Magazine of The European Law Students’ Association - Komotini

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Editorial

1

Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο 3
Η υπόθεση Ahmed Mohammed Haroun και 
Ali Mohammed Ali Abd-Al-Rahman,
ELSA Telders Law Moot Court Competition

6

Η νομιμότητα των πυρηνικών όπλων σε μια ένοπλη σύρραξη,

8

Συνέντευξη του επίτιμου καθηγητή Νομικής Αθηνών
Αντωνίου Αντάπαση

12

Το έγκλημα της εμπορίας ανθρώπων στη χώρα μας

15

Το νομικό καθεστώς του Αγίου Όρους

19

Ο Σαμιακός Κώδικας

22

Tα ναρκωτικά με ά-law μάτι

25

Σεμινάριο ΕLSA Komotini πάνω στο Ναυτικό Δίκαιο

29

Το φαινόμενο της Προσωρινής Κράτησης

31

Πειρατεία – Η κατάσταση στις θάλασσες και το Νομικό Πλαίσιο

38

Το ζήτημα του ονόματος της ΠΓΔΜ ενόψει
της προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης

41

Tο Δ.Σ. της ELSA Komotini είναι:
Πρόεδρος:
Τσάκωνας Θάνος
Γενικός Γραμματεύς:
Τσάκωνας Αλέξανδρος
Ταμίας:
Παϊπέτης Διονύσης
Αντιπρόεδρος Σεμιναρίων και
Συνεδρίων:
Οικονόμου Βίρνα
Αντιπρόεδρος Marketing:
Αργείτη Ειρήνη
Director for ELSA Magazine:
Παπαχαραλάμπου Μαρία
Director for Internet promotion:
Μιχαϊλίδης Πέτρος

Έχοντας περάσει σχεδόν ένας χρόνος από το ξεκίνημα της
ELSA Komotini, είναι μεγάλη η χαρά μας για τη δημιουργία του νομικού μας περιοδικού. Το «modus legis» ήρθε,
αν και με κάποια καθυστέρηση, ως το απόλυτο επιστέγασμα μιας πολύ κοπιαστικής αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρουσας προσπάθειας.
Από τις εκλογές του Μαρτίου για την ανάδειξη του
director του περιοδικού, μέχρι τη συντακτική επιμέλεια
των κειμένων και την οριστική μορφοποίηση του, πέρασε
αρκετός καιρός στον οποίο τα μέλη της ELSA Komotini παρήγαγαν μια εξαιρετική σειρά κειμένων, με απολύτως νομικό περιεχόμενο, πιστά στις αναγγελίες δημιουργίας του.
Το «modus legis» προστέθηκε σε μια σειρά ενεργειών από μέρους της ELSA Komotini οι οποίες καθιστούν
τον πρώτο χρόνο λειτουργίας της απολύτως πετυχημένο.
Ωστόσο, όσο τετριμμένο κι αν ακούγεται, το μεγαλύτερο
μέρος της επιτυχίας πιστώνεται στα μέλη του σωματείου.
Από την πρώτη στιγμή, όταν και δεν υπήρχε κανένα δείγμα γραφής του τι είναι η ELSA, τόσο τα μέλη όσο και άτομα μη εγγεγραμμένα στο σωματείο έδειξαν έμπρακτα τη
στήριξή τους, λαμβάνοντας μέρος στις συζητήσεις, συμμετέχοντας μαζικά στο σεμινάριο του Μαΐου αλλά και αναλαμβάνοντας να γράψουν πολλά και ενδιαφέροντα άρθρα
για το περιοδικό.
Πέραν όλων, το ΔΣ της ELSA Komotini δεσμεύεται πως
θα συνεχίσει αυτή την προσπάθεια αφού πλέον δεν αντιπροσωπεύει ένα απρόσωπο σωματείο, αλλά τον καθένα
από όσους έχουν βοηθήσει να εξελιχθεί σε μετρήσιμη νομική μονάδα. Ευχαριστούμε πολύ όσους έγραψαν κείμενα,
όσους επιμελήθηκαν την ύλη του περιοδικού και γενικά
όσους έχουν ενεργά διαμορφώσει την πορεία του σωματείου κατά τη διάρκεια αυτού του δύσκολου πρώτου χρόνου.
Από εκεί και πέρα, το πρώτο τεύχος του «modus legis»
παραδίδεται στα χέρια και την κρίση σας. Κάθε παρατήρηση, σχόλιο ή διαφωνία είναι επιθυμητή και ζητούμενη.
Περιμένουμε τις απόψεις σας στο komotini@elsagreece.org
Καλή ανάγνωση.

ΥΓ. Ειδικώς να ευχαριστήσουμε τον Γιώργο Βουλγαράκη για τη βοήθειά του στην τελική μορφοποίηση του περιοδικού, η οποία οδήγησε
εν πολλοίς σε αυτό που βλέπετε!

MODUS LEGIS 1

EDITORIAL

«Το μακρινό όνειρο ενός μόνιμου Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου γίνεται πραγματικότητα. Η ελπίδα μας είναι ότι, τιμωρώντας τους ενόχους, το ΔΠΔ θα δώσει λίγη παρηγοριά
στα επιζώντα θύματα και στις κοινότητες που είχαν γίνει στόχος. Ακόμα πιο σημαντικό,
ελπίζουμε ότι θα αποτρέψει μέλλοντες εγκληματίες πολέμου, και θα φέρει πιο κοντά την
ημέρα όπου κανείς αρχηγός, κανένα Κράτος, καμία χούντα και κανένας στρατός οπουδήποτε δεν θα είναι ικανοί να καταχρώνται τα ανθρώπινα δικαιώματα ατιμωρητί», είπε κ.
Κόφι Άνναν, Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών (1997)
Με αφορμή τις δίκες της Νυρεμβέργης1 και του Τόκυο2 και τα γεγονότα στη Ρουάντα3 και στην πρώην Γιουγκοσλαβία4, τα ΗΕ πρώτα αναγνώρισαν
την ανάγκη ενός μόνιμου και ανεξάρτητου δικαστηρίου που θα επιλαμβανόταν υποθέσεις ειδεχθών εγκλημάτων. Οι φρικαλεότητες που έχουν
διαπραχθεί τα τελευταία χρόνια έδωσαν την αφορμή για τη δημιουργία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου ώστε να προσάγονται στη δικαιοσύνη
όσοι διαπράττουν αδικήματα κατά της ανθρωπότητας, ώστε να δοθεί ένα τέρμα στην ατιμωρησία
των δραστών.
Στο παρόν άρθρο θα εξετάσουμε τα κύρια χαρακτηριστικά του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου
και θα αναφερθούμε στην υπόθεση που κινήθηκε
από τον Εισαγγελέα του ΔΠΔ εναντίον των Ahmed
Mohammed Haroun και Ali Mohammed Ali Abd-AlRahman για την κατάσταση στο Darfur του Σουδάν.
Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο με την έδρα του τη
Χάγη της Ολλανδίας είναι ένα μόνιμο και ανεξάρτητο δικαστήριο για τη δίωξη ατόμων και όχι κρα1. From Nuremberg to the Hague, The future of Internation al
Criminal Justice, Philippe Sands, Cambridge University Press
2. An Introduction to th Magazine of The European
Law Students’ Association - Komotini e International
Criminal Court,
W. A. Schabas, Cambridge University Press
3. International Criminal Tribunal for Rwanda, 
http://www.unictr.org/
4. International Criminal Courts for the Former

τών (αρχή της ατομικής ποινικής ευθύνης).
Η αρμοδιότητα του  Δικαστηρίου εκτείνεται σε
εγκλήματα πολέμου, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, τη γενοκτονία, ενώ επιπλέον προβλέπεται και το έγκλημα της επίθεσης.
Πιο συγκεκριμένα:5
• Η γενοκτονία ορίζεται ως ένα σύνολο απαγορευμένων πράξεων συμπεριλαμβανομένου του φόνου,
της σοβαρής βλάβης, που διαπράττονται με πρόθεση τη μερική ή ολική καταστροφή, μιας εθνικής,
εθνοτικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας.
• Όπως αναφέρεται στο Καταστατικό της Ρώμης(άρθρο 7), τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας περιλαμβάνουν εγκλήματα όπως η εξολόθρευση αμάχων, η υποδούλωση, ο βασανισμός,
ο βιασμός, η εξαναγκαστική εγκυμοσύνη, ο κατατρεγμός πολιτικών, φυλετικών, εθνικών, εθνοτικών, πολιτιστικών, θρησκευτικών ομάδων ή
ομάδων με βάση το φύλο, και οι εξαναγκαστικές
εξαφανίσεις – αλλά μόνο όταν είναι μέρος μιας
εκτεταμένης ή συστηματικής επίθεσης που στρέφεται εναντίον αμάχων πληθυσμών.
• Τα εγκλήματα πολέμου συμπεριλαμβάνουν τις
σοβαρές παραβιάσεις των Συμβάσεων της Γενεύης και άλλες σοβαρές παραβιάσεις διεθνών κανόνων και εθιμικού δικαίου που διαπράττονται σε δι5. The Rome Statute of the International Criminal Court,
Antonio Cassese, Paola Gaeta, John R.W.D. Jones, Oxford

MODUS LEGIS 3

της Ειρήνης Αργείτη

MODUS LEGIS 4

εθνείς ένοπλες συγκρούσεις, και σε συγκρούσεις
«που δεν έχουν διεθνή χαρακτήρα», όπως αναφέρεται στο Καταστατικό (άρθρο 8), όταν διαπράττονται ως μέρος σχεδίου ή πολιτικής ή σε ευρεία
κλίμακα.
• Τέλος, η επίθεση έχει συμπεριληφθεί ως έγκλημα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Πρώτα
όμως , τα Συμβαλλόμενα Κράτη πρέπει να υιοθετήσουν μία συμφωνία που θα διευκρινίζει τον
ορισμό της επίθεσης και τις περιστάσεις υπό τις
οποίες το Δικαστήριο θα δύναται να ασκεί την
αρμοδιότητα του.
Το ΔΠΔ δύναται να ασκεί δικαιοδοσία μόνο για
εγκλήματα που, είτε διαπράχθηκαν στο έδαφος ενός
Κράτους Μέρους, είτε διαπράχθηκαν από υπήκοο
Κράτους Μέρους, που έχει συμπράξει στο Καταστατικό του ΔΠΔ. Επίσης, μπορεί να διερευνήσει εγκλήματα που διαπράχθηκαν στο έδαφος Κράτους που
δεν είναι συμβαλλόμενο Μέρος στο Καταστατικό ή
από υπηκόους του Κράτους αυτού, υπό την προϋπόθεση ότι το Κράτος θα αποδεχθεί με δήλωσή του τη
δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.
Το Δικαστήριο ερευνά μόνο εγκλήματα που τελέ­
στηκαν μετά την ισχύ του Καταστατικού του, δηλαδή την 1η Ιουλίου 2002. Σε περίπτωση που ένα κράτος εισέλθει μετά από αυτή την ημερομηνία, η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ξεκινά από την ημερομηνία
εισαγωγής του, εκτός από την περίπτωση που το ίδιο
το κράτος αποφασίσει διαφορετικά.
Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ενεργοποιείται με
παραπομπή μιας πραγματικής κατάστασης από ένα
Κράτος Μέρος στο Καταστατικό του, με παραπομπή από το Συμβούλιο Ασφαλείας των ΗΕ ή, τέλος,
με πρωτοβουλία του ίδιου του Εισαγγελέα. Η ικανότητα του Εισαγγελέα να ξεκινήσει την διαδικασία είναι πολύ σημαντική καθώς τα Συμβούλιο Ασφαλείας ή τα κράτη μέλη μπορεί να διστάζουν για πολιτικούς λόγους.
Το Δικαστήριο θα αναλαμβάνει μόνο υποθέσεις
τις οποίες δεν επιθυμούν να αναλάβουν τα κράτη
που είναι αρμόδια για την δικαιοδοσία αυτή, είτε από
απροθυμία, είτε επειδή δεν πληρούν τις απαραίτητες
εγγυήσεις για την εκδίκαση αυτού του είδους εγκλημάτων(αρχή της συμπληρωματικότητας).
Ήδη έχει ερευνήσει υποθέσεις στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό, στην Ουγκάντα, στη Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, κατόπιν παραπομπής από
τα αντίστοιχα Κράτη, καθώς και στο Νταρφούρ και
στο Σουδάν6 κατόπιν παραπομπής από το Συμβούλιο Ασφαλείας των ΗΕ.7Αυτή την τελευταία υπόθεση
θα εξετάσουμε παρακάτω.8
Ο Ahmed Mohammed Haroun και Ali Mohammed
Ali Abd-Al-Rahman είναι δύο από τους άνδρες του
Σουδάν που καταζητήθηκαν από το Διεθνές Ποι6. http://www.hrw.org/news/2011/06/06/sudan-southsplit-looms-abuses-grow-darfur
7. http://www.icc-cpi.int/Menus/ICC/
Situations+and+Cases/Cases/

νικό Δικαστήριο (ΔΠΔ) για εγκλήματα πολέμου
και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας στο Νταρφούρ. Στις 27 Απριλίου 2007, το ανακριτικό τμήμα I (Pre-Trial Chamber I) εξέδωσε εντάλμα σύλληψης για τον Ahmad Muhammad Haroun (γνωστό ως Ahmad Haroun) και Ali Muhammad Al-Abd
Al-Rahman. Η αρχή παρουσίασε στοιχεία στο Επιμελητήριο ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι πως τα δύο άτομα φέρουν από κοινού ποινική ευθύνη σύμφωνα με
το άρθρο 25 (3) (α) και το άρθρο 25 (3) (δ) του Καταστατικού της Ρώμης για εγκλήματα που διαπράχθηκαν μεταξύ Αυγούστου 2002 και Μάρτιου 2004

Η υπόθεση κατά του κ. Ahmad Haroun
Γεννημένος  το 1964, ο Haroun κατάγεται από τη φυλή Bargo στο δυτικό Σουδάν. Εκπαιδεύτηκε ως δικηγόρος και σε ένα χρόνο
ήταν ο νεότερος υπουργός του κράτους.
Η αρχή υποστηρίζει ότι ο Ahmad Haroun ως Υπουργός Εσωτερικών, από τον Απρίλιο του 2003 εώς το
Σεπτέμβριο του 2005, ο οποίος συντόνιζε τα διάφορα
όργανα της κυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένης της
Αστυνομίας, των Ενόπλων Δυνάμεων, της Εθνικής
Ασφάλειας, της Υπηρεσίας Πληροφοριών και της
πολιτοφυλακής (Janjaweed), είχε εμπλακεί σε εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Πιο συγκεκριμένα,
αποκαλύπτεται ότι οι επιθέσεις εναντίον των ανταρτών που πραγματοποιήθηκαν από την πολιτοφυλακή Janjaweed σε πό­λεις και χωριά του Νταρφούρ, δεν
είχαν στόχο τους αντάρτες αλλά, αντίθετα, τους κατοίκους, με βάση την παραδοχή ότι ήταν υποστηρικτές
των ανταρτών. Λόγω της υψηλής θέσης του Ηaroun
μέσα στην κυβέρνηση, ο Εισαγγελέας ισχυρίζεται ότι
είχε σκοπίμως και συνειδητά διαπράξει εγκλήματα
πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.
Παρά τις διεθνείς εκκλήσεις για τη σύλληψή του,
ο Haroun συνέχισε να υπηρετεί ως Υπουργός Ανθρωπιστικών Υποθέσεων. Το Σεπτέμβριο του 2007,
η σουδανική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι Haroun θα
άγει μια έρευνα σχετικά με τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Νταρφούρ. Η κυβέρνηση του Σουδάν τον διόρισε ως μέλος της επιτροπής
που επίβλεπει την αποστολή των Ηνωμένων Εθνών
Αφρικανικής Ένωσης στο Νταρφούρ (UNAMID),
επηρεάζοντας έτσι την ανάπτυξη της ειρηνευτικής δύναμης στην περιοχή.  Μάλιστα, οι ανθρωπιστικές οργανώσεις τον κατηγόρησαν ότι εμποδίζει τις προσπάθειές τους για την αποκατάσταση
των εκτοπισθέντων. Τέλος, ο Haroun ασχολήθηκε
με την απογραφή του πληθυσμού στο Νότιο Νταρφούρ, στην οποία συγκαλύφθηκαν δολοφονίες που
είχαν διαπιστωθεί.
8. http://www.icc-cpi.int/Menus/ICC/
Situations+and+Cases/Situations/Situation+ICC+0205/
Related+Cases/ICC+0205+0107/Court+Records/
Chambers/Pre+Trial+Chamber+I/WARRANT+OF+A
RREST+FOR+AHMAD+HARUN.htm

Σύμφωνα με τα αρχεία της εισαγγελικής αρχής, o Ali
Kushayb ήταν ένας από τους πιο υψηλόβαθμους
ηγέτες στην φυλετική ιεραρχία, μέλος της Popular
Defence Force(PDF) και ανώτερος ηγέτης της πολιτοφυλακής (αρχηγός της Janjaweed). Ο εισαγγελέας
υποστηρίζει ότι ευλόγως ο Kushayb διέταξε χιλιάδες
στρατιώτες της πολιτοφυλακής να αντιμετωπίσουν
με τη συγκεκριμένη στρατηγική τον ανταρτοπόλεμο και οδηγήθηκαν στη διάπραξη εγκλημάτων πολέμου και εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας. Ειδικότερα, ο εισαγγελέας υποστηρίζει ότι ο Kushayb
στρατολογούσε μαχητές, ότι τους εφοδίαζε, τους
χρηματοδοτούσε και τους παρείχε τρόφιμα και άλλες προμήθειες. Αυτό ισοδυναμούσε επίσης με συμμετοχή στην προώθηση του σχεδίου που πραγματοποιούταν  από τις σουδανικές ένοπλες δυνάμεις και
την πολιτοφυλακή να επιτεθoύν στον άμαχο πληθυσμό του Νταρφούρ και κατά κύριο λόγο στους πληθυσμούς του Fur, Zaghawa και Masalit. Επιπλέον, ο
Εισαγγελέας ισχυρίζεται ότι εύλογα ο Ali Kushayb
συμμετείχε προσωπικά σε ορισμένες από τις επιθέσεις εναντίον αμάχων στις πόλεις Kodoom, Bindisi,
Μukjar και Arawala, όπου συνέβησαν δολοφονίες
αμάχων, βιασμοί, βασανιστήρια, λεηλασίες και καταστροφές σε ιδιοκτησίες.
Το ανακριτικό τμήμα I εξέδωσε εντάλματα σύλληψης για τους Ahmad Harοun και Ali Kushayb, με
το σκεπτικό πως υπάρχουν βάσιμοι λόγοι ότι και οι
δύο άνδρες έχουν ποινική ευθύνη, σύμφωνα με το
άρθρο 25 (3) (α) και 25 (3) (δ) της του Καταστατικού
της Ρώμης, για 51 κατηγορίες για εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.
Πιο συγκεκριμένα:9
• Δολοφονία τόσο ως έγκλημα πολέμου όσο και
ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας (άρθρο 7 (1)
(α) και άρθρο 8 (2) (γ) (i) του Καταστατικού)
• Επιθέσεις κατά του άμαχου πληθυσμού, που συνιστούν έγκλημα πολέμου (άρθρο 8 (2) (ε) (i) του
Καταστατικού)
• Καταστροφή της περιουσίας, που συνιστά έγκλημα πολέμου (άρθρο 8 (2) (ε) (xxii) του Καταστατικού)
• Βίαιη μεταφορά των αμάχων, που συνιστά έγκλημα κατά της ανθρωπότητας (άρθρο 7 (1) (δ) του
Καταστατικού)
• Δίωξη ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας (άρθρο 7 (1) (η) του Καταστατικού)
• Βιασμός ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας και
έγκλημα πολέμου (άρθρο 7 (1) (ζ) και άρθρο 8
(2) (ε) (vi) του Καταστατικού)
• Απάνθρωπες πράξεις που συνιστούν εγκλήματα
κατά της ανθρωπότητας (άρθρο 7 (1) (ια) του Καταστατικού)
• Λεηλασία περιουσίας που συνιστά έγκλημα πολέμου (άρθρο 8 (2) (ε) (v) του Καταστατικού)
9. http://www.icc-cpi.int/iccdocs/doc/doc279813.PDF

Φυλάκιση ή σοβαρή στέρηση της ελευθερίας που
συνιστά έγκλημα κατά της ανθρωπότητας (άρθρο 7 (1) (ε) του Καταστατικού)
• Βασανιστήρια ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας (άρθρο 7 (1) (στ) του Καταστατικού)
• Οργή για την προσωπική αξιοπρέπεια που συνιστά έγκλημα πολέμου (άρθρο 8 (2) (γ) (ii) του
Καταστατικού)
Τα εντάλματα σύλληψης εναντίον των δύο ανδρών δεν έχουν ακόμη εκτελεστεί, καθώς η σουδανική κυβέρνηση αρνείται να παραδώσει τον Haroun
και τον Kushayd στο ΔΠΔ, ισχυριζόμενη ότι, επειδή
το Σουδάν δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, το δικαστήριο δεν
έχει δικαιοδοσία επί της υπόθεσης και για τα πιθανά εγκλήματα θα επιμεληθούν οι Σουδανικές δικαστικές αρχές.10
Ως αποτέλεσμα της κλιμακούμενης κρίσης το
2011 στην περιοχή, τα ΗΕ αποβάσισαν να αποσύρουν τον  Haroun  και τον  Kushayd  στην επαρχία.
Ήταν η μόνη λύση που θα μπορούσε να δοθεί. Το
ΔΠΔ δεν είναι μέρος των ΗΕ , αλλά τα ΗΕ είχαν δώσει συμφωνία για επικείμενη συνεργασία με το ΔΠΔ
, και εν τέλει η “δικαιοδοσία” δόθηκε από τα ΗΕ.11

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
• Κωνσταντίνος Χορτάτος,Τα Ηνωμένα Έθνη και η Ίδρυση του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, η Διεθνής Δικαοδοσία και το Πρόβλημα της Ατομικής Ποινικής Ευθύνης, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα 1999
• Ρούκουνας Ε., Διεθνής προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, Εστία, Αθήνα, 1995
• Περράκης Σ., Το νέο ανθρωπιστικό δίκαιο των ενόπλων
συρράξεων: τα πρωτόκολλα της Γενεύης του 1977, Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα, Κομοτηνή, 1989
• Cassese Antonio, Gaeta Paola, Jones J.R.W.D., The Rome
Statute of the International Criminal Court, Oxford
• Bourdon William, Duverger Emmanuelle, Le Cour
penale international- Le statut de Rome, Inedit Essais
• Philippe Sands, From Nuremberg to the Hague, the
Future of international Criminal Justice, Cambridge
• Bruce Broomhall, International Justice and The
International Criminal Court, Oxford
• Schabas William, An introduction to the International
Criminal Court, Cambridge University Press
• www.icc-cpi.int, www.un.org, www.curia.europa.eu,
www.crimesofwar.org, www.hrw.org, www.unictr.org,
www.nyulawglobal.org/Globalex

10.http://www.un.org/News/Press/docs/2008/sc9349.
doc.htm
11.Tον Οκτώβριο του 2004 ολοκληρώθηκε μεταξύ του ΔΠΔ και των ΗΕ το Negotiation Relationship
Agreement, το οποίο διασφαλίζει τις θεσμικές σχέσεις,
τη συνεργασία και τη δικαστική βοήθεια μεταξύ των
δύο μερών ενώ συγχρόνων επιβεβαιώνει τη συνεργασία του Δικαστηρίου.

MODUS LEGIS 5

Υπόθεση κατά του Ali Kushayb

Η Νομική Σχολή του Δημοκριτείου
Πανεπιστημίου Θράκης συμμετέχει
κάθε χρόνο στο Telders Law Moot
Court Competition, ένα διαγωνισμός
διεθνούς δικαίου που διεξάγεται
κάθε χρόνο στο Διεθνές Δικαστήριο
της Χάγης και διοργανώνεται απ’το
University of Leiden.

Κάθε χρόνο βγαίνει μια υπόθεση μεταξύ δύο εικονικών κρατών, η οποία συνήθως άπτεται επί δύο
θεμάτων του διεθνούς δικαίου. Στην υπόθεση που
συμμετείχαμε εμείς, για παράδειγμα κληθήκαμε να
αντιμετωπίσουμε θέματα περιβαλλοντικού δικαίου,
διαδοχής κρατών, νόρμες του αναγκαστικού δικαίου (ius cogens), και ζητήματα που αφορούν το παραδεκτό της ανταγωγής ενώπιον του διεθνούς δικαστηρίου. Άλλες φορές είναι για το Δίκαιο της Θάλασσας και ούτω καθεξής. Πρόκειται επομένως για
μια εικονική υπόθεση, μέσα απ’ την οποία οι συμμετέχοντες φοιτητές μπορούν να εξοικειωθούν με τα
υφιστάμενα θέματα του Διεθνούς Δικαίου.

Ποίοι έχουν δικαίωμα συμμετοχής
στο διαγωνισμό
Προπτυχιακοί και Μεταπτυχιακοί φοιτητές. Στο διαγωνισμό πολλές απ’ τις ομάδες είναι μεταπτυχιακοί του διεθνούς, ενώ κάποιες είναι από προπτυχιακούς εξειδικευμένους στο Διεθνές Δίκαιο.

Πώς συμμετέχει κάποιος από
τη Σχολή μας
Κάθε χρόνο αναρτάται μια ανακοίνωση στο site της
σχολής που καλεί τους ενδιαφερόμενους να πάνε σε
μια συνέντευξη. Απαιτείται να υπάρχει άριστη γνώση αγγλικών και να έχει περάσει ο φοιτητής το μάθημα του Διεθνούς Δικαίου (για το νέο πρόγραμμα) ή τα δύο μαθήματα (για το παλαιό πρόγραμμα
σπουδών). Έπειτα αφού δίνεται ένα θέμα διεθνούς
δικαίου, οι συμμετέχοντες στη συνέντευξη καλούνται να βρουν πολύ σύντομα κάποιο υλικό σχετικά με αυτήν έτσι ώστε να διαπιστώσουν οι καθηγητές την ικανότητα τους στην εύρεση πληροφοριών.
Ακολουθεί άλλη μια συνέντευξη, και έπειτα οι καθηγητές επιλέγουν την 4μελή αποστολή της χώρας
μας, που επανδρώνεται απ’ τη σχολή μας. Η αποστολή είναι 4μελής γιατί δύο άτομα θα εκπροσωπούν το ένα κράτος στην εικονική δίκη και άλλα
δύο το άλλο. Έτσι πχ η ομάδα Α της Ελλάδας θα
αναμετρηθεί με την ομάδα Β της Σουηδίας.

Γιατί να συμμετέχει κάποιος στο Telders
Πρώτα αξίζει να αναφερθεί η εμπειρία στο Διεθνές
Δικαστήριο. Απ’ τη στιγμή που περνάς την αυλόπορτα αυτού του χώρου, αυτό που αισθάνεσαι είναι μοναδικό. Περνάς σε ένα χώρο που έχει γραφτεί
ιστορία, σε ένα χώρο που έχουν περάσει οι σπουδαιότεροι νομικοί παγκοσμίως, σε ένα ναό παγκόσμιας δικαιοσύνης. Μόνο και μόνο αυτό το δέος
που αισθάνεσαι μπαίνοντας στο χώρο αρκεί. Έπειτα
η αυθεντική εμπειρία σε πραγματικές συνθήκες δίκης είναι τόσο ωφέλιμη που αξίζει τον κόπο, καθώς
όχι μόνο καλείται ο συμμετέχων να εφαρμόσει τις

γνώσεις του και να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις
του δικαστή, αλλά θα πρέπει όλο αυτό να γίνει σε
ρέοντα λόγο στα αγγλικά, το οποίο μπορεί να ακούγεται εύκολο, αλλά με δεδομένο τον περιορισμένο
χρόνο που έχει ο συμμετέχων για την αγόρευση, γίνεται εφιαλτικά δύσκολο και αγχωτικό. Όμως αξίζει
τον κόπο γιατί είναι κάτι διαφορετικό.
Εξίσου σημαντικό είναι και το γεγονός ότι ο συμμετέχων μαθαίνει να κάνει έρευνα. Τόσο για την σύνταξη του δικογράφου όσο και για την προετοιμασία των αγορεύσεων, ο συμμετέχων καλείται να
αναζητήσει μέσα σε πληθώρα ξένων νομικών βιβλίων, τις πληροφορίες που χρειάζεται και συμφέρουν το κράτος του. Αυτή η τριβή με την ξένη βιβλιογραφία και η διαλογή των πληροφοριών, συνθέτουν μια ανεκτίμητη εμπειρία καθώς αυτό είναι
κάτι που θα μας χρειαστεί αναπόφευκτα είτε σε ένα
μεταπτυχιακό ή μετέπειτα στην άσκηση του Δικηγορικού επαγγέλματος. Στα θετικά είναι επίσης και
η εξοικείωση με την αγγλική νομική ορολογία και
τον επίσημο λόγο, καθώς μέσα απ’ την έρευνα και
τη σύνταξη του δικογράφου, η γνώση της νομικής
ορολογίας αυξάνεται κατακόρυφα. Τέλος στα θετικά συγκαταλέγεται και η ομαδική εργασία, καθώς
ο συμμετέχων καλείται να συμμετέχει σε μια ομάδα
εργασίας στην οποία πρέπει όχι μόνο να συνεργάζεται με τον συνάδελφο που εκπροσωπούν μαζί τη
μια εικονική χώρα, αλλά αν βρίσκει και κάποια συμφέρουσα πληροφορία και για τους άλλους δύο θα
πρέπει να τους συνδράμει.

Τι πρέπει να λάβει κάποιος υπόψη του
πριν λάβει την απόφαση να συμμετάσχει
Με δύο λέξεις θα έλεγα: Θέλει Δουλειά. Απαιτεί
καθημερινή ολοήμερη παρουσία στην βιβλιοθήκη, έρευνα σε εκατοντάδες βιβλία, έρευνα στο διαδίκτυο, διασταύρωση πηγών, η με δύο λέξεις πολύ
δουλεία. Χρειάζεται θυσίες, χρειάζεται να στερηθεί
κάποιος πάρα πολλά έτσι ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί. Έπειτα χρειάζεται υπομονή, επιμονή και
διάθεση για συνεργασία. Μπορεί να υπάρξουν μέρες «ξηρασίας» που θα ψάχνεις και δε θα βρίσκεις
τίποτα. Πάντως αν σε κάποιον αρέσει η ακαδημαϊκή
έρευνα, μπορεί να συνεργάζεται με τους άλλους και
δεν αντιπαθεί θανάσιμα το διεθνές δίκαιο, τότε δεν
έχει λόγο να μη συμμετάσχει στο διαγωνισμό.
Είναι μια εμπειρία μοναδική, ανεπανάληπτ μέσα
απ’ το ελληνικό πανεπιστήμιο, για κάτι τόσο δημιουργικό. Ιδιαίτερα στις περιόδους που διάγουμε, είναι μια διέξοδος απ’ την όλη μιζέρια, και ανοίγει ένα
κόσμο διαφορετικό. Η εμπειρία του να εκπροσωπείς
τη χώρα σου, η επερχόμενη γνώση, η εξοικείωση με
την ορολογία και την έρευνα, αλλά πάνω απ’ όλα η
επ’ ακροατηρίω διαδικασία στο Διεθνές Δικαστήριο,
κάνουν το Telders Law Moot Court Competition,
μια ευκαιρία την οποία κανείς δεν πρέπει να χάσει.

του Σπύρου Παπαδά

MODUS LEGIS 7

Λειτουργία του Θεσμού

MODUS LEGIS 8

της Παναγιώτας Σαλασίδου

Στις 6 και 9 Μαΐου του 19541, οι πρώτες ατομικές βόμβες ,αποκαλούμενες Little Boy και
Fat Man , ρίχτηκαν αντίστοιχα στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι. Αυτό το καταστροφικό
γεγονός σήμανε και την αρχή της πυρηνικής εποχής, καθώς για πρώτη φορά στην ιστορία
του ανθρώπου κατασκευάστηκε ένα όπλο χωρίς όρια και που ξεκάθαρα έδωσε το προβάδισμα στην μάχη στον κάτοχό του.
Τα προβλήματα που πρόεκυψαν από τη χρήση των πυρηνικών όπλων ήταν πολλά. Αρχικά, σε μια ένοπλη σύρραξη η χρήση πυρηνικών όπλων καθιστά αδύνατο τον διαχωρισμό
μαχίμου και αμάχου πληθυσμού με αποτέλεσμα να πλήττονται και να καταστρέφονται
ολοκληρωτικά στρατιωτικοί και μη, στόχοι. Παρομοίως, η χρήση τους δεν επέφερε αρνητικά αποτελέσματα μόνο μεταξύ των εμπλεκόμενων κρατών αλλά και στα ουδέτερα κράτη.
Εξαιτίας των παραπάνω καθώς και άλλων λόγων που θα αναφέρουμε στη συνέχεια, η
χρήση των πυρηνικών όπλων σε μια ένοπλη σύρραξη έχει καταδικαστεί πολλές φορές από
πολλούς καταξιωμένους διεθνολόγους. Είναι προφανές πως ένα τέτοιο όπλο είναι εξαιρετικά επικίνδυνο στα χέρια του έχοντος και αυτό είναι κάτι το οποίο η διεθνής κοινότητα
αντιλαμβάνεται και αναγνωρίζει.
Ορισμός και αποτελέσματα
πυρηνικών όπλων
Τα πυρηνικά όπλα διαφέρουν των συμβατικών εξαιτίας της φύσης και της έντασης των καταστροφικών
τους συνεπειών. Προκειμένου να αποδείξουμε την
έκταση της καταστροφής που επιφέρουν τέτοιου είδους όπλα, είναι αναγκαίο να δώσουμε έναν ορισμό
ως προς το τι ονομάζουμε πυρηνικό όπλο.
Από τη δύσκολη αυτή θέση μας έβγαλε με την
υπογραφή του το Τρίτο Πρωτόκολλο των Συμφωνιών του Παρισιού στις 23 Οκτωβρίου 19542 (είχε προηγηθεί η Τελική Πράξη του Συνεδρίου στο Λονδίνο
το 1954) . Εν προκειμένω, το κείμενο αυτό ανέφερε
πως το ατομικό όπλο καθορίζεται ως «το όπλο που
περιέχει ένα πυρηνικό καύσιμο ή ραδιενεργά ισότοπα και που, από την έκρηξη ή άλλο πυρηνικό μετασχηματισμό -όχι ελεγμένο- ή από τη ραδιενέργεια
του πυρηνικού καυσίμου ή των ραδιενεργών ισοτόπων , είναι ικανό να προκαλέσει ογκώδη καταστρο1. wikipedia.com
2. mjp.univ-perp.fr/defense/ueo541023h.htm

φή, γενικευμένες βλάβες ή δηλητηριάσεις»
Κάτι παρόμοιο αναφέρει και η συνθήκη Tlatelolko
του 1967 η οποία αποκλείει τα πυρηνικά όπλα από
την περιοχή της Λατινικής Αμερικής- καθιστώντας
την nuclear weapons free zone ( NWFZ) – και η
οποία χαρακτηρίζει ως πυρηνικό όπλο «οποιοδήποτε μηχανισμό ικανό να απελευθερώσει πυρηνική ενέργεια κατά τρόπο ανεξέλεγκτο, διαθέτοντας
ταυτοχρόνως ιδιότητες κατάλληλες για μη ειρηνικό σκοπό».3
Η σημασία που έχουν τα πυρηνικά όπλα για τα
κράτη και την επιθυμία αυτών να τα αποκτήσουν
φαίνεται κυρίως από τα άμεσα αποτελέσματα που
επιφέρει η χρήση τους καταστρέφοντας μέσα σε
κλάσματα δευτερολέπτου την άμυνα μιας ολόκληρης πόλης. Οι αρνητικές επιπτώσεις τους γίνονται
αντιληπτές τόσο στην έμβια όσο και στην άβια ύλη.
Πιο συγκεκριμένα, μετά τον βομβαρδισμό της Χιροσίμα περίπου το ένα τέταρτο (1/4) του πληθυσμού
απεβίωσε (80.000 κάτοικοι) και τέσσερα τετραγωνικά χλμ. καταστράφηκαν ολοσχερώς. Στο Ναγκασά3. Αρθρο 5 ,συνθήκη Τλατελολκο 14 Φεβρουαρίου 1967

4. Nuclear Weapons and Contemporary International
Law σ.17-21.
5. Nuclear Weapons and Contemporary International
Law σ.27
6. w i k i p e d i a : e n . w i k i p e d i a . o rg / w i k i / nu l e a r _ n o n proliferation_treaty

αφήσει μελλοντικές γενιές για να ανησυχούν για τέτοια θέματα…»5

Τα Κράτη και η κατοχή πυρηνικών όπλων6
H συνθήκη μη-εκμετάλλευσης των πυρηνικών
όπλων (NPT) είναι η πρώτη συνθήκη που διαχωρίζει τα κράτη τα οποία έχουν στην κατοχή τους πυρηνικά όπλα (nuclear weapon states) και σε αυτά
που δεν έχουν στην κατοχή τους αλλά και δεν τους
επιτρέπεται να αποκτήσουν (Non-nuclear weapon
states). Ο διαχωρισμός αυτός έγινε με βάση τα κράτη στα οποία είχε εκραγεί πυρηνικός μηχανισμός
πριν τη 1 Ιανουαρίου 1967, που θα ορίζονταν ως
κράτη που έχουν στην κατοχή τους πυρηνικά. Αυτά
τα κράτη ήταν η Κίνα ,η Ρωσία ,η Η.Π.Α, η Γαλλία
και η Μ. Βρετανία. Τα υπόλοιπα κράτη υπέγραψαν
την συνθήκη ως non-nuclear weapon states και
έτσι τους απαγορεύτηκε ρητά η ανάπτυξη πυρηνικών όπλων.
Εντούτοις, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται πως
κάποια από τα κράτη που υπέγραψαν και επικύρωσαν την συνθήκη έχουν αρχίσει και αυτομολούν
από αυτήν. Ειδικότερα, η Βόρεια Κορέα ανακήρυξε
την αποχώρηση της από την συνθήκη το 2003 και
κατόπιν πραγματοποίησε 2 πυρηνικές δοκιμές το
2006 και 2009. Στο ίδιο πλαίσιο κινείται και το Ιράν
το οποίο έχει αρχίσει τα τελευταία χρόνια και αναζητά δυνατότητες εμπλουτισμού ουρανίου για την
κατασκευή πυρηνικής βόμβας. Τέλος το κράτος του
Ισραήλ παρά το γεγονός ότι επισήμως δεν αποδέχεται την ανάπτυξη πυρηνικής τεχνολογίας, ήταν
το πρώτο από τα κράτη της περιοχής που ανέπτυξε
–έστω και κρυφά- πρόγραμμα πυρηνικών όπλων.7
Η βασική επιδίωξη, λοιπόν, των κρατών, όπως
φαίνεται και από τα παραπάνω, είναι, είτε να διατηρήσουν τα ήδη υπάρχοντα πυρηνικά τους, είτε
να αναπτύξουν καινούρια προγράμματα περισσότερο εξελιγμένα στον τομέα των πυρηνικών. Επομένως, είναι φανερό πως ο πολλαπλασιασμός των
όπλων μαζικής καταστροφής παρουσιάζεται ως μία
από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της διεθνούς κοινωνίας. Ο πολλαπλασιασμός, είτε «κάθετος», δηλαδή βελτίωση και ενίσχυση των ήδη υπαρχόντων
πυρηνικών εξοπλισμών, είτε από την άλλη «οριζόντιος», με την επέκταση της πυρηνικής τεχνολογίας
για στρατιωτικούς λόγους, είναι αναγκαίο να ανασχεθεί, προκειμένου να μειωθεί, σύμφωνα με τα λόγια ενός κορυφαίου διεθνολόγου, «το ρίσκο μιας
συλλογικής αυτοκτονίας».

Καταδίκη των πυρηνικών όπλων μέσα
από τις διεθνείς συνθήκες.
Στη σημερινή εποχή υπάρχει πληθώρα Συνθηκών
οι οποίες είτε καταδικάζουν άμεσα ή έμμεσα, είτε
απαγορεύουν ρητά την χρήση πυρηνικών όπλων. Οι
7. npt.co.nz/pdf/annual_reports/npt_annual_
report_2010.pdf

MODUS LEGIS 9

κι οι αριθμοί αυτοί έφτασαν τους 40.000 κατοίκους,
δηλαδή το 1/6 του πληθυσμού, και το ενάμισι τετραγωνικό χλμ. Ωστόσο πολλές από τις επιπτώσεις των
βομβαρδισμών αναφορικά με την υγεία των κατοίκων δεν εμφανίστηκαν παρά πολλά χρόνια μετά.
Σύμφωνα με αναφορές της εποχής, οι 2 αυτές πόλεις
μετά τους βομβαρδισμούς έδιναν την εντύπωση πως
«είχαν βυθιστεί μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου
αμαχητί σε μια πρωτόγονη κατάσταση».
Οι συνέπειες της χρήσης των πυρηνικών όπλων
γενικότερα γίνονται αντιληπτές και από το τεράστιο
αντίκτυπο που έχουν στο περιβάλλον όπου ρίπτονται. Η θερμοκρασία στον πυρήνα τους την στιγμή της έκρηξης φτάνει τους ένα εκατομμύριο Βαθμούς ενώ τα «κύματα σοκ» που εκπέμπονται ταξιδεύουν και πλήττουν πολύ μακρινές περιοχές. Παράλληλα η ακτινοβολία που παράγεται και διακρίνεται σε θερμική και πυρηνική μπορεί να προκαλέσει φωτιές και εγκαύματα σε ανθρώπους και ζώα ή
να καταστρέψει το ζωντανό ιστό των έμβιων όντων.
Τα άμεσα αποτελέσματα που εμφανίζονται στους
ανθρώπους περιλαμβάνουν καταστροφές στους
πνεύμονες, το στομάχι και εσωτερικές αιμορραγίες.
Οι έμμεσες επιπτώσεις προκαλούνται κυρίως από
τις ακτίνες-γάμμα, οι οποίες απορροφώνται από τον
οργανισμό και οδηγούν σε αργό θάνατο, μέσα από
ένα συνδυασμό ανεμίας, εσωτερικής αιμορραγίας
και μόλυνσης. Τελικά, η ακτινοβολία αυτή μπορεί
να περάσει και στις επόμενες γενιές προκαλώντας
προβλήματα και ανωμαλίες στο γενετικό ιστό των
γονέων και κληροδοτώντας στα παιδιά προβλήματα
στην υγεία καθώς επίσης και δυσμορφίες.
Επιπλέον, η ακτινοβολία αυτή σταδιακά απορροφάται από την ατμόσφαιρα με επιπτώσεις και στο
περιβάλλον όπως έγινε στο Ναγκασάκι, όπου η χλωρίδα της περιοχής εξαλείφθηκε εντελώς μέσα σε ένα
τετραγωνικό χιλιόμετρο από το κέντρο της πόλης.4
Καταληκτικά, η άποψη του καθηγητή βοτανολογίας του πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, Karl Sax,
αναδεικνύει την ανάγκη για τον περιορισμό τέτοιων
όπλων προβάλλοντας απροκάλυπτα τα άμεσα συσχετιζόμενα με τον άνθρωπο αποτελέσματα της
χρήσης τους: «Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού
σύντομα θα πέθαινε από ασιτία ή αρρώστιες που
προκλήθηκαν από την κακή διατροφή. Θα απαιτούνταν πολλές δεκαετίες για τους επιζώντες προκειμένου να επαναφέρουν μια κάποια βιομηχανική ανάπτυξη και είναι πιθανό μια πλήρης επαναφορά να
μην μπορούσε να επιτευχθεί. Από την άλλοι οι γενετιστές επιστήμονες ανησυχούν για τις επιπτώσεις
την ιονίζουσας ακτινοβολίας και προσπαθούν να
κρατήσουν τον κόσμο σε επαγρύπνιση. Ένας μελλοντικός πόλεμος με πυρηνικές βόμβες ίσως να μην

MODUS LEGIS 10

συνθήκες αυτές είναι μια αρχή, ένα νομικό έρεισμα
για τη στροφή της διεθνούς κοινωνίας σε έναν κόσμο απαλλαγμένο από όπλα μαζικής καταστροφής.
Η πρώτη Συνθήκη η οποία έθεσε κατά κάποιο
τρόπο τους κανόνες της χρήσης της πυρηνικής
ενέργειας συντάχθηκε την 1η Ιουλίου 1968 και σήμερα έχει υπογραφεί και κυρωθεί από τα περισσότερα κράτη των Ηνωμένων Εθνών με ελάχιστες
εξαιρέσεις. Η συνθήκη μη εκμετάλλευσης των πυρηνικών όπλων (Non-Proliferation treaty) στηρίζεται σε τρεις πυλώνες :
1. μη εκμετάλλευση των πυρηνικών όπλων από τις
χώρες που αναγνωρισμένα έχουν στην κατοχή
τους πυρηνικά,
2. ο αφοπλισμός όλων των όπλων μαζικής καταστροφής από τις χώρες που δεν ανήκουν στα
nuclear weapon states (NWS) και
3. το δικαίωμα «στην ειρηνική χρήση» της πυρηνικής ενέργειας από όλα τα κράτη-μέλη των Η.Ε
εάν πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις.
Η παραπάνω συνθήκη είναι ένα έγγραφο το οποίο
για πρώτη φορά θέτει κάποιους συγκεκριμένους και
αναγνωρισμένους από ένα σύνολο κρατών κανόνες
όσον αφορά στην ασφαλή χρήση των πυρηνικών.
Από τον αριθμό των συμβαλλομένων μερών αντιλαμβανόμαστε πως η διεθνής κοινότητα έχει αρχίσει
δυναμικά τον αγώνα για την καταπολέμηση των πυρηνικών όπλων και πως ακόμα και οι «Μεγάλες Δυνάμεις» κατανοούν την ανάγκη για ύπαρξη ενός νομικού πλαισίου στη χρήση τους. Παράλληλα με αυτή
τη συνθήκη λειτουργούν και άλλες συμβάσεις και
συμφωνίες των Ηνωμένων εθνών, όπως για παράδειγμα η Συνθήκη της Μόσχας της 5ης Αυγούστου
1963 που επικυρώθηκε από τις ΗΠΑ, τη Σοβιετική
Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο στις 10 Οκτωβρίου του 1963 και αφορά στη μερική παύση των δοκιμών πυρηνικών όπλων, χωρίς ωστόσο να απαγορεύει τη χρήση τους κατά τη διάρκεια του πολέμου. Έτσι
συνθήκες σαν και αυτή αποτελούν περισσότερο μια
δήλωση πρόθεσης από το μέρος των συμβαλλομένων, παρά εξασφαλίζουν τη νομική δεσμευτικότητα των υπογεγραμμένων κρατών να επιβάλλει κυρώσεις στους παραβάτες. Άλλες συνθήκες παρόμοιες με αυτήν είναι το Πρωτόκολλο Γενεύης του 1952
που απαγορεύει τη χρήση δηλητηριωδών αερίων εν
καιρώ πολέμου χωρίς όμως και πάλι να υπάρχει πρόβλεψη κυρώσεων για τους παραβάτες.
Άλλωστε, ένας πυρηνικός πόλεμος αντίκειται και
στις αρχές του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και ειδικότερα στο άρθρο 2 το οποίο αναφέρει πως «Πάντα τα μέλη θα απέχωσιν εις τας διεθνείς αυτών σχέσεις της απειλής χρήσεως βίας κατά της εδαφικής
ακεραιότητας ή της πολιτικής ανεξαρτησίας οιοδήποτε κράτους…» .Από τη διατύπωση αυτή απορρέει
ότι, εάν ένα κράτος κηρύξει έναν πυρηνικό πόλεμο
εναντίον κάποιου άλλου κράτους, παραβλέποντας
τον παραπάνω κανόνα, δεν μπορεί παρά να καθίσταται παράνομο ακόμα και αν η μη γνώση του έχει
κάποια δικαιολογητική βάση. Επίσης, σε αυτή την

περίπτωση, θα παραβιαζόταν η σύμβαση της Γενεύης του 1949 «περί προστασίας αμάχου πληθυσμού
εν καιρώ πολέμου», καθώς όπως αναφέραμε παραπάνω, στα αποτελέσματα μιας έκρηξης πυρηνικής βόμβας ο διαχωρισμός μεταξύ μάχιμων και αμάχου πληθυσμού είναι σχεδόν αδύνατος, με αποτέλεσμα να πλήττονται τόσο οι στρατιωτικοί όσο και μη
στρατιωτικοί στόχοι.
Μια ακόμη διεθνής συμφωνία η οποία καταδικάζει τη χρήση όπλων μαζικής καταστροφής σε
μια ένοπλη σύρραξη, είναι το Σύμφωνο του Παρισιού του 1928 ( Kellogg- Briand) που αφορά στην
αποκήρυξη του πολέμου ως μέσο λύσεως των διεθνών διαφορών και την επιδίωξη ειρηνικής επίλυσης αυτών. Όπως πολύ σωστά έθεσε και ο καθηγητής Bogdanov του Ινστιτούτου Ακαδημίας Επιστημών της Σοβιετικής Ένωσης, «η χρήση των πυρηνικών απαγορεύεται οπουδήποτε τυγχάνει παράνομος και αντίθετος προς τη ρήτρα Martens που μνημονεύεται στο προοίμιο του άρθρου 5 της Συμβάσεως της Χάγης του 1907».8
Καταληκτικά, από το Σύμφωνο του Παρισιού μέχρι και τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών αλλά και
από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1949 έως και το
Πρωτόκολλο της Γενεύης του 1977, οι διεθνείς συμφωνίες τείνουν να συγκλίνουν στο ότι όλοι οι πυρηνικοί πόλεμοι ή ακόμα και η απειλή τέτοιου πολέμου αποτελεί διεθνές έγκλημα κατά της ανθρωπότητας και σε κάθε κράτος που το προκαλεί πρέπει
να επιβάλλονται κυρώσεις.9

Ψηφίσματα γενικών συνελεύσεων αναφορικά με τη χρήση πυρηνικών σε μια
ένοπλη σύρραξη
Οι γενικές συνελεύσεις των Ηνωμένων Εθνών
μάς προφέρουν μια πληθώρα κειμένων, τα οποία
εν πολλοίς καταδικάζουν την χρήση πυρηνικών
όπλων σε μια ένοπλη σύρραξη. Αυτά τα ψηφίσματα, όμως, δεν μπορούμε να τα θεωρήσουμε ως νομικώς δεσμευτικά γιατί είναι κυρίως δηλώσεις βουλήσεως των κρατών και όχι επίσημα κείμενα, όπως οι
συμβάσεις, οι οποίες και με την παραβίαση τους θα
επιφέρουν κυρώσεις στο κράτος που τις παρέβηκε.
Ωστόσο, η σημασία αυτών των κειμένων είναι, τουλάχιστον από ηθικής απόψεως, πάρα πολύ μεγάλη,
αφού οι ηγέτες των κρατών, ακόμα και αν δεν δεσμεύονται νομικά, φαίνεται πως αντιλαμβάνονται
τον κίνδυνο που υποκρύπτουν τα πυρηνικά όπλα,
και είναι διατεθειμένοι να τα καταδικάσουν, έστω
έως έναν βαθμό.
Το πιο σημαντικό ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης είναι το υπ’ αριθμόν 1653 του 196110 λόγω
της ηθικής σημασίας του, καθώς αναφέρει πως «η
οποιαδήποτε χρήση πυρηνικών όπλων αποτελεί
έγκλημα εναντίον του διεθνούς δικαίου και της αν8.Χορτάτος «Πυρηνικά όπλα και διεθνές δίκαιο»
9.Χορτάτος «Πυρηνικά όπλα και διεθνές δίκαιο» σ.115
10.un.org/en/ga_resolutions

Δικαιολογητική βάση νομιμότητας
της χρήσης πυρηνικών όπλων σε
μια ένοπλη σύρραξη
Παρά την πληθώρα των Συνθηκών οι οποίες καταδικάζουν τη χρήση πυρηνικών σε μια εμπόλεμη ζώνη,
υπάρχουν ορισμένα κενά στην διεθνή νομολογία τα
οποία αφήνουν χώρο για χρήση όπλων μαζικής καταστροφής κάτω από ορισμένες περιστάσεις.
Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι το άρθρο 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών που προβάλλει το δικαίωμα άμυνας που έχει ένα κράτος εναντίον οιουδήπο­τε
εξωτερικού εχθρού. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρε­ται
στο άρθρο πως «ουδέν εκ των διαλαμβανομένων εν
τω παρόντι Χάρτη θα παρεμποδίζει το φυσι­κό δικαίωμα της ατομικής ή συλλογικής αμύνης εις περίπτωσιν καθ’ ην μέλος τι των Ηνωμένων Εθνών υποστεί

ένοπλον επίθεση…». Η διάταξη αυτή, εμμέσως πλην
σαφώς, αναγνωρίζει στα κράτη το δικαίωμα άμυ­­
νας με οποιοδήποτε τρόπο όταν τα τελευταία θεωρούν ότι απειλούνται. Έτσι το επιχείρημα που προ­
βάλλουν πολλά κράτη προκειμένου να χρησιμοποιήσουν πυρηνικά όπλα σε μια ένοπλη σύρραξη, είναι
πως βρίσκονται σε άμυνα και κατά συνέπεια αυτά
είναι απαραίτητα για να προασπίσουν την εδαφική
τους ακεραιότητα αλλά και την ασφάλεια των πολιτών τους (επιχείρημα που χρησιμοποιούταν για χρόνια από τις ΗΠΑ και τη Σοβιετική Ένωση, οι οποίες
για στρατιωτικούς λόγους αρνούνταν το παράνομο
της κατοχής και χρήσης τους).
Βεβαίως, ο ως άνω κανόνας έρχεται σε αντίθεση με
το άρθρο 2 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, στον
οποίο καταδικάζεται η χρήση βίας από τα κράτη και
επιχειρείται η επίλυση των διαφορών μεταξύ τους με
διπλωματικό και ειρηνικό τρόπο. Επιπλέον το ζήτημα που τίθεται με το άρθρο 51 του Χάρτη είναι πως
στην περίπτωση των πυρηνικών όπλων, παρά το δικαίωμα άμυνας των κρατών παραβιάζεται «ο κανόνας της αναλογικότητας» στις ένοπλες συρράξεις, ο
οποίος είναι και βασικός όσον αφορά το δίκαιο του
πολέμου. Παρά, λοιπόν, την απειλή που μπορεί να
υφίσταται ένα κράτος από ένα άλλο, η χρήση όπλων
μαζικής καταστροφής εναντίον του επιτιθέμενου
κράτους δεν πλήττει μόνο τους στρατιωτικούς στόχους του τελευταίου αλλά και τον άμαχο πληθυσμό,
όπως επίσης, σε ορισμένες περιπτώσεις, και το ίδιο
το αμυνόμενο κράτος.

Επίλογος
Καταληκτικά, σε όλες τις περιπτώσεις διεθνούς δικαίου αυτό που επιβάλλεται να επιτυγχάνεται είναι
το όφελος των πολιτών της παγκόσμιας κοινότητας. Όπως το έθεσε και ο καθηγητής Lauterpacht ,
« η πρωταρχική υπόθεση στο διεθνές δίκαιο είναι η
επιθυμία της διεθνούς κοινότητας, η οποία και πρέπει να εισακούεται»11. Σε κάθε περίπτωση η χρήση πυρηνικών όπλων, ακόμα και αν είναι για σκοπούς άμυνας, δεν είναι δυνατόν να νομιμοποιείται
από κανένα κράτος και με καμία Διεθνή Συμφωνία.
Η χρήση τέτοιων όπλων, ακριβώς λόγω των συνεπειών τους -τις οποίες αναφέραμε και παραπάνωαποτελούν το μεγαλύτερο κίνδυνο καθώς έχουν
αντίκτυπο και στις μεταγενέστερες γενιές λόγω
της ραδιενεργής ακτινοβολίας που παραμένει στην
ατμόσφαιρα. Το αμφιλεγόμενο ζήτημα της χρήσης
τους επομένως δεν είναι απλά θεωρητικό και γενικό αλλά από τη στιγμή που έχει τέτοιο αρνητικό
αντίκτυπο στις ζωές χιλιάδων ανθρώπων είναι ζήτημα ηθικής. Οποιοδήποτε, λοιπόν, κράτος θέλει
να ισχυρίζεται πως ακολουθεί την αρχή «voluntas
civitatis maximae est servanda» πρέπει να αναλογιστεί τη στάση του στο συγκεκριμένο θέμα και να
παραμερίσει πολιτικές οι οποίες με μια πρώτη ανάγνωση ίσως να φαίνονται θετικές για τους πολίτες
του, αλλά εν τέλει λειτουργήσουν σε βάρος τόσο
των ίδιων όσο και της διεθνούς κοινότητας.

MODUS LEGIS 11

θρωπότητας και ως εκ τούτου επιβάλλονται κυρώσεις. Υπεύθυνοι θα θεωρηθούν όχι μόνο οι Αρχηγοί και τα μέλη των κυβερνήσεων αλλά και οι οργανωτές, υποκινητές ή συμμετέχοντες σε έναν τέτοιο
πόλεμο» . Έτσι με αυτό το ψήφισμα η διεθνής κοινότητα έδειξε τη δυναμική της αλλά και το μεγάλο
βαθ­μό καταδίκης της χρήσης πυρηνικών όπλων σε
μια εμπόλεμη περιοχή. Συνεχίζοντας, στο ίδιο ψήφισμα δηλώνεται ξεκάθαρα πως «παν κράτος όπερ
χρησιμοποιεί πυρηνικά όπλα θα έδει να θεωρηθεί
ότι παραβιάζει όχι μόνο τον Χάρτη των Ηνωμένων
Εθνών αλλά και ότι ενεργεί αντιθέτως προς το διεθνές δίκαιο και τας αρχάς του ανθρωπισμού». Εξαιτίας αυτής της δήλωσης, γίνεται ευρέως αντιληπτό
πως η χρήση των πυρηνικών όπλων σε μια ένοπλη
σύρραξη δεν θεωρείται απλά παράνομη σύμφωνα
με τη διεθνή κοινότητα, αλλά και αντίθετη προς
τους νόμους του δικαίου του πολέμου, θεωρουμένων γενικώς δηλωτικών του εθιμικού δικαίου και
κατ’ ακολουθία δεσμευτικών για όλα τα Κράτη –
Μέλη των Ηνωμένων Εθνών.
Βεβαίως, ο αριθμός των ψηφισμάτων που επιβεβαιώνουν το consensus του παραπάνω ψηφίσματος είναι αρκετά μεγάλος, είτε με παρόμοια κείμε­να
που έχουν προηγηθεί, είτε με κείμενα που ακολούθησαν της αποφάσεως της Γενικής Συνέλευσης του
1961. Ενδεικτικά αναφέρουμε το Ψήφισμα υπ’ Αριθμόν 1378 (ΧIV) της 20ης Νοεμβρίου του 1959 αναφορικά με τον καθολικό και ολοκληρωτικό αφοπλισμό, όπως επίσης και το Ψήφισμα της ΓΣ υπ’
αριθ­μόν 1380 (XIV) της 20ης Νοεμβρίου 1959 σχετικά με την πρόληψη της γενικότερης εξάπλωσης
των πυρηνικών όπλων.
Τελικά ,τα κείμενα αυτά μας υποδεικνύουν τις
προθέσεις των κρατών μελών των ΗΕ σχετικά με
τη χρήση των πυρηνικών όπλων. Πέρα από τις πολιτικές που ακολουθεί το κάθε κράτος ,όλα σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό αντιλαμβάνονται την
απειλή που υποκρύπτουν τα πυρηνικά όπλα για την
παγκόσμια κοινότητα εάν χρησιμοποιηθούν σε μια
ένοπλη σύρραξη.

MODUS LEGIS 12

στη Βίρνα Οικονόμου και
τη Μαρία Παπαχαραλάμπου

Ο Κύριος Αντάπασης Αντώνιος, καθηγητής Εμπορικού Δικαίου με ειδίκευση στην μακρά
διδασκαλία του Δικαίου των Αξιογράφων, του Ναυτικού Δικαίου και του Ιδιωτικού Αεροπορικού Δικαίου, καθώς και του Δικαίου της θαλάσσιας, εναέριας και χερσαίας μεταφοράς στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Τομέα Β΄ Ιδιωτικού Δικαίου, και πλέον Ομότιμος
Καθηγητής Εμπορικού Δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών, στα πλαίσια του Συνεδρίου που διεξήχθη με πρωτοβουλία της ELSA Κομοτηνής με θέμα την ελληνική Ναυτιλία,
μας παραχώρησε τη συνέντευξη που του ζητήσαμε και άπτεται του ενδιαφέροντος Ναυτικού και Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου. Τον ευχαριστούμε θερμά γιατί ήταν προσιτός, για
τον ζήλο και την ευθύτητα που επέδειξε στην προσπάθειά του να μας κατατοπίσει, μέσω
αυτής του της συνέντευξης, επί των ζητημάτων που μας απασχολούν καθώς και για το ότι
ήταν αρκετά κατατοπιστικός ως προς τις απαντήσεις του.
Η Ελλάδα δεν επεκτείνει στα 12 ναυτικά μίλια την
υφαλοκρηπίδα των νησιών της και περιορίζει τα κυριαρχικά δικαιώματά της στα 6 ναυτικά μίλια. Η
Τουρκία αναγνωρίζει απλά το FIR Αθηνών, αλλά διατηρεί επιφυλάξεις στην επέκταση της υφαλοκρηπίδας των ελληνικών νήσων, υποστηρίζοντας πως τότε
το Αιγαίο θα μετατραπεί σε μια κλειστή ελληνική
θάλασσα, γεγονός που θεωρεί αιτία πολέμου. Ποιό
το αντεπιχείρημα σας σε αυτή την τοποθέτηση;
Απέναντι σε αυτή την τοποθέτηση η ελληνική πλευρά επικαλείται διάφορα επιχειρήματα για να θεμελιώσει τις απόψεις της.
Το 1934, και μετά την υπογραφή της Συμφωνίας
των Αθηνών, η Τουρκία πρόβαλε ότι δεν ασκεί κυριαρχία πέρα από τα 6 ναυτικά μίλια. Αυτό είχε σαν
αποτέλεσμα να επικρατήσει η Ελλάδα στο ζήτημα

αυτό λόγω διεθνούς εθίμου. Ωστόσο , όλα αυτά δείχνουν πως υπάρχει κάποια συζήτηση στο θέμα αυτό.
Δεν είναι όπως το θέμα της υφαλοκρηπίδας στην θάλασσα του Αιγαίου, όπου η Τουρκία μετρά την υφαλοκρηπίδα από τη φυσική διαμόρφωση της ακτής και
όχι από τις γραμμές βάσης όπως προβλέπεται από τις
διεθνείς συμβάσεις για το Δίκαιο της Θάλασσας.
Η αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα, έχει το δικαίωμα
από τη Διεθνή Σύμβαση για το Δίκαιο της θάλασσας, να επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη μέχρι τα 12
ναυτικά μίλια. Το ζήτημα όμως που προκύπτει είναι
με ποιό τρόπο η Ελλάδα θα καταφέρει να επιβάλλει την αποδοχή τής δυνατότητάς της αυτής στις
άλλες χώρες. Και αυτό συμβαίνει γιατί αν κάποιες
χώρες, όπως για παράδειγμα η Ρωσία, δεν διάκεινται ευνοϊκά ως προς αυτό το καθεστώς, υπάρχει
φόβος να θεωρήσουν μια τέτοια πρωτοβουλία από

Γνωρίζουμε πως η υφαλοκρηπίδα έχει ΑΟΖ. Γιατί
δεν ανακηρύσσει η Ελλάδα μονομερώς και σύμφωνα με τις Διεθνείς Συμβάσεις και δεν καθορίζει την
ΑΟΖ εντός της υφαλοκρηπίδας στο Νοτιοανατολικό Αιγαίο και σε σχέση με το Καστελόριζο; Θέλουμε
την τεχνοκρατική σας άποψη πέρα από την πολιτική
χροιά που δύναται να έχει μία άποψη πάνω στο θέμα.
Η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη της Ελλάδας
μπορεί να φτάσει μέχρι και τα 200 ναυτικά μίλια.
Ωστόσο, υπάρχει η δυνατότητα να φτάσει και μακρύτερα. Αυτό εξαρτάται από την Υδατογράφηση.
Το Αιγαίο δεν είναι και πολύ βαθιά θάλασσα, όπως
το Ιόνιο, που αρχίζει από την Αδριατική θάλασσα
και φτάνει ως το παράκτιο κράτος της Λιβύης. Στο
Ιόνιο Πέλαγος, η Ελλάδα μετά από συμφωνία με την
Ιταλία, οριοθέτησε την υφαλοκρηπίδα με βάση την
τάφρο που υπήρχε στην συγκεκριμένη θάλασσα. Η
Ιταλία κατοχύρωσε την δυτική πλευρά της τάφρου
και η Ελλάδα την ανατολική. Πάραυτα , στο Αιγαίο
Πέλαγος δεν ισχύει το ίδιο καθεστώς αναφορικά με
την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη. Σε αυτή την
περίπτωση προκύπτει και ένα άλλο θέμα : Το ζήτημα των Σκοπίων.
Τα Σκόπια είναι περίκλειστο κράτος, δηλαδή δεν
έχουν θαλάσσια διέξοδο. Εάν η Ελλάδα αποφασίσει
να ορίσει ΑΟΖ , υπάρχει το ενδεχόμενο, να ζητήσουν
τα Σκόπια να συμμετάσχουν στην εκμετάλλευση της.
Μια τέτοια αξίωση δεν θα ήταν παράλογη σύμφωνα
με τη Διεθνή Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας,
καθώς όταν ένα παράκτιο κράτος δημιουργεί ΑΟΖ,
τα περίκλειστα κράτη δικαιούνται να μετέχουν στην
εκμετάλλευση της. Υπό αυτές τις συνθήκες, το ελληνικό κράτος οφείλει να εξετάσει και αυτό τον παράγοντα, διότι με εξαίρεση τη θάλασσα του Ιονίου, δεν
είναι τόσο εύκολο να δημιουργηθεί ΑΟΖ στο Αιγαίο.
Εάν πάντως αποφασίσει η Ελλάδα να οριοθετήσει
την ΑΟΖ στη θάλασσα του Αιγαίου, αυτό θα πρέπει
να το διεκπεραιώσει σε κάθε περίπτωση με σύνεση
και σε συμφωνία με την Ιταλία και την Τουρκία.

Τα θαλάσσια σύνορα του ελληνικού κράτους φτάνουν ως το Καστελόριζο. Το γεγονός αυτό θεμελιώνεται και μετά από τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων. Το 1932, η Ιταλία με την Τουρκία υπέγραψε σύμβαση για την αποδέσμευση της νήσου του Καστελόριζου από την τουρκική κατοχή. Η διαφορά είναι ότι
η Ιταλία πέρασε την συμφωνία από το Εθνικό της
Κοινοβούλιο και την επικύρωσε ενώ η Τουρκία δεν
έκανε το ίδιο. Στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης,
ωστόσο, το περιεχόμενο της συνθήκης αυτής αποτελεί σοβαρό αντεπιχείρημα σε κάθε αμφισβήτηση
ότι το Καστελόριζο οριοθετεί όντως τα ελληνικά θαλάσσια σύνορα. Το θέμα αυτό είναι αρκετά περίπλοκο και όχι τόσο απλό όσο το παρουσιάζουν τα μέσα
μαζικής ενημέρωσης.
Το παράδειγμα με τα Ίμια
Η σύμβαση Ειρήνης του 1944 που έγινε στο Παρίσι αναφέρει στο παράρτημα 14 για την αιγιαλίτιδα
ζώνη ότι η Δωδεκάνησος παραχωρείται στην Ελλάδα κατονομάζοντας και τα δεκατέσσερα νησιά που
παραχωρήθηκαν. Εκεί όμως αναφέρει ότι παραχωρούνται οι αυτοί νήσοι και οι παρακείμενες νήσοι
και νησίδες.
Τα Ίμια απέχουν από την Τουρκία 1800 μ. και από
την Κάλυμνο 3000 μ. Και αυτό είναι ακριβές. Δεν
αμφισβητείται ότι τα Ίμια βρίσκονται πιο κοντά στην
Τουρκία, ωστόσο η ελληνική κυριαρχία πάνω στο
νησί αυτό επικυρώνεται με την παραδοχή των ελληνικών θαλάσσιων συνόρων από το Τουρκικό Κράτος
το 1932. Μάλιστα, οι χάρτες του αγγλικού ναυαρχείου τοποθετούσαν τα Ίμια στην ελληνική πλευρά.
Δυτικά και όχι ανατολικά των θαλασσίων συνόρων.
Για αυτό η Ελλάδα θεωρείται πιο ισχυρή στο θέμα
των συνοριακών διαφορών.
Άλλο μεγάλο πρόβλημα είναι η υφαλοκρηπίδα
των νησιών. Τα νησιά έχουν υφαλοκρηπίδα. Στο δημόσιο διεθνές δίκαιο θεσπίζεται όμως και η ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα. Αυτό σημαίνει ότι στο Αιγαίο
έχουν όχι μόνο τα Ίμια υφαλοκρηπίδα αλλά και η
Μικρά Ασία.
Όπως και στην περίπτωση του Καναδά. Ο Καναδάς εξάγει χάλυβα από το λιμάνι του στο Κεμπέκ,
ανατολικά του οποίου, σε απόσταση κάποιων μιλίων βρίσκονται κάποια μακρόστενα νησιά. Λόγω αυτού, εμφανίστηκε διαφορά απόψεων μεταξύ Καναδά και Γαλλίας. Η Γαλλία έλεγε ότι τα νησιά αυτά
έχουν δική τους υφαλοκρηπίδα και πέραν της υφαλοκρηπίδας αυτής είναι ελεύθερη θάλασσα. Ο Καναδάς διαφωνούσε.
Τα νησιά έχουν δική τους υφαλοκρηπίδα αλλά
μετά συνεχίζει η ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα. Και αυτό
το δέχθηκε με κάποιες αποχρώσεις το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Επομένως, μπορεί να φτάσουμε
στο φαινόμενο να δούμε μεταξύ Χίου και Σάμου να
επεκτείνεται η υφαλοκρηπίδα της Μικράς Ασίας.
Είναι τα νησιά του ΒΑ Αιγαίου αποκομμένα από την
ηπειρωτική κυριαρχία; Έχουν δυνατότητα τα πολεμι-

MODUS LEGIS 13

μέρους της Ελλάδας ως casus belli. Πλέον κρίνεται
θέμα πολιτικής δυνατότητας. Οι Αμερικανοί είναι
αντίθετοι σε αυτό. Ωστόσο, επειδή η Τουρκία θεωρεί την επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης της Ελλάδας ως casus belli, η χώρα ακολουθεί μια τακτική
αναμονής στην υπόθεση αυτή. Kατά συνέπεια , το
Ελληνικό κράτος ακολουθεί μια τακτική αναμονής
και, αδίκως αναμένοντας, αποδυναμώνει τις δυνατότητές του στο Αιγαίο.
Σύμφωνα με την παρούσα κατάσταση, ένα τουρκικό πλοίο μπορεί να απομακρυνθεί από την εγχώρια
ακτή του μέχρι και τα 6 ναυτικά μίλια. Παρά ταύτα, τα τουρκικά αεροσκάφη σταματούν στα 10 ναυτικά μίλια και όπως είναι φυσικό, η Ελλάδα αντιδρά.
Η αντίδραση αυτή από μέρους του ελληνικού κράτους αποσκοπεί καθαρά στην πρόληψη μη δημιουργίας εθιμικού καθεστώτος, μιας και η διαμόρφωση
του σύμφωνα με το Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο προϋποθέτει αδράνεια του ενδιαφερομένου.

MODUS LEGIS 14

κά μας αεροσκάφη να παρευρίσκονται χωρίς να παραβιάζονται διεθνείς κανόνες αεροπλοϊας και «κυριαρχικά δικαιώματα» της Τουρκίας;
Τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου είναι αποστρατι­
κοποιημένα. Το καθεστώς αυτό αποτελεί πρόβλη­μα,
καθώς πρόκειται για μία κατάσταση που επικαλείται συνέχεια η Τουρκία. Το θέμα αυτό είχε αντιμετωπιστεί και στα πλαίσια του ΝΑΤΟ. Το ΝΑΤΟ είχε
επιτρέψει να πραγματοποιούνται εναέριες στρατιωτικές ασκήσεις πάνω από το Αιγαίο, ωστόσο είχε ορί­
σει πως μόνο το ελληνικό κράτος θα ασκεί κυριαρχία
επί των αποστρατικοποιημένων νήσων. Η Τουρκία
έφερε αντιρρήσεις ως προς το καθεστώς αυτό. Ενώ
το ΝΑΤΟ αρχικά επέβαλε την ελληνική κυριαρχία
στα αποστρατικοποιημένα νησιά του Αιγαίου, σήμερα τηρεί πιο ουδέτερη στάση. Βέβαια, όσον αφορά
στο θέμα αυτό, υπήρξε και τροποποίηση μιας ρήτρας
του 1977 που ευνοούσε τη χώρα, ωστόσο η κυβέρνηση τότε είχε δεχθεί να πάψει να ισχύει παίρνοντας
ως αντάλλαγμα άλλα προνόμια. Έτσι, δημιουργούνται ακόμα και σήμερα, προβλήματα συντονισμού
των στρατιωτικών ασκήσεων που λαμβάνουν χώρα
στο Αιγαίο Πέλαγος.
Είναι ένα πρόβλημα που χρήζει λεπτού χειρισμού
διότι η Τουρκία αυξάνεται συνεχώς πληθυσμιακά.
Πλέον, αποτελεί μια αγορά 70.000.000 ανθρώπων
και θεωρείται υπολογίσιμη δύναμη καθώς με τον καιρό βελτιώνεται οικονομικά. Αυτό, δίνει στην Τουρκία το προνόμιο να ασκεί πιέσεις. Όταν έχεις δύναμη μπορείς να διαμορφώνεις το Δίκαιο ανάλογα με
τις απαιτήσεις σου.
Γνωρίζοντας πως η νησιωτική Ελλάδα δημιουργεί τεράστιες ευκαιρίες για την ανάπτυξη της Ελληνικής
Εμπορικής Ναυτιλίας με ποιό τρόπο θα μπορούσε
μια επικείμενη άρση του καμποτάζ να πλήξει τη δυνατότητα αυτή;
Το καμποτάζ το είχαν μόνο οι χώρες της Νότιας Ευρώπης. Όσον αφορά στα κράτη της Βόρειας Ευρώπης, αυτά δεν βρίσκονταν υπό το καθεστώς του καμποτάζ. Η Δανία, η Αγγλία και η Γαλλία για παράδειγμα, δεν είχαν καμποτάζ ωστόσο στη Μεσόγειο
θάλασσα υπήρχε. Η Ιταλία, η Ελλάδα, η Ισπανία
και η Τουρκία είχαν καμποτάζ, ιδίως η Ελλάδα που
πρόκειται για μια εξ ολοκλήρου νησιωτική χώρα.
Το καμποτάζ όσον αφορά στην Ελλάδα, ορίζει ότι
η διακίνηση προσώπων και εμπορευμάτων από ένα
ελληνικό λιμάνι σε ένα άλλο ελληνικό, πραγματοποιείται μόνο από πλοία ελληνικής σημαίας. Μάλιστα, όσες διμερείς συμβάσεις και αν είχε υπογράψει η
χώρα, είχε επιφυλαχθεί του δικαιώματος αυτού. Από
την άλλη, το ελληνικό κράτος δεχόταν την ελευθερία της ναυσιπλοΐας με όρους αντίστοιχους με εκείνους των ελληνικών εμπορικών πλοίων. Έτσι, λοιπόν,
όταν στη χώρα δημιουργείται κοινή αγορά δεν είναι
δυνατόν να εγγράφονται πλοία για παράδειγμα στο
νηολόγιο του Πειραιά και να ενεργούνται μεταφορές
μεταξύ Πειραιώς και Ηρακλείου Κρήτης. Όσον αφο-

ρά τώρα στην παροχή μεταφορικών υπηρεσιών μέσω
του καμποτάζ, αυτές τις διέπει το κοινοτικό δίκαιο.
Συνεπώς , για να αλλάξει καταρχήν το καμποτάζ
έπρεπε να θεσμοθετηθεί Κανονισμός από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτός ο Κανονισμός τελικώς διαμορφώθηκε με τέτοιο τρόπο που εντέλει κοινοτικοποίησε το καμποτάζ.
Δεδομένης της δυσμενούς οικονομικής κατάστασης
της Ελλάδας τον τελευταίο χρόνο, τι ρόλο θα μπορούσε να επιτελέσει η Ελληνική Εμπορική Ναυτιλία
για την ενίσχυση της εθνικής οικονομίας;
Η Ελληνική Εμπορική Ναυτιλία είναι η δεύτερη
κατά σειρά πηγή συναλλάγματος στη χώρα μετά
τον Τουρισμό. Παρά ταύτα, στις ελληνικές τράπεζες το συνάλλαγμα από την εμπορική ναυτιλία είναι μη υποχρεωτικώς εκχωρητέο. Το ζήτημα είναι
ότι η Ελληνική Εμπορική Ναυτιλία δεν συμβάλλει
περισσότερο στην ελληνική οικονομία εξαιτίας της
ισχύουσας νομοθετικής πολιτικής.
Αν η χώρα θέλει να έχει περισσότερα πλοία ώστε
να αποκομίσει περισσότερους φόρους και συνάλλαγμα θα πρέπει να εξασφαλίσει φθηνό πλοίο.
Αυτό σημαίνει ότι το πλοίο πρέπει να είναι φθη­νό
από πλευράς κόστους εργασίας, κόστους κοινωνικής ασφάλισης και φορολογικού κόστους. Για­τί
αν ο εμπορικός στόλος έχει, όπως για παράδειγμα το 1981, περί τους 162.000 ναυτικούς σε υπηρεσία και ανανεώνει τις 60.000 θέσεις εργασίας κάθε
εξάμηνο με νέο εργατικό δυναμικό, αυτό συνεπάγεται φθηνό κόστος εργασίας, πράγμα που σημαίνει εισαγωγή μεγαλύτερου ναυτιλιακού εισοδήματος στην Ελλάδα.
Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου η ναυτιλιακή
πολιτική στην Ελλάδα άλλαξε. Αυτό συνέβη γιατί
οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας αυξήθηκαν και
κατά συνέπεια αυξήθηκε και το κόστος ναυτικής
εργασίας. Και φυσικά, καθώς το πλοίο δεν είναι
όπως το ακίνητο αλλά έχει έλικα, πηγαίνει σε άλλη
χώρα, υψώνει αλλοδαπή σημαία και επανδρώνεται
με αλλοδαπούς ναυτικούς, όπου στην χώρα τους
το κόστος κοινωνικής ασφάλισης είναι μηδαμινό,
όπως και οι μισθοί τους.
Αν η Ελλάδα απαιτεί λόγω κοινωνικής ασφάλισης ακριβό πλοίο και τα πλοία υπό ελληνική σημαία θα είναι ακριβά. Ειδικά σε σχέση με όσα πλέουν υπό αλλοδαπή σημαία.
Για να θεωρείται η Ελλάδα η πρώτη ναυτιλία στον
κόσμο υπολογίζονται τα ελληνόκτητα πλοία, δηλαδή τα πλοία που είναι υπό αλλοδαπή σημαία αλλά
ελληνικών συμφερόντων. Αυτά είναι τα μόνα που εισάγουν συνάλλαγμα στην χώρα, ιδίως αν δι­ατηρούν
γραφεία στην Ελλάδα, καθώς όσοι εργάζονται εκεί
υποχρεωτικά πληρώνονται με το συ­­νάλλαγμα εισαγωγής. Φυσικά, αν στα πλοία εργάζονται Έλληνες
ιθαγενείς εξασφαλίζεται και από εκεί συνάλλαγμα.
Όταν το πλοίο δεν είναι υπό ελληνική σημαία δεν είναι υποχρεωτικά ασφαλισμένο στο ΝΑΤ (σσ. Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο).

Κατά τα τέλη του 1980 μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και τη διάλυση της Σοβιετικής «αυτοκρατορίας» γνωρίσαμε τη μάστιγα του διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος . Η
αποσάθρωση των κοινωνικών δομών των Βαλκανίων αλλά και η παραπαίουσα οικονομία
των χωρών συνέβαλαν στη μεγάλη άνθηση του φαινόμενου της εμπορίας ανθρώπων . Ιδιαίτερα στη χώρα μας, η οποία λόγω της γεωγραφικής της θέσης , που την καθιστά συνήθως ενδιάμεσο σταθμό ή τελικό προορισμό για τα θύματα, το φαινόμενο αυτό κοινωνικής
παθογένειας έλαβε μεγάλες διαστάσεις τις τελευταίες δύο δεκαετίες.
Κατά τα τέλη του 1980 μετά το τέλος του Ψυχρού
Πολέμου και τη διάλυση της Σοβιετικής «αυτοκρατορίας» γνωρίσαμε τη μάστιγα του διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος. Η αποσάθρωση των κοινωνικών δομών των Βαλκανίων αλλά και η παραπαί­ουσα
οικονομία των χωρών συνέβαλαν στη μεγάλη άνθηση του φαινόμενου της εμπορίας ανθρώπων. Ιδιαίτερα στη χώρα μας, η οποία λόγω της γεωγραφικής της θέσης , που την καθιστά συνήθως ενδιάμεσο
σταθμό ή τελικό προορισμό για τα θύματα, το φαινόμενο αυτό κοινωνικής παθογένειας έλαβε μεγάλες διαστάσεις τις τελευταίες δύο δεκαετίες.
Παρόλα αυτά και παρά την ένταση του φαινομένου,

η Ελλάδα έχει κάνει αρκετά θετικά βήματα από νομοθετική τουλάχιστον άποψη. Συγκεκριμένα στην
Ελλάδα έχουμε ένα επαρκές νομοθετικό πλαίσιο
και η πολιτεία μέσω της Επιτροπής των οκτώ συναρμόδιων Γενικών Γραμματέων έχει την δυνατότητα να εξασφαλίσει την ορθή εφαρμογή του εθνικού σχεδί­­ου δράσης. Οι εξελίξεις αυτές μπορεί μεν
να στηρίζονται στην ανάγκη εναρμόνισης της ελληνικής νομοθεσίας με το ευρωπαϊκό-κοινοτικό σύστημα εντού­τοις ταυτοχρόνως αναδεικνύουν την ωριμότητα της ελληνικής έννομης τάξης για την υιοθέτηση
αυστηρότερων νομοθετικών πλαισίων για την αποτελεσματικότερη καταπολέμηση της εμπορίας.
Για πολλά χρόνια το πρόβλημα της παράνομης διακίνησης ανθρώπων ,δεν έχρηζε συγκεκριμένων κυρώσεων κυρίως λόγω της ασάφειας ως προς το σε τι
συνίσταται η εμπορία ανθρώπων. Γι’ αυτό το λόγο,
συγχύσεις σχετικά με το αν αποκλειστικά φαινόμενα όπως λ.χ. η πορνεία ή η μαστροπεία συνιστούν
εμπορία ανθρώπων, εμπόδιζαν τον κοινό νομοθέτη
να λάβει ένα ευρύτερο πλαίσιο το οποίο θα κάλυπτε
πλήρως όλες τις μορφές εμπορίας. Αυτή η κατάσταση συνεχίστηκε μέχρι τη ψήφιση και τη δημοσίευση
του Πρωτοκόλλου «για την πρόληψη, καταστολή και
τιμωρία της εμπορίας ανθρώπων ιδίως των γυναικών και παιδιών» που συμπληρώνει τη σύμβαση των
Ηνωμένων Εθνών κατά του Διακρατικού Οργανωμένου Εγκλήματος( Παλέρμο 12/12/2000) .
Σύμφωνα με το Πρωτόκολλο και συγκεκριμένα με το άρθρο 3 , η εμπορία ανθρώπων ορίζεται ως
«η στρατολόγηση, η απειλή ή η χρήση βίας ή άλλης
μορφής εξαναγκασμού όπως της απαγωγής, απάτης,
κατάχρησης εξουσίας ή εκμετάλλευσης της ευάλωτης θέσης του θύματος κυρίως με στόχο την απόσπαση της συναίνεσης του ατόμου που έχει την επίβλεψη κάποιου αλλού, μέσω παροχών, πληρωμών ή
ωφελημάτων , με σκοπό την εκμετάλλευση του».
Ειδικότερα, η εμπορία εμπλέκει στα δίκτυά της
τόσο γυναίκες και παιδιά όσο και άντρες αλλά και
ηλικιωμένους και μπορεί να λάβει τις παρακάτω
μορφές:

MODUS LEGIS 15

της Ελευθερίας Τίρτα

• εργασιακή εκμετάλλευση με την έννοια της
καταναγκαστικής εργασίας
• σεξουαλική εκμετάλλευση - μαστροπεία
• παιδική πορνογραφία
• επαιτεία
• αφαίρεση οργάνων
• εμπόριο βρεφών για παράνομες υιοθεσίες και
• στρατολόγηση ανηλίκων για τέλεση
τρομοκρατικών ενεργειών

MODUS LEGIS 16

Αναγνώριση Θύματος και
Προστασία αυτού
Η αναγνώριση των θυμάτων της εμπορίας δεν είναι εύκολη υπόθεση. Πολύ συχνά, τα θύματα δεν
φέρουν εμφανή τραύματα ή αλλά εμφανή ευρήματα
κακομεταχείρισης. Πολλά άτομα ενδέχεται να μην
έχουν καν συνείδηση της θυματοποιήσής τους, ιδιαίτερα αν αυτά είναι ανήλικα .Επιπλέον, επειδή η
εμπορία παρουσιάζεται με πολλές μορφές, στις περιπτώσεις που έχει σκοπό την εργασιακή εκμετάλλευση του ατόμου ενδέχεται το είδος ή οι συνθήκες
να μην εκλαμβάνονται από τα θύματα ως εξαναγκαστικές ή ακούσιες. Κατά τη θυματολογία, για να
χαρακτηριστεί κάποιο πρόσωπο ως θύμα θα πρέπει
όχι μόνο να έχει υποστεί βλάβη, αλλά και να μπορεί
αυτή να πιστοποιηθεί (να μπορεί να εντοπιστεί, δηλαδή, από τρίτο άτομο και να μην αφήνεται μονάχα
στον ισχυρισμό του θύματος).
Η αναγνώριση ενός ατόμου ως θύματος στην
εμπορία ανθρώπων έχει μεγάλη σημασία τόσο για
την αποτελεσματική προστασία του από άμεση απέλαση ή επαναπροώθηση (ειδικά στην περίπτωση
της κακοποίησης αλλοδαπών), όσο και για τη παροχή κατάλληλης ιατρόφαρμακευτικής, ψυχολογικής ή άλλης υποστήριξης , αλλά και για την υποβοήθηση της αίσιας έκβασης της δίκης (σε περίπτωση
αγωγής κατά του δράστη), με την έννοια της τιμωρίας των ενόχων. Κατά την είσοδό τους στη χώρα, τα
θύματα, είτε φέρουν μαζί τους πλαστά ή νοθευμένα έγγραφα όποτε κινδυνεύουν να χαρακτηριστούν
ως λαθρομετανάστες, είτε εισέρχονται με νόμιμα
έγγραφα κινδυνεύοντας να διαφύγουν της προσοχής των αρχών. Η αναγνώριση λοιπόν των θυμάτων
αποτελεί μια δύσκολη προσπάθεια που συχνά οδηγεί σε λάθος εκτιμήσεις και γι’ αυτό απαιτείται ενδελεχής έρευνα από σωστά εκπαιδευμένα άτομα αλλά
και συνεργασία των αρμόδιων φορέων.
Το ελληνικό ποινικό δίκαιο για πρώτη φορά ασχολήθηκε ενεργά με την προστασία θυμάτων εμπορίας
με τον Ν.3064/2002 και το π.δ. 233/2003.το οποίο
χαρακτηρίζει ως θύματα « τα πρόσωπα, ημεδαπούς
ή αλλοδαπούς που έχουν υποστεί άμεση βλάβη στη
σωματική ακεραιότητα ή στην προσωπική ή γενετήσια ελευθερία τους ή υφίσταται σοβαρός κίνδυνος
ως προς τα αγαθά αυτά της ζωής τους». Παράλληλα
το άρθρο 12 του Ν.3064/15-10-2002, προβλέπει ένα
γενικό πλέγμα αρωγής στα θύματα των εγκλημάτων που ορίζονται στα άρθρα 323ΠΚ(εμπόριο δού-

λων), 323Α(εμπορία ανθρώπων), 349ΠΚ (μαστροπεία), 351ΠΚ (σωματεμπορία) ,351Α ΠΚ(ασέλγεια
σε βάρος ανηλίκου με αμοιβή).Περιέργως, δεν προσφέρεται αρωγή στους ανηλίκους που έχουν πέσει
θύματα πορνογραφίας ή διευκόλυνσης αλλότριας
ακολασίας με ανήλικο, αφού ο νόμος δεν αναφέρει
τα σχετικά άρθρα 348ΠΚ και 348Α ΠΚ.
Σε εθνικό επίπεδο σύμφωνα με τις τροποποιήσεις
του Ν.3064/2002 τόσο στο άρθρο 323Α ΠΚ όσο στο
351 ΠΚ μπορούμε να διακρίνουμε τις εξής κατηγορίες:
1. τα «απλώς θύματα» που εξαναγκάζονται σε συμπεριφορά που θίγει τη γενετήσια ελευθερία και
τιμή με χρήση βίας, απειλής ή αλλού εξαναγκαστικού μέσου ή την επιβολή ή κατάχρηση εξουσίας
(άρθρο 351 ΠΚ παρ.1)
2. τα «ευάλωτα θύματα» που παρασύρονται σε
όμοια συμπεριφορά με υποσχέσεις ,δώρα ,πληρωμές ή παροχή άλλων ωφελημάτων (αρθ.351 ΠΚ
παρ 2 )
3. τα «ιδιαιτέρως ευάλωτα θύματα» δηλ. τους ανήλικους (αρθ.351 ΠΚ παρ 4 στοιχείο α περίπτωση α ).
Προστίθενται στην κατηγόρια αυτή ακόμα τρεις:
α) τα θύματα που χαρακτηρίζονται από πνευματική αδυναμία ή από κωφότητα (ΠΚ αρθ.351 παρ.4
στοιχείο α περίπτωση
β) και γ ) και τα θύματα που έχουν σχέση συγγένειας ή εξάρτησης με τον δράστη (θα πρέπει να είναι ανιών συγγενείς εξ αίματος , ή θετός γονέας,
επίτροπος ή άλλος στον οποίο έχουν εμπιστευτεί
τον ανήλικο με σκοπό την ανατροφή, την άσκηση της γονικής μέριμνας, την επίβλεψη ή φύλαξη
,έστω και αν αυτή είναι προσωρινή).
Άξιο είναι να υπογραμμιστεί το γεγονός ότι ένα
θύμα μπορεί να αναγνωριστεί σε διαφορετικά σημεία της διαδικασίας είτε κατά την είσοδο ή την έξοδο του από την χώρα, είτε κατά τη διάρκεια παραμονής του. Διαφορετικές αρχές, κυβερνητικές και
μη, μπορούν να παίξουν κάποιο ρόλο στη διαδικασία αναγνώρισης. Για την προστασία, λοιπόν, των
ανθρώπων αυτών απαραίτητη είναι η ειδική μέριμνα
και αρωγή από τις κρατικές αρχές καθώς και η εξέταση των βιοτικών συμβάντων από τις αρμόδιες αρχές πριν την άσκηση ποινικής δίωξης. Εν γένει για τα
αλλοδαπά θύματα προβλέπεται: α) μη επιβολή απέλασης ή αναστολή της εκτέλεσης της ,υπό ορισμένες
προϋποθέσεις ( άρθρο 187 Α παρ.4 ΠΚ ) β) χορήγηση άδειας διαμονής και εργασίας μέχρι της έκδοση
αμετάκλητης δικαστικής απόφασης , γ) δυνατότητα
ανανέωσης της άδειας παραμονής, καθώς και η δυνατότητα επαναπροώθησης αυτών.
(Ειδικότερα τα θέματα αναστολής της εκτέλεσης απέλασης και χορήγησης άδειας διαμονής
για τα αλλοδαπά θύματα διέπονται πλέον από το
Ν.3386/2005)
Προκειμένου όμως τα θύματα να δεχτούν την παραπάνω προστασία πρέπει αρχικά να ασκηθεί ποινική δίωξη για το αδίκημα της εμπορίας ανθρώπου και

Δυσκολίες κατά τη διαδικασία
αναγνώρισης
H προσπάθεια αναγνώρισης θυμάτων εμπορίας
ανθρώπων συχνά οδηγεί σε λάθος εκτιμήσεις και γι’
αυτό απαιτείται ενδελεχής έρευνα, επαρκώς εκπαιδευμένα άτομα αλλά και συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων φορέων. Η δυσκολία όσον αφορά στην εμπορία ανθρώπων δεν έγκειται τόσο στην καταπολέμη-

ση του ίδιου του φαινομένου όσο στον εντοπισμό του
στην κοινωνία. Πολλές φορές ακόμα και το ίδιο το
θύμα αρνείται τη θυματοποίησή του από τον δράστη
με αποτέλεσμα οι αρχές να μην μπορούν να λάβουν
τα αναγκαία μέτρα. Ορισμένοι από τους λόγους που
οδηγούν στην κατάσταση αυτή είναι οι παρακάτω:
Μια πρώτη αναφορά αξίζει να γίνει στο γεγονός
ότι πολλές φορές οι ίδιες οι αρχές είναι δυνατόν να
πιθανολογήσουν εσφαλμένα την ανυπαρξία ιδιότητας του θύματος σε ένα άτομο, είτε γιατί δεν φέρει εξωτερικά χαρακτηριστικά,είτε γιατί δεν δηλώνει
μόνο του ότι έχει υποστεί κακοποίηση. Γι’ αυτό και
δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις κατά τις οποίες τα θύ­­
ματα αλλοδαπής προελεύσεως υπόκεινται σε δεύτερο βαθμό θυματοποίησης είτε με την ίδια την κράτη­
ση και τη μετέπειτα απέλασή τους είτε με την φυλάκισή τους και την απουσία τιμωρίας του ουσιαστικού
δράστη. Στην παραπάνω περίπτωση παρά την αδυναμία των ίδιων των αρχών να εντοπίσουν το θύμα,
τα ίδια τα θύματα προθυμοποιούνται να αποκαλύψουν την κακομεταχείριση την οποία έχουν υποστεί
και να καταγγείλουν τον δράστη. Υπάρχουν όμως
και περιπτώσεις κατά τις οποίες, το ίδιο το θύμα αρνείται τη συνεργασία με τις αρχές είτε για λόγους
ψυχολογικής πίεσης (όπως π.χ. το μετατραυματικό
στρες ,που εκδηλώνεται μετά από έκθεση σε ένα η
περισσότερα εκφοβιστικά γεγονότα ή το Σύνδρομο
της Στοκχόλμης, κατά το οποίο το θύμα φτάνει να
ταυτοποιείται και να δικαιολογεί τον δράστη για τις
πράξεις του).
Τέλος, υπάρχουν και περιπτώσεις κατά τις οποίες το θύμα αποκτά επίκτητη άμβλυνση της μνήμης
του λόγω ερωτήσεων οι οποίες επιβάλλονται από
τον εξεταστή προκειμένου να βγάλει πόρισμα. Οι εισαγγελείς, δικαστές ή ανακριτές είναι αναγκαίο να
καταλάβουν πως η οποιαδήποτε προσπάθεια άσκησης πιέσεως στο θύμα θα έχει κατά πάσα πιθανότη­τα
το αντίθετο αποτέλεσμα από το επιθυμητό. Φυσικά
στη περίπτωση αυτή δεν αναφερόμαστε στις υποβολιμαίες ή παραπειστικές ερωτήσεις οι οποίες απαγορεύονται ρητώς σύμφωνα με το άρθρο 223 ΚΠΔ .
Σίγουρα η αναγνώριση ενός θύματος εμπορίας
είναι μια διαδικασία που παίρνει χρόνο και απαιτεί
συ­χ νά ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρχών περισσότερων κρατών ή μεταξύ οργανώσεων υποστήριξης θυμάτων, γεγονός που επιβραδύνει τη διαδικα­
σία. Βέβαια, αν το θύμα συνεργάζεται πλήρως με τις
αρχές, θα λάβει άδεια παραμονής και θα παραμείνει στη χώρα (όπως αναφέρθηκε πριν) για όσο χρόνο διαρκεί η ποινική διαδικασία. Ωστόσο, ενδέχεται
το θύμα να είναι σε τέτοια ψυχολογική και σωματική κατάσταση που η συνεργασία του με τις Αρ­­χές,
να καθίσταται δυσχερής και πολλές φορές αδύνατη. Παρά ταύτα, η άρνηση συνεργασίας του θύ­ματος
ενδέχεται να προέρχεται από διάφορους παράγοντες, οι κυριότεροι των οποίων προκαλούνται από
τον φόβο(αντίποινα από τον ίδιο τον θύτη, φόβος
για μη επαρκή προστασία από τις αρχές αλλά και
όπως αναφέρθηκε παραπάνω, φόβος συνδεόμενος
με κάποιο μετατραυματικό σύνδρομο, ή ακόμα και

MODUS LEGIS 17

ανεξάρτητα από την άσκηση αυτής το θύμα να έχει
προσφύγει στις αρμόδιες αρχές (πρβλ. Υπηρεσίες και
Μονάδες Προστασίας και Αρωγής στο Παράρτημα
του Π.Δ.233/2003). Η υποχρέωση των αρμόδιων αρχών για την παροχή προστασίας στα θύματα ισχύει
για όσο χρονικό διάστημα υφίσταται ο κίνδυνος της
ζωής και της σωματικής ακεραιότητας των θυμάτων
και για όσο καιρό διακυβεύεται η προσωπική και γενετήσια ελευθερία αυτών.
Συγκεκριμένα με το Ν.2928/2001 (άρθρο 2, με το
οποίο προστίθεται το άρθρο 187 Π.Κ. «Μέτρα επιείκειας») προβλέπεται ότι: «Ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, αν η καταγγελία πιθανολογείται βάσιμη
,μπορεί, ύστερα από έγκριση του εισαγγελέα εφετών,
να απόσχει προσωρινά από την ποινική δίωξη για
παραβάσεις νόμου περί αλλοδαπών και περί εκδιδομένων με αμοιβή προσώπων μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση για τις πράξεις που καταγγέλθηκαν.
Αν η καταγγελία αποδειχθεί βάσιμη , η αποχή από
την ποινική δίωξη γίνεται οριστική».
Επιπροσθέτως, για όσο χρονικό διάστημα κρίνεται
αναγκαίο, προβλέπεται αρωγή για τη στέγαση, τη διατροφή, τη διαβίωση, την περίθαλψη και την ψυχολογική υποστήριξη τους, καθώς και την εξασφάλιση
νομικού παραστάτη και διερμηνέα. Ειδική μέριμνα
προβλέπεται και για τους ανήλικους και τα θύματα νεαρής ηλικίας ,η οποία περιλαμβάνει την ένταξη τους σε προγράμματα σχετικά με την εκπαίδευση
και την επαγγελματική τους κατάρτιση .Ενώ σύμφωνα με το άρθρο 47 παρ.2 οι αρμόδιες εισαγγελικές ή
αστυνομικές αρχές καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για τον «ταχύτερο δυνατό εντοπισμό της
οικογένειας τους και λαμβάνουν αμέσως τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίσουν τη νομική τους εκπροσώπηση εάν αυτή είναι απαραίτητη στο πλαίσιο
της ποινικής διαδικασίας. Εν τέλει, με την υπουργική
απόφαση 139491/2006 «Νο­σηλευτική & Ιατροφαρμακευτική περίθαλψη ανασφαλίστων & οικονομικά
αδύνατων πολιτών» προβλέπεται ότι «οι αλλοδαποί
θύματα των εγκλημάτων των 323,323Α,349,351,351Α
ΠΚ (σύμφωνα με το π.δ.233/2003), που είναι ανασφάλιστοι, δικαιούνται άμεσης και δωρεάν ιατροφαρμακευτικής και νοσοκομειακής περίθαλψης από
τις υπηρεσίες του ΕΣΥ, για όσο χρονικό διάστημα διαρκούν τα μέτρα προστασίας και αρωγής, με την
επίδειξη μόνο της σχετικής βεβαίωσης (στην οποία
αναγράφεται ρητά ο χρόνος προστασίας και αρωγής), που χορηγείται από την οικεία Αστυνομική διεύθυνση (Άρθρο 6).

MODUS LEGIS 18

πολιτισμικές /θρησκευτικές αναστολές), και αυτό είναι κάτι που δε σχετίζεται με τη γενικότερη διάθεση
συνεργασίας του ατόμου με τις αρχές.
Στην περίπτωση της άρνησης ή της περιορισμένης
συνεργασίας , το αλλοδαπό θύμα κινδυνεύει με απέλαση. Γι’ αυτό και η προθεσμία περίσκεψης δίδεται
από τη στιγμή που μπορούν οι αρχές να πιθανολογήσουν ότι ένα άτομο είναι θύμα εμπορίας(άρθρο 47
του Ν,3386/2005 και άρθρο 10 παρ.2 της Σύμβασης
κατά της εμπορίας του Συμβουλίου της Ευρώπης ).
Γίνεται, λοιπόν, εύκολα αντιληπτό ότι η αποτυχία
αναγνώρισης ενός πραγματικού θύματος συνεπάγεται γι’ αυτό τη μη διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του, και στερεί ως απόρροια της Ποινικής (Ανακριτικής) διαδικασίας την κατάθεση ενός
ουσιώδους μάρτυρος, που θα επέτρεπε την καταδίκη των ένοχων του εγκλήματος της εμπορίας ανθρώπων. Συνεπώς, αντιλαμβανόμαστε την ανάγκη
αλλά και τη σημασία της επιτυχούς μεθόδευσης, με
την οποία μπορεί να επιτευχθεί η αναγνώριση ενός
θύματος και ως αποτέλεσμα αυτού, η περίθαλψη του
θύματος αλλά και η τιμωρία του θύτη.
Εν κατακλείδι, το φαινόμενο της εμπορίας ανθρώπων αποτελεί ένα είδος οργανωμένου πλέον εγκλήματος με διεθνείς διαστάσεις και πολλές πτυχές, ενώ
δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για το ότι βαίνει συνεχώς αυξανόμενη η εμφάνισή του σε όλες τις χώρες. Σε εθνικό επίπεδο το πρόβλημα δεν έγκειται
τόσο στην έλλειψη ικανού νομοθετικού πλαισίου,
που θα στοχεύει στην ανάσχεση της πιθανής αξιόποινης συμπεριφοράς του δράστη λόγω της επικείμενης ποινικής κύρωσης, όσο στην αποτελεσματική
και ορθή εφαρμογή του ήδη υπάρχοντος. Συχνά και
λανθασμένα, υπάρχει η πεποίθηση πως η συνεχής
ενίσχυση των μέτρων και η επιβολή πρόσθετων θα
περιορίσει την εκδήλωσή του, δίχως να ελέγχεται το
κατά πόσο αυτά εφαρμόζονται στην πράξη. Πλέον,
η αντιμετώπιση του προβλήματος της εμπορίας ανθρώπων είναι θέμα θέλησης και ανάληψης ευθυνών
και μόνο, κυρίως από τους Αρμόδιους Φορείς. Δεν
ωφελεί ,όπως αποδεικνύεται και από την καθημερινή πραγματικότητα , σε τίποτα το να αναγορεύουμε οτιδήποτε δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε , σε
οργανωμένο, ή διακρατικό έγκλημα ή «ασύμμετρη
απει­λή» και να στεκόμαστε μόνο εκεί. Το πρόβλημα
δεν θα αντιμετωπιστεί και το φαινόμενο δεν θα εξαλειφθεί , με κανένα ποινικό μέτρο, εάν ο κάθε αρμόδιος δεν επιλαμβάνεται του θέματος από όποια θέση
και αν βρίσκεται , δεν προχωρήσει σε τομές και παραμείνει στην απλή διεκπεραίωση των υποθέσεων
εμπορίας ανθρώπων. Θα πρέπει λοιπόν να ενισχυθεί
η συνείδηση των κρατικών φορέων, δικαστών, μονάδων πρόληψης και καταστολής , μη κυβερνητι­κών
οργανισμών και πολιτών ότι η εμπορία ανθρώ­πων
είναι ένα κοινωνικό πρόβλημα που χρήζει συνεχούς
επαγρύπνησης για τον εντοπισμό και την αντιμετώπισή του, αλλά όχι μόνο μέσω των ποινικών νόμων
και του μηχανισμού καταστολής, αλλά και μέσω της
πρακτικής μέριμνας από κάθε αρμόδιο φορέα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΊΑ
• Αθ. Συκιώτου, Εμπορία ανθρώπων στα Βαλκάνια, εκδ.
Αντ.Σακουλα Αθήνα, 2003
• Dowling Samantha, Moreton Karen, Wrigth LeiLa,
Trafficking for the purposes of Labour Exploitation:
A literature Review, Home Office Online Report
10/70:http://www.homeoffice.gov.uk/rds/pdf07//
rdsolr1007.pdf
• Aντί άλλων: Στ.Αλεξιάδης, Εγληματολογία, εκδ. Σακκουλα, Θεσ/νίκη2004
• Αθ.Συκιώτου, «Η έννοια του θύματος στην εμπορία ανθρώπων», ΠοινΧρ2006,684-69
• United Nations Office on drug and crime (unodoc),
Trafficking in persons Global Patterns,April 2006,
http://www.unodoc.org/documents/human-trafficking/
Ht-globalpatterns-en.pdf
• G.Malinverni, comments on art.4 of ECHR ,in
E.Decaux/P.-H Pettiti(Dir.).La Convention europeene
des droits de l’homme, Εκδ.Economica 19995
• Iω.Μανωλεδάκης ,Μελέτες για εμβάθυνση στο Ποινικό
Δίκαιο :(1978-1999) εκδ. Σάκκουλα,2000
• Στ.Παύλου / Ι. Μπέκα, Συλλογή ειδικών ποινικών νόμων: η προστασία των έννομων αγαθών της ζωής .υγείας ,ιδιοκτησίας και περιουσίασ,εκδ.Σακουλα.2002
• ΕΜΚΕ-POULOPOULOS Ioanna,Traffickingin women
and children: Greece, a Country of destination and
transit εκδ. IMEO,2001

της Μαργαρίτας Δράκου και
του Χρήστου Μπάρμπα

Η περιοχή του Άθω ήταν γνωστή στον χριστιανικό
κόσμο ήδη από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες,
καθώς η διαμόρφωση του φυσικού περιβάλλοντος,
τούς εξασφάλιζε αυτάρκεια και καθιστούσε συγχρόνως δύσκολη την πρόσβαση στους μη κατοικούντες
σ’ αυτήν. Στις εγκαταστάσεις, όμως, που δημιουργούνταν έλλειπε το στοιχείο της οργάνωσης.
Σταθμός στην ιστορία του Αγίου όρους υπήρξε ο
ερχομός του Αθανασίου του γνωστού ως Αθωνίτη –o
οποίος μάλιστα ίδρυσε της μονή της Μεγάλης Λαύρας– και συνέταξε ύστερα από μερικά χρόνια το Τυπικό της, έχοντας ως πρότυπο το τυπικό της μονής
του Στουδίου στην Κωνσταντινούπολη. Το τελευταίο
αργότερα , συμπληρώθηκε με την διατύπωση και στη
συνέχεια με την υποτύπωση δια του Αθανασίου. Έτσι
τέθηκαν οι βάσεις της οργάνωσης του Αγίου Όρους.
Γύρω στο 972μ.Χ. εισάχθηκε ο θεσμός του οικονόμου, καθιερώθηκε το άβατο του Αγίου όρους –

το οποίο μάλιστα ισχύει μέχρι και σήμερα– και τέλος ρυθμίστηκαν και πολλά άλλα θέματα διοικητικής φύσεως. Έτσι κατά την περίοδο αυτή σημειώνεται η πιο μεγάλη ακμή του Αγίου Όρους , όπου παρατηρείται ταυτόχρονα και μια επέκταση του κοινοβιακού συστήματος.
Με το πέρας των αιώνων , η τουρκική κατάσταση που ακολούθησε με αποκορύφωμα μάλιστα την
άλωση της Πόλης το 1453 μ.Χ είχε ως αποτέλεσμα
την υποταγή της περιοχής από τους μοναχούς στο
Σουλτάνο και τον Πορθητή ( όταν εισήλθε στη Βασιλεύουσα) , πετυχαίνοντας όμως οι τελευταίοι την
πλήρη αναγνώριση των προνομίων της μοναχικής
πολιτείας.
Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας επικρατεί το
ιδιόρρυθμο αυτό σύστημα , αφού η προσπάθεια για
ανάσχεσή του, δεν έφερε σημαντικά αποτελέσματα.
Ειδικότερα, κατά τον 16ο αιώνα , συμπληρώθηκε ο

MODUS LEGIS 19

Ιστορικά

MODUS LEGIS 20

αριθμός των 20 σημερινών μονών , ενώ ταυτόχρονα επεκτάθηκε η εξουσία του επισκόπου Ιερισ­σού
και στο Άγιο Όρος. Παράλληλα, άρχισε σταδιακά
και η διαμόρφωση του διοικητικού συστήματος που
και σήμερα ισχύει. Παρ’ όλα αυτά, αρμόζει να επισημανθεί πως τα παρεχόμενα αυτά προνόμια του Άθω
καθώς και η ανεξαρτησία του, για την εξασφάλιση
των οποίων διατηρούσε η Ιερά Κοινότητα αντιπροσώπους τόσο κοντά στον Τούρκο Διοικητή της Θεσσαλονίκης όσο και στην Υψηλή Πύλη δεν παρέχονταν δίχως αντάλλαγμα. Τακτικοί και έκτακτοι φόροι αποτελούσαν δυσβάσταχτα βάρη για τα οικονομικά του Όρους, κάτι που είχε ως συνέπεια τη φτώχεια , την δυστυχία και συνακόλουθα την πτώση του
πνευματικού επιπέδου του Αγίου Όρους κατά τον
κρίσιμο 17ο αιώνα.
Τον 18ο αιώνα άλλαξε το σκηνικό, αφού χάρη
στην κινητικότητα των μοναχών παρατηρήθηκε
βελτίωση της οικονομικής κατάστασης καθώς και
ηθική ανόρθωση.
Κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης,
το Άγιο Όρος υπέστη σημαντικές καταστροφές.
Μάλιστα, σ’ αυτή την περίοδο εγκαταστάθηκαν και
πρώτη φορά Τούρκοι. Από το 1869 ή το 1870 είχε
στις Κορνές την έδρα του ο « Καϊμακάμης» ο οποίος είχε φορολογικές κατά κύριο λόγο αρμοδιότητες.
Από τα παραπάνω συμπεραίνεται πως όλο το κρίσιμο διάστημα της Ελληνικής Επανάστασης, όλον
τον 19ο αιώνα δηλαδή, το Άγιο Όρος βρισκόταν σε
καθεστώς αναρχίας. Το γεγονός αυτό συνεχίστηκε
και κατά τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα , αφού
τόσο ο βραχύβιος καταστατικός χάρτης που κυρώθηκε από τις Τουρκικές αρχές της Θεσσαλονίκης,
όσο και οι Γενικοί Κανονισμοί που ακολούθησαν ,
δεν μπόρεσαν να μεταβάλλουν σημαντικά την υφιστάμενη κατάσταση.
Μετά την απελευθέρωση του Αγίου Όρους από τα
ελληνικά στρατεύματα, το μέλλον της περιοχής προκάλεσε πολλές συζητήσεις. Διατυπώθηκε αρχικά η
άποψη στη Συνδιάσκεψη του Λονδίνου το 1913, να
ανακηρυχθεί η περιοχή σε ανεξάρτητο κράτος υπαγόμενο στο Οικουμενικό Πατριαρχείο υπό την προστασία των ορθόδοξων κρατών της Βαλκανικής και
της Ρωσίας, κάτι που όμως που απορρίφθηκε λόγω
της σθεναρής άρνησης της ελληνικής κυβέρνησης.
Για πρώτη φορά , η περιοχή του Άθω , ύστερα από
μία σειρά διεθνών συνθηκών , αναγνωρίστηκε ως
τμήμα της ελληνικής επικράτειας στις 10 Αυγούστου
1920, με τη συνθήκη δηλαδή των Σεβρών. Το παραπάνω γεγονός επικυρώθηκε με τη συνθήκη της Λοζάνης λίγα χρόνια αργότερα ( 24 Ιουλίου 1923).
Με την άρση όμως της εκκρεμότητας αυτής δε λύθηκε ουσιαστικά το πρόβλημα της διαμόρφωσης του
αγιορείτικου καθεστώτος. Γι’ αυτό το λόγο συστήθηκε στις Κάρνες πενταμελής επιτροπή που μέσα σε
σύντομο χρονικό διάστημα κατήρτισε σχέδιο Καταστατικού Χάρτη που ψηφίστηκε από την έκτακτη
δι­­πλή σύναξη των 20 μονών. Το σχέδιο αυτό υποβλήθηκε στην Ελληνική Κυβέρνηση και μετά την
επε­ξεργασία του από μία ειδική επιτροπή κυρώθηκε

με το Ν.Δ 10/16.91926. Συγχρόνως η Δ’ Εθνοσυνέλευση περιέλαβε στο Σύνταγμα που ψήφισε και ένα
σχέδιο ψηφίσματος της πιο πάνω επιτροπής. Πρόκειται για τα άρθρα 109-112 του Συντάγματος του 1927,
με τα οποία για πρώτη φορά κατοχυρώθηκε συνταγματικά το αγιορείτικο καθεστώς.

Το αγιορίτικο δίκαιο
Το αγιορείτικο δίκαιο περιλαμβάνει διατάξεις που
ανήκουν σε διάφορους κλάδους του δικαίου. Οι κλάδοι αυτοί είναι οι ακόλουθοι :
• το συνταγματικό δίκαιο ( π. χ σχετικά με τον καθορισμό της θέσης του Αγ. Όρους μέσα στο κράτος,
την οργάνωση και τα προνόμια που του έχουν παραχωρηθεί),
• το διοικητικό δίκαιο ( π. χ σύστημα διοικήσεως) ,
• το δικονομικό δίκαιο, τόσο αστικό, όσο και ποινικό, όσον αφορά την απονομή της δικαιοσύνης στο
Άγιο Όρος.
Οι κυριότερες πηγές του αγιορείτικου δικαίου , είναι το άρθρο 105 του `Συντάγματος, ο κανονιστικός
Χάρτης του Αγίου Όρους, ο κυρωτικός νόμος (Ν.Δ.
10/16.9.1926), καθώς και ορισμένοι νεώτεροι νόμοι
όπως π. χ οι Ν.1166 και 1198/1981.
Η κατοχύρωση του αγιορείτικου καθεστώτος επα­
ναλαμβάνεται στερεότυπα και με αμετάβλητη σχε­
δόν γλωσσική διατύπωση από το 1927 μέχρι και σήμερα, όπου αυτή συναντάται στο άρθρο 105 του
υφι­στάμενου Συντάγματος. Το τελευταίο αποτελεί,
ως αυτοτελές κεφάλαιο, την τελευταία διάταξη του Γ’
Μέρους του Συντάγματος που αναφέρεται στην οργάνωση και τη λειτουργία της Πολιτείας (Τμήμα ΣΤ’:
Διοίκηση). ( Το γεγονός ότι στερεότυπα επαναλαμβάνεται αυτή η διάταξη δεν οφείλεται στο ότι είναι
άψογο από νομοτεχνική άποψη, αλλά αντίθετα διατυπώνονται κατά καιρούς επικρίσεις για την ανάγκη
μεταρρύθμισης των σχετικών διατάξεων).
Το περιεχόμενο του άρθρου 105 κατανέμεται στις
5 παραγράφους τους ως εξής :
§ Παρ 1: α) Ορισμός της περιοχής του Αγ. Όρους,
β) περιοχή αυτοδιοικήσεως από την κυρίαρχη ελληνική πολιτεία, γ) υπαγωγή στην πνευματική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και δ)
αυτοδίκαιη κτήση της ελληνικής ιθαγένειας για
όλους τους αγιορείτες.
§ Παρ.2 : ε) καθορισμός του τρόπου διοικήσεως του
Αγίου Όρους, στ) θέσπιση του αναπαλλοτρίωτου
του εδάφους του , ζ) απαγόρευση μεταβολής του
διοικητικού συστήματος, καθώς και του αριθμού
των μονών και της τάξης τους, τόσο μεταξύ τους
όσο και σε σχέση με τα εξαρτήματα τους, η) η απαγόρευση εγκαταβίωσης ετερόδοξων ή σχισματικών.
§ Παρ.3 θ) Διαδικασία κατάρτισης του Κανονιστικού Χάρτη.
§ Παρ 4 ι) Καθιέρωση εποπτείας του Οικουμενικού
Πατριαρχείου για τα πνευματικά ζητήματα και του
Κράτους για τα διοικητικά, ια) ανάληψη της ευθύνης για τη διαφύλαξη της δημόσιας τάξης και

Το άρθρο 105 αποτελεί Σύνταγμα με τυπική μόνο
έννοια και όχι ουσιαστική για το Άγιο Όρος , αφού
δεν προσδιορίζεται σε γενικές γραμμές η οργάνωση.
Μολοταύτα , ο νομοθέτης προσέδωσε στη διάταξη
αυτή αυξημένη τυπική ισχύ λόγω της σπουδαιότητας του Αγίου Όρους και της γενικότερης εθνικής και
πολιτισμικής του σημασίας. Το παραπάνω άρθρο περιέχει δίκαιο ειδικό και εξαιρετικό. Με βάση αυτή την
ιδιότητα πρέπει να καθορίζεται η σχέση τους με τις
υπόλοιπες διατάξεις του Συντάγματος ή άλλες διατάξεις αυξημένης τυπικής ισχύος.
Αναλύοντας το περιεχόμενο του άρθρου 105 , παρατηρείται ότι η προστασία του αγιορείτικου καθεστώτος παρέχεται σε δύο μορφές : α)με ρητές διατάξεις, β)με γενική παραπομπή στο καθεστώς αυτό
(παρ.1-4 του άρθρου 105 του Συντ.).
Στην εισηγητική έκθεση για το σχέδιο του ψηφίσματος που κατάρτισε η Επιτροπή του 1924, το αγιορείτικο δίκαιο διαμορφώθηκε με το Τυπικό του Αγίου
Όρους, τα αυτοκρατορικά χρυσόβουλλα, τα πατριαρχικά συγγίλια, τα σουλτανικά φιρμάνια, τους κανονισμούς και τα έθιμα του Αγίου Όρους. Με βάση
τα παραπάνω προκύπτει πως απολαμβάνουν συ­
νταγματικής προστασίας όλες οι διατάξεις που αναφέρονται στο αγιορείτικο καθεστώς με μόνη προϋπόθεση, ότι ίσχυαν τη χρονική στιγμή που θεσπίστηκε η συνταγματική προστασία. Συνεπώς , από τα
πα­ραπάνω, προκύπτει πως εξαιρούνται της συνταγματικής προστασίας οι εξής κατηγορίες διατάξεων:
Εκείνες που α)δεν ίσχυαν κατά την αρχική (1927)
εισαγωγή της συνταγματικής προστασίας, β) εκείνες
που δεν αναφέρονται σε θέματα αυτοδιοικήσεως του
Αγίου Όρους και γ) εκείνες οι διατάξεις που τυχόν
συγκρούονται με το άρθρο 105 Συντ.
Η συνέπεια της συνταγματικής κατοχύρωσης των
κανόνων του αγιορείτικου δικαίου, με τη γενική παραπομπή του άρθρου 105 του Συντάγματος, είναι
ότι οι παραπάνω διατάξεις δεσμεύουν τον κοινό νομοθέτη . Έτσι, ο τελευταίος δεν μπορεί να τις καταργήσει ή να τις τροποποιήσει. Αυτό έχει σπουδαία σημασία για τις σχέσεις αυτών των διατάξεων
με τον καταστατικό χάρτη και το κυρωτικό του νομοθετικό διάταγμα.
Όσον αφορά στον κανονιστικό χάρτη του Αγίου Όρους , ο τρόπος κατάρτισης του εκτέθηκε παρα­πάνω. Η διαδικασία που ακολουθήθηκε δεν ανταποκρινόταν στις (μεταγενέστερες) συνταγματικές
δι­ατάξεις , αλλά αυτό δεν είχε σημασία και όλη η διαδικασία είχε περατωθεί , πριν καν τεθεί σε ισχύ το
Σύ­νταγμα του 1927. Αντίθετα, προβλήματα διατυπώθηκαν και προέκυψαν σχετικά με το κυρωτικό του
νόμου (Ν.Δ. 10/16.9.1926) γιατί από το 1924 έως και
το 1927 παρατηρήθηκε συχνή αλληλοδιαδοχή οργά-

νων στην άσκηση της νομοθετικής εξουσίας και τελικά το πιο πάνω νομοθετικό διάταγμα δεν κυρώθηκε
σύμφωνα με τη διαδικασία που προέβλεπε το ψήφισμα της 18/2/1927. Ωστόσο, η νομολογία του Αρείου
Πάγου δέχεται το παραπάνω Ν.Δ. , όπως και όλα τα
νομοθετήματα αυτής της περιόδου.
Αναφορικά με το περιεχόμενο του, κάθε διάταξη
των νομοθετημάτων αυτών που αναφέρονται στην
αυτοδιοίκηση του Αγίου Όρους πρέπει να συμπορεύεται με το συνταγματικά κατοχυρωμένο αγιορεί­τικο
καθεστώς. Αντίθετα, διατάξεις των ίδιων νομοθετημάτων που δεν ανήκουν στο προνομιακό καθε­στώς
του Αγίου Όρους, δεν έχουν αυξημένη τυπική ισχύ,
με αποτέλεσμα να μπορούν να καταργηθούν ή να
τροποποιηθούν και με απλό νόμο. Παρ’ όλα αυτά,
αρμόζει να επισημανθεί πως οι παραπάνω διατάξεις
γενικά είναι ειδικές και εξαιρετικές , κάτι που σημαίνει πως δεν αρκεί για την τροποποίηση ή την κατάργησή τους η οποιαδήποτε ρύθμιση του ίδιου θέματος
με μια γενική διάταξη, αλλά απαιτείται ρητή μνεία
του ίδιου θέματος με μια ειδική διάταξη στο μεταγενέστερο νομοθέτημα.
Ο Κανονιστικός Χάρτης του Αγίου Όρους δεν εξαντλεί όλα τα θέματα της αυτοδιοίκησης του Όρους.
Επομένως , διατάξεις του συνταγματικά κατοχυρωμένου καθεστώτος, που αναφέρονται στην αυτοδιοίκηση, δεν μπορεί να θεωρηθούν κατηργημένες από
το γεγονός ότι δεν επαναλήφθηκαν σ’ αυτόν.
Ο λεπτομερής καθορισμός των αγιορείτικων καθεστώτων και του τρόπου λειτουργίας του Αγίου Όρους
γίνεται με τον Κ.Χ.Α.Ο.(σσ. Καταστατικός Χάρτης Αγίου Όρους). Στην πράξη όμως δημιουργούνται προβλήματα , αφού ισχύουν δύο νομοθετήματα
, όπως παρατηρήθηκε και από τα παραπάνω. Από τη
μορφή των τελευταίων, προκύπτει πως υπάρχει ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο νομοθετήματα, η
οποία ορίζει ότι για την κατάργηση ή την τροποποίηση διάταξης ενός εκ των προαναφερθέντων, αν μεν
προκύπτει για θέμα αυτοδιοίκησης, πρέπει να τηρηθεί η διαδικασία του άρθρου 105 παρ.3 Συντ. , ενώ
από την άλλη για θέμα του άρθρου 105 παρ.5, απαιτείται η έκδοση ενός απλού νόμου.
Τέλος, αναφορικά με το νομικό καθεστώς του Αγίου Όρους, ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει στις κανονιστικές πράξεις που ψηφίζει η « Έκτακτη Εικοσαμελής Σύναξη». Οι παραπάνω διατάξεις θα πρέπει να
είναι σύμφωνες με το περιεχόμενο του Κ.Χ.Α.Ο., να
κοινοποιούνται στο Διοικητή και στη συνέχεια να επικυρώνονται και να τίθενται σε ισχύ από τον Υπουργό
Εξωτερικών. Αν μάλιστα οι κανονιστικές αυτές διατάξεις έχουν περιεχόμενο πνευματικής φύσεως, πρέπει να ανακοινωθούν με έγκριση του Οικουμενικό
Πατριαρχείου. Επίσης, σημαντικό ρόλο- αλλά δευτερεύων- στη διαμόρφωση του νομικού κα­θεστώτος
της περιοχής του Άθω έχουν οι εσωτερικοί κανονισμοί των μονών και των ασκητών ( που εγκρίνονται
από την ιερά κοινότητα και τις κυρίαρχες μονές)καθώς επίσης και άλλοι κανόνες είτε γραπτοί όπως
χρυσόβουλλα, συγγίλια κ.τ.λ. (για τα οποία ιδιαίτερη
μνεία έγινε παραπάνω), είτε και εθιμικοί.

MODUS LEGIS 21

ασφάλειας από την πολιτεία.
§ Παρ 5 ιβ) Ενάσκηση των κρατικών εξουσιών από
το διοικητή του Αγίου Όρους, ιγ) άσκηση δικαστικής εξουσίας από τις μοναστηριακές αρχές και
την Ιερά Κοινότητα, ιδ) τελωνιακά και φορολογικά
προνόμια του Αγίου Όρους.

MODUS LEGIS 22

της Πόπης Πέτρου

Ιστορική Αναδρομή

Το καθεστώς της Σάμου και η Ένωση της Σάμου με
την Μητέρα-Ελλάδα.
Το 1830 οι Μεγάλες Δυνάμεις-Αγγλία, Γαλλία,
Ρωσία- υπέγραψαν την Συνθήκη του Λονδίνου ή με
άλλη ορολογία το Πρωτόκολλο της Ανεξαρτησίας
(3 Φεβρουαρίου 1830), με το οποίο η Ελλάδα αποκτά εδαφική ακεραιότητα, εθνική ανεξαρτησία και
μοναρχικό πολίτευμα. Πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας χρίστηκε ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο οποίος
αν και παρέλαβε ένα κράτος διαλυμένο, προσπάθησε με επιτυχία να το ανασυγκροτήσει. Ωστόσο,
η συγκεντρωτική πολιτική του δημιούργησε αντιδράσεις και έτσι δολοφονήθηκε το 1831 και παρέλαβε τα ηνία της χώρας ο Όθωνας. Οι περιοχές που
αποτελούσαν την ελληνική επικράτεια ήταν οι εξής:
Στερεά Ελλάδα, Πελοπόννησος, Κυκλάδες. Κατάφορα το νησί της Σάμου δεν συμπεριλήφθηκε στα
όρια του Ελληνικού κράτους.
Ωστόσο, οι Σάμιοι δεν μπορούσαν να αποδεχτούν την εξαίρεση του νησιού από τα ελληνικά
σύνορα. Έτσι, συνέχισαν να αγωνίζονται για τέσσερα ακόμη χρόνια(ως το 1834) για την ένταξη τους
στην Ελλάδα. Όμως η Οθωμανική αυτοκρατορία
στάθηκε ένας αξιόμαχος και σκληρός αντίπαλος
για τους λίγους αριθμητικά Σαμίους. Ως λύση ανάγκης οι Σαμιώτες δέχτηκαν προνόμια που τους παραχώρησε η Υψηλή πύλη. Συγκεκριμένα, υπό την
εγγύηση των προστάτιδων δυνάμεων(Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) η Σάμος αναγορεύτηκε σε ημιαυτόνο-

μο κρατίδιο, το οποίο διοικούταν από Ηγεμόνα διορισμένο από την Υψηλή Πύλη Έλληνα και ορθόδοξο. Ως Ηγεμονία η Σάμος είχε δική της σημαία,
κυβέρνηση, βουλή και δικαστήρια. Ανά δύο χρόνια
ο Σαμιακός λαός ψήφιζε εκ νέου Βουλή, της οποίας την προεδρική θέση κατείχε ο Ηγεμόνας. Ως
απόρροια των παραπάνω προνομίων, το νησί είχε
εσωτερική κυριαρχία ανεπηρέαστη από τις επιταγές την Πύλης τουλάχιστον στις πλείστες των περιπτώσεων. Όμως, δεν συνέβαινε το ίδιο και με την
εξωτερική κυριαρχία, η οποία επαφίετο στην βούληση και κρίση του Σουλτάνου. Συνεπώς, η Σάμος
δεν μπορούσε αυθύπαρκτα να αναλαμβάνει υποχρεώσεις και να απολαμβάνει δικαιώματα διεθνούς
δικαίου, καθώς ήταν απαραίτητη η συγκατάθεση
της Τουρκίας.
Η Σάμος διοικήθηκε συνολικά από 10 ηγεμόνες
και η περίοδος της ηγεμονίας διήρκησε περίπου
ογδόντα έτη(1832-1912).Η αυτονομία του νησιού
ώθησε τους Σαμιώτες να επιδιώξουν εκ νέου την
Ένωση του νησιού με την Ελλάδα. Περίπου το 1900
και για τα επόμενα δώδεκα έτη κυριαρχεί ο πολιτικός ηγέτης Θεμιστοκλής Σοφούλης, ο οποίος οραματιζόταν την Ένωση με την Πατρίδα. Έτσι, μετά
από το επαναστατικό κίνημα του 1912 η Σαμιακή
Εθνοσυνέλευση κήρυξε την Ένωση(11 Νοεμβρίου
1912), η οποία τυπικά ισχύει από το 1914.

Την περίοδο της Ηγεμονίας παρατηρήθηκε εξαιρετική πολιτική άνθηση. Το πολίτευμα απέκτησε τα
χαρακτηριστικά της Συνταγματικής πολιτείας, καθώς κυρίαρχο σώμα αποτέλεσε η Εθνοσυνέλευση
των Σαμίων. Επίσης, υπήρξε δημοτική διοίκηση και
συγκεκριμένη τοπικά προσδιοριζόμενη δικαστική
εξουσία: Πρωτοδικείο, Ειρηνοδικείο, Εφετείο. Συγχρόνως, το νησί συνδέθηκε με την υπόλοιπη Ελλάδα
ακτοπλοϊκά, τηλεφωνικά και τηλεγραφικά.
Οι νέοι πολιτικοί θεσμοί και η επικοινωνία του
νησιού με τις γύρω περιοχές επέφεραν πολιτιστικό
οργασμό. Την δεκαετία του 1980 εμφανίζεται μια
σειρά λόγιων, νομικών, δασκάλων, ιατρών, ποιητών, λογοτεχνών, η οποία κατείχε σημαντική θέση
στο κοινωνικό σύνολο και επηρεάζει αρκετά τις
κοινωνικές συνθήκες.
Καθόσον μεταβάλλονταν οι συνθήκες της κοινωνίας ήταν φυσικό να δημιουργούνται νέες αναγκαιότητες και καταστάσεις, οι οποίες έπρεπε να διευθετηθούν από νέους νόμους. Η Σάμος όταν έγινε
αυτόνομη ηγεμονία αλλά και παλαιότερα διεπόταν
στις αστικές της σχέσεις από την εξάβιβλο του Αρμενόπουλου, η οποία βασιζόταν κυρίως στο Βυζαντινό-ρωμαϊκό δίκαιο. Ωστόσο, οι θεσμοί μεταβλήθηκαν, δημιουργήθηκαν νέες έννομες σχέσεις και
για διάφορα νομικά ζητήματα υπήρχαν αντιφατικές
διατάξεις. Επομένως οι δικαστικοί λειτουργοί προκειμένου να αναπληρώσουν τα κενά δικαίου ή να
άρουν τις αντιφάσεις υποχρεώνονταν να ανατρέξουν σε πηγές δικαίου οριζόμενες από τον Αρμενόπουλο, οι οποίες όμως περιείχαν νόμους παρωχημένους και ανίκανους να λύσουν τα προκύπτοντα
νο­μικά θέματα. Συνεπώς, ανέκυψε η ανάγκη να εισαχθεί ένα νέο νομοθέτημα, που θα ρύθμιζε αποτελεσματικότερα τις αστικές σχέσεις.
Ο Αλέξανδρος Καραθεοδωρή(1833-1906) ήταν
ένας από τους ηγεμόνες του νησιού κατά τα έτη
1883-1894. Ήταν άνθρωπος ιδιαίτερα οξυδερκής,
αξιωματούχος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας
και είχε σπουδάσει νομική και μαθηματικά στο Παρίσι. Ανάμεσα στα αρκετά δημόσια έργα ανήγειρε,
συνέστησε και επιτροπές νομομαθών, οι οποίες θα
συνέτασσαν Σαμιακή Πολιτική Δικονομία και Σαμιακό Αστικό Κώδικα. Η επιτροπή που ασχολούταν με τον Αστικό Κώδικα επεξεργάστηκε το νομοθέτημα του 1874, που ίσχυε σε όλη την Ελλάδα και
είχε φανερές επιρροές από το Ρωμαϊκό δίκαιο, και
στηρίχθηκε σ αυτό για να εκπονήσει τους νέους νόμους. Ο Επαμεινώνδας Φραγκούλης, διακεκριμένος νομικός της εποχής και πρόεδρος της επιτροπής σύνταξης, αναφέρει στην αιτιολογική έκ­θεση,
συνοδευτική του Κώδικα, ότι η Σάμος χρειαζόταν
απλούστερους κανόνες δικαίου από εκείνους του
νόμου του 1874, βασισμένους σε στο ιταλικό, γαλλικό και σαξονικό δίκαιο.
Ο Σαμιακός Κώδικας τέθηκε σε ισχύ επί ημερών
του Στέφανου Μουσούρου(1896-1899), ΙΑ ηγεμό-

νας. Η διαδικασία σύνταξης κράτησε γύρω στα
πέ­ν τε χρόνια. Το 1988 η Σαμιακή Συνέλευση ενέκρινε τον Κώδικα, ο Μουσούρος επικύρωσε το ψήφισμα και ο Φραγκούλης ανέλαβε την συγγραφή
αι­τιολογικής έκθεσης, η οποία εκδόθηκε στις 16
Φεβρουαρίου του 1988, και εκτύπωσε το νέο νομοθέτημα, το οποίο τυπικά ίσχυσε το 1989.

Δομή Σαμιακού Αστικού Κώδικα
Ο Κώδικας αποτελείται από μία αιτιολογική έκθεση, γενικές διατάξεις, εν συνόλω οκτώ αναφερόμενες στην δημοσίευση, τα αποτελέσματα και την γενική εφαρμογή του νόμου και άλλα τέσσερα βιβλία,
κατά την διαίρεση του αστικού γαλλικού κώδικα. Τα
βιβλία είναι τα εξής: α)Περί προσώπων, β) Περί Κτημάτων γ)Περί κληρονομικού δικαίου δ)Περί ενοχών.
Κάθε βιβλίο διαιρείται σε μέρη, που συνιστούν τις
κεντρικές θεματικές ενότητες. Τα μέρη διακρίνονται
σε Κεφάλαια, τα οποία με την σειρά τους διαιρούνται σε τμήματα. Τα άρθρα του Κώδικα ανέρχονται
σε 1929.Παρακάτω γίνεται μια σύντομη παρουσίαση της διάρθρωσης κάθε βιβλίου:
Α)Περί προσώπων: Το βιβλίο αποτελείται από ια
μέρη και με σύντομα τα νομικά ζητήματα που εξετάζονται στα 457 περίπου άρθρα είναι η ιθαγένεια, ο γάμος και η υιοθεσία.
Β)Περί κτημάτων: Το βιβλίο συνίσταται σε 6 τμήματα, τα οποία συνοπτικά αναφέρονται στην διάκριση κτημάτων, στην νομή, στην κυριότητα, στις
δουλείες και στις υποθήκες και αποτελείται από
470 διατάξεις.
Γ)Περί Κληρονομικού δικαίου: Τρία μέρη αποτελούν το βιβλίο αυτό, στο οποίο γίνεται κυρίως λόγος για κληρονομιά εξ’ αδιαθέτου και για διαθήκη
εκ διαδοχής στις 296 περίπου διατάξεις.
Δ)Περί ενοχών: Το βιβλίο διαιρείται σε δύο μέρη,
Γενικές Αρχές Ενοχών και ενοχές κατ’ είδος και
αποτελείται από περίπου 750 άρθρα.

Καινοτομίες του κώδικα
Ο Σαμιακός Αστικός Κώδικας επηρεάστηκε κυρίως
από τον Γαλλικό ΑΚ, ο οποίος περιείχε διατάξεις πιο
προοδευτικές από εκείνες του βυζαντινό-ρωμαϊκού
δικαίου. Έτσι, ο νέος κώδικας εισήγαγε αρκετές καινοτομίες, οι οποίες καταγράφονται στην αιτιολογική έκθεση του Επαμεινώνδα Φραγκούλη. Ενδεικτικά αναφέρονται παρακάτω μερικές:
Στο βιβλίο «περί προσώπων» αναφέρονται ειδικοί νόμοι για την ιθαγένεια, τις ληξιαρχικές πράξεις, την κατοικία, τους άφαντους, γεγονός αναμενόμενο, αφού η Σάμος ήταν ημιαυτόνομο κράτος.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι τόποι κτήσης Σαμιακής Ιθαγένειας(ΣαμΑΚ 13-19).Σάμιος θεωρούταν
όποιος είχε πατέρα εντόπιο. Αν είχε μητέρα Σαμιώτισα, αλλά πατέρα ξένο(μη Σαμιώτη) μπορούσε να
του απονεμηθεί η ιθαγένεια του συζύγου της. Γυναίκα Σαμιώτισα που παντρευόταν ξένο μπορούσε

MODUS LEGIS 23

Αιτίες που οδήγησαν
στον Σαμιακό Αστικό Κώδικα

MODUS LEGIS 24

τρία χρόνια μετά τον θάνατο του να αποκτήσει Σαμιακή ιθαγένεια.
Επίσης, ο Φραγκούλης επισημαίνει μια καινοτομία σχετική με την υιοθεσία: Στο ρωμαϊκό δίκαιο η
υιοθεσία θεωρούταν μέσο κτήσης πατρικής εξουσίας, ενώ στον νέο κώδικα η υιοθεσία αυτομάτως σημαίνει ότι το υιοθετημένο τέκνο έχει πατέρα τον υιοθετούντα.
Στο βιβλίο «Περί Κτημάτων» στο δ μέρος γίνεται
αναφορά στις δουλείες, οι οποίες διακρίνονται σε
προσωπικές-πραγματικές, συνεχείς και μη, καταφανείς και συνεχείς, σύμφωνα με την διάκριση του
γαλλΑΚ. Στα άρθρα σαμΑΚ 644 και 648-649 ορίζονται οι παραπάνω έννοιες. Παρατίθενται αυτούσια
τα άρθρα τα εν λόγω άρθρα παρακάτω:
Άρθρο 644.
Αι δουλείαι εισι πραγματικαί ή πρωσωπικαί. Πραγματική δουλεία είναι περιορισμός της ιδιοκτησίας
ακινήτου προς όφελος και χρήσιν ιδιοκτήτου άλλου
κινητού. Προσωπικαί δουλείαι είναι η επικαρπία, η
χρήσις και η οίκησις.
Άρθρο 648
Αι δουλείαι είναι συνεχείς και διαλειπούσαι. Συνεχείς είναι αι δουλείαι, ων η ενάσκησις είναι ή δύναται να είναι συνεχής, μη χρήζουσαι εκάστοτε ανθρώπινης ενεργείας, οιον υδραφωγείος, άποψις και
τα παραπλήσια. Διαλειπούσαι δε, ων η ενάσκησις
συνίσταται εις ανθρώπινην πράξιν, οίον πάροδος,
άντλησις, προς βόσκησιν κτηνηλασία, και τα παραπλήσια.
Άρθρο 649
Αι δουλείαι είναι καταφανείς ή αφανείς. Καταφανείς μεν είναι αι δι’ έργου ή κατασκευάσματος ορατού εκδηλούμεναι, οιον δια θύρας, θυριδος, αγωγού
κλπ. Αφανείς δε αι ανευ ορατού έργου ή κατασκευασματος υφιστάμεναι, οιον η του μη υψουν, η απολύτως, ή μέχρις ωρισμένου ύψους.
Τέλος, στο βιβλίο που αφορά το κληρονομικό δίκαιο υπάρχει η εξής καινοτομία:
Βάσει του γαλλΑΚ, αν υπάρχουν γονείς, αδέρφια ή
κατιόντες συγγενείς ενός νεκρού, οι γονείς λαμβάνουν την περιουσία εξ’ ημισείας. Με βάση τον ΣαμΑΚ οι ανιόντες και τα αδέρφια του τεθνεώτος κληρονομούν την περιουσία εξ’ ίσου.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΊΑ
• Οι ηγεμόνες της Σάμου- Κ.Ι.Πτίνη
• Αστικός Κωδιξ της Ηγεμονίας της Σάμου
• Εισηγητική Εκθεση “ (για τον ΣαμΑΚ)

Η ισχύς του Κώδικα σήμερα
Ο Σαμιακός Αστικός Κώδικας αποτελεί νομοθέτημα που περιέχει τοπικούς κανόνες δικαίου, δηλαδή κανόνες οι οποίοι ισχύουν μόνο σε τμήματα της επικράτειας και συγκεκριμένα της Σάμου.
Αντίστοιχοι κώδικες υπήρξαν στην Κρήτη, στο Ιόνιο και στις Κυκλάδες, οι οποίοι όριζαν ιδιαίτερο
και μοναδικό νομικό καθεστώς σε ορισμένες έννομες σχέσεις. Οι Κώδικες αυτοί, ανάμεσα τους και
ο Σαμιακός, εφαρμόζονταν ως το 1946,οπότε εισήχθη ο Αστικός Κώδικας που αφορούσε όλη την Ελλάδα. Ωστόσο, ορισμένοι Σαμιώτες δικηγόροι χρησιμοποιούν ορισμένες διατάξεις του κώδικα, για να
υποστηρίξουν κάποιους πελάτες τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι οι διατάξεις που αναφέρονται στις δουλείες: Συγκεκριμένα, όταν ένα ακίνητο έχει χτιστεί πριν από το 1946 διέπεται από το
νομικό καθεστώς του ΣαμΑΚ, ενώ τα ακίνητα χτισμένα μετά το 1946 διέπονται από τον ΑΚ.

MODUS LEGIS 25

της Ειρήνης Φασιά και
της Βενετίας Ζαχαράκη

“We cannot explain drug taking if we divorce it from the total social and
economic context in which it occurs. Yet this is precisely what the criminal
law tends to do, because it is not geared to ameliorating social problems. It
cannot provide the social and economic alternatives- the jobs, the recreational
activities, the sense of involvement- which are most likely to reduce the
incidence of irresponsible use and minimize its harmful consequences.”
A.Teff
Εισαγωγικές Παρατηρήσεις
Την Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2011 ολοκληρώθηκε
η δημόσια διαδικτυακή διαβούλευση σχετικά με την
επικείμενη νομοθετική πρωτοβουλία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με αντικείμενο την αλλαγή του νόμου
περί ναρκωτικών. Ο κύριος νόμος σχετικά με τον
έλεγχο και την απαγόρευση των ναρκωτικών ουσιών στην Ελλάδα εισήχθη το 1987 (Ν. 1729/87) και
άλλαξε με νέο νόμο (2161/93) το 1993. Ακολούθησαν αρκετές τροποποιήσεις (Ν. 2331/95, Ν. 2408/96,
Ν. 2479/97), ενώ πλέον στην ελληνική έννομη τάξη
ισχύει και εφαρμόζεται ο τελευταίος νόμος του 1999
(Ν.2721/99). Μελετώντας το περιεχόμενο της ανωτέρω νομοθεσίας και σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Κέντρο Παρακολούθησης για τα Ναρκωτικά και την

Εξάρτηση από αυτά, (European Monitoring Centre
for Drugs and Drug Addiction) η νομική ρύθμιση
του φαινομένου της χρήσης και της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών από τη χώρα μας χαρακτηρίζεται
σε γενικές γραμμές από την διάθεση αντιμετώπισης
των εθισμένων ως ασθενείς αντί ως εγκληματίες,
κάνοντας διάκριση σε εθισμένους (addicts) και μη
εθισμένους (non addicts) χρήστες και από την επιβολή σοβαρών ποινών ιδιαίτερα για πράξεις διακίνησης και εμπορίου αλλά και παράνομης συνταγογράφησης από ιατρούς και φαρμακοποιούς.
Πέραν, όμως, από τις όποιες νομικές ρυθμίσεις
σχετικά με το θέμα των ναρκωτικών, είναι δεδομένο ότι πρόκειται κατεξοχήν για ένα κοινωνικό ζήτημα, το οποίο αποκτά νομική ταυτότητα ανάλογη

MODUS LEGIS 26

με τις επιταγές και τις αντιλήψεις της κάθε κοινωνίας. Ώντας πολύ συχνό αντικείμενο συζητήσεων,
προβληματισμού και διαμαχών μεταξύ των κοινωνικών φορέων, τα ναρκωτικά απασχόλησαν και απασχολούν έντονα την κοινή γνώμη, την επιστημονική
κοινότητα, την κυβέρνηση αλλά και την πολιτεία εν
συνόλω. Είναι, άλλωστε, χαρακτηριστικό το ότι στο
Ελληνικό Κοινοβούλιο λειτουργεί διαρκής επιτροπή
για τη «μελέτη και αντιμετώπιση του προβλήματος
των ναρκωτικών». Το νέο νομοσχέδιο ως αποτέλεσμα των παραπάνω διαδικασιών, έρχεται να δηλώσει τη θέση και τη στάση που η Ελλάδα επιλέγει να
υιοθετήσει στην παρούσα χρονική στιγμή λαμβάνοντας επιπλέον υπόψη της την θέση της ως Κράτος
Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της διεθνούς
κοινωνίας. Χρησιμοποιήθηκε το ρήμα «επιλέγει»,
καθώς είναι γνωστό πως υφίστανται δύο αντίρροπες τάσεις στη στάση των χωρών απέναντι στα ναρκωτικά: μία συντηρητική και μία πιο προοδευτική,
στην κορωνίδα της οποίας βρίσκεται η Ολλανδία, η
οποία ήδη από τη δεκαετία του 1960 κινήθηκε προς
την μερική αποποινικοποίηση της χρήσης ορισμένης κατηγορίας ναρκωτικών ουσιών. Προς ποιά κατεύθυνση λοιπόν κινείται το νέο ελληνικό σχέδιο νόμου;
Πρόκειται για ένα κείμενο αποτελούμενο από 61
άρθρα που κινούνται κατ’ αρχήν στους εξής τέσσερις βασικούς άξονες:
• Διευκόλυνση της ουσιαστικής εφαρμογής μέτρων
απεξάρτησης (σωματικής και ψυχολογικής), αντί
του εγκλεισμού στις κοινές συνθήκες της φυλακής.
• Αυστηρή καταστολή των βαρύτερων και οργανωμένων μορφών διακίνησης, αλλά με προσεκτικό
διαχωρισμό τους από τις ελαφρύτερες περιπτώσεις.
• Διάκριση και διαβάθμιση των σχετικών εγκλημάτων ώστε να αποφεύγονται οι δυσανάλογα βαριές
ή ευνοϊκές μεταχειρίσεις.
• Συστηματοποίηση των οργάνων σχεδιασμού, συντονισμού και υλοποίησης της πολιτικής κατά των
Ναρκωτικών, όπως είναι η Διυπουργική Επιτροπή, ο εθνικός Συντονιστής για την αντιμετώπιση
των ναρκωτικών και η Εθνική Επιτροπή Σχεδιασμού και Συντονισμού καθώς και το γνωμοδοτικό συμβούλιο.
Κατά την συζήτηση μας για το νέο αυτό σχέδιο
νόμου, αλλά και για την ευρυτερή δικαιική πολιτική σχετικά με το μείζον θέμα των ναρκωτικών εγείρονται πολλά ζητήματα, καθώς το φαινόμενο των
ναρκωτικών, όπως προαναφέρθηκε, δεν είναι ένα
αμιγώς νομικό ζήτημα αλλά έχει κοινωνικές, ηθικές, πολιτικές προεκτάσεις. Κεντρικό σημείο αναφοράς στις διάφορες συζητήσεις αποτελεί, ασφαλώς, το αμφιλεγόμενο ζήτημα της αποποινικοποίησης (decriminalization) των «μαλακών ναρκωτικών», που αποτελεί χρόνιο αίτημα διαφόρων κοινωνικών φορέων και πολιτικών ομάδων (Cannabis
conventions, Marijuana Legalization Movement,
ηλιόσποροι, αντί-απαγορευτικά φεστιβάλ). Το νο-

μοσχέδιο προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις και πολλοί βιάστηκαν να πουν πως κινείται προς στην κατεύθυνση της Ολλανδίας. Η πραγματικότητα,
ωστόσο, είναι διαφορετικη, όπως θα αναλυθεί περαιτέρω στη συνέχεια. Το ερώτημα, όμως, που πρέπει να τεθεί σε κάθε περίπτωση είναι το εξής: είναι
δυνατόν ποτέ η Ελλάδα να γίνει Ολλανδία και εν τέλει με ποιο κριτήριο πρέπει να γίνει η επιλογή στάσης της Ελλάδας, ώστε το νομοθετικό αποτέλεσμα
να ανταποκρίνεται στις ανάγκες και στις απαιτήσεις
του κοινωνικού συνόλου;

Οι Διακρίσεις των Ναρκωτικών Ουσιών
και των Χρηστών.
Χρήσιμη κρίνεται αρχικά η παράθεση της κατάταξης - διάκρισης των ναρκωτικών ουσιών ανάλογα
με το πόσο εθιστικά είναι στον άνθρωπο σύμφωνα
με την παράγραφο 16 της έκθεσης του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου το 19921.

1. ΠΟΛΥ ΣΚΛΗΡΑ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ: Ηρωίνη. Κρακ
2. ΣΚΛΗΡΑ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ: Κοκαΐνη, μεθαδόνη,
μορφίνη, πεθιδίνη, φαινκυκλιδίνη
3. ΗΜΙΣΚΛΗΡΑ: Αμφεταμίνες, άψινθος, βαρβιτουρικά,LSD, μεσκαλίνη, χημικοί  διαλύτες, ψιλοκυβίνη
4. ΗΜΙΜΑΛΑΚΑ: καπνός, κόκα, όπιο, χασίς, χατ,
οινοπνευματώδη ποτά αποσταγμένα
5. ΜΑΛΑΚΑ:  Ηρεμιστικά, κάνναβη, κωδεΐνη, πεγιότ, παραισθησιογόνα μανιτάρια, οινοπνευματώδη
ποτά μη αποσταγμένα
6. ΠΟΛΥ ΜΑΛΑΚΑ: Κακάο, καφές, τσάι
Οι χρήστες της κάνναβης χωρίζονται σε τέσσερις
κατηγορίες με κριτήρια τη συχνότητα και τη διάρκεια της χρήσης:
α)ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΟΙ: Eίναι οι χρήστες που κατανάλωσαν κάνναβη μια ή μερικές φορές για λόγους
περιέργειας ή πειραματισμού.
β)ΠΕΡΙΣΤΑΣΙΑΚΟΙ Η΄ΕΥΚΑΙΡΙΑΚΟΙ: Είναι οι
χρήστες που καταναλώνουν κάνναβη 1-3 φορές
την εβδομάδα.
γ)ΤΑΚΤΙΚΟΙ Η΄ΠΕΡΙΣΤΑΣΙΑΚΟΙ: Είναι οι χρήστες που καταναλώνουν κάνναβη κάθε μέρα για
χρονικό διάστημα μέχρι 2 χρόνια.
δ)ΧΡΟΝΙΟΙ: είναι οι χρήστες που καταναλώνουν
κάνναβη καθημερινά για πάνω από  χρόνια.
Αρκετοί αναρωτιούνται πόσο πιθανό είναι η χρήση κάνναβης να προκαλέσει εγκεφαλικές βλάβες ή
ατροφία του εγκεφάλου. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι σε πολλές μελέτες μεγάλης κλίμακας από
Αμερικανούς φοιτητές «δε βρέθηκε καμία ένδειξη
ότι οι τακτικοί χρήστες της κάνναβης έχουν λιγότερες ακαδημαϊκές επιτυχίες από τους μη χρήστες».
Τέλος όσον αφορά Στη σωματική εξάρτηση που
υποστηρίζεται ότι προκαλεί στους χρήστες η κάν1. http://europa.eu/

Η Νομική Ρύθμιση της Χρήσεως Κάνναβης σε Ευρωπαϊκό και Εθνικό Επίπεδο.
Σήμερα στην Ευρώπη παρατηρείται ένα κύμα νομοθετικών μεταρρυθμίσεων που αφορούν στη μαριχουάνα. Επικεφαλής αυτής της προσπάθειας τόσο
στην δεκαετία του 1970, όσο και σήμερα, είναι το
κράτος της Ολλανδίας. Εφαρμόζοντας τις προτάσεις δύο ειδικών εθνικών επιτροπών (working group
on narcotic drugs), το ολλανδικό κοινοβούλιο αποποινικοποίησε την κατοχή καθώς και τη λιανική πώληση μικρών ποσοτήτων κάνναβης από το 1976.
Αλλά ακόμα και πριν από εκείνη την χρονιά, η αστυνομία σπάνια έκανε συλλήψεις για κατοχή και πώληση κάνναβης όταν αυτή δεν αφορούσε μεγάλες
ποσότητες. Χωρίς να νομιμοποιεί επίσημα την μαριχουάνα, το 1976 η ολλανδική κυβέρνηση δημιούργησε μια σειρά από κανονισμούς σύμφωνα με τους
οποίους τα coffee-shops μπορούσαν να πωλούν μαριχουάνα και χασίς χωρίς το φόβο συλλήψεων και
προσαγωγών.2
Οι κανονισμοί αυτοί, που αφορούν στην λειτουργία των coffee-shops,έχουν κατά καιρούς τροποποιηθεί και διαφέρουν σε κάποια σημεία από κοινότητα σε κοινότητα. Οι βασικοί κανόνες που ισχύουν
για όλη την επικράτεια απαγορεύουν την διαφήμιση, δεν επιτρέπουν σε νέους κάτω των δεκαοκτώ
την αγορά μαριχουάνας και θέτουν το όριο των πέντε γραμμαρίων (5 gr) για κάθε συναλλαγή σχετική
με μαριχουάνα που γίνεται για προσωπική χρήση. Η
πώληση οποιασδήποτε άλλης παράνομης ψυχοτρόπας ουσίας στους χώρους των coffee-shops είναι αυστηρά απαγορευμένη και αποτελεί παράπτωμα που
τιμωρείται καταρχάς με άμεσο σφράγισμα της επιχείρησης. Οι τοπικές αρχές μπορούν να περιορίζουν
την συγκέντρωση πολλών τέτοιων χώρων στην ίδια
περιοχή και έχουν το δικαίωμα να κλείσουν μια τέτοια επιχείρηση αν αυτή δημιουργεί προβλήματα
2. Κλεάνθης Γρίβας, Μαριχουάνα: Μύθο και αλήθειες, «το ολλανδικό μοντέλο», σελ. 132- 139
3. Εuropean Monitoring centre for Drugs and Drugs
addiction, the Netherlands

στους περιοίκους.3
Η απόφαση της Ολλανδικής νομοθετικής εξουσίας να επιτρέψει την ελεγχόμενη πώληση και χρήση
κάνναβης βασίστηκε σε μια σειρά από πρακτικούς
παράγοντες. Επιτρέποντας την πώληση της μαριχουάνας σε ιδιωτικούς χώρους και όχι στο δρόμο, οι
Ολλανδοί αποσκοπούσαν στην βελτίωση της δημόσιας τάξης. Διαχωρίζοντας την λιανική πώληση της
μαριχουάνας από την πώληση των άλλων «σκληρών
ναρκωτικών», προσπάθησαν να μειώσουν την έκθεση των χρηστών μαριχουάνας στο παράνομο εμπόριο της ηρωίνης και της κοκαΐνης παρέχοντας στην
νεολαία χώρους όπου μπορούν άφοβα να κάνουν
χρήση μαριχουάνας, όποτε το επιθυμούν.
Αυτές οι αρχές της ομαλοποίησης του ολλανδικού μοντέλου συμβάλλουν στην πιο αποτελεσματική εκπαίδευση των νέων και την πρόληψη. Όλα
τα σχετικά προγράμματα είναι ειδικά σχεδιασμένα
ώστε να παρουσιάζουν την χρήση κάνναβης με όσο
το δυνατόν πιο ήπιους τόνους, υποβαθμίζοντας την
όσο γίνεται περισσότερο ώστε να μην προκαλούν το
ενδιαφέρον των νέων για τις απαγορευμένες ψυχοτρόπες ουσίες. Στην Ολλανδία δεν γίνονται μεγάλες
ενημερωτικές εκστρατείες κατά των παράνομων ουσιών και τα σχολικά προγράμματα ενημέρωσης δεν
χρησιμοποιούν τακτικές εκφοβισμού ή ηθικολογίες
τύπου «απλώς πες ΟΧΙ» («Just say NO»). Αντ’ αυτού, μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της υγειονομικής
εκπαίδευσης οι νέοι στην Ολλανδία ενημερώνονται
για τις ουσίες και για τους κινδύνους που συνεπάγεται η χρήση της. Αλλά, ακόμα και μέσα στα coffeeshops διανέμονται φυλλάδια που συμβουλεύον τους
χρήστες κάνναβης να είναι «λογικοί και υπεύθυνοι».
Αυτή η πρακτική αντιμετώπιση της κάνναβης δεν
είχε ως αποτέλεσμα την «έκρηξη» χρήσης μαριχουάνας στην χώρα. Κατά την δεκαετία του ’70 η χρήση μαριχουάνας παρουσίασε αύξηση στην Ολλανδία, κάτι, όμως, που συνέβη και στις ΗΠΑ. Παρά την
ύπαρξη κάποιων μεμονωμένων ατόμων που αντιτίθενται στην υπάρχουσα νομοθεσία που αφορά στην
κάνναβη, γενικότερα η νομοθεσία αυτή χαίρει πλατιάς κοινωνικής και πολιτικής αποδοχής. Και αυτό
γιατί, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, έχει πετύχει
αυτό που οι εμπνευστές της στόχευαν,4 χωρίς, δηλαδή, να απειλούνται οι πολίτες με ποινικές κυρώσεις,
τα ποσοστά νόμιμης χρήσης της μαριχουάνας στην
Ολλανδία να είναι παρόμοια με αυτά της ποινικοποιημένης χρήσης άλλων δυτικών κοινωνιών.
Η διακίνηση μεγάλων ποσοτήτων κάνναβης είναι
ακόμα παράνομη στην Ολλανδία. Κατά συνέπεια, οι
ιδιοκτήτες των coffee-shops προμηθεύονται τις πο4. Ενδεικτική της θέσης αυτής είναι η φράση του Ολλανδού αντιπροσώπου στο “social Committee of the first
Regular Session” του ECOSOC E.J.N. Brouwers ότι:
“…In meinem Land herrscht die Meinung vor, daβ der
Gebrauch und der Besitzt von Cannabis fuer andere
als mezidinische und wissenschaftliche Zwecke nicht
mehr laenger durch das Strafrecht reguliert warden
sollen!” (Louk H. C. Hulsman, die Entwicklung der
Cannabisdiskussion im Holland 1964- 1980, seite 159).

MODUS LEGIS 27

ναβη παραθέτουμε τις απόψεις εγκεκριμένων Ελλήνων επιστημόνων:
Δ.Βαρώνος, καθηγητής φαρμακολογίας: «Ανθεκτικότητα και σωματική εξάρτηση φαίνεται ότι δεν
αναπτύσσονται εκ χρήσεως ινδικής κάνναβης.»
A.Koυτσελίνης, καθηγητής ιατροδικαστικής:
«Γεγονός παραμένει ότι η μαριχουάνα δεν είναι ναρκωτικό όπως τα κλασικά παραδεδεγμένα. Δεν είναι
διεγερτικό, καταπραϋντικό ηρεμιστικό ή ψευδαισθησιογόνο. Δεν οδηγεί αναμφισβητήτως σε εθισμό.
(addicton)»
Κ.Στεφανής, καθηγητής ψυχιατρικής: «η κάνναβη
δεν δημιουργεί βιολογική εξάρτηση.»
Α.Δαβαρούκας και Γ.Σουρέτης, γενικοί αρχίατροι:
«Το χασίς δε δημιουργεί εθισμό… δεν αναπτύσσει
σωματική εξάρτηση.»

MODUS LEGIS 28

σότητες που τους χρειάζονται από τα ίδια παράνομα κυκλώματα που λειτουργούν σε όλες τις άλλες
χώρες, όπου ισχύει αυστηρή απαγόρευση της μαριχουάνας. Οι Ολλανδοί αξιωματούχοι συζητούν την
πιθανότητα πλήρους νομιμοποίησης ώστε να επιλυθεί και αυτό το πρόβλημα. Ωστόσο, προς το παρόν,
η αντίσταση που προβάλλουν οι κυβερνήσεις των
άλλων κρατών που επιθυμούν την δίωξη της μαριχουάνας καθώς και η ανάγκη δημιουργίας διεθνών
συνθηκών για τη νόμιμη διακίνηση του προϊόντος
κάνουν την πλήρη νομιμοποίηση της μαριχουάνας
ακόμα και για την Ολλανδία πολιτικά αδύνατη.
Πρόσφατα, ανταποκρινόμενη σε παράπονα που
εξέφρασαν πολιτικοί ηγέτες άλλων γειτονικών χωρών, η Ολλανδία αποφάσισε να μειώσει την ποσότητα κάνναβης που τα coffee-shops μπορούν να διαθέσουν ανά άτομο. Αυτό έγινε για να αποτραπούν
οι κάτοικοι άλλων χωρών να επισκέπτονται την Ολλανδία με σκοπό την αγορά κάνναβης και την μεταπώληση της εκτός των ολλανδικών συνόρων. Αυτή
η μεταρρύθμιση δεν σημαίνει πως η ολλανδική κυβέρνηση έπαψε να υποστηρίζει την αποποινικοποίηση της μαριχουάνας.
Αυτές οι μεταρρυθμίσεις βασίστηκαν στις απόψεις
και στα πορίσματα ειδικών που υποστηρίζουν πως
η κάνναβη, αν και δεν μπορεί να θεωρηθεί απόλυτα
αβλαβής εκθέτει τους χρήστες και το κοινωνικό σύνολο σε μηδαμινό κίνδυνο. Από τότε, χιλιάδες μελέτες έχουν γίνει για να διαπιστωθούν οι συνέπειες
χρήσης μαριχουάνας. Λαμβάνοντας τα πορίσματα
αυτών των ερευνών υπόψη, το 1995 μια έκθεση της
ολλανδικής κυβέρνησης κατέληγε στην διαπίστωση
πως δεν ήταν αναγκαία καμία αλλαγή στην νομοθεσία που αφορούσε την κάνναβη.

Πλημμεληματική μορφή συνεχίζουν να έχουν η διαφήμιση και η οδήγηση υπό επίδραση.
Το πρωτοποριακό κομμάτι του παρόντος νομοσχέδιου για την Ελλάδα είναι το άρθρο 29 (η αντιμετώπιση του χρήστη), σύμφωνα με το οποίο τόσο η
χρήση ναρκωτικών ουσιών όσο και η αναγκαία συνεχόμενες με αυτές πράξεις της προμήθειας και κατοχής ναρκωτικών προς ιδίαν αποκλειστική χρήση
του προσώπου, δεν αποτελούν αξιόποινη πράξη και
δε τιμωρούνται. Επιβάλλεται όμως πταισματική ποινή(3 μήνες/1000 ευρώ) για καλλιέργεια φυτών κάνναβης σε αριθμό ή έκταση που δικαιολογούνται για
την αποκλειστική χρήση του δράστη. Η αιτιολογική
έκθεση του Υπουργείου δικαιολογεί την παραπάνω
ρύθμιση, θεωρώντας ότι η χρήση ναρκωτικών αποτελεί πράξη αυτοπροσβολής του εννόμου αγαθού
από τον φορέα του, όπως π.χ άλλες αυτοπροσβολές,
η αυτοχειρία, το αλκοόλ και το τσιγάρο, ενώ παράλληλα μια δικαιοκρατική ρύθμιση οφείλει να σταθμίζει το γεγονός ότι η ίδια η χρήση δεν θέτει σε κίνδυνο τρίτα πλην του χρήστη πρόσωπα.
Συνεπώς, είναι φανερό πως αν και το νέο νομοσχέδιο περιλαμβάνει στοιχεία αποποινικοποίησης,
καμία σχέση δεν έχει με το μοντέλο που ακολουθεί εδώ και χρόνια η Ολλανδία. Το νομοσχέδιο δεν
μπαίνει στη διαδικασία διάκρισης των ουσιών σε μαλακές και σκληρές , με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν
ειδικές ρυθμίσεις για την κάνναβη, όπως επίσης επιτρέπει την προσωπική χρήση ουσιών αποκλειστικά
σε ιδιωτικούς χώρους και σε καμία περίπτωση σε δημόσιους (όπως για παράδειγμα τα coffee shops στην
Ολλανδία).

Το «Ελληνικό Παράδειγμα»

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το ερώτημα που τέθηκε
στην αρχή αν θα μπορούσε τελικά η Ελλάδα να πάρει
παράδειγμα από την Ολλανδία και να κινηθεί προς
την κατεύθυνση της υιοθετώντας παρόμοιες με αυτήν ρυθμίσεις. Με το μάτι ενός κοινωνικού παρατηρητή θα απαντούσαμε πως όχι, ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη μας πως οι δομές της ελληνικής κοινωνί­ας
ουδεμία σχέση έχουν με τις αυστηρές κοινωνικοπολιτικές δομές άλλων δυτικό-ευρωπαϊκών κρατών
όπως της Ολλανδίας. Προς επίρρωση της υπόθεσης
αυτής, χρήσιμη μπορεί να φανεί η σκέψη του Άγγλου
φιλοσόφου Jeremy Bentham (1748-1832), ο οποίος
εισήγαγε στη φιλοσοφία του δικαίου την αρχή του
ωφελιμισμού (principle of utilitarianism), σύμφωνα με την οποία οι πράξεις αξιολογούνται με βάση
τις συνέπειες τους («Τhe relevant consequences,
in particular, are the overall happiness created for
everyone affected by the action»). Έτσι λοιπόν το ολλανδικό μοντέλο δεν μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα ούτε σχετικό (pertinent) αλλά ούτε και ωφέλιμο( utilitarian) καθώς η επιδίωξη της εφαρμογής
του στην Ελλάδα του σήμερα δεν θα ταίριαζε και δεν
θα ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις της κοινωνίας
στην παρούσα χρονική στιγμή και θα αποτελούσε
κομμάτι αλλότριο και μη ομαλά ενταγμένο.

Ένας από τους σημαντικούς λόγους που υπαγόρευσαν το νέο νομοσχέδιο που θα εισαχθεί προς ψήφιση
στην ελληνική βουλή ήταν και η ανάγκη αποσυμφόρησης των ελληνικών φυλακών, καθώς διαπιστώθηκε πως το ποσοστό των κρατουμένων των ελληνι­
κών φυλακών με καταδίκες που αφορούν άμεσα στα
ναρκωτικά κινείται σε ποσοστό περί το 40%.
Στο νέο νομοσχέδιο διατηρείται ως βασικό έγκλημα η παράνομη διακίνηση ουσιών, που φτάνει και
στο βαθμό κακουργήματος. Εν συνεχεία, προνομιούχες παραλλαγές πλημμεληματικής βαρύτητας θεωρούνται οι πράξεις διακίνησης μικροποσότητας
ναρκωτικών, προμήθεια οικείου και «κέρασμα», ενώ
διακεκριμένες παραλλαγές θεωρούνται η διακίνηση σε ευαίσθητους χώρους, (στρατόπεδα, σχολεία,
φυλακές) χρήση από υπότροπους δράστες και παράνομη συνταγογράφηση από ιατρούς και φαρμακοποιούς, και τιμωρούνται με δέκα έως είκοσι έτη
κά­θειρξης συν χρηματική ποινή. Ιδιαίτερα διακεκριμένες περιπτώσεις διακίνησης που τιμωρούνται
με την εσχάτη των ποινών ορίζονται η διακίνηση με
χρήση όπλων, η διακίνηση πολύ επικίνδυνων ναρκωτικών, η κατ’ επάγγελμα- ή η μεγαλοδιακίνηση.

Αντί Επιλόγου

MODUS LEGIS 29

της Βίρνας Οικονόμου

Στα πλαίσια των δράσεων του τομέα Σεμιναρίων
και Συνεδρίων της ELSA Κομοτηνή, διενεργήθηκε
στις 27 Μαίου 2011 ημερίδα με θέμα «Η ελληνική
εμπορική ναυτιλία στον 21ο αιώνα : Πραγματικότητα και προοπτικές».
Την εκδήλωση, που έλαβε χώρα στο κτίριο της
Νέας Νομικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου
Θράκης, πλαισίωσαν σεβαστές προσωπικότητες
της Νομικής επιστήμης και συγκεκριμένα του ελληνικού εμπορικού ναυτικού δικαίου : O K. Αντάπασης Αντώνιος,πρόεδρος της ελληνικής ένωσης
ναυτικού δικαίου και επίτιμος καθηγητής Νομικής
Αθηνών, ο Κ.Τσάκωνας Γεώργιος, δικηγόρος Αθηνών και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου Ναυτικού Επιμελητηρίου Ελλάδος και η Κ.Αθανασοπούλου Βικτωρία, δικηγόρος, διδάκτωρ Νομικής στον
τομέα του Ναυτικού Δικαίου.
Η θάλασσα υπήρξε ανέκαθεν η μεγάλη αρτηρία του οργανισμού της Ελλάδας. Ωστόσο, η οικοδόμηση μιας επαρκώς ισχυρής εμπορικής ναυτιλίας
απαιτεί διάθεση σημαντικών κεφαλαίων, συστηματική εργασία, συνεχή παρακολούθηση των εξελίξεων της διεθνούς ναυταγοράς και νομοθεσία που να
κατοχυρώνει την ασφαλή ναυσιπλοΐα. Έτσι, το ναυτικό δίκαιο εξασφαλίζει εκείνη τη νομοθετική υποδομή που μαζί με τα πλωτά μέσα δίνουν υπόσταση στην ελληνική εμπορική ναυτιλία. Επομένως ,
το κέντρο του ελληνικού ναυτικού δικαίου δεν είναι
άλλο από το ίδιο το ελληνικό πλοίο.
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, μεγάλο μέρος
του δυναμικού των ελληνικών εμπορικών πλοίων

είχε απωλεσθεί και τα εγχώρια ιδιωτικά κεφάλαια
ήταν πολύ περιορισμένα. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τον επακόλουθο Εμφύλιο πόλεμο,οδήγησε τους Έλληνες πλοιοκτήτες στην αναζήτηση
κεφαλαίων του εξωτερικού, με αποτέλεσμα πλοία
ελληνικών συμφερόντων να πλέουν με αλλοδαπές
σημαίες, τις λεγόμενες «σημαίες ευκολίας» . Υπό
αυτό το καθεστώς, η ελληνική πολιτεία επεδίωξε να
ενισχύσει και να προσελκύσει τα πλοία υπό ελληνική σημαία, επιδίωξη ωστόσο που δεν απέφερε αποτέλεσμα λόγω της ευμεταβλητότητας των ελληνικών ναυτικών νόμων.
Παρά ταύτα, η τόσο αναγκαία συνταγματική
βάση της εμπορικής ναυτικής νομοθεσίας επήλθε
με την ψήφιση του άρθρου 107, του Συντάγματος
του 1975 («Περί φορολογίας πλοίων, επιβολής εισφοράς προς ανάπτυξιν της εμπορικής ναυτιλίας,
εγκαταστάσεως αλλοδαπών ναυτιλιακών επιχειρήσεων και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων»). Κατά συνέπεια, το νομικό πλαίσιο στην Ναυτιλία τέθηκε σε
σταθερή βάση και έφερε σειρά αλλαγών στη νηολόγηση των πλοίων.
Σήμερα,ύστερα από κοινή απόφαση του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών και του Υπουργείου Θαλασσίων Υποθέσεων, Νήσων και Αλιείας
εγκρίνεται νηοδότηση πλοίων, τα οποία ανήκουν σε
αλλοδαπές εταιρίες, οι οποίες όμως προβλέπεται να
ελέγχονται κατά ποσοστό μεγαλύτερο του 50% από
Έλληνες υπηκόους. Αυτή η εγκριτική πράξη παρέχει
όχι μόνο άδεια ύπαρξης αλλοδαπού κεφαλαίου στη
χώρα αλλά περιλαμβάνει και όρους ιδιαίτερου προ-

MODUS LEGIS 30

νομιακού καθεστώτος κατά την διάρκεια παραμονής αυτών των πλοίων υπό ελληνική σημαία. Άλλωστε, ο κύριος όγκος του ελληνικού εμπορικού
ναυτικού αποτελείται από πλοία νηολογημένα υπό
καθεστώς αλλοδαπής σημαίας. Όπως είναι προφανές, οι εγκριτικές πράξεις αυτού του τύπου αποτελούν σημαντικό τμήμα της ελληνικής εμπορικής
ναυτικής νομοθεσίας.
Όσον αφορά στις προοπτικές της ελληνικής
εμπορικής ναυτιλίας, οι βασικές ρυθμίσεις που συντίνουν στην ανάπτυξη του ναυτικού εμπορικού δικαίου βρίσκονται στο υπό διαμόρφωση ευρωπαικό
ναυτικό δίκαιο.
Ιστορικά, καμία συνθήκη της Ευρωπαικής Ένωσης
δεν έθεσε αυτούσιες διατάξεις για την ναυτιλία, γεγονός που είχε δημιουργήσει την εντύπωση έλλειψης εμπορικών ναυτικών διατάξεων.
Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου, η Ευρωπαική Ένωση κλήθηκε να θεσμοθετήσει ρυθμίσεις που
αφορούσαν τις θαλάσσιες ναυτικές σχέσεις. Οι ρυθμίσεις αυτές αφορούν : την πρωτογενή ασφάλεια,
δηλαδή την ασφάλεια που θα έχει το πλοίο αυτό καθεαυτό, προτού προκύψει κάποιος κίνδυνος, την
δευτερογενή ασφάλεια, που υπάρχει όταν ανακύπτει ο κίνδυνος και την τριτογενή ασφάλεια. Η τριτογενής ασφάλεια διέπεται απο διατάξεις αναφορικά με την αστική ευθύνη.
Σήμερα τα ελληνικά πλοία πλέουν παντού και
έχουν αλλοδαπούς πελάτες. Πλέον,η προοπτική για
την ανάπτυξη της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας
δεν βασίζεται αποκλειστικά στην ελληνική νομοθε-

τική εξουσία αλλά υπαγορεύεται από την Ευρωπαική Ένωση και από τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό. Μόνο έτσι θα καταφερούν τα ελληνικά πλοία
να ανταποκριθουν στον οξύτατο διεθνή ανταγωνισμό και νασυνεχίσουν να διατηρούν την οικονομική τους δύναμη.
Πέρα απο το κεντρικό θέμα της ομιλίας για την
πραγματικότητα και τις προοπτικές της ελληνικής
εμπορικής ναυτιλίας, όσοι παρακολούθησαν την
ημερίδα είχαν την δυνατότητα να ενημερωθούν για
περαιτέρω πτυχές του ναυτικού εμπορικού δικαίου.
Ιδιαίτερα εμπεριστατωμένη ήταν η ανάλυση για το
γνωμοδοτικό ρόλο που προσφέρει στο κράτος το
Ναυτικό Επιμελητήριο Ελλάδος και για την ποινική λειτουργία των Ανακριτικών Συμβουλίων Ναυτικών Ατυχημάτων ( ΑΣΝΑ). Τέλος, έμφαση δόθηκε
στη αναγκαιότητα των διεθνών συνθηκών να προβλέπουν νομοθετικά μέτρα όχι μόνο για την ανάπτυξη του εμπορίου αλλα και για την προστασία
του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης ζωής στο
εμπορικό πλοίο.
Μετά το πέρας των ομιλιών, ακολούθησε σειρά
ερωτήσεων από το κοινό για ζητήματα της επικαιρότητας κάνοντας τη ροή του σεμιναρίου να περάσει σε πιο διαδραστικό επίπεδο. Η μεγάλη προσέλευση κοινού και το ενδιαφέρον που εκδηλώθηκε
για το περιεχόμενο της ημερίδας καταδεικνύει το
ενδιαφέρον των φοιτητών για την νομική επιστήμη
και λειτουργεί αναμφισβήτητα ως κίνητρο για την
περαιτέρω πραγματοποιήση αντίστοιχων δράσεων από την ELSA Kομοτηνή.

MODUS LEGIS 31

του Αϊκούτ Καδίρ

Εισαγωγή
Προσωρινή κράτηση θεωρείται «η δυνάμει δικαστικού εντάλματος προσωρινή στέρηση της ελευθερίας
του κατηγορουμένου προ πάσης κρίσεως, περί ενοχής δια την αποδιδόμενη πράξη επί σκοπώ διευκολύνσεως της ανακριτικής διαδικασίας»1. To άρθρο
24 του Ν. 3811/2009 προσδιορίζει εκ νέου τον σκοπό
επιβολής περιοριστικών όρων, ο οποίος πλέον συνίσταται στο: «να αποτραπεί ο κίνδυνος τέλεσης νέων
εγκλημάτων και να εξασφαλιστεί ότι εκείνος στον
οποίο επιβλήθηκε η ποινή θα παραστεί οποτεδήποτε στην ανάκριση ή στο δικαστήριο και θα υποβληθεί στην εκτέλεση της απόφασης.»
Το άρθρο 6 του Συντάγματος αναφέρει τα εξής:
«Κανένας δεν συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται,
χωρίς αιτιολογημένο δικαστικό ένταλμα , που πρέπει να επιδοθεί τη στιγμή που γίνεται η σύλληψη
ή προφυλάκιση»2. Επιπλέον το ατομικό δικαίωμα
της προσωπικής ελευθερίας κατοχυρώνεται ρητά
από το άρθρο 5, παρ. 3 του Ελληνικού Συντάγμα1. Ζησιάδης Ι, Ποινική δικονομία,Τομ. Β, σελ. 92.
2. Η χρησιμοποίηση του όρου χαρακτηρίζεται ωστόσο,
ακόμη και υπ’ αυτήν την ερμηνεία, ως αδόκιμη από κάποιους θεωρητικούς. Βλ. Ανδρουλάκη, Θεμελιώδεις Έννοιες της Ποινικής Δικής, σελ. 343 επ. // με το ν. 1128/
1981 υιοθετήθηκε ρητά ο όρος προσωρινή κράτηση,
και έτσι ο θεσμός απεκδύθηκε, τυπικά τουλάχιστον τον
μανδύα της προποινής.

τος. Ο κοινός νομοθέτης έχει την δυνατότητα να
θεσπίζει περιορισμούς του δικαιώματος της προσωπικής ελευθερίας κατά το μέτρο που είναι απαραίτητοι , αναγκαίοι και βρίσκονται σε αναλογία με
το σκοπούμενο αποτέλεσμα τηρουμένων πάντοτε
των συνταγματικών εγγυήσεων. Αποδέκτες-φορείς
του δικαιώματος είναι αποκλειστικά φυσικά πρόσωπα (ημεδαπά - αλλοδαπά). Μέρος της θεωρίας
υποστηρίζει την δυνατότητα κάμψης του δικαιώματος και στην περίπτωση του άρθρου 48 του Συντάγματος, εφόσον δηλαδή τεθεί σε εφαρμογή ο νόμος
περί καταστάσεως πολιορκίας.
Η προσωρινή κράτηση στην παλαιότερη μορφή της αλλά ακόμα και στην σημερινή μορφή, δημιουργεί αρκετά προβλήματα, όπως η παραβίαση
του τεκμηρίου αθωότητας, η άδικη πολλές φορές
και αναιτιολόγητη στέρηση της προσωπικής ελευθερίας (μέσω αυθαίρετης ερμηνείας των διατάξεων
που επιτρέπουν την προσωρινή κράτηση) και παρατηρείται κατάχρηση της δυνατότητας επιβολής
της προσωρινής κράτησης αφού πρέπει να επιδιώκονται κάποιες αρχές κατά την χρήση της προσωρινής κράτησης όπως αναγκαιότητας, αναλογικότητας, μη υπερβάσεως υπερμέτρου κλπ.3
3. Καρράς, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, σελ. 374 επ. και
578 επ.

Πότε πρέπει να επιβάλλεται η προσωρινή κράτηση;

MODUS LEGIS 32

Στην πράξη υπάρχουν νόμιμοι λόγοι επιβολής της
προσωρινής κράτησης και απόκρυφοι- μη νόμιμοι
λόγοι επιβολής αυτής οι οποίοι παρουσιάζονται παρακάτω. Σύμφωνα με το άρθρο 283 ΚΠΔ οι κυριότεροι λόγοι που δικαιολογούν την επιβολή προσωρινής κράτησης είναι οι ακόλουθοι4:
α) Ο κίνδυνος φυγής (causa arresti). Αυτή η προϋπόθεση πληρείται εφόσον ο κίνδυνος φυγής προκύπτει από το γεγονός ότι ο δράστης δεν έχει μόνιμη ή γνωστή διαμονή ή υπήρξε φυγόποινος ή
έστω φυγόδικος στο παρελθόν ή κρίθηκε ένοχος
για απόδραση κρατουμένου ή παραβίαση περιορισμών διαμονής. Απαιτείται ρητή αιτιολόγηση
του σκοπού φυγής του κατηγορουμένου γεγονός
που υποδηλώνει, αφενός ότι δεν αρκεί μόνο η διαπίστωση των λοιπών προϋποθέσεων για την επιβολή προσωρινής κράτησης, αφετέρου ότι εναρμονίζεται με τους σκοπούς του άρθρου 296 ΚΠΔ.
Δηλαδή ΔΕΝ αρκεί το ένταλμα προσωρινής κράτησης να αναφέρει αυτόν τον λόγο αλλά να αιτιολογεί (παρουσιάζει) κιόλας αν πράγματι υπάρχει
κίνδυνος φυγής, π.χ. η σύλληψη κατηγορουμένου
έγινε στο αεροδρόμιο πριν διαφύγει στο εξωτερικό5. Ειδικότερα στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος έχει σταθερή εργασία , οικογένεια, σταθερή κατοικία, ακίνητη περιουσία και γενικότερα
σταθερούς δεσμούς με το κοινωνικό περιβάλλον
πρέπει να αφήνεται ελεύθερος και απαγορεύεται
η προσωρινή κράτηση.
β) Ο κίνδυνος τέλεσης νέων εγκλημάτων. Αυτός ο
λόγος ουσιαστικά δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα
είδος προληπτικής προσωρινής κράτησης ώστε
να μειωθεί δραστικά ο αριθμός των τελούμενων
εγκλημάτων. Ειδικότερα, ο εν λόγω κίνδυνος που
παλαιότερα συνδεόταν με τον αξιολογικό και αόριστο όρο του «ιδιαίτερα επικίνδυνου δράστη» και
είχε οδηγήσει στην διατύπωση του κριτηρίου των
«ειδικώς μνημονευόμενων πραγματικών περιστατικών της προηγούμενης ζωής» του δράστη, πλέον (άρθρο 24 του Ν. 3811/2009) αναδιατυπώνεται
και αντικαθίσταται από μία ασφαλέστερη προϋπόθεση: τη διαπίστωση «προηγούμενων αμετάκλητων καταδικών για κακούργημα». Έτσι ως
πραγματικά περιστατικά της προηγούμενης ζωής
του δράστη δεν επιτρέπεται να αξιολογούνται συμπεριφορές συγκλίνουσες ή αποκλίνουσες από
κοινωνικά μοντέλα , αλλά μόνο ειδι­κά περιστατικά που έχουν ποινική απαξία και είναι πραγματικά, αφού αποτυπώνονται σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου. Τονίζεται δε ότι για την
ορθή εφαρμογή του κριτηρίου, δεν αρκεί η απλή
διαπίστωση της ύπαρξης προηγούμενων αμετά4. Καρράς, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, σελ. 581 επ.
5. Καρράς Αργ., ΟΠ.Π., σελ. 581 επ.

κλητων αποφάσεων, αλλά επιπλέον απαιτείται να
διαλαμβάνεται σε ειδική πάντα αιτιολογία η αξιοποίηση των αιτιακών όρων, που συνδέονται με το
ως άνω ποινικό παρελθόν και δικαιολογούν την
εγγυώμενη τη βεβαιότητα κρίση για τη συνέχιση
της εγκληματικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και στο μέλλον6.
γ) Για να γίνει επιβολή προσωρινής κράτησης πρέπει
ο κατηγορούμενος να διώκεται για κακούργημα ή
για το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή και να υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την ενοχή του. Οι σοβαρές εν­δείξεις – ή
ορθότερα υπόνοιες– ενοχής δεν ταυτίζονται με τις
επαρκείς, αλλά απαιτούν ισχυρότερη πιθανολόγηση, όπως άλλωστε απαιτεί η αρχή του προσήκοντος βαθμού υπονοιών ή ισχύος των ενδείξεων7.
Στο ένταλμα προσωρινής κράτησης πρέ­πει υποχρεωτικά να παρουσιάζονται αυτές οι σοβα­ρές ενδείξεις. Ωστόσο όσον αφορά στις ανθρωποκτονίες
από αμέλεια κατά συρροή που εισάχθη­καν με τον
ν. 3346/2005 δημιουργούνται προβλήματα. Στην
ουσία επιβάλλεται προσωρινή κράτηση λόγω πίεσης από ΜΜΕ, κοινής γνώ­μης και λόγω βαρύτητας του εγκλήματος8. Ο συγκεκριμένος νόμος
είναι αποτέλεσμα των πολύνεκρων ατυχημάτων
(βλ. Τέμπη) και αντιδράσε­ων της κοινής γνώμης.
Παρόλο που στην Ελλάδα επιτρέπεται η προσωρινή κράτηση μόνο για το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, άλλες χώρες
επιτρέπουν την προσωρινή κράτηση και για τα
απλά πλημμελήματα (βλ. Τουρκία). Αξίζει να σημειωθεί ότι στο άρθρο 276 παράγραφος 5 προβλέπεται πλέον ρητά , κατόπιν της τροποποιήσεως
που επέφερε ο Ν. 3189 / 2003 η δυνατότητα προσωρινής κρατήσεως των ανηλίκων που έχουν συμπληρώσει το 13ο έτος της ηλικίας τους και εφόσον εναντίον τους απειλείται, λόγω της εξ’ αυτών
τελεσθείσης πράξεως, ποινή καθείρξεως τουλάχιστον 10 ετών .
γ) Το κριτήριο των «συγκεκριμένων χαρακτηριστικών» της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο
πράξης καθώς και του κριτηρίου των «ιδιαίτερων»
χαρακτηριστικών της επανεξετάζεται με τον Ν .
3811/2009. Δημιουργείται πλέον νέο εδάφιο στο
οποίο εμφατικά περιορίζεται το εύρος εφαρμογής του συγκεκριμένου κριτηρίου μόνο στα πολύ
σοβαρά κακουργήματα, δηλαδή σε εκείνα για τα
6. Καρράς Αργ., ΟΠ.Π., σελ. 581 επ.
7. Καρράς Αργ., ΟΠ.Π., σελ. 580 επ.
8. Συμεωνίδη, Δικονομικές παράμετροι της συζήτησης
για την οριοθέτηση ενδεχόμενου δόλου και συνειδητής αμέλειας και δυνατότητα επιβολής προσωρινής κράτησης σε περίπτωση συρροής ανθρωποκτονιών από αμέλεια. (άρθρο 11 Ν 3346/2005), Ποινική Δικαιοσύνη 2006, 451επ. (σ.451-458)  = πρακτικά του
Συνεδρίου του Δικηγορικού Συλλόγου Ρόδου, με τίτλο: Ενδεχόμενος δόλος –Ενσυνείδητη αμέλεια –Τρίτη
μορφή υπαιτιότητας;, Π.Ν.Σάκκουλας, 2006, σ.190207.

Όσον αφορά τώρα στους απόκρυφους λόγους
επιβολής προσωρινής κράτησης ΔΕΝ αποτελούν σε
καμία περίπτωση νόμιμο λόγο επιβολής προσωρινής
κράτησης, τουλάχιστον για τα δεδομένα του Ελληνικού ΚΠΔ και έτσι παράνομα στερείται η ελευθερία
από τους κατηγορούμενους. H επανάληψη περιστατικών παράνομης κατακράτησης οδήγησε στην Καταδίκη της χώρας μας σε αποζημίωση από το ΕΔΔΑ.
Αυτοί οι απόκρυφοι λόγοι είναι:
Η βαρύτητα του εγκλήματος για το οποίο υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι τελέστηκε λαμβάνεται
ως κριτήριο παρόλο που απαγορεύεται ρητά από
τον Ελληνικό ΚΠΔ και την νομολογία ΕΔΔΑ. Η Ελληνική νομολογία συγχέει δυστυχώς τον κίνδυνο
τέλεσης νέων εγκλημάτων ή τον κίνδυνο φυγής του
κατηγορουμένου με τη βαρύτητα του εγκλήματος ή
την αναμενόμενη ποινή κύρωσης.
Η κοινή γνώμη που επηρεάζει τον ανακριτή κατά
την επιβολή της προσωρινής κράτησης. Τα ΜΜΕ
συνήθως χρησιμοποιούν βαρύτατους χαρακτηρισμούς και υποτιμητικά σχόλια στο στάδιο της προδικασίας και το τεκμήριο της αθωότητας παραβιάζεται
καθώς τα ΜΜΕ με τη δύναμη εξουσίας που ασκούν
πολλές φορές «εκβιάζουν ηθικά κυρίως» τον ανακριτή ώστε να επιβάλλει προσωρινή κράτηση. Επιπλέον απόκρυφος λόγος είναι ο κίνδυνος συσκότισης μιας υπόθεσης, ο κίνδυνος αντεκδικήσεως και
τέλος ο έμμεσος εξαναγκασμός του κατηγορουμένου σε συνεργασία με τις αρχές. Όσον αφορά στην
επιβολή προσωρινής κράτησης λόγω του κινδύνου
συσκότισης της υποθέσεως, πιθανολογείται ότι εφόσον ο κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος, θα επιχειρήσει να καταστρέψει ή θα αλλοιώσει τα στοιχεία
του εγκλήματος του, θα αφαιρέσει επιβαρυντικά
για εκείνον στοιχεία από τους ανακριτικούς υπαλλήλους, θα χρησιμοποιήσει αθέμιτα μέσα (λόγου χάρη
απειλή ή εξαπάτηση) προκειμένου να αναγκάσει τυχόν συγκατηγορουμένους του, μάρτυρες ή πραγματογνώμονες να προβούν σε ψευδή κατάθεση ή τέλος να εξωθήσει τρίτους στη διενέργεια αντίστοιχων
πράξεων9.

Λάθη που γίνονται κατά την διαδικασία
επιβολής προσωρινής κράτησης
Για την επιβολή της προσωρινής κράτησης πρέπει
ο ανακριτής να έχει λάβει υπόψη την απολογία του
9. Ανδρουλάκης, θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, σελ. 349 και Δαλακούρα, Προσωρινή κράτηση:
Κριτική θεώρηση του επίμαχου θεσμού υπό το πρίσμα
τα δογματικής θεμελίωσής του, Υπερ 1996, σελ.718

κατηγορουμένου και όσον αφορά στην προσωρινή
κράτηση να υπάρχει σύμφωνη γνώμη και του εισαγγελέα10. Η έλλειψη της σύμφωνης γνώμης του εισαγγελέα συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα κατ’ άρθρο
171§1 β΄ ΚΠΔ, σχετική με τις διατάξεις για την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα και την
υποχρεωτική συμμετοχή του στη διαδικασία ακρόασης και σε πράξεις της προδικασίας που ορίζονται
από το νόμο. Αλλά και η παράλειψη ακρόασης του
κατηγορουμένου και του συνηγόρου του από τον
εισαγγελέα συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα κατ’
άρθρο 171§1 δ΄ ΚΠΔ, σχετική με τις διατάξεις για
την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται.
Αξίζει να αναφέρουμε πως η προσωρινή κράτηση
ΔΕΝ επιβάλλεται υποχρεωτικά, αλλά απλά υπάρχει δυνατότητα να επιβληθεί εφόσον είναι αναγκαία. Ο Εισαγγελέας και ο ανακριτής οφείλουν να
εξετάσουν πρώτα τη δυνατότητα να αφήσουν ελεύθερο τον κατηγορούμενο , στη συνέχεια να εξετάσουν την αναγκαιότητα επιβολής περιοριστικών
όρων και τέλος την περίπτωση επιβολής προσωρινής κράτησης11. Από το άρθρο 5 της Σύμβασης της
Ρώμης (ΕΣΔΑ) προκύπτει ότι ουδέποτε η προσωρινή κράτηση είναι υποχρεωτική καθώς δεν εφαρμόζεται προς τιμωρητικό σκοπό αλλά αποτελεί μέτρο
εξαιρετικό.
Πολλές φορές βλέπουμε αναιτιολόγητα εντάλματα προσωρινής κράτησης που απλά έχουν κάνει
αντιγραφή- επικόλληση την διάταξη 282 ΚΠΔ με τις
προϋποθέσεις της επιβολής προσωρινής κράτησης ή
αναφορά στα στοιχεία της δικογραφίας. Αυτή η πρα­
κτική ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ αφού δεν μπορεί να θεωρηθεί ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Απαιτείται διπλή αιτιολόγηση για την επιβολή προ­σωρινής
κράτησης κατά τέτοιο τρόπο ώστε να προ­κύπτει
αφενός ο λόγος για τον οποίο οι περιοριστικοί όροι
δεν αρκούν, αφετέρου το αναγκαίο της επι­βολής της
προσωρινής κράτησης12. Η ανάγκη ρη­τής, ειδικής
και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την οποία
θα προκύπτει με σαφήνεια η απροσφορότητα των
περιοριστικών όρων οφείλει να προηγείται της αντίστοιχης αιτιολόγησης συνδρομής των προϋποθέσεων προσωρινής κράτησης. ΔΕΝ συνιστά αιτιολογία
το παρακάτω : «Είναι όμως βέβαιο ότι μετά την απόλυση του δεν θα εμφανιστεί στο δικαστήριο κατά την
ημέρα που θα εκδικασθεί η σχετική σε βάρος του κατηγορία διότι οι δύο από τις παραπάνω πράξεις για
τις οποίες κατηγορείται είναι πολύ βαριές και τιμωρούνται ως κακουργήματα με ποινή κάθειρξης»
όπως αναφέρει και ο Ανδρουλάκης.
Δεν θα ήταν λάθος να χαρακτηρίσουμε την προ10. Καρράς Αργ., ΟΠ.Π., σελ. 583 επ.
11. Παρατηρήσεις Κωνσταντινίδη Α., Ποιν. Χρον.
ΜΑ/932, 6τη Διάταξη 12/1981 Ανακρ. Τριπόλεως
και Πρόταση Είσ. Α.Π. Σ΄ Αλεξόπουλου στην Α.Π.
500/1986 , Ποιν, Χρον. ΛΣΤ΄, 669
12. Καρράς, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, σελ. 584

MODUS LEGIS 33

οποία απειλείται εκ του νόμου ποινή ισόβιας κάθειρξης, πρόσκαιρης κάθειρξης (5-20 έτη) ή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών (10-20 έτη), ενώ
ρητά αποκλείονται τα ηπιότερα κακουργήματα,
δηλαδή αυτά για τα οποία απειλείται ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης μέχρι δέκα ετών.

MODUS LEGIS 34

σωρινή κράτηση ως τεκμήριο ενοχής διότι αυτή
εμποδίζει τον κατηγορούμενο να ετοιμάσει την υπεράσπιση του.
Όπως επισημαίνει ο Καρράς, εφόσον γίνει παραβίαση των περιοριστικών όρων που επιβλήθηκαν
λόγω πλημμελήματος υπάρχει κίνδυνος λόγω της
νομοθετικής προχειρότητας να επιβληθεί προσωρινή κράτηση λόγω παραβίασης περιοριστικών όρων.
Σε ΚΑΜΙΑ περίπτωση δεν πρέπει η αδυναμία παροχής της εγγύησης (που είναι περιοριστικός όρος) να
οδηγήσει σε επιβολή προσωρινή κράτησης13.
Ο προσωρινά κρατούμενος πρέπει να κρατείται
σε ξεχωριστό χώρο των σωφρονιστικών καταστημάτων. ΔΕΝ πρέπει να έρχεται σε επαφή με τους
καταδίκους. Η παραμονή του σε φυλακές πρέπει να
γίνεται υπό όρους διαβίωσης ανάλογους προς την
ελεύθερη διαβίωση μόνο με τους απολύτως αναγκαίους περιορισμούς της ελευθερίας του, προς
αποφυγή της πρόωρης υποβολής του στην εγκληματογόνο διεργασία της ιδρυματικής υποκουλτούρας. Παρόλο που ο Σωφρονιστικός Κώδικας (άρθρο
12 του ν. 1851/1989) προβλέπει αυτήν την πρακτική, σήμερα αυτή ΔΕΝ εφαρμόζεται και οι προσωρινά κρατούμενοι μένουν σε άθλιες συνθήκες πολλές
φορές συμβιώνοντας και με κατάδικους. Οπωσδήποτε οι ρυθμίσεις του σωφρονιστικού κώδικα πρέπει να εφαρμοστούν στην πράξη.

Διάρκεια προσωρινής κράτησης και καταδίκες λόγω παράνομης κράτησης και
στέρησης της ελευθερίας
από ΕΔΔΑ
Η διάρκεια της προσωρινής κράτησης εξαρτάται
από το αν το έγκλημα είναι το κακούργημα ή το
πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση.
To άρθρο 6, παρ. 4. εδ. Α του Συντάγματος αναφέρει πως νόμος ορίζει το ανώτατο όριο διάρκειας της
προσωρινής κράτησης, που δεν μπορεί να υπερβεί
το ένα έτος στα κακουργήματα και τους έξι μήνες
στα πλημμελήματα. Με την αναθεώρηση του 2001
προστέθηκε νέο εδάφιο στην παρ. 4 του άρθρου 6,
κατά το οποίο «απαγορεύεται η υπέρβαση των ανώτατων ορίων της προφυλάκισης με τη διαδοχική επιβολή του μέτρου αυτού για επί μέρους πράξεις της
ίδιας υπόθεσης».
Από την επιβολή της προσωρινής κράτησης έως
την έκδοση οριστικής απόφασης δεν μπορεί να διαταχθεί νέα προσωρινή κράτηση του ίδιου κατηγορουμένου για άλλη πράξη για την οποία, με βάση
τα στοιχεία της δικογραφίας ήταν δυνατό να ασκηθεί ποινική δίωξη ή να απαγγελθεί κατηγορία ταυτόχρονα με την ποινική δίωξη , συνεπεία της οποίας επιβλήθηκε η προηγούμενη προσωρινή κράτηση
ή μέσα σε εύλογο διάστημα από αυτή.14 Κατ’ εξαίρεση, ορίζεται ότι επιβάλλεται νέα προσωρινή κράτη13. Καρράς Αργ., ΟΠ.Π., σελ. 596.
14. Ανδρουλάκης, οπ.π, 359 - 360

ση αν η άσκηση της ποινικής διώξεως δεν ήταν δυνατή παρά μόνο τους τρεις τελευταίους μήνες, πριν
τη συμπλήρωση του ανώτατου χρονικού ορίου της
κρατήσεως ή την απόλυση του κατηγορουμένου. Η
προσωρινή κράτηση που επιβάλλεται κατ’ αυτήν
την εξαιρετική περίπτωση δεν μπορεί σε καμία πε­
ρίπτωση να υπερβαίνει το 1 έτος και δεν παρατείνεται. Συγκεκριμένα, ο Ανδρουλάκης για την τεχνι­κή
παράτασης προσωρινής κράτησης που χρησιμοποιείται αναφέρει τα εξής: «Πριν από μερικά χρό­νια σημειωνόταν ολοένα και περισσότερο μια μεθόδευση
υπέρβασης και αυτού ακόμα του απώτατου ορίου
των 18 μηνών με την κατάτμηση του αντικειμένου
της κατηγορίας και την κλήση του κατηγορουμένου
σε αλλεπάλληλες συμπληρωματικές της πρώτης
απολογίας, απολογίες. Ύστερα από κάθε μια εξεδίδετο νέο ένταλμα προσωρινής κράτησης και από
την εκτέλεση του καθενός από αυτά άρχιζε νέο δεκαοχτάμηνο».
Στην πράξη συνηθίζεται συχνά ο κατακερματισμός της κατηγορίας και οι διαδοχικές ασκήσεις
ποινικής διώξεως κατά του ίδιου κατηγορουμένου,
με αποτέλεσμα να επιμηκύνεται απαράδεκτα το
ανώτατο όριο της προσωρινής κρατήσεώς του, κατά
καταστρατήγηση των συνταγματικών επιταγών . Είναι προφανές ότι τέτοιου είδους τακτικές είναι όλως
αντισυνταγματικές.
Βέβαια στο άρθρο 6, παρ. 4 του Συντάγματος και
άρθρο 287 του ΚΠΔ υπάρχει η δυνατότητα, σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις, να παραταθούν τα
ανώτατα όρια της προσωρινής κράτησης με απόφαση του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου για έξι μήνες στα κακουργήματα και τρεις μήνες στα πλημμελήματα15.

Τρόποι άμυνας κατά
της προσωρινής κράτησης
Ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας προβλέπει δύο
τρόπους δικονομικής αντίδρασης του κατηγορουμένου έναντι της προσωρινής κράτησης: α)την προσφυγή κατά του εντάλματος προσωρινής κράτησης
του άρθρου 285 ΚΠΔ και β)την αίτηση άρσης ή αντικατάστασης της προσωρινής κράτησης των άρθρων
286 παράγραφος 2 και 291 ΚΠΔ. Ο Κ.Π.Δ. προβλέπει δυνατότητα προσφυγής του προσωρινά κρατούμενου κατά του εντάλματος, εντός 5 ημερών από
την προσωρινή κράτηση, ενώπιον του συμβουλίου
Πλημμελειοδικών. Η προσφυγή αυτή δεν έχει ανασταλτική δύναμη, με αποτέλεσμα ο προσφεύγων να
υπόκειται κανονικά στην εκτέλεση του εντάλματος16. Η προσφυγή αποτελεί οιονεί ένδικο μέσο. Περιέχει, δηλαδή, ισχυρισμό νομικού σφάλματος, επιδιώκει τον έλεγχο της ορθότητας της διάταξης του
ανακριτή και μεταβιβάζει προς τούτο την υπόθεση στο συμβούλιο πλημμελειοδικών που λειτουργεί
15. Ανδρουλάκης, οπ.π, σελ. 358 επ.
16. Καρράς Αργ., ΟΠ.Π., σελ. 585 επ.

17. Σταθέας Γ, Προσωρινή κράτησις και περιοριστικοί
όροι,, σελ. 97
18. Συμβ. Πλημ. Λευκ. 11/2002 19.
19. Μαργαρίτη Λ, Ποινική Δικονομία - Ένδικα μέσα,
2005, σελ. 15

περί ηθικής βλάβης και ο δικαστής υποχρεούται να
επιδικάσει σχετική αποζημίωση. Όσον αφορά στην
ποινική ευθύνη, αδίκημα κατακρατήσεως παρά το
Σύνταγμα προβλέπεται από το άρθρο 326 Π.Κ. για
το οποίο αρκεί η απλή γνώση για την παράνομη κατακράτηση. Επίσης ειδικό ζήτημα τίθεται στο άρθρο 21§1ΠΚ σχετικά με την προσταγή. Ο υπάλληλος επομένως σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να
υποχρεωθεί από το νόμο να εκτελέσει αντισυνταγματική επιταγή των προϊσταμένων του και κατά συνέπεια οφείλει πάντοτε να εξετάζει την συνταγματικότητα των διαταγών που πρόκειται να εκτελέσει.

Πως λειτουργεί η προσωρινή κράτηση
σε άλλες χώρες;
Στο γερμανικό δίκαιο ορίζεται ρητά στη παράγρα­φο § 112 Abs.1 S.2 St PO ότι δεν επιτρέπεται να
δι­αταχθεί προσωρινή κράτηση όταν αυτή είναι δυσανάλογη προς τη σημασία της υπόθεσης και της
αναμενόμενης ποινής. Η λήψη, ωστόσο, του επαχθούς μέτρου της προσωρινής κράτησης είναι δυνατή στην περίπτωση αποτροπής φυγής σε όλα τα
πλημμελήματα και αποτροπής κινδύνου συσκότισης της υποθέσεως στα πλημμελήματα που τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης άνω των έξι μηνών. Ο
κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει οποτεδήποτε τη
διενέργεια δικαστικού ελέγχου για την άρση ή αναστολή της. Η αναστολή της προβλέπεται μεταξύ άλλων και όταν κρίνεται ότι με λιγότερο επαχθή μέτρα
μπορεί να επιτευχθεί ο σκοπός της προσωρινής κράτησης και η άρση της όταν οι προϋποθέσεις βάσει
των οποίων διατάχθηκε η προσωρινή κράτηση δεν
υφίστανται, ή προκύπτει ότι αυτή θα ήταν δυσανάλογη προς τη σημασία της υπόθεσης και την αναμενόμενη ποινική κύρωση20.
Το βρετανικό δίκαιο είναι προσανατολισμένο
στην περιορισμένη διάρκεια της προσωρινής κράτησης.H προσωρινή κράτηση επιτρέπεται να υπερβαίνει καταρχάς τις 8 ημέρες. Κατά κανόνα ο κατηγορούμενος προσάγεται ανά οκταήμερο ενώπιον του
δικαστή για την παράταση της κράτησης. Συνολικά
το ανώτατο όριο είναι 40 ημέρες, ενώ σε περίπτωση
τακτικής διαδικασίας η προσωρινή κράτηση μπορεί
να αγγίξει μέχρι και τις 110 μέρες. Βέβαια κατά το
βρετανικό δίκαιο η ποινή της προσωρινής κράτησης μπορεί να επιβληθεί τόσο για δικονομικούς όσο
και για προληπτικούς λόγους. Στη Μεγάλη Βρετανία εί­ναι ευρύτατη η εφαρμογή της αρχής της προτεραιότητας των περιοριστικών όρων, γεγονός που
περιορίζει σε σημαντικό βαθμό τον αριθμό των προσωρι­νά κρατουμένων. Η αρχή της προτεραιότητας
όμως δεν ισχύει, όπως ορίζεται ρητά στα εγκλήμα20. Rotthaus Κ.-P., Προβλήματα του δικαστικού ελέγχου νομιμότητας κατά την έκτιση της ποινής κατά της
ελευθερίας και της προσωρινής κράτησης στη Γερμανία, Υπερ 1997, σελ. 959 επ., Βουρλιώτη Χ, Η στέρηση
της ελευθερίας ως μέτρο δικονομικού καταναγκασμού
και τα όρια επιβολής του, Ποινικά Χρονικά

MODUS LEGIS 35

εδώ ως δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο. Εί­ναι,
ωστόσο, οιονεί και όχι γνήσιο ένδικο μέσο, γιατί
δε στρέφεται κατά δικαιοδοτικής κρίσης – απόφασης ή βουλεύματος– αλλά κατά διάταξης ανακριτή.
Ως εκ τούτου εφαρμόζονται οι γενικοί ορισμοί που
ισχύουν για τα γνήσια ένδικα μέσα, εκτός αν υπάρχει αντίθετη ρύθμιση ή αν λόγω της φύσης τους επιβάλλεται αντίθετη λύση. Ο νόμος δεν καθορί­ζει
ποιο μπορεί να είναι το περιεχόμενο της προσφυγής. Έτσι γίνεται δεκτό ότι ο προσφεύγων μπορεί να
αναφερθεί είτε σε νομικούς λόγους, όπως εί­ναι το
τύποις υποστατό ή το άκυρο του εντάλματος, είτε
σε πραγματικούς λόγους, όπως η μη τέλεση της
πράξης από αυτόν ή η μη συνδρομή των όρων του
άρθρου 282 παράγραφος 3 ΚΠΔ17.
Στο άρθρο 286 Κ.Π.Δ. προβλέπεται η δυνατότητα άρσης ή αντικατάστασης της προσωρινής κρατήσεως, με αυτεπάγγελτη πρωτοβουλία του ανακριτή ή κατόπιν προτάσεως του εισαγγελέα ή και
με αντίστοιχου περιεχομένου αίτηση του προσωρινώς κρατούμενου σε περίπτωση έκλειψης πλέον των
λόγων που οδήγησαν αρχικά στην επιβολή του μέτρου. Το συμβούλιο πλημμελειοδικών επιλαμβάνεται της προσφυγής και έχει τη δυνατότητα είτε να
άρει την προσωρινή κράτηση ή να την αντικαταστήσει με περιοριστικούς όρους, που πρέπει κατά την
κρίση του να επιβληθούν18. Η αίτηση άρσης ή αντικατάστασης της προσωρινής κράτησης αποτελεί
ένδικο βοήθημα. Διατυπώνεται μ’ αυτήν ένα αίτημα
επανεκτίμησης μίας κρίσης ή ορισμένων δεδομένων
που συνεπάγονται έννομες συνέπειες. Δεν περιέχει,
σε αντίθεση με το ένδικο μέσο, ισχυρισμό νομικού
σφάλμα­τος και κρίνεται ως εκ τούτου από το ίδιο το
δικαιοδοτικό όργανο που εξέδωσε τη διάταξη (στη
συγκεκριμένη περίπτωση από τον ανακριτή).19
Όταν εκδίδονται, τώρα, εντάλματα προσωρινής
κράτησης χωρίς αιτιολόγηση όπως απαιτεί το Σύνταγμα τότε υπάρχει αστική, ποινική και πειθαρχική ευθύνη των προσώπων που στερούν χωρίς λόγο
την ελευθερία του κατηγορουμένου. Το Σύνταγμα δεν την προβλέπει μεν ρητά αλλά η μη τήρηση
των διατάξεων του άρθρου 6 αποτελεί, οπωσδήποτε, τουλάχιστον παράβαση καθήκοντος για τον δη­
μόσιο υπάλληλο, η οποία, σύμφωνα με τον Υπαλληλικό Κώδικα, μπορεί να συνεπάγεται και την οριστική παύση του υπαλλήλου ( άρθρο 206 παρ. 1 έδ.
κη΄, άρθρο 207 παρ. 4 εδ. β΄). Σχετικά με την αστι­κή
ευθύνη, «οι παραβάτες υποχρεούνται εις άνόρθωσιν πάσης ζημίας προσγενομένης εις τον παθόντα
και εις ικανοποίησιν αυτού λόγω ηθικής βλάβης δια
χρηματικού ποσού ως νόμος ορίζει». Σχετικά ισχύουν τα άρθρα 297 -299 σε συνδυασμό με τα άρθρα
914 και 933 Α.Κ. Στην προκείμενη πάντως περίπτωση ιδρύεται από το Σύνταγμα αμάχητο τεκμήριο

MODUS LEGIS 36

τα της ανθρωποκτονίας και της εσχάτης προδοσίας και γενικότερα υποχωρεί στην πράξη σε περιπτώσεις βαριάς εγκληματικότητας21`.
Στο Τουρκικό δίκαιο, ο νόμος θέτει τις παραπάνω
προϋποθέσεις που αναφέρθηκαν σχετικά με την επιβολή προσωρινής κράτησης. Επιπλέον όμως εκτός
από τα κακουργήματα, προσωρινή κράτηση είναι
δυνατόν να επιβληθεί και στα πλημμελήματα που
τιμωρούνται τουλάχιστον με 1 έτος φυλάκισης. Επίσης, υπάρχει ένας κατάλογος με εγκλήματα στον
τουρκικό ΚΠΔ (που περιλαμβάνει και κακουργήματα αλλά και πλημμελήματα) στα οποία ανάλογα με
την βαρύτητα τους είναι δυνατή η επιβολή προσωρινής κράτησης, άσχετα από το αν συντρέχουν ή όχι
οι υπόλοιπες προϋποθέσεις επιβολής της. Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα με την αναιτιολόγητη επιβολή προσωρινής κράτησης το αντιμετωπίζει σε μεγαλύτερο βαθμό και η Τουρκία και
συνεχώς το θέμα των συλλήψεων και προσωρινών
κρατήσεων (βλ. υπόθεση Εργκενεκόν και Κλουβί)
απασχολεί συνεχώς τα ΜΜΕ και την κοινή γνώμη.
Στο ιταλικό δίκαιο η προσωρινή κράτηση (custodia
preventive) διατάσσεται από τον ανακριτή, εφόσον
υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής εναντίον του
κατηγορουμένου. Η επιβολή της είναι υποχρεωτική
σε περιπτώσεις σοβαρών εγκλημάτων που απειλούνται με βαριές ποινές κάθειρξης ή φυλάκισης, και
προαιρετική σε περιπτώσεις ελαφρύτερων εγκλημάτων που απειλούνται με πολύ μικρότερες ποινές
φυλάκισης (άρθρο 273 C.p.p.). Στην τελευταία περίπτωση θα πρέπει να πρόκειται για πράξη, της οποίας το ανώτατο όριο της απειλούμενης ποινής υπερβαίνει τα τρία έτη, ενώ οι λοιπές προϋποθέσεις που
λαμβάνονται υπόψη είναι ο κίνδυνος φυγής του κατηγορουμένου, ο κίνδυνος αλλοίωσης των αποδείξεων και ο κίνδυνος διάπραξης νέων ομοειδών ή
ρητά αναφερόμενων νέων εγκλημάτων. Ο ανακριτής στην απόφασή του αυτή λαμβάνει υπόψη και
την προσωπικότητα του κατηγορουμένου και τις
συνθήκες υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη. Αν δε
συντρέχουν οι νόμιμοι όροι ή έχουν εκλείψει οι προϋποθέσεις περί επιβολής της προσωρινής κράτησης διατάσσεται αμέσως και αυτεπάγγελτα από τον
ανακριτή η αποφυλάκιση του κρατουμένου, η οποία
είναι δυνατόν να τελεί υπό την τήρηση περιοριστικών όρων22.
Τέλος, στο γαλλικό δίκαιο, μετά τις πρόσφατες
τροποποιήσεις του 1992 και 1993, η προσωρινή κράτηση δεν επιφυλάσσεται μόνο για κακουργήματα,
αλλά και για αξιόποινη πράξη, η οποία απειλείται με
φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, εκτός κι αν πρόκειται για αυτόφωρο έγκλημα, οπότε αρκεί η απειλούμενη ποινή να υπερβαίνει τον ένα χρόνο. Μάλιστα κατά το γαλλικό δίκαιο σκοπός της επιβολής
της προσωρινής κράτησης δεν είναι μόνο η αποτροπή του κινδύνου της φυγής του δράστη ή ο κίνδυ2002, σελ. 398.
21. Βουρλιώτη, ό.π., σελ. 398.
22. Βουρλιώτη, ό.π., σελ. 398.

νος συσκότισης της υποθέσεως, αλλά κυρίως η εξασφάλιση της δημόσιας τάξης και η προστασία του
κατηγορουμένου από το “μένος” της κοινής γνώμης.
Η διάρκειά δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες με δυνατότητα παράτασης, η οποία δεν
μπο­ρεί να είναι ανώτερη των τεσσάρων μηνών. Η
απόλυση του κρατουμένου, η οποία μπορεί να συνοδεύεται ή όχι από μέτρα δικαστικού ελέγχου, δηλαδή πε­ριοριστικούς όρους, διατάσσεται από τον
ανακριτή αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αίτησης του
ει­σαγγελέα, ενώ μπορούν να τη ζητήσουν και ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του. Τέλος, προβλέπε­ται η επιδίκαση αποζημίωσης στον άδικα προσωρινά κρατηθέντα23.

Επίλογος – Συμπεράσματα
H προσωρινή κράτηση είναι αναγκαία αφού διευκολύνει το έργο της ανάκρισης για τη συγκέντρωση του αποδεικτικού υλικού, διασφαλίζει τη δημόσια
τάξη απομακρύνει τον κίνδυνο αντεκδικήσεων και
εφησυχάζει και ικανοποιεί το λαϊκό αίσθημα δικαίου, την κοινή γνώμη. Προλαμβάνει επίσης την τέλεση νέων αδικημάτων.
Tα μειονεκτήματα όμως της προσωρινής κράτησης είναι ότι τις περισσότερες φορές αδίκως στερείται την ελευθερία του ο κατηγορούμενος, ενώ
προ­σβάλλεται η προσωπικότητα και η τιμή του, παρόλο που η προσωρινή κράτηση δεν έχει το χαρακτήρα ποινής. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει
σε κάθε περίπτωση να τυγχάνει συμπεριφοράς που
δεν θίγει την τιμή, την υπόληψή του και την εν γένει
προσωπικότητά του. Στιγματίζεται ο ίδιος από την
κοινωνία, υπάρχει κίνδυνος χαλάρωσης του δεσμού
με τα μέλη της οικογένειας του, καθώς και επισφαλές επαγγελματικό μέλλον. Ταυτόχρονα, στερείται
τη δυνατότητα επαφής με την υπόλοιπη κοινωνία.
Έτσι, απογοητευμένος, έχοντας αποκομίσει την αίσθηση της μη απονομής δικαιοσύνης από το Σύστημα απονομής Δικαιοσύνης υπάρχει πιθανότητα να
οδηγηθεί εκ νέου στην τέλεση εγκλημάτων.
Επομένως, απαραίτητα πρέπει να τηρούνται οι
αρχές της αναλογικότητας, απαγορεύσεως υπερμέτρου, αναγκαιότητας και προσήκοντος βαθμού υπονοιών και επιπλέον η αρχή in dubio pro reo24. Επίσης, η επιβολή προσωρινής κράτησης πρέπει να
εφαρμόζεται ως εσχάτη λύση δηλαδή ως ultimum
refugium και δεν πρέπει να νοείται ως προφυλάκιση αλλά απλά ως μέτρο για την επίτευξη των σκοπών του άρθρου 296 ΚΠΔ. Ωστόσο, η προφυλάκιση σήμερα εξακολουθεί να ζει και να βασιλεύει25. Το
23.Βουρλιώτη, ό.π., σελ. 398, και Ζαΐρη Α., Η ενίσχυση του τεκμηρίου αθωότητας και των δικαιωμάτων
των θυμάτων στη νέα γαλλική νομοθεσία, ΠΛογ 2001,
σελ. 1251επ. και ιδίως 1258.
24.Καλφέλη Γ., «Να μπαίνουν όλοι φυλακή;», εφ. «ΤΑ
ΝΕΑ», 11-1-2010, σελ. 6
25.Νικ. Ανδρουλάκη, Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής
δίκης, εκδ. 1994, σελ. 353.

26.Δέδες Χ, Ποινική δικονομία εκδ. 1989, σελ. 662. και
Ματσούκη, Η αποζημίωση για άδικη κράτηση και καταδίκη, ΠραξΛογΠΔ 2001. 633 επ. 27.

MODUS LEGIS 37

1/3 των κρατουμένων στις φυλακές είναι προσωρινά κρατούμενοι και πολλοί από αυτούς, όταν γίνει
η δίκη τους, κρίνονται αθώοι. Αυτό συμβαίνει, γιατί
τα δικαστήρια ασκούν καταχρηστικά τη διακριτική
ευχέρεια που τούς δίνεται να επιβάλλουν ή όχι προσωρινή κράτηση σε έναν κατηγορούμενο, με αποτέλεσμα να στερούν πολύ εύκολα την ελευθερία ενός
ατόμου στο στάδιο της προδικασίας εμμένοντας σε
παλαιότερες αντιλήψεις.
H αδικαιολόγητη προσωρινή κράτηση επιφέρει ηθική βλάβη στον κατηγορούμενο με αποτέλεσμα αυτός να δικαιούται αποζημίωση από το Δημόσιο αλλά, περαιτέρω, να αποζημιώνεται και από το
ΕΔΔΑ όταν υπάρχει προσφυγή σε αυτό. Στους κατηγορουμένους που άδικα και χωρίς λόγο επιβλήθηκε
προσωρινή κράτηση και στερήθηκαν την ελευθερία
τους -πράγμα το οποίο, όσον αφορά στην Ελληνική
δικαιική πραγματικότητα, φαίνεται να συμ­βαίνει,
σε μεγάλο ποσοστό- πρέπει να δοθεί αποζημίωση.
Ο νόμος 2915/2001 (άρθρο 533 ΚΠΔ) και το άρθρο 7 του Συντάγματος προβλέπουν τέτοια αποζημίωση για τους άδικα στερηθέντες την ελευθερία
κατηγορούμενους μετά από πολλές καταδίκες από
ΕΔΔΑ. Ειδικότερα, στη διάταξη της παρ. 1 στοιχείο
α΄ του άρθρου 533 ορίζεται ότι «έχουν το δικαίωμα
να ζητήσουν από το δημόσιο αποζημίωση οι προσωρινά κρατηθέντες, που αθωώθηκαν αμετάκλητα
με βούλευμα ή απόφαση δικαστηρίου», ενώ το άρθρο 533 αποκλείει το δικαίωμα αποζημίωσης από
το Δημόσιο, αν εκείνος που κρατήθηκε προσωρινά
έγινε από πρόθεση παραίτιος της προσωρινής κράτησης26.Ωστόσο τα όρια αποζημίωσης (9-10 ευρώ/
ημέρα κράτησης) βρίσκονται σε εξευτελιστικά επίπεδα και πρέπει να αυξηθούν.

MODUS LEGIS 38

της Μάγδας Παυλικόφσκα

Εισαγωγή
Οι διεθνολόγοι δεν έχουν καταλήξει για τον σαφή
ορισμό της πειρατείας. Παρόλα αυτά στη Σύμβαση
των Ηνωμένων Εθνών «περί ανοιχτών θαλασσών»
(1982) στα άρθρα 100 και 101 αναφέρεται πως η
πειρατεία ορίζεται ως κάθε πράξη βίας ή αιχμαλώτισης ή απόσπασης, η οποία λαμβάνει χώρα στην
ανοιχτή θάλασσα ή στα διεθνή ύδατα από το πλήρωμα ή τους επιβάτες ενός ιδιωτικού πλοίου ή αεροσκάφους και στρέφεται εναντίον προσώπων ή
ιδιοκτησίας που μεταφέρονται με ένα άλλο σκάφος.
Η πράξη της πειρατείας σύμφωνα με τη σύγχρονη πρακτική διασπάται σε τρεις κατηγορίες. Η
πρώτη αφορά κάθε πράξη άσκησης βίας ή κράτησης ή διαρπαγής, η οποία είναι παράνομη και τελείται α)για ιδιωτικούς σκοπούς υπό του πληρώματος ή των επιβατών ενός πλοίου και στρέφεται στην
ανοιχτή θάλασσα εναντίον άλλου πλοίου ή αεροσκάφους β) εναντίον προσώπων ή περιουσίας επί
του ίδιου σκάφους ή αεροσκάφους γ)και εναντίον
πλοίου ή αεροσκάφους, προσώπων ή περιουσιακών
στοιχείων σε τόπο εκτός της δικαιοδοσίας κάποιου
κράτους.
Η δεύτερη πράξη αφορά κάθε εκούσια πρακτική συμμετοχής σε παραπάνω δράση πλοίου ή αε-

ροσκάφους με πλήρη συνείδηση ότι αυτό καθίσταται πειρατικό και, τέλος, η τρίτη πράξη αφορά κάθε
πράξη υποκίνησης ή εκ προθέσεως διευκόλυνσης
μίας εκ των ανωτέρω πράξεων.
Δεν συνιστά πειρατική πράξη η διάπραξη των
παραπάνω ενεργειών από τις νόμιμες αρχές ενός
κράτους στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων
τους, όπως και η αιχμαλώτιση ή ένοπλη ληστεία
ενός σκάφους από τις Ένοπλες Δυνάμεις μιας
εχθρικής χώρας σε καιρό πολέμου (σε αντιστοιχία με την απόσπαση λείας εν καιρώ πολέμου στην
ξηρά). Παρά ταύτα αποτελεί πειρατεία η διάπραξη αντίστοιχων ενεργειών από πλήρωμα ή επιβάτες
σκάφους που ανήκει στις νόμιμες αρχές ενός κράτους, σε περίπτωση που το πλήρωμα αυτό έχει στασιάσει, εξομοιούμενο σε ιδιωτικό.
Η εμφάνιση της πειρατείας κρατάει από τους αρχαίους χρόνους, οπού συναντάται κυρίως στη Μεσόγειο θάλασσα, ενώ επεκτάθηκε και στη Δυτική
Ευρώπη κατά τον Μεσαίωνα. Φαίνεται πως το συγκεκριμένο φαινόμενο απασχολεί έντονα και τον
21ο αιώνα, καθώς παρατηρούμε πειρατικές επιθέσεις σε πλοία με μεγαλύτερη συχνότητα στη Σομαλία και τον Κόλπο του Άντεν.

Ο Σομαλικός εμφύλιος ενέτεινε την εκδήλωση πράξεων πειρατείας στην περιοχή και συνεχίζει να επηρεάζει την πορεία της παγκόσμιας ναυσιπλοΐας, γεγονός το οποίο έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του
κόστους την ναυσιπλοΐας (λόγω της ανάγκης για
περαιτέρω ασφάλεια των διακινούμενων εμπορευμάτων) καθώς επίσης ευθύνεται και για την παρεμπόδιση της αποστολής ανθρωπιστικής και ειρηνευτικής βοήθειας στην περιοχή. Συγκεκριμένα, το
Πα­γκόσμιο Πρόγραμμα Σίτισης (WFP) έχει εκφράσει την έντονη ανησυχία του, αφού το 90% των φορτίων του διακινούνται μέσω θάλασσας και για το
λόγο αυτό υπάρχει ανάγκη στρατιωτικής συνοδείας υπό την επικράτηση επισφαλών συνθηκών στην
ανοιχτή θάλασσα.
H έξαρση της πειρατείας στην περιοχή και, συγκεκριμένα, στον Κόλπο του Άντεν έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου στην Ινδία, της οποίας η περιοχή
αποτελούσε κύρια εμπορική οδό. Τον Αύγουστο του
2008, λοιπόν, συστάθηκε η Συνασπισμένη Δύναμη
Κρούσης 151 (CTF 151), μία ναυτική δύναμη, υποχρέωση της οποίας αποτελούσε η φύλαξη της περιοχής του Κόλπου του Άντεν, ενώ το Ινδικό Ναυτικό
έστειλε στην περιοχή ένα πολεμικό πλοίο τον Οκτώβρη του ιδίου έτους για τον ίδιο σκοπό. Το Νοέμβριο
του 2008 Σομαλοί πειρατές άρχισαν τις επιθέσεις
στη ευρύτερη περιοχή. Στατιστικά, από την αρχή του
2008 έως τις 19 Νοεμβρίου 2008 σημειώθηκαν συνολικά 95 πειρατικές επιθέσεις, από τις οποίες 39 ολοκληρώθηκαν και εκπλήρωσαν το στόχο τους.
Η πλειοψηφία των πειρατών της περιοχής παρατηρείται πως ανήκουν στην ηλικία των 20-35 ετών και
κατάγονται από την Πουτλάνδη της Βορειοανατολικής Σομαλίας. Το Πρόγραμμα Υποστήριξης Ναυτικών Ανατολικής Αφρικής υποστηρίζει ότι υπάρχουν τουλάχιστον 5 διαφορετικές πειρατικές ομάδες
που δρουν στην περιοχή, αριθμώντας συνολικά 1000
ένοπλους άνδρες. Σύμφωνα με αναφορά του BBC, οι
πειρατές είναι δυνατό να διακριθούν α. σε τοπικούς
ψαράδες, οι οποίοι κατά κανόνα αποτελούν τους
αρχηγούς των επιχειρήσεων, καθώς γνωρίζουν τα
χωρικά ύδατα, β. σε πρώην μέλη της πολιτοφυλακής
που μισθώνονταν από τους τοπικούς φυλάρχους και
γ. σε τεχνικούς που εξειδικεύονται στη χρήση GPS.
Στον Κόλπο του Άντεν συγκεντρώνεται περίπου το 8% του παγκόσμιου εμπορίου, αριθμός μέσα
στον οποίον περιλαμβάνεται το μεγαλύτερο ποσοστό του 12% του μεταφερόμενου στη θάλασσα πετρελαίου. Η περιοχή αποτελεί, δηλαδή, την βασ­κή
εμπορική αρτηρία μεταξύ Ευρώπης και Ανατολής.
Μόνο το 2009, σύμφωνα με την Ετήσια Αναφορά
σχετικά με την Πειρατεία, την οποία εξέδωσε το Διεθνές Ναυτικό Κέντρο Αναφοράς της Πειρατείας,
έλαβαν χώρα 222 περιστατικά πειρατείας στην περιοχή της Ανατολικής Αφρικής, ενώ 867 άνθρωποι
κρατήθηκαν όμηροι.
Το 2004 εγκαθιδρύθηκε στην εξουσία της Σομαλίας μία Μεταβατική Κυβέρνηση, η οποία λόγω

της αναρχίας στο εσωτερικό του κράτους ζητούσε εξωτερική αρωγή για την αντιμετώπιση της
κατάστα­­­σης, καθώς αδυνατούσε να εκτελέσει
τις απο­φά­σεις του Συμβουλίου Ασφαλείας, επειδή παρατη­ρούνταν επιθέσεις ενόπλων ομάδων, οι
οποίες ήταν διασκορπισμένες στη χώρα και, σύμφωνα με την Ομάδα Παρακολούθησης της κατάστασης της Σομαλίας , επηρέαζαν παραπάνω από
το 90% της περιοχής της δυτικής Σομαλίας.

Το νομοθετικό πλαίσιο
Παραδοσιακά το έγκλημα της πειρατείας θεωρούνταν έγκλημα διεθνούς δικαίου (πειρατεία jure
gentium), συνεπώς επιτρέπει την επέμβαση οποιουδήποτε κράτους. Υπήρχε δυνατότητα το πειρατικό
πλοίο να στερηθεί της προστασίας του κράτους σημαίας του, και να συλληφθεί από πλοίο οποιουδήποτε κράτους, ενώ παράλληλα ο πειρατής έχανε την
υπαγωγή του στη δικαιοδοσία των Δικαστηρίων της
ιθαγένειάς του.
Αρχικά το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ήταν
σιωπηλό σχετικά με την αντιμετώπιση των κρουσμάτων της πειρατείας, γεγονός που φαίνεται από το ότι
τα Ψηφίσματά του για το θέμα παρέπεμπαν στα ανθρώπινα δικαιώματα και το διεθνές ανθρωπιστικό
δίκαιο1, με αποτέλεσμα την διαιώνιση τέτοιων φαινομένων. Σκοπός του Συμβουλίου Ασφαλείας έγινε
αργότερα η πλήρης και μη επαναλαμβανόμενη μείωση της πειρατείας.
Το καθεστώς που ακολουθούνταν από τα Κράτη ήταν κυρίως η δίωξη των πειρατών, ενώ σε ελάχιστες περιπτώσεις αυτοί οδηγούνταν στα εθνικά
δικαστήρια. Την τακτική αυτή ακολουθούσαν ονομαστικά οι παρακάτω χώρες: η Κένυα, οι Σεϋχέλλες, η Σομαλία, οι Μαλδίβες, η Υεμένη, η Ολλανδία, οι ΗΠΑ, η Γαλλία, η Ισπανία και η Γερμανία,
ενώ προτάθηκε και από άλλα κράτη η ίδρυση ενός
διεθνούς πειρατικού δικαστηρίου. Στην Πρώτη
Συνδιάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο
της Θάλασσας, δηλαδή στην Σύμβαση της Γενεύης
του 1958 έγινε η θέσπιση συγκεκριμένων κανόνων
σχετικά με το συγκεκριμένο έγκλημα. Αργότερα, η
Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της
Θάλασσας (UNCLOS) περιείχε ρυθμίσεις για το
ζήτημα,-οι οποίες αποτελούν επανάληψη των ρυθμίσεων της παραπάνω σύμβασης, καθώς και Ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και
άλλες συμβάσεις2 ρύθμιζαν το ζήτημα.
Tο Συμβούλιο Ασφαλείας, επίσης, ζητάει την εθνική συνεργασία με την υπογραφή ειδικών συμφωνιών (shiprider agreements), οι οποίες στοχεύουν στην
καταδίκη των υπόπτων για πειρατεία in situ.
1. S.C. Res. 1851
2. Convention on the Suppression of Unlawful Acts
against the Safety of Maritime Navigation, the United
Nations Convention against Transnational Organized
Crime, the International Convention against the
Taking of Hostages

MODUS LEGIS 39

Η κατάσταση σήμερα

MODUS LEGIS 40

Τον Φεβρουάριο του 2007 το Συμβούλιο Ασφαλείας με το Ψήφισμα 1744 έδωσε την εξουσία στην
Αφρικανική Ένωση για την ίδρυση της Αποστολής
της Αφρικανικής ένωσης στην Σομαλία για την αρχική περίοδο των έξι μηνών. Μέσα στις δράσεις της
αποστολής ήταν και η προστασία της Μεταβατικής
Κυβέρνησης, η δημιουργία μιας κατάστασης ασφαλείας και η παροχή ανθρωπιστικής αρωγής, όπου
αυτό θεωρείτο απαραίτητο. Η τελευταία ανανέωση
της αποστολής αυτής της βοήθειας έγινε από το Συμβούλιο Ασφαλείας την 31η Ιανουαρίου 2011.
Τον Ιούνιο του 2008, μετά από επιστολή της Μεταβατικής Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης στον Πρόεδρο του Συμβουλίου Ασφαλείας, με την οποία ζητούσε τη βοήθεια της διεθνούς κοινότητας προκειμένου να επιτευχθεί ο περιορισμός της πειρατείας και
των ενόπλων ληστειών στην ακτή της Σομαλίας, το
Συμβούλιο Ασφαλείας του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών ομόφωνα εξέδωσε την Οδηγία 1838, με
την οποία δινόταν στην Μεταβατική Ομοσπονδιακή
Κυβέρνηση η δυνατότητα να επιτρέπει σε άλλα κράτη την είσοδο στα χωρικά ύδατα της Σομαλίας όπως
και η άδεια να αντιμετωπίζουν τους πειρατές με δικές
τους δυνάμεις. Μέσα σε έξι μήνες, μάλιστα, η Γαλλία,
οι ΗΠΑ, και ο Παναμάς επιχείρησαν τέτοιου είδους
πράξεις.
To γενικότερο, πάντως, καθεστώς που περιβάλλει
το φαινόμενο της πειρατείας περιγράφεται και ρυθμίζεται από τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το
Δίκαιο της Θάλασσας, η οποία υπογράφηκε στις 10
Δεκεμβρίου του 1982 (the Unites Nations Convention
on the Law of the Sea- UNCLOS) και μεταξύ των άρθρων της οποίας περιλαμβάνονται σημαντικά δικαιώματα των πλοίων, που βρίσκονται υπό καθεστώς
πειρατείας, καθώς και των επιτεθέντων. Γενι­κά, η
Σύμβαση ΔΘ, στο άρθρο 100, θεσπίζει την υποχρέωση όλων των κρατών να συνεργαστούν στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό για την καταστολή της πειρατείας στην ανοιχτή θάλασσα ή σε τόπο εκτός της
εθνικής δικαιοδοσίας οποιουδήποτε κράτους. Για το
λόγο ότι η πειρατεία θεωρείται έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, η συγκεκριμένη Σύμβαση επιβεβαιώνει
τον εθιμικό κανόνα πως οποιοδήποτε κράτος και όχι
μόνο το κράτος σημαίας του πλοίου ή της ιθαγένειας του δράστη νομιμοποιείται να συλλαμβάνει στην
ανοιχτή θάλασσα με τα πολεμικά ή τα εν γένει δημόσια πλοία ή αεροσκάφη του, τους δράστες και να κατάσχει το πλοίο, καθώς και να δικάζει τους δράστες
σύμφωνα με την εσωτερική ποινική του νομοθεσία .
Με την εξάπλωση της διεθνούς τρομοκρατίας
την δεκαετία του ΄80 και κυρίως μετά το επεισόδιο
3. Στις 7 Οκτωβρίου 1985 το πλοίο κατελήφθη από
ένοπλη ομάδα του Μετώπου για την Απελευθέρωση
της Παλαιστίνης, όπου κρατήθηκαν ένοπλοι οι επιβάτες και απειλήθηκαν σε θάνατο, αν δεν απελευθερώνονταν οι 50 σύντροφοι τους. Όταν η απαίτηση τους απορρίφθηκε από την κυβέρνηση του Ισραήλ, δολοφόνησαν τον παράλυτο Αμερικάνο πολίτη L.
Klingghoffer και τον έριξαν στην θάλασσα μαζί με την
αναπηρική καρέκλα.

του πλοίου Achille Lauro3 καταρτίσθηκε η Σύμβαση
της Ρώμης της 10ης Μαρτίου του 1988 για την Καταστολή Παράνομων Πράξεων κατά της Ασφάλειας της Θαλάσσιας Ναυσιπλοΐας, η οποία αναθέτει
στα συμβαλλόμενα κράτη τη νομοθετική αρμοδιότητα να υπάγουν στην ποινική τους δικαιοδοσία τις περιγραφόμενες πράξεις, που χαρακτηρίζονται ως τρομοκρατικές και αποσκοπούν στο να αναγκάσουν συγκεκριμένο κράτος σε πράξη ή παράλειψη.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι στη νομοτυπική μορφή της πειρατείας μπορεί να υπάρξει διαφορά ανάμεσα στην πειρατεία jure gentium, που
αναθέτει οικουμενική αρμοδιότητα σε όλα τα κράτη στην ανοιχτή θάλασσα, και την «εθνική» πειρατεία, η οποία περιλαμβάνει στο ρυθμιστικό της πλαίσιο πράξεις που έλαβαν χώρα μόνο στην αιγιαλίτιδα ζώνη, καθώς και στα αρχιπελαγικά και εσωτερικά ύδατα, ενώ οι εγκληματικές πράξεις σε άλλες θαλάσσιες ζώνες καταστέλλονται σύμφωνα με τους κανόνες της διεθνούς δικαιοδοσίας στο διεθνές δίκαιο.
Κατά το ελληνικό δίκαιο και σύμφωνα με το άρθρο 215(1) Κ.Δ.Ν.Δ. «Πειρατείαν τελεί πας επιβαίνων πλοίου όστις δια σωματικής βίας ή απειλής τοιαύτης κατά πρόσωπων, ενεργεί πράξεις διαρπαγής
επί ετέρου εν ανοιχτή θαλάσση με σκοπόν ιδιοποιήσεως των ούτω διαρπαζομένων πραγμάτων». Ο πλοίαρχος και οι αξιωματικοί πειρατικού πλοίου τιμωρούνται με την ποινή της κάθειρξης, ενώ το πλήρωμα με
κάθειρξη έως 10 έτη, σε περίπτωση που γνώριζε τον
προορισμό του πειρατικού πλοίου. Το άρθρο 8, εδ.
Στ΄ ΠΚ προβλέπει την οικουμενική νομοθετική δικαιοδοσία και την εφαρμογή των ελληνικών ποινικών νό­μων έναντι αλλοδαπών και ημεδαπών για το
έγκλημα της πειρατείας, ανεξάρτητα από το δίκαιο
του τό­που τέλεσης της πράξης. Το Διεθνές Ποινικό
Δίκαιο, παρά ταύτα, έχει αναλάβει την ερμηνευτική
επίλυση του ζητήματος, που παραπέμπει στη δικαιοδοσία των Διεθνών Δικαστηρίων για πράξεις πειρατείας οι οποίες υπάγονται στο Διεθνές Δίκαιο και όχι
στο ερμηνευτικό πλαίσιο των ελληνικών Ποινικών
Νόμων.
Συμπερασματικά, το πρόβλημα της πειρατείας
αναμένεται να απασχολήσει τη Διεθνή Κοινότητα
και τον 21ο αιώνα. Συνεπώς, πέρα από την Σύμβαση
του 1982 για το Δίκαιο της Θάλασσας, κατά καιρούς
λαμβάνονται «περαιτέρω αποφάσεις» και εκτελούνται ενέργειες για την πάταξη του φαινομένου, γίνονται συνεχείς σχετικές επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ, καθώς και ανάλογες ενέργειες από μέρους των ΗΠΑ.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΊΑ

• Martin N. Murphy, Somalia: The new Barbary?
Hurst & Company, London
• Robin Geib, Anna Petring,Piracy and
Armed Robbery at Sea, Oxford University Press
• Ademola Abass, Protecting Human security in Africa
Oxford University Press
• Εμμανουήλ Ρούκουνας, Διεθνές Δίκαιο, Τεύχος Δεύτερο
Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα
• Κ. Ιωάννου, Α. Στρατής, Δίκαιο της Θάλασσας, β΄έκδοση
Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα

MODUS LEGIS 41

της Κατερίνας Στράντζαλη

Η Υπόθεση: Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας κατά Ελλάδας, Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, 2008
H πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας κατέφυγε στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης
(ICJ) κατά της Ελλάδος τον Νοέμβριο 2008 λόγω
«καταφανούς παραβίασης των υποχρεώσεων της
τελευταίας όπως υπαγορεύει το άρθρο 11 της Eνδιάμεσης Συμφωνίας (Interim Accord)», συνθήκης
υπογεγραμμένης μεταξύ των μερών τον Σεπτέμβριο
1995 στη Νέα Υόρκη.
Βάσει της παραγράφου 1 του άρθρου 11 της «Ενδιάμεσης Συμφωνίας»1, η Ελλάδα (Party of the First
Part) «ανέλαβε την υποχρέωση υπό το διεθνές δίκαιο να μην αντιταχθεί σε αίτηση της ΠΓΔΜ να γίνει μέλος σε διεθνείς, πολυμερείς ή περιφερειακούς
οργανισμούς και ιδρύματα/θεσμούς των οποίων η
Ελλάδα είναι μέλος». Παρόλα αυτά η Ελλάδα διατήρησε το δικαίωμα να εναντιωθεί σε αυτό, μόνο στην
περίπτωση που η ΠΓΔΜ θα καταγραφόταν διαφορετικά στους εν λόγω οργανισμούς και ιδρύματα/θεσμούς απ’ ό,τι όρισε το Συμβούλιο Ασφαλείας των
Ηνωμένων Εθνών με την απόφαση 817/1993, δηλαδή την ονομασία ‘Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας’2. Από τη μεριά του, το «Party
1. Ιnterim Accord – www.untreaty.un.org
2. SC Res. 817/1993 – www.un.org
3. Ιστοσελίδα Διεθνούς Δικαστηρίου – www.icj-cij.org

of the Second Part» (όπως κατονομάζεται η ΠΓΔΜ
στην Ενδιάμεση Συμφωνία), δεσμεύτηκε, βάσει του
άρθρου 7 παράγραφος 2, να παύσει να χρησιμοποιεί
με οποιονδήποτε τρόπο το σύμβολο που επιδεικνύει η σημαία του (τον ήλιο της Βεργίνας) και τέλος,
οι δυο πλευρές συμφώνησαν από κοινού να συνεχίσουν τις διαπραγματεύσεις για τον καθορισμό του
ονόματος της ΠΓΔΜ.
Η ΠΓΔΜ, θεώρησε ότι καταπατήθηκε το άρθρο 11
λόγω του βέτο που άσκησε η Ελλάδα στη Διάσκεψη στο Βουκουρέστι τον Απρίλιο 2008 στην αίτησή
της να γίνει μέλος του ΝΑΤΟ (North Atlantic Treaty
Organization), διότι αυτή «επιθυμεί να θέσει τη διαφορά με την ΠΓΔΜ που αφορά στο όνομα της τελευταίας ως ουσιώδη προϋπόθεση για την ένταξή της
στο ΝΑΤΟ». Επιπρόσθετα, η ΠΓΔΜ υποστήριξε ότι
από τη μεριά της δεν υπήρξε παραβίαση εφόσον ζήτησε την ένταξή της στο ΝΑΤΟ με το όνομα ‘Πρώην
Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας’. Συνεπώς, η ΠΓΔΜ επιδιώκει «να προστατεύσει τα δικαιώματα που της κατοχυρώνει η παραπάνω συμφωνία
και να διασφαλίσει την άσκηση των δι­καιωμάτων της
ως ανεξάρτητου κράτους, που δρα σε πλήρη συμφωνία με το διεθνές δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου του
δικαιώματός της να επιζητεί να αποτελέσει μέλος διεθνών οργανισμών»3. Συμπληρώνει στην επιχειρη-

MODUS LEGIS 42

ματολογία της πως σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 2 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας «οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ των μερών σχετικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή της Interim Accord μπορεί να
υποβληθεί από κάποιο μέρος στο Διεθνές Δικαστήριο, εκτός από αυτές του άρθρου 5, παράγραφος 1».
Τα αιτήματα της ΠΓΔΜ στο Διεθνές Δικαστήριο ήταν τα εξής: « 1. Να απορριφθούν οι διαφωνίες
της Ελλάδας περί της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και της δυνατότητας παραδοχής των αιτημά­των
της ίδιας από αυτό, 2. Να αποφανθεί το Δικαστήριο ότι όντως η Ελλάδα παραβίασε τις υποχρεώσεις
της υπό την παράγραφο 1 του άρθρου 11 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας και 3. Να διατάξει την άμεση λήψη των απαραίτητων μέτρων από την Ελλάδα,
ώστε να αρθεί η παραβίαση και να απέχει επιπλέον
από κάθε εναντίωση –είτε άμεση είτε έμμεση- στο
να γίνει η ΠΓΔΜ μέλος του ΝΑΤΟ ή έτερου οργανισμού ή ιδρύματος του οποίου είναι αυτή μέλος, υπό
τον όρο φυσικά ότι θα εγγράφεται σ’αυτούς όπως
υπαγορεύει η απόφαση 817/1993 του Συμβουλίου
Ασφαλείας».
Η Ελλάδα από την πλευρά της, ζήτησε από το Διεθνές Δικαστήριο να εκδώσει δικαστική απόφαση
όπου θα αναγνωρίζεται: «1. Πως η εν λόγω υπόθεση
που έφτασε μέσω της ΠΓΔΜ στο Διεθνές Δικαστήριο δεν εμπίπτει στη δικαιοδοσία αυτού και 2. (Στην
περίπτωση που θα κριθεί ότι ο προηγούμενος ισχυρισμός δεν ισχύει), πως τα επιχειρήματα του αντίπαλου
μέρους είναι αβάσιμα». Ο πρώτος ισχυρισμός βασίστηκε στο ότι η υποτιθέμενη παράβαση της Ελλάδας
αφορά στο άρθρο 5 παρ. 1, το οποίο τίθεται εκτός
της δικαιοδοσίας του Διεθνούς Δικαστηρίου. Ακόμη
όμως, και αν αυτή ενέπιπτε στο άρθρο 21 περί δικαιοδοσίας, η Ελλάδα (ως μέλος του ΝΑΤΟ) ασκούσε
«δικαιώματα και υποχρεώσεις, που προκύπτουν από
διμερείς και πολυμερείς συμφωνίες που ήδη ισχύουν
και συνήφθησαν από τα μέρη με άλλα κράτη ή διεθνείς οργανισμούς». Επιπλέον η Ελλάδα υποστήριξε ότι το επιχείρημα της ΠΓΔΜ περί παραβίασης του
άρθρου 11 παρ.1 από την Ελλάδα δεν ευσταθεί, εφόσον η απόφαση μη προσχώρησης της ΠΓΔΜ ήταν
συλλογική και άλλωστε, θα της επιτρεπόταν να αντιταχθεί στην ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ, δεδομένων των τόσων παραβιάσεων από μέρους του όμορου κράτους. Τέλος, η άρση της παραβίασης του
άρ­θρου 11 (επαναφορά στο status quo ante της Διάσκεψης στο Βουκουρέστι του 2008) και η αποχή από
παρόμοια ενέργεια στο μέλλον, δεν είναι δυνατή, καθώς η προσχώρηση της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την Ελλάδα.
Η Ενδιάμεση Συμφωνία υπαγόρευε επιπροσθέτως,
πως καμία διάταξη του Συντάγματος της ΠΓΔΜ δε
θα αποτελέσει αφορμή για διεκδίκηση εδαφών πέρα
όσων ήδη έχει στην κατοχή της ή για παρέμβαση
στις εσωτερικές υποθέσεις κράτους, με σκοπό την
προστασία των δικαιωμάτων ατόμων του κράτους
αυτού, που δεν αποτελούν όμως πολίτες του (άρθρα
2, 3, 4, 6). Ακόμη, τα εμπλεκόμενα μέρη επιφορτίζονται με την λήψη μέτρων για την αποφυγή τυχόν

εχθρικών δραστηριοτήτων ή προπαγάνδας με στόχο την πρόκληση μίσους, βίας και διχόνοιας μεταξύ
αυτών (άρθρο 7).
Η Ελλάδα υποστήριξε4 πως η ΠΓΔΜ καταστρατηγεί τη διμερή σύμβαση, με τη χρησιμοποίηση ελληνικών συμβόλων (έγερση αγαλμάτων Μεγάλου Αλεξάνδρου και του Φιλίππου και συνέχιση της χρή­σης
του ήλιου της Βεργίνας) και με προπαγανδιστικές
ενέργειες που υποδαυλίζουν εχθρότητα, φανατισμό
και αλυτρωτικές διεκδικήσεις, όπως η χρηματοδότηση της oργάνωσης ‘Macedonians of the Aegean
Part of Macedonia’, η οποία τάσσεται εναντίον της
Ελλάδας και έχει εδαφικές επιδιώξεις, γεγονός που
υποδηλώνει και η ονομασία της. Επιπλέον, η ΠΓΔΜ
οφείλει βάσει της αρχής pacta sunt servanda να μη
χρησιμοποιεί άλλο όνομα, πέραν αυτού που καθόρισε το Συμβούλιο Ασφαλείας. Μολαταύτα, εμμένει στη χρήση της ‘συνταγματικής’ της ονομασίας.
Εν ολίγοις, η ΠΓΔΜ αντιστρατεύεται αρχές του διεθνούς δικαίου και κυρίως αυτές της καλής γειτονίας, της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας.
Σύμφωνα με πληροφορίες του Υπουργείου Εξωτερικών, το Διεθνές Δικαστήριο αναμένεται να αποφανθεί μετά τις 15 Νοεμβρίου 2011, αν και δεν πρόκειται για «συγκεκριμένη ημερομηνία»5.
 

Η πολιτική εξέλιξη του ζητήματος στον
ρου της ιστορίας

Η προσπάθεια σφετερισμού της ιστορίας της Μακεδονίας είχε ξεκινήσει από τους Βουλγάρους, οι
οποίοι όμως απέσυραν κάθε τους δεκδίκηση μετά το
1948 και το πέρας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (Μακεδονία του Πιρίν). Μάλιστα, το 1993 ο Βούλγαρος
Πρόεδρος Zelev δήλωσε στη Σουηδική εφημερίδα
Svenska Dugbladed πως η αυτοαποκαλούμενη «Δημοκρατία της Μακεδονίας» αποτελεί «δη­μιούργημα
μεταπολεμικό της Κομιντέρν και έγκλημα των ΤίτοΣτάλιν»6. Η διαμάχη μεταξύ της Ελλάδας και της νεοσύστατης τότε ΠΓΔΜ ξεκίνησε το 1991 με την ανεξαρτητοποίηση της τελευταίας και αφορούσε στην
επιθυμία να συμπεριλάβει στο όνομά της τον όρο
«Μακεδονία», γεγονός στο οποίο αντιτάχθηκε η
Ελλάδα, χαρακτηρίζοντας μια τέτοια πράξη ως σφετερισμό της εθνικής ιστορικής της κληρονομιάς και
φοβούμενη τυχόν μετέπειτα εδαφικές διεκδικήσεις7.
Το 1992 η Παγκόσμια Τράπεζα (World Bank),
το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (International
Monetary Fund) και η Διεθνής Διάσκεψη για την
πρώην Γιουγκοσλαβία (International Conference
on the Former Yugoslavia) υιοθέτησαν την ονομασία FYROM (ΠΓΔΜ). Το 1993 η Γαλλία, το Ηνωμέ4. ό.π., Counter Memorial of Greece, p.33-68 – www.icjcij.org
5. Δώρα Αντωνίου, «’Μέσα Νοεμβρίου η απόφαση επί
προσφυγής ΠΓΔΜ’», Η Καθημερινή, 5.10.2011
6. Νικόλαος Κ.Μάρτης, Ομιλία στο Π.Μ., 25η Ιανουαρίου 2006 – www.diktyo21.gr
7. Υπουργείο Εξωτερικών Ελλάδος – www.mfa.gr

θυμία της να συνεχιστούν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα οι διαπραγματεύσεις υπό την αιγίδα των ΗΕ.
Οι Γαλλία, Ισπανία, Ιταλία, Πορτογαλία, Λουξεμβούργο, Βέλγιο, Ουγγαρία, Σλοβακία και Ολλανδία
έδει­ξαν κατανόηση απέναντι στις ανησυχίες της Ελλάδας και την υποστήριξαν. Οι Τουρκία, Σλοβενία,
Δανία, Νορβηγία, Λιθουανία, Τσεχία και Εσθονία
τά­χθηκαν υπέρ της πρόσκλησης της ΠΓΔΜ, υπό την
προϋπόθεση ότι θα γινόταν μέλος με αυτή την ονομασία. Η Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και ο Καναδάς παρέμειναν ουδέτερα. Έτσι, η Διάσκεψη Κορυφής του 2008, όπως και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο
του Ιουνίου του ίδιου έτους, αποφάσισαν να περιμένουν την εξεύρεση λύσης της διαμάχης του ονόματος πριν προχωρήσουν σε ένταξη της ΠΓΔΜ στους
κόλπους των ΗΕ και της ΕΕ.10 Τον Ιούνιο του 2010
η εφημερίδα «Καθημερινή»11 ανέφερε ότι κάποιες
πηγές ισχυρίζονται ότι οι δύο χώρες σχεδιάζουν να
δώσουν την οριστική λύση στο μακρυχρόνιο ζήτημα με τη χρήση της λέξης Vardar (ο μεγαλύτερος
ποταμός στην FYROM), ώστε να διαφοροποιηθεί
η ελληνική Μακεδονία από το όμορο κράτος. Δεν
έχει ακόμα δευκρινιστεί, συμπληρώνει το άρθρο,
αν θα καταλήξουν στο «Republic of Macedonia of
Vardar», «Republic of Vardar Macedonia», «Vardar
Republic of Macedonia» ή «Republic of Macedonia
(Vardar)». Ο Risto Nikovski, σύμβουλος του Προέδρου Gjorge Ivanov, εκφράστηκε θετικά υπέρ της
τελευταίας πρότασης, καθώς δεν θα ακολουθούσε
μεταβολή του Συντάγματος της χώρας του.
 

Οι ισχυρισμοί των Σκοπίων
και ο αντίλογος

Οι ισχυρισμοί του όμορου κράτους συνοψίζονται στους εξής12:
Οι Μακεδόνες δεν είναι Έλληνες και οι αρχαίοι
Μακεδόνες αποτελούν φύλα συγγενή προς τους Ιλλυριούς και τους Θράκες.
1. Η γλώσσα που ομιλούν δεν είναι η ελληνική, αλλά
πρόκειται για κράμα βουλγαρικών, αλβανικών,
τουρκικών και ελληνικών λέξεων, που συνιστά το
σλαβικό ιδίωμα.
2. Όταν οι Σλάβοι κατέβηκαν στα Βαλκάνια και
τη Μακεδονία, ενώθηκαν με τους αρχαίους μηΈλληνες Μακεδόνες και δημιούργησαν τους Σλάβους-Μακεδόνες.
3. Απόγονοι των Σλάβων Μακεδόνων είναι οι σημερινοί Μακεδόνες των Σκοπίων.
4. Κατά συνέπεια, καθετί μακεδονικό είναι κτήμα
των Μακεδόνων των Σκοπίων.
9. ‘Greek fury over swastika poster’, www.news.bbc.
co.uk, 1.4.2008
10.www.summitbucharest.ro
11.‘Solution in sight for name dispute’ , www.archieve.
ekathimerini.com, 2010
12.Νικόλαος Κ. Μάρτης, ‘Η πλαστογράφηση της Ιστορίας
της Μακεδονίας’, εκδ. Μαλλιάρης Παιδεία, σελ. 19-20

MODUS LEGIS 43

νο Βασίλειο και τρία άλλα μέλη EC του ΟΗΕ πρότειναν τον παραπάνω όρο, υπό τον οποίο θα εδύνατο
να προσχωρήσει στον ΟΗΕ το εν λόγω κράτος. Στην
πρόταση αυτή αρχικά εναντιώθηκε τόσο η Ελλάδα
όσο και η ΠΓΔΜ, στην πορεία όμως αναγκάστηκαν να την αποδεχθούν. Στις 7 Απριλίου του ίδιου
χρόνου, εκδόθηκαν οι αποφάσεις υπ’αριθμόν 817
του Συμβουλίου Ασφαλείας και 225 της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών8. Έκριναν τον όρο
ΠΓΔΜ ως προσωρινό μόνο, ως αναφορά -και όχι
ονομασία- της χώρας, που δεν θα τη συνδέει με κανέναν τρόπο με την Federal Republic of Yugoslavia
(αναληθώς βάσει της ιστορίας, καθώς με τη διάλυση της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας προέκυψαν τα εξής κράτη:
Βοσνία και Ερζεγοβίνη, Κροατία, Σλοβενία, Σκόπια,
Σερβία και Μοντενέγκρο).
Οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν και το 1995 υπεγράφη η Ενδιάμεση Συμφωνία με μάρτυρα τον
Cyrus Vance, ειδικό απεσταλμένο των ΗΕ.
Η Ελλάδα ηρνείτο κατηγορηματικά τη χρήση της
λέξης «Μακεδονία», υποχώρησε όμως υπό τον όρο
ότι το όνομα θα είναι σύνθετο και θα συμπεριλαμβάνει προσδιοριστικό γεωγραφικό χαρακτηριστικό
της χώρας, ενώ θα χρησιμοποιείται erga omnes. Η
ΠΓΔΜ απ΄τη μεριά της, ενέμενε στην ύπαρξη του
όρου «Μακεδονία», ενώ γκάλοπ του 2007 έδειξε ότι
77% του πληθυσμού της ετίθετο κατά της αλλαγής
του συνταγματικού ονόματος της χώρας, 72% δεν
επιθυμούσε να εισχωρήσει στο ΝΑΤΟ με διαφορετική ονομασία και μόνον το 8%, σεβόμενο την συμφωνία, δεχόταν την ένταξη στο ΝΑΤΟ ως FYROM.
Στο διάστημα 2005-2008 ο Matthew Nimetz εξουσιοδοτημένος από τα Ηνωμένα Έθνη να βοηθήσει
και να επισπεύσει τις διαπραγματεύσεις των δύο
κρατών, πρότεινε τις εξής οομασίες: 1) Republika
Makedonija και Republika Makedonija-Skopje, 2)
Constitutional Republic of Macedonia, 3)Democratic
Republic of Macedonia, 4) Independent Republic of
Macedonia, 5) New Republic of Macedonia και 6)
Republic of Upper Macedonia. Το 2008 επανέφερε την (6) και πρόσθεσε τις ονομασίες Republic of
Macedonia-Skopje New Republic of Macedonia/
Republic of New Macedonia, εκ των οποίων η τελευταία μόνο έγινε δεκτή από την Ελλάδα. Όλες οι προαναφερθείσες απορρίφθηκαν.
Το 2008 στη Διάσκεψη Κορυφής του ΝΑΤΟ στο
Βουκουρέστι η Ελλάδα άσκησε βέτο για την είσοδο
της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ, διότι δεν επήλθε λύση στο
ζήτημα της ονομασίας. Ακόμη, εξέφρασε ανησυχίες της, καθώς κυκλοφορούσαν χάρτες που απεικόνιζαν τμήματα της Ελλάδας σαν μέρη μιας μελλοντικής «Ενωμένης Μακεδονίας» (ενώ ο πρωθυπουργός
της ΠΓΔΜ είχε φωτογραφηθεί μπροστά από έναν
τέτοιο χάρτη λίγες εβδομάδες πριν τη Σύνοδο Κορυφής των ΗΕ) και αφίσες με την ελληνική σημαία,
όπου ο λευκός σταυρός είχε αντικατασταθεί από μια
swastika (αγκυλωτός σταυρός – σύμβολο του Ναζιστικού κόμματος)9, παρομοιάζοντας τη χώρα με
τη Ναζιστική Γερμανία. Η Ελλάδα δήλωσε την επι-

MODUS LEGIS 44

Κατάδηλη είναι η ανακρίβεια των ανωτέρω με
βάση τον Νικόλαο Κ. Μάρτη. Τα Σκόπια καταρχάς,
βρίσκονται στην πρωτεύουσα των Δαρδανίων, της
εχθρικότερης φυλής των Μακεδόνων κατά τους
ρωμαϊκούς χρόνους. Άλλωστε, οι Σλάβοι εγκαταστάθηκαν στη Βαλκανική κατά τον 6ο-8ο αιώνα
μ.Χ., ενώ πολιτιστικά άρχισαν να υφίστανται τον
10ο μόλις μ.Χ. αιώνα, σε αντίθεση με τη Μακεδονία που μέχρι τότε είχε ήδη διαμορφώσει χιλιετή
ιστορία με παγκόσμια ακτινοβολία. Όταν Βούλγαροι έφτασαν στη βόρεια Ελλάδα κατά τους Βυζαντινούς χρόνους για να εργαστούν και όταν, μετά
την Τουρκοκρατία, άποροι Σλάβοι λόγω έλλειψης
ουσιαστικών συνόρων μετακινήθηκαν στην ελληνική χερσόνησο, προέκυψε πρόβλημα συνεννόησης μεταξύ τους. Έτσι, δημιούργησαν το αποκαλούμενο «σλαβικό ιδίωμα»13.  
Τα τεκμήρια που παρουσιάζονται ως αντίλογος
στους αναληθείς αυτούς ισχυρισμούς είναι αναρίθμητα και εδραιώνουν την ελληνικότητα της Μακεδονίας. Σε αυτά εντάσσονται επιγραφές, αρχαία
μνημεία (στην Πέλλα, το Δίον, τη Βεργίνα και αλλού*) και κείμενα τόσο της Μακεδονίας και της υπόλοιπης Ελλάδας όσο και άλλων χωρών (Παλαιά και
Καινή Διαθήκη, βιβλία Μακκαβαίων κ.ά.)14. Άλλωστε γεγονότα, όπως η μετάδοση του ελληνικού πολιτισμού και γλώσσας από τον Μέγα Αλέξανδρο και
τους διαδόχους του σε όσους λαούς κατέκτησαν,
αποδεικνύουν την πραγματική καταγωγή των Μακεδόνων. Επίσης, σύγχρονοι μελετητές κατακρίνουν
την αναίσχυντη διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων, αφού τα Σκόπια υποστηρίζουν -inter alia- πως
οι Θεσσαλονικείς μοναχοί Κύριλλος και Μεθόδιος,
που ανέλαβαν τον εκχριστιανισμό και την εκμάθηση
της γραφής στους Σλάβους, ήταν Μακεδόνες των
Σκοπίων και στην ουσία, εκχριστιάνισαν τους ομοεθνείς τους15.
Τα Σκόπια χρησιμοποιούν με σύστημα κάθε μέσο
για να υλοποιήσουν την επιθυμία τους και δυστυχώς, πείθουν με την προπαγάνδα τους αυτή καλόπιστους συγγραφείς του εξωτερικού με αποτέλεσμα
τη δημοσίευση κειμένων με αναληθή στοιχεία, ακόμη και από διεθνώς αναγνωρισμένης φήμης πανεπιστήμια. Xαρακτηριστικό παράδειγμα, το βιβλίο
Harvard Εncyclopedia of American Ethnic Groups
(1980), το οποίο αντιμετωπίζει ως χωριστές μειονότητες της Αμερικής, τους Έλληνες και τους Μακεδόνες (όρος που αναφέρεται σε άτομα Σκοπιανής καταγωγής)16. Από την άλλη πλευρά, πολλές εξέχουσες προσωπικότητες ανά τον κόσμο, μάχονται με
τον τρόπο τους την πολιτική αυτή των Σκοπίων. Ο
τέως Πρόεδρος της Γαλλίας, Φρανσουά Μιττεράν,
το 1982 δήλωσε τον θαυμασμό του για την έντονη
σφραγίδα της Ελλάδας στη Βεργίνα, αφού βυθίστηκε στο μεγαλείο των αρχαίων Μακεδόνων. Ο καθη13. Ό.π., σελ. 164-165
14. Ό.π., σελ. 29-78, 101-104, 217-262
15. Ό.π., σελ. 26-27
16. Harvard University Press – www.hup.harvard.edu

γητής Ιστορίας της Οξφόρδης και ιστορικός σύμβουλος του Όλιβερ Στόουν στην κινηματογραφική
ταινία «Αλέξανδρος», Ρόμπιν-Λέιν Φοξ, δήλωσε17
σε επίσημη συνέντευξή του πως, όποιος θεω­ρεί τα
Σκόπια «Μακεδονία», είναι τουλάχιστον ανιστόρητος. O Stephen Miller, επίτιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Μπέρκλεϋ της Καλιφόρνια, έστειλε
στις 22 Ιανουαρίου 2009 επιστολή στο ‘Archaeology
Magazine’, με την οποία υποστήριξε τεκμηριωμένα
γιατί τα Σκόπια δεν μπορούν να ονομαστούν Μακεδονία. Οι Αλβανοί των Σκοπίων δηλώνουν ότι
«ο Μακεδονισμός είναι πλασματικός αφού στηρίζεται σε μύθο και καταδικάζεται από πολλούς επιστήμονες». Οι Βούλγαροι σε άρθρο στην εφημερίδα
TΡΟΥΝΤ τον Σεπτέμβριο 2005 καταγγέλλουν ως
ψέμα το «Μακεδονικό Έθνος» που τους επεβλήθη
από τον Τίτο. Τα Νομοθετικά Σώματα 14 Πολιτειών των ΗΠΑ και 40 Γερουσιαστές ζητούν σεβασμό
στην ιστορική αλήθεια για την Μακεδονία. Τέ­λος,
και Έλληνες μάχονται την προπαγάνδα αυτή με ποικίλους τρόπους, όπως η δημιουργία του ντοκιμαντέρ «Μακεδονία, ο Ελληνιστικός πολιτισμός μέχρι τη Μικρά Ασία» του Φώτη Κωνσταντινίδη18, το
οποίο προβλήθηκε ήδη στη Θεσσαλονίκη και σε πόλεις της Αμερικής ή η σύνταξη επιστολής από Μακεδόνες γηγενείς προς τα Ηνωμένα Έθνη. Με αυτή
αποδεικνύουν -με παράθεση στοιχείων- την ελληνικότητά της Μακεδονίας (σε αντίθεση με την αποτελούμενη από είκοσι μία εθνότητες ΠΓΔΜ) και
ζητούν την προστασία των δικαιωμάτων τους και
την μη πίεση των Ελλήνων πολιτικών ως προς την
απο­δοχή του όρου ‘Μακεδονία’. Παράλληλα, υπενθυμίζουν πως το νέο πολυεθνικό κράτος αναγνωρίστηκε από τον ΟΗΕ με την προσωρινή ονομασία
‘Πρώ­ην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας’ και επομένως, «όποιος χρησιμοποιεί τον όρο
‘Μακεδονία’ παραβιάζει τη διεθνή νομιμότητα»,
ενώ απειλεί παράλληλα και «το κύρος και την αξιοπρέπεια του ΟΗΕ ως κορυφαίου διεθνούς οργανισμού». Μάλιστα προσκαλούν τον Γενικό Γραμματέα
του ΟΗΕ, Ban Ki Moon, και τον ειδικό διαμεσολαβητή, Matthew Nimetz, στην Ελλάδα με σκοπό να
τους φιλοξενήσουν και να τους ξεναγήσουν στους
αρχαιολογικούς χώρους, καθώς πιστεύουν πως «Η
Μακεδονία εν λίθοις φθεγγομένοις και μνημείοις
σωζομένοις»19.

17. Νικόλαος Κ.Μάρτης, Ομιλία σε Π.Μ., 25.01.2006 –
www.diktyo21.gr
18. Νικόλαος Κ.Μάρτης, «Η οριστική ονομασία της
FYROM και η ταυτότητα των Μακεδόνων», www.
diplomatiko periskopio.com, 24.6.2010
19. Μαργαρίτης Γ.Δήμητσας, «Η Μακεδονία εν λίθοις
φθεγγομένοις και μνημείοις σωζομένοις», εκδ. ΜΑΤΙ,
1892

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful