You are on page 1of 36

Giovanni Francesco camocio. Χάρτης της Κύπρου και της Μικρασιατικής ακτής.

Επιχρωματισμένη χαλκογραφία, Βενετία, περί τα 1570-1575. Διακρίνεται ο τουρκικός στρατός
έτοιμος για την απόβαση (Συλλογή Σύλβιας Ιωάννου).

Ιωάννης Χασιώτης*

ΟΙ ΑΝΤΙΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΣTHN KYΠPO
ΚΑΙ Η ΣΤΑΣH TΩN EYPΩΠAΪKΩN ΔYNAMEΩN
(ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ
ΩΣ ΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ)**

αρά την πρόσφατη κατάκτησή της από τους Οθωμανούς, η Kύπρος δεν
έμεινε έξω από τη γενική αντιτουρκική ευφορία που είχε προκαλέσει,
τόσο στη Δύση όσο και στην aνατολή, η χριστιανική νίκη της Ναυπάκτου (7
Οκτ. 1571)1. Στις 5 Ιανουαρίου 1572 ο Μ.-Α. Pasqualigo, σε έκθεσή του στη
βενετική Γερουσία για το ταξίδι που είχε πραγματοποιήσει στη μεγαλόνησο
δυο μήνες νωρίτερα, ανέφερε ότι η αναταραχή που προκάλεσε η οθωμανική
ήττα, αλλά και η προθυμία των Κυπρίων να συνεργαστούν στρατιωτικά με
τους συμμάχους, ευνοούσαν την ανάκτηση του νησιού2. Την ίδια εποχή αρκετοί Έλληνες κουρσάροι βρήκαν την ευκαιρία και πραγματοποίησαν τολμηρές
επιδρομές όχι μόνο στα παράλια του iονίου, αλλά και στα νησιά του κεντρικού και του νοτιοανατολικού aιγαίου3. aνάμεσά τους και ο Kύπριος ευγενής
mούτσιος (mutio) Συγκλητικός, ο οποίος, αφού πρώτα πολέμησε στη ναυμα-

Π

* Ομότιμος καθηγητής, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
** Η εργασία αυτή αποτελεί μέρος (συντομευμένο) ευρύτερης μελέτης.
1. F. Braudel, The Mediterranean and the Mediterranean World in the Age of Philip
II, αγγλ. μετάφρ., τόμ. 2 (Νέα Υόρκη, 1972), σ. 1104. Πρβλ. L. Gil, «De la “sancta empresa de Grecia contra Turcos”», Erytheia, 16 (1995), σ. 103-105.
2. G. Grivaud, «Le rapport de marc’antonio Pasqualigo sur la première année de
la domination ottomane à chypre», Κυπριακαί Σπουδαί (στο εξής: ΚΣ), 51 (1987),
σ. 9-19 (βλ. κυρίως σ. 10-16).
3. Πρβλ. m. Lesure, Lépante, la crise de l’empire ottoman (Παρίσι, 1972), σ. 191 κ.ε.

/ 75 /

ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΑΣΙΩΤΗΣ

χία της nαυπάκτου, προσπάθησε στις αρχές του 1572 να εξασφαλίσει τη βενετική υποστήριξη, για να επεκτείνει τη δράση του στα κυπριακά παράλια ή
ακόμα και μέσα στην ίδια τη μεγαλόνησο4. Στη γενική σύγχυση που επικράτησε σχετικά με τις προθέσεις των χριστιανικών δυνάμεων, μερικοί Παφίτες,
παρακινημένοι από έναν συντοπίτη τους ονόματι Πρόπαυλο, προσπάθησαν
να έρθουν σε μυστικές συνεννοήσεις με τους Bενετούς. H κίνηση έγινε αμέσως
γνωστή στους oθωμανούς, που αντιδρώντας με παραδειγματική ταχύτητα
και αυστηρότητα συνέλαβαν τους συνωμότες και, μετά από επείγουσα σουλτανική εντολή (7 Φεβρ.), τους εκτέλεσαν5. Η νευρικότητα των νέων κυριάρχων
της Κύπρου εντάθηκε όταν τον ίδιο μήνα εμφανίστηκαν στα ανοιχτά της Αμμοχώστου μερικά χριστιανικά σκάφη, που θεωρήθηκαν ως «προφυλακή της
αρμάδας των χριστιανών»6.
oι φόβοι αυτοί αποδείχτηκαν υπερβολικοί: Kαμιά μεγάλης κλίμακας χριστιανική απόβαση δεν αποτολμήθηκε στην Κύπρο ούτε τότε ούτε στα επόμενα τριάντα πέντε τουλάχιστον χρόνια. Είναι ενδεικτικό ίσως το γεγονός ότι
στις αρχές του 1575 ο «gentilhombre cipriotto Ludovico de Lusignani», ένας
από τους φερόμενους ως απογόνους των Lusignan, προσπάθησε να πείσει τον
δούκα της Σαβοΐας και τους Ισπανούς να καταλάβουν όχι την Κύπρο αλλά
την πλησιέστερη Μήλο7. Η Σαβοΐα δεν είχε τις στρατιωτικές δυνατότητες.
Αλλά και η Ισπανία, παρά τις διακηρύξεις, δεν ήταν διατεθειμένη να εμπλακεί σε πολεμικές επιχειρήσεις πέρα από το iόνιο και τις ακτές της Πελοποννήσου, και μάλιστα για χάρη των Βενετών, οι οποίοι από τις αρχές κιόλας του
1572 προσπαθούσαν με μυστικές διαπραγματεύσεις να διασφαλίσουν από
4. i. K. Xασιώτης, Oι Έλληνες στις παραμονές της ναυμαχίας της Nαυπάκτου,
1568-1571 (Θεσσαλονίκη, 1970), σ. 144, σημ. 1.
5. H. Fikret alasya, Kibris Tarihi (Ιστορία της Κύπρου) (Λευκωσία, 1939), σ. 97·
παραπ.: George Hill, A History of Cyprus, τόμ. 4 (Λονδίνο, 1952) [στο εξής: Hill, History], σ. 38.
6. aρχιμ. Kυπριανός, Iστορία χρονολογική της νήσου Kύπρου (Βενετία, 1788)
[στο εξής: Kυπριανός, Iστορία], σ. 307-308.
7. archivo General de simancas, Εstado, φάκ. [στο εξής: aGs-e] 1243, αριθ. 44
και 66. Ο Lusignan αυτός θα μπορούσε να ταυτιστεί με τον Lois, που μνημονεύει ο
W. H. rudt de collenberg, «Les Lusignan de chypre. Généalogie compilée principalement selon les registres de l’Archivio Segreto Vaticano et les manuscrits de la Biblioteca
Vaticana», Επετηρίς Κέντου Επιστημονικών Ερευνών [στο εξής: EKEE], 10 (197980), σ. 255 (πρβλ. και σ. 260-263).

/ 76 /

ΟΙ ΑΝΤΙΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΣTHn KYΠPo ΚΑΙ Η ΣΤΑΣH TΩn eYPΩΠaΪKΩn ΔYnameΩn

την Υψηλή Πύλη τα εμπορικά τουλάχιστον συμφέροντά τους στην Κύπρο.
Στις συνεννοήσεις μάλιστα εκείνες δεν απέκλειαν και το ενδεχόμενο να επιστρέψουν ειρηνικά στο νησί, αποδεχόμενοι την οθωμανική επικυριαρχία ή
ακόμα και ένα καθεστώς ανάλογο με εκείνο που ίσχυε στη Pαγούζα8.
Από την πλευρά τους οι Οθωμανοί έσπευσαν να ενισχύσουν την άμυνα
του νησιού με επισκευές των φρουρίων της aμμοχώστου, της Λευκωσίας, της
Kερύνειας και της Πάφου, τα οποία επάνδρωσαν με γενιτσάρους και ιππείς
που έφεραν από τις απέναντι μικρασιατικές επαρχίες9. Ωστόσο, το εσωτερικό
μέτωπο δεν ήταν ακόμα σταθερό. Στις 22 mαΐου 1578 η γενιτσαρική φρουρά
της aμμοχώστου στασίασε, πιθανότατα εξαιτίας της σκληρότητας των ανωτέρων τους ή απλώς της καθυστέρησης στη μισθοδοσία τους. Άσχετα από τις
αφορμές και τις αιτίες, η ανταρσία γρήγορα γενικεύτηκε, συμπαρασύροντας
και τη φρουρά της Λευκωσίας. Tελικά η κατάσταση εξελίχτηκε σε πλήρη
αναρχία, προπάντων μετά τη σφαγή από τους στασιαστές του «μπεηλέρμπεη» arab ahmat και κάποιων ακόμη oθωμανών αξιωματούχων10. Ορισμένες πηγές (ελληνικής προέλευσης) κάνουν λόγο για συνεργασία των εξεγερμένων με τους χριστιανούς κατοίκους της μεγαλονήσου, αλλά και για
ομαδικές βαπτίσεις γενιτσάρων από Kυπρίους κληρικούς, που είχαν γίνει δεκτοί για τον σκοπό αυτό στο φρούριο της aμμοχώστου11. Δεν αποκλείεται να
παρουσιάστηκαν και δείγματα μιας τέτοιας προσέγγισης, αρκετά πρόωρα,
πάντως, με δεδομένη την πρόσφατη ακόμα τουρκική κατάκτηση. Όπως κι αν
έχουν τα πράγματα, οι στασιαστές, μπροστά στις συνέπειες του εγχειρήματός τους, έσπευσαν να ζητήσουν τη βοήθεια της Bενετίας, της aγίας Έδρας
8. Braudel, ό.π., τόμ. 2, σ. 1104-1105, 1125-1126.
9. r. c. Jennings, Christians and Muslims in Ottoman Cyprus and the Mediterranean World, 1571-1640 (Νέα Υόρκη, 1993), σ. 107 κ.ε. Ως το 1574 οι γενίτσαροι της
Κύπρου δεν ξεπερνούσαν τους 1.000 άνδρες: i. Π. Θεοχαρίδης, «aνέκδοτα στοιχεία
για τον αριθμό των γενιτσάρων που βρίσκονταν στην Kύπρο μετά την κατάκτησή της
από την οθωμανική αυτοκρατορία», EKEE, 11 (1981-2), σ. 345.
10. Iσπανικά έγγραφα της κυπριακής ιστορίας (IΣT΄-IZ΄ αι.), επιμ. i. K. Xασιώτης, Λευκωσία 1972 [στο εξής: Έγγραφα], σ. 5-19, 117-119. Η εκτέλεση του arab
ah-mat πιστοποιείται και από άλλες πηγές· J. von Hammer, Geschichte des osmanischen Reiches, τόμ. 4 (Πέστη, 1829), σ. 45.
11. Έγγραφα, σ. 11· πρβλ. m. Θ. Λάσκαρις, «Πέτρος Λάντζας, διοικητής της Πάργας (1573) και όργανον των iσπανών εν Hπείρω (1596-1608)», Aφιέρωμα εις την
Ήπειρον εις μνήμην Χρίστου Σούλη (aθήνα, 1956), σ. 248.

/ 77 /

ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΑΣΙΩΤΗΣ

και της iσπανίας, υποσχόμενοι να παραδώσουν την εξουσία στον πρώτο χριστιανό ηγεμόνα που θα αποβίβαζε τις δυνάμεις του στη μεγαλόνησο. oι εκκλήσεις τους προκάλεσαν αμέσως το ενδιαφέρον των άλλοτε εταίρων του χριστιανικού Συνασπισμού, ιδιαίτερα της Αγίας Έδρας. Οι Bενετοί βέβαια δεν
επρόκειτο να διακυβεύσουν την αποκατάσταση των εύθραυστων σχέσεών τους
με την Υψηλή Πύλη για αβέβαιες περιπέτειες στην πρόσφατα χαμένη τους
κτήση12. oρισμένοι, πάντως, αξιωματούχοι του ισπανικού στέμματος στην
iταλία δεν απέκλειαν μια περιορισμένη επέμβαση στην aμμόχωστο13.
oι ειδήσεις που έφταναν στη Δύση για την εξέγερση των γενιτσάρων της
Αμμοχώστου ξύπνησαν τις όψιμες, όπως αποδείχτηκε, και εξίσου ανεδαφικές
φιλοδοξίες ενός Γάλλου ευπατρίδη, στενά συνδεμένου με τη γαλλική αυλή,
του Guy de saint-Gélais de Lanzac του νεότερου. Ο Lanzac, που ανήγε την καταγωγή του στους Lusignan (Lésignem) της Κύπρου, σε συνάντησή του, τον
Σεπτέμβριο του 1578, με τον παπικό νούντσιο και τους πρεσβευτές της Βενετίας και της Ισπανίας στο Παρίσι, δήλωσε ότι ήταν πρόθυμος να διαθέσει
όλο τον οικογενειακό του πλούτο, προκειμένου να εξοπλίσει μια ναυτική δύναμη και να σπεύσει να στηρίξει τους εξεγερμένους γενιτσάρους. Ενημερώνοντας την κυβέρνησή του (1 Οκτ.) ο Ισπανός πρεσβευτής Juan de vargas
mejía ανέφερε ότι απώτερος στόχος του Lanzac ήταν να ανακηρυχτεί βασιλιάς της Κύπρου και να τη μετατρέψει σε προμαχώνα εναντίον των Οθωμανών (un propugnaculo contra el Turco). Ο vargas, ένας από τους πιο έμπειρους Ισπανούς διπλωμάτες της εποχής, φρόντισε να διασταυρώσει τις
πληροφορίες του, συζητώντας την υπόθεση με τον παπικό νούντσιο, τον οποίο
βρήκε θετικό και πρόθυμο (con ánimo) να μεταφέρει τις προτάσεις του
Lanzac στον ποντίφηκα – τον Γρηγόριο ΙΓ΄.14
Περισσότερη συγκίνηση προκάλεσαν, όπως ήταν επόμενο, τα γεγονότα
στους Kυπρίους και γενικότερα στους Έλληνες της ιταλικής χερσονήσου. Στη

12. Ο Hill, History, σ. 39, αναφέρει λανθασμένα ότι την εξέγερση την προκάλεσαν
οι Βενετοί.
13. Έγγραφα, σ. 16-18 (Ρώμη, 24 Ιουλ. 1578).
14. L. de mas Latrie, Histoire de l’île de Chypre sous la règne des princes de la maison de Lusignan, τόμ. 3 (Παρίσι, 1855) [στο εξής: mas Latrie, Histoire], σ. 563-564.
Τις προτάσεις του Lanzac αναφέρουν οι Hill, History, σ. 39-40, και m. François,
«L’orient méditerranéen dans la mentalité et l’action des Français au Xvie siècle»,
EKEE, 10 (1975-80), σ. 29.

/ 78 /

ΟΙ ΑΝΤΙΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΣTHn KYΠPo ΚΑΙ Η ΣΤΑΣH TΩn eYPΩΠaΪKΩn ΔYnameΩn

nεάπολη ιδιαίτερα ο χρόνιος αντιτουρκικός πυρετός που επικρατούσε εκεί
εντάθηκε εξαιτίας της μερικής κινητοποίησης του στόλου, αλλά και της συνεργασίας των ισπανικών αρχών με μερικά διακεκριμένα μέλη της ελληνικής
κοινότητας. o Κορωναίος στρατιωτικός Θεόδωρος Pοσέτης, με βάση στοιχεία
που του έδωσε ο γνωστός Κύπριος κωδικογράφος iωάννης Αγιομαύρας ή
Σαγκταμαύρας, εκπόνησε για λογαριασμό του αντιβασιλιά mondéjar εκτενές
υπόμνημα, στο οποίο δεν ανέλυε μόνο, χρησιμοποιώντας αρκετά ενδιαφέροντα δεδομένα, την κοινωνική, οικονομική και στρατιωτική κατάσταση στην
Kύπρο· έκανε και προτάσεις για αποστολές εφοδίων και τροφίμων στους
αντάρτες της aμμοχώστου, στρατολογήσεις εθελοντών μεταξύ των Κυπρίων
της Bενετίας και της nεάπολης, αξιοποίηση Ελλήνων πιλότων στην πλοήγηση
στην ανατολική Μεσόγειο των νεαπολιτανικών πλοίων κλπ15. Εξάλλου, ο Kερκυραίος στρατιωτικός Πέτρος Λάντζας, που είχε αναλάβει να ενημερώνει συστηματικά τις ισπανικές αρχές για όσα συνέβαιναν στην ελληνική aνατολή,
προθυμοποιήθηκε να αφήσει την έμμισθη θέση του στο otranto και να σπεύσει ο ίδιος στην aμμόχωστο με δυο καλά εξοπλισμένες γαλέρες, επανδρωμένες με δικούς του άνδρες16.
oι ελπίδες των eλλήνων, που πίστεψαν προς στιγμήν ότι είχε έρθει κιόλας
η ώρα για την ανατροπή της οθωμανικής κυριαρχίας στην Kύπρο, ήταν εντελώς
αβάσιμες. H επίσημη ανάμιξη της iσπανίας στην υπόθεση της εξέγερσης των
γενιτσάρων της aμμοχώστου θα σήμαινε ανατροπή της μεσογειακής πολιτικής
του Φιλίππου B΄. Στο διάστημα μάλιστα, που μεσολάβησε από τη διάλυση του
Ιερού Συνασπισμού ως τα γεγονότα του 1578, οι συνθήκες για ισπανικές παρεμβάσεις στην ανατολική mεσόγειο έγιναν περισσότερο αρνητικές. Την εποχή
ακριβώς εκείνη είχαν αρχίσει στην Κωνσταντινούπολη μυστικές διαπραγματεύσεις για «ανακωχή» στην οχτάχρονη ήδη ισπανοτουρκική αντιπαράθεση17.
Εξάλλου, η κατάσταση στην Κύπρο είχε αρχίσει κιόλας να εξομαλύνεται: Προς
τα τέλη iουλίου οι στασιαστές είχαν ήδη επανέλθει στη νομιμότητα. Τρία χρόνια αργότερα (1581) υπογράφτηκε και η ισπανοτουρκική ανακωχή.
Η εξέλιξη αυτή περιόρισε τις προοπτικές ανοιχτών στρατιωτικών αναμετρήσεων ανάμεσα στις δυο μεγάλες δυνάμεις της Μεσογείου· αλλά δεν απέτρεψε τις ελάσσονες ναυτικές συγκρούσεις. Ουσιαστικά επρόκειτο για κουρ15. Έγγραφα, σ. 6-11.
16. Λάσκαρις, ό.π., σ. 248-250, και Έγγραφα, σ. 11-12, 14, 15, 118.
17. Braudel, ό.π., σ. 1125-1126, 1143-1184.

/ 79 /

ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΑΣΙΩΤΗΣ

σαρικές επιδρομές με βραχυπρόθεσμους στόχους18. Παρά την εξιδανίκευσή
τους από τη σχετική λαϊκή φιλολογία, η δυναμική των χριστιανικών εξορμήσεων στο «Levante» δεν θα πρέπει να αποδοθεί μόνο –και τόσο– σε ιδεολογικές αφετηρίες όσο –κυρίως– σε υλικά και στρατηγικά οφέλη: Τα πρώτα
εξασφαλίζονταν με την προσοδοφόρα ρευστοποίηση των λαφύρων και των
αιχμαλώτων σε «αγορές» των ελληνικών νησιών και, συχνότερα, στη Μάλτα
και την ιταλική χερσόνησο· τα δεύτερα συνδυάζονταν με τη συνεχή δημιουργία μικρών μετώπων αντιπερισπασμού, που εξασθένιζαν την ένταση των
αντίστροφων μουσουλμανικών επιθέσεων στα παράλια της Κάτω Ιταλίας ή
ακόμα και της νοτιοανατολικής ιβηρικής χερσονήσου. Μερικές μάλιστα φορές
οι ναυτικές επιχειρήσεις στις ελληνικές θάλασσες γίνονταν για να συγκαλύψουν τους κύριους στόχους των ευρωπαϊκών δυνάμεων στην κεντρική Μεσόγειο. Η αποστολή π.χ. τον mάιο του 1601 στα παράλια της Kύπρου 16 γαλερών υπό τη διοίκηση του αρχηγού του νεαπολιτανικού στόλου Don Pedro
de Toledo, μαρκησίου της villafranca, συγκάλυπτε ουσιαστικά τη μεγάλη ναυτική εκστρατεία που είχε αναλάβει να πραγματοποιήσει την ίδια ακριβώς
εποχή ο ενωμένος στόλος της iσπανίας, του Πάπα, της Τοσκάνης, της Σαβοΐας
και της mάλτας εναντίον της πόλης του aλγερίου19.
Ο αριθμός των δυτικών κουρσαρικών επιδρομών στην ευρύτερη περιοχή
της Κύπρου στα τέλη του 16ου και στο πρώτο μισό του 17ου αιώνα εντυπωσιάζει: Οι καταγραμμένες πληροφορίες αφορούν στα έτη 1583, 1599, 1600, 1601,
1604, 1605, 1606, 1607, 1608, 1609, 1610, 1611, 1613, 1616, 1617, 1621, 1624,
1626, 1631 και 1668 (σε ορισμένες χρονιές με δυο και τρεις εξορμήσεις)20.
18. Βλ. την καταγραφή του r.c. anderson, Naval Wars in the Levant, 1559-1853
(Liverpool, 1952), και τις γενικές μονογραφίες των s. Bono, I corsari barbareschi, Tουρίνο 1964, και P. earle, Corsairs of Malta and Barbary (Λονδίνο, 1970).
19. Για την επιχείρηση του Don Pedro de Toledo, που συμπεριέλαβε και μια αποτυχημένη απόβαση στην Πάφο, βλ. c. Fernández Duro, Armada española desde la unión
de los reinos de Castilla y Aragón, τόμ. 3 (mαδρίτη, 1897), σ. 239, anderson, ό.π., σ.
66, και salvá, ό.π., σ. 298. Πρβλ. και Πηγές της κυπριακής ιστορίας από το ισπανικό
αρχείο Simancas. Από τη μικροϊστορία της κυπριακής Διασποράς κατά τον ΙΣΤ΄ και
ΙΖ΄ αιώνα, επιμ. Ι. Κ. Χασιώτης (Λευκωσία, 2000) [στο εξής: Πηγές], σ. 189-190.
20. Fernández Duro, ό.π., σ. 344-346, anderson, ό.π., σ. 70 κ.ε., 86, 109-110, 112,
113, G. Guarnieri, I cavalieri di Santo Stefano nella storia della marina italiana, 15621589 (Πίζα, 1960), σ. 138-139, 154 κ.ε., 307, 323-327, salvá, ό.π., σ. 298, a. Tenenti,
Venezia e i corsari, 1580-1615 (Bari, 1961), σ. 50 κ.ε., και earle, ό.π., σ. 138.

/ 80 /

ΟΙ ΑΝΤΙΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΣTHn KYΠPo ΚΑΙ Η ΣΤΑΣH TΩn eYPΩΠaΪKΩn ΔYnameΩn

Οπωσδήποτε, η δυναμική παρουσία των χριστιανικών στολίσκων στη σημαντική –ιδιαίτερα για τον εφοδιασμό της Κωνσταντινούπολης—θαλάσσια αρτηρία, που ένωνε την «καρδιά» της Οθωμανικής αυτοκρατορίας με την Αίγυπτο, τη Συρία και τους ιερούς τόπους του iσλάμ, δημιουργούσε σοβαρά
προβλήματα ασφάλειας στην περιοχή21. oι ναυτικές μάλιστα δυνάμεις που
απαιτούνταν για την προστασία των νηοπομπών και για τις συχνές περιπολίες στις επικίνδυνες θάλασσες ήταν δυσανάλογα μεγάλες σε σύγκριση με τον
αντίστοιχο αριθμό των σκαφών και των ανθρώπων που διέθεταν οι Δυτικοί
κουρσάροι. Tο εντυπωσιακότερο ίσως παράδειγμα των άνισων για τους Οθωμανούς ποσοτικών αυτών συσχετισμών αποτελεί η νικηφόρα αναμέτρηση στις
14-16 iουλίου 1616 στα ανοιχτά της βόρειας Kύπρου, κοντά στο μικρασιατικό
ακρωτήριο των Χελιδονιών (σημ. Karataşburun), μιας μικρής ισπανικής μοίρας, που διοικούσε ο μετέπειτα ναύαρχος Francisco de ribera, με δεκαπλάσιες σχεδόν οθωμανικές ναυτικές δυνάμεις22. Αλλά, εκτός από την αναπόφευκτη εμπλοκή των ναυτικών τους δυνάμεων, οι oθωμανοί ήταν υποχρεωμένοι
να ενισχύουν και τις οχυρώσεις και τις φρουρές αρκετών παραθαλάσσιων πόλεων, που συμπεριλαμβάνονταν επίσης στους στόχους των χριστιανών επιδρομέων. H κατασκευή π.χ. στα 1605 του φρουρίου της Λάρνακας έγινε για
να αποθαρρύνει τις ισπανικές και μαλτέζικες αποβάσεις23.
oι σχέσεις των χριστιανών κατοίκων με τους Δυτικούς κουρσάρους, κατά
τη διάρκεια των πρόσκαιρων αποβάσεών τους στα κυπριακά παράλια, δεν
ξεπερνούσαν, στις περισσότερες περιπτώσεις, τα όρια της ευκαιριακής συνεργασίας24. Παρ’ όλα αυτά, η συχνή εμφάνιση των ξένων στολίσκων εκλαμβανόταν ως προπομπός μεγαλύτερων ναυτικών δυνάμεων ή ακόμα και ως προανάκρουσμα ευρύτερων στρατιωτικών επεμβάσεων στην ανατολική mεσόγειο.
21. Είναι ενδεικτικοί οι φόβοι που εξέφρασε ο ίδιος ο καπουδάν πασάς Χασάν
«ο Βενετός» (Venedikli) το 1588 στον Γερμανό φιλοξενούμενό του στην Κύπρο, Lubenau: J. Koder, «H Kύπρος στα 1588. aπό το ημερολόγιο του Γερμανού περιηγητή
reinhold Lubenau», EKEE, 13-16 /1 (1984-7), σ. 219-220, 228.
22. Fernández Duro, ό.π., σ. 344-346· πρβλ. L.m. Linde, Don Pedro Girón, duque
de Osuna. La hegemonía española en Europa a comienzos del siglo XVII (Μαδρίτη,
2005), σ. 123, 136. Παρά τις αμφιβολίες για την έκτασή της (anderson, ό.π., σ. 8688), η ναυμαχία θεωρείται ως η σοβαρότερη ισπανο-τουρκική ναυτική αναμέτρηση
μετά τη Ναύπακτο και η πρώτη στη Μεσόγειο ανάμεσα σε ιστιοφόρα.
23. Hill, History, σ. 47-48.
24. Πρβλ. earle, Corsairs, σ. 144, 160, 161, 239.

/ 81 /

ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΑΣΙΩΤΗΣ

Tο γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τις διακηρύξεις των ενεχόμενων Ευρωπαίων ηγεμόνων, ότι θα προχωρούσαν σε κατάκτηση του νησιού ή τις αμφιλεγόμενες φήμες για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, προκαλούσε αναπόφευκτα σύγχυση για τις απώτερες προθέσεις των επιδρομέων και των εντολοδόχων τους,
τόσο μεταξύ των Οθωμανών όσο και μεταξύ των Ελλήνων. Οι πρώτοι αντιδρούσαν, όπως αναφέρθηκε ήδη, ενισχύοντας τις οχυρώσεις και τις φρουρές
τους· οι δεύτεροι παρασύρονταν σε σπασμωδικές αντιτουρκικές ενέργειες,
προσπαθώντας επανειλημμένα με αλλεπάλληλες εκκλήσεις να προκαλέσουν
την επέμβαση της μιας ή της άλλης χριστιανικής δύναμης.
Οι ενέργειες, πάντως, αυτές, που, όπως θα δούμε, σε ορισμένες –ελάχιστες–
περιπτώσεις έφτασαν και σε αιματηρές εξεγέρσεις, δεν ήταν άσχετες και με
τα εσωτερικά προβλήματα στην Κύπρο, τα οποία προκαλούσαν οι κρίσεις στις
σχέσεις του χριστιανικού πληθυσμού με τους Οθωμανούς κυριάρχους. Τα
κύρια αίτια των κρίσεων εκείνων (συχνών κατά τον πρώτο αιώνα της οθωμανικής κυριαρχίας) θα πρέπει να αναζητηθούν αρχικά στις ανατροπές που προκάλεσε η νέα διοίκηση στις παραδοσιακές κοινωνικές και οικονομικές δομές
του νησιού και ιδιαίτερα στο παλαιότερο καθεστώς γαιοκτησίας και επικαρπίας ποικίλων προσόδων25. Το αποτέλεσμα αυτών των ανακατατάξεων ήταν
οι διαρκείς αμφισβητήσεις πατρογονικών περιουσιών και προνομίων και οι τάσεις φυγής σε βενετοκρατούμενες περιοχές και ελληνικές παροικίες της Δύσης.
Σε έσχατες περιπτώσεις η προσδοκία της κοινωνικής «αποκατάστασης» συνδυαζόταν με την ψευδαίσθηση της εξωτερικής παρέμβασης. Δεν είναι τυχαίο
ότι στις εκκλήσεις τους προς τους Δυτικούς ηγεμόνες οι Κύπριοι δεν παρέλειπαν να υπογραμμίζουν τις αλλεπάλληλες επιβολές έκτακτων φόρων και τις δημεύσεις περιουσιών και προσόδων, κυρίως εκκλησιαστικών και μοναστηριακών. Τραυματικές ήταν επίσης και οι όψιμες και σποραδικές –αλλά
βεβαιωμένες– απόπειρες εφαρμογής στο νησί του παιδομαζώματος
(devşirme)26. Εξάλλου, η πρώτη περίοδος της Τουρκοκρατίας στην Kύπρο συ-

25. Δείγματα στου c.P. Kyrris, «L’importance sociale de la conversion à l’islam
(volontaire ou non) d’une section des classes dirigeantes de chypre pendant les premiers siècles de l’occupation turque (1570-fin du Xviie siècle)», Actes (du Ier) Congr.
Intern. des Etudes du Sud-est Européen, τόμ. 3 (Σόφια, 1969), σ. 437-462.
26. Οι μαρτυρίες για την εφαρμογή του «devşirme» στην Κύπρο (που μερικές
φορές τίθεται υπό αμφισβήτηση: Jennings, Christians, σ. 368) είναι πολλές και ποικίλες· βλ. π.χ. Έγγραφα, σ. 21-22, 61-62, 85, 87, και Πηγές, σ. 53 κ.ε., 64 κ.ε., 108 κ.ε.,

/ 82 /

ΟΙ ΑΝΤΙΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΣTHn KYΠPo ΚΑΙ Η ΣΤΑΣH TΩn eYPΩΠaΪKΩn ΔYnameΩn

νέπεσε με τις απαρχές της εξασθένισης του κεντρικού ελέγχου στις επαρχίες,
γεγονός που οδήγησε, ανάμεσα στα άλλα, και σε διοικητικές αυθαιρεσίες των
τοπικών κυρίως αξιωματούχων του σουλτάνου και γενικά στην υπονόμευση
των θεσμικών προϋποθέσεων που διασφάλιζαν τη νομιμοφροσύνη του ελληνορθόδοξου στοιχείου προς την αλλόθρησκη εξουσία27. Πάντως, σημαντικό ρόλο
στην αμφισβήτηση της οθωμανικής κυριαρχίας στη μεγαλόνησο είχαν τα τμήματα της κοινωνίας της που δεν έπαψαν μετά την τουρκική κατάκτηση να διατηρούν στενούς δεσμούς με την καθολική Δύση, είτε με τη διαμεσολάβηση των
εξόριστων συγγενών τους, ιδιαίτερα των εκλατινισμένων, είτε και απευθείας28.
Αν εξαιρέσουμε την περίπτωση της ανταρσίας των γενιτσάρων του 1578 (που
είχε ιδιάζοντα χαρακτήρα), οι σχετικά πιο πρώιμες μαρτυρημένες πολιτικές συνεννοήσεις Κυπρίων με Ευρωπαίους ηγεμόνες ανάγονται στα τέλη της δεκαετίας του 1580. Στις 24 Οκτωβρίου 1587 συντάχθηκε στη Λευκωσία έκκληση του
–πρώτου μετά την τουρκική κατάκτηση– αρχιεπισκόπου Κύπρου Τιμοθέου
προς τον βασιλιά της Ισπανίας Φίλιππο Β΄, με την οποία ζητούνταν η αποστολή
στρατιωτικών δυνάμεων για την απελευθέρωση του νησιού29. Ο κομιστής της
έκκλησης, ιερέας Γαβριήλ Νομικός, κατάφερε τελικά να παρουσιάσει τα έγγραφά του στη Μαδρίτη την άνοιξη του επόμενου χρόνου. Η ανταπόκριση, ωστόσο,
των βασιλικών συμβούλων ήταν απογοητευτική: Η εποχή, σύμφωνα με τη γνωμάτευση του Συμβουλίου του Κράτους (consejo de estado) της 14 Μαΐου 1588,
δεν ήταν κατάλληλη για να εμπλακούν οι Ισπανοί «en semejantes empresas»30.
Και ο αντιβασιλιάς της Νεάπολης, στον οποίο στάλθηκε ο Νομικός, πήρε εντολή
118 κ.ε., 127 κ.ε., 144 κ.ε., 179 κ.ε., 192-194. Πρβλ. G. Grivaud, «Le voyage à chypre
de Jean Palerne, Forezien (26 janvier-29 février 1582)», EKEE, 11 (1981-2), σ. 423, σε
συνδυασμό με τη βιβλιογραφία και τις παρατηρήσεις του K. Π. Kύρρη, «o θεσμός των
γενιτσάρων. Παρατηρήσεις και προσθήκαι», αυτ., σ. 347-370.
27. Πρβλ. Ι. Κ. Xασιώτης, Μεταξύ οθωμανικής κυριαρχίας και ευρωπαϊκής πρόκλησης. Ο ελληνικός κόσμος στα χρόνια της Τουρκοκρατίας (Θεσσαλονίκη, 2001),
σ. 164 κ.ε.
28. Τα πρόσωπα που συμμετείχαν στις επαφές αυτές καλύπτουν με τις προσωπικές και οικογενειακές τους υποθέσεις τους το μεγαλύτερο μέρος των Εγγράφων
και των Πηγών.
29. Η έκκληση σώθηκε στην ισπανική της απόδοση: Έγγραφα, σ. 21-23.
30. Την ίδια ακριβώς εποχή (Μάιος 1588) ετοιμαζόταν η μεγάλη –και άτυχη–
ναυτική εκστρατεία της «Αήττητης Αρμάδας» εναντίον των βρετανικών νησιών.

/ 83 /

ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΑΣΙΩΤΗΣ

να τον δεχτεί με ενθαρρυντικά λόγια, αλλά χωρίς του δώσει συγκεκριμένες υποσχέσεις31. Τις ενέργειες των Κυπρίων στήριξε –με κάποια καθυστέρηση (Οκτώβριος 1588)– και ένας γόνος μιας παλιάς φράγκικης οικογένειας του νησιού, ο
στρατιωτικός Zerbin de vernin, ο οποίος, από τη Μαγιόρκα, όπου ήταν εγκατεστημένος από τη δεκαετία του 1570, έστειλε στον Φίλιππο Β΄ θερμά συστατικά γράμματα, υπερθεματίζοντας την αποδοχή των προτάσεων των συμπατριωτών του32. Τελικά, ο Νομικός δεν θα επιστρέψει στην πατρίδα του (όπου,
κατά τα λεγόμενά του, οι οθωμανικές αρχές είχαν ήδη συλλάβει και εκτελέσει
δυο αδελφούς του και τον ίδιο τον αρχιεπίσκοπο)· θα παραμείνει στη Νεάπολη
ως το θάνατό του (πιθανότατα στα τέλη του 1604 ή τις αρχές του 1605)33.
Στα 1589 ο εγκατεστημένος στα περίχωρα της Αμμοχώστου Πέτρος Ρένεσης πρωτοστάτησε σε μια νέα έκκληση κληρικών και λαϊκών του νησιού
προς τον Φίλιππο, αναθέτοντας την προώθησή της σε έναν συγγενή του, που
υπηρετούσε επί πολλά χρόνια στον ισπανικό στρατό, τον Ναυπλιώτη
«stradioti» Ιωάννη Ρένεση34. Ο Ιωάννης Ρένεσης πέρασε κρυφά στην Κύπρο
το χειμώνα ίσως του 1589 και πήρε μέρος σε μυστική σύσκεψη τριών επισκόπων και μερικών προκρίτων, στην οποία αποφασίστηκε να ζητηθεί και πάλι
εγγράφως από τους Ισπανούς να πραγματοποιήσουν ένοπλη επέμβαση στο
νησί. Ο Ρένεσης επέστρεψε με αρκετή καθυστέρηση (μετά από ένα δύσκολο
ταξίδι τεσσερεσήμισυ μηνών) στη Νεάπολη, όπου και ανέμενε επί ένα μήνα
να τον δεχτεί σε ακρόαση ο αντιβασιλιάς miranda. Τελικά, τα έγγραφα της
αποστολής του έφτασαν στην ισπανική αυλή τον Ιούλιο του 1590, μαζί με μια
μάλλον τυπική έκθεση του αντιβασιλιά, που προδίκαζε και την εύσχημη
απόρριψη των προτάσεων του Ρένεση35.
Τα αρνητικά αποτελέσματα των κυπριακών εκκλήσεων προς τους Ισπανούς δεν μείωσαν τις ισπανοκυπριακές πολιτικές επαφές. Σημαντικό ρόλο σ’
αυτές έπαιξαν οι Κύπριοι που ζούσαν στην Ιταλία, ιδιαίτερα εκείνοι που υπηρετούσαν στις στρατιωτικές και ναυτικές δυνάμεις της Νεάπολης και της Σι31. Έγγραφα, σ. 25.
32. Πηγές, σ. 174-179, όπου μερικά στοιχεία για τη σταδιοδρομία του και την
ανάμιξη του vernin και σε άλλες ανάλογες υποθέσεις (στα 1604 και 1616).
33. Πηγές, σ. 102 (Ιούν. 1604).
34. Τις στρατιωτικές του υπηρεσίες (26 χρόνια στους Ισπανούς) καταγράφει με
συντομία ο P. Petta, Stradioti, soldati albanesi in Italia, sec. XV-XIX (Lecce, 1996), σ.
118-120.
35. Έγγραφα, σ. 27-29.

/ 84 /

ΟΙ ΑΝΤΙΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΣTHn KYΠPo ΚΑΙ Η ΣΤΑΣH TΩn eYPΩΠaΪKΩn ΔYnameΩn

κελίας και –ακόμα περισσότερο– εκείνοι που χρησιμοποιούνταν τακτικά στα
ισπανικά κατασκοπευτικά δίκτυα στην τουρκοκρατούμενη Ανατολή36. Αρκετοί επίσης Κύπριοι που έμεναν στο νησί αναλάμβαναν να συγκεντρώνουν, για
λογαριασμό των Ισπανών, πληροφορίες για τις δυνάμεις των Οθωμανών, την
κατάσταση των φρουρίων, τα κατάλληλα για αποβάσεις αγκυροβόλια και
άλλα ανάλογα στρατιωτικού ενδιαφέροντος στοιχεία. Οι περισσότεροι από
τους πληροφοριοδότες αυτούς ήταν περιστασιακοί. Κάποιοι, ωστόσο, εξελίσσονταν σε επαγγελματίες. o Φραγκίσκος mαρσέλος λ.χ. εργάστηκε για λογαριασμό των Ισπανών στη μεγαλόνησο για μια τουλάχιστον δεκαετία, ως τη
φυγή του στη Δύση στα 1599, οπότε και ανέλαβε ανάλογη έμμισθη θέση στο
βασίλειο της Νεάπολης37. Άλλοι πάλι στέλνονταν στην Κύπρο με ειδικές αποστολές, όπως π.χ. στα 1617 ο στρατιωτικός Φραγκίσκος Λάσκαρης38.
Η αποθαρρυντική στάση των Ισπανών ανάγκασε τους Κυπρίους να στραφούν σε δυο μικρότερες –αλλά πιο πρόθυμες να εισακούσουν τις εκκλήσεις
τους– ευρωπαϊκές δυνάμεις: τη Σαβοΐα και την Τοσκάνη. Πάντως, παρά τον
αναγκαστικό πολιτικό τους αναπροσανατολισμό, οι πρωτοστάτες των αντιτουρκικών κινήσεων στην Κύπρο δεν έπαψαν να θεωρούν την ισπανική συμμετοχή ως προϋπόθεση για μια επιτυχημένη έκβαση οποιαδήποτε ένοπλης
επέμβασης στο νησί τους. Γι’ αυτό, παράλληλα με τις παραστάσεις τους στο
Τουρίνο και τη Φλωρεντία, δεν έπαψαν να στρέφονται σταθερά, ως τη δεύτερη τουλάχιστον δεκαετία του 17ου αιώνα, προς τη Μαδρίτη.
Οι διεκδικήσεις της Σαβοΐας στον θρόνο της Κύπρου ανάγονται στα δυναστικά δικαιώματα που οι ηγεμόνες του δουκάτου είχαν αποκτήσει το 1485
«iure uxoris» από τους τελευταίους Lusignan. Τα δικαιώματα αυτά έγιναν
αντικείμενο ημιεπίσημων διαπραγματεύσεων των Οθωμανών με τον δούκα
Εμμανουήλ Filiberto κατά την τελευταία περίοδο της βενετοκρατίας στην
Κύπρο39. Με την έναρξη, ωστόσο, του κυπριακού πολέμου οι σαβαουδικές φι36. Δείγματα των υπηρεσιών τους στα Έγγραφα, σ. 1-2, 19-20, και στις Πηγές,
σ. 27-49, 53-60, 62-70, 77-79, 82-87, 97-101, 108-109, 112-116, 118-120, 122-130, 144148, 174-181.
37. Πηγές, σ. 79-82.
38. Fernández Duro, El gran duque, σ. 335. Για άλλες (ανώνυμες) περιπτώσεις:
earle, Corsairs, σ. 144, 159, 160, 161.
39. mas Latrie, Histoire, σ. 557-558, Σπ. Π. Λάμπρος, «o Xίος nικόλαος Πετροκόκκινος εν τη υπηρεσία των βασιλέων της Πορτογαλίας Σεβαστιανού και Φιλίππου B΄»,
Nέος Eλληνομνήμων, 11 (1914), σ. 49-164, G. sforza, «i negoziati di carlo ema-

/ 85 /

ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΑΣΙΩΤΗΣ

λοδοξίες παραμερίστηκαν. Αλλά μόνο προσωρινά: Λίγο μετά το 1573 άρχισαν
και πάλι οι επαφές της Σαβοΐας με την Υψηλή Πύλη, τη φορά αυτή με πρωτοβουλία του Filiberto, που προσπαθούσε τώρα να αναθερμάνει τις παλιότερες προτάσεις, που του είχε κάνει η Πύλη να του παραχωρήσει την Κύπρο
έναντι ετήσιου εδαφονομίου40.
Οι κινήσεις του δούκα δεν έμειναν απαρατήρητες από τους Κυπρίους. Στις
20 Ιουλίου 1583 ο Ευγένιος Πενάκης, που περιόδευε στη Δύση συγκεντρώνοντας λύτρα για την απελευθέρωση δυο συγγενικών του προσώπων, σκλάβων
στην Κωνσταντινούπολη41, απηύθυνε από το Παρίσι, όπου βρισκόταν τότε και
ύστερα από υπόδειξη του etienne Lusignan, επιστολή προς τον Κάρολο Εμμανουήλ Α΄, με την οποία πρότεινε να αναλάβει αυτός να διαπραγματευθεί
με τον μεγάλο βεζίρη την παραχώρηση της Κύπρου στον δούκα της Σαβοΐας
«dato qualche honeste tributo». Ο Πενάκης ισχυριζόταν ότι η τουρκική κατάκτηση της πατρίδας του αποδείχτηκε τελικά αρνητική επένδυση για τους κατακτητές της: όλα τα έσοδά τους από το νησί τα απορροφούσαν οι στρατιωτικές δαπάνες που απαιτούνταν για τη διατήρηση της κυριαρχίας τους42.
Είναι πιθανό ο Πενάκης να ήταν η μια από τις κυπριακές πηγές των πληροφοριών τού Βενετού αξιωματούχου Bernardo sagredo, ο οποίος σε κείμενό
του της ίδιας εποχής επαναλαμβάνει ουσιαστικά (χρησιμοποιώντας όμως συnuele i, duca di savoia, per farsi re di cipro», Atti della R. Accademia delle Scienze di
Torino, 53 (1917-8), σ. 331-333, και c. roth, «Joseph nasi, Duke of naxos and the
counts of savoy», Jewish Quarterly Review, ν. σειρά, 57 (1967), σ. 463-465.
40. Οι οδηγίες του δούκα στον εκπρόσωπό του στην Κωνσταντινούπολη cavallino
εκδόθηκαν από τον mas Latrie, Histoire, σ. 569.
41. Στις 7 Φεβρ. 1582 ο «eugenio Pennacchi, gentilhuomo cipriotto», βρισκόταν
στη Ρώμη, όπου και εφοδιάστηκε με θερμά συστατικά της γραμματείας της Αγ. Έδρας
για τον νούντσιο στη Μαδρίτη Taverna, τον Φίλιππο Β΄ και τον αυτοκράτορα (Ροδόλφο
Β΄): archivio segreto vaticano, nunziatura di spagna [στο εξής: asvat.-spagna], τόμ.
30, φ. 38r.
42. mas Latrie, Histoire, σ. 565-566, sforza, «i negoziati», σ. 329-330, Κ. Ν. Σάθας,
Tουρκοκρατουμένη Eλλάς, 1453-1821 (aθήνα, 1869), σ. 185, και Hill, History, σ. 4142. Τα επιχειρήματα για την οικονομικά ασύμφορη κατοχή της Κύπρου χρειάζονται
πρόσθετη έρευνα. Πάντως, η οθωμανική κατάκτηση του νησιού επιβλήθηκε από συγκεκριμένους γεωοικονομικούς λόγους, που καλύφθηκαν ως ένα βαθμό μετά την ολοκλήρωση της επιχείρησης: m. P. Pedani, «Tra economia e geopolitica: La visione ottomana della guerra di cipro», Annuario. Istituto Romano di Cultura e Ricerca Umanistica,
5 (2003), σ. 287-298.

/ 86 /

ΟΙ ΑΝΤΙΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΣTHn KYΠPo ΚΑΙ Η ΣΤΑΣH TΩn eYPΩΠaΪKΩn ΔYnameΩn

γκεκριμένα στατιστικά στοιχεία) τις ίδιες εκτιμήσεις για την οικονομικά
ασύμφορη για την Υψηλή Πύλη κατοχή της Κύπρου. Κάτω από τις συνθήκες
αυτές, ο σουλτάνος μάλλον θα ήταν διατεθειμένος, κατά τον sagredo, να επιστρέψει το νησί στους Βενετούς, για να εισπράττει τον φόρο υποτελείας43. Η
ιδέα παρέμεινε στην επικαιρότητα για αρκετά χρόνια. Στα 1598 κυκλοφόρησε στη Βενετία η είδηση ότι δήθεν ο άλλοτε μέγας βεζίρης και καπουδάν
πασάς cigala (ο αρνησίθρησκος ciğalazade Yusuf sinan Pașa) διαπραγματευόταν κι αυτός με τους Βενετούς την αποζημίωση που θα έπαιρνε η Πύλη από
τη Γαληνότατη αν της επέστρεφε την Κύπρο44. Το ίδιο ενδεχόμενο επανήλθε
ως φήμη στη Βενετία και την άνοιξη του 160545. Τρία χρόνια αργότερα τα
πράγματα έγιναν σοβαρότερα με την ανάμιξη στην κίνηση εκείνη του eρρίκου
Δ΄ της Γαλλίας, η οποία, σύμφωνα με τον Βενετό πρεσβευτή στο Παρίσι,
antonio Foscarini, έγινε για να προληφθεί μια φημολογούμενη επέμβαση των
Ισπανών και των Φλωρεντινών στην Αμμόχωστο46.
Όλα αυτά –προπαγάνδα ή διπλωματικά στρατηγήματα– οφείλονταν στο
κλίμα ανασφάλειας που επικρατούσε στην ανατολική Μεσόγειο κατά την περίοδο εκείνη. Στα 1597 400 χριστιανοί αιχμάλωτοι του οθωμανικού στόλου,
που ναυλοχούσε στην Αμμόχωστο, προσδοκώντας πιθανόν την παρέμβαση των
Δυτικών κουρσάρων που κινούνταν στα ανοιχτά της Κύπρου αλλά έχοντας και
τη διαβεβαίωση μερικών Αμμοχωστιανών ότι θα τους βοηθούσαν, στασίασαν,
μπήκαν στην πόλη και απελευθέρωσαν από τις φυλακές αρκετούς από τους
συντρόφους τους. H εξέγερση πνίγηκε στο αίμα· μόνο μερικές δεκάδες από
43. Βλ. τις απόψεις αυτές αποσπασματικά στον mas Latrie, ό.π., σ. 560-563,
όπου αναφορά στις πληροφορίες που δόθηκαν στον sagredo αρχικά (1575) από δυο
«gentilshommes chypriotes» και στη συνέχεια (1585) από έναν άλλο Κύπριο ευγενή,
που είχε αναχωρήσει πρόσφατα από τη Bενετία.
44. Braudel, ό.π., σ. 1187.
45. aGs-e 1350, αριθ. 141: Ο Ισπανός πρεσβευτής στη Βενετία, cárdenas, προς
Φίλιππο Γ΄, 7 Μαΐου 1605.
46. v. marchesi, «Di una proposta fatta dal re enrico iv alla republica veneta di
ricuperare l’isola di cipro», Archivio Veneto, 2η σειρά, 32 (1886), σ. 365-372. Οι πληροφορίες του Foscarini και οι αντιδράσεις του βενετικού Συμβουλίου των Δέκα αναφέρονται σε έγγραφα της 20ής mαΐου και 7ης iουνίου 1608, που εξέδωσε ο J. i. Tomić,
Gradja za istoriju pokreta na Balkanu protiv Turaka krajem XVI i početkom XVII veka
(Πηγές για την ιστορία των κινήσεων στα Βαλκάνια εναντίον των Τούρκων στα τέλη
του 16ου και τις αρχές του 17ου αιώνα), τόμ. 1 (Bελιγράδι, 1933), σ. 499-501, 518-519.

/ 87 /

ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΑΣΙΩΤΗΣ

τους εξεγερθέντες κατάφεραν να σωθούν χάρη στους Έλληνες συνεργάτες
τους, οι οποίοι, αφού πρώτα τους έκρυψαν στα ορεινά και σε μοναστήρια της
ενδοχώρας, τους φυγάδευσαν στη συνέχεια στην Κρήτη και σε άλλες βενετικές
κτήσεις47. aνάλογα περιστατικά, μολονότι σε μικρότερη κλίμακα, θα σημειωθούν τρία χρόνια αργότερα και στην Kερύνεια, μετά την ανταρσία εκεί 50 περίπου χριστιανών σκλάβων του οθωμανικού στόλου που συνόδευε την
«carovana» της aλεξάνδρειας48.
Η κατάσταση αυτή ανανέωσε το ενδιαφέρον για την Κύπρο του δούκα της
Σαβοΐας. Ο Κάρολος-Εμμανουήλ Α΄, θέλοντας να αναβαθμίσει τη θέση του στη
δυναστική ιεραρχία των ευρωπαϊκών κρατών, άρχισε να προβάλλει, μεταξύ
άλλων, και τις διεκδικήσεις του στο βασιλικό στέμμα των Lusignan49. Για να
στηρίξει καλύτερα τις διεκδικήσεις αυτές προσπάθησε, ήδη από τη δεκαετία
του 1580, να αξιοποιήσει και τις επανειλημμένες εκκλήσεις των Κυπρίων για
βοήθεια. Ο τρόπος όμως με τον οποίο ο ίδιος και οι πράκτορές του χειρίστηκαν
την υπόθεση (il negotio) προκάλεσε μάλλον σύγχυση στους Κυπρίους, που εξέλαβαν τις διακηρύξεις του ως προοίμιο στρατιωτικής επέμβασης. Αλλά ο Κάρολος-Εμμανουήλ δεν ήταν σε θέση –με τις μικρές ναυτικές του δυνάμεις– να
πραγματοποιήσει μια τέτοια επιχείρηση· ουσιαστικά περιορίστηκε σε υποσχέσεις, δώρα και αποστολές πρακτόρων στην ανατολική Μεσόγειο, καθώς επίσης
και σε μερικές αρκετά δαπανηρές διπλωματικές ενέργειες στις δυτικές αυλές.
Για να ενημερώσει την κυπριακή εκκλησιαστική ηγεσία για τις προθέσεις του
ο δούκας έστειλε τον χειμώνα του 1600 στη μεγαλόνησο έναν Έλληνα κληρικό,
τον πρωτοπαπά της Μεσσήνης Φραγκίσκο Ακκίδα (Ατσίδα), γιο του Ροδίτη άλλοτε χωρεπισκόπου της Ρόδου Εμμανουήλ50. Σύμφωνα με μνημόνιό του προς
τον δούκα, ο Ακκίδας πέρασε πρώτα (μέσω Αλεξανδρείας) από την Ιερουσα47. Πηγές, σ. 104-107, 130-134· πρβλ. και Έγγραφα, σ. 69-70. Μνεία της ανταρσίας αυτής, καθώς επίσης και μιας προγενέστερης (του 1591), στου Tenenti, Venezia
e i corsari, σ. 58 και σημ. 15.
48. Πηγές, σ. 116-118.
49. a. Tamborra, Gli stati italiani, l’Europa e il problema Turco dopo Lepanto (Φλωρεντία, 1961), σ. 21 κ.ε.
50. mas Latrie, Histoire, σ. 566-570, 573-576, και sforza, «i negoziati», σ. 334-342,
377-382· πρβλ. Σάθας, ό.π., σ. 186-188, a. cartier, La Savoie et l’Orient (Παρίσι, 1934),
σ. 358-359, και Hill, History, σ. 43-47. Η επιλογή του Ακκίδα οφειλόταν στην εμπειρία που είχε αποκτήσει η οικογένειά του –γνωστή κυρίως για την ενασχόλησή της με
την αντιγραφή και την εμπορία ελληνικών χειρογράφων– σε ανάλογες παλαιότερες

/ 88 /

ΟΙ ΑΝΤΙΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΣTHn KYΠPo ΚΑΙ Η ΣΤΑΣH TΩn eYPΩΠaΪKΩn ΔYnameΩn

λήμ (9 Νοεμβρ.), όπου συνάντησε τον εκεί Έλληνα πατριάρχη –τον Σωφρόνιο
Δ΄–, με τον οποίο βρισκόταν ήδη από τον προηγούμενο τουλάχιστον χρόνο σε
μυστικές συνεννοήσεις51. Ο πατριάρχης λοιπόν όχι μόνο ήταν ενήμερος των
αντιτουρκικών κινήσεων στην Κύπρο, αλλά αναλάμβανε και πρωτοβουλίες για
να τις ενθαρρύνει: Όπως δήλωσε στον Ακκίδα ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου, την
προηγούμενη χρονιά (1599), ύστερα από έγγραφη εντολή (breve) του Ιεροσολύμων, είχε συγκληθεί «sinodos [!] de tutto il regno con tutti li vescovi, abati, iconomi et patri confessori», όπου και αποφασίστηκε η πραγματοποίηση της εξέγερσης το βράδυ της Ανάστασης, αλλά σε ημερομηνία που θα καθοριζόταν από
τον πατριάρχη52. Στις 21 Νοεμβρίου ο Ακκίδας επιβιβάστηκε στην Ιόππη σε
ένα από τα καράβια που πήγαιναν τακτικά στην Κύπρο και μετά από ταξίδι
πέντε ημερών έφτασε στην Αμμόχωστο, όπου και συνάντησε τον αρχιεπίσκοπο.
Ωστόσο, για λόγους ασφαλείας οι πολιτικές συνεννοήσεις έγιναν στη Λεμεσό,
στο σπίτι ενός έμπιστου προσώπου του αρχιεπισκόπου, του ιερέα Τιμοθέου53.
Αρχικά ο αρχιεπίσκοπος ήταν επιφυλακτικός, επειδή, όπως δήλωσε στον Ακαποστολές (Χασιώτης, Οι Έλληνες, σ. 53-59, 65, 68-76), αλλά πιθανότατα και στους
στενούς της δεσμούς με τους Κυπρίους της Σικελίας: m. sciambra, «clero di rito greco
che ha servito la comunità greco-albanese di Palermo», Bolletino della Badia Greca di
Grottaferrata, 17 (1963), σ. 10-11, 24-25, 26, 27-28, 99, 106-111, 114, 130, 143.
51. sforza, ό.π., σ. 334. Δεν αποκλείεται να πρόκειται για τη μυστική αποστολή
(servitij) του Ακκίδα και του αδελφού του (μάλλον του Ιωάννη) στην ελληνική Ανατολή
(Levante) στις αρχές της δεκαετίας του 1580, που αναφέρεται σε συστατικό έγγραφο
της παπικής γραμματείας προς τον νούντσιο στη Μαδρίτη Taverna της 12 Σεπτ. 1583
(asvat.-spagna, τόμ. 30, φ. 310r-310v).
52. sforza, ό.π., σ. 336. Η ταύτιση του μη κατονομαζομένου αρχιεπισκόπου είναι
προβληματική. Ο Αθανάσιος είχε καθαιρεθεί τον Ιούνιο του 1600, πριν από την άφιξη
του Ακκίδα, αλλά ως τον οριστικό (δεύτερο) εκθρονισμό του το 1602 εξακολουθούσε,
με τη βοήθεια των οπαδών του, να μην αποδέχεται την αντικατάστασή του από τον
Bενιαμίν: Xρ. Παπαδόπουλος, «Εσωτερική κατάστασις της εκκλησίας Κύπρου εν
τέλει του ΙΣΤ΄ και κατά τον ΙΖ΄ αιώνα», Θεολογία, 6 (1928), 97-101· πρβλ. Hill, History, σ. 325-329.
53. Ο mas Latrie, Histoire, σ. 574, προσθέτει στον Τιμόθεο το επώνυμο «Potosi»,
προφανώς από παρανόηση της φράσης του Ακκίδα «suo amico, nominato Thimotheo,
et postosi a ragionar meco in secreto» (sforza, ό.π., σ. 335). Το λάθος επαναλαμβάνουν
όσοι ακολούθησαν τον mas Latrie, ανάμεσά τους οι Σάθας (Τουρκοκρατουμένη Ελλάς,
σ. 186: «Τιμοθέου Ποτόζη») και Ι. Χάκκεττ (Iστορία της Oρθοδόξου Eκκλησίας της
Kύπρου, τόμ. 1 (Αθήνα, 1923), σ. 268).

/ 89 /

ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΑΣΙΩΤΗΣ

κίδα, δεν ήθελε να συμβεί στην Κύπρο ό,τι είχε συμβεί και στη Χίο (quel che à
seguito a l’isola de scio)54. Τελικά, συντάχθηκε στη Λεμεσό στις 2 Δεκεμβρίου
και το ελληνικό έγγραφο με τους όρους που έθεταν οι Κύπριοι, για να αποδεχθούν τον δούκα της Σαβοΐας ως βασιλιά τους· συντάκτης του ένας ρωμαϊκής
καταγωγής Κύπριος, ο claudio cechini. Ο cechini διατηρούσε από την εποχή
της βενετοκρατίας την εκμετάλλευση των αλυκών της Λάρνακας, αλλά μετά
την οθωμανική κατάκτηση αναγκάστηκε να τη μοιραστεί με έναν εμίνη. Οι δυσμενείς προφανώς όροι αυτής της συνεκμετάλλευσης τον έπεισαν να συμμετάσχει στις αντιτουρκικές κινήσεις των Κυπρίων και μάλιστα να αναδειχθεί, κατά
τη λεγόμενα του αρχιεπισκόπου, σε πρωτοστάτη (principale organo)55.
Η ανταπόκριση του Καρόλου-Εμμανουήλ στις κυπριακές εκκλήσεις ήταν
γενικά θετική, αλλά χωρίς σαφείς αναφορές στο καίριο ζήτημα της στρατιωτικής επέμβασης. Αυτό αφορά και το πολυσυζητημένο «συμφωνητικό» (capitulationi), που ετοίμασαν οι υπηρεσίες του, για να καθορίσουν το πλαίσιο της
μελλοντικής διακυβέρνησης της Κύπρου από τη Σαβοΐα56. Παρ’ όλα αυτά, οι
54. sforza, ό.π., σ. 336. Ο αρχιεπίσκοπος εννοούσε τα αντίποινα που πλήρωσαν
οι Χιώτες μετά την επιχείρηση των Φλωρεντινών στην πρωτεύουσα του νησιού τον
Μάιο του 1599· οι σχετικές πηγές στου Ph. P. argenti, The Expedition of the Florentines to Chios, 1599 (Οξφόρδη, 1934).
55. sforza, ό.π., σ. 336. Πρβλ. c. P. Kyrris, «The role of the Greeks in the ottoman
administration of cyprus», Πρακτ. A΄ Διεθν. Kυπρολ. Συνεδρ., 3/1 (1973), σ. 156. Ο
cecchini είχε νυμφευθεί κόρη τής κυπριακής οικογένειας (Αγιο)Μαύρα· γι’ αυτό και
στις έγγραφες δεσμεύσεις του προς τους Κυπρίους ο δούκας της Σαβοΐας έδινε μεταξύ άλλων την υπόσχεση (sforza, ό.π., σ. 378) ότι θα αποκαθιστούσε τις περιουσίες
(li beni) των προγόνων του cecchini και του –πιθανότατα πεθερού του– Ιωάννη Αγιομαύρα (Giovanni di santa maura).
56. sforza, ό.π., σ. 377-381. Οι D. carutti, Storia della diplomazia della Corte di
Savoia, 1494-1773 (Τουρίνο, 1875), τόμ. 2, σ. 62, και cartier, La Savoie, σ. 359-360,
αναφέρουν ότι ο δούκας είχε δεσμευτεί να στείλει στην Κύπρο ένα στρατιωτικό σώμα
υπό τη διοίκηση του Filiberto Provana. Όσα όμως σημειώνονται στη σχετική πηγή δεν
αφορούν την Κύπρο, αλλά τη βόρεια Αλβανία (πρβλ. Tamborra, Gli stati, σ. 29 κ.ε.).
Τέλος, το εχθρικότατο προς την Ισπανία περιεχόμενο ορισμένων «capitoli» του «συμφωνητικού» δεν αφορούσε βέβαια τους Κυπρίους (mas Latrie, Histoire, σ. 570-573,
και Hill, History, σ. 65-66), αλλά τις τότε κακές σαβαουδο-ισπανικές σχέσεις, που θα
εξελιχθούν σύντομα σε ανοιχτή αντιπαράθεση· βλ. a. Bombín Pérez, «Política antiespañola de carlos manuel i de saboya, 1607-10», Cuadernos de Investigación Histórica
(Univ. La rioja), 2 (1978), σ. 153-174.

/ 90 /

ΟΙ ΑΝΤΙΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΣTHn KYΠPo ΚΑΙ Η ΣΤΑΣH TΩn eYPΩΠaΪKΩn ΔYnameΩn

νέες αποστολές στη μεγαλόνησο πρακτόρων της Σαβοΐας ενίσχυαν τις ψευδαισθήσεις των κατοίκων της για τις πραγματικές προθέσεις του δούκα57. Η συνωμοτική κινητικότητα των Κυπρίων δεν ήταν δυνατόν να μείνει απαρατήρητη από τις οθωμανικές αρχές, που, όπως ήταν αναμενόμενο, άρχισαν να
αναζητούν τους ενόχους. Η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό βέβαια και με τα
προαναφερθέντα προβλήματα της οθωμανικής κακοδιοίκησης, προκάλεσε την
πρώτη αιματηρή αντιτουρκική εξέγερση το καλοκαίρι του 1606.
Η εξέγερση μαρτυρείται σε αρκετές πηγές, μερικές άσχετες μεταξύ τους,
οι οποίες δεν είναι σαφείς ως προς την ακριβή χρονολόγηση του γεγονότος58.
Η πρώτη χρονολογικά διαθέσιμη μαρτυρία βρίσκεται σε έγγραφο της 14ης Σεπτεμβρίου 1606 του επισκόπου Πάφου Λεοντίου προς τον Ισπανό βασιλιά Φίλιππο Γ΄, όπου σημειώνεται ότι «por los contínuos agravios de los infieles» είχε
ξεσπάσει στην Κύπρο «una alteración y rebelión», και ότι, παρά την κατάπνιξή της, 4.000 ακόμα άτομα κρύβονταν στα ορεινά περιμένοντας νέα ευκαιρία
(την άφιξη ισπανικών δυνάμεων) για να συνεχίσουν τον αγώνα59.
57. Οι πληροφορίες για τα πρόσωπα που στάλθηκαν στην Κύπρο είναι αντιφατικές. Πιθανότερη φαίνεται η αποστολή του γαμπρού του Ακκίδα Pietro anelli και
του Ιωαννίτη ιππότη imberto di saluzzo, που χρησιμοποιήθηκε επανειλημμένα από
τον δούκα και σε άλλες ανάλογες υποθέσεις: Tamborra, ό.π., σ. 29 κ.ε., και stiepan
Ćosić-nenad vekari, «The Factions within the ragusan Patriarciate (17th-18th century)», Dubrovnik Annals, 7 (2003), σ. 7.
58. Πέρα από τα ισπανικά έγγραφα, που σημειώνονται εδώ, αναφορές στην εξέγερση, άμεσες ή έμμεσες, συναντούμε σε αρμενική πηγή της εποχής, που κάνει λόγο για
μεγάλη επανάσταση στα 1606 και χιλιάδες θύματα μεταξύ των Ελλήνων (Hill, History,
σ. 50 σημ. 1), και σε ένα ανώνυμο ιταλικό σχέδιο, γραμμένο στο Κάιρο στις 20 Νοεμβρίου 1609, όπου σημειώνεται ότι το παλιό λιμάνι της Αλεξάνδρειας ήταν απαγορευμένο στους χριστιανούς μετά την εξέγερση των Κυπρίων και ότι από τότε οι Οθωμανοί
είχαν αφοπλίσει όλους τους χριστιανούς του νησιού (n. Jorga, «Un projet relatif a la
conquête de Jérusalem, 1609», Revue de l’Orient Latin, 2 [1894], σ. 187, 188). Η τουρκική ιστοριογραφία αγνοεί τις αντιτουρκικές εξεγέρσεις στην Κύπρο· βλ. π.χ. a.c.
Gazioğlu, The Turks in Cyprus. A Province of the Ottoman Empire (1571-1878) (Λονδίνο, 1990), σ. 240-249, όπου ακόμα και η επανάσταση του 1821 χαρακτηρίζεται ως
«tragedy», που προκλήθηκε από τα υπερβολικά προνόμια του ελληνορθοδόξου κλήρου!
59. Έγγραφα, σ. 47-48. Η εξέγερση αναφέρεται και σε νεότερες (1609-13) ισπανικές πηγές, άλλοτε λακωνικά και άλλοτε με υπερβολικούς ισχυρισμούς για την έκτασή της (12.000 επαναστάτες, 3.500 απώλειες του εχθρού κ.λπ.), και πάντοτε σε διάκριση με τα γεγονότα του 1607: αυτόθι, σ. 55, 57, 62, 78, 82-83. Η συνεχής αναφορά

/ 91 /

ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΑΣΙΩΤΗΣ

Ως πρωτεργάτης της εξέγερσης εμφανίζεται στο ίδιο έγγραφο (αλλά και σε
άλλες σύγχρονες πηγές) ο Πέτρος Αβεντάνιος, «griego de nación, de la ínsula
de chipre ..., criado y naçido en ella»60. Ο Αβεντάνιος έφτασε στη Μαδρίτη με
μεγάλη καθυστέρηση, στις αρχές του 160961, και εκεί άρχισε μια απεγνωσμένη
και πολύχρονη προσπάθεια (τουλάχιστον ως το 1621) να πείσει τους Ισπανούς
να επέμβουν στην πατρίδα του62. Ωστόσο, σε αχρονολόγητη έκκληση προς τον
δούκα της Σαβοΐας του αρχιεπισκόπου Κύπρου Χριστοδούλου Α΄ (1606-1639),
την οποία συνυπέγραψε και ο Πάφου Λεόντιος, αναγράφεται ως πρωτεργάτης
της κυπριακής εξέγερσης ένας άλλος Κύπριος, ο «καπιτάνος» Βίκτωρας Ζεμπετός63. Προφανώς, ο πρώτος χρησιμοποιήθηκε από τους Κυπρίους για να
προσελκύσει τους Ισπανούς, ενώ ο δεύτερος, μετά μια αποτυχημένη μάλλον
απόπειρα να περάσει κι αυτός στην Ισπανία, τον δούκα της Σαβοΐας64.

στα έγγραφα αυτά, αλλά και σε άλλα σχετικά με την ίδια υπόθεση (αυτόθι, σ. 87),
για κινήσεις των επαναστατών στην Πάφο και οι προτάσεις για αποβάσεις στην περιοχή της υποδηλώνει ότι μάλλον η εξέγερση σημειώθηκε στην επαρχία αυτή.
60. Έγγραφα, σ. 47-49, 59-66, 82-100, 120, 121, 122, και Πηγές, σ. 134-140. Η
ομοιότητα του επωνύμου του με τα αντίστοιχα ισπανικά (avendaño, abentaño) του
επέτρεψε να εμφανιστεί στη Μαδρίτη ως ισπανικής καταγωγής: Έγγραφα, σ. 48,
στίχ. 19-20).
61. Αφού πρώτα (1607) πέρασε από τη Ρώμη, συνοδευόμενος από δυο συντρόφους του, τον Νικόλαο Ροντάκη και κάποιον Κωνσταντίνο (Δήμου ή Λάσκαρη;)· Πηγές,
σ. 134-140, 139-140, 153, 156-157.
62. Έγγραφα, σ. 59-66, 82-100, 102, 115-116, 120, 121, 122, και Πηγές, σ. 134140, 165-174.
63. Εκδόθηκε με κενά και λάθη από τους Fr. miklosich και i. müller, Acta et diplomata graeca mediii aevi sacra et profana, τόμ. 3 (Βιέννη, 1865), σ. 269.
64. Στ. Ι. Παπαδόπουλος, «H κυπριακή εξέγερση του Bίκτωρα Ζεμπετού», Δωδώνη, 3 (1974), σ. 339-349. Προβλήματα δημιούργησε η αναγραφόμενη στην έκκληση
των Χριστοδούλου-Λεοντίου μηνολογία και ινδικτιώνα (Μηνί Νοεμβρίω, ινδ. ιε΄): Η
ιε΄ ινδικτιώνα αντιστοιχεί στα έτη 1602 (κατά το οποίο, ωστόσο, ο Χριστόδουλος δεν
είχε ακόμα εκλεγεί αρχιεπίσκοπος) και 1617 (κατά το οποίο δεν σημειώθηκε, με βάση
τις διαθέσιμες μαρτυρίες, καμιά εξέγερση στην Κύπρο). Ο Hill, History, σ. 55-55, μάλλον την αποδέχεται, αφού υποθέτει ότι ο Ζεμπετός «shorlty before 1617 raised a revolt
and killed a number of Turks», ενώ ο c. P. Kyrris, «armées locales et luttes de libération en chypre (1570-1670)», Actes IIème Congr. Intern. des Études du Sud-Est Européen, τόμ. 4 (aθήνα, 1981), σ. 183, 184 σημ. 39, 185, προτιμά το έτος 1637. Λαμβάνοντας υπόψη την κακή έκδοση ολόκληρου του εγγράφου, μπορούμε να υποθέσουμε

/ 92 /

ΟΙ ΑΝΤΙΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΣTHn KYΠPo ΚΑΙ Η ΣΤΑΣH TΩn eYPΩΠaΪKΩn ΔYnameΩn

Η εμπλοκή της Σαβοΐας στα γεγονότα καταγράφτηκε σε χρονικογράφους
του δουκάτου65, ενώ, αντίθετα, αποσιωπάται για λόγους ευνόητους στις εκκλήσεις προς τους Ισπανούς66, στους οποίους οι Κύπριοι παρουσίασαν την
εξέγερσή τους ως αποτέλεσμα της απόπειρας των Οθωμανών να τους επιβάλουν «de nuevo» το «παιδομάζωμα»67. Πάντως, το σαβαουδικό δουκικό συμβούλιο, συνεκτιμώντας τα γεγονότα στην Κύπρο και τα προβλήματα του κράτους στην ιταλική χερσόνησο, εισηγήθηκε την αναστολή των σχεδίων του
Καρόλου-Εμμανουήλ για την ανατολική Μεσόγειο, ευνοώντας έτσι τη στροφή
των φιλοδοξιών του δούκα προς τα πλησιέστερα δυτικά Βαλκάνια68. Ο αναπροσανατολισμός αυτός δεν απέτρεψε τους Κυπρίους να συνεχίσουν να
απευθύνονται και στα επόμενα χρόνια στη Σαβοΐα. Οι διαθέσιμες πηγές αναφέρονται σε δυο μόνο περιπτώσεις: στην επιστολή, που έστειλε από το Παρίσι στον Βίκτωρα Αμεδαίο Α΄ (Ιούλ. 1632) ο προηγούμενος της μονής της Εικοσιφοίνισσας των Σερρών (και ανεψιός του αρχιεπισκόπου Κύπρου
Χριστοδούλου) Θεόκλητος69, και στην έκκληση του αρχιεπισκόπου Κύπρου
Νικηφόρου (της 9 Δεκ. 1664) προς τον Κάρολο-Εμμανουήλ Β΄ 70. Το πολιτικό
μάλιστα βάρος της πρωτοβουλίας του Θεοκλήτου βρίσκεται περισσότερο στο
υπόμνημα που επισυνάφθηκε στην επιστολή του, το οποίο είχε συνταχθεί από
έναν γνώριμό του Γάλλο αριστοκράτη, τον sieur de Grandnon, και αφορούσε

ότι στο χειρόγραφο σημειωνόταν όχι η ιε΄, αλλά η ε΄ ινδικτιώνα, η οποία αντιστοιχεί
στον Νοέμβριο του 1606, χρονολογία με την οποία εναρμονίζονται και οι ισπανικές
πηγές.
65. cartier, La Savoie, σ. 359 (= carutti, Storia, τόμ. 2, σ. 51).
66. Έγγραφα, σ. 63.
67. Έγγραφα, σ. 62· πρβλ. Πηγές, 137 σημ. 200, και asvat.-spagna, τόμ. 336, φφ.
142v-143r (= τόμ. 369, φ. 39r: Η παπική γραμματεία προς τον νούντσιο στη Μαδρίτη
caetani, Ρώμη, 19 Ιουν. 1610).
68. cartier, ό.π., σ. 360 (= carutti, τόμ. 2, σ. 62). Για τη στροφή στα Βαλκάνια
βλ. Tamborra, Gli stati, σ. 26 κ.ε., και P. Bartl, «il disegno “macedone” del duca carlo
emanuele i di savoia», I rapporti politici e diplomatici. Atti del congresso di AnconaJesi-Fabriano-Senigallia-S. Marino (Ρώμη, 1988), σ. 121-132.
69. Έκδοση της έκκλησης του Θεοκλήτου (χωρίς την ημέρα της σύνταξής της)
στους miklosich - müller, Acta, τόμ. 3, σ. 274-275· πρβλ. mas Latrie, Histoire, σ. 576577 («8 juillet» και «P. Théophile» για τον Θεόκλητο), Σάθας, Τουρκοκρατουμένη
Ελλάς, σ. 192, και Hill, History, σ. 59 («3 July»).
70. mas Latrie, Histoire, σ. 575, σημ. 1· πρβλ. Σάθας, ό.π., σ. 194-195.

/ 93 /

ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΑΣΙΩΤΗΣ

τα μέσα για μιαν επιτυχημένη επιχείρηση στην Κύπρο71. Ο Νικηφόρος δεν περιορίστηκε στην έκκλησή του μόνο προς τον δούκα· ζήτησε ταυτόχρονα και
την παρέμβαση των Βενετών, οι οποίοι δεν απέκλειαν το άνοιγμα ενός μετώπου αντιπερισπασμού στην Κύπρο72. Η κίνηση του αρχιεπισκόπου στηριζόταν ίσως στην προσδοκία, ότι η Γαληνότατη, μετά την εξομάλυνση των σχέσεών της με τη Σαβοΐα στα 166273 και την επιδείνωση της κατάστασης στην
Κρήτη, θα αποδεχόταν τώρα τη σαβαουδική συμμετοχή στη δημιουργία
αυτού του μετώπου για να ανακουφίσει τους υπερασπιστές του Χάνδακα.
Πάντως, η έκκληση του Νικηφόρου προς την πλευρά της Σαβοΐας συνοδεύτηκε με πρόσθετες ενέργειες, τις οποίες ο Κύπριος ιεράρχης κράτησε κρυφές
από τους Βενετούς: την υποβολή στον Σαβαούδο ηγεμόνα την 1 Δεκεμβρίου
1668 ενός επιτελικού σχεδίου για την κατάληψη της Κύπρου, το οποίο ετοίμασε ο Pietro senni από την Pisa, και την αποστολή το καλοκαίρι του 1668
ενός ακόμα απεσταλμένου του, του εξηντάχρονου Κυπρίου εμπόρου Louis
(Luigi) de Barrie, ο οποίος, μετά από ένα μακροχρόνιο ταξίδι δυο ετών, έφερε
τελικά στο Τουρίνο το καλοκαίρι του 1670 νέες εκκλήσεις κληρικών και λαϊκών της μεγαλονήσου74. Οι ενέργειες αυτές δεν ήταν άσχετες με την αναζωπύρωση των δυναστικών διεκδικήσεων της Σαβοΐας με την απονομή στα 1632
από τον Βίκτωρα Αμεδαίο Α΄ στον γιο του Φραγκίσκο Υάκινθο του τίτλου του
«βασιλιά της Κύπρου». Μετά τον πρόωρο θάνατο του Φραγκίσκου Υακίνθου

71. mas Latrie, Histoire, σ. 577-578. Είναι πιθανόν το πρόσωπο αυτό να είναι το
ίδιο με τον Pierre de Grandnon, που την ίδια εποχή υποβάλλει στον Λουδοβίκο ΙΓ΄
της Γαλλίας δυο τουλάχιστον έντυπες προτάσεις για την οργάνωση πολιτοφυλακής,
την Resqueste présentée au Roy, pour le peuple de son royaume, par le sieur de Grandnon (Παρίσι, 1633), σελ. 8, και μιαν ακόμα άτιτλη, χ.τ., 1637, σελ. 16.
72. K. Δ. mέρτζιος, «aνέκδοτος επιστολή του αρχιεπισκόπου Kύπρου nικηφόρου
(9 Δεκ. 1664) προς τον Δόγην της Bενετίας δια την απελευθέρωσιν της Kύπρου»,
Πρακτ. Aκαδ. Aθηνών, 33 (1958/9), σ. 247-256. Σύμφωνα, πάντως, με τον Ισπανό
πρεσβευτή στη Βενετία Fuente, οι επαφές των Κυπρίων με τους Βενετούς για την
ανακατάληψη του νησιού είχαν αρχίσει νωρίτερα: Έγγραφα, σ. 123, αριθ. 127-128
(Βενετία, 9 Δεκ. 1651).
73. Πρβλ. D. m. vaughan, Europe and the Turk. A Pattern of Alliances, 1350-1700
(Liverpool, 1954), σ. 245.
74. mas Latrie, Histoire, σ. 578-586, όπου περιγράφονται οι περιπέτειες του Κυπρίου εμπόρου κατά το ταξίδι του από τη Λάρνακα ως το Τουρίνο και η συνεργασία
του με τον Έλληνα διερμηνέα του iωάννη Kασανδριώτη (Jean cassandriot).

/ 94 /

ΟΙ ΑΝΤΙΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΣTHn KYΠPo ΚΑΙ Η ΣΤΑΣH TΩn eYPΩΠaΪKΩn ΔYnameΩn

(1638), η μητέρα του Μαρία Χριστίνα, που ανέλαβε τη διακυβέρνηση του
δουκάτου, συνέχισε δυναμικότερα την προβολή των σαβαουδικών διεκδικήσεων75, αλλά για σκοπούς που δεν αφορούσαν μόνο –και τόσο– την Κύπρο,
όσο την ποθητή αναβάθμιση του κρατιδίου στη δυναστική ιεραρχία της Ευρώπης. Την ίδια τακτική ακολούθησε και ο διάδοχός της Κάρολος Εμμανουήλ
Β΄, προκαλώντας κι αυτός, όπως άλλωστε και οι προκάτοχοί του, τις έντονες
αντιδράσεις των Βενετών. Στις βενετοσαβαουδικές διπλωματικές αψιμαχίες
οι δούκες αξιοποίησαν και τις πολιτικές επαφές των Κυπρίων με τη Σαβοΐα,
προβάλλοντάς τες στα έργα δυο κυρίως στρατευμένων συγγραφέων, πρώτα
(1633) σε ένα πολυσυζητημένο έντυπο του Ιησουίτη Pierre monod76, και, στη
συνέχεια (1660), στην ογκώδη και περισσότερο τεκμηριωμένη δίτομη γενεαλογική ιστορία της Σαβοΐας του Γάλλου ιστορικού samuel de Guichenon77.
Στο μεταξύ είχε εμφανιστεί στο προσκήνιο μια ακόμη φιλόδοξη δύναμη,
που άρχισε να προσελκύει το ενδιαφέρον των Κυπρίων και τις ανησυχίες της
Βενετίας: η Τοσκάνη. Οι μεγάλοι δούκες της Τοσκάνης, αποζητώντας κι αυτοί
ανάλογη με τη Σαβοΐα δυναστική αναβάθμιση78, δεν περιορίστηκαν μόνο στο
διπλωματικό πεδίο· έχοντας στη διάθεσή τους το ιδρυμένο το 1561 τάγμα του
Αγίου Στεφάνου και έναν μικρό, αλλά καλά οργανωμένο στόλο, έκαναν, όπως
αναφέρθηκε και πιο πάνω, αισθητή τη στρατιωτική τους παρουσία στην ανατολική Μεσόγειο. Επιπλέον, αποπειράθηκαν να εφαρμόσουν ένα κατακτητικό
σχέδιο, που κυκλοφορούσε επί χρόνια στα επιτελεία των ενδιαφερόμενων ευρωπαϊκών δυνάμεων (συχνά με κυπριακή πρωτοβουλία): την κατάληψη της
Αμμοχώστου79. Η επιχείρηση μάλιστα εκείνη προβλήθηκε από τους Φλωρεντινούς χρονικογράφους ως το πρώτο βήμα στην επέκταση της τοσκανικής
κυριαρχίας στη Μέση Ανατολή και τους Αγίους Τόπους80.
75. D. Bertolotti, Istoria della R. Casa di Savoia (Μιλάνο, 1830), σ. 207-208.
76. Πρβλ. r. oresko, «The House of savoy in search for a royal crown in the seventeenth century», Royal and Republican Sovereignty in Early Modern Europe: Essays in Memory of Ragnhild Hatton, επιμ. r. oresko, G.c. Gibbs, H.m. scott (cambridge, 2006), σ. 272-274.
77. Πρβλ. oresko, ό.π., σ. 328-329, και T. osborne, Dynasty and Diplomacy in the
Court of Savoy. Political Culture (cambridge, 2002), σ. 36-37.
78. Tamborra, ό.π., σ. 69-70.
79. mas Latrie, Histoire, σ. 575, σημ. 1, Πηγές, σ. 44-53, Έγγραφα, σ. 117, αριθ.
1, 121, αριθ. 86-87.
80. r. Galuzzi, Istoria del Granducato di Toscana sotto il governo della Casa Medici,

/ 95 /

ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΑΣΙΩΤΗΣ

Οι τοσκανικές φιλοδοξίες για την κατάληψη της Αμμοχώστου συνδυάστηκαν με τη γενική εξασθένιση της οθωμανικής κυριαρχίας εξαιτίας των αλλεπάλληλων εσωτερικών εξεγέρσεων, ιδιαίτερα στην ευρύτερη περιοχή της Συρίας και του Λιβάνου, αλλά και του νέου τουρκοπερσικού πολέμου (16031612). Η Τοσκάνη έσπευσε να έρθει σε συνεννόηση με τον σάχη της Περσίας
‘abbās, αλλά κυρίως με δυο ισχυρούς τοπάρχες της Συρίας, πρώτα (16051607) με τον Κούρδο διοικητή του Jānbulād ‘alī Pāshā και, μετά την καταστολή της εξέγερσής του, με τον πολυσυζητημένο Δρούζο «εμίρη» της Σιδώνας Fahr al-Dīn. Πάντως, η εντολή του μεγάλου δούκα Φερδινάνδου a΄ προς
τον διοικητή των αποβατικών δυνάμεων Francesco del monte ήταν να εγκαταστήσει στην Αμμόχωστο ένα ισχυρό προγεφύρωμα (un valido presidio). Δεν
αποκλείεται, εξάλλου, ο μέγας δούκας να επιδίωκε εκβιαστικά την εκχώρηση
εκμέρους της Υψηλής Πύλης –με την οποία βρισκόταν σε σχετικές συνεννοήσεις από το 1598– προνομιακών όρων για τη διεξαγωγή του τοσκανικού
εμπορίου στις οθωμανικές αγορές81.
Η ιδέα για την κατάληψη της Αμμοχώστου συνδυάστηκε ευθύς εξαρχής
με τη συνεργασία του τοπικού χριστιανικού πληθυσμού. Εξάλλου, οι κομιστές
των κυπριακών εκκλήσεων περνούσαν συχνά από το Λιβόρνο και τη Φλωρεντία, αναζητώντας αξιωματούχους τού δουκάτου για να προωθήσουν τα αντιτουρκικά σχέδια που έφερναν από την πατρίδα τους82. Δυστυχώς, οι διαθέσιμες δυτικές πηγές αναφέρονται με γενικότητες στη συμμετοχή των Ελλήνων
κατά τις προετοιμασίες της επιχείρησης83. Στην ιταλική επίσης ιστοριογραφία

τόμ. 3 (Λιβόρνο, 1781), σ. 87· πρβλ. τόμ. 5 (Λιβόρνο 1821), σ. 47-48, όπου υποστηρίζεται ότι με την κατάκτηση της Κύπρου ο μέγας δούκας της Τοσκάνης είχε κι έναν
ακόμα στόχο: την εξεύρεση ηγεμονικού τίτλου για έναν από τους γιους του.
81. Για τη φλωρεντινή επιχείρηση, βλ. c. manfroni, «La marina da guerra del
granducato mediceo», Rivista Marittima, έτ. 29 (iαν.-mάρτ. 1896), σ. 83-88. Ο Harry
Luke, Cyprus under the Turks, 1571-1878 (Λονδίνο 1921, επανέκδ. 1969), σ. 18, την
υποβαθμίζει σε πειρατική «raid in the Levantine sea». Μερικές κυπριακές μαρτυρίες
του γεγονότος στου c.P. Kyrris, «Works and Days of the cypriote Patriot massimi(li)ano
Tronchi or Tronco», EKEE, 5 (1971-2), σ. 145, Έγγραφα, σ. 54-58, και Πηγές, σ. 148-151.
82. Πρβλ. Πηγές, σ. 152, και Χρ. Παπαδόπουλος, «Αποκατάστασις της ορθοδόξου εκκλησίας Κύπρου κατά τον ΙΣΤ΄ αιώνα», Θεολογία, 6 (1928), σ. 252-253.
83. Pietro vigo, «Di un’impresa tentata nel 1607 da Ferdinando i de’medici per
occupar Famagosta», Rivista Marittima, iούλ.-Σεπτ. 1895, σ. 433· πρβλ. Hill, History,
σ. 48 και 49.

/ 96 /

ΟΙ ΑΝΤΙΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΣTHn KYΠPo ΚΑΙ Η ΣΤΑΣH TΩn eYPΩΠaΪKΩn ΔYnameΩn

είναι εμφανής η τάση για την υποβάθμιση του ρόλου των κατοίκων ή και για
την απόδοση σ’ αυτούς της ευθύνης για την τελική αποτυχία του εγχειρήματος84. Φαίνεται, πάντως, ότι κάποια αξιόλογη δύναμη είχε συγκεντρωθεί στον
Άγιο Σέργιο85. Αλλά και μέσα στην Αμμόχωστο αρκετοί Έλληνες είχαν συνεννοηθεί με τους Φλωρεντινούς. Σύμφωνα με τη μαρτυρία ενός Αμμοχωστιανού, του Γεωργίου Παπαδοπούλου, που είχε συμμετάσχει στις συνεννοήσεις
εκείνες, ενώ είχε οριστεί ο χρόνος και ο χώρος των τειχών όπου θα γινόταν η
επίθεση, οι διχογνωμίες μεταξύ των «capitanes y soldados» προκάλεσαν αδικαιολόγητη καθυστέρηση έξι ημερών, με αποτέλεσμα την αποκάλυψη των κινήσεων των χριστιανών86. Έτσι, η επίθεση, που έγινε τελικά στις 24 Ιουνίου
1607, έχοντας χάσει το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού, κατέληξε σε ναυάγιο.
Και πραγματικά: οι περισσότερο ψύχραιμες εκτιμήσεις της αποτυχίας των
Φλωρεντινών την αποδίδουν σε λανθασμένες κινήσεις των ηγετών τους και σε
άσκοπες καθυστερήσεις87. Πάντως, και οι Οθωμανοί ήταν προετοιμασμένοι
από καιρό· ακόμα και τον μήνα της επιχείρησης στέλνονταν από την Κωνσταντινούπολη στον γενικό διοικητή της Κύπρου επείγουσες προειδοποιήσεις για
επικείμενη «εχθρική εισβολή» στο νησί88.
Η άδοξη αποχώρηση των Φλωρεντινών άφησε εκτεθειμένους τους Κύπριους συνεργάτες τους. Ο Παπαδόπουλος κάνει λόγο για συλλήψεις πολλών Ελλήνων και για την εκτέλεσή τους με ακρωτηριασμό και ανασκολοπισμό89.
Ανάλογες είναι και οι αναφορές για μαζικές σφαγές αμέσως μετά τη φυγή
του τοσκανικού στόλου, που συναντούμε στις δυο κυπριακές εκκλήσεις της 3
Φεβρουαρίου 1609 προς τους Ισπανούς, του αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου
και του δραγουμάνου Πέτρου Γουνέμη90, αλλά και σε άλλες δυτικές πηγές
της εποχής91. Τα αιματηρά γεγονότα επεκτάθηκαν και στην περιοχή της
Πάφου, όπου οι χριστιανοί, ύστερα από συνεννόηση με τους Τοσκανούς, είχαν
84. Galuzzi, Istoria, τόμ. 5, σ. 47.
85. vigo, ό.π., σ. 433.
86. Πηγές, σ. 149-150.
87. Guarnieri, I cavalieri, σ. 307.
88. akif erdoğru, «Unpublished ottoman Documents on the History of cyprus
from the Evkaf archives in nicosia city (February 1606-march 1609)», ΕΚΕΕ, 25
(1999), σ. 139-40, έγγρ. Χ.
89. Πηγές, σ. 150.
90. Έγγραφα, σ. 55, 57.
91. manfroni, «La marina», σ. 88.

/ 97 /

ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΑΣΙΩΤΗΣ

επίσης κινηθεί εναντίον των Οθωμανών. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Σκωτσέζου περιηγητή William Lithgow, που πέρασε από το νησί λίγα χρόνια μετά
την επιχείρηση της Αμμοχώστου, κάπου 400 Έλληνες της επαρχίας της
Πάφου είχαν πληρώσει με τη ζωή τους την παράτολμη εκείνη επιλογή τους92.
Η αποτυχία της Φλωρεντίας στην Αμμόχωστο δεν ανέτρεψε την «ανατολική» της πολιτική· ούτε ανέστειλε τη δραστηριότητα του στόλου της στην ανατολική Μεσόγειο. Ο νέος μεγάλος δούκας Kόσιμος B΄ συνέχισε την τακτική του
πατέρα του, επεκτείνοντας τη συνεργασία του με τον Fahr-al Dīn, την οποία
συνδύασε με νέες, αλλεπάλληλες κουρσαρικές εξορμήσεις στις ακτές της Καραμανίας, της Συρίας και της Κύπρου93. Στο διάστημα μάλιστα μιας μακρόχρονης
ναυτικής εκστρατείας στις περιοχές αυτές οι Φλωρεντινοί πραγματοποίησαν
τέσσερις τουλάχιστον αποβάσεις σε κυπριακές θέσεις, δυο στην Κερύνεια (τέλη
Ιαν., 5 Σεπτ. 1610), μια στη Λεμεσό (Paglialimasso, 6 oκτ. 1610) και μια σε
απροσδιόριστη θέση των βορειοκυπριακών παραλίων94. Μιαν ακόμα εφήμερη
απόβαση σε κυπριακό έδαφος είχαμε και τον Μάιο του 1613, κατά την επόμενη
μεγάλη αποστολή του τοσκανικού στόλου, κατά την οποία μάλιστα οι Φλωρεντινοί κατάφεραν να εκπορθήσουν το μικρό φρούριο στο ağa Liman της Καραμανίας, αλλά και να αρπάξουν το προϊόν της φορολόγησης των κατοίκων της
Κύπρου (tributo dell’isola) – που αντιστοιχούσε σε 200 χιλ. σκούδα–, και δυο
τουρκικές γαλέρες της φρουράς του νησιού (della guardia di cipro)95.
Ο Kόσιμος επίσης θα κινηθεί, παράλληλα με τον Κάρολο Εμμανουήλ της
Σαβοΐας, και στο πεδίο της προπαγάνδας, «αξιοποιώντας» και τυχοδιώκτες της
εποχής, όπως π.χ. τον περιπλανόμενο «σουλτάνο» Jahjā στα 1608-1610. Για να
διασυνδεθούν μάλιστα καλύτερα οι τοσκανικές φιλοδοξίες για τη μεγαλόνησο,
ο Jahjā εμφανίστηκε στη Φλωρεντία ως δήθεν γιος του σουλτάνου mεχμέτ Γ΄ και
μιας κρυπτοχριστιανής Κυπρίας, της «elparé Paleologo»96. Ανάλογους στόχους
92. William Lithgow, A Most Delectable and True Discourse... (Λονδίνο, 1623), σ.
101. Δεν διαθέτω μαρτυρίες για μια ακόμα εξέγερση στην περιοχή της Πάφου στα
1614, που αναφέρει ο Jean Darrouzès, «notes pour servir à l’histoire de chypre. iv»,
ΚΣ, 23 (1950), σ. 32, σημ. 15· πρβλ. Kyrris, «armées locales», σ. 182.
93. Πρβλ. Hill, History, σ. 50-51, και Braudel, ό.π., σ. 878.
94. Guarnieri, ό.π., σ. 154-155, 157-158, 323-327, 328. Πρβλ. manfroni, «La marina da guerra», σ. 504-505. Πρβλ. anderson, ό.π., σ. 325-326, και Tamborra, Gli
stati, σ. 77-79
95. Galuzzi, Istoria, τόμ. 5, σ. 140-141. Πρβλ. anderson, ό.π., 78, 79.
96. G. mariti, Istoria di Faccardino Grand-Emir dei Drusi (Λιβόρνο, 1787), σ. 79,

/ 98 /

ΟΙ ΑΝΤΙΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΣTHn KYΠPo ΚΑΙ Η ΣΤΑΣH TΩn eYPΩΠaΪKΩn ΔYnameΩn

εξυπηρετούσε και η συμμετοχή του στη πολύμηνη ναυτική εκστρατεία των Φλωρεντινών στην ανατολική Μεσόγειο, για την οποία έγινε λόγος πιο πάνω97. Οι
τοσκανικές επιχειρήσεις στα νερά της Κύπρου θα συνεχιστούν και στα επόμενα
χρόνια, προκαλώντας και πάλι ψευδαισθήσεις στους χριστιανούς του νησιού για
τις πραγματικές προθέσεις των Φλωρεντινών. Στο πλαίσιο των προσδοκιών
αυτών ανήκει και η έκκληση του 1628 προς τον μεγάλο δούκα Φερδινάνδο Β΄
ενός επίμονου Αμμοχωστιανού, του Μαξιμιλιανού Τρόγκου, ο οποίος, μολονότι
είχε ζήσει τα γεγονότα του 1607, ζητούσε τώρα επανάληψη –επιτυχημένη αυτή
τη φορά– της απόβασης των Φλωρεντινών στην πατρίδα του98.
Παράλληλα, δεν έπαψαν να διοχετεύονται προς τους Ισπανούς διάφορα
σχέδια και εκκλήσεις για την κατάληψη της Κύπρου. Το Νοέμβριο του 1603
εμφανίστηκε στην αυλή του Φιλίππου Γ΄ ένας από τους «μη νόμιμους» φορείς
της βασιλικής κληρονομιάς της Κύπρου, ο Πέτρος Λουζινιάν (Lusignan), για
να του προσφέρει, έναντι αμοιβής βέβαια, όλα τα δικαιώματά του στον κυπριακό θρόνο99. Λίγους μήνες αργότερα, το Φεβρουάριο του 1604 ο Άγγλος
τυχοδιώκτης anthony sherley, που είχε περάσει από την Κύπρο μερικά χρόνια πρωτύτερα (1598), στέλνει από τη Βενετία στη Μαδρίτη τον συνεργάτη
του Tommaso Pagliarini, κομιστή μερικών αρκετά αισιόδοξων σχεδίων του για
την κατάκτηση της Κύπρου100. Τον Ιανουάριο του 1605 ο sherley θα επανέλθει, υπογραμμίζοντας ότι, αν ο Ισπανός μονάρχης αποφάσιζε να κατακτήσει
την Κύπρο και την Εύβοια, θα γινόταν «señor de todo»101.
Οι πιο επίμονες βέβαια προτάσεις προέρχονταν από τους Έλληνες της
Κύπρου. Εξάλλου, παρά τους εχθρικούς προς την Ισπανία όρους που τους
και r. Galuzzi, Istoria, τόμ. 5 (Λιβόρνο, 1821), σ. 99-100. Η διασύνδεση αυτή αντιφάσκει με άλλες πιο αξιόπιστες βιογραφικές εκδοχές για τον Jahjā, που εμφάνιζαν τη μητέρα του, Ελένη Κομνηνή (και όχι Παλαιολόγου), να προέρχεται από τις Σέρρες: Στ.
Ι. Παπαδόπουλος, H κίνηση του δούκα του Nεβέρ Kαρόλου Γονζάγα για την απελευθέρωση των βαλκανικών λαών, 1603-1625 (Θεσσαλονίκη, 1966), σ. 220-230, και
collenberg, «recherches sur quelques familles», σ. 65. Για την επιστράτευση του
«σουλτάνου» Jahjā στην προώθηση των κυπριακών φιλοδοξιών του δούκα της Σαβοΐας
Bίκτωρα-aμεδαίου a΄ στα 1633-1636, βλ. vaughan, Europe and the Turk, σ. 230-231.
97. Galuzzi, ό.π., σ. 102· πρβλ. Tamborra, ό.π., σ. 78-80.
98. Kyrris, «Works and Days», σ. 145-187.
99. Πηγές, σ. 89-97.
100. Έγγραφα, σ. 39-44, 120, αριθ. 69-71, 121, αριθ. 75.
101. Gil Fernández, ό.π., σ. 185.

/ 99 /

ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΑΣΙΩΤΗΣ

είχε θέσει το 1601 ο Κάρολος Εμμανουήλ στα «capitulationi» του, οι Κύπριοι
ζητούσαν ρητά από τους δούκες της Σαβοΐας να συνεργαστούν με τους Ισπανούς σε κοινές στρατιωτικές επιχειρήσεις στο νησί102. Παράλληλα, συνέχισαν
και τις επαφές τους και με την Τοσκάνη. Την τακτική τους αυτή, που θα διαβληθεί από μερικούς καλοθελητές ως διπλοπροσωπεία103, την επέβαλε βέβαια
ο στοιχειώδης πολιτικός ρεαλισμός: οι Κύπριοι δυσπιστούσαν εύλογα στις
υποσχέσεις και τις στρατιωτικές δυνατότητες του Τουρίνου και της Φλωρεντίας,. Έτσι, μετά την αποστολή του Αβεντάνιου (που, όπως είδαμε, συνοδεύτηκε με την επιστολή του επισκόπου Πάφου Λεοντίου της 14 Σεπτ. 1606),
έχουμε και άλλα –αλλεπάλληλα– ταξίδια στην Ισπανία διαφόρων προσώπων,
που παρουσίαζαν στην αυλή του Φιλίππου Γ΄ έγγραφες εκκλήσεις εκκλησιαστικών και λαϊκών, μερικές πανομοιότυπες σχεδόν με εκείνες που έστελναν
λίγους μήνες νωρίτερα και στη Σαβοΐα. Έτσι, ο Λουΐζος Σκούταρης έφερε στη
Μαδρίτη την άνοιξη του 1610 επιστολές της 3 και 5 Φεβρουαρίου 1609 του
αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, του δραγομάνου Πέτρου Γουνέμη και του επισκόπου Σολίας Ιερεμία104. Ο ιερέας Δημήτριος Ζαμπέρλας ταξίδεψε τρεις
φορές ως τη Μαδρίτη, την πρώτη φορά στις αρχές του 1613, κομίζοντας έγγραφο του Έκτορα Δενόρες, του Λοΐζου Μπαλή και του Αμμοχωστιανού
Μάρκου Κούπη, τη δεύτερη την άνοιξη του 1616, εφοδιασμένος με νέα έκκληση του αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου (του Ιουλίου 1614) και την τρίτη το
1622, για να υποστηρίξει και πάλι στην ισπανική αυλή την «empresa», για
την οποία εργαζόταν επί 18 χρόνια105. Σχέδια και προτάσεις επίσης για επιχειρήσεις στην Κύπρο –κυρίως στην Αμμόχωστο– παρουσίασαν στην ισπανι-

102. Πηγές, σ. 155, 156, 190. Πρβλ. mas Latrie, Histoire, σ. 576, sforza, ό.π., σ.
383-384, και Hill, History, σ. 53-55.
103. Πηγές, σ. 151-152.
104. Έγγραφα, σ. 55-59, 72-81. Για τις αντίστοιχες εκκλήσεις στον δούκα της
Σαβοΐας του Χριστοδούλου και του Γουνέμη, βλ. miklosich-müller, ό.π., σ. 266-267,
και sforza, ό.π., σ. 383-384· πρβλ. mas Latrie, ό.π., σ. 575 σημ. 1, και Σάθας, ό.π., σ.
188-192.
105. Έγγραφα, σ. 81-83, 102, 115-116, και Πηγές, σ. 165-174. Πρβλ. J.m. Floristán, «Demetrio Zamberlas, embajador de la revuelta chipriota, 1613-1616: notas complementarias», Polyptychon-Πολύπτυχον. Homenaje a Ioannis Hassiotis/Αφιέρωμα
στον Ιωάννη Χασιώτη, επιμ. e. motos Guirao - m. morfakidis Filaktós (Γρανάδα,
2008), σ. 207-222.

/ 100 /

ΟΙ ΑΝΤΙΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΣTHn KYΠPo ΚΑΙ Η ΣΤΑΣH TΩn eYPΩΠaΪKΩn ΔYnameΩn

κή αυλή το φθινόπωρο του 1616 και το 1619 ο Φραγκίσκος Αγαπητός106, τον
Οκτώβριο του 1618 ο Χριστόφορος/Χριστοφής Αναστάσιος107 και την άνοιξη
του 1620 ο Μαρωνίτης επίσκοπος Κύπρου Γεώργιος Β΄108.
Σε όλες αυτές τις κινήσεις η στάση της Μαδρίτης ήταν διφορούμενη, όταν
δεν ήταν αρνητική. Παρ’ όλα αυτά, διάχυτη ήταν η γνώμη στις ευρωπαϊκές
αυλές ότι σε κάποια ευκαιρία οι Ισπανοί θα περνούσαν από τα σχέδια στην
πράξη109. Στη διαμόρφωση της αντίληψης αυτής συντελούσε και το γεγονός
ότι οι αντιβασιλείς της Νεάπολης και της Σικελίας δεν έπαψαν, ως τις αρχές
τουλάχιστον της δεκαετίας του 1620, να στέλνουν στην Κύπρο μυστικούς
πράκτορες, που διερευνούσαν τις προοπτικές μιας ένοπλης επέμβασης στη
μεγαλόνησο110. Μέσα στο πλαίσιο αυτό αντιμετωπίζονταν και οι εκκλήσεις
των Κυπρίων, που με αδημονία ανέμεναν κάποιο αποτέλεσμα από τα αλλεπάλληλα και επικίνδυνα ταξίδια των αντιπροσώπων τους. Οι προτάσεις τους
δεν απορρίπτονταν ευθύς εξαρχής, αλλά «συντηρούνταν» με τέτοιο τρόπο,
ώστε, από τη μια μεριά, να μην παρασύρεται ο πληθυσμός σε άκαιρες αντιτουρκικές εξεγέρσεις και, από την άλλη, να μένει η υπόθεση «ανοιχτή» για
την ημέρα της μελλοντικής της αξιοποίησης111.
Η ημέρα, πάντως, αυτή δεν επρόκειτο να έρθει ούτε για την παρακμασμένη πια Ισπανία ούτε για τη Σαβοΐα και την Τοσκάνη, τις δυο μικρές ιταλικές δυνάμεις που είχαν κι αυτές υποδαυλίσει για ένα διάστημα τις κυπριακές προσδοκίες. Οι δούκες της Σαβοΐας θα συνεχίσουν (ως τον 19ο αιώνα) να
προβάλλουν –και μάλιστα συστηματικότερα– τα δυναστικά τους δικαιώματα
στον θρόνο-φάντασμα της Κύπρου· αλλά οι ενέργειές τους περιορίζονταν
στην πολιτική προπαγάνδα, χωρίς αναφορές σε στρατιωτικά μέσα112. Οι
κουρσαρικές επίσης εξορμήσεις των Φλωρεντινών και των Ιωαννιτών ιπποτών
στις ελληνικές θάλασσες θα συνεχιστούν για μερικές ακόμα δεκαετίες, μερικές φορές ως τα μέσα του 18ου αιώνα113. Ωστόσο, τα επεισόδια μειώθηκαν

106. Έγγραφα, σ. 103-105, 109-110, 113-114.
107. Έγγραφα, σ. 106-108, 111-112.
108. Έγγραφα, σ. 110-111, και Πηγές, σ. 182-186.
109. Πρβλ. Παπαδόπουλος, Η κίνηση, σ. 32, 45-46, 48. Πρβλ. Tomić, ό.π., σ. 499-501.
110. Έγγραφα, σ. 51-54, 58, 66-69, 70-72, 103-105.
111. Έγγραφα, σ. 67, 80, 110.
112. oresko, «The House of savoy», σ. 272 κ.ε., 305, 320, 328 κ.ε., 337-344.
113. earle, Corsairs, σ. 159, 160, 161, 239-240.

/ 101 /

ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΑΣΙΩΤΗΣ

δραστικά, προπάντων όταν άρχισαν να εκδίδονται απαγορευτικές εγκύκλιοι
της Αγίας Έδρας, που αφαιρούσαν σταδιακά από τις ναυτικές εκείνες εξορμήσεις τα σταυροφορικά τους άλλοθι114.
Στη νέα λοιπόν περίοδο η Κύπρος ενδιέφερε περισσότερο τις ευρωπαϊκές
δυνάμεις ως «σκάλα» (échelle) των εμπόρων τους προς τις αγορές της Μέσης
και της Εγγύς Ανατολής, κυρίως προς την Αλεξανδρέτα, το Χαλέπι και τη Σιδώνα. Ταυτόχρονα, ανανεώθηκε και η σημασία της Κύπρου ως απαραίτητου
σταθμού στη διακίνηση Δυτικών προσκυνητών και, κυρίως ρωμαιοκαθολικών
ιεραποστόλων προς τη Συρία, τον Λίβανο και την Παλαιστίνη115. Η παρουσία
των ιεραποστόλων στην Κύπρο δεν ήταν χωρίς πολιτική σημασία, επειδή η
Γαλλία τουλάχιστον, με την εμμονή της στο θρησκευτικό προτεκτοράτο στην
ανατολική Μεσόγειο, απέβλεπε σε στρατηγικά κυρίως οφέλη. Πάντως, την
ίδια περίοδο στο εσωτερικό της μεγαλονήσου δεν σημειώνονται πρωτοβουλίες ανάλογες με τις παλιές πολιτικές εκκλήσεις των Κυπρίων προς τους Ευρωπαίους ηγεμόνες. Εξάλλου, από τα τέλη του 17ου αιώνα και περισσότερο
κατά τον 18ο αιώνα η κυπριακή εκκλησιαστική ηγεσία προσπαθούσε να αντιμετωπίσει σε συνεργασία με την Υψηλή Πύλη τα τρέχοντα κυρίως προβλήματα που αντιμετώπιζε η ελληνορθόδοξη κοινότητα από τις συχνές αυθαιρεσίες
(κυρίως σε ζητήματα φορολογίας) των αξιωματούχων της τοπικής οθωμανικής διοίκησης116.
Την ίδια εφεκτική στάση κράτησε η εκκλησιαστική ηγεσία των Κυπρίων
όταν άρχισαν να φτάνουν ως τη μεγαλόνησο οι απόηχοι του πρώτου ρωσοτουρκικού πολέμου (1768-1774) της Αικατερίνης Β΄. Αυτό τουλάχιστον υποδηλώνουν οι σχετικά ασαφείς ως προς τη χρονολόγησή τους πληροφορίες που
αναφέρουν ότι στη μονή Μαχαιρά αναπέμπονταν ευχές υπέρ της τσαρίνας117.
Το βέβαιο είναι ότι η Κύπρος χρησιμοποιήθηκε ως σταθμός ανεφοδιασμού των
Ρώσων κατά τις ναυτικές αποστολές τους στα παράλια του Λιβάνου, της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου. Εξιστορώντας τις επιχειρήσεις αυτές ο σύγχρονος

114. r. cavaliero, «The Decline of the maltese corso in the eighteenth century. a
study in maritime History», Melita Historica, 2/4 (1959), 224-238.
115. ch. a. Frazee, Catholics and Sultans. The Church and the Ottoman Empire,
1453-1923 (cambridge, 1983), σ. 132 κ.ε., 144 κ.ε., 190 κ.ε., 214 κ.ε.
116. Κυπριανός, Ιστορία, σ. 307 κ.ε., 323 κ.ε. πρβλ. Hill, History, σ. 71 κ.ε.
117. Κ. Π. Κύρρης, «Διάγραμμα ιστορίας των ρωσοκυπριακών σχέσεων», Mόρφωσις, 26/303-304 (aύγ.-Σεπτ. 1970), σ. 17.

/ 102 /

ΟΙ ΑΝΤΙΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΣTHn KYΠPo ΚΑΙ Η ΣΤΑΣH TΩn eYPΩΠaΪKΩn ΔYnameΩn

με τα γεγονότα Φλωρεντινός ιστορικός Giovanni mariti118, αναφέρεται συνοπτικά και στο πέρασμα μιας μοίρας του ρωσικού στόλου από τη Νέα Πάφο
και τη Λεμεσό το καλοκαίρι του 1772. Οι οθωμανικές αρχές του νησιού, σε μια
προσπάθεια να μην προκαλέσουν τον Έλληνα διοικητή της Παναγιώτη Αλεξιανό, δεν αντιστάθηκαν στην αποβίβαση ενός τμήματος των ελληνορωσικών αγημάτων, που απέβλεπε όμως απλώς στον ανεφοδιασμό τους με νερό και τρόφιμα119. Στο γεγονός αυτό οφείλεται και η άνεση με την οποία ο Αλεξιανός
κινήθηκε στα νερά της Κύπρου στις παραμονές και μετά τη λήξη της εντυπωσιακής του επιχείρησης στη Δαμιέτη (1-2 Νοεμβρ. 1772)120. Το ίδιο εύκολη είχε
αποδειχθεί λίγους μήνες νωρίτερα, στις 17 Μαΐου, η διέλευση από την Κύπρο
μιας άλλης ρωσικής μοίρας, την οποία διοικούσε ο επίσης Έλληνας «αντιναύαρχος» (general-adjutant) Γεώργιος Ρίζος121. Πάντως, όταν ο Ρίζος, επιστρέφοντας από μιαν ακόμα επιχείρηση στις ακτές του Λιβάνου122, ξαναπέρασε
από τη Λάρνακα (13-18 Μαΐου 1774), οι άνδρες του, ειδοποιημένοι από τους
Κυπρίους πληροφοριοδότες τους, προχώρησαν με μάλλον βίαιο τρόπο σε νηοψίες οθωμανικών και γαλλικών καραβιών123. Μερικές μέρες αργότερα οι Έλληνες συνεργάτες των Ρώσων όχι μόνο κατέσχεσαν στα ανοιχτά της Κερύνειας
εμπορεύματα και τιμαλφή που ανήκαν στον πασά της Κύπρου, αλλά συνέλαβαν και τους «τσοχαντάρηδες» (çuhandarı) που τα συνόδευαν. Ο Γάλλος πρόξενος astier, που αναφέρει το επεισόδιο, υποπτευόταν ότι σε παρόμοιες ενέργειες συμμετείχε με τη γολέτα του και ένας τουλάχιστον κάτοικος του νησιού,
κάποιος Σωτήρης από τη Ζάκυνθο124. Νομίζω ότι στο γεγονός αυτό αναφέρεται και ο Κυπριανός, όταν μας πληροφορεί ότι «μεταφέρουσα ἡ διωρισμένη
σαϊττία φραντζέζικη ἀπό τόν λιμένα τῆς Κυρηνίας εἰς τήν Ἀνατολήν [Μικρά

118. G. mariti, Viaggi per l’isola di Cipro e per la Soria e Palestina, τόμ. 1 (Lucca,
1769).
119. G. mariti, Istoria della guerra della Soria, μέρος β΄ (Φλωρεντία, 1774), σ. 43-44.
120. anderson, Naval Wars, σ. 300-301, 302.
121. anderson, ό.π., σ. 298.
122. W. Persen, «The russian occupations of Beirut, 1772-74», Journal of the Royal
Central Asian Society, 42/3 (1955), σ. 279-281.
123. Η. Π. Γεωργίου, Η γαλλική πολιτική κατά τας ελληνικάς εξεγέρσεις, 1770
και 1790 (Αθήνα, 1970), σ. 115, 147, 165.
124. Γεωργίου, ό.π., σ. 165-166, 168· πρβλ. c. P. Kyrris, «chypre et la France pendant la période 1751-1800/1801», EΚΕΕ, 13-16/1 (1984-7), σ. 418.

/ 103 /

ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΑΣΙΩΤΗΣ

Ασία] ὡς τριακοσίων πουγγείων χαζινέ βασιλικόν, ἐκρατήθη ὑπό πλοίου ρωσσικοῦ κουρσάρου καί ἁρπάχθη ὁ θησαυρός»125.
Οι καταγγελίες για επεισόδια σε βάρος γαλλικών καραβιών στα 1773 και
1774 προκάλεσαν αλλεπάλληλα διαβήματα των Βερσαλλιών στην Πετρούπολη, στα οποία υποστηριζόταν ότι με τις ρωσικές ενέργειες είχε αποδιοργανωθεί εντελώς η ναυσιπλοΐα των Γάλλων εμπόρων προς τη Συρία126. Ανάλογες
καταγγελίες έγιναν και κατά τον επόμενο πόλεμο της Αικατερίνης με τους
Οθωμανούς (1787-1792)127. Στους στρατιωτικούς στόχους, πάντως, του Λάμπρου Κατσώνη στην ανατολική Μεσόγειο το καλοκαίρι του 1788 δεν φαίνεται να συμπεριλήφθηκαν κυπριακές θέσεις. Ωστόσο, σύμφωνα με γαλλικές
προξενικές πηγές, στα μέσα Ιουνίου είχαν εμφανιστεί σε διάφορα μέρη του
νησιού, από την Καρπασία ως τη Λάρνακα, τα κουρσαρικά σκάφη του Κατσώνη με ρωσική σημαία, με διοικητές τον ίδιο τον Έλληνα θαλασσομάχο και
τρεις ακόμα συνεργάτες του, από τους οποίους μάλιστα δυο (ο Χριστόδουλος
και ο Ρίζος) προχώρησαν και σε κατασχέσεις του φορτίου τριών τουλάχιστον
πλοίων128. Οι οθωμανικές αρχές, πάντως, της Κύπρου (όπως άλλωστε και
άλλων επαρχιών της αυτοκρατορίας) ήταν αυτή τη φορά προετοιμασμένες:
είχαν εξοπλίσει τον μουσουλμανικό πληθυσμό και αφοπλίσει τον ελληνικό129.
Η εμφανής αδυναμία των Οθωμανών να αποτρέψουν τις εδαφικές τους
απώλειες κατά τις πολεμικές αναμετρήσεις τους με τους Ρώσους άνοιξε και
πάλι τον κύκλο των σχεδίων για τη διανομή οθωμανικών εδαφών μεταξύ των
ευρωπαϊκών δυνάμεων. Το ενδεχόμενο αυτό άρχισε να αντιμετωπίζεται σοβαρά ακόμα και στη Γαλλία. Το 1777 ο δημοσιολόγος –και αρκετά εξοικειωμένος με τα ζητήματα της ανατολικής Ευρώπης– Jean-Louis carra εξέδωσε
125. Κυπριανός, ό.π., σ. 326.
126. P. masson, Histoire du commerce français dans le Levant au XVIIIe siècle (Παρίσι, 1896), σ. 347-348.
127. Πρβλ. J.-P. Farganel, «Les échelles du Levant dans la tourmente des conflits
méditerranéens au Xviiie siècle: La défense des intérêts français au fil du temps»,
Cahiers de la Méditerranée, 70 (2005), στο: http://cdlm.revues.org/document854.html#
texte (Οκτ. 2008).
128. Η. Π. Γεωργίου, Ο θαλασσομάχος Λάμπρος Κατσώνης (Αθήνα, 1971), μέρος
Α΄, σ. 157-158, 165.
129. Γεωργίου, ό.π., σ. 157, και P. και a. Pouradier Dutiel, Chypre au temps de la
Révolution française d’après les dépêches du consul de France à Larnaca (Λευκωσία,
1989), σ. 43-44.

/ 104 /

ΟΙ ΑΝΤΙΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΣTHn KYΠPo ΚΑΙ Η ΣΤΑΣH TΩn eYPΩΠaΪKΩn ΔYnameΩn

ΠΙΣΤΗ, ΕΛΠΙΔΑ

ΚΑΙ

ΑΓΑΠΗ, τοιχογραφία Άγιος Μάμας, Λουβαράς (Αρχείο Κυπριακού

Μουσείου)

ανώνυμα στο Παρίσι ένα φυλλάδιο με προτάσεις για τη διανομή των οθωμανικών εδαφών, στο οποίο επιφύλασσε βέβαια για τη χώρα του τη μερίδα του
λέοντος: την Kύπρο, την Kρήτη, την Πελοπόννησο, την eύβοια και αρκετά
νησιά του aιγαίου130. Ο carra παρακινήθηκε μάλλον από το γεγονός ότι είχαν
αρχίσει ήδη να διαρρέουν στοιχεία από το περιβόητο «ελληνικό σχέδιο» της
Αικατερίνης, στο οποίο προβλεπόταν ότι οι ελληνικές επαρχίες, που αυτό επιφύλασσε για τη Γαλλία (Κύπρος, Κρήτη, Πελοπόννησος και νησιά του Αιγαίου), θα επανέρχονταν στην κυριαρχία της Βενετίας131. Πάντως, στη Γαλλία τα
πρώτα διλήμματα ως προς την χρησιμότητα της ως τότε ασκούμενης τουρκικής πολιτικής της άρχισαν να εμφανίζονται στους ανώτερους κυβερνητικούς
κύκλους ήδη από το 1768. Ορισμένες πολιτικές προσωπικότητες –όπως π.χ.
130. Djuvara, ό.π., σ. 315-317.
131. Hill, History, σ. 94 σημ. 1. Πρβλ. a. sorel, The Eastern Question in the Eighteenth Century, αγγλ. μετάφρ. (Λονδίνο, 1969), σ. 159-160.

/ 105 /

ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΑΣΙΩΤΗΣ

ο vergennes, αρχικά πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια
υπουργός Εξωτερικών– επέμεναν στην παραδοσιακή στήριξη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και στο σεβασμό της εδαφικής της ακεραιότητας. Άλλοι
κύκλοι, ωστόσο –όπως π.χ. η ομάδα που συνεργαζόταν με τον ισχυρό υπουργό Εξωτερικών στα 1766-1770 choiseul–, θεωρώντας ότι η κατάρρευση των
Οθωμανών ήταν μάλλον αναπότρεπτη, άρχισαν από τότε να αναζητούν τρόπους να εκμεταλλευτούν τις περιστάσεις. Οι πιο αισιόδοξοι μάλιστα προσδοκούσαν να αναπληρώσουν με εξορμήσεις στην ανατολική Μεσόγειο και την
Αφρική την απώλεια των γαλλικών κτήσεων στην αμερικανική ήπειρο132. Η
έκρηξη του πολέμου τού 1787-1792 και ιδίως η ένταξη της Αυστρίας στο αντιτουρκικό στρατόπεδο (1788) προκάλεσαν ακόμα μεγαλύτερες ανατροπές στη
στάση της Γαλλίας έναντι της Πύλης, με πρώτο δείγμα την προσωρινή, όπως
αποδείχτηκε, απόσυρση από την οθωμανική επικράτεια και εν ονόματι της
αυστηρής ουδετερότητας, όλων των Γάλλων εκπαιδευτών και στρατιωτικών
συμβούλων133. Παράλληλα, στους διπλωματικούς σχεδιασμούς των Βερσαλλιών άρχισε να συμπεριλαμβάνεται και πάλι η συμμετοχή του γαλλικού στέμματος σε μιαν ενδεχόμενη διανομή οθωμανικών εδαφών, με την κατάληψη
κατά προτίμηση της Αιγύπτου, αλλά –εναλλακτικά– και βάσεων σε στρατηγικές θέσεις τής Κρήτης, της Ρόδου και της Κύπρου134.
Οι κινήσεις αυτές ανησύχησαν τους Βρετανούς: Τον Μάρτιο του 1784 ο
Βρετανός υπουργός Εξωτερικών carmarthern έδωσε εντολές στον πρεσβευτή
του στη γαλλική πρωτεύουσα Dorset, να τον ενημερώσει για το περιεχόμενο
διάφορων μνημονίων που εμφανίζονταν σε κυβερνητικά κλιμάκια σχετικά με
την παραχώρηση εκμέρους των Οθωμανών στη Γαλλία της Κρήτης και της
Χίου135. Τον επόμενο μήνα ο γραμματέας της βρετανικής πρεσβείας Hailes
πληροφορούσε τον προϊστάμενό του ότι η Γαλλία ενδιαφερόταν, κατά τις

132. Fr. charles-roux, «La politique française en egypte à la fin du Xviii siècle»,
Revue historique, 91 (1906), σ. 3 κ.ε., 227 κ.ε.
133. Πρβλ. Ι. Κ. Χασιώτης, Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις και η Οθωμανική Αυτοκρατορία (Θεσσαλονίκη, 2005), σ. 175.
134. charles-roux, ό.π., σ. 5-10, 10-11, 15-16· πρβλ. G. savage, «Foreign Policy and
Political culture in Later eighteenth-century France», Cultures of Power in Europe during
the Long Eighteenth Century, επιμ. H. scott - Br. simms (cambridge, 2007), σ. 309-310.
135. J. Black, British Foreign Policy in an Age of Revolutions, 1783-1793 (cambridge, 1994), σ. 45-46.

/ 106 /

ΟΙ ΑΝΤΙΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΣTHn KYΠPo ΚΑΙ Η ΣΤΑΣH TΩn eYPΩΠaΪKΩn ΔYnameΩn

εκτιμήσεις του, να αποσπάσει από την Πύλη την Κύπρο και την Κρήτη136. Οι
πληροφορίες για σχεδιαζόμενες καταλήψεις οθωμανικών εδαφών από τους
Γάλλους εξακολούθησαν να κυκλοφορούν στις ευρωπαϊκές αυλές και τα επόμενα χρόνια: Στα 1787 γινόταν λόγος για τη συνεργασία των Βερσαλλιών με
τη Βιέννη και την Πετρούπολη, εφόσον με αυτήν θα διευκολυνόταν η Γαλλία
να διεκδικήσει την Κρήτη και την Αίγυπτο ή έστω τη Ρόδο και την Κύπρο137.
Τον Μάρτιο του 1788 ο Βενετός πρεσβευτής στην Πετρούπολη προειδοποιούσε τη Γερουσία ότι τελικά η Γαλλία είχε συμφωνήσει κρυφά με τις δυο αυτοκρατορικές αυλές να μην υποστηρίξει τους Οθωμανούς, με αντάλλαγμα την
Κύπρο ή την Κρήτη ή ίσως και άλλα νησιά του Αιγαίου138.
Οι σχεδιασμοί αυτοί δεν απασχολούσαν μόνο το διπλωματικό παρασκήνιο, αλλά και ευρείς κύκλους διανοουμένων και πολιτικών στοχαστών· οι τελευταίοι δεν σταμάτησαν να υπογραμμίζουν την αντίθεσή τους στη γαλλική
στήριξη του «δεσποτικού» –και επιπλέον ετοιμοθάνατου– οθωμανικού καθεστώτος139. Οι κινήσεις αυτές εντάθηκαν μετά την έκρηξη της Γαλλικής Επανάστασης, της οποίας οι αλυσιδωτές συνέπειες δεν άλλαξαν μόνο τα γεωπολιτικά δεδομένα στην Ευρώπη· επηρέασαν και τις εξελίξεις στην ανατολική
Μεσόγειο και ειδικότερα το ζήτημα της οθωμανικής εδαφικής ακεραιότητας140. Τον Ιούνιο του 1797 το γαλλικό εκστρατευτικό σώμα του στρατηγού
Gentili αποβιβάστηκε στην Κέρκυρα141. Η γαλλική κυριαρχία στα Επτάνησα
άλλαξε δραματικά όλα τα δεδομένα των γαλλοτουρκικών σχέσεων, προπάντων όταν άρχισαν να φτάνουν στην Κωνσταντινούπολη πληροφορίες για τις

136. o. Browning (επιμ.), Despatches from Paris, 1784-1790, τόμ. 1 (Λονδίνο
1909, επανέκδ. 2007), σ. 244-245, αριθ. 66.
137. Black, ό.π., σ. 48 και σημ. 70 (βιβλιογραφία).
138. Γεωργίου, Ο θαλασσομάχος, σ. 217-218· πρβλ. Kyrris, «chypre et la France»,
σ. 418.
139. Δείγματα στου Th. Kaiser, «The evil empire? The Debate on Turkish Despotism in eighteenth-century French Political culture», The Journal of Modern History,
72 (Μάρτ. 2000), σ. 6-34 (κυρίως σ. 25 κ.ε.).
140. Πρβλ. H. Laurens, «La revolution française, l’empire napoléonien et a question de l’integrité de l’empire ottoman», στο De la Révolution française à la Turquie
d’Atatürk [Varia Turcica, 16 (1990)], επιμ. J.-L. Bacqué-Grammont και edhem eldem
(Κωνσταντινούπολη - Παρίσι, 1990), σ. 101-111.
141. Σύνοψη των γεγονότων στου Α. Ε. Βακαλοπούλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμ. 4 (Θεσσαλονίκη, 1973), σ. 604 κ.ε.

/ 107 /

ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΑΣΙΩΤΗΣ

πολιτικές επαφές πρακτόρων της Γαλλίας με Έλληνες επαναστάτες, αλλά και
για πολεμικές προετοιμασίες που είχαν αρχίσει τον Αύγουστο του 1798 στην
Τουλώνα για την πραγματοποίηση επεμβάσεων είτε στην Πελοπόννησο και
την Κρήτη είτε σε άλλες περιοχές της ανατολικής Μεσογείου142.
Πάντως, η Κύπρος δεν συμπεριλαμβανόταν στα γενικά σχέδια της αιγυπτιακής εκστρατείας· δεν χρησιμοποιήθηκε καν ως σταθμός ανεφοδιασμού,
επειδή προφανώς η παρέκκλιση από την πορεία τού γαλλικού στόλου θα
ακύρωνε το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού κατά την απόβασή του στην Αλεξάνδρεια (1 Ιουλ. 1798). Σύγχρονοι, ωστόσο, παρατηρητές θεωρούσαν αναπότρεπτη την εμπλοκή της Κύπρου, την οποία έβλεπαν άρρηκτα συνδεδεμένη
με τις εξελίξεις της περιοχής143. Τελικά, οι Βρετανοί –ως σύμμαχοι των Οθωμανών– αξιοποίησαν επανειλημμένα την Κύπρο ως σταθμό ανεφοδιασμού
των ναυτικών τους δυνάμεων κατά τη διάρκεια των αντιγαλλικών επιχειρήσεών τους στην ανατολική Μεσόγειο. Πιο εντυπωσιακή ήταν η βρετανική παρουσία στο νησί του διοικητή ενός τμήματος του αγγλικού στόλου της Μεσογείου, του πολυπράγμονα sir William sidney smith. Τελικά, ο sidney smith
άρχισε να συμπεριφέρεται στη μεγαλόνησο σαν εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος της Υψηλής Πύλης, αλλά και του αδελφού του, John spencer, τότε πληρεξούσιου πρεσβευτή της Βρετανίας στην Κωνσταντινούπολη144.
Η έναρξη των ναπολεόντιων πολέμων μείωσε το ενδιαφέρον των ευρωπαϊκών δυνάμεων για την Κύπρο· οι σημαντικότερες, άλλωστε, ναυτικές επιχειρήσεις των αντιπάλων πραγματοποιήθηκαν στη δυτική και την κεντρική Μεσόγειο, ιδιαίτερα στην Αδριατική και το Ιόνιο. Η νέα εκστρατεία, πάντως, του
βρετανικού στόλου εναντίον της Αιγύπτου (Μάρτ.-Σεπτ. 1807)145, έδωσε την
αφορμή να διαδοθεί ότι οι Βρετανοί σκόπευαν να καταλάβουν σύντομα και
την Κύπρο146. Αλλά και οι Γάλλοι πρόξενοι κατέγραφαν στις εκθέσεις τους τις
142. Fr. Hitzel, «Les relations franco-turques à la veille de l’expedition», La Campagne d’Egypte, 1798-1801. Mythes et réalités, επιμ. P. noirot και D. Feintrenie (Παρίσι, 1998), σ. 45-48.
143. r. Th. Wilson, History of the British Expedition to Egypt, 2η έκδ. (Λονδίνο,
1803), σ. 239-240. Το κείμενο γράφτηκε το 1801. Πρβλ. c.-s. sonnini, Voyage en Grèce
et en Turquie fait par ordre de Louis XVI..., τόμ. 1 (Παρίσι, 1801), σ. 125-128.
144. Hill, History, σ. 101-102. Πρβλ. Luke, Cyprus, σ. 99, 118-119 (nοέμβρ. 1799).
145. anderson, ό.π., σ. 438 κ.ε., 444 κ.ε., 455-456.
146. K.Π. Kύρρης, «Tα προξενεία στην Kύπρο επί τουρκοκρατίας», Φιλολογ.
Kύπρος, έτ. 1963 (1963), σ. (ανατ.) 8.

/ 108 /

ΟΙ ΑΝΤΙΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΣTHn KYΠPo ΚΑΙ Η ΣΤΑΣH TΩn eYPΩΠaΪKΩn ΔYnameΩn

δικές τους προσδοκίες για τη
μελλοντική ενσωμάτωση της
μεγαλονήσου στη ναπολεόντεια επικράτεια147. Θα πρέπει, ωστόσο, να επισημανθεί
ότι οι σοβαρές κοινωνικές αναστατώσεις και στρατιωτικές
ανταρσίες, που σημειώθηκαν
στην Κύπρο στα 1804, 1806
και 1808, προκλήθηκαν από
εσωτερικούς παράγοντες: από
τα σοβαρά οικονομικά προ- ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ, Η ΚΟΛΑΣΗ. Παναγία Καθολιβλήματα που αντιμετώπιζε ο κή, Πελέντρι (Αρχείο Κυπριακού Μουσείου).
πληθυσμός –χριστιανικός και μουσουλμανικός–, αλλά και από την έλλειψη
ασφάλειας που προκαλούσε, ιδιαίτερα στους Έλληνες, η ανεπάρκεια και οι
αυθαιρεσίες των οθωμανικών αρχών. Οι παρεμβάσεις των ξένων προξένων για
την προστασία της ζωής και της περιουσίας των πανικόβλητων χριστιανών κατοίκων του νησιού δεν είχαν πάντοτε, όπως τουλάχιστον υποδηλώνουν οι διαθέσιμες πηγές, σαφή πολιτικό χαρακτήρα148.
Παρ’ όλα αυτά, οι έντονες ιδεολογικές διεργασίες που παρατηρούνταν
την ίδια εποχή στον ελληνικό κόσμο είχαν απόηχους και στην Κύπρο, οι οποίοι αντικατοπτρίζονται στις αντιπαλότητες μεταξύ ρωσόφιλων, αγγλόφιλων
και γαλλόφιλων ομάδων και στις αναπόφευκτες προξενικές παρεμβάσεις
υπέρ της μιας ή της άλλης μερίδας149. Το φαινόμενο θα πρέπει να συνδυαστεί
με τους κοινωνικούς μετασχηματισμούς που είχαν αρχίσει ήδη από τα τέλη
του προηγούμενου αιώνα να παρατηρούνται σε τμήματα του χριστιανικού
κυρίως, αλλά ως ένα βαθμό και του μουσουλμανικού, στοιχείου της Κύπρου.
Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, η αλλαγή του ιδεολογικού τοπίου στη μεγαλόνησο θα γίνει σαφέστερη, όταν θα αρχίσει η διασύνδεση του ελληνορθόδοξου πληθυσμού της με τις πατριωτικές κινήσεις που θα οδηγήσουν στην Επανάσταση του 1821.
147. Πρβλ. ΚΧ, 7 (1930), σ. 149, 151, 152, 153, και 8 (1931), σ. 2-3.
148. Hill, ό.π., σ. 104-111.
149. Hill, ό.π., σ. 112, 113-123. Πρβλ. Kyrris, «chypre et la France», σ. 418-423,
444-445.

/ 109 /