You are on page 1of 23

ΤΑ ΠΑΛΙΟΧΩΡΙΑ ΤΟΥ ΒΟΪΟΥ

(Μέρος Δ΄)
Δρυόβουνο(Ντράνοβο):Στο
Δρυόβουνο Βοΐου,ανάµεσα στα
υψώµατα ¨Άγιος Γεώργιος" και
"Ριζό",που υπάρχουν λείψανα
αρχαιοτάτων
φρουρίων,σχηµατίζεται στενή
διάβαση,που λέγεται "Σαΐτα" και
"Δερβένι" και χρησίµευε από
αρχαιοτάτων χρόνων,µέχρι και τα
χρόνια της Τουρκοκρατίας,για να
επικοινωνούν µεταξύ τους οι δύο
γειτονικές περιοχές της Ορεστίδος
και Ελιµιώτιδας. Στη θέση "Σαΐτα"
υπήρχε ένας µεγάλος οικισµός που
διατηρήθηκε µέχρι και το 1500 µ.χ. Σε αυτό το σηµείο έχουν βρεθεί κατά καιρούς
τόξα,βέλη,πιθάρια,και άλλα αντικείµενα,που βεβαιώνουν την ύπαρξη αυτού του οικισµού. Οι Τούρκοι
στο ύψωµα "Άγιος Γεώργιος" είχαν εγκαταστήσει µόνοµο φυλάκιο γι να ελέγχουν τη διάβαση.Από εδώ
διέρχονταν καραβάνια και Στρατεύµατα από την Κορυτσά,την Καστοριά για να καταλήξουν στη
Κοζάνη.Οι κάτοικοι αυτόν τον δρόµο τον έλεγαν και "Τουρκόδροµο" και αποτελούσε
σταυροδρόµι,γιατί εκτός από την περιοχή της Αλβανίας-Κορυτσά προς Κοζάνη, τον χρησιµοποιούσαν
από την Πτολεµαΐδα για να πάνε προς το Τσοτύλι.

Επειδή οι κάτοικοι της "Σαΐτας" δεινοπαθούσαν από τα Τουρκαρβανίτικα στρατεύµατα εγκατέλειψαν
το χωριό τους στα 1480 µε 1500 µ.χ και εγκαταστάθηκαν,για την καλύτερη ασφάλεια τους στην
Καστοριά,το Μοναστήρι,και τη Σιάτιστα.Ορισµένες οικογένειες,που παρέµειναν κατέφυγαν,στην
σηµερινή περιοχή που είναι χτισµένο το Δρυόβουνο,αποτελώντας έτσι,τον πρώτο πυρήνα του
σηµερινού Δρυόβουνου,δίνοντας στον µικροοικισµό που δηµιούργησαν το όνοµα "Σαΐτα" και
"Ντράνοβο",που µε τον καιρό παρέµεινε ως "Ντράνοβο". Εκείνο που συνηγορεί ότι το Δρυόβουνο θα
πρέπει να χτίστηκε γύρω στα 1500 µ.χ είναι ότι η πρώτη εκκλησία του Αγίου Δηµητρίου χτίστηκε στις
14 Απριλίου 1509.Το χωρίο φέρεται γραµµένο στον κώδικα της Ζάµπορδας στη π΄ρωτη γραφή (1534)
µε τρία βαφτιστικά ονόµατα:"36)Τριάνοβο 3/-"
και στον κατάλογο του Μητροπολίτη Σισανίου Νεόφυτου στα 1797 ως "Χωρίον Δριάνοβον".
Εράτυρα(Σέλιτσα): ένα ιστορικό χωριό που είναι κτισµένο αµφιθεατρικά στους πρόποδες του
‘Ασκιον όρους ή Συνιάτσικο.
Η γέννηση του οικισµού χάνεται στα βάθη των χρόνων..
Τα ερείπια προϊστορικών οχυρών από σειρές τειχών
(«Κτίσµατα») χρονολογούνται πριν το 700 π.Χ. αλλά και
οι ανασκαφές το 1930,από τον καθηγητή Ιωάννη
Κεραµόπουλο στη Μαγούλα, έφεραν στο φως σπουδαία
ευρήµατα που µαρτυρούν την ύπαρξη οικισµού της
Ρωµαϊκής Εποχής. Ιστορικοί τοποθετούν την αρχαία
Εράτυρα σαν µια από της µεγαλύτερες πόλεις της
αρχαίας Ελίµειας στους Μακεδονικούς χρόνους. Η
αρχαιότερη γραπτή πηγή που αναφέρει το όνοµα το
οικισµού είναι ο Κώδικας της Μονής Ζάµπορδας όπου

εκεί αναφέρεται το 1534 µε την
ονοµασία Σέλτζα,και ως Σέλτσα
µνηµονεύεται και στον κώδικα της
Μητροπόλεως Σισανίου.
Κοντά στους όχθες του Μύριχου
Ποταµού υπήρχαν µικροοικισµοί,όπως
αποδεικνύεται από διάφορα ευρήµατα
που έχουν βρεθεί εκεί. Στα δυτικά της
σηµερινής Εράτυρας,κάτω από τα
'Κτίσµατα"όπου τα εξωκκλήσια του
Αγίου Νικολάου και Αγίου
Δηµητρίου,υπήρχε οικισµός και
νεκροταφείο. Στην τοποθεσία "Βαρκό"
σώζονταν θεµέλια σπιτιών και υπολείµµατα κτισµάτων,και στη θέση "Χωρίστρα",γίνονταν
εβδοµαδιαία αγορά,που ονοµάζονταν Βιλαέτ Παζάρ ή Ατ Παζάρ.
Στην τοποθεσία που υπάρχουν σήµερα τα εξωκκλήσια του Αγίου Νικολάου και των Αγίων
Αναργύρων,και οοµάζεται "Παλόχωρα",σώζονταν θεµέλια σπιτιών και άλλα υπολείµατα,που µας
δείχνουν πως εδώ κάποτε υπήρξε αξιόλογος οικισµός, µε την ονοµασία "Σκύδρα",και γινόταν µεγάλο
παζάρι και θα πρέπει να υπήρχε από τα Βυζαντινά χρόνια.Πιο πάνω από την "Παλιόχωρα" στην
τοποθεσία "Κουρµάλαινα" υπήρχε µικροικισµός,που λέγοταν "Σιδερόκαψια",και στην τοποθεσία "Αγία
Παρασκευή" υπήρχε ένας µικροοικισµός που καταστράφηκε από τους Βαλαάδες της Βρογγίστας(το
σηµερινό Καλονέρι),και οι κάτοικοι του κατέφυγαν στην περιοχή της σηµερινής Εράτυρας.Επίσης
οικισµός υπήρχε και γύρω από τον λόφο της Μαγούλας,και εδώ βρέθηκαν πλήθος αρχαίων
αντικειµένων,και όπως υποστήριζαν εδώ υπήρχε η αρχαία Σελάτια, που καταστράφηκε στον εµφύλιο
πόλεµο των Ρωµαίων στρατηγών Δοµιτίου και Σκιπίωνα το 48 π.χ.

Μετά και την καταστροφή αυτών τον οικισµών
δηµιουργήθηκε η Εράτυρα κατά τον 14ο αιώνα.Εδώ
κατέφυγαν και οικογένειες από το παλιοχώρι
"Γιαγονισκό" που καταστράφηκε κατά τα
Ορλωφικά(1770) επίσης από αυτό το παλιοχώρι
κατέφυγαν κάτοικοι του στη Γαλατινή.Στον κώδικα
της Μητροπόλεως Σισανίου ο Μητροπολίτης
Νεόφυτος αναφέρει ότι κοντά στο "Γιαγονισκό"
υπήρχαν άλλα δύο παλαιοχώρια το
"Πεκρεβενίκο"και η "Γράτζανη".
Ήδη από το 1600 η Σέλιτσα, όπως ονοµαζόταν,
αρχίζει να αναπτύσσεται οικονοµικά. Η ανάδειξή της
σε σηµαντικό αστικό κέντρο της Μακεδονίας είναι
ήδη εµφανής το 1699, όταν ιδρύεται η «Περιώνυµος
Σχολή», ένα από τα Ανώτερα Σχολεία του Ελληνικού
χώρου. Ο 18ος αιώνας είναι εποχή ακµής µε την
ανάπτυξη βιοτεχνιών (κυρίως βυρσοδεψεία,
«Νταµπακλιά») και εµπορίου µε την Κεντρική Ευρώπη. Ίχνη εκείνης της ακµής έχουν αποµείνει τα
αρχοντικά και πολλές εκκλησίες της Εράτυρας.
Το 1774 η Σέλιτσα καταστρέφεται εν µέρει από επιδροµή Τουρκαλβανών, ενώ το 1804 γίνεται
αναγκαστικά τσιφλίκι του Αλή Πασά. Αρκετοί Σελτσιώτες συµµετέχουν στην Επανάσταση του 1821 µε
γνωστότερη µορφή το Θεοφάνη, µετέπειτα µητροπολίτη Μαντινείας. Μετά το 1830 ακολουθεί δεύτερη
περίοδος ακµής. Το 1846 οι κάτοικοι «εξαγοράζουν» από την οθωµανική διοίκηση τα κτήµατά τους. Η
οικονοµική δραστηριότητα επικεντρώνεται το 19ο αιώνα στην Κωνσταντινούπολη και στη Ρουµανία.

Στις αρχές του 20ο αιώνα ήταν
φηµισµένο καπνοχώρι, µε ειδική
επίσηµα αναγνωρισµένη ονοµασία
κατηγορίας καπνών ¨Σέλιτσα¨ και
αξιοθαύµαστο συνεταιρισµό. Η
Εράτυρα έχει ενεργή συµµετοχή
µετά το 1878 στους εθνικούς αγώνες µε αποκορύφωµα την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα.

ΖΩΝΗ(Ζάντσκο):Το χωρίο περιτριγυρίζεται από κάθετους βράχους, συνθέτοντας ένα τοπίο άγριο
αλλά συνάµα γαλήνιο. Μια πανέµορφη δασική
οδός συνδέει την περιοχή µε την Νέα Κοτύλη µέσα
από απέραντα δάση οξιάς και πεύκου.
¨Στην ενοριακή εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων
στο υπέρθυρο της εισόδου διαβάζουµε την
παρακάτω ανάγλυφη επιγραφή:
¨ΑΝΑΚΕΝlθΗ Ο ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ
ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΟΥ ΚΑΙ
ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΤΟΥ ΤΗΡΩΝΟΣ: ΔΙΑ ΕΞΔ ΤΙΣ
Χ(Ω)ΡΑΣ Κ ΣΣ ΔΡΜ ΤΙΣ Π Ν ΚΟΛΛΑΣ
ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΥΟΝΤΟΣ ΚΥΡΙΟΥ
ΝIΚΗΦΟΡΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ:
ΠΑΠΑΚΟΣΤΑ ΣΙΝΤΡΟΜΙΤΗΣ 1071 1857
IOYNIOY 12¨.

Η χρονολογία 1071, που
ξαναγράφτηκε στα
1857, µε την ανακαίνιση
της εκκλησΙας, µας
βεβαιώνει πως στη
σηµερινή θέση του
χωριού υπήρχε
οικισµός, µε εκκλησία
των Αγίων Θεοδώρων,
όπου και το
νεκροταφείο. Στον
οικισµό αυτό, που ήταν
και ο πολυπληθέστερος, εγκαταστάθηκαν, σταδιακά, µετά το 1700, για περισσότερη ασφάλεια και οι
οικογενιακοί µικροοικισµοί, που βρισκόταν διάσπαρτες στις παρακάτω τοποθεσίες:
Στα δυτικά σε απόσταση 1,5 χλµ. στην τοποθεσία ¨Παλιόσπιτα¨ υπήρχαν 6-7 σπίτια, και στα
Βορειοδυτικά στα. 1.000 µ. στην τοποθεσία ¨Κοµµατσιούλια¨υπήρχαν άλλα 3-4 σπΙτια. Πιο πάνω από
τα Κοµµατσιούλια στα 500 µ. στην τοποθεσΙα ¨Μπάντσικα¨ υπήρχαν 2-3 σπίτια. Στην τοποθεσία ¨ΑϊΜηνάς (Νεροχύτη)¨ 800-1000 µ., από τη Μπάντσικα, υπήρχαν άλλα 3-4 σπίτια. Εδώ υπήρχε µικρή
εκκλησία του Αγίου Μηνά. Ανάµεσα Αγίου Μηνά και Μπάντσικας υπήρχε µεγαλύτερη εκκλησία της
Αγίας Παρασκευής, όπου εκκλησιαζόταν οι κάτοικοι των µικροοικισµών. Στα ερείπια της εκκλησίας
υπήρχε οµώνυµο εικονοστάσι.Μεταξύ Ζώνης - Πολυκαστάνου στην τοποθεσΙα ¨Καλύβια¨ (ο χώρος
ανήκει στο Πολυκάστανο) υπήρχαν µερικές οικογένειες που εγκαταστάθηκαν στη Ζώνη στα 1785.
Τέλος στη Ζώνη εγκαταστάθηκαν και οικογένειες από τα χωριά: Λεύκη Βοΐου, Κο-τύλη, Κυψέλη,
Χρυσή Καστοριάς, από το Κεράσοβο (Αγία Παρασκευή) και Πυρσόγιαννη Κόνιτσας.

Η Ζώνη δε µνηµονεύεται από τον Μητροπολίτη Σισανίου Νεόφυτο, γιατί εκκλησιαστικά την εποχή
εκείνη που συµπλήρωνε τον κώδικα της Μητροπόλεως Σισανίου το Ζάντσκο ανήκε στη Μητρόπολη
Καστοριάς.
Η Ζώνη έχει ζωή κοντά στα 300 χρόνια.Τούρκος στην Ζώνη δεν έζησε.Εδώ στα δύσκολα χρόνια της
σκλαβιάς,είχαν την φωλιά τους οι Σταυραετοί της ελευθερίας, οι Κλέφτες.Εδώ έδρασε ο οπλαρχηγός
Βερβέρας,καθώς υπάρχει και τοποθεσία που λέγεται ¨Καραούλι του Βερβέρα¨.
Στην επανάσταση του 1854 παλικάρια από την Ζώνη υπηρέτησαν στο πλευρό του Καπετάν Θεόδωρου
Ζιάκα.
Μεγάλη ήταν και οι προσφορά των Ζωνιτών στον Μακεδονικό Αγώνα,αλλά και σε όλες της προκλήσεις
που δοκίµασε η Πατρίδα.
ΠΑΛΙΟΜΟΝΑΣΤΗΡΟ ΤΗΣ ΖΩΝΗΣ
Αφιερωµένο στη Θεοτόκο, γιορτάζει την ηµέρα του
γεννεσίου της Μητέρας του Θεού αλλά και της
Ζωοδόχου Πηγής . Εικάζεται ότι υπήρξε Μετόχι της
σηµαντικής µονής εισόδια της Θεοτόκου
Παλαιοκριµινίου . Θα πρέπει να εξυπηρετούσε τις
θρησκευτικές ανάγκες των γύρω Παλαιοχωρίων .
Συνδεδεµένη µε την ίδρυσή του είναι η θέση του
πάνω σε δευτερεύοντα διάβαση που ακολουθούσαν
τα καραβάνια βορείως προς την Αλβανία και νοτίως
προς την Ήπειρο . Ο δρόµος αυτός , που περνούσε
από Άργος Ορεστικό και Καστοριά , ήταν κατά
τµήµατα λιθόστρωτος και είχε φυλάκια .

Σώζεται µερικώς ανακαινισµένος ο ναός , στα νοτιοδυτικά του ερείπια των κελιών και του
ξενώνα όπου διέµεναν τα καραβάνια και στα βορειοανατολικά δύο νερόµυλοι του 18ου αιώνα που
συνιστούσαν µοναστηριακή περιουσία .
Μικρός µονόχωρος µε πεντάπλευρη αψίδα ναός , κτισµένος από ντόπιους πλακαρούς λίθους και
κονίαµα .
Από την αρχική καταγραφή εκκλησία σώζεται µόνο η ιστόρηση του Ιερού Βήµατος .
Φέρει δυο χαραγµένες επιγραφές . Μια στη κόγχη του Ιερού Βήµατος φέρει σε στίχους τα
γράµµατα [α] χλβ/λα που ανταποκρίνονται στο έτος 1632 και στην 31η κάποιου µήνα , ίσως
Αυγούστου . Η άλλη , στο ανατολικό αέτωµα ,είναι τετράστιχη κτητορική επιγραφή απ’ την οποία
διαβάζουµε :
« ετελιοθι υ παρου/σα εκλησι δι
συν/Δροµης Θεο(φάνους) ι(ε) ρο(µονα)χου
κ(αι) – ου Αρσ(ε)νιου »
Με τον συνδυασµό της τεχνοτροπίας των σωζόµενων τοιχογραφιών µπορούµε να
τοποθετήσουµε την ανέγερση της µονής στα 1632 και το τέλος της ιστόρησής της στα 1653 επί
ηγουµένου Θεοφάνους και µητροπολίτου Καστοριάς Αρσενίου , όντως µητροπολίτου Καστοριάς , από
το 1643 ως το 1657 .
Ο Φιλάρετος Βαφείδης και ο Α. Δάρδας τοποθετούν την ανέγερση του ναού στο 1161
διαβάζοντας το «ζρξα» (=1653) ως «αρξα» (=1161) αρχιτερατεύοντος Ιερεµίου Καστοριάς , ο οποίος
όµως είναι ανύπαρκτος ως µητροπολίτης .
Με ενέργειες του Συλλόγου και δραστηριοποίηση της κας Μελίνας Παϊσίδου , αρχαιολόγου της
11ης εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων , το «Παλιοµονάστηρο» µε υπουργική απόφαση κρίθηκε
διατηρητέο .
Επείγει εκπόνηση και έγκριση µελέτης για ανακαίνιση του ναού και στήριξη των τοιχογραφιών
του .

Καλλιστράτι(Καλλιστρτινό): Ο οικισµός ιδρύθηκε το 1800 από κατοίκους της Ηπείρου ή και της
Στερεάς Ελλάδας και από τότε διατηρεί το όνοµα Καλλιστράτι. Βορειοανατολικά του χωριού στη θέση
¨Παλιόσπιτα¨ υπήρχε οικισµός 7-8 σπιτιών, που λεγόταν ¨Καλλιστρατινό¨.Εδώ αποκαλύφτηκαν
θεµέλια σπιτιών, µαγειρικά σκεύη κλπ. Το µικροχώρι είχε εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, όπου και
το νεκροταφείο. Σήµερα υπάρχει
οµώνυµο εικονοστάσι. Σύµφωνα µε
τις διηγήσεις των γερόντων το
Καλλιστρατινό πρέπει να
καταστράφηκε στα Ορλωφικά (1770)
από τους Αρβανίτες.
Γύρω στα 1780 ιδρύθηκε το σηµερινό
χωριό από τις οικογένειες,
Ζηκόπουλου,που ήρθε από τη Μόρφη
Βοίου, Δοσόπουλου, από το Δίλοφο
Βοίου και Χατζόπουλου,από τη
Φούρκα Κόνιτσας. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν οι οικογένειες Βλαχόπουλου, από τη Σαµαρίνα
Γρεβενών, Χασιώτη, από τη Βουβάλα Ελασσόνας, Τζιατζόπουλου, από το Παλαιοκρυµµίνι Βοίου,
Κλιφόπουλου από τα Γρεβενά και Λάλου, άγνωστο από πού. Το χωριό είχε το όνοµα Καλλιστρατινό.
Οι πρώτοι οικιστές εδώ βρήκαν την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Το Καλλιστρατινό και η εκκλησία
αναφέρονται από το Μητροπολίτη Σισανίου Νεόφυτο, που σηµειώνει στα 1797: ¨Χωρίον:
Καλλιστρατινού, εν ω και εκκλησία του αγίου Γεωργίου του Βουρλοκόπου, ανεγερθείσα επί της
βασιλείας βασιλέων Ρωµαίων Κοµνηνού και Πορφυρογεννήτου και Αννης βασιλίσσης¨.
"Το Μοναστήρι Του Αγίου Γεωργίου Καλλιστρατίου(παλαιοµονάστηρο)''

Στο µέρος όπου σήµερα είναι κτισµένος ο Ναός του Αγίου Γεωργίου ο ενοριακός του
Καλλιστρατίου,υπήρχε κατά την παράδοση Μοναστήρι
του Αγίου Γεωργίου.
Ο Μητροπολίτης Νεόφυτος στον κατάλογο των χωριών
τη δικαιοδοσίας του της επαρχίας Σισανίου
γράφει:''Χωρίον:Καλλιστρατινού Εν Ω Και Εκκλησία
Του Αγίου Γεωργίου Του Βουρλλοκόπου ανεγερθείσα επί
της Βασιλείας Βασιλέων Ρωµαίων Κοµνηνών και
Πορφυρογέννητου και Άννης Βασιλείσης.''
Ο Ναός ήταν κτισµένος στο χρόνια των
Κοµνηνών(1081-1185), ήταν χαµηλός κάπως υπόγειος µε
σιδερόφρακτα παράθυρα Βυζαντινού ρυθµού
Αγιογραφιµένος.Η παράδοση οµιλεί για Μοναστήρι που
καταστράφηκε και σώθηκε µόνο ο Ναός.το 1797 όταν
γράφει ο Νεόφυτος δεν υπάρχει Μοναστήρι αλλά µόνο
Εκκλησία,αυτή που κατά την παράδοση ήταν καθολικό
Μοναστηριού.
Οι Κονιάροι(Τούρκοι από τα Καλιάρια) αποκαλούσαν τον Ναό "Κιµπάρ Αη-Γιώρ" δηλαδή περήφανο
Αη Γιώργη.Η Εκκλησία των Βυζαντινών χρόνων σώζονταν ως το 1915 οπότε κατεδαφίστηκε και
χτίστηκε καινούρια που ανανεώθηκε το 1953
Σε αυτήν εντοίχισαν στο υπέρθυρο της δυτικής εισόδου λιθανάγλυφη πλάκα µε δικέφαλο υπόλειµµα
της Εκκλησίας των Βυζαντινών χρόνων που η παράδοση θέλει καθολικό Μοναστηριού.
Κλήµα(Φουρκάτσι):Στη δεξιά όχθη της Πραµόριτσας, Νότια στα 2 χιλιόµετρα, υπήρχε το χωριό
ΚΛΗΜΑ, που κατά την παράδοση έφτανε τα 150 σπίτια. Ήταν διαµοιρασµένο σε συνοικίες και στις

παρακάτω τοποθεσίες: ¨Αγίος
Δηµήτριος¨ µε οµώνυµη ενοριακή
εκκλησία, όπου και το νεκροταφείο του
χωριού. Εδώ αποκαλύφτηκαν
κυβωτιόσχηµοι τάφοι. Στα ερείπια της
εκκλησίας υπάρχει σήµερα οµώνυµο
εικονοστάσι. Επίσης αποκαλύφτηκαν
θεµέλια σπιτιών, κεραµίδια, τούβλα.
Δυτικά του ¨Αγίου Δηµητρου¨,και σε
απόσταση 400 µέτρων, υπήρχε η
εκκλησία του Αγίου Ευσταθίου,
σωριασµένη σε ερείπια. Εδώ υπήρχαν
αραιά σπίτια.
Νότιανατολίκά του ¨Αγίου Δηµητρίου¨, στα 1.000 µέτρα, υπήρχε άλλη συνοικία, η πιο αξιόλογη, που ο
χώρος της σήµερα λέγεται ¨Παλιόσπιτα¨. Εδώ υπήρχουν θεµέλια σπιτιών και οικοδοµήσιµων υλικών
και αποκαλύφτηκαν αντικείµενα σιδηρουργικών εργαστηρίων. Αιτία, που οι κάτοικοι εγκατέλειψαν το
χωριό τους, στάθηκε η απληστία των Τούρκων εισπρακτόρων, οι οποίοι πήραν, µε την απειλή των
όπλων, µερικές γυναίκες και τις οδηγούσαν στο χωριό Άγιο Γεώργιο (Τσούρχλι) Γρεβενών, ώστε ν'
αναγκαστούν οι χωριανοί να πληρώσουν τους οφειλόµενους φόρους. Οι άντρες όµως σκότωσαν τους
εισπράκτορες και απελευθέρωσαν τις γυναίκες. Έτσι οι κάτοικοι, για ν' αποφύγουν τα σκληρά
αντίποινα, θεώρησαν σκόπιµο να εγκαταλείψουν το χωριό τους και να διασκορπιστούν σε µακρινά και
κοντινά χωριά.

Στο χωριό Ντοβρούνιστα Γρεβενών, εγκαταστάθηκαν αρκετές οικογένειες και σήµερα φέρει το όνοµα
Κληµατάκι. Στο Τσούρχλι (Άγιος Γεώργιος) Γρεβενών εγκαταστάθηκαν οι οικογένειες: Θεοδοσίου,
Μπατάρα, Ντουγούλη και Φάσσα. Μερικές οικογένειες στο Παρόχθιο (Σιγκόλι) Βοίου και άλλες
άγνωστο πού.
5 µε 6 οικογένειες εγκαταστάθηκαν στην αριστερή όχθη της Πραµόριτσας, στην τοποθεσία
¨Φουργκάτσι¨, που κράτησε και για όνοµα το µικροχώρι. Οι οικογένειες αυτές ήταν: Γκόλα,
Πλαντζούκα, Χασιώτη Κ.ά. Το Φουργκάτσι το 1927 µετονοµάστηκε σε ΚΛΗΜΑ, το όνοµα του χωριού
απ' το οποίο πρωτοήρθαν.
ΤΟ ΤΣΙΜΠΟΥΡΟΧΩΡΙ
Γειτονικό χωριό µε το Φουργκάτσι ήταν το ¨Τσιµπουροχώρι¨, που αποτελούνταν από τους παρακάτω
µικροοικισµούς:
Στη τοποθεσία ¨Τσιµπουροχώρι¨ υπήρχαν 5 ή 6 σπίτια, µε εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, που
υπάρχει και σήµερα.
Στην τοποθεσία ¨Αγιος Νικόλαος¨ υπήρχαν άλλα 5 µε 6 σπίτια. Η εκκλησία υπήρχε σωριασµένη σε
ερείπια και στη θέση αυτή υπήρχε οµώνυµο εικονοστάσι.
Στην τοποθεσία ¨Παλιάµπελα¨, δυτικά του σηµερινού χωριού, 500 µέτρα περίπου, υπήρχαν 10 µε 12
σπίτια. Στις παραπάνω τοποθεσίες αποκαλύφτηκαν, Θεµέλια σπιτιών, οικοδοµήσιµα υλικά, ογκώδη
πιθάρια κλπ. Οι νεκροί του Τσιµπουροχωρίου (Τσιµπουροχώρι,Άγιος Νικόλαος και Παλιάµπελα)
θάφτονταν στον Άγιο Αθανάσιο,. Βόρειοδυτίκα στά 500 µέτρα., φαίνονταν και οι ταφόπετρες.
Οι παραπάνω οικισµοί δηλαδή, το ΚΛΗΜΑ (όπου, παρά την εγκατάλειψη του από τους κατοίκους,
κατοικούσαν 5-6 οικογένειες µε προφυλάξεις) το ΦΟΥΡΓΚΑΤΣΙ (όπου εγκαταστάθηκαν 5-6
οικογένειες από το Κλήµα) και το ΤΣΙΜΠΟΥΡΟΧΩΡΙ µνηµονεύονται από το Μητροπολίτη Σισανίου
Νεόφυτο στα 1797,¨Χωρίον: Φοuργάτζι, Κλήµα και Τζιµπουροχώρι τα τρία µαζί¨.

Φαίνεται αποτελούσαν µία ενορία. Σύµφωνα µε τη µαρτυρία του Μητροπολίτη τα χωριά ΚΛΗΜΑ και
ΤΣΙΜΠΟΥΡΟΧΩΡΙ καταστράφηκαν µετά το 1797, στα χρόνια του Αλήπασα. Κάτοικοι του
Τσιµπουροχωρίου εγκαταστάθηκαν στο Φουργκάτσι (Κλήµα) και στο Σουρντάνι (Αξιόκαστρο).
ΚΛΕΙΣΩΡΕΙΑ(ΤΡΟΠΟΤΟΥΣΤΙ):Στη σηµερινή εδαφική περιοχή της Κλεισώρειας υπήρχαν οι
οικισµοί: στα Νότια στην τοποθεσία
¨Λούτζες¨, σε έκταση 50
στρεµµάτων,υπήρχε οικισµός 20-25
σπιτιών. Την ύπαρξη του µας την
βεβαιώνουν θεµέλια σπιτιών,κεραµίδια,
κοµµάτια πιθαριών, που αποκαλύφτηκαν
κατά την καλλιέργεια των χωραφιών. Ο
οικισµός είχε ενοριακή εκκλησία του Αγίου
Ιωάννου, όπου σήµερα οµώνυµο
εικονοστάσι. Εδώ υπήρχε και το
νεκροταφείο. ΤΟ 1936 αποκαλύφτηκαν
µερικοί τάφοι όπου βρέθηκαν χάλκινα
δαχτυλίδια, βραχιόλια, σκουλαρήκια και
νοµίσµατα, καθώς και µικρά πήλινα αγγεία,
τα οποία καταστράφηκαν από άγνοια. Το
πλαίσιο των τάφων ήταν φτιαγµένο µε
λιθόπλακες. Πότε καταστράφηκε είναι άγνωστο.
Στην τοποθεσfα ¨Καµένα σπίτια¨, Δυτικά στα 500 µέτρα, υπήρχε µικροοικισµός 5-6 σπιτιών, ο οποίος
πυρπολήθηκε άγνωστο πότε.

Από οικογένειες των παραπάνω οικισµών, ιδρύθηκε το σηµερινό χωριό, πριν από το 1692. Το
Τραποτούστι φέρεται γραµµένο στον κώδικα της Ζάµπορδας µε ένα βαφτιστικό όνοµα και στη
Μητρόπολη Καστοριάς: ¨23) Τρεποτίστη -/1
Το χωριό πήρε το όνοµα του από ένα στενό(κλεισούρα) που βρίσκεται ένα χιλιόµετρο νότια από το
χωριό και έχει 3 µέτρα πλάτος και ύψος 130.
Στην τοποθεσία ¨Λούντζες¨ βρέθηκαν Βυζαντινοί τάφοι µε κτερίσµατα δακτυλίδια,βραχιόλια και άλλα.
Κατά την διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα λειτούργησε στο χωριό επιτροπή από τους Ζήση
Γερασόπουλο,Ευθίµιο Νικόπουλο,Νικόλαο Καραµπέρη και Ευάγγελο Θωµόπουλο.Μετά την µάχη στο
Καστανόφυτο ακολούθησε ακόµα µία συµπλοκή στην θέση ¨Τσαγκαράδες¨της Κλεισώρειας στην
οποία σκοτώθηκαν οι Έλληνες αντάρτες,Μάνδαλος,Οικονόµου,Τριανταφύλλου,και Νεµέας.
ΚΟΡΥΦΗ (ΜΠΟΡΣΙΑ):Η ιστορια της Κορυφης φτανει στα πολύ µακρινά χρόνια και δεν υπάρχουν
πολλές πληροφορίες για την ίδρυση
του χωριού. Καµµιά γραπτή ή
άλλη µνηµειακή µαρτυρία δεν
υπάρχει γι’ αυτή, εκτός από το
παλιό νεκροταφείο στη θέση
«Πεθαµένος». Οι τάφοι του
νεκροταφείου είναι σαφώς
βυζαντινής εποχής, γεγονός που
µας οδηγεί στη διαπίστωση ότι στη
θέση του σηµερινού χωριού
υπήρχε οικισµός από τα χρόνια
εκείνα. Ποιά, όµως, ήταν η ιστορία
του χωριού και µέχρι πότε

ακριβώς αυτό έζησε, δε
γνωρίζουµε. Πρέπει πάντως να
επέζησε των πρώτων αιώνων
της Τουρκοκρατίας, διότι από
τα τουρκικά κτηµατολόγια της
εποχής εκείνης έχουµε την
πληροφορία ότι τα χωριά
Μόρφη (Μπάρα) και
Παλιοχώρι υπάγονταν στη
Μπόρσια. Έκτοτε και γι’
αρκετό χρονικό διάστηµα
χάνονται τα ίχνη του µέσα στην ιστορία.Το χωριό σίγουρα καταστράφηκε από επιδροµείς και οι
κάτοικοι του εξοντώθηκαν η αναγκάστηκαν να φύγουν σε ξένους τόπους. Στη θέση του από τις αρχές
του 18ου αιώνα εµφανίζεται νέο χωριό µε το ίδιο όνοµα Μπόρσια. Το νέο χωριό αναγράφεται στον
κώδικα της Μονής Ζάβορδας µε τη σηµείωση ότι µετά το 1692 είχε δυο οικογένειες. Συνεπώς η ίδρυση
του τοποθετείται στο τέλος του 17ου και στις αρχές του 18ου αιώνα. Οι νέοι οικιστές ήρθαν από τους
γύρω µικροοικισµούς Μόρφη, Βελίτσκο (Παλιοχώρι), Μακρινά, Κληµατιά, Πύργος, Πασκάλη και
Τσαπουρνιά, που συγχωνεύθηκαν µε τον καιρό και δηµιούργησαν το νέο χωριό στη σηµερινή θέση και
µε τη σηµερινή περίπου µορφή του.
Η Μπόρσια πρώτα ήταν κεφαλοχώρι. Επί Αλή Πασά έγινε τσιφλίκι του µπέη Ιµπραήµ Τσάτσου. Μετά
το θάνατο του Αλή Πασά οι κάτοικοι φρόντισαν να εξαγοράσουν το χωριό τους από τον τσιφλούχο
µπέη ο οποίος ζήτησε αποζηµίωση 40000 γρόσια. Μετά την εξαγορά του χωριού οι κάτοικοι πέτυχαν,
µε ανθρώπους κυρίως καλφάδες (πρωτοµάστορες) που είχαν στην Κωνσταντινούπολη, ν’ απαλλαγούν
από κάθε είδος φορολογίας και άλλης τουρκικής εκµετάλλευσης. Τον Ιούλιο του 1777 πέρασε από το

χωριό ο Κοσµάς ο Αιτωλός ο οποίος θεµελίωσε το ναό του Αγίου Δηµητρίου, τον πρώτο ναό του
χωριού.
Μετά τον ξεσηκωµό του 1821 και την απελευθέρωση της νότιας Ελλάδας, στην περιοχή έδρασε ο
οπλαρχηγός Καπετάν Γεωργάκης Σαλταπίτας. Με ληµέρι και ορµητήριο την Κορυφή είχε γίνει ο φόβος
και ο τρόµος των Τούρκων και των Αρβανιτών. Από το 1878 και µετά έδρασε ο οπλαρχηγός Λεωνίδας
Χατζηµπύρος από τη Σαµαρίνα, ο αετός της Πίνδου όπως τον αποκαλούσαν.
Στη σηµερινή θέση του χωριού υπήρξε στα βυζαντινά χρόνια οικισµός, που καταστράφηκε στα πρώτα
χρόνια της Τουρκοκρατίας. Στην ίδια θέση και στις αρχές του 18ου αιώνα ιδρύθηκε το σηµερινό χωριό
µε το όνοµα ΜΠΟΡΣΙΑ. Το χωριό µνηµονεύεται στον Κώδικα της Ζάµπορδας στη δεύτερη
γραφή(1692) µε δύο βαφτιστικά ονόµατα: ¨31) Μπόρσανη -/2¨.
Στη σηµερινή εδαφική περιoxή του χωριού υπιήρχαν οι παρακάτω µικροοικισµοί: ΜΟΡΦΗ·ΜΠΑΡΑ.
Στη θέση ¨Σπήλιoς¨βρέθηκαν πολλά αρχαία αντικείµενα. Με την καταστροφή του αρχαίου οικισµού
ιδρύθηκε το χωριό ΜΟΡΦΗ, που καταστραφηκε στις αρχές του 18ου αιώνα.
ΒΕΛΙΤΣΚΟΣ. Στην τοποθεσία ¨Παλιοχώρι¨ υπήρχε το χωριό ΒΕΛΙΤΣΚΟΣ, που είχε την αρχή του στα
βυζαντινά χρόνια, σύµφωνα µε νοµίσµατα και αγγεία βυζαντινιής εποχής που βρέθηκαν στο
νεκροταφείο του Αγίου Αθανασίου. Το χωριό αυτό το αναφέρει ως Παλιοχώρι ο Μητροπολίτης
Σισανίου Νεόφυτος στα 1797: ¨Χωρίον: Μπόρσια. Έχει και παλαιοχώρι¨ Αιτία εγκατάλειψης του
χωριού στάθηκε ανήθικη ενέργεια Τούρκου να βιάσει Ελληνίδα. Οι Έλληνες σκότωσαν τους Τούρκους
του οικισµού τους,που ήταν πέρα από το ρέµα. Μια οµάδα οικογενειών (Παπανικόλα -Παπακώστα,
Ζιώγα,Τζιούγκρα, Δάλλα, Ραγκαζά, Παπαγιώργη) εγκαταστάθηκε στην Koρυφή.
ΠΥΡΓΟΣ. Στην τοποθεσία ¨Αµπέλια¨ υπήρχε άλλος µικροοικισµός που καταστράφηκε στις αρχές του
18ου αιώνα. Δύο οικογένειες (Ζιώτα και Γιάννη Βασίλη) εγκαταστάθηκαν στην Κορυφιή.

ΤΣΑΠΟΥΡΝΙΑ: Στη θέση ¨Τσαπουρνιά¨ υπήρχε άλλος οικισµός. Εδώ αποκαλύφτηκαν τάφοι
Χριστιανικοί, κυβωτιόσχηµοι, µε λιθόπλακες, βραχιόλια, δαχτυλίδια,πόρπες καθώς και νοµίσµατα του
Δοµιτίου και Μ. Κωνσταντίνου. Πότε καταστράφηκε άγνωστο.
ΚΛΗΜΑΤΙΑ: Α. του Πύργου υπήρχε άλλος οικισµός. Εδώ αποκαλύφτηκαν τάφοι και σύµφωνα µε τον
τρόπο ταφής και τα κτερίσµατα, που βρέθηκαν, ήταν σύγχρονος µε τον οικισµό της Τσαπουρνιάς και
Ισως να καταστράφηκαν µαζι.
ΜΑΚΡΙΝΑ: Στην τοποθεσία ¨Μακρινά υπήρχε άλλος οικισµός, αλλά πότε καταστράφηκε είναι
άγνωστο.
Οι πρώτοι κάτοικοι της Κορυφής προέρχονται από τους παραπάνω οικισµούς. Στη συνέχεια
εγκαταστάθηκαν και άλλες οικογένειες από κοντινό και µακρινό χωριό. Τέλος µε την τρίτη
καταστροφή του ΤΣΕΡΟΥ στα 1830, , στην Κορυφή εγκαταστάθηκαν τέσσερις οικογένειες (Ζησάδες,
Ζωιάδες,Τριαvταφυλλάδες και Χατσάδες).
ΚΡΙΜΙΝΙ:Σε ειδυλλιακές τοποθεσίες
του χωριού φαντάζουν γραφικά
εξωκλήσια ,όπου στα περασµένα χρόνια
υπήρχαν οικισµοί,όπως στο εξωκλήσι του
Αγίου Αθανασίου που αποκαλύφτηκαν
τάφοι και βρέθηκαν διαφορά νοµίσµατα.
Στη θέση "Γκαµάνια" βρέθηκε σε τάφο
µολυβένιο δαχτυλίδι και πιθάρι που
περιείχε σκελετό σωµατώδους
ανθρώπου.Στη θέση "Θεοτόκο",όπου και
οµωνυµο εικονοστάσι,πάνω σε ερείπια

µεγάλης εκκλησίας,και στον αγροτικό δρόµου που
είχε διανοιχτεί βρέθηκαν κυβωτιόσχηµοι τάφοι.,και
θεµέλια σπιτιών.Σύµφωνα µε τις µαρτυρίες των
κατοίκων ο οικισµός θα πρέπει να εκτείνονταν,µεταξύ
Αγίου Αθανασίου και Θεοτόκου.Στο εξωκλήσι των
Αγίων Αναργύρων αποκαλύφτηκαν κυβωτιόσχηµοι
τάφοι, µε κτερίσµατα δύο χάλκινα δαχτυλίδια,και
πιθανότατα να υπήρχε και εδώ ένας
µικροοικισµός.Για το πότε καταστράφηκαν οι οικισµοί
δεν το γνωρίζουµε. Επίσης στη θέση "Γκασιάνη
αµπέλι" στα βόρεια του χωριού το 1917,αποκαλύφτηκε
αρχαίος τάφος,που περιείχε χάλκινο κράνος,αιχµή
από σάρισα και νόµισµα του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Το σηµερινό Κριµίνι ιδρύθηκε στα 1722 από πέντε
οικογένειες(Αδαµόπουλου,Γκατσούλη,Δρίγκα,Μαυρογιάννη,Μούµου,Τσιόλα)που ήρθαν από το
Παλιοκρυµµίνι,καθώς και τέσσερεις από τον Τσέρο(Καραµίχα,Παπαβασίλη,Σκερκέµη,Ψηλέκαρη).
Γνώρισε και αυτό την εύνοια της µοίρας να βρίσκεται στις παρυφές του ορεινού όγκου του Βοίου,
γεγονός που απέτρεψε τον Τούρκο κατακτητή από κατοχή της περιοχής, καθώς η προτίµησή του
εστιαζόταν κυρίως σε µέρη γόνιµα και πεδινά, που διευκόλυναν την επικοινωνία µε άλλες περιοχές.
Όµως η ζωή των ντόπιων δεν απέφυγε τις σκληρές επιθέσεις των λήσταρχων Αλβανών, των οποίων το
πέρασµα πάντα κατέληγε καταστροφικό. Έτσι, νωρίς οι κάτοικοι εξωθήθηκαν σε εγκατάλειψη του
χωριού και τράπηκαν σε αναζήτηση ασφαλέστερου τόπου διαµονής. Ο πρώτος οικισµός, το
Παλιοκριµίνι, ερηµώνεται και οι µέτοικοι φτάνουν σε ένα από τα πιο δυσπρόσιτα τµήµατα του
τσιφλικιού του Ιµπραήµ Τσάτσο, όπου, ανάµεσα στα πυκνά δένδρα των δρυών θα αποφασίσουν να

φτιάξουν τα νέα σπίτια τους, σε µια
ειρηνική συµβίωση µε τους παλαιούς
γεωργούς και κτηνοτρόφους. Η
ονοµασία δεν θα µπορούσε παρά να
είναι δάνειο από το πρώτο χωριό,
«Κριµίνι». Οι πρώτες ασχολίες
περιορίζονται στη γεωργία και την
κτηνοτροφία. Σύντοµα, όµως, η
ανεπάρκεια γεωργικής γης οδηγεί στην
ενασχόληση µε άλλα επαγγέλµατα: την
οικοδοµική, τη ξυλουργική, το εµπόριο,
τη ραπτική. Τα ανήσυχα πνεύµατα όµως
των κατοίκων, που επιζητούν τη συνεχή
βελτίωση, βρίσκουν ως ιδανικότερη
λύση στο βιοποριστικό τους πρόβληµα
την µετανάστευση στο εξωτερικό και ιδιαίτερα σε τόπους που γνώριζαν ευηµερία, την Πόλη, το
Βουκουρέστι, την Τεργέστη, τα παράλια της Μ. Ασίας. Από τις κατάφυτες άκρες του χωριού, γνωστές
ως «κλαψόδενδρα» γινόταν το κατευόδιο για την ξενιτιά, ενώ είναι βέβαιο ότι το προσφιλέστερο
επάγγελµα της εποχής και για την περιοχή ήταν του κιρατζή, ο οποίος γινόταν γέφυρα επικοινωνίας
µεταξύ απόδηµων και ντόπιων, µεταφέροντας γράµµατα και χρήµατα..Kάπου στο α΄ µισό του 19ου
αιώνα το χωριό υποδέχεται νέους µετοίκους. Μια εποχή ευηµερίας και προόδου ξεκινά για τον τόπο.
Οι Κριµινιώτες υλοποιούν τον µακρόπνοο σχέδιο εξαγοράς του χωριού από τον Ιµπραήµ και
καλυτερεύουν αποφασιστικά την καθηµερινότητά τους. Η ευηµερία φέρνει στις πόρτες του τους
Αλβανούς ληστές, που δεν σταµατούν να λυµαίνονται, εξαναγκάζοντας τους κατοίκους στην καταβολή
δύο χιλιάδων χρυσών λιρών, προς εξαγορά της ησυχίας τους… Η απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό

και εν συνεχεία η βιοτεχνική και εµπορική άνθιση της περιοχής µεταµορφώνει το Κριµίνι σε κέντρο
ζωής και περιφερειακής ανάπτυξης. Τη θέση των παλαιών και µισοερηµωµένων σπιτιών
αντικαθιστούν νέες καλαίσθητες και ευρύχωρες κατοικίες, µε αρχιτεκτονική, που σέβεται την
παράδοση και την ιστορία.
ΠΑΛΙΟΚΡΙΜΙΝΙ:Ένα χωριό των βουνών που
έσβησε:Βρίσκεται στο φυσικό σύνορο του νοµού
Κοζάνης και Καστοριάς, σε µια πανέµορφη
τοποθεσία από όπου µπορείς να αγναντέψεις όλα τα
χωριά που απλώνονται στα πόδια σου, αρκεί να έχεις
το κουράγιο να ανέβεις το φιδογυριστό µονοπάτι
µέχρι τα ερείπια του εγκαταλελειµµένου χωριού.
Το χωριό ήταν κτισµένο περίπου 7 χιλιόµετρα ΒΑ του
Επταχωριου µε τους κάτοικους του να ασχολούνται µε
την κτηνοτροφία.
Καταστράφηκε το 1722 από τις αλβανικές ορδές µαζί
µε τα χωριά της τριγύρω περιοχής.
Λίγα ερείπια από τους τοίχους και τα δάπεδα από τα
γκρεµισµένα σπίτια καθώς τα καλντερίµια και τα
εναποµείναντα δέντρα όπως οι καστανιές, µαρτυρούν
την ύπαρξη του.
Λόγω της θέσεως του εκεί στρατοπεδευόταν κατά τον Μακεδονικό Αγώνα αρκετοί µακεδονοµάχοι
καθώς και στο αντάρτικο οι αντάρτες.

Σήµερα αποτελεί πολιτιστικός χώρος φυσικού
κάλους για τους κατοίκους της περιοχής µε την
Γιορτή βουνού στο οµώνυµο Παλιοκριµίνι, που
είναι η δεύτερη ψηλότερη κορυφή του Βοϊου, µε
υψόµετρο 1.812 µέτρων.Εκεί κάθε χρόνο
διοργανώνεται στα τέλη του Ιούλη ένα οδοιπορικό
µέσα στη φύση µε αφετηρία το Πολυκάστανο. Η
διαδροµή είναι µια από τις ωραιότερες µέσα στη
βλάστηση του δάσους αποτελούµενο από
βελανιδιές, οξιές, πεύκα, κι έλατα.
Η χαµένη και καλά κρυµµένη από τα βέβηλα µάτια
των σηµερινών ανθρώπων κρύπτη των αγώνων του
έθνους µαρτυρεί τον ιστορικό σταθµό στην ιστορία
ως ένα µνηµείο ξεχασµένων αγνώστων ηρωικών
στιγµών.
Μεταξύ Πολυκάστανου Βοΐου και Κυψέλης Καστοριάς υπήρχε το χωριό,που κατοικούσαν 90
οικογένειες.Το Παλιοκριµίνι ,µνηµονεύει ο Μητροπολίτης Σισανίου Νεόφυτος στα 1797,µε άλλα
παλιοχώρια της περιοχής: "Χωρίον Μπουρµπουτζικόν.Παλαιοχώρια:
Κρυµµίνι,Δριάνοβον,Πέτριτζκον. Εις Παλαιοκρυµµίνι υπήγε ο εν µακαρία τη λήξει πρώην
κυρ Ζωσιµάς,όστις ην Αρχιερεύς προ εβδοµήκοντα πέντε χρόνων. Ωσαν εχάλασε
δε,αντ΄αυτού έγινε το άλλο Κριµίνι..."
Στα 1722 πολλές οικογένειες,εξαιτίας επιδροµής Αρβανιτών,κατέφυγαν στο Μοναστήρι,στην
Καστοριά,στο Βογατσικό, την Εράτυρα,στο Πολυκάστανο,στο Κρυµίνι και αλλού.Στο Πολυκάστανο η
οικογένεια Ζήσου,στη Χρυσαυγή η οικογένεια Κατσάνου,στο Βυθό η οικ. Κριµνιώτη,στις Κυδωνιές

Γρεβενών η οικ..Μπουκατσέλα και στο Κρυµίνι 6
οικογένειες. Μετά τη Καταστροφή του χωριού είχαν
αποµείνει αρκετές οικογένειες ακόµα ή επέστρεψαν
από τα γύρω χωριά που είχαν καταφύγει. Στα
177,στα Ορλωφικά,δέχτηκε και πάλι αρβανίτικη
επιδροµή,και τότε ένας αριθµός οικογενειών
έφυγε,αγνωστό για πού,αλλά παρέµεινε στο
Παλιοκριµίµι ένας µικρός αριθµός οικογενειών.
Στα χρόνια του Αλή Πασά το Παλιοκριµίνι έγινε
τσιφλίκι του Αρβανίτη µπέη.Ανάµεσα στα
1850-1870 το χωριό υπήρχε,αλλά εξαιτίας της
βάρβαρης συµπεριφοράς του τσιφλικά οι
οικογένειες που είχαν αποµείνει το εγκατέλειψαν
σταδιακά. Έτσι λοιπόν στη Δαµασκηνιά Βοΐου
κατέφυγε οι οικογένεια Κελεπούρη,στη Λευκοθέα
Βοΐου οι οικογένειες Δηµητρίου Δέλα,Ηλία Δέλα,Χρήστου Τζιάτζιου-Παναγιωτόπουλου και
Δηµ.Μιχ.Τούλα. Στη Λάγκα Καστοριάς οι οικογένειες Ζούκα,και Μάζδη και η οικογένεια Τούλη. Στο
Καλλιστράτι Βοΐου οι οικογένεια Τζιάτζιου,και στα Αηδόνια Γρεβενών τέλος εγκαταστάθηκαν οι
περισσότερες οικογένειες: Γεωργίου Μπούφα,Ιωάννου και Μιχαήλ Θανασαίου, Ν.Τσόλα,Γ.Σκεντέρη
και Χρήστου Σκεντέρη η οικογένειες Νίκου Δηµήτρη και Στέργιου Παπά, Ιωάνου Ζήση και οι
οικογένειες Κίτσου,Ζησόπουλου,Τσίπη, Ζουνη και Χτζώνη,και έτσι το χωριό Νέκρωσε για πάντα
Εδώ τελειώσαµε τη τέταρτη µας αναφορά στους παλιούς οικισµούς του Βοΐου µε τον τίτλο Παλιοχώρια.