μπαχάρ

*

έκτακτη έκδοση του blogs.radiobubble.gr

Νεκροζώντανοι στην Ελλάδα του ‘11

thas/Κ.Κ.Μοίρης/niemandsrose/Μόσχος/blitz/O_Kanalarhis/Νικολόπουλος/
old boy/sraosha/Πετρόπουλος/Κυριακόπουλος/radio_sociale/χνούδι/
Τριανταφύλλου/Μπούμπουκα/Jaquou Utopie/murplejane/βυτίο

* αντίδοτο στις συνταγές των κάθε είδους γιατρών

http://www.radiobubble.gr
Iπποκράτους 146 και Βατάτζη (Νεάπολη Εξαρχείων)
phygital

Κάποιος γράφει 500 σελίδες για έναν πρώην πρωθυπουργό. Βαρύγδουπες αναλύσεις για τα
εσωκομματικά του πασόκ. Σε μια οθόνη ένας πολιτικός ή ένας δημοσιογράφος κουνάει το δάχτυλο
επικρίνοντας το πως ζήσαμε. Ένα διάγγελμα του νυν πρωθυπουργού σε απευθείας μετάδοση
σχολιάζεται βαριεστημένα, αλλά χαμογελαστά από μια μεσημερινή εκπομπή.
Κι όμως.
Υπάρχει ένας λόγος που αρθρώνεται διαρκώς σε δίκτυα, μπαρ, πλατείες και κοινότητες (εικονικές και
πραγματικές). Ένας λόγος που δε βρίσκεται εκτός κοινωνίας, αλλά ζει κι αναπνέει εντός της κι είναι
γεμάτος πάθος και παραίτηση, ακριβώς όπως αυτή.
Ο Χρήστος Βακαλόπουλος το 1992 έλεγε: “Η πραγματική ελλάδα είναι εκτός πραγματικότητας”. Δεν
κουραστήκαμε να συμφωνούμε και να επιμένουμε και είναι Δεκέμβρης του 2011.

Περιεχόμενα
4. murplejane
5. La Haine – Old Boy
6. Kυριακές γκραν γκινιόλ – Του κανενός το ρόδο
7. Πηνελόπη Τριανταφύλλου
8. Μακρινές συγγένειες – Sraosha
9. Ο διάλογός μου-Νίκος Μόσχος
10. Δάχτυλο στο μάτι – Χνούδι
11. Το τελευταίο πράγμα εδώ – το βυτίο
12. Νever badder than bad – Ομάδα Blitz
13. Ανάλωση κατά προτίμηση πριν – Ο_Kanalarhis
14. Η διαδρομή – thas
16. Γιάννης Νικολόπουλος
17. Technocracy – Jaquou Utopie
18. Την έλεγαν «Άννα» - Κώστας Κυριακόπουλος
20. Χριστουγεννιάτικη ιστορία – Αγγελική Μπούμπουκα
21. Σταύρος Πετρόπουλος
22. Τέσσερα κι ογδόντα – Κ.Κ.Μοίρης
φωτό εξωφύλλου: radio_sociale (”κλέβοντας” τον J. Κoudelka)
υ.γ ευχαριστούμε το Θόδωρο Χλιάπα για τις ιδέες και τη βοήθεια
υπεύθυνοι κατά νόμο, ανεύθυνοι κατά συνείδηση: το βυτίο και radio_sociale
e-mail:radiobubbleblogs@gmail.com

3

murplejane

http://murplejane.tumblr.com

4

La Haine - old boy
http://old-boy.blogspot.com

Συμμέτοχος τηλεπαιχνιδιού, ως διαγωνιζόμενος, χειροκροτητής στο στούντιο ή τηλεθεατής, ο προ της κρίσης
νεκροζώντανος αγωνιά τη νεκροζώντανή του αγωνία για την τελική έκβαση της τελευταίας ερώτησης/ μαντεψιάς/
δοκιμασίας των τόσων χιλιάδων ευρώ, όντας εγκατεστημένος τη στιγμή εκείνη στον πυρήνα ενός πολιτισμικού,
πνευματικού και ηθικού περιβάλλοντος, που τον ταϊζει με τη πλήρη γκάμα των νεκροζώντανων συγκινήσεων τις οποίες
έχει εκπαιδευτεί να χωράει ο ψυχικός του ορίζοντας. Ξαφνικά, απροειδοποίητα, απρόβλεπτα, από το πουθενά, άουτ οφ
δε μπλου, το τηλεπαιχνίδι αλλάζει υπόσταση. Η μπάνκα γιγαντώνεται και το διακύβευμα είναι πλέον δισεκατομμύρια
ευρώ, μόνο που από τη θέση του κεντρικού παρουσιαστή αποχωρούν εξωκαρδιάδες και παιδιά όλο θετική ενέργεια σαν
το Χρήστο Φερεντίνο ή τον Γρηγόρη Αρναούτογλου, για να αντικατασταθούν από το βαθιά σκιαγμένο για τα
μελλούμενα βλέμμα της Όλγας Τρέμη και την προτεσταντική παγωμάρα στη χροιά της φωνής της Σίας Κοσιώνη. Το
τηλεπαιχνίδι που αντιστοιχεί στον μετά την κρίση νεκροζώντανο, «Η Επόμενη Δόση», δεν έχει σαν πρώτη ύλη την
υπόσχεση για ολοένα και περισσότερα κέρδη, αλλά τον τρόμο για ολοένα και μεγαλύτερες απώλειες. Δεν είναι
δομημένο σαν κλίμακα που ανεβαίνει προς τα πάνω, αλλά σαν κλίμακα που κατεβαίνει προς τα κάτω. Το κάθε επόμενο
επίπεδο εκβιαστικών διλημμάτων βρίσκεται ένα σκαλοπάτι πιο κάτω από το προηγούμενο. Το κάθε τρέχον δίλημμα που
ήταν στο αμέσως προηγούμενο σκαλοπάτι της κρίσης αδιανόητο, παρουσιάζεται τώρα ως αυτονόητο.
Μαζί με το κόνσεπτ και τους παρουσιαστές, κατ' εξοχήν αλλάζει και ο ρόλος που σου αναλογεί. Χθες σε είχαν πασά,
σήμερα τράγο αποδιοπομπαίο. Από τις σειρήνες της διαφήμισης ως τις προεκλογικές υποσχέσεις, εκεί έξω σε περίμενε
ένας καλύτερος κόσμος, ένας κόσμος που σου ανήκε, που είχε πέσει στα πόδια σου και σε εκλιπαρούσε: «Έλα, πάρε με,
αγόρασέ με, κάνε με δικό σου. Με δικαιούσαι». Ίσως για αυτό ακόμη και τις συναισθηματικές σου ματαιώσεις δεν τις
αντιμετώπιζες με συντριβή, αλλά με αυτοδικαίωση: «Πώς μπορεί να μη με θέλει πια εμένα; Για να μη με θέλει σημαίνει
ότι αυτή δεν άξιζε τον κόπο, αυτή δεν κατάλαβε πόσο ξεχωριστός είμαι, όλοι με θέλουν εμένα, η διαφήμιση με θέλει
εμένα, η τράπεζα με θέλει εμένα, έχω τρόπο εγώ, έχω αξία εγώ, έχω άκρες εγώ». Και να που τώρα βρίσκεσαι να τρως
πόρτα όχι μόνο από έναν άνθρωπο, αλλά από την καινούρια αφήγηση της πραγματικότητας στο σύνολό της. Τώρα σε
ματαιώνουν και υλικά και ηθικά. Τώρα φεύγει από πάνω σου όλη η προσοχή και πέφτει πάνω σου όλη η ενοχή. Τώρα
φταις εσύ, φταις εσύ που τα έφαγες μαζί τους, φταις εσύ που έπαιρνες τις πιστωτικές κάρτες και τα δάνεια κι όχι η
τράπεζα που σε έπαιρνε τηλέφωνο για να σου τα χορηγήσει. Η μετάβαση από το «Σκοπός του κόσμου είναι να τον
καταναλώσεις» στο «Πώς κατανάλωνες χωρίς να το δικαιούσαι;» και άρα στο «Τώρα ήρθε η ώρα να πληρώσεις το
λογαριασμό της αφροσύνης σου», είναι η μετάβαση από έναν άνθρωπο που δεν ήξερε καλά καλά γιατί ζει, σε έναν
άνθρωπο που δεν ξέρει καλά καλά αν θα έχει αύριο να ζήσει.
Ένα από τα βασικότερα ερωτήματα που προκύπτουν, είναι προς ποιά κατεύθυνση πρέπει να ενεργοποιηθεί κανείς μέσα
σε μια μεταβατική εποχή, όπου η ιστορία που του έλεγαν μια ζωή δεν πείθει πια με τίποτα, χωρίς όμως να έχει έρθει
ακόμη στη θέση της μια καινούρια πειστική ιστορία. Αν μπορούσαμε να μεταφερθούμε στο μέλλον, όσα συμβαίνουν
σήμερα θα έχουν πάρει μια οριστική μορφή, η εικόνα θα είναι σχηματισμένη, όλα θα μοιάζουν ξεκάθαρα. Ζώντας πάνω
στην μετάβαση και μην έχοντας αυτήν την πολυτέλεια, το ασφαλέστερο κριτήριο που μας μένει για να αποφασίσουμε,
είναι να στραφούμε από την εξωτερική εικόνα μιας κατάστασης που διαρκώς μεταβάλλεται, στο εσωτερικό μας
αισθητήριο: κάποιες ελάχιστες αδιαπραγμάτευτες κι αναπαλλοτρίωτες αρχές, πέντε πράγματα που τα νιώθουμε μέσα
μας σωστά, δυο τρεις θεμελιώδεις αντιφάσεις στον επίσημο λόγο που δεν χωνεύονται με τίποτα.
Με αυτόν τον τρόπο, και παρά την δεδομένη αβεβαιότητα των ημερών, μια διαύγεια αρχίζει να κάνει δειλά δειλά την
εμφάνισή της. Αρχίζεις να κατασταλάζεις. Αρχίζεις να νιώθεις πως ανήκεις κάπου. Και δίπλα στο αίσθημα αυτό έρχεται
να κατακαθίσει ένα άλλο, παραδόξως ζωογόνο: η εχθρότητα. Και τώρα, όσο ήττα κι αν το λες σε σχέση με την
ιδιοσυγκρασία σου και με τον βαθύτερο εαυτό σου, βλέπεις πόσο ανακουφιστικό είναι να εγκαταλείπεις τον σχετικισμό
σου, εγκαταλείποντας ίσως μαζί του και την ουσιαστικότερη κατανόηση της πραγματικότητας, κερδίζοντας όμως σε
αντιστάθμισμα μια άγρια χαρά. Τη χαρά του να μισείς. Δεν είμαι ιδεολογικά συγκροτημένος, δεν θα γίνω μάλλον ποτέ,
ξέρω όμως πως μισώ το λόγο τους, την ασταμάτητη μετάλλαξή του, την ατελείωτη υποκρισία του, τη βαθιά αναλγησία
του, την απέραντη χυδαιότητά του. Ο λόγος τους. Αυτός είναι ο εχθρός μου. Και μισώντας τον νιώθω εκατό τοις εκατό
ζωντανός.

5

Κυριακές γκραν γκινιόλ - του κανενός το ρόδο
http://niemandsrose-niemandsrose.blogspot.com

Τις Κυριακές, στο κέντρο μιας πόλης κατάστικτης με τατού στα ντουβάρια, ή στις εξοχές και τις θάλασσες, αγοράζαμε
εφημερίδες. Τυλιγμένες σε σελοφάν. Τις αδειάζαμε από τα περιττά, από διαφημιστικά φυλλάδια και σομόν οικονομικά
ένθετα. Η ζωή κυλούσε χωρίς οικονομικούς δείκτες, χωρίς γραφήματα των τιμών του χρυσού και του πετρελαίου, χωρίς τους
ολοσέλιδους πίνακες με τις τιμές των μετοχών. Κυλούσε χωρίς να λέμε: CDS, spreads, χρηματοπιστωτική κρίση, ύφεση,
χρεωκοπία, περικοπές, στάση πληρωμών, εργασιακή εφεδρεία, επιτόκια δανεισμού. Κυλούσε χωρίς μνημόνιο,
μεσοπρόθεσμο και πολυνομοσχέδιο. Χωρίς ΔΝΤ, Eurogroup και τρόικα. Οι φυλλάδες της οικονομίας αδιάβαστες
προορίζονταν για ανακύκλωση ή για καθάρισμα τζαμαρίας.
Και μετά οι όροι ξεχύθηκαν από τις φυλλάδες, ανακυκλώνονταν στα χείλη μας, βρώμιζαν τα στόματά μας. Και μετά τα
παράθυρα θόλωσαν. Πύκνωσαν οι ανάσες στα σπίτια μας. Μέναμε μέσα όλο και πιο συχνά. Ακούγαμε όλο και πιο αμίλητοι
τις τηλεπερσόνες να μας κατακεραυνώνουν με μια γλώσσα αυταρχική, γεμάτη δυσνόητους οικονομικούς όρους, εκβιαστικά
διλήμματα και φασίζοντα ορθολογισμό. Ζαρώναμε όλο και πιο φοβισμένοι στα καθιστικά. Βουλιάζαμε όλο και βαθύτερα
στον ιδιωτικό βίο. Παραδίδαμε το συρρικνωμένο ελεύθερο χρόνο μας σε οθόνες, μιας ψευτοσυμμετοχής στα εν δήμω μέσα
απ’ τα social media ή μιας παθητικής ενημέρωσης από μισθωμένα φερέφωνα. Ξεφυλλίζαμε πια με αγωνία τα οικονομικά
ένθετα, σαν χρησμό.
Τους είδες. Μια οικογένεια με δυο παιδιά. Σταθμεύουν δωρεάν στο αχανές πάρκιν. Παίρνουν τσάμπα μια πελώρια τσάντα
από χοντρό πλαστικό. Περιφέρονται χωρίς χρέωση στους ατέλειωτους διαδρόμους του σπιτάδικου. Χαζεύουν χωρίς αντίτιμο
τα ανεξάντλητα εκθέματα του πολιτισμού. Φτάνουν στο ταμείο με τα ψώνια: κανένα αρωματικό ρεσώ, κανένα διακοσμητικό
σκατολοΐδι, λίγη χρωματιστή άμμο, ας πούμε, κανένα αποξηραμένο φυτό. Ψιλοπράματα. Μετά θα φάνε ξέπνοοι χοτ ντογκ ή
παγωτό μηχανής. Τίποτα δεν ήταν χωρίς κόστος. Η αγορά ήταν η εκδρομή τους.
Το Τοτέμ κείται ημιθανές μπροστά στα μάτια τους. Καμώνονται πως δε το βλέπουν. Το προσπερνούν. Ώστε δεν ήταν αθάνατο
τελικά. Οι πιστοί πάντα εθελοτυφλούν. Συνεχίζουν να διασχίζουν τους διαδρόμους του μεγαθήριου, σαν αυτό να είναι πάντα
εκεί: προσηνές, προσιτό και συγχρόνως μεγαλόπρεπο. Προσκυνούμε την άνεση, το γούστο, το φθηνό που δεν είναι ευτελές.
Προσκυνήσαμε πολύ τα σπιτικά μας. Ώσπου έμοιασαν με σκηνικά νεανικής σαπουνόπερας. Χρωματιστοί τοίχοι, λαμπιόνια,
φωτιστικά, στυλ, πολύ στυλ. Και τα ρούχα μας. Και τα μαλλιά μας. Στυλ πολύ στυλ. Και γυμνοί δε ξέραμε κατά πού να
κάνουμε, πιο αμήχανοι από ποτέ. Και όταν μιλούσαμε δε ξέραμε τι να πούμε, πιο μπερδεμένοι από ποτέ. Και τα τραγούδια.
Μια έντεχνη ποπ με ηλεκτρικές κιθάρες, βαρύ μέικ απ, πονηρούς image makers, ακριβά βίντεο κλιπ, άνευρο κι ασπόνδυλο
στίχο. Μουσική δωματίου ΙΚΕΑ.
Το ταμπού είναι να πεις πως δεν έχει άλλο. Πως τέλειωσε το ρευστό, οι πιστώσεις, τα αποθέματα. Μαζί να δούμε να
αργοπεθαίνουν τα νεκροζώντανα, τα ζόμπι της μη-ζωής μας, η προκάτ αισθητική μιας σουηδικής (απ)οικίας, η ευδαιμονία
του πολυγκατζετούχου, η new age βαλβίδα εκτόνωσης λαϊφστάιλ νευρώσεων, η μετακίνηση της κουζίνας από τα λαδερά στη
ρόκα-παρμεζάνα με μπαλσάμικο, η μουσική υπόκρουση της επίπλαστης ευμάρειας, η απολιτίκ πορεία με ορόσημο σταθμό
διορισμένες κυβερνήσεις, η εξάντληση της συμμετοχής στα κοινά από τα πουφ των σόσιαλ μίντια, τα greeklish και τα
ακρωνύμια της παγκόσμιας αργκό στο διαδικτυακό μας παρόν, OMG, τα πολυμορφικά αυτοκίνητα στο επαρχιακό τοπίο που
έμοιασε φολκλόρ στο βλέμμα ενός ξένου. Το βλέμμα μας.
Οι Κυριακές πια περνούν όπως φιλμάκι γκραν γκινιόλ. Κάνουμε ταμείο. Τι θάψαμε τη βδομάδα που πέρασε. Κάποια γηραιά
ελευθερία, καμιά λατρευτή μας αξιοπρέπεια, ένα αδικοχαμένο δικαίωμα, ένα κομμάτι από τον χρόνια αγνοούμενο Λόγο.
Ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη. Εκεί που παραμένουμε μονάχα θεατές με καρδιές ρέπλικες. Ευειδείς μες στο ευ ζην που μας
είπαν να πιστέψουμε κι εμείς το πιστέψαμε. Το Blade Runner ήταν πάντα εδώ. Εμείς είχαμε γυάλινα μάτια και δεν το
βλέπαμε. Στο τέλος να θυμηθείς να μου κλείσεις τρυφερά τα βλέφαρα για να μπορέσω να ξαναδώ καμιά ικμάδα φωτός.

6

Πηνελόπη Τριανταφύλλου

7

Μακρινές συγγένειες - sraosha
http://sraosha2.blogspot.com

Ζόμπι:
Αν και τελικά ζω στον κόσμο μου, πριν κάτι μήνες, τον Ιούνιο, παρατήρησα κι εγώ τελικά ότι υπάρχει μια γενικότερη εμμονή
(φασινέισον θα το λέγαμε) με διάφορα νεκραναστημένα όντα. Πριν συνεχίσω, να καταθέσω ότι η λέξη "νεκραναστημένος" πάντα
μου προκαλεί δυσφορία: το Πάσχα του 1997 τη χρησιμοποίησε ο τότε Μητροπολίτης Θυατείρων (που είναι στην Τουρκία) και
Μεγάλη Βρετανίας (που είναι στην ΕΕ αλλά απέναντι από την Ευρώπη) για να αναφερθεί στον Χριστό: "ο νεκραναστημένος
Κύριός μας" είπε. Τελος πάντων.
Ένα Σάββατο του Ιουνίου λοιπόν έπαιζε το Dawn of the Dead στην τηλεόραση. Το είδα στην αρχή αρχή, μέχρι το σημείο (για όσους
έχουνε δει την ταινία) που η επιζήσασα συναντάει έναν μαύρο μπάτσο, ο οποίος φαντάζομαι θα δώσει τη ζωή του και τα μυαλά
του βορά στα ζόμπι για να σώσει τη μυξού κοπελιά σε κάποια στιγμή αργότερα στην ταινία. Άντε, την κοπέλα κι ίσως και κανα
καλό παλληκάρι λευκό, το οποίο μαζί με τη μυξού θα ξαναρχίσουνε το γένος των ανθρώπων, αμήν. Λέω "φαντάζομαι" γιατί δεν
αντέχω να δω ταινίες με ζόμπι, εκτός από το "28 μέρες μετά" (που το πήγαινε αλλού) κι εκείνο το κωμικό όπου ο Γουίλ Σμιθ κι ο
σκύλος του πολεμάνε κάτι φωτοφοβικά ζόμπια σε μια έρημη Νέα Υόρκη.
Δεν τις αντέχω καθόλου αυτές τις ταινίες: το θέαμα του μαζικού εκζομπισμού, και άρα εξαπανθρωπισμού, τυχαίων κανονικών
ανθρώπων μόνο φρίκες μου προκαλεί, γι' αυτό και δεν αντέχω και αφηγήσεις εγκλημάτων πολέμου από τον καιρό των Ασσύριων,
των Χετταίων και δώθε. Θυμάμαι σχετικά μια προπαγανδιστική σκηνή (και με κυνηγάει πολύ άσχημα) στον "Καιρό του
Βουλγαροκτόνου" (του εθνικού αναγνώσματος για παιδιά της Πηνελόπης Δέλτα), όπου οι φρικτοί κι απαίσιοι Βούλγαροι
μπαίνουνε στη βυζαντινή Αδριανούπολη και εκτελούν βρέφη για πλάκα κοπανώντας τα στον τοίχο για να σκάσουν σαν
καρπούζια, μια σκηνή που ίσως απηχεί πώς έτρωγε ο Πολύφημος συντρόφους και της οποίας αντίστοιχη υπάρχει στον Αντρέι
Ρουμπλιόφ του ταρκόφσκι. Δεν μπορώ να διανοηθώ ποιος άνθρωπος μπορεί να αντέχει τέτοιες αφηγήσεις χωρίς δυσφορία κι
απαρέσκεια.
Γιατί λοιπόν ο κόσμος βλέπει τόσες ταινίες με ζόμπι; Ξεκάθαρα, τα ζόμπι εκφράζουν τους φόβους της κοινωνίας των μαζικών
αγαθών και θεαμάτων: αν πιστέψουμε τους χαρντκόρ (μετα-)αντορνοϊκούς -- των μαζικών συναισθημάτων (εγώ δεν τους
πιστεύω) -- μας πιάνει, και καλά, η μαζική κουλτούρα, μας αποβλακώνει και μας κάνει όλους ίδιους, όλους να θέλουμε τα ίδια
πράγματα, που μας τα προσφέρει η κοινωνία του θεάματος. Τα ζόμπι ενσαρκώνουνε τελικά τον τρόμο μπροστά στο ενδεχόμενο
να γίνουμε πανομοιότυπα ρακένδυτα σάρκινα ανδρείκελα, ακόμα χειρότερα: να γίνουν όσοι αγαπούμε ρακένδυτα σάρκινα
ανδρείκελα, με σβησμένη κάθε μνημη, κάθε γνώρισμα προσωπικότητας και έκφρασης, ψυχής που λέμε. Ο έλεος και ο φόβος,
κοινώς.
Την ίδια μέρα του Ιουνίου διάβασα κάποιο σχόλιο διαδικτυακού μουτζαχεντίν, γνωστού σε όσους ανακατεύονται με τα
σοσιαλμηντιακά πίτουρα, ότι είμαστε όλοι υποψήφια ζόμπι που ζητούν από υποψήφιους αυτόχειρες να πέσουν από ταράτσες,
που κάνουμε ντου ή που ζμπρωχνόμαστε αγεληδόν στο Σύνταγμα για να νιώσουμε το βαρβάτεμα του όχλου (ήτανε πριν ρίξουνε
τα χημικά που καθάρισαν τις πλάκες της πλατείας από κάτι αγανακτισμένους).
Βρυκόλακες:
Περισσότερο μοδάτα κι από τα ζόμπι είναι τα κυριλλέ μακροξαδέρφια τους, απέθαντοι που όμως έχουν και παραέχουν
προσωπικότητα. Οι (γενικά) συμπαθείς βρυκόλακες. Βεβαίως οι βρυκόλακες μετατράπηκαν στον συναρπαστικό Άλλο κυρίως
μετά την κινηματογραφική εκδοχή της "Συνέντευξης με έναν βρυκόλακα". Εκτοτε έχουνε γίνει μόδα, σχεδόν αξιαγάπητη. Αλλά
πάλι, υπάρχει λόγος: όσοι ξενύχτησαν χορεύοντας, κρύφτηκαν στα σκοτάδια για να ερωτοτροπήσουν, διάβασαν για εξετάσεις,
έζησαν αϋπνίες -- όσοι δηλαδή ζούνε στις πόλεις και ζούνε τις πόλεις -- εύκολα ταυτίζονται με βρυκόλακα: η νύχτα είναι η μέρα
όσων αισθάνονται έστω και λίγο διαφορετικοί, καθένας για τους λόγους του.
Όπως τα ζόμπι, οι βρυκόλακες είναι απέθαντοι, αντίθετα όμως με τα ζόμπι, τους βαραίνει η πολλή και βαρειά προσωπικότητα,
προσωπικότητα που την έχουνε πήξει και πυκνώσει αφόρητα οι ιδιαιτερότητες μιας μακριάς κι ατέλειωτης ζωής, μιας ζωής που
διακριτικά σνομπάρει το φως της μέρας: δε χρειάζεται να φάνε μυαλά, τους βαραίνει το δικό τους, "συμφορά από το πολύ
μυαλό", που λένε κι οι Ρώσοι. Οι βρυκόλακες είναι οι άνθρωποι της εποχής, κάθε εποχής στην πόλη, όπου οι γείτονες και οι
συγγενείς δεν έχουν απόλυτη εποπτεία της ζωής σου: οι βρυκόλακες έχουν κρυμμένο τραύμα (φωτοφοβία), διακριτικές ειδικές
ανάγκες (πίνουν αίμα), ενίοτε μεταμορφώνονται σε τέρατα αλλά δεν το πολυδιασκεδάζουν. Όπως κι όλοι μας.
Επιπλέον, όσοι βρυκόλακες είναι φιλήδονοι, άγρυπνοι, κομψοί και κάπως σνομπ ενσαρκώνουν επίσης τον θαυμαστό κόσμο του
έντυπου λάιφσταϊλ, του Fashion Channel που παίζουνε νυχθημερόν οι τηλεοράσεις στις καφετέριές μας. Είναι βεβαίως κι αυτοί,
πάνω απ' όλα, βρυκόλακες: έχουν κρυμμένο τραύμα (από πού να αρχίσει κανείς τώρα), διακριτικές ειδικές ανάγκες (πίνουν κόκα
/ βότκα / κτλ), ενίοτε μεταμορφώνονται σε τέρατα (ιδίως αφού ικανοποιήσουν τις ειδικές ανάγκες τους) αλλά μάλλον δεν το
πολυδιασκεδάζουν. Κι είναι νέοι για πάντα.
Αντίθετα με τα ζόμπι, οι βρυκόλακες έχουνε ψυχή, κάπου την κρύβουν όμως.

8

9

http://www.nikosmoschos.gr

(2011, μικτή τεχνική, 28x40 εκ.)

Ο διάλογός μου, Αναμνηστική - Nίκος Μόσχος

Δάχτυλο στο μάτι - Χνούδι
http://xnoudi.blogspot.com

Ήθελα να σου πω ότι πάλι πήρα τους δρόμους και δεν σε πρόφτασα.
Αυστηρώς κατάλληλοι για νύχτα και σιωπή θυμάσαι; Φτιαγμένοι από παράξενο υλικό. Μη
επεξεργάσιμο . Ξεχειλίζουμε και η καρδιά μας ακούγεται σαν να χτυπάει κάπου μακριά ένα
μπεντίρ. Πάντα στα τέσσερα με προτεταμένο τον κόμπο στο λαιμό και να γρυλλίζουμε,
κουρνιάζοντας στα πάθη. Στα μυστικά απωθημένα, στα θέλω και στους χρόνους που χτίζουνε
σάρκινους τοίχους. Έξω από ξενυχτάδικα ή στο ορθάδικο του καντινιέρη, δίπλα σε πουκάμισα
που βρωμάνε πνιγμένο αποσμητικό και τοξίνες αλκοόλης. Ψηφοφόροι, ψηφολέκτες, αναλυτές
και τοκογλύφοι . Βδομαδιάτικοι λεκέδες σε λαμέ σαββατόβραδα που τις Κυριακές με βαρύ κεφάλι
και ανάλαφρο το ένθετο της φυλλάδας μεταμορφώνονται σε Ευρωπαίους, λίγο πριν την μπάλα…
Εξεζητημένες αστικές στιγμές. Η τσαλακωμένη ομορφιά τους λερώνει την παρόρμηση της μιας
βραδιάς και την λύπη που νιώθει ο άλλος εαυτός όταν δεν μπορεί να ξανακολλήσει το ξερό φύλλο
που έπεσε από το δέντρο . Σ' αυτές τις σιωπές που κάνουν σαματά θα ήθελα να μπορώ να πω
που βρίσκομαι. Να δώσω συντεταγμένες μήπως τρέξουν κατά πάνω μου. Να τους πω για τα φιλμ
της ζωής μας που ποτέ δεν θα γίνουν υπερπαραγωγές , για τις πόρτες που κλείνουν με δύναμη,
για το ασανσέρ που κατεβαίνει, για τα κλειδιά στην μίζα του αμαξιού, για τα απρογραμμάτιστα
ταξίδια. Να τους πω ότι τώρα πια ξέρω πως οι πιο γενναίοι θάνατοι συμβαίνουν στη μέση του
πουθενά και μας βρίσκουν ξαπλωμένους σε έναν έρημο παγωμένο δρόμο έξω από τη Γλασκώβη 4
το πρωί, πίνοντας γερές δόσεις αντρίκιου single malt, κουκουλωμένους μέσα μας να μην ακούμε
όλα εκείνα που παλεύουμε να πούμε στους άλλους και στο τέλος σχεδόν πάντα και σχεδόν
σαδιστικά τους τα στερούμε.
Λένε πως δεν υπάρχει εγκεφαλική παράλυση, είπαν πως οι αναπνοές ταξιδεύουν σαν
κυματομορφές, είπες πως δεν με είδες - καταδικασμένοι απέθαντοι σαν τα φρικιά του μαύρου
μαργαριταριού- λέω πως θα σε συναντήσω στα άθικτα ηλιόλουστα στέκια μας τη μέρα που το
μυαλό μου θα έχει γεμίσει θρόμβους. Μ’ αυτό τον τρόπο θέλω να την κάνω. Υπεργαμάτα . Από τη
θάλασσα. Να ελευθερώσω όλους τους έγκλειστους που έχω στο κεφάλι μου και με μουσική
υπόκρουση το Desamparado να βρεθώ στο μέρος που απαγορεύεται κάθε συνάθροιση άνω του
ενός.
Ευτυχία και συντριβή ξένε . Oμοούσια τριάς. Μαζί με εκείνες τις κάφτρες που φτάνουν μέχρι τον
αγκώνα.

10

Το τελευταίο πράγμα εδώ - το βυτίο

http://tovytio.wordpress.com

Νεκροί
Καθόμαστε σε μαγαζί των Εξαρχείων και τρώμε. Μπαίνει μέσα ηλικιωμένη γυναίκα. Κρατάει μπλε σακούλα και ένα
πακέτο χαρτομάντιλα στα χέρια. Μας λέει να πάρουμε ένα, για πενήντα λεπτά. Λέμε όχι, ευγενικά ή απλά αδιάφορα.
Λέει κάτι ακόμη δείχνοντας τα πιάτα μας, δεν το πιάνουμε ακριβώς, μιλάει μέσα απ’ το στόμα της. Αρνιόμαστε από
συνήθεια. Πηγαίνει στους διπλανούς. Της δίνουν το πολυπόθητο πενηντάλεπτο. Δείχνει και σε κείνους το τραπέζι.
Κάτσε, της λένε. Παίρνει το πιάτο με το μακαρόνια που έχει μισοφάει η γυναίκα της παρέας. Με το ίδιο πιρούνι τρώει
αυτό, που δεν επέτρεψε να φαγωθεί, η σιλουέτα και η διατροφή της προηγούμενης. Ταυτόχρονα συζητάνε. Παιδιά,
ατυχίες, επαρχίες. Ανοίγει η πόρτα του μαγαζιού. Μετανάστης με ακορντεόν ζητάει πενηντάλεπτο. Λέμε όχι να μη
σπάσουμε την παράδοση. Πηγαίνει στο διπλανό τραπέζι. Σκύβει, παίζοντας ένα χαρούμενο σκοπό, πάνω απ’ τη
γυναίκα με τα χαρτομάντιλα. Της ζητάει ένα κέρμα. Αυτή, μπουκωμένη, γελάει. «Από μένα ζητάς βρε συ»; Γελάνε και
οι υπόλοιποι. Γελώντας, φεύγω κι εγώ απ’ το μαγαζί. Λίγο πριν απ’ το μετρό στο πανεπιστήμιο, με αρπάζει απ’ το
μπράτσο μια κοπέλα. Μάτια κόκκινα, γόνατα λυγισμένα και σπασμένη φωνή. «Δώσε μου ρε πέντε ευρώ. Βοήθησέ με.
Μου έκλεψαν τα λεφτά. Πέντε ευρώ. Τόσο κάνει ο προαστιακός. Ρε δώσε μου, να φύγω από δω πέρα». «Να φύγω
από δω πέρα», επαναλαμβάνουν μονότονα άνεργοι, φοιτητές, πρεζάκια και υπερμορφωμένοι τριαντάρηδες.
Ζωντανοί
Ξέρω ένα ζευγάρι. Είναι κάτι μήνες ερωτευμένοι. Πριν λίγο καιρό αποφάσισαν να συζήσουν . Αν δεν υπήρχε κρίση,
πιθανότατα δε θα έμεναν τώρα μαζί. Η οικονομική δυσπραγία, το γενικό ζόρι επιτάχυνε τη διαδικασία. Αν ήταν 2007
ή 2003, η συμβίωση αυτή θα είχε αναβληθεί. Θα το ψείριζαν για λίγο καιρό, θα έλεγαν ο ένας στον άλλο ότι
χρειάζονται το χρόνο, το χώρο, το ντουλάπι τους.
Το ζόρι που μας πνίγει σε όλα τα επίπεδα, είναι ένα εύφλεκτο υλικό. Είναι μια περίεργη συνισταμένη που επιταχύνει
όλες τις εξελίξεις. Είναι μια συνθήκη, που καίει μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα όλες τις φλυαρίες, όλα τα ανούσια
πήγαινε έλα και τους σχετικισμούς του χτες. Τα τελευταία χρόνια, το να συζήσουν δύο άνθρωποι, ήταν μια απόφαση
για την οποία αγόρευαν γυαλιστερά περιοδικά, μεσημεριανές εκπομπές και κυρίες που λένε τα ζώδια. Ο χρόνος μου,
ο χώρος μου, η επιλογή μου, ο εαυτός μου. Με ατέλειωτα «μου» και «σου», ορκιζόμασταν σε μια δήθεν ανεξαρτησία.
Στην πραγματικότητα, αυτό που ονομάζαμε ελευθερία, ήταν η έλλειψη διάθεσης να αναλάβουμε την οποιαδήποτε
ευθύνη, η αδυναμία να συγκρουστούμε, το κυνικό στρίψιμο της πλάτης σε ότι μας κάνει ανθρώπινους.
Τώρα θα φάμε τη ζωή μας στα μούτρα. Χωρίς ενδιάμεσες στάσεις και όλων των ειδών τις επιφυλάξεις. Η αγάπη του
ζευγαριού που ξέρω, θα τριφτεί στον πιο άγριο βράχο. Θα συνυπάρξει με τον απλήρωτο λογαριασμό της ΔΕΗ, με το
στεγνό τέλος του μήνα, με μια ακόμη, χωρίς λόγο αγορασμένη, «χρυσή ευκαιρία». Η αγάπη του ζευγαριού θα
περάσει μέσα απ’ τα ασπρόμαυρα φιλμάκια ενός κινηματογράφου, που βλέπαμε σαν επιστημονική φαντασία, ενώ
δεν ήταν παρά η εκδοχή ενός πολύ κοντινού παρελθόντος. Ο έρωτας ενάντια στον κόσμο, σ’ ένα ματς που παίζεται
εδώ και αιώνες. Έχω συνδέσει την τύχη αυτού του ζευγαριού με την γενικότερη τύχη μας. Μες στ’ αυτιά μου, ο
Μάρκος Μέσκος δεν κουράζεται να επαναλαμβάνει, χρόνια τώρα, «ο Έρωτας θα είναι το τελευταίο πράγμα εδώ».
Όλες οι απαντήσεις
Μ’ αρέσει εκείνη η ιστορία που λένε για τον Τολστόι. Ο συγγραφέας, γυρνώντας στους δρόμους της Μόσχας,
παρατηρεί την ατελείωτη φτώχια. Ένα βράδυ αποφασίζει ότι δεν μπορεί να συνεχίσει να ζει έτσι. Μοιράζει λοιπόν,
όλη του την περιουσία στους απόκληρους. Μετά από λίγο καιρό όμως, αντιλαμβάνεται ότι ακόμη και μια τέτοια
πράξη, δεν αλλάζει τίποτα. Οι δρόμοι της Μόσχας και της Αθήνας, παραμένουν γεμάτοι ζητιάνους, άστεγους και
εσχάτως, οικογένειες που ψάχνουν μέσα στους κάδους σκουπιδιών. Ο Τολστόι καταλήγει στην οριακή και δύστροπη
ερώτηση «what then must we do?».
Περπατάμε ημιθανείς, σέρνουμε τα πόδια μας, ανάμεσα σε ανθρώπους που βουλιάζουν μεταξύ λύσσας και
απόγνωσης. Κάθε μέρα, ένα αυτόματο αδειάζει τις άπειρες σφαίρες του, πάνω στους σαστισμένους εαυτούς μας.
Ακριβώς σ’ αυτό το οριακό σημείο όμως, αποφασίζουμε να στυλώσουμε ή όχι τα πόδια.
Ξέρω ένα ζευγάρι. Είναι κάτι μήνες ερωτευμένοι, μοιράζονται το ελάχιστο και κάθε φορά που αυτός τη φιλάει,
εκείνης, ύστερα της ξεφεύγει ένα γέλιο. Ξέρω έναν τύπο. Πριν από περίπου δύο μήνες, μια ομάδα από φασίστες
κυνήγησαν να δείρουν ένα μετανάστη. Μπήκε στη μέση, τον έστειλαν στο νοσοκομείο. Όταν τον είδα, του είπα κάτι
μάλλον εμψυχωτικό, κάτι σαν μπράβο. Μου έγνεψε χαμογελαστός και σχεδόν αμήχανος. Δεν αισθανόταν ότι έκανε
κάτι ιδιαίτερο. Ξέρω ένα κορίτσι. Το Ιούνιο στο Σύνταγμα κόντεψε να πνιγεί απ’ τα αφόρητα χημικά. Την επόμενη
μέρα, στη συνέλευση της πλατείας, πήγε στο μικρόφωνο. Δεν ήθελε να πει κάτι ιδιαίτερο, μόνο ένα ευχαριστώ στον
άγνωστο που τη σήκωσε όταν έπεσε κάπου στον χαμό. Μια μέρα μετά, ήταν ακόμη βουρκωμένη.
Εδώ και τώρα, δεν υπάρχει τίποτα άλλο. Μόνο ο Τολστόι που γυρνάει στους δρόμους της Αθήνας μέρα και νύχτα και
κάνει συνεχώς την ίδια ερώτηση. «What then must we do?». Εδώ και τώρα, υπάρχουν μόνο οι απαντήσεις μας. Και
εκείνο το αιώνιο ματς. Ο έρωτάς μας ενάντια στον κόσμο.

11

Never badder than bad - ομάδα blitz
http://www.theblitz.gr

Never badder than bad 'cause the brother is madder than mad at the fact that's corrupt like a senator.
Chuck D Bring the noise
Έξω από το κτίριο της Ακαδημίας 58α ένα σκυλί γαυγίζει το αμάξι μιας κοπέλας, αυτή δυναμώνει το ραδιόφωνο
που ακούει βοηθώντας να αυξηθεί κι άλλο ο θόρυβος της πόλης, κάποιοι θα μιλάνε πάλι για λεφτά, κάποιοι θα
μιλάνε πάντα για λεφτά πιο σωστά, ένας γέρος με αδιάβροχο προσπαθεί να περάσει απέναντι, βροχή δεν
υπάρχει μόνο κρύο, τότε όμως γιατί αυτός φοράει αδιάβροχο; Πέντε δρόμους πιο πάνω, η καύλα των
ανθρώπων αυξάνει τις φωνές τους στα bar και καλά κάνει, οι ζητιάνοι θα ξανάρθουν να μας ζητήσουν ψιλά που
κάτω από άλλες συνθήκες θα τους τα δίναμε, η κάρτα από το κινητό τελειώνει και έχουμε τόσα να πούμε ακόμη,
πρέπει να πεις σε κάποιον όλα αυτά που ζείς, να πεις για όλα όσα ζεις, το ότι δεν έχουμε μονάδες είναι
αδιάφορο, μέχρι να φτάσουμε σπίτι οι άνθρωποι θα συνεχίζουν να μετακομίζουν, ποδήλατα θα πηγαίνουν για
κει που ξεκινάνε οι κατηφόρες ή οι ανηφόρες αναλόγως προς τα που κοιτάει κανείς και κάποιος σ΄ένα
διαμέρισμα δίπλα θα ανάβει το θερμοσίφωνο για να κάνει μπάνιο γιατί έχει ραντεβού το βράδυ και θέλει να
μυρίζει όμορφα, ίσως αυτή η κατάσταση που διανύουμε να είναι πιο άσχημη και δύσκολη για όλους αυτούς
που χωρίζουν αυτή την εποχή, αλλά αυτούς δεν θα τους καταλάβει κανείς, κανένας ποτέ δεν τους καταλάβαινε
αυτούς. Η δική μας χαρά μοιάζει λίγο παράταιρη και άκυρη με όλο αυτό που συμβαίνει γύρω ή όπως το έλεγε ο
David Bowie ¨... is pointless to be high ‘cause it’s such a long way down¨. Ποτέ, όσο θυμόμαστε, οι άνθρωποι δεν
σκεφτόντουσαν τα χρήματα σαν τόσο μεγάλη έλλειψη όπως τώρα, τα κεφάλια μας είχαν ήδη γίνει σιγά σιγά
ταμειακές μηχανές με ένα τρόπο που δεν τον καταλάβαμε, κάποιος περνάει το δρόμο, κάποιος πάντα περνάει
το δρόμο πηγαίνοντας κάπου, αυτό δεν άλλαξε και δεν πρόκειται να αλλάξει.
Παλιά χαιρόμασταν όταν οι φίλοι μας χάριζαν ρούχα, ήταν ένας τρόπος να εκδηλώσει κάποιος την αγάπη του σε
κάποιον άλλο, πράγμα που ήταν και παραμένει δωρεάν για πάντα. Οι ναυαγοί έχουν την μεγαλύτερη
αξιοπρέπεια που μπορεί να φανταστεί κανείς. Είναι ολομόναχοι, ο κόσμος γύρω τους είναι άγριος και
απειλητικός, ταυτόχρονα όμορφος και περιπετειώδης, και αυτοί το μόνο που ζητούν είναι έναν άνθρωπο για να
μιλήσουν. Όποιος δεν περπατάει στην πόλη δεν την αγάπησε ποτέ. Κάποιος περνάει το δρόμο σαν να
περπατάει στην σκακιέρα των ονείρων του. Όποιος έχει δει πλάνα της Αθήνας από την ταινία Συνοικία το όνειρο
και τις ταινίες του 60 καθώς και τις ταινίες της δεκαετίας του 80 με τον Στάθη Ψάλτη και τους ¨Απέναντι¨ του
Πανουσόπουλου μέχρι τα video από τα Δεκεμβριανά, θα καταλάβει πως άλλαξε η πόλη και οι επιθυμίες των
ανθρώπων. Όχι κατ’ ανάγκη προς το χειρότερο. Ο Tony Montana, πριν τον σκοτώσουν οι μπάτσοι, έλεγε ότι η
πόλη είναι ένα τεράστιο μουνί που πρέπει να το γαμήσεις. Πάντα η πόλη περιμένει τους εραστές της, αυτό δεν
άλλαξε κι ούτε πρόκειται να αλλάξει.
Kαλύτερα καταστροφέας, παρά κατεστραμμένος, θα φωνάξει πάλι μεθυσμένος ο Ν., διασχίζοντας ξανά την
Ακαδημίας, όπου το σκυλί θα συνεχίσει να γαβγίζει, αυτή τη φορά ένα άλλο αυτοκίνητο, μέσα στο αυτοκίνητο
θα είναι ένας πολιτικός μηχανικός, κουρασμένος από την ζωή, κουρασμένος από όλα, θα μιλάει στο κινητό του,
όπως όλοι, θα νόμιζε κανείς ότι η Αθήνα είναι η πιο παραγωγική πόλη του κόσμου, βλέποντας όλους αυτούς
τους εμπύρετους χρήστες κινητών να μιλάνε και να εξηγούν και να κανονίζουν και να αναλύουν και να
επιχειρηματολογούν όσο δίπλα τους περνάει η Ομορφιά και η Ομορφιά είναι τρία κορίτσια που μόλις
τελείωσαν το φροντιστήριο ή ένα παλιό μηχανάκι που το οδηγάει ένας παράξενος παππούς και η Ομορφιά είναι
δυο αγόρια που κατεβαίνουν με ποδήλατο την Ιπποκράτους και αφήνουν τα χέρια από το τιμόνι και γελάνε.
‘Είναι δύσκολο πράγμα η Ομορφιά, Yeats, είναι δύσκολο πράγμα’, έλεγε ο Πάουντ γύρω στο 1945 ή κάπου εκεί,
πάντα ήταν δύσκολο πράγμα η Ομορφιά. Αυτό δεν άλλαξε και ούτε πρόκειται να αλλάξει. Για όλα τ’ άλλα δεν
δίνουμε δεκάρα.

12

Ανάλωση κατά προτίμηση πριν - O_Kanalarhis
http://twitter.com/O_Kanalarhis

Να ανοίξουμε ένα σάιτ φίλε, να βάζουμε αναγγελίες θανάτου και ευχαριστήρια, να βάλουμε και γκουγκλ διαφήμιση να
βγάλουμε κάνα φράγκο που είναι τώρα οι καιροί δύσκολοι. Και να τουιτάρουμε, τον αγαπημένο μας πατέρα, παππού,
θείο, κηδεύουμε σήμερα στο Γ' Νεκροταφείο, να μας κάνουνε και ριτουίτ οι υπόλοιποι να επιβεβαιώνουν ότι είναι
ζωντανοί. Γιατί σιγά μην κάνει ο πεθαμένος ριτουίτ, αυτά τα κάνει ο ζωντανός που κάθεται όλη μέρα στην οθόνη και
διαβάζει ποιος πέθανε, ο πεθαμένος προτιμάει, στο λίγο χρόνο που του απομένει στην αιωνιότητα, να πάει καμιά βόλτα,
να κάνει καμιά επανάσταση, κάτι τέλος πάντων χρήσιμο που να μείνει στους επόμενους που θα πεθάνουνε μετά από
αυτόν, κάτι χρηστικό ρε φίλε, σαν τα σεμεδάκια που κάνανε παλιά οι γιαγιάδες πριν χάσουνε τις βελόνες του πλεξίματος
και μείνουνε με τα τηλεκοντρόλ στα χέρια να βαράνε κούφιες βελονιές τέσσερις-έξω-μια-μέσα στα κανάλια, γιατί οι
γιαγιάδες πληκτρολόγιο δεν μάθανε, μέχρι τηλεκοντρόλ φτάσανε, κι έτσι, καθώς άλλαξαν οι εποχές, αναγκαστικά πέθαναν
οι καημένες, κι ευτυχώς δηλαδή, γιατί άφησαν τη ζωή στη νέα γενιά, σε εμάς, που, ως γνωστόν, τότε, ήμασταν ζωντανοί.
Αυτό επιβεβαιώνονταν, γιατί περπατώντας βλέπαμε νεκρόσημα κολλημένα στις κολώνες. Θέλω να πω πάντως, ότι εμείς
στην ηλικία των 18 ετών, επειδή δεν είχε και κινητά εκείνη την εποχή, γράφαμε με στυλό μπικ επάνω στα κηδειόχαρτα στην
κολόνα της πλατείας Καισαριανής δίπλα στο περίπτερο, πάω στο χάπιεντ, το έβλεπε ο άλλος της παρέας που πέρναγε μετά
από μισή ώρα, ας πούμε, απ' την πλατεία και μας έψαχνε, κι έρχονταν για ποτό. Δε σκεφτήκαμε βέβαια τότε, ότι αυτό ήταν
κάτι που σαφώς μιας διαχώριζε από τον κόσμο των πεθαμένων. Κι επειδή δεν το σκεφτήκαμε, είναι σίγουρο ότι ήμασταν
ζωντανοί. Τεσπά. Άμα τα νεκρόσημα τα προσπερνάς στις 8 το βράδυ, το ότι εσύ ανήκεις στους ζωντανούς, επιβεβαιώνεται
όχι από το ότι πέθανε κάποιος άλλος, αλλά από το ότι εκείνη των ώρα είσαι στο δρόμο και περπατάς, και δεν είσαι
μπροστά στην τηλεόραση. Γιατί στην τηλεόραση, το κάδρο είναι απευθείας πάνω από το λάκκο που θα ρίξουνε τον άψυχο,
η πεζοπορία από το σπίτι του πεθαμένου ως το νεκροταφείο κόβεται στο μοντάζ. Άρα, η μισή ζωή της κηδείας χάνεται,
γιατί οι πομπές προς το νεκροταφείο είναι που κάνουν ζέβρα την πόλη, αλλιώς η πόλη μένει γαϊδούρι χωρίς μαύρες
γραμμές στην πλάτη και μπλέκονται, ζωντανοί και πεθαμένοι, εγκλωβισμένοι κάτω από το σαμάρι. Και απομένει, ως
τελευταία ελπίδα του να γίνει πάλι ζέβρα η πόλη, το ριζοσπαστικό κίνημά μας που απαιτεί να είναι ριγέ το πλαστικό
γρασίδι που στρώνει ο εκλεγμένος μας άρχοντας στους δρόμους για να χτενίζουνε τις Κυριακές οι μη κερδοσκόποι
ακτιβίζοντας.
Τεσπά, πέρναγαν, που λες, τα χρόνια και καθώς αφήναμε εμπρός μας την ηλικία των 18, μεγαλώναμε προς το παρελθόν
μας, γιατί προς το παρελθόν σου ηλικιώνεσαι, θες δε θες, όταν όσο περνάει ο καιρός τρέφεσαι με έργα των προηγούμενων
και κρύβεσαι με φράσεις περί διαχρονικότητας των έργων τέχνης τα οποία, και καλά, σε αγγίζουν καθώς ωριμάζεις. Κι έτσι,
μεγαλώνεις κινούμενος προς το παρελθόν σου ακόμη περισσότερο, μιας και όλο και περισσότερο μοιάζεις με τους
προηγούμενους που, αρνούμενοι κι αυτοί να μεγαλώσουν προς το μέλλον τους, σου άφησαν, σκοινί και σαπούνι,
επαναστατικά έργα που γράψανε στα νιάτα τους και μετά τα κρέμασαν πλατινένιους δίσκους και βραβεία του φεστιβάλ,
να χάσκουνε πάνω απ' το τζάκι, γιατί αυτοί ήτανε πολιτισμένοι παρά τις κακουχίες, δεν ήτανε τίποτα κυνηγοί να κρεμάνε
κεφάλια από τάρανδους. Κι έτσι, άρχισαν να εμφανίζονται και τα δικά μας ονόματα, απλά είχαν αλλάξει οι εποχές κι αντί
σε κηδειόχαρτο στην κολόνα, λίγο πριν το μιλένιουμ, εμάς μας έβρισκες ακριβώς δίπλα, στο περίπτερο, στα αφιερώματα
των περιοδικών για την πετυχημένη γενιά των τριαντάρηδων. Ε, τότε, χάσαμε την ψυχραιμία μας, τρομοκρατηθήκαμε. Και
τρέξαμε να γεμίσουμε όπως όπως το παρελθόν μας με ακόμη περισσότερα έργα τέχνης των παλαιότερων, ώστε να
επηρεάσουμε τη δημοσκόπηση και να 'χουμε, ας πούμε, δέκα τοις εκατό δικούς μας πεθαμένους, αντί πενήντα ή εξήντα
τοις εκατό που θα ήταν η πραγματική αντιστοιχία. Κι έτσι, γερνάγαμε προς το παρελθόν μας πιάνοντας ιλιγγιώδεις πλέον
ταχύτητες, κι ήρθε, φυσικά, η καταστροφή.
Στην αγωνία μας πάνω, κάναμε ανεξέλεγκτη χρήση ποιημάτων, μυθιστορημάτων, πολιτικών ιδεών, ταινιών, διακηρύξεων,
ομιλιών, παραστάσεων, όπως όπως, στα όρθια. Οπότε, πήραμε και αυτά που στη συσκευασία δεν είχαν την επιβεβλημένη
για ένα ευνομούμενο κοινωνικό κράτος ένδειξη, ανάλωση, κατά προτίμηση, πριν την ημέρα τάδε, του μήνα τάδε, του
έτους τάδε. Γιατί εμείς, κατά προτίμηση, ήμασταν πρεσβύωπες αναλωτές και κρατούσαμε το έργο σε μια απόσταση για να
μπορούμε να το αναγνώσουμε, οπότε τα ψιλά γράμματα, έτσι κι αλλιώς, μας ξέφευγαν. Τα καταναλώσαμε λοιπόν πρώτα
και μετά είδαμε τις συνέπειες από τα ληγμένα που φάγαμε. Τέλος, πριν έρθουν οι σημερινοί μικροί που βρίζουνε το
σύμπαν μεγαλώνοντας προς το μέλλον τους, οι τελευταίοι πήγαμε από πεταλούδες. Περίπου δηλαδή, μιας και η
πεταλούδα των προηγουμένων, μεγαλώνοντας προς το παρελθόν της, γίνονταν ξανά σκουλήκι ερμαφρόδιτο. Κι έτσι, δε
χρειάζονταν καν να έρθεις σε απευθείας επαφή με την ταινία ή το τραγούδι ενός μεγάλου έλληνα καλλιτέχνη, με την
ομιλία ενός μεγάλου έλληνα πολιτικού, αρκούσε ένα ανοικτό ραδιόφωνο σε ένα ταξί, ένα φευγαλέο βλέμμα στο
πρωτοσέλιδο μιας εφημερίδας, σε κάτι που είπε, που σκηνοθέτησε, που απήγγειλε, που τραγούδησε ένα τέκνο τους, για
να μπει στο κηδειόσημο και το δικό σου όνομα. Κι έτσι, η δική μου η γενιά, πρώτη θαρρώ εδώ κάτω, έκανε φόβο της ζωής
τον οίστρο του θανάτου. Οπότε, τους νεκρούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν, που θέλουν, μα δε βολεί να λησμονήσουν.

13

Η διαδρομή - thas
http://vitamo.blogspot.com

Συγκεχυμένες σκέψεις, πράγματα θολά ή αδιευκρίνιστα ήρθαν στον ύπνο μου με αφορμή ένα δημοτικό τραγούδι
που διάβαζα στα Κείμενα της A΄ γυμνασίου πριν κοιμηθώ. Τελευταία ξυπνάω μέσα στη νύχτα και εγκλωβίζομαι σε
πυρετό ασυνάρτητων εντυπώσεων που επιμένουν, μαζί με ένα συναίσθημα αγωνίας, μια διάχυτη ανησυχία που
συνήθως υποχωρεί στο πρωϊνό φως.
Ένας αϊτός περήφανος, ένας αϊτός λεβέντης,
από την περηφάνια του κι από τη λεβεντιά του,
δεν πάει στα κατώμερα να καλοξεχειμάσει,
μον’ μένει απάνω στα βουβά, ψηλά στα κορφοβούνια.
Κι έριξε χιόνια στα βουνά και κρούσταλα στους κάμπους,
εμάργωσαν τα νύχια του κι επέσαν τα φτερά του.
Κι αγνάντιο βγήκε κι έκατσε, σ' ένα ψηλό λιθάρι
και με τον ήλιο μάλωνε και με τον ήλιο λέει:
«Ήλιε, για δε βαρείς κι εδώ σ’ τούτη την αποσκιούρα,
να λιώσουνε τα κρούσταλα, να λιώσουνε τα χιόνια,
να γίνει μια άνοιξη καλή, να γίνει καλοκαίρι,
να ζεσταθούν τα νύχια μου να γιάνουν τα φτερά μου
να 'ρθούνε τ' άλλα τα πουλιά και τ' άλλα μου τ' αδέρφια».
Ν.Γ.Πολίτη, Εκλογαί απο τα τραγούδια του ελληνικού λαού.
Υπάρχει μια λέξη στο τραγούδι, που φωτίστηκε και βγήκε εξαρχής μπροστά από τις υπόλοιπες, ένα σημείο
έντασης (έλξης και απώθησης μαζί) που προσπαθώ να εξηγήσω λογικά. Φαίνεται να σπάει ο ρυθμός του κειμένου
εκεί, σαν να παραπατάει ο δεκαπεντασύλλαβος· αλλά και η ίδια η λέξη αποσκιούρα έχει κάτι τραχύ ή ξένο μέσα
σε ένα λεξιλόγιο σχετικά ήπιο, σαν λέξη που ξεχάστηκε σε κατώι χωριάτικου σπιτιού – εκεί που η πόρτα τρίζει και
τα αντικείμενα έχουν μετατραπεί, από τα χρόνια ακινησίας και σκόνης, σε μούμιες του εαυτού τους.
*
Η ποίηση είναι πάντα καταφύγιο, παρηγοριά. Αναρωτιέμαι, όμως: ποιο περιεχόμενο αποκτούν αυτά τα κείμενα
στο σχολείο της κρίσης, πώς μιλάμε σήμερα για το εθνικό ιδεώδες; Και κυρίως πώς θα μιλάμε στα χρόνια που
έρχονται, σε τάξεις γεμάτες παιδιά οικογενειών εξαθλιωμένων, ανθρώπων κατάκοπων από την αγωνία της
καθημερινότητας, εξαντλημένοι και σκοτεινιασμένοι οι ίδιοι από τον μαύρο ορίζοντα. Πώς σχολιάζεις το
περίφημο ελληνικό κατόρθωμα, τον ανυπότακτο χαρακτήρα της φυλής τώρα που ο λεβέντης αϊτός κατέβηκε εν
τέλει στα κατώμερα να καλοξεχειμάσει και δέχεται αδιαμαρτύρητα τους κολάφους, τα ραπίσματα; Δοκίμασα
πρόσφατα τη Ρωμιοσύνη και πρόσεξα μια μικρή μετατόπιση μέσα μου, σαν κάτι να έχει αλλάξει. Να ήταν η ιδέα
μου; Μπορεί. Όσο ο Υπουργός κρατούσε ακόμα το τσεκούρι του κι ο Νομάρχης τα γκέμια του Βουκεφάλα, ήταν
σχετικά εύκολο να στέκεσαι στο κέντρο των αντίρροπων δυνάμεων, μέγας μαέστρος εσύ και εξισορροπιστής,
ρυθμιστής του αισθήματος της τάξης, ανοιγοκλείνοντας κατά περίπτωση τη στρόφιγγα του εθνικού μεγαλείου
(ώστε να μην καλπάσει ο πατριωτικός χουλιγκανισμός αλλά και να μην στεγνώσουν τα πράγματα από την πολλή
ιδεολογία.) Όμως τώρα; Σκέφτομαι αυτά τα αθώα παιδιά. Πάντα πρόθυμα να οδηγηθούν, να παρασυρθούν από
έναν φανατισμένο άνθρωπο ή μια απόλυτη ιδέα, να παραδοθούν σε όποιο συναίσθημα υποδαυλίζεται επισήμως
από την πολιτεία (την κυρίαρχη ιδεολογία, ντε), να εγκολπωθούν όποια εκδοχή ιστορίας προκρίνεται κατά
περίπτωση ως στρατηγικά χρήσιμη ή ωφέλιμη για τον τόπο. Θέλω να δω πώς θα εφεύρουμε τώρα τη νέα μας
περηφάνεια: αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό / αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ’ τα
ξένα βήματα.
Εντάξει. Καμιά φορά, βολεύονται. Αλλά για λίγο- ίσα να εκταμιευτεί η έκτη δόση. Άντε και η έβδομη που είναι η
σημαντικότερη, πώς κάνετε έτσι μωρέ.

14

*
Η αποσκιούρα ανέσυρε εικόνες απ’ το χωριό του
πατέρα μου, κάτι σκαμμένα πρόσωπα της
επαρχίας Βάλτου Αιτωλοακαρνανίας, χειρονομίες,
εκφράσεις και κουβέντες του καφενείου (ο
ανεξάντλητος
γλωσσικός
πλούτος
της
προφορικότητας), μυρωδιές και ήχους (τα
κλαρίνα από το πανηγύρι, τη νύχτα, πίσω απ’ τον
λόφο) εντυπώσεις συνειδητά ή ασυνείδητα
απωθημένες, πράγματα ενταφιασμένα ή
ανενεργά. Καθότι, βεβαίως, θα μιλήσουμε για όλα
τα υπόλοιπα, θα αξιοποιήσουμε χιλιάδες λέξεις
ώστε να κατατροπωθεί ο εχθρός αλλά για τα
προσωπικά μας ζητήματα, γι’ αυτά που καίνε, θα
πούμε ελάχιστα ή τίποτα– αν υποθέσουμε ότι τα
έχουμε πει ποτέ ανοιχτά με τον εαυτό μας.
Τελικά έφτασα σ’ εκείνον. Παρόμοιες λέξεις
θυμάμαι κι από το στόμα του πατέρα μου,
ειπωμένες με τρόπο ιδιαίτερο, πλάγιο (εμπνεόταν
απ’ αυτές και τις έκρινε ταυτόχρονα), σαν να
κοίταζε λοξά το δικό του παρόν- σαν κάποιος που
πενθεί ήδη τον έρωτα την ώρα που τον ζει.
Λάτρευε την ποίηση και τα δημοτικά τραγούδια κι
ενώ ο ίδιος αποτελούσε οργανικό στοιχείο της
ζωής του βουνού και της στάνης, περισσότερο
ονειρευόταν ή θαύμαζε αυτή τη ζωή παρά τη
ζούσε, σαν αστός γοητευμένος από τον εξωτισμό
της αμόλυντης παρθένας φύσης, δέσμιος, πάντα,
της εμμεσότητας, της ποιητικής διαμεσολάβησης.
Και όταν απήγγειλλε τα ποιήματα στην τάξη,
ακόμα κι όταν έπαιζε χαρτιά στο καφενείο με
ανθρώπους που αναγνώριζε αυθεντικούς, λάτρης
της ατμόσφαιρας παρέμενε· έψαχνε τρόπους να
αποδράσει από την εγκεφαλικότητα ή από έναν
μελαγχολικό, ανικανοποίητο εαυτό που δεν
αντλούσε νόημα από την τυπική κοινωνική
συνθήκη. Αλλά χρειάζεται να μεγαλώσεις κι εσύ
αρκετά ώστε να αναγνωρίσεις το πρόσωπο πίσω
από τον στερεωμένο ρόλο, κατειλημμένος καθώς
είσαι διαρκώς από το δικό σου αίτημα, το δικό
σου παράπονο ζωής.
*
Ήταν το τέλος του καλοκαιριού και επιστρέφαμε
στο χωριό- ο δρόμος ανέβαινε φιδωτός μέσα στα
πεύκα. Προπορευόταν το αυτοκίνητο με το
φέρετρο κι εγώ οδηγούσα από πίσω με ανοιχτό
παράθυρο- άκουγα τα τζιτζίκια στο λαμπρό
μεσημέρι και σκεφτόμουν τη διαδρομή, τα
δέντρα, τα πουλιά, όσα αγάπησε σαν παιδί κι όσα
τον διαμόρφωσαν, να περνάνε για τελευταία
φορά μπροστά από τα νεκρά μάτια του.

ζεις συνέχεια μ’εκείνον τον περίεργο φόβο πώς όταν στρίψεις σε μια
γωνιά, υπάρχει κίνδυνος να δεις τον εαυτό σου να έρχεται απ’το
απέναντι πεζοδρόμιο να σε συναντήσει
Νίκος Νικολαΐδης

15

Γιάννης Νικολόπουλος

16

Technocracy - Jaquou Utopie

http://jaquou.wordpress.com - http://parallhlografos.wordpress.com

“Αρκεί ένας εξειδικευμένος επιστήμονας να πάρει τη θέση του κυβερνήτη...”. Η πρόταση θα πρέπει να έχει τις
ιδιότητες “αλήθειας”, και να φέρει μια πειστική αφήγηση. Ειδικά όταν οι καταστάσεις δυσκολεύουν, χωρίς να
ορίζεται η δυσκολία, χωρίς να προσδιορίζονται λάθη και παραλείψεις, χωρίς να γίνεται ουσιώδης κριτική στην
προϋπάρχουσα κατάσταση, χωρίς να τολμά κανείς να αμφισβητήσει το κυρίαρχο μοντέλο, χωρίς να διαγράφεται
καμία λύση για μια επόμενη μέρα , χωρίς να ρωτά κανείς τι ακριβώς πιστεύεις εσύ... η λύση έρχεται εύκολα. Ο άξιος,
ο ικανός, ο γνώστης, ο γκουρού, ο απόλυτος κάτοχος της τεχνικής, ο σοφός μπορεί να σε σώσει. Αυτός ξέρει.
Χτίζεται χρόνια η νέα θρησκεία. Έτσι κι αλλιώς σε έχουν ήδη προσηλυτίσει με ευφυολογήματα όπως η αξιοκρατία και
η αξιολόγηση. Έχουν ήδη εμπεδωθεί οι διαχωρισμοί ανάμεσα στον ανώτερο “πνευματικό άνθρωπο” και σε όλους
τους υπόλοιπους, τους χειρώνακτες, τους αμαθείς, τους απλοϊκούς, τους μη φιλόδοξους, τους sans papiers. Αυτούς
που δεν έχουν πτυχία, δεν είναι περιζήτητοι, δεν μπορούν να διαχειριστούν εργαλειακά την εικόνα τους και να
μετατρέψουν τον εαυτό τους σε επιτυχημένο προϊόν. Αυτούς που δεν είναι παρά καταναλωτές του θεάματος
επιζητώντας να μοιάσουν στους λίγους, τους ξεχωριστούς. Έχεις ήδη πιστέψει στον “υγιή” ανταγωνισμό και στην
“ευγενή” άμιλλα. Και αφού εμπεδώσεις τον βαθύ διαχωρισμό που έρχεται μέσω των επίκτητων ικανοτήτων,
ακολουθεί ο νέος ρατσισμός. Όλοι όσων οι διαστάσεις δεν εφαρμόζουν στην εικόνα του ικανού, θα είναι και στα δικά
σου μάτια κατώτεροι, ανάξιοι λόγου και σημασίας, αναλώσιμοι.
Η οικονομική κρίση των πρώτων δεκαετιών του προηγούμενου αιώνα έφερε μαζί της την ανάγκη για ανάπτυξη. Πριν
αυτή η ανάγκη εκφραστεί σαν πόλεμος, ο Robert Moses είχε ήδη τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα. Όταν το New
Deal έφερε μαζί του ζεστό χρήμα είχε ήδη ετοιμάσει τις δομές για να το υποδεχτεί και να γίνει ο άνθρωπος που
κατασκεύασε τη Νέα Υόρκη όπως την ξέρουμε σήμερα. Αυτός ήταν ο εμπνευστής και κατασκευαστής δέκα
γιγαντιαίων δημόσιων πισίνων στη Νέα Υόρκη, το πάθος του για το κολύμπι αποτέλεσε κίνητρο. Και παρά το γεγονός
ότι κατασκεύασε μεγάλο αριθμό παιδικών πάρκων, κανένα τους δεν κατασκευάστηκε στο Χάρλεμ. Κίνητρο βέβαια
αποτέλεσε και το όραμά του για το ποιος θα έπρεπε να είναι ο κυρίαρχος των νέων λεωφόρων. Αυτός μπορούσε να
είναι μόνο το αυτοκίνητο, και κατ' επέκταση όποιος είχε τη δυνατότητα να έχει ένα και να παίζει μέσω της
οικονομικής του επιφάνειας ρόλο στη διακίνηση εμπορευμάτων. Κι έτσι οι προδιαγραφές του ύψους των γεφυρών
στους ανισόπεδους κόμβους που κατασκεύασε στο Long Island ήταν τέτοιες ώστε να μην επιτρέπουν τη διέλευση
λεωφορείου, δυσκολεύοντας την πρόσβαση στην περιοχή των χρηστών δημοσίων συγκοινωνιών.
Αντικατοπτρίζοντας την εποχή τους τα “αξιοθαύμαστα” έργα απέκλειαν ανθρώπους με βάση την οικονομική τους
κατάσταση και τη φυλετική τους καταγωγή. Κατέστρεψαν υπάρχουσες κοινωνικές δομές, όπως είχαν εκφραστεί με
τη δημιουργία γειτονιών και δημιούργησαν άλλες, μαζί με νέες ανάγκες. Όμορφη τεχνοκρατία... Και δεν είχε φτάσει
ακόμα η στιγμή να είσαι κυβέρνηση...
Στα τέλη του προηγούμενου αιώνα στην Ελλάδα ο πρώτος πολιτικός που προέβαλε τον χαρακτηριστικό
“τεχνοκράτης” σαν κυριότερο προσόν, ήταν εκλεγμένος πρωθυπουργός. Μαζί του έφερνε και την εδραίωση του
θαυμασμού στην ιδιότητά. Ήταν η ώρα να ξεπεραστεί ο καιρός που η πολιτική σαν διαδικασία κατανόησης και
παρέμβασης στις κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις αποτελούσε κριτήριο, τώρα οι ικανότητες μετριούνται με βάση
την αρτιότητα των τεχνικών γνώσεων επί συγκεκριμένων τομέων. Η επιστήμη άλλωστε είναι “ουδέτερη” και
“αδιαμφισβήτητη”. Μαζί του έφερε έναν αέρα “ορθολογισμού” . Και με αυτόν τον αέρα πόζαρε δίπλα στον
επικεφαλής της Τράπεζας της Ελλάδος την μέρα που η χώρα έμπαινε στην Ευρωζώνη, με χαμόγελα και νέα
νομίσματα. Η “επιστημονική γνώση και η αποτελεσματικότητα” έφεραν την άνοδο των οικονομικών δεικτών μαζί με
την “άνοιξη του χρηματιστηρίου”. Και εσύ, που ψήφισες αυτή τη φορά με βάση τη “λογική” , το “συμφέρον” και
επιτέλους μακριά από το παραμύθι των ιδεολογιών, έπαιξες τα πάντα σε μετοχές που σου πρότειναν οι τεχνοκράτες
μύστες της επιστήμης και έχασες.
Λίγα χρόνια μετά, η πίστη σου στην ουδετερότητα της επιστήμης και των μαθηματικών τύπων σε φέρνει αντιμέτωπο
με τον πρώτο μη εκλεγμένο πρωθυπουργό μια χρεοκοπημένης χώρας. Η τεχνοκρατία πατάει στη λογική. Έτσι δεν
είναι; Άλλωστε η ειδίκευση είναι χρήσιμη στον κυκεώνα πληροφοριών και την απέραντη γνώση της ανθρωπότητας.
Δεν πειράζει που μπορεί να καταλήξει στο πατεντάρισμα του γονιδιώματος, στα πλασματικά οικονομικά εργαλεία ή
στην ατομική βόμβα. Οι επιτυχημένοι της γης κρατούν τα κλειδιά της εξέλιξης στα χέρια τους. Η φιλοσοφία δεν είναι
πια απαραίτητη, η ιστορία δεν έχει τίποτα να μας πει, η ομορφιά κρύβεται κάτω από ένα νυστέρι, η δημοκρατία είχε
υπερεκτιμηθεί και οι ιδεολογίες έχουν πεθάνει. Δεν ωφελεί να έχεις γνώμη, δεν ωφελεί να την εκφράζεις, δεν
ωφελεί να θέλεις να ασκείς έλεγχο στην εξουσία. Δεν ξέρεις. Και βέβαια όσο δεν πιστοποιείται η επάρκειά σου
οφείλεις να ακούς προσεκτικά αυτούς που μιλούν με θαυμαστή ορολογία. Και κυρίως να μη φέρνεις αντίρρηση.
Ακόμα και κρυμμένη από την γλώσσα της οικονομίας, η αποτυχία του σχεδίου δεν εξηγείται, στην πίστη και τη
θρησκεία της τεχνοκρατίας όμως δεν χωρά αμφισβήτηση. Κι από τον διαφωτισμό ήρθε η ώρα να κρατήσουμε μόνο
ότι ωφελεί τις αγορές.

17

Την έλεγαν “Άννα” - Κώστας Κυριακόπουλος
Ελευθεροτυπία - http://twitter.com/kostaskyr

Την είδε την ώρα που κατηφόριζε τη Μασσαλίας,
ντυμένη με εκείνο το χοντρό μπλε μπουφάν, τόσο
φουσκωτό που την έκανε να φαίνεται διπλάσια. Ναι,
αυτή ήταν, η ίδια γυναίκα που είχε δει δυο μέρες
πριν στην παρουσίαση του βιβλίου του Ισίδωρου
Καλδή, «Ιδρωμένο καλοκαίρι», στη Στοά του Βιβλίου.
Φορούσε το ίδιο πολυκαιρισμένο μπουφάν, με
χαραγμένα πάνω του τα σημάδια ενός άλλου. Οι
τσέπες ξεχειλωμένες, οι γιακάδες ξεβαμμένοι, τα
κουμπιά ίσα ίσα έπιαναν στις κουμπότρυπες. Εκείνο
το βράδυ, της βιβλιοπαρουσίασης, περίμενε να
τελειώσει η εκδήλωση και όρμησε στο μπουφέ με
τους μεζέδες. Πήρε ένα άσπρο πλαστικό πιάτο και το
γέμισε με ό,τι χώραγε. Καναπεδάκια με σολομό
πασπαλισμένο με άνιθο, αλμυρά σνακς με τυρί
φιλαδέλφεια, άλλα με αγγούρι και ντομάτα. Έτρωγε
με μεγάλη βουλιμία και στο άσπρο πλαστικό ποτήρι
είχε βάλει κόκκινο κρασί, χύμα από ένα οινοποιείο
στα Μεσόγεια. Καθόταν σε μια καρέκλα, μερικά
τραπέζια μακριά από τους βιβλιόφιλους της
παρουσίασης του βιβλίου του Ισίδωρου Καλδή.
Ο συγγραφέας, μόλις τελείωσε και τις τελευταίες
χειραψίες, την πλησίασε και προσπάθησε να μάθει
το όνομά της, όχι ότι τον ένοιαζε αλλά το έκανε για
λόγους δημοσίων σχέσεων. Της συστήθηκε, κι
εκείνη του απάντησε ότι την έλεγαν «Άννα». Την
ευχαρίστησε κι έφυγε από το τραπέζι της. Μια
χειραψία τόσο συνηθισμένη και γρήγορη που
έμοιαζε με κατούρημα σε μπαρ μετά από δυο τρεις
μπύρες. Εκείνη, την ώρα που έβαζε στο στόμα της το
τελευταίο καναπεδάκι με σολομό, του είπε «πρόσεχε
τον τίτλο που έχεις βάλει στο βιβλίο σου». Και μετά
ήπιε μια γουλιά από το κόκκινο κρασί της και ρεύτηκε
χωρίς κανείς να την πάρει χαμπάρι.
Ο συγγραφέας δεν έδωσε σημασία στο χρησμό της
άγνωστης γυναίκας με το όνομα «Άννα». Τέλειωσε
τις χειραψίες, καληνύχτισε τους δημοσιογράφους,
τον εκδότη του και τους παρευρισκόμενους κι έφυγε
για το σπίτι του. Ο συγγραφέας ζούσε σ’ ένα μικρό
διαμέρισμα στην Ιπποκράτους.
Ο αστυνομικός διευθυντής Μάνος Χάρης, ως
βιβλιόφιλος που ήταν, είδε τη σκηνή με τη γυναίκα
στη βιβλιοπαρουσίαση, αλλά δεν έδωσε σημασία.
Άλλωστε ήταν γνωστό το φαινόμενο στην Αθήνα της
κρίσης. Άνθρωποι ετοιμόρροποι, από όλες τις
απόψεις, κάτωχροι στην πλειονότητά τους,
διάβαζαν εφημερίδες και πήγαιναν σε επίσημες
εκδηλώσεις για να φάνε. Μόνο και μόνο γι’ αυτό.
Υπηρετούσε σε μια καινούργια υπηρεσία. Την
«ΜΑΣ», που φτιάχτηκε το Δεκέμβριο του 2011. Τη
Μονάδα Αστυνόμευσης Συσσιτίων. Παρ’ όλα αυτά
τον ενδιέφεραν τα βιβλία. Ήταν 17 Ιανουαρίου του

2012 όταν έγινε η παρουσίαση του βιβλίου του
Ισίδωρου Καλδή και την είχε πρωτοδεί.
Όταν ξαναείδε αυτήν τη γυναίκα να περπατάει στη
Μασσαλίας, ξύπνησε μέσα του το δαιμόνιο για
έρευνα. Και άρχισε να την ακολουθεί. Έτσι από
βίτσιο. Την είδε να περπατάει στον πεζόδρομο της
Μασσαλίας, παρακάτω
ν’ αγοράζει από το
περίπτερο στην Ακαδημίας, ένα εισιτήριο για
λεωφορείο και στάθηκε στη στάση του Α3, Γλυφάδα
μέσω Λ. Βουλιαγμένης. Τα συσσίτια στην Αθήνα
ήταν σε συγκεκριμένα σημεία. Καλλιδρομίου, Φ.
Νέγρη, Ιπποκράτους, Αθηνάς. Για τα περισσότερα
συσσίτια την ευθύνη είχε η εκκλησία. Είχαν
ξεκινήσει από τη Σόλωνος και είχαν επεκταθεί και σε
άλλες συνοικίες της Αθήνας. Μπήκε μαζί της στο
λεωφορείο.
Ο Μάνος Χάρης κατέβηκε μαζί της, στην ίδια στάση,
στη Γλυφάδα. Την είδε να μπαίνει σ’ ένα παράπηγμα
πίσω από την πλατεία Χωρικών. Μια πράσινη πόρτα
με δυο ξεχαρβαλωμένα παράθυρα, κι έναν μικρό
κήπο γεμάτο αγριόχορτα, έτοιμα να καταπιούν
όποιο έντομο τολμούσε να πετάξει ανάμεσά τους. Η
ερευνητική απληστία του Μάνου Χάρη σταμάτησε
εκεί, τα συσσίτια στην Αθήνα δεν του άφηναν πολλά
περιθώρια για αστυνομική έρευνα, όπως την έκανε

18

ο ίδιος. Πήρε ένα ταξί και γύρισε στο γραφείο του.
Μπάτσος ήταν. Και είχε να επιτηρήσει τα συσσίτια
που ολοένα και περισσότερο απλώνονταν σ’
ολόκληρο το Λεκανοπέδιο της Αθήνας. Είχε δικούς
του ανθρώπους, έμμισθους μπάτσους με πολιτικά
και με κομμένα επιδόματα παντού, σε όλα τα σημεία
της Αθήνας όπου υπήρχαν συσσίτια. Οι οργανωμένες
συμμορίες, αλλοδαπών και ντόπιων, οργάνωναν
επιθέσεις, έκλεβαν τις μερίδες των συσσιτίων και τις
πωλούσαν σε αστέγους άλλων προαστίων.
Το πρωί της 19ης Ιανουαρίου 2012, ο Μάνος Χάρης,
ο μπάτσος που είχε υπό την επιτήρησή του τα
συσσίτια της Αθήνας, πήρε ένα σημαντικό ανώνυμο
τηλεφώνημα: «Το βράδυ, να ξέρεις, αυτή που τη
λένε «Άννα» ετοιμάζει κάτι», τού είπε η άγνωστη
φωνή. Ετοίμασε την ομάδα του. Ένα από τα στελέχη
της Μονάδας Αστυνόμευσης Συσσιτίων
είχε
επιφορτιστεί με την υπόθεση «Άννα». Όλα πήγαιναν
καλά. Οι φτωχοί της Αθήνας, περίπου ενάμιση
εκατομμύριο άνθρωποι έτρωγαν στα συσσίτια. Όλα
πήγαιναν καλά στην έρευνά του.
Βγήκε από το γραφείο του, πήρε το Audi A3 που είχε,
το μόνο που κατάφερε να αγοράσει με τα λεφτά που
τού άφησε ο πατέρας του όταν πέθανε το 2005, και
πήγε στη Γλυφάδα. Σταμάτησε στο σπίτι της
υποτιθέμενης «Άννας», πίσω από την πλατεία
Χωρικών. Η «Άννα» ήταν νεκρή, με μια σφαίρα στον
κρόταφο, έμοιαζε με αυτοκτονία. Ήταν εκεί ο
ιατροδικαστής. Το πρόσωπό της είχε το ίδιο χρώμα

19

της τέφρας, όπως κι εκείνο το βράδυ που την είδε
στη Μασσαλίας. Το σπίτι ήταν ανάκατο. «Η Αννα,
είναι αδύνατον, να είχε πιστόλι», σκέφτηκε. Αντί
για επιστολή, δίπλα στο πτώμα βρέθηκε ένα
μεγάλο δημοσίευμα εφημερίδας με όλες τις
βιβλιοπαρουσιάσεις του εξαμήνου. Και ένα άρθρο
του Ισίδωρου Καλδή, σε μια εφημερίδα, υπό τον
τίτλο: «Ήρθε η ώρα να φάει ο ένας τον άλλον».
Τότε γύρισε αμέσως στο γραφείο του κι άρχισε να
διαβάζει το «Ιδρωμένο καλοκαίρι» του Ισίδωρου
Καλδή. Στην 23η σελίδα το μάτι του εγκλώβισε κάτι
και το ρούφηξε, σα μέλισσα σε λουλούδι γεμάτο
γύρη: «Δεν ιδρώνω από τη ζέστη του καλοκαιριού.
Ιδρώνω από αγωνία. Δεν είναι ιδρώτας
φυσιολογικός, είναι στάλες από το δέρμα μου που
λιώνει στις σκέψεις που κάνω. Δεν ανέχομαι πολλά.
Δεν αντέχω. Έχω γεράσει; Μου παίρνουν τα πάντα
οι λογιστές και οι εφοριακοί, μού κλέβουν τα
όνειρα. Δεν θα μου κλέψουν τη ζωή. Δεν θα
ανταλλάξω ό,τι μου κλέβουν με την υπόσχεση του
φαγητού και μόνο. Θέλω να σκοτώσω όσους ζουν
μόνο για να τρώνε, γιατί ζωή δε σημαίνει μόνο
φαγητό».
Την επόμενη ημέρα τηλεφώνησε στον εκδοτικό
οίκο για να βρει τον Καλδή. «Λυπούμαστε», του
είπε η γραμματέας του εκδοτικού οίκου. «Ο κ.
Καλδής είναι νεκρός. Αυτοκτόνησε το βράδυ της 19
ης Ιανουαρίου 2012», ήταν η τυπική απάντηση. Το
τεφρώδες χρώμα που είχε το πτώμα της «Άννας»,
είχε απλωθεί και στο πρόσωπο του Μάνου Χάρη.
Στις 20 Ιανουαρίου είδε στις εφημερίδες και το
ρεπορτάζ για τη βιβλιοπαρουσίαση του Καλδή. Στις
φωτογραφίες φαινόταν η χειραψία με την «Άννα».
Τα πρόσωπά τους είχαν το ίδιο κίτρινο χρώμα. Για
άλλους λόγους ο καθένας… Δίπλα στο πτώμα της
ήταν πεταμένο άτσαλα εκείνο το χοντρό
μεταχειρισμένο μπλε μπουφάν, αυτό το τόσο
χοντρό που την έκανε να φαίνεται διπλάσια. Ο
Μάνος Χάρης άνοιξε ξανά τη λίστα με τα συσσίτια
και προγραμμάτισε τις περιπολίες της επόμενης
ημέρας. Πλησίαζαν Χριστούγεννα και ο τίτλος από
το άρθρο του Ισίδωρου Καλδή είχε κολλήσει στα
μάτια του: «Ήρθε η ώρα να φάμε ο ένας τον
άλλον»… Όσο για το πιστόλι, θα περίμενε το
εγκληματολογικό εργαστήριο να αποφανθεί. Στο
μεταξύ, άνοιξε τις μπαλκονόπορτες στο διαμέρισμά
του στην Ιπποκράτους για να μπει φρέσκος αέρας.
Από μακριά, που στο διάολο πάλι, έρχονταν οσμές
δακρυγόνων. H «Άννα», η κάτωχρη γυναίκα των
βιβλιοπαρουσιάσεων και των συσσιτίων δεν
υπήρχε πια…

Χριστουγεννιάτικη ιστορία - Aγγελική Μπούμπουκα
Ελευθεροτυπία - http://twitter.com/aboubouka

«Δεν υπάρχουν πια φυλακές; Τα άσυλα, τα πτωχοκομεία, έκλεισαν; Κι ο ΟΑΕΔ, μήπως καταργήθηκε και δεν το
έμαθα;»
Ο Εμπενίζελ Σκρουτζ ήταν έξαλλος με το θράσος των συνδικαλιστών που στέκονταν μπροστά του απαγγέλλοντας το
κουραστικό ποιηματάκι με τις απολύσεις, τις συλλογικές συμβάσεις και τους απλήρωτους εργαζόμενους που δεν
είχαν να ξεχρεώσουν στεγαστικά δάνεια, έκτακτους φόρους, ούτε καν -τι γελοίο επιχείρημα- «το γάλα των παιδιών
τους». Ακόμη πιο έξαλλος ήταν με την ανικανότητα των φρουρών στην είσοδο που τους είχαν επιτρέψει να περάσουν
στα γραφεία. Δεν τους ήθελε ούτε ζωγραφιστούς.
«Kύριοι, η επιβίωση του δημοσιογραφικού οργανισμού, που με κόπο στέκεται στα πόδια του για να ταΐζει
εκατοντάδες στόματα σε καιρούς κρίσης, τίθεται σε κίνδυνο από τις ανόητες κινητοποιήσεις σας. Αντί να απαιτείτε να
καταβάλω μισθούς και ασφαλιστικές εισφορές με βάση νόμους που φτιάχτηκαν επιπόλαια την εποχή των παχιών
αγελάδων, θα σας συνιστούσα να βοηθήσετε να καταργηθεί το αγγελιόσημο μπας και καταφέρουμε να επιβιώσουμε
τουλάχιστον στο Ίντερνετ». Τζάμπα τα έλεγε. Χειρότεροι κι από τη ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ ήταν πάντα. Τους θυμόταν από τις
εποχές που ήταν ένας απλός ρεπόρτερ και δεν τον δέχονταν για μέλος της ΕΣΗΕΑ.
Στο σαλόνι του σπιτιού του, το ίδιο βράδυ, βλαστήμησε την ώρα και τη στιγμή που ξέθαψε το παρελθόν. Του κόπηκε
το αίμα όταν η τηλεόραση μαύρισε και από μέσα της πρόβαλε το ζόμπι του παλιού του συνεταίρου. Ο μακαρίτης ο
γερο-Λαυρέντης Μάρλεϊ ξεπήδησε από τη 3D οθόνη σέρνοντας μια βαριά αλυσίδα που είχε περισσότερους κρίκους
κι από τα εκατομμύρια που είχε βγάλει σε Κύπρο και Ελβετία.«Έχεις αλλάξει πολύ Λαυρέντη. Ποτέ δεν ήσουν τόσο
διαφανής. Μάλλον σου έκαναν καλό οι διορθωτικές ρυθμίσεις του υπουργείου Οικονομικών», βρήκε τη διάθεση να
αστειευτεί. «Άσε τις εξυπνάδες Εμπενίζελ. Αν ήξερες πόσους παραπάνω κρίκους έχει η δικιά σου αλυσίδα, θα
διαπραγματευόσουν για κούρεμα του ηθικού χρέους σου αντί να σκίζεσαι απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ για να
εφαρμοστεί το μνημόνιο. Εν πάση περιπτώσει, είμαι εδώ για να σε προειδοποιήσω. Θα περάσουν στη σειρά τρία
φαντάσματα. Φρόντισε να πάρεις το μήνυμα, αλλιώς σε βλέπω να κάνεις παρέα στον Γιαννίκο».
Προτού προλάβει να καλοσκεφτεί αν αυτό το τελευταίο ήταν απειλή, ο Σκρουτζ είδε τις κουρτίνες να τραβιούνται και
να εμφανίζεται το πρώτο φάντασμα. «Είμαι το Πνεύμα Των Χριστουγέννων Που Έχεις Ζήσει και θα σε γυρίσω σ’
αυτά», του ανήγγειλε και σε δευτερόλεπτα αιωρούνταν πάνω από το γραφειάκι στην εφημερίδα όπου έγραψε τα
πρώτα του ρεπορτάζ.
Τι παράξενο να ξαναβλέπει τους παλιούς του συναδέλφους στα νιάτα τους: Τον Γιώργο χρόνια πριν γίνει υπουργός,
την Σοφία χωρίς Prada και σωφέρ, τον Τάκη που παρότι γιός βουλευτή προσπαθούσε σεμνά να κάνει καριέρα. Κι
ανάμεσά τους ο ίδιος να διαβάζει Ριζοσπάστη και να επιχειρηματολογεί κατά της ένταξης της Ελλάδας στην Ε.Ε. Ένα
δάκρυ νοσταλγίας κύλησε και στέγνωσε στο μάγουλό του καθώς διακτινίζονταν στο Χρηματιστήριο Αθηνών κάποια
Χριστούγεννα του ενενήντα τόσο. Καπνός από πούρα, σαμπάνιες, ο δείκτης στο θεό κι εκείνος ήδη στέλεχος πολλά
υποσχόμενο. «Τι ένδοξες εποχές» μονολόγησε για να εισπράξει ένα σαρκαστικό γελάκι από το Πνεύμα. «Αλήθεια, τι
απέγιναν εκείνα τα λεφτά του Χρηματιστηρίου;» τον ρώτησε. «Δεν κατάλαβα. Υπονοείς κάτι; Δεν βλέπεις τι
επενδύσεις έγιναν στα ΜΜΕ την τελευταία 20ετία;» πήγε να του πάρει πίσω τον αέρα. «Επειδή το βλέπω ρωτάω»,
ήταν η απάντηση που τον τσάντισε. Με μια κλωτσιά βρέθηκε πάλι μόνος στο σαλόνι του.
Στον δωδέκατο χτύπο της καμπάνας, το Πνεύμα Των Φετινών Χριστουγέννων, στεκόταν ήδη μπροστά του και την
επόμενη στιγμή είχαν διακτινιστεί μαζί στα γραφεία του καναλιού του. Ετοιμάστηκε να αρχίσει τα μπινελίκια
βλέποντας τη βάρδια να το έχει ρίξει στα εορταστικά ουισκάκια αλλά τον πρόλαβαν εκείνοι: «Το @ τώρα θα
καλοπερνάει κι εμείς δεν έχουμε να πάρουμε ούτε κατεψυγμένη γαλοπούλα». «Να κάνουμε υπομονή, λέει, μέχρι να
πάρει δάνειο». «Ναι, για να συνεχίσει μετά τις απολύσεις και να ζητάει κι άλλη περικοπή 30 και 40%». «Κι αν πεις και
τίποτα θα σου πει τράβα να γράφεις στα μπλογκ με 500 ευρώ το μήνα». «Το μόνο που δεν περικόπτεται, τελικά, είναι
ο τηλεοπτικός χρόνος για τις αγαθοεργίες και τις δημόσιες σχέσεις της οικογένειας».
«Ωραίο ευχαριστώ για τις τόσες θέσεις εργασίας που δημιούργησα! Δεν έχεις να μου δείξεις τίποτα δημοσιογράφους
που να μην είναι αχάριστοι και δημόσιοι υπάλληλοι σαν τους δικούς μου;» αντέτεινε τσαντισμένα στο Πνεύμα. «Έχω
πολλούς. Αλλά καλύτερα να σου τους δείξει ο διάδοχός μου», είπε προτού εξαφανιστεί.
Το Πνεύμα Των Μελλοντικών Χριστουγέννων, όχι πολύ κεφάτο για βόλτες, του κόλλησε κατευθείαν ένα iPad στα
μούτρα και γκούγκλαρε «Ε μ π ε ν ί ζ ε λ Σ κ ρ ο υ τ ζ». Στην κορυφή των αποτελεσμάτων ήταν η νεκρολογία του στη
Wikipedia. Ακολουθούσαν δημοσιεύματα για το πώς πτώχευσε ο δημοσιογραφικός του οργανισμός και το πλιάτσικο
που ακολούθησε. Το τελευταίο λινκ χαμηλά, οδηγούσε σε μια ανάλυση για τη «διαχρονική διαπλοκή των ελληνικών
ΜΜΕ και τον βρώμικο ρόλο που έπαιξαν στην εφαρμογή του «Δόγματος του Σοκ» στη χώρα».
«Άφησες παρακαταθήκη», διαπίστωσε το Πνεύμα. «Μην ειρωνεύεσαι», διαμαρτυρήθηκε εκείνος. «Μπορώ να σου
πω ποιοί τους τα υπαγόρευσαν όλα αυτά. Θα προτιμούσα όμως να με αφήσεις στην ησυχία μου». «Όπως θες. Με
αυτό το μπλε χαπάκι τα ξεχνάς όλα και ξαναγυρνάς στην πραγματικότητα που ήξερες. Με το κόκκινο μπορώ να σε πάω
και παρακάτω. Τελευταία ευκαιρία, διάλεξε.»

20

Σταύρος Πετρόπουλος

http://stavrospetropoulos.blogspot.com

21

τέσσερα κι ογδόντα - Κ.Κ.Μοίρης
http://amancalledkkmoiris.wordpress.com

Το ΄ξερε, να πεις δεν το ‘ξερε; Ενάμιση χρόνο σερνόταν αυτός ο φόβος ανάμεσα στα πόδια του, τυφλό φίδι να ήταν θα ΄βρισκε το
δρόμο να δαγκώσει.
Φεύγω για πάνω, σε δυο βδομάδες. Το σκέφτηκα πολύ, δεν πάει άλλο. Είπα να στα πω από κοντά, μη τα μάθεις αφού φύγω.
Όταν ο άλλος σου λέει φεύγω, λίγη σημασία έχει αν σου πει τώρα, σε τρεις βδομάδες, σε δέκα μήνες. Ειδικά όταν δεν είσαι
συνδικαιούχος στο βιβλιάριο του χρόνου του. Για το σώμα και το κρεβάτι του, εδώ και καιρό, ούτε λόγος.
Την άκουγε χωρίς να μιλάει. Ανακάτευε τον καφέ που πάγωσε ανέγγιχτος, έκανε τρίμματα τα κουλουράκια και τα σκόρπισε στο
πάτωμα, κοίταζε αφηρημένος την απόδειξη, τέσσερα κι ογδόντα, μια φορά σήκωσε το βλέμμα του για να δει τα μάτια της, εκείνη τα
είχε κάτω, ούτε σ’ αυτό μπόρεσαν να συντονιστούν, κάποτε έχυναν μαζί, τώρα ούτε ματιές συναντιόντουσαν. Μικρό το κακό,
σκέφτηκε, μερικές φορές γίνονται άσχημες πλαγιομετωπικές στις διασταυρώσεις.
Πέντε μήνες απλήρωτη, τα έτοιμα τέλειωσαν, δύσκολα θα κρατήσουν ανοιχτό το γραφείο, δεν είμαι και σε ηλικία να παριστάνω το
κοριτσάκι ψάχνοντας δεξιά κι αριστερά μεροκάματα. Μίλησα με την Kirsten, θα με φιλοξενήσει ένα-δυο μήνες στο σπίτι της μέχρι να
τακτοποιηθώ. Χώρισε τον Οκτώβριο, θα είναι πιο εύκολα και για μένα έτσι.
Για σένα. Δεν το είπε, συνέχισε να σπέρνει ψίχουλα στα πλακάκια, μετά το δικό του έβαλε χέρι και στο δικό της. Τρίμματα εσύ τη ζωή
μου, τρίμματα εγώ το κουλουράκι σου. Όλα θα προλάβουμε να τα ζήσουμε μαζί, κανείς δεν θα μ’ αγαπήσει όπως εσύ, σ’ ευχαριστώ
που νοιάζεσαι τόσο πολύ για μένα, οι λέξεις της, τα γράμματα, οι τόνοι, έπεφταν ψίχουλα στο πάτωμα, κατά λάθος έριξε και την
απόδειξη, έσκυψε και την σήκωσε. Δεν μίλησε, είχε χίλια δυο να πει, θα άκουγε όμως χίλια τρία, η τελευταία λέξη πάντα δικιά της
ήταν, της την είχε χαρίσει από καιρό, από τότε που κουράστηκε να βλέπει τη θυμωμένη πλάτη της κάθε φορά που ένιωθε
στριμωγμένη. Ωραία πλάτη, όταν καθόταν πάνω του γυμνή και ιδρωμένη ήταν το όγδοο θαύμα του κόσμου αυτή η πλάτη. Του δικού
του κόσμου, ο άλλος ήταν ολωνών, αυτός για τον δικό του μάζευε θαύματα, για τον κόσμο των άλλων δεν είχε χρόνο.
Δεν μ’ ακούς. Δεν μιλάς.
Σ’ ακούω. Δεν μιλάω. Στα είπα όλα ένα εκατομμύριο φορές. Δεν άκουγες. Μίλαγες όμως και για τους δυο μας, εσύ ήξερες και τι
ήθελες και τι έπρεπε να θέλω εγώ. Αρχίδια ήξερες. Μόνο μπορώ και μόνη μου ήξερες να λες, μη με πνίγεις όταν ήμουν κοντά, όταν
σε χρειάζομαι πάντα λείπεις όταν ήμουν μακριά, ήξερες να μην σηκώνεις το τηλέφωνο όταν ήταν να πω έρχομαι, ήξερες να το
σηκώνεις και να λες πάλι λείπεις; όταν ήξερες πως ήμουν στου διαόλου τη μάνα, ήξερες να λες όχι όταν δίψαγα για μισό ναι, ήξερες
να λες ναι όταν αυτό θα με άφηνε νηστικό, ήξερες ν΄ αδειάζεις τα μάτια σου όταν έμπαινα μέσα τους, ήξερες να γεμίζεις τα δικά μου
όταν έμπαινα μέσα σου για να πεινάω περισσότερο μετά. Τελικά εσύ ήξερες. Εγώ αρχίδια ήξερα.
Τι θα κάνεις πάνω; βρήκες κάτι εκεί; σίγουρα βρήκες, δεν θα ‘κανες ποτέ οτιδήποτε χωρίς πρόγραμμα εσύ.
Δεν μίλησε. Τι να του πει… Στα είπα όλα ένα εκατομμύριο φορές. Δεν άκουγες. Μίλαγες όμως και για τους δυο μας, εσύ ήξερες και τι
μπορούσες και τι έπρεπε να μπορώ εγώ. Ανάμεσα στα θέλω μου και τα μπορώ σου, μια πτήση one way τώρα, δυο καφέδες και μια
απόδειξη. Τέσσερα κι ογδόντα.
Μπορεί να ‘ρθω να σε δω κάποια στιγμή. Αν είσαι μόνη ακόμη.
Περίμενε να ακούσει ένα έλα. Ή ένα θα είμαι. Έστω ένα θα περιμένω. Δεν άκουσε τίποτε, δεν σήκωσε τα μάτια του, η ώρα ήταν
εφτάμιση, τον περίμεναν σπίτι, πλήρωσε, φεύγουμε;
Φύγε πρώτος. Το τελειοποιήσαμε τόσο καιρό, μη χαλάσουμε τις συνήθειες. Στο αεροδρόμιο μην έρθεις, δεν τους μπορώ τους
αποχαιρετισμούς, όταν φτάσω πάνω θα σου στείλω μήνυμα, «έφτασα, όλα καλά».
Όλα καλά. Μ’ αυτό το απολειφάδι της τρεφόταν τόσο καιρό. Της χάιδεψε ένα δάχτυλο, αυτό που βρήκε πιο κοντά του, το αιφνιδίασε,
δεν πρόλαβε να κρυφτεί. Είχε ωραία δάχτυλα, λεπτά, μακριά, νόστιμα. Είχε. Όλα αόριστος πλέον. Βγήκε στο δρόμο, έκανε κρύο.
Σκέφτηκε αυτόν που είχε πει «δεν ξέρω αν θες να το πεις καύλα αυτό που θα σου λείψει, δεν ξέρω αν θες να το βαφτίσεις αγάπη,
μπορεί να είναι και τα δυο, μπορεί κανένα, ιδέα δεν έχω. Ξέρω μόνο ότι με όσα έπονται ακόμη και η καύλα, ακόμη και η αγάπη θα
έχουν αυξημένο ΦΠΑ και μειωμένη ζήτηση…κι αυτήν την πτώχευση φοβάμαι πως θα τη συναντήσουμε πρώτη πρώτη στη διαδρομή
-μέσα από ένα σακατεμένο χειμώνα- προς την επόμενη ανάπηρη άνοιξη». Δυο εικοσάχρονα φιλιόντουσαν στην είσοδο του Odeon,
κάτω απ΄την αφίσα του Midnight in Paris. Γέλασε. Αυτά δεν θα πτωχεύσουν ποτέ κι ας μην αξιωθούν να δουν το Σηκουάνα από κοντά.
Την είδαμε την προκοπή κι αυτών που τον συνάντησαν, κάγχασε.
Χτύπησε το κινητό του. Στο δρόμο είμαι, έρχομαι. Τσαλάκωσε και πέταξε την απόδειξη, από σήμερα δυο και σαράντα…

22

Το νυχτολούλουδο μοιάζει μ' επανάσταση που κάνει πρόβες ολόκληρη ζωή.
Αποφάσισα να κρατήσω ένα νυχτολούλουδο ανοιχτό για μια ολόκληρη μέρα.
Θωμάς Γκόρπας