Digitized by 10uk1s

ΓΙΑΝΝΗ Α. ΚΑΤΡΗ

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΥ
(Ελλάδα 1960 - 1974)

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ
1974

Digitized by 10uk1s

Η «ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΥ» TOY ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΤΡΗ ΠΡΩΤΟΒΓΗΚΕ ΤΟ 1971
ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ (Δ. ΕΥΡΩΠΗ) ΚΑΙ ΣΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ (ΑΜΕΡΙΚΗ - ΚΑΝΑΔΑ).
ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΕΙΧΕ ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΕΙ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ. ΤΥΠΩΘΗΚΕ
ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΠΑΠΑΖΗΣΗ ΣΕ ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ ΣΤΑ
ΜΟΝΟΤΥΠΙΚΑ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑΤΑ Φ. ΤΣΙΡΩΝΗ ΤΟΝ ΔΕΚΕΜΒΡΗ ΤΟΥ 1974.

Ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου ανήκει στα κορυφαία στελέχη της ελληνικής δημοσιογραφίας.
Γόνος στρατιωτικής οικογένειας τριών γενεών μεγάλωσε στην ατμόσφαιρα των δυο μεγάλων
παγκόσμιων πολέμων. Από την εφηβική ηλικία έστρεψε τα ενδιαφέροντά του στα κοινωνικά και
πολιτικά προβλήματα των μεσοπολέμων. Τα πρώτα του ποιήματα και διηγήματα δείχνουν έντονη την
αγάπη προς τον απλό άνθρωπο, τον πολλαπλά καταπιεσμένο, καθώς και ένα δηκτικό σαρκασμό προς
το μιλιταρισμό και την ξένη προστασία. Ο Κάτρης πήρε μέρος στον πόλεμο 1940-1941 σαν απλός
στρατιώτης, τραυματίσθηκε και παρασημοφορήθηκε.
Επαγγελματικά ασχολήθηκε μόνο με τη δημοσιογραφία. Πάνω από 30 χρόνια διετέλεσε πολιτικός
συντάκτης, αρθρογράφος ή αρχισυντάκτης εφημερίδων. Στην περίοδο της ναζιστικής κατοχής πήρε
μέρος στην Εθνική Αντίσταση και δούλεψε στον παράνομο τύπο.
Για τις δημοκρατικές ιδέες του συνελήφθη κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου (1947) και επί
πέντε χρόνια δοκίμασε όλες τις τρομερές εμπειρίες της Μακρονήσου.
Μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα της 21 Απριλίου 1967 διέφυγε στο εξωτερικό και εγκαταστάθηκε
στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου έγραψε το βιβλίο αυτό. Από το 1971 ως την Απελευθέρωση παρέμεινε
στο Λονδίνο.

Digitized by 10uk1s

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το χρονικό της τελευταίας ελληνικής δεκαετίας (1960 -1970), που πραγματεύεται αυτό το βιβλίο,
μπορεί να θεωρηθεί σαν ένα κεφάλαιο των πολύ πιο μακρόχρονων, των σχεδόν συνεχών, εθνικών
και κοινωνικοπολιτικών συγκρούσεων που διεξάγονται σε τούτη την πανάρχαιη και πανέμορφη
γωνιά της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Μια εξήγηση για την πολυτάραχη ιστορία της Ελλάδας είναι η
ιδιόμορφη γεωπολιτική της θέση. Άλλοτε ήταν το σταυροδρόμι των δυο κόσμων, Ανατολής και
Δύσεως. Σήμερα, με τις καινούργιες ιδεολογικές και στρατηγικές διαμορφώσεις, συνορεύει — από
ξηρά ή από θάλασσα — και με τους τέσσερις κόσμους, τον δυτικό (Ιταλία, Τουρκία), τον ανατολικό
(Βουλγαρία), τον ουδέτερο (Γιουγκοσλαβία, Αίγυπτος) και τον κινέζικο (Αλβανία). Οπωσδήποτε, οι
ρίζες των αντιθέσεων ξεκινάνε από την επαναστατική αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού (1821) και
τη δημιουργία του ανεξάρτητου κράτους των Νεοελλήνων (1830). Στον ενάμιση περίπου αιώνα
ελεύθερου βίου οι δυο κόσμοι που συγκρούονται φαίνονται μικροί. Αλλά το βαθύ περιεχόμενο της
διαπάλης τους εκτείνεται σε διαστάσεις παγκοσμιότητας. Είναι μια μικρογραφία της προαιώνιας και
παντοτινής αντιθέσεως των δυνάμεων της προόδου και της συντηρήσεως, για να μην πούμε των
δυνάμεων του καλού και του κακού.
Στην περίπτωση της Ελλάδας — και όχι μόνο της Ελλάδας — αντίπαλες δυνάμεις είναι: η
δημοκρατική πλειοψηφία του λαού, που αγωνίζεται να λυτρωθεί από την κοινωνική καθυστέρηση,
ν' αποχτήσει γνήσια εθνική ανεξαρτησία και να πραγματοποιήσει το δράμα μιας αναγεννήσεως,
μέσα στα πλαίσια της δημοκρατίας, της οικονομικής αναπτύξεως και της πνευματικής ανόδου. Στην
άλλη πλευρά του λόφου υψώνει το φράγμα της μια υπερσυντηρητική ολιγαρχία, συνδεδεμένη με
ξένα οικονομικά συμφέροντα και άρρηκτα εξαρτημένη από εναλλασσόμενες ξένες «Προστάτιδες
Δυνάμεις». Πολιτικά η ολιγαρχία εκφράζεται από το εκάστοτε κόμμα της δεξιάς, αλλά ουσιαστικός
ηγέτης της είναι η μοναρχία. Το ιδεολογικό της περίβλημα ποικίλλει κατά εποχές. Παλιότερα ήταν η
«Μεγάλη Ιδέα», που περιέκλειε το ανεδαφικό (και ιμπεριαλιστικό) όνειρο της ανασυστάσεως της
βυζαντινής αυτοκρατορίας, με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη... Έπειτα ο αντιβενιζελισμός.
Αργότερα ο αντικομμουνισμός. Πάντοτε όμως γνήσια ιδεολογία της ολιγαρχίας ήταν και παραμένει
το μίσος κατά της δημοκρατίας και της προόδου.
Κατά την τελευταία δεκαετία που εξιστορούμε αναδύεται ανάγλυφο το σχήμα του ελληνικού
κατεστημένου. Κορμός του το τρίπτυχο της οικονομικής ολιγαρχίας, της μοναρχίας και της ξένης
κηδεμονίας. Πολιτικό προσωπείο του το κόμμα της εγγυημένης εθνικοφροσύνης. Και δυναμικός
βραχίονας ο στρατός και τα σώματα ασφαλείας. Στο προσκήνιο υπάρχει η νόμιμη κυβέρνηση, αλλά
στο παρασκήνιο λειτουργεί η υπερκυβέρνηση. Πίσω — ή μάλλον πάνω — από το επίσημο κράτος
δρα το ανεπίσημο υπερκράτος. Οι νόμοι ψηφίζονται βάσει του Συντάγματος της χώρας, αλλά
εφαρμόζονται — ή δεν εφαρμόζονται — στο πλαίσιο ενός άγραφου υπερσυντάγματος. Έτσι, πίσω
από τη βιτρίνα μιας αναιμικής δημοκρατίας κυριαρχούν τα τρία «Υ
Υ π έ ρ », οργανικά στοιχεία του
κατεστημένου, απαραίτητα για να νοθεύουν τις εκλογές, να εκβράζουν δολοφόνους των
υπεροχληρών αντιπάλων και δικαστές που θα καλύπτουν το έγκλημα, βασίλισσες και βασιλιάδες
για να πρακτορεύουν ξένα συμφέροντα, ή συνταγματάρχες για να καταλύουν τους θεσμούς στις
κρίσιμες ώρες.
Η διαδρομή της ιστορίας εμφανίζει το ελληνικό κατεστημένο αδίστακτο και αδυσώπητο στην
εφαρμογή της στρατηγικής του, που είναι η αδιαφιλονίκητη διατήρηση των λαβών της εξουσίας. Η
κλιμάκωση των μεθόδων σταθμίζεται από την έκταση του αντιμετωπιζόμενου κινδύνου και από το
«πράσινο φως» (ή και το κόκκινο ) που θα εκπέμψει η ξένη κηδεμονία. Όταν η διαφθορά και η
αστυνομική φοβία αποδείχνονται ανεπαρκή όπλα κινητοποιείται η δύναμη του στρατού. Και όταν
και η ιθαγενής ένοπλη βία είναι ανίσχυρη, τότε κατόπιν εκκλήσεων — ή και χωρίς εκκλήσεις —
σπεύδει να βοηθήσει με στρατεύματα η «Προστάτις Δύναμις» ή εγκαθιδρύεται καθεστώς
δικτατορίας.
Digitized by 10uk1s

Στην τελευταία κατηγορία αντιστοιχεί το στρατιωτικό πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967.
Για την εξουδετέρωση και καθυπόταξη μιας γιγαντωμένης δημοκρατικής λαϊκής πλειοψηφίας είχαν
δοκιμαστεί όλα τα συνταγματικά και υπερσυνταγματικά όπλα. Αλχημιστικά εκλογικά συστήματα,
χρήση λελογισμένης βίας (προ του 1960), απροκάλυπτη εκλογική βία και νοθεία το 1961,
«εκπαραθύρωση» του νόμιμου πρωθυπουργού το 1965, αναρχικές εκδηλώσεις σκηνοθετημένες
από την CIA, όλα είχαν χρησιμοποιηθεί και όλα είχαν αποδώσει αρνητικά αποτελέσματα. Και
προκειμένου «να είμαστε με τους χαμένους» (όπως ελέχθη στο Σταίητ Ντιπάρτμεντ) «προτιμότεροι
οι στρατηγοί».
Βέβαια, έγινε μια απρόβλεπτη «αλλαγή φρουράς» και αντί των στρατηγών την εξουσία νέμονται οι
συνταγματάρχες. Σ' αυτή την ταχυδακτυλουργία ο ρόλος του στρατηγού Ζωιτάκη, του μετέπειτα
Αντιβασιλέα, που μεταπήδησε την τελευταία στιγμή από τη μεγάλη Χούντα του Κωνσταντίνου στη
μικρή Χούντα του Παπαδόπουλου, φωτίζει μια άγνωστη πτυχή του ελληνικού δράματος. Και αν όχι
τίποτε άλλο, μας αποκαλύπτει την ηθική ποιότητα των σωτήρων και αναμορφωτών της κοινωνίας.
Αλλά για τη μοίρα του ελληνικού λαού η ξαφνική αλλαγή δεν είχε σημασία. Οι Έλληνες — όπως όλοι
οι λαοί — δεν κάνουν εκλεκτική διάκριση των τυράννων. Απλώς αποστρέφονται την τυραννία. Η
τραγική ουσία ήταν η εισβολή του νεοφασισμού, (για πρώτη φορά σε ευρωπαϊκή χώρα έπειτα άπο
ένα τέταρτο αιώνα), που γύρισε τον τροχό της ιστορίας τριάντα χρόνια πίσω.
Στρατηγοί... Συνταγματάρχες. Τι σημασία μπορούσε να έχει η αλλαγή των ρόλων; Σκηνοθέτες και
υποβολείς έμειναν οι ίδιοι. Και, φυσικά, όλα εκτυλίχτηκαν με τη νομοτελειακή ακρίβεια
ελεγχόμενης θεομηνίας.
Η ολιγαρχία σταθεροποίησε και διηύρυνε τα προνόμιά της. Το ξένο αποικιακό κεφάλαιο εφόρμησε
ακάθεκτο. Και το στρατιωτικό καθεστώς επέδειξε αξιοθαύμαστη ατλαντική αλληλεγγύη, όταν σ' ένα
νεύμα της Τουρκίας — και του NATO — έσπευσε ν' αποσύρει τον ελληνικό στρατό από την Κύπρο
(1967).
Με το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου συμπληρώνεται ένας δεκαετής κύκλος καταπνίξεων της
λαϊκής κυριαρχίας. Ο κύκλος άρχισε με το εκλογικό πραξικόπημα του 1961, προχώρησε με το
βασιλικό πραξικόπημα του 1965 και κλείνει — προσωρινά — με τη δικτατορία του 1967. Η ιστορική
αυτή έρευνα φωτίζει έντονα την οργανική αλληλοσύνδεση και αλληλοεξάρτηση του δεκαετούς
τρίπτυχου των βιασμών της δημοκρατίας. Οι ομοιότητες, άλλωστε, είναι ολοφάνερες: Και στα τρία
εγχειρήματα προβλήθηκε σα δικαιολογία ο κομμουνιστικός κίνδυνος. Και τα τρία εκπορεύθηκαν
από την παράταξη της δεξιάς. Και στα τρία χρησιμοποιήθηκε είτε η δύναμη είτε η δυναμική απειλή
του στρατού. Και στα τρία ήταν δεδομένη η θετική συμπαράσταση του NATO και των αμερικανικών
υπηρεσιών.

Ο στρατός με τον κυριαρχικό ρόλο που διαδραμάτισε, ιδιαίτερα στην τελευταία πράξη της ελληνικής
τραγωδίας, μας προσφέρει μια εφαρμοσμένη όψη του κρίσιμου προβλήματος που αντιμετωπίζουν
οι σύγχρονες κοινωνίες σ' όλο τον κόσμο. Εννοούμε το φαινόμενο της μεταπολεμικής αυτόνομης
ισχύος των ενόπλων δυνάμεων. Η επίδραση του στρατού στη διαμόρφωση της πολιτικής των
κρατών και συνασπισμών γίνεται κάθε μέρα αποφασιστικότερη. Ο ψυχρός πόλεμος και ο
ανταγωνισμός των εξοπλισμών οδήγησε μεν στη λεγόμενη «ισορροπία του τρόμου», αλλά
παράλληλα μετέτρεψε τους στρατούς σε ιερά τέρατα, που συνεχώς αποδεσμεύονται από τον έλεγχο
της πολιτικής εξουσίας. Στην Ελλάδα το 1965 ένας πρωθυπουργός, με τεράστια λαϊκή ακτινοβολία
διώχτηκε επειδή τόλμησε ν' αγγίξει το «ταμπού» των ενόπλων δυνάμεων. Το ίδιο περίπου έχει
συμβεί στην Τουρκία, στον Άγιο Δομίνικο, στη Βραζιλία και σε μια σειρά άλλες χώρες. Και κάποιο
Digitized by 10uk1s

ανάλογο πρόβλημα αντιμετωπίζουν το Ισραήλ, η Ιταλία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και άλλα κράτη.
Όταν ο συντηρητικός Αϊζενχάουερ αναγκάζεται να επισημάνει την απειλή που προέρχεται από το
«στρατιωτικό - βιομηχανικό σύμπλεγμα» δεν χωρούν πολλές αμφιβολίες για το ότι η αύξουσα
ανεξαρτητοποίηση του αμερικανικού στρατού είχε αποκτήσει τη δύναμη να επηρεάζει τις
προσπάθειες ειρηνεύσεως στο Βιετνάμ, να εμποδίζει τη διεθνή συνεννόηση, να απειλήσει
μελλοντικά την ίδια την αμερικανική δημοκρατία και να θέσει σε κίνδυνο την παγκόσμια ειρήνη. Το
ουσιώδες σημείο του προβλήματος δεν είναι αν η αμερικανική —ή οποιαδήποτε— στρατιωτική
δύναμη πράττει ή δεν πράττει αυτά. Το ουσιώδες είναι ότι δύναται να τα πράξει. Και οπωσδήποτε
εκείνο που πράττει είναι η κατασκευή φόβου και διεθνούς εντάσεως.
Απλουστευμένη η έννοια της δυνατότητας αυτής είναι ότι η στρατιωτική δύναμη που κατεξοχήν
οφείλει υπακοή στη θέληση του έθνους δύναται να χαράξει κατευθυντήριες γραμμές εναντίον της
εθνικής θελήσεως. Αρκεί ν' αναλογισθεί κανείς το τρομακτικό ύψος της ισχύος που αντιπροσωπεύει
ο στρατός των Ηνωμένων Πολιτειών με τις 3400 βάσεις του, που είναι εγκατεστημένες σε τριάντα
χώρες, με τους θερμοπυρηνικούς διηπειρωτικούς πυραύλους του και με τη συμμαχία του
βιομηχανικού κεφαλαίου, για να συλλάβει το μέγεθος του κινδύνου που περικλείει όχι αυτή καθ'
εαυτή η στρατιωτική δύναμη, αλλά η αυτονομία της στρατιωτικής δυνάμεως 1.
Όταν αυτά συμβαίνουν στις υπεραναπτυγμένες και πλούσιες χώρες, όπου η δημοκρατία
εξακολουθεί — ακόμη — να λειτουργεί, εύκολα κατανοείται πόσα ανεξέλεγκτος είχε καταστεί ο
ρόλος του στρατού στην Ελλάδα, όπου η δημοκρατία τελούσε σε κατάσταση μόνιμης
υπολειτουργίας. Ένοπλη δύναμη 200.000 ανδρών (επί πληθυσμού οκτώ εκατομμυρίων), άριστα
εξοπλισμένη, μη υποκείμενη στον έλεγχο της πολιτικής εξουσίας, αλλά ελεγχόμενη από τις
καινούργιες θεότητες του NATO και του Πενταγώνου, δεν δυσκολεύτηκε να στραγγαλίσει την
ημιπαράλυτη ελληνική δημοκρατία μ' ένα στρατιωτικό περίπατο από το Γουδί ως την καρδιά της
Αθήνας.
Σήμερα που οι συνταγματάρχες αγωνίζονται να σταθεροποιήσουν την κατοχή της εξουσίας ένα από
τα «έργα» τους, που με υπερηφάνεια επιδείχνουν, το πιο μακρόπνοο, αλλά και το πιο ολέθριο, είναι
η συνταγματική (άρθρα 129 - 132) και νομοθετική (διάταγμα 58) κατοχύρωση του στρατού σαν
μόνιμου και κυρίαρχου παράγοντα της εθνικής ζωής, φορέα όχι μόνο της στρατιωτικής, αλλά και της
πολιτικής και πολιτειακής εξουσίας. Αν, δηλαδή, οι μελλοντικές εξελίξεις πηγάσουν από π ο λ ι τ ι κ ή
λύση και περιχαρακωθούν μέσα στο ψευτοσύνταγμα της Χούντας, ή και σε κάποιο άλλο που θα
περιφρουρεί τα στεγανά καρκινώματα των ενόπλων δυνάμεων, οι μεταπελευθερωτικές
κυβερνήσεις θα έχουν υπεράνω αυτών παντοδύναμο, ανεξάρτητο και ανεξέλεγκτο το φόβητρο της
στρατιωτικής δυνάμεως, μια άμεση και σοβαρή απειλή για την εθνική επιβίωση. Με άλλα λόγια, θα
είναι νομιμοποιημένη η διαιώνιση μιας μεταμφιεσμένης δικτατορίας, με επικρεμάμενο τον κίνδυνο
υποτροπής και επιστροφής στο χωρίς μάσκα καθεστώς της Τυραννίας, μέχρις ότου η λύτρωση έρθει
με τη λαϊκή δύναμη.

Η τελευταία ελληνική δεκαετία χωρίζεται σε δυο ιστορικές περιόδους, την προδικτατορική και την
δικτατορική. Σε τούτο το βιβλίο και οι δυο περίοδοι φωτίζονται με το ί δ ι ο σκληρό φως, το φως που
εκπέμπουν τα γεγονότα, χωρίς καμιά προσπάθεια να υπερτονισθεί η αντίθεση μεταξύ τους. Ίσως,
μάλιστα, η ωμή απεικόνιση της προχουντικής καταστάσεως, με τους αλλεπάλληλους τραυματισμούς
της δημοκρατίας, έχει προκαλέσει σε ορισμένους ξένους αναγνώστες τη σκέψη ότι η ολοκληρωτική
κατάλυση της ελληνικής δημοκρατίας στις 21 Απριλίου από τους συνταγματάρχες δεν ήταν και τόσο
αναιτιολόγητο έγκλημα. Αυτή την παρατήρηση μου έκανε ένας καθηγητής του πανεπιστημίου της
Νέας Υόρκης (από τα γερά μυαλά της Αμερικής), που διάβασε το χειρόγραφο του βιβλίου. Η
πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική. Και οπωσδήποτε δεν είναι στις προθέσεις μου να
Digitized by 10uk1s

κατευθύνω τους αναγνώστες προς αυτόν τον παραπλανητικό συλλογισμό. Πριν από τις 21 Απριλίου
η δημοκρατία στην Ελλάδα είχε περιπέσει σε κατάσταση αποσυνθετικής υπολειτουργίας. Αλλά
πλησίαζε το τέλος της ανωμαλίας. Ο λαός είχε βρει το σωστό προσανατολισμό του και οι εκλογές
της 28 Μαΐου 1967 θ' άνοιγαν το δρόμο προς γνήσιες δημοκρατικές εξελίξεις. Επομένως, η
δυναμική παρέμβαση των συνταγματαρχών (ένα μήνα πριν από τις εκλογές) δεν έγινε για να
λυτρώσει τη χώρα από το αντιδημοκρατικό καθεστώς της δεξιάς (που δεν θα ήταν θανάσιμο
έγκλημα). Έγινε για ν' αναστρέψει την ιστορική πορεία του έθνους, που βάδιζε προς την κοινωνική
και πνευματική του αναγέννηση. Και αυτό ήταν θανάσιμο έγκλημα.

Η συγγραφή του βιβλίου αυτού παρουσίασε αρκετές αντικειμενικές δυσκολίες. Η πρώτη του πηγή
ήταν σημειώσεις από τις συχνές επαφές και συνομιλίες μου με τον Γεώργιο Παπανδρέου. Ο
αλησμόνητος ηγέτης με τίμησε επί 30 χρόνια με την προσωπική του φιλία. Και ομολογώ ότι έκανα
όχι χρήση, αλλά κατάχρηση της εμπιστοσύνης του. Σε κάθε κρίσιμη στιγμή, σε κάθε δύσκολο
πρόβλημα, ζητούσα και είχα τις πολύτιμες γνώμες του, καθώς και απόρρητες πληροφορίες, οι
οποίες όμως ποτέ δεν είδαν το φως της δημοσιότητας. Με το θάνατο του Παπανδρέου η
επαγγελματική και φιλική δέσμευση τερματίζεται. Στο αρχείο μου βρήκα επίσης σημειώσεις από
προσωπικές συνομιλίες που είχα με άλλους πρωταγωνιστές του ελληνικού δράματος. Ορισμένες
σημειώσεις αποκτούν σήμερα ιστορική αξία και τεκμηριώνουν αναπόδεικτες ως τώρα όψεις
γεγονότων.
Μ' αυτή την πρώτη ύλη του βιβλίου ήρθα στην Αμερική, τον Οκτώβριο του 1967. Το πώς πέρασε το
πολύτιμο υλικό από την αυστηρή επαγρύπνηση της δικτατορίας είναι μια μικρή Οδύσσεια. Μια
άλλη μεγαλύτερη Οδύσσεια ήταν αργότερα η απόκτηση της απαραίτητης ελληνικής και ξένης
βιβλιογραφίας, ενός πλήθους αποκομμάτων από εφημερίδες και περιοδικά, καθώς και πολλών
άλλων στοιχείων που αφορούσαν γεγονότα της χουντικής περιόδου και δεν υπήρχαν εκτός Ελλάδας.
Έχω ένα μεγάλο ηθικό χρέος σε σημαντικό κύκλο φίλων μου, που χάρη στη φωτισμένη συμβολή
τους — και την αυτοθυσία τους — έγινε δυνατή η συγκέντρωση του απαραίτητου υλικού και η
συγγραφή του βιβλίου. Αποφεύγω να τους κατονομάσω για λόγους ευνόητους... Και μια τελευταία
πηγή υπήρξε η προσωπική μου εμπειρία. Επί τριάντα χρόνια που κράτησα τη σκοπιά του πολιτικού
συντάκτη και κατά καιρούς του αρχισυντάκτη αθηναϊκών εφημερίδων έζησα από πολύ κοντά και το
προσκήνιο, αλλά και το παρασκήνιο της ελληνικής πολιτικής ζωής.
Οφείλω να ομολογήσω ότι το πιο δύσκολο πρόβλημα που ωρθώθηκε μπροστά μου ήταν το
πρόβλημα της λεγόμενης αντικειμενικότητας. Όταν είσαι τοποθετημένος στην πλευρά της
δημοκρατίας και της προόδου δεν είναι δυνατό να ατενίζεις, με πλήρη αφαίρεση του εαυτού σου,
τη σύγκρουση δυνάμεων που αντιπροσωπεύουν τους θύτες και τα θύματα. Ξέρω την
αγγλοσαξωνική συνταγή: παράθεση των γεγονότων, αποφυγή επιθέτων και τίποτα άλλο. Αλλά είναι
ανθρώπινο να μένει κανείς ψυχρός παρατηρητής στο θέαμα ενός κοριτσιού που το βιάζουν
οπλισμένοι κακοποιοί, όταν μάλιστα οι βιαστές είναι όργανα του Νόμου και της Τάξεως; Ή όταν
κάποιος άξεστος συνταγματάρχης αποκαλεί «πνευματικά στείρο» τον ποιητή Σεφέρη, τιμημένο με
το βραβείο Νόμπελ;
Δεν ισχυρίζομαι ότι έδωσα την ορθή λύση στο πρόβλημα της αντικειμενικότητας. Ισχυρίζομαι όμως
ότι ο σεβασμός προς την Αλήθεια και τη Δικαιοσύνη δεν λείπει από τούτο το βιβλίο.
Μιννεάπολη, Αμερική
ΓΙΑΝΝΗΣ Α. ΚΑΤΡΗΣ

Digitized by 10uk1s

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Digitized by 10uk1s

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι
Η ΝΥΧΤΑ ΤΩΝ ΤΑΝΚΣ
«Το Έθνος μας είναι σε αναβρασμό. Οι φοιτητές επαναστατούν και διαπράττουν βιαιότητες. Οι
κομουνιστές επιζητούν να καταστρέψουν τη χώρα μας. Χρειαζόμαστε Νόμο και Τάξη... Ναι,
χωρίς Νομό και Τάξη το έθνος μας δεν μπορεί να επιζήσει...»
Αδόλφος Χίτλερ, Αμβούργο 1932.

Εκείνη η απριλιάτικη νύχτα στην Αθήνα ήταν η αποθέωση της ανοιξιάτικης ομορφιάς. Οι
λουλουδιασμένες δεντροστοιχίες, οι γλάστρες στα μπαλκόνια και ο βασιλικός κήπος σκόρπιζαν
μεθυστικά αρώματα, που ενώνονταν με την αύρα του Σαρωνικού.
Δυο μετά τα μεσάνυχτα.
Σχεδόν ερημιά στους δρόμους της Αθήνας. Και οι λιγοστοί διαβάτες, ναρκωμένοι από την έκσταση
της ανοιξιάτικης βραδιάς, αργοδιάβαιναν προς τα σπίτια τους. Και αύριο έτσι θάναι...
Η Σκιά προχωρούσε μέσα στο σκοτάδι. Είχε ανηφορίσει από το Κουκάκι τη λεωφόρο Συγγρού και
τώρα έμπαινε στην Αμαλίας. Οι θεόρατες κολώνες του Ολυμπίου Διός φάνταζαν από μακριά σα
γιγάντιος χορός αρχαίας τραγωδίας, που είκοσι τόσους αιώνες δεν κουράστηκε να παραστέκεται
πιστός θαυμαστής του λιτού κάλλους του αντικρινού Παρθενώνα.
Η Σκιά δεν ήξερε από αρχαία ελληνική Ιστορία. Και δεν είχε ανεβεί ποτέ στον ιερό βράχο. Ήταν μια
ταπεινή καθαρίστρια, γύρω στα εξήντα, που ο κόσμος όλος γι' αυτήν ήταν το σπιτικό της. Μα το
σπιτικό της, τώρα και κάμποσα χρόνια, ήταν λειψό. Εκεί στα 1948 ή 49, δε θυμότανε καλά, είχε
χάσει τον άντρα της. Καλός άνθρωπος, δουλευτής, αγαπούσε τη γυναίκα του και τα παιδιά του, δυο
αγόρια δίδυμα. Αλλά τότε στην Κατοχή είχε μπλέξει με την αντίσταση. Πολέμησε τους Γερμανούς
ναζί στο βουνό. Λαβώθηκε δυο - τρεις φορές, πιάστηκε, βασανίστηκε, δραπέτευσε. Δόξα σοι ο Θεός,
όλα πήγαν καλά. Κι όταν λευτερώθηκε η πατρίδα, στις 12 Οκτωβρίου 1944 — τη θυμάται πάντα
εκείνη τη μεγάλη μέρα, που ο λαός ξεχύθηκε στους δρόμους και γιόρταζε ξέφρενα τη λευτεριά του
— ο άντρας εκείνος που είχε τη σκληράδα του βράχου πήγε στην εκκλησία και άναψε ένα κερί. Και
έκλαψε. Ναι, έκλαψε — πρώτη φορά στη ζωή του.
Τη θυμάται καλά αυτή τη σκηνή η Σκιά και την ξαναφέρνει στη θύμησή της, καθώς προχωρεί για να
στρίψει στη Βασιλίσσης Σοφίας.
Αλλά να, το μυαλό της δεν μπορεί να χωρέσει τα κατοπινά. Τρεις μήνες έπειτα από την
Απελευθέρωση η αστυνομία χτύπησε την πόρτα του σπιτιού.
Στο αστυνομικό τμήμα δεν του έκαναν πολλές ερωτήσεις:
—Πού ήσουνα στην Κατοχή;
—Πάνω στο βουνό.
—Με ποιους;
—Με κείνους που πολέμαγαν τους Γερμανούς.
—Πάρτε τον...
Digitized by 10uk1s

Πέρασε αργότερα από στρατοδικείο. Η κατηγορία ήταν ότι «συνήργησε» στο φόνο 147
εθνικοφρόνων πολιτών που βρέθηκαν τα πτώματά τους στην «πηγάδα« του Μελιγαλά. Άσκοπα
προσπάθησε να εξηγήσει ότι δεν είχε πάρει μέρος στη μάχη του Μελιγαλά, ότι δεν είχε πατήσει
ποτέ το πόδι του στο Μωρηά και ότι στα χρόνια της Κατοχής πολεμούσε στη Ρούμελη και στη
Θεσσαλία. Πουθενά αλλού.
—Και ποιος σε παρέσυρε στο βουνό; τον ρώτησε ένας στρατοδίκης.
—Η συνείδησή μου.
Καταδικάστηκε παμψηφεί «εις θάνατον». Και έζησε τρία χρόνια στη φυλακή. Στην αρχή η αγωνία
του μελλοθάνατου δεν τον άφηνε να κοιμηθεί. Αργότερα το συνήθισε κι αυτό.
Με το πέρασμα του καιρού άρχισε να πιστεύει ότι τον είχαν ξεχάσει. Όταν όμως σκοτώθηκε κάποιος
υπουργός, τότε το κράτος — που δεν είχε αποβάλει την κατοχική φιλοσοφία του ναζισμού περί
συλλογικής ευθύνης — θέλησε να ξεπλύνει το αίμα του υπουργού μέσα σ' ένα ποτάμι «εχθρικού»
αίματος. Και η εύκολη λεία ήσαν οι ξεχασμένοι μελλοθάνατοι της φυλακής. Ξεσκονίστηκαν παλιές
δικογραφίες και δόθηκαν «προς άμεσον εκτέλεσιν». Οι Γερμανοί συνήθιζαν να σκοτώνουν 200
Έλληνες για κάθε Γερμανό στρατιώτη. Αλλά εδώ δεν ήταν στρατιώτης. Ήταν υπουργός...
Η γυναίκα του δεν ήξερε τίποτα. Τέσσερις ημέρες αργότερα, στο «επισκεπτήριο» της Πέμπτης, πήγε
να τον δει και να του πάει μαγειρεμένο φαΐ.
—Τι περιμένεις; τη ρώτησε ένας φύλακας.
—Τον άντρα μου.
—Δεν ξέρω, της αποκρίθηκε κοροϊδευτικά, αν είναι στην κόλαση ή στον παράδεισο. Εδώ πάντως δεν
είναι...
Τα θυμάται όλα αυτά καθώς περπατάει. Και νοιώθει ένα σούβλισμα στην καρδιά και στο μυαλό.
Είχε στρίψει στα ανθοπωλεία και άρχισε ν' ανεβαίνει την Βασιλίσσης Σοφίας. Τότε έσκισε το σκοτάδι
η στριγκλιά:
—Αλτ, ή πυροβολώ !
Σάστισε. Και είδε. Ένας πελώριος γίγαντας από ατσάλι, ένα τανκ, της έφραζε το δρόμο. Μια κάνη
έτοιμη να ρίξει ήταν στραμμένη απάνω της. Και πίσω από το τανκ, και πλάι, άλλα ατσαλένια τέρατα.
—Πίσω! Απαγορεύεται. (Πάλι η στριγκλή φωνή).
Συγκέντρωσε τις δυνάμεις της και είπε:
—Πάω στο υπουργείο εδώ απέναντι. Είμαι καθαρίστρια. Θα χάσω το μεροκάματο.
—Φύγε, γιατί στην άναψα!
Το ατσάλι και η φωνή δεν αστειεύονταν. Η Σκιά έκανε πίσω και κάνοντας το σταυρό της χάθηκε στο
σκοτάδι.
Τ' άστρα τρεμόσβηναν. Ξημέρωνε η 21η Απριλίου 1967, η κοσμοσωτήρια ημέρα που η δημοκρατία
Digitized by 10uk1s

θάφτηκε στη γη που γεννήθηκε...
Δυο και τέταρτο η ώρα. Οδηγώντας από το Παλιό Φάληρο προς την Αθήνα, με ολάνοιχτα τα
παράθυρα του αυτοκινήτου, ένοιωθα το μυρωμένο ανασασμό από τις γλυσίνες και τα αγιοκλήματα.
Η παρουσία της ομορφιάς δεν σκιαζότανε από τίποτα. Κανένα προμήνυμα καταιγίδας.
Στο Ζάππειο, στην πολυθόρυβη πλατεία Συντάγματος, τίποτα το ξεχωριστό. Η συνηθισμένη κίνηση
της νυχτερινής Αθήνας. Οι σχεδόν μόνιμοι ξενύχτηδες, οι πελάτες των μπαρ και των καμπαρέ, οι
ταξιτζήδες προσμένοντας τον τελευταίο πελάτη, τα γκαρσόνια, οι μουσικοί, οι καθαρίστριες. Πού
και πού κάποιος αστυφύλακας της Τροχαίας. Αρκετοί ξένοι τουρίστες ξαπλωμένοι στις πολυθρόνες
του «Παπασπύρου», έξω στο πεζοδρόμιο, απολάμβαναν τη μουσική της ελληνικής νύχτας,
τιτιβίζοντας σ' όλες τις γλώσσες της υφηλίου. Κανένας δεν υποψιαζότανε ότι πίσω από τη ρουτίνα
και την ήμερη ομορφιά του Απρίλη είχε αρχίσει το ξετύλιγμα της τραγωδίας.
Στα γραφεία της εφημερίδας ο πολύπλοκος μηχανισμός λειτουργίας δούλευε απόψε κάπως νωθρά,
αλλά με την ίδια σχολαστική ακρίβεια. Στο γραφείο πληροφοριών η συζήτηση γύρω από τα
αποτελέσματα του ποδοσφαίρου είχε ζωηρέψει. Οι κλητήρες ανεβοκατέβαιναν τις σκάλες
μεταφέροντας τροφή στις λινοτυπικές μηχανές.
Στου αρχισυντάκτη το γραφείο ούτε ίχνος από τον πυρετό των «μεγάλων ημερών». Κάποιος
παραπονείται ότι δεν βρήκε χώρο για το αυτοκίνητό του. Ο αρχισυντάκτης με το ψαλίδι στο χέρι
κόβει φωτογραφίες. Συγκρατώντας ένα χασμουρητό, κυττάζει ταυτόχρονα τα δελτία των ξένων
πρακτορείων και απαντά από το τηλέφωνο «Όχι, τίποτα το σπουδαίο απόψε. Αναμασήματα.
Καληνύχτα».
Μόνος στο γραφείο μου. Μια ανεξήγητα άσχημη προαίσθηση μ' έχει ζώσει. Γιατί σ' αυτή την
πανέμορφη νύχτα νάχει εισχωρήσει η οσμή της νέκρας; Τι έχει πεθάνει απόψε και δεν το ξέρουμε;
Από πού έρχεται τούτο το προμήνυμα του ολέθρου; Πάνω στο τραπέζι ένα σημείωμα έγραφε: «Ώρα
1.30' πρωινή. Σας ζήτησε στο τηλέφωνο ο Γεώργιος Παπανδρέου. Είπε ότι είναι ανάγκη να του
τηλεφωνήσετε».
Δεν ήταν ασυνήθιστο ένα τηλεφώνημα του μεγάλου «Γέρου». Ήταν όμως ασυνήθιστη η ώρα. 1.30'
μετά τα μεσάνυχτα. Κι έπειτα είχαμε επικοινωνήσει στις 11 το βράδυ. Τι μεσολάβησε μέσα στη
νύχτα; Ας είναι. Θα το μάθουμε τώρα. Είχε γίνει η κίνηση του χεριού προς τη συσκευή του
τηλεφώνου, όταν την πρόλαβε το κουδούνισμα. Σήκωσα το ακουστικό.
—Μίλα καθαρά. Δεν καταλαβαίνω τι λες, είπα στην τρομαγμένη φωνή που ακουγόταν από την άλλη
άκρη του σύρματος.
—Έχουμε στρατιωτική δικτατορία, μπόρεσε να πει. Τα μηχανοκίνητα κατεβαίνουν από το Γουδί σε
σχηματισμό μάχης. Απαγορεύεται η κυκλοφορία. Γίνονται χιλιάδες συλλήψεις...
Σαν αστραπή άλλαξε το σκηνικό της εφημερίδας. Τα χασμουρητά διαδέχτηκε ο πυρετός. Μια μικρή
στρατιά από ρεπόρτερς ξεκίνησε τρέχοντας για να φέρει πληροφορίες. Τα τηλέφωνα δούλευαν
συνέχεια.
Σκέφτηκα ότι εκείνος που κινδύνευε περισσότερο από κάθε άλλον ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου.
Σχημάτισα τον αριθμό του τηλεφώνου του στο Ψυχικό. Με το πρώτο κουδούνισμα ακούστηκε μια
σπαρακτική γυναικεία φωνή:
—Ποιος είναι; Τι θέλετε;
Digitized by 10uk1s

—Είπα τ' όνομά μου.
—Τώρα μόλις πήραν τον άντρα μου. Είναι πληγωμένος. Θα τον σκοτώσουν. Βοηθείστε με να...
Ένα «κλικ» έκοψε στη μέση τη φωνή της Μάργκαρετ Παπανδρέου. Η γραμμή κόπηκε. Από κείνη τη
στιγμή όλη η Αθήνα, όλη η Ελλάδα βυθίστηκε σ' ένα βαθύ τηλεφωνικό ύπνο.
Χωρίς ελπίδα έκανα την απόπειρα να πάρω το Καστρί. Μάταιη προσπάθεια. Κομμένη η γραμμή. Ο
Γεώργιος Παπανδρέου είχε συλληφθεί σαν κοινός κακοποιός. Την ίδια τύχη είχε και ο
πρωθυπουργός Παναγιώτης Κανελλόπουλος, μερικοί υπουργοί του, ο κοινοβουλευτικός αρχηγός
της αριστεράς Ηλίας Ηλιού, πολλοί βουλευτές, δημοσιογράφοι, προσωπικότητες της τέχνης και της
επιστήμης και χιλιάδες απλών ανώνυμων ανθρώπων.
Από το ανοιχτό παράθυρο τα άστρα τρεμόσβηναν. Ένα γαλατένιο χρώμα απλωνότανε στον ουρανό
της Αθήνας.
οο0οο

Στο Ψυχικό, ένα πνιγμένο στα λουλούδια κοντινό προάστιο της Αθήνας, η παλιά αρχοντική βίλλα της
οδού Χρυσανθέμων δεν κοιμάται. Το φως στο μεγάλο χολλ είναι αναμμένο. Δυο άντρες κάθονται
στις πολυθρόνες αμίλητοι. Μοιάζει σα να περιμένουν κάτι.
—Πιστεύετε ότι όλα θα πάνε καλά; ρωτάει ο νεώτερος.
—Ναι!
Η σιωπή απλώνεται και πάλι. Ακούγεται ο ήχος του σπίρτου που ανάβει ο νεώτερος την πίπα του.
Και πάλι σιωπή.
Και οι δυο είναι Αμερικανοί. Δουλεύουνε για την CIA στην Ελλάδα. Και οι δυο αγαπούν τη χώρα που
τους έχουν στείλει να φρονιμέψουν. Αγαπούν τη ρετσίνα, τα ψάρια, τα νησιά και τη θάλασσα.
Αγαπούν ακόμη τα κορίτσια της Αθήνας. Γνήσιοι φιλέλληνες.
Το τηλέφωνο κουδουνίζει. Δεν το σηκώνει κανείς αμέσως. Δυο, τρία, τέσσερα... Στο πέμπτο
κουδούνισμα ο νεαρός σηκώνει το ακουστικό:
—Εσείς;
—Ναι, εγώ.
—Μπορώ να μιλήσω στον αρχηγό;
Ένα ανεπαίσθητο νεύμα από την απέναντι πολυθρόνα υπαγορεύει την απάντηση.
—Όχι. Είναι απασχολημένος. Πέστε σε μένα ό,τι έχετε να πείτε.
—Όλα εν τάξει.
—Απολύτως;
—Απολύτως.
Digitized by 10uk1s

—Καλά. Πάρτε με πάλι σε μια ώρα.
Ένα αδιόρατο χαμόγελο έσπασε την παγερή όψη του αρχηγού.
οο0οο

Στη μια και τέταρτο μετά τα μεσάνυχτα, στο σταυροδρόμι των Αμπελόκηπων, πρόβαλαν
βαρύγδουπα τα πρώτα τανκς με τα κανόνια και τα πολυβόλα στραμμένα κατά του εχθρού, κατά της
πολιτείας που κοιμότανε. Είναι Σέρμαν και Πάττον Μ - 47, απ' αυτά που εφοδιάζει η Αμερική τις
χώρες του NATO. Προχωρούν αργά σ' όλο το πλάτος της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας με τα
αριστοκρατικά μέγαρα και τους κρεμαστούς κήπους των μοντέρνων πολυκατοικιών. Εδώ δεξιά
ξεχωρίζει με τον καταπράσινο περίγυρό του το κατάλευκο αρχιτεκτονικό οικοδόμημα του
Γκρόπιους, η αμερικανική πρεσβεία. Η έδρα των αφεντικών. Τα μηχανοκίνητα όλο προχωρούν
ακολουθούμενα από μοτοσυκλετιστές. Ο ταξίαρχος Στυλιανός Παττακός διευθύνει την πολεμική
επιχείρηση. Κοιτάζει το ρολόι του, παίρνει και δίνει διαταγές με το ασύρματο - τηλέφωνο. Ο
ανθρωπάκος προσπαθεί να πάρει ύφος Πρώσσου βαρόνου. Πιστεύει ότι χαράσσει την ειμαρμένη
της Ελλάδας. Κάποτε είχε δει στο θέατρο μια όπερα του Βάγκνερ και από τότε — ποιος ξέρει γιατί —
κόλλησε στο αδύνατο μυαλό του ο Καλπασμός των Βαλκυριών. Ίσως αυτό να φταίει που φαντάζεται
τον εαυτό του βγαλμένο κατευθείαν από τους παλιούς γερμανικούς μύθους και σταλμένο από τη
μοίρα να σώσει τον τόπο από την κατάρα της δημοκρατίας. Ο θόρυβος που κάνουν τα μοτέρ και οι
ερπύστριες καθώς αυλακώνουν την άσφαλτο μετουσιώνεται από την αρρωστημένη τούτη ψυχή σε
θεία μουσική του Βάγκνερ. Το βλέμμα του απλώνεται στο σκοτάδι της νύχτας. Ίσως να θυμάται ότι
πριν 26 χρόνια, μια απριλιάτικη πάλι μέρα, τα θωρακισμένα του Γ' Ράιχ έμπαιναν στην Αθήνα από
την ίδια ακριβώς πύλη, στον ίδιο ακριβώς δρόμο. Και τότε κάποιος Φον... ορθός μέσα από τον
πυργίσκο του τανκ έδινε διαταγές και κατηύθυνε την πολεμική επιχείρηση της Αθήνας. Τότε τα
θωρακισμένα του Φύρερ. Απόψε τα τανκς του NATO.
Ο ταξίαρχος Παττακός ερευνά με τα κιάλια τον πλατύ δρόμο που ξεδιπλώνεται μποστά του. Ερημιά.
Καθώς η φάλαγγα κινείται ξεπροβάλλει μέσα στα κτίρια η Ακρόπολη σε μια υποψία πορφυρένιας
όψης, σα ντροπιασμένη για τα όσα γίνονται στην πολιτεία των τριών χιλιάδων χρόνων. Ανθρώπινη
ψυχή πουθενά. Με τον ασύρματο ο Παττακός αναφέρει: «Ουδαμού συνήντησα εχθρόν. Προελαύνω
προς Ραδιοφωνικόν Σταθμόν, Βουλήν, Ανάκτορα και Οργανισμόν Τηλεπικοινωνιών».
Η σιδερένια φάλαγγα έχει φθάσει στην οδό Ηρώδου του Αττικού, στο δρόμο των Ανακτόρων. Μια
μοίρα θωρακισμένων, ένα κομμάτι ατσαλένιου φιδιού, αποσπάται και στρίβει αριστερά, κάτω από
τις νερατζιές του βασιλικού κήπου. Ο κορμός του φιδιού σταματάει στα Παλιά Ανάκτορα. Όλα
εκτελούνται με θαυμαστή ακρίβεια. Το σχέδιο «Προμηθεύς» έχει προβλέψει και την τελευταία
λεπτομέρεια. Για την εξουδετέρωση του εχθρού εντέλλεται: «Συντρίψατε αδιστάκτως τυχόν
εχθρικήν αντίστασιν».
Ο εχθρός κοιμάται αμέριμνος. Κοιμάται και νοιώθει ελεύθερος. Το πρωί θα ξυπνήσει σκλάβος. Την
ψυχή του θα την έχει πατήσει η φασιστική μπότα. Το ίδιο όπως τότε...
οο0οο

...Ενώ τα μηχανοκίνητα του Παττακού ολοκλήρωναν την κατάληψη των νευραλγικών σημείων του
κράτους άλλες στρατιωτικές δυνάμεις δούλεψαν σκληρά όλη τη νύχτα και την ημέρα και έφεραν σε
νικηφόρο πέρας την επιχείρηση «Συλλήψεις επικινδύνων στοιχείων». Ανώτατος αρχηγός της
επιχειρήσεως ο συνταγματάρχης Ιωάννης Λαδάς. Μέσα σ' ελάχιστες ώρες, από τη μία ως τις 5 το
πρωί, είχαν συλληφθεί μέσα στα σπίτια τους, ενώ κοιμόντουσαν, γύρω στους 10.000 Αθηναίοι και
Πειραιώτες: Η ηλικία, το φύλο, η θρησκεία ή η κατάσταση υγείας δεν έπαιζαν κανένα ανασταλτικό
Digitized by 10uk1s

ρόλο. Γέροι 70 και 75 χρονών στοιβάχτηκαν με νέους και κορίτσια 16 και 17 χρονών μέσα στα
καμιόνια σαν σαρδέλες κονσερβαρισμένες. Κι αν κανένας φώναζε ότι δεν μπορεί ν' αναπνεύσει, ο
υποκόπανος των όπλων ανελάμβανε να επιβάλει το Νόμο και την Τάξη.
Η διαδικασία των συλλήψεων ήταν σχετικά μονότονη. Έξω από κάθε σπίτι, που οι αμερικανικοί
ηλεκτρονικοί εγκέφαλοι είχαν αποφανθεί ότι ήταν ύποπτο, σταματούσε ένα τζιπ γεμάτο στρατιώτες
και ένα άδειο καμιόνι. Ο επικεφαλής αξιωματικός χτυπούσε την πόρτα και αν δεν άνοιγε αμέσως οι
στρατιώτες την έσπαζαν με τσεκούρια. Συνήθως η οικογένεια ξυπνούσε έντρομη. Τα παιδιά τσίριζαν
καθώς έρχονταν σ' επαφή με την αγριάδα των νυκτερινών επισκεπτών και τις προτεταμένες
ξιφολόγχες τους. Τους έδιναν προθεσμία δυο λεπτών για να ντυθούν. Πολλοί σύρθηκαν με τις
πυτζάμες ή με τα εσώρουχα. Δεν ήταν σπάνιες οι περιπτώσεις που η μοίρα — δηλαδή οι
ηλεκτρονικοί εγκέφαλοι — είχε σημαδέψει και τους δυο συζύγους. Τότε η μάνα έπαιρνε μαζί της και
το πιο μωρό. Τα άλλα κλαψούριζαν και έμεναν στη μέριμνα του Θεού...
Τα καμιόνια κατένεμαν το μισοπεθαμένο φορτίο τους σε διάφορους «χώρους υποδοχής», κατά
προτίμηση στα γήπεδα των αθλητικών συλλόγων και στον Ιππόδρομο. Άρχιζε τότε το δεύτερο μέρος
του Γολγοθά.
Ένας ανθυπολοχαγός στον Ιππόδρομο ξεχώρισε ανάμεσα στις εκατοντάδες των κρατουμένων τον
Ηλία Ηλιού, ηλικίας 65 χρονών, πολιτικό ηγέτη και νομομαθή διεθνούς κύρους. Έβγαλε το πιστόλι
του και με την λαβή τον κτύπησε δυνατά στο κεφάλι. Το θύμα κυλίστηκε στο χώμα αιμόφυρτο, αλλά
ο γενναίος ανθυπολοχαγός με ορμή μανιακού συνέχισε να χτυπάει το λιποθυμισμένο κορμί ενός
ανθρώπου που είχε λαμπρύνει το ελληνικό κοινοβούλιο. Σ' ένα άλλο στρατόπεδο, κάποιος
κρατούμενος — αγνώστου ονόματος και επωνύμου — όντας ακόμη υπό την επήρεια του εφιαλτικού
ξαφνιάσματος της νυκτερινής απαγωγής του, πλησίασε έναν φρουρό στρατιώτη και τον ρώτησε πού
μπορούσε να βρει λίγο νερό γιατί διψούσε. Ο δεσμοφύλακας κύτταξε αυτόν τον άνθρωπο
απορημένος με το θράσος του. Ο λοχαγός του σε μια διδακτική ομιλία είχε επιστήσει την προσοχή
των ανδρών. Οι κρατούμενοι — είχε πει — είναι σατανάδες. Αρχίζουν με ένα δήθεν αθώο αίτημα
για ψωμί ή για νερό. Και καταλήγουν σε στάσεις. Προκειμένου να δυσφημίσουν τον εθνικό στρατό
δεν τους νοιάζει να φάνε και μερικές βουρδουλιές. Ή και καμιά σφαίρα. Δέρνοντας όμως ή
σκοτώνοντας έναν απ' αυτούς τους σατανάδες κάνεις καλό. Γιατί οι άλλοι λουφάζουν και γίνονται
αρνάκια. Το παν είναι ο παραδειγματισμός. Θυμάται τα σοφά αυτά λόγια ο στρατιώτης
-δεσμοφύλακας και είναι πανέτοιμος να μην αφήσει τον εαυτό του να παγιδευτεί από τούτον τον
σατανά που στέκεται μπροστά του. Ο άλλος κυττάζει τον αμίλητο στρατιώτη με το προτεταμένο
όπλο και αναρωτιέται μην είναι κουφός. «Νερό», του φωνάζει δυνατότερα και κάνει ένα βήμα
ακόμη για ν' ακουστεί. (Έχει δίκιο ο λοχαγός... Αυτός ο σατανάς έρχεται να μου πάρει το όπλο.
Θάχουν έτοιμη την εξέγερση... Αμ, δε...). Το δάχτυλο πίεσε τη σκανδάλη. Ο κρατούμενος δέχτηκε τη
σφαίρα κατάστηθα και με ολάνοιχτα μάτια άφησε την τελευταία του πνοή. Τα μεγάφωνα του
στρατοπέδου ούρλιαζαν: «Η Εθνική Επανάστασις του Στρατού επεβλήθη αναιμάκτως...».

Τέσσερες μέρες μετά το πραξικόπημα η αναίμακτη «Επανάσταση» δολοφόνησε έναν ακόμη
κρατούμενο. Το όνομά του είναι Παναγιώτης Ελλής και εκρατείτο στο στρατόπεδο του Ιπποδρόμου.
Όταν μαθεύτηκε το γεγονός ο απεσταλμένος των «Τάιμς» του Λονδίνου απευθύνθηκε στον υπουργό
Δημοσίας Τάξεως Παύλο Τοτόμη και τον ερώτησε αν είναι ακριβής η πληροφορία. Ο Τοτόμης
κύτταξε τα χαρτιά του και απάντησε: «Ναι, κάποιος κρατούμενος ονόματι Ελλής απεπειράθη να
δραπετεύσει. Ο σκοπός επυροβόλησε προς εκφοβισμόν και τον εφόνευσε».

Digitized by 10uk1s

Η αλήθεια είναι διαφορετική. Και περιέχεται στην αναφορά του διοικητού του στρατοπέδου
επίλαρχου Ν. Παπαδομανωλάκη, η οποία έχει ως εξής:
«Αριθμός 6344. Προς ΣΥΤ. Ο Επίλαρχος Νικόλαος Παπαδομανωλάκης, Β.Σ.Τ. 902 τη 25/4/1967
Θέμα: Θανάσιμος τραυματισμός κρατουμένου.
Εν συνεχεία τηλεφωνικής μου αναφοράς, αναφέρεται ότι την 25/4/1967 εξετέλουν τα καθήκοντα
επικεφαλής Φρουράς κρατουμένων εις Ιππόδρομον Νέου Φαλήρου.
Την 17.40' ώραν της ανωτέρω ημερομηνίας ηκούσθησαν πυροβολισμοί τινες εκ του έξωθι του
στρατοπέδου χώρου και καθ' ην στιγμήν ο κρατούμενος ιδιώτης Ελλής ή Γιαλίς Παναγιώτης
(κάτοικος Αθηνών, Παρασίου 18, Η' Αστυνομικόν Τμήμα) επέστρεφεν εις τον θάλαμον κρατουμένων
μετά 5 ή 4 συγκρατουμένων μεθ' ων είχεν εξέλθει δια σωματικήν του ανάγκην.
Ο μόνιμος ανθυπίλαρχος Κότσαρης Κωνσταντίνος, ευρισκόμενος κατά την στιγμήν εκείνην εις
μικράν απόστασιν από του θαλάμου των κρατουμένων, διέταξε την ταχυτέραν είσοδον εντός του
θαλάμου, ενώ ταυτοχρόνως επυροβόλησε σχεδόν ε ξ επαφής τον κρατούμενον Ελλήν ή Γιαλίν Παν.
διότι εσχημάτισε την γνώμην ότι ούτος παρεξέκλινε της ακριβούς κατευθύνσεώς του ίνα εισέλθη εις
θάλαμον (ως είχε διατάξει) με αποτέλεσμα να τον τραυματίσει θανασίμως.
4)Εις τον τραυματισθέντα κρατούμενον παρεσχέθησαν αι πρώται βοήθειαι υπό συγκρατουμένων
ιατρών (τεχνηταί άναπνοαί — μαλάξεις καρδίας), πλην ούτος μετά 3' απεβίωσεν.
Ο νεκρός παρεδόθη εις τον ιατρόν του 401 Γ.Σ.Ν.Ε. (Στρατιωτικού Νοσοκομείου) Κειμηνάκην
Δημήτριον, όστις προσήλθε τη αιτήσει μου εις Ιππόδρομον Φαλήρου άμα τω τραυματισμώ του
κρατουμένου διά την ενέργειαν των δεόντων.
Παράκλησις διατάξητε ό,τι δει επί των ανωτέρω.
Υπογραφή Ν. Παπαδομανωλάκης».
οο0οο

Η επιχείρηση «Συλλήψεις επικινδύνων στοιχείων» συνεχίστηκε την άλλη μέρα, και τις επόμενες
μέρες, εξακολουθεί ακόμη και τώρα έπειτα από τόσα χρόνια. Είναι το μεγάλο όπλο του
ψυχολογικού πολέμου. Η αγχώδης φοβία της συλλήψεως. Πιο δυνατό από την ίδια τη σύλληψη.
Πολύ αργότερα, στις 17 Σεπτεμβρίου 1968, η ιταλική τηλεόραση αφιέρωσε ένα ζωντανό ρεπορτάζ
με τον τίτλο: «Το θάρρος της αναμονής». Τέσσερες νεαρές Ελληνίδες αψήφησαν τους κινδύνους
αντιποίνων και έδωσαν με λίγα λιτά λόγια η κάθε μια το οικογενειακό τους δράμα. Και οι τέσσερες
είναι κόρες που και οι δυο γονείς τους βρίσκονται στα στρατόπεδα.
«...Θυμάμαι πως εκείνο το πρωινό της 21 Απριλίου, όταν ακούσαμε στο ραδιόφωνο για το τι είχε
συμβεί στη χώρα μας, βρισκόμαστε στην κουζίνα...».
Αυτή που μιλάει είναι η Τερέζα, 17 χρονών. «Ο πατέρας μου, συνεχίζει, η μητέρα μου, η αδελφή
μου, ο αρραβωνιαστικός της κι εγώ καθόμαστε στο τραπέζι. Το ραδιόφωνο ειδοποιούσε, ανάμεσα
στα στρατιωτικά θούρια, ότι απαγορευόταν σε όλους να βγουν από τα σπίτια τους. Κοιτταζόμαστε
χωρίς να βγάζουμε μιλιά. Ο πατέρας είχε ήδη κάνει έντεκα χρόνια φυλακή για τα πολιτικά του
φρονήματα. Και είχε βγει μόλις πριν ένα χρόνο. Γνωρίσαμε λίγη χαρά μονάχα εκείνο το χρόνο. Ο
πατέρας ήταν αμίλητος και σκεφτικός. Έξω δεν ακουγότανε κανένας θόρυβος. Όλα είχαν βυθιστεί
Digitized by 10uk1s

στην απόλυτη σιωπή, σα να ήταν βαθειά νύχτα.
»Στις έξη το απόγευμα οι στρατιώτες χτύπησαν την πόρτα. Μόλις μπήκαν μας ζήτησαν τις
ταυτότητές μας. Ύστερα ρώτησαν τον πατέρα και την μητέρα αν ήσαν έτοιμοι...
»Ενώ το στρατιωτικό αυτοκίνητο έστριβε στη γωνιά του δρόμου, τους αποχαιρετούσαμε από το
παράθυρο κάνοντας μια προσπάθεια να χαμογελάσουμε... Εκείνη τη νύχτα, θυμάμαι, δεν
κοιμήθηκα στην κάμαρά μου. Πήγα σ' ένα δωματιάκι μικρό, μια αποθηκούλα, και έμεινα εκεί όλη τη
νύχτα. Ήθελα να νοιώσω το στένεμα εκείνο του χώρου, τους τοίχους να με πιέζουν».
οο0οο

Καστρί. Είναι το μικρό ορεινό καταπράσινο προάστιο μεταξύ Κηφισιάς και Εκάλης, είκοσι χιλιόμετρα
από την Αθήνα. Εκεί ζούσε από πολλές δεκαετίες ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο 78 χρονών αρχηγός της
Ενώσεως Κέντρου, πρώην πρωθυπουργός. Στη συνείδηση του δημοκρατικού λαού ο Παπανδρέου
ήταν καθιερωμένος κάτι σαν πατριάρχης της δημοκρατίας. Το σπίτι που μένει είναι μικρό,
παμπάλαιο και ασήμαντο. Το γεγονός όμως ότι στεγάζει τον Παπανδρέου του έχει προσδώσει —
όπως και γενικότερα στο Καστρί — την αίγλη θεσμικού συμβόλου.
Ολόκληρη την ημέρα της Πέμπτης ο Γεώργιος Παπανδρέου είχε εργασθεί σκληρά. Οι εκλογές είχαν
προκηρυχθεί για τις 28 Μαΐου και παρ' όλο που για την Ένωση Κέντρου φαινόταν ένας «εύκολος
περίπατος», ίσως ακριβώς γι' αυτό ο Παπανδρέου αντιμετώπιζε σχεδόν άλυτα προβλήματα. Ο
καταρτισμός των εκλογικών συνδυασμών παρουσίαζε τις μεγαλύτερες δυσκολίες. Για τις 300 θέσεις
των υποψηφίων βουλευτών του κόμματος μάχονταν πάνω από χίλιοι... Μοιραίως οι 700 θάμεναν
με ανικανοποίητες τις φιλοδοξίες τους. Έπειτα ήταν η διαμάχη μεταξύ της κεντροαριστεράς
παρατάξεως (Ανδρέας Παπανδρέου) και της κεντροδεξιάς. Ο γηραιός πολιτικός ήταν ένα είδος
διαιτητού και με το αδιαφιλονίκητο κύρος του εξισορροπούσε τις αντίρροπες τάσεις, διατηρώντας
άθραυστη την ενότητα του μεγαλύτερου ελληνικού κόμματος. Αυτή τη φορά όμως οι συνδυασμοί
είχαν καταρτισθεί από το «Γέρο», με κριτήρια που έντονα ευνοούσαν την κεντροδεξιά. Ο Ανδρέας
και οι φίλοι του ήσαν δυσαρεστημένοι. Παρά τις ισχυρές πιέσεις που αντιμετώπιζε ο Γεώργιος
Παπανδρέου ήταν ανυποχώρητος. Η στάση του φαινόταν ανεξήγητη. Η σύνθεση των συνδυασμών
ήταν σαφώς αντίθετη με το λαϊκό αίσθημα. Έμοιαζε σα να κρυβόταν πίσω από τις αποφάσεις του
αρχηγού κάποιο αυστηρά απόρρητο μυστικό. Ποιο όμως; 2
Ήταν Πέμπτη. Και την Κυριακή άρχιζε από τη Θεσσαλονίκη ο προεκλογικός αγώνας. Ο Παπανδρέου
αφού τέλειωσε με τον πονοκέφαλο των εκλογικών συνδυασμών ασχολήθηκε με την διατύπωση των
βασικών γραμμών του λόγου που θα εκφωνούσε στη μακεδονική πρωτεύουσα. Ήταν ένας λόγος
μετριοπαθής. Γύρω στις δέκα του τηλεφώνησαν στο εμπιστευτικό τηλέφωνό του. Ποιος ήταν; Κανείς
δεν ξέρει. Μετά το τηλεφώνημα ο «Γέρος» φάνηκε σκυθρωπός και ανήσυχος. Κατά τη μιάμιση
κάλεσε στο τηλέφωνο το δημοσιογράφο Γ.Κ. Δεν ήταν στο γραφείο του. Άφησε παραγγελία να
επικοινωνήσει μαζί του οποιαδήποτε ώρα εμφανιζότανε και ξαναμπήκε στο μικρό ιδιαίτερο
γραφείο του. Άνοιξε συρτάρια, ξεσκάλισε χαρτιά, έσκισε κάτι προσωπικές σημειώσεις του. Τώρα
ήταν ήρεμος και έδινε την εντύπωση ότι ήταν «έτοιμος». Πριν τα μεσάνυχτα αποσύρθηκε στην
κρεβατοκάμαρά του. Γδύθηκε, φόρεσε τις πυτζάμες του και κατακλίθηκε. Αλλά ο ύπνος δεν τον
έπαιρνε.
Στις 2.30' μετά τα μεσάνυχτα δυο στρατιωτικά αυτοκίνητα σταμάτησαν λίγο πιο κάτω από το σπίτι
του αρχηγού. Ο επικεφαλής λοχαγός χτύπησε δυνατά το κουδούνι της εξωτερικής πόρτας, ενώ οι
πάνοπλοι στρατιώτες κατελάμβαναν όλες τις πιθανές εξόδους, από τις οποίες ήταν δυνατόν να
διαφύγει ο Γεώργιος Παπανδρέου... Άνοιξε ο προσωπικός φίλος και φρουρός του αρχηγού
αντισυνταγματάρχης της χωροφυλακής Δημήτριος Καράμπελας. Ο λοχαγός τον παραμέρισε και
Digitized by 10uk1s

όρμησε πάνω κατ' ευθείαν στο υπνοδωμάτιο του Προέδρου. Χωρίς να χτυπήσει την πόρτα την
άνοιξε και με το πιστόλι στο χέρι μπήκε μέσα. Ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν όρθιος. Είχε ακούσει το
θόρυβο των αυτοκινήτων. Είχε μαντέψει το σκοπό της νυκτερινής επισκέψεως.
—Αι ένοπλοι δυνάμεις, παπαγάλισε ο λοχαγός, ανέλαβαν την διακυβέρνησιν της πατρίδος. Διά
λόγους προστασίας σας παρακαλώ να με ακολουθήσετε.
—Ευχαριστώ για την προστασία, απάντησε με πικρό χιούμορ ο Παπανδρέου.
Μπήκε στο μπάνιο και ντύθηκε. Κατέβηκε τη σκάλα, ασπάσθηκε τον Καράμπελα και μπήκε στο
αυτοκίνητο που του υπέδειξε ο λοχαγός.
...................................................................................................................................................................
...............................................................................................................................................................
Ανάλογη «προστασία» παρασχέθηκε και στον πρωθυπουργό Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Δυο
στρατιωτικά αυτοκίνητα ανέβηκαν αγκομαχώντας την οδό Λουκιανού και σταμάτησαν στον αριθμό
15 της Ξενοκράτους — στους πρόποδες του Λυκαβητού — όπου το μικροαστικό διαμέρισμα της
πρωθυπουργικής κατοικίας. Οι επικεφαλής δυο λοχαγοί ανέβηκαν αστραπιαία στο δεύτερο όροφο,
ενώ οι δυο φρουροί αστυφύλακες παρακολουθούσαν αδιάφοροι την παραβίαση του οικογενειακού
ασύλου του πρωθυπουργού. Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος είχε ξυπνήσει από το θόρυβο.
Πρόφτασε και πήρε ένα περίστροφο και προτείνοντάς το κράτησε σε απόσταση τους λοχαγούς που
είχαν μπει.
—Τι θέλετε εδώ;
—Εκτελώμεν διαταγάς.
—Ο Ανδρέας Παπανδρέου σας έστειλε;
Προτού πάρει απάντηση ανεγνώρισε τον έναν από τους λοχαγούς. Ήταν γνωστός φανατικός οπαδός
της δεξιάς.
—Ακολουθείστε μας, διέταξαν οι αξιωματικοί. Οι στιγμές είναι κρίσιμες.
—Θα επικοινωνήσω πρώτα με τον αρχηγό του επιτελείου και...
Προτού αποτελειώσει τη φράση ο ένας από τους λοχαγούς είχε αφοπλίσει τον πρωθυπουργό.
—Κύριε Κανελλόπουλε — είπε — τα λόγια είναι περιττά. Ντυθείτε και ακολουθείστε μας.
Ο πρωθυπουργός μπήκε στο μπάνιο για να ντυθεί. Η σύζυγός του, που είχε μείνει στην
κρεβατοκάμαρα, μπόρεσε να σχηματίσει έναν αριθμό τηλεφώνου. Μα ένας από τους επιδρομείς
άκουσε το θόρυβο, μπήκε στην κρεβατοκάμαρα και της άρπαξε βίαια το ακουστικό από το χέρι. Ο
άντρας της βγήκε από το μπάνιο ντυμένος και ακολούθησε τους δυο λοχαγούς. Εκείνη τη στιγμή
κουδούνισε το τηλέφωνο. Προτού προφτάσουν να τον εμποδίσουν πήρε το ακουστικό. Αλλά σχεδόν
αμέσως η γραμμή νεκρώθηκε. Στα λίγα δευτερόλεπτα που μεσολάβησαν ο πρωθυπουργός άκουσε
τη φωνή του βασιλιά Κωνσταντίνου που ρωτούσε: «Τι συμβαίνει;».
—Μα δεν σέβεσθε ούτε τον βασιλέα; είπε έξαλλος ο Κανελλόπουλος στρεφόμενος προς τους
στρατιωτικούς.
Digitized by 10uk1s

Αντί ν' απαντήσει ο ένας λοχαγός έσπρωξε τον Κανελλόπουλο στο ασανσέρ. Οι διαμαρτυρίες, οι
απειλές, οι δυνατές φωνές του απαγόμενου ξύπνησαν μεν την πολυκατοικία, αλλά δεν σταμάτησαν
την πορεία της μοίρας. Μισός αιώνας επιστημονικής μελέτης και έντονης δράσεως δεν είχε
ωριμάσει τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Ίσως να τον ωρίμασε η πικρή εμπειρία λίγων στιγμών
εκείνη τη νύχτα της Πέμπτης...
...................................................................................................................................................................
...............................................................................................................................................................
Το Ψυχικό θεωρείται κάτι σαν ιδιοκτησία της αμερικανικής παροικίας. Εκεί μένουν οι ανώτεροι
υπάλληλοι της πρεσβείας, των διαφόρων αποστολών, της CIA. Εκεί έμενε με την οικογένειά του και
ο Ανδρέας Παπανδρέου, γιος του αρχηγού της Ενώσεως Κέντρου, ο υπ' αριθμόν ένας στόχος της
CIA. Στις 2 το πρωί ξύπνησε από άγρια χτυπήματα στην πόρτα. Αλληλοκυττάχτηκαν με τη
Μάργκαρετ. Τα χτυπήματα ηχούσαν σαν το πλησίασμα του θανάτου. Τι ήταν ακριβώς; Δικτατορία
του στρατού ή επιδρομή ανεύθυνων δολοφόνων της άκρας δεξιάς; 3 Με το ένστικτο της στιγμής ο
Ανδρέας έτρεξε στην ταράτσα και από κει στη στέγη του σπιτιού. Μάταιη ελπίδα. Το σπίτι ήταν
ζωσμένο από παντού. Όταν έσπασε με τα τσεκούρια η εξωτερική πόρτα οκτώ αξιωματικοί
εισέβαλαν με ένα οπλοπολυβόλο, πιστόλια και προτεταμένες λόγχες.
—Πού είναι;
—Δεν είναι εδώ.
Σαν πεινασμένα θηρία που τους ξεφεύγει η λεία ξεχύθηκαν οι στρατιωτικοί στους χώρους του
σπιτιού. Αναποδογυρίζοντας κρεβάτια, πετώντας τα παιδιά κάτω, σκίζοντας με τις λόγχες τον
ιματισμό μέσα στα ντουλάπια, καταστρέφοντας το παν, άφριζαν από την αποτυχία. Τότε ένας
αξιωματικός άρπαξε το μεγάλο τους γιο Γιώργο και στηρίζοντας την κάνη του περιστρόφου στο
κεφάλι του παιδιού φώναξε: «Θα σε σκοτώσω αν δεν πεις πού είναι ο πατέρας σου».
Από τη στέγη ακούστηκε η φωνή του Ανδρέα: «Παραδίδομαι».
Πήδησε στη βεράντα. Παραπάτησε και χτύπησε το πόδι του. Κουτσαίνοντας ακολούθησε τους
διώκτες του...
……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….
(Από το προσωπικό μου ημερολόγιο).

Σ ά β β α τ ο 2 2 Α π ρ ι λ ί ο υ 1 9 6 7 . «Εκείνο που με παραξένεψε, έλεγε και ξανάλεγε ο ταξιτζής, είναι
το «γιατί». Είμαστε άνθρωποι ή άγρια θηρία της ζούγκλας; Το να τσακωθείς, να θυμώσεις, να
σηκώσεις χέρι, ακόμη και να σκοτώσεις πάνω στο θυμό σου το καταλαβαίνω. Μα να σκοτώσεις
χωρίς λόγο, έτσι γιατί κρατάς ένα όπλο, και δεν φοβάσαι ότι θα τιμωρηθείς, τι να σας πω, είναι πολύ
κακό σημάδι...».
Το ταξί συνέχιζε την πορεία του. Καθόμουνα στην μπροστινή θέση και προσπαθούσα με διακριτικές
μικροδιακοπές («πότε», «πού», «ποιος») να κατευθύνω τον μονόλογο του ταξιτζή από το κήρυγμα
προς την «πληροφορία». Με πήγαινε από την οδό Σταδίου στην πλατεία Αμερικής. Πιάσαμε
κουβέντα κι όταν σχημάτισε τη γνώμη ότι δεν ήμουνα άνθρωπος της Χούντας μου άνοιξε διάπλατα
την καρδιά του. Είχαμε φτάσει στην Πατησίων, στο ύψος του Μουσείου. Λίγο πιο πέρα έκοψε
ταχύτητα και με φανερή ταραχή μου έδειξε: «Να εδώ, σε τούτη τη μεριά του πεζοδρομίου. Μπορεί
Digitized by 10uk1s

ακόμη να υπάρχουν σημάδια...». Τον παρακάλεσα να σταματήσει κάπου για να δούμε από κοντά.
Μπήκε σ' ένα στενό δρομάκι, παρκάρισε παράνομα και κατεβήκαμε. Διασχίζοντας το κατάστρωμα
της Πατησίων φτάσαμε στο αντικρινό πεζοδρόμιο και με οδήγησε στο σημείο «εκείνο». Ήταν μέρα
μεσημέρι. Κόσμος πολύς. «Πρόσεξε, μου λέει, μη με κάψεις και καείς και συ... Κάνε πως μιλάμε...
Να εδώ, αριστερά... Ακόμη υπάρχει αίμα... (Το χρώμα του προσώπου του είχε γίνει άσπρο. Η
θύμηση της τραγωδίας τον παρέλυε). Κι εκεί, αυτό το παράθυρο του υπογείου είναι του σπιτιού
μου».
Με όση μπορούσα φυσικότητα άφησα να πέσουν τα κλειδιά μου στο σημείο που έδειχνε. Έσκυψα
να τα πάρω. Πραγματικά υπήρχαν κάτι μικροί λεκέδες. Έμοιαζαν με ξεραμένες σταγόνες αίμα... Με
τράβηξε από τον ώμο. Ξαναμπήκαμε στο ταξί και ξεκινήσαμε αμίλητοι.
«Πάμε να πιούμε κάπου ένα καφέ να συνέλθουμε», μου είπε σε λίγο. «Θα στα πω όλα».
Με πήγε σε ένα απόμερο καφενεδάκι. Παραγγείλαμε καφέδες, ήπιε δυο καφτές ρουφηξιές και
άρχισε να μιλάει:
«Κάθουμαι εκεί που σούδειξα. Ένα υπογειάκι που σειέται ολόκληρο νύχτα-μέρα από τα αυτοκίνητα.
Σκέψου τι γινότανε τη νύχτα της Πέμπτης. Πιάνω δουλειά στις 6 το πρωί και πρέπει να κοιμάμαι
νωρίς. Ειδικά την Παρασκευή έπρεπε να ξυπνήσω πολύ νωρίτερα. Η κοπέλα του πρώτου ορόφου με
είχε παρακαλέσει να την πάρω στις τέσσαρες να την πάω με το ταξί στον Πειραιά. Την περίμεναν οι
γονείς της στις Σπέτσες και ήθελε να προφτάσει το πρώτο καράβι.
Κατά τις δυόμιση ξύπνησα τρομαγμένος. Σα να γινότανε σεισμός. Η γυναίκα μου είχε ξυπνήσει πριν
από μένα και κοίταζε από το παράθυρο στο δρόμο. Πλησίασα κι εγώ να δω τι συμβαίνει. Ο δρόμος
γεμάτος από κάτι μεγαθήρια τανκς. Οι μπούκες των κανονιών στριφογύριζαν έτοιμες να ρίξουν. Τι
να συμβαίνει, βρε γυναίκα; Μήπως ήξερε κι αυτή; Το πήρα απόφαση ότι ύπνος τέρμα. Η γυναίκα
μούφκιαξε καφεδάκι, άναψα τσιγάρο και ξέμεινα στο παράθυρο με σβηστό το φως. Κατά τις
τέσσερες το πρωί, ήταν ακόμη νύχτα, άκουσα την εξώπορτα της πολυκατοικίας ν' ανοίγει. Κοίταξα
προς τα κει και είδα την κοπέλα του πρώτου ορόφου να βγαίνει κρατώντας ένα βαλιτσάκι και να
στέκεται ακίνητη στο πεζοδρόμιο. Τρελάθηκε; είπα μέσα μου. Δεν βλέπει τον χαλασμό του κόσμου;
Έχει γούστο να περιμένει να φανώ με το ταξί. Και δεν υπάρχει τρόπος να την ειδοποιήσω. Στο δρόμο
μια φορά δεν βγαίνω.
Το κορίτσι στεκότανε ακίνητο στη μέση του πεζοδρομίου, ξαφνιασμένο με ό,τι έβλεπε. Έπρεπε να
την ειδοποιήσω. Μισάνοιξα το παράθυρο και τη φώναξα με τ' όνομά της. Ο θόρυβος σκέπαζε τη
φωνή μου. Ξαναφώναξα. Τίποτα. Την έβλεπα να κοιτάζει μέσα στο σκοτάδι δεξιά κι αριστερά. Έκανε
μερικά βήματα αδημονίας. Αν ερχόταν προς το παράθυρό μου ίσως να μ' άκουγε. Κρύος ιδρώτας
άρχιζε να με λούζει. Τι να σας πω... είχα ένα άσχημο προαίσθημα. Σε κάποια στιγμή το κορίτσι ήρθε
δυο βήματα πιο κοντά μου, αλλά προτού προλάβω να της φωνάξω ξαναγύρισε στην αρχική της
θέση και μάλιστα ξεμάκρυνε προς την άκρη του πεζοδρομίου. Η απόσταση που μας χώριζε είχε
μεγαλώσει. Τότε ξαφνικά μούρθε στο νου κάτι άλλο.
Εγκατέλειψα το παρατηρητήριό μου, ανέβηκα από το υπόγειο στην είσοδο της πολυκατοικίας και
άνοιξα την εξώπορτα. Κείνη ακριβώς τη στιγμή ένα από τα τανκς που προχωρούσαν έκοψε,
ξεμάκρυνε λίγο από τ' άλλα και στάθηκε στην άκρη του πεζοδρομίου, αντίκρυ ακριβώς από την
κοπέλα. Ο αξιωματικός σήκωσε το κεφάλι του από τον πυργίσκο και ούρλιαξε:
—Αλτ, ή πυροβολώ!
Λαχτάρησε το καημένο το κορίτσι κι έκανε ένα βήμα πίσω, φέρνοντας το χέρι στην καρδιά. Εκείνη τη
Digitized by 10uk1s

στιγμή πρέπει νανοιωσε αυτό πούνοιωσα κι εγώ: το χρόνο, τη ζωή, τα ιδανικά, την αλήθεια, ό,τι έχει
αξία σε τούτον τον τρελό κόσμο, να κόβονται με το μαχαίρι. Ο θάνατος ήταν κοντά. Τον
αισθανόμουνα, σας λέω, τον έβλεπα νάρχεται... Και ήρθε ο άτιμος. Άκουσα το κροτάλισμα του
πολυβόλου. Οι σφαίρες γάζωσαν το κορμί του κοριτσιού. Το άμοιρο έκανε ένα βήμα μπρος. Ξέρασε
αίμα. Και σωριάστηκε κουλουριασμένο κι άψυχο πάνω στο αυλάκι με το αίμα του. Στο αριστερό
χέρι εξακολουθούσε να κρατάει το βαλιτσάκι...
—Και το τανκ;
—Σα να μην έγινε τίποτα. Ξεκίνησε, ενώθηκε με τα άλλα και συνέχισε την πορεία του με τραγούδια.
—Και το πτώμα του κοριτσιού;
—Έμεινε κει ως το πρωί. Κατά τις οκτώ ήρθε σταλμένο, φαίνεται, ένα στρατιωτικό αυτοκίνητο. Δυο
φαντάροι κατέβηκαν, βάλαν το πτώμα σ' ένα τσουβάλι και το πέταξαν στο πίσω μέρος του
αυτοκινήτου. Έπειτα καθάρισαν το πεζοδρόμιο από το αίμα. Έμειναν όμως μερικά πιτσιλίσματα.
Εκείνα που είδατε...».
Σταμάτησε να μιλάει. Απλώθηκε σιωπή. Η έκφρασή του ήταν πελιδνή. Υπέφερε. «Φταίω κι εγώ,
είπε. Λίγο κουράγιο αν είχα, το κορίτσι θα ζούσε. Έπρεπε να βγω στο δρόμο και να το φωνάξω.
Πέστε μου και σεις, δεν φταίω;».
—Όλοι φταίμε.
Δεν το κατάλαβε αυτό. Στο καφενείο το ραδιόφωνο μετέδιδε: «Ησυχία, Τάξις και Ασφάλεια
επικρατούν καθ' άπασαν την χώραν. Η Επανάστασις, επιβληθείσα αναιμάκτως, βαδίζει εις την
εκπλήρωσιν των μεγάλων πεπρωμένων της...».
οο0οο

Στην οδό Χρυσανθέμων, στο χολλ του παλιού αρχοντικού, οι δυο άντρες τονώνουν τα κουρασμένα
νεύρα τους ρουφώντας δυνατό τούρκικο καφέ.
Κοντεύει να ξημερώσει. Πέρα στα νταμάρια του Γαλατσίου αχνοροδίζει η απριλιάτικη αυγή.
21 Απριλίου 1967. Ημέρα Παρασκευή.
Το τηλέφωνο κουδουνίζει. Ακούγεται η ίδια γνώριμη φωνή:
—Λοιπόν; ρωτάει ο ξένος.
—Επιτυχία 100%.
—Αντίδραση του εχθρού;
—Μηδέν. Σ' ολόκληρη τη χώρα επικρατεί ο Νόμος και η Τάξις.

Digitized by 10uk1s

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II
ΟΙ ΥΠΕΡΔΥΝΑΜΕΙΣ
Το πρωί της Παρασκευής 21 Απριλίου η πρώτη, σχεδόν στερεότυπη ερώτηση, που έκανε ο
ξαφνιασμένος, τρομαγμένος και διψασμένος για νέα κόσμος ήταν: «Ποιοί είναι πίσω απ' τους
κινηματίες; Ο βασιλιάς; Οι Αμερικανοί;».
Το ερώτημα ήταν εύλογο. Και τα μικρά παιδιά ακόμη στην Ελλάδα ξέρουν ότι ο βασιλιάς και οι
Αμερικανοί 4 (πρεσβεία, στρατιωτική αποστολή, CIA) είναι οι αποφασιστικότεροι ρυθμιστές της
ελληνικής δημόσιας ζωής. Η υπερτροφική εξουσία του εκάστοτε βασιλιά είχε αποκτηθεί υπεράνω
και εναντίον του ισχύοντος Συντάγματος, κυρίως δια του ανεξέλεγκτου ελέγχου που σιωπηρά του
είχε αναγνωρισθεί στην εξωτερική πολιτική και στις ένοπλες δυνάμεις. Οι δυο αυτοί βασικοί τομείς
της κυβερνητικής δραστηριότητας ήσαν ανέκαθεν ένα είδος απαραβίαστων βασιλικών στεγανών 5. Ο
οποιοσδήποτε βέβηλος αποτολμούσε να παραβιάσει τα στεγανά όχι μόνο έτρωγε την κλωτσιά, αλλά
και στιγματιζόταν σαν εχθρός της πατρίδας.
Με τη σύγχυση που επικράτησε αμέσως μετά το πραξικόπημα οι πληροφορίες και οι γνώμες για το
ρόλο του βασιλιά και των Αμερικανών ήσαν από αντιφατικές μέχρι εξωφρενικές, ανάλογες με την
οπτική γωνία του συναισθηματισμού από την οποία καθένας έβλεπε τα πράγματα. Οι περισσότεροι
ήσαν βέβαιοι ότι οι συνταγματάρχες είχαν δράσει με τις ευλογίες του Κωνσταντίνου και με τις
εντολές των Αμερικανών. Οι άλλοι, κυρίως οι προσηλωμένοι στα δόγματα της δεξιάς, απέκλειαν
κάθε βασιλική ανάμιξη. Δεν έλειπαν και εκείνοι που, συνηθισμένοι να συσχετίζουν όλες τις πληγές
του Φαραώ με τον κομμουνισμό, υποψιάζονταν ότι η «Επανάσταση» ήταν ρωσικής, αν όχι κινεζικής,
κατασκευής. Και όπως συμβαίνει στις πρώτες ώρες των ανώμαλων καταστάσεων, οι πιο απίθανες
φήμες κυκλοφορούσαν ψιθυριστά ανάμεσα στους φοβισμένους ανθρώπους. Σύμφωνα μ' αυτές τις
φήμες ο νεαρός μονάρχης ήταν, μαζί με τη βασίλισσα Άννα Μαρία, αιχμάλωτος στα θερινά
Ανάκτορα του Τατοΐου, αρνούμενος να προδώσει τις δημοκρατικές του αρχές και να γίνει επίορκος.
Η εκθρόνισή του ήταν ζήτημα ωρών... Ίσως να περνούσε κι από στρατοδικείο... Κάποιος άριστα
πληροφορημένος, όπως είπε, μου μετέδωσε την άκρως εμπιστευτική είδηση, ότι η βασιλική
οικογένεια είχε δραπετεύσει με ελικόπτερο, που είχε προσγειωθεί σε αεροπλανοφόρο του 6ου
Στόλου. Το ελληνικό Ναυτικό είχε κηρύξει αντεπανάσταση. Ο Κωνσταντίνος θα έμπαινε επί κεφαλής
και με τη βοήθεια Αμερικανών πεζοναυτών θα κυρίευε την Αθήνα και θα επανέφερε το
δημοκρατικό πολίτευμα...
Οι μύθοι διαλύθηκαν όταν το πρωί της Παρασκευής ο Κωνσταντίνος εθεάθη στους δρόμους της
πρωτεύουσας οδηγώντας μια αστραφτερή μπλε λιμουζίνα. Πέρασε από το ιστορικό καφενείο
«Βυζάντιον» στην πλατεία Κολωνακίου και αφού έδρεψε μερικά χειροκροτήματα (ήταν ο μόνος
τρόπος έμμεσου ξεσπάσματος του κόσμου εναντίον της δικτατορίας) σταμάτησε και ρώτησε:
«Ξέρετε πού είναι το Γ' Αστυνομικό Τμήμα; Έχουν πιάσει τον Μπίτσιο και πάω να τον βγάλω» 6. Το
βασιλικό αυτοκίνητο κατευθύνθηκε στην οδό Βαλαωρίτη, όπου ήταν το Γ' Αστυνομικό Τμήμα. Ο
Κωνσταντίνος ζήτησε να δει τον εκεί κρατούμενο πρεσβευτή και αξίωσε να αφεθεί ελεύθερος. Ο
διοικητής του τμήματος αστυνόμος Δασκαλόπουλος τον πληροφόρησε ότι ο Μπίτσιος είχε
καταφύγει στη Βρετανική πρεσβεία.
Ώστε ο Κωνσταντίνος δεν φαινότανε να είναι μπλεγμένος στο πραξικόπημα (αφού οι στενότεροι
συνεργάτες του είχαν πιαστεί) 7. Αλλά βέβαια δεν ήταν και άσπονδος εχθρός της Χούντας (αφού
κυκλοφορούσε ελεύθερος και απελευθέρωνε τους κρατούμενους αυλικούς του). Ποιος ήταν ο
πραγματικός ρόλος του; Πώς αντιμετώπισε την «Επανάσταση»; Πέρασε καιρός για να διαλυθεί το
πηχτό σκοτάδι των πρώτων ημερών. Συγκεντρώθηκαν πληροφορίες, διασταυρώθηκαν με άλλες
διαφορετικών πηγών, γράφτηκαν βιβλία, δημοσιεύτηκαν άρθρα. Με βάση αυτόν τον όγκο του
υλικού — που χρειάστηκε να ξεκαθαριστεί από πολλούς παραπλανητικούς τριβόλους που
Digitized by 10uk1s

περιλάμβανε — η αλήθεια για τον Κωνσταντίνο και τη βασιλική οικογένεια παρουσιάζεται ως εξής:
Το βασιλικό ζεύγος πέρασε τη νύχτα του πραξικοπήματος στα θερινά Ανάκτορα του Τατοΐου. Ο
Κωνσταντίνος κοιμόταν μακαρίως την ώρα που οι τρεις πρωταγωνιστές της «Μικρής Χούντας»
Γεώργιος Παπαδόπουλος, Στυλιανός Παττακός και Νικόλαος Μακαρέζος συνεδρίαζαν σ' ένα σπίτι
της συνοικίας Παγκράτι, στην οδό Ασπασίας, και ρύθμιζαν τις τελευταίες λεπτομέρειες του
νυκτερινού πραξικοπήματος. (Στην αποφασιστική αυτή σύσκεψη μετείχε και ο αντισυνταγματάρχης
Μιχαήλ Ρουφογάλης, υποδιοικητής της ΚΥΠ).
Στις δυο και μισή το πρωί ο Κωνσταντίνος ξύπνησε από επίμονο κουδούνισμα του εμπιστευτικού
του τηλεφώνου.
—Είμαι ο ναύαρχος Σπανίδης 8, Μεγαλειότατε. Βρίσκομαι στο Ναύσταθμο.
—Πώς είναι εκεί η κατάσταση;
—Επικρατεί απόλυτη ησυχία. Οι κινηματίες δεν έχουν εμφανισθεί.
—Ποια είναι η γνώμη σας, κύριε Σπανίδη;
—Κατά τη γνώμη μου, μόνη επιβαλλόμενη ενέργεια είναι ο απόπλους του στόλου προς Κρήτην και
ίσως ο σχηματισμός εκεί νομίμου κυβερνήσεως.
—Νομίζω ότι προτρέχετε των γεγονότων. Ακόμη δεν γνωρίζομεν τους σκοπούς της Επαναστάσεως.
—Μεγαλειότατε, με εξουσιοδοτείτε να ενεργήσω εις τον Ναύσταθμον κατά την κρίσιν μου;
—Όχι. Αναμείνατε διαταγάς μου. Και προσέξτε. Δεν θέλω αιματοχυσίαν.
Ο Κωνσταντίνος κατέβασε το ακουστικό. Έπειτα έριξε μια ματιά από το παράθυρο. Τα Ανάκτορα
ήσαν κυκλωμένα από τανκς. Μια διμοιρία αλεξιπτωτιστών είχε στρατοπεδεύσει μέσα στον
απέραντο κήπο.
Πάλι το τελέφωνο. Ήταν ο Γεώργιος Ράλλης, υπουργός Δημοσίας Τάξεως. Του είπε ότι βρίσκεται στο
Κέντρο Αμέσου Δράσεως Χωροφυλακής στο Μαρούσι και αναμένει διαταγάς.
—Κύριε υπουργέ, προσπαθείστε να επικοινωνήσετε με τον διοικητή του Γ' Σώματος Στρατού
Θεσσαλονίκης στρατηγό Ζωιτάκη 9.
—Μεγαλειότατε, ο Ζωιτάκης είναι στην Αθήνα και έλαβε μέρος χθες το απόγευμα σε σύσκεψη με
τους κινηματίες. Είναι, δικός τους.
—Τι εισηγείσθε;
—Μετακίνησιν νομιμοφρόνων στρατιωτικών δυνάμεων εκ των επαρχιών.
—Κύριε Ράλλη, δεν συμφωνώ. Πρέπει πάση θυσία ν' αποφύγωμεν την αιματοχυσίαν.
Λίγο αργότερα ο Κωνσταντίνος είχε έμμεση επικοινωνία με τον Σπύρο Μαρκεζίνη, αρχηγό ενός
μικρού κόμματος της δεξιάς. Αντίθετα προς τους άλλους συνομιλητές του βασιλιά, ο Μαρκεζίνης
φέρεται συμβουλεύσας τον Κωνσταντίνο να επιδιώξει συνδιαλλαγή με τους κινηματίες.
Digitized by 10uk1s

Στις 5.30' το πρωί ο Κωνσταντίνος ήλθε σε πρώτη επαφή με τους νέους άρχοντες της χώρας. Η
υπηρεσία των Ανακτόρων του ανήγγειλε τρεις επισκέπτες: τους συνταγματάρχες Γ. Παπαδόπουλο
και Ν. Μακαρέζο και τον ταξίαρχο Σ. Παττακό. Τους δέχτηκε ψυχρά στο γραφείο του. Οι τρεις
κινηματίες του εξέθεσαν τα αίτια του πραξικοπήματος (απειλή κομμουνιστικής επαναστάσεως και
διολισθήσεως της Ελλάδας στο Παραπέτασμα), τους σκοπούς του (εξυγίανση της χώρας από τον
κομμουνισμό και τους συνοδοιπόρους του) και τον εκάλεσαν να επιδείξει πνεύμα ειλικρινούς
συνεργασίας με την Επανάσταση. Προτού απαντήσει ο Κωνσταντίνος ο Παπαδόπουλος του
παρέδωσε επιστολή του στρατηγού Γρηγορίου Σπαντιδάκη, αρχηγού του Γενικού Επιτελείου
Στρατού. Στην επιστολή του ο Σπαντιδάκης εξυμνούσε τα αγνά κίνητρα των συνταγματαρχών,
διεκήρυττε ότι έσωσαν τη χώρα από το χάος και παρείχε εγγυήσεις για το ακλόνητο της θέσεως του
στέμματος και της δυναστείας.
Αργότερα ο Κωνσταντίνος διηγήθηκε στο στενό φίλο του Τάκη Χορν: «Έβραζα από θυμό. Ο
Παπαδόπουλος ήταν αναιδής και θρασύς. Μου μιλούσε κουνώντας διαρκώς το δάκτυλό του.
Έβγαλα το άχτι μου, αφήνοντας και τους τρεις ορθούς καθ' όλη τη διάρκεια της συνομιλίας μας».
Οι αντιρρήσεις του νεαρού μονάρχη ήσαν ασθενείς. Κυρίως περιείχαν το παράπονο ότι η
συνωμοσία εξυφάνθη πίσω από την πλάτη του. Ο Μακαρέζος, ευφυέστερος των άλλων, αντελήφθη
ότι ο Κωνσταντίνος ήταν έτοιμος να αποδεχθεί το τετελεσμένο γεγονός και ότι οι αντιρρήσεις του
είχαν μάλλον διαπραγματευτικά κίνητρα. Η συζήτηση μετατοπίστηκε στο θέμα της συνθέσεως της
κυβερνήσεως. Ο Παπαδόπουλος ερωτοτροπούσε από τότε με την πρωθυπουργία. Ο Κωνσταντίνος
παρετήρησε ότι θάπρεπε η επανάσταση, για λόγους εξωτερικούς, ν' αποφύγει την ανάθεση της
προεδρείας της κυβερνήσεως σε στρατιωτικό. Τελικά η συνάντηση έληξε χωρίς θετικό αποτέλεσμα.
Ο Κωνσταντίνος είχε επιφυλαχτεί να πάρει τις οριστικές του αποφάσεις αφού επικοινωνήσει με
τους συμβούλους του.
Τηλεφώνησε στον Φίλιπς Τάλμποτ, πρεσβευτή των Ηνωμένων Πολιτειών. Τον παρακάλεσε να
συναντηθούν. Ορίστηκε συνάντηση για την ίδια μέρα στα ανάκτορα των Αθηνών. Ένα έντονο
αίσθημα αμηχανίας κατείχε τον Κωνσταντίνο. Καθώς βημάτιζε μέσα στα γραφείο το βλέμμα του
σταμάτησε στα μεγάλα κάδρα του τοίχου με τις φωτογραφίες του πατέρα του και της μητέρας του.
Όταν ζούσε ο πατέρας — ο βασιλιάς Παύλος — δεν ήσαν βέβαια και τότε όλα ρόδινα. Πολλές φορές
στα δέκα εφτά χρόνια της πολυτάραχης βασιλείας του πολιτικές και κοινωνικές και εθνικές
φουρτούνες έκαναν τα θεμέλια του θρόνου να τρίζουν... Ο Κωνσταντίνος ήταν οχτώ χρονών όταν η
βασίλισσα γύρισε ένα βράδυ από την Κόνιτσα της Ηπείρου. Θυμάται ότι πρώτη φορά είδε τη μητέρα
του τόσο φοβισμένη. Ήταν τον καιρό του εμφύλιου πολέμου, τότε που οι αντάρτες κυριαρχούσαν σε
μεγάλα τμήματα της χώρας. Μαύρη κατάθλιψη είχε πέσει στα Ανάκτορα. Τα παιδιά δεν ήξεραν τι
ακριβώς συμβαίνει. Καθώς όμως έβλεπαν τον πανικό της μητέρας και μυρίστηκαν τις προετοιμασίες
της φυγής ένοιωθαν ότι εκείνο που συνέβαινε επρόκειτο να επηρεάσει και τη δική τους ανέμελη
ζωή. Η πάντα προβλεπτική μαμά είχε δώσει διαταγές να ετοιμασθούν βαλίτσες... Δεν ήταν άμεσος ο
κίνδυνος, είχε πει, αλλά έπρεπε να είναι έτοιμοι, ν' αντιμετωπίσουν τις συνέπειες από τη ραγδαία
επιδείνωση της καταστάσεως στο μέτωπο... Εκείνη η μεγάλη φουρτούνα πέρασε... Αλλά όσο
μεγάλωνε ο Κωνσταντίνος όλο και καινούργιες καταιγίδες ξεσπούσαν. Πότε το κυπριακό, πότε οι
απειλές των Τούρκων, πότε ο Παπανδρέου, πότε κοινωνικές αναστατώσεις. Τα κατάφερνε όμως ο
πατέρας. Όταν τα κύματα έφταναν στα κράσπεδα των ανακτόρων και απειλούσαν να παρασύρουν
τον ασταθή θρόνο, τότε η Φρειδερίκη άφηνε μόνη της να παραμερίζεται από τον άντρα της. Ο
πατέρας έπαιρνε την κατάσταση στα χέρια του και άνοιγε μερικές βαλβίδες. Ξανάφερνε έτσι κάποια
πρόσκαιρη ισορροπία... Ενώ επί της δικής του βασιλείας, του Κωνσταντίνου, όλες οι μεγάλες
πρωτοβουλίες που πήρε με την καθοδήγηση της μητέρας είχαν γίνει δυναμίτης στα θεμέλια του
θρόνου. Εκείνο το ανατριχιαστικό σύνθημα του Παπανδρέου «Ποιος κυβερνάει, ο Λαός ή ο
Βασιλεύς;» είχε προκαλέσει κατακόρυφη πτώση της δημοτικότητας της δυναστείας. Το κέντρο τον
πολεμούσε αδυσώπητα. Το ίδιο και η αριστερά. Μοναδικό και όχι σταθερό στήριγμα του θρόνου
Digitized by 10uk1s

απέμενε η ηττημένη δεξιά. Δηλαδή όχι περισσότερο από 30%... Πίστευε ότι τουλάχιστον ο στρατός
θα του έμενε πιστός. Και ξαφνικά ήρθε το πραξικόπημα. Πάει και αυτή η ελπίδα... Τι να κάνω τώρα;
Ο Κωνσταντίνος σταμάτησε να βηματίζει στο γραφείο. Κάτι έπρεπε να κάνει. Αλλά τι; Πολλές
σκέψεις τον βασάνιζαν. Αν ερχόταν σε σύγκρουση με τους «μπάσταρδους» — όπως τους έλεγε — το
πιθανότερο είναι ότι θάχανε. Και τότε δεν θα του έμενε παρά ο δρόμος της ξενιτιάς. Αν δεχότανε το
τετελεσμένο γεγονός και ταυτιζότανε με τους συνταγματάρχες τότε ήταν σα να βάζει μόνος του στο
θρόνο μια βραδυφλεγή (πόσο βραδυφλεγή;) βόμβα... Η κατάρρευση της δικτατορίας θα σήμαινε το
οριστικό τέλος και του ίδιου και του θρόνου και της δυναστείας... Κρύος ιδρώτας απλώθηκε στο
μέτωπό του. Η σκέψη ότι θα κατέβαινε στο επίπεδο των κοινών θνητών, με όνομα και επώνυμο —
Κωνσταντίνος Παύλου Γλύξμπουργκ — κάνοντας παρέα με τους άλλους ξεπεσμένους βασιλιάδες και
πρίγκιπες σε κάποια ξένη πολιτεία του προκαλούσε πανικό.
Κάτι έπρεπε να κάνει. Αλλά τι; Στο τέλος πήρε μια απόφαση. Ζήτησε να του φέρουν ένα αυτοκίνητο
στην είσοδο των Ανακτόρων. Οδηγώντας με μεγάλη, ως συνήθως, ταχύτητα έφθασε στο Χολαργό.
Μπροστά στην κεντρική πύλη του Πενταγώνου ένα αδιαπέραστο φράγμα από άρματα μάχης
φρουρούσε το τεράστιο κτίριο που στέγαζε τους εγκέφαλους της ελληνικής πολεμικής μηχανής.
Τώρα ήταν η έδρα των κινηματιών.
Την επιχείρηση της καταλήψεως του Πενταγώνου είχε εκτελέσει ο συνταγματάρχης Ιωάννης Λαδάς.
Αργότερα ο Λαδάς κομπάζοντας διεκήρυξε: «Κατέλαβα σε πέντε λεπτά το Γενικό Επιτελείο Στρατού
(Πεντάγωνο) με 20 μόνο στρατιωτικούς αστυνομικούς, παρ' όλο που τη στιγμή εκείνη εφρουρείτο
από 1000 στρατιώτες και 500 οπλίτες της Αεροπορίας». Όταν ρωτήθηκε πώς έγινε το ηρωικό
κατόρθωμα, ο Λαδάς πήρε μυστηριώδες ύφος: «Με ένα πολύ απλό διαβολικό σχέδιο», είπε. «Όμως
δεν μπορώ να σας το αποκαλύψω». Εκείνο που ο Λαδάς χαρακτήρισε «διαβολικό» σχέδιο ήταν
απλώς γκανγκστερικό. Ο Σπαντιδάκης, αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού, αφού πιάστηκε τη
νύχτα της Πέμπτης και προσχώρησε στην Επανάσταση εγκαταστάθηκε στο γραφείο του και
υπέγραφε διαταγές όχι σαν επαναστάτης, αλλά σαν νομιμόφρων αρχηγός του στρατού. Με μια
τέτοια διαταγή πραγματοποιήθηκε η «ηρωική» κατάληψη, του Πενταγώνου από τον Λαδά.
Καθώς το βασιλικό αυτοκίνητο με το στέμμα και τους θυρεούς πλησίασε την πύλη και ακούστηκε η
κραυγή του σκοπού «Αλτ, ή πυροβολώ», ο Κωνσταντίνος — όπως διηγείτο αργότερα — αισθάνθηκε
ένα απροσδιόριστο ρίγος. Αυτός, ο ανώτατος αρχηγός των «κατά γην, θάλασσαν και αέρα» ενόπλων
δυνάμεων, ο «ελέω Θεού» βασιλεύς, ήταν υποχρεωμένος να σταματήσει στο σημείο που τον
διέταξε ο σκοπός, να του δώσει εξηγήσεις «ποιος είναι» και — το χειρότερο — να καθηλωθεί εκεί
ακίνητος, περιμένοντας να τηλεφωνήσει ο αξιωματικός της φρουράς στα ανώτερα κλιμάκια της
«Επαναστάσεως» και να πάρει την άδεια να επιτρέψει, σε ποιόν; στον Βασιλέα των Ελλήνων και
δισέγγονο του τελευταίου Γερμανού Αυτοκράτορα να διαβεί την πύλη του Πενταγώνου...
Τον οδήγησαν σ' ένα γραφείο που ήσαν συγκεντρωμένοι οι νέοι άρχοντες της Ελλάδας. Εζήτησε να
δει τον κρατούμενο πρωθυπουργό του Κανελλόπουλο. Ο Παπαδόπουλος είχε αντιρρήσεις, αλλά
μπροστά στην επιμονή του Κωνσταντίνου υποχώρησε. Σε λίγο οδηγήθηκε στο βασιλιά με συνοδεία
δυο αξιωματικών ο πρωθυπουργός. Μπήκαν σ' ένα κενό γραφείο. Οι δυο αξιωματικοί όμως δεν
απομακρύνθηκαν. Για να εξουδετερωθεί η ανεπιθύμητη παρουσία μαρτύρων η συνομιλία
Κωνσταντίνου και Κανελλόπουλου διηξήχθη σε μικτή γερμανοαγγλική γλώσσα, με παρεμβολή και
ελληνικών λέξεων. Ο Κανελλόπουλος ανεπιφύλακτα συμβούλευσε το βασιλιά να μη
συνθηκολογήσει με τους «σφετεριστάς της εξουσίας». Υπήρχαν, κατά τις εκτιμήσεις του, πολλές
δυνατότητες (ναυτικό, αεροπορία και επαρκείς δυνάμεις στρατού) για να κατασταλεί το κίνημα. Ο
Κωνσταντίνος ανέπτυξε τις γνωστές επιφυλάξεις του. Όταν χωρίστηκαν ο Κανελλόπουλος έμεινε με
την ασφαλή εντύπωση ότι ο Μεγαλειότατος δεν επρόκειτο να αντιτάξει δυναμική αντίσταση στους
στασιαστές. Θλιμμένος ακολούθησε τους δεσμοφύλακές του προς το κρατητήριο...
Digitized by 10uk1s

Από το Πεντάγωνο ο Κωνσταντίνος πήγε και εγκαταστάθηκε στα ανάκτορα Αθηνών, περιμένοντας
τον πρεσβευτή των Ηνωμένων Πολιτειών.
Όταν ο Τάλμποτ ξεκινούσε για τα ανάκτορα ήταν πληροφορημένος για τις κινήσεις του βασιλιά και
κυρίως για τις συναντήσεις του με τον Κανελλόπουλο και τους αρχηγούς της «Επαναστάσεως». Οι
πληροφορίες του ανέφεραν ότι ο Κωνσταντίνος εδυσφόρησε μεν για το εν αγνοία του πραξικόπημα,
αλλά είχε ήδη προσανατολιστεί σε τακτική συμβιβασμού με τους συνταγματάρχες. Γι' αυτό
εξεπλάγη όταν αντίκρισε έναν Κωνσταντίνο κυριολεκτικά μαινόμενο εναντίον των κινηματιών.
Μπροστά στον Τάλμποτ τους αποκάλεσε «ηλίθιους» και «μπάσταρδους» 10. Μιλώντας σ' αυτόν τον
έξαλλο τόνο προς τον Αμερικανό πρεσβευτή δεν εδίστασε να κατηγορήσει τους συνταγματάρχες ότι,
εκτός των άλλων, «του έκλεψαν το πραξικόπημά του» 11.
Ο Τάλμποτ υπέμενε σιωπηλός το βασιλικό ξέσπασμα. Αφού κάποτε σταμάτησε ο καταιγισμός των
ύβρεων ο Κωνσταντίνος, σε μια απότομη και απροσδόκητη ψυχική μετάπτωση, εξελιπάρισε τον
Αμερικανό πρεσβευτή να ζητήσει τηλεγραφικώς από το Σταίητ Ντιπάρτμεντ την άμεση αποστολή
ισχυρών δυνάμεων πεζοναυτών για να μπορέσει ν' αποκαταστήσει «την παλιά τάξη πραγμάτων» 12.
Αν αυτό δεν ήτανε δυνατό, ζητούσε — τουλάχιστον — να υποχρεωθεί η Χούντα, με αμερικανική
πίεση, να υπακούσει στις διαταγές του. Τελευταίο αίτημα του νεαρού μονάρχη ήταν να
προσγειωθούν στον κήπο των ανακτόρων ελικόπτερα του 6ου Στόλου για να έχουν αυτός και η
οικογένειά του μέσα διαφυγής αν παρίστατο ανάγκη.
Ο Τάλμποτ απέδωσε το αλλοπρόσαλλο των βασιλικών αξιώσεων και ικεσιών στη σύγχυση και την
αμηχανία που κατείχαν τον Κωνσταντίνο. Αλλά και ο ίδιος ήταν δυσαρεστημένος με το πραξικόπημα
της 21ης Απριλίου. Είχε ποντάρει στο πραξικόπημα της «Μεγάλης Χούντας» των βασιλικών
στρατηγών, που ήταν καθορισμένο να γίνει — με την άδεια της Ουάσιγκτον — στις 24 Μαΐου,
τέσσερες ημέρες προ των εκλογών. Και τώρα η υποκλοπή από τους συνταγματάρχες της
σχεδιαζομένης επιχειρήσεως όχι ότι άλλαζε πολύ την ουσία των πραγμάτων, αλλά τον εξέθετε
προσωπικά. Στις πρώτες ώρες διαισθάνθηκε και πολύ σύντομα βεβαιώθηκε ότι το άσχημο αυτό
παιγνίδι σε βάρος του ήταν αποτέλεσμα του ανταγωνισμού μεταξύ πρεσβείας και CIA. Δεν είχε την
παραμικρή αμφιβολία ότι ο Παπαδόπουλος, αδιαφιλονίκητος αρχηγός της «Μικρής Χούντας», δεν
θα τολμούσε να κινηθεί χωρίς την συγκατάθεση της CIA.
Φεύγοντας από τα Ανάκτορα μ' αυτά τα ανάμικτα αισθήματα ο Τάλμποτ διαβεβαίωσε τον
Κωνσταντίνο ότι θα έκανε ό,τι μπορούσε για να τον βοηθήσει και να τον βγάλει από το αδιέξοδο.
Έτσι, στο πρώτο τηλεγράφημα που έστειλε στο Σταίητ Ντιπάρτμεντ, χαρακτήριζε το εγχείρημα της
21ης Απριλίου «βιασμό της ελληνικής δημοκρατίας».
Στο τηλεγράφημα περιέλαβε το αίτημα του Κωνσταντίνου περί αποστολής Αμερικανών πεζοναυτών,
αλλά δεν το υιοθέτησε 13.
Σε μια νεώτερη συνάντηση ο Τάλμποτ διαβεβαίωσε τον Κωνσταντίνο ότι τα αιτήματά του είχαν ήδη
διαβιβασθεί στην Ουάσιγκτον. Ο βασιλιάς ήταν ηρεμότερος. Είχε προηγηθεί μακρά συνομιλία του
με τον Πιπινέλη 14, ο οποίος είχε κατορθώσει να αμβλύνει το μένος του κατά των συνταγματαρχών.
Αμερικανοί πεζοναύτες δεν εστάλησαν στην Ελλάδα. Στην Ουάσιγκτον το αίτημα του Κωνσταντίνου
προκάλεσε εύθυμα σχόλια. Ούτε χρειάστηκαν ελικόπτερα στους κήπους των Ανακτόρων. Ο
βασιλιάς, μέσα σε ελάχιστες ημέρες, είχε συμβιβαστεί με τη νέα κατάσταση και όρκιζε την
κυβέρνηση Κόλλια 15, στην οποία οι συνταγματάρχες κρατούσαν τα κλειδιά.
Είχαν προηγηθεί όμως και άλλες επαφές και δραστηριότητες του Κωνσταντίνου κατά την κρίσιμη
ημέρα της Παρασκευής, που αξίζουν ιδιαίτερη προσοχή. Στη μια το μεσημέρι ο βασιλιάς με
Digitized by 10uk1s

ακολουθία αξιωματικών πήγε από τα Ανάκτορα Αθηνών στο Ψυχικό να δει τη μητέρα του. Έξω από
τα Ανάκτορα της Φρειδερίκης στάθμευαν ένα πελώριο τανκ, δυο τζιπ με ασύρματο και άντρες των
ΛΟΚ (λόχοι ορεινών καταδρομών). Ο Κωνσταντίνος φώναξε τον επικεφαλής υπολοχαγό και τον
διέταξε «να απομακρυνθεί αμέσως το τανκ». Ο αξιωματικός, αρκετά μουδιασμένος, απάντησε ότι
εκτελεί διαταγές ανωτέρων του, αλλά θα επικοινωνούσε και θα ανέφερε την επιθυμία του
βασιλέως. Ο Κωνσταντίνος επανέλαβε αυστηρότερα τη διαταγή του και μπήκε στα ανάκτορα. Στην
είσοδο τον υποδέχτηκε η αδελφή του πριγκίπισσα Ειρήνη, η οποία τον αγκάλιασε και τον φίλησε.
Έπειτα από 45 λεπτά βγαίνοντας ο Κωνσταντίνος είδε το τανκ — που αρχικά ήταν ακριβώς έξω από
την πόρτα — να έχει μετακινηθεί κατά 50 μέτρα. Πλησίασε τον υπολοχαγό και του είπε
«ευχαριστώ».
Φαίνεται ότι η αμηχανία και η σπασμωδικότητα των κινήσεων του Κωνσταντίνου ήταν εντονότερου
βαθμού από ό,τι παρουσιάσαμε ως τώρα. Δεν μπορεί να εξηγηθεί διαφορετικά το γεγονός ότι ενώ
ζητούσε πεζοναύτες από τον Τάλμποτ, ενώ απέκλεισε την «αιματοχυσία», ταυτόχρονα έκανε
βολιδοσκοπήσεις και προς την πλευρά του ανατολικού μπλοκ. Για όσους ήξεραν την
αντικομμουνιστική ιδεοληψία του Κωνσταντίνου (την Πρωτοχρονιά του 1966 στο επίσημο βασιλικό
διάγγελμα είχε χαρακτηρίσει συλλήβδην τον κομμουνισμό και τους φορείς του «μιάσματα»), η
επιδίωξη επαφής με την «άλλη πλευρά» κατά την ημέρα της 21ης Απριλίου φαίνεται απίστευτη. Και
όμως έγινε...
Λίγο πριν από το μεσημέρι της Παρασκευής και ενώ όλοι οι δρόμοι που οδηγούσαν από την Αθήνα
στα προάστια ήταν μπλοκαρισμένοι με άρματα μάχης ο Τζο Μπρούδος, έμμισθος υπάλληλος των
Ανακτόρων, εξουσιοδοτημένος από τον Κωνσταντίνο επισκέφθηκε στο Ψυχικό τον πρεσβευτή της
Τσεχοσλοβακίας. Στον έκπληκτο ανατολικό διπλωμάτη ο αυλικός επισκέπτης κατέστησε αμέσως
γνωστό το σκοπό της επισκέψεως. Ο «Μεγαλειότατος» επιθυμούσε πολύ να πληροφορηθεί τις
αντιλήψεις των «σοσιαλιστικών χωρών» (αυτή την έκφραση χρησιμοποίησε ο απεσταλμένος του
βασιλιά) και τις ενδεχόμενες αντιδράσεις τους στο στρατιωτικό πραξικόπημα. Ο Μπρούδος εξήγησε
ότι παρά τις επιφανειακές εντυπώσεις της κοινής γνώμης και τους ανακριβείς ισχυρισμούς της
«Επαναστάσεως», που μετεδίδοντο από το ραδιοφωνικό σταθμό, ούτε προσυνεννόηση μεταξύ
βασιλέως και κινηματιών υπήρχε, ούτε εκ των υστέρων ο Μεγαλειότατος είχε εγκρίνει το
πραξικόπημα των συνταγματαρχών.
Ο Τσέχος διπλωμάτης, που ο σκεπτικισμός του για τα ελατήρια του βασιλικού διαβήματος πρέπει να
ήταν δικαιολογημένος, περιορίστηκε να δώσει πολύ επιφυλακτικές απαντήσεις. Είπε στον
συνομιλητή του ότι η χώρα του, όπως και ολόκληρος ο πολιτισμένος κόσμος, είναι υπέρ της
κανονικής λειτουργίας του πολιτεύματος και εναντίον των μιλιταριστικών πραξικοπημάτων.
Οι αόριστες αυτές διακηρύξεις δεν ικανοποίησαν τον βασιλικό απεσταλμένο, ο οποίος επέμενε ότι ο
Μεγαλειότατος θα ήθελε να γνωρίζει «αν θα υπάρξει αντίδρασις του σοβιετικού μπλοκ στο
στρατιωτικό πραξικόπημα». Και απεκάλυψε ότι ο βασιλεύς είχε επιζητήσει επικοινωνία με τους
πρεσβευτές της Σοβιετικής Ενώσεως και της Γιουγκοσλαβίας, αλλά η επαφή ήταν αδύνατη, διότι η
κατοικία του Ρώσου πρεσβευτή στο Ψυχικό βρισκότανε υπό «διακριτικό έλεγχο», του δε
Γιουγκοσλάβου υπό πλήρη και εμφανέστατο αποκλεισμό.
Ο διπλωμάτης απέφυγε και πάλι να πει στον απεσταλμένο του Κωνσταντίνου τις σκέψεις του για τις
ενδεχόμενες αντιδράσεις των ανατολικών κρατών (που ήταν το αντικείμενο του βασιλικού
διαβήματος). Προσέθεσε όμως ότι κατά την προσωπική του γνώμη το πραξικόπημα ήταν
τυχοδιωκτική ενέργεια υπό τον έλεγχο της CIA και με την έγκριση του NATO. Επεσήμανε, τέλος, ότι
οι μαζικές διώξεις και τα άλλα αντιδημοκρατικά μέτρα «ασφαλώς θα καταδικασθούν όχι μόνο από
τις σοσιαλιστικές χώρες, αλλά και από τις δυτικές».

Digitized by 10uk1s

Η συνομιλία κράτησε περίπου μισή ώρα. Ο Μπρούδος έφυγε μάλλον απογοητευμένος. Και η
διάθεσή του ελάχιστα βελτιώθηκε όταν ο πρεσβευτής, αποχαιρετώντας τον στην έξοδο, του δήλωσε
ότι ουσιαστικά βρίσκεται σε πλήρη απομόνωση, μη δυνάμενος να επικοινωνήσει, ούτε
τηλεφωνικώς, ούτε με άλλο μέσο με την πρωτεύουσα της χώρας του, ή με μέλη της πρεσβείας ή με
συναδέλφους του ανατολικούς και δυτικούς.
Το ουσιαστικότερο αποτέλεσμα της συνομιλίας ήταν ότι μια ώρα μετά την αποχώρηση του αυλικού
επισκέπτη φρουρά από άνδρες της Αεροπορίας και της Χωροφυλακής τοποθετήθηκε «διακριτικά»
κοντά στην κατοικία του Τσέχου πρεσβευτή...
Το απόγευμα της ίδιας μέρας (Παρασκευής) ο Μπρούδος επισκέφθηκε τη Φρειδερίκη στο Ψυχικό.
Από την επίσκεψη του Κωνσταντίνου στη μάνα του (που την αναφέραμε) κι έπειτα είχε
αποκατασταθεί η τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ Ανακτόρων και Αθηνών, φυσικά ελεγχόμενη,
δεδομένου ότι η «γραμμή» διέρχεται από το Πεντάγωνο. Ο Μπρούδος ανέφερε στη βασιλομήτορα
τα του διαβήματός του στον ανατολικό πρεσβευτή και εκείνη τα μετέφερε στον Κωνσταντίνο.
Ωστόσο, νέα προσωπική επικοινωνία Κωνσταντίνου — Φρειδερίκης δεν έγινε επί αρκετές ημέρες
και μολονότι ο ναύαρχος Τσάφος, αυλάρχης της βασιλομήτορος, πήγαινε καθημερινά και στο Τατόι,
όπου έμενε η Άννα Μαρία, και στην Ηρώδου του Αττικού, όπου είχε εγκατασταθεί ο Κωνσταντίνος,
είναι αμφίβολο να υπήρξε αυτός ο διαγγελέας, δεδομένου ότι η Φρειδερίκη, όπως έλεγε, δεν του
είχε εμπιστοσύνη...
Ολοκληρωμένες τώρα οι αντιδράσεις του Κωνσταντίνου τη νύχτα της 21ης Απριλίου και την επομένη
ημέρα μας δίνουν το μέτρο της δημοκρατικότητας, της σοβαρότητας και της ευφυίας με τη οποία
αντιμετώπιζε μια εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση. Για όσους πίστευαν στην ειλικρίνεια και την
γενναιότητα του βασιλιά, η στάση του υπήρξε απογοητευτική. Ο Κωνσταντίνος δεν θύμωσε επειδή
οι συνταγματάρχες κατέλυσαν το δημοκρατικό πολίτευμα της χώρας και εγκαθίδρυσαν δικτατορία.
Εξεμάνη επειδή τον πρόλαβαν και δεν τον άφησαν να κάνει αυτός εκείνο που έκαναν εκείνοι.
Απεχθανότανε την αιματοχυσία και απέκρουσε τις εισηγήσεις χρησιμοποιήσεως του ελληνικού
στόλου και των νομιμοφρόνων στρατευμάτων για την καταστολή της ανταρσίας. Εκλιπαρούσε όμως
την απόβαση Αμερικανών πεζοναυτών για να του φέρουν (χωρίς αιματοχυσία;) «στο πιάτο» τη
χαμένη εξουσία. Και βολιδοσκοπούσε τους «μισητούς» ανατολικούς, αν θα ήσαν διατεθειμένοι να
βγάλουν αυτοί το φίδι από την τρύπα. Αποκαλούσε τους συνταγματάρχες (από πίσω τους)
«μπάσταρδους», αλλά δεν δίσταζε να συνεργάζεται και να διαπραγματεύεται μαζί τους, να
επιτρέπει στη μητέρα του και στην αδελφή του δημόσιες εμφανίσεις με τους «πλαστογράφους» και
να υπογράφει φαρδειά - πλατειά τα επαναστατικά διατάγματα, με τα οποία αναβίωσε στην Ελλάδα
ο μεσαίωνας.
Η εξήγηση της συμπεριφοράς του θρόνου θα είναι ελλιπής αν αγνοηθούν τα άλλα μέλη της
βασιλικής οικογένειας. Η μεγαλύτερη αδελφή του Κωνσταντίνου, η Σοφία, ζούσε στην Ισπανία
παντρεμένη με τον πρίγκιπα Δον Χουάν Κάρλος. Ποτέ η Σοφία δεν είχε δείξει ζωηρό ενδιαφέρον για
τα δημόσια πράγματα της Ελλάδας. Και από τον καιρό που παντρεύτηκε (14 Μαΐου 1962) τα
προβλήματα διεκδικήσεως του ισπανικού θρόνου που απορροφούσαν ολοκληρωτικά τον σύζυγό
της και την ίδια έσβησαν κάθε ίχνος ενδιαφέροντος για την Ελλάδα. Δεν συνέβαινε το ίδιο με την
μικρότερη αδελφή της, την Ειρήνη, η οποία, βάσει του καταργηθέντος από τη δικτατορία
συντάγματος, εκτελούσε και καθήκοντα διαδόχου του Θρόνου (για το διάστημα που ο Κωνσταντίνος
και η Άννα Μαρία δεν είχαν ακόμη αποκτήσει παιδιά). Η Ειρήνη ήταν «εικόνα και ομοίωμα» της
δυναμικής, πολυπράγμονος, πανούργου και αυταρχικής μητέρας της. Ενώ η Σοφία είχε
κληρονομήσει την πραότητα και την κάποια σωφροσύνη του πατέρα της (βασιλιά Παύλου) η
ιδιοσυγκρασία και ο χαρακτήρας της Ειρήνης είχαν σφραγισθεί από την πληθωρική προσωπικότητα
της Φρειδερίκης. Ο ενδιάμεσος Κωνσταντίνος υπήρξε ατυχέστερος. Κληρονόμησε την παντελή
έλλειψη ευφυίας του πατέρα του και τις απεχθέστερες ιδιότητες της μητέρας του. Το σημείο
Digitized by 10uk1s

αρμονίας των τριών αδελφών ήταν το θανάσιμο μίσος τους κατά της δημοκρατίας και των φορέων
της.
Στην περίπτωση του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου η Ειρήνη και η Φρειδερίκη ξαφνιάστηκαν.
Ήταν κάτι που δεν το περίμεναν. Μπερδεμένες στις ύποπτες ανακτορικές μηχανορραφίες είχαν
παίξει σημαντικό ρόλο στο σχεδιασμό του «άλλου» πραξικοπήματος, εκείνου που δεν έγινε. Είχαν
μάλιστα εργασθεί με πολλή μαεστρία, από κοινού με ειδικούς ψυχολόγους της CIA, για να
εξαλείψουν μερικά υπόλοιπα δισταγμών του Κωνσταντίνου, που τον έκαναν τη μια μέρα να
συμφωνεί και την άλλη να υπαναχωρεί. Και τώρα που είχαν εξουδετερώσει τις ταλαντεύσεις του
βασιλιά να τους παίρνουν το πραξικόπημα από τα χέρια τους... Και μάλιστα μερικοί τυχάρπαστοι
συνταγματάρχες...
Ξαφνιάστηκαν, λοιπόν, η Φρειδερίκη και η Ειρήνη. Και ασφαλώς στενοχωρέθηκαν. Αλλά δεν
απογοητεύτηκαν. Ούτε πανικοβλήθηκαν. Οι πρώτες δυσάρεστες εντυπώσεις άρχισαν να υποχωρούν
μπροστά σε ρεαλιστικότερες σκέψεις. Το πραξικόπημα είχε επιτύχει 100%. Αυτό ήταν το ουσιώδες.
Ενώ για το σχεδιασμένο «δικό» τους πραξικόπημα η επιτυχία δεν μπορούσε να προεξοφληθεί. Το
μεγαλύτερο μειονέκτημα του πραξικοπήματος που δεν έγινε ήταν ότι το ήξερε μεγάλος αριθμός
προσώπων (στρατηγοί, αυλικοί, πολιτικά πρόσωπα, οι χρηματοδότες και άλλοι. Χώρια οι
Αμερικανοί. Ακόμη και οι «εχθρικές» πρεσβείες κάτι είχαν μυριστεί). Έτσι, ο κίνδυνος διαρροής του
μυστικού ήταν σοβαρός. Αλλά αν το επληροφορείτο ο εσωτερικός εχθρός, τότε η επιτυχία του ήταν
αμφίβολη. Ενώ τώρα... Οι Παπανδρέου, οι βουλευτές τους, οι άνθρωποι της ΕΔΑ και μερικές
χιλιάδες στελέχη της «δημοκρατίας τους» ήσαν εξουδετερωμένοι. Και χωρίς να έχουμε εμείς, το
παλάτι, την ευθύνη. Δεν ήρθαν και άσχημα τα πράγματα. Λίγες ημέρες μετά την 21η Απριλίου η
βασιλομήτωρ Φρειδερίκη έλεγε σ' ένα πρόσωπο του πολιτικού κόσμου: «Δεν είναι κακοί οι
συνταγματάρχες. Καλά τα κατάφεραν. Αρκεί να μη τους μεθύσει η εξουσία και πιστέψουν ότι ο λαός
είναι μαζί τους. Αλλοίμονο και σ' αυτούς και σε μας αν παρασυρθούν και κάνουν εκλογές» 16.
οο0οο

Το πιο ευαίσθητο, ίσως, σημείο αυτής της ιστορικής έρευνας είναι ο ρόλος των ξένων. Και γίνεται
ακόμη πιο ευαίσθητο μια και το βιβλίο δεν απευθύνεται μόνο στους Έλληνες. Απευθύνεται στο
παγκόσμιο κοινό.
Δεν είναι υπερβολή, αν εκ προοιμίου τονισθεί ότι στην Ελλάδα δεν αναμιγνύεται στα εσωτερικά
πράγματα μόνον η εκάστοτε «προστάτις» ξένη Δύναμη. Αναμιγνύονται όλοι. Και δεν εννοώ μόνο τις
«σύμμαχες» χώρες, αλλά και τις «εχθρικές» και τις ουδέτερες. Γάλλοι, Ρώσοι, Γερμανοί,
Γιουγκοσλάβοι, Ιταλοί, ακόμη και Κινέζοι, στο μέτρο της δυνάμεως και της επιρροής που ασκούσαν
— κυρίως δια πρακτόρων μέσα στο παλάτι, στις κυβερνήσεις και στον κρατικό μηχανισμό — δεν
άφησαν ευκαιρία ανεκμετάλλευτη, ιδίως στον τομέα του οικονομικού ανταγωνισμού 17. Αν ο βαθμός
επιρροής και αναμίξεως κάθε χώρας μπορεί να εκτιμηθεί από τα αποτελέσματα, τότε την
αδιαφιλονίκητη πρώτη σειρά κατέχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες, ακολουθούμενες, από μεγάλη όμως
απόσταση, από τη Δυτική Γερμανία 18 και τη Μεγάλη Βρετανία. Η Γαλλία πραγματοποίησε μερικά
εντυπωσιακά βήματα στην Ελλάδα με την κάθε άλλο παρά άψογη σύμβαση Πεσινέ και την επίσημη
επίσκεψη του Ντε Γκωλ στην Αθήνα το Μάιο του 1963. (Η πολύ θερμή υποδοχή που του επιφύλαξε
ο Ελληνικός λαός είχε ερμηνευθεί σαν έμμεση αντιαμερικανική εκδήλωση). Ωστόσο, το πραγματικό
αφεντικό της Ελλάδας, κατά τη δεκαετία που ιστορούμε, παραμένει, δίχως αμφισβήτηση, η
Αμερική. Ειδικά για το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, ποτέ και από καμιά πηγή δεν αναφέρθηκε
ανάμιξη η δραστηριότητα άλλης ξένης δυνάμεως.
Σχετικά με την αμερικανική παρουσία στην Ελλάδα κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι είναι
πληθωρική, πολυπλόκαμη και ασυντόνιστη. Η πρεσβεία αντικατόπτριζε και εφάρμοζε την πολιτική
Digitized by 10uk1s

του Σταίητ Ντιπάρτμεντ, μια πολιτική συνήθως ευθυγραμμισμένη με την πολιτική των ανακτόρων
και της ελληνικής δεξιάς. Η στρατιωτική αποστολή και η CIA εκτελούσαν τις εντολές και τις
επιθυμίες του NATO και του αμερικανικού Πενταγώνου, του οποίου η παραδοσιακή θέση ήταν να
βλέπει την Ελλάδα στο χάρτη σαν τη νότια πτέρυγα της συμμαχίας. Συνήθως οι δραστηριότητες της
πρεσβείας, της στρατιωτικής αποστολής και της CIA ήσαν παράλληλες. Όταν όμως έρχονταν σε
σύγκρουση (κυρίως σε θέματα τακτικής, ποτέ στρατηγικής) επικρατούσε κατά κανόνα η άποψη της
CIA και της αποστολής. Αυτό εξηγείται εν μέρει, αν ληφθεί υπ' όψη ότι μετά τη λήξη του εμφύλιου
πολέμου (1946-1949) συνεχίστηκε σχεδόν αμείωτη η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια, ακόμη και
όταν σταμάτησε η οικονομική βοήθεια (1962). Από το 1950 ως το 1963 χορηγήθηκαν στον ελληνικό
στρατό 1,4 δισεκατομμύρια δολάρια. Το γεγονός αυτό προσέδωσε αυξημένο βαθμό εξαρτήσεως και
υποτελείας των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων απευθείας στο αμερικανικό Πεντάγωνο. Ο
εξοπλισμός και η διάρθρωση του ελληνικού στρατού ρυθμιζόταν από τους εκπρόσωπους του
Πενταγώνου και του NATO, χωρίς ανάμιξη του Σταίητ Ντιπάρτμεντ. Ακόμη και οι πίνακες
προαγωγών ή τοποθετήσεων ανωτέρων αξιωματικών έπρεπε να εγκριθούν από Αμερικανούς
στρατιωτικούς. Δεν είναι επομένως ανεξήγητο γιατί τα ανώτερα κλιμάκια του ελληνικού στρατού
θεωρούσαν φυσικούς προϊσταμένους τους όχι την εκάστοτε νόμιμη κυβέρνηση, αλλά τα ξένα εκείνα
πρόσωπα, από τα οποία εξηρτάτο η χρηματοδότηση του στρατού και ακόμη η προσωπική τους
σταδιοδρομία.
Ακόμη πιο σφιχτή ήταν η εξάρτηση της ελληνικής ΚΥΠ (Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών) από την
CIA. Η ΚΥΠ ήταν ένα είδος υποκαταστήματος της CIA. Η αμερικανική οργάνωση προμήθευε απ'
ευθείας στην ομογάλακτη αδελφή της των Αθηνών χρήματα, όπλα, οχήματα, συγχρονισμένα
όργανα ανιχνεύσεως και ηλεκτρονικούς εγκεφάλους για την μοντέρνα τήρηση αρχείου με τους
φακέλους των υπόπτων Ελλήνων... Οι μισθοί των υπαλλήλων και πρακτόρων της ΚΥΠ κατεβάλλοντο
απ' ευθείας από το θησαυροφυλάκιο της CIA, χωρίς την μεσολάβηση της ελληνικής κυβερνήσεως. Ο
Γεώργιος Παπανδρέου όταν έγινε πρωθυπουργός στις αρχές του 1964 πληροφορήθηκε — όπως μου
είπε — με κατάπληξη την ιδιότυπη μορφή εξαρτήσεως της ΚΥΠ από την CIA. Θέλησε να καταργήσει
το σύστημα αυτό, αλλά σκόνταψε στη σκληρή αντίσταση των Αμερικανών. Έπειτα από επίμονες
διαπραγματεύσεις εξευρέθηκε μια συμβιβαστική λύση που ικανοποιούσε το ελληνικό γόητρο, χωρίς
να θίγει την ουσία της εξαρτήσεως. Οι δαπάνες της ΚΥΠ κατεβάλλοντο πάλι από την CIA, αλλά μέσω
του υπουργείου Προεδρίας της ελληνικής κυβερνήσεως... Το επεισόδιο αυτό συνέβαλε στο να
εδραιώσει την πεποίθηση στην Ουάσιγκτον ότι οι Παπανδρέου δεν ήσαν καθόλου «συνεργάσιμοι».
Όταν — επί τέλους — εκδιώχτηκε η κυβέρνηση της Ενώσεως Κέντρου (15 Ιουλίου 1965) οι
οικονομικές σχέσεις CIA και ΚΥΠ ξαναγύρισαν στο παλιό απλουστευμένο καθεστώς της απ' ευθείας
χρηματοδοτήσεως.
Ως προς το ρόλο της CIA στο πραξικόπημα δίνει κάποια έμφαση το γεγονός ότι οι συνταγματάρχες
Παπαδόπουλος και Μακαρέζος (οι δυο από τους τρεις ηγέτες της Χούντας) κατείχαν θέσεις - κλειδιά
στην ΚΥΠ. Και επί πλέον ο Παπαδόπουλος ήταν ο σύνδεσμος μεταξύ ΚΥΠ και CIA, είχε δηλαδή άμεση
απ' ευθείας επαφή και εξάρτηση με την προϊσταμένη Αρχή 19.
Αργότερα ο Αμερικανός δημοσιογράφος David Bindei απεκάλυψε, χωρίς να διαψευσθεί, ότι ο
συνταγματάρχης Γ. Παπαδόπουλος ήταν στη λίστα των πρακτόρων της CIA και εισέπραττε μισθό
από το 1952.
Με το φως των ανωτέρω εξαρτήσεων εμφανίζεται τελείως αστήρικτη η αγανακτισμένη άποψη του
αρθρογράφου των Τάιμς της Νέας Υόρκης Σάιρους Σουλτζμπέργκερ, ότι όσοι κατηγορούν τις
Ηνωμένες Πολιτείες για ανάμιξη στο πραξικόπημα λένε ανοησίες. Γράφει: «Αυτό είναι ανόητο. Η
Ουάσιγκτον δεν γνώριζε τίποτα για το πραξικόπημα». Και αντίθετα φαίνεται ακλόνητη η γνώμη ότι η
«Μικρή Χούντα» και ειδικά οι συνταγματάρχες Παπαδόπουλος και Μακαρέζος δεν θα μπορούσαν
να κινήσουν ούτε το μικρό τους δάκτυλο χωρίς την συγκατάθεση ή μάλλον την εντολή της CIA 20.
Digitized by 10uk1s

Προτού κλείσει το Κεφάλαιο αυτό είναι χρήσιμο να δοθούν μερικά πρόσθετα στοιχεία για τις
δραστηριότητες της CIA στην Ελλάδα:
Η ίδρυση της CIA συμπίπτει χρονικά με το δόγμα Τρούμαν (1947) και την ανάληψη από την Αμερική
«ειδικών ευθυνών» για μια σειρά χώρες, που ανέβαινε επικίνδυνα η στάθμη της ενεργητικής
αποστροφής προς την κηδεμονία των Ηνωμένων Πολιτειών. «Συμπίπτει» επίσης και με την έναρξη
του ψυχρού πολέμου.
Το πρώτο κλιμάκιο της CIA εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το φθινόπωρο του 1947. Ήταν επταμελές, με
επί κεφαλής τον Θωμά Καραμεσήνη, ανώτερο στέλεχος, ελληνικής καταγωγής. Για να καλύπτονται
οι πράκτορες της CIA ήσαν τοποθετημένοι στο προσωπικό της πρεσβείας σαν εμπορικοί ή
επιστημονικοί σύμβουλοι. Δυο ήσαν αποσπασμένοι στο στρατηγείο του Βαν Φλητ και ένας στον
Οργανισμό Αναμορφωτηρίων Μακρονήσου (OÀM), σύμβουλος του συνταγματάρχη Μπαϊρακτάρη.
Μετά τον τερματισμό του εμφύλιου πολέμου το κλιμάκιο της CIA στην Ελλάδα περιόρισε τον αριθμό
των μελών του. Ξαναδυνάμωσε το 1958 όταν η αριστερά κέρδισε στις εκλογές το 25% του συνόλου
των ψήφων. Από τότε η δράση της CIA είναι συνεχής, εντατική και αποτελεσματική, με εφαρμογές
μεθόδων που είχαν δοκιμαστεί στη Λατινική Αμερική.
Οι σπουδαιότερες από τις γνωστές δραστηριότητες της CIA στην Ελλάδα ήσαν η οργάνωση των
εκλογών βίας και νοθείας του 1961, η δολοφονία του βουλευτή Γρηγορίου Λαμπράκη, τα γεγονότα
του Γοργοποτάμου, η σκηνοθεσία της δολιοφθοράς του Έβρου, η ιουλιανή επιχείρηση του 1965 και
μια σειρά προβοκατόρικων ενεργειών τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου.
Η οργάνωση του εκλογικού πραξικοπήματος του 1961 αποδίδεται στα επιτελικά σχέδια του Λάφλιν
Κάμπελ. Στην επιχείρηση της «καταργήσεως» του Γεωργίου Παπανδρέου (15 Ιουλίου 1965) η
οργανωτική ευθύνη ανήκει στον Τζων Μώρυ (Maury). Ο ίδιος με τη συνεργασία του Χάρυ Γκρην και
του Stav Milton είχε την εποπτεία του πραξικοπήματος των συνταγματαρχών στις 21 Απριλίου 1967.
Ο αριθμός των στρατευμένων Ελλήνων πρακτόρων της CIA δεν είναι γνωστός. Ορισμένοι όμως
υπάλληλοι της πρεσβείας, που ένοιωθαν ένα είδος αποστροφής για την CIA, υπολογίζουν σε μερικές
εκατοντάδες τους εξαγορασμένους πράκτορες μέσα στον κρατικό μηχανισμό, στο στρατό, στα
σώματα ασφαλείας, στο παλάτι, στο υπουργείο Εξωτερικών και στη Βουλή. Αυτοί οι 300 ή 400
Έλληνες μισθοφόροι ξένης μυστικής υπηρεσίας αποτελούσαν —και αποτελούν— την πέμπτη
φάλαγγα της αμερικανικής κηδεμονίας.
Αξιοσημείωτη είναι η στρατολογική προτίμηση της CIA στα πρόσωπα με δοσιλογικό παρελθόν. Ο
Αμερικανός δημοσιογράφος Τζακ Άντερσον δημοσίευσε στις 16 Νοεμβρίου 1971 στοιχεία που
ανέφεραν ότι ο Τζαίημς Ποττς (αρχηγός του ελληνικού κλιμακίου από το 1968) είχε συγκεντρώσει
λεπτομερείς εκθέσεις για όλες τις φιλοναζιστικές δραστηριότητες ενός σημαντικού αριθμού
στελεχών της Χούντας. Τα πρόσωπα αυτά είχαν χρηματίσει διαδοχικά πράκτορες της Γκεστάπο, της
Ιντέλιτζεν Σέρβις και τώρα της CIA. Ο Άντερσον ανέφερε ανάμεσα στους άλλους ονομαστικά τον
συνταγματάρχη Γεώργιο Παπαδόπουλο.

Digitized by 10uk1s

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΒΙΟΥ
Στη Μιννεάπολη της πολιτείας Μιννεσόττα, το Νοέμβριο 1967, πρωτοφερμένος στην Αμερική, σε
μια συζήτηση με Αμερικανούς διανοουμένους, διετύπωσα την παρατήρηση ότι η στάση του Σταίητ
Ντιπάρτμεντ και του Πενταγώνου στο θέμα της Ελλάδας είναι αντίθετη με το παραδοσιακό πνεύμα
της αμερικανικής δημοκρατίας. «Μα δεν πολεμήσαμε όλοι μαζί, πλάι -πλάι, στην Ευρώπη κατά του
ολοκληρωτισμού;» ρώτησα, ομολογώ, με κάποια αφέλεια.
Πήρα την εξής απάντηση: «Δημοκρατία και ελευθερία μπορούν να έχουν μόνο τα πολύ μεγάλα
κράτη και οι πλούσιες κοινωνίες. Τα άλλα κράτη είναι καταδικασμένα να έχουν ή ωμή ολιγαρχία, ή
προθήκη δημοκρατίας... Κι έπειτα, ειδικά για σας, είναι και το θέμα του κομμουνισμού...».
Αν αναφέρομαι σε εκείνη τη συζήτηση το κάνω όχι για να αντικρούσω την πρωτότυπη άποψη ότι η
δημοκρατία και ο φιλελευθερισμός είναι έννοιες διαιρετές, προνόμια των μεγάλων κρατών και των
πλούσιων κοινωνιών. Θυμίζει τόσο πολύ το κληρονομημένο πνεύμα αυτοκρατορισμού 21 του
περασμένου αιώνα, που προτιμώ να μην τη σχολιάσω. Αλλά ο υπαινιγμός για το θέμα του
κομμουνισμού φανερώνει ότι η νεοφασιστική προπαγάνδα έχει αγγίξει — μεμονωμένα έστω —
ακόμη και την ακαδημαϊκή Αμερική, που στην Ελλάδα τη θεωρούμε μεγάλη ελπίδα και οχυρό της
Ανθρωπότητας. Έτσι, μας προσφέρεται η ευκαιρία να εξετάσουμε ψύχραιμα, το θέμα του
κομμουνισμού και της δημοκρατίας σε συνάρτηση με το μιλιταριστικό εγχείρημα της 21ης Απριλίου.
Αντιμετώπιζε πραγματικά η Ελλάδα κομμουνιστική απειλή; Και αν δεν αντιμετώπιζε, τότε ποια ήσαν
τα πραγματικά αίτια και οι σκοποί του πραξικοπήματος; Και τα δυο ερωτήματα είναι κρίσιμα. Και γι'
αυτό θα προσπαθήσω ν' αποφύγω —όσο μπορώ— την παρεμβολή υποκειμενικών αισθημάτων. Η
ιστορική αλήθεια πρέπει ν' αναβλύσει από τις πηγές των γεγονότων, γεγονότων στα οποία να μη
χωράει αμφισβήτηση. Και όχι μόνο πρόσφατων. Η οργανική σύνδεση της σημερινής καταστάσεως
εκτείνεται στο βάθος τουλάχιστον της τελευταίας δεκαετίας.
οο0οο

Αρχίζουμε από το 1958. Η ελληνική πολιτική ζωή είναι διαιρεμένη σε τρεις γενικές παρατάξεις, που
εκφράζουν τα αντίστοιχα μεγάλα ρεύματα του καιρού μας: τη δεξιά, το κέντρο και την αριστερά.
Αυτή η κάπως σχηματική κατάταξη μας επιτρέπει ν' αποφύγουμε τους δαίδαλους της ελληνικής
πολιτικής διαρθρώσεως που, παλαιότερα, ήταν κυριαρχημένη από έναν απίθανο αριθμό κομμάτων,
τα οποία απηχούσαν, με ασήμαντες παραλλαγές, τις τρεις γενικές παρατάξεις. Με εξαίρεση την
αριστερά, που πρωτοεμφανίζεται ως κόμμα — με δέκα βουλευτές — το 1926, οι ρίζες των δυο
άλλων παρατάξεων, δεξιάς και κέντρου, ξεκινάνε από την τέταρτη δεκαετηρίδα του περασμένου
αιώνα, όταν μετά την Απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό, που κράτησε 400 χρόνια, η Ελλάδα
αναγνωρίστηκε σαν ανεξάρτητο κράτος. Οι πρώτοι κομματικοί σχηματισμοί ήσαν δημιουργήματα
της ξενικής δολοπλοκίας και εκφράζανε λιγότερο αντίστοιχες κοινωνικές δυνάμεις και περισσότερο
τον ανταγωνισμό των ξένων επιρροών και συμφερόντων22. Η καθυστερημένη ρομαντική κοινωνία
του νεογέννητου κράτους των — τότε — 800.000 κατοίκων αντανακλούσε σε μια πρωτόγονη
αγροτοφεουδαρχική διάρθρωση με εμβρυώδη αστικά γνωρίσματα. Πρώτοι πολιτικοί σχηματισμοί,
που να μπορούν να θεωρηθούν πρόδρομοι των σημερινών παρατάξεων, δεξιάς και κέντρου,
εμφανίζονται γύρω στα 1880 με ηγέτες τους Θεόδωρο Δεληγιάννη και Χαρίλαο Τρικούπη. Το κόμμα
του Δεληγιάννη ήταν συντηρητικό, φαυλοκρατικό, παραδοσιακό, με έμβλημα τη «Μεγάλη Ιδέα» 23.
Ο Τρικούπης, φορέας ενός αστικού φιλελευθερισμού, αγωνιζότανε να σπάσει τα κοινωνικά δεσμά
της φεουδαρχίας και να στερεώσει τα θεμέλια ενός συγχρονισμένου κράτους. Στις αρχές του αιώνα
μας η σύγκρουση των δύο αντιπάλων κόσμων πήρε οξύτερη μορφή και προκάλεσε εθνικό διχασμό
με αντιπάλους τον Ελευθέριο Βενιζέλο, αρχηγό των Φιλελευθέρων, και τον βασιλέα Κωνσταντίνο,
ουσιαστικό ηγέτη της ολιγαρχικής δεξιάς. Έπειτα από μια ηφαιστειακή περίοδο γεμάτη από
Digitized by 10uk1s

εθνικούς θριάμβους που διπλασίασαν την Ελλάδα (Βαλκανικοί πόλεμοι 1912-1913 και συμμετοχή
στον Α' Παγκόσμιο πόλεμο) και εθνικές συμφορές (Μικρασιατική καταστροφή του 1922) η χώρα
πέρασε σε μια ενδεκαετή περίοδο αβασίλευτης δημοκρατίας (1924-1935).
Στα 1933 η δεξιά με την βρετανική υποστήριξη ανέκτησε την εξουσία και την διατηρεί ως σήμερα...
Επανέφερε τη μοναρχία (1935) και εγκαθίδρυσε, δικτατορία (1936-40). Ο Β' παγκόσμιος πόλεμος
και η γερμανική Κατοχή προκάλεσαν μεγάλες πολιτικές ανακατατάξεις και με την εθνική αντίσταση
έφεραν στην επιφάνεια την αριστερά σαν πρώτη πολιτική δύναμη. Αλλά μετά την απελευθέρωση
(1944) η δεξιά και η μοναρχία, με τη δυναμική υποστήριξη των Άγγλων, στερεώθηκαν στην Αρχή. Το
1963 φάνηκε να είναι το λυκόφως της κυριαρχίας της δεξιάς. Η διακυβέρνηση της χώρας πέρασε
στην Ένωση Κέντρου. Αλλά τον Ιούλιο του 1965 ο βασιλιάς Κωνσταντίνος έδιωξε — με συνταγματικό
πραξικόπημα — τη νόμιμη κυβέρνηση Παπανδρέου. Έκτοτε η δεξιά έμεινε αγκιστρωμένη στην
εξουσία. Τελευταίος σταθμός το στρατιωτικό πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967...

Μετά τη φευγαλέα αυτή αναδρομή στην πολυτάραχη ζωή της Ελλάδας, που ήταν αναγκαία για να
συνδεθεί το παρελθόν με το παρόν, ας δούμε μια - μια τις τρεις πολιτικές παρατάξεις της δεκαετίας.
Αρχίζουμε από την ελληνική δεξιά. Από το 1955 εκφράζεται από την Εθνική Ριζοσπαστική Ένωση
(ΕΡΕ) με αναγνωρισμένο αρχηγό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή (1955 - 1963) και έπειτα τον
Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Κοινωνικός κορμός της είναι η μεγαλοαστική τάξη με τα μονοπωλιακά
συγκροτήματα και τον παρασιτικό της χαρακτήρα, πλαισιωμένη από τις πιο αντιδραστικές και
οπισθοδρομικές δυνάμεις της κοινωνίας. Αν προστεθούν οι καθυστερημένοι — και πεινασμένοι —
πληθυσμοί της ορεινής υπαίθρου και το σημαντικό πλήθος των εξαρτωμένων από την κρατική,
ανακτορική και ξενική εύνοια, καθώς και ο υπόκοσμος των δοσιλόγων της Κατοχής, έχουμε το
κοινωνικό αμάλγαμα της ελληνικής δεξιάς. Ιδεολογικά, η δεξιά εξέφραζε πάντοτε την άρνηση, ποτέ
τη θέση. Επί Τρικούπη ήταν αντιτρικουπική, επί Βενιζέλου αντιβενιζελική. Και από τα χρόνια του
πολέμου αντικομμουνιστική. Στην πραγματικότητα ήταν και παραμένει βαθύτατα αντιδημοκρατική
και αντιπροοδευτική. Για να θεμελιωθούν οι παρατηρήσεις αυτές σημειώνουμε πρώτον την
πεισματική προσήλωσή της σ' ένα απαρχαιωμένο, σκοταδιστικό σύστημα εκπαιδεύσεως, που ήταν
φραγμός στην πνευματική άνοδο του λαού, και στη συγκρότηση της υποδομής για την οικονομική
ανάπτυξη της χώρας. Και δεύτερο την ανορθόδοξη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος σ'
όλες τις περιόδους που κυβέρνησε η δεξιά. Ειδικότερα, η ΕΡΕ επεχείρησε το 1963 να αναθεωρήσει
το Σύνταγμα με κατεύθυνση την ακόμη μεγαλύτερη ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας σε βάρος
της νομοθετικής 24.
Στους άλλους τομείς η ιδεολογία της ΕΡΕ καθρεφτίζεται στο πρόγραμμα που εφήρμοσε στα
εφτάμιση χρόνια διακυβερνήσεως. Στην εξωτερική πολιτική παρέμεινε ακλόνητα πιστή στο NATO
και στην ευθυγράμμισή της με την πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών. Η συμμόρφωση στις
απαιτήσεις του NATO και της Ουάσιγκτον είχε σαν αποτέλεσμα (για να περιοριστούμε μόνο στον
στρατιωτικό τομέα) να φορτώνεται ο κρατικός προϋπολογισμός με δυσβάστακτες αμυντικές
δαπάνες. Αναπόφευκτη συνέπεια ήταν η αδυναμία χαράξεως και εφαρμογής ενός στοιχειώδους
προγράμματος κοινωνικής πολιτικής.
Η οικονομική πολιτική της ΕΡΕ εκυριαρχείτο από το «ταμπού» της οικονομικής και νομισματικής
σταθερότητας. Αλλά η φαινομενικά ορθή αυτή πολιτική πραγματοποιήθηκε με θυσίες μόνο των
ασθενέστερων τάξεων. Εν ονόματι της σταθερότητας το εργατικό, υπαλληλικό και αγροτικό
εισόδημα παρέμεινε καθηλωμένο, ελαττούμενο κατά το ποσοστό αυξήσεως των φόρων. Το
μεγαλύτερο ποσοστό από την ετήσια αύξηση του εθνικού εισοδήματος το απορροφούσε η
ολιγαρχία. Οι άλλες βασικές γραμμές της οικονομικής πολιτικής της ΕΡΕ ήσαν η ανάπτυξη της
Digitized by 10uk1s

ιδιωτικής πρωτοβουλίας, ο ελεύθερος συναγωνισμός και η προσέλκυση ξένων κεφαλαίων (έστω και
με όρους ιδιαίτερα επαχθείς).
Η ΕΡΕ — όπως και η εκάστοτε δεξιά — καταλαμβάνεται από ιερή αγανάκτηση όταν αποκαλείται
«Δεξιά». Αυτοτιτλοφορείται «εθνικοφρόνων παράταξις», κάτι που οι αντίπαλοί της δεν
παραλείπουν να σαρκάσουν διαβλέποντας ένα σύμπλεγμα ενοχής στη χρησιμοποίηση του όρου
«εθνικόφρων» από την παράταξη που βαρύνεται με την παραδοχή της ξενικής κηδεμονίας και την
απαλλοτρίωση της εθνικής ανεξαρτησίας.
Σημειώνουμε μερικές από τις χαρακτηριστικότερες δραστηριότητες της δεξιάς που απέληξαν σε
βάρος του έθνους: α) Το 1897, με σημαία την «Μεγάλη Ιδέα», ξεκίνησε έναν τυχοδιωκτικό πόλεμο
εναντίον της Τουρκίας. Αποτέλεσμα ήταν μια επονείδιστη ήττα και μια χρηματική αποζημίωση, που
για να εξασφαλισθεί η πληρωμή της η Ελλάδα υποχρεώθηκε να δεχθεί «Διεθνή Οικονομικόν
Έλεγχον», δηλ. έλεγχο επί των δημοσίων εσόδων της. β) Στον Α' Παγκόσμιο πόλεμο ο Κωνσταντίνος
και η σύζυγός του Σοφία (αδελφή του Κάιζερ) μετέδιδαν εθνικά μυστικά στο γερμανικό επιτελείο,
διευκόλυναν την κατάληψη της ανατολικής Μακεδονίας από τους Βουλγάρους και παρέδωσαν
εθελοντικά αιχμάλωτο στους Γερμανούς ένα σώμα στρατού. γ) Το 1922 η δεξιά έγινε υπεύθυνη της
Μικρασιατικής καταστροφής, που ξερίζωσε από τις εστίες τους ενάμιση εκατομμύριο Ελλήνων, δ)
Στην Κατοχή η δεξιά έμεινε μακριά από την Εθνική Αντίσταση, αλλά προμήθευσε στον κατακτητή και
τους τρεις Κούισλιγκς πρωθυπουργούς (στρατηγός Γεώργιος Τσολάκογλου, καθηγητής Κωνσταντίνος
Λογοθετόπουλος, Ιωάννης Ράλλης), καθώς και εκατοντάδες υπουργούς, νομάρχες, καταδότες,
βασανιστές... ε) Το 1959 ανεγνώρισε στην Τουρκία δικαιώματα στρατιωτικής εγκαταστάσεως στην
Κύπρο και συγκυβερνήσεως (συμφωνίες Ζυρίχης — Λονδίνου 1959) 25.
Αναφέραμε ότι το κύριο ιδεολογικό Πιστεύω της ΕΡΕ (και της Χούντας που είναι η νεοφασιστική
απόφυση της δεξιάς) είναι ο αντικομμουνισμός. Και πραγματικά στις σχέσεις της με τον
κομμουνισμό η δεξιά υπήρξε πάντοτε αδυσώπητα εχθρική. Ωστόσο, για όσους ζούσαν από κοντά τη
βρώμικη ατμόσφαιρα της ελληνικής πολιτικής ζωής δεν ήταν δύσκολο να διακρίνουν ότι πίσω από
την υστερία του αντικομμουνισμού κυριαρχούσε το στοιχείο του πολιτικού υπολογισμού. Δεν είναι
υπερβολή αν πούμε ότι η ύπαρξη ισχυρής κομμουνιστικής κινήσεως είχε γίνει για τη δεξιά βιολογική
ανάγκη. Για να γίνει κατανοητό αυτό θυμίζουμε ότι οι εμφύλιοι πόλεμοι, έντεχνα διαστρεβλωμένοι
από την κρατική προπαγάνδα, είχαν εκθρέψει σε τμήματα του αγροτικού πληθυσμού ένα έντονο
αντικομμουνιστικό αίσθημα, το οποίο η δεξιά εξαργύρωνε διπλά: Πρώτον, στις εκλογικές
αναμετρήσεις, όπου εξασφάλιζε — με την συνδρομή εννοείται και της χωροφυλακής — τις ψήφους
των αντικομμουνιστικών περιοχών, παρά τη δυσμενή για τους αγρότες κατανομή του ισχνού
εθνικού εισοδήματος 26. Δεύτερον, απέναντι των ξένων κηδεμόνων, για τους οποίους η δύναμη
υποστηρίξεως και το ύψος της παρεχομένης βοηθείας μετριότανε με το βαθμό του
αντικομμουνιστικού μένους. Όταν με το πέρασμα του χρόνου οι αναμνήσεις των εμφυλίων πολέμων
άρχισαν να ξεθυμαίνουν, και να εκδηλώνονται τάσεις συμφιλιωτικές, η ηγεσία της δεξιάς
αντέδρασε με μεθοδικές προσπάθειες, όχι μόνο για να συγκρατήσει τη δική της πολιτική επιρροή,
αλλά και για να μη εξασθενίσει — πέρα από ένα σοφά υπολογισμένο όριο — η δύναμη της
αριστεράς. Η πολιτική «πολώσεως» ήταν αδύνατο να οικοδομηθεί αν η δύναμη του κομμουνισμού
έπεφτε σε χαμηλό επίπεδο. Για να νέμεται ανενόχλητα την εξουσία η δεξιά εφάρμοσε τη στρατηγική
της «κατευθυνόμενης τριχοτομήσεως» στην ελληνική πολιτική ζωή. Έχοντας ένα πραγματικό
ποσοστό λαϊκής δυνάμεως γύρω στο 30% και τεντώνοντας αυτό — με μεθόδους βίας, νοθείας και
εκλογικού συστήματος — στο 40 -50% κατόρθωνε να κυριαρχεί. Ταυτόχρονα επαγρυπνούσε ώστε ο
συσχετισμός μεταξύ κέντρου και αριστεράς να διατηρείται σε αναλογία που να καθιστά αδύνατη τη
διεκδίκηση της πρώτης θέσεως από το κέντρο. (Ιδεώδεις αναλογίες ήσαν 30 - 35% κέντρου, 15 - 20%
αριστεράς). Αν το ρυθμισμένο αυτό παιγνίδι των αριθμών δεν λειτουργούσε καλά και η αριστερά
έπεφτε στο 10 - 15%, τότε το κέντρο με 40 - 45% είχε πολλές πιθανότητες ν' αποσπάσει την εξουσία
από την δεξιά. Άρα το συμφέρον της αντικομμουνιστικής δεξιάς ήταν η συντήρηση του
Digitized by 10uk1s

κομμουνισμού σε σχετικά υψηλά — αλλά ρυθμισμένα — επίπεδα.

Ο δεύτερος πολιτικός σχηματισμός είναι η παράταξη του κέντρου. Οι περισσότεροι μελετητές της
ελληνικής πολιτικής ιστορίας δεν διακρίνουν σημαντικές ιδεολογικές διαφορές μεταξύ κέντρου και
δεξιάς. Ο Μεϋνώ υποστηρίζει ότι η δεξιά και το κέντρο στην Ελλάδα καλύπτουν δύο μορφές
συντηρητισμού, τον πατροπαράδοτο συντηρητισμό (δεξιά) και τον φιλελεύθερο συντηρητισμό
(κέντρο). Η διαπίστωση ως ένα σημείο είναι σωστή. Από τη μελέτη των προγραμμάτων της Ενώσεως
Κέντρου και της ΕΡΕ δεν προκύπτει ουσιώδης διαφορά πολιτικής. Στον εξωτερικό προσανατολισμό
οι προγραμματικές διαφορές από την ΕΡΕ είναι περισσότερο φραστικές. («Πολιτική συμμαχίας προς
τον Ελεύθερο Κόσμο της Δύσεως και εκπλήρωση των προς την ατλαντική συμμαχία υποχρεώσεων»).
Πανομοιότυπη είναι σχεδόν και η θέση της ΕΡΕ. Στον καίριο επίσης τομέα των στρατιωτικών
δαπανών οι κυβερνήσεις του κέντρου διεκήρυτταν ότι επεδίωκαν μείωση αυτών, «χωρίς όμως
εξασθένισιν της ασφαλείας της χώρας». (Το ίδιο έλεγε και η δεξιά). Στον οικονομικό τομέα η
πολιτική του κέντρου στηριζόταν επίσης στην ιδιωτική πρωτοβουλία και στις επενδύσεις ξένων
κεφαλαίων. (Ακριβώς όπως και η πολιτική της ΕΡΕ).
Εξ άλλου, η ιστορία, της κεντρώας παρατάξεως αμαυρώνεται από αλλεπάλληλους κοινωνικούς και
πολιτικούς συμβιβασμούς με τη δεξιά. Αυτό άρχισε από την τετραετία 1928 - 32, που το ιστορικό
κόμμα των Φιλελευθέρων μεταπήδησε σ' έναν αντιδραστικό συντηρητισμό. Η στροφή συνεχίστηκε
το 1935, όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος από την εξορία του ετάχθη υπέρ της παλινορθώσεως του
εκπτώτου βασιλέως Γεωργίου Β'. Και ολοκληρώθηκε κατά την κατοχή και κατά τους δύο εμφύλιους
πολέμους. Ενδεικτικό των ανακολουθιών της κεντρώας παρατάξεως είναι το εξής γεγονός: Στις 5
Ιουλίου 1945 ο Θεμιστοκλής Σοφούλης, διάδοχος του Ελευθερίου Βενιζέλου στην ηγεσία του
κόμματος και αρχηγός της αντιπολιτεύσεως, υπέγραψε αυστηρότατη διακήρυξη εναντίον της
«λευκής τρομοκρατίας», όπως χαρακτήριζε τις αγριότητες της άκρας δεξιάς. Έπειτα από δυο χρόνια
ο ίδιος ο Σοφούλης εχρίσθη από την Ουάσιγκτον πρωθυπουργός. Και επί των ημερών του «η λευκή
τρομοκρατία» της άκρας δεξιάς συνεχίστηκε σε βαθμό αυξημένης βαρβαρότητας.
Αλλά οι ασυνέπειες του κέντρου και η ταύτισή του, σε πολλά σημεία, με την πολιτική της δεξιάς
σκιάζουν, αλλά δεν διαγράφουν το σύνολο της ιστορικής του πορείας, η οποία εμφανίζει ένα
πλούσιο ενεργητικό με μεγάλες εθνικές πραγματοποιήσεις, αξιόλογες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις
και ό,τι σημαντικό έχει επιτελεσθεί στους τομείς της οικονομικής αναπτύξεως και του
εκσυγχρονισμού της διοικητικής οργανώσεως. Ο διπλασιασμός της Ελλάδας, κατά τη δεύτερη
δεκαετία του αιώνα μας, οφείλεται στη γνήσια εθνική πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου. Στο
ενεργητικό επίσης της παρατάξεως του κέντρου είναι η αγροτική μεταρρύθμιση (που κατήργησε τη
φεουδαρχική διάρθρωση της αγροτικής Οικονομίας), η σύσταση του κρατικού ιδρύματος
«Κοινωνικών Ασφαλίσεων», η εργατική νομοθεσία, η ίδρυση «Αγροτικής Τραπέζης» και γεωργικών
συνεταιρισμών. Προσωπικό, εξ άλλου, έργο του Γεωργίου Παπανδρέου είναι η ανανέωση του
εκπαιδευτικού συστήματος (1930-32) και η μεγάλη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964 - 1965.
Το φαινόμενο των μεταπτώσεων του κέντρου — συμφυές με την οργανική του ανάγκη ν' ακροβατεί
μεταξύ των δύο άκρων — μπορεί ν' αποδοθεί σε δύο βασικούς λόγους: Ο πρώτος συνδέεται με την
κοινωνική σύνθεση της κεντρώας παρατάξεως. Επί Ελευθερίου Βενιζέλου η ανερχόμενη τότε αστική
τάξη, σπονδυλική στήλη του κόμματος των Φιλελευθέρων, διαπνεόταν από τον προοδευτισμό που
διαπνέει κάθε τάξη που δεν έχει κατακτήσει ακόμη τα πολυπόθητα «μέσα της παραγωγής». Με τον
καιρό όμως, όταν ανδρώθηκε και έγινε η «ιθύνουσα τάξη», γλίστρησε στη συντήρηση. Από το 1933,
που η ξένη (βρετανική) κηδεμονία μετάθεσε την εύνοιά της από το κέντρο στη δεξιά, επήλθε
αντίστοιχη μετατόπιση και της αστικής τάξεως, ή τουλάχιστον των ολιγαρχικών της δυνάμεων. Η με
παραχωρήσεις προσπάθεια αναχαιτίσεως των φυγοκέντρων τάσεων της αστικής τάξεως και οι
Digitized by 10uk1s

αντίρροπες αντιδράσεις των προοδευτικών λαϊκών δυνάμεων μας δίνουν μια από τις εξηγήσεις των
ταλαντεύσεων του κέντρου.
Ο δεύτερος λόγος πηγάζει από την ξενική εξάρτηση. Το κέντρο — κάπως λιγότερο δουλικά από τη
δεξιά — είχε αποδεχτεί ντε φάκτο την κηδεμονία της εκάστοτε «προστάτιδος» δυνάμεως. Και όχι
σπάνια οι ξένες πιέσεις ήσαν τόσο ισχυρές, που ανάγκαζαν το κέντρο να αναδιπλώνεται σε γραμμή
σκληρότερη και από τη γραμμή της δεξιάς. Μια τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση ήταν η εκτέλεση
του κομμουνιστή ηγέτη Νίκου Μπελογιάννη το 1951 από την δημοκρατική κυβέρνηση του
στρατηγού Νικολάου Πλαστήρα. Επρόκειτο για υπολογισμένη ενέργεια της ξένης κηδεμονίας με το
διπλό στόχο να απαλλαγεί από έναν επικίνδυνο λαϊκό ήρωα (τον Μπελογιάννη) και να υποστεί
πλήγμα η υψηλή δημοτικότητα του Πλαστήρα. Το σχέδιο επέτυχε. Μετά ένα χρόνο, στις εκλογές του
1953, ο Πλαστήρας «που είχε βάψει τα χέρια του στο αίμα» ηττήθη. Εθριάμβευσε ο δεξιός
«Συναγερμός» του Αλέξανδρου Παπάγου, που είχε επαγγελθεί (παραπλανητικά, εννοείται) «λήθη
του παρελθόντος».
Η προσπάθεια εξισορροπήσεως των αντίρροπων πιέσεων γέννησε τον λεγόμενο «διμέτωπο αγώνα»
του κέντρου (εναντίον και της δεξιάς και της αριστεράς), ο οποίος πότε έκλινε προς τα εδώ και πότε
προς τα εκεί. Συνήθως όμως η επιρροή των ξένων και των οικονομικών και δημοσιογραφικών
συγκροτημάτων ήταν ισχυρότερη. Και η ευπαθής πλάστιγγα έκλινε εμφανέστατα προς τα δεξιά. Όχι
όμως τόσο, ώστε να εξασφαλίζει την εύνοια της κηδεμονίας του παλατιού και της ολιγαρχίας. Η
δεξιά ήταν το «σίγουρο άλογο...». Έτσι, το κέντρο προσέφερε μεν γην και ύδωρ, αλλά την εξουσία
την κρατούσε γερά η δεξιά.
Ο Γεώργιος Παπανδρέου κάπως αργά (μόλις το 1961) κατάλαβε το άσχημο παιγνίδι που παιζότανε
από τους ξένους κηδεμόνες σε βάρος της παρατάξεως του κέντρου. Τότε εγκατέλειψε τις πολιτικές
ακροβασίες, έπιασε το λαϊκό σφυγμό και διεξήγαγε αταλάντευτα και με συνέπεια τον «ανένδοτο
αγώνα» κατά της δεξιάς, που οδήγησε στον —προσωρινό έστω— θρίαμβο της δημοκρατίας. Αυτή
είναι και η πραγματικά «Μεγάλη Εποχή» του κέντρου και προσωπικά του Γεωργίου Παπανδρέου,
που τον κατέταξε στις μεγάλες πολιτικές μορφές της νεώτερης ελληνικής ιστορίας.

Ή ελληνική αριστερά, που από το 1951 εμφανίζεται ως «Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά» (ΕΔΑ),
παρουσίαζε και αυτή τις ιδιομορφίες της.
Η δεξιά αποκαλούσε την ΕΔΑ «προσωπείο» του κομμουνισμού. Η ηγεσία της ΕΔΑ αυτοπροβαλλόταν
σαν πολιτική έκφραση της γνήσιας δημοκρατίας. Η πραγματικότητα είναι λιγότερο δογματική και
απόλυτη. Η ΕΔΑ ήταν η φυσική και μοναδική κληρονόμος του από το 1947 εκτός νόμου
Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας. Επομένως, όλοι οι κομμουνιστές ήσαν οπαδοί της ΕΔΑ.
Απορροφούσε όμως επίσης τα πιο ανήσυχα στρώματα του δημοκρατικού λαού, όλων των
κοινωνικών τάξεων, που τα χώριζε άβυσσος από την κοινωνικά αποστεωμένη, πνευματικά
σκοταδιστική και οικονομικά άπληστη δεξιά. Οι μάζες αυτές, με δημοκρατική, μη κομμουνιστική,
αλλά ούτε και αντικομμουνιστική ιδεολογία, είχαν συμπυκνώσει τα ιδανικά τους στο μάλλον
ασαφές και αόριστο αίτημα της «Αλλαγής» (κοινωνικής, πολιτικής, οικονομικής, πολιτιστικής) μέσα
στο ευρύ πλαίσιο ενός εξελισσόμενου αστικού καθεστώτος. Απεχθάνονταν τη βασιλευομένη
δημοκρατία και τους μοναρχικούς φορείς της, αλλά θυσίαζαν (ως το 1965, όχι τώρα πια) τον πόθο
θεσμικών μεταβολών στην σκοπιμότητα της αποφυγής εθνικών αναταραχών. Αντίκριζαν τον
κομμουνισμό χωρίς προκατάληψη και πολλοί έτρεφαν συμπάθειες για τον οικονομικό σχεδιασμό
της μαρξιστικής κοσμοθεωρίας. Αλλά ακόμη και τώρα βλέπουν με σκεπτικισμό και απογοήτευση την
επί μισόν αιώνα παράταση της δικτατορίας του προλεταριάτου με το μονοκομματικό κράτος, τη
στέρηση των δημοκρατικών ελευθεριών και το ρόλο του δυναμικού κηδεμόνα (Ουγγαρία 1956,
Digitized by 10uk1s

Τσεχοσλοβακία 1968) που εφαρμόζει η Σοβιετική Ρωσία.
Η ιστορική καταγωγή των πρωτοπόρων αυτών δυνάμεων ξεκινάει από τις αρχές του αιώνα, μας με
την Επανάσταση του Γουδί (1909) 27. Πλαισίωσαν την κίνηση των «Κοινωνιολόγων» του Αλέξανδρου
Παπαναστασίου 28 και έγιναν η ορμητική πρωτοπορία των εθνικών αγώνων του Ελευθέριου
Βενιζέλου, οι θεμελιωτές της δεύτερης δημοκρατίας (1924 - 1935) 29.
Στον Β' Παγκόσμιο πόλεμο οι δυνάμεις αυτές έγραψαν με το αίμα τους το «έπος της Αλβανίας» και
γιγάντωσαν το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ) στα τέσσερα χρόνια της γερμανικής κατοχής.
Ακολούθησαν τον Πλαστήρα, όταν, μετά τους δύο πολυαίμακτους εμφύλιους πολέμους,
εμφανίστηκε στο προσκήνιο κήρυκας της ειρηνεύσεως. Η απογοήτευση από τους συμβιβασμούς της
κεντρώας ηγεσίας τους έσπρωξε στην ΕΔΑ. Όμως, στις κρίσιμες στιγμές του αγώνα μεταξύ της
στυγνής και διεφθαρμένης δεξιάς και της Ενώσεως Κέντρου (1963 -1964) οι απόγονοι των
«Φιλικών»30, και των «Κοινωνιολόγων», τα παιδιά των αγωνιστών του ΕΑΜ, οι ιδεολόγοι της
«Αλλαγής», δεν δίστασαν να εγκαταλείψουν την ΕΔΑ, να συγκρουσθούν με την ηγεσία της και να
ρίξουν το πολύτιμο βάρος τους στην πλάστιγγα υπέρ των δυνάμεων του κέντρου. Έτσι γκρεμίστηκε
το 30χρονο καθεστώς της δεξιάς, αυτή η σύγχρονη Βαστίλλη της Ελλάδας. Κινητήρια δύναμη της
ιστορίας, στην αποφασιστική εκείνη ώρα, υπήρξε η φωτισμένη μετακίνηση προς το κέντρο ενός
μεγάλου τμήματος οπαδών της ΕΔΑ. Οι κατοπινές εξελίξεις που οδήγησαν στη δικτατορία δεν
αλλοιώνουν την ιστορική αυτή αναγνώριση.
Η προπαγάνδα της δεξιάς, διαστρέφοντας το νόημα της μετακινήσεως μαζών από την αριστερά στο
κέντρο, ισχυρίσθηκε ότι ήταν αποτέλεσμα μυστικής συμφωνίας μεταξύ των ηγεσιών Ενώσεως
Κέντρου και ΕΔΑ. Μια μάλιστα εφημερίδα της δεξιάς έγραψε ότι κατείχε αντίγραφο της συμφωνίας.
Η εφημερίδα μηνύθηκε και επειδή αποδείχθηκε η ανακρίβεια της καταγγελίας της καταδικάσθηκε.
Πέρα από τη δικαστική απόφαση και πολλά άλλα τεκμήρια ανατρέπουν τους ισχυρισμούς της
δεξιάς. Κατά τις προεκλογικές περιόδους 1963 και 1964 τα δημοσιογραφικά όργανα και η ηγεσία
της ΕΔΑ αγωνίστηκαν για να σταματήσουν τη διαρροή των οπαδών της προς το κέντρο. Εξ άλλου, η
απόφαση της ΕΔΑ να μη εμφανίσει εκλογικούς συνδυασμούς σε 24 περιφέρειες, σύμφωνα με τη
μελέτη των αποτελεσμάτων, δεν πρόσθεσε στην Ένωση Κέντρου ούτε μια βουλευτική έδρα. Κατά
την ΕΔΑ, η πρωτοβουλία της κατάφερε το αποφασιστικό κτύπημα στη δεξιά. Κατά το κέντρο, ο
ευφυής ελιγμός της αριστεράς της επέτρεψε ν' αποδώσει σε δική της πρωτοβουλία τη στροφή των
οπαδών της προς το κέντρο.

Στις αρχές του 1958 οι εγκέφαλοι της CIA και η διπλωματική εκπροσώπηση των Ηνωμένων
Πολιτειών κατέστρωσαν ένα πρόγραμμα τεχνητής ελαττώσεως της δυνάμεως της αριστεράς.
Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες που είχε ο Σοφοκλής Βενιζέλος 31 (γιος του Ελευθέριου
Βενιζέλου και συναρχηγός με τον Γεώργιο Παπανδρέου του κόμματος των Φιλελευθέρων), η
Ουάσιγκτον είχε εκφράσει δυσφορία και ανησυχίες για την έλλειψη αποτελεσματικότητας των
εφαρμοζόμενων αστυνομικών μεθόδων στην καταπολέμηση του κομμουνισμού. Εν όψει, λοιπόν,
των εκλογών της 11ης Μαΐου 1958 επινόησαν μια διαδικασία που θα ελάττωνε (δηλαδή θα
εμφάνιζε ελαττωμένη) την κομμουνιστική επιρροή. Αλλά στα πολιτικά παιγνίδια συμβαίνουν πότε πότε και τραγικά ατυχήματα... Ας περιγράψουμε όμως λεπτομερέστερα τη διδακτική αυτή ιστορία.
Στις 19 Φεβρουαρίου 1956 είχαν γίνει εκλογές με τα εξής αποτελέσματα: Η συνασπισμένη παράταξη
της δεξιάς — με τη συνδρομή πολλών αθέμιτων μεθόδων — είχε συγκεντρώσει ποσοστό 47,38% επί
του συνόλου των ψήφων. Η αντίπαλή της συνασπισμένη επίσης παράταξη του κέντρου και της
αριστεράς υπερτέρησε με ποσοστό 48,15%. Αλλά οι αλχημείες του εκλογικού νόμου επέτυχαν ώστε
το 47,38% της δεξιάς ν' αποδώσει 165 βουλευτές (επί συνόλου 300), ενώ το 48,15% των αντιπάλων
Digitized by 10uk1s

της μόνον 132...
Έπειτα από δυο χρόνια προκηρύχτηκαν νέες εκλογές για τις 11 Μαΐου 1958. Τότε η CIA με την
έγκριση της αμερικανικής πρεσβείας κατασκεύασε ένα εκλογικό σύστημα που εξασφάλιζε ευρύτερη
υποκλοπή ψήφων. (Κατά την έκφραση ενός ανωτέρου υπαλλήλου της πρεσβείας θα ήταν
ασυγχώρητο να επαναληφθεί το σφάλμα του 1956, τότε που η δεξιά είχε γλυτώσει «από του χάρου
τα δόντια»). Το νέο σύστημα, κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της ευνοούμενης παρατάξεως — της
δεξιάς — περιείχε μια διάταξη που όριζε ότι τα δυο πρώτα κόμματα θα «επριμοδοτούντο» σε βάρος
των υπολοίπων... Η ηθική δικαιολόγηση της υφαρπαγής των ψήφων των μικρών κομμάτων ήταν: α)
η δημιουργία σταθερής και βιώσιμης κυβερνήσεως, β) η διαμόρφωση δικομματικού πολιτικού βίου,
κατά το αμερικανικό και το βρετανικό πρότυπο.
Για την επιτυχία της συνωμοσίας χρειαζότανε η συνεργασία της ηγεσίας του κέντρου. Σε μυστικές
συσκέψεις που έγιναν — υπό την αιγίδα της αμερικανικής πρεσβείας — οι Γεώργιος Παπανδρέου
και Σοφοκλής Βενιζέλος, έπειτα από πολλές ταλαντεύσεις και πιέσεις, υπέκυψαν και συμφώνησαν
στη διανομή της λείας (δηλαδή της αριστεράς και των μικρών κομμάτων). Έτσι, ο εκλογικός νόμος
ψηφίστηκε από τη Βουλή και βάσει αυτής της όχι πολύ έντιμης συμφωνίας έγιναν οι εκλογές της
11ης Μαΐου 1958.
Υπάρχει μια λαϊκή παροιμία που λέει: «Ο θεός αγαπάει τον κλέφτη, αλλά αγαπάει και τον
νοικοκύρη». Το εκλογικό αποτέλεσμα την επαλήθευσε εν μέρει. Η ΕΡΕ ήρθε πρώτο κόμμα και
πριμοδοτήθηκε με τη μερίδα του λέοντος. Με ποσοστό 41,17% επί του συνόλου των ψήφων
κέρδισε 171 βουλευτές, δηλαδή 57% των εδρών! Αλλά η μεγάλη έκπληξη ήταν το δεύτερο κόμμα.
Αντί του κέντρου τη δεύτερη θέση κατέλαβε η αριστερά με 24,43% των ψήφων. Και σύμφωνα με τον
ανέντιμο νόμο — που είχε επινοήσει η CIA 32 — η αντινατοϊκή και αντιαμερικανική αριστερά
πριμοδοτήθηκε από το αμερικανόφιλο κέντρο και εξέλεξε 79 βουλευτές... Η παράταξη του κέντρου
περιορίσθηκε στο ποσοστό 20,68% των ψήφων, που της απέφερε 36 μόνον βουλευτές (12% των
εδρών). (Οι υπόλοιποι ψήφοι μοιράστηκαν ανάμεσα σ' ένα κεντροδεξιό συνασπισμό ΠΑΔΕ (10,62%),
στο Λαϊκό κόμμα (2,94%) και στους ανεξάρτητους).
Έτσι, ο τροφοδοτηθείς από την CIA ελληνικός κομμουνισμός κατείχε στη Βουλή επί τρία ολόκληρα
χρόνια την τόσο ζηλευτή θέση της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως, χωρίς αυτό να προκαλέσει την
παραμικρή ανησυχία στο Παλάτι, στο NATO, στην CIA, ή στους ευαίσθητους συνταγματάρχες του
1967...

Θυμάμαι την έκπληκτη έκφραση μιας ομάδας Ευρωπαίων δημοσιογράφων, που παρακολούθησαν,
δίπλα μου, την εναρκτήρια πανηγυρική συνεδρίαση της νέας Βουλής, που είχε προέλθει από τις
εκλογές του 1958. Οι ξένοι που είχαν φθάσει από τις πατρίδες τους την προηγούμενη μέρα δεν
είχαν προλάβει να κατατοπισθούν κι έτσι ήσαν εντελώς ανύποπτοι για τα ελληνικά πράγματα. Όταν
μετά την ανάγνωση των προγραμματικών δηλώσεων της κυβερνήσεως από τον πρωθυπουργό ο
πρόεδρος της Βουλής έδωσε τον λόγο «εις τον αξιότιμον αρχηγόν της αξιωματικής
αντιπολιτεύσεως» απλώθηκε νεκρική σιγή στην πολύβουη αμφιθεατρική αίθουσα και στα
κατάμεστα θεωρεία.
—Ποιος είναι αυτός; ρώτησε ένας Βέλγος.
—Ο Πασαλίδης, αρχηγός της αριστεράς, του εξήγησε κάποιος.
Με την ήρεμη αποφασιστικότητα και τις οκνές κινήσεις των 73 χρόνων ο Ιωάννης Πασαλίδης,
Digitized by 10uk1s

πρόεδρος της ΕΔΑ, τακτοποίησε πάνω στο έδρανο την αχώριστη σβησμένη πίπα του, φόρεσε τα
γυαλιά του με τους πολύ δυνατούς φακούς, ανέβηκε στο βήμα, έφερε το μικρόφωνο στο ύψος του,
κοίταξε προς όλες τις κατευθύνσεις και άρχισε να μιλάει με έντονη ποντιακή προφορά: «Κύριοι
βουλευταί...».
Μη μπορώντας να παρακολουθήσουν την αγόρευση του Πασαλίδη οι ξένοι ρωτούσαν και
κρατούσαν σημειώσεις για την κυβέρνηση, την κεντρώα αντιπολίτευση, για τους επισήμους των
θεωρείων... «Στον ειδικό χώρο δεξιά του προεδρείου — σημείωνε ένας Άγγλος δημοσιογράφος —
κάθονται και ακούν τον κομμουνιστή ρήτορα ο πρόεδρος και τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου.
Πρωθυπουργός ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, αρχηγός της ΕΡΕ. Η αντιπολίτευση τον αποκαλεί
πρωθυπουργό της εύνοιας και της νοθείας, αλλά δεν φαίνεται να «ιδρώνη το αυτί του». Είναι ένας
ωραίος πενηντάρης, άψογος μέσα στο καλοραμμένο κοστούμι του... Απέναντι από το βήμα είναι ο
χώρος του κέντρου. Στην πρώτη σειρά δεσπόζει η μεγαλοπρεπής φυσιογνωμία του Γεωργίου
Παπανδρέου. Αν ήταν νεώτερος θα θύμιζε πορτραίτο του Σαιν Ζυστ. Δίπλα του ο Σοφοκλής
Βενιζέλος, φορτωμένος ένα μεγάλο όνομα, πολύ βαρύ για τους αδύνατους ώμους του...».
«Και αυτός ο μικροσκοπικός άνθρωπος, μεταξύ κέντρου και δεξιάς, που κινείται συνεχώς, ποιος
είναι;».
«Είναι ο Σπύρος Μαρκεζίνης. Ένας πανέξυπνος καιροσκόπος και αδίστακτος ηγέτης του πιο
μικροσκοπικού κόμματος της Βουλής».
Η συνεδρίαση συνεχίζεται. Η κοινοβουλευτική συζήτηση έχει ανάψει. Ο πρόεδρος χτυπάει τα
κουδούνια... Τα θεωρεία είναι ασφυκτικά γεμάτα. Οι πριγκίπισσες Σοφία και Ειρήνη, η βασίλισσα
Φρειδερίκη και ο — τότε — διάδοχος Κωνσταντίνος, από το βασιλικό θεωρείο με τους θυρεούς και
τις χρυσοποίκιλτες πολυθρόνες, ανταλλάσσουν φιλικά χαμόγελα με τους ξένους πρεσβευτές που
παρακολουθούν οικογενειακώς από το διπλωματικό θεωρείο την πανηγυρική συνεδρίαση της
ελληνικής Βουλής. Βραδινές έξωμες τουαλέτες και ζαλιστικά κοσμήματα στους γυμνούς γυναικείους
λαιμούς, μαζί με τα λαμπερά παράσημα των ανώτατων αξιωματούχων του Κράτους, ακτινοβολούν
όλη τη λαμπρότητα και το μεγαλείο της υψηλής αθηναϊκής κοινωνίας... Σε κάποια στιγμή που ο
αριστερός ηγέτης επιτίθεται με δριμύτητα κατά της αμερικανικής κηδεμονίας στην Ελλάδα
διασταυρώνονται τα βλέμματα της βασίλισσας Φρειδερίκης και της συζύγου του πρεσβευτή των
Ηνωμένων Πολιτειών.
Ο Βρετανός δημοσιογράφος με σκουντάει και σημειώνει: «Το συγκαταβατικό χαμόγελο της
βασίλισσας Φρειδερίκης μοιάζει να λέει: «Σόρρυ, αυτά έχει η δημοκρατία...».
Ο Ιωάννης Πασαλίδης έχει τερματίσει την αγόρευσή του... Οι 79 βουλευτές της ΕΔΑ τον
χειροκροτούν ζωηρά. Καθώς κατεβαίνει από το βήμα ο φρούραρχος της Βουλής, ένας
συνταγματάρχης της χωροφυλακής, στέκεται προσοχή και χαιρετά στρατιωτικά. Ο αρχηγός της
αξιωματικής αντιπολιτεύσεως χαμογελάει καλοκάγαθα και ανταποδίδει τον άψογο χαιρετισμό μ'
ένα φιλικό χτύπημα στον ώμο του ακοίμητου φρουρού της κοινοβουλευτικής τάξεως...
Αν μετεφέρθησαν εδώ μερικές πινελιές από τη γραφική Βουλή του 1958-1961, αυτό έγινε όχι μόνο
για να υπογραμμιστεί πόσο ειδυλλιακά για το κατεστημένο κυλούσε — στην επιφάνεια βέβαια — η
δημόσια ζωή, τότε που ο λεγόμενος κομμουνισμός είχε φτάσει, χάρη στην CIA, να είναι η
αξιωματική αντιπολίτευση. Έγινε κυρίως για να εξαχθεί ένα δ ε δ ο μ έ ν ο που φωτίζει το δεκαετές
σύνθετο πρόβλημα του κομμουνισμού (που προεβλήθη ως αιτία), της δημοκρατίας (που κατελύθη)
και του ολοκληρωτισμού (που επεβλήθη). «Δεδομένο» είναι ο αριθμός 24,43%, το ποσοστό της
δυνάμεως της αριστεράς, που αντιστοιχεί στο ένα τέταρτο περίπου του πληθυσμού της χώρας. Το
πραγματικό ποσοστό όμως είναι ακόμη μεγαλύτερο, αν ληφθεί υπ' όψει η αυστηρά ελεγχόμενη
Digitized by 10uk1s

διαδικασία, βάσει της οποίας ψήφιζαν ο στρατός, τα σώματα ασφαλείας και οι πληθυσμοί της
λεγόμενης «Επιτηρούμενης Ζώνης» 33, όπου η αριστερά, για λόγους ευνόητους, δεν συγκέντρωνε
περισσότερο από 3 - 5%. Στην πραγματικότητα ο λεγόμενος κομμουνισμός ήλεγχε στην αρχή της
τελευταίας δεκαετίας το ένα τρίτο περίπου του ελληνικού πληθυσμού. Και όμως... Ούτε
κομμουνιστική επανάσταση έγινε, αλλά ούτε προληπτικό κίνημα του στρατού. Το πραξικόπημα
έγινε 9 χρόνια αργότερα, στις 21 Απριλίου 1967, όταν η δύναμη του «κομμουνισμού», σύμφωνα με
τα επίσημα αποτελέσματα των τελευταίων εκλογών του 1964, είχε πέσει από 24,43% στο 11,8%,
όλες δε οι σφυγμομετρήσεις παρουσίαζαν το κομμουνιστικό ποσοστό για τις εκλογές της 28ης
Μαΐου 1967 γύρω στα 10%. Θα ήταν σωστός παραλογισμός να υποστηριχθεί ότι εκείνο που οι
κομμουνιστές δεν έκαναν όταν αριθμητικά ήσαν ένας στους τρεις (ή έστω ένας στους τέσσερις) θα
το έκαναν όταν αντιπροσώπευαν έναν στους δέκα! Όσο για το αντεπιχείρημα ότι η οργανωτική
τελειότητα και η προπαρασκευή έχουν μεγαλύτερη αξία από την αριθμητική δύναμη δίνει την
απάντηση στο αποκαρδιωτικό γεγονός ότι οι ηγέτες της αριστεράς, όπως και του κέντρου,
πιάστηκαν τη νύχτα της 21ης Απριλίου κυριολεκτικά στον ύπνο, με τις πυτζάμες τους...
Και όμως τον παραλογισμό αυτό τον πρόβαλε στις 21 Απριλίου η Χούντα και τον υιοθέτησε το
Σταίητ Ντιπάρτμεντ. Είναι αξιοσημείωτο ότι κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προσκομίστηκε μέσα
στα χρόνια της «Επαναστάσεως», που να δίνει κάποια υπόσταση στον ισχυρισμό περί
κομμουνιστικής απειλής. Τις πρώτες ημέρες του πραξικοπήματος δημοσιεύτηκε στις αθηναϊκές
εφημερίδες η είδηση ότι στα γραφεία της ΕΔΑ (οδός Αριστείδου) οι στρατιωτικές αρχές είχαν
ανεύρει πολεμικό υλικό όγκου εβδομήντα φορτηγών αυτοκινήτων, που θα επιδείκνυαν στους
ξένους δημοσιογράφους για ν' αντιληφθούν «ιδίοις όμμασι» το μέγεθος του κινδύνου από τον
οποίο η Ελλάδα σώθηκε χάρη στην παρέμβαση των συνταγματαρχών. Η επίδειξη δεν έγινε ποτέ. Η
δε υπηρεσία λογοκρισίας απαγόρευσε στις εφημερίδες να γράψουν οτιδήποτε για την υπόθεση του
«πολεμικού υλικού» της ΕΔΑ. Στην πρώτη συγκέντρωση Τύπου όλοι πρόσεξαν την ενοχλημένη
έκφραση του προσώπου του Παπαδόπουλου, όταν ένας Βρετανός δημοσιογράφος τον ρώτησε αν
είχε να πει τίποτα για τα 70 καμιόνια με τα κομμουνιστικά όπλα.. «Δεν ασχολούμεθα με το
παρελθόν, είπε. Η επανάστασις προχωρεί εις την ιστορικήν αποστολήν της»!.
Δεν ήταν μονοπώλιο των συνταγματαρχών η εύκολη τάση ν' αποδίδονται στον «κομμουνιστικό
κίνδυνο» όλες οι κατά καιρούς αντισυνταγματικές και έκνομες δραστηριότητες. Η ηγεσία της δεξιάς,
οι στρατηγοί και ιδίως το Παλάτι, είχαν κάνει, όλα τα χρόνια, κατάχρηση της πολύ βολικής
εφευρέσεως του κομμουνιστικού κινδύνου για να καλύψουν τις αυθαιρεσίες τους. Και όμως στην
περίπτωση του πραξικοπήματος της 21 Απριλίου, εκτός των συνταγματαρχών κανένας άλλος από
τους ελληνικούς παράγοντες δεν παραδέχθηκε τον ισχυρισμό περί επικειμένης κομμουνιστικής
επικρατήσεως. Ούτε καν ο βασιλιάς Κωνσταντίνος. Διερμηνεύοντας την πικρία της Χούντας ο
Σάββας Κωνσταντόπουλος, θεωρητικός του φασισμού και πολιτικός νους των συνταγματαρχών,
έγραψε στις 26 Ιουλίου 1968:
«Το Στέμμα δεν εξήγησε εις τας Κυβερνήσεις και εις την Κοινήν Γνώμην των άλλων κρατών ότι η
Ελλάς ευρίσκετο υπό το κράτος αμέσου κομμουνιστικής απειλής. Έπραξε μάλιστα το αντίθετον.
Προσεπάθησε να πείση ότι εις την χώραν μας δεν εδικαιολογείτο καμμία ανησυχία εκ της Άκρας
Αριστεράς και θα ήτο δυνατόν να διεξαχθούν ακινδύνως αι εκλογαί».
Πραγματικά, τον Ιανουάριο 1968 ο Κωνσταντίνος μίλησε στη βρετανική τηλεόραση. Του υπεβλήθη
το εξής ερώτημα: «Εάν οι στρατιωτικοί δεν ανελάμβαναν την 21ην Απριλίου δράσιν, οι
κομμουνισταί θα κατελάμβαναν διά των εκλογών την εξουσίαν; Κατά πόσον σεις συμμερίζεσθε
αυτήν την γνώμην;».
Ο Κωνσταντίνος απάντησε ότι δεν συμμερίζεται την ύπαρξη τέτοιου κινδύνου. Και πρόσθεσε:

Digitized by 10uk1s

«Οι κομμουνισταί εις την χώραν μου αποτελούν μικράν μόνον μειοψηφίαν. Εις το παρελθόν
επεχείρησαν κατά την δεκαετίαν μετά το 1940 να καταλάβουν βιαίως την εξουσίαν. Και νομίζω
ότι κατά πάσαν πιθανότητα μόνον δι' αυτού του τρόπου δύνανται να το επιχειρήσουν. Δεν είναι
εις θέσιν να το επιτύχουν διά δημοκρατικών μέσων και έχω πίστιν εις τον λαόν μου ότι θα
ηδύνατο διά των εκλογών να αποκλείση τους εξτρεμιστάς από την Βουλήν. Κατά συνέπειαν,
λέγω ότι ο λαός ηδύνατο ν' αποφασίση μόνος επί του θέματος τούτου».
Σχολιάζουσα τη βασιλική δήλωση ότι δεν υπήρχε κομμουνιστική απειλή η Χούντα διεκήρυξε:
«Σεβόμεθα την γνώμην του Βασιλέως, αλλά δεν την συμμεριζόμεθα».
Εκτός από τον βασιλέα, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, επί μια οκταετία πρωθυπουργός, αρχηγός της
δεξιάς και φανατικός αντικομμουνιστής, σε συνέντευξή του στην παρισινή «Μοντ» (29 Νοεμβρίου
1967), «εχαρακτήρισε γελοίους τους ισχυρισμούς της Χούντας περί κομμουνιστικού κινδύνου κατά
τον Απρίλιον». Αλλά η χαριστική βολή στο ιδεολογικό οικοδόμημα της «Επαναστάσεως» δόθηκε
από τον ίδιο τον αρχηγό της, τον συνταγματάρχη Παπαδόπουλο. Τρισήμισυ χρόνια αργότερα, στην
πολύκροτη συνέντευξή του προς τον επιφανή Βρετανό δημοσιογράφο σερ Χιου Γκρην, ωμολόγησε
ότι πριν από την «Επανάσταση» «η Δημοκρατία στην Ελλάδα δεν διέτρεχε κανέναν άμεσο κίνδυνο
από τις δραστηριότητες των κομμουνιστών» (Sunday Telegraph του Λονδίνου, 2 Αυγούστου 1970).

Οι συνταγματάρχες αντελήφθησαν ότι η θεωρία της κομμουνιστικής επαναστάσεως παρέμενε ένα
αιωρούμενο προπαγανδιστικό πυροτέχνημα, που δεν έπειθε κανένα. Και εννέα μήνες μετά το
πραξικόπημα την απαρνήθηκαν άδοξα και την υποκατέστησαν με μια άλλη θεωρία, που έκριναν ότι
θα ήταν περισσότερο πιστευτή. Πρώτος ο Παπαδόπουλος διεκήρυξε:
«Διεκινδυνεύσαμεν, κατά το πρότυπον της Τσεχοσλοβακίας του 1948, να κατολισθήσωμεν προς το
Παραπέτασμα» (Συνέντευξη προς τον πρόεδρο της «Χριστιανικής Σταυροφορίας» της πόλεως
Τουλού, Οκλαχόμα, Μπίλλυ Τζαίημς Χάργκις, 9 Ιανουαρίου 1963).
Ιδού πώς ανέλυσε την καινούργια θεωρία της Χούντας ο Σ. Κωνσταντόπουλος:
«Υποστηρίζομεν ότι και εις την Ελλάδα το 1956 και ιδία από του 1963 εδημιουργήθησαν αι
προϋποθέσεις δια ν' αναλάβη το κομμουνιστικόν κόμμα την προσπάθειαν να φθάση εις την
εξουσίαν, όχι με την τακτικήν του δεκεμβριανού κινήματος του 1944, ή του συμμοριτοπολέμου της
περιόδου 1946 - 1949, αλλά με μίαν συνταγήν, η οποία θα ωμοίαζε περισσότερον προς την
εφαρμοσθείσαν εις την Τσεχοσλοβακίαν το 1948... Το νέον στοιχείον εις την τακτικήν των
κομμουνιστικών κομμάτων της Ευρώπης είναι ακριβώς η χρησιμοποίησις της εμμέσου
προσπελάσεως προς την εξουσίαν δια της σ υ ν ε ρ γ α σ ί α ς με ά λ λ α κ ό μ μ α τ α ...». «Ελεύθερος
Κόσμος», 26 Ιουλίου '68».
οο0οο

Στο πρόβλημα που θέσαμε από την αρχή προστέθηκε τώρα ένα δεύτερο «δεδομένο»: η ομολογία
της Χούντας ότι δεν υπήρχε κίνδυνος κομμουνιστικής επαναστάσεως. Και έμεινε η υποκατάστατη
νέα θεωρία, δηλαδή «ο κίνδυνος κατολισθήσεως προς το παραπέτασμα δια της συνεργασίας του
κομμουνισμού με άλλα κόμματα».
Κατ' αρχήν, προσπάθειες συνεργασίας των κομμουνιστικών κομμάτων με άλλα κόμματα γίνονται
συνεχώς στη Γαλλία, στην Ιταλία και σε άλλες χώρες της δυτικής Ευρώπης, χωρίς, ωστόσο, οι Γάλλοι
ή οι Ιταλοί ή οι Σουηδοί συνταγματάρχες να καταλύουν, γι' αυτό το λόγο, τους δημοκρατικούς
Digitized by 10uk1s

θεσμούς των χωρών τους. Αλλά για να έρθουμε στην Ελλάδα, δεν υπήρχε καμιά ένδειξη
πραγματοποιήσεως συνεργασίας της ΕΔΑ με άλλο κόμμα. Είναι γεγονός ότι παλιά τακτική της
αριστεράς ήταν η συγκρότηση «μετώπου». Το επέτυχε μόνο μια φορά το 1956, όχι από δική της
ικανότητα, αλλά εξ αιτίας ενός πολωτικού εκλογικού συστήματος, που ανάγκασε την παράταξη του
κέντρου και το μικρό «Λαϊκό κόμμα» της δεξιάς να δεχθούν εκλογική συνεργασία με την ΕΔΑ. Την
επομένη των εκλογών η πρόσκαιρη συνεργασία διαλύθηκε. Έκτοτε καμιά απολύτως μορφή
συνεργασίας δεν πραγματοποιήθηκε μεταξύ της αριστεράς και του κέντρου. Δεχόμαστε ότι η ΕΔΑ
εξακολουθούσε να επιδιώκει αστικές συμμαχίες. Αλλά για να γίνει μια συμμαχία δεν αρκεί η
θέληση της μιας πλευράς. Απαιτείται και η συγκατάθεση της άλλης. Στην περίπτωση όμως των
εκλογών της 28 Μαΐου 1967 υπήρχε ανυποχώρητη η άρνηση της Ενώσεως Κέντρου. Ο Γεώργιος
Παπανδρέου, απ' αφορμή ορισμένα δημοσιεύματα του Τύπου της δεξιάς, ρωτήθηκε από μένα
—ένα μήνα πριν από την 21 Απριλίου— αν υπήρχε περίπτωση εκλογικής συνεργασίας με άλλο
κόμμα.
«Ασφαλώς όχι», απάντησε κοφτά. «Με κανέναν». Και εξήγησε:
«Μετά τις εκλογές του 1963 η Ένωση Κέντρου, αν και πρώτο κόμμα, διέθετε μόνον 138
βουλευτάς. Εστερείτο δηλαδή αυτοδυνάμου πλειοψηφίας. Τότε η ΕΔΑ προσεφέρθη να στηρίξη
κοινοβουλευτικώς την κυβέρνησιν της Ενώσεως Κέντρου, άνευ όρων. Επίσης, η ΕΡΕ μου
διεμηνύθη υπευθύνως ότι προσφέρεται να δώση, άνευ ανταλλαγμάτων, ψήφον ανοχής εις την
κυβέρνησιν του Κέντρου. Απέρριψα και τας δύο προσφοράς. Και εισηγήθην εις τον βασιλέα νέας
εκλογάς. Απέρριψα τας προσφοράς, τότε που η Ένωσις Κέντρου διέθετε σχετικήν μόνον
πλειοψηφίαν. Και θα δεχθώ τώρα, που είναι εξησφαλισμένη —ακόμη και κατά τους
υπολογισμούς των αντιπάλων— η απόλυτος πλειοψηφία;».
Το επιχείρημα του Γεωργίου Παπανδρέου είναι ακλόνητο. Όταν ένα κόμμα με την αναιμική
πλειοψηφία των 42,04% και τους 138 βουλευτές κρίνει ανεπιθύμητη την υποστήριξη που του
προσφέρεται άνευ όρων είναι δυνατόν να δεχθεί εκλογική συνεργασία όταν διαθέτει λαϊκή δύναμη
55 - 60%, που αντιστοιχεί σε 200 περίπου βουλευτές;
Διατυπώθηκε από τους συνταγματάρχες και μια τρίτη, κατά σειρά, θεωρία για τα αίτια της
δικτατορίας. Ότι δηλαδή η Ένωση Κέντρου εκυριαρχείτο από την «εξτρεμιστική» πτέρυγα του
Ανδρέα Παπανδρέου. Και ότι μετά τις εκλογές η κυβέρνηση θα υφίστατο επιρροές και διαβρώσεις,
που θα την εξέτρεπαν από την κοίτη της πατροπαράδοτης εξωτερικής πολιτικής, ακρογωνιαίος
λίθος της οποίας έπρεπε να είναι η αταλάντευτη προσήλωση στη βορειοατλαντική συμμαχία και στη
φιλία με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Αλλά ούτε και αυτή η «ανησυχία» των συνταγματαρχών ευσταθεί. Ο Ανδρέας Παπανδρέου, παρά τη
διακηρυγμένη αντίθεσή του προς κάθε είδους ξενική εξάρτηση, ποτέ δεν είχε θέσει θέμα αλλαγής
εξωτερικού προσανατολισμού ή αποδεσμεύσεως της Ελλάδας από τις συμμαχικές της υποχρεώσεις.
Επομένως, και στην περίπτωση που ο Ανδρέας κυριαρχούσε μετεκλογικά στην Ένωση Κέντρου
αμφιβάλλω αν θα επιζητούσε αναθεώρηση των βάσεων της εξωτερικής πολιτικής 34. Αλλά δεν
επρόκειτο να κυριαρχήσει. Οι εκλογές της 28 Μαΐου 1967 θα έφερναν πανίσχυρη τη μετριοπαθή
πτέρυγα του Γεωργίου Παπανδρέου και ανίσχυρη τη ριζοσπαστική ομάδα του Ανδρέα. Έχω
προσωπική γνώση του γεγονότος, ότι οι εκλογικοί συνδυασμοί είχαν καταρτισθεί από τον αρχηγό
της Ενώσεως Κέντρου με κριτήρια υπερβολικού συντηρητισμού και σαφώς «αντιανδρεϊκά». Στις
παραμονές της 21 Απριλίου οι συνδυασμοί δεν είχαν ανακοινωθεί. Είχαν όμως «κλείσει». Και
γνωρίζω από τον ίδιο τον Γεώργιο Παπανδρέου ότι επί συνόλου 300 υποψηφίων εκείνοι που
ακολουθούσαν τις ιδέες του Ανδρέα δεν υπερέβαιναν τους 40. Η κατανομή ήταν αναμφισβήτητα
άδικη, γιατί ο νέος Παπανδρέου είχε τεράστια λαϊκή ακτινοβολία, ίσως μεγαλύτερη και από του
πατέρα του (όπως ανέφεραν και οι εκθέσεις της CIA). Παραμερίζοντας, πάντως, τα θέματα
Digitized by 10uk1s

κομματικής δικαιοσύνης διαπιστώνουμε ότι οι σαράντα υποψήφιοι του Ανδρέα, έστω και αν
εξελέγοντο όλοι, δεν θα «ζύγιαζαν» αριθμητικά για να αναπροσανατολίσουν τις μετριοπαθείς
κατευθύνσεις της ηγεσίας του κόμματος.
Δεν υπήρχε, λοιπόν, κανένας «κίνδυνος» να διολισθήσει η μετεκλογική κυβέρνηση των Παπανδρέου
στον έλεγχο της κεντροαριστεράς του Ανδρέα. Στον πολιτικό ορίζοντα είχε εμφανισθεί ένας άλλος
κίνδυνος, διαμετρικά αντίθετος από εκείνον που επικαλέσθηκε αργότερα η Χούντα.
Η υπόθεση αυτή έχει ως εξής: Περί τα μέσα Δεκεμβρίου 1966, δηλαδή τέσσαρες μήνες πριν από το
πραξικόπημα, είχε συναφθεί μυστική συμφωνία μεταξύ των αρχηγών της Ενώσεως Κέντρου και της
ΕΡΕ Γ. Παπανδρέου και Π. Κανελλόπουλου, με την μεσολάβηση του βασιλιά Κωνσταντίνου και με τη
συγκατάθεση του Τάλμποτ. Οι δύο αντίπαλοι ηγέτες είχαν αναλάβει την υποχρέωση να συμπράξουν
μετά τις εκλογές — οποιοδήποτε και αν ήταν το αποτέλεσμα — στο σχηματισμό συμμαχικής
κεντροδεξιάς κυβερνήσεως. Στην ουσία επρόκειτο για «λεόντιο εταιρία», δεδομένου ότι ήταν
προεξοφλημένη τόσο η νίκη της Ενώσεως Κέντρου όσο και η συντριβή της ΕΡΕ. Γιατί τότε την
αποδέχθηκε ο Γεώργιος Παπανδρέου; Η απάντηση στο ερώτημα συνδέεται με την εκρηκτική
πολιτική ανωμαλία που είχε προκαλέσει το συνταγματικό πραξικόπημα του Κωνσταντίνου στις 15
Ιουλίου 1965. Ο νεαρός μονάρχης απέκρουε πεισματικά την προκήρυξη εκλογών. Και άφηνε να
διοχετεύονται ψίθυροι περί δικτατορίας. Υπήρχε πραγματικό αδιέξοδο. Δεν είναι γνωστό ποιος είχε
την πρωτοβουλία της πολιτικής προσεγγίσεως των Γ. Παπανδρέου και Π. Κανελλόπουλου. Γεγονός
πάντως είναι ότι αμέσως όταν οι δύο ηγέτες συμφώνησαν ο Κωνσταντίνος έσπευσε με διάγγελμά
του να εξαγγείλει ότι οι εκλογές θα γίνουν εντός του Μαΐου 1967. Η συμφωνία εστρέφετο ευθέως
κατά του Ανδρέα Παπανδρέου και έμμεσα κατά του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Οι δύο «ακραίες»
πτέρυγες θα απομονώνονταν. Για τον Γεώργιο Παπανδρέου είναι φανερό πως είχε υποκύψει σ' έναν
εκβιασμό στην προσπάθειά του ν' αποτρέψει τη δικτατορία, που την έβλεπε να επέρχεται. Για τον
Κανελλόπουλο και τους μετριοπαθείς της ΕΡΕ ήταν θεόπεμπτη ευκαιρία, αλλά και συμβολή στην
αποτροπή της δικτατορίας. Ένας αυλικός που πήρε μέρος στις μυστικές διαπραγματεύσεις
χαρακτήρισε τη συμφωνία «σωσίβιο της δεξιάς».
Η συμφωνία κρατήθηκε μυστική. Την αγνοούσαν εκείνη την εποχή ακόμη και ανώτερα στελέχη της
Ενώσεως Κέντρου και της ΕΡΕ. Ήσαν όμως ενήμεροι η ΚΥΠ, οι στρατηγοί της μεγάλης Χούντας, η CIA,
ο Αμερικάνος πρεσβευτής, ακόμη δε και ο ίδιος ο τότε υπουργός των εξωτερικών Ντην Ρασκ. Θα
είναι αφελής η σκέψη ότι δεν την πληροφορήθηκαν οι συνταγματάρχες. (Θυμίζουμε ότι ο
Παπαδόπουλος ήταν σύνδεσμος μεταξύ ΚΥΠ και CIA).
Επομένως, καταρρέει και η θεωρία περί διολισθήσεως της Ενώσεως Κέντρου προς τα αριστερά. Η
διολίσθηση είχε μεν γίνει, αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Το γενικό συμπέρασμα δεν είναι ευνοϊκό για τους συνταγματάρχες. Και οι τρεις επάλληλες θεωρίες
τους, που προβλήθηκαν για την ηθική δικαίωση της «επαναστάσεως» —άμεση κομμουνιστική
επανάσταση, έμμεση προσπέλαση του κομμουνισμού, διολίσθηση της Ενώσεως Κέντρου προς
φιλοαριστερές και αντινατοϊκές κατευθύνσεις— αποδεικνύονται ανακριβείς. Και επί πλέον
προκύπτει ότι προβλήθηκαν ε ν γ ν ώ σ ε ι ότι ήσαν ανακριβείς.
Η ιστορία έχει χρέος να καταγράψει ότι η «επανάστασις» της 21ης Απριλίου χρησιμοποίησε στο
χτίσιμο του ηθικού της θώρακα την εσκεμμένη απάτη. Η ιστορική καταγραφή επιβάλλεται για δύο
λόγους: Πρώτα για να φωτιστεί η αλήθεια. Και ύστερα για να προφυλαχτούν άλλοι λαοί, που
υπάρχει ο κίνδυνος να υποστούν ό,τι υφίσταται εδώ και τόσα χρόνια ο πάντα ευκολόπιστος και
πάντα προδομένος ελληνικός λαός. Σ' όλη την Υδρόγειο, άλλωστε, δεν λείπουν συνταγματάρχες που
καραδοκούν να σώσουν τον έθνος τους και την Ανθρωπότητα...

Digitized by 10uk1s

οο0οο

Παραμένει όμως αναπάντητο το ερώτημα για τα πραγματικά ελατήρια της 21ης Απριλίου. Η πλήρης
απάντηση θ' αναδυθεί από την εξιστόρηση των γεγονότων της δεκαετίας. Προκαταβολικά όμως
μπορούμε να πούμε ότι στο στραγγαλισμό της δημοκρατίας πρωταρχικό ρόλο έπαιξαν τα
στρατηγικά συμφέροντα της αμερικανικής πολιτικής. Η λειτουργία, ή ακόμη και η υπολειτουργία
των θεσμών του αντιπροσωπευτικού συστήματος ήταν σοβαρό εμπόδιο για τα κυριαρχικά
πενταγωνικά σχέδια, τόσο τα άμεσα (Κύπρος, Μέση Ανατολή, Μεσόγειος) όσο και τα πιο
μακροπρόθεσμα (Ανατολική Ευρώπη). Η Βουλή, ο ελεύθερος Τύπος, οι οργανώσεις, όσο κι αν είχαν
διαβρωθεί, παρέμεναν ενοχλητικοί φραγμοί για ορισμένα επιτελικά σχέδια, όπως ο «ελλιμενισμός»,
ο εφοδιασμός του Ισραήλ, ή η διχοτόμηση της Κύπρου.
Παράλληλος σκοπός ήταν η αναχαίτιση της πορείας των προοδευτικών δυνάμεων και η άνοδος στην
εξουσία του ασφυκτικά ελεγχόμενου από τους ξένους στρατοκρατικού τμήματος της δεξιάς, που το
συγκροτούσαν αδίστακτες ομάδες νεοφασιστικής ιδεολογίας, πρόθυμες να στραγγαλίσουν τη
δημοκρατία και διά πυρός και σιδήρου να εκκαθαρίσουν τον κρατικό μηχανισμό και γενικότερα την
εθνική ζωή. Ο διαχωρισμός του τμήματος αυτού από το σύνολο της δεξιάς εκφράζει τις
διαφοροποιήσεις και ανακατατάξεις που είχαν συντελεστεί τελευταία στο κόμμα της ΕΡΕ, από τότε
κυρίως που ο Π. Κανελλόπουλος έδειξε διαθέσεις να την εκσυγχρονίσει και να την απαλλάξει από τα
δικτατορικά της πλέγματα.
Δεν θα ήταν άσκοπο να επισημανθεί ότι η ελληνική δεξιά στη μακριά ζωή της στην εξουσία είχε
καταστεί κάτι πολύ περισσότερο και αλλιώτικο από ένα κόμμα ή μια πολιτική παράταξη. Είχε γίνει
ένα οργανικό τμήμα του κατεστημένου, ζυμωμένη και ταυτισμένη με τον πολύπλοκο μηχανισμό
του. Από το 1963 όμως συγκυρία πολλών καταστάσεων επέτρεψε να εκδηλωθεί κάπως αβίαστα η
λαϊκή θέληση και ν' ανατρέψει τη διατεταγμένη αρμονία. Άλλες πολιτικές δυνάμεις, όχι τόσο
βολικές, μπήκαν στη διακυβέρνηση και άρχισαν να παίρνουν στα χέρια τους τους μοχλούς της
εξουσίας. Συνέπεια της πολιτικής μεταβολής ήταν μια αισθητή αρρυθμία στη λειτουργία του
κατεστημένου, που κλόνιζε τα θεμέλια, όχι βέβαια της κοινωνικής δομής, αλλά της παραδοσιακής
σχέσεως υποτελείας του ελληνικού κράτους προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η «αρρυθμία» είχε φθάσει στο σημείο ώστε Αμερικανός διπλωμάτης, ο σύμβουλος πρεσβείας
Τζαίημς Τζόυς, να χαρακτηρισθεί από τις ελληνικές αρχές «ανεπιθύμητο πρόσωπο»... Ο λόγος ήταν
ότι, όπως στις παλιές καλές ημέρες της δεξιάς, ο εν λόγω διπλωμάτης συνέχιζε να κάνει και τώρα
έντονη ανθελληνική και φιλοτουρκική προπαγάνδα από τη «Φωνή της Αμερικής», την οποία
αναμετάδιδε υποχρεωτικά ο ελληνικός ραδιοσταθμός... 35
Το κακό, λοιπόν, σε βάρος των ιερών συμμαχικών παραδόσεων είχε παραγίνει... Έτσι, προέκυψε η
ανάγκη αποκαταστάσεως του «ομαλού ρυθμού», έστω και με την παρεμβολή των άξεστων
συνταγματαρχών...
Για να γίνουν σαφέστερα τα πράγματα και για να μη δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η ελληνική
δικτατορία επιβλήθηκε για το χατίρι του οποιουδήποτε κ. Τζόυς πρέπει να εξηγήσουμε την όλη
συγκρότηση και λειτουργία του πολύπλοκου μηχανισμού του ελληνικού κατεστημένου. Βασικά
γρανάζια του ήσαν η ξένη κηδεμονία, το παλάτι και η ολιγαρχία. Δυναμικά ερείσματα ο στρατός και
τα σώματα ασφαλείας. Η εκάστοτε κυβέρνηση όφειλε απλώς να είναι εναρμονισμένη με το ρυθμό
λειτουργίας του κατεστημένου. Αν ανέκυπτε διαφωνία μεταξύ των εταίρων του κατεστημένου
επικρατούσε κατά κανόνα η θέληση των ξένων. Μια περίπτωση διαφωνίας, που ήρθε στην
επιφάνεια, αφορούσε το πρόσωπο του στρατάρχη Παπάγου, τον οποίο ο Αμερικανός πρεσβευτής
Τζων Πιουριφόυ απεφάσισε ν' ανακηρύξει ηγέτη της δεξιάς. Η βασίλισσα Φρειδερίκη, γι' άγνωστους
λόγους, θέλησε να προβάλει «βέτο». Τελικά ο Πιουριφόυ επέβαλε τη θέλησή του. Η βασίλισσα
Digitized by 10uk1s

απέσυρε το «βέτο» της. Και ο Παπάγος αναγορεύτηκε αρχηγός της δεξιάς και σ' ένα χρόνο (1952)
έγινε πρωθυπουργός.
Εντυπωσιακή εκδήλωση επεμβάσεως σημειώθηκε επίσης τον Οκτώβριο 1955 κατά τη διαδοχή του
Παπάγου. Προτού πεθάνει ο Παπάγος υπέδειξε για διάδοχό του στην ηγεσία της κυβερνήσεως και
της δεξιάς τον Στέφανο Στεφανόπουλο. Ο νέος αρχηγός περιεβλήθη και με την εμπιστοσύνη των
βουλευτών του κόμματος. Το βράδυ της ίδιας ημέρας και ενώ ο Στεφανόπουλος ανέμενε την
βασιλική εντολή για να σχηματίσει κυβέρνηση εξεδόθη από τα ανάκτορα η εξής λακωνική
ανακοίνωση: «Ο Βασιλεύς ανέθεσε τον σχηματισμόν κυβερνήσεως εις τον βουλευτήν Σερρών
Κωνσταντίνον Καραμανλήν». Η υπόδειξη του Παπάγου και η εμπιστοσύνη του κόμματος είχαν
πεταχθεί στο καλάθι των άχρηστων. Είχε επιβληθεί η θέληση του Αμερικανού πρεσβευτή εν
ομοφωνία με το Παλάτι και την ηγεσία του στρατού. Ο Γ. Παπανδρέου είχε παραλληλίσει την
πρωθυπουργοποίηση του Καραμανλή με «σκοτεινή συνωμοσία της καισαρικής Ρώμης». Ένας
σύμβουλος της αμερικανικής πρεσβείας, λίγο αργότερα, έλεγε κομπάζοντας σε κάποια δεξίωση:
«Εγώ έκανα τον Κώστα!...». Και επειδή δημιουργήθηκε πολιτικός σάλος ο Παναγιώτης Πιπινέλης,
για λογαριασμό των ανακτόρων και της ξένης κηδεμονίας, διατύπωσε ανοιχτά τη θεωρία:
«Δικαίωμα του Βασιλέως είναι να διορίζει πρωθυπουργό ακόμη και τον κηπουρό του».
Εκείνο που βασικά εξασφάλιζε την αδιατάρακτη λειτουργία του κατεστημένου ήταν το πλέγμα των
αλληλοεξαρτώμενων συμφερόντων. Η κάλυψη της νοτιοανατολικής πτέρυγας του NATO, που
ενδιέφερε την αμερικανική κηδεμονία, επραγματοποιείτο με τη διατήρηση ισχυρού ελληνικού
στρατού (που αποστράγγιζε την ελληνική οικονομία). Τα αποικιακά συμφέροντα των επενδυομένων
αμερικανικών κεφαλαίων ήσαν κατοχυρωμένα. Σαν καλός συνεταίρος όμως η Αμερική προσέφερε
οικονομική βοήθεια, που κατά μεγάλο μέρος διοχετευότανε στις ελβετικές τράπεζες για λογαριασμό
της ελληνικής ολιγαρχίας. [Για τη διαφθορά και την κερδοσκοπική απληστία της ελληνικής
ολιγαρχίας περιέχει συντριπτικά στοιχεία η Έκθεση Πωλ Πόρτερ (πρεσβευτή, αρχηγού της
Αμερικανικής Οικονομικής Αποστολής), 30 Απριλίου 1947]. Ο θρόνος αποδεχότανε το δευτερεύοντα
ρόλο του, μια και η ξένη κηδεμονία του εξασφάλιζε τα απολυταρχικά του προνόμια, τον έλεγχο (ή
μάλλον τον υποέλεγχο) του στρατού και την ανεξέλεγκτη εκμετάλλευση τομέων της κρατικής
δραστηριότητας, όπως ήταν τα Βασιλικά Ιδρύματα, η Βασιλική Πρόνοια, η προικοδότηση απόρων
κορασίδων, ο Έρανος Βορείων Επαρχιών κ.ά. Η ολιγαρχία απολάμβανε τα φορολογικά προνόμια και
την ελευθερία υπερκερδών. Παρείχε όμως γενναία οικονομική υποστήριξη στο κόμμα της δεξιάς
—ιδίως στις εκλογές— η οποία, σαν κυβέρνηση, της την ανταπέδιδε από το κρατικό ταμείο στο
πολλαπλάσιο, με τη μορφή χαριστικών νόμων. Τέλος, οι κυβερνήσεις της δεξιάς, αν και
απαλλοτρίωναν στους ξένους και στη μοναρχία τους βασικότερους τομείς της εξουσίας, ωστόσο δεν
ήσαν και δυσαρεστημένες, που μπορούσαν να παίζουν το ρόλο του διεκπεραιωτή των υποθέσεων
του προτεκτοράτου. Δηλαδή, για να χρησιμοποιήσουμε ορολογία της φυσικής επιστήμης, το
κατεστημένο λειτουργούσε (και λειτουργεί και τώρα, μόνο που ο Θρόνος είναι έξω από το
συμπόσιο) σύμφωνα με το νόμο των συγκοινωνούντων αγγείων.
Εύκολα φαντάζεται καθένας τι κραδασμούς αισθάνθηκε το κατεστημένο όταν την παραδεισιακή
αυτή τάξη διατάραξε η άνοδος της Ενώσεως Κέντρου στην εξουσία το 1963. Στα σχετικά κεφάλαια οι
«κραδασμοί» αυτοί θ' αναλυθούν λεπτομερέστερα. Περιοριζόμαστε να πούμε ότι, τότε, για πρώτη
φορά, το κατεστημένο συνειδητοποίησε τον κίνδυνο που αντιμετώπιζε. Ο κίνδυνος ήταν η
περιορισμένη έστω συμμετοχή και κάποιου ξεχασμένου — του ελληνικού λαού— στην πανδαισία
των ετερόκλητων αφεντικών... Κάτι που θα άνοιγε το δρόμο της προσαρμογής του δημόσιου βίου
της Ελλάδας στα πρότυπα της Δυτικής Ευρώπης. Αλλ' αυτή η προσαρμογή σήμαινε ότι ο Αμερικανός
πρεσβευτής θα ήταν πρεσβευτής και όχι προτέκτορας. Ότι ο βασιλιάς θα ήταν συνταγματικός
βασιλιάς και όχι ελέω Θεού μονάρχης. Ότι η κυβέρνηση θα ήταν κυβέρνηση και όχι υποκυβέρνηση.
Ότι η Ελλάδα θα ήταν σύμμαχος του NATO και της Αμερικής, όχι όμως δορυφόρος τους.

Digitized by 10uk1s

Ανακύπτει όμως ένα εύλογο ερώτημα: Είχε τη δύναμη —και τη θέληση— η Ένωση Κέντρου να
πραγματοποιήσει τις βαθιές τομές, που ήσαν αναγκαίες για το πέρασμα σε μια σωστή δημοκρατία;
Θα τολμούσε να σπάσει τα «στεγανά» του στρατού; Η όλη πορεία των κατοπινών γεγονότων, με τις
ταλαντεύσεις της κυβερνήσεως Παπανδρέου, δικαιολογεί έντονο σκεπτικισμό. Τις αρνητικές
πλευρές της κεντρώας εξουσίας τις γνώριζαν άριστα οι αμερικανικές υπηρεσίες. Αλλά ήξεραν επίσης
ότι η λαϊκή υποδομή του πολιτικού μωσαϊκού, που λεγόταν Ένωση Κέντρου, έκλεινε μέσα της ένα
ισχυρό δημοκρατικό δυναμισμό, που υπήρχε κίνδυνος να χαλιναγωγεί τις διακυμάνσεις της ηγεσίας,
αντί να χαλιναγωγείται απ' αυτή. Οι προσδιορισμένες για τις 28 Μαΐου 1967 εκλογές ήταν βέβαιο
πως θα δυνάμωναν το ειδικό βάρος των λαϊκών προοδευτικών δυνάμεων, έστω κι αν στη Βουλή θα
κυριαρχούσαν οι μετριοπαθείς. Αυτό σήμαινε «κινδύνους» για περισσότερη δημοκρατία και
λιγώτερη ξενική εξάρτηση.
Έτσι αναδύονται στην επιφάνεια τα ουσιαστικότερα κίνητρα της αμερικανικής πολιτικής στην
επιβολή του καθεστώτος της 21 Απριλίου. Και τα κίνητρα δεν ήσαν η δήθεν εξουδετέρωση της
ανύπαρκτης κομμουνιστικής απειλής. Ήταν η απαλλαγή από τον υπαρκτό κίνδυνο της δημοκρατίας
και κάποιας εθνικής ανεξαρτησίας.

Digitized by 10uk1s

Digitized by 10uk1s

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

Digitized by 10uk1s

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι
ΑΝΤΙΝΟΜΙΕΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ
Στην αρχή της τελευταίας δεκαετίας, και πολύ πριν, η ελληνική ζωή παρουσίαζε δύο διαφορετικές
όψεις. Ο ξένος επισκέπτης, ο τουρίστας, ακόμη και ο δημοσιογράφος, ερχότανε σ' επαφή μόνο με
τη μία όψη. Και αυτή ήταν τόσο γοητευτική, αλλά και τόσο παραπλανητική. Η μαγεία της ελληνικής
φύσεως κατακτούσε τον ξένο από την πρώτη στιγμή και τον προδιέθετε ψυχικά να δει όλα τ' άλλα
με ευμενή προκατάληψη. Αλλά δεν χρειαζότανε η προδιάθεση. Ήταν από μόνα τους τόσο χαρωπά
όλα εκείνα που ο ξένος αντίκριζε και γευότανε. Μια έντονη αίσθηση ευημερίας, πλούτου και
ανέμελης ζωής αναδινότανε σε κάθε βήμα. Μιλάμε, φυσικά, για το κέντρο της Αθήνας, με τα
μοντέρνα κτίρια και την κοσμοπολίτικη πρωτευουσιάνικη κίνηση. Εκεί που τα κοσμηματοπωλεία και
τα άλλα πολυτελή καταστήματα προσφέρουν αριστουργήματα αρχαϊκής και σύγχρονης τέχνης,
καθώς και τα τελευταία παρισινά μοντέλα της γυναικείας μόδας. Εκεί που τα καταστήματα
τροφίμων ξεχειλίζουν από ρωσικό χαβιάρι, σκωτσέζικο ουίσκι και γαλλική σαμπάνια. Στους
κεντρικούς δρόμους απαστράπτουσες Ρολλς Ρόυς και Κάντιλλακ συμφύρονται με ταπεινά
ετοιμόρροπα αυτοκινητάκια και μοτοσακό... Στα γύρω κοσμικά «καφφέ» υπέρκομψες γυναίκες
συνοδευόμενες από αργόσχολους πλαίη μπόυδες παίρνουν το μεσημέρι το απεριτίφ τους... Τη
νύχτα η γεύση της ευημερίας προσφέρεται ακόμη πιο δυνατή. Η πόλη είναι κατάφωτη. Ο γαλάζιος
ουρανός μας καταυγάζεται από τις φωτεινές διαφημίσεις των μεγάλων ξένων εταιριών. Μερικές
χιλιάδες αυτοκίνητα εξορμούν έξω από την πρωτεύουσα. Τα εντός και εκτός της Αθήνας άπειρα
νυχτερινά κέντρα, με ορχήστρες, μπουζούκια, διεθνείς τραγουδίστριες και στριπ-τιήζ πλημμυρίζουν
από κόσμο. Ένας ποταμός από ουίσκι και σαμπάνια ρέει κάθε βράδυ. Οι πιο θερμόαιμοι
ολοκληρώνουν το ξεφάντωμα με το σπάσιμο των ποτηριών, των πιάτων, ακόμη και των τραπεζιών.
Ένας ξένος δημοσιογράφος, που το καλοκαίρι του 1960 τον πήγα να γνωρίσει τη νυκτερινή Αθήνα,
έτριβε τα μάτια του από την έκπληξη: «Μα αυτή είναι, με ρωτούσε, η φτωχή Ελλάδα, που
βομβαρδίζει με υπομνήματα και εκκλήσεις τους διεθνείς οργανισμούς ζητώντας οικονομική
βοήθεια και δάνεια;».
Του εξήγησα: «Όχι. Αυτή δεν είναι η φτωχή, η αληθινή Ελλάδα. Είναι η ωραία παραπλανητική
βιτρίνα της».
Η «βιτρίνα» είναι η μία όψη της ελληνικής ζωής. Και με την προκλητική επίδειξη του πλούτου
γίνεται το καθρέφτισμα της διαφθοράς του δημόσιου βίου και της ανορθόδοξης λειτουργίας του
δημοκρατικού πολιτεύματος. Αλλά αυτά παραμένουν αθέατα και άγνωστα στον αφελή ξένο. Τα
σκεπάζει επιμελώς η βιτρίνα, η οποία εμφανίζει μια Ελλάδα λουσμένη στην ευημερία και σ' ένα
ιδανικό σύστημα δημοκρατικής διακυβερνήσεως.
Ο ξένος συνάδελφος δεν πείθεται. Επιμένει: «Με δέχτηκε χθες ο πρωθυπουργός σας. Η
δημοκρατικότητα και η ευθύτητά του με κατέπληξαν. Στην Αμερική δεν είναι καθόλου εύκολο να
δεις τον πρόεδρο, ή τους υπουργούς του. Παρακολούθησα επίσης και δύο συνεδριάσεις της
Βουλής. Οι κομμουνιστές βουλευτές είναι το δεύτερο κόμμα και έχουν απόλυτη ελευθερία λόγου
και τα ίδια δικαιώματα με όλους τους άλλους. Αυτό δεν είναι η τέλεια δημοκρατία;».
Εγκατέλειψα τον αγώνα... Η «βιτρίνα» είχε επενεργήσει πολύ δραστικά στον ξένο συνομιλητή μου.
Στην σκέψη μου ήρθαν τα Τζουμέρκα. Οι στατιστικές του ΟΗΕ αναφέρουν την Ήπειρο σαν την πιο
άγονη και φτωχή περιοχή της Ελλάδας. Μπορείτε, λοιπόν, να σχηματίσετε μια εικόνα για τα
Τζουμέρκα, αν μάθετε ότι είναι το πιο φτωχό τμήμα της Ηπείρου. Ψηλά, στην κορφή του βουνού,
πολύ κοντά στο Θεό, αλλά ξεχασμένα από το Θεό. Για πρώτη φορά είδα από κοντά τα Τζουμέρκα το
καλοκαίρι του 1952. Περνώντας από την Άρτα για μακρινότερο ταξίδι, η ηγουμένη ενός ιστορικού
Digitized by 10uk1s

μοναστηριού μου είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον. «Πηγαίνετε στα Τζουμέρκα, μου είπε. Αν ψάχνετε
για την αλήθεια, θα την δείτε μόνον εκεί».
Κάποιος δέχτηκε να με συνοδέψει. Με μουλάρια ανεβήκαμε το απόκρημνο βουνό. Όταν έπειτα από
έξη ώρες φτάσαμε στο πρώτο χωριό, ένα τσούρμο από παιδιά ανεβασμένα σ' ένα ύψωμα μας
κοίταζαν ξαφνιασμένα. Το θέαμα ήταν τρομακτικό. Ντυμένα με κάτι απίθανα κουρέλια, ξυπόλυτα,
σκελετωμένα, με βαθουλωμένα μάγουλα και απλανή βλέμματα, τα παιδιά των Τζουμέρκων θύμιζαν
παιδιά της κατοχικής πείνας, ή του Νταχάου. Στο βάθος κάτι μισοερειπωμένα καλυβόσπιτα, χωρίς
παράθυρα και πόρτες, έμοιαζαν με κατοικίες τρωγλοδυτών. Το εσωτερικό τους ένας μοναδικός
χώρος με πάτωμα την ίδια τη γη. Άνθρωποι και ζώα τρώνε και κοιμούνται μαζί. Βέβαια, το «τρώνε»
είναι περισσότερο σχήμα λόγου. Το καλοκαίρι, με κανένα λαχανικό, κάτι πάει κι έρχεται. Αλλά το
χειμώνα η ζωή γίνεται κόλαση. Η γη δεν βγάζει τίποτε, τα χιόνια κλείνουν κάθε επικοινωνία με τον
άλλο κόσμο. Προμήθειες δεν υπάρχουν. Και μένουν στην παγωμένη ερημιά τους μόνοι. Οι
άνθρωποι και ο Θεός... Είναι αλήθεια ότι το κράτος της δεξιάς θυμόταν πότε -πότε αυτούς τους
ξεχασμένους πληθυσμούς (που ψηφίζουν στις εκλογές...) και έριχνε κατά τους μήνες της
βαρυχειμωνιάς από αεροπλάνα, σακιά με καλαμπόκι. Είναι η μοναδική τροφή. Αλλά, δυστυχώς, όχι
κάθε μέρα. Οι μέρες της πείνας είναι οι περισσότερες. Μου διηγήθηκαν σπαρακτικές ιστορίες με την
προσμονή του αεροπλάνου σε μέρες λιμοκτονίας. Κάποτε ακουγότανε ο βόμβος του κινητήρα. Οι
πεινασμένες καρδιές χτυπούσαν δυνατά. Θαρθεί; Θα μπορέσει ο πιλότος να ρίξει το πολύτιμο
φορτίο; Σιγά - σιγά ο βόμβος ακουγότανε λιγότερο. Οι άνθρωποι κρατούσαν την αναπνοή. Και
ακόμη λιγότερο. Και μετά τίποτα. Η ορατότητα είχε πέσει στο μηδέν. Το αεροπλάνο γύριζε στη βάση
του, εκεί που ο άλλος κόσμος είχε τροφή και ζεστές κουβέρτες και δεν αντίκριζε το γυάλινο
πεινασμένο βλέμμα του παιδιού του...
Ο συνοδός μου θυμήθηκε κάποια κινηματογραφική ταινία και ψιθύρισε με θλίψη: «σκυλίσια
ζωή...». Διαμαρτυρήθηκα έντονα. Όχι, δεν είναι σκυλίσια η ζωή εδώ. Είναι κάτι πολύ χειρότερο. Τα
παιδιά των Τζουμέρκων θα λαχταρούσαν να είχαν την μισή τροφή των σκύλων της Αμερικής...
Θυμήθηκα μια στατιστική. Τα σκυλιά στις Ηνωμένες Πολιτείες απορροφούν κάθε χρόνο δυο
δισεκατομμύρια δολάρια. Καημένα Τζουμέρκα...
Στο Καφενείο του χωριού ζήτησα να πληρώσω τους καφέδες και μη έχοντας ψιλά έβγαλα ένα
χαρτονόμισμα των 50 δραχμών. Ο καφετζής κοίταξε με θλιμμένη απορία το χαρτονόμισμα. Ο
αγωγιάτης με πρόλαβε και έδωσε στον καφετζή μερικά κέρματα. «Τρελός είσαι;» άκουσα το συνοδό
μου να λέει με χαμηλή φωνή, όταν ο καφετζής απομακρύνθηκε. «Πού νόμισες ότι βρίσκεσαι; Στην
Αθήνα σας;» Τότε πρόσεξα ότι στα πεινασμένα βλέμματα γύρω μου υπήρχε και μια υποψία
απειλής...
Κείνη τη στιγμή μπήκε στο καφενείο ένα κοριτσάκι. Κρατούσε ένα νόμισμα. «Είπε η μητέρα μου,
λέει στο καφετζή, να μου δώσεις ένα εικοσάρι σπίρτα». Έδωσε τα είκοσι λεφτά (κέρμα που
αντιστοιχεί στα δυο τρίτα ενός σεντ) και ο καφετζής άνοιξε ένα κουτί και μέτρησε στο κορίτσι οκτώ
(8) σπίρτα... Όταν φύγαμε από το καφενείο, ο συνοδός μου από την Άρτα μου εξήγησε: «Οι
άνθρωποι εδώ, όπως θα είδες, είναι πάμπτωχοι. Χαρτονομίσματα δεν κυκλοφορούν καθόλου. Πού
και πού μερικά κέρματα, εικοσάρια, δεκάρες και πεντάρες. Μ' αυτά αγοράζουν, όταν μπορούν,
πετρέλαιο για τη λάμπα και σπίρτα... Αλλά οι περισσότερες οικογένειες δεν έχουν λάμπα...».
Την ίδια μέρα φύγαμε... Η ηγουμένη είχε δίκιο: Στα Τζουμέρκα είχα δει την αλήθεια... Μια αλήθεια
που δεν θα μπορέσει να τη δει ο συνομιλητής μου, ο Αμερικανός δημοσιογράφος. Είναι η αλήθεια
που καίει και σε κάνει να ντρέπεσαι που είσαι άνθρωπος...

Digitized by 10uk1s

Δεν είναι όλη η Ελλάδα Τζουμέρκα. Αλλά ούτε και «βιτρίνα». Ανάμεσα στους δυο ακραίους κόσμους
της ελληνικής κοινωνίας κινείται το μεγάλο ανήσυχο πλήθος, αυτό το πολύβουο μελίσσι του λαού,
με τις εσωτερικές κλιμακώσεις του, τις κάποτε βίαιες παρορμήσεις του, που αγωνίζεται για μια
καλύτερη μοίρα κάτω από τον ήλιο του αιώνα μας...
Αλλά η ολιγαρχία με τα σώματα ασφαλείας της, με τις ΚΥΠ της, τη CIÀ της, με το στρατό της, κι αν
χρειαστεί και με ξένους στρατούς, στέκεται φρουρός ακοίμητος της «βιτρίνας». Η «βιτρίνα»
αποκαλείται «έθνος». Κι έτσι η ολιγαρχία, αφρόκρεμα η ίδια της εθνικοφροσύνης, είναι ήσυχη και
με τη συνείδησή της. Όλα όσα κάνει γίνονται για το εθνικό συμφέρον και για τον ελληνοχριστιανικό
πολιτισμό. Αλλά ποιος και πόσος είναι ο κόσμος της «βιτρίνας»; Από μια έρευνα των οικογενειακών
προϋπολογισμών, που έγινε το 1957, προέκυψε ότι το 6% του πληθυσμού νέμεται το 22% του
εθνικού εισοδήματος 36.
Με βάση το στοιχείο αυτό συμπεραίνομε ότι μισό περίπου εκατομμύριο πληθυσμού σε σύνολο 8
εκατομμυρίων — έχει κατακτήσει ένα αρκετά ικανοποιητικό επίπεδο ζωής. (Λέμε «αρκετά
ικανοποιητικό» γιατί στο μισό εκατομμύριο περιλαμβάνονται και οι 250 οικογένειες της ολιγαρχίας,
που απομυζούν τουλάχιστον το μισό από το 22% του εθνικού εισοδήματος) 37.
Αν ληφθεί υπ' όψη ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των 500.000 «προνομιούχων» είναι συγκεντρωμένο
στην πρωτεύουσα — και μάλιστα οι οικονομικά ισχυρότερες ομάδες του — γίνεται φανερό πώς
δημιουργείται η εντυπωσιακή αίσθηση της αθηναϊκής ευημερίας.
Θα παρατηρηθεί ίσως ότι οικονομική ανισότητα και καπιταλιστική κοινωνία είναι δύο ταυτόσημες
έννοιες και ότι το φαινόμενο αυτό υπάρχει σ' όλο τον υπόλοιπο δυτικό κόσμο. Πρόκειται για μια
αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα. Με τη διαφορά ότι στην Ελλάδα το κοινωνικό πρόβλημα είναι
οξύτερο από κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα (με εξαίρεση την Τουρκία, την Πορτογαλία και την
Ισπανία), οφείλεται δε στην εξοργιστική ανισότητα της κατανομής του εθνικού εισοδήματος.
Για να γίνει αντιληπτή με αριθμούς η ιδιοτυπία του ελληνικού προβλήματος παραθέτομε τα
ποσοστά ανισοδιανομής μεταξύ της πλουσιότερης και της φτωχότερης περιοχής κάθε χώρας. Στη
Δανία η αναλογία μεταξύ πλουσιότερης και φτωχότερης περιοχής είναι 66%. Στο Βέλγιο 65%, στην
Ολλανδία 64%, στην Αυστραλία 50%, στη Γερμανία 40%, στην Ελβετία 35%, στη Μ. Βρετανία 31%,
στην Ισπανία 31%, την Ιταλία 29%, τη Γαλλία 26%, την Πορτογαλία 21% και στην ΕΛΛΑΔΑ 16%... 38
Στην πραγματικότητα, η έκταση της ανισότητας είναι ακόμη μεγαλύτερη. Και τούτο γιατί στη μελέτη
αυτή σαν πλουσιότερη περιοχή ελήφθη ολόκληρο το λεκανοπέδιο της Αττικής με τα δυόμιση
εκατομμύρια πληθυσμού και όχι μόνον η πόλη της Αθήνας, του ενός εκατομμυρίου, όπου είναι
συγκεντρωμένος ο πλούτος. Με συντηρητικούς υπολογισμούς η αναλογία Αθηνών και της
φτωχότερης ελληνικής περιοχής θα κατέβαινε στο 8%. Για να συνειδητοποιήσουν οι φίλοι μας
Αμερικανοί τη ζωντανή έννοια αυτών των ψυχρών αριθμών ας έχουν υπ' όψη τους ότι το μέσον
κατά κεφαλήν εισόδημα στην Ελλάδα αντιστοιχεί στο 17% περίπου του δικού τους 39. Και ότι το
φτωχό ελληνικό εισόδημα κατανέμεται τόσο άνισα, ώστε να συνυπάρχουν στη χώρα μας η χλιδή της
«παγωμένης» 40 ολιγαρχίας και η τραγωδία των Τζουμέρκων.
Σ' όποιον τομέα κι αν στραφεί ο ερευνητής θα διαπιστώσει εχθρότητα του κράτους της δεξιάς προς
τα στρώματα του εργαζόμενου λαού και εύνοια προς την ολιγαρχία. Το σύστημα φορολογίας είναι
μια απτή απόδειξη. Οι άμεσοι φόροι —που αντλούνται κυρίως από τις τάξεις των επιχειρηματιών —
αντιπροσωπεύουν τα 16 - 17% στο σύνολο των δημοσίων εσόδων από φορολογίες, ενώ οι έμμεσοι
φόροι, που ισοπεδώνουν δίκαιους και άδικους (τον Ωνάση με τον πάμφτωχο αγρότη) και
επιβαρύνουν τις λαϊκές τάξεις, καλύπτουν το 72 - 73%. Και πάλι η διαφορά είναι κτυπητότερη, γιατί
στους άμεσους φόρους περιλαμβάνεται και ο φόρος μισθωτών υπηρεσιών, που καταβάλλουν οι
Digitized by 10uk1s

υπάλληλοι.
Ένας διευθυντής εφορίας στην Αθήνα μου αποκάλυψε ότι η οργανωμένη φοροδιαφυγή είναι της
τάξεως των πολλών δισεκατομμυρίων δραχμών. Ανοίγοντας φακέλους και ντοσιέ μου παρουσίασε
φορολογικές δηλώσεις γνωστών ονομάτων, που ήσαν καταφανώς ανειλικρινείς. «Κοίταξε, μου είπε,
ο Σ.Π. είναι από τους μεγαλύτερους εμπόρους. Δηλώνει ότι τα ετήσια κέρδη της επιχειρήσεώς του
είναι 120.000 δραχμές (4.000 δολάρια). Ερευνήσαμε την οικογενειακή του ζωή. Έχει τρία
αυτοκίνητα και ένα γιοτ. Στο σπίτι του υπηρετούν δύο υπηρέτριες, ένας σοφέρ, ο κηπουρός και μια
Αγγλίδα γκουβερνάντα των παιδιών. Κάθε καλοκαίρι κάνουν διακοπές στην Ελβετία. Και είναι και
συλλέκτης έργων τέχνης. Αυτός ο ρυθμός ζωής, με τους μετριότερους υπολογισμούς, αντιστοιχεί σε
40.000 - 45.000 δολάρια το χρόνο. Και δηλώνει έσοδα 4.000...».
Ρώτησα αν υπάρχουν κι άλλες τέτοιες περιπτώσεις. «Δυστυχώς, είπε, το κακό είναι γενικό. Όλοι οι
μεγάλοι εμφανίζουν στις φορολογικές δηλώσεις το ένα δέκατο των πραγματικών εισοδημάτων
τους».
—Και τι μέτρα παίρνετε;
—Δυστυχώς τίποτα. Η φοροδιαφυγή είναι αριστοτεχνικά ωργανωμένη με το σύστημα των διπλών
λογιστικών βιβλίων. Τα γνήσια είναι για την επιχείρηση. Τα ψεύτικα για την εφορία. Τα ιδιωτικά
φοροτεχνικά γραφεία κάνουν χρυσές δουλειές, συμβουλεύοντας και καθοδηγώντας τη σωστή
τήρηση των ψεύτικων λογιστικών βιβλίων. Κι όταν κάποιος πιαστεί στη φάκα, θα δωροδοκήσει τον
υπάλληλο της εφορίας και εκείνος συνήθως θα κλείσει τα μάτια, γιατί ο μισθός του είναι
εξοργιστικά χαμηλός. Όλα αυτά μπορούμε να τα αντιμετωπίσουμε, γιατί ο νόμος μας επιτρέπει τη
χρησιμοποίηση «τεκμηρίων» από την ιδιωτική ζωή του φορολογούμενου. Αλλά όταν ανέπτυξα στον
υπουργό των Οικονομικών ένα σχέδιο δραστικής εξουδετερώσεως της οργανωμένης φοροκλοπής,
που θα έκανε να εισρεύσουν στο δημόσιο ταμείο αρκετά δισεκατομμύρια δραχμών, ο υπουργός με
αποθάρρυνε, για να μην πω ότι με επέπληξε. «Δηλαδή, μου είπε, θέλεις να δημιουργήσεις στην
κυβέρνηση κοινωνικό ζήτημα; Δεν μας φτάνουν οι εξεγέρσεις των εργατών, τα συλλαλητήρια των
αγροτών και οι διαδηλώσεις των φοιτητών; Θέλεις νάχουμε και επανάσταση της αστικής τάξεως;»
Κι έτσι για να μη διαταραχθούν οι σχέσεις της κυβερνήσεως και της ολιγαρχίας η φοροδιαφυγή
έγινε θεσμός. Τα δημόσια έσοδα καλύπτονται σχεδόν αποκλειστικά από τη φορολογική
αποστράγγιση των λαϊκών τάξεων 41.

Η ιδιαίτερη έμφαση που δόθηκε στην οικονομική πλευρά των δύο όψεων της ελληνικής ζωής ήταν
απαραίτητη για την εξήγηση των πολιτικών φαινομένων της δεκαετίας. Στη χώρα μας, τουλάχιστον,
η αλληλεπίδραση οικονομίας και πολιτικής είναι ολοφάνερη. Μια πρώτη παρατήρηση συνδέει το
φαινόμενο των εξαθλιωμένων στρωμάτων του λαού με τα πολιτικά συμφέροντα της δεξιάς.
Σύμφωνα με τα αναλυτικά αποτελέσματα όλων των εκλογών οι πολύ φτωχοί πληθυσμοί των πιο
υποανάπτυκτων περιοχών εψήφιζαν με συντριπτική πλειοψηφία υπέρ των κομμάτων της δεξιάς. Ο
Κωνσταντίνος Poδόπoυλoς, Πρόεδρος της Βουλής (1953-1963), έλεγε το 1962 σε μια ομάδα
δημοσιογράφων: «Οι μεγάλες πόλεις της Θεσσαλίας, ο Βόλος και η Λάρισα, ψηφίζουν κατά
πλειοψηφία ΕΔΑ. Στην πεδινή ύπαιθρο πλειοψηφεί το Κέντρο. Έρχονται όμως οι ορεινές περιοχές
και μας δίνουν τη νίκη. Η εθνικόφρων Ελλάς οφείλει πολλά σ' αυτούς τους αγνούς ορεσίβιους...».
Αυτοί οι αγνοί ορεσίβιοι, που ψήφιζαν ΕΡΕ, εκρατούντο σε ανατριχιαστική εξαθλίωση και
πνευματική καθυστέρηση. Η δεξιά ήξερε — και ξέρει — καλά ότι ο οικονομικά εξουθενωμένος είναι
και πολιτικά εξουθενωμένος. Η ανάγκη, το πρωτόγονο ένστικτο αυτοσυντηρήσεως, αφαιρεί από τον
Digitized by 10uk1s

άνθρωπο τη δυνατότητα να σκεφθεί και πολύ περισσότερο ν' αγωνιστεί. Αυτή τη γνώση της η δεξιά,
το παλάτι και η CIA τη μετουσίωναν σε πράξη με ανελέητη μεθοδικότητα. Δεν ήταν, συνεπώς, μόνον
η απληστία της ολιγαρχίας αιτία του οξύτατου κοινωνικού προβλήματος 42. Ήταν και η πολιτική
ανάγκη...
Οι ιδιορρυθμίες λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος αποτελούν ενδιαφέρον κεφάλαιο της
δεκαετίας. Βασικότερη ιδιορρυθμία πρέπει να θεωρηθεί η θέσπιση και εφαρμογή των λεγόμενων
«Εκτάκτων Μέτρων», που έδιναν στο κράτος της δεξιάς τα νομικά όπλα για την, κατά παράβαση του
συντάγματος, δίωξη των πολιτικών αντιπάλων του. Τα «Έκτακτα Μέτρα» θεσπίσθηκαν το 1947, κατά
τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου. Ο πόλεμος τερματίστηκε το 1949. Ωστόσο, τα έκτακτα μέτρα
διατηρήθηκαν, με το πρόσχημα ότι ο πόλεμος είχε τελειώσει ουσιαστικά, όχι όμως και «νομικά».
Κάποτε, μετά 13 χρόνια (1962), το Συμβούλιο Επικρατείας ανεγνώρισε τον τερματισμό του
πολέμου... Αλλά και πάλι —χωρίς προσχήματα αυτή τη φορά— τα «Έκτακτα Μέτρα» διατηρήθηκαν
εν ισχύ. Και διατηρούνται ακόμη.
Η σκληρότητα και η έκταση της εφαρμογής τους είναι γνωστή από τις αντιδράσεις της διεθνούς
κοινής γνώμης. Μερικοί όμως αριθμοί είναι ενδεικτικοί. Το Δεκέμβριο 1949 ο αριθμός των
πολιτικών κρατουμένων στις φυλακές ήταν 20.200. Από το στρατόπεδο - «αναμορφωτήριο» της
Μακρονήσου πέρασαν συνολικά περισσότεροι από 100.000. Αν υπολογισθούν και όσοι ήσαν
σκορπισμένοι σε μικρά ξερονήσια, ή είχαν κρατηθεί σε αστυνομικά τμήματα, όσοι δολοφονήθηκαν,
ή τρελάθηκαν, ο συνολικός αριθμός των θυμάτων των «Έκτακτων Μέτρων» προσεγγίζει τις 200.000.
Δυο ήσαν οι κατηγορίες των πολιτικών κρατουμένων: α) οι κατάδικοι. Επρόκειτο για πρόσωπα που
καταδικάσθηκαν από στρατοδικεία σκοπιμότητας, απλώς και μόνον επειδή από ανθρώπινη
αξιοπρέπεια αρνήθηκαν ν' αποκηρύξουν τις πολιτικές ιδέες τους 43.
Το τυπικό της καταδίκης ποίκιλλε ανάλογα με τη φαντασία του στρατοδικείου ή των αστυνομικών
μαρτύρων κατηγορίας. Πολλοί είχαν συλληφθεί, βασανιστεί, καταδικαστεί 44 και έμειναν πολλά
χρόνια φυλακή χωρίς να είναι αυτοί οι καταζητούμενοι. Από απλή συνωνυμία... Το αποδεδειγμένο
«άλλοθι» δεν ίσχυε. Ίσχυε όμως η αποκήρυξη της πολιτικής ιδεολογίας... Άλλοι καταδικάστηκαν και
εκτελέσθηκαν για πραγματικούς ή φανταστικούς φόνους Γερμανών στρατιωτών ή ανδρών των
ελληνογερμανικών ταγμάτων ασφαλείας (οι αξιωματικοί των ταγμάτων αυτών ήσαν τώρα
στρατοδίκες...). Εκατοντάδες Ελλήνων, που είχαν παρασημοφορηθεί από το Συμμαχικό Στρατηγείο
της Μέσης Ανατολής, καταδικάζονταν τώρα από συνεργάτες των Γερμανών. Και όμως στον πόλεμο
δεν είχαν νικήσει οι Γερμανοί...
Η δεύτερη περίπτωση αφορούσε εκτοπισμούς. Χωρίς δίκες, χωρίς δικαστικές αποφάσεις, η
αστυνομία έκανε ομαδικές συλλήψεις πολιτών, τους οποίους εξετόπιζε είτε στη Μακρόνησο, είτε σε
μικρά άγονα νησιά. Εκ των υστέρων κάποια επιτροπή ασφαλείας «νομιμοποιούσε» τις αυθαίρετες
ενέργειες της αστυνομίας. Πολλοί υπέκυψαν στα βασανιστήρια. Μεγάλος επίσης είναι ο αριθμός
εκείνων που έπαθαν ψυχικές ασθένειες.
Με το πέρασμα των χρόνων, με την εξέγερση της διεθνούς κοινής γνώμης, με την παρέμβαση
διεθνών οργανισμών, ο αριθμός των πολιτικών κρατουμένων περιορίστηκε σε λίγες εκατοντάδες. Οι
μεσαιωνικοί θεσμοί όμως διατηρήθηκαν σαν όπλο εκφοβισμού.
Στα «Έκτακτα Μέτρα» υπάγονται και δυο ακόμη θεσμοί, όχι λιγότερο ειδεχθείς: Τα πιστοποιητικά
κοινωνικών φρονημάτων (νόμος 516 της 8 Ιανουαρίου 1948) και οι «φάκελοι». Αν αναζητήσει
κανένας στην ιστορία κάτι αντίστοιχο με τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων θα βρει μόνο τα
περίφημα «συγχωροχάρτια» του μεσαίωνα που εξαφάνιζαν ως δια μαγείας τις αμαρτίες δικαίων και
αδίκων. Με τη διαφορά ότι τα συγχωροχάρτια τα εξέδιδε ο εκάστοτε πάπας της Ρώμης, ενώ τα
«πιστοποιητικά» ήσαν της αρμοδιότητας της ελληνικής αστυνομίας. Και τα «συγχωροχάρτια» δεν
Digitized by 10uk1s

ήσαν υποχρεωτικά.
Το πόσο καταθλιπτικά βάραιναν — και βαραίνουν — τα πιστοποιητικά στην ελληνική ζωή προκύπτει
από την έκταση των τομέων στους οποίους είχε επιβληθεί η διαδικασία του «πιστοποιητικού». Δεν
είναι υπερβολή ότι σχεδόν οι μισοί Έλληνες — και όχι μια φορά ο καθένας — έχουν υποβληθεί στη
διαδικασία της αποκτήσεως του πιστοποιητικού. Σημειώνουμε σε ποιες περιπτώσεις ήταν
απαραίτητο: Κατάληψη θέσεως δημοσίου ή δημοτικού υπαλλήλου, σε τράπεζες, σε οργανισμούς
κρατικούς ή κοινής ωφελείας» ιδρύματα κ.λπ. Με τον καιρό η υποχρέωση του πιστοποιητικού
επεκτάθηκε σε πολλές ιδιωτικές επιχειρήσεις και έφθασε ως τις καθαρίστριες ή τους νεκροθάφτες...
Τέλος, η εγγραφή στα πανεπιστήμια, η έκδοση αδείας οδηγού αυτοκινήτου, η άδεια κυνηγίου, η
έκδοση διαβατηρίου, η άδεια μεταναστεύσεως, ακόμη δε και η άδεια πλανόδιου μικροπωλητή
απαιτούσε την πιστοποίηση ότι ο ενδιαφερόμενος εμφορείται από γνήσια εθνικά φρονήματα (κατά
τις εκτιμήσεις βέβαια της αστυνομίας) και ότι ουδέποτε είχε μολυνθεί από το μίασμα του
κομμουνισμού ή των «συνοδοιπόρων» του. Η διατύπωση αυτή διευκόλυνε την επέκταση των
διώξεων στους οπαδούς του κέντρου, οι οποίοι — κατά την αστυνομία — ήσαν εθνικώς ύποπτοι 45.
Για να αποκτήσει ένας πολίτης πιστοποιητικό δεν αρκούσε ότι ο ίδιος δεν είχε καμιά πολιτική
ανάμιξη κατά το παρελθόν και το παρόν. Υπείχε ευθύνες και για τα φρονήματα των γονέων του, των
αδελφών του, ακόμη και μακρινών συγγενών του. Έτσι, βάσει της αρχής της οικογενειακής ευθύνης,
πολλοί νέοι δεν μπόρεσαν να εγγραφούν σε πανεπιστήμιο ή να εργασθούν σε μια τράπεζα, επειδή
κάποιος συγγενής τους στα χρόνια της κατοχής (τότε που ο ενδιαφερόμενος νέος δεν είχε γεννηθεί
ακόμη) είχε διαπράξει το έγκλημα να πολεμήσει εναντίον των ναζί.
Στα μαύρα χρόνια της Τυραννίας η ιεροεξεταστική αυτή κατάσταση έγινε στυγνότερη, με προέκταση
και προς την κατεύθυνση της δεξιάς. Γνήσιοι — άλλοτε — εθνικόφρονες, με αντικομμουνιστικά
εύσημα, αξιωματικοί που είχαν «διακριθεί» στον εμφύλιο πόλεμο, όλη η αφρόκρεμα του
προχουντικού κατεστημένου μπήκε στο ίδιο τσουβάλι με τους «εχθρούς του έθνους». Ακόμη και
απόστρατοι στρατηγοί, παρασημοφορημένοι από το NATO, υποχρεώνονταν να περιμένουν
ατέλειωτες ώρες όρθιοι στον προθάλαμο κάποιου αγριωπού υπαστυνόμου, να διώχνονται με τα
«ξαναέλα αύριο...», ώσπου να πάρουν, αν το έπαιρναν, το περίφημο «πιστοποιητικό».
Είναι, βέβαια, αλήθεια ότι ο Παπαδόπουλος σ' ένα λόγο που εξεφώνησε τον Αύγουστο του 1971
ανήγγειλε κατηγορηματικά τη γενική κατάργηση του πιστοποιητικού κοινωνικών φρονημάτων (με
εξαίρεση τις ένοπλες δυνάμεις και τα σώματα ασφαλείας). Αλλά λίγους μήνες αργότερα δόθηκε
στους Έλληνες η ευκαιρία να μάθουν πόση αξία είχε ο «λόγος τιμής» του δικτάτορα. Στην
«Εφημερίδα της Κυβερνήσεως» (21-1-72) δημοσιεύθηκε απόφαση του υπουργικού συμβουλίου —
με την υπογραφή του Παπαδόπουλου — που θέσπιζε μια σειρά ερωτημάτων, που έπρεπε ν'
απαντήσει «πας υποψήφιος προς διορισμόν ως υπάλληλος του δημοσίου, των νομικών προσώπων
δημοσίου δικαίου και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως». Ανάμεσα στ' άλλα, ο «πας
υποψήφιος» υποχρεούται ν' αναφέρει, αν «συνελήφθη ποτέ, εκλήθη ή εξητάσθη παρ' Αρχής τινος»,
αν υπήρξε ποτέ αναγνώστης εφημερίδων ή περιοδικών που απηχούσαν γνώμες άμεσα η έμμεσα
«αντεθνικές», αν πήρε ποτέ μέρος «εις εκδρομάς, εκθέσεις, μνημόσυνα ή χοροεσπερίδας,
διοργανωθείσας υπό προσώπων υπηρετησάντων υφ' οιανδήποτε μορφήν τον κομμουνισμόν ή τους
σκοπούς του».
Ίσως, η πιο διασκεδαστική ερώτηση ήταν, αν ο ενδιαφερόμενος υπήρξε ποτέ μέλος ή οπαδός
κομμάτων «σκοπούντων την καθ' οιονδήποτε τρόπον ανατροπήν της νομίμου κυβερνήσεως».
Δεδομένου ότι οι οπαδοί της ΕΡΕ επιδίωκαν την ανατροπή της «νομίμου κυβερνήσεως του
κέντρου», οι δε οπαδοί του κέντρου και της αριστεράς επίσης επεδίωκαν την ανατροπή της
«νομίμου κυβερνήσεως της ΕΡΕ», συνάγεται ότι στο σύνολο των Ελλήνων απαγορεύεται το
δικαίωμα να καταλάβουν μια θέση υπογραμματέα ή κλητήρα σε μια κοινότητα ή δήμο...
Digitized by 10uk1s

Σύμφωνα, εξ άλλου, με το γράμμα της χουντικής αποφάσεως ο Παπαδόπουλος και οι συνεργάτες
του θάπρεπε να μπουν πρώτοι στο μαυροπίνακά τους, αφού όχι μόνο επεδίωξαν, αλλά και
επραγματοποίησαν «την ανατροπήν της νομίμου κυβερνήσεως» (Κανελλοπούλου)!
Ο θεσμός των «φακέλων» ήταν αλληλένδετος με τα πιστοποιητικά. (Για να εκδοθεί ένα
πιστοποιητικό έπρεπε να ερευνηθεί ο ατομικός φάκελος του ενδιαφερομένου). Το 1960-61 ο
αριθμός των «φακελομένων» πολιτών ξεπερνούσε το ενάμιση εκατομμύριο. Και με τις πρωτόγονες
μεθόδους οργανώσεως και ταξινομήσεως που εφάρμοζε η αστυνομία απαιτούνταν δυο και τρεις
μήνες για την έκδοση του «πιστοποιητικού». Το θέμα κίνησε το ενδιαφέρον της CIA, η οποία το
1961 επρομήθευσε στην ΚΥΠ και στην αστυνομία τελειοτάτου συστήματος αμερικανικούς
ηλεκτρονικούς εγκεφάλους και μηχανήματα αποδελτιώσεως, που μοντερνοποίησαν όλη την
οργάνωση του συστήματος. Υπερήφανο και ευγνώμον το ελληνικό κράτος ετέλεσε επίσημα εγκαίνια
στην έδρα της ΚΥΠ, παρουσία στελεχών της CIA, εκπροσώπων του τύπου και άλλων
προσκεκλημένων. Στους πατριωτικούς λόγους που εκφωνήθηκαν εξυμνήθηκε η αδελφική
συνεργασία των αμερικανικών και των ελληνικών υπηρεσιών ασφαλείας στον κοινόν αγώνα
εναντίον του εσωτερικού εχθρού.
Αλλά την ωραία ατμόσφαιρα εσκίασε η σατανική ιδιοτροπία κάποιου ηλεκτρονικού εγκεφάλου. Σε
μια ρητορική έξαρση ο αρχηγός της ΚΥΠ, απευθυνόμενος στους παρισταμένους Έλληνες και
Αμερικανούς είπε: «Σεις οι γνήσιοι Έλληνες μπορείτε να είσαστε ήσυχοι. Τα θαυμαστά επιτεύγματα
της αμερικανικής τεχνολογίας, που εγκαινιάζομεν σήμερον, αγρυπνούν...». Ακολούθως επίεσε ένα
κουμπί και ένας φάκελος πετάχτηκε από το μηχάνημα. «Ο φάκελος αυτός, συνέχισε ο αρχηγός,
κλείνει μέσα του έναν εχθρό της πατρίδος. Ας δούμε ποιος είναι». Όλοι έσπευσαν να
περιεργασθούν το «φάκελο». Και με μεγάλη έκπληξη διάβασαν το όνομα του «εχθρού»: Ήταν ένας
από τους παρισταμένους — και προσεκτικά διαλεγμένους — δημοσιογράφους...
Τερματίζοντας την ανάλυση τού θεσμού των «Εκτάκτων Μέτρων» σημειώνουμε τις τρεις κατηγορίες
πολιτών, στις οποίες είχαν ταξινομηθεί οι Έλληνες. Η πρώτη περιλάμβανε εκείνους που η αστυνομία
θεωρεί κομμουνιστές (πολίτες Γ' κατηγορίας). Στη δεύτερη κατατάσσονται αι απλώς
«νομιμόφρονες» (Β' κατηγορίας). Το κράτος τους ανέχεται, αλλά τους επιβλέπει. Οι υπόλοιποι ήσαν
οι «εθνικόφρονες» (Α' κατηγορίας). Στην αριστοκρατική αυτή τάξη εξέχουσα θέση κατείχαν εκείνοι
που μπορούσαν να επιδείξουν περγαμηνές αντικομμουνιστικής (και αντιδημοκρατικής) δράσεως.
Ανάλογη θέση κατέχουν οι κατοχικοί δοσίλογοι.

Αυτές οι συνθήκες επικρατούσαν στην Ελλάδα, όταν, τον Σεπτέμβριο 1960, ξέσπασε το σκάνδαλο
Μέρτεν, που οι αντίλαλοι και οι αναθυμιάσεις του απλώθηκαν πολύ έξω από τα σύνορα της χώρας
μας.
Ο Μαξ Μέρτεν, ανώτερος Γερμανός αξιωματικός, υπηρετούσε κατά την κατοχή, (1941 - 1944) στη
Βόρεια Ελλάδα. Μετά το τέλος του πολέμου κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε από ελληνικό
δικαστήριο ως εγκληματίας πολέμου. Η συγκεκριμένη κατηγορία που τον εβάρυνε ήταν η εξόντωση
των Εβραίων Θεσσαλονίκης. Από την αρχή του Β' Παγκοσμίου πολέμου (1939) μέχρι τη γερμανική
εισβολή στην Ελλάδα (Απρίλιος 1941) η εβραϊκή παροικία που αριθμούσε πολλές δεκάδες χιλιάδες
ψυχών έζησε με τον εφιάλτη της προσμονής του θανάτου, που είναι κάτι χειρότερο από τον ίδιο το
θάνατο. Επί δυο σχεδόν χρόνια οι Έλληνες Εβραίοι μάθαιναν για την τραγική μοίρα των
ομοθρήσκων τους στην Πολωνία, στην Τσεχοσλοβακία, στη Γαλλία, σ' ολόκληρη την Ευρωπαϊκή
ήπειρο. Τα κρεματόρια του Άουσβιτς, της Τρεμπλίνκα, του Νταχάου άλεθαν ακατάπαυστα, κατά
εκατομμύρια, ανθρώπινες ψυχές... Όταν μπήκαν οι Γερμανοί στην Ελλάδα στον Μαξ Μέρτεν
ανετέθη το θεάρεστο έργο να συγχρονίσει το ρολόι του θανάτου των Εβραίων Θεσσαλονίκης με το
Digitized by 10uk1s

ρολόι της Ευρώπης. Και εξετέλεσε το έργο του με υποδειγματική γερμανική ευσυνειδησία, χωρίς να
παραλείψει καμιά από τις καθιερωμένες διαδικασίες που κλιμάκωναν το πρόγραμμα της
εξοντώσεως: Τα γκέτο, την με αριθμούς κατάργηση της ατομικής προσωπικότητας, την διαρπαγή
των περιουσιών... Και κάποια μέρα σφραγισμένες αμαξοστοιχίες με ματωμένες ψυχές και
ξεσκισμένες σάρκες ξεκινούσαν για τα μακρινά στρατόπεδα του θανάτου.
Μια ζωντανή περιγραφή από την τραγωδία των Εβραίων Θεσσαλονίκης δίνει ο Γιώργος Θεοτοκάς
στο βιβλίο του: «Ασθενείς και Οδοιπόροι»: «Ήταν — γράφει — τον Ιούλιο του 1942, στη
Θεσσαλονίκη, στην πλατεία της Ελευθερίας, μια μέρα που έκαιγε πολύ ο ήλιος. Εκεί οι Γερμανοί
είχαν μαζέψει τους Εβραίους, τους άντρες από ορισμένες ηλικίες, χιλιάδες ανθρώπους, για να τους
βάλουνε σε δουλειά. Τους είχαν όλη μέρα στον ήλιο, να ξεροψήνονται ολόρθοι. Ενώ γινότανε η
καταγραφή όμιλοι από Ες - Ες γυρνούσαν ανάμεσά τους, κρατώντας από το λουρί κάτι πελώρια
αγριεμένα λυκόσκυλα, και απασχολούσαν τους Εβραίους με διάφορα παιγνίδια για να περνά η ώρα.
Τους προστάζανε να ξεγυμνωθούν και τους ανάγκαζαν, παρέες - παρέες, να κάνουν γυμναστική ή να
χορεύουν. Όταν κανείς σωριαζότανε λιγοθυμισμένος από την κάψα και την κούραση του άδειαζαν
κουβάδες νερό στο κεφάλι για να τον συνεφέρουν και να ξαναρχίσει. Άλλους έβαζαν να κυλιούνται
γυμνοί, σαν βαρέλια, σ' όλη την πλατεία, απ' άκρη σ' άκρη. Και πότε - πότε, όταν κορυφωνότανε το
γλέντι, αμολούσαν απάνω τους τα λυκόσκυλα για να τους ξεσκίσουν».
Η μεταπολεμική Ελλάδα δεν έδειξε υπερβολική αυστηρότητα στους Γερμανούς εγκληματίες
πολέμου. Παρά το γεγονός ότι η χώρα υπέστη τρομακτικές θυσίες σε αίμα και αγαθά (οι νεκροί
υπολογίσθηκαν σε 490.000 και οι υλικές ζημίες στα 28% του εθνικού πλούτου), ελάχιστοι από τους
δήμιους και τους συνεργάτες τους καταδικάστηκαν. Και αυτοί σε ποινές φυλακίσεως. Πολύ σύντομα
αμνηστεύθηκαν. Ανάλογη ευμενή μεταχείριση είχε και ο Μαξ Μέρτεν. Είχε στην πλάτη του κάποια
ερήμην ελληνική καταδίκη, αλλ' αυτό δεν τον εμπόδιζε να ζει αξιοπρεπώς στη Μπον και να κατέχει
υψηλή διοικητική θέση στο υπουργείο Δικαιοσύνης της Ομοσπονδιακής Γερμανίας. Με τον αέρα
που του έδινε η κυβερνητική του ιδιότητα δεν δίστασε το καλοκαίρι του 1959 να διαλέξει για τις
διακοπές του τη Θεσσαλονίκη, με την οποία τον έδεναν τόσες και τόσες αναμνήσεις ...
Η κυβέρνηση Καραμανλή δεν ενοχλήθηκε από την τουριστική παρουσία του δήμιου των Εβραίων.
Αλλά ο αρχηγός του Γραφείου Διώξεως Εγκληματιών Πολέμου αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ανδρέας Τούσης, ένας δικαστικός με υψηλό αίσθημα ευθύνης και εθνικής συνειδήσεως, εξέδωκε
ένταλμα συλλήψεως του Μέρτεν. Ο Μαξ Μέρτεν κλείστηκε στις φυλακές. Σάλος στην Αθήνα. Αλλά
μεγαλύτερος σάλος στην Μπον, όπου η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση επενέβη, όχι για να ζητήσει το
φάκελο των εγκλημάτων του Μέρτεν και να τον απομακρύνει — τουλάχιστον — από την υπεύθυνη
κυβερνητική θέση που κατείχε, αλλά για να αξιώσει την άμεση απελευθέρωσή του. Ο Γερμανός
πρεσβευτής ανεβοκατέβαινε μέρα - νύχτα τις σκάλες του υπουργείου Εξωτερικών και του
πρωθυπουργικού γραφείου. Τα ανάκτορα, υποκινηθέντα από τον δραστήριο πρεσβευτή, επέδειξαν
συγκινητικό ενδιαφέρον για τον ταλαιπωρούμενο στις άθλιες ελληνικές φυλακές Γερμανό
αξιωματούχο. Η βασίλισσα Φρειδερίκη, εγγονή του τελευταίου Γερμανού αυτοκράτορα και
δραστήριο μέλος της χιτλερικής νεολαίας 46 , έγινε έξω φρενών. Ώστε έτσι εννοεί ο κύριος
αντεισαγγελεύς την καλλιέργεια των πολιτιστικών και εμπορικών σχέσεων με τη Γερμανία; Με το
βρυκολάκιασμα του ξεχασμένου παρελθόντος θ' αναπτυχθεί ο ελληνικός τουρισμός;
Η κυβέρνηση Καραμανλή δεν χρειαζότανε και μεγάλη πίεση για να δώσει άφεση αμαρτιών στο
Μέρτεν... Ο υπουργός της Δικαιοσύνης κατέθεσε στη Βουλή ένα νομοσχέδιο, που ικανοποιούσε
απόλυτα την αξίωση της Μπον. Αλλά στο μεταξύ είχε ξεσπάσει εσωτερικός σάλος. Ο
αντικυβερνητικός τύπος δεν άφησε ανεκμετάλλευτη την ευκαιρία. Τα εγκλήματα του Μέρτεν
ξαναζωντάνεψαν στις στήλες των εφημερίδων. Η αντιπολίτευση στη Βουλή σφυροκοπούσε την
κυβέρνηση. Οι οργανώσεις των θυμάτων της κατοχής εξέδωκαν έντονα ψηφίσματα διαμαρτυρίας.
Το κύμα της αγανακτήσεως μεταδόθηκε και στο Εξωτερικό. Τελικά, κάτω από την εξέγερση της
Digitized by 10uk1s

ελληνικής και της διεθνούς κοινής γνώμης η κυβέρνησις κατέληξε σε μια μέση λύση. Με το
νομοθετικό διάταγμα 4016/1959 «περί εκκαθαρίσεως του θέματος των εγκληματιών πολέμου» η
Ελλάδα παραιτήθηκε από το δικαίωμα εκδικάσεως περιπτώσεων που αφορούσαν ναζί εγκληματίες
πολέμου. Οι περιπτώσεις αυτές μεταβιβάσθηκαν στις αρχές της Μπον. Από το νομοθετικό όμως
«συγχωροχάρτι» εξαιρέθηκαν — με επιμονή της αντιπολιτεύσεως — οι περιπτώσεις για τις οποίες
υπήρχε το δεδικασμένο. Ο Μαξ Μέρτεν θα συνέχιζε να κάνει τις διακοπές του στις ελληνικές
φυλακές.
Η μικρή αυτή νίκη της ηθικής και του δικαίου αποδείχτηκε πρόσκαιρη. Ούτε η γερμανική
κυβέρνηση, ούτε η Φρειδερίκη εγκατέλειψαν τον αγώνα. Και τελικά επέβαλαν τη θέλησή τους. Στις
αρχές του 1960 με νέο νομοθετικό διάταγμα και αφού τονίστηκε μελοδραματικά στη Βουλή η
ανάγκη να θυσιασθούν οι θλιβερές αναμνήσεις της κατοχής, χάριν της ελληνογερμανικής φιλίας, ο
δήμιος των Εβραίων αφέθηκε ελεύθερος. Την ίδια μέρα έπαιρνε το αεροπλάνο για τη Μπον.
Άνθρωποι όμως σαν τον Μέρτεν δεν είναι ανοικτίρμονες μόνο στα αθώα θύματά τους. Τιμωρούν εξ
ίσου σκληρά και τους φίλους τους εκείνους, που προς στιγμήν έστω φάνηκαν να τους απαρνούνται.
Όταν γύρισε στην πατρίδα του ο Μέρτεν, σύμφωνα με τη συμφωνία Αθηνών - Μπον, έπρεπε — για
να τηρηθούν οι τύποι — να περάσει από ένα γερμανικό δικαστήριο. Και τότε έσκασε η μπόμπα. Και
ήρθε στην επιφάνεια μια από τις αποπνικτικώτερες ηθικές αναθυμιάσεις.
Με υπόμνημα που κατέθεσε στο δικαστήριο ο Μαξ Μέρτεν, εξιστορώντας τη δραστηριότητά του
στην Ελλάδα κατά την κατοχή, ανέφερε έναν αριθμό συνεργατών του. Ανάμεσα σ' αυτούς:
α) ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής,
β) ο υπουργός Εσωτερικών Δημήτριος Μακρής,
γ) ο υφυπουργός Εθνικής Αμύνης Γεώργιος Θεμελής,
δ) η σύζυγος του Δ. Μακρή Δοξούλα Λεοντίδου (οικογενειακό όνομα).
Η καταγγελία του Μέρτεν, πλαισιωμένη από σχετικά άρθρα του «Σπήγκελ» (28 Σεπτ. 1960) και της
«Ηχώ του Αμβούργου», είχε στην ερεθισμένη ελληνική κοινή γνώμη εκρηκτικούς αντίκτυπους. Ο
ευρωπαϊκός τύπος (εν μέρει και ο αμερικανικός) ασχολήθηκαν επί εβδομάδες με τη νέα τροπή που
πήρε η υπόθεση Μέρτεν. Και βέβαια οι υπεύθυνοι για τα ελληνικά θέματα κύκλοι του Σταίητ
Ντιπάρτμεντ δεν έλαμπαν από ευδαιμονία ... Η ηγεσία της ελληνικής δεξιάς, το χαϊδεμένο παιδί της
αμερικανικής πολιτικής και του NATO, να γίνεται ο στόχος της λάσπης που εκτοξεύει ένας
εγκληματίας πολέμου; Ένας υπάλληλος της αμερικανικής πρεσβείας που ρωτήθηκε αρνήθηκε να
κάνει οποιοδήποτε σχόλιο. Είπε όμως χαρακτηριστικά ότι η αλληλογραφία με την Ουάσιγκτον για
την υπόθεση Μέρτεν ήταν μάλλον ογκώδης.
Εύλογο είναι το ερώτημα: Πρέπει να θεωρηθεί αξιόπιστη η καταγγελία ενός ατόμου σαν τον
Μέρτεν; Τι αποδεικτικά στοιχεία προσκόμισε για να κάνει πιστευτή την καταγγελία του; Με βάση
την αρχή ότι είναι προτιμότερο να διαφύγει ένας ένοχος παρά να καταδικασθεί ένας αθώος (και η
Ιστορία δικάζει και καταδικάζει αυστηρότερα από τη Δικαιοσύνη) ερευνήθηκαν όλα τα στοιχεία της
υποθέσεως Μέρτεν. Από την έρευνα προέκυψαν τα εξής:
Η καταγγελία για το πρόσωπο του Κωνσταντίνου Καραμανλή μένει αναπόδεικτη και προφανώς είναι
ψευδής. Για όλους όμως τούς άλλους υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ενοχής. Ο Δημήτριος Μακρής, ο
πανίσχυρος και δυναμικός υπουργός των Εσωτερικών ζούσε στη Θεσσαλονίκη κατά την κατοχή και
ασκούσε το επάγγελμα του δικηγόρου. Σύμφωνα με αξιόπιστες μαρτυρίες ο Μακρής υπεράσπιζε
Digitized by 10uk1s

στα γερμανικά στρατοδικεία κατηγορούμενους Έλληνες πολίτες. Αυτή η εξαιρετικά προσοδοφόρα
δραστηριότητα δεν μπορεί να θεωρηθεί ιδιαίτερα τιμητική. Είναι πασίγνωστο ότι μόνον εκείνοι που
είχαν συναλλακτικούς δεσμούς με τον κατακτητή μπορούσαν ν' αποτολμήσουν εμφάνιση
συνηγόρου στα θηριώδη γερμανικά στρατοδικεία. Για τη σύζυγό του Δοξούλα προσκομίστηκαν
στοιχεία ότι επί κατοχής υπηρετούσε στη γερμανική διοίκηση ως γραμματεύς του Μαξ Μέρτεν. Σε
κάποια μάλιστα επέτειο πρόσφερε στον προϊστάμενό της ως δώρο ένα λεύκωμα με αναμνηστικές
φωτογραφίες. Τέλος, για τον υφυπουργό Εθνικής Αμύνης Θεμελή έγινε γνωστό (το παραδέχθηκε και
ο ίδιος) ότι στην κατοχή είχε διορισθεί από τη γερμανική διοίκηση Νομάρχης. Δεν χωρεί καμιά
αμφιβολία ότι στις διοικητικές αυτές θέσεις οι Χιτλερικοί δεν τοποθετούσαν παρά μόνο στενούς και
δοκιμασμένους συνεργάτες τους.
Το οπλοστάσιο του Μέρτεν, ως εδώ, δεν φαίνεται απρόσβλητο. Αλλά η συνέχεια που πήρε η
υπόθεση επιβάρυνε καταθλιπτικά τη θέση των κατηγορηθέντων. Η ελληνική κυβέρνηση έσπευσε να
διαψεύσει την καταγγελία του Μέρτεν. Αλλά η διάψευση δεν περιείχε ούτε ένα τεκμήριο που ν'
αναιρεί την ουσία της κατηγορίας. Για λόγους συμπαραστάσεως — κατόπιν διπλωματικών
συνεννοήσεων, στις οποίες αναμίχθηκε και η Ουάσιγκτον — δημοσιεύτηκε και μια ανακοίνωση της
γερμανικής κυβερνήσεως (28 Σεπτ. 1960). Αλλά το ηθικό και πολιτικό πρόβλημα που έφερε στην
επιφάνεια ο Μέρτεν παρέμεινε ανοικτό. Ένας μόνο δρόμος, ίσιος, τίμιος και καθαρός, υπήρχε για να
ξεκαθαρίσει η βρώμικη υπόθεση: Η παραίτηση των Καραμανλή Μακρή, Θεμελή από την κυβέρνηση
και η προσφυγή αυτών, ως ιδιωτών, στη γερμανική Δικαιοσύνη. Αν ο Μέρτεν δεν απεδείκνυε την
ακρίβεια των καταγγελιών του οι συκοφαντημένοι ηγέτες της δεξιάς θα είχαν αποπλύνει το στίγμα
της κατηγορίας και θα επέστρεφαν θριαμβευτές... Δεν ακολούθησαν όμως αυτόν τον δρόμο, παρά
το γεγονός ότι τους τον υπέδειξε η αντιπολίτευση. Αντί να παραιτηθούν και να προσφύγουν στα
γερμανικά δικαστήρια οι Μακρής και Θεμελής κατέθεσαν μηνύσεις εναντίον του Μέρτεν στα
ε λ λ η ν ι κ ά δικαστήρια... (Ο Καραμανλής δεν έκανε ούτε αυτό. Δικαιολογούμενος εξήγησε ότι η
δικαστική κρίση για τους Μακρή - Θεμελή θα έκρινε αυτόματα και τη δική του περίπτωση). Η οδός
που επέλεξαν οι κατηγορηθέντες θα άφηνε — όπως και άφησε — αξεκαθάριστο το ηθικό τους
πρόβλημα. Ο λόγος ήταν ότι δεν υπήρχε τρόπος εξαναγκασμού του Μέρτεν να προσέλθει στα
ελληνικά δικαστήρια. Δεν είχε παραφρονήσει ο Μέρτεν να ξανάρθει στην Ελλάδα ως
κατηγορούμενος και ν' αντιμετωπίσει δύο πανίσχυρους υπουργούς (και από τα παρασκήνια τον ίδιο
τον πρωθυπουργό). Και φυσικά δεν ήρθε. Και το θέμα δεν ξεκαθαρίσθηκε. Το στίγμα έμεινε. Οι
κατηγορηθέντες δεν ετόλμησαν ν' αντιμετωπίσουν τον Μέρτεν (στα γερμανικά δικαστήρια),
κατεχόμενοι από κάποιο πλέγμα και φοβούμενοι (ή μάλλον γνωρίζοντες) ότι οι εφεδρείες του
Μέρτεν θα τους συνέτριβαν. Εγράφη, άλλωστε, στον γερμανικό Τύπο, χωρίς να διαψευσθεί, ότι ο
Μέρτεν διέθετε φωτογραφικό υλικό, ικανό να τινάξει στον αέρα όχι μόνο τα κατονομασθέντα
πρόσωπα, αλλά ευρύτερο κύκλο προσωπικοτήτων της δεξιάς.
Με αυτά τα δεδομένα η κρίση της ιστορίας είναι εξουθενωτική για τρία τουλάχιστον πρόσωπα της
υποθέσεως Μέρτεν (ζεύγος Μακρή και Θεμελή), όταν μάλιστα υπομνησθεί ότι η πολιτεία είχε
εμπιστευτεί στο μεν Μακρή την εσωτερική ασφάλεια, στον δε Θεμελή τη διοίκηση των ενόπλων
δυνάμεων της χώρας. Ως προς τον Καραμανλή η περίπτωσή του είναι διαφορετική. Προσωπικά ο
τότε πρωθυπουργός, φαίνεται από τα γεγονότα αμέτοχος των κατηγοριών. Γιατί όμως ακολούθησε
τακτική που άφησε τη σκιά της υποψίας να πλανάται; Η μόνη εξήγηση πηγάζει από το γεγονός ότι ο
Καραμανλής δεν ήταν μόνο πρωθυπουργός. Ήταν και αρχηγός της δεξιάς και επί πλέον εκλεκτός της
βασιλικής και αμερικανικής ευνοίας. Ποιο το κέρδος αν εξασφάλιζε τη δικαστική πιστοποίηση της
προσωπικής του αθωότητας και άφηνε κηλιδωμένη — με δικαστική απόφαση — την πολιτική
παράταξη, της οποίας ήταν ο αναγνωρισμένος αρχηγός; Ακόμη και αν δεχτούμε ότι ο κάπως
παρορμητικός χαρακτήρας του τον έσπρωχνε στο σωστό δρόμο, οι πολλαπλές εξαρτήσεις του από
την ξένη κηδεμονία και από το παλάτι όρθωναν μπροστά του ανυπέρβλητο φράγμα.
Ο Καραμανλής ακολούθησε τακτική συγκαλύψεως. Για να σωθεί η υπόληψη της δεξιάς (και των
Digitized by 10uk1s

προστατών της) έπρεπε τα πειστήρια του εγκλήματος να εξαφανισθούν. Και το επέτυχε με την
αποφασιστική συνδρομή της γερμανικής κυβερνήσεως. Έπειτα από χρόνια ο Θωμάς Υψηλάντης,
που ήταν — την εποχή του σκανδάλου Μέρτεν — πρεσβευτής στην Μπον, απεκάλυψε μερικές
δραματικές πτυχές από την ελληνογερμανική διακυβερνητική επιχείρηση για την απόσπαση των
πολύτιμων πειστηρίων από τα χέρια του Μαξ Μέρτεν.
Τελικά, όλα «πήγαν καλά». Ο Μέρτεν περί τα μέσα Νοεμβρίου 1960 παρέδωσε το φωτογραφικό
οπλοστάσιό του. Στην Αθήνα, όταν ελήφθη το σχετικό τηλεγράφημα, πολλές καρδιές ξανάρχισαν να
χτυπούν με τον κανονικό τους ρυθμό... Το βαρύ απειλητικό σύννεφο Μέρτεν είχε διαλυθεί. Η
ειδυλλιακή ζωή του κατεστημένου θα συνεχιζόταν αδιατάρακτη.

Αλλά η αιθρία στον πολιτικό ουρανό της Ελλάδας κράτησε λίγο. Δεν είχε καλά - καλά «κλείσει» η
υπόθεση Μέρτεν και ήρθε στην επιφάνεια μια ολόκληρη αλυσίδα από οικονομικά σκάνδαλα. Μέλη
της αντιπολιτεύσεως διατύπωναν συγκεκριμένες καταγγελίες στη Βουλή με επερωτήσεις για
ανωμαλίες και χαριστικές πράξεις, που τραυμάτιζαν το ηθικό κύρος της δεξιάς κυβερνήσεως. Στις 16
Ιουνίου 1964 ο βουλευτής της αριστεράς Σταύρος Ηλιόπουλος κατηγόρησε μέλη της κυβερνήσεως
Καραμανλή ότι είχαν αγοράσει στο όνομα μελών των οικογενειών τους και φίλων μεγάλα οικόπεδα,
επαύλεις και διαμερίσματα. Ζητήθηκε η σύσταση εξεταστικής επιτροπής, αλλά η πρόταση
καταπολεμήθηκε από την ΕΡΕ και τελικά δεν έγινε δεκτή.
Γενικά σ' όλες τις καταγγελίες για οικονομικά σκάνδαλα η κυβέρνηση της ΕΡΕ εφάρμοσε την τακτική
της «σήψεως» με την πάροδο του χρόνου. Με τη μέθοδο αυτή όμως επισώρευσε ένα υπόστρωμα
ανεκκαθάριστων ηθικών θεμάτων, που, βέβαια, δεν αποτελούσαν ενεργητικό στοιχείο για το γενικό
κύρος της. Τον τόνο της τακτικής αυτής έδινε ο ίδιος ο πρωθυπουργός Καραμανλής με την
αλαζονική δήλωση: «Απαξιώ ν' απαντήσω».
Εντελώς διαφορετική ήταν η στάση του Π. Κανελλόπουλου, τότε αντιπρόεδρου της κυβερνήσεως.
Κατηγορηθείς (αδίκως) ο Κανελλόπουλος για χαριστικές υπέρ φίλων του πράξεις, αντί να μιμηθεί
τον πρωθυπουργό και «ν' απαξιώση απαντήσεως» στους κατηγόρους του αξίωσε την άμεση
εκκαθάριση του θέματος στη Βουλή εκείνη την ημέρα. Και από την όλη συζήτηση έλαμψε η ηθική
ακεραιότητα και η προσωπική εντιμότητα του Παναγιώτη Κανελλόπουλου. Δυστυχώς, δεν μπορεί να
λεχθεί το ίδιο και για τους συναδέλφους του στην κυβέρνηση του ανηψιού του. (Ο Κανελλόπουλος
είναι θείος του Καραμανλή).
οο0οο

Κάτω απ' αυτή την ατμόσφαιρα ηθικής ασφυξίας κύλησαν οι τελευταίοι μήνες του 1960 και
μπήκαμε στο κρίσιμο και πολυτάραχο έτος 1961.

Digitized by 10uk1s

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ
ΤΟ ΕΚΛΟΓΙΚΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ
«Μπορείτε πότε - πότε να ξεγελάτε ό λ ο το λαό. Μπορείτε ένα τμήμα του λαού να το ξεγελάτε
σ υ ν ε χ ώ ς . Αλλά δεν μπορείτε σ υ ν ε χ ώ ς να ξεγελάτε ό λ ο το λαό».
Αβραάμ Λίνκολν

Η άνοδος του Τζων Κέννεντυ, τον Νοέμβριο 1960, στο ύπατο αξίωμα των Ηνωμένων Πολιτειών
χαιρετίσθηκε από τη μέγιστη πλειοψηφία του ελληνικού λαού σαν ελπιδοφόρο μήνυμα ειρήνης και
δημοκρατίας για όλη την ανήσυχη ανθρωπότητα, που θα επηρέαζε ευνοϊκά και τη δική του
κατατρεγμένη μοίρα. Οι φιλειρηνικές ιδέες του αξέχαστου εκείνου ηγέτη, με τα θερμά κηρύγματά
του για τις μεγάλες ξεχασμένες αξίες — τη δικαιοσύνη, την κοινωνική ισότητα, τη δημοκρατία, την
ευημερία— ρουφιόντουσαν από τη διψασμένη ελληνική ψυχή και την έκαναν να ελπίζει και να
πιστεύει ότι έπειτα από τα μεσαιωνικά σκοτάδια του Τζο Μακ Κάρθυ και του Τζων Φόστερ Ντάλλες
θ' ανέτελλε, επί τέλους, στον κόσμο ο ήλιος της ειρήνης και της δημοκρατίας. Και αφού ο
φιλελευθερισμός θα είναι η καινούργια θρησκεία στη μεγάλη χώρα που μας κηδεμονεύει, γιατί να
μην ελπίζουμε και μεις, οι ταπεινοί και καταφρονεμένοι, ότι κάποιες αδύνατες αχτίδες από το
δημοκρατικό ήλιο της Αμερικής θα διαπεράσουν τον Ατλαντικό και θα ζεστάνουν την τόσο
ταλαιπωρημένη ελληνική δημοκρατία; Άλλωστε, δεν είναι άπληστοι οι Έλληνες δημοκράτες, σαν την
ολιγαρχία της δεξιάς... Δεν ζητάνε περισσότερη προστασία και περισσότερη βοήθεια... Ζητάνε το
αντίθετο: λιγότερη, ή καθόλου, προστασία και κηδεμονία και βοήθεια... Γιατί η πικρή εμπειρία έχει
αποδείξει ότι όσο λιγότερο είναι το στοργικό ενδιαφέρον των κηδεμόνων τόσο περισσότερη
δημοκρατία και ευημερία υπάρχει στον τόπο μας...
Οι πρώτοι αντίλαλοι από την κυβέρνηση Κέννεντυ δεν δικαίωσαν τις μεγάλες προσδοκίες του
ελληνικού λαού. Ωστόσο, σημειώθηκε κάποιο ανατάραγμα στην τελματωμένη πολιτική του Σταίητ
Ντιπάρτμεντ. Οι νέοι αρχιτέκτονες της αμερικανικής πολιτικής επανεξετάζοντας τα ελληνικά
πολιτικά θέματα έκριναν ότι κάτι έπρεπε να γίνει, ώστε ο ρόλος του δεύτερου κόμματος (της
αξιωματικής αντιπολιτεύσεως) να μετατεθεί από την αριστερά στο κέντρο. Για την προώθηση αυτού
του σχεδίου οι σοφοί του Σταίητ Ντιπάρτμεντ χάραξαν ένα πρόγραμμα ενεργείας, που σαν
πρωταρχική προϋπόθεση είχε την αποκατάσταση της ενότητας των διάσπαρτων δυνάμεων της
κεντρώας παρατάξεως 47. Εφαρμόζοντας τη γενική αυτή κατεύθυνση της Ουάσιγκτον ο πρεσβευτής
στην Αθήνα Έλλις Μπριγκς και η CIA ενθάρρυναν τις πολιτικές φιλοδοξίες του στρατηγού Γεώργιου
Γρίβα και κατέστρωσαν το μεγαλεπήβολο σχέδιο να τον επιβάλουν ως αρχηγό του ενοποιημένου
κέντρου. Δεν πρόσεξαν — ή έκαναν πως δεν πρόσεξαν— τη μικρή λεπτομέρεια ότι ο Γρίβας
προερχόταν και ανήκε όχι καν στη δεξιά, αλλά στην ακραία υπερσυντηρητική πτέρυγά της. Επί
πλέον, η πολιτική ιστορία του Γρίβα ήταν συνδεδεμένη με την κατοχική οργάνωση «Χ»,
σκανδαλωδώς ευνοημένη από τον κατακτητή, για λογαριασμό του οποίου είχε συμβάλει στην
εξόντωση πολλών πατριωτών της Εθνικής Αντιστάσεως. Έχοντας υπ' όψη ότι μεταπολεμικά τα μέλη
της Αντιστάσεως ήσαν πολιτικά τοποθετημένα στην αριστερά και στο κέντρο, εύκολα γίνεται
αντιληπτό πόσο «ενθουσιαστική» απήχηση είχε στους οπαδούς του κέντρου η προοπτική ότι
θάπρεπε ν' αναγνωρίσουν γι' αρχηγό εκείνον, που τα κατοχικά παλικάρια του τους κατέδιδαν στους
Γερμανούς, ή τους δολοφονούσαν στους δρόμους της Αθήνας...
Σαν «ενεργητικό» του Γρίβα πρόβαλαν οι υποστηρικτές του τη δράση του επί κεφαλής του
αντιβρετανικού ανταρτοπόλεμου στην Κύπρο. Αλλά η μελέτη της κυπριακής δραστηριότητας του
στρατηγού Γρίβα παρουσιάζει πολλά μελανά σημεία, που τροφοδότησαν την προπαγάνδα στο
εξωτερικό και μετέτρεψαν το ρεύμα της διεθνούς κοινής γνώμης δυσμενώς για το πρόβλημα της
Κύπρου.

Digitized by 10uk1s

(Στην Αμερική, το 1970, μιλώντας μπροστά σε ακαδημαϊκό ακροατήριο για την Κύπρο,
αποστομώθηκα από έναν καθηγητή πανεπιστημίου, που μου παρουσίασε μια φωτογραφία
δημοσιευμένη στο μεγάλο περιοδικό «Λάιφ». Η φωτογραφία έδειχνε μια Αγγλίδα μητέρα με το
μωρό της στο παιδικό καροτσάκι, που είχαν σκοτωθεί εν ψυχρώ από την ομάδα Σαμψών στο «μίλι
του θανάτου»).
Οπωσδήποτε, το σχέδιο της CIA ήταν ηλίθιο, αν δεν ήταν σατανικό. Η εκ των άνω «στέψη» ενός
μισητού στρατηγού με σαφείς αποκλίσεις προς το φασισμό, σαν αρχηγού της δημοκρατίας, θα
επενεργούσε σαν το δραστικότερο δηλητήριο για την τύχη της παρατάξεως του κέντρου. Και
κερδισμένη, χάρη στην CIÀ (για δεύτερη φορά), θα έβγαινε η αριστερά, που θα μάζευε τους
αγανακτισμένους οπαδούς του κέντρου. Ευτυχώς, με εξαίρεση τον Σοφοκλή Βενιζέλο (που έσπευσε
να δανείσει τους βουλευτές του κόμματός του) και μερικά άλλα δευτέρας τάξεως στελέχη, τα
κόμματα του κέντρου κρατήθηκαν μακριά από την κίνηση Γρίβα. Και ιδρύθηκε μεν το καινούργιο
κόμμα, υπό την ηχηρή επωνυμία «Κίνηση Εθνικής Αναδημιουργίας» (ΚΕΑ), αλλά λόγω απουσίας
οπαδών διαλύθηκε άδοξα έπειτα από θνησιμαία ζωή δέκα μηνών.
Η διοίκηση Κέννεντυ άρχισε να καταλαβαίνει ότι κάτι το πολύ σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της
Αθήνας... Και τον Ιούνιο 1961 ήρθε στην Ελλάδα, έκτακτος απεσταλμένος, ο Αμερικανός
υφυπουργός των Εξωτερικών Μακ Γκη. Μολονότι η επίσημη εξήγηση μιλούσε για επίσκεψη
«ιδιωτικής φύσεως», ο Μακ Γκη, διαποτισμένος από τον φιλελευθερισμό του νέου προέδρου,
ανέπτυξε ακάματη δραστηριότητα, παραμέρισε «νάρκες» της πρεσβείας, απέφυγε τρικλοποδιές της
C1A, έκαμψε αντιρρήσεις και φιλοδοξίες και στο τέλος ωδήγησε την αποστολή του σε γόνιμο
αποτέλεσμα. Ασφαλώς, δεν είναι προς τιμήν των υπευθύνων κύκλων του κέντρου ότι χρειάστηκε η
ενεργός μεσολάβηση — και πίεση — ενός ανώτερου Αμερικανού υπαλλήλου για να
πραγματοποιηθεί η ενιαία συγκρότηση της παρατάξεώς τους. Άσχετα απ' αυτή την επιφύλαξη,
παραμένει το πραγματικό γεγονός ότι πραγματοποιήθηκε, επί τέλους, η συνένωση όλων των
δυνάμεων του κέντρου σ' ένα κόμμα, που αναμφισβήτητα υπήρξε κινητήρια δύναμη των πολιτικών
και κοινωνικών εξελίξεων της δεκαετίας.
Ο νέος σχηματισμός πήρε το όνομα «Ένωσις Κέντρου», εγκατέλειψε τους αυτοσχεδιασμούς των
«συναρχηγών» και αναγνώρισε μοναδικό αρχηγό το Γεώργιο Παπανδρέου. Η αλλοπρόσαλλη
πολιτική της εκμαιεύσεως της βασιλικής και συμμαχικής ευνοίας αντικαταστάθηκε από μια κάποια
δημοκρατική γραμμή, χωρίς ριζοσπαστισμούς, αλλά και χωρίς συμβιβασμούς. Το πρώτο άρθρο του
προγράμματος της Ενώσεως Κέντρου ήταν η αποκατάσταση της πολιτικής δημοκρατίας (κατάργηση
«εκτάκτων μέτρων», απελευθέρωση πολιτικών κρατουμένων και περιορισμός των
«πιστοποιητικών» μόνο στον τομέα των δημοσίων υπηρεσιών). Οι επαγγελίες αφορούσαν επίσης
μέτρα κοινωνικής και οικονομικής δημοκρατίας (δίκαιη — δηλαδή λιγότερο άνιση — κατανομή του
εθνικού εισοδήματος, προγραμματισμός της οικονομικής αναπτύξεως, αναδιάρθρωση των
φορολογικών συντελεστών κ.ά.). Ιδιαίτερη σημασία δόθηκε στον εκπαιδευτικό τομέα, με την
υπόσχεση της δωρεάν παιδείας και της ριζικής εκπαιδευτικής μεταρρυθμίσεως. Συγκρινόμενο με τα
προγράμματα των αντίστοιχων κομμάτων της δυτικής Ευρώπης το πρόγραμμα της Ενώσεως
Κέντρου φαινόταν — και ήταν — υπερβολικά μετριοπαθές. Η κατάσταση όμως τότε ήταν τόσο
απεχθής, ώστε τα καινούργια συνθήματα, έχοντας απήχηση ευαγγελίου, άγγιζαν τις καρδιές των
απλών ανθρώπων και έκαναν πυκνότερο και ορμητικότερο το λαϊκό ρεύμα υπέρ της Ενώσεως
Κέντρου. Στις παραμονές των εκλογών της 29 Οκτωβρίου 1961 η Ένωση Κέντρου, με ζωή σαράντα
ημερών μόνο, είχε κατακτήσει την πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Ήταν εύλογη επομένως η
ανησυχία όχι μόνο της ηγεσίας της ΕΡΕ αλλά και των λοιπών παραγόντων του κατεστημένου, που
στις παραμονές των εκλογών είχε εξελιχθεί σε θανάσιμη αγωνία. Για πρώτη φορά μια αλάνθαστα
ρυθμισμένη πορεία κινδύνευε να ξεφύγει από τον έλεγχο του κατεστημένου και — ίσως — να
στραφεί εναντίον του. (Και να σκεφθεί κανείς ότι στη δυσάρεστη αυτή τροπή είχε συμβάλει —
αθέλητα βέβαια — το ίδιο το Σταίητ Ντιπάρτμεντ....).
Digitized by 10uk1s

Η προγραμματισμένη «πορεία» ήταν η εξής: Από το καλοκαίρι είχε ψηφισθεί ο καινούργιος
εκλογικός νόμος, που ευνοούσε, φυσικά, τη δεξιά και άφηνε τις άλλες δυο πλευρές του πολιτικού
τριγώνου — την αριστερά και το κέντρο — να αλληλομάχονται για τη δεύτερη θέση48. Προτού
ιδρυθεί η Ένωση Κέντρου ο πρωθυπουργός Καραμανλής σε συνομιλίες με τους εκπρόσωπους των
κομμάτων της αντιπολιτεύσεως Σ. Βενιζέλο, Σταύρο Κωστόπουλο και Σ. Μαρκεζίνη (ο Γ. Παπανδρέου
αρνήθηκε να μετάσχει, η δε αριστερά αποκλείσθηκε) είχε εκδηλώσει την προτίμησή του για το
πλειοψηφικό σύστημα (που θ' ανάγκαζε τα κόμματα του κέντρου να συμπράξουν με την αριστερά
και θα τα εξέθετε εκ των υστέρων ως «συνοδοιπόρους» του κομμουνισμού).
Ο Παπανδρέου αντελήφθη την παγίδα και με δηλώσεις του προειδοποίησε τον βασιλέα Παύλο ότι
«η εισαγωγή τοιούτου συστήματος θ' απετέλει δυναμίτιδα εις τα θεμέλια του θρόνου» (17 Μαρτίου
1961). Η κυβέρνηση με εντολή των ανακτόρων υποχώρησε και τελικά ψηφίστηκε ο νόμος που
προαναφέραμε.
Στο σημείο αυτό πρέπει να υπογραμμιστεί ότι υπήρχε κάποια ρευστότητα στη στάση της δεξιάς,
απόρροια των αντιφατικών σκοπών που επιδίωκε. Το πολιτικό συμφέρον της, από την άποψη
διατηρήσεως της αμερικανικής ευνοίας, συνέπιπτε με τη μείωση της αριστεράς. Το κομματικό της
συμφέρον όμως της υπαγόρευε ως αποτελεσματικότερη μέθοδο για να κρατήσει την εξουσία την
καλλιέργεια ατμόσφαιρας «πολώσεως», που μεταφραζότανε στη δημιουργία δύο παρατάξεων, της
«αντικομμουνιστικής» και της «φιλοκομμουνιστικής». Αλλά πάλι αυτή η τελευταία μέθοδος ερχόταν
σε αντίφαση με τη γενική στρατηγική της «ελεγχόμενης τριχοτομήσεως». Και φυσικό είναι να
αναρωτηθεί κανείς: πώς θα ήταν δυνατό με «διχοτόμηση» των πολιτικών δυνάμεων να επικρατήσει
η δεξιά, εφ' όσον η πραγματική επιρροή της δεν υπερέβαινε το 30%, σύμφωνα δε με τα
αποτελέσματα των εκλογών του 1958 είχε συγκεντρώσει, με όλα τα αθέμιτα μέσα, μόλις 41,17%.
(Άρα οι αντίπαλοί της έφθαναν το 60% περίπου).
Η απάντηση είναι ότι σε «πολιτική» αναμέτρηση η δεξιά, αγωνιζόμενη για τη διαφύλαξη των ιερών
και οσίων από τον κομμουνισμό, είχε την ευχέρεια να παραμερίζει τα προσχήματα της «βιτρίνας»
και να πολλαπλασιάζει τη χρησιμοποίηση σκληρών μεθόδων βίας, που τελικά της εξασφάλιζαν τη
νίκη...
Οπωσδήποτε, ο εκλογικός νόμος που ψηφίστηκε απέτρεπε την περίπτωση πολώσεως. Στις εκλογές
θα αγωνίζονταν τρεις παρατάξεις. Και η δεξιά είχε σίγουρη την επικράτηση, αφού μάλιστα η
παράταξη του κέντρου (ως το Σεπτέμβριο) εξακολουθούσε να παραμένει διασπασμένη και
γελοιοποιημένη με την κίνηση Γρίβα.
Αλλά στις 19 Σεπτεμβρίου η ανασύνταξη του κέντρου άλλαξε τη διατεταγμένη εξέλιξη και ανάτρεψε
τους υπολογισμούς της δεξιάς. Πρώτη αντίδραση ήταν να επισπευσθούν οι εκλογές, ώστε να μην
υπάρξει επαρκής χρόνος για ανακατατάξεις στον πολιτικό χώρο. Στις 20 Σεπτεμβρίου η Βουλή
διαλύθηκε και προκηρύχθηκαν εκλογές για τις 29 Οκτωβρίου. Την ίδια μέρα η κυβέρνηση
Καραμανλή παραιτήθηκε. Με μεγάλη σπουδή ο βασιλιάς όρκισε μια υπηρεσιακή κυβέρνηση
βασιλικών ανδρεικέλων, με πρωθυπουργό τον αρχηγό του στρατιωτικού οίκου του στρατηγό
Κωνσταντίνο Δόβα και με υπουργούς πρόσωπα του στενού περιβάλλοντος της Φρειδερίκης.
Από τις πρώτες μέρες του Οκτωβρίου άρχισε να εφαρμόζεται και να κλιμακώνεται το εκπληκτικό
εκείνο εγχείρημα, που θα έμενε στην ιστορία σαν «Το εκλογικό πραξικόπημα του 1961».

Για να είμαστε δίκαιοι επιβάλλεται να λεχθεί ότι σχεδόν ποτέ στην Ελλάδα δεν έγιναν ελεύθερες και
τίμιες εκλογές. Ποτέ το εκλογικό αποτέλεσμα δεν εξέφρασε γνήσια τη λαϊκή θέληση. Οι λόγοι είναι
Digitized by 10uk1s

πολλοί και ποικίλοι. Κατ' αρχήν, το κόμμα που έλεγχε τον κρατικό μηχανισμό είχε υπέρ αυτού ένα
σημαντικό ψυχολογικό και ουσιαστικό πλεονέκτημα, που οι εκτιμήσεις για το τι ποσοστό
αντιπροσώπευε στο σύνολο των ψήφων ποικίλλουν μεταξύ 5 και 10%. Παραλείποντας το εκλογικό
σύστημα που προσαρμοζότανε στα εκάστοτε εκλογικά συμφέροντα του κυβερνώντος κόμματος
σημειώνουμε σαν δεύτερο λόγο την ανισότητα της εκπροσωπήσεως των περιφερειών. Με μέτρο τις
εκλογές του 1958 ο μέσος όρος των ψήφων που χρειαζότανε για την κατάκτηση μιας βουλευτικής
έδρας ήταν γύρω στις 13.000. Αλλά το κράτος της δεξιάς είχε καθορίσει άλλα μέτρα για τις
περιφέρειες που θεωρούσε «εκλογικά κάστρα» του και άλλα για τις περιφέρειες στις οποίες
πλειοψηφούσαν οι αντίπαλοί της. Παράδειγμα: Στη Β' εκλογική περιφέρεια Αθηνών — όπου
κυριαρχούν η αριστερά και το κέντρο — το εκλογικό μέτρο έφθανε τις 23.200 ψήφους για την
εκλογή κάθε βουλευτή. Αντίθετα, στη Θεσπρωτία Ηπείρου (όπου πλειοψηφεί η δεξιά) το εκλογικό
μέτρο ήταν 6.800 ψήφοι περίπου. Είναι αυτονόητο ότι οι σκόπιμες αυτές γεωγραφικές ανισότητες
χάριζαν στη δεξιά αρκετές βουλευτικές έδρες που δεν τις εδικαιούτο.
Τρίτο σημαντικό πλεονέκτημα υπέρ της δεξιάς ήταν η οικονομική εξαθλίωση και η πνευματική
καθυστέρηση των αγροτικών περιοχών, την οποία εκμεταλλεύονταν οι υποψήφιοι με εκπληκτική
μεθοδικότητα. Ένας δικαστικός αντιπρόσωπος μου έδωσε την προσωπική του μαρτυρία για το πώς
ψήφισαν οι ψηφοφόροι ενός μεγάλου ορεινού χωριού στη Στερεά Ελλάδα κατά τις εκλογές του
1958.
«Οι εγγεγραμμένοι εκλογείς ήσαν 601. Στο εκλογικό τμήμα του χωριού παρίσταντο, σύμφωνα με το
νόμο, εκτός από το δικαστικό αντιπρόσωπο και αντιπρόσωποι των κομμάτων. Είμαστε εκεί από την
ανατολή του ηλίου, αλλά ως το μεσημέρι δεν είχε προσέλθει ούτε ένας για να ψηφίσει. Δεν
μπορούσα να καταλάβω τι συμβαίνει. Οι άντρες του χωριού περιδιάβαζαν στην πλατεία και κατά
ομάδες συζητούσαν, κοιτάζοντας πότε - πότε προς το δημόσιο δρόμο...
Ρώτησα τον παπά και τον πρόεδρο της κοινότητας τι συμβαίνει και δεν έρχεται κανένας να
ψηφίσει... Μ' ένα αινιγματικό χαμόγελο με βεβαίωσαν ότι όλοι θα ψηφίσουν, αλλά αργότερα...
Κατά τις δώδεκα η ώρα ακούσθηκε ο θόρυβος ενός αυτοκινήτου, που έφερε τον υποψήφιο της ΕΡΕ,
έναν μεγαλόσχημο βιομήχανο. Χαιρέτησε και εγκαταστάθηκε σ' ένα τραπέζι του καφενείου με τους
γραμματείς του και το σοφέρ. Έπειτα είπε στον καφετζή να προσφέρει σ' όλους καφέ και κονιάκ. Το
πλήθος άρχισε να συρρέει και να παίρνει τα κεράσματα με ευχές προς τον υποψήφιο. Η διαδικασία
του κεράσματος κράτησε κάπου δυο ώρες.
Σε λίγο κατέφθασε ο μπακάλης του χωριού κρατώντας ένα βρώμικο βιβλίο. Ο υποψήφιος το πήρε,
το άνοιξε, έβαλε τα γυαλιά του και διάβασε μεγαλόφωνα το πρώτο όνομα:
—Ι.Σ., 186 δραχμές. Αυτός που άκουσε το όνομά του παραμέρισε το πλήθος και πλησίασε:
«Συμφωνείς, Γιάννη, τον ρώτησε, ότι το χρέος σου στο μπακάλη είναι 186 δραχμές;» «Ναι»,
απάντησε.
«Ε, λοιπόν, από τούτη τη στιγμή δεν χρωστάς τίποτα». Και τράβηξε μια κόκκινη μολυβιά που έσβησε
το χρέος...
Εκφωνήθηκαν όλα τα ονόματα. Και διαγράφτηκαν όλα τα χρέη! Δίπλα στον υποψήφιο καθότανε —
τιμής ένεκεν — ο αστυνόμος, ο πρόεδρος της κοινότητας και ο παπάς, εκφράζοντας κάθε τόσο με
επιφωνήματα το θαυμασμό τους για την ανιδιοτελή γενναιοδωρία του εκλεκτού συμπολίτη και για
την αυταπάρνησή του να πολιτευθεί και να προσφέρει τον εαυτό του στην εξυπηρέτηση του
έθνους: «Τέτοιους ανθρώπους χρειάζεται η Βουλή», φώναζε επιδοκιμαστικά κάθε τόσο η κλάκα των
επισήμων...

Digitized by 10uk1s

Κατά τις τέσσαρες το απόγευμα η πρωτότυπη αυτή διαδικασία εξοφλήσεως των χρεών είχε
περατωθεί. Ο ένας από τους δύο γραμματείς έκανε την άθροιση και ανήγγειλε: Εκατόν δώδεκα
χιλιάδες εκατόν σαράντα δύο δραχμές και εξήκοντα λεπτά.
Το χωριό κρατούσε την αναπνοή του. Με μεγαλοπρεπή χειρονομία ο υποψήφιος άνοιξε το
δερμάτινο χαρτοφύλακά του και έγραψε μια επιταγή στο όνομα του μπακάλη: «Είσαστε εν τάξει
τώρα;» ρώτησε στρεφόμενος στο πλήθος. «Ναι, απάντησε ένας, αλλά για να κοιμόμαστε ήσυχοι
θέλουμε να καεί το βιβλίο με τα βερεσέδια...».
Ο ευεργέτης σηκώθηκε, πήρε το βιβλίο και ξεσκίζοντάς το φύλλο - φύλλο το έρριξε στο αναμμένο
τζάκι του καφενείου. Οι φλόγες καταβρόχθισαν τα ονόματα και τα ποσά, ενώ οι πρώην χρεώστες
απολάμβαναν ηδονικά το θέαμα... Όταν το βιβλίο έγινε στάχτη ο υποψήφιος θεώρησε ότι η
αποστολή του είχε λήξει. Χαιρέτησε και πάλι, μπήκε στο αυτοκίνητο με την ακολουθία του και
εγκατέλειψε ολοταχώς το χωριό. Θα το ξανάβλεπε σε μερικά χρόνια στις επόμενες εκλογές...».
Ο κόσμος ξεκίνησε για να ψηφίσει. Μια ατέλειωτη ουρά σχηματίστηκε έξω από το εκλογικό
τμήμα...».
«Και τώρα θέλετε να μάθετε το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας; Εγγεγραμμένοι 601. Εψήφισαν 601.
Έγκυρα ψηφοδέλτια 601. ΕΡΕ 601».

Το περιστατικό του χωριού της Στερεάς Ελλάδας παρουσιάζει ανάγλυφα μια μόνο από τις μεθόδους
παραχαράξεως της λαϊκής θελήσεως, που χρησιμοποιούσαν στις εκλογές οι οικονομικά ισχυροί
παράγοντες της δεξιάς. (Καμιά φορά και του κέντρου). Και το περιστατικό δεν είναι μοναδικό. Στις
πόλεις, με ψηφοφόρους πιο σκληροτράχηλους, οι υποψήφιοι αγόραζαν εκλογικά βιβλιάρια των
γνωστότερων αντιπάλων εκλογέων και εξουδετέρωναν εχθρικούς ψήφους. Στα νησιά οι εφοπλιστές
υποψήφιοι της δεξιάς και ένας - δυο του κέντρου διέθεταν πλοία και μετέφεραν δωρεάν εκλογείς
που διέμεναν στην περιοχή της πρωτεύουσας για να ψηφίσουν. Σ' ένα χωριό της Θεσσαλίας ο
υποψήφιος την ημέρα της εκλογής μοίραζε λαστιχένια παπούτσια στα μονίμως ξυπόλητα παιδιά.
Και οι περισσότεροι γονείς των παιδιών ευγνωμονούντες ψήφιζαν το δωρητή...
Αλλά υπήρχαν και άλλα «ατού» στη δικαιοδοσία της δεξιάς, για τα οποία έχει γίνει λόγος: Οι ψήφοι
των 200.000 ανδρών του στρατού και των σωμάτων ασφαλείας, η «Επιτηρουμένη Ζώνη» με
πληθυσμό ενός εκατομμυρίου... Όλα αυτά, συμπληρωμένα με μια «λελογισμένη» βία της
χωροφυλακής και το άφθονο χρήμα της ολιγαρχίας, μπορεί να συνθέσουν κάποια εικόνα των
συνηθισμένων ελληνικών εκλογών. Οι εκτιμήσεις ως προς το ποσοστό της παγίας υποκλοπής
ψήφων ποικίλλουν μεταξύ 10 και 12% επί του συνόλου των ψήφων. Ήταν πάντως επαρκές για να
χαρίζει τη νίκη στην παράταξη της δεξιός.
Δεν ήταν όμως επαρκές για τις εκλογές του 1961. Από τις σφυγμομετρήσεις είχε διαπιστωθεί ότι
μετά την ανασύνταξη της παρατάξεως του κέντρου το ελλείπον ποσοστό ήταν μεγαλύτερο και το
άνοιγμα γινόταν κάθε μέρα και ευρύτερο. Από τη διαπίστωση αυτή κρίθηκε αναπόφευκτος ο πέραν
των πατροπαράδοτων μεθόδων σχεδιασμός και η εφαρμογή ενός ολοκληρωμένου, ορθολογιστικού
σχεδίου, που ονομάστηκε «Σχέδιον Περικλής». Επρόκειτο για πραγματικά επιτελικό σχέδιο.
Βασικότερη λεπτομέρεια του σχεδίου ήταν η ενεργός και δυναμική χρησιμοποίηση και του στρατού
για το βιασμό της θελήσεως του λαού.
Την ύπαρξη συγκεκριμένου σχεδίου με το όνομα «Περικλής» είχε καταγγείλει, βάσει εγγράφων, η
ηγεσία της ΕΔΑ στις 16 Σεπτεμβρίου, αλλά δεν δόθηκε σημασία. Η ηγεσία του κέντρου υποτίμησε το
Digitized by 10uk1s

βάρος της καταγγελίας, ίσως με την υστερόβουλη σκέψη ότι η σύνθλιψη των δυνάμεων της
αριστεράς θα ωφελούσε το κέντρο. Η ΕΡΕ αντιπαρήλθε με περιφρόνηση τους «συκοφαντικούς»
ισχυρισμούς της ΕΔΑ... Και το σχέδιο «Περικλής» μπήκε σε εφαρμογή.
Από τις πρώτες μέρες της προεκλογικής περιόδου άρχισαν να καταγγέλλονται από τους
περιοδεύοντες υποψήφιους της Ενώσεως Κέντρου και της ΕΔΑ επεμβάσεις, αυθαιρεσίες, πιέσεις και
απειλές των κρατικών οργάνων και του στρατού υπέρ της ΕΡΕ. Η πληθώρα των καταγγελιών και το
ομοιόμορφο των εφαρμοζόμενων μεθόδων επιβεβαίωναν την ύπαρξη επιτελικού σχεδίου δράσεως.
Ο Γεώργιος Παπανδρέου προέβη σε δυο —άκαρπα— διαβήματα προς τον υπηρεσιακό
πρωθυπουργό Δόβα. Επίσης, διαμαρτυρήθηκε έντονα στο βασιλιά. Αλλά η κατάσταση, αντί να
βελτιωθεί, χειροτέρευε μέρα με την ημέρα. Στην ύπαιθρο επικρατούσε κατάσταση ζούγκλας. Τότε ο
Παπανδρέου με τηλεγραφική εγκύκλιο έδωσε εντολή στους υποψήφιους και στις τοπικές
κομματικές οργανώσεις ν' αντιτάσσουν νόμιμη άμυνα εναντίον της οργανωμένης κρατικής — και
παρακρατικής — τρομοκρατίας.
Πολύ αργότερα ο Γεώργιος Παπανδρέου εξιστορώντας την εκλογική μάχη του 1961 μου απεκάλυψε
μερικές άγνωστες πτυχές του πραξικοπήματος. «Μέχρι την Πέμπτη 26 Οκτωβρίου — είπε — το
σχέδιο «Περικλής» εστρέφετο, θεωρητικά, μόνον εναντίον της αριστεράς. Και λέγω «θεωρητικά»
μόνον, επειδή οι μετατοπίσεις τμημάτων του λαού από την αριστερά προς την Ένωση Κέντρου ήσαν
τόσο ραγδαίες, που καθιστούσαν αναπόφευκτη τη σύγχυση. Από την Παρασκευή όμως, όταν το
λαϊκό ρεύμα υπέρ ημών μετεβλήθη σε ακάθεκτο χείμαρρο, τότε εδόθησαν διαταγαί αλλαγής
κατευθύνσεως. Και το κύμα της τρομοκρατίας εστράφη εναντίον του κέντρου ως βασικού στόχου».
Τα γεγονότα συμφωνούν με την εξιστόρηση του Παπανδρέου. Κατά τις δυο κρίσιμες ημέρες
(Παρασκευή και Σάββατο 27 και 28 Οκτωβρίου) οι κρατικές δυνάμεις ανάπτυξαν πυρετώδη
δραστηριότητα. Ένοπλες ομάδες χτυπούσαν την πόρτα κάθε σπιτιού (τις νυκτερινές ώρες, για
ψυχολογικούς λόγους) και τροποποιούσαν την προηγούμενη απειλητική προειδοποίηση («όποιος
ψηφίσει ΕΔΑ θα πάει εξορία») ως εξής: «Όποιος δεν ψηφίσει ΕΡΕ θα πάει εξορία». Άλλες ομάδες
προσδιόριζαν στυγνότερα την απειλή: «Αν βρεθεί στο χωριό έστω και ένα ψηφοδέλτιο που να μην
είναι ΕΡΕ πολλά παιδιά θα ορφανέψουν».
Η μέθοδος αποδείχτηκε αποτελεσματική. Στην ύπαιθρο, την ημέρα της ψηφοφορίας,
παρουσιάστηκε το ομαδικό φαινόμενο, αρνήσεως των ψηφοφόρων να συμμορφωθούν με το νόμο
περί μυστικότητας της ψηφοφορίας. Ζητούσαν να ψηφίσουν φανερά, ώστε να μην είναι δυνατή η
αμφισβήτηση ότι ψήφισαν ΕΡΕ. Τα περιστατικά είναι άφθονα. Αναφέρω ένα από τα πιο
χαρακτηριστικά, που κατήγγειλε ενυπόγραφα ο δικαστικός αντιπρόσωπος ενός χωριού της
Πελοποννήσου.
«Το βράδυ του Σαββάτου που έφθασα στο χωριό με πλησίασε ένας ανθυπολοχαγός. Χωρίς
περιστροφές μου είπε: «Σας συνιστώ, αύριο κατά την ψηφοφορία, να εποπτεύετε όχι για τη
σχολαστική εφαρμογή των νόμων, αλλά για το εθνικό συμφέρον. Διαφορετικά κινδυνεύετε».
Κατάλαβα τι εννοούσε... Την άλλη μέρα το πρωί πήγα στο εκλογικό τμήμα. Σε λίγο ήρθε ο
αντιπρόσωπος της ΕΡΕ. Και ένας χωροφύλακας για την τήρηση της τάξεως. Ρώτησα πού είναι οι
αντιπρόσωποι των άλλων κομμάτων. Και οι δυο σήκωσαν τους ώμους. Κατά τις 7 άρχισε
ψηφοφορία. Από τους άντρες οι μισοί περίπου ψήφιζαν σιωπηλοί, ανέκφραστοι, χρησιμοποιώντας
το «παραβάν» που εξασφάλιζε τη μυστικότητα. Οι υπόλοιποι άντρες δέχονταν μόνο το ψηφοδέλτιο
της ΕΡΕ και επιδεικτικά το έκλειναν στο φάκελο και το έρριχναν στην ψηφοδόχο, παρουσία του
χωροφύλακα. Εκείνο όμως που με συγκλόνισε ήταν ο υστερικός φόβος των γυναικών. Σε μια
ηλικιωμένη γυναίκα θέλησα, για να δω τις αντιδράσεις της, να της θυμίσω το νόμο που επιβάλλει τη
μυστικότητα της ψηφοφορίας. «Αν δεν πάρεις, της είπα, τα ψηφοδέλτια όλων των κομμάτων και
Digitized by 10uk1s

δεν πας στο παραβάν διαπράττεις αδίκημα. Και θα πας φυλακή».
Πανικόβλητη η γρηά, όχι τόσο από τη δική μου απειλή, με διέκοψε: «Άσε με ήσυχη. Να χαρείς τα
νειάτα σου... Έχω άντρα και τρία παιδιά. Και θα ψηφίσω φανερά».
Και στρεφόμενη προς το χωροφύλακα: «Κοίτα! ΕΡΕ ψηφίζω».
Το ίδιο έκαναν όλες οι γυναίκες. Επιδείκνυαν στο χωροφύλακα (ή στον αντιπρόσωπο της ΕΡΕ όταν
έδιωξα τον χωροφύλακα) το ανοιχτό ψηφοδέλτιο της ΕΡΕ και το έριχναν στην ψηφοδόχο. Ήθελαν να
είναι «ιδίοις όμμασι» πιστοποιημένη η συμμόρφωσή τους στην απειλή της βίας, ώστε ν' αποφύγουν
οι άντρες τους τα αντίποινα. Μια γυναίκα που της είπα ότι εγγυώμαι εγώ ότι δεν θα πάθει τίποτα
κανένας από την οικογένειά της χαμογέλασε πικρά: «Εσύ αύριο θα είσαι στην Αθήνα. Εμείς όμως θα
μείνουμε εδώ, με το στρατό και με τη χωροφυλακή. Άσε μας στη μοίρα μας».

Δεν είναι περίεργο ότι τα εκλογικά αποτελέσματα είχαν τη σφραγίδα της ζούγκλας. Στην
αναμέτρηση είχαν πάρει μέρος οι τρεις γνωστές παρατάξεις. (Ειδικά με την Ένωση Κέντρου είχε
συμπράξει και το μικρό δεξιό κόμμα του Σπύρου Μαρκεζίνη). Η ΕΡΕ εξασφάλισε ποσοστό ψήφων
50,81%, που απέδωσε 176 βουλευτικές έδρες. Η Ένωση Κέντρου 33,66% και 100 βουλευτές. Η ΕΔΑ
14,63% και 24 έδρες.
Η προσεκτική μελέτη των αποτελεσμάτων οδηγεί στα εξής συμπεράσματα: Οι δυνάμεις του
κέντρου, σε σύγκριση με τα αποτελέσματα των εκλογών του 1958, έμειναν αμετάβλητες. (Η βία
—και η νοθεία— είχαν εξατμίσει το μεγάλο λαϊκό ρεύμα της προεκλογικής περιόδου). Η ΕΡΕ
ενίσχυσε τη θέση της κατά 10% περίπου επί του συνόλου των ψήφων. Το ίδιο ακριβώς ποσοστό
έχασε η ΕΔΑ. Δηλαδή η εκλογική επιρροή της ΕΔΑ παρουσίαζε μείωση κατά 40% (15% έναντι 25%).
Και όλη αυτή η «κομμουνιστική» πελατεία — γύρω στις 460.000 — είχε προσχωρήσει αυθόρμητα
στον μισητότερο αντίπαλό της, στην ΕΡΕ... Το φαινόμενο θα άγγιζε τα όρια του κωμικού, αν δεν είχε
την τραγική του όψη... Σύμφωνα με κατά προσέγγιση υπολογισμούς ειδικών εμπειρογνωμόνων το
σχέδιο «Περικλής» είχε επιτύχει να υφαρπάσει υπέρ της ΕΡΕ εκτός από το 40% των ψήφων της ΕΔΑ
και 30% των ψήφων του κέντρου. Δεδομένης όμως της προεκλογικής μετατοπίσεως ενός τμήματος
της ΕΔΑ είχε υποκλέψει κυρίως την Ένωση Κέντρου και της είχε αφαιρέσει μια σίγουρη εκλογική
νίκη. (Κατά τους ίδιους υπολογισμούς, χωρίς το εκλογικό πραξικόπημα, ο μετεκλογικός συσχετισμός
των πολιτικών δυνάμεων θα ήταν: Ένωση Κέντρου 45-46%, ΕΡΕ 36%-37%, ΕΔΑ 17%-18%).
Αυτή τη φορά η Φρειδερίκη και η CIA, που είχαν το γενικό πρόσταγμα στο εκλογικό πραξικόπημα,
είχαν καταγάγει έναν πραγματικό θρίαμβο. Ο Σοφοκλής Βενιζέλος, ο συντηρητικός υπαρχηγός της
Ενώσεως Κέντρου, σε συνομιλία που είχα μαζί του είπε ότι η έγκαιρη αλλαγή στόχου που έγινε από
τους οργανωτές του πραξικοπήματος κατά τις δυο τελευταίες προ των εκλογών ημέρες έδωσε τη
νίκη στην ΕΡΕ. «Αν η αριστερά, είπε, παρέμενεν ο μόνος στόχος, οι ψηφοφόροι της θα εστρέφοντο
προς την Ένωση Κέντρου. Ίσως να παίρναμε την απόλυτη πλειοψηφία 51%».
Τον ρώτησα αν ήξερε ποιος άλλαξε το στόχο του σχεδίου δράσεως. Ο Βενιζέλος είπε απλά: «Η CIA».
Έθεσα την απάντηση του Βενιζέλου υπ' όψη του Γ. Παπανδρέου. «Δεν έχω ενδείξεις περί αυτού, μου
είπε. Έχω όμως τεκμήρια ότι το σχέδιο «Περικλής» ήταν εγκεκριμένο από υπεύθυνα πρόσωπα της
αμερικανικής πρεσβείας και των ανακτόρων».
Ένας ανώτερος αξιωματικός, μέλος της μετέπειτα συσταθείσης ανακριτικής επιτροπής για το σχέδιο
«Περικλής, μου είπε — δυο χρόνια αργότερα — ότι από τις ανακρίσεις προέκυψαν βαρύτατα
ενοχοποιητικά στοιχεία για υψηλές προσωπικότητες της Αυλής και για δυο αξιωματούχους της CIA.
Digitized by 10uk1s

Τα στοιχεία αυτά, από τα οποία άλλα βρέθηκαν σε καταγραφέντα με υποκλοπή τηλεφωνήματα και
άλλα προέρχονταν από μαρτυρικές καταθέσεις στρατηγών που είχαν μετάσχει στο πραξικόπημα του
1961, τέθηκαν υπ' όψη του τότε πρωθυπουργού Γεώργιου Παπανδρέου: Δεν μπορούσε η
ανακριτική επιτροπή, εξήγησε ο συνομιλητής μου, ν' αναλάβει την ευθύνη των μεγάλων εθνικών και
συμμαχικών προεκτάσεων που ανέκυπταν από τις ανακρίσεις. Ο πρωθυπουργός απέφυγε να
εκφράσει τα προσωπικά του αισθήματα. Σκέφθηκε λίγο και είπε: «Αυτά δεν θα περιληφθούν εις το
πόρισμα. Αναλαμβάνω ακεραίαν την ευθύνην».
Ερώτησα το μέλος της ανακριτικής επιτροπής: «Προέκυπτε από στοιχεία που αναφέρατε στον τότε
πρωθυπουργό ανάμιξη της τότε βασίλισσας Φρειδερίκης;». «Ναι, μου απάντησε. Ήταν το κεντρικό
πρόσωπο των σχεδιαστών του εκλογικού πραξικοπήματος».
—Τι ποσοστό αμφιβολίας δίνετε στα στοιχεία εκείνα:
—Μηδέν 49.
Σύμφωνα με τον σαφή διαχωρισμό που καθόριζε το σχέδιο «Περικλής» στις πόλεις έγινε σχεδόν
μόνο νοθεία και στην ύπαιθρο ασκήθηκε σχεδόν μόνο βία. Ένα από τα τεκμήρια της ασκηθείσης
βίας είναι οι 198 δικαστικές καταδίκες οργάνων της τάξεως και αξιωματικών του στρατού για
τραυματισμούς και βιαιοπραγίες των μηνυτών τους. Αν ληφθεί υπ' όψη ότι η καραμανλική
δικαιοσύνη απενέμετο με κριτήρια σκανδαλώδους ευνοίας προς τα κρατικά όργανα γίνεται φανερό
πόσο αυταπόδεικτες θα έπρεπε να ήσαν οι κατηγορίες ώστε να καταδικασθούν οι ασκήσαντες την
εκλογική βία. Και ασφαλώς οι 198 θαρραλέοι πολίτες που κατέθεσαν μηνύσεις αποτελούσαν
ελάχιστο ποσοστό εκείνων που ήσαν στην ίδια, αν μη χειρότερη, μοίρα, αλλά δεν απετόλμησαν να
έλθουν σε προσωπική αντιδικία με τα ένοπλα κρατικά όργανα 50.
Η επιχείρηση «νοθεία» δεν υστέρησε σε αποτελέσματα από την επιχείρηση «βία». Μέσα στην
Αθήνα ο αριθμός των παρανόμως εγγραφέντων που ψήφισαν την ΕΡΕ αποδείχθηκε ότι προσήγγιζε
τις 200.000. Από μια έρευνα προέκυψε ότι χιλιάδες δήθεν νέων εκλογέων εφέροντο κατοικούντες
σε δρόμους που δεν υπάρχουν κατοικίες, αλλά μόνο δέντρα... Μερικές εκατοντάδες πλαστών
ψηφοφόρων είχαν δώσει ως διεύθυνση το οίκημα που στεγάζει την υπηρεσία προστασίας υψηλών
προσώπων. Εξ άλλου, το αποτέλεσμα των στρατιωτικών ψήφων, ενώ με τη συνήθη «λελογισμένη»
βία ήταν 70-80% υπέρ της δεξιάς, τώρα είχε φτάσει το 100%. Στην «Επιτηρούμενη Ζώνη» το ίδιο. Το
συνηθισμένο ποσοστό των 70-85%, κατά νομούς, υπερέβη ήδη τα 90% και σε ορισμένες περιοχές
έφθασε το 100%. Η ύπαρξη και εφαρμογή του επιτελικού σχεδίου «Περικλής» πιστοποιήθηκε από
ανακριτική επιτροπή υπό την προεδρεία του αντιστράτηγου Χαράλαμπου Λουκάκη. Σύμφωνα με το
πόρισμα της επιτροπής Λουκάκη το σχέδιο είχε εκπονηθεί από μια «Δευτεροβάθμια Συντονιστική
Επιτροπή», αποτελούμενη από ανώτερους αξιωματικούς της ΚΥΠ, του στρατού και των σωμάτων
ασφαλείας. Αν και η εργασία ήταν συλλογική, βασικοί αρχιτέκτονες του σχεδίου ήσαν ο
αντιστράτηγος Β. Καρδαμάκης και ο τότε συνταγματάρχης Οδυσσέας Αγγελής, ο οποίος μετά το
πραξικόπημα των συνταγματαρχών τοποθετήθηκε αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού και το
Δεκέμβριο 1968 αρχιστράτηγος. Το σχέδιο «Περικλής», συντεταγμένο με την ορολογία πολεμικής
επιχειρήσεως, πρόβλεπε δραστικές επεμβάσεις για την επικράτηση των φίλων και την κατατρόπωση
του εχθρού. Ως «φίλοι» προσδιορίζονταν οι «κυανοί» (ΕΡΕ), ως εχθροί δε κατά πρώτον οι «ερυθροί»
(ΕΔΑ) και κατά δεύτερον οι «κίτρινοι» (Ένωση Κέντρου).
Όταν πρωτοκαταγγέλθηκε το σχέδιο «Περικλής» στις 16 Σεπτεμβρίου 1961 από την ΕΔΑ η
κυβέρνηση της ΕΡΕ αρκέσθηκε στη δήλωση ότι επρόκειτο για μια από τις συνηθισμένες
συκοφαντίες της αριστεράς, που δεν άξιζε να τις πάρει κανείς στα σοβαρά... Μετά το εκλογικό
πραξικόπημα, όταν η καταγγελία υιοθετήθηκε από την Ένωση Κέντρου, και πάλι η ΕΡΕ αρνήθηκε,
την ύπαρξη παρόμοιου σχεδίου. Αργότερα όμως προσκομίσθηκαν αδιάσειστα στοιχεία. Στις 25
Digitized by 10uk1s

Φεβρουαρίου 1965 ο τότε πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου παρουσίασε αιφνιδιαστικά στη Βουλή το
πόρισμα της ανακριτικής επιτροπής, που φώτιζε όλες τις πτυχές του σχεδίου 51. Η ΕΡΕ αναγκάσθηκε
να παραδεχτεί ότι πράγματι κατ' εντολή της η «Δευτεροβάθμιος Συντονιστική Επιτροπή» είχε
εκπονήσει το σχέδιο «Περικλής», αλλά ότι τούτο αφορούσε την καταπολέμηση του κομμουνισμού
και ήταν άσχετο με τις εκλογές του 1961. Τότε ο Γεώργιος Παπανδρέου διάβασε από το βήμα της
Βουλής περικοπές του κειμένου του σχεδίου που μιλούσαν συγκεκριμένα για τις εκλογές... Η ΕΡΕ
όμως δεν αποστομώθηκε. Έδωσε την εξήγηση ότι η λέξη «εκλογαί» παρεισέφρυσε μερικές φορές
στο κείμενο από «συγγραφικήν απειρίαν» του γραμματέως της επιτροπής που το συνέταξε... Στο
σημείο αυτό κάποιος βουλευτής του κέντρου ρώτησε:
«Ποιος είναι αυτός ο ηλίθιος γραμματεύς»;
Και δόθηκε η απάντηση:
«Είναι ένας αντισυνταγματάρχης του Πυροβολικού. Ονομάζεται Γεώργιος Παπαδόπουλος». (Σ.Σ. ο
σημερινός δικτάτορας) 52.

Το εκλογικό πραξικόπημα του '61 προκάλεσε θυελλώδεις αντιδράσεις στη διεθνή κοινή γνώμη. Ένα
αίσθημα απέχθειας για την ελληνική δεξιά και το διεφθαρμένο παλάτι που ωργάνωναν εκλογικά
πραξικοπήματα κυριάρχησε στην Ευρώπη. Ο μόνος που πανηγύρισε δημόσια ήταν ο Αμερικανός
πρεσβευτής στην Αθήνα Έλλις Μπριγκς. Δυο μήνες μετά τις εκλογές του 1961, στο χριστουγεννιάτικο
μήνυμά του, ο Μπριγκς, απέτισε φόρο τιμής στη δημοκρατική διαγωγή της κυβερνήσεως
Καραμανλή και χαρακτήρισε τις εκλογές του Οκτωβρίου «θετική απόδειξη της πίστεως των Ελλήνων
στα ιδανικά της ατομικής ελευθερίας...».
Αργότερα, τον Αύγουστο του 1962, δόθηκε στη δεξιά ακόμη πιο έγκυρο πιστοποιητικό αρίστης
διαγωγής. Ο τότε αντιπρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Τζόνσον, επισκεφθείς

επισήμως την Αθήνα, εξήρε τα μεγάλα επιτεύγματα της κυβερνήσεως της ΕΡΕ. Είναι άγνωστο αν στα
«επιτεύγματα» αυτά υπονοούσε και την θαυμαστή εκτέλεση του σχεδίου «Περικλής». Υπογράμμισε
όμως ότι η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών, εκτιμώσα την αποτελεσματικότητα της ελληνικής
κυβερνήσεως, θα της παραχωρήσει τις αναγκαίες ποσότητες συγχρονισμένου πολεμικού υλικού...
Δεν πρέπει να φανεί περίεργο αν, έπειτα από τις επίσημες αυτές αμερικανικές εκδηλώσεις (υπό
καθεστώς Κέννεντυ), η υποθερμική δημοτικότητα των Ηνωμένων Πολιτειών υπέστη νέα
κατακόρυφη πτώση. Και τα τελευταία ψήγματα ελπίδων για μια φιλελεύθερη αμερικανική πολιτική
στην Ελλάδα είχαν εξαφανιστεί.

Την μεθεπόμενη των εκλογών του 1961 ο Γεώργιος Παπανδρέου, αρχηγός της Ενώσεως Κέντρου,
εκήρυξε ανένδοτον αγώνα κατά της «παρανόμου» κυβερνήσεως, της «νόθου» πλειοψηφίας της
Βουλής και των υποστηρικτών της. «Η αναγνώρισις, είπε, του αποτελέσματος των εκλογών της βίας
και της νοθείας θ' απετέλει προδοσίαν της δημοκρατίας».

Digitized by 10uk1s

Οι πολιτικές θέσεις που χάραξε η Ένωση Κέντρου αναπτύχθηκαν από το Γ. Παπανδρέου ως εξής:
«Το εκλογικόν πραξικόπημα απετέλεσε εκτροπήν από το σύνταγμα και τους νόμους. Το
πολίτευμα, ενώ καθορίζεται στο σύνταγμα ως βασιλευομένη δημοκρατία, έπαυσε να είναι
δημοκρατία και έμεινε μόνον βασιλευομένη (δηλαδή μοναρχία). Η προστασία του συντάγματος
ανήκει πλέον εις τους πολίτας βάσει του τελευταίου άρθρου του συντάγματος υπ' αριθ. 114. Το
κράτος έχει τεθεί εις την υπηρεσίαν του κόμματος της ΕΡΕ. Υπό τας συνθήκας αυτάς η
κυβέρνησις της ΕΡΕ έχει μεταβληθεί εις εσωτερικήν κατοχήν, ενώ η Ένωσις Κέντρου εκπροσωπεί
την εθνικήν αντίστασιν. Για να βγει η χώρα από την κρίσιν ο βασιλεύς έχει υποχρέωσιν ν' ασκήσει
τας ρυθμιστικάς του αρμοδιότητας απομακρύνων από την εξουσίαν την παράνομον κυβέρνησιν
και προκηρύσσων νέας «τιμίας» εκλογάς, με τίμιον κράτος και τίμιον σύστημα».
Η επίκληση της βασιλικής παρεμβάσεως για την αποκατάσταση της νομιμότητας επροκάλεσε
μερικές αντιρρήσεις στην προοδευτικώτερη πτέρυγα του κέντρου, μια και ο βασιλιάς με την αυλική
του κυβέρνηση ήσαν οι εμπνευστές του εκλογικού πραξικοπήματος. Εξ άλλου, αγωνιζόμενη για τον
περιορισμό του στέμματος στα αυστηρώς βασιλικά καθήκοντα η Ένωση Κέντρου αντίφασκε όταν
ζητούσε τη βασιλική παρέμβαση προς απομάκρυνση της παράνομης κυβερνήσεως. Όταν έθεσα τα
ερωτήματα αυτά στον Παπανδρέου πήρα την απάντηση: «Ώφειλα ν' ακολουθήσω αυτή τη μη
ορθόδοξη τακτική, διότι διαφορετικά θα ερυμουλκούμην προς την δημιουργίαν καθεστωτικού
ζητήματος. Και έκρινα ότι δεν έπρεπε να δημιουργηθεί πολιτειακός σάλος». Ωστόσο, η Ένωση
Κέντρου διέκοψε κάθε επαφή, ακόμη και τις κοινωνικές σχέσεις, με τη βασιλική οικογένεια. Η
ηγεσία και οι βουλευτές του κόμματος απέσχον επιδεικτικά από τις τελετές για την 60ή επέτειο των
γενεθλίων του βασιλιά Παύλου. Δεν προσήλθαν επίσης στην εναρκτήρια πανηγυρική συνεδρίαση
της Βουλής που εκφωνήθηκε ο λόγος του θρόνου. Ο βουλευτικός όρκος δόθηκε με επιφύλαξη, που
είχε την έννοια ότι η Ένωση Κέντρου δεν δεσμεύεται ως προς τα μέσα και τους στόχους (υπαινιγμός
για τη μοναρχία), που θα χρησιμοποιούσε κατά τη διεξαγωγή του αγώνα για την εύρυθμη
λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών. Τέλος, κατατέθηκε στη Βουλή πρόταση παραπομπής σε
ειδικό δικαστήριο — βάσει του νόμου περί ευθύνης υπουργών — του υπηρεσιακού πρωθυπουργού
στρατηγού Δόβα και των υπουργών Εθνικής Αμύνης, Εσωτερικών και Δημοσίας Τάξεως, ως
υπεύθυνων για την παραχάραξη της λαϊκής θελήσεως.
Αν και ο Γεώργιος Παπανδρέου διευκρίνιζε κάθε τόσο ότι δεν θέτει καθεστωτικό ζήτημα, ωστόσο οι
σχέσεις μεταξύ στέμματος και αντιπολιτεύσεως είχαν υποστεί επικίνδυνες ρωγμές. Και μόνον οι
επιφυλάξεις της Ενώσεως Κέντρου (και της ΕΔΑ) στο θέμα του βουλευτικού όρκου έδειχναν ότι το
λαϊκό στήριγμα του θρόνου είχε περιοριστεί μόνο στην ΕΡΕ, δηλαδή στη μειοψηφία. Και όταν ένας
θρόνος, που έχει στο θυρεό του έμβλημα «Ισχύς μου η αγάπη του λαού» έχει καταστεί μισητός στη
μεγάλη πλειοψηφία, τότε οι προοπτικές για το μέλλον αυτού εμφανίζονται εξαιρετικά δυσοίωνες...
Άλλωστε, οι κοινωνικοί άνεμοι που φυσούσαν ήσαν αρκετά ενδεικτικοί. Καθ' όλη τη διετία (61-63) η
χώρα είχε περιέλθει σε μόνιμη κατάσταση διαδοχικών εξεγέρσεων. Απεργίες, διαδηλώσεις,
συγκρούσεις με την αστυνομία έδειχναν ότι τα διάφορα κοινωνικά στρώματα είχαν εντάξει τα
οικονομικά τους ζητήματα στα ιδεολογικά πλαίσια της δημοκρατίας. Εργάτες, φοιτητές, δικηγόροι,
γιατροί, μηχανικοί, οι αγροτικοί πληθυσμοί, συνειδητοποιούσαν με τις εκδηλώσεις τους ότι το
εμπόδιο για την κοινωνική εξέλιξη και την οικονομική ανάπτυξη ήταν, εκτός από την παράνομη
κυβέρνηση, ολόκληρο το κατεστημένο, συμπεριλαμβανομένου και του μοναρχικού θεσμού. Το
αστυνομικό κράτος χρησιμοποιούσε βία για να καταπνίξει τη λαϊκή κινητοποίηση. Αλλά συναντούσε
αντίσταση. Δεκαπέντε βουλευτές του κέντρου τραυματίσθηκαν από αστυνομικούς κατά τη διάρκεια
μιας μόνο λαϊκής συγκεντρώσεως χωρίς άδεια της αστυνομίας (20 Απριλίου 1962).

Η βασιλική οικογένεια δεν άκουγε ούτε τις πολυσήμαντες προειδοποιήσεις του Παπανδρέου, ούτε
Digitized by 10uk1s

την απειλητική βοή του δρόμου. Εφαρμόζοντας τακτική στρουθοκαμήλου έκλεινε τα μάτια και τ'
αυτιά της ακόμη και στο διεθνή θόρυβο που είχε ξεσπάσει στο εξωτερικό 53. Η δυναστεία είχε
αποφασιστική ανάμιξη στο πραξικόπημα των εκλογών, είχε επιβάλλει την επικράτηση του
ευνοούμενου κόμματος και εννοούσε, αντί ν' ασχολείται με τις απειλές του «όχλου», να γευθεί τους
καρπούς της νίκης. Και τους εγεύθη κατά κόρον... Περιττό βέβαια να αναφερθεί ότι η κυβέρνηση
Καραμανλή, ευγνωμονούσα, ανταπέδωσε με μεγάλη απλοχεριά τις βασιλικές ευεργεσίες.
Στις 15 Μαρτίου 1962 η (νόθος) πλειοψηφία της Βουλής εψήφισε — κατ' απαίτηση της Φρειδερίκης
— νόμο περί συστάσεως προικός για την πριγκίπισσα Σοφία. Το ποσό που επιβάρυνε τον δημόσιο
προϋπολογισμό ορίστηκε σε 300.000 δολάρια. Αλλά διετέθησαν πολλαπλάσια του ποσού τούτου
για τις δαπάνες του γάμου που χαρακτηρίστηκε «ο γάμος του αιώνα».
Ο παραμυθένιος γάμος της Σοφίας με τον Ισπανό έκπτωτο πρίγκιπα Δον Χουάν-Κάρλος υπήρξε το
πιο πολυτελές, φανταχτερό και πολυδάπανο πανηγύρι που έγινε στην Ευρώπη και στην Αμερική
κατά τον εικοστό αιώνα. Κατά την εφημερίδα «Νταίηλυ Μαίηλ» του Λονδίνου «αι Αθήναι έδιναν
την εντύπωση γιγαντιαίου καρναβαλιού». Ο απεσταλμένος της ίδιας εφημερίδας υπολόγισε τις
δαπάνες του γάμου σε 2.800.000 δολάρια, που φυσικά πληρώθηκαν από το δημόσιο ταμείο.
Παραθέτουμε μερικές χαρακτηριστικές λεπτομέρειες: Στους γάμους εκλήθησαν και παρέστησαν 32
εν ενεργεία βασιλιάδες και πρίγκιπες και 109 εστεμμένοι ή πρίγκιπες έκπτωτοι. (Μεταξύ αυτών
ήταν και κάποιος διεκδικητής του μη υπάρχοντος θρόνου της... Βραζιλίας). Επίσης, 3.000 Ισπανοί
αριστοκράτες... Για τη μεταφορά της νύφης και του πατέρα της, που τη συνόδευσε στην εκκλησία,
χρησιμοποιήθηκε χρυσή άμαξα συρόμενη από έξη χρυσοντυμένα λευκά άλογα. Για τη διακόσμηση
των δυο ναών (ορθόδοξου και καθολικού) χρειάσθηκαν 80.000 τριαντάφυλλα και γαρύφαλλα. Για
την εκμαίευση πλούσιων δώρων απλώθηκε ένα πυκνό και πιεστικό δίχτυ εντός και εκτός της
Ελλάδας. Οργανώσεις, ιδρύματα, τράπεζες, οργανισμοί, σχολεία, ορφανοτροφεία, γηροκομεία,
βρεφοκομεία, νοσοκομεία υποχρεώθηκαν να αποστείλουν δώρα. Όλοι επίσης οι προσκληθέντες
γαλαζοαίματοι (έκπτωτοι και εν ενεργεία), εφοπλιστές, βιομήχανοι και άλλοι χάρισαν ένα
πραγματικό βουνό από κοσμήματα και πολύτιμους λίθους. Η αγγλίδα δημοσιογράφος κ. Ρεντ
έγραψε ότι «τα δώρα που απεστάλησαν στους νεονύμφους ήσαν τόσα πολλά, ώστε να τους
διατηρήσουν βαθύπλουτους σ' όλη τους τη ζωή». Μερικές εβδομάδες πριν από τους γάμους η
βασίλισσα Φρειδερίκη με τη Σοφία πήγαν στο Παρίσι και στο Λονδίνο για «ψώνια». Όταν γύρισαν
κάποιος αδιάκριτος δημοσιογράφος στο αεροδρόμιο είχε την υπομονή να μετρήσει 120 βασιλικές
αποσκευές. Και επειδή έγινε θόρυβος στον τύπο εξεδόθη ανακοίνωση του βασιλικού αυλαρχείου
που διευκρίνιζε ότι οι 120 βαλίτσες περιείχαν δώρα ομογενών (εφοπλιστών) του Λονδίνου προς τη
μελλόνυμφη πριγκίπισσα...
(Την ίδια εποχή γυμνασιάρχης ακριτικής περιοχής στη βόρεια Ελλάδα απηύθυνε δραματική έκκληση
προς το παγκόσμιο συμβούλιο εκκλησιών, επισημαίνοντας ότι «οι μαθηταί του γυμνασίου
κατέστησαν πραγματικοί σκελετοί εκ της πείνης»).
Αλλά η αφαίμαξη του ελληνικού προϋπολογισμού δεν περιορίστηκε μόνο στους γάμους του αιώνα.
Στις 11 Σεπτεμβρίου 1962 η κυβέρνηση αύξησε τη βασιλική χορηγία από 384.000 δολάρια το χρόνο
σε 567.000 δολάρια. Εθέσπισε επίσης ειδική χορηγία προς τον —τότε— διάδοχο Κωνσταντίνο:
83.600 δολαρίων το χρόνο. Όταν υπομνησθεί ότι, την ίδια εποχή των «παχειών αγελάδων» για την
βασιλική οικογένεια, η κυβέρνηση απέρριπτε αιτήματα των λαϊκών τάξεων για αύξηση των
καθηλωμένων αμοιβών τους κατά 10-20% δεν είναι δύσκολο να εξηγηθεί το κύμα δυσφορίας που
προκάλεσαν οι γενναιοδωρίες της δεξιάς προς το παλάτι και η ερμηνεία της συναλλαγής που
δόθηκε στις σχέσεις κυβερνήσεως και θρόνου.
Ο δυτικοευρωπαϊκός τύπος που ασχολήθηκε — με έντονα σαρκαστικά σχόλια — με τα οικονομικά
Digitized by 10uk1s

της ελληνικής βασιλικής οικογένειας και ειδικά με την απομυζητική δεξιοτεχνία της Φρειδερίκης
κατέταξε τη δυναστεία της Ελλάδας στην τέταρτη θέση, έπειτα από τις βασιλικές οικογένειες της
Ολλανδίας, της Μεγάλης Βρετανίας και του Βελγίου και πολύ ψηλότερα από τις δυναστείες των
(φτωχών) σκανδιναβικών χωρών! Αλλά η κατάταξη αυτή δεν αποδίδει σωστά την πραγματικότητα.
Γιατί στηρίζεται στην απλή σύγκριση μόνο των επίσημων βασιλικών χορηγιών.
Στην Ελλάδα όμως τα βασιλικά έσοδα, με διάφορα προνόμια και δωρεές από το κράτος, φθάνουν
σε πολλαπλάσιο της χορηγίας των 567.000 δολαρίων του βασιλιά και των 83.600 του διαδόχου. Ένα
από τα προνόμια είναι η πλήρης δασμολογική και φορολογική απαλλαγή. Για όποιον ξέρει το
επαχθές ελληνικό δασμολόγιο για τα εισαγόμενα εκ του εξωτερικού είδη54 δεν είναι υπερβολή ότι
το δημόσιο έχανε πολλά εκατομμύρια (δολάρια) κάθε χρόνο από τα άνευ δασμού παντός είδους
αγαθά που εισήγαγε η βασιλική οικογένεια. Εκτός της δασμολογικής και φορολογικής ατελείας το
ελληνικό δημόσιο καταβάλλει (ακόμη) τις δαπάνες συντηρήσεως των πολλών ανακτόρων της
βασιλικής οικογένειας. Και δεν είναι λίγα. Το κράτος είχε δωρίσει το ανάκτορο Κερκύρας (για τις
θερινές διακοπές), μια μεγάλη έπαυλη στο Ψυχικό (για ιδιαίτερη κατοικία της Ειρήνης), ένα
κυνηγετικό περίπτερο στον Υμηττό, μια βίλλα στο νησί Πεταλοί, άλλη βίλλα στη Ρόδο. Εκτός απ'
αυτά και από τα ανάκτορα Τατοΐου με το τεράστιο κτήμα τους η Φρειδερίκη εζήτησε και της
παραχωρήθηκε για να «εφησυχάζει» η ιστορική μονή Αστερίου 55 , ένα πανάρχαιο βυζαντινό
μνημείο. Επίσης, το κράτος προσέφερε στο διάδοχο Κωνσταντίνο το ιστορικό ανάκτορο της
Δουκίσσης της Πλακεντίας. Μετά το βασιλικό αντιπραξικόπημα της 13 Δεκεμβρίου 1967
(εξιστορείται στο σχετικό κεφάλαιο), που ψύχρανε τις σχέσεις δυναστείας και Χούντας, ο Σάββας
Κωνσταντόπουλος έγραψε σ' επιστολή του προς τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο:
«Ο Θρόνος, επίεζε συνεχώς τον Καραμανλή με αξιώσεις παροχών. Η Φρειδερίκη ήθελε να κτισθούν
ανάκτορα εις πλείστα σημεία της Ελλάδος, Θεσσαλονίκην, Ιωάννινα, Κέρκυραν, Ρόδον κλπ...». Και
κατέληγε: «Δεν θα επεκταθώ επί άλλων θεμάτων, διότι δεν πρέπει να υπάρχουν εις γραπτόν
κείμενον». («Ελεύθερος Κόσμος», 24 Ιουλίου 1968).
Η απληστία της βασιλικής οικογένειας (θα πρέπει ίσως να εξαιρέσουμε τον ίδιο τον βασιλιά Παύλο)
δεν περιοριζότανε στην αλυσίδα των ανακτόρων και τις βυζαντινές εικόνες (που ήσαν η συλλεκτική
αδυναμία της βασίλισσας). Εξεμαίευσε από το κράτος την προσφορά ενός αεριωθούμενου
αεροπλάνου αξίας 1.500.000 δολαρίων, ενός ελικόπτερου, δύο «Ντακότα» και ενός στολίσκου από
παντός είδους σκάφη. Το βασιλικό ζεύγος στέγαζε πολλές δεκάδες αυτοκίνητα, μεταξύ των οποίων
και δύο Ρολλς Ρόυς.
Η βασιλική αξιοπρέπεια δεν ήταν πολύ μεγάλο εμπόδιο για τη διεύρυνση του κύκλου των δωρητών
πέρα από το δύσμοιρο ελληνικό κράτος. Ένας Έλληνας εφοπλιστής, που τώρα ζει στην Ελλάδα,
διηγείται το εξής περιστατικό:
«Ήταν η περίοδος της προετοιμασίας του εορτασμού της εκατονταετηρίδας της ελληνικής
μοναρχίας (1963) και ο Νιάρχος, ευρισκόμενος στην Αθήνα, μετέβη στα ανάκτορα Τατοΐου για να
επισκεφθεί τον βασιλέα Παύλο. Ενώ περίμενε στην αίθουσα αναμονής τον πλησίασε ο διάδοχος
Κωνσταντίνος, ο οποίος χωρίς άλλη εισαγωγή ρώτησε τον εφοπλιστή:
—Τι δώρο σκέπτεστε να κάνετε στον πατέρα μου για την εκατονταετηρίδα; Μισοξαφνιασμένος ο
Νιάρχος απάντησε με υπεκφυγές, διαβεβαιώνοντας, ωστόσο, τον τότε διάδοχο ότι το «δώρο θα
είναι αντάξιο», του βασιλέα κλπ. κλπ.
—Να σας πω εγώ τι δώρο να κάνετε του πατέρα μου, λέγει ο Κωνσταντίνος. Θέλει ένα μεγάλο γιοτ,
σαν την «Κρεολή», αλλά πιο σύγχρονο. Πάντα το ζητά και δεν μπορούν να βρεθούν τα χρήματα. Θα
ήταν το καλύτερο δώρο που θα μπορούσατε να του κάνετε.
Digitized by 10uk1s

Ο Νιάρχος κατάλαβε. Και όταν μετά από λίγες ημέρες πήγε στο Λονδίνο πληροφόρησε μερικούς
Έλληνες εφοπλιστές για την «επιθυμία» του βασιλιά. Ο Ιωάννης Καράς έγινε έξω φρενών, γιατί
«θέλει ένα διάβολο λεφτά αυτή η δουλειά», αλλά ο Μαυρολέων ανέλαβε να τακτοποιήσει το θέμα
«κατά τον καλύτερο τρόπο». Μετά από αρκετές εβδομάδες ο Νιάρχος, βρισκόταν πάλι στην Αθήνα
και είχε, πάλι, συνάντηση με τον Παύλο. Φεύγοντας και αποχαιρετώντας τον βασιλέα του λέγει:
«Μεγαλειότατε, ελπίζω εντός των ημερών να είμαι σε θέση να σας ανακοινώσω ευχάριστα για κείνο
το θέμα».
—Ποιο θέμα; ρωτά ο Παύλος.
—Το γιοτ που εκδηλώσατε επιθυμία.
Έκπληκτος ο Παύλος δηλώνει ότι δεν έχει ιδέα και ότι ουδέποτε σκέφθηκε για γιοτ ή κανένα άλλο
«ανάλογο δώρο». Ο Νιάρχος του απαντά ότι ο Κωνσταντίνος ήταν εκείνος ο οποίος του «διαβίβασε»
τη βασιλική επιθυμία. Αρκετά ενοχλημένος ο Παύλος φωνάζει τον τότε διάδοχο, ο οποίος — αρκετά
ταραγμένος — αποκαλύπτει ότι «η μητέρα» του είπε να μιλήσει «στον κύριο Νιάρχο» για το γιοτ
κλπ. Ο Παύλος δεν θέλησε να δώσει συνέχεια, παρακάλεσε όμως τον Νιάρχο «να ματαιωθή το δώρο
των εφοπλιστών».
Από σωρεία παρόμοιων περιστατικών είχε σχηματισθεί για τη Φρειδερίκη η εντύπωση ότι την είχε
καταλάβει κάποιο είδος αλόγιστης «μανίας» για συσσώρευση πλούτου, που θα ενδιέφερε ίσως και
τους ψυχίατρους.
Αυτή η εντύπωση ενισχύεται από πολλές περιπτώσεις αποδοχής, ή μάλλον εκμαιεύσεως δώρων,
ακόμη και ασήμαντης αξίας για μια από τις πλουσιότερες βασίλισσες του κόσμου.
Αλλά και πάλι τα αεροπλάνα και τα γιοτ, οι πανάκριβες γούνες που χάριζαν στη βασίλισσα οι
γενναιόδωροι εκπρόσωποι της ολιγαρχίας, ακόμη και οι βασιλικές χορηγίες του δημοσίου, όλος
αυτός ο πακτωλός που εισέρρεε στο ταμείο των ανακτόρων, αποτελεί μικρό ποσοστό ενός άλλου
μεγάλου εσόδου της βασιλικής οικογενείας. Πρόκειται για το προϊόν μιας ειδικής
υπερφορολογήσεως του ελληνικού λαού, που διαχειριζόταν εντελώς ανεξέλεγκτα η Φρειδερίκη. Ο
θεσμός του λεγόμενου «Βασιλικού Εθνικού Ιδρύματος», με διακλαδώσεις την «Βασιλική Πρόνοια»,
το «Ίδρυμα προικοδοτήσεως απόρων κορασίδων» και τον «Έρανο Βορείων Επαρχιών»,
καθιερώθηκε το 1946 — κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου — και αρχικά είχε πόρους την
αφαίρεση δύο τσιγάρων από κάθε πακέτο 22 τσιγάρων. Με τον καιρό η ειδική αυτή φορολογία
επεκτάθηκε στα εισιτήρια των κινηματογράφων και στα εισαγόμενα αυτοκίνητα.
Δεδομένου ότι τα έσοδα αυτά εκφεύγουν από κάθε κρατικό έλεγχο ήταν άγνωστο το συνολικό
ποσόν που αποφέρουν. Αλλά στις 27 Νοεμβρίου 1968 ο υπουργός Προνοίας της Χούντας Λουκάς
Πάτρας ανακοίνωσε ότι τα ιδρύματα της βασίλισσας Φρειδερίκης απορροφούσαν 600 εκατομμύρια
δραχμές το χρόνο.
Κανείς δεν ήταν δυνατόν να ξέρει τι ποσοστό διετίθετο για «κοινωνικές» ανάγκες και τι απέμενε στο
προσωπικό ταμείο της Φρειδερίκης, η οποία ήταν η χωρίς έλεγχο διαχειρίστρια. Η προϊστορία της
όμως, και γενικότερα η άσβηστη δίψα του πλουτισμού που την κατείχε, επιτρέπουν τη σκέψη ότι η
όλη υπόθεση των βασιλικών ιδρυμάτων χρησιμοποιήθηκε είκοσι ολόκληρα χρόνια σαν μια
εξαιρετικά προσοδοφόρα κερδοσκοπική επιχείρηση56.
Ο αναγνώστης ίσως να πρόσεξε ότι και κατά την είσπραξη των πολλαπλών τιμημάτων του εκλογικού
πραξικοπήματος του '61 και κατά την εξιστόρηση των άλλων οικονομικών δραστηριοτήτων της
ελληνικής αυλής το ιστορικό φως έπεσε περισσότερο στη βασίλισσα Φρειδερίκη από ό,τι στο
Digitized by 10uk1s

βασιλέα Παύλο 57. Ο λόγος είναι ότι η βασίλισσα δεν ήταν απλώς η σύζυγος του βασιλέως, αλλά ο
πραγματικός ανώτατος άρχων και ο πραγματικός κυβερνήτης ή μάλλον υπερκυβερνήτης. Και για να
ολοκληρωθεί το πορτραίτο της δαιμονικής αυτής γυναίκας θα πρέπει ν' αναφερθεί το οδυνηρό
θέμα των σχέσεών της με την μητέρα της, που απασχόλησε εκτός από τις στήλες του ευρωπαϊκού
τύπου και τα ελληνικά δικαστήρια. Το θέμα ήλθε στην επιφάνεια από δημοσιεύματα γερμανικών
εφημερίδων που απεκάλυπταν ότι η μητέρα της πανίσχυρης βασίλισσας των Ελλήνων μεγάλη
δούκισσα Βικτωρία - Λουίζα ζούσε κάτω από συνθήκες ασυμβίβαστες με την αυτοκρατορική
καταγωγή της. Τότε μια ελληνική εφημερίδα — η «Αθηναϊκή» — έστειλε έναν συνεργάτη της στη
Γερμανία, ο οποίος όχι μόνο διαπίστωσε ότι η μητέρα της βασίλισσας — και κόρη του τελευταίου
κάιζερ — ζούσε σε εξαθλίωση, αλλά εξασφάλισε και συνέντευξη μαζί της. Η συνέντευξη περιείχε
ένα δριμύ κατηγορητήριο κατά της εστεμμένης κόρης της, την οποία κατηγορούσε ότι από κοινού
με το γιο της (ανώτερο ναζιστή αξιωματικό) διεχειρίζοντο την μεγάλη οικογενειακή περιουσία, είχαν
αποξενώσει τη μητέρα τους και την είχαν εγκαταλείψει σε πλήρη εξαθλίωση. Ο δημοσιογράφος είδε
με τα μάτια του το μέτριο νοικιασμένο σπίτι στο Μπρούνσβικ που στέγαζε τη μητέρα της
βασίλισσας και άκουσε από το στόμα της ότι «είχε εξαναγκασθεί σκληρά από τα παιδιά της να
φύγει διά της βίας από τα ανάκτορα της στο Αννόβερο και από τα απέραντα κτήματά της και να ζει
τώρα στη φτώχεια». Από τις σχετικές διαφημίσεις της εφημερίδας και από τηλεγραφικές αναφορές
της ελληνικής πρεσβείας η Φρειδερίκη πληροφορήθηκε τα της συνεντεύξεως της μητέρας της και
προκάλεσε συναγερμό της κρατικής μηχανής για να ματαιώσει τη δημοσίευση. Η εισαγγελία
Αθηνών εξέδωκε διαταγή κατασχέσεως των φύλλων της «Αθηναϊκής» αμέσως μετά την εκτύπωση
και προ της κυκλοφορίας. Ο εκδότης μηνύθηκε για «περιύβριση Αρχής» (βέβαια η σύζυγος του
βασιλιά δεν ήταν «Αρχή», αλλ' αυτό για την Ελλάδα του 1962 δεν είχε σημασία...) δικάσθηκε και
καταδικάσθηκε σε έξη μήνες φυλακή και βαρύτατο πρόστιμο (άρση της ατέλειας του
δημοσιογραφικού χάρτου για τέσσερις μήνες).
Τελικά, η πολύκροτη συνέντευξη δεν κυκλοφόρησε στην Ελλάδα. Αλλά η δικαστική αντιδικία μεταξύ
της βασίλισσας και της «Αθηναϊκής» άναψε το ενδιαφέρον της διεθνούς κοινής γνώμης. Και οι
λεπτομέρειες της δίκης, με το περιεχόμενο της συνεντεύξεως, συνοδευόμενα από δηκτικότατα
σχόλια πήραν τέτοια έκταση στον τύπο των πέντε ηπείρων, που έκαναν τη μαινόμενη γερμανίδα
βασίλισσα της Ελλάδας να μετανιώσει πικρά...
Σ' αυτή την υπερφορτισμένη από οξύτητα πολιτική ατμόσφαιρα, και ενώ ο ανένδοτος αγώνας είχε
φθάσει στην αποκορύφωσή του, ρίχτηκε νέο λάδι στη φωτιά. Έπειτα από συνεργασία μεταξύ
βασιλιά και πρωθυπουργού Καραμανλή δημοσιεύτηκε η εξής επίσημη ανακοίνωση:
«Ο Βασιλεύς περιβάλλει την κυβέρνησιν με την εμπιστοσύνην του. Η κυβέρνησις προχωρεί εις το
έργον της».
Αυθημερόν ο Γεώργιος Παπανδρέου απαντώντας εδήλωσε:
«Ο Βασιλεύς ταυτίζεται με την παράνομον κυβέρνησιν».
Η κρίση είχε φτάσει στο πιο κρίσιμο και επικίνδυνο σημείο. Ένα βήμα ακόμη και η χώρα θα έπεφτε
στην άβυσσο ενός νέου εθνικού διχασμού. Το παλάτι τρόμαξε. Και για πρώτη φορά έγιναν σκέψεις
πολιτικής αναδιπλώσεως. Το Σταίητ Ντιπάρτμεντ άρχισε ν' ανησυχεί. Και ν' αναζητεί διεξόδους.
Κάποια αχτίδα επερχόμενων καταιγιστικών εξελίξεων φάνηκε στον κατασκότεινο ορίζοντα της
Ελλάδας.

Digitized by 10uk1s

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΙ ΤΙΜΩΡΙΑ
Η πρώτη διατάραξη του ευδαιμονισμού των συνεταίρων του κατεστημένου σημειώθηκε το Μάρτιο
1962. Χωρίς κανείς να το περιμένει, το εκλογοδικείο — ανώτατο δικαστήριο — ακύρωσε την εκλογή
της 29 Οκτωβρίου 1961 σε τέσσαρες περιοχές της Θεσσαλονίκης και σε 14 τμήματα του νομού
Φθιώτιδας, με αιτιολογικό την «ασκηθείσαν βίαν». Στις επαναληπτικές εκλογές που έγιναν, στη μεν
Θεσσαλονίκη (8 Απριλίου) η ΕΡΕ έχασε 20% της εκλογικής της δυνάμεως, στη δε Φθιώτιδα (13
Μαΐου) 29,2%. Το πλήγμα ήταν βαρύ. Η δικαστική ακύρωση των εκλογών σε δυο περιφέρειες
αποτελούσε πρόσθετη επιβεβαίωση για το πραξικόπημα του 1961. Η απώλεια, εξ άλλου, ενός κατά
μέσο όρο 25% από τη δύναμη της δεξιάς έθετε στην κυβέρνηση το δίλημμα να παραδεχτεί ή ότι είχε
βιαστεί η λαϊκή θέληση μερικούς μήνες πριν ή ότι στο μικρό αυτό διάστημα είχε εγκαταλειφθεί από
το ένα τέταρτο των οπαδών της.
Η κυβέρνηση αρνήθηκε και τις δυο διαζευκτικές εκδοχές, αλλά δεν μπόρεσε σα θεμελιώσει μια
τρίτη, πιστευτή. Έτσι, τα αποτελέσματα των δυο επαναληπτικών εκλογών — με εφαρμογή
«λελογισμένης» και όχι αχαλίνωτης βίας — συνετέλεσαν στο να εδραιωθεί η εντύπωση του ηθικού
εκπεσμού όχι μόνο για την ΕΡΕ, αλλά και για το παλάτι και για τους Αμερικανούς. Ήσαν, άλλωστε,
πρόσφατοι οι ύμνοι του πρεσβευτή Έλλις Μπριγκς για τη γνησιότητα των εκλογών του 1961.
Στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη το αυταπόδεικτο των αθλιοτήτων της 29 Οκτωβρίου 1961, που
επιβεβαιώθηκε και από τις επαναληπτικές εκλογές, δυνάμωσε το κύμα ανυποληψίας κατά της
ελληνικής δυναστείας και δημιούργησε το κατάλληλο έδαφος για την εκδήλωση των επεισοδίων
του Λονδίνου, που είχαν στόχο το πρόσωπο της Φρειδερίκης.
Αυτό το δεύτερο πλήγμα κατά του ευδαιμονισμού του ελληνικού κατεστημένου κατεφέρθη κατά το
τελευταίο δεκαήμερο του Απριλίου 1963, κατά τη διάρκεια ανεπίσημης επισκέψεως της βασίλισσας
στο Λονδίνο για να παραστεί στους γάμους της πριγκίπισσας Αλεξάνδρας του Κεντ μετά του κ.
Άγκους Ότζιλβυ. Η Φρειδερίκη, που συνοδευόταν από την κόρη της Ειρήνη, βγαίνοντας από το
ξενοδοχείο «Κλάριτζες» που είχε καταλύσει, βρέθηκε αντιμέτωπη με διαδηλωτές, που κρατούσαν
πινακίδες με συνθήματα υπέρ της απελευθερώσεως των Ελλήνων πολιτικών κρατουμένων. Επί
κεφαλής των διαδηλωτών ήταν η Μπέτυ Αμπατιέλου - Μπάρτλετ, Αγγλίδα σύζυγος Έλληνα
συνδικαλιστή καταδικασμένου σε ισόβια δεσμά, ο οποίος σάπιζε στις ελληνικές φυλακές 16
ολόκληρα χρόνια, παρά τις περγαμηνές που διέθετε για τη συμβολή του στον συμμαχικό αγώνα.
Στην πινακίδα της Αμπατιέλου ήταν γραμμένη η φράση: «Βασίλισσα Φρειδερίκη, απελευθέρωσε το
σύζυγό μου».
Η Φρειδερίκη έντρομη επιχείρησε να οπισθοχωρήσει. Αλλά μια ομάδα διαδηλωτών την
περικύκλωσε και της ζητούσε θορυβωδώς να τερματίσει το μαρτύριο των πολιτικών κρατουμένων.
Φαίνεται ότι οι διαδηλωτές δεν ετήρησαν με σχολαστικότητα το σεβασμό που το πρωτόκολλο
απαιτεί για το πρόσωπο της σεπτής βασίλισσας. Ο Βρετανός σωματοφύλακας της Φρειδερίκης
απωθήθηκε βίαια. Η Αμπατιέλου την έπιασε γερά από τους ώμους, εμποδίζοντάς την να φύγει. Και
κάποια άλλη δεν δίστασε να της δώσει μια ελαφριά κλωτσιά. Μερικοί την έφτυσαν. Τέλος, η
«Γερμανίδα μαντάμ Νου» (όπως την αποκαλούσαν) κατόρθωσε να ξεφύγει από τον κλοιό και άρχισε
να προχωρεί. Την ακολουθούσε όμως από κοντά ένας όμιλος διαδηλωτών, που κουνούσε τις
πινακίδες και προσαγόρευε την στραπατσαρισμένη μεγαλειοτάτη με εκφράσεις που δεν είχαν ποτέ
ακουστεί στην Αυλή της οδού Ηρώδου του Αττικού. Στην αμηχανία της η Φρειδερίκη, τρέχοντας
μπήκε σε μια πάροδο, η οποία όμως ήταν αδιέξοδος. Πανικόβλητη χτύπησε το κουδούνι του
πρώτου, μετά τη στροφή, σπιτιού και όταν η πόρτα άνοιξε εισόρμησε. Ο ένοικος του σπιτιού που
παρουσιάστηκε άκουσε με κατάπληξη ότι η άγνωστη γυναίκα που μπήκε σπίτι του ήταν η κραταιά
βασίλισσα της Ελλάδας και παρακαλούσε να παραμείνει εκεί επ' ολίγον... Φιλοφρονέστατος ο
Digitized by 10uk1s

Βρετανός παρέσχε το ζητηθέν άσυλο, ωσότου επανεμφανίστηκε ο Άγγλος ντέτεκτιβ, ο οποίος
εβεβαίωσε ότι είχαν αποκατασταθεί «συνθήκες ασφαλείας».
Πρέπει να σημειωθεί ότι πριν από το επεισόδιο η Αμπατιέλου εξ ονόματος των διαδηλωτών είχε
ζητήσει να γίνει δεκτή από τη βασίλισσα για να της επιδώσει υπόμνημα υπέρ των πολιτικών
κρατουμένων. Αλλά η Φρειδερίκη, μη μπορώντας να συνηθίσει στην ιδέα ότι βρισκόταν έξω από τα
όρια του ελληνικού αστυνομικού κράτους, παρήγγειλε ιταμά με την υπηρεσία της ότι αρνείται να τη
δεχτεί και αρνείται να πάρει το υπόμνημά της. Η Αμπατιέλου ζήτησε τότε να γίνει δεκτή από τον
αυλάρχη Δημήτριο Λεβίδη. Αλλά και αυτός αντέταξε την ίδια κατηγορηματική άρνηση.
Την επομένη συνέβη κάτι που ήταν πολύ χειρότερο. Η Αμπατιέλου μετέβη στον πύργο του
Ουίνδσωρ και ζήτησε να επιδώσει προσωπική επιστολή προς τη βασίλισσα της Μ. Βρετανίας. Η
Ελισάβετ, αν και γνώριζε λεπτομερώς τα επεισόδια του «Κλάριτζες», αν και είχε πληροφορηθεί την
άρνηση της Φρειδερίκης να δεχθεί το υπόμνημα, ωστόσο δέχτηκε την επιστολή της Αμπατιέλου.
«Σας ικετεύω —έγραφε— εν ονόματι της ανθρωπότητος όπως επέμβετε στη βασίλισσα της Ελλάδος,
ο λόγος της οποίας θα ήτο αμέσως επαρκής διά την άμεσον απόλυσιν του συζύγου μου, ο οποίος
είχεν αφιερώσει εαυτόν κατά τον πόλεμον εις την συμμαχικήν υπόθεσιν».
Η Φρειδερίκη είχε πάρει από τη βασίλισσα της Αγγλίας ένα μάθημα δημοκρατικής συμπεριφοράς,
που θα της έκαιγε το μάγουλο για πολύ καιρό.
Το πρώτο επεισόδιο είχε λάβει χώρα στις 21 Απριλίου. Στις 22 σημειώθηκε και δεύτερο επεισόδιο,
χωρίς χειροδικίες αυτή τη φορά. Η παραμονή όμως της Φρειδερίκης στη βρετανική πρωτεύουσα
είχε καταντήσει εφιαλτική. Σαν κυνηγημένος κακοποιός αναγκαζότανε να μπαίνει και να βγαίνει στο
ξενοδοχείο από μια μικρή πόρτα που χρησιμοποιούσε το υπηρετικό προσωπικό. Και τις νύχτες, όταν
διπλοκλειδωμένη στο διαμέρισμά της και με σπασμένα νεύρα παραμέριζε την κουρτίνα του
παράθυρου, διέκρινε στο πεζοδρόμιο του «Κλάριτζες» τη σιωπηλή σκιά της Αμπατιέλου — που
έκανε «αγρυπνίες διαμαρτυρίας» — να βηματίζει επί κεφαλής των διαδηλωτών: Και σαν ξυπνούσε
από εφιάλτες στη διάρκεια της νύχτας να την πάλι εκεί στο σκοτάδι αυτή η καταραμένη γυναίκα με
την πινακίδα και το σκληρό βλέμμα... Βέβαια εδώ ήταν Λονδίνο. Και η βασίλισσα των Ελλήνων, έξω
από τον «τόπο της», αισθανότανε τόσο ανίσχυρη... Στην Αθήνα! Έλα εκεί... Και τότε τα λέμε... Όχι
εδώ.

Προτού εγκαταλείψει τη βρετανική πρωτεύουσα η Φρειδερίκη πήρε ακόμη ένα μάθημα
δημοκρατικής αγωγής. Αγγλικό δικαστήριο αθώωσε 16ετη Κύπριο, ο οποίος είχε παραπεμφθεί με
την κατηγορία της «αναρμόστου συμπεριφοράς» προς την βασίλισσα της Ελλάδας. Ο αστυνόμος
που τον συνέλαβε κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος «κρατούσε τη χειρολαβή της θύρας του
βασιλικού αυτοκινήτου και εφαίνετο ως να προσεπάθει να εισέλθει εις αυτό». Εν συνεχεία, κτύπησε
το τζάμι του αυτοκινήτου, έδειξε στη βασίλισσα την πινακίδα του και χρησιμοποίησε «υβριστικάς
εκφράσεις».
Ο Άγγλος δικαστής αιτιολογώντας την αθωωτική του απόφαση είπε ότι «καταδίκη του νεαρού
διαδηλωτή θα ήταν αντίθετη με την επικρατούσαν εις την χώραν ελευθερίαν του λόγου». Και
πρόσθεσε: «Οιοσδήποτε πολίτης ημπορεί όχι μόνον να ομιλεί προς μίαν Βασίλισσαν, αλλά και να
εκφράζει τας γνώμας του προς αυτήν με πινακίδας, έστω και αν αι γνώμαι είναι δυσάρεστοι δια την
βασίλισσαν. Εις μίαν χώραν εις την οποίαν υπάρχει πλήρης ελευθερία λόγου, κατέληξε, η πράξις του
κατηγορουμένου δεν συνιστά αδίκημα».
Οι οδυνηρές εμπειρίες της Φρειδερίκης δεν είχαν τέλος. Η πολιορκία του «Κλάριτζες» συνεχιζότανε
Digitized by 10uk1s

μέρα-νύχτα. Σε μια από τις «αγρυπνίες διαμαρτυρίας» πήραν μέρος και οι Βρετανοί βουλευτές
Άντονυ Γκρήνγουντ, Μπάρμπαρα Καστλ, Φένερ Μπρογκουέι και Τζων Τάνκιν. Η Αμπατιέλου είχε
γίνει το πρόσωπο της ημέρας με καθημερινές συνεντεύξεις στον τύπο και εμφανίσεις στη βρετανική
τηλεόραση. Οι εφημερίδες του Λονδίνου αφιέρωσαν δηκτικώτατα άρθρα58 για την «ανεπιθύμητη»
βασίλισσα και επέκριναν με δριμύτητα τον υπουργό των Εξωτερικών λόρδο Χιούμ, ο οποίος, έπειτα
από ικετευτικά διαβήματα των Αθηνών, εδέησε να «εκφράση την λύπην του» για τα επεισόδια. Και
σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, ο Έλληνας πρεσβευτής στο Λονδίνο Μιχαήλ Μελάς, επιτιμηθείς
σκαιότατα από τη βασίλισσα για έλλειψη προβλεπτικότητας, υπέστη καρδιακή προσβολή.
Ο τελευταίος πονοκέφαλος της Φρειδερίκης στο Λονδίνο ήταν η ξαφνική εμφάνιση εκεί του
ανεξαρτήτου βουλευτή της αριστεράς Γρηγόρη Λαμπράκη. Φανατικός αντίπαλος του παλατιού και
της δεξιάς ο Λαμπράκης μόλις πληροφορήθηκε στην Αθήνα τα επεισόδια πήρε το πρώτο αεροπλάνο
και έφθασε στην αγγλική πρωτεύουσα. Στο «Κλάριτζες» συναντήθηκε με την Αμπατιέλου και τους
άλλους διαδηλωτές. Ο ερχομός του Έλληνα βουλευτή αναζωογόνησε το ρεύμα εχθρότητας προς τη
βασίλισσα και αύξησε το πλήθος των διαδηλωτών. Ενώ η Αμπατιέλου μίλαγε με δημοσιογράφους
στην είσοδο του ξενοδοχείου, ο Λαμπράκης μπήκε μέσα και συναντήθηκε με τον υπασπιστή του
διαδόχου Αρναούτη, από τον οποίο εζήτησε να καθορίσει συνάντησή του με τη βασίλισσα.
Έπειτα από είκοσι λεπτά ο Αρναούτης επέστρεψε από τα διαμερίσματα της Φρειδερίκης. Η
απάντηση της μεγαλειοτάτης ήταν αρνητική...
«Είναι αγύριστο κεφάλι», είπε χαρακτηριστικά ο Αρναούτης στο Λαμπράκη.
Την ίδια μέρα ο Έλληνας βουλευτής προέβη σε δηλώσεις και έδωσε συνεντεύξεις. Με μεγάλους
τίτλους ο βρετανικός τύπος πρόβαλε το ότι: «Στην Ελλάδα δεν κυβερνά η κυβέρνηση, ούτε ο
βασιλεύς. Αλλά η βασίλισσα Φρειδερίκη!».
Ο εκνευρισμός της Φρειδερίκης για όλα τα δεινοπαθήματα και τις ταπεινώσεις είχε φθάσει στην
αποκορύφωσή του. Την άλλη μέρα, βγαίνοντας πάλι από την πόρτα υπηρεσίας του «Κλάριτζες»,
έσπευδε προς το αεροδρόμιο. Ολοταχώς στην Αθήνα.... Από το αεροπλάνο τηλεγραφούσε στην
ελληνική κυβέρνηση: «Δεν θέλω υποδοχές»
……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………....................................................
Είκοσι τρεις μέρες αργότερα ο βουλευτής Γρηγόρης Λαμπράκης δολοφονήθηκε στη Θεσσαλονίκη 59.
Οι δολοφόνοι, συλληφθέντες, αναγνωρίσθηκαν σαν μέλη παρακρατικών βασιλικών οργανώσεων
της άκρας δεξιάς...
Εκείνη την ημέρα γράφτηκε μια από τις μελανότερες σελίδες της νεώτερης ελληνικής πολιτικής
ιστορίας. Το χρονικό της υποθέσεως έχει ως εξής:
Στις 22 Μαΐου ο Λαμπράκης εξεφώνησε λόγο στη Θεσσαλονίκη σε συγκέντρωση οπαδών της
οργανώσεως «Φίλοι της ειρήνης». Έξω στο δρόμο είχε οργανωθεί «αντισυγκέντρωση»
παρακρατικών οργάνων της άκρας δεξιάς, οι οποίοι απεδοκίμαζαν έντονα το δημοκρατικό
βουλευτή. Την ώρα που έμπαινε στην αίθουσα ο Λαμπράκης ένας απ' αυτούς τον χτύπησε με
ρόπαλο στο κεφάλι. Ο Λαμπράκης ζαλίστηκε, αλλά με τρομερή αυτοκυριαρχία κράτησε και την
ψυχραιμία του και τις αισθήσεις του. Όταν τελείωσε η ομιλία ο Λαμπράκης απεχώρησε και έντονα
επιδοκιμαζόμενος και αποδοκιμαζόμενος επεχείρησε να διασχίσει κάθετα το δρόμο για να περάσει
στο απέναντι πεζοδρόμιο και να κατευθυνθεί στο ξενοδοχείο που διέμενε. Ενώ βρισκόταν στη μέση
σχεδόν του δρόμου ένα τρίκυκλο όχημα, απ' αυτά που χρησιμοποιούνται για μεταφορές, ώρμησε
Digitized by 10uk1s

από μια πάροδο με μεγάλη ταχύτητα κατ' ευθείαν απάνω στο βαδίζοντα βουλευτή. Ο Λαμπράκης
ανετράπη θανάσιμα πληγωμένος. Αλλ' αυτό δεν φάνηκε αρκετό στους δυο δολοφόνους που
επέβαιναν του τρικύκλου. Τότε ο ένας απ' αυτούς, ο Εμμανουήλ Εμμανουηλίδης, με λοστό κατέφερε
ένα δυνατό χτύπημα στο σπασμένο κεφάλι του θύματος.
Ισχυρή δύναμη χωροφυλακής παρευρίσκετο εκεί για την τήρηση — υποτίθεται — της τάξεως. Επί
κεφαλής ο ίδιος ο γενικός επιθεωρητής χωροφυλακής Β. Ελλάδας υποστράτηγος Κωνσταντίνος
Μήτσου, ο διευθυντής της αστυνομίας Θεσσαλονίκης συνταγματάρχης Ευθύμιος Καμουτσής και
άλλοι αξιωματικοί. Κανείς δεν κινήθηκε για να πιάσει τους δολοφόνους. Απολάμβαναν το
συναρπαστικό θέαμα, που είχε και συνέχεια...
Το τρίκυκλο του θανάτου, αφού εξετέλεσε την αποστολή του, ανενόχλητο από την παρουσία της
αστυνομίας, προσπαθούσε να διαφύγει από κάποιο δρομάκι. Τότε ένας από το πλήθος, ο
Εμμανουήλ Χατζηαποστόλου, με πραγματικό κίνδυνο της ζωής του τινάχτηκε από την ανθρωπομάζα
και όρμησε προς το τρίκυκλο, που είχε αρχίσει ν' αναπτύσσει ταχύτητα. Σαν αίλουρος πήδησε στο
πίσω μέρος αυτού. Οι δυο δολοφόνοι 60 προτού προφθάσουν ν' αντιδράσουν είχαν ακινητοποιηθεί.
Το όχημα σταμάτησε. Το πλήθος κραύγαζε. Τότε η αστυνομία, μη μπορώντας πλέον να παίζει το
ρόλο του θεατή, δέχτηκε να συλλάβει τους ήδη πιασμένους δολοφόνους.
Το μισοπεθαμένο κορμί του Λαμπράκη σπάραζε ακόμη στη ματωμένη άσφαλτο. Μέσα στο
πανδαιμόνιο κάποιος γιατρός είχε πει ότι ζούσε ακόμη. Η καρδιά χτυπούσε. Κάποιος άλλος
τηλεφώνησε για ασθενοφόρο. Σ' εκείνες τις αγωνιώδεις στιγμές, με αρκετή καθυστέρηση, βρέθηκε
ένα ιδιωτικό αυτοκίνητο. Στο στενό του χώρο τοποθέτησαν το Λαμπράκη. Μπόρεσε να φθάσει ως το
νοσοκομείο...
Λίγη ώρα πριν άλλη τραγωδία είχε εκτυλιχθεί στην ίδια πόλη και από την ίδια κατεύθυνση και
καθοδήγηση: Ο επίσης βουλευτής της αριστεράς Γεώργιος Τσαρουχάς υπέστη επίθεση από δεύτερη
ομάδα φονιάδων και τραυματίστηκε με λοστό στο κεφάλι. Ένα ασθενοφόρο τον παρέλαβε. Αλλά
στο δρόμο προς το νοσοκομείο τρίτη ομάδα εφεδρικών δολοφόνων υποχρέωσε τον οδηγό του
ασθενοφόρου να σταματήσει. Μη όντας σίγουροι ότι το θύμα είχε πεθάνει ήθελαν να το
αποτελειώσουν. Οι συνοδοί του Τσαρουχά αμύνθηκαν θαρραλέα. Αλλά ένας από τους κακοποιούς
κατάφερε να ξαναχτυπήσει με λοστό το αιμόφυρτο κεφάλι του Τσαρουχά. Στο μεταξύ όμως είχαν
προστρέξει διαβάτες που απώθησαν τους φονιάδες. Το ασθενοφόρο κατόρθωσε τότε να διαφύγει
και να μπει στον περίβολο του νοσοκομείου.
Σε τέσσερες μέρες ο Λαμπράκης άφησε την τελευταία του πνοή. Ο Τσαρουχάς επέζησε 61.
Το πολιτικό έγκλημα της Θεσσαλονίκης συγκλόνισε όχι μόνο την ελληνική, αλλά και την παγκόσμια
κοινή γνώμη. (Η ανθρωπότητα μόλις είχε συνέλθει από τη δολοφονία του δημοκρατικού ηγέτη
Γκριμάο στη φασιστική Ισπανία του Φράνκο). Και συνέτεινε να καταστεί αποκρουστικώτερο το
βασιλοαμερικανικό καθεστώς της Αθήνας.
Περισσότερο και από τις ανατριχιαστικές συνθήκες του εγκλήματος, τρία άλλα στοιχεία βάρυναν
αποφασιστικά στην ελληνική και τη διεθνή συνείδηση. Πρώτα - πρώτα η προσωπικότητα του
θύματος. Ο Γρηγόριος Λαμπράκης ήταν ένας από τους δημοφιλέστερους αντιπροσώπους του
ελληνικού κοινοβουλίου. Όντας το δέκατο τέταρτο από τα δεκαοκτώ παιδιά που είχαν αποκτήσει οι
όχι πλούσιοι γονείς του στο χωριό Κερασίτσα, κοντά στη Σπάρτη, ο Γρηγόρης στηρίχτηκε στις δικές
του δυνάμεις για να αυτοδημιουργηθεί. Ψηλός, λυγερός, γεροδεμένος, με ωραία μορφή και
ωραιότερη ψυχή, ήταν το ίνδαλμα των συμμαθητών του. Όλοι τον αγαπούσαν και τον θαύμαζαν
από το δημοτικό σχολείο του χωριού του ως το πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου σπούδασε γιατρός.
Έχοντας σωστά αφομοιώσει το αρχαίο ελληνικό ρητό «νους υγιής εν σώματι υγιεί» καλλιέργησε
Digitized by 10uk1s

παράλληλα και τα πνευματικά - επιστημονικά του ενδιαφέροντα και την αγάπη του για τον
αθλητισμό.
Έγινε υφηγητής της ιατρικής στο πανεπιστήμιο Αθηνών. Και στον αθλητικό στίβο κράτησε σταθερά
επί 15 χρόνια τον τίτλο του βαλκανιονίκη στο άλμα εις μήκος. Αλλά το μεγάλο πάθος του ήταν η
αγάπη για τον άνθρωπο. Και ιδανικό του η παγκόσμια ειρήνη.
Όταν έγινε στην Αθήνα η διεθνής «Μαραθώνια πορεία ειρήνης» ο μόνος που κατόρθωσε να
διασπάσει τους κλοιούς των τανκς του NATO και της αστυνομίας και να φθάσει από τον τύμβο του
Μαραθώνα στην Αθήνα ήταν ο Λαμπράκης. Προτού ξεκινήσει για το συμβολικό εκείνο τρέξιμο ο
Γρηγόρης είχε δηλώσει στους δημοσιογράφους: «Μακάριοι οι ειρηνοποιοί ότι υιοί θεού
κληθήσονται...».
Ο Λαμπράκης ήταν ένας από τους γνησιότερους ιδεολόγους της «Αλλαγής», πίστευε στη
δημοκρατία και μισούσε το φασισμό και τη βία. Εξελέγη βουλευτής ως ανεξάρτητος της αριστεράς,
συνεργαζόμενος με την ΕΔΑ, και το κύρος του ήταν αναγνωρισμένο απ' όλες τις παρατάξεις. Οι
απλοί άνθρωποι του λαού τον λάτρευαν. Ποτέ δεν δέχτηκε να πάρει αμοιβή γιατρού από φτωχούς.
Το παλάτι όμως, η ολιγαρχία και η ξένη κηδεμονία τον μισούσαν θανάσιμα.

Το δεύτερο σημαντικό στοιχείο ήταν η δικαστική επιβεβαίωση ότι το έγκλημα της Θεσσαλονίκης
είχε οργανωθεί και καθοδηγηθεί από εκείνους ακριβώς που αποστολή τους ήταν η δίωξη του
εγκλήματος και η προστασία από το έγκλημα. Όπως αποδείχθηκε από τις ανακρίσεις, η δολοφονία
του Λαμπράκη είχε σχεδιασθεί από τον επιθεωρητή χωροφυλακής υποστράτηγο Κ. Μήτσου, τον
διευθυντή της αστυνομίας Ευθύμιο Καμουτσή, τον διοικητή ασφαλείας μοίραρχο Εμμανουήλ
Καπελώνη, τον αντισυνταγματάρχη Μιχαήλ Διαμαντόπουλο (επί κεφαλής των δυνάμεων που
τηρούσαν την «τάξη» την ώρα του εγκλήματος) και μερικούς ακόμη αξιωματικούς! Όταν ο
ανακριτής και ο εισαγγελέας εν ομοφωνία εξέδωκαν εντάλματα συλλήψεων και οι αξιωματικοί
αυτοί προφυλακίσθηκαν κατέστη πλέον φανερός και στους πιο δύσπιστους ο βαθμός της κρατικής
αποσυνθέσεως. Ένα φρικιαστικό ρίγος διαπερνούσε τις καρδιές των ανθρώπων, ανεξάρτητα από
ιδεολογικά σύνορα. Το ότι οι κορυφαίοι προϊστάμενοι των δυνάμεων ασφαλείας του κράτους ήσαν
ένοχοι μιας τόσο στυγερής δολοφονίας 62 αυτό ήταν κάτι που δεν το ανεχότανε ούτε η ελαστική
πολιτική συνείδηση της αστικής τάξεως, που κατά παράδοση ψήφιζε το κόμμα της δεξιάς. Δεν είναι
επομένως δυσκολοεξήγητη η ραγδαία πολιτική διαφοροποίηση έπειτα από την τραγωδία της
Θεσσαλονίκης. Στους συντηρητικούς αλλά φιλήσυχους αστούς δεν άρεσε καθόλου η ιδέα ότι οι
επικεφαλής των δυνάμεων ασφαλείας — που από τους φόρους των πληρώνονταν για να
περιφρουρούν την τιμή και την περιουσία τους — απεκαλύπτετο ότι ήσαν κοινοί δολοφόνοι.
Το έγκλημα της Θεσσαλονίκης είχε σχεδιαστεί άριστα μέχρι και την τελευταία του λεπτομέρεια. Και
θα παρέμενε στην ιστορία σαν το «τέλειον έγκλημα», αν η μέχρι αυτοθυσίας τόλμη του
Χατζηαποστόλου (που όρμησε στο εν κινήσει τρίκυκλο και έπιασε τους δολοφόνους) δεν ανέτρεπε
τους υπολογισμούς των σχεδιαστών.
Το κατεστημένο αναστατώθηκε. Ναι μεν, ο βασικός σκοπός είχε πραγματοποιηθεί (η εξόντωση του
Λαμπράκη), αλλά η σύλληψη των εκτελεστών δημιουργούσε την τρομερή απειλή να «μιλήσουν» και
να υποδείξουν τους οργανωτές. Και αν «μιλούσαν» και οι οργανωτές; Τότε θα φθάναμε στους
ηθικούς αυτουργούς, στους εμπνευστές του εγκλήματος, δηλαδή στο ίδιο το κατεστημένο. Έπρεπε,
με κάθε θυσία, να συγκαλυφθεί το έγκλημα. Και να εξασφαλισθεί ή η ατιμωρησία, ή ο ξαφνικός
θάνατος των συλληφθέντων. Οπωσδήποτε ήταν επιτακτική ανάγκη να εμποδιστεί η «εις βάθος και
ύψος» ανάκριση.
Digitized by 10uk1s

Αλλά στην πορεία των πραγμάτων η κατάσταση ξέφυγε από τον έλεγχο του κατεστημένου. Την
επομένη του εγκλήματος και προτού ακόμη προφθάσουν να τεθούν σε κίνηση τα γρανάζια του
υπερκρατικού μηχανισμού το έργο της ανακρίσεως είχε ανατεθεί από την αρμόδια αρχή στο
δικαστή Χρήστο Σαρτζετάκη και στον εισαγγελέα Δημήτριο Παπαντωνίου (που αργότερα τον
διαδέχτηκε ο εισαγγελέας Στυλιανός Μπούτης). Την εποπτεία των ανακρίσεων ανέλαβε ο
εισαγγελέας εφετών Παύλος Δελαπόρτας. Η δικαστική αυτή τετράδα έσωσε την τιμή της Ελλάδας.
Ακέραιοι και τίμιοι αντέστησαν στις ισχυρότατες πιέσεις να εναρμονίσουν την ανάκριση προς την
κατεύθυνση συγκαλύψεως του εγκλήματος.
Το κατεστημένο δεν σήκωσε ψηλά τα χέρια. Μέσον του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου
Κωνσταντίνου Κόλλια (που έγινε το 1967 ο πρώτος πρωθυπουργός της δικτατορίας) ανελήφθη μια
άθλια επιχείρηση επηρεασμού των ανακρίσεων63. Αλλά ο Σαρτζετάκης στάθηκε ακλόνητος βράχος
στην εκτέλεση του καθήκοντός του. Και σε λίγους μήνες κλείστηκαν στις φυλακές ο στρατηγός
Μήτσου και άλλοι ανώτεροι και κατώτεροι αξιωματικοί της χωροφυλακής Θεσσαλονίκης. Επίσης,
προφυλακίσθηκε ένας δοσίλογος της κατοχής ονόματι Γιοσμάς, ο οποίος, αν και καταδικασμένος,
ζούσε και βασίλευε και ήταν πρόεδρος ενός σωματείου «Αγωνιστών και θυμάτων Εθνικής
Αντιστάσεως» που το χρηματοδοτούσαν τα μυστικά κονδύλια του κράτους. Μέλος του σωματείου
αυτού ήταν ο ένας από τους δυο φυσικούς αυτουργούς της δολοφονίας, ο Γκοτζαμάνης, που
οδηγούσε το τρίκυκλο του θανάτου. Ο δεύτερος δολοφόνος, ο Εμμανουηλίδης, επέδειξε, όταν
πιάστηκε, ειδική ταυτότητα που βεβαίωνε ότι ήταν μέλος της σωματοφυλακής της βασίλισσας
Φρειδερίκης... Επίσης, αποδείχτηκε ότι είχε χρησιμοποιηθεί από το επίσημο κράτος για την
προστασία της ζωής του στρατηγού Ντε Γκωλ κατά την επίσκεψη του Γάλλου Προέδρου στην Αθήνα.
Κατά το διάστημα της φυλακίσεως των αξιωματικών το υπερκράτος έζησε στιγμές αγωνίας. Ο λόγος
ήταν ότι ούτε ο στρατηγός Μήτσου, ούτε οι συνεργάτες του είχαν την ελάχιστη διάθεση ν'
αυτοθυσιαστούν. Και προκειμένου να «πληρώσουν τα σπασμένα» δεν θα διστάζανε να
αποκαλύψουν τα «υψηλά πρόσωπα» από τα οποία είχαν πάρει την εντολή του εγκλήματος. Αλλ'
αυτό θα ήταν καταστροφή για το υπερκράτος. Στην κρίσιμη στιγμή τα προσχήματα παραμερίστηκαν.
Η υπερκυβέρνηση πήρε την κατάσταση στα χέρια της... Ο Μήτσου και οι άλλοι αξιωματικοί
μετεφέρθησαν από τις φυλακές σε αστυνομικά γραφεία και ζούσαν μέσα εκεί εντελώς ελεύθεροι,
κάνοντας μάλιστα χρήση του αξιώματός τους. (Έδιναν διαταγές, κατευθύνοντας τη δραστηριότητα
της αστυνομίας, δέχονταν όλη μέρα συγγενείς, φίλους και πολιτικά πρόσωπα, προέβαιναν σε
πύρινες απειλητικές δηλώσεις εναντίον των δικαστών και της αντιπολιτεύσεως και γενικά
εξακολουθούσαν να είναι αφεντικά και όχι προφυλακισμένοι για ειδεχθές έγκλημα).
Παρ' όλα αυτά ένας απ' αυτούς μίλησε. Τον Ιούνιο του 1965 ο μοίραρχος Καπελώνης, μέσα από τη
φυλακή, απεκάλυψε με υπόμνημα προς τον ανακριτή Σαρτζετάκη ότι η αντιδιαδήλωση της δεξιάς,
έξω από την αίθουσα που εκφωνούσε λόγο ο Λαμπράκης, είχε εξ ολοκλήρου σκηνοθετηθεί από τη
γενική ασφάλεια Θεσσαλονίκης. Επί πλέον, κατήγγειλε ότι στο κρατητήριο τον επισκέπτονταν οι
συγκατηγορούμενοί του στρατηγός Μήτσου κλπ. και τον πίεζαν να κρατήσει κλειστό το στόμα του
και να είναι βέβαιος ότι τα «υψηλά πρόσωπα» είχαν τη δύναμη να τον αθωώσουν και να
ανταμείψουν την καλή διαγωγή του με ανώτερα αξιώματα.
Στο σημείο αυτό που οι αποκαλύψεις του Καπελώνη ήταν δυνατό να κάμψουν τους δισταγμούς και
άλλων και να τους κάμουν να λύσουν τη σιωπή τους, το κατεστημένο, δια του Κόλλια, εγκατέλειψε
και το τελευταίο ίχνος ντροπής. Ο Κόλλιας, παραβιάζοντας την αρχή της μη επεμβάσεως στο έργο
της ανακρίσεως, διέταξε τον διαχωρισμό της ανακρίσεως μεταξύ πολιτών και αξιωματικών. Έτσι, οι
ηθικοί αυτουργοί Μήτσου κλπ. ξέφυγαν από τα χέρια του Σαρτζετάκη και του Μπούτη. Και σαν να
μην έφτανε αυτό, ο ίδιος ο Κόλλιας καθόρισε τη σύνθεση ενός συμβουλίου πλημμελειοδικών από
μέλη της «χούντας των δικαστών». Το συμβούλιο αυτό, εκτελώντας τυφλά τις εντολές του Κόλλια,
διέταξε την αποφυλάκιση των κατηγορουμένων, με το αιτιολογικό ότι η αστυνομία ορθώς έμεινε
Digitized by 10uk1s

απαθής όταν διεπράττετο ενώπιον αυτής το έγκλημα, εφ' όσον οι επικεφαλής αξιωματικοί «έκριναν
ότι τυχόν παρέμβασίς των θα επεδείνωνε την όλην κατάστασιν...!».
Μέσα σ' αυτό το όργιο των παρεμβάσεων και των προσκομμάτων για να συγκαλυφθούν οι ένοχοι
της δολοφονίας ο ανακριτής Σαρτζετάκης συνέχιζε αλύγιστος το ανακριτικό του έργο. Ο Κόλλιας τον
έπαιρνε ο ίδιος στο τηλέφωνο. Πηγαινοερχόταν στη Θεσσαλονίκη. Αλλά ούτε οι υποσχέσεις, ούτε οι
απειλές απέδωσαν. Οι απαντήσεις του Σαρτζετάκη ήταν κοφτές: «Παίρνω εντολές μόνον από τη
δικαστική μου συνείδηση». Τις ίδιες αφόρητες πιέσεις υφίσταντο και οι εισαγγελείς Μπούτης και
Δελαπόρτας. Αλλά κανείς δεν εκάμφθη. Ούτε όταν τους διαμηνύθηκε με παγερή ωμότητα ότι ο
κίνδυνος θανάτου απειλεί όχι μόνο τους ίδιους, αλλά και τις οικογένειές τους.
Αργότερα, ο εισαγγελέας Μπούτης πέθανε. Και ο Σαρτζετάκης, στη νεκρολογία που έκαμε,
αποκάλυψε ότι ο Μπούτης του είχε μιλήσει για τις απειλές εναντίον του, κατά την περίοδο των
ανακρίσεων. Και του είχε πει: «Χρήστο μου, ας έλθουν να με σκοτώσουν. Άτιμος εγώ δεν γίνομαι».
Ο επίλογος της υποθέσεως Λαμπράκη δεν παρουσιάζει τίποτα το πρωτότυπο. Τα «υψηλά
πρόσωπα», με διάφορα διαδικαστικά τεχνάσματα, εμπόδισαν τη διεξαγωγή της δίκης. Η εν τω
μεταξύ κυβέρνηση της Ενώσεως Κέντρου εφαρμόζοντας πολιτική «λήθης» δεν επέδειξε ζήλο για την
απόδοση δικαιοσύνης στην υπόθεση Λαμπράκη. Η ΕΔΑ την κατηγόρησε για «προστατευτική
επιείκεια» απέναντι των ενόχων. Και αυτή η κατηγορία δεν είναι υπερβολική, υπό την έννοια ότι εν
ονόματι της μη επεμβάσεως στο έργο της δικαιοσύνης η κυβέρνηση Παπανδρέου άφησε
ανενόχλητους τους πράκτορες της CIA και το παλάτι να οργιάζουν υπέρ της σωτηρίας των
δολοφόνων.
Και τελικά η μη απόδοση δικαιοσύνης θριάμβευσε. Μετά το μοναρχικό πραξικόπημα της 15ης
Ιουλίου 1965 έγινε η δίκη —επί κυβερνήσεως βασιλικών ανδρεικέλων— και όλοι οι κατηγορούμενοι
αξιωματικοί αθωωθέντες απεδόθησαν «λευκοί εις την κοινωνίαν». Και το Σεπτέμβριο 1968 η
χουντική κυβέρνηση Παπαδόπουλου ακύρωσε τα διατάγματα αποστρατείας και τους επανέφερε
μετά τιμών στα αξιώματά τους...!
Εξ άλλου, το Νοέμβριο 1969 η Χούντα αποφυλάκισε και τον Σ. Γκοτζαμάνη, οδηγό του τρικύκλου και
αυτουργό της δολοφονίας Λαμπράκη. Ο Γκοτζαμάνης είχε καταδικαστεί σε ποινή φυλακίσεως 11
1/2 ετών. Εξέτισε ποινή 3 1/2 ετών. Το υπόλοιπο του χαρίστηκε από τους συνταγματάρχες με το
αιτιολογικό της «καλής διαγωγής» και του «προτέρου εντίμου βίου»! Έτσι, δεν έμεινε ούτε σκιά
αμφιβολίας για την εκλεκτική συγγένεια της δικτατορικής κυβερνήσεως με τους φυσικούς και
ηθικούς αυτουργούς του εγκλήματος της Θεσσαλονίκης.
Ο ανακριτής Σαρτζετάκης συνελήφθη μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Αφού
ταλαιπωρήθηκε αρκετούς μήνες αφέθη ελεύθερος. Όταν ζήτησε διαβατήριο για το Εξωτερικό οι
αρχές της δικτατορίας του απαγόρευσαν την έξοδο από την Ελλάδα. Και στο διάταγμα που τον
απέλυσε από το δικαστικό σώμα 64 αναγράφεται σαν αιτιολογικό ότι «δια της εν τω δικαστικώ
σώματι και τη κοινωνία διαγωγής και συμπεριφοράς του, ιδία δε εν τη ενασκήσει των καθηκόντων
του ως ανακριτού, επέδειξε στάσιν ασυμβίβαστον προς το λειτούργημά του ως δικαστού,
προκαλέσας δικαιολογημένως δυσμενή σχόλια εις βάρος του».
Τον Ιανουάριο 1971 ο Σαρτζετάκης συνελήφθη και πάλι από την ΕΣΑ και κρατήθηκε επί 10 μήνες
χωρίς δίκη. Όταν βγήκε τα μαρτύρια της ιεράς εξετάσεως που υπέστη τον είχαν μεταβάλει σ' ένα
φάντασμα του εαυτού του.
Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθεί η διεστραμμένη ικανοποίηση που αισθάνθηκε η στρατιωτική
ηγεσία για το προμελετημένο έγκλημα της Θεσσαλονίκης.
Digitized by 10uk1s

Στις 24 Μαΐου 1963, και ενώ ακόμη ο Λαμπράκης πάλευε μεταξύ ζωής και θανάτου, εστάλη σ' όλες
τις μονάδες το ακόλουθο ενημερωτικό σήμα του Γενικού Επιτελείου Στρατού: «Οι υπό το
προσωπείον των Φίλων της Ειρήνης κομμουνισταί, μετά την αποτυχούσαν προσπάθειαν
εμφανίσεώς των εις Αθήνας δια της περιφήμου Πορείας της Ειρήνης, εξεστράτευσαν εις
Θεσσαλονίκην. Ούτοι εγκατασταθέντες προχθές εις κεντρικήν αίθουσαν και τοποθετήσαντες έξωθι
ταύτης μεγάφωνα ήρχισαν δια της εκφωνήσεως κομμουνιστικών συνθημάτων να προκαλούν...
»... Ο λαός της Θεσσαλονίκης προκληθείς υπό των ερυθρών πρακτόρων έδωσε την απάντησίν
του...» Το σήμα έφερε τα στοιχεία «ΓΕΣ/ΙΙΙ προς 2ον ΕΓΦ/Φάκελλος/281/3/9/424648 και την
υπογραφή Α. Ζαλοχώρης, συνταγματάρχης-διευθυντής», με τίτλο «Ο κομμουνισμός προκαλεί».
Και ο Λαμπράκης; Το κατεστημένο τον σκότωσε. Αλλά στην ψυχή του ελληνικού λαού υψώθηκε
σύμβολο δόξας, τιμής και παλικαριάς. Η κηδεία του έμεινε ιστορική. Εκατοντάδες χιλιάδες Αθηναίοι
έκλαιγαν συνοδεύοντας το φέρετρο του «νεκρού αδελφού». Και ο σεμνός τάφος του σκεπάστηκε μ'
ένα βουνό από λουλούδια. Στο όνομά του ιδρύθηκε η «Δημοκρατική Νεολαία Γρηγόρης
Λαμπράκης», που αγκάλιασε την πλειοψηφία των δημοκρατικών νέων της Ελλάδας. Η θυσία του
Λαμπράκη έγινε έμπνευση για να γραφτούν βιβλία65, να δημιουργηθούν έπη και θρύλοι. Ποιήματα
στιχουργήθηκαν. Η ζωή του έγινε μουσική. Ο Λαμπράκης πέρασε στους αθάνατους. Και
πεθαίνοντας ράντισε με το τίμιο αίμα του το δένδρο της δημοκρατίας.

Είκοσι μέρες μετά το έγκλημα της Θεσσαλονίκης ο πρωθυπουργός Καραμανλής υπέβαλε την
παραίτησή του. Και σε πέντε μήνες η χώρα είχε δημοκρατική κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον
Γεώργιο Παπανδρέου.

Το τρίτο στοιχείο που έφερε στην επιφάνεια η δολοφονία του Λαμπράκη ήταν η ύπαρξη του
υπερκράτους, που ήταν στην υπηρεσία της υπερκυβερνήσεως και δρούσε βάσει ενός άγραφου
υπερσυντάγματος. Το απόγευμα της 22ας Μαΐου, όταν του μετέδωσαν την είδηση της δολοφονίας
του Λαμπράκη, ο πρωθυπουργός Καραμανλής τινάχτηκε όρθιος από την καρέκλα του και βρίζοντας
θεούς και δαίμονες ούρλιαξε: «Ποιος επιτέλους κυβερνάει αυτόν τον τόπο;».
Ο Παπανδρέου στη Βουλή κατηγόρησε τον Καραμανλή σαν «ηθικό αυτουργό του εγκλήματος». Η
κατηγορία δεν ήταν δίκαιη. Η δολοφονία σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε πίσω από την πλάτη του
πρωθυπουργού. (Όπως επίσης και η δολοφονική απόπειρα κατά του Ελευθέριου Βενιζέλου 30
χρόνια πριν είχε οργανωθεί εν πλήρει αγνοία του τότε πρωθυπουργού Παναγή Τσαλδάρη). Η
αγανάκτηση επομένως του Καραμανλή ήταν ειλικρινής. Το χωριατόπαιδο του Κιούπκιοϊ πρέπει να
διαισθάνθηκε εκείνη τη στιγμή ότι οι υπερδυνάμεις εκείνες που τον είχαν κάνει πρωθυπουργό
«(...«Εγώ έκανα τον Κώστα...»!) δεν θα είχαν δισταγμούς να τον πετάξουν βορά στο πλήθος... Και το
ένστικτο δεν τον γέλασε.
Παρ' όλα αυτά, οι ευθύνες του Καραμανλή είναι μεγάλες, γιατί επί οκτώ χρόνια που κατείχε το
αξίωμα του πρωθυπουργού ανεχότανε να υπάρχει και να δρα πάνω από αυτόν η πολυπλόκαμη
υπερκυβέρνηση της Αγίας Τριάδος (ανακτόρων, CIA και ολιγαρχίας).
Το καρκίνωμα της υπερκυβερνήσεως πρωτοεμφανίστηκε κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού
(1915-1920), με κορυφαίους τον τότε βασιλιά Κωνσταντίνο, τη Γερμανίδα σύζυγό του Σοφία και τον
επιτελάρχη Ιωάννη Μεταξά. Υπερκρατικές δυνάμεις ήσαν οι διαβόητες οργανώσεις των
«Επιστράτων» και τμήματα του στρατού και της χωροφυλακής. Η μορφοποίηση του καρκινώματος
Digitized by 10uk1s

αυτού, με πλήρη επιτελική διάρθρωση, συντελέσθηκε κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου
(1946-1949). Κορυφή της πυραμίδας ήταν η βασίλισσα Φρειδερίκη, ο εκάστοτε αρχηγός της CIA
στην Ελλάδα και ένας εκπρόσωπος της οικονομικής ολιγαρχίας. Κύριο δυναμικό έρεισμα ήταν ο
στρατός, διοικούμενος από τη στρατιωτική οργάνωση «ΙΔΕΑ», την καθοδήγηση της οποίας είχαν
κληρονομήσει οι Αμερικανοί από τους Άγγλους. Τα πλοκάμια του υπερκράτους απλώνονταν σ'
όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής: Στα σώματα ασφαλείας, στη δικαιοσύνη, στην Εκκλησία, στα
πανεπιστήμια, στη δημοσιοϋπαλληλική ιεραρχία, στις τράπεζες... Πράκτορες του υπερκράτους δεν
ήσαν συνήθως οι επικεφαλής των τομέων αυτών, αλλά μεσαία στελέχη, τα οποία όμως, λόγω της
πηγής από την οποία αντλούσαν τη δύναμη, διέθεταν πολύ μεγαλύτερη ισχύ από τους ανωτέρους
τους.
Ο Σταύρος Κωστόπουλος, που διετέλεσε υπουργός Εξωτερικών και Εθνικής Αμύνης, μου διηγήθηκε
μετά το εκλογικό πραξικόπημα του 1961 το εξής αποκαλυπτικό περιστατικό: Στις παραμονές των
εκλογών είχε πάει στη Μεσσηνία, εκλογική του περιφέρεια, όπου όμως εμποδίστηκε από την
αστυνομία και τα TEA να περιοδεύσει και εκφωνήσει λόγους. Κατάπληκτος και οργισμένος
επισκέφθηκε στην Καλαμάτα τον ανώτερο διοικητή χωροφυλακής, που συνέβαινε να είναι
προσωπικός του φίλος και προστατευόμενός του. Ο διοικητής τον δέχτηκε με εξαιρετική
εγκαρδιότητα και σεβασμό. Αλλά όταν άκουσε τα παράπονα και τις εκρήξεις θυμού του
Κωστοπούλου κούνησε το κεφάλι του, κοίταξε αν η πόρτα είναι καλά κλεισμένη και χαμηλώνοντας
τη φωνή του είπε: «Άκουσε με, κύριε υπουργέ. Εγώ είμαι κατά τύπους διοικητής. Τη διοίκηση την
ασκεί ένας μοίραρχος που παίρνει κατ' ευθείαν εντολές από το παλάτι. Αν αντιταχθώ στις
παρανομίες που διαπράττει την άλλη μέρα θα με μεταθέσουν στα σύνορα, αν δεν με
αποστρατεύσουν...».
Αυτό το είδος των «κομμισαρίων» είχε απλωθεί σ' όλη τη χώρα, σαν ένας θεσμός, που κανένας δεν
τολμούσε να τον θίξει. Συνέβαινε, τις περισσότερες φορές, το αντίθετο! Οι τυπικοί προϊστάμενοι
των υπηρεσιών, ζηλεύοντας τη δύναμη και τα ιδιαίτερα προνόμια των κομμισαρίων, να
υπερακοντίζουν αυτούς σε έκνομες αυθαιρεσίες. Έτσι, με τον καιρό, επήλθε μια αυτόματη
συγχώνευση κράτους και παρακράτους, που κατέληξε στο συμπαγές «στρατιωτικό και αστυνομικό
κράτος της δεξιάς».
Στη συγκεκριμένη περίπτωση της δολοφονίας του Λαμπράκη εκπρόσωπος του υπερκράτους στη
Θεσσαλονίκη ήταν ο τότε γενικός γραμματέας του υπουργείου Βορείου Ελλάδος Ιωάννης Χολέβας
(επί δικτατορίας, υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας). Ποιος ακριβώς πήρε από την υπερκυβέρνηση
των Αθηνών τις εντολές να οργανώσει τη δολοφονία Λαμπράκη δεν είναι γνωστό. (Ο τότε υπουργός
Β. Ελλάδος δεν γνώριζε απολύτως τίποτα). Αλλά ποιοι ήσαν αυτοί που εξετέλεσαν το έγκλημα; Και
ποιοι εκτελούσαν τα άλλα, λιγώτερο εντυπωσιακά, εγκλήματα, για λογαριασμό του υπερκράτους;
Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό χρειάζεται να θυμίσουμε ότι η κατοχή με τα τάγματα
ασφαλείας, τη «Χ» του Γρίβα και τις άλλες συμμορίες που ωργάνωσαν οι Γερμανοί ναζιστές —και
ακόμη περισσότερο η μόνιμη πληγή της φτώχειας και της υποαπασχολήσεως— είχαν εκβράσει ένα
υπόκοσμο της ελληνικής κοινωνίας, που αποτέλεσε το έμψυχο υλικό των λεγόμενων
«παρακρατικών» οργανώσεων. Όποιος έχει διαβάσει τα καταστατικά τους θαμπώνεται από την
διακηρυσσόμενη αγνότητα προθέσεων. Η «Ελληνική Βασιλική Οργάνωση Νεολαίας» (EBON)
διεκήρυττε ότι αποβλέπει στην ελληνοχριστιανική αγωγή των Ελλήνων. Περίπου τα ίδια
επαγγέλλονταν οι «Άλκιμοι», οι «Ελπιδοφόροι Νέοι», η «ΕΚΟΦ», η «Καρφίτσα», οι «Εγγυηταί του
Βασιλέως» και άλλες αντίστοιχες καστανόχρωμες οργανώσεις. Η πρακτική της ελληνοχριστιανικής
αγωγής συνίστατο κυρίως στο να καταδίδονται στην αστυνομία οι δημοκρατικοί φοιτητές ή εργάτες.
Τα μαχητικά τμήματα των φασιστικών οργανώσεων κατά τις συγκρούσεις αστυνομικών και απεργών
χτυπούσαν πισώπλατα τους απεργούς. Και τις νύχτες έστηναν ενέδρες σε λαϊκές γειτονιές
κακοποιώντας, βιάζοντας και σκοτώνοντας αγόρια και κορίτσια, που υστερούσαν σε
Digitized by 10uk1s

ελληνοχριστιανική αγωγή...
Στις επικρίσεις της αντιπολιτεύσεως οι κυβερνήσεις της δεξιάς απαντούσαν ότι επρόκειτο για
νόμιμα σωματεία ιδιωτικού δικαίου. Αλλά οποιοδήποτε σωματείο δεν επιτρέπεται να είναι
στρατιωτικά οργανωμένο, χωρίς ειδικό νόμο που να έχει ψηφιστεί από τη Βουλή. Και τέτοιος νόμος
δεν ψηφίστηκε ποτέ. Ωστόσο, οι «παρακρατικές» οργανώσεις ήσαν στρατιωτικά συγκροτημένες, με
οπλισμό, στολές, βαθμούς και πειθαρχία κατά το υπόδειγμα της χιτλερικής νεολαίας.
Εχρηματοδοτούντο από τραπεζιτικούς οργανισμούς, βιομηχανίες, από τα ιδρύματα της βασίλισσας
και βασικά από τα μυστικά κονδύλια του κράτους.
Κατά την περίοδο της «λευκής τρομοκρατίας» οι παρακρατικοί σχηματισμοί είχαν τη μορφή
ληστοσυμμοριών που λυμαίνονταν την ύπαιθρο. Οι πιο ξακουστές για τις θηριωδίες τους ήσαν οι
συμμορίες του Σούρλα 66 και του Βουρλάκη. Έκαναν επιδρομές στα χωριά της Θεσσαλίας,
σκότωναν 67 εκείνους που κατά την κρίση τους δεν ήσαν «εθνικόφρονες» και σε συνέχεια βίαζαν τις
γυναίκες και τα κορίτσια. Φεύγοντας αρπάζανε τις προίκες των κοριτσιών και ό,τι άλλο πολύτιμο
εύρισκαν. Η λεία φορτωνόταν σε καμιόνια και πουλιόταν στις πόλεις. Χρονικά η συγκρότηση των
υπερκρατικών συμμοριών συμπίπτει με την έναρξη εφαρμογής του Δόγματος Τρούμαν (1947). Ο
οπλισμός και τα οχήματα προέρχονταν από το υλικό της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας. Οι
μισθοί των ανδρών καταβάλλονταν από τα κονδύλια της αμερικανικής οικονομικής βοήθειας.
Δυο από τις υπερκρατικές οργανώσεις, με τους τίτλους «Ένωσις Αγωνιστών και Θυμάτων Εθνικής
Αντιστάσεως» και «Καρφίτσα», προσέφεραν δυο έντιμα μέλη τους, τους Γκοτζαμάνη και
Εμμανουηλίδη, που δολοφόνησαν το βουλευτή Λαμπράκη.

Η πτώση του Καραμανλή
Το ζεστό εκείνο αθηναϊκό δειλινό της 9ης Ιουνίου 1963, που ο Καραμανλής κατέβαινε βαρύθυμος
τις σκάλες των ανακτόρων και λίγο αργότερα, όταν οι έκτακτες εκδόσεις των εφημερίδων
ανήγγειλαν την παραίτησή του, η εντύπωση της κοινής γνώμης ήταν ότι είχε σημάνει το πολιτικό
τέλος του Καραμανλή και η αρχή του τέλους της δεξιάς. Υπερβολική εκτίμηση το πρώτο. Ευσεβής
πόθος το δεύτερο.
Η επίσημη εκδοχή ήταν ότι ο Καραμανλής είχε υποβάλει την παραίτηση της κυβερνήσεώς του λόγω
διαφωνίας για το θέμα της επισκέψεως του βασιλικού ζεύγους στη βρετανική πρωτεύουσα. Η
αλήθεια ήταν διαφορετική. Ο Καραμανλής δεν είχε παραιτηθεί. Είχε υποχρεωθεί σε παραίτηση —
δηλαδή είχε εκδιωχθεί. Ως προς την αιτία, ασφαλώς η επίσκεψη των βασιλέων στο Λονδίνο ήταν
ένα θέμα. Είχε γίνει δηλαδή θέμα έπειτα από τα πρόσφατα επεισόδια του Απριλίου σε βάρος της
Φρειδερίκης. Και ο Καραμανλής, σαν υπεύθυνος σύμβουλος, έκρινε ότι η επίσκεψη έπρεπε ν'
αναβληθεί, ώστε ν' αποφευχθούν ανάλογα, ίσως και ενοχλητικότερα, επεισόδια. Αλλ' η υπόθεση
της επισκέψεως στο Λονδίνο δεν ήταν κεφαλαιώδες ζήτημα, ικανό να προκαλέσει διαφωνία
στέμματος - κυβερνήσεως και πολιτική κρίση. Φυσικά, στις χώρες που λειτουργεί η δημοκρατία ο
βασιλιάς είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται με τις υπεύθυνες κυβερνητικές υποδείξεις. Αλλά
στην Ελλάδα του 1963, όπου οι σχέσεις κυβερνήσεως και στέμματος ήσαν σχέσεις υποτελείας, η
θέληση της Φρειδερίκης επιβαλλόταν αναντίρρητα.
Αλλά, τότε, ποιοι ήσαν οι πραγματικοί λόγοι της αποπομπής του Καραμανλή;
Οι άνθρωποι συνηθίζουν να φορτώνουν σ' αυτό που αποκαλούν «μοίρα» τις αδυναμίες τους, τα
λάθη τους, ακόμα και τα εγκλήματά τους. Στην προκειμένη περίπτωση η κατάρρευση της ΕΡΕ, του
Digitized by 10uk1s

κόμματος που κυβέρνησε οχτώ χρόνια χωρίς διακοπή (παίρνοντας τη σκυτάλη από το «Συναγερμό»
του Παπάγου και συνεχίζοντας την τριακονταετή διαδρομή της δεξιάς) αποδόθηκε σε διάφορα
«μοιραία» γεγονότα, που μπορεί να έπαιξαν ρόλο επιταχύνσεως της πτώσεως, αλλά δεν υπήρξαν
νομοτελειακά αίτιά της. Ο ίδιος ο Καραμανλής είπε αργότερα σ' ένα φίλο του ότι το 1963 ήταν η πιο
γρουσούζικη χρονιά της ζωής του.
Αφήνοντας κατά μέρος τις μεταφυσικές ερμηνείες σημειώνουμε ότι άλλα αίτια της πτώσεως που
προβλήθηκαν ήσαν το ξέσπασμα μιας εχθρότητας που υπέβοσκε μεταξύ Καραμανλή και
Φρειδερίκης, τα επεισόδια του Λονδίνου και η δολοφονία του Λαμπράκη. Η τελευταία εκδοχή δεν
απέχει από την πραγματικότητα, με την έννοια ότι ο βίαιος θάνατος του Λαμπράκη υπήρξε η
σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.
Σήμερα, με τη διαυγέστερη ενατένιση των γεγονότων, που μας προσφέρει η κάποια χρονική
απόσταση, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η πτώση της ΕΡΕ δεν οφείλεται σ' ένα συγκεκριμένο
γεγονός, που η αποφυγή του θα την αποσοβούσε. Ήταν το αναπόφευκτο τέλος ενός οργανισμού,
που για να διαιωνίσει τον αμαρτωλό του βίο είχε συσσωρεύσει μέσα του, επί μια οκταετία,
υπέρμετρα αυξανόμενες δόσεις διεγερτικών τοξινών, που τελικά τον οδήγησαν στην
αυτοκαταστροφή. Ο Καραμανλής, μεθυσμένος από την κατοχή της εξουσίας, είχε αρχίσει να ξεχνάει
ότι δεν ήταν παρά ο «κηπουρός» των ξένων και των ανακτόρων. Όταν συνειδητοποίησε —κυρίως με
το έγκλημα της Θεσσαλονίκης— αυτή την πραγματικότητα ήταν πια αργά. Οι αναθυμιάσεις της
σήψεως προειδοποιούσαν για τον κίνδυνο μολύνσεως ολόκληρου του κατεστημένου. Και, φυσικά,
προκειμένου να χαθούν τα πάντα, η αποπομπή του Καραμανλή θεωρήθηκε το μικρότερο κακό, η
αναγκαία ρεαλιστική κίνηση αναδιπλώσεως στην κρίσιμη στιγμή της επισφαλούς μάχης.
Θα ήταν λάθος όμως να παραμείνει η εντύπωση ότι η διαδικασία της απομακρύνσεως της ΕΡΕ από
την εξουσία συντελέστηκε μόνο με εσωτερικές διεργασίες στους κόλπους του κατεστημένου. Η
ιστορική αλήθεια είναι ότι ο βραχίονας που κατέφερε το αποφασιστικότερο πλήγμα και άνοιξε το
δρόμο των εξελίξεων ήταν ο ανένδοτος αγώνας της Ενώσεως Κέντρου, στον οποίο είχε μετουσιωθεί
η θέληση και η δύναμη της πλειοψηφίας του λαού.
Επί δυο ολόκληρα χρόνια ο Γεώργιος Παπανδρέου και τα στελέχη του κόμματος διατρέχανε τη
χώρα, από πόλη σε πόλη και από χωριό σε χωριό, σφυροκοπώντας την κυβέρνηση της βίας νοθείας, επισημαίνοντας τις ευθύνες του βασιλιά και προβάλλοντας τα ιδανικά της δημοκρατίας.
Ήταν πραγματικά ένας επικός, ασταμάτητος αγώνας του λόγου, αλλά λόγου που διαπνεότανε από
το μεγαλείο της αλήθειας και την αριστοτέλεια λογική: «Δεν επιζητούμε την εύνοια, είτε των
ανακτόρων, είτε των ξένων», εκήρυττε ο Παπανδρέου. «Αλλά και δεν ανεχόμεθα κυβέρνησιν η
οποία να στηρίζεται εις την εύνοιαν και όχι εις τον λαόν...».
Τα κηρύγματα του Παπανδρέου είχαν ευρύτατη απήχηση. Τα λιμνασμένα νερά της παρακμής και
της μοιρολατρικής υποταγής αναταράχτηκαν. Μπροστά στις αποκαρδιωμένες μάζες του λαού
ανοιγόταν το δράμα μιας ζωής καλύτερης, δικαιότερης — με ελευθερία, αξιοπρέπεια και προκοπή.
Έτσι, φούντωσε ο «ανένδοτος αγών» που τελικά οδήγησε στη νίκη της δημοκρατίας. Στον
Παπανδρέου η ιδεολογία της «Αλλαγής» είχε βρει έναν γνήσιο εκφραστή.
Πέρα όμως από τα γενικά αίτια για το γκρέμισμα της ΕΡΕ παραμένουν ακόμα ιστορικά
ανεξακρίβωτες οι ειδικές συγκεκριμένες αφορμές που την προκάλεσαν. Μια από τις εγκυρότερες
εκδοχές είναι η εκδηλωθείσα πρόθεση του Καραμανλή να περιορίσει τη βασιλική εξουσία επί του
στρατού και των σωμάτων ασφαλείας. Λίγες μέρες πριν από την αποπομπή του ο Καραμανλής είχε
καλέσει τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού, αντιστράτηγο Κωνσταντίνο Σακελλαρίου, και
του ζήτησε να κάνει ορισμένες μεταβολές σε ανώτατες θέσεις. Ο Σακελλαρίου, αντί να
συμμορφωθεί, πήγε στα ανάκτορα και κατέδωσε στο βασιλιά τα σχέδια του πρωθυπουργού. Η
Digitized by 10uk1s

Φρειδερίκη έγινε έξω φρενών. Είχε προηγηθεί ένα άλλο επεισόδιο, που είχε ήδη εκτραχύνει τις
σχέσεις της με τον Καραμανλή. Στους διαδρόμους του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός», που
νοσηλευόταν ο Παύλος, η Φρειδερίκη συνάντησε τον πρωθυπουργό και αξίωσε να αναβληθεί ο
εορτασμός για τη χιλιετηρίδα του Αγίου Όρους, μέχρι να αναρρώσει ο ασθενής σύζυγός της. Ο
Καραμανλής παρατήρησε ότι είχαν γίνει έξοδα πολλών εκατομμυρίων. Κατακόκκινη από το θυμό η
Φρειδερίκη φώναξε:
—Ώστε δεν αξίζουμε αυτά τα εκατομμύρια;
Εξάλλου, και ο Κωνσταντίνος, διάδοχος ακόμα, είχε ρθει σε οξεία προσωπική προστριβή με τον
πρωθυπουργό. Σε μια τηλεφωνική συνδιάλεξη ο Κωνσταντίνος διαμαρτυρήθηκε σε τόνο «άκουσε
εδώ Καραμανλή...» επειδή η κυβέρνηση δεν αντιπροσωπεύθηκε στην ενθρόνιση του νέου
αρχιεπισκόπου Ιακώβου, στην οποία παρίστατο ο βασιλιάς. Κατά τον διάδοχο, ο βασιλιάς εξετίθετο
σαν να ευνόησε την εκλογή του Ιακώβου στην κορυφή της εκκλησίας, παρά την κατακραυγή της
κοινής γνώμης. (Υπήρχαν φήμες ότι ο νέος αρχιεπίσκοπος κατείχετο από το πάθος της
ομοφυλοφιλίας...).
Ο Καραμανλής απάντησε σε ανάλογο τόνο και η τηλεφωνική συνομιλία διαδόχου - πρωθυπουργού
εξετράπη σε απίθανη ανταλλαγή χυδαιοτήτων.
Η πολιτική τύχη του Καραμανλή είχε κριθεί. Αλλά και πάλι η απομάκρυνσή του θα παρουσίαζε
δυσκολίες στην περίπτωση που ο πρωθυπουργός θα ήθελε να κάνει τον «σκληροτράχηλο». Ίσως για
να προληφθεί κάτι τέτοιο χρησιμοποιήθηκαν από το παλάτι τα μεγάλα «ατού». Απροσδόκητα ο
Καραμανλής, πρωθυπουργός ακόμη, δέχτηκε την επίσκεψη των τεσσάρων επιτελαρχών, οι οποίοι
του είπαν, χωρίς πολλές περιστροφές, ότι πληροφορήθηκαν την διαφωνία στέμματος κυβερνήσεως και «συνιστούν», εξ ονόματος των ενόπλων δυνάμεων, στον πρωθυπουργό να
υποβάλλει την παραίτησή του. Ο Καραμανλής υπέκυψε 68.
Έπρεπε όμως να υποκύψει; Είχε δυνατότητες αντιδράσεως στην ωμή παρέμβαση των στρατηγών
του βασιλιά;
Αδίστακτα μπορούμε να πούμε ότι για τον Καραμανλή είχε παρουσιαστεί η μεγάλη στιγμή της ζωής
του. Αν την αντιμετώπιζε σωστά θα κέρδιζε τον τίτλο του «Μεγάλου». Οι ανομίες του παρελθόντος
θα έσβηναν. Και θα έμπαινε στην ιστορία με τίτλους εθνικού ηγέτη. Αν έδιωχνε τους επιτελάρχες
και με διάγγελμα κατάγγελλε το παλάτι και τους ξένους σαν κακούς δαίμονες της εθνικής ζωής ο
λαός όχι μόνο θα τον συγχωρούσε, αλλά και θα τον αποθέωνε. Έχουμε λόγους, εξάλλου, να
πιστεύουμε ότι τα κόμματα της αντιπολιτεύσεως — παρά την οξεία αντίθεση που τα χώριζε από την
ΕΡΕ — θα ήσαν συμπαραστάτες του Καραμανλή, αν με τις πράξεις του έδειχνε ότι ήταν ειλικρινά
αποφασισμένος ν' αγωνιστεί για να μπει ένα τέλος στο καρκίνωμα της βασιλοαμερικανικής
υπερκυβερνητικής εξουσίας.
Τίποτα απ' αυτά τα ανεδαφικά και τα ανορθόδοξα — που προϋποθέτουν μεγάλη αρετή και
μεγαλύτερη τόλμη — δεν συνέβη. Ο Καραμανλής υποτάχτηκε στους στρατηγούς. Πειθάρχησε στο
υπερκράτος. Δέχτηκε αδιαμαρτύρητα την κλωτσιά της Φρειδερίκης και του γιου της. Και αμέσως
μετά την παραίτησή του έφευγε κρυφά για τη Ζυρίχη και αργότερα για το Παρίσι 69.
Πολλές ερμηνείες δόθηκαν για τη φυγή του Καραμανλή και την απουσία οποιασδήποτε
αντιδράσεως στην κτηνώδη μεταχείρισή του. Οι υμνητές του παρουσιάζουν τη στάση του σαν μια
υπέρτατη θυσία στο βωμό της εθνικής ενότητας (προφανώς εννοώντας την «ενότητα» της αγίας και
ομοουσίου τριάδας παλατιού, ξένης κηδεμονίας και ολιγαρχίας). Οι εχθροί του ισχυρίζονται ότι
έφυγε φοβούμενος την αποκάλυψη των σκανδάλων, μετά την αναπόφευκτη άνοδο του κέντρου
Digitized by 10uk1s

στην εξουσία, οπότε θα ήταν δυνατό να προκύψουν ευθύνες και για τον ίδιον προσωπικά. Ο
Μεϋνώ, ο οξυδερκέστερος μελετητής της περιόδου εκείνης, αφού υπογραμμίζει ότι «ο μονάρχης
απέπεμψε τον πρωθυπουργό του όπως ένα αφεντικό απολύει έναν υφιστάμενο που διέπραξε
σφάλματα», θεωρεί περισσότερο αξιόπιστη αιτία της φυγής του Καραμανλή την «προσωπική του
λιποψυχία».
Ο συγγραφέας του βιβλίου αυτού που παρακολούθησε από πολύ κοντά την πολιτική ζωή της
Ελλάδας δεν συμμερίζεται καμιά από τις παραπάνω ερμηνείες. Ο Καραμανλής δεν ήταν λιπόψυχος.
Και δεν φοβήθηκε ποτέ στα σοβαρά ότι ο Γ. Παπανδρέου, με τη γενναιοφροσύνη που τον διέκρινε,
θα τον έκλεινε στη φυλακή για τα σκάνδαλα των φίλων και συγγενών του.
Κάτι άλλο φοβότανε ο Καραμανλής. Και αυτό το «κάτι» ήταν το αμείλικτο παλάτι και η CIA, που με
την σατανικότητά τους κρατούσαν τεκμήρια όχι πολύ κολακευτικά για τον διωγμένο πρωθυπουργό.
Ένα από αυτά φαίνεται να ήταν και το περίφημο «μνημόνιον» για το κυπριακό. Το 1955, όταν ο τότε
πρωθυπουργός Παπάγος ήταν βαριά άρρωστος και πλησίαζε το τέλος του, ανεζητείτο από την CIA ο
διάδοχός του, που όμως έπρεπε να είναι κατάλληλος και πρόθυμος να δεχτεί λύση του κυπριακού
ζητήματος που να αναγνωρίζει δικαιώματα και στην Τουρκία. Ο Καραμανλής βολιδοσκοπήθηκε.
Έγινε μια σύσκεψη και η συμφωνία διατυπώθηκε σ' ένα «μνημόνιο». Αμέσως μετά το θάνατο του
Παπάγου ο Καραμανλής προωθήθηκε στην πρωθυπουργία. Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1959,
υπέγραφε — μαζί με τον Ε. Αβέρωφ — στη Ζυρίχη και στο Λονδίνο την αγγλο-ελληνοτουρκική
συμφωνία που αναγνώριζε στην Τουρκία δικαιώματα συγκυβερνήσεως και στρατιωτικής
παρουσίας 70.
Οι συμφωνίες της Ζυρίχης εκφράζανε μια πολιτική εθνικής συνθηκολογήσεως υπέρ των Τούρκων.
Λαμβανομένου όμως υπ' όψη του στρατηγικού ενδιαφέροντος των Ηνωμένων Πολιτειών για την
Τουρκία ο Καραμανλής είχε προσφέρει με την υπογραφή του μιαν ανεκτίμητη υπηρεσία στην
αμερικανική διπλωματία 71.
Εύλογη λοιπόν, η ανησυχία του Καραμανλή μπροστά στο ενδεχόμενο να διοχετευθεί από την
αδίστακτη CIA στον τύπο το απαίσιο εκείνο μνημόνιο.
Όσο βαθύτερα μπαίνει το νυστέρι του ερευνητή στα γεγονότα της δεκαετίας τόσο εδραιώνεται η
πεποίθηση ότι κρίσιμη αφετηρία των ανώμαλων εξελίξεων που καταλήξανε στη δικτατορία των
συνταγματαρχών παραμένει το εκλογικό πραξικόπημα (με ενδιάμεσο σταθμό τη σατραπική
πρωτοβουλία της 15 Ιουλίου 1965). Στις παραμονές εκείνων των εκλογών (1961) ο δείκτης είχε
αρχίσει να διαγράφει την καμπύλη κάμψεως της ΕΡΕ. Την σταμάτησε βίαια ο στρατός με το σχέδιο
«Περικλής». Με «λογική» παραδοσιακή βία - νοθεία θα κατάφερνε ώστε η ελληνική δεξιά, αν και
νικημένη, να παραμένει μια ισχυρή πολιτική δύναμη, με πολλές πιθανότητες επιστροφής, αργότερα,
στην εξουσία. Αντί για τη σοφή αυτή διαδικασία της δημοκρατίας, που στηρίζεται στο νόμο της
εναλλαγής των κομμάτων και αφήνει ανέπαφο το κατεστημένο (εφαρμόζεται με επιτυχία στη
Δυτική Ευρώπη), προκρίθηκε η συνταγή της ωμής βίας. Από κείνη τη στιγμή ένοιωθες ότι η ως τότε
αναιμική και μισοπαράλυτη δημοκρατία θάπαιρνε την κάτω βόλτα και θα ζούσε με ενέσεις
τονωτικές (1963-1965), ωσότου την αποτελειώσουν κάποιοι δήμιοι (στην περίπτωσή μας οι
συνταγματάρχες).
Το ερώτημα που δεν μπορούμε ν' αποφύγουμε είναι: Δεν πρόβλεπαν ή δεν υποπτεύτηκαν καν οι
«φωτισμένοι» ηγέτες της δεξιάς ή οι πανέξυπνοι φορείς της ολιγαρχίας ότι τα πραξικοπήματα του
'61 και του '65 θα άνοιγαν το δρόμο σε μια μακρόχρονη «ανωμαλία» με ανεξέλεγκτες δυνάμεις που
μοιραίο τέρμα της κινδυνεύει να είναι η καταστροφή του ελληνικού έθνους προς όφελος ξένων
ενδιαφερομένων;

Digitized by 10uk1s

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι σκληρή. Για την άρχουσα τάξη (που απλή πολιτική της
έκφραση είναι η δεξιά) δεν υπάρχει εθνική συνείδηση, ή μάλλον συνείδησή της είναι η διατήρηση
και επαύξηση — όσο το επιτρέπουν οι συνθήκες — των «κεκτημένων» προνομίων. Το ίδιο, φυσικά,
ισχύει για τη δυναστεία και για την ξένη προστασία. Επομένως, δεν ήταν έξω από την εθνική λογική
του κατεστημένου το συνειδητό γκρέμισμα των τειχών που προστάτευαν την ανάπηρη δημοκρατία.
Για να γίνει πιο κατανοητή η εξήγηση που δίνουμε ας κάνουμε τον εξής υποθετικό συλλογισμό:
Μπροστά στον κ. «Α», παράγοντα της οικονομικής ολιγαρχίας, μπαίνει ωμά το δίλημμα να διαλέξει
ανάμεσα σε δυο φανταστικές απειλές: Η μια προέρχεται από τις λαϊκές δυνάμεις, που στο πολιτικό
τους πρόγραμμα έχουν την εθνικοποίηση των βασικών μέσων παραγωγής. Συμβαίνει δε να
υπάγονται στο «αντεθνικό» αυτό πρόγραμμα και οι δικές του μεγάλες επιχειρήσεις.
Η άλλη απειλή έχει προέλευση την Τουρκία, η οποία — επίσης υποθετικά— πρόκειται να εισβάλλει
και να κάνει κατοχή στη χώρα μας, με όλα τα προβλεπόμενα επακόλουθα: Θα αρπάξει τμήμα της
εθνικής «επικρατείας», θα δηώσει, θα καταστρέψει, θα σφάξει τους «έξαλλους», θα βιάσει
ελληνοπούλες, θα... θα... Αλλά θα αφήσει ανέγγιχτες τις μεγάλες επιχειρήσεις του κ. «Α».
Το ίδιο δίλημμα έχει ν' αντιμετωπίσει ο βασιλιάς και ένας αξιωματικός - βασανιστής της ΕΣΑ. Η
πρώτη απειλή οδηγεί στην εκθρόνιση (για το βασιλιά) και στην παραπομπή σε δίκη (για το
βασανιστή). Η δεύτερη εξασφαλίζει και στους δυο την αδιατάρακτη συνέχιση, υπό τουρκική κατοχή,
των καλοπληρωμένων υπηρεσιών τους.
Ζητάμε τώρα από τον κ. «Α» της ολιγαρχίας, τον (εκάστοτε) βασιλιά και τον ανώνυμο αξιωματικό βασανιστή να βάλουν το χέρι στην καρδιά και ν' απαντήσουν: Ποιο από τα δύο σκέλη του
διλήμματος θεωρούν «μικρότερο κακό» για το έθνος και για τον εαυτό τους;
Τα διδάγματα της ιστορίας μας λένε ότι και οι τρεις, στην τύχη διαλεγμένοι, στυλοβάτες του
κατεστημένου και της «εθνικοφροσύνης» αδίστακτα θα προτιμήσουν την τουρκική κατοχή και τον
αφανισμό του έθνους από την άνοδο στην εξουσία των λαϊκών δυνάμεων.
Να γιατί το εκλογικό πραξικόπημα του '61 (όπως και το μοναρχικό πραξικόπημα του '65) δεν ήταν
μια τυχαία αυθαιρεσία «θερμόαιμων», αλλά νομοτελειακή πράξη, υπαγόμενη στους αδυσώπητους
κοινωνικούς νόμους που κινούν την ιστορία...
Η (ανθρώπινη;) ψυχή της άρχουσας τάξεως γίνεται φοβερότερη και από την τίγρη, όταν πρόκειται
να υπερασπιστεί το ιερό δικαίωμα να εκμεταλλεύεται τον άνθρωπο.

Digitized by 10uk1s

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV
Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Η πτώση της ΕΡΕ τον Ιούνιο 1963 δεν άνοιξε διάπλατα τη λεωφόρο της δημοκρατίας, ούτε
εξομάλυνε, δια μαγείας, τα συσσωρευμένα εκρηκτικά προβλήματα. Αντίθετα, τα πράγματα
απέδειξαν ότι η πορεία προς την ομαλότητα ήταν ένας ανώμαλος δρόμος μετά πολλών εμποδίων.
Προτού «παραιτηθεί» ο Καραμανλής, το παλάτι και η CIA είχαν αρχίσει τις ραδιουργίες για να
βάλουν σε δικό τους καλούπι τη διάδοχη κατάσταση. Διατηρώντας αμετάβλητους τους
στρατηγικούς στόχους τους μηχανορραφούσαν για το πώς — και μετά την πτώση της ΕΡΕ — θα
διατηρούσαν τον έλεγχο των καινούργιων πολιτικών διαμορφώσεων. Στο μεταξύ η Ένωση Κέντρου
ζητούσε εκλογές με υπηρεσιακή κυβέρνηση «πλήρους εμπιστοσύνης». Στην πρώτη, μετά την
κυβερνητική κρίση, σύσκεψη των βουλευτών του κέντρου ο Γ. Παπανδρέου δήλωσε:
«Επί είκοσι μήνες έχομεν διεξαγάγει ανένδοτον αγώνα εναντίον της παρανόμου κυβερνήσεως.
Και ο αγών μας εδικαιώθη. Ο ανένδοτος αγών εσάλευσε τα θεμέλια του φαυλοκρατικού
καθεστώτος της ΕΡΕ διά να επακολουθήση, με τους ανέμους της Θεσσαλονίκης και του
Λονδίνου, η κατάρρευσις. Και έληξεν η πρώτη νικηφόρος φάσις του αγώνος με την φυγήν του
αρχηγού της ΕΡΕ εις την Ζυρίχην, τον τόπον του εθνικού εγκλήματος».
Ο Μαρκεζίνης πίστευε ότι είχε σημάνει η ώρα του. Περίμενε πρόσκληση από τα ανάκτορα και την
εντολή να σχηματίσει «μεταβατική» κυβέρνηση. Φαίνεται ότι και ο Σοφοκλής Βενιζέλος διατηρούσε
ανάλογες αυταπάτες. Αλλά και ο ένας και ο άλλος απογοητεύτηκαν. Τα ανάκτορα και ο στρατός δεν
εννοούσαν να ξεστρατίσουν από το πλέγμα των πολύ στενών εκλεκτικών συγγενειών...
Το νέο αστέρι ήταν ο Παναγιώτης Πιπινέλης, πρώην διπλωμάτης, αποτυχημένος πολιτικός (δεν είχε
καταφέρει ως τότε να εκλεγεί ούτε βουλευτής), αλλά ένθερμος υμνητής της ελέω Θεού
απολυταρχικής εξουσίας του μονάρχη και πρόθυμος να προσφέρει στους Αμερικανούς περισσότερα
από κείνα που ζητούσαν.
Ιδεολογικός θαυμαστής του Ταλλεϋράνδου υιοθέτησε (το 1965) από το βήμα της Βουλής τη
φιλοσοφική θεωρία του περί εθνικής προδοσίας... «Τι σημαίνει, είπε, προδοσία; Η προδοσία είναι
ζήτημα χρόνου, δηλαδή περιστάσεων, που σημαίνει ότι μία πραξις δυναμένη να έχη τα εξωτερικά
γνωρίσματα της προδοσίας, όταν τοποθετήται στα πλαίσια των ευρυτέρων γεγονότων υπό τα οποία
διεξάγεται, αποκτά τελείως άλλην σημασίαν και τελείως άλλην συνεισφοράν εις τα πράγματα της
χώρας».
Εκτός απ' αυτές τις αρετές ο Πιπινέλης ήταν διακεκριμένο στέλεχος της ΕΡΕ και υπουργός Εμπορίου
στην τελευταία κυβέρνηση Καραμανλή. Όταν ορκίστηκε πρωθυπουργός ένα κύμα από ανάμικτα
αισθήματα αηδίας και σαρκασμού απλώθηκε σ' όλη τη χώρα. Φάνηκε καθαρά ότι η Φρειδερίκη και
η CIA, που τον είχαν διαλέξει, εξακολουθούσαν να ποντάρουν στη δεξιά, αλλά μια δεξιά χωρίς τον
Καραμανλή. Ο Πιπινέλης παρείχε εγγυήσεις ότι θα ήταν πολύ βολικότερος «κηπουρός». Η μικρή
λεπτομέρεια των απωθητικών αισθημάτων της κοινής γνώμης, απέναντι στον καινούργιο
πρωθυπουργό, δεν βάραινε πολύ...
Η κυβέρνηση Πιπινέλη εμφανίστηκε στη Βουλή και πήρε ψήφο εμπιστοσύνης από την ΕΡΕ. (Η
Ένωση Κέντρου και η αριστερά την καταψήφισαν). Κατά την ψηφοφορία εκείνη σημειώθηκε στις
τάξεις του κέντρου μια παραφωνία. Ο Σοφοκλής Βενιζέλος ψήφισε «υπέρ». Ο Παπανδρέου, για
λόγους πειθαρχίας, τον διέγραψε από το κόμμα. Χρειάστηκαν πολλές συμβιβαστικές προσπάθειες
ωσότου γίνει η συμφιλίωση των δύο ηγετών...

Digitized by 10uk1s

Αμέσως ο Πιπινέλης «εκάλυψε» την επίσημη επίσκεψη του βασιλικού ζεύγους στο Λονδίνο, η οποία
και πραγματοποιήθηκε, χωρίς όμως ν' αποφευχθούν εκδηλώσεις υπέρ της αμνηστεύσεως των
πολιτικών κρατουμένων, που έμμεσα στρέφονταν εναντίον του θρόνου.
Μετά την επιστροφή στην Αθήνα η Φρειδερίκη και οι φίλοι της της CIA άρχισαν να απεργάζονται
ένα νέο πολιτικά στρατήγημα, που στηριζότανε στο δόγμα του «διαίρει και βασίλευε» και
προϋπέθετε τη διάσπαση των δύο μεγάλων κομμάτων. Δηλαδή, αντί να έχει το κατεστημένο
πολιτικό όργανο τη δεξιά — που προκαλεί κοινωνικές αντιδράσεις και ανένδοτους αγώνες—
θεωρήθηκε προτιμότερη η δημιουργία ενός νέου κυβερνητικού σχήματος υπό την προεδρία του
Πιπινέλη, που θα το συγκροτούσαν ένα τμήμα της ΕΡΕ και ένα τμήμα (το μετριοπαθέστερο) του
κέντρου. Έτσι, δεν θα κυβερνούσε η δεξιά, αλλά η κεντροδεξιά, με δημοκρατικό μανδύα. Η
διάσπαση της ΕΡΕ αποτελούσε αρκετά εύκολο εγχείρημα μετά την φυγή του Καραμανλή και τις
αντιδράσεις σημαντικού αριθμού στελεχών στη λιγώτερο οπισθοδρομική και σκοταδιστική πολιτική
της νέας ηγεσίας Κανελλόπουλου.
Στο στρατόπεδο του κέντρου πιο ευάλωτος θεωρήθηκε ο Σοφοκλής Βενιζέλος και οι επηρεαζόμενοι
απ' αυτόν συντηρητικοί βουλευτές, που δεν είχαν αφομοιωθεί με το ρωμαλέο πνεύμα του
παπανδρεϊκού ανενδοτισμού. Η εκδήλωση του σχεδίου άρχισε με μια δήλωση του Βενιζέλου, ότι οι
συνθήκες επέβαλλαν το σχηματισμό «μεταβατικής», κυβερνήσεως από στοιχεία των δύο
κομμάτων... Ο Παπανδρέου αντέδρασε κεραυνοβόλα. Μπροστά στην απειλή οριστικής διαγραφής
από το κόμμα και στα πυρά του δημοκρατικού τύπου ο Βενιζέλος υποχώρησε. Το σχέδιο ναυάγησε.
Το παλάτι βρέθηκε σε αδιέξοδο. Και άρχισε να παραπαίει. Οι προγραμματικές δηλώσεις της
κυβερνήσεως Πιπινέλη με τα μεγαλεπήβολα σχέδια που περιείχαν έδιναν εσκεμμένα την εντύπωση
ότι επρόκειτο για κυβέρνηση αιωνιότητας και όχι προεκλογική... Ταυτόχρονα, ο γιγαντιαίος
μηχανισμός του υπερκράτους άρχισε να κινείται με ρυθμό αναβιώσεως των προεκλογικών
συνθηκών του 1961.
Η γραμμή της αντιπολιτεύσεως έγινε σκληρότερη. Απευθυνόμενος ο Παπανδρέου «και προς τα άνω
και προς τα κάτω» κατέστησε γνωστό ότι «εις παρωδίαν εκλογών η Ένωσις Κέντρου δεν θα
μετάσχη». Την ίδια μέρα τα κόμματα της αντιπολιτεύσεως εκήρυξαν αποχή από τις εργασίες της
Βουλής. Στις λαϊκές συγκεντρώσεις τα πλήθη εκραύγαζαν: «Κάτω τα τρίκυκλα!». Το έγκλημα της
Θεσσαλονίκης είχε πολιτογραφήσει τη λέξη «τρίκυκλο» ως σύμβολο της δεξιάς και των λοιπών
εταίρων του κατεστημένου.
Στις 21 Σεπτεμβρίου ο Παπανδρέου έκανε διάβημα στο βασιλιά. Ζήτησε ν' αντικατασταθεί η
κυβέρνηση Πιπινέλη από υπηρεσιακή «πλήρους εμπιστοσύνης». Ο Παύλος φάνηκε ανένδοτος. Το
ίδιο και κατά το συμβούλιο στέμματος που συγκάλεσε την επόμενη. Η κατάσταση εκτραχυνότανε.
Το καζάνι της λαϊκής δυσφορίας κόχλαζε. Και οι δυο αντίπαλες παρατάξεις είχαν παρατεντώσει το
σχοινί. Αν έσπαζε θα είχαμε εκρηκτικές εξελίξεις.
Ο Γεώργιος Παπανδρέου, αργότερα, εξομολογήθηκε: «Η στιγμή ήτο κρίσιμος. Και τα έπαιξα όλα για
όλα. Δεν εδέχθην καμμίαν υποχώρησιν. Και δεν σου κρύβω ότι την 26ην Σεπτεμβρίου εφοβήθην ότι
ωδηγούμεθα εις τραγικήν εθνικήν ανωμαλίαν. Την ημέραν εκείνην εδημοσιεύθη το βασιλικόν
διάταγμα της διαλύσεως της Βουλής και της προκηρύξεως των εκλογών διά την 3ην Νοεμβρίου. Και
η κυβέρνησις Πιπινέλη διετηρείτο... Τότε εκάλεσα τον ανώτατον άρχοντα δι' υστάτην φοράν ν'
αναμετρήση τας ευθύνας του».
Περισσότερο από τις προειδοποιήσεις του Παπανδρέου το παλάτι και η αμερικανική πρεσβεία
κλονίσθηκαν όταν ο αρχηγός του κέντρου απηύθυνε στον ελληνικό λαό το λακωνικό εκείνο
διάγγελμα, που έμοιαζε με πρόσταγμα μάχης:
Digitized by 10uk1s

«Καλώ τον ελληνικό λαό να υπερασπίση τας δημοκρατικάς του ελευθερίας!».
Αυθημερόν η πρεσβεία συμβούλευσε υποχώρηση. Η Φρειδερίκη και οι στρατηγοί παραμερίσθηκαν.
Και ο Παύλος κάνοντας στροφή 180 μοιρών υποχρέωσε τον Πιπινέλη να παραιτηθεί. Αμέσως όρκισε
υπηρεσιακή κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον πρόεδρο του Αρείου Πάγου Στυλιανό Μαυρομιχάλη,
δικαστική προσωπικότητα υψηλού κύρους.
Η λύση κρίθηκε —και ήταν— ικανοποιητική. Η πρώτη δήλωση του Μαυρομιχάλη διακήρυττε την
απόφαση της κυβερνήσεως να διενεργήσει «άψογες εκλογές». Και οι πράξεις του δεν διέψευσαν
τους λόγους. Βέβαια, σε σαράντα μέρες δεν ήταν δυνατό να ξεθεμελιωθεί ούτε το κομματικό κράτος
της δεξιάς, ούτε το υπερκράτος των ορατών και αόρατων δυνάμεων που οι ρίζες του αριθμούσαν
δεκαετίες.
Με την διαδοχική όμως απομάκρυνση των Καραμανλή και Πιπινέλη είχε ήδη επέλθει ένα
μούδιασμα τόσο στους φορείς όσο και στα εκτελεστικά όργανα της βίας. Και μερικά εύστοχα μέτρα
της κυβερνήσεως Μαυρομιχάλη δημιούργησαν κάποια ατμόσφαιρα ελευθερίας. Αντικαταστάθηκαν
οι αρχηγοί χωροφυλακής και αστυνομίας. Πραγματοποιήθηκε αφοπλισμός των ταγμάτων εθνικής
ασφαλείας (TEA), που ήταν η μάστιγα της υπαίθρου. Εισαγγελείς τοποθετήθηκαν στις νομαρχίες.
Οι εκλογές έγιναν με απόλυτη τάξη και απέδωσαν το εξής αποτέλεσμα:
Ένωσις Κέντρου 42,04% με 138 βουλευτές
ΕΡΕ 39,37% με 132
ΕΔΑ 14,34% με 28
και το κόμμα του Μαρκεζίνη 3,73% με δύο έδρες.
Όλα τα κόμματα αναγνώρισαν τη γνησιότητα του αποτελέσματος. Και ασφαλώς η αναπόληση των
απαίσιων συνθηκών του 1961 εμφάνιζε τις εκλογές του 1963 ιδανικές. Αλλά δεν ήσαν. Οι ανισότητες
στις περιφερειακές εκπροσωπήσεις (για τις οποίες έχουμε μιλήσει και οι οποίες είχαν διατηρηθεί)
ευνόησαν την ΕΡΕ. Αν και δεύτερο κόμμα με ποσοστό ψήφου 39,37% εισέπραξε 44% επί των εδρών.
Στα στρατιωτικά τμήματα, όπου δεν έφθανε ούτε η ηχώ της εξουσίας της κυβερνήσεως
Μαυρομιχάλη, η ΕΡΕ πήρε 61,47%, πράγμα που σημαίνει την άσκηση τουλάχιστον ψυχολογικής
βίας. Και στην «Επιτηρούμενη Ζώνη» (το άλλο στεγανό της στρατιωτικής εξουσίας) το ποσοστό της
ΕΡΕ υπερέβη το 74%. Προέκυπτε, επομένως, από μια σχετικά γνήσια σφυγμομέτρηση ότι η
πραγματική δύναμη της ΕΡΕ ήταν κάτω του 32%.
Ως προς την Ένωση Κέντρου, αν και κατέλαβε την πρώτη θέση, ωστόσο δεν ευνοήθηκε από το
εκλογικό σύστημα (που συνήθως ευνοούσε το πρώτο κόμμα). Με ποσοστό 42,04% επί των ψήφων
εξέλεξε 138 βουλευτές (επί 300). Για να εκτιμηθούν καλύτερα οι διαφορές των εκλογών του 1963
από όλες τις προηγούμενες αρκεί να θυμίσουμε ότι το 1958 η ΕΡΕ με μικρότερο ποσοστό (41%) είχε
εξασφαλίσει κοινοβουλευτική δύναμη 171 βουλευτών...
Στις 8 Νοεμβρίου (1963) ο Γεώργιος Παπανδρέου σχημάτισε κυβέρνηση. Και ο λαός γιόρτασε τη
νίκη, όχι σαν εκλογική, αλλά σαν εθνικοαπελευθερωτική. Η πτώση της ελληνικής δεξιάς έμοιαζε στη
συναισθηματική αντίληψη του κόσμου με την κατάλυση της Βαστίλλης. Ο υπέρμετρος, ίσως,
ενθουσιασμός δεν ήταν ανεξήγητος, αν σκεφτούμε ότι η δεξιά κρατούσε τις λαβές της εξουσίας
τριάντα χρόνια (από το 1933) και είχε ταυτιστεί με το αδυσώπητο αντιδημοκρατικό καθεστώς.

Digitized by 10uk1s

Αλλά από τις πρώτες μέρες φάνηκε ότι οι εκλογές είχαν αφήσει άλυτο και το πολιτικό πρόβλημα και
το πρόβλημα της εξουσίας. Με τους 138 βουλευτές της η Ένωση Κέντρου δεν είχε την απόλυτη
κοινοβουλευτική πλειοψηφία (151). Τόσο η ΕΔΑ όσο και η ΕΡΕ προσφέρθηκαν να δώσουν ψήφο
εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση. Αν γίνονταν δεκτές οι προσφορές θα σημειωνότανε το πρωτοφανές
γεγονός η κυβέρνηση να συγκεντρώσει στη Βουλή την παμψηφία των 300 βουλευτών. Αλλά ο
Παπανδρέου απέκρουσε και τις δυο προσφορές λέγοντας: «Φοβού τους Δαναούς και δώρα
φέροντας». Ήθελε αυτοδύναμη πλειοψηφία. Και προσανατολίστηκε προς νέες εκλογές.
Το πρόβλημα της «εξουσίας» ανέκυπτε με την τελεσιγραφική αξίωση του παλατιού να ανατεθούν
τα δύο κρίσιμα υπουργεία Εθνικής Αμύνης και Δημοσίας Τάξεως όχι σε αντιπροσώπους του λαού,
αλλά σε πρόσωπα της εμπιστοσύνης του θρόνου και του στρατού. Ήταν μια παγερή υπόμνηση ότι ο
στρατός και τα σώματα ασφαλείας θα παρέμεναν «στεγανά» της υπερεξουσίας. Ο Παπανδρέου
συμμορφώθηκε. Και ήταν το πρώτο πολιτικό λάθος του, που θα βάραινε στις κατοπινές εξελίξεις.
Στις 16 Δεκεμβρίου, μέσα σε χαρμόσυνη ατμόσφαιρα εκδηλώσεων σ' ολόκληρη τη χώρα, συνήλθε η
νέα Βουλή. Και την μεθεπόμενη ημέρα εξέλεξε πρόεδρο του σώματος τον Ηλία Τσιριμώκο. Η εκλογή
του νέου προέδρου Βουλής έδειξε ότι είχαν παραβιαστεί δυο από τα ιερά «ταμπού» της
εθνικοφροσύνης. Ο Τσιριμώκος, αν και γόνος αρχοντικής πολιτικής οικογένειας, είχε φιλοαριστερή,
σοσιαλιστική προέλευση. Και επί πλέον, είχε διαπράξει το αμάρτημα να μετάσχει στο κατοχικό
κίνημα εθνικής αντιστάσεως του ΕΑΜ. Σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, στους 167 ψήφους που πήρε
κατά την ψηφοφορία της Βουλής περιλαμβάνονταν και οι ψήφοι των βουλευτών της ΕΔΑ.
Επί τέλους! Η δεξιά, ο στρατός, ολόκληρο το κατεστημένο είχαν βρει ένα στόχο. Πρόεδρος της
Βουλής των Ελλήνων (που την είχε λαμπρύνει επί δέκα συνεχή χρόνια ο Ροδόπουλος...) ένας
αντάρτης της Κατοχής; Οι εφημερίδες της δεξιάς ανέσυραν από τα αρχεία τους σκονισμένες
φωτογραφίες του Ηλία Τσιριμώκου, ένοπλου πολεμιστή και υπουργού της κυβερνήσεως των
«βουνών». Και με ιερή αγανάκτηση διερρήγνυαν τα ιμάτιά τους...
Ούτε λίγο, ούτε πολύ η εκλογή του Τσιριμώκου ήταν — κατά τη δεξιά και την CIA — το ασφαλές
προανάκρουσμα της διολισθήσεως της Ελλάδας στο σιδηρούν παραπέτασμα...
Το δεύτερο εθνικό έγκλημα ήταν ότι η Ένωση Κέντρου είχε τολμήσει να δεχθεί να προσμετρηθούν
στις ψήφους της, που δόθηκαν για την εκλογή του νέου προέδρου της Βουλής, και οι ψήφοι της
ΕΔΑ. Στην ίδια ζυγαριά οι ψήφοι της κυβερνήσεως και των κομμουνιστών; Άρα και η κυβέρνηση
είναι κομμουνιστική...
Η αντίδραση του Παπανδρέου υπήρξε χλιαρή. Αυτός ο καταπληκτικός άνθρωπος, ο πρωταθλητής
του ανένδοτου αγώνα, που άστραφτε και βροντούσε σαν Δίας σε κάθε παραβίαση της δημοκρατίας,
μεταμορφωνόταν σε αδέξιο κατηγορούμενο όταν συνέβαινε κάποια ρυπαρή εφημερίδα της δεξιάς
να του αμφισβητεί τον, επίσης ανένδοτο, αντικομμουνισμό του. Ήταν η αχίλλεια πτέρνα του. Και οι
εχθροί του την είχαν αριστοτεχνικά επισημάνει. Έτσι όμως ο Γεώργιος Παπανδρέου, χωρίς ίσως να
το συναισθάνεται, γινότανε συνήγορος της φιλοσοφίας του υπερκράτους, που δικαιολογούσε την
ύπαρξή του εν ονόματι — δήθεν — του αντικομμουνισμού.
Τα πράγματα όμως από συνταγματική και νομική πλευρά ήσαν διαφορετικά από το αυθαίρετο
πλαίσιο κοινοβουλευτικής διαδικασίας, που είχε θεσπίσει ο ιησουιτισμός της δεξιάς και η ανοχή του
Παπανδρέου.
Η ΕΔΑ ήταν νόμιμο κόμμα και λειτουργούσε, από το 1951 που ιδρύθηκε, μέσα στα αυστηρά πλαίσια
του Συντάγματος. Εκπροσωπούσε ένα τμήμα του λαού. Και όλα τα συντάγματα του κόσμου,
συμπεριλαμβανομένου και του ελληνικού, δεν κάνουν διακρίσεις κομμάτων ή πολιτών πρώτης ή
Digitized by 10uk1s

δεύτερης κατηγορίας. Διαφωνούσε όμως η ελληνική δεξιά. Κατά την πολιτική της φιλοσοφία, οι
ψήφοι των βουλευτών της ΕΔΑ μπορούσαν, ή μάλλον έπρεπε, να προσμετρώνται ως αρνητικοί.
Ποτέ ως θετικοί. Έτσι, όταν ο Τσιριμώκος εξελέγη πρόεδρος της Βουλής με 167 ψήφους, ψηφίστηκε
από 138 του κέντρου, 28 της ΕΔΑ και έναν ανεξάρτητο. Η απλή αριθμητική λέγει ότι και χωρίς τις
ψήφους της ΕΔΑ πάλι θα εξελέγετο, εφ' όσον θα απέμεναν 139 «υπέρ» και 132 «κατά». Αλλά η ΕΡΕ
διαφωνούσε και με την απλή αριθμητική. Κατ' αυτήν, ο Τσιριμώκος έπρεπε να υπολογίσει ότι πήρε
139 επί του συνόλου των 300. Δηλαδή οι ψήφοι της ΕΔΑ δεν έφθανε να μην υπολογίζονται
καθόλου, αλλά υποχρεωτικά έπρεπε να υπολογίζονται ως αρνητικοί. Το ότι θα συνοδοιπορούσαν οι
αρνητικοί ψήφοι της ΕΡΕ με τους αρνητικούς ψήφους της ΕΔΑ αυτό δεν ενοχλούσε τους
καθαρόαιμους αντικομμουνιστές της δεξιάς.
Και όμως ο Παπανδρέου είχε πιαστεί στην χοντροκομμένη αυτή παγίδα. Μετά την ψηφοφορία
εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση που έδωσε αποτελέσματα παρόμοια με την εκλογή του
προέδρου Βουλής ο Παπανδρέου διαπίστωσε ότι η κυβέρνησή του εστερείτο «αυτοδυνάμου
πλειοψηφίας» και υπέβαλε (παραμονή Χριστουγέννων) στο βασιλιά την παραίτησή του. Εδώ
βλέπουμε καθαρά ότι ο αρχηγός της Ενώσεως Κέντρου ευθυγραμμιζότανε απόλυτα στο θέμα των
ψήφων της ΕΔΑ ακόμη και με τα φιλοσοφικά δόγματα του Πιουριφόυ 72. Εάν δεχότανε τη θετική
ψήφο των 28 της ΕΔΑ φυσικά διέθετε πλειοψηφία. Εάν δεν την δεχότανε, ούτε ως θετική ούτε ως
αρνητική, πάλι είχε πλειοψηφία. (138 έναντι 132). Δεν δέχτηκε ούτε το ένα ούτε το άλλο.
Παραδέχτηκε με τη στάση του ότι οι αριστεροί ψήφοι έπρεπε να υπολογίζονται μόνον ως
αρνητικοί...
Το επόμενο βήμα ήταν εισήγηση στον ρυθμιστή του πολιτεύματος να δεχθεί την διεξαγωγή νέων
εκλογών.
Προτού αποδεχθεί την εισήγηση του Παπανδρέου ο Παύλος έκαμε μία ύστατη απόπειρα
διασπάσεως των κομμάτων και δημιουργίας σχήματος κεντροδεξιάς. Ανέθεσε στο νέο αρχηγό της
ΕΡΕ Π. Κανελλόπουλο «διερευνητική εντολή». Δηλαδή να ερευνήσει αν υπάρχουν δυνατότητες
σχηματισμού κυβερνήσεως συνεργασίας ΕΡΕ - Ενώσεως Κέντρου. Αλλά και η απόπειρα αυτή
κατάρρευσε μπροστά στην κατηγορηματική άρνηση του Παπανδρέου και στην ενότητα της Ενώσεως
Κέντρου. Τότε ο βασιλιάς διέλυσε την Βουλή και προκήρυξε εκλογές για τις 16 Φεβρουαρίου 1964,
αναθέτοντας τη διεξαγωγή τους στην υπηρεσιακή κυβέρνηση του Ιωάννη Παρασκευόπουλου,
υποδιοικητή της Εθνικής Τραπέζης.

Η πρώτη κυβέρνηση Παπανδρέου, αν και έμεινε στην ιστορία σαν «η κυβέρνηση των πενήντα
ημερών», ωστόσο επιτέλεσε σημαντικό έργο, που προκάλεσε ενθουσιασμό στις λαϊκές τάξεις, αλλά
και επέσυρε εντονότατες επικρίσεις της δεξιάς και της οικονομικής ολιγαρχίας. Το σπουδαιότερο
από τα κυβερνητικά μέτρα υπήρξε η καθιέρωση της δωρεάν παιδείας σ' όλες τις βαθμίδες της
εκπαιδεύσεως. Το νομοθέτημα αυτό, που έχει τη σφραγίδα του πάθους του Παπανδρέου για την
παιδεία 73, έβγαζε τη χώρα από τον πνευματικό σκοταδισμό και δημιουργούσε την υποδομή της
μελλοντικής οικονομικής αναπτύξεως. Οι αγροτικοί πληθυσμοί, παρίες της ελληνικής κοινωνίας,
ανάσαναν με το ριζοσπαστικό μέτρο της ρυθμίσεως των αγροτικών χρεών. Και τέλος η πολιτική
δημοκρατία, αυτό το θείο οξυγόνο των ελεύθερων λαών, απέκτησε ουσιαστικό νόημα και στην
καταπιεσμένη Ελλάδα. Ο λόγος, η σκέψη, οι ιδέες, η κριτική, έπαψαν ν' ανήκουν στην αρμοδιότητα
του χωροφύλακα. Μέσα σε πενήντα μέρες ο ελληνικός λαός πραγματοποίησε ένα σταθερό βήμα
προόδου.
Ο Παρασκευόπουλος, τοποθετημένος πολιτικά στη δεξιά, ανήκε στο στενό περιβάλλον της
βασιλικής αυλής. Επί πλέον, είχε διατελέσει αντιπρόεδρος της κυβερνήσεως Δόβα, υπό την αιγίδα
Digitized by 10uk1s

της οποίας είχε διαπραχθεί το εκλογικό πραξικόπημα του 1961. Ωστόσο, οι συνθήκες των εκλογών
της 16 Φεβρουαρίου 1964 υπήρξαν αδιάβλητες. Η υπερκυβέρνηση και το υπερκράτος δεν τόλμησαν
να κινηθούν.
Αλλά η προεκλογική περίοδος διαταράχθηκε από μια «ξαφνική» αναθέρμανση της κυπριακής
κρίσεως. Η σύγκρουση Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων είχε προκαλέσει όξυνση στις σχέσεις
Αθηνών - Αγκύρας, γεγονός που κλόνιζε την ενότητα του NATO και εξασθένιζε την ΝΑ πλευρά του.
Οι μάχες στην Κύπρο μαίνονταν. Η Τουρκία απειλούσε ναυτική απόβαση και κατάληψη της νήσου.
Τα τελεσίγραφα διαδέχονταν το ένα το άλλο. Και ήρθαν στιγμές που στον ορίζοντα είχε διαγραφεί
το απειλητικό φάσμα ενός θερμού ελληνοτουρκικού πολέμου.
Στην Αθήνα η κατάσταση ήταν αρκετά περίεργη. Ο προεκλογικός αγώνας βρισκότανε στο κορύφωμά
του. Οι δυο αντίπαλοι ηγέτες Παπανδρέου και Κανελλόπουλος την ημέρα εκφωνούσαν λόγους σε
διαφορετικά σημεία της χώρας και τη νύχτα καλούμενοι έσπευδαν στην έδρα της υπηρεσιακής
κυβερνήσεως, ή στα ανάκτορα, και συσκέπτονταν με τους αρμόδιους διπλωμάτες και τη
στρατιωτική ηγεσία για την αντιμετώπιση του πολεμικού κινδύνου. Για το κατεστημένο η κυπριακή
κρίση ήταν δώρο εξ ουρανού... Αν η κρίση οδηγούσε σε πόλεμο οι καταραμένες εκλογές θα
ματαιώνονταν. Και θ' απεφεύγετο ο σίγουρος θρίαμβος της δημοκρατίας, που προκαλούσε
αλλεργικά αισθήματα στο παλάτι και στην ξένη κηδεμονία.
Το ερώτημα είναι: «Ξαφνικά» και «τυχαία» ξέσπασε η πολεμική κρίση εξ αφορμής του κυπριακού; Ή
μήπως ήταν ένας θαυμάσιος συγκερασμός προωθήσεως των τουρκικών βλέψεων και παροχής
βοηθείας προς την κινδυνεύουσα ελληνική δεξιά; Τεκμηριωμένη απάντηση δεν μπορεί να δοθεί. Ο
πρωθυπουργός Παπανδρέου, στον οποίο ανέπτυξα πολύ αργότερα αυτό το συλλογισμό, μου έδωσε
την εντύπωση ανθρώπου που ήξερε πολλά επί του θέματος, τα οποία όμως δεν ήθελε ν'
αποκαλύψει. «Δεν ξέρω» είπε. «Ίσως ο συλλογισμός σου να μην είναι εντελώς αστήρικτος. Αλλά δεν
ξέρω». Και έκλεισε τη συνομιλία με την πολυσήμαντη φράση: «Και αν ήξερα δεν θα σου έλεγα».
Ο συγκρατημός και οι υπεκφυγές του Παπανδρέου ήσαν δικαιολογημένες, αν σκεφθούμε ότι ήταν ο
υπεύθυνος πρωθυπουργός. Αλλά δεν αποτελούν και συγχωροχάρτι για κείνους που βαρύνονται με
την φοβερή υποψία. Οι πρεσβείες δύο ουδέτερων κρατών στην Αθήνα είχαν πληροφορίες ότι η
ηγεσία του NATO «ενεθάρρυνε» την Τουρκία στο να δημιουργήσει τεχνητή πολεμική ατμόσφαιρα
για να βγάλει από το αδιέξοδο την ελληνική δεξιά, αλλά την απέτρεψε από του να πραγματοποιήσει
ναυτική απόβαση στην Κύπρο. Μετά παρέλευση δύο χρόνων ένας αρμόδιος υπάλληλος του
ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών μου επιβεβαίωσε την πληροφορία των ουδετέρων. Αν και δεν
υπάρχουν αποδείξεις, είναι εύλογη η υπόθεση ότι το NATO είχε κινηθεί όχι χωρίς τη συγκατάθεση
(ή την έκκληση) ελληνικών παραγόντων. Στην ιστορική μελέτη «Γεώργιος Παπανδρέου», που έχει
γραφεί σχεδόν με υπαγόρευση του ίδιου, αναφέρονται τα εξής: «Η ΕΡΕ επεχείρησε να
εκμεταλλευθεί την κυπριακή κρίση για να επιτευχθεί αναβολή ή και ματαίωση των εκλογών,
προβλέποντας τη βέβαιη συντριβή της. Αλλά μάταια...» (σελίς 439): Από όλη αυτή τη θολή ιστορία
το χρέος της αλήθειας επιβάλλει να εξαιρέσουμε προσωπικά τον Κανελλόπουλο, ο οποίος δεν
συμμεριζότανε καθόλου τις ελαστικές αντιλήψεις του Πιπινέλη (και άλλων παραγόντων της ΕΡΕ)
περί εθνικής προδοσίας.
Εξ ίσου αδίστακτη ήταν η προεκλογική προπαγάνδα της δεξιάς και στους άλλους τομείς. Όταν δεν
απέδωσε το «ατού» της τουρκικής αποβάσεως ρίχτηκε το σύνθημα ότι οι παροχές των «πενήντα
ημερών» προς τους αγρότες και η δωρεάν παιδεία έθεταν σε κίνδυνο τη σταθερότητα της δραχμής.
Για να ενισχυθεί το κομματικό παιγνίδι της ΕΡΕ οι εκπρόσωποι της οικονομικής ολιγαρχίας
επιδόθηκαν στην αγορά τεράστιων ποσοτήτων χρυσών λιρών. Ελπίζανε ότι με την αθρόα ζήτηση
λιρών θα προκαλούσαν τον πανικό της «χρυσοφιλίας» και την κατάρρευση της δραχμής. Αλλά ο
λαός δεν παρασύρθηκε. Το εγχείρημα απέτυχε.
Digitized by 10uk1s

Το αποτέλεσμα των εκλογών της 16 Φεβρουαρίου 1964 δικαίωσε τις προσδοκίες του Παπανδρέου.
Η Ένωση Κέντρου συγκέντρωσε 52,7%. Η πρωτοφανής αυτή στα ελληνικά πολιτικά χρονικά
πλειοψηφία της εξασφάλισε 171 έδρες. Η ΕΡΕ υπέστη νέα καθίζηση. Το 50,81% του 1961 είχε
περιοριστεί σε 39,37% το 1963. Και τώρα μειώθηκε σε 35,26%, παρά το γεγονός ότι αυτό το
ποσοστό περιείχε και τη μικρή δύναμη του συνεργαζόμενου Μαρκεζίνη (3,73%). Άρα το καθαρό
ποσοστό της ΕΡΕ ήταν 31,53% με 100 έδρες. Ο Μαρκεζίνης αντιπροσωπευότανε με 8 βουλευτές. Η
ΕΔΛ από 14,34% (1963) έπεσε στο 11,80%. Ένας από τους λόγους που ελαττώθηκε η δύναμη της
αριστεράς — αν και οι εκλογές διεξήχθησαν χωρίς βία — ήταν η μη εμφάνιση συνδυασμών σε 24
περιφέρειες, όπου δεν υπήρχαν πιθανότητες εκλογής αριστερού βουλευτή. Η ηγεσία της ΕΔΑ
χαρακτήρισε την ενέργειά της «ως πολιτική πράξη». Στην ουσία όμως ήταν «λύση κατ' οικονομίαν»,
δεδομένου ότι και αν υπήρχαν συνδυασμοί της ΕΔΑ στις 24 περιφέρειες οι περισσότεροι οπαδοί της
θα ψήφιζαν οπωσδήποτε την Ένωση Κέντρου, όχι από ιδεολογική μεταστροφή, αλλά για να
καταστήσουν συντριπτικώτερη την ήττα της δεξιάς.
Η στάση της ΕΔΑ στην κρίσιμη αυτή περίοδο προκάλεσε πολλές συζητήσεις και οπωσδήποτε
παρουσιάζει ιστορικό ενδιαφέρον. Στις παραμονές των εκλογών του 1963 σημειώθηκε μια
πραγματική εσωτερική επανάσταση στις τάξεις της αριστεράς. Επανάσταση εκ των κάτω. Με το
αλάθητο αισθητήριό τους, οι πιο φωτισμένες μάζες της ΕΔΑ, είχαν συνειδητοποιήσει ότι στις
εκλογές εκείνες παιζόταν η τύχη της δημοκρατίας για πολλά χρόνια, ίσως για πολλές δεκαετηρίδες.
Και για να συντρίψουν την ΕΡΕ έριξαν το βάρος τους στην πλάστιγγα υπέρ της Ενώσεως Κέντρου. Η
ηγεσία της ΕΔΑ —εκτός του Ηλία Ηλιού και μερικών άλλων— δεν συνέλαβε το γνήσιο νόημα αυτής
της εκ των κάτω επαναστάσεως. Και αντέδρασε έντονα, αγωνιζόμενη ν' αναχαιτίσει το ρεύμα
διαρροής από τις τάξεις της προς το κέντρο. Η επανάσταση όμως έγινε και συνέβαλε στην πρώτη
κατάρρευση της ΕΡΕ (1963). Η μικρή απόσταση που παρουσιάζει το εκλογικό αποτέλεσμα στα δυο
μεγάλα κόμματα (Ένωση Κέντρου 42,0% — ΕΡΕ 39,37%) δείχνει ότι με κάποια μικρή διακύμανση του
συσχετισμού των αντίρροπων δυνάμεων η δεξιά θα κέρδιζε τις εκλογές. Είναι επομένως ιστορικό
χρέος ν' αναγνωριστεί ότι βασικός συντελεστής στην επικράτηση του κέντρου και στο άνοιγμα του
δρόμου για το δημοκρατικό θρίαμβο του 1964 υπήρξε η φωτισμένη πρωτοβουλία σημαντικού
αριθμού οπαδών της ΕΔΑ.
Στις εκλογές του 1964 η ηγεσία της ΕΔΑ συμμορφώθηκε με το αίτημα της λαϊκής βάσεως. Αλλά ήταν
«κατόπιν εορτής». Ο αγώνας ήδη είχε κριθεί. Οι απλοί άνθρωποι στις πόλεις και στα χωριά είχαν
γευτεί στις «πενήντα μέρες» αυτό το ζαλιστικό αγαθό που λέγεται ελευθερία και δεν θ' αφήνανε να
ξαναγυρίσει η ζούγκλα της δεξιάς.
Κλείνοντας το κεφάλαιο αυτό σημειώνουμε ότι ακόμη και στις εκλογές του '64 το άνοιγμα μεταξύ
κέντρου και δεξιάς θα ήταν μεγαλύτερο αν ο στρατός και οι πληθυσμοί της «Επιτηρούμενης Ζώνης»
ψηφίζανε το ίδιο ελεύθερα με τα άλλα τμήματα της χώρας. Αλλά στα «στεγανά» αυτά η ΕΡΕ για
τους γνωστούς λόγους έλαβε 63-69%.
Παρά τις επουσιώδεις αυτές — για την ελληνική πραγματικότητα — επιφυλάξεις οι εκλογές του
1964 ήσαν οι σχετικά γνησιότερες από τότε που η Ελλάδα έγινε ανεξάρτητο κράτος. Και εκφράζανε,
με αρκετή ακρίβεια, τα τρία μεγάλα ιδεολογικά ρεύματα. Πολλοί πίστεψαν πως στις 16
Φεβρουαρίου 1964 είχε συντελεστεί οριστικά το ηλιοβασίλεμα της δεξιάς και το μεσουράνημα της
δημοκρατίας. Μια νέα εποχή φαινότανε να γλυκοχαράζει έπειτα από την καταχνιά τριάντα χρόνων.

Δυο φυσικοί θάνατοι σημειώθηκαν κατά το στάδιο της μεταπολιτεύσεως. Στις αρχές Φεβρουαρίου
(1964) πέθανε ο Σοφοκλής Βενιζέλος, υπαρχηγός της Ενώσεως Κέντρου. Και στις 6 Μαρτίου
υπέκυψε, έπειτα από παρατεταμένη ανίατη αρρώστια, ο βασιλιάς Παύλος. Τον διαδέχτηκε στο
Digitized by 10uk1s

θρόνο ο Κωνσταντίνος. Και οι δυο θάνατοι επιδράσανε αρνητικά στις μετέπειτα δραματικές
εξελίξεις.
Ο Σοφοκλής Βενιζέλος, μετριοπαθής πολιτικός, χωρίς καμιά από τις μεγάλες αρετές ή τα μεγάλα
ελαττώματα του μεγάλου πατέρα του, είχε στο χαρακτήρα του έντονο το στοιχείο του πολιτικού
ερασιτεχνισμού και του παίκτη (ήταν, άλλωστε, αναγνωρισμένος σαν ένας από τους καλύτερους
διεθνείς παίκτες του μπριτζ). Πολλές φορές δημιούργησε πολιτικούς πονοκέφαλους και στο
Σοφούλη και στον Πλαστήρα και στον Παπανδρέου. Κατά την περίοδο μάλιστα του ανένδοτου
αγώνα, εξαιτίας των προσωπικών δεσμών του — κυρίως της γυναίκας του — με τη βασιλική
οικογένεια, η συμβολή του Βενιζέλου ήταν σαφώς ανασταλτική. Αλλά ποτέ καμιά πολιτική του
πρωτοβουλία δεν είχε χαρακτήρα ανέντιμης συναλλαγής. Μελετώντας τις μετέπειτα εξελίξεις
καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι αν ζούσε ο Σοφοκλής Βενιζέλος θα ήταν ίσως αδύνατη η
συνωμοσία και η προδοσία που οδήγησαν στο μοναρχικό πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1965 74. Ο
πυρήνας εκείνων που έπαιξαν το ρόλο του «Δούρειου Ίππου» επηρεαζόταν βαθύτατα από το
Βενιζέλο, που είναι πιθανόν ότι θα τους απέτρεπε από την ιουλιανή αθλιότητα.
Αντίστοιχη εμφανίζεται η περίπτωση του βασιλιά Παύλου. Πράος, αγαθός, ανόητος, ευδαιμονιστής,
θρησκόληπτος, χωρίς καμιά εμβάθυνση στα κοινωνικά προβλήματα 75 διέθετε μια καλή λειτουργία
του ένστικτου που παρατηρείται στις κάτω του μέτριου διάνοιες. Και το ένστικτο θα εμπόδιζε τον
Παύλο —αν ζούσε— να κάνει εκείνο που έκανε ο γιος του, να τοποθετήσει δηλαδή μόνος του τη
νάρκη της 15 Ιουλίου 1965 στα θεμέλια του θρόνου του. Ο Κωνσταντίνος, άθυρμα στα χέρια της
πολυμήχανης μητέρας του, ανίκανος ο ίδιος να συλλάβει τα μεγέθη και τις συνέπειες των πράξεών
του, έπαιξε το ιουλιανό παιγνίδι και έγινε ο νεκροθάφτης της δημοκρατίας και ο δυναμιτιστής του
θρόνου του...
Με το φως αυτών των συγκεκριμένων παρατηρήσεων οι δυο θάνατοι στάθηκαν πραγματική
απώλεια για τον τόπο. Εκείνη όμως την εποχή που ο ελληνικός λαός απολάμβανε ακόμα το μήνα
του μέλιτος η ανάρρηση του νεαρού Κωνσταντίνου στο θρόνο χαιρετίστηκε σαν ελπιδοφόρος
συμβολισμός. Νέος, ωραίος, παντρεμένος με μια πριγκίπισσα της δημοκρατικής Δανίας, έγινε
βασιλιάς σε μια περίοδο αναγεννήσεως της Ελλάδας. Τι φυσικότερο να θέλει να συνδέσει το όνομά
του με τη νέα εποχή, ξεχνώντας το κακό παρελθόν... Και ο πρώτος λόγος που εξεφώνησε στη Βουλή
— συνταγμένος βέβαια από τον Παπανδρέου — ήταν απόλυτα εναρμονισμένος με τα αισθήματα
και τις ελπίδες του λαού. Όταν τέλειωσε ο λόγος του θρόνου οι τριακόσιοι βουλευτές
(συμπεριλαμβανομένων και των αριστερών, για πρώτη φορά) χειροκρότησαν ζωηρά το νεαρό
βασιλιά. Πολύ σύντομα η αυταπάτη θα διαλυόταν...
οο0οο

Η δεύτερη κυβέρνηση76 Παπανδρέου έζησε δεκαπλάσιο χρονικό διάστημα από την πρώτη των
πενήντα ημερών. Ακριβώς 512 μέρες. Αλλά η διάρκεια κατοχής της κυβερνητικής εξουσίας δεν είχε
σημασία για τον πρεσβύτη αρχηγό της Ενώσεως Κέντρου. Και αποτελεί φαινόμενο πρός
παρατήρηση η περίπτωση Παπανδρέου. Το 1915, σε ηλικία 27 χρονών, είχε αναλάβει το πρώτο
κυβερνητικό αξίωμα (νομάρχης Λέσβου). Και επί μισόν αιώνα και τρία χρόνια, ως τα 1960 που
πέθανε, μεσουρανούσε στο πολιτικό στερέωμα της Ελλάδας. Έγινε τρεις φορές πρωθυπουργός και
πολύ περισσότερες υπουργός. Επί τρεις δεκαετηρίδες ήταν αρχηγός κόμματος. Από φίλους και
εχθρούς είχε αναγνωριστεί σαν ο εξοχότερος ρήτορας σ' όλη τη διάρκεια του ελεύθερου ελληνικού
βίου. Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ έλεγε κάτι που δεν το είχε πει για πολλούς: «Αυτός ο Παπανδρέου με
γοητεύει».
Και όμως. Παρ' όλο που επί 53 χρόνια δεν είχε ούτε μιας στιγμής ανάπαυλα από το άσβηστο πάθος
της πολιτικής δράσεως, μόνο επί έξη χρόνια, σε σύνολο, κράτησε κυβερνητικά αξιώματα. Τα
Digitized by 10uk1s

υπόλοιπα 47 χρόνια ήταν εκτός εξουσίας. Ο Ελβετός καθηγητής Μεϋνώ σκιαγραφώντας τον Έλληνα
πολιτικό αναρωτιέται: «Είναι άραγε πραγματικά μεγάλος ή αισθάνεται άνεση μόνο όταν βρίσκεται
στην αντιπολίτευση;». Δεν ξέρουμε ποιο από τα δυο τοποθετεί ακριβέστερα τον Παπανδρέου.
Οπωσδήποτε δεν ευσταθεί η επίκριση της αρχομανίας που του είχαν προσάψει, μαζί με πολλά
άλλα, οι εχθροί του. Για την εκρηκτική προσωπικότητα του Γεώργιου Παπανδρέου ίσχυε εκείνο που
είχε πει ο Ελευθέριος Βενιζέλος: «Μου καταλογίζουν ανύπαρκτα λάθη, ενώ αγνοούν τα πραγματικά
μου λάθη». Έτσι επικρίθηκε ο «ανένδοτος αγώνας» της περιόδου 1961-1963, ενώ αυτός ακριβώς,
για να μην πούμε μόνο αυτός, αποτελεί τη μεγάλη του δόξα, που του χάρισε το φωτοστέφανο του
λαϊκού ηγέτη.
Δεν χωρεί αμφιβολία ότι ο Παπανδρέου διέπραξε πολλά λάθη77 στην πολυτάραχη διαδρομή του
από την πολιτική ζωή. Ένα όμως είναι το μεγάλο, το τραγικό λάθος του. Το ότι δεν αξιοποίησε το
δημοκρατικό θρίαμβο της 16 Φεβρουαρίου 1964, για ν' απαλλάξει τη χώρα από το καρκίνωμα του
υπερκράτους και των άλλων υπερκυβερνητικών δυνάμεων. Ας κάνουμε αναλυτικότερη τη σκέψη
μας.
Αμέσως μετά τις εκλογές ο Παπανδρέου σχημάτισε τη δεύτερη κυβέρνησή του. Από τη σύνθεση του
υπουργικού συμβουλίου φάνηκε η πρώτη σκιά. Στα υπουργεία Εξωτερικών και Εθνικής Αμύνης
τοποθετήθηκαν πρόσωπα που από άποψη ιδεολογίας και πολιτικών αρχών ήσαν πολύ μακριά από
το πνεύμα του ανένδοτου αγώνα. Ο Σταύρος Κωστόπουλος που ανέλαβε το υπουργείο Εξωτερικών
ήταν τραπεζίτης. Ο Πέτρος Γαρουφαλιάς που πήρε το υπουργείο Αμύνης είχε το μονοπώλιο της
βιομηχανίας μπύρας. Ο πρώτος διατηρούσε στενούς δεσμούς με την ολιγαρχία. Ο δεύτερος ανήκε
σ' αυτήν. Και οι δυο ήσαν αφοσιωμένοι στο παλάτι και είχαν άμεση εξάρτηση από την αμερικανική
πρεσβεία. Σ' αυτούς τους δυο πράκτορες της Φρειδερίκης και της ξένης κηδεμονίας εμπιστεύτηκε ο
Παπανδρέου τους δυο νευραλγικώτερους τομείς της εθνικής ζωής, τα περίφημα «στεγανά» της
βασιλοαμερικανικής εξουσίας.
Την ανάθεση των δυο υπουργείων στους Γαρουφαλιά και Κωστόπουλο είχε υποδείξει — κατ' εντολή
της μητέρας του — ο ίδιος ο Κωνσταντίνος. Ο Παπανδρέου δεν αντέδρασε. Ο λαϊκός ενθουσιασμός
δεχόταν την πρώτη ψυχρολουσία. Πολύ αργότερα ο Παπανδρέου αμφισβήτησε το γεγονός της
βασιλικής παρεμβάσεως. Η αμφισβήτηση δεν αναιρεί την πραγματικότητα, που έχει επιβεβαιωθεί
από αξιόπιστες πηγές, ανακτορικές, αμερικανικές και βρετανικές. Αλλά και αν δεχτούμε ότι η
επιλογή των δυο υπουργών έγινε χωρίς βασιλική ή άλλη παρέμβαση πάλι η ευθύνη του
Παπανδρέου παραμένει ακέραιη.
Δεν ήσαν μόνον οι τομείς του στρατού και της εξωτερικής πολιτικής που παρέμειναν υπό τον έλεγχο
των δυνάμεων της δεξιάς. Στα σώματα ασφαλείας έγιναν μερικές θεαματικές μεταβολές (ιδίως στη
χωροφυλακή), αλλά η δομή της διοικήσεως έμεινε αμετάβλητη. Ακόμη και οι «κομμισάριοι»
διατηρήθηκαν. Στην κρατική ιεραρχία οι θέσεις - κλειδιά εκρατούντο σφιχτά από χέρια εχθρικά προς
τη δημοκρατία. Τα βασιλικά ιδρύματα δεν εθίγησαν. Οι ημικρατικοί οργανισμοί διοικούντο στα
καλά χρόνια της δεξιάς από απόστρατους στρατηγούς, ναυάρχους και πτέραρχους, που διορίζονταν
με σημειώματα της Φρειδερίκης. Επί κυβερνήσεως Παπανδρέου μερικές διοικήσεις άλλαξαν. Αλλά
εκείνοι που αντικαταστήσανε τους παλιούς ήσαν πάλι πρόσωπα με αντικομμουνιστικό και
αντιδημοκρατικό προσανατολισμό. Το στρατιωτικά επανδρωμένο υπερκράτος λειτουργούσε —
δυστυχώς— και τώρα ανενόχλητο, κάτω από τη σκιά μιας αναιμικής δημοκρατίας.
Οι σχέσεις της βασιλικής οικογένειας με τον πρωθυπουργό ήσαν στους πρώτους μήνες σχεδόν
ειδυλλιακές. Ο Κωνσταντίνος άκουγε με φαινομενική τουλάχιστον ευλάβεια τις νουθεσίες του
Παπανδρέου για την ανάγκη εκδημοκρατισμού της αυλής. Η βασίλισσα Άννα - Μαρία δεν έκρυβε το
πόσο την γοήτευαν ο πρωθυπουργός και οι ωραίες ιδέες του. Χαριτολογώντας μια μέρα ο βασιλιάς
του είπε: «Επροσηλυτίσατε την Άννα-Μαρία. Φοβούμαι ότι θα την κάνετε μέλος της Ενώσεως
Digitized by 10uk1s

Κέντρου».
Αλλά το ειδύλλιο, από τη βασιλική πλευρά, σταματούσε ως εκεί. Όταν οι συζητήσεις έμπαιναν στα
σύνορα των ουσιαστικών μεταβολών τότε ο Κωνσταντίνος ζητούσε αναβολή ως την άλλη μέρα «για
να μελετήσει το ζήτημα». Αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να ερωτηθεί η «μαμά». Η Φρειδερίκη συνήθως
έδινε, δια του Κωνσταντίνου, αρνητική απάντηση. Κι αν ο πρωθυπουργός επέμενε, ο βασιλιάς
οπλιζόταν από τη βασιλομήτορα με μερικές «συμβιβαστικές» αντιπροτάσεις, που σήμαιναν
αποδοχή μεν της αιτούμενης μεταβολής, αλλά και υπόδειξη του αντικαταστάτη, που ήταν του ίδιου
φυράματος.
Κλασική υπήρξε η περίπτωση της αντικαταστάσεως του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού.
Όταν ορκίστηκε η δεύτερη κυβέρνηση Παπανδρέου κατείχε τη θέση αυτή ο αντιστράτηγος Κ.
Σακελλαρίου, φανατικός μοναρχικός, ακροδεξιός και μέλος του ΙΔΕΑ. Αντλώντας δύναμη — και
θράσος — από τις υπερκυβερνητικες δυνάμεις δεν είχε δισταγμούς στο να καταφέρεται με βαρείς
χαρακτηρισμούς εναντίον του νόμιμου πρωθυπουργού, του οποίου ξεχνούσε ότι ήταν — κατά το
σύνταγμα — ένας απλός υπάλληλος. Ο Παπανδρέου «ζήτησε» την αντικατάστασή του. Ο βασιλιάς
αντέδρασε. Αλλά και ο Παπανδρέου φάνηκε αποφασισμένος να μην υποχωρήσει. Στις 7 Απριλίου ο
Κωνσταντίνος εδέησε να υπογράψει το διάταγμα αποστρατεύσεως του Σακελλαρίου. Και τότε
ανέκυψε το κρίσιμο θέμα: ποιος θα ήταν ο διάδοχός του στην καίρια θέση του αρχηγού του
επιτελείου; Ένας κατάλογος στρατηγών «προς επιλογήν» που στάλθηκε στα ανάκτορα επεστράφη.
Οι περιλαμβανόμενοι στον κατάλογο στρατηγοί (φιλοβασιλικοί, δεξιοί, ατλαντικοί, αλλά όχι
πράκτορες) είχαν συλλήβδην προσκρούσει στο «βέτο» της Φρειδερίκης. Επακολούθησαν παζάρια.
Ο Κωνσταντίνος υπέδειξε τον αντιστράτηγο Ιωάννη Γεννηματά. Ο πρωθυπουργός εξεμάνη. Ο
υποδεικνυόμενος νέος αρχηγός του στρατού ανήκε στα πρωτοπαλίκαρα του εκλογικού
πραξικοπήματος του 1961. Διοικητής μεραρχίας στην κεντρική Μακεδονία είχε κυριολεκτικά
οργιάσει εναντίον του «κίτρινου» εχθρού, που συνέβαινε όμως ν' αντιπροσωπεύει το 53% του
ελληνικού λαού και να είναι σήμερα η νόμιμη κυβέρνηση της χώρας.
Μπροστά στο αδιέξοδο χρησιμοποιήθηκαν θεατρικά τεχνάσματα. Ο Γεννηματάς επισκέφθηκε τον
πρωθυπουργό. Και πέφτοντας στα πόδια του του ζήτησε με δάκρυα μετανοίας να του συγχωρήσει
το παράπτωμα του 1961. Και ξεχειλίζοντας από υποσχέσεις και όρκους του δήλωσε ότι από κείνη τη
στιγμή αφοσιώνεται στον Παπανδρέου και στη... δημοκρατία μέχρι θανάτου!
Το «κόλπο» έπιασε. Ο Παπανδρέου είδε στο πρόσωπο του γονυκλινούς στρατηγού όχι βέβαια τη
«μετανοούσα Μαγδαληνή», αλλά το γενίτσαρο της δημοκρατίας. Την άλλη μέρα ο Γεννηματάς
αναλάμβανε το αξίωμα του αρχηγού του γενικού επιτελείου στρατού.
Αντίθετα, στην ΚΥΠ (ελληνικό παράρτημα της CIA) ο Παπανδρέου «πάτησε πόδι» και με ουσιαστικές
μεταβολές την υπήγαγε τελικά στον έλεγχο της κυβερνήσεως, τουλάχιστον από πλευράς
διοικήσεως.
Αναφέρουμε τις δυο περιπτώσεις, του γενικού επιτελείου στρατού και της ΚΥΠ, σαν ενδεικτικές του
πνεύματος που επικρατούσε στις δυο όψεις της εξουσίας. Η Φρειδερίκη και η CIA είχαν σταθερή
π ρ ό θ ε σ η να διαφυλάξουν τα πολύτιμα οχυρά της εξουσίας. Δεν είχαν όμως και την αμετακίνητη
α π ό φ α σ η . Δεν τραβούσαν το σχοινί, έχοντας πλήρη συναίσθηση της ακατανίκητης δυνάμεως και
της προσωπικής αίγλης που η λαϊκή θέληση είχε προσδώσει στον Παπανδρέου. Και όπως μου έλεγε
ένας αυλικός; «Τώρα δεν συμφέρει να χτυπάμε το μαχαίρι με τη γροθιά μας».
Πώς ο πανέξυπνος πρωθυπουργός δεν έπιασε το σφυγμό της αδυναμίας του αντιπάλου του; Ή πώς
δεν εκτίμησε στις πραγματικές διαστάσεις της την παντοδυναμία του; Μήπως τον τρόμαζε η
επικράτηση μιας πραγματικά γνήσιας δημοκρατίας; Ας ελπίζουμε ότι η ιστορία θα δώσει κάποτε
Digitized by 10uk1s

απάντηση στα ερωτήματα αυτά.
Το προσκύνημα στον καινούργιο «θεό» δεν αποτέλεσε πρωτοτυπία του Γεννηματά. Στο «Καστρί»,
την ασκητική κατοικία του πρωθυπουργού, συρρέανε καθημερινά τα πιο ετερόκλιτα πρόσωπα του
κατεστημένου και του προσφέρανε «γην και ύδωρ», προκειμένου — εννοείται — να διατηρήσουν
τις υψηλές θέσεις και τα κεκτημένα προνόμια. Ο Παπανδρέου δεν πίστεψε ποτέ ότι οι πασίγνωστοι
αυτοκράτορες των θαλασσών, τα ηχηρά ονόματα της βιομηχανικής ολιγαρχίας, οι μανδαρίνοι των
δημόσιων υπηρεσιών, όλη αυτή η αφρόκρεμα της δεξιάς είχε δεχτεί ξαφνικά την επιφοίτηση του
αγίου πνεύματος της δημοκρατίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Έχοντας όμως υπέρμετρη
αυτοπεποίθηση και υποτιμώντας την οξύτητα των κοινωνικών αντιθέσεων υπέκυπτε, εν μέρει, στην
καταλυτική δύναμη της προσωπολατρίας. Ο Παπανδρέου βαυκαλιζόταν με το ρομαντικό όνειρο ότι
θα κατάφερνε με τον καιρό ν' απορροφήσει το κατεστημένο (αντί να ρουφηχτεί απ' αυτό), να
ψαλιδίσει τα απολυταρχικά φτερά του θρόνου, να περιορίσει τις επεμβάσεις των ξένων και με μια
ιδανική «εξισορρόπηση επιρροών» να φέρει στον τόπο την κοινωνική γαλήνη, πείθοντας την
ολιγαρχία να υποστεί μερικές «θυσίες», που θα είχαν χαρακτήρα μακροπρόθεσμης ασφαλίσεως
των προνομίων της.
Αλλά οι λύκοι παραμείνανε λύκοι, παρά την πρόσκαιρη μεταμόρφωσή τους σε άκακα αρνιά. Και
αμέσως μόλις βεβαιώθηκαν ότι οι φόβοι των πρώτων ημερών ήσαν αδικαιολόγητοι, ότι η
κυβέρνηση, που με την υποστήριξη της αριστεράς εξέφραζε τη θέληση του 65%, έμενε κυβέρνηση
χωρίς εξουσία — ένας γίγας με πήλινα πόδια — πέταξαν και τη μάσκα.
Το τραγικότερο στοιχείο στο λάθος του Παπανδρέου είναι ότι οι αντικειμενικές συνθήκες του
επιτρέπανε να ξεγαντζώσει την εξουσία από τον έλεγχο των ορατών και αοράτων δυνάμεων και να
την υπαγάγει στη δικαιοδοσία της υπεύθυνης κυβερνήσεως. Αυτές οι ευνοϊκές συνθήκες δεν ήσαν
αιώνιες. Υπήρχαν μόνο στους πρώτους μήνες — για να μην πούμε στις πρώτες εβδομάδες — μετά
τον εκλογικό, θρίαμβο της 16 Φεβρουαρίου 1964. Μόνο τότε είχε παρουσιαστεί στον Παπανδρέου η
αποφασιστική ώρα. Όποιος έζησε στην Αθήνα τις μέρες εκείνες και γεύτηκε τον απέραντο λαϊκό
ενθουσιασμό και την εξουθενική επίδρασή του στις δυνάμεις του υπερκράτους δεν δυσκολεύεται
να συλλάβει το νόημα και τις τεράστιες δυνατότητες εκείνης της αποφασιστικής ώρας.
Ο μόνος που δεν το συνέλαβε — ή δεν θέλησε να το συλλάβει — ήταν ο ίδιος ο Παπανδρέου. Αντί
να αναθέσει τα υπουργεία Εθνικής Αμύνης και Εξωτερικών σε δυο από τα πιο δοκιμασμένα στελέχη
του ανένδοτου αγώνα — ή να τα κρατήσει ο ίδιος — δέχτηκε τους δυο τοποτηρητές της Φρειδερίκης
και της CIA. Και αντί να προβεί την ίδια μέρα σε ριζικές μεταβολές στην ηγεσία των ενόπλων
δυνάμεων παζάρευε την αντικατάσταση του Σακελλαρίου με το Γεννηματά 78. Και αντί να υποδείξει,
με ευγένεια, αλλά και σταθερότητα, την απομάκρυνση της Φρειδερίκης στα απέραντα κτήματά της
στην Αυστρία υπάκουσε στην «παράκλησή της» να μην επανεκλεγεί πρόεδρος της Βουλής ο
«ανεπιθύμητος Τσιριμώκος», αλλά να ψηφισθεί ο ανεκδιήγητος Γεώργιος Νόβας.
Ίσως θα πρέπει να περάσουν πολλά χρόνια ακόμη ώσπου να είναι αδέκαστη η κρίση της ιστορίας
για το Γεώργιο Παπανδρέου. Παρά τις έντονες επιφυλάξεις για την αντιφατική πολιτική του, η
δημοκρατία πολλά οφείλει στον Παπανδρέου. Επί μισόν αιώνα η συνεισφορά του στην προάσπιση
της υπήρξε σημαντική. Και τον ευγνωμονεί ειδικά για το έπος του ανένδοτου αγώνα, που
δημιούργησε τις προϋποθέσεις καταλύσεως των κακοποιών υπερδυνάμεων. Του καταλογίζει όμως
το τραγικό λάθος της μη στρατηγικής εκμεταλλεύσεως της τακτικής νίκης του Φεβρουαρίου 1964.
Πολλοί ξένοι συγγραφείς μετατοπίζουν την ανεκμετάλλευτη «μεγάλη ώρα» του Παπανδρέου στις 15
Ιουλίου 1965. Χωρίς να διαφωνούμε με την άποψη ότι ο Παπανδρέου αμέσως όταν έλαβε τότε την
πρώτη βασιλική επιστολή όφειλε να επιζητήσει ριζική εκκαθάριση των σχέσεων κυβερνητικής και
βασιλικής εξουσίας παρατηρούμε ότι οι συνθήκες δεν ήσαν τότε τόσο ευνοϊκές ώστε να
Digitized by 10uk1s

προεξοφλούν την έκβαση της αναμετρήσεως. Το κατεστημένο είχε πραγματοποιήσει πλήρη
ανασύνταξη, με βαθιές διεισδύσεις ακόμη και στα ανώτατα κλιμάκια της κυβερνήσεως. Είναι, εξ
άλλου, μια πικρή αλήθεια ότι στην κυβέρνηση των 500 ημερών είχαν παρουσιαστεί τα πρώτα
σημάδια της φθοράς. Είναι μάλλον απίθανο ότι η ιερή συμμαχία ανακτόρων, ξένης κηδεμονίας και
ολιγαρχίας θα υποχωρούσε τον Ιούλιο, του 1965. Πιθανότερη φαίνεται η άποψη ότι ο βασιλιάς θα
ανέστελλε το Σύνταγμα. Θα είχαμε έτσι ίσως έναν πρόωρο τοκετό της σημερινής δικτατορίας κατά
δυο χρόνια. Ενώ το Φεβρουάριο του 1964 ο συσχετισμός των αντίπαλων δυνάμεων ευνοούσε
καταφανώς τον Παπανδρέου. Το κατεστημένο ήταν έτοιμο να υποχωρήσει, δεδομένου, άλλωστε,
ότι από τον αντικομμουνιστή δυτικόφιλο Παπανδρέου δεν διέτρεχαν κανέναν κίνδυνο ούτε η
κοινωνική δομή της χώρας ούτε ο συμμαχικός προσανατολισμός της.
Συμπερασματικά, είτε η μια άποψη είναι σωστή είτε η άλλη, ο Παπανδρέου άφησε
ανεκμετάλλευτες και τις δυο μεγάλες ευκαιρίες πραγματοποιήσεως της «αλλαγής» που του
παρουσιάστηκαν. Το λάθος του παραμένει τραγικό.

Θα ήταν όμως ιστορική παράλειψη και αδικία προς τη μνήμη του Παπανδρέου η παρασιώπηση ή
και η υποτίμηση των θετικών επιτευγμάτων της κυβερνήσεώς του. Η περίοδος των 500 ημερών
έμοιαζε με χειμωνιάτικο ήλιο που σκορπίζει τις χλωμές αχτίδες του ύστερα από αλλεπάλληλες
θεομηνίες και ζεσταίνει τη γη και τις καρδιές των ανθρώπων. Η δωρεάν παιδεία ολοκληρώθηκε με
μια σχεδόν επαναστατική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και με την καθιέρωση μαθητικών συσσιτίων
— επίσης δωρεάν — στην ύπαιθρο. Πρόκειται για ένα έργο πνοής, που φέρνει τη σφραγίδα του
ίδιου του πρωθυπουργού και τριών άξιων συνεργατών του, των Λουκή Ακρίτα, Γεώργιου Μυλωνά 79
και Ευάγγελου Παπανούτσου. Η κατανομή του εθνικού εισοδήματος, χωρίς να γίνει δίκαιη, έγινε
δικαιότερη σε όφελος των αγροτικών πληθυσμών, των εργατών και των υπαλλήλων.
Στο θέμα της πολιτικής δημοκρατίας, κάτω από τη σκιά του υπερκράτους, επιβλήθηκε ατμόσφαιρα
ελευθερίας. Η διάλυση των νεοφασιστικών οργανώσεων, καθώς και η απελευθέρωση των πολιτικών
κρατουμένων ικανοποίησαν το δημόσιο αίσθημα και στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Η
κυβέρνηση είχε καταρτίσει ένα νομοσχέδιο που πρόβλεπε την κατάργηση του απαίσιου θεσμού των
«εκτάκτων μέτρων». Αλλ' υποκύπτοντας στις πιέσεις του Κωνσταντίνου και της αμερικανικής
πρεσβείας ανέβαλε την ψήφιση του σχετικού νόμου. Ωστόσο, με ειδικές διαταγές, είχε κάπως
χαλαρωθεί η εφαρμογή του μέτρου των πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων.
Επίσης, θετικά υπήρξαν τα επιτεύγματα στον τομέα της οικονομίας, που κατά μέγα μέρος
οφείλονται στον καθηγητή Ανδρέα Παπανδρέου, γιο του πρωθυπουργού, που είχε στην κυβέρνηση
τον τίτλο του «αναπληρωτή υπουργού Συντονισμού». Η πολιτική που εφάρμοσε μπορεί να
χαρακτηρισθεί νεοφιλελεύθερη. Το πρόβλημα της αναζωογονήσεως της οικονομίας
αντιμετωπίστηκε με τολμηρή πολιτική παροχών στους αγρότες και τις άλλες οικονομικά
καταπιεσμένες τάξεις, που δυνάμωσε την αγοραστική τους ικανότητα. Παρά τις σπαραξικάρδιες
διαμαρτυρίες της δεξιάς, ότι η «άφρων» οικονομική πολιτική της Ενώσεως Κέντρου θα κλόνιζε την
εθνική (δηλαδή ολιγαρχική) οικονομία, αποδείχτηκε ότι το μέτρο των παροχών, που εκδηλώθηκε με
μικρές αυξήσεις των μισθών και ημερομισθίων και με υψηλότερες τιμές ασφαλείας στα γεωργικά
προϊόντα, ήταν απόλυτα υγιές. Εκτός του ότι ανύψωσε το βιοτικό επίπεδο των ασθενέστερων
τάξεων επέφερε και τόνωση στη ζήτηση των προϊόντων της εγχώριας βιομηχανίας. Μια γενική
άνθιση άρχισε να εμφανίζεται στους δείκτες της οικονομίας.
Εξ άλλου, για πρώτη φορά, μπήκαν γερά θεμέλια ενός συγχρονισμένου επιστημονικού
προγραμματισμού για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Η συμβολή του Ανδρέα Παπανδρέου και
μιας αξιόλογης ομάδας Ελλήνων καθηγητών σε ξένα πανεπιστήμια υπήρξε αποφασιστική στην
Digitized by 10uk1s

ίδρυση και λειτουργία του «κέντρου οικονομικών ερευνών και προγραμματισμού». Κατεύθυνση του
προγραμματισμού ήταν μια μικτή οικονομία, με κατανομή των λειτουργιών μεταξύ δημοσίων και
ιδιωτικών επενδύσεων και ρυθμιστικό έλεγχο στις ξένες επενδύσεις. Για ένα τόσο μακρόπνοο
πρόγραμμα δεν επαρκούσαν, φυσικά, οι πεντακόσιες μέρες της κυβερνήσεως Παπανδρέου. Το
γεγονός όμως ότι το εθνικό εισόδημα σημείωσε αύξηση γύρω στα 8% και κατανεμήθηκε κάπως
δικαιότερα δείχνει την ορθότητα της οικονομικής πολιτικής της Ενώσεως Κέντρου. Εννοείται ότι τα
θετικά αυτά βήματα συντελέστηκαν μέσα στα πλαίσια ενός ημιαποικιακού καπιταλιστικού
καθεστώτος, του οποίου δεν αποτολμήθηκε να θιγεί ούτε η κοινωνικοοικονομική δομή, ούτε η
εξάρτηση από τους επιδρομείς του ξένου κεφαλαίου.
Η επουσιώδης τροποποίηση — υπέρ του ελληνικού δημοσίου — της συμβάσεως με την Έσσο Πάππας δεν είχε καμιά σχέση με τις προεκλογικές επαγγελίες για την αναθεώρηση των ληστρικών
συμβάσεων, με τις οποίες η δεξιά είχε αλυσοδέσει τη χώρα. Είναι όμως αξιοσημείωτο ότι η
κυβέρνηση της Ενώσεως Κέντρου δεν βαρύνεται με τη σύναψη ούτε μιας σκανδαλώδους
συμβάσεως με ξένους επιχειρηματικούς ομίλους. Αλλά η κατάσταση που βρήκε διατηρήθηκε
σχεδόν άθικτη 80.
Εκεί που το πνεύμα της «αλλαγής» εκδηλώθηκε με περισσότερη τόλμη από την κυβέρνηση
Παπανδρέου ήταν ο τομέας των διεθνών σχέσεων και της εξωτερικής πολιτικής. Αν και υπουργός
των Εξωτερικών ήταν ο τοποτηρητής του παλατιού και των ξένων Σταύρος Κωστόπουλος, ωστόσο τα
κρίσιμα θέματα τα διαχειριζόταν ο ίδιος ο πρωθυπουργός. Μεγάλος εθνικός πονοκέφαλος
παρέμεινε το πρόβλημα της Κύπρου. Οι συνθήκες Ζυρίχης και Λονδίνου — που είχαν συναφθεί επί
Καραμανλή — είχαν δημιουργήσει στην Κύπρο κατάσταση μόνιμης πολεμικής αναταραχής μεταξύ
των δύο κοινοτήτων. Η Τουρκία απειλούσε να επέμβει δυναμικά. Και συγκέντρωνε στρατεύματα όχι
μόνο στις απέναντι από την Κύπρο ακτές της, αλλά και στην ανατολική Θράκη. Με το λόγο του
θρόνου η κυβέρνηση της δημοκρατίας είχε προειδοποιήσει: «Πολιτική μας είναι η ειρήνη. Αλλά εις
περίπτωσιν επιθέσεως η άμυνα...».
Στις αρχές Μαρτίου (1964) ο Παπανδρέου σημείωσε την πρώτη διπλωματική επιτυχία. Με απόφαση
του συμβουλίου ασφαλείας του ΟHE απαγορεύτηκε στην Τουρκία κάθε ενέργεια εναντίον της
Κύπρου. Με την ίδια απόφαση εγκρίθηκε η αποστολή στρατιωτικής ειρηνευτικής δυνάμεως του
ΟΗΕ στην Κύπρο και διορίστηκε ουδέτερος «μεσολαβητής» για το κυπριακό. Η ιδιαίτερη σημασία
του επιτεύγματος έγκειται στο ότι το θέμα ξέφευγε από τα πλαίσια των συνθηκών Ζυρίχης και
έμπαινε στη δικαιοδοσία των Ηνωμένων Εθνών. Ο άμεσος κίνδυνος είχε περάσει, αλλά οι
αμερικανικές πιέσεις, για μια ρύθμιση που να ευνοεί την Τουρκία, είχαν γίνει αφόρητες. Τον Ιούνιο
1964 ο πρωθυπουργός, συνοδευόμενος από τον Ανδρέα Παπανδρέου, επισκέφθηκε επίσημα —
ύστερα από πρόσκληση — την Ουάσιγκτον και το Λονδίνο. Το Σταίητ Ντιπάρτμεντ ζήτησε πιεστικά
από τον Έλληνα πρωθυπουργό να δεχτεί διμερείς συνομιλίες με την Άγκυρα. Και όχι μόνο αυτό.
Συνόδευε το πιεστικό αίτημα με την έμμεση απειλή ότι σε περίπτωση μη αποδοχής του δεν θα
μπορούσαν (οι Ηνωμένες Πολιτείες) να εμποδίσουν τουρκική πολεμική ενέργεια.
Ο Παπανδρέου αρνήθηκε κατηγορηματικά να υποκύψει. Εξήγησε στους συνομιλητές του ότι χωρίς
να προϋπάρχει λύση του κυπριακού, αποδεκτή από όλες τις πλευρές, οι διμερείς συνομιλίες με την
Τουρκία δημιουργούσαν απειλή πολέμου. Γιατί αν κατέληγαν — όπως ήταν βέβαιο — σε αδιέξοδο η
ελληνοτουρκική ρήξη θα γινόταν αναπόφευκτη.
Το επίσημο στενογραφημένο πρακτικό της συνομιλίας Γ. Παπανδρέου και Ντην Ρασκ, υπουργού
Εξωτερικών (Ιούνιος 1964), μιλάει εύγλωττα για την περήφανη στάση του Έλληνα πρωθυπουργού.
Τη συζήτηση άνοιξε ο Ρασκ δίνοντας το λόγο στον πρωθυπουργό της Ελλάδας:

Digitized by 10uk1s

Γ . Π α π α ν δ ρ έ ο υ : «Ευρισκόμεθα ενώπιον προτάσεως ν' αρχίσωμεν άνευ αναβολής, αμέσως,
διαπραγματεύσεις μετά των Τούρκων. Και τούτο διότι οι Τούρκοι απεφάσισαν να εισβάλουν στην
Κύπρο. Πληροφορούμεθα ότι τοιαύτη εισβολή ανεχαιτίσθη επεμβάσει του προέδρου των
Ηνωμένων Πολιτειών. Και ότι νέα αμερικανική επέμβασις δεν δύναται να επαναληφθή. Και ότι αν
επαναλαμβάνετο δεν θα επετύγχανε. Τούτο αντιστοιχεί προς τελεσίγραφον. Μας ζητείτε άνευ όρων
παράδοσιν. Μας λέγετε: Ή θα υποταγείτε ή θα γίνει εισβολή. Όχι μόνον η Τουρκία απεφάσισε την
επιδρομήν, αλλά και επληροφορήθη ότι η επιδρομή δεν δύναται να παρεμποδισθή. Αλλ' αυτό
σημαίνει τελεσίγραφον. Τοιαύτα τηλεσίγραφα έχει λάβει η Ελλάς από τον φασισμόν και τον
ναζισμόν. Ουδέποτε ανέμενε ότι θα ελάμβανε από τους ηγέτας του ελευθέρου κόσμου. Και μάλιστα
από συμμάχους. Το τελεσίγραφον είναι τουρκικόν, αλλά καθ' ον τρόπον μας το διαβιβάζετε, αν δεν
σημαίνει αποδοχήν, σημαίνει ανοχήν σας. Χωρίς καμμίαν μεγαληγορίαν, εις ηρεμώτατον τονον,
οφείλω να σας δώσω την απάντησιν, την οποίαν υπαγορεύει η ιστορία και η τιμή του έθνους: Όχι.».
Ο Ρασκ σιωπούσε. Ο Παπανδρέου συνέχισε: «Η Ελλάς είναι παράγων ειρήνης. Ουδένα απειλεί.
Ουδέν ζητεί. Μολονότι προκαλείται δεν προβαίνει εις αντίποινα. Οι Τούρκοι (Σ.Σ. η μειονότητα)
προστατεύονται εις την Ελλάδα. Και χάριν της ειρήνης και διότι επιτάσσει τούτο η ποιότης του
πολιτισμού μας. Αυτή είναι η υπηρεσία την οποίαν προσφέρομεν εις την συμμαχίαν και επίσης εις
την Τουρκίαν.
»Δια την Κύπρον ουδέν ζητούμεν. Απλώς ζητούμεν την εφαρμογήν θεμελιακών αρχών δικαιοσύνης
και ελευθερίας. Αρχών αι οποίαι εφαρμόζονται ενταύθα και αποτελούν την δόξαν των Ηνωμένων
Πολιτειών. Ζητούμεν δια την Κύπρον αδέσμευτον ανεξαρτησίαν και δημοκρατικόν πολίτευμα.
Δηλαδή, η πλειοψηφία να κυβερνά και η μειονότης να προστατεύεται. Και προς τούτο
προσφέρομεν διεθνείς εγγυήσεις.
»Η Ελλάς αισθάνεται εν πλήρει αρμονία προς τον ελεύθερον κόσμον και τας Ηνωμένας Πολιτείας.
Υφίσταται όμως εκβιασμόν παρά της Τουρκίας. Ηλπίζαμεν να εύρωμεν αλληλεγγύην παρά των
Ηνωμένων Πολιτειών. Και δοκιμάζομεν βαθυτάτην απογοήτευσιν βλέποντες ότι ο εκβιασμός αυτός
νομιμοποιείται».
Με παγερή ευγένεια ο Ντην Ρασκ και οι συνεργάτες του του Σταίητ Ντιπάρτμεντ άκουγαν τους
υπερήφανους λόγους του Γεώργιου Παπανδρέου. Και αναπολούσαν νοσταλγικά παλαιότερες
επισκέψεις των Ελλήνων πολιτικών της δεξιάς. Πόσο βολικοί ήσαν εκείνοι... Εκθέτανε δειλά - δειλά
τα θέματα και περίμεναν με θρησκευτική ευλάβεια την απάντηση — δηλαδή την απόφαση — των
Αμερικανών συνομιλητών τους... Και κάθε τόσο επαναλάμβαναν: «Γιες, σερ».
Ενώ αυτός εδώ... Η διαλεκτική επιχειρηματολογία του θυμίζει τους φιλόσοφους της αρχαίας
Ελλάδας. Και είναι ακλόνητη. Λέει την αλήθεια. Αλλά πολιτική και αλήθεια είναι ασυμβίβαστες
έννοιες. Τι αξία μπορεί να έχει η αλήθεια μπροστά στην ατλαντική σκοπιμότητα; Και οι βουδιστές
έλεγαν την αλήθεια. Αλλά το αποτέλεσμα ήταν να καίγονται σαν λαμπάδες. Και ο Γαλιλαίος τα
ίδια... Όχι. Όχι. Δεν μας αρέσει αυτός ο ευθυτενής, πανύψηλος γέρος, με την ακατανίκητη γοητεία,
με τη ρητορική του Δημοσθένη. Όχι, προτιμάμε τους άλλους»...
Όσο και να μην άρεσε στην κυβέρνηση Τζόνσον η σταθερή στάση του Παπανδρέου είχε όμως θετικά
αποτελέσματα. Το σπουδαιότερο ήταν ότι απέτρεψε και τον αμερικανοτουρκικό εκβιασμό και τον
ελληνοτουρκικό πόλεμο. Η Ουάσιγκτον έδειξε να εντυπωσιάστηκε από τον Παπανδρέου και
μετατόπισε την πιεστική τακτική της στο διπλωματικό πεδίο.
Την 1η Ιουλίου ο Έλληνας πρεσβευτής στην Ουάσιγκτον Μάτσας τηλεγραφούσε στον πρωθυπουργό:
«Επί προσφάτων συνομιλιών υμών μετά του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών και των ενταύθα
Digitized by 10uk1s

ιθυνόντων υποβάλλω ακόλουθα σχόλια: Εθριάμβευσε λαμπρά δύναμις λόγου και έσπασε κλοιόν
αποπνικτικής πιέσεως. Αντέστητε και ενικήσατε. Και, όπερ θαυμαστόν, επείσατε. Εκερδίσατε
ασφαλώς θαυμασμόν αντιδίκων ευγενών. Οι ισχυροί όμως ουδέποτε αποδέχονται αποτυχίαν. Και
δεν συμφέρει να αφήσετε πικρίαν. Δι' ο επιτραπήτω μοι να εισηγηθώ τα ακόλουθα...».
Το τηλεγράφημα του πρεσβευτή περιέχει υπερβολές. Οι Αμερικανοί ιθύνοντες δεν ε π ε ί σ θ η σ α ν .
Απόδειξη ότι η κυπριακή πολιτική τους παρέμεινε αμετάβλητη, παρά την υιοθέτηση άλλης τακτικής.
Εκείνο που είναι ακριβές και έχει ιστορική σημασία είναι ότι ο Παπανδρέου συμπεριφέρθηκε προς
τους κηδεμόνες σαν πραγματικός Έλληνας.
Βέβαια η τύχη του —και η τύχη της δημοκρατίας— είχε κριθεί από τότε. Αλλά αυτή ακριβώς υπήρξε
η μεγάλη αρετή του Παπανδρέου: Να μην εξαγοράζει την παραμονή του στην αρχή — όπως έκαναν
οι «άλλοι» — προδίδοντας τα ιδεώδη του. Στην Ουάσιγκτον τον Ιούνιο του 1964 ο Γεώργιος
Παπανδρέου τίμησε το όνομα της Ελλάδας.

Στην εσωτερική πολιτική η κυβέρνηση κέντρου ακολούθησε, σε όλη την περίοδο των 17 μηνών,
γραμμή εξισορροπήσεως των δύο άκρων, που ήταν και η πρακτική εφαρμογή της ιδεολογίας του
«διμέτωπου» αγώνα. Βέβαια, αυτή η συνεχής ακροβασία στο τεντωμένο σχοινί του πολιτικού
τσίρκου δεν μπορούσε να είναι πάντοτε μαθηματικά ρυθμισμένη.
Η ΕΡΕ, με την παραδοσιακή νοοτροπία που την κατείχε, ερμήνευε σαν προσφορά στον κομμουνισμό
την απολύτρωση του λαού από τις βαναυσότητες και τις αστυνομικές αυθαιρεσίες του
παρελθόντος, ή τα μέτρα βελτιώσεως του εισοδήματος των ασθενέστερων τάξεων. Η άνεση που
παρείχε η κυβέρνηση στις λαϊκές εκδηλώσεις για την διεκδίκηση επαγγελματικών και οικονομικών
αιτημάτων προκαλούσε τους ολοφυρμούς της δεξιάς — που συνεχώς την επέσειε σαν ασφαλή
ένδειξη επερχόμενης κοινωνικής ανατροπής 81. Η υστερία προσέλαβε τόνους παροξυσμού όταν στις
δημοτικές εκλογές της 5 Ιουλίου 1964 παρατηρήθηκε νέα μετατόπιση του λαϊκού φρονήματος από
τη δεξιά, όχι μόνο προς όφελος του κέντρου, αλλά και προς την αριστερά.
Από τότε ως την ιουλιανή κρίση του 1965, δηλαδή επί ένα χρόνο, το βασικό πολιτικό σύνθημα της
ΕΡΕ θα είναι η δήθεν αναβίωση του κομμουνιστικού κινδύνου εξ αιτίας των κυβερνητικών μέτρων
που είχαν χαλαρώσει την «επαγρύπνηση» των σωμάτων ασφαλείας. Παρ' όλο που η προβολή του
συνθήματος αυτού αποτελούσε ομολογία του συσχετισμού των αυξομειώσεων της ΕΡΕ και του
βαθμού αγριότητας των οργάνων της τάξεως, ωστόσο και ο βασιλιάς και οι Αμερικανοί δεν
παρέλειπαν να επισημαίνουν στον πρωθυπουργό τις «ζωηρές ανησυχίες» τους για την — δήθεν —
αύξηση της κομμουνιστικής δραστηριότητας. Το χειρότερο ήταν ότι, έπειτα από κάθε εκδήλωση
βασιλικής ή αμερικανικής «ανησυχίας», η πλάστιγγα του «διμέτωπου» αγώνα έκλινε ακόμα
περισσότερο προς τη δεξιά.
Της ίδιας ευτελούς ποιότητας ήταν και το δεύτερο σκέλος των επικρίσεων και ανησυχιών, ότι η
κυβέρνηση του κέντρου απομακρύνει τη χώρα από το δυτικό προσανατολισμό της. Ο Γεώργιος
Παπανδρέου ήταν βαθύτατα διαποτισμένος με το πνεύμα της Δύσεως και πίστευε ειλικρινά στα
δ ι α κ η ρ υ γ μ έ ν α ιδεώδη του NATO. Απεχθανόταν όμως το ρόλο του δορυφόρου και φιλοδοξούσε
να καταστήσει την Ελλάδα ισότιμο μέλος της ατλαντικής κοινοπραξίας, με υποχρεώσεις, αλλά και με
δικαιώματα. Παραδεχότανε την εξάρτηση της χώρας από τη συμμαχική Δύση, δεν ήταν όμως
διατεθειμένος να θέσει — όπως έκανε η δεξιά — τα ατλαντικά συμφέροντα υπεράνω των
ελληνικών.
Όταν κάποτε, στο Καστρί, εξέφρασα την προσωπική άποψη ότι αιτία όλων των δεινών της Ελλάδας
Digitized by 10uk1s

ήταν η ξενική εξάρτηση ο Γεώργιος Παπανδρέου με σταμάτησε απότομα:
«Άκουσε δω, αγαπητέ μου, είπε. Η ξένη εξάρτηση είναι δυστυχώς δεδομένη. Οφείλουμε όλοι να την
συνηθίσουμε. Όπως ο κουφός συνηθίζει την κουφαμάρα του».
Και ολοκληρώνοντας τη σκέψη του συνέχισε: «Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο δεν υπάρχουν
ανεξάρτητα κράτη. Κανένα. Όλα είναι εντεταγμένα κάπου. Ακόμη και τα ουδέτερα. Εντός αυτής της
ρεαλιστικής επιγνώσεως αγωνίζομαι να πείσω τους δυτικούς συμμάχους και κυρίως την Αμερική ότι
το κοινό συμφέρον, το γενικό συμφέρον του ελευθέρου κόσμου, επιβάλλει μεταξύ μεγάλων και
μικρών σχέσεις συνεργασίας και όχι υποτελείας. Ατυχώς δεν αντιλαμβάνονται την απλή αυτή
αλήθεια. Προτιμούν την υποτέλεια που τους προσφέρει η δεξιά από την εποικοδομητική
συνεργασία που τους εξασφαλίζει η δημοκρατία».
Αυτή η κρυστάλλινη ανάλυση του θέματος «ξενική εξάρτηση» από τον Γεώργιο Παπανδρέου δίνει
μια εξήγηση της ανεξήγητης στάσεως των Ηνωμένων Πολιτειών στους τρεις κρίσιμους σταθμούς της
σύγχρονης ελληνικής ιστορίας (1961, 1965, 1967). Γιατί οργάνωσαν τρία πραξικοπήματα: το πρώτο
για να διατηρήσουν μια διεφθαρμένη κυβέρνηση, το δεύτερο για να την επαναφέρουν στην εξουσία
και το τρίτο για να την αντικαταστήσουν με μια απεχθέστερη στρατιωτική δικτατορία; Η απάντηση
στα καφτά αυτά ερωτήματα περιέχεται στη φράση του Γεώργιου Παπανδρέου: «Προτιμούν την
υποτέλεια που τους προσφέρει η δεξιά από την εποικοδομητική συνεργασία που τους εξασφαλίζει
η δημοκρατία».

Η μαύρη σκιά στις σχέσεις Αθήνας - Ουάσιγκτον απλωνόταν κυρίως εξ αφορμής του κυπριακού και
των συμμαχικών εμπλοκών του. Το αμερικανικό πεντάγωνο πίεζε την ελληνική κυβέρνηση όχι μόνο
να δεχτεί τις τουρκικές αξιώσεις εν ονόματι της ατλαντικής ενότητας, αλλά και να αναγκάσει την
κυβέρνηση της Κύπρου να υποκύψει. Ο Παπανδρέου απέκρουσε και το ένα και το άλλο, παρ' όλο
που δεν έτρεφε προσωπική συμπάθεια στον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, στη μεγάλη αυτή μορφή όχι
μόνο της Κύπρου, αλλά και του ελληνισμού. Η κρίση ξέσπασε όταν ο πρωθυπουργός απέσυρε από
την έδρα του στρατηγείου του NATO στη Σμύρνη την ελληνική στρατιωτική αντιπροσωπεία (17
Αυγούστου 1964). Ο λόγος ήταν ότι δέκα μέρες πριν η τουρκική αεροπορία, χρησιμοποιώντας
αεροσκάφη του NATO και αφού πήρε το «πράσινο φως» από το ατλαντικό στρατηγείο, είχε
βομβαρδίσει κατοικημένες περιοχές της Κύπρου και είχε δολοφονήσει πολλές δεκάδες αθώα
γυναικόπαιδα. Η Ελλάδα δεν αντέδρασε πολεμικά στην τουρκική πρόκληση. Έκρινε όμως ότι ήταν
απαράδεκτο να συνεχίζει μετέχοντας στο συμμαχικό στρατηγείο Σμύρνης 82 και να συνεργάζεται, σε
ατλαντικό επίπεδο, με κείνους που διεξήγαγαν εναντίον του ελληνισμού της Κύπρου ακήρυκτο
πόλεμο. Ήταν το ελάχιστο που το εθνικό αίσθημα υπαγόρευε στην κυβέρνηση να κάνει. Αυτό όμως
το «ελάχιστο» προκάλεσε εκρήξεις θυμού στην Ουάσιγκτον, στο Παρίσι (όπου η έδρα του γενικού
αρχηγείου του NATO), στην Άγκυρα, ακόμη και στην Αθήνα, όπου η δεξιά δεν παράλειψε να
κατηγορήσει τον Παπανδρέου για «επικινδύνους πειραματισμούς εις τον τομέα των διεθνών
σχέσεων».
Ανάλογες αντιδράσεις είχε προκαλέσει η αποκατάσταση κάλων σχέσεων μεταξύ Ελλάδας και
Βουλγαρίας. Από τον τερματισμό του Β' παγκοσμίου πολέμου στις σχέσεις των δύο χωρών είχε
παγιοποιηθεί κατάσταση εντάσεως. Η Σόφια επανειλημμένα έκανε κρούσεις για την εξομάλυνση
των διαφορών, αλλά οι κυβερνήσεις της δεξιάς, προλαβαίνοντας τις υποτιθέμενες επιθυμίες του
NATO, επιδείκνυαν άκαμπτη αδιαλλαξία. Έτσι, με το να είναι «βασιλικώτερο του βασιλέως» το
καθεστώς της Αθήνας βρέθηκε σε θέση διπλωματικής γελοιοποιήσεως, όταν ξαφνικά
πληροφορήθηκε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν αποκαταστήσει ομαλές σχέσεις με τη Βουλγαρία,
«πατροπαράδοτο» εχθρό της Ελλάδας...
Digitized by 10uk1s

Η κυβέρνηση Παπανδρέου ακολούθησε ρεαλιστικότερη πολιτική. Στις 9 Ιουλίου (1964) υπέγραψε
μια σειρά από δώδεκα ελληνοβουλγαρικές συμφωνίες, που θεμελίωναν καθεστώς «καλής
γειτονίας» και ρύθμιζαν τις εκκρεμείς διαφορές. Η Βουλγαρία δέχτηκε να καταβάλλει ένα ποσό
πολεμικών επανορθώσεων. Το εμπόριο μεταξύ των δύο γειτόνων αναζωογονήθηκε. Οι βούλγαροι,
κατά τις διαπραγματεύσεις, είχαν προτείνει και σύναψη συμφώνου «μη επιθέσεως». Αλλά η
ελληνική κυβέρνηση, φοβούμενη τις αντιδράσεις του NATO, δεν προχώρησε ως εκεί. Οπωσδήποτε,
όμως, οι συμφωνίες της Σόφιας, εκτός των άλλων, σταθεροποίησαν την ειρήνη στο βαλκανικό χώρο.
Αλλά και υπήρξαν βαρύ πλήγμα για το «ιδεολογικό» οπλοστάσιο της δεξιάς, που η «εκ βορρά
απειλή» είχε το βάρος που έχει για την Αμερική ο «κίτρινος κίνδυνος» ή ο «σοσιαλισμός», σύμφωνα
με τις εκτιμήσεις της εταιρείας «Τζων Μπερτς». (Πρόκειται για μια ρατσιστική οργάνωση στις νότιες
πολιτείες της Αμερικής, που η αντικομμουνιστική και αντιδημοκρατική υστερία της προκαλεί
θυμηδία ακόμη και στους συντηρητικούς κύκλους των Ηνωμένων Πολιτειών).

Η ομαλοποίηση των ελληνοβουλγαρικών σχέσεων έφερε στην επιφάνεια, υπό νέο πρίσμα, το
πρόβλημα των στρατιωτικών δαπανών. Από τότε που η ξένη κηδεμονία μεταβιβάστηκε από την
Αγγλία στις Ηνωμένες Πολιτείες (1947) η χώρα μας υποχρεώθηκε να διατηρεί στρατιωτικές
δυνάμεις που ξεπερνούσαν τις 150.000 άνδρες. Ο τερματισμός του εμφύλιου πολέμου δεν
θεωρήθηκε επαρκής λόγος για να μειωθούν οι ένοπλες δυνάμεις, που ήσαν δυσανάλογα μεγάλες
για τον πληθυσμό των τότε 7-7,5 εκατομμυρίων και την κατερειπωμένη ελληνική οικονομία.
Αντίθετα, όταν η Ελλάδα εντάχθηκε στην ατλαντική συμμαχία της επέβαλαν ν' αυξήσει το στρατό σε
200 χιλιάδες άνδρες. Αλλά ένας τόσο ισχυρός στρατός προϋπόθετε δαπάνες συντηρήσεως
δυσβάστακτες για τους ελληνικούς ώμους. Στο μεταξύ είχαν ανοίξει οι κρουνοί της αμερικανικής
βοηθείας και στην κοινή γνώμη καλλιεργήθηκε η εντύπωση ότι οι στρατιωτικές δαπάνες θα
βαρύνανε όχι τον ελληνικό λαό, αλλά τους ξένους κηδεμόνες. Η αυταπάτη διαλύθηκε σύντομα. Η
αμερικανική στρατιωτική βοήθεια εκάλυπτε τον εξοπλισμό του στρατού και ένα μέρος τροφοδοσίας
του, άφηνε δε όλες τις άλλες δαπάνες συντηρήσεως (μισθούς κλπ.) στο ελληνικό δημόσιο. Για να
γίνει σαφέστερο το πρόβλημα σημειώνουμε ότι η μεν αμερικανική στρατιωτική βοήθεια κυμαινόταν
γύρω στα 100 εκατομμύρια δολάρια το χρόνο, ενώ οι ελληνικοί πόροι που διετίθεντο υπερέβαιναν
τα 300-350 εκατομμύρια δολάρια το χρόνο. (Επί δικτατορίας τα 500-600 εκατομμύρια δολάρια). Τα
ποσά αυτά τα αντλούσαν από την υπερφορολόγηση του ελληνικού λαού και φυσικά περικόπτονταν
— χάρη της ατλαντικής αλληλεγγύης — τα κονδύλια της παιδείας, της κοινωνικής πρόνοιας και της
οικονομικής αναπτύξεως, που στην εκτίμηση των εγκεφάλων του NATO ήσαν «δευτερεύουσας
σημασίας».
Όταν κατά καιρούς η αντιπολίτευση στη Βουλή ή ο τύπος έθιγαν το θέμα των στρατιωτικών
δαπανών έπαιρναν από τις κυβερνήσεις της δεξιάς την οργισμένη απάντηση ότι η οικονομική αυτή
θυσία αποτελεί το τίμημα της ελληνικής ελευθερίας και της διαφυλάξεως των μεγάλων ηθικών
αξιών της Δύσεως. Όλα αυτά καλά και άγια. Αλλά ποτέ κανένας δεν εξήγησε, γιατί τάχα θα έπρεπε ο
πάμπτωχος, ο κατατρεγμένος ελληνικός λαός να στερείται σχολείων, νοσοκομείων, καλής
διατροφής, στέγης και δρόμων για να διαφυλάττει τις ηθικές «αξίες» των Ηνωμένων Πολιτειών και
της δυτικής Ευρώπης, χωρών με τόσο υψηλό επίπεδο ευημερίας. Η αναφορά στο θέμα των
στρατιωτικών δαπανών εμφανιζόταν, εξ άλλου, και σαν εκδήλωση αγνωμοσύνης προς την
προστάτιδα Αμερική, που με την οικονομική της βοήθεια έθετε θεμέλια ενός μελλοντικού ελληνικού
παράδεισου. Πέρα όμως από τη λεπτομέρεια ότι ο «παράδεισος» αφορούσε την ολιγαρχία, από τη
μελέτη των αριθμών έβγαινε και μια άλλη διαπίστωση: ότι το σύνολο της αμερικανικής βοήθειας,
οικονομικής και στρατιωτικής, αντιπροσώπευε — και αντιπροσωπεύει — μικρότερο ποσόν από
εκείνο που υποχρεωνόταν η Ελλάδα να διαθέτει για τη διαφύλαξη των «ηθικών αξιών» της Δύσεως.
Σύμφωνα με υπεύθυνα στοιχεία, ως τα μέσα του 1964 το σύνολο της αμερικανικής βοήθειας προς
Digitized by 10uk1s

την Ελλάδα ήταν γύρω στα τέσσερα δισεκατομμύρια δολάρια (για την ακρίβεια 3.984). Το κονδύλιο
των τεσσάρων δισεκατομμυρίων (ως το 1964) κατανέμεται σε 1.750 εκ. στρατιωτική βοήθεια και
2.250 εκ. οικονομική βοήθεια. Διαιρώντας το κονδύλιο της στρατιωτικής βοήθειας 1.750 εκ. διά του
18, όσα τα έτη από το 1947 έως το 1964, βλέπουμε ότι κάθε χρόνο η Ελλάδα εισέπραττε για τις
στρατιωτικές δαπάνες της από τις Ην. Πολιτείες ποσόν κατά τι μικρότερο των 100 εκ. δολαρίων.
Αλλά και αν υπολογίσουμε το σύνολο της βοήθειας (οικονομικής και στρατιωτικής), η ετήσια
κατανομή ήταν γύρω στα 200 εκ. δολάρια. (Από το 1962 που σταμάτησε η οικονομική βοήθεια και
διατηρήθηκε μόνον η στρατιωτική το ποσόν αυτό είναι πολύ χαμηλότερο). Δεδομένου όμως ότι οι
στρατιωτικές δαπάνες της χώρας απορροφούσαν ετησίως από 300 έως 350 εκ. δολάρια, προκύπτει
ότι η πολυδιαφημισμένη αμερικανική βοήθεια δεν ήταν απλώς «δώρον άδωρον» για τον ελληνικό
λαό, αλλά και ένα ευφυές τέχνασμα αντλήσεως ελληνικών πόρων, μεγαλύτερου ύψους από την
λαμβανόμενη βοήθεια, υπέρ των «ηθικών αξιών» της Δύσεως. Δηλαδή η πάμπτωχη Ελλάδα, σε
τελευταία ανάλυση, αντί να ενισχύεται από τους πλούσιους συμμάχους της του NATO ενίσχυε
αυτούς. Το «άνοιγμα» μεγάλωσε έπειτα από την «επανάσταση» της 21 Απριλίου 1967. Ο
Παπαδόπουλος ανήγγειλε το Δεκέμβριο 1968 ότι οι στρατιωτικές δαπάνες αυξάνονται κατά 10%.
Αλλά κατά την εκτέλεση του προϋπολογισμού δαπανήθηκαν περισσότερα. Σύμφωνα με επίσημη
ανακοίνωση του υπουργείου Οικονομικών («Οικονομικός Ταχυδρόμος», 9 Ιανουαρίου 1969) το
σύνολο των πολεμικών δαπανών ήταν για το 1967 11.314 εκατομμύρια δρχ., για το 1968 13.272 και
για το 1969 14.299. Οι 14.299 εκ. δραχμές αντιστοιχούν σε 476,6 εκατομμύρια δολάρια. Έναντι
αυτού του ποσού που διετίθετο από ελληνικούς πόρους η αμερικανική βοήθεια μόλις έφθανε τα
εκατό εκατομμύρια δολάρια... Σύμφωνα με στοιχεία που κατέθεσε στη Γερουσία ο δημοκρατικός
γερουσιαστής της Ινδιάνας Βανς Χάρτκε η αξία των στρατιωτικών εφοδίων που έχει χορηγηθεί στην
Ελλάδα κατά τα τελευταία χρόνια έχει ως εξής:
1965 $
1966 »
1967 »
1968 »
1969 »
Μέσος όρος

126.400.000
89.500.000
60.800.000
55.000.000
158.600.000
98.060.000

δολ. το χρόνο

Όταν τα κονδύλια των στρατιωτικών δαπανών ήσαν — προ της δικτατορίας — σε χαμηλότερο
επίπεδο ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος καθηγητής Ξενοφών Ζολώτας είχε επισημάνει στη
γενική συνέλευση των μετόχων της Τραπέζης (Απρίλιος 1963) ότι «το πρόβλημα των στρατιωτικών
δαπανών σωρεύει μεγάλους κινδύνους και αφήνει έκθετον την οικονομικήν ανάπτυξιν και
σταθερότητα της χώρας». Κατά τον Ζολώτα, «ουσιώδης προϋπόθεσις» για την περιφρούρηση της
οικονομικής ισορροπίας ήταν η «κάλυψις με αμερικανικήν βοήθειαν του υπερβάλλοντος βάρους
των αμυντικών δαπανών». Εκτός από τις «ηθικές αξίες της δύσεως» (που τόσο γνήσια εκφράζονται
από τον Τσαγκ - Κάι - Σεκ, τον Κυ, τον Φράνκο, ή τον Παττακό...) το μεγάλο «ατού» της ελληνικής
δεξιάς για τη δικαιολόγηση του δυσβάστακτου ύψους των στρατιωτικών δαπανών ήταν ο
βουλγαρικός κίνδυνος. Χωρίς να λησμονάμε τον κάθε άλλο παρά έντιμο ρόλο της μοναρχικής
Βουλγαρίας από το 1912 μέχρι το 1945 και τις ωμότητες σε βάρος ελληνικών πληθυσμών, η καλή
πίστη επιβάλλει ν' αναγνωρίσουμε ότι το μεταπολεμικό καθεστώς της Βουλγαρίας ακολούθησε
πολιτική «ειρηνικής συνυπάρξεως» με τα διαφορετικού καθεστώτος γειτονικά κράτη.
Επανειλημμένα μάλιστα η Βουλγαρία διεκήρυξε ότι δεν τρέφει εδαφικές διεκδικήσεις απέναντι στην
Ελλάδα. Οπωσδήποτε, μετά τις συμφωνίες της Σόφιας (1964) ο μύθος του βουλγαρικού κινδύνου
άρχισε να εξατμίζεται.
Απόμειναν για να δικαιολογούν τις υπέρογκες στρατιωτικές δαπάνες δύο άλλες περιπτώσεις: το
ενδεχόμενο τουρκικής επιθέσεως και η πιθανότητα γενικότερης ρωσικής ενέργειας, προς κατάληψη
της Ευρώπης. Στην πρώτη περίπτωση θα επρόκειτο για ενδοατλαντική διένεξη, δεδομένου ότι και η
Ελλάδα και η Τουρκία ήσαν και είναι μέλη του NATO. Μοιάζει όμως με παραλογισμό το να
Digitized by 10uk1s

υφίσταται η χώρα μας αυτή την τρομερή οικονομική αφαίμαξη (εν ονόματι των ατλαντικών
ιδεωδών) για να προασπίζει την εδαφική της ακεραιότητα από επιθετικές προθέσεις ενός
ατλαντικού συνεταίρου της. Η περίπτωση, τέλος, ευρείας σοβιετικής ενεργείας στην Ευρώπη δεν
αφορούσε άμεσα τη μικρή Ελλάδα. Ήταν και είναι ένα πρόβλημα που η αντιμετώπισή του ανήκει
στη δικαιοδοσία των «μεγάλων».
Το συμπέρασμα είναι ότι από όποια όψη και αν κοιταζόταν το θέμα των στρατιωτικών δαπανών
πρόβαλε σαν μια από τις μορφές των κακοήθων αλλοιώσεων που είχαν δημιουργηθεί στην εθνική
ζωή. Ο λαός στέναζε κάτω από το καταθλιπτικό βάρος των δαπανών. Και οι μόνοι ωφελημένοι ήσαν
το NATO, που είχε εξασφαλίσει αδάπανα μια στρατιωτική δύναμη με αστυνομικά καθήκοντα για την
υποταγή του ελληνικού λαού και η κάστα των μιλιταριστών, που γι' αυτούς το ύψος των
στρατιωτικών δυνάμεων ήταν ευθέως ανάλογο με την ταχύτητα των προαγωγών, τα πρόσθετα
οικονομικά προνόμια και την άσκηση ελέγχου επί της δημόσιας ζωής. Για το παλάτι, τέλος, ο
στρατός — επιμελώς ξεκαθαρισμένος — ήταν το δυναμικό αντίβαρο στις δυσμενείς διακυμάνσεις
του λαϊκού αισθήματος...
Πώς αντιμετώπισε ο Παπανδρέου το θεμελιώδες αυτό πρόβλημα; Η απάντηση είναι: δεν το
αντιμετώπισε καθόλου. Και η απουσία αντιμετωπίσεως σήμαινε σιωπηρή παραδοχή από τον
πρωθυπουργό ότι και οι στρατιωτικές δαπάνες υπάγονταν στα «στεγανά» της βασιλικής και
αμερικάνικης εξουσίας. Και όμως. Οι ωραίοι οραματισμοί της κοινωνικής αναπλάσεως και της
λαϊκής ευημερίας ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθούν χωρίς μια ρωμαλέα αντιμετώπιση (με την
απλή μέθοδο του «γόρδιου δεσμού») των στρατιωτικών δαπανών.

Οι αλλεπάλληλοι «ιπποτισμοί» του Παπανδρέου προς το κατεστημένο εξελήφθησαν — όπως
συμβαίνει συνήθως στη ζωή — σαν αδυναμία. Και αποθράσυναν και το παλάτι και την ξένη
κηδεμονία. Τρία γεγονότα είναι ενδεικτικά.
Μετά το θάνατο του συζύγου της η Φρειδερίκη έπαιρνε αυτοδίκαια τον τίτλο της βασιλομήτορος.
Αλλ' αυτός ο τίτλος δεν γέμιζε την πληθωρική προσωπικότητά της. Και επί πλέον, έδινε το
προβάδισμα στη νέα και ωραία βασίλισσα Άννα-Μαρία. Αξίωσε, λοιπόν, η Φρειδερίκη — και το
πέτυχε — να της αναγνωρισθεί ένας καινούργιος τίτλος: ο τίτλος της «βασιλίσσης Φρειδερίκης,
βασιλίσσης - μητρός». Δεύτερη αξίωση που διετύπωσε ήταν να θεσπισθεί και γι' αυτήν ειδική
χορηγία. Ο Παπανδρέου δεν έφερε αντιρρήσεις και όρισε το ποσόν της συντάξεως προς τη
Φρειδερίκη σε τρία εκατομμύρια δραχμές το χρόνο. Έχοντας όμως υπ' όψη του το πόσο μισητή ήταν
στον ελληνικό λαό η «βασίλισσα — βασίλισσα - μήτηρ»... απέφυγε να ανακοινώσει την απόφαση
της κυβερνήσεως και προσπάθησε να περάσει αθόρυβα στη Βουλή το σχετικό νομοσχέδιο. Αλλά η
είδηση διέρρευσε. Η μεγάλης κυκλοφορίας απογευματινή εφημερίδα «Τα Νέα» δημοσίευσε
εντυπωσιακά τη σχετική πληροφορία με επικριτικά σχόλια. Ο Παπανδρέου δυσφόρησε. Η
Φρειδερίκη έγινε μπαρούτι... 83
Το βράδυ της 27ης Σεπτεμβρίου 1964 ο αυλάρχης της Φρειδερίκης Δημήτριος Λελούδας ζήτησε
επειγόντως να γίνει δεκτός από τον πρωθυπουργό, προς τον οποίο επέδωσε επιστολή της
βασιλομήτορος που προοριζόταν για δημοσίευση. Στην επιστολή, διατυπωμένη σε προκλητικό
ύφος, η Φρειδερίκη έλεγε ότι έπειτα από το θόρυβο που είχε ξεσηκωθεί απέρριπτε τη σύνταξη. Και
κατηγορούσε την κυβέρνηση ότι την «αφήκεν ακάλυπτον και απροστάτευτον».
Ο Παπανδρέου αγανάκτησε. Και στρεφόμενος προς τον αυλάρχη είπε:
«Η τελευταία αυτή παράγραφος είναι απαράδεκτος».
Digitized by 10uk1s

Και ζήτησε εκείνη τη στιγμή στο τηλέφωνο τον Κωνσταντίνο, που περνούσε με την Άννα - Μαρία τον
μήνα του μέλιτος στη Σπετσοπούλα (ιδιόκτητο νησάκι του εφοπλιστή Σταύρου Νιάρχου). Χωρίς
προεισαγωγές του είπε:
«Ή αποσύρει η βασιλομήτωρ την παράγραφον αυτήν ή παραιτούμαι».
Ο Κωνσταντίνος πανικοβλήθηκε. Και τηλεφώνησε αμέσως στη μητέρα του, η οποία υπεχώρησε.
Μπροστά στην ανυποχώρητη αποφασιστικότητα του πρωθυπουργού το παλάτι έκανε πίσω. Αλλά,
δυστυχώς, δεν επιδεικνυόταν συχνά η πρωθυπουργική ακαμψία.
Το δεύτερο επεισόδιο θα μπορούσε να θεωρηθεί φαιδρό, αν δεν είχε το τραγικό στοιχείο της
αποκαλύψεως ότι το υπερκράτος του παρελθόντος λειτουργούσε ανενόχλητο εντός και εκτός της
δημοκρατικής κυβερνήσεως.
Είχε προηγηθεί ο γάμος του Κωνσταντίνου. Και ο στρατηγός Δόβας (πρωθυπουργός του εκλογικού
πραξικοπήματος του 1961), που εξακολουθούσε να κατέχει το αξίωμα του αρχηγού του
στρατιωτικού οίκου του βασιλιά, σκέφθηκε από κοινού με τον υπουργό Αμύνης Γαρουφαλιά και
άλλους αυλικούς να κάνουν ένα πρωτότυπο δώρο στο μεγαλειότατο. Και αφού απέρριψαν άλλες
ιδέες χωρίς φαντασία κατέληξαν στην φαεινή έμπνευση να προσφέρουν στο μονάρχη για γαμήλιο
δώρο τον ελληνικό στρατό!... Ο Γαρουφαλιάς, υπουργός Αμύνης, υπέγραψε ένα διάταγμα που
μετονόμαζε τον ελληνικό στρατό σε «βασιλικόν στρατόν». Το γαμήλιο δώρο ήταν έτοιμο. Κάποια
βασιλική ευαρέσκεια και κάποιο παράσημο θα ήσαν οι ανταμοιβές για τους καλούς και πιστούς
υπηκόους της A.M.
Ο Παπανδρέου αγνοούσε τι είχε σχεδιαστεί πίσω από την πλάτη του. Οι εμπνευστές της ιδέας
πίστευαν ότι όταν το διάταγμα θα δημοσιευόταν, ο πρωθυπουργός, μπροστά στο τετελεσμένο
γεγονός, το πολύ-πολύ θα θύμωνε. Αλλά το γαμήλιο δώρο θα είχε προσφερθεί.
Θυμάμαι ότι την ημέρα που «κάποιος» μου μετέδωσε εμπιστευτικά την απίστευτη πληροφορία
έδειξα μια επιπόλαιη δυσπιστία. «Αυτό είναι αδύνατο», είπα στον πληροφοριοδότη μου. «Είδα με
τα μάτια μου το διάταγμα», επέμεινε εκείνος. Η ώρα ήταν έξη το πρωί. Ωστόσο πήρα στο τηλέφωνο
το σπίτι του Γαρουφαλιά. Ζήτησα τον υπουργό, αναφέροντας το όνομά μου και εξηγώντας ότι
πρόκειται για επείγουσα ανάγκη. Σε λίγο εμφανίστηκε ο Γαρουφαλιάς, προφανώς
αγουροξυπνημένος. Χωρίς περιστροφές του είπα την πληροφορία μου, βέβαιος ότι θα μου τη
διέψευδε κατηγορηματικά. Κατάπληκτος άκουσα από την άλλη άκρη του σύρματος το Γαρουφαλιά
να λέει: «Ναι. Η είδησις είναι ακριβής. Υπέγραψα το διάταγμα. Αύριο θα δημοσιευθή».
Παραβιάζοντας και πάλι κάθε στοιχειώδη διακριτικότητα (που επέβαλε η τόσο ακατάλληλη ώρα)
τηλεφώνησα αμέσως μετά τον Γαρουφαλιά στο Καστρί. Η γνώριμη βαριά φωνή του Παπανδρέου
ρώτησε: «Τι συμβαίνει;» Του ανέφερα την πληροφορία μου και την προ ενός λεπτού στιχομυθία με
τον υπουργό Αμύνης. Και πρόσθεσα ότι η εφημερίδα στην οποία εργαζόμουνα («Τα Νέα») δεν θα
άφηνε ασχολίαστη την είδηση.
Για λίγα δευτερόλεπτα μεσολάβησε ένα κενό. Έπειτα ακούστηκε, καταφανώς ταραγμένη, η φωνή
του Παπανδρέου; «Είναι απίστευτο το θράσος τους. Πάντως το διάταγμα θ' ανακληθεί. Αυτό
μπορείς να το γράψεις».
Το διάταγμα ανεκλήθη. Ο ελληνικός στρατός δεν προσφέρθηκε, σαν ένα κομμάτι τούρτας, δώρο
στον Κωνσταντίνο. Και επί πλέον, ο Παπανδρέου επέβαλε — κάπως αργά βέβαια — την
απομάκρυνση του Δόβα από το παλάτι. Για μια ακόμη φορά η επίδειξη σταθερότητας είχε
αποδειχθεί αποτελεσματική.
Digitized by 10uk1s

Το τρίτο θέμα είναι συναφές με τα δύο προηγούμενα, υπό την αντίστροφη όμως έννοια. Αφορά την
εκδήλωση κατευναστικής πολιτικής της κυβερνήσεως, η οποία αντί να επιφέρει ύφεση στην
οξύτητα, ερμηνεύτηκε από το κατεστημένο σαν αδυναμία και επιτάχυνε την ανάληψη επιθετικών
πρωτοβουλιών.
Μια από τις προεκλογικές επαγγελίες της Ενώσεως Κέντρου ήταν η εκκαθάριση «των ευθυνών του
παρελθόντος» (σύμφωνα με το διακριτικό όρο που είχε επικρατήσει για το οκταετές όργιο
οικονομικής διαφθοράς). Αλλά η ισχυρή πίεση των ανακτόρων και της κηδεμονίας αναχαίτιζε την
κυβέρνηση από του να θίξει τις σκανδαλώδεις συμβάσεις με ξένους ομίλους και άλλες υποθέσεις
ιδιοτελούς διασπαθίσεως του δημόσιου χρήματος. Στις 22 Ιανουαρίου 1965 η ΕΔΑ κατέθεσε στη
Βουλή πρόταση περί παραπομπής σε ειδικό δικαστήριο (βάσει του νόμου περί ευθύνης υπουργών)
του πρώην πρωθυπουργού Καραμανλή και των πρώην υπουργών Π. Παπαληγούρα και Νικόλαου
Μάρτη, ως υπευθύνων υπουργών για καταχρήσεις μερικών εκατομμυρίων δολαρίων που είχε
διαπράξει η διοίκηση της δημοσίας επιχειρήσεως ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) 84.
Η κυβερνητική πλειοψηφία υιοθέτησε την πρόταση. Αλλά στο στρατόπεδο της ΕΡΕ και στο παλάτι
ξεσηκώθηκε θύελλα, η οποία, αν όχι τίποτε άλλο, υποδηλούσε ένδειξη ένοχης.
Ενώ μια επιτροπή της Βουλής συνέχιζε το ανακριτικό της έργο η ΕΔΑ ανέλαβε νέα πρωτοβουλία.
Ζήτησε τη διενέργεια ανακρίσεων και για τις περιβόητες υπερβάσεις στα δημόσια έργα που είχαν
εκτελεσθεί κατά την οκταετία της ΕΡΕ. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι τεκμηριωμένες αποκαλύψεις
του τύπου είχαν δημιουργήσει γύρω από τα δημόσια έργα της κυβερνήσεως Καραμανλή ένα
πελώριο ηθικό ζήτημα. Οι υπερβάσεις από τον αρχικό προγραμματισμό ορισμένων έργων
κυμαίνονταν μεταξύ 100 και 1000%.
Η κυβέρνηση δεν υιοθέτησε και δεν υποστήριξε την πρόταση της ΕΔΑ. Ο Παπανδρέου είχε αρχίσει
να κάμπτεται από τις φορτικές πιέσεις του Κωνσταντίνου, που ενισχύονταν και από το βαρύ
πυροβολικό των αμερικανικών «συστάσεων». Όλοι ζητούσαν να ριφθεί ένας πέπλος λήθης στις
ανομίες του παρελθόντος. Θα περίμενε κανείς ότι στην πολύπλευρη αυτή προσπάθεια
«κουκουλώματος» θ' αντιδρούσε έντονα η ίδια η κατηγορούμενη ΕΡΕ. Αλλά ο Κανελλόπουλος — ο
σημερινός αρχηγός της — που στο παρελθόν είχε δώσει δείγματα μεγάλης ηθικής ευθιξίας, δεν
ήθελε να ρθει σε ανοικτή ρήξη με την καραμανλική πτέρυγα του κόμματος, που κυρίως αυτή
βαρυνότανε με τις καταθλιπτικές αυτές κατηγορίες. Έτσι η ΕΡΕ, αντί ν' αντιδράσει, υπερθεμάτισε
στην εκστρατεία συγκαλύψεως. Παράγοντες της ΕΡΕ, που δεν αισθάνονταν άνετα με την
εκκρεμότητα των «ευθυνών του παρελθόντος», πραγματοποιούσαν μυστικές επαφές με τη
Φρειδερίκη και την αμερικανική πρεσβεία αναζητώντας μεθόδους εντονότερης πιέσεως όχι μόνο
προς τον Παπανδρέου, αλλά και προς τους συνεργάτες του εκείνους που ζητούσαν την ηθική
κάθαρση.
Ο Ιωάννης Ζίγδης, υπουργός Βιομηχανίας στην κυβέρνηση Παπανδρέου, μου διηγήθηκε αργότερα
ότι είχε μείνει κατάπληκτος από τη θερμότητα του ενδιαφέροντος που είχε δείξει ο Κωνσταντίνος
υπέρ των κατηγορουμένων για καταχρήσεις. Κατά την τελετή των εγκαινίων ενός υδροηλεκτρικού
φράγματος ο Κωνσταντίνος πλησίασε το Ζίγδη και ευθέως του έθεσε το θέμα αμνηστεύσεως των
ευθυνών του παρελθόντος:
—«Τι αναμοχλεύετε αυτά τα πράγματα», του είπε ενοχλημένος. «Πρέπει να παραγραφούν».
—«Μα αν οι κατηγορίες είναι ανακριβείς», παρατήρησε ο Ζίγδης, «θάπρεπε η ίδια η ΕΡΕ να επιζητεί
τη δικαστική εκκαθάριση. Ενώ με την παραγραφή θα παραμείνει η σκιά».
—«Όχι, όχι», επέμενε ο βασιλιάς. «Πρέπει να παραγραφούν. Είναι θέμα εθνικής ανάγκης. Ο
Digitized by 10uk1s

πολιτικός κόσμος πρέπει να διατηρηθεί ηθικά άσπιλος».
—«Έστω και αν δεν είναι;»
—«Δεν ξέρω. Θέλω παραγραφή».
Με την «παραγραφή» είχε βρεθεί η φόρμουλα συγκαλύψεως των ανωμαλιών. Στις 17 και 21
Ιουνίου 1965, σε δυο διαδοχικές ψηφοφορίες, οι βουλευτές του κέντρου — ενδοτικοί και
ανένδοτοι— με βαριά καρδιά, σαν πρόβατα επί σφαγήν, περνούσαν από την ψηφοδόχο της Βουλής
και ψήφιζαν την παραγραφή των σκανδάλων...
Το συχωροχάρτι της ΕΡΕ — και των υπεράνω της ΕΡΕ — είχε δοθεί. Ο δρόμος για το ιουλιανό
πραξικόπημα ήταν ανοικτός.

Προτού εξιστορήσουμε τα γεγονότα της 15 Ιουλίου είναι αναγκαίο ν' αναφερθούμε και σε μερικά
άλλα θέματα της περιόδου εκείνης, που ολοκληρώνουν την προϊουλιανή εικόνα:
Ένα πρωινό του Μαΐου (1965) η Αθήνα, ο Πειραιάς και η Θεσσαλονίκη αναστατώθηκαν: Ο κόσμος
που πήγαινε βιαστικά στις δουλειές του διάβαζε στους ολοσέλιδους τίτλους των εφημερίδων της
δεξιάς ότι η χώρα διέτρεχε θανάσιμο κίνδυνο. Μια τεράστιας εκτάσεως δολιοφθορά είχε
ανακαλυφθεί στις ένοπλες δυνάμεις.
Επρόκειτο, φυσικά, για κομμουνιστική συνωμοσία, που απέβλεπε στην κατάληψη της εξουσίας και
την ένταξη της χώρας στο σύμφωνο της Βαρσοβίας. Σωτήρας του έθνους από τη φοβερή απειλή
ήταν — ποιος άλλος;— ο Γεώργιος Παπαδόπουλος...
Η ουσία της συγκλονιστικής ειδήσεως ήταν ότι στην 117η μοίρα πυροβολικού της 12ης μεραρχίας
Έβρου ο διοικητής αυτής αντισυνταγματάρχης Γ. Παπαδόπουλος είχε ανακαλύψει τα νήματα ενός
σατανικού συνωμοτικού μηχανισμού του ΚΚΕ, που οργάνωνε σαμποτάζ στα στρατιωτικά αυτοκίνητα
της μονάδας. Στην πολυσέλιδη αναφορά του ο Παπαδόπουλος έλεγε, επίσης, ότι οι δολιοφθορείς
σχεδιάζανε να δολοφονήσουν τον ίδιο και άλλους αξιωματικούς.
Λίγες ώρες προτού κυκλοφορήσουν οι πρωινές εφημερίδες με την τρομακτική είδηση, στις
εργατικές συνοικίες της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης συνέβαιναν άλλα περίεργα πράγματα:
Πάνοπλες δυνάμεις της αστυνομίας κύκλωναν ολόκληρα τετράγωνα, παραβίαζαν το οικογενειακό
άσυλο και μέσα στη νύχτα άρπαζαν σηκωτούς από τα κρεβάτια τους εκείνους που η αναφορά του
Παπαδόπουλου κατονόμαζε σαν αρχηγούς και όργανα της μεγάλης συνωμοσίας.
Ήταν μια εφιαλτική αναβίωση του παρελθόντος. Και μια πρόβα τζενεράλε για το μέλλον...
Η κυβέρνηση Παπανδρέου αγνοούσε τα πάντα. Τα πληροφορήθηκε από τις εφημερίδες της δεξιάς...
Και η αντίδρασή της ήταν αξιοθρήνητη. Διατάχθηκαν ανακρίσεις. Από το ανακριτικό πόρισμα
προέκυψε ότι δεν υπήρχε ούτε συνωμοσία, ούτε δολιοφθορά. Ούτε ίχνος κομμουνιστικής
αναμίξεως.
Η πραγματικότητα ήταν διαμετρικά αντίθετη από τους ισχυρισμούς του Παπαδόπουλου. Δυο απλοί
στρατιώτες, με περγαμηνές εθνικοφροσύνης, πιάστηκαν, βασανίστηκαν άγρια επί πολλές ημέρες
για να «ομολογήσουν» ότι είναι... κομμουνιστές και ότι έριξαν ζάχαρη στα ρεζερβουάρ δυο
αυτοκινήτων — κατ' εντολή βέβαια, της ηγεσίας του ΚΚΕ — για να προκαλέσουν βλάβη στις μηχανές
Digitized by 10uk1s

των αυτοκινήτων. Το πιο αστείο ήταν ότι στις «ομολογίες» των δυο φαντάρων αναφέρεται ότι «δια
του εν λόγω σαμποτάζ επεδίωκαν να ελαττώσουν την αμυντική ικανότητα του ελληνικού στρατού»!
Τα ονόματα των δυο θυμάτων του Παπαδόπουλου είναι Δ. Μπεκιός και Κ. Ματάτης. Ο πρώτος
απεκάλυψε στο συνήγορό του ότι η απόσπαση της «ομολογίας» έγινε με φρικτά βασανιστήρια, που
αποτελεσματικότερο αποδείχθηκε ο ενταφιασμός του σε βόθρο περιττωμάτων, με την απειλή ότι
θα βυθίσουν και το κεφάλι του...
Η ανάκριση απέδειξε ότι τη ζάχαρη στα ρεζερβουάρ των αυτοκινήτων την είχε ρίξει ο ίδιος ο
Παπαδόπουλος. Ο Μπεκιός, όταν ξέφυγε από τα νύχια του Παπαδόπουλου, υπόβαλε μήνυση
εναντίον του. Αλλά μπήκε στη μέση ο μηχανισμός της Χούντας, που λειτουργούσε από τότε, και
πέτυχε — με τη συνδρομή του Γαρουφαλιά — να περιορίσει τις διαστάσεις της προβοκατορικής
αυτής ιστορίας. Οι δυο στρατιώτες, αντί να παραπεμφθούν με το Ν. 509 (που σήμαινε ποινή
θανάτου), τιμωρήθηκαν με το νόμο περί... τεντιμποϊσμού σε φυλάκιση δυο χρόνων. Οι πολίτες
αφέθηκαν ελεύθεροι. Ο Παπαδόπουλος όχι μόνο έμεινε ατιμώρητος, αλλά μετατέθηκε σε μια πολύ
σημαντική θέση - κλειδί στο πεντάγωνο...
Το φιάσκο του Έβρου δεν ήταν ένα από τα συνηθισμένα πυροτεχνήματα της αντικομμουνιστικής
υστερίας. Είχε βαθύτερη σημασία και ευρύτερους στόχους. Ήταν το προανάκρουσμα της 21
Απριλίου 1967. Αλλά η κυβέρνηση Παπανδρέου, κυριαρχούμενη από το πλέγμα του «διμέτωπου
αγώνα», δεν μπόρεσε — ή δεν θέλησε — να πιάσει τον ταύρο από τα κέρατα. Το πραγματικό νόημα
της υποθέσεως το διέκρινε ο κοινοβουλευτικός ηγέτης της ΕΔΑ Ηλίας Ηλιού, ένας από τους
διορατικότερους πολιτικούς άνδρες της δεκαετίας. Σε λόγο που εξεφώνησε από το βήμα της Βουλής
είπε:
«...Ο αντισυνταγματάρχης Γεώργιος Παπαδόπουλος, ο υπ' αριθμόν 817760 πράκτωρ του σχεδίου
«Περικλής», εκινητοποίησε, πίσω από την πλάτη της κυβερνήσεως, το στρατιωτικό μηχανισμό και
συνέλαβε δεκάδες πολίτες. Ερωτώ την κυβέρνηση: Ποιος ασκεί την εξουσία σ' αυτό τον τόπο»;
Ο υπουργός της Δικαιοσύνης Νικόλαος Μπακόπουλος διέκοψε, στο σημείο αυτό, τον Ηλιού, για να
δικαιολογήσει τον... Παπαδόπουλο:
«Επρόκειτο — είπε — περί υποψιών κατασκοπείας. Και αρμόδια όργανα διά την εξακρίβωσιν εάν
υπάρχη κατασκοπεία ήσαν αι αστυνομικαί αρχαί και η στρατιωτική δικαιοσύνη...».
Και τότε ο Ηλιού, ανταπαντώντας, έκαμε μια πραγματικά ιστορική προφητεία:
«Αν η κυβέρνηση —είπε— έχει τόσο περίεργες αντιλήψεις για τις συνταγματικές ελευθερίες των
πολιτών, ποιες είναι οι εγγυήσεις ότι ο οποιοσδήποτε Παπαδόπουλος, μέλος της Χούντας — ή και ο
ίδιος ο αντισυνταγματάρχης Γεώργιος Παπαδόπουλος — γράφοντας σ' ένα χαρτί δέκα ονόματα, ή
και δέκα χιλιάδες ονόματα, θα εμποδιστεί από του να συγκλονίσει μια άλλη νύχτα τη χώρα με
ομαδικές συλλήψεις και με την κατάλυση των θεσμών;»
Η «άλλη νύχτα» που προφήτεψε ο Ηλιού ήρθε στις 21 Απριλίου 1967. Και σε κάποιο χαρτί του
Παπαδόπουλου 85 (που είχε προαχθεί σε συνταγματάρχη, προφανώς για την υπόθεση του Έβρου...)
είχαν γραφτεί δέκα χιλιάδες ονόματα. Από το «χαρτί» εκείνο δεν απουσίαζε το όνομα του Ηλία
Ηλιού...

Στους δυο μήνες που μεσολάβησαν μεταξύ της δολιοφθοράς του Έβρου και του μοναρχικού
πραξικοπήματος της 15 Ιουλίου παρατηρείται μια αύξηση της προκλητικότητας των υπερδυνάμεων,
Digitized by 10uk1s

αλλά και μια σταθερή αποφασιστικότητα στη στάση του Παπανδρέου. Για όσους ζούσαν από κοντά
τις τελευταίες αυτές φάσεις της μονομαχίας ήταν φανερό ότι η χώρα βάδιζε με καλπασμό προς μια
εκρηκτική κρίση, που θα σημάδευε για πολλά χρόνια τη μοίρα του ελληνικού λαού.
Η ιερή συμμαχία του κατεστημένου είχε πάρει την απόφαση ν' απαλλαγεί, μια και καλή, από τους
πονοκέφαλους που της προκαλούσε ο Παπανδρέου και η δημοκρατία του. Η τακτική των ελιγμών
σταμάτησε. Από δω και πέρα το παλάτι δεν θα επέτρεπε ούτε πολλοστημόριο κυβερνητικού
ελέγχου στις ένοπλες δυνάμεις (και στην εξωτερική πολιτική).
Η νέα τακτική φάνηκε καθαρά με την υπόθεση Λουκάκη -Γεννηματά.
Όπως έχει προαναφερθεί, ο αντιστράτηγος Χαράλαμπος Λουκάκης, αρχηγός της ΑΣΔΕΝ, ήταν
πρόεδρος της ανακριτικής επιτροπής, που ερευνούσε την υπόθεση του σχεδίου «Περικλής» και
γενικότερα την ανάμιξη του στρατού στο εκλογικό πραξικόπημα του 1961. Το καθ' όλα άψογο και
τεκμηριωμένο πόρισμα της επιτροπής Λουκάκη, αφού επιβεβαίωνε την ύπαρξη και την εφαρμογή
του σχεδίου «Περικλής», καταλόγιζε ευθύνες, μεταξύ άλλων, και στον αντιστράτηγο Ιωάννη
Γεννηματά, που συνέβαινε να είναι τώρα αρχηγός του γενικού επιτελείου στρατού. Η ενοχή του
Γεννηματά τεκμηριωνότανε με αδιάσειστα στοιχεία. Ένα από τα στοιχεία ενοχής ήταν γραπτή
ενυπόγραφη «ημερησία διαταγή» προς τις μονάδες που διοικούσε το 1961 ο Γεννηματάς. Η διαταγή
έλεγε: «Δέον να πλήττωνται όχι μόνον οι κομμουνισταί, αλλά και πας ουδέτερος» (Σ.Σ. Ουδέτεροι
χαρακτηρίζονταν οι οπαδοί της Ενώσεως Κέντρου). Μετά τις εκλογές του '61, όταν ο «ανένδοτος
αγών» άρχισε να φουντώνει, ο Γεννηματάς είχε ζητήσει από τις μονάδες του να επιστρέψουν την
περιώνυμη «ημερησία διαταγή». Έτσι και έγινε. Τα αντίτυπα της διαταγής επιστράφηκαν και
κάηκαν, για να μην υπάρχει τεκμήριο ενοχής. Ένα όμως αντίτυπο περισώθηκε στα εμπιστευτικά
αρχεία της ΚΥΠ. Η τότε παπανδρεϊκή διοίκηση της ΚΥΠ το παρέδωσε στην ανακριτική επιτροπή
Λουκάκη. Το πόρισμα, επομένως, και στο σύνολό του, αλλά και ειδικά ως προς τη συμμετοχή του
Γεννηματά στο εκλογικό πραξικόπημα του 1961, ήταν αδιάστειστο και αδιάβλητο.
Η θέση του Κωνσταντίνου φαινότανε δύσκολη. Είχε ζητήσει φορτικά από τον Παπανδρέου να
διορίσει τον Γεννηματά αρχηγό του ΓΕΣ, δηλαδή ανώτατο ηγέτη του στρατού. Και τώρα να βγαίνει
στη φόρα και ν' αποδεικνύεται ανακριτικά η ενοχή του εκλεκτού του; Ο νεαρός βασιλιάς όφειλε, αν
ήθελε να τηρήσει στοιχειωδώς τα προσχήματα, να συμφωνήσει στην άμεση αντικατάσταση του
στρατηγού που είχε παρανομήσει. Αλλά
τα γεγονότα έδειξαν ότι ο Κωνσταντίνος δεν ενδιαφερόταν πλέον για τα προσχήματα. Κάλεσε στα
ανάκτορα τον πρωθυπουργό Παπανδρέου και σε κατάσταση Εξάψεως του ζήτησε «την κεφαλήν επί
πίνακι» όχι του Γεννηματά, αλλά τοΥ Λουκάκη!
Ο Παπανδρέου έμεινε εμβρόντητος. Και φυσικά αρνήθηκε.
«Μεγαλειότατε, του είπε. Θα ήμουνα κατάπτυστος άνθρωπος και πρωθυπουργός αν προέβαινα
στην τιμωρία ανωτάτου αξιωματικού, διότι εξετέλεσε το καθήκον του».
Ως τώρα τα θέματα διαφωνίας ανάμεσα στο βασιλιά και τον Παπανδρέου διευθετούνταν, είτε με
υποχώρηση της μιας πλευράς, είτε με συμβιβασμό. Για πρώτη φορά με την υπόθεση Λουκάκη
διαπιστώθηκε το ανυποχώρητο και από τις δυο πλευρές.
Ο Παπανδρέου προχώρησε ένα βήμα ακόμη. Αποφάσισε ν' αγνοήσει την «επιθυμία» του
Κωνσταντίνου και εφαρμόζοντας το νόμο να αντικαταστήσει το Γεννηματά. Αλλά την ίδια μέρα που
οι εφημερίδες δημοσίευσαν την πρωθυπουργική δήλωση ότι θα πραγματοποιηθούν μεταβολές των
ενόπλων δυνάμεων, στην ηγεσία, ο αρχηγός του πολιτικού γραφείου των ανακτόρων Κωνσταντίνος
Digitized by 10uk1s

Χοϊδάς επέδιδε στον Παπανδρέου επιστολή που έλεγε:
«Ο Βασιλεύς δεν συμφωνεί...».
Μετά τη Φρειδερίκη πετούσε τώρα το γάντι και ο γυιός της. Η κρίση πλησίαζε.

Digitized by 10uk1s

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ο ΜΙΚΡΟΣ
«Το ζήτημα είναι: Τι συμφέρει στον ηγεμόνα: να τον αγαπούν ή να τον φοβούνται; Απαντώ: και το
ένα και το άλλο. Μα επειδή είναι δύσκολο να συνυπάρξουν και τα δύο λέγω ότι είναι πολύ πιο
σίγουρο να τον φοβούνται παρά να τον αγαπούν...».
Μακιαβέλι

Η 15η Ιουλίου 1965 είναι ο «θερμιδώρ» της ελληνικής δημοκρατίας. Για τους σημερινούς νέους
σημειώνω περιεκτικά ότι την ημέρα εκείνη στην Ελλάδα ο νεαρός μονάρχης κατάργησε το νόμιμο
πρωθυπουργό που διέθετε τη «δεδηλωμένη» πλειοψηφία του έθνους και της Βουλής και
επανέφερε, δια της τεθλασμένης, στην εξουσία τις πολιτικές εκείνες δυνάμεις που ο ελληνικός λαός
είχε αποδοκιμάσει με την ψήφο του. Μέσα σε μια καλοκαιριάτικη νύχτα το όνειρο της δημοκρατίας
που είχε αρχίσει να παίρνει σάρκα και οστά διαλύθηκε σαν καπνός. Η αναλαμπή που φώτισε τη
μοίρα του λαού μας έσβησε. Ολοταχώς προς τα πίσω... Ξαναγυρίζαμε στην απεχθή τριακονταετία
της δεξιάς, ή μάλλον σ' ένα κακέκτυπό της, που θ' ανοίξει αργότερα τις «κερκόπορτες» για να
εισβάλλει η ωμή δικτατορία των συνταγματαρχών.
Στην πολιτική ιστορία η 15η Ιουλίου πολιτογραφήθηκε «βασιλικό πραξικόπημα». Ακριβέστερη
θεωρούμε την ορολογία «μοναρχικό πραξικόπημα», μια και ο Κωνσταντίνος με την πρωτοβουλία
του εκείνη αυτοαπέβαλε και τυπικά την ιδιότητα του συνταγματικού βασιλιά και έδρασε σαν
μονάρχης «Ελέω θεού», όπως έκαναν οι μεσαιωνικοί πρόγονοί του. Αλλά και πάλι διαπράττουμε
ιστορική αδικία φορτώνοντας στους ώμους του ασήμαντου αυτού γαλαζοαίματου ολόκληρη την
ευθύνη των ιουλιανών. Η οργάνωση του περίπλοκου μηχανισμού της συνωμοσίας και η πρακτική
της επιτελικής εφαρμογής της συντελέστηκαν με τη συντονισμένη συνεργασία όλων των ημεδαπών
και αλλοδαπών υπερδυνάμεων του κατεστημένου. Και επί πλέον υπήρξε αποφασιστική η συμβολή
της «πέμπτης φάλαγγας» των προδοτών της δημοκρατίας. Χωρίς αυτούς δεν θ' αποτολμούσε ο
Κωνσταντίνος το πραξικόπημα του Ιουλίου. Αλλά και ο δούρειος ίππος με τους συνωμότες του
κέντρου δεν θα έκανε το αποφασιστικό βήμα χωρίς την συντονισμένη δράση του στρατού και του
παλατιού. Όταν δόθηκε, έπειτα από μερικούς δισταγμούς, και το «πράσινο φως» από την
Ουάσιγκτον οι συνωμότες εξόρμησαν.
Το απρόοπτο που δεν είχαν προβλέψει οι ηλεκτρονικοί εγκέφαλοι της CIA ήταν το «κόκκινο φως»
του ελληνικού λαού. Άναψε την ίδια μέρα του πραξικοπήματος. Κράτησε δυο χρόνια. Και ανέτρεψε
τα σχέδια των αρχιτεκτόνων της 15 Ιουλίου. Για να εξουδετερωθεί η ολόφωτη αυτή ανάταση του
λαού χρειάστηκε να επιβληθεί η στρατιωτική δικτατορία της 21 Απριλίου 1967. Αλλά και πάλι δεν
έσβησε.
Πότε άρχισε να υφαίνεται η ιουλιανή συνωμοσία; Μα... από την πρώτη μέρα της δημοκρατικής
κυβερνήσεως Παπανδρέου. Από το Φεβρουάριο του 1964. Ολόκληρο το σύμπλεγμα των κακοήθων
όγκων που είχε επικαθήσει στο σώμα της Ελλάδας, συνηθισμένο να θεωρεί το κράτος και τον
πλούτο της χώρας σαν ιδιοκτησία του, δεν συμφιλιώθηκε ποτέ με την ιδέα ότι οι ανερχόμενες
λαϊκές δυνάμεις θα γίνονταν κυβέρνηση και θα διαχειρίζονταν τις κρατικές υποθέσεις.
Τις πρώτες εβδομάδες το συντριπτικό αποτέλεσμα των εκλογών και αμέσως μετά το οξυγόνο της
ελευθερίας είχαν προκαλέσει στους φορείς των σκοτεινών δυνάμεων ένα ανάμικτο αίσθημα ζάλης
και πανικού. Το εξαίσιο άρωμα της λαϊκής ρώμης, λυτρωμένο από την καταπίεση τριών δεκαετιών,
είχε ξεχυθεί στην ατμόσφαιρα και μύριζε θεσμικές μεταβολές. Στο στρατό, στην εξωτερική πολιτική,
στην σκουριασμένη κρατική μηχανή, στην κατανομή των αγαθών. Και πάνω απ' όλα στην αχαλίνωτη
καμαρίλα της αυλής και την κηδεμονία των ξένων.
Digitized by 10uk1s

Ο τρόμος πέρασε όταν βεβαιώθηκαν ότι ο Παπανδρέου ακολουθούσε πολιτική όχι απονευρώσεως,
αλλά εξημερώσεως του θηρίου. Όμως και αυτός ακόμη ο ανεκτικός θηριοδαμαστής
χρησιμοποιούσε πότε-πότε διακριτικά και το μαστίγιο. Ορισμένες μορφές της κυβερνητικής
πολιτικής ήσαν ιδιαίτερα ενοχλητικές για το καθ' ένα από τα μέλη της Ιερής Συμμαχίας. Μερικές
σταγόνες κοινωνικής δικαιοσύνης, που καλυτέρευαν τη ζωή των απόκληρων, προκαλούσαν ρίγη
στην άπληστη ολιγαρχία. Η υπαγωγή της ΚΥΠ και κάπως της χωροφυλακής στον κυβερνητικό έλεγχο,
η διάλυση των υπερκρατικών οργανώσεων, μερικές μικρομεταβολές στο στρατό, δεν άρεσαν
καθόλου στο αμερικανικό πεντάγωνο. Και ο χειρισμός των θεμάτων εξωτερικής πολιτικής, αν και
κρατούσε αναλλοίωτο τον προσανατολισμό της Ελλάδας, είχε εξοργιστικές απηχήσεις στο Σταίητ
Ντιπάρτμεν και στο NATO. Η αντιπάθεια προς το πνεύμα της «αλλαγής» και τους φορείς του
έπαιρνε διαστάσεις υστερικού μίσους.
Με το πέρασμα του χρόνου οι αντιδημοκρατικές δυνάμεις άρχισαν ν' ανασυντάσσονται και να
προετοιμάζουν την αντεπίθεση. Πρώτος ο Κανελλόπουλος, σε δημόσια συγκέντρωση, έρριξε το
σύνθημα: «Να φύγει ο Παπανδρέου». (Όχι η κυβέρνηση Παπανδρέου...). Ήταν, άραγε, η νέα γραμμή
της ΕΡΕ δείγμα πολιτικής προβλεπτικότητας του νέου αρχηγού της, ή συμφωνημένο
προανάκρουσμα για την εναρμόνιση των κτυπημάτων που θα συγκλίνανε στο πραξικόπημα της 15
Ιουλίου;
Αμυδρά-αμυδρά το παιγνίδι των υπερδυνάμεων άρχισε να φωτίζεται.
Τότε ήταν που ξέσπασε η βόμβα «Ασπίδα» (18 Μαΐου). Οι πραγματικές της διαστάσεις και η
κατασκευή της δεν διαφέρανε και πολύ από τη βόμβα της δολιοφθοράς του Έβρου, που είχε
σκηνοθετήσει ο συνταγματάρχης Παπαδόπουλος. Εν πάση περιπτώσει, ο γνωστός μας στρατηγός
Γρίβας, αρχηγός τώρα των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων Κύπρου, έστειλε μια αναφορά στο
βασιλιά και στον Γαρουφαλιά, καταγγέλλοντας κάποια κίνηση δημοκρατικών αξιωματικών, που
επεδίωκαν τη σύμπηξη οργανώσεως με την επωνυμία «Ασπίδα». Η ιστορία ήταν κατασκευασμένη
από κείνους που είχαν συμφέρον να παρουσιάσουν αναταραχή στο στρατό. Άλλωστε, οι ένοπλες
δυνάμεις είχαν υποστεί τόσες εκκαθαρίσεις, κατά την τριακονταετία της δεξιάς, ώστε ο αθωότερος
φιλελευθερισμός ν' αποτελεί σπανιότατο είδος στις τάξεις του ελληνικού στρατού.
Η δεξιά εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο την καταγγελία. Οι εφημερίδες της είχαν βρει μια
συναρπαστική ευκαιρία διά ν' ανανεώσουν την μονότονη επωδό ότι η κυβέρνηση — δια του Ασπίδα
τώρα — συνωμοτούσε για να εντάξει την Ελλάδα στο ανατολικό μπλοκ... Οι πιο περιορισμένοι
στόχοι της οργανώσεως ήσαν — πάντα κατά τη δεξιά — η υποστήριξη από την ελληνική μεραρχία
Κύπρου της πολιτικής του Μακαρίου, που δεν δεχότανε να μοιραστεί την Κύπρο με τους Τούρκους,
όπως ζητούσε το NATO.
Δειλά - δειλά, με υπαινιγμούς στην αρχή, με ομοβροντίες αργότερα, τα πυρά στράφηκαν κατά του
Ανδρέα Παπανδρέου. Αυτός ήταν ο πολιτικός νους του Ασπίδα. Αυτός ο αρχισυνωμότης... Η
κατηγορία δεν είχε κανένα λογικό θεμέλιο. Ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν στην κυβέρνηση η
περισσότερο ακτινοβολούσα —μετά τον πατέρα του— προσωπικότητα και ο επίδοξος αρχηγός του
κέντρου. Εναντίον τίνος θα συνωμοτούσε; Εναντίον της κυβερνήσεως στην οποία ασκούσε
υπερβάλλουσα κυριαρχική επιρροή; Εναντίον του πατέρα του και του εαυτού του;
Σύμφωνα με την εκδοχή της δεξιάς, στους αμεσότερους αντικειμενικούς σκοπούς του Ασπίδα ήταν
η διά μεταβολών στην ηγεσία του στρατού απόσπασή του από το βασιλικό έλεγχο. Αλλά γιατί θα
έπρεπε η πανίσχυρη κυβέρνηση να χρησιμοποιήσει συνωμοτική οργάνωση μέσα στο στρατό για να
επιβάλλει κάτι που ήταν από το σύνταγμα νόμιμο δικαίωμά της; Οι Παπανδρέου δίστασαν και
τελικά δεν έκαναν το νόμιμο «έλασσον», που αποτελούσε στο τέλος-τέλος εκπλήρωση
ανειλημμένης υποχρεώσεως απέναντι του λαού. Και θα έκαναν το παράνομο «μείζον»,
Digitized by 10uk1s

επαναστατώντας εναντίον του εαυτού τους; Το παιδικό μυθιστόρημα περί Ασπίδα ίσως να ήταν
ευκολοχώνευτο από μια περιορισμένη ανώριμη κοινή γνώμη. Αλλά για την πολιτικά υπερώριμη
πλειοψηφία του ελληνικού λαού ήταν αχώνευτο. Γι' αυτό και αντιμετωπίστηκε με καγχασμούς.
Αλλά ο Γεώργιος Παπανδρέου, πάντοτε υπερευαίσθητος στις επιθέσεις της δεξιάς, δεν ήθελε να
υπάρχει καμιά σκιά. Και διέταξε διοικητική ανάκριση. Αντιμετωπίζοντας το ζήτημα με υπερβολική
ευθιξία ανέθεσε το έργο της ανακρίσεως στον ανώτατο αρχηγό της στρατιωτικής δικαιοσύνης
αντιστράτηγο Ιωάννη Σίμο, βασιλόφρονα, δεδηλωμένο αντίπαλο της Ενώσεως Κέντρου.
Διαβάζοντας το ανακριτικό πόρισμα Σίμου έχετε την εντύπωση ότι οι βαρύγδουπες κανονιές της
αρχικής καταγγελίας του Γρίβα έσβηναν σ' έναν αντίλαλο από ψιθύρους συνοικιακών καφενείων...
Η συνωμοσία που θα παρέδιδε την Ελλάδα δέσμια στο «παραπέτασμα» ξεκινούσε από μια τυχαία
συνάντηση δυο λοχαγών στην πλατεία Συντάγματος κάποια μέρα το φθινόπωρο του 1964. Τελικά,
οι συνωμότες — που με τους πιθανούς συνεργάτες τους δεν υπερβαίνανε τις δυο δωδεκάδες σε
σύνολο 11.000 Ελλήνων αξιωματικών — προχώρησαν σε μυστικές επαφές με αντικείμενο τη
δακτυλογράφηση ενός «όρκου», από το κείμενο του οποίου (εδώ ήταν το ασυγχώρητο αμάρτημα)
απουσίαζε η διακήρυξη πίστεως στο θρόνο... Ο αντιστράτηγος Σίμος κατέληγε στο πόρισμά του με
την υπόδειξη επιβολής ελαφρών πειθαρχικών ποινών στους αξιωματικούς εκείνους που είχαν
αναμιχθεί στις συζητήσεις για τη συγκρότηση του Ασπίδα.
Ο πρωθυπουργός διαβίβασε 86 στο βασιλιά το περιεχόμενο του πορίσματος Σίμου. Ένας αυλικός
διηγιόταν ότι την ημέρα εκείνη το παλάτι έβραζε από θυμό. Ο Παπανδρέου, που είχε
λεπτομερέστερες πληροφορίες, μου είπε με χιούμορ: «Μαίνεται όχι μόνον η Ηρωδιάς, αλλά και ο
Ηρώδης...».
Κανένας δεν ξέρει αν η οργή του βασιλιά και της μητέρας του απέρρεε από αυθυποβολή φόβου για
τον Ασπίδα ή επειδή το πόρισμα ανέτρεπε καταστρωμένο σχέδιο. Το πιθανότερο είναι πως για τη
Φρειδερίκη ίσχυε η δεύτερη εκδοχή και για το νεαρό βασιλιά η πρώτη. Ο πανικός του Κωνσταντίνου
—πυροδοτημένος και από εκφοβιστικές εκθέσεις της CIA— εκφράζεται στην επιστολή του προς τον
πρωθυπουργό:
«...η επαναστατική συνωμοτική οργάνωσις Ασπίδα — γράφει — εις τας ενόπλους δυνάμεις
μοναδικόν σκοπόν έχει την ανατροπήν του συντάγματος της χώρας και την επιβολήν δικτατορίας
ελεεινής μορφής, αποκρουστικής εις πάντα ελεύθερον άνθρωπον...» 87.
Το επόμενο βήμα ήταν η διαβίβαση στον Παπανδρέου του εξής βασιλικού μηνύματος: «Δεν με
ικανοποιεί το πόρισμα δια τον Ασπίδα. Η υπόθεσις να παραπεμφθή εις τακτικήν ανάκρισιν».
Ο Παπανδρέου συμφώνησε. Μαζί όμως με τον «Ασπίδα» παρέπεμψε σε τακτική ανάκριση και τον
«Περικλή» (το επιτελικό σχέδιο του εκλογικού πραξικοπήματος του 1961). Η πολιτική ατμόσφαιρα
ηλεκτρίστηκε ακόμα περισσότερο.
Κάπως αργά ο Παπανδρέου αποφάσισε να ξεκαθαρίσει την κατάσταση. Πρώτη ενέργειά του ήταν να
πει ευθέως στο Γαρουφαλιά ότι ήταν ανεπιθύμητος στην κυβέρνηση και έπρεπε να παραιτηθεί. Ο
ανεκδιήγητος τοποτηρητής αντί να συμμορφωθεί συμβουλεύεται το βασιλιά και την αμερικανική
πρεσβεία. Με υπόδειξη τους αρνείται να παραιτηθεί. Η μικρή αυτή επανάσταση του Γαρουφαλιά
δημιουργεί τραγελαφική κατάσταση. Ο Παπανδρέου δηλώνει ότι ο Γαρουφαλιάς δεν ανήκει πλέον
ούτε στην κυβέρνηση, ούτε στην Ένωση Κέντρου. Αλλά το αυτί του τοποτηρητή δεν ιδρώνει.
Πηγαίνει στο υπουργείο, υπογράφει αποφάσεις στο όνομα της κυβερνήσεως που τον έχει
απολύσει... Και κάνει δηλώσεις στον τύπο της δεξιάς αποκαλώντας τον πρωθυπουργό του «εθνικόν
κίνδυνον».

Digitized by 10uk1s

Ο Κωνσταντίνος συντάσσεται με τον επαναστάτη υπουργό εναντίον του νόμιμου πρωθυπουργού. Ο
Παπανδρέου του στέλνει προς υπογραφή διάταγμα απομακρύνσεώς του Γαρουφαλιά και
αναλήψεως του υπουργείου Εθνικής Αμύνης από τον ίδιο τον πρωθυπουργό. Ο Κωνσταντίνος
επιστρέφει το διάταγμα ανυπόγραφο. Και «συμβουλεύει» (ο Κωνσταντίνος τον Γεώργιο
Παπανδρέου) να μην επιμείνει στην ανάληψη του υπουργείου Αμύνης... Ο Παπανδρέου απαντά:
«Ο Βασιλεύς συμβουλεύει. Αλλά η Κυβέρνησις αποφασίζει».
Στις 8 Ιουλίου ο βασιλιάς εξαπολύει από την Κέρκυρα την πρώτη επιστολή - λίβελλο προς τον
πρωθυπουργό, τον οποίο κατηγορεί, μεταξύ των άλλων, ότι:
«... υποθάλπει επεμβάσεις προς επηρεασμόν της κρίσεως της στρατιωτικής δικαιοσύνης διά της
ασκήσεως ψυχολογικής βίας, τόσον κατά των εκτελούντων διατεταγμένην υπηρεσίαν
αξιωματικών όσον και κατά των μαρτύρων» (της υποθέσεως Ασπίδα).
Και η βασιλική επιστολή κατέληγε ως εξής:
«...Να σταματήσετε αμέσως πάσαν δραστηριότητα καταλυτικήν θεμελιωδών κανόνων
λειτουργίας του πολιτεύματος».
Το δημοκρατικό πολίτευμα το κατέλυε ο Γεώργιος Παπανδρέου και το υπεράσπιζε ο
Κωνσταντίνος!...
Η απάντηση του Παπανδρέου ήταν ένα μάθημα συνταγματικού δικαίου. Εκφράζοντας κατάπληξη
για τη βασιλική άρνηση ν' αναλάβει ο ίδιος ο πρωθυπουργός το υπουργείο Αμύνης παρατηρούσε:
«Καθώς εκ των ανωτέρω συνάγεται, υφίσταται πράγματι θέμα λειτουργίας του δημοκρατικού
μας πολιτεύματος. Εις την λαοπρόβλητον κυβέρνησιν ανήκει η πλήρης εξουσία εις όλους τους
τομείς του κράτους. Δεν αποτελεί το υπουργείον Εθνικής Αμύνης στεγανόν διαμέρισμα,
εξαιρούμενον της εξουσίας της κυβερνήσεως... Συμφώνως προς το πολίτευμα της βασιλευομένης
δημοκρατίας ο βασιλεύς βασιλεύει και ο λαός κυβερνά δια της νομίμου κυβερνήσεώς του. Ο
βασιλεύς συμβουλεύει, αλλά η κυβέρνησις αποφασίζει. Εν τούτοις, από την τελευταίαν διπλήν
άρνησιν υμών συνάγεται ότι δεν συμφωνείτε με αυτήν την έννοιαν του πολιτεύματος.
Διεκδικείτε το δικαίωμα όπως ορίζετε υμείς και τον υπουργόν Εθνικής Αμύνης και την ηγεσίαν
των ενόπλων δυνάμεων, έστω και κατ' αντίθεσιν προς την απόφασιν της υπευθύνου
κυβερνήσεως. Αλλά τούτο δεν είναι σύμφωνον προς το πολίτευμα...».
Η δεύτερη επιστολή του βασιλιά (10 Ιουλίου) υπερέβαινε σε προκλητικότητα ύφους την πρώτη:
«...Αποδοκιμάζω τας ενεργείας σας... Υπό τοιαύτην ατμόσφαιραν δεν τολμώ να αισιοδοξήσω ότι
δύναται ν' αποβή εποικοδομητική η συνεργασία μας... Δεν πρόκειται να ωφεληθήτε εκ της
τεχνητής και δια τελείως σαθρών μέσων δημιουργίας κλίματος στρεφομένου κατ' εμού...».
Ως προς το κρίσιμο θέμα του υπουργείου Αμύνης ο Κωνσταντίνος ήταν ανένδοτος... Δεν επέτρεπε
στον πρωθυπουργό να το αναλάβει. Και όχι μόνο αυτό. Διατύπωσε τον υπαινιγμό ότι ο Παπανδρέου
ήθελε να αναλάβει το υπουργείο Αμύνης για να συγκαλύψει τον Ασπίδα και την δήθεν ανάμιξη του
γιου του.
Με υψηλό αίσθημα αξιοπρέπειας, που ζωντάνευε τον Χαρίλαο Τρικούπη και τον Ελευθέριο Βενιζέλο
στις καλύτερες στιγμές τους, ο Γεώργιος Παπανδρέου απάντησε στο βασιλιά:

Digitized by 10uk1s

«Αρνούμενος να υπογράψετε το διάταγμα καθιερώνετε την αρχήν ότι δύναμαι να είμαι
πρωθυπουργός, αλλά όχι και υπουργός ωρισμένου υπουργείου. Θα είμαι επομένως
πρωθυπουργός υπό απαγόρευσιν... Πολιτικός ανήρ, ο οποίος θα εδέχετο τοιούτον εξευτελισμόν
θα καθίστατο άξιος περιφρονήσεως υπό του λαού... Έχει διατυπωθεί ο υπαινιγμός ότι τάχα η
εμμονή μου εις την ανάληψιν του υπουργείου Εθνικής Αμύνης αποσκοπεί εις την συγκάλυψιν
των ενόχων... Αλλά ο υπαινιγμός (Σ.Σ. του βασιλιά) είναι και άθλιος και ασύστατος. Διατί προς
αυτόν τον σκοπόν θα ήτο απαραίτητον ν' αναλάβω αυτοπροσώπως το υπουργείον και διατί ο
σκοπός, εάν επρόκειτο να υπάρχη, δεν θα ηδύνατο να επιτευχθή καθ' όμοιον ή κατά μείζονα
λόγον από φίλον υπουργόν της εμπιστοσύνης μου, ο οποίος θα ανελάμβανε το υπουργείον;...
Άλλος είναι ο λόγος της εμμονής μου. Είναι η υπεράσπισις της προσωπικής μου τιμής και της
τιμής της δημοκρατίας. Δύναμαι να παύσω να είμαι πρωθυπουργός. Δεν αποτελεί τούτο ούτε
ηθικήν, ούτε πολιτικήν μείωσιν. Αλλά δεν δέχομαι να είμαι εξηυτελισμένος πρωθυπουργός. Και
αυτός είναι ο λόγος διά τον οποίον εμμένω εις τας αποφάσεις μου».
Η αλληλογραφία βασιλιά - πρωθυπουργού αποτελείται από τρεις επιστολές του Κωνσταντίνου και
από δυο του Παπανδρέου. (Στη δεύτερη επιστολή του βασιλιά δεν δόθηκε απάντηση, γιατί
μεσολάβησε συνάντησή τους στην Κέρκυρα) 88. Παραμένει άγνωστος ο συντάκτης των βασιλικών
επιστολών - λιβέλλων. Κατά μια εκδοχή, τις συνέταξε ο μετέπειτα πρωθυπουργός της Χούντας
Κωνσταντίνος Κόλλιας. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, συντάκτης των επιστολών ήταν ο Κ. Χοϊδάς. Δεν
έχουμε όμως στοιχεία που να διαφωτίζουν το σημείο αυτό.
Η μελέτη όχι μόνο του κειμένου, αλλά και των ημερομηνιών που φέρουν οι επιστολές, παρουσιάζει
ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η πρώτη επιστολή του βασιλιά στάλθηκε από την Κέρκυρα στις 8 Ιουλίου. Ο
Παπανδρέου απάντησε την επομένη. Αλλά παρά το ότι με την πρώτη επιστολή του βασιλιά είχε ήδη
εκδηλωθεί η εκτροπή από το σύνταγμα, ο πρωθυπουργός έκανε μια τελευταία προσπάθεια να
συναντηθεί με τον Κωνσταντίνο. Η συνάντηση ορίστηκε για την Κυριακή 11 Ιουλίου στην Κέρκυρα. Ο
Παπανδρέου έφθασε εκεί το απόγευμα του Σαββάτου. Τα μεσάνυχτα της ίδιας μέρας του επιδόθηκε
η δεύτερη βασιλική επιστολή. Γιατί το έκανε αυτό ο Κωνσταντίνος, αφού το πρωί της επομένης θα
συναντιότανε με τον πρωθυπουργό; Η πιθανότερη εξήγηση είναι ότι οι οργανωτές του
πραξικοπήματος δεν είχαν εμπιστοσύνη στην ικανότητα του Κωνσταντίνου ν' αντιμετωπίσει —
ενώπιος ενωπίω — τον πρωθυπουργό. Και φοβόντουσαν ότι ο πολύπειρος Παπανδρέου, με τη
δύναμη της λογικής, θα έφερνε το νεαρό μονάρχη στο δίλημμα ή να διαπράξει καμιά μεγάλη γκάφα
ή να υποχωρήσει. Οι σκηνοθέτες και οι υποβολείς αμφέβαλλαν αν θα τα κατάφερνε ο επί σκηνής
ηθοποιός. Και με τη γραπτή επιστολή επιδίωκαν ν' ανατινάξουν, εκ των προτέρων, τις γέφυρες.
Ο Παπανδρέου πήγε στη συνάντηση. Και συγκρατώντας το θυμό του ανέπτυξε με ηρεμία στον
υβριστή του τους λόγους που δημιουργούσαν συνταγματική υποχρέωση στο βασιλιά να υπογράψει
το διάταγμα για το υπουργείο Αμύνης. Ο Κωνσταντίνος — όπως με αυστηρότητα του είχε συστήσει
η μαμά του — παρέμεινε σ' όλη τη διάρκεια της ακροάσεως σιωπηλός. Περιορίστηκε να πει ότι θα
μελετήσει την κατάσταση.
Μετά την αποχώρηση του πρωθυπουργού δέχτηκε τον πρόεδρο της Βουλής Γεώργιο Νόβα, ένα
ασήμαντο πολιτικό πρόσωπο. Η Φρειδερίκη δεν υπήρχε πια λόγος να παραμένει στο διπλανό
δωμάτιο και να κρυφακούει. Μπήκε στο βασιλικό γραφείο, χαιρέτισε ψυχρά το Νόβα, του ανέκοψε
μ' ένα απότομο νεύμα τον καταρράκτη των ευχών για το πρόσφατο ευτυχές γεγονός της γεννήσεως
της εγγονής της και τον ειδοποίησε να είναι έτοιμος για να ορκισθεί πρωθυπουργός στις 8 το βράδυ
της 15 Ιουλίου στα ανάκτορα Αθηνών.
Η οργάνωση της συνωμοσίας λειτουργούσε με ωρολογιακή ακρίβεια.
Ο Παπανδρέου ζήτησε νέα συνάντηση με το βασιλιά, που ορίστηκε για τις 7 το βράδυ της 15
Digitized by 10uk1s

Ιουλίου... Μια μέρα πριν, στις 14, για να ολοκληρωθεί η ανατίναξη των γεφυρών, ο Κωνσταντίνος
έστελνε την τρίτη επιστολή στον πρωθυπουργό, βιαιότερη και κατηγορηματικώτερη των δυο
προηγουμένων. Ο Παπανδρέου απάντησε αμέσως διακηρύσσοντας ότι εμμένει στις αποφάσεις του.
Ωστόσο, η συνάντηση έγινε. Κράτησε μόνο δέκα λεπτά. Ο Παπανδρέου περιέγραψε ως εξής τη
σκηνή: «Ο Κωνσταντίνος ενεφανίσθη ψυχρός, στυγνός και άκαμπτος. Η ρήξη είχε προμελετηθεί».
Όταν ο πρωθυπουργός, για να δώσει ένα τέλος, ρώτησε αν θα υπογράψει το διάταγμα, ο νεαρός
μονάρχης απάντησε μ' ένα ξερό «όχι».
Ο Παπανδρέου σηκώθηκε: «Αύριο θα υποβάλω εγγράφως την παραίτησίν μου».
Κωνσταντίνος: «Άκουσα την λέξιν παραίτησις και την λαμβάνω υπ' όψιν μου. Μου αρκεί».
Παπανδρέου: «Αντιλαμβάνομαι τον λόγον διά τον οποίον επείγεσθε».
Κωνσταντίνος: «Η παραίτησις είναι δεδομένη».
Παπανδρέου: «Γνωρίζω τι έχετε κατά νουν. Κάποτε θα μετανοιώσετε.» Άλλά θα είναι αργά».
Ο Κωνσταντίνος δεν απάντησε...

Η πρώτη πράξη του πολιτικού δράματος είχε τελειώσει. Η αυλαία έπεσε. Στα παρασκήνια όμως
επικρατούσε πυρετός δραστηριότητας. Είχε σημάνει η ώρα για τα ανδρείκελα. Ο δούρειος ίππος
άδειαζε τους συνωμότες της «πέμπτης φάλαγγας» κι αυτοί ανέβαιναν στη σκηνή. Οι σκηνοθέτες
δούλευαν με το ρολόι στο χέρι.
Το σκηνικό της δεύτερης πράξεως δείχνει το πολιτικό γραφείο της κυβερνήσεως (400 μέτρα περίπου
από τα ανάκτορα). Εκεί οι κεντρώοι συνωμότες περίμεναν... Υπουργοί και βουλευτές, που ως την
τελευταία στιγμή λιβάνιζαν το «μεγάλο αρχηγό», ανένδοτοι δημοκράτες... είχαν πουλήσει την ψυχή
τους και τώρα περίμεναν το σύνθημα για να ορμήσουν.
Το τηλέφωνο κουδούνισε. Από τα ανάκτορα ζητούσαν τον Νόβα: «Έλα αμέσως». Το χαμόγελο
άνθισε στα χείλη των Ιάγων της δημοκρατίας.
Στις 8 το βράδυ της 15 Ιουλίου ορκιζόταν η νέα τριμελής κυβέρνηση: Πρωθυπουργός ο Νόβας,
υπουργός Αμύνης ο Κωστόπουλος και Εσωτερικών ο ναύαρχος Ιωάννης Τούμπας. Την άλλη μέρα η
κυβέρνηση συμπληρώθηκε. Η παράσταση του πολιτικού κουκλοθέατρου έδειχνε να εκτυλίσσεται
αριστουργηματικά. Στην αμερικανική πρεσβεία έτριβαν τα χέρια τους από χαρά. Η CIA 89 έπαιρνε
συγχαρητήρια από την Ουάσιγκτον. Η Φρειδερίκη θριάμβευε. Η ολιγαρχία ανέπνεε. Επί τέλους...

Σύμφωνα με τη συνταγή του Χόλυγουντ για τα γκαγκστερικά φιλμς, ενώ το «τέλειον έγκλημα»
κοντεύει να ολοκληρωθεί, ξαφνικά, στις 12 παρά 5, κάτι δεν πάει καλά. Οι κακοί τιμωρούνται. Οι
καλοί νικούν. Και ο θεατής φεύγει με το ηθικοπλαστικό δίδαγμα ότι στον κόσμο αυτόν η αρετή
πάντα θριαμβεύει... Δεν ξέρω αν και στην πραγματικότητα οι εγκληματίες διαπράττουν, κατά
κανόνα, κάποιο μοιραίο λάθος. Στην περίπτωση πάντως του πραξικοπήματος της 15 Ιουλίου οι
σκηνοθέτες έκαναν το λάθος να υποτιμήσουν τη δύναμη αντιστάσεως δυο παραγόντων: της Βουλής
και του Λαού! Εφόσον είχε αποφασιστεί η διατήρηση της συνταγματικής βιτρίνας (μ' αυτό τον όρο
Digitized by 10uk1s

είχε δοθεί η έγκριση της Ουάσιγκτον), η κυβέρνηση Νόβα έπρεπε να περιβληθεί με την εμπιστοσύνη
της Βουλής. Δηλαδή να συγκεντρώσει 151 ψήφους. Και διέθετε μόνον 25, όσοι και οι υπουργοί. Ο
Κανελλόπουλος προθυμοποιήθηκε να προσφέρει τους 99 βουλευτές της ΕΡΕ. Το ίδιο και ο
Μαρκεζίνης με τα 7 κοινοβουλευτικά μέλη του κόμματός του. Σύνολο 131. Έλειπαν είκοσι. Κάτι
έμμεσες βολιδοσκοπήσεις σε βουλευτές της αριστεράς έδωσαν αρνητικό αποτέλεσμα. Μόνη
απομένουσα δεξαμενή ήταν η Ένωση Κέντρου. Για να είμαστε ειλικρινείς, στην Ένωση Κέντρου δεν
περίσσευε η αρετή. Ένας σημαντικός αριθμός βουλευτών δεν είχε ανυπέρβλητους δισταγμούς ν'
ανταλλάξει το πικρό ψωμί του νέου ανένδοτου αγώνα με ένα υπουργικό χαρτοφυλάκιο της εκλογής
του ή με ένα χρηματικό ποσό γύρω στις 100.000 ως 200.000 δολάρια — όσο περίπου είχε
διατιμηθεί η κάθε βουλευτική αποσκίρτηση.
Σωστά, επομένως, οι συνωμότες είχαν σταθμίσει τα πράγματα. Κατά τους υπολογισμούς των Χοϊδά
και Μητσοτάκη (που ήσαν οι εμπνευστές των ιουλιανών) ο αριθμός εκείνων που ήταν δυνατό να
καμφθούν θα κόστιζε γύρω στα 15 εκατομμύρια δολάρια. Μικροπράγματα 90... Αλλά συνέβη το
απρόοπτο, που προκάλεσε εμπλοκή στα γρανάζια του μηχανισμού της συνωμοσίας. Το απρόοπτο
ήταν η εξέγερση του λαού. Μέσα σε μια νύχτα, από την ώρα που οι έκτακτες εκδόσεις των
εφημερίδων ανήγγειλαν την εκπαραθύρωση του αρχηγού της πλειοψηφίας ως την έναρξη της
διαδικασίας κατασκευής βασιλικών ανδρεικέλων, σ' αυτές τις λίγες ώρες, η ωρίμαση του λαού είχε
πραγματοποιήσει ένα τεράστιο ποιοτικά (και ποσοτικό) άλμα. Τα αρνητικά στοιχεία της πολιτικής
του Παπανδρέου ξεχάστηκαν. Ένα μοναδικό αίσθημα κυριάρχησε: η π ρ ο σ β ο λ ή . Ο καθένας
αισθάνθηκε να καίει το δικό του μάγουλο από την συμπεριφορά των ξένων και του νεαρού
μονάρχη. Και ο αντίκτυπος δεν περιορίστηκε στην ευρεία δημοκρατική παράταξη. Ξεσπάθωσε
εναντίον του θρόνου και ένα σημαντικό ποσοστό οπαδών της δεξιάς. Αν μπορεί να δοθεί
επιγραμματικά η θυελλώδης λαϊκή έκρηξη του θέρους του 1965 αδίστακτα λέμε: Εκμηδένισε τη
δημοτικότητα της δυναστείας και θεοποίησε το Γεώργιο Παπανδρέου.
Για πολλούς μήνες δεν αποτολμήθηκε ούτε μια δημόσια εμφάνιση της βασιλικής οικογένειας. Ενώ
τέσσερες μέρες μετά το πραξικόπημα, όταν ο Παπανδρέου κατέβηκε από το Καστρί στην Αθήνα,
κινητοποιήθηκε — χωρίς καμιά απολύτως προπαρασκευή — ο πληθυσμός της πρωτεύουσας και τον
επευφήμησε μ' ένα ενθουσιασμό, που θύμιζε κάτι μεταξύ αρχαιορωμαϊκού θριάμβου και ινδικής
λατρείας προς τον Γκάντι. Οι ιαχές δονούσαν επί ώρες την ατμόσφαιρα και ο βουερός αντίλαλος
διαπερνούσε τα κατάκλειστα παράθυρα των ανακτόρων και περιέλουε με ριγηλό τρόμο τους
ενοίκους του. Μια ακριβοδίκαιη παρατήρηση είναι ότι τόσο η θεοποίηση του Παπανδρέου όσο και
η λαϊκή αποστροφή προς τον Κωνσταντίνο φαινομενικά μόνον είχαν στόχους τα δυο πρόσωπα. Στη
λαϊκή αντίληψη, που συνηθίζει να υπεραπλουστεύει τις έννοιες, οι δυο πρωταγωνιστές
αντικατόπτριζαν τους δυο κόσμους — το φως και το σκοτάδι. Και το ένστικτο του λαού διέκρινε όχι
δυο πρόσωπα, αλλά δυο σύμβολα της προαιώνιας πάλης των δυνάμεων του καλού και του κακού. Ο
θαυμαστός αυτός μεταβολισμός είχε συντελεσθεί από τη μια στιγμή στην άλλη, σαν τη λάμψη της
αστραπής που σκίζει το σκοτάδι.
Η λαϊκή έκρηξη είχε αποφασιστική επίδραση στη στάση των βουλευτών. Η μαγνητική έλξη του
προσφερόμενου υπουργείου και των άλλων παροχών υποχωρούσε — όχι πάντοτε — μπροστά στην
απειλητική προοπτική του πολιτικού θανάτου. Κάθε βουλευτής που πήγαινε στην εκλογική του
περιφέρεια ερχόταν αντιμέτωπος με τη λαϊκή οργή: «Πρόσεξε», του έλεγαν όχι πολύ διακριτικά. «Αν
μείνεις πιστός στο «γέρο» θα είσαι ισόβιος βουλευτής. Αλλά αν πουληθείς και μας προδώσεις να
μην ξαναπατήσεις εδώ».
Στη δημιουργία της εκρηκτικής ατμόσφαιρας είχαν συμβάλει και οι πρώτες δραστηριότητες της
κυβερνήσεως Νόβα. Σε μια φοιτητική συγκέντρωση διαμαρτυρίας (21 Ιουλίου) η αστυνομία,
κατευθυνόμενη τώρα από το «σκληρό» ναύαρχο Τούμπα, ξαναθυμήθηκε τις «ηρωικές» μέρες του
καραμανλισμού και έδειξε τα φρεσκοακονισμένα δόντια της. Ο απολογισμός ήταν: ένας νεκρός
Digitized by 10uk1s

φοιτητής, ο Σωτήρης Πέτρουλας, 200 τραυματίες και 250 συλληφθέντες... Αυτή η αιματηρή
υπόμνηση των πραγματικών στόχων του πραξικοπήματος — και δεν ήταν η μόνη — ύψωνε το
φράγμα της λαϊκής εξεγέρσεως και ασφαλώς δεν διευκόλυνε την αύξηση του αριθμού των
προδοτών βουλευτών.

Το ιουλιανό εγχείρημα, όπως είπαμε, είχε ξεκινήσει με την προϋπολογισμένη προϋπόθεση ότι
υπερεπαρκής αριθμός βουλευτών του κέντρου θα δελεαζόταν από τα «πλούσια ελέη» της νέας
καταστάσεως και θα πρόδιδε τη δημοκρατία και τον ηγέτη της. Γι' αυτό και ήταν πολύ πικρή η
απογοήτευση, όταν την ημέρα της ψηφοφορίας διαπιστώθηκε ότι η επιχείρηση εξαγοράς
συνειδήσεων είχε αποδώσει από το σύνολο των 171 βουλευτών του κέντρου μόνο 25 αποστάτες. Η
ψηφοφορία έγινε τη νύχτα της 4ης Αυγούστου. Η κυβέρνηση Νόβα καταψηφίστηκε (131 υπέρ και
167 κατά. Δυο απουσίαζαν). Ήταν η πρώτη αποτυχία των συνωμοτών.

Οι δυο βδομάδες που είχε μείνει στην εξουσία — ωσότου εμφανιστεί στη Βουλή — η κυβέρνηση
Νόβα χαρακτηρίστηκαν «το δεκαπενθήμερο της ντροπής». Ο χαρακτηρισμός οφείλεται στον Ηλία
Τσιριμώκο, υπουργό Εσωτερικών στην κυβέρνηση Παπανδρέου. Σ' έναν οξύτατο λόγο που
εξεφώνησε στη Θεσσαλονίκη είχε προειδοποιήσει το βασιλιά ότι έπειτα από το Νόβα δεν θα
εύρισκε άλλους «κατεψυγμένους» πρωθυπουργούς.
Αλλά, δυστυχώς, βρέθηκε και άλλος κατεψυγμένος πρωθυπουργός. Και ποιος λέτε; Ο ίδιος ο Ηλίας
Τσιριμώκος!!
Η περίπτωση της αναθέσεως της βασιλικής εντολής για το σχηματισμό κυβερνήσεως στον
Τσιριμώκο μας υποχρεώνει να ξανανοίξουμε ένα κεφάλαιο, που φαινόταν εξαντλημένο: Το
κεφάλαιο του αντικομμουνιστικού φαρισαϊσμού της μοναρχίας (και γενικώτερα του κατεστημένου).
Ο Ηλίας Τσιριμώκος, όπως έχουμε προαναφέρει, είχε διαδραματίσει ηγετικό ρόλο στο φιλοαριστερό
εθνικό κίνημα αντιστάσεως εναντίον των Γερμανών κατακτητών. Στα μεταπελευθερωτικά χρόνια,
σαν αρχηγός κόμματος, εκινείτο στα όρια μεταξύ αριστεράς και κέντρου. Αντιμοναρχικός από
πεποίθηση, ανήκε στις εξέχουσες προσωπικότητες του διεθνούς σοσιαλισμού. Στην Ένωση Κέντρου
κατείχε την ακραία αριστερή έπαλξη. Εύλογη, επομένως, ήταν η αλλεργική διάθεση που
προκαλούσε στα ανάκτορα το όνομα «Τσιριμώκος». Ζούσε ακόμα ο βασιλιάς Παύλος όταν ο
Τσιριμώκος εξελέγη πρόεδρος της Βουλής των πενήντα ημερών. Τότε ο Παύλος, παρουσία της
γυναίκας του και του διαδόχου, είχε πει επιτιμητικά στον Παπανδρέου: «Κύριε πρωθυπουργέ, θα
μπορούσατε να είχατε αποφύγει αυτήν την πρόκλησιν προς το στέμμα». Αργότερα, επί βασιλείας
Κωνσταντίνου, ο Παπανδρέου ανέθεσε στον Τσιριμώκο το υπουργείο Εσωτερικών. Την παραμονή
της ορκωμοσίας ο βασιλιάς είχε προβάλει «βέτο». Αλλά η επιμονή του πρωθυπουργού τον
ανάγκασε να υποχωρήσει. Η αντιπάθεια όμως, αμοιβαία άλλωστε, παρέμενε αμείωτη.
Αυτόν τον «αρχιαντάρτη», τον «αιμοσταγή κομμουνιστή» (κατά τους χαρακτηρισμούς της αυλής)
επέλεξε ο Κωνσταντίνος για δεύτερο πρωθυπουργό. Ένα δεύτερο «δεκαπενθήμερο ντροπής»
έμπαινε στην εθνική ζωή.
Το φαινόμενο Τσιριμώκου — ο οποίος πέθανε στις 18 Ιουλίου 1968 — θα παραμείνει στην ιστορία
αιώνιο στίγμα και για τον αμοραλισμό του κατεστημένου, αλλά — δυστυχώς — και για τον ίδιο τον
Τσιριμώκο. Και είναι αυστηρή η κρίση της ιστορίας, γιατί ο Τσιριμώκος δεν ήταν ο τυχάρπαστος
Νόβας ή ο άβουλος Στεφανόπουλος (τρίτος «κατεψυγμένος» πρωθυπουργός). Ο λαός τον είχε
Digitized by 10uk1s

τιμήσει εκλέγοντάς τον πρώτο βουλευτή Αθηνών. Και ήταν ανάμεσα σ' αυτόν και στον Ανδρέα
Παπανδρέου που θα εκρίνετο η διαδοχή της ηγεσίας της δημοκρατίας. Η ανθρώπινη ψυχή είναι
ανεξερεύνητη. Ίσως, σε κάποια πτυχή της, να είχε ενσταλαχτεί η πικρή σκέψη του Τσιριμώκου ότι εξ
αιτίας του στενού συγγενικού δεσμού των δύο Παπανδρέου δεν θα λειτουργούσε δίκαια ο νόμος
της ποιοτικής επιλογής. Ίσως αυτό να ήταν το παρορμητικό κίνητρο στο απίστευτο πήδημα από την
τιμημένη έπαλξη της δημοκρατίας στο βούρκο των βασιλικών δολοπλοκιών.
Ωστόσο, το πήδημα έγινε. Και η Φρειδερίκη, που δεν του είχε δώσει ποτέ το χέρι της, δέχτηκε τώρα
τον «αιμοσταγή αρχιαντάρτη» με ανοικτές αγκάλες. Η δεξιά τον αποθέωσε. Και ο δημοκρατικός
λαός, οι απλοί άνθρωποι που τον έβλεπαν σαν μια φωτεινή ελπίδα της κατατρεγμένης μοίρας τους,
τον περιφρόνησε. Βέβαια, για τους ψυχρούς εγκέφαλους της αμερικανικής πρεσβείας, της
αποστολής και της CIA αυτά όλα ήσαν χωρίς σημασία. Σημασία είχε η επείγουσα ανάγκη του
εκμαυλισμού των είκοσι βουλευτικών συνειδήσεων — όσος ήταν ο ελλείπων αριθμός για την
απόκτηση της πολυπόθητης ψήφου εμπιστοσύνης. Ο μηχανισμός δεν είχε διακόψει τη λειτουργία
του. Αλλά τώρα χρειάστηκε αύξηση της μερίδας του «συσσιτίου». Οι εφοπλιστές καταθέτανε νέες
γενναίες εισφορές. Οι μεγαλοβιομήχανοι το ίδιο. Εκατομμύρια δολάρια κυκλοφορούσαν στο
χρηματιστήριο της Βουλής. Η διατίμηση καταργήθηκε. Οι μέρες της ψηφοφορίας πλησίαζαν. Όσα κι
όσα... Κάποιος διατύπωσε την αξίωση τα αργύρια της προδοσίας να κατατεθούν επ' ονόματί του σε
ελβετική τράπεζα. Ένας άλλος ζήτησε να του αγοράσουν τυπογραφικό ταχυπιεστήριο. Και κάποιος
τρίτος δεν δεχότανε να πουλήσει την ψυχή του, εκτός αν του δίνανε το υπουργείο Εμπορικής
Ναυτιλίας — που, όμως, είχε παραχωρηθεί σε άλλον 91.
Το γενικό στρατηγείο των επιχειρήσεων ήταν εγκατεστημένο στο παλάτι. Και η Φρειδερίκη, με
άμεσους βοηθούς τον Χοϊδά και το Γαρουφαλιά, κατηύθυνε την μάχη των συνειδήσεων. Τα
τηλέφωνα χτυπούσαν αδιάκοπα. Η πρεσβεία ετηρείτο ενήμερη κάθε πέντε λεπτά. Η CIA
δυσφορούσε για την πενιχρότητα των αποτελεσμάτων. Και όλοι ζούσαν στιγμές αγωνίας. Όταν
έπειτα από πολλούς κόπους και περισσότερο «συσσίτιο» κάποιος εκάμπτετο αλαλαγμοί χαράς
ξεσπούσαν στις εφημερίδες της δεξιάς. Ένας ακόμη...
Ξαφνικά, στις παραμονές της ψηφοφορίας, παρουσιάστηκε ένα απροσδόκητο εμπόδιο. Ο
Μαρκεζίνης δήλωσε ότι το κόμμα του θα καταψηφίσει την κυβέρνηση Τσιριμώκου. Καταστροφή! Το
έλλειμμα μεγάλωνε κατά επτά... Ο Κωνσταντίνος τηλεφώνησε ο ίδιος στο Μαρκεζίνη. Τον
εξελιπάρησε ν' αναθεωρήσει την απόφασή του. Ο πεισματάρης Μαρκεζίνης στάθηκε ανένδοτος.
Αμέσως ειδοποιήθηκε η CIA. Ανταρσία στη δεξιά; Αυτό μας έλειπε. Να κατασταλεί αμέσως! Ένα
υποκλιμάκιο του στρατηγείου ανέλαβε ν' αποκαταστήσει την τάξη. Μέσα σε λίγες ώρες από τους
επτά μαρκεζινικούς οι τέσσερες είχαν «νουθετηθεί».
Επί τέλους η ώρα της ψηφοφορίας ήρθε. Στις 28 Αυγούστου η Βουλή εψήφισε και — δεύτερο
ράπισμα — κατεψήφισε την κυβέρνηση Τσιριμώκου. Αντί των απαιτουμένων 151 ψήφων ψήφισαν
«υπέρ» 135. Το έλλειμμα από είκοσι είχε περιοριστεί στους δεκαέξι.
Πολλοί πρόβλεψαν ότι έπειτα από την καταψήφιση και της δεύτερης βασιλικής κυβερνήσεως το
παλάτι θα ξαναγύριζε στη συνταγματική ορθοδοξία. Η πρόβλεψη αποδείχτηκε ευσεβής πόθος. Οι
αρχιερείς του κατεστημένου, αφρίζοντας από λύσσα και με την ψυχολογία του χαμένου παίκτη, αντί
να εγκαταλείψουν το παιγνίδι διπλασιάζανε τις «μίζες» τους στην πολιτική ρουλέτα, αδιαφορώντας
για το συνεχώς ογκούμενο κύμα λαϊκής οργής. (Ο Τσιριμώκος, πρωθυπουργός της A.M., μου είπε
καθαρά ότι κατά τους υπολογισμούς του η «αντιμοναρχική υστερία» είχε ξεπεράσει το 80% του
ελληνικού λαού). Η μέθοδος του παιγνιδιού που εφαρμόστηκε από την αρχή αποκλήθηκε «πολιτική
σαλαμιού». Η πρώτη φέτα είχε κοπεί με την κυβέρνηση Νόβα. Η δεύτερη με την κυβέρνηση
Τσιριμώκου. Γιατί να μην επιχειρηθεί το κόψιμο και τρίτης φέτας;

Digitized by 10uk1s

Χωρίς να διακόψει καθόλου τη χρηματιστηριακή μάχη των συνειδήσεων ο Κωνσταντίνος κάλεσε,
υπό την προεδρεία του, το συμβούλιο του στέμματος — μια συνάθροιση αρχηγών κομμάτων και
προσώπων που είχαν διατελέσει πρωθυπουργοί. Το αντίκρισμα της αντιπροσωπευτικότητας του
συμβουλίου ήταν ευθέως ανάλογο με τις περί δημοκρατίας αντιλήψεις της αυλής. Ο αρχηγός της
ΕΔΑ, που εξέφραζε τη θέληση ενός σημαντικού τμήματος του λαού, δεν κλήθηκε. Κλήθηκαν όμως ο
Νόβας και ο Τσιριμώκος, που είχαν καταψηφισθεί κατά την πρώτη εμφάνισή τους στη Βουλή,
καθώς και όλοι οι υπηρεσιακοί πρωθυπουργοί, που δεν εκπροσωπούσαν παρά μόνο τους εαυτούς
τους. Από όσους πήραν μέρος μόνο τρεις αντιπροσώπευαν μεγάλα ή μικρά λαϊκά ρεύματα: Οι
Παπανδρέου, Κανελλόπουλος και Μαρκεζίνης.
Γιατί ο Παπανδρέου δέχτηκε με την παρουσία του να δώσει υπόσταση σ' αυτό το ανακτοβούλιο,
που απέπνεε τη μούχλα των θεσμών του προπερασμένου αιώνα; Ο σκοπός της συγκλήσεως του
συμβουλίου του στέμματος ήταν η εκ των υστέρων νομιμοποίηση του βασιλικού πραξικοπήματος
και η παροχή της συγκαταθέσεως του «πολιτικού κόσμου» για την ολοκλήρωσή του. Από τους
δώδεκα παρισταμένους οι δέκα ενέκριναν ανεπιφύλακτα τη βασιλική πρωτοβουλία και τη
χαρακτήρισαν άψογη συνταγματική ενέργεια. Μόνον ο Παπανδρέου υπεράσπισε τις απόψεις του
και μόνον ένας πρώην πρωθυπουργός — ο Στυλιανός Γονατάς — συμφώνησε μαζί του ότι μοναδική
διέξοδος από την κρίση θα ήταν οι εκλογές.
Την άλλη μέρα, όμως, η ορχήστρα του τύπου της δεξιάς, των ραδιοφωνικών σταθμών και όλων των
άλλων μέσων μαζικής επικοινωνίας (συμπεριλαμβανομένων των γραφείων τύπου των ελληνικών
πρεσβειών στο Εξωτερικό) διατυμπάνιζαν ότι εκ των δώδεκα «ηγετών» του πολιτικού κόσμου οι
δέκα επιδοκιμάζουν τις πράξεις του βασιλιά! Έτσι, η μάλλον ανίδεη και ανύποπτη περί τα ελληνικά
πράγματα παγκόσμια κοινή γνώμη έμενε με την εντύπωση ότι η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτικών
στελεχών της χώρας (γιατί όχι και του λαού;) ήταν στο πλευρό του καλού βασιλιά και αποδοκίμαζε
τους ταραξίες της δημοκρατίας... Ο Παπανδρέου, επομένως, αστόχησε με το να προσφέρει το κύρος
της συμμετοχής του στην ανακτορική εκείνη παρασυναγωγή και να καταντήσει — ποιος; ο ημίθεος
του ανένδοτου αγώνα — να είναι κατηγορούμενος, με κατήγορους τους διάφορους Δόβα και Νόβα
ή κάτι απίθανα υπηρεσιακά ανθρωπάκια που εκστασιάζονταν καθώς η Φρειδερίκη και η Ειρήνη
σέρβιραν «τιμής ένεκεν» στον καθένα το φλιτζάνι με τον αχνιστό τούρκικο καφέ...
Το μόνον αξιομνημόνευτο επεισόδιο από κείνη την πολιτικοθεατρική παράσταση ήταν η προς
στιγμήν συμφωνία Παπανδρέου - Κανελλόπουλου στην εξής βάση: Θα σχηματιζότανε αμιγής
κυβέρνηση της ΕΡΕ, με πρόεδρο τον Κανελλόπουλο, που θα διενεργούσε τις εκλογές μέσα στη
συνταγματική προθεσμία των 45 ημερών. Επρόκειτο για μια λύση εξαιρετικά δελεαστική για την
ΕΡΕ. Το κόμμα της αντιπολιτεύσεως που είχε αποδοκιμαστεί από το λαό στις τελευταίες εκλογές και
που το μητρώο του ήταν κάθε άλλο παρά καθαρό στα θέματα εκλογικής γνησιότητας θα γινόταν ο
διαιτητής του αγώνα, στον οποίο ταυτόχρονα θα ήταν και ένας από τους δυο βασικούς αντίπαλους.
Η μικρή αυτή βόμβα ανατάραξε τη λιμνασμένη ατμόσφαιρα του ανακτοβούλιου. Ο Κανελλόπουλος,
με τον αυθορμητισμό που τον χαρακτηρίζει είχε κάνει τη σχετική πρόταση. Ο Παπανδρέου έσπευσε
να την αποδεχτεί. Οι άλλοι, όμως, παγώσανε. Και πρώτος ο Κωνσταντίνος. Δεν ήταν δύσκολο,
άλλωστε, ν' αντιληφθεί ότι η προσχώρηση και της ΕΡΕ στη λύση των εκλογών, που υποστηρίζανε το
κέντρο και η αριστερά, ισοδυναμούσε με ομοφωνία του πολιτικού κόσμου. Αλλά τότε η
αντιεκλογική γραμμή του παλατιού και των Αμερικανών έμενε μετέωρη, χωρίς το παραμικρό
στήριγμα. Μέσα σ' αυτή την ατμόσφαιρα ο Κανελλόπουλος διέκρινε ότι είχε γίνει δυσάρεστος.
Χαλούσε τη διατεταγμένη αρμονία του παιζόμενου θεατρικού έργου. Και για να διορθώσει τα
πράγματα δήλωσε, υπαναχωρώντας, ότι επιφυλάσσεται να επανεξετάσει το θέμα των εκλογών.
Ευτυχώς! Το χαμόγελο ξαναγύρισε στα απολιθωμένα πρόσωπα. Την άλλη μέρα το κατεστημένο δεν
Digitized by 10uk1s

δυσκολεύτηκε να επαναφέρει στην τάξη τον παρορμητικό αρχηγό της ΕΡΕ 92 . Η απειλή της
σαλαμοποιήσεως ήταν αποτελεσματικό όπλο όχι μόνο για το κέντρο αλλά και για τη δεξιά.
Ως προς τον Παπανδρέου, η στάση του, αν και παράτολμη, δεν έπαυε να είναι ένας ευφυέστατος
ελιγμός. Αν γινόταν αποδεκτή η λύση των εκλογών με κυβέρνηση της ΕΡΕ η χώρα θα έμπαινε στο
λιμάνι της ομαλότητας. Και με οποιοδήποτε εκλογικό σύστημα, με οποιεσδήποτε συνθήκες, με
οσηδήποτε βία και νοθεία η Ένωση Κέντρου θα νικούσε. Αν την απέρριπταν θα ομολογούσαν το
μέγεθος της λαϊκής αντιθέσεως στο ιουλιανό πραξικόπημα. Το κατεστημένο, μεταξύ των δύο κακών,
διάλεξε το μικρότερο. Και απέρριψε τις εκλογές. Φαίνεται ότι οι εκτιμήσεις του Τσιριμώκου για το
80% ήσαν υπερβολικά συντηρητικές...

Η τρίτη φέτα του σαλαμιού κόπηκε στις 17 Σεπτεμβρίου. Και ήταν επαρκής. Ενωμένη με τις άλλες
δυο και με τη δεξιά σχημάτιζε το μαγικό αριθμό 152. Ο Κωνσταντίνος είχε καταγάγει έναν ακόμα
ολυμπιακό θρίαμβο 93. Το περισπούδαστο αυτό κατόρθωμα συντελέστηκε κάτω από συνθήκες
συναρπαστικές:
Από τη μέρα που είχε καταψηφιστεί στη Βουλή η κυβέρνηση Τσιριμώκου, ακόμα και κατά τη
διάρκεια του συμβουλίου του στέμματος, δεν είχε σταματήσει, ούτε για μια στιγμή, η επιχείρηση
εξαγοράς βουλευτών. Αλλά ο ρυθμός ήταν αργός και τα αποτελέσματα όχι ικανοποιητικά. Επί
πλέον, ορισμένοι βουλευτές, ενώ είχαν συμφωνήσει στην «τιμή» και στο υπουργείο, και το κλείσιμο
της δουλειάς εθεωρείτο σίγουρο, εκ των υστέρων υπαναχωρούσαν. Ίσως η επίδραση ενός
περιβάλλοντος υπερφορτωμένου από δημοκρατική έξαρση, ίσως κάποιο στιγμιαίο σκίρτημα
συνειδήσεως, τους ξαναγύριζε στο δρόμο της τιμής. Η δεξιά κατηγορούσε τον Ανδρέα Παπανδρέου
ότι ήταν ο εγκέφαλος κάποιας οργανώσεως που ασκούσε ψυχολογική πίεση στους
ταλαντευόμενους βουλευτές. Δεν προσκομίστηκε όμως ποτέ κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Πάντως,
τα κρούσματα των υπαναχωρήσεων είχαν προκαλέσει νευρικότητα, ιδιαίτερα στους εξωελληνικούς
παράγοντες. Και η αγανάκτησή τους ήταν δικαιολογημένη. Για σκεφθείτε, να έχει τηλεγραφηθεί
στην Ουάσιγκτον μια αποστασία και εκ των υστέρων ν' ανακαλείται... Γι' αυτούς τους λόγους
μελετήθηκαν και εφαρμόστηκαν μέθοδοι που απέκλειαν τέτοιες λαχτάρες.
Εκείνες τις ημέρες γίνονταν διαπραγματεύσεις με καμιά δεκαριά υποψήφιους αποστάτες.
Ορισμένοι άλλοι είχαν κλείσει συμφωνία. (Οι πράκτορες της ΚΥΠ τους είχαν εγκλωβίσει σε
απομακρυσμένα εξοχικά ξενοδοχεία, ώστε να είναι μακριά από τις επιδράσεις της
«οχλοκρατούμενης» Αθήνας... Τη νύχτα της ψηφοφορίας θα πήγαιναν κατ' ευθείαν στη Βουλή).
Χωρίς τους υπό διαπραγμάτευση «δέκα» το έλλειμμα ήταν μόνον επτά.
Νωρίς, μετά το μεσημέρι της 17 Σεπτεμβρίου, ειδοποιήθηκα από έναν πληροφοριοδότη μου στο
παλάτι, ότι στην οδό Στησιχόρου αριθμός 10, όπου η κατοικία του εφοπλιστή Ανδρέα Ποταμιάνου,
διεξήγετο ομαδική διαπραγμάτευση εξαγοράς βουλευτών. Όπως μου περιέγραψε, το δεκαμελές
ανθρώπινο εμπόρευμα είχε τοποθετηθεί σε ισάριθμους χώρους του σπιτιού. Ο «αγοραστής» έλεγε
στον καθένα ξεχωριστά ότι είχε συμπληρωθεί ο αριθμός 150 και ότι αυτός ήταν ο αναγκαίος
εκατοστός πεντηκοστός πρώτος. Είχε, επομένως, την τελευταία ευκαιρία της ζωής του να γίνει
υπουργός και πλούσιος. Το τέχνασμα, απ' ό,τι ήξερε, είχε κάμψει τους περισσότερους.
Πήγα στην οδό Στησιχόρου. Το σπίτι του Ποταμιάνου απέχει από τα ανάκτορα λιγότερο από 100
μέτρα. Ανάμεσα στα αυτοκίνητα που ήταν παρκαρισμένα κατά μήκος του μικρού αυτού
αριστοκρατικού δρόμου γνώρισα το αυτοκίνητο του Γαρουφαλιά. Έξω από τα ανάκτορα υπήρχε
αρκετή κίνηση. Από τις 15 Ιουλίου, που το παλάτι είχε μεταβληθεί σε στρατηγείο πολιτικών
μηχανορραφιών, ο γύρω χώρος ήταν ζωσμένος μέρα -νύχτα από ομάδες Ελλήνων και ξένων
Digitized by 10uk1s

δημοσιογράφων, φωτορεπόρτερς και κινηματογραφιστών, που υπομένανε καρτερικά τον καφτερό
ήλιο και τα πιο καφτερά γεγονότα του πολυτάραχου εκείνου καλοκαιριού. Αλλά σήμερα η λιτή
αρμονία του Σεπτεμβριανού δειλινού, με τα χρυσοπράσινα φύλλα που σκόρπιζαν τα δέντρα,
ερχότανε σε τόση αντίθεση με τις σκοτεινές επιχειρήσεις πίσω από τους αδιαπέραστους τοίχους των
ανακτόρων και του παραπλεύρως υποστρατηγείου.
Σουρούπωνε όταν άνοιξε η εξωτερική πόρτα της κατοικίας του Ποταμιάνου. Βγήκαν πρώτα 2-3
πρόσωπα της αυλής, με ύφος ανθρώπων που εκτελούν διατεταγμένη υπηρεσία. Πίσω τους
πρόβαλαν οι εξαγορασμένοι βουλευτές. Τελευταίος εμφανίστηκε ο Γαρουφαλιάς. Φαινότανε να
έχει το γενικό πρόσταγμα. Θυμάμαι, καθώς το βλέμμα μου έπεσε σ' έναν από τους καινούργιους
αποστάτες, βουλευτή - δημοσιογράφο. Κατέβασε τα μάτια του ντροπιασμένος. Ένας άλλος έκρυψε
το πρόσωπο στα χέρια του. Φάνηκε σα να αγωνιζότανε να συγκρατήσει ένα λυγμό. Όλοι
αποστρέφανε τα πρόσωπά τους, καθώς τα φλας των φωτογραφικών μηχανών έκαναν τις μικρές
φωτεινές εκρήξεις. Σκέφτηκα ότι ο ύπνος τους απόψε δεν θα ήταν πολύ ήρεμος. Αργότερα, μετά
είκοσι μήνες, ίσως να έγινε και εφιαλτικός. Έχουν περάσει από τότε κάπου πέντε χρόνια. Και τώρα,
που γράφονται οι γραμμές αυτές, στριφογυρίζει μια σκέψη: Συναισθάνθηκε ποτέ κανένας από κείνη
την οκτάδα ότι με το πούλημα της ψυχής του επηρέασε τις τύχες οκτώ εκατομμυρίων ψυχών; Ότι
χωρίς το δικό του «ναι» ίσως να κατάρρεε το μοναρχικό πραξικόπημα και να μη στρωνόταν ο
δρόμος για τους συνταγματάρχες; Κι αν έτυχε στα μαύρα χρόνια της δικτατορίας να περάσει από
την οδό Μπουμπουλίνας και ν' ακούσει τις σπαρακτικές οιμωγές κάποιου κοριτσιού της «ταράτσας»
ένοιωσε, άραγε, το δάγκωμα της καρδιάς που φέρνει η συναίσθηση της προσωπικής ενοχής; «Θα
βασανιζόταν αυτό το ανώνυμο ανθρώπινο πλάσμα αν εγώ...;».
Οι «οκτώ» σχημάτισαν φάλαγγα κατά δυάδες και ξεκίνησαν κάτω από το άγρυπνο μάτι του
Γαρουφαλιά. Δόξα σοι ο Θεός. Όλα είχαν τακτοποιηθεί πάνω στο σπίτι. Και τα υπουργεία που
θάπαιρνε καθένας. Και τα λεφτά. Και ό,τι άλλο είχαν ζητήσει. Αλλά η κρισιμότερη φάση της
επιχειρήσεως ήταν η τελευταία. Τα εκατό μέτρα από τη Στησιχόρου 10 ως την πύλη του παλατιού. Κι
αν τούφευγε κανένας στο δρόμο; Η φάλαγγα προχωρούσε. Η Φρειδερίκη και ο γιος της
παρακολουθούσαν από ένα κλειστό παράθυρο. Οι διαβάτες έφτυναν από αηδία.
Επί τέλους, το κοπάδι μπήκε στο μαντρί. Ο Γαρουφαλιάς πήρε βαθειά αναπνοή. Όταν οι πόρτες
έκλεισαν η βασίλισσα-μήτηρ διέταξε τον Κωνσταντίνο:
—«Τώρα είμαστε έτοιμοι. Αρχίστε». Και αποσύρθηκε στα ιδιαίτερα διαμερίσματά της.
Η ορκωμοσία έγινε μέσα σε πέντε λεπτά. Οι «οκτώ», με τα ρούχα της δουλειάς, αξύριστοι οι
περισσότεροι, παρατάχτηκαν δίπλα στους αρχαιότερους αποστάτες, που μαντρωμένοι, από νωρίς,
φορούσαν επίσημο ένδυμα. Μπροστά - μπροστά, με άψογο φράκο, ο νέος πρωθυπουργός.
Αλήθεια, ποιος ήταν ο νέος πρωθυπουργός;
Στέφανος Στεφανόπουλος ήταν το όνομα του υπ' αριθμόν 3 πρωθυπουργού, που είχε ανασυρθεί
από το βασιλικό ψυγείο. Η φήμη του ήταν αρκετά καλή. Χωρίς να έχει την ασημαντότητα του Νόβα
ή την ευφυία του Τσιριμώκου, ο Στεφανόπουλος ήταν ένα είδος ουδέτερου πολιτικού όντος.
Διαλλακτικός, μετριοπαθής, συντηρητικός, χωρίς ιδανικά και χωρίς εξάρσεις, κατόρθωνε να είναι
ανεκτός απ' όλους, χωρίς όμως και ν' αγαπιέται από κανένα. Ήταν ένας καλός «δεύτερος» του
πολιτικού θεάτρου. Προερχόταν από τη δεξιά και ανήκε σ' αυτήν. Το 1955, αντιπρόεδρος στην
κυβέρνηση Παπάγου, δέχτηκε αδιαμαρτύρητα — μετά το θάνατο του στρατάρχη — την ιστορική
κλωτσιά των ανακτόρων, που προτίμησαν για νέο αρχηγό της δεξιάς, αντί γι' αυτόν, τον Καραμανλή.
Το 1963 προσχώρησε στη Ένωση Κέντρου και ο Γεώργιος Παπανδρέου τον τίμησε με την
αντιπροεδρία της κυβερνήσεως. Αλλά και μέσα στη σφριγηλή δημοκρατική παράταξη ούτε ο
ανένδοτος αγώνας, ούτε η δημιουργία των πεντακοσίων ημερών τον άγγιξε. Έμεινε άβουλος,
Digitized by 10uk1s

αναποφάσιστος, ανέκφραστος και άνευρος. Ποτέ δεν παντρεύτηκε. Ακόμα και όταν είχε περάσει τα
εξήντα εξακολουθούσε να είναι το παιδί της μαμάς του. Και όχι μόνον η ιδιωτική του ζωή, αλλά και
η πολιτική του σταδιοδρομία ήταν εμπιστευμένη στα χέρια της δυναμικής μητέρας του.
Αντιμετώπισε τις πρώτες φάσεις της ιουλιανής κρίσεως στο πλευρό του Παπανδρέου. Όταν
ορκίστηκε η κυβέρνηση Νόβα όλοι οι βουλευτές του κέντρου υπογράψανε μια ομαδική δήλωση,
που άρχιζε ως εξής: «Στιγματίζομεν την προδοσίαν...». Πρώτη φιγουράριζε η υπογραφή Στέφανος
Στεφανόπουλος. Αργότερα, οι συνωμότες τον πλησίασαν και του υποδαύλισαν όλες τις απωθημένες
φιλοδοξίες του. Αντιστάθηκε. Και ίσως ν' αντιστεκότανε ως το τέλος. Αλλά οι συνωμότες ήξεραν την
αχίλλεια πτέρνα του. Και επιστράτευσαν τη «μαμά». Όταν η αιωνόβια «κυρία Φανή» ξεκίνησε από
τον Πύργο Ηλείας για να ρθει στην Αθήνα κανένας δεν αμφέβαλε ότι ο Στέφανος θα έλεγε το «ναι».
Όπως και το είπε...
Στις 24 Σεπτεμβρίου η κυβέρνηση Στεφανόπουλου (με αντιπροέδρους τους Τσιριμώκο και Νόβα)
εξασφάλιζε την πολυπόθητη εμπιστοσύνη της Βουλής (152 επί 300). Η νομότυπη διαδικασία του
μοναρχικού πραξικοπήματος είχε περατωθεί. Η χώρα ξαναγύριζε στη συνέχεια της τριακονταετούς
διακυβερνήσεως από τη δεξιά. Το οικοδόμημα της δημοκρατίας, που είχε χτιστεί με αίμα, δάκρυα
και πίστη, γκρεμιζότανε. Ξαναγυρίζαμε πίσω...

Digitized by 10uk1s

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI
ΟΙ ΠΡΟΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ
Οι δυνάμεις που κυριάρχησαν μετά τα «Ιουλιανά» χάραξαν δυο βασικούς αντικειμενικούς σκοπούς:
ο πρώτος ήταν η εκθεμελίωση του έργου που είχε δημιουργήσει η δημοκρατία και η επανάκτηση
του ασφυκτικού ελέγχου επί των λαβών της εξουσίας. Επίσης, ο επαναπροσανατολισμός της
εξωτερικής πολιτικής στις πάγιες προπαπανδρεϊκές μορφές συμμαχικών σχέσεων, δηλαδή στη
σταθεροποίηση της Ελλάδας σαν ατλαντικού δορυφόρου. Ο δεύτερος αντικειμενικός σκοπός
απέβλεπε στην εξάτμιση των εκρηκτικών αισθημάτων της μεγάλης λαϊκής πλειοψηφίας. Η δυναμική
κατάπνιξη της λαϊκής αντιδράσεως δεν παρουσίαζε ανυπέρβλητες δυσκολίες, μια και τα σώματα
ασφαλείας (εξοπλισμένα με τελειότατα αμερικανικά μέσα) δεν είχαν κυβερνητικούς φραγμούς στην
εφαρμογή και των πλέον αδίστακτων μεθόδων κατά την αντιμετώπιση λαϊκών κινητοποιήσεων. Και
υπήρχε επί πλέον — για τις δύσκολες καταστάσεις — η εφεδρεία των 200.000 ανδρών του στρατού.
Αλλά κανένα κατεστημένο και καμιά ξένη κηδεμονία δεν κοιμούνται ήσυχοι πάνω σ' ένα καζάνι που
βράζει.... Και ειδικά στην περίπτωση της μεταϊουλιανής Ελλάδας η δημοκρατική πλειοψηφία, με
σφυρηλατημένα ιδανικά, με συνείδηση ότι η θέλησή της είχε υποστεί βιασμό, έδειχνε με
καθημερινές εξεγέρσεις ότι δεν ήταν διατεθειμένη να συνθηκολογήσει. Εκνευρισμένοι οι Ιουλιανοί
μιλούσαν για οχλοκρατία του πεζοδρομίου. Η αντιπολίτευση απαντούσε θυμίζοντας το Σόλωνα της
αρχαίας Αθηναϊκής Δημοκρατίας, που χαρακτήριζε «άτιμον» εκείνον που στα κρίσιμα γεγονότα
έμενε ουδέτερος και απόφευγε να εκδηλώσει και να υπερασπίσει τις ιδέες του 94. Αλλά το αυτί του
κατεστημένου δεν ίδρωνε από κάτι τέτοια. Αγωνιζότανε με όλες τις μεθόδους να επιτύχει την
υποταγή του λαού. Την αποκαλούσε «εκτόνωση». (Αργότερα ο Παπαδόπουλος θα την ονομάσει
«γύψο»). Οι προθέσεις ήσαν οι ίδιες: Κάμψη της αγωνιστικότητας, ηθική κόπωση, αποκαρδίωση και
τέλος υποταγή στη μοίρα, που σημαίνει: η ολιγαρχική διάταξη της ελληνικής κοινωνίας είναι
αμετακίνητη. Οι «Σκορπιοί» και οι «Σπετσοπούλες», τα παραδεισένια ιδιόκτητα νησιά για τους
λίγους, τους εκλεκτούς. Τα Τζουμέρκα για τα πεινασμένα παιδιά.
Το ξήλωμα των παπανδρεϊκών «φρουρίων εξουσίας» — ελάχιστων άλλωστε — πραγματοποιήθηκε
με μεγάλη σπουδή και χωρίς δυσκολίες: «Τη νύχτα της 15 Ιουλίου — γράφει ο Ερίκ Ρουλώ στη
«Μοντ» — πενήντα περίπου άνδρες με πολιτικά παρουσιάστηκαν στην είσοδο του κτιρίου, που
στεγάζεται η ΚΥΠ (ελληνική CIA). Έδωσαν το παρασύνθημα και μπήκαν. Μέσα σε λίγα λεπτά
κατέλαβαν όλα τα γραφεία. Διέρρηξαν τα χρηματοκιβώτια και αφήρεσαν ορισμένους απόρρητους
φακέλους. Την αυγή ήσαν κύριοι του οίκου. Έδωσαν εντολή να εκδιωχθούν οι τριάντα υπεύθυνοι, οι
οποίοι έφθασαν το πρωί, ως συνήθως, για ν' αναλάβουν υπηρεσία. Οι άνθρωποι του βασιλιά
«κατελάμβαναν και πάλι έναν από τους τροχούς του μηχανισμού του κράτους, που είχε ξεφύγει από
τα χέρια τους επί κυβερνήσεως Παπανδρέου...».
Την ίδια νύχτα ανάλογες επιχειρήσεις διεξήγοντο και σε άλλες μονάδες του στρατού και της
χωροφυλακής. Ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτη είναι η ημερομηνία των εγχειρημάτων: νύχτα της 15 προς
την 16 Ιουλίου. Ελάχιστες ώρες μετά την εκπαραθύρωση του Παπανδρέου και ενώ μόλις είχε
ορκιστεί ένα τριμελές κλιμάκιο της κυβερνήσεως Νόβα. Άρα, η σειρά των νυχτερινών επιχειρήσεων
είχε προσχεδιαστεί μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, ενώ ακόμη υπήρχε η νόμιμη κυβέρνηση της
Ενώσεως Κέντρου. Ορισμένες μάλιστα επιχειρήσεις αυτού του είδους έγιναν προτού ξεσπάσει η
κυβερνητική κρίση. Ιδού πώς περιέγραψε αργότερα (8 Φεβρουαρίου 1966) ιστοριογράφος της
δεξιάς στην εφημερίδα «Ακρόπολις» την κατάληψη του «κέντρου εκπαιδεύσεως βαρέων όπλων
πεζικού» (ΚΕΒΟΠ):
«... Μια απίθανη σκηνή εκτυλίχθηκε στο ΚΕΒΟΠ... Μερικοί αξιωματικοί της απολύτου εμπιστοσύνης
του αρχηγού του Επιτελείου αντιστράτηγου Γεννηματά πλησίασαν το μεσημέρι της 15ης Ιουλίου τον
διοικητή της μονάδος ταξίαρχο Παπαπέτρου και του πρότειναν να βγουν μαζί έξω για να
Digitized by 10uk1s

«τσιμπήσουν» κάτι. «Δεν πάμε πουθενά να φάμε, κύριε διοικητά;» Ο ταξίαρχος Παπαπέτρου δεν
φαντάσθηκε ότι αυτό αποτελούσε παγίδα. Βγήκε μαζί με τους αξιωματικούς που τον είχαν
προσκαλέσει και όταν αργότερα γύρισε ο σκοπός στην πύλη της μονάδας τον σταμάτησε
προτείνοντας το όπλο:
—Δεν επιτρέπεται η είσοδος.
—Σε ποιόν μιλάς έτσι; Δεν βλέπεις ποιος είμαι; ρώτησε θυμωμένος ο διοικητής.
—Λυπάμαι, αλλ' αυτές τις διαταγές έχω. Δεν είσθε πλέον διοικητής!».
Αυτό το εκπληκτικό επεισόδιο συνέβη το μεσημέρι της 15 Ιουλίου, επτά ώρες π ρ ι ν από τη ρήξη
Παπανδρέου - βασιλιά... Κατά τα άλλα, η ιουλιανή κρίση ήταν — όπως είπε ο Κωνσταντίνος — μια
κανονική παραίτηση της κυβερνήσεως που την αποδέχθηκε για να προστατεύσει την κλονισμένη
πειθαρχία στο στρατό! Η νυκτερινή επιδρομή στα γραφεία της ΚΥΠ και η κατάργηση του διοικητή
μιας μεγάλης μονάδας από ένα στρατιώτη ήσαν, στην εκτίμηση του παλατιού, υψηλά δείγματα
στρατιωτικής πειθαρχίας...
Οι απολογητές του ιουλιανού πραξικοπήματος πρόβαλαν αργότερα το επιχείρημα ότι η σπουδή του
Κωνσταντίνου να εκδιώξει τη νόμιμη κυβέρνηση, να ορκίσει βιαστικά άλλη και να καταλάβει τις
μονάδες που δεν του ενέπνεαν εμπιστοσύνη υπαγορεύτηκε από ενδείξεις ότι επρόκειτο να εκραγεί
φιλοπαπανδρεϊκό στρατιωτικό κίνημα κατά τη διάρκεια της νύχτας της 15 Ιουλίου. Το γεγονός ότι ο
Παπανδρέου ήταν ακόμη πανίσχυρος κυβερνήτης όταν σχεδίαζε τη στρατιωτική επανάσταση
(προφανώς εναντίον της κυβερνήσεώς του...) μας δίνει το μέτρο της σοβαρότητας των βασιλικών
«ενδείξεων». Η ιστορική αλήθεια είναι ότι και πριν, αλλά και μετά την απομάκρυνσή του από την
κυβέρνηση ο Γεώργιος Παπανδρέου έμεινε προσηλωμένος στα αυστηρά πλαίσια της νομιμότητας,
αρνούμενος να δεχθεί εισηγήσεις και προσφορές δυναμικής αντιμετωπίσεως της καταστάσεως.
Πάνω σ αυτό προσφέρω την προσωπική μου μαρτυρία: Το βράδυ της δραματικής εκείνης ημέρας
(15 Ιουλίου) τηλεφώνησα στον Παπανδρέου ζητώντας δημοσιογραφικές πληροφορίες για την
κυβερνητική κρίση που είχε ξεσπάσει. «Έλα αμέσως στο Καστρί. Δεν θέλω να μιλήσω στο
τηλέφωνο» ήταν η απάντηση. Ξεκίνησα με την ελπίδα ότι θα μπορούσα να έχω μια ιδιαίτερη
συνομιλία με τον εκπαραθυρωμένο πρωθυπουργό. Αλλά η κατάσταση που βρήκα εκεί διέλυσε τις
προσδοκίες μου. Στους μικρούς χώρους που διέθετε το «Καστρί» ο συνωστισμός ήταν
απερίγραπτος. Όλοι σχεδόν οι βουλευτές της Ενώσεως Κέντρου και μια ακόμη στρατιά από
πολιτευτές, συμβούλους, γραμματείς και δημοσιογράφους είχαν παραβιάσει το νόμο του
αδιαχώρητου. Έξω συνέρρεαν πλήθη λαού που εκδήλωναν με ποικίλους τρόπους την αγάπη τους
στη «γέρικη δρυ» με την ακατάβλητη ψυχή. Προτού πάρω το δρόμο για το Καστρί είχα σταματήσει
στα παλιά ανάκτορα, όπου η έδρα της κυβερνήσεως. Και θυμάμαι την πένθιμη ερημιά που βρήκα
όχι μόνο στους άλλοτε πολύβοους διαδρόμους, αλλά και μέσα στο γραφείο του νέου
πρωθυπουργού. Το Καστρί εξακολουθούσε να παραμένει η παλλόμενη καρδιά του έθνους.
Είχαν περάσει μεσάνυχτα και ήμουνα κοντά στον Παπανδρέου όταν χτύπησε το τηλέφωνο του
γραφείου κάτω αριστερά. Το πήρε ο Καράμπελας και το έδωσε στον Άρη, ιδιαίτερο γραμματέα του
«Γέρου». Ο Άρης, ύστερα από πολλούς δισταγμούς, πλησίασε τον Παπανδρέου και του είπε ότι τον
ζητάει επειγόντως ο διοικητής μιας μεγάλης στρατιωτικής μονάδας που είχε την έδρα της τριάντα
μίλια από την Αθήνα. Ήμουνα δίπλα ακριβώς στον Παπανδρέου και κατέγραψα επί λέξει τις
απαντήσεις του:
—Ναι αγαπητέ μου.
—......................................
Digitized by 10uk1s

—Α, όχι το αποκλείω.
—......................................
—Όχι. Το επαναλαμβάνω.
—......................................
—Όχι, αγαπητέ μου. Διότι όταν η δημοκρατία καταφεύγει εις τον στρατόν παύει να είναι
δημοκρατία. Αυτοκτονεί. Και δεν πρόκειται ν' αφήσω τη δημοκρατία ν' αυτοκτονήση....
Ο «Γέρος» έκλεισε το τηλέφωνο, ύστερα από ένα αρκετά τυπικό «ευχαριστώ». Αν και ήταν
καταφανώς ενοχλημένος από το τηλεφώνημα, πήρα το θάρρος και τον ρώτησα «τι συμβαίνει».
«Ναι, θα σου πω, μου είπε. Ήταν ο διοικητής... Μου ζήτησε την άδεια να κατέβει με τα τανκς και τα
κανόνια του στην Αθήνα. Με βεβαίωνε δε ότι σε τέσσερις ώρες είναι σίγουρος ότι μπορεί να
ξεκαθαρίσει την κατάσταση και να συλλάβει τον Κωνσταντίνο, το Νόβα, τον Γαρουφαλιά και όλους
τους άλλους. Την απάντηση που του έδωκα την άκουσες».
Ήταν μια από τις δογματικές πεποιθήσεις του Παπανδρέου ότι η δημοκρατία αυτοκτονεί όταν
προσφεύγει στη δυναμική βοήθεια του στρατού. Και στο μακρινό παρελθόν είχε διαχωρίσει τη θέση
του και από τον Ελευθέριο Βενιζέλο (1935) και από τον Νικόλαο Πλαστήρα (1933) όταν και ο ένας
και ο άλλος είχαν επιχειρήσει τότε να προασπίσουν την κινδυνεύουσα δημοκρατία με στρατιωτικά
πραξικοπήματα. Ακολουθούσε το σωστό δρόμο ο Γεώργιος Παπανδρέου; Ασφαλώς ναι. Αλλά ίσως
δεν θάπρεπε να ξεχνάει ότι το κατεστημένο είχε επιβάλει στον ελληνικό δημόσιο βίο καθεστώς
ζούγκλας. Και στη ζούγκλα δεν είναι πολύ φρόνιμο να συμπεριφέρεται κανείς σαν άοπλος
ιεραπόστολος...
Ο πρώτος αντικειμενικός σκοπός πραγματοποιήθηκε. Οι μεταϊουλιανές δυνάμεις ολοκλήρωσαν τη
ριζική αποδημοκρατοποίηση του κρατικού μηχανισμού και ταυτόχρονα ξεθεμελίωσαν το
δημιουργικό έργο του Παπανδρέου. Αντίθετα, ο δεύτερος αντικειμενικός σκοπός (η εκτόνωση του
δημοκρατικού φρονήματος του λαού) σημείωσε τραγική αποτυχία. Το εγχείρημα αυτό είχε
αναληφθεί απ' ευθείας από τις αμερικανικές υπηρεσίες, οι οποίες του είχαν προσδώσει
επιστημονική μορφή και έκταση γιγαντιαίας επιχειρήσεως. Μια μικρή στρατιά από ειδικούς
ψυχολόγους στην υπηρεσία της CIA μελετούσε μεθοδικά το χαρακτήρα και τις συναισθηματικές
αντιδράσεις των Ελλήνων σε συσχετισμό με μεθόδους «εκτονώσεως» που είχαν εφαρμοστεί στον
Άγιο Δομίνικο και άλλες λατινοαμερικανικές χώρες. Με το υλικό αυτό τροφοδοτούνταν οι
ηλεκτρονικοί εγκέφαλοι και έβγαζαν τα συμπεράσματά τους, που, υπό μορφή επιστημονικών
οδηγιών, διαβιβάζονταν στην ελληνική ΚΥΠ και εν συνεχεία στα σώματα ασφαλείας, στο στρατό και
σε ορισμένα αρμόδια υπουργεία. Όταν μετά την πιστή εφαρμογή των «επιστημονικών οδηγιών»
γινόταν ο απολογισμός των επιτευγμάτων θλίψη και κατήφεια επικρατούσε στους αρμόδιους. Αντί
για έναρξη, έστω εκτονώσεως, οι ηλεκτρονικοί εγκέφαλοι σημείωναν γιγάντωμα του λαϊκού
φρονήματος. Ο καιρός περνούσε, αλλά ο λαός ούτε κουραζόταν, ούτε αποκαρδιωνόταν. Το
καλοκαίρι του 1966 έτυχε να ταξιδέψω στην Κρήτη, όπου οι αποστάτες υπουργοί είχαν εκτελέσει
ορισμένα δημόσια έργα που εξυπηρετούσαν τους πληθυσμούς. Στα μικρά απόκρημνα και
πάμφτωχα χωριά του νομού Χανίων ρωτούσα τους κατοίκους αν είναι ευχαριστημένοι με το δρόμο
που τους είχε ασφαλτοστρώσει ο υπουργός τους και πώς έβλεπαν τώρα τα πολιτικά πράγματα. Στο
άκουσμα αυτής της ερωτήσεως οι βιβλικές μορφές των Κρητικών με κοιτούσαν σαν να ήμουνα
κανένα εξωγήινο πλάσμα. Έπειτα ζητούσαν να μάθουν αν είμαι «από δαύτους» και όταν πείθονταν
ότι δεν είμαι πράκτορας του βασιλιά ή των Αμερικανών τότε μου άνοιγαν την καρδιά τους. «Στο
χωριό μας δεν υπάρχει ούτε ένας προδότης», μου έλεγαν με καμάρι. Και οι γριές έβγαζαν από το
Digitized by 10uk1s

βάθος κάποιου σεντουκιού την καταχωνιασμένη φωτογραφία του Γεώργιου Παπανδρέου. «Μ'
αυτόν είμαστε, παιδί μου. Στο Θεό και σ' αυτόν κάνουμε κάθε βράδυ την προσευχή μας».
Δεν ήταν πολιτικό ή ιδεολογικό φρόνημα, με τα καθιερωμένα μέτρα. Έμοιαζε με βαθύ θρησκευτικό
αίσθημα, με μια ατταβιστική αναβίωση του πάθους των πρώτων χριστιανών εδώ και είκοσι αιώνες.
Αυτό το πάθος που κυριαρχούσε σ' όλα τα γεωγραφικά διαμερίσματα της χώρας, σε πόλεις και σε
χωριά, αγωνίζονταν να «εκτονώσουν» οι ψυχολόγοι της CIA και η βασιλική χωροφυλακή. Σύμφωνα
με τους χρησμούς των ηλεκτρονικών εγκεφάλων έξη μήνες επαρκούσαν για την εξάτμιση του
«πάθους». Είκοσι μήνες αργότερα, στις παραμονές της δικτατορίας, οι σφυγμομετρήσεις της CIA
έδειχναν ότι ο λαϊκός πυρετός αντί να υποχωρεί σημείωνε ανησυχητική άνοδο...
Στη συνεδρίαση της Βουλής της 25 Αυγούστου (1965) ελέχθη— χωρίς ν' αμφισβητηθούν οι αριθμοί
— ότι στο διάστημα των σαράντα ημερών από το μοναρχικό πραξικόπημα είχαν πραγματοποιηθεί
τετρακόσιες λαϊκές συγκεντρώσεις σε ανοιχτό χώρο. Δυο απ' αυτές, η κάθοδος του Παπανδρέου
από το Καστρί και η κηδεία του δολοφονημένου από την αστυνομία φοιτητή Σωτήρη Πέτρουλα,
ήταν της τάξεως των εκατοντάδων χιλιάδων. Ο ρυθμός δέκα μεγάλων λαϊκών κινητοποιήσεων κάθε
μέρα δεν νομίζω ότι έχει προηγούμενο στην ελληνική ιστορία. Η δεξιά χλεύαζε το φαινόμενο της
«λαϊκής υστερίας». Το παλάτι και η ολιγαρχία δυσφορούσαν. Η ηγεσία του στρατού ζητούσε
εφαρμογή σκληρότερων μέτρων. Αλλά η CIA αντιμετώπιζε με επιστημονικότερη μεθοδολογία την
εκρηκτική κατάσταση. Τόση πείρα την είχε διδάξει ότι μέσα στα πλαίσια μιας δημοκρατικής βιτρίνας
το δυνάμωμα των αστυνομικών μέτρων έφερνε αντιστρόφως ανάλογα αποτελέσματα. Έπρεπε να
χρησιμοποιηθούν μέθοδοι που να στρέφουν το λαό εναντίον του λαού. Και πρώτο βήμα προς την
κατεύθυνση αυτή ήταν να πιστέψει η συντηρητική πλευρά της κοινωνίας ότι οι κινητοποιήσεις υπέρ
της δημοκρατίας ήταν έργο του σατανικού κομμουνισμού.
Το σχέδιο μπήκε σ' εφαρμογή. Και ξαφνικά στις συνηθισμένες ειρηνικές λαϊκές διαδηλώσεις έκαναν
την εμφάνισή τους κόκκινες σημαίες, σφυροδρέπανα και πινακίδες με εξτρεμιστικά συνθήματα. Οι
διαδηλωτές δεν δυσκολεύτηκαν ν' αντιληφθούν ότι στις γραμμές τους είχαν εισδύσει εχθρικά
στοιχεία. Τους έπιαναν και τους παρέδιναν στην αστυνομία ή στη δικαστική αρχή. Η αστυνομία
ανεγνώριζε τις ταυτότητές τους και τους άφηνε, συνήθως, ελεύθερους. Μερικοί όμως
παραπέμφθηκαν στη δικαιοσύνη και καταδικάστηκαν.
Σε μια εξαίρετη αγόρευσή του στη Βουλή ο Ηλίας Ηλιού στρεφόμενος προς τα κυβερνητικά εδώλια
ρώτησε: «Ποιοί ήσαν εκείνοι που ύψωσαν τις κόκκινες σημαίες με τα σφυροδρέπανα στη Νέα Ζωή;
Ποιοί ήσαν εκείνοι που έκαναν διαδήλωση με φωνές «ΚΚΕ» στο Γαλάτσι; Δεν απαντάτε; Θα σας το
πω εγώ. Είναι μέλη παρακρατικών οργανώσεων της άκρας δεξιάς. Συνελήφθησαν, ανεγνωρίσθησαν
και ήδη είναι στα χέρια της δικαστικής εξουσίας... Και θα σας πω και κάτι άλλο: Χθες ο αρχηγός των
TEA στη Λευκάδα ύψωσε κόκκινη σημαία και έγραψε στους τοίχους: «Θάνατος στο βασιλιά» και
«Θάνατος στη χωροφυλακή». Και αυτός συνελήφθη...».
Οι υπουργοί της A.M. έμειναν σιωπηλοί.
Το σχέδιο της CIA είχε κακό ξεκίνημα. Αλλά δεν εγκαταλείφθηκε. Στις 20 Αυγούστου (1965) έγινε μια
συγκέντρωση των εργαζομένων στον τύπο (δημοσιογράφων, τυπογράφων κλπ.). Οι
συγκεντρωθέντες — περίπου 6000 κατά την αστυνομία — αφού άκουσαν τους λόγους των ομιλητών
εναντίον του ιουλιανού πραξικοπήματος μετέβησαν εν σώματι στην πλατεία Ομονοίας, όπου
έψαλαν τον εθνικό ύμνο. Στο σημείο αυτό χίμηξαν οι αστυνομικές δυνάμεις με κλομπς και
προσπάθησαν να διαλύσουν τη συγκέντρωση με δακρυγόνα αέρια. Ήμουνα εκεί και
παρακολουθούσα όλες τις φάσεις της αστυνομικής επιχειρήσεως. Είδα με τα μάτια μου μια ομάδα
τριών αστυφυλάκων και ενός αρχιφύλακα να καταδιώκει ένα κορίτσι ως 20 χρονών περίπου. Όταν
Digitized by 10uk1s

την έπιασαν οι δυο της έστριψαν τα χέρια για να μην αντιστέκεται, ο τρίτος την χτυπούσε από πίσω
στο κεφάλι και ο τέταρτος την κλωτσούσε στην περιοχή της κοιλιάς. Όταν το κορίτσι έμεινε
αναίσθητο από τα χτυπήματα το έσυραν αιμόφυρτο στην είσοδο μιας κοντινής πολυκατοικίας. Εκεί
ο γενναίος αρχιφύλακας με μια δυνατή κίνηση ξέσκισε το φόρεμά της από το λαιμό ως κάτω και
όταν την ξεστήθωσε άρχισε να τη χτυπάει με γροθιές στα ακάλυπτα σημεία του σώματος. Έδειχνε να
ηδονίζεται καθώς χτυπούσε το γυμνό λιποθυμισμένο κορμί. Σε λίγο πέρασε από το δρόμο μια
«κλούβα». Πέταξαν μέσα το κορίτσι. Την άλλη μέρα πέρασε από δικαστήριο (μαζί με πολλούς
άλλους). Καταδικάστηκε για «αντίσταση κατά της αρχής»!!
Στο μεταξύ δυνάμεις της αστυνομίας είχαν φράξει όλες τις διεξόδους και εμπόδιζαν τη διάλυση των
διαδηλωτών και την απομάκρυνση του διερχόμενου κόσμου. Ξαφνικά, σε διάφορα σημεία άναψαν
πυρκαγιές. Οδοφράγματα στήνονταν. Ένα όχημα της πυροσβεστικής υπηρεσίας και μερικά ιδιωτικά
αυτοκίνητα καίγονταν σαν λαμπάδες. Πλησίασα και είδα οργανωμένες ομάδες από νέους που
φορούσαν κόκκινα πουκάμισα και μπλου-τζην παντελόνια να μεταφέρουν από αστυνομικά καμιόνια
μπιτόνια με βενζίνη στο καιγόμενο πυροσβεστικό όχημα και να τροφοδοτούν τις φωτιές... Οι ίδιες
ομάδες έστηναν τα οδοφράγματα. Στη συγκέντρωση όμως που είχε προηγηθεί δεν είχα δει ούτε
έναν με κόκκινο πουκάμισο. Και αυτοί εδώ έπαιρναν εντολές από αξιωματικούς της αστυνομίας. Τι
συνέβαινε;
Το «τι συνέβαινε» αποκαλύφθηκε την άλλη μέρα από μια ομάδα δημοσιογράφων, εντεταλμένων να
παρακολουθήσουν τα ταραχώδη γεγονότα, οι οποίοι δημοσίευσαν κοινή επιστολή στην οποία
κατήγγειλαν: α) ότι η αστυνομία παρακολουθούσε απαθής τις πυρπολήσεις των αυτοκινήτων, όσοι
δε από τους άνδρες της αγνοώντας τις «ειδικές διαταγές» έσπευδαν προς τα εκεί αναχαιτίζονταν
από μεμυημένους αξιωματικούς, β) Οι νεαροί με τα κόκκινα πουκάμισα υποδύονταν τους
«Λαμπράκηδες», ενώ ήσαν πληρωμένοι πράκτορες της αστυνομίας, γ) Ομάδες πολιτών
προθυμοποιήθηκαν να σβήσουν τις πυρκαγιές. Η αστυνομία τους εμπόδισε. Στην πλατεία
Κολοκοτρώνη ήσαν συγκεντρωμένοι 400 αστυφύλακες, σαν εφεδρική δύναμη. Ενώ παρέμεναν
αδρανείς, ο ασύρματος ανακοίνωσε ότι στις συμπλοκές της Ομονοίας σκοτώθηκαν δυο
αστυφύλακες. Οι 400 αστυφύλακες εξαγριωμένοι έσπευσαν προς τα σημεία των συμπλοκών, όπου
επέδειξαν πρωτοφανή βαρβαρότητα. Ο δήθεν φόνος των δυο αστυφυλάκων διαψεύσθηκε από την
ίδια την αστυνομία... Οι εφημερίδες του κέντρου και της αριστεράς χαρακτήρισαν τα γεγονότα της
Ομονοίας «κακότεχνη σκηνοθεσία». Ακόμη και η υπερδεξιά «Εστία» υπογράμμισε «την περίεργον
στάσιν της αστυνομίας». Αλλά ο κυβερνητικός τύπος και οι ραδιοφωνικοί σταθμοί έκαναν ό,τι
μπορούσαν για να εκφοβίσουν τα μετριοπαθή στοιχεία αξιολογώντας τις αναρχικές πυρκαγιές και
τα οδοφράγματα ως «αρχήν ερυθράς επαναστάσεως».
Υπάρχει στη νομική επιστήμη το δόγμα: «Κούι πρόντεστ» (εις ποίον ωφελεί;). Από όποια σκοπιά κι
αν εξετάσει κανείς τα γεγονότα της 20 Αυγούστου είναι δύσκολο ν' αντλήσει όφελος υπέρ της
δημοκρατικής παρατάξεως. Η παράταξη του κέντρου είχε ξεκινήσει έναν δεύτερο ανένδοτο αγώνα
για την αποκατάσταση της νομιμότητας. Τα λεγόμενα αναρχικά ξεσπάσματα δεν υποβοηθούσαν
τους σκοπούς της. Το ίδιο περίπου ίσχυε και για την αριστερά. Οι αγώνες της ήταν αρκετά
θορυβώδεις. Και ο τύπος της δεν κατόρθωνε πάντοτε να ξεφεύγει από το πλέγμα της
προπαγανδιστικής υπερβολής. Αλλά και η πολιτική και η οργανωτική δράση της ΕΔΑ αναπτυσσόταν
μέσα στα πλαίσια του συντάγματος και των νόμων. Και όταν κάποτε στη Βουλή ο Ηλιόπουλος
προκάλεσε ευθέως τη δεξιά να κατονομάσει μια έστω πράξη της ΕΔΑ, που να συνιστούσε
αποδεδειγμένη παραβίαση της νομιμότητας, πολλοί γέλασαν, αλλά κανένας δεν βρέθηκε να
αντικρούσει τον ισχυρισμό του.
Θα ήταν πολύ αφελής η σκέψη ότι η Ένωση Κέντρου, ή η αριστερά, ήσαν αθροίσματα επίγειων
αγγέλων. Και τα δυο κόμματα, κυρίως η Ένωση Κέντρου, έκλειναν στους κόλπους τους στρατιές
καιροσκόπων, αρριβιστών και καπήλων της δημοκρατικής ιδεολογίας. Η ΕΡΕ, εξ άλλου, δεν ήταν
Digitized by 10uk1s

λέσχη κακοποιών. Ο μέγιστος αριθμός των οπαδών της απετελείτο από νομοταγή και δημιουργικά
στοιχεία της κοινωνίας, τα οποία ποτέ δεν είχαν υποπτευθεί ή συνειδητοποιήσει ότι συστεγάζονταν
στην ίδια παράταξη με τους δοσίλογους της κατοχής, τους δολοφόνους του Λαμπράκη ή τους
εκπρόσωπους της ολιγαρχίας, που οι απομυζητικές της δραστηριότητες δεν έκαναν την παραμικρή
διάκριση μεταξύ δεξιών, κεντρώων και αριστερών.
Αλλά στο κρίσιμο ερώτημα «Κούι πρόντεστ», η απάντηση είναι κατηγορηματική. Η διατάραξη της
κοινωνικής γαλήνης ωφελούσε τη δεξιά και ζημίωνε το κέντρο και την αριστερά. Οι σκηνοθετημένες
μηδενιστικές εκδηλώσεις πρόσφεραν μια, εκ των υστέρων, αντικειμενική δικαίωση στο βασιλικό
πραξικόπημα και έστρεφαν ένα τμήμα της κοινής γνώμης εναντίον των «ταραξιών» της
δημοκρατίας. Αυτό ακριβώς επεδίωκε η CIA (ο λαός εναντίον του λαού...). Η κακότεχνη όμως
εφαρμογή και της πιο μεγαλοφυούς ιδέας αποδίνει αντίθετα αποτελέσματα. Αυτό ίσχυσε στην
περίπτωση της σκηνοθετημένης αναρχίας κατά τη μεταϊουλιανή περίοδο.
Έπειτα πρέπει να σημειωθεί ότι η σκηνοθεσία εξτρεμιστικών πράξεων δεν αποτελούσε και
σπουδαία πρωτοτυπία της CIA. Πρώτος διδάξας ήταν ο Γκαίριγκ με την πυρκαγιά του Ράιχσταγκ στις
αρχές της χιτλερικής επικρατήσεως. Και στην Ελλάδα το 1958 αποκαλύφθηκε ότι επικεφαλής
συνεργείου που σκόρπιζε κομμουνιστικές προκηρύξεις, με έξαλλο επαναστατικό περιεχόμενο, ήταν
ο ίδιος ο διοικητής της γενικής ασφαλείας Αθηνών αστυνομικός διευθυντής Ιωάννης Καραχάλιος....

Η κυβέρνηση Στεφανόπουλου έζησε δεκαπέντε μήνες. Για κυβέρνηση στηριζόμενη σε πλειοψηφία
δυο ψήφων (σε κάποια ψηφοφορία μάλιστα πήρε μόνον 150 ψήφους και σώθηκε επειδή έτυχε να
απουσιάζουν δυο βουλευτές της αντιπολιτεύσεως) οι 15 μήνες ήσαν φαινόμενο μακροζωίας. Η
πορεία της όμως δεν ήταν αδιατάρακτη. Εκτός από τα καθημερινά σφυροκοπήματα της Ενώσεως
Κέντρου και της αριστεράς στη Βουλή, εκτός από την ενεργητική αντίδραση της μεγάλης λαϊκής
πλειοψηφίας, είχε συνεχή προβλήματα με την παράταξη της δεξιάς που την στήριζε. Δυο υπουργοί
χωρίς χαρτοφυλάκιο ήσαν στελέχη της ΕΡΕ και του Μαρκεζίνη και είχαν τη μη συγκεκαλυμμένη
αρμοδιότητα τοποτηρητών. Κάθε απόφαση του υπουργικού συμβουλίου ήταν «άγραφο χαρτί»
χωρίς την έγκριση των δυο δεξιών ελεγκτών...
Στα μεγάλα θέματα δεν ανέκυπταν διαφωνίες. Αυτά ρυθμίζονταν «άνωθεν». Και η κυβέρνηση με
τους τοποτηρητές της απλώς τα διεκπεραίωνε. Ένα από τα μεγάλα θέματα ήταν η επαναφορά της
εξωτερικής πολιτικής στα πειθαρχημένα πλαίσια της ατλαντικής συμμαχίας. Ακόμη δεν είχε
σχηματισθεί καλά-καλά η κυβέρνηση Στεφανόπουλου και οι Έλληνες αξιωματικοί του κλιμακίου
Σμύρνης διατάσσονταν να συνεργάζονται αδελφικά με τους Τούρκους στο πλαίσιο ασκήσεων του
NATO. (Τα σκοτωμένα γυναικόπαιδα από την τουρκική αεροπορία, οι βιασμένες γυναίκες των
Ελλήνων αξιωματικών στη Σμύρνη, είχαν, κατ' επιταγήν, ξεχαστεί...). Αλλά όσο υποτακτική γινόταν η
κυβέρνηση των Αθηνών τόσο αποθρασυνόταν η Άγκυρα. Για να εκβιάσει ελληνική υποχώρηση στο
κυπριακό η Τουρκία εξαπέλυσε ένα κύμα διωγμού των Ελλήνων της Κωνσταντινουπόλεως.
Ακμάζουσες ελληνικές κοινότητες με ρίζες αιώνων έπαιρναν διαταγή εντός ελαχίστων ημερών να
εγκαταλείψουν το τουρκικό έδαφος. Οι περιουσίες τους δημεύονταν. To NATO παρακολουθούσε το
ανηλεές ξερίζωμα του Ελληνισμού. Μπορούσε μ' ένα νεύμα να το σταματήσει, αλλά προτιμούσε την
πολιτική του Ποντίου Πιλάτου. Ένιπτε τας χείρας του... Στις 3 Μαρτίου 1966 οι τελευταίοι Έλληνες
της Τουρκίας έπαιρναν το δρόμο της πικρής προσφυγιάς. Δυο μήνες αργότερα η κυβέρνηση
υπεχρεούτο — και δεχότανε — να μετάσχει σε διμερείς ελληνοτουρκικές συνομιλίες για την Κύπρο.
Ωραίες προπόσεις εξήραν αμοιβαίως τους προαιώνιους δεσμούς φιλίας που ένωναν τα δυο
γειτονικά κράτη! Η ατλαντική πολιτική του μαστίγιου θριάμβευε...
Στα δευτερεύοντα όμως θέματα εκδηλώνονταν διαφωνίες, που έθεταν σε άμεσο κίνδυνο την
Digitized by 10uk1s

ετοιμόρροπη κυβέρνηση των ιουλιανών συνωμοτών. Η ΕΡΕ έβλεπε ότι η υποχρεωτική συμμαχία της
με τους ανυπόληπτους αποστάτες του κέντρου τη ζημίωνε και ηθικά και πολιτικά. Και προσπαθούσε
ν' αντισταθμίζει τη σίγουρη ζημιά με αμφίβολου αποτελέσματος δημαγωγικές διαφωνίες στα
αντιδημοτικά μέτρα της κυβερνήσεως. Μια φαινομενικά σοβαρή κρίση στις σχέσεις κηδεμόνων και
κηδεμονευομένων δημιουργήθηκε όταν η κυβέρνηση προανάγγειλε την επιβολή νέων φόρων
δυόμιση δισεκατομμυρίων δραχμών. Οι Κανελλόπουλος και Μαρκεζίνης διαφώνησαν. Και ο φιλικός
τους τύπος με μεγάλους τίτλους διαβεβαίωνε ότι η δεξιά δεν θα διστάσει ν' ανατρέψει την
κυβέρνηση, προκειμένου να προστατεύσει τον ελληνικό λαό από την καινούργια φορολογική
επιβάρυνση. Εννοείται ότι οι φορολογίες επιβλήθηκαν. Τα μηνύματα από την πρεσβεία και από το
παλάτι έλεγαν ότι εκδήλωση κυβερνητικής κρίσεως έπρεπε πάση θυσία ν' αποφευχθεί, γιατί θα
δικαίωνε τον Παπανδρέου. Και για να μη δικαιωθεί ο Παπανδρέου οι λαϊκές τάξεις υφίσταντο την
αποστράγγιση των δυόμιση δισεκατομμυρίων. Και η μεν δημοτικότητα των αποστατών δεν είχε να
φοβηθεί τίποτε. Ήταν ανύπαρκτη. Αλλά το πολιτικό βάρος της ΕΡΕ υφίστατο συνεχή καθίζηση. Τα
κέρδη τα εισέπρατταν η Ένωση Κέντρου και η αριστερά. Τα πράγματα δικαίωναν την οικονομική
πολιτική της δημοκρατίας. Δεν χρειάζονταν, άλλωστε, οικονομολογικές, γνώσεις για την απλή
συγκριτική σκέψη: «Πριν», παρά την πολιτική των παροχών προς τις ασθενέστερες τάξεις, οι τιμές
έμεναν σταθερές και δεν είχαν επιβληθεί νέοι φόροι. «Τώρα», χωρίς παροχές, αυξάνονται και οι
τιμές και οι φόροι. Το κλειδί του μαγικού μύθου ήταν η γενική ύφεση της οικονομίας που είχε
προκαλέσει η ιουλιανή ανωμαλία. Και επί πλέον η ολιγαρχία όχι μόνον είχε επιπέσει ακάθεκτη στο
δημόσιο θησαυροφυλάκιο, αλλά και διοχέτευε τις αυξημένες τώρα χρηματοδοτήσεις της σε
ασφαλείς τοποθετήσεις εκτός Ελλάδας.
Στο μεταξύ το κατεστημένο τακτοποιούσε βιαστικά τους ανοικτούς λογαριασμούς του. Έπειτα από
δυόμιση χρόνια βγήκε το δικαστικό βούλευμα για την υπόθεση της δολοφονίας του Γρηγόρη
Λαμπράκη. Η δίκη, κατευθυνόμενη από τον Κωνσταντίνο Κόλλια, κατέληξε, επί τέλους, στο ποθητό
αποτέλεσμα: Όλοι οι κατηγορούμενοι αξιωματικοί της Χωροφυλακής κηρύχθηκαν πανηγυρικά
αθώοι. Για τον άλλο βραχνά του κατεστημένου, την υπόθεση ΠΕΡΙΚΛΗΣ, εκδόθηκε στις 20 Μαΐου
1966 απαλλακτικό βούλευμα. Οι κατηγορούμενοι για τον ΑΣΠΙΔΛ αξιωματικοί παραπέμφθηκαν στο
στρατοδικείο. Και καταδικάσθηκαν οι περισσότεροι σε βαριές ποινές. (Μετά το πραξικόπημα της 21
Απριλίου 1967 όλη η υπόθεση ΑΣΠΙΔΛ αμνηστεύθηκε).
Η κοινή γνώμη δεν ξενίσθηκε με αυτές τις κατευθυνόμενες δικαστικές «τακτοποιήσεις». Τις
περίμενε. Περισσότερο την ξένισε η αιφνιδιαστική απομάκρυνση του αρχηγού του πολιτικού
γραφείου των ανακτόρων Κωνσταντίνου Χοϊδά. Ο Χοϊδάς δεν ήταν απλώς ένας πολιτικός σύμβουλος
του βασιλιά. Ήταν ο κυριότερος εμπνευστής και οργανωτής του ιουλιανού πραξικοπήματος. Στις 4
Ιουλίου 1965, όταν ακόμη ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν πρωθυπουργός, συνάντησε το Χοϊδά στη
δεξίωση της αμερικανικής πρεσβείας για την επέτειο της Ανεξαρτησίας. Με δουλικότητα ο
βασιλικός σύμβουλος υποκλίθηκε μπροστά στον πρωθυπουργό και του υπέβαλε τα σέβη του. Ο
Παπανδρέου δεν έχασε την ευκαιρία. Με δηκτικότητα του παρατήρησε:
—Βλέπω, Κώστα, τα καταφέρνεις θαυμάσια.
—Τι εννοείτε, Κύριε Πρόεδρε; Δεν καταλαβαίνω.
—Εννοώ, Κώστα μου, τις φιλότιμες προσπάθειές σου να επιτύχεις ρήξη μεταξύ του βασιλέως και της
κυβερνήσεως. Συγχαρητήρια!
Ήταν όμως πραγματικά ο Χοϊδάς από τους οργανωτές των ιουλιανών; Μια από τις υπάρχουσες
μαρτυρίες προέρχεται από τον τότε πρωθυπουργό Στέφανο Στεφανόπουλο. Στις 27 Ιουλίου (1965),
προτού αποσπασθεί από την Ένωση Κέντρου ο Στεφανόπουλος, δέχθηκε στο γραφείο του επί της
οδού Κανάρη μια ομάδα βουλευτών του κόμματος και συζήτησε μαζί τους για τα αίτια και τα
Digitized by 10uk1s

παρασκήνια της πολιτικής κρίσεως. Μεταξύ άλλων ο Στεφανόπουλος αποκάλυψε στους
συνομιλητές του ότι τρία πρόσωπα έπαιξαν ρόλο πρωταγωνιστή στο πραξικόπημα του Ιουλίου: Η
Ελένη Βλάχου, ιδιοκτήτρια του μεγάλου δημοσιογραφικού συγκροτήματος της δεξιάς, ο Πάνος
Κόκκας, εκδότης της εφημερίδας «Ελευθερία», δημοσιογραφικού οργάνου των αποστατών, και ο
Κωνσταντίνος Χοϊδάς. Το περιεχόμενο της συνομιλίας του Στεφανόπουλου με την ομάδα των
βουλευτών το αποκάλυψε από το βήμα της Βουλής ο βουλευτής Ιωάννης Αλευράς. Και δεν
διαψεύσθηκε.
Προσωπικά έχω αντιρρήσεις ως προς τα τρία πρόσωπα. Οι δικές μου πληροφορίες — τις οποίες μου
είχε επιβεβαιώσει και ο Γεώργιος Παπανδρέου — συμφωνούν ως προς τα δυο πρόσωπα της
συνωμοσίας: του Χοϊδά και του Κόκκα. Το τρίτο πρόσωπο δεν ήταν η Ελένη Βλάχου. Ήταν ο
Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, υπουργός Οικονομικών της κυβερνήσεως Παπανδρέου και Συντονισμού
στις κυβερνήσεις των αποστατών.
Άσχετα από τη λεπτομέρεια αυτή η αποπομπή του Χοϊδά φανέρωνε ότι ο Κωνσταντίνος και η
Φρειδερίκη (ίσως και οι Αμερικανοί) δεν ήσαν ευχαριστημένοι ούτε από την πρακτική εφαρμογή
του ιουλιανού πραξικοπήματος, ούτε από τις κατοπινές εξελίξεις. Η απαλλαγή από τους εφιάλτες
του Λαμπράκη, ή του ΠΕΡΙΚΛΗ (και πολλών άλλων), ακόμη και η επανάκτηση των τίτλων ιδιοκτησίας
επί του κράτους και του πλούτου της χώρας δεν κατόρθωσαν να διαλύσουν ένα ακαθόριστο
αίσθημα έντονης ανησυχίας. Το ένστικτο τους έλεγε ότι μέσα στο καμίνι του Ιουλίου είχαν
συντελεσθεί όχι απλές πολιτικές ανακατατάξεις, αλλά βαθιές συνειδησιακές ωριμάνσεις. Το
φαινόμενο ενός λαού, που αντί να «κουραστεί» — όπως τους έλεγαν — και να υποταχτεί
αποκτούσε μια εφηβική ζωτικότητα με συναίσθηση του κυριαρχικού του ρόλου, δεν προμηνούσε
τίποτε το καλό για το κατεστημένο. Οι προοπτικές για το μέλλον ήσαν ζοφερές. Είχε δημιουργηθεί
το αδιέξοδο. Οι δυο δρόμοι που ανοίγονταν μπροστά στον Κωνσταντίνο και στους Αμερικανούς για
την αναζήτηση εξόδου, και από τους οποίους έπρεπε οπωσδήποτε να επιλεγεί ο ένας, έμοιαζαν σαν
τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη. Ο ένας δρόμος ήταν η επάνοδος στη δημοκρατική ομαλότητα. Και
οδηγούσε, δια των εκλογών, με μαθηματική ακρίβεια, στην επικράτηση της Ενώσεως Κέντρου. Μιας
Ενώσεως Κέντρου όμως κυριαρχούμενης από τις ριζοσπαστικές ιδέες και δυνάμεις, διδαγμένης από
τα λάθη του παρελθόντος και αποφασισμένης να κρατήσει γερά τους μοχλούς της εξουσίας, όλης
της εξουσίας. Και στην περίπτωση αυτή ποια θα ήταν η τύχη του θρόνου; Η προσωπική μου άποψη
είναι ότι ο Παπανδρέου δεν θα δημιουργούσε θέμα αλλαγής της μορφής του πολιτεύματος. Ο
θεσμός της βασιλείας θα διετηρείτο, περιορισμένος —εννοείται— στα αυστηρά πλαίσια του
συντάγματος και κρατώντας —όπως συμβαίνει στις βασιλευόμενες χώρες της Δυτικής Ευρώπης—
τον γραφικό του χαρακτήρα και τις όχι ευκαταφρόνητες απολαυές του. Αλλά η προοπτική αυτή
προκαλούσε συμπτώματα επιληψίας στην απολυταρχική τριάδα Φρειδερίκης -Κωνσταντίνου Ειρήνης. Κι έπειτα, ποια εγγύηση μονιμότητας του θρόνου υπήρχε;
Ο δεύτερος δρόμος οδηγούσε στη δικτατορία. Και ασκούσε, ιδίως στη Φρειδερίκη, μαγική έλξη το
όραμα ενός σιδηρού πειθαρχημένου καθεστώτος, όπως το είχε γευτεί στα νεανικά της χρόνια, τότε
στη μεγάλη πατρίδα της, που ο μη εστεμμένος κυρίαρχος της Γερμανίας είχε δαμάσει τον όχλο του
και με οδηγό τη Θεία Πρόνοια εξορμούσε για να δαμάσει και τους άλλους όχλους, να επιβάλει στην
ανθρωπότητα τη «νέα τάξη» της υπερκοινωνίας των λίγων... Αλλά και αυτή η λύση είχε τους
κινδύνους της. Ποια ήταν η εγγύηση της επιτυχίας και της διάρκειας; Και δεν θα ήταν τυραννική η
καθημερινή αγωνία της πτώσεως, της ολοκληρωτικής καταστροφής, όπως — καλή ώρα — του
Φύρερ; Στην κυριολεξία και οι δυο δρόμοι ήσαν μπρος βαθύ και πίσω ρέμα.
Με ανάλογο πρίσμα αντιμετώπισαν το πρόβλημα του μέλλοντος και οι λοιποί εταίροι του
κατεστημένου. Η φθίνουσα οικονομία ανησυχούσε την όχι ανεύθυνη ολιγαρχία, αλλά και η
προοπτική επανόδου των Παπανδρέου με ριζοσπαστικότερα οικονομικά προγράμματα φαινόταν
πολύ αποκρουστική. Η δικτατορία ήταν ένας γλυκός πειρασμός, αλλά μια έκτη αίσθηση
Digitized by 10uk1s

προειδοποιούσε τους διορατικώτερους εκπρόσωπους του μεγάλου κεφαλαίου ότι ο φασισμός
μπορούσε να γίνει ο πρόδρομος του κομμουνισμού. Και τότε;
Η πολύμορφη εκπροσώπηση των Ηνωμένων Πολιτειών σπάνια κατόρθωνε να έχει κοινή και
συντονισμένη γραμμή στο χειρισμό των ελληνικών θεμάτων. Στην πρεσβεία, μετά την απομάκρυνση
του πρεσβευτή Χένρυ Λαμπουίς (8 Μαΐου 1965), ασκούσε καθήκοντα επιτετραμμένου, για πολλούς
μήνες (μέχρι την 1η Οκτωβρίου 1965), ο πρώτος σύμβουλος Νόρμπερτ Άνσουτς. Τόσο ο Λαμπουίς
όσο και ο Άνσουτς δεν ήσαν της σχολής ούτε του Τζων Πιουριφόυ, ούτε του Έλλις Μπριγκς. Και
χωρίς να μπορούν να θεωρηθούν φίλοι των Παπανδρέου (συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο),
διαπνέονταν από μετριοπαθή αισθήματα και έδειχναν ότι απεχθάνονταν τη δικτατορία. Οι εκθέσεις
τους δεν ήσαν αρεστές σε κείνους από τους αρμόδιους του Σταίητ Ντιπάρτμεντ που αντιμετώπιζαν
εχθρικά τη δημοκρατική ανέλιξη της Ελλάδας. Ωστόσο, εφάρμοζαν με υπαλληλική ευσυνειδησία τη
γραμμή της Ουάσιγκτον, έστω κι αν δεν συμφωνούσαν πάντοτε. Ειδικά για τον Άνσουτς, η κάποια
οξυδέρκεια και ορθοφροσύνη του ίσως να ήταν η πραγματική αιτία απομακρύνσεώς του από την
Ελλάδα. Πολύ αργότερα αποκαλύφθηκε ότι ο Άνσουτς υπηρετούσε στην CIA, παίζοντας το ρόλο του
«καλού»!
Η στρατιωτική αποστολή δεν είχε ανάμιξη, εμφανή τουλάχιστον, στα ελληνικά εσωτερικά θέματα.
Είχε όμως ρόλο κηδεμόνα στα ζητήματα του στρατού. Και επιδείκνυε στρατιωτική σκληρότητα στην
επιβολή της υποταγής στο ατλαντικό πνεύμα. Ιδιαίτερα άτεγκτη ήταν η αποστολή στα θέματα των
ελληνοτουρκικών σχέσεων και των στρατιωτικών δαπανών, έστω και αν τα όσα επέβαλλε
καταβαράθρωναν τα εθνικά συμφέροντα και την οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Αν για την πιστή
εκπλήρωση των προς το NATO ελληνικών υποχρεώσεων κρινόταν αναγκαία η αναστολή του
συντάγματος η αμερικανική στρατιωτική αποστολή — δηλαδή το αμερικανικό πεντάγωνο — δεν θα
είχε καμιά απολύτως αντίρρηση. Η CIA, τέλος, πρακτορεύουσα — συν τοις άλλοις — και τα
συμφέροντα των ιδιωτικών αμερικανικών κεφαλαίων που ήσαν επενδυμένα ή επρόκειτο να
επενδυθούν στην Ελλάδα, υποστήριζε με θέρμη τη λύση της δικτατορίας και παρείχε πρόθυμα τις
καλές της υπηρεσίες στους ολοκληρωτικούς κύκλους. Έχοντας απλώσει τα δίχτυα της στο παλάτι,
στο στρατό, στην ΚΥΠ, στα σώματα ασφαλείας, σε παράγοντες της ΕΡΕ, ακόμη και σε ορισμένα
στελέχη της Ενώσεως Κέντρου, όχι μόνον ήταν άριστα ενημερωμένη αλλά και κατηύθυνε
ταυτόχρονα διάφορες — αντιτιθέμενες μεταξύ τους — ομάδες, οι οποίες επεξεργάζονταν,
ξεχωριστά η κάθε μια, σχέδια δικτατορικών πραξικοπημάτων.

Οι μέρες και οι μήνες της κυβερνήσεως Στεφανόπουλου κυλούσαν άτονα, ενώ το παρασκήνιο
δούλευε εντατικά υφαίνοντας τη μελλοντική μοίρα του ελληνικού λαού και σφυρηλατώντας τα
δεσμά του. Στο στρατό λειτουργούσε η λεγόμενη «μεγάλη Χούντα των στρατηγών», η οποία εκτός
από το Σπαντιδάκη και τους άλλους στρατηγούς — είχε διευρυνθεί και με άλλους μη στρατιωτικούς
φιλοδικτατορικούς παράγοντες. Στις γνωστότερες ηγετικές φυσιογνωμίες περιλαμβάνονταν ο
εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Κόλλιας και ο πρωθιερέας των ανακτόρων Ιερώνυμος Κοτσώνης,
ένας καλλιεργημένος φιλόδοξος κληρικός με μεγάλη επιρροή στα μέλη της βασιλικής οικογένειας,
την οποία αργότερα πρόδωσε. Ο σύγχρονος αυτός Ρασπούτιν προσχώρησε στους κολονέλους και
είναι σήμερα αρχιεπίσκοπος της δικτατορίας. Πολλές συνεδριάσεις της Χούντας οργανώνονταν στο
σπίτι του Κωνσταντίνου Μανιαδάκη, βουλευτή της ΕΡΕ, ο οποίος είχε διατελέσει υπουργός
Ασφαλείας κατά τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου (1936-1940). Δεδομένων των στενών δεσμών της
Χούντας με το παλάτι, με εκπροσώπους της ολιγαρχίας και με ατλαντικές προσωπικότητες, θα
μποραύσε να θεωρήσει κανείς τη μεγάλη Χούντα σαν μεταϊουλιανή μεταμόρφωση της
προϊουλιανής υπερκυβερνήσεως.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι συνεννοήσεις μεταξύ Χούντας και ατλαντικού στρατηγείου.
Digitized by 10uk1s

Η νομιμοφάνεια εκαλύπτετο από το γεγονός ότι συνομιλητής του NATO δεν εμφανιζόταν η Χούντα,
αλλά το Γενικό Επιτελείο Στρατού, που ήταν ένα και το αυτό. Το ερώτημα που είχε υποβληθεί στο
NATO ήταν: αν σε περίπτωση κινδύνου κομμουνιστικής ή φιλοκομμουνιστικής, κατόπιν εκλογών,
επικρατήσεως δύναται να εφαρμοστεί το ατλαντικό σχέδιο αντιμετωπίσεως κομμουνιστικής
επαναστάσεως 95; Αντί άλλης απαντήσεως το NATO παρέπεμπε το ελλητικό επιτελείο στο ατλαντικό
σχέδιο «Προμηθεύς», που πρόβλεπε την περίπτωση αντιμετωπίσεως είτε κομμουνιστικής εισβολής
από το εξωτερικό, είτε εσωτερικής κομμουνιστικής εξεγέρσεως. Στην ουσία η απάντηση του NATO
ήταν καταφατική. Καθιστούσε τη Χούντα αρμόδια να εκτιμήσει και ερμηνεύσει αν τα δεδομένα της
ελληνικής καταστάσεως συνιστούσαν απειλή κομμουνιστικής επαναστάσεως. Και τα γεγονότα της
21 Απριλίου απέδειξαν με πόση ασυνειδησία οι κινηματίες χρησιμοποιούν τον όρο «κίνδυνος
κομμουνιστικής εξεγέρσεως».
Έχοντας εξασφαλισμένη την «κάρτα μπιάνκα» του NATO οι στρατηγοί δεν δυσκολεύτηκαν καθόλου
να πάρουν το «έχει καλώς» από τους εκπρόσωπους του αμερικανικού πενταγώνου. Απόμενε η
πρεσβεία. Αλλά ο νέος πρεσβευτής Φίλιπς Τάλμποτ, που ανέλαβε τα καθήκοντά του τον Οκτώβριο
1965, δεν φαινότανε να συμπαθεί τους στρατιωτικούς. Σε συνομιλίες που είχε με Έλληνες
πολιτικούς εκφραζόταν εναντίον της δικτατορίας, χωρίς όμως και να κρύβει την ανησυχία του για τη
ζοφερή προοπτική επικρατήσεως των Παπανδρέου, τους οποίους αντιπαθούσε έντονα. Ο Τάλμποτ
διατηρούσε τακτική επαφή με τον Κωνσταντίνο και αν κρίνουμε από τους δισταγμούς του
τελευταίου οι συμβουλές του πρεσβευτή συνίσταντο στο να μη επιτρέψει ο βασιλιάς τη διολίσθηση
της καταστάσεως ούτε προς στρατιωτική δικτατορία, αλλά ούτε και προς τον εκλογικό θρίαμβο της
Ενώσεως Κέντρου. Ο Τάλμποτ υποστήριζε σαφώς μια συνταγματική εξέλιξη, που θα οδηγούσε σε
μετριοπαθές κυβερνητικό σχήμα, ελεγχόμενο από την αμερικανική κηδεμονία, αλλά που να μη δίνει
στόχο στη διεθνή δημοκρατική κοινή γνώμη. Λαμβανομένων υπ' όψη των τότε συνθηκών και του
συσχετισμού των ελληνικών πολιτικών δυνάμεων η επιδίωξη του Αμερικανού πρεσβευτή έμοιζε με
τον τετραγωνισμό του κύκλου.

Και όμως. Με το πέρασμα του καιρού και ενώ η κυβέρνηση Στεφανόπουλου έσερνε τα αμαρτωλά
βήματά της άρχισαν να διαμορφώνονται καταστάσεις που συνέκλιναν προς τη γραμμή της
πρεσβείας. Στις 11 Απριλίου (1966) παραιτήθηκε ο αντιπρόεδρος της κυβερνήσεως και υπουργός
των Εξωτερικών Ηλίας Τσιριμώκος, έπειτα από οξεία διαφωνία του με τον πρωθυπουργό επί του
κυπριακού. Η ουσία της διαφωνίας ήταν ότι ο Τσιριμώκος αντιδρούσε στα σχέδια πραξικοπηματικής
ανατροπής του προέδρου Μακαρίου από τον στρατηγό Γρίβα, ώστε να επιβληθεί η ατλαντική λύση
που ευνοούσε την Τουρκία. Η παραίτηση του Τσιριμώκου, χωρίς να τον αποκαθιστά στη λαϊκή
συνείδηση, μείωσε την εναντίον του κατακραυγή. Την ημέρα της παραιτήσεως μου τηλεφώνησε.
Του είπα «συγχαρητήρια». Με ρώτησε, αν, κατά τη γνώμη μου, «ο Γέρος» θα τον δεχόταν. Ήθελε να
του ζητήσει συγγνώμη και όπως ο «άσωτος υιός» του Ευαγγελίου να ξαναγυρίσει στην Ένωση
Κέντρου. Προθυμοποιήθηκα να μεσολοβήσω, προειδοποιώντας τον όμως ότι δεν έπρεπε να ελπίζει
ότι θα σφαζόταν για χατήρι του ο «μόσχος ο σιτευτός»! Ο Παπανδρέου ήταν διστακτικός. «Άφησέ
με να το σκεφθώ», είπε. Την άλλη μέρα η απάντησή του ήταν αρνητική. Υποθέτω ότι τον είχε
επηρεάσει ο Ανδρέας. Από τότε — και απόλυτα σωστά — κόπηκε κάθε γέφυρα ανάμεσα στην
παράταξη του κέντρου και στους αποστάτες.
Η παραίτηση του Τσιριμώκου, που συνοδεύτηκε και με την αποχώρηση ενός φίλου του βουλευτή,
κλόνισε την ετοιμόρροπη κυβερνητική πλεοψηφία. Χρειάστηκε να κοπεί επειγόντως μια τέταρτη
φέτα σαλαμιού για ν' αποκατασταθεί η ισορροπία. Έπειτα από δυο μήνες η απειλή της
κυβερνητικής κρίσεως πρόβαλε εντονώτερη. Στις 8 Ιουνίου ο Κανελλόπουλος απέσυρε από την
κυβέρνηση τον τοποτηρητή της ΕΡΕ Δημήτριο Βουρδουμπά. Ήταν προμήνυμα άρσεως της
εμπιστοσύνης της δεξιάς; Όχι. Η ΕΡΕ δήλωσε ότι θα συνεχίσει τη στήριξη της κυβερνήσεως. Ήταν
Digitized by 10uk1s

όμως το ασφαλές προμήνυμα των συντελούμενων παρασκηνιακών ζυμώσεων μεταξύ Ενώσεως
Κέντρου και ΕΡΕ (ακριβέστερα, μεταξύ των Γ. Παπανδρέου και Π. Κανελλόπουλου, εν αγνοία των
κομμάτων τους) για την εξεύρεση λύσεως που θ' απέτρεπε τη δικτατορία και θα παραμέριζε τα
«εξτρεμιστικά» στοιχεία των δυο παρατάξεων. Με τις ζυμώσεις αυτές δεν ήταν άσχετη και η
επανεμφάνιση στην πολιτική κονίστρα του πρώην υπουργού Γεώργιου Μαύρου, ο οποίος,
παραιτηθείς από τη διοίκηση της Εθνικής Τραπέζης, ανέλαβε την ηγεσία της δεξιάς πτέρυγας της
Ενώσεως Κέντρου.
Οι ζυμώσεις που συντελούνταν και οι λύσεις που επιδιώκονταν είχαν μια «περίεργη» ταύτιση με τις
ιδέες του Τάλμποτ. Σε προηγούμενο κεφάλαιο έχουμε αναφέρει τις γενικές γραμμές της συμφωνίας,
στην οποία οι διαπραγματεύσεις κατέληξαν. Επρόκειτο για μια γενναιόδωρη παραχώρηση εκ
μέρους του Γεώργιου Παπανδρέου προς την ΕΡΕ του δικαιώματος μετεκλογικής συγκυβερνήσεως.
Επί πλέον, ο Παπανδρέου ανελάμβανε την υποχρέωση να περιορίσει στο ελάχιστο την
κοινοβουλευτική δύναμη του Ανδρέα και να θέσει οριστικό τέρμα στην αντιβασιλική προπαγάνδα.
Οι ανοιχτοί ιουλιανοί λογαριασμοί με το παλάτι και με τη δεξιά έμπαιναν στο αρχείο... Η συμφωνία
σήμαινε ένα είδος νέας «παραγραφής».
Η αλήθεια είναι ότι εξαιρετικά σοβαροί λόγοι υπαγόρευαν τη φαινομενικά ανεξήγητη γενναιοδωρία
του Παπανδρέου. Έβλεπε και ήξερε ότι τα δικτατορικά σχέδια είχαν προωθηθεί και ότι μόνον ένας
από μηχανής θεός μπορούσε να λυτρώσει τη χώρα από την επερχόμενη δοκιμασία. Όταν εξέφρασα
δυσπιστία ως προς το πραγματικό αντίκρυσμα του προβαλλόμενου κινδύνου αντιμετώπισα έναν
Παπανδρέου θυμωμένο: «Τι είναι αυτά που λες, με διέκοψε. Κάποια νύχτα θα βρεθούμε όλοι
δεμένοι. Η δικτατορία έρχεται».
Ο Κανελλόπουλος ήταν εξ ίσου καλά ενημερωμένος για τις κινήσεις της μεγάλης Χρύντας. Και
αντιμετώπιζε με αδιάλλακτη εχθρότητα κάθε μορφή ολοκληρωτισμού.
Πότε οι δυο αντίπαλοι ηγέτες συναντήθηκαν και έθεσαν τις βάσεις της συμφωνίας δεν είναι
ιστορικά γνωστό. Εκείνο που γνωρίζω είναι ότι έγιναν αλλεπάλληλες συναντήσεις στο Καστρί, όπου
ο Κανελλόπουλος πήγαινε οδηγώντας ο ίδιος το αυτοκίνητό του. Εξετάζοντας την κατάσταση και
ανταλλάσοντας τις πληροφορίες τους είχαν διαπιστώσει ότι η πλέον ευαίσθητη — και επομένως
ευάλωτη — πλευρά του δικτατορικού πλέγματος ήταν ο Κωνσταντίνος, ο οποίος ταλαντευόταν στο
να αποδεχθεί τις εισηγήσεις των στρατηγών. Για τους δισταγμούς του βασιλιά μια καλή μαρτυρία
είναι ο Σάββας Κωσταντόπουλος. Σε άρθρο του (18 Ιουλίου 1968) γράφει ότι ανώτατος ηγέτης των
ενόπλων δυνάμεων, στον οποίο είχε εκφράσει το 1966 ανησυχίες για την εξέλιξη της καταστάσεως,
ευρέθη σύμφωνος μαζί του (Σ.Σ. ότι έπρεπε να επέμβει ο στρατός) και διαρκώς επανελάμβανε:
«Πρέπει να υπερνικηθεί ο δισταγμός του βασιλέως». Και ο Κωσταντόπουλος προσθέτει: «Εις την
φράσιν αυτήν ευρίσκεται συμπυκνωμένη η ουσία του προβλήματος».
Ο Κωνσταντίνος υιοθέτησε τη συμφωνία των δυο ηγετών, η οποία, άλλωστε, ήταν γι' αυτόν ιδεώδης
διέξοδος από το αδιέξοδο που οι απολυταρχικές του επιπολαιότητες είχαν δημιουργήσει. Ο
Παπανδρέου έθεσε τον όρο να ανακοινωθεί από τον ίδιο το βασιλιά η ημερομηνία των εκλογών,
ώστε να υπάρχει δέσμευση. Ο όρος έγινε δεκτός. Συμφωνήθηκε οι εκλογές να διεξαχθούν το Μάιο
1967 από κυβέρνηση της ΕΡΕ. (Αναβίωνε η συμφωνία του Αυγούστου 1965 στο συμβούλιο του
στέμματος). Οποιοδήποτε κι αν ήταν το εκλογικό αποτέλεσμα θα σχηματιζότανε κυβέρνηση
συνεργασίας των δυο κομμάτων (κεντροδεξιά). Η διαδικασία για την εκτέλεση της συμφωνίας είχε
σαν πρώτη φάση την απομάκρυνση της κυβερνήσεως των ιουλιανών αποστατών. Το ρόλο του
«εκτελεστή» ανέλαβε ο Κανελλόπουλος.
Αν οι στιγμές δεν ήσαν τόσο δραματικές τα όσα συνέβησαν στις 20 Δεκεμβρίου θα ταίριαζαν
θαυμάσια για σενάριο θεατρικής κωμωδίας. Την ημέρα εκείνη ο Κανελλόπουλος ζήτησε επειγόντως
Digitized by 10uk1s

ακρόαση από το βασιλιά. Η ακρόαση ορίστηκε αμέσως. Οι δημοσιογράφοι έσπευσαν στα ανάκτορα.
Οι εφημερίδες προετοίμασαν έκτακτες εκδόσεις. Αναταραχή στους πολιτικούς κύκλους.
Ο αρχηγός της ΕΡΕ, καθώς μπαίνει στο βασιλικό γραφείο, ξέρει ότι ο Κωνσταντίνος «ξέρει»... Και ο
Κωνσταντίνος επίσης ξέρει ότι ο Κανελλόπουλος ξέρει ότι αυτός ξέρει... Αυτά όμως όλα δεν
λογαριάζονται στο πολιτικό παιγνίδι. Ο Κανελλόπουλος σοβαρώτατα εξηγεί στο Μεγαλειότατο ότι
ζήτησε επειγόντως ακρόαση για να του ανακοινώσει ότι απεφάσισε να άρη την εμπιστοσύνη του
κόμματος από την κυβέρνηση. Βγαίνοντας από τα ανάκτορα και αποφεύγοντας τους
δημοσιογράφους ο αρχηγός της ΕΡΕ ζητεί τηλεφωνικώς επείγουσα επίσης συνάντηση με τον
πρωθυπουργό. Ανύποπτος ο Στεφανόπουλος υποθέτει ότι η βιασύνη του Κανελλόπουλου οφείλεται
σε κανένα από τα μικροζητήματα που καθημερινά ανέκυπταν μεταξύ υπουργών και βουλευτών της
ΕΡΕ. Και ο ατυχής εδοκίμασε τη δυσάρεστη έκπληξη του απολυόμενου υπαλλήλου, όταν ο αρχηγός
της ΕΡΕ ευγενικά και διακριτικά του ανήγγειλε ότι το κόμμα του «θεωρεί τερματισθείσαν την
αποστολήν της κυβερνήσεως και αίρει την εμπιστοσύνην του».
Την άλλη μέρα ο Στεφανόπουλος υπέβαλε την παραίτησή του. Μέσα σε 24 ώρες ο Κωνσταντίνος
είχε αποδεχθεί την παραίτηση, είχε δεχθεί τους αρχηγούς των κομμάτων — υποτίθεται για να τους
συμβουλευθεί για τη λύση της κρίσεως — και είχε ορκίσει τη νέα κυβέρνηση Παρασκευοπούλου,
μεταβατικού χαρακτήρα, απαρτιζόμενη από εξωπολιτικά πρόσωπα (την οποία είχε έτοιμη εδώ και
αρκετές ημέρες...).
Η κατάπληξη της κοινής γνώμης μεταβλήθηκε σε πλήρη σύγχυση την άλλη μέρα με τις δηλώσεις των
πολιτικών ηγετών. Νέα σχήματα — εντελώς διάφορα των προηγουμένων — άρχισαν να
διαφαίνονται. Η Ένωση Κέντρου επιδοκίμασε τη βασιλική λύση και μάλιστα εξήρε τον χρονικό
προσδιορισμό των εκλογών ως νίκη του μεταϊουλιανού ανένδοτου αγώνα. Η ΕΡΕ, σχεδόν
ευθυγραμμισμένη με την Ένωση Κέντρου, δήλωσε ότι θα δώσει ψήφο εμπιστοσύνης στην
κυβέρνηση Παρασκευόπουλου. Όμως η ΕΔΑ και από κοντά οι θανάσιμοι αντίπαλοί της, ο
Μαρκεζίνης και το κόμμα των αποστατών — με διαφορετική αιτιολογία ο καθένας — έστρεψαν τα
πυρά τους έμμεσα κατά του βασιλιά και άμεσα εναντίον των Γ. Παπανδρέου και Π. Κανελλόπουλου.
Ο Ηλιού χαρακτήρισε την κυβέρνηση σα «νέο αυλικό σχήμα». Και δεν είχε άδικο...
Εναντίον της διαφανούς πλέον «συμπεφωνημένης λύσεως» εκδηλώθηκαν αντιδράσεις και μέσα
από τις τάξεις των δυο μεγάλων κομμάτων. Ο Κανελλόπουλος είχε κρατήσει σε πλήρη άγνοια την
κοινοβουλευτική ομάδα της ΕΡΕ επί των παρασκηνιακών δραστηριοτήτων του. Και οι αποτελούντες
την ακραία φιλοκαραμανλική πτέρυγα, καθώς και οι δικτατορικοί κύκλοι του κόμματος εξεμάνησαν
εναντίον του. Βρέθηκαν όμως προ τετελεσμένου γεγονότος, του οποίου η ανατροπή (διά
καθαιρέσεως του αρχηγού) σήμαινε σύγκρουση με την Αμερικανική πρεσβεία. Αλλά οι πολιτικοί
παράγοντες της δεξιάς δεν συνήθιζαν να συμπεριφέρονται ανευλαβώς στη «προστάτιδα δύναμη».
Έτσι, με βαρειά καρδιά αναγκάστηκαν να εγκρίνουν τις τολμηρές πρωτοβουλίες του αρχηγού τους.
Στην Ένωση Κέντρου οι κραδασμοί ήσαν ισχυρότεροι και προκάλεσαν επικίνδυνες ρωγμές στην
ιδεολογική δομή του μεγάλου κόμματος της δημοκρατίας. Η λαϊκή του βάση, και ιδίως οι σφριγηλές
δυνάμεις της «Αλλαγής», δοκίμαζαν αποκαρδιωτική απογοήτευση. Εκείνο το «συγχωροχάρτι», που
έπρεπε να δώσουν στον Κωνσταντίνο και στη μητέρα του για όλες τις ανομίες τους, παλιές και
πρόσφατες, δημιουργούσε ηθική αναστάτωση. Η αντίδραση της δημοκρατικής κοινής γνώμης, με το
φως των γεγονότων της 21 Απριλίου, ίσως να φαίνεται υπερβολική. Κατανοείται όμως αν ληφθεί υπ'
όψη ότι η ηχώ των δικτατορικών προετοιμασιών δεν είχε φθάσει ως τις μάζες. Ούτε καν τις στήλες
του τύπου. Μερικοί ψίθυροι που διοχετεύονταν πότε-πότε, κάτι διαλέξεις υπέρ της δικτατορίας στο
«Χίλτον», ή μερικά άρθρα του Σουλτσμπέργκερ, ή του ελληνοαμερικανού καθηγητή Δ. Κούσουλα,
που παρουσίαζαν — με κρυπτοενθουσιασμό — την πιθανότητα εκτροπής από το σύνταγμα,
ακούγονταν μάλλον σαν εκφοβιστικές κανονιές και αντιμετωπίζονταν με το «δεν θα τολμήσουν»!
Digitized by 10uk1s

Οπωσδήποτε, η μεγάλη πλειοψηφία του δημοκρατικού λαού αντέδρασε σ' αυτό που διαισθανόταν
σαν «συμπεφωνημένη λύση» και που το μετέφραζε σαν απαράδεκτο συμβιβασμό της ηγεσίας του
με το κατεστημένο. Η αγνή λαϊκή συνείδηση ήταν διαποτισμένη με το ηρωικό πνεύμα της
συνεχίσεως και ολοκληρώσεως του ανένδοτου αγώνα. Αλλά η έξαρση των μαζών περιείχε αρκετό
βαθμό ουτοπίας, αν θεωρηθεί — όπως και ήταν — δεδομένη η απουσία της αντίστοιχης
οργανωτικής προπαρασκευής. Στον τομέα της δυναμικής οργανώσεως αντιστάσεως η Ένωση
Κέντρου — ακόμη και η ΕΔΑ — βρισκόταν σε νηπιακή κατάσταση. Η ψυχολογική προετοιμασία
αντιστοιχούσε στην αντιμετώπιση των σωμάτων ασφαλείας με τα κλομπς και τα δακρυγόνα. Όχι
όμως και στη σύγκρουση με το στρατό και τα τανκς του NATO.
Αυτός που γράφει τούτο το βιβλίο είχε ατενίσει — τότε — τα γεγονότα του Δεκεμβρίου 1966 με το
συναισθηματικό μάτι της λαϊκής μάζας. Και επέκρινε ευθέως το Γεώργιο Παπανδρέου. Η
στερεότυπη και κάπως αινιγματική απάντηση του «Γέρου» ήταν: «Η δικτατορία έρχεται. Αυτό μόνο
σου λέω. Και φοβάμαι ότι θα με δικαιώσεις αργότερα...». Σήμερα, που σχεδόν όλα έχουν φωτισθεί,
πιστεύω ότι ο Παπανδρέου (αυτός που ήταν και όχι εκείνος που θα θέλαμε να είναι) πέθανε
δικαιωμένος. Σε ηλικία 78 χρόνων, με κλονισμένη υγεία, με το ένα πόδι στον τάφο, δοξασμένος και
δημοφιλής όσο ελάχιστοι Έλληνες του αιώνα μας, προτίμησε ν' απαρνηθεί το θρύλο του ανένδοτου
και να τον θυσιάσει στο βωμό μιας πολιτικής πράξεως ύστατης απελπισίας, με κίνητρο την
αποτροπή της δικτατορίας. Και μόνο το γεγονός ότι οι ατλαντικοί ρυθμιστές της ελληνικής μοίρας
είδαν την τελευταία στιγμή ότι η συμπεφωνημένη λύση δεν τους εξυπηρετούσε (άρα εξυπηρετούσε
το λαό) και την πέταξαν στα σκουπίδια, δίνοντας το λόγο στα άρματα μάχης, αποτελεί, εξ
αντικειμένου, μερική έστω δικαίωση της πολιτικής του Γεώργιου Παπανδρέου.
Την αντίδραση της λαϊκής πλειοψηφίας κατά της Δεκεμβριανής πολιτικής λύσεως ενσάρκωσε και
εξέφρασε ο Ανδρέας Παπανδρέου. Πριν ήταν εξαιρετικά δημοφιλής. Αλλά η ακτινοβολία του δεν
έσκιαζε το φωτεινό άστρο του Μεγάλου πατέρα του. Έδειχνε, πάντως, να είναι η εγγύηση του
παρόντος και η ελπίδα του μέλλοντος. Από τότε που πρωτοεμφανίστηκε στον πολιτικό στίβο (1964)
έγινε ο υπ' αριθμόν ένα στόχος των αντιπάλων της δημοκρατίας. Τα πυρά τους στράφηκαν ομαδόν
εναντίον του. Επί μήνες, επί χρόνια, οι πρώτες σελίδες των δεξιών εφημερίδων χτυπούσαν ανελέητα
— και συνήθως κακόπιστα — τον βουλευτή Πατρών Ανδρέα Παπανδρέου πρώτα, τον υπουργό
Προεδρείας κυβερνήσεως έπειτα και αργότερα τον «αναπληρωτή υπουργό Συντονισμού». Τον
αποκαλούσαν «Δελφίνο», «υπερπρωθυπουργό», ανευθυνοϋπεύθυνο «κομμουνιστή», «Ρωσόφιλο»
αλλά και «πράκτορα της Αμερικής»...
Οι ομοβροντίες της δεξιάς είχαν στόχους το παρελθόν του Ανδρέα, το παρόν, ακόμη και το μέλλον.
Νεαρός φοιτητής το 1939, επί δικτατορίας Μεταξά, είχε διαπράξει το αμάρτημα να αναμιχθεί σε μια
αντιδικτατορική οργάνωση. Συνελήφθη και βασανίστηκε. Όταν αφέθηκε ελεύθερος ήρθε στις
Ηνωμένες Πολιτείες και έπειτα από λαμπρές σπουδές στο Χάρβαρντ έκανε μια θαυμάσια
ακαδημαϊκή καρριέρα σαν καθηγητής των Οικονομικών στα πανεπιστήμια της Μιννεσότα και
Καλιφόρνια (Μπέρκλεϋ). Υπήρξε προσωπικός φίλος του Στήβενσον, του Χάμφρεϋ και πολλών άλλων
προσωπικοτήτων. Λέγεται ότι ο Τζων Κέννεντυ έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση στις επιστημονικές
ικανότητες του Ανδρέα Παπανδρέου. Όσοι δεν τον συμπαθούσαν έλεγαν ότι το ανέβασμά του στην
«ελίτ» της ακαδημαϊκής Αμερικής δεν τον άφησε ανεπηρέαστο από κάποιο είδος αλαζονικής
διαθέσεως και πνευματικού σνομπισμού. Μια άλλη επίκριση ήταν ότι επί καραμανλισμού, κατά την
περίοδο του πρώτου ανένδοτου αγώνα — εγκατεστημένος στην Ελλάδα — κρατούσε την θέση του
οικονομικού συμβούλου της Τραπέζης της Ελλάδας.
Αυτά αφορούσαν το παρελθόν. Κατά την περίοδο που ήταν παντοδύναμος υπουργός οι πιο
συγκεκριμένες κατηγορίες ήσαν δυο. Η μια ότι είχε ευνοήσει τον παιδικό του φίλο αρχιτέκτονα πολεοδόμο Γεώργιο Σκιαδαρέση. Η άλλη ότι είχε ανάμιξη στον ΑΣΠΙΔΑ. Για την πρώτη κατηγορία
δόθηκε με επίσημους αριθμούς απάντηση, που οι κατήγοροι, αν ήσαν καλής πίστεως, θάπρεπε να
Digitized by 10uk1s

τη θεωρήσουν ικανοποιητική. Ο Σκιαδαρέσης είχε πράγματι αναλάβει από την κυβέρνηση
Παπανδρέου τη μελέτη της αναπτύξεως κάποιας περιοχής. Αλλά η αμοιβή του ήταν καθορισμένη σε
χαμηλότερο επίπεδο από την αμοιβή αντίστοιχων μελετών που είχαν ανετεθεί σε άλλους
πολεοδόμους, μη παιδικούς φίλους του Ανδρέα. Η κατηγορία για τον ΑΣΠΙΔΑ ήταν μια αδέξια
σκηνοθεσία. Και μόνο το γεγονός ότι ανεζητούντο μάρτυρες κατηγορίας στον υπόκοσμο των
σωματέμπορων της Αθήνας, οι δε ακριβοπληρωμένες καταθέσεις τους δημοσιεύονταν μετά τιμών
στις πρώτες σελίδες του τύπου της δεξιάς, δείχνει την ποιότητα της σκευωρίας. Οπωσδήποτε, ο
Ανδρέας ουδέποτε προσήχθη σε δίκη για τον ΑΣΠΙΔΑ.
Η πραγματικά αδύνατη πλευρά του υιού Παπανδρέου ήταν η επιλογή των συνεργατών και φίλων
του. Εκεί τα θαλάσσωνε. Ίσως να έφταιγε η παρατεταμένη απουσία του από την Ελλάδα, που τον
είχε αποξενώσει από τα πράγματα και ιδίως τα πρόσωπα που εκινούντο στον μάλλον ακάθαρτο
χώρο της ελληνικής πολιτικής. Ίσως υποσυνείδητα να μην είχε λυτρωθεί από την ανθρώπινη
αδυναμία της επιζητήσεως της κολακείας. Η πλευρά αυτή του Ανδρέα δεν ξέφυγε από το έμπειρο
μάτι του πατέρα του. Και με το σπινθηροβόλο πνεύμα του μου είπε μια μέρα: «Οι εχθροί του τον
απεθέωσαν. Και οι φίλοι του τον κατέστρεψαν».
Τη επομένη των Χριστουγέννων (1966) ξεσπούσε η διαφωνία των δυο Παπανδρέου. Το κρίσιμο
θέμα ήταν η ψήφος εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση Παρασκευόπουλου. Ο Γ. Παπανδρέου, έχοντας
ανειλημμένη υποχρέωση, έθεσε ζήτημα κομματικής πειθαρχίας με απειλή διαγραφής εκείνων που
δεν θα ψήφιζαν υπέρ της κυβερνήσεως. Ο Ανδρέας σήκωσε σημαία ανταρσίας. Με άλλους σαράντα
βουλευτές που συμμερίζονταν τις ιδέες του δήλωσε δημόσια ότι διαφωνεί με τον αρχηγό του
κόμματος. Έπειτα από τις αλλεπάλληλες σαλαμοποιήσεις του Ιουλίου η τωρινή διάσπαση κλόνιζε
επικίνδυνα την ενότητα της δημοκρατικής παρατάξεως. Από πλευράς λαϊκής απηχήσεως η ανταρσία
έδωσε στον Ανδρέα το προβάδισμα της δημοτικότητας.
Και τότε και αργότερα η διαφωνία πατρός και υιού δημιούργησε σε κύκλους της δεξιάς την υποψία
της συμπαιγνίας. Κατά τη θεωρία αυτή η διαφωνία επέτρεψε στον μεν Γ. Παπανδρέου να
εμφανίζεται τηρητής της συμφωνίας, στον δε Ανδρέα να συγκρατεί με την αδιαλλαξία του το κύμα
της λαϊκής δυσφορίας. Συμβαίνει να έχω προσωπική αντίληψη ότι η διαφωνία ήταν πραγματική.
Στις 26 Δεκεμβρίου γυρίζοντας σπίτι μου από μια διήμερη απουσία βρήκα εκεί επείγουσα
ειδοποίηση του Γ. Παπανδρέου να επικοινωνήσω μαζί του. Στο τηλέφωνο μου είπε ότι είχε
πληροφορηθεί πως ο Ανδρέας κατά τη διάρκεια της νύχτας θα προέβαινε σε δηλώσεις προς τον
τύπο, διαχωρίζοντας τη θέση αυτού και της ομάδος του από την επίσημη γραμμή του κόμματος και
εξηγώντας τους λόγους της διαφωνίας του.
«Είναι επιτακτική ανάγκη, είπε ο Γέρος, τονίζοντας τις λέξεις του με ταραγμένη φωνή, να τον βρεις
απόψε. Οι δηλώσεις δεν πρέπει να γίνουν. Διάσπασις του κόμματος αυτή την ώρα ισοδυναμεί με
καταστροφή. Όχι κομματική καταστροφή. Εθνική καταστροφή. Εξήγησέ τα αυτά. Αν αρνηθεί να
ματαιώσει τις δηλώσεις του ας τις αναβάλει για είκοσι τέσσαρες ώρες. Ξέρω ότι μπορείς να τον
πείσεις. Κινήσου αμέσως».
Ξεκίνησα την ίδια στιγμή (ώρα 7 το βράδυ). Και ως τις τρεις μετά τα μεσάνυχτα αγωνιζόμουνα να
επιτύχω συνάντηση με τον Ανδρέα. Μάταιος κόπος. Από το σπίτι του, στο Ψυχικό, από το γραφείο
του της οδού Σουηδίας, απαντούσαν: «Δεν είναι εδώ. Δεν ξέρουμε πού είναι. Όταν έρθει θα σας
τηλεφωνήσει». Πήγα και σ' όλα τα πιθανά μέρη που ήταν δυνατόν να είχε πάει. Τίποτε.
Είχε εξαφανιστεί. Ή μάλλον έκανε τον εξαφανισμένο. Κατά τις τέσσαρες το πρωί εμφανίστηκε στα
γραφεία της εφημερίδας ο επί του τύπου γραμματέας του Δημήτριος Μαρούδας. Είχε φέρει τις
δηλώσεις του Ανδρέα. Στις άλλες εφημερίδες το κείμενο είχε ήδη δοθεί. Σε λίγες ώρες ξεσπούσε η
θύελλα. Ο τύπος της δεξιάς πανηγύριζε.
Digitized by 10uk1s

Η πολιτική διαμάχη των δυο Παπανδρέου προκάλεσε στη δημοκρατική κοινή γνώμη ανάμικτα
αισθήματα. Το θάρρος του Ανδρέα και η διακηρυσσόμενη πίστη του στα ιδεώδη του ανένδοτου
αγώνα ικανοποιούσαν τις ριζοσπαστικές μάζες και τη νεολαία. Και έφραζαν το δρόμο διολισθήσεως
των απογοητευμένων προς την αριστερά. Αλλά η διάσπαση του κόμματος εν όψει εκλογών εκλόνιζε
την αυτοπεποίθηση των μαζών και επενεργούσε καταλυτικά. Θα κατέβαιναν στις εκλογές δυο
αντίπαλα κόμματα του κέντρου; Μα, στην περίπτωση αυτή, νικητής δεν θα ήταν ούτε ο Γεώργιος,
ούτε ο Ανδρέας Παπανδρέου. Θα ήταν η δεξιά.
Ο Ανδρέας είχε υποπέσει σε πολιτικό λάθος. Η διαφωνία μπορούσε να είναι καλή ή κακή εκτίμηση
μιας καταστάσεως. Αλλά η δημόσια εκδήλωση της διαφωνίας, εκείνες τις εκρηκτικές ώρες, ήταν
παιγνίδι με τη φωτιά. Συναισθάνθηκε το λάθος του μετά δώδεκα μέρες. Στις 8 Ιανουαρίου (1967) η
ομάδα του Α. Παπανδρέου δήλωνε ότι θα πειθαρχήσει στην απόφαση της πλειοψηφίας του
κόμματος. Η ανταρσία είχε τερματισθεί. Ενωμένη ξανά η Ένωση Κέντρου, με ξεπερασμένη την
εσωτερική της κρίση, ριχνόταν στη δύσκολη μάχη για την εξουδετέρωση του ολοκληρωτικού
κινδύνου. Αλλά όσο γιγαντωμένη έδειχνε η δημοκρατία τόσο το φάσμα της δικτατορίας πλησίαζε
ολοένα και απειλητικώτερο.

Οι είκοσι μέρες του Απριλίου, αυτές οι τρεις βδομάδες που άλλαξαν την τύχη της Ελλάδας, κύλησαν
με γοργό κινηματογραφικό ρυθμό και με αντίρροπες κατευθύνσεις. Στο προσκήνιο η χώρα βάδιζε
κανονικά προς εκλογές. Στο παρασκήνιο οι σκοτεινές δυνάμεις σφυρηλατούσαν τις αλυσίδες. Και
πίσω από την πλάτη τους άλλες δικτατορικές δυνάμεις, αφανείς ως τώρα, αλλά πιο βιαστικές, πιο
αδίσταχτες, έπαιρναν στα χέρια τους το τιμόνι της ιστορίας.
Στις 3 Απριλίου ο Κανελλόπουλος ανέτρεψε την κυβέρνηση Παρασκευόπουλου και σχημάτιζε ο ίδιος
υπό την προεδρία του αμιγή κυβέρνηση της ΕΡΕ. Οι εκλογές προκηρύχτηκαν για τις 28 Μαΐου.
Άρχισε η προεκλογική εκστρατεία των κομμάτων. Παρά τον ιδεολογικό σεισμό που είχε υποστεί η
Ένωση Κέντρου παρέμενε το αδιαφιλονίκητο «φοβορί» του εκλογικού αγώνα. Δεν το έλεγαν μόνον
οι φίλοι. Το αναγνώριζαν και οι εχθροί. «Αι αρμόδιαι κρατικαί υπηρεσίαι — έγραψε ο δεξιός
«Ελεύθερος Κόσμος» — πρόβλεπαν ως βεβαίαν την επικράτησιν της Ενώσεως Κέντρου εις τας
εκλογάς της 28 Μαΐου... Οι σοβαρώτεροι παράγοντες της ΕΡΕ προέβλεπαν (επίσης) ότι αι εκλογαί
θα χαθούν και εισηγούντο επέμβασιν του στρατού προ της διεξαγωγής αυτών...». Το γερμανικό
περιοδικό «Στερν» δημοσίευσε ότι τον Μάρτιο 1967 η CIA διενήργησε μυστική καταγραφή των
ελληνικών πολιτικών απόψεων. Η καταγραφή κατέδειξε ότι η Ένωση Κέντρου και η ΕΔΑ θα
συγκέντρωναν τουλάχιστον τα 63% των ψήφων. Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος είχε ανησυχίες. Η
«συμπεφωνημένη λύση» ήταν βασισμένη στον υπολογισμό ότι η Ένωση Κέντρου με τον ιδεολογικό
αυτοευνουχισμό της θα εξασφάλιζε κάτι λιγώτερο από την απόλυτη πλειοψηφία. Κι έτσι η
κυβερνητική συνεργασία με την ΕΡΕ θα ανέκυπτε ως ανάγκη επιβαλλόμενη από το εκλογικό
αποτέλεσμα. Αλλά οι σφυγμομετρήσεις ήσαν απελπιστικά δυσμενείς για την ΕΡΕ και επί πλέον οι
«αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες» επισήμαιναν στις αναφορές τους εξασθένιση της ΕΔΑ προς όφελος
του κέντρου. Ο αντικομμουνιστής Κωνσταντίνος σε συνομιλία με το φίλο του ηθοποιό Δημήτρη
Χορν είχε πει: «Τα πράγματα εξελίσσονται άσχημα. Μοναδική ελπίδα είναι να ενισχυθεί η αριστερά
εις βάρος του κέντρου!».
Ο Κωνσταντίνος έπαιζε διπλό παιγνίδι. Ενώ ήταν ο εγγυητής της συμφωνίας Παπανδρέου Κανελλόπουλου, ενώ προσδιόριζε με διάγγελμα ημερομηνία εκλογών, ταυτόχρονα, δια της μητέρας
του, ενθάρρυνε τον Πιπινελη και τους στρατηγούς της μεγάλης Χούντας στην προπαρασκευή του
πραξικοπήματος. Και ανέθετε σε ανακτορικούς συνταγματολόγους να εφεύρουν μια συνταγματική
σοφιστεία που να καλύπτει συνταγματικά την αναστολή του συντάγματος! Ο Κωνσταντίνος
κυριολεκτικά παράπαιε, πελαγωμένος στα κύματα των αντίθετων επιρροών και μη μπορώντας να
Digitized by 10uk1s

πάρει απόφαση.
Το ελληνικό δράμα έμπαινε στην κρισιμώτερη φάση. Κάποια μέρα ο βασιλιάς φάνηκε να έχει
αποφασίσει...
Στην προσπάθειά του να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα επέλεξε τη λύση της «προσωρινής»
αναστολής του συντάγματος. Το σχέδιο, επεξεργασμένο από τον Πιπινέλη και εγκριμένο από τους
στρατηγούς, πρόβλεπε τα εξής: Ο βασιλιάς, με κάποια πρόφαση, θα ανέστελνε τη λειτουργία του
συντάγματος για διάστημα εννιά μηνών. Ο Πιπινέλης θα σχημάτιζε μεταβατική κυβέρνηση. Οι
αρχηγοί των Ενόπλων Δυνάμεων θ' ανελάμβαναν τα υπουργεία Αμύνης, Εσωτερικών και Δημοσίας
Τάξεως. Στα άλλα υπουργεία θα χρησιμοποιούνταν οι ήδη γενικοί γραμματείς. Η αναστολή του
συντάγματος θα γινότανε με τη διαδικασία του άρθρου 91, που, όμως, καθόριζε ρητά ότι η ενέργεια
του βασιλιά έπρεπε να πάρει την έγκριση της Βουλής, συγκαλουμένης εντός δέκα το πολύ ημερών.
Σύμφωνα με το ίδιο άρθρο 91 η διάρκεια της αναστολής του συντάγματος δεν μπορούσε να υπερβεί
τους δυο μήνες, εκτός αν η Βουλή παρείχε άδεια παρατάσεως...
Βλέποντας τη... σχολαστική προσήλωση του Κωνσταντίνου στο γράμμα του συντάγματος η
Φρειδερίκη τον συμβούλευσε να αποπειραθεί εκβιασμό της Βουλής. Πίστευε η Φρειδερίκη ότι η
εκπορνευμένη με τις ιουλιανές αθλιότητες πλειοψηφία της Βουλής θα ενέκρινε το βασιλικό
διάταγμα περί αναστολής του συντάγματος. Αν όμως, παρ' ελπίδα, δεν το ενέκρινε, τότε ο
Κωνσταντίνος έπρεπε να προχωρήσει και χωρίς τη Βουλή.
Απόμενε να βρεθεί ή να κατασκευαστεί η «πρόφαση». Γιατί το άρθρο 91 ώριζε ότι η διαδικασία
αναστολής των σχετικών άρθρων του συντάγματος μπορούσε να κινηθεί στην περίπτωση «εκδήλου
απειλής της δημοσίας τάξεως εξ εσωτερικών κινδύνων». Το κακό ήταν ότι και στην ύπαιθρο και στις
πόλεις επικρατούσε ειδυλλιακή τάξη. Ένας σοφός όμως των ανακτόρων ανακάλυψε μια μελλοντική
απειλή της δημοσίας ασφαλείας. Για τις 16 Απριλίου είχε προγραμματιστεί από διεθνείς
ειρηνόφιλες οργανώσεις η συμβολική «πορεία ειρήνης» από το Μαραθώνα, που εκάλυπτε
διαδρομή σαράντα περίπου χιλιομέτρων. Θα έπαιρναν μέρος πολλές χιλιάδες λαού. Η διατάραξη
της τάξεως δεν παρουσίαζε δυσκολίες. Μερικοί έμπειροι πράκτορες της CIA, ανακατεμένοι με το
πλήθος, θάρριχναν μερικές πέτρες ή και πυροβολισμούς εναντίον της αστυνομίας, τραυματίζοντας ή
και σκοτώνοντας κάποιον αστυνομικό. Οι δυνάμεις ασφαλείας θα «εξαγριώνονταν» και θα
επακολουθούσε το αιματοκύλισμα. Αμέσως η μεγάλη Χούντα θα έθετε, διά του στρατού, σε
εφαρμογή το σχέδιο «Προμηθεύς». Θα εκηρύσσετο στρατιωτικός νόμος. Και τότε ο Κωνσταντίνος
θα έθετε τη Βουλή προ του διλήμματος. Στρατιωτική δικτατορία απροσδιόριστου χρόνου ή
προσωρινή αναστολή ορισμένων άρθρων του συντάγματος; Σίγουρα η Βουλή θα προτιμούσε το
μικρότερο κακό της δεύτερης λύσεως, μη ξέροντας —ή κάνοντας πως δεν ξέρει— ότι επρόκειτο για
τις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος.
Ο Κανελλόπουλος αντελήφθη τον κίνδυνο. Και ενήργησε με τόλμη και σύνεση. Ήρθε σ' επαφή με
την ηγεσία της αριστεράς (αυτός ο ανελέητος αντικομμουνιστής) και ζήτησε να ματαιωθεί η
«πορεία» προς αποτροπή του θανάσιμου κινδύνου που διέτρεχε το κοινοβουλευτικό πολίτευμα. Οι
ηγέτες της αριστεράς δεν άργησαν να αντιληφθούν και δεν δίστασαν να συμμορφωθούν. Η «πορεία
ειρήνης» ανεβλήθη επ' αόριστον.
Η εξαφάνιση του «προσχήματος» ανέτρεπε τα σχέδια της μεγάλης Χούντας. Ο Κωνσταντίνος που
εξακολουθούσε να έχει μερικά υπολείμματα δισταγμών δέχτηκε με κάποια ανακούφιση την
αναβολή. Οι στρατηγοί δυσφόρησαν, αλλά επειθάρχησαν. Έπρεπε να βρεθεί άλλο πρόσχημα. Η
Φρειδερίκη ανακάλυψε ότι στις 24 Μαΐου — τέσσαρες μέρες προ των εκλογών — επρόκειτο να γίνει
στην Αθήνα μια συνδιάσκεψη της ΕΔΑ. Βέβαια, μια νόμιμη συγκέντρωση των στελεχών ενός
νόμιμου κόμματος δεν μπορούσε να θεωρηθεί ιδεώδης δικαιολογία για την κατάλυση της
Digitized by 10uk1s

δημοκρατίας. Αλλά, εκ των υστέρων, όταν θα είχε επιβληθεί το σιδηρούν καθεστώς, ποιος θα το
εμπόδιζε να παρουσιάσει τη συνδιάσκεψη της ΕΔΑ ως πρόδρομο της κομμουνιστικής
επαναστάσεως; Άλλωστε, την ίδια μέρα (24 Μαΐου) η χώρα θα έσφυζε από τον προεκλογικό πυρετό.
Σε μια από τις πολλές συγκεντρώσεις η σκηνοθετημένη πρόκληση αιματηρών ταραχών δεν ήταν
ακατόρθωτο εγχείρημα για την CIA.
Όταν οι στρατηγοί ανακοίνωσαν στο βασιλιά την καινούργια ημερομηνία — με την προσθήκη ότι η
βασίλισσα - μήτηρ ήταν σύμφωνη — αποκόμισαν την εντύπωση ότι ο Κωνσταντίνος είχε ακόμη
δισταγμούς. Εκεί, μπροστά στο χείλος της αβύσσου, δίσταζε να κάνει το μοιραίο βήμα. Ο Γεώργιος
Παπανδρέου, πληροφορημένος για τις ταλαντεύσεις του νεαρού μονάρχη και για να του επισημάνει
τις ευθύνες του, προειδοποιούσε: «... Για να γίνει δικτατορία πρέπει να τη θελήσει ο βασιλεύς...».
Και μου εξήγησε: «Μερικοί στο παλάτι προσπαθούν να παρουσιάσουν τον Κωνσταντίνο αντίθετο
προς τη δικτατορία. Εύχομαι να είναι έτσι. Αλλά αν πράγματι αντιτίθεται έχει τη δύναμη να την
αποτρέψη. Αν δεν την αποτρέψη θα είναι ο υπ' αριθμόν ένα υπεύθυνος. Και ως επίορκος βασιλεύς
δεν θα έχη θέσιν εις την Ελλάδα». Ο Ανδρέας έλεγε τα ίδια με άλλα λόγια: «...Κάθε απόπειρα
δικτατορίας θα έθετε αυτόματα και αμετάκλητα το θέμα του καθεστώτος...».
Το περίεργο είναι ότι στις αρχές Απριλίου και οι Αμερικανοί δεν είχαν καταλήξει σε
αποκρυσταλλωμένες αποφάσεις. Μπροστά τους έμπαιναν τρεις λύσεις: Η πρώτη: Εκλογές με έντονη
βία και νοθεία και προοπτική μετεκλογικής συνεργασίας της ΕΡΕ με τη μετριοπαθή πτέρυγα του
κέντρου. Η δεύτερη: Στρατιωτικό πραξικόπημα στις 24 Μαΐου, προσωρινή αναστολή του
συντάγματος με ή χωρίς την έγκριση της Βουλής και επ' αόριστον διαιώνιση αυτού. Η τρίτη: Κήρυξη
δικτατορίας κατά τη νύχτα των εκλογών της 28 Μαΐου, εφ' όσον το αποτέλεσμα θα ήταν
θριαμβευτικό για την Ένωση Κέντρου.
Το αμερικανικό Πεντάγωνο και το NATO ήσαν υπέρ της λύσεως που εξασφάλιζε την ισχύ της
νοτιοανατολικής πτέρυγας της συμμαχίας. Και τέτοια λύση θεωρούσαν τη δικτατορία των
στρατηγών με επικεφαλής το βασιλιά. Είχαν εγκρίνει το σχέδιο «Προμηθεύς» τροποποιημένο 96,
ώστε να προσαρμόζεται στις ειδικές συνθήκες της ελληνικής καταστάσεως, και άφηναν στους
στρατηγούς ελευθερία επιλογής της ημερομηνίας. Αλλά προς Θεού, όχι άλλη αναβολή. Στη Μέση
Ανατολή πολεμικά νέφη προμηνούσαν καταιγίδα...
Το Σταίητ Ντιπάρτμεντ ήταν ελαστικότερο. Η ηγεσία της Ενώσεως Κέντρου είχε την πληροφορία ότι
ο Τάλμποτ ενέκρινε αναστολή του συντάγματος από τον βασιλιά, αλλά «μόνον δια διάστημα ολίγων
μηνών!». Στο Σταίητ Ντιπάρτμεντ μελετούσαν όλα τα ενδεχόμενα. Μια πηγή της πρεσβείας είπε
αργότερα ότι ο υπουργός των Εξωτερικών Ντην Ρασκ, όταν οι αρμόδιες υπηρεσίες του εξέθεσαν το
σχέδιο των εκλογών και της κυβερνητικής συνεργασίας των δυο μεγάλων κομμάτων, ρώτησε για το
ποσοστό επιτυχίας του σχεδίου. Η απάντηση ήταν ότι δεν υπήρχε εγγύηση επιτυχίας 100%. Τότε ο
Ρασκ — κατά την ίδια πηγή — φέρεται ότι είπε: «Αν πρόκειται να είμαστε με τους χαμένους είναι
προτιμότεροι οι στρατηγοί». Τον Ιούλιο του 1968 η Ελίζαμπεθ Β. Ντριού στο έγκυρο αμερικανικό
περιοδικό «Ατλάντικ» παρέθεσε μια εκδοχή που προσεγγίζει μ' αυτήν που αναφέραμε. Γράφει: «Το
Σταίητ Ντιπάρτμεντ λέει ότι εξεπλάγη με το πραξικόπημα της 21 Απριλίου 1967. Αλλά η μόνη
έκπληξη που μπορούσε να έχει ήταν ότι το πραξικόπημα δεν ήταν εκείνο που προσδοκούσε. Οι
εκλογές είχαν οριστεί για το Μάιο, σχεδόν δυο χρόνια μετά την εκδίωξη του Παπανδρέου. Ήταν
ολοκάθαρο, ωστόσο, ότι σε πείσμα οποιωνδήποτε προσπαθειών, η Ένωση Κέντρου, με τον Ανδρέα
τώρα στο ζενίθ της δημοτικότητάς του, θα κέρδιζε τις εκλογές. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ήξεραν ότι,
εάν αυτό συνέβαινε, μια ομάδα στρατηγών, με τη συγκατάθεση του Κωνσταντίνου, σχεδίαζε να
καταλάβει την εξουσία. Η CIA είχε ρίξει την ιδέα ότι για ν' αποσοβηθεί το πραξικόπημα των
στρατηγών θάπρεπε ν' αρχίσει να δραστηριοποιείται υπέρ μιας εκλογικής νίκης της δεξιάς, ή
τουλάχιστον ενισχύσεως της δεξιάς ως το σημείο που θα εξουδετέρωνε νίκη του κέντρου. Η μορφή
της αναμίξεως της CIA θα ήταν η συνήθης σε παρόμοιες περιπτώσεις: Χρήματα για την εξαγορά των
Digitized by 10uk1s

πολιτικών, νόθευση των καλπών κλπ. Ο Ντην Ρασκ (υπουργός των Εξωτερικών) πρόβαλε «βέτο» στο
σχέδιο της CIA για τρεις λόγους: Θα ήταν μια «βρωμοδουλειά». Θα έθετε τις Ηνωμένες Πολιτείες σε
αντίθεση με το κίνημα των μεταρρυθμίσεων (της Ενώσεως Κέντρου). Και τρίτον ήταν μια επισφαλής
επιχείρηση, της οποίας το αποτέλεσμα η CIA δεν μπορούσε να εγγυηθεί. Ποιος λόγος εβάρυνε πιο
πολύ στη λήψη αποφάσεως δεν είναι γνωστό. Και έτσι περιμέναμε για το αναπόφευκτο... Ο
Αμερικανός πρεσβευτής Φίλιπς Τάλμποτ σε συνομιλίες του με το βασιλιά άφησε να εννοηθεί ότι οι
Ην. Πολιτείες έλπιζαν ότι η Ελλάδα δεν θα άφηνε να κυριαρχηθεί από μια στρατιωτική Χούντα. Και
ότι αν ο βασιλιάς ενόμιζε ότι έπρεπε ν' αναστείλει το σύνταγμα δεν θα το έκανε για απεριόριστο
χρονικό διάστημα. Ελπίζουμε, όπως είχε πει — έμμεσα φυσικά, γιατί κανείς πρέπει να είναι
διακριτικός όταν μιλάει σ' ένα μονάρχη για τα σχέδιά του που αφορούν ένα πραξικόπημα — ότι θα
ήταν όσο πιο «συνταγματικός» μπορούσε σ' αυτό το θέμα. Αλλά, όπως κάποιος επίσημος στην
Ουάσιγκτον συνώψισε, «είμασταν έτοιμοι για τους στρατηγούς».
Ναι, το Σταίητ Ντιπάρτμεντ και η πρεσβεία ήσαν έτοιμοι για τους στρατηγούς. Αλλά η CIA ήταν
έτοιμη και για τους συνταγματάρχες. Το χρονικό αυτής της ιστορίας θυμίζει φανταστικό αστυνομικό
μυθιστόρημα. Είναι όμως μια τεκμηριωμένη αλήθεια. Ας δούμε τα γεγονότα.
Παράλληλα με τη μεγάλη Χούντα των στρατηγών, που προετοίμαζε τη δικτατορία, λειτουργούσε
μυστικά και η μικρή Χούντα, των συνταγματαρχών. Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς συγκροτήθηκε η
μικρή Χούντα και πότε άρχισε να εποφθαλμιά την κατάληψη της εξουσίας για δικό της λογαριασμό.
Ο ομιλητικός συνταγματάρχης Λαδάς μας αποκαλύπτει στην περίφημη συνέντευξή του με το
γερμανικό περιοδικό «Σπήγκελ» ότι από το τέλος του 1966 του είχε ανατεθεί να καταρτίσει τους
πίνακες των προσώπων που έπρεπε να συλληφθούν. Άρα το πραξικόπημα της 21 Απριλίου
προπαρασκευαζόταν τουλάχιστον τέσσαρες μήνες πριν. Στην πραγματικότητα ο πυρήνας των
συνωμοτών λειτουργούσε από το 1952, τότε που ο Παπαδόπουλος άρχισε να μισθοδοτείται από την
CIA. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της μικρής Χούντας ήταν ότι δεν είχε τις πολλαπλές συνδέσεις και
εξαρτήσεις που είχε η μεγάλη με το παλάτι, την πρεσβεία ή την ολιγαρχία. Η κατεύθυνση, η
χρηματοδότηση, η καθοδήγηση έρχονταν κατ' ευθείαν από την CIA. Και αυτό δημιουργούσε ένα
μεγάλο πλεονέκτημα για τους συνταγματάρχες απέναντι στους στρατηγούς. Η CIA, ανακατεμένη και
στις δυο Χούντες, κρατούσε ενήμερη τη μικρή για τα σχέδια της μεγάλης, χωρίς να κάνει το ίδιο και
αντίστροφα. Οι στρατηγοί αγνοούσαν ακόμη και την ύπαρξη των συνταγμαρχών ως οργανωμένης
ομάδας με φιλοδοξίες να τους υποσκελίσει. Ενώ οι ηγέτες της μικρής Χούντας γνώριζαν με
θαυμαστή ακρίβεια τις αδυναμίες του παλατιού, τους δισταγμούς του Κωνσταντίνου, ακόμη και τις
ταλαντεύσεις του Τάλμποτ. Και προωθούσαν την οργανωμένη δική τους επιχείρηση.
Πόσοι ήσαν οι συνωμότες της μικρής Χούντας; Πάλι ο Λαδάς μας λέει ότι την ημερομηνία του
πραξικοπήματος εγνώριζαν μόνο δεκατέσσαρες. Αυτοί όμως οι δεκατέσσαρες κατείχαν ισάριθμες
από τις σπουδαιότερες θέσεις - κλειδιά στο στρατό. Και μεταξύ άλλων διοικούσαν τις μονάδες των
αρμάτων μάχης και του πυροβολικού. Οι περισσότεροι από τους δεκατέσσαρες είναι της τάξεως του
1937 (έτος εισόδου στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων) και είχαν δυναμικό ηγέτη το Γεώργιο
Παπαδόπουλο 97.
Στις αρχές Απριλίου η CIA μετέδωσε στον Παπαδόπουλο την πληροφορία ότι το πραξικόπημα των
στρατηγών, που είχε προδιοριστεί για τις 16 Απριλίου, πρόκειται ν' αναβληθεί. Την άλλη μέρα ο
αντιστράτηγος Γεώργιος Ζωιτάκης, διοικητής του Γ' σώματος στρατού (Θεσσαλονίκης) ζητούσε
μυστική επαφή με τον Παπαδόπουλο. Η συνάντηση έγινε. Ο Ζωιτάκης που ήταν στέλεχος της
μεγάλης Χούντας απεκάλυψε στον αρχηγό της μικρής ότι το εγχείρημα των στρατηγών είχε οριστικά
αναβληθεί για τις 24 Μαΐου. Ότι η αναβολή και οι δισταγμοί του βασιλιά είχαν προκαλέσει
αποθάρρυνση και ότι δεν έπρεπε ν' αποκλείεται και άλλη αναβολή. Ο Παπαδόπουλος κατάλαβε ότι
έχει έρθει η μεγάλη ευκαιρία της ζωής του. Συνεννοήθηκε με τα άλλα δεκατρία μέλη της μικρής
Χούντας και πήρε τη συγκατάθεση της CIA. Ο κύβος ερρίφθη.
Digitized by 10uk1s

Ορίστηκε ημέρα και ώρα του πραξικοπήματος. Ο Ζωιτάκης είχε προσχωρήσει στη μικρή Χούντα.
Αλλά κρατώντας το πόστο του και στη μεγάλη μετέδιδε στο καινούργιο του αφεντικό
(αντιστράτηγος αυτός σ' ένα συνταγματάρχη) τις κινήσεις των στρατηγών. Έτσι, ο Παπαδόπουλος
πληροφορήθηκε ότι η μεγάλη Χούντα επρόκειτο να χρησιμοποιήσει το ατλαντικό σχέδιο
«Προμηθεύς». Γιατί να μη χρησιμοποιήσουν οι συνταγματάρχες το ίδιο σχέδιο; Ο Ζωιτάκης έκλεψε
από ένα συρτάρι το τροποποιημένο πρωτότυπο του σχεδίου, έβγαλε ένα αντίγραφο και το έδωσε
στον Παπαδόπουλο.
Στις 2 το πρωί και ένα λεπτό της 21 Απριλίου τα τανκς του Παττακου εξορμούσαν από το Γουδί. Στο
ίδιο λεπτό εξορμούσε και ο Λαδάς έχοντας στην τσέπη του τον κατάλογο με τα 10.000 ονόματα των
«εχθρών». Όλα έγιναν με ωρολογιακή ακρίβεια.
Και ο Ζωιτάκης; Στην πρώτη φάση της Επαναστάσεως τα αργύρια της προδοσίας ήταν το
υφυπουργείο Εθνικής Αμύνης με δικαιώματα υπερυπουργού. (Ο υπουργός Σπαντιδάκης ήταν
αποξενωμένος από κάθε ουσιαστική εξουσία). Αλλ' η μεγάλη αμοιβή δόθηκε στο Ζωιτάκη στις 14
Δεκεμβρίου 1967, επομένη του βασιλικού αντιπραξικοπήματος. Έγινε Αντιβασιλεύς! 98
Για την προδοσία του στρατηγού Ζωιτάκη έγκυρη μαρτυρία μας προσφέρει και ο Σουλτσμπέργκερ,
που η αρθρογραφία του κάθε άλλο παρά διαπνέεται από εχθρότητα προς το σημερινό δικτατορικό
καθεστώς. Σ' ένα άρθρο του δημοσιευμένο στους «Τάιμς» της Νέας Υόρκης (28 Αυγούστου 1968)
γράφει:
«... Στο μεταξύ ένας στρατηγός αντικαθιστά το βασιλιά ως αντιβασιλεύς γι' ανταμοιβή του επειδή
«σφύριξε» στους συνταγματάρχες που κατέλαβαν την εξουσία στις 21 Απριλίου 1967 ότι το
πραξικόπημα των στρατηγών είχε αναβληθεί... Μεταξύ 17 και 20 Απριλίου 1967 διοικητές σωμάτων
και μεραρχιών είχαν επανεξετάσει την κατάσταση από κοινού και είχαν αποφασίσει ν' αναλάβουν
τη δράση. Ο στρατηγός Ζωιτάκης, ο σημερινός «Αντιβασιλεύς», μετέδωσε αυτή την απόφαση σ' ένα
αποφασισμένο νεαρώτατο γκρουπ, που συνήθως το λένε «οι συνταγματάρχες». Οι συνταγματάρχες
μ' επικεφαλής το σημερινό πρωθυπουργό Παπαδόπουλο αποφάσισαν να κινηθούν μόνοι τους. Το
βιαστικό τους πραξικόπημα ήταν αναίμακτο και αριστοτεχνικά επιτυχές».

...Η αυλαία έπεφτε πάλι. Όταν ξανάνοιξε η στραπατσαρισμένη ελληνική δημοκρατία ήταν βιασμένη
και νεκρή. Όπως λέει ο εθνικός μας ποιητής, «όλα τάσκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά». 99

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι
Η ΜΠΑΛΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΦΡΙΚΗΣ
—«Εσείς που μέσα μπαίνετε αφήστε κάθε ελπίδα».
(Από την «Κόλαση» του Ντάντε)
Κατά το τέλος Ιουνίου 1969 πήρα από την Ελλάδα το παρακάτω γράμμα, χωρίς υπογραφή:
«Θέλω να ελπίζω ότι ένα άλλο γράμμα μου με πολλές πυκνογραμμένες σελίδες, που έστειλα μέσω
Γενεύης σήμερα, θα φθάσει τελικά στα χέρια σας. Δεν ετόλμησα να το εμπιστευτώ στο
Digitized by 10uk1s

ταχυδρομείο. Ένας φίλος που έφευγε για την Ελβετία δέχτηκε να το πάρει. Ξηλώσαμε μαζί τον πάτο
της βαλίτσας του, απλώσαμε τα χαρτιά με συμμετρία για να μην εξέχει τίποτε και τον ξαναράψαμε
με προσοχή. Στο αεροδρόμιο, από μακρυά, παρακολουθούσα τον έλεγχο του τελωνείου. Όταν η
βαλίτσα πέρασε — χωρίς να την ανοίξουν — άφησα να βγει βαθειά η κρατημένη μου ανάσα. Και
από την εξέδρα του αεροδρομίου, την εξέδρα με τα δακρυσμένα μάτια, είδα σε λίγο το ατσαλένιο
πουλί να ξεκολλάει από την ελληνική γη και μουγκρίζοντας ν' αφήνει τον αέρα της σκλαβιάς. Εγώ
γύριζα πίσω στη μοίρα μου. Αλλά το γράμμα τώρα θα περνάει τα σύνορα και θα πετάει μακρυά από
το κλουβί του φόβου, σε χώρες ελεύθερες.
Δεν έχει καμιά λογοτεχνική αξίωση το φτωχό μου γράμμα. Λέει όμως την αλήθεια και μόνο την
αλήθεια. Και απευθύνεται στις ζεστές καρδιές όλου του κόσμου με την πονεμένη κραυγή: Κάνετε
ό,τι μπορείτε σεις οι ελεύθεροι για μας τους σκλάβους. Κάντε κάτι...».
Το γράμμα με τις πολλές πυκνογραμμένες σελίδες ήρθε από τη Γενεύη λίγες ημέρες αργότερα. Και
διαβάζοντάς το ανατρίχιαζα σε κάθε σελίδα, σε κάθε γραμμή. Οι λιτές φράσεις, οι απλές σκέψεις,
έκαιγαν σαν πυρωμένο σίδερο. Αισθάνομαι το ιερό χρέος να το παραθέσω ακέραιο — χωρίς καμιά
αφαίρεση ή προσθήκη — σ' αυτό το βιβλίο. Οι μόνες διορθώσεις που έκρινα ότι έπρεπε να κάνω —
και έκανα — είναι ένα ονοματεπώνυμο και μια διεύθυνση. Μη έχοντας το δικαίωμα να εκθέσω σε
κίνδυνο μια ξένη ζωή άλλαξα το όνομα και (μια διεύθυνση κατοικίας) του προσώπου που έγραψε το
γράμμα. Τίποτ' άλλο.
..................................................
..................................................
«Το όνομά μου είναι Ηλέκτρα Παπά. Είμαι 26 χρονών και έχω τελειώσει τη Σχολή Καλών Τεχνών.
Ζωγραφίζω καλά, χωρίς να θεωρώ τον εαυτό μου κανένα σπουδαίο ταλέντο. Δυο χρονιές πήρα
μέρος στην Πανελλήνια Έκθεση Ζαππείου. Οι γονείς μου ανήκουν στη λεγόμενη ανώτερη αστική
τάξη και ψήφιζαν πάντοτε το κόμμα της δεξιάς: Παπάγο, Καραμανλή, Κανελλόπουλο. Δεν
συμπαθούν τη δικτατορία της Χούντας, αλλά την ανέχονται. Ο πατέρας λέει ότι οι Αμερικανοί θ'
αποκαταστήσουν σιγά - σιγά την ομαλότητα.
Εδώ και τρία χρόνια ζω μόνη μου σ' ένα διαμέρισμα της οδού Χάρητος.
Στον πολύ στενό κύκλο της ζωής μου ανήκει και ο Μανώλης. Σπουδάζει οικονομικές επιστήμες στο
Χάρβαρντ. Φέτος (1969) τελειώνει. Τον πρωτογνώρισα στις αρχές του 1967, που είχε ρθει στην
Ελλάδα για να δει τους δικούς του. Ο Μανώλης ανήκει στη σπάνια κατηγορία των ανθρώπων που
δεν τους φτάνει να είναι καλοί. Κάνουν και τους άλλους καλύτερους. Αγαπηθήκαμε αμέσως και
σχεδιάζαμε να παντρευτούμε στο τέλος των σπουδών του. Το όνειρό μου ήταν να κάνω δέκα παιδιά
και να ζαλίζομαι τυλιγμένη από τη μουσική σκάλα των δέκα διαφορετικών φωνών. Σήμερα με τις
φρικτές εμπειρίες που έζησα ξαναζωντανεύω τα όνειρά μου και μου φαίνονται σα να ανήκουν σε
κάποια άλλη σβησμένη ζωή. Και όμως έχουν περάσει από τότε δυο μόνο χρόνια.
Το αστροπελέκι για την πατρίδα έπεσε στις 21 Απριλίου. Για μένα έπεσε στις 23 Νοεμβρίου, εφτά
μήνες αργότερα. Ντρέπομαι τώρα που το γράφω, αλλά το πρώτο αστροπελέκι δεν το
πολυαισθάνθηκα. Ο κόσμος μου ήταν ο Μανώλης, οι γονείς μου, η ζωγραφική και τα όνειρά μου.
Και τον «κόσμο μου» οι συνταγματάρχες δεν τον είχαν αγγίξει. Γιατί να είναι απαραιτήτως κακοί;
έλεγα μέσα μου αναμηρυκάζοντας λόγια του πατέρα... Εξακολουθούσα να είμαι ερωτευμένη,
ευτυχισμένη, ονειροπαρμένη. Εκείνα τα πατριωτικά θούρια που τρυπούσαν το μυαλό μόλις άνοιγες
το ραδιόφωνο τα αντιμετώπιζα μ' ένα πολύ απλό τρόπο: Κλείνοντας το ραδιόφωνο... Ας έκαναν το
ίδιο και οι άλλοι να μην τους ενοχλεί η προπαγάνδα. Εφημερίδα δεν διάβαζα. Πού και πού έρριχνα
Digitized by 10uk1s

καμιά ματιά στην καλλιτεχνική σελίδα. Για την πολιτική, γενικά, είχα ένα θώρακα αδιαφορίας. Η
πολιτική, έλεγα, αφορά τους πολιτικούς, όπως η ζωγραφική τους ζωγράφους. Από τον πατέρα μου
άκουγα παλιότερα ότι ίσως ο Ανδρέας Παπανδρέου κάνει κίνημα. Το κίνημα έγινε, αλλά το έκαναν
οι εχθροί των Παπανδρέου. Και το ένα κακό, σκεφτόμουνα, και το άλλο χειρότερο. Στο τέλος - τέλος
αυτό που έγινε έχει πίσω του την Αμερική. Το άλλο θα είχε τη Ρωσία... Μας συνέβη, επομένως, το
μικρότερο κακό...

Ο Μανώλης είχε απελπιστεί με την παιδικότητα της πολιτικής μου σκέψης και απέφευγε τέτοιου
είδους συζητήσεις. Αλλά στις 21 Απριλίου αντίκρυσα ένα Μανώλη ανήσυχο, ταραγμένο, και
νευρικό. «Αυτό είναι καταστροφή», έλεγε και ξανάλεγε βηματίζοντας. «Μας αλυσόδεσαν». Εγώ τον
παρακολουθούσα δύσπιστα, ρίχνοντας ματιές στα χέρια μου, που — δόξα σοι ο Θεός — δεν είχαν
αλυσίδες. Να πού οδηγεί, σκεφτόμουνα, το πάθος της πολιτικής υπερβολής...
Έφυγε στα μέσα Αυγούστου για την Αμερική. Τα σχέδιά μας ήταν να εγκατασταθούμε, αργότερα,
μετά το γάμο, στην πολιτεία που θα έπιανε δουλειά. Έμεινα μόνη με τα όνειρά μου και μ' αυτά
έχτιζα από τώρα την καινούργια ζωή στην ξενητειά. Δούλευα εντατικά για να τελειώσω τους
μισοτελειωμένους πίνακες και τελειοποιούσα τα αγγλικά μου. Η ζωή μου κυλούσε όπως πριν από
τις 21 Απριλίου. Ο ήλιος εξακολουθούσε να λάμπει ζεστός. Τα λουλούδια άφηναν και τώρα το
εξαίσιο άρωμά τους. Τα πουλιά τιτίβιζαν όπως και άλλοτε. Και η εγωιστική μου εξοχότητα έχωνε με
την επιπολαιότητα της στρουθοκαμήλου το κεφάλι στην άμμο της αδιαφορίας για τον υπόλοιπο
κόσμο.
Αρχές Σεπτεμβρίου έμαθα από τη μητέρα μου ότι είχαν πιάσει τη Νέλλη, μια παλιά μου
συμμαθήτρια στο κολλέγιο. Ήταν ένα κορίτσι με πολύ ίσιο χαρακτήρα και με αίσθημα ευθύνης.
Σπούδαζε μουσική και σύχναζε στους καλλιτεχνικούς κύκλους του Μίκη Θεοδωράκη. Κανείς δεν
ήξερε γιατί την έπιασαν. Ούτε και πού την κρατούσαν. Όταν η μητέρα της πήρε έναν δικηγόρο και
πήγαν στη Γενική Ασφάλεια με μια κουβέρτα και φαγητό τους έδιωξαν με τις κλωτσιές. «Με τις
κλωτσιές την κυρία...;» ρώτησα με ένα τόνο ειρωνικής κακίας, μη μπορώντας να συλλάβω την
εικόνα της ψηλομύτας μαμάς της Νέλλης, με τις ανακτορικές σχέσεις, ν' αντιμετωπίζει τέτοια
ασυνήθιστη μεταχείριση. «Μην αστειεύεσαι», μου παρατήρησε κάπως αυστηρά η μητέρα. «Η
Νέλλη κινδυνεύει».
Κατέβασα τα μάτια. Για πρώτη φορά άρχισα να συνειδητοποιώ την καινούργια κατάσταση. Άθελα
ξανακύτταξα τα χωρίς αλυσίδες χέρια μου. Η Νέλλη όμως; Και οι άλλες Νέλλες και οι άλλοι
ανώνυμοι άντρες και γυναίκες; Κι εγώ τι κάνω πέρα από το να ονειροπολώ και να ζωγραφίζω
γλυκερά ηλιοβασιλέματα; Θυμήθηκα μια φράση του Μανώλη: «Ο πραγματικός άνθρωπος δεν
μπορεί να αισθάνεται ευτυχισμένος μέσα σ' ένα κοινωνικό περιβάλλον που το καταπιέζει η
οργανωμένη βία».
Μήπως ήταν η περίπτωσή μου;
Θέλοντας να κάνω κάτι για τη Νέλλη πήγα σε μερικούς ισχυρούς γνωστούς μου. Όλοι κουνούσαν το
κεφάλι τους αποθαρρυντικά. Σ' αυτές τις υποθέσεις, μου είπε ένας, και η απλή εκδήλωση
ενδιαφέροντος δημιουργεί κινδύνους.

Πέρασαν δυο μήνες. Ένα πρωινό βγαίνοντας από το σπίτι μου, στη γωνιά του άλλου δρόμου, έπεσα
πάνω στη Νέλλη. Δεν την αναγνώρισα αμέσως. Στεκότανε μπροστά μου, φοβερά αδυνατισμένη, με
Digitized by 10uk1s

μάτια και μάγουλα ρουφηγμένα. Ένα χαμένο βλέμμα κι ένας ανεπαίσθητος σπασμός στο κάτω
χείλος σούδιναν ολοφάνερη την αίσθηση του μεγάλου πόνου, σωματικού και ψυχικού. Έδειχνε δέκα
χρόνια πιο μεγάλη. Περπατούσε με πατερίτσες.
«Πάμε σπίτι μου να μιλήσουμε», της είπα. Αρνήθηκε: «Όχι, όχι. Θα βρεις τον μπελά σου. Με
παρακολουθούν». Την τράβηξα από το χέρι μ' επιμονή και την έφερα στο σπίτι. Σωριάστηκε σ' ένα
καναπέ και την έπιασε ένα υστερικό κλάμα που τράνταζε ολόκληρο το κορμί της. Την άφησα να
ηρεμήσει. Έψησα καφέ και ανάβοντας τσιγάρο και για τις δυο κάθησα στο χαλί κοντά και χάιδευα
τα χέρια της. Αυτά τα χέρια είχαν φορέσει τις αλυσίδες. Τα σημάδια ήταν ανατριχιαστικά. «Είμαι
ένας χαμένος άνθρωπος», ήταν τα πρώτα λόγια της. Προσπάθησα να την παρηγορήσω. Σε
καταλαβαίνω. Ταλαιπωρήθηκες. Βασανίστηκες. Όλα όμως περνάνε. Ακόμη και ο πιο δυνατός πόνος.
Τώρα είσαι ελεύθερη. Ανασηκώθηκε περισσότερο πονεμένη παρά αγριεμένη. Μια αστραπή φώτισε
τα ρουφηγμένα μάτια της: «Ελεύθερη, είπες; Ξέρεις όμως γιατί είμαι ελεύθερη;» Και ξαναμμένη
συνέχισε: «Αφού δεν το ξέρεις θα στο πω. Και να το φωνάξεις σ' όλο τον κόσμο. Για νάρχονται να με
φτύνουν. Αυτό μου αξίζει. Άκουσε λοιπόν. Μ' άφησαν γιατί πρόδωσα. Εξαγόρασα αυτό που εσύ λες
«ελευθερία» δίνοντας δυο ονόματα. Τα ονόματα των πιο πιστών και αγαπημένων φίλων μου. Κι
αυτή τη στιγμή τα δυο παλληκάρια βασανίζονται, μέρα - νύχτα, στην ταράτσα της οδού
Μπουμπουλίνας, ως που να πουν κι αυτοί άλλα ονόματα και να συνεχιστεί η αλυσίδα, ωσότου όλη
τούτη η χώρα μεταβληθεί σε μια κοιλάδα με ανθρώπινα κουρέλια χωρίς ψυχή, χωρίς θέληση, χωρίς
τίποτα. Να το μεγάλο ιδανικό της δικτατορίας. Η κοινωνία των νεκρών ψυχών».
Το ξέσπασμα του πόνου, το ξύσιμο της ανοιχτής πληγής την ανακούφιζε. Αλλά στη δική μου
συνείδηση τα λόγια της Νέλλης έπεφταν σαν αλύπητο μαστίγωμα. Ποιος από τους δυο μας ήταν
περισσότερο ένοχος; Εκείνη που υπέκυψε στη βία η εγώ που ζούσα στην ουδέτερη μακαριότητά
μου και δεν μ' ένοιαζε για τίποτε άλλο εκτός από τη νησίδα της ατομικής ευτυχίας μου και τα
φιλόδοξα όνειρα για εκθέσεις του «έργου» μου στις γκαλερί της Νέας Υόρκης;
Η Νέλλη συνέχιζε ν' αδειάζει τον εαυτό της. Μονολογούσε μ' ένα σβησμένο βλέμμα: «Οι
βασανιστές, έλεγε, δεν είναι άνθρωποι. Είναι ανθρωπόμορφα φίδια, εκπαιδευμένα από
επιστημονικούς εγκέφαλους στην τέχνη του βασανισμού. Και εφαρμόζουν μια πλήρη μέθοδο,
κλιμακωμένη σε διάφορα στάδια. Το βασικό της στοιχείο είναι η εναλλαγή του σωματικού και του
ψυχικού πόνου. Η «φάλαγγα», το συνεχές χτύπημα με ρόπαλα στα πέλματα, είναι, όπως έμαθα,
παλιά μέθοδος. Τη χρησιμοποιούσαν και στη γερμανική κατοχή και στα χρόνια του εμφύλιου
πολέμου. Αλλά η σημερινή φάλαγγα είναι εξελιγμένη. Συνήθως χτυπούν σε γυμνά πόδια και έχουν
μάθει να σταματούν ακριβώς στα όρια της γάγγραινας. Στο μεταξύ το θύμα έχει λιποθυμήσει δυο τρεις φορές και το έχουν συνεφέρει με κουβάδες νερό. Όταν τελειώνουν, λύνουν το δεμένο κορμί
και το διατάσσουν να σηκωθεί και να περπατήσει. Το πόδι έχει γίνει μια ματωμένη σάρκινη μάζα,
διπλάσια σε όγκο από πριν. Το θύμα σηκώνεται, αλλά μόλις το πόδι δεχτεί το βάρος του σώματος ο
πόνος γίνεται αβάσταχτος:
Το μαστίγιο δουλεύει τότε όπως στο δύστροπο άλογο. Το θύμα αναγκάζεται να περπατήσει. Το
διατάσσουν να τρέξει. Πολλές φορές γλυστράει πάνω στο αίμα του και πέφτει. Οι δήμιοι
απολαμβάνουν το θέαμα και αρχίζουν να χοροπηδάνε πάνω στο μισοπεθαμένο κορμί...
«Όταν με πήγαν στην ταράτσα, αυτός που έκανε τον «καλό» είπε σιγά με φωνή που μου φάνηκε
φιλική: «Ξάπλωσε στον πάγκο και μη βγάζεις τα παπούτσια σου. Θα πονέσεις λιγώτερο». Ξάπλωσα
μπρούμητα, με έδεσαν με δυο σκοινιά για να μην κουνιέμαι και άρχισαν... Είπα μέσα μου: Τυχερή
είμαι που μου άφησαν τα παπούτσια. Τα πρώτα χτυπήματα φάνηκαν ελαφρά. Αλλά πήγαιναν
κρεσέντο. Όσο δυνάμωναν τόσο ένοιωθα τον πόνο να σουβλίζει το μυαλό. Στην αρχή πίεσα τον
εαυτό μου να μετράει τα χτυπήματα. Στο τριακοστό έχασα τον αυτοέλεγχό μου. Αισθανόμουνα να
σβήνω. Όταν συνήλθα είδα να μου περιχύνουν στο κεφάλι και στα πόδια νερό. Το κεφάλι άντεχε
Digitized by 10uk1s

ακόμη, αλλά τα πόδια, πρησμένα όπως ήσαν, αγωνίζονταν να στριμωχτούν στα παπούτσια. Το
δέρμα των παπουτσιών έσπαζε. Οι σάρκες ξεχείλιζαν. Το νερό πολλαπλασίαζε τον πόνο. Ο «καλός»
ήταν ξεκαρδισμένος στα γέλια. «Θα πεις κανένα όνομα;». Δεν έδωσα απάντηση. «Α, είπε, μη με
κάνεις να θυμώσω». Παρενέβη όμως ο «κακός»: «Άστηνε να ζήσει και σήμερα. Την σκοτώνουμε
αύριο».
Μου έλυσαν τα σκοινιά.
«Σήκω και προχώρα στη σκάλα», με διέταξαν. Έκανα να σηκωθώ κι έπεσα κάτω βογγώντας.
Περπατώντας με τα τέσσερα έφτασα στη σκάλα και άρχιζα να την κατεβαίνω στηριζόμενη στα χέρια
μου και αφήνοντας τα πόδια να σέρνονται. Ήμουνα ακόμη στο πάνω μέρος της σκάλας όταν με μια
δυνατή κλωτσιά από πίσω κατρακύλησα ως κάτω. Έχασα τις αισθήσεις μου. Όταν συνήλθα έπειτα
από ώρες ήμουνα στο κελλί μου κουλουριασμένη. Έκλαιγα από τους πόνους. Ακούγονταν φωνές απ'
έξω. Διέκρινα τη φωνή του «καλού»: «Αυτός είναι σκληρό καρύδι. Έξη ώρες στην ταράτσα και δεν
θέλει να σπάσει. Ας πάνε άλλοι να συνεχίσουν». Έκανα τη σκέψη ότι εγώ στάθηκα τυχερή. Τη
γλύτωσα με μια ώρα ταράτσα. Ίσως να είχα αποκοιμηθεί με το κεφάλι στα γόνατα, τότε που άκουσα
την κλειδαριά του κελλιού μου να τρίζει. Η πόρτα άνοιξε και στο πηχτό σκοτάδι διέκρινα δυο
ανθρώπινες φιγούρες. «Κάνε γούστο την τρομάρα της», έλεγε ο ένας σιγά. Και πλησιάζοντας με
κλώτσησε ανάμεσα στα πόδια, ψηλά, με όλη του τη δύναμη.
Αναγκάστηκαν να με σηκώσουν όρθια και να με κρατάνε για να μην πέσω. «Άκουσε δω, κορίτσι μου,
είπε ο άλλος. Να εξηγηθούμε από την αρχή. Ηρωίδα και ζωντανή δεν γίνεται να βγεις από της
Μπουμπουλίνας. Κανένας δεν έχει βγει. (Έλεγε ψέμματα). Λοιπόν διάλεξε: Πού θες να πάμε; Στο
γραφείο για ονόματα ή στην ταράτσα για χορό;». Χωρίς να το σκεφτώ είπα σταθερά: «Στην
ταράτσα».
Όσα έγιναν από κείνη τη στιγμή τα θυμάμαι σαν ένα εφιαλτικό όνειρο. Εξαγριωμένοι από την
απάντηση πέσανε πάνω μου σα θεριά. Με χτυπούσαν αλύπητα με χέρια και με πόδια. Όταν
πείστηκαν ότι ήμουνα ανίκανη να σηκωθώ με τύλιξαν σε μια κουβέρτα και μ' ανέβασαν στην
ταράτσα. Δεν θα σου πω τι μου κάνανε... Ντρέπομαι να περιγράψω και σε σένα την εφευρετικότητά
τους στα μαρτύρια σεξουαλικής διαστροφής. Ήρθαν κι άλλοι τρεις. Άρχισε να ξημερώνει. Μέσα στο
στόμα μου είχαν βάλει για να μη φωνάζω ένα στουπί βουτηγμένο σε ανθρώπινες ακαθαρσίες.
Έκανα συνεχώς εμετό, που τον κατάπινα. Ένας μου είπε: «Ένα όνομα μόνο και θα πας σπίτι σου».
Έκανα με το κεφάλι μια κίνηση που σήμαινε «ναι». Μου έβγαλαν το κουρέλι.
Από τα σπλάχνα μου ξεχύθηκε όλη η φρίκη της νύχτας σ' ένα ακατάσχετο εμετό. Μου έδωσαν νερό.
Έπειτα είπα το όνομα. «Ένα ακόμη» άκουσα τη φωνή του επικεφαλής. Αρνήθηκα λέγοντας ότι δεν
ξέρω άλλο όνομα. Κάποιος ξανάφερε το κουρέλι. Μου άνοιξαν το στόμα. Οι άλλοι ξανάπιασαν
δουλειά. Καθώς το βρώμικο πανί ερχότανε σ' επαφή με το στόμα μου έχασα και την τελευταία
δύναμη αντιστάσεως. Είπα και το δεύτερο όνομα. Θάλεγα και τρίτο και τέταρτο, αλλά δεν ήξερα
άλλα. Και όταν τους εξήγησα ότι από δω και πέρα ό,τι και αν έλεγα θα αφορούσαν αμέτοχα
πρόσωπα πείσθηκαν και με κατέβασαν στο κελλί. Με κράτησαν όμως κοντά δυο μήνες. Υπέγραψα κι
ένα σωρό χαρτιά. Ένα απ' αυτά έλεγε ότι η συμπεριφορά της αστυνομίας ήταν «πολιτισμένη και
ανθρωπιστική». Σ' ένα άλλο διέψευδα με αγανάκτηση την συκοφαντική εκστρατεία του διεθνούς
κομμουνισμού περί βασανιστηρίων...
«Όταν οι πληγές μου — εννοώ τις εξωτερικές — άρχισαν να κλείνουν με άφησαν ελεύθερη... Τα δυο
όμως παλληκάρια που πρόδωσα είναι ακόμη στα χέρια τους. Και κάθε νύχτα οι εφιάλτες με ζώνουν.
Πότε είμαι εγώ η ίδια βασανίστρια με το βούρδουλα στο χέρι. Πότε τα δυο παλληκάρια είναι
σταυρωμένα, όπως ο Χριστός. Και εγώ στα πόδια τους ακούω τον ψίθυρο: «Γιατί, Νέλλη;».

Digitized by 10uk1s

Οι λυγμοί την ξανάπιασαν. Η ψυχή της πονούσε δυνατά.
«Κατάλαβες τώρα, μου είπε με άγριο βλέμμα, γιατί είμαι ένας χαμένος άνθρωπος;». Ανάσανε βαθιά
και συνέχισε: «Άκου και το τελευταίο. Θέλησα να ξαναδουλέψω στην αντίσταση. Ο άνθρωπος, που
με πολλές προσπάθειες μπόρεσα να συναντήσω με κύτταξε συμπονετικά, με αντιμετώπισε
επιφυλακτικά και μ' έδιωξε ευγενικά. Αντίσταση! είπε. Δεν ξέρω να υπάρχει κάτι τέτοιο. Εγώ πάντως
δεν ανακατεύομαι... Άκουσα ότι σε είχαν πιάσει... Το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να
καθήσεις ήσυχα... Μη σε κρατάω περισσότερο...».
Για πολλή ώρα μείναμε και οι δυο σιωπηλές. Ήμουνα αναστατωμένη. Πρώτη φορά ερχόμουνα
καταπρόσωπο με την καφτή αλήθεια. Στα χαμένα μάτια της Νέλλης διέκρινα μια θαμπή λάμψη. Το
ξαλάφρωμα της καρδιάς της και οι διεργασίες που διαισθανότανε να γίνονται μέσα μου της έκαναν
καλό. Δυο νεκρές ψυχές γίνονταν ζωντανοί άνθρωποι
.................................................................................................................................................................
Παραλείπω λεπτομέρειες που μπορεί να είναι χρήσιμες στον εχθρό. Εκείνο που έχει κάποια
σημασία είναι ότι μπήκα στο χορό. Ένα χορό που με συνεπήρε ολόκληρη κι έδωσε νόημα στον
ανθρώπινο προορισμό μου. Παρ' όλα όσα πέρασα, παρά την εφιαλτική προοπτική που ανοίγεται για
όλη μου τη ζωή, δεν μετανοιώνω για το δρόμο που διάλεξα. Και ευγνωμονώ την ώρα εκείνη που
καθισμένη στο χαλί στα πόδια της Νέλλης άκουγα τη δραματική ιστορία της και ζούσα την
εσωτερική μου μεταμόρφωση.

Στην αρχή με χρησιμοποίησαν σε δουλειές που δεν απαιτούσαν πείρα και γνώσεις, αλλά
προϋπόθεταν εμπιστοσύνη, όπως το κρύψιμο καταδιωκόμενων προσώπων. Τα κατάφερνα καλά,
χωρίς να πάθουμε ποτέ ζημιά. Έπειτα πήρα μέρος σε δυσκολώτερες επιχειρήσεις. Μια απ' αυτές
ήταν η μεγάλη διαδήλωση της οδού Ερμού. Ούτε δω θα σας πω οργανωτικές λεπτομέρειες. Η
διαδήλωση ξέσπασε ξαφνικά σαν μπόρα. Στην ώρα της μεγάλης κυκλοφορίας. Δωδεκάμιση με μία
το μεσημέρι. Φοιτητές και φοιτήτριες, σκορπισμένοι ανάμεσα στο πλήθος, έρριξαν το πρώτο
σύνθημα: «Λευτεριά», «Δημοκρατία». Στην αρχή βουβαμάρα, έπειτα ξεθάρρεμα. Χιλιάδες φωνές
δόνησαν την ατμόσφαιρα. «Λευτεριά». Και χιλιάδες χέρια σηκώθηκαν κι έπιασαν στον αέρα τις
προκηρύξεις που ρίχτηκαν από ψηλά κτίρια. Παρακολούθησα ως το τέλος την επιχείρηση και
συγκράτησα τις πιο χαρακτηριστικές εικόνες. Οι περισσότεροι έχωναν τις προκηρύξεις στις τσέπες
τους. Οι γυναίκες βούρκωναν. Άλλες φοβόντουσαν. Ένα παιδί ως 13 χρονών έβαλε τρικλοποδιά στον
αστυφύλακα που κυνηγούσε λυσσασμένος μια κοπέλλα. Κι όταν μετά τον πρώτο αιφνιδιασμό
κατέφθασαν συντεταγμένες δυνάμεις της αστυνομίας και άρχισε το ανθρωποκυνηγητό πολλές
πόρτες άνοιξαν, για να φυγαδέψουν τους κυνηγημένους. Ως το απόγευμα συνεργεία αστυφυλάκων
μάζευαν από τους δρόμους τα χρωματιστά χαρτιά, το φως της λευτεριάς.
Ένας Έλληνας σπουδαστής στο πανεπιστήμιο του Πρίνστον, είχε ρθει στην Αθήνα εκείνες τις ημέρες.
Και παραπονιότανε γιατί στην Ελλάδα οι αντιστασιακές εκδηλώσεις ήσαν ακόμη μικρής εκτάσεως
και δεν βοηθούσαν «το μέτωπο του Εξωτερικού». Ιδίως η αμερικανική κοινή γνώμη χρειαζόταν
—έλεγε— εντυπωσιακά πράγματα για να ξυπνήσει... Κάποιος του εξηγούσε τις δυσκολίες που
έχουμε, την αφόρητη τρομοκρατία, τη φοβία του μεγάλου πλήθους. Εγώ άκουγα αγανακτισμένη.
Ώστε οι κύριοι δημοκράτες του Πρίνστον δεν ήσαν ικανοποιημένοι από μας. Δεν τους συγκλόνιζε και
δεν τους ξυπνούσε ο θρήνος στα στρατόπεδα, οι οιμωγές από την ταράτσα της Μπουμπουλίνας,
από τις πολλές ταράτσες, από τα αναρίθμητα μπουντρούμια; Έκαναν λοιπόν «ανεπαρκή» αντίσταση
τα χιλιάδες παλληκάρια και τα κορίτσια που ξεκινούσαν μέσα στη νύχτα για να ετοιμάσουν και
μοιράσουν τον παράνομο τύπο, για να σκορπίσουν προκηρύξεις, για να τοποθετήσουν τα
Digitized by 10uk1s

μαγνητοφωνημένοσυνθήματα, για να κάνουν τα καθημερινά σαμποτάζ, για να τοποθετήσουν μιαν
αυτοσχεδιασμένη μπόμπα; Ξέρουν ότι κάθε πρωί μετρούσαμε τις απώλειες, με βεβαιότητα ότι κάθε
πιασμένος θα περνούσε την τραγωδία της Νέλλης και ότι πολλοί περισσότεροι θάπρεπε να
περάσουν στην παρανομία; Έμαθαν ποτέ πόσοι αγωνιστές, μη έχοντας καταφύγιο, κοιμόντουσαν
μέσα στη βαρυχειμωνιά στα πάρκα ή σε μισοτελειωμένες οικοδομές, σαν κυνηγημένα ζώα;
Βγάζοντας από τη μέση τον εαυτό μου θέλω να φωνάξω και να μ' ακούσουν όλοι, ότι το μεγάλο
έπος της καινούργιας αντιστάσεως ήταν στους οκτώ μήνες του 1967. Τότε που το ποσοστό
ασφαλείας ήταν μηδέν και το ποσοστό του κινδύνου εκατό. Ποτέ δεν θα ξεχάσω ένα βράδυ που
πήγαινα για «δουλειά» στη συνοικία Ζωγράφου. Εκεί, σ' ένα απόμερο δρομάκι, μια μικρή σκιά
περπατούσε σβέλτα στο πεζοδρόμιο. Πηδώντας σαν αίλουρος κύτταζε μπρος - πίσω και μ' ένα
πήδημα ξαναγύριζε κι έσκυβε σε κάθε κατώφλι. Σαν με είδε κοντοστάθηκε, μα σε λίγο συνέχισε τη
δουλειά του. Στη γωνιά, κάτω από το ηλεκτρικό φως, ξεθαρρεμένος με πλησίασε, μου έβαλε στην
παλάμη ένα χαρτί, έσφιξε το κλεισμένο χέρι μου στις μικρές γροθιές του και μου ψιθύρισε: «Για τη
λευτεριά». Και χάθηκε αλαφροπατώντας σα σκιά μικρού Θεού στα σκοτεινά δρομάκια. Δεν είχαν
περάσει τρία - τέσσερα λεπτά όταν ακούστηκαν πυροβολισμοί. Ήσαν από την κατεύθυνση που είχε
ακολουθήσει, παίζοντας με το θάνατο ο μικρός Θεός της νύχτας...

Παράλληλα με τις άλλες δραστηριότητες η αντιστασιακή οργάνωση που δουλεύω ανάθεσε σε μένα
και σε δυο άλλα μέλη της να συγκεντρώνουμε υλικό με γεγονότα για δολοφονίες, βασανιστήρια,
συλλήψεις, εξαφανίσεις και ό,τι άλλου είδους εγκλήματα διαπράττει η Χούντα. Είναι πολύ σοβαρή
δουλειά, μας είπαν. Χρειάζεται για να διαφωτίσουμε τον Ο.Η.Ε., το Συμβούλιο Ευρώπης και τους
άλλους διεθνείς οργανισμούς. Γι' αυτό προσοχή στην ακρίβεια. Εκτελούμε αυτή την αποστολή με τη
μεγαλύτερη δυνατή ευσυνειδησία. Ασφαλώς μας διέφυγαν πολλά στοιχεία. Εκείνα όμως που
καταγράφαμε σε τετράδια και έμπαιναν στο σιδερένιο κουτί και θάβονταν στον κήπο του σπιτιού
μου είναι πραγματικά γεγονότα. Είναι τεχνικά αδύνατο να σας στείλω όλο τον όγκο του
συγκεντρωμένου ως τώρα υλικού. Έπειτα νοιώθω ότι αυτό το σιδερένιο κουτί, που έχει μέσα του
τον πόνο, το αίμα και τα δάκρυα του λαού μας, είναι ένα ιερό κειμήλιο του αγώνα. Και πρέπει να
μείνει εδώ στο άγιο χώμα της πατρίδας. Όταν λυτρωθούμε από τη σκλαβιά — και τη λευτεριά δεν
θα μας τη χαρίσει κανείς, θα την πάρουμε με τα δικά μας χέρια — τότε το υλικό αυτό θα γίνει η
Μαύρη Βίβλος της Δικτατορίας.
Σας στέλνω όμως από τις προσωπικές μου σημειώσεις ορισμένα στοιχεία για βεβαιωμένα γεγονότα.
Συνθέτουν μια εικόνα ωχρή, αλλά πάντως εικόνα της πραγματικότητας. Χρησιμοποιήστε τα όπου
μπορείτε για να ξυπνήσουν οι κοιμισμένες συνειδήσεις.
Αρχίζω από τους τιμημένους νεκρούς μας. Αυτούς που δολοφόνησε η «αναίμακτη Επανάσταση». Το
πρωί της 21 Απριλίου οι ραδιοσταθμοί της Χούντας μετέδιδαν συνεχώς «ότι ουδείς εφονεύθη» κατά
τις νυκτερινές επιχειρήσεις. Αλλά εκείνο το πρωί στο νεκροτομείο της Αθήνας ήσαν τοποθετημένα
δεκαοκτώ πτώματα σκοτωμένων. Μας το εβεβαίωσαν αρμόδιοι υπάλληλοι του νεκροτομείου και
τρεις δημοσιογράφοι. Ανάμεσα σ' αυτά ήταν και το πτώμα της Μαρίας Καλόβρου, που την
πυροβόλησαν από ένα τανκ σε κάποια πάροδο της οδού Πατησίων. Τις επόμενες ημέρες άλλοι
νεκροί: Ο Παναγιώτης Ελλής δολοφονήθηκε στο στρατόπεδο του Ιπποδρόμου από έναν αξιωματικό
των Θωρακισμένων. Ο Γεώργιος Λαδάς σκοτώθηκε από έναν αστυνομικό που τον πυροβόλησε από
πίσω. Την ιστορία του Νικηφόρου Μανδηλαρά θα την έχετε ακούσει. Ήταν ένας εξαίρετος
δικηγόρος, που είχε πάρει μέρος στη δίκη του ΑΣΠΙΔΑ σα συνήγορος των κατηγορουμένων.
Επιχείρησε να φύγει στο Εξωτερικό με ένα μικρό πλοίο. Φαίνεται ότι προδόθηκε. Τον παρέδωσαν
στη Χούντα. Το πτώμα του εκβράστηκε σε μια ακρογιαλιά της Ρόδου. Είχε φοβερά σημάδια
βασανιστηρίων 100. Στις 28 Ιουνίου (1967) δυο νέοι αγνώστου ταυτότητας μοίραζαν στο Περιστέρι
Digitized by 10uk1s

προκηρύξεις του Πατριωτικού Μετώπου. Η αστυνομία τους μπλοκάρισε και τους έπιασε.
Εκτελέστηκαν επί τόπου. Στις 7 Ιουλίου ο λοχίας Δημήτριος Κολυβάς δολοφονήθηκε από τη
Στρατιωτική Αστυνομία. Οι σφαίρες είχαν συντρίψει το κεφάλι του. Οι εφημερίδες της λογοκρισίας
έγραψαν ότι επρόκειτο για φόνο «εξ αμελείας». Ο αξιωματικός της Χωροφυλακής Πέτρος
Σωτηρόπουλος, προσωπικός φίλος του Γεώργιου Παπανδρέου, βρέθηκε ένα πρωί νεκρός σ' ένα
χωριό των Θηβών. Το κεφάλι του ήταν τρυπημένο από τέσσαρες σφαίρες. Ο λοχαγός Μαρμαράς
βρέθηκε σκοτωμένος τις πρώτες ημέρες του Αυγούστου. Στις 5 Σεπτεμβρίου (1967) η αστυνομία
έκανε επιδρομή σ' ένα σπίτι της Θεσσαλονίκης. Αργότερα οι αστυνομικοί βγαίνοντας τραβούσαν το
ματωμένο σώμα του Γιάννη Χαλκίδη. Στην Ασφάλεια τον αποτελείωσαν και έθαψαν βιαστικά το
πτώμα του. Στην Καβάλα πέντε στρατιώτες στήθηκαν στον τοίχο χωρίς δίκη, άγνωστο για ποια
συγκεκριμένη αιτία. Όταν το πληροφορήθηκαν οι οικογένειές τους ζήτησαν τα πτώματα για να τα
θάψουν Οι στρατιωτικές αρχές δεν έδωσαν άδεια. Ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Κυριάκος
Σιδηρόπουλος δολοφονήθηκε στο χωριό Απόστολοι του Κιλκίς. Ο Λάμπρος Σπύρου, στέλεχος της
Νεολαίας της Ενώσεως Κέντρου, πιάστηκε την επομένη του πραξικοπήματος. Από τότε τα ίχνη του
χάθηκαν. Ο αριθμός των εξαφανιζομένων έπειτα από τη σύλληψή τους είναι αρκετά μεγάλος. Έχω
υπ' όψη μου πάνω από εκατό συγκεκριμένες περιπτώσεις. Αλλά είναι περισσότεροι. Στο
νεκροτομείο της οδού Μασσαλίας κουβαλάνε κάθε νύχτα πτώματα από την οδό Μπουμπουλίνας
και από το Διόνυσο. Στα ειδικά συρτάρια του νεκροτομείου που τοποθετούν τα πτώματα κρεμούν
την πινακίδα: «Αγνώστων στοιχείων». Και η στερεότυπη απάντηση των αρχών στις οικογένειες των
εξαφανισμένων είναι: «Δεν υπάρχει τέτοιο όνομα στους πίνακες των κρατουμένων». Μόνο σε τρεις
περιπτώσεις, συγκεκριμένα για τους Γεώργιο Αντωνιάδη, Κωνσταντίνο Κάττη και Τάκη Τσάντη,
δόθηκε η εξήγηση ότι «αυτοκτόνησαν».
Συνεχίζω: Ο υπαξιωματικός Κ. Παλαιολόγος πέθανε από τα βασανιστήρια στο πολεμικό σκάφος
«Έλλη». Ο στρατιώτης Ιωάννης Αρβανίτης δολοφονήθηκε στη μονάδα στρατού Έβρου όπου
υπηρετούσε. Στην ίδια μονάδα πέθανε ο στρατιώτης Ν. Καλιοντζής. Ο πατέρας του ήταν
κρατούμενος στο στρατόπεδο Λέρου. Η αδελφή του βασανιζότανε στο ειδικό κέντρο του NATO, στο
προάστιο Αγία Παρασκευή. Το μόνο ελεύθερο μέλος της οικογένειας, η μάνα, κατάφερε να
παραλάβει το πτώμα του γυιού της. Έφερε ανατριχιαστικά ίχνη μαρτυρίων.
Και τώρα η περίπτωση του Γεώργιου Τσαρουχά. Αγωνιστής με ηρωική ιστορία ο Τσαρουχάς είχε
τιμηθεί από το λαό με το αξίωμα του βουλευτή. Την ημέρα της δολοφονίας του αξέχαστου Γρηγόρη
Λαμπράκη το 1963 ο Τσαρουχάς τραυματίσθηκε βαριά και στο δρόμο και μέσα στο ασθενοφόρο
όχημα του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού. Γλύτωσε το θάνατο. Αλλά οι φονιάδες δεν τον είχαν
ξεχάσει. Στις 8 Μαΐου 1968 — έπειτα από πέντε χρόνια — ο Τσαρουχάς ταξίδευε με αυτοκίνητο από
τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα. Μέσα στο αυτοκίνητο ήσαν μαζί του ο Κώστας Μελέτης, η μνηστή του
Γεωργία Παναγοπούλου, ο μηχανικός Μάστορας και ο εκδότης της εφημερίδας «Μακεδονική Ώρα»
και πρώην βουλευτής Αλέξιος Παπαλεξίου. Λίγο έξω από τη Θεσσαλονίκη ένα απόσπασμα
Χωροφυλακής σταμάτησε το αυτοκίνητο. Έσυραν έξω και τους πέντε επιβάτες. Σαν καννίβαλοι
ρίχτηκαν πάνω τους. Εκεί, στην ερημιά της νύχτας, ο Τσαρουχάς άφησε την τελευταία του πνοή 101.
Χωρίς καν μια σφαίρα. Οι καννίβαλοι τον σκότωσαν με τα χέρια τους. Οι άλλοι μισοπεθαμένοι
κλείστηκαν στη φυλακή. Την άλλη μέρα, στις 11 το μεσημέρι η Χωροφυλακή κάλεσε τη γυναίκα του
Τσαρουχά Ιωάννα και της ανεκοίνωσε ότι ο άντρας της έπαθε καρδιακή προσβολή όταν τους είδε
και ότι το πτώμα του βρίσκεται στο νεκροτομείο. Η χήρα ζήτησε τότε να πάρει τον νεκρό στο σπίτι
της και να τον κηδέψει. Η Χωροφυλακή αρνήθηκε. Και δεν επέτρεψε ούτε ν' ανοιχτεί το φέρετρο.
Από τις 11 το πρωί ως τις 7 το βράδυ το φέρετρο έμενε κατάκλειστο, φρουρούμενο από τους
χωροφύλακες. Σε μια στιγμή η Καίτη, κόρη του θύματος, άρπαξε τον ιατροδικαστή από το γιακά:
«Αν είσαι γιατρός, του είπε, έχεις ορκιστεί να λες την αλήθεια. Λέγε, λοιπόν, από τι πέθανε ο
πατέρας μου». Ο ιατροδικαστής της Χούντας περιορίστηκε να πει: «Η Ασφάλεια θα σας εξηγήσει».
Στις 7 οι χωροφύλακες άρπαξαν το φέρετρο και το κατέβασαν βιαστικά στο σκαμμένο τάφο. Τότε
Digitized by 10uk1s

ακριβώς εκτυλίχθηκε μια σκηνή που θυμίζει αρχαία ελληνική τραγωδία. Η Καίτη όρμησε πάνω στο
φέρετρο και με μια υπεράνθρωπη δύναμη έσπρωξε τους φονιάδες και τράβηξε το σκέπασμα. Όλοι
αντίκρυσαν το πολτοποιημένο πρόσωπο του σεμνού ήρωα. Τα χέρια του ήταν — και στον τάφο —
δεμένα με χειροπέδες, τα ρούχα του λεκιασμένα από ξεραμένο αίμα.
Και οι