός της εβραϊκής περιτομής
ήταν η διάκρισή τους από τα υπόλοιπα γειτονικά έθνη, αλλά κατέληξε σε έναν ακόμα
τυπολατρικό παράγοντα της θρησκείας τους. Έτσι οι Εβραίοι αυτοαποκαλούνταν
“Περιτομή” ενώ τα λοιπά έθνη τα ονόμαζαν “Ακροβυστία”. Στην Αγία, όμως, Γραφή
“περιτομή” και “περιτετμημένος την καρδίαν” σημαίνει τον καθαρό, τον αγνό, τον
αναγεννημένο, ενώ οι λέξεις “απερίτμητος” και “ακροβυστία” τον ασεβή και κακό, τον
ρυπαρό: “περιτμήθητε τῷ Θεῷ ὑμῶν καὶ περιτέμνεσθε τὴν σκληροκαρδίαν ὑμῶν, ἄνδρες Ἰούδα καὶ
οἱ κατοικοῦντες Ἱερουσαλήμ, μὴ ἐξέλθῃ ὡς πῦρ ὁ θυμός μου καὶ ἐκκαυθήσεται” (Ιερ. δ΄4) και: “
ἱκανούσθω ὑμῖν ἀπὸ πασῶν τῶν ἀνομιῶν ὑμῶν, οἶκος Ἰσραήλ, τοῦ εἰσαγαγεῖν ὑμᾶς υἱοὺς ἀλλογενεῖς
ἀπεριτμήτους καρδίᾳ καὶ ἀπεριτμήτους σαρκὶ τοῦ γίνεσθαι ἐν τοῖς ἁγίοις μου, καὶ ἐβεβήλουν αὐτὰ ἐν
τῷ προσφέρειν ὑμᾶς ἄρτους, στέαρ καὶ αἷμα, καὶ παρεβαίνετε τὴν διαθήκην μου ἐν πάσαις ταῖς
ἀνομίαις ὑμῶν“ (Ιεζ. μδ΄6, 7). Μετά την Πεντηκοστή και τη δημιουργία της Εκκλησίας, το
θέμα της περιτομής δίχασε του πιστούς της νέας θρησκείας. Ορισμένοι επέμεναν ότι οι
προσήλυτοι εξ εθνών έπρεπε πρώτα να περιτμηθούν και μετά να βαπτισθούν. Αλλά με την

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
82
πάροδο του χρόνου και τον πειστικό λόγο του Αποστόλου Παύλου αλλά και άλλων
Αποστόλων βεβαιώθηκαν κι αυτοί ότι: “ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ οὔτε περιτομή τι ἰσχύει οὔτε
ἀκροβυστία, ἀλλὰ καινὴ κτίσις.” (Γαλ. στ΄15). “Περιτομή” σχετικά: Ιωάν. ζ΄22,23, Πράξ. ζ΄8,
ι΄45, ια΄2, Ρωμ. β΄25-29, γ΄1, 30, δ΄9-12, ιε΄8, Α΄Κορ. ζ΄19, Γαλ. β΄7-9,12, ε΄6, 11, Εφεσ. β΄11,
Φιλιπ. γ΄3,5, Κολοσ. β΄11, γ΄11, δ΄11, Τιτ. α΄10. “Περιτέμνεσθαι” σχετ.: Λουκ. α΄59, β΄21,
Πράξ. ιε΄1,5,24, κα΄21, Α΄Κορ. ζ΄18, Γαλ. β΄3, ε΄2,3, στ΄12,13
Πέτρος ή Σίμων ή Κηφάς: είναι τα τρία ονόματα του κορυφαίου των Αποστόλων. Το
όνομα Πέτρος ή Κηφάς, δόθηκε από τον ίδιο τον Κύριο, διότι αυτός ο μαθητής θα ήταν η
«πέτρα» πάνω στην οποία θα κτιζόταν η Χριστιανική Εκκλησία. Το όνομά του στην
εβραϊκή ήταν Σίμων. Καταγόταν από τη Βηθσαϊδά και ήταν γιος του Ιωνά. Ήταν
έγγαμος, η πεθερά του μάλιστα θεραπεύτηκε απ’ τον Κύριο (Μαρκ. α΄23-31, Λουκ. ε΄3-10,
Μτθ. η΄14-15), και ασχολούνταν με την αλιεία. Ήταν ο πιο θαρραλέος απ’ όλους τους
μαθητές: Τόλμησε να προσπαθήσει να περπατήσει πάνω στη θάλασσα (Μτθ. ιδ΄29), δε
λογάριαζε τη ζωή του, όπως φαίνεται στο περιστατικό με το Μάλχο στη Γεθσημανή (Ιωάν.
ιη΄10), πρώτος ομολόγησε τη Θεότητα του Δασκάλου του (Ιωάν. στ΄69), κ.α. Βεβαίως ήταν
ο μαθητής που πρώτος τον αρνήθηκε, αλλά και ο πρώτος που μετανόησε και πρώτος
συγχωρήθηκε. Πρώτος επίσης άρχισε να κηρύττει μετά την Πεντηκοστή (Πράξ. β΄),
πρώτος θαυματούργησε, πρώτος κήρυξε σε Εθνικούς (Πραξ. ι΄ κεφ., όπου και το
περιστατικό με τον Ρωμαίο Κορνήλιο). Αργότερα φυλακίστηκε και ομολόγησε δημόσια
στο Συνέδριο τον Χριστό (Πράξ. δ΄8-21). Ξαναφυλακίζεται αργότερα απ’ τον Αγρίππα
(Πράξ. ιβ΄3-19) ενώ μέχρι την Α΄ Αποστολική Σύνοδο φαίνεται σαν πρωτεργάτης της
Εκκλησίας, πράγμα που ομολογεί και ο Απόστολος Παύλος (Γαλ. β΄ 9). Στη συνέχεια
κηρύττει στην Κόρινθο (Α΄Κορ. θ΄ 5) και, πιθανώς, στην Αίγυπτο. Έγραψε δύο επιστολές
την Α΄ Πέτρου και τη Β΄ Πέτρου προς τους Ιουδαίους της διασποράς (Β΄ Πέτρου α΄1).
Σύμφωνα με τον Ωριγένη και άλλους Πατέρες φυλακίστηκε στη Ρώμη γύρω στο 64 μ.Χ.
όπου και σταυρώθηκε, αλλά σε ανεστραμμένο σταυρό, σύμφωνα με την επιθυμία του,
επειδή έκρινε ότι ήταν ανάξιος να σταυρωθεί όπως ο Κύριος.

Εικ. 9 και 10 : Η σταύρωση του Πέτρου και η άρνησή του.

Πίστη: “Ἔστι δὲ πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων.” Aυτό τον
ορισμό για την πίστη δίνει ο Απόστολος στο Εβρ. ια΄1. Η λέξη προέρχεται από το ρήμα
“πείθω”, και σημαίνει την ενδόμυχη αποδοχή μιας αλήθειας, ενώ, εν προκειμένω, η
χριστιανική πίστη είναι η αποδοχή των αληθειών της θείας αποκάλυψης. Η πίστη
διαιρείται σε δύο κατηγορίες: τη νεκρή πίστη και τη ζώσα πίστη. Έτσι νεκρή πίστη είναι η
απλή αποδοχή κάποιων ιστορικών αληθειών της θείας αποκάλυψης, η οποία όμως δεν
φέρνει κανένα καλό ή σωτήριο αποτέλεσμα στη ζωή ενός τέτοιου πιστού. Άλλωστε, και οι

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
83
ίδιοι οι δαίμονες έχουν τέτοια πίστη: “σὺ πιστεύεις ὅτι ὁ Θεὸς εἷς ἐστι· καλῶς ποιεῖς· καὶ τὰ
δαιμόνια πιστεύουσι καὶ φρίσσουσι.” (Ιακ. β΄19). Αντίθετα, η ζώσα πίστη είναι αυτή η οποία
περιλαμβάνει στην ενδόμυχο αποδοχή των ιστορικών θείων αληθειών και των μεγάλων
διδασκαλιών της θείας αποκάλυψης και την εκτέλεση όλων των επιβαλλόμενων στον
πιστό, με κύριο αίτιο την αγάπη στο Θεό και τον πλησίον. Η εν Χριστώ πίστη είναι χάρις
και φωτισμός της καρδιάς του πιστού από το Άγιο Πνεύμα. Έτσι οδηγείται ο πιστός στην
αποδοχή του προσώπου του Ιησού Χριστού ως Σωτήρα, Προφήτη, Αρχιερέα και Βασιλέα
όλων των πιστών, αντιλαμβανόμενος ακόμη πως η πίστη είναι μέσον για τη σωτηρία μας.
Χωρίς αυτή την πίστη δεν μπορεί να υπάρξει ούτε άφεση αμαρτιών, ούτε εν γένει αγιότητα
στη ζωή μας. Διαβάζουμε σχετικά: “ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας
κατακριθήσεται” (Μάρκ. ιστ΄16), “ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ' ἔχῃ ζωὴν
αἰώνιον. Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς
ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ' ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον.” (Ιωάν γ΄15,16), κ.α. Με τέτοια πίστη ο
πιστός νικά τον κόσμο, το υλικό φρόνημα και το Διάβολο, παίρνοντας το στέφανο της
δικαιοσύνης: “τὸν καλὸν ἀγῶνα ἠγώνισμαι, τὸν δρόμον τετέλεκα, τὴν πίστιν τετήρηκα· λοιπὸν
ἀπόκειταί μοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος, ὃν ἀποδώσει μοι ὁ Κύριος ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ, ὁ δίκαιος
κριτής, οὐ μόνον δὲ ἐμοὶ, ἀλλὰ καὶ πᾶσι τοῖς ἠγαπηκόσι τὴν ἐπιφάνειαν αὐτοῦ.” (Β΄Τιμ. δ΄7,8). Για
τη δύναμη της πίστης έχουμε πολλά παραδείγματα από την Παλαιά Διαθήκη, μιας πίστης
με την οποία άγιοι άνδρες των παλαιών χρόνων θαυματούργησαν (Ηλίας, Μωυσής,
Γεδεών, Σαμψών, Ιεφθάε, Σαμουήλ, Δαβίδ, Δανιήλ, οι Τρείς Παίδες, κ.α.), στηριζόμενοι
από την παντοδυναμία του Θεού. (Μπορούμε να μελετήσουμε τα σχετικά παραδείγματα
από την Προς Εβραίους Επιστολή, κεφ. ια΄). Το ίδιο συνέβαινε με τους Αποστόλους αλλά
και πολλούς παλαιούς και νεότερους αγίους μας. Διαβάζουμε σχετικά: “Καί τις ἀνὴρ ἐν
Λύστροις ἀδύνατος τοῖς ποσὶν ἐκάθητο, χωλὸς ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ ὑπάρχων, ὃς οὐδέποτε
περιεπεπατήκει. οὗτος ἤκουσε τοῦ Παύλου λαλοῦντος· ὃς ἀτενίσας αὐτῷ καὶ ἰδὼν ὅτι πίστιν ἔχει τοῦ
σωθῆναι, εἶπε μεγάλῃ τῇ φωνῇ· Ἀνάστηθι ἐπὶ τοὺς πόδας σου ὀρθός. καὶ ἥλατο καὶ περιεπάτει.”
(Πράξ. ιδ΄8-10). Η ζώσα πίστη των Χριστιανών ονομάζεται και δικαιούσα πίστη διότι μ'
αυτή δικαιώνεται ο άνθρωπος ενώπιον του Θεού, και χωρίς τα έργα του νόμου, όπως μας
βεβαιώνει ο Παύλος: “εἰδότες δὲ ὅτι οὐ δικαιοῦται ἄνθρωπος ἐξ ἔργων νόμου ἐὰν μὴ διὰ πίστεως
Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡμεῖς εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν ἐπιστεύσαμεν, ἵνα δικαιωθῶμεν ἐκ πίστεως Χριστοῦ καὶ
οὐκ ἐξ ἔργων νόμου, διότι οὐ δικαιωθήσεται ἐξ ἔργων νόμου πᾶσα σάρξ.“ (Γαλ. β΄16). Επειδή όμως
τα ανθρώπινα έργα δεν μπορούν να βοηθήσουν στη δικαίωση του πιστού, ο Χριστιανός
πρέπει πρώτα να ομολογήσει ότι είναι αμαρτωλός και άξιος της θείας οργής. Εφόσον, μετά
από το λουτρό της Εξομολογήσεως, διότι περεί αυτού κάνουμε λόγο, ο άνθρωπος
δικαιωθεί με την πίστη του, οφείλει να αποδείξει την πίστη του με έργα αγάπης προς τον
Κύριο και το συνάνθρωπό του. Έτσι πρέπει η πίστη πρέπει να είναι “πίστις δι' ἀγάπης
ἐνεργουμένη.” (Γαλ.ε΄6). Άλλα σχετικά εδάφια περί πίστεως: Μτθ. η΄10, θ΄2,22,29, ιε΄28,
ιζ΄20, κα΄21, κγ΄23, Μαρκ. δ΄40, ια΄22, Λουκ. ε΄20, η΄25, ιζ΄5,6, ιη΄8, κβ΄32, Πράξ. γ΄16,
στ΄5, 7,8, ια΄24, ιγ΄8, ιδ΄9,22,27, ιε΄9, ιστ΄5, ιζ΄31, κ΄21, κδ΄24, κστ΄18, Ρωμ. α΄5,8,12,17, γ΄3,
22, 25-31, δ΄5,9, 11-16, 19,20, ε΄1,2, θ΄30,32, ι΄6,8,17, ια΄20, ιβ΄3,6, ιδ΄1,22,23, ιστ΄26, Α΄Κορ.
β΄5, ιβ΄9, ιγ΄2,13, ιε΄14,17, ιστ΄13, Β΄Κορ. α΄24, δ΄13, ε΄7, θ΄7, ι΄15, ιγ΄5, Γαλ. α΄23, β΄16,20,
γ΄2, 7-12,14, 22-26, ε΄5, 6,22, στ΄10, Εφεσ. α΄15, β΄8, γ΄12,17, δ΄5,13, στ΄16,23, Φιλιπ. α΄
25,27, β΄17, γ΄9, Κολοσ. α΄4,23, β΄5,7,12, Α΄Θεσ. α΄3,8, γ΄2,5-7,10, ε΄8, Β΄Θεσ. α΄3,4,11, β΄13,
γ΄2, Α΄Τιμ. α΄2,4,5, 14,19, β΄7,15, γ΄9,13, δ΄1,6,12, ε΄8,12, στ΄10-12, 21, Β΄Τιμ. α΄5,13, β΄18,22,
γ΄8,10,15, δ΄7, Τιτ. α΄1,4,13, β΄2,10, Φιλημ. 5,6, Εβρ. δ΄2, στ΄1,12, ι΄22,38,39, ια΄1, 3-9,
11,13,17, 20-24, 27-31,33,39, ιβ΄2, ιγ΄7, Ιακ. α΄3,6, β΄1, 5,14,17,18, 20,22,24,26, ε΄15, Α΄Πέτρ.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
84
α΄5,7,9,21, ε΄9, Β΄Πέτρ. α΄1,5, Α΄Ιωάν. ε΄4, Ιουδ. 3,20, Αποκ. β΄13,19, ιγ΄10, ιδ΄12.
Πνεύμα (Άγιο): Η Λέξη π(Π)νεύμα στην Αγία Γραφή έχει έξι διαφορετικές σημασίες
κι αυτός είναι ο λόγος που πολλοί αιρετικοί, κυρίως η παν-αίρεση των χιλιστών ή των
ιεχωβάδων, αμφισβητούν σκόπιμα ή κατά λάθος, τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος 238:
1. Το Άγιο Πνεύμα: Είναι η τρίτη υπόσταση της Αγίας Τριάδος. Πατήρ, Υιός και Άγιο
Πνεύμα. Ομοούσιο με τον Πατέρα και τον Υιό αλλά και διακεκριμένο και αυτοτελές. Το
Άγιο Πνεύμα ενέπνευσε κατά καιρούς τους αγίους και ιερούς συγγραφείς και τους
Προφήτες που μίλησαν προορατικά ή έγραψαν τα ιερά τους κείμενα. Αυτό είναι επίσης
που ενισχύει τους Μάρτυρες και τους Αγίους. Αυτό είναι που πείθει και οδηγεί σε
μετάνοια τις καρδιές των αμαρτωλών. Αυτό είναι που παρηγορεί και προετοιμάζει για
τους ουρανούς τους πιστούς. Σχετικά είπε ο Κύριος: “ἀλλ' ἐγὼ τὴν ἀλήθειαν λέγω ὑμῖν·
συμφέρει ὑμῖν ἵνα ἐγὼ ἀπέλθω. ἐὰν γὰρ μὴ ἀπέλθω, ὁ παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρὸς ὑμᾶς· ἐὰν δὲ
πορευθῶ, πέμψω αὐτὸν πρὸς ὑμᾶς· καὶ ἐλθὼν ἐκεῖνος ἐλέγξει τὸν κόσμον περὶ ἁμαρτίας καὶ περὶ
δικαιοσύνης καὶ περὶ κρίσεως.“ Ιωαν. ιστ΄ 7,8, “ὁ δὲ παράκλητος, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ὃ πέμψει ὁ
πατὴρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα καὶ ὑπομνήσει ὑμᾶς πάντα ἃ εἶπον ὑμῖν ” Ιωάν.
ιδ΄26, “καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· Λάβετε Πνεῦμα ἅγιον· ”Ιωάν. κ΄22, και άλλα
σχετικά χωρία: Ματθ. α΄18,20, κη΄19, Ιωάν. α΄33, Πράξ. β΄4, Ρωμ. ε΄5, Β΄Κορ. ιγ΄3,
Α΄Θεσσ. δ΄8, κ.α.
2. Το πνεύμα, ως “πνοή” ή “εισπνοή”. Είναι η απαραίτητη λειτουργία του
ατμοσφαιρικού αέρα σε κάθε ζωντανό οργανισμο και φυσικά στον άνθρωπο. Σχετικά: “καὶ
τὸ πνεῦμα τοῦ κτήνους, εἰ καταβαίνει αὐτὸ κάτω εἰς τὴν γῆν;” (Εκκλ. γ΄21).
3. Το πνεύμα ως πνευματική ζωή, το λογικό πνεύμα, η αθάνατη ανθρώπινη ψυχή, ο
αιώνιος άνθρωπος. Μ' αυτή τη σημασία συναντούμε στη Γραφή: “ἐν ᾧ καὶ τοῖς ἐν φυλακῇ
πνεύμασι πορευθεὶς ἐκήρυξεν“ (Α΄Πέτρ. γ΄19), όπου ο Απόστολος Πέτρος εννοεί τους προ του
κατακλυσμού αμαρτωλούς, στους οποίους κήρυξε το Χριστό ο Νώε: ”ἀρχαίου κόσμου οὐκ
ἐφείσατο, ἀλλὰ ὄγδοον Νῶε δικαιοσύνης κήρυκα ἐφύλαξε, κατακλυσμὸν κόσμῳ ἀσεβῶν ἐπάξας”
(Β΄Πέτρ. β΄5).
4. Το πνεύμα ως άγγελος: Οι άγγελοι διακρίνονται σε αγαθούς, που είναι πάντα κοντά
στο Θεό και οι οποίοι τον υπηρετούν και τον λατρεύουν και στους κακούς, οι οποίοι δε
σεβάστηκαν τις εντολές του Θεού και διαβιούν βασανίζοντες και βασανιζόμενοι.
Πρόκειται για το τάγμα των αγγέλων του σκότους ή του Εωσφόρου (Σατάν), που είναι κι
ο αρχηγός τους. Συχνά η Γραφή υπ'αυτή την έννοια αναφέρεται και στις ψυχές των
αμαρτωλών. Πολύ συχνά ο ίδιος ο Κύριος αναφέρεται στα δαιμονικά πνεύματα και
θαυματοποιεί λυτρώνοντας ανθρώπους από τις επιθέσεις τους. Σχετικά: Μαρκ. α΄23,26,27,
γ΄11, 30, ε΄8,13, στ΄7, θ΄17,20,25, Λουκ. δ΄33,36, στ΄18, ζ΄21, η΄2, ια΄24, Ματθ. η΄16, ι΄1,
ιβ΄43, Πραξ. ε΄16, ιστ΄16, ιθ΄12,13, 15,16, Αποκ. ιστ΄14, ιη΄2, κ.α.
5. Το πνεύμα ως ροπή ή κλίση ή διάθεση της καρδιάς. Τότε η Αγία Γραφή το ονομάζει
πνεύμα πονηρίας, πνεύμα προσοχής, πνεύμα αδυναμίας, κ.α. Σχετικά: Ωσηέ δ΄12, Ζαχ.
ιβ΄10, Αγγ. ιγ΄11, Ησ. ια΄2, “ἵνα ὁ Θεὸς τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ πατὴρ τῆς δόξης, δώῃ
ὑμῖν πνεῦμα σοφίας καὶ ἀποκαλύψεως ἐν ἐπιγνώσει αὐτοῦ,”Εφεσ. α΄17, κ.α.
6. Το πνεύμα ως ο ανακαινισμένος από το Άγιο Πνεύμα άνθρωπος: Είναι ο αληθινός
Χριστιανός. Έτσι μ' αυτή την έννοια η λέξη είναι αντίθετη με τη λέξη “σάρξ”: “τὸ
γεγεννημένον ἐκ τῆς σαρκὸς σάρξ ἐστιν, καὶ τὸ γεγεννημένον ἐκ τοῦ Πνεύματος πνεῦμά ἐστι.” (Ιωάν.
γ΄6). Υπ'αυτή την έννοια και η διάκριση που κάνει ο Απόστολος Παύλος: “ἡ γὰρ σὰρξ
ἐπιθυμεῖ κατὰ τοῦ πνεύματος, τὸ δὲ πνεῦμα κατὰ τῆς σαρκός· ταῦτα δὲ ἀντίκειται ἀλλήλοις, ἵνα μὴ ἃ
238. Δες σχετικά: Κων.Α. Οικονόμου, Το α-λογον και το παράλογον των χιλιατών εκδ. Τήνος, 2000.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
85
ἐὰν θέλητε ταῦτα ποιῆτε.” (Γαλ. ε΄17). Έτσι γίνεται και η διάκριση των ανθρώπων σε τέκνα
του Θεού, τα εμπνεόμενα από το Πνεύμα το Άγιο, και σε ανθρώπους του σκότους: “Οὐδὲν
ἄρα νῦν κατάκριμα τοῖς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ μὴ κατὰ σάρκα περιπατοῦσιν, ἀλλὰ κατὰ πνεῦμα. ὁ γὰρ
νόμος τοῦ πνεύματος τῆς ζωῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ἠλευθέρωσέ με ἀπὸ τοῦ νόμου τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ
θανάτου. τὸ γὰρ ἀδύνατον τοῦ νόμου, ἐν ᾧ ἠσθένει διὰ τῆς σαρκός, ὁ Θεὸς τὸν ἑαυτοῦ υἱὸν πέμψας
ἐν ὁμοιώματι σαρκὸς ἁμαρτίας καὶ περὶ ἁμαρτίας, κατέκρινε τὴν ἁμαρτίαν ἐν τῇ σαρκί, ἵνα τὸ
δικαίωμα τοῦ νόμου πληρωθῇ ἐν ἡμῖν τοῖς μὴ κατὰ σάρκα περιπατοῦσιν, ἀλλὰ κατὰ πνεῦμα. οἱ γὰρ
κατὰ σάρκα ὄντες τὰ τῆς σαρκὸς φρονοῦσιν, οἱ δὲ κατὰ πνεῦμα τὰ τοῦ πνεύματος. τὸ γὰρ φρόνημα
τῆς σαρκὸς θάνατος, τὸ δὲ φρόνημα τοῦ πνεύματος ζωὴ καὶ εἰρήνη· διότι τὸ φρόνημα τῆς σαρκὸς
ἔχθρα εἰς Θεόν· τῷ γὰρ νόμῳ τοῦ Θεοῦ οὐχ ὑποτάσσεται· οὐδὲ γὰρ δύναται· οἱ δὲ ἐν σαρκὶ ὄντες
Θεῷ ἀρέσαι οὐ δύνανται. ὑμεῖς δὲ οὐκ ἐστὲ ἐν σαρκὶ, ἀλλ' ἐν πνεύματι, εἴπερ Πνεῦμα Θεοῦ οἰκεῖ ἐν
ὑμῖν· εἰ δέ τις Πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἔχει, οὗτος οὐκ ἔστιν αὐτοῦ. εἰ δὲ Χριστὸς ἐν ὑμῖν, τὸ μὲν σῶμα
νεκρὸν δι' ἁμαρτίαν, τὸ δὲ πνεῦμα ζωὴ διὰ δικαιοσύνην. εἰ δὲ τὸ Πνεῦμα τοῦ ἐγείραντος τὸν Ἰησοῦν
ἐκ νεκρῶν οἰκεῖ ἐν ὑμῖν, ὁ ἐγείρας τὸν Χριστὸν ἐκ νεκρῶν ζῳοποιήσει καὶ τὰ θνητὰ σώματα ὑμῶν διὰ
τὸ ἐνοικοῦν αὐτοῦ Πνεύμα ἐν ὑμῖν. Ἄρα οὖν, ἀδελφοί, ὀφειλέται ἐσμέν, οὐ τῇ σαρκὶ τοῦ κατὰ σάρκα
ζῆν· εἰ γὰρ κατὰ σάρκα ζῆτε, μέλλετε ἀποθνῄσκειν· εἰ δὲ Πνεύματι τὰς πράξεις τοῦ σώματος
θανατοῦτε ζήσεσθε. ὅσοι γὰρ Πνεύματι Θεοῦ ἄγονται, οὗτοί εἰσιν υἱοὶ Θεοῦ. οὐ γὰρ ἐλάβετε Πνεῦμα
δουλείας πάλιν εἰς φόβον, ἀλλ' ἐλάβετε Πνεῦμα υἱοθεσίας, ἐν ᾧ κράζομεν· ἀββᾶ ὁ πατήρ. αὐτὸ τὸ
Πνεῦμα συμμαρτυρεῖ τῷ πνεύματι ἡμῶν ὅτι ἐσμὲν τέκνα Θεοῦ.” (Ρωμ. η΄1-16).

7. Σημειωση. Το πνευματικό σώμα ή το σώμα της αναστάσεως: Είναι ο καινός άνθρωπος ή το
σώμα του μετά την ανάσταση, το οποίο και θα είναι απαλλαγμένο από κάθε επιθυμία, αμαρτία και
θα είναι επιδεκτικό μόνο των ουράνιων ευλογιών και της μακαριότητας που θα προκύπτει με την
άμεση κοινωνία με το Θεό. Αυτό το σώμα του αναστημένου κατά τη δευτέρα παρουσία
χριστιανού, ονομάζει ο Παύλος “πνεματικό σώμα”. Όσο για το δόγμα της αναστάσεως αυτό
στηρίζεται στην ιερή αποκάλυψη και στην Ανάσταση του ίδιου του Κυρίου: “Ἀλλ' ἐρεῖ τις· πῶς
ἐγείρονται οἱ νεκροί; ποίῳ δὲ σώματι ἔρχονται; ἄφρον, σὺ ὃ σπείρεις οὐ ζῳοποιεῖται, ἐὰν μὴ ἀποθάνῃ· καὶ ὃ
σπείρεις, οὐ τὸ σῶμα τὸ γενησόμενον σπείρεις, ἀλλὰ γυμνὸν κόκκον, εἰ τύχοι σίτου ἤ τινος τῶν λοιπῶν· ὁ δὲ
Θεὸς αὐτῷ δίδωσι σῶμα καθὼς ἠθέλησε, καὶ ἑκάστῳ τῶν σπερμάτων τὸ ἴδιον σῶμα. οὐ πᾶσα σὰρξ ἡ αὐτὴ
σάρξ, ἀλλὰ ἄλλη μὲν ἀνθρώπων, ἄλλη δὲ σὰρξ κτηνῶν, ἄλλη δὲ ἰχθύων, ἄλλη δὲ πετεινῶν. καὶ σώματα
ἐπουράνια, καὶ σώματα ἐπίγεια· ἀλλ' ἑτέρα μὲν ἡ τῶν ἐπουρανίων δόξα, ἑτέρα δὲ ἡ τῶν ἐπιγείων. ἄλλη δόξα
ἡλίου, καὶ ἄλλη δόξα σελήνης, καὶ ἄλλη δόξα ἀστέρων· ἀστὴρ γὰρ ἀστέρος διαφέρει ἐν δόξῃ. οὕτω καὶ ἡ
ἀνάστασις τῶν νεκρῶν, σπείρεται ἐν φθορᾷ, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ· σπείρεται ἐν ἀτιμίᾳ, ἐγείρεται ἐν δόξῃ·
σπείρεται ἐν ἀσθενείᾳ, ἐγείρεται ἐν δυνάμει· σπείρεται σῶμα ψυχικόν, ἐγείρεται σῶμα πνευματικόν. ἔστι
σῶμα ψυχικόν, καὶ ἔστι σῶμα πνευματικόν. οὕτω καὶ γέγραπται· ἐγένετο ὁ πρῶτος ἄνθρωπος Ἀδὰμ εἰς ψυχὴν
ζῶσαν· ὁ ἔσχατος Ἀδὰμ εἰς πνεῦμα ζωοποιοῦν· ἀλλ' οὐ πρῶτον τὸ πνευματικὸν, ἀλλὰ τὸ ψυχικόν, ἔπειτα τὸ
πνευματικόν. ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἐκ γῆς χοϊκός, ὁ δεύτερος ἄνθρωπος ὁ Κύριος ἐξ οὐρανοῦ. οἷος ὁ χοϊκός,
τοιοῦτοι καὶ οἱ χοϊκοί, καὶ οἷος ὁ ἐπουράνιος, τοιοῦτοι καὶ οἱ ἐπουράνιοι. καὶ καθὼς ἐφορέσαμεν τὴν εἰκόνα
τοῦ χοϊκοῦ, φορέσομεν καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου. Τοῦτο δέ φημι, ἀδελφοί, ὅτι σὰρξ καὶ αἷμα βασιλείαν
Θεοῦ κληρονομῆσαι οὐ δύνανται, οὐδὲ ἡ φθορὰ τὴν ἀφθαρσίαν κληρονομεῖ. ἰδοὺ μυστήριον ὑμῖν λέγω· πάντες
μὲν οὐ κοιμηθησόμεθα, πάντες δὲ ἀλλαγησόμεθα, ἐν ἀτόμῳ, ἐν ῥιπῇ ὀφθαλμοῦ, ἐν τῇ ἐσχάτῃ σάλπιγγι·
σαλπίσει γάρ, καὶ οἱ νεκροὶ ἐγερθήσονται ἄφθαρτοι, καὶ ἡμεῖς ἀλλαγησόμεθα. δεῖ γὰρ τὸ φθαρτὸν τοῦτο
ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν. ὅταν δὲ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσηται
ἀφθαρσίαν καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσηται ἀθανασίαν, τότε γενήσεται ὁ λόγος ὁ γεγραμμένος· κατεπόθη ὁ
θάνατος εἰς νῖκος. ποῦ σου, θάνατε, τὸ κέντρον; ποῦ σου, ᾅδη, τὸ νῖκος; τὸ δὲ κέντρον τοῦ θανάτου ἡ ἁμαρτία,
ἡ δὲ δύναμις τῆς ἁμαρτίας ὁ νόμος. τῷ δὲ Θεῷ χάρις τῷ διδόντι ἡμῖν τὸ νῖκος διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ
Χριστοῦ. Ὥστε, ἀδελφοί μου ἀγαπητοί, ἑδραῖοι γίνεσθε, ἀμετακίνητοι, περισσεύοντες ἐν τῷ ἔργῳ τοῦ Κυρίου
πάντοτε, εἰδότες ὅτι ὁ κόπος ὑμῶν οὐκ ἔστι κενὸς ἐν Κυρίῳ.” (Α΄Κορ. 35-58). Ακόμη μπορούμε να
προσθέσουμε: “Τό ίδιον σώμα τό όποιον ετάφη, τό ϊδιον καί άνίσταται, διότι ή άνάστασις αναφέρεται

είς αυτό πού ετάφη. Ή μεν ουσία τοΰ σώματος παραμένει ή ιδία, ή δέ ώραιότης μεγαλύτερα 239.“
239. Σεραφείμ Ρόουζ, Η ψυχή μετά το θάνατο, Ε΄εκδ. 2004, Μυριόβιβλος.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
86

Πορνεία: Είναι η αθέμιτη ερωτική σχέση άνδρα με γυναίκα και τα επακόλουθα. Στην
Α. Γραφή η λέξη σημαίνει όχι μόνο την ακολασία μεταξύ αγάμων αλλά και την
ειδωλολατρεία, που άλλωστε από μόνη της αυτή έχει στενή σχέση και με την καθαυτό
πορνεία. Αυτό το καταλαβαίνουμε και από αναφορές της Π. Διαθήκης σε πόρνες, όπου
βλέπουμε πως αυτές ήταν συνήθως αλλοδαπές και αλλόθρησκες, αποκαλούνται μάλιστα
“ξέναι”, και η ακολασία τους ήταν μέρος της λατρείας τους στα είδωλα. Έτσι στην Παλαιά
Διαθήκη η εβραϊκή εκκλησία παριστάνεται με νύμφη που έχει νυμφευτεί με τον Θεό
Ιεχωβά και δίκαια αποκαλείται από πολλούς Προφήτες ως πόρνη γιατί συχνά είχε
διαρρήξει αυτή τη συνθήκη - γάμο με το Θεό, πορνεύοντας ακολουθώντας τα είδωλα: “καὶ
εἶδον διότι περὶ πάντων ὧν κατελήφθη, ἐν οἷς ἐμοιχᾶτο ἡ κατοικία Ἰσραήλ, καὶ ἐξαπέστειλα αὐτὴν
καὶ ἔδωκα αὐτῇ βιβλίον ἀποστασίου εἰς τὰς χεῖρας αὐτῆς· καὶ οὐκ ἐφοβήθη ἡ ἀσύνθετος Ἰούδα καὶ
ἐπορεύθη καὶ ἐπόρνευσε καὶ αὐτή. καὶ ἐγένετο εἰς οὐθὲν ἡ πορνεία αὐτῆς, καὶ ἐμοίχευσε τὸ ξύλον καὶ
τὸν λίθον.” (Ιερ. γ΄8-9). Ακόμη διαβάζουμε:”Και εἶπε Κύριος πρός με· ἔτι πορεύθητι καὶ
ἀγάπησον γυναῖκα ἀγαπῶσαν πονηρὰ καὶ μοιχαλίν, καθὼς ἀγαπᾷ ὁ Θεὸς τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ καὶ
αὐτοὶ ἀποβλέπουσιν ἐπὶ θεοὺς ἀλλοτρίους καὶ φιλοῦσι πέμματα μετὰ σταφίδων.” (Ωσηέ γ΄1).
Συχνά, στην Παλαιά, ακόμη και στην Καινή Διαθήκη, οι λέξεις πορνεία και μοιχεία είναι
συνώνυμες. Και στις δύο περιπτώσεις αυτές καταδικάζονται είτε εκλαμβανόμενες
κυριολεκτικά είτε μεταφορικά. Είναι ακόμη φανερό, ότι, σύμφωνα και με τους λόγους του
Κυρίου, είτε πνευματική είναι είτε σωματική η πορνεία ή η μοιχεία είναι αξιόποινη. Γιά τη
σχέση πορνείας (ακόμη και ομοφυλοφιλίας) με την ειδωλολατρεία λέει ο Μέγας
Αθανάσιος: “ Γυναῖκες γοῦν ἐν εἰδώλοις τῆς Φοινίκης πάλαι προεκαθέζοντο, ἀπαρχόμεναι τοῖς ἐκεῖ
θεοῖς ἑαυτῶν τὴν τοῦ σώματος ἑαυτῶν μισθαρνίαν, νομίζουσαι τῇ πορνείᾳ τὴν θεὸν ἑαυτῶν
ἱλάσκεσθαι, καὶ εἰς εὐμένειαν ἄγειν αὐτὴν διὰ τούτων. ἄνδρες δέ, τὴν φύσιν ἀρνούμενοι καὶ μηκέτι
εἶναι θέλοντες ἄρρενες, τὴν γυναικῶν πλάττονται φύσιν, ὡς ἐκ τούτων καταθύμια καὶ τιμὴν τῇ μητρὶ
τῶν παρ᾿ αὐτοῖς λεγομένων θεῶν ποιοῦντες. πάντες δὲ ὁμοῦ τοῖς αἰσχίστοις βιοῦσι, καὶ τοῖς χείροσιν
ἑαυτοῖς ἁμιλλῶνται·240” Σχετικά: Ματθ. ε΄32, ιε΄19, ιθ΄9, Μαρκ. ζ΄21, Ιωάν. η΄41, Πράξ.
ιε΄20,29, κα΄25, Ρωμ. α΄29, Α΄Κορ. ε΄1, στ΄13,18, ζ΄2, Β΄Κορ. ιβ΄21, Γαλ. ε΄19, Εφεσ. ε΄3,
Κολοσ. γ΄5, Α΄Θεσσ. δ΄3, Αποκ. Β΄21, θ΄21, ιδ΄8, ιζ΄2,4, ιθ΄2.
Πραότητα: Είναι η ιδιότητα του πράου, του ήπιου, του ήμερου ανθρώπου. Μια
ιδιότητα που αποκτάται από τον Χριστιανό ως ένας από τους καρπούς του Αγίου
Πνεύματος. Η λέξη συναντάται στην Καινή Διαθήκη μόνο σε Επιστολές του Απόστόλου
Παύλου. “Ἡ πραότης εἶναι μία ἀμετακίνητη κατάστασις τοῦ νοῦ, ποὺ παραμένει ἡ ἴδια καὶ στὶς τιμὲς
καὶ στὶς περιφρονήσεις. Πραότης σημαίνει, τὸ νὰ προσεύχεσαι εἰλικρινῶς γιὰ τὸν πλησίον σου, χωρὶς
νὰ ἐνοχλῆσαι καθόλου ἀπὸ τὶς ταραχὲς ποὺ σοῦ προξενεῖ. Ἡ πραότης εἶναι βράχος ἐπάνω ἀπὸ τὴν
ἀφρισμένη θάλασσα, ποὺ ἐντελῶς ἀκλόνητος διαλύει ὅλα τὰ κύματα, τὰ ὁποῖα τὸν κτυποῦν.” (Ι.
Σιναϊτη, Κλίμαξ, Περί πραότητος 2). Σχετικά: Α΄Κορ. δ΄21, Β΄Κορ. ι΄1, Γαλ. ε΄23, στ΄1, Εφεσ.
δ΄2, Κολοσ. γ΄12, Α΄Τιμ. στ΄11, Β΄Τιμ. β΄25, Τίτ. γ΄2. Η ίδια λέξη με τη μορφή “πραΰτης”
συναντάται και σε δύο Καθολικές Επιστολές: Ιακ. α΄21, γ΄13 και Α΄Πέτρ.γ΄15.
Σάρκα (σαρξ): Στην Καινή διαθήκη η λέξη αυτή, εκτός από την κυριολεκτική σημασία
και τη σημασία του ζωντανού ανθρώπου ή του ανθρώπινου σώματος: “Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ
ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν” (Ιωάν. α΄14), έχει συχνά και την έννοια του υλικού, του
σαρκικού ανθρώπου, του προσκολημένου στα γήινα και της ηδονές του υλικού βίου και
είναι αντίθετη με τη λέξη “πνεύμα”, που σημαίνει τον ανακαινισμένο άνθρωπο, τον
πνευματικό άνθρωπο, τον “άνω ορώντα”. Δες και το λήμμα “πνεύμα”, πιο πάνω.
Σχετικά: Μτθ. ιστ΄17, ιθ΄5, κδ΄22, κστ΄41, Μαρκ. ι΄8, Λουκ. γ΄6, κδ΄39, Ιωάν. α΄13,14, γ΄6,
240. Μ. Αθανάσιος, Λόγος κατά ειδώλων, 27.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
87
στ΄51-55, 63, η΄15, ιζ΄2, Πραξ. β΄17, 26, 30-31, Ρωμ. α΄3, β΄28, γ΄20, δ΄1, στ΄19, ζ΄5,18,25, η΄1,
3-9, 12-13,θ΄3,5,8, ια΄14, ιγ΄14, Α΄Κορ. α΄26,29, ε΄5, ζ΄28, ι΄18, ιε΄39,50, Β΄Κορ. α΄17, δ΄11,
ε΄16, ζ΄1,5, ι΄2-3, ια΄18, ιβ΄7. Γαλ. α΄16, β΄16,20, γ΄3, δ΄13-14, 23,29, ε΄13, 16-17, 19,24, στ΄8,
12,13, Εφεσ. β΄2,3,11,15, ε΄29-30, στ΄5,12, Φιλιπ. α΄22,24, γ΄3,4, Κολοσ. Α΄22, 24, β΄1,5, 11,
13,18,23, γ΄22, Α΄Τιμ. γ΄16, Φιλημ. 16, Εβρ. β΄14, ε΄7, θ΄10,13, ι΄20, ιβ΄9, Ιακ. ε΄3, Α΄Πέτρ.
α΄24, γ΄18,21, δ΄1,2,6, Β΄Πέτρ. β΄10,18, Α΄Ιωάν. β΄16, δ΄2, Β΄Ιωάν. 7, Ιούδ. 7,8,23 Αποκ.
ιζ΄16, ιθ΄18, ιη΄2.
Σινά όρος: Στην πλατιά έννοια του όρου νοείται η τριγωνική χερσόνησος της
Αιγύπτου ανάμεσα από την Ερυθρά θάλασσα, τη Μεσόγειο και τον κόλπο της Άκκαμπα.
Σ' αυτή τη χερσόνησο, την ερημική και βραχώδη κατα κύριο λόγο, περιπλανήθηκαν οι
Ισραηλίτες υπό την ηγεσία του Μωυσή κατά την Έξοδο τους από την Αίγυπτο προς τη γη
της Επαγγελίας. Επί Ρωμαϊκής και Πρωτοβυζαντινής περιόδου η περιοχή έβριθε
μοναχών, ήταν δηλαδή κάτι σαν το Άγιο όρος της εποχής (4ος – 5ος αιώνες). Η
αρχαιολογική σκαπάνη ανέδειξε πολλά μνημεία εκείνης της περιόδου (γλυπτά και
επιγραφές) ελληνικά, κοπτικά, αλλά και του πολιτισμού των Ναβαταίων. Στη στενή
έννοια ο όρος Σινά δηλώνει τα όρη αυτής της χερσονήσου που αποτελούν μια ακανόνιστη
οροσειρά με ψηλότερες κορυφές τη Ζεβίρ, της Αικατερίνης, της Ούμ Σχομέρ και της
Μουσά, με υψόμετρα από 2.500 μ. έως και 2.850. Η Αγία Γραφή όταν αναφέρεται στο Σινά
εννοεί την περιοχή αυτών των κορυφών όπου και ο Μωυσής παρέλαβε από τον Θεό το
Νόμο, δηλαδή τις Δέκα Εντολές. Οι ιστορικοί ερευνητές της Βίβλου, στη συντριπτική τους
πλειοψηφία, πιστεύουν ότι η εμφάνιση του Θεού στον ηγέτη των Εβραίων συνέβη στην
κορυφή Μουσά. Στο όρος Σινά, στους πρόποδες της κορυφής Μουσά κτίστηκε η
Ορθόδοξος Ιερά Μονή της Αγίας Αικατερίνης, το 527 από τον αυτοκράτορα
Ιουστινιανό. Η ιερά Μονή διέθετε μια εξαιρετική βιωλιοθήκη, στην οποία μάλιστα ο
Τίσεντορφ (Tischendorf) ανακάλυψε τον σημαντικότερο κώδικα της Καινής Διαθήκης,
τον ονομαζόμενο Σιναϊτικό, που σήμερα βρίσκεται στη Βιβλιοθήκη της Αγίας
Πετρούπολης.
Σταυρός (σκάνδαλο του Σταυρού): Ο σταυρός ήταν ο πιο ταπεινωτικός τρόπος
θανάτωσης στη ρωμαϊκή αρχαιότητα. Γνωστοί “εκφραστές” αυτής της ποινής ήταν ο
Νέρωνας, ο Δέκιος, ο Καλλιγούλας, και διάφοροι Πέρσες μονάρχες. Σταυρός είναι:
“Σχήμα εκ δύο διασταυρούμενων καθέτων προς αλλήλας ευθειών, όργανον θανατικών εκτελέσεων, εκ
δύο δοκών, συνδεδεμένων κατ' ορθήν γωνίαν, επί του οποίου προσεπασσαλούτο ο κατάδικος με
τεταμένας τας χείρας241”.
Τα είδη του σταυρού στην αρχαιότητα242: Από τα ρωμαϊκά χρόνια εμφανίζονται τέσσερα
είδη σταυρών:
1. crux commissa με σχήμα †
2. crux immissa με σχήμα + (με τη διασταύρωση στο μέσο των δοκών)
3. crux immissa με σχήμα ταυ Τ
4. crux decussata με σχήμα Χ (του μαρτυρίου του Αγίου Ανδρέα)
Η Σταύρωση του Κυρίου: Πιο πιθανός τρόπος σταύρωσης του Κυρίου φαίνεται ο πρώτος.
Σ' αυτό συμφωνεί και η Παράδοση της Εκκλησίας μας, λέγοντας μάλιστα ότι οι Απόστολοι
ζητούσαν άλλο τρόπο σταύρωσης για τον εαυτό τους που να μην τους ταυτίζει με τον του
Κυρίου Θάνατο. Έτσι ο Άγιος Ανδρέας σταυρώθηκε σε σταυρό σχήματος Χ (χι) και ο
241. Πάπυρος Λαρούς τ. 12, σελ. 610
242. Γ. Κωνσταντίνου, ό.π. σ. 935

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
88
Πέτρος με αντεστραμμένο crux immissa (+), δηλαδή με το κεφάλι προς τα κάτω 243 (Ιωάν.
κα΄ 18,19). Ας δούμε μερικά εδάφια της Καινής Διαθήκης που ομιλούν για το Σταυρό του
Κυρίου μας: “καὶ ὅτε ἐνέπαιξαν αὐτῷ, ἐξέδυσαν αὐτὸν τὴν χλαμύδα καὶ ἐνέδυσαν αὐτὸν τὰ ἱμάτια
αὐτοῦ, καὶ ἀπήγαγον αὐτὸν εἰς τὸ σταυρῶσαι.” (Μτθ. κζ΄31), “σταυρώσαντες δὲ αὐτὸν διεμερίσαντο
τὰ ἱμάτια αὐτοῦ βάλοντες κλῆρον,” (Μτθ. κζ΄35), “καὶ λέγοντες· Ὁ καταλύων τὸν ναὸν καὶ ἐν τρισὶν
ἡμέραις οἰκοδομῶν! σῶσον σεαυτόν· εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, κατάβηθι ἀπὸ τοῦ σταυροῦ.” (Μτθ. κζ΄40),
“τότε οὖν παρέδωκεν αὐτὸν αὐτοῖς ἵνα σταυρωθῇ.” (Ιωάν. ιθ΄16), “ὅσοι θέλουσιν εὐπροσωπῆσαι ἐν
σαρκί, οὗτοι ἀναγκάζουσιν ὑμᾶς περιτέμνεσθαι, μόνον ἵνα μὴ τῷ σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ διώκωνται.”
(Γαλ. στ΄12), “πολλοὶ γὰρ περιπατοῦσιν, - οὓς πολλάκις ἔλεγον ὑμῖν, νῦν δὲ καὶ κλαίων λέγω, τοὺς
ἐχθροὺς τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ,” (Φιλιπ. γ΄18), “καὶ ὅτε ἐνέπαιξαν αὐτῷ, ἐξέδυσαν αὐτὸν τὴν
πορφύραν καὶ ἐνέδυσαν αὐτὸν τὰ ἱμάτια τὰ ἴδια, καὶ ἐξάγουσιν αὐτὸν ἵνα σταυρώσωσιν αὐτόν.”
(Μάρκ. ιε΄20), “καὶ ὅστις οὐ βαστάζει τὸν σταυρὸν ἑαυτοῦ καὶ ἔρχεται ὀπίσω μου, οὐ δύναται εἶναί
μου μαθητής.” (Λουκ. ιδ΄27), “Καὶ ὡς ἀπήγαγον αὐτόν, ἐπιλαβόμενοι Σίμωνός τινος Κυρηναίου,
ἐρχομένου ἀπ' ἀγροῦ, ἐπέθηκαν αὐτῷ τὸν σταυρὸν φέρειν ὀπίσω τοῦ Ἰησοῦ.” (Λουκ. κγ΄26), “καὶ
σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ
σταυροῦ.” (Φιλιπ. β΄8), “ἐξαλείψας τὸ καθ' ἡμῶν χειρόγραφον τοῖς δόγμασιν ὃ ἦν ὑπεναντίον ἡμῖν,
καὶ αὐτὸ ἦρεν ἐκ τοῦ μέσου προσηλώσας αὐτὸ τῷ σταυρῷ·” (Κολασ. Β΄14). Του σταυρωμένου
Κυρίου οι πόνοι ήταν σκληροί και δριμύτατοι γιατί τα χέρια Του ήταν τεντωμένα πολύ
και προς τα πίσω και η ελάχιστη κίνηση του σώματος ερέθιζε τις πληγές των χεριών, των
ποδιών και της μαστιγωμένης πλάτης Του, ακόμη τα καρφιά καθώς περνούσαν από τα
νεύρα και τους τένοντες προξενούσαν υπέρμετρη φλόγωση. Η τέντωση του σώματός Του
εμπόδιζε την ελεύθερη κυκλοφορία του αίματος και δυσκόλευε μέχρις ασφυξίας την
αναπνοή Του. Άλλοι σταυρωμένοι, είτε κοινοί εγκληματίες είτε αθώοι, υπέφεραν ακόμη
και τρεις και περισσότερες ημέρες μέχρι να αφήσουν την τελευταία τους πνοή. “Τέτοιος
ήταν περιληπτικά ο προς εξιλέωσιν των αμαρτημάτων μας θάνατος του Ιησού” (Γ.Κ.). Ο άγιος
Νικόδημος ο Αγιορείτης προσθέτει χαρακτηριστικά: “Θέλοντας λοιπὸν νὰ μελετήσῃς τὴ
σταύρωσι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, μπορεῖς νὰ σκεφθῇς τὰ νοήματα ποὺ ἀκολουθοῦν: Α´) Ὅτι τὴν ὥρα ποὺ
βρισκόταν ὁ Κύριός μας πάνω στὸ ὄρος τοῦ Γολγοθᾶ, μὲ μανία τὸν ξεγύμνωσε ἐκεῖνος ὁ
λυσσασμένος λαὸς καὶ κατάσχισε τὶς σάρκες του, ποὺ προηγουμένως ἦταν κολλημένες στὰ ροῦχα του
ἀπὸ τοὺς δαρμούς. Β´) Ὅτι πρὶν ἀπὸ τὸν σταυρὸ ἀφαίρεσαν ἀπὸ τὴν κεφαλὴ του τὸ ἀκάνθινο στεφάνι,
τὸ ὁποῖο, μετὰ τὴν σταύρωσι τοποθετώντας το πάνω του, ἔγινε αἰτία νέων πληγῶν. Γ´) Ὅτι μὲ τὰ
κτυπήματα τῶν σφυριῶν καὶ τῶν καρφιῶν προσηλώθηκε πολὺ σκληρὰ πάνω στὸ γυμνὸ καὶ κατάξηρο
ξύλο τοῦ σταυροῦ. Δ´) Ὅτι ἐπειδὴ δὲν ἔφθαναν τὰ θεῖα του μέλη γιὰ νὰ τὸν σταυρώσουν, τὰ ἅπλωσαν
μὲ τόση βία ἐκεῖνοι οἱ αἱμοβόροι στρατιῶτες, ὥστε βγῆκαν ἀπὸ τὴν θέσι τοὺς ὅλα τὰ κόκκαλα, καὶ
μποροῦσαν ἕνα ἕνα νὰ μετρηθοῦν, ὅπως ἀναφέρει καὶ ὁ ψαλμῳδὸς ἐκεῖνο τὸ χωρίο: «Ἀπαρίθμησαν
ὅλα τὰ ὁστᾶ μου» (Ψαλμ. κα΄,18). Ε´) Ὅτι τὴν ὥρα ποὺ τὸν κρεμοῦσαν στὸ ξερὸ ξύλο, ἐπειδὴ δὲν
μποροῦσε νὰ στηριχθῆ ἀπὸ πουθενὰ ἀλλοῦ παρὰ μόνον ἀπὸ τὰ καρφιά, ἀναγκαστικὰ μὲ τὸ βάρος τοῦ
σώματος ἄνοιγαν περισσότερο οἱ πανάγιες πληγὲς καὶ ἀπὸ αὐτὸ αἰσθανόταν ὁ γλυκύτατος Ἰησοῦς μας
πόνους δριμύτατους στὴν καρδιά του244”
Η σημασία του Σταυρού: Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει για τη σημασία του
Σταυρού:“Κοντά σ' ένα δέντρο, μέσα στον Παράδεισο νίκησε ο διάβολος τον Αδάμ. Επάνω στο ξύλο
του Σταυρού νίκηε το διάβολο ο Χριστός. Το πρώτο δέντρο άνοιξε στο ανθρώπινο γένος τις πύλες του
Άδου. Το δεύτερο, ο Σταυρός,κι αυτούς που είχαν πάει στον Άδη τους ανακάλεσε (...)Με το θάνατο
του Χριστού γίναμε αθάνατοι. Αυτά είναι τα κατορθώματα του Σταυρού. (...) Ο Σταυρός είναι το
τρόπαιο που στήθηκε στη μάχη εναντίον των δαιμόνων, η μάχαιρα, η οποία χτύπησε την αμαρτία, το
243. Κων. Α.Οικονόμου, Το α-λογον και το ποράλογο των Χιλιαστών, β΄έκδ. ΚΑΟ, 2010, σελ. 27.
244. Άγιος Νικόδημος Αγορείτης, Αόρατος Πόλεμος, ΝΒ΄.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
89
ξίφος με το οποίο τρύπησε ο Χριστός τον όφι. Ο Σταυρός είναι η ευαρέσκεια του Πατρός, η δόξα του
μονογενούς Υιού, η ευφροσύνη του Αγίου Πνεύματος, ο στολισμός των αγγέλων, η ασφάλεια της
Εκκλησίας, το καύχημα του Παύλου, το περιτείχισμα των αγίων, το φως ολόκληρης της οικουμένης
(...) Κι όπως ένας γενναίος βασιλιάς, όταν νικήσει σε σκληρό πόλεμο και το θώρακα και την ασπίδα
και τα όπλα του τυράννου, καθώς και των νικημένων στρατιωτών, τα κρεμάει στο πιο ψηλό μέρος
του τροπαίου, έτσι και ο Χριστός .. νικητής στον πόλεμο εναντίον του διαβόλου, όλα τα όπλα του
αντιπάλου και το θάνατο και την κατάρα τα κρέμασε ψηλά, στο Σταυρό, σαν σε τρόπαιο,για να
βλέπουν όλοι το τ ρ ό π α ι ο και οι αγγελικές δυνάμεις που είναι πάνω στον ουρανό, και οι
άνθρωποι που ζουν κάτω στη γη, αλλά και αυτοί ακόμα οι νικημένοι πονηροί δαίμονες.”
Το σκάνδαλο του Σταυρού: “Επειδή ο λόγος του Σταυρού αυτό προσκαλούσε: να αποστατήσουν
οι Ιουδαίοι από τα πάτριά των έθη, όπως η περιτομή και άλλα στοιχεία του Νόμου, κι αυτό τους
σκανδάλιζε εμποδίζοντάς τους να δεχθούν το Σταυρό του Κυρίου.” (Χ.). Ακόμη επειδή η σταυρική
ποινή αποτελούσε βδέλυγμα ακόμη και για τους Ρωμαίους και τους άλλους εθνικούς, γι'
αυτό και αποστρέφονταν τον χριστιανισμό που είχε βάση του τη Σταυρική Θυσία του
Κυρίου. “ἡμεῖς δὲ κηρύσσομεν Χριστὸν ἐσταυρωμένον, Ἰουδαίοις μὲν σκάνδαλον, Ἕλλησι δὲ
μωρίαν, αὐτοῖς δὲ τοῖς κλητοῖς, Ἰουδαίοις τε καὶ Ἕλλησι, Χριστὸν Θεοῦ δύναμιν καὶ Θεοῦ σοφίαν·”
(Α΄ Κορ. α΄23-24). Σχετικά: Γαλ. ε΄11.
Ο σταυρός των πιστών:“ὁ δὲ Ἰησοῦς ἐμβλέψας αὐτῷ ἠγάπησεν αὐτὸν καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ἕν σοι
ὑστερεῖ· εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε, ὅσα ἔχεις πώλησον καὶ δὸς πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν
οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι, ἄρας τὸν σταυρόν σου.” (Μάρκ. ι΄21). Αυτό σημαίνει: “Και
εκείνος που δεν παίρνει την απόφαση να υποστεί θάνατο σταυρικό και δεν ακολουθεί με την απόφαση
αυτή οπίσω μου μιμούμενος κατά πάντα το παράδειγμά μου δεν αξίζει για μένα.” (Π.Ν.Τ.). Σ' αυτά
προσθέτει ο Ζιγαβηνός: “Σταυρόν λέγει τον προς τα βιοτικά θάνατον ... Χρη γαρ τον ακολουθείν
μέλλοντα τω Χριστώ (πρέπει αυτός που θα ακολουθήσει το Χριστό) νεκρωθήναι (ενν. δια του
νοητού Σταυρού) προς τας κοσμικάς ηδονάς, ως εκείνος”. Την ίδια σημασία έχει το πιο κάτω
εδάφιο: “Ἔλεγε δὲ πρὸς πάντας· Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἔρχεσθαι, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω
τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καθ' ἡμέραν, καὶ ἀκολουθείτω μοι.” (Λουκ. θ΄23). Με λίγα λόγια ο σταυρός
των πιστών είναι η μίμηση του Κυρίου και αποχή από τις κοσμικές ηδονές. Για το Σταυρό
τα σχετικά χωρία: Μτθ. ι΄38, ιστ΄24, κζ΄32,40,42, Μαρκ. η΄34, ι΄21, ιε΄30, Λουκ. θ΄23, ιδ΄27,
κγ΄26, Ιωάν. ιθ΄17,19,25,31, Α΄Κορ. α΄17,18, Γαλ. ε΄11, στ΄12,14, Εφεσ. β΄16, Φιλιπ. β΄8,
γ΄18, Κολασ. α΄20, β΄14, Εβρ. ιβ΄2.
Συρία: (ή Αράμ), έτσι αποκαλεί η Γραφή αρχικά την περιοχή ανάμεσα στα όρη
Λίβανος και Αντιλίβανος, ενώ αργότερα με το όνομα ”Συρία” αποκαλείται η ευρύτερη
περιοχή που έφτανε στο βορρά μέχρι το όρος Ταύρος, ανατολικά μέχρι τον Τίγρη ποταμό
και δυτικά μέχρι τη Φοινίκη και τη Μεσόγειο. Στην κλασική αρχαιότητα χωριζόταν σε
τρεις γεωγραφικές περιοχές: τη Συρία της Δαμασκού, τη Συρία της Σωβά και τη Συρία της
Μεσοποταμίας. Η Δαμασκός, η Αντιόχεια, η Αιμάθ, η Γεβάλ, η Βηρυττός, η Παλμύρα, η
Ιεράπολη (Χαλέπι), ήταν οι σπουδαιότερες πόλεις της. Οι πρώτοι κάτοικοι της Συρίας ήταν
οι Χετταίοι και διάφορες άλλες μικρότερες φυλές από τη γεννιά του Χαμ. Οι Ισραηλίτες
κατανίκησαν τους Σύριους, επί Ιησού του Ναυή, και κατέλαβαν μεγάλες εκτάσεις της
μέχρι των ορέων Αερμών και Λιβάνου (Ιησ. Ν. ια΄2-28). Πολύ αργότερα ο Δαβίδ υπέταξε,
προσωρινά και το βασίλειο της Δαμασκού, το οποίο όμως ανέκτησε την ελευθερία του την
περίοδο της βασιλείας του Σολομώντα. (Β΄Βασ. η, ι΄, ια΄23-25, Γ΄Βασ. ια΄18-20). Αργότερα
το βόρειο (διαιρεμένο) κράτος του Ισραήλ, επί βασιλείας του ασεβούς Αχαάζ, συμμάχησε
με τους Ασσυρίους που συνέτριψαν το στρατό της Συρίας, ενώ το Ισραήλ απέφυγε
προσωρινά την υποδούλωση. Λίγα έτη αργότερα η Συρία έγινε επαρχία του μεγάλου

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
90
ασσυριακού κράτους. Έπειτα η περιοχή έπεσε κατά σειράν στα χέρια των Βαβυλωνίων,
των Περσών, και του Μεγ. Αλεξάνδρου. Μετά τη διαίρεση του κράτους του μεγάλου
Έλληνα στρατηλάτη, η Συρία πέρασε στα χέρια του Σελεύκου Νικάτορος, και η
Αντιόχεια έγινε πρωτεύουσα του κράτους των Σελευκιδών ή της Συρίας. Το κράτος της
Συρίας έμεινε υπό ελληνική διοίκηση για 250 περίπου έτη, μέχρι και την έλευση των
Ρωμαίων, οπότε και η Συρία έγινε υποτελής στη Ρώμη (64 π.Χ.). Κατά τη διάρκεια των
χρόνων της εξουσίας του αυτοκράτορα Αυγούστου, ο βασιλιάς της Πετραίας Αραβίας
όριζε τον εκάστοτε ηγεμόνα της Συρίας. Την περίοδο της ηγεμονίας του Αρέτα, ο Παύλος
σώθηκε από τη Δαμασκό ξεφεύγοντας από τους διώκτες του: “ἐν Δαμασκῷ ὁ ἐθνάρχης Ἀρέτα
τοῦ βασιλέως ἐφρούρει τὴν Δαμασκηνῶν πόλιν πιάσαι με θέλων, καὶ διὰ θυρίδος ἐν σαργάνῃ
ἐχαλάσθην διὰ τοῦ τείχους καὶ ἐξέφυγον τὰς χεῖρας αὐτοῦ.”(Β΄Κορ. ια΄32,33). Ο Χριστιανισμός
κηρύχτηκε στη Συρία από τον Απόστολο Πάυλο και άλλους διωγμένους από την
Ιερουσαλήμ, Ιουδαίους χριστιανούς (Πράξ. ιε΄23-41, ιη΄18, κα΄3, Γαλ.α΄21). Το 114 μ.Χ. Η
Συρία έγινε επίσημα ρωμαϊκή επαρχία. Οι μωαμεθανοί Άραβες κατέλαβαν τη Συρία το
634 μ.Χ. και, μετά από μικρό διάστημα κυριαρχίας των Σταυροφόρων, έγινε επαρχία της
Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το 1517.
Τίτος: Έλληνας ιεραπόστολος, καλύτερα ευαγγελιστής, που ασπάστηκε το
Χριστιανισμό μετά από την κατήχηση του Απ. Παύλου. Αργότερα
ακολούθησε τον Απόστολο των εθνών στις περιοδείες του. Ο ίδιος
συνόδεψε, μαζί με τον Βαρνάβα, τον Παύλο στη αποστολή του στα
Ιεροσόλυμα και την Αντιόχεια. Στη συνέχεια στάλθηκε στην Κόρινθο,
όπου εργάστηκε με επιτυχία και τελικά στην Κρήτη για την
καθοδήγηση της εκεί Εκκλησίας. Σύμφωνα με την Ιερά Παράδοση, ο
Τίτος άφησε την τελευταία του πνοή στην Κρήτη. (Γ.Κ.) Ο Απόστολος
Παύλος έστειλε την Προς Τίτον Επιστολή του, γύρω στο 67 μ.Χ., στην
Κρήτη, διότι τότε ο Τίτος ποίμενε την εκεί Εκκλησία κι αυτός είναι ο
λόγος που η επιστολή αυτή ονομάζεται ποιμαντορική (το ίδιο
ονομάζονται και οι δύο Επιστολές Προς Τιμόθεον).
Εικ. Ο Απ. Τίτος

Υιοθεσία: Στην Καινή Διαθήκη η λέξη αυτή σημαίνει την υιοθεσία των πιστών από το
Θεό δια του Ιησού Χριστού. Μ' αυτή την έννοια ο Θεός όχι μόνο συγχωρεί τον αμαρτωλό
που μετανόησε και πιστεύει αλλά και τον παραλαμβάνει και “αποδέχεται αυτόν εν τω χορώ
των δεδικαιωμένων αυτού τέκνων, και καθίστησιν αυτόν μέτοχον της ουρανίου μακαριότητος και
πασών των προνομιών των δικαίων κληρονόμων, αείποτε προνοών, ποδηγετών και καθοδηγών
αυτόν επ' αγαθώ αυτού δια της χάριτος του Ιησού Χριστού και της δωρεάς του παναγίου Πνεύματος ”
(Γ.Κ.). Έτσι ο υιοθετημένος αμαρτωλός, εγκαταλείπει κάθε ανομία και αμαρτία,
υποτάσσεται στον Πατέρα του και εκτελεί τις επιταγές του, δοξάζοντας, τιμώντας,
λατρεύοντας και αγαπώντας Αυτόν με χαρά ανυπόκριτη. Η υιοθεσία αυτή γίνεται μόνο
δια του Υιού Του και τη δική μας πίστη σ' αυτόν: “ὅσοι γὰρ Πνεύματι Θεοῦ ἄγονται, οὗτοί εἰσιν
υἱοὶ Θεοῦ. οὐ γὰρ ἐλάβετε Πνεῦμα δουλείας πάλιν εἰς φόβον, ἀλλ' ἐλάβετε Πνεῦμα υἱοθεσίας, ἐν ᾧ
κράζομεν· ἀββᾶ ὁ πατήρ. αὐτὸ τὸ Πνεῦμα συμμαρτυρεῖ τῷ πνεύματι ἡμῶν ὅτι ἐσμὲν τέκνα Θεοῦ. εἰ δὲ
τέκνα, καὶ κληρονόμοι, κληρονόμοι μὲν Θεοῦ, συγκληρονόμοι δὲ Χριστοῦ, εἴπερ συμπάσχομεν ἵνα καὶ
συνδοξασθῶμεν.” (Ρωμ. η΄14-17) και αλλού βεβαιώνει ο Απόστολος: “καθὼς καὶ ἐξελέξατο
ἡμᾶς ἐν αὐτῷ πρὸ καταβολῆς κόσμου εἶναι ἡμᾶς ἁγίους καὶ ἀμώμους κατενώπιον αὐτοῦ, ἐν ἀγάπῃ
προορίσας ἡμᾶς εἰς υἱοθεσίαν διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς αὐτόν, κατὰ τὴν εὐδοκίαν τοῦ θελήματος αὐτοῦ,
εἰς ἔπαινον δόξης τῆς χάριτος αὐτοῦ, ἐν ᾗ ἐχαρίτωσεν ἡμᾶς ἐν τῷ ἠγαπημένῳ, ἐν ᾧ ἔχομεν τὴν

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
91
ἀπολύτρωσιν διὰ τοῦ αἵματος αὐτοῦ, τὴν ἄφεσιν τῶν παραπτωμάτων, κατὰ τὸν πλοῦτον τῆς χάριτος
αὐτοῦ” (Εφεσ. α΄4-7). Σχετικά χωρία: Ρωμ. η΄15, 23, θ΄4, Γαλ. δ΄5, Εφεσ. α΄5.
Υιοί Θεού: Αγνοί, καθαροί, άγιοι, δίκαιοι. Η Αγία Γραφή ονομάζει πρώτα “υιούς
Θεού” τους απογόνους του Σηθ (τρίτος γιος του Αδάμ), για να τους διαχωρίσει από τους
“υιούς Κάιν”: “ἰδόντες δὲ οἱ υἱοὶ τοῦ Θεοῦ τὰς θυγατέρας τῶν ἀνθρώπων ὅτι καλαί εἰσιν, ἔλαβον
ἑαυτοῖς γυναῖκας ἀπὸ πασῶν, ὧν ἐξελέξαντο.”, (Γέν. στ΄2). Αλλού, ονομάζει “υιούς Θεού” τους
αγγέλους, (μασοριτικό κείμενο Ιώβ α΄6, κ.α.), ενώ η ίδια προσωνυμία δίνεται από το
Παύλο στους Ισραηλίτες γενικά: “καὶ ἔσται ἐν τῷ τόπῳ οὗ ἐρρέθη αὐτοῖς, οὐ λαός μου ὑμεῖς, ἐκεῖ
κληθήσονται υἱοὶ Θεοῦ ζῶντος.” (Ρωμ. θ΄ 26). Τελικά, όμως η ονομασία αυτή αποδίδεται
στους πιστούς Χριστιανούς: “ὅσοι γὰρ Πνεύματι Θεοῦ ἄγονται, οὗτοί εἰσιν υἱοὶ Θεοῦ. 15 οὐ γὰρ
ἐλάβετε Πνεῦμα δουλείας πάλιν εἰς φόβον, ἀλλ' ἐλάβετε Πνεῦμα υἱοθεσίας, ἐν ᾧ κράζομεν· ἀββᾶ ὁ
πατήρ.” (Ρωμ. η΄14,15). Σχετικά: Εφεσ. γ΄5, Γαλ. γ΄26, Α΄Θεσ. ε΄5.
Υιός του ανθρώπου: Η φράση αυτή συναντάται στην Παλαιά Διαθήκη μια φορά: “
ἐθεώρουν ἐν ὁράματι τῆς νυκτὸς καὶ ἰδοὺ μετὰ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ ὡς υἱὸς ἀνθρώπου
ἐρχόμενος ἦν καὶ ἕως τοῦ παλαιοῦ τῶν ἡμερῶν ἔφθασε καὶ ἐνώπιον αὐτοῦ προσηνέχθη.“ (Δαν. ζ΄13)
και περίπου 80 φορές στην Καινή. Σημαίνει την ενσάρκωση του Θεού Λόγου, του Υιού
δηλαδή του Θεού Πατέρα. Δηλαδή την υποστατική ένωση της ανθρώπινης και θείας
φύσης, στο πρόσωπο του Χριστού. Αυτή η φράση σήμαινε για τους Εβραίους και το
Μεσσία. Ο Β. Παπανικολάου προσθέτει: “Καλεί εαυτόν ο Κύριος Υιόν του ανθρώπου: 1ον.
Διότι αληθώς έλαβε σάρκα - σεσάρκωται. 2ον. Διότι έχει προσαρμογήν προς τας παραβολάς. 3ον.
Διότι καταθέτει το βίωμα της ταπεινοφροσύνης Του. 4ον. Διότι καταθέτει με τον τίτλον τούτον μίαν
ισχυράν μαρτυρίαν της απείρου αγάπης Του προς τον άνθρωπον.” Ακόμη η φράση είναι
συνώνυμη της φράσης “ο μονογενής Υιός του Θεού”, οπότε ο Κύριος είναι τέλειος
άνθρωπος και τέλειος Θεός, μονολεκτικά δε, “Θεάνθρωπος”. Σχετ. Μτθ. θ΄6, ιβ΄8, ιη΄11,
Μάρκ. β΄10, 28, Ιωάν. α΄52, ιγ΄13, στ΄53.
Φθόνος: Είναι η λύπη για τα ξένα αγαθά, για την ευτυχία των άλλων ή αλλιώς η
κακεντρέχεια (Μ.Ε.Λ.). Πρόκειται για ένα από τα βαρύτερα αμαρτήματα, τέκνο κι αυτό
του εγωισμού, του “μητρικού” πάθους που γεννά τόσες και τόσες αμαρτίες. Σχετικά: Μτθ.
κζ΄18, Μάρκ. ιε΄10, Ρωμ. α΄29, Γαλ. ε΄21, Φιλιπ. α΄15, Α΄Τιμ. στ΄4, Τίτ. γ΄3, Ιακ. δ΄5,
Α΄Πέτρ. β΄1.
Χαρά: Ένας από τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος στον αναγεννημένο πιστό.
Σχετικά: Μτθ. β΄10, ιγ΄20, 44, κε΄21, κη΄8, Μάρκ. δ΄16, Λουκ. α΄14, β΄10, η΄13, ι΄17, ιε΄7, 10,
κδ΄41, 52, Ιωάν. γ΄29, ιε΄11, ιστ΄20-22, 24, ιζ΄13, Πράξ. η΄8, ιβ΄14, ιγ΄52, ιε΄3, κ΄24, Ρωμ.
ιδ΄17, ιε΄13,32, Β΄Κορ. α΄24, β΄3, ζ΄4,13, η΄2, Γαλ. ε΄22, Φιλιπ. α΄4,25, β΄2,29, δ΄1, Κολασ.
α΄11, Α΄Τιμ. α΄6, β΄19,20, γ΄9, Β΄Τιμ. α΄4, Εβρ. ι΄34, ιβ΄2,11, ιγ΄17, Ιακ. α΄2, δ΄9, Α΄Πέτρ.
α΄8, Α΄Ιωάν. α΄4, Β΄Ιωάν. 12, Γ΄Ιωάν. 4.
Χάρις: (χαίρω, χαρίζω, χαρά, χαρίζομαι). Α΄ Χάρις στην κυριολεξία της σημαίνει
κομψότητα, κάλλος και αρετή. Υπ'αυτή την έννοια συναντάται λίγες φορές στην Αγία
Γραφή, για παράδειγμα: “καὶ πάντες ἐμαρτύρουν αὐτῷ καὶ ἐθαύμαζον ἐπὶ τοῖς λόγοις τῆς χάριτος
τοῖς ἐκπορευομένοις ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ καὶ ἔλεγον· Οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς Ἰωσὴφ ;“ (Λουκ.
δ΄22) ή αλλού: “πᾶς λόγος σαπρὸς ἐκ τοῦ στόματος ὑμῶν μὴ ἐκπορευέσθω, ἀλλ' εἴ τις ἀγαθὸς πρὸς
οἰκοδομὴν τῆς χρείας, ἵνα δῷ χάριν τοῖς ἀκούουσι.” (Εφεσ. δ΄29), κ.α. Β΄ Με την έννοια της
εύννοιας, της υπόληψης τη συναντάμε: “Καὶ Ἰησοῦς προέκοπτε σοφίᾳ καὶ ἡλικίᾳ καὶ χάριτι
παρὰ Θεῷ καὶ ἀνθρώποις.” (Λουκ. δ΄52), “αἰνοῦντες τὸν Θεὸν καὶ ἔχοντες χάριν πρὸς ὅλον τὸν
λαόν. ὁ δὲ Κύριος προσετίθει τοὺς σῳζομένους καθ' ἡμέραν τῇ ἐκκλησίᾳ.“ (Πράξ. β΄47), κ.α. Γ΄ Με

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
92
την έννοια της εξάσκησης της ευδοκίας του Θεού και του Ιησού Χριστού και του Αγίου
Πνεύματος προς τους αναξίους ανθρώπους: “Τιμοθέῳ γνησίῳ τέκνῳ ἐν πίστει· χάρις, ἔλεος,
εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ πατρὸς ἡμῶν καὶ Χριστοῦ Ἰησοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν.“ (Α΄ Τιμ. α΄2), στα: Β΄Κορ.
η΄9, Α΄Τιμ. α΄14, κ.α., καθώς και γενικά σε κάθε μετανοούντα, προς τον οποίον
απευθύνεται και το Ευαγγέλιο της χάριτος: “ἀλλ' οὐδενὸς λόγον ποιοῦμαι οὐδὲ ἔχω τὴν ψυχήν
μου τιμίαν ἐμαυτῷ, ὡς τελειώσαι τὸν δρόμον μου μετὰ χαρᾶς καὶ τὴν διακονίαν ἣν ἔλαβον παρὰ τοῦ
Κυρίου Ἰησοῦ, διαμαρτύρασθαι τὸ εὐαγγέλιον τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ.” (Πράξ. κ΄24). Δ΄ Με την
έννοια της ευεργεσίας, της δωρεάς, σε αντιδιαστολή με την ανταπόδοση ή μισθό, όπως
λέει και ο Απόστολος στο Ρωμ. δ΄4: “τῷ δὲ ἐργαζομένῳ ὁ μισθὸς οὐ λογίζεται κατὰ χάριν, ἀλλὰ
κατὰ ὀφείλημα·”, ακόμη και την ελεημοσύνη: “ὅταν δὲ παραγένωμαι, οὓς ἐὰν δοκιμάσητε, δι'
ἐπιστολῶν τούτους πέμψω ἀπενεγκεῖν τὴν χάριν ὑμῶν εἰς Ἱερουσαλήμ·” (Α΄Κορ. ιστ΄3). Ε΄ Χάρις
ακόμα σημαίνει την ιερή ευλογία που δίνεται στους ανθρώπους από το Θεό διά του
Ιησού Χριστού κυρίως με την εφαρμογή της αγάπης Του: “ Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ
ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός, πλήρης
χάριτος καὶ ἀληθείας.” (Ιωάν. α΄14), κ.α. Στ΄ Χάρις ακόμη σημαίνει τη χαρά, την
ευχαρίστηση. Π.χ.: “Καὶ ταύτῃ τῇ πεποιθήσει ἐβουλόμην πρὸς ὑμᾶς ἐλθεῖν πρότερον, ἵνα δευτέραν
χάριν ἔχητε“ (Β΄Κορ. α΄15). Τέλος υπάρχουν και άλλες σημασίες της λέξης, όπως αιτία,
όφελος, ευχαρίστηση, ευγνωμοσύνη, ως ευχή στην αρχή και στο τέλος των Επιστολών, κ.α.
Άλλα σχετικά χωρία: Λουκ. α΄30, β΄40, στ΄32, ιζ΄9, Ιωάν. α΄16, 17, Πραξ. β΄47, δ΄33,
ζ΄10,46, ια΄23, ιδ΄3,26, ιε΄11,40, ιη΄27, κ΄32, κδ 27, κε΄3,9, Ρωμ. α΄5,7, γ΄24, δ΄16,
ε΄2,15,17,20,21, στ΄1, 14,15,17, ια΄5,6, ιβ΄3,6, ιε΄15, ιστ΄20, Α΄Κορ. α΄3,4, γ΄10, ι΄30, ιε΄10,57,
ιστ΄3, 22, Β΄Κορ. α΄2, 12,15, β΄14, δ΄15, στ΄1, η΄1,4,6,7,9,16,19, θ΄8,14, ιβ΄9, ιγ΄13, Γαλ.
α΄3,6,15, β΄9,21, ε΄4, στ΄18, Εφεσ. α΄2,6,7, β΄5,8, γ΄2,7,8, δ΄7,29, στ΄24, Φιλιπ. α΄7, δ΄23,
Κολασ. α΄2,6, γ΄16, δ΄6,18, Α΄Θεσ. α΄1, ε΄28, Β΄Θεσ. α΄2, 12, β΄16, Α΄Τιμ. α΄2,12, στ΄21,
Β΄Τιμ. α΄2,3, 9, β΄1, δ΄22, Τιτ. α΄4,14, β΄11, γ΄7, Φιλήμ. 7, 27, Εβρ. β΄9, δ΄16, ι΄29, ιβ΄15,28,
ιγ΄9, 25, Ιακ. δ΄6, Α΄Πέτρ. α΄2,10,13, β΄19,20, γ΄7, δ΄10, ε΄5,10,12, Β΄Πέτρ. α΄2, γ΄18, Β΄Ιωάν.
3, Ιούδ. 4.
Χρηστότητα: Ένας από τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος στους πιστούς.
Χρηστότητα είναι η ιδιότητα του χρηστού, του ηθικού, του εντίμου, του αγαθού, ή αλλιώς
η ηθικότητα (Μ.Ε.Λ.). Σχετικά: Ρωμ. β΄4, γ΄12, ια΄22, Β΄Κορ. στ΄6, Γαλ. ε΄22, Εφεσ. β΄7,
Κολασ. γ΄12, Τίτ. γ΄4.
Χριστός: Η λέξη προέρχεται ετυμολογικά από το ρήμα χρίω. Στην Παλαιά Διαθήκη, γι'
αυτόν ακριβώς το λόγο η προσωνυμία Χριστός αποδίδεται σε ιερείς (επειδή ήταν
χρισμένοι), (Λευιτ. δ΄3), και σε βασιλείς, για τον ίδιο λόγο: “καὶ ἐγενήθη ἐν τῷ εἰσιέναι αὐτοὺς
καὶ εἶδε τὸν Ἐλιὰβ καὶ εἶπεν· ἀλλὰ καὶ ἐνώπιον Κυρίου χριστὸς αὐτοῦ.” (Α΄Βασ. ιστ΄6). Αντίθετα,
στην Καινή Διαθήκη, Χριστός ονομάζεται ο Μεσσίας, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, το
δεύτερο πρόσωπο της Αγίας και Αδιαιρέτου Τριάδος: “ἀσφαλῶς οὖν γινωσκέτω πᾶς οἶκος
Ἰσραὴλ ὅτι καὶ Κύριον καὶ Χριστὸν αὐτὸν ὁ Θεὸς ἐποίησε, τοῦτον τὸν Ἰησοῦν ὃν ὑμεῖς
ἐσταυρώσατε.”(Πράξ. β΄36), “εὑρίσκει οὗτος πρῶτον τὸν ἀδελφὸν τὸν ἴδιον Σίμωνα καὶ λέγει αὐτῷ·
Εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν· ὅ ἐστιν μεθερμηνευόμενον Χριστός·”(Ιωάν. α΄42) που είναι και ο
Σωτήρας των ανθρώπων: “τῇ τε γυναικὶ ἔλεγον ὅτι οὐκέτι διὰ τὴν σὴν λαλιὰν πιστεύομεν· αὐτοὶ
γὰρ ἀκηκόαμεν, καὶ οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου.” (Ιωάν. δ΄42). Ο
Χριστός έζησε ως άνθρωπος και ως Θεός (Θεάνθρωπος). Α΄ Ως άνθρωπος: Από τα
Ευαγγέλια μαθαίνουμε πως ο Χριστός είχε όλες τις σωματικές, ψυχικές και πνευματικές
ιδιότητες του τέλειου ανθρώπου: Έτσι, εξαιρουμένης της αμμώμου και υπερφυούς
συλλήψεως Του και της Γεννήσεώς Του από την Αειπάρθενο Μαρία, υπέστη κατά την

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
93
όγδοη μέρα περιτομή, αύξανε σε ηλικία και προέκοπτε σε σοφία, εργαζόταν σαν τέκτονας,
πεινούσε, διψούσε, κοπίαζε, δάκρυζε (στο θάνατο του Λαζάρου), κοιμόταν, έπαθε και
τελικώς πέθανε (σωματικά χαρακτηριστικά). Ακόμη, λυπόνταν, έχαιρε, συνέπασχε,
αγαπούσε όλους τους αδύνατους και απροστάτευτους ανθρώπους, αγανακτούσε για τη
διαφθορά και τους υπαιτίους της, (ψυχικά χαρακτηριστικά 245), προσεύχονταν υπέρ των
φίλων και των εχθρών του, προσέρχονταν στο ναό για λατρεία (πνευματικά
χαρακτηριστικά). Β΄ Ως Θεός: Αυτό μαρτυρείται: 1. Από την Καινή διαθήκη: Ο Ιωάννης
τον αποκαλεί Θεό (“Θεός ην ο Λόγος”), ο Παύλος “επί πάντα Θεόν ευλογητόν” και “Θεόν
μέγαν”. Αλλού ο Ιωάννης πάλι τον αποκαλεί: “Θεόν αληθινόν και Σωτήρα του κόσμου”.
Οι Ιουδαίοι ήθελαν να τον φονεύσουν γιατί ο ίδιος ο Κύριος έλεγε: “εγώ και ο Πατήρ εν
εσμέν”. 2. Όχι μόνο αποκαλείται από τη Βίβλο Θεός, αλλά και του αποδίδουν με
σαφήνεια θεία προσόντα: “Αιώνιον”, “Παντοδύναμον”, ότι “πάντα δι' αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ
χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἕν ὃ γέγονεν.” (Ιωάν. α΄3), “πανταχού Παρόντα” γιατί: “οὗ γάρ εἰσι
δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν” (Μτθ. ιη΄20), ενώ αλλού
αποκαλείται “καρδιογνώστης και αναλλοίωτος”, και αλλού διαβάζουμε: “Πολυμερῶς καὶ
πολυτρόπως πάλαι ὁ Θεὸς λαλήσας τοῖς πατράσιν ἐν τοῖς προφήταις, ἐπ' ἐσχάτου τῶν ἡμερῶν τούτων
ἐλάλησεν ἡμῖν ἐν υἱῷ, ὃν ἔθηκε κληρονόμον πάντων, δι' οὗ καὶ τοὺς αἰῶνας ἐποίησεν·” (Εβρ. α΄1,2).
Ακόμη καλείται “κριτής του κόσμου”: “οὐδὲ γὰρ ὁ πατὴρ κρίνει οὐδένα, ἀλλὰ τὴν κρίσιν πᾶσαν
δέδωκε τῷ υἱῷ“ (Ιωάν. ε΄22). 3. Αποδίδονται στον Χριστό τιμές που ανήκουν
αποκλειστικά στο Θεό, όπως λατρευτική προσκύνηση και δόξα: “καὶ εἶδον καὶ ἤκουσα ὡς
φωνὴν ἀγγέλων πολλῶν κύκλῳ τοῦ θρόνου καὶ τῶν ζῴων καὶ τῶν πρεσβυτέρων, καὶ ἦν ὁ ἀριθμὸς
αὐτῶν μυριάδες μυριάδων καὶ χιλιάδες χιλιάδων, λέγοντες φωνῇ μεγάλῃ· Ἄξιόν ἐστι τὸ ἀρνίον τὸ
ἐσφαγμένον λαβεῖν τὴν δύναμιν καὶ τὸν πλοῦτον καὶ σοφίαν καὶ ἰσχὺν καὶ τιμὴν καὶ δόξαν καὶ
εὐλογίαν.” (Αποκ. ε΄11,12). 4. Αποδίδονται σ΄Αυτόν έργα υπερφυσικά και δημιουργική
δύναμη που αρμόζει στο Θεό: θεράπευε ανίατες ασθένειες, (εκ γενετής τυφλούς,
παραλύτους, λεπρούς, κ.α.), επανέφερε στη ζωή νεκρούς με έναν απλώς λόγο του (υιός
χήρας Ναϊν, Λάζαρος, κ.α.) και τέλος ανέστησε τον ίδιο Του τον εαυτό, τρείς μέρες μετά το
θάνατό Του. 5. Τέλος έχουμε και εξωτερικές μαρτυρίες για τη Θεότητά Του: Ο Ιωάννης
ο Βαπτιστής ομολογεί: “κἀγὼ ἑώρακα, καὶ μεμαρτύρηκα ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ” (Ιωάν.
α΄ 34). Ο άγγελος Γαβριήλ, κατά το Ευαγγελισμό, λέει στη Θεοτόκο: “Μὴ φοβοῦ, Μαριάμ·
εὗρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ. καὶ ἰδοὺ συλλήψῃ ἐν γαστρὶ καὶ τέξῃ υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα
αὐτοῦ Ἰησοῦν. οὗτος ἔσται μέγας καὶ υἱὸς ὑψίστου κληθήσεται, καὶ δώσει αὐτῷ Κύριος ὁ Θεὸς τὸν
θρόνον Δαυῒδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, καὶ βασιλεύσει ἐπὶ τὸν οἶκον Ἰακὼβ εἰς τοὺς αἰῶνας, καὶ τῆς
βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος.” (Λουκ. α΄30-35). Κατά τη Γέννησή Του η στρατιά των
αγγέλων εμφανιζόμενη στους ποιμένες ύμνησε το Χριστό ως Θεό: “ὅτι ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον
σωτὴρ ὅς ἐστιν Χριστὸς Κύριος ἐν πόλει Δαυῒδ. καὶ ἐξαίφνης ἐγένετο σὺν τῷ ἀγγέλῳ πλῆθος στρατιᾶς
οὐρανίου αἰνούντων τὸν Θεὸν καὶ λεγόντων· Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις
εὐδοκία.” (Λούκ. β΄11, 13-14). Ακόμη ο Προφήτης Συμεών και η προφήτιδα Άννα, κατά
την Υπαπαντή, ομολογούν τον Χριστό: “ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου, ὃ
ἡτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν. φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν” (Λούκ. β΄30-32) και
“καὶ αὕτη αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἐπιστᾶσα ἀνθωμολογεῖτο τῷ Κυρίῳ καὶ ἐλάλει περὶ αὐτοῦ πᾶσι τοῖς
προσδεχομένοις λύτρωσιν ἐν Ἱερουσαλήμ.” (Λούκ. β΄38). Τέλος, το Άγιο Πνεύμα, κατά τη
Βάπτισή Του και ο Θεός Πατέρας, κατά τη Μεταμόρφωση δηλώνουν: “καὶ καταβῆναι τὸ
245. Είναι τα λεγόμενα αδιάβλητα πάθη. “Τα ουδεμίαν σχέσιν ή προϋπόθεσιν έχοντα με την αμαρτίαν. Αυτά είναι η
πείνα, η δίψα, η λύπη, η κούρασις, ο ύπνος. Αν τούτων εστερείτο ο άνθρωπος δεν θα ήτο φυσιολογικός. Τα αδιάβλητα
πάθη βεβαιούν την πραγματικήν και τελείαν ανθρωπίνην φύσιν του Κυρίου μας.” (Β.Π.)

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
94
Πνεῦμα τὸ ἅγιον σωματικῷ εἴδει ὡσεὶ περιστερὰν ἐπ' αὐτόν, καὶ φωνὴν ἐξ οὐρανοῦ γενέσθαι
λέγουσαν· Σὺ εἶ ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν σοὶ εὐδόκησα.” (Λούκ. γ΄22), “καὶ φωνὴ ἐγένετο ἐκ τῆς
νεφέλης λέγουσα· Οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός· αὐτοῦ ἀκούετε.” (Λούκ. θ΄35).

Εικ. 11. Ο Απόστολος Παύλος.
Αντί επιλόγου:
Ελπίζω η έκδοση αυτής της μελέτης να μη μου αναγνωρισθεί ως “κρίμα”, σύμφωνα
με τα λεγόμενα του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου (δες πιο κάτω το σχετικό
κείμενο), αλλά ως προσπάθεια τοποθέτησης “μερικών λίθων” στον επανευαγγελισμό
των συνελλήνων.
Κ.Α.Ο.
“Εἰ οὖν πᾶς ὁ ἁμαρτάνων τόν Θεόν οὐχ ἑώρακεν οὐδέ ἔγνωκεν αὐτόν, ὁ δέ γεγεννημένος ἐκ τοῦ
Θεοῦ ἁμαρτίαν οὐ ποιεῖ, τέκνον χρηματίζων αὐτοῦ, θαυμάζειν μοι ἔπεισιν ἐπί τούς πολλούς τῶν
ἀνθρώπων, οἵ πρό τοῦ γεννηθῆναι ἐκ τοῦ Θεοῦ καί τέκνα χρηματίσαι αὐτοῦ θεολογεῖν καί περί Θεοῦ
λέγειν οὐ φρίττουσι. Διά δή τοῦτο καί ὅταν περί θείων καί ἀνεφίκτων πραγμάτων ἀκούω τούτων τινάς
φιλοσοφοῦντας καί ἀνάγνως θεολογοῦντας καί τά περί Θεοῦ καί τά κατ᾿ αὐτόν ἐξηγουμένους ἄνευ
τοῦ συνετίζοντος Πνεύματος, φρίττει μου τό πνεῦμα καί οἱονεί ἔξω ἐμαυτοῦ γίνομαι, ἀναλογιζόμενος
καί σκοπῶν τό πᾶσιν ἀκατάληπτον τῆς θεότητος καί ὅπως, τά ἐν ποσίν ἀγνοοῦντες καί αὐτούς ἡμᾶς,
περί τῶν ἀνεφίκτων ἡμῖν ἀφοβίᾳ Θεοῦ καί τόλμῃ φιλοσοφεῖν προθυμούμεθα, καί ταῦτα κενοί
Πνεύματος ὄντες τοῦ ταῦτα φωτίζοντος ἤ καί ἀναπτύσσοντος καί αὐτό τοῦτο τό περί Θεοῦ λέγειν τι
ἁμαρτάνοντες. Εἰ γάρ τό γνῶναι μόνον ἕκαστον ἑαυτόν χαλεπόν καί κομιδῇ ὀλίγοις φιλοσοφούμενον,
μικροῦ δέ οὐδ᾿ ὀλίγοις ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ καί τῇ γενεᾷ ταύτῃ, ἡνίκα καί ὁ τῆς φιλοσοφίας ἔρως
ἐσβέσθη τῇ βιαίᾳ φορᾷ καί ἀντιπνεύσει τῆς κατασχούσης ἡμᾶς ἀμελείας καί τῶν πραγμάτων τοῦ βίου,
ἀνταλλαττομένοις τῶν αἰωνίων τά μηδενός ἄξια καί μηκέτ᾿ ὄντα (31) ἤ οὐδαμῶς ὄντα, ἄλλοτε ἄλλως
μετατυπούμενα καί ὅρον μή ἔχοντα στάσεως, πολλῷ μᾶλλον τό γνῶναι Θεόν χαλεπώτερον καί
προσέτι πάντῃ ἄλογον καί ἀσύνετον καί φύσιν Θεοῦ καί οὐσίαν ἐξερευνᾶν. Ἀλλά τί τά ἑαυτῶν

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
95
ἀφέντες, ὦ οὗτοι, καλῶς διατίθεσθαι, τά περί Θεοῦ καί τῶν θείων ἐξερευνᾶτε; Μεταβῆναι δεῖ πρῶτον
ἡμᾶς ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν, εἶθ᾿ οὕτω δέξασθαι σπέρμα ἐν ἑαυτοῖς ἄνωθεν τοῦ ζῶντος Θεοῦ
καί γεννηθῆναι ὑπ᾿ αὐτοῦ, ὡς χρηματίσαι τέκνα αὐτοῦ, καί ἑλκύσαι Πνεῦμα ἐν τοῖς ἐγκάτοις καί
οὕτως ἐλλαμπομένους τά περί Θεοῦ φθέγγεσθαι, καθόσον οἷόν τε καί ἀπό Θεοῦ ἐλλαμπόμεθα. “
Συμεών ο Νέος Θεολόγος, Άπαντα, Β΄τόμος, Κατά των επιχειρούντων θεολογείν άνευ
Πνεύματος.

Εικ. 12. Ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος “εμφορούμενος πνεύματος Παύλου” συγγράφει
υπομνήματα στις Επιστολές του Αποστόλου των Εθνών.

Βιβλιογραφία του Συγγραφέα:
Ο Κώστας Αθ. Οικονόμου κατάγεται από την Κρανιά του Ολύμπου και
γεννήθηκε στη Λάρισα το 1963. Αποφοίτησε από την Παιδαγωγική
Ακαδημία της Λάρισας το 1983. Υπηρετεί στη Δημόσια Εκπαίδευση από το
1986. Είναι παντρεμένος με την εκπαιδ. Αλεξάνδρα Σκουράλη και είναι
πατέρας έξι παιδιών. Από το 1999 υπηρετεί στο 32 ο Δημ. Σχολείο της
Λάρισας. Στο συγγραφικό έργο του περιλαμβάνονται:
1. «Η Γραμματική της Νεοελληνικής σε 70 μαθήματα», Α΄έκδ. Λάρισα 1998,
(χρησιμοποιήθηκε σε προγράμματα του Κ.Ε.Κ. της ΠΑΣΕΓΈΣ για
παλιννοστούντες που οργανώθηκαν στη Λάρισα τη διετία 2000-1) και β΄έκδ.

Η ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - ΥΠΟΜΝΗΜΑ
96

2010 (www.scribd.com/oikonomoukon)
2. «Το ά- λογον και το παράλογον των Χιλιαστών», Εκδ. Τήνος 2000 και
β΄έκδοση 2010, ΚΑΟ (www.scribd.com/oikonomoukon), αντιαιρετικός οδηγός.
3. «Το κατά Μάρκον Ευαγγέλιον, Μετάφραση στη δημοτική, Σημειώσεις Υπομνηματισμός - Λεξικό», Λάρισα 2006, (www.scribd.com/oikonomoukon)
4. «Η Λάρισα και η θεσσαλική Ιστορία τόμος Α΄ , Στην ομίχλη του μύθου»,
εκδ. Γνώση, Λάρισα, 2007 και β΄έκδ., συμπληρωμένη, ΚΑΟ, 2011
(www.scribd.com/oikonomoukon).
5. «Η Λάρισα και η θεσσαλική Ιστορία, τόμος Β΄ , Από τις απαρχές της
Ιστορίας στην τετραρχία και τη Ρωμαιοκρατία, (8000-197 π.Χ.)», Λάρισα,
Οκτώβριος 2007.
6. «Η Λάρισα και η θεσσαλική Ιστορία, τόμος Γ΄, Από τη ρωμαιοκρατία ως
την οθωμανική κατάκτηση (1ος αι. π.Χ. ως το 1423)», Λάρισα 2008.
7. «Η Λάρισα και η θεσσαλική Ιστορία, τόμος Δ΄, Από την οριστική
οθωμανική κατάκτηση (1423) και τη ζοφερή Τουρκοκρατία έως την
απελευθέρωση του μεγαλύτερου τμήματος της Θεσσαλίας (1881)” Λάρισα
2009.
8. “Πρωτεσίλαος” Έμμετρη τραγωδία. Λάρισα, 2010.
9. “Το Συντακτικό της Νεοελληνικής Γλώσσας”, ΚΑΟ, 2010.
(www.scribd.com/oikonomoukon)
10. “Η Προς Γαλάτας Επιστολή του Αποστόλου Παύλου”, Υπόμνημα,
βιογραφία Αποστόλου, κείμενο, ερμηνεία, εγκυκλοπαιδικό λεξικό, 2012.
Υπό έκδοση:
α΄”Η Λάρισα και η θεσσαλική Ιστορία, Τόμος Ε΄ , 1881-1941”
β΄ “ Η Καθολική Επιστολή Ιακώβου – Υπόμνημα –Ερμηνεία – Εγκ. Λεξικό”