You are on page 1of 5

ΤΟ ΚΥΚΝΕΙΟ ΑΣΜΑ

ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΩΦ

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΣΠΟΥΔΗ ΣΕ ΜΙΑ ΠΡΑΞΗ
ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ
ΒΑΣΙΛΙ ΒΑΣΙΛΙΕΒΙΤΣ ΣΦΕΤΛΟΒΙΝΤΩΦ,
γέρος κωμικός ηθοποιός 68 χρονών
ΝΙΚΗΤΑ ΙΒΑΝΙΤΣ,
γέρο-υποβολέας του θεάτρου
Στη Σκηνή επαρχιακού θεάτρου µια νύχτα µετά την παράσταση. Δεξιά κακοφτιαγµένες και
κακοβαµµένες πόρτες πού οδηγούν στα καµαρίνια των ηθοποιών. Στη µέση της σκηνής ένα σκαµνί
αναπoδoγυρισµένο. Στο βάθος αριστερά έπιπλα, χρειώδη της σκηνής και είδη φροντιστηρίου σε
µεγάλη ακαταστασία. Νύχτα. Σκοτάδι. Ο Σφετλοβίντωφ, ντυµένος Κάλχας, βγαίνει απ' το καµαρίνι
του κρατώντας ένα κερί αναµµένο, ξεκαρδισµένος στα γέλια
ΣΦΕΤΛΟΒΙΝΤΩΦ: Βρε τι έπαθα! Ακούς εκεί, να µε πάρει ο ύπνος, µες στο καµαρίνι, µε τα
ρούχακαι τη φάτσα του γερο-Κάλχα! Τέλειωσε η παράσταση εδώ και τόση ώρα, όλοι φύγανε απ' το
θέατρο κι εγώ το 'ριξα στο ροχαλητό!Αχ! Γεροσαράβαλo, γεροξεκούτη! Τα κοπάνησες φουκαρά
µου και τον πήρες στην καρέκλα! Δεν πρόφτασες ούτε να ξεντυθείς! Μπράβο! Συγχαρητήρια,
γεροντάκο µου! (Φωνάζει) Γιεγκόρκα! Γιεγκόρκα, διάβολε! Πετρούσκα! Θα τους πήρε ο ύπνος,
που να τους πάρει ο διάβολος . Γιεγκόρκα! (Σηκώνει το σκαµνί, κάθεται κι αφήνει το κερί στο
πάτωµα) Τίποτα δεν ακούγεται. Μονάχα η ηχώ µ' απαντάει. Ο Γιεγκόρκα κι ο Πετρούσκα πήραν
σήμερα απ' ένα ταλιράκι που τους έδωσα για τον κόπο τους κι από δω παν' κι οι άλλοι... Άντε τώρα
να τους ξετρυπώσεις. Πάει, φύγανε. Και δίχως άλλο κλείσανε και το θέατρο, τα παλιόµουτρα!
(Κουνάει το κεφάλι του) Είµαι τύφλα στο µεθύσι! Ω, θεέ µου! Πόση µπίρα και κρασί κατέβασα...
Είχα βλέπεις την τιµητική µου! Το κεφάλι µου πονάει... Όλο το κορµί µου ανάβει σαν καµίνι... Το
στόµα µου βγάζει φωτιές... Αηδία! (Παύση) Βλακείες... Μέθυσε ο γεροκουτεντές και δεν ξέρει τι
του γίνεται... Ουφ, θεέ µου, τα πλευρά µου είναι τσακισµένα, το κεφάλι µου βουίζει. έχω
ανατριχίλες κι η ψυχή µου είναι κρύα και σκοτεινή σαν τάφος ... Αν δε νοιαζεσαι για την υγεία
σου, θα 'πρεπε να νοιάζεσαι τουλάχιστο για τα γερατειά σου, γεροκαµποτίνε! Πάει, γέρασες.
Μπορείς να παίζεις όσο θες το γόη, το παλικάρι, το γελοτοποιό, αλλά μην κάνεις το βλάκα η ζωή
σου τέλεψε. Εξήντα οχτώ χρονάκια... φύγανε... πάνε και δεν ζαναγυρνάνε! Το 'πιες κιόλας το
ποτήρι σου ως τον πάτο! Δε σου 'µεινε παρά το απόπιωµα, το κατακάθι. Και τώρα έτσι που 'ρθαν τα
πράµατα, θες δε θες, θα 'ρχίσεις τώρα να προβάρεις και το ρόλο του πεθαµένου... Ο µπαρµπαθάνατος δεν είναι µακριά! (Σηκώνεται και κοιτάζει στην πλατεία) Εδώ που τα λέµε, ύστερ' από
σαράντα πέντε χρόνια σανίδιι, πρώτη φορα βλέπω το θέατρο τη νύχτα. Ναι, πρώτη φορά!
Παράξενο µα την αλήθεια... (Πλησιάζει στη ράµπα.) Δε βλέπει κανείς τη µύτη του. Ξεχωρίζει
µονάχα το υποβολείο αυτή η µυστήρια τρύπα µε το αναλόγιο. Κι εδώ το προσκήνιο κι όλα τ' άλλα
µαύρα και σκοτεινά! Ένας µαύρος λάκκος σαν τάφος, που µέσα του κρύβεται ο θάνατος... Μπρρρ!
Κάνει κρύο! Αυτό το µπoυγάζι έρχεται απ' την πλατεία, σαν να 'ρχεται από την µπουρού της
καµινάδας. Να ένας τόπος που ξυπνάνε τα φαντάσµατα. Φρίκη. Ανατριχιάζω που να πάρει ο

διάολος! (Φωνάζει.) Γιεγκόρκα! Πετρούσκα! Πού είστε βρε διαβόλοι; Ω, θεε µου παντοδύναµε, τι
µ' έπιασε κι όλο φέρνω στο στόµα µου τον όξω από δω; Αχ, θεέ µου, ας µπορούσα να µη
βλαστηµάω! Να μη µπεκρουλιάζω... Γέρασα πια! Ήρθε ο καιρός να πεθάνω. Στα εξήντα οχτώ τους
χρόνια οι άνθρωποι πάνε στην εκκλησια. ετοιµάζονται για το θάνατο, κι εσύ! Α, θεέ µου, αυτά τα
βρωµόλογα, αυτή τη φάτσα του µπεκρή, αυτά τα γελοία ρούχα... Φρίκη! Κάλλιο να µην τα βλέπω!
Πάω γρήγoρα να τα πετάξω. Πνίγοµαι. Έτσι και µείνω όλη τη νύχτα εδώ θα τα τινάξω απ' την
τροµάρα! (Προχωρεί προς το καµαρίνι του. Κείνη τη στιγµή, από το βάθος της σκηνής, απ' το
ακριανό καµαρίνι, εµφανίζεται ο Νικήτας Ιβάνιτς µε άσπρη πουκαµίσα κρατώντας έva κερί)
ΣΦΕΤΛΟΒΙΝΤΩΦ, καθώς βλέπει τον Νικήτα βγάζει κραυγή τρόµου και οπισθοχωρεί: Ποιος είσαι
συ; Γιατί έρχεσαι; Ποιον ζητάς εδώ; (Χτυπά το πόδι του στο πάτωµα) Ποιος είσαι συ;
ΙΒΑΝΙΤΣ: Εγώ είµαι, κύριε!
ΣΦΕΤΛΟΒΙΝΤΩΦ: Ποιος εσύ;
ΙΒΑΝΙΤΣ, τον πλησιάζει σιγά σιγά: Εγώ είµαι, κύριε, ο υποβολέας... Ο Nικήτα lβάνιτς. Εγώ,
Βασίλι Βασίλιεβιτς. Εγώ είµαι κύριε ...
ΣΦΕΤΛΟΒΙΝΤΩΦ, πέφτει χωρίς δύναµη στο σκαµνί, βαριανασαίνει και τρέµει ολόκληρος: Θεέ
µου, ποιος είναι; Εσύ είσαι; Εσύ Nικήτoυσκα; Για... για... γιατί είσαι δω; .
ΙΒΑΝΙΤΣ: Μα εδώ µένω, κύριέ µου! Κοιµάµαι στα καµαρίνια... Μόνο, σας παρακαλώ, µην πείτε
τίποτα στο Αλεξέι Φοµίτς... Δεν έχω πού αλλού να κοιµηθώ... Aλήθεια σας λέω... Κύριε, για τ'
όνοµα του θεού!
ΣΦΕΤΛΟΒΙΝΤΩΦ: Εσύ 'σαι, λοιπόν, Nικήτoυσκα; Ω, θεέ µου, θεέ µου! Με χειροκρότησαν, µ'
έβγαλαν στη σκηνή δεκάξι φορές, µου φέρανε τρία στεφάνια κι ένα σωρό άλλα χαρίσµατα, όλοι
ήταν ενθουσιασµένοι, αλλα κανένας δε βρέθηκε να ξυπνήσει το γερο-µεθύστακα και να τον πάει
σπίτι του!Αχ, είµαι γέρος Νικήτουσκα... Είµαι εξήντα οχτώ χρονώ! Είµαι άρρωστος... Η αδύνατη
ψυχή µου έχει αποκάµει. (Ακουµπάει το κεφάλι του στο χέρι του Νικήτα και κλαίει) Μη ρύγεις,
Νικήτουσκα. Είµαι γέρος. Ανήµπορος. Ήρθε ο καιρός µου να πεθάνω. Φοβάµαι... Φοβάµαι!
ΙΒΑΝΙΤΣ, µε στοργή και σεβασµό: Είναι ώρα να γυρίσετε σπίτι, Βασίλι Βασίλιεβιτς.
ΣΦΕΤΛΟΒΙΝΤΩΦ: Δε θα πάω! Δεν έχω σπίτι εγώ! Όχι, όχι!
ΙΒΑΝΙΤΣ: Μα θεέ µου, ξεχάσατε ακόµα και πού µένετε;
ΣΦΕΤΛΟΒΙΝΤΩΦ: Δε θέλω να πάω σπίτι µου! Δε θέλω! Εκεί είµαι ολοµόναχος. Δεν έχω
κανέναν στη ζωή, Nικητούσκα! Ούτε συγγενείς, ούτε γυναίκα, ούτε παιδιά. Είµαι ολοµόναχος σαν
την καλαµιά στον κάµπο. Θα πεθάνω και κανένας δε θα κλάψει για µένα... Φοβάµαι έτσι µονάχος.
Δεν έχω κανένα να µε ζεστάνει, να µε χαϊδέψει, να µε βάλει στο κρεβάτι µου σαν είµαι πιωµένος...
Για ποιον υπάρχω; Ποιος έχει την ανάγκη µου;
Ποιος µ' αγαπάει; Κανένας δε µ' αγαπάει,
Nικήτoυσκα Κανένας!
ΙΒΑΝΙΤΣ, µε δάκρυα στα µάτια: Το κοινό σας αγαπάει, Βασίλι Βασίλιεβιτς!
ΣΦΕΤΛΟΒΙΝΤΩΦ: Α, το κοινό! Το κοινό έφυγε. Πήγε να κοιµηθεί, και ούτε θυµάται πια το
θεατρίνο του! Όχι, κανένας δεν έχει την ανάγκη µου, κανένας δε µ' αγαπάει. Δεν έχω ούτε
γυναίκα, ούτε παιδιά...
ΙΒΑΝΙΤΣ: Κι είναι λόγος αυτός για να λυπάστε!;
ΣΦΕΤΛΟΒΙΝΤΩΦ: Κι όµως είµαι άνθρωπος κι εγώ, είµαι ένα πλάσµα ζωντανό. Τρέχει αίµα στις
φλέβες µου, όχι νερό! Είµαι ένας αριστοκράτης, Nικήτoυσκα, είµαι από µεγάλο σόι! Πριν ξεπέσω
σ' αυτή τη βρωµότρυπα ήµoυν αξιωµατικός. Αξιωµατικός του Πυροβολικού... Και τι λεβέντης που
ήµoυνα, τι µορφονιός! Τίµιος, γενναίος, όλος καρσιά! Θεέ µου, πού πήγαν όλα αυτά; Και τι
θεατρίνος που ήµoυνα, Nικήτoυσκα, ε; (Σηκώνεται κι ακουµπάει στο µπράτσο του Νικήτα) Πού
πήγαν όλα αυτά; Πού ειν' εκείνος ο καιρός; Θεέ µου, κοίταζα τώρα σα µέσα σ' αυτό το λάκκο και
τα θυµήθηκα όλα... όλα! Αυτός ο λάκκος έχει καταχωνιάσει σαράντα πέντε χρόνια της ζωής µου!
Και τι χρόνια, Νικήτουσκα, τα καλύτερα... Όλα τα ρούφηξε τούτος ο λάκκος ! Τον κοιτάζω τώρα
και τα βλέπω όλα, όλα, ως την τελευταία λεπτοµέρεια, όπως βλέπω τό πρόσωπό σου, Νικήτουσκα!
Τοuς ενθουσιασμούς της νιότης, την πίστη, τη φωτιά που είχα µέσα µου! Την αγάπη μου για τις
γυναίκες! Α! Οι γυναίκες, Νικήτουσκα!
ΙΒΑΝΙΤΣ: Βασίλι Βασίλιεβιτς, είναι ώρα να πάτε να κοιµηθείτε, σας παρακαλώ, κύριέ µου!
ΣΦΕΤΛΟΒΙΝΤΩΦ: Όταν πρωτοβγήκα στη σκηνή, νέος ακόµη, τότε που άρχιζε να καίει φλόγα

µέσα µου, θυμάµαι που µε ερωτεύτηκε µια γυναίκα για το παίξιµό µου! Ήταν όμορφη, κομψή,
λυγερή, σαν κυπαρίσσι... Νέα, αθώα, αγνή, έρµη, σαν καλοκαιριάτικη αυγή! Τίποτα δεν µπορούσε
ν' αντισταθεί σε κείνο το βλέµµα των γαλανών µατιών της, σε κείνο το θείο της χαµόγελο! Όπως τα
κύµατα της θάλασσας σπάνε πάνω στους βράχους, έτσι και οι µπούκλες των µαλλιών της σπάζανε
ακόµα και γρανίτες, παγόβουνα ή χιονοστιβάδες! Μια φορά θυµάµαι βρέθηκα µπροστά της, όπως
καλή ώρα βρίσκεσαι εσύ µπροστά µου... Ήτανε πιο όµορφη από κάθε άλλη φορά! Με κοίταζε µ'
έναν τέτοιο τρόπο που δε θα το ξεχάσω ακόµα και µέσα στον τάφο! Ήτανε κάτι σαν χάδι, σαν
λελούδο, σαν άβυσσος, σαν τη λάµψη της νιότης! Μεθυσµένος, τρελός από έρωτα, πέφτω στα
πόδια της και της ζητάω την ευτυχία! (Με σβησµένη φωνή) Κι αυτή τι μου λέει αυτή; «Αφήστε το
θέατρο! Α-φή-στε το θέ-α-τρο!» Καταλαβαίνεις; Μπορούσε ν' αγαπά ένα θεατρίνο, για να γίνει
όµως γυναίκα του... ποτέ! Έπαιζα θυµάµαι κείνο το βράδυ... ένα ρόλο γελοίο, αντιπαθητικό. Καθώς
έπαιζα ένιωσα ν' ανοίγουν τα µάτια µου... Κατάλαβα ξαφνικά πως δεν uπάρχει καµιά τέχνη ιερή,
πως όλα είναι όνειρα κι αυταπάτες, κι εγώ ειµ' ένας σκλάβος, είµαι το παιχνίδι αυτονών ποu δεν
έχοuν τίποτ' άλλο να κάνουν... ένας καραγκιόζης, ένας σαλτιµπάγκος! Και τότε κατάλαβα τι θα πει
κοινό! Κι από τότε δεν πιστεύω πια ούτε στα χειροκροτήματα και στα στεφάνια που µου
προσφέρουν, ούτε στους ενθουσιασμούς! Ναι, Ν ικήτουσκα, µε χειροκροτούν, αγοράζουν τη
φωτoγραφία µου, αλλά γι' αυτούς είµαι ένας ξένος! Είµαι γι' αυτούς ότι και η λάσπη, σχεδόν µια
πόρνη! Από µαταιοδοξία θέλουν να µε γνωρίσουν όµως δε θα ξεπέσουν ώς εκεί, να µου δώσουν
γυναίκα µου την αδερφή τους ή τη θυγατέρα τους! Δεν τους πιστεύω πια!(Κάθεται στο σκαµνί) Δεν
τους πιστεύω!
ΙΒΑΝΙΤΣ: Άλλαξε η όψη σας, Βασίλι Βασίλιεβιτς! Με τροµάζετε! Ελάτε, πάµε σπίτι σας, κάντε
µου τη χάρη!
ΣΦΕΤΛΟΒΙΝΤΩΦ: Τότε κατάλαβα την αλήθεια! Και το πλήρωσα πολύ ακριβά, Νικήτουσκα!
'Υστερ' απ' αυτήν την ιστορία, ύστερα απ' αυτή την κοπέλα, ύστερ' απ' αυτό γκρέµισµα, άρχισα να
περιπλανιέµαι εδώ κι εκεί, να ζω όπως λάχει, χωρίς να σκέφτοµαι το µέλλον! Έπαιζα μπούφους,
κωµικούς, φακίρηδες, σαλτιμπάγκους... άρχισα να διαφθείρω τα γούστα του κοινού. Κι όµως, τι
καλλιτέχνης που ήµουνα! Τι ταλέντο που είχα! Το 'θαψα το ταλέντο µου, έγινα χυδαίος, µιλούσα
ελεεινά. Δεν είχα ούτε όσιο, ούτε ιερό! Τούτος ο µαύρος λάκκος µε ρούφηξε, µε καταβρόχθισε!
Αυτό δε θα το 'νιωθα άλλοτε... Σήµερα όµως, όταν ξύπνησα, κοίταξα γύρω µου και είδα τα εξήντα
οχτώ µου χρόνια... Μόλις τώρα νιώθω τα γερατειά µου... Το τραγούδι µου τέλειωσε, Nικήτoυσκα
(Κλαίει) Τέλειωσε!
ΙΒΑΝΙΤΣ: Βασίλι Βασίλιεβιτς, καλέ µου... Αγαπημένε µου κύριε... Ησυχάστε! Ω, θεέ µου!
(φωvάζει) Πετρούσκα! Γιεγκόρκα!
ΣΦΕΤΛΟΒΙΝΤΩΦ: Και τι ταλέντο, τι δύναµη είχα µέσα μου! Δεν µπορείς να φανταστείς! Τι
άρθρωση, τι αίσθηµα, τι χάρη! Πόσες χορδές χτυπούσαν εδώ µέσα! (Χτυπά το στήθος του) Είναι να
σου 'ρχεται τρέλα! Άκου γέρο, άσε με να ησυχάσω λιγάκι. Nα, θα σου πω κάτι απ' τον Μπαρίς
Γκουντουνώφ...
Του Ιβάν του Τροµερού η σκιά µε οδηγεί
Kι απ' τον τάφο του ο Ντημήτρη µου φωνάζει
Αυτός δεµένο τον Mπάρις µου παραδίδει
Και ξεσηκώνει τους λαυύς κοντά µου να 'ρθουν!
Πρίγκιπας είµαι γω! Φτάνει! Ντροπή!
Στην Πολωνέζα την περήφανη µπροστά
Να σκύβω και να γονατίζω!
Ε; Πώς σου φαίνεται; (Ζωηρά.) Στάσου! Θα σου απαγγείλω τώρα και κάτι από το Βασιλιά Ληρ
Ξέρεις, ο ουρανός ολόμαυρος! Ο κάµπος... Βροχή... Κεραυνοί! Μπρρ! Αστραπές! Ζζζζζ!
Ξεσκίζουνε τον ουρανό... Και ο Ληρ φωνάζει:
Φύσηξε αγέρα, σκάσ' τ' ασκιά σου! Λύσσα! Φύσα!
Νεροποντές και καταρράχτες ξεχυθείτε!
ώσπου να πνίξετε Πύργους κι ανεµοδείχτες!
Σεις, φλόγες θειάφινες και σαν τη σκέψη γρήγορες,
που τρέχετε µπροστά από κεραυνούς κι αστροπελέκια,

ελάτε, τ' άσπρα µαλλιά µου καψαλιάστε!
Κι εσύ, που σύµπαντα ταράζεις, κεραυνέ,
Χτύπα της γης το στρογγυλό τον όγκο, καν' τον πλάκα!
Της Φύσης σύντριψε τις µήτρες και λιώσε µονοµιάς
όλους τους σπόρους που γεννούν αχάριστους ανθρώπους!
(Ανυπόµονα.) Γρήγορα, τα λόγια του Τρελού! (Χτυπάει το πόδι του.) Την απάντηση του Τρελού,
γρήγορα! Μη χάνεις καιρό!
ΙΒΑΝΙΤΣ, παίζοντας τον Τρελό: «Ε, µπάρµπα µου, το νεράκι από δεσποτικό αγιασµό σε στεγνό
σπίτι, είναι καλύτερα απ' αυτό το νεράκι της βροχής εδώ στ' ανοιχτά! Καλέ µπάρµπα, έµπα µέσα
και ζήτα χάρη από τις θυγατέρες σου! Τέτοια νύχτα δε λυπάται µήτε σοφούς µήτε τρελούς!»
ΣΦΕΤΛΟΒΙΝΤΩΦ: «Φύσηξε αγέρα! Φύσα! Ξέρναγε αστραπή! Πέφτε βρoχή! Ο αγέρας, η
βρoντή, η αστραπή, η βρoχή, δεν είναι κόρες µου! Μαζί σας στοιχειά µου δεν τα βάζω για την
ασπλαχνιά σας. Σε σας δε µοίρασα βασίλειο, παιδιά µου δε σας είπα! Δε µου χρωστάτε υπoταγή!»
Ε; Τι δύναµη! Τι ταλέντο! Τι καλλιτέχνης! Για να βρούµε ακόµα κάτι... Κάτι σαν το... Ας
ξαναθυµηθούµε τα περασµένα... Να πούµε κάτι από... (γελάει ευτυχισµένος) Κάτι από τον 'Αµλετ!
Ωραία! Εµπρός! Αρχίζω! Για να δούµε ποιο... Α, βρήκα... (Παίζοντας τον Άµλετ.) «Α, να, τα
φλάουτα! Για δωσ' µου ένα να ιδώ! (Στον /βάνιτς) Τι τριγυρνάτε γύρω µου σαν να θέλετε να µε
τραβήξετε στην παγίδα;»
ΙΒΑΝΙΤΣ: «Ω, αφένη µου, όσο τολμηρός είν' ο σεβασµός µου άλλο τόσο αδιάκριτη είν' η αγάπη
µου! »
ΣΦΕΤΛΟΒΙΝΤΩΦ: «Αυτό δεν το πολυκαταλαβαίνω! Για παίξε τούτο το φλάουτο!»
ΙΒΑΝΙΤΣ: «Αφέντη µου, δεν ξέρω!»
ΣΦΕΤΛΟΒΙΝΤΩΦ: «Σε παρακαλώ!»
ΙΒΑΝΙΤΣ: «Πίστεψέ µε, δεν ξέρω!»
ΣΦΕΤΛΟΒΙΝΤΩΦ: «Κάνε µου η χάρη!»
ΙΒΑΝΙΤΣ: «Δεν ξέρω ούτε να το πιάσω, αφέντη µου!»
ΣΦΕΤΛΟΒΙΝΤΩΦ: «Είναι τόσο εύκολο, σαν το ψέµα! Ανοιγό-κλεισε αυτές τις τρύπες µε τα
δάχτυλά σου, φύσα µε το στόµα σου και θα σου λαλήσει την πιο γλυκόφωνη µoυσική! Να εδώ 'ναι
τα κλειδιά!»
ΙΒΑΝΙΤΣ: «Μα δε θα µπορέσω να τα καταφέρω να βγάλουν αρµονία ... Δεν ξέρω την τέχνη!»
ΣΦΕΤΛΟΒΙΝΤΩΦ: «Ε, για δες λοιπόν, για πόσο τιποτένιο πράµα µε λογαριάζεις; Ήθελες να
παίξεις µε την ψυχή µου, ενώ δεν ξέρεις ούτε ένα φλάουτο να παίξεις! Ω, διάολε! Θαρρείς πως
εµένα µπορείς να µε παίξεις ευκολότερα από ένα φλάουτο; Πάρε µε για οποιοδήποτε όργανο
θέλεις! Να µε πασπατέψεις µπορείς, αλλά να µε παίξεις δεν µπορείς!» (Γελάει και χειροκροτεί.)
Μπράβο! Μπις! Μπράβο! Ποιος διάολος µιλάει για γερατειά! Δεν υπάρχουν γεράµατα! Όλα αυτά
είναι βλακείες! Σαχλαµάρες! Η φλόγα, η δύναμη, σαν µια βρύση αναβρύζει µεσ' απ' όλες µου τις
φλέβες! Είναι τα νιάτα! Η φρεσκάδα της ζωής! Όπου υπάρχει ταλέντο, δεν υπάρχουν γεράµατα,
Νικήτουσκα! Τά 'χασες, παλάβωσες, ε; Στάσου µια στιγµή να συνέλθω! Ω, θεέ µου, θεέ µου! Να,
άκουσε γλύκα! Άκουσε χάρη... άκου µουσική... Σσσσ! Σιωπή!
Ω, τι ήσυχη που ' ναι
της Ουκρανίας η νύχτα!
Αιθέρια τα ουράνια
τ' άστρα τρεµοσβήνουν!
Τη γαλήνη ούτ' ο αγέρας δεν µπορεί ν' αναταράξει!
Μόνο τα φύλλα τ' ασημένια
της λεύκας σιγοτρέµουν!
(Ακούγεται θόρυβος µιας πόρτας που ανοίγει) Τι τρέχει!
ΙΒΑΝΙΤΣ: Θα 'ναι ο Πετρούσκα κι ο Γιεγκόρκα που γυρίσανε! Τι ταλέντο που είστε, Βασίλι
Βασίλιεβιτς, τι ταλέντο!
ΣΦΕΤΛΟΒΙΝΤΩΦ, φωνάζει προς το µέρος που ακούστηκε ο θόρυβος: Από δω παλικάρια µου,
από δω! (Στον Νικήτα) Πάµε ν' αλλάξουµε! Δεν υπάρχουν εδώ γεράµατα! Όλ' αυτά είναι λόγια!
Είναι κουταµάρες! (Γελάει χαρούµενα.) Κι εσύ γιατί κλαις! Γιατί καλέ µου κουτεντέ άνοιξες τις

βρύσες των µατιών σου; Α! Αυτό δεν είναι σωστό! Δεν είναι καθόλου σωστο.... Έλα, έλα, γέρο!
Πάψε να µε καµαρώνεις... Τι µε κοιτάζεις έτσι; Έλα, έλα, έλα! (Τον αγκαλιάζει µε δάκρυα στα
µάτια) Δεν πρέπει να κλαις! Όπου υπάρχει τέχνη, ταλέντο, εκεί δεν υπάρχουν γεράµατα, µήτε
µοναξιά, µήτε αρρώστισ κι ο θάνατος ο ίδιος δεν τολµάει να... (κλαίει) Όχι, Νικήτουσκα. το
τραγούδι µας τέλειωσε πια. Τι είµαι τάχα; Ένα λεµόνι... ένα απολειφάδι! Ένα καρφί
σκουριασµένο! Κι εσύ ένας γεροπόντικας του θεάτρου, ένας υποβολέας! Έλα, πάμε. (Προχωρούν)
Τι ταλέντο είµαι τάχα; Στα σοβαρά έργα, δεν κάνω τώρα πια παρά για την ακολουθία του
Φορτεµπράς! Μα και γι' αυτήν ακόµα τώρα είµαι γέρος! Ναι, Νικήτουσκα. Θυµάσαι αυτό το
κοµµάτι απ' τον Οθέλλο;
Αχ, για πάντα τώρα έχε γεια ησυχία!
Ασκέρι φτεροστόλιστο έχε γεια.
Έχετε γεια περήφανoι πολέµοι
που κάνετε αρετή τη φιλαυτία!
Αχ, έχε γεια φαρί που χλιµιντρίζεις,
και σάλπιγγα βραχνόλαλη έχε γεια!
Έχετε γεια ψηλόφωνα σουράβλια
ταµπούρλα που ταράζετε το νου!
Βασιλικές σηµαίες, µεγαλοπρέπειες!
Λαµπρές ποµπές και δόξες του πολέµου, έχετε γεια!
ΙΒΑΝΙΤΣ: Τι ταλέντο!Τι ταλέντο...
ΣΦΕΤΛΟΒΙΝΤΩΦ: Άκουσε ακόµα και τούτο...
Φεύγω απ' τη Μόσχα!
Ποτέ να µην ξανάρθω!
Μακριά πηγαίνω...
Πίσω δεν κοιτάζω!
Τρέχω να βρω στέγη,
εκεί που υπάρχει
µια ζεστή γωνιά
για τον κατατρεγµένο!
(φωνάζει) Την άμαξα! Την άμαξα!
(βγαίνει με τον Νικήτα καθώς η Αυλαία κλείνει αργά)
ΤΕΛΟΣ