11

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
Προϊστορικοί Χρόνοι 

11

Χρήστος Σ. Αγουρίδης, Λεωνίδας Βοκοτόπουλος

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

Στα άκρα της χώρας: Τα ιερά σπήλαια του Αδιάβατου Καρουμών
Στην απόκρημνη παράκτια ζώνη του Αδιάβατου Καρουμών, στο ανατολικό άκρο
της Κρήτης, εντοπίζονται δύο ιερά σπήλαια της ύστερης Νεοανακτορικής και της
Τρίτης Ανακτορικής εποχής, που είναι γνωστά ως Κάτω Σπήλιος και Στον Ανεκαθιστό. Οι θέσεις αυτές γειτνιάζουν άμεσα, χρησιμοποιήθηκαν δε για περιορισμένο χρονικό διάστημα – σε αντίθεση με τα άλλα γνωστά ιερά σπήλαια της 2ης
χιλιετίας π.Χ., που αντιπροσωπεύουν κατά τα φαινόμενα μεμονωμένους και ιδιαίτερα μακρόβιους τόπους λατρείας.
Η παρούσα ανακοίνωση στηρίζεται στα πρώτα αποτελέσματα της έρευνας
που διεξάγεται στην περιοχή από την Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας-Σπηλαιολογίας Νότιας Ελλάδας. Αποσκοπεί στην παρουσίαση και συγκριτική εξέταση
των δύο θέσεων –ως προς την τοπογραφία, τη μορφολογία, τις αρχιτεκτονικές
επεμβάσεις και τα κινητά ευρήματα– προκειμένου να τεκμηριωθεί η λειτουργία
τους και να σκιαγραφηθούν χαρακτηριστικά των τελετουργιών που διεξάγονταν
στο εσωτερικό τους. Τέλος, η ανάπτυξη της λατρείας και η εγκατάλειψη των δύο
θέσεων εξετάζονται στο ευρύτερο ιστορικό τους πλαίσιο και σε συνάρτηση με τη
μορφή της κατοίκησης και της χρήσης του τοπίου στην περιοχή του όρμου Καρούμες – μια περιοχή που αποτέλεσε, ενδεχομένως, το όριο της παραγωγικής ενδοχώρας, αν όχι και της επικράτειας των δύο σημαντικότερων κέντρων στην ανατολική ακτή της Κρήτης: του Παλαίκαστρου και της Κάτω Ζάκρου.

Ειρήνη Αντωνακάκη
Δαμάντρι: Ένα μινωικό κέντρο στην ανατολική Μεσαρά

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1 

Ο εντοπισμός ενός μεγάλου κεντρικού μινωικού κτιρίου που περιβάλλεται από
οικισμό και νεκροπόλεις στη θέση Δαμάντρι έρχεται να καλύψει το ως τώρα κενό
ενός αναμενόμενου μινωικού κέντρου στην ανατολική λεκάνη της μεγάλης πεδιάδας της Μεσαράς στη νότια Κρήτη.
Η θέση βρίσκεται σε χαμηλό γήλοφο, βορειοανατολικά του σημερινού χωριού Πραιτώρια. Η πρώτη εικόνα κατά την αυτοψία στον χώρο ήταν η ακόλουθη: Παλαιά αποχωμάτωση σε αγρό με σκοπό την φόρτωση και εμπορία πέτρας
είχε αποκαλύψει και εν μέρει καταστρέψει τμήμα λαξευτής τοιχοδομίας. Ενώ, στον
διπλανό αγρό άφθονο οικοδομικό υλικό είχε βγει στην επιφάνεια εξαιτίας αναμοχλεύσεων αρχαιοκαπήλων με μηχανικά μέσα. Η λαξευτή πρόσοψη καθώς και
η πληθώρα δόμων με «τεκτονικά σημεία» στην αναμοχλευμένη περιοχή έδειχναν
τη σπουδαιότητα του κτιρίου. Δοκιμαστικές τομές που ακολούθησαν από την Εφορεία, ύστερα από αίτημα των ιδιοκτητών για καλλιέργεια, με σκοπό να διερευνηθεί το μέγεθος και ο χαρακτήρας του κτιρίου, επιβεβαίωσαν την αρχική εικό-

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

να. Η ως τώρα έρευνα έχει παρακολουθήσει την πορεία του σε έκταση περίπου
τριών στρεμμάτων, ενώ η συνολική του έκταση φαίνεται να είναι μεγαλύτερη, καθώς επεκτείνεται και στις διπλανές ιδιοκτησίες. Επιφανειακές ενδείξεις δείχνουν
κατοίκηση σε όλο το λόφο, ενώ οι νεκροπόλεις εντοπίστηκαν στη δυτική παρειά
του. Ύστερα από καλλιεργητικές δραστηριότητες ανασκάφηκαν ταφικοί περίβολοι
με ταφές σε μικρές ελλειψοειδείς λάρνακες και σε πίθους. Τα ευρήματα από τις
ταφές σηματοδοτούν την κατοίκηση στον χώρο από τα ΜΜ χρόνια, ενώ τα ως
τώρα στοιχεία από το κεντρικό κτίριο τοποθετούν την καταστροφή του στους ΥΜ
ΙΒ χρόνους. Η καταστροφή του οφείλεται σε φωτιά. Τα ίχνη ισχυρής φωτιάς είναι παντού ορατά (σε πολλά σημεία έχουν ασβεστοποιήσει τους λίθους). Η χρονική στιγμή της καταστροφής του εντοπίζεται μετά τη συγκομιδή των σιτηρών,
αφού οι αντίστοιχες αποθήκες βρίσκονται με αμφορείς γεμάτους με απανθρακωμένα σιτηρά, και λίγο πριν τη συγκομιδή των προϊόντων ελιάς και αμπέλου,
αφού στις αντίστοιχες αποθήκες τα πιθάρια που προορίζονταν να δεχθούν το λάδι
και το κρασί βρίσκονται πλυμένα και ανάποδα τοποθετημένα με τάξη στις μακριές πλευρές των αποθηκών, έτοιμα να δεχθούν τη νέα συγκομιδή.
Ο χώρος μετά την καταστροφή του φαίνεται ότι δεν ξανακατοικήθηκε, καθώς
η ως τώρα τουλάχιστον έρευνα δεν έχει εντοπίσει μεταγενέστερα κατάλοιπα.

Εμμανουέλα Αποστολάκη
Η διερεύνηση των μικρών νοικοκυριών στη νεοανακτορική Κρήτη: Δεδομένα και δυνατότητες

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

Η βασική αρχή που διέπει κάθε στοχευμένη μελέτη νοικοκυριού, στο πλαίσιο του
σχετικού κλάδου της αρχαιολογίας (“household archaeology”), συνίσταται στην
πεποίθηση πως η έννοια του νοικοκυριού αναλύεται σε πολύ περισσότερες παραμέτρους εκτός από απ’ αυτήν του χώρου που το ορίζει, δηλαδή το σπίτι. Το νοικοκυριό ταυτίζεται με το σύνολο των ανθρώπων, τα μέλη του, που αναπτύσσουν
σχέσεις και αναλαμβάνουν ρόλους υπό τη σκέπη του· αποτελεί πεδίο για διαμόρφωση και προβολή της κοινωνικής ταυτότητας· στεγάζει δραστηριότητες βιοπορισμού και άλλες, όχι απαραίτητα ανιχνεύσιμες αρχαιολογικά, που μαρτυρούν
τον πλούτο της καθημερινής δράσης· αφομοιώνει και απορρίπτει παραδόσεις και
επιδράσεις αντανακλώντας επιλογές στη διαχείριση της ύλης· συντηρείται, αυξομειώνεται και αναπαράγεται διανύοντας κύκλους ζωής κ.ά.
Ο οικιακός τομέας της νεοανακτορικής κοινωνίας στην Κρήτη, παρά τη βεβαιωμένη ύπαρξη πολλών και πυκνοκατοικημένων οικισμών (ιδιαίτερα στις περιοχές του νησιού που έχουν ερευνηθεί συστηματικότερα), έχει τύχει μερικής μόνο
προσοχής, κυρίως σε πρόσφατες μελέτες. Ο χώρος της απλής κατοικίας και η ζωή
που αυτός περιέκλειε θεωρήθηκαν ως ασύνδετα προς το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι και την πορεία της ιστορίας, που –σχεδόν αποκλειστικά– κρίθηκε ότι αποτύπωναν μόνο τα ανάκτορα και η ελίτ. Συνέπεια των παραπάνω είναι ότι η έρευ

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1 

να διαθέτει σήμερα περιορισμένα και αποσπασματικά ανασκαφικά δεδομένα για
τα απλούστερης μορφής σπίτια της περιόδου, ενώ παράλληλα ο πολυσύνθετος
χαρακτήρας των νεοανακτορικών νοικοκυριών παραμένει ελλιπώς κατανοητός.
Ερευνώντας το ζήτημα αυτό η ανακοίνωση εξετάζει με ποιες απ’ τις υπάρχουσες
ενδείξεις και με ποια μεθοδολογία είναι δυνατή η προσέγγιση των μικρών νοικοκυριών της Νεοανακτορικής περιόδου στην Κρήτη, με βάση ορισμένα απ’ τα
ερωτήματα που μελετά η Αρχαιολογία του νοικοκυριού και λαμβάνοντας a priori
τα συγκεκριμένα νοικοκυριά ως καθρέφτες της κοινωνίας, μέσα στην οποία αναπτύχθηκαν και λειτούργησαν.

Γεώργιος Βαβουρανάκης
Προς μια γενεαλογική προσέγγιση του «ανακτόρου»
Η παρούσα ανακοίνωση αποτελεί αναστοχαστικό προβληματισμό στο θέμα των
μινωικών ανακτόρων. Τα σχετικά αρχιτεκτονικά κατάλοιπα συνήθως περιγράφονται
και κατατάσσονται σε τύπους με βάση σειρά συγκεκριμένων μορφολογικών, δομικών και λειτουργικών στοιχείων που ορίζουν το ανάκτορο ως τύπο οικοδομήματος και, κατ’ επέκταση, ως ιστορικό και κοινωνικό φαινόμενο. Μολονότι η
προσφορά αυτής της μεθόδου είναι αδιαμφισβήτητη, αδυνατεί να εμβαθύνει περαιτέρω στη μελέτη του ανακτορικού φαινομένου και δημιουργεί διλημματικά
ερωτήματα, π.χ. η σχέση ανάμεσα στη Συνοικία Μ και το ανάκτορο των Μαλίων
ή ανάμεσα στην Κνωσό και τα υπόλοιπα ανάκτορα. Επιπλέον, η ύπαρξη μη τυπικών ανακτορικών κτηρίων και συγγενών αρχιτεκτονικών μορφών, όπως το κτήριο των Γουρνιών και η έπαυλη στο Μακρυγιαλό, δείχνει ότι τα εκατό και πλέον χρόνια περιγραφικής τυπολογίας έχουν θολώσει μάλλον παρά ξεκαθαρίσει την
εικόνα του αρχετυπικού ανακτόρου, δηλαδή τη βάση για οποιαδήποτε τυπολογική μελέτη, παρά τη συνεχή ανανέωση των ανασκαφικών δεδομένων.
Θα υποστηριχτεί η αναγκαιότητα μιας αντιπεριγραφικής θεωρητικής και μεθοδολογικής αλλαγής προς μία γενεαλογική προσέγγιση των «ανακτόρων». Η τελευταία δεν κινείται ανάδρομα και αναγωγικά, όπως ο εξελικτισμός, αλλά παραγωγικά. Έτσι, οι πρωτοπόρες μορφές (π.χ. Οικία Δυτικής Αυλής ή Πρώιμο Υπόγειο Κνωσού) μπορεί να είναι πιο σημαντικές και από τις αποκρυσταλλώσεις τους
(«Ανάκτορο του Μίνωα»). Η γενεαλογία δεν εξετάζει τα κτήρια ως στατικές παραλλαγές κάποιου «αληθινού» ανακτορικού αρχετύπου, το οποίο τελικά είναι αποτέλεσμα νοητικής και αντικειμενιστικής διεργασίας. Αντίθετα, δέχεται την ποικιλομορφία που πραγματικά παρατηρεί ο ανασκαφέας και θεωρεί ότι τα «ανάκτορα»
είναι δυναμικές, σύνθετες, εξελισσόμενες, ίσως και εν μέρει ρευστές, οντότητες.
Εδώ σημασία έχει η δυνητικότητα των «ανακτόρων», δηλαδή η αντιμετώπισή τους ως κόμβων απολύτως υπαρκτών τάσεων, μερικές μόνο από τις οποίες θα
υλοποιηθούν στην ιστορική εξέλιξη. Αυτή η μέθοδος δεν υπηρετείται από την κατάτμηση του υλικού σε απομονωμένους τύπους τελειότερων και ατελέστερων ανα-

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

κτορικών τύπων, αν και δεν παραγνωρίζει την πιθανότητα ασύμμετρων σχέσεων ισχύος, π.χ. μεταξύ της μητροπολιτικής Κνωσού και περιφερειακών κέντρων.
Αντίθετα, τέτοιες σχέσεις φωτίζονται μέσα από τις συνδέσεις των επιμέρους εκφάνσεων της ανακτορικής αρχιτεκτονικής. Επομένως, όλες οι πιθανές κατευθύνσεις
των αρχιτεκτονικών εξελίξεων είναι σημαντικές, ακόμα και οι αδιέξοδες λοξοδρομήσεις, διότι έχουν και αυτές τη θέση και συμβολή τους στο ιστορικό και κοινωνικό γίγνεσθαι της Μέσης και Ύστερης Εποχής του Χαλκού. Το τελευταίο δεν
εξετάζεται γραμμικά και μονοσήμαντα, αλλά ως σύνολο πολύπλοκων διακλαδώσεων και αλληλεπιδράσεων μεταξύ επιμέρους Λόγων.

Giorgia Baldacci, Alessandro Sanavia
Νέα στοιχεία για την πρωτοανακτορική παραγωγή της Φαιστού: Η κεραμική
με λευκή επιφάνεια
Ενώ η τυπική καμαραϊκή κεραμική χαρακτηρίζεται για τις διακοσμήσεις σε ανοιχτό
χρώμα επάνω σε σκουρόχρωμη επιφάνεια, εντοπίζεται στη Φαιστό μια ιδιαίτερη παραγωγή που χαρακτηρίζεται από τη χρήση ενός λευκού χρώματος που καλύπτει την
επιφάνεια των αγγείων. Το χρώμα αυτό παρουσιάζει γυαλιστερή όψη, η οποία επιτυγχάνεται με λείανση με τη βοήθεια λάμας και, σε κάποιες περιπτώσεις, είναι επιζωγραφισμένη με διακοσμητικά θέματα σε ερυθρό και/ή σε μαύρο. Η συγκεκριμένη διακοσμητική τεχνική περιλαμβάνει μάλλον περιορισμένο αριθμό δειγμάτων, από
το μεγαλύτερο μέρος των οποίων σώζονται μόνο θραύσματα (τώρα στις αποθήκες
του χώρου), αδημοσίευτα τα περισσότερα και χωρίς να έχουν εξεταστεί συνολικά.
Στην παρούσα μελέτη παρουσιάζονται κάποια σημαντικά αδημοσίευτα κεραμικά
δείγματα με λευκή επιφάνεια, που προέρχονται από διάφορα σημεία του αρχαιολογικού χώρου της Φαιστού: και από το Ανάκτορο και από τη Μεσαία Ακρόπολη
(δωμάτια CVI-CVII) και από τη συνοικία στα Χάλαρα (Βόρεια και Νότια). Στόχος της είναι να προσφέρει ένα όσο το δυνατόν πληρέστερο πλαίσιο της συγκεκριμένης παραγωγής, λαμβάνοντας υπ΄ όψιν τα τυπολογικά και χρονολογικά στοιχεία, καθώς και τα σύνολα στα οποία ανήκαν και την κατανομή τους στο χώρο.
Η κεραμική με λευκή επιφάνεια είναι χαρακτηριστική της ΜΜ ΙΙ παραγωγής και εμφανίζεται ξεκινώντας από τη ΜΜ ΙΙΑ, όπως αποδεικνύεται από την
παρουσία των θραυσμάτων στο εσωτερικό της επιχωμάτωσης των κατώτερων
στρωμάτων των δωματίων CVI και CVII, μια ομοιογενή απόθεση, κλειστή και
σε στρώμα κάτω από τα ΜΜ ΙΙΒ σύνολα. Το λευκό αυτό χρώμα χρησιμοποιείται κυρίως σε λεπτή κεραμική, από τη χαρακτηριστική κιτρινο-ερυθρωπή άργιλο της Φαιστού: πρόκειται κατά μεγάλο μέρος για ανοιχτά σχήματα (κύπελλα
διαφορετικών μορφών) αλλά εντοπίζονται και κάποια θραύσματα που ανήκουν
σε κλειστά σχήματα (όπως τσαγιέρες, σκύφοι με προχοή και πρόχοι). Τα σχήματα
των λευκών αγγείων παρουσιάζουν συχνά μια μη τυποποιημένη μορφολογία, που
συνδυάζεται επίσης συχνά με ιδιαίτερες επεξεργασίες που έχουν στόχο να δώ

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

σουν μια τρισδιάστατη όψη στην επιφάνεια, όπως η barbotine, η εγχάρακτη και
η έντυπη διακόσμηση και οι νευρώσεις.
Αν ληφθούν υπ΄ όψιν μαζί τα στοιχεία που αφορούν στο σχήμα και στην επιφάνεια, και όσον αφορά το γυαλιστερό χρώμα και όσον αφορά την προσπάθεια
τρισδιάστατης όψης, μπορούμε να υποθέσουμε ότι η κατασκευή των αγγείων αυτών καθορίζεται κατά μεγάλο μέρος από την προσπάθεια μίμησης μεταλλικών
αγγείων. Ιδιαίτερα εύγλωττη είναι η περίπτωση των δύο ημισφαιρικών κυπέλλων,
που προέρχονται από διαφορετικά σύνολα από τα νότια Χάλαρα και χαρακτηρίζονται από εξωτερικές ακτινωτές νευρώσεις, τα οποία μοιάζουν ιδιαίτερα με κάποια δείγματα από το Θησαυρό του Tôd (Αίγυπτος).
Η συνολική παρουσίαση αυτής της φαίστειας παραγωγής θα μπορέσει, λοιπόν, να βελτιώσει τη γνώση μας για τον υλικό πολιτισμό της ΜΜ ΙΙ, και όσον αφορά την κεραμική παραγωγή και για τις πιθανές σχέσεις της τελευταίας με τα μεταλλικά αγγεία.

Αντώνης Βασιλάκης
Τρυπητή: Νοικοκυριό και καθημερινή ζωή σε ένα μικρό προανακτορικό μινωικό
χωριό της νότιας Κρήτης

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
100

Η μελέτη, με σκοπό τη δημοσίευση της ανασκαφής του προανακτορικού οικισμού στη θέση «Τρυπητή» της νότιας Κρήτης, που ανασκάφτηκε από τον υπογράφοντα στα 200-200, βρίσκεται από διετίας σε εξέλιξη. Στο παρόν συνέδριο
έχουν κατατεθεί πέντε ανακοινώσεις που πραγματεύονται ειδικά ζητήματα του
οικισμού και της περιοχής (επιφανειακή έρευνα πέριξ του οικισμού, οργάνωση
του χώρου στα σπίτια και αρχιτεκτονικές ιδιομορφίες, λειτουργία των χώρων με
βάση τη μελέτη της κεραμικής, μελέτη οστών ζώων και μελέτη οστρέων).
Η παρούσα μελέτη παρουσιάζει την οργάνωση τα νοικοκυριών στο εσωτερικό των σπιτιών, τη σχέση των σπιτιών μεταξύ τους, τη θέση τους στο οικιστικό σύνολο και τις ειδικές λειτουργίες των χώρων (διαμονή και κατάκλιση, τροφοπαρασκευαστικές δραστηριότητες, εστίαση, πόση, εργαστηριακές δραστηριότητες κτλ.).
Στην παρουσίαση περιλαμβάνονται με τη μορφή προαγγελίας τα συμπεράσματα για τη χρήση των δωματίων, όπως αυτή προκύπτει από την ανάλυση της
κεραμικής και των κατάλοιπων της διατροφής. Δίνεται η εικόνα μιας καθημερινής ημέρας στο ορεινό/παραθαλάσσιο χωριό και γίνονται παραλληλισμοί με άλλα
γνωστά μελετημένα και δημοσιευμένα σύγχρονα οικιστικά σύνολα στην Κρήτη.

11

Γιάννα Βενιέρη

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

Αποδούλου Αμαρίου: Zητήματα τυπολογίας, παραγωγής, διακίνησης και κατανάλωσης της κεραμικής παραγωγής του παλαιοανακτορικού οικισμού
Οι ανασκαφές της ελληνοιταλικής αποστολής που διενεργήθηκαν υπό τη διεύθυνση των Γιάννη Τζεδάκι και Louis Godart από το 1 έως το 2003 στο Αποδούλου του νομού Ρεθύμνης έφεραν στο φως μέρος μιας εγκατάστασης της Παλαιοανακτορικής περιόδου από την οποία μέχρι σήμερα έχουν αποκαλυφθεί περί
τα έξι σπίτια, εκ των οποίων έχουν ανασκαφεί πλήρως τα δύο.
Η κεραμική που προέρχεται από το στρώμα καταστροφής των κτηρίων χρονολογείται, σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα δεδομένα, στη ΜΜ ΙΙΒ περίοδο, οπότε ο οικισμός καταστρέφεται από σεισμό και πιθανόν πυρκαγιά. Η καταστροφή
του φαίνεται να συμπίπτει με την τελική καταστροφή του πρώτου ανακτόρου της
Φαιστού όσο και του μεσομινωικού κέντρου στο Μοναστηράκι Αμαρίου.
Στο πλαίσιο προετοιμασίας της δημοσίευσης της ανασκαφής από την ανασκαφική ομάδα, βρίσκεται σε εξέλιξη η καταγραφή και μελέτη της κεραμικής της
παλαιοανακτορικής εγκατάστασης του Αποδούλου.
Στην παρούσα ανακοίνωση, μέσα από τη σύντομη παρουσίαση –για πρώτη
φορά στο σύνολό τους– των ευρημάτων της ανασκαφής, θα γίνει μια πρώτη προσέγγιση πάνω στα ζητήματα: α) της τυπολογίας της κεραμικής του μεσομινωικού οικισμού του Αποδούλου και β) της παραγωγής και διακίνησης της κεραμικής στην κοιλάδα του Αμαρίου του νομού Ρεθύμνου, στην ύστερη Παλαιοανακτορική περίοδο.

Ρένα Βεροπουλίδου, Αντώνης Βασιλάκης

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

Τρυπητή: Η βρώση των μαλακίων κατά την Προανακτορική περίοδο
Η βρώση των μαλακίων κατά την Εποχή του Χαλκού είναι μια όψη της κατανάλωσης των οστρέων που δεν περιλαμβάνεται συνήθως στη συζήτηση των οικονομικών πρακτικών της προϊστορικής Κρήτης, σε αντίθεση με άλλα θέματα που
έχουν επαρκώς μελετηθεί, όπως π.χ. η παραγωγή πορφυρής βαφής.
Η παρουσίαση αφορά στο οστρεοαρχαιολογικό σύνολο από τον προανακτορικό οικισμό της Τρυπητής (ΠΜ ΙΙ-ΙΙΙ μέχρι ΜΜ ΙΑ, 200-2100 π.Χ.) στη νότια Κρήτη. Η μικροσκοπική και μακροσκοπική ανάλυση του υλικού σε συνδυασμό με τη μελέτη του πλαισίου εύρεσης των οστρέων έδωσε πλήθος στοιχείων
για τη βρώση των μαλακίων και τη θέση τους στις διατροφικές πρακτικές των
κατοίκων. Ιδιαίτερο βάρος δόθηκε στην ανασύνθεση των καταναλωτικών πρακτικών των κατοίκων, από τη συλλογή, την προετοιμασία και τη βρώση των μαλακίων έως την απόρριψη των οστρέων. Σύμφωνα με τα δεδομένα, η βρώση των
μαλακίων αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της διατροφής της συγκεκριμένης
101

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ

αγροτικής κοινότητας και γινόταν με την ίδια περίπου ένταση και με τους ίδιους
τρόπους στην κάθε οικιακή ενότητα. Η συγκριτική εξέταση του οστρεοαρχαιολογικού συνόλου της Τρυπητής και άλλων κοινοτήτων της Πρώιμης Εποχής του
Χαλκού στην Κρήτη και στον ηπειρωτικό και νησιωτικό ελλαδικό χώρο υποδεικνύει πως οι διατροφικές πρακτικές σε κάθε οικισμό παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλομορφία και διαφοροποιούνται ως προς τα ειδικά χαρακτηριστικά τους.

Λεωνίδας Βοκοτόπουλος
Η Παλαιοανακτορική εποχή στην περιοχή του όρμου Καρούμες Σητείας

INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
102

Οι έρευνες επιφανείας που διενεργήθηκαν στην Κρήτη κατά τις τελευταίες δεκαετίες ορίζουν την Παλαιοανακτορική ως μια εποχή ιδιαίτερα πυκνής όσο και
διάσπαρτης κατοίκησης στην ύπαιθρο – ένα φαινόμενο, που θεωρείται ότι εξελίχθηκε παράλληλα με τη συγκρότηση σύνθετων και ιεραρχημένων μορφών κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης.
Η παρούσα ανακοίνωση προσεγγίζει τις εξελίξεις στην ενδοχώρα των αναδυόμενων κέντρων της Παλαιοανακτορικής εποχής από την οπτική γωνία μιας
περιοχής μάλλον περιφερειακής και φτωχής ως προς το παραγωγικό δυναμικό
της. Συγκεκριμένα, εξετάζει τον χαρακτήρα της κατοίκησης στην ευρύτερη περιοχή του όρμου Καρούμες, στο ανατολικό άκρο της Κρήτης. Η διαπραγμάτευση βασίζεται στα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά την εκτατική έρευνα επιφανείας και τις ανασκαφές του Ερευνητικού Προγράμματος της Διεύθυνσης Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων «Μινωικοί Δρόμοι».
Όπως θα ήταν αναμενόμενο, τα διαθέσιμα στοιχεία παραπέμπουν σε μια διεσπαρμένη μορφή της κατοίκησης. Σε αντίθεση όμως με την εικόνα που κυριαρχεί σε άλλες περιοχές της Κρήτης, η μέγιστη πυκνότητα των εγκαταστάσεων εντοπίζεται στην επόμενη, Νεοανακτορική εποχή. Επιπλέον, διαπιστώνεται συνέχεια
μεταξύ της Παλαιοανακτορικής και των πρώτων φάσεων της Νεοανακτορικής
εποχής ως προς την οργάνωση της κατοίκησης, που παρέμεινε μη-ιεραρχημένη.
Κατά την ανάλυση των δεδομένων, έμφαση θα δοθεί στο ανασκαμμένο κτηριακό συγκρότημα του Φυλακίου της Θάλασσας, όπου διαπιστώθηκε συστηματική
ενασχόληση με την κατεργασία πορφύρας. Αυτό, γιατί ο έλεγχος της συγκεκριμένης δραστηριότητας μπορεί να συνέβαλε στην ανάδυση των νέων ηγετικών ομάδων, επιτρέποντας παράλληλα την ένταξη των παράκτιων θέσεων –όπως εκείνων της υπό εξέταση περιοχής– σε ευρύτερα δίκτυα ανταλλαγών.

11

Νένα Γαλανίδου

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

Κρήτη, Εποχή του Λίθου: Χρονολογικές συνέχειες, γεωγραφικές ασυνέχειες
Στην ανακοίνωση αυτή παρουσιάζονται νεότερες πολιτισμικές μαρτυρίες από την
Εποχή του Λίθου στην Κρήτη και διατυπώνονται υποθέσεις εργασίας σχετικά με
τις δραστηριότητες, το χαρακτήρα και τη δυναμική των πρώτων επισκεπτών και
των μετέπειτα μόνιμα εγκατεστημένων κατοίκων του νησιού. Οι μαρτυρίες αυτές,
που προέρχονται είτε από τη συστηματική μελέτη υλικού παλαιών ανασκαφών, όπως
ο Κατσαμπάς, είτε από την προκαταρκτική μελέτη άλλων λιγότερο γνωστών θέσεων που ήρθαν στο φως τα τελευταία χρόνια, αποτελούν καινούργιες ψηφίδες στο
ψηφιδωτό του οικιστικού δικτύου των πρώτων κοινοτήτων. Διευρύνουν το γεωγραφικό και χρονολογικό πλαίσιό του και αναδεικνύουν χρονολογικές συνέχειες
και γεωγραφικές ασυνέχειες σε αυτό. Η καλύτερη κατανόηση του συνοικισμού και
του νεκροταφείου στον Κατσαμπά και η εγγύτητά του με την Κνωσό, τον αρχαιότερο και μεγαλύτερο οικισμό της Νεολιθικής στο νησί, ρίχνουν νέο φως στο πιο
σημαντικό μέχρι στιγμής αλλά ήδη γνωστό μας πόλο του κρητικού νεολιθικού κόσμου. Παράλληλα αναδύονται και άλλοι κρίκοι στην ενδοχώρα, τα βόρεια και τα
νότια παράλια του νησιού που χρήζουν περαιτέρω συστηματικής διερεύνησης.

Ελένη Γεροντάκου
Στοιχεία για την πολιτική και οικονομική οργάνωση της μινωικής εγκατάστασης
της Ζάκρου λίγο πριν την ίδρυση του ΥΜ Ι ανακτόρου

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

Η πρόσφατη συστηματική προσέγγιση ενός μεγάλου αριθμού κλειστών συνόλων από τη Ζάκρο απέδειξε την ύπαρξη ενός εκτεταμένου στρωματογραφικού
«ορίζοντα καταστροφής» στο τέλος της περιόδου «Ζάκρος IV» (ΥΜ ΙΑ φάση),
που επισφραγίσθηκε με την ίδρυση του ανακτόρου. Αφού η κατασκευή του ανακτόρου απαίτησε ένα ριζικό επανασχεδιασμό του οικισμού, σημαντικά αρχιτεκτονικά σύνολα επιχώθηκαν και μετατράπηκαν σε αίθριους χώρους, διασώζοντας
έτσι για μας, μια αρκετά σαφή εικόνα του οικισμού κατά την εν λόγω περίοδο.
Φαίνεται πως επρόκειτο για έναν εύρωστο οικισμό, με μεγάλα κτήρια κατασκευασμένα από γκρίζο τοπικό ασβεστόλιθο, που εκτείνονταν στην κοιλάδα
και τους λόφους, με σχετικά λοξό προσανατολισμό ως προς το μεταγενέστερο
ανάκτορο, και με οδικούς άξονες που διαμόρφωναν συνοικίες. Ο μεγάλος αριθμός των πήλινων αγγείων που διασώθηκαν και η υψηλή ποιότητά τους, που οφείλεται στη ύπαρξη έμπειρων και εύρωστων τοπικών κεραμικών εργαστηρίων, μαρτυρούν ότι η περίοδος «Ζάκρος IV» είναι μια περίοδος οικονομικής άνθισης του
οικισμού, γεγονός που υποβάλλει την παρουσία κάποιας κεντρικής εξουσίας.
Μέχρι σήμερα, δεν έχει εντοπισθεί κάποιο κτήριο με εκείνα τα ιδιαίτερα μορφολογικά χαρακτηριστικά που προσδιορίζουν τα ανάκτορα, όπως αυτά μας εί103

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
104

ναι γνωστά από άλλες θέσεις, αλλά και από το ανάλογο οικοδόμημα στην ίδια
τη Ζάκρο. Ένα μεγάλο κτήριο όμως που φαίνεται να ξεπερνά τα μέτρα μιας απλής
ιδιωτικής οικίας έχει εντοπισθεί και ερευνηθεί από τον Νικόλαο Πλάτωνα, σε χαμηλότερο επίπεδο και ακριβώς στη θέση στην οποία αργότερα κτίσθηκε η Ανατολική Πτέρυγα του ανακτορικού συγκροτήματος.
Σκοπός της ανακοίνωσης είναι να διερευνήσει τους παράγοντες που συνέβαλαν στην ανάπτυξη του οικισμού, καθώς και τη μορφή που μπορεί να είχε η
διοικητική οργάνωσή του, κατά την περίοδο που προηγήθηκε της οικοδόμησης
του ΥΜ ΙΒ ανακτόρου (περίοδος «Ζάκρος IV»).

Tsao Cevoli
Η Κρήτη και η μυκηναϊκή κατάληψη: Νέες αναγνώσεις σφραγιστικών δακτυλιδιών με σκηνές μάχης
Ένα σημαντικό γεγονός όπως η μυκηναϊκή κατάκτηση της Κρήτης δεν θα μπορούσε να μην αφήσει ίχνη στις μινωικές και μυκηναϊκές σύγχρονες και ύστερες
εικονογραφικές πηγές. Από αυτήν τη διαπίστωση προκύπτει ότι μέσα από την προσεκτική κριτική ανάλυση των εικονογραφικών πηγών μπορούν, ίσως, να εντοπιστούν χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με αυτό το ιστορικός γεγονός. Το σύνολο,
σχεδόν, των απεικονίσεων αποτέλεσε αντικείμενο μιας μακράς παράδοσης μελετών, εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα. Ορισμένες ενδείξεις, ωστόσο, φαίνεται να έχουν μέχρι στιγμής διαφύγει.
Η παρούσα μελέτη στοχεύει, ιδίως, να καταλήξει σε μια νέα ερμηνεία ορισμένων
σφραγίδων-δακτυλιδιών με σκηνές μάχης και μονομαχίες, που προέρχονται και
από την Κρήτη και από τις Μυκήνες. Σκοπός της είναι να αναζητηθεί, μέσω της
ανάλυσης και σύγκρισης των χαρακτηριστικών των εξοπλισμών που χρησιμοποιούν
οι πολεμιστές, και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και μέσω της ανάλυσης του
σκηνικού της μάχης ή της μονομαχίας, μια πιθανή εθνική ταυτοποίηση των πολεμιστών που εκπροσωπούνται και, ως εκ τούτου, την αφηγηματική σημασία αυτών των σκηνών και την πιθανή σχέση τους με το ιστορικό γεγονός της μυκηναϊκής κατάκτηση της Κρήτης.
Η μελέτη ξεκινάει από την ανάλυση, και την πρόταση μιας νέας ερμηνείας,
μιας σκηνής μάχης που απεικονίζεται σε ένα χρυσό δακτυλίδι από τον Τάφο IV
του Κύκλου Α των Μυκηνών (Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, αρ. 241).
Η σκηνή περιλαμβάνει τέσσερις πολεμιστές, οι οποίοι εμφανίζονται σε ένα πλαίσιο που συνήθως ερμηνεύεται γενικά ως βράχος ή σπήλαιο, αλλά για το οποίο
είναι δυνατό να προτείνουμε και μια νέα, διαφορετική ερμηνεία. Στην κεντρική
θέση εμφανίζεται μια μορφή που μπορούμε να θεωρήσουμε ότι πρωταγωνιστεί.
Πρόκειται για έναν πολεμιστή με κράνος και με ένα κοντό ξίφος, που αντιμετωπίζει
ένα δεύτερο πολεμιστή, τον οποίον έχει σχεδόν νικήσει, οπλισμένο με μακρύ ξίφος. Στη δεξιά πλευρά της παράστασης, τον πρωταγωνιστή έρχεται να αντιμε-

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

τωπίσει ένας τρίτος πολεμιστής, που φοράει κράνος και κρατάει πυργόσχημη ασπίδα και μακρύ δόρυ. Αριστερά, ένας τέταρτος πολεμιστής, ο οποίος νικήθηκε και
αφοπλίστηκε, βρίσκεται πια στο έδαφος.
Η μελέτη συνεχίζεται με τη σύγκριση με παρόμοιες σκηνές μάχης σε άλλα
σφραγιστικά δακτυλίδια και, γενικά, σε άλλες παραστάσεις από την Κρήτη και
τις Μυκήνες, για να επιβεβαιωθεί όχι μόνο εάν ένα σημαντικό γεγονός όπως η
μυκηναϊκή κατάκτηση της Κρήτης έχει αφήσει τα ίχνη του στη σύγχρονη τέχνη,
αλλά και μήπως έγινε ένα από τα αγαπημένα εικονογραφικά θέματα των νικητών, χαρακτηρίζοντας, έστω και με τη μορφή μονομαχιών ή συμβολικών σκηνών
μάχης, προσωπικά αντικείμενα άσκησης εξουσίας της μυκηναϊκής στρατιωτικής
αριστοκρατίας, όπως είναι οι σφραγίδες-δακτυλίδια.

Ελένη Γεωργουλάκη
Η αμφισημία των κινητών ευρημάτων στα ταφικά σύνολα της μινωικής Κρήτης. Ερμηνευτική προσέγγιση

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

O αρχαιολόγος που ασχολείται με τα ταφικά έθιμα μιας προϊστορικής κοινωνίας
έρχεται αντιμέτωπος με διάφορα ερωτήματα: πώς προετοιμαζόταν ο ειδικός χώρος [τάφος] που δεχόταν το νεκρό σώμα, τι διαδικασία ακολουθείτο από τη στιγμή του θανάτου μέχρι την ώρα της ταφής, το είδος και η ποιότητα των κτερισμάτων
που συνόδευαν το νεκρό στην τελευταία του κατοικία. Στην πραγματικότητα ο
όρος «ταφικά έθιμα» είναι πολυσήμαντος· σχετίζεται με το οικονομικό επίπεδο
και την τεχνογνωσία ενός λαού, όπως αυτά αποτυπώνονται στην ταφική αρχιτεκτονική και τα κτερίσματα, αλλά και με τις θρησκευτικές αντιλήψεις του για
τον θάνατο, τη σχέση των επιγόνων με τους νεκρούς. Tο πιο δύσκολο για τον αρχαιολόγο είναι, με βάση τα υλικά κατάλοιπα, να μπορέσει να υπεισέλθει, κατά το
δυνατόν, στον συμβολισμό των ταφικών εθίμων.
Πιο συγκεκριμένα, οι δυσκολίες στην ερμηνεία των κινητών ευρημάτων που
ήρθαν στο φως σε ταφικά σύνολα της προανακτορικής και παλαιοανακτορικής
Κρήτης είναι πολλές. Στην παρούσα ανακοίνωση προσπαθούμε να θέσουμε τα
κινητά ευρήματα σε ταφικά σύνολα στη σωστή τους βάση. Εξετάζουμε με προσοχή τα συνευρήματα και το κατά πόσο κάποιες κατηγορίες ευρημάτων ήλθαν
στο φως σε συνάφεια με πρωτογενείς ταφές. Μελετώντας το σύνολο των ευρημάτων στα ταφικά σύνολα τα κατηγοριοποιήσαμε σε δύο ομάδες: αυτά που συνόδευαν το νεκρό κατά τον ενταφιασμό και αποτελούσαν προσωπικά του είδη
που τα κατείχε όταν ήταν εν ζωή και εκείνα που άφησαν οι επίγονοι.
Τα πήλινα και λίθινα αγγεία ήταν τα πιο συνήθη κτερίσματα στους τάφους.
Τα πήλινα αγγεία ομοιάζουν με τα αντίστοιχα που βρέθηκαν σε οικισμούς. Με
βάση τα συνευρήματα, δεν μπορούμε να συνδέσουμε κάποιο τύπο αγγείου με συγκεκριμένο τύπο τάφου ή ταφής. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι αντικείμενα καθημερινής χρήσης που είχαν χρησιμοποιηθεί από τον νεκρό στην επίγεια ζωή του,
10

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

τον συνόδευαν και στον τάφο. Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι τα συγκεκριμένα αγγεία κατασκευάζονταν ειδικά για ταφική χρήση. Η ποικιλία και η ποιότητα των
αγγείων θα ήταν αποτέλεσμα του κατά πόσον ο κάθε νεκρός, στην επίγεια ύπαρξή του, είχε πρόσβαση σε συγκεκριμένα αντικείμενα.
Από την άλλη πλευρά, χαρακτηριστική είναι και η απόθεση αγγείων σε ειδικούς χώρους ενός τάφου ή νεκροταφείου ή η ανεύρεσή τους σε συνάρτηση με
πρωτογενείς ταφές που χαρακτηρίζονται από φανερή έλλειψη άλλων συνοδευτικών αντικειμένων. Τα συγκεκριμένα αγγεία δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν συνοδευτικά του νεκρού, αλλά μάλλον θα είχαν χρησιμοποιηθεί από τους
επιγόνους στη διάρκεια κάποιας ταφικής τελετουργίας. Η συντριπτική πλειοψηφία
των ανωτέρω αγγείων ήταν πρόχοι και κύπελλα, κατάλληλα να περιέχουν κάποιο
υγρό. Κατά τα άλλα, η τυπολογία τους ποικίλλει, άλλοτε πρόκειται για κοινά χρηστικά αγγεία και άλλοτε για χαρακτηριστικούς τύπους, ενδεικτικούς κάποιας τελετουργίας, όπως μικκύλλα αγγεία και άωτα κωνικά κύπελλα.
Εν κατακλείδι, είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι στην μινωική Κρήτη, αγγεία ποικίλης τυπολογίας μετατρέπονταν από χρηστικά σε τελετουργικά και χρησιμοποιούνταν για την πραγματοποίηση τελετής, με την οποία οι επίγονοι τιμούσαν
τους νεκρούς.

Καλλίτσα Γιαννοπούλου Τσιάκα
Η ταύτιση της θρησκείας και της γλώσσας της μινωικής Κρήτης με την αρχαία
Ελλάδα

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
10

Οι ποικίλες θρησκευτικές επαφές μεταξύ της μινωικής Κρήτης και της ηπειρωτικής Ελλάδας ιδίως των Μυκηνών ανάγονται στην εποχή των κάθετων λακκοειδών χρυσοφόρων τάφων των Μυκηνών (1ος αι. π.Χ., ανασκαφές Σλήμαν).
Οι πολιτιστικές αυτές επαφές νοούνται σαφώς ως επιδράσεις από τη μινωική Κρήτη προς την αναπτυσσόμενη νέα ελληνική δύναμη, που διέθετε μεγάλες ποσότητες χρυσού ιδίως από την Αίγυπτο.
Οι επιδράσεις που σημειώθηκαν σε όλη την έκταση του μυκηναϊκού κόσμου
ήταν σε έξαρση κατά τη μέση Υστεροελλαδικη εποχή (1ος αι. π.Χ.), οπότε ήταν
ιδιαιτέρως σημαντική και η μετάδοση διαφόρων θρησκευτικών στοιχείων, ιδεών,
δοξασιών από τον μινωικό κόσμο. Η διαπίστωση αυτή αντικατοπτρίζεται σε όλους
τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας, ιδίως στο θεματολόγιο των σφραγιδόλιθων και των χρυσών δακτυλίων, που άπαντες υποδηλώνουν ότι ανήκουν
τεχνοκρατικώς στον Μινωικό πολιτισμό.
Οι Μυκηναίοι δεν είχαν σοβαρό υπόβαθρο στη λατρεία και θρησκεία και εδέχοντο επιδράσεις από άλλους λαούς. Οι επιδράσεις της μινωικής Κρήτης εντάσσονται σε δυο διακεκριμένα χρονολογικά πλαίσια πολιτισμού. Η πρώτη περίοδος του ταφικού πολιτισμού περιλαμβάνει την πρώιμο Μυκηναϊκή εποχή. Η δεύτερη περίοδος αντιπροσωπεύει την εποχή των οργανωμένων ανακτόρων κατά

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

τα πρότυπα των μινωικών καθ’ όλη τη διάρκεια του 14ου και 13ου αι. π.Χ., οπότε και διάφοροι ιεροί χώροι αναπτύχθηκαν στο χώρο της μυκηναϊκής ηπειρωτικής Ελλάδας.
Σχετικά με το αλφάβητο της μινωικής και μυκηναϊκής γραμμικής γραφής Α
και Β, από την ανεύρεση πανάρχαιων ενεπίγραφων πινακίδων στις ανασκαφές
της Κρήτης και άλλων περιοχών της Ελλάδας επί των οποίων υπάρχουν σημεία
προϊστορικής ελληνικής γραφής που είναι πανομοιότυπα προς τα γράμματα των
αλφαβήτων της κλασικής Ελλάδας καταφαίνεται ότι η βάση του φοινικικού και
του ελληνικού αλφαβήτου, είναι η κρητική γραφή.

Κρίστη Δαμηλάτη, Ειρήνη Γαλλή
Ο θολωτός τάφος στο Κράσι, «... ένα απροσδόκητον novum»
Ο θολωτός τάφος στο Κράσι, από τα τέλη της δεκαετίας του 120 που τον ανέσκαψε και δημοσίευσε ο Σ. Μαρινάτος, εμφανίζεται στην αρχαιολογική βιβλιογραφία ως μια παραδοξότητα. Πράγματι, ενώ τυπολογικά εντάσσεται στην ομάδα των θολωτών τάφων της Μεσαράς, γεωγραφικά γειτνιάζει με τη βόρεια ακτή,
η οποία θεωρείται ότι αντανακλά επιρροές μιας διαφορετικής πολιτιστικής παράδοσης. Τα πρόσφατα αρχαιολογικά ευρήματα και οι νέες προσεγγίσεις στην
έρευνα της οργάνωσης των πρωτομινωικών κοινοτήτων, θεωρούμε ότι καθιστούν
επίκαιρη την παρούσα συζήτηση των πρώτων αποτελεσμάτων της επαναδιαπραγμάτευσης του υλικού από τον τάφο.

Νώτα Δημοπούλου

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

Εικόνες στο χρυσό: Σφραγιστικά δακτυλίδια, σφραγίδες και περίαπτο από τον
Πόρο Ηρακλείου
Από τις σειρές πολυάριθμων σφραγίδων και κοσμημάτων διαφόρων τύπων από
ποικίλες ύλες που βρέθηκαν στις ανασκαφές του επινείου της Κνωσού στον Πόρο
ξεχωρίζουν τέσσερα χρυσά σφραγιστικά δακτυλίδια, δυο χρυσές σφραγίδες και
ένα ιδιότυπο χρυσό σφραγιστικό περίαπτο –ευρήματα όλα από τους μεγάλους
λαξευτούς τάφους του νεοανακτορικού (ΜΜ ΙΙΙ-ΥΜ Ι) νεκροταφείου. Η έντονη εργαστηριακή δραστηριότητα στον Πόρο, και μάλιστα η οργανωμένη λειτουργία
εργαστηρίων κοσμηματοτεχνίας, σφραγιδογλυφίας, μικροτεχνίας και μεταλλοτεχνίας, υποδηλώνει ότι τα χρυσά δακτυλίδια και οι σφραγίδες παράγονταν τοπικά από ειδικευμένους τεχνίτες.
Εδώ, εξετάζονται ζητήματα εικονογραφίας, θεματικών κύκλων και ερμηνείας των παραστάσεων, καθώς και τεχνοτροπίας, τεχνικής κατασκευής και χρονολόγησης. Σε σχέση με ορισμένες ιδιαίτερες όψεις της ταφικής πρακτικής, σχολιάζεται
10

11
o

επίσης η συμβολική σημασία αυτών των αντικειμένων πολυτελείας ως μέσων προβολής της κοινωνικής διαφοροποίησης από άτομα υψηλής τάξης στον Πόρο.

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

Παρασκευή Δροσινού, Κατερίνα Κόπακα
Γαυδοπούλα. Μια πολιτισμική περιήγηση στη «Μικρή Γαύδο»
Η Γαυδοπούλα δεν έχει ακόμη απασχολήσει επαρκώς την αρχαιολογική έρευνα.
Στη νοτιοδυτική θαλάσσια περιφέρεια της Κρήτης, στο Λιβυκό Πέλαγος, είναι
η μικρότερη στο ζεύγος της με τη Γαύδο. Με το γειτονικό της αυτό «μεγαλονήσι» συνδηλώνεται και συνεξετάζεται –συνήθως ανισότιμα– σε γραπτές πηγές και
σε προφορικές μαρτυρίες. Από εκείνο αντλεί, επίσης, τα ονόματά της, όπως τα
υποκοριστικά Γαυδοπούλα και Γαυδόπουλο και το περιφραστικό Μικρή Γαύδος.
Στην ανακοίνωση επιχειρείται μια πρώτη προσέγγιση της Γαυδοπούλας στη μακρά διάρκεια, μέσα από διαθέσιμα αρχαιολογικά, χαρτογραφικά, περιβαλλοντικά και
άλλα δεδομένα. Η παρουσίαση δεν είναι εξαντλητική· συνιστά μόνο ένα ξεκίνημα
της συζήτησης για την ιστορική «ορατότητα» της νησίδας, με στόχο την καταρχήν
εγγραφή της στον πολιτισμικό χάρτη της Κρήτης, του Αιγαίου και της Μεσογείου,
και, συγχρόνως, τη δημοσιοποίηση της πρόσφατης κήρυξής της από το ΥΠΠΟΤ.

Φλάβιο Ζανόν
«Κλίμακες σχεδιασμού» στα περιφερειακά μνημεία του αρχαιολογικού χώρου
της Κνωσού

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
10

Αναφερόμαστε στο θέμα της όσμωσης μεταξύ των μικρών μινωικών ευρημάτων
με τα «ανακτορικά» δομικά επιτεύγματα της ανακατασκευής του Evans στον αρχαιολογικό χώρο της Κνωσού. Πιο αναλυτικά, στον εντοπισμό της μεγεθυντικής
διαδικασίας κάποιων λεπτομερειών από τις αρχαιότητες, στην πραγματική κλίμακα της αναδόμησης πάνω στα ερείπια. Ουσιαστικά, σε αυτές τις αρχαιολογικές δραστηριότητες συντήρησης και αποκατάστασης, το μέγεθος καθαυτό είναι
αμελητέο. Αναφερόμαστε στη σχέση μεταξύ του πραγματικού και του υπό κλίμακα σχεδιασμού ενός κτιρίου ή τοιχογραφίας, για παράδειγμα, όπως συμβαίνει
αντίστοιχα στην αρχιτεκτονική ή στα έργα τέχνης. Για αυτό, ο ρόλος των τεσσάρων
αρχιτεκτόνων συνεργατών του Α. Evans είναι βασικός σε αυτή τη διαδικασία. Μελετάται η κλίμακα των ευρημάτων σε σχέση με εκείνη του ανακτόρου και η κλίμακά του σε σχέση με τα περιφερειακά του μινωικά μνημεία.
Όπως τα μικρά ευρήματα έπαιξαν ένα «δημιουργικό» ρόλο στα περισσότερο
από είκοσι στρέμματα ερειπωμένου, βουβού και χαοτικού αρχαιολογικού χώρου,
έτσι και το ίδιο το αναστυλωμένο «Ανάκτορο» θα δράσει στη σύλληψη της αποκατάστασης και ανακατασκευής του «Καραβάν Σεράι» και του «Τάφου Ιερού».

11

Nικόλαος Zαρίφης

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

Eνδείξεις για την ύπαρξη κεντρικής υπόστυλης αίθουσας στο πρώτο παλαιοανακτορικό Συγκρότημα V του Iερού της Σύμης Bιάννου
Στις αρχές της Παλαιοανακτορικής περιόδου, στο χώρο του Iερού της Σύμης οικοδομήθηκε ένα σημαντικό κτιριακό συγκρότημα, στο οποίο οι ανασκαφείς έδωσαν την ονομασία «Kτίριο V». H ποιότητα της κατασκευής και οι επιμέρους οικοδομικές λεπτομέρειες χρονολογούν το «Kτίριο V» σε εποχή λίγο μεταγενέστερη
της ανέγερσης των πρώτων ανακτόρων.
H μελέτη των ελαχίστων κατά χώρα σωζόμενων λειψάνων του συγκροτήματος
καθώς και των αρχιτεκτονικών του μελών, τα οποία βρέθηκαν εντοιχισμένα σε δεύτερη χρήση στο μεταγενέστερο παλαιοανακτορικό συγκρότημα «U, μας διαφωτίζουν
εν μέρει ως προς τη διάταξη των εσωτερικών χώρων του οικοδομήματος. Mεταξύ
των σωζόμενων αυτών αρχιτεκτονικών μελών, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν
τα θραύσματα από οφείτη που ανήκαν σε τουλάχιστον δέκα βάσεις κιόνων.
H εξαιρετική ομοιότητα των γεωμετρικών χαρακτηριστικών (διάμετρος και
αντίστροφη μείωση) και του τρόπου επεξεργασίας των βάσεων, στις οποίες ανήκαν τα ανωτέρω θραύσματα, υποδηλώνει την τοποθέτηση των κιόνων σε κοινό
χώρο, ο οποίος πιθανόν να αντιστοιχούσε σε μεγάλη κεντρική υπόστυλη αίθουσα. Στην υπόθεση αυτή συνηγορούν η διασπορά των θραυσμάτων, όπως αυτά βρέθηκαν κατά την ανασκαφική διερεύνηση του χώρου, καθώς και η απουσία λειψάνων
εσωτερικών διαχωριστικών τοίχων στον κεντρικό τομέα του οικοδομήματος.

Μιχάλης Ζωιτόπουλος

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

Το ανάκτορο και ο μινωικός οικισμός της Κάτω Ζάκρου μετά την καταστροφή στο τέλος της Νεοανακτορικής περιόδου
Η τρομερή καταστροφή που έπληξε το ανάκτορο και τον οικισμό της Ζάκρου στο
τέλος της Νεοανακτορικής περιόδου «σφράγισε» στο χώμα χιλιάδες αρχαία αντικείμενα, μεταξύ των οποίων μερικά από τα κορυφαία δημιουργήματα της μινωικής τέχνης.
Ο Νικόλαος Πλάτων, από τα πρώτα χρόνια των ανασκαφών, διέγνωσε μια
φάση επανεγκατάστασης στο χαμηλό λόφο που απλώνεται ΝΔ του ανακτόρου
(«Λόφος Αγίου Αντωνίου»), που κατ’ αυτόν περιοριζόταν μόνο σε κάποια δωμάτια
των Κτηρίων Α, Β, Δ και Ε. Θεώρησε τη μερική αυτή επανακατάληψη μικρής διάρκειας, τοποθετώντας την, με όρους σχετικής χρονολόγησης, αποκλειστικά στην
ώριμη ΥΜ ΙΙΙΑ2 κεραμεική φάση.
Η λεπτομερής καταγραφή, συμπληρωματική συντήρηση και προκαταρκτική
μελέτη των χιλιάδων κεραμεικών ομάδων από τα διάφορα κτήρια του οικισμού
και το ανάκτορο ξεκίνησαν, με το πέρας των ανασκαφών, το 10. Στο πλαίσιο της
10

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

μελέτης αυτής, και ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, κατέστη φανερό ότι η φάση επανακατοίκησης του οικισμού της Ζάκρου κατά την Τελική ανακτορική περίοδο (ή Μετανακτορική περίοδο για την ανατολική Κρήτη, καθώς κανένα από τα ανακτορικά κέντρα της περιοχής δεν λειτουργεί μετά το τέλος της
ΥΜ ΙΒ φάσης) ήταν πολύ πιο εκτεταμένη από ό,τι αρχικά πιστευόταν.
Από τοπογραφικής άποψης, είναι δυνατόν, πλέον, να υποστηριχθεί σημαντικής
έκτασης ανακατάληψη και στο λόφο ΒΔ του ανακτόρου, αφού, για παράδειγμα,
το Κτήριο Ν περιλαμβάνει πολυάριθμα ευρήματα της ΥΜ ΙΙΙΑ φάσης. Λιγότερη μετανακτορική κεραμεική προέρχεται από τα κτήρια που εντόπισε αρχικά ο
D. Hogarth, επίσης στο ΒΔ λόφο. Μεμονωμένα ευρήματα, ωστόσο, εντοπίζονται
σε πολλά ακόμα κτήρια του οικισμού, γεγονός που υποδηλώνει την επαναχρησιμοποίηση κάποιων, τουλάχιστον, δωματίων ή χώρων.
Εξίσου σημαντικά είναι τα συμπεράσματα που αφορούν στη χρονική διάρκεια της εν λόγω φάσης. Είμαστε πλέον σε θέση να γνωρίζουμε ότι η επανεγκατάσταση δεν περιορίζεται αποκλειστικά στην ΥΜ ΙΙΙΑ2 περίοδο. Πρόσφατα, εντοπίστηκαν και συντηρήθηκαν δύο εφυραϊκές κύλικες προερχόμενες από
το ΝΔ λόφο, με σχεδόν ακριβή παράλληλα από την Ανεξερεύνητη Έπαυλη της
Κνωσού. Τα σπάνια αυτά, για την ανατολική Κρήτη, ευρήματα, σε συνδυασμό με
την αύξηση του αριθμού των μετανακτορικών αγγείων από τη Ζάκρο κάνουν πιθανή την ύπαρξη μιας πρώιμης φάσης επανακατοίκησης, η οποία έχει, τα τελευταία χρόνια, επισημανθεί και σε κάποιες ακόμα ανατολικοκρητικές θέσεις, όπως
το Παλαίκαστρο και ο Μόχλος.

Θεοτόκης Θεοδούλου
Η ενάλια αρχαιολογική έρευνα στην Κρήτη μέχρι σήμερα και οι προοπτικές της

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
110

Η ανακοίνωση συγκεντρώνει τη βιβλιογραφία για τη μέχρι σήμερα ενάλια αρχαιολογική έρευνα στην Κρήτη, παρουσιάζοντας επί χάρτου τις θέσεις και τα συμπεράσματα ώστε να προκύψει η γενική εικόνα για τη σχετική γνώση.
Συγχρόνως, η πρόσφατη ενεργοποίηση του Γραφείου Εναλίων Αρχαιοτήτων
Κρήτης (Σεπτ. 2010), το οποίο προβλεπόταν στον Οργανισμό του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού, δημιουργεί μια νέα δυναμική στο χώρο η οποία αφορά, πέραν της καταγραφής της υπάρχουσας κατάστασης, και την ανάπτυξη νέων δράσεων στον τομέα της υποβρύχιας έρευνας στις ακτές και τα πελάγη του νησιού. Συνεπώς, η ανακοίνωση θα συμπεριλάβει το σχέδιο δράσης του φορέα και τα έως το
Κρητολογικό Συνέδριο αποτελέσματα της έρευνας που θα έχει πραγματοποιηθεί.

11

Βαλασία Ισαακίδου, Αντώνης Βασιλάκης

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

Κτηνοτροφία και κατανάλωση ζώων στην ΠΜ Τρυπητή: Στοιχεία από τη ζωοαρχαιολογική μελέτη
Σκοπός της ανακοίνωσης είναι να τονίσει τις δυνατότητες που παρέχει το σύνολο
οστών ζώων που συλλέχθηκε στα πλαίσια της συστηματικής ανασκαφής του πρωτομινωικού οικισμού στην Τρυπητή, στη διερεύνηση του χαρακτήρα της εκμετάλλευσης και, κατά συνέπεια, του ρόλου των ζώων στην κοινωνία και οικονομία αυτής της μάλλον άγνωστης μέχρι τώρα γωνιάς της προϊστορικής Κρήτης.
Παρά τις σημαντικές καταστροφές από λαθρανασκαφές, ένα στατιστικά χρήσιμο σύνολο (περίπου 00 καταγεγραμμένα οστά – ολόκληρα και θραύσματα), σημαντικά μεγαλύτερο από άλλα ΠΜ σύνολα (π.χ. Μύρτος-Φούρνου Κορυφή, Σεντόνι Ζωνιανών, Ντέμπλα), αποκαλύπτει ομοιότητες αλλά και σημαντικές διαφορές
με πρακτικές σε άλλες κλιματικές ζώνες του νησιού (π.χ. Βορειοκεντρική και Βορειοανατολική Κρήτη). Πιο συγκεκριμένα, παρότι όλα τα συνηθισμένα κατοικίδια
(αγελάδες, γουρούνια, πρόβατα και κατσίκια) απαντούν στην Τρυπητή, οι αναλογίες
τους είναι σημαντικά διαφορετικές από αυτές άλλων πρωτομινωικών συνόλων. Στην
Τρυπητή τα αιγοπρόβατα αποτελούν το % των καταναλωθέντων κατοικίδιων,
ενώ η αναλογία κατσικιών-προβάτων είναι 1,:1. Προς το παρόν, η διαφορά μπορεί να αποδοθεί στη γεωμορφολογία, το ξηρότερο κλίμα της περιοχής και, κατά
συνέπεια, τη δεσπόζουσα βλάστηση, που θα ευνοούσε περισσότερο την εκτροφή
κατσικιών. Ενδιαφέρουσα είναι και η σχεδόν παντελής έλλειψη αγελάδων (0,1%)
από την οποία ίσως μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η καλλιέργεια (δηλ. το σκάψιμο των χωραφιών) γινόταν ως επί το πλείστον χειρωνακτικά, μία συνήθης πρακτική στο πρόσφατο παρελθόν στις πιο άγονες και βραχώδεις περιοχές της Κρήτης και άλλων περιοχών του νότιου Αιγαίου, που μαρτυρείται τόσο στη γραπτή και
προφορική εθνογραφική παράδοση όσο και στα χρονικά ξένων περιηγητών.
Συμπεράσματα για τις μεθόδους τεμαχισμού και τις μαγειρικές πρακτικές είναι δυσκολότερο να εξαχθούν, κυρίως λόγω της παρουσίας ιζημάτων που δυσχεραίνουν την παρατήρηση ιχνών κοπής. Είναι αξιοσημείωτο ωστόσο, ότι όπου
ήταν δυνατόν να παρατηρηθούν, η μορφολογία των ιχνών μαρτυρεί τη χρήση μεταλλικών εργαλείων. Έτσι ενισχύεται η παρατήρηση και από άλλες θέσεις (π.χ.,
Κνωσό, Κεφάλα Πετρά), ότι ήδη από την ΠΜ περίοδο η χρήση μεταλλικών μαχαιριών ήταν διαδεδομένη, παρά την συνεχιζόμενη παραγωγή λεπίδων οψιανού,
των οποίων η χρήση μάλλον εξειδικεύεται από την περίοδο αυτή, όπως φαίνεται και από την παρουσία τους σε ταφικά σύνολα.

A1
111

11

Ελισάβετ Μ. Καβουλάκη

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

Το ανάκτορο της Κνωσού μετά τον Arthur Evans. Συμβολή στην ιστορία της
αναστήλωσης-αποκατάστασής του
Στο ανάκτορο της Κνωσού δεσπόζουν σήμερα οι ευρείας κλίμακας αναστηλώσεις του ανασκαφέα του Α. Εvans, δίδοντας στον επισκέπτη την εικόνα του μνημείου, όπως πιθανόν αυτή είχε διαμορφωθεί πριν την καταστροφή του. Ωστόσο,
δεν είναι πάντοτε σαφή τα αρχαιολογικά στοιχεία, στα οποία στηρίχθηκε η συγκεκριμένη αναστήλωση, ενώ σε πολλές περιπτώσεις δεν ξεχωρίζουν τα αρχαία
κατάλοιπα από τις ίδιες τις επεμβάσεις. Άξιο παρατήρησης είναι το γεγονός ότι
οι αποκαταστάσεις, οι οποίες συχνά είναι καθοριστικές για την εικόνα του ανακτόρου όπως αυτή διαμορφώνεται σήμερα, δεν έγιναν μόνο κατά τη διάρκεια των
εργασιών αναστήλωσης του Α. Εvans.
Στη συγκεκριμένη ανακοίνωση θα γίνει προσπάθεια να αναγνωριστούν, να διαφοροποιηθούν και να τεκμηριωθούν οι επεμβάσεις, που έγιναν σε συγκεκριμένους
χώρους του μνημείου, ειδικά κατά τη δεκαετία του 10. Οι πληροφορίες που θα
προκύψουν θα συμβάλουν στη διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης εικόνας των διαφορετικών φάσεων αναστήλωσης-αποκατάστασης του ανακτόρου της Κνωσού.

Αθανασία Κάντα, Καλλιόπη Ε. Γκαλανάκη
Στοιχεία μινωικής μνημειακής τοπογραφίας από τον Άη-Γιάννη Καπετανιανών
του Δήμου Κόφινα

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
112

Ο Άη Γιάννης, στα νότια παράλια του νομού Ηρακλείου, αποτελεί φυσικό λιμάνι προς το Λιβυκό Πέλαγος και οριοθετείται από δύο ρέματα (Ελιγιάς-Βόλακας)
και δύο χερσονήσους ανατολικά και δυτικά (Πόντα, Πλάκα). Στην ανατολική μεγαλύτερη χερσόνησο, τη λεγόμενη Πόντα, στη συνεχιζόμενη σωστική ανασκαφή της ΚΓ΄ ΕΠΚΑ αποκαλύπτεται τμήμα οικιστικής εγκατάστασης μινωικών χρόνων. Διάσπαρτες οικιστικές θέσεις, μινωικών επίσης χρόνων εντοπίζονται ανατολικά και βόρεια της χερσονήσου της Πόντας.
Στη δυτική μικρότερη χερσόνησο, τη λεγόμενη Πλάκα, εντοπίστηκε δεύτερη εκτεταμένη οικιστική και λιμενική εγκατάσταση των μινωικών χρόνων,
η συνέχεια της οποίας είναι ορατή υποθαλάσσια. Αποσπασματικοί τοίχοι και κυκλοτερές οικοδόμημα αδιευκρίνιστης προς το παρόν χρονολόγησης εντοπίζονται
κατά μήκος του μικρότερου ρέματος (Βόλακας) που ορίζει την προαναφερθείσα εγκατάσταση στην Πλάκα από τα δυτικά.
Ανατολικά της περιοχής του βυζαντινού μοναστηριού του Άη-Γιάννη, στη
θέση Πευκόλακκος, εντοπίστηκε τέταρτη οικιστική εγκατάσταση μινωικών χρόνων.

11

Αγγελική Καραγιάννη

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

Χρονικές διαιρέσεις και οργάνωση στις πινακίδες της Γραμμικής Β από την Κνωσό και την Πύλο
Το ζήτημα του «χρόνου» έχει απασχολήσει, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, μια εκτενή βιβλιογραφία και έχει αναδειχτεί ως αυτούσιο θέμα έρευνας σε πολλές ανθρωπολογικές, κοινωνιολογικές και εθνογραφικές μελέτες. Και στην Αρχαιολογία, όλο και περισσότερο αναγνωρίζονται οι θετικές προεκτάσεις μιας τέτοιας έρευνας, τόσο για τη μεθοδολογία της ίδιας της επιστήμης, όσο και για τα αποτελέσματα της θεωρίας και ερμηνείας. Όπως συχνά τονίζεται, η Αρχαιολογία έχει το
πλεονέκτημα να μελετά στις μακροπρόθεσμες διαδικασίες και να αναλύει τις ανθρώπινες δραστηριότητες και τα αθροιστικά τους αποτελέσματα μέσα από τα υλικά τους κατάλοιπα σε μια χρονικά εκτεταμένη «μακροκλίμακα». Ωστόσο, πρόσφατα, αρχαιολογικές εργασίες έχουν καταδείξει την δυνατότητα της Αρχαιολογίας
να διεισδύει και σε πιο βραχυπρόθεσμες διαδικασίες, να αναγνωρίζει δραστηριότητες μικρότερης χρονικής διάρκειας, ακόμα και ανθρώπινες βιογραφίες.
Οι πήλινες πινακίδες της Γραμμικής Β, οι οποίες αποτελούσαν το εργαλείο
της μυκηναϊκής γραφειοκρατίας κατά την τελευταία φάση της ΥΕΧ (περ. 14001200 π.Χ.) προσφέρουν μια τέτοια δυνατότητα: αποδίδουν τη ‘σύντομη καθημερινότητα’ των ανακτορικών κέντρων και (ως ένα σημείο) των εξαρτημένων απά
αυτά ατόμων, κοινωνικών ομάδων, και κοινοτήτων. Στα κείμενα της Γραμμικής
Β καταγράφονται τα καθημερινά και εποχικά ενδιαφέροντα της ανακτορικής διοίκησης, η οποία οργάνωνε και κινητοποιούσε υλικούς και ιδεολογικούς ‘πόρους’
μέσω του συντονισμού ποικίλων χρονικά λειτουργιών (π.χ. γεωργία, βιοτεχνίες,
θρησκεία, κτλ.) για τη συντήρηση και στήριξη του πολιτικού και οικονομικού συστήματος των ανακτορικών κέντρων. Κι ενώ όλες εκείνες οι παραγωγικές δραστηριότητες και οικονομικές συναλλαγές που καταγράφονται στα πήλινα έγγραφα
προφανώς υπόκειντο σε μια χρονική ακολουθία, ή ακόμα συντελούνταν σε συγκεκριμένες εποχές ή περιόδους του έτους, και ενώ είναι σαφές ότι υπήρχε ήδη
ένα σύστημα διαιρέσεως του χρόνου σε μονάδες (έτος, μήνας), παρά ταύτα, οι
αναφορές σε αυτές τις συγκεκριμένες χρονικές διαιρέσεις είναι μάλλον περιστασιακές ή ακόμα και κατ’ εξαίρεση. Από ό,τι φαίνεται, συγκεκριμένοι χρονικοί προσδιορισμοί συνδέονται σχεδόν αποκλειστικά με τριών ειδών διοικητικά
έγγραφα (φορολογία, σιτηρέσια, θρησκεία), το καθένα από τα οποία μάλλον χρησιμοποιεί μια διαφορετική μονάδα χρονικής μέτρησης/διαίρεσης στην οργάνωση και καταγραφή των ανάλογων δραστηριοτήτων.
Η παρούσα ανακοίνωση, παίρνοντας ως βάση τα παραπάνω, θα εξετάσει τις
χρονικές διαιρέσεις που αναφέρονται στα κείμενα της Γραμμικής Β από την Κνωσό και την Πύλο, καθώς και τους λόγους για την επιλεκτική χρήση χρονικών αναφορών στη ανακτορική γραφειοκρατική διοίκηση.

113

11

Νεκτάριος Καραδήμας

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ

Ο Arthur Evans ἐπὶ τῷ ἔργῳ: Δημιουργώντας το τριμερές μινωικό χρονολογικό σύστημα (1894-1906)
Σκοπός της ανακοίνωσης είναι η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο ο Arthur
Evans συνέλαβε και δημιούργησε το τριμερές μινωικό χρονολογικό σύστημα για
την Εποχή του Χαλκού στην Κρήτη (Πρώιμη – Μέση – Ύστερη Μινωική Εποχή)
και το υπόλοιπο Αιγαίο. Θα εξεταστούν τα χρόνια από το 14, όταν δηλαδή ο
ίδιος επισκέφτηκε για πρώτη φορά την Κρήτη, έως το 10, όταν δημοσίευσε την
πραγματεία του Essai de classification des époques de la civilisation minoenne. Résumé
d’un discours fait au congrès d’archéologie à Athènes.
Το τριμερές μινωικό χρονολογικό σύστημα που πρότεινε ο Evans σε αυτήν
την πραγματεία έγινε ευρέως αποδεκτό από όλους τους αρχαιολόγους, και χρησιμοποιείται σχεδόν απαρέγκλιτα μέχρι σήμερα. Εκείνο όμως που καταπλήσσει
είναι ότι σε αυτήν τη βραχεία πραγματεία του, που δεν ξεπερνά σε έκταση τις 11
σελίδες, παρουσίασε στην πραγματικότητα μόνο τα συμπεράσματα της έρευνάς
του, χωρίς να φανερώσει τον τρόπο, τον μηχανισμό μέσα από τον οποίο οδηγήθηκε στη χρονολογική αυτή κατασκευή. Ακόμα και αργότερα, με το magnus opus
του The Palace of Minos, ο Evans δεν εξήγησε ποτέ ικανοποιητικά πώς κατέληξε σε αυτή την τριμερή διαίρεση, ποιες επιρροές δέχτηκε, ούτε πώς συνέλαβε τη
σχετική ορολογία.
Η παρούσα μελέτη επιχειρεί να καταγράψει τη σκέψη του Evans και την εξέλιξή της στη δεκαετία 14-10, και να δείξει ποια θεωρητικά πρότυπα της εποχής τον επηρέασαν, και πώς ο ίδιος τα επεξεργάστηκε και τα προσάρμοσε αναλόγως στις αρχαιολογικές του προτάσεις. Με αυτόν τον τρόπο, θα μπορέσουμε
να γνωρίσουμε καλύτερα τον μεγάλο Βρετανό πρωτεργάτη αρχαιολόγο, αλλά και
να κατανοήσουμε πώς ο ίδιος δημιούργησε το τριμερές μινωικό χρονολογικό σύστημα. Σημαντική σε αυτήν την προσπάθεια είναι η συμβολή των αδημοσίευτων,
πρωτολειακών χειρογράφων του αρχείου του, που φυλάσσεται στο Ashmolean
Museum (Evans Αrchive).

ABSTRACTS
Ευθυμία Καράντζαλη
« ...δύναμις ‘υψίστου’ επισκιάσει σοι»: Η σημασία των ευρημάτων ενός τάφου
του πρώιμου 14ου αι. π.Χ. στα Περβόλια Μαλίων

A1
114

Τα ευρήματα ενός τάφου που ερευνήθηκε το 14 από το Νικόλαο Πλάτωνα στα
Περβόλια Μαλίων θα παρουσιαστούν στην ανακοίνωση αυτή. Θα σχολιαστούν
τα αγγεία, τα οποία παρουσιάζουν ενδιαφέρον λόγω της πρώιμης χρονολόγησής
τους. Το κάλυμμα μιας από τις λάρνακες του τάφου κοσμείται στο άκρο της δοκού «δια ανθρώπινης κεφαλής», όπως παρατηρεί ο ανασκαφέας. Το εύρημα θα

11
o

σχολιαστεί, θα παρουσιαστεί σε σχέση με τυχόν άλλα παρόμοια παραδείγματα
και θα γίνει προσπάθεια ερμηνείας του.

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ

Άρτεμις Καρναβά
Νεοανακτορικά σφραγίσματα εγγράφων: Φύλαξη και αρχειοθέτηση
Μια χαρακτηριστική και σχετικά πολυπληθής κατηγορία πήλινων σφραγισμάτων
της Νεοανακτορικής περιόδου είναι τα σφραγίσματα εγγράφων (flat-based
nodules/document nodules/Päckchenplomben). Πρόκειται, κατά βάσιν, για μικρούς
σβώλους πηλού με ένα ή περισσότερα αποτυπώματα σφραγίδων. Οι σβώλοι αυτοί φέρουν επίσης το αποτύπωμα ενός σχετικά επίπεδου κομματιού δέρματος, διπλωμένου και τυλιγμένου με κλωστή, γύρω από το οποίο είχε εναποτεθεί ο πηλός. Η γράφουσα αποδέχεται την ερευνητική πρόταση ότι τα μικρά κομμάτια δέρματος παραπέμπουν σε περγαμηνή που έφερε γραπτά μηνύματα και, άρα, επρόκειτο για έγγραφα, αγνώστου βεβαίως περιεχομένου.
Σχετικά ευρήματα σφραγισμάτων έχουν συλλεχθεί από θέσεις της νεοανακτορικής Κρήτης (Ζάκρος, Γουρνιά, Μάλια, Κνωσός, Αγία Τριάδα, Σκλαβόκαμπος,
Χανιά), σε συνδυασμό συνήθως με άλλους τύπους σφραγισμάτων και, κατά κανόνα, ως τμήμα συνόλων που μπορούν να χαρακτηριστούν «αρχειακά». Το πιο
πρόσφατο σχετικό εύρημα αποτελεί ένα σύνολο σφραγισμάτων από τον οικισμό
του Ακρωτηρίου Θήρας.
Ενόψει της μελέτης και δημοσίευσης από τη γράφουσα του συνόλου των σφραγισμάτων του Ακρωτηρίου, έγινε αυτοψία των σχετικών ευρημάτων από όλες τις
προαναφερθείσες θέσεις της Κρήτης, που φυλάσσονται στα μουσεία του Ηρακλείου
και των Χανίων. Στο πλαίσιο της παρούσας εργασίας, αυτά θα περιγραφούν και
θα επιχειρηθεί να ερμηνευθούν οι ομοιότητες και οι διαφορές μεταξύ των αρχειακών εγγράφων των διαφόρων θέσεων της Κρήτης, καθώς και αυτών της Θήρας.

Ευθυμία Κατάκη, Αγγελική Τσίγκου

ABSTRACTS
Εμπορικοί αμφορείς στην Κυδωνία των κλασικών και ελληνιστικών χρόνων

A1

Σε σωστικές ανασκαφές των τελευταίων ετών στην πόλη των Χανίων, έχουν βρεθεί πολλοί ακέραιοι ή αποσπασματικοί οξυπύθμενοι αμφορείς, από διάφορες περιοχές
της Ελλάδας και με ποικίλες χρήσεις. Στην παρούσα ανακοίνωση θα γίνει μία ενδεικτική χρονολογική και χρηστική παρουσίασή τους, χρησιμοποιώντας τα ευρήματα από τις ανασκαφές τριών οικοπέδων στο ανατολικό και δυτικό τμήμα της πόλης (Εθνικό Στάδιο, Συνεταιριστική Τράπεζα Χανίων και οικ. Μιχελάκη-Κήλη).

11

11

Μαρία Κλάδου

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

Βοοειδή στην Κρήτη την Εποχή του Χαλκού. Οικονομικές και συμβολικές διαστάσεις
Από τα παλαιολιθικά σπήλαια της Νότιας Γαλλίας και της Κανταβρίας, έως νεολιθικούς οικισμούς όπως το Μουρεϋμπέτ στη Συρία και το Τσατάλ Χιουγιούκ
στην Ανατολία, αλλά και στην Αίγυπτο και στην Κρήτη της Εποχής του Χαλκού,
τα βοοειδή, άγρια και εξημερωμένα, είναι πανταχού παρόντα για τους ερευνητές: στα οστεολογικά ευρήματα –συνηθέστατα κατάλοιπα καθημερινών και τελετουργικών δράσεων– στην τέχνη, σε γραπτά τεκμήρια, σε μυθολογικές αφηγήσεις... Ο ταύρος είναι ένα από τα βασικά σημαίνοντα –ένα αληθινό «σήμα κατατεθέν»– του Μινωικού πολιτισμού: είτε πρόκειται για τον «αγριεμένο» ταύρο,
π.χ. των σκηνών ταυροκαθαψίων, είτε για τον «νηφάλιο» ταύρο, με το διαπεραστικό βλέμμα από ορεία κρύσταλλο και φίλντισι, από το Μικρό Ανάκτορο στην
Κνωσό, ή ακόμη και για τον θεϊκό ταύρο που ενώθηκε με την Πασιφάη στον μύθο,
και τον Μινώταυρο, τον μηξιγενή καρπό της αφύσικης αυτής ένωσης…
Ποικίλες υποθέσεις έχουν διατυπωθεί για τον ταύρο στις κρητικές αρχαιολογικές του συνάφειες, στη βάση κυρίως των πολλών και ποικίλων απεικονίσεών
του στην τέχνη: θεότητα, ιερό ή/και θυσιαστήριο ζώο, σύμβολο εξουσίας κ.ά. Τι
γνωρίζουμε, όμως, πραγματικά για τη φυσική παρουσία του ταύρου και εν γένει των βοοειδών στην Κρήτη της 3ης και της 2ης χιλιετίας π.Χ.; Στην ανακοίνωση παρουσιάζονται και συζητούνται, κατά το δυνατόν σφαιρικά και χωρίς πολλές ερμηνευτικές «προκαταλήψεις», ανασκαφικά και διεπιστημονικά δεδομένα
που απαντούν σε μια σειρά εναλλακτικών αρχικών ερωτημάτων και φωτίζουν
κάποιες οικονομικές και συμβολικές διαστάσεις των βοοειδών στην υπό μελέτη περιοχή και εποχή. Για τον σκοπό αυτό, συναξιολογούνται ενδείξεις από τα
πολυάριθμα ζωοαρχαιολογικά τεκμήρια, που έχουν ανοίξει νέους ορίζοντες στις
προσλήψεις μας για το θέμα, αλλά και συναφείς μαρτυρίες στις γραφές και στην
τέχνη.

Κατερίνα Κόπακα
Μικροί τόποι, σημαντικά ζητήματα πολιτισμού. Το αρχαιολογικό παράδειγμα
της Γαύδου

A1
11

Η Γαύδος είναι η πιο μακρινή και η πιο εκτεταμένη από τις περιοικίδες νήσους
της Κρήτης, η μόνη που κατοικείται στη σύγχρονη εποχή. Βρίσκεται στη μεθόριο του ελλαδικού και του ευρωπαϊκού χώρου με την Αφρική, έχει κομβική θέση,
και ορισμένα ιδιαίτερα προϊόντα – της ενδοχώρας, και της θάλασσάς της. Τα γνωρίσματα αυτά και, βέβαια, ο ίδιος ο νησιωτικός της χαρακτήρας δικαιολογούν,
εν μέρει, την αρχαιολογική εικόνα μιας σχετικής απομόνωσης, αλλά μαζί και μιας

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

εξωστρέφειας, μιας διαλεκτικής σχέσης της με τους (προ)ιστορικούς ορίζοντες
του κρητικού, του αιγαιακού, και του μεσογειακού χώρου.
Στην ανακοίνωση αναζητούνται στοιχεία ενός τέτοιου «διαλόγου», ο οποίος ξεκινά ηθελημένα από τη Γαύδο και τεκμηριώνεται από ευρήματα της εκεί επιφανειακής και ανασκαφικής έρευνας. Για να εμφανίσει υλικές, κοινωνικές και ιδεολογικές όψεις όχι μόνο της γαυδιώτικης «μικρής» πολιτισμικής παράδοσης αλλά
και της πιο «μεγάλης» εκείνης του ανθρωπογεωγραφικού της περίγυρου – καταρχήν της απέναντι Κρήτης.
Η προσέγγιση στηρίζεται στη θεωρητική πρόσληψη των μικρών τόπων, και
ιδιαίτερα ίσως των νησιωτικών, ως εν δυνάμει πυρηνικών οδηγών στη μελέτη σημαντικών ζητημάτων των ευρύτερων γεωπολιτικών τους συναρθρώσεων. Αφού,
στις περιορισμένες τους κλίμακες αποτυπώνουν και (αντι)κατοπτρίζουν «αποσπάσματα» μακρό-αφηγήσεων που είναι εναύσματα για μια ουσιαστική κατανόηση
και των πιο μεγάλων τόπων.

Δήμητρα Κρίγκα
Η Υστερομινωική Ι εισηγμένη κεραμεική στο Ακρωτήρι Θήρας και η Υστεροκυκλαδική Ι εισηγμένη κεραμεική στην Κρήτη κατά τη Νεοανακτορική περίοδο.
Νέα στοιχεία για τις περιοχές της Κρήτης με τις οποίες είχαν εμπορικές σχέσεις οι Θηραίοι

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

Η παράλια πόλη του Ακρωτηρίου Θήρας είναι γνωστό ότι ήκμασε κατά την ΥΚΙ
Περίοδο ως διεθνές κέντρο εμπορίου με σχέσεις με σχεδόν όλα τα τότε γνωστά
εμπορικά κέντρα της Ανατολικής Μεσογείου. Αυτό το νησιωτικό κέντρο έπαψε
να υπάρχει μετά την καταστρεπτική ηφαιστειακή έκρηξη που συνέβη κατά το τέλος της ΥΚΙ Περιόδου και επηρέασε τον ρυθμό της ζωής στο μεγαλύτερο μέρος
της Ανατολικής Μεσογείου.
Κατά τις πρόσφατες εκτεταμένες ανασκαφές για τη θεμελίωση των πεσσών
του νέου στεγάστρου του αρχαιολογικού χώρου του Ακρωτηρίου, ήρθε στο φως
μεγάλη ποσότητα εισηγμένης κεραμεικής, κυρίως από την Κρήτη. Η πλειονότητα
της εισηγμένης ΥΜ ΙΑ κεραμεικής προέρχεται από την ανατολική και λιγότερο
από την κεντρική Κρήτη και φαίνεται ότι τόσο τα σχήματα, όσο και τα διακοσμητικά
θέματα που επιλέγονται για τα αγγεία που εξάγονται στη Θήρα σπανίζουν στην
εγχώρια κρητική κεραμεική παραγωγή, που μένει στην Κρήτη και έχει εσωτερική κατανάλωση. Πρόκειται επομένως για αγγεία τα οποία φτιάχνονταν κατά παραγγελία στην Κρήτη, με σκοπό να εξαχθούν από το νησί και στην προκειμένη
περίπτωση να ταξιδέψουν για τη Θήρα. Τα εισηγμένα αγγεία από την Κρήτη στο
ΥΚ Ι Ακρωτήρι είναι κυρίως λεπτότεχνα και γραπτά (μόνωτα ημισφαιρκά κύπελλα,
κύπελλα keftiu, ωοειδή και κωνικά ρυτά, ευρύστομες πρόχοι με γεφυρωτή προχοή, αλλά και αμφορείς και πιθαμφορείς), ενώ τα ακόσμητα μικρά και μεγάλα αγγεία είναι κυρίως κωνικά κύπελλα, αμφορείς με ελλειψοειδές στόμιο, μεγάλες πρό11

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

χοι. Ταυτόχρονα, στο Ακρωτήρι συνεχίζεται η μίμηση των μινωικών κεραμεικών
τύπων και διακοσμητικών θεμάτων με μεγαλύτερη ή μικρότερη επιτυχία.
Από την άλλη πλευρά, οι Θηραίοι φαίνεται ότι δεν εξήγαν κεραμεική στην
Κρήτη, καθώς τα στοιχεία περί εισηγμένων θηραϊκών αγγείων προέρχονται από
ελάχιστες θέσεις της Νεοανακτορικής περιόδου.

Ευάγγελος Κυριακίδης
Το ιερό κορυφής Φιλιόρημος-Γωνιές
Η κεραμεική στο ιερό κορυφής Φιλιόρημος-Γωνιές είναι αποκαλυπτική και των
περιόδων χρήσης του χώρου, αλλά και της χρήσης του. Η περίληψη της μελέτης
της κεραμεικής θα διαφωτίσει όχι μόνο το υλικό του ίδιου του ιερού αλλά και άλλων ιερών κορυφής.

Ευάγγελος Κυριακίδης
Τα ιερά κορυφής και τα ειδικά σκεύη
Ένας νέος τύπος υλικού παρουσιάζεται στο ιερό κορυφής του Πύργου. Παρόλο
που τα αντικείμενα αυτά καθώς και η ποσότητά τους δεν έχουν απαντηθεί αλλού, πιστεύουμε ότι τα περισσότερα αν όχι όλα τα ιερά κορυφής θα πρέπει να είχαν τέτοια ευρήματα, τα οποία διαφωτίζουν τον ρόλο τους.

Ευάγγελος Κυριακίδης

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

Η έννοια της ιδιοκτησίας και η διοίκηση του μυκηναϊκού κράτους στην Πύλο
και την Κνωσό
Οι λεγόμενοι “collectors” εγείρουν (συγκεντρώνουν) πρόβατα στη μυκηναϊκή Κνωσό και την Πύλο. Βρίσκονται όμως και σε άλλους τομείς της οικονομίας. Πιστεύουμε
ότι τα συγκεκριμένα άτομα όχι μόνο ήταν μέλη της διοικούσας τάξης στα εν λόγω
κράτη, αλλά και είχαν δική τους περιουσία την οποία και διαχειρίζονταν.

Ελένη Κωνσταντινίδη-Συβρίδη
Η διασπορά της κρητικής χρυσοχοΐας στον μυκηναϊκό κόσμο
Η υπεροχή των μινωικών τεχνουργημάτων, ήδη από τα μέσα της 2ης χιλιετίας

11

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ

π.Χ. είναι αδιαμφισβήτητη, πιθανόν χάρη στη γεωγραφική θέση της Κρήτης που
της εξασφάλιζε ένα προβάδισμα ως προς τη γνώση νέων τεχνικών και τύπων. Οι
επιρροές που δέχτηκε κυρίως στη μικροτεχνία από τη Συροπαλαιστινιακή ακτή
αλλά και την Αίγυπτο είναι έκδηλες τόσο σε τύπους που αντέγραψε, όπως οι σφραγιδοκύλινδροι, όσο και σε τύπους που υιοθέτησε και εξέλιξε, όπως η διπλή κρικοειδής αλυσίδα. Από την εξέταση των ίδιων των κοσμημάτων είναι φανερό ότι
σε όλη τη διάρκεια της μυκηναϊκής ακμής, τα μεγάλα εργαστήρια χρυσοχοΐας που
τροφοδοτούν με αριστουργήματα την Ηπειρωτική Ελλάδα βρίσκονται στην Κρήτη, ενώ τα ανακτορικά εργαστήρια στις Μυκήνες και τη Θήβα πιθανόν ειδικεύονται μόνο στην κατεργασία ελεφαντόδοντου και γυαλιού.
Η κρητική προέλευση πολλών κοσμημάτων και άλλων πολύτιμων αντικειμένων από τους Ταφικούς Κύκλους των Μυκηνών και από μεγάλους θολωτούς
τάφους, όπως του Βαφειού Λακωνίας, αποτελεί κοινό τόπο για τους μελετητές
της εποχής. Αν και τα κρητικά κοσμήματα ξεχωρίζουν γενικά για την λεπτότητα και την επιμέλεια στις λεπτομέρειες, είναι γεγονός ότι στην κοσμηματική πολύ
δύσκολα μπορεί κάποιος να αποδώσει εργαστήριο, όπως συμβαίνει στην κεραμική ή σε άλλους τομείς της τέχνης. Αυτό συμβαίνει τόσο επειδή πολλές φορές
το κόσμημα αποτελεί κειμήλιο όσο και επειδή εύκολα αντιγράφεται με τη βοήθεια των κατάλληλων εργαλείων (χρήση μήτρας κ.ά.).
Παρόλα αυτά, σε κάποιους περίτεχνους τύπους με πολύ συγκεκριμένα στάδια κατεργασίας, όπως είναι οι χρυσές σφαιρικές χάντρες που διακοσμούνται με
κοκκίδωση, τα δακτυλίδια με περίκλειστη ένθεση, που κυριαρχούν τον 14ο αι.
π.Χ. σε θέσεις της Αργολίδας και της Μεσσηνίας, ή τα ελεφάντινα χτένια με επιμήκη λαβή που δεν επιβιώνουν μετά τον 14ο αι. π.Χ., είναι δυνατόν να αποδοθεί κρητική προέλευση. Το ίδιο συμβαίνει με τεχνικές κατασκευής όπως αυτή του
έκτυπου κοσμήματος που αποτελείται από δύο φύλλα χρυσού –το ένα επίπεδο, η οποία αρχικά απαντά στο περίφημο περίαπτο με τις μέλισσες από το Χρυσόλακκο των Μαλίων (1ος αι. π.Χ.) και αργότερα αποτυπώνεται στο κατεξοχήν
μυκηναϊκό κόσμημα, τη χρυσή ανάγλυφη χάντρα.

Vincenzo La Rosa

ABSTRACTS
ΥΜ ΙΙ βωμοί στην Αγία Τριάδα: Μια λατρεία αναγνώρισης κοινής ταυτότητας
των ερειπίων;

A1

Η επανανάγνωση και η λεπτομερής αποτύπωση, το 200, κάποιων κατασκευών
που είχε φέρει στο φως ο Halbherr το 104 και το 10 επέτρεψαν την ταύτιση,
στη ΝΔ γωνία της «Casa delle sfere fittili», ενός βαθμιδωτού βωμού του τύπου που
απεικονίζεται στη διάσημη γραπτή σαρκοφάγο. Αποτελείτο από μια ορθογώνια
πλατφόρμα που είχε διαμορφωθεί με πλήρωσή της με λίθους, διαστάσεων 1, x
1, 30 μ. και μια προεξοχή στη δυτική πλευρά, στο εσωτερικό της οποίας υπήρχε,
όπως φαίνεται, ζεύγος αναβαθμών. Οι στρωματογραφικές παρατηρήσεις και οι σχέ11

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
120

σεις ανάμεσα στις τοιχοδομίες τον χρονολογούν στην ΥΜ ΙΙ. Το καλύτερο παράλληλο βρίσκεται στην ίδια την Αγία Τριάδα και πρόκειται για μια πλατφόρμα
που ανασκάφηκε το 1 αμέσως νότια των τελευταίων δωματίων του «Complesso
della mazza di breccia». Τα αρχιτεκτονικά επεισόδια του βωμού μας είναι πιο περίπλοκα από εκείνα της παραπάνω κατασκευής, με διευρύνσεις και σμικρύνσεις
(ιδιαίτερα κοντινές χρονικά) και με την ενσωμάτωση, σίγουρα όχι τυχαία, μεγάλων ακανόνιστων λίθων. Κατά την τελευταία φάση, η πλατφόρμα-βωμός είχε διαστάσεις 2,0 × 1,0 μ. και είχε σχήμα ελαφρώς τραπεζοειδές. Διέθετε έναν μόνον
αναβαθμό, πλάτους 0,0 μ., στη βόρεια παρειά της μακράς πλευράς. Η χρονολόγηση
της κατασκευής στην ΥΜ ΙΙ πιστοποιείται από δύο αποσπασματικά αγγεία.
Με εξαίρεση την ελαφρά κατασκευαστική διαφορά, οι δύο πλατφόρμες είναι όμοιες, πέρα από τη χρονολόγηση και από τη «στρατηγική» θέση, στην άκρη
αρχιτεκτονικών συγκροτημάτων, σε ερειπιώδη πλέον κατάσταση, με συγκεκριμένες λειτουργίες, που δεν μπορούν να αναχθούν σε μια απλή οικιστική σφαίρα: το συγκρότημα των δύο γειτονικών «Casa del Lebete» και «Casa delle sfere
fittili» από τη μια και το «Complesso della mazza di breccia» από την άλλη. Είναι γνωστά σε όλους, στην περίπτωση της «Casa del Lebete», τα πολλά ευρήματα
πινακίδων με Γραμμική Α (μερικές από τις οποίες έργο των γραφέων που εργάζονταν στη Βασιλική Έπαυλη). Στην περίπτωση του «Complesso della mazza di
breccia», η θρησκευτική σφαίρα (που αντιπροσωπεύεται και από μια σειρά κινητών
βωμών) πρέπει να είχε μάλλον πρωτεύοντα ρόλο.
Προτείνεται λοιπόν να θεωρηθούν οι δύο βωμοί ως ένα είδος «επανακαθαγιασμού» μιας ερειπιώδους ζώνης, στην προοπτική ανεύρεσης ταυτότητας και κοινωνικής συνοχής.
Η μάλλον ομοιογενής χρονολόγηση αμφότερων των βωμών, σε μια περίοδο εξασθένησης της ιστορίας του χώρου, προσδίδει στην υπόθεσή μας περισσότερη
γοητεία, γιατί μπορεί να αποτελέσει το κλειδί της ‘ιδεολογικής’ ανάγνωσης για
την περίοδο μετά την κατάρρευση των δομών εξουσίας που αντιπροσωπεύεται
από την Έπαυλη, αλλά προγενέστερη της νέας «μυκηναϊκής» πλέον πραγματικότητας (πολιτικής και οικονομικής) του χώρου. Ο «επανακαθαγιασμός» αυτός
θα πρέπει να συνεχίστηκε κατά την ΥΜ ΙΙΙΑ1, με την κατασκευή του γειτονικού
τετράγωνου μικρού ιερού Ε, αμέσως ανατολικά της «Casa del Lebete». Η οικοδόμηση της μεγάλης Οικίας με τα δωμάτια που προστέθηκαν σταδιακά (Casa VAP),
εν μέρει επάνω στα ερείπια της «Casa del Lebete», θα πρέπει να αντιπροσώπευε,
κατά την ΥΜ ΙΙΙΑ2 πια, μια νέα σελίδα χωροταξίας στην ιστορία του χώρου, που
επέφερε και την εγκατάλειψη του μικρού ιερού Ε: το επίσημο κτήριο λατρείας θα
πρέπει να ήταν το μνημειώδες ιερό με το νωπογραφημένο δάπεδο, που οικοδομήθηκε ΝΑ της Έπαυλης.

11

Γιάννης Λιονής

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

Υστερομινωικός θαλαμωτός τάφος (;) στο Ατσιπόπουλο
Πριν μερικά χρόνια και κατόπιν πρόσκλησης της τότε κοινότητας Ατσιποπούλου,
επισκέφθηκα κατ’ επανάληψη στα δυτικά του χωριού ένα ανοικτό λαξευτό θαλαμωτό τάφο Υστερομινωικής περιόδου, όπως εκτίμησα, που χρησίμευε κατά τις
τελευταίες δεκαετίες σαν δεξαμενή.
Επειδή το μνημείο παρουσιάζει ιδιαίτερα κατασκευαστικά χαρακτηριστικά,
αξίζει να τεθεί υπόψη της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας, με τη βοήθεια προβολής σχετικών διαφανειών.

Ηρώ Μαθιουδάκη, Ειρήνη Νικολακοπούλου
H YM IA κεραμεική από το Συγκρότημα Δ στο Ακρωτήρι Θήρας

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

Το αρχαιολογικό υλικό, που προέρχεται από το κλειστό σύνολο του στρώματος
της ηφαιστειακής καταστροφής στον οικισμό του Ακρωτηρίου Θήρας, αποτελεί
κομβικό σημείο αναφοράς για τη μελέτη του πολιτισμού του νοτίου Αιγαίου κατά
την πρώιμη Υστεροχαλκή εποχή. Στο πλαίσιο αυτό, η παρουσίαση του συνόλου
της εισηγμένης ΥΜ ΙΑ κεραμικής από το Συγκρότημα Δ του Ακρωτηρίου προσφέρει σημαντικά στοιχεία για τη διερεύνηση θεμάτων χρονολόγησης και διαπολιτισμικών ανταλλαγών, θίγοντας ταυτόχρονα το φλέγον θέμα του «εκμινωισμού» στο νότιο Αιγαίο.
Το Συγκρότημα Δ αποτελείται από τέσσερις αρχιτεκτονικές ενότητες με εικοσιένα συνολικά δωμάτια σε διαφορετικούς ορόφους. Η χρονολογική αλληλουχία
των αρχιτεκτονικών ενοτήτων και παρεμβάσεων δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί.
Το κεραμικό σύνολο αποτελείται από 2.12 αγγεία, στη συντριπτική πλειονότητά
τους εγχώριας κατασκευής. Τα κρητικά αγγεία αποτελούν, σύμφωνα με τα προκαταρκτικά δεδομένα της μελέτης, ένα μικρό αλλά σημαντικό ποσοστό των εισηγμένων αγγείων του συνόλου, που περιλαμβάνει επίσης αγγεία από την ηπειρωτική Ελλάδα και τα άλλα νησιά του νοτίου Αιγαίου. Η εξέταση της ΥΜ ΙΑ κεραμικής σε ποσοτική και ποιοτική βάση παρέχει σημαντικές πληροφορίες για την
προέλευση των αγγείων, την κατανομή και χρήση τους στα διαφορετικά δωμάτια, καθώς και τη χρήση του χώρου και τις δραστηριότητες που λάμβαναν χώρα
στο κτηριακό συγκρότημα. Το κλειστό αυτό σύνολο κεραμεικής μας δίνει επιπλέον
τη δυνατότητα να διερευνήσουμε θέματα κεραμικής τυπολογίας και τεχνολογίας,
όπως διαφαίνονται τόσο από τα εισηγμένα αγγεία, όσο και από τις τοπικές μιμήσεις δημοφιλών μινωικών σχημάτων και διακοσμητικών ρυθμών.
Η λεπτομερής εξέταση του συνόλου, που βρίσκεται σε εξέλιξη, αναμένεται
να συμβάλει ουσιαστικά στη μελέτη της παραγωγής και κατανάλωσης της μινωικής
κεραμικής και του ρόλου της ως φορέα μετάδοσης τεχνολογικών και ιδεολογι121

11
o

κών πρακτικών στις νησιωτικές κοινότητες, που βρίσκονταν κάτω από την ισχυρή επιρροή της Κρήτης κατά την πρώιμη Υστεροχαλκή περίοδο.

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

Κάτια Μαντέλη
Τελετουργική χρήση «χθόνιων» τόπων στη νεολιθική Κρήτη
Η αρχαιολογική και ανασκαφική μαρτυρία σχετικά με τα ταφικά έθιμα και τους
τρόπους και τόπους ταφής των νεκρών είναι «υπόπτως» πενιχρή για τη νεολιθική Κρήτη. Από τους δύο μεγάλους ανοικτούς οικισμούς της Κνωσού και της
Φαιστού και την ευρύτερη γύρω περιοχή τους δεν γνωρίζουμε ταφές ενηλίκων.
Μόνο στο σπήλαιο «Κουμαρόσπηλιο» της Δυτικής Κρήτης έχει βρεθεί συστάδα
ανθρώπινων κρανίων στο εσώτερο σημείο του.
Αν και δεν έχουν βρεθεί νέα στοιχεία, με αφορμή ένα αδημοσίευτο σύνολο αγγείων από τις ανασκαφές του Στυλιανού Αλεξίου στο σπήλαιο του Κατσαμπά στα
μέσα της δεκαετίας του 10, παρουσιάζεται εδώ μια ερμηνευτική αναθεώρηση των
νεολιθικών ευρημάτων από «χθόνιους» κλειστούς τόπους, όπως σπήλαια, υπόγειες
κοιλότητες και σχισμές στην Κρήτη. Τα αγγεία από τον Κατσαμπά έχουν μετατραπεί
σε δεύτερη χρήση σε τελετουργικά σκεύη («ρυτά») προφανώς μέσα στο σπήλαιο.
Η μετατροπή αυτή έχει αυτόνομη τελετουργική δυναμική η οποία μεταγγίζεται από
τα σκεύη στον ίδιο τον τόπο τέλεσής της, το σπήλαιο. Κατά μια έννοια, πρόκειται
για «φορητή», μετακινούμενη και αυτοσχέδια τελετουργία προσφοράς.
Στην επαναθεώρηση εντάσσονται και άλλα σύνολα από συναφή φυσικά και
ανασκαφικά περιβάλλοντα στην Κρήτη και τα συμπεράσματα που προκύπτουν
αφορούν στην αποκατάσταση τελετουργικής συμπεριφοράς σε φυσικά τοπία με
έντονο χθόνιο χαρακτήρα, κατά πάσα πιθανότητα σχετιζόμενης με τους νεκρούς,
τους αφανείς ή αθέατους νεκρούς. Εξετάζεται η συσχέτιση των χθόνιων αυτών
τόπων με την παράμετρο της εγγύτητας ή της μακρινής απόστασης με οικισμούς
και κατοικημένες θέσεις.
Οι τελετουργικές αυτές συμπεριφορές βρίσκουν παράλληλα αλλά έχουν και
σημαντικές διαφορές από το Αιγαίο και την κυρίως Ελλάδα αναδεικνύοντας την
πολιτισμική ιδιαιτερότητα του νησιού.

Νεκταρία Μαυρουδή

A1
122

Άνδρες, γυναίκες και ένας …πίθηκος στην κρητική εικονογραφία της Εποχής
του Χαλκού
Στα μέσα του προηγούμενου αιώνα, ο Ν. Πλάτων ανοίγει ξανά τη συζήτηση για
τον Κροκκοσυλλέκτη Πίθηκο της περίφημης κνωσιακής τοιχογραφίας και ανασκευάζει την προηγούμενη διατύπωση ότι στη συγκεκριμένη παράσταση πρό-

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

κειται για κάποιο αγόρι που κόβει και τοποθετεί άνθη κρόκου σε αγγεία. Έτσι φαίνεται να απαλλάσσει την επιστημονική σκέψη από τη σύγχυση που προκαλούσε ως εκείνη τη στιγμή το γαλάζιο χρώμα του δέρματος της μορφής. Θα μπορούσε
όμως ένας πίθηκος να λύσει όσα προβλήματα αφορούν τη διάκριση των δύο φύλων στις απεικονίσεις της Εποχής του Χαλκού;
Η παρουσίαση αυτή επιδιώκει να ανοίξει ένα παράθυρο στο τοπίο της κρητικής εικονογραφίας και καταπιάνεται με το ζήτημα των καλλιτεχνικών συμβάσεων που υπαγορεύουν κάθε φορά τον τρόπο απεικόνισης των δύο φύλων. Τέτοιες
συμβάσεις είναι η χρήση καστανού χρώματος για την απόδοση του ανδρικού δέρματος και λευκού για το γυναικείο, συγκεκριμένες ενδυματολογικές επιλογές, χαρακτηριστικές για τα δύο φύλα, και οι τρόποι απόδοσης ανατομικών χαρακτηριστικών. Οι συμβάσεις αυτές έχουν σε μεγάλο βαθμό οριστεί ως τέτοιες από την
αρχαιολογία των αρχών του 20ού αιώνα, και δεν θα μπορούσαν παρά να εκφράζουν τις καθιερωμένες δυτικές αντιλήψεις της εποχής τους. Έτσι, για παράδειγμα, άνδρες με μακρύ ένδυμα θεωρήθηκαν πιθανές περιπτώσεις θηλυστολίας· ενώ
οι λευκές μορφές με ανδρική περιβολή στην παράσταση των ταυροκαθαψίων θεωρήθηκε ότι απηχούν τη σεξουαλική μεταμόρφωση των συμμετεχόντων κοριτσιών.
Στην ανακοίνωση, διερευνάται αν και σε ποιο βαθμό συμβάσεις όπως οι παραπάνω ακολουθούνται πιστά στην κρητική εικονογραφία της Εποχής του Χαλκού.
Γίνεται συγχρόνως προσπάθεια ανίχνευσης των ορίων τους και των υπερβάσεων
των κανόνων, με παραδείγματα από το ευρύτερο πλαίσιο της αιγαιακής εικονογραφίας.

Νικόλαος Μερούσης
Tεχνίτες και εργαστήρια ΥΜ ΙΙΙ λαρνάκων στη δυτική και την κεντρική Κρήτη

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

Η έρευνα για τους τεχνίτες και τα εργαστήρια παραγωγής και διακόσμησης λαρνάκων στην ΥΜ ΙΙΙ Κρήτη, αν και ξεκίνησε πριν από τέσσερις δεκαετίες, έχει προχωρήσει με μικρά βήματα ως σήμερα. Το γεγονός αυτό είναι απόρροια, εκτός των
άλλων, του περιορισμένου ερευνητικού ενδιαφέροντος για τη Μετανακτορική εποχή, η οποία βρέθηκε ήδη από την εποχή του Έβανς στο περιθώριο των μινωικών
σπουδών, καθώς ταυτίστηκε με την παρακμή και το τέλος του Μινωικού πολιτισμού στο δαρβινικό/εξελικτικό πλαίσιο ερμηνείας που θεμελίωσε ο πατριάρχης
της μινωικής αρχαιολογίας.
Στο προηγούμενο Κρητολογικό Συνέδριο είχα παρουσιάσει κάποια από τα αποτελέσματα της έρευνας που διεξάγω εδώ και μερικά χρόνια σχετικά με τα εργαστήρια παραγωγής και διακόσμησης ΥΜ ΙΙΙ λαρνάκων στη βόρεια περιοχή της
δυτικής Κρήτης (νομός Ρεθύμνου). Στην τωρινή ανακοίνωσή μου παρουσιάζονται νεότερα δεδομένα αυτής της έρευνας που επικεντρώνεται με βάση τις λάρνακες από το Σταυρωμένο Ρεθύμνου στα προϊόντα ενός τεχνίτη o οποίος σχετίζεται στενά με τους τεχνίτες και τα εργαστήρια παραγωγής και διακόσμησης
λαρνάκων που παρουσιάστηκαν στο προηγούμενο Συνέδριο (Αρμένοι, Μαρου123

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
124

λάς, Άδελε). Στη συνέχεια παρουσιάζονται τα πρώτα αποτελέσματα από την έρευνά μου στην κεντρική Κρήτη. Πιο συγκεκριμένα γίνεται μια προσπάθεια να ταυτιστούν τα προϊόντα μερικών εργαστηρίων που φαίνεται πως έδρασαν στο νότιο-δυτικό τμήμα του νησιού κατά την ΥΜ ΙΙΙ εποχή (π.χ. νεκροταφείο Λιλιανών Φαιστού). Στο τέλος, μέσα σε αυτό το διευρυμένο πια γεωγραφικό πλαίσιο,
εξετάζονται θέματα που έχουν σχέση με τη διακίνηση ιδεών και προϊόντων σε τοπικό-διακοινοτικό επίπεδο στη μετανακτορική Κρήτη.

Ιωάννης Μόσχος, Κωνσταντίνος Πασχαλίδης
Κρήτες κεραμείς στη βορειοδυτική Πελοπόννησο κατά το 12ο αι. π.Χ. Μινωικά στοιχεία και μινωίζοντα αγγεία ενός άγνωστου κεραμικού εργαστηρίου
Η πτώση των μυκηναϊκών ανακτόρων στο τέλος του 13ου αι. π.Χ. σημάδεψε το
τέλος του πολιτικού και οικονομικού ελέγχου στις επικράτειες που ανήκαν έως
τότε στην κοινή. Ταυτόχρονα με την παρακμή των μεγάλων κέντρων, ορισμένες
περιφερειακές επικράτειες, όπως η Αχαΐα, η Ηλεία και η ανατολική Κρήτη φαίνεται πως γνώρισαν τη δική τους χρυσή εποχή, που διήρκεσε όλο το 12ο και τις
αρχές του 11ου π.Χ. αι. Με την αύξηση του πληθυσμού, εμφανίστηκαν νέες κοινωνικές δομές με επικεφαλής τους πολεμιστές και ξεκίνησε μια νέα εποχή στις εμπορικές ανταλλαγές, προκειμένου να ικανοποιηθεί η ζήτηση για εξωτικά είδη.
Στην ανακοίνωση αυτή παρουσιάζεται το φαινόμενο των μινωικών διακοσμητικών μοτίβων σε μια πρόχου και δύο ψευδόστομους αμφορείς της πρώιμης
ΥΕ ΙΙΙΓ περιόδου από το Κλάους και τα Σπαλιαρέικα Λουσικών της Αχαΐας. Επίσης εξετάζονται οι πολυάριθμοι ψευδόστομοι και τετράωτοι αμφορείς, οι πυξίδες, τα αρτόσχημα αλάβαστρα και ένα κερατόσχημο αγγείο, που φαίνεται πως
προέρχονται από το ίδιο κεραμικό εργαστήριο και που είχαν παραχθεί στην επόμενη –μέση ΥΕ ΙΙΙΓ– περίοδο. Όλα τα παραπάνω αγγεία, κατασκευάστηκαν στην
Ηλεία, φέρουν τυπικά μινωικά διακοσμητικά μοτίβα και εντοπίστηκαν σε θέσεις
της περιοχής αυτής (Κλαδέος, Αγία Τριάδα), στην Αχαΐα (Πόρτες, Σπαλιαρέικα
Λουσικών, Βούντενη), στην Αρκαδία (Παλαιόκαστρο) και στη Φωκίδα (Ελάτεια).
Η παραγωγή αγγείων με μινωικά χαρακτηριστικά σε Αχαΐα και Ηλεία υποδηλώνει την έλευση και την παραμονή εκεί Κρητών κεραμέων για διάστημα σχεδόν ενός αιώνα (πρώιμη και μέση ΥΕ ΙΙΙΓ περίοδος). Αντίστοιχα, την ίδια περίοδο
στην ανατολική Κρήτη εμφανίζονται τόσο στην κεραμική όσο και στα ταφικά έθιμα, ορισμένα στοιχεία κοινά με αυτά της βορειοδυτικής Πελοποννήσου, εμπλουτίζοντας τη συζήτηση για τις στενές συγγένειες των δύο περιφερειών του μυκηναϊκού κόσμου, στο τέλος της εποχής.

11

Κατερίνα Μπαξεβάνη

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

Εργαστήρια πήλινων λαρνάκων και «χέρια» τεχνιτών στο ΥΜ Νεκροταφείο των
Αρμένων
Αντικείμενο αυτής της μελέτης είναι ο εντοπισμός εργαστηρίων παραγωγής πήλινων λαρνάκων, οι οποίες προέρχονται από τους θαλαμοειδείς τάφους στο ΥΜ
Νεκροταφείο των Αρμένων και ακόμη και η διάκριση μεμονωμένων τεχνιτώνζωγράφων. Ως κριτήρια που προσδιορίζουν την ύπαρξη εργαστηρίου θεωρούνται
πολλά τεχνικά στοιχεία (πηλοί, αφιερώματα, επιχρίσματα, βαφές, όπτηση), κατασκευαστικές και τυπολογικές λεπτομέρειες, πλαστικές επιθέσεις, επιλογή μοτίβων, συγγένεια στη σύνταξη και σύνθεση γραπτής διακόσμησης, και γενικώς οτιδήποτε αντανακλά το χαρακτήρα μιας εργαστηριακής ομάδας. Τα εργαστήρια λαρνάκων, όπως και τα κεραμικά, παρά τις τοπικές διαφοροποιήσεις, εντάσσονται στο
πλαίσιο της γενικής τεχνοτροπίας που απλώνεται σε ολόκληρη την Κρήτη κατά
την ΥΜ ΙΙΙΑ2-ΠΙΒ περίοδο, δια μέσου συχνής επικοινωνίας. Προχωρώντας στη
λεπτομερή εξέταση της διακόσμησης των λαρνάκων, από τις «πινελιές» σε όμοια
μοτίβα, είναι δυνατόν να ιχνογραφηθεί αφενός το «χέρι» τεχνίτη-ζωγράφου που
κόσμησε δύο λάρνακες, αφετέρου τεχνίτης που κόσμησε συγχρόνως λάρνακα και
πήλινα αγγεία τα οποία αποτέλεσαν κτερίσματα στο ίδιο νεκροταφείο.

Τίνα Μπολώτη
«Έμπλεα πτηνών και ανθέων»: Περίτεχνα διακοσμημένα στοιχεία γυναικείας
ενδυμασίας στο Αιγαίο της Ύστερης Χαλκοκρατίας

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

Λίγα είναι τα γνωστά παραδείγματα εσθήτων και ζωνών στην αιγαιακή τέχνη της
Ύστερης Χαλκοκρατίας που, υπερβαίνοντας τη συνήθη γραμμική διακόσμηση, απλή
ή σύνθετη, κοσμούνται με εικονιστικά μοτίβα εμπνευσμένα από το φυτικό και ζωικό βασίλειο. Αρχής γενομένης με τα περίφημα ΜΜ ΙΙΙ ομοιώματα από φαγεντιανή
που βρέθηκαν στους κνωσιακούς Αποθέτες του Ιερού (Temple Repositories) και
κοσμούνται με άνθη κρόκων, όλα τα υπόλοιπα συναντώνται σε τοιχογραφίες από
την Κρήτη και τις Κυκλάδες. Εκείνο που χαρακτηρίζει τα πρώιμα αυτά παραδείγματα (ΜΜ ΙΙΙΒ - ΥΜ ΙΑ/ΥΚ ΙΑ) είναι η φυσιοκρατική απόδοση και η στενή συνάρτησή τους με αφηγηματικά τοιχογραφικά θέματα. Ανάλογα διακοσμημένα ενδύματα είναι γνωστά και από τις τοιχογραφίες της μυκηναϊκής εποχής,
όπου όμως τα μοτίβα χάνουν την αφηγηματική τους δροσιά και παίρνουν ένα στεγνά διακοσμητικό χαρακτήρα, ενώ περιορίζονται συνήθως στις παρυφές εσθήτων και περικορμίων.
Πλάι στο θεματολόγιο και την εικονογραφία των πλουμιστών αυτών ενδυμάτων, ιδιαίτερη έμφαση θα δοθεί στο κατά πόσον αυτά παρέχουν ενδείξεις συ12

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

Χρήστος Μπουλώτης
Κουκονήσι Λήμνου: Από ένα ιδιότυπο αγγείο με διπλό στόμιο στις μινωικές
ταλισμανικές σφραγίδες
Με την ανασκαφή του 200 στον προϊστορικό οικισμό Κουκονήσι (Λήμνος) τα
εκεί μινωικά και μινωίζοντα στοιχεία αρθρώθηκαν πλέον σε ένα στιβαρό σώμα
που θέτει εύλογα ερωτήματα ως προς τη φύση της παρουσίας τους στις εσχατιές
του ΒΑ Αιγαίου (αποικία; εμπορικός σταθμός; απλές εμπορικές επαφές;). Στα χαρακτηριστικά αντικείμενα μινωικού χαρακτήρα που βρέθηκαν σε χρονικό ορίζοντα αντίστοιχο με την ΜΜ ΙΙΙΒ-ΥΜ Ι συγκαταλέγονται και τα θραύσματα ενός
σχετικά χονδροειδούς πήλινου αγγείου με διπλό στόμιο. Η τελευταία αυτή ιδιοτυπία συνάπτει στενά το συγκεκριμένο αγγείο με μια χαρακτηριστική ομάδα τυπικά μινωικών αγγείων (πρόχοι και αμφορείς), γνωστών κυρίως από τελετουργικές σκηνές, και -σε πραγματικό επίπεδο- με μια σειρά περίτεχνων λίθινων παραδειγμάτων από την Κρήτη όσο και την μυκηναϊκή Ελλάδα. Ωστόσο, δεν λείπουν οι πήλινες εκδοχές του τύπου από τον κρητικό και τον εξωκρητικό χώρο,
στις οποίες ήρθε τώρα να προστεθεί και το παράδειγμα του Κουκονησιού. Στην
παρούσα ανακοίνωση, θα εξετασθούν ζητήματα όπως η γένεση και η διάδοση του
τύπου των αγγείων με διπλό στόμιο καθώς επίσης οι συμβολισμοί και η θέση τους
στη λατρευτική πρακτική.

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ

Άγγελος Μπούφαλης, Γιάννης Σακελλαράκης

ABSTRACTS

Μια τελετουργική απόθεση σε ταφικό σπήλαιο της Μυκηναϊκής περιόδου στον
Ψηλορείτη

A1
12

σχετισμού με συγκεκριμένα τελετουργικά δρώμενα στα οποία συμμετέχουν γυναίκες. Επιπλέον, κατά πόσον προσδίδουν συγκεκριμένες ιδιότητες στις γυναικείες μορφές που τα φορούν, πέραν της προφανούς εκλέπτυνσης και πολυτέλειας
που αποπνέουν, με όρους σημειολογικούς και ανθρωπολογικούς.

Λίγο ψηλότερα από τον οικισμό των Ανωγείων, στον ορεινό όγκο του Ψηλορείτη, η ανασκαφή μιας μικρής βραχοσκεπής αποκάλυψε ό,τι απέμεινε από μια κεντρική πολλαπλή ταφή της ΥΜ ΙΙΙΑ, καθώς και μια ακόμα μεμονωμένη ταφή σε
συνεσταλμένη στάση, με δύο μόνο κύπελλα ως κτερίσματα.
Η κυρίως ταφή ήταν τοποθετημένη πιθανότατα εντός κάποιων τοιχίων και
μέσα σε ένα λάκκο σκαμμένο στο φυσικό δάπεδο της βραχοσκεπής. Οι νεκροί
βρίσκονταν όλοι σε μια σαρκοφάγο, μαζί με τα κτερίσματα που τους συνόδευαν. Πρόκειται για διάφορα αγγεία, μεσαίου και μικρού μεγέθους, ακόμα και μικρογραφικά, χάλκινα κοσμήματα και ελάχιστα μικροαντικείμενα.

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

Κάτω από αυτήν ήρθε στο φως ένα αδιατάρακτο σύνολο ευρημάτων, το οποίο
μαρτυρά μια τελετουργική απόθεση που προηγήθηκε της ταφής και προφανώς
πραγματοποιήθηκε προς τιμήν ενός εκ των νεκρών. Περιλαμβάνει δύο χάλκινα
όπλα στρεβλωμένα ή «θανατωμένα», δύο πήλινα κύπελλα τοποθετημένα σε ανεστραμμένη θέση επί των λαβών των όπλων, μια μικρή χάλκινη φιάλη επίσης ανεστραμμένη και ένα ακόμα χάλκινο αντικείμενο. Μέρος της απόθεσης αυτής κάλυπταν τρεις βράχοι που είχαν βεβαιωμένα ριφθεί εκεί. Μάλιστα ανάμεσά τους
βρέθηκε ένα ακόμα μικρό αγγείο.
Το σύνολο αυτό μας προσφέρει μια ξεκάθαρη εικόνα ενός αγνώστου εν πολλοίς μυκηναϊκού ταφικού εθίμου. Το σύνολο των ταφών επίσης προσφέρει σημαντικές πληροφορίες για τις ταφικές πρακτικές της περιόδου.
Επιπλέον, το πλήθος των χάλκινων ευρημάτων σε συνδυασμό με την καλή ποιότητα των αγγείων, αλλά και της σαρκοφάγου ενδεχομένως υποδεικνύουν την οικονομική ή και κοινωνική θέση των νεκρών. Έπειτα, ο εντοπισμός περισσότερων
βραχοσκεπών πλησίον οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ανήκουν όλες μαζί σε ένα νεκροταφείο, και κατ’ επέκταση στην ύπαρξη μιας οργανωμένης κοινότητας, παρόλο
που δεν έχει εντοπιστεί η θέση κάποιου σύγχρονού τους οικισμού στην περιοχή.

Φωτεινή Νέζερη
«Εργαστήριο Αρμένων»: Ένα ΥΜ ΙΙΙ κεραμικό εργαστήριο στο Ρέθυμνο

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

Στόχος της ανακοίνωσης είναι η έρευνα σχετικά με το κεραμικό αυτό εργαστήριο της επαρχίας Ρεθύμνης, την ακριβή προέλευσή του και τη σχέση του με τα
άλλα εργαστήρια της Κρήτης. Η συγκεκριμένη μελέτη συμπληρώνει την εικόνα της κεραμικής της Κρήτης σ’ αυτή την περίοδο και διασαφηνίζει τον ρόλο της
τοπικής κεραμικής παραγωγής.
Πρόσφατη έρευνα σε κεραμικό υλικό της επαρχίας Ρεθύμνης έδειξε την ύπαρξη μιας ομάδας αγγείων που παρουσιάζουν έντονη συγγένεια μεταξύ τους με διακριτά, τοπικά χαρακτηριστικά. Συγκεκριμένα, αυτά αφορούν στη σύσταση του
πηλού, στα σχήματα και στη διακόσμηση. Τα αποτελέσματα της έρευνας προέκυψαν μετά την εξέταση, τόσο του αδημοσίευτου υλικού του νεκροταφείου των
Αρμένων της τελικής ανακτορικής περιόδου, όσο και της δημοσιευμένης κεραμικής από τα νεκροταφεία του Μασταμπά, του Αποδούλου, του Μαρουλά και της
Πηγής. Η δραστηριότητα του εργαστηρίου ξεκινά με λίγα προϊόντα κατά την ΥΜ
ΙΙΙΑ1 και συνεχίζεται ως στην ΥΜ ΙΙΙΒ. Ωστόσο, η πλειονότητα των προϊόντων
κατατάσσεται στυλιστικά στην ΥΜ ΙΙΙΑ2 περίοδο. Από την τυπολογική μελέτη
παρατηρείται ότι το εργαστήριο είχε μια ιδιαίτερη προτίμηση στα κλειστά σχήματα αγγείων (τρίωτο και δίωτο κυλινδρικό αλάβαστρο, τρίωτο αλαβαστροειδές
και αμφορίσκος), τα οποία φαίνεται ότι προορίζονταν κυρίως για ταφική χρήση.
Ως προς τη διακόσμηση των αγγείων, τα συνηθέστερα διακοσμητικά θέματα είναι οι ομαδοποιημένες κυματοειδείς ταινίες, οι γραμμές ζιγκ-ζαγκ, τα ενάλληλα
12

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

γραμμίδια, η ενωμένη πορφύρα, τα ομόκεντρα ημικύκλια, τα ρομβοειδή καθώς
και τα μινωικά άνθη σε διάφορες παραλλαγές. Η πλειονότητα των διακοσμητικών θεμάτων είναι μινωικής καταγωγής, κάποια ανήκουν στο μυκηναϊκό ρεπερτόριο, ενώ άλλα αποτελούν τοπικές παραλλαγές. Γενικότερα, από τη μελέτη των
αγγείων της τοπικής ομάδας προκύπτει ότι η συγκεκριμένη κεραμική, που συνιστά ένα εργαστηριακά ομοιογενές σύνολο, υιοθετεί πολλά από τα στοιχεία εκείνα που χαρακτηρίζουν την μυκηναϊκή κεραμική.
Συμπερασματικά, θα μπορούσε να αναφερθεί ότι τα υπό μελέτη αγγεία, σύμφωνα με τυπολογικά και τεχνοτροπικά κριτήρια και σε συνδυασμό με τις αναλύσεις του πηλού, αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο, το οποίο ανήκει στο ίδιο κεραμικό
εργαστήρι. Τόσο η συγκριτική αρχαιολογική, όσο και αρχαιομετρική μελέτη της
κεραμικής του Ρεθύμνου σε σχέση με τα άλλα κρητικά εργαστήρια της τελικής
ανακτορικής περιόδου, ενισχύουν το συμπέρασμα αυτό. Τα αγγεία του τοπικού
αυτού εργαστηρίου επιχωριάζουν, κυρίως, στο νεκροταφείο των Αρμένων, αλλά
εντοπίζονται σποραδικά και στα υπόλοιπα νεκροταφεία της περιοχής του Ρεθύμνου, όπως στον Μαρουλά, την Πηγή, τη Μέση και τον Σταυρωμένο.

Σταύρος Οικονομίδης
Κρήτη και μεταλλουργικά κέντρα της βόρειας Ιταλίας κατά την Ύστερη Χαλκοκρατία

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
12

Στην παρούσα μελέτη αναλύεται ο χαρακτήρας των επαφών μεταξύ των μεταλλουργικών κέντρων της βόρειας Ιταλίας και Κρητικών θέσεων οι οποίες απέδωσαν
χάλκινα αντικείμενα υψηλά επηρεασμένα ή ακόμα και εισηγμένα από τα εργαστήρια των Terramare, κατά μήκος του ποταμού Πάδου και του συμπλέγματος
των λιμνών, στα νότια πρανή των ιταλικών Άλπεων.
Η Κρήτη αποτελεί το νοτιότερο σημείο του Ελλαδικού χώρου όπου έχουν βρεθεί χάλκινα αντικείμενα τέτοιας προέλευσης και είναι τμήμα ενός ευρύτερου χάρτη στον οποίο επισημαίνεται όλο και μεγαλύτερος αριθμός προϊόντων των εργαστηρίων Terramare. Όχι μόνο στον Ελλαδικό χώρο αλλά και ως φυσική γέφυρα
με την Αίγυπτο και τη Συροπαλαιστίνη, η Κρήτη αποτελεί παράγοντα εξάπλωσης μετάλλων πέραν του Αιγαίου, ενώ είναι καθοριστικός συντελεστής στις συναλλαγές που αφορούν στη χρήση, διάδοση και διάθεση χάλκινων όπλων, εργαλείων και λειτουργικών τεχνέργων μιας απαράμιλλης μεταλλουργικής τεχνογνωσίας. Η Κρήτη, ως γνωστόν, είναι κόμβος συναλλαγών, επίκαιρο οριοθέσιο πολιτισμικών συγκλίσεων με την Ανατολική Μεσόγειο, τη Μικρά Ασία και
την Αίγυπτο για μια μακρά περίοδο πριν και κατά τη διάρκεια της Ύστερης Χαλκοκρατίας, ωστόσο ο ρόλος που διαδραματίζει με την Αδριατική και την κεντρική
Ευρώπη κατά την Ύστερη Χαλκοκρατία είναι εξίσου χαρακτηριστικός, έτσι όπως
καταφαίνεται μέσα από τις πιο πρόσφατες αρχαιολογικές έρευνες.
Σε μια εποχή κατά την οποία πολιτικές κρίσεις, ανακατατάξεις πληθυσμών

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ

και εμπορικής δυσπραγίας λαμβάνουν χώρα σε μεγάλο μέρος της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου, οι επαφές με τις παραδοσιακές πηγές μεταλλοφόρων θέσεων δυσχεραίνουν ενώ αντιθέτως εκδηλώνεται ενδιαφέρον για νέες, στην Εσπερία Ευρώπη, επαναπροσδιορίζοντας την Κρήτη μέσα από μια σειρά διαύλων και
θαλάσσιων διαδρομών ως σημείο αναφοράς σε ένα πανευρωπαϊκό δίκτυο πολιτισμικής επικοινωνίας.

Ελένη Παλαιολόγου
Μινωικά ευρήματα από θαλαμωτούς τάφους στις Μυκήνες

INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

Στους θαλαμωτούς τάφους των Μυκηνών που ανασκάφηκαν πρόσφατα από την
Εφορεία καθώς και παλαιότερα από τον Τσούντα και τον Wace έχει διαπιστωθεί η παρουσία κτερισμάτων που προέρχονται από τη μινωική Κρήτη, όπου η συνευρισκόμενη κεραμεική χρονολογείται στην ΥΕ IIB-IIIA περίοδο. Τα ευρήματα αυτά είναι αναμφισβήτητα μινωικά, όπως η κεραμεική της κρητο-μυκηναϊκής
παράδοσης, όπως οι σφραγιδόλιθοι και τα λίθινα αγγεία. Στην ανακοίνωση επιχειρείται η παρουσίασή τους σε συσχετισμό με τα άλλα ευρήματα των τάφων και
αξιολογείται η παρουσία τους στο χώρο και το ιστορικό πλαίσιό του.

Ειρήνη Παπαγεωργίου
Η προπαγάνδα της εικόνας: Χώροι εισόδου σε δημόσια αιγαιακά κτήρια της
Ύστερης Εποχής του Χαλκού και ο συναφής τοιχογραφικός διάκοσμος

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

Με αφορμή τον τοιχογραφικό διάκοσμο του προθαλάμου της Ξεστής 3 στον προϊστορικό οικισμό Ακρωτηρίου Θήρας που περιλαμβάνει σκηνές σύλληψης ταύρου και αγριμιού από ανδρικές μορφές σε μεγάλη κλίμακα, και με δεδομένη τη
σχέση αρχιτεκτονικής και συναφούς ζωγραφικού διακόσμου ως φορέα της
ισχύουσας ιδεολογίας, κρίνεται εξαιρετικά χρήσιμο να εξεταστεί ο τοιχογραφικός διάκοσμος στους χώρους εισόδου αιγαιακών δημόσιων κτηρίων ή ανακτορικών συγκροτημάτων της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, όπου αυτός σώζεται.
Ως χώροι εισόδου εννοούνται όχι μόνον οι προθάλαμοι μεμονωμένων δωματίων
ή οι χώροι υποδοχής, αλλά και οι χώροι μέσω των οποίων θα διερχόταν ο επισκέπτης
όταν για πρώτη φορά θα προσέγγιζε το κτήριο ή το ανακτορικό συγκρότημα.
Οι χώροι εισόδου ως τόποι ενεργοποίησης ποικίλων αισθημάτων στον εισερχόμενο, σηματοδοτούνται επιπλέον ως σημεία τομής του διπόλου «μέσα-έξω»,
«ιερού-ανίερου», «ιδιωτικού-δημόσιου», «οικείου-ανοίκειου», «άρχουσας τάξηςαπλού πολίτη», «μυημένου-αμύητου», με άλλα λόγια ως τόποι μετάβασης και συνακόλουθα ως η φυσική «ενσάρκωση» κάποιας άτυπης τελετουργίας μετάβασης.
Υπογραμμίζεται η στενή συνάφεια αρχιτεκτονικής και τοιχογραφικού διακόσμου
12

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
130

και εξετάζεται το ενδεχόμενο ο ζωγραφικός διάκοσμος των χώρων εισόδου, ενταγμένος στο εικονογραφικό πρόγραμμα του συνολικού κτηρίου/συγκροτήματος,
να πληροφορεί τον επισκέπτη και για την ταυτότητα του οικοδομήματος. Όλα
τούτα, βεβαίως, με δεδομένη τη στενή, μάλλον αιτιοκρατική σχέση ανάμεσα στις
κοινωνικές συνιστώσες και στις παραμέτρους του χώρου.

Χριστίνα Παπαδάκη
«Αποθέτες θεμελίωσης»: Εννοιολογικός προσδιορισμός, τυπολογία και σημασία
για τη λειτουργία της ζωής των κοινοτήτων κατά τη 2η χιλιετία π.Χ. στην Κρήτη
Ο όρος «αποθέτης» χρησιμοποιείται συχνά στην ελληνόγλωσση μινωική αρχαιολογία δίχως, όμως, να έχει πάντοτε ξεκάθαρη έννοια και σημασία. Συνήθως αναφέρεται, μεταξύ άλλων, σε:
α) έναν περιορισμένης έκτασης, σαφώς (καθ)ορισμένο, χώρο, που περικλείει μία συσσώρευση τεχνέργων και ειδικότερα αγγείων,
β) ένα μικρό ειδικά διαμορφωμένο χώρο φύλαξης αντικειμένων,
γ) ένα χώρο ή μία περιοχή με πολλά συσσωρευμένα τέχνεργα ιερού - τελετουργικού χαρακτήρα,
δ) ένα σωρό απορριμμάτων,
ε) ένα αρχαιολογικό στρώμα με πυκνή συγκέντρωση οστράκων,
στ) ένα μικρό, λιγότερο ή περισσότερο επιμελημένης κατασκευής, όρυγμα ή
σκάμμα, κάτω από δάπεδα, κατώφλια, παραστάδες, θεμέλια τοίχων ή κλιμακοστάσια, με ποικίλα κατάλοιπα προσφορών (αποθέτες θεμελίωσης).
Κοινή σε όλες τις παραπάνω εννοιολογικές αποχρώσεις είναι η πυκνή παρουσία
τεχνέργων, ως αποτέλεσμα της εσκεμμένης «απόθεσής» τους για διάφορους λόγους (τελετουργικούς, αποθηκευτικούς ή και απόρριψης).
Στην ανακοίνωση εξετάζονται οι αποθέτες θεμελίωσης που, ακριβώς λόγω
της τοποθέτησης τους στο χώρο, συνδέονται με την τελετουργική διάσταση της
θεμελίωσης οικοδομημάτων, πρακτική που χάνεται στα βάθη των αιώνων και επιβιώνει μέχρι τις μέρες μας. Σημαντικές πληροφορίες για τους αποθέτες θεμελίωσης
προέρχονται από τις αρχαιολογικές και φιλολογικές μαρτυρίες των πολιτισμών
της Αιγύπτου και της Μεσοποταμίας, οι οποίες έχουν συγκεντρωθεί από τους J.M.
Weinstein και R.S. Ellis, αντίστοιχα. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ανάδειξη του ζητήματος των αποθετών θεμελίωσης στη μινωική αρχαιολογία οφείλεται στον Χρήστο Μπουλώτη. Στην ανακοίνωση εξετάζονται τα μέχρι σήμερα δημοσιευμένα
ανασκαφικά δεδομένα, με στόχο τον πλήρη εννοιολογικό προσδιορισμό του όρου
και τη δημιουργία μιας τυπολογικής κατάταξης άμεσα συνυφασμένης με το περιεχόμενο, τις συνθήκες και το χρόνο δημιουργίας των αποθετών θεμελίωσης,
προκειμένου να ερμηνευθεί, κατά το δυνατόν, ο ρόλος τους στη ζωή των κοινοτήτων της 2ης χιλιετίας π.Χ. στην Κρήτη.

11

Γιάννης Παπαδάτος, Χρύσα Σοφιανού

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

Το μινωικό νεκροταφείο στο Λιβάρι Σκιάδι, Δήμου Λεύκης, νοτιοανατολική
Κρήτη
Οι σωστικές ανασκαφές (200-) της ΚΔ’ Εφορίας Προϊστορικών και Κλασικών
Αρχαιοτήτων στη θέση Λιβάρι Σκιάδι του Δήμου Λεύκης αποκάλυψαν οργανωμένο μινωικό νεκροταφείο με μεγάλη διάρκεια χρήσης. Σύμφωνα με τα έως τώρα
ανασκαφικά δεδομένα και την προκαταρκτική μελέτη των ευρημάτων, το νεκροταφείο ιδρύεται στην ΠΜ Ι περίοδο με την ανέγερση κυκλικού θολωτού τάφου, όμοιου με τους αντίστοιχους προανακτορικούς τάφους της Μεσαράς. Την
ίδια περίοδο αρχίζει και η ταφική χρήση παρακείμενης βραχοσκεπής. Ο θολωτός τάφος και η ταφική βραχοσκεπή χρησιμοποιούνται παράλληλα έως και τη ΜΜ
ΙΑ περίοδο, οπότε το νεκροταφείο φαίνεται να εγκαταλείπεται καθ’ όλη τη διάρκεια της Παλαιοανακτορικής περιόδου. Η ίδρυση τετράγωνου ταφικού κτιρίου
στην ΥΜ ΙΑ περίοδο, σε μικρή απόσταση από τον εγκαταλειμμένο προανακτορικό θολωτό τάφο, σηματοδοτεί την επαναχρησιμοποίηση του νεκροταφείου για
σύντομο χρονικό διάστημα στην αρχή των Νεοανακτορικών χρόνων.
Από τη μελέτη του οστεοαρχαιολογικού υλικού και των υπόλοιπων ευρημάτων
προκύπτουν ενδιαφέροντα συμπεράσματα για τη μεταχείριση και τη φροντίδα
των νεκρών, για τα ταφικά έθιμα και τα κτερίσματα των δύο περιόδων χρήσης
του νεκροταφείου. Παρουσιάζονται επίσης τα αποτελέσματα της προκαταρκτικής μελέτης της κεραμικής και των ευρημάτων, που φανερώνουν ότι, παρόλη τη
γεωγραφική τους απομόνωση στο νοτιοανατολικό άκρο της Κρήτης, οι κάτοικοι του Λιβαρίου είχαν αναπτύξει, ιδιαίτερα κατά την Προανακτορική περίοδο,
εκτεταμένες επαφές με θέσεις όχι μόνο της νότιας αλλά και της βόρειας κρητικής ακτής.

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ

Άγγελος Παπαδόπουλος

ABSTRACTS

Ένοπλες μορφές, συμβολισμοί και εξουσία στην ΥΜ ΙΙΙ Κρήτη: Μια εικονογραφική μελέτη

A1

Ο χαρακτήρας και η φύση της μυκηναϊκής παρουσίας στη Κρήτη κατά την ΥΜ
ΙΙΙ περίοδο έχει συζητηθεί πολύ κατά καιρούς σε επιστημονικά συνέδρια και δημοσιεύσεις. Μελετητές έχουν αναφερθεί σε ζητήματα αρχιτεκτονικής, ταφικών
πρακτικών, οπλισμού, θρησκείας και ανακτορικής διοίκησης. Επίσης, ιδιαίτερο
βάρος έχει δοθεί στη παρουσία και μελέτη των πινακίδων Γραμμικής Β.
Η ανακοίνωση πραγματεύεται την εικονογραφία ανθρωπίνων μορφών, με ιδιαίτερη έμφαση στους πολεμιστές και κυνηγούς, όπως αυτοί αναπαρίστανται στις
τέχνες της Ύστερης Εποχής του Χαλκού στη Κρήτη. Σκοπός της ανακοίνωσης είναι να παρουσιάσει μια συνολική εικόνα των σημαντικότατων αυτών εικόνων, κα131

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

θώς θεωρείται πως ήδη από την Νεοανακτορική περίοδο οι σκηνές ταυροκαθαψίων, μονομαχίας, κυνηγιού και βίας γενικότερα χρησιμοποιούνταν σαν σύμβολα κύρους και «σήματα» νόμιμης εξουσίας από τις άρχουσες τάξης της εποχής.
Πιο συγκεκριμένα θα παρουσιαστούν και θα συζητηθούν οι ανθρώπινες μορφές, όπως αυτές απεικονίζονται στις τοιχογραφίες, στη μικρογλυπτική, στη κεραμική και στις λάρνακες από την ΥΜ ΙΙ μέχρι και την ΥΜ ΙΙΙΓ περίοδο.
Στη συνέχεια θα γίνει σύντομη αναφορά στην αντίστοιχη εικονογραφία της
ηπειρωτικής Ελλάδας, αναλύοντας τις ομοιότητες και τις διαφορές σε όλα τα επίπεδα (τεχνικά, αισθητικά, εικονογραφικά, κ.ά.). Μια τέτοια σύγκριση είναι ιδιαίτερης σημασίας, καθώς η συγκεκριμένη εικονογραφία παραπέμπει σε διοικητικά συστήματα, δομές εξουσίας και, βέβαια, στις επιρροές σε πολιτιστικό και πολιτικό επίπεδο μεταξύ των δύο περιοχών. Τέλος, με βάση την παραπάνω παρουσίαση και ανάλυση, θα σχολιαστεί ο χαρακτήρας της «μυκηναϊκής» παρουσίας
στη Κρήτη σύμφωνα με τα εικονογραφικά στοιχεία.

Ελένη Παπαδοπούλου, Ίρις Τζαχίλη
Ιερό κορυφής στο Βρύσινα, Ρεθύμνου: Τελετουργικά και λατρευτικά στοιχεία
ανακτορικού χαρακτήρα;

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ

Η συνεχιζόμενη συστηματική ανασκαφική έρευνα με τη συνεργασία της ΚΕ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων και του Τμήματος Ιστορίας και
Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, στο σημαντικό ιερό κορυφής του Βρύσινα έφερε στο φως νέα στοιχεία για τον χαρακτήρα του, καθώς και για τον τρόπο άσκησης της λατρείας εκεί. Τα ποικίλα λίθινα σκεύη σε συνδυασμό με τα ομοιώματα χάλκινων διπλών πελέκεων και τις διαμορφώσεις στο ανώτερο και στο κατώτερο άνδηρο που αποκαλύφθηκαν κατά τις πρόσφατες ανασκαφικές περιόδους[,]
αλλάζουν την εικόνα του ιερού που είχαμε με τα μέχρι τώρα δεδομένα. Στοιχειοθετείται πλέον ένα διαφορετικό τελετουργικό πλαίσιο, όπου εμφανώς η μορφή
της λατρείας και ο τρόπος άσκησής της παρουσιάζει σαφείς αναλογίες με τα ονομαζόμενα ανακτορικά ιερά κορυφής της κεντρικής και της ανατολικής Κρήτης.

ABSTRACTS
Ελένη Παπαδοπούλου
Προανακτορική εγκατάσταση στο Χαμαλεύρι Ρεθύμνου: Η περίπτωση της οικίας στη θέση «Τζαμπακάς»

A1
132

Η προϊστορική κατοίκηση που αποκαλύπτεται σταδιακά από την ΚΕ’ Εφορεία
Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων στην περιοχή του Χαμαλευρίου Ρεθύμνου, στη βόρεια ακτή της Κρήτης, αποτέλεσε μια αξιόλογη εγκατάσταση σε
όλη σχεδόν τη διάρκεια των μινωικών χρόνων.

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

Στο πλαίσιο αυτών των ερευνών, ανασκάφηκε στο λόφο των Τσικουριανών,
στη θέση «Τζαμπακάς» εντυπωσιακό κτήριο με πολλά δωμάτια και όροφο. Στο
συγκεκριμένο οικοδόμημα αναγνωρίστηκε η ύπαρξη δύο κύριων αρχιτεκτονικών
φάσεων, ενώ από την προκαταρκτική μελέτη της κεραμικής συνάγεται ότι χρησιμοποιήθηκε κατά την ΠΜ ΙΙΙ/ΜΜ Ι περίοδο. Η επιμελημένη αρχιτεκτονική του
και οι κατασκευαστικές καινοτομίες που διαπιστώθηκαν σε αυτό, σε συνδυασμό
με την ποικιλία των ευρημάτων του, στοιχειοθετούν την ύπαρξη ενός οργανωμένου κοινωνικού σχηματισμού που άκμασε στην περιοχή του Χαμαλευρίου ήδη
από το τέλος της 3ης χιλιετίας π.Χ.

Μαρία Πατεράκη
Ομάδα ειδωλίων από το Σπήλαιο Μελιδονίου
Το σπήλαιο του Μελιδονίου, γνωστό και ως Γεροντόσπηλιος, έπαιξε από πολύ
νωρίς σημαντικό ρόλο στη θρησκευτική ζωή των κατοίκων της ευρύτερης περιοχής.
Οι πρώτοι περιηγητές είχαν αναγνωρίσει την αξία του αυτή, ενώ η παρουσία των
επιγραφών ήταν αδιάψευστος μάρτυράς της.
Ωστόσο δεν ήταν γνωστό πότε το σπήλαιο απέκτησε λατρευτική σημασία.
Οι τελευταίες ανασκαφικές εργασίες στο εσωτερικό του μας έδωσαν σημαντικότατες πληροφορίες. Αποκαλύφθηκε, έτσι, ένας αρκετά μεγάλος αριθμός ειδωλίων, που μπορούν να ενταχθούν σε περισσότερες από μια χρονικές περιόδους.
Στην ανακοίνωση, παρουσιάζονται τα ειδώλια των προϊστορικών χρόνων.
Εκτός από την τυπολογική εξέτασή τους, θα επιχειρηθεί η ερμηνευτική τους προσέγγιση, προκειμένου να σκιαγραφηθεί το λατρευτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο
αυτά εντάσσονται.

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ

Ευγενία Περυσινάκη
Κρητική όρχησις

ABSTRACTS

A1

Ήδη από το 2000 π.Χ. η Κρήτη υπήρξε πρωτοπόρος στον οικονομικό και πολιτισμικό τομέα στο χώρο του Αιγαίου. Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία αυτού
του πολιτισμού αποτελεί η κρητική όρχηση, ο απόηχος της οποίας φτάνει ως την
εποχή μας. Στους αρχαίους πολιτισμούς ο χορός δεν είχε μόνο ψυχαγωγικό χαρακτήρα, εκτονώνοντας έντονες συναισθηματικές εξάρσεις, αλλά ήταν το κατεξοχήν μέσο λατρείας που δεν απουσίαζε από καμιά θρησκευτική τελετή (Λουκιανός Περί Ορχήσεως 1).
Οι σημαντικότερες πηγές ως προς την αρχαία ελληνική όρχηση (ως έννοια είχε
ευρύτερο περιεχόμενο σε σχέση με τη νεοελληνική λέξη χορός) είναι τα αρχαιολογικά ευρήματα, οι γραπτές μαρτυρίες και λιγοστές πληροφορίες που έχουν φτά133

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
134

σει ως εμάς, σχετικά με την αρχαία ελληνική μουσική. Οι εικονογραφικές παραστάσεις της Μινωικής περιόδου αποτελούν τη βασικότερη πηγή για τη γνώση του
χορού της εποχής, υποδηλώνοντας ποικιλία ορχήσεων με ανεπτυγμένη χορογραφία.
Το θέμα βέβαια των χορευτικών παραστάσεων έχει ήδη ερευνηθεί σε ικανοποιητικό βαθμό από αρχαιολόγους μελετητές. Στην παρούσα εισήγηση το βάρος πέφτει στις γραπτές λογοτεχνικές και ιστορικές μαρτυρίες της αρχαιότητας που αναφέρονται στον κρητικό χορό, διάσημο για τη χάρη και την καλαισθησία του.
Στη μινωική Κρήτη, ο χορός αποτέλεσε μια καλλιτεχνική έκφραση που αναπτύχθηκε ιδιαίτερα από τις αρχές της 2ης χιλιετίας π.Χ. Συνδέθηκε κυρίως με τις
τελετές για την επιφάνεια της θεότητας. Σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση,
η προέλευσή του είναι θεϊκή, καθώς η Ρέα μαγεύτηκε από αυτήν την τέχνη και
τη δίδαξε στους ιερείς της, τους Κουρήτες και τους Κορύβαντες. Ο χορός των Κουρητών είναι ο παλαιότερος τύπος πολεμικού χορού. Οι μεγαλόπρεποι χοροί της
μινωικής Κρήτης διακρίνονται ιδιαίτερα για την καλλιτεχνική τους αρτιότητα και
ζωντάνια, ώστε η ανάμνησή τους επιβίωσε και στους ιστορικούς χρόνους. Αναφορές στον περιβόητο κρητικό χορό απαντούν στα Ομηρικά έπη. Στην ασπίδα
του Αχιλλέα (Σ 0-0), ο Ήφαιστος παρουσιάζεται να φιλοτεχνεί ένα χοροστάσι
όμοιο με αυτό που έφτιαξε ο Δαίδαλος για την Αριάδνη, όπου παριστάνεται επιδέξια όρχηση από χορευτική ομάδα ελεύθερων νέων και παρθένων.
Ο Στράβων στις γεωγραφικές του διηγήσεις μιλάει για μεγάλη μουσική και
ορχηστική ακμή στην πανάρχαια Κρήτη που αντικατοπτρίζεται στους περίφημους
Κρητικούς νόμους της μουσικής, της ποίησης και της όρχησης. Ο Πυρρίχιος, ο Ταύρος, ο Ορσίτης (Αθήναιος ΙΔ’ 2C, 2), ο Επικρήδιος, ο Γέρανος πολλοί από τους
ιερούς και κοσμικούς χορούς είναι κρητικοί ή κρητικής καταγωγής. Για τον Πυρρίχιο παραδίδονται αρκετές πληροφορίες από γραπτές μαρτυρίες. Οι χορευτικές
κινήσεις του Πυρρίχιου περιλαμβάνουν αναπηδήματα, τίναγμα της ασπίδας και
του δόρατος (P. Oxy. 23, Λουκιανός Θεών Διάλογοι, Ευριπίδης Ανδρομάχη 11340). Στο Γερανό αναφέρεται ο Πολυδεύκης (IV, 101), παραδίδοντας ότι αποτελεί
χορό που τον εφηύρε, σύμφωνα με μια παράδοση, ο Θησέας. Οι κινήσεις του χορού επιζητούσαν να εκφράσουν τους πολύπλοκους ελιγμούς που τον οδηγούσαν
μέσα από το λαβύρινθο προς τα έξω. Κρητικής καταγωγής φέρεται να είναι και
ο Σίκιν(ν)ις, ο χορός των Σατύρων στο σατυρικό δράμα, ο οποίος χαρακτηρίζεται από μεγάλη ζωηρότητα στις κινήσεις του σώματος που σείεται, ενώ ταυτόχρονα προκαλείται έντονος θόρυβος.
Οι χοροί αυτοί, ιδιαίτερα έντονοι και καλαίσθητοι, πέρασαν και στην υπόλοιπη Ελλάδα και επηρέασαν καλλιτεχνικά σε πολύ μεγάλο βαθμό την ελληνική ορχηστική τέχνη. Ο Μυκηναϊκός πολιτισμός, εκτός όλων των άλλων, χρησιμοποίησε και τα μουσικά και ορχηστικά μινωικά στοιχεία, τα οποία διατηρήθηκαν και στην Αρχαϊκή και Κλασική εποχή. Ο χορός αποτελεί μια συντηρητική μορφή τέχνης, πράγμα που αντικατοπτρίζεται στα μουσικοχορευτικά στοιχεία ακόμη και της σύγχρονης ασματικής και χορευτικής πραγματικότητας της Κρήτης,
τα οποία έλκουν την καταγωγή τους από τη Μινωική εποχή.

11

Βασίλης Π. Πετράκης

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

Οι ηγεμόνες των Υστερομινωικών ΙΙ-ΙΙΙΒ διοικήσεων: Πόσο «Μινωίτες» και πόσο
«Μυκηναίοι»; Οφέλη και απώλειες από έναν αναπροσανατολισμό της έρευνας
Η μελέτη των κοινωνικοπολιτικών θεσμών των «ανακτορικών» κοινωνιών της Ύστερης Χαλκοκρατίας ΙΙ-ΙΙΙ, η κύρια πηγή για τους οποίους είναι επιγραφική, κυριαρχείται από έναν έντονο «Πυλιοκεντρισμό», μια έμφαση στα δεδομένα από το
«ανακτορικό» συγκρότημα του Άνω Εγκλιανού. Αυτή, αν και απολύτως κατανοητή,
παρά ταύτα μας δυσκολεύει πολύ να διακρίνουμε τις ιδιαίτερες, διαφορετικές ιστορικές τροχιές που ακολούθησε η κάθε θέση. Πλάι στις διαφορετικές κατανομές των
θέσεων (οικιστικών ή ταφικών) ή τις ολωσδιόλου διαφορετικές στρωματογραφικές αλληλουχίες των επιμέρους «ανακτόρων», πρέπει να λάβουμε υπόψη μας την
εντυπωσιακά ομοιόμορφη διοικητική τεχνική ορολογία, τις «αρχειακές» πρακτικές και τίτλους και τις κοινές βάσεις μιας elite εικονογραφίας. Πώς πρέπει να ερμηνεύσουμε αυτή την εικόνα; Σίγουρα όχι προβάλλοντας τις ενδείξεις της μίας θέσης πάνω στις lacunae των δεδομένων μας για μια άλλη. Παρόλα αυτά, ο πειρασμός να συνθέσουμε ένα collage από διαφορετικές θέσεις για να ανασυστήσουμε τις πολιτικές οικονομίες αυτών των διοικήσεων είναι οπωσδήποτε πολύ μεγάλος.
Το μείζον ιστορικό αυτό πρόβλημα (ή σύνολο προβλημάτων), η διαχείριση του
οποίου επηρεάζει κάθε πτυχή της εικόνας μας για το νότιο Αιγαίο της λεγόμενης
«Τρίτης Ανακτορικής» περιόδου, τίθεται στον τίτλο αυτής της ανακοίνωσης με ένα
δίλημμα που περιλαμβάνει δύο «ψευδο-εθνικούς» χαρακτηρισμούς. Εδώ, προτείνεται ότι η υπερκέραση της στείρας προβληματικής περί «μινωικών» στοιχείων στις
ελλαδικές διοικήσεις και περί «μυκηναϊκών» στοιχείων στη μετά-ΥΜ ΙΒ Κρήτη μπορεί να αποτελέσει τη βάση για μια ουσιαστική αναθεώρηση της προέλευσης και εξέλιξης του πολιτικού συστήματος των ιδιαίτερων αυτών κρατικών μορφωμάτων που,
χρησιμοποιώντας τη Γραμμική Β, σφράγισαν τα όψιμα στάδια της Χαλκοκρατίας.

Λευτέρης Πλάτων
Καινούργιες ενδείξεις για τον κνωσιακό χαρακτήρα του ΥΜ Ι ανακτόρου της
Ζάκρου
Η οικοδόμηση του ανακτόρου της Ζάκρου –στο τέλος της φάσης που στην τοπική στρωματογραφική ακολουθία αντιπροσωπεύεται από τη βαθμίδα «Ζάκρος
IV»– σηματοδοτεί μια ριζική αλλαγή στον πολιτικο-οικονομικό χαρακτήρα της
ομώνυμης εγκατάστασης. Η ισχυρή παρουσία κνωσιακών πολιτισμικών στοιχείων
στον ορίζοντα κατοίκησης της αμέσως επόμενης φάσης («Ζάκρος V»), σε συνδυασμό με τη σχεδόν ταυτόχρονη εμφάνιση ανάλογων στοιχείων σε άλλες θέσεις της Κρήτης, οδήγησε στην υπόθεση –διατυπωμένη αρχικά από τον ανασκαφέα Ν. Πλάτωνα και στη συνέχεια οριοθετημένη σαφέστερα από τον ομι13

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

λούντα– ότι η ίδρυση του ΥΜ Ι ανακτόρου στη Ζάκρο αποτελούσε τμήμα ενός
ευρύτερου σχεδίου επέκτασης της πολιτικής επιρροής της Κνωσού, κατά την εποχή αυτή, σε στρατηγικά σημεία-κλειδιά της μινωικής επικράτειας.
Ένας από τους τομείς του πολιτισμού στους οποίους μπορεί κανείς να ιχνηλατήσει την «κνωσιακή» παρουσία είναι εκείνος των ιδεών και αντιλήψεων, που
μεταφέρουν και εδραιώνουν στη συνείδηση του κόσμου οι πάσης φύσεως συμβολικές απεικονίσεις και τα συναφή με αυτές πολιτικο-θρησκευτικά εμβλήματα.
Έχει υποστηριχθεί, συχνά με πειστικά επιχειρήματα, ότι κάποια από τα απαντώμενα σε διάφορες μινωικές θέσεις σύμβολα εφευρέθηκαν στην Κνωσό και χρησιμοποιήθηκαν από αυτήν ως μέσα προπαγάνδας για την κυρίαρχη ιδεολογική
και πολιτική θέση της στο γίγνεσθαι του μινωικού κόσμου.
Οι πρόσφατες εργασίες συντήρησης και μελέτης του αρχαιολογικού υλικού από
το ανάκτορο της Ζάκρου έρχονται να προσθέσουν μερικά νέα, ιδιαίτερα ενδιαφέροντα, ευρήματα, που εικάζεται ότι στόχευαν να «μεταλαμπαδεύσουν» τον πολιτικο-ιδεολογικό χώρο της Κνωσού στην καρδιά της τοπικής μινωικής κοινότητας.

Ευτυχία Πρωτοπαπαδάκη
ΥΜ ΙΙΙΓ ταφή στη νεκρόπολη της Κυδωνίας

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ

Η πρόσφατη ανασκαφική έρευνα μνημειώδους θαλαμοειδούς τάφου στον κεντρικό
πυρήνα του μινωικού νεκροταφείου της πόλεως των Χανίων, έφερε στο φως μεταξύ άλλων και έναν πλευρικό ταφικό θάλαμο. Ο νεκρικός θάλαμος, αν και διαταραγμένος από σύληση που πραγματοποιήθηκε στη διάρκεια των ιστορικών χρόνων, περιείχε πέντε αγγεία τα οποία τοποθετούν τη μοναδική του ταφή στο τέλος της ΥΜ ΙΙΙΓ φάσης. Το συγκεκριμένο εύρημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς αποτελεί μία από τις λιγοστές σαφείς ενδείξεις της χρήσης του νεκροταφείου
της Κυδωνίας κατά τελευταία φάση των μινωικών χρόνων.

Δήμητρα Πυλαρινού, Αντώνης Βασιλάκης

ABSTRACTS
Οικισμός της Tελικής Nεολιθικής/πρώιμης Προανακτορικής περιόδου στο Γάζι
Ηρακλείου, και μια τελετουργική απόθεση κρανίων ζώων

A1
13

Η ανασκαφή ενός οικισμού της Τελικής Νεολιθικής (ΤΝ)/πρώιμης Προανακτορικής κατά τα έτη 200 και 200 στη θέση Άγιος Νικόλαος στο Γάζι Ηρακλείου
προσθέτει σημαντικά στοιχεία στο κρίσιμο κεφάλαιο της πολιτισμικής εξέλιξης
στη βόρεια κεντρική Κρήτη κατά την κρίσιμη αυτή περίοδο μετάβασης, σε ζητήματα
χρήσης του χώρου, αλλά και εξέλιξης της κεραμικής. Επίσης, η εκεί ανακάλυψη
κυκλικών λαξευτών λάκκων με πιθανή αποθηκευτική χρήση δίνει στοιχεία για την
οικονομική δραστηριότητα των κατοίκων. Επιπλέον, η ανασκαφή δίπλα στον οι-

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

κισμό μιας εκτεταμένης πλατφόρμας με πέτρες ποικίλων μεγεθών, μέσα στην οποία
σε μικρούς λάκκους γινόταν τελετουργική απόθεση κρανίων κερασφόρων ζώων
δίνει σημαντικά στοιχεία για τη δευτερογενή μεταχείριση των διατροφικών κατάλοιπων από την κατανάλωση ζώων.

Γιώργος Ρεθεμιωτάκης
Το «Δακτυλίδι του Ιερού Ζεύγους» από τον Πόρο Ηρακλείου και οι απαρχές
του μινωικού ημερολογίου
Χρυσό σφραγιστικό δακτυλίδι που βρέθηκε σε λαξευτό τάφο του μινωικού νεκροταφείου του Πόρου και χρονολογείται στην ΥΜ ΙΒ περίοδο εικονίζει τη συνάντηση ζεύγους ετερόφυλων μορφών σε τύπο «Ιεράς Συνομιλίας» σε βραχώδες
τοπίο. Την παράσταση συμπληρώνουν ιπτάμενα πτηνά και ουράνια σώματα. Από
τον τρόπο απόδοσης και τη σύνθεση των τελευταίων προκύπτει ότι οι Μινωίτες
είχαν γνώση του σεληνοηλιακού ημερολογίου αλλά και επίγνωση της χρήσης του
για τη σήμανση μεγάλων θρησκευτικών γεγονότων όπως οι εορτές που συνόδευαν την επιφάνεια των δύο μεγάλων θεοτήτων του μινωικού πανθέου.

Μαρία Ρούσσου
Ιερό Κορυφής του Βρύσινα Ρεθύμνης. Η μαρτυρία των κωνικών κυπέλλων

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

Το ιερό κορυφής του Βρύσινα βρίσκεται στον ανώτερο κώνο του ομώνυμου ορεινού όγκου. Ήδη από την επίσκεψη του P.Faure στο ιερό το 12, αρχίζει η παράδοση αρχαιολογικού υλικού στο αρχαιολογικό Mουσείο Ρεθύμνου, στις αποθήκες του οποίου φυλάσσεται σήμερα το υλικό αυτό. Οι πρώτες ερευνητικές προσπάθειες ξεκίνησαν κατά τα έτη 12-3 από τον Κ. Δαβάρα και καταμετρήθηκαν περίπου 0.000 όστρακα. Η πλειονότητα του υλικού αφορά σε αγγεία πόσεως, και μάλιστα τα περισσότερα από αυτά είναι κωνικά κύπελλα. Οι κυρίες φάσεις λειτουργίας του ιερού εγγράφονται στη ΜΜ ΙΒ-ΜΜ ΙΙ και στις ΜΜ ΙΙΙ και
ΜΜ ΙΙΙ-ΥΜ ΙΑ περιόδους. Ο υψηλός βαθμός τυποποίησης των κωνικών κυπέλλων
καθώς και η γενικότερη μορφολογία τους ενισχύουν τη θέση υπέρ της χρονολόγησής τους κατά τη δεύτερη, κυρίως, φάση λειτουργίας του ιερού (ΜΜ ΙΙΙ, ΜΜ
ΙΙΙ/ΥΜ ΙΑ).
Κωνικά κύπελλα ανευρίσκονται σε όλους τους μινωικούς οικισμούς από την
ΠΜ ΙΙ-ΙΙΙ έως την ΥΜ ΙΙΙΓ περίοδο. Θα λέγαμε ότι είναι ευρήματα «αδιάφορα,
χωρίς ενδιαφέρον», «με χαμηλό κοινωνικό status». Μπορούν, επίσης, να θεωρηθούν ένα μινωικό φαινόμενο, καθώς εμφανίζονται σε όλες τις θέσεις και αποικίες
των Μινωιτών (Κυκλάδες, Δωδεκάνησα, Μικρασιατικά παράλια, Κύθηρα, ηπειρωτική Ελλάδα). Η μελέτη ενός τέτοιου κοινού και καθημερινού τύπου κεραμι13

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

κής επιτρέπει τη διαπίστωση της διαχρονικής του εξέλιξης και αποκαλύπτει τοπικές συνήθειες και διαθέσεις.
Η ανακοίνωση επικεντρώνεται στην προσέγγιση των πιθανών χρήσεων του
τύπου στο συγκεκριμένο χώρο αλλά και στη διερεύνηση της σημασίας της πόσης στη Μινωική εποχή, με έμφαση στη Νεοανακτορική περίοδο.

David Rupp, Μεταξία Τσιποπούλου
Νεοανακτορικός σφραγιδόλιθος με παράσταση γυναικείας μορφής από τον Πετρά Σητείας
Σε πρόσφατη σωστική ανασκαφή στον οικισμό του Πετρά Σητείας, ήρθε στο φως
νεοανακτορικός σφραγιδόλιθος με μοναδική παράσταση γυναικείας μορφής, πιθανότατα ιέρειας, η οποία κρατεί μάχαιρα και ετοιμάζεται να θυσιάσει ένα ζώο.
Η ανακοίνωση αναλύει τη σημαντική και εξαιρετικά σπάνια παράσταση στο πλαίσιο της μινωικής εικονογραφίας των γυναικείων μορφών γενικότερα και ιδιαίτερα των σκηνών θυσιών. Επίσης, εξετάζει την ακριβή χρονολόγηση του ιδιαίτερου αυτού σφραγιδόλιθου μέσω της τυπολογίας και των συνευρημάτων του.

Αλεξάνδρα Σαλίχου
Αρχιτεκτονικού χαρακτήρα επεμβάσεις σε κτίρια του ανακτορικού οικισμού
της Κάτω Ζάκρου

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
13

Στα κτίρια του ανακτορικού οικισμού της Κάτω Ζάκρου έχουν εντοπιστεί αρχιτεκτονικές μετασκευές, που, με βάση την κλίμακα και το χαρακτήρα τους, μπορούν αρχικά να κατηγοριοποιηθούν σε αυτές που έχουν να κάνουν με τον ίδιο
τον οικισμό, την εικόνα και την οργάνωση του, και σε εκείνες που περιορίζονται
αποκλειστικά στο μικροπεριβάλλον κάθε νοικοκυριού. Στην πρώτη περίπτωση,
εντάσσονται επεμβάσεις στο οδικό δίκτυο και στο εξωτερικό των κτιρίων
(όψεις, είσοδοι, προσθήκες), ενώ στη δεύτερη περιλαμβάνονται μετασκευές που
εντοπίζονται αποκλειστικά στο εσωτερικό τους. Τέτοιες είναι κλεισίματα θυρών,
κατάργηση ή προσθήκη διαχωριστικών τοίχων, επιχώσεις χώρων με συνέπειες στην
εσωτερική διαρρύθμιση, αλλά και δημιουργία μόνιμων κατασκευών που σχετίζονται κατά κανόνα με τη λειτουργία των δωματίων.
Στο πλαίσιο αντίληψης των κτιρίων –και ιδιαιτέρως των οικιών– ως τμήματος
ενός συστήματος «άρρητης επικοινωνίας» κοινωνικού χαρακτήρα, οι επεμβάσεις που
διαπιστώνονται στην αρχιτεκτονική τους μπορούν να δώσουν σημαντικές πληροφορίες για τις καθιερωμένες, επιβεβλημένες ή προβαλλόμενες, κατά περίπτωση, κοινωνικές συμπεριφορές. Ο κατά περίπτωση επιλεγμένος κώδικας μπορεί να αφορά
σε μια κοινώς αναγνωρίσιμη ως προς το περιεχόμενό της επικοινωνία (canonical

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

communication), που έχει να κάνει κατά βάση με την ίδια τη συμπεριφορά των κατοίκων, ή σε μια μορφή επικοινωνίας σχετικής με τον βαθμό προσαρμογής στα κοινωνικά θέσμια και τα μηνύματα που θέλουν να περάσουν οι κάτοικοι στον έξω κόσμο σχετικά με την κοινωνική τους ταυτότητα (indexical communication).
Ως εκ τούτου, ο προσδιορισμός και η ανάλυση του χαρακτήρα των αρχιτεκτονικών μετασκευών –είτε πρόκειται για αλλαγές που σχετίζονται με τη λειτουργία
και τη σύσταση των νοικοκυριών, είτε για αλλαγές που στοχεύουν στην έκφραση κοινωνικής θέσης, πεποιθήσεων ή οικονομικής κατάστασης– είναι σαφώς δηλωτικός των ιδιαίτερων συνθηκών ή περιστάσεων που οδήγησαν σε συγκεκριμένες επιλογές. Συγκεκριμένα για τον οικισμό της Κάτω Ζάκρου, όπου έχει επαληθευτεί πληθώρα επεμβάσεων στην αρχιτεκτονική των κτιρίων, η προσέγγισή
τους μπορεί να γίνει μέσα από τις ίδιες τις διαδικασίες που επέφεραν τις συγκεκριμένες μετασκευές, ούτως ώστε αυτές να γίνουν αντιληπτές και κατανοητές ως
«αντιδράσεις» των κατοίκων σε συγκεκριμένα γεγονότα και εξελίξεις.
Ανάγια Σαρπάκη
Αρχαιοβοτανικά από το Παλαίκαστρο Σητείας
Θα γίνει παρουσίαση υλικού από τη μινωική πόλη του Παλαικάστρου Σητείας.

Κλεάνθης Σιδηρόπουλος
Αρχειακά τεκμήρια κρητικής αρχαιολογίας (1873-1913)

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

Έγγραφες μαρτυρίες σχετιζόμενες με τις πρώτες δεκαετίες των αρχαιολογικών
ερευνών στην Κρήτη δημοσιεύονται την τελευταία δεκαπενταετία αρκετά πυκνά,
απόδειξη του πολλαπλού τους ενδιαφέροντος για την Κρητολογία. Η παρουσίαση
αποβλέπει να τις συμπληρώσει με υλικό από ανέλπιστες πηγές, κυρίως δημόσια
αρχεία, φωτίζοντας την αρχαιολογική και παρα-αρχαιολογική δραστηριότητα στο
νησί σε μια εποχή πολιτικών και ιδεολογικών ανακατατάξεων.
Επίσημα έγγραφα με το αντικειμενικό της διατύπωσης, το βέβαιο της χρονολογίας και το αναμφισβήτητο της πληροφορίας αναφέρονται ξαφνικά σε αγάλματα και επιγραφές, αγγεία και αρχαία νομίσματα παραμερίζοντας την οικονομική καθημερινότητα και το γραφειοκρατικά τετριμμένο.
Νόμιμες αγοραπωλησίες αρχαιοτήτων και αρχαιοκαπηλία παράλληλα με την
προσπάθεια διαμόρφωσης ανασκαφικής και μουσειακής πολιτικής, οι συγκρουόμενες τρέχουσες νοοτροπίες και το κρητικό παρελθόν ως μέσο και εκφραστής
τους, η Πολιτεία και τα ευρήματα είναι θέματα που προκύπτουν ικανοποιώντας
αλλά και προκαλώντας εκ νέου την ιστορική περιέργεια.
Ένα παραπάνω καθώς γνώριμοι αρχαιολογικοί χώροι (Κνωσός, Γόρτυνα, Ιδαίο
Άντρο, Τύλισος κ.λπ.) αποκτούν ανέλπιστα κεφάλαια της αρχαιολογικής τους μυ13

11
o

θιστορίας στο δρόμο για την αποκάλυψη της αλήθειας: των ανθρώπων, των ρόλων, της παιδείας, των σκοπιμοτήτων και της επιστήμης.

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

Μαρία Σκόρδου
Φουρνάδος Γραμβούσας Κισάμου: Νέα αρχαιολογική θέση. Πρώτη παρουσίαση
Ο οικισμός Φουρνάδος βρίσκεται στην ενδοχώρα του Δημοτικού Διαμερίσματος
Γραμβούσας του Δήμου Κισάμου, στο βορειοδυτικό άκρο της Κρήτης. Εκτείνεται στη δυτική πλαγιά λόφου με θέα στη χερσόνησο της Γραμβούσας, που απολήγει στον κόλπο της Κισάμου. Ένας μικρός οικισμός που αναπτύσσεται με λίγα,
κυρίως παλαιά σπίτια σε ημιορεινή περιοχή.
Πρόκειται για μια νέα αρχαιολογική θέση των μινωικών και των ιστορικών
χρόνων, η οποία εντοπίστηκε πρόσφατα με αφορμή την οικοδομική δραστηριότητα
κυπριακής κατασκευαστικής εταιρείας. Ακολούθως, ξεκίνησε συγχρηματοδοτούμενη ανασκαφή με σωστικό χαρακτήρα. Η ανακοίνωση αφορά στα πρώτα αποτελέσματα της ανασκαφικής έρευνας της ΚΕ΄ ΕΠΚΑ στην ιδιοκτησία της εταιρείας κατά τα έτη 200-2010.
Με βάση τα στοιχεία που έχουμε μέχρι σήμερα, οι αρχαιότητες των ιστορικών
χρόνων εκτείνονται στη βορειοδυτική πλευρά της πλαγιάς του λόφου. Νοτιότερα και σε ψηλότερη θέση της πλαγιάς, διαπιστώθηκε η μινωική εγκατάσταση, όπου,
αν και δεν βρέθηκαν ακόμη αρχιτεκτονικά κατάλοιπα παρατηρήθηκε συγκέντρωση
αγγείων, κυρίως κυπέλλων πεσμένων ανάποδα, ανάμεσα στους βραχώδεις
όγκους. Τα ευρήματα, σε αυτή τη θέση ίσως υποδηλώνουν την ύπαρξη κάποιου
υπαίθριου ιερού χώρου στα Μεσομινωικά χρόνια. Η συντήρηση και η μελέτη του
υλικού είναι σε πρώιμο στάδιο και προκαταρκτικά είναι τα όποια συμπεράσματα.
Η θέση έχει άμεση οπτική επαφή με τον παραλιακό λατρευτικό χώρο που ανακαλύφθηκε πρόσφατα στη μινωική οικιστική εγκατάσταση στα Βιγλιά, περίπου
1, χλμ βορειοανατολικά του Φουρνάδο. Μολονότι δεν είναι στο ψηλότερο σημείο του λόφου, έχει μεγάλη οπτική εμβέλεια και ορατότητα στα όρη Όνυχας και
Μαύρος Πόρος ή Χεσμένη των χερσονήσων Ροδωπού και Γραμβούσας αντίστοιχα,
που έχουν ταυτιστεί στο παρελθόν με θέσεις ιερών κορυφής.

Έλενα Σουλιώτη
Η σημασία και το περιεχόμενο του μινωικού συμβόλου του «ιερού κόμβου»

A1
140

Παρότι τα μινωικά σύμβολα παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αινιγματικά ως προς
το πραγματικό τους περιεχόμενο, είναι δυνατό να ανιχνεύσει κανείς διαφοροποιήσεις ως προς τη χρήση και τη λειτουργία τους στο μινωικό κώδικα συμβόλων και να χαρτογραφήσει στα όρια χρήσης τους κάποιες συγκεκριμένες εφαρ-

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

μογές που επιτρέπουν μια προσέγγιση του ιδεολογικού τους φορτίου. Ένα από
τα πιο ενδιαφέροντα και λιγότερο ερευνημένα μινωικά σύμβολα είναι ο «ιερός
κόμβος». Ένα σύμβολο που εμφανίζεται με αρκετά σταθερή τυπολογία κι αποφεύγει την έντονη σχηματοποίηση, ώστε να μη μπορεί να καταταχτεί στα «απόλυτα» σύμβολα όπως είναι ο διπλός πέλεκυς και σε μικρότερο βαθμό τα «κέρατα καθοσιώσεως». Αντίθετα, φαίνεται να διατηρεί ισχυρές σχέσεις με το αρχικό
πρότυπο που ενέπνευσε τη μορφολογία του και παρουσιάζει σχετικά περιορισμένες
εφαρμογές στη μινωική εικονογραφία. Πώς οριοθετείται, λοιπόν, ο «ιερός κόμβος» στην ιεραρχία του μινωικού συμβολισμού; Το ερώτημα θα εξεταστεί με βάση
την τυπολογία που προκύπτει από το ανασκαφικό και το εικονογραφικό υλικό
του μινωικού πολιτισμού, ενώ θα υποστηριχθεί και με στοιχεία από γειτονικούς
πολιτισμούς της Εποχής του Χαλκού, και κυρίως τον αιγυπτιακό. «Ιεροί κόμβοι»
έχουν εντοπιστεί σε αιγυπτιακούς τάφους και συνδέονται με την ιδέα της αναγέννησης. Μπορεί να υποστηριχθεί μια αντίστοιχη ιδέα στον αιγαιακό κόσμο, δεδομένης και της συνύπαρξής τους με άλλα αιγυπτιακά και «αιγυπτιάζοντα» αντικείμενα στους λακκοειδείς τάφους των Μυκηνών; Και πώς μπορεί να ερμηνευθεί η απουσία «ιερών κόμβων» ως κτερισμάτων στους τάφους μινωικών θέσεων;
Επίσης θα εξεταστεί η σχέση του «ιερού κόμβου» με μαγικές πρακτικές, όπως γνωρίζουμε ότι επιβίωσαν σε μεταγενέστερες εποχές, με αποκορύφωμα τα ελληνιστικά
χρόνια, και με άξονα τη λατρεία της Ίσιδας. Η ομοιότητα στη χρήση του «ιερού
κόμβου» ως μέρους της θεϊκής της ενδυμασίας με την ανάλογη τοποθέτηση του
συμβόλου αυτού στο ιερατικό ένδυμα της «Παριζιάνας» γεννά επιπρόσθετα ερωτήματα για τη σημασία του.

Χρύσα Σοφιανού, Thomas Brogan

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

Ο μινωικός οικισμός στον Παπαδιόκαμπο Σητείας: 2007-2011
Οι σωστικές ανασκαφές που γίνονται τα τελευταία χρόνια στη θέση «Παπαδιόκαμπος» του Δήμου Σητείας εντόπισαν ένα μεγάλο οικισμό, ίσως πόλη, της ΥΜ
Ι περιόδου.
Το 200 και το 200 ανασκάφτηκε μια μεγάλη διώροφη κατοικία με δέκα δωμάτια, η Οικία Α.1. που καταστράφηκε ξαφνικά στην ΥΜ ΙΑ περίοδο. Από τα ανασκαφικά δεδομένα προκύπτει ότι οι κάτοικοί της ασχολούνταν με τη γεωργία και
την αλιεία.
Το 200 ήρθε στο φως μια άλλη διώροφη κατοικία με οχτώ σωζόμενα δωμάτια
που χρονολογείται στην ΥΜ Ι περίοδο, η Οικία Β.1. η οποία παρουσιάζει μια ιδιαιτέρως προσεγμένη και ενδιαφέρουσα αρχιτεκτονική. Ακόμη, η ποιότητα των
αγγείων της είναι σαφώς ανώτερη από εκείνη της Οικίας Α.1. ενώ οι κάτοικοί της
ασχολούνταν με την επεξεργασία μετάλλων, χρυσού και χαλκού, με την υφαντουργία και την παραγωγή του κρασιού.
141

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
142

Εκτός από τις ΥΜ κατοικίες, εντοπίστηκε και ανασκάφτηκε μια κατοικία της
ΜΜ ΙΙ περιόδου με μεγάλες ποσότητες κεραμικής και οργανικών καταλοίπων.
Στην ίδια περίοδο χρονολογούνται και οι τοίχοι που είχε καλύψει ένα στρώμα ηφαιστειακής τέφρας προερχόμενο από την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας, που
εντοπίστηκε στον Τομέα Δ.
Στην παρούσα ανακοίνωση ερευνάται, μεταξύ άλλων, η κοινωνική και η αρχιτεκτονική δομή του μινωικού οικισμού, το ενδεχόμενο της καταστροφής του
από την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας και τα αίτια της εγκατάλειψής του μετά
την καταστροφή.

Κωνσταντίνος Σμπόνιας, Emeri Farinetti
H αρχαιολογική έρευνα επιφανείας στην Τρυπητή Αστερουσίων (2007-8): Πρώτα αποτελέσματα
Η ανακοίνωση παρουσιάζει τα πρώτα αποτελέσματα της συστηματικής έρευνας
επιφανείας που πραγματοποιήθηκε από τον γράφοντα κατά το 200 και 200 στο
πλαίσιο του προγράμματος της τελικής δημοσίευσης του προανακτορικού οικισμού της Τρυπητής υπό τη διεύθυνση του Αντώνη Βασιλάκη. Στην έρευνα επιφανείας συμμετείχε ομάδα συνεργατών (A. Βασιλάκης, Τ. Campbell-Green, B.
Legara, Ε. Farinetti, Φ. Μιχελάκη, Ζ. Βασιλάκης,). Η έρευνα έφερε στο φως νέα
στοιχεία σχετικά με την οικιστική οργάνωση στο τμήμα αυτό των Αστερουσίων
και ενσωμάτωσε άλλα ήδη γνωστά από την αρχαιολογική έρευνα. Η έρευνα πέρα
από την οριοθέτηση του ανασκαμμένου προανακτορικού οικισμού, έδειξε πως
ο ΠΜ οικισμός της Τρυπητής αποτελεί ένα μόνο στοιχείο ενός σύνθετου τοπίου, που περιλαμβάνει πολλαπλές εγκαταστάσεις σε συγχρονική και διαχρονική
χρήση. Το κατώτερο τμήμα του φαραγγιού της Τρυπητής, οι πλαγιές των γύρω
βουνών, τα πλατώματα πάνω από την ακτή και ο όρμος όπου καταλήγει το φαράγγι δημιουργούν ένα μικροπεριβάλλον που ορίζεται με σαφήνεια λόγω της ορεινής τοπογραφίας και αποτέλεσε χώρο εγκατάστασης και εκμετάλλευσης σε διάφορες περιόδους στο παρελθόν (Προανακτορική, Παλαιοανακτορική, Νεοανακτορική περίοδος, Ελληνιστική εποχή). Η μέθοδος που ακολουθήσαμε είναι αυτή
της εντατικής έρευνας επιφανείας που αντιμετωπίζει το χώρο σε μια συνέχεια και
καταγράφει ποσοτικά την παρουσία κεραμικής και άλλων καταλοίπων στην επιφάνεια του εδάφους. Οι συνθήκες στην Τρυπητή είναι ιδανικές λόγω της απουσίας σύγχρονης εγκατάστασης, της αραιής βλάστησης και κυρίως λόγω της αιολικής διάβρωσης που φέρνει στο φως όχι μόνο κεραμική αλλά και εκτεταμένα
αρχιτεκτονικά κατάλοιπα.

11

Ευαγγελία Στεφανή

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

Τo γυναικείο ένδυμα στην ανακτορική Κρήτη: Μόνο εμπορικό προϊόν ή και
μέσον πολιτικής προπαγάνδας;
Σε σύγχρονες μελέτες έχει διατυπωθεί η άποψη ότι το ένδυμα αποτελούσε στην
ανακτορική Κρήτη ένα από τα συστατικά στοιχεία μιας κοινής πολιτιστικής γλώσσας, που εκπορευόταν από τα ανάκτορα και απευθυνόταν σε όλους τους κατοίκους του νησιού αλλά και στους άλλους λαούς με τους οποίους έρχονταν σε επαφή οι Μινωίτες. Στο πλαίσιο της παρούσας ανακοίνωσης, αυτή η άποψη επανεξετάζεται υπό το πρίσμα παλαιότερων και νέων δεδομένων. Συζητείται η μεγάλη
εμπορική σημασία των ενδυμάτων και γενικότερα του υφάσματος για την ανακτορική οικονομία και εξετάζεται η χρήση του γυναικείου ειδικά ενδύματος, από
τα μέλη της elite, ως μέσου πολιτικής επικοινωνίας και προβολής του ανακτορικού συστήματος. Με τη μελέτη των εικονογραφικών πληροφοριών (κυρίως σφραγίδων και τοιχογραφιών) και μέσω της θεωρητικής επεξεργασίας των δεδομένων
για τη δομή της πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας στην ανακτορική Κρήτη, προτείνεται η προσέγγιση του γυναικείου ενδύματος ως μέσου πολιτικής προπαγάνδας.

Δημήτρης Σφακιανάκης
You are welcome… to Crete. Goats and monkeys! Πήλινα ειδώλια πιθήκων από
την κορυφή του Βρύσινα

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, στο πρώιμο στάδιο μελέτης των κεφαλών των ανθρωπόμορφων ειδωλίων του Βρύσινα, παρουσιάζει η ολιγάριθμη ομάδα κεφαλών που
αποδίδονται σε ανθρωποειδή πλάσματα. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν μερικές κεφαλές πιθήκων. Το νέο αυτό είδος τρισδιάστατης απεικόνισης των πιθήκων, εμπλουτίζει απρόοπτα τον κατάλογο απεικονίσεων του συγκεκριμένου ζώου στη μινωική εικονογραφία. Σε προκαταρκτικό στάδιο επιχειρείται η ένταξη του ειδωλίων,
τόσο ως μεμονωμένων ειδωλίων όσο και ως πιθανών μελών πολυπρόσωπων αφηγηματικών παραστάσεων, στα ερμηνευτικά πλαίσια που έχουν δοθεί κατά καιρούς
για τη σημασία του ζώου στο μινωικό κόσμο. Παράλληλα, οι «Πίθηκοι του Βρύσινα» παρέχουν νέα τεκμήρια για μια ουσιαστική επανεξέταση των ερμηνειών αυτών, εφόσον γίνεται πλέον ακόμη πιο στενή η σχέση τους με τα «Ακρορεινά Τελεστήρια», τα γνωστά μινωικά «Ιερά Κορυφής».

A1
143

11

Γιάννης Τζεδάκις, Βίκυ Κολυβάκη

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

Χάραγμα σε πίθο από τη νεκρόπολη Αρμένων. Τοπογραφικό σχέδιο ή «ιερό»
παιχνίδι;
Ένα μικρό κομμάτι πίθου με πλαστική ταινιωτή διακόσμηση βρέθηκε στο δρόμο του Τάφου 231. Στην πίσω πλευρά του είναι χαραγμένο, με μεταλλικό εργαλείο, ένα γραμμικό «σύμβολο» που οδηγεί σε σειρά υποθέσεων: 1. Τοπογραφικό σχέδιο της νεκρόπολης; 2. Τοπογραφικό σχέδιο της πόλης και της νεκρόπολης; ή 3. «Ιερό» παιχνίδι με βάση το λαβύρινθο;
Ο πίθος και τα λίγα όστρακα του δρόμου χρονολογούνται στην ΥΜ ΙΙΙΑ2
φάση, ενώ ο θάλαμος βρέθηκε κενός. Το χάραγμα στον πίθο ίσως αντιγράφει το
πρωτότυπο, που θα ανήκει στην ΥΜ ΙΙΙΑ1, τη φάση ίδρυσης της πόλης.

Αναστασία Τζιγκουνάκη
Στοιχεία λατρείας από τον Άγιο Ιωάννη Αμαρίου

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
144

Στο πλαίσιο της Ελληνο-Ιταλικής Ανασκαφικής Έρευνας Αποδούλου Αμαρίου,
υπό τη διεύθυνση του Επίτιμου Γενικού Διευθυντή Αρχαιοτήτων Δρ. Γιάννη Τζεδάκη και του καθηγητή Louis Godart, συμβούλου για θέματα Πολιτισμού του Προέδρου της Ιταλικής Δημοκρατίας, έγιναν δοκιμαστικές τομές στον Άγιο Ιωάννη
Αμαρίου.
Τα ευρήματα από τον Άγιο Ιωάννη φωτίζουν μια ακόμη πτυχή της προϊστορίας στο Αμάρι, ενισχύοντας τη αρχαιολογική σπουδαιότητα της περιοχής, συμπληρώνοντας το χρονολογικό ορίζοντα ως προς τις αρχαιολογικές θέσεις του
Αμαρίου. Τα ανασκαφικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι πρόκειται για ιερό, και η
μελέτη των στοιχείων έρχεται να πλουτίσει, διευρύνοντας, τις γνώσεις μας για
τις λατρευτικές συνήθειες της εποχής.
Ως προς τα ευρήματα, σημειώνεται ότι υπερέχει η παρουσία και σπουδαιότητα της ζωομορφικής και ανθρωπομορφικής πλαστικής, με κυρίαρχη αυτή τμημάτων γυναικείων ειδωλίων, οι οποίες μας είναι γνωστές ως «θεές μεθ’ υψωμένων χειρών».
Θα παρουσιαστούν τα ανασκαφικά δεδομένα της θέσης λατρείας, θα γίνει προσπάθεια προσέγγισης ως προς το είδος του ιερού, τη θρησκευτική έκφραση, τη
σχέση ζωόμορφων και ανθρωπόμορφων ειδωλίων που προέρχονται από το χώρο,
τις κατασκευαστικές τεχνικές της πηλοπλαστικής, τα στυλιστικά και μορφολογικά χαρακτηριστικά των ειδωλίων, κ.ά., και θα επιχειρηθεί ερμηνεία μέσα από
το πρίσμα των έως τώρα αρχαιολογικών, εικονογραφικών, καθώς και επιγραφικών δεδομένων.

11

Γιώργος Τζωράκης

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

Η Κρητική Αρχαιολογία στον τύπο του Ηρακλείου κατά τη μετάβαση στον 20ό
αιώνα
Η μελέτη του κρητικού τύπου του τέλους του 1ου και των αρχών του 20ού αιώνα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφού εκείνα ακριβώς τα χρόνια τέθηκαν τα θεμέλια της ανάπτυξης της αρχαιολογικής έρευνας στην Κρήτη.
Η αρχαιολογικές ανακαλύψεις, μεγάλες ή μικρότερες είχαν πάντα μια σημαντική θέση στη ειδησεογραφία του ελληνικού τύπου. Αντίστοιχη είναι και η εικόνα στην Κρήτη. Ακόμα και μικρές αρχαιολογικές ειδήσεις προβάλλονται σε περίοπτη θέση στον τύπο, ενώ συχνή είναι και η αρθρογραφία γνωστών λογίων της
εποχής, αρχαιολόγων και μη, οι οποίοι κατέθεταν τις απόψεις τους για τα αρχαιολογικά πράγματα του τόπου.
Στα αρχαιολογικά και αρχαιολογίζοντα κείμενα της εποχής διαπιστώνεται με
τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο αφενός η αγωνία των ειδικών για τη διάσωση της πολιτιστικής κληρονομιάς που ξεκινάει τότε να αναδύεται από το χώμα και, αφετέρου η στάση ολόκληρης της κοινωνίας απέναντι στην κληρονομιά αυτή, σε μια
εποχή που το ελληνικό έθνος συμπλήρωνε ακόμα ψηφίδες για τη διαμόρφωση
της εθνικής του ταυτότητας.

Σεβαστή Τριανταφύλλου, Luca Girella
Η συμβολή της μελέτης των ανθρώπινων οστών στην ερμηνεία του θολωτού
τάφου στο Καμηλάρι στην πεδιάδα της Μεσαράς

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

Η σημαντική παρουσία των προανακτορικών και παλαιονακτορικών θολωτών
τάφων στην Κρήτη ιδιαίτερα στην περιοχή της Μεσαράς έχει αποτελέσει αντικείμενο συστηματικής έρευνας. Οι αναλυτικές αυτές προσεγγίσεις ποικίλλουν από
τυπολογικού τύπου μελέτες της αρχιτεκτονικής μορφής των τάφων αλλά και των
ευρημάτων τους, σε εκτεταμένες συζητήσεις που προσπαθούν να προσδιορίσουν
τη σημασία των συνόλων αυτών στη διαμόρφωση δομικών στοιχείων της μινωικής κοινωνίας. Κάποια τέτοια στοιχεία είναι η κοινωνική ταυτότητα των ομάδων
που χρησιμοποιούσαν τους τάφους αλλά και ο ρόλος των ταφικών αυτών συνόλων
στον προσδιορισμό και τη διαπραγμάτευση των κοινωνικών σχέσεων στις κοινότητες
των ζωντανών. Παρόλα αυτά, η παρουσία των πολυάριθμων ανθρώπινων οστών
στους θολωτούς τάφους της μινωικής Κρήτης, εξαιτίας της πολλαπλής τους χρήσης για μεγάλα χρονικά διαστήματα, ελάχιστα έχει συζητηθεί και εμπλουτιστεί
με τη συστηματική μελέτη των ίδιων των σκελετικών καταλοίπων.
Ο μεγάλος θολωτός τάφος (Γρηγόρη Κορυφή) στο Καμηλάρι της πεδιάδας της
Μεσαράς ανασκάφηκε από τον Ιταλό αρχαιολόγο Doro Levi το 1 και δημοσιεύτηκε προκαταρκτικά στις αρχές της δεκαετίας του 10. Η χρήση του τάφου κα14

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

λύπτει ένα μεγάλο χρονικό εύρος από την Παλαιοανακτορική περίοδο (ΜΜ ΙΒ)
μέχρι και τη Νεοανακτορική και τη Μετανακτορική περίοδο (ΥΜ Ι έως ΥΜ ΙΙΙΑ2).
Ο εντοπισμός του σκελετικού υλικού που είχε αποτεθεί στον τάφο κατά τη χρήση του αποτελεί εύρημα πρόσφατης (200) μόλις έρευνας από την Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή καθώς κατά την ανασκαφή του τάφου στη δεκαετία του 10,
τα ανθρωπολογικά κατάλοιπα είχαν συλλεγεί και ενταφιαστεί σε παρακείμενο χώρο.
Σκοπός της προφορικής ανακοίνωσης είναι η παρουσίαση των αποτελεσμάτων
της συστηματικής μελέτης των ανθρώπινων οστών σε συνδυασμό με την ερμηνεία του ίδιου του ταφικού συνόλου. Στοιχεία τα οποία θα συζητηθούν αναλυτικά περιλαμβάνουν:
Τον τρόπο της μεταχείρισης των νεκρών (παρουσία ή μη πρωτογενών ταφών,
επιλεκτική συλλογή συγκεκριμένων οστών ή συναθροισμένων ανατομικών μερών)
σε συνδυασμό με το χαρακτήρα των μεταθανάτιων διαδικασιών όπως είναι ο θρυμματισμός των οστών (σκόπιμος ή τυχαίος) και η καύση τους (πλήρης ή ατελής).
Τη δημογραφική σύνθεση του πληθυσμού που είχε πρόσβαση στο θολωτό τάφο
(ελάχιστος αριθμός των ατόμων, προσδιορισμός φύλου και ηλικιακής κατηγορίας).
Τα επίπεδα υγείας του πληθυσμού (προσδιορισμό και συχνότητα παθολογικών αλλοιώσεων, βαθμού καταπόνησης του μυο-σκελετικού συστήματος σε σχέση με το φύλο ή/και την ηλικία).
Τις διατροφικές συνήθειες του πληθυσμού (κατανάλωση υδατανθράκων
έναντι πρωτεϊνών σε σχέση με το φύλο ή/και την ηλικία).
Βασικός στόχος της παρουσίασης αυτής είναι η συζήτηση των παραπάνω στοιχείων σε συνδυασμό με τις πληροφορίες που έχουν προκύψει τα τελευταία χρόνια από τη μελέτη παρόμοιων πολλαπλού χαρακτήρα ταφών από προανακτορικά
και παλαιοανακτορικά σύνολα της μινωικής Κρήτης.

Σεβαστή Τριανταφύλλου, Μεταξία Τσιποπούλου, Philippe Betancourt

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
14

Κεφάλα Πετρά, Σητείας: Ανθρώπινα οστά και ταφικές πρακτικές στην ΠΜ βραχοσκεπή
Κατά το έτος 200, οι εργασίες σωστικής ανασκαφής στη δυτική πλαγιά του λόφου Κεφάλα Πετρά Σητείας, έφεραν στο φως αδιατάρακτη βραχοσκεπή που τοποθετείται χρονολογικά από την ΠΜ Ι μέχρι τη ΜΜ ΙΒ-ΙΙΑ περίοδο. Η βραχοσκεπή βρίσκεται 0 μ. νότια του ανακτόρου του νεκροταφείου με τα ταφικά κτήρια, ενώ η είσοδος του αντικρίζει το ανάκτορο του Πετρά. Ανάμεσα στα ευρήματα της ταφικής σπηλιάς, εκτός από τα πολύτιμα αντικείμενα και τα κεραμικά
σκεύη με έντονη την παρουσία κυκλαδίτικων επιρροών, χαρακτηριστική είναι η
μεγάλη επίχωση ανθρώπινων οστών σε μια έκταση 10 περίπου μ2, που αποτελεί
ουσιαστικά την έκταση της βραχοσκεπής.
Η μελέτη των σκελετικών καταλοίπων που προέρχονται από διάσπαρτα και αναμοχλευμένα οστά προσφέρει μοναδικές δυνατότητες για την διερεύνηση πρωτίστως

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

αρχαιολογικών ερωτημάτων που σχετίζονται με τη μεταχείριση των νεκρών, τις πρακτικές που συνδέονται με την ταφή, ανακομιδή αλλά και την πολλαπλή χρήση του
χώρου. Παράλληλα, δίνεται η δυνατότητα εξέτασης ζητημάτων που αφορούν τις βιολογικές παραμέτρους του πληθυσμού όπως είναι ο ελάχιστος αριθμός των ατόμων,
ο προσδιορισμός των ηλικιακών κατηγοριών αλλά και του φύλου, τα επίπεδα υγείας, οι διατροφικές συνήθειες αλλά και οι φυσικές δραστηριότητες.
Η παρουσία του ταφικού σπηλαίου στη θέση Κεφάλα Πετρά αλλά και του
σύγχρονου νεκροταφείου της Αγίας Φωτιάς με εξαιρετικά έντονες Κυκλαδικές
επιδράσεις συμβάλλουν σημαντικά στη συζήτηση της παρουσίας Κυκλαδιτών στη
βόρεια ακτή της Κρήτης κατά την Πρωτομινωική περίοδο. Σκοπός της παρουσίασης είναι η διερεύνηση των ταφικών πρακτικών όσο και των βιολογικών παραμέτρων, όπως αυτές προσδιορίζονται από την εξέταση των ανθρώπινων
οστών από τη συγκεκριμένη βραχοσκεπή.

Άγγελος Τσαγράκης
Τα δεδομένα του αρχείου της Γραμμικής Β της Κνωσού για τα αγγεία και την
κεραμική γενικότερα. Σύγκριση με τα δεδομένα των υπόλοιπων μυκηναϊκών
ανακτορικών κέντρων

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

Η ανακοίνωση θα παρουσιάσει τα δεδομένα που σχετίζονται με τα αγγεία στις πινακίδες της Γραμμικής Β από το ανακτορικό κέντρο της Κνωσού. Θα σχολιασθούν
τα ποσοτικά δεδομένα για τα αγγεία, οι τύποι, το υλικό κατασκευής τους, και πιθανές χρήσεις τους. Θα παρουσιασθούν, γενικότερα, τα δεδομένα για την κεραμική, προσπαθώντας να εντοπίσουμε στοιχεία για τους τρόπους παραγωγής αλλά
και για το ίδιο το επάγγελμα των κεραμέων – και τη θέση τους στην κοινωνία της
Κνωσού. Επιπλέον, θα γίνει μια προσπάθεια να ανιχνευθούν οι ιδιαίτερες προτιμήσεις του ανακτόρου ως προς τα αγγεία και θα εξεταστεί αν το ανάκτορο έλεγχε και σε ποιον βαθμό αυτόν τον παραγωγικό-βιοτεχνικό τομέα. Τέλος, θα γίνει
μια σύγκριση με τα δεδομένα από τα υπόλοιπα ανακτορικά διοικητικά κέντρα του
μυκηναϊκού κόσμου για να διαπιστωθούν ομοιότητες και διαφορές με την Κνωσό, ενώ θα παρουσιασθούν και οι πιθανές αιτίες για τις όποιες διαφοροποιήσεις.

Αθηνά Τσαμπανάκη

A1

Μινωικές απεικονίσεις κήπων μέσα από τις τοιχογραφίες στο προϊστορικό Αιγαίο. Ουτοπία ή πραγματικότητα;
Η αδιαμφισβήτητη αγάπη των κατοίκων της προϊστορικής Κρήτης για τη φύση
που τους περιέβαλλε παρουσιάζεται και μέσα από τις τοιχογραφικές συνθέσεις,
κυρίως της Νεοανακτορικής περιόδου, από την Κρήτη και το υπόλοιπο Αιγαίο.
14

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

Μια ολόκληρη γκάμα φυτών απεικονίζεται στις τοιχογραφίες μαζί με ανθρώπους και ζώα σε συνθέσεις οι οποίες, όμως, δύσκολα μπορούν να γίνουν απολύτως
κατανοητές, λόγω της αποσπασματικότητάς τους. Η συνήθης πραγμάτευση των τοιχογραφιών πέραν των καλλιτεχνικών και αισθητικών κριτηρίων που τίθενται, αφορά στην αναζήτηση των στοιχείων που σχετίζονται με την χλωρίδα, την πανίδα και,
κυρίαρχα, τη λατρεία των ανθρώπων που συνυπήρχαν με τις τοιχογραφίες αυτές.
Στην παρούσα εργασία τίθεται το ερώτημα αν οι τοιχογραφικές συνθέσεις που
σώζονται αποτελούν απεικονίσεις της άγριας φύσης ή αποδίδουν μια εξημερωμένη φύση, με φυτά που καλλιεργούνται για τη χρηστική αλλά και για την αισθητική τους αξία. Αν εικονίζονται, δηλαδή, μινωικοί κήποι, κατά τα πρότυπα της Αιγύπτου και, μεταγενέστερα, της Πομπηίας ή οι παραστάσεις αυτές αποτελούν απλά
στιγμιαίες ματιές των καλλιτεχνών στο φυσικό τοπίο ή και φανταστικές συνθέσεις.

Μηνάς Τσικριτσής
Στατιστική ανάλυση των συλλαβογραμμάτων στην κυπρομινωική γραφή

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
14

Οι τρεις ενεπίγραφες πήλινες σφαίρες (clay balls) που βρέθηκαν το 1 στην Έγκωμη της Κύπρου από τον Α.S. Murray οδήγησαν τον A. Evans στην αναγνώριση
ενός άλλου είδους γραφής που ονόμασε «κυπρομινωική». Η γραφή αυτή είχε σαφείς επιδράσεις από την προγενέστερή της Γραμμική Α που είχε βρεθεί στην Κρήτη. Στα 110 χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι σήμερα, ο αριθμός των ευρημάτων
με επιγραφές στην kυπρομινωική έχει αυξηθεί.
Τα 21 ενεπίγραφα ευρήματα από διάφορες περιοχές της Κύπρου και της Ugarit
συνθέτουν ένα ενδιαφέρον σώμα, ένα δείγμα που προσφέρεται στη στατιστική
ανάλυση των συχνοτήτων που εμφανίζουν τα διάφορα συλλαβογράμματα σε σχέση με τη θέση τους στην αρχή, το μέσον και το τέλος των λέξεων.
Η στατιστική ανάλυση που πραγματοποιήσαμε στηρίχτηκε στην πρόσφατη,
εξαντλητική δημοσίευση του J.-P. Olivier, Édition holistique des textes chypro-minoens,
που συστηματοποιεί το πλήθος των 2 διαφορετικών συλλαβογραμμάτων της κυπρομινωικής γραφής παρέχοντας ένα καθαρό δείγμα των λέξεων που μπορούν να
χρησιμοποιηθούν σε στατιστική ανάλυση. Αν και το δείγμα αυτό δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλο, εντούτοις στη βάση της συχνότητας εμφάνισης των συλλαβογραμμάτων, και σε σχέση με την ομοιότητά τους με τα σύμβολα της Γραμμικής Α
και της κλασικής κυπριακής γραφής, μπορούμε με σχετική πιθανότητα να απεικονίσουμε πάνω από το 0% των συλλαβογραμμάτων της με φωνητικές αξίες.

11

Άκης Τσώνος

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

Ο Sir Arthur Evans πριν την Κρήτη: Η αρχαιογνωστική δραστηριότητά του
στα Βαλκάνια
Ο Arthur Evans, αρκετά χρόνια πριν την καταλυτική για τα αιγαιακά αρχαιολογικά δρώμενα παρουσία του στην Κρήτη και την ενασχόληση του με τον Μινωικό πολιτισμό, θα επισκεφτεί με την επαγγελματική του ιδιότητα ως ανταποκριτής αγγλικής εφημερίδας τα Βόρεια και Δυτικά Βαλκάνια με σκοπό την κάλυψη
των εξεγέρσεων των ντόπιων αγροτικών πληθυσμών της Βοσνίας εναντίον της
Αυστροουγγρικής καταπίεσης. Οι ανταποκρίσεις του θα συμβάλουν τα μέγιστα
στη δημιουργία θετικού κλίματος και στην υποστήριξη των επαναστατημένων
πληθυσμών από την αστική κοινωνία της Αγγλίας. Παράλληλα, ο Evans θα βρει
την ευκαιρία να περιηγηθεί την ακτή της Αδριατικής, τις δαλματικές ακτές και
την Αλβανία ικανοποιώντας την αγάπη του για τον αρχαίο πολιτισμό. Δεν θα αρκεστεί, ωστόσο, στην απλή περιήγηση, αλλά θα δημοσιεύσει εκτενώς τα συμπεράσματα του στο περιοδικό Archaeologia γνωστοποιώντας για πρώτη φορά
σε ευρύ ευρωπαϊκό κοινό ξεχασμένες αρχαιολογικές θέσεις των Βαλκανίων και
ανοίγοντας το δρόμο για την ανάπτυξη αρχαιολογικών δραστηριοτήτων στη συγκεκριμένη περιοχή. Θα γίνει, έτσι, πρωτοπόρος των ερευνών στα Δυτικά Βαλκάνια. Αυτή την πορεία του Α. Evans παρακολουθεί η παρούσα ανακοίνωση, προσπαθώντας να ρίξει φως σε μια άλλη πλευρά της πολυσχιδούς προσωπικότητάς
του, η οποία θα τον οδηγήσει στις αρχές του 20ού αι. στην Κρήτη.

Ιωάννης Φάππας

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

Ἐν ποντοπόροισι νέεσσι… Επαφές και σχέσεις της Κρήτης με την ηπειρωτική
Ελλάδα κατά την Ύστερη Μυκηναϊκή περίοδο. Η περίπτωση της Βοιωτίας
Η περίοδος των Ύστερων Μυκηναϊκών χρόνων χαρακτηρίζεται από την εδραίωση σταθερών και ποικιλόμορφων επαφών και σχέσεων μεταξύ των κατά τόπους μυκηναϊκών κρατιδίων. Αψευδείς μάρτυρες γι’ αυτό είναι η ανάπτυξη και χρήση ενός
κοινού γραφειοκρατικού συστήματος που λειτουργούσε καθ’ όμοιο τρόπο σε όλα
τα ανάκτορα, αλλά και κοινών μορφών καλλιτεχνικής έκφρασης που συνένωναν
σε μια ενότητα, τον συμβατικά αποκαλούμενο Μυκηναϊκό Κόσμο, διάφορες περιοχές
του Αιγαίου, συχνά αρκετά απομακρυσμένες μεταξύ τους. Μέτοχος του συστήματος
των σχέσεων και των επαφών αυτών ήταν ασφαλώς και η Κρήτη, αν και παραμένει εν πολλοίς άγνωστο το καθεστώς κάτω από το οποίο αυτή μετείχε.
Την ίδια εποχή, στην ηπειρωτική Ελλάδα άκμαζε το φημισμένο στους μύθους
και τις παραδόσεις των κατοπινών χρόνων ανακτορικό κέντρο της Θήβας, που
με την ευρεία επικράτειά του, η οποία καταλάμβανε μεγάλο μέρος της σημερινής Βοιωτίας και των όμορων με αυτή περιοχών, αποτελούσε ένα από τα ισχυ14

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ρότερα μυκηναϊκά κρατίδια. Τα κατάλοιπα του υλικού πολιτισμού των χρόνων
αυτών, τα οποία προέρχονται τόσο από την ίδια τη Θήβα, όσο και από ήσσονος
σημασίας κέντρα της επικράτειάς της, όπως αυτό της Τανάγρας, συνεπικουρούμενα από τις φιλολογικές μαρτυρίες και τις μυθολογικές παραδόσεις των ιστορικών χρόνων, που συνδέουν συχνά με κοινά πρόσωπα τις δύο περιοχές, δείχνουν
μια «ειδική» σχέση με την Κρήτη, την οποία δεν εμφανίζουν στον ίδιο βαθμό οι
υπόλοιπες περιοχές του Αιγαίου.
Την «ειδική» αυτή σχέση προσπαθεί να διερευνήσει η παρούσα εργασία, επανεξετάζοντας με νέα ματιά και υπό το φως των δεδομένων των νεότερων ερευνών στην περιοχή της Βοιωτίας τις μέχρι τώρα προταθείσες ερμηνείες, θέτοντας
τις διαπιστωμένες υπερπόντιες επαφές και σχέσεις Βοιωτίας-Κρήτης στο πλαίσιο
των πιθανών εξελίξεων που σημάδεψαν την ιστορία της μυκηναϊκής Ελλάδας.

Λουκία Φλεβάρη
Υστερομινωικός θαλαμοειδής τάφος στον Κάστελλο Αποκορώνου Ν. Χανίων

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ

Το φθινόπωρο του 2003 ανασκάφηκε στη θέση «Αιγιδέ» της κτηματικής περιφέρειας
Κάστελλου στην επαρχία Αποκορώνου ένας νέος τάφος της ΥΜ ΙΙΙ περιόδου.
Πρόκειται για θαλαμοειδή τάφο λαξευμένο στο μαργαϊκό ασβεστόλιθο με
φράγμα εισόδου κατασκευασμένο από ξερολιθιά και μικρό κατηφορικό δρόμο.
Το γεγονός που τον καθιστά ιδιαίτερο, πέραν της θέσης του, είναι η συνύπαρξη
ποικίλων ειδών ταφής σε αυτόν. Συγκεκριμένα, στο εσωτερικό του εντοπίστηκε
ταφή σε γραπτή λάρνακα, κτερισμένη, εκτός των άλλων, με ένα ιδιαίτερα σπάνιο τύπο λίθινου σκεύους. Επιπλέον, συλλέχθηκαν οστά από δύο ανακομιδές, ενώ
αξιοσημείωτος είναι ο εντοπισμός λάκκου καλυμμένου με πλακοειδή πέτρα και
θραύσματα δεύτερης πήλινης λάρνακας, ο οποίος φαίνεται ότι χρησιμοποιήθηκε ως οστεοφυλάκιο για τις πρωιμότερες ταφές. Ο εν λόγω τάφος αποτελεί μοναδικό εύρημα για την περιοχή του Κάστελλου, που ήταν άγνωστη μέχρι σήμερα για αυτή της τη διάσταση.

ABSTRACTS
Γεωργία Φλούδα
Ανασκάπτοντας το παρελθόν: Ο θολωτός Τάφος Ι στο Απεσωκάρι Μεσαράς
και ο August Schörgendorfer

A1
10

Η ανακοίνωση αποσκοπεί σε μια πρώτη παρουσίαση των αποτελεσμάτων της συστηματικής μελέτης του υλικού από τον Μεσομινωικό θολωτό Τάφο Ι στο Απεσωκάρι Μεσαράς. Παράλληλα εξετάζονται άγνωστες πτυχές της εντεταλμένης
δραστηριότητας του ανασκαφέα του, August Schörgendorfer, κατά την περίοδο
της γερμανικής κατοχής της Κρήτης.

11

Εμμανουήλ Γ. Χαλκιαδάκης

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

Η μέριμνα της Κρητικής Πολιτείας για τις αρχαιότητες της νήσου (1898-1913)
Στην ανακοίνωση αυτή εξετάζεται η μέριμνα της Κρητικής Πολιτείας, του ιδιόμορφου
δηλαδή πολιτικού καθεστώτος που διαμορφώθηκε το 1 στην Κρήτη και τερματίστηκε επίσημα το 113, για τη διαφύλαξη και την έκθεση των αρχαιοτήτων της
νήσου. Η πολιτική της εκάστοτε κρητικής κυβέρνησης και του ύπατου αρμοστή
πάνω στο ζήτημα των αρχαιοτήτων εκφράζεται μέσα από τα νομοθετικά διατάγματα και τις ενέργειές τους και συσχετίζεται έμμεσα, και σε μερικές περιπτώσεις άμεσα, με την ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς της Κρήτης που θα σφυρηλατούσε τους δεσμούς με το «Εθνικό Κέντρο» και θα εξυπηρετούσε το αίτημα για ένωση της νήσου με την Ελλάδα. Παράλληλα, την περίοδο εκείνη γίνεται μια πρώτη
προσπάθεια για την προστασία και την ανάδειξη των αρχαιοτήτων της Κρήτης, που
μέχρι εκείνη την περίοδο εξαρτιόνταν σχεδόν αποκλειστικά από την ιδιωτική πρωτοβουλία πνευματικών συλλόγων και μεμονωμένων προσωπικοτήτων. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε αυτήν την περίοδο ξεκίνησε ο Arthur Evans τις ανασκαφές του στην
Κνωσό. Ωστόσο, η ανακάλυψη του ανακτόρου και ο διεθνής του αντίκτυπος συνοδεύτηκε από μια υφαρπαγή αρχαιολογικών θησαυρών, που μεταφέρθηκαν στο
εξωτερικό. Ως εκ τούτου, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο τρόπος που διαχειρίστηκε η Κρητική Πολιτεία αυτήν την αρχαιολογική ανακάλυψη.

Μάριος Χατζόπουλος
Από την αρχαιολογία στην εθνοτική πολιτική. Οι «Κρητικές επιστολές» του
Arthur J. Evans

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

Προτού γίνει ευρύτερα γνωστός ως αρχαιολόγος, ο Arthur J. Evans ήταν ήδη γνωστός ως δημοσιογράφος σε ένα μικρότερο κοινό. Παρακινημένος από την αγάπη του για τα ταξίδια, τις φιλελεύθερες πολιτικές του ιδέες, το ενδιαφέρον του
για τα Βαλκάνια και τις καταπιεσμένες μειονότητες, είχε χρηματίσει ειδικός ανταποκριτής του Manchester Guardian στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, στα τέλη της δεκαετίας του 10, ενώ είχε δημοσιεύσει τις ανταποκρίσεις του σε μια αυτόνομη
έκδοση με τίτλο «Ιλλυρικές επιστολές». Είκοσι περίπου χρόνια αργότερα, μετά
από τρία ταξίδια στην Κρήτη, και εκ παραλλήλου με το αρχαιολογικό του έργο,
ο Evans δημοσιεύει τρεις δικές του ανταποκρίσεις για τον Guardian συνοδευόμενες με σχόλια, υπό τον τίτλο «Γράμματα από την Κρήτη».
Η σπάνια αυτή έκδοση του 1 αναδεικνύει τον Evans ως οξυδερκή παρατηρητή πολιτικών και εθνοτικών ζητημάτων στην πιο κρίσιμη ίσως καμπή του Κρητικού Ζητήματος. Η πρώτη ανταπόκριση-επιστολή του αναφέρεται στην κατάσταση
που επικρατούσε στην ανατολική Κρήτη τον Μάιο του 1, καθώς και στις πρακτικές οργανωμένης βίας που ακολουθούσαν οι αδιάλλακτοι κύκλοι της κάθε θρη11

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ

σκευτικής κοινότητας του νησιού εναντίον της άλλης. Η δεύτερη επιστολή αναφέρεται σε μια προσωπική περιπέτεια του ίδιου στο βρετανοκρατούμενο Ηράκλειο
– ένα συμβάν που υπογράμμισε με τρόπο εμφατικό στα μάτια του την αυθαιρεσία των Οθωμανών και την κάλυψη που της παρείχε η Βρετανική Διοίκηση.
Τέλος ο δημόσιος εορτασμός της ημέρας του Αγίου Γεωργίου στη Νεάπολη
Μεραμβέλλου και η διαγραφόμενη προοπτική της έλευσης του Πρίγκηπα Γεωργίου
στο νησί δίνουν στον Evans την ευκαιρία να ανακεφαλαιώσει τις σκέψεις και τα
συμπεράσματά του για το παρόν και τον μέλλον του Κρητικού Ζητήματος.

Κωστής Σ. Χρηστάκης

INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
12

Τα «σημεία κεραμέως» από το Ιερό του Ερμή και της Αφροδίτης στη Σύμη Βιάννου: Μια πρώτη προσέγγιση
Τα λεγόμενα «σημεία κεραμέως», οι μεμονωμένες εγχαράξεις σε σημεία της επιφάνειας των αγγείων που εκτελούνται συνήθως πριν την όπτηση, αποτελούν χαρακτηριστικό της κεραμεικής παραγωγής της προϊστορικής Κρήτης. Η πλειονότητα
των μελετών που τα εξετάζουν επικεντρώνονται στα ίδια τα σημεία (μορφή, τρόπος χάραξης, σχέση με συστήματα γραφής κ.λπ.) αφήνοντας κατά μέρος την σχέση τους με τα αγγεία που τα φέρουν, καθώς και με το ευρύτερο ανασκαφικό τους
πλαίσιο.
Στην ανακοίνωση αυτή εξετάζονται τα «σημεία κεραμέως» που συναντώνται
στα αγγεία της Παλαιοανακτορικής περιόδου στο Ιερό στη Σύμη Βιάννου. Διερευνάται η πρακτική χρήση και η σημασιολογική διάσταση των σημείων αυτών
μέσα απ’ τη συνεξέταση του είδους και της μορφής του σημείου, των μορφολογικών χαρακτηριστικών, της τεχνολογίας κατασκευής και της τεχνολογίας του πηλού των αγγείων, όπου αυτά εμφανίζονται, επί τη βάσει δεδομένων από πετρογραφικές αναλύσεις και ενδείξεων από τις συνάφειες εύρεσης των εν λόγω αγγείων.
Η παραγωγή αγγείων με «σημεία κεραμέως» και η χρήση τους στο Ιερό εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο της κεραμικής παραγωγής της Παλαιοανακτορικής περιόδου και συσχετίζονται ιδιαίτερα με την περιοχή της Πεδιάδας, με την
οποία το Ιερό διατηρεί την εποχή αυτή στενή επαφή. Στην ανακοίνωση αναλύονται
οι πολιτικές, οικονομικές και ιδεολογικές παράμετροι της σχέσης μεταξύ των διαφόρων κοινωνικών ομάδων, που φαίνεται να δραστηριοποιούνται γύρω απ’ το
Ιερό κατά την Παλαιοανακτορική περίοδο, όπως αυτές αντανακλώνται στη συγκεκριμένη κεραμεική.

11

Στέλλα Χρυσουλάκη

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ

Ένα υπαίθριο ιερό της Παλαιοανακτορικής εποχής στις Χοιρόμανδρες Ζάκρου
Η ανασκαφή που διεξάγεται από το Ερευνητικό Πρόγραμμα της Διεύθυνσης Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων «Μινωικοί Δρόμοι» στη θέση Χοιρόμανδρες, οδήγησε μεταξύ άλλων στον εντοπισμό ενός μικρού, υπαίθριου ιερού της
Παλαιοανακτορικής εποχής.
Το ιερό εκτεινόταν στο βραχώδες έξαρμα που κατέλαβε ακολούθως το φυλάκιο και δίπλα στον άξονα, που συνδέει την περιοχή του Ζάκρου με την παράκτια πεδιάδα του Ξερόκαμπου. Το επίκεντρο της λατρείας εντοπιζόταν στο υψηλότερο σημείο του εξάρματος. Οι σχετικές αποθέσεις έδωσαν πολλή κεραμεική,
τμήματα ειδωλίων, πήλινα βάρη και συγκεντρώσεις από βότσαλα, που είχαν αποτεθεί στις σχισμές του βράχου. Παρά τις ομοιότητες με τα ιερά κορυφής της ίδιας
εποχής, το ιερό στις Χοιρόμανδρες διαφέρει από τις θέσεις αυτές ως προς την τοπογραφία και τα ευρήματα. Επομένως ο συγκεκριμένος τόπους λατρείας θα πρέπει να αναγνωριστεί ως ένα αγροτικό, παρόδιο ιερό, αποτελεί δε ένα από τα ελάχιστα ανασκαμμένα δείγματα θέσης του τύπου αυτού.
Η παρούσα ανακοίνωση αποσκοπεί στην ανάλυση των δεδομένων της πρώτης αυτής περιόδου συστηματικής χρήσης της θέσης και στη σκιαγράφηση των
λατρευτικών της πρακτικών. Η παρουσία του ιερού θα μελετηθεί εντός του πλαισίου του ευρύτερου φαινομένου της διασποράς των εγκαταστάσεων και της εκμετάλλευσης των περιφερειακών ζωνών του τοπίου, που διακρίνει την Παλαιοανακτορική εποχή. Κάτω από το ίδιο πρίσμα, εξάλλου, η εγκατάλειψη του ιερού
και η ανέγερση του φυλακίου στη ΜΜ ΙΙΒ αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον: η ριζική αλλαγή στον χαρακτήρα της θέσης κατά τη διάρκεια της ίδιας εποχής παραπέμπει σε ευρύτερους μετασχηματισμούς ως προς την κοινωνικοπολιτική οργάνωση – και, πάντως, ως προς τις συνθήκες που επικρατούσαν στην ενδοχώρα των αναδυόμενων κέντρων της ανατολικής Κρήτης.

Στέλλα Χρυσουλάκη, Λεωνίδας Βοκοτόπουλος

ABSTRACTS
Ένα εγγειοβελτιωτικό έργο της Νεοανακτορικής εποχής στην ενδοχώρα της
Ζάκρου

A1

Η συστηματική διερεύνηση της μεσόγειας κοιλάδας των Χοιρομανδρών Ζάκρου
οδήγησε, μεταξύ άλλων, στην αποκάλυψη ενός συνόλου από κατασκευές, που περιλαμβάνουν περιβόλους, άνδηρα καλλιέργειας και φράγματα. Οι κατασκευές αυτές εκτείνονται κατά κύριο λόγο στο νότιο και το ανατολικό τμήμα της θέσης,
δηλαδή στον άμεσο περίγυρο του επιβλητικού φυλακίου – του κτηρίου που κυριαρχούσε στο τοπίο της κοιλάδας κατά την ύστερη Παλαιοανακτορική και τη
Νεοανακτορική εποχή.
13

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

Ανάλογες κατασκευές των μινωικών χρόνων έχουν εντοπιστεί και σε άλλες
περιοχές της Κρήτης, χάρις στις επιφανειακές έρευνες των τελευταίων ετών. Ωστόσο, επί του παρόντος, μονάχα τα φράγματα και τα άνδηρα καλλιέργειας της Ψείρας και των Χοιρομανδρών έχουν διερευνηθεί ανασκαφικά. Οι δύο αυτές θέσεις
στοιχειοθετούν μια εικόνα εντατικής εκμετάλλευσης της υπαίθρου, και υποδεικνύουν μια συστηματική προσπάθεια διασφάλισης της παραγωγικότητας των εδαφών. Στην περίπτωση των Χοιρομανδρών, η ιδιαιτερότητα της θέσης έγκειται στο
ότι όλες σχεδόν οι κατασκευές της παραγωγικής υποδομής κτίστηκαν διαμιάς,
ως αποτέλεσμα δηλαδή ενός ενιαίου οικοδομικού προγράμματος, και έπειτα από
μια φάση έντονης διάβρωσης των γύρω πλαγιών. Την ιδιαίτερη σημασία που είχε
αποδοθεί στο μεγάλο αυτό έργο, με το οποίο άλλαξε ριζικά το τοπίο της κοιλάδας, υποδεικνύει ένα εύρημα τελετουργικού χαρακτήρα: το εγκαίνιο που βρέθηκε
στη θεμελίωση του μεγαλύτερου από τους περιβόλους.
Η παρούσα ανακοίνωση αποσκοπεί σε μια πρώτη συνολική παρουσίαση του
εγγειοβελτιωτικού έργου στις Χοιρόμανδρες και της σημασίας του. Η διαπραγμάτευση των δεδομένων θα γίνει στο πλαίσιο της ευρύτερης συζήτησης για τις
μορφές εκμετάλλευσης της υπαίθρου και τις περιβαλλοντικές συνθήκες που επικρατούσαν στην Κρήτη κατά τη Νεοανακτορική εποχή.

Μαρία Ψαλλίδα
Τάφοι και νεκροταφεία στην Ανατολική Κρήτη κατά την ΥΜ ΙΙΙ περίοδο

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
14

Το θέμα της παρούσας ανακοίνωσης αποτελεί αντικείμενο της διδακτορικής διατριβής που εκπονείται στο Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η ανακοίνωση πραγματεύεται τη γεωγραφική κατανομή των τάφων και νεκροταφείων κατά τη Μετανακτορική περίοδο στην Ανατολική Κρήτη, την αρχιτεκτονική μορφή των τάφων καθώς και τα ταφικά έθιμα που κυριαρχούν στην
περιοχή την περίοδο αυτή.
Το τέλος της Νεοανακτορικής περιόδου στην Κρήτη χαρακτηρίζεται από μια
μεγάλη καταστροφή που παρατηρείται σε πολλά μινωικά κέντρα. Τα ανάκτορα
μετατρέπονται σε ερείπια, εκτός από το ανάκτορο της Κνωσού, που διατηρείται
και φαίνεται να είναι σε λειτουργία μέχρι και την ΥΜ ΙΙΙΑ2. Η καταστροφή που
σημειώνεται στα μέσα του 1ου αιώνα π.Χ. αποδίδεται συνήθως στην άφιξη των
Μυκηναίων, άποψη που στηρίζεται στην υιοθέτηση ταφικών τύπων και εθίμων
που προϋπάρχουν στην ηπειρωτική Ελλάδα. Στους νέους ταφικούς τύπους περιλαμβάνονται ο φρεατοειδής και ο λακκοειδής (ορθογώνιος λάκκος με μεγάλο
βάθος και μήκος σχεδόν όσο καταλαμβάνει ένας σκελετός σε ύπτια θέση, στον
οποίο οδηγεί επίσης βαθύ όρυγμα).
Η Ανατολική Κρήτη και συγκεκριμένα ο νομός Λασιθίου παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η επανακατοίκηση εκεί χρονολογείται στην εποχή που η πρώιμη Μυκηναϊκή περίοδος είχε ήδη ξεκινήσει στην Κνωσό και στη Δυτική Κρήτη

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ

(ΥΜ ΙΙ/ΥΜ ΙΙΑ). Αρκετά είναι τα οικιστικά και ταφικά δεδομένα στην ΥΜ ΙΙΙ,
τα οποία προέρχονται από το Λασίθι. Ιδιαίτερα όσο αφορά στην ταφική αρχιτεκτονική κατά την ΥΜ ΙΙΙ, ο νομός Λασιθίου παρουσιάζει τις περισσότερες ιδιομορφίες. Οι πιο διαδεδομένοι αρχιτεκτονικοί τύποι είναι ο θαλαμωτός και ο θολωτός, ενώ δε λείπουν και οι ταφές σε σπήλαια ή βραχοσκεπές. Ο θαλαμωτός
τάφος είναι ιδιαίτερα συνηθισμένος στην ΥΜ ΙΙΙΑ και κυρίως στην ΥΜ ΙΙΙΒ, ενώ
στην ΥΜ ΙΙΙΓ κυριαρχεί ο θολωτός. Είναι η περίοδος που εμφανίζονται οι παραλλαγές του θολωτού, γνωστές με την ονομασία «ψευδοθολωτοί», μοναδικές
στην Κρήτη. Οι νεκροί τοποθετούνται τις περισσότερες φορές σε λάρνακες (κιβωτιόσχημες ή λουτηροειδείς) και σε πίθους, ενώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι στο
νομό Λασιθίου έχει ανευρεθεί ο μεγαλύτερος αριθμός καύσεων στην Κρήτη. Οι
περισσότεροι τάφοι με βάση τα μέχρι σήμερα ανασκαφικά δεδομένα είναι συγκεντρωμένοι στο ανατολικό τμήμα του νομού, στην επαρχία Σητείας.
Παράλληλα, η Ανατολική Κρήτη προσφέρει αρκετές πληροφορίες αναφορικά
με τη χωροθέτηση των νεκροταφείων σε σχέση με τους οικισμούς. Στο νομό Λασιθίου έχουν αποκαλυφθεί αρκετά ταφικά σύνολα, τα οποία έχουν συσχετιστεί
με τους οικισμούς. Μια εξαντλητική αποδελτίωση και στατιστική αξιοποίηση των
στοιχείων από αρχαιογνωστικά περιοδικά, σε συνδυασμό με πρωτογενή επιφανειακή έρευνα είναι δυνατόν να απαντήσουν σε καίρια ερωτήματα σχετικά με την
κατοίκηση στην περιοχή. Ως μέσο θα χρησιμοποιηθεί η δημιουργία ενός νέου τοπογραφικού χάρτη, στον οποίο θα σημειώνονται οι ταφικές θέσεις σε συσχέτιση με τα ίχνη κατοίκησης που έχουν επισημανθεί. Παράλληλα, θα είναι δυνατόν
να ανιχνευθούν σχέσεις μεταξύ γειτονικών νεκροταφείων. Η χιλιομετρική απόσταση, η μελέτη της τοπογραφίας της περιοχής, ομοιότητες στα κτερίσματα είναι στοιχεία που μπορούν να μας δώσουν ενδείξεις για διάφορα θέματα, όπως είναι η πιθανή μετατόπιση πληθυσμού από τη μία θέση στην άλλη, η εγκατάλειψη ενός συγκεκριμένου νεκροταφείου και η χρησιμοποίηση νεκρόπολης σε διαφορετική θέση σε κοντινή απόσταση, κ.ά. Επίσης, θα διερευνηθούν πιθανές προτιμήσεις σε συγκεκριμένες αρχιτεκτονικές μορφές τάφων και ταφικά έθιμα ανά
γεωγραφική ενότητα και θα πραγματοποιηθεί σύγκριση μεταξύ της Ανατολικής,
Κεντρικής και Δυτικής Κρήτης.

ABSTRACTS
Ellen Adams
Representing the anthropomorphic form in the Minoan world

A1

Although the legendary figure of King Minos has cast a long shadow over Cretan
studies, the concept of Minoan personal identity has received surprisingly little
attention. I propose to redress this situation by reviewing questions of identity and
difference through a variety of evidence, ranging from frescoes to burial practices
and from seals to figurines. In recent years, wider social theory has been
tackling the slippery notions of personhood and the body; building upon this, I
1

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

aim to re-analyze how people are represented through art and burial and also in
association with artefacts in Late Bronze Age Knossos, ‘capital of Crete’.
Particular facets of Minoan identity, notably gender, have previously been
explored, and scholars have sought the ‘missing ruler’ –the dominant male
sovereign– with limited success. I shall investigate how relationships between people
are depicted in different media, such as the formation and representation of
individual versus group identities. Phenomenological studies have permeated
landscape archaeology, but they have been criticized for their inability to
integrate the individual into his/her surroundings. An examination of the
represented “one” and the “many” will explicitly address this problem. For example,
both key individuals and crowd scenes are depicted in the frescoes, representing
idealized single persons/elite few and the social body.
I shall focus on Knossian figured iconography (frescoes and sealings),
figurines and burials, charting the changes between the Neopalatial and Final Palatial
periods. Some of this material is fragmentary –both fragments of originals, and
reconstructed fragments of archaeologists’ imaginations– but there remains an
appropriate range. I will analyze the two-way, dynamic relationships between
audience and media, viewer and viewed, or agent and experienced, incorporating
these various immobile and mobile, two- and three-dimensional sources. My
methodology will highlight the correlations and tensions between these patterns
of data, which will best reveal the myriad facets of identity.
Points of comparison in the database include: date, context, material/medium,
absolute size (miniature or life-sized), relative size (scale), overlapping or freestanding figures, patterns in compositions of figures, background, dress, gesture,
pose and attributes. In addition, how do representations of anthropomorphic figures
accord with mortuary practices? Is the treatment of the body in death a
representation for the living? Regarding change through time, there is a shift from
relatively invisible Neopalatial burial practices to major investment in this
sphere, while fewer figured seals date to the Final Palatial period. Does this indicate
changes in personal identity and, if so, what?

Maria Emanuela Alberti
Vessels in cooking fabric from Petras House I (LM IA)

A1
1

The focus of the present work are the vessels in cooking fabrics from Petras House
I, dating to LM IA. At the moment, a general and systematic study of Minoan
cooking ware is still missing. However, since many contributions on the evidence
from various sites are available, the main technical, typological and functional
characteristics of the class have been investigated, as well as major chronological
and geographical distribution patterns. As for Petras in particular, the study of the
vessels in cooking fabric from another Neopalatial structure, House II (LM IB),

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

already completed, allowed a development of the established typology and some
observations on chronological and regional factors. The analysis is now extended
to the assemblage from House I (LM IA) where the percentage of various types
of cooking pot is different and where various kinds of trays and “trapezes” (probably
to be identified as pithos lids and/or drain-heads) are particularly abundant.

Lucia Alberti
Continuità e discontinuità nell’architettura funeraria di Cnosso fra Medio e
Tardo Minoico
Uno dei temi più controversi dell’archeologia egea è certamente la supposta presenza
“micenea” a Cnosso nella fase successiva alle distruzioni del TM IB. La presunta
discontinuità nell’ambito dei costumi funerari di Cnosso e dell’area immediatamente
circostante nel TM II-IIIA1 è una delle argomentazioni spesso citate a favore di
tale presenza continentale. In questa fase, infatti, nuovi tipi di tombe –
monocamera, a fossa e a pozzo – con nuovi corredi caratterizzati da armi e vasi
in bronzo sembrano apparire all’improvviso. Tali tipologie funerarie sono state
positivamente messe a confronto con tombe continentali cronologicamente
precedenti o contemporanee, ma la loro interpretazione come tombe di personaggi
provenienti dal continente risulta ancora oggi molto controversa e uno dei punti
“sensibili” dell’archeologia egea.
Uno degli aspetti non ancora del tutto approfondito e sul quale permangono
una serie di incertezze è la presunta continuità o discontinuità delle tipologie
architettoniche in discussione. In queste sede verranno analizzate in particolare
la tipologia della tomba a tholos e quella della tomba a camera.
È possibile parlare di continuità, anche solo ideale, fra le tholoi MM e quelle
che compaiono a partire dal TM II? E per ciò che concerne la tomba a camera,
quali sono gli elementi comuni e le differenze fra le tombe a camera MM-TM I
e quelle che compaiono dal TM II in poi nell’area di Cnosso? In che misura tali
tipologie architettoniche possono essere considerate delle vere novità al momento
della loro diffusione nell’area intorno al Palazzo? (πρόβλημα, άλλη περίληψη)

Eva Alram-Stern
The network of the Kampos Group: Crete in context

A1

The Kampos Group is an Aegean cultural phenomenon dating to the end of Early
Cycladic I. In its distribution and homogeneity it is a forerunner to the Early Bronze
II cultural groups of the Aegean koine. However, its character differs considerably
from this of the succeeding period by the emergence of culturally homogenous
1

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
1

coastal settlements around the Aegean Sea. This paper intends to highlight their
similarities and local traits and to compare them with the well known sites at the
Cretan north coast.

Tomas Alusik
Rural aspects of Minoan Crete
This paper will focus on the research of rural aspects of Minoan Crete, which were
considered to be marginal since the beginning of last century. Since the first
systematic excavations in Crete, Minoan civilization has been interpreted mostly
as a palatial civilization whose basic centres were large architectonic complexes
with inner courtyard labeled “palaces” and similar, and smaller buildings labeled
“villas”. These edifices had administrative, economic and religious functions. The
research of such structures is still in progress and, especially on the basis of its results,
Minoan Crete is presented as a well-developed palatial civilization with a dense
network of palaces and villas. Much less attention has been paid to other, less
attractive or “minor” features of Minoan civilization, and the possible contribution
of small rural sites to the better knowledge of Minoan Crete was rather
underestimated.
Therefore, my attention will be centred on small rural or rustic sites, which
formed the important economic hinterland of large settlements or palatial/villa
centres. Since the World War II, up to several thousands of all kinds of prehistoric
sites –including the numerous group of small rural sites characterized mostly by
remains of one or several buildings and terrace walls– were discovered during
surface survey projects. However, only a few of the sites in question were more
closely described or surveyed. Only recently similar sites have been investigated
in three regions. [SENSE? Moreover, in most cases [the] sites with a single building
have been examined and only several/a few? of them have been excavated] What
do you mean?.
In this paper I will present several examples of such sites and, especially, try
to understand their particular functions and place within the settlement hierarchy
and pattern. Chronology, architectural typology (including topography) and social
aspects belong, also, to the key points of this paper. Finally, the overall context of
the sites in question and their relations to large settlements and palatial centres
should be cleared up.
Several appropriate model micro-regions will be designated within Crete (based
on topography, number of sites and publications) and will be processed by detailed
multistage analysis –including GIS studies and 3D-software reconstructions– in
several different ways. A general picture and the contexts of Minoan rural sites
in larger geographical units, even on the whole island, can be deduced eventually,
based on the results of these analyses.

11

Maria Anastasiadou

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

Seals with centred-circles in the Aegean Bronze Age
The paper presents a group of seals which, on account of their very similar shape,
material, cutting technique and iconography, are seen as the product of one
‘workshop’. Characteristic of these seals are round seal faces, the use of soft stones,
engraving by hand tools, chaffing which creates soft, at times ‘plastic’ intaglios,
and a preference for the depiction of human and animal heads.
On the basis of contextual evidence, the group is dated to MM Il/MM III
(Middle Minoan). The majority of its representatives have been recovered at
Knossos, which suggests that the ‘workshop’ producing them was located in this
area. A comparison of the iconography of these seals with other MM soft and hard
stone seals shows that they fit well within the MM glyptic of Central Crete. Thus,
not only do the ornamental themes on these seals find parallels to those met on
MM II soft stone seals produced in the Mesara, but also some of the themes of
the human and animal heads are easily comparable to those on impressions of hard
stone seals from Knossos and Phaistos.
As regards the development of Minoan glyptic, the group is of interest because
its representatives combine ornamental themes, which are typical of the MM II
glyptic, with ‘naturalistic’ depictions of figural motifs, which can be seen as the first
‘regular’ representatives of the ‘naturalistic’ tendency on Minoan soft stone seals.

Eva Andersson Strand, Joanne Cutler
Textile production at three Middle Minoan centres

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

A large number of loom weights of different types have been found in Middle
Minoan contexts at Knossos, Phaistos and Malia, Quartier Mu. The presence of
loom weights indicates the use of the warp-weighted loom, in these contexts
associated with other than household production. In the past, variations in loom
weight shape have generally been explained in terms of cultural, geographical and
chronological factors. In contrast, recent research has considered some aspects
of shape as a direct indication of loom weight function. This new approach, which
is based on extensive experimental archaeology, has made it possible to render
textile craft visible, even if the textiles themselves are not preserved.
In this presentation we will consider the evidence from Knossos, Phaistos and Malia,
Quartier Mu, and discuss what light it can shed on the nature of textile
production at these palatial sites during the Middle Minoan period.

1

11

Sabine Beckmann

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

Middle Bronze Age mountain-farms in the area of Agios Nikolaos, Crete
The slopes of Mount Katharo Tsivi, Agios Nikolaos, have provided evidence that
the area was populated from the beginning of the Minoan Protopalatial period,
in parts until LM III: Over 300 Minoan buildings occupied an area of ca. 30 square
kilometers, at an altitude between 00 and 1000 m. These buildings are isolated,
but not farther apart than ca. 400 m. Most of the structures were at least partly
built with large blocks, occasionally employing stones of over 2 tons in weight.
The marginal agricultural region, today used for herding and, until recently, for
small-scale mixed agriculture, has fortunately kept many of the Minoan structures
well preserved (over 0 ruins still stand in parts up to 1, m).
Identifiable remains include not only buildings, but also round structures (similar
structures are called “kouloures” at the Minoan palaces) and long (00-1000 m,
occasionally longer) enclosure walls that surround nearly all of the structures. These
peribolos walls, often constructed with large stones as well, associate the buildings
with plots of land of various sizes (average ca. 3.4 hectares), suggesting that the
installations were used as farmsteads. A. Evans and other archaeologists who saw
several of the ruins near the ancient main road believed them to have been forts
or watch towers. The sites and enclosures are interconnected by an unexpectedly
well-planned network of paths and roads and are situated never more than ca. 00
m from some source of water, showing that this marginal area was systematically
settled and structured from the Middle Bronze Age.

John Bennet, Amy Bogaard, Eleni Hatzaki

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
10

First view: The cityscape of Bronze Age Κnossos on Lower Gypsades
After over a century of fieldwork at Knossos, our knowledge of the layout and
organization of the Bronze Age city still relies heavily on the excavation of isolated
plots, the result of systematic and rescue excavations, leaving the cityscape of the
largest settlement in the Aegean largely unknown.
This paper presents the results of a geophysical survey (magnetometry and
resistivity) conducted on Lower Gypsades. The area, located south of the palace,
beyond the Vlychia stream and along the northern half of the Gypsades hill, was
chosen as the only part of the Bronze Age city which is not buried under extensive
Greek and Roman occupation levels. The aim of the project is to provide an overview
of the nature and density of the urban outer sett1ement in order to offer new
information about the extent, nature, and organization of a major part of
Knossos’s southern suburbs. In addition, the results of the geophysical survey are
analyzed in the context of previous archaeological discoveries in the Knossos area,

11
o

and are also compared to the picture of the urban layout of other major centres
in Bronze Age Crete.

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

Katrin Bernhardt
Mycenaean imports to Crete: Some thoughts on the interrelations between the
Greek mainland and Crete
This paper investigates the interrelations between the Mycenaean mainland and
Crete during LH/LM IIIA1 to LH/LM IIIB2. My particular focus lies on
imported Mycenaean pottery; however, the starting point for such a study, which
needs clear assignments of vases to production centres, is problematic. Scientific
research methods, such as petrographic and chemical analyses, have only been
applied to a limited number of assemblages. In contrast, a much larger amount
of pottery has been labeled as imports and assigned to production centres on stylistic
reasons only. These assignments have to be discussed.
On the basis of preliminary statistics, I will bring forward a detailed analysis
of vessel shapes imported to Crete, which shows that in comparison to other regions
of the Mediterranean, for example the Levant, different vessel shapes seem to have
been preferred for import.
This fact suggests close relations to the mainland which are on the one hand
linked to the import of various goods. On the other hand this may also be an
indicator for the social behaviour of the Minoans during this period.

Philip P. Betancourt, Susan C. Ferrence

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

Excavation of the LM I to LM III Farmstead at Chrysokamino-Chomatas
The excavation of an isolated megalithic farmstead near Kavousi in East Crete
uncovered an interesting building with two chronological phases. The architectural
complex is near the earlier smelting site of Chrysokamino, and pottery from the
same period as the smelting site there suggests this may be the settlement that
supported the copper smelting workshop at that location, but all of the architecture
was later. The earlier of the two excavated building phases dated to LM IB, and it
consisted of several rooms constructed on bedrock. The building went out of use
in LM IB-Final, contemporary with the destruction at nearby Mochlos. The later
phase, which was substantially larger, was from LM IIIA to LM IIIB. It had a massive
external wall and an interior courtyard with several rooms opening off of the court.
One room was a kitchen with a stone hearth. Many animal bones suggest that in
LM III the building was a farmstead engaged in raising animals and in farming.
The building yielded bronzes, sealstones, and substantial amounts of pottery.
11

11

Fritz Blakolmer

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

Iconography versus reality: Goddesses and gods in Minoan Crete
By studying the iconography of deities in the Aegean Bronze Age, we come across
a multitude of fundamental difficulties of definition as well as across contradictions
between the evidence of images and of written sources. Some of these problems
are due to the history of research (e. g. the Minoan „Snake goddess“) or based on
highly improbable conceptions of a „Minoan monotheism“. Since it seems
reasonable to assign a highly pluralistic character to the Cretan divine kosmos at
least from the Neopalatial period onwards, some basic methodological questions
of how to define distinct gods and goddesses in the iconography of the Bronze
Age Aegean are raised. Although scholars have defined a multitude of distinct male
and female deities in the figurative art of Minoan Crete, the evidence appears rather
ambiguous and seems to suggest a „Pantheon without attributes“.
A possible key for a better understanding of the inconsistencies between
iconography and reality in Minoan religion could be delivered by applying a
diachronic perspective and by perceiving the functions of religion during the
Neopalatial period as a dynamic process. Therefore, a model of a sociopolitical
strategy will be proposed, which points to the creation of a standardized,
uniform religious iconography coined by the Knossian „elite“ in order to remove
regional diversities and to realize political as well as social integration on the island
of Crete and beyond.

Elisabetta Borgna

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
12

New evidence for cult places in LM III Crete
The analysis of the still unpublished LM III complex of the “Casa ad? check ovest
del Piazzale I” at Phaistos has brought to light various evidence useful for exploring
some aspects of symbolic activities related to the field of religion. From the area
later occupied by two rooms of the complex, some LM III and even earlier materials
generally related to the ideological domain of Late Bronze Age people, such as
figurines, may be better explained by adopting a diachronic perspective which
permits to detect persistence and continuity in the use of special symbols. On the
same spot, indeed, some later materials clearly related to the field of cult and
belonging to a very late phase in the life cycle of the complex, well into LM IIIC,
may be contextualized in an architectural framework, which may be interpreted
as a kind of shrine. Interesting similarities with well-known cult structures related
to, both, independent shrines and elite dwellings in the Aegean islands, Crete and
Mainland Greece –from Phylakopi to Asine, Haghia Triada and Karphi– are

11
o

considered with the special purpose of interpreting the evidence of Phaistos in
the framework of the cult places of the end of the Bronze Age in the Aegean.

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

Maria Böttcher, Gerhard Plath Provlima!!
The beginnings of bridge construction. The example of the Minoan road network
After a short presentation of the Minoan road network and aspects in
“Trassenplanung” (planning road courses) we will point to the crossing of
Cretan rivers and rivulets.
Natural fords: We will show evidence of natural ford-passages. The recognizing
and the using up of natural facts are the essential pointers to talk about engineertechnical planning. The state of ground, the resistance of abrasion, all clefts, faults
and gaps were to proof and the site was to recognize as suitable for a permanent
crossing. Such ford-passages were also evidence of key-points of the road-course.
The building of guardhouses was reflected to such sites, which were the essential
points of the road layout. (f.e. Choiromandres)
Artificial fords: Examples of first artificial ford-passages will be presented. They
are stated at the same observance as for. But the lack of natural resources was now
artificial “repaired”. Small abysses were filled by big blocks, all gaps, clefts and cavities
were closed by stones until the sub-construction of the road. A dam-like
construction was arising. The down-under hollows were kept free for water flowing
through. (f.e. Lithoriako, Skafi)
Sideropetra: Tests in compressive strength and experimental quarrying have
given some characteristic facts of the broad spread of this stone in Crete. In
considering this Cretan hard limestone, all aspects of static functions in walling
will be analyzed. Examples of MM II buildings show techniques in spanning spaces.
(f.e. Phourni, Platanos-Pobia, Choiromandres)
The Vlychia viaduct: The graphic reconstruction of the Vlychia viaduct (under
Sir A. Evans’s direction) will be explained by examinig aspects of bridgeconstructions in corbel technique. The static function of tholos-graves with their
circular corbel construction will be analyzed. The development to linear corbel
constructions will be shown. This change from circular to linear corbel techniques
could be considered as a technological jump in bridge building construction. One
can say that this was the beginning of constructive engineer planning.

A1
13

11

Gerald Cadogan

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

Are there any patterns? The destructions, disasters, abandonments,
establishments and resettlements of Bronze Age Crete
This paper will attempt a summary view of the settlement history of Bronze Age
Crete, through the destructions, disasters, abandonments, establishments and
resettlements that appear to have punctuated this history. In particular, I shall look
for any possible patterns, or recurrences of phenomena that may indicate similar
causation, over the two millennia I shall examine. These factors will include: the
impact of earthquakes; the identification of enemy action, whether from inside
Crete or from overseas; changing environmental conditions; changing political
conditions; defence as a reason for choosing sites to settle; and the implications
of resettlements and/or entirely new settlements in the same district, whether
including synoecisms (nucleations) or not.
This will of necessity be a cursory survey, but it is essential to include a brief
look at the island in both Neolithic times and in the Early Iron Age and later.

Ilaria Caloi
Funerary rituals in the Protopalatial period (MM IB-MM IIB): Τhe evidence
from Kamilari and from the other Mesara tholos tombs

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
14

The aim of this paper is to present the funerary rituals attested in those tholos tombs
of the Mesara plain, in southern Crete, which were founded or re-used in MM
IB-MM IIB.
This paper aims at a deeper understanding of the funerary contexts of the
Mesara plain in the Protopalatial period, focusing first on the chronology of the
tholos tombs in use in the Protopalatial period, and then on their functions. In
particular, this work will try to answer a series of important questions, such as:
which tombs were founded in the Protopalatial period? In which phase of the
Protopalatial period the Prepalatial tombs were re-used? Which tombs were used
(or re-used) in the Protopalatial period for burials and which ones only for nonfunerary rituals? Why this differentiation?
The new definition of MM IB-MM IIB ceramic sequences that I have proposed
for Phaistos have persuaded me to reassess the chronology of the Mesara tholos
tombs in the Protopalatial period. In fact, new results from the study of the MM
IB-MM IIB ceramic material at Phaistos, together with the investigations I carried
out during the last years on the MM IB-MM IIB Kamilari material, have
provided crucial support to understand the chronology of the ceramic material
coming from those tholos tombs, which have revealed MM ceramic.
Since previous studies have clearly demonstrated that centres like Phaistos,

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

Kommos and Ayia Triada, as well as most of the tholos tombs of the Western Mesara
shared the same ceramic tradition, I have used the ceramic sequence proposed
for Phaistos to re-study the Protopalatial material from Kamilari. This study has
allowed me to define the funerary rituals attested at Kamilari in the discrete phases
of the Protopalatial period, that is MM IB, MM IIA and MM IIB. Indeed, at Kamilari
it is possible to recognize a differentiation in the funerary rituals from the beginning
to the end of the Protopalatial times. The same work can be done for the other
Mesara tholos tombs used in the Protopalatial period. For example, the funerary
rituals attested in MM IB at Kamilari, that are mostly based on libation rites rather
than on food and drink consumption, can also be observed in the cemetery of Ayia
Triada A as well as in the cemetery of Koumasa. On the contrary, from MM IIA
until MM IIB, the funerary rituals are mostly based on drink consumption as the
high quantity of drinking vessels has demonstrated not only for the cemetery of
Kamilari, but also for those of Portì and Platanos.

Tim Campbell-Green, Antonis Vasilakis
The Prepalatial settlement of Trypiti: The view from the pottery

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

The Prepalatial settlement of Trypiti is situated on a hill on the south coast in southcentral part of the island. Although a relatively small-scale settlement, its importance
is derived in part from the fact that it represents a domestic counterpoint in an area
that is, archaeologically, almost exclusively dominated by mortuary data, and has,
then, the potential to tell us much about how the people occupying the Asterousia
in the Early Bronze Age lived. Moreover, as the state of preservation was particularly
good, the process of occupation and abandonment can be observed, and modes of
use and reuse noted. This paper examines the domestic realm through the use and
function of the pottery recovered from the site.
At least two distinct phases of occupation are visible in the ceramic record.
The first, dating to the later EM I period, is visible by the small, but significant,
numbers of sherds from this period spread over the crown of the hill, and is
presumed to mark the foundation date of the settlement. Furthermore, it is almost
certainly the contributing settlement for the tholos tomb of Trypiti located some
20m to the south east of the settlement hill, and which seems to have been founded
at the period.
The later period, corresponding to the EM IIB/MM IA, makes up by far the
greater part of the excavated material and witnesses the construction of at least
four distinct housing “units”. Cooking pots and storage vessels are represented,
as one would expect from domestic habitation, as are cups and bowls for eating
and drinking, and spouted and larger vessels for pouring and serving. Furthermore,
from the rubbish dumped in areas/rooms that went out use and were abandoned
we can see not only patterns of pottery consumption, but also patterns of reuse
1

11
o

in the pottery, providing a fascinating insight into the day-to-day existence of an
Early Bronze Age settlement.

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
1

Kostas Chalikias, Stavroula Apostolakou
Settlement patterns in the Ierapetra region: A case study of the island of Chryssi
The landscape of the south Ierapetra Isthmus has changed dramatically over the
past few decades affecting the way we interpret settlement patterns and past human
activity in the area. The island of Chryssi is one of the few exceptions, and recent
archaeological investigations there by the 24th Ephoreia have provided significant
evidence for the exploitation of this small island through the centuries and, in turn,
the broader changes in settlement patterns that occurred along the south coast
of Crete.
Islands are ideal case studies because of their isolated environment which suffers
minimal human impact. The “colonization” of small islands around Crete since
the Neolithic period constitutes a pattern that is well documented for Gavdos,
Kouphonisi and Pseira. So far, the archaeological fieldwork on Chryssi has focused
mainly on recording past human activity and understanding human choices on
settlement location and land use. Research there has recorded a number of sites
that date from the Final Neolithic to the Venetian period. The occupation on Chryssi
demonstrates the particular importance of this small island community during
the Neopalatial, Hellenistic and Roman times and suggests the existence of a thriving
and complex network of settlements in the opposite coast of Crete, some of which
have not even been discovered (i.e., Neopalatial).

Angeliki Chrysanthi
“Walking” in a Minoan town: A computational approach
This paper deals with some preliminary results of on-going research in the field
of site interpretation and presentation via 3D graphics and simulation technologies.
The investigation of circulation patterns in prehistoric urban environment and
the perception of such built spaces are attempted, providing a basis for further
research on proposing a methodology for an on site presentation.
Although new research is carried on, concerning accessibility and perception
of the Minoan built environment, it is focused foremost on the palaces. The site
chosen for this study is the Late Minoan town of Gournia, which constitutes perhaps
the most extent excavated urban entity of the Minoan civilization and a product
of complex planning with unique rules of spatial organization. A main characteristic
of Minoan architecture is its compound mobility system which offers a significant

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

variety of alternative pathways in between spaces, in three or more levels.
Movement around an urban built space is related to the specific social,
administrative and economical functions that take place in it as well as to the
everyday life activities. Such functions are reflected to the urban character and
the street network of the settlement. The analysis and interpretation of the street
network will be viewed along with the study of perceiving the urban public space
through locomotion.
Drawing upon analogous theoretical approaches and the implemented work
on movement simulation, this paper proposes the notion of locomotion as an
alternative, “non static” interpretative tool.

Nicola Cucuzza
La villa minoica di Kannià presso Mitropolis

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

Si espongono i risultati della revisione dei dati di scavo e dei materiali rinvenuti
nel corso dell’indagine archeologica che, sotto la direzione di Doro Levi, nel 1
portò alla luce la Villa di Kannià presso Mitropolis. Lo stato di pubblicazione solo
parziale dell’importante complesso (sostanzialmente limitato ad un solo articolo
preliminare di Levi) ha spinto ad intraprendere dal 200 un esame complessivo
della documentazione disponibile e dei materiali rinvenuti in vista della edizione
dei dati noti, con la sola esclusione dei materiali neolitici.
Lo studio condotto consente di affermare che l’edificio venne costruito sul sito
di un vasto insediamento neolitico; i resti di alcuni muri indicano l’esistenza di una
fase architettonica più antica della struttura neopalaziale; la presenza di materiali
del TM III anche nei vani occidentali indica che la frequentazione di quel periodo
non si limitò ai soli ambienti orientali, dove furono trovati i noti esemplari di statuette
delle «dee dalle braccia alzate». Il rinvenimento di un kernos fittile e quello di un’urnacapanna indicano come l’area fu oggetto di una frequentazione cultuale anche durante
le fasi finali dell’Età del Bronzo; qualche statuetta ed alcuni vasi fittili miniaturistici
di epoca arcaica ed ellenistica testimoniano qualche saltuaria deposizione votiva
anche in epoca storica, con la probabile costruzione di una piccola edicola.

Massimo Cultraro

A1

The Late Neolithic period at Prinias (north central Crete): Ceramic change and
technological innovation
This paper explores the unpublished pottery assemblage of the Late Neolithic/EM
I period found in the area of the Geometric and Archaic Cemetery at Siderospilia,
Prinias. The pottery complex was discovered during the archaeological explorations
1

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

carried out by the University of Catania (prof. G. Rizza), in the years 1-1.
The archaeological material comes from relatively well-stratified deposits, some
of which were excavated beneath the floor of the Geometric burials. A pit dug in
the soft calcareous rock gives us an additional assemblage of this phase important
in order to classify the ware according to fabrics and forms. In this fill occur
numerous mudbricks, some with plaster still adhering to their face, which could
represent the debris of a demolished building with plastered walls.
The pottery assemblage includes mostly the main fabric wares of the Late
Neolithic II found in Central Crete, as Pattern-Burnished Decoration and a Coarse
Red Fabric with large calcite inclusions, which has strong affinities with a comparable
pottery group found in the Final Neolithic III at Knossos.
The Late Neolithic pottery at Prinias is characterised by two interlinked ceramic
traditions: one clearly rooted in a long history of ceramic development on Crete (e.g.
Phaistos, Knossos), and the other marked by features such as the cheese-pots, which
shows strong links with the Late Chalcolithic of North Aegean and South-East Anatolia.

Anna Lucia D’Agata, Marie-Claude Boileau, Sara De Angelis
Do Italians do it better? Handmade burnished ware from Thronos Kephala
(ancient Sybrita)

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

Handmade Burnished Ware (HBW) is one of the most debated ceramic classes
of Late Palatial and Post Palatial Greece, whose chart of distribution includes the
Mainland, Crete, Cyprus and the Levant. Recent studies have made clear that the
main parallels for HBW may be found in the handmade production of Southern
Italy and, to a lesser extent, Northern Greece. In the last study seasons carried out
on the material from Thronos Kephala (ancient Sybrita) a group of sherds which
may be referred to HBW was identified. Although a fragment of HBW was already
known from the site, the circulation in the settlement of a few vases realized
following a foreign tradition of pottery manufacture in the course of the 12th century
BC deserves a deeper enquiry. It is the aim of this paper to present some preliminary
results on this new archaeological evidence trying to assess its importance within
the local context and in the wider world.

Sylviane Déderix

A1
1

Settling the dead. Some observations on the funerary landscapes of Minoan
Crete
Minoan civilization yielded interesting, diversified funerary remains. Unfortunately,
in spite of its abundance, the archaeological record related to the mortuary practices

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

of Bronze Age Crete is badly affected and lots of questions persist. In the absence
of undisturbed contents, and given the limited evidence from the tombs themselves,
progress lies in examining available funerary data within their broader cultural
context. This paper attempts to define the spatial patterning of Minoan tombs in
relation to their wider landscape. Indeed, of all the choices made by a society
regarding the treatment of its dead, those related to the location of the cemeteries
are amongst the most fundamental. The establishment of the abode of the dead
plays an active part in a community’s process of both forgetting and commemorating
its deceased, while reflecting and influencing its attitude to death and the dead. By
examining the spatial arrangement of burials, it must therefore be possible to glean
some insight about the Minoan funerary behaviours and their meanings.
The paper is intended to approach the spatial location and distribution of burial
places within their broader environmental context in order to get clues about natural
and cultural criteria that influenced the establishment of cemeteries during the
Cretan Bronze Age. Since the archaeological visibility is not sufficient to judge the
cultural importance of a landscape, the environment of the activities of ancient
societies needs to be comprehended as a whole and thus the location of Minoan
tombs can be better realized through the examination of topographical, geological,
hydrographical and archaeological data. Calling on Geographical Information
Systems’ service makes it possible to describe the terrain characteristics of the
cemeteries, and more important, to explore the connections between them and
their surroundings. In order to accomplish the above, a number of spatial analyses
have been used. Cost weighted analysis gives the opportunity to demarcate the
catchment area of burial places and to understand the spatial relationships between
cemeteries and tombs and the rest of the landscape along the settlement shifts
through time. Viewshed analysis enables to explore the visual links that burial areas
held with the neighborhood and so, to estimate whether funerary structures were
conceived as landmarks and/or as dominating features. In the course of the above
analyses, a special attention must be paid to the spatial and visual relations existing
between the different cemeteries, and between the cemeteries and contemporary
archaeological sites (distance, relative altitude, orientation and intervisibility), for
these reveal the level of integration of the deceased into the world of the living.
Through the study of the spatial links between burial places, natural
environment and archaeological sites, we can get a better understanding about
Minoans’ attitude towards death and the dead, and about the roles and influences
they assigned to their deceased.

Maurizio Del Freo, Julien Zurbach
La préparation du Supplément au Recueil des Inscriptions en Linéaire A
Cette communication a pour but de présenter le travail entrepris, à l’invitation de
1

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

Louis Godart et Jean-Pierre Olivier, pour constituer un volume de supplément au
Recueil des Inscriptions en Linéaire A dont le dernier volume (Études Crétoises
XXI/, École française d’Athènes) est paru en 1. Il s’agit, selon les principes établis
par les auteurs du Recueil, de présenter une nouvelle édition de chaque texte publié,
selon des critères et une méthode uniformes. Cela pose un certain nombre de
questions, qui seront abordées ici, sur la nature et l’ampleur des index et des outils
de travail qui seront présentés dans ce volume de supplément. Il ne s’agit
cependant pas seulement d’un travail d’édition mais aussi d’une entreprise de
recensement qui, grâce à l’aide précieuse des autres épigraphistes et surtout des
fouilleurs, amène à compléter notre connaissance du linéaire A. Ce volume changera
évidemment notre appréciation de la répartition géographique, sinon chronologique,
de l’usage de cette écriture, et comprendra des inscriptions de tous types qui
enrichissent considérablement certaines catégories. L’établissement des textes, enfin,
amène quelques nouveautés intéressantes.

Serena Di Tonto
The formation of identity and the organisation of a Neolithic community: Some
evidence from Phaistos (Crete)

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
10

A new cycle of stratigraphical excavations conducted at Phaistos (Crete - Greece)
and a systematic re-evaluation of the known data have clarified the nature and
extension of human occupation and activities on the hill during the Final Neolithic
period. In particular they led to the identification of deposits and associated features
that testify to a ceremonial and ritual frequentation of some parts of the site. These
ceremonies, characterised by the consumption of food and drinks, involved the
phaistian neolithic community and maybe members of the surrounding territory.
The communal consumption is a way in which the society structured itself and
it can be evidence for social integration or competition. These episodes of intraand intercommunity commensality may have served to strengthen relationship
between the competing local households and also to create obligations of
hospitality with households from further afield in order to obtain mutual help or
food and raw materials. Furthermore the memory of the ritual activity that occurred
at Phaistos may have endowed the hill with a special status that contributed to its
selection as the site of the successive occupations through the First Minoan Palace.

11

Eleni Drakaki

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

The “Master with Lion” motif of Bronze Age Cretan iconography: A comprehensive study
The motif of a male figure accompanied by a lion, here conventionally termed ‘Master
with Lion’, was conceived in the Neopalatial era, the most flourishing period of the
Bronze Age civilization of Crete, and has thus far been witnessed exclusively on
(a very small number of) works of glyptic (seals and sealings). Although it has
attracted (some) scholarly attention, especially in respect to the identity and/or status
of the ‘Master’ and its/their (possible) implications for Cretan religion and the nature
of rulership on the island, a comprehensive study of this motif is long overdue. To
this purpose, the scope of this paper includes the following: 1) a careful
examination of the available material that leads to the discovery of variations –even
if minor– of this motif, which seem to warrant different identifications; 2) a systematic
analysis of the morphological characteristics and/or contextual associations of the
seals and sealings in question, in an effort to shed some light on the identity of the
“selected few” who owned them; and 3) a thorough investigation beyond the Aegean
borders, in search of the motif ’s parallels in the iconographic traditions of the other
great Bronze Age cultures of Egypt, Anatolia, the Near East and Mesopotamia.
Considering the nature and extreme rarity of the Cretan artifacts which carry the
“Master with Lion” motif as well as the fact that it was conceived at a time of intense
interaction and contacts between Crete and the eastern Mediterranean, this
undertaking is crucial for ascertaining the degree of independence and/or
(possible) external influence involved in its formulation.

Jan Driessen

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

The Bronze Age settlement on the Kephali at Sissi
Since 200, a team of the Belgian School at Athens has been excavating the coastal
site of Sissi (koinotita Vrachasiou), a hill settlement naturally defended by steep
slopes and river valleys, located about 4 km east of the palace site of Malia.
Strategically located near the sea but also close to important land routes, the hill
seems to have been continuously occupied from at least the Early Minoan IIA period
(if not earlier) and stayed in use till Late Minoan IIIB when it was suddenly
abandoned, perhaps in favour of the refuge settlement located nearby on the
Anavlochos. The cemetery, in use from EM IIA to MM IIB, illustrates a variety
of burial practices (house tombs, ossuaries, pithos burials) and detailed
anthropological examination allows to reconstruct certain social features. The
settlement evidence dates primarily to Late Minoan I-II-III with a series of
Neopalatial workshops, perhaps mainly concerned with textile production.
11

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
12

During this same phase, the hill may have been protected by a Cyclopean wall.
During LM III, only the summit of the hill seems to have been occupied by a large,
almost monumental building with concerns for defence. This comprised a series
of storage areas and workshops but also larger halls with central hearths and at
least one shrine. Many floor deposits were preserved in situ. The importance of
the site is discussed, especially by comparing it with contemporary Malia.

Yves Duhoux
La Room of the Chariot Tablets du palais de Cnossos: école scribale ou archives
oubliées ?
La Room of the Chariot Tablets (= RCT) du palais de Cnossos fait l’objet de deux
interprétations très différentes. Chadwick y a vu une école scribale. Par contre,
d’autres auteurs, dont le plus important est Driessen ont exclu cette analyse : aux
yeux de Driessen, ‘there is no evidence to support an interpretation of the RCT
material as training documents’. Pour lui, la RCT serait un dépôt ordinaire d’archives
plus archaïque que le reste des tablettes en linéaire B.
Je voudrais montrer que plusieurs particularités importantes des tablettes de
la RCT sont typiques d’une ambiance scolaire
1) Il est admis par tous que les textes de la RCT manifestent une uniformité
d’écriture remarquable, bien qu’ils aient été écrits par des auteurs différents. Ceci
est sans parallèle linéaire B connu et suggère que la RCT fonctionnait autrement
que les autres bureaux mycéniens
2) Or, une série d’observations faites par Driessen lui-même suggèrent que la
RCT était une école scribale. Driessen parle de ‘the inexperience of the writers’;
du fait que ‘the RCT “scribes” felt uneasy with the writing material’ et du ‘semiliterate environment in which the documents [of the RCT] were produced’. Il ajoute
que ‘the “scribes” of the RCT… acquired their writing-qualities together’ et qu’ils
‘did indeed acquire their abilities in school-like environments’.
3) La tablette KN V(1) 114 est un document capital pour comprendre la
fonction de la RCT. Ce texte contient les mêmes quatre mots écrits sur son recto
et son verso (pa-ze a-mi-ni-so pe-da wa-tu). Or, ces deux faces ont été écrites par
deux mains différentes, dont l’une est manifestement plus douée que l’autre. Ceci
a des parallèles dans le monde proche-oriental, où l’on trouve également des tablettes
dont l’une des deux faces est écrite par le maître et l’autre par l’élève. La tablette
KN V(1) 114 ne peut donc bien se comprendre que si l’on y reconnaît un authentique
exercice scribal, avec la partie de l’élève et celle du maître.
Conclusion : cet ensemble d’éléments invite à penser que la RCT était un lieu
d’apprentissage scribal. Ceci est valable quelle que soit la datation de la RCT, puisque
l’administration palatiale devait régulièrement former de nouveaux scribes.

11

Melissa Eaby

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

Unit A.2 at Chalasmenos
Excavations at the site of Chalasmenos (Monastiraki) were begun in 12 as a joint
Greek-American project under the direction of Dr. Metaxia Tsipopoulou and the
late Prof. William Coulson. The site is located on a relatively steep, rocky hill (240
m. above sea level) just south of the Ha Gorge on the eastern side of the Ierapetra
Isthmus. Chalasmenos was a relatively large settlement, covering perhaps - acres,
and was apparently founded in the middle phase of the Late Minoan IIIC period
(approximately mid 12th c. BC). Although limited phasing, in the form of blocked
doorways, multiple floor levels, and building repairs or additions, is visible in some
structures, it is essentially a single period site, abandoned before the end of LM
IIIC; very limited Protogeometric and Late Geometric activity has also been
recorded.
The Chalasmenos settlement shows a degree of urban planning: at least four
distinct neighborhoods, separated by paved and unpaved pathways, have been
identified on the site. While many buildings at Chalasmenos are of an
agglomerative nature, consisting of a large room with one or two smaller rooms
extending off of it (often creating a Γ-shaped plan), at least six buildings of “megaron”
type, including the shrine, have also been identified (as previously presented by
Dr Tsipopoulou). Buildings of “megaron” type consist of two axially aligned
rectangular rooms (typically a larger room with central hearth leading into a smaller
one) with the entrance on the short side.
This paper serves as a preliminary presentation of Unit A.2, a two-room building
located on the southwestern edge of the site, immediately west of a series of rooms
known as Coulson’s House (House A.1). Unit A.2 appears to have been the first
“megaron” type construction at Chalasmenos; it began as a single square room
to which a long rectangular room with central clay hearth was added. In this paper,
the architecture, pottery, and small finds from these two rooms will be examined:
the finds from the building include vessels for storage, food preparation,
drinking and food consumption, as well as stone tools and burned and unburned
animal bones. The possible significance of the building will also be discussed;
specifically, does this structure represent a typical house at Chalasmenos, or did
it have a special function? It is hoped that the evidence from Unit A.2 will contribute
to our knowledge of LM IIIC settlements in east Crete and also aid in better
understanding the relationship between Chalasmenos and other nearby sites, such
as Kastro, Vronda, Vasilike Kephala, and Vrokastro.

A1
13

11

Jason W. Earle

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
14

Diminished Cretan influence in the Cyclades during Late Minoan IB–Late
Minoan II? Evidence from a ceramic perspective
It is well established that Cycladic ceramics of the late Middle Bronze Age and early
Late Bronze Age were deeply influenced by contemporary Cretan wares. Many
Minoan shapes and styles were adopted and adapted by Cycladic potters, and there
is even a possibility that itinerant Cretan potters were working in the Cyclades.
To date, discussions of Cretan-Cycladic interactions have focused mainly on the
late Middle Cycladic and Late Cycladic I periods (Middle Minoan III and Late
Minoan IA in Cretan terms), and particularly on pottery from the sites of Akrotiri
on Thera, Phylakopi on Melos, and Ayia Irini on Kea. Studies examining
Cycladic responses to the Cretan Late Minoan IB and II styles, however, are lacking.
Consequently, our understanding of Cycladic stylistic and cultural dynamics during
these historically crucial periods, which witnessed the shift from Minoan to
Mycenaean cultural hegemony in the Aegean, is dim. Did the strong Minoan
influence seen in Late Cycladic I ceramics continue into Late Cycladic II (LM IB–
II)? Or did Cretan influence in the Cyclades diminish following the Theran eruption,
as Mountjoy has suggested on the basis of imports?
To address these questions, I present the findings of my examination of ceramic
material from relevant Cycladic deposits, both published (House A at Ayia Irini
on Kea, Grotta on Naxos, and unpublished Trenches ΠA, ΠC, ΠS, ΠK, PLa and
KKd at Phylakopi on Melos). To my knowledge, no study has dealt exclusively with
Late Cycladic II ceramics, let alone Minoan influence on Late Cycladic II
ceramics. Limited (and often tangential) discussions of Late Cycladic II ceramics
have appeared in excavation reports and studies of Late Cycladic I pottery, but
interest has tended to focus instead on Minoan and Mycenaean imports to the
Cyclades. While an understanding of the changing proportions of Minoan and
Mycenaean imports is important, the relationship of these imports to local ceramic
developments in Late Cycladic II has not been explored. Therefore, I pay
particular attention to stylistic developments in local ceramics, discuss the
relationships between Cycladic products and imports from the Greek Mainland
and Crete, and highlight the similarities and differences in Cycladic responses to
Minoan and Mycenaean pottery. In turn, this study enables us to understand better
–from a ceramic perspective– the transitional period (Late Minoan IB–II/Late
Cycladic II/Late Helladic II) between Minoan and Mycenaean ascendancy in the
Cyclades, and in the broader Aegean.

11

Florence Gaignerot-Driessen

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

From communal incorporated shrines to public independent sanctuaries in
LM III Crete
Characteristic of discovery of Cretan Postpalatial bench sanctuaries are large wheel
made terracotta figures with upraised arms together with typical cultic equipment.
Past and recent excavations on Crete illustrate a series of contexts that contain
elements from this cultic equipment, particularly snake tubes, but lack such a
Goddess with Upraised Arms. Most of these contexts date to Late Minoan (LM)
IIIA-B and form part of larger buildings with potential communal functions, this
in contrast to contexts in which figures occur which are freestanding public buildings
and date to LM IIIB-C. This evolution suggests the changing dynamics of the use
of cult spaces. It is argued here that the LM IIIC figures with upraised arms are
a later addition in what we could call LM IIIA-B “Snake Tube Shrines” and that
they were not cult images, but symbolically represented votaries in context of elite
competition.

Ioanna Galanaki, Evi Goroyanni
Crete and the Cyclades reconsidered: Communication networks and processes
during the Middle Bronze and the beginning of the Late Bronze Ages in the
light of new evidence from Lefkandi and Keos

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

At the apex of Minoanisation, Cretan influence seems to have been strongest on
those nodes of the exchange network that are arranged along the western Cyclades
(western string) and the Dodecanese and the western coast of Asia Minor (eastern
string). The northernmost extent of this influence is where the Aegean sea is
constricted at its narrowest, i.e., approximately at the latitude of Ayia Irini and
Miletus. The reasons for this very specific geographic distribution have as yet not
been addressed in the literature. The present paper attempts to fill this lacuna and
address the reasons for this geographical discrepancy by comparing unpublished
material from two sites, Ayia Irini on Keos and Xeropolis- Lefkandi on Euboea.
These two sites, although in close proximity to each other and with established
contact between them, participated in the exchange network connecting the Aegean
with Crete in considerably different degrees, both quantitatively and qualitatively.
At Ayia Irini, one can find the entire “Minoan package” complete with imported
and minoanising pottery, Linear A, Minoan weights, measures, and artistic tropes,
as well as the upright loom. However, at Lefkandi, not far from Keos along the
Euboean coast, the amount of Minoan or minoanising pottery remains small
throughout the Middle and early Late Bronze Age, even though the site was far
1

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

from isolated from the rest of the Aegean, as the abundance of Cycladic and
Aeginetan fabrics makes evident. Thus, if interaction along certain routes
existed and sites such as Lefkandi were part of these contact networks from the
beginning of the Middle Bronze Age and on, what forces or choices in the
communication patterns excluded Lefkandi from the sphere of Minoanisation?
This paper proposes answers to this question through a diachronic and
comparative study of the patterns of interaction between these two sites and Crete.

Armelle Gardeisen, Tatiana Theodoropoulou
Approvisionnement carné et gestion animale à Malia au cours du Minoen
Récent I
Des fouilles récentes réalisées sous l’égide de l’EFA et sous la responsabilité de Dr.
Maia Pomadère dans le secteur P de Malia ont mis au jour un riche assemblage
faunique bien contextualisé au cours du Minoen Récent I. Cette communication
se propose de donner des aspects de l’approvisionnement carné dans cette période
à partir de l’étude des restes d’animaux et discuter les conditions de l’exploitation du
milieu terrestre et marin au sein d’une économie pastorale et piscicole circum-palatiale.
L’approvisionnement carné est majoritairement d’origine domestique. Il est
probable que l’espèce la plus régulièrement consommée est le mouton, puis le porc,
suivis de la chèvre, du bœuf, et en dernier lieu par la chèvre sauvage, Capra aegagrus
cretica. À côté de ce spectre terrestre, un large éventail de mollusques collectés sur
toutes les profondeurs suggère une exploitation diversifiée du milieu marin. La
représentation plus faible de restes de poissons est intéressante. Les choix
d’abattage des cheptels et de pêche-collecte des faunes marines nous informent
sur les stratégies saisonnières d’exploitation des ressources animales. Les
techniques de découpe et de préparation en vue de conservation/ consommation
éclairent d’un jour nouveau les pratiques alimentaires maliotes au début du Minoen
Récent. Les composantes de cette exploitation sont discutées au sein de
l’organisation d’une économie bien structurée et sont comparées avec les données
vivrières existantes en Crète pour cette période.

Geraldine Gesell

A1
1

The goddesses with up-raised hands at Kavousi: The relationship between
potters, fabrics, technology, and appearance of the figure
Although the goddess with up-raised hands is a standard type of goddess figure,
most of which is thrown the same way on the wheel in the LM IIIB and C periods,
the details of its construction and modeling vary from site to site and also on the

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ

same site. At Kavousi these variations appear to be connected with the choice of
the fabric used in the individual figures. The goddesses from this site were made
from five different types of coarse fabric and one of fine. The five coarse fabrics
were studied by Peter Day, Louise Joyner, and Vassilis Kilikoglou and published
in Hesperia  (200) 13-1. Very briefly, Group 1 is characterized by frequent
low-grade metamorphic rocks set in a ground mass rich in silver mica laths and
quartz grains. The firing temperature was relatively low, about 0 degrees C. Group
2 has a red matrix which contains frequent inclusions of acid igneous rocks, mostly
granite. The firing temperature was relatively low, 0 degrees C. or below. Group
3 is characterized by large well-rounded aplastic inclusions of low-grade
metamorphic rocks (phyllite and slate), sedimentary rocks (sandstones and
siltstones), and fine grain igneous rocks (basic volcanics?), set in a very fine-grained
base clay. Its firing temperature was 00-0 degrees C. Group 4 consists of
granodiorite inclusions in a calcarious matrix. It is easily recognized by its gold
mica. Its firing temperature is 0-00 degrees C. Group  is characterized as the
phyllite group. Its firing temperature was less than 0 degrees C. Groups 1,2, and 
are considered to be cooking vessel types and Groups 3 and 4 are common jar
fabrics. The article claims that many workshops of potters, probably in the area
of the Isthmus of Ierapetra along the south coast of the Bay of Mirabello and in
the Kavousi and Mochlos areas, made the goddesses and the major ritual
equipment, the snake tubes and plaques.
The discussion in this paper builds on the article to discuss the differences
in the figures of the goddesses made from these different types of fabric,
particularly in the details of the construction of the figure, modeling the surface,
and the final decorations. Most of the numbered goddesses (20 out of 2) were
made from Group 3 material. The details of these will be considered the
standard for Kavousi. The fabrics of Groups 1, 2, 4, and  were used in only one
numbered goddess apiece (two goddesses are of fine ware). These will show the
variations based on fabric. There is the same relationship between the fabric and
the snake tubes and plaques. The majority of the snake tubes (2 out of 34) and
plaques (2 out of 3) are also of Group 3 fabric. These, although they may be
referred to, will not be discussed in detail in this paper.

ABSTRACTS
Luca Girella
The Kamilari tholos tombs project: New light on an old excavation

A1

The two largest tholos tombs, both about 1. km north of the village of Kamilari,
were excavated by the Italian scholar Doro Levi in 1. A quite exhaustive
preliminary report drew attention to the key-role of this pair of tombs. The larger
of the two tombs, built in MM IB, was most intensely used during MM III, but
there are also some deposits datable from LM I to LM IIIA. The smaller tomb was
1

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

exploited almost uninterruptedly from MM IB to LM I. Thanks to the generous
permission of the Italian Archaeological School, Prof. V. La Rosa, the Greek
authorities, and the financial support of INSTAP, a project is currently focusing
on the complete study and publication of the Kamilari material.
The emerging picture is admittedly rather fragmentary, but the reading of
excavations notebook and a study of a large body of the so far unpublished material
allow us to present new information on the nature and amount of grave offerings.
This paper seeks to understand formal and functional changes in the tombs
through their periods of use. Firstly, by relating vessels shapes to specific areas of
the tholos (the main chamber, annexes α-ε, the external courtyard) it is possible
to draw a clearer picture of vessel distribution. Such a distribution sheds new light
on the ritual offerings and activities carried out within the tomb and in the external
courtyard nearby.
Secondly, by exploring diachronic changes in the tombs the paper aims to set
properly the Kamilari cemetery in their region and to interpret differences in the
use of the tombs as elements of the mortuary behaviour of the communities which
used the cemetery through the centuries.

Thibaut Gomrée, Maia Pomadère
The Pi Area at Malia: An exploration of a Prepalatial, Protopalatial and
Neopalatial period Minoan town quarter

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
1

The Pi Area, which is located between the House Delta alpha and the Hypostyle
Crypt, is being excavated since 200. A Neopalatial building, the bâtiment Pi, has
been discovered, and the excavations have revealed that the area had been inhabited
over different periods. The building had been constructed upon Protopalatial and
Prepalatial levels. The LM I material which has been collected suggests a mainly
residential and domestic function of the building. In addition, various activities
(such as textile production or obsidian manufacture) were taking place in the course
of every-day life in the area of bâtiment Pi. Moreover, some artifacts of particular
importance, such as seals, figurines and a ‘cupule’ stone found in situ, indicate
administrative as well as religious activities in the building. The house was finally
abandoned during the late LM IA after having been destroyed and/or rearranged
several times.
This paper will present the spatial organization of this new building,
bâtiment Pi, as well as the rich history of the area, which seems to have been
inhabited, at least in part, without interruption as early as EM II. This Prepalatial
level is of particular interest because the remains of that period, which have been
discovered sporadically throughout the site, have provided us with little
information about Malia during this period.
The excavations on area Pi have provided new data concerning Neopalatial

11
o

urbanism, as well as a valuable enrichment of our knowledge of the first
occupation period in the site of Malia.

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ

Lucy Goodison
At death’s door: New evidence and new narratives from the Mesara-type tombs
A new catalogue of the Mesara-type tombs compiled recently is based on field trips
to all previously listed sites, including some not seen by any archaeologist for up
to 0 years and never published in visual form. This fieldwork raised new questions
about the identity, location, architecture and ritual use of the tombs.
In particular it drew attention to the significance –both literal and symbolic–
of the tomb doors through which the living interfaced with the unknown world
of death. The view and passage in and out of the tombs suggest a relationship
mediated through physical and experiential elements including not only ‘toasting’
but also: movement; handling of bones; intervisibility; situation in landscape;
activities at special times of day and year; and engagement with the cardinal points.
Archaeologists investigating the tombs also stand at the door of an unknown
world of death, about which they have constructed a number of narratives. These
have included generalized models of the funerary process based on: universalizing
anthropological theories; analyses of mortuary rites as primarily a vehicle for social
representation indicating wealth and status; and narratives of abstract
anthropomorphic divinity.
This paper suggests how such narratives have reflected a presentist privileging
of the flight from corporeality to abstraction, and have pre-empted a thorough
interrogation of the material. It highlights the need for the articulation of new
narratives consistent with the physical evidence of the tomb users’ engagement
with death and the body.

Lucy Goodison, Christine Morris

ABSTRACTS
The archaeology of the lived body in the Cretan Bronze Age

A1

Within archaeology and anthropology academic study of the body as a system of
signs or as a passive surface to be inscribed has given way to an interest in the body
as a product of ‘lived experience’. Bronze Age Crete offers an exceptional range
of prehistoric representations of the human body, worked in a rich variety of
materials/genres (such as seals and rings, figurines, stone vases and frescoes). This
imagery shows the body in a variety of situations, postures and modes including
‘social’ situations; nudity; interaction and fusion with animals; hieratic poses; and
‘ecstatic’ dance. Beyond the field of imagery, treatment of the physical body is of
1

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

course preserved through funerary practices. A further important dimension to
the ‘lived body’ is bodily engagement with and movement through different
environments and landscapes. Rarely has this wide range of material been
considered as a whole as a means of exploring how the body was represented and
experienced by the inhabitants of Bronze Age Crete.
The Round Table would welcome papers that engage with the theme of
embodiment and lived experience in Bronze Age Crete from a wide range of
perspectives including, but not restricted to, gender, costume, posture, performance
and display, sensory experience, body modification, ritual practice and treatment
of the dead body.

Thomas Guttandin
Minoan ships in context. From longboats to planked ships

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
10

Seal depictions, few clay models and iconographic sources give a raw idea about
shape and construction of Minoan ships. The depictions show very different types
of ships. If we presume that ships are formed always functionally, we can reach
conclusions on the building and use of Minoan ships. From EBA to LBA the ships’
construction changed radically twice, as a reflection of the environment, new
technologies and oversee contacts in the Aegean.
Here, we will first analyse the transition from paddled longboats to sailing ships.
Ethnographic studies will help us understand clay models, seal depictions and
depictions in other iconographic sources. Examples from Indonesia, Oceania and
West Africa will be presented to understand the evolution of Minoan ships. From
EC I/EM I to MM III, these fit seamlessly into a system, which reflects a special
development from the longboat to the planked ship.
We will also connect changes in building traditions and construction
methods to the Minoan communities’ achievements. In the Middle Minoan period,
their culture and economy expanded and encouraged innovation in all sectors of
life. Settlements grew bigger, trade activities were expanded, and far-reaching
contacts were established. This expansion called for many ships with high loading
capacities and small crews. The answer was the Middle Minoan “beaked boats”
with rowers and sail.
The era of the “beaked boats” ends with the beginning of the Late Minoan
period, when there is another change in shipbuilding. This reflects Minoan overseas
connections and contacts with other boatbuilding traditions, as shown by
Egyptian rigging systems and hull decorations on Minoan ships. Self-defensive
systems in form of ikrias and warriors on the ships are new and show how valuable
and endangered the transported goods were.

11

Elpida Hadjidaki

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

The first Minoan shipwreck: Eight years of study
During an underwater survey conducted in the summer of 2003 through the Greek
Department of Maritime Antiquities and funded by INSTAP, a collection of Minoan
transport vessels was found at a depth of 40-0 meters near the coast of Pseira,
East Crete. An additional underwater survey in the summer of 2004 provided
evidence that the vessels might constitute the cargo of an ancient shipwreck. Thus
excavation began in the summer of 200 and ended in the summer of 200. Around
200 artifacts were recovered from the site, including around 0 ones which are
nearly whole and easily identifiable as types of amphorae and other large jars that
would have carried liquids, probably wine or olive oil. All date to the same period,
which is 100-100 BC, or Middle Minoan IIB. However, they are larger than
corresponding vessels of the same period found so far on land. The large
concentration of vessels in a single location, their similarity, and their size, all
confirm the initial supposition that we have found the first Minoan shipwreck.
Although no wood from the ship survived, we can conclude that transport ships
of around 10-1 meters in length serving the local inhabitants were sailing the coasts
of Crete by the Middle Minoan period.

Robin Hägg
On spatial relationships in Minoan religious architecture

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

After my paper on ”The bent axis approach in Minoan ritual” presented at the 
th International Cretological Congress, I am continuing my investigation of various
aspects of spatial relationships in Minoan buildings of religious or ceremonial
function. Here, I will explore the relationship between dark indoor cult rooms and
adiacent outdoor gathering places, between pillar crypts and columnar shrines,
between lustral basins and their hypothetical superstructures, and between peak
sanctuaries and palace shrines.

Haralampos V. Harissis, Anastasios V. Harissis

A1

Apiculture in the prehistoric Aegean: Minoan and Mycenaean symbols
revisited
The scenes on Minoan and Mycenaean rings, seals and clay sealings have been often
conceived as the key for an understanding of prehistoric Aegean religion. The views
of Evans, Nilsson, and many others over the past century have dominated the various
11

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ

theories about the nature of this religion. The aim of this article is to suggest an
alternative view for some of the most important gold rings that have led to these
theories. By applying a naturalistic context of interpretation instead of a religious
one, it is possible to recognize in these rings some apiculture paraphernalia and
practices instead of the established religious symbols. It is further suggested that
these rings and seals were used by overseers of beekeeping, a high-status and highly
valued industry of prehistoric Aegean as it can be deduced by the finds of hives,
smoking pots, honey extractors and so on that indicate systematic Minoan apiculture.

Eleni Hatzaki

INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

Urban transformations: The Little Palace North Project and the urban
landscapes of Late Bronze Age Knossos
This paper presents the results of the Little Palace North Project (LPN), a twoseason excavation aimed to provide a diachronic picture of urban activities in the
core elite sector of urban Late Bronze Age Knossos.
The emerging picture from combining new and old excavation data suggests
that the urban landscape of Knossos underwent drastic changes in the Neopalatial,
Final Palatial and Postpalatial periods. This analysis, therefore, challenges
Arthur Evans’s vision of an unaltered urban layout for Late Bronze Age Knossos
(regularly used as a pan-Cretan model) and prompts the re-examination of urban
development in other Cretan settlements with long and complex occupation
sequences.

Göran Henriksson, Mary Blomberg

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
12

The results of the Uppsala project on Minoan astronomy
The project has had as its main objectives the definition of Minoan astronomy,
the uses of that astronomy by the Minoans, and its possible influence on
Mycenaean and Greek astronomy.
As far as we are aware, this subject has not been studied systematically before.
An obvious impediment is the lack of written sources surviving from the
Minoans. However, the development of archaeoastronomical methods to
determine the orientations of ancient structures and the profiles of the landscape
opposite them, as well as our computer programs that exactly recreate the positions
of the celestial bodies as they were in the far distant past have made the study feasible.
In addition, statistical analysis, iconographical studies of Minoan artifacts, and
the study of Mycenaean and Greek documents for possible Minoan influence were
also part of our method.

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

The project is a pilot study of representative examples of Minoan peak
sanctuaries, palaces, manor houses and shrines. In the case of large monuments,
we measured the most likely places for astronomical activity, for example
generally accepted religious or ceremonial areas. Of the peak sanctuaries we chose:
Chamaizi, Juktas, Modi, Petsophas, Philioremos (Gonies), Pyrgos and Traostalos;
the palaces at Knossos, Malia, Phaistos and Zakros; the manor houses at Agia Triada,
the Southeast House at Knossos, Tylissos A and C and Vathypetro: the bench shrine,
portico and west shrine at Gournia, the tripartite shrine at Vathypetro and the
oblique shrine at Malia – 22 buildings in all. We measured the orientation of
foundations, walls, and the horizon profiles opposite them with a digital
theodolite. In the case of foundations, we measured each stone on both sides and
computed the orientation by least squares fit.
Although we have not yet completed our analysis of three of the buildings,
the manors at Agia Triada and Tylissos A and C, the results of the remaining 1
give a clear picture of Minoan focus on motions of the celestial bodies and some
of their achievements in astronomical knowledge. Seventeen buildings were oriented
to major celestial events: sunrise and sunset at the equinoxes and solstices, major
standstill of the moon, heliacal rising and setting of bright stars. Most of these had
deliberately arranged artificial or natural foresights. Eleven buildings had one such
orientation, four had two orientations, one had three, and one had four. The other
two, as well as one of the seventeen, had orientations to sunrise at the times of year
that would make it possible to identify the beginning of the months not signified
by the other orientations.
The analysis of the orientations of these buildings has helped to define the
Minoan calendar and has also indicated that three of the shrines were probably
made by or for the Mycenaeans, thus sharing light on a thorny problem in Late
Minoan history.
A brief presentation of the results will be presented.

Carol R. Hershenson
The expression of social differentiation across time: A diachronic study of
Minoan halls
Minoan halls have been extensively discussed in scholarship on Minoan
architecture, examining their plans, circulatory connections, distribution among
Minoan houses, and diachronic changes in fashion. This study compares the
expression of social hierarchy through different forms of Minoan halls in
Neopalatial and Prepalatial houses, with brief consideration of Protopalatial
examples, and speculates on the architectural technology whose introduction into
Minoan domestic architecture may have enabled the invention of the familiar
Neopalatial forms of halls from their Prepalatial counterparts.
13

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
14

Three types of halls have been recognized in Neopalatial Minoan houses, with
different arrangements of columns and other supporting structures: polythyra,
rooms with a column, and ‘Palaikastro-style’ halls. The plans of these rooms are
sharply differentiated, as are the materials, building methods, and decorative
techniques of the first two; these three types of rooms are similar largely in their
relationships to other rooms and their positions within the circulatory systems
of their houses.
Two types of halls have been documented in Prepalatial Minoan houses: high
style and vernacular. In contrast to the strong distinctions among Neopalatial halls,
Prepalatial high style and vernacular halls are differentiated at the ground-storey
level only by their synchronic sizes, exterior shape, and details of construction and
plan; they are similar not only in the same elements shared by all types of Neopalatial
halls (relationships with other rooms and circulatory position) but also in most aspects
of plan, building materials, and most techniques of construction. Indeed, the degree
of socioeconomic distinction expressed in Minoan halls during the Prepalatial and
Neopalatial periods is a microcosm of the differences among their houses.
Similarities, especially those common synchronically to all Prepalatial halls,
are also shared diachronically by Pre- and Neopalatial Minoan halls, without regard
to socioeconomic or typological differentiations in either period. There are further
detailed similarities of Neopalatial rooms with a column and polythyra to
Prepalatial halls -especially but not exclusively to vernacular and high style ones,
respectively – in their plans and functions, in structural supports for the former
rooms, and in associated spaces and possibly control of exposure to outside weather
conditions for the latter. Prepalatial halls thus present architectural structures and
arrangements that might have inspired the characteristic halls of both vernacular
and high style Neopalatial Minoan houses.
Introduction of a single additional technology to Minoan domestic architecture
during the later Prepalatial period –the reduction of supports for ceiling and roofbeams at the ground-storey level from two-dimensional walls to one-dimensional
points such as columns or piers– enables many of the differences in plans visible
between Pre- and Neopalatial halls. From the rather similar forms of Prepalatial
vernacular and high style halls, differential application of columns and piers can
create all three quite diverse plans of Neopalatial halls. This study thus suggests
both the inspiration and mechanism for the invention on Crete of these
distinctively Minoan rooms, and traces the sharpening of the socio-economic
distinctions expressed in Minoan domestic architecture.

11

Louise Hitchcock

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ

“All the Cherethites, and all the Pelethites, and all the Gittites”: A current
assessment of the evidence for the Minoan connection with the Philistines
The co-occurrence of the ethnic designations Cherethite and Pelethite and the
association of the Philistines with Caphtor in the Old Testament point to a specifically
Cretan origin or affiliation for at least some of the Philistines in literary tradition.
This identification, although bolstered by the discovery that the Philistines
produced their own version of Mycenaean IIIC pottery, has rightly come under
criticism from those reluctant to simplistically associate pots with peoples.
However, additional categories of archaeological evidence indicating an Aegean
origin for the Philistines are well-rehearsed and include the reel-style of loom weights,
drinking habits, consumption of pork, Aegean-style cooking pots, use of hearths
and bathtubs, temple architecture, and megaron-style buildings. Yet, in contrast to
the strong identification of the Philistines with Crete in the literary tradition, these
Aegean characteristics of Philistine culture point to Mycenaean Greece.
This paper examines the current state of our understanding of the specific
connections between Crete and Philistia with regard to recent discoveries and
interpretations of Philistine culture, with particular reference to the author’s
excavations at Tell es-Safi/Gath and study of other Philistine material in Israel.
Among the categories of evidence examined in this paper are architectural features,
particularly hearths, but also spatial syntax, plaster, and tool use; the spatial
manipulation of artifacts such as the practice of curating animal head cups and
seal use, ritual action, and recently discovered inscriptional evidence. It is
argued that key features of Minoan culture survived in Philistine culture,
embedded among other cultural practices that can be associated with the
Mycenaeans, Cypriots, and Canaanites, and that they form an important record
of the Cretan and Minoan contribution to human civilization.

Martin Hoffmeister

ABSTRACTS
Early Minoan II construction technology: Vasiliki and Myrtos Phournou
Koryphi

A1

A detailed analysis of the walling components –such as the thickness and height,
mortar, chinking, stone surface finishing, stone size and distribution and stone
origin, bonding, outside and inside treatment, uniformity and variety, finishes,
treatment of openings– and of foundations, ceilings, floorings, stairs, pillars and
pillars bases[,] provides comparative data, [does not make sense!!!: not only on
the refinement level of pottery typology, but has also a disclosure value in diachronic
geographic, cultural and phasing/chronological? assessments].
1

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
1

In the transition from EM I (e.g. Mochlos, Ellenes Amarion, Myrtos Pyrgos,
Phaistos) to EM II (e.g. Vasiliki, Palaikastro, Phournou Koryphi), the building
technology reflects an increase in awareness of the properties of materials and
sophistication in the use of available resources, as a result of the process of nucleation
and increased availability of food resources.
From the roughly worked stones of EM I Phaistos with small cobbles
embedded in their core, uncoursed anon clay foundations.
The EM I structures at Phournou Koryphi show an increase in structural
awareness in the composition of the antae, jambs and corners. The use of chinking
emphasises the lessened reliance on mud fillers, and the placement of heavier stones
on top shows the use of anchoring properties of weight. The use of available flat
stones permits very rough coursing and increases vertical bonding. While the stones
remain unworked, a selection of suitable units permits flat faces of the walls. The
almost total lack of running joints may be accidental, due to the flat shape of available
materials. Free standing walls are consciously composed to sustain the lack of lateral
support. The inlined shape of the hill and the presence of exposed outgrowth of
the bedrock are used to increase the stability of the all-rock walls. The presence
of second floors remains unknown, but, if they existed, it is safe to assume that
they were made of light materials, like mud or wattle-and-daub, because of the
relative thinness of the rock walls. The variety of shape and composition of the
stones suggests their casual collection from the nearby fields. The use of grinding
stones is a proof of phasing or gradual growth of the settlement and of
architectural additions. The chinking, again, shows the care for solidity of the walls
when contrasted to boulder/clay assemblages. While the appearance of the walls
is extremely rustic, their technology has a long history, which is apparent in the
selection and construction of the materials and the structural integrity of
different components of the walls. Indeed, the duration of the walls is a proof of
the long tradition of building trials and errors.
On the hamlet of Vasiliki “House on the Hilltop”, a conflation of houses of
different dates includes the Red-House, roughly contemporary with Myrtos. This
building introduces us to “urban sophistication”, with its paving, its two stories,
its red painted walls and floors, its mudbrick and pise superstructure, and its
storerooms and its well. It is worth noting that other Minoan settlements of the
same period are architecturally less advanced than Vasiliki. Rough stones are used
for the walls, but abundant mud mortar compensates for their uneven shapes. The
available material has dictated such an arrangement, in contrast to Myrtos where
the flatness of local stones allowed for tighter joints. The doorjambs and
thresholds use flat elements enhancing thus stability. The thick plaster played a
crucial role in consolidating the cobble/mud walls. The monumentality of later
ashlar walls is here contrasted to the almost “concrete”-like appearance of the
heterogeneous mass used to fill the walls. The random collection of the rocks is
compensated by the copious use of soft mud and reflects the care for
experimentation which is characteristic of the period. The amorphous shape of

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

some of the steps shows the lack of building rules. On the other hand, double walls
cobble fills result from the search of stability, especially to support loads of the
second floors. The expenses of selecting, collecting and later shaping the stones
reflect directly the appearance and, thus, social significance of the structure. The
complexity of the buildings of Vasiliki and Myrtos reveals the community’s effort
required to accomplish these settlements. It may be argued that technological
sophistication goes step by step with social, intellectual and cultural sophistication,
but, in reality, the quality of inhabited space is driven by increased demand, and
the real and perceived need for quality in life styles, which are also retraced in food,
clothing, travel and other life strategies.

Bernice R. Jones
The Minoan peak-back robe: An investigation of Middle Minoan dress

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

The elegant women’s costume that emerges at the beginning of the Middle Bronze
Age on Crete is a fitting match for the grand palaces that appear contemporaneously.
Topped by a tall headdress, a dress with a high peaked back, breast baring front,
and flair skirt exudes the refinement and sophistication of the burgeoning Minoan
civilization. Portrayed on a corpus of small, crudely carved terracotta figurines
found mainly at peak sanctuaries, however, we are presented with a mere hint of
its original finery. Nevertheless, despite the lack of details, certain elements of the
costume’s construction manifest themselves when examining the remnants of dress
on each and every figurine, some photographed in the round for the first
time. Comparisons with representations of clothes from the Near East and preserved
garments from Egypt provide us with new evidence for contemporary construction
technology in the Eastern Mediterranean.
This paper evaluates previous suggestions and new evidence for construction
and presents a modern cloth replication of the garment on a live model who imitates
the pose of the figurines. This new methodology in research and analysis results in
a better understanding of the early elegant Minoan costume that is no longer preserved
and ultimately brings it to life. It discerns how it contrasts in some respects, and looks
forward in others, to the luxurious Minoan dress design of the Late Bronze Age.

Amalia G. Kakissis

A1

Knossos online: The BSA Excavation Records and the Stratigraphical Museum
collection
The Archives of the British School at Athens is the principal repository for all
Excavation Records associated with projects of the School from its foundation in
1

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
1

1. One of the largest sections of the BSA Excavation Records is the archival
records from BSA excavations in Knossos. The aim of this presentation is to show
how the online resources of the British School at Athens new Museum and Archives
Online (BSA-MAO) programme (specifically the Archive Records and the
Stratigraphical Museum artifacts) will facilitate research about Knossos.
The Knossos Excavation Records collection contains material from all the British
archaeological excavations conducted in Knossos and its environs beginning in the
late 100s to the present day. Some of the Knossos sites represented in the records
include: Ailias Cemetery, Ayios Ioannis Cemetery, Fortetsa, Fortetsa Fork
Cemetery, Graeco-Roman Cemetery, Gypsades Aqueduct, Gypsades Cemetery,
House of the Frescoes, Kephala Tholos Tomb, Medical Faculty, Minoan Unexplored
Mansion, Monasteriako Kephali, North Cemetery, Roman Agora, Sanctuary of
Demeter, Sellopoulo, Spilia, Unexplored Mansion, and Venezelion Hospital.
The bulk of the records consist of contributions of excavators who worked on
projects in the 10s-10s, several of which are now published. The Knossos
Excavation Records Collection is an open collection in which new records are added
after publications of sites and materials are completed. Various British excavators
who worked at Knossos produced documents. Among them are Sir Arthur Evans,
Duncan Mackenzie, John Pendlebury, Sinclair Hood, Hugh Sackett, Mervyn
Popham, and Hector Catling. The material in the collection includes notebooks,
original drawings, photographs, catalogue cards of finds, correspondence,
manuscript/printers proofs and various pamphlets and publications.
In 2003-04, the Knossos Excavation Records were re-catalogued under a new
classification system following the international standardized archival description.
This new data was added to an electronic database for future migration into an online
searchable database. Additionally, a few notebooks and plans were digitized during
this project. Simultaneously, the Statigraphical Curatorial Museum Project was
undertaken to record all the artifacts in the Knossos Stratigraphical Museum. This
data, along with images, was also put in an electronic database.
In 200, the BSA purchased KE Software’s EMu programme to create a unified
and cross-searchable digital catalogue of our holdings, with a web interface to enable
worldwide access for research and teaching. In the first migration the catalogue of
the Stratigraphical Museum catalogue was uploaded and is now searchable online.
The next step will be for the Knossos Excavation Records catalogue to be migrated
into the BSA Museum and Archives Online and more of the collection to be digitized.
These two collections once linked on BSA-MAO will be an indispensable online
research tool for scholars. The aim then is to link other collections in the BSA
Archives associated with Knossos such as the Personal Papers of Mark Cameron,
Nicolas Coldstream, and Vincent A. Desborough as well as linking to online
catalogues of other institutions holding information on Knossos like the Sir Arthur
Evans Archival Project of the Ashmolean Museum who have started digitizing the
collection.

11

Athanasia Kanta, Alexia Spiliotopoulou

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

Hollow animal votives in Cretan sanctuaries. The case of the Sanctuary at Symi
Viannou
Hollow animal votives are a distinct feature of Cretan sanctuaries in Prehistory
and in the Early Iron Age and later times. Large hollow animals are already present
in peak sanctuaries. Some of them are obvious rhytons, while others do not seem
to have had this function. From LM IIIC onwards they become fashionable votives
in open air sanctuaries of various types and in caves. The sanctuary at Symi Viannou
has produced a great number of such votives dating from the LM IIIC onwards.
The present paper examines the evidence for their form and construction. It also
examines the reasons that led to the introduction of this kind of offering in Cretan
sanctuaries of various types at this period, e.g. the Patsos cave or the Piazzale dei
Sacceli at Hagia Triada and elsewhere, together with their great longevity in Crete.
Matters of function and symbolism are also taken into consideration.

Froukje Klomp
Vasiliki Kephalaki revisited: A reassessment of its Early Minoan architecture

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

Preliminarily it should be stated, that the general background of my paper is formed
by research concerning the development of architecture from the Neolithic to the
mature phases of the Bronze Age. The palaces of Crete have been characterised,
by some, as being the principal ceremonial places –of Minoan religion–, which
grew gradually around a court that formed the focus of ritual activities since the
Early Minoan IIB period. Others have suggested that, by the Late Bronze Age, the
symbolic and social practices of village settlements in the Neolithic and Early Bronze
Age were gradually monumentalized, transformed, politicized and brought
under control of the central authority of the Minoan “palace” system. Since I would
like to follow this train of thought at least partly, as it might reopen the debate as
to how long and how endemic and in what shape, in fact, the pre-palatial foundation
of the palaces manifests itself, the central questions posed in my investigations
may be formulated as follows: which religious concept may initially, and basically,
have governed the architectural creation of the palaces? And why is mortuary
practice singled out from explaining the emergence of the palaces? Obviously, the
monumental tombs of the third millennium BC are the most potential architectural
candidates for being the forerunners of the palaces. To shed some light on these
issues I would like to deal here with some intensively debated architectural
phenomena of the Early Bronze Age, in particular with those of the excavations
in Vasiliki, on the Isthmus of Ierapetra.
During the EBA the first tombs, constructed in stone, appeared. Often single
1

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ

Anna Klys

ABSTRACTS

The Afiartis Project: Current survey results on Karpathos with special
reference to Minoan penetration

A1
10

or doubled as for example the tholoi tombs in the Mesara, or structured like houses
in groups resembling a settlement, as is the case in the east of Crete. The creation
of built cemeteries for the first time in Crete reflects a growing concern for the
deceased –and consequently a cult of the ancestors–, the remembrance of
whom must have been closely bonded to that of the living. In the archaeological
record, however, we are faced with the problem that different regions show divergent
histories. To put it bluntly, in the Mesara we have many circular tholoi, without
properly built settlement layouts, and in the east, in Fournou Korifi and Vasiliki,
it seems that we have squarely built settlements, without cemeteries. Does this
discrepancy reflect excavation bias or a different emphasis on basic cultural and
hence architectural traditions?
It has been recognized, that during the Neolithic it was practice to bury at least
some of the deceased, for example infants, inside the habitation walls of
settlements. And recently, on account of more careful investigation of habitation
debris, this practice is becoming more detailed and also confirmed for adults. If
this Neolithic burial tradition of inhumation in houses has been retained
somehow during the Early and later Bronze Age, it seems reasonable to expect
that it may show up in the devise and innovation of the architectural environment.
As it does, for example, in the house tombs.
On account of the above stated meditations, and on examining the architecture
in the reports, and by myself on site, it will be proposed that the core of the EBA
settlement of Vasiliki, as represented by the “Red House”, in all probability was a
monumental tomb, which, together with the contemporary architecture, such as
the great pavement, formed an early monumental building, like perhaps a sanctuary
or early palace, and that the subsequent building phases and occupation of the
site reflect a modest but lasting preoccupation with this very important ancient
beginning.

The Afiartis Project constitutes the final stage of an ambitious diachronic
programme on a marginal island environment, at the SE fringe of Europe. The
project involves an intensive and systematic surface investigation of the region of
Afiartis, including the integrated area to the NW –now officially belonging to the
municipal district of Arkassa. This is a more or less even and relatively fertile coastal
area on the southern and SW part of the island of Karpathos in the Dodecanese.
The survey is designed to cover the ancient times, with some emphasis on the
prehistoric remains. But the now irretrievably vanishing and methodologically
invaluable material ethnography and ethnoarchaeology of the area are also included.

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

Closely linked with archaeology and ethnography are matters of geology,
geography and ecology, and these are being studied as well.
During four research seasons,  new sites were found: one Prehistoric with
no pottery associations, 13 Neolithic,  Neolithic/EBA, 2 EBA, 44 Minoanizing
and 31 Roman. Among the pottery collected from these sites are small scatters
of Mycenaean, Classical and Hellenistic date.
Most of the new Minoanizing sites represent a single household, a farmstead,
including arable land and farming installations. The material remains of a typical
household assemblage are of Minoan style and include tripod cooking pots, jars
(hole mouthed, oval mouthed, bridge-spouted), pithos jars of various types, bowls
and cups, beehives etc. Minoan imports, usually fine decorated pots and stone vases,
do not occur very often.
This kind of economic system, which appears to survive until recently, is called
by the locals stavlos. In a few instances, concentrations of such sites form small
nucleated settlements, that is to say hamlets. Two sites, both on a low hill slope, seem
to represent traditional local shrines, whose ceremonial repertoire appears to have
been enhanced by Minoan traits, as is shown by the plentitude of conical cups.
An essential conclusion can be drawn from the survey results: there seems to
have been, in the course of Minoan palatial times, an impressive settlement
expansion, population and wealth increase, and cultural elaboration in this, relatively
fertile part of Karpathos, a fact that must be associated with a significant impulse
from Crete in the form of technology accompanied by acquisition or imitation
of Minoan prestige objects.

Carl Knappett, Gerald Cadogan
Pre- and Protopalatial pottery from Myrtos Pyrgos

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

For those interested in the political geography of Crete in the early 2nd millennium
BC, ceramic regionalism is probably the most important strand of evidence available.
The pronounced differences between the centre and the east of the island in pottery
styles have often been used to argue for distinct geopolitical entities at this time,
that is to say the late Prepalatial and Protopalatial periods. Yet relatively few sites
have been included in the discussion, other than the palatial centres of Knossos,
Phaistos and Malia, each of which has substantial ceramic assemblages from the
periods in question. Very few non-palatial sites have been considered, although
among these it is probably Myrtos Pyrgos that has figured most prominently, largely
due to the abundance of its deposits, and the striking similarities of its finewares
to those of Malia. However, these comparisons have come before the full
publication of the Period II and III (late Pre- and Protopalatial) pottery, which is
now imminent thanks to a series of study seasons. In this paper, then, we conduct
a detailed assessment of the corpus and its regional comparanda, further facilitated
11

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

by new evidence from other non-palatial sites in east Crete, such as Petras, Palaikastro,
Sissi, Mochlos and Pefka near Pacheia Ammos. This new level of detail in the ceramic
evidence allows for the elaboration of a more richly textured story of early geopolitical
complexity on the island of Crete.

Olga Krzyszkowska
Seals from Petras, Siteia: New insights for MM II hard stone glyptic
Excavations in the cemetery of Petras, Siteia have yielded important new
examples of MM II seals made of hard semi-precious stones –agate, carnelian, blue
chalcedony and jasper– decorated with ornamental, pictorial and hieroglyphic
devices. Shapes represented are a Petschaft (loop signet), a rectangular bar, and
three-sided and four-sided prisms. The association of prisms, whether made of
steatite or hard stone, with eastern Crete has long been recognized. Hitherto,
however, virtually all extant hard stone prisms have been stray finds, and none
has been discovered in a context likely to be more or less contemporary with
manufacture date. The new examples from Petras are of exceptionally high quality,
matching if not exceeding the very finest known and thus helping to reinforce earlier
observations regarding the role of Petras as an emerging regional centre in this
period. From a purely glyptic perspective, the seals now encourage a thorough
reappraisal of the interplay between script and contemporary trends in ornamental
and pictorial motifs in MM II hard stone engraving.

Charlotte Langhor with Emanuela Alberti

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
12

A preliminary examination of the Neopalatial pottery from Area Pi at Malia
In terms of ceramic consumption and relative chronology, we still lack a good
definition of Neopalatial Malia in the perspective of other contemporaneous Cretan
sites. Indeed, the Neopalatial ceramic sequence available today for Malia is still
largely based on the one suggested by Pelon for Quartier Epsilon explored in the
10’, although partially refined in the course of the stratigraphical excavations
conducted in front of the North-East Entrance of the Palace (A. Van de Moortel,
P. Darcque). One of the aims of the recent archaeological project of Bâtiment Pi
was to better understand the occupational sequence of the Neopalatial settlement.
Thanks to detailed stratigraphical observations we have initiated a definition of
the ceramic phases of this building. Moreover, this pottery analysis aims to provide
a simultaneous examination of the production and consumption of both fine and
coarse wares, the latter being particularly missing from the published ceramic corpus
of Neopalatial Malia.

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

Several elements suggest that Bâtiment Pi was violently destroyed, perhaps by
earthquake, a short period before its abandonment. Massive and particularly
compact deposits of broken pottery and building material have been revealed,
sometimes covering entire rooms, sometimes pushed aside in the corners of the
rooms. There is even a large pit, dug through previous levels, which was filled with
largely complete domestic pots that were discarded. The preliminary examination
of this pottery suggests that it is a stylistically homogenous assemblage of mature
LM IA date. This may imply that a major catastrophe hit at least this part of the
settlement, an event maybe contemporary to that identified at Knossos (Macdonald
1). The scarcity of primary floor deposits and the thick deposits encountered
in secondary position in the two small storerooms 10 and 11 also suggest that a
cleaning and leveling operation of the building and perhaps its surrounding area
was undertaken following this destructive episode. Stratigraphical traces of a
reoccupation of the Pi Area are very limited, partly complicated by the proximity
of the modern surface. The analysis of the pottery found in some of the more
superficial levels does not exclude a late LM IA or LM IB occupation and at least
some frequentation of the area during this specific period, still sparsely evidenced
at Malia.

Valeria Lenuzza
Rain-water management in Minoan Crete

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

Despite the rising attention to subsistence strategies and environmental
management in Bronze Age Crete, the development of techniques related to the
run-off and the use of rain-water in Minoan sites is still a neglected subject within
Minoan archaeology. The need of managing the drainage and the storage of rainwater is indissolubly connected with climate, with the cycles of rainfall and drought
which characterize the whole course of Minoan civilization and have been partially
reconstructed with the support of palynological data and archaeological evidence.
Documents pertaining to rain-water drainage mainly occur in the Neopalatial
period. This could just reflect the fragmentary nature of archaeological
investigations, but could also indicate a growing technical knowledge or the
emergence of new needs connected to climatic changes towards more and more
unstable conditions and an increasing rainfall.
The excavations yielded different kinds of items which could be classified as
fragments of eaves gutters, rain-pipes or receptacles for the water falling from the
roof. They allow to follow at least a part of the rain-water course, from the roof
of the buildings to its final discharge out of the structure or to its collection inside
cisterns. Fragments of drains with π-section found in the collapse of the roof at
different sites could be interpreted as part of eaves and, in some cases, still preserve
the end, in the form of a drain widening in a semicircular shape. From the eaves,
13

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ

the water pelts down freely to the ground, falling inside rectangular limestone or
circular clay receptacles, which are the starting point for horizontal conduits that
lead water to the main drainage system of the buildings.
In some cases, rain-water is conducted to the ground through vertical drainpipes. Indeed, the limestone receptacle discovered in the Area of the Stone
Drainhead, in the NE wing of the Knossos Palace, still preserves fading traces of
plastered clay on the top surface. These traces could pertain to a vertical drainpipe descending from either the roof top or from an open area at the upper floor
towards the drainage system of the sector, which ends at the blind well inside the
verandah on the N side of the Court of the Stone Spout. Vertical drains also ensure
the drainage of water from terraces and balconies, as in the oval house at Chamaizi,
still belonging to the Protopalatial period.
A distinctive architectonic element related to rain-water management is the
so-called impluvium, a hollow rectangular basin often consisting in a simple
depression of the pavement framed with columns, in connection with an open
area, which gathers rain-water and discharges it through a drain.
Evidence concerning the rain-water management, mainly belonging to the
Neopalatial period, does not allow to glimpse, for this period at least, an urgent
need of keeping and storing water. Water, even if surely a precious natural resource,
does not seem to represent in this phase a rare good, but a quite abundant resource
on the island. In other words, architectural evidence, mirrored in the flourishing
landscapes of the contemporary wall-paintings, sheds some light on the
knowledge of the climate in the Neopalatial period, confirming the scarce
information obtained by the scientific analysis. For the Protopalatial period, the
picture is quite different, with more documents pertaining to the collection and
the storage of rain-water, such as the cistern in the inner court of the building at
Chamaizi, that receives the water descending from the inward-sloping roof, or the
cistern on the slopes at Myrtos Pyrgos, possibly related to fragments of pipes found
in the immediate surroundings.

Photini McGeorge

ABSTRACTS
Head shaping or the construction of image in Minoan Crete

A1
14

Artificial modification of the shape of the human skull by exploiting its plasticity in early childhood is a form of body beautification, which has been encountered throughout prehistory and history on all continents. Notable examples of
skull modification come from the Ubaid period at Tell Arpachiyah in Mesopotamia,
where it is believed that the purpose of head shaping was to denote elite status.
It is a permanent method of defining social identity, which can be neither reversed
nor acquired later in life, because it must occur during a narrow window of opportunity in the course of cranial growth.

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

The practice of head shaping in Crete in both modern and archaeological populations has previously been mentioned though cases have not been specified, probably due to the difficulty of determining whether or not a subtle degree of modification of skull shape had occurred perhaps unintentionally due to cultural practices, or other causes. The aim of the paper is to examine specific cases and discuss procedures that might have been employed deliberately, as well as the origins and the meaning of the practice.

Christofilis Maggidis
“Divine politics”: Cemetery and sanctuary as arena for political domination
and social transformation in Minoan Crete
Religion can be highly effective as a control mechanism due to its powerful social effect, integrative force, and inherent conservatism. The strong emotive and
socially bonding force of religion reaffirms collective identity and forges communal
solidarity through beliefs and ritual, while sanctuary and cemetery function like
territorial markers, sanctifying community rights on land and natural recourses. Apart from the reality of societal unity, however, cult or funerary ritual creates and promotes yet another reality, that of difference in the form of internal divisions (inclusion/exclusion, active/passive participation, type/level of involvement,
quantitative and qualitative differences of offerings) which reflect socioeconomic
differentiation and define social ranking. Furthermore, by being highly impervious to change, religion preserves not only its own traditional beliefs and rituals, but also the intertwined social structures which support them. The appropriation, therefore, of religion by political hierarchies can effectively paralyze social resistance, integrate diverse populations into a homogeneous culture and centralized socio-political structure, and consolidate the power of the dominant hierarchy by legitimizing its authority and the social order.
Competing elite factions and emerging palatial hierarchies in Minoan Crete
gradually asserted control and gained restricted access to both cemeteries and sanctuaries by systematically re-organizing and standardizing burial and sacred space,
by formalizing and regulating ritual, crystallizing a coherent ideology, and ultimately by claiming a mediator role and monopolizing a privileged physical and
ideological connection to gods and ancestors through mythical and lineage ties,
thereby complementing their physical and socioeconomic separation from the mass
with another, cognitive level of differentiation. This paper attempts to study diagnostic cases of religion appropriation for political domination in Minoan Crete,
outline their spatial distribution and temporal development, and trace patterns
of variation and uniformity; the ultimate aim is to reveal mechanisms employed
by controlling hierarchies and to conglomerate a complex process of social morphogenesis which is based on the dynamics of a constant dialogue and interplay
of politics and religion. The socio-political process of gradual appropriation of re1

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ligion by ruling elite groups and later by palatial hierarchies can be documented
by tracing schematically the temporal and spatial development of five distinct patterns in the course of the advanced Prepalatial, Protopalatial, Neopalatial, and Final-Palatial period (EM II–LM IIIA1): (i) typological standardization of sacred
and funerary architecture; (ii) ‘metastasis’ of sacred space, involving relocation,
diffusion and centralization of cult; (iii) systematic spatial organization, formalization, and institutionalization of ritual, including emergence of organized priesthood and organic association of calendar and production with religion; (iv) increasing social ranking; and (v) emergence of individualism in cemeteries and sanctuaries. The comparative examination of these variables reveals how emerging palatial hierarchies manipulated, appropriated and eventually monopolized both funerary and cult ritual, thereby consolidating their power and legitimizing their
political authority in an admirable symbiosis and interplay of politics and religion.

Çiğdem Maner
Across the sea: Minoan building techniques at the end of the MBA and in the LBA
in southeastern and central Anatolia

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ

The Minoans were indeed very good architects. For them, the esthetic as well as
the steadiness of a building were very important. The technique of attaching beams
with pins to stone was applied by the Minoans on Crete in the Middle Minoan
III period. Craftsmen were drilling holes in stones to attach the wooden beams
of the framework. This technique was also applied at the end of the Middle Bronze
Age in Tilmen Höyük and Alalakh VII in Southeast Anatolia. The Hittites (ca. 10110 BC), were using these building techniques as well. Hundreds of dowel holes
on building stones in Hittite sites indicate that they were using the same building technique as the Minoans. In this paper the building techniques of the Minoans and the MBA and LBA Anatolian sites will be compared. It will also be discussed whether Minoan building techniques have travelled across the sea to Anatolia or if these building techniques have travelled from Anatolia to Crete.

ABSTRACTS
Iro Mathioudaki
The Middle Minoan White-dotted style as indicator of chronology

A1
1

Middle Minoan dotted decoration and, more specifically, that called by Evans, the
White-dotted style is investigated here. White-dotted is a Light-on-Dark decorative style characterised by the application of white dots on a dark ground arranged
carefully or in a more random manner and sometimes combined with polychrome
decoration. The style covers a long time span and appears in several periods from

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

MM IIB to MM IIIB in slightly different patterns and arrangements. As several
scholars have pointed out, further detailed studies may help to show which types
of spots are diagnostic of certain periods, and this is the aim of the present paper. Knossian deposits are mainly examined here, but other sites such as Festos,
Kommos and Akrotiri, where the pots of this style are both imported and locally imitated, are taken into account. MM IIIA may be thought of as the peak period of the White-dotted style based on the large amounts of straight-sided and
rounded cups from the West Polychrome Deposits, Hogarth’s West Heap,
Anemospilia and the recently excavated Vlachakis plot. The style appears also earlier in the Trial KV deposit and later on in KS 1 Group and the Acropolis Houses in more strict combinations of shape and motive arrangement. Local imitations
of White-dotted decoration as well as its continuation through time show that it
was conceived as a single style that took on a more abstract form in later times,
when the Dark-on-Light decoration replaced Light-on-Dark, and the style declined.
Manolis Melas
The politics of colonization: Continuity, change and acculturation in the Minoan periphery

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

The notion of ideology pervades modem archaeological theory and more specifically Marxist and post-processual schools of thought. Ideology is here taken in
a Marxian sense of using ideas and other facts of discourse as a means of creating and consolidating social boundaries. As a matter of fact, in archaeology this
kind of approach employs material culture as a social and political strategy employed by past agents or present interpreters.
From its outset, Minoan archaeology has been developed along ideological
premises. Evans himself interpreted his discoveries on the basis of a Victorian model of imperial grandeur (cf. «Palace of Minoans») and colonial expansion (cf. «Minoan thalassocracy»). Greek mythology was called forth to support such explanations, which dominate literature till today (cf. «Minoan colonization»). Exceptions
are few (e.g. Melas 1, 11). These draw attention to a misinterpretation of data,
which led among other biased inferences, to the «identification of pots with people», that is to say that imported goods, craft, and other ideas are necessarily accompanied by incoming people (= colonists).
A current archaeological survey on Karpathos appears to discourage colonial
interpretations. What is undeniable is that during the formative period of the «first
palaces» on Crete radical changes occur in the South Aegean, culminating in the
«second palace period». Those changes originate from Crete, a major cultural centre, and spread to its periphery. Technology seems to form the first more significant change in Karpathos and elsewhere, including the plough. This led to another most important change, population movement from rocky coastal heights
to inland cultivable lands: fertile plains and valleys. Other changes involve crafts,
1

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

such as the potters’ wheel and associated kiln, Minoan culture traits, such as artistic trends in vase painting, and ceremonial practices in festival occasions involving
massive use of conical cups.
On the basis of various forms of «contact» and social theories and anthropological analogies, all these changes may well be accounted for as borrowings
effected through mechanisms such as trade and exchange of services, as well as
by the sporadic presence of Cretan residents. This model appears to be aided by
two major cultural aspects that remained unchanged: architecture and religious
topography and customs. On Karpathos, small local hill-shrines continue,
whereas peak sanctuaries of Minoan type are absent.

Flora Michelaki
Mortuary architecture and depositional behaviour in the tholos cemeteries of
south-central Crete, 3000-1700 BC: The case of Kephali Odigitrias at “Skaniari
Lakkos”

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
1

A substantial amount of evidence for Prepalatial and Protopalatial Cretan societies derives from the mortuary record of the tholos tombs, found mainly in southcentral Crete. Despite the severe looting of most of these sites, important architectural elements along with significant quantities of material culture have survived. The longevity of these monuments due to their repeated use, repair and elaboration through time, stresses their significance to the burying groups, symbolising lineality and stability in the face of significant changes in society. A few recent site publications and synthetic studies have recognised that the development
of individual cemeteries is complex, with new buildings added and others going
out of use, accompanied by changes in the way the dead and artefacts were deposited in these changing spatial contexts through time.
The site at Kephali Odigitrias, at the location of «Skaniari Lakkos» is an unpublished complex tholos cemetery comprising several mortuary buildings. The
site was initially excavated in 12 by Dr C. Davaras, following the thorough looting of the main tholos. Further looting destroyed sections of additional funerary
buildings in the unexcavated area of the cemetery, as well as disrupting deposits.
Further rescue excavations by Dr A. Vasilakis took place during 14-. This material is being studied as component of broader research on complex tholos cemeteries. The present study will present an overall picture of the architectural development and changing patterns of use and deposition during the long history
of use of the mortuary complex.

11

Soledad María Milán Quiñones de León

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A theoretical model for the design of the palatial territory of Malia
The purpose of this paper is to introduce a theoretical approach to the possible
palatial territory of the Minoan palace of Malia through the application of the Spatial Archaeology models and the Geographical Information Systems (GIS) that
consist primarily in a methodological tool to organize, analyze and visualize the
combined information of archeological, topographical, environmental and statistical data. During the last decade, the use of digital cartography and GIS has
been one of the principal technical revolutions for the study of the landscape in
Archaeology.
During the Middle Bronze Age, in the Protopalatial period, a number of architectural monumental buildings sharing several features arise in different parts
of Crete and are generally known as ‘palaces’. The appearance of these monumental
structures implies the existence of a special form of political, economic and social power with a specific functionality. Probably, the Minoan palace was a centralized redistributive center for a wider hinterland and that is why some scholars identify its emergence with the origin of a centralized state in Crete. Thus, the
palatial system, for its maintenance and development, needs a territory for its support that exceeds the exploitation of its immediate environment. We start from
what we are certain of, and that is the existence of the three main Minoan palaces
that are evidenced in the Protopalatial period, Knossos, Phaistos and Malia, and
we apply the two models borrowed from the disciplines of Spatial Analysis and
Ecology, that are very much suitable for our objectives: the site catchment analysis related to the exploitation areas from a site in relation to its distance; and the
nearest neighbor analysis that allows us to obtain the grouping or dispersion of a
distribution of points. The analysis is also based on the fact that the establishment
of settlements is not a matter of chance but the result of the application of certain rules of human behaviour that determine the settlement of groups within a
certain area. In addition, we analyze and evaluate the currently available archaeological data, paying special attention to the distribution of ceramics and their different styles. The combination of the spatial analysis approach, GIS tools, and the
available ceramic studies allows, under a theoretical point of view, to design this
territory, measure it and outline a possible hierarchical settlement model.

Pietro Maria Militello

A1

An einer Stange hängende Gefässe. Notes on a seal motif
One of the motifs known on MM seals from Crete shows a series of circular objects linked by two or, sometimes, three strips to an elongated rectangular object.
1

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ

Since Evans’ analysis, this motif has been interpreted as “vases hanging from a pole”,
and described as such in CMS (an einer Stange hängende Gefässe). Nevertheless,
two different hypothesis have been also proposed, according to which the motif
should represent a series of potter’s wheels linked to a wall, seen from above (Branigan), or a series of loom-weights hanging from the inferior bar of a loom (Burke).
Our paper will try to analyze this motif first from a strictly iconographical and
iconological approach in order to check the three interpretations, and secondly
through their historical inferences.

Emily Miller Bonney

INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
200

A phenomenological analysis of the tholos tombs at Lebena, Crete
Analyses of the tholos tombs of the Asterousia and the southern Mesara Plain have
focused on the evidence they provide for the formation and function of networks
of power and trade leading to the centralization of authority at Phaistos. Recent
work at Trypiti and Moni Odighetria has expanded our appreciation for the role
that the Asterousia communities played in the evolution of social hierarchies in
the Old Palace period. This paper adopts a different strategy and examines the
social dynamics within these communities as revealed by a phenomenological consideration of the tombs, their location, construction and use. The cemetery of
Gerokampos, on the south coast of Crete, is one of the most completely published
of these mortuary complexes and provides a unique opportunity to examine the
social structure of these prepalatial communities. Preserved from serious damage by tomb looters, the tholoi at Gerokampos were essentially intact and provided
a record of depositions from the very end of the Neolithic through the MM I ceramic phase. The tombs’ situation relatively close to but not dominating the settlement reflects the ambiguously intimate relationship between the respective communities of the living and the dead. Unlike the monumental tombs which are characteristic of other early cultures, the tholos at Gerokampos would have appeared
a natural part of the already rocky and mountainous environment. Construction
of the tomb would have forged significant kinesthetic memories among the participants who importantly decided to work only the exposed interior and exterior surfaces of the larger blocks and who acquired and transported the exceptionally large blocks for the trilithon entry and the blocking stone. Both the expenditure of physical labour and the duration of these activities over time would
have become part of the shared narrative of the tomb itself. The evidence for steady
and apparently uninterrupted use of the tomb over the centuries emphasises the
importance of the associated sensory experiences. Each removal and replacement
of the bloc king stone required physical exertion s not part of daily life. The repeated entries involved all the senses –sound, sight, smell, taste, touch– as skeletons were rearranged, flesh scraped off bones as necessary and the stack of skele-

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

tons and burial debris constantly rose. These encounters were part of the lived experience of the survivors. The burial parties encountered pottery the semiotic significance of which was a lost to them as the identities of the long desiccated bones,
and the constant rearrangement belies the preferential treatment of any particular set of remains. The evidence for wealth and status is minimal. Instead the grave
goods, like the burial practices themselves, imply a heterarchically ordered society. The absence of clear indicia of power associated with individual bodies and
the burial process itself by which body after body was simply inserted in to the
tomb reflect an essentially egalitarian culture. Individual power and wealth were
contingent so that within the larger society all the dead once safely decomposed
were reintegrated into the entire community of the living.

Maria Mina
Minoan metal objects on Cyprus: Evidence for the construction of social identity and ethnicity

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

Scholars have studied the metallurgy of prehistoric Cyprus intensively and successfully, mainly regarding aspects of technology, typology and economy. However, there has been little debate of the role that metal products played in the construction, embodiment and communication of social identity in Bronze Age Cyprus.
This paper focuses on the final stage of metallurgical production, that is, the
finished metal product. The discussion concentrates on the circulation and use
of metal objects and in particular imported Minoan metal objects in Bronze Age
Cyprus. The evidence discussed for the purposes of the paper is restricted to metal objects of personal use, such as weapons, jewellery, attire-related accessories and
toilet articles. Objects of personal use are considered anthropologically as an extension of the physical and social body, a thesis that has been employed successfully in archaeology. It is now accepted in archaeology that material forms are shaped
intentionally by people, but can also have an effect on human agents through their
mutually shaping relationship. Objects of personal use prove ideal candidates for
the study of social identity and ethnicity, as they constitute an extension of the
physical body.
The chronological parameters of the discussion also provide an interesting
framework for the study of ethnicity on Bronze Age Cyprus. The possible movement of populations in the Philia phase in the Early Bronze Age and the subsequent apparent isolation of Cyprus in the Middle Bronze Age periods, present an
interesting backdrop against which we can investigate the presence of Minoan metal imports. Though the number of such imports on Cyprus is limited, we can nevertheless explore the impetus behind their circulation and use in a non-Minoan
cultural context. The discussion ultimately explores how Minoan metal products
of personal use were involved in the expression, embodiment and communica201

11
o

tion of social, gender identity and ethnicity and their significance in the prehistoric cultural context of Cyprus.

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

Nicoletta Momigliano
Minoan Crete and the stage
Since its rediscovery, the material culture of Minoan Crete has offered a rich source
of inspiration to modern writers and artists (such as painters, sculptors, and even
architects), but its impact on the performative arts has largely been neglected. This
paper explores the connections between Minoan Crete and early 20th-century performative arts, especially dance and drama, examining works by artists such as
Vaslav Nijinsky and Gabriele D’Annunzio.

Barbara Montecchi
Minoan feasting: An epigraphic perspective

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
202

From ethnographic studies we learn that feasts occur in every society and in every
time and that they can be performed by every social group, from the family to an
entire society. The occasions include any event, throughout the year, that people
choose to celebrate: from birth to death, to mark the harvest, for purification, and
so on. In Mycenaean times feasting is documented by palaeobotanical and zoological remains, pottery deposits, iconographic representations and archives documents written in Linear B (tablets and sealings). On the contrary, while Minoan
processions and feasting are archaeologically well documented, it is not, or at least
not yet, at the epigraphic level, because Linear A is not deciphered. Aegean feasts
were performed for religious reasons and for practical and social benefit, as mechanisms for holding together the fabric of the society and for redistribution of foodstuff. The texts obviously provide us only with the central administration point
of view and focus on feasting that was economically significant to be recorded.
The aim of the paper is to compare the tablets in Linear B that record equipments,
agricultural commodities and animals intended for feasting and the tablets in Linear A that show similarities, to explore whether the latter played analogous functions. For example, it was suggested that the purpose of the Ta series from Pylos
is to record an audit of the palace’s equipment for banqueting, including cooking equipments (tripod cauldrons) and table-ware. On the other hand, the Linear A tablet from Haghia Triada HT 31 is an inventory of vases of different shapes:
tripods, probably bronze lebetes, 310 conical cups (skoutelia), 10 piriform jars
without handles, 10 piriform amphoras, at least 4 vases not marked with ideograms
and/or whose ideograms are now lost. The aim of this record might be the prepa-

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ration of an official feast, keeping in mind that the Lebetes and the other bronze
vessels found in the Villa at Haghia Triada were interpreted as cultural equipments
for religious activities held under the control of the Villa administration. Other
Linear A tablets possibly related with the organization of ceremonial banquets are
HT 2a, , 4a and 100. These tablets record personnel in the first section and
agricultural commodities in the second (*303, corresponding, in our opinion, to
Linear B *121/HORD, figs, wine and olive oil). The commodities are not in fixed
and precise proportions and I would rule out that they were records of substantial rations. Rather, because of the amount and type of the commodities, above
all the wine, a luxury product, I suggest that the commodities were distributed
during the religious ceremonies, as the commodities recorded in the Linear B tablets
of the Fn series from Pylos and, perhaps Av, from Thebes. Evidence for state-organized banquets in the Mycenaean world is provided also by the Wu sealings from
Thebes and by Un 2 and Un 13 at Pylos. These documents deal with the animals
provided for feasting. Minoan nodules can’t be related to this topic, but we can
recognize some registration of small number of animals, for example PH(?) 31,
that might have a similar function.

Kathrin Müller
Ιn search for criteria: Minoan “cult rooms” in the architecture and art of the
Palatial period

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

Recognizing and identifying “cult rooms” in Minoan Crete has 1ong been a topic of research in Bronze Age archaeology. The exact definition of a room as “cu1tic”
has often been based only on the objects found in it, whereas the scientific foundation of this interpretation has been neglected.
My paper aims at questioning the usual approach and examines ways of identifying ‘cult rooms’ other than those solely based on the objects found within them.
It covers the time span of the O1d and the New Palace periods. By means of giving some significant examples, Ι will discuss the conditions that can lead to the
identification of a so-called cult room. Are investigated: the topographical setting
of a room or a series of rooms, the architectural form, furnishings and decoration, the impression of the whole establishment and also the rooms adjoining or
annexing the particular “cult room”. It can also be examined whether sometimes
a so-called temenos area existed around specific “cu1t rooms”. The main aim of
my lecture is to show ways of identifying and defining Minoan “cult rooms” on
the basis of architectural remains and, in a second step, with regard to iconographic
representations.
Before analysing the archaeological material, Ι will discuss the criteria
which are important for identifying a “cu1t room”. This part is mainly based on
the investigations of C. Renfrew («The Archaeology of Cult», 1). Although some
203

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

of his criteria are overlapping or too specified, they are –in a modified form– convenient as a methodological basis for every research in the field of “cult rooms”.
In the following, some characteristic rooms are selected as examples of ‘cult rooms
and investigated in terms of the above criteria.
Α second aspect of my lecture treats the problem of identifying “cu1t
rooms” or “cult areas” in iconographic representations. Α small assemblage of potential depictions and models are examined regarding their ways of indicating “cultic rooms”. If an action is depicted in the image or model, a brief insight into the
sphere of ritual is also ventured. The depictons are then connected and compared,
formally and functionally, as far as possible with the real archaeological remains
of “cult rooms”. This inνestigation forms a more cautious way of identifying “cult
rooms” that also allows other interpretations.
Finally, my lecture attempts to refocus on the critical interpretation of a room
as “cultic” and create a new basis for the identification of “cult rooms” applicable
for future research.

Walter Müller
The multiple function of Minoan and Mycenaean seals and signet rings

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ

Most Aegean seals were used for securing containers or documents. Ample evidence for this most probably primary function is provided by ancient clay impressions. However, the archaeological contexts and the state of preservation provide indications that the seals and the signet rings were also used in other ways
and were of significance in non-sphragistic contexts. The research, which also takes
into account peculiarities of shape and material, provides an overview of the multiple use of seals, from Neolithic stamps to the extremely worn lentoids of the end
of the Bronze Age. In order to take into consideration statistical aspects, the contribution is also based on the database of the whole Corpus of Minoan and Mycenaean Seals available online at ARACHNE, the object database of the German Archaeological Institute and the University of Cologne.

ABSTRACTS
Céline Murphy
A study of gesture in Minoan iconography: Towards the recovery of messages
lost in time

A1
204

Classified as a means of non-verbal interaction, gesture is often relegated to the
back row in the arena of communication studies. Mostly regarded as an attribute secondary to speech or writing, gesture has not been exploited to its full, especially in the interpretation of Minoan iconography. By carefully studying the

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

contexts in which gesture appears in Minoan wall paintings and Minoan peak sanctuary clay figurines, new light can be shed on the social significance of this material, and on their original meaning once lost in time.
This paper presents a study-in-progress of the gestures produced by the figures
in the wall paintings of Thera, and by the clay anthropomorphic figurines from the
peak sanctuary of Gonies-Philioremos in north-central Crete. It is clearly a deliberate choice on part of the Minoan artists and potters to have frozen their characters in specific positions. Why so? Do the depicted gestures best epitomise the subject of the scene, or represent an expressed feeling in the most accurate manner?
My approach to the study of gesture in Minoan iconography is twofold: I shall
consider both the communication occurring between the artefact and the onlooker,
and the communication between the depicted figures themselves. Associations
between certain gestures and contexts, genders, types of dress, or colour will appear. The interpretation of the data, accompanied by a hermeneutical discussion,
may tell us more about the nature of human relationships in the Minoan world.
Certain Minoan practices of exchange or mimics may even be recognised.
This approach may reveal an aspect of the material which has not been previously addressed. Less presumptuous and simple meanings may emerge from the paintings and figurines, questioning the validity of the commonly accepted ritualistic and
religious interpretations. It is important to remember that wall paintings and figurines
are artefacts, bearing no superior informative qualities than pottery, tools and jewellery. They existed in Minoan daily life too. Could these representations of gesticulating anthropomorphs have served as vehicles in the formation of individual and
communal identity, which vocal communication could not render so powerfully?

Argyro Nafplioti

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

Mortuary variability, social and biological status in Middle Bronze Age
Crete: The case of Aïlias (Knossos)
The study of organisation of past societies has been demonstrated to greatly benefit from analysis of mortuary practices, as reflected in funerary architecture, intra- and/or inter-cemetery spatial patterning, grave goods or archaeologically inferred rituals of the given communities. The relationship, however, between status in life and treatment at death is not straightforward, as it may be conditioned
by factors such as ideologies of the community pertinent to death and identity,
circumstances of death, or competitive display and “agency” of the funerary group.
Thereby, a contextual reading of archaeological material culture data from cemetery sites is needed in order to reliably reconstruct social structure of past communities. Moreover, analysis of the skeletal biology of past populations can provide an insight into actual living conditions of these people and thereby, deepen
our understanding of social ranking and stratification.
20

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

This paper uses the results of the study of the human skeletal collection from
the Middle Minoan cemetery at Aïlias (district of Knossos) on Crete in order to
deepen our understanding of the ‘nature’ of the Middle Bronze Age society on the
island. In particular, kinship and issues of intra-population biological variation
in this cemetery are explored through metric and non-metric morphological analysis of the cranial and dental remains from this site. In addition to any kinship connotations of mortuary variability in the Aïlias cemetery, this paper also investigates the relationship between mortuary variability and biological status. The biological status and the quality of life of the individuals examined will be assessed
through analysis of dental and skeletal health, and the level and type of activityrelated stress on the musculo-skeletal system. Finally, in addition to indirect dietary evidence, the results of stable isotope ratio analysis will be discussed as part
of a reconstruction of the quality of living conditions for the Aïlias population.
In conjunction with material culture data these results will be used to further investigate into intra-population variation in living conditions and the relationship
between social and biological status in Middle Bronze Age Crete.

Lucia Nixon
Investigating Minoan sacred landscapes of the Mesara Plain

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
20

This paper will look diachronically at the Minoan sacred landscapes of the Mesara
Plain. Thanks to the work of numerous scholars, we now have good analyses for
the different kinds of Minoan cult site, such as caves, peak sanctuaries, and the
structures associated with town, palace, and house cults. Though there have been
some recent studies of Minoan religion focusing on more than one type of sacred
site, we still do not really know much about how these different cult places functioned together, period by period.
Archaeological survey in Crete has shown us the value of looking both synchronically and diachronically at areas that include a number of sites. Combining these two approaches means that it is now possible to to investigate Minoan
sacred landscapes, as well as the individual sites of which they are composed, and
to compare Minoan sacred landscapes with those of other times and places.
Focussing on the Mesara Plain will enable us to clarify the nature of the sacred landscape here in the Palatial period, and also to recognise characteristics
of Pre- and Post-palatial sacred landscapes in this area. The Plain includes a wide
range of Minoan palatial and post-palatial cult sites, such as the Kamares Cave,
the peak sanctuary at Kophinas, and cult areas at major sites like Phaistos and minor ones like Koumasa. The EM tholos tombs provide abundant evidence for ritual behaviour for the pre-palatial period. The publications of extensive fieldwork
in the Mesara Plain, both excavation and survey, have made much useful evidence
available for the study of sacred landscapes in this area.

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

In this paper I shall draw on concepts developed in my own work on Cretan
sacred landscapes of later periods, relating to work on the Iron Age, and also to
my study of outlying churches and eikonostasia in Sphakia (A.D. 1000-2000). Although there are inevitably many gaps in evidence and analysis, there is enough
information to suggest that different religious systems do use similar types of locations and explanations in order to construct and account for their sacred landscapes. Because the same factors recur –examples are visibility and coincidence
of sacred structures– it is possible to compare the different systems, and as a result to learn more about the Bronze Age. I shall consider the evidence for religious
activity in the Mesara Plain, from EM to LM, in order to see how the sacred landscapes here changed and developed over time.

Krzysztof Nowicki
Lasithi before Karfi: The history of settlement in the Bronze Age

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

Tha Lasithi Plateau and the mountains around it constitute a unique Cretan landscape with a unique history of settlement. The area has been archaeologically investigated since the late nineteenth century and, as a result, a general pattern of
prehistoric settlement has been reconstructed, with a major cult cave-site at Psychro, an important LM I-III settlement at Plati, burial caves at Tzermiado Trapeza
and Agios Charalambos, and perhaps the best known of all Lasithian sites, that
of a LM IIIC settlement at Karfi. However, more thorough and intensive field work
undertaken in the last few decades, in particular in the mountains which encircle the plateau, has brought to light many new sites, among which several are of
key importance for the understanding of early Cretan history. This paper focuses on some of the problems, mainly on the changes in location of main settlements
in the plateau from the Final Neolithic through the Bronze Age, and the possible borders between the territories of the Lasithi inhabitants and their lowland
neighbours. The settlement pattern which was established somewhere between
the end of the Neolithic and the Early Bronze Age survived until some moment
in the late MM II period. Afterwards it was substantially modified, though the
largest LM settlements continued in general at or below the main Protopalatial
centres. Such was the case of the Plati settlement which went down from the cemetery hill nearby. It has been long accepted that Plati was the main LM settlement
in this region, but the size and history of other extensive LM I-III settlements at
Mesa Lasithi, Agioi Apostoloi and Tzermiado Agia Anna indicate that the social
and political organization of Lasithi was more complex. The surface material from
these and from other little known sites will be presented in this paper.

20

11
o

Nikos Panagiotakis, Charalabos Fassoulas,
Domiert Evely, Marina Panagiotaki

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
20

Quories in the Pediada region in Central Crete
Χωρίς περίληψη.

Constantinos Papadopoulos, Yannis Sakellarakis
The ‘Ceramics Workshop’ at Zominthos Revisited: Archaeology, Ethnography
and Computer Visualisation
Zominthos was discovered in 12, when Professor Yannis Sakellarakis was excavating the Idaean Cave. The excavation which is still in progress has revealed
a monumental Central Building that covers an area of 1,00 square meters, developed from the 1th century onward. At the northeast corner of the so-called
Central Building, Room 13, which has been characterised as a ceramics workshop,
was unearthed in 1. It is a 1-square-meter area with more than 20 vessels
for everyday use, some bronze and stone tools (including a knife, blade, and tongs),
a basin in the middle of the room and a potter’s wheel. Ceramics had been placed
on two benches running along the northern and southern walls, some of which
were found in situ.
Conventional methods, such as architectural drawings and photographs, only
offer a bi-dimensional depiction of the excavated data, and as a consequence a great
part of the debate regarding their interpretation remains untouched or not perceived. Virtual archaeology provides multiple ways of manipulating the archaeological data that not only produce engaging imagery but also provide direct answers to research questions. A three-dimensional visualisation of the so-called ceramics workshop at Zominthos has provided experimentation opportunities regarding several issues that occurred during the interpretative process. An illumination analysis, with natural and flame means, was undertaken to approach the
absence of any openings that would have facilitated the potter’s work. Alternative
(re)constructions, based on archaeological and ethnographic correlates were also
produced to overcome the interpretive leaps that should be made when the excavated data are not sufficient to clearly support an argument. Lastly, it was tried
to reach a conclusion concerning the potential uses of this space as revealed through
the decision making process and the resultant virtual products. This paper will
discuss the results and the constraints of this research. It will also address problems and innovative components, suggesting potential solutions and recommending
additional work for the future.

11

Thanasis Papadopoulos

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

Minoans in western Greece and Italy. An overview of the archaeological evidence
In recent years considerable information is available by new excavations and archaeological finds for the presence and activities of Minoans in Western Greece
and Italy and continuous research in both areas reveals steadily new evidence. In
this paper an effort is made to present and briefly overview the available archaeological evidence.

Lena Papazoglou-Manioudaki
A stag’s head rhyton from Pylos. The Minoan connection

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ

The study of the fragments of an ‘’animal pot’’, found in Tholos tomb III at Pylos and summarily published by C.W. Blegen, lead to the identification of an animal head rhyton in the shape of a stag’s head, dated in the 14th century BC. Animal head rhyta were introduced from Crete to the Greek Mainland at the time
of the Shaft Graves. Their distribution is mostly limited to Mycenae and to the
islands (Cyclades, Dodecanese) while isolated specimens are found in Tiryns or
the sanctuaries of Methana and Delphi. The stag’s head is added to the repertoire
which comprises specimens in metal, stone or clay, predominantly in the shape
of bull, but also of lion, ram, hog or even fish. While stags are well represented
in Μycenaean pictorial pottery, seal engravings and wall paintings, they are extremely rare in clay. The presence of a unique stag’s head rhyton in Messenia, where
one of the locations in the province of Pylos, is mentioned in the Linear B archive
as ‘’e-ra-po ri-me-ne’’, Ελάφων Λιμήν-the port of the deers, seems quite appropriate.

Katia Perna

ABSTRACTS
Materiali del TM IIIC dal deposito sul margine orientale della Patela di Priniàs

A1

Nel 1, durante una campagna di scavo condotta dalla Missione Archeologica dell’Università di Catania sulla Patela di Priniàs, Dario Palermo scoprì, all’interno di un anfratto roccioso sul margine orientale della spianata, un deposito di
materiali con diversi frammenti di statue di divinità dalle braccia levate e di ceramica databile ad un periodo compreso tra il TM III C e l’età arcaica. Tali rinvenimenti, che andavano ad aggiungersi ai materiali votivi rinvenuti in quell’area
da Federico Halbherr all’inizio del secolo scorso e ai frammenti di ceramica TM
III C trovati in superficie o in strati post-minoici, contribuirono ulteriormente a
20

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

definire la fisionomia del più antico insediamento sulla Patela, che si presentava
del tutto simile agli abitati montani dello stesso periodo, in gran parte caratterizzati dalla presenza di un sacello della dea dalle braccia levate.
Oggi, il quadro della prima fase di vita dell’abitato è reso più chiaro dall’individuazione dei livelli TM IIIC, messi in luce durante le campagne di scavo del
2003 e del 200. Contestualmente, l’esame dei materiali rinvenuti nell’anfratto roccioso, che si intende presentare in questa sede, assume un nuovo significato. L’analisi tecnica e tipologica della ceramica ha rivelato, infatti, che a differenza di quanto constatato negli altri gruppi di materiali rinvenuti sulla Patela e sempre caratterizzati da un’alta percentuale di ceramica fine, nell’anfratto roccioso i frammenti
del TM IIIC appartengono esclusivamente a vasi di fattura grossolana e a forme
tipiche dei contesti di culto del periodo. Ciò, oltre a confermare che l’occultamento
dei materiali votivi nell’anfratto non fu casuale, consente di mettere meglio a confronto il complesso votivo di Priniàs con gli altri contesti sacri coevi.

Ingo Pini
Divergent developments of the iconography of soft and hard stone seals in the
Late Minoan period
Following studies on the iconography of Late Minoan soft stone seals which I presented at the Marburg seal Conference in October 200, I intend to extend my
studies to other groups of motifs. The already existing results point to a divergent
development of soft stone versus hard stone glyptic art.

Santo Privitera

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
210

Staple storage in Late Minoan IIIA2 Hagia Triada on Crete: The “House of the
decapitated rooms”
This paper deals with an unpublished building that has been excavated in the northern sector of Hagia Triada in the western Mesara (Crete): the “House of the decapitated rooms” (HDR). It consists of an L-shaped corridor that divides two groups
of square, door-less rooms built with broad walls and founded directly on the
bedrock. Its peculiar name is due to its walls having been razed when this area
was completely transformed in ripe LM IIIA2 and new structures were built in
the Northern sector of the settlement. In this period, the palace of Knossos was
destroyed. Linear B documents of its archives confirm that the western Mesara
was dependent on Knossos up until LM IIIA2. Thanks to comparison with storage areas discovered at Mycenae and Hattusa, which were comprised of several
door-less spaces, it is possible to suggest that HDR contained a range of six silos

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

for long-term storage of cereals, and functioned as a facility for the local storage
of crops prior to the collapse of the Knossos palace. The later construction, in ripe
LM IIIA2, of buildings which replicate the layout of the demolished structure on
a larger scale, seems to underscore an enormous increase in the space devoted to
storage in LM IIIA2-IIIB, which hints at a substantial shift in the local management of arable land after the collapse of the Knossos palace.

Dario Puglisi
Ritual performances in Minoan lustral basins: New observations on an old hypothesis
The lustral basin in Xesté 3 at Akrotiri shows strong architectural analogies with
some other similar devices in Cretan villas and palaces. This evidence, supported by the magnificent frescoes from Xestè 3, strengthens the hypothesis that these
lustral basins were used for performing a female rite of passage and allows new
observations about the way of execution of the ceremony.

Arianna Rizio
Agricoltura e culti agrari nell’Egeo e a Creta nel II Millennio a.C.

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

Le conoscenze acquisite attraverso le ricerche e gli studi di carattere archeologico certamente oggi non ci consentono di delineare un quadro esaustivo dell’agricoltura e dei culti connessi al mondo agrario nell’Egeo ne tantomeno a Creta.
Tenteremo tuttavia un raffronto tra alcune categorie di dati e di trarre alcune riflessioni da queste analisi.
Certamente trattare dell’agricoltura in ambito egeo implica 1’analisi di diversi
tipi di dati archeologici: da un lato quelli archeobotanici, dall’altro quelli epigrafici.
Diversa e per certi versi più complessa e labile e l’analisi connessa a eventuali culti agrari che si basa sull’interpretazione di materiali archeologici svariati, i quali
soprattutto sulla base della tipologia potrebbero essere interpretati come utensili
di carattere agrario, ma che per traslazione potrebbero essere intesi come testimonianze di carattere cultuale qualora il contesto di rinvenimento lo consenta.
Lo studio di eventuali culti legati all’agricoltura o, meglio, a determinate fasi
del ciclo agrario, implica inoltre la riflessione su aspetti etno-antropologici che vanno confrontati con quelli archeologici e che consentono talvolta di individuare eventuali sopravvivenze nel contesto attuale. Si tratta dunque di uno studio a tutto campo che prevede un plesso di fonti di informazione che vanno integrate tra loro.
Per quanto riguarda i dati archeobotanici va rilevato che essi si limitano soltanto ad alcuni siti e che il lasso temporale a cui si riferiscono e circoscritto. Relati211

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

vamente a Creta, verranno analizzati dei siti paradigmatici dell’Età del Bronzo e
si tenterà di tracciare un quadro delle principali produzioni e delle testimonianze
di carattere agrario riferibili all’ambito cultuale.
I dati epigrafici si riferiscono per lo più alla circolazione di prodotti agricoli,
a determinate offerte rivolte a determinate divinità, hanno fondamentalmente un
carattere inventoriale e lasciano ampio spazio all’interpretazione. Le informazioni che esse ci offrono sono tutt’altro che esplicite e possono essere desunte
soltanto in maniera indiretta sia per quanto riguarda le applicazioni agricole in
senso lato che per quanto concerne i culti stagionali a cui sembrano far riferimento
alcune offerte rivolte a divinità di cui si riferisce nelle tavolette in Lineare B.
Frumento, ulivo e vite, la cosiddetta triade mediterranea, si impone a partire
dalla Media Età del Bronzo ma orzo e grano risultano essere anche sulla base delle
testimonianze epigrafiche i prodotti più diffusi, a cui si aggiungono le colture di vite,
ulivo e fico a completare il quadro della base alimentare dell’Età del Bronzo Recente.

Laura-Concetta Rizzotto
Sounds from the sea: Conch shells in the Bronze Age on Crete

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
212

Different species of conch shells have been found in Crete and on other Aegean
sites, in burial as well as in cult contexts. The best known is the triton shell, Charonia nodifera and Charonia sequenzae, in scientific terms a Mediterranean species,
which was also often imitated in clay, faience or stone.
Already Evans and later Renfrew and Younger proposed to see the triton shell
as a natural musical instrument, which functioned in the Bronze Age as a trumpet. This interpretation has often been debated and recently rejected, one of the
arguments being that the shells were rather used as rhyta. I do not agree with limiting conch shells to one exclusive function and I will instead take into account
that by handling conch shells, different senses are stimulated and, consequently,
that several uses derive from different sensory perceptions. In fact, reconsidering the testimonies from Aegean Bronze Age ritual and funerary contexts as well
as comparative ethnographic evidence, I suggest to regard conch shells as objects
with manifold functions. They could have been used as rhyta, containers or ladles, but they were mainly linked to the sense of hearing.
Based on different evidence, I intend to support the theory that considers conch
shells musical instruments. Furthermore, I will focus on the acoustic phenomenon called «the sound of the sea«: no matter how far away from the sea, holding
a conch shell to your ear, you will hear the roar of the waves rolling onto the shore.
In the archaeological record no attention has been paid to this important natural phenomenon, which could indeed provide some insights into the relationship
between Aegean Bronze Age people and their world as well as on synesthetic implications and ritual performances.

11

Harriet B. L. Robinson

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

Specialization in pottery production during the Minoan Palatial era
Interest in the beginning of specialization in pottery production has led some scholars to believe that ceramic specialization began in the Neolithic. This paper will
explore whether there were specialties within pottery production in MM II-LM
III. Some archaeologists have suggested that pithoi were made by separate specialists. What about cooking pottery vs fine wares vs ceramic figurines? Linear B
texts show us that there were different specialized jobs associated with textile production in LM III. Unfortunately the tablets do not help us understand pottery
manufacture. Using evidence from ceramic fabrics, manufacturing techniques, and
firing information, the author concludes that each general class of pottery was made
by different specialists.

Dieter Rumpel
Homer und die «Schnittervase» («Harvesters’ Vase»)

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

Bei Homer kommt die Zahl zwanzig verhältnismäßig häufig vor, evtl. zur
generellen Charakterisierung einer mittelgroßen Menge und/oder als Rudiment
eines indogermanischen Vigesimalsystems.
Spezifischer ist wo die Verwendung der Zahl 20 bei Schiffen zu sehen: 20 Ruderer hatte in der Ilias das Schiff, das Chryseis zurückbrachte.
In der Odyssee rät Athene dem Telemach für die Schiffsreise nach Sparta zu
20 Gefahrten, und er beantragt ein rüstiges Schiff mit zwanzig Gefahrten.
Zwanzig tapfere Männer nehmen die Freier an Bord des Schiffes, das dem
Telemach auflauert.
Der Keulenrohling des Kyklopen erscheint dem Odysseus geeignet als Mast
für ein zwanzigrudriges Schiff.
Normalerweise werden die «schwärzlichen» Schiffe aber apostrophiert als «Ruderschiff, meerdurchwallend, schnellgerudert, langberudert», aber dann auch als
«viel gerudert, zwiefachrudernd (Di-ere), gleichberudert, fünfzig [Mann] in jedem, bemannt mit zweiundfünfzig Jünglingen (Phäaken)». Bei den Zwanzigruderern dagegen scheint es sich um eine Klasse von kleinen schnellen Schiffen zu handeln.
Das Reliefband der in Hagia Triada gefundenen «Schnittervase» wurde in der
Originalveröffentlichung von Luigi Savignoni als militärischer Aufmarsch interpretiert, aber bereits ein halbes Jahr vor deren Erscheinen hatte N.M. Bosanquet in einem Bericht die Vase kurz erwähnt und als landwirtschaftliche Erntefeier (“Harvesters’ Vase”) gedeutet. Letztere friedfertige Deutung hat sich
unglücklicherweise durchgesetzt und zu krampfhaften, anachronistischen und tech213

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

nisch unbrauchbaren Vorschlägen geführt, wie die auf der Vase abgebildeten Dreizacks als landwirtschaftliche Geräte zu nutzen wären. In diese Reihe gehört auch
die unsinnige deutsche Benennung «Schnittervase», obwohl überhaupt keine schneidenden Sensen oder Sicheln im Relief zu erkennen sind.
Auf der Vase sind 2 Personen zu sehen. Für die Gruppe von 4 Sängern hat
F. Blakolmer nachgewiesen, daß sie seitlich vom Marschzug stehen und somit nicht
dazugehören bleiben 23. Drei Personen fallen im Zug durch Ihre exponierte Stellung auf: Der voranziehende Chef im Küraß, und nach drei Vierteln des Zuges
–in der ansonsten in Zweierreihen marschierenden Formation– ein einzeln
marschierender Mann, der sich herumgedreht hat und anscheinend keinen Dreizack trägt, sowie einen geduckten oder gestolperten Mann, der kein Uniform-Barett
trägt. Bleiben übrig 20.
Folgen wir der Savignioni-Interpretation, so läßt sich die Szene leicht
deuten: Die Besatzung eines 20-rudrigen Schiffes kehrt nach erfolgreicher Mission heim und wird von einer Sängergruppe begrüßt. Neben den 20 Ruderern sind
an Bord: Der Chef (und Steuermann?), ein 1. Offizier und ein Gefangener. Die
hakentragenden Dreizacks sind stachelbesetzte Enterhaken, die wo beim Kampf
zwischen offenen Booten eine ähnliche Rolle gespielt haben, wie später bei gedeckten Schiffen die Enterbrücken (corax) der römischen Marine.
Auch weitere Details fugen sich zwanglos in diese Interpretation ein und werden besprochen.

Vasif Şahoğlu
Ceşme-Bağlararası: A western Anatolian harbour settlement with Minoan links

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
214

Ceşme-Bağlararası is a recently discovered Bronze Age site excavated by Ankara University Research Center for Maritime Archaeology (ANKÜSAM) within the framework of the Izmir Region Excavations and Research Project (IRERP). The site is located at the westernmost tip of the Urla Peninsula in the modern town of Ceşme,
facing Chios. The site had been inhabited from the Early Bronze Age until the later part of the Late Bronze Age with substantial chronological gaps in stratigraphy.
The reason behind the «gaps» should be sought in the horizontally shifting location
of the settlement due to changes in the coastline and the riverbed adjacent to the settlement. Future investigations are expected to fill in these gaps and give us a fuller
picture of the settlement history at this important Bronze Age harbour settlement.
Ceşme-Bağlararası acted as one of the gateways of the Anatolian Trade Network opening to the Aegean during the later Early Bronze Age II. Following a «gap»,
the site reflects an extremely well preserved settlement with insulae of houses divided by streets during the Middle Bronze Age.
The Middle Bronze Age settlement reflects close contacts with the Minoan
civilisation during the MM III-LMIA period. Imported Minoan/Minoanising Cy-

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

cladic and Eastern Aegean pottery and other objects found in sealed contexts indicates that Ceşme-Bağlararası was an important trading post involved in the Minoan Sea Trade Network. The site also reflects close contacts with the Central Anatolian cultures of this period and, in this respect, offers us a unique chance of investigating the chronological correlations and cultural contacts among the important
Anatolian and Aegean cultures of the 2nd Millennium BC.

Ann-Louise Schallin
Wall coating in LM II and IIIA1 Chania: Evidence from the Greek-Swedish excavations at Kastelli
This paper presents the plaster and fresco evidence from LM II and LM IIIA1 levels from the Greek-Swedish excavations at Chania. The material in Level  from
GSE Kastelli belongs to a phase immediately after the great catastrophe in LM IB,
when large parts of the Minoan town were burned and destroyed. In the aftermath of the catastrophe, when the inhabitants tried to get a new grip of their situation and habitation was recommenced at the site, there is evidence of refurbishing
and cleanups. During this phase, the old architecture was sometimes reused, but
much of the old was torn down and put in big rubbish dumps. And among this
rubbish, there are quite a lot of fragments from old wall coatings. The plaster material in Level  is thus a mixture of old and new, reflections of a Late Bronze Age
town with a formidable history and great hopes for a new beginning.

Norbert Schlager

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

Livari in context: EM Mesara-type tholos tombs and their respective settlements
The EM Mesara-type Tholos Tomb I at Livari, Skiadi in SE Crete appears to be
an alien in a more extensive Bronze Age cemetery with different forms of burial.
Regarding chronology, of three early settlements in the near neighbourhood, FN
Katharades, MM/LM Cheromylia and EM Kastrokephalaki, only the inhabitants
of the latter site or a certain number of them would plausibly have been responsible for the erection of Tholos Tomb I. By comparing EM tholos tombs and their
respective settlements in south central Crete and elsewhere on the island, this paper intends to clarify the specific role of the Livari Tholos Tomb as related to the
accompanying settlement, and assess its social importance in a wider regional context.

21

11

Martin Schmid

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

Architecture minoenne à Malia: Restitutions
Plusieurs monuments de Malia ont fait l’objet d’études de restitution : le Palais, le
Quartier Mu, la Crypte Hypostyle, le Sanctuaire aux Cornes, la Maison Da.
Des maquettes ont été réalisées pour le Palais et le Quartier Mu ; ce dernier
monument a aussi été restitué en images 3D présentant les volumes intérieurs et
extérieurs.
L’état de conservation des monuments, l’identification des objets tombés de
l’étage et l’identification d’escaliers rendent possible une restitution assez vraisemblable des espaces et volumes d’un niveau supérieur, voire de plusieurs niveaux
dont les restitutions sont cependant plus hypothétiques.
Les comparaisons de vestiges conservés sur d’autres sites dont Théra ainsi que
de représentations de constructions ont contribués aux choix des restitutions proposées.

Manuel Serrano, Michal Bzinkowski
Ένας Πολωνός στην Κρήτη, στις αρχές του εικοστού αιώνα
Στις αρχές του 20ού αι. το νησί της Κρήτης έγινε αυτόνομο υπό την επίβλεψη των
Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής. Σε μια από αυτές τις αποστολές ήρθε ο Μ. Τσερμίνσκι (Marcin Czerminski), Πολωνός ιερέας, ο οποίος έγραψε ένα βιβλίο, στο
οποίο αφιέρωσε εκτενές κεφάλαιο για την παραμονή του στην Κρήτη. Η ανακοίνωσή μας προσπαθεί να εμβαθύνει στο έργο του συγγραφέα μέσα από τα αρχεία της Πολωνίας.

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
21

Marsia Sfakianou Bealby
Through Egyptian eyes: Processional scenes of Aegeans in the Theban Tombs
of the Nobles. A macroeconomic approach
This paper aims to briefly discuss a number of processional scenes depicting groups
of Aegean porters bearing their wares, as seen on the wall paintings of some early and mid Eighteenth Dynasty elite Theban Tombs. Among the most characteristic
Aegean processional displays, one should mention the ones in the richly-decorated tombs of the Pharaohs’ officials Senenmut, Puimre, Useramun, Mencheperresonb and Rekhmire. The Aegean emissaries are represented carrying luxurious commodities of Minoan and foreign production in order to offer them as
a generous gift to the Egyptian Court, in acknowledgement of the Egyptian pow-

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

er in the Eastern Mediterranean. In the relevant hieroglyphic inscriptions,
which accompany the scenes, these gift-bearers are designated either as ‘Kft(j)w‘
(vocalised as ‘Keftiu’, a name generally identified with Crete and its inhabitants)
or as ‘Iww hryw-ib nw W3d-wr’, i.e. people from the ‘Isles in the Midst of the Great
Green‘ (customary taken to mean the Aegean Islands under Minoan influence).
The fact that the majority of the Aegean processions appear in the tombs of officials who are linked to the reign of Hatshepsut and Thutmose III, should not
be considered as just a coincidence. The depiction of Aegeans in the Theban tombs
has been widely discussed, from both the archaeological and artistic point-of-view.
Particular attention has been paid to the wares of the Keftiu and the Aegean Islanders, as well as their physical characteristics, clothing and hairstyles, which have
all been widely examined by previous scholars. To avoid repetition, this paper will
not focus on the artistic details of the Aegean processions; rather, it will ‘retouch’
upon the historical reality of these scenes and how they can illustrate Aegean-Egyptian relations under a macroeconomic and world trade system approach.

Evi Sikla
The authority of the bull: Beyond Knossian ideology as legitimization

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

It has been convincingly argued that one aspect of the symbolism of the bull in
Bronze Age Crete was the ideological function it had for the socio-political authority whose seat was the Palace of Knossos. The argument is primarily based
on the large number of wall paintings with bull-related iconography that decorated exclusively the walls of the Knossian palace. It has often been discussed that
the authorities of Knossos appropriated religion and ritual in order to propagate
and legitimate Knossian supremacy over the island, at least during the Neopalatial period. The semantic content of the relevant bull iconography has been studied extensively along those lines.
In this paper, I suggest to explore further what the appropriation of the religious symbol of the bull by the Palace of Knossos in the MM IIIB-LM IB period
referred to and how this was done, so as to deepen our understanding of the nature of the Knossian ideology. I submit that we can do so by investigating the use
contexts of objects with bull representations in more detail. This is because the
ideological and religious meaning of the bull, as any cultural meaning for that matter, does not consist only of ideas and concepts, but also of social practices. As a
result, the bull as a symbol gains meaning through context.
The study of the use contexts of two classes of objects, the Knossian wall paintings with bull iconography, elite objects par excellence and, the rhyta with bull
representations, some of which are also elite objects, reveals certain patterns of
social practices. It also reveals how these contexts are related via the symbol of
the bull, which shows that aspects of its meaning expressed in different types of
21

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

objects were interconnected. These interconnections strongly indicate that the socio-political authority of Knossos did not just appropriate religious symbolism for
ideological purposes. Instead, it actively constituted new meanings for the bull
through the interplay of new and old symbolism. I suggest that the scope and influence of Knossian ideology derived from the fact that, on the one hand, it reproduced existing, important social traditions, and, on the other hand, it modified them and used them as platforms on which novel meanings were created. It
seems that the authority and power of the Knossian palace was materialized in
bull iconography at least as much as the authority of the bull formed a constitutive part of the Knossian power.

Anna Simandiraki-Grimshaw
Pots as people, people as pots: Minoan anthropomorphic vessels
This paper explores anthropomorphic vessels from Bronze Age Crete not simply
as ritual equipment, objects d’art or representations of personages. Instead, it uses
a combination of three lenses which has to date been relatively underused for the
examination of such vessels: pottery-regionalism-the human body. Through the
investigation of temporally and spatially situated anthropomorphic vessels as corporeal reconfigurations, I aim to shed new light on their ontological significance.
Consequently, what emerges more clearly is the micro-relationship between pots
and people, as well as the shifting conceptualisations of vessel and human bodies through Minoan phases and regions. Furthermore, the otherwise ‘mundane’
interaction between a person and a pot can be recast as a mode of corporeality
that fuses user and used, container and contained, consumer and consumed.

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ

Thomas F. Strasser, Eleni Panagopoulou, Curtis Runnels

ABSTRACTS

The Palaeolithic and Mesolithic periods on Crete: Chronostratigraphic evidence from the Plakias survey

A1
21

The Plakias Survey identified archaeological sites from both the Palaeolithic and
Mesolithic periods in southwest Crete, and can provide concomitant Pleistocene
and early Holocene geologic and chronostratigraphical contexts for both periods.
The survey employed a site-location model used to identify Mesolithic sites on
the Greek mainland. It was originally a “directed survey” aimed at environments
that Mesolithic peoples would have exploited and where their artifacts would be
visibly preserved. The survey focused on fresh-water estuaries associated with southfacing limestone caves and steep bathymetric descents close to the modern shoreline. The areas of Plakias and Ayios Pavlos in the Rethymnon Nomos, on the south-

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

west coast, were chosen because they fulfilled those environmental criteria. During the 200-0 seasons the survey discovered over 2100 Mesolithic lithic artifacts from 20 locations. An unexpected discovery was evidence for Lower
Palaeolithic occupation in the form of Acheulean artifacts from nine locations.
The Mesolithic artifacts were primarily made of milky quartz as well as small
amounts of red and black chert similar to known assemblages on the mainland.
The Mesolithic assemblage from Plakias has many features common to the Mesolithic industry from the mainland and islands of Greece, and is probably contemporary
with them. The sites are found on the present day coast at elevations that were below sea level during most of the Pleistocene based on our understanding of uplift rates and using correlations with algal reefs that formed underwater but are
not exposed. The sites appear to belong to the early Holocene.
The Lower Palaeolithic artifacts, including bifaces and cleavers, are also made
from quartz and have affinities with the Acheulean technocomplex (sensu lato).
Several approaches were used to date the Palaeolithic sites to the Pleistocene. At
Preveli, two artifacts are associated with marine terraces at different elevations (4
and 2 masl) dated to ca. 0 kyr and 110 kyr based on the rate of uplift of local
rock anchored by a radiocarbon date of ca. 4-2 kyr from marine shells from a
terrace at ca. 20 masl. At Preveli, seven artifacts were found sealed in paleosols
(fossil soils) with maturity rates indicating an age of greater than 130 kyr. The contexts and radiometric dating confirm the Middle Pleistocene age for the Lower
Palaeolithic assemblage.
Evidence for the Mesolithic (00-000 BC) on Crete is important, but not
a surprising fact in light of the Mesolithic sites reported from Cyprus, Kythnos
and the Sporades islands. The implication of the Lower Palaeolithic artifacts is that
the history of seafaring in the Mediterranean is much older than previously imagined. Crete has been an island since the Messinian Event that occurred over  million years ago. Consequently, Palaeolithic artifacts represent seafaring in the Middle Pleistocene and indicated that the radiation out of Africa of early forms of the
genus Homo involved transpelagic movements.

Amalia Synodinou
Minoan cats: Revealing their secrets

A1

Felines have often been incorporated in the symbolic and artistic toolkit of many
cultural entities, both in prehistoric and historic times. Unlike lions, the most powerful representatives of the family, which have therefore received the appropriate
attention by scholars, cats, apart from the egyptian ones, have remained on the
margins of archaeological interest.
The aim of this paper is to shed more light on various aspects of the iconography of cats in the Μinoan world, in an attempt to investigate their religious, so21

11
o

cial and other possible roles. Inevitably, references to Egyptian cats will be involved,
to the extent that the subject imposes a comparison.

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
220

Annette Teffeteller
Ahhiyawa, Akhaia, a-ka-wi-ja
Ahhiyawa, the ethno-toponym found in the Hittite documents referring to the land
of the Mycenaean
Greeks, occurs first as Aææiya in a text dating from the late 1th century (the
Indictment of Madduwatta), in which reference is made to the ruler of Aææiya,
Attarissiya, who commanded an army of infantry and one hundred chariots on
the Anatolian coast, and was of some concern to the Hittite king. In a subsequent
document, the Tawagalawa letter, sent in the mid-13th century by Hattuåili III,
the ruler of Ahhiyawa is addressed in terms which accord him status as an equal
of the Hittite king. But some years later (half a century perhaps) the Aææiyawan
ruler of the day is apparently no longer in favour in Hattuåa; on the draft tablet
of the Hittite treaty of Tudæaliya IV with Åauågamuwa of Amurru in the latter
years of the 13th century, the king of Aææiyawa was initially listed as a Great King
of equal rank with the Hittite king, along with the kings of Egypt, Babylonia, and
Assyria, but the title was erased by the scribe, leaving us in perplexity as to the
import of both the listing and the erasure. It was first suggested by Emil Forrer
in 124 that the people of the region or the political entity known to the Hittites
as Ahhiyawa in fact were the people known to us as the Mycenaeans, in the form
of the name familiar from Homeric epic and subsequently: Akhaioi (Akhai(w)oi
/ Achaeans). We know from the ancient writers of many places with the Greek
name Akhaia in the first millennium BC, from the Peloponnese to Crete,
Rhodes, Anatolia and the east shore of the Black Sea. And since 1, when a bilingual inscription in Hieroglyphic Luwian and Phoenician was found at Çineköy
in southeastern Turkey, we also know that a form of the Hittite term was used in
Anatolia in the early first millennium for the region of classical Cilicia: Hiyawa,
with aphaeresis of the initial vowel typical of Luwian dialects. In addition, we can
now link the forms of the toponym used in the Bronze Age and the Iron Age though
our first attestation of the term in Akkadian: Hiyawa, used of ‘Hiyawa-men’ in the
Lukka lands of the late second millennium. What is missing—or was until the Linear B tablets came to light—is an attestation of the Greek form of the name from
the second millennium. And this is what the tablets from Knossos give us: our
only attestation from the Bronze Age of the Greek ethno-toponym Akhaiwia (
‘ΑχαιFία). On the tablet KN C 14 we have a record of a shipment of fifty rams
and fifty he-goats (a sacrificial hecatomb?) sent by a certain Pallantios to a-kawi-ja, with the -de suffix marking the form as a place-name, as already noted by
Ventris and Chadwick (20): a-ka-wi-ja-de. As V&C also note, the designation

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

may be of a place in Crete, or it may be a location overseas since “there is no reason why sheep and goats should not be carried by sea”. Crete, as mentioned above,
had a city named Akhaia in the later period, attested to by the scholiast to Apollonius Rhodius (4.1). Whether or not the Akhaiwia of the tablet is the same,
the attestation is invaluable, giving us the ‘missing link’ in the temporal and geographical distribution of the ethno-toponym Akhaiwia/Ahhiyawa.

Simona Todaro
Prepalatial Phaistos from a diachronic perspective: The formation of a Cretan tell
L. Pernier, working in the area that was later occupied by the palace, thought that
the Prepalatial deposits at Phaistos had been mostly swept away from the hill by
the levelling activity that took place during its long occupation, while the Neopalatial and Post-palatial stratigraphies were characterised by in situ re-building.
His excavations at the site revealed several structures attributed to the Greek period that were built above the ruins of the Second Palace, which had in turn been
constructed c. 1.0 m above the ruins of the First Palace. Levi’s excavations clarified that in situ re-building was also attested during the Protopalatial period, and
revealed so many cases of this that it is not surprising that he eventually interpreted
the remains of the south-west block of the first palace as three superimposed palaces
that were destroyed and, each time, sealed by astraki fill and used as a platform
for the palace of the new phase.
The resumption of excavations at the site in 2000, in the area of piazzale I and
on the western slope of the hill, have clarified that in-situ rebuilding had been a
distinctive characteristic of the stratigraphy of the site since the Neolithic period, and seems to set Phaistos apart from the other sites of the region that, when
not occupied for just a single phase, were characterised by a frequent shifting in
the locus of habitation, thus preventing the formation of continuous stratigraphies.
This paper seeks to explore the reasons that led to the adoption of this particular building practice at Phaistos, and in particular aims to ascertain whether it reflected continuity of occupation, or was rather the outcome of a periodic re-visiting of the same location, with resumption of activities at a higher level.

Helena Tomas

A1

Development of the Cretan palm-leaf shaped clay tablet
On several occasions, including the past Cretological Conference, I have argued
that tablets should not be treated secondary to sealings in our comparisons between
221

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

Minoan and Mycenaean administrative systems, and consequently I presented similarities and differences between Minoan and Mycenaean page-shaped tablets. Since
this was not the only type of tablet used, this conference provides a good opportunity to address the other principal Aegean tablet-type, the palm-leaf shaped tablet.
It is generally understood that the introduction of this latter type, unknown
to LM IB Linear A, was the main Linear B pinacological innovation. But we must
not forget that MM II Linear A had knowledge of palm-leaf shaped tablets, as did
the contemporary Cretan Hieroglyphic. Not only were these different from later Linear B examples, but palm-leaf tablets underwent significant transformations
even within the Mycenaean administrative system. For example, in the RCT deposit most palm-leaf shaped tablets are extremely small and have a minimal amount
of text; they are larger and textually more complex in the other Knossian deposits,
and then largest and most rich in text in the Pylian archive. This shows that the
document went through numerous changes in its size, quantity of text, and in its
administrative function. My paper will present a diachronic study of the Aegean
palm-leaf shaped tablet from its earliest modest examples in the MM II period
on Crete to the latest numerous and complex examples on the LH IIIB mainland.

Conor Patric Trainor
Beyond the Minotaur: Context, symbolism and possible function of fantastic
iconography from Knossos in the Postpalatial to Late Orientalizing periods

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
222

The site of Knossos has come to be associated with one of the most well-known
fantastic creatures from Greek myth, the Minotaur. Like most other fantastic creatures from prehistoric and early Greece, the Minotaur is a hybrid creature, it is
an imaginary combination of two real animals, which combine to form not only
a mythical creature, but a complex expression of social and cosmological concepts.
In this case, relating to strength, wildness, civility, divine order, acceptable social
order, border-crossing and human perversion.
At Knossos, from the Postpalatial to Late Orientalizing periods, we have a range
of, mostly hybrid, fantastic creatures. While the Minotaur is perhaps a notable absence form the archaeological record during this period, we do have depictions
of: griffins, sphinxes, lions, the co-called Protohippalektryon, several supernatural human characters, and the hybrid creatures represented as askoi. The majority of these are most commonly viewed as imports to Knossos from Near Eastern, Cypriot or Egyptian sources. They may even represent possible elements of
iconographic continuity from prehistoric times. We should not, however, assume
that the symbolic value of these creatures was necessarily retained with the import of their imagery. Indeed, the Knossians appear to have been quite selective
with the imagery they imported, and with the media upon which, and contexts
within which, it was displayed.

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ

This paper integrates anthropological theories with archaeological evidence
to create a contextual exploration of the symbolism, functions and meanings of
fantastic iconography from Protopalatial to Late Orientalizing Knossos. Thus, it
steps away from the more common art historical, typology-based method of viewing fantastic creatures in favour of a more nuanced interpretation of this material. For instance, why were certain monsters depicted and others not? What role
can the archaeological context and material medium upon which such creatures
appear play in the interpretation of the symbolism they may have expressed, and
did this change over time at Knossos?

Evangelia Tsangaraki
Human figures vis-à-vis bovines: A quantitative and qualitative statistic comparison of two naturalistic motifs on neopalatial sealings
Human figures and animals have inspired Minoan engravers more than any other pictorial theme in Neopalatial Crete. They are among the most favourite naturalistic motifs in the glyptic repertoire of the Neopalatial period and those that
have mostly captured the attention of modern scholars.
Here, I focus on figural motifs as well as on depictions of bovines attested on
neopalatial sealings. Through a close comparison of these two sphragistic designs,
I am trying to investigate the divergences and/or convergences that mark their use
in the neopalatial administrative system, paying attention on a vis-à-vis statistic
analysis of parameters such as: their frequency of appearance in sealing practices,
their geographical and intra-site distribution, their archaeological contexts, the
types of sealings on which they appear, the types of seals being used for their impression, their relation to the so-called Multiple Sealing System and to the bureaucratic practice of inscribing sealings with Linear A signs, etc.
The aim of this paper is to investigate whether human figures did indeed have
a special significance and a more prominent role than other motifs in the neopalatial sealing administration, as is usually argued, or not.

ABSTRACTS
Loeta Tyree
The significance of pottery from Minoan sacred caves

A1

Renewed interest in Minoan sacred caves including recent publications of previously
excavated material suggests the need to analyze both older and newer publications
to learn more about these ritual places. Pottery from Minoan sacred caves will be assessed both typologically and chronologically. The range of forms will be compared
by periods to determine if any particular set is present during the same chronolog223

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
224

ical period and whether that ritual set of vessels changes in the different periods when
the caves were used – Protopalatial, Neopalatial, and Late Minoan III, from ca. 100
to 1100 BC. The size and quality of the vessels will also be taken into consideration.
Comparisons will enable, both contemporaneously and diachronically, the suggestion of hypotheses concerning the role of pottery in cave rituals.

George Varoufakis
Copper Minoan statuettes and their contemporary iron seal rings
The present metallurgical study (conducted in association with archaeologist Dr
Efi Sapouna-Sakellarakis) of 4 Minoan statuettes and of two iron seal rings leads
to the interesting conclusion that Minoan artisans were excellent metallurgists. The
art and skills involved in the actual casting were, paradoxically, better advanced
in the Early Minoan period than in the Middle or Late Minoan eras (1th-1th centuries BCE). This is confirmed by the author’s comparison of statuettes dating to
these periods. The skills of the artisans of the first two periods are, thus, admirable
given that they had no alternative but to work with a bronze alloy with very little
tin. In contrast, the Mycenaeans, although they had the technical ability to add more
tin in the alloy, therefore endowing the liquid alloy with better castability (which
ensured easier dissemination into every nook and cranny of the mould), produced
statuettes of inferior quality and artistic value. Generally, we notice a certain decline in the quality of copper statuettes during the 1th century BCE.
The paper also reports on the study of a seal ring whose bezel forms a figure
of eight shields, as well as of a smaller one discovered by archaeologist Yannis Sakellaris in Arhanes, Crete. The examination of these two seal rings yielded results
which were then compared, by this author, with similar results of earlier research
in seal rings of the same period unearthed in the Peloponnese, and studied by archaeologist Agni Sakellariou.
The above demonstrate that iron was known even to the Minoans, at least in
the context of jewelry making. Of course, this does not mean that they were producing iron in that remote time, and it is most probably that raw material used
to produce those iron seal rings was meteorites. However, a question is still begged:
Why did it take almost 2.00 years before iron production was developed, given
that the iron ore deposits were more abundant all over the Greek mainland, than
their equivalent copper deposits? Why such a “delay” in the coming of a metal that
was to cause such great tumult in social, economic and cultural relations, that Hesiod was moved to curse his birth during the Iron Age? “...I wish I did not live among
people of the fifth generation, but to have perished earlier or to have been born
later; now, we are a generation of iron, and people get no respite from fatigue and
sadness...”. The paper concludes with the effects of this magical metal in speeding up the flow of both technological innovation and of history itself.

11

Andrea Vianello

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

Minoan foundation deposits of Palatial period
Some deposits found in Minoan palaces are occasionally labeled as “foundation”
deposits. This definition is however loosely applied and foundation deposits are
not sharply recognized as it is the case for Egypt or the ancient Near East. In some
cases (e.g. Kommos) this type of deposits is so common that the generic term of
“floor” deposit is employed, while in other cases (e.g. Knossos) several terms are
used haphazardly. Focusing on some of the oldest such deposits in palatial contexts, it is often possible to determine the practices that lead to their creation and,
less frequently, their meaning can be recognized. The goal of this paper is to present recent research that should help in correctly identifying and understanding
foundation deposits, and provide a first step towards some coherent definition of
the various types of deposits found under the floors of Minoan palaces and other palatial structures.
These deposits may have had utilitarian, religious and social significance in
a varying combination depending on their location, historical time and context.
Genuine foundation deposits appear to have been much more rare than in Egypt,
and probably were adapted to local practices. They are therefore not a good source
of information to assess the relationship between Minoan polities and eastern ones.
However, they can reveal much more on the social structure of the Minoan society since evidence of hierarchy can be occasionally recognized. Many deposits
are probably a rare manifestation of Cretan beliefs among the population (the
builders) rather than evidence of formal ceremonies and the paper will compare
formal and non-formal manifestations of beliefs linked to such deposits in chronologically similar contexts in an attempt to reveal some of the differences in how
religious practices and beliefs played within different social classes.

Constance von Riiden
The Prince of the Lilies in Egypt. The relief paintings from Tell el Dabca in the
eastern Nile Delta
At the site of Tell el Dabca in the Eastern Nile delta a huge amount of wall paintings have been brought to light since the beginning of the 10s. Beside numerous fragments of flat plaster decorated with Aegean motives and painted in fresco technique, the site of Tell el Dabca produced a big amount of relief paintings.
Like the former, they adorned Palaces F and G in the palace district of the Tuthmoside Period, at the western edge of the Ancient site of Avaris, on the eastern
bank of the former Pelusiac branch of the Nile. Composition and technique of these
hardly known pieces reflect those of their Cretan counterparts remarkably close22

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ly. The motives also seem to find their closest parallels in the relief plaster and small
finds of the island of Crete. A man with a staff in his right hand and the legs of
bulls remind us of the reliefs formerly displayed in the palace of Knossos.
The aim of my paper is to present and discuss the largely unpublished material from Tell el Dabca and compare it with the material from Crete. In doing
so, I will at first discuss technological aspects in order to better comprehend transfers of technology between Crete and Egypt and afterwards turn to considerations
of iconography to retrace possible ways of the adoption of Cretan motives and stylistic elements in Tell el Dabca. Apart from the well-known question of who produced the relief paintings in Tell el Dabca, I will place particular emphasis on how
these Aegean paintings were perceived in the Egyptian palaces, which –particularly with respect to the strong axiality of their layout– differed markedly from
those architectural contexts in which Aegean wall-painting had originally developed;
this will provide a starting point for considering their possible meanings within
the framework of the material culture of Egypt.

Saro Wallace
Collapse landscapes: A case study at Karfi, Lasithi

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
22

Recent years have seen the frightening collapse of complex economies, with related social and political upheaval, across the world. While events at the end of
the Late Bronze Age were more directly catastrophic in their effects, recent occurrences cause us to wonder how inevitable collapse and crisis are in human societies, how far they follow a predictable pattern, and in which ways their devastating effects can be avoided or averted. Developments in Crete were clearly drastic enough to permanently dislocate existing ways of life for the entire population
– settlement, cult and subsistence systems were all re-orientated. This strategy seems
to have been effective in keeping populations secure in a dangerous and unstable environment, but must have involved deep disturbance to social norms and
concepts. Karfi is one of the best known settlements established during these radical changes and occupied for only about 200 years following them. Seventy years
after its first excavation, following the discovery of numerous contemporary sites
sharing some of its characteristics, it remains in the largest size category and is
the only site in this category to be excavated. The 130s excavations focused only
on one district of the town (approximately a fifth of the total area) and produced
a record which was, by modern standards, limited in detail. Thus, returning to
study the site in its wider landscape context, in a research perspective centred on
understanding the social and cultural transformations involved in collapse, seems
worthwhile. The results of new pilot excavations in 200, presented here, confirm
the value of the Karfi record in elucidating how Cretans responded to and worked
through collapse.

11

Peter Warren

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

A Minoan shrine on Gypsadhes, Knossos
The lower, northern slopes of Gypsadhes, overlooking the palace of Knossos, formed
the southern part of the Bronze Age city from MM I to LM IIIA, with MM tombs
on higher ground to the south. Excavations by Hogarth (100) and by Hood (1) revealed LM I ashlar masonry buildings (Hogarth’s Houses) and there have
been surface finds over many years, culminating in the survey of the current Knossos Urban Landscape Project. The recently started Gypsadhes Project will certainly
reveal much more. Among the discovered material there is a remarkable number of (fragmentary) stone rhytons. Several of the fragments with relief decoration are well known as individual pieces, but the evidence has not previously been
assembled for discussion as a group. Of no fewer than ten pieces four have relief
decoration, three others are fragments of bull’s heads, two are marble and one Egyptian alabaster. The paper proposes that the material will originally have formed one
or more shrine treasuries like those of the Central Treasury in the palace of Knossos and the Shrine Treasury in that of Zakros. Such a treasury or treasuries would
have been located in an important LM I building, or more than one, on Gypsadhes,
and they thus indirectly indicate a shrine. Whether such a shrine was located inside a building such as one of Hogarth’s Houses or in a more important construction,
or whether the treasury was a store for rhytons to be carried in procession to an
external sanctuary remains unknown.

Judith Weingarten
A test of measurement

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

William Flinders Petrie discovered two wooden measuring rods in a 12th Dynasty
rubbish dump at Kahun in Egypt. The gradations on the rods indicated a foreign
measuring system which he believed had been adapted to imitate the Egyptian
standard cubit. He assumed that such rods had been used by foreigners living at
Kahun – presumably by those residents whose pottery is now recognized as Aegean
and Syro-Palestinian wares, both imported and locally-made imitations. These
people(s) may have formed a significant proportion of the workmen and artisans
involved in the construction of Sesostris II’s pyramid complex at nearby Lahun
(c. 10 - 10/10 BCE).
The foreign nature of the two measuring rods (now Petrie Mus. UC 14 and
Science Mus. 13.41) is disputed: it has been argued that the exceptional units
do fit an unusual Egyptian measure, the /nbi/. «A Test of Measurement» suggests,
however, that Petrie was correct and the rods are Aegean in concept, having demonstrable links with measurements on Minoan Crete. At the same time, we present
22

11
o

the results of microscopic analyses (done by Jodrell Laboratory, Royal Botanic Gardens, Kew) of the wood from which the rods are made.

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
22

Todd Whitelaw, Maria Bredaki, Andonis Vasilakis
Prehistoric Knossos: Τracing its long-term history through its surface record
The Knossos Urban Landscape Project, a synergasia between the British School at Athens
and the 23rd Ephoreia of Prehistoric and Classical Antiquities, conducted an intensive surface survey of the urban site of Knossos (2. sq. km) and the surrounding cemeteries (another 10 sq km), involving fieldwork in 200, 200 and 200. Some 420,000
sherds of all dates were recovered, all located on a 20m grid, the vast majority from
the city site. The systematic collections have produced substantial and spatially wellcontrolled samples which allow detailed studies of the spatial development and differentiation of the community through all periods of occupation.
While subject to intensive investigation for over a century, major excavations
have concentrated in the area of the Minoan palace, while the numerous rescue
excavations have rarely penetrate below Roman remains and have been limited
to the areas under threat from recent development. As a result, very considerable
areas of the Prehistoric site, now documented as extending over more than a square
kilometre, have never previously been investigated.
Initial study of the ca. 30,000 Prehistoric sherds recovered allows a comprehensive reconstruction of the development of the centre from the Neolithic through
the end of the Bronze Age, particularly when the new surface data are used to contextualise and reinterpret over a century of investigations.

Malcolm Wiener
Minoan colonization
In recent decades discussions of Minoan colonialism have taken two principal forms.
The first is heavily based in archaeological theory, examining the relevance of concepts such as emulation, acculturation, agency, hybridity, resistance, and contested
zones. The second approaches the subject via the history of empires and colonial
ventures in the Mediterranean Sea, stressing recurring aspects of Mediterranean
existence and the impact of sea travel itself.
This paper incorporates both approaches within the traditional framework
of discussion respecting the existence and nature of the Minoan thalassocracy, addressing in particular differences in degrees of Minoanization of various sites including those on Kythera and Kea, and the dependence of Minoan Crete on overseas sources of the copper and tin.

11

Assaf Yasur-Landau with Eric H. Cline, Nurith Goshen

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ

New Aegean-style painted plaster from the Canaanite palace at Tel Kabri
The 200 excavations at Tel Kabri, the capital of a Middle Bronze Age Canaanite kingdom located in the western Galilee region of modern Israel, lasted from
21 June to 30 July 200. A highlight of the season was the discovery of numerous fragments of painted plaster, from both a previously unknown Minoan-style
wall fresco with figural representations and a second Aegean-style painted floor.
These are, to date, the first wall paintings with blue background found either at
Tel Kabri or in all of Israel. This unusual blue background or large solid blue fields
is not typical of Cycladic wall paintings, nor is it common in Middle Kingdom
or early New Kingdom Egypt, but is more frequently found in the approximately-contemporary Neopalatial frescoes at Knossos (e.g. The Sacred Grove and Dance,
the Toreador fresco, the Ladies in Blue) and the Minoan Toreador fresco from Tel
el Dab’a, as well as in later frescoes at Mycenae on the Greek mainland. Moreover,
they may contribute to a resolution of the chronological question for these paintings, for the fragments –which form only a small portion of the original fresco–
can only have arrived at the secondary context in which they were found via human agency, such as being reused as temper in mudbricks which subsequently fell
onto the crushed lime floor during the final destruction of the palace or being reused
to patch the floor of the final palace (set face down into the floor, only the white
back of the fragments would have been visible). As such, they would seem to support our previous suggestion (Chreiazetai? Cline and Yasur-Landau 200) that the
Aegean-style paintings adorned the penultimate palace of Kabri and were removed
during the subsequent renovation phase which resulted in the final, undecorated, phase of the palace at the site.

Evgenia Zouzoula
The Bird-ladies of Minoan iconography: Artistic fancy or religious icons?

ABSTRACTS

A1

The winged female figure with the bird-head in place of a human head is listed
among the range of composite imaginary beings of Minoan iconography. Depicted
on Aegean LBA sealstones, the figure was identified by V.E.G. Kenna as a “birdgoddess”. J. Younger, in a brief discussion of the Aegean monsters in glyptic art,
included in his study of The Iconography of Late Minoan and Mycenaean Sealstones
and Finger Rings (1), very accurately pointed out that types other than the griffin, the sphinx and the “Minoan genius” have been relatively understudied, citing the so-called lady-eagle among those “minor” monsters. The situation has not
been remedied in the ca. twenty years since his observation.
Accordingly, this report is an attempt to achieve a deeper understanding of the
22

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
230

motif and the way it was used within the Minoan repertoire. The corpus of extant
representations of the bird-lady figure is by no means as extended as that of the
better known imaginary beings and presents therefore limited opportunities to the
researcher. Nevertheless, it is still worthwhile to examine it closely with the intention
of ascertaining whether the motif represents a merely decorative artistic creation
or, conversely, offers insight into the beliefs and ideology of the period.
In order to realise this, more recent archaeological finds need to be looked
into, together with the context(s) within which the type in question and its illustrations were created. The study of the particular iconographic traits of the figure may also prove fruitful, especially in association to gender issues. Finally, since
the griffin, the sphinx and the Minoan genius, all constitute imported figures in
Aegean art, the Near Eastern connection is not to be ignored either in the case
of the bird-lady. On the contrary, it will be sought after, so as to assess whether
this figure represents a transferred motif or an indigenous Cretan creation.

11

Janet Ambers, Ina Berg

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΑΝΑΡΤΗΜΕΝΩΝ
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

New insights into forming techniques of Minoan and Mycenaean pottery from
the British Museum’s X-radiography collection
The British Museum collection of X-rays is an almost unique source of information
whose potential has so far been virtually untapped. Few museums or research
institutions in Britain have the ability to undertake essential scientific investigations,
including the application of X-radiography, in house (British Museum, York
Archaeological Trust, National Museums Liverpool). As a result, very few museums
objects held in Britain have been scrutinised with this powerful technique.
Fortunately, all X-radiographs produced in the British Museum have been archived
and are now being made accessible for study via the EU-funded Charisma Scheme.
In total, the X-ray collection consists of .000 images, if which ca 0 are of ceramic
vessels from Bronze Age Greece with further 0 of Bronze Age vessels from
neighbouring regions. This poster presents a first attempt to analyse all images of
Minoan and Mycenaean pottery in the collection and put the findings into the wider
context of both X-ray studies and Greek pottery studies in general. At the very heart
of this investigation is the acknowledgement that manufacturing techniques not only
provide insights into how skills are passed on from generation to generation, and how
a craft is being organised, but also show that these are crucial means of expressing
facets of people’s identities. Gosselain has found that “certain facets of identity were
related consistently to certain stages of the chaine operatoire”; and that visibility of
a manufacturing stage is related to specific identities. Thus, primary forming techniques
–the most invisible of potting tasks, as most traces are later obliterated by secondary
techniques or decoration– reflect the most individual and rooted aspects of social
identity, including kinship, learning networks, gender and social class.

Πέγκυ Βιγλάκη
Λίθινα αγγεία από το Ιερό Κορυφής του Βρύσινα
Στην υψηλότερη κορυφή του όρους Βρύσινα, που βρίσκεται νότια από τη πόλη
του Ρεθύμνου, εντοπίστηκε Ιερό Κορυφής όπου πραγματοποιήθηκαν ανασκαφικές
εργασίες από το Κωστή Δαβάρα για μικρό χρονικό διάστημα κατά τα έτη 12
και 13. Η ανασκαφή που πραγματοποιήθηκε στη βορειοανατολική πλευρά του
Ιερού, μεταξύ του δεύτερου και του τρίτου πλατώματος, έφερε στο φως τουλάχιστον 0.000 θραύσματα κεραμεικής και πάνω από 11.000 ειδώλια (θραύσματα
και ακέραια), καθώς και ποικίλα άλλα αντικείμενα (λίθινα, μετάλλινα κ.ά). Τη μελέτη και δημοσίευση των ευρημάτων από την εν λόγω ανασκαφή ανέλαβε η επιστημονική ομάδα του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου
Κρήτης, υπό την εποπτεία της καθηγήτριας Ίριδας Τζαχίλη.
231

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

Κατά τη διαλογή του προαναφερθέντος υλικού, εντοπίστηκαν θραύσματα λίθινων αγγείων, οκτώ στον αριθμό. Πρόκειται για αντικείμενα που λειτουργούσαν είτε ως σκεύη είτε ως τράπεζες προσφορών. Χαρακτηριστικά είναι τα διαφορετικά πετρώματα από τα οποία είναι κατασκευασμένα και ένα ζήτημα που προκύπτει είναι η προέλευση τους. Ενώ, ένα άλλο θέμα αποτελούν οι μέθοδοι κατασκευής των αγγείων αυτών. Αξιοσημείωτο, επίσης, είναι ένα από τα θραύσματα
το οποίο φαίνεται να φέρει εγχαράξεις που πιθανότητα παραπέμπουν σε γραφή
(το εγχάρακτο σημείο θα μελετηθεί από την Ά. Καρναβά). Τέλος, θα διερευνηθεί η χρήση ή η λειτουργία τους σε ένα χώρο όπως είναι το Ιερό Κορυφής ώστε
να γίνει σαφής ο ρόλος τους στις εκεί λατρευτικές τελετουργίες.

Γιάννης Γαλανάκης, Έφη Τσίτσα
Επανεξετάζοντας την Τοιχογραφία του Φοίνικα από τον βόρειο τοίχο της Aίθουσας του Θρόνου στην Κνωσό

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΑΝΑΡΤΗΜΕΝΩΝ
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
232

Η αναρτημένη ανακοίνωσή μας αποτελεί μια πρώτη συστηματική απόπειρα να
συνδυαστεί το αρχειακό υλικό των ανασκαφών του Έβανς με το αρχαιολογικό υλικό που φυλάσσεται σήμερα στο Μουσείο Ηρακλείου σχετικά με την τοιχογραφία που κοσμούσε τον βόρειο τοίχο της Αίθουσας του Θρόνου στην Κνωσό. H
πρόσφατη επανέκθεση των προϊστορικών συλλογών του Μουσείου Ashmolean
του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης (200), όπου και φυλάσσεται το αρχείο του
Έβανς (φωτογραφίες ανασκαφής και σχέδια του αρχιτέκτονα Theodore Fyfe), και
η προγραμματισμένη επανέκθεση του Μουσείου Ηρακλείου έδωσαν την ευκαιρία για μια συνεργασία των δύο μουσείων στον τομέα αυτό. Συγκεκριμένα, η αναρτημένη ανακοίνωσή μας εξετάζει την πρόσφατα συντηρημένη Τοιχογραφία του
Φοίνικα που βρέθηκε από τον Έβανς στη θέση της το 100, στη δεξιά πλευρά του
θρόνου. Η τοιχογραφία αυτή αγνοήθηκε πλήρως στην τελική αποκατάσταση του
βόρειου τοίχου το 130 από τον Ε. Ζιλλιερόν τον νεότερο (υπό τις υποδείξεις του
Έβανς). Αν και κατά καιρούς έχουν προταθεί διάφορες αποκαταστάσεις σχετικά
με τον διάκοσμο του βόρειου τοίχου, εντούτοις δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα συστηματική χρήση του διαθέσιμου αρχειακού υλικού. Η συνεργασία των δύο μουσείων με την αντιπαραβολή των αρχειακών και αρχαιολογικών δεδομένων φέρνει στο φως νέα στοιχεία για τη συγκεκριμένη τοιχογραφία και τη διακόσμηση
του βόρειου τοίχου της Αίθουσας του Θρόνου.

11

Κωνσταντίνος Γεωργακόπουλος

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ

Νέες ενδείξεις για τις σχέσεις μινωικής Κρήτης και δυτικής Μικράς Ασίας
Στην παρούσα ανακοίνωση θα αναφερθούν εν συντομία τα έως τώρα δεδομένα
για τη μινωική παρουσία στις ακτές της δυτικής Μικράς Ασίας, ενώ παράλληλα
θα επισημανθούν κάποια νεότερα στοιχεία που φωτίζουν ακόμα περισσότερο τις
σχέσεις των δύο περιοχών.

Νικόλαος Δασκαλάκης

INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

Πήλινα σφαιρίδια από το Ιερό Κορυφής του Βρύσινα
Οι ανασκαφικές εργασίες που πραγματοποιήθηκαν στο Ιερό Κορυφής του Βρύσινα από τον Κωστή Δαβάρα κατά τα έτη 12-13 απέδωσαν χιλιάδες θραύσματα κεραμεικής και ειδωλίων. Ήρθαν επίσης στο φως ποικίλα άλλα ευρήματα, όπως λίθινα αγγεία, μετάλλινα αντικείμενα κ.ά. Κατά τη μελέτη του υλικού
διαχωρίστηκαν, εκτός των άλλων, δεκάδες πήλινα σφαιρίδια, τα περισσότερα εκ
των οποίων δεν φέρουν κάποιο είδος γραπτής ή εγχάρακτης διακόσμησης. Η επιτοίχια ανακοίνωση παρουσιάζει τα αποτελέσματα της μελέτης των πήλινων αυτών σφαιριδίων, καθώς και τον προβληματισμό γύρω από τη χρήση τους στις τελετουργίες του Ιερού.

Elissa Z. Faro, with Carl Knappett, Alexandra Karetsou
Jouktas: The Middle Minoan pottery

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΑΝΑΡΤΗΜΕΝΩΝ
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

We intend to report on the first two seasons of our ongoing research project, which
re-examines the Middle Minoan pottery from the peak sanctuary at Jouktas. Despite
their long history of exploration and research, many questions remain regarding
peak-sanctuary pottery due to a dearth of research. The Jouktas assemblage’s
impressive and unusual size, and its use during the Pre-, Proto-, and Neopalatial
periods, make it an excellent sample with which to explore the following issues:
1) the extent to which the Jouktas peak sanctuary was affected by its local and
regional landscape, and whether the patterns found there reflect a regional
differentiation; 2) changes in ritual practice across chronological periods as well
as their expression in the material culture of the sites; and, 3) how peak
sanctuaries inform our understanding of the ritual landscape of Minoan Crete,
including its creation, transformation, perception, manipulation, and remembrance.
We approach the assemblage with specific questions in mind: these regard
phasing, with the possibility of distinguishing sub-phases within Middle Minoan
233

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

sanctuary use, and typology, with implications for the varieties of social and cultic
practice represented therein. In particular, we examine whether all drinking,
pouring, storage, and cooking vessels one might expect to find in a domestic setting
are represented, whether any additional or ritual-special types are represented,
and whether pottery was produced outside to the sanctuary itself at nearby
settlement sites such as Knossos and Archanes. Through detailed, macro-fabric
analysis and technological assessment, we further aim to identify a full range of
settlement locations that may have provided pottery for use at the sanctuary. Our
investigation intends to contribute not only to the body of work on peak
sanctuary themselves but more generally to our understanding of the relationship
between the Minoan ritual landscape and the development of socio-political
complexity on Minoan Crete.

Athanasia Kanta, Danai Z. Kontopodi, Eirini Krasagaki
Conservation and interpretation: Two entwined aspects of archaeological
material. The case of the cave of Eileithyia at Inatos Tsoutsouros
Recent detailed conservation and mending has changed the form and interpretation
of objects known from an old excavation of N. Platon and C. Davaras. This work
has shown the value and necessity of detailed work in conservation, a field which
is too often neglected in the present economic climate.

Μαρία Μαυράκη-Μπαλάνου, Αλέξανδρος Καστανάκης, Δέσποινα Παπαδάκη

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΑΝΑΡΤΗΜΕΝΩΝ
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΩΝ
ABSTRACTS

Οικιστικά πρότυπα στην κοίτη του ποταμού Αποσελέμη στο Αβδού Πεδιάδας
(Εποχή του Χαλκού – Ρωμαϊκή περίοδος)
Πρώτη προσέγγιση της εικόνας μιας περιοχής άγνωστης μέχρι σήμερα. Τα αρχαιολογικά στοιχεία που θα παρουσιαστούν είναι τα αποτελέσματα των σωστικών ερευνών που διεξήχθησαν υπό την εποπτεία της ΚΓ´ ΕΠΚΑ στο πλαίσιο του
έργου του Φράγματος του Αποσελέμη.

Λεμονιά Α. Μπαστιάνου

A1
234

Πικτογραφικά στοιχεία στους κρητικούς πρισματικούς σφραγιδόλιθους και η
εικαστική τους εξέλιξη
Όλα τα σημεία στους πρώιμους κρητικούς σφραγιδόλιθους, ως επί το πλείστον στους
πρισματικούς τριών ή τεσσάρων πλευρών (εξαιρουμένων εκείνων με απλό διακο-

11
o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΑΝΑΡΤΗΜΕΝΩΝ
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΩΝ
ABSTRACTS

σμητικό ή συμπληρωματικό χαρακτήρα), είναι αναπαραστάσεις με μια συγκεκριμένη συμβολική αξία. Πρόκειται δηλαδή για σύμβολα, που μεταδίδουν πληροφορίες σχετικές με την ιδιωτική ή κοινωνική ζωή και δραστηριότητα των Μινωιτών.
Η έρευνά μας επικεντρώθηκε σε μια λεπτομερή εικαστική ανάλυση και μελέτη όλων των πικτογραφικών σημείων, που παρουσιάζονται κατ’ εξακολούθηση
στους κρητικούς πρισματικούς σφραγιδόλιθους. Η ανάλυση αυτή και η μελέτη
εστιάσθηκαν αρχικά στους σφραγιδόλιθους που προσφέρουν πληροφορίες για
τον άνθρωπο και τις διάφορες συνήθειές του, και συνεχίσθηκαν με εκείνους η θεματολογία των οποίων είναι σχετική με το ζωικό ή το φυτικό βασίλειο. Μια τέτοιου είδους ανάλυση πραγματοποιήθηκε επίσης στα αμιγώς διακοσμητικά και
«συμπληρωματικά» σχέδια ή δευτερεύοντα σημεία των σφραγιδόλιθων, για τα
οποία δεν γνωρίζουμε μέχρι ποιού σημείου ήταν συνδεδεμένα με τα «αναγνώσιμα» εγγεγραμμένα σημεία. Η επισταμένη μελέτη του σχετικού υλικού μας οδήγησε –παρά τη δυσχέρεια του εγχειρήματος– στο συμπέρασμα ότι είναι δυνατόν
να γίνει λόγος για μετάβαση από την πικτογραφία στην ιερογλυφική γραφή και
για ενδεχόμενη φωνητική αξία της.
Η όλη εργασία στηρίχθηκε σε έναν αντιπροσωπευτικό κατάλογο της επιλογής μας κρητικών σφραγιδόλιθων –κυρίως πρισματικών τριών ή τεσσάρων πλευρών– που ταξινομήθηκαν χρονολογικά. Στην εγχάραξη καθενός από αυτούς είχαμε αρχικά προσπαθήσει να αναγνωρίσουμε εάν επρόκειτο για σύμβολα, για σημεία αληθινής γραφής ή για απλά συμπληρωματικά σημεία.
Η ιερογλυφική γραφή, σε ευρεία χρήση στη μινωική Κρήτη (Κνωσό, Μάλια,
Φαιστό) υπάρχει σε σφραγιδόλιθους και σφραγίσματα, αλλά επίσης και σε μικρές
πήλινες ράβδους, σε διάτρητα (προς ανάρτηση) δισκία, σε βέργες και σε μικρές
τετράγωνες πινακίδες. Εγχαραγμένη σε αντικείμενα καθημερινής χρήσης, η γραφή αυτή θεωρήθηκε ως η αποτύπωση μιας «τρέχουσας» κατά τη Μεσομινωική
περίοδο γλώσσας.
Οι ιερογλυφικές επιγραφές στους κρητικούς σφραγιδόλιθους διαφέρουν μεταξύ τους ως προς το περιεχόμενο. Μερικές έχουν θρησκευτικό χαρακτήρα, άλλες προστατευτικό ή μαγικό-αποτρεπτικό του «κακού». Υπάρχουν επίσης επιγραφές
φέρουσες μόνο ονόματα θεοτήτων. Συνήθεις είναι και οι φέρουσες τα ονόματα
των κατόχων τους με τα διακριτικά τους γνωρίσματα. Πρόκειται για την περίπτωση
των πρισματικών σφραγιδόλιθων, που ανήκουν στην περίοδο των πιο εξελιγμένων ιερογλυφικών σημείων. Ας σημειώσουμε, τέλος, ότι επιγραφές σε άργιλο αποτελούν, λόγω της παρουσίας αριθμητικών σημείων, δελτία απογραφής, όπως ακριβώς και εκείνες της Γραμμικής Β.

A1
23

11

Sylvie Müller Celka

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

The burial customs at Malia during the Old Palace period
The archaeological survey of Malia provided some new information about the grave
types which were in use in the palatial town and its surroundings during the Old
Palace period, adding to the variety already noticed in the course of the excavations.
On the other hand, the surface material collected around the Chrysolakkos
building allows for a reassessment of its function, which is traditionally considered
funerary.

Μυρτώ Παπουτσάκη
Μαγειρεύοντας στην Πεδιάδα στην Κεντρική Κρήτη
Χωρίς περίληψη.

Μαρία Ρουσάκη, Γεωργία Αναγνωστάκη
Υστερομινωικός κεραμευτικός κλίβανος στον οικισμό Μπουγάδα Μετόχι, στην
Κνωσό

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΑΝΑΡΤΗΜΕΝΩΝ
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
23

Κατά τη διάρκεια σωστικής ανασκαφής που πραγματοποιήθηκε το έτος 200 από
την ΚΓ’ ΕΠΚΑ, στο οικόπεδο ιδιοκτησίας της κας Κριτζαλάκη Όλγας, εντός του
οικισμού ‘Μπουγάδα Μετόχι’ Κνωσού, στον ίδιο χώρο όπου ανασκάφηκαν οικιστικά κατάλοιπα της Παλαιοανακτορικής και Νεοανακτορικής περιόδου, αποκαλύφθηκε μικρός κεραμευτικός κλίβανος, ο οποίος δεν φαίνεται να συνδέεται
με τις παραπάνω οικιστικές δομές.
Πρόκειται για υστερομινωικό κεραμευτικό κλίβανο (η διάμετρος του θαλάμου καύσης είναι μικρότερη του ενός μέτρου), σχεδόν κυκλικού σχήματος, κατασκευασμένο από πηλοκονίαμα.
Η εργαστηριακού χαρακτήρα αυτή κατασκευή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, κατά πρώτο λόγο εξαιτίας του μικρού μεγέθους της, και κατά δεύτερο λόγο,
εξαιτίας της ύπαρξης έντυπης διακόσμησης, επαναλαμβανόμενου, σπειροειδούς
κοσμήματος στο ένα από τα δύο υποστηρίγματα της εσχάρας εντός του θαλάμου καύσης.

11
o

Apostolos Sarris, Nikos Papadopoulos, Paraskevi Seferou,
Eleni Kokkinou, Elias Papadopoulos, Pantelis Soupios

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΑΝΑΡΤΗΜΕΝΩΝ
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1

Geophysical prospection of archaeological areas in urban centers of Crete
A number of archaeological monuments and residues from past anthropogenic
activities are contained within the subsurface matrix of urban centers. These archaeological relics are usually discovered during the progress of construction activities (public or private works) and the developing of modern urban infrastructures
(roads, buildings, pipelines etc), while their exposure is responsible for the delay
of the related actions.
Shallow depth geophysical prospection techniques are proposed for the exploration of such candidate areas that may enclose features of archaeological interest and which may be threatened due to the expanding pace of urbanization.
However, only a limited suite of geophysical techniques can be applied within the
environmental conditions of an urban center, which contain high levels of noise
and external influences to the prospecting sensors. Urban geophysical exploration,
in order to archaeologically characterize the complex subsurface properties inside the urban areas, can be carried out mainly through the employment of Ground
Penetrating Radar (GPR) and Electrical Resistivity Tomography (ERT) methods,
sometimes assisted by other complementary techniques depending on the surroundings of a site.
Examples of the application of the above approaches will be drawn from case
studies in the cities of Chania, Rethymno, Herakleion and Chersonisos. Various
settings containing architectural relics of different periods were scanned using the
above techniques. Data were collected employing different electrode configurations for the ERT and using different frequency antennas for the GPR. Processing of the particular datasets was carried out through 2D and 3D resistivity inversion algorithms, filtering techniques, horizontal slicing methods, and other means
of signal manipulation in order to enhance the subsurface images. The resulting
images, both in the form of 2D maps or 3D representations, depicted the location and the extent of the buried architectural relics and contributed to the guidance of the subsequent excavations.
Geophysical investigations in urbanized environments suffer from the limitations existing in the applied methodology and the existence of increased levels of noise due to the expanding urbanization and construction activities. Still,
even with this kind of restrictions, geophysical methods provide a non-destructive approach for revealing the monuments of the subsurface urbanized matrix
efficiently and successfully with subsequent consequences to both the archaeological research and the development authorities. In general these methods can
effectively fill the gap between the construction development and the archaeological monuments preservation.

23

11

Ιωάννα Σερπετσιδάκη

o

th

ΔΙΕΘΝΕΣ
ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
INTERNATIONAL
CRETOLOGICAL
CONGRESS

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΑΝΑΡΤΗΜΕΝΩΝ
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΩΝ
ABSTRACTS

A1
23

Νεότερη ανασκαφική έρευνα στο νεολιθικό Κατσαμπά
Με αφορμή την εντατική οικοδομική δραστηριότητα, πραγματοποιήθηκαν σωστικές ανασκαφές, από την ΚΓ´ ΕΠΚΑ, σε οικόπεδα στη συνοικία Κατσαμπά του
Δήμου Ηρακλείου, στην περιοχή όπου ο Στυλιανός Αλεξίου, το 13-4 είχε ανασκάψει νεολιθική οικία και σπηλαιώδη τάφο.
Η πρόσφατη συνεχιζόμενη έρευνα (200 και εξής) έφερε στο φως τμήματα
σπηλαιωδών τάφων, αρχιτεκτονικά λείψανα και άλλες ενδείξεις ανθρώπινης δραστηριότητας των νεολιθικών χρόνων, που χρονολογούνται κυρίως στην η και
στην 4η χιλιετία π.Χ. Βρέθηκε ανθρώπινο σκελετικό υλικό, οστά ζώων, όστρεα,
λίθινα εργαλεία (τριπτήρες, τριβεία, πελέκεις) άλλα οστέινα εργαλεία, καθώς και
τμήματα λεπίδων πυριτόλιθου και κυρίως οψιανού. Η κεραμική είναι καλής ποιότητας, όμοια με την προερχόμενη από την ανασκαφή του Στυλιανού Αλεξίου,
στη θέση αυτή. Παρουσιάζει επίσης μεγάλη ομοιότητα με τη νεολιθική κεραμική της Κνωσού. Συλλέχθηκαν όστρακα από αγγεία κυρίως μεσαίου και μικρού
μεγέθους, τεφρά και ακόσμητα, αλλά και έντριπτα ερυθρού και κυρίως μελανού
χρώματος, αρκετά και με εγχάρακτη ή στικτή διακόσμηση.
Επιβεβαιώνεται έτσι η ύπαρξη σημαντικής νεολιθικής εγκατάστασης στην περιοχή αυτή του Ηρακλείου, που βρίσκεται σε βραχώδες ύψωμα, αμέσως δυτικά
του ρέματος του Κατσαμπά (ποταμός Καίρατος), κοντά στο σύγχρονο λιμάνι του
Ηρακλείου και σε γειτνίαση (αμέσως νοτιοανατολικά) με το μεταγενέστερο μινωικό λιμενικό οικισμό και νεκροταφείο του επινείου της Κνωσού, στην περιοχή Πόρου/Κατσαμπά.
Η ύπαρξη του νεολιθικού οικισμού στον Κατσαμπά συναρτάται στενά με το
σημαντικότατο νεολιθικό οικισμό του Αιγαίου, εκείνο της Κνωσού, και προφανώς αποτελούσε την πύλη του προς τη θάλασσα.

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful