Η ανάδυση του εαμικού κράτους στην Κατοχή

Πέμπτη, 06 Οκτώβριος 2011 17:17
του Ραϋμόνδου Αλβανού, Επιστημονικού Συνεργάτη ΤΕΙ Δυτικής
Μακεδονίας (Καστοριά)
Δημοσιεύτηκε στο ψηφιακό ιστορικό περιοδικό Historical Quest
http://www.historical-quest.com/el/histquest/121-h-aponomimopoihsh-thsdosiloghs-kyvernisis-kai-h-anadysh-tou-eamikou-kratous.html

Η Ελλάδα έχασε τον πόλεμο με τους Γερμανούς τον Απρίλιο του 1941. Δυο
μήνες μετά η χώρα διαμελίστηκε σε τρεις ζώνες κατοχής, την ιταλική
(κυρίως στην ύπαιθρο), τη γερμανική (κυρίως στις μεγαλύτερες πόλεις)
και τη βουλγαρική (στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη). Οι δυνάμεις
κατοχής στάθηκαν πολύ σκληρές απέναντι στη χώρα μας. Οι πληρωμές
της Ελλάδας σε έξοδα κατοχής και οι πολεμικές συνεισφορές ήταν οι
υψηλότερες κατά κεφαλή στην κατεχόμενη Ευρώπη, αντιπροσωπεύοντας
το 1941-1942 το 113,7% του εθνικού εισοδήματος της χώρας. Επειδή τα
κεφάλαια του προϋπολογισμού δεν επαρκούσαν για τις δαπάνες του
Άξονα, αυτές χρηματοδοτήθηκαν από το τυπογραφικό πιεστήριο, με
φυσικό επακόλουθο τον καλπάζων πληθωρισμό.Η οικονομική κατάσταση
σύντομα έγινε τραγική. Συνολικά σε όλη την Ελλάδα οι νεκροί από πείνα
πιθανόν να ξεπέρασαν τους 150.000! Όμως ο λιμός δεν αφορούσε τόσο
την ύπαιθρο όσο τα μεγάλα αστικά κέντρα, ιδίως την Αθήνα και τη
Θεσσαλονίκη. Ένας από τους βασικούς λόγους της πείνας, πέρα από την
ασφυκτική απομύζηση των πόρων της χώρας από τις Δυνάμεις Κατοχής,
ήταν το γεγονός ότι η κυβέρνηση δεν κατάφερε να συγκεντρώσει στις
κρατικές αποθήκες την παραγωγή του σιταριού, όπως συνέβαινε
προπολεμικά. Βέβαια κατά τον Μεσοπόλεμο η συγκέντρωση ήταν
εθελοντική (και έφτανε το 1939 στις 300.000 τόνους σιταριού, περίπου
28% της συνολικής εγχώριας παραγωγής) ενώ με το νέο καθεστώς οι
αγρότες ήταν υποχρεωμένοι να δώσουν όλη τους την παραγωγή στο
κράτος.
Οι περισσότεροι κάτοικοι της υπαίθρου έβλεπαν τις επισκέψεις των
κρατικών οργάνων ως ληστρικές επιδρομές με στόχο την κλοπή της
παραγωγής τους με αποτέλεσμα να κάνουν ό,τι μπορούν για να την
κρύψουν. Εξάλλου το δίχως αξία πληθωριστικό χρήμα που έπαιρναν σε
αντάλλαγμα δεν τους χρησίμευε σε τίποτα ενώ, πιθανόν όχι άδικα,
πίστευαν ότι τα προϊόντα τους θα χρησιμοποιούνταν για να ενισχυθεί η
πολεμική προσπάθεια των δυνάμεων κατοχής παρά για να ανακουφιστούν
οι πεινασμένοι των πόλεων. Η απόκρυψη του σιταριού γινόταν μια

(συνειδητή ή ασυνείδητη) πράξη αντίστασης, μια πράξη αμφισβήτησης
απέναντι σε ένα κράτος που δεν τους πρόσφερε τίποτε και επιπλέον
ελεγχόταν από αποδεδειγμένους εχθρούς του έθνους.
Σύμφωνα με ιταλικές εκτιμήσεις, η παραγωγή σιτηρών του 1941
υπολογιζόταν σε τουλάχιστον 500.000 τόνους. Από αυτήν την παραγωγή,
η συγκέντρωση κατάφερε να μαζέψει μόλις 60.000 τόνους (12% του
συνόλου και 5 φορές λιγότεροι από τους 300.000 τόνους που κατάφερε η
εθελοντική συγκέντρωση το 1939). Παρόμοιο ήταν το ποσοστό που
συγκεντρώθηκε και τα επόμενα χρόνια παρά το γεγονός ότι οι χρονιές
θεωρούνταν καλές από άποψης παραγωγής.
Η μεγάλη ποσότητα σιτηρών που αποθηκεύτηκε στις κρυψώνες των
χωρικών έπρεπε να μεταφερθεί στις πόλεις για να αποκτήσει αξία, μέσα
από ένα επικίνδυνο δίκτυο μεταφορών. Αν και η ληστεία είχε
καταπολεμηθεί αποτελεσματικά από το ελληνικό κράτος κατά τη
δεκαετία του 30 στις νέες συνθήκες το φαινόμενο αναπτύχθηκε ραγδαία
και σχεδόν όλοι οι ορεινοί δρόμοι είχαν γίνει ανασφαλείς για τους
χωρικούς που χρειάζονταν να εμπορευτούν τα προϊόντα τους.
Στις πόλεις η ύπαρξη χιλιάδων νεκρών από πείνα αποδείκνυε ότι το
κράτος είχε αποτύχει να προστατέψει τη ζωή και την περιουσία των
κατοίκων της χώρας, δύο βασικά ανθρώπινα δικαιώματα που κάθε
οργανωμένη πολιτεία υποτίθεται ότι καλείται να προστατεύσει. Σύμφωνα
με την πολιτική θεωρία κάθε κράτος θεωρείται ως ένα άτυπο συμβόλαιο
μεταξύ των κυβερνώντων και των κυβερνωμένων. Οι κάτοικοι του
κράτους αποποιούνται το δικαίωμα τους στη φυσική βία (με εξαίρεση την
περίπτωση της αυτοάμυνας) ενώ οι κυβερνώντες αναλαμβάνουν ως
ελάχιστη δέσμευση να προστατέψουν τη ζωή τους. Το κράτος «είναι το
μονοπώλιο της νόμιμης βίας», κατά την περίφημη φράση του Μάξ Βέμπερ,
που σημαίνει ότι μόνο το κράτος και τα όργανα του νομιμοποιούνται να
ασκούν φυσική βία.
Αντίθετα όσοι κατοικούν στο κράτος δεσμεύονται από τους νόμους του
και δεν δικαιούνται να ασκήσουν βία για οποιοδήποτε λόγο. Αν έχουν
οποιοδήποτε πρόβλημα (π.χ. αν τους έκλεψαν το σπίτι ή αν έχουν μια
οικονομική διαφορά) πρέπει να απευθύνονται στα θεσμικά όργανα του
κράτους, στην αστυνομία και στα δικαστήρια τα οποία είναι υποχρεωμένα
να επιβάλλουν (ακόμη και δια της βίας) τους νόμους.
Η ύπαρξη χιλιάδων νεκρών αποδείκνυε με τον πιο παραστατικό τρόπο την
αναποτελεσματικότητα και την αποτυχία του κατεχόμενου ελληνικού
κράτους. Η de facto απονομιμοποίηση του κράτους συνδεόταν με τη
διάχυση της επιθυμίας για αντίσταση, δηλαδή για άσκηση βίας εναντίον
του κατακτητή και των οργάνων του με σκοπό την αποτίναξη του ξένου
ζυγού. Η αντίσταση ήταν η έμπρακτη έκφραση της επιθυμίας για το
σπάσιμο του άτυπου συμβολαίου μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων.
Ήταν ένα είδος επανάστασης εναντίον στο δωσίλογο κράτος και τους
κατακτητές.

Ένα εναλλακτικό κράτος

Σταδιακά οι αντάρτες κατάφεραν να επιβάλλουν τον έλεγχο, να
αποκτήσουν το «μονοπώλιο της νόμιμης βίας» στην ορεινή Ελλάδα. Ο
ΕΛΑΣ καλούσε τους ζωοκλέφτες και τους άλλους φυγόδικους των βουνών
να εξιλεωθούν κατατασσόμενοι στον ΕΛΑΣ αλλιώς θα τιμωρούνταν.
Σταδιακά οι αντάρτες είτε ενσωμάτωσαν είτε εξόντωσαν όλους τους
ληστές που λυμαίνονταν ανενόχλητοι την ορεινή Ελλάδα και έφεραν την
τάξη σε περιοχές όπου ο νόμος και το κράτος είχαν από καιρό εκλείψει.

Το πιο σημαντικό αποτέλεσμα της νέας «έννομης τάξης» ήταν η
προστασία των ανταλλαγών μεταξύ του κρυμμένου σιταριού της
υπαίθρου και των βιομηχανικών αγαθών των πόλεων. Η διασφάλιση της
εύρυθμης λειτουργίας της «μαύρης αγοράς» (όπως ονομαζόταν) υπήρξε
σε τελική ανάλυση και η υλική βάση της εδραίωσης της εξουσίας των
αντάρτικων σωμάτων. Οι δρόμοι ξανάγιναν ασφαλείς και οι κάτοικοι της
ορεινής Ελλάδας αισθάνθηκαν μάλλον ωφελημένοι από το νέο καθεστώς
που δημιουργούσαν οι δομές του ΕΑΜ. Με τις λίγο πολύ εκούσιες εισφορές
των χωρικών, οι συνεχώς αυξανόμενες ομάδες του ΕΛΑΣ εξασφάλιζαν την
επιβίωση του χωρίς να καταφύγουν σε πλιάτσικο ή κλοπές. Μέσω του ΕΑΜ
και του ΕΛΑΣ πραγματοποιήθηκε σταδιακά η αντικατάσταση του
απονομιμοποιημένου και αποτυχημένου δωσίλογου κράτους από το
κράτος των ανταρτών.
Η νέα κρατική οργάνωση σήμαινε ένα ουσιαστικά ριζοσπαστικό τρόπο
ζωής. Το ΕΑΜ εισήγαγε πρωτοφανείς πρακτικές στην καθημερινότητα
των ανθρώπων, ιδίως όσον αφορά τη συμμετοχή των χωρικών στις
διαδικασίες αυτοκυβέρνησης τους. Οι λαοκρατικοί θεσμοί που εισήγαγε
το ΕΑΜ μετέφεραν την εξουσία από τον διορισμένο (όπως συνέβαινε επί
μεταξικού καθεστώτος) πρόεδρο στη γενική συνέλευση του χωριού. Όλοι
οι κάτοικοι των χωριών εξέλεγαν, μέσω των συνελεύσεων τους, τα μέλη
της τοπικής αυτοδιοίκησης, τα μέλη του λαϊκού δικαστηρίου και τα μέλη
των επιτροπών (σχολική, οικονομική, εκκλησιαστική, ασφάλειας κλπ).
Παράλληλα ο τύπος του ΕΑΜ προσπαθούσε να προπαγανδίσει την ανάγκη
για τη δημιουργία μιας «λεύτερης, ακέραιας και λαοκρατούμενης
Ελλάδας». Εκατοντάδες παράνομες εφημερίδες κυκλοφόρησαν κατά τη
διάρκεια της Κατοχής μέσα από τις οποίες επικοινωνούνταν τόσο ο
αντιστασιακός αγώνας όσο και τα πλεονεκτήματα της συμμετοχικής
άσκησης της εξουσίας μέσα από τους λαϊκούς θεσμούς της «λαοκρατίας».
Στις εαμοκρατούμενες περιοχές σημειώθηκε μια αληθινή επανάσταση
όσον αφορά τις σχέσεις των δύο φύλων. Για πρώτη φορά οι γυναίκες
ψήφισαν στις λαϊκές συνελεύσεις των χωριών και στις εκλογές που

οργάνωσε η κυβέρνηση του βουνού, η ΠΕΕΑ (Πολιτική Επιτροπή Εθνικής
Απελευθέρωσης). Επίσης έπαιρναν μέρος στις λαϊκές συνελεύσεις,
συμμετείχαν ή παρακολουθούσαν θεατρικές παραστάσεις και άλλες
πολιτιστικές εκδηλώσεις. Αγόρια και κορίτσια συμμετείχαν σε κοινές
εκδηλώσεις, σε λόγους, συσκέψεις, χορούς όπου μιλούσαν για την
καλύτερη Ελλάδα που θα ερχόταν μετά την απελευθέρωση.
Σε πολλές γραπτές και προφορικές μαρτυρίες περιγράφεται ο μαζικός
ενθουσιασμός των κατοίκων της Ελεύθερης Ελλάδας για τον καλύτερο
κόσμο που έρχεται σαν αποτέλεσμα της παλλαϊκής κινητοποίησης των
Ελλήνων. Αυτή η «εθνική έξαρση» εκφραζόταν σε μαζικές συνεστιάσεις
όπου αναλύονταν το εθνικοαπελευθερωτικό όραμα του ΕΑΜ και όλοι
τραγουδούσαν πατριωτικά τραγούδια, όπως το Θούριο του Ρήγα.

Εμφύλιες διαμάχες
Χειρότερες από τα γερμανικά αντίποινα ήταν για τους χωρικούς της
υπαίθρου οι έριδες μέσα στα ίδια τα χωριά τους μεταξύ εκείνων που
υποστήριζαν το ΕΑΜ και εκείνων που αντιδρούσαν, αμφισβητώντας τη
νομιμότητα και την αναγκαιότητα της διακυβέρνησης των περιοχών τους
από κομμουνιστές. Ο έντονος αντικομμουνισμός μερίδας των
συντηρητικών αγροτών της υπαίθρου σε συνδυασμό με την άδικη πολλές
φορές πολιτική ορισμένων στελεχών του ΕΑΜ οδήγησε σε εμφύλιες
διαμάχες που σημάδεψαν την ιστορία των τοπικών κοινωνιών και όπλισαν
με μίσος τα χέρια πολλών χωρικών κατά τον εμφύλιο πόλεμο της
περιόδου 1946-1949.
Αν και το επίσημο ΚΚΕ εκείνη την εποχή έβαζε σαν πρώτο στόχο τον
αντιφασιστικό-εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα και όχι τη σοσιαλιστική
επανάσταση πολλοί κομμουνιστές (οι οποίοι είχαν υποστεί μεγάλες
διώξεις για τις ιδέες τους κατά τον Μεσοπόλεμο) τοποθετημένοι σε
ηγετικές θέσεις του ΕΑΜ πρότασσαν την κοινωνική επανάσταση μπροστά
από την εθνική απελευθέρωση. Πολλές φορές έπαιρναν άδικες αποφάσεις
ιδίως εναντίον των διαφωνούντων και ορισμένοι από αυτούς πλήρωσαν με
τη ζωή τους την αντιπαράθεση τους με τους κομμουνιστές.
Τα αίτια των συγκρούσεων σχετίζονταν με το ζήτημα του ελέγχου της
αντίστασης, έλεγχο που διεκδικούσαν από τη μια οι κομμουνιστές και από
την άλλη οι αποκαλούμενοι από το ΚΚΕ «αντιδραστικοί», (οι ίδιοι
αυτοπροσδιορίζονταν ως «εθνικιστές») που συχνά ήταν πρώην
αξιωματικοί του ελληνικού στρατού. Οι περισσότεροι από αυτούς είτε
βρήκαν καταφύγιο στον ΕΔΕΣ είτε συνεργάστηκαν με τις κατοχικές
δυνάμεις δικαιολογούμενοι ότι αυτό που τους ενδιέφερε πάνω από όλα
ήταν η καταπολέμηση του κομμουνισμού.
Στα Τάγματα Ασφαλείας, (ένοπλες ομάδες που συγκροτήθηκαν με
πρωτοβουλία του πρωθυπουργού Ιωάννη Ράλλη), στρατεύτηκαν πολλοί

αντικομμουνιστές. Όμως το πιθανότερο είναι ότι λίγοι συμμετείχαν στα Τ.
Α. από αντικομμουνιστική ιδεολογία. Οι περισσότεροι αναζήτησαν σε
αυτά μια σταθερή απασχόληση και ένα σίγουρο τρόπο να σώσουν τους
εαυτούς τους και τις οικογένειες τους από την πείνα και την ανέχεια.

Το ΚΚΕ ως εθνικό κόμμα

Η συμμετοχή χιλιάδων ανθρώπων στα Τάγματα Ασφαλείας (ιδίως στην
Πελοπόννησο) και στις άλλες δωσίλογες οργανώσεις (ΠΑΟ στη βόρεια
Ελλάδα κλπ.) αποδεικνύει ότι ένα σημαντικό τμήμα της ελληνικής
κοινωνίας συνεργάστηκε με τους κατακτητές. Οι περισσότεροι
συνεργάτες δικαιολόγησαν αργότερα τη στάση τους ως πραγματικά
«εθνική πράξη» επειδή (για αυτούς) ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την
Ελλάδα ήταν μια πιθανή επικράτηση του ΕΑΜ και των κομμουνιστών.
Είναι αλήθεια ότι στο μεγαλύτερο μέρος της Ελεύθερης Ελλάδας
(εξαίρεση αποτελεί η Ήπειρος όπου δρούσε ο ΕΔΕΣ του Ζέρβα) οι
κομμουνιστές είχαν σε μεγάλο βαθμό τον έλεγχο του ΕΑΜ. Όμως το ΚΚΕ
δεν ταυτίζονταν με το ΕΑΜ στο οποίο εντάχτηκαν πολλοί Έλληνες
προερχόμενοι κυρίως από το δημοκρατικό αντιβασιλικό χώρο.
Στην πραγματικότητα όσο είναι σωστό ότι το ΚΚΕ ήλεγχε το ΕΑΜ, άλλο
τόσο είναι αλήθεια ότι η ΕΑΜική ιδεολογία ήταν αυτή που τελικά
καθοδηγούσε το ΚΚΕ.
Ήδη από την αρχή της αντίστασης ο ίδιος ο Βελουχιώτης προσπάθησε με
μεγάλη επιτυχία να προσεταιριστεί τους «νοικοκυραίους» των ορεινών
και ημιορεινών χωριών. Εκτός του ότι χρειαζόταν την οικονομική τους
στήριξη σημαντικό ρόλο στην πολιτική στρατηγική του έπαιξε η πρόταξη
του εθνικοενωτικού-εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα σε σχέση με τον
ταξικό αγώνα.
Το ΕΑΜ, όπως και ο Άρης (που τιμωρούσε πολύ αυστηρά οποιονδήποτε
αντάρτη έκλεβε από τους χωρικούς) σεβάστηκε απόλυτα την ατομική
ιδιοκτησία, ενώ όπως αναφέρθηκε, προσπάθησε να ενισχύσει και να
προστατέψει το εμπόριο και την ελεύθερη αγορά. Εξάλλου η κοινωνική
βάση του ΕΑΜ ήταν οι αγρότες οι οποίοι με την αγροτική μεταρρύθμιση
μετά το 1922 ήταν σχεδόν όλοι μικροϊδιοκτήτες γης. Θα ήταν πολιτική
αυτοκτονία αν το ΚΚΕ εμφανιζόταν συνεπές με την κομμουνιστική
ιδεολογία κατά την περίοδο της Κατοχής.
Εξάλλου η ίδια η Σοβιετική Ένωση, η θεωρούμενη ως πατρίδα του
σοσιαλιστικού ονείρου από την οποία έπαιρνε εντολές η ηγεσία του ΚΚΕ
ακόμη και όταν αυτές οι εντολές ήταν εις βάρος των ελληνικών εθνικών
συμφερόντων (π.χ. με το ζήτημα της Μακεδονίας στο Μεσοπόλεμο) είχε

σαφώς διακηρύξει την ανάγκη πρόταξης του αντιφασιστικού αγώνα σε
σχέση με τη σοσιαλιστική επανάσταση.
Το αποτέλεσμα ήταν ότι η πολιτική του ΚΚΕ κατά την Κατοχή ήταν πρώτα
εθνική και δευτερευόντως σοσιαλιστική. Αυτό φαίνεται και από τον
ιδεολογικό του λόγο στον οποίο χρησιμοποιούνται επιχειρήματα που κατά
τον Μεσοπόλεμο εκτόξευαν οι εκπρόσωποι των «αστικών κομμάτων»
κατά του ΚΚΕ. Για παράδειγμα η επίσημη εφημερίδα του ΚΚΕ, Ριζοσπάστης
σε πολλά άρθρα της απόδιδε αντεθνική συμπεριφορά στην κυβέρνηση
Ράλλη.
Μερικές, ενδεικτικές μόνο, ονομασίες που έδινε η εφημερίδα στους
Έλληνες υπουργούς, συνεργάτες των Γερμανών, ήταν «ελληνόφωνοι
εθνοπροδότες», «ελληνόφωνοι οχτροί του λαού», «πατριδοκάπηλοι»,
«ελληνόφωνοι ΕΣ ΕΣ» και «βουλγαροράλληδες». Ταυτόχρονα
κατηγορούσε την κυβέρνηση πως παραχωρούσε την ελληνική Μακεδονία
στους Βουλγάρους.
Το ελεγχόμενο από το ΚΚΕ ΕΑΜ πέτυχε να εξελιχτεί σε μαζικό κίνημα
κατά την Κατοχή εστιάζοντας στην έννοια του έθνους στα κηρύγματα
του, σύμφωνα με τα οποία το ΕΑΜ ήταν πάνω από όλα εθνικήαπελευθερωτική οργάνωση που παρέπεμπε στους επαναστάτες του 1821.
Η νομιμοποίηση του ΕΑΜ (και έμμεσα και του ΚΚΕ) ως εθνικών
οργανώσεων που αντιστέκονταν στον κατακτητή συνδεόταν με ένα
βασικό χαρακτηριστικό που διαπερνούσε όλες τις αντιστασιακές
εφημερίδες: την αμφισβήτηση της ελληνικής εθνικής ταυτότητας των
Ελλήνων συνεργατών των Γερμανών.
Σε πρακτικό επίπεδο, το γεγονός ότι το ΚΚΕ έθετε πρώτα τον
αντιαξονισμό και τον αντιφασισμό αντί του αντιιμπεριαλισμού και του
σοσιαλισμού φάνηκε εκ του αποτελέσματος: από την ένταξη των
ανταρτικών δυνάμεων στο συμμαχικό στρατηγείο της Μέσης Ανατολής
και όχι στο βαλκανικό στρατηγείο όπως είχε προτείνει στο ΚΚΕ ο Τίτο. Με
τις συμφωνίες του Λίβανου και της Καζέρτα αποδείχτηκε ότι το ΚΚΕ
ήθελε ειλικρινά να συνεργαστεί με τα άλλα «αστικά κόμματα» και ότι
έθετε τη σοσιαλιστική επανάσταση σε δεύτερη μοίρα. Η ανάγκη για τη
μεγαλύτερη δυνατή συσπείρωση δυνάμεων ώστε να γίνει εφικτή η
εκδίωξη του κατακτητή υπέτασσε το σοσιαλιστικό επαναστατικό καθήκον
στο εθνικό καθήκον.

Επίλογος

Συνοψίζοντας, ας ξανατονιστεί ότι ήταν η ίδια η ελληνική κοινωνία που
γέννησε το ΕΑΜ γιατί ήταν η ίδια η κοινωνία που το είχε ανάγκη. Ο ΕΛΑΣ
(το στρατιωτικό σκέλος του ΕΑΜ) πολέμησε αποτελεσματικά τη
ζωοκλοπή, τη ληστεία, τους εκβιασμούς, την ανασφάλεια των δρόμων,

την αυθαιρεσία των χωροφυλάκων και των άλλων οργάνων της εχθρικής
κατοχικής εξουσίας. Ιδιαίτερα το σταμάτημα της ζωοκλοπής και η
προστασία των ορεινών δρόμων από τους ληστές προκάλεσαν σημαντική
υποστήριξη στο ΕΑΜ, ιδίως από τους αγρότες που υπολογίζεται ότι
αποτελούσαν το 60 με 70% της ελληνικής κοινωνίας την περίοδο της
Κατοχής.
Το ΕΑΜ δεν ήταν μια τρομοκρατική οργάνωση όπως υπαινίσσονται
ορισμένοι πολιτικοί επιστήμονες και ιστορικοί, εκτός αν χαρακτηρίσουμε
ως τρομοκρατική οργάνωση κάθε κράτος, όπως ισχυρίζεται η αναρχική
θεωρία. Η εξουσία και η διοίκηση κάθε κράτους βασίζεται αναπόφευκτα
πάνω στη βία αφού όπως αναφέρθηκε το «κράτος είναι το μονοπώλιο της
νόμιμης βίας».
Το ΕΑΜ απέκτησε το μονοπώλιο αυτής της βίας σε μεγάλο μέρος της
Ελλάδας και η βία που ασκούσε νομιμοποιούταν από τους νέους
συμμετοχικούς θεσμούς που εισήγαγε (αν και αυτοί δεν λειτουργούσαν
πάντα σωστά και προκαλούσαν έριδες μέσα στις τοπικές κοινωνίες), όπως
οι λαϊκές συνελεύσεις και τα λαϊκά δικαστήρια. Πρόσθετη νομιμοποίηση
αντλούσε το εαμικό κράτος από την άτυπη διεθνή αναγνώριση που
απολάμβανε, έκφραση της οποίας ήταν τα άφθονα εφόδια και οι χρυσές
λίρες που του έστελναν οι Βρετανοί.
Αντίθετα, για τη συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων δεν θεωρούνταν
νόμιμη η βία που ασκούσε η κατοχική ελληνική κυβέρνηση η οποία δεν
κατάφερε να προστατέψει τη ζωή και την περιουσία των Ελλήνων
πολιτών. Η αρπαγή του πλούτου της χώρας, οι εκατοντάδες χιλιάδες
νεκροί από την πείνα και οι «εξαφανισμένοι» Έλληνες πολίτες εβραϊκής
καταγωγής αποδεικνύουν την αποτυχία της διοίκησης του δωσίλογου
κατοχικού κράτους. Την ανάγκη για μια άλλη κρατική αρχή ήρθε να
καλύψει το ΕΑΜ το οποίο κατάφερε σε μεγάλο βαθμό να εμπεδώσει το
αίσθημα της ασφάλειας στην ύπαιθρο. Το ΕΑΜ ένωσε το μεγαλύτερο
μέρος των κατοίκων των ορεινών περιοχών, τους ενθουσίασε και τελικά
τους κινητοποίησε μαζικά σε μια κοινή αντιφασιστική δράση.
Κινητήριος δύναμη και οργανωτής της αντίστασης ήταν το ΚΚΕ, τα
στελέχη του οποίου είχαν την πείρα και τη τεχνογνωσία της οργανωμένης
επαναστατικής δράσης. Όμως το ΚΚΕ περισσότερο ελεγχόταν από το ΕΑΜ
παρά το έλεγχε καθώς οι επιλογές του κατά τη διάρκεια της Κατοχής
έδειχναν ότι ήταν προσανατολισμένο καταρχήν προς τον
εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα και όχι προς τη σοσιαλιστική επανάσταση.
Στη βάση αυτή οι κομμουνιστές αξιοποίησαν την γνωστή (ήδη από τον
προηγούμενο αιώνα) συνταγή επαναστατικής κινητοποίησης των
ανθρώπων στο όνομα του έθνους.
Πράγματι, στην επιτυχία του αντάρτικου καθοριστική στάθηκε η εμπειρία
των ένδοξων αγώνων του παρελθόντος και ειδικά του πολέμου της
Αλβανίας και του 1821. Ο πόλεμος της Αλβανίας είχε δώσει στους
χωρικούς έντονη αυτοπεποίθηση μέσα από μια εμπειρία συλλογικής

δράσης κατά την οποία είχαν πετύχει μεγάλη νίκη. Ακόμη μεγαλύτερη
ήταν στο συμβολικό επίπεδο η επίδραση της μνήμης της επανάστασης του
1821. Οι πρόσφατα εντασσόμενοι σε μαζικές συμμετοχικές διαδικασίες
νεαροί Επονίτες, φρουρούσαν με το όπλο τους το χωριό τους από
ενδεχόμενη επιδρομή των Ιταλών ή των Γερμανών, έχοντας ως πρότυπο
αγωνιστή και ήρωα τον Κολοκοτρώνη, τον Καραϊσκάκη και τους άλλους
αγωνιστές του 21, που όπως και αυτοί πολεμούσαν για την αξία της
ατομικής και της συλλογικής (εθνικής) ελευθερίας.

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful