You are on page 1of 23

!ΑΡΘΡΑ - ΜΕΛΕΤΕΣ

Η Δικαιοσύνη σε νέα δοκιμασία
Οι μισθοί των δικαστών αηό τη Δ' αναθεώρηση του συντάγματος
στο «Μισθοδlκείο 1» και στο Συνταγματικό Δικαστήριο
και το Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώηου·
«Δίκπ δ' υπέρ ύβριος ίσχει ές τέπος εξεΠθούσα ...

2))

ΑΝΤΩΝΗΣ

η. ΑΡΓΥΡΟΣ

Δικπγόρος
1. Εισαγωγή
Αποτελεί κοινό τόπο ότι, ο όρος ανθρώπινα δικαιώματα, σημαίνει δικαιώματα που είναι ίδια για
όλους τους ανθρώπους. Το Σύνταγμά μας και ο
εν γένει νομικός πολιτισμός, κατοχυρώνει οιιοτελεσματικά τα δικαιώματα του ανθρώπου. Στις
θεμελιώδεις διατάξεις του ιωωοντοτ Συντάγμα·
τος περιλαμβάνεται και η διάταξη του άρθρου 20
παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία καθιερώνει το
δικαίωμα του πολίτη να προσφύγει στη δικαστική
• Εισήγηση στην Εηιστημονική

ΗμερΓδα της Ένωσης Δι-

καστών και Εισαγγελέων - Ένωσης Εισavvελέων

Ελλάδος,

στην Αθήνα 13.2.2007.
1. Ο όρος είναι αηΟλύτως

στωσκ.

.

2. Ησίοδος - Έργα και ημέραι, 217, -Η δικαιοσύνη όταν
έλθει η ώρα τικ, θριαμβεύει

ενάντια στην αδικία-.

εξουσία και να ζητπσει την προστασία των δικαιωμάτων του. Χωρίς τη διάταξη του άρθρου 20
παρ. 1 του Συντάγματος, όλες οι διατάξεις προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων που κατοχυρώνουν το «κράτος δικαίου.3 θα ήταν χωρίς αντικείμενο. Δεν μπορεί κανείς να αμφιβάλει ότι η
Δικαιοσύνη δεν μπορεί να υπάρχει ως υψίστη
λειτουργία του πολιτεύματος αν δεν είναι Ανεξάρτητη, ηράγμα ηου κατοχυρώνεται στο άρθρο
26 του Συντάγματος. Είναι ακόμη γνωστό ότι όλα
τα Ελληνικά Συντάγματα, από την Επανάσταση
του 1821 μέχρι σήμερα, υπηρέτησαν την ιδέα
του Κράτους Δικαίου και η Δικαιοσύνη, θεμελιωμένη στην αρχή του διάχυτου ελέγχου συνταγ3. Στ. ΜατθΓα, Η ευθύνη του δικαστή για την ηραγμάτωσσ του κράτους δικαΓου, ΝοΒ 5212004. 553.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΙΥΝΗ

322

ματικότπτας των νόμων, που καθιερώθηκε με τπν
3/1897 Απόφασπ του Αρείου Πάγου και αποτελεί
πλέον συνταγματική παράδοσπ4, παρείχε μέχρι
σήμερα αποτελεσματική προστασία στα ατομικά
και κοινωνικά δικαιώματα.
2. Το εφιαλτικό σήμερα5 της αηονομής δικαιοσύνης στην Ελλάδα
Στπν Πατρίδα μας, n Δικαιοσύνπ λειτουργεί
μεν ικανοποιπτικά, ταυτόχρονα από πολλά έτπ
ευρίσκεται στπ διαρκή, συνεχή και ανίατπ δοκιμασία τπς καθπμερινότπτας6. Η βραδύτατπ και
μακρόχρονπ διαδικασία απονομής τπς δικαιοσύνπς7 καθιστά τπ δικαιοσύνπ αναποτελεσματική,
έτσι ώστε να μπν ανταποκρίνεται επαρκώς στις
ανάγκες τπς Ελλπνικής Κοινωνίας. Δεν είναι προς
τιμήν τπς χώρας n καταδίκπ τπς για παραβιάσεις
των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, λόγω τπς αδικαιολόγπτπς βραδύτπτας απονομής τπς ΔικαιοσύνπςS.Απαιτούνται σπμαντικές και ριζικές μεταρρυθμίσεις, με αξιοποίπσπ των τεχνολΟγιών τπς
«κοινωνίας τπς πλπροφορίας9., για να καταστεί n
Δικαιοσύνπ αξιόπιστπ και πιο αποτελεσματική.
Είναι γεγονός ονομφιοεητστο ότι, παρά τπν επιστπμοσύνπ, τπν αφοσίωσπ και υπερπροσπάθεια
τπς συντριπτικής πλειοψπφίας των Ελλήνων Δικαστών, n Ελλπνική Δικαιοσύνπ δεν ανταποκρί-

νεται με επάρκεια και, κυρίως, τωωτπτα στις ανάγκες των Πολιτών. Παράλλπλα, όλο και περισσότερο εμφανίζεται στον δπμόσιο διάλογο n τάσπ τπς πολιτικής εξουσίας να «οριοεετάσει, δπλαδή στπν πραγματικότπτα να περιορίσει τον
ρόλο των δικαστικών λειτουργών.IΟ και ειδικότερα να περιορίσει τα όριαll του συνταγματικού ελέγχου των νόμων.? Ακούγονται έντονες φωνές
διαμαρτυρίας από τπν εσισσιμονισϊ κοινότπτα
και τους νομικούς φορεκ. τις Δικαστικές ενώσεις,
τους Δικπγορικούς συλλόγους και τις περιβαλλοντικές οργανώσεις, ότι δπλαδή n συνταγματική
αναθεώρπσπ αποτελεί προσπάθεια περιορισμού
του δικαστικού ελέγχου σε κρίσιμα θέματα. Οι
περισσότεροι από τους ανωτέρω φορείς δέχονται
ότι n δπμιουργία Συνταγματικού Δικαστπρίου έχει
οροφσνϋ στόχο: α) τις μπ ορεστέο οιιοφάσεκ"
του Συμβουλίου τπς Επικρατείας σε θέματα περιβαλλοντΟλογικά14 και σχετικά με τπν πολιτική
γπς15κυρίως, β) τκ Αποφάσεις του Δικαστπρίου
του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος,16 ανα. φορικά με τους μισθούς17 των Δικαστικών λειτουργών, γ) ζπτήματα εφαρμογής τπς εργατικής
νομοθεσίας, όπως τπς επιδίκασπς αναδρομικών
εργατικών αξιώσεων. Οι άμεσετ και έμμεσες παρεμβάσεις τπς εκάστοτε εξουσίας και των οικονομικών συμφερόντων στο έργο τπς Δικαιοσύ-

4. Που επικυρώθηκε με τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.
Βλ. Α. Mανπάκn. στα Πρακτικά τικ εκ-

3 του Συντάγματος.
δήλωσης

του

ΜΑ

-Συνταγματικό

Δικαστήριο.

της

48(2007)

10. Βλ. Πρακτικά για την Αναθεώρηση του Συντάγματος
στη Επιτροπή Αναθεωρήσεως,

Συνεδριάσεις

5, 14.9.2000

και 10,11,12.10.2000.
11. Βλ. άρθρο του καθηγητή Στ. Τσακυράκπ -Δίνουν υ-

30.3.2006, σελ. 7.
5. Αξίζει να μελετήσει

με προσοχή κανείς τκ απόψεις

των εΚλεκτών ομιλητών που παρουσιάζονται

ατο ανάτυπο

-Αποτελεσματική

Πολιτών

δικαιοσύνη.

τικ

-Κίνησης

περεξουσίες

για να γλυτώσουν

λεγχος της ουντονμσσκότατσο,

στημονικό

σαλονίκη, 1994.

που έγινε στη Αρχαιολογική

Εταιρεία

φύλλΟ εφιι-

υκ 27.3.2006.

12. Βλ Αν. Mανπάκn(', Κράτος δικαίου και δικαστικός έ-

για

μια Ανοικτή Κοινωνία., Αθήνα 2002. από τον Δημόσιο ΕπιΔιάλογο

τον έλεγχο.,

μερίδας -Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία.

13. Βλ. φύλλα

Αθηνών στκ 10.10.2001.

εφημερίδας

εκσοσεκ

σο

Σάκκουλα, θεσ-

Βήμο. της 22.1.2006,

6. Μέσα στο ηλαίσιο αυτό, εμφανίσθηκε

και συντηρεί-

Φάκελος, και -Το Βήμα της Κυριακής- της 25.6.2006, όπου

ται μέχρι σήμερα το ζήτημα του λεγομένου

-παραδικαστι·

οι οκετικέτ δηλώσεις του Καθηγητή του Συνταγματικού

κού κυΚλώματος.

το οποίο ταλαν/ζει

την πολιτική δικαιο-

καίου Ν. Αλιβιζάτου,

σύνη και η άμεση εκκαθάρισή του είναι απαραίτητη για να

Mανπάκn -Ιδρύεται για να κηδεμονεύσει

εηέλθει

καστική εξουσία.

ηρεμία στον ευαίσθητο αυτό χώρο.

7. Η καθυστέρηση

αυτή θα αυξηθεί δραματικά.

ασφυξίας. με τη δημιουργία Συνταγματικού

μέχρις

Φίλης κατά Ελλάδος, υκ

22.10.1997 στην υηόθεση

14. Βλ. αντιδράσεις

περιβαλλοντικών

φύλλο

Πρωτοπαπά, Μαραγκού κατά Ελλάδος.

29.1.2006.

στη Λευκή βίβλΟ τικ Ευ-

εφημερίδας

-Κυριακάτικη

σκ

16. Βλ. Απόφασπ Δ.Σ. ΜΑ τικ 15.11.2006.

κότητο και την Απασχόληση IDeIor, 19931. Βλ. εκτενώς Λ.

για τπν ίδρυσπ Συνταγματικού

Mnrpou -Το δίκαιο στον κοινωνία της πληροφορίας-,

του

2002.

Δικαστήριο.,

Ελευθεροτυπία.

17. Βλ. Ομιλία του καθηγπτή Φ. Σπυράπουflου -Σκέψεις

ρωπαϊκής Επιτροηής για την Ανάπτυξη, την σντσνωνιστι-

δόσεις Σάκκουλα Αθήνα - θεσσαλονίκη,

-Ελευθερο-

οργανώσεων στο

15. Βλ. Ευ. Βενιζέfιος, -το Συνταγματικό

Παπα·

εκ-

την ίδια την δι-

της εφημερίδας

φύλλο της εφπμερίδας -ΕθΝΟΣ. της 29.9.2006.

γεωρίου κστά Ελλάδος και της 28.03.2000 στην υπόθεση
9. Ο όρος αυτός εμφανίσθηκε

στο φύλλο

τυπία· σκ 3.4.2006.

Δικαστηρίου.

8. Βλ. ΕΔΔΑ. απόφασεις της 27.6.1997 στην υπόθεση

Δι-

βλ. επίσης το άρθρο του καθηγητή Α.

Ελληνικού

19.12.2006.

Ινστιτούτου

Δικαστηρίου.
Διοικητικών

στο Συνέδριο
Επιστημών

48(2007)

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΙΥΝΗ

νπς18έχουν δπμιουργήσει τπν εύλογπ δυσφορία
τπς κοινής γνώμπς, n οποία όμως, σε κάθε περίπτωσπ, διατπρεί ακόμπ εμπιστοσύνπ στπ Δικαιοσύνπ και τους Λειτουργούς τικ.
Τπ Δικαιοσύνπ όλοι θεωρπτικά τιμούν και σέβονται, αλλό όταν οι Αποφάσεις τπς δεν είναι αρεστέτ. ξεχνούν αμέσως τκ διακπρύξεις τους και
καταγγέλλουν τις αποφάσεις αυτές, σαν -διατεταγμένες •.
Η δικαιοσύνπ πλήττεται καίρια με:
Ι) Τπ νομοθέτηση διατάξεων19 με τκ οποίες επιχειρείται n μπ εφορμονη ή αλλοίωσπ των συνεπειών δικαστικών οηοφάσεων" όπως και π βίαιπ ανατροπή τπς πάγιας νομολογίας ή ακόμπ
χειρότερο n επέμβασπ επί εκκρεμών δικών21,
πράγμα που επιτυχώς n Δικαιοσύνπ μέχρι σήμερα
έχει σαοκρουσει".
11) Τπ δυσμενή κριτική23,σε βάρος τπς δικαστικής λειτουργίας, από υΨπλούς παράγοντες τπς
δπμόσιας ζωής, εη' ευκαιρία δυσμενών24 για εκείνους ή τα κόμματά τους δικαστικών αποφάσεων.
111) Παρεμβάσεις τπς Εκτελεστικής Εξουσίας
στπν επιλογή τπς Ηγεσίας25τπς Δικαιοσύνπς26,ε-

18. Βλ Α. Μπακόπουιιος. Δ/Vη 1986. 9, Λ. Αυδπς, ΕΕργΔ
1986. 99. Β. Παπάς, ΝοΒ 24/1976.

1134, Ε. KρoυσrαΙΙΙΙά-

κης, Δ/Vη 1986. 36.
19. Και η θέσπιση Συνταγματικών

διατάξεων,

κείνης του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος
μιουργίας του -Μισθοδικείου-,
ανεπιτρέπτως

η αρμοδιότητα

όπως ε-

υκ

δη-

με την οποία αφσιρέθηκε
των τακτικών

να επιλύουν τα ζητήματα που αφορούν

δικαστηρίων

τοικ

μισθούς των

δικαστών.
20. 'οπως συνέβη με τον ν. 1400/83 ηου εηιχείρησε
ερμηνεύσει

αυθεντικά

τον

ν.

1256/82

1935/83, 7450/83, βλ. φύλλο εφπμερίδας

τικ

26.8.83.
21. Στ. Mσr8ία, Νομοθετικές

μετά

τις

να
ΣτΕ

.Η Καθημερινή-

παρεμβάσεις επί εκκρεμών

δικών, ΕΕργΔ 6112002.319.
22. Βλ ΑΠ Ολ 40/1998,

ΑΡμ 1999. 412, Δ/Vη 46/1999,

Δίκη 1999. 230, ΕΕργΔ 1999. 694, ΝοΒ 47/1999.

752, ΤοΣ

1999. 103.
23. Βλ. Δημόσιο διάλογο του τότε Υπουργού Δικαιοσύ-

νικ

με τον Αντιπρόεδρο του ΑΠ στα φύλλα εφημερίδας

Καθημερινή- της 17. 19.2.1998 και 12.12.1998.
24. Βλ. ΑΠ Ολ 9/1998,

ΔΕΕ 1998. 180, ΝοΒ 46/1988.

629, ΕπισκΕΔ 1998. 91, ΕΕΝ 1999. 560.
25. Βλ Σ. Χαραιιαμπίδης, .Η Δικαιοσύνη

και οι κηδεμό-

νες τιιο, Δ/Vη 1995. 752 και .Υηέρβασις τικ ύβρεως στην
απονομή δικαίου-, φύλλΟ της εφημερίδας

-Κυριακάτικη

Ε-

τσι ώστε να επιλέγονται οι εκάστοτε εκλεκτοί
τικ. χωρίς να το επιτυγχάνει πάντοτε.
Μεταξύ άλλων, το ζήτπμα των αποδοχών των
δικαστικών λειτουργών υπήρξε ένα μόνιμο σπμείο τριβής μεταξύ τπς εκτεεεστισκ και τπς Δικαστικής λειτουργίας, εμφανίσθπκε με τπν ψήφισπ των πρώτων επαναστατικών συνταγμάτων και
συνεχi"ζεται μέχρι σήμερα και αποτελεί πρόβλπμα
δυσλειτουργίας τικ Δικαιοσύνπς και ππγή δεινών
για τον τόπο.
3_ Η

προϊστορία

Με το προσωρινό Πολίτευμα τπς Ελλάδος,
που ψπφίσθπκε στην Επίδαυρο την 1/1/1822,
θεσμοθετήθηκε η Αρχή τπς διακρίσεως των Εξουσιών. Με το άρθρο 87 του Συντάγματος του
1844 οι τακτικοί δικαστές κατέστησαν ισόβιοι, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 5 του Συντάγματος
του 1927 ορίσθηκε ότι: -π Δικαστική Εξουσία ασκείται υπό Δικαστπρίων ανεξαρτήτων - υποκειμένων μόνον εις τους Νόμους-.
Η μετά τπν Εθνική μας Απελευθέρωση συσταθείσα επιτροπή27 προς αναθεώρπσπ του Συντάγματος, έκρινε ότι το θέαμα τπς «ρακένδυτου δικαιοσύνπς» έπρεπε να σταματήσει και ότι για να
στηραεεί το κύρος τικ. αλλά κυρίως n Ανεξαρτπσία τικ. είναι ανάγκπ να δοθούν στους Δικαστές τα μέσα μιας ανέτου σχετικώς ζωής και ομοφώνως απεφάσισε και εισπγήθπκε όπως δια
συνταγματικής διατάξεως καθορισθεί: -ότι το
σώμα των δικαστικών λειτουργών είναι ίδιον σώμα και δεν έχει καμμίαν σχέσιν με τα άλλα σώματα των δπμοσίων υπαλλήλων και ότι απαγορεύεται οιαδήποτε διαβάθμισπ μισθολογική ή βαθμολογική και π εεομοίωοκ υπαλλήλων του κράτοικ
οιουδήποτε (Ιλλου κλάδου, προς τους δικαστικούς λειτουργούς- (βλ. πρακτικά τπς εηιτροιυκ
σνοεεωρτίσεωτ συντάγματος τπς Δ' Αναθεωρπτικής Βουλής σ. 1668 και επ. και ιδία τπν αγόρευση
του βουλευτή Γ. Μαύροω.
Υπό το πνεύμα των ανωτέρω απόψεων, στο
Σύνταγμα του 1952 και με πλήρπ διακομματική
συμφωνία προστέθπκε n διάταξη του άρθρου 87,
n οποία για πρώτπ φορά όρΙζε ότι οι αποδοχές
των δικαστικών λειτουργών πρέπει να είναι ανάλογες προς το λειτούργημά τους και ότι τα θέματα που αφορούν τπ βαθμολογική και μισθολογική
τους κατάστασπ προσδιορίζονται με ειδικούς νόμους. Η μισθολογική αυτή -υπεροχή. των σικο-

λευθεΡOΤUπία., 29Π12001, σελ. 42.
26. Βλ Ε. Γιavvόπουflος, ΝοΒ 25/1977. 657

323

27. Δυνάμει του ΞΗΊ1949 Ψηφίσματος.

ΕΜΗΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

324

στικών λειτουργών έναντι των οργάνων τπς εκτελεστικής εεουσκκ που καθιερώθπκε με το
Σύνταγμα του 1952, άποτελεί ουσιώδες στοιχείο
στον κορμό των Ελλπνικών Συνταγματικών ρυθμίσεων που αφορούν τπν απονομή τπς Δικαιοσύνπς και τους λειτουργούς τπς28.
Προπγήθπκε των συνταγματικών ρυθμίσεων
του 1952, n απόφασπ τπς Ολομελείας του ΣτΕ
2080/1950 που έκρινε επί τπς μισθολογικής διαφοράο μεταξύ δικαστικών λειτουργών και δπμοσίων υπαλλήλων. Το δικαστήριο έκρινε ότι δεν
είναι νόμιμπ n εξίσωσπ μισθών των ανωτέρω κατπγοριών, και επειδή στο σύνταγμα του 1911 δεν
υπήρχε διάταξπ για τκ αποδοχές των δικαστικών
λειτουργών, βάσισε τπν κρίσπ του στπν υπεροχή
των δικαστικών λειτουργών έναντι των οργάνων
τπς εκτεηεοτισκ λειτουργίας και στπν ιδιαίτερπ
και εξαιρετική φύαη του δικαστικού λειτουργήματος.
Όμως, n Πολιτεία, παρά ταύτα, δεν έστερξε να
ρυθμίσει το ζήτημα, παρά τπ συνταγματική ρύθμισπ του 1952. Οι δικπγορικοί σύλλογοι της χώρας στο Πανελλήνιο Συνέδριό τους που συνήλθε
στην Πάτρα τον lούλιο του έτους 1956, επεαήμαναν τους κινδύνους και ζήτησαν με ψήφισμά
τους τπν άμεσπ ρύθμισπ του θέματος που σφορά
στπν εύρυθμη λειτουργία τπς σικσιοσοντκ. Οι δικπγορικοί σύλλογοι δεν έτυχαν καμιάς απαντήσεως στο αίτπμά τους και έτσι επακολούθησε σε
ένδειξπ διαμαρτυρίας καθολικΓί σσωσϊ από τα
κοεηκοντσ των δικηγόρων όλπς τπς Ελλάδος από τα οικοστόρια. με αίτημα την αύξπσπ των αποδοχών των Δικαστών, στα πλαίσια του άρθρου
87 του Συντάγματος του 195229.
Η κατάστασπ που προαναφέρθπκε συνεκίστηκε και έτσι, τελικώς, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου έλαβε τπν με αριθμό 40/18-9-1958 απόφα-

28. Είναι δεδομένο
2α του ιωωοντοτ

ότι, η διάταξη του άρθρου 88 ασρ.

Συντάγματος,

των αποδοχών των δικαστικών

που καθορίζει
λειτουργών,

πως κρίθηκε από την παγία νομολογία
ρίων, τη βάση

υκ

δικαστικής

ποίας δεν μπορεί να υφίσταται

όλων των

Ανεξαρτπσίας,

το ύψος

αποτελεί,

ό-

οικσσσι-

άνευ της ο-

48(2007)

σπ3Ο; -Δια της διατάξεως τουτικ. ως προκύπτει
και εκ των ενώπιον της επιτροπΓίς σνσεεωράσεως του Συντάγματος συζητπσεων, προβλέπεται
ότι αι οηοοωωί των δικαστικών λειτουργών πρέπει να είναι ανώτεροι των υπαλλήλων τικ διοικάσεωτ και ότι δεν συγχωρείται βαθμΟλογική και
μισθολογικΓί εξίσωσις r'i εεομοϊωσκ των υπαλλήλων τικ διοικπσεως προς τους δικαστικούς λειτουργούς. Η τοιαύτη δια συντονμοτισκ διατάξεως πρόνοια τικ Πολιτείας υπέρ των δικαστικών
λειτουργών, αποτελούσα επί μέρους εφορμονην
τικ περί ανεξαρτησίας τικ δικαστικπς λειτουργίας αρχπς του Συντάγματος, οφείλεται εκ την ιδιάζουσαν φύσιν του δικαστικού λειτουργπματοτ. Ούτω, δια τους δικαστικούς λειτουργούς δεν
υπάρχει, ως διά τους άλλους υπαλλήλους, ωράριον υποχρεωτικής εργασίας. Εργάζονται ούτοι,
ως εκ της φύσεως τικ εργασίας των, και κατά τας
ημέρας αργίας και κατά την νύκτα ... παρά ταύτα
ουδεμία ελπφθη υπέρ των δικαστικών λειτουργών πρόνοια, μη εκδοθέντος εισέτι του υπό τικ
άνω διατάξεως του Συν/τος προβλεπόμενου ειδικού νόμου, ενώ άλλων υπαλλΓίλων τικ διοικΓίσεως ή οργάνων του κράτους ηυξΓίθησαν, εν τισί
δε περιπτώσεσι σπμαντικώς, αι οηοοοκσί είτε υπό τον τύπον αποζημιώσεως (ως επί παραδείγματι των τεχνικών, εκπαιδευτικών, νομαρχών,
βουλευτών). Το νενονότ ότι οι δικαστικοί λειτουργοί δεν δύνανται να επιδιώξωσι διά μέσων,
άτινα μετέρχονται οι άλλοι υπάλληλΟΙ, την βελτίωσιν των αποδοχών των, έδει να εκτίμπση ή
Πολιτεία και να προέλθπ εις την επιβαλλομένην
και υπ' αυτής αναγνωρισθείσα δια τικ ως άνω
διατάξεως του Συνιtος μισθολογική κστστσεν
αυτών, ώστε να σορεκωντοι εις αυτούς, εν όψει
των κρατουσών οικονομικών συνθπκών, τα μέσα
αξιοπρεπούς διαβιώσεως.... Εν όψει των εκτεθέντων n Ολομέλεια θεωρεί υποχρέωσίν τπς να επισπμάνει τους δια τπν εύρυθμον λειτουργίαν
τπς Δικαιοσύνπς κινδύνους, εάν και εφ' όσον δεν
ήθελε επιδειχθεί υπό τπς Πολιτείας το ανάλογον
δι' αυτήν ενοιοφέρον.»
Η κρίσπ για το ζήτπμα των αΠΟδοχών51 συνεχίσθπκε αμείωτπ μέχρι τπν οριστική επίλυσπ του

Δικαιοσύνη και είναι ανα-

γκαίο και αναπόσπαστο συμπλήρωμα των άρθρων 20 παρ.
1 και 26 του Συντάγμστος,

ενώ είναι αμφίβΟλΟ αν μπορεί

29. Οι δικηγόροι

συμπαρασταθήκαν

πάντοτε μαχητικά

στουτ δικαστές, με αίτπμα την αποκατάσταση αξιοπρεπών
μισθολογικών
νταγματlκές

30. ΝοΒ 6/1958. 1035 - 1036.
31. Βλ ΑΠ Ολ 275/1959, ΝοΒ 7/1959. 953, επιστολή Δι·

να αναθεωρπθεί.

συνθηκών,
ρυθμίσεις.

σύμφωνα

με τκ σχεΌκές

συ-

κσσσϊ χ. Καθάρειου, ΝοΒ 7/1959. 929, επιστολή Δικαστή
Γ. Αρβανίτη, ΝοΒ 15/1967. 90, όπου διεκτραγωδείταl
σθολογική

κατάσταση των δικαστών

νται συγκρίσεις με άλλους κλάδους.

σκ

π μι-

εποχής και γίνο-

48(2007)

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΙΥΝΗ

ζητήματος των μισθών των Δικαστών από τον τότε Πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου το 1964.
Μάλιστα, η αύξηση των αποδοχών των δικαστών
τότε, εφεσοε ακόμη και στον διπλασιασμό τους
και ιδιαίτερης οημσσίσο υπήρξε η αιτιολόγησή
τικ. αφού ο τότε Πρωθυπουργός θεώρησε σφενός μεν την Δικαιοσύνη -ωωρον τικ Δημοκρατίσο. αφετέρου δε ότι οι Δικαστές δεν μπορούν να
πένονται. Είναι αξιοσημείωτο, ότι με αυτό τον
τρόπο καλύφθηκε εηιτέλους η ανάγκη ουμμόρφωσικ τικ ΠΟλιτείας στκ συνταγματικές επιταγές για το μισθολόγιο των δικαστών32.
Η ανώμαλη κατάσταση33 που επακολούθησε
και η ανατροπή της Συνταγματικής τάξεως επιδείνωσε το πρόβλημα, μέχρι του έτους 1974.

4. Το Σύνταγμα του 1975
Ο Συνταγμστικός Νομοθέτης του 1975 όρισε
στο άρθρο 26 του Συντάγματος ότι: «1. Η νομοθετική λειτουργία ασκείται σαό τη Βουλή και τον
Πρόεδρο τικ Δημοκρστκκ. 2. Η εκτελεστική λειτουργία ασκείται από τον Πρόεδρο τπς Δημοκρστίας και την Κυβέρνηση. 3. Η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια' οι αποφάσεις
τους εκτελούνται στο όνομα του ελληνικού λαού•. περαιτέρω, το Σύνταγμα ορίζει στο μεν άρθρο 87 παράγραφος 1, ότι: «Ηδικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από τοκτικούς δικαστές, που απολαμβάνουν λειτουργική
και προσωπική ανεξαρτησία3~, στο δε άρθρο 88
παρ. 2 ότι: -Οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών είναι ανάλογες35 με το λειτούργημά τοικ. Τα

32. Τον Γ. Παπανδρέου, εηεσκεφευσσν
νοι καθηγητές

πανεπιστημrου

διαμαρτυρόμε·

και ζήτησαν αύξηση στο δι-

πλάσιο των αηοδοχών των, όπως και των δικαστών προκειμένου

να εξισωθούν βαθμΟλογικά ,όπως συνέβαινε

χρι τότε εκείνος απήντησε: -αλλά, ηώς να εξισωθεrτε

μέπρος

τους δικαστάς κύριοι. Ξέρετε τι είναι αυτοί είναι θεοί! ...• ).
33. Με το β.δ. 269/1966,
955/1966,

τειαεεί

τον ν. 4507/1966,

ν.δ. 4532/64 και 4548/1966,

με ΌΊν αύξηση του 1965 εμειώθησαν

34. Βλ Κ. Xιώtιoς. -Η λειτουργική
35. Η νομολογία
τικός

νομοεευκ

5. Το επαΥΥελματlκό ασυμβίβαστο των δlκα·
στών
Σύμφωνα με το άρθρο 89 του Συντάγματος:
«1.Απαγορεύεται στους δικαστικούς λειτουργούς
να παρέχουν κάθε άλλη μισθωτή υπηρεσία κοθώς και να ασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα. 2.
Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται στους δικαστικούς λειτουονουο να εκλέγονται μέλη τικ Ακαδημίας Αθηνών ή του διδακτικού προσωπικού ανώτατων
εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς και να μετέχουν σε συμβούλια ή επιτροπές που ασκούν σρμοδιότητες πειθαρχικού, ελεγκτικού ή οκσωσοτικού κορακτϋοο και σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, εφόσον η συμμετοχή τους αυτή προβλέπεται ειδικά από το νόμο ... 3. Η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς
απαγορεύεται. Καθήκοντα σχετικά με την εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών θεωρούνται
δικαστικά. Επιτρέπεται η ανάθεση σε δικαστικούς
λειτουργούς των καθηκόντων εκπροσώηηοτκ
τικ χώρας σε διεθνείς οργανισμούς. Η διενέργεια
διαιτησιών από δικαστικούς λειτουργούς επιτρέπεται μόνο στο πλαίσιο των υπηρεσιακών τους
καθηκόντων, όπως νόμοτ ορίζει».
Τέλος, το δεύτερο εδάφιο τικ παρ. 2 του άρθρου 23 του Συντάγμστος ορίζει ότι: -Απαγορεύεται η απεργία με οποιαδήποτε μορφή στους δικαστικούς λειτουργούς και σ' ουτοικ που υπηρετούν στα σώματα οσφοεειοο.
Η φυσο του λειτουργήματος του δικαστικού
λειτουργού και η απαγόρευση σσκάσεωτ οποιουδήποτε άλλου έργου ή επαγγέλματος αποτελεί σημαντική ιδιαιτερότητα έναντι των άλλων
δημοσίων λειτουργών36• θα ήθελα να επισημάνω
ότι ο Συνταγματικός νοροεευκ του 2001 έθεσε
στο άρθρο 57 Σ απόλυτο επαγγελματικό σουμεί-

τα β.δ.

(βλ.

σομεκο-

και προσωπική σνεΑρχΝ 2002. 132.

σχετικά με το τι ακριβώς α Συνταγμα·

θεωρεί -ανάλογες

σχετικά με τη βαθμολογική και μισθολογική τους
εξέλιξη και με την κατάστασή τους γενικά καθορίζονται με ειδικούς νόμουο.

όλα όσα είχαν εαι-

μα Κ/Π, ΝοΒ 15/1967. 90).
ξαρτησία των δικαστικών λειτουργών.,

325

σαοσοκεο

είναι στα-

1996.

472/1996,

1651/1997,

3458/1997,

2381/1999,436/2006.
36. Υπάρχουν δημόσιοι λειτουργοί
norOI λαμβάνουν,

3925/1998,

και υπάλληλοι

κατά παράβαση του Συντάγματος

των νόμων, συνολικές

οι οκαι

αποδοχές κατά πολύ πολλαπλάσιες

όχι μόνο του Πρωθυπουργού,

του Προέδρου

τικ

Βουλής

θερή και χωρrς καμία απολύτως παρέΚΚλιση από το 1950.

αλλά και του Προέδρου του ΑΠ, ακόμη και του Προέδρου

Βλ: OλΣtE 2080/1950,

υκ

1991,

3124/1991,

130/1992,
2591/1993,

2928/1986,

1145/1992,

541/1992,

736/1992,

2592/1993,

ΣτΕ 1688/1991,

2030/

Δημοκρατrας. Μάλιστα, Πρόεδρος Ανώτατου Δικσστιι-

1148/1992,

1148/1992,

ρίου δήλωσε ότι λαμβάνει

886/1992,

2458/1993,

Γραμματέα

2681/1993,

1840/19~4,

4"70/

του δικαστηρίου

κατά πολύ Ολιγότερα από την
ηου προεδρεύει,

τον υπολογισμό των πλασματικών υπερωριών.

και χωρίς

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

326

βαστ037και για τους Έλληνες βουλευτές, φορέων τικ ισότιμης νομοεετισκ λειτουργίας. Σήμερα, όλοι ή σχεδόν όλοι συμφωνούν για την κατάργησή του. Η διάταξη του άρθρου 89 του Συντάγματος εντάσσεται στκ ηροσωπικές εγγυήσεις τικ δικαστικής ανεξαρτησίας και αποτελεί ενιαία συνέχεια με τη διάταξη του άρθρου 88 παρ.
2 Σ. 'ομωτ; π ιδιαιτερότητα που οι δικαστές ασκούν τα καθήκοντά τους και ιδίως η απαγόρευση αοκάσεωτ άλλου έργου, συνάπτεται απολύτως με τη φύση των καθηκόντων τους και ιδίως
με τη δικαστική Ανεξαρτησία. Ενόψει των ανωτέρω, η διάταξη του άρθρου 88 παρ. 2 Σ, σύμφωνα
με την οποία οι αΠΟδοχές των δικαστικών λειτουργών είναι ανάλΟγες με το λειτούργημά τοικ.
αποτελεί μέρος αδιάσπαστο τικ φύσεως του λειτουρνηματότ τους, όπως αυτό αναφέρεται στη
διάταξη του άρθρου 26 παρ. 3 του Συντάγματος.
6_ Το μισθΟλογικό καθεστώς - Η πάγια νομολογία των δικαστηρίων
Το μισθΟλογικό καθεστώς των δικαστικών λειτουργών αποτέλεσε σχεδόν πάντοτε στο παρελθόν αιτία μεγάλης αντιδικίας μεταξύ τικ δικαστικής εεουοκκ. από τη μια πλευρά και τικ νομοθετικής και εκτεεεστισκ
εξουσίας από την άλλη,
αλλά και πηγή εντονικ επιστημονικής συζήτησης
και αμφισβήτπσης. Η μη υλοποίηση τικ πρόβλεψης του άρθρου 88 σορ. 2 του Συντάγματος για
αποδοχές των δικαστικών λειτουργών ανάλΟγες
προς το λειτούργπμά τους είχε ως αποτέλεσμα
την άσκπσπ και εν συνεχεία αποδοχπ από τα δικαστήρια αγωγών για την αναγνώριση της υποχρέωσης του Δημοσίου να καταβάλει στους δικαστές διαφορές αποδοχών σε σχέση με τις υψηλότερες αΠΟδοχές που ελάμβαναν άλλες κατηγορίες κρατικών λειτουργών (καθηγητές ΑΕΙ,
διευθυντές ιατροί ΕΣΥ)38.
Η επίκληση της συνταγματικής αρχής της ισότοτσε, της διατάξεως του άρθρου 4 του Συντάγματος39,υπήρξε αφετιιρίο των εργατικών οιεκοι-

48(2007)

κήσεων μέχρι σήμερα και αντικείμενο δικαστικής
έρευνας σε εκατοντάδες χιλιάδες υποθέσεις, με
χαρακτηριστική περίπτωση την, κατ' εφαρμογή
των διατάξεων των άρθρων 4 και 21 του Συντάγμοτοτ. χορήγηση και στους δύο συζύγους40 του
οικογενειακού επιδόματος του άρθρου 11 του ν.
1505/84 με την ΑΕΔ 3/2001. Έχει κριθεί παγίως,
ότι η αρχή τικ ισότητας δεσμεύει όχι μόνο τον
εφορμοστά του δικαίου αλλά και τον ίδιο τον
νομοθέτη41 ως προς τις συνέπειες της κρίσης αντισυνταγματικότητας ως προς ορισμένη ρύθμιση. Έτσι, μετά τη διαπίστωση της αντισυνταγματικότητας, είναι δυνατή η μη εφορμονή της δυσμενούς ρύθμισης, αλλά και ακόμη, είναι δυνατή
η εφορμονά τικ εξαιρετικής ευνοϊκής ρύθμισης
υπέρ άλλων διοικουμένων. που δεν υπάγονται
στο πεδίο εφαρμογής της42. Η εφορμονη τπς
διαμορφωμένης πάγιας νομολογίας τπς διάταξης
του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος σε πάρα
ΠΟλλές υποθέσεις (όχι μόνο των δικαστικών λειτουργών αλλά και του συνόλου των Ελλήνων, ιδία των εργαζομένων), επέτρεψε τπν επεκτατική
εφορμονη ευνοϊκών ρυθμίσεων σε ευρύτατο κύκλΟ προσώπων.
Όμως, η θεωρία είχε εντελώς αντίθετπ άποψη
από τη νομολογ.ιΌ43,ότι δηλ. είναι δυνατή η ετιέκτασπ ευνοϊκών νομοθετικών ρυθμίσεων σε εφορμονη τικ αρχής τικ ισότστοτ και ειδικά ως
προς το ζήτημα των μισθών των δικαστώνΜ.
7. Η νομολογία μέχρι το 2005 για τους μισθούς των δικαστών
Όπως δέχεται η πάγια νομΟλογία όλων των
δικαστηρίων45, κατά τη συνταγματική διάταξη
(του άρθρου 88 παρ. 21 που αντιμετωπίζει το μισθολόγιο των δικαστικών λειτουργών ως συμπλήρωμα και αυτονόητη ηροϋπόθεση τικ προσωπικής και λειτουργικής σνεεορτοοκκ τοικ. ο

40. Βλ Κ. Χιώ;Ισς. -Η ισόmτα

των δύο φύλων •. ΑρχΝ

2005. 850.
41. Βλ. Αν. Μανιτάκπς. -Η συνταγματική

37. Βλ. ΑΕΔ 5/2006,12/2003.11/2003.

τσακ

38. Βλ. Κων. ΚσυσσύΙΙπς. Οι αποδοχές των Δικαστών ως

433-440.

εγγύηση τπς Δικαστικής
του Δικαιοδοτικού

Ανεξαρτησίας

και

υκ

42.

Ποιόmτος

Έργου. εΚδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα. 2004.

ερνσσισκέτ

Ολ 1986/2005.

οκέσεκ

(οικογενειακό

ΕΔΔΔΔ 2005.769.

λπψη συνοριακών

φυλάκων

επίδομα). ΣτΕ

θέσεων κατά φύλο. με m μορφή ποσοστώσεων εκ βάρος
των γυναικών.

ΝοΒ 31/1983.

1370 και ΣτΕ

43. Βλ. ΑΠ Ολ 53/1983.

ΝοΒ 31/1983.

1370, με αγό·

ρευσυ του Εισαγγελέα ΑΠ φσφοϋσι
44. ο Kαθηγnτής Φ. BεγΙΙεριiς

αναφορικά με mv πρόσ-

και τη μη ίση κατανομή των

Βλ. ΑΠ 53/1983,

ΤοΣ 1978.

2495/2000. ΕΔΔΔΔ 2001. 462, ΝοΒ 49/2001. 1681.

39. ΑΠ Ολ 21/2006. αναφορικά με την ισόmτα των φύλων σικ

αρχή mc ισο-

και η έννοια ταυ γενικού σοαφεροντοο.

γή

υκ

-εηεκτστιοκ

στηλιτεύει

την εφσομο-

ισόττιτσο •. Βλ: ΤοΣ 1978. 202, ΤοΣ

1981.4. ΤοΣ 1982.264. περιοδικό -Νέο Δικαιον. 1951.436.
45. ΣτΕ 1688/1991.

48(2007)

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΙΥΝΗ

νομοεέτητ όφειλε να ηροβεί στη ρύθμισή του, ενόψει του τιθέμενου κριτηρίου των αναλόγων
προς το λειτούργημα τούτο αποδοχών. Η περαιτέρω εξειδίκευση του πιο πάνω συνταγματικού
κριτηρίου, που προκύπτει ευθέως από τον συνδυασμό των ανωτέρω άρθρων 26, 87 παράγραφος 1 και 88 παράγραφος 2 του Συντάγματος, αναλύεται στκ ακόλουθες βασικές αρχές που καθιέρωσε η νομΟλογία από το 1975 μέχρι σήμερα:
αl Η ρύθμιση του μισθΟλογίου πρέπει να διαφυλάσσει την ισοτιμία της Δικωοοϋντκ έναντι των
άλλων λειτουργιών του Κρότους (Νομοθετικής
και εκτεεεστισκ). Η ισοτιμία αυτπ δεν είναι μόνον ισοτιμία πράξεων, είναι και ισοτιμία λειτουργών, αμέσων οργάνων του Κράτους. ΟΙ αποδοχές
των επικεφαλΠς των τριών λειτουργιών του κοστους (Νομοθετικπς, Δικαστικπς και εκτεεεστικησ
πρέπει να είναι ισότιμες (βλ. ΣτΕ 3670/1994,
1693/1989, 2928/1986, 1688/19911 και πρέπει
να διαμορφώνονται σε παραΠλήσια επίπεδα και
να υπόκεινται σε παρόμοιο φορΟλογικό κοεεστώς. Έτσι, η εξεύρεση της συνταγματικής οροφπς στο ειδικό μισθΟλόγιο των δικαστών επιτρέπει περαιτέρω την ορθή διαρρύθμισπ του στα κατώτερα κλιμάκια. βl -Ειδικό. μισθολόγιο των δικαστών σημαίνει, πράγματι, αυξημένο μισθΟλόγιο έναντι, όχι απλώς των διοικητικών υπαλλΠλων, αλλά έναντι όλων των άλλων αξιωματούχων του Δημόσιου τομέα, ανεξάρτητα τόσο οηό
τη νομικπ σχέση τους προς το Δημόσιο όσο και
οσο τη νομικπ μορφή της υπηρεσίας τους ως
διοικητικής, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου
ή νομικού προσώηου ιδιωτικού δlκαίου46 Κ.λη..
Από αυτές δεν μπορούν να εξαιρεθούν οι δημόσιοι λειτουργοί που στελεχώνουν τη διοίκηση47
των ανεξαρτήτων αρχώv48ενόψει του γενικού επιπέδου τικ οικονομικής αναπτύξεως τικ χώρας
και των απολαβών που χορηγούνται με βάσπ τις
εκάστοτε σιομορφουμενεο συνθΠκες. Διατάξεις
46. Εwοούνται

βεβαίως τα νομικά πρόσωπα που ανή-

κουν στο Δημόσιο, με την έννοια του άρθρου

14 του ν.

2190/94 και του νόμου που καθορ[ζει εκάστοτε

τον δημό-

σιο τομέα.

Βεβαίως, π υπαγωγή σ' αυτά νομικών ηροσώ-

πων που έχουν εξέλθει

του δημοσίου τομέα

δεν μπορεί

να θεωρηθεί θεμιτιi.
47. Βλ 8. Κσράκωστας, -Οι κστά το σύνταγμα ανεξάρτητες σρκέο. ΝοΒ 5112003.2087.
48. Οι Ανεξάρτητες

Αρχές αποτελούν

όργανα της εκτε-

λεστικής εξουσίας {ΣτΕ ΠΕ 58612002, ΣτΕ Τμ.Γ 312002, Τριμελούς
σεως!.

Εηιτροπής, ΣτΕ τμ.Γ 4126/2005,

7μελούς

συνθέ-

327

νόμων, από τις οποίες προκύπτει αμέσως ότι οι
συνολικές κοεορεο μηνιαίες αποδοχές ορισμένων λειτουργών του δημόσιου τομέα είναι υψηλότερες σηό εκείνες των Προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων, αποτελούν προσβολή του κϋρους και τικ ανεξαρτησίας τικ δικαστικής λειτουργίας, που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα
(άρθρα 26 και 871. γΙ Απαγορεύεται από το Σύνταγμα, με oπoιαδr1πoτε μορφή και εάν επιχειρείται, η μισθΟλογική εξομοίωση λειτουργών του
δημοσίου τομέα προς τους δικαστές. Το ειδικό
μισθΟλόγιο των δικαστών είναι αυτοτελές και
δεν επιτρέπεται να επεκτείνεται σε άλλους λειτουργούς, αφού με τον τρόπο αυτό παύει να είναι ειδικό και αυξημένο, όπως αξιώνει το Σύνταγμα (βλ. Πρακτικά Ολομέλειας Επιτροπής τικ
ονσεεωράσεωτ του Συντάγματος 1975, σελ. 384,
Πρακτικό Α' Υποεπιτροππς σελ. 203, βλ. ΣτΕ ολομέλειας 2080/1950 και 2928/19861. Έτσι, η
χορπγηση υπέρτερων αποδοχών σε άλλες κοτιιγορίες εργαζομένων και μάλιστα στον χώρο του
δημόσιου τομέα, έναντι των δικαστικών λειτουργών, με oπoιαδr1πoτε μορφή
ονομασία (Π.χ.
πάγιες πραγματικές
πλασματικές υπερωρίες,
πάσης φύσεως επιδόματα, εφσμερίετ. έξοδα παραστάσεως, πάγιοι φορολογικοί συντελεστές, ΔΙΒΕΤΚ.λπ.Ι αποτελεί αντισυνταγματικπ νομοθέτηση και συνιστά ανεπίτρεπτη ευθεία παραβίαση
του Συντάγματος και ιδία των άρθρων 26, 87
παρ. 1 και 88 ιισρ. 2 (Βλ. ΣτΕ 1693/1989, ΑΠ 0λομ. 12/1988 και ΕΣΟλομ. 1432/881. Εξάλλου, η
παραβίαση τικ ανωτέρω gυνταγματικής επιταγπς, συντελείται με τη χορπγηση από τον κοινό
νομοθέτη συνολικών αποδοχών σε άλλες κσσιγορίες εργαζομένων σε επίπεδο υψηλότερο εκείνου των αηοδοχών των δικαστικών λειτουργών. Η διάταξη του άρθρου 88 παρ. 2, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 26 και 87
παρ. 1 του Συντάγματος, ως κανόνας ουσιαστικού δικαίου, επιτάσσει στην περίπτωση αυτή την
αναβάθμιση των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών στο ύψος εκείνο στο οποίο ανήλθαν, ως
σύνολο λαμβανόμενες, οι αποδοχές σκ άλλης
κοτονορκκ εργαζομένων, με τις πάσης φύσεως
ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη και δεν εκλείπει,
εκ του λόγου αυτού, η από το Σύνταγμα επιβαλλόμενη υποχρέωση του κοινού νομοθέτη να καταρτίσει το ειδικό μισθολόγιο των δικαστικών
λειτουργών, Εξ άλλου, από τη βασική για το δημοκρατικό πολίτευμα αρχπ τικ διακρίσεως των
λειτουργιών, που καθιερώνεται με τα άρθρα 1,

n

n

328

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΙΥΝΗ

26. 73 επ.. 81 επ. και 87 επ. του Συντάγματος. απορρέει η ειδικότερη αρχή ότι. η νομοεευκά λειτουργία. έχουσα ως έργο της τη θέσπιση σφηρημένων κανόνων δικαίου. δεν επιτρέπεται να επεμβαίνει στα έργα τικ Δικαστικής. επιβάλλουσα
λύση σε συγκεκριμένη διαφορά, που μόνη η τελευταία δικαιούται να επιλύει. Δεν δεσμεύεται
όμως η νομοθετική λειτουργία, να ρυθμίσει, με
νέους κανόνες δικαίου, κατά τρόπο διαφορετικό
έwομες σκέσεκ που έχουν γεwηθεί καθώς και
δικαιώματα που έχουν αποκτηθεί σύμφωνα με
διατάξεις κανόνων δικαίου οι οποίοι ίσχυσαν στο
παρελθόν, έστω και αν οι έwομες σκέσεκ ή τα
δικαιώματα αυτά κρίνονται ενώπιον των Δικαστηρίων ή έχουν αναγνωριστεί δια τελεσιδίκων
ή και αμετακλήτων δικαστικών αποφάσεων, υπό
την προϋπόθεσπ ότι οι εν λόγω κανόνες έχουν
γενικό χαρακτήρα και δεν ρυθμίζουν μεμονωμένη σχέση, διότι, στπν περίπτωση αυτή. θα
παραβιαζόταν με τη νέα ρύθμιση και η καθιερωμένη από το άρθρο 4 παρ: 1 του Συντάγματος
αρχή τικ ισότητοτ; των Ελλήνων ενώπιον του
Νόμου (ΑΠ Ολ. 2/1995, 7/1990. 4/1990. ΣτΕ
436/2006).
Η νομολογία έχει παγιοποιηθεί στην εφσρμονή
τικ αρχής τικ ισότστοτ και της ϊσικ μεταχείρισης
σε όλες τις κατπγορίες των εργαζομένων. Είναι
γνωστό ότι, στα πλαίσια τικ ερμηνείας και εφσρμογής των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του
Συντάγματος, εδώ και πολλά χρόνια και μετά από
κάποιες διακυμάνσεις ττκ νομΟλογίας, έχει πλέον. με σειρά αποφάσεων των τμημάτων και τικ
Ολομελείας του Αρείου Πάγου. σταθεροποιηθεί η
άποψη ότι \ στπν περίπτωση που ο νομοεεττκ
(κοινός ή συλλογικός) καθιερώνει ορισμένη ευνοϊκή μισθΟλογική παροχή για κατηγορία εργαζομένων, αγνοώντας αδικαιολόγητα μια άλλη για
την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος κοειεοωσικ
τικ ευνοϊκή σορωσκ. επεκτείνεται η εφαρμογή
τικ σχετικής διάταξης και σ' αυτούς που αγνοήθηκαν (Βλ. ενδεικτικά Ολ. ΑΠ 9/2004. 7/1995.
7/1993. 12 και 22/1992. 13/1991, 811990, 111
1989, 76/1987. 1104/1986. Κ.λΠ.). Όταν, εξ άλλου, με διάταξπ εξαιρείται ειδικά ορισμένη κατηγορία προσώπωναπό συγκεκριμένη παροχή ήδη
προβλεπόμενη για το σύνολο ομοειδών κατηγοριών, τότε δεν εφαρμόζεται ως αντισυνταγματική
η εισάγουσα την εξαίρεση διάταξη. αλλ' εκείνη
που καλύπτει το σύνολο των ομοειδών κατηγοριών (Ολ. ΑΠ 484/1975, ΕΕργΔ 34. 1109. ΑΠ

48(2007)

8/1990. ΕΕργΔ50. 466). Η σε κάθε. λοιπόν, περίπτωσπ επεκτατική ή δημιουργική (ή και αναλογική), όπως λέγεται, αυτή εφαρμονή της περιεχούσης την ευμενή ρύθμιση διάταξης στηρίζεται
στο γεγονός ότι τα δικαστήρια. ασκώντας τον από τα άρθρα 87. 93, 4 και 120 του Συντάγματος
έλεγχο στο έργο τικ νομοθετικής εξουσίας και
προς αποκατάσταση της αρχής τικ ισότπτσο (δεδομένης τικ οέομευσικ του νομοθέτη για την ισόνομη ρύθμιση των ομοίων), θα πρέπει να εφαρμόωυν σε όλη τικ την έκταση την εν λόγω
αρχή και βάσει αυτής να καταλήγουν στην εφορμογή τικ ευνοϊκής ρύθμισης. χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται η συνταγματική αρχή τικ
διάκρισης των εξουσιών. Και τούτο διότι, όπως εξηγεί η νομΟλογία, εάν περιορίζοντο στην απλή
διάγνωση ττκ σντισυντονμστικοτστσο κι εντεύθεν απλώς και μόνο στη μη εφσρμονή υκ εμμέσως ειοσνοϋσικ την ως προς ορισμένουτ δυσμενή εξαίρεση διάταξης, χωρίς δηλαδή να μπορούν
να επεκτείνουν τη με αυτήν ευθέως γενομένη
ευνοϊκή ρύθμιση και σε όσους εξαιρούνται, θα εστερείτο ουσιαστικού περιεχομένου η ανωτέρω
περί ισότητοτ συνταγματική πρόβλεψη και συνακόλουθα η δυνάμει αυτών ζητούμενη δικαστική
προστασία. Ειδικά δε, προκειμένου για διάταξη
που προβλέπει μισθολογική παροχή (όπως τα οικογενειακά επιδόματα). το άρθρο 22 παρ. 1 του
Συντάγματος είναι ακόμη πιο σαφές ότι θέλει την
επέκτασπ τικ διάταξης αυτής και σε όλους τικ
αυτής κατηγορίας στους οποίους δεν αναφέρεται, πράγμα που εξυπακούει τη διατήρηση τικ
διάταξης και όχι την εξαφάνισή τικ με την «προς
τα κάτω» ισοπεδωτική έννοια τικ ισότητσε που
υιοθετεί μικρό μέρος τικ νομολογίας, την οποία
δεν ακολουθούν οι ωετικετ αποφάσεις ΑΕΔ
3/2001 και Ολ. ΑΠ 6/2001, ΕΕργΔ 60. 399. Η μονομερώς ευνοϊκή διάταξη αναδεικνύει το πρόβλημα ονισότοτοτ εξ επόψεως υποκειμένων τικ
ρύεμισικ και αυτή η ανισότητα, μπορούμε να
πούμε, είναι που καταργείται με την κατ' άρθρο 4
και 22 Σ. επεκτατική εφσρμονά και όχι η ευνοϊκή
διάταξη. αφού χωρίς την ύπαρξή τικ δεν μπορεί
να λειτουργήσει η αρχή τικ ισότητοτ ως κανόνας
εξίσωσπς και ιιορωοκ εwόμου προστασίας προς
εκείνον που έχει μείνει έξω από την ευνοϊκή
ρύθμιση. Όμως. η δικαστική αναπροσαρμογή και
των μισθών των δικαστικών λειτουργών σε εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 4 του Συντάγματος και με αφορμή ευνοΤκές ρυεμίσεκ για

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΙΥΝΗ

48(2007)

δημοσίους λειτουργούς και uπαλλΠλΟυς προκάλεσε49 κρίση που διαρκεί μέχρι οημερσ.
Η νομολογία έχει κωδικοποιηθεί στις ακόλουθες ορκέτ:
Οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών, συναρτώμενες προς τη σπουδαιότπτα του λειτουργπματος, την ιδιαίτερη κατάσταση, τκ υποχρεώσεις και τους περιορισμούς των λειτουργών αυτών σε' σχέση προς την ανάγκη της οοροοκοσσκ
απονομπς τικ δικαιοσύνης, ως βασικπς λειτουργίας του κροτοικ. από πρόσωπα που απολαμβάνουν προσωπικπκαι λειτουργικπ ανεξαρτησία και
καλύπτονται από το θεσμό τικ ισοβιότπτος, πρέπει να είναι ανάλογες προς το κύρος της ανεξάρτηττκ δικαστικπς εεουοκκ. ως μιας από τις τρεκ
συντεταγμένες εεοαοιετ. Προς εξασφάλιση υκ
ανεξαρτπσίας τικ Δικαστικπς λειτουργίας, η οποία αποτελεί και το κύριο στοιχείο που την καθιστά ισότιμη και ισοδύναμπ προς τις άλλες δύο
εεουοϊετ, το Σύνταγμα αναγνωρίζει λειτουργικπ
και προσωπικπ ανεξαρτησία στους δικαστές και
εξαρτά την ανεξαρτησία5Ο τπς σικοιοοονικ από
την ανεξαρτησία των δικαστών. Εγγύηση προς εξασφάλισπ τπς ανεξαρτησίας αυτπς, το Σύνταγμα
θεωρεί και την Ιδιαίτερη μισθολογικπ μετωαίριοσ
των δικαστών, την οποία καθιερώνει ευθέως. Συνεπώς, οι αποδοχές αυτές πρέπει να είναι διακεκριμένες, καθοριζόμενες από τη νομοθετικπ εξουσία αυτοτελώς για τους δικαστικούς λειτουργούς, σε επίπεδο σνωτερο έναντι όχι απλώς των
διοικπτικών υπαλλΠλων, αλλά έναντι όλων των
άλλων λειτουργών και αξιωματούχων του δημοσίου τομέα. Κατ' ακολουθία τούτων, πλην της
κατά το άρθρο 100Α του Συντάγματος συνδέσεως των αποδοχών του κυρίου προσωπικού του
Νομικού Συμβουλίου του κρότοικ με τις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών, απαγορεύεται
από το Σύνταγμα η μισθολογικπ εξομοίωση λειτουργών του δημοσίου τομέα, n άλλων προσώπων, μπ σχετιζομένων προς τπν οργανική σύνθεση των Δικαστηρίων, προς τους δικαστικούς λειτουργούς. Το μισθολόγιο των δικαστικών λειτουργών, π κατάρτιση του οποίου θεωρείται ζήτημα τόσο σοβαρό, ώστε να αποτελεί αντικείμε-

49. Βλ θ. Φορισάκπς, -Νεότερες

δικαστικές

αποδοχών των δικαστικών λειτουργών.,
και Χ. Χρυσσνθάκπς,

.Η Δικαιοσύνη

Σύνταγμα 1975/1986/2001.,

οψεκ τικ

στο αναθεωρπμένο

ΝοΒ 50/2002. 69 (79).

δικαστικής ανεξαρτησΙαςι,

νο -ειδικού. οργανικού νόμου, σφορά αποκλειστικώς και μόνο τους κατά την παρ. 1 του άρθρου 88 του Συντάγματος δικαστικούς λειτουργούς, δηλαδΠ εκείνους που αποτελούν το δικαστικό προσωπικό των κατά το Σύνταγμα οργανωμένων Δικαστηρίων, και όχι. άλλες κστονοριε«
προόώπων. Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε μισθολΟγική εξομοίωση
καθ' οιονδπποτε τρόπο παραηομππ ή αναφορά στις αποδοχές των δικαστικών
λειτουργών για τον καθορισμό των αποδοχών
διοικητικών υπαλλΠλων, δημοσίων λειτουργών,
ή άλλων προσώπων ασχέτων προς την οργανική
σύνθεση των δικαστηρίων, θεσπιζόμενπ υπό το
κράτος τικ ιωωοτ των ως άνω διατάξεων του
Συντάγματος, είναι αντισυνταγματικπ και, για το
λόγο αυτόν, ανίσχυρη (βλ. ΣτΕ 2080/1950, Ολομ.
2928/1986, Ολομ. 4542/1986, 2477/1987, 1688/
1991, 3122/1991, 3670/1994 Ολομ. 2199/1997,
πρακτικό Ολομελείας ΣτΕ 17/1985, ΠΕ 135/1994,
Ολομ. ΑΠ 12/1988 Ολομ. ΕΣ 1432/19881.

n

8. Η κριτική στη νομΟλογία μέχρι το 200551 Η κρίση
Η κρίση αναφορικά με τκ ευνοϊκές για τους
δικαστές αποφάσεις αναλύεται, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει έγκυρος αρθOγρόφoςS2:-[άπο έ-

χει προκαπέσεl π απόφσσπ του Μισθοδlκείου για
τις αποδοχές των δικαστικών πειτουργών με
πρωταγωνlστές τα ππεκτρονlκά μέσα και τα τπΠεπαράθυρα. Καιτι δεν έχει ακουστεί: από το ότι
ο μισθός του διοικπτού τπς Α νεξάρτπτπς Apxr'ic
δεν μπορεί να ππφθεί υπόψπ γιατί ο τεπευταίος
είναι μεrαKππτός (προσωρινός) δπμόσιος υπάππππος και όχι μόνιμος. όπως ο δlκαστr'iς. μέχρι
του ότι όταν οι δάσκαποl έχουν χαμππούς μισθούς. δεν μπορεί οι δικαστές να έχουν υψπΠούς. Η ταχύτπς τπς Enoxr'icαποτρέπει όχι μόνον
τπν έρευνα. αππά ακόμα και τπν ερώτπσπ από
τους κυρίους των τππεπαραθύρων σε κάποιον
γνώστπ. Από το πρώτο έτος τπς Νομικr'iς,οι φοιτπτές διδάσκονται πως το Σύνταγμά μας καθιερώνει ευθέως τπν apxr'iτπς διακρίσεως των τριών πειτουργιών (νομοθετικr'iς. εκτεπεστικr'iς και
δlκαστlκr'iς),τις οποίες θεωρεί ισοδύναμες και ισότιμες. Ακόμα, οι καθπγπτές διδάσκουν ότι μό-

ρυθμΙσεις

ΕΔΔΔ 1983. 3 επ.

50. Βλ. Μ. Πικραμένος .Κλασσικές εγγυήσεις
τετ

329

και αθέα-

Δ!Vη 2005. 1611.

51. Οπότε όρχισε να λειτουργεΙ

το δικαστήριο του άρ-

θρου 88 παρ, 2 Σ. Η Ιδια ΚΡΙΌκή επαναλαμβόνεται

με πα-

ραλλαγές και σήμερα.
52. Βλ. φύλλΟ εφπμερίδας
ΠΑΠΙΝΙΑΝΟΙ.

σο

Βήμα.

σκ

12/11/2006,

ΕΜΗΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΙΥΝΗ

330

νο διά τπς ισοδυναμίας και τπς ισοτιμίας των πειτουργιών επιrυγχάνεται n πραγματικπ και αποτεπεσματικπ διάκρισπ αυτών που αποτεπούν το
βάθρο τπς οργανώσεως και πειτουργίας τπς ενιαίας κρατικπς εξουσίας και του Κράτους Δικαίου. Για τπ δΙKασrΙKΠ πειτουργία καθιερώνεται n
ανεξαρτπσία τπς και το Σύνταγμα αναγνωρίζει
πειτουργικπ και προσωπικπ ανεξαρτπσία σroυς
δΙKασrές. Το Συμβούπιο τπς EΠΙKρσrείας έχει δεχτε( ότι προς διασφάπισπ τπς ανεξαρτπσίας αυτπς το Σύνταγμα επιτάσσει και τπν ιδιαίτερπ μισθοπογικπ μεταχείρισπ των δΙKασrών. Πρακτικά
μπορούμε να καταππξουμε σro συμπέρασμα ότι
πόγω τπς αναγνωρίσεως τπς ισοδυναμίας και τπς
IoorII.ifat; των πειτουργιών, όποι οι υππρετούντες
σε αυτές πρέπει να αμείβονται ομοιόμορφα. Το
άρθρο 63 § 1 του Συντάγματος ορίζει ότι οι βουπευτές δικαιούνται αποζπμίωσπ και δαπάνες και
το ύψος τους καθορίζεται με απόφασπ τπς οπαμέπειας τπς Boυf!rίς. Στις 22.12.1964 n Βουππ αποφασίζει (συνεδρίασπ ΚΔ' τπς 22.12.19641, εφαρμόζοντας το άρθρο 75 του Συντάγματος του
1952, αντίσroιxo προς το άρθρο 63 του ισχύαντος Συντάγματος, ότι: "Η μπνιαία βουπευτικπ αποζπμίωσπ είναι ίσπ προς το σύνοπον των μπνιαίων αποδοχών (μετά του ανωτάτου ορίου των
πάσπς φύσεως παρεχομένων επιδομάτων και
προσαυξπσεων1 του Ανωτάτου δΙKασrΙKoύ πειτουργού". Η απόφασπ αυτή διατπρπθπκε σε ισχύ
με τπν § 1 του άρθρου 1 του Ζ,/1975 Ψπφίσματοτ τπς AναθεωρπrιKπς Boυf!rίς (ΦΕΚ23/18.2.
1975 r. ΑΊ και ισΧύει και κατά το ισχύον (άρθρ.
111 § 21 Σύνταγμα. Κανένας δεν ασχοππθπκε με
τπν πιο πάνω εξομοίωσπ βουπευτών με τους διKασrές, δεχόμενος προφανώς το αυτονόπτο, πτοι ότι έτσι είναι αφού έτσι επιτάσσει το Σύνταγμά μας. Εξάππου, τέτοιες εξομοιώσεις έγιναν και
σro παρεπθόν και δεν ασχοπήθπκαν με αυτές τα
μέσα ενπμέρωσπς. Το 1999 το Συμβούπιο τπς Επικρατείας (5989/19991 δέχτπκε ότι το πμισυ των
αποδοχών του δΙKασrπ απαππάσσεται του φόρου
εισOδrίματoς, όπως απαππάσσεται του φόρου το
πμισυ των αποδοχών του {30υπευτού και κατά το
άνω Ζ,/1975 ΨΠφισμα.
Εύπογα, ποιπόν, αναρωτιέται κανείς αν επιδ(.
ωξπ μας είναι σroυς ανεφάρμoσroυς νόμους να
πρoσrεθεί και ένα ανεφάρμoσro Σύνταγμα, όπως
xαρακτπρισrΙKά έγραψε ο καθπγπτπς του ΣυνταγμαrιKOύ Δικαίου Ν. Κ. Απιβιζάτος αναφορικά
με το περί βασικού μετόχου άρθρο του Συντάγματος (ΔιΜΜΕ2004, σεΠ. 161.•.

ε

48(2007)

Η κριτική53 σrις σχετικές δικαστικές αποφάσεις
προβάλλει μεταξύ άλλων και τκ ακόλουθες απόψεις:
α.- «Ο δικαστής δεν μπορεί να κρίνει, ούτε άμεσα, ούτε έμμεσα τπν ιδία αυτού υπόθεσnS4.,
και ότι
β.- «Οδικαστής δεν μπορεί να υποκαθιστά τον
νομοθέτπ και μάλιστα, σε βάρος των προβλέψεων του κρατικού προϋπολογισμού55 '. Στπν κριτική αυτή θα μπορούσαμε να πούμε:
α) Οι σχετικές δικαστικές αποφάσεις στις οποίες γίνεται π ανωτέρω κριτική, δεν μπορούσαν σε
καμιά αΠΟλύτως περίπτωση να επιτρέψουν ή να
ανεχθούν τπν παραβίασπ από τον νομοθέτπ υπερκείμενων κανόνων δικαίου (όπως του Συντάγματος ή τικ Συμβάσεως Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων) σε βάρος των δικαιωμάτων των Ελλήνων
πολιτών. Η παραβίασπ αυτή, όπως παγίως έχει
κριθεί για τκ υποθέσεις όλων των Ελλήνων πολιτών, δπμιουργεί υποχρέωσπ αποζπμιώσεως κατ'
άρθρο 105 ΕισΝΑΚ. Η επιλεκτική παραβίασπ τπς
αρχής τικ ισότητας καθιστά τον νόμο αντισυνταγμστικό και εντεύθεν γεwά δικαίωμα αποζημιώσεως, από τπ βλάβη που υπέστπ ο θιγόμενος,
εν όψει και των διατάξεων σκ ΕΣΔΑ56.Έτσι, η
νομοεέταοη διστάξεων σε αντίθεση με το άρθρο
88 παρ. 2 του Συντάγματος γεwά δικαίωμα αποζπμιώσεως
β) Ως προς το θέμα της οαονόρεοσικ σνοτροπής του προϋΠΟλογισμού57με δικαστικές αποφάσεκ. δηλαδή των αναδρομικών που επιδικάζονται από τα δικαστήρια, για όλους τους ερνσζομένους και όΧΙμόνο για τους δικαστές, έχω τπν
εντύπωσπ ότι τέτοια ρύθμισπ ή άποψη θα ήταν
53. Βλ.
για λόγους

ι. Mσθιoυδάκnς,
ισοσιακ .

σμοω. ΔιΔικ 15/2003.
54. Βλ. αγόρευση
τικ

επιτροπής

-Επέκτασπ ευνοϊκής ρύθμισης

τσσεκ

δικαστικού

ουτοηεριορι-

852εη ..
εισηγητή

αναθεώρπσης

Πλειοψπφίας

στο Πλαίσιο

του Συντάγματος

2001

σε

πρακτικά: σελ 443 - 444.
55. Με αυτή τη λογική καμιά διεκδίκηση

οποιουδήποτε

και με οποιαδήποτε ιδιότπτα δεν θα μπορούσε να ευδοκιμήσει δικαστικά. με :την απλή επίκληση υκ αντοχής του
ηροϋπολΟΥΙσμού. ενώ έτσι π εκτελεστική
γκτη θα χορηγούσε

επιδόματα

κτούς της. Περαιτέρω. τα επιχειρήματα
να αφορούν ευνομούμενες

εξουσία ανέλε-

και αυξήσεις στους εκλεαυτά δεν μπορούν

Πολιτείες στκ οποίες εφορμό-

ζεται η ΕΣΔΑ.
56. Του άρθρου

1 του

Πρώτου Προσθέτου

Πρωτο-

κόλλου.
57. Βλ Ν. ΜπΠιώνπι:. -Η εηίδραση τικ
του κρατικού ηροϋπολογισμού-.

νoμoλoγίaι:

ΕΔΔΔΔ 2005. 701.

εηί

48(2007)

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

αντίθετη με την έννοια του -κροτοικ δικαίου»
αλλά και με τη σύμβαση για τα ανθρώηινα δικαιώματα. Με το άρθρο 1 περ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου τικ Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών Ελευθεριών, που
κυρώθπκε μαζί με τπ σύμβαση με το ν.δ. 537/
1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1
του Συντάγματος, αυξημένη τυπική ισχύ έναντι
των κοινών νόμων, προστατεύεται η περιουσία
του ανθρώπου, στην οποία συμπερΙλαμβάνονται
τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και δη οι περιουσιακού χαρακτήρα σσσιτάσεκ. είτε ανσννωριομενεο με δικαστική ή διαιτητική σοοφασο είτε
απλώς γεwπμένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφ' όσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς ότι μπορούν να ικανοποιηθούν
δικαστικά ΙΟλ. ΑΠ 40/1998).
Έτσι, η τήρηση των προβλέψεων του προϋΠΟλογισμού58 δεν μπορεί ποτέ να ακυρώσει ή να
αναστείλει την επιδίκαση των εύλογων αξιώσεων
των Πολιτών και πολύ περισσότερο δεν μπορεί ν'
ακυρώσει δικαιώματα που έχουν διαγνωσθεί με
δικαστικές αποφάσεις και μάλιστα Ανωτάτων Δικαστηρίων. παράλληλα, με τκ ίδιες σκεψεκ. αποδυναμώνεται πλήρως το επιχείρημα ότι ο δικσσσκ καθίσταται νομοεέτικ.
γ) Ενώ εμπιστευόμαστε τον δικαστή, ο οποίος
μπορεί να ασκεί δικαιοδοτικό έργο στο Δικαστήριο του άρθρου 86 Σ ακόμπ και για τους Υπουργούς, και τον Πρόεδρο τπς Δσμοκοοτκκ; και τον
Πρωθυπουργό, εμπιστευόμαστε το δικαστή να
δικάζει τους βουλευτές, αλλά και τους συναδέλφους του, νεότερους και ορκσιοτέροικ ακόμη και τους Προϊσταμένους του, δεν τον εμπιστευόμαστε να δικάζει τις μισθολογικές υποθέσεκ των συναδέλφων του59 κατά παγκόσμια
πρωτοτυπία.
Διερωτώμαι, όμως, γιατί με την ίδια λογική, ε58. Διερωτώμαι, δεν επιδρούν στον προϋπολογισμό
χαριστικές και αμφίβολης

νομιμότητος

ση χρεών πολλών δισεκατομμυρίων
θετικής ή εκτελεστικής

οι

ρυθμίσεις και όφεμε πράξεις

τικ

νομο-

331

μπιστευόμαατε τον βουλευτή να ψηφίζει το δικό
του ειδικό μισθΟλόγιο και τα προνόμιά του ιστέλειες Κ.λΠ.).
Διερωτώμαι, εξάλλου, πώς η Διοίκησπ μπορεί
να χαρίζει οφειλές πολλών δισεκατομμυρίων σε
εσαεφϋσεκ και ΠΑΕ6Οκαι να ρυθμίζει αυθαίρετα
το μισθολόγιο δημοσίων υπαλλήλων (χωρίς να
υπολογίζει τον προϋπολογισμό) και μάλιστα σε
επίπεδα, υπερβαίνοντα κατά πολύ τους μισθούς
όλων των επικεφαλής των ανεξαρτήτων λειτουργιών του Κράτους, όπως συνέβη με τπν χορήγηση σε άγνωστο αρΙθμό δημοσίων υηαλλήλων ειδικών επιδομάτων με υπουργικές αποφάσεις που δεν δημοσιεύθπκαν κατά την έκδοσή
τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και αφορούν πρόσθετες αποδοχές, όπως ενδεικτικά αποδοχές από δικαιώματα βεβαίωσης και είσπραξης εσόδων υπέρ τρίτων ΙΔΙΒΕΕΤΙ,που χορηγούνται σε όλους τους υπαλλήλους του Υπουργείου
οικονομικών και στους Γενικούς Διευθυντές του
Υπουργείου οικονομικών, του Ελεγκτικού Συνεδρίου, του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και
του Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων.
9. Η Συνταγματική Αναθεώρηση του 2001 και
η δημιουργία του δικαστηρίου του άρθρου
88 ηαρ. 2 συντάγματος
Το άρθρο 88 του Συντάγματος, όπως ισχύει από 17.4.2001, μετά την αναθεώρησή του με το
Ψήφισμα ττκ από 6.4.2001 r Αναθεωρητικής
Βουλής των Ελλήνων ΙΑ' 84), ορίζει στην παρ. 2
ότι: «2. Οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών
είναι ανάλΟγες με το λειτούργημά τοικ, Τα σχετικά με τη βαθμολογική και μισθΟλογική τους ε·
ξέλιξη και με την κατάστασή τους γενικά καθορίζονται με ειδικούς νόμους, Κατά παρέκκλιση από
τα άρθρα 94, 95 και 98, διαφορές σχετικά με τις
κάθε είδους αποδοχές και τις συντόεεκ των δικαστικών λειτουργών και εφόσον η επίλυση των
σχετικών νομικών ζητημάτων μπορεί να επηρεάσει τη μισθολογική, συνταξιοδοτική ή φοοοεονική κατάσταση ευρύτερου κύκλου προσώπων,
εκδικάζονται από το ειδικό δικαστήριο του άρθρου 9961.Το δικαστήριο στις σερκιτωσεκ αυτές

εξουσίας, υπέρ μεγαλοεπιχειρημα-

τιών, υηέρ ΠΑΕ Κ.λη ..
59. Ο δικαστής καθημερινά
το αηοτέλεσμα

επΙλαμβάνεται

υποθέσεων,

των οπο(ων επιδρά άμεσα στη ζωή του,

αλλά διερωτώμαι, τα μέλη του Συνταγμστlκού

δικαστηρίου

60. Βλ. άρθρο 12 του Ν. 3479/2006, γΑ 1009260Π25·
20/0016-20071.
61. Το δικαστήριο

δεν θα δικάζουν υποθέσεις που θα σφορουν τους μισθούς

λειτουργών,

τους και μάλιστα θα επηρεάζουν

άλλπς εποχής και

γίου των δικαστών;

το σύνΟλΟ του μlσθολΟ'

αγωγών Κακοδlκ(ας κατά δικαστικών

το οποίο αποτελεί

έηρετιε

αφού όπως φαίνεται

νομικό απολίθωμα

μιας

να έχει κσταργηθε( από καιρό,

από το σύνολο της αρνπτικής νομο-

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΙΥΝΗ

332

συγκροτείται με τη ουρμετωσί ενός εηιπλέον τακτικού καθηγητπ και ενός επιπλέον δικηγόρου,
όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει τα σχετικά με τη
. συνέχιση τυχόν εκκρεμών δικών». Η τροποποίηση
του άρθρου 99 Σ δεν είχε προταθεί στην προηγουμένη τικ ονσεεωρησεωτ BOυλr'i62και υπάρχει
η άποΨη63ότι η αναθεωρητική διαδικασία παραβιάσθηκε64. Σε εκτέλεση τικ διατάξεως του άρθρου 88 παρ. 2 Σ εκδόθηκε ακολούθως ο ν.
3038/200265, -Για την επίλυση των διαφορών του
άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος και άλλες
διατάξεις. (ΦΕΚΑ' 180, 7.8.2002), στο Κεφάλαιο
Α' του οποίου (άρθρα 1-13) ρυθμίζονται τα θέματα τικ ουνκροτάσεωτ και της δικαιοδοσίας του
ανωτέρω ειδικού δικαστηρίου, της διαδικασίας ενώπιον αυτού και τικ ιωωοτ και των συνεπειών
των αποφάσεών του. Ειδικότερα, στο μεν άρθρο
4 του ν. 3038/2002 ορίζεται ότι: «Στο Ειδικό Δικσσσϊριο που προβλέπεται με το άρθρο 88 παρ.
2 του Συντάγματος υπάγονται οι διαφορές που
αναφέρονται σε κάθε είδους αποδοχές και συντάξεις των δικαστικών λειτουργών και του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του
Κράτους, εφόσον η επίλυση των σχετικών νομι~ών ζητημάτων μπορεί να επηρεάσει τη ρισεολογικπ, συνταξιοδοτικπ ή φορολογική κατάσταση
ευρύτερου κύκλου προσώπων.. Στπ δε παρ. 1
του άρθρου 5 του ν. 3038/2002 ορίζεται ότι: «1.
Το Ειδικό Δικαστήριο εάν κρίνει ότι δεν έχει δικαιοδοσία παραπέμπει την υπόθεσπ στο αρμόδιο
τακτικό διοικητικό δικαστπριο ή το Ελεγκτικό Συνέδριο. Η παραπεμπτική οηόφσσσ είναι δεσμευτική για το δικαστήριο στο οποίο γίνεται η παραπομπή., ενώ στην παρ. 2 ίδιου άρθρου ορίζεται
λογίας του δεν βρήκε ποτέ ευθύνη, και πώς άραγε θα το
έκανε, αφού όπως opfζει το άρθρο 6 του ν 693/1977
δικαστικοί λειτουργοί
αμελείας

ευεϋνοντοι.

-οι

.. ένεκα δόλου. βαρείας

ή αρνησιδικίας, εφ όσον ηροέκυψε

ζημία στον ε-

νάγοντα-.
62. Σύμφωνα με την άποψη του καθηγητή

Φ. ΣπυΡ6nouflou. στο βΙβλίο του Εισαγωγή στο Συνταγματικό Δίκαι·

ο. σελ. 428, η επέκταση της αρμοδιότητας
ου Κακοδικίας είναι αντισυνταγματική.
δεν ηεριλαμβάνονταν

μεταξύ

του δικαστηρί-

αφού το άρθρο 99 Σ

των ονοεεωοοτεων

διατά-

ξεων.
63. Α. rfluκ6ς.
παραγράφου

-το ανίσχυρο

του δευτέρου

εδαφίου της

2 του άρθρου 88 του Συντάγματοc>.

48(2007)

ότι: «2. Το τακτικό διοικητικό δικαστήριο Π το Ελεγκτικό Συνέδριο. εάν κρίνει ότι στη διαφορά
που έχει εισαχθεί απευθείας σε αυτό ανακύπτουν
νομικά ζητήματα η επίλυση των οποίων μπορεί
να επηρεάσει τπ μισθολογική. συνταξιοδοτική ή
φορολογική κστσστσοη ευρύτερου κύκλου σροσώπων. παραπέμπει τη διαφορά αυτή στο Ειδικό
Δικαστήριο. Το τακτικό διοικητικό δικαστήριο ή το
Ελεγκτικό Συνέδριο κρίνει το ζπτημα τικ παραπομπής σε κάθε στάση τικ δίκης και σε κάθε
βαθμό δικαιοδοσίας. Η παραπεμπτική απόφασπ.
όταν καταστεί αμετάκλητη. είναι δεσμευτική για
το ειδικό δικαστήριο>. Στο άρθρο 9 του ν.
3038/2002 ορίζεται ότι: -Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου εφαρμόζονται
αναλόγως κατά τα λοιπά οι διατάξεις του Κώδικα
Διοικητικπς Δικονομίας και συμπληρωματικά οι
διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας •. Εξ
άλλου, με το άρθρο 13 του ν. 3038/2002 ορίστηκε ότι: .Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Α' του
νόμου αυτού εφαρμόζονται στα ένδικα βοηθήματα που ασκούνται μετά την έναρξη της ισχύος
του •. Κατά την έννοια τικ διατάξεως αυτής. στη
δικαιοδοσία του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου
99 του Συντάγματος (με διευρυμένη σύνθεσπ)
υπάγονται οι σκετικέτ με κάθε είδους αηοδοχές
και συντάξεις των δικαστικών λειτουργών διαφορές (και εφόσον η επίλυση των οικείων νομικών
ζητημάτων μπορεί να επηρεάσει τη μισθΟλογική.
συνταξιοδοτική ή φορολογικπ κατάσταση ευρύτερου κύκλου προσώπων), οι οποίες εισάγονται
σ' αυτό με ένδικα βοηθπματα (εισαγωγικά δικόνρσφο) μετά την έναρξη τικ ισχύος του ανωτέρω
νόμου <7.8.2002), (βλ. ΣτΕ 687/2003).
Η δημιουργία του Ειδικού αυτού Δικαστηρίου,
όπως προκύπτει από τις σχετικές συζητήσεις (βλ.
Πρακτικά Αναθεώρησης στκ σελίδες 443, 464.
470. 474, 478), υπήρξε προϊόν τικ οαοσοκψσσϊας μέρους της επιστημονικπς κοινότητος66 αλλά
του Συντακτικού νομοθέτη. στη μέχρι τότε παγία
νομΟλογία των δικαστηρίων που αφορά στκ αποδοχές των δικαστικών λειτουργώγ67 και ιδίως
στην εφαρμονά τικ εαεκτοτισκ ισοτοτοο. Κρίθηκε από τους δημιουργούς του, ότι το Δικαστήριο
αυτό έπρεπε να μεταβάλει την μέχρι τότε πάγια
νομΟλογία και να οδηγπσει τα πράγματα σε άλ-

ΔιΔικ

2002.1134.
64. Υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. ως προς την OVΌσυνταγμοτικότητα,

Σnuρ6nΟURσς.ό.Π .. σελ 155. παρ 59.

65. Ο Νόμος αυτός είναι ατελής και αποτελεί
γάλων προβλημάτων ατπ λειτουργία

αιτία με-

του δικαατηρίου.

66. Βλ θ. Φσρrσάκης .• Το ειδικό δικαστήριο του άρθρου
88 παρ. 2 Σ-. ΝοΒ 50/2002. 84.
67, Με βασική αντίρρηση ότι οι ίδιοι δικάζουν
θέσεις

τοικ.

τκ

υπο-

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΙΥΝΗ

48(2007)

λΟυς δρόμους. Βεβαίως, υπήρξαν και έντονες
φωνέτ αποδοκιμασίας τπς δπμιουργίας του Δικαστπρίου αυτού68.
Ο Υπουργός, βουλευτής και καθπγπτής τπς
Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑΠροκόππς Παυλόπουλος είχε αναφέρει τα εξής στπ Αναθεωρπτική
Βουλή: .Η δπμιουργ{α ειδικού δικαστπρ{ου για τις

1
1

ι
1

απΟδοχές των δικαστικών λειτουργών με βρ{ακει
ενrελώς ανr{θετo. Τπ θεωρώ μειωτικπ και για το
συνrακrΙK6 νομοθέτπ και για τπν {δια τπ δικαιοσύνπ. Ο δικαιοπογπτικ6ς π6γος είναι 6rι βρέθΠκαν ορισμένες αποφάσεις δικαστπρίων -κακώς- οι
οπο{ες στπν ουσ{α ρύθμισαν, κατ' ουσία, τα μισθοπογικά των δικαστικών πειτουργών. Και εξ
αυτού του π6γου, πρέπει να βάλουμε αυτπ τπ
"δικλείδα-, n οπο{α ππγαίνει που; Στο 6τι αναθέτουμε σ' ένα ειδικ6 δικαστπριο, και δπ στο δικαστπριο αγωγών καΚΟδικίας,αυτές τις διαφορές.
Σπμειολογικά δεν ανrιλαμβαν6μαστε, πέραν του
θεσμού γενικ6τερα, 6τι το να αναθέτεις αυτά τα
θέματα στο δικαστπριο αγωγών καΚΟδικίας,σπμαίνει 6τι κάθε φορά που θα μπορούσε ο δικαστπς να διεκδικπσει κάτι τέτοιο, θα ισοδυναμεί με
ένα ε{δος κακοδικίας, στπν οποία έχει υποπέσει
με το να θέλει αππώς και μ6νο να ζπτπσει δικαστικπ προστασία; Απλά δεν είναι μ6νον αυτ6. Υπάρχει μια ανrίφασπ per se σε 6λπ αυτπν τπ διαδικασία. Δεχ6μαστε 6τι για 6πα τα θέματα ο δικαστπς και ιδίως οι οπομέπειες, 6πως προτείνεται
στο άρθρο 100, μπορεί να επέγχει τπ συνrαγματικ6τπτα των ν6μων. Eκr6ς απ6 ένα θέμα, αυτ6
που αφορά τα μισθΟλογικά του, γιατί δπθεν με
αυτ6ν τον rρ6πo ο δικαστπς ρυθμίζει κατά βούππσπ το μισθ6 του! Δπλαδπ, το σπουδαι6τερο
θέμα συνrαγμαΤΙK6τπτας για το οποίο πρέπει να
φοβ6μαστε τπ δικαστικπ εξουσία είναι αυτ6;
...Εσείς που δέχεσθε αυτπν τπν άποψπ πρέπει να
αποδεχθείτε 6τι θα πρέπει να φτιάξουμε περίπου
ένα ειδικ6 δικαστπριο, το οποίο θα εκδικάζει 6πες τις διαφορές των δικαστών, αφού οι δικαστές, κατ' αρχπν, είναι εξ ορισμού ύποπτοι να
κρίνουν θέματα που τους αφορούν. Αυτπ είναι n
πογικπ τπς σχετικπς διάταξπς. Σας το λέω ευθέως, το είχα πει και στπν επιrρoπΠ. Είναι πάθος.
Είναι μεγάλΟ πάθος και δεν πρέπει να οδπγπθούμε προς αυτπν τπν κατεύθυνσπ. (Πρακτικά
Ολομ. Αναθ. Βουλής σ. 597).
Έχω τπ γνώμπ ότι υπήρξε προβλπματική n

δπμιουργία του δικαστπρίου αυτού, διότι δπμιουργήθπκε με συγκεκριμένπ από τις συζπτήσεκ κατεύθυνση και προοπτική και διότι από μερίδα των δικαστικών λειτουργών θεωρήθηκε ότι
η δημιουργία του ήταν n πλέον σημαντική, επίσπμπκαι έμπρακτη αμφισβήτηση του κύρους τικ
αμεΡΟληΨίας69τικ δικαιοσύνης και των λειτουργών υκ. Ήδη, έχει εξαγγελθεί ότι με τη δημιουργία Συνταγματικού Δικαστηρίου, το Δικαστήριο του άρθρου 88 παρ. 2 Σ θα καταργπθεΡΟ.
Η Πολιτεία δεν θέλησε να λειτουργήσει qμαλό
το Δικαστήριο του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγ·
ματος, ούτε το εξόπλισε με όλα εκείνα τα μέσα,
ώστε να είναι δυνατή η υλοποίησπ ττκ αποστολής του: το Δικαστήριο αυτό, που λειτούργησε
για πρώτη φορά τον οκτωεριο του 2005, αντιμετωπίζει συνεχώς δυσχερή και σχεδόν αξεπέραστα προβλήματα και συγκεκριμένα:
1) Οι αποφάσεις του Δικαστπρίου του άρθρου
88 παρ. 2 του Σ είναι αμετάκλητες και δεν υπόκεινται στον έλεγχο άλλου δικαστηρίου, όμως δεν
προβλέφθηκε παράλληλα να μπορεί να λειτουργήσει το Δικαστήριο. σε Τμήμστα και σε Ολομέλεια71, με αποτέλεσμα να προκύψουν αξεπέραστα
προβλήματα στην ενότητα τπς νομολογίας του.
2) Υπάρχει αδυναμία λειτουργίας αντιστοίχου
μηχανισμού του άρθρου 100 παρ. 5 του Συντάγματος, όταν κρίνεται από το ίδιο το δικαστήριο
διάταξη τυπικού νόμου αντισυνταγματική, καθώς
δεν υπάρχει δυνατότητα παραπομπής στη ολομέλεια του δικαστηρίου, σφοϋ δεν προβλέπεται
η λειτουργία τμήματος και ολομελείας.
69. Βλ. ΌΊν αηό 13·5-1999 πρότασπ τικ Εππροηής για
μελέτπ των αναθεωρπτέων

(Πρακτικά

οεομ Αναθ.

Α. Ανδρεουλάκου

και Φ. Κουβέλη

Βουλής σελ. 618, 587-81.

διατάξεων του Σ περί Δικαιο·

σύνπς προς ΣτΕ σε: Ένωσπ Δικαστικών

Λειτουργών

του

ΣτΕ, -Η αναθεώρησπ του Συντ. και το ΣτΕ. σελ. 90.
70.

Βλ.

φύλλο

14/12/2006:

εφπμερίδας

- ...0 υπουργός

πρόβλπμα "θα αντιμετωπιστεί
του Συντάγματος"
μην προβάλλουν

Καθπμερινή.

τοικ

δικαστικούς

οικονομικές

ΌΊν εισοδηματική

ενώ "εξωφρενική"

την απόφασπ του Μισθοδικείου

λογοσκούφπς,

τονίζοντας

οομσοκκ

υιο.

μηχανισμός ώστε ζητήματα μεί-

να επιλύονται

τσι ώστε να μην εκδίδονται
αντίθετες αποφάσεις.

κσ-

ο υπουργός Α-

ότι θα κάνει "ό,ΤΙ περνάει από

το χέρι του" για να αποτραπεί η υλοποίπσή
71. Δεν προβλέφθηκε

ρύθ-

αποφάσεις να σ-

πολΙΤική, επιβεβαίωσε και ο

εκπρόσωπός ΌΊς Κ. Ε. Αντώναρος,

ροκυϊρισε

"να

αξιώσεις". Την

πρόθεσπ ΌΊς κυβέρνησης να προτείνει συνταγματική
νστρέπουν

τπς

δήλωσε ότι το

μέσα από την αναθεώρηση

και παρότρυνε
υπερβολικές

Δικαιοσύνπς

μιση, που δεν θα επιτρέπει σε δικαατικές

ζονος
68. Βλ. αγορεύσεις

333

από μείζονα Ολομέλεια,
από διαφορετικές

έ-

συνθέσεις

334
3)

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΙΥΝΗ
Δεν προβλέπεται τρόπος αντιμετώπισπς τπς

άρσικ των συγκρούσεων των αποφάσεων των
άλλων Ανώτατων δικαστηρίων με το οικσστήριο
αυτό, σε αντιστοιχία με το άρθρο 100 του Σ. Δημιουργούνται σημαντικά προβΜματα με την αντίθετη νομοεονισ των άλλων Ανωτάτων δικαστηρίων και έτσι, για το ίδιο νομικό ζήτημα, προκύπτουν εντελώς διαμετρικά αντίθετες λύσεις72,
χωρίς την παραμικρή δυνατότητα να επιλυθεί το
ζΠτημα. Χαρακτηριστική περίπτωση, είναι το ζπταμσ τικ τοκοδοσίας, της παραγραφπς αξιώσεων
έναντι του Δημοσίου, του εντόκου της αναγνωριστικπς αγωγπς, που για τα ζητπματα αυτά προκύπτουν αντίθετες αποφάσεις του δικαστηρίου73
του ΣτΕ και του ΑΠ Κ.λπ.. Παράλληλα, τεράστια
προβλήματα δημιουργούνται στη λειτουργία του
δικαστπρίου λόγω: α) της ετησκκ θητείας των
μελών του, έτσι ώστε είναι αδύνατη η ολοκλήρωση του δικαστικού έργου μέσα σ' ένα δικαστικό
έτος ισορμετωσϊ σε συνεδριάσεις, διασκέψεις, εισηγπσεις, συγγραφή αποφάσεων, θεώρηση Κ.λΠ.)
αλλά και β) λόγω του τεράστιου όγκου των εκκρεμών δικογραφιών έτος (το έτος 2006 κατετέθησαν απευθείας στη γραμματεία του Δικαστηρίου 2.048 δικόγραφα, εκκρεμούν συνολικά περί τις
4.000 δικογραφίες και προβλέπεται υπό τις παρούσες συνεάκετ η εκδίκασπ 90 υηοεέσεων κστ'
έτος, το πολύ, δπλαδΠ αναμένεται n εκδίκαση
ττκ σπμερινπς δικαστικπς εκκρεμοτητσο σε 44,5
χρόνια!!!!!!!!).
Περαιτέρω, πέραν τπς εύλογπς δυσφορίας των
δικαστικών λειτουργών που αναμένουν την επίλυση της διαφοράς74τους, δημιουργείται και τεράστιος φόρτοτ εργασίας των μελών του δικαστηρίου ηου καλούνται να διεκπεραιώσουν στπν
πλειοψηφία τους τα μέλπ του δικαστηρίου με άλλα πολύ σοβαρά και επείγοντα κσεάκοντσ και
χωρίς την παραμικρπ αμοιβή. Έτσι, η κατάσταση
που έχει δημιουργηθεί στα μέλη του δικαστηρίου
δεν είναι ούτε εωωοισσι. ούτε αποδοτικπ ή μάλ72. Δεν εΙναι δυνατόν για ζητήματα

με[ζονος σημασΙας

να μην μπορεί να δοθεΙ ενιαία και κοινή αποδεκτή
όπως συμβαίνει
του ΑΕΔ. σε όλες

με όλα τα Δικαατήρια.

τκ

λύση.

με το μηχανισμό

άλλες πλην δικαατών

οηοεέοεκ.

73. Βλ. 1/2005 Απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου
άρθ. 88 Σ. ΕΕργΔ 64/2005.

του

1476. ΕφημΔΔ 1/2006. 28 και

Κ.λπ.. βλ. επίσης -τα Προνόμια του

τοκοεοοκκ
Δημοσ[ου εκ βάρος

του noRim- Νομικός Φάκελος. τεωωτ

14 σελ. 13.

ΟλΑΠ 3/2006. Δ/Vη 47/2006.

74.

κοκκ

n.

412 για θέματα

Κυρίμπς. -Και οι δικαστές έχουν το δικαίωμα δί-

δ[κης-. ΔΦορΝ 2006. 647.

48(2007)

λον είναι αφόρητη75. Μέχρι σήμερα δεν έχει εκδοθεί n κοινή οηόφσοσ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που προβλέηεται να εκδοθεί σύμφωνα με τη διάταξη του
άρθρου 11 ηορ. 3 του ν. 3038/2002 και έπρεπε
να εκδοθεί μέσα σε δύο μήνες από την έναρξη
ισχύος του νόμου αυτού, με την οποία καθορίζεται η αποζημίωση που χορηγείται κατά συνεδρίαση στα μέλη του Ειδικού Δικαστπρίου του άρθρου 99 του Συντάγματος για την εκδίκαση των
αγωγών κακοδικίας και με τη διευρυμένη σύνθεσπ των διαφορών του άρθρου 88 του Συντάγματοτ. καθώς και στον γραμματέα αυτού. Έτσι τα
μέλη του Δικαστηρίου έχουν πΜρη δικαστηριακή απασχόλπση, όμως δεν λαμβάνουν αμοιβή
ούτε δικαιούνται να καλύψουν τα έξοδα μετακινήσεώς τοικ,
10. Η νομΟλΟΥία76 του Ειδικού δικαστηρίου
του άρθρου 88 § 2 του Συντάγματος
Σχεδόν στο σύνΟλό τους οι υποθέσεις που επελήφθη77 το Δικσστήριο πσαν αγωγές αποζπμιώσεως του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ σε βάρος του
δημοσίου, σύμφωνα με τις οποίες οι ενάγοντες
δικαστικοί λειτουργοί ισχυρίσθηκαν ότι, προκύπτει ευθύνπ προς αποζπμίωση του Ελληνικού
Δπμοσίου, από τπν εκ μέρους της Ελληνικής Πολιτείας νομοθέτηση με τα αρμόδια κατά το Σύνταγμά τικ όργανα, όταν η νομοθέτηση αυτή γίνεται σε αντίθεση προς υπερκείμενους και ετηκρατούντες κανόνες δικαίου ΙΣτΕ 3587/97.
1141/99. 5/2001). Αηό τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 105 ΕισΝΑΚ. 914, 298 και
937 ΑΚ, προκύπτει ότι, επί αδικοπραξίας, από τπν
εκδήλωσπ του ζημιογόνου γεγονότος, γεν/ιέται,
υπέρ εκείνου που ζημιώθηκε, αξίωση αποζημίωσης. για όλη, και τπ μέλλουσα, προβλεπτπ, κατά
τπ συνήθη πορεία των πραγμάτων ζημία (Α(Ί
1921/1988, ΝοΒ 1989. 1035, ΑΠ 317/1958, ΝοΒ
1958. 980, πρβλ. ΑΠ 316/1986, ΝοΒ 1987. 26).
75. Μάλιστα αξ[ζει να σναφέρω προς δόξα τικ ελευθε·
ρίας ψήφου που το Σύνταγμα κατοχυρώνει

ατο δικαστή.

ότι οι δικηγόροι

μέλη του δΙKaστηρ[oυ υπέστησαν

κόμη υφ[στaνται

σφόρητετ

και σ-

και άθλιες δημόσιες επιθέσεις

για την ψήφο τους από εκείνους που ήθελαν νο κατευθύνουν το δικαστήριο σε διαφορετική
76. Βλ. Γ. Koυμάνroς. -αα
φύλλο εφημερίδας

τκ

κατεύθυνση.

αποδοχές των Δικαστών-.

-Η καθημερινή-.

26/11/2006.

77. Α) Κατά παραπομπή αηό τα λοιπά δικαστήρια.
1894/2006.

κονρσφσ.

441/2006,

Β) Με

σαευεεκκ

κατστεθέντα

ΣτΕ
δι·

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

48(2007)

προκειμένου περί αδικοπραξίας που δπμιουργεί
παράνομη κατάστασπ, π διάρκεια της παράνομης
αυτής κοτόστσσικ δεν ανάγεται στους όρους υπό τους οποίους γεwιέται το δικαίωμα αποζημίωσικ. αλλά έχει σημασία μόνο για τον προσδιορισμό του ποσού τικ αποζημίωσης, συνεπώς, υφίσταται μία και όχι περισσότερες κατ' εξακολούθηση (παράνομες) πράξεις (ΑΠ 317/1958). Η
θέσπιση κανόνων δικαίου που έρχονται σε αντίθεση με υπερκειμένους, καθιερωμένους και επικρατούντες κανόνες δικαίου και ιδίως του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος78 όπως έχει ερμηνευθεί, ή των κανόνων δικαίου που έχουν αυξημένη τυηική ισχύ έναντι των κοινών νόμων,
δημιουργεί αντικειμενική ευθύνη προς αποζημίωση του Δημοσίου από τις διατάξεις του άρθρου
105 ΕισΝΑΚ (Ολ. ΑΠ 13/1991, ΣτΕ 3587/1997,
1141/1999). Ακολουθεί συνοπτική σνσφορά στκ
εκδοθείσες Αποφάσεις του Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 Σ:
1. ΟΙ αποφάΟΕις:

1/2005

και

36/200679 ΕΙδ.

ΔΙΚ. άΡθ. 88 Σ

Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 88 του Σ. Αρμοδιότπτά του για την εκδίκαση διαφορών σχετικών
με τις αποδοχές και ουντσεεκ των δικαστικών
λειτουργών.
Αντισυνταγματική,
κατ' άρθρο
88παρ 2 Σ, η ευνοϊκότερη μισθολογική αντιμετώπιση των λειτουργών του ΝΣΚ έναντι των οργάνων τικ δικαστικής λειτουργίας, εν όψει και του
άρθρου 100Α Σ. Αδικοπρακτική αποζημίωση δικαστή λόγω ασράνομικ νομΟθέτησης80 κανόνα αντίθετου με τη διάταξη του άρθρου 88 παρ 2 Σ
και εντεύθεν κρίθηκε παράνομη νομοεετοσσ αποδοχών δικαστικού αντιπροσώπου ΝΣΚ,σε σκέσπ με τκ αποδοχές των δικαστικών λειτουργών.
Αντικειμενική ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση από την εκ μέροικ τικ Πολιτείας νομοθέτηση ή μη διατάξεων αντικειμένων σε υπερκειμένους κανόνες δικαίου81. Πενταετής82 παρα-

335

γραφή83 τικ αξίωσης κατά του Δημοσίου84.Υποχρέωση του Δημοσίου να καταβάλει τόκους υπερτιμερκκ. το ύψος των οποίων ανέρχεται στον εκάστοτε ισχύοντα τόκο υπερημερίας85, από την
επίδοσπ αναγνωριστικής αγωγήςS6.Χρηματική Jκανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της απαξίωσης από την εφορμονϋ σντιουντονροτισκ
διάταξης (Μειοψηφία: οφείλονται τόκοι μόνον επί κοτοψσφιστισκ αγωγής. Όλες οι αξιώσεις που
αφορούν δημ. υπαλλήλους υπόκεινται συλλήβδην σε διετή ηορονροφό).
2. Η απόφαοπ 4/2006, 27/2006,
2006 ΕΙδ. lJ.IK.άρθ. 88 Σ

28/2006,

29/

Ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση των δικαστών ως εγγύηση για την εξασφάλιση τικ σνεξαρτησίας τοικ. Αδικοπρακτική αΠΟζημίωση,κατ'
άρθρο 105 ΕισΝΑΚ,δικαστή λόγω παράνομης νομοθέτησης. Η επέμβαση του κοινού νομοθέτη
στο συνταξιοδοτικό καθεστώς του δικαστού είναι
επιτρεπτή, μόνον εφ' όσον διατηρείται μία σταθερή αναλογία μεταξύ των συνταξίμων αποδοχών και των αποδοχών ενεργείας αυτού. Κρίση
ότι η παγία αποζημίωση λόγω των ειδικών συνθηκών προσφοράς των υπηρεσιών των δικαστών
(πολύωρη παραμονή στην έδρα, απασχόληση
χωρίς ωράριο εργασίας, Κ.λΠ.)του άρθρου 2 παρ.
6 του Ν. 2521/1997, αποτελεί σημαντικό μέροο
των αποδοχών τους και ότι, κατά συνέπεια, ο μη
συνυΠΟλογισμός της στκ συντάξιμες αποδοχές
αυτών, προσκρούει στις διατάξεις των' άρθρων 87
παρ. 1 και 88 παρ. 2 του Σ. Η διάταξη του άρθρου
10 παρ. 7 του Ν. 3075/2002, καθ' όσον απαγορεύει την αναζήτηση ονσορομικων" ποσών από
τους ενοισφερομένοικ. για το προ τικ 1.1.2003
χρονικό διάστημα για το οποίο έχουν γεγεwημένες αξιώσεις κστά του δημοσίου, αντίκειται στη

82. Βλ. ΣτΕ 1009/2005,

αντίθετα

οι ΑΠ 460/2905,

55/2005 Δ/Vπ 2005.1447,1472.
83. Ε. Λεκlαc;, .Το κράτος
78. χωρίς την επίκληση του άρθ. 4 του Συντάγματος,
79. Στην 36/2006 Απόφαση, μετά την επίλυση του νομικού ζητήματος από την 1/2005 απόφαση, η αγωγή παραπέμπεται προς περαιτέρω εΚδίκασπ στο αρμόδιο δικαστήριο.
ΕΔΔΔ 1997. 543, ΔιοικΔ 1998.

120, Δ/Vπ 2000. 1196, 1199, 1200, 1203, 1213, ΕΔΔΔΔ
2000.121,132,143,
534, ΔΔικ 2000.163,
311, ΝοΒ 48/2000.110.

ό.Π., 1141/1999,

απαιτήσεων του δπμοσίου-, ΕΔΚΑ ΜΖι2005. 881 επ..
85. Βλ. την αντίθετη ΑΠ Ολ 3/2006, Δ/Vπ 47/2006. 412
αλλά και την ΑΠ 849/2005 ΕΕργΔ 2006. 347.
86. Βλ. ΣτΕ 2897/1995,

Δ/Vπ 1997. 1178. ΕΔΚΑ 1996.

20, Ολ ΑΠ 13/1994 Δ/Vη 1994. 1259, ΕΔΚΑ ΛΖ/1995. 106,
ΝοΒ 44. 33, ΕΕΝ 1994. 390, ΑρχΝ 1994. 493, ΕΕργΔ 1995.

ΔΔικ 2000. 488, 495, 501.

81. Βλ. ΣτΕ 3587/1997,

οφειλές

84. Βλ. Ε. Κατσσύρα, .Το ζήτημα της παραγραφής των

με εξαίρεση την 1/2005 οσοφοσο.

80. Βλ. ΣτΕ 3587/1997,

και αναδρομικές

του-, ΔΦορΝ 2006. 966.

ΕΔΚΑ 1999.

Δ/Vπ 2000. 1125, 1199, ΕΔΔΔΔ 2000.

737.
87. Βλ. Ν. Μnflιώvn, .Η περιορισμένπ
καταβΟλής τικ σοντσεαο.

αναδρομικότητα

ΕΔΚΑ 2005. 801.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

336

διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου Προσθέτου
Πρωτοκόλλου τικ ΕΣΔΑ.Η αναγνωριστική αγωγή
ηου στρέφεται κατά του δημοσίου, έχουσα ισότιμη ηροστασία με την κατά του αυτού ως άνω
διαδίκου ως η κστσψοφιστικσ αγωγή, ηαράγει,
και αυτή, τόκους. Η διάταξη του άρθρου 21 του
δΙΤος τικ 26.6/10.7.1944 η οποία καθορίζει το
νόμιμο και της υηερημερίας επιτόκιο σε ποσοστό
6% ετησίωτ. αντίκειται στο Σύνταγμα και ειδικό·
τερα στην αρχή τικ σνσεονκότσττκ. καθώς και
στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και τα πΟλιτικά δικαιώματα. Δεν εφορμόζετσι στην αγωγή
αποζημιώσεως η διάταξη τικ ηαραγράφου 5 του
άρθρου 66 του η.δ. 166/2000 «Κώδικας Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων» δε μη τήρηση
τικ διαδικασίας δεν εηηρεάζει το παραδεκτό της
αγωγής αηοζημιώσεως (Μειοψηφία: Η ένδικη
σισφορσ δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του Ειδικού Δικαστηρίου, παραπομπήστο ΕΣ).
3. Οι αποφάσεις 5/2006 και 7/2006 ΕΙδ. /JJK.
άρ8. 88 Σ
Ειδικό Δικαστήριο άρθρου 88 Σ. Αγωγή αποζημίωσης συνταξιούχου δικαστή κατά άρθρο 105
EισNAΚS8Σ
. τις συντάξιμες89 αηΟδοχές από 1997
έως 2002 δεν υηολογίστηκε η ηάγια αποζημίωση
του ν. 2521/97. Αρμοδιότητα. Προϋποθέσεις παραδεκτού. Δεν απαιτείται η προηγούμενη προσβολή τικ πράξεως κανονισμού συντάξεως με το
οικείο ένδικο βοήθπμα και αναγνώριση τικ παρανομίας σσό ΕΣ. Βάσιμη η αγωγή. Ευθύνη του
Δημοσίου, προς αποκατάστασπ ζημίας, ίσης με το
ποσό που ο ίδιος θα ελάμβανε ως διαφορά συντάξεως από 1.9.1997 έως 31.12.2002. Το όρε.
10 παρ. 7 του ν. 3075/2002, που απαγορεύει την
αναζήτηση αναδρομικών για το προ της 1.1.2003
χρονικό διάστημα, είναι αντίθετο στο άρθρο 1 του
Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.Διακοπή παραγραφής. Άσκηση αναγνωριστικnς σνωγής. Συνέπειες. Αποτελεί όχληση του οφειλέτη.
οφείλονται τόκοι επιδικίας, από της επιδόσεως
στο Δημόσιο, κατά τον εκάστοτε ισχύοντα τόκο υπερημερίας και όχι με 6%. Παραπέμπει στη διοίκηση για υπολογισμό οφειλομένων (Μειοψηφία: Αρμοδιότητα ΕΣγια ότι αφορά στο παρελθόν!.
4. Η απόφασπ 13/2006 ΕΙδ. /JJK. άΡ8. 88 Σ
Ιδιαίτερη μισθΟλογική μεταχείριση των δικα88. Βλ. Ολ ΕΣ 1506/2005, ΕΕργΔ 2005. 1069.
89. Βλ. Ε. KaiIf!fτan, .01 σοντόεεκ
τουργών-, ΔΔικ 2004.1.

των δlKOσtJKών λεl-

48(2007)

στών. Υποχρέωση τικ Πολιτείας προς καταβολή
σε αυτούς, κατ' επιταγή του άρθρου 88 παΡ.2 Σ,
αποδοχών όχι κατωτέρων από τις αποδοχές των
άλλων οργάνων των δύο άλλων κρατικών λειτουργιών (νομοθετικής και εκτεεεσωσκ). Κρίθηκε ότι ο πρόεδρος ττκ Ε.Ε.Τ.Τ.,ο οποίος είναι ανώτατος δημόσιος λειτουργός που προίσταται
Αρχής90ενταγμένης στο πλαίσιο της εκτελεστικής λειτουργίας91, ελάμβανε, υπό μορφϋ αποζημιώσεως, κατά πολύ ανώτερες αποδοχές έναντι
των προέδρων των τριών ανωτάτων δικαστηρίων
της χώρας, που είναι οι επί κεφαλής τικ τρίτης
πολιτειακής λειτουργίας. Το πραγματικό γεγονός
και μόνον, ότι με την ως άνω ρύθμιση, κατά την
ένδικη αεριοσο. οι αηοδοχές του προέδρου τικ
Ε.Ε.Τ.Τ.,ως σύνολο λαμβανόμενες, ανήλθαν σε
ύψος ανώτερο από αυτές των τριών προέδρων
των ανωτάτων δικαστηρίων, έχει ως συνέπεια
την ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατ'
εφορμονη του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, λόγω τικ α) κατά παράβαση του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος
νομοεεταοοτ των αποδοχών του ανωτέρω, αλλά
και β) εκ τικ ηαραλείψεως των οργάνων τικ νομοεετικότ; εξουσίας να θεσπίσουν ρύθμιση με
την οποία οι ααοσοκέτ των τριών προέδρων των
ανωτάτων δικαστηρίων ανέρχονταν κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, τουλάχιστον στο αυτό ύψος με τις αποδοχές του προέδρου' της Ε.Ε.Τ.Τ.,
οι δε αποδοχές των λοιηών δικαατικών λειτουργών διαβαθμίζονταν αναλόγως. Εξ άλλου δεν υφίσταται αλλά και δεν απαιτείται να αναζητηθεί
οποιαδήποτε αντιστοιχία των προϋπΟθέσεων και
των συνθηκών οσκασικ του λειτουργήματος των
προέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων και των
λοιπών δικαστικών λειτουργών με αυτό του αροέδρου τικ Ε.Ε.Τ.Τ.αφού αποτελεί όργανο ττκ εκτελεστικής λειτουργίας και η αμοιβή καθορίσθηκε ανώτερη των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας κατά παράβαση τικ Συνταγματικής διατάξεως του άρθρου 88 παρ. 2 Σ. Είναι δε, εν όψει
των ανωτέρω, απορριπτέα τα προβαλλόμενα από
το Δημόσιο περί του ότι δεν μπορεί να γίνει σύγκριση των αηοδοχών του ηροέδρου υκ Ε.Ε.Τ.Τ.
με αυτές των δικαατών γιατί, όπως προβάλλεται,
οι αποδοχές στην Ε.Ε.Τ.Τ.αποτελούν κίνητρο για
την προσέλκυση ικανών στελεχών από τον ιόιω90. Βλ. ΣτΕ ΠΕ 586/2002, ΣτΕ 4126/2005.
91. Βλ. ΑΙΙ. Πσρσράς, .01 ανεξόρτnτες
χές-, ΕφημΔΔ 1/2006, 123επ ..

δlΟIΚΠΌκές Αρ·

48(2007)

ΕΜΗΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΙΥΝΗ

τικό τομέα και ότι μετά τη λήξη ττκ θητείας του
ο ηρόεδρος θα επιστρέψει στην ανασφάλεια του
ιδιωτικού τομέα από τον οηοίο αποκόπτεται όσο
διάστημα υπηρετεί στην Ε.Ε.Τ.Τ.Οι αποδοχές των
τριών προέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων,
σύμφωνα και με τα προεκτΙθέμενα, αποτελούν
την οροφη του ειδικού μισθολογίου των δικαστών, προς εξασφάλιση δε τικ δικαστικής ανεξαρτησίας πρέπει πάντοτε να διατηρείται αναλογία με τις κατώτερες βαθμίδες τικ δικαστικής ιεραρχίας (ΣτΕ 1688/1991). Εξάλλου η παροχή περαιτέρω ειδικών κινήτρων από την Πολιτεία για
τη στελέχωση των υπηρεσιών τικ εκτελεστικής
λειτουργίας, με τα κατάλληλα πρόσωπα ειδικών
προσόντων και κύρους δεν μπορεί να οδηγεί ευθέως στην παραβίαση των διατάξεων του άρθρου
88 παρ 2 του Συντάγματος, όπως αυτό έχει ερμηνευθεί από την παγία νομΟλογία των δικαστηρίων. Όπως ήδη έχει κριθεί, με την 1/2005 απόφσσο του Δικαστηρίου αυτού: Α) Οι αποδοχές
των δικαστικών λειτουργών, κατά το άρθρο 88
παρ. 2 του Συντάγματος, επιβάλλεται, πάντοτε
και χωρίς καμιά απολύτως παρέκκλιση να είναι ανάλογες με το λειτούργημά τους, με την έννοια
ότι οι αποδοχές αυτών, ως φορέων υκ τρίτης ανεεόρταττκ πολιτειακής εξουσίας, πρέπει να είναι σαφώς, κατά το άρθρο 88 οαρ. 2 του Συντάγματος, διακεκριμένες και αυξημένες έναντι όλων
των άλλων λειτουργών ή υπαλλήλων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στις άλλες δύο λειτουργίες του ΠΟλιτεύματος, χωρίς καμιά αΠΟλύτως εξαίρεση ή παρέΚΚλιση. Σε αντίθετη περίπτωση,
δεν θα είχε κανένα νόημα η επιταγή του άρθρου
88 παρ. 2 του Συντάγματος. Β) Η θέσπιση κανόνων δικαίου, που έρχονται σε αντίθεση με υπερκειμένους κανόνες δικαίου, όπως διατάξεις του
ιωωοντοτ Συντάγματος ή των κανόνων δικαίου
ηου έχουν αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων, δημιουργεί αντικειμενική ευθύνη
προς αποζημίωση του Δημοσίου, κατά τκ διατάξεις του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ. Παραπέμπει, κατά
τα λοιπά, προς εκδίκαση, την υπό κρίσιν αγωγή
στο τριμελές Διοικητικό πρωΤΟδικείοΑθηνών92•
5. Η απόφααπ

17/2006

Εlδ. ΔιΚ. άΡθ. ΒΒ Σ

Η επίλυση του σχετικού νομικού ζητήματος
μπορεί να επηρεάσει τη μισθΟλογική κατάσταση
ευρύτερου κύκλου προσώπων. ΤΟ Δικαστήριο α92. Εξεδόθη η με αριθμό 1445/2007 Απόφαση του Τρι·
μελούς Διοικητικού

ηρωΤΟδικε(ου Αθπνών.

337

ποφαίνεται κυριορκικώτ για το νομικό ζήτημα, αν
δηλαδή γεwιέται ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, από το γεγονός ότι ο νομοεέτικ παρέλειψε να καθορίσει ότι οι κορονοομενετ στον
Πρόεδρο τικ Ε.Ε.Τ.Τ. αποδοχές καταβάλλονται
και στους Προέδρους των Ανωτάτων Δικαστηρίων
και κατ' αναλογία και στους λοιπούς δικαστικούς
λειτουργούς. Η αρχή της ισοτιμίας των συντεταγμένων εξουσιών, που καθιερώνεται με τα άρθρα 26, 87 παρ. 1 και 88 παρ. 2 του Συντάγματος,
δεν έχει την έννοια ότι οι αποδοχές όλων όσων
ασκούν, ως φορεκ ή όργανά τοικ. δημόσια λειτουργήματα και αξιώματα, πρέπει να είναι κατ' ανάγκη του αυτού ύψους. Οι αποδοχές καθενός·
πρέπει να προσδιορίζονται όXJμόνο με βάση την
Ιδιότητά του ως οργάνου συντετσνμενικ εξουσίας αλλά και με βάση τις συνθήκες που είναι
σύμφυτες με την άσκηση κάθε λειτουργήματος ή
αξιώματος. Οι απΟδοχές των δικαστικών λειτουρ·
γών, κατά τη θέληση του συντακτικού νομοθέτη,
πρέπει να είναι υπέρτερες από τις αποδοχές κάθε άλλου δημόσιου λειτουργού ή υπαλλήλου
που κατέχει οργανική θέση και σταδιοδρομεί στο
Δημόσιο, οποιαδήποτε θέση και αν ουτότ κοτέκει ΤΟΣύνταγμα όμως δεν εμΠΟδίζει το νομοθέτη ούτε την κανονιστικώς δρώσα διοίκηση να καθορίζουν οσοσοκεο δημόσιων λειτουργών ή υπαλλήλων υψηλότερες κατά περίπτωση από τκ
απΟδοχές των δικαστικών λειτουργών εφόσον οι
πιο πάνω λειτουργοί ή υπάλληλοι τελούν σε καεεστωτ διαφορετικό από το κοεεστωο των δικαστικών λειτουργών, χωρίς να είναι υποχρεωτικό
να καταβάλλονται στην περίπτωση αυτή οι υψηλότερες αυτές αποδοχές και στους δικαστικούς
λειτουργούς. Δεν υπάρχει υποχρέωση από το
Σύνταγμα να καταβληθούν στον Πρόεδρο του Α·
ρείου Πάγου και κατ' αναλογία στους άλλους δικαστές οι αποδοχές που, κατά τα ανωτέρω, χορηγούνται στον πρόεδρο τικ Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, ο οποίος καμιά
σταδιΟδρομία δεν ακολουθεί στην Ανεξάρτητη
Διοικητική Αρχή γιατί οι αποδοχές του Προέδρου
τικ πιο πάνω Επιτροπής συνάπτονται προς τις ειδικές συνθήκες οσκϋσεωτ του λειτουργήματός
του. Οι αποδοχές φέρουν πρΟδήλως τον χαρακτήρα κινήτρου. Υπό τις Ιδιαίτερες αυτές συνθήκετ. δεν εμποδίζεται ο νομοεετικ να προσδιορίζει κατά περίπτωση τις αμοιβές των Προέδρων Α·
νεξάρτητων Αρχών ανάλογα με τις συνθήκες τικ
αγοράς εργασίας, δεδομένου ότι πρόκειται για αμοιβές που ευθυγραμμίζονται με τις αηαιτήσεις

338

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΙΥΝΗ

της αγοράς αυτής και δεν σχετίζονται με την αξιολόγηση δημόσιου λειτουργήματος. Οι ανωτέρω ειδικές συνθήκες και λόγοι που δικαιολογούν
τη χορήγηση αυξημένων αποδοχών στον Πρόεδρο τπς Ε.Ε.Τ.Τ.δεν συντρέχουν για τους δικαστικούς λειτουργούς. Επομένως, π υπό κρίση αγωγή κστά τπν πρώτη βάση της πρέπει να απορριφεεί ως αβάσιμη. Κατά τη γνώμπ υκ μειοψηφίας, από τις προεκτεθείσες διστάξεις των άρθρων
26, 87 παρ. 1 και 88 παρ. 2 του Συντάγματος συνάγεται ότι το Σύνταγμα καθιερώνει ευθέως την
αρχή τικ διακρίσεως των τριών λειτουργιών ινομΟθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής), τις οποίες θεωρεί ισΟδύναμες και ισότιμες, αφού μόνον δια τπς ισοδυναμίας και ισοτιμίας αυτών επιτυγχάνεται η πραγματική και αποτελεσματική
διάκριση αυτών, η οποία αποτελεί το βάθρο τπς
οργανώσεως και λειτουργίας τικ ενιαίας κρατικής
εξουσίας και του Κράτους Δικαίου. Το Σύνταγμα
αναγνωρίζει λειτουργική και ηροσωπική ανεξαρτησία στους δικαστές που συγκροτούν τα δικαστήρια και ταυτίζει τπν ανεξαρτησία σκ δικαιοσύνης (και δι' αυτής την ισοτιμία τικ με τις άλλες
δύο λειτουργίες), με την ανεξαρτησία των δικαστών. Εγγύηση για την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας αυτής θεωρεί ο συνταγματικός νομΟθέτης
και την ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση των
δικαστών, την οποία καθιερώνει ευθέως, επιτάσσοντας τπ χορήγηση σε αυτούς αποδοχών ανάλογων προς το λειτούργημά τους, ήτοι προς την
άσκηση τικ δικαστικής λειτουργίας, ΚΟΙ, συνεπώς, λόγω τικ ισοτιμίας τικ λειτουργίας αυτής
προς τις λοιπές δύο, αποδοχών όχι κατώτερων
από τις αποδοχές των αντίστοιχων οργάνων των
άλλων λειτουργιών. Η παραβίασπ των ως άνω
συνταγματικών διατάξεων, με τη χορήγηση αποδοχών σε λειτουργούς που παρέχουν τκ υππρεσίες τους στις άλλες λειτουργίες του Κράτους
μεγαλύτερων από τκ κορηνοϋμενετ; στους δικαστέτ. αποδοχές, έχει ως συνέπεια τπν κατ' ευθείαν εφαρμογή των διατάξεων τικ παραγράφου
2 του άρθρου 88 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 26 και 87 παρ. 1
αυτού, αναβάθμιση των αποδοχών των δικαστών,
με τη χορήγηση και σ' αυτούς, με τον ίδιο τρόπο,
των ίδιων συνολικών αποδοχών που χορηγούνται
στα όργανα των άλλων λειτουργιών (βλ. Ολ. ΣτΕ
3670/1994, πρβ. και Ειδικό Δικαστήριο 1/2005,
ΣτΕ 1688/1991 r Τμ. 7μελ. κ.σ.ι. Από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις συνάγεται, επίσης,
ότι ο κοινός νομοεετικ υποχρεούται όχι μόνον

48(2007)

να θεσπίζει εφ' άπαξ το ειδικό μισθΟλόγιο των
δικαστικών λειτουργών, αλλά και να το αναπροσαρμόζει μέσω πρόσφορης διαδικασίας περιοδικής εεετσσεωτ των εν λόγω αποδοχών σε συσχετισμό και με τις αποδοχές των αντίστοιχων
οργάνων των άλλων δύο λειτουργιών του κρστοικ, Η Ε.Ε.Τ.Τ.είναι ανεξάρτητη διοικητική αρχή
συσταθείσα αηό τον κοινό νομοθέτη, φέρει χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν σε όργανα της
δικαιοσύνης με σκοπό τη διασφάλιση κσεεστωτος ανεξαρτησίας των μελών σκ, αηοτελεί, όμως, όργανο τικ εκτελεστικής λειτουργίας, και
δη διοικητικό όργανο που ανήκει στο νομικό
πρόσωπο του κράτους Ο πρόεδρος τικ Ε.Ε.Τ.Τ.,
ανώτστος δημόσιος λειτουργός που προίσταται
Αρχής ενταγμένης στο πλαίσιο της εκτελεστικής
λειτουργίας, ελάμβανε, υπό μορφή αποζημιώσεως, ανώτερες αηοδοχές έναντι των προέδρων
των τριών ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας που
είναι οι επικεφαλής τπς τρίτης πολιτειακής λειτουργίας, το πραγμστικό δε αυτό γεγονός και
μόνον έχει ως συνέπεια τπν ευθύνη του Δπμοσίου προς αποζπμίωσπ, ο ενάγων θα έπρεπε να
λάβει ως αποζπμίωση τπ διαφορά των αποδοχών
που αντιστοιχεί σ' αυτόν, σύμφωνα με τις σκετικές διατάξεις του ειδικού μισθΟλΟγίου των δικαστικών λειτουργών, η δε υπόθεση θα έπρεηε να
παραπεμφθεί στο Διοικητικό πρωτοδικείο Αθηνών για περαιτέρω εκδίκαση.
Η σύγκριση, όμως, των αποδοχών του προέδρου πρωτΟδικών με τκ αποδοχές του γενικού
διευθυντή δεν είναι εφικτή, δεδομένου ότι ο
βαθμός του προέδρου πρωτΟδικών δεν συνιστά
ανώτατο βαθμό τικ δικαστικής ιερορκκκ. Η σύγκριση των αποδοχών δικαστικών λειτουργών
που υπηρετούν στπν ανώτατπ βαθμίδα τπς δικαστικής ιεραρχίας με τις αποδοχές δημόσιων υπαλλήλων που υπηρετούν στην ανώτατη βαθμίδα της υπαλληλικής ιεραρχίας, βασίμως, κατ' αρχήν, προβάλλεται, εάν διαπιστωθεί ότι κατά το
ένδικο χρονικό διάστημα ανώτατοι δικαστικοί
λειτουργοί (ΣύμβουλΟΙ Επικρατείας, Αρεοπαγίτες
και Σύμβουλοι Ελεγκτικού Συνεδρίοω ελάμβαναν
αΠΟδοχές κατώτερες των αποδοχών των Γενικών
Διευθυντών ανακύπτει ευθύνη του Δημοσίου
προς αποζημίωσπ. Απορρίπτει την κρινόμενη αγωγή κστά τις δύο πρώτες βάσεις τικ. Απέχει να
αποφανθεί οριστικώς ως προς την τρίτη βάση Επιβάλλει στο εναγόμενο Δημόσιο να αποστείλει
στο Δικαστήριο τα αναφερόμενα στο αιτιολΟγικό
στοιχεία.

48(2007)

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΙΥΝΗ

6. ΟΙ αποφάσεις 18/2006 και 19/2006 Ειδ. Δικ.
άΡθ. 88 Σ
Η διάταξη του άρθρου 88 παρ. 2 Σ αποκλείει
ατομικές υποθέσεις ή υποθέσεις που σφοροϋν
περιορισμένο αρΙθμό προσώπων και που δεν ουνιστούν «συλλογικές- οιαφορέτ. όπως είναι και
των δικαστικών λειτουργών στους οποίους, ύ·
στερα από αίτησή τοικ. χορηγείται εκπαιδευτική
άδεια απουσίας στην αλλοδαπή.
7. Η απόφασπ 21/2006 Ειδ. Δικ. άΡθ. 88 Σ
Εγγύηση προς εξασφάλιση τικ ανεξαρτησίας
το Σύνταγμα θεωρεί και την Ιδιαίτερη μισθολογι·
κή μεταχείριση των δικαστών, την οποία καειερώνει ευεεωτ. επιτάσσοντας τη χορήγηση σ' αυ·
τούς αποδοχών ανάλογων προς το λειτούργημά
τοικ. Ως αποδοχές νοούνται οι χορηγούμενες με
οποιοδήποτε τρόπο, στον οποίο περΙλαμβάνεται
και η θέσπιση Ιδιαίτερης φορολογικής μετοκεφισής93τοικ. Εν όψει αυτών καθώς και τικ εξίσωσικ. με την από 22.12.1964 σηόφαση ττκ Βουλής (διατηρηθείσα σε ισχύ με το άρθρο 1 παρ. 1
του Ζ/1975 Ψηφίσματος τικ Ε' Ανσθεωρητικήο
Βουλής, το οποίο, κατά την παρ. 2 του άρθρου
111 του Συντάγματος, ,εξακολουθεί να ισχύει, εωσότου τροποποιπθεί ή καταργηθεί με νόμο),
τικ βουλευτικής αποζημίωσης με τις αποδοχές
των ανώτατων δικαστικών λειτουργών, η διάταξη
τικ παρ. 1 του άρθρου 5 του Ζ/1975 Ψηφίσμα·
τος, με την οποία αυξήθηκε το καθαρό ποσό ττκ
βουλευτικής αποζημίωσης με την απαλλαγή από
τον φόρο ειοοοήμοτοτ του μισού ποσού τικ. είναι εφαρμοστέσ και επί των αποδοχών των δικαστών, προς διαφύλαξη των συνταγματικών αρχών της διάκρισης των λειτουργιών, τικ ισοτιμίας
και ισοδυναμίας αυτών και τικ ανεξαρτησίας τικ
δικαστικής λειτουργίας. Η σύνταξη των αποχωρούντων από την υπηρεσία δικαστών, η οποία,
όπως και η σύνταξη των συνταξιούχων βουλευτών, οι ασφαλιστικές παροχές (κύριες και επικουρικέτ συντάξεις, μερίσματα Κ.λΠ.) που λαμβάνουν οι συνταξιούχοι οικσστέτ λόγω της ασφαλίσεώς τους κατά τη διάρκεια της δικαστικής
τους υπηρεσίας σε όιάφορα ασφαλιστικά ταμεία
<ΤαμείοΝομικών κ.σι. δεν υπόκεινται σε αυτοτελή φορολόγηση μαζί με τη σύνταξή τους από το
Δημόσιο Ταμείο, αλλά φορολογούνται κατά τις
93. Βλ., όμως, Α. Πρέζα,. -οι διαφορές
στο τρόπο φορολόγησης

σωρκ».

δεν υπόγονταl

ΔΦορΝ 2005. 1916.

που αφορούν

στο ειδικό δlκα·

339

γενικές διατάξεις, αθροιζόμενες με τυχόν άλλα
εισΟδήματά τους (Π.χ. από ακίνητα, κινητές αξίες
Κ.λΠ.), έπρεπε να φοροϋονηεε! αυτοτελώς μόνον το άθροισμα της σύνταξης και του μισθού
που καταβλήθηκαν στον προσφεύγοντα και, συνεπώς, να μην οεροισεοϋν με το ποσό τικ σύνταξης και το ποσό του μισθού, τα λοιπά εισοδήματα που απέκτησε κατά το ως άνω έτος και ειδικότερα, η σύνταξη από το Ταμείο Νομικών και
το εισόδημα από ακίνητα.
8. Η απόφασπ 22/2006. Εlδ_ΔΙΚ, άΡθ. 88 Σ
Στη δικαιοδοσία του Ειδικού Δικαστηρίου υπάγονται μόνο οι οισφορέτ από κύριες ουνταεεκ
των δικαστικών λειτουργών. Αντιθέτως, οι διαφορές από παροχές των οργανισμών κοινωνικής
ασφαλίσεως, όπως οι επικουρικές συντάξεις, που
χορηγούνται από τους οργανισμούς κοινωνικής
ασφαλίσεως σε εκπλήρωση τικ υπό του Συντάγματος (άρθρο 22 παρ. 5) επιβαλλόμενης μέριμνας του ΚΡάτους για την κοινωνική ασφάλιση
των εργαζομένων, υπάγονται στπ δικαιοδοσία
των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, όχι δε
στη δικαιοδοσία του Ειδικού Δικαστηρίου. Έλλειψη δικαιοδοσίας σχετικά με αναδρομική αναπροσαρμογή εηικουρικήτ συντάξεως «σρωγής») δικαστικού λειτουργού.
9. Οι αποφάσεις 23/2006. 24Ί2006 Ειδ. Δικ.
άΡθ.88Σ
Στην υπό κρίσιν αγωγή ο ενάγων ισχυρίζεται
ότι κατά την ένδικη περίΟδο ο πρόεδρος της
Ε.Ε.Τ.Τ.,ο οποίος είναι ανώτατος δημόσιος λειτουργός που προίσταται Αρχής εντσνμενικ στο
πλαίσιο τικ εκτεεεστυοκ λειτουργίας, ελάμβανε,
υπό μορφό αποζημιώσεως, κατά πολύ ανώτερες
αποδοχές έναντι των προέδρων των τριών ανωτάτων δικαστπρίων της χώρας που είναι οι επικεφαλής τικ τρίτης πολιτειακής λειτουργίας και
συνεπώς, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση
του κατ' άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, λόγω τικ παραβιάσεως του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως αυτό έχει ερμηνευθεί από την πάγια νομολογία των δικαστηρίων ΙΟλ ΣτΕ 3670/1994). Το
νομικό αυτό ζήτημα, που τίθεται στην υπό κρίσιν
υπόθεση, επιλύθηκε οριστικωτ με την 13/2006
Απόφαση του δικαστηρίου αυτού- (βλέπε και την
1/2005 Απόφαση του Δικαστηρίου αυτoύJ. Το Δικαστήριο κρίνει ότι, μετά τπν επίλυση του ανωτέρω νομικού ζητήματος με την 13/2006 Απόφασή του, παρέλκει η εξέταση των λοιπών νομικών

340

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΙΥΝΗ

ζητημάτων που τίθενται με τις εηlκουρlκές βάσεις τικ αγωγής, η οποία, πρέπει να παραπεμφθεί στο αρμόδιο Διοικητικό πρωτοδικείο Αθηνών,
το οποίο, εν όψει των ανωτέρω είναι πλέον αρμόδιο να επιλύσει οριστικώς την υπό κρίση διαφορά,
συμμορφούμενο υοωφεωτικωτ ως προς τα εηιλυθέντα νομικά ζητήματα και να αντιμετωπίσει
τα λοιπά ζητήματα που νεννώντσι σχετικά με την
αναγνώριση τικ αξιώσεως προς αποκατάσταση
τικ ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη ο ενάγων,
καθώς και του οψοικ αυτής.
10. Οι αποφάσεις 34/2006, 35/2006 Ειδ. .4lκ.
άρο. ΒΒ r

ο πρόεδρος ττκ Ε.Ε.Τ.Τ.,ο οποίος είναι ανώτατος δημόσιος λειτουργός που προίσταται Αρχής
εντσνμέντκ; στο πλαίσιο τικ εκτεηεστυσκ λεl·
τουργίας, ελάμβανε, υπό μορφή αποζημιώσεως,
κατά πολύ ανώτερες αποδοχές έναντι των προέδρων των τριών ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας που είναι οι επί κεφαλής ττκ τρίτικ πολιτειακής λειτουργίας και συνεπώς το δημόσιο ενέχεται σε απΟζημίωση, λόγω τικ παραβιάσεως του
άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως αυτό
έχει ερμηνευθεί από την πάγια νομΟλογία των
δικαστηρίων ΙΟλ. ΣτΕ 3670/1994). Το νομικό αυτό ζήτημα που τίθεται στην υπό κρίσιν υπόθεση
επιλύθηκε οριστικωο με την 13/2006 Απόφαση
του δικαστηρίου αυτού ως εξής: ι ... ο πρόεδρος
τικ Ε.Ε.Τ.Τ., ο οποίος είναι ανώτατος δημόσιος
λειτουργός που προίσταται Αρχής εντονμεντκ;
στο πλαίσιο τικ εκτεεεστικτκ λειτουργίας, ελάμβανε, υπό μορφϋ απΟζημιώσεως, ανώτερες αποδοχές έναντι των προέδρων των τριών ανωτάτων
δικαστηρίων τικ χώρας που είναι οι επί κεφαλής
τικ τρίτπς ΠΟλιτειακής λειτουργίας, ττκ δικαστικής. Το πραγματικό γεγονός και μόνον ότι με την
ως άνω ρύθμιση, κατά την ένδικη περίοδο, οι απΟδοχές του προέδρου της Ε.Ε_Τ.Τ.,ως σύνολο
λαμβανόμενες, ανήλθαν σε ύψος ανώτερο από
αυτές των τριών προέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων, έχξl ως συνέπεια την ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατ' εφορμονη του
άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού
Κώδικα, λόγω τικ, κατά παράβαση του άρθρου
88 ηορ. 2 του Συντάγματος, αλλά και εκ τικ ησραλείψεως των οργάνων τικ νομΟθετικής εξουσίας να θεσπίσουν ρύθμιση με την οποία οι αποδοχές, των τριών προέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων ανέρχονταν κατά το ένδικο χρονικό διάστημα τουλάχιστον στο αυτό ύψος με τις αποδο-

48(2007)

χές του προέδρου τικ Ε.Ε.Τ.Τ.,οι δε αποδοχές
των λοιπών δικαστικών λειτουργών διαβαθμίζονταν αναλόγως» (βλέπε και την 1/2005 Απόφαση
του Δικαστηρίου αυτού). Κρίνεται δε ότι τα ανωτέρω ισχύουν με το δεδομένο μάλιστα ότι: «npqκειμένου να μπορούν οι δικαστές να ασκούν τα
καθήκοντά τους με αποτελεσματικό τρόπο, πρέπει να εξασφαλίζονται οι κατάλληλες συνθήκες
εργασίας, και ιδίως να εξασφαλίζεται ότι η κατάσταση και Γ) αμοιβή των δικαστών τελούν σε αντιστοιχία προς το κύρος του λειτουργήμστός τους
και το βάρος των ευθυνών τουο <Βλ.οαοφσσο Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων τικ 26.4.
2006 υπόθεση Zubko94 κ.ά. κατά ουκρονίοσ.

11. Αντί εΠlλόνου: Η απόφαση τπς 26.4.2006
του Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (υπόθεσπ ZUbllOκ.ά. καrά ουκρανίας}
Το Συμβούλιο της Ε ικρστείας, έλαβε την ακόλουθη ομόφωνη απόφασή του με αριθμό
5/2006: •...n ΟίΊομέίΊεια δέχθnκε ότι έχει nδn
διατυnωθεί nρότασn σύστασnς ΣuνrαγμOΤΙKOύ
Δικαστnρίου με αρμοδιότnτα τον οριστικό έίΊεγχο
rnc συνταγμαrικότnταc των νόμων. Είναι βέβαιο
ότι μια τέτοια συνταγμστικπ μεταρρύθμισn, που
συνεnάγεται κστ' ουσίαν τον περιορισμό του διάχυτου είΊέγχου συνταγματικότnταc, θρ στοαειοθετπσει rn ΡΙζ}κότερn δυνατπ ανατροππ στο είΊίΊnνικό δlκαιοδοτικό σύστnμα. θα θίξει παραμέrpOuC, συνδεόμενε, με τις αρχέ, του Κράτου,
Δικαίου και rις εΥΥυπσει, αποτείΊεσματικπ, προστασία, των ατομικών δικαιωμάτων, π διαμόρφωσπ των οποίων αποτείΊεί προϊόν μακρά, και
ίΊαμπρπ, συνταγματικπ, παράδοσnc rnc Χώρα,
και αποτυπώθnκε ρnτά στο Σύνταγμα του έτους
1975. Ενόψει αυτού, n ΟίΊομέίΊεια θεωρεί ότι n
σύστασn Συνταγματικού Δικαστnρίου με rnv πιο
πάνω αρμΟδιότnτα θα οδnγnσει σε περιστοίΊπ
του είΊέγχου συνταγματικότπτα, των νόμων και
εκφράζει rnv ανnσυΧία ότι n εξέίΊιξn αυτπ δεν
συνιστά βείΊτίωσn του ισχύοντος συστπματο,
αίΊίΊά ανατροππ rnc υφιστάμενnς ισορροπίας εις
βάρος του Κράτους Δικαίου».
Η επικείμενη αναθεώρηση95 συνιστά από μόνη
τικ κορυφσία θεσμική ηαρέμβαση και η δημιουρ94. Ίδια σκέψη και στην 36/2006 Απόφαση του Ειδ. Δικαστηρίου άρθρου 88 παρ. 2 Σ.

95. Βλ. Δ. ΚαΙΙδπι: -Σκέψεις και ιιροτόσεκ

για την ανα-

θεώρηση του ΣυντάγμστOCΙ, ΔΦορΝ 2006. 325, Α. Ζύγου-

ραι:, -Επί

τοο,

υκ

επικειμένπς

ΑΡχΝ 2006. 157.

αναθεωρήσεως

του Συντάγμα-

48(2007)

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

γία Συνταγματικού Δικαστηρίου96 αποτελεί τεράστιο ζήτημα, αφού μεταβάλλει το μέχρι σήμερα
ασκούμενο σύστημα ελέγχου ττκ συνταγματικότητσο των νόμων σε συγκεντρωτικό. Η σοβαρή
θεσμική αυτή αλλαγή ανατρέπει μια μακρόχρονη
παράδοση του Ελληνικού κράτους και είναι σμφίβΟλΟαν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς σοβαρότατους Κλυδωνισμούς. Αφσιρεί την αρμοδιότητα όλων των δικαστηρίων να μην εφαρμόζουν αντισυνταγματικού ς νόμους Ιδιάχυτος έλεγχος) και εγκαθιδρύει ένα ακόμη ανώτατο δικοστοριο. πάνω από τα ήδη υπάρχοντα, το οποίο
συγκεντρώνει αποκλειστικά την αρμοδιότητα
κρίσης περί οντισυντονμσωωτοτσο των νόμων
και την ακύρωσή τους ισονκεντρωακότ έλεγχος).
Αντίθετες στην ονοεεωρηοη των συνταγματικών
διατάξεων που αφορούν τη Δικαιοσύνη είναι οι
δικαστικές ενώσεις αλλά και το σύνολο σχεδόν
των δικαστών, ενώ ο νομικός κόσμος βρίσκεται
σε σοβαρό προβληματισμό. Αρκετοί θεωρούν ότι,
στόκοτ τικ σνοεεωρηοικ είναι η αποδυνάμωση
και απαξίωση των τριών μεγάλων δικαστηρίων
τικ χώρας και ειδικά του Συμβουλίου της Επικρατείσο, Δεν χωρεί αμφιβολία, ούτε και όσοι υποστηρίζουν την ίδρυση Συνταγματικού Δικσσσιρίου επιτρέπεται να αγνοούν την κομβικπ σημασία
του Συμβουλίου τικ Επικρατείας στο σύστημα ελέγχου τικ ουντονμοτικότητοτ των νόμων. Ο
ρόλος του αυτός και η τήρηση τικ σοράσοοικ
που, από την ίδρυσπ του, υποχρεώνουν, αντί
άλλων, να επαναφέρουμε επιγραμματικά όσα είπε ενώπιον τικ Boυλi1ς της 3014/1911, ο Ελευθέριος Βενιζέλος97: .Ψπφίζoνrες, κύριοι, το περί
Συμβουflίου Επικρατείας άρθρον, etflErE κατορθώσει να θεσπίσεrε δια του ΠΟflιτεύματος πμών
ΑρΧΤίν,π οποία είναι, παρά πάααν άflflπν, KEKflnμένπ όπως auνrEfltan, ίνα και παρ' πμίν π noflIτεία αποβΤί aflnenc; Ποflιτεία Δικαίου, εξασφαflίζουσα εις πάσαν περίπτωσιν τον εφαρμογΤίν του
Νόμου και προστατεύουσα τας εflευθερίας των
ποflιτώll».
Η Συνταγμστική αναθεώρηση δεν μπορεί να αγνοεί, και μέχρι σήμερα δεν βλέπω να αντιλαμβάνονται οι υπέρμαχοί ττκ. ότι για πάρα πολλά
ζητήματα είναι αδύνατη μια τελική δικαστικπ κρί-

96. Βλ Ευ. ΒενιζέΙΙος, .Η ίδρυσπ του Συνταγματικού
κσστηρϊοι».

ΤοΣ 2006. 35.

97. Ο ίδιος, το 1934 έγραφε .Αποχωρών υκ
είμαι ευτωσκ

διότι αφήνω

Δι·

.

εκ

πολιτικής,

τπν χώραν το Συμβούλιον

τικ Επικρατείας», βλ. ΝοΒ 13/1965. 530.

341

ση σε εθνικό επίπεδΟ, με κορσκτηριστκή την περίπτωση του .βασικού μετόχου>. Υπάρχουν δύο
διεθνή δικαστήρια, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των
Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το Δικαστπριο
των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, τα οποία αποφαίνονται τελικά, το ένα για ζητήματα ατομικών δικαιωμάτων, το άλλο για ζητήματα κοινοτικού δικαίου.
Και τα δύο αυτά δικαστήρια, θεωρούν αυτονόητη την υπεροχή των διεθνών κανόνων που
εφαρμόζουν και δεν διστάζουν διόλου να αντιταχθούν σε αποφάσεις Εθνικών Συνταγματικών
Δικαστηρίων.
Τα δικαστήρια αυτά έχουν, εκ των πραγμάτων,
οημερσ. θέση συνταγματικών δικαστηρίων σε
ευρωπαϊκό επίπεδο.
Κανένα, πάντως, Δικαστήριο δεν μπορεί να αποστεί τικ μέχρι σήμερα πάγιας νομοηονκκ αναφορικά με τα μισθΟλογικά ζητήματα των δικαστών, αφού δεν μιιορεί κανείς ακόμη να αγνοή·
σει ότι ήδη το Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει εηιληφθεί και έχει προβεί σε κοίσεκ που επηρεάζουν άμεσα την μελλοντική εξέλιξη του θέματος των μισθολογικών αξιώσεων
των δικαστών.
Η οηόφσοη του δικαστηρίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων αναφορικά με τους μισθούς των δικαστών ανοίγει νέα καινούργια δεδομένα στκ δικαστικές διεκδικήσεις όπως φαίνεται από την:
Απόφαση της 26.4.2006, υηόθεση Zubko Κ.ά. κατά
OυKρaνίας

Η υπόθεση είναι απόρροια τεσσάρων προσφυγών ΙUπ' σριε. 3955/04, 5622/04, 8538/04 και
11418/04) κατά τικ Ουκρανίας, από τέσοερκ Ουκρανούς δικαστές. Οι πρώτος, δεύτερη και τετορτος προσφεύγοντες είναι δικαστές, ενώ ο τρίτος
προσφεύγων είναι συντσεοωωτ δικαστής.
Ο πρώτος προσφεύγων, η δεύτερη προσφεύγουσα και ο τέταρτος προσφεύγων παραπονέθηκαν για τη μακρά περίοδο όρνηοτκ των αρχών να
εκτελέσουν την από 16 Δεκεμβρίου 2002 απόφσοη του πρωΤΟδικείου Pechersl<γτου Κιέβου, η
οποία έκανε δεκτές τις αγωγές τοικ για κστοεολι1 αναδρομικών για μισθούς και ισόβια επιδόματα δικαστικών λειτουργών και αΠΟζπμίωσηςγια
καθυστέρηση της πληρωμής τους και διέταξε το
Υπουργείο Οικονομικών και το Δημόσιο Ταμείο να
καταβάλουν τα επιδικασθέντα ποσά.
Ο τρίτος προσφεύγων παραπονέθηκε για τη
διάρκεια τικ εκτεηεστκ τικ από 14 lανουαρίου

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΙΥΝΗ

342
2002 απόφασπς του πρωτοδικείου
Κιέβου, π οποία έκανε δεκτή
καταβολή

αναδρομικών

πιδόματα

δικαστικών

για μισθούς και ισόβια ελειτουργών

σπς για καθυστέρπσπ

και αποζπμίω-

τπς Πλπρωμής τους και διέ-

ταξε το Υπουργείο

Οικονομικών

Ταμείο να κσταβάλουν

και το Δπμόσιο

τα επιδικασθέντα

ιωωρισμοικ

Στους

Pechersky του

τπν αγωγή του για

τους

το

άρθρο 6 παρ. 1 τπς Σύμβασπς για τπν Προστασία
των Ανθρωπίνων

Δικαιωμάτων

άρθρο
διέθετε

παραβίασε

περιουσίας

1 του

οεϋτερη

10υ Πρόσθετου

πραγματική

αροσφυνή.

Η

κατά το άρθρο

τα παράπονά τπς, βάσει του

διάρκεια

τπς μπ εκτέλεσπς

φασπς που είχε εκδοθεί

με τπ

τπς δικαστικής

ττκ.

υπέρ

των παραπόνων

των πρώτου,

προσφευγόντων

από-

Επί του παραδεύτερπς

βάσει του άρθρου

6 παρ. 1 τπς Σύμβασπς, το δικαστήριο
οι διαφορές

το

ότι δεν

6 παρ. 1 τπς Σύμβασπς σχετικά

μεταξύ διοικπτικών

έκρινε

ότι

αρχών και υπαλ-

κές αρχές

προς τπν οριστική

στέρπσαν,

είναι οι δικαστές,

δεν απολαύουν

απέρριΨε, με

παρ. 1 τπς Σύμβασπς,
του άρθρου

35 παρ. 3, σύμφωνα

με το

έκρινε ότι το άρθρο 6

εφσρμοντκ;

τικά με τπ μπ εκτέλεσπ
απόφασπς,

ratione

τπς Σύμβασπς, κατά τπν

άρθρο 35 παρ. 4. Αντίθετα,
παρ. 1 τυγχάνει

με το άρθρο 6

ως ασυμβίβαστα

mateΓίae με τις διατάξεις
έwοια

σκεσσ

στο παράπονο σχε-

τπς οριστικής

που εκδόθπκε

δικαστικής

υπέρ του τρίτου

Επί του

οσύνπς. Ειδικότερα,
χπ, αφορούσε

10υ Πρόσθετου
δικαστήριο

εκ του
στους

νόμου

ναι

προφανώς

υποχρέωσή

ποιονδήποτε

λόγο

και ως εκ τούτου

για

ο-

πρέπει να

κπρυχθούν παραδεκτά.
Το Δικαστήριο δέχθπκε ότι π μπ πλπρωμή των
οφειλών

εκ των δικαστικών

ται στο γεγονός
σχετικές

δαπάνες

αποφάσεων

οφείλε-

ότι το κράτος δεν πρόβλεΨε τις
στον κρατικό

Προϋπολογισμό.

τους

να παρέχουν

τα επιδόματα

τος. Ως εκ τούτου,

δικαστικούς

που προ-

και ο Νόμος περί του Δικαστικού

λειτουργούς

το

Σώμα-

π κατάστασπ των προσφευγό-

ντων, ιδίως δε π ευαίσθπτπ θέσπ τους ως ανεξαρτήτων δικαστικών λειτουργών, επέβαλλε στκ
αρχές να εκτελέσουν

Ός δικαστικές

τα αναγκαία

ΠαράλειΨπ του κράτους
στους

δικαστές

συμβίβαστπ

ποσά χωρίς καθυ-

να παράσχει έγκαιρα

τα σκετικά

επιδόματα,

νότπτάς τους να ασκούν το δικαστικό

σνεεσρτστσ

και αμερόλππτα,

προστατεύονται

από εξωτερικές

μα

τοικ.

τπ συμπεριφορά
στήριο παρέπεμψε
βουλίου

είναι

α-

τπς ικα-

λειτούργπ-

ούτως ώστε να
πιέσεις

τκ

χουν ως στόχο να εππρεάσουν

τροιυκ

αποφάσεις

με τπν ανάγκπ εξασφάλισπς

που έ-

αποφάσεις

Εν προκειμένω,

και

το Δικα-

στα σχετικά κείμενα του Συμ-

τπς Ευρώππς, όπως

n

Σύστασπ τπς Επι-

Υπουργών για τπν Ανεξαρτπσία,

ται ότι:

ή απαράδεκτα

διαμά-

σύνταγμα

1 του

αβάσιμα

κατά τπν απονομή δικαι-

για τους

βάσει του άρθρου

τπς Σύμβασπς, το

οι οποίοι, επιπλέ-

βλέπουν

των Δικαστών,

ότι τα παράπονα αυτά δεν εί-

μεταξύ

και των συμφε-

π εν θέματι δικαστική

προσφεύγοντες

όλων

Πρωτοκόλλου

έκρινε

ισορροπία

σπ των αρχών από το 1995 ως το 2001, προς τπν

Ευρωπαϊκός

των προσφευγόντων,

ότι

αΠΟζπμίωσπ για τπ μπ συμμόρφω-

παραπόνων

των

περιεχόμε-

για τπν άσκπσπ σπμαντικών

δπμόσιων κσεηκόντων.

τεεεσμστικότστσ

παραδεκτού

εύλογπ

των προσφευγόντων,

προ-

σφεϋνοντοτ.

του

τις διατάξεις
συμπέρανε

του κράτους

ον, ήταν υπεύθυνοι

των εγγυήσεων

το προαναφερόμενο
σκεπτικό και τα παράπονα
τπς δεύτερπς
προσφεύγουσας,
βάσει του άρθρου 13 τπς Σύμβασπς, σε

εν πολλοίς,

επιτεύχθπκε

και να διαθέσουν

του άρθρου 6 παρ. 1. Το δικαστήριο

απόφασπ

βασπς στπν υπόθεσπ του τρίτου προσφεύγοντος.

στέρπσπ.

όπως

για τπ

υπήρξε παραβίασπ του άρθρου 6 παρ. 1 τπς Σύμ-

λήλων που ως εκ τπς θέσεώς τους συμμετέχουν
δικαίου,

ενέργειες

στπν παρούσα υπόθεσπ, οι Oυκρaνι-

στπν άσκπσπ εξουσιών

δπμοσίου

επί δύο έτπ και έξι μή-

του άρθρου 6 παρ. 1 από το ωφέλιμο

ρόντων

σεβα-

Πρωτοκόλλου.

παραπονέθπκε

άρθρου

και τέταρτου

δικαστπρίου

Δεν

διαμαρτυρήθπ-

το δικαίωμα

τους, το οποίο εγγυάται

προσφεύγουσα

13, για να εκφράσει

δεκτού

συμμόρφωσπ

και θεμελιωδών

οι προσφεύγοντες

καν ότι το κράτος

τικ

παραλείποντας

των συμφερόντων

Ελευθεριών.
ΕΠΙΠλέον,
σμού

Ωστόσο,

νες να προβούν στις αναγκαίες

νό τους. Συνεπώς, το Δικαστήριο

ποσά.

επικαλέσθπκαν

48(2007)

τπν Απο-

και το Ρόλο των Δικαστών και ο

Χάρτπς για τπ θεσμική
όπου, μεταξύ

άλλων,

Κατάστασπ
προβλέπε-

.Προκειμένου να μπορούν οι δικαστές να
ασκούν τα καθπκοντά τους με αποτεπεσματικά
τράπο, πρέπει να εξασφαπlΖονταl οι κατάππππες
συνθπκες εργασίας, και lδ(ως να εξασφαπlΖεταl
ότι π κατάστασπ και n αμοιβπ των δικαστών τεπούν σε αντιστοιχία προς το κύρος του πεπουργπματος και το βάρος των ευθυνών τοιτ., . Οι
παράγοντες αυτοί έχουν αποφασ/στικπ σπμασία
για τπν ανεξαρτπσία των δικαστών, ιδίως δε για
τπν αναγνώρισπ τπς σπμασίας του ρόπου τοασ

--

48(2007)

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΙΥΝΗ

ως δΙKασrών, π οποία εκφράζεται μέσω τπς επίδειξπς του δέοντος σεβασμού σro πρόσωπό τους
και τπς επαρκούς οικονομικπς αμοιβπς τους (Σύσrασπ τπς Eπιrρoππς Υπουργών)>>
και .Κατά τπν
άσκπσπ του δΙKασrΙKoύ πειτουργπματος υπό επαγγεπματικπ Ιδιότπτα, ο δΙKασrπς δικαιούται αμοιβπ που επαρκεί για να εξασφαπισrεί π προσrασία του από πιέσεις που έχουν ως σrόxo να
εππρεάσουν τις αποφάσεις του και γενικότερα τπ
συμπεριφορά του σro ππαίσιο τπς δικαιοδοσίας
του, θίγοντας έτσι τπν ανεξαρτπσία και αμεροππΨίατου» (ΕυρωπαϊκόςΧάρτπς).
Κατόπιν των ανωτέρω, π μπ εξασφάλισπ τπς
επαρκούς και έγκαιρπς πλπρωμής τπς αμοιβής
των δικαστών των εθνικών δικαστπρίων και π α- βεβαιότπτα που τους δπμιούργπσε ανέτρεψαν
τπν εύλογπ ισορροπία που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των απαιτήσεων του δπμοσίου αυμφέροντος και τπς ανάγκπς προστασίας των δικαιωμάτων των προσφευγόντων για σεβασμό τπς περιουσίας τοικ. Συνεπώς, μπ συμμορφούμενες
προς τκ δικαστικές αποφάσεις που εκδόθπκαν υπέρ των προσφευγόντων, οι εθνικές αρχές εμπόδισαν για σπμαντικό χρονικό διάστημα τους προσφεύγοντες να εισπράξουν στο ακέραιο τα επιδόματα που δικαιούνταν εκ του νόμου, γεγονός που
θα μπορούσε να τους εμΠΟδίσει να ασκήσουν απερίσπαστατα δικαστικά τους καθήκοντα.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έκρινε ότι η αδυναμία των προσφευγόντων να επιτύχουν εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων που εκδόθηκαν
υπέρ τους επί ένα έτος και τέσσερις μήνες (ο
πρώτος προσφεύγων, η δεύτερη προσφεύγουσα
και ο τέτορτοτ σροσφεονωω και δύο έτη και έξι
μήνες (ο τρίτος αροσφεϋνων: είχε ως αποτέλεσμα την παραβίαση του δικαιώμστος σεβασμού

343

ττκ περιουσίας τους κατά την έννοια του άρθρου
1 του 10υ Πρωτοκόλλου.
Το Δικαστήριο έκρινε επίσης, ότι είναι δυνατόν
να θεωρηθεί ότι οι προσφεύγοντες υπέστησαν
κάποια ηθική βλάβη λόγω των σοβαρών παραβιάσεων που διαπιστώθηκαν, η οποία δεν μπορεί
να αποκατασταθεί μόνο από τη διαπίστωση παραβίασης εκ μέρους του Δικαστηρίου. Έχοντας υπόψη τπν ιδιαίτερη και σημαντική θέση των προ•..
σφευγόντων ως δικαστικών λειτουργών, θεώρησε
εύλογο να επιδικάσει στον πρώτο προσφεύγοντα,
τη δεύτερη προσφεύγουσα και τον τέταρτο προσφεύγοντα το ποσό των 3.000 ευρώ ως αποζημίωση για ηθική βλάβη. Για τον ίδιο λόγο, επιδίκασε
στον τρίτο προσφεύγοντα 5.000 ευρώ.
Μετά από όλα τα παραπάνω καλό είναι οι αρμόδιοι, να ξανασκεφθούν τον τρόπο που αντιμετωπίζουν την δικαιοσύνη και τους λειτουργούς
της και μάλιστα με αφορμή τη Συνταγματική Αναθεώρηση. Τελικά, αν, πράγματι, όλοι θέλουμε
γρήγορη και αποτελεσματική Δικαιοσύνη, νομίζω
ότι καλόν είναι να την οφησουμε ήσυχη, να επιτελέσει την Αποστολή τικ. αφού πρώτα, την εξΟΠλίσουμε με τα μέσα που απαιτούνται, την
προικοδοτήσουμε με πόρους και τη στελεχώσουμε επαρκώς, εξαφανίζοντας ταυτόχρονα τα
δεινά που την ταλανίζουν. Ο Ηράκλειτος, αιώνες
πριν από τπ σημερινή θλιβερή κατάσταση, θεωρεί ότι η «ύβρις. που προέρχεται από έλλειψη
σεβασμού στη Δικαιοσύνη είναι περισσότερο καταστρεπτική και επικίνδυνη από την πυρκαγιά
.ύ/lριν χΡιί α/lεννύνα, μάιιιιον ιί πυρκα,ιίν 98••
Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να πούμε προς όσους απεργάζονται κατά τπς Δικαιοσύνης, όπως
ο Σωκράτης στους Νόμους99: .Τ, ενκαlΙών πμίν
κα, ιπ πόlΙε, επ,χε,ρείς πμάς αΠΟlΙlΙύνα,·.

98. Ηράκλειτος, DIElS, FRAGM 43.
99. Πλότωνος, Κρfτων, κεφ. 12.