You are on page 1of 337

1

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
σελίδα

Πρόλογος………………………………………………6

Εισαγωγή……………………………………………..10

Α΄ Κεφάλαιο
Η γνώση του πολιτισμού ως σαρκωμένη αγάπη
1. Η σύγχρονη προβληματική……………………….20
2. Ο Άγιος και ο “Παῖς” ποιητής, πεζογράφος και
ζωγράφος……………………………………………..29
3. Συνοίκηση στην Θεσσαλονικέων πόλη…………..40
4. Η σοφή πρόσληψη του παρόντος…………………51
5. Γενικά περί μιας σημαντικής παραμέτρου: ο
κίνδυνος της τυπολατρείας…………………………..66

2

σελίδα
Β΄ Κεφάλαιο
Από τη λέξη στο πράγμα
1. Από τη φιλοσοφία των ρημάτων στη θεολογία των
πραγμάτων……………………………………………73
2. Από κηπευτής ιδεών κηπουρός τουΛόγου……….89
3. Το “σύζυγον σῶμα” δεκτικό του Φωτός…………96
4. Το μυστήριο του Σταυρού: από την εν σώματι και
στόματι προσκύνηση στην δια της χάριτος και της
ευχής ένδυση και άρση……………………………..130
5. Η σχέση με το μακάριο νοερό κόσμο……………147
6. Από το ιδιωτικώς θρησκεύειν στο εκκλησιαστικώς
υπάρχειν……………………………………………...167
7. Από τη μοναξιά στο μοναστικό πνεύμα…………196
8. Η μετά των νεκρών αναστροφή…………………217

Γ΄ Κεφάλαιο
Η ερωτική διάσταση στην πνευματική ζωή
1. Η παθολογία του παλαιού εαυτού………………236
2. Η οντολογική ανακαίνιση……………………….253

3

σελίδα
2α. Μετάνοια και ταπείνωση……………………...258
2β.“Καῦσις καρδίας ὑπέρ τῆς κτίσεως
ἁπάσης”…………………………………………….282

Σύνοψη και συμπεράσματα……………………….303

Βιβλιογραφία………………………………………309

Συντομογραφίες:
PG : Patrologia Graeca
ΕΠΕ: Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας
ΒΕΠΕΣ: Βιβλιοθήκη Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας
ανωτ.: ανωτέρω
μνημ.: μνημονευθέν
οπ.: όπως παραπάνω
στιχ. : στίχος, στίχοι
στ.: στήλη, στήλες
4

σελ.: σελίδα, σελίδες
κεξ: και εξής
βλ.: βλέπε
τχ.: τεύχος, τεύχη
περιοδ.: περιοδικό
εκδ.: έκδοση, εκδόσεις
τομ.: τόμος, τόμοι
vol.: volume
t.: tome
ed.: edition,

éd.: édition

p.: page, pp: pages
Συγγρ.: συγγράμματα

5

Π Ρ ΟΛΟΓΟΣ

Αναντίρρητα, εκφράζεται από όλους σήμερα, ένα αίσθημα, όχι
αβάσιμο, έκπτωσης κάθε είδους αξιών που εκπηγάζει από την ορθόδοξη
Παράδοσή μας. Αυτονόητα άλλων εποχών μπαίνουν πλέον στη χοάνη της
σύγκρισης και αποτελούν μία από τις πολλές “εξίσου έγκυρες” απόψεις.
Θα μπορούσε κανείς να πει, ότι φυραίνει η ακοή του νου του και δεν
μπορεί να ακούσει την Παράδοση καθαρά, την ακούει μαζί με συνηχήσεις
άλλων κλιμάτων και συχνότητες άλλων κυμάτων, ίσως και καθόλου.
Χάνεται έτσι η ικανότητα να διακρίνει το φερτό υλικό, από το μόνιμο, τις
προσχώσεις από την κοίτη.
Μέσα σε μια τέτοια κοσμοχαλασιά περιδινήθηκε και ο γράφων
κάποτε. Ωσότου έπεσε στα χέρια του μία συνέντευξη του μακαριστού Νίκου
Γαβριήλ Πεντζίκη στο περιοδικό “Το Τέταρτο”, ένα χρόνο μετά αφότου
αυτή είχε δοθεί, δηλαδή το 1986. Δρόσος Αερμών άρχισε έκτοτε να φυσάει
μέσα στην καρδιά και ο λίβας της τρομερής σύγχυσης πήρε να υποχωρεί
αισθητά. Εκείνο που έκανε ιδιαίτερη αίσθηση στο εν λόγω κείμενο, αλλά
και σε άλλα κείμενα του συγγραφέα που διαβάστηκαν κατόπιν μετά
βουλιμίας και απνευστί, ήταν η πολλή χαρά που απέπνεαν και που
αναγνωριζόταν συνεχώς ως χάρη Θεού από τον «κουφιζόμενο» πλέον
γράφοντα. Αλλά υπήρχε και κάτι άλλο ακόμη: η τεράστια κατά κόσμον
παιδεία του Νίκου Πεντζίκη καθόλου δεν απαξιωνόταν· απεναντίας
κατεφάσκετο. Το εκκλησιαστικό του φρόνημα στέγαζε όλη αυτή την πολλή
κατά κόσμον σοφία, το κάθε τι όμως, θετικό ή αρνητικό, στεκόταν στη
θέση που του άρμοζε. Αυτό το βίωμα στέγασης, θαλπωρής, παραμυθίας
πέρασε σαν αίσθημα και στον γράφοντα και βρήκε ανάπαυση και
ανακούφιση ο μέχρι πριν από λίγο “αφώλιαστος” και “αμόνοιαστος” .
Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς επισκέπτομαι το Άγιον Όρος.
Έρχομαι σε επαφή με τον καρδιακό φίλο του Νίκου Πεντζίκη, πατέρα
6

Συμεών de la Jara-Higginson τον Περουβιανό ιερομόναχο. Ύστερα από
μία συνομιλία de profundis, πολλά πράγματα νοηματοδοτούνται και άλλα,
καινούρια διαφαίνονται. Γνωρίζω κατόπιν το Γέροντα Στέφανο τον
Αναγνωστόπουλο στον Πειραιά, ο οποίος μου μιλάει για την ευχή του
Ιησού. Στα “Ομιλήματα” (ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ, 1972) του Πεντζίκη είχα
διαβάσει ότι το να επαναλαμβάνει κάποιος το όνομα του Χριστού, είναι η
πηγή κάθε χαράς.
Κοντά στο σεβαστό πατέρα Στέφανο, τον οποίο και βαθύτατα μέσα
από τα πλαίσια αυτής της εργασίας ευχαριστώ, κλάσματα και τραύματα της
ύπαρξης αρχίζουν κάπως να τακτοποιούνται με τον καιρό. Στην επιμονή
μου να λένε την ευχή τα παιδιά του δημοτικού σχολείου όπου διδάσκω, ο
πατήρ μιλάει χαριτολογώντας για «παλαμική υπόδειξη», και μου συνιστά
να διαβάσω τις Ομιλίες του Αγίου. Έκτοτε έρχομαι σε εκτενέστερη επαφή
με το έργο του, μελετώντας και τα κείμενά του στη Φιλοκαλία.
Διαπίστωσα με τον καιρό ότι τα διαβάσματά μου στον Άγιο
Γρηγόριο τον Παλαμά, έρχονται σαν ομαλή συνέχεια εκείνων των άλλων
στον Πεντζίκη, τα βιβλία του οποίου κατά έναν περίεργο τρόπο ουδέποτε
θέλησα να αποχωριστώ, σε αντίθεση με πολυάριθμα άλλα που δωρήθηκαν.
Τα κρατούσα πάντοτε με πολλή έγνοια, δίπλα από τα πατερικά βιβλία, μη
έχοντας ουδέποτε διανοηθεί ότι θα ασχοληθώ με αυτά σε επίπεδο
μεταπτυχιακών σπουδών.
Η κριτική που κάνουν και οι δύο στη θύραθεν γνώση και τη
φιλοσοφία τις οποίες κατέχουν mutatis mutandis, διότι πρόκειται για
διαφορετικές εποχές, περιορίζει τη χρησιμότητά τους στην κτιστή
πραγματικότητα, αλλά είναι αφανάτιστη, κάτι που γίνεται αντιληπτό από
πρώτη ματιά, μολονότι ο Πεντζίκης, κυρίως, κάποιες φορές γίνεται
αιχμηρός και καυστικός, πολύ περισσότερο από τον Άγιο, προφανώς από
ιδιοσυγκρασία, όχι από προαίρεση νομίζω. Στέκουν αμφότεροι
επιφυλακτικοί απέναντι στον κλασικό πειρασμό του ανθρώπου να
θεοποιήσει κτιστές πραγματικότητες, όπως τη διάνοια, τις λέξεις, το νου,
τις ιδέες, ποιμαντικά κείμενα άλλων εποχών, τα απολογητικά κείμενα, τις
διάφορες επιστήμες και από θεραπαινίδες του ανθρώπου, να καταλήξουν
αυτές δυνάστες του που τον αποκόπτουν τελικά από το Θεό.
Πράγματι, στο Βαρλαάμ βλέπει κανείς μία τέτοια πορεία
σχολαστικής κατά βάση νοοτροπίας, που στο τέλος καταλήγει σχεδόν σ’
7

έναν αγνωστικισμό σε σχέση με το Θεό. Απορρίπτοντας αυτός το
διανοητικό ρεαλισμό του ακινατισμού, πράγμα που τον φέρνει κοντά στους
νομιναλιστές, έφτασε, κάνοντας ανεπίτρεπτο άλμα προς την άκτιστη
πραγματικότητα, να απορρίψει και το μυστικό ρεαλισμό των ησυχαστών.
Έχοντας υπόψη του και ο Πεντζίκης αυτό τον κίνδυνο, δεν μιλάει καθόλου
κολακευτικά για τις όποιες ιδέες, τις οποίες περιφρονητικά, αλλά εύστοχα
από απόψεως θεολογικής αποκαλεί “αηδίες”, γειτνιάζοντας ως προς την
προφορά της λέξης, στους αγγλοσάξονες. Άλλωστε και ο ίδιος εκ νεότητος
γοητεύτηκε από τη φενάκη του πλατωνισμού, τον οποίο ωστόσο φαίνεται
να αντιπάθησε εξαρχής ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς.
Ο πειρασμός να χαθεί η αίσθηση του ζωντανού Θεού, που
διατηρείται αλώβητη στην ορθόδοξη Εκκλησία, της άκτιστης χάρης δηλαδή
που προχέεται τόσο από τα κείμενα, όσο και από τα λείψανα των αγίων,
είναι περισσότερο έντονος σήμερα παρά ποτέ. Συνδυάζονται το
καταναλωτικό-αντιασκητικό πνεύμα των κοινωνιών και δη και της από
πολλές απόψεις προβληματικής νεοελληνικής κοινωνίας με το νόμο της
ήσσονος προσπαθείας να πρυτανεύει παντού. Από την άλλη πλευρά υπάρχει
το έντονο ορθολογιστικό πνεύμα που θέλει να καθυποτάξει τα πάντα, ως
και τον ίδιο το Θεό, το αναιδές όρνεο, ο αρχαίος πειρασμός. Και είναι ο
Πεντζίκης, βαθύς γνώστης όλων αυτών των τάσεων και ρευμάτων του
δυτικού πνεύματος, ο οποίος έχοντας εκείθεν διασωθεί ως από πυρός,
μεταφέρει στο σύγχρονο νεοέλληνα καλοπροαίρετο και ίσως και
απογοητευμένο διανοούμενο, σε γλώσσα καταληπτή σε αυτόν, ατόφιο το
θησαυρό της πατερικής σοφίας, υποδεικνύοντας ασφαλώς και απλανώς τις
δέουσες αποστάσεις με τη βοήθεια και τη χάρη του Πνεύματος. Ωσάν να
επαναλαμβάνει το έργο του Αγίου, δευτέρου πολιούχου των
Θεσσαλονικέων, στη σημερινή εποχή, που είναι δηλαδή το να μάθουμε να
ακούμε σωστά την Παράδοσή μας, τουτέστιν το Χριστό παραδιδόμενο από
άνθρωπο σε άνθρωπο, από γενεά σε γενεά και από εποχή σε εποχή, τον
Αυτόν ζώντα στους αιώνες: ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω.
Είμαι εξαιρετικά ευγνώμων στην τριμελή συμβουλευτική επιτροπή,
κκ Ανέστη Κεσελόπουλο, Χρυσόστομο Σταμούλη και Ιωάννη Κουρεμπελέ
για την ενθάρρυνσή τους και τις σοφές τους υποδείξεις. Ειδικότερα ο κος
Κεσελόπουλος ο οποίος ανέλαβε την παρακολούθηση αυτής της εργασίας,
προτείνοντάς μου να ασχοληθώ με αυτό το θέμα στα πλαίσια της
διδακτορικής διατριβής, αλλά και με το θέμα της υπέρβασης του θανάτου
ους

8

στο έργο του Πεντζίκη στη διάρκεια της μεταπτυχιακής εργασίας, έκανε
λόγο για τον “καημό” που πρέπει να διακατέχει κάποιον που ασχολείται
με παρόμοια θέματα. Έχω την εντύπωση πως δίχως τέτοιου είδους καημό
είναι αδύνατο να τελεσφορήσει μια εργασία του τύπου αυτού, γιατί θέλει
συν-πάσχοντα τον ερευνητή.
Αισθάνομαι επίσης ότι χρεωστώ ευχαριστίες στην καθηγήτρια κα
Δήμητρα Κούκουρα η οποία με το ανεπανάληπτο και εκλεκτό χιούμορ της
μου έκανε καίριες παρατηρήσεις κυρίως ως προς το εντατικό της
προσπάθειας και ως προς τη λιτότητα, συντομία και περιεκτικότητα του
κειμένου. Δε νομίζω να ανταποκρίθηκα επιτυχώς, αν λάβω υπόψη τη δική
της εργασία πάνω στις Ομιλίες του Αγίου.
Στη μητέρα μου επίσης οφείλω ευγνωμοσύνη για τη μεγάλη της
υπομονή, τις πολλές ώρες που βρισκόμασταν μαζί όποτε την
επισκεπτόμουν και δεχόταν να θυσιάζεται εντελώς η επικοινωνία μας, τόσο
σημαντική και για τους δύο, χάριν της μελέτης.
Άφησα τελευταίο τον επίσκοπό μου Σισανίου και Σιατίστης κκο
Παύλο. Στάθηκε στο πλευρό μου σαν πραγματικός πατέρας από την πρώτη
στιγμή, παρέχοντάς μου ό,τι είναι αναγκαίο για να ανταποκριθώ στις
απαιτήσεις της μελέτης και της συγγραφής, σε βάρος ίσως ακόμη και των
υποχρεώσεών μου στη Μητρόπολη. Τον ευχαριστώ εκ βαθέων.
Αν η εργασία αυτή γίνει αφορμή σε κάποιους καλοπροαίρετους να
γνωρίσουν το έργο και τα κείμενα τόσο του Αγίου, όσο και του Νίκου
Πεντζίκη και μέσω αυτών έρθουν σε επαφή με τα ζωηφόρα νάματα της
Παράδοσης ώστε να αλλοιωθούν την καλήν αλλοίωση, ο γράφων θα
πιστέψει ότι ο σκοπός της ευωδόθηκε και θα ζητήσει τις προσευχές
εκείνων που νομίζουν ότι ωφελήθηκαν, ώστε και αυτός στο τέλος να
«συντύχῃ κωπηλάτας τοὺς νόας», στην ωδίνουσα και ταυτόχρονα
χαρμόσυνη πορεία, τον ανάντη, κοπιώδη, αλλά και ευφρόσυνο δρόμο του
προς την αγήρω ζωή.
Σιάτιστα, Μάιος-Ιούνιος2012

9

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς είναι ο άνθρωπος της εμπειρικής
θεολογίας, ο άνθρωπος του βιώματος. Χωρίς να υστερεί στην κατά
κόσμον παιδεία, εγκρατής της αριστοτελικής φιλοσοφίας1, ήξερε τους
κινδύνους που συνεπάγεται το να εφαρμόζει κανείς τις φιλοσοφικές
μεθόδους στα πράγματα του Θεού. «…Ξεκινάει από μία βασική
θεολογική αφετηρία, για να αποδείξει τους πνευματικούς θησαυρούς της
Ορθοδοξίας. Και η θεολογική αυτή αφετηρία, σε αντίθεση προς τη
διαλεκτική μεθοδολογία της Δύσεως, είναι η αποδεικτική οδός των
Πατέρων. Τα αποδεικτικά στοιχεία, που αναφέρει από την Αγία Γραφή
και τους Πατέρες, αποτελούν την ορθόδοξη ασκητική παράδοση, που στη
συνείδησή της ο Παλαμάς παραμένει ένας από τους πιο
αντιπροσωπευτικούς μάρτυρές της».2
Στην εργασία αυτή επιχειρείται μέσα από τρία εκτεταμένα κύρια
κεφάλαια καταμερισμένα σε δεκαεπτά υποενότητες, να καταδειχθεί η
συνάντηση με τον Άγιο στα κείμενα του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, είτε
σαν επιρροή, απλώς, λόγω μελέτης από αυτόν του παλαμικού λόγου, είτε
σαν επέμβαση του ίδιου του αγίου Γρηγορίου στη ζωή του
Θεσσαλονικιού λογοτέχνη και ζωγράφου. Η επέμβαση αυτή μοιάζει
καταρχήν με την «επίσκεψη ενός ελευθερωτή στη φυλακή»,3 όπως θα
έλεγε εκφραστικά για το Χριστό ο άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης
1

«Τοιοῦτος ἔν γε τοῖς φυσικοῖς τε καὶ λογικοῖς, καὶ ἁπλῶς πᾶσι τοῖς Ἀριστοτελικοῖς ὤφθη, ὡς καὶ τὸν
ἐπὶ σοφίᾳ παντοδαπῇ καὶ μαθήμασι μάλιστα θαυμαζόμενον ὑπὸ πάντων τὸ τηνικαῦτα, καὶ βασιλεῖ καὶ
τοῖς κοινοῖς τῶν Ρωμαίων δεξιῶς μεσιτεύοντα πράγμασι, λογοθέτην φημὶ τὸν μέγαν, λόγους ἐπὶ τοῦ
βασιλέως πρὸς Γρηγόριον ὑπὲρ τῆς λογικῆς Ἀριστοτέλους πραγματείας κεκινηκότα, τοιαῦτα παρὰ τῆς
ἐκείνου γλώττης ἀκοῦσαι, καὶ οὕτω καθ’ ὑπερβολὴν ἐκπλαγῆναι τὸν νέον, ὡς μηδὲ παρ’ ἑαυτῷ
κατασχεῖν, μηδὲ κρύψαι δυνηθῆναι τὸ θαῦμα, ἀλλὰ τὸν λόγον εὐθὺς μετ’ ἐκπλήξεως τρέψαντα πρὸς
τὸν βασιλέα, καὶ αὐτὸς Ἀριστοτέλης, εἰπεῖν, εἰ παρὼν ἀκροατὴς καθίστατο τούτου, ἐπῄνεσεν ἂν οὐ
μετρίως, ὡς ἐγὼ νομίζω», βλ. Φιλοθέου Κοκκίνου, Λόγος ἐγκωμιαστικός εἰς τόν ἐν ἁγίοις πατέρα ἡμῶν
Γρηγόριον ἀρχιεπίσκοπον Θεσσαλονίκης τόν Παλαμᾶν, PG 151,559 D-560 A
2
Ανέστη Κεσελόπουλου, Πάθη και αρετές στη διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, σελ. 2122.
3
Βλ. σχετ. και Πεντζίκη, Ὁμιλήματα, σελ. 215.

10

(†1908)4, η οποία σε δεύτερο επίπεδο επιμερίζεται (αφομοιούμενη) σε
πλήθος αγαπητικών υποδείξεων του θεοφόρου Πατρός στο λογοτέχνη
και ζωγράφο προς περαιτέρω εμβάθυνση, δια του πνευματικού
συγχρωτισμού των δύο, στο μυστήριο της εν Χριστώ ζωής. Έτσι
υποστηρίζεται, ότι αναδεικνύεται ο Πεντζίκης, σε μεγάλο πατερικό
μέγεθος των εσχάτων καιρών.
Στο πρώτο κεφάλαιο ερευνάται και σχολιάζεται ο τρόπος με τον
οποίο η πρόσληψη των ανάλογων, αντιστοίχων προς τις εποχές τους
πολιτισμικών δεδομένων, μεταβολίζεται σε αγάπη προς το Χριστό και
τον πλησίον, σε τρόπον ώστε η ίδια αυτή η αγάπη κατόπιν να αλλοιώνει
θείως τα πολιτισμικά δεδομένα. Ο Άγιος, αλλά και ο Πεντζίκης
τηρουμένων των αναλογιών, όπου και να περιφέρονται, είτε στα χρόνια
τους είτε τώρα, σφραγίζουν πνευματικά και τον τόπο και το χρόνο·
μεταπλάθουν σε αιωνιότητα και την ιστορία και τη γεωγραφία και ό,τι
περιέχεται ή εξελίσσεται μέσα σε αυτές.
Ως απλανής ορθόδοξος διδάσκαλος, ο Άγιος γνωρίζει πολύ καλά
την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής του, πολιτισμική και
κοινωνικοοικονομική. Γι’ αυτό και όταν η περίσταση το απαίτησε
διαλέγεται με τον Βαρλαάμ (1290-1348), πολύ καλό γνώστη της αρχαίας
ελληνικής, με μητρική του γλώσσα πιθανότατα την ελληνική διάλεκτο
της Κάτω Ιταλίας5, ο οποίος ήταν πολύ ενημερωμένος ως προς τη
θύραθεν γνώση -άλλωστε υπήρξε δάσκαλος και εμπνευστής του
Πετράρχη (1304-1374) και του Βοκάκιου (1313-1375)6 . Έρχεται επίσης
σε διάλογο με τον Γρηγόριο Ακίνδυνο (περ. 1300-1349)7, ο οποίος δεν
υστερούσε του Καλαβρού, το Νικηφόρο Γρηγορά (1296-1360)8, τον
4

Αγίου Ιωάννου της Κρονστάνδης, Ἡ ἐν Χριστῷ ζωή μου, § 22, σελ. 27.
Δήμητρας Κούκουρα, Οι υφολογικές επιλογές του Γρηγορίου Παλαμά στις ομιλίες του, διδακτορική
διατριβή, σελ. 58.
6
Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, σελ. 44.
7
Ο Γρηγόριος Ακίνδυνος αποτελούσε, έχοντας μαθητεύσει στο Θωμά Μάγιστρο, κυριολεκτικά μια
ζωντανή βιβλιοθήκη, με πλούσια γλωσσική κατάρτιση. Στην αρχή φάνηκε να παίζει διαμεσολαβητικό
ρόλο μεταξύ Βαρλαάμ και Παλαμά, αλλά το σύμπλεγμά του με τη ρητορική και τη φιλοσοφία, τον
έκανε να υποτιμήσει τελικά τον παλιό φίλο και συνασκητή του Γρηγόριο. Βλ. Δήμητρας Κούκουρα, Οι
υφολογικές επιλογές του Γρηγορίου Παλαμά στις ομιλίες του, διδακτορική διατριβή, σελ. 59.
8
Ο Νικηφόρος Γρηγοράς καλλιέργησε όλα τα είδη της γνώσης, ικανός στην απλότητα και σαφήνεια
αν και κλασικίζων, δέσμιος όμως της αισθητικής του ύφους και των βαρύγδουπων ρητορικών
σχημάτων. Αντιμετώπισε περιφρονητικά τον Παλαμά, προσέχοντας περισσότερο την υφολογία των
κειμένων του, μη κατανοώντας ότι εκείνος έγραφε από ανάγκη, με τη μακρόχρονη εμπειρία επιπλέον
των Αθωνιτών Πατέρων να φαίνεται στη μορφή και το περιεχόμενο των συγγραφών του. Είναι μάλλον
βέβαιο πως και άνευ ανάγκης να έγραφε, ο Άγιος δεν θα κατάφευγε στην επιτήδευση. Ο Γρηγοράς
είναι ο μόνος που αναφέρει σαν δάσκαλο του Παλαμά σε κάποιο από τα μαθήματα της θύραθεν
παιδείας και το Γρηγόριο Δριμύ, θαυμάζοντας και τους δύο. Βλ. οπ. σελ. 60, 61, 163. Αναφέρεται
5

11

φερόμενο σαν τον πλέον πεπαιδευμένο από όλους, αφού αυτός
εξευτέλισε ακόμη και τον Βαρλαάμ σε δημόσια συζήτηση9, όπως και με
άλλους. Το πλήθος των επιστολών, πραγματειών και ομιλιών του προς
αυτούς αποδεικνύει του λόγου το αληθές10.
Σε σχέση μάλιστα με την κοινωνική παθολογία του καιρού του,
δεν παραλείπει να καταδικάσει τη φιλοχρηματία και τα παράνομα κέρδη
ανθρώπων που δεν πείθονται ούτε στον παλαιό Νόμο, ούτε στη νέα
Διαθήκη, ως αιτίες αναρίθμητων κακών11, αποκαλώντας τούς τόκους
«γεννήματα ἐχιδνῶν»,12
τους δε δυνατούς της εποχής του
«σκυλοτρόφους» και «χοιροβοσκούς» που κατασπαράσσουν τις
περιουσίες των πενήτων. Εναντίον τους, ηγετών, στρατιωτικών, των
υπηρετών τους και των φορολόγων, κραυγάζουν όλοι οι φτωχοί, μη
υποφέροντας τη συνεχή βία και την αδικία, από την οποία ούτε μοναχοί
δεν ξέφυγαν.13
Σύμφωνα μάλιστα με τον καθηγητή Μαντζαρίδη ο Άγιος «ως
αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης καυτηρίασε τα εγκλήματα των ζηλωτών,
που εμπόδισαν και τη δική του είσοδο στην πόλη. Με πιο μεγάλη

όμως και η άποψη, ότι ο Γρηγόριος ο Δριμύς είναι κάποιος «περιβόητος μοναχός Γρηγόριος από το
Βυζάντιο», μύησε τον Παλαμά στη νοερά προσευχή στη Σκήτη της Γλωσσίας και μάλλον ταυτίζεται
με τον όσιο Γρηγόριο το Σιναΐτη, βλ. στην ιστοσελίδα www.synodinresistance.org., Από το Αγιολόγιο
της Θεσσαλονίκης, Ὁ ἐν ἁγίοις πατήρ ἡμῶν ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὁ θαυματουργός, ημερομηνία
πρόσβασης 21-8-2011.
9
Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, σελ. 47.
10
Βλ. Jean Meyendorff, Introduction à l’ étude de Grégoire Palamas, όπου φαίνεται να έχει απευθύνει
προσωπικά και κατά τα έτη 1356-1358 τέσσερις πραγματείες στο Νικηφόρο Γρηγορά ( σελ. 379-382),
στον δε Γρηγόριο Ακίνδυνο απηύθυνε κατά τα έτη 1343-1344 επτά ομιλίες (σελ. 361-363), κατά τα
έτη 1342;-1343; τρεις αντιρρητικούς λόγους ( σελ. 356-357), και, τέλος, τρεις επιστολές (σελ. 344,
345,352), κατά τα έτη 1337, 1337/8 και 1341 αντίστοιχα.
11
«Ἀλλά καί οἱ μή δανείζειν ἐθέλοντες τοῖς ἀποδώσειν ὑπισχνουμένοις τά ἴσα καί κατά καιρόν, τόκους
δέ ἀπαιτοῦντες καί τούτους βαρεῖς…. Ἄνομοι διατελοῦσι σχεδόν καί τῶν ἁμαρτωλῶν χείρους, ὡς μήτε
τῷ παλαιῷ Νόμῳ, μήτε τῇ νέᾳ Διαθήκῃ πειθόμενοι», βλ. Σοφοκλέους Οικονόμου του εξ’ Οικονόμων,
Ὁμιλία 45, Εἰς τό τῆς Β΄ Κυριακῆς τοῦ Λουκᾶ Εὐαγγέλιον, σελ. 46.
12
«γεννήματα γάρ οἷον ἐχιδνῶν οἱ τόκοι διατελοῦσιν, ἐμφωλεύοντες τοῖς κόλποις τῶν φιλαργύρων, καί
προδεικνύντες ὡς τούς ἐπί τοῦ μέλλοντος αἰῶνος ἠπειλημένους ἀκοιμήτους σκώληκας ἐκείνους οὐ
διαφεύξονται», οπ. σελ. 47.
13
«… Τίς τῶν ἀρχόντων οὐκ ἐπιχάσκει ταῖς ἀρπαγαῖς; Οἱ δέ κυνοτρόφοι καί οἱ τῶν χοίρων νομεῖς
ὡσπεροὶ σῦς ἄγριοι καί αἱμοβόροι κύνες τόν τῶν ἀπροστατεύτων διασπαράττουσι βίον. Διά τοῦτο
καταβοῶσιν ὑμῶν ἁπάντων οἱ πένητες, τῶν ἐν τέλει, τῶν μετά τούτους, τῶν στρατευομένων, τῶν
ὑπηρετουμένων αὐτοῖς, τήν τῶν φορολόγων ἀνηλεῆ καί μισάνθρωπον γνώμην καί τήν παρά τῶν ἐπὶ
γῆς ὑμῶν ὄντων δυνατωτέρων συνεχῆ βίαν καί ἀδικίαν οὐ φέροντες ἤδη δέ, καί μέχρι μοναχῶν ἔφθασε
τῆς ἐπικεχυμένης ἀδικίας τό ρεῖθρον», βλ. Σοφοκλέους Οικονόμου, Ὁμιλία 62, Πρός τούς
δυσχεραίνοντας…., σελ. 287-288.

12

δριμύτητα καυτηρίασε την πλεονεξία και τον άδικο πλουτισμό εκείνων
που προκάλεσαν την εξέγερση των ζηλωτών».14
Ο Πεντζίκης από την άλλη πλευρά κατέχει πολύ καλά τη γνώση
του καιρού του. Η υπέρογκη θύραθεν γνώση του συναντιέται εξώφθαλμα
στα κείμενά του και περιλαμβάνει στοιχεία από βοτανολογία, φυσική
ιστορία, φυσικές επιστήμες, φαρμακευτική, οπτική φυσιολογία και
γενικότερα ιατρική διαφόρων κλάδων, μέχρι γεωγραφία και όλα τα είδη
του λογοτεχνικού λόγου (ποιητικού, πεζογραφίας και θεάτρου), από
φιλοσοφία αρχαία ελληνική, παλαιότερη και σύγχρονη ευρωπαϊκή, μέχρι
κοινωνιολογία, ψυχολογία και ψυχανάλυση. Η προσήλωσή του όμως και
η αγάπη του στην Ορθόδοξη ελληνική Εκκλησία του Χριστού15,
χαριτώνοντάς τον, τον κάνει ικανό να τηρεί αποστάσεις ασφαλείας από
όλους αυτούς τους γνωστικούς τομείς, πατώντας στο αδιάσειστο έδαφος
της πίστης των Πατέρων του, που τον καθιστά επιτήδειο συνομιλητή και
συν-διαλεγόμενο με τον οποιονδήποτε, από οποιονδήποτε τομέα. Δεν
απορρίπτει τίποτε από το παρόν16, όλα τα προσλαμβάνει, τα διυλίζει
μέσα από την ορθόδοξη ματιά, τα εκκλησιάζει και, ό,τι αντέξει, το
αποκαθιστά, το μεταμορφώνει εν Χριστώ. Το πεδίο πρόσληψής του
βέβαια, φαίνεται σαφώς πιο εκτεταμένο από αυτό του Αγίου, αφενός μεν
γιατί η γνώση από το 14ο έως τον 20ό αιώνα έχει υπερβαλλόντως
διογκωθεί, και αφετέρου γιατί ο πεζογράφος είναι λαϊκός, ενώ ο άγιος
Παλαμάς είναι μοναχός, οπότε το είδος της βιοτής του προσδιορίζει σε
μεγάλο βαθμό και την ποσότητα των θύραθεν στοιχείων που θα
προσλάβει. Ωστόσο ο τρόπος και η ποιότητα, τα κριτήρια πρόσληψης
είναι τα ίδια: απηχούν εκκλησιαστικό τρόπο ύπαρξης, εκκλησιαστικό
φρόνημα, νου ιαθέντα και δια κυοφορίας τεχνουργηθέντα μέσα στα
σπλάχνα της Εκκλησίας του Χριστού.
Αλλά και ως προς τις κοινωνικοοικονομικές διεκδικήσεις και τα
ατομικά δικαιώματα παίρνει θέση: είναι πολύ επιφυλακτικός, πιστεύει ότι
δεν αποτελεί ουσία της ζωής μόνο το δίκιο των πεινασμένων στομαχιών
που καταγγέλλουν μαζικά από τα πεζοδρόμια, αλλά και ότι το χέρι του
εργαζόμενου ανθρώπου θα πρέπει να μάθει να κάνει το σχήμα του
14

Γεωργίου Μαντζαρίδη, «Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στην ιστορία και το παρόν», εισήγησή του
στον ομώνυμο τόμο πρακτικών των συνεδρίων Αθηνών και Λευκωσίας, εκδ. ΙΕΡΑΣ ΜΕΓΙΣΤΗΣ
ΜΟΝΗΣ ΤΟΥ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ, σελ. 50.
15
Πεντζίκη, Πρὸς εκκλησιασμόν, σελ. 61.
16
«Ἁμαρτία ἡ ἀπουσία ἀπὸ τὸ παρόν. Τὸ ἀστείρευτο ποτάμι ποὺ ἀρδεύει τὰ μέσα μας.», βλ. Πεντζίκη,
Τὸ μυθιστόρημα τῆς κυρίας Ἔρσης, σελ. 13.

13

σταυρού, αντί να υψώνεται διεκδικώντας απειλητικά σε σχήμα γροθιάς17.
Προκρίνει μάλιστα την αδράνεια και την ησυχία ως σκανδαλώδη τρόπο
απάντησης του πνευματικού ανθρώπου στην πυρετώδη, φρενήρη δράση
της σύγχρονης εποχής με την έκπτωση των αξιών και την κρίση των
θεσμών και των προσώπων της πολιτικής ζωής, αναφερόμενος στον και
συντασσόμενος με τον ανάλογο τρόπο με τον οποίο απάντησε ο
Γρηγόριος Παλαμάς στη δική του εποχή18.
Η Θεσσαλονίκη αποτελεί και για τους δύο τόπο καθοριστικό για τη
ζωή τους: τόπο γέννησης, δράσης και θανάτου για τον ένα και τόπο όπου
η Εκκλησία τοποθέτησε ποιμένα και η χάρη του Θεού ανέδειξε σε
δεύτερο πολιούχο, ύστερα από τον άγιο Δημήτριο, μετά το θάνατό του
τον άλλο. Η τοπογραφία και η δομή της, όπως περιγράφονται στα
κείμενα του Πεντζίκη, λειτουργούν ως παραπεμπτικά εύρεσης «ἐν ἑτέρᾳ
μορφῇ»19 και του Αγίου, αλλά και άλλων προσώπων εν ουρανοίς
απογεγραμμένων, τα οποία συχνά αναφέρονται στα έργα του.
Εκείνο το οποίο τον βασανίζει ανυπόφορα και τον κάνει να τα
καταδικάσει αναφανδόν, είναι η υποκρισία και η ταπεινοφάνεια κυρίως
των χριστιανών τυπολατρών. Γι’ αυτό και πολλές φορές, κατά τις
μαρτυρίες πολλών, δεν δίσταζε να προσβάλλει δημόσια κάποιον,
σκαιότατα μάλιστα, όταν αντιλαμβανόταν τυπολατρεία, φαρισαϊσμό.
Από συζήτηση που μου κοινοποιήθηκε, έμαθα ότι κάποτε,
απευθυνόμενος στον τοπικό επίσκοπο, ξέσπασε δημόσια σε
ακατονόμαστα σχόλια για τα μέλη μιας χορωδίας κατηχητικού θηλέων,
σε επίσημη εκδήλωση πολυπληθούς μητροπόλεως της κεντρικής
Ελλάδος. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έκρινε εσφαλμένα, ότι δεν
γελάστηκε, πάντως στην αντίθετη περίπτωση της σοφής παρέμβασης,
πιθανόν να βίωσε αυτό και που οι άγιοι Πατέρες, αλλά και ο άγιος
Παλαμάς λέει για την υποκρισία ότι δηλαδή γεννιέται από την αλαζονεία,
η οποία αλαζονεία είναι αντίθετη της πτωχείας στο πνεύμα, την
17

«Τὸ χέρι ποὺ κάνει τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ καὶ ἐπαφίεται στὸν Κύριο γιὰ τὸν ἄρτο τὸν ἐπιούσιο, σὰν
λουλούδι, ὄργανο ἀναπαραγωγῆς διὰ τῶν πέντε αἰσθήσεων, διαφέρει οὐσιωδῶς ἀπό τὸ χέρι τοῦ
ἐργαζομένου, ποὺ καταντᾶ νὰ πιστεύει ὅτι αὐτός ἔκανε καὶ κάνει τὸν κόσμο, κι ὅτι ἔξω ἀπ’ ὅσα κάνει
ὁ ἴδιος, ἐξασφαλίζοντας τὴν προκοπὴ καὶ εὐτυχία του, δὲν ὑπάρχει τίποτα τὸ ἀληθινό», Πεντζίκη,
Σημειώσεις ἑκατό ἡμερῶν, σελ. 92, εκδ. ΑΣΤΗΡ.
18
«ὁ… Ἅγιος Ἀρχιεπίσκοπος Μέγας Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς,…. ἀποτραβιέται μόνος καὶ συνιστᾶ τὴν
ἡσυχία, τὴν ἡσυχία ποὺ εἶναι τόσο κοντὰ μὲ τὸ θάνατο, ὡς μοναδικὴ ἠθικὴ στάση τοῦ ἀτόμου ποὺ
σκέπτεται μέσα σ’ ἕνα σύνολο λαοῦ, ποὺ οἱ ἄρχοντές του ἀποξενώνονται». Βλ. Πεντζίκη, Ὁ πεθαμένος
καὶ ἡ ἀνάσταση, σελ. 36.
19
Μαρκ. 16,12.

14

αυθεντικότητα της ταπείνωσης δε, δοκιμάζουν η ύβρις και η αδικία.20
Αυτήν την τελευταία διαπίστωση προσυπογράφει και ο παλαμιστής
γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής: «Μόνον ονειδισμοί και ύβρεις ωφελούν
πνευματικώς τον άνθρωπον»21.
Στο δέκατο εωθινό δοξαστικό, ο Χριστός είπε στους μαθητές του
να πετάξουν πάλι τα δίχτυα στη θάλασσα, μολονότι μέχρι τότε δεν είχαν
πιάσει τίποτα. Αμέσως τότε «ἦν ὁ λόγος ἔργον εὐθύς» που οδήγησε τους
μαθητές σε «δεῖπνον ξένον», στο οποίο δείπνο, εύχεται ο Λέων στ΄ ο
Σοφός (866-912), ο ποιητής των εωθινών δοξαστικών22 στους οκτώ
ήχους, να μετάσχουν νοητώς οι πιστοί που διαβάζουν αυτούς τους
ύμνους και συμμετέχουν στη Θεία Λειτουργία. Ο λόγος, τα λόγια του
Χριστού σαρκώθηκαν, έγιναν έργο. Ο λαός λέει μια πολύ σωστή και με
μεγάλο θεολογικό βάθος παροιμία: «ο λόγος σου με χόρτασε και το ψωμί
σου φά’ το». Τούτο σημαίνει ότι από τα λόγια του ανθρώπου είναι
δυνατό και συμβαίνει συχνά να εκπορεύεται η χάρη του Θεού και να
μετέχει της χάριτος αυτής και ο πλησίον, να “κορέννυται” από χάρη.
Αυτή η χάρη εκπορεύεται και από το γραπτό λόγο των ιερών
συγγραφέων, τα κείμενα, τα λείψανα, τα ενδύματα, τις αγιογραφίες των
Πατέρων. Αυτή τη χάρη προχέουν ή οφείλουν να το κάνουν τα πεζά ή
ποιητικά κείμενα, καθώς και οι εικαστικές εκφράσεις παλαιών και
νεοτέρων συγγραφέων και καλλιτεχνών / λογοτεχνών. Η χάρη του Θεού,
αν η προαίρεση του ανθρώπου τής το επιτρέψει, περιπτύσσεται κάθε
έκφραση του δεύτερου.
Περιπτύξεις τέτοιας μορφής μελετήθηκαν τόσο στον Άγιο, όσο και
στον Πεντζίκη στο δεύτερο κεφάλαιο της παρούσας εργασίας: η γλώσσα
παύει να είναι στείρος βερμπαλισμός και άκαρπη επίδειξη ύφους και
σχημάτων και γίνεται θεο-λογία, δηλαδή τόπος φανέρωσης της γνώσης
του Θεού, της σαρκωμένης Αλήθειας. Ο συγγραφέας γίνεται το όργανο
που προσάγει τον καλοπροαίρετο αναγνώστη σ’ αυτή την Αλήθεια,
καλλιεργεί τη χάρη του Λόγου μέσα του και ταυτόχρονα καλλιεργείται
από το Λόγο, ως γεωργός, σπορέας και κηπουρός. Στην πνευματική αυτή
20

«…Ἡ ὑπόκρισις ἐξ’ οἰήσεως γεννᾶται, αὕτη δέ τῆς ἐν Πνεύματι πτωχείας ἐναντία», βλ. Γρηγορίου
Παλαμά, Πρός Μοναχήν Ξένην, Περί παθῶν καί ἀρετῶν, PG 150,1060 D. Βλ. επίσης Γρηγ. Παλαμά,
Ὁμιλία 2, Εἰς τήν παραβολήν τοῦ τελώνου, PG 151,29 Β: «…Πολλοί γάρ φησίν ἑαυτούς
ἁμαρτωλούς…, ἀτιμία δέ καρδίαν ἐδοκίμασεν».
21
Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, επιστολή 4, σελ. 54.
22
ΘΗΕ, τομ. 8, στήλη 268, βλ στο λήμμα «Λέων ο ΣΤ΄ ο Σοφός».

15

πανδαισία συμμετέχει και το σώμα, περιλαμπόμενο τις ανταύγειες του
θείου Φωτός. Ο άνθρωπος προσκυνάει το Σταυρό όχι μόνο με τα χείλη,
αλλά και με την καρδιά, σταυρώνεται εν Χριστώ, ακριβέστερα ενδύεται
το Σταυρό των παθών του και των επιθυμιών του. Τούτο αποτελεί
βασική προϋπόθεση για να γευτεί την Ανάσταση. Η τελευταία αυτή ως
γεγονός βιούμενο άλλοτε έντονα, άλλοτε σε ύφεση, άλλοτε ως ψιλή
μνήμη, φέρνει με την πάροδο του χρόνου τον άνθρωπο σε στενή σχέση
με το νοερό κόσμο των μακαρίων πνευμάτων, τους γλυκασμούς και τις
επιπνεύσεις της θείας χάριτος, χωρίς να είναι λίγες οι φορές που γεύεται
ο πιστός τις ολέθριες ενέργειες και την κακία των πονηρών πνευμάτων,
των σκοτίων δυνάμεων. Θραύεται μέσα απ’ όλη αυτή τη διαδικασία το
κέλυφος του εγωισμού, έστω και εκείνου που κρύβεται κάτω από
θρησκευτικό μανδύα, μία ιδιωτικού τύπου θεολογία δηλαδή, που μπορεί
να διαθέτει ο οποιοσδήποτε άνθρωπος ό,τι ορθόδοξο κι αν δηλώνει, όσο
ορθόδοξα κι αν μιλάει και κατόπιν η καρδιά ανοίγεται στο εκκλησιαστικό
γεγονός. Ζει και ανασαίνει, αναπτύσσεται, μεθηλικιώνεται εν Χριστώ,
μέσα στο εύκρατο κλίμα της Εκκλησίας Του.
Το αίσθημα της μοναξιάς, από ψυχολογικό μέγεθος, μεταβάλλεται
σε κοινοβιακή μοναστική αίσθηση, σε πνευματικό μέγεθος που
πληροφορεί τον Άγιο και τον Ποιητή και όσους τους ακολουθούν, ότι δεν
υπάρχουν αποστάσεις ανάμεσα στους ανθρώπους, ζώντες ή
κεκοιμημένους, όπου και να βρίσκονται, διότι χώρος τους και χρόνος
τους είναι το Σώμα και το Αίμα του Χριστού23: ο λειτουργικός τρόπος
ύπαρξης. Τρόπος που ενώνει τους επί γης αγωνιζόμενους με τους εν
ουρανοίς απογεγραμμένους, αποδεικνύοντας στην πράξη ότι η μετά των
νεκρών αναστροφή είναι δεδομένο της καθημερινής ζωής του
Ορθοδόξου χριστιανού. Αυτό εννοεί και ο Νικόλαος Καβάσιλας,
ομόφρων του Γρηγορίου Παλαμά, όταν λέει ότι η Εκκλησία «σημαίνεται
ἐν τοῖς μυστηρίοις»24 όχι συμβολικά, αλλά όπως μέσα στην καρδιά
σημαίνονται τα μέλη του σώματος. Πρόκειται για ταυτότητα πράγματος,
όχι για αναλογία ομοιότητος. Η ουσία, συνεπώς του εκκλησιαστικού
τρόπου ύπαρξης, της Εκκλησίας, βρίσκεται στη Θεία Ευχαριστία.

23

«Αυτό το Σώμα ως Ευχαριστία, ως κοινωνία, ως δείπνο, ως σώμα του Χριστού και σώμα των πιστών,
είναι ο αληθινός χώρος και ο αληθινός χρόνος της Εκκλησίας, ἐν Αὐτῶ ζῶμεν καί κινούμεθα καί
ἐσμέν», βλ. Παναγιώτη Νέλλα, Ζώον Θεούμενον, σελ. 145.
24
Νικολάου Καβάσιλα, Ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας, PG 150,452 CD-453 A.

16

Ο κόσμος -μαζί του και οι άνθρωποι- που εισέρχεται στο
λειτουργικό χώρο, είναι αυτός ο κόσμος της φθοράς, ο οποίος δεν έπαψε
ποτέ να είναι ο κόσμος του Θεού και που μέσα στο Ναό καταφάσκεται.
Δε μένει όμως όπως είναι, αλλά η Θεία Λειτουργία ως φάρμακο
αθανασίας αντιφάσκει προς τη φθορά του, τον αγιάζει και τον αναφέρει
στο Δημιουργό, ως γνήσια δημιουργία. Η μεταμόρφωσή του αυτή δεν τον
καταστρέφει, η αναγέννησή του δεν τον δημιουργεί ex nihilo. «Η
ανακαίνισή του που δεν είναι ανανέωση εξ’ υπαρχής, είναι εν τη
Ευχαριστία, αυτή η ίδια εν τόπω και χρόνω έκφραση του μυστηρίου του
Χριστού, εν τω Οποίω, ο παλαιός Αδάμ ανακαινούται, χωρίς να
καταστρέφεται, η ανθρώπινη φύση προσλαμβάνεται χωρίς να τρέπεται, ο
άνθρωπος θεούται, χωρίς να παύει να είναι άνθρωπος».25
Αυτή την προσδοκία για υιοθεσία, την οποία θίγει και ο απόστολος
Παύλος26, ο πόθος για πνευματική συνεύρεση με το Χριστό, πρέπει να
χαρακτηρίζει τη ζωή του πιστού και ερευνάται σε σχέση με τον Άγιο και
τον Πεντζίκη στο τρίτο μέρος της παρούσας εργασίας. Αναλύοντας αυτή
την προσδοκία για υιοθεσία, ο Άγιος λέει ότι αναφέρεται σ’ εκείνη τη
μελλοντική και αδιάπτωτη υιοθεσία που έχει σαν συνέπεια την
απολύτρωση του σώματος του ανθρώπου, δηλαδή τη λύτρωσή του από
τα πάθη και τη φθορά27. Κεντρικός πυρήνας προβληματισμού και σημείο
αναφοράς είναι το σώμα στον Άγιο, όπως και στον Πεντζίκη: «Ἔκλαιγε.
Εἶχε καταλάβει ὅτι δὲν ἦταν δυνατό νὰ ἱκανοποιηθεῖ μονάχα μὲ τὰ ἰδεατά
σχήματα. Το σῶμα παράμενε μιὰ ἀλήθεια ποὺ θὰ τὴν κέρδιζε ἢ θὰ
πέθαινε».28
Ο Άγιος σημειώνει πως όταν οι Πατέρες ήθελαν να μιλήσουν για
την Αγία Τριάδα κατέφευγαν σε εικόνες και παρομοιώσεις παρμένες
μόνο από τον νου ή την ψυχή, αλλά και από το σώμα: ονόμαζαν πχ. τον
Υιό και το Πνεύμα “τα δυο χέρια του Πατέρα”, “η φωνή” τον Υιό και “η
πνοή” το Άγιο Πνεύμα που βγαίνουν ταυτόχρονα από “το στόμα” του

25

Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννου, «Η ευχαριστιακή θεώρησις…», περιοδ. Διάβαση 64, σελ. 18-19.
Ρωμ. 8,23: «οὐ μόνον δέ, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ τὴν ἀπαρχὴν τοῦ Πνεύματος ἔχοντες καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ ἐν
ἑαυτοῖς στενάζομεν υἱοθεσίαν ἀπεκδεχόμενοι, τὴν ἀπολύτρωσιν τοῦ σώματος ἡμῶν».
27
«Εἰπών δέ υἱοθεσίαν ἀπεκδεχόμενοι…. Τήν μέλλουσαν ἐκείνην καί τελείαν καί ἀδιάπτωτον
προσεπάγει, “τήν ἀπολύτρωσιν τοῦ σώματος ἡμῶν”, δηλονότι τήν ἀπό τῶν παθῶν καί τῆς φθορᾶς
αὐτοῦ λύτρωσιν», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 16, Περί τῆς κατά σάρκα τοῦ Κυρίου Οἰκονομίας, PG
151,216 D.
28
Πεντζίκη, Ἀντρέας Δημακούδης…, σελ. 75.
26

17

ομιλούντος Πατέρα29. Εκτός όμως από αυτά, το αληθινό γεγονός ότι ο
Λόγος «“σάρξ” ἐγένετο»30 και ότι εν Χριστώ όλο το πλήρωμα της
θεότητος κατοίκησε σωματικά31 και ότι μετά την Ανάσταση και την
Πεντηκοστή σύμπασα η Αγία Τριάς έρχεται και κατοικεί μέσα στον
άνθρωπο, εφόσον το θελήσει (και στο σώμα του δηλαδή), είναι η
απόδειξη ότι ο άνθρωπος είναι προορισμένος να ομοιωθεί προς τον
Τριαδικό Θεό, ολόκληρος, από το πνευματικότερο μέχρι και το
υλικότερο στοιχείο της φύσης του32.
Η αυθεντική πνευματική ζωή περνάει μέσα από την αναζήτηση για
την ένσαρκη αλήθεια του Χριστού. Συνειδητοποιώντας ο πιστός την
παθολογία του παλαιού ανθρώπου μέσα του, τα πολλά κρύφια και
ανομολόγητα πάθη και τις επιθυμίες του και αγωνιζόμενος μέσα στην
Εκκλησία, με το χρόνο ανακαινίζεται πραγματικά, οντολογικά. Τον
χαρακτηρίζουν διαρκής και εντεινόμενη μετάνοια εφ’ όρου ζωής και
ταπείνωση ειλικρινής, ενώ η καρδιά του φλέγεται κυριολεκτικά από
έρωτα για το Χριστό, τον πλησίον, ως και για τα άλογα ζώα και την
άψυχη κτίση. Οι όψεις αυτές παθολογίας και ανακαίνισης εξετάζονται
παράλληλα τόσο σε κείμενα του Αγίου, όσο και σε κείμενα του
Θεσσαλονικέα πεζογράφου και ζωγράφου.
Σύμφωνα με τον καθηγητή Ανέστη Κεσελόπουλο, «η αληθινή
κοινωνία Θεού και ανθρώπου είναι οντολογικό γεγονός και υπαρκτική
κοινωνία· όταν εξαντλείται στην ηθική εκπίπτει σε ηθικισμό. Σκοπός του
Ευαγγελίου και της διδασκαλίας των Πατέρων δεν είναι η βελτίωση του
ανθρώπου, αλλά η καταξίωσή του ως προσώπου που εικονίζει το
Δημιουργό του. Ο σκοπός αυτός πραγματοποιείται με το άνοιγμα της
ηθικής στην πνευματική ζωή και την οντολογία της καινής κτίσης. Η
διδασκαλία του Παλαμά προσφέρει αυτό τον τρόπο της οντολογικής
κοινωνίας και σχέσης του ανθρώπου με το Θεό. Όταν ο άνθρωπος ζει την
αληθινή κοινωνία με το Θεό δεν αναγνωρίζει μόνο την αλήθεια αυτών
που αποδέχεται, αλλά τα ζει ως παρόντα. Όσο ο άνθρωπος μένει στο
ψυχολογικό επίπεδο διασπάται και συγχέεται. Όταν όμως μεταφέρεται
στο οντολογικό επίπεδο της σχέσης και της κοινωνίας, βρίσκει την
29

Δημήτρη Κουτρουμπή, Η χάρις της Θεολογίας, σελ. 183, χωρίς συγκεκριμένες παραπομπές σε έργα
των Ειρηναίου Λουγδούνου και Ιωάννου Δαμασκηνού, οι οποίοι απλώς αναφέρονται από το
συγγραφέα.
30
Ιωάν. 1,14.
31
Κολ. 2,9: «ὅτι ἐν αὐτῷ κατοικεῖ πᾶν τό πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς».
32
Βλ. σχετ. Δημήτρη Κουτρουμπή, Η χάρις της Θεολογίας, σελ. 183.

18

ενότητα της ύπαρξής του, αλλά και την αλήθεια της υποστάσεώς του ως
μέλους της Εκκλησίας… η οποία είναι ο τόπος αναπτύξεως της
οντολογικής ελευθερίας».33
Στην ίδια οπτική κινούμενος και ο Πεντζίκης αντιπαθεί κάθε
είδους ψυχολογισμό και συναισθηματισμό34, ομολογεί δε απερίφραστα
την Εκκλησία ως πρόσωπό του35. Μακριά από κάθε είδος θρησκευτικής
ιδεολογίας ή θρησκευτικής νεύρωσης, ζει την πίστη του τόσο έντονα και
καθαρά σαν πληροφοριακό δεδομένο της αφής του και των δακτύλων
του.36 Πρόκειται για μία πίστη βιωματική, από Θεού δωρεά, ανάλογη με
την πίστη του δευτέρου πολιούχου της Θεσσαλονίκης Αγίου.

33

Ανέστη Κεσελόπουλου, «Ο οντολογικός χαρακτήρας της ηθικής κατά τη διδασκαλία του αγίου
Γρηγορίου του Παλαμά», βλ. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στην ιστορία και το παρόν, σελ. 76.
34
Πεντζίκη, «Προσεύχομαι στὰ πράγματα γιὰ νὰ μὲ δώκουν ζωή», περιοδ. Το Τέταρτο 2, σελ. 101.
35
οπ. σελ. 102.
36
«Δὲν ρωτιόμουν ἁπλῶς, ἀλλὰ ἔνιωθα τὴ βεβαιότητα σχετικὰ μὲ ὅ,τι σκεφτόμουν στὰ χέρια καὶ τὰ
δάχτυλά μου.», βλ. Πεντζίκη, Ἀρχιτεκτονική τῆς σκόρπιας ζωῆς, εκδ. ΑΓΡΑ, σελ. 31.

19

Κ Ε Φ Α Λ Α Ι Ο Α΄
H ΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΩΣ ΣΑΡΚΩΜΕΝΗ ΑΓΑΠΗ

α. Η σύγχρονη προβληματική

Στη σημερινή εποχή, κατά την οποία στα ανθρώπινα πράγματα
επιπολάζουν διασπαστικά βιώματα χωρισμoύ (ανάμεσα σε θεωρίαπράξη, ιερό-βέβηλο, πνευματικό-σωματικό, υλικό-ιδεολογικό κλπ), που
παραπέμπουν σε νεστοριανού-δυαλιστικού τύπου διαστροφές, ή ακόμη
βιώματα μονοφυσιτικά (πχ. οι ενασχολήσεις των χριστιανών μόνο με τα
“πνευματικά” και η αποφυγή “κοσμικών” συναναστροφών), χρειάζεται
να επανατοποθετηθεί κανείς ως προς το θέμα πολιτισμός, ζήτημα που
συχνότατα τείνει να δαιμονοποιείται, ακόμη και, αν όχι περισσότερο, από
τα εκκλησιαστικά περιβάλλοντα.
Συμπεριφορές που απορρέουν από τέτοιου είδους βιώματα, ως εάν
ο άνθρωπος να ήταν άυλος, άσαρκος, “πνευματικός”, καταδικάζει ο
άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός (676-749), και μάλιστα με μία διάθεση
αστεϊσμού και ήπιας ειρωνείας, απέναντι σε κάποιον που έχει αυτές τις
απόψεις, κατά τη δύσκολη περίοδο της εικονομαχίας (726-843): «Σύ,
μέν, ὡς τυχόν, ὑψηλός τε καί ἄυλος καί ὑπέρ τό σῶμα γενόμενος, καὶ
οἷον ἄσαρκος, καταπτύεις πᾶν τό ὁρώμενον∙ ἀλλ’ ἐγώ, ἐπεί ἄνθρωπός
εἰμι καί σῶμα περίκειμαι, ποθῶ καί σωματικῶς ὁμιλεῖν, καί ὁρᾶν τά ἅγια
∙ συγκατάβηθι τῷ ταπεινῷ μου φρονήματι ὁ ὑψηλός, ἵνα σου τηρήσῃς τό
ὑψηλόν»37 .
Πολλοί, επηρεασμένοι από τέτοιου είδους δυαλισμούς,
διασπαστικούς της ύπαρξης38, «δεν καταλαβαίνουν ότι συνυπάρχουν
37

Ιω. Δαμασκηνού, Πρός τούς διαβάλλοντας τάς ἁγίας εἰκόνας 1, PG 94,1264 C.
«Η Δύση διέσπασε την υπαρξιακή ενότητα του ανθρώπου. Ενώ η ύπαρξη αποτελεί μια λειτουργική
σχέση νου, λόγου, καρδίας, βουλήσεως κα, η Δύση θεοποίησε τον αυτονομημένο λόγο για την
38

20

λειτουργικά στοχασμός και θεωρητική εμπειρία. Η ανάπτυξη του
στοχασμού εξαρτάται από την ποικιλία των χαρισμάτων…. Άνθρωπος μη
στοχαζόμενος δεν υπάρχει…. Πιστός μη στοχαζόμενος δεν υπάρχει».39
Θρησκευτική πίστη δίχως γνώση είναι φάντασμα των παγιδευμένων στη
σχιζοφρενική διάσπαση θεωρίας και πράξης από την οποία προκύπτει η
δυτική άποψη ότι το θρησκεύειν είναι κάτι το διαφορετικό από τη
γνώση, δηλαδή την ιστορική γνώση που σημαίνει την οικείωση
πολιτιστικών αγαθών σχετιζομένων με τη χριστιανική ζωή. Ο ηθικιστής
δεν θέλει το πολιτιστικό στοιχείο, πολλές φορές αποστρέφεται και το
αισθητικό40.
Ο δυαλισμός έχει ωστόσο την προϊστορία του. Βλέποντας κανείς
ιστορικά το πράγμα, από το απαρηγόρητο του ελληνικού δυισμού,
περνάει στο λυκαυγές της εβραϊκής ενοποιητικής αντίληψης του όντος,
όπου οι λέξεις «ψυχή» και «σάρξ» είναι ταυτόσημες και αναφέρονται
στον όλο άνθρωπο που ζει στο δημιουργημένο κόσμο. Γι’ αυτό και
ονόματα μελών του σώματος χρησιμοποιούνται για να δηλωθούν
ψυχολογικές διαθέσεις: «τά δέ σπλάχνα τῶν ἀσεβῶν ἀνελεήμονα».41
Μετά την υποστατική ένωση του Θεού Λόγου με την ανθρώπινη φύση,
«Ἰουδαίοις μέν σκάνδαλον, Ἕλλησιν δέ μωρίαν»42, ο άνθρωπος μπορεί
να θεωθεί ψυχή τε και σώματι και όχι μόνο, αλλά όπως λέει και ο άγιος
Μάξιμος, μπορεί ο άνθρωπος να συναντηθεί με τους άλλους ανθρώπους
έργω της Προνοίας του Χριστού, ο Οποίος δια των ακτίστων ενεργειών
και λόγων κοινωνικώς και «… καί ἀλλήλοις καί ἑαυτῷ προνοητικῶς
ἐνδιασφίγγει»43 τα όντα, δηλαδή τα εκκλησιάζει μέσα στην ανθρώπινη
φύση Του, κάτι ασύλληπτο για το νου του ανθρώπου. Η ηλιόχαρη μέρα
λοιπόν ενός πλήρους ψυχοσωματικά εαυτού, που αναζητιόταν από την
προσωκρατική ακόμη εποχή44 ανέτειλε με την Ενσάρκωση του Λόγου.

επιστήμη και την πίστη τη θεώρησε σαν μια άλογη βιωματική λειτουργία ή κάτι το πρακτικό. Αυτό
είναι λάθος γιατί η πίστη ενώ δεν είναι ποτέ εκδήλωση του αυτονομημένου λόγου, αποτελεί
εκδήλωση της σύνολης υπάρξεως, όπου υπάρχει πάντοτε ο λόγος. Κατά την πατερική θεολογία η
γνώση είναι έμπρακτη και η πράξη ελλόγιμη», βλ. Νίκου Ματσούκα, «Θεολογική θεώρηση του
μαθήματος των θρησκευτικών», περ. Κοινωνία 3, σελ. 313-314.
39
οπ.
40
οπ.
41
Παρμ. 12,10.
42
Α΄ Κορ. 1,23.
43
Μαξίμου Ομολογητού, Μυσταγωγία, βλ. TLG 049 1.6
44
Πρωτοπρεσβυτέρου Νικολάου Λουδοβίκου, «Το φαινόμενο της νεοειδωλολατρίας και η ποιμαντική
αντιμετώπισή του: η ανάγκη μιας επανερμηνείας», Πρακτικά ΣΤ΄ Πανελλήνιου Συμποσίου Στελεχών
Ιερών Μητροπόλεων, σελ. 541.

21

Ο Πλάτων (427;-347 π. Χ.) βέβαια υπερτόνισε την ψυχή σε βάρος
του σώματος, τάση που πέρασε στους νεοπλατωνικούς και μέσω του
ιερού Αυγουστίνου πέρασε και στη Δύση με χριστιανική μορφή μέχρι
σήμερα, ταλανίζει μάλιστα συχνότατα και την καθ’ ημάς Ανατολή.
Ολόκληρη η δυτική φιλοσοφία από τον Ντεκάρτ (1596-1650) έως τον
Καντ (1724-1804) και τον Χούσσερλ (1859-1938) θεωρεί πραγματικό
εαυτό μόνο το ψυχικό εγώ: τούτο δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά
απόρριψη και εν ταυτώ νοσταλγία του σώματος. Γι’ αυτό και νεότεροι
φιλόσοφοι όπως ο Βιτγκενστάιν (1889-1951) μίλησαν μάλλον με
ορθόδοξο αισθητήριο, για την άμεση ανάγκη απαλλαγής της (δυτικής)
θεολογίας από τον καρτεσιανισμό, (βλέπε επίσης ιδεαλισμό,
ψυχολογισμό, ευσεβισμό, ηθικολογία ως παράγωγά του, αλλά και ως
τροφείς του), πράγμα που αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα της
ορθόδοξης θεολογίας, θεολογίας ένσαρκης45.
Στην πορεία βέβαια και της ορθόδοξης θεολογίας, πολλά
ιδεολογικά επικαλύμματα προσπάθησαν να κρύψουν τον αποκαλυπτικό
της χαρακτήρα και πολύς είναι ο κόπος και ο πνευματικός αγώνας που
πρέπει να καταβληθούν, ώστε ο σημερινός θεολόγος, όχι απαραίτητα ο
ακαδημαϊκός, να συναντήσει κάτω από τις ποικίλες προσχώσεις
παρανοήσεων,
αυθαιρεσιών,
κακού
ζηλωτισμού,
νευρωτικού
συντηρητικού πνεύματος, αλλά και αλαζονικών υπεραπλουστεύσεων τα
ζήδωρα νάματα του φρέατος της χάριτος του Θεού, μέσα στην Εκκλησία
Του. Πρόκειται για μια “εξήγηση” του έργου του Χριστού μέσα στον
κόσμο, «με οντολογικούς και όχι με ηθικούς όρους», όπως λέει ο πατήρ
Νικόλαος Λουδοβίκος, αποδίδοντας τη φράση στον πατέρα Γεώργιο
Φλωρόφσκι 46.
Έτσι χρειάζεται η ανάλογη προετοιμασία για να καταδυθεί κανείς
στα πλούσια κοιτάσματα του παλαμικού λόγου, να νιώσει, σύμφωνα με
την πεντζικική ορολογία «τὴν παλαμική ἀναπνοή»47 που, κατά τον
πεζογράφο, παραδέχεται επισήμως η Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού.
Είναι όμως γεγονός πως καθόλου δεν θίχτηκε η νεοελληνική θεολογία
από την παλαμική αυτήν αναπνοή, από απελευθερώσεως κι έπειτα. Τη
45

οπ. όπου ο εισηγητής υποστηρίζει, και σωστά κατά τη γνώμη μου, ότι όσο η ορθόδοξη θεολογία
επικαλύπτεται από τέτοιου είδους ψιμμύθια, «μόνον η αναβίωση παγανιστικών λατρειών είναι δυνατόν
να εκφράσει τη χαμένη οντολογική και υπαρξιακή ψυχοσωματική καθολικότητα» που αναζητάει ο
σύγχρονος άνθρωπος, βλ. στο ίδιο σελ. 547.
46
οπ. σελ. 539-540, χωρίς συγκεκριμένη παραπομπή σε κείμενο του πατρός Φλωρόφσκι.
47
Πεντζίκη, «Ἄλλοτε καὶ νῦν», στο Πρὸς ἐκκλησιασμόν, σελ. 32.

22

δεκαετία του ’70, κυρίως, είναι η εποχή που ο Πεντζίκης γράφει
δηλώνοντας θιασώτης του Αγίου, αναφερόμενος στα έργα του πολλές
φορές σε αυτόν. Εκπλήσσει όμως το γεγονός ότι σε εποχή κατά την οποία
ο Άγιος ήταν άγνωστος στο θεολογικό κόσμο (1939), ήδη ο Πεντζίκης
αναφερόταν -και εγκωμίαζε κιόλας- την ησυχαστική στάση του Αγίου
στο βιβλίο του Ο πεθαμένος και η ανάσταση48, δείχνοντας από τότε
γνώστης της ταραγμένης εποχής των ησυχαστικών ερίδων.
Εξηγώντας θαυμάσια την πορεία των Νεοελλήνων μέσα στο
ιστορικό γίγνεσθαι σημειώνει ότι «βγαίνοντας στὸν ἐλεύθερο ἀέρα μετά
τὴν ἀποκατάσταση σ’ ἀνεξάρτητο κράτος, μᾶς δημιουργήθηκε μιὰ σειρά
ψυχολογικών αντιδράσεων», οι οποίες οδήγησαν σε «ἀλλαγή γραφῆς
μας», σε σχέση με την προ του 1821 γραφή. Λέγοντας «γραφή» και
«αναπνοή» εννοεί πνευματικότητα. Απομακρύνθηκαν, λέει ο Πεντζίκης,
από την πνευματικότητά τους, από την παράδοσή τους οι Νεοέλληνες,
και κινήθηκαν «πρὸς τὴ φυσική τους σύγχυση. Φτάσανε στὸ σημεῖο νὰ
νομίζουν ὅ,τι ἦταν ζωή τους, θάνατο. Πόσα καὶ πόσα παιδιά ἀνδρούμενα
δὲν συμβαίνει ν’ ἀρνιοῦνται, ἀπό τὶς ἀνάγκες τῆς ἀτομικότητας, τὸ σπίτι
ποὺ τ’ ἀνάθρεψε»49. Δὲν μπορούν νὰ καταλάβουν ότι «αὐτό ποὺ
ἐπιβάλλεται καὶ γεμίζει εἶναι ἡ ψυχή, πνοή, ἀναπνοή τοῦ ἀνθρώπου. Τοῦ
ὑποστασιακοῦ αὐτοῦ γεγονότος ἐμεῖς ἀρνούμεθα νὰ λάβουμε συνείδηση.
Τὸ ἀποτέλεσμα θλιβερό, σ’ ὅλες μας τὶς ἐκδηλώσεις, μᾶς ἐμποτίζει μ’
ἕνα αἴσθημα διαρκοῦς κατωτερότητας ἀπέναντι τῶν προτύπων τῆς
προόδου καὶ τῆς ζωῆς ποὺ διαλέξαμε, ὅταν, βγαίνοντας ἀπό τὴν
ἐκκλησία ἔξω, μετά τὴν ἀπελευθέρωση, κοντέψαμε νὰ μᾶς κοπεῖ ἡ
ἀνάσα. Τρέχουμε κατόπι στοὺς ξένους, μιμούμενοι τὶς κινήσεις τους, μὲ
τὴν ἐλπίδα κάτι νὰ καταλάβουμε ἀπ’ τὴ ζωή, καὶ διαρκῶς ἐκεῖνοι
βρίσκονται ἀλλοῦ, ὅταν ἐμεῖς πᾶμε νὰ τοὺς συναντήσουμε ἐκεῖ ποὺ
ἦταν».50
Ωστόσο η εν τοις πράγμασι απεμπολούμενη και απαξιούμενη
Ορθόδοξη παράδοση καλεί πολλές φορές τους Νεοέλληνες χωρίς και οι
ίδιοι να το κατανοούν. Γράφει ο Ιερομόναχος Συμεών ο Γρηγοριάτης ο
εκ Περού στοιχούμενος στη γραμμή του καρδιακού του φίλου και
48

Βλ. ανωτ. μνημον. εργ. σελ. 36. Βλ. και την εισήγηση του Χρυσόστομου Σταμούλη, «Το κίνημα των
Ζηλωτών και ο Γρηγόριος Παλαμάς στο Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη», στο διεθνές επιστημονικό συνέδριο
των 45ων «Δημήτρειων» στην Ιερά Μονή Βλατάδων, τον Οκτώβριο του 2011, σελ. 6.
49
Πεντζίκη, «Ἄλλοτε καὶ νῦν», στο Πρὸς ἐκκλησιασμόν, σελ. 37.
50
οπ. σελ. 41.

23

ομόψυχου προς αυτόν Πεντζίκη, σε μία όντως προφητική, θα μπορούσε
να λεχθεί, γλώσσα: «Οι Νεοέλληνες, περιφρονώντας την Ορθοδοξία και
ασπαζόμενοι τις αξίες ενός ουμανιστικού πολιτισμού στον οποίο κατά
βάθος δεν πιστεύουν, ντύνονται το χιτώνα της φιλαυτίας που μισεί τα
πάντα, με αποτέλεσμα να βρίσκονται στα πρόθυρα της βαρβαρότητας. Οι
Νεοέλληνες, μαγεμένοι από την πλανερή αίγλη του δυτικού πολιτισμού,
πολεμάνε την Ορθόδοξη Παράδοση, αλλά δεν μπορούν να ξεφύγουν
εύκολα από αυτή. Φαινομενικά, η στάση τους απέναντι στη ζωή δηλώνει
περιφρόνηση, άρνηση, απεμπόληση της Παράδοσης. Μα είναι αυτό
πρόσωπο ή προσωπεία ενός λαού που δοκιμάζεται; Στο βάθος παραμένει
εν σπέρματι, συχνά ερήμην αυτών, η Ελληνορθόδοξη Παράδοση, η
αιώνιά τους τροφή, το ύδωρ το ζων, το πόμα το λευκολαμπές. Καινός
χρόνος που, εκ των ένδον, άρδευε τα σώματά τους…»51.
Ακολουθεί η παλαμικής διακρίσεως διαπίστωση: «Η τραγικότητα
των Νεοελλήνων έγκειται στο γεγονός ότι παραπαίουν ανάμεσα σ’ ένα
δυτικό πολιτισμό που δεν γίνεται δικός τους και στην Παράδοσή τους
που δεν ξέρουν πια πώς να την ακούσουν· ωστόσο εκείνη τους καλεί.
Ίσως αρκεί μια στιγμή προσοχής εκ βαθέων για να βρουν την ψυχή τους.
Τότε πιθανώς θα μπορέσουν να προσλάβουν τον δυτικό πολιτισμό, δίχως
απελπισία για τη διάλυση που πρέπει να υποστούν. Διάλυση μιας ζωής
βασισμένης σε αξίες ψεύτικες που τα τελευταία χρόνια με λύσσα
καλλιέργησαν. Αιώνια ωραιοποιημένες μάστιγες στη Δύση… Δεν είναι ο
εναγκαλισμός του Δυτικού Ουμανισμού που θα μας κάνει πολιτισμένους,
αλλά μάλλον ο εναγκαλισμός της θριαμβευτικής χρεοκοπίας του. Και
αυτό με τη δύναμη της Πίστης»52.
Δεν θα διέφερε και πολύ ο λόγος του αγίου Γρηγορίου Παλαμά αν
μιλούσε σήμερα σε Νεοέλληνες … «ευρω-λιγούρηδες(!)», κατά τη
γνωστή
έκφραση
του
μακαριστού
αρχιεπισκόπου
Αθηνών
Χριστοδούλου. Άλλωστε, ακόμη κι αν τα λόγια αυτά απευθύνονταν σε
αντι-ησυχαστές της εποχής των ησυχαστικών ερίδων, θα αναγνωριζόταν
εύκολα το παλαμικό πνεύμα τους.
Κατόπιν δίνεται και η ποιμαντικώς εύστοχη αισιόδοξη ευχή και
προτροπή: «Αλλά συνειδητά πλέον πρέπει να πίνουν οι Έλληνες το θείο
της Παράδοσης φίλτρο, το επαναφέρον τον έρωτα, το πάντα καινούριο
51
52

Συμεών Ιερομονάχου Γρηγοριάτου, Νηφάλιος μέθη, σελ. 14-15.
οπ. σελ. 15-16.

24

φως με το οποίο θα μπορέσουν να δούνε πάλιν αυτόν τον κόσμο όπου
ζούνε και να μην απολεσθούν»53.
Προβληματιζόμενος ο Πεντζίκης πάνω στη στειρότητα της
θεολογίας της σχετικά πρόσφατης εποχής μιας συνέντευξής του (1991)54
σημειώνει ότι η θεολογία δε μπορεί παρά να είναι απόρροια βιωμάτων.
Ακόμα κι όταν διδάσκεται στο Πανεπιστήμιο, αλλά με τέτοιες
βιωματικές προϋποθέσεις, είναι σωστή. Όταν βασίζεται σε ξένες
θεολογίες, χάνει το νόημά της. Ο ίδιος δηλώνει ότι έχει επηρεαστεί από
ξένους (Κίρκεγκωρ: 1813-1855), αλλά το σημαντικό είναι να μάθουν οι
πιστοί σήμερα να ζουν τα σύμβολα, όπως στην εποχή του Μεγάλου
Κωνσταντίνου, ξεφεύγοντας από την τυπολατρεία. Όσο για τη δουλειά,
την τέχνη, τη λογοτεχνική συγγραφή, πρέπει αυτές να τρέφονται από το
εκκλησιαστικό πνεύμα, αλλιώς σκέφτεται και πράττει κανείς εν ονόματι
των ιδεών του εγκεφάλου του.
Έχει διαβάσει και Τζόυς (1882-1941) και Γκόγκολ (1809-1852)
και Τολστόι (1828-1910) και ξέρει πόσο ακριβά πλήρωσε ο ρωσικός
λαός το γαλλικό Διαφωτισμό, ο οποίος βρίσκεται σε τέλεια διάζευξη σε
σχέση με το πνεύμα των φιλοκαλικών Πατέρων που τα λόγια τους, ψωμί
και τυρί, χορταίνουν τον άνθρωπο. Σημειώνει ότι αν και κατέχει τη
δυτική σκέψη σε μεγάλο βαθμό, οι Βυζαντινοί είναι εκείνοι που τον
βοήθησαν να καταλάβει χριστοκεντρικά τις σύγχρονες ευρωπαϊκές
τάσεις, το ανορθολογιστικό πνεύμα. Βοηθούμενος και από τον Όμηρο
και από τα αγιολογικά κείμενα «ἑδραιώθηκε μέσα του ὁ πέραν τοῦ
ἀτόμου μῦθος, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν ἀγαπητικὴ γέφυρα ἀνάμεσα σὲ
παρελθὸν καὶ μέλλον καὶ στέκει σὰν σταυρικὴ μοναδικὴ διέξοδος στὸ
ἐγώ»55. Η θητεία του στο ρεύμα του συμβολισμού και τις εξελίξεις του
τον επηρέασαν προκαλώντας και «τὸ βαθύτερο αἴτιο τῆς κοινωνικῆς του
ἀποτυχίας καὶ τοῦ ἐξωστρακισμοῦ. Ἡ ὁδὸς τῆς ἀποκατάστασής του εἶναι
καθαρὰ θρησκευτικὴ καὶ ὀρθόδοξη. Ὑπερεκτιμᾶ τοὺς Ἁγιορεῖτες
μοναχοὺς καὶ τοὺς βάνει κορόνα στὸ ἁμαρτωλό του κεφάλι. Οἱ νηπτικοὶ
Πατέρες τῆς Φιλοκαλίας τοῦ ἀνανέωσαν τὸ αἷμα του»56.

53

οπ. σελ. 15.
Βλ. συνέντευξη του Πεντζίκη στο Σωτήρη Γουνελά, περιοδ. Σύναξη 38, σελ. 63-68.
55
«Το πορτραίτο του καλλιτέχνη», ο Ν. Γ. Πεντζίκης απαντάει σε 31 ερωτήσεις της Isadora RosenthalKamarinea, εφημ. Η Καθημερινή, 7 ημέρες, Κυριακή 2 Μαρτίου 1997, σελ. 8.
56
Οπ.
54

25

Η επικοινωνία με τους αγίους και τους νεκρούς υπάρχει μόνο μέσα
στην Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού, λέει ο λογοτέχνης και ζωγράφος
και με όσα ισχυρίζεται είναι ξεκάθαρο, ότι αποφεύγει συνειδητά, μέσω
του βιώματός του, την πλάνη του απρόσιτου Θεού και του ακραίου
«νομιναλιστικού αγνωστικισμού» του Βαρλαάμ, αλλά και τον αντίθετο
«διανοητικό ρεαλισμό της “Θωμικής” σχολής», συντασσόμενος
ανεπιφύλακτα με τον επίσης αντίθετο στους δύο προηγούμενους
«μυστικό ρεαλισμό των μοναχών»57, του Γρηγορίου Παλαμά και της
Φιλοκαλίας, που αναφέρεται σε ένα Θεό απρόσιτο μεν κατά την ουσία
του, αλλά ταυτόχρονα προσιτό και αποκαλυπτόμενο στον άνθρωπο δια
των θείων ενεργειών Του. Η ενσάρκωση του Θεού Λόγου παρέχει στον
άνθρωπο γνώση υπερφυσική που διακρίνεται από τη νόηση και κατ’
εξοχήν πραγματική, πολύ πιο πραγματική από κάθε φιλοσοφική γνώση.58
Υπό αυτό ακριβώς το πρίσμα κατανοούνται άνετα από θεολογικής
απόψεως φράσεις και εκφράσεις όπως: «δὲν ρωτιόμουν ἁπλῶς, ἀλλὰ
ἔνιωθα τὴ βεβαιότητα σχετικὰ μὲ ὅ,τι σκεφτόμουν στὰ χέρια καὶ τὰ
δάχτυλά μου»59, «ο Θεός είναι σαν το καλό χαβιάρι»60, ή «προσεύχομαι
στὰ πράγματα γιὰ νὰ μὲ δώκουν ζωή»61, «χαβιάρι» εννοώντας έναν Θεό
πραγματικό προς βρώση και πόση, «πράγματα» δε εννοώντας τη
σαρκωμένη Αλήθεια που εκφράζεται μέσα από το ζωοποιό δόγμα /
πράγμα, που παραπέμπει σε Αυτή, όσο και τις άκτιστες ενέργειες του
Τριαδικού Θεού, που αποτελούν κι αυτές πράγματα, δηλαδή ζωοποιές
αλήθειες, πραγματικότητες, όχι ιδέες και φιλοσοφικές συλλήψεις.
Ενάντια σε κάθε δυαλισμό, σε κάθε διασπαστικό βίωμα χωρισμού,
σε κάθε βιωματικό κατακερματισμό ανίατης, γι’ αυτόν από μόνον του,
ορφάνιας του ανθρώπου, στέκει η θεολογία του Αγίου, θεολογία
σώματος μέσα στην ευφραίνουσα δόξα του Χριστού, ο οποίος Άγιος
χαρακτηρίζει αιρετικούς εκείνους που κατηγορούν το σώμα: «Τέτοια
λόγια αδελφέ, ταιριάζει να λέγονται στους αιρετικούς, που
χαρακτηρίζουν το σώμα κακό και πλάσμα του πονηρού. Εμείς όμως
νομίζουμε ότι ο νους είναι κακός όταν προσηλώνεται στο σωματικό
57

Jean Meyendorff, Saint Grégoire Palamas et la mystique orthodoxe, pp. 65-66.
«Le Christ, en s’ incarnant, n’ a-t-il pas accordé aux hommes une connaissance surnaturelle, distincte
de l’ intellection, mais éminemment réelle, bien plus réelle que toute connaissance philosophique?»,
βλ. οπ. p. 66.
59
Ν. Γ. Πεντζίκη, Ἡ ἀρχιτεκτονικὴ τῆς σκόρπιας ζωῆς, σελ. 31.
60
Τίτλος συνέντευξης του ιερομονάχου Συμεών Γρηγοριάτη στο περιοδ. Το Τέταρτο 9, σελ. 63.
61
Τίτλος συνέντευξης του Πεντζίκη, στο περιοδ. Το Τέταρτο 2, σελ. 98.
58

26

φρόνημα, ενώ όταν παραμένει μέσα στο σώμα δεν είναι κακός, αφού
ούτε το σώμα είναι κακό. Γι’ αυτό κάθε αφοσιωμένος δια βίου στο Θεό,
φωνάζει ολοσώματα προς αυτόν μαζί με το Δαβίδ: “δίψασε η ψυχή μου
για σένα, σε ποθεί η σάρκα μου” (Ψαλμ. 62,2)… και μαζί με τον Ησαΐα
“η κοιλιά μου θα ηχήσει σαν κιθάρα και τα σπλάχνα μου σαν χάλκινο
τείχος που το ανακαίνισες εσύ” (Ησ. 16,11) και “εξαιτίας μας του φόβου
μας προς εσένα, Κύριε, λάβαμε το πνεύμα της σωτηρίας σου μέσα στην
κοιλιά μας” (Ησ. 26,17)».62
Η χρήση αυτών των αγιογραφικών χωρίων από τον Άγιο δείχνει
ακριβώς πως έχει σωματική αίσθηση της πίστης του. Παρακάτω πολύ
όμορφα αντιπαραβάλλει την κρυφιότητα της ψυχής σε αυτή τη ζωή με τη
φανερή δόξα του σώματος στην άλλη ζωή: «Όπως τώρα είναι δύσκολο
να δούμε ότι έχουμε νοερή ψυχή που μπορεί να υπάρχει καθ’ εαυτήν,
λόγω της σάρκας (: του σαρκικού φρονήματος) που είναι παχεία και
θνητή και αντιτίθεται σε αυτήν, συσκιάζοντας και υποβιβάζοντας και
καθιστώντας σωματόμορφη και φαντασιόπληκτη την ψυχή,… έτσι κατά
τη μακαριωτάτη εκείνη ζωή του μέλλοντα αιώνα το σώμα των υιών της
αναστάσεως (Λουκ. 20,36) θα κρυβεί κατά κάποιο τρόπο, καθόσον θα
μεταβληθούν και θα γίνουν όμοια με τα των αγγέλων σύμφωνα προς το
ευαγγέλιο του Χριστού (Ματθ. 22,30)· γιατί θα εκλεπτυνθεί το σώμα,
ώστε ούτε καν να φαίνεται ότι είναι ύλη, ούτε ότι επισκιάζει τις νοερές
ενέργειες, αφού θα κυριαρχήσει ο νους. Γι’ αυτό και θα απολαύσουν το
φως με σωματικές αισθήσεις».63
Αποτελεί ζήτημα μείζονος σπουδαιότητας η καταγραφή ενός
θεολογικού λόγου τέτοιας εμβέλειας, λόγου που θ’ αγκαλιάζει ολάκερο
τον απαρηγόρητο άνθρωπο της σημερινής εποχής -δίχως επικίνδυνους
62

«Τοὺς τοιούτους λόγους, ἀδελφέ, τοῖς αἱρετικοῖς ἁρμόσει λέγειν, οἳ πονηρὸν καὶ τοῦ πονηροῦ
πλάσμα τὸ σῶμα λέγουσιν. Ἡμεῖς δὲ ἐν τοῖς σωματικοῖς φρονήμασιν εἶναι τὸν νοῦν οἰόμεθα κακόν, ἐν
τῷ σώματι δὲ οὐχὶ κακόν, ἐπεὶ μηδὲ τὸ σῶμα πονηρόν. Διὸ μετὰ τοῦ Δαβὶδ τῶν διὰ βίου τὸν Θεὸν
προσανεχόντων ἕκαστος βοᾷ πρὸς τὸν Θεόν· “ἐδίψησέ σε ἡ ψυχή μου, ποσαπλῶς σοι ἡ σάρξ μου”…
καὶ μετά τοῦ Ἡσαΐου, “ἡ κοιλία μου ἠχήσει ὡς κιθάρα καὶ τὰ ἐντός μου ὡσεὶ τεῖχος χαλκοῦν, ὃ
ἐνεκαίνισας” καὶ “διὰ τὸν φόβον σου, Κύριε, ἐν γαστρὶ ἐλάβομεν Πνεῦμα σωτηρίου σου”», βλ.
Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων 1,2, Συγγρ. Α, σελ. 393.
63
«Ὥσπερ νῦν ἔργον ἐστὶν ἰδεῖν ὡς ἔχομεν νοερὰν ψυχήν, καθ’ ἑαυτὴν ὑφεστάναι δυναμένην διὰ τὴν
παχεῖαν ταύτην σάρκα καὶ θνητὴν καὶ ἀντίτυπον ἐπιλυγάζουσαν καὶ κατασπῶσαν, σωματοειδῆ τε καὶ
φανταστικὴν μάλιστα καθιστῶσα τὴν ψυχὴν, …οὕτως ἐν τῇ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος ἐκείνῃ
μακαριωτάτῃ διαγωγῇ τοῖς υἱοῖς τῆς ἀναστάσεως ὡσανεὶ τὸ σῶμα κρυβήσεται εἰς ἀγγέλων κατὰ τὸ
εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ μεταποιηθεῖσιν ἀξίαν· διαλεπτυνθήσεται γάρ, ὡς μηδ’ ὕλην ὅλως εἶναι δοκεῖν,
μηδ’ ἐπιπροσθεῖν ταῖς νοεραῖς ἐνεργείαις, ἐκνικήσαντος τοῦ νοῦ. Διὰ τοῦτο καὶ σωματικαῖς αἰσθήσεσιν
ἀπολαύσονται τοῦ θεϊκοῦ φωτός», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, 1,3, Συγγρ.
Α, σελ. 447.

27

μονισμούς- και θα τον παραμυθήσει. Στο έργο αυτό πιστεύω πως ο Νίκος
Γαβριήλ Πεντζίκης, μέσα από τα έντονα παλαμικά του βιώματα, ως
θεολόγος μεγάλου βεληνεκούς, μπορεί να πρωτοστατήσει και να γίνει για
τους συγχρόνους του και τους μετέπειτα αγωγός συνάντησης αγαπητικής
με τους Πατέρες της Εκκλησίας, μια και ο άγιος Παλαμάς συνοψίζει
ολόκληρη την Πατερική παράδοση, προγενέστερη και μεταγενέστερή
του.

28

β. Ο Άγιος και ο “Παῖς” ποιητής, πεζογράφος και ζωγράφος

Τόσο ο άγιος Γρηγόριος o Παλαμάς (1296-1359), όσο και ο
Νικόλαος Γαβριήλ Πεντζίκης (1908-1993), αποκαλύπτουν τη σωστή
αντιμετώπιση, μάλλον τοποθέτηση του πιστού ανθρώπου μέσα στην
εκάστοτε περιρρέουσα πολιτισμική ατμόσφαιρα, η οποία κάθε άλλο παρά
αφοριστική και απορριπτική είναι∙ απεναντίας, πρόκειται για μια
στοργική περίπτυξη των πάντων, μια αγαπητική ενατένιση όλων των
πολιτισμικών οντοτήτων, από τις οποίες άλλες αποδεικνύονται
«καυσούμενα στοιχεία»64 κι άλλες, ως αιώνιες και αμετάθετες,
προσράπτονται στο σώμα τού Χριστού, εκκλησιαζόμενες.
Για το λόγο αυτό, σύμφωνα με τον καθηγητή Χρυσόστομο
Σταμούλη, ο σημερινός ερευνητής της Ορθοδοξίας οφείλει να διακρίνει
ποια τα σταθερά και ποια τα φερτά υλικά της διαχρονικής πορείας του
εκκλησιαστικού σώματος. «Να κρατήσει και να επεκτείνει τα πρώτα
δημιουργικά στο αποκαλυπτικό “σήμερον” και να αφήσει τα δεύτερα στη
ζώσα λήθη της ιστορίας, μνημεία που θα δείχνουν στους αιώνες την αξία
της ευστοχίας, αλλά και το κέρδος της αστοχίας. Με τον τρόπο αυτό
αποφεύγεται τόσο η “ιεροποίηση” όσο και η “δαιμονοποίηση” των
κειμένων, πραγματικότητα που μας κατεβάζει μεμιάς από το άρμα της
κατά γράμμα θεοπνευστίας… και οι άγιοι έκαναν λάθη… αγιότητα είναι
η βαθιά συναίσθηση της αμαρτωλότητας, όχι η αναμαρτησία… Έτσι
οδηγείται κανείς στη μετάνοια… Οι Πατέρες δεν υπήρξαν πιόνια στη
σκακιέρα του Θεού… αλλά ελεύθερες υπάρξεις που φαγώθηκαν με τα
ρούχα τους προκειμένου να δουν τη δόξα του πραγματικού… στα
συντρίμμια των αποδομημένων από τη ζωή σήμερα κειμένων τους…
υπάρχουν μαργαρίτες που φανερώνουν το ρεαλισμό μιας διαχρονίας που

64

Β΄ Πετρ. 3,12.

29

γιγαντώνεται στη συνάντησή του με τα πολύτιμα του σύγχρονου
πολιτισμού και τους αιώνιους καημούς των ανθρώπων»65.
Πολύ σημαντική, προφητική και συνηχούσα εδώ είναι η άποψη
του Πεντζίκη σε μία συνέντευξή του: «Μὰ ἡ Ἐκκλησία παιδί μου, δὲν
μᾶς ζητάει νὰ μὴν ἁμαρτάνουμε. Ἄλλωστε οἱ ἅγιοι αὐτό ἀκριβῶς
κάνουν: παίρνουν ἐπάνω τους τὶς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων. Μᾶς ζητάει
νὰ ἔχουμε καθαρὲς αἰσθήσεις. Ἄσχετα βέβαια ἂν ὑπάρχει μεγάλη
σύγχυση ἑρμηνευτικὴ τῶν ἐκκλησιαστικῶν κειμένων».66
Ο τρόπος αυτός βέβαια δεν πρέπει να οδηγήσει στο σχετιστικό
προσπέρασμα εκείνου του ουσιώδους πυρήνα της αποκαλύψεως, εκείνου
του περιεχομένου που σε κάθε περίπτωση υπερβαίνει τα μέσα που το
εκφράζουν, είτε αυτά είναι γλωσσικά, είτε συμβολικά, είτε εικονικά. Σε
καμία περίπτωση «η θεότητα του Χριστού και οι σωτηριώδεις ενέργειές
του δε μπορούν να θεωρηθούν ως εξωτερικό κέλυφος ή μορφή που
προσιδιάζει στο χρόνο που γράφτηκε η Καινή Διαθήκη».67
Ο ερευνητής πρέπει επίσης να λάβει σοβαρά υπόψη του τις τάσεις
απομυθοποίησης της σύγχρονης Δύσης οι οποίες φανερώνουν, αρκετές
φορές με ειλικρίνεια, έναν γνήσιο, αυθεντικό υπαρξιακό προβληματισμό.
Θα εννοήσει τότε ότι το ζητούμενο δεν είναι να απομυθοποιηθεί η Δύση,
αλλά να δημιουργηθούν νέοι μύθοι, που δεν θα περιγράφουν μια
αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά θα την ερμηνεύουν και θα την
υπερβαίνουν με μία υπέρβαση όχι πάνω κι έξω από την ιστορία, αλλά με
μία υπεύθυνη και δημιουργική υπέρβαση που έχει να κάνει με το
μεγαλείο, τη μεγαλοσύνη, της συνάντησης του ερευνητή με την
αποκάλυψη και το μυστήριο της -σε συγκεκριμένη πάντως ιστορική
στιγμή- σάρκωσης του Λόγου.68
Σε ερώτηση που του έγινε για τη σχέση του με τους αρχαίους
μύθους, ο Πεντζίκης διαζωγραφεί έξοχα ό,τι μόλις προειπώθηκε: «Οἱ
ἀρχαῖοι μῦθοι εἶναι στοιχεῖο ποὺ ζωντανεύει τὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ, καὶ
65

Χρυσόστ. Σταμούλη, Έρως και Θάνατος, σελ. 80-81.
Συνέντευξη στη Βεατρίκη Σπηλιάδη με τίτλο: «Ν. Γ. Πεντζίκης, ο βυζαντινός σουρρεαλιστής»,
εφημ. Η Καθημερινή,Τετάρτη 6-10-1976.
67
Χρυσόστ. Σταμούλη, Έρως και Θάνατος, σελ. 107, όπου υπάρχει παραπομπή (αρ. 30) για το εδώ
αναφερόμενο απόσπασμα από το βιβλίο του π. Δημητρίου Στανιλοάε, Θεολογία και Εκκλησία, εκδ.
ΤΗΝΟΣ, Αθήνα 1989, σελ 105.
68
Βλ. και Νίκου Ματσούκα, Λόγος και Μύθος με βάση την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, εκδ.
ΠΟΥΡΝΑΡΑ, Θεσσαλονίκη, 1990, σελ. 11.
66

30

ἑπομένως χρήσιμοι καὶ ἀναγκαῖοι, ὅσο τὸ λάδι τῶν καντηλιῶν καὶ τὰ
χρώματα τῆς διακόσμησής του καὶ τὰ φυσικὰ ἄνθη μὲ τὰ ὁποῖα
στολίζουν τὶς ἅγιες εἰκόνες. Εἶναι τεκμήρια τῆς ἀνθρωπίνης γνωστικῆς
ἀνάλυσης διὰ τοῦ σπερματικοῦ λόγου, ποὺ δὲν ἔπαψε ἀπὸ γεννήσεως τοῦ
Κόσμου νὰ ἐνεργεῖ ὥστε ὁ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεὺς νὰ φτάνει νὰ λέγει γιὰ
τὸν Ὅμηρο, ποὺ ἀγαπῶ πολὺ ὁ ἴδιος, ὅτι εἶχε ὑποψίαν τινὰ τῆς Ἁγίας
Τριάδος».69
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και ο Νίκος Πεντζίκης ήταν
ενήμεροι της θύραθεν γνώσης της εποχής του ο καθένας και δεν
αρνήθηκαν να εκπέμψουν το μήνυμα της εν Χριστώ σωτηρίας,
μεταχειριζόμενοι ακόμη και νέου τύπου λέξεις και εκφράσεις για να
διαλεχθούν μαζί της (πχ. “ὑφειμένη θεότης”70 ο πρώτος -“προσεύχομαι
στα πράγματα για να με δώκουν ζωή”71 ο δεύτερος). Έτσι ακριβώς και
στην πατερική παράδοση υπάρχουν παραδείγματα εκσυγχρονισμού του
ευαγγελικού μηνύματος, χωρίς την αφαίρεση του ιστορικού υποβάθρου,
(δηλαδή χωρίς την απομυθοποίηση), κατά τον καθηγητή
Καραβιδόπουλο.72
Ο Πεντζίκης μάλιστα πιστεύει στη μυθοποίηση γιατί ο μύθος,
όπως λέει, είναι η ανέκαθεν αλήθεια, και «τὸ ὅτι ἐσύ μπορεῖς νὰ βγάλεις
τὰ ἐνδύματά σου γιὰ νὰ δείξεις τὸ γυμνόν τοῦ σώματός σου, δὲ σημαίνει
ὅτι τὰ ἐνδύματα δὲν εἶναι ἀπαραίτητα»73. Αυτό συμβαίνει επειδή
διέβλεπε ότι η απομύθευση στενεύει το χριστιανισμό από το ιστορικό του
βάθρο, μεταβάλλοντάς τον σε είδος υπαρξιακής φιλοσοφίας. Είναι
συνεπώς η σαρκωμένη Αγάπη για τον Πεντζίκη, η οποία μέσα από του
αγίου Νικοδήμου το Συναξαριστή, τον «μέγα ἐρειπιῶνα ἀτομικῶν
καταλοίπων»74 , όπως τον κατονομάζει ο Θεσσαλονικιός λογοτέχνης και
καλλιτέχνης, δίνει «στημόνι στὸ ὑφαντουργικό του κατασκεύασμα»75,
δηλαδή σάρκα και ιστό στο έργο του.

69

«Το πορτραίτο του καλλιτέχνη»: ο Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΊΚΗΣ απαντάει σε 31 ερωτήσεις της Isadora
Rosenthal-Kamarinea, εφημ. Η Καθημερινή, 7 ημέρες, Κυριακή 2 Μαρτίου 1997.
70
Γρηγορίου Παλαμά, Πρός νομοφύλακα Συμεών,11, 12, 14, Συγγρ. Β, σελ. 406, 407, 408.
71
Ο γνωστός τίτλος συνέντευξης του Ν. Γ. Πεντζίκη στο περιοδικό Το Τέταρτο 2, τον Απρίλιο του
1985, στο δημοσιογράφο Στάθη Τσαγκαρουσιάνο.
72
Rudolf Bultmann (1884 -1976), Νεκρολογία, βλ. Δελτίο Βιβλικών Μελετών, 4, ΙΙ, 1976, σελ. 215.
73
«Προσεύχομαι στὰ πράγματα γιὰ νὰ μὲ δώκουν ζωή», συνέντευξη στο περιοδ. Το Τέταρτο 2, σελ.
100.
74
Πεντζίκη, Πρὸς ἐκκλησιασμόν, σελ. 90.
75
«Βασική πηγή προελεύσεως, ὅλων τῶν σκέψεών μου καὶ στοχασμῶν, παραμένει τὸ κείμενο τοῦ
Συναξαριστῆ, ὅπως τὸ διασκεύασε ἀντλώντας ἀπό τὰ προηγηθέντα, ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης.

31

Δε συμβαίνει το ίδιο κατά τον Πεντζίκη με τα κείμενα του
Πλάτωνα, ενώ βρίσκει αυτή την αίσθηση παρούσα στα κείμενα του οσίου
Μαξίμου του ομολογητή.76
Αλλά και (προκειμένου περί μύθων) κατά τον άγιο Γρηγόριο τον
Παλαμά, σε τίποτε δε θίγεται ο Θεός, ούτε σμικρύνεται, όταν
παραβάλλεται με μικρά ζύμη, με κόκκο σινάπεως, με αγρούς, με αμνό, με
σταγόνα, με μαργαρίτη, με συνεστιάσεις, με σκώληκα και όχι με
άνθρωπο77, ή υπολείπεται σε σχέση με τον αντίδικο, όταν αυτός
παραβάλλεται με μέγα όρος, με Λεβιάθαν, με κοσμοκράτορα και βασιλέα
εντός των υδάτων και άρα είναι δυνατό να βρούμε θεοπρεπείς και υψηλές
έννοιες και θεωρίες στα έσχατα και υφειμένα πράγματα και ονόματα.78
Σχετικά με το έγκυρο ξεκαθάρισμα μονίμων, μεταβαλλόμενων και
καυσούμενων79 το κάνει ο καθένας με το δικό του προσωπικό τρόπο80,
εδώ μάλιστα έγκειται και η πρωτοτυπία του καθενός, αφού ούτε της
παραδόσεως αφίσταται, ούτε από το παρόν απουσιάζει, πράγμα που για
τον Πεντζίκη είναι «αμαρτία», καθότι το παρόν αποτελεί «το αστείρευτο
ποτάμι που αρδεύει τα μέσα μας»81. Έτσι, μέσα από αυτή την αμφισημία,
μένοντας στο τώρα αλλά και στο τότε, αποκαλύπτεται η σωστή σχέση με
την εποχή μας και ο διάλογος μαζί της αποβαίνει πράγματι ζωο-ποιός.
Η επικαιρότητα του αγίου Γρηγορίου στη σύγχρονη εποχή
συνίσταται στο ότι κατόρθωσε αυτός ως θεολόγος του ησυχασμού, να
Χωρίς αὐτό δὲ θὰ ’χα ποτέ τὸ θάρρος, νὰ ἀναφερθῶ μὲ σαφήνεια στὸ Χριστό, ὄντας ἁμαρτωλός καὶ
παίζοντας διαρκῶς ἄνευ σοβαρότητος, ἔτσι, ὥστε τὸ ὑφαντουργικό μου κατασκεύασμα, δὲν θὰ ἦταν
διόλου νοητό νὰ κατανοηθεῖ, μιὰ καὶ δὲ θὰ ’χε καθόλου στημόνι», βλ. Ν. Γ. Πεντζίκη, Ὁμιλήματα, σελ.
222-223.
76
Γιώργου Δανιήλ, «Βυζαντινοί περίπατοι», συνέντευξη με τον Πεντζίκη, Σύναξη 27, σελ. 102-103.
77
«ἐγὼ δέ εἰμι σκώληξ καὶ οὐκ ἄνθρωπος», Ψαλμ. 21,7.
78
«Εἰ δέ τις ἐκ τῶν ταπεινοτέρων τῆς θεολογίας τόν Θεόν οἴεται σμικρύνεσθαι καί τήν τῶν οὐρανῶν
βασιλείαν ἀτιμάζεσθαι νομίσει, ὅτι μικρά ζύμη και κόκκῳ σινάπεως ἀπεικάζεται, καί ἀγροῖς δή τισι
καί ἀμπελῶσι καί ἐστιατορίαις, ἤ καί τῆς Ἰησοῦ μεγαλειότητος τόν ἀντικείμενον ὑπεραίρεσθαι, κατά
τόν θεολόγον Γρηγόριον, ὅτι ὁ μέν ὄρος μέγα καλεῖται καί Λευιάθαν καί κοσμοκράτωρ καί βασιλεύς
τῶν ἐν τοῖς ὕδασιν, ὁ δέ ἀμνός καί σταγών καί μαργαρίτης καί τά τοιαῦτα προσαγορεύεται, εἰ δέ
βούλει κατά μυστικωτέραν ἔτι θεορρημοσύνην καί σκώληξ, ἀλλ’ οὐκ ἄνθρωπος, ἔστιν ἄρα κἄν τοῖς
ἐσχάτοις καί ὑφειμένοις πράγμασί τε καί ὀνόμασι θεοπρεπεῖς καί ὑψηλάς ἐννοίας καί θεωρίας…», βλ.
Γρηγορίου Παλαμά, Πρός νομοφύλακα Συμεών,15, Συγγρ. Β, σελ. 409-410.
79
Β΄ Πετρ. 3,12.
80
Στο δικό του προσωπικό τρόπο πρόσληψης της πραγματικότητας αναφέρεται και ο ρώσος
σκηνοθέτης Αντρέι Ταρκόφσκι (1932-1986), όταν γράφει με άκρως ορθόδοξο τρόπο ότι: «Ζούμε
μονάχα σε μια διάσταση, όμως ο κόσμος έχει πάρα πολλές διαστάσεις. Εμείς το διαισθανόμαστε αυτό
και υποφέρουμε επειδή αδυνατούμε να το γνωρίσουμε. Δεν χρειαζόμαστε καμιά γνώση. Πρέπει να
αγαπάμε και να πιστεύουμε. Η πίστη προσφέρει γνώση μέσω της αγάπης. Ίσως να γυρίσω ένα υπέροχο
φιλμ για τον κήπο μας!», βλ. Α. Ταρκόφσκι, Μαρτυρολόγιο, σελ. 206.
81
Πεντζίκη, Το μυθιστόρημα τής κυρίας Έρσης, σελ. 13.

32

υπερασπιστεί την ουσία της ορθόδοξης πίστης και ζωής82 απέναντι στο
Βαρλαάμ (1290-1348) και το σύστημα σκέψης του και συνεισέφερε ώστε
«η μετάβαση από της πατερικής στη σύγχρονη εποχή να γίνει στην
Ανατολή χωρίς ριζικές λύσεις της πνευματικής συνέχειας83….. Κατά τον
Άγιο η ορθοδοξία δεν είναι αφηρημένο θεολογικό σύστημα….. αλλά
σαρκώνεται στη ζωή και δράση των μεγάλων ανδρών της, τοποθετημένη
μέσα στο πολύπλοκο πολιτικό, κοινωνικό και ιδεολογικό πλαίσιο της
συγκεκριμένης εποχής»84. Aυτή μάλιστα η ομαλή μετάβαση οφείλεται
στις άσφαλτες εσωτερικές κινήσεις της ψυχής, του λόγου και της νοεράς
αίσθησης του Γρηγορίου Παλαμά, που κατέληγαν στη θεολογική
διατύπωση,85 έχοντας από πριν διακρίνει τα αιώνια και αμετάθετα από τα
εφήμερα και μεταθετά.
Στο βίο του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά συγγραφέντα από τον
άγιο Φιλόθεο Κόκκινο (περ. 1300-1379) προ της αγιοποιήσεως του
πρώτου, δηλαδή προ της συνόδου του 1368 και που με όλα τα
μειονεκτήματά του86 περιελήφθη στη Migne Patrologia Graeca (PG 151,
551B-656 C), αναφέρεται ότι o άγιος επιδόθηκε και στη θύραθεν παιδεία
της εποχής του87, ασκήθηκε σκληρά στην αποστήθιση, τις δυσκολίες της
οποίας αντιμετώπισε με έκδηλη τη βοήθεια της Θεοτόκου88, είχε μάλιστα
82

Σε τρόπον ώστε στο πρόσωπο του αγίου Ιεράρχη η Εκκλησία να αναγνωρίζει τον εαυτό της:“Les
attaques de Barlaam fournirent ainsi à l’ Église orthodoxe l’ occasion de préciser, par la bouche d’ un
porte-parole dans lequel elle se reconnut, la place de l’ hésychasme par rapport à ses dogmes centraux
sur le péché, l’ Incarnation, la Rédemption et la grâce des sacrements”, βλ. στο J. Meyendorff (19261992), Saint Grégoire et la mystique orthodoxe, p. 68.
83

“Par là même, elle (l’ église) faisait un tri nécessaire dans la tradition antérieure, en éliminant les
éléments nettement hétérogènes à sa spiritualité propre -notamment le spiritualisme néoplatonicien- et
en intégrant les pratiques et les doctrines qui pouvaient trouver place dans une conception biblique et
chrétienne de Dieu et de l’ homme”, βλ. οπ.
84
Δημήτρη Κουτρουμπή, «Η επικαιρότης του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά», στο Η Χάρις της
Θεολογίας, βλ. σελ. 157-169.
85
“Toute l’ œuvre de Palamas se présente, en effet comme l’ intégration dans une pensée chrétienne
objective, biblique fondée sur une érudition patristique très large, de la tradition mystique qui remonte
à Évagre et à Macaire. Telle ou telle manifestation subjective de cette tradition, telle ou telle pratique
contestable -nottament la méthode de Nicéphore- pouvaient faire l’ objet de malentendus. Chez
Palamas, elles trouvent une interprétation definitive, en fonction de la vie en Jésus-Christ au sein de la
communauté écclésiale. L’ histoire tout entière de l’ hésychasme trouve ainsi un aboutissement
organique qui l’ intègre intimement à la Tradition de l’ Église”, βλ. στο J. Meyendorff, Saint Grégoire
Palamas et la mystique orthodoxe, p. 76-77, βλ. και Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Ο άγιος
Γρηγόριος ο Παλαμάς, σελ. κστ΄ της εισαγωγής.
86
Φιλοθέου Κοκκίνου, Βίος Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ΕΠΕ, σελ. 19-20, σύμφωνα με τη γνώμη του
Παν. Χρήστου.
87
«Γρηγόριος μὲν οὖν καλὸς εἰς λόγων ἄσκησιν καὶ παιδείαν τὴν θύραθεν ἐκδοθείς.» βλ. οπ. Βίος…
PG 151,558 D.
88
«..ὅρον ἑαυτῷ τίθησι μὴ πρότερον ἅπτεσθαι τοῦ βιβλίου… πρὶν ἂν πρὸ τῆς σεπτῆς εἰκόνος τῆς
Θεομήτορος τρὶς μετ’ εὐχῆς ἱερᾶς εἰς γῆν κλίνῃ τὸ γόνυ· ὃ δὴ καὶ γιγνόμενον, ῥᾶστα καὶ ἀπρόσκοπτα
τὰ τῆς ἐξαγγελίας τῶν μαθημάτων καθ’ ἑκάστην αὐτῷ διετίθει.», βλ. οπ. 559 AB.

33

τόσο έξοχη επίδοση στην αριστοτελική φιλοσοφία89όπως προειπώθηκε
στην Εισαγωγή, όπως και στη φυσική, τη λογική, τη ρητορική και τη
γραμματική, ώστε είλκυσε το θαυμασμό όλων των κορυφαίων της
διανόησης εκείνης της εποχής, ανάμεσα στους οποίους ξεχώριζε ο μέγας
ανθρωπιστής λογοθέτης και διαπρεπής λόγιος Θεόδωρος Μετοχίτης
(1270-1332), με τον οποίο συναναστρεφόταν ο Άγιος μέσα στα ανάκτορα
επωφελούμενος ουσιώδους παιδείας. Δεν συνέβαινε όμως το ίδιο και με
τον Πλάτωνα, τον οποίο απέρριπτε εντελώς.90
Αντίθετα στον Πεντζίκη, ο οποίος διδάχτηκε τα πρώτα γράμματα
κατ’ οίκον με οικοδιδασκάλους και ξεκίνησε στη δημόσια εκπαίδευση
από την στ΄ Δημοτικού και μετά91, υπάρχει διαμετρική αντίθεση ανάμεσα
στις πρώτες του αντιλήψεις για τον Πλάτωνα και τις μεταγενέστερες.
Στην Αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής, την οποία άρχισε και
ολοκλήρωσε τη διετία 1952-1953, φαίνεται η θετικότατη στάση του
απέναντι στον Πλάτωνα: «Διάβαζα Πλάτωνα, τὸν πατέρα καὶ θεμελιωτή
τῶν ἰδεῶν, καὶ ὁμολογῶ πὼς ἡ ἀνάγνωση τοῦ κειμένου ἦταν ἕνας
καινούργιος δρόμος γιὰ νὰ προχωρήσει ἡ ψυχή μου… Οἱ ἰδέες ποὺ μ’
ἄφηνε νὰ καταλάβω ὁ Πλάτων εἶχαν διαστάσεις, εἶχαν τὴν ἀλήθεια τοῦ
χεριοῦ καὶ τῆς ἀφῆς… Οἱ ἰδέες ποὺ παραδέχομαι ἔχουν σῶμα καὶ
89

Οπ. 559 D-560 A.
Σύμφωνα με τον π. Ιω. Μέγεντορφ ο Παλαμάς ασχολήθηκε (από τη νεότητά του) με τον
Αριστοτέλη, θεωρώντας τον είδος εύχρηστης άσκησης της σκέψης παραδεκτής και νόμιμης για το
χριστιανό, ενώ υπερηφανεύεται πως απέφυγε τον καταναγκασμό των πλατωνικών κατηγοριών. Τελικά
ο πλατωνικός “πειρασμός” του χριστιανισμού, ριζικά αντίθετος με τη βιβλική αντίληψη τής εκ του μη
όντος δημιουργίας και του ανθρώπου ως σύνολης ψυχοσωματικής πραγματικότητας, ξεπεράστηκε στο
πρόσωπο του Παλαμά: “Ὰ de nombreuses reprises Palamas parle de la logique aristotélicienne comme
d’ un pur exercice, une méthode de pensée commode et licite pour un chrétien. Quant à Platon, sa
doctrine métaphysique implique, selon lui, un choix et un engagement intellectuel: Palamas est fier d’
avoir refusé cet engagement… Le platonisme foncièrement inconciliable avec la conception biblique
de la création ex nihilo, constitua la tentation majeure de la pensée chrétienne orientale depuis Origène
et on peut dire que ce n’est qu’ avec Palamas qu’ elle la surmonta définitivement. Il n’ existe pas de
réalité autonome entre Dieu et les créatures, mais Dieu lui-même, par une libre condescendance,
constitue cette réalité”, βλ. στο J. Meyendorff, Saint Grégoire Palamas et la mystique orthodoxe, p. 58,
91-92, βλ. και Γρηγορίου Παλαμά, Λόγος υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 2,1,6, 9-12, Συγγρ. Α΄, σελ.
472-475, και 22, σελ. 485: «καὶ Πλάτων ἡμῖν αὖθις ἀναβιώσεται μετὰ τῶν τῆς κακοδοξίας
τερετισμάτων». Αλλά και ως προς τον Αριστοτέλη διατυπώνει αυστηρή θέση: «Τῆς δὲ τῶν κατὰ
φιλοσοφίαν μαθημάτων γνώσεως καὶ ἡ τοῦ Ἀριστοτέλους παντὸς μᾶλλον ἐξίκετο ψυχή, ὃν κακότεχνον
οἱ θεηγόροι προσεῖπον», οπ. 7, σελ. 471, συντασσόμενος με το Γρηγόριο Νύσσης ( Ἀντιρρητικοὶ κατὰ
Εὐνομίου 1, PG 45,265 B).
Σύμφωνα επίσης και με την καθηγήτρια Δήμητρα Κούκουρα ο Παλαμάς είχε διδαχθεί τον Πλάτωνα
στα εγκύκλια μαθήματα, αλλά «ίσως η προτίμηση του συγγραφέα μας στον Αριστοτέλη να οφείλεται
στη βασική τοποθέτηση της Εκκλησίας, η φιλοσοφία να μην έρχεται αντιμέτωπη με την αλήθεια της
Γραφής. Ο ιδεαλισμός του Πλάτωνα είναι ασυμβίβαστος με την ορθόδοξη διδασκαλία, ενώ η λογική
του Αριστοτέλη, όταν δεν θεωρείται απόλυτα, δεν συγκρούεται.», βλ. Οι υφολογικές επιλογές του
Παλαμά στις ομιλίες του, διδακτορική διατριβή, σελ. 55.
91
Πεντζίκη, Ποιήματα (παλαιοντολογικά), στο εσώφυλλο.
90

34

ὑπόσταση92… Δηλαδή γιατί καὶ πῶς νιώθω ἄνετη τὴν κυκλοφορία τῆς
ὑπάρξεώς μου μέσα στὰ διατυπωμένα μὲ τὴ μορφή τοῦ Πλάτωνος
σχήματα»93, στάση ασμένως δεκτή από οποιοδήποτε σχολαστικό θεολόγο
ή θεολογούσα φιλοσοφία. Φαίνεται σαν να επιθυμεί σφοδρά να ζήσει το
θαύμα της συνάντησης με το Χριστό, αλλά ανεπίγνωστα -μάλλον- να
πέφτει πάνω στον ύφαλο του πλατωνισμού.
Τελείως διαφορετική αντίληψη, ωστόσο, παρουσιάζει αργότερα,
λχ. το 1988, σε μία συνέντευξή του στο Γιώργο Δανιήλ, όπου
αντιπαραθέτει τους φιλοκαλικούς Πατέρες στους αρχαίους Έλληνες
φιλοσόφους θεωρώντας τα κείμενά τους ασυγκρίτως ανώτερα από άποψη
“ὑφάνσεως λόγου” και το εξηγεί παραστατικότατα: «Δηλαδή ἂν πάρουμε
τὴν Ἀπολογία, τὸ Φαῖδρο, τὸ Συμπόσιο, βλέπουμε ἕναν ἱστό λόγου, ὅπου
ἂν πάρω ἐγώ ἕνα κομμάτι λόγου καὶ τὸ κάνω ράντζο καὶ πάω νὰ
ξαπλώσω, θὰ πέσω κάτω γιατί δὲν εἶναι ἀρκετά ἰσχυρό γιὰ νὰ μὲ
κρατήσει. Εἶναι στοχασμός μονάχα, δὲν εἶναι κρέας ἀνθρώπινο,
παρουσία ανθρώπινη. Γιατί ὁ Πλάτων πολύ λίγο νοιάζεται γιὰ μένα καὶ
δὲν ἁπλώνει τὰ χέρια του νὰ μὲ κρατήσει, ἐνῶ ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ
ὁμολογητής κι ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι σὰ νὰ σὲ λένε: “Ἄντε μωράκι μου,
κοιμήσου”»94, θέση η οποία συμπορεύεται άνετα με τη θεολογική
αίσθηση του Γρηγορίου Παλαμά.
O Άγιος θεωρείται παραδοσιακός και καινοτόμος ταυτόχρονα.
Παραμελούμενη η Παλαμική παράδοση (στην ουσία η ζώσα
Εκκλησιαστική Παράδοση) έπειτα από μακρά λήθη και επανερχόμενη,
θεωρείτο καινοτομία τότε, θεωρείται και τώρα. Τα θέματα με τα οποία
καταπιάστηκε, όπως η θεολογική διάκριση μεταξύ απρόσιτης και
αμέθεκτης ουσίας και ακτίστων ουσιωδών μεθεκτών ενεργειών στο Θεό,
όπως και η διδασκαλία για το άκτιστο φως, τον ησύχιο βίο και τη νοερά
προσευχή, ήταν γνωστά από την εποχή των μεγάλων Καππαδοκών και
Αλεξανδρινών Πατέρων, ως ησυχαστική παράδοση. Εκείνος πρόσφερε
μέσα από τις θεολογικές ζυμώσεις κατά την περίοδο των ησυχαστικών
ερίδων -κι εδώ έρχεται ως θεραπαινίδα η αμφιλαφής παιδεία του,- τη
«θεολογική διατύπωση, την κρυστάλλινη διαφάνεια μέσα από την
πνευματική του εμπειρία, τη δογματική θεμελίωση με ακαταμάχητους

92

μνημ. ανωτ. έργ. σελ. 8, εκδ. ΙΚΑΡΟΣ.
Οπ. σελ. 14.
94
Συνέντευξη στο Γιώργο Δανιήλ «Βυζαντινοί περίπατοι», περιοδ. Σύναξη 27, σελ. 103.
93

35

αποδεικτικούς συλλογισμούς και θεολογικό βάθος».95 Συνδυάζει πνεύμα
βάθους με φθέγμα κάλλους. Aποτελεί τη ζωντανή και δημιουργική
συνέχεια και ανάπτυξη της σκέψης όλων των παλαιοτέρων και
παλαιοτάτων Πατέρων96 και μάλιστα έχει διατυπωθεί η έγκυρη άποψη
πως «είναι μάλλον βέβαιο ότι η πορεία της ορθόδοξης θεολογίας στο
εγγύς μέλλον θα ρυθμίζεται από την παλαμική παράδοση».97
Φέρει, λοιπόν, μέσα του το θησαυρό της πατερικής εμπειρίας και
σοφίας ατόφιο και τον προσφέρει στην εποχή του θεοπρεπώς, δηλαδή
ποιμαντικώς εύστοχα, δίνοντάς του το κατάλληλο λεκτικό / λεξιλογικό
ένδυμα, ρυθμίζοντας ταυτόχρονα το θεολογικό μέλλον και της σύγχρονης
εποχής. Είναι συνεπώς ο όντως πρωτότυπος άνθρωπος του Θεού, και
μπορεί κανείς να θυμηθεί, προκειμένου περί πρωτοτυπίας, τα λόγια του
Σταύρου Κουγιουμτζή (1932-2005): «πρωτοτυπία είναι να είσαι όλοι οι
άλλοι μαζί και ταυτόχρονα ο εαυτός σου»98.
Το αρκετά μεγάλο εύρος της κατά κόσμον παιδείας του αγίου
Γρηγορίου του Παλαμά99, ο άριστος εξοπλισμός του σε θύραθεν εφόδια,
όσο και η φιλομάθεια που τον διέκρινε, έρχονται να συναντήσουν
παλαιούς Πατέρες και τη σχέση και αυτών, επίσης, με τη θύραθεν
γνώση. Είναι το 2ο αι. που ο Ιουστίνος, μάρτυς και φιλόσοφος, λέει:
«ὅσα οὖν παρά πᾶσιν καλῶς εἴρηται, ἡμῶν τῶν χριστιανῶν ἐστί»100,
ανοίγοντας το δρόμο για την πρόσληψη παντός αμετάθετου στοιχείου
από την κατά κόσμον σοφία. Το ίδιο ήθος ανευρίσκει κανείς και στο
Γρηγόριο το Θεολόγο, δύο αιώνες αργότερα: «τό μέν ἐξεταστικόν τε καί
θεωρητικόν ἐδεξάμεθα»101, από τη γνώση των Ελλήνων, προκειμένου
από την ελληνική φιλοσοφία να συγκροτείται το σχήμα μέσα στο οποίο
προσφέρεται η χριστιανική αλήθεια, δηλ. προτείνεται η ενσυνείδητη
φωτισμένη χρήση παντός καλού από τη φιλοσοφία, ώστε στο τέλος να
95

Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, Εισαγωγή, σελ. κ΄.
Ιερομονάχου Αμφιλοχίου Ράντοβιτς, Το μυστήριον της Αγίας Τριάδος κατά τον άγιον Γρηγόριον τον
Παλαμάν, σελ. 8.
97
Γεωργίου Μαντζαρίδου, Παλαμικά, πρόλογος, σελ. χ.αρ.
98
Χρυσοστόμου Σταμούλη, «H τέχνη της θεολογίας και η θεολογία της τέχνης», Φύση και Αγάπη, σελ.
143, χωρίς συγκεκριμένη παραπομπή.
99
Δήμητρας Κούκουρα, Ὑφολογικές ἐπιλογές τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾶ στὶς ὁμιλίες του, σελ.52-53,
διδακτορική διατριβή, βλ. και John Meyendorff, A study of Gregory Palamas, σελ. 29, απ’ όπου δεν
συνάγεται με βεβαιότητα, αν προχώρησε ή όχι από την εγκύκλια εκπαίδευση στο πανεπιστήμιο.
Πιθανολογείται απλώς. Άλλωστε η ηλικία αναχώρησής του για τον Άθωνα (το 1316, 20 ετών), δεν
συνηγορεί στο να έλαβε ολοκληρωμένη, από πλευράς χρονικής, πανεπιστημιακή μόρφωση, ούτε όμως
και μπορεί να αποκλείσει ολιγόχρονη.
100
Ιουστίνου μάρτυρος και φιλοσόφου, Ἀπολογία β, 13 4, ΒΕΠΕΣ 3, σελ. 207.
101
Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος 43,11, PG 36,508 BC.
96

36

αιχμαλωτιστεί κάθε νόημα από το Χριστό102, την Αγάπη. Γι’ αυτό και ο
Καππαδόκης Θεολόγος είναι αυστηρός προς τους συντηρητικούς και
νοσηρά επιφυλακτικούς της εποχής του, δηλώνοντας: «οὐκοῦν
ἀτιμαστέον τήν παίδευσιν ὅτι τοῦτο δοκεῖ τισίν».103
Από την άλλη μεριά ο Πεντζίκης, κατ’ οίκον διδαχθείς αρκετά από
τα πρώτα γράμματα όπως προελέχθη και με σπουδές Φαρμακευτικής,
Οπτικής Φυσιολογίας και Βοτανικής στο Παρίσι και στο Στρασβούργo,
ευρυμαθέστατος και προσευχόμενος, δηλώνει το σκοπό μιας τέτοιας
ισόβιας εντρύφησης στα προϊόντα της ανθρώπινης γνώσης: «Τὰ
πληροφορούμεθα ἐπαρκῶς ὅλ’ αὐτά διαβάζοντας βιβλία, ὄχι πρὸς
ἀπόκτηση γνώσεων ἢ ἁπλᾶ τέρψη, ἀλλά πρὸς ἀνεύρεση τοῦ φρέατος τῆς
ἀγάπης ποὺ κρύβεται σ’ ὅλων τῶν ἀνθρώπων τὰ σωθικά, ἀρδεύοντας μὲ
ἀθανασία τὰ φθειρόμενα πήλινα σώματά τους»104. Σκοπός της γνώσης
δηλαδή, είναι η αγάπη, υπογραμμίζει ο λογοτέχνης και ζωγράφος.
Συνδέει το έργο του και την επιθυμία του να εκφραστεί γράφοντας
με την αγάπη, αλλά πάντα σε σχέση με το πρόσωπο του Χριστού. Σε
ερώτηση που του έγινε για την προσφορά του έργου του, απάντησε:
«Ἀγάπη. Δηλαδή μια αντανάκλαση του παντοκρατορικού φωτός, δια
μέσου της δυστυχίας του ατομικού μου κατεξευτελισμού ποὺ ἔτσι
μεταβάλλεται, ἐν τῷ μέτρῳ τῶν δυνάμεών μου, σὲ μόρφωμα
ἀνεκλαλήτου χαρᾶς»105. Γράφοντας θέλει να εκφράσει «τὴν ἐν Χριστῷ
τῷ Θεῷ ζωή, ποὺ ὀνόμασε θυγατέρα του τὴν πόρνη, καὶ κάθε ἄνθρωπο
ποὺ νοιώθει τὴ φρίκη καὶ τὴν ἐρημία τοῦ ἐκπεσμοῦ του, καὶ δὲν μπορεῖ
νὰ βασίζεται στὶς ἴδιες δυνάμεις γιὰ μετάνοια καὶ διαρκῶς ζητεῖ χατήρια
ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ προπραγμάτωση τοῦ κάθε κεφιοῦ του»106.
Βέβαια δεν πρέπει να διαφεύγει το γεγονός ότι ο άγιος Γρηγόριος
Παλαμάς ανήκει στις τάξεις των μοναχών, ενώ ο Πεντζίκης είναι λαϊκός.
Γι’ αυτό και η μεθ’ υπερβολής ενασχόληση του ανθρώπου, η δια βίου
αφιέρωσή του στις φυσικές επιστήμες, χαρακτηρίζεται από τον Παλαμά

102

Βλ. οπ. και επίσης: «… καὶ αἰχμαλωτίζοντες πᾶν νόημα εἰς τὴν ὑπακοὴν τοῦ Χριστοῦ», βλ. Β΄ Κορ.
10.
103
Οπ, Λόγος 43,11, PG 36,508 D.
104
Πεντζίκη, «Ὑποσυνειδήτου κλῖμαξ καὶ σουρρεαλισμός», στο Αντρέας Δημακούδης, σελ.185.
105
«Το πορτραίτο του καλλιτέχνη», ο Ν. Γ. Πεντζίκης απαντάει σε 31 ερωτήσεις της Isadora
Rosenthal-Kamarinea, εφημ. Η Καθημερινή, Κυριακή 2 Μαρτίου 1997, σελ. 9.
106
Οπ.

37

αίρεση ελληνική, αποδιδόμενη μάλιστα στους Στωικούς.107 Εφόσον
επιθυμεί κάποιος να επανέλθει στο Θεό, δε θα το κάνει δια της φυσικής
φιλοσοφίας και της γνώσης των όντων (όπως τις εννοούσε ο Βαρλαάμ),
αλλά με την αποφυγή της αμαρτίας, την εργασία των εντολών, την
αδιάλειπτη προσευχή και την αληθή θεωρία του νου και τούτο γιατί η
αμαρτία αμαύρωσε το κατ’ εικόνα, ως «ἡ τοῦ πρακτέου εἴτε ἄγνοια εἴτε
περιφρόνησις»108. Ακόμη μάλιστα, αυστηρότερος φαίνεται προς τούς
μοναχούς, στους οποίους συνιστά να μην ασχολούνται με την έξω
παιδεία, την οποία δεν εμώρανε ο Θεός, δε θα μπορούσε άλλωστε, αλλά
την απέλεγξε «μωρὰν οὖσαν»109. Εξάλλου ο ίδιος πιστεύει, ότι κάθε τι
χρήσιμο από τα κλασσικά γράμματα, πρέπει να εναρμονίζεται με το
Ευαγγέλιο, τη σοφία του Πνεύματος110.
Ερμηνεύοντας αλλού το «φρόνιμοι ὡς οἱ ὄφεις καί ἀκέραιοι ὡς αἱ
περιστεραί» του ευαγγελιστή Ματθαίου111, βλέπει στους όφεις την έξω
σοφία απ’ όπου απανθίζεται το χρήσιμο και αναμιγνύεται με την
περιστερά, δηλαδή την απλότητα του Ευαγγελίου112. Εδώ φαίνεται
βέβαια η διάκριση του Αγίου που δεν απορρίπτει τη φιλοσοφία των
Ελλήνων, όταν αποβλέπει στην παίδευση και συντελεί στην οξυωπία της
ψυχής, αλλά τη μάταιη δόξα της113. Στην κατηγορία, ακόμη, του
Βαρλαάμ ότι μοιάζει ο Γρηγόριος Παλαμάς κατά το φρόνημα με τον
Ιουλιανό τον Παραβάτη (331/332-363), επειδή στερεί από τους μοναχούς
τα γράμματα και τους λόγους από τη θύραθεν παιδεία, όπως εκείνος τους
χριστιανούς, ο Άγιος τού λέει ότι συγκρίνει ανόμοια πράγματα: εκείνος

107

«Πρός γάρ τήν ἐπιστήμην τῶν τοιούτων βλέποντες πᾶσαν ἀπευθύνειν σπουδήν τε καί ζήτησιν
αἵρεσίς ἐστιν ἑλληνική· οἱ γάρ Στωικοί πάντες τέλος τῆς θεωρίας τήν ἐπιστήμην ὁρίζονται», βλ.
Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων 1,1,3, Συγγρ Α, σελ. 363.
108
Οπ. σελ. 362-363.
109
Α΄ Κορ. 1,20.
110
«… ἀπολαμβάνει τῆς ἔξω σοφίας τό χρήσιμον καί τῇ ἁπλότητι τοῦ εὐαγγελίου συμμίγνυσιν..», βλ.
Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων 2,1,34, Συγγρ. Α, σελ. 495.
111
10,16.
112
Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων 2,1,34, Συγγρ. Α, σελ. 495.
113
Οπ. 1,1,12, σελ. 374-375: «Ταῦτ’ ἄρα καί τήν ἔξω παιδείαν μετιέναι τούς βουλομένους τῶν μή τόν
μονήρη βίον ἐπανελομένων οὐκ ἄν ἀπείρξαιμεν, διά τέλους δέ ταύτῃ προσεσχηκέναι παραινοῦμεν
ἤκιστα τῶν ἀπάντων οὐδένα. Προσδοκᾶν δε τι τῶν θείων ἀκριβῶς παρ’ αὐτῆς εἴσεσθαι καί τελέως
ἀπαγορεύομεν∙ οὐ γάρ ἔστιν ἐξ’ αὐτῆς διδαχθῆναί τι περί Θεοῦ ἀσφαλές. “Ἐμώρανε γάρ αὐτήν ὁ
Θεός”, οὐκ’ αὐτός τοιαύτην ποιήσας -πῶς γάρ ἄν σκοτίσαι τό φῶς;- ἀλλά μωράν οὖσαν ἀπελέγξας…
Ὁ μέν γάρ ταύτην εὑρηκώς νοῦς, ᾗ νοῦς, ἐκ Θεοῦ∙ ταύτην δέ τοῦ προσήκοντος τέλους τῆς θεογνωσίας
ἐκπεσοῦσαν, ἔκπτωσιν σοφίας καί σοφίαν ἠλογημένην, ταὐτόν δ’ εἰπεῖν μεμωραμένην, δικαιότερον ἄν
τις ἤ σοφίαν προσείποι».

38

θεωρεί τη μοναχική ζωή υπέρ λόγον, ενώ ο Ιουλιανός το χριστιανισμό ως
άλογο114.
Η υπέρ λόγον μοναχική ζωή εκθειάζεται από τον άγιο Πατέρα και
στην ερμηνεία του σε χωρία των Πράξεων115: «ἦσαν διά παντός ἐν τῷ
ἱερῷ προσκαρτεροῦντες τῇ προσευχῇ καί τῇ δεήσει», όπου ο Παλαμάς
βλέπει να σκιαγραφείται η υψηλή και πανίερη αυτή ζωή, κατά την
οποία... «κάθε διαιρετήν ζωήν καί φαντασίαν ἀποτασσόμεθα καί διά τῶν
ἑνοποιῶν ἐντολῶν, ἀναγόμεθα ὄντως μοναστικῶς εἰς τήν ὑψηλοτέραν
ἀπό πᾶσαν φιλοσοφίαν ἑνιαίαν θεοσοφίαν καί τελεσιουργούμεθα
ἱερουργικῶς εἰς ἱερωτάτην μονάδα».116
Στοιχούμενος ο άγιος Ιεράρχης στη σειρά παλαιοτέρων από
αυτόν πατέρων, όπως οι Γρηγόριος ο Νύσσης (περ. 335-395)117 και
Γρηγόριος ο Θεολόγος (329-389/390)118 απέναντι στην κοσμική γνώση
όταν αυτή ματαιοδοξεί, εκφράζει το ίδιο με αυτούς βίωμα στα πλαίσια
και τα δεδομένα της δικής του εποχής.

114

«.. ἡμεῖς μέν ὑπέρ λόγον ἴσμεν οὗσαν τήν κατά μοναχούς πολιτείαν, ὁ δ’ ἀποστάτης ἐκεῖνος, ἄλογον
οἰόμενος τήν κατά χριστιανούς…», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων 2,1, 33,
Συγγρ. Α, σελ. 494.
115
1,14 και 2,46.
116
Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων 2,1,34, Συγγρ. Α, σελ. 495.
117
Περί κατασκευῆς τοῦ ἀνθρώπου 30, PG 44,240 D: «αυτός είναι ο νόμος των πνευματικών προβάτων:
να μην έχουν ανάγκη καμιάς διδασκαλίας έξωθεν τής Εκκλησίας∙ [ἀλλοτρίας φωνῆς μὴ ἀκούειν,
(Ιω.10,5)]», βλ. και του ιδίου, Πρός Εὐπάτριον, ἐπιστολή 11, PG 46,1041 C: «ἡ γάρ περί τούς ἔξω
λόγους σπουδή, τοῦ μηδεμίαν τῶν θείων μαθημάτων ἐπιμέλειαν ἔχειν, ἀπόδειξις ἡμῖν γέγονεν».
118
Γρηγορίου του Θεολόγου, Ὁμιλία 36, 2 PG 35,936 BC: «…σοφία πρώτη, σοφίας ὑπερορᾶν τῆς ἐν
λόγῳ κειμένης καί στροφαῖς λέξεων καί ταῖς κιβδήλοις καί περιτταῖς ἀντιθέσεσιν..».

39

γ. Συνοίκηση στην Θεσσαλονικέων πόλιν

Μολονότι μεταξύ του δευτέρου πολιούχου των Θεσσαλονικέων
αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και του Θεσσαλονικέως Πεντζίκη, όπως
και του βιογράφου και σύγχρονου του πρώτου, του μετέπειτα και
οικουμενικού πατριάρχη Φιλοθέου Κοκκίνου119, υπάρχει χρονική
απόσταση εξακοσίων και πλέον ετών, ο εκκλησιαστικός / λειτουργικός
τρόπος ύπαρξής τους, τους φέρνει χαριέστατους να συν-κατοικούν
παροντικά στο νοητό τόπο και τρόπο του σώματος του Χριστού ως εν
ουρανοίς απογεγραμμένοι. Εύγλωττα ο άγιος Φιλόθεος αναφερόμενος
στη γενέτειρά του, δίνει με έξοχο θεολογικό τρόπο το πολιτισμικό και
πνευματικό της στίγμα με χαρακτηρισμούς που θυμίζουν το “κλεινόν
ἄστυ” των Αθηνών: «Το δε σπουδαιότερο και ανώτερο τούτων είναι ότι
αυτή η πόλη εξαρχής αποτελεί μητέρα των λόγων και της σοφίας και
κατέστη όλως διόλου κατοικητήριο Ελλήνων. Έχει συγκεντρώσει μέσα
της μαζί με την ευσέβεια την παλαιά θρυλική Στοά και τους Περιπάτους
και τις Ακαδημίες∙ και την μεν αθεΐα και τους μύθους και τις φλυαρίες
έχει απορρίψει στο Κυνόσαργες εκείνων μαζί με το ψεύδος και τους
παραλογισμούς και τη συχνή πολυλογία και την απάτη, εστόλισε δε τη
σοφία εκείνη με την αλήθεια και την πίστη στον ένα τρισυπόστατο,
παντοδύναμο και παντοκράτορα Θεό, καθώς επίσης και με το σταυρό και
την απλότητα του Ευαγγελίου και την ανέδειξε ευγνώμονα δούλη και
υπηρέτρια της αληθινής και πρώτης σοφίας»120.

119

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στα τέλη τού ιγ΄ αιώνα. Βλ. ΘΗΕ 11, 1119.
«…τό δέ κράτιστον καί ὑπερκείμενον τούτων, τό καί λόγων καί σοφίας ἄνωθεν χρηματίζειν ταύτην
μητέρα καί οἰκητήριον Ἑλλήνων ἄντικρυς πεφηνέναι, τήν πάλαι θρυλλουμένην Στοάν καί τούς
Περιπάτους καί τάς Ἀκαδημίας εἰς ἑαυτήν ὁμοῦ πάντα συναγαγοῦσαν μετά τῆς εὐσεβείας· καί τήν μεν
ἀθεΐαν καί τούς μύθους καί τούς μακρούς λήρους μετά τοῦ ψεύδους καί τῶν παραλογισμῶν, καί τῆς
συχνῆς ἀδολεσχίας καί τῆς ἀπάτης εἰς τὸ ἐκείνων Κυνόσαργες ἀπορρίψασαν, τῇ δ’ ἀληθείᾳ, καί τῇ τοῦ
ἑνός τρισυποστάτου καί παντοδυνάμου καί παντοκράτορος Θεοῦ πίστει, τῷ τε σταυρῷ καί τῇ τοῦ
Εὐαγγελίου ἁπλότητι κατακοσμήσασαν τήν σοφίαν εκείνην, καί δούλην εὐγνώμονα καί ὑπηρέτιν
ἀναδείξασαν τῆς αληθινῆς καί πρώτης σοφίας», βλ. Φιλοθέου Κοκκίνου, Βίος Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ,
PG 151,554 B.
120

40

Αλλά και η ευλάβεια των κατοίκων της είναι καθολικό φαινόμενο
στην πόλη, που μαρτυρείται από τις πάμπολλες εκκλησίες και τα
μοναστήρια που υπήρχαν κατά το ιδ΄ αιώνα121, όπως και ο βαθύς
σεβασμός των κατοίκων της απέναντι στον πολιούχο άγιο Δημήτριο, που
ομολογείται από όλες τις γραπτές μαρτυρίες122.
Ο Γρηγόριος Παλαμάς εξάλλου στην 43η Ομιλία του προς τιμήν
του αγίου Δημητρίου, ονομάζει τη Θεσσαλονίκη πόλη Θεού ή άλλον
παράδεισο, ίσως και ακόμη κάτι παραπάνω, επειδή αρδεύεται και
ευφραίνεται όχι από ποταμό υδάτων, αλλά από τον ποταμό των
ευωδιαστών μύρων του αγίου Δημητρίου, που η οσμή της ευωδίας τους
απομάκρυνε την αμαρτία από όλα τα μέρη της πόλης και που χύνονται
από το σώμα του μάρτυρα χάριν της ευρωστίας των κατοίκων της.123
Σε αυτή τη σύνδεση μεταξύ αγίου Δημητρίου και Θεσσαλονίκης
αναφέρεται και ο Πεντζίκης: «Οἱ Θεσσαλονικεῖς ποὺ ὁ Ἀπόστολος
Παῦλος τούς ἀπηύθυνε, δύο ἀπό τὶς ὡραιότερές του ἐπιστολές,
ἐξακολούθησαν νὰ βλέπουν, σὰν μητέρα-ἄνθρωπο τὴν πόλη τους, δίχως
νὰ ἁμαρτάνουν ὅταν τὴν κοσμοῦσαν, μὲ ὅλα τὰ ἐπίθετα ποὺ λάμπρυνε ὁ
ἀρχαῖος βίος. Ἔκαναν μόνο τὴ διαφορά στὴν ἔννοια τῆς πόλης των, ὅτι
στ’ ἀλήθεια αὐτή δὲν ὑπῆρχε παρά χάρις στὸ τέκνο της, τὸν κλεινό
Δημήτριο, ποὺ σὰν ἄνθρωπος μαρτύρησε, ἀναπαριστώντας μὲ τὸν
ἀληθινό ἀγώνα τοῦ πνεύματος, τὴν δοκιμασία τοῦ ἐπί γῆς βίου τοῦ
Θεανθρώπου».124 Ο ίδιος συνεχίζοντας αναφέρεται στην πυκνή φάλαγγα
και των υπολοίπων Θεσσαλονικέων αγίων, οι οποίοι «μαζί μὲ τὴ
Θεοτόκο Μητέρα Κόρη, μεσολαβώντας βοηθοῦσαν στὴν ἀναγωγή τῶν
ἀμέσων, προβάλλοντας τὸ παθητικό σχῆμα τους γι’ ἀχνάρι, ὅπου ὁ
καθένας μὲ τὰ ἰδιαίτερα δικά του φτάνοντας, ἐννοοῦσε τὴν λαμπρότερη
τῆς πόλεως ἄποψη. Γιὰ τὸ λόγο αὐτό οἱ ἅγιοι ὀνομάζονται πολιοῦχοι».125
121

«Η Θεσσαλονίκη στον ΙΔ΄ αιώνα ήταν γεμάτη από εκκλησίες και μοναστήρια. Το πρωί στον όρθρο
και το βράδυ στον εσπερινό βούιζε η πόλις από τα πολλά σήμαντρα και οι δρόμοι της μαύριζαν από τα
περιφερόμενα ράσα. Σωστή καλογερούπολις.», βλ. Γ. Θεοχαρίδη, Τοπογραφία και πολιτική ιστορία της
Θεσσαλονίκης κατά τον ΙΔ΄ αιώνα,σελ. 18.
122
Α. Αδαμαντίου, Η βυζαντινή Θεσσαλονίκη, σελ. 11.
123
Βλ. Ὁμιλία 43, Εἰς τόν ἐν ἁγίοις μεγαλομάρτυρα καί θαυματουργόν καί μυροβλήτην Δημήτριον, PG
151,548 AB: «πᾶσα δέ ἡ πόλις παρρησιαζόμεθα τήν εὐσέβειαν ἐπί τῷ μαρτυρίῳ τοῦ μεγάλου
Δημητρίου καυχώμενοι∙ καί γάρ ἐξέχεε τήν ἑαυτοῦ ἀγάπην οὐκ ἐπί τάς καρδίας ἡμῶν μόνον, ἀλλά καί
ἐπί τά σώματα διά τῶν μύρων, ὧν εἰς ἡμῶν εὐρωστίαν ἀνίησιν ἐκ τοῦ σώματος∙ ὧν ἄρα ἡ εὐδία
πανταχόθεν τῆς πόλεως ἀπήλασε τήν ἀσέβειαν, καί πόλιν ἀνέδειξε ταύτην Θεοῦ, ἤ παράδεισον ἄλλον,
εἰ μή τι καί πλέον, ἀρδομένην καί γανυμένην ποταμῷ μύρων ἀλλ’ οὐχ’ ὑδάτων».
124
Πεντζίκη, Μητέρα Θεσσαλονίκη, σελ. 58-59.
125
Οπ. σελ. 59.

41

Παραθέτει κατόπιν ένα πανέμορφο ποίημα, «αποδιδόμενο»126,
όπως λέει ο ίδιος, στο Συμεών Θεσσαλονίκης (†1429), τελευταίον από
τους διαδόχους του Παλαμά και έσχατο των Θεσσαλονικέων θεολόγων
της εποχής της Φραγκοκρατίας (1204-1430),127 στο οποίο γίνεται
διάλογος ανάμεσα στον άγιο Δημήτριο και την πόλη του. Σε κάποιο
σημείο η Θεσσαλονίκη ικετεύει τον άγιο κι εκείνος τής υπόσχεται την
προστασία του:
-Ἐπὶ ταῖς σαῖς μεσιτίαις / τῶν δεινῶν λυτρωθεῖσα, / ὑπὸ τὰς σὰς
διεφυλάχθην / πτέρυγας ἀεί∙ / νῦν δὲ παρὰ δόξαν / ἀναμέσον τῶν δεινῶν
/ στροβουμένη ἀθλίως / προστρέχω ἐπὶ σὲ / καὶ κραυγάζω: / βοήθει μοι,
Δημήτριε. Ἀκολουθεῖ ἡ ἀπάντηση: - Γῆ μὲ καλύπτει καὶ τάφος, / ἀλλὰ
πλήρης ὁ κόσμος ἐμῆς ὀσμῆς, / τῆς ἐκ τῶν μύρων χάριτι Χριστοῦ. / Μὴ
φοβοῦ οὖν, πατρίς μου, / ἐμὲ κατέχουσα, / τοὺς ἐχθροὺς γὰρ πατάξω ἐν
Χριστῷ / καὶ φυλάξω καὶ σώσω σε, / τὴν τιμῶσάν με.128
Είναι ενδιαφέρουσα η άποψη του καθηγητή Χρυσοστόμου
Σταμούλη, σύμφωνα με την οποία «πολλοί σήμερα θεωρούν τη
Θεσσαλονίκη», ίσως όχι άδικα, «μια πόλη κλειστή, εσωστρεφή, πολιτικά
συντηρητική, με αναλαμπές πολιτιστικής και πολιτισμικής πρωτοπορίας
(τραγούδι, λογοτεχνική γενιά του ’30). Και τούτο οφείλεται, όπως
ορισμένοι υποστηρίζουν, στην, ή κυρίως στην, σκοτεινότητα της
παλαμικής σκέψης, που επηρέασε τέχνη και ζωή και ανέκοψε την πρόοδο
που ευαγγελίζονταν το κίνημα των ζηλωτών και οι αντιησυχαστές.
Ανέκοψε με άλλα λόγια τον εκδυτικισμό της πόλης και τη χάρισε
οριστικά στη χώρα του ανατολικού και κατά πάντα ύποπτου μυστικισμού
της υποτέλειας και της εκχώρησης των ουσιωδών της ατομικής
συνείδησης»129.
Ο καθηγητής υποστηρίζει πως προτού εκφέρει κανείς αφοριστικές
κρίσεις τέτοιου τύπου, πρέπει πολύ σοβαρά να ξανασκεφτεί,
προκειμένου περί ζωγραφικής πόλεων, λιμένων ή μη, την
πολυσυζητημένη σχέση υποκειμένου / αντικειμένου, η οποία στον
Πεντζίκη και στον από αυτόν σχολιαζόμενο Δομήνικο Θεοτοκόπουλο130
126

Οπ. σελ. 59.
ΘΗΕ 11, στ. 545,546.
128
Πεντζίκη, Μητέρα Θεσσαλονίκη, σελ. 60.
129
Βλ. εισήγησή του με τίτλο «Το κίνημα των Ζηλωτών και ο Γρηγόριος Παλαμάς στο Νίκο Γαβριήλ
Πεντζίκη», σελ. 2.
130
Ο οποίος με βάση τον αισθητικό νόμο που υπέρκειται κατά πολύ του φυσικού νόμου, στον πίνακά
του “Το Τολέδο με καταιγίδα”, αλλάζει τη θέση ενός επιβλητικού οικήματος, έναυσμα, σύμφωνα με
127

42

προϋποθέτει γάμο και όχι ξεχώρισμα ανάμεσα στα δύο, ταυτόχρονα όμως
«μιὰ αἰσθητική πειθαρχία, δηλαδή τὴν ἀντίληψη κάποιας κοινῆς
συνισταμένης τῶν ἐσωτερικῶν παραστάσεων, ποὺ δημιουργοῦνται στὸν
καθένα μας, μὲ τὴν ἐξέλιξη τῆς ζωῆς του μέσα στὰ πλαίσια τοῦ χώρου
τῆς πόλης»131. Έτσι θα μπορούσε να δει κανείς τη Θεσσαλονίκη κάτω
από μια τέτοια αντίληψη, πράγμα όχι ακατόρθωτο, αλλά δύσκολο γιατί,
όπως λέει ο λογοτέχνης και ζωγράφος «δὲν ἔχει γίνει καμιά τέτοια
προσπάθεια θεώρησης γιὰ καμιά πόλη τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικράτειας».132
Αυτό συμβαίνει επειδή η νεότερη ελληνική σκέψη επηρεάστηκε από τον
«ἀπαίσιο καὶ ψευδῆ Διαφωτισμὸ τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως ποὺ εἶναι
ἡ μόνη ἀληθινὴ ἐπανάσταση τῆς ἀνθρωπότητος, ἀφοῦ στὸ πρόσωπο τοῦ
βασιλέως σκότωνε τὸν ἴδιο τὸ Θεό»133. Έτσι το υποκείμενο από το
αντικείμενο ξεχωρίζονται, «γεγονὸς ποὺ περιορίζει τὴ μυθικὴ ἔκταση τοῦ
ἀνθρωπίνου ὄντος, στὸ συναίσθημα τὸ ἐρωτικὸ καὶ ἄμεσο»134 πράγμα
που επηρέασε και τον Πεντζίκη πάρα πολύ «ρίχνοντάς τον σὲ μιὰν
ἄβυσσο ἐρωτικῶν περιπετειῶν»135.
Η αντίθετη όμως αντίληψη είναι εκείνη που προϋποθέτει γείωση
του ανθρώπινου εγωισμού μετά από τιτάνια πάλη, ώστε να ανοίξει η
ανθρώπινη καρδιά σε συναναστροφή με τα Επέκεινα, ανάμεσά τους και
τους πολι-ούχους της πόλης. Πρόκειται για εκείνη την αντίληψη που
ενίοτε χαρίζει «τὴν λαμπρότερη τῆς πόλεως ἄποψη».136 Με αυτόν
προφανώς τον τρόπο αντιλαμβάνονται την πόλη της Θεσσαλονίκης και ο
Γρηγόριος Παλαμάς137, και ο Φιλόθεος Κόκκινος138 και ο Συμεών
Θεσσαλονίκης στα αποσπάσματά τους που προεκτέθηκαν, αλλά και ο
ίδιος ο πεζογράφος.
Η ανάλυση που κάνει ο Πεντζίκης είναι όντως εκπληκτική: «Ὅταν
ἀφήνουμε σὲ μιὰ τέτοια σχέση τὴν ὅρασή μας, δεχόμαστε τὸ ἀντικείμενο
τον Πεντζίκη «σὲ πάρα πολλές ἀπό τὶς μοντέρνες αἰσθητικές ἐλευθερίες ἄντικρυ στὸ ἀντικείμενο (ενν.
του υποκειμένου)», (βλ. Μητέρα Θεσσαλονίκη, σελ. 55-56). Αυτό «μᾶς ἐπιτρέπει νὰ δοῦμε, ὅλη τὴν
πάλη τοῦ καλλιτέχνη, ποὺ καταλήγει νὰ πάρει τὴν ἐλευθερία αὐτή, ὕστερα ἀπό σκληρή σύγκρουση μὲ
τὰ πράγματα». (βλ. οπ.).
131
Πεντζίκη, Μητέρα Θεσσαλονίκη, σελ. 57.
132
οπ.
133
«Προσεύχομαι στα πράγματα για να με δώκουν ζωή», συνέντευξη του Πεντζίκη στο περιοδ. Το
Τέταρτο 2, σελ. 99.
134
«Το πορτραίτο του καλλιτέχνη», ο Ν. Γ. Πεντζίκης απαντάει σε 31 ερωτήσεις της Isadora
Rosenthal-Kamarinea, εφημ. Η Καθημερινή, 7 ημέρες, Κυριακή 2 Μαρτίου 1997, σελ. 9.
135
Οπ.
136
Μητέρα Θεσσαλονίκη, σελ. 59.
137
Ὁμιλία 43, Εἰς τόν ἐν ἁγίοις μεγαλομάρτυρα… Δημήτριον, PG, 151,548 AB.
138
Βίος Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, PG 151,554 B.

43

ὄχι ἁπλῶς ὅπως φαίνεται, ἀλλά φορτωμένο ταυτόχρονα μ’ ὅλες τὶς πάσης
φύσεως μνῆμες, ποὺ ἡ αἴσθησή του μπορεῖ νὰ ξεχωρίσει μέσα μας. Ὅτι
ὄντως ἔτσι φορτωμένο καὶ ἐξ αἰτίας τοῦ φόρτου παραλλαγμένο, εἰσχωρεῖ
καὶ ὑπάρχει μέσα στὸ ὑποκείμενο, τὸ ἀντικείμενο ποὺ θὰ δοῦμε ἀπ’ ἔξω,
εἶναι γνωστό ἀπό τὰ ὄνειρα…»139.
Ζούνε λοιπόν και οι τέσσερις κάποιες φορές την
“αποκεκαλυμμένη” Θεσσαλονίκη, ένδοξη, μέσα στη λαμπρότητα των
αγίων της. Έτσι μπορεί να εννοηθεί ότι συγκατοικούν σε αυτήν. Αυτή
τελικά είναι η αντίληψη που αποτελεί «τη μήτρα εντός της οποίας
πραγματοποιήθηκε η κύηση και η γέννηση μιας τέτοιας πεντζικικής
πραγματογνωσίας και πραγματοαποκάλυψης».140
Η σημαντική και για τους τέσσερις λοιπόν πόλη της
Θεσσαλονίκης, είναι που αναδεικνύεται για τον Πεντζίκη σε κέντρο του
αφηγηματικού του σύμπαντος πολύπλευρο και πολυδιάστατο. Λειτουργεί
σαν ναός, σαν εμπειρικός χώρος, σαν πλαίσιο ηθογραφίας, σαν
πολυσήμαντο σύμβολο: κάτι σαν την Αλεξάνδρεια του Κωνσταντίνου
Καβάφη (1863-1933), σαν χωροχρόνος όπου Βυζάντιο, Χριστιανική
Ορθοδοξία, άγιος Δημήτριος και άλλοι άγιοί της, οι άλλοι άγιοι της
πόλης, διάφορα συναξαριακά δεδομένα, άγιος Γρηγόριος Παλαμάς,
ησυχαστές, χρονογραφίες, θεολογικά κείμενα κλπ. συν-ευρίσκονται
αλληλοπεριχωρούμενα την παρούσα στιγμή, την ώρα της συγγραφής.
Η πόλη αυτή που τόσο αγάπησε ο Πεντζίκης, λειτουργεί τις
περισσότερες φορές σαν παραπεμπτικό προς την ένδον πόλη, την ψυχή
και το σώμα του, αλλά και το πνεύμα του, τα οποία δέχονται την
ώσμωση των ποικίλων επιρροών της, μεταπλάθοντάς τες σε βιώματα
πνευματικά και τόπους συναντήσεων με τα επέκεινα, ωστόσο αοράτως
συνόντα.
Ο Πεντζίκης έχει υπόψη του και του Γκρέκο την αγάπη για το
Τολέδο. Παραλληλίζει Τολέδο και Θεσσαλονίκη: «Ὁ Γκρέκο ἔχει
ἀγαπήσει τὸ Τολέδο μὲ τὴν παράξενη ὀμορφιά. Ἀλλὰ μήπως δὲν ἐμπνέει
ἀνάλογα αἰσθήματα ἔρωτος ἡ Θεσσαλονίκη σὲ ὅσους τὴν προσέχουν καὶ
τὴν ἀναγνωρίζουν»; Αποφεύγοντας τις επιπόλαιες επιφανειακές κρίσεις
139

Μητέρα Θεσσαλονίκη, σελ. 56.
Χρυσοστόμου Σταμούλη, «Το κίνημα των Ζηλωτών και ο Γρηγόριος Παλαμάς στον Νίκο Γαβριήλ
Πεντζίκη», σελ. 3.
140

44

περιηγητών, ο Πεντζίκης λέει ότι πρέπει να επιμένουμε «στο βάρος της
ατμόσφαιράς της»141.
Του ζητούν κάποτε μία συνεργασία, να γράψει κάτι για την
ιστορία της. Στην αρχή τού προκύπτει άρνηση. Αποσύρεται στα ενδότερα
για να βρει τον εαυτό του και κατόπιν αναπαύεται στην όραση της
εξωτερικής πόλης: «“Εἶμαι φτωχός καὶ ἀδύναμος”, ἐπαναλαμβάνω.
Ἀποφασίζω ν’ ἀρνηθῶ, νὰ μὴ δώσω τίποτα ὡς συνεργασία. Δὲν ἔχω
τίποτα. Τὰ πράγματα, τὰ πολλά πράγματα εἶναι μακριά, ἔξω ἀπό μένα,
ἀκατανόητα, χάος συγκεχυμένο. Οὔτε γιὰ τὴ μητρική μου πόλη, ποὺ λέει
ὅτι τὴν ἀγαπῶ καὶ μοῦ ζητᾶ κατ’ ἐκλογήν ἕνα θέμα ἀπό τὴν ἱστορία της,
δὲν ξέρω νὰ γράψω κάτι. Ἀδύνατος, ἄρρωστος, φτωχός, δὲν ὑφίσταμαι.
Δὲν μπορεῖ νὰ ὑφίσταμαι γιὰ τὸ μάτι ποὺ κοιτάζει τὸν ὑπαίθριο χῶρο. Τὸ
σχῆμα μου σκορπάει, θραύεται. Δὲν ἀντιλαμβάνομαι καὶ δὲν ἐννοῶ
τίποτα. Ὑπάρχω μόνο μέσα στὸν κλειστό, στὸν περιορισμένο χῶρο τῆς
κάμαρής μου. Ἐκεῖ συναρμολογῶ, ἐντύνω, ζευγνύω, ἀνταμώνω,
ἐξακολουθῶ, παρακολουθῶ, ἀκολουθῶ, προεκτείνω, ἐκτείνω, βρίσκω τὶς
ἐντυπώσεις τοῦ ἔξω κόσμου ποὺ μὲ συνεπαίρνουν, μὲ ἀποπλανοῦν, μὲ
συγχέουν, μὲ διαλύουν, με σκορποῦν, μὲ χάνουν. Ἐκεῖ ζῶ ἐν ὁμονοίᾳ,
ἀγάπῃ καὶ ἀδελφότητι…. Νικημένος μετά ποὺ παραδέχτηκα ὅτι δὲν ἔχω
νὰ δώσω τίποτα ὡς συνεργασία, δυσαρεστώντας καὶ ἴσως χάνοντας τὸν
φίλο, ἀνίκανος ν’ ἀνταποκριθῶ σ’ ὁποιαδήποτε ἀπαίτηση, πειθαρχώντας
τὸν χαμένο ἑαυτό μου, καταστάλαξα στὴν κάμαρή μου»142.
Αφού εργαζόμενος πνευματικά μεταβολίσει στη μόνωση και τη
σιγουριά της κλειστής κάμαρής του τις έξωθεν εμπειρίες, επανέρχεται
αλλοιωμένος / αναστημένος στην έξω πόλη και αποφασισμένος να
συνδράμει μέσα από τη γραπτή συνεργασία που του ζητήθηκε: « “Αὐλή
τοῦ πασχαλιάτικου ἀμνοῦ. Λιμάνι ὅσων κινδυνεύουν. Πρεσβεία,
μεσιτεία, ἐξίλασμα τοῦ κόσμου, λύτρωση. Οὐρανός ὅλων τῶν ἡμερῶν.
Λαμπρή πρωτεύουσα”. Οἱ λόγοι τοῦ μοναχοῦ μοῦ φέρνουν στὸ νοῦ τὴν
πατρίδα μου Θεσσαλονίκη. Στὴν κάμαρή μου δὲν νιώθω πιὰ ἔρημος.
Ἠγέρθην ἀπό τὸ στρῶμα τοῦ θανάτου. Μητέρα πόλη μὲ τὰ πρόσωπα ποὺ
σὲ κατοικοῦν, κατοίκησαν καὶ θὰ κατοικήσουν ἀδελφώνω καὶ ὑπάρχω.
Ἤπια τὸ νερό ποὺ μοῦ προσφέρονταν καὶ ξεδίψασα. Γεύτηκε γλυκύτητα
ἡ ψυχή μου, γλυκά λόγια. Εἶμαι χαρούμενος. Μὲ τὴ λιακάδα βγῆκα καὶ
141

«Ο υπαρκτός κόσμος του Πεντζίκη», συνέντευξη του Πεντζίκη στη Βεατρίκη Σπηλιώτη, περιοδ.
Επίκαιρα, τχ. 431, Νοέμβριος 1976.
142
Πεντζίκη, Μητέρα Θεσσαλονίκη, σελ. 33-34.

45

περπατῶ στοὺς δρόμους τῆς μητέρας μου πόλης. Πρέπει νὰ τελειώνω μὲ
ὅσα ἀποφάσισα νὰ γράψω γιὰ τὸν φίλο».143 Ή αλλού: «Ἀνοίγοντας τὸ
συρτάρι ἑνός ἐπίπλου, πετιέται πάλι ἕνα ζῶο σιχαμερό τοῦ ὑπογείου.
Τρόμαξε. “Ἀλλά δὲν εἶναι λόγος νὰ πεθάνω”, σκέφτεται. “Θὰ κάμω τὴ
ζωή μου στὴ Θεσσαλονίκη”».144 Αναδεικνύεται συνεπώς η γενέθλια πόλη
του τόπος πολυπληθών νεκραναστάσεων εν Χριστώ, δηλαδή τόπος
αληθινών θεοφανειών, όπου κάθε φάντασμα του υποσυνείδητου ή
ασυνείδητου χώρου και η εκείθεν εξερχόμενη δυσοσμία και δυσάρεστη
διάθεση χάνονται: «καὶ ἰδοὺ ζῶμεν»!145
Δε διαφέρει η αίσθηση του Πεντζίκη για τη Θεσσαλονίκη από
αυτήν του Δημητρίου Κυδώνη (1324-1397) στο έργο του «Μονωδία…».
Τα λόγια του Κυδώνη, όπως και την κριτική τους, βάζει στα χείλη της
Βρυεννίας Χριστιανοπούλου, προσώπου του μυθιστορήματος Ζηλωτικά
πόλεως Θεσσαλονίκης, ο συγγραφέας Νίκος Ματσούκας σε μία
«συγκέντρωση σοφών» που συγκαλούσε ο γέροντας Αρσένιος, κεντρική
προσωπικότητα του μυθιστορήματος και έμπειρος της παλαμικής
θεολογίας: «“Λιμάνι, θάλασσα, βουνά, δάση, κι’ όλο το κορμί της πόλης
ποιανού δεν γλύκαναν τη λύπη; Ποιον καταβεβλημένο κι άρρωστο δεν
τον στήριξαν; Ποιον ξένο δεν τον έκαναν ακόμη και την πατρίδα του να
λησμονήσει”; Πείτε λοιπόν αν ετούτα τα λόγια δεν περιγράφουν μια
ερωτική σχέση με όλα τα πράγματα και τα πλάσματα της πόλης; Κι αυτή
η σχέση φτιάχνεται και μεστώνει μέσω του έρωτα, αυτού που λέμε
μεράκι. Γι’ αυτό τα λόγια που βγαίνουν για να περιγράψουν τη σχέση
είναι μεστά, δυναμικά και παλλόμενα από κίνηση και ζωή»146.
Εννοείται πως ο Πεντζίκης είναι πολύ ενημερωμένος για την
περίοδο της ησυχαστικής έριδος και για τα κατά Θεσσαλονίκην
τεκταινόμενα. Οι απόψεις του και οι κρίσεις που εκφέρει για την
ταραγμένη αυτή περίοδο της εκκλησιαστικής ιστορίας επιπλέον, δείχνουν
άνθρωπο με βαθύτατο εκκλησιαστικό φρόνημα. Στο κείμενό του
143

οπ. σελ. 43.
οπ. σελ. 8.
145
Β΄ Κορ. 6,9.
146
Βλ. ανωτ. μνημ. έργ. σελ. 362. Ο Ματσούκας δεν παραπέμπει σε συγκεκριμένο κείμενο του
Δημητρίου Κυδώνη, αλλά χρησιμοποιώντας τη λέξη «Μονωδία», βρήκα σαν τίτλο έργου του το
«Μονῳδία ἐπὶ τοῖς ἐν Θεσσαλονίκῃ πεσοῦσι» (1346). Η ιστοσελίδα old-books.gr, με ημερομηνία
πρόσβασης 10-10-2011, μου έδωσε το τμήμα ενός ανάτυπου του Απόστολου Βακαλόπουλου
(Θεσσαλονίκη 1994, σελ. 79-98) που ασχολείται με τα ιστορικά στοιχεία της ως άνω «Μονωδίας» για
την ψυχολογία των επαναστατημένων μαζών στη στάση του 1342 κε. Το συγκεκριμένο σύγγραμμα
αριθμείται από το εν λόγω ηλεκτρονικό κατάστημα με τον αριθμό 23918 και το αναφέρω στη
βιβλιογραφία.
144

46

«Ἐλπιδοφόρα παραδείγματα»147 οι αναφορές του σε πρόσωπα και
καταστάσεις είναι συχνότατες. Χαρακτηριστικά κάνει λόγο για τον
κράλη των Σέρβων Στέφανο Δουσάν, («ποὺ οἱ βυζαντινοί τοὺς
ἀποκαλοῦσαν Τριβαλούς», αναφέρει), ο οποίος αυτοτιτλοφορήθηκε
βασιλιάς Ρωμαίων και Σέρβων148, για την ευρυμάθεια του Νικηφόρου
Γρηγορά, την υπερηφάνειά του για το λεκτικό του και την περιφρόνησή
του προς τους ανθρώπους της υπαίθρου των οποίων τον τρόπο ομιλίας
αποκαλεί βοσκηματώδη149, για τη συμφωνία του τόσον αυτού, όσο και
του Ακίνδυνου και των αδελφών Κυδώνη προς τον «ξενοφερμένο» από
Καλαβρίας Βαρλαάμ, αναφορικά με τον ορθολογιστικό έλεγχο επί της
μοναστικής μυστικής παραδόσεως150, για την εκ του λατινικού
μετάφραση του Θωμά του Ακινάτη από το Δημήτριο Κυδώνη151, για την
ανεδαφικότητα και το έωλο (που σημαίνει και μπαγιάτικο152) των
προσπαθειών του Γεωργίου Γεμιστού ή Πλήθωνος153, για την τιτλοφορία
ως «ἁγίας» της βυζαντινής βασίλισσας Άννας της Σαβαυδικής154, η οποία
ενώπιον της αποκαταστάσεως των τέκνων της, σκέφτεται ακόμα και εις
βάρος του κράτους.155
Πολύ σημαντική επίσης είναι η αναφορά του στα «Ζηλωτικά» της
εποχής, όπου και αναφέρεται με τον ξεχωριστό δικό του τρόπο στην
έλλειψη χαριτωμένων πνευματικών βιωμάτων και τη διάσταση δόγματος
–ήθους με αποτέλεσμα την ανεξέλεγκτη κυριαρχία των παθών: «Στὸ λαό
ὅμως δὲν ἀρέσει νὰ πληρώνεται μὲ πληθωρικά νομίσματα λέξεων, ἄνευ
εἰς χρυσόν ἠθικοῦ ἀντικρύσματος. Ὁ εὐτελισμός τῶν ἀξιῶν τοῦ παρόντος
δημιουργεῖ ἀμφιβολίες γιὰ τὰ ἐπέκεινα. Ξεσηκώνεται τὸ πλῆθος στὴν
πόλη τοῦ Ἁγίου Δημητρίου. Μὲ πυρῆνα τοὺς λιμενεργάτες, θέλει νὰ
ἐξαλείψει τὴν ἄδικη οἰκονομική διαφορά, ποὺ χωρίζει τὸν πληθυσμό,
ἐπιβάλλοντας ἕνα εἶδος δικαίας δημοκρατίας, καὶ καταλήγει στὸ
ἀντίθετο, τὴν πλήρη καὶ ἀκέφαλη ἀναρχία. Αἱματοχυσίες, σφαγές,
λεηλασίες, ἐμπρησμοί. Τότε κάηκε καὶ τὸ Διοικητήριο τῆς πόλεως».156
147

Πεντζίκη, Πρὸς ἐκκλησιασμόν, σελ. 68-79.
οπ. σελ. 68.
149
οπ. σελ. 69.
150
οπ. σελ. 69.
151
οπ. σελ. 70.
152
Πεντζίκη, συνέντευξη «Προσεύχομαι στὰ πράγματα γιὰ νὰ μὲ δώκουν ζωή»,
Τέταρτο 2, σελ. 103.
153
Πρὸς ἐκκλησιασμόν, σελ. 70.
154
οπ. σελ. 70.
155
οπ. σελ. 30-31.
156
οπ. σελ. 70.
148

στο περιοδ. Το

47

Αλλά και η αντίσταση στην εξαχρείωση του ανθρώπου και στην
εκπτωτική φορά των πραγμάτων, μέσα από τα αντισώματα της
πνευματικής ζωής καλά κρατεί: Μέσα σε τέτοιο σάλο ο Κυδώνης
συγγράφει θρήνους για τους σκοτωμένους, ενώ ο Θεσσαλονικιός
εμβριθής νομομαθής Κωνσταντίνος Αρμενόπουλος (1320-1380)
θέλοντας να διαφυλάξει τους ιερούς κανόνες, συντάσσει την Εξάβιβλο, η
οποία θ’ αποτελέσει βάση για τη νομοθεσία του αναγεννώμενου κατά το
’21 Έθνους. Ο (Νικηφόρος) Χούμνος (1250-1327) συμβουλεύει. Ο
Θωμάς Μάγιστρος, γνωστός και ως Θεόδουλος μοναχός (1275-1347)
μιλάει για ομόνοια. Ο Συμεών Θεσσαλονίκης (†1429)157 γράφει το
γνωστό ποίημα, στο οποίο ο Άγιος Δημήτριος παρηγορεί τη
Θεσσαλονίκη ότι την προστατεύει. Ο Νικόλαος Καβάσιλας (†1371),
εκτός από τη λεπτομερή ανάλυση της Θείας Λειτουργίας που συνέγραψε,
εκφράζεται εναντίον των τοκιζόντων θεωρώντας τους πιθανή αιτία του
κακού. Κοσμικοί άρχοντες, όπως ο Θεόδωρος Μετοχίτης (1270-1332)
αμιλλώνται τους εκκλησιαστικούς και κτίζουν ναούς. Ανανεώνονται ο
Άθως και η Σκήτη της Βέρροιας, ενώ πληθαίνουν τα μοναστήρια στην
περιοχή των Μετεώρων.158
Οι κρίσεις του για τους αυτοκράτορες γίνονται με πνευματικές
προϋποθέσεις: «Στὸν καιρό του (του Γρηγορίου Παλαμά) μιὰ μεγάλη
ψυχή, ὁ αὐτοκράτορας Ἰωάννης (ΣΤ΄ ὁ) Καντακουζηνός, ἐγκατέλειψε
θρόνο κι ἐξουσία κι ἀπό θαυμασμό στὶς ἰδέες τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ
Παλαμᾶ, δευτέρου πολιούχου τῆς Θεσσαλονίκης, ἐγκατεβίωσε στὸ Ὄρος
ὡς μοναχός Ἰωάσαφ…. Ὁ ὑψηλόφρων Βασιλεύς κυρ Ἰωάννης ὁ
Καντακουζηνός, ὅταν, εὐθύς μετά τὴν νίκη του, κατά τὸν λυπηρό
ἐμφύλιο ἀγώνα, τὰ παράτησε ὅλα καὶ ἔγινε καλόγηρος, εἶχε πεισθεῖ
θεολογικῶς, ὅτι ὁ πτωχός ἐπί γῆς ἄνθρωπος, μὲ ἔργα πίστεως, σύμφωνα
πρὸς τὴν ἔννοια τῆς ὀρθοδόξου χριστιανικῆς διδασκαλίας καὶ
παραδόσεως, μπορεῖ νὰ λάβει γνώση τῶν ἐπουρανίων καὶ αἰωνίων
ἀσφαλή».159 Απέναντι στον Ιωάννη Ε΄ τον Παλαιολόγο στέκει αυστηρά:
«Ὁ αὐτοκράτορας Ἰωάννης ὁ Παλαιολόγος μὲ στερεμένη τὴ βρύση τοῦ
Χριστοῦ160 μέσα του, κατατρέχεται ἀπό φόβους. “Ἔτσι ποὺ εἴμαστε
ἀδύναμοι καὶ ἀνίσχυροι, λέει, ἂν χαθοῦμε, χάνεται τὸ πᾶν. Ἂν σβήσει τὸ
157

Προαναφέρθηκε στο παρόν κεφάλαιο.
Βλ. σχετ. Πρὸς ἐκκλησιασμόν, σελ. 70, 71, 72.
159
οπ. σελ. 32, 77.
160
Σαφής υπόμνηση της νοεράς προσευχής και του “παλαμικού” τρόπου ζωής, βλ. επ’ αυτού και στα
Ὁμιλήματα, σελ. 90.
158

48

κράτος, ἡ ἐξουσία, σβήνουν ὅλα”. Καὶ μεταχειρίζεται τὴν ἐκκλησία ὡς
μέσο γιὰ ν’ ἀντλήσει δύναμη καὶ νὰ στερεώσει τὸ καθεστώς».161
Στη νοοτροπία δηλαδή του Ιωάννη Ε΄ του Παλαιολόγου παρατηρεί
ο Πεντζίκης μία αξιοκατάκριτη συμπόρευση κράτους και Εκκλησίας,
«την έκρηξη ενός ιδιόμορφου και άκρως επικίνδυνου ελιτισμού»162. Δεν
διαφέρει από αυτή τη νοοτροπία και ο ομόγνωμος του Βαρλαάμ
Νικηφόρος Γρηγοράς ο οποίος ορθολογιστικά σκεπτόμενος, έχοντας
υποχωρήσει στον πειρασμό της ιεροποίησης της λογικής θεωρεί
σπουδαιότατη και «ἐπιτακτική τὴν ἀνάγκη τῆς ἀτομικῆς
ἐξασφαλίσεως».163 Η λαϊκότητα περιφρονείται, το κοινοτικό πνεύμα
μπαίνει στο περιθώριο, το κράτος ευτελίζεται, η κρατική εξουσία
εκχυδαΐζεται, οι αξίες χάνονται. Τελικά, μέσα σ’ αυτό το νόθο
κοινωνικοοικονομικό και πολιτιστικό περιβάλλον χάνεται η αίσθηση
αναμονής και παρουσίας των επέκεινα πνευματικών πραγματικοτήτων
και ο Χριστός, αντί να είναι στο κέντρο, βγαίνει από το παρόν, η ζωή
ερμηνεύεται αυθυπόστατα, δίχως Χριστό και το πνευματικό αισθητήριο
χάνεται. Γι’ αυτό και ο Πεντζίκης, όταν μιλάει για το 14ο αιώνα, με
σπάνιο αισθητήριο κάνει λόγο για «μακρὺ ψυχορράγημα».164
Ο ίδιος σημειώνει ότι παρά ταύτα, «τότε ακριβώς, η Θεσσαλονίκη
φθάνει στο έπακρο της δόξης της».165 Είναι η παρουσία του Αγίου
Γρηγορίου του Παλαμά ο οποίος έχει το χάρισμα των δακρύων αυτών
που αγάπησαν το Χριστό και που Εκείνος «εἰς τέλος ἠγάπησεν»166. Η
παρουσία του, θεόθεν υποδεικνυομένη, είναι εκείνη που θ’ αποδειχθεί
καταλυτική για τις άσχημες περιστάσεις και μετά από φοβερό αγώνα θα
κατισχύσει της πλάνης του εσμού των αντι-ησυχαστών, προς δόξαν του
Χριστού και της Εκκλησίας Του.
Οι Ζηλωτές167 διατήρησαν τον έλεγχο της πόλης από το 1342 ως
το 1350. Εμπόδισαν τον Άγιο να εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη στα
161

Πεντζίκη, «Ἄλλοτε καὶ νῦν», στο Πρὸς ἐκκλησιασμόν, σελ. 33.
Χρυσοστόμου Σταμούλη, «Το κίνημα των Ζηλωτών και ο Γρηγόριος Παλαμάς στο Νίκο Γαβριήλ
Πεντζίκη», σελ. 4.
163
Πεντζίκη, «Ἄλλοτε καὶ νῦν», στο Πρὸς ἐκκλησιασμόν, σελ. 30.
164
Πεντζίκη, «Ἐλπιδοφόρα παραδείγματα», στο Πρὸς ἐκκλησιασμόν, σελ. 68.
165
Πεντζίκη, «Ἄλλοτε καὶ νῦν», στο Πρὸς ἐκκλησιασμόν, σελ. 30.
166
Ιω. 13,1.
167
Η νεότερη έρευνα εντοπίζει τα αίτια της ολέθριας σύρραξης στις εσωτερικές αντιθέσεις ανάμεσα
στον αυτοκράτορα και όλους όσους τον ακολουθούσαν στην κοινωνική διαστρωμάτωση της εποχής:
τους δυνατούς (άρχοντες της πόλης με κτηματικές περιουσίες, ανώτερους αξιωματούχους, αλλά και
“νεόπλουτους” χωρίς ονομαστή καταγωγή), τους μέσους (εμπόρους, βιοτέχνες, ιδιοκτήτες πλοίων ή
μικρών εκτάσεων, ελεύθερους επαγγελματίες, με οικονομική άνεση αλλά λίγη συμμετοχή στα κοινά)
162

49

1347, νομίζοντας ότι ήταν υποστηρικτής της παράταξης του
Καντακουζηνού (Ιωάννου ΣΤ΄)168. Τόσο αυτός, όσο και οι διδάσκαλοί
του Αθανάσιος ο Α΄(κοιμήθηκε στα μέσα του 14ου αι. σε ηλικία 100
ετών) και Θεόληπτος Φιλαδελφείας ο εκ Νικαίας (1250-1322),
ενδιαφέρονταν για την πολιτική ζωή της αυτοκρατορίας. Η έρευνα ακόμη
δεν επιτρέπει να σχηματίσει κανείς την εντύπωση ότι ο Άγιος ήταν
οπαδός του Καντακουζηνού και αντίθετος στο διάδοχο του παιδικού του
φίλου Ανδρονίκου Γ΄, τον Ιωάννη Ε΄. Πιθανόν να έκρινε σαν πιο
κατάλληλο να ανταποκριθεί στις αντίξοες συγκυρίες τον Καντακουζηνό
(Ιωάννη τον ΣΤ΄), εφόσον θα ακολουθούσε πιστά την πολιτική των
Ανδρονίκων, χωρίς όμως φανατισμό και χωρίς να αμφισβητήσει τα
δικαιώματα του Ιωάννη Ε΄(Παλαιολόγου), θέση την οποία εξέφραζε και
το Άγιο Όρος το οποίο προσπάθησε να διευθετήσει το ζήτημα, όμως
ανεπιτυχώς.169 Η αντίθεση των Ζηλωτών προς τον Ιεράρχη είναι άτοπο
να ερμηνεύεται ως ταύτιση του Αγίου με τους δυνατούς και τις
απαράδεκτες καταχρήσεις τους τις οποίες και πολλάκις έλεγξε σε κείμενά
του170.

και τους “πένητες” ή “πτωχούς” ή “δήμον” ή “κοινόν” (μικροκαλλιεργητές, τεχνίτες, ναύτες,
χειρώνακτες, χωρίς παιδεία, οικονομικούς πόρους, δικαιώματα στη διοίκηση της πόλης). Είναι οι
πολυάριθμοι εξαθλιωμένοι και εξαρτώνται σε τέτοιο βαθμό από τους δυνατούς, σε σημείο να
αντιδρούν συχνά. Σ’ αυτούς προστίθενται και νησιώτες πρόσφυγες που κατέφυγαν στη Θεσσαλονίκη
λόγω των ληστρικών επιδρομών στα νησιά από τα οποία προέρχονταν. Συχνά και αυτοί προξενούν,
υποκινούν ή και ενισχύουν ταραχές . Η κρίση αυτή, που διήρκεσε έως και το τέλος του ιδ΄ αιώνα, ήταν
από τις χειρότερες που γνώρισε ποτέ το Βυζάντιο, γιατί εκμηδένισε τις λιγοστές δυνάμεις που είχαν
απομείνει στο κράτος κι επιτάχυνε την πτώση του. Βλ. σχετ. Δήμητρας Κούκουρα, Οι υφολογικές
επιλογές…, σελ. 69, και Georges Ostrogorsky, Histoire de l’ état byzantin, p. 532, 533.
168
Αυτή είναι η άποψη και του πατρός Meyendorff: “Ce qui opposa les zélotes à leur nouvel
archévêque ce fut essentiellement sa fidélité à Cantacuzène” , βλ. Introduction…, p. 136.
169
Βλ. σχετ. Δήμητρας Κούκουρα, Οι υφολογικές επιλογές…, σελ. 71.
170
«Ἀλλὰ καὶ οἱ μὴ δανείζειν ἐθέλοντες τοῖς ἀποδώσειν ὑπισχνουμένοις τὰ ἶσα καὶ κατὰ καιρόν,
τόκους δὲ ἀπαιτοῦντες καὶ τούτους βαρεῖς… ἄνομοι διατελοῦσι σχεδὸν καὶ τῶν ἁμαρτωλῶν χείρους..»,
βλ. Σοφοκλέους Οικονόμου, Ὁμιλία 45, Εἰς τὸ τῆς Β΄ Κυριακῆς του Λουκᾶ Εὐαγγέλιον, σελ. 46. Βλ.
και Ὁμιλία 62, Εἰς τοὺς δυσχεραίνοντας…, οπ. σελ. 287-288: «…τις τῶν ἀρχόντων ἐπιχάσκει ταῖς
ἁρπαγαῖς; … Διὰ τοῦτο καταβοῶσιν ὑμῶν ἁπάντων οἱ πένητες, …τὴν τῶν φορολόγων ἀνηλεῆ καὶ
μισάνθρωπον γνώμην…».

50

δ. Η σοφή πρόσληψη του παρόντος

Ο προσεκτικός μελετητής του έργου του Πεντζίκη έχει την
αίσθηση ότι συνεχές μέλημά του λογοτέχνη και ζωγράφου είναι από τη
συγγραφή και τη ζωγραφική του να προκύπτει ο αληθινός πολιτισμός ως
σάρκα αθάνατη και «ὕδωρ ζῶν»171 να χορτάσει και να ξεδιψάσει ο
άνθρωπος. Χαρακτηριστικά αυτού του πολιτισμού είναι η ενότητα
θεωρητικού και πρακτικού βίου, εσωτερικής και κοινωνικής ζωής
ενσαρκωμένης σε πρότυπα172. Σ’ ένα ιστορικά καθορισμένο
περιβάλλον…. «υπάρχει από τη μια ο φυσικός χώρος, ή αλλιώς η
οικονομοτεχνική υποδομή… και από την άλλη ο πνευματικός, δηλαδή η
κοινωνική διάσταση, όχι κάτι το αφηρημένο και αιθέριο, αλλά κάτι το
πολύ συγκεκριμένο, όπως είναι ο φυσικός χώρος».173
Αν και μη μοναχός, ο Πεντζίκης αγαπάει το Άγιον Όρος και τους
μοναχούς, τους οποίους θεωρεί εξαιρετικά πρωτότυπους, επειδή, κυρίως
κατά τη βυζαντινή εποχή, διακρίθηκαν ως αντιγραφείς, συγκολλητές,
συμπιλητές, όπως ο ίδιος πιστεύει174, παραδοσιακούς και καινοτόμους,
ζώντες στο παρελθόν και στο παρόν ταυτόχρονα.
Στο θέμα όμως των κοινωνικών εκδηλώσεων των μοναχών στέκει
με επιφύλαξη, όπως και στο ζήτημα του είδους της μελέτης τους,
εκδηλώνοντας παλαμικό φρόνημα. Ως προς το πρώτο, σε μία συνέντευξή
171

Ιω. 4,11, 7,38.
Στέλιου Παπαθεμελή, Η ελληνική διάρκεια, σελ. 22, όπου και παραπομπή στη Βυζαντινή φιλοσοφία
του Βασ. Τατάκη, (σελ. 32).
173
Νίκου Ματσούκα, «Θεολογική θεώρηση του μαθήματος των θρησκευτικών», περ. Κοινωνία 3, σελ.
307.
174
Γιώργου Δανιήλ, «Βυζαντινοί περίπατοι», περ. Σύναξη 27, σελ. 97-98: «…ὁ ἀρχιδιάκονος τῆς
Ἁγιάς Σοφιᾶς τῆς Κωνσταντινουπόλεως Μαυρίκιος ἔγραψε τὸν συναξαριστή ἀντλώντας ὰπό τα
ἁγιολογικά κείμενα τῆς ἐποχῆς του…. Λοιπόν σ’ αὐτό τὸ βιβλίο… ἤντλησε ἀπ’ τὸν ὅσιο Συμεῶνα, κι’
ἐκεῖνος ἤντλησε ἀπό ἄλλα….. σὲ κάθε μαρτύριο παρίστατο πολύς κόσμος καὶ ταχυγράφοι σημείωναν
ὅτι γίνονταν…. αὐτοί ποὺ ἀντιγράφουν κείμενα πρέπει μὲ τὴν πίστη τους νὰ δέχονται νὰ γίνονται
ζητιάνοι, τυφλοί, χαζοί, ἐπαῖτες, νὰ γυρεύουν ἐλεημοσύνη… Καταλάβατε;….. Ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι
στὴν πρωτοκαθεδρία τῶν συγγραφέων σ’ ὅλο τὸν κόσμο γιατί… ἐφαρμόζει τὴν ἀντιγραφική μνήμη
ποὺ… θὰ πεῖ νὰ ἔχεις μπροστά σου ἕνα κείμενο, σὰν μήτρα, καὶ μέσα σ’ αὐτό θὰ βάζεις ἐσύ ὅλα τὰ
δικά σου…. ὁ ἅγιος Νικόδημος στὸ Νέο Μαρτυρολόγιο… συχνά ἀναφέρει ποιὸς συνέγραψε τὸν τάδε
ἤ τὸν δεῖνα “ Βίον ”».
172

51

του175, συμφωνεί με το δημοσιογράφο, ότι τα πανηγύρια και τα
εντυπωσιακά ψαλτικά φανερώνουν ένα κοσμικό είδος βίου, ασχέτως με
το ότι δεν πρέπει να σοκάρεται κανείς και να είναι πολύ επιεικής. Ως
προς δε το δεύτερο, σε ερώτηση που του έγινε, αν θα πρέπει οι μοναχοί
στα μοναστήρια να διαβάζουν κοσμικά κείμενα, αντίθετα με ό,τι κάνει
εκείνος, είναι κατηγορηματικός: «Ὄχι, ὄχι. Διότι ἡ λύτρωσή τους εἶναι τὸ
ὅτι ἀνήκουν σὲ ἄλλο κόσμο πιά. Ἡ ἐκκλησία καὶ τὸ μοναστήρι εἶναι ἕνας
ἄλλος κόσμος. Ἀλλοίμονο ἂν διαβάζει ὁ μοναχός κοσμικά κείμενα. Πότε
θὰ ψάλει μέσα στὴν ἐκκλησία; Πότε θὰ πάει νὰ βάλει λουλούδια στὴν
εἰκόνα τοῦ ἁγίου ποὺ πανηγυρίζεται ἡ μνήμη του; Ξέρετε, αὐτό γίνεται
στὸ Ἅγιον Ὄρος ταχτικά. Ἔπειτα πῶς θὰ καθαρίσουν βλῆτα ἢ ἀγγινάρες,
ἂν ταυτόχρονα δὲν ψάλλουν πράγματα τῆς ἐκκλησίας;»176
Απηχεί όντως εδώ ο Πεντζίκης την άποψη του Γρηγορίου
Παλαμά, ότι ο Κύριος δεν εμπόδισε τη σπουδή των θύραθεν μαθημάτων,
ούτε το γάμο, ούτε την κρεωφαγία, ούτε τα θεραπευτικά λουτρά, ούτε τις
επισκέψεις σε ιατρούς. Πολλά από αυτά όμως δεν επιτρέπονται σε
μοναχούς. Μερικοί πατέρες μάλιστα, ούτε σε λουτρά πηγαίνουν, ούτε
ιατρούς επισκέπτονται, εμπιστευόμενοι το θείο έλεος.177
Την άρνηση αυτή της επίσκεψης σε ιατρό θυμίζει η αναφορά του
Πεντζίκη στη θαυματουργική θεραπεία από σοβαρότατο νόσημα του
αγίου Πορφυρίου, επισκόπου Γάζας (348-420), την οποία ονομάζει «ἴαση
διὰ κυοφορίας»178, κυοφορία εννοώντας την εντός της κολυμβήθρας και
των σπλάχνων της Μητέρας Εκκλησίας σταδιακή διαμόρφωση του εν
Χριστώ ανθρώπου, επί του οποίου υπερβαίνονται οι φυσικοί νόμοι.
Αυτή η αρνησίκοσμη εξωτερικά συμπεριφορά των μοναζόντων
που εκθειάζεται τόσο από τους Παλαμά και Πεντζίκη, κάθε άλλο παρά
άρνηση της ιστορικής σάρκας του πολιτισμού μπορεί να χαρακτηριστεί.

175

Πεντζίκη, «Προσεύχομαι στὰ πράγματα γιὰ νὰ μὲ δώκουν ζωή», περ. Το Τέταρτο 2, σελ. 104.
Γιώργου Δανιήλ, «Βυζαντινοί περίπατοι», περ. Σύναξη 27, σελ. 100.
177
«…πολλὰ γὰρ τῶν ἀκατακρίτως ἐνεργουμένων τῷ χριστωνύμῳ πληρώματι, τρόπῳ παντὶ τοῖς
μοναχοῖς οὐκ ἐφεῖται διὰ τὸ τῆς πολιτείας ἐξηλλαγμένον. Εἰσὶ δ’ οἳ τῶν πατέρων καὶ λουτρῶν
θεραπείας ἀπείργουσι καὶ νοσοῦσιν αὐτοῖς ταῖς ἐξ’ ἰατρικῆς χρῆσθαι βοηθείαις οὐκ ἐπιτρέπουσιν, ὡς
ὅλους ἀνακειμένους θεῷ καὶ τὸ πᾶν ἐξηρτημένους ἐκεῖθεν καὶ τὸ συνοῖσον ἀνενδοιάστως προσδόκιμον
θεόθεν ἔχοντας», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων 2,1,35, Συγγρ. Α, σελ. 496497.
178
Περιοδ. Σύναξη 38, συνέντευξη του Πεντζίκη στο Σωτήρη Γουνελά, σελ. 64.
176

52

Μάλλον πρόκειται για το κατά Πεντζίκη “βάκχεμα τοῦ νοῦ ἀπό τὴ θεά
Ἀθηνᾶ”179, δηλαδή επιλογή σοφή με σκοπό την προς πάντας Αγάπη.
Ο Πεντζίκης λέγοντας αντιγραφή, συγκόλληση, συμπίληση,
αντιγραφική μνήμη, σαφώς και δεν τα εννοεί στη στείρα τους εκδοχή.
Μίμηση και πρωτοτυπία δεν είναι κατ’ ανάγκη έννοιες αντίθετες.
Αντιγράφοντας το Συναξαριστή και χρησιμοποιώντας ο Θεσσαλονικιός
λογοτέχνης και καλλιτέχνης σαν μήτρες τα κείμενα των παλαιών180 βάζει
μέσα “τὰ δικά του”, όπως λέει, δηλαδή, στην ουσία χύνει τη ζωή του
μέσα σε δοκιμασμένα από το χρόνο καλούπια181 αγάπης και μας την
παραδίδει σφραγίζοντάς την προσωπικά, με τον ίδιο τρόπο που ο άγιος
Γρηγόριος ο Παλαμάς συνοψίζοντας και μετέχοντας στην εμπειρία των
μέχρι την εποχή του Πατέρων, παραδίδει στον αιώνα του και στους
ερχόμενους αιώνες ζωντανή τη διδασκαλία τους, μέσα από την
προσωπική του, απαραίτητα, διατύπωση (“τα δικά του” κατά την
πεντζικική διατύπωση).
Έτσι, είναι άλλο πράγμα δουλική μίμηση κι άλλο δημιουργική
μίμηση ως εκ των έσω ανάπλαση, συνώνυμη της πρωτοτυπίας και
παραγωγός πολιτισμού∙ και φυσικά είναι τελείως άλλο η δαιμονική
πρωτοτυπία με σκοπό να ξεχωρίσει κάποιος. Ο άγιος Ιωάννης ο
Δαμασκηνός (676-749) αρνούμενος αυτό το είδος πρωτοτυπίας
σημειώνει: «ἐρῶ τοιγαροῦν ἐμόν οὐδέν»182, ενώ ο ποιητής Γιώργος
Σεφέρης (1900-1971) ομολογεί: «πολλές φορές χαίρομαι όταν κάτι που
πιστεύω υψηλό, έρχεται να μου δείξει πως δεν είμαι πρωτότυπος. Η
πρωτοτυπία είναι μια νεανική διασκέδαση που πρέπει κάποτε να μείνει
πίσω»183. Αλλά και ο Κωνσταντίνος Τσάτσος (1899-1987) υποστηρίζει
179

Βλ. τη συνέντευξη του Πεντζίκη «Προσεύχομαι στὰ πράγματα γιὰ νὰ μὲ δώκουν ζωή», περιοδ. Το
Τέταρτο 2, σελ. 104.
180
Βλ. τη συζήτηση του Πεντζίκη με το Γιώργο Δανιήλ «Βυζαντινοί περίπατοι», περιοδ. Σύναξη 27,
σελ.103: «Αὐτός εἶναι ὁ λόγος. Καὶ πρέπει νὰ μαθαίνει κανείς θρησκευτικά στὸ σχολεῖο γιὰ τοῦτο, γιὰ
νὰ μπορεῖ νὰ καταλάβει τὶ λένε οἱ πατέρες, ἐπαναλαμβάνοντας τὰ ἴδια. Κι’ ὁ στοχασμός τους καὶ ἡ
πρωτοτυπία τους εἶναι μέσα σ’ αὐτό». Αλλά και ο Γρηγόριος ο Παλαμάς, σύμφωνος με την προ αυτού
πατερική διδασκαλία, έχοντας καταλάβει τι λένε οι Πατέρες και επαναλαμβάνοντας τα ίδια,
παραινούσε όλους στην αδιάλειπτα πολλάκις επαναλαμβανόμενη προσευχή από μικρής, σχολικής θα
μπορούσε να ειπωθεί, ηλικίας: «καί ἀπό ἄνδρας καί γυναῖκας καί παῖδας καί σοφούς καί ἰδιώτας, καί
πάντας ὁμοῦ ταῦτα διδάσκειν ὡσαύτως καί πρός αὐτό τοῦτ’ ἐνάγειν πάσῃ σπουδῇ», αναφέρει ο
Φιλόθεος Κόκκινος στο Βίο Γρηγορίου Παλαμᾶ, PG 151,573 CD, βλ. και Στεφάνου
Αναγνωστοπούλου, πρωτοπρεσβυτέρου, Η “ευχή” μέσα στον κόσμο, σελ. 108.
181
οπ., όπου κατά τον Πεντζίκη ο ιστός λόγου των κειμένων στους αρχαίους συγγραφείς είναι άσαρκος,
ενώ στους πατέρες είναι δοκιμασμένος: γίνεται ένσαρκος, στηρικτικός, παραμυθητικός, κρέας
ανθρώπινο, παρουσία ανθρώπινη, πληροφορία της αφής του.
182
Ιωάννου του Δαμασκηνού, Διαλεκτικά, PG 94,533 A.
183
Δοκιμές Β, σελ. 50.

53

ότι: «Όσο λιγότερο πρωτότυπη γίνεται η φιλοσοφική σκέψη τόσο
αυξαίνουν οι πρωτότυποι φιλοσοφικοί όροι. Μόλις συνέλθεις από την
πρώτη έκπληξη και αναλύσεις τους νέους όρους θα ανακαλύψεις πίσω
από αυτούς τσαλακωμένες τις παλιές μορφές. Αλλά βλέπεις οι πολλοί
θέλουν να καταπλήξουν και αρκετοί καταπλήσσονται πρώτοι αυτοί από
τους νεόκοπους όρους που εφεύραν για να πουν τα ίδια και τα ίδια».184 Ο
φιλόσοφος δε νους του Νέου Ελληνισμού και ζωγράφος Γ. Τσαρούχης
(1910-1989) πιστεύει ότι η μίμηση είναι ο πιο καλός τρόπος να δείξεις
ποιος είσαι αληθινά. Οι πολύ μεγάλες “πρωτοτυπίες” οφείλονται σε
μίμηση αγνώστων και ασήμαντων προτύπων.185
Πιστεύοντας ο Πεντζίκης ότι: «Καλούπια εἶναι τὰ μεγέθη τῶν
λέξεων καὶ δὴ τῶν ἱερῶν λέξεων, ὅπως εἶναι τὰ ὀνόματα τῶν ἁγίων. Οἱ
ἅγιοι εἶναι τὰ καλούπια ὅπου μποροῦμε νὰ χύσουμε τὴ ζωή μας»186,
φανερώνεται σε όσους τον μελετούν σαν ένα ζωντανό παραπεμπτικό.
Αυτή η ζωντανή παραπομπή έρχεται ως χαρίεν βίωμα και κατά τη μελέτη
του Θεσσαλονικέως Αγίου. Κοινό τόπο αποτελούν οι πολυάριθμες
παραπομπές και αναφορές του σε πληθώρα πατέρων, εκτός από την
εκτεταμένη θύραθεν γνώση του, η οποία προμνημονεύτηκε.
Συγκεκριμένα, σε ένα αρκετά μεγάλο μέρος του έργου του, ιδίως
κατά την εποχή της φανερής αντιπαράθεσής του με τον από Καλαβρίας
Βαρλαάμ, ουνίτη έλληνα εκκαθολικευθέντα187, υπάρχει πλήθος
αφομοιωμένων ή και μνημονευομένων αναφορών στον Ιωάννη το
Σιναΐτη (περ.525-605), τον Ισαάκ το Σύρο (6ος αι.), κυρίως όμως στο
Διονύσιο, του οποίου το όνομα συνδέεται προς αυτό του Αρεοπαγίτη
μαθητή του Παύλου, στο Μάξιμο τον Ομολογητή (580-662), στο
Μακάριο τον Αιγύπτιο (4οςαι.) το περισσότερο παραφρασμένον από το
Συμεών το Μεταφραστή (10ος αι.), στο Διάδοχο Φωτικής (5οςαι.) κλπ.
Δεν παραλείπει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς να προσλαμβάνει επίσης
στοιχεία από τους μεγάλους Καππαδόκες πατέρες, Μέγα Βασίλειο
(περ.330-379), Γρηγόριο Θεολόγο (περ.329-περ.390), Γρηγόριο Νύσσης
(335-περ.386), για να προσδώσει δογματικό κύρος στα γραφόμενά του,
184

Η ζωή σε απόσταση, σελ. 41, βλ. Χρυσόστομου Σταμούλη, Περί Φωτός, σελ. 37, υποσ. 7.
Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, σελ. 16-17, βλ. Χρυσόστομου Σταμούλη, Η γυναίκα του Λωτ…,
υποσημ. 469, σελ. 254.
186
Μοναχού Πορφυρίου Σιμωνοπετρίτου, «Το ζωγραφικό έργο του Ν. Γ. Πεντζίκη», περιοδ. Ίνδικτος
18, σελ. 276.
187
Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο βίος και η θεολογία του, σελ.
43-44.
185

54

σπανιότερες δε είναι οι αναφορές του στον Ιωάννη το Χρυσόστομο
(περ.345-407), τον Ιωάννη το Δαμασκηνό, το Μέγα Αθανάσιο (περ.298373), Ανδρέα Κρήτης (7οςαι.), Κύριλλο Αλεξανδρείας (περ.378-περ.444)
κα. Ανατρέχοντας στις πηγές τού ησυχασμού, παραπέμπει και στους
εγγύτερους με αυτόν ή και ομοχρόνους του Συμεών το Νέο Θεολόγο
(†1022), Θεόληπτο Φιλαδελφείας τον εκ Νικαίας (1250-1322), ο οποίος
τον μύησε στη νοερά προσευχή και την απέκτησε ζώντας μέσα στους
θορύβους του κόσμου188, Αθανάσιο Κωνσταντινουπόλεως (†1315),
Νικηφόρο τον Αθωνίτη ή Μονάζοντα τον από Ιταλίας (†περ.1295/1300),
Νικήτα το Στηθάτο (11ος αι.), Νείλο τον Ιταλό. Ενίοτε χρησιμοποιεί και
στίχους από τούς ύμνους των ακολουθιών της Μεταμόρφωσης, της
Ανάληψης, του Ευαγγελισμού, της Οκτωήχου και της νεκρώσιμης
ακολουθίας.189
Τόσο, λοιπόν, ο Πεντζίκης, όσο και ο Παλαμάς εμφανίζονται να
είναι γνώστες του πολιτισμού της εποχής του ο καθένας. Σε αντίθεση με
πολλούς ανθρώπους, ακόμη και του εκκλησιαστικού χώρου, που βλέπουν
καχύποπτα τον πολιτισμό, τα πολιτισμικά δρώμενα και τα εξαγόμενά
τους, οι Πατέρες είδαν σ’ αυτές τις διαδικασίες τη σάρκα της εποχής
τους, την οποία με τη χάρη τού Θεού προσέλαβαν. Έτσι ο Γρηγόριος
Νύσσης κατανοεί τον πολιτισμό ως «μια ευγενή μορφή εκδήλωσης της
κοινωνικότητας του ανθρώπου, κοινωνικότητας η οποία συνδυάζεται με
πνευματικά χαρίσματα».190 Ο Δίδυμος ο Τυφλός (περ.313-περ.398)
μάλιστα πιστεύει, ότι
η λέξη πολιτισμός εκφράζει την ιδανική
191
ανθρώπινη συναναστροφή. Στο Γρηγόριο Νύσσης εξάλλου ταυτίζεται
για πρωτη φορά στην ιστορία ο πολιτισμός με τόν όρο φιλοκαλία192,αν

188

Φιλοθέου του Κοκκίνου, Βίος Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, PG 151,561 A.
Βλ. σχετ. με τις πηγές τού Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, Παν. Χρήστου, Συγγρ. A, σελ. 327-334,
απ’ όπου και οι παραπάνω αναφορές.
190
Γρηγορίου Νύσσης, Ἐπιστολὴ 19, PG 46,1077 C, βλ. και Χρυσόστομου Σταμούλη, Έρως και
Θάνατος, σελ. 114, (υποσημ. 45, Όλγας Βαρτζιώτη, «Η λέξη πολιτισμός και η σημασία της», Ελληνικά
55, 2, έτ. 2005, σελ. 263).
191
Oπ. στο Χρυσόστ. Σταμούλη, σελ. 114 (υποσημ. 46, Σχόλια εις τους Ψαλμούς, TLG (2102) 2226.10 (017)77, 8, βλ. και οπ. υποσημ. 45, Όλγας Βαρτζιώτη… σελ. 266-267). Το κείμενο του
Διδύμου: «Ὁ τόπος ἐκεῖνος ὁ παρὰ Ἀριστοτέλει πὼς ποτε δοκεῖ πρὸς πολιτισμὸν καλῶς ἔχειν. Λέγων
δὲ περὶ προηγουμένου καὶ ἑπομένου ἔλεγεν…».
192
Οπ. σελ. 114, υποσημ. 48: «ὕβρις τε καὶ θρασύτης καὶ ἡ ἀναισθησία καὶ ἡ τῶν λεγομένων δυσωδία
πολιτισμός εἶναι καί τις τοιαύτη φιλοκαλία νομίζεται», βλ. Γρηγορίου Νύσσης, Ἐπιστολὴ 19, Πρός τινα
Ἰωάννην ἐπί τινων ὑποθέσεων…., PG 46,1077 C.
189

55

και στα πρώιμα κείμενά του ο ίδιος υποτιμάει τόν πολιτισμό εξ’
επιδράσεως της συριακής θεολογίας.193
Μια σύγχρονη πνευματική μορφή, ο αρχιεπίσκοπος Τιράνων
Αναστάσιος, αναφέρει ότι ο πολιτισμός ως ενέργεια και επίτευγμα του
ανθρώπου δεν βρίσκεται έξω από την ακτίνα των θείων ενεργειών, δεν
είναι εντελώς άσχετος με τήν πνοή του Αγίου Πνεύματος που τα πάντα
περικρατεί… στο βάθος, στη ρίζα των ανθρώπινων πολιτισμικών
επιτευγμάτων βρίσκεται ένα δώρο και μια εντολή τού Θεού.194
Θα μπορούσε να ειπωθεί, ότι το σύνολο των επιτευγμάτων,
διαδικασιών, υλικής και πνευματικής ανάπτυξης, προϊόντων δράσης, του
τρόπου ζωής, ηθών, εθίμων, πνευματικών δραστηριοτήτων ενός ή
περισσοτέρων κοινωνικών συνόλων θεωρουμένων αυτοτελώς ή
συγκριτικά μεταξύ τους, συγχρονικά ή διαχρονικά, αποτελούν από
θεολογική άποψη την ιστορική σάρκα του πολιτισμού, καθόλου
απαρνητέα ή περιφρονητέα, αλλά απεναντίας προσληπτέα. Σώμα
σταυρούμενο και ανιστάμενο εν πορεία μέσα στην ιστορία. Άλλωστε με
οποιαδήποτε άρνηση της ιστορικής σάρκας του πολιτισμού το
χριστιανικό Ευαγγέλιο αλλοτριώνεται σε άσαρκο διεθνιστικό
ιδεολόγημα.195 Θα μπορούσε μάλιστα να χρησιμοποιηθεί και εθνικιστικά.
Ενάντια σε αυτό το πνεύμα ο Πεντζίκης «δεν νοιάζεται διόλου για
εθνικιστικούς διαχωρισμούς· στη συναναστροφή του με ξένους
ομότεχνους εφαρμόζει απολύτως τη σολωμική επιταγή να θεωρούμε
εθνικό ό,τι είναι αληθές…. Το Πρὸς ἐκκλησιασμόν θυμίζει κάποιους
χειρόγραφους κώδικες, όπου πλάι σε ομιλίες Πατέρων της Εκκλησίας
συνυπάρχουν ανθολογήσεις από αποφθέγματα αρχαίων ποιητών και
φιλοσόφων».196
Μπορεί να αναφερθεί κανείς στο δοκίμιο του Πεντζίκη
«Ὑποσυνειδήτου κλῖμαξ καὶ σουρρεαλισμός»197, όπου σε κάποιο σημείο
του κάνει λόγο για κάποιον Αγιορείτη μοναχό, τον οποίο συντηρεί η
αγάπη του Χριστού σαν μία διαφάνεια εντελώς πτωχή σε ύλη. Αμέσως
193

Iεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος, Φύλο και Θρησκεία. Η θέση της γυναίκας στην Εκκλησία, βλ. την
εισήγηση του Γιώργου Σκαλτσά, «Το άφυλο του Θεού και η ανθρώπινη σεξουαλικότητα», σελ. 104.
194
Αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστασίου, Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία, σελ. 115-116.
195
Βλ. υποσημ. 51, σελ. 115 στο Χρυσόστ. Σταμούλη, Έρως και Θάνατος, Χρ. Γιανναρά, «Γιατί
προπαγανδίζουμε τον πλουραλισμό;», εφημ. Καθημερινή, 26-1-2003.
196
Γαβριήλ Ν. Πεντζίκη, «Μελετώντας του χορού τα βήματα», στο Πρὸς ἐκκλησιασμόν, σελ. 382.
197
Πεντζίκη, Ἀντρέας Δημακούδης καὶ ἄλλες μαρτυρίες χαμοῦ…, σελ. 177-193.

56

μετά αναφέρεται στο γάλλο ποιητή Στέφανο Μαλλαρμέ (1842–1898),
στο βάθος του μηδενισμού του οποίου βλέπει «μιὰ ὁλοκάθαρη
ἐξομολόγηση ἀδυναμίας. Ἡ δὲ δύναμη τοῦ καθενός ἀπό τὰ ἑαυτά
μυστήρια εἶναι τέτοια ποὺ νὰ μετατρέπει αὐθωρεί τὴν ἀπαξία σὲ ἀξία,
τὴν ἄρνηση σὲ κατάφαση»198.
Ο Γρηγόριος Παλαμάς εκτιμά τα αποτελέσματα της ανθρώπινης
δραστηριότητας, σωστά βιώνοντας το χωροχρόνο της εποχής του. Η
παραγωγή πολιτισμικών αγαθών είναι κάτι το δοσμένο στον άνθρωπο
από το Θεό, μια συνέχεια, μια προέκταση της δημιουργίας, μια συνεργασία του ανθρώπου με το Θεό, «ένας ακριβός καρπός ανθρωπίνων
προσώπων που ασκούν ή δεν ασκούν την κατ’ εικόνα δημιουργικότητά
τους, ανάμεσα στις οριακές στιγμές του έρωτα και του θανάτου»199, και
όπως λέει ο Γρηγόριος Νύσσης «πρὸς τελείωσιν ἑκάστου τῶν μορίων τοῦ
κόσμου»,200 δηλαδή την εν Χριστώ μεταμόρφωση του κόσμου ολάκερου.
Πολύ όμορφα ο Άγιος υπογραμμίζει ότι «το πνεύμα του ανθρώπου
που ζωοποιεί το σώμα του είναι νοερός έρωτας»,201 για να
198

οπ. σελ. 182.
Χρυσόστ. Σταμούλη, Έρως και θάνατος, σελ. 122.
200
Γρηγορίου Νύσσης, Apologia in Exaemeron, PG 44,72 BC.
201
«Ἐκεῖνο δὲ τὸ Πνεῦμα τοῦ ἀνωτάτω Λόγου, οἷόν τις ἔρως ἐστὶν απόρρητος τοῦ Γεννήτορος πρὸς
αὐτὸν τὸν ἀπορρήτως γεννηθέντα Λόγον· ᾧ καὶ αὐτὸς ὁ τοῦ Πατρὸς ἔχων ἐπέραστος λόγος καὶ Υἱὸς
χρῆται πρὸς τὸν Γεννήτορα….. Τούτου τοῦ ανωτάτω ἔρωτος τὴν εικόνα, καὶ ὁ κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ
κτισθεὶς ἡμῶν ἔχει νοῦς, πρὸς τὴν παρ’ αὐτοῦ καὶ ἐν αὐτῷ διηνεκῶς ὑπάρχουσαν γνῶσιν», βλ.
Γρηγορίου Παλαμά, Κεφάλαια ἑκατὸν πεντήκοντα 36,37, PG, 150,1141 D, 1145 B.
Παρακάτω ο Άγιος γίνεται πολύ κατατοπιστικός: «Ἔχει μὲν οὖν καὶ ἡ τῶν ἀγγέλων νοερὰ καὶ
λογικὴ φύσις νοῦν τε καὶ λόγον ἐκ τοῦ νοῦ, καὶ πρὸς τὸν λόγον ἔρωτα τοῦ νοῦ· ὅς καὶ αυτός ἐστιν ἐκ
τοῦ νοῦ, καὶ σύνεστίν ἀεὶ τῷ τε λόγῳ καὶ τῷ νῷ, καὶ πνεῦμα ἂν καλοῖτο, ὡς τῷ λόγῳ φύσει
συμπαρομαρτῶν. Ἀλλ’οὐκ ἔχει καὶ ζωοποιὸν τὸ πνεῦμα τοῦτο· οὐδὲ γὰρ συνημμένον εἴληφεν ἐκ γῆς
παρὰ Θεοῦ σῶμα, ἵνα καὶ ζωοποιόν τε λάβῃ καὶ συνεκτικὴν πρὸς τοῦτο δύναμιν. Ἡ δὲ νοερὰ καὶ
λογικὴ φύσις τῆς ψυχῆς, ἐπεὶ γηΐνῳ συνεκτίσθη σώματι, καὶ ζωοποιὸν ἔλαβε τὸ πνεῦμα παρὰ Θεοῦ, δι’
οὗ συνέχει καὶ ζωοποιεῖ τὸ συνημμένον σῶμα, παρ’ οὗ καὶ δείκνυται τοῖς συνιοῦσιν, ὅτι νοερὸς ἐστιν
ἔρως τὸ τοῦ ἀνθρώπου πνεῦμα, τὸ τοῦ σώματος ζωοποιόν·», δηλαδή απλοελληνιστί: «έχει βέβαια και η
λογική και νοερή φύση των αγγέλων νου και λόγο από το νου, και προς το λόγο έρωτα του νου, που
και αυτός είναι από το νου και συνυπάρχει πάντοτε με το λόγο και με το νου και θα μπορούσε να
ονομάζεται πνεύμα, αφού φύσει συνοδεύει πάντοτε το λόγο. Αλλά δεν έχει και ζωοποιό το πνεύμα
αυτό, διότι δεν έχει λάβει από το Θεό συνημμένως σώμα από τη γη, ώστε να λάβει γι’ αυτό και
ζωοποιό και συνεκτική δύναμη. Ενώ η νοερή και λογική φύση της ψυχής, επειδή κτίσθηκε μαζί με
γήινο σώμα και έλαβε από το Θεό ζωοποιό πνεύμα, με το οποίο συνέχει και ζωοποιεί το συνημμένο
σώμα, με το οποίο δεικνύεται στους εχέφρονες ότι το πνεύμα του ανθρώπου είναι νοερός έρως, το
ζωοποιό στοιχείο του σώματος, το οποίο προέρχεται από το νου και είναι του λόγου, και είναι μέσα
στο λόγο και στο νου, και έχει μέσα του και το λόγο και το νου. Διότι η ψυχή έχει δι’ αυτού φυσικώς
την ένωση προς το σώμα της τόσο αγαπητή, ώστε να μη θέλει ποτέ να το εγκαταλείψει, και δεν το
εγκαταλείπει καθόλου, χωρίς να επιβληθεί κάποια βία από φοβερή νόσο ή κτύπημα εξωτερικά», βλ.
Γρηγορίου Παλαμά, Κεφάλαια ἑκατόν πεντήκοντα 38, PG 150,1145 D-1148 A. Καταδεικνύεται
συνεπώς εδώ, ότι ο άνθρωπος είναι εξάπαντος ερωτική φύση και μάλιστα “εκ κατασκευής”. Το
συγκεκριμένο μάλιστα απόσπασμα αποτελεί κυριολεκτικά ύμνο του Αγίου προς το ανθρώπινο σώμα,
μια κερδισμένη αλήθεια.
199

57

προειδοποιήσει ταυτόχρονα πως «αυτό γίνεται φανερό σ’ εκείνους που
μπορούν να εννοούν»202, όπως και εξηγεί τη διαφορά του ανθρώπου σε
σχέση με τα υπόλοιπα κτίσματα: «μόνοι γὰρ ἡμεῖς πρὸς τῷ νοερῷ τε καὶ
λογικῷ καὶ αἰσθητικὸν ἔχομεν· ὅ τῷ λογικῷ συνημμένον εἶναι πεφυκός,
τεχνῶν τε καὶ ἐπιστημῶν καὶ γνώσεων ἐξεῦρε πολυειδέστατον πληθύν.
Γεωργεῖν τε καὶ οἰκοδομεῖν καὶ προάγειν ἐκ μὴ ὄντων, εἰ καὶ μὴ ἐκ
μηδαμῶς ὄντων (τοῦτο γὰρ Θεοῦ) μόνῳ παρέσχε τῷ ἀνθρώπῳ»203. Ο
άνθρωπος είναι ανώτερος κι από τούς αγγέλους γιατί μόνο σ’ αυτόν
έδωσε ο Θεός το να γίνεται ο αόρατος λόγος του νου αισθητός με την
ακοή, διαδιδόμενος με τον αέρα, αλλά ακόμη και να καταγράφεται
σωματικά και να βλέπεται μέσω του σώματος. Με αυτό ο Θεός τον
οδηγεί προς την πίστη στην κατά σάρκα έλευση και φανέρωση του
υπέρτατου Λόγου. Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν υπάρχει στους αγγέλους.204 Ο
Παλαμάς εδώ δίνει όντως υπόσταση στην απερίγραπτη ομορφιά της ζωής
του ανθρώπου, φορέα και δημιουργού πολιτισμού, καλώντας τον σε
τρόπο μετα-αγγελικό, μεταθέτοντας το “μέτρο” πέρα από τον άσαρκο
“αγγελισμό” στο Χριστό, σύμφωνα με τον καθηγητή Σταμούλη.205
Από την άλλη μεριά ο Πεντζίκης
κάνοντας μια θεόθεν
εξικνουμένη ταχύτατη ανάγνωση πολιτισμών και αντιστοίχων εποχών
υπογραμμίζει πως καθώς φθείρεται η ύλη, μειώνεται η συνεκτικότητά
της. Έτσι από το μεγαλιθικό πολιτισμό, προϊόντος του χρόνου και
Επιπλέον, αν σε βάθος αναζητηθεί η αφετηρία από την οποία ξεκινάει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς
τη σύνταξη των πραγματειών του, θα βρεθούν η εμπειρία του έρωτα προς το Θεό και η εμπειρία του
έρωτα του Θεού προς τον κτιστό κόσμο. Και ενώ ομολογεί ότι ο Θεός είναι κατ’ ουσίαν «ὑπὲρ νοῦν
ἐστι παντάπασι καὶ πάντα λόγον, ἕνωσίν τε καὶ μέθεξιν παντοίαν ἄσχετος, ἄληπτος, ἀμέθεκτος,
ἀθεώρητος, ἀπερινόητος, ἀνώνυμός τε καὶ ἀνέκφραστος τελέως,… ἐν ἀβάτοις ὑπερανιδρυμένος…»
(Ἀντιρρητικὸς 1,1,5, Συγγρ. Γ, σελ. 41), εν τούτοις, λέει, δανειζόμενος τη φρασεολογία του Διονυσίου
του Αρεοπαγίτου (Περί θείων ὀνομάτων 4,13, PG 3,712 Α), «…δι’ ὑπερβολὴν ἀγαθότητος ἔξω ἑαυτοῦ
γίνεται, ταῖς εἰς τὰ ὄντα πάντα προνοίαις, καὶ οἷον ἀγαθότητι καὶ ἀγαπήσει καὶ ἔρωτι θέλγεται∙ καὶ ἐκ
τοῦ ὑπὲρ πάντα καὶ πάντων ἐξηρημένου, πρὸς τὸ ἐν πᾶσι κατάγεται κατ’ ἐκστατικὴν ὑπερούσιον
δύναμιν, ἀνεκφοίτητον ἑαυτοῦ», ( Ἀντιρρητικὸς 1,1,6, Συγγρ. Γ, σελ. 42), βλ. και Μοναχού Θεοκλήτου
Διονυσιάτου, Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, σελ. 219.
202
«…παρ’ οὗ καὶ δείκνυται τοῖς συνιοῦσιν..», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, 150 φυσικά, θεολογικά, ἠθικὰ
καὶ πρακτικὰ κεφάλαια 38, PG 150,1148 A, βλ. και Φιλοκαλία Δ, σελ. 306. Ένας από αυτούς που
εννοούν είναι και ο οσιότατος γέροντας Πορφύριος ο οποίος βιώνει ότι «είμαστε ένα ακόμη και με
τους ανθρώπους που δεν είναι κοντά στην Εκκλησία, το παν είναι ο έρωτας στο Χριστό», βλ. Βίος και
Λόγοι, σελ. 201, όπως και ο σεβασμιότατος Νικοπόλεως Μελέτιος ο οποίος παραπέμποντας στο
Συμεών το Νέο Θεολόγο, υποστηρίζει ότι η διάκριση των συνανθρώπων μας σε πιστούς και απίστους
είναι αντιθεολογική∙ δεν υπάρχουν άπιστοι αλλά ολιγόπιστοι, Λογισμοί και Απολογισμοί, σελ. 56.
203
Γρηγορίου Παλαμά, 150 φυσικά, θεολογικά, ἠθικὰ καὶ πρακτικὰ κεφάλαια 63, PG 150,1165 CD, βλ.
και Φιλοκαλία Δ, σελ. 317, βλ. και Παν. Χρήστου, Συγγρ. Ε, σελ.71.
204
«…ἔτι τε μὴν, καὶ τὸ τὸν ἀόρατον τοῦ νοῦ λόγον, οὐ μόνον ὑπ’ ακοῆς αἴσθησιν γίνεσθαι ἀέρα
ἐνημμένον, αλλὰ καὶ καταγράφεσθαι, καὶ μετὰ σώματος καὶ διὰ σώματος ὁρᾶσθαι, παρέσχε τοῖς
ἀνθρώποις μόνοις ὁ Θεός· πρὸς πίστιν ἐνάγων διαρκῆ τῆς τοῦ ἀνωτάτω Λόγου διὰ σαρκὸς επιδημίας
τε καὶ ἐμφανείας· ὧν οὐδὲν οὐδαμῶς μέτεστιν ἀγγέλοις», βλ. οπ., βλ. και Φιλοκαλία Δ , σελ. 317-318.
205
Έρως και Θάνατος, σελ. 333.

58

διαρκώς μειουμένης της συνεκτικότητας της ύλης, περνάει η
ανθρωπότητα δια της ξερολιθιάς στην εποχή των τούβλων τού Μεγάλου
Θεοδοσίου κι από εκεί στην εποχή του μπετόν στο σήμερα, δηλαδή στην
εκμηδενισμένη συνεκτικότητα της ύλης, στον κονιορτό, κατά το
πατερικό “ἡ θάλασσα θὰ φάει τὸ βράχο”.206
Αντί, λοιπόν, ν’ απογοητευτεί για την τσιμεντοποίηση της εποχής
μας, συνδέει το μπετόν και τόν κονιορτό του με τον Κύριο, μάλιστα δε
ως πατερικός άνθρωπος par excellence του αναγνωρίζει και κρυφές
χάρες. Ο Χριστός αποτελεί γι’ αυτόν την τομή στην ιστορία του
πολιτισμού και μαζί τη μόνη δυνατή νοηματοδότησή του. Λέει
συγκεκριμένα: «Τί πρόσθεσε ὁ Κύριος σὲ ὅλες τὶς προηγούμενες
ἀντιλήψεις; Ἔφερε τὴ γνώση τοῦ κονιορτοῦ τῶν ἀνθρώπων κι ἀκόμα πιὸ
πολύ τὴ γνώση τοῦ ἀέρα τους, γιατί στὸν ἀέρα τὰ μόρια
ἀλληλοαπωθοῦνται. Γιατί στὸν ἀέρα δὲν ὑπάρχει θάνατος. Γι’ αὐτό
κινώντας τὸν Ἀέρα ὁ παπάς πάνω ἀπό τὸ δισκοπότηρο μετασχηματίζει τὸ
νερό (sic) καὶ τὸ ψωμί σὲ σῶμα καὶ αἷμα. Γίνεται μιὰ μετάταξις τῶν
λογικῶν σχημάτων, τῶν σχημάτων τοῦ λόγου».207
Αντίθετα στη Σοβιετική Ένωση εκείνης της εποχής (1985)
καταλογίζει ο Θεσσαλονικιός λογοτέχνης και καλλιτέχνης τις πολλές
φροντίδες για τη συντήρηση της μούμιας του Λένιν και τις υπερβολικές
δαπάνες γι’ αυτό το λόγο, τη στιγμή που εκεί τόσα λείψανα αγίων
ευωδιάζουν. Και το δικαιολογεί πνευματικά με έξοχο τρόπο, λέγοντας ότι
συντηρούν τούς νεκρούς επειδή δεν έχουν ζωντανούς, με αποτέλεσμα η
ιστορία τους να μεταβάλλεται μετά το θάνατο κάθε προέδρου τους208.
Αντί η ιστορία τους να είναι ζωή μετά και μαζί με την ανάσταση του
Χριστού, είναι η ιστορία του θανάτου τους, έχοντας απότοκο έναν
ανάλογο πολιτισμό, λογικό εξαγόμενο του θανάτου, επιπλέον, της
ιστορίας τους.
Απέναντι στους ανθρώπους του σοβιετικού ιμπεριαλισμού που
καταλήγουν σε άθεα ανθρωποειδή, ο Πεντζίκης και η Εκκλησία
γενικότερα προτάσσουν τον προφήτη, ποιητή και άνθρωπο της
δημιουργίας. Αν η αθεΐα μοιάζει με δυνατή σεισμική δόνηση που
206

Πεντζίκη, «Προσεύχομαι στὰ πράγματα γιὰ νὰ μέ δώκουν ζωή», συνέντευξη στο περιοδ. Το
Τέταρτο 2, σελ. 101.
207
Οπ. σελ. 99.
208
Οπ. σελ. 99, 102.

59

δοκιμάζει την αντοχή των υλικών και οδηγεί αναπόφευκτα στην
αναζήτηση του επόμενου βήματος209 (μετά το θάνατο τι;), η προφητεία, η
ποίηση, ο άνθρωπος της δημιουργίας, ο άγιος, είναι η πνευματική εκείνη
δύναμη που ορίζει μπροστά στους έκπληκτους, τη ζωή μετά το θάνατο,
τέμνοντας την ιστορία και δοκιμάζοντας τις προαιρέσεις. Γράφει ο
Πεντζίκης με αφορμή τη Γυναίκα της Ζάκυθος του Διονύσιου Σολωμού
(1798-1857): «πηγαίνει (ενν. ο ποιητής, ο προφήτης) νὰ ὁρίσει τὴ μορφή
τῆς ζωῆς ὕστερα ἀπό τὸ μεγάλο συμβάν, ποὺ φαίνεται στοὺς
σαστισμένους, ὅτι κατέστρεψε τὴ συνέχεια τοῦ ἀνθρώπινου βίου… Ὁ
ποιητής, σκέφτηκα, εἶναι ἡ συνείδηση ποὺ προσπαθεῖ ν’ ἀποδείξει τὴ
μόνη ὀρθή στάση γιὰ τὸ ἄτομο ποὺ ζεῖ δίπλα κι’ εὐθύς κατόπι ἀπό ἕνα
μεγάλο γεγονός…. Ὁ ποιητής ρωτιέται μέσα του, πῶς αὔριο μπορῶ νὰ
ξημερώσω στὴ ζωή, ὕστερα ἀπό τὸ θάνατο, χωρίς νὰ καταντήσω
ἐφήμερος, ἴσκιος κούφιος, ξεχνώντας τὰ περασμένα;».210
Στην ουσία ο προφήτης, ποιητής ή άγιος, είναι εκείνος που σωστά,
δηλαδή εν χαρμολύπη, προσλαμβάνει το παρόν με όλο τον παρελθόντα
χρόνο μέσα του και σωστά πάλι, δηλαδή αναστάσιμα, σηματοδοτεί το
μέλλον. Έτσι, λέει ο Πεντζίκης, ο λόγος του αφορά σε «προϊόντα
μεταβολισμοῦ τοῦ παρόντος σὲ ὑποψίες ὀσφραντικές τοῦ ἐπέκεινα»211,
πράγμα που βέβαια προϋποθέτει και τον ανάλογο πνευματικό αγώνα,
γιατί ο “παροντικός μεταβολισμός” αυτός πραγματοποιείται με τη χάρη
του Θεού, συνεργαζομένου του ανθρώπου. Αναμφισβήτητα μέσα στα
προϊόντα που μεταβολίζονται είναι και τα πολιτισμικά δεδομένα κάθε
εποχής.
Δεν είναι διαφορετικά τα λεγόμενα του Αγίου περί Προφητών και
προφητικού χαρίσματος. Απαντώντας ταυτόχρονα στην πλάνη του
Βαρλαάμ212 ότι τα προφητικά θεάματα και οι θεωρίες είναι κατώτερα της
209

Χρυσόστ. Σταμούλη, Έρως και θάνατος, σελ. 285. Όταν βέβαια η αθεΐα παίρνει τη μορφή πολιτικής
και κρατικής εξουσίας χρησιμοποιώντας το διωγμό και την κτηνώδη βία που τραυματίζουν το σώμα
των λαών και της ιστορίας, χάνει τη δυνατότητα να αποτελέσει ευκαιρία τόσο της Εκκλησίας, όσο και
του συνολικού πολιτισμού. Βλ. στο ίδιο βιβλίο σελ. 279, υποσημ. 6.
210
Πεντζίκη, Ὁ πεθαμένος καὶ ἡ ἀνάσταση, σελ. 56.
211
Πεντζίκη, Ὁμιλήματα, σελ. 221.
212
Αρνητική κριτική κάνει έμμεσα και ο Πεντζίκης στον νομιναλιστικό αγνωστικισμό του Βαρλαάμ,
αλλά και στο καρτεσιανό cogito ergo sum, σημειώνοντας ότι είναι «γελοῖοι οἱ ἄνθρωποι ὅταν
σκέπτονται καὶ ὅταν θέλουν νὰ βροῦν σκεπτόμενοι τὴν ἀλήθεια», (απόσπασμα από ανέκδοτη ομιλία
του Πεντζίκη στη Βέροια που αναφέρεται στη μελέτη «Κατ’ αλήθειαν» του Χρυσόστ. Σταμούλη,
Φύση και Αγάπη, σελ. 85). Αλλά και απέναντι στον “κριτικό νου” που σίγουρα εγκωμιάζει ο
Καλαβρός, ο Πεντζίκης φαίνεται απορριπτικός επειδή βασική παράμετρος στο έργο του είναι ότι το
βίωμα έχει τον πρώτο λόγο απέναντι στη σκέψη, επομένως το πλησίασμα του πραγματικού έχει
εμπειρική βάση: «… τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου…, περιέχει ταυτόχρονα μὲ τὸ συμβάν, τὴν ἐρῶσα μνήμη καὶ

60

ανθρώπινης νοήσεως, ο Ιεράρχης τού διευκρινίζει ότι τα θεωρεί ανώτερα
της ανθρώπινης νοήσεως, οι θεωρίες μάλιστα των Προφητών είναι
ισότιμες με τις αγγελικές θεωρίες. Λόγω καθαρότητας οι Προφήτες
συνδέονται προς τους αγγέλους και με την ανάτασή τους προς τα θεία
γίνονται τυπώματα των αγγέλων. Δεν είναι άξιο απορίας γεγονός το ότι η
καθαρότητα των Προφητών πετυχαίνει τους ισάγγελους τύπους και
συλλειτουργεί μετά των αγγέλων.213 Εξαιτίας της θεωρίας ως χορηγού
της γνώσης ο Προφήτης διδάσκεται εκείνα που δε γνώριζε
προηγουμένως και ο άγγελος, κατανοώντας τη θεωρία καλύτερα ως
άγγελος, την εξηγεί στον Προφήτη, ανεβάζοντάς τον από την αμάθεια
στη γνώση διαμέσου της όρασης η οποία υπέρκειται της γνώσης που
αυτή η ίδια χορηγεί.214
Όλα αυτά οι Προφήτες τα θεάθηκαν όχι με την αίσθηση ούτε με το
λογισμό, αλλά με τη θεόμορφη δύναμη του νου η οποία και τα μακρινά
ακόμη τα παρουσιάζει υπερφυώς σαν μπροστά στα μάτια και τα
μελλούμενα ως παρόντα.215 Έτσι, σύμφωνα με τα προλεχθέντα, ο
προφήτης, ιστορική ύπαρξη που “υποπτεύεται οσφραντικά το επέκεινα”
κατά την πεντζικική ορολογία, “πετυχαίνει τους ισάγγελους τύπους και
τις διαπλάσεις” κατά τον Άγιο, “ξημερώνει στη ζωή ύστερα από το
θάνατο” , πάλι κατά τον Πεντζίκη, δια της νίκης του Χριστού πάνω στο
θάνατο, χωρίς να καταδικάσει στη λήθη το παρελθόν και παρηγορεί τους
τὴν λήθη ὅσων χάνονται. Εἶναι (η λήθη) τὸ προϊόν τῆς θελήσεως καὶ ταυτόχρονα ὡς ἐνσάρκωση θεϊκή,
προϊόν τοῦ μεταβολισμοῦ της (της μνήμης), ἄρωμα ἐξαίσιο, ἀντιληπτό σὲ ὅσους ξεχνοῦν καὶ
ἐγκαταλείπουν τὰ παρόντα, ἀφοσιωμένοι στὴ μνήμη τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ», βλ. Πεντζίκη,
Ὁμιλήματα, σελ. 222. Οι σχολαστικοί για παράδειγμα, την εμπειρία του ακτίστου θαβωρείου Φωτός,
θεωρούν συμβολικό φάσμα και κτίσμα κατώτερο από τη νόηση και τις κοινές έννοιες της νοούσας
ψυχής, προβάλλοντας μια άκαμπτη νοησιαρχία (βλ. Νίκου Ματσούκα, Δογματική και συμβολική
θεολογία Α΄, σελ. 164).
213
«…Ἐγὼ γὰρ ἀπὸ τῶν ὀνομάτων τούτων οὐκ ἀνθρωπίνης χείρω διανοίας τὰ προφητικὰ θεάματα
ἐνάγομαι νομίζειν, ἀλλὰ νοῦ τοῦ καθ’ ἡμᾶς κρείττω, καὶ ἰσαγγέλους εἰδέναι διδάσκομαι τὰς αὐτῶν
θεωρίας. Πρὸς γὰρ ἀγγελικὴν ἕνωσιν ἐπιτηδείους ἑαυτοὺς ἐκεῖνοι διὰ καθαρότητα ποιήσαντες καὶ τῇ
πρὸς τὸ θεῖον ἀνατάσει συνημμένοι τούτοις, διαπλάττονται καὶ αὐτοὶ τυποῦνται ὑπ’ αὐτῶν… Καὶ τί
θαυμαστόν, εἰ τῶν ἰσαγγέλων τύπων διαπλάσεων ἡ προφητικὴ τυγχάνει καθαρότης, συλλειτουργός…
ὑπάρχουσα αὐτῶν, ὅτε καὶ αὐτοὺς τοὺς τοῦ Θεοῦ τύπους αὕτη δέχεσθαι μαρτυρεῖται δύνασθαι;», βλ.
Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων 2,3,61, Συγγρ. Α, σελ. 594.
214
«…ἀλλ’ ὡς ἐξ’ αἰτίας ἐκείνης καὶ χορηγοῦ τῆς γνώσεως τὰ πρὶν μὴ γινωσκόμενα ὁ προφήτης
ἐδιδάσκετο, καὶ ὁ ἄγγελος, καθαρώτερον συνιεὶς τὰ τῆς θεωρίας ὅτε ἄγγελος ἐξηγεῖτο τῷ προφήτῃ καὶ
ἀνῆγεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς ἀμαθίας ἐπὶ τὴν σύνεσιν. Ἡ μὲν οὖν ἀμαθία ἐξ’ ἧς ἀπεκινεῖτο, χεῖρον τῆς
γνώσεως εἰς ἣν ἀνήγετο, ἡ δὲ διδοῦσα τὴν γνῶσιν ὅρασις, καὶ ἡ θεομιμήτως συνεπτυγμένην ἔχουσα
αὐτὴν ἐν ἑαυτῇ, πῶς οὐ κρεῖττον τῆς παρ’ αὐτῆς χορηγουμένης γνώσεως;…», βλ. Γρηγορίου Παλαμά,
Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων 2,3,63,Συγγρ. Α, σελ. 596.
215
«…ὡς καὶ τὰ πολλὰ ταῦτα…, οὐ κατ’ αἴσθησιν, οὐ κατὰ λογισμόν, ἀλλὰ κατ’ οἰκείαν τοῦ θεοειδοῦς
νοῦ δύναμιν καὶ χάριν ἐθεάσαντο, ἣ καὶ τὰ μακρὰν ὡς ὑπ’ ὀφθαλμοὺς ποιεῖ καὶ τὰ μέλλοντα ὡς
παρόντα ὑπερφυῶς παρίστησι…», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων 2,3,72,
Συγγρ. Α, σελ. 605.

61

πονεμένους και δεκτικούς κάθε καιρού, “αναγόμενος από την αμάθεια
στη σύνεση” κατά τον Παλαμά. Γνωρίζει μάλιστα σε αντίθεση με τους
πολλούς, και τη θέληση του Θεού που υπάρχει μέσα Του προαιώνια
προτού πραγματοποιηθεί.
Ο άνθρωπος της δημιουργίας, ο εκκλησιαστικός και δημιουργός
πολιτισμού «δεν είναι μονοσήμαντη πραγματικότητα, αλλά ο ήρωας μιας
αμφισημίας… που σώζει το μυστήριο της κατάφασης του ακτίστου στο
συνολικό σώμα της δημιουργίας εδώ και τώρα, που ως ιστορική
πραγματικότητα… αποτελεί τη μόνη δυνατότητα να σωθεί η προσδοκία.
Εκείνη δηλαδή η υπαρξιακή σύσταση που δεν προοδοποιεί απλά και
μόνο το επερχόμενο, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό υπάρξεις
ντυμένες με τα ρούχα της απόδρασης, αλλά νοηματοδοτεί το υπάρχον
που αποτελεί τον αργαλειό στον οποίο υφαίνεται η αλήθεια μιας
εξάπαντος ιστορικής και αρνούμενης κάθε ιστορικό συμβιβασμό
δυναμικής παρουσίας… μπορεί η αθεΐα να μιλάει για έρωτα και πάθος,
απουσιάζει όμως από την προοπτική της, οποιαδήποτε ελπίδα
αναστάσεως, (όντας).. απόλυτα ενδοκοσμική…».216
Αν, λοιπόν, κατά τον Πεντζίκη, δεχτεί ο άνθρωπος ότι το πρόσωπό
του είναι η Εκκλησία του που ενώνει όλους τούς απανταχού της γης
θνητούς217, προσδοκάει ανάσταση νεκρών και δωροφορείται από τα
χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, την υπομονή στα θλιβερά και τις
συμφορές, χωρίς να κατηγορεί γι’ αυτά τον πλησίον. Νιώθει, βιώνει, ότι
η ζωή παρουσιάζει πολλές φορές δύσκολες φάσεις πνευματικών
πολέμων, αλλά και ότι το τέλος όλων αυτών είναι ο Χριστός ο Οποίος ως
Αγάπη έχει ήδη και όχι ακόμη κλείσει την Ιστορία. Επομένως
«δικαιώνεται ἡ συνεχής ἐπανάσταση τῶν μορίων τῆς ὕλης, λόγῳ τῆς
ἰδανικῆς ἰσοπολιτείας ποὺ ἐπικαλεῖται. Γι’ αυτό εἶναι εὐλογημένο καὶ τὸ
μπετόν, ὅταν ἐσωτερικά τὸ διακοσμεῖ κανείς, χωρίς νὰ τὸ κατηγορεῖ.
Ἄλλωστε δίνει κανείς ἀντιπαροχή μιὰ παλιοκαλύβα, χτίζεται ἀπό μπετόν
μιὰ πολυκατοικία, κατοικεῖ σὲ ζεστό σπίτι, ἀποκαθιστάει τὴν κόρη του
καὶ τρώει ψωμί. Πῶς νὰ κατηγορήσει τὸ μπετόν;»218
Βλέπει, λοιπόν, εδώ ο αναγνώστης των πεντζικικών κειμένων, με
πόση εν Χριστώ αγάπη περιπτύσσεται ο συγγραφέας κάθε όψη, κάθε
216

Χρυσόστ. Σταμούλη, Έρως και θάνατος, σελ. 289.
Οπ. σελ. 102.
218
Οπ. σελ. 102.
217

62

φάση και κάθε μόρφωμα του πολιτισμού, αισθανόμενος ακριβώς αυτό
που ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς επισημαίνει και προαναφέρθηκε, ότι
δηλαδή το πνεύμα μέσα στο σώμα δεν είναι παρά ο εκ Θεού νοερός
έρωτας που αρπάζει τον άνθρωπο εφόσον αυτός το θελήσει και τον
συναρμόζει σωστά, δηλαδή αγαπητικά, άρα εξάπαντος ερωτικά, προς
όλα τα κτιστά.
Μπορεί επιπλέον εδώ να αναφερθεί και το κοίταγμα της ιστορικής
πραγματικότητας, όπως προτείνεται από το μακαρίτη Παναγιώτη Νέλλα
(1936-1986), το οποίο απηχεί την ίδια πνευματική αλλοίωση: «στο
βλέμμα ενός χριστιανού καμιά ιστορική πραγματικότητα δε μπορεί να
φανεί αποτυχημένη, γιατί είναι δημιούργημα από ανθρώπινες πράξεις
που, όσο κι αν είναι αντίθετες στο αγαθό, έχουν στο βάθος τους ένα
υπόλειμμα αγαθού, αφού η δυνατότητα αυτών των πράξεων, είναι δώρο
που έκανε στον άνθρωπο ο Θεός. Γι’ αυτό και μέσα σε κάθε ιστορική
πραγματικότητα, ακόμη και την πιο διεφθαρμένη, ίσως μάλιστα ιδιαίτερα
σ’ αυτή, υπάρχει ένα άνοιγμα, μια δυνατότητα, μια ελπίδα. Τα ανοίγματα
ακριβώς αυτά, τις φανερές ή κρυμμένες στα βάθη των κτιστών
πραγματικοτήτων δυνατότητες, ο Θεός και οι απεσταλμένοι του…
ψάχνουν να τις βρουν, να τις φέρουν στην επιφάνεια, να τις
ενεργοποιήσουν, για το καλό του κόσμου και για την οικοδομή της
Εκκλησίας».219
Αλλά και ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς πάνω στην ίδια ακριβώς
γραμμή αναφέρει με εκπληκτικό τρόπο, απευθυνόμενος στο Βαρλαάμ:
«Ὁ μὲν καὶ τῆς χειρίστης ἐφιέμενος ζωῆς, ἐμπαθοῦς τε ὁρμῆς,
ἀπερισκέπτου τε καὶ προσύλου προσπαθείας ἀνάπλεως…., μετέχει τ’
ἀγαθοῦ κατ’ ἀμυδρὸν ἀπήχημα,….. καὶ πᾶς μὲν ἄνθρωπος, κατ’ εἰκόνα
ἐστὶ τοῦ Θεοῦ, ἴσως καὶ ὁμοίωσιν»!220 Στη φιλάνθρωπη εσωτερική ματιά
του Αγίου, ως κατά χάριν Χριστού, υπάρχει χώρος και για όλους τους
πεπτωκότες. Αλλά και ο Πεντζίκης σεβόταν αποδεδειγμένα και βαθύτατα
φτωχούς, ανηθίκους και καταφρονεμένους221.
Αισθανόμενος πάλι το σκοτασμό του νου του μακριά από το Θεό
και την προδοσία εναντίον του, μέσα στο ίδιο ακριβώς πνεύμα, ο ιερός
219

Παναγιώτη Νέλλα, «Οι χριστιανοί μέσα στον κόσμο, η δημιουργία, η ιστορία, η Εκκλησία, οι
πιστοί», περιοδ. Σύναξη 13, σελ. 15.
220
Γρηγορίου Παλαμά, Β΄ πρὸς Βαρλαάμ 47-48, Συγγρ. Α, σελ. 286-287.
221
Πορφυρίου Σιμωνοπετρίτου, Μνήμης ἔνεκεν, σελ. 48-49.

63

υμνωδός αναφωνεί το γνωστό σε όλους: «εἰκών εἰμι τῆς ἀρρήτου δόξης
σου εἰ καὶ στίγματα φέρω πταισμάτων».222 Έτσι, για να θυμηθεί κανείς
και τον καθηγητή Ματσούκα (1934-2006), «η κτίση και η ιστορία
συνολικά είναι αγαθή πραγματικότητα, ως αισθητά και νοητά κτίσματα
σε σχέση πάντοτε με το ζωοδότη Θεό… αισθητά και νοητά μαζί
ζωοποιούνται και οδεύουν σε μια αυξητική προκοπή».223
Τον τρόπο με τον οποίο ο Παλαμάς και ο Πεντζίκης στέκονται
απέναντι, ή μάλλον, μέσα στα πολιτισμικά δρώμενα στους έσχατους
καιρούς, περιγράφει εύγλωττα ο ρώσος ορθόδοξος φιλόσοφος Ιβάν
Κιριεγιέφσκι224 αναφερόμενος στον τρόπο λειτουργίας του «ορθόδοξου
νου» κάθε εποχής και ο οποίος νους στέκεται στο σημείο που
συναντώνται όλοι οι δρόμοι. Μετά από προσεκτική ανάγνωση των
απόψεων του Κιριεγιέφσκι, συμπεραίνει ο αναγνώστης ότι ένας
ορθόδοξος, δηλαδή φωτισμένος νους “ελέγχει” επισταμένως κάθε δρόμο
και από τη μοναδική του πλεονεκτική θέση παρατηρεί τους κινδύνους,
τις χρήσεις και τον τελικό προορισμό του. Τον εξετάζει από την πατερική
σκοπιά, καθώς οι προσωπικές του πεποιθήσεις έρχονται σε πραγματική,
όχι υποθετική επαφή με την περιβάλλουσα κουλτούρα. Με τον πατερικό
νου διακρίνει κανείς προς τα πού κατευθύνεται κάθε δρόμος της
περιρρέουσας κουλτούρας και τη γενική πνευματική της κατεύθυνση.
Γίνεται λόγος εδώ, λοιπόν, για το πνεύμα της διάκρισης, της
μεγαλύτερης από όλες τις αρετές κατά τους πατέρες και θυμίζει αυτό τα
σχόλια του αγίου Γρηγορίου Παλαμά225 στην παρότρυνση του Χριστού
προς τούς ακροατές του να είναι φρόνιμοι σαν τα φίδια και ακέραιοι σαν
τα περιστέρια226, όταν αποστέλλονται αναμέσον
λύκων, ώστε
παίρνοντας την τεταμένη προσοχή από το φίδι όχι όμως και την
επιθετικότητά του, να την αναμιγνύουν με την ακακία του περιστεριού,
αλλά όχι με το αφελές και απροφύλακτο που το χαρακτηρίζουν.
Προφυλάσσουν, έτσι με τρόπο “φιδίσιο” την αρετή και φέρονται με
222

Από τα ευλογητάρια της Νεκρωσίμου ακολουθίας.
Νίκου Ματσούκα, Ιστορία της Βυζαντινής φιλοσοφίας με παράρτημα το σχολαστικισμό του Δυτικού
μεσαίωνα, σελ. 92.
224
Βλ. περιοδ. Σύναξη 5, Ν. Ο. Λόσσκι, «Ο Ιβάν Κιριεγιέφσκι και η Ευρώπη», σελ. 17-22.
225
Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 43, Εἰς τὸν ἐν ἁγίοις μεγαλομάρτυρα καὶ θαυματουργὸν καὶ μυροβλήτην
Δημήτριον, PG 151,549 AB: «Βούλεσθε κακεῖνο μαθεῖν, τί βούλεται τὸ σήμερον ἀνεγνωσμένον ἐν τῷ
τοῦ Κυρίου Εὐαγγελίῳ πρὸς τοὺς ὑπ’ αὐτοῦ πεμπομένους ἐν μέσῳ τῶν λύκων παράγγελμα, “γίνεσθε
φρόνιμοι ὡς οἱ ὄφεις καὶ ἀκέραιοι ὡς αἱ περιστεραί”; Φυλακτικός ἐστιν ὁ ὄφις ἑαυτοῦ, ἀλλὰ καὶ
λυμαντικὸς ἑτέρων, ἁμυντικήν καὶ κακοποιὸν ἔχων ὁρμήν καὶ δύναμιν, ἡ δὲ περιστερὰ ἄκακός ἐστι καὶ
ἀφύλακτος».
226
Ματθ. 10,16.
223

64

ακακία “περιστεριού” προς τον πλησίον, φίλο ή εχθρό. Ακολουθεί η
σύσταση να προσεύχονται για όλους, ώστε εν τέλει να θεραπευτούν
αυτοί που έχουν πληγωθεί από τα δήγματα των νοητών όφεων.227
Σε άλλη ερμηνεία του ιδίου χωρίου ο Άγιος παρομοιάζει με τους
όφεις τη χρησιμότητα της έξω σοφίας -άλλως τη σοφή πρόσληψη των
πολιτισμικών δρώμενων κάθε εποχής- την οποία σοφία καθόλου δεν
απορρίπτει, «δεν διαιρεί»(!) λέει το κείμενο, αναμιγνύοντάς την όμως με
την απλότητα του Ευαγγελίου, παρομοίωση με την ακακία και απλότητα
της περιστεράς.228
Εμφορούμενος από ένα τέτοιο πνεύμα διάκρισης ο Πεντζίκης,
κινείται άνετα σε πολλά γνωστικά πεδία και ξεδιαλέγει μέσα από την
οξύτητα του νου του και την ταυτόχρονη παιδική απλότητα της καρδίας
του, με όλες τις ιδιοτροπίες του, τα μόνιμα από τα παροδικά, τα φερτά
υλικά, τις προσχώσεις και επικαλύψεις από το αυθεντικό υπόστρωμα,
παράγοντας θεολογικό λόγο σύγχρονο που ανορθώνει το νου και
κατορθώνει το βίωμα. Έτσι μόνο μπορεί να εννοηθεί ως σοφή και
απλανής η πρόσληψη του παρόντος, το οποίο συνάμα διαπορθμεύει το
παρελθόν και επεκτείνεται στο μέλλον.

227

«Παραγγέλει οὖν τοῖς οἰκείοις ὁ Κύριος, μήτε κακοποιοὺς εἶναι κατὰ τοὺς ὄφεις, μήτε ἀφυλάκτους
κατὰ τὰς περιστεράς, ἀλλὰ τὸ φυλακτικὸν τῷ νουνεχῶς ἀκάκῳ συνετῶς συνάψαντας, ἐνστατικοὺς μὲν
εἶναι πρὸς φυλακὴν τῆς οἰκείας καὶ εὐσεβείας καὶ ἀρετῆς, ἀκάκως δὲ πρὸς τοὺς ἐπηρεάζοντας ἔχειν ἐπὶ
τοσοῦτον ὡς καὶ ὑπερεύχεσθαι τούτων», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 43, Εἰς τὸν ἐν ἁγίοις
μεγαλομάρτυρα καὶ θαυματουργὸν καὶ μυροβλήτην Δημήτριον, PG 151,549 B.
228
«Τὶ οὖν ὅταν λέγῃ· “γίνεσθε φρόνιμοι ὡς οἱ ὄφεις καὶ ἀκέραιοι ὡς αἱ περιστεραί”; Οὐ διαιρεῖ καὶ
ἀπολαμβάνει τῆς ἔξω σοφίας τὸ χρήσιμον καὶ τῇ ἁπλότητι τοῦ εὐαγγελίου συμμίγνυσιν…», βλ.
Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, 2,1,34, Συγγρ. Α, σελ. 495.

65

ε. Γενικά περί μιας σημαντικής παραμέτρου: ο κίνδυνος
τυπολατρείας

της

Με τη βοήθεια της διακρίσεως και αναφορικά με τις προηγούμενες
παραπομπές, βλέπει κανείς πώς η θεολογία γίνεται και είναι η θεογνωσία
στην πράξη. Η ίδια η θεολογία έχει γίνει εδώ τέχνη τεχνών, επιστήμη
επιστημών και πολιτισμός της σάρκωσης. Προσλαμβάνει, “εκκλησιάζει”
τον πολιτισμό που γίνεται κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν της. Η όλη ζωή,
το όλο κοσμικό γίγνεσθαι συνδέεται ή θα πρέπει να συνδέεται με την
Εκκλησία, να ναοποιείται. «Ἡ δουλειά, ἡ τέχνη, ἡ ζωγραφική, ἡ
λογοτεχνία», όπως λέει και ο Πεντζίκης «πρέπει νὰ ἔχει σχέση μὲ τὴν
Ἐκκλησία. Ἀλλιῶς θὰ λειτουργοῦμε, θὰ σκεφτόμαστε καὶ θὰ πράττουμε
ἐν ὀνόματι τῶν ἰδεῶν, τῆς νόησής μας»229. Οι ιδέες άλλωστε για τον
Πεντζίκη επειδή στα αγγλικά προφέρονται “ideas-αηντίας-αηδίες”, δεν
ευδοκιμούν στα ελληνικά230. Διακηρύττει μάλιστα ο ίδιος σε διάλεξή του
σε πανεπιστημιακή αίθουσα πως αν ο Θεός καταντήσει ιδέα, «δός του
μιὰ κλωτσιά καὶ βγάλε τον ἀπό τὴ μέση».231
Τότε ακριβώς είναι που ο άνθρωπος αλλοτριώνεται από το Θεό, ή
καλύτερα ο Θεός εγκαταλείπεται από τον άνθρωπο, καθώς καμία άλλη
οντότητα δεν υπάρχει μεταξύ ουσίας του Θεού και των γενητών232,
πράγμα που θυμίζει τη φιλοσοφική αρχή του actus purus και το
229

Βλ. τη συνέντευξη του Πεντζίκη στο περιοδ. Σύναξη 38, σελ. 66.
Βλ. τη συνέντευξη του Πεντζίκη, «Προσεύχομαι στὰ πράγματα γιὰ νὰ μὲ δώκουν ζωή», περιοδ. Το
Τέταρτο 2, σελ. 102. Το ίδιο αφοριστικός απέναντι στις ιδέες στέκει και ο ρώσος σκηνοθέτης του
κινηματογράφου Αντρέι Ταρκόφσκι, επικαλούμενος το υγιές αισθητήριο και του Ντοστογιέφσκι: «Ο
Στανισλάφσκι έκανε πολύ κακό στο θέατρο. Το ίδιο και ο Στάσοφ στη ζωγραφική. Αυτές οι δήθεν
ιδεατές έννοιες, που όπως λέει ο Ντοστογιέφσκι είναι μεταδόσιμες, έχουν νοθεύσει το σκοπό και το
νόημα της τέχνης», βλ. Μαρτυρολόγιο, σελ. 72. Σαν να διατυπώνεται στο κείμενο με ενάργεια το
αίτημα του Πεντζίκη για εκκλησιασμό της Τέχνης: «Αν η αθάνατη τέχνη μπορεί να κατανοηθεί από
τους ανθρώπους του φωτεινού μέλλοντος, τότε πρόκειται για κάτι ολοφάνερο, για κάτι που δε μπορεί
να ερμηνευθεί με ταξικά κριτήρια ή να αντιμετωπιστεί μονάχα ως ιστορικό υλικό», γράφει αλλού ο
μεγάλος ρώσος δημιουργός (βλ. Μαρτυρολόγιο, σελ. 112)
231
Ανέστη Κεσελόπουλου, Από τον Παπαδιαμάντη στον Πεντζίκη, σελ. 237.
232
Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων 3,2,23, βλ. Συγγρ. Α, σελ. 674: «Συνείρει δὲ
τούτῳ καὶ ἕτερον τῶν ὡσαύτως ὁμολογουμένων “μηδεμίαν ἄλλην εἶναι ὀντότητα μεταξύ τῆς οὐσίας
τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν γεννητῶν”».
230

66

Βαρλαάμ. Η αποδοχή της πλάνης του αμέθεκτου στις άκτιστες, ουσιώδεις
και ουσιοποιούς ενέργειες του Θεού, συνεπάγεται αθρόα αίσθηση του
κενού που μπορεί να καταλάβει καλά όποιος ζει σε άμεση κοινωνία με το
Θεό εν φωτί και έρωτι. Είναι χωρισμός από το Θεό.233 Αυτό το χωρισμό
πασχίζουν να καλύψουν οι ιδέες περί Θεού και άλλες.
Η έκπτωση του Θεού σε ιδέα, και το ξέρει καλά ο Πεντζίκης αυτό,
στην πράξη είναι αποτέλεσμα της άρνησης της διάκρισης της φύσης από
τη δόξα του Θεού, δηλαδή ή δεν έχει φυσικές ενέργειες ο Θεός, οπότε
δεν υπάρχει, εφόσον δεν υπάρχει ουσία ανενέργητος, «τὸ ἀνενέργητον
καὶ ἀνύπαρκτον»234 λέει ο Άγιος, ή αυτές είναι κτιστές, οπότε και ο Θεός
είναι κτίσμα. Οι άγιοι όμως πιστεύουν ότι ο Θεός είναι άκτιστος και οι
ενέργειές του είναι επίσης άκτιστες, ουσιώδεις ως προερχόμενες από την
άκτιστη και αμέθεκτη ουσία του Θεού και μεθεκτές από τον άνθρωπο.235
Εύκολα, με τρόπο που δεν είναι άμεσα αντιληπτός, μπορεί κάποιος
να γλιστρήσει σε ιδεολογικοποίηση της πίστης του και από ζώσα
εμπειρία πυρός και λουτρό φωτός, να γίνει αυτή νεκρό ειδωλοποιημένο
γράμμα. Έτσι το δόγμα, οι όροι, οι λέξεις, τα σύμβολα, αντί να γίνονται
παραπεμπτικά αλλά και κομιστές της αιωνιότητας στο παρόν,
λατρεύονται καθ’ εαυτά, και ο χριστιανός μεταβάλλεται σε απόντα από
την εδώ ζωή, ενώ μεταθέτει την προσδοκία του σε μιαν άλλη.
233

οπ. σελ. 675: «Ἂν δὲ σὺ ἀνέλῃς τὸ μεταξύ τοῦ ἀμεθέκτου καὶ τῶν μετεχόντων, ὦ τῆς ζημίας,
διέστησας ἡμᾶς Θεοῦ, τὸ συνδοῦν ἐκ μέσου ποιησάμενος καὶ χάσμα μέγα καὶ ἀδιάβατον μεταξὺ
θέμενος ἐκείνου καὶ τῆς γενέσεως καὶ διοικήσεως τῶν γενητῶν. Δεῖ δὴ ζητεῖν ἡμᾶς θεὸν ἕτερον…».
234
Σημειώνει ο Παλαμάς ότι «ἀπὸ γὰρ τῶν οἰκείων ἐνεργειῶν ὅτι ἐστὶ μόνον ὁ Θεὸς γινώσκεται».
(Ἀντιρρητικὸς πρὸς Ἀκίνδυνον 2,12,48, Συγγρ. Γ, σελ. 120). Η απουσία δηλαδή των θείων ενεργειών
θα ήταν για τους ανθρώπους απουσία του Θεού με την έννοια της αγνοίας υπάρξεως του Θεού. Αλλά
και για το Θεό η απουσία των θείων ενεργειών θα ήταν αναιρετική της ύπαρξής του. Αν ο Θεός δεν
ενεργεί μέσα στον άνθρωπο, για τον ίδιο τον άνθρωπο είναι ουσιαστικά ανύπαρκτος, χωρίς να έχει
καμία σημασία το γεγονός ότι είναι αντικειμενικά υπαρκτός. Αν ο Θεός δεν ενεργεί μέσα μου διότι
εγώ δεν του το επιτρέπω, παρότι οντολογικά είναι υπαρκτός, υπαρκτός για άλλους, για μένα είναι
νεκρός. Βλ και Χρυσόστ. Σταμούλη, Έρως και θάνατος, σελ. 384. Έτσι σκεπτόμενος και ο άγιος
Κύριλλος Αλεξανδρείας, μιλώντας για τη Θεοτόκο, χρησιμοποιεί τη φράση «δι’ ἧς Τριὰς ἁγιάζεται».
(βλ. Κυρίλλου Ὁμιλία 4, ἐν Ἐφέσῳ λεχθεῖσα πρὸς Νεστόριον…PG 77,992 B). Αναφέρεται στην εκ
μέρους της υπουργία του μυστηρίου της σάρκωσης. Ο άνθρωπος δηλαδή αναγνωρίζει την αγιότητα της
Αγίας Τριάδος, καθώς αποκαλύπτεται η αγιότητα του σαρκωθέντος Λόγου, που με τη σειρά Του
αποκαλύπτει την αγιότητα του Πατρός και του Πνεύματος. (βλ. Χρυσόστ. Σταμούλη, οπ. σελ. 382383). Έτσι ακριβώς εννοείται και ο στίχος του Ησαΐα «Κύριον αὐτὸν ἁγιάσατε καὶ αὐτὸς ἔσται σου
φόβος» (Ησαΐας 8,13). Έτσι εννοείται επίσης και αυτό που λέει ο Καζαντζάκης στην Ασκητική του:
«Ο Θεός φωνάζει στην καρδιά μου: Σώσε με!». Είναι η φωνή του Πάσχοντος Θεού που ακούγεται
μέσα από την ψυχή του ανθρώπου να ζητάει λύτρωση, δηλαδή ο άνθρωπος χρειάζεται καθηκόντως να
αποκαταστήσει το αρχαίον κάλλος εντός του (: ἀναμορφώσασθαι). Βλ. Χρυσόστ. Σταμούλη, οπ. σελ.
384-385. Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, προφήτης Ησαΐας, Πεντζίκης και
Καζαντζάκης, συμπλέουν σε μία θαυμαστή θεολογική συμφωνία εδώ.
235
Μαξίμου του ομολογητού, Ἔργα θεολογικά καὶ πολεμικά, PG 91,200 BC, πρβλ. και Γρηγορίου
Παλαμά, Συγγρ. Α, σελ. 624, 629, 662, 675.

67

Νεστοριανικά και μονοφυσιτικά βιώματα χωρισμού, διαίρεσης της
πραγματικότητας και απόσυρσης από την όντως ζωή εναλλάσσονται και
η καχυποψία προς εκείνους που “επιβουλεύονται” την κατά γράμμα
θεοπνευστία της Αγίας Γραφής, των εκκλησιαστικών κανόνων, ακόμη
και των πατερικών κειμένων, τα συντηρεί και τα ενισχύει. Από το
σταυροδρόμι της αναμονής και των εκπλήξεων περνάει κανείς στο
περιθώριο της Ιστορίας. Δίνει σημασία τότε μόνο στις λέξεις και στέκει
αμετακίνητος πάνω σ’ αυτές, συγχέοντας την ιστορία με την οντολογία,
δηλαδή ελλείψει βιώματος ιδεολογικοποιεί τα ιστορικά εκδηλώματα της
ποιμαντικής και τα λατρεύει καθεαυτά, ως αυθεντικός ιδεαλιστής.
Επιπλέον, ο ελαττωματικός αυτός προσανατολισμός διολισθαίνει
αμφίρροπα προς δύο κατευθύνσεις: πότε απουσιάζει, αποσύρεται,
τρέπεται ο άνθρωπος σε φυγή από το παρόν, την Ιστορία, με σκοπό και
στόχο την ενασχόληση με τα θέματα “πνευματικής φύσεως”. Τούτο
θυμίζει την απορρόφηση της ανθρώπινης φύσης του Χριστού από τη θεία
φύση Του, οπότε παρασύρεται κανείς προς το Μονοφυσιτισμό και πότε
διαχωρίζει, διαιρεί στην πράξη το ενθάδε από το επέκεινα, θυμίζοντας
την ουδέτερη ένωση δι’ απλής επαφής των δύο φύσεων του Χριστού236,
οπότε ολισθαίνει προς το Νεστοριανισμό, με αποτέλεσμα και στις δύο
περιπτώσεις να δραπετεύει από το «τριαδικό καθώς» της βασιλείας,
εγκλωβισμένος σ’ ένα χωροχρονικό / «διοικητικό κάπου».237Αποτέλεσμα
και των δύο αυτών τάσεων είναι η πλαστογράφηση της Ζωής σε χρόνο
μέλλοντα, δηλαδή η άγνοια παρόντος και παρελθόντος και η εντελώς
λαθεμένη, άκοσμη κατοίκηση τόσο μέσα στην ευλογημένη Γεωγραφία,
όσο και μέσα στην κόσμια Ιστορία, άλλως η δραπέτευση από την
αγιότητα.
Είναι γεγονός πως οι παραμορφώσεις της πνευματικής ζωής που
θίγονται εδώ είναι κραταιώς παρούσες στην καθημερινή ζωή πολλών
πιστών, κληρικών ή λαϊκών και καταταλαιπωρούν το εκκλησιαστικό
σώμα με πλήθος προβλημάτων. Εκπίπτοντας η πίστη στο Χριστό και την
Εκκλησία του σε ιδεολογικό/φιλοσοφικό σύστημα σκέψης, χάνει την
ανακαινιστική της δύναμη και μαζί την εκπληκτική της ικανότητα να
236

«Στην περίπτωση που από τη μια μεριά ζούμε μια δική μας “πνευματική” ζωή και παράλληλα
ασχολούμεθα με τη θεολογία, δεν κάνομε τίποτε άλλο, παρά να εφαρμόζωμε στη ζωή μας το
νεστοριανισμό με την ουδέτερη ένωση δι’ απλής επαφής των δύο φύσεων: Ιδιόμορφη επιβίωση,
ενσάρκωση του νεστοριανισμού που μας βασανίζει και κουράζει την Εκκλησία», βλ. Αρχιμ.
Βασιλείου, Εισοδικόν, σελ. 25.
237
Για τους όρους “τριαδικό καθώς” και “διοικητικό κάπου”, βλ. Εισοδικόν, σελ. 75.

68

ζυμώνει τα τρία σάτα της δημιουργίας, μεταπλάθοντάς τα σε Εκκλησία.
Χάνεται έτσι το «ἓν οὗ ἐστὶ χρεία»238 και οι άνθρωποι από κεκλημένες σε
ναοποίηση υπάρξεις μεταπίπτουν σε “πολιτισμένα” όντα που, ανάμεσα
σε όλες τις άλλες δραστηριότητές τους, ασχολούνται και με θρησκευτικά
θέματα. Έτσι ο λόγος αυτονομείται και καταντά να αφορά μόνο στις
επιστήμες, ενώ η πίστη αποτελεί κάτι το άλογο ή κάτι το πρακτικό.
Αντίθετα, ωστόσο, προς αυτή τη διαστροφή, η πίστη είναι έλλογη και η
σχέση με το Χριστό αφορά σύνολη την ανθρώπινη ύπαρξη, έως τις
μυχιαίτατες πτυχές της.
Απέναντι σ’ όλες αυτές τις διαστρεβλώσεις ο πολιτισμός της
σάρκωσης που τελικά αναζητιέται και διεκδικείται, είναι αποκλειστικά
ένας πολιτισμός ποιητικός που κατοικείται από όλους όσους
καταφάσκουν στο σαρκωμένο Λόγο Χριστό, αποκαλύπτοντας με τον
τρόπο τους τον τρόπο και τον τόπο Του, «γεφυρώνοντας έτσι οντολογικά
το χάσμα»239 και αποκαθιστώντας την κοινωνία μεταξύ ζώντων και
κεκοιμημένων ήδη από την παρούσα ζωή. Η γνήσια αυτή εμπειρία ενός
σαρκωμένου και διαρκώς σαρκούμενου πολιτισμού, όπου ενθάδε και
επέκεινα αλληλοπεριχωρούνται στο παρόν, σφραγίζει την καθ’ ημέραν
βιοτή τόσο του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, όσο και του Νίκου
Πεντζίκη· πρόκειται επιπλέον για ένα γνήσιο ξεδιάλεγμα των
πολιτισμικών οντοτήτων που προσράπτονται στο σώμα της Εκκλησίας
και λειτουργούνται, από τα κακοήθη φάσματα της αλήθειας, τα
θεολογικά φαντάσματα που αποδεικνύονται αναλώσιμα υλικά και
συνεπώς καυσούμενα.
Το ξεδιάλεγμα αυτό των σαπρών από τα γνήσια αποτελεί το
μεγάλο στοίχημα, τη μεγάλη πρόκληση, αλλά και τη μεγάλη πρόσκληση,
το μεγάλο πειρασμό, αλλά και τη μεγάλη ευλογία να επιλέξει κανείς
ανάμεσα σε μία ζωή κάλπικη με επίχρισμα χριστιανικό και σε μία άλλη
ζωή αγιασμού και αυθεντικότητας. Αυτή τη δεύτερη ζωή την οποία και
ζούσε παιδιόθεν, συνειδητοποίησε πως έπρεπε να διαλέξει εκ νεότητος,
μάλιστα με τη διαδικασία του επείγοντος του μοναχικού σχήματος ο
Άγιος, ο δε Πεντζίκης, αφού περιπλανήθηκε σε «χώραν μακρὰν»240,
ερημική και απαραμύθητη, συνειδητοποιεί λίγο μεγαλύτερος στην ηλικία
από τον Άγιο, ότι επειγόντως πρέπει να «προσευχηθεῖ στὰ πράγματα γιὰ
238

Λουκ. 10,42.
Ανέστη Κεσελόπουλου, Από τον Παπαδιαμάντη στον Πεντζίκη, σελ. 248.
240
Λουκ. 15,13.
239

69

νὰ τοῦ δώκουν ζωή241», δηλαδή να διασώσει μέσα του το δόγμα, το ήθος,
τη λατρεία και τις άκτιστες ενέργειες του Θεού.
Τόσο ο Άγιος, καταγεγραμμένος στις δέλτους των αγίων λίγο
μάλιστα μετά το θάνατό του242, όσο και ο Θεσσαλονικιός συγγραφέας
και ζωγράφος, καταγεγραμμένος στις συνειδήσεις πολλών πιστών κάποτε και μη πιστών- σαν ένας «τρελός της ευθύνης»243 ή σαν ένα
«Παιδί»244, ή σαν ένα «ωραιότατο βρέφος αμέριμνα παραδομένο στην
αγκαλιά της Μητέρας και Νύμφης του»245 κατά την ημέρα της κηδείας
του, δείχνουν στους βουλομένους το δρόμο, που δεν είναι άλλος από τον
αγώνα και την «άσκηση μέσα στο σκάμμα της Εκκλησίας»246.
Έχοντας σαν κινητήριο μοχλό το αίτημα της αυθεντικότητας στην
πνευματική ζωή, πράγμα που δεν λανθάνει της προσοχής του Χριστού,
απέρριψαν κάθε είδος τυπολατρείας με αποτέλεσμα να καταστούν τόποι
φανέρωσής Του, ζωντανές αποδείξεις της προς αυτούς προσοχής Του.
Τους αναλαμβάνει και αυτοί «ἀδιάφοροι γιὰ τὸ γοργὸ κύλημα τῆς ὥρας
ζοῦν τὴ σταθερὴ πορεία τοῦ ἀπρόβλεπτου».247 Κάποτε «βλέπουν καὶ τὴ
δόξα τοῦ πραγματικοῦ»248, γιατί «μεταθέτοντας… τὰ σύμβολα στὴν
ἀγάπη πρὸς τὸ Θεό, ἀνασταίνουν τὴν ἀρχαία Ἐλπίδα»249, αναμορφώνουν
«τὸ ἀρχαῖον κάλλος». Άλλωστε και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς
απέναντι στη δικτατορία των τύπων και του γράμματος στέκει αυστηρός,
όπως και ο Πεντζίκης, ο οποίος μιλώντας για τα γεγονότα του
Πολυτεχνείου στη διάρκεια της δικτατορίας είπε το αμίμητο: «ἐκεῖνο ποὺ
πρώτιστα μ’ ἐνδιαφέρει εἶναι… τὰ ἴδια τὰ πράγματα. Γι’ αὐτὸ καὶ ἂν
ἐπιμείνουμε περισσότερο μὲ τὸ Πολυτεχνεῖο, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ἔχουμε
πάλι δικτατορία».250 Λέει και ο Άγιος: «ἀποκτείνει τὸ γράμμα κατασπῶν
ἀφ’ ὕψους τοὺς μὴ ἄνω πρὸς τὸ Πνεῦμα βλέποντας».251

241

Τίτλος της συνέντευξης του Πεντζίκη στο περιοδ. Το Τέταρτο 2, Απρίλιος 1985, σελ. 98-104.
Προ της συνόδου του 1368, βλ. Φιλοθέου Κοκκίνου, Βίος Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ΕΠΕ, σελ. 19-20.
243
Τον όρο χρησιμοποιεί συχνά για τον Πεντζίκη, ο καθηγητής Χρυσόστομος Σταμούλης.
244
«Ευχαριστούμε που ήσουνα, προπάντων και πάντα, Παιδί», είναι ο στίχος από το ποίημα του
Ιερομονάχου Συμεών Γρηγοριάτη κατά την εξόδιο ακολουθία του Πεντζίκη, βλ. Νίκου
Τριανταφυλλόπουλου, Περίτριμμ’ αγοράς Θεσσαλονίκιον, οπισθόφυλλο.
245
οπ.
246
Αρχιμ. Γρηγορίου Δοχειαρίτου, Εκείνους που γνώρισα να ασκούνται στο σκάμμα της Εκκλησίας,
εκδ. ΤΟ ΠΑΛΙΜΨΗΣΤΟ, Σεπτ. 2010.
247
Πεντζίκη, Πραγματογνωσία, σελ. 141.
248
Πεντζίκη, Μητέρα Θεσσαλονίκη, σελ. 130.
249
Οπ. σελ. 140
250
Πεντζίκη, «Προσεύχομαι στὰ πράγματα γιὰ νὰ μὲ δώκουν ζωὴ», περιοδ. Το Τέταρτο 2, σελ. 99.
251
Γρηγορίου Παλαμά, Λόγος περὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος Β΄4, Συγγρ. Α, σελ. 82.
242

70

Αυτοί που βλέπουν προς τα άνω, προς το Πνεύμα όχι προς το
γράμμα, εἶναι οι αριστοκράτες του πνεύματος, δηλαδή οι ενάρετοι.
Εκείνοι γνωρίζουν ως άσωτοι ελεημένοι, σημειώνει πάλι ο Άγιος, να
επαναλαμβάνουν το του ασώτου «κάνε με σαν έναν από τους μισθωτούς
σου·… δεν λαμβάνει κανείς από τον εαυτό του τους βαθμούς της αρετής,
αν και επίσης δεν τους λαμβάνει χωρίς την προαίρεσή του»252. H ευθεία
προαίρεση και η βαθμολογία της αρετής από το Χριστό θυμίζουν τη
γνωστή ιστορία της βασανισμένης Άννας από το Δοξάτο την οποία συχνά
ανέφερε ο Πεντζίκης,253 και η οποία αξιώθηκε να γίνει μοναχή ασκήσεως
και προσευχής, χωρίς να θεωρεί τον εαυτό της κάτι σπουδαίο. Ο Χριστός
τής χάρισε υπερφυσικές αποκαλύψεις, όπως το να περιδιαβούν μαζί έναν
υπέροχο κήπο, να της κατονομάσει τα άνθη εκείνου του κήπου
“λουλούδια της αρετής της” κι εκείνης το μυαλό να πάει σε μία φίλη της
παιδική, ονόματι Αρετή, που είχε να δει πάνω από τριάντα χρόνια,
σκεπτόμενης μάλιστα πόσο πολύ την εκτιμούσε αυτή η Αρετή για να της
φυτέψει αυτό τον κήπο!
Το σχόλιο με το οποίο συμπλήρωνε, κατά τον καθηγητή
Κεσελόπουλο ο Πεντζίκης τη διήγησή του εκείνη, ήταν κατά τη γνώμη
μου, άκρως παλαμικό, πραγματικός κόλαφος για το Βαρλαάμ και την
προσκόλλησή του στη θύραθεν γνώση: «Ἕνα τόσο ἀγράμματο πλάσμα
ἦταν τόσο φωτεινό. Ἔτσι πρέπει νὰ εἶναι οἱ θεολόγοι καὶ οἱ
πανεπιστημιακοί, γιὰ νὰ ἔχουν ἀπήχηση τὰ λόγια τους στοὺς φοιτητές.
Τέτοια πλάσματα θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι οἱ πνευματικοί μας ἡγέτες, γιὰ νὰ
μποροῦν νὰ σηκώσουν τὸ βάρος τῆς ἑνότητας τοῦ τόπου μας καὶ νὰ
γίνουν ἡ εἰκόνα τῆς Ἑλλάδας. Εἶναι ἡ ἴδια ἀπήχηση ποὺ ἔχουν πολλοὶ
ἀπὸ τοὺς ἁγιορεῖτες, ποὺ ὅταν κάποιος συνομιλεῖ μαζί τους, μπορεῖ νὰ
σκεφθεῖ ὅτι τοῦ μιλοῦν γιὰ κοινὰ καὶ καθημερινὰ πράγματα, ἐνῶ
ἀργότερα αἰσθάνεται τὴ λαμπρότητα, τὴ δύναμη καὶ τὸ φῶς ποὺ τοῦ
προσφέρουν τὰ λόγια τους».254
Αλλά και ο Άγιος, αγιορείτης ο ίδιος, έτσι ακριβώς συνέδεε τη
χάρη και ειδικότερα τη φωτιστική της εκδοχή με την ευθύτητα στην
προαίρεση, όχι με το ποσό των θύραθεν γνώσεων που κατέχει κανείς,
252

«…ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. Καλῶς τῇ νῦν ταπεινώσει συνετισθείς, ποίησόν με φησίν·
οὐ γὰρ παρ’ ἑαυτοῦ τις λαμβάνει τοὺς κατ’ ἀρετὴν βαθμούς, εἰ καὶ μὴ χωρίς τῆς αὐτοῦ
προαιρέσεως…», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 10, Εἰς τὴν κατὰ τὸν… ἄσωτον παραβολήν, PG
151,44 A.
253
Ανέστη Κεσελόπουλου, Από τον Παπαδιαμάντη στον Πεντζίκη, σελ. 211-212.
254
Οπ. σελ. 212.

71

είτε εκπαιδευτικός, είτε ηγέτης, είτε μοναχός, είτε απλός άνθρωπος είναι.
Η άγνοια των επιστημών είναι κάτι άσχετο με τη θεοπτία. Σημασία έχει ο
εν ταπεινώσει αγώνας για κάθαρση από τα πονηρά πάθη. Ο Βαρλαάμ
περιφρονώντας την ευαγγελική διδασκαλία, επέμενε ότι οι εντολές του
Θεού δεν είναι ικανές να αρτιώσουν τον εν Χριστώ άνθρωπο. Αποκτάται
είδος απάθειας, χωρίς κάθαρση από την άγνοια.255 Ο Άγιος όμως του
επισημαίνει ότι ο Χριστός υποσχέθηκε ότι θα «ποιήσει μονήν» στην
καρδιά που καθαρίστηκε από τα πάθη και μακάρισε «τοὺς καθαροὺς τῇ
καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται»256.
Στον ισχυρισμό πάλι του Βαρλαάμ ότι είναι αδύνατο το λογικό της
ψυχής να καταστεί νοερό άνευ επιμελείας και μαθήσεως, ο Άγιος τού
απαντά ότι το να μην κατανοεί ότι οι θείες εντολές αποτελούν μέγα και
τέλειο ίαμα ψυχής, δείχνει ότι νοσεί το λογικό του257. Αμετανόητος ο
Βαρλαάμ θεωρεί τη γνώση αρχή, μέσο και τέλος της θεογνωσίας, υγείας
ψυχής και καθάρσεως, με αποτέλεσμα να πιστεύει πως όσα περισσότερα
μαθαίνει κανείς, τόσο εγγύτερα στο Θεό βρίσκεται. Ο Άγιος μνημονεύει
εκτός των άλλων και τον εστερημένο πάσης παιδείας Μέγα Αντώνιο
(251-356) ως θεόπτη258. Είναι γνωστό πως πρότυπό του τον είχε ο
πεπαιδευμένος υποτακτικός του, Μέγας Αθανάσιος (298-373), ο οποίος
συνέγραψε και το βίο του.
Έτσι, η αγράμματη Άννα από το Δοξάτο, αυθεντική εν Χριστώ,
συναντάει εν υπερώω τόπω τον, επίσης, απαίδευτο Μεγάλο Αντώνιο.

255

«… σοῦ … τοῦ μηδὲν ὑπὲρ τὴν γνῶσιν τιθεμένου….λέγεις θεόπτην γίνεσθαι τὸν νοῦν, ὅταν μὴ
μόνον τῶν παθῶν, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀγνοίας καθαρθῇ», βλ. Λόγος ὑπὲρ ἡσυχαζόντων…2, 3, 11, Συγγρ. Α,
σελ. 547.
256
Ματθ. 5,8, βλ και Λόγος ὑπὲρ ἡσυχαζόντων…2, 3, 64, Συγγρ. Α, σελ. 596-597 : «… καὶ διδάσκειν
ἀξιοῖ, πῶς οἱ κεκαθαρμένοι τὴν καρδίαν ὁρῶσι τὸν θεόν, καὶ πῶς σὺν τῷ πατρὶ ὁ υἱὸς ἔρχεται καὶ
μονὴν ποιεῖται παρ’ αὐτοῖς».
257
«Ὄντως γὰρ νοσεῖ τὸ λογικὸν τῆς ψυχῆς τοῦ τὴν οἰκείαν διάνοιαν πιστοτέραν ἡγουμένου τῶν
λογίων τοῦ πνεύματος καὶ μὴ μέγα καὶ τέλειο ἴαμα ψυχῆς τὰς θείας ἐντολὰς οἰομένου», βλ. Λόγος ὑπὲρ
ἡσυχαζόντων… 2, 3,72, Συγγρ. Α, σελ. 604.
258
«Τοιαύτης τοίνυν οὔσης θέας τοῦ θεοῦ, ἣν μόνοι ἡ τῆς μακαρίας κατηξιωμένοι λήξεως ὄψονται
κατὰ τὸν ἄληκτον αἰῶνα, ἣν καὶ… κατεῖδον καὶ ὁ Στέφανος λιθαζόμενος καὶ ὁ Άντώνιος καθ’ ἡσυχίαν
ἀγωνιζόμενος…», βλ. Λόγος ὑπὲρ ἡσυχαζόντων…2,3,66, Συγγρ. Α, σελ. 599.

72

Κ Ε Φ Α Λ Α Ι Ο Β΄

ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΞΗ ΣΤΟ ΠΡΑΓΜΑ

α. Από τη φιλοσοφία των ρημάτων στη θεολογία των πραγμάτων

Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά η θεολογία θεμελιώνεται
πάνω στα έργα και το βίο, πράγματα αληθινά και ασφαλή259. Πρόκειται
για μια εμπειρία ζωής που διαθέτει η Εκκλησία. «Η εμπειρική βάση των
ησυχαστών είναι η θέα του Θεού, του θείου Φωτός, των ακτίστων
ενεργειών…. καμία ανάγκη δεν υπάρχει οι θεολόγοι να ξεκινήσουν από
τις κοινές έννοιες και τους συλλογισμούς, γιατί απλούστατα γι’ αυτούς η
θεία παρουσία είναι πράγμα. Γι’ αυτό και τα δόγματα είναι πράγματα
κατ’ αρχήν και όχι ρήματα, έννοιες και λέξεις. Είναι αδιάφορες οι έννοιες
και οι λέξεις, αν τα πράγματα παραμένουν ίδια και απαρασάλευτα.
Επομένως η μεθοδολογία των Ορθοδόξων Πατέρων έχει ως θεμέλιο την
εμπειρία και τα πράγματα»260, τη διαρκώς σαρκούμενη αλήθεια, την
οποία θυμίζει το «ἦν ὁ λόγος ἔργον εὐθὺς καὶ πλῆθος τῶν ἰχθύων
πολύ»261, αλλά κάνοντας νόμιμο άλμα κανείς, θα μπορούσε να αναφερθεί
εξίσου και στο λαϊκό «ο λόγος σου με χόρτασε και το ψωμί σου φα’
το».262

259

«Ἡμεῖς δὲ οὐ τὴν διὰ λόγων καὶ συμβολισμῶν εὑρισκομένην γνῶσιν δόξαν ἀληθῆ νομίζομεν, ἀλλὰ
τὴν δι’ἔργων τε καὶ βίου ἀποδεικνυμένην, ἣ καὶ μὴ μόνον ἀληθής, ἀλλὰ καὶ ἀσφαλής ἐστι καὶ
ἀπερίτρεπτος», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπὲρ…. ἡσυχαζόντων,1, 3, 13, Συγγρ. Α, σελ. 423.
260
Νίκου Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Α΄, σελ. 156-157.
261
Εωθινό δοξαστικό Ι΄, ήχος πλ. β΄.
262
«Η εμπειρία της συνολικής ζωής μέσα στην ορθόδοξη κοινότητα είναι το μοναδικό και αμετακίνητο
θεμέλιο, πράγμα που σημαίνει ότι η μετέπειτα συλλογιστική πορεία μπορεί να έχει την οποιαδήποτε
ποικιλία», βλ. Νίκου Ματσούκα, Δογματική και συμβολική θεολογία Α΄, σελ. 160.

73

Πάνω σε μια τέτοια προοπτική και ο Γρηγόριος Παλαμάς
αναφέρει: «περὶ δὲ δογμάτων καὶ πραγμάτων τὸν ἀγῶνα ποιοῦμαι. Κἄν
τις ἐπὶ τῶν πραγμάτων ὁμοφωνῇ πρὸς τὰς λέξεις οὐ διαφέρομαι»263,
χωρίς να προσπαθεί με αυτό τον τρόπο να πετύχει μία, απλώς, λεκτική
συμφωνία, ενώ από πίσω να κρύβεται μια τεράστια διαφορά επί της
ουσίας, αλλά απλώς κάνει ορθόδοξη χρήση της ορολογίας,
χρησιμοποιώντας την ως όχημα και τρόπο έκφρασης του ορθοδόξου
δόγματος. Και αλλού: «… δεν μεταβάλλονται από τα ονόματα τα
πράγματα, ω άνθρωπε, αλλά η σημασία των νοημάτων μεθέλκεται και
μετατάσσεται κατάλληλα προς τα πράγματα· διότι τα πράγματα είναι
αίτια των ονομάτων και όχι τα ονόματα αίτια των πραγμάτων».264 Δεν
μεταποιούνται, συνεπώς, από τα ονόματα τα πράγματα. Αλλά και ο
Ιωάννης ΣΤ΄ ο Καντακουζηνός (†1383), δίνοντας το στίγμα της συνόδου
του 1351 (γ΄ συνεδρία της 8ης Ιουνίου) υπογραμμίζει: «οὐ λέξεων ἕνεκα
ἐνταῦθα συνεληλύθαμεν»265.
Ο Πεντζίκης από τη δική του πλευρά διευκρινίζει σε
δημοσιογράφο, που του προσάπτει το χαρακτηρισμό του υλιστή, ότι είναι
πραγματιστής, όχι υλιστής, διότι επανέρχεται συνεχώς στην των
πραγμάτων αλήθεια266. Άλλωστε ο ίδιος στην αρχή της εν λόγω
συνέντευξης δηλώνει κατηγορηματικά: «Νὰ ξέρετε, ἐκεῖνο
ποὺ
πρώτιστα μ’ ἐνδιαφέρει, εἶναι ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων. Τὰ ἴδια τὰ
πράγματα», για να προσθέσει με νόημα: «Γι’ αὐτό κι ἂν ἐπιμείνουμε
περισσότερο μὲ τὸ Πολυτεχνεῖο, δὲν μπορεῖ παρά νὰ ἔχουμε πάλι
δικτατορία… Δὲν μποροῦμε νὰ ἐπιβάλουμε ἔτσι ἀνώδυνα τὴ δικτατορία
τῶν συμβόλων»267. Στη διαπίστωση μάλιστα του δημοσιογράφου ότι
εκείνος δέχεται καθημερινώς τη δικτατορία των χριστιανικών συμβόλων

263

Τόμος Συνοδικός, Contra Barlaamitas et Acindynianos, PG 151,725 A. Ο άγιος Γρηγόριος κατ’
αυτήν τη λογική θα μπορούσε να δεχθεί την εκπόρευση και εκ του Υιού, ερμηνευμένη ορθόδοξα όμως
: «…ἡ δὲ τοῦ πνεύματος πρόοδος διττὴ διὰ τῆς θεοπνεύστου κηρύττεται γραφῆς∙ προχεῖται ἐκ τοῦ
πατρὸς διὰ τοῦ υἱοῦ, εἰ δὲ βούλει καὶ ἐκ τοῦ υἱοῦ, ἐπὶ πάντας τοὺς ἀξίους, οἷς καὶ ἐπαναπαύεται καὶ
ἐνοικεῖ. Αὕτη οὖν ἡ κίνησίς τε καὶ πρόοδος, εἰ δὲ βούλει καὶ ἐκπόρευσις -οὐδὲ γὰρ περὶ τῶν ὀνομάτων
ζυγομαχοῦντες ἀσχημονήσομεν…», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Λόγος Πρῶτος, Ὅτι οὐχὶ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ
ἀλλ’ ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, Συγγρ. Α, σελ. 54.
264
«…λέγοντες οὐχ ὑπὸ τῶν ὀνομάτων, ὦ οὗτος, τὰ πράγματα μετασκευάζεται, τοῖς δὲ πράγμασι
καταλλήλως ἡ τῶν νοημάτων σημασία μεθέλκεται καὶ μετατάττεται· τῶν γὰρ ὀνομάτων αἴτια τὰ
πράγματα, οὐ τῶν πραγμάτων τὰ ὀνόματα…», Ἀντιρρητικὸς Ε΄17,68, Συγγρ. Γ, σελ. 337.
265
Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, σελ. 236, υποσημ. 342, όπου
υπάρχει παραπομπή στο Mansi, Sacrorum Conciliorum, σελ. 138.
266
Πεντζίκη, «Προσεύχομαι στὰ πράγματα γιὰ νὰ μὲ δώκουν ζωή», περιοδ. Το Τέταρτο 2, σελ. 102.
267
οπ. σελ. 99.

74

είναι αποστομωτικός: «Γιατί δὲν σᾶς ἐνδιαφέρουν τὰ πράγματα, οὔτε ἡ
ἀλήθεια τῶν πραγμάτων».268
Θίγεται εδώ λοιπόν το σοβαρό ζήτημα της σχέσης με τους τύπους
μέσα στον εκκλησιαστικό χώρο, όπου αρκετά συχνά ειδωλοποιούνται τα
σύμβολα και οι λέξεις σε βάρος των πραγμάτων, αποκόπτοντας τον
άνθρωπο από την Όντως Ζωή. Τα χριστιανικά σύμβολα στη σημερινή
εποχή δεν είναι απορριπτέα επειδή “επιβάλλονται” με αυθαίρετο τρόπο
από την Εκκλησία κατά το σκεπτικό του δημοσιογράφου, αλλά είναι η
έλλειψη βιώματος των χριστιανών εκείνη η οποία ακυρώνει στην πράξη
το ζωογόνο και ζωοποιό χαρακτήρα των λέξεων και των συμβόλων, έτσι
ώστε αυτά παύουν να αποτελούν τόπους συναντήσεως με την αλήθεια,
δηλαδή τόπους θεοφανειών, και εκπίπτουν σε είδωλα λατρευόμενα καθ’
εαυτά.
Είναι άλλος ο τρόπος και η λειτουργία των συμβόλων στο
σχολαστικό τρόπο σκέψης, ο οποίος εν πολλοίς αλλοιώνει τον τρόπο
ζωής και των σημερινών ορθοδόξων χριστιανών και άλλος στον πατερικό
/ησυχαστικό. Στο σχολαστικισμό τα σύμβολα είναι απλές εικόνες,
αισθητά δεδομένα κατάλληλα για την αναγωγή προς τα υψηλά και τίποτα
περισσότερο. Το Θαβώριο Φως, όπως και τα φώτα που βλέπουν οι άγιοι
για τους σχολαστικούς είναι συμβολικά φάσματα και κτίσματα. Για
κανένα λόγο δεν μπορούν να θεωρηθούν ανώτερα από το νου και τις
κοινές έννοιες της νοούσας ψυχής. Εδώ εξυπονοείται μια άκαμπτη
νοησιαρχία. Επομένως αρνείται ο σχολαστικισμός τις θεοφάνειες χωρίς
τις οποίες κατά την ορθόδοξη θεολογία δεν μπορεί να νοηθεί καμία
εμπειρία ως χαρισματική ζωή και θεολογία, ούτε στον Ισραήλ, ούτε στην
Εκκλησία269. Ο Βαρλαάμ για παράδειγμα, κατὰ τον Παλαμά, θεωρούσε
το Φως στο όρος Θαβώρ φάσμα, ενέργεια κατώτερη από τη νόηση και
κτιστό σύμβολο θεότητας270.

268

οπ.
Βλ σχετ. και Νίκου Ματσούκα, «Η διπλή μεθοδολογία των πατέρων της Ορθόδοξης Εκκλησίας»,
στο Δογματική και Συμβολική Θεολογία Α΄, σελ. 164.
270
Γρηγ. Παλαμά, Ἁγιορειτικὸς τόμος ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων 4, Συγγρ. Β, σελ. 572-573: «Ὅστις
τὸ ἐν Θαβωρίῳ τοὺς μαθητὰς περιαστράψαν φῶς φάσμα λέγει καὶ σύμβολον τοιοῦτον, οἷον γίνεσθαι
καὶ ἀπογίνεσθαι, … καὶ οὐχ ὑπὲρ πᾶσαν νόησιν, ἀλλὰ χείρω νοήσεως ἐνέργειαν, σαφῶς ἀντιφθέγγεται
ταῖς τῶν ἁγίων δόξαις», βλ. και του ιδίου, Ὑπὲρ…ἡσυχαζόντων 3, 1, 11, Συγγρ. Α, σελ. 624: «Ἀλλ’
αἰσθητὸν ἦν, φησί, τὸ φῶς ἐκεῖνο καὶ δι’ ἀέρος ὁρατόν, τότε γεγονὸς πρὸς ἔκπληξιν καὶ εὐθὺς
ἀπογενόμενον, καὶ θεότης λέγεται ὡς σύμβολον θεότητος. Τῆς καινοφωνίας·…».
269

75

Κατά τους ησυχαστές όμως, αισθητά και νοητά δένονται σε μία
λειτουργική έκφανση, το σύμβολο είναι αισθητή πραγματικότητα που
έχει αντίκρυσμα στον νοητό κόσμο. Σύμβολο και αλήθεια, σύμβολο και
πραγματικότητα δεν μπορούν να ξεχωριστούν271. Με αυτό ακριβώς το
πνεύμα ο Πεντζίκης, στον αντίποδα της βαρλααμικής πλάνης, παρακινεί
τους πιστούς να ασπάζονται πολλές φορές το Σταυρό του Κυρίου, «ὥστε
πλήρης καὶ ὁλόκληρος νὰ ντυθεῖ τὶς σάρκες τους».272
Μόνον, ακριβώς, μέσα σε μια τέτοια προοπτική συνάντησης με τα
επέκεινα δια των συμβόλων μπορεί να αληθεύει η ζωή του χριστιανού, ο
οποίος τελικά μέσα από αυτή τη συνάντηση με την υπαρκτική αλήθεια
συμβόλων και λέξεων κατανοεί και το ενθάδε δια του επέκεινα, αλλά και
αντίστροφα το επέκεινα δια του ενθάδε. Αρκεί να ενδιαφέρουν τον
άνθρωπο «τὰ ἴδια τὰ πράγματα»273 κατά τον Πεντζίκη, ο οποίος κινείται
εντελώς παλαμικά, αποφεύγοντας το δόλιχο της υπερβολικής, συνεχούς
ενασχόλησης με ρήματα και φιλοσοφικές ιδέες, δηλαδή την παγίδευση
στο σχολαστικισμό. Αυτός ο τελευταίος καθιστά τη φιλοσοφία κακή
υπηρέτρια της θεολογίας, τοποθετώντας τήν δεύτερη σε περιορισμένα
κλειστά φιλοσοφικά σχήματα.
Διερευνούσαν οι σχολαστικοί γενικές έννοιες (Θεός, ον,
άνθρωπος, κόσμος, αιωνιότητα κλπ), οι οποίες κατ’ αυτούς είχαν
απαραίτητα ένα πραγματικό αντίκρυσμα έξω από τα πράγματα. Οι
έννοιες του νου δηλαδή κατ’ αυτούς υπάρχουν και έξω από το νου, στην
πραγματικότητα. Διερευνώντας τες οδηγούμαστε στη γνώση της ουσίας
της πραγματικότητας. Συστηματοποιώντας τις έννοιες και τα
περιεχόμενα των ιερών κειμένων βρισκόμαστε στην ασφαλή οδό για τη
γνώση των θείων δογμάτων. Τις γενικές αυτές έννοιες (universalia)
κονιορτοποίησε το 14ο αιώνα ο Γουλιέλμος Όκκαμ.274 Η ονοματοκρατία
(nominalismus) αυτή του 14ου αιώνα υποστήριξε -και σωστά- ότι οι
γενικές έννοιες νόησης των σχολαστικών είναι υποκειμενικά πλάσματα
της συνείδησης, απλά γλωσσικά ονόματα (flatus vocis), τα οποία
χρησιμεύουν σαν σημεία για τα πράγματα και τις ιδιότητές τους.275
271

Ν. Ματσούκα, «Η διπλή μεθοδολογία…», Δογματική και Συμβολική Θεολογία Α΄, σελ. 164.
Βλ. «Προσεύχομαι στὰ πράγματα γιὰ νὰ μὲ δώκουν ζωή», συνέντευξη στο περιοδ. Το Τέταρτο
2,σελ. 101.
273
οπ.
274
Νίκου Ματσούκα, «Η διπλή μεθοδολογία των Πατέρων της Ορθόδοξης Εκκλησίας», Δογματική και
Συμβολική Θεολογία Α, σελ. 151.
275
Βλ. και Γεωργίου Μπαμπινιώτη, Λεξικό Νέας Ελληνικής Γλώσσας, σελ. 1188-1189.
272

76

Ο Μέγας Βασίλειος (περ. 330-379) για παράδειγμα, θα μπορούσε
–στο φιλοσοφικό χώρο εν προκειμένω- να θεωρηθεί πρόδρομος της
ονοματοκρατίας όταν, αποκρούοντας τις γνωσιολογικές θέσεις των
Ευνομιανών υποστηρίζει ότι από τις αισθήσεις έχουμε τα πρώτα νοήματα
για να φτάσουμε στην επινόηση των διαφόρων ονομάτων που δίνουμε
στα πράγματα.276 Ο Πεντζίκης πάλι, αναφερόμενος στο άκαμπτο του
χαρακτήρος του Μάρκου Αυρηλίου (121-180) και στη μετέπειτα
πνευματική του σκλήρυνση συνεπεία της πειθαρχίας στην εμπνεόμενη
από υψηλόφρονες ιδέες θέλησή του, ονομάζει τις ιδέες του αυτές flatus
vocis και συντάσσεται με τους Νομιναλιστές αποδίδοντάς τους
δίκαιο.277Αν και ο ίδιος ο πεζογράφος και καλλιτέχνης δεν εντάσσεται σε
καμία φιλοσοφική τάση από την Αναγέννηση και μετά προβάλλοντας
διαρκώς την «πίστη τῆς διδασκαλίας τοῦ Ἁγίου Πατρός Γρηγορίου τοῦ
Παλαμᾶ ποὺ ἐξέθρεψε τὴ Χριστιανοσύνη κατά τὴν περίοδο τὴ θανατερὴ
τῆς σκλαβιᾶς»278, σε φιλοσοφικό επίπεδο παραδέχεται ότι «ἡ σκέψη του
δὲν εἶναι ἀφηρημένη, ἀλλὰ νομιναλιστική»279.
Επομένως και η θεολογία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά βασισμένη
σε πράγματα και όχι σε ρήματα, είναι αντίθετη με τις θεολογούσες
φιλοσοφίες είτε του αριστοτελισμού, είτε του πλατωνισμού, του
νεοπλατωνισμού και της Στοάς, είτε με το σύμφυρμα όλων αυτών που
διαμορφώθηκε στη Δύση υπό τα ποικίλα ονόματα των ακινατισμού,
σχολαστικισμού κλπ και υπό θεολογικό μανδύα. Άρα και η έριδα μεταξύ
Αγίου και Βαρλαάμ δεν ήταν για λέξεις ή φιλοσοφικά συστήματα μεταξύ
παραδοσιακών μοναχών και βυζαντινών ανθρωπιστών, ή μεταξύ
ελληνιζόντων και βιβλιζόντων θεολόγων, όπως θα υποστήριζε ο π.
Ιωάννης Μέγεντορφ (†1992)280, αλλά εκτυλισσόταν σε επίπεδο
οντολογίας∙ ήταν, όπως θα έλεγε ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης (†2001),
σύγκρουση μεταξύ αγιοπνευματικής εμπειρίας και φυσικής ανθρώπινης
σκέψης281 με ταυτόχρονο ενδοβυζαντινό και αντιλατινικό χαρακτήρα.
276

Μεγ. Βασιλείου, Κατ’ Ευνομίου 1, PG 29,524 B.
Πεντζίκη, Ὁμιλήματα, σελ. 164.
278
“Το πορτραίτο του καλλιτέχνη», ο Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΊΚΗΣ απαντάει σε 31 ερωτήσεις της Isadora
Rosenthal-Kamarinea, εφημ. Η Καθημερινή, 7 ημέρες, Κυριακή 2Μαρτίου 1997, σελ. 9.
279
Οπ.
280
Fr John Meyendorff, A study of Gregory Palamas, Conclusion, pp. 237- 40.
281 Fr John Romanides, Notes on the palamite controversy and related topics, The Greek Orthodox
Theological Review, vol. 1, no 2, winter 1960-61, pp. 186, 191, 192. Βέβαια θα πρέπει ν’ αποφευχθεί
ενδεχόμενος φανατισμός αναφορικά με τις δύο δεσπόζουσες απόψεις που έχουν διατυπωθεί σχετικά με
τη φύση της ησυχαστικής έριδας. Προσωπική μου γνώμη είναι ότι μάλλον λέγονται τα ίδια πράγματα
με διαφορετικό τρόπο. Όταν ο π. Ιωάννης Μέγεντορφ μιλάει για σύγκρουση ελληνιζόντων και
277

77

βιβλιζόντων θεολόγων, σαφώς και δεν αναφέρεται σε μία ιδεολογικού τύπου απλώς και μόνο διαμάχη,
όπου ο ένας από τους δύο δικαιώνεται. Αντίθετα μιλάει έχοντας την αίσθηση του υπαρκτού εκείνη την
εποχή γεγονότος της διακύβευσης της ίδιας της Αλήθειας, του κινδύνου απώλειας του μυστηρίου της
πίστης: “Dieu n’est pas seulement au-dessus de la matière, il est au-dessus de l’ intelligence. L’
intelligence créée n’ est pas plus proche de Lui que la matière: l’ une et l’ autre sont également infimes
en face de sa Majesté et de sa Toute-Puissance et, inversement, Dieu peut se révéler -s’il le désire- aux
yeux corporels, aussi facilement qu’ à l’ intellect. Pourquoi limiter le domaine de la grâce par les
catégories du spiritualisme platonicien?”, οπότε συμπεραίνει κανείς ότι η διάκριση του πατρός
Μέγεντορφ περί ελληνιζόντων και βιβλιζόντων αποτελεί διάκριση ουσίας και όχι υπογράμμιση
ιδεολογικής διαπάλης. Aλλού πάλι είναι πιο συγκεκριμένος: “Un choix inéluctable se présentait au
XIVe siècle devant l’ Église d’ Orient. D’ une part, une conception unitaire de l’ homme fondée sur la
Bible, une affirmation de l’ efficacité immédiate de la grâce rédemptrice dans tous les domaines de l’
activité humaine et d’ autre part, un spiritualisme intellectualiste qui affirmait l’ indépendance, ou du
moins l’ autonomie, de l’ intellect humain par rapport à la matière et niait que, dès ici-bas, la
déification réelle soit possible. Il est incontestable que le sécularisme des Temps modernes soit issu de
cette dernière position.” , βλ. στο J. Meyendorff, Saint Grégoire Palamas et la mystique orthodoxe, p.
127-128, θέση την οποία θα προσυπέγραφε ο οποιοσδήποτε ορθόδοξος θεολόγος.
Βεβαίως ο πατήρ Ιωάννης Μέγεντορφ επικέντρωσε το ενδιαφέρον του στις ουμανιστικές προσμίξεις
της σκέψης του Βαρλαάμ εξ’ επηρείας της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας με τάσεις προς τη
φυσιοκρατία και τη λογικοκρατία, υποτιμώντας ίσως εκείνες από τον Αυγουστίνο (354-430) (θεωρία
των θεοφανειών, σύμφωνα με την οποία ο Θεός μόνο δια κτιστών μέσων εμφανίζεται και καθίσταται
μεθεκτός) και εκείνες από τον Ακινάτη (θεωρία της Χάριτος ως κτιστής έξεως), τις οποίες δικαίως
πρόβαλε ο πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης. Αξίζει να μελετήσει κανείς επί πλέον και τη διαφωτιστική
εισήγηση του Jean Claude Larchet, «Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς και πατερική παράδοση» (σελ. 329346), στον τόμο πρακτικών των συνεδρίων Αθηνών και Λεμεσού, Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στην
ιστορία και το παρόν, έκδοση της Ιεράς Μεγίστης Μονής του Βατοπαιδίου, 2000. Έχω την εντύπωση
πάντως ότι και οι δύο (π. Ιωάννης Ρωμανίδης / π. Ιωάννης Μέγεντορφ) αντιλήφθηκαν στον ίδιο βαθμό
το μέγεθος του κινδύνου στα εκκλησιαστικά και θεολογικά πράγματα της εποχής της έριδας.
Πολύ ενδιαφέρουσα είναι επίσης η άποψη που διατυπώνει ο πατήρ Κάλλιστος Γουέαρ στα πλαίσια
της εισήγησής του «Η σημασία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά για την σημερινή Δύση», που
δημοσιεύτηκε στον ίδιο τόμο πρακτικών, ότι η διαμάχη μεταξύ Γρηγορίου και Βαρλαάμ δεν είναι
αντίθεση Ελληνικής Ανατολής/Λατινικής Δύσης, αλλά μάλλον εξέλιξη εντός της Ανατολικής
Ορθόδοξης σκέψης, μία σύγκρουση που ξεκίνησε βασικά από δύο διαφορετικές ερμηνείες των
αρεοπαγιτικών συγγραφών: η μία φιλοσοφική (Βαρλαάμ), η άλλη μυστική (Παλαμάς). Ο άγιος
Γρηγόριος Παλαμάς δεν διετύπωσε τη διδασκαλία του σαν αποτέλεσμα ενός διαλόγου με το Θωμισμό
ή με το Νομιναλισμό, αλλ’ αυστηρά πάνω στη βάση της ζώσας Πατερικής παράδοσης, την οποία είχε
μάθει ως αγιορείτης μοναχός, βλ. οπ. σελ. 159-160.
Οι ανατολικοί πολέμιοι του Ησυχασμού κατά το Βλαδίμηρο Λόσσκι ( Η θέα του Θεού, σελ. 202203), ήταν διανοούμενοι, κυρίως καθηγητές ρητορικής, ουμανιστές, φανατικοί της αρχαίας
φιλοσοφίας, που ασχολούνταν με θεολογικά θέματα από φιλοσοφικής απόψεως. Είχαν την περιέργεια
των λογίων και ουδέποτε ενδιαφέρθηκαν για την υπεράσπιση του δόγματος ή για την αλήθεια. Δε θα
είχε άδικο κανείς, αν τους παρομοίαζε με τους καθηγητές Καλών Τεχνών της Δύσης που ήταν
φιλόσοφοι, αλλά με μία βασική διαφορά: εκεί οι θεολόγοι ήταν σχολαστικοί, οπότε δεν υπήρχε
απόσταση φιλοσοφίας-θεολογίας. Στην Ανατολή η μεταξύ τους απόσταση ήταν μεγάλη.
Σύμφωνα με τον καθηγητή Βλάσιο Φειδά μάλιστα, «ο Βαρλαάμ αξιολογούσε την ανατολική
πνευματικότητα με τα πρότυπα της δυτικής διαλεκτικής, η οποία προσδιοριζόταν από τις νοησιαρχικές
κυρίως αναζητήσεις της σχολαστικής θεολογίας και τον κοινωνικό ακτιβισμό των δυτικών μοναστικών
ταγμάτων, γι’ αυτό και αμφισβήτησε στην αρχή όχι μόνο την πνευματική εμπειρία των ησυχαστών
μοναχών, αλλά και την ίδια την ασκητική μέθοδο της ησυχαστικής τριβής. Αντιθέτως οι ανατολικοί
πολέμιοι των ησυχαστών, καίτοι συντάχθηκαν με τον Βαρλαάμ ως προς την αξιολόγηση της
πνευματικής εμπειρίας, δεν προβληματίστηκαν καν ως προς τη μέθοδο της ησυχαστικής τριβής, η
οποία ήταν μία παραδεκτή έκφραση της ανατολικής ασκητικής παραδόσεως», βλ. Βλασίου Φειδά,
Εκκλησιαστική Ιστορία Β΄, σελ. 491.
Αξίζει να παρατεθεί και η άποψη του μακαριστού Δημήτρη Κουτρουμπή σχετικά με τη φύση των
ησυχαστικών ερίδων: «Η πραγματική μάχη μεταξύ Βαρλαάμ και Γρηγορίου δινόταν μεταξύ δύο
διαφορετικών εκ διαμέτρου αντιθέτων αντιλήψεων, θεωρήσεων του Θεού, του κόσμου και του
ανθρώπου. Η πρώτη επήγαζε από την Αγία Γραφή, την ευαγγελική αποκάλυψη και την πείρα και την
παράδοση της ζώσας και προσευχόμενης Εκκλησίας. Η άλλη, παρά την προσήλωσή της στους
παλαιούς τύπους ήταν κατ’ ουσία μία νέα ερμηνεία του Ευαγγελίου εμπνευσμένη από την κοσμική

78

Μαχόταν η Εκκλησία ενάντια στην αίρεση. Στα παραπάνω συμφωνεί και
ο Δημήτρης Κουτρουμπής (1921-1983) σημειώνοντας ότι η διαμάχη
αυτή ήταν όχι ακαδημαϊκή, αλλά “ πρακτική ” υπόθεση, που είχε να
κάνει με την ουσία της χριστιανικής ζωής282. «Μετά τη νίκη κατά της
εικονομαχίας το Βυζάντιο γνωρίζει», λέει πηγαίνοντας λίγο προς τα
πίσω, «καταπληκτική άνθηση γραμμάτων και τεχνών. Δημιουργείται μια
πολυπληθής τάξη λογίων,… εμποτισμένων με θαυμασμό για την αρχαία
Ελλάδα και παιδεία. Αν και παρέμεναν πιστοί στην πατροπαράδοτη
θρησκεία και το διεκήρυτταν επίσημα, είχε αλλάξει η οπτική τους
απέναντι στα πράγματα του Θεού, έγινε πιο “αριστοτελική” με
αποτέλεσμα αντί να βλέπουν την Εκκλησία ως Σκηνή του Θεού του
Ζώντος, την θεωρούσαν κάτι σαν πολύτιμο κοινωνικό και εθνικό θεσμό,
έναν ανεκτίμητο παράγοντα εκπολιτισμού»283. Συνέπεια αυτού του
γεγονότος είναι «ο Χριστός να μεταβάλλεται σιγά-σιγά σ’ ένα
αξιοθαύμαστο ανθρώπινο πρότυπο, σε μια άσαρκη εξω-ιστορική
πλατωνική ιδέα. Από σωτηρία ολόκληρου του ανθρώπου από την
εξουσία του Σατανά, κατάντησε νεοπλατωνική απελευθέρωση του
αγαθού πνεύματος από τα δεσμά της ύλης»284. Ήδη λοιπόν, είχαν
διαμορφωθεί μέσα στη βυζαντινή κοινωνία οι πυρήνες εκείνοι, που θα
συντάσσονταν με το Βαρλαάμ κατά την ησυχαστική έριδα και μάλιστα
ήταν οι συντηρητικότεροι από τους εκκλησιαστικούς κύκλους.
Το στίγμα της εποχής των ησυχαστικών ερίδων δίνει με έναν
εκπληκτικό θεολογικο-λογοτεχνικό τρόπο και ο Πεντζίκης
παρομοιάζοντας το βυζαντινό ιδ΄ αιώνα με «μακρύ ψυχορράγημα»285. Ο
συγγραφέας παρουσιάζει το ενδεχόμενο του επικείμενου πνευματικού
θανάτου αυτή την εποχή, κατά την οποία «τῆς ἁρμονίας καὶ τῆς
συμφυΐας ὁ φυσικώτατος δεσμός ἀποτέμνεται. Ἡ ἑνότητα τῶν
ἀντιλήψεων ἔχει ἀφαντάστως χαλαρωθεῖ. Ἡ κλασσική φιλολογία, ἀπό
τὸν Ὅμηρο ἴσαμε τοὺς ἀλεξανδρινούς ἐπιγραμματοποιούς, ἀπό τοὺς
σοφία. Αν επικρατούσε, ο Χριστιανισμός θα έχανε το θεολογικό του περιεχόμενο, τον υπερφυσικό του
χαρακτήρα», βλ. Δημήτρη Κουτρουμπή, Η χάρις της Θεολογίας, σελ. 168.
282
Δημήτρη Κουτρουμπή, Η χάρις της Θεολογίας, σελ. 160.
283
οπ. σελ. 162. Δεν απέχει και πολύ από αυτή την κατάσταση, η σημερινή πραγματικότητα που
βιώνει το ορθόδοξο πλήρωμα στη μεγάλη του, δυστυχώς, πλειοψηφία.
284
οπ. σελ. 163. Αποτελεί κοινό τόπο στα σύγχρονα ελληνικά πολιτιστικά και κοινωνικά δεδομένα, η
πλειοψηφούσα άποψη ότι οι “θρησκευόμενοι” ασχολούνται με τα “πνευματικά” πράγματα, με την
υψηλή φιλοσοφία περί του θείου, περί του όντως όντος, απαρνούμενοι κάποτε εντελώς την εγκόσμια
πραγματικότητα.
285
Βλ. το πολύ όμορφο κείμενό του, «Ἐλπίς ἐκ τοῦ βυζαντινοῦ ιδ΄ αἰώνα», στο Ὑδάτων ὑπερεκχείλιση,
σελ. 99-111.

79

Προσωκρατικούς ἴσαμε τὸν Πλωτίνο, ποὺ γιὰ ἐξυπηρέτηση τῆς
Χριστιανικῆς ἀληθείας, πάντα καλλιεργήθηκε εὐρέως στὸ Βυζάντιο,
τώρα ἐρευνᾶται κάπως ἀνεξάρτητα, μὲ κέντρο τὸν ὀρθό λόγο»286.
Ακολούθως κάνει λόγο για ανεδαφικούς ηγέτες που είναι έτοιμοι να
απεμπολήσουν την πίστη τους προστρέχοντας στη δύση και ελπίζοντας
στη βοήθειά της, η οποία ποτέ δεν ήρθε. Η δύση τότε πλέον βρίσκεται σε
άλλο πνευματικό μήκος κύματος: «Στὴν Ἰταλία εἶχαν ἀρχίσει τότε νὰ
ἑρμηνεύουν τὴ ζωή, ποὺ ὑφίσταται μόνο ὡς σύμβολο τῆς παρά τῷ θεῷ,
ἀνεξάρτητα, σὰ νὰ ὑφίστατο αὐθυπόστατη»287.
Οι αιρετικοί όλων των αιώνων, όπως και οι βαρλααμιστές,
κινούνται σε μια σύγχυση εννοιών και λέξεων, αδυνατούν να διακρίνουν
την ουσία του πράγματος και μπλέκουν σε ορισμένους εκφραστικούς
τύπους. Όταν γίνεται λόγος λόγου χάρη για Θεό ή Πνεύμα ή Θεότητα,
εννοούνται ποικίλες εκδοχές αναλόγως του θέματος που πραγματεύεται
κάποιος∙ πότε η θεία ουσία, πότε οι υποστάσεις, πότε οι κοινές ενέργειες
των υποστάσεων.288Ακόμα και ως προς το Θαβώριο Φως ο άγιος
Γρηγόριος Παλαμάς, μιλάει για τις διαφορετικές ορολογίες που
χρησιμοποιούν παλαιότεροί του Πατέρες: ο Μάξιμος το χαρακτηρίζει
σύμβολο θεότητας, ο Βασίλειος θεότητα και ο Χρυσόστομος κάτι λίγο
από τη θεότητα, όπως και την αμυδρή αυγή κατά το ξημέρωμα θα
μπορούσε να την ονομάσει και φως και κάτι λίγο από την ημέρα και
σύμβολο της ημέρας∙ φυσικό φως της όμως, ούτε ξένο, ούτε αποκομμένο,
ούτε χωριζόμενο από αυτή289. Γι’ αυτό το λόγο ο όσιος Ιεράρχης
επισημαίνει στο Βαρλαάμ: «μὴ πολὺς ἴσθι τῷ τῆς θεολογίας γράμματι
προσκείμενος∙ ἀποκτείνει γὰρ τοὺς μὴ περαιτέρω διορῶντας…. εἴσω
πέμπε τὸ τῆς διανοίας ὄμμα καὶ τὸν σκοπὸν κατανόει μοι τῶν ἐνθέων
συγγραφέων….πάντα εὐθέα ἐστὶ τοῖς νοοῦσι καὶ ὀρθὰ τοῖς εὑρίσκουσι
γνῶσιν»290. Ο ίδιος γνωρίζοντας τη δυσκολία της εκφράσεως σε
θεολογικές έννοιες, δεν αρνιόταν, κατά τον πατέρα Θεόκλητο Διονυσιάτη
να ομολογήσει το ατυχές ή ανεπαρκές ή ενίοτε και διφορούμενο των
286

οπ. σελ. 100.
οπ. σελ. 101.
288
Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, σελ. 207.
289
«Ἀλλ’ ὁρᾶς ὡς τὸ σύμβολον θεότητος ὁ θεῖος ἔφη Μάξιμος, αὐτὸ Βασίλειος μὲν ὁ μέγας θεότητα
προσεῖπεν, ὁ δὲ Χρυσόστομος πατὴρ ὀλίγον τῆς θεότητος, ὡς καὶ τὴν κατ’ ὄρθρον ἀμυδρὰν αὐγὴν καὶ
φῶς ἂν τις ονομάσειε καὶ ὀλίγον τῆς ἡμέρας καὶ σύμβολον αὐτῆς; Φυσικόν γε μην, ἀλλ’ οὐκ ἀλλότριον
οὐδὲ ἀπεσχοινισμένον οὐδὲ διαιρούμενον αὐτῆς ποτέ», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ἀντιρρητικὸς Δ΄14,38,
Συγγρ. Γ, σελ. 267-268.
290
Γρηγορίου Παλαμά, Πρὸς Γαβρᾶν 32, βλ. Συγγρ. Β, σελ. 360.
287

80

εκφράσεών του291, αλλά λέγοντας σε αυτές τις περιπτώσεις: «ὃ δ’ εἰς
νοῦν τὸ τοῦ λόγου βάπτων καὶ μὴ προσπάσχων ἤχοις καὶ φθόγγοις καὶ
συλλαβαῖς ἀνοήτως, ἐφίστησι καὶ συνίησι τί τὸ βούλημα τοῦ
γράφοντος»292. Διακρίνει βέβαια την περίπτωση αντιλογίας περί της
ευσέβειας και της αληθείας, όπου και υπάρχει μεγάλη ευχέρεια στη
χρήση των λέξεων, από εκείνη της ομολογίας πίστης, όπου και χρειάζεται
ακρίβεια.293
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, έχοντας κατανοήσει, το ίδιο ισχύει
και με τον Πεντζίκη όπως θα αναφερθεί στη συνέχεια, ότι για να
αποφευχθούν οι προαναφερθέντες κίνδυνοι και να εξασφαλιστεί η
σαρκωμένη διάσταση της αλήθειας, χρειάζεται να δένονται λειτουργικά
τα ιστορικά πράγματα και οι πνευματικές εκδηλώσεις, είναι απορριπτικός
απέναντι σ’ αυτούς που μαίνονται κυριολεκτικά (γράφοντας “γαύρες”
επιστολές) εναντίον εκείνων που θεολογούν και δε χρησιμοποιούν τις
ίδιες ακριβώς λέξεις με τους παλαιότερους, παραπέμποντας μάλιστα σε
πολύ παλαιότερούς του πατέρες294: «….ζήτησες τις γνώμες ένθεων
θεολόγων για το αν πρέπει ή δεν πρέπει να διαφέρει στις λέξεις εκείνος
που θέλει να θεολογεί σύμφωνα με εκείνους. Δέξου, λοιπόν, τη γνώμη
των θεόληπτων ανδρών…. ότι είναι παράλογο και λοξό και γνώρισμα
εκείνων που τα θεία δε θέλουν να νοούν…. το να μην προσέχουμε στη
δύναμη του στόχου, αλλά στις λέξεις295 …Το ίδιο ακριβώς λέει και ο
επώνυμος της αθανασίας θεηγόρος,…. ότι οι πολλοί δεν εξετάζουν την
πίστη ούτε το σκοπό εκείνου που γράφει, αλλά από φθόνο ή εριστικότητα
δέχονται προληπτικώς τη γνώμη την οποία σχημάτισαν στη σκέψη τους
όπως εκείνοι θέλουν και παραποιούν τα γραφόμενα κατά τις επιθυμίες
τους.296 Υπάρχει άλλωστε περίπτωση ακόρεστης χρήσης λέξεων
291

Βλ. σχετ. Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, σελ. 281, υποσημ. 339.
Γρηγορίου Παλαμά, Ἐπιστολὴ πρὸς Δανιὴλ Αἴνου, Συγγρ. Β, σελ. 359.
293
«Ἕτερόν ἐστιν ἡ ὑπὲρ τῆς εὐσεβείας ἀντιλογία καὶ ἕτερον ἡ τῆς πίστεως ὁμολογία· καὶ ἐπὶ μὲν τῆς
ἀντιλογίας οὐκ ἀνάγκη περὶ τὰς λέξεις ἀκριβολογεῖσθαι τὸν ἀντιλέγοντα, … ἐπὶ δὲ τῆς ὁμολογίας
ἀκρίβεια διὰ πάντων τηρεῖται καὶ ζητεῖται», Συνοδικός Τόμος του 1351, PG 151,723 B, βλ. και Νίκου
Ματσούκα, Δογματική και συμβολική θεολογία Α΄, σελ. 161.
294
Γρηγορίου Παλαμά, Πρὸς νομοφύλακα Συμεών 1, Συγγρ. Β, σελ. 395.
295
«…ὡς ἔστιν ἄλογον καὶ σκαιὸν καὶ τῶν μὴ τὰ θεῖα νοεῖν ἐθελόντων ἴδιον, τὸ μὴ τῇ δυνάμει τοῦ
σκοποῦ προσέχειν, ἀλλὰ ταῖς λέξεσι», βλ. Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί θείων ονομάτων, PG 3,708 C.
296
«…οἱ πολλοί, οὐ τὴν πίστιν, οὐδὲ τὸν σκοπὸν τοῦ γράφοντος ἐξετάζουσιν, ἀλλὰ διὰ φθόνον ἢ ἔριν,
ἧς προελήφθησαν κατὰ διάνοιαν δόξης, ὡς θέλουσιν αὐτοὶ δέχονται, καὶ μεταποιοῦσι τὰ γραφέντα
κατὰ τὴν ἰδίαν ἡδονήν», βλ. Αθανασίου του Μεγάλου, Ἐπιστολὴ πρὸς Σεραπίωνα 5, PG 26,689 C. Σε
επίρρωση του χωρίου αυτού έρχεται και η γνώμη του Γρηγορίου του Θεολόγου (Λόγος 39, Εἰς τὰ ἅγια
Φῶτα, PG 36,345 C και Λόγος 29 ή Θεολογικός 3, PG 36,92 A) στον οποίο παραπέμπει ο Παλαμάς
(οπ. Συγγρ. Β, σελ. 396, 459): «οὐδὲ γὰρ ἐν ρήμασιν ἡμῖν, ἀλλ’ ἐν πράγμασιν ἡ εὐσέβεια∙ οὐδὲ περὶ
τῶν ὀνομάτων ζυγομαχήσομεν οὐδὲ περὶ ταῦτα ζυγομαχοῦντες ἀσχημονήσομεν, ὥσπερ ἐν ὀνόμασι
292

81

ορθόδοξων από αιρετικούς, όπως επίσης υπάρχει και περίπτωση χρήσης
νεόκοπων, άγραφων, αμάρτυρων λέξεων, αλλά από ανθρώπους ευσεβείς
κατά τη διάνοια.297 Οφείλει να προσέχει κανείς την προαίρεση και τη
διάνοια του γράφοντος και όχι να βασανίζει γυμνές τις λέξεις για να μην
πάθει ζημιές»298. Στην ίδια ακριβώς κατεύθυνση κινείται και ο Ισαάκ ο
Σύρος299.
Άρα οι λέξεις παραπέμπουν στην αλήθεια, χωρίς να την
εξαντλούν. Άλλωστε «τα όρια της γλώσσας μας δεν είναι τα όρια της
αλήθειάς μας. Και τούτο γιατί τα όρια της αλήθειάς μας, όπως άλλωστε
και τα όρια της σωτηρίας μας είναι τα όρια της αγάπης του Θεού, εκείνης
της αχώρετης χώρας που η συγκατάβασή της κάνει κάθε κτιστό αλάθητο
να ανακαλύπτει την ελαχιστότητά του μα και τη σχετικότητά του ενώπιον
της αλάθητης αγάπης του Χριστού»300, ως επεκτεινόμενης έκπληξης,
τόσο μέσα στο υποκείμενο, όσο και προς κάθε πλησίον, όπως και άφιξης
από το ίδιο το υποκείμενο προς κάθε πλησίον. Οι λέξεις, λοιπόν, οι όροι
και τα δόγματα δεν είναι αλάθητοι καθ’ εαυτούς, το αλάθητο «σχετίζεται
με ζώντα πρόσωπα που αλλάζουν συνεχώς και μας αλλάζουν, με την
πορεία ολάκερου του λαού που παλεύει το μυστήριο της εν σώματι
συνάντησης».301

κειμένης ἡμῖν τῆς εὐσεβείας, ἀλλ’ οὐκ ἐν πράγμασιν. Οἱ δὲ σφόδρα προπολεμοῦντες τοῦ γράμματος,
ἵστωσαν ἐκεῖ φοβούμενοι φόβον, οὗ μὴ ἔστι φόβος, καὶ σαφῶς γινωσκέτωσαν, ὡς ἔνδυμα τῆς ἀσεβείας
αὐτός ἐστιν ἡ δειλία τοῦ γράμματος».
297
«…κἂν ἀγράφους τις λέγῃ λέξεις, οὐδὲν διαφέρει, ἕως ἂν εὐσεβῆ τὴν διάνοιαν ἔχῃ∙ οἱ δὲ αἱρετικοὶ
κἂν ταῖς ἀπὸ τῶν γραφῶν χρήσωνται, οὐδὲν ἦττον ὕποπτοι καὶ τὸν νοῦν διεφθαρμένοι», χωρίο
αποδιδόμενο από τον Παλαμά στο Μεγ. Βασίλειο, αλλά που δεν έχει ανιχνευθεί, βλ. Γρηγορίου
Παλαμά, Ἐπιστολαί, Τῷ πάντα καλῷ καγαθῷ καὶ σοφῷ νομοφύλακι Συμεών 1, Συγγρ. Β, σελ. 395,
υποσημ. 3, κείμενο υπό Ν. Α. Ματσούκα.
298
«…οὐ δεῖ τὰ ρήματα γυμνὰ ἐξετάζειν, ἐπεὶ πολλὰ ἕψεται ἀτοπήματα, οὐδὲ τὴν λέξιν καθ’ ἑαυτὴν
βασανίζειν, ἀλλὰ τῇ διανοίᾳ προσέχειν τοῦ γράφοντος· ἂν γὰρ μὴ τὴν γνώμην τοῦ γράφοντος
ἐξετάζωμεν, πολλὰς ὑποστησόμεθα τὰς ἀπεχθείας καὶ πάντα ανατραπήσεται», βλ. Ιωάννου
Χρυσοστόμου, Κατά Ανομοίων 8,10, PG 48,769.786.
299
«Βλέπεις λοιπόν, πῶς ἐναλάσσουσιν οἱ πατέρες τὰς ὀνομασίας εἰς τὰ πνευματικά πράγματα; Καθότι
ἡ ἀκρίβεια τῶν ὀνομάτων διατηρεῖται εἰς μόνον τὰ πράγματα τοῦ παρόντος κόσμου∙ εἰς δὲ τὰ
πράγματα τοῦ μέλλοντος αἰῶνος ἀκριβής ὀνομασία ποσῶς δὲν φυλάττεται, παρά μία ἁπλῆ γνῶσις,
ἀνωτέρα πάσης ὀνομασίας, καὶ παντός στοιχείου, καὶ μορφῆς, καὶ χρώματος, καὶ σχήματος, καὶ
συνθέτων ὀνομάτων. Γι’ αὐτό ὅταν ὑψωθεῖ ἡ γνώση τῆς ψυχῆς ἀπό τὰ φαινόμενα, τότε ὅπως θέλουν
μεταχειρίζονται οἱ πατέρες τὰ ὀνόματα γιὰ νὰ ὁρίσουν, νὰ δηλώσουν τὴν προσευχή… κατά τὸ λόγο
τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, ὁ ὁποῖος λέει ὅτι χάρη τῶν αἰσθήσεων μεταχειριζόμαστε
παραβολές καὶ συλλαβές καὶ ἐνδεχόμενα ὀνόματα καὶ ρήματα στὰ θεῖα πράγματα. Ὅταν ὅμως ἡ
διοίκηση καὶ οἰκονομία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κυριεύει τὸ νοῦ, τὸν οἰκονόμο τῶν αἰσθήσεων καὶ
λογισμῶν, τότε ἀφαιρεῖται τὸ αὐτεξούσιο ἀπό τὴ φύση μας καὶ ὁ νοῦς ὁδηγεῖται διὰ τῆς ὁδηγίας ἄλλου
καὶ ὄχι διὰ τῆς ἰδίας αὐτοῦ θελήσεως», βλ. Ισαάκ του Σύρου, Ἀσκητικά, Περί καθαρᾶς προσευχῆς,
Λόγος 32, σελ. 166,167.
300
Χρυσοστόμου Σταμούλη, Έρως και Θάνατος, σελ. 228.
301
οπ. σελ. 228.

82

Σχετικά με τις λέξεις και τα λόγια του Θεού, ως παραπεμπτικά του
Λόγου και προς τον Λόγο μακρυά από περιττούς στολισμούς, ο άγιος
Γρηγόριος Παλαμάς είναι αρκετά σαφής γειώνοντας ταυτόχρονα τον
αναγνώστη με την ταπείνωση: «Γι’ αυτό και απαρνηθήκαμε εκείνες τις
αττικές χάριτες και το πολύ τεχνικό στην έκφραση, ενώ από την αληθινή
σοφία δεν αποκτήσαμε τίποτε άλλο, ή μάλλον αποκτήσαμε κάτι λίγο,
αλλά τρέχουμε σαν σε οσμή μύρου, χωρίς να έχουμε κάπως στα χέρια
μας το ίδιο το μύρο».302
Αλλού εξηγεί το λόγο για τον οποίο γράφει και αναφέρεται στο
όντως αληθές κάλλος των γραπτών κειμένων: «…. έφθασα να γράφω από
ανάγκη και όχι για επίδειξη. Πρώτο βέβαια κάλλος του νοήματος που
κρύβεται μέσα στους λόγους είναι αυτό…. που είναι και κάλλος της
ψυχής, να βλέπει δηλαδή κατά το δυνατόν προς το Θεό και την
αλήθεια».303 Έτσι τα λόγια, ο γραπτός λόγος γίνονται αφορμή για τον
σοφό, ώστε αυτός να γίνει σοφότερος, κατά το γραφικό.304Τα λόγια,
λοιπόν, αν και απέριττα γραμμένα, ωραΐζονται, καλλύνονται από το φως
της αληθείας, το οποίο μέσα του φέρει συναπαστράπτουσα, κατά τη
δύναμη του γράφοντος, την ειλικρίνεια της καθαρής του διανοίας, και
φανερώνει διαρκώς σαν συνοδό της, την από κάθε άποψη άμεμπτη
αποδεικτική ακρίβεια στο συγκεκριμένο θέμα.305 Επιπροσθέτως, σκοπός
του λέγοντος ή του γράφοντος είναι η φανέρωση και όχι η απόκρυψη της
σκέψης του.306
Από την άλλη πλευρά, απαιτείται το νηπιάζον απλούστατο
φρόνημα από πλευράς δέκτη των μηνυμάτων, ιδίως του ευαγγελικού
302

«…διὸ καὶ τὰς ἀττικὰς ἐκείνας χάριτας καὶ τὸ λίαν ἔντεχνο τῆς ἐξαγγελίας ἀπειπάμεθα, τῆς δὲ
ἀληθινῆς σοφίας οὐδὲν ἢ μικρὸν κατειλήφαμεν, ἀλλ’ οἷον εἰς ὀσμὴν μύρου τρέχομεν, αὐτὸ τὸ μύρον
οὐκ ἐν χερσὶν ἔχοντές πω», Βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Α΄ πρὸς Βαρλαὰμ 10, Συγγρ. Α, σελ. 230, πρβλ.
και Α΄ πρὸς Ἀκίνδυνον 14, Συγγρ. Α, σελ. 219
303
«…καίτοι καλλιρρημονεῖν ἐφίεσθαι πεφυκώς, ἐναργὲς ἂν εἴη καὶ τοῦτο δεῖγμα τοῦ πρὸς ἀνάγκην,
ἀλλὰ μὴ πρὸς ἐπίδειξιν…. Τῆς γε μὴν ἐναποκειμένης διανοίας τοῖς ρήμασιν τοῦτ’ ἂν φαίην ἐγὼ
πρῶτον κάλλος, ὃ καὶ ψυχῆς, ἐφ’ ὅσον οἷόν τε πρὸς τὸν θεὸν καὶ τὴν ἀλήθειαν βλέπειν· ἐκεῖθεν γὰρ
αὐτῇ τὰ μετὰ τοῦτο καλά..», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, Λόγος 3,1,2,
Συγγρ. Α, σελ. 617.
304
Παροιμ. 9,9: «δίδου σοφῷ ἀφορμήν, καὶ σοφώτερος ἔσται».
305
«…πεπεισμένοι τῷ σοφισθέντι κατὰ τὸ γεγραμμένον… παρέχομεν ἀφορμὴν ὑπὲρ εὐσεβείας τῇ σῇ
σοφίᾳ διὰ τουτωνὶ τῶν γραμμάτων, τέχνῃ μὲν καὶ χάρισιν ἀττικαῖς οὐκ ἐσταλμένην ἄγαν πρὸς
κάλλος,… τῷ δὲ φωτὶ τῆς ὰληθείας ἐνωραϊζομένην εὖ μάλα, συναπαστράπτον ἔνδοθεν κεκτημένῳ
κατ’ ἐμὴν δύναμιν τὸ τῆς ὑγιοῦς διανοίας εἰλικρινὲς καὶ συμπαρομαρτοῦν ὑποφαῖνον διαρκῶς, ὡς
ἐγῶμαι, τὸ πρὸς παράστασιν τοῦ προκειμένου πάντοθεν ἠκριβωμένον…», βλ. Γρηγορίου Παλαμά,
Πρὸς Γαβρᾶν 1, Συγγρ. Β, σελ. 325.
306
«…ὁ ἀμαθῶς οὕτως καὶ σκαιῶς συγγραφόμενος σοφός, … γνώτω, μὴ τοῦ κρύπτειν ἕνεκεν, αλλὰ
τοῦ ἐκφαίνειν τὴν τοῦ λέγοντος διάνοιαν, λεγόμενά τε καὶ γραφόμενα τὰ ῥήματα», Βλ. Γρηγορίου
Παλαμά, Πρὸς νομοφύλακα Συμεὼν 3, Συγγρ. Β, σελ. 397.

83

μηνύματος, για να ενδυθεί αυτός τη χάρη τους και να καταστεί
«ἱματισμένος καὶ σωφρωνῶν»307 εκκλησιαζόμενος εν Χριστώ.308 Τα
πονηρά λόγια άλλωστε, όταν βγαίνουν από τον πονηρό θησαυρό της
καρδίας δια του στόματος ωσάν από φωλιά, κάνουν ώστε η ψυχή να
απεκδύεται τον αγιασμό της.309
Έτσι οι λέξεις στον Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης γίνονται
φανερώσεις της αλήθειας των πραγμάτων, ενδύματα πνευματικά τόσο για
τον ομιλούντα ή γράφοντα, όσο και για τον ακροατή ή τον αναγνώστη,
παραπομπές στο Χριστό και την Εκκλησία του, η οποία για τον Πεντζίκη
είναι «τὸ πρόσωπό μας ποὺ μᾶς συνδέει» πάνω σε όλη την οικουμένη
και «ποὺ ἐξακολουθοῦμε νὰ τὴν ἀρνούμαστε, ὅπως ἀρνούμαστε τὸν
Καποδίστρια καὶ τὸν Κολοκοτρώνη».310 Γι’ αυτό και ο λόγος του
Θεσσαλονικιού ζωγράφου και πεζογράφου, κατάλληλος για τη σημερινή
εποχή της άρνησης, αρκούντως “ανισόρροπος” και αφυπνιστικός, δεν
παύει να χρησιμοποιεί τις λέξεις με τρόπο προκλητικό και ίσως οδυνηρό
απέναντι στο φίλαυτο σημερινό άτομο, θέλοντας να το ευαισθητοποιήσει,
να θραύσει τις ορθολογιστικές του αγκυλώσεις και βεβαιότητες, σε όποια
κοινωνική και πολιτική ομάδα και αν ανήκει.
Με τρόπο ανάλογο και η θεολογία του Παλαμά θεωρήθηκε
καινοτομία και πρόκληση στη δική της εποχή (14οαι.) και μάλιστα στους
συντηρητικούς θεολογικούς κύκλους, οι οποίοι συντάχθηκαν με το
πνεύμα του Βαρλαάμ, αντιπροσωπευτικό του κοσμικού πνεύματος κάθε
ιστορικής περιόδου που εκθειάζει την αντίστοιχη γνώση, τη νοησιαρχία
και τον ορθολογισμό. Πιστεύει ο Πεντζίκης ότι οι Βυζαντινοί, «βαθιά
ἐμποτισμένοι ἀπό τὸ πνεῦμα τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τοὺς ἐνάντια σὲ κάθε
λογικοκρατούμενη αἱρετική ἀντίληψη ἀγῶνες της, δὲν παραδέχτηκαν
ποτέ τὰ τοῦ Εὐαγγελίου σὰν ψυχρές ἀντικειμενικές ἀλήθειες,
ὑποκείμενες σὲ παντός εἴδους ἀμφισβητήσεις, ἀλλά σὰν γαμήλιο
307

Μαρκ. 5,15 και Λουκ. 8,35.
«…ὁ δι’ ἡμᾶς σαρκωθεὶς προαιώνιος Λόγος,…. καὶ τὸν λόγον τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος ἐν
ἑαυτῷ φέρει πάντως οὐ καθάπερ τὸ γράμμα ἐστί, λευκὸν μὲν ὂν καὶ σαφές, ἅμα δὲ καὶ στῖλβον καὶ
λαμπρὸν καὶ οἷον μαργαρῶδες, μᾶλλον δὲ θεοπρεπὲς καὶ ἔνθεον τοῖς ἐν πνεύματι τὰ τοῦ Πνεύματος
ὁρῶσι καὶ διασαφοῦσι τὰς ἐν τῷ γράμματι λέξεις θεοπρεπῶς καὶ τοιαῦτα δείκνυσι τὰ ῥήματα τοῦ
εὐαγγελικοῦ κηρύγματος, οἷα γναφεὺς ἐπὶ τῆς γῆς, τουτέστι σοφὸς τοῦ αἰῶνος τούτου, οὐ δύναται
διασαφῆσαι», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 33, Εἰς τὴν… Μεταμόρφωσιν, PG 151,441 AB.
309
«Τὸ δὲ ῥῆμα τὸ πονηρὸν ἐκ τοῦ πονηροῦ θησαυροῦ τῆς καρδίας, οἷον ἀπό τινος καλιᾶς, διὰ τοῦ
στόματος ἀφιέμενον, τὸν ἁγιασμὸν ἀφαιρεῖται τῆς ψυχῆς», βλ. Σοφοκλέους Οικονόμου εξ Οικονόμων,
Ὁμιλία 47, Εἰς τὸ τῆς Δ΄ Κυριακῆς Λουκᾶ Εὐαγγέλιον, σελ. 68.
310
Βλ. «Προσεύχομαι στὰ πράγματα γιὰ νὰ μὲ δώκουν ζωή», συνέντευξη του Πεντζίκη στο περιοδ. Το
Τέταρτο 2, σελ. 102.
308

84

πανηγυρικό ἑορτασμό τῆς ἀγαπητικῆς κοινωνίας τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν
ἄνθρωπο»311. Δεν ξεχνάει ότι η Ορθοδοξία, σε αντίθεση με «τὸν ἀμαυρὸ
σκόπελο» τῆς Δυτικής Αναγέννησης προκρίνει «τὸν θάνατο (ἢ ὅ,τι
μοιάζει ἔτσι) ἀπὸ ἕνα ναυάγιο τῆς πίστεως. Διότι ὅταν ὅλο τὸ βάρος γιὰ
τὴν ἀπόδειξη τῆς ἀληθείας τῆς πίστεως ἀφεθεῖ στὸν τρεφόμενο ἀπὸ τὶς
αἰσθήσεις ἀτομικὸ νοῦ, τίποτα δὲν εἶναι δυνατὸ ν’ ἀποδειχτεῖ, καὶ
συνεχῶς
ἀπογυμνωνόμαστε
κάθε
οὐσιαστικοῦ,
καταντώντας
312
πτώματα» . Σίγουρα εδώ, βλέπει κανείς, την τέλεια διάζευξη της
αγιοπαλαμικής σκέψης με την οποία ανεπιφύλακτα συντάσσεται ο
Πεντζίκης, από τον Βαρλαάμ και τον Ακινάτη και τα ποικίλα μορφώματα
της σκέψης τους.
Έτσι, τα κείμενά του είναι απαιτητικά, θέλουν τον αναγνώστη, όχι
τόσο λογικώς σκεπτόμενο, όσο συν-πάσχοντα, δημιουργικώς συνμετέχοντα, πράγμα που αποτελεί προαπαιτούμενο της αναγνώσεως και
όλων των πατερικών κειμένων, αν ο αναγνώστης προαιρείται όντως να
τραφεί από αυτά, αλλιώς αναφύονται δυσκολίες, δυσχέρειες
“οντολογικού”313
τύπου,
στέρηση
των
βασικών
εχέγγυων
προσληπτικότητας, που καθιστούν τα πεντζικικά κείμενα το λιγότερο
ασαφή, ενώ δεν αποφεύγεται από κάποιους και ο χαρακτηρισμός τους ως
κειμένων αλλοπρόσαλλων και παθολογικών. Είναι, λοιπόν, με αυτή την
οντολογική αίσθηση που ο Πεντζίκης επισημαίνει ότι «τὰ πατερικά
λόγια εἶναι ψωμί καὶ τυρί καὶ σὲ τρέφουν. Εἶναι τροφή τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ
σώματος. Διατηρεῖσαι μὲ αὐτά».314 Γι’ αυτό και δε φοβάται, έτσι
προπαιδευμένος, τη δύσκολη στιγμή ενθυμούμενος ότι: «ο λόγος μας
πολλές φορές είναι πλαδαρός και αδύναμος. Για να μεταδοθή και να
δώση ζωή ο λόγος, πρέπει να σαρκωθή. Όταν με το λόγο σου δίδης τη
σάρκα σου και το αίμα σου στον άλλο, τότε μόνο τα λόγια σου κάτι λένε.
Λόγια άσαρκα, που δεν βγαίνουν μέσα από τη ζωή και δεν μοιράζουν
κομματιασμένη τη σάρκα μας και χυμένο το αίμα μας, δεν λένε τίποτε.
311

Πεντζίκη, «Ὑποσυνειδήτου κλῖμαξ καὶ σουρρεαλισμός» στο Αντρέας Δημακούδης…, σελ. 182183.
312
Βλ. Πεντζίκη, «Γράμμα γιὰ τὸ “Μυστικὸν ἔαρ”», στο Θεολογία και Λογοτεχνία αφιέρωμα στον Π.
Β. Πάσχο, σελ. 671.
313
Ο όρος οφείλεται στον αμερικανό καθηγητή Τζωρτζ Στάινερ (γεν. 1929), αμερικανό κριτικό
λογοτεχνίας εβραϊκής καταγωγής που ασχολήθηκε με τη συγκριτική λογοτεχνία, εμβριθή και
διορατικό μελετητή και τον φορτίζω ορθόδοξα, θεωρώντας τον πολύ εύστοχο, ανεξάρτητα από την
ερμηνεία την οποία του προσδίδει εκείνος και που πιθανόν να εννοεί την εκζήτηση, εύρεση και
χρησιμοποίηση από την πλευρά των συγγραφέων μιας σκόπιμης στρατηγικής, βλ. Ηλία Γιούρη,
«Διαβάζοντας Πεντζίκη», περιοδ. Σύναξη 52, σελ. 27, 34.
314
Συνέντευξη του Πεντζίκη στο περιοδ. Σύναξη 38, σελ. 67.

85

Γι’ αυτό και ο Κύριος ανακεφαλαίωσε κατά το Μυστικό Δείπνο το
μυστήριο του κηρύγματός Του λέγοντας: Λάβετε φάγετε το Σώμα μου,
πίετε το Αίμα μου. Ευτυχισμένος ο άνθρωπος που τεμαχίζεται και
προσφέρεται στους άλλους, που χύνεται και ποτίζει τους άλλους. Όταν ο
καιρός της δοκιμασίας του έλθη, δεν θα τρομάξη. Ήδη θα έχη καταλάβει
ότι μέσα στην ιερουργία της αγάπης ο άνθρωπος κατά χάριν μελίζεται
και δεν διαιρείται, εσθίεται και ουδέποτε δαπανάται. Έχει γίνει κατά
χάριν Χριστός, και έτσι η ζωή του τρέφει και ποτίζει τον αδελφό. Δηλαδή
τρέφει και αυξάνει την ίδια του την ύπαρξη».315 Και είναι ακριβώς μέσα
σ’ ένα τέτοιο ταυτόσημο πνεύμα που κατανοεί τα πράγματα ο
Θεσσαλονικιός δημιουργός όταν δηλώνει: «Μὲ συγκινεῖ ὁ λόγος, ὅταν
διατυπούμενος συνεκφέρει τεμάχια σαρκός, λείψανα ἁγιαζόμενα στοὺς
κόλπους τῆς ἐκκλησίας»,316 ή όταν ομολογεί: «Μοῦ ἀρέσουνε οἱ
αἰσθηματικοί ἄνθρωποι ποὺ ξεχνᾶνε τὸν ἑαυτό τους ἐν ὀνόματι τῆς
ἀγάπης ποὺ παρέχουν»,317 μοιράζουν δηλαδή τον εαυτό τους, ή όταν
αλλού επιθυμεί: «Θέλω νὰ ζήσω συντάσσοντας γραπτῶς, τὸ συμβόλαιο
τῆς μετά τῶν ἄλλων παντοτινῆς ἑνώσεως»:318 ο λόγος του συμβόλαιο, οι
λέξεις του συνεκφορά αιμάσσουσας σάρκας.
Γι’ αυτό τα μεστά παρηγορίας και κατανύξεως κείμενα του αγίου
Γρηγορίου του Παλαμά με τη θεολογική ευκρίνεια, ακρίβεια, ενάργεια,
βαθύτητα και αμεσότητα, καρποί ενός ανθρώπου που ηγάπησε μανικά το
Χριστό και δόθηκε εκ νεότητος στις εν άκρα νυκτί, ησυχία και μονώσει
μακρές μετ’ αυτού συνομιλίες, συντονίζονται, συνεργάζονται και
συναντούν σε χρόνο μέλλοντα τα διαφορετικά εκείνα του Πεντζίκη, που
προσλαμβάνουν “ανισόρροπα” την ανισόρροπη σάρκα του παρόντος
αιώνος, το παρόν υπό οποιαδήποτε όψη του και το προσκομίζουν στο
Σώμα του Χριστού, στην Εκκλησία του.
Τα κείμενα και των δύο, ίσως στις πιο ησυχαστικές και
προσευχητικές ανθρώπινες ιδιοσυγκρασίες ο πρώτος, ενώ περισσότερο
στις καλλιτεχνικές και φιλολογικές ο δεύτερος, (χωρίς να αποκλείονται
και οι εξαιρέσεις που μάλλον είναι πολλές) αποδεικνύονται ανορθωτικά,
θεραπευτικά σε όλα τα πονεμένα, απογοητευμένα από τους άλλους και
τον εαυτό τους, αν και ευφυέστατα και μελετηρά τέκνα της παρούσας
315

Αρχιμανδρίτου. Βασιλείου, Εισοδικόν, σελ. 48-49.
Πεντζίκη, Πρὸς ἐκκλησιασμόν, σελ. 92.
317
Πεντζίκη, «Προσεύχομαι στὰ πράγματα…», περιοδ. Το Τέταρτο 2, σελ. 102.
318
Πεντζίκη, Ὁμιλήματα, σελ. 101.
316

86

εποχής που λιμώττουν πνευματικά κι έχουν ανάγκη από λόγο ζώντα,
«που κατορθώνει τη ζωή και ανορθώνει την ψυχή»319, λόγο σαρκούμενο
και αιμάσσοντα που προξενεί την οντολογική αλλαγή, χορταίνοντας
ψυχές που πεινούν και διψούν. Γίνονται έτσι οι δύο συγγραφείς, Άγιος
και Παιδί, αλιείς βυθού, παρουσία πραγματική του Χριστού στη ζωή
τους, που με τον απαράμιλλο “ισορροπημένο” και “ανισόρροπο”
αντίστοιχα τρόπο τους, τον εξάπαντος ξένο προς το φρόνημα του
κόσμου, οδηγούν τα «τεκνία»320 αυτά στο Χριστό.
Αντιμετωπίζει ο Πεντζίκης τα γραφόμενά του σαν ψελλίσματα,
σαν ταπεινές ασκήσεις προσευχής, χρησιμοποιώντας τις αποκαλυπτικές
της κεκρυμμένης ωραιότητος του Φωτός λέξεις, σαν ζωντανούς
οργανισμούς δια των οποίων κοινωνεί του κόσμου, απεκδυόμενος το
οποιοδήποτε ορθολογιστικό ένδυμα. Όπως ακριβώς τρώει κάποιος,
μασώντας την τροφή καλά321 για να την καταστήσει εύπεπτη και
ωφέλιμη σε όλο το σώμα, έτσι και ο λογοτέχνης και ζωγράφος αλέθει,
τρυπάει, ζυμώνει, διασπάει, κονιορτοποιεί το λόγο στα συστατικά του
στοιχεία, στοιχεία επίγεια, υλικά, όχι ιδέες και φαντάσματα. Γι’ αυτό με
αφοπλιστική ειλικρίνεια λέει: «Τί μ’ ἐνδιαφέρει ἂν εἶναι ἀγάπη, ἐφόσον
ἔχομε δύο ἄλφα, ἕνα γάμα, ἕνα πὶ καὶ ἕνα ἧτα. Αὐτό ἐγώ βλέπω, δηλαδή
μιὰ σύνθεση δύο διχρόνων, ἑνός οὐρανικοῦ, ἑνός χειλικοῦ καὶ ἑνός
μακροῦ φωνήεντος».322
Η άκτιστη ενέργεια της αγάπης και όχι κάποια ιδέα, έχει εδώ υλικό
ένδυμα τα γράμματα ή τους ήχους, ο Λόγος τo λόγο, ο οποίος σαν λόγια,
σαν λέξεις-σύμβολα, όχι είδωλα απαγορευτικά της συν-εύρεσης,
παραπέμπουν, καθιστώντας μέτοχο, τον άνθρωπο στην αγάπη, αλλά και
κομίζουν την αγάπη στο ενθάδε.323 Έτσι, μέσα του ανατέλλει η χάρη της

319

Χαρίεσσα ρυθμική έκφραση, ευστοχότατη θεολογικά, που άκουσα σε ανάγνωση κειμένου του
καθηγητή Ανέστη Κεσελόπουλου από τον ίδιο και τη σημείωσα.
320
Ιωάν. 13,33.
321
Σημειωτέον ότι ο Γαβριήλ Ν. Πεντζίκης προκρίνει την προφορική, δια ψελλίσματος ανάγνωση των
κειμένων του πατέρα του, δίνοντας την πληροφορία ότι και ο Νικόλαος Πεντζίκης έτσι μελετούσε.
Εύχεται μάλιστα στον αναγνώστη «καλή χώνεψη»!, βλ. Γαβριήλ Ν. Πεντζίκη, «Μελετώντας του
χορού τα βήματα», στο Πρὸς ἐκκλησιασμόν, εκδ. ΙΝΔΙΚΤΟΣ, σελ. 395.
322
Βλ. «Διασπώντας τὸ λόγο», συνέντευξη του Πεντζίκη στο περιοδ. Παρατηρητής 1, σελ. 9.
323
«Οι λέξεις αυτές, “πίστις” δηλαδή που δηλοί την εμπιστοσύνη και κάτι παραπάνω, και “πόθῳ”, που
φανερώνει την επιθυμία, τη λαχτάρα της παρουσίας κάποιου να σταθεί σιμά μας, διαπλέουν τις
θάλασσες του Χρόνου και μας ανταμώνουν· λέξεις χλωρές, νεοφερμένες, που να μας εισοδεύσουν,
όχι μονάχα στο νόημά τους, αλλά και στον κόσμο τους… Τον κόσμο της Βασιλείας Του», βλ. πρωτοπ.
Κων/νου Καλλιανού, «Της προηγιασμένης το πανίερο θάμβος», περιοδ. Εφημέριος, Μάρτιος 2011,
σελ. 26.

87

πίστης στην κατά σάρκα έλευση του Θεού Λόγου324 και αισθάνεται ο
συγγραφέας το Χριστό ως λάλον ύδωρ μέσα στο σώμα325
επαναλαμβάνοντας το παλαμικό ότι γίνεται και μέτοχος αυτού και τον
αποκτά ένοικο μέσα του326.
Μόνον έτσι μπορεί να εννοήσει ο Πεντζίκης τη λογοτεχνία και υπ’
αυτή την προϋπόθεση γράφει: «σὰν αποτέλεσμα μίας ακόμη άκτιστης
ενέργειας του Θεού μέσα στὴν κτίση, ποὺ οδηγεί τὸν άνθρωπο στὴ βίωση
της ενότητας ζώντων καὶ κεκοιμημένων, ενθάδε και επέκεινα»,327 δηλαδή
σαν ένα “συλλείτουργο” παπαδιαμαντικό, μία αναστάσιμη παννυχίδα
όπου, θα μπορούσε να ειπωθεί με τρόπο ποιητικό ήτοι εξαγγελτικό μεν
του πράγματος πλην άπταιστα θεολογικό, τα αναστάσιμα τροπάρια που
ψάλλουν οι ζώντες, συνοδεύονται από το ισοκράτημα των κεκοιμημένων,
και όπου «εμείς βυθίζουμε την ύπαρξή μας στα βάθη των αιώνων και
ψηλαφούμε τις αρετές των Πατέρων μας».328 Όπως λέει, κατά τον
Ιερομόναχο Αρτέμιο Γρηγοριάτη σε προσωπική του επιστολή προς το
συνθέτη, σε έξοχη θεολογική γλώσσα και ο διεθνούς φήμης έλληνας
συνθέτης Μίκης Θεοδωράκης, «εκείνοι που είναι μες στο χώμα κρατούν
το σκοινί της καμπάνας για να σημάνουν την Ανάσταση!»329
Άλλωστε και ο Παπαδιαμάντης, ο “άγιος των ελληνικών
γραμμάτων”, όπως και ο Πεντζίκης, περισσότερο αυτός και από το Φώτη
Κόντογλου330 ζουν τον εκκλησιαστικό τρόπο ζωής που παραπέμπει σ’
ένα συνεχές παρόν, αναιρετικό της κατακερματισμένης ιστορίας και της
πνευματικής άγνοιας. Αυτό τον τρόπο ζωής εκφράζει με την πέννα και το
χρωστήρα του ο Θεσσαλονικιός πεζογράφος και καλλιτέχνης.

324

«…πρὸς πίστιν ἐνάγων διαρκῆ τῆς τοῦ ἀνωτάτω Λόγου διὰ σαρκὸς ἐπιδημίας τε καὶ ἐμφανείας..»,
βλ. και Γρηγορίου Παλαμά, 150 φυσικά, θεολογικά, ἠθικά καὶ πρακτικά κεφάλαια, Φιλοκαλία Δ΄, σελ.
317-318.
325
Ν. Γ. Πεντζίκη, Πρὸς ἐκκλησιασμόν, σελ. 32.
326
«ἀλλὰ καὶ μέτοχος αὐτοῦ γίνεται καὶ ἔνοικον ἑαυτὸν κτᾶται», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 20…
Εἰς τὸ Η΄ ἑωθινόν, PG 151,272 CD.
327
Αναστασίου Πολυχρονιάδη, Πράγματα του νου ή πράγματα του φωτός, διδακτορική διατριβή, σελ.
74.
328
Πρωτοπρεσβυτέρου Κων/νου Καλλιανού, «Της προηγιασμένης το πανίερο θάμβος», περιοδ.
Εφημέριος, Μάρτιος 2011, σελ. 26.
329
Βλ. στην ιστοσελίδα www. enories. gr, όπου αναρτήθηκε η εν λόγω επιστολή. Ημερομηνία
πρόσβασης: 17-8-2011.
330
Ανέστη Κεσελόπουλου, Η λειτουργική παράδοση στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, σελ. 20.

88

β. Από κηπευτής ιδεών κηπουρός του Λόγου

Τη λογοτεχνική συγγραφή εννοεί και χαρακτηρίζει ο Πεντζίκης ως
«κηπευτική τοῦ λόγου»331. Καλλιέργεια των λέξεων και των γραμμάτων
της αλφαβήτας. Μεγάλη χαρά ο λόγος γι’ αυτόν, αίσθηση δημιουργίας.
«Θυμᾶστε», λέει «τὴν ὡραία τοιχογραφία, σήμερα σπανίζει πλὴν τοῦ
Ἁγίου Ὄρους, στοὺς νάρθηκες, ὅπου ἀπεικονίζεται ὁ Ἀδάμ ποὺ δίνει
ὀνόματα στὰ διάφορα ζῶα. Ἔχουμε ἐδῶ ἕνα ἀπό τὰ θεολογικά ἔργα, ποὺ
μᾶς δείχνει τὴ σημασία ποὺ ἔχει ὁ λόγος ἢ τὸ ὄνομα ποὺ δίνουμε στὰ
πράγματα: σπίτι, τραπέζι κα».332 Τη διαδικασία της γραφής ονομάζει
«μηχανισμό τῆς ἐκ τῶν ἔνδον ἄντλησης παρηγορίας»333, ενώ «γράφει»,
λέει, «στὴ γλώσσα μας καὶ μέσα ἀπό τὰ τεχνάσματά της καὶ τοὺς
τρόπους της ἀναγνωρίζει καὶ μαθαίνει τὸν κόσμο. Μὲ τὴν κοινή λαλιά,
ὑφαίνει τὴ σαγήνη, τὸ δίχτυ ποὺ ρίχνει γιὰ νὰ ἀνελκύσει τὶς λαχτάρες
του».334
Πρωταρχικό χαρακτηριστικό κάθε τεχνίτη του λόγου για τον
Πεντζίκη είναι να «νιώθει σὰν μιὰ ἄλλη ὕλη αὐτόνομη τὴ γλώσσα, ποὺ
ὑπηρετώντας την μπορεῖ κάπως νὰ μεταφέρει κάτι ἀπό τὰ μάταια καὶ
φθαρτά τούτου τοῦ κόσμου μὲ τὴν ὀδύνη, στὴν αἰωνιότητα τοῦ
πνεύματος», ενώ τα γράμματα και οι ποικίλοι γλωσσικοί χαρακτήρες
«σὰν σταθερές τῆς φυσικῆς, δίνουν στὴ γλώσσα τὴν αὐτονομία ἑνός
ὀργανισμοῦ, ποὺ μέσα στὴ ζωή δημιουργεῖ μιὰν ἄλλη (ενν. ζωή)»335.
Ο ίδιος γράφοντας και μελετώντας ανακαλύπτει το πόσο
σημαντικό είναι «τὸ ὅτι ὁ ἦχος μιᾶς λέξης, ἐκτός ἀπό τὸ νόημα ποὺ

331

«Τότε, βέβαια, τὰ κηπευτικά τοῦ λόγου ξεπερνοῦν τὴν ἄμεση ἔκφραση καὶ ὡς ἀνθοφορία εὔγλωττη
τῆς σιωπῆς τῶν αἰώνιων, εὐεργετοῦν τὶς συνειδήσεις τῶν ἐν τῷ αἰῶνι», βλ. Ν. Γ. Πεντζίκη,
«Ὑποσυνειδήτου κλῖμαξ καὶ σουρρεαλισμός», στο Αντρέας Δημακούδης…, σελ. 185.
332
Πεντζίκη, συνέντευξη στο Σωτήρη Γουνελά, περιοδ. Σύναξη 38, σελ. 63.
333
Πεντζίκη, «Ὑποσυνειδήτου κλῖμαξ καὶ σουρρεαλισμός», στο Ἀντρέας Δημακούδης καὶ ἄλλες
μαρτυρίες χαμοῦ καὶ δεύτερης πανοπλίας, σελ. 190.
334
Πεντζίκη, Τὸ μυθιστόρημα τῆς κυρίας Ἔρσης, σελ. 53.
335
Πεντζίκη, Πρὸς ἐκκλησιασμόν, σελ. 8.

89

δηλώνει, μπορεῖ νὰ μιμῆται τὸν ἀχό τοῦ πράγματος».336 Για το λόγο αυτό
και η ηχώ της λέξης “μίτρας”, μιμούμενη τον αχό της πραγματικότητας,
ότι δηλαδή ο δεσπότης είναι ο σύζυγος όλης της πόλης, επιτρέπει να
γραφεί η λέξη αυτή με ήτα, όπως η ομόηχή της γυναικεία μήτρα.337
Αλλά και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, αναλύοντας το όγδοο
Εωθινό ευαγγέλιο, σχολιάζει ότι οι άγγελοι που εμφανίστηκαν ήταν
ντυμένοι στα λευκά, δηλώνοντας με τον τρόπο αυτό το καθαρό και
φωτοειδές της φύσεώς τους,338 αλλά επιπλέον η λευκότητά τους αυτή
«δια-λευκαίνει» και το μυστήριο της ανάστασης, δηλαδή η ηχώ της λέξης
“λευκότητα” προσιδιάζει πολύ στην ομόηχή της λέξη “(δια)λεύκανση”,
μιμούμενη τον αχό του πράγματος που είναι η διασαφήνιση και
αποκάλυψη του μυστηρίου της Ανάστασης, μυώντας και τους πιστούς σε
τούτη τη λευκότητα-διαλεύκανση, καθιστώντας τους συνεορτάζοντας.
Δεν απέχει πολύ από αυτή την αίσθηση και την ομόλογή τους
χρήση των λέξεων και ο κατά Πεντζίκη «κοσμογυρισμένος Ἁγιορείτης
Γρηγοριάτης, περινούστατος κατακτητής καὶ ἀγωνιστής τῆς Ἑλληνίδος
Λαλιᾶς»339 και φίλος του, Ιερομόναχος Συμεών ο εκ Περού, ο οποίος σε
συνέντευξή του, συνοψίζει τις ωδίνες και τις ομόηχές τους οδύνες της
πνευματικής ζωής, λέγοντας και πολύ εύστοχα παίζοντας με τις λέξεις
ότι: «Αν σε πονάει ο κάλος στο πόδι σου, μπορείς να καταλάβεις τι είναι
το κάλλος. Δηλαδή για να φθάσεις στην αίσθηση του κάλλους χρειάζεται
ο πόνος. Ο πόνος ανοίγει τη θύρα της αιωνιότητας απ’ όπου έρχεται η
αύρα που μετατρέπει την πληγή σε πηγή με την αφαίρεση του υγρού
στοιχείου»340. Είναι γνωστό σε όσους γνωρίζουν ελληνικά, ότι το πύον
των παθών και το γράμμα λάμδα είναι υγρά.
Έτσι, με τον ίδιο και πάλι χαρακτήρα ακοής και όρασης των
λέξεων, ο Πεντζίκης, όταν ακούει στα γνωστά τροπάρια ότι η έρημος
γεωργείται από τη συνεχή ροή των δακρύων των μοναζόντων, πράγμα
που του θυμίζει το δεύτερο πολιούχο της Θεσσαλονίκης, τον άγιο
336

οπ.
Πεντζίκη, Πραγματογνωσία, σελ. 151.
338
«Ἐν λευκοῖς δὲ τούτους εἶδεν ἠμφιεσμένους, οὐ μόνον διὰ τὸ καθαρὸν καὶ φωτοειδὲς τῆς τῶν
ἀγγέλων φύσεως, ἀλλὰ καὶ ὡς λευκαίνοντας καὶ διασαφοῦντας τὸ τῆς ἀναστάσεως μυστήριον, ἅμα δὲ
καὶ ὡς ἔργῳ συνεορτάζοντας ἡμῖν τὴν ὄντως λαμπροφόρον ἡμέραν τῆς Δεσποτικῆς ἀναστάσεως», βλ.
Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 20, Εἰς τὸ κατὰ τὸν εὐαγγελιστὴν Ἰωάννην Η΄ Ἑωθινόν…, PG 151,268 Β.
339
«Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης αλληλογραφεί με τον Κυριάκο Χαραλαμπίδη», περιοδ. Σύναξη 52,
σελ. 49.
340
Ιερομόναχος Συμεών Γρηγοριάτης, «Ουμανισμός και μανικός έρως», συνέντευξη στο περιοδ.
Σύναξη 6,σελ. 47.
337

90

Γρηγόριο τον Παλαμά, η σκέψη του «δὲ νιώθει ἁπλῶς συμπάθεια γιὰ τὸν
ἅγιο,… ἀλλά συγκλαίει κι αὐτή. Χάνοντας πολλούς ἀπό τοὺς χαρακτῆρες
τῆς λογικῆς ἡ σκέψη, γίνεται σάμπως μιὰ μάζα μαγνητική. Τὸ κάθε τι
ποὺ θ’ ἀντικρύσει ἔστω ἀπό μακριά, ἕλκεται πάραυτα γιὰ νὰ
ἐνσωματωθεῖ μαζί της…».341
Με το ίδιο σκεπτικό, την ίδια πνευματική αίσθηση για τις λέξεις
και τη γλώσσα, ο άγιος Παλαμάς, επικαλούμενος τον αρκετά
προγενέστερό του Ιωάννη της Κλίμακος342 όταν αναφέρεται στη στάση
του σώματος κατά τη διάρκεια της νοοκαρδιακής προσευχής, αιτιολογεί
την κυκλική στάση του σώματος κατά την τέλεση της προσευχής αυτής,
επισημαίνοντας ότι μετά την παράβαση ο έσω άνθρωπος τείνει να
εξομοιώνεται με τα εξωτερικά σχήματα. Επομένως η στάση αυτή του
κυκλικού σχήματος, ευνοεί την κυκλική κίνηση της σκέψης (του νου)
και, με την προσήλωση, την σταθεροποίηση του βλέμματος ευνοείται η
κυκλική κίνηση, η ενοειδής συνέλιξη του νου.343
Σχολιάζοντας ο Πεντζίκης την περιστολή των σωματικών
κινήσεων που επιτυγχάνεται δια της κυκλικής στάσης του σώματος,
αναφέρει σαν ένα από τα χαρακτηριστικά αυτής της «γυμναστικῆς
κάκωσης», την επί της αναπνοής ανασταλτική επίδραση. Και συνεχίζει
έξοχα: «Ἡ ἀντίληψη ὅτι ἡ ἀναπνοή κατ’ αὐτό τὸν τρόπο γίνεται μέσον
πνευματικῆς ζωῆς, πνευματικότητα,… σὰν ἁπλή, δυνατή σὲ κάθε
ἄνθρωπο, μελαγχολική φυσιολογία τοῦ σώματός του, μὲ γοήτευσε τόσο,
ὥστε προκειμένου νὰ κάμω λόγο γιὰ τὴν πνευματικότητα τοῦ
Νεοέλληνα, νὰ προκρίνω τὴ λέξη ἀναπνοή»344, για να δηλώσει με σπάνιο
θεολογικό αισθητήριο: «ἡ Ἐκκλησία παραδέχεται ἐπισήμως τὴν
Παλαμική ἀναπνοή».345

341

Πεντζίκη, Πρὸς ἐκκλησιασμόν, σελ. 9-10.
Ιωάννου Σιναΐτου, Κλῖμαξ, Λόγος 28.
343
«Ἐπεὶ δὲ καί, καθάπερ τις τῶν μεγάλων περὶ ταῦτα λέγει, τοῖς ἔξω σχήμασι πέφυκεν ὁ ἔσω
ἄνθρωπος συνεξομοιοῦσθαι μετὰ τὴν παράβασιν, πῶς οὐκ ἂν συντελέσειέ τι μέγα τῷ σπεύδοντι
συστρέφειν τὸν νοῦν εἰς ἑαυτόν, ὡς μὴ τὴν κατ’ εὐθεῖαν ἀλλὰ τὴν κυκλικήν καὶ ἀπλανῆ κινεῖσθαι
κίνησιν, τῷ μὴ τὸν ὀφθαλμὸν ᾧδε κἀκεῖσε περιάγειν, ἀλλ’ οἷον ἐρείσματί τινι τοῦτον προσερείδειν τῷ
οἰκείῳ στήθει ἢ τῷ ὀμφαλῷ;», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ησυχαζόντων 1,2,8, Συγγρ. Α,
σελ. 400-401, όπου και υπάρχει παραπομπή ως προς μεν την εξομοίωση προς τα εξωτερικά σχήματα
του έσω ανθρώπου στους Μακάριο (Ὁμιλία 16, 7, PG 34,617 D) και Ιωάννη Σιναΐτη (Κλίμακα 28, PG
88,1133 B, PG 88,1000 D-1001 A), ως προς δε την απλανή κυκλική κίνηση στο Διονύσιο τον
Αρεοπαγίτη (Περί θείων ὀνομάτων 4,8, PG 3,704 D). Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς περιγράφει τη
μέθοδο της ιεράς προσευχής και στη Β΄ πρὸς Βαρλαὰμ 50, Συγγρ. Α, σελ.288.
344
Πεντζίκη, Πρὸς ἐκκλησιασμόν, σελ.31.
345
οπ. σελ.32.
342

91

Θαυμάσια διαπίστωση προσκομίζει στα ανωτέρω, σχετικά με τη
χρήση των λέξεων στον Πεντζίκη ο καθηγητής Ανέστης Κεσελόπουλος,
ο οποίος λέει σχετικά: «Στον Πεντζίκη τα πράγματα ταυτίζονται με τον
λεκτικό προσδιορισμό τους και αποτελούν την μοριακή υπόσταση του
λόγου. Ίσως σε κανένα άλλο συγγραφέα δεν χρησιμοποιούνται οι λέξεις
με τόσο ιδιάζοντα τρόπο. Δημιουργούν κάτι σαν ξερολιθιά, που στέκει
απλά και μόνο χάρη στο νόμο της βαρύτητας, χωρίς ασβεστοκονίαμα.
Αυτό σημαίνει πως είναι αρκούντως δυνατό το υλικό του συγγραφέα,
που σ’ αυτές τις λέξεις δίνει υπόσταση. Με λιγότερο συμπαγές υλικό η
ξερολιθιά θα κατέρεε. Και η αλήθεια των πραγμάτων, που επιζητούσε δια
βίου ο Πεντζίκης, έχει αυτή τη στερεότητα, που δεν έχουν οι
οποιεσδήποτε ιδέες και οι συναφείς με αυτές ιδεολογίες».346
Προεκτείνει ο συγγραφέας και ζωγράφος το σκεπτικό του και
στην εικονογραφία. Όταν αναφέρεται στην εικονογραφική σχολή της
Θεσσαλονίκης υπό το Μανουήλ Πανσέληνο (14ος αι.) και ασχολείται με
τον εσωτερικό και εξωτερικό διάκοσμο των εκκλησιών του ιδ΄ αιώνα,
εντοπίζει ζωντανές εκφραστικές κινήσεις, όχι σαν απόρροιες
ψυχολογικών και συναισθηματικών φορτίσεων και εκτιμήσεων, αλλά
σαν αποτελέσματα εισβολής και ανακεφαλαιώσεως μέσα στο παρόν
υπερβατικών αληθειών οι οποίες σαρκώνονται στις τοιχογραφίες και τις
εικόνες και καθιστούν μετόχους στην ίδια αλήθεια, τόσο τον αγιογράφο,
όσο και τον πιστό που απευθύνεται στα πρόσωπα της εικόνας. Πρόκειται
για μια εμπειρία υποκειμενική και συνάμα καθολική.347 Και συνεχίζει ο
Πεντζίκης: «Ἡ κάθε εἰκών τῆς Παναγίας Θεοτόκου, εἶναι μιὰ ἐπανάληψη
τῶν θαυμασίων ἐπιθέτων ποὺ τῆς ἀπονέμουν οἱ Χαιρετισμοί τοῦ
Ἀκαθίστου Ὕμνου. Συντελεῖται μία θαυμασία ταύτιση οὐσίας καὶ
ἐπιθέτου».348
Τα παραπεμπτικά κείμενα που προεκτέθηκαν των αγίου Γρηγορίου
του Παλαμά, Νίκου Πεντζίκη και άλλων, θέτουν τον δάκτυλον επί τον
τύπον των ήλων, σχετικά με το άκαμπτο και φανατικό πνεύμα που από τη
μία καταπίνει την κάμηλο και διυλίζει τον κώνωπα και από την άλλη,
φανερά αγκιστρωμένο, αγκυλωμένο σε προσκολλήσεις του παρελθόντος,
στέκεται ανύποπτο και ανίκανο να οσμιστεί υποψία των επέκεινα μαζί με
ελάχιστα ίχνη κεκρυμμένης καλής προαίρεσης στον πλησίον, που ούτως
346

Ανέστη Κεσελόπουλου, Από τον Παπαδιαμάντη στον Πεντζίκη, σελ. 237.
Πεντζίκη, Ὑδάτων ὑπερεκχείλιση, σελ. 107.
348
οπ. σελ. 108.
347

92

ή άλλως συμ-πορεύεται ως αδελφός μέσα στο αγροτεμάχιο της Ιστορίας
και μάλιστα ως σιαμαίος αδελφός ένεκα της κοινής ανθρώπινης φύσης.
Χάνεται έτσι το στοίχημα της εξάπαντος ερωτικής συνάντησης, η εν
απείρω χαρά αναμονή της έκπληξης τής δια μέσου του διπλανού
συνάντησης με τον Όντως Άλλο και Όντως Εαυτό, ωστόσο αοράτως
παρόντα: «ἐν φυλακῇ ἢμην καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ με»349. Από τη μια
μεριά επομένως η κατάσταση της μανιχαϊστικής διαίρεσης παραμένει
διαρκώς ογκούμενη και από την άλλη, με τρόπο σιωπηλό, η κλήση, η
πρόσκληση και πρόκληση ισχύουν διαπαντός.
Όταν ο Θεός όμως είναι το διακυβευόμενο, οι άγιοι κάθε εποχής
λύνουν τη σιωπή τους. Ο Πεντζίκης, όπως και ο Γρηγόριος Παλαμάς,
καταδικάζει οποιαδήποτε δυαλιστική/μανιχαϊστική άποψη, κάθε
φιλοσοφική διαίρεση μεταξύ ύλης και πνεύματος, ψυχής και σώματος350.
Το σώμα, σε πείσμα της νοοτροπίας των Συγχρόνων Καιρών351, αποτελεί
και για τους δύο ένα κόσμιο λειτουργικό σπίτι που αποκρύβει και
ταυτόχρονα αποκαλύπτει την Ωραιότητα της Παρουσίας. Τα κείμενά
τους, αγαθοπρεπείς ενέργειες κοινές της ψυχής και του σώματός τους,352
είναι όντως απότοκα τέτοιας φωτεινής εμπειρίας γι’ αυτό και οι λέξεις
τους γίνονται επώνυμες, όσο και διαπορθμευτικές του φωτός, στο εδώ
και το τώρα. «Ἀπέναντι στοὺς ποικίλους εἰδωλολατρικούς ναούς τῆς
ψευδοῦς πίστεως, ποὺ ὑψώνονται λόγοι στεῖροι καὶ ἄγονοι, ὁ δικός τους

349

Ματθ. 25,36.
«….τὸ γὰρ σύζυγον ἡμῖν τουτὶ σῶμα ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ὡς συνεργὸν ἑσόμενον συνέζευκται…», βλ.
Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, 2,2,5, Συγγρ. Α, σελ. 511 / «εἰπὼν γὰρ τὸν τρόπον
ὡς ἐφικτὸν τῆς τοῦ θεοῦ πρὸς τοὺς θεοποιουμένους ἑνώσεως - ὡς ψυχῆς πρὸς σῶμα γίνεται τρόπον, ἳν’
ὅλος ἄνθρωπος θεωθῇ, τῇ τοῦ ἐνανθρωπήσαντος θεοῦ χάριτι θεουργούμενος…», Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς
ἡσυχαζόντων, 3,3,13, Συγγρ. Α, σελ. 691. Σύμφωνα μάλιστα με το Δημήτρη Κουτρουμπή «κατά τον
άγιο Γρηγόριο οι φιλοσοφικές διαιρέσεις μεταξύ ύλης και πνεύματος, ψυχής και σώματος αποτελούν
διαβολική έμπνευση, γιατί ο διάβολος προσπάθησε με απάτη και δόλο να χωρίσει ότι ο Θεός είχε
συζεύξει, δηλ. την ψυχή και το σώμα και μ’ αυτό να εισαγάγει το θάνατο σε ότι ήταν προορισμένο για
ζωή», βλ. Η χάρις της Θεολογίας, σελ. 182.
351
«…το σώμα μας είναι το θύμα του πολιτισμού· κλαίει κανείς τον πεθαμένο συγγενή του χωρίς το
πρόσωπο της σχέσης να βρίσκεται κοντά του, αλλά σ’ ένα μακρινό νεκροθάλαμο ή στο συρτάρι ενός
ψυγείου, όπως μπορεί να κάνει κανείς “έρωτα” χωρίς το πρόσωπο της σχέσης. Υπό διωγμόν και το
σώμα και οι νεκροί», βλ. Χρυσόστ. Σταμούλη, Έρως και θάνατος, σελ. 206-207.
352
«…οἱ μὲν γάρ φασιν ὡς ἔστι τις κοινὴ σώματος καὶ ψυχῆς ἐνέργεια, δωρεά Θεοῦ ὄντως
ἀγαθοπρεπὴς καὶ θεία, ἣ πρόξενός ἐστι τῇ ψυχῇ τοῦ θείου φωτισμοῦ, ἀπαλάττουσα τῶν πονηρῶν
παθῶν καὶ ἀντεισάγουσα τὸν ἱερὸν ἅπαντα τῶν ἀρετῶν χορὸν [ὁ γὰρ βουλόμενος, φησίν, ἀποβαλέσθαι
κακίας κλαυθμῷ ἀποβάλλεται αὐτὰς καὶ ὁ βουλόμενος κτήσασθαι ἀρετὰς κλαυθμῷ κτᾶται αὐτάς, βλ.
Ισαάκ του Σύρου, Ἀσκητικά, Περὶ διαφόρων ὑποθέσεων κατ’ ὲρώτησιν καὶ ἀπόκρισιν, Λόγος 85, σελ.
416], οἱ μὲν οὖν φασὶν ὡς εἰσὶν ἐνέργειαι κοιναὶ ψυχῆς καὶ σώματος ἐπὶ τοσοῦτο λυσιτελοῦσαι τῇ
ψυχῇ, ὁ δέ φησιν, ὡς οὐδεμία ἐστὶν…», όπου και γίνεται μνεία του αιρετικού φρονήματος του
Βαρλαάμ, ο οποίος δεν παραδέχεται καμία κοινή ψυχής και σώματος ενέργεια, βλ. Γρηγορίου Παλαμά,
Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων,2,2,18, Συγγρ. Α, σελ. 525-526.
350

93

λόγος ἀποτελεῖ δεσμό ταυτότητος μὲ τὸν πλησίον»,353 δηλαδή φορέας
του σαρκωμένου Λόγου.
Είναι γνωστό άλλωστε ότι τα γράμματα του αλφαβήτου στον
Πεντζίκη, αλλά και στους βυζαντινούς από τους οποίους κυρίως
εμπνεόταν, θεωρούνται περισσότερο σύμβολα μυθικά, με υπόσταση
υλική, χρώμα και σχήμα, απηχήματα ενός άλλου κόσμου πέρα από τις
αισθήσεις, παρά συστατικά μιας λέξης που εκφράζει έννοια, χρήσιμα για
την επικοινωνία. Σε κάποια του συνέντευξη354 δηλώνει: «Ἀγαπητέ
Θανάση, τὸ μόνιμο μέλημά μου εἶναι πάντα πῶς νὰ σπάσω τὸν λόγο, νὰ
τὸν κονιορτοποιήσω στὰ στοιχεῖα, ποὺ τὸν συνθέτουν, κι’ αὐτά εἶναι
ἐπίγεια στοιχεῖα. Στοιχεῖα ποὺ ἀπαντοῦνται στὴ γλώσσα κάθε λαοῦ, ὅπως
καὶ τοῦ ἑλληνικοῦ… Αὐτή εἶναι ἡ δουλειά μου. Ἀναλύουμε τὸν λόγο, τὸν
κάνουμε σμπαράλια. Τί μὲ ἐνδιαφέρει ἂν εἶναι ἀγάπη, ἐφόσον ἔχομε δύο
ἄλφα, ἕνα γάμα, ἕνα πὶ καὶ ἕνα ἦτα…. Αὐτό ἐγώ βλέπω, δηλαδή μιὰ
σύνθεση δύο διχρόνων, ἑνός οὺρανικοῦ, ἑνός χειλικοῦ καὶ ἑνός μακροῦ
φωνήεντος…. Αὐτή ἡ αἴσθηση, ποὺ ἔχω πιά, τῶν γραμμάτων εἶναι ποὺ
θέλω νὰ σοῦ τονίσω, γιατί ἔχοντάς την μπορεῖς πιὰ νὰ γράψεις». Βιώνει
αυτό και που ο Εδουάρδος Γίββων (1737-1794) διαπίστωσε κάποτε για
την ελληνική γλώσσα «τη μοναδικότατη και γονιμότατη… που δίνει
κορμί στις φιλοσοφικές αφαιρέσεις και ψυχή στα αντικείμενα των
αισθήσεων».355
Δεν θέλει όμως να κλείσει την εμπειρία του σε εθνικιστικά
πλαίσια, θεωρώντας τα χαρακτηριστικά αυτά προνόμιο αποκλειστικά
ελληνικό, διότι ανευρίσκει αυτή την ίδια «αἴσθηση, ποὺ ἔχει πιὰ»356 σε
αρκετούς αλλόγλωσσους συγγραφείς, ανάμεσα στους οποίους τον
Αρθούρο Ρεμπώ (1854-1891) στο περίφημό του «Σονέτο τῶν
φωνηέντων»357, κυρίως όμως κάνει λόγο για το Μαρσέλ Προυστ (18711922), αποκαλώντας τον «στρατηλάτη, ὁ ὁποῖος κατήγαγε μία λαμπρή
κατά τοῦ χρόνου νίκη εἰσχωρώντας μὲ τὸ στρατό τῶν γραμμάτων τῆς

353

Πεντζίκη, Τὸ μυθιστόρημα τῆς κυρίας Ἔρσης, σελ. 298.
Βλ. τη συνέντευξη με τίτλο «Διασπώντας τὸν λόγο» του Πεντζίκη στο Θανάση Γεωργιάδη, στο
περιοδ. Ο παρατηρητής 1, σελ. 9-10.
355
Στέλιου Παπαθεμελή, Η ελληνική διάρκεια, σελ. 10, χωρίς παραπομπή σε κάποιο κείμενο του
Γίββωνα.
356
οπ. περιοδ. Ο παρατηρητής 1, σελ. 10. Η αίσθηση αυτή στην οποία αναφέρεται χρησιμοποιώντας
και το «πια», δείχνει ότι είναι αποτέλεσμα -δίχως επιστροφή, δυνατότητα παλινδρόμησηςμακροχρόνιας και κοπιαστικής πνευματικής πορείας, μία κερδισμένη αλήθεια.
357
Βλ. Στρατή Πασχάλη «Η εκζήτηση της αδεξιότητας», στο περιοδ. Σύναξη 27,σελ. 110.
354

94

μητρικῆς του λαλιᾶς στὰ περιβόλια τῆς παραίσθησης»,358
παρουσιάζοντάς τον γευόμενο τη χαρά της εύρεσης του χαμένου καιρού.
Έχω την εντύπωση πως ο Πεντζίκης κάνει λόγο για και εφαρμόζει
(«πιὰ») μια χρήση της γλώσσας εντελώς εκκλησιολογική. Πρόκειται για
μία γλώσσα που αγκαλιάζει και περικλείει μέσα της ολάκερη την απειρία
των όντων, μία γλώσσα που ευλογεί την αναζήτηση του γίγνεσθαι της
αληθείας, στόχο πολλών ευρωπαίων ανθρώπων του πνεύματος, όπως ο
Βιτγκεστάιν ή ο Mερλώ-Ποντύ. Άλλωστε διάβασε τεράστιο αριθμό
κειμένων ποικίλων συγγραφέων με ένα ακραιφνώς ορθόδοξο
εκκλησιαστικό πνεύμα που εκκλησιάζει, προσλαμβάνει τα δεκτικά
εκκλησιασμού οποθενδήποτε προερχόμενα. Προβαίνει σε ένα είδος
ξεδιαλέγματος μονίμων και προσωρινών κατά Γρηγόριο Παλαμά. Έτσι
και το «Σονέτο των φωνηέντων» και η «Αναζήτηση του χαμένου
χρόνου», αναζητούν, σύμφωνα με το ξεχώρισμα του Πεντζίκη, ίσως και
χλωμά να απεικάζουν μια τέτοια κατάσταση εκκλησιασμού.
Όμως, όπως και ο πατήρ Νικόλαος Λουδοβίκος πιστεύει,
χρειάζεται να αναλύσει κανείς το πεντζικικό έργο με τη μέθοδο της
«εκκλησιολογίας της γλώσσας»359 που προτείνει ο ίδιος, πράγμα που
σημαίνει ότι και ο αναλυτής πρέπει να είναι όντως μέτοχος του
εκκλησιαστικού τρόπου ζωής, για να φτάσει ή για να του δοθούν γόνιμα
συμπεράσματα, μηνύματα ζωής προς εαυτόν και αλλήλους. Μια τέτοια
ανάλυση, στην ουσία κατάδυση, μέσα στο μεταλλείο του πεντζικικού
λόγου είναι σίγουρο πως θα αποτελέσει ζωντανή, αναβλύζουσα χάρη,
βρύουσα θεολογία, ό,τι δηλαδή αναζητούν οι Μοντέρνοι Καιροί της
πνευματικής ξηρασίας και της εκκοσμίκευσης.

358

Πεντζίκη, «Ὑποσυνειδήτου κλῖμαξ καὶ σουρρεαλισμός», στο Ἀντρέας Δημακούδης…, σελ. 185.
Πρωτοπρεσβυτέρου Νικολάου Λουδοβίκου, Η αποφατική εκκλησιολογία του ομοούσιου – η
αρχέγονη εκκλησία σήμερα, σελ. 353-356.
359

95

γ. Το “σύζυγον σῶμα” δεκτικό του Φωτός

Ο Άγιος και ο Πεντζίκης πιστεύουν στη διδασκαλία της
Εκκλησίας, ότι το σώμα του ανθρώπου μετέχει της θείας χάριτος και ότι
το άκτιστο φως που το καταυγάζει, κάνει θεουργό και το σώμα. Η
θεολογία τους είναι ταυτόσημη, ανεξάρτητα από τις όποιες υφολογικές
και μορφολογικές διαφορές των κειμένων, οι οποίες αποτελούν
σημαντικά μεν, αλλά περισσότερο μεταβλητά στοιχεία επιφανείας
πρόσκαιρα, κατάλληλα για φιλολογικές και γλωσσολογικές έρευνες.360
Τόσον ο άγιος Παλαμάς, με το να είναι «δεινός στο να εννοεί θεολογικά
και καλλιεπώς να εκφράζει τα νοήματα»361 , όσο και ο Πεντζίκης με το
να εξαρθρώνει, να διασπάει το λόγο362 στα συστατικά του στοιχεία,
εκζητώντας δια βίου την αδεξιότητα, έχουν σκοπό να μυήσουν τον
άνθρωπο, αλλά και να τον καταστήσουν μέτοχο της θεολογικής όρασης,
της αλήθειας των πραγμάτων.

360

Ο άγιος Νικόδημος, αναφερόμενος στη μορφολογία των κειμένων του Γρηγορίου Παλαμά,
υποστηρίζει ότι ο λόγος του είναι σύμμετρος,… δημιουργός σαφηνείας, χρησιμοποιεί κυριολεξίες και
ακριβείς εκφράσεις,… τήρηση κανόνων συντακτικού, χωρίς υπερβατά κι ελλειπτικά σχήματα,
μεταφορές και σχοινοτενείς προτάσεις, χωρίς ελλείψεις και υπερβολές, κινείται στο χώρο της
μεσότητας. Βλ. Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, σελ. μα΄-μβ΄ της Εισαγωγής.
Βλ. επίσης και Δήμητρας Κούκουρα, Υφολογικές επιλογές στο έργο του Γρηγορίου Παλαμά,
διδακτορική διατριβή. Αντίθετα στον Πεντζίκη βλέπει κανείς σκόπιμες ασάφειες και πλατυασμούς,
μακροπερίοδες προτάσεις σε βαθμό να αλλάζει και το υποκείμενο χωρίς να το καταλαβαίνει ούτε κι ο
ίδιος, αλλαγές ξαφνικές χωροχρονικών πλαισίων και θέματος, ανυπαρξία θέματος, εκ πρώτης όψεως
ολοκληρωτική απουσία δομής, παράθεση σκοπίμως αλλοιωμένων αποσπασμάτων από συγγραφείς
ήσσονος σημασίας που αναφέρονται με τρόπο ώστε να τους προσδίδεται κύρος, παραληρηματικός
λόγος σε βαθμό να του αποδίδεται συγγένεια με τον Τζέιμς Τζόυς, ο ίδιος όμως ανατρέποντας το
επιχείρημα λέει ότι συγγενεύει υφολογικά με τον αυτοκράτορα Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνό, ο οποίος
αποσύρθηκε στο Βατοπέδι του Αγίου Όρους και έγραψε την αυτοβιογραφία του σε ύφος πιο
παραληρηματικό από εκείνο του Τζόυς. (βλ. περιοδ. Το Τέταρτο 2, σελ. 101). Οι εκ πρώτης όψεως
αγεφύρωτες υφολογικές διαφορές αποτελούν συνάρτηση της εποχής κατά την οποία ο καθένας τους
γράφει, είναι όμως ο σκοπός της συγγραφής εκείνος που “ενώνει τα διεστώτα”, αφού σκοπός είναι
κατά τον Πεντζίκη «ἡ ἀνεύρεση τοῦ φρέατος τῆς ἀγάπης ποὺ κρύβεται σ’ ὅλων τῶν ἀνθρώπων τὰ
σωθικά ἀρδεύοντας μὲ ἀθανασία τὰ φθειρόμενα πήλινα σώματά τους», δηλαδή η αποκάλυψη τόσο στο
γράφοντα, όσο και στον αναγνώστη του κεκρυμμένου και πλήρους ωραιότητος Λόγου. Βλ. Πεντζίκη
στο «Ὑποσυνειδήτου κλῖμαξ καὶ σουρρεαλισμός», Ἀντρέας Δημακούδης…, σελ. 185.
361
Γνώμη του αγίου Νικοδήμου, παρατεθειμένη από τον π. Θεόκλητο Διονυσιάτη, στο Ο άγιος
Γρηγόριος ο Παλαμάς, σελ. μα΄της Εισαγωγής.
362
Πεντζίκη, «Διασπώντας τὸ λόγο», συνέντευξη στο περ. Παρατηρητής 1, σελ. 9.

96

Αυτή τη διάκριση μεταξύ μεταβλητών και απαρασάλευτων
στοιχείων βοηθάει πολύ ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς να κατανοήσει ο
σημερινός χριστιανός, γιατί είχε το χάρισμα να εννοήσει, «να συλλάβει τι
είναι το ουσιαστικό και μόνιμο στην ορθόδοξη παράδοση, τι δεν
παρέρχεται και μένει μόνιμο και αιώνιο για να φωτίζει τους ανθρώπους
κάθε τόπου και εποχής, οδηγώντας τους στη “χώρα των ζώντων”».363
Σύμφωνα με το μοναχό Θεόκλητο Διονυσιάτη (1916-2006), τίποτε το
καινούριο δεν πρόσθεσε, αλλά προσέφερε την ανανέωση των μυστικών
εμπειριών της Εκκλησίας, τις οποίες με καταπληκτική θεολογική
βαθύνοια κατοχύρωσε δογματικά.364
Όσον αφορά στη μετοχή του σώματος στη θεία χάρη και την
άκτιστη δόξα του Χριστού, ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς αναφερόμενος
στη Μαρία την Αιγυπτία (στ΄ αι.), λέει ότι «υψώθηκε στα ουράνια
προσευχομένη και κατά το σώμα τοπικά και αισθητά, γιατί καθώς
υψωνόταν ο νους, ανυψώθηκε μαζί και το σώμα, και… εθεάθηκε
εναέριο…. Έτσι και κατά την επίμονη προσευχή, όταν εμφανιστεί το
νοητό πυρ… τότε κατά παράδοξο τρόπο γίνεται ανάλαφρο και το
σώμα»365. Αλλά και μιλώντας για τον τρόπο που το άκτιστο φως
θεουργεί το σώμα σημειώνει ότι… «δεν πρόκειται γι’ άγγελο επειδή έχει
δεσποτικά χαρακτηριστικά και άλλοτε απομακρύνει το νου από το σώμα,
ή τον ανεβάζει σε ύψος ανέκφραστο όχι χωρίς σώμα, άλλοτε πάλι
αναπροσαρμόζοντας και το σώμα τού μεταδίδει από τη δική του
λαμπρότητα…., αφού το φως αυτό καταστήσει θεουργό και το σώμα,
γίνεται καταληπτό…. με σωματικούς οφθαλμούς»366…Η άκτιστος
θεοποιός χάρη κάνει τον άνθρωπο άκτιστο: «…και ο θείος Παύλος,..
έγινε κατά χάριν χωρίς αρχή και τέλος, όχι από την κτιστή του φύση με

363

Δημήτρη Κουτρουμπή, Η χάρις της Θεολογίας, σελ.160. Σ’ αυτή τη χώρα την αχώρητη, βιώνεται η
σαρκωμένη εσχατολογία στην οποία πρωτεύον είναι η απόλυτη πρόσληψη, όχι απλά η ανοχή του
άλλου, του εντελώς διαφορετικού. Βλ. Χρυσόστ. Σταμούλη, Έρως και θάνατος, σελ.197.
364
Χρυσόστομου Σταμούλη, Η γυναίκα του Λωτ και η σύγχρονη θεολογία, σελ.101, υποσημ.149, όπου
και αναφέρεται η άποψη του πατρός Θεοκλήτου.
365
«… καὶ τὸ σῶμα παραδόξως κουφίζεταί τε και διαθερμαίνεται», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπὲρ τῶν
ἱερῶς ἡσυχαζόντων 1,3,32, Συγγρ. Α, σελ. 443.
366
«… ἄγγελος οὔκ ἐστι, δεσποτικοὺς γὰρ φέρει χαρακτῆρας καὶ ποτὲ μὲν τοῦ σώματος ἀπανιστᾶ ἢ
οὐκ ἄνευ σώματος καὶ εἰς ὕψος ἀναφέρει ἄρρητον, ἄλλοτ’ αὖθις καὶ τὸ σῶμα μεθαρμοσάμενον καὶ τῆς
οἰκείας μεταδεδωκὸς λαμπρότητος… οὕτω τοίνυν καὶ τὸ σῶμα θεουργῆσαν σωματικοῖς ὀφθαλμοῖς…
γίνεται ληπτὸν…». (μεθαρμόζω : αλλάζω προς το καλύτερο, βελτιώνω τους αρμούς, βλ. Liddell and
Scott, βλ. και Γιοβάνης ), βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων 2,3,9, Συγγρ. Α, σελ.
545-546.

97

την οποία άρχισε και έληξε η ζωή του… αλλ’ εξαιτίας της ακτίστου
χάριτος».367
Πρέπει ιδιαίτερα να προσεχτούν οι εκφράσεις του αγίου Γρηγορίου
Παλαμά που αφορούν στο σώμα και το νου, κατά την επίσκεψη του
ακτίστου φωτός στον άνθρωπο. Όπου στα παλαμικά κείμενα γίνεται
λόγος για κίνηση και γνώση υπέρ αίσθηση και υπέρ νουν, οι σχολαστικοί
παρερμηνεύουν νομίζοντας ότι πρόκειται για έκσταση και εγκατάλειψη
του (υποδεεστέρου ως προς την ψυχή) σώματος και των αισθήσεων,
αναγωγή από τα αισθητά στα νοήματα και θεωρήματα, είδος πλωτινικής
έκστασης/εξόδου από το σώμα, λόγω της συνεχούς προς τα έξω
εξώθησης του νου, στην οποία πιστεύει και ο Βαρλαάμ368 και αποτελεί
θεμέλιο, ρίζα της ελληνικής πλάνης κατά τον Παλαμά.369
Το άκτιστο φως και η θεογνωσία, δεν είναι μονάχα υπέρ αίσθησιν,
αλλά και υπέρ νουν. Αν μίλαγε κανείς για έξοδο από το σώμα, θα έπρεπε
να μιλήσει και για έξοδο από το νου. Η ενέργεια του ακτίστου φωτός όχι
μόνον ενισχύει τις αισθήσεις και το νου, αλλ’ ως “αυτοπτικόν και
αυτονόητον” κατά τον Άγιο, τα μεταμορφώνει κιόλας σε τρόπο, ώστε δεν
αντιλαμβάνονται τα πράγματα οι αισθήσεις και ο νους, αλλά το ίδιο το
φως. Η μεταμόρφωση των αισθήσεων και του νου σε θεόμορφες
πραγματικότητες παραμένοντας όμως οι ίδιες οι αισθήσεις και ο ίδιος ο
νους δεν σημαίνει καμία έκσταση και καμία έξοδο· ο νους παραμένει κι
αυτός μέσα στο σώμα, απλώς ριζικά αλλαγμένος, μεταμορφωμένος,
μετασκευασμένος.370

367

«… ἐπεὶ καὶ ὁ μέγας Παῦλος, τὴν χρονικὴν μηκέτι ζῶν ζωήν, ἀλλὰ “τὴν τοῦ ἐνοικήσαντος λόγου
θείαν καὶ ἀΐδιον” (βλ. Μαξίμου, Περὶ ἀποριῶν, PG 91,1144 C) ἄναρχος γέγονεν καὶ ἀτελεύτητος
χάριτι…», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Γ΄ πρὸς Ἀκίνδυνον, Συγγρ. Α, σελ. 308.
368
Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, σελ. 137.
369
«Τὸ δ’ ἔξω τὸν νοῦν, οὐ τοῦ σωματικοῦ φρονήματος ἀλλ’ αὐτοῦ τοῦ σώματος ποιεῖν, ὡς ἐκεῖ
νοεροῖς θεάμασιν ἐντύχοι, τῆς ἑλληνικῆς ἐστὶ πλάνης αὐτὸ τὸ κράτιστον καὶ πάσης κακοδοξίας ῥίζα
καὶ πηγή, δαιμόνων εὕρημα καὶ παίδευμα γεννητικὸν ἀνοίας καὶ γέννημα τῆς ἀπονοίας. Διὸ καὶ οἱ
λαλοῦντες ἐκ τῆς τῶν δαιμόνων ἐπιπνοίας ἐξεστηκότες ἑαυτῶν εἰσί, μηδ’ αὐτὸ τοῦτο συνιέντες ὅ,τι
λέγουσιν. Ἡμεῖς δέ, μὴ μόνον εἴσω τοῦ σώματος καὶ τῆς καρδίας, ἀλλὰ καὶ τὸν αὐτὸν αὐτοῦ πάλιν
εἴσω πέμπομεν τὸν νοῦν…», βλ. Γρηγορίου Παλαμά Ὑπὲρ ἡσυχαζόντων…1,2, Συγγρ. Α, σελ. 393.
370
Πολύ όμορφα περιγράφει αυτή την κατάσταση ο Γρηγόριος ο Νύσσης στο Περί βίου Μωυσέως
1,PG 44, 297 B-429 D και στον οποίο παραπέμπει ο Γρηγόριος Παλαμάς: «Ἐπεὶ δ’ ἑώρα, ὁρατὰ ἦσαν
τὰ προκείμενα· ἢ οὖν φῶς, ἢ ἐν φωτὶ ἄλλῳ ὑπῆρχαν ὁρατά· ἀλλὰ ἁπλᾶ πάντα τὰ ἐκεῖ· φῶς ἄρα πάντ’
ἐκεῖνα. Ἐπεὶ δ’ ἑαυτὸν ὑπεραναβὰς καὶ ἐν τῷ γνόφῳ γενόμενος ἑώρα, οὔτε κατ’ αἴσθησιν ἑώρα, οὒτε
κατὰ νοῦν· αὐτοπτικὸν ἄρά ἐστι τὸ φῶς ἐκεῖνο καὶ τοὺς μὲν μὴ ἀνομμάτους γενομένους νόας
ὑπεροχικῶς ἀποκρύπτεται-πῶς γὰρ τὸ αὐτοπτικὸν καὶ αὐτονόητον δι’ ἐνεργείας νοῦ ὁραθείη οἱασοῦν;
- ὅταν δ’ ὑπεραναβὰς πᾶσαν νοερὰν ἐνέργειαν ὁ νοῦς ἀνόμματος ὑπεροχικῶς τελέσῃ, πληροῦται τῆς
ὑπερκάλου ταύτης ἀγλαΐας, ἐν θεῷ χάριτι γενόμενος καὶ διὰ τῆς ὑπὲρ νοῦν ἑνώσεως αὐτὸ δι’ ἑαυτοῦ τὸ
αὐτοπτικὸν φῶς ἔχων ἀπορρήτως καὶ ὁρῶν…», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπὲρ ἡσυχαζόντων…, 2,3,

98

Σε επίρρωση των όσων εδώ αναφέρονται μπορεί να διαβάσει
κανείς μία εκπληκτική περιγραφή φωτοφάνειας από τον Πεντζίκη στην
Πραγματογνωσία,371 η οποία αναφέρεται λίγο παρακάτω στο παρόν
κεφάλαιο.
Στα ίδια θέματα αναφέρεται και ο Πεντζίκης στο Μυθιστόρημα της
κυρίας ΄Ερσης372, όταν κάνει μνεία ενός από τα θαύματα του αγίου
Πορφυρίου Γάζης. Οι λιγοστοί, στην αρχή, χριστιανοί μέσα στην
κατείδωλο πόλη της Γάζας, είχαν αρχίσει να ανοικοδομούν ναό πάνω
στα ερείπια ειδωλολατρικού ναού. Είχαν ανοίξει, επίσης, ένα πηγάδι ν’
αντλούν νερό, μέσα στο οποίο έπεσαν τρία παιδάκια. Ο άγιος έκαμε την
προσευχή του και τα τρία παιδάκια, όχι μόνο δεν πνίγηκαν στο βαθύ
νερό, αλλά ανασύρθηκαν σώα και αβλαβή. Ο τρόπος που ο Πεντζίκης
περιγράφει τη δράση της χάριτος σε σχέση με το σώμα, είναι όμοιος με
αυτόν του Παλαμά, μόνο που εδώ επεκτείνεται και στο μαρτύριο και στα
ορατά θαύματα: «στη φθαρτή, θνητή σάρκα του ανθρώπου, στη σύσταση
του υλικού κόσμου, η γοητεία της αγάπης, μπορεί να διαθέσει κατά
τέτοιο τρόπο τα μόρια373, ώστε τα σώματα να καταστούν πυρίμαχα,
αδιάβρωτα στο νερό, ανθεκτικά σε όλων των ειδών τα κτυπήματα. Και
τούτο όχι βέβαια ότι συστήνει την ύλη αναμάρτητη374, αλλ’ απλώς προς
αιωνία δόξα του μεγάλου Κυρίου της Αγάπης».
Η απόκτηση του πυρίμαχου των σωμάτων λόγω της παρουσίας της
χάριτος, η οποία διαθέτει τα μόριά τους με άλλο τρόπο, και στην οποία
αναφέρεται ο Πεντζίκης, θυμίζει το παράδειγμα της απόκτησης του
πυρίμαχου χαρακτήρα της πήλινης χύτρας από την πρότερη κατάστασή
της του πηλού, στην οποία αναφέρεται ο Παλαμάς, και την οποία
χρησιμοποιεί ως “αμυδρά εικόνα” όπως λέει, για να εξηγήσει τον τρόπο
με τον οποίο ο άνθρωπος μετέχει της ακτίστου χάριτος: η πήλινη χύτρα,
μολονότι έχει αμετάβλητη τη φύση και ως προς αυτήν είναι χώμα, επειδή
έχει ψηθεί στο καμίνι, και αδιάλυτη είναι λόγω της σκληρότητας, και
ελαφρότερη είναι από ισόμετρο λίθο και χώμα, μεταδίδει μάλιστα, όταν

Συγγρ. Α, σελ. 589-590, βλ. και Νίκου Ματσούκα «Η διπλή μεθοδολογία των πατέρων της Ορθόδοξης
Εκκλησίας», στο Δογματική και συμβολική Θεολογία Α, σελ. 167-168, όπου και η παρούσα παραπομπή.
371
Βλ. σελ. 152-153, από «Ὑφάδι ἀπαράμιλλης», έως «τῆς ἀλήθειάς των».
372
ανωτ. μνημον. εργ. σελ. 298.
373
Δηλαδή, σε παλαμική γλώσσα, να τα «μεθ-αρμόσει»!, βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς
ἡσυχαζόντων, 2,3,9, Συγγρ. Α, σελ. 545-546.
374
Εννοεί δηλαδή όχι ότι είναι αμαρτωλή, αλλά ότι παραμένει η κτιστότητά της.

99

θερμανθεί, τη θερμότητα την οποία έλαβε.375 Το πυρ δηλαδή,
σκληραίνοντας και ελαφραίνοντας το χώμα, μεταβάλλοντάς το σε πηλό,
«διέθεσε τα μόριά του διαφορετικά», θα έλεγε κάποιος με τον τρόπο του
Πεντζίκη, ή άλλαξε, τροποποίησε τους αρμούς του («μεθαρμοσάμενον»),
κατά τον τρόπο του Παλαμά.
Ο τρόπος με τον οποίο οι Παλαμάς και Πεντζίκης αναφέρονται
στο σώμα είναι δηλωτικός της σωστής τοποθέτησης και σχέσης με αυτό,
μακρυά από ηθικιστικές στρεβλώσεις μονοφυσιτικού και νεστοριανικού
τύπου. Ήδη ο όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος (10ος αι.) στους Ύμνους
των θείων ερώτων και ειδικότερα στον 15ο ύμνο376, κάνει μια εκπληκτική
περιγραφή της εν θείω έρωτι περίπτυξης και εναγκαλισμού από το
375

«Ἵνα δὲ καὶ παραδειγματικῶς δι’ ἁμυδρᾶς εἰκόνος τῶν μεθέξεων τούτων παραστήσωμέν σοι τὴν
διαφοράν, μετέχει μὲν τοῦ πυρὸς τὸ κεραμεοῦν τρυβλίον καὶ μετὰ τὸ πρὸς χρῆσιν ἀποληφθῆναι τῆς
καμίνου πυρὸς ἴχνη διασῶζον… ἀναλισκομένου γὰρ ἐκεῖθεν τοῦ ὑγροῦ καὶ τοῦ πυρὸς τοῦτο
διαβοσκομένου καὶ μελαίνοντος τῇ καύσει συνεπιπλέκεται τὸ τοῦ πυρός ξανθὸν τῇ τοῦ γεώδους
φυσικῇ λευκότητι καὶ οὕτως ἐκ ξανθοῦ καὶ λευκοῦ καὶ μέλανος διαμεμιγμένων ἄκρως ἡ βαφὴ
πυρουμένῳ τῷ πεφυραμένῳ ἐπιγίνεται καὶ τὸ χαῦνον τοῦ γεώδους σφίγγεται… ὡς μηκέτι τῷ ὕδατι
παχυμερεῖ ὄντι παρείσδυσίν τινα διδόναι… Ἀλλὰ καὶ λίθου καὶ χοὸς ἰσομετρήτου πολλῷ κουφότερόν
τε καὶ θερμότερον, ἃ παρὰ τοῦ πυρὸς δήπου προσελάβετο. Μετέχει γοῦν τὸ κεράμιον καὶ πρὸς χρῆσιν
ἢδη προκείμενον πυρός. Μετέχει δὲ καὶ ὁπηνίκ’ ἂν ἐπικέηται τῇ καμίνῳ καιομένη καὶ
διαπεπυρακτωμένον ᾖ συνημμένον τῷ πυρί. Ἀλλὰ τότε μὲν οὐ τῶν ἀποτελεσμάτων μόνον, ἀλλὰ καὶ
αὐτῶν τῶν ἐνεργειῶν μικροῦ πασῶν μετέχει τοῦ πυρός, θερμότητός τε καὶ τῆς καυστικῆς δυνάμεως
οὐκ ἀπολείπεται. Μεταδοίη δ’ ἂν καὶ τῆς ἐνεργείας, ἧς αὐτὸ μεταλαμβάνει, παντί τῷ προσπελάσαντι
ῥαδίως, εἴπερ ἐπιτηδείως ἔχει πρὸς μετάληψιν ἐκεῖνο, καίτοι τὴν φύσιν ἀμετάβλητον ἔχον καὶ γῆ
τυγχάνον κατ’ αὐτήν…», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Περὶ θείας καὶ θεοποιοῦ μεθέξεως ἢ περὶ τῆς θείας
καὶ ὑπερφυοῦς ἁπλότητος, Συγγρ. Β, σελ.152-153.
376
«κινῶ τὸν πόδα καὶ ἰδού, ἀστράπτει ὡς ἐκεῖνος / μὴ εἴπῃς ὅτι βλασφημῶ, ἀλλ’ ἀπόδειξαι ταῦτα / καὶ
τὸν Χριστὸν προσκύνησον τοιοῦτόν σε ποιοῦντι! / Εἰ γὰρ καὶ σὺ θελήσειας, μέλος αὺτοῦ γενήσῃ / καὶ
οὕτω μέλη ἅπαντα ἑνὸς ἡμῶν ἑκάστου / μέλη Χριστοῦ γενήσονται καὶ Χριστὸς ἡμῶν μέλη / καὶ πάντα
τὰ ἀσχήμονα εὐσχήμονα ποιήσει / κάλλει θεότητος αὐτὰ κατακοσμῶν καὶ δόξῃ / καὶ γενησόμεθα ὁμοῦ
θεοὶ Θεῷ συνόντες, / ἀσχημοσύνην σώματος ὅλως μὴ καθορῶντες, / ἀλλ’ ὅλοι ὅλῳ σώματι Χριστῷ
ὁμοιωθέντες, /καὶ μέλος ἕκαστον ἡμῶν ὅλος Χριστός ὑπάρξει. / Εἰς γὰρ πολλὰ γινόμενος εἷς ἀμέριστος
μένει / μερὶς ἑκάστη δὲ αὐτὸς ὅλος Χριστὸς ὑπάρχει· / πάντως οὖν οὕτως ἔγνωκας καὶ δάκτυλόν μου
Χριστόν /καὶ βάλανον-οὐκ ἔφριξας, ἢ σὺ καὶ ἐπησχύνθης; / Ἀλλὰ Θεός σοι ὅμοιος αἰσχύνῃ γεγονέναι;
/ -Οὐχὶ ἐκείνῳ ὅμοιος αἰσχύνομαι γενέσθαι,/ ἀλλὰ ἐκεῖνον ὅμοιον τοῦ ἀσχήμονος μέλους / ῥηθέντα
βλασφημίαν σε εἰπεῖν ὑπενοήθην. /- Κακῶς ἄρα ὑπέλαβες, οὐ γὰρ ἄσχημα ταῦτα! / Μέλη δὲ Χριστοῦ
εἰσὶ κρυπτά, καλύπτονται γάρ, / καὶ κατὰ τοῦτο τῶν λοιπῶν σεμνότερα ὑπάρχει / ὡς πᾶσιν ἀθεώρητα
τοῦ κρυπτοῦ κρυπτὰ μέλη, / ἐξ’ οὗ τὸ σπέρμα δίδοται ἐν συνουσία θείᾳ, / θεῖον ἐν θείᾳ τῇ μορφῇ
φρικτῶς μεμορφωμένον / ἀπὸ θεότητος αὐτῆς ὅλης, ὅλος Θεὸς γὰρ, / ὃς συνενοῦται μεθ’ ἡμῶν, ὦ
φρικτοῦ μυστηρίου! / Καὶ γάμος ὄντως γίνεται, ὁ ἄρρητος καὶ θεῖος· /ἑνὶ ἑκάστῳ μίγνυται καὶ ταῦτα
πάλιν λέξω / ὑφ’ ἡδονῆς καὶ ἕκαστος ἑνοῦται τῷ Δεσπότη. / Εἰ οὖν Χριστὸν ἐνεδύσω ὅλον ὅλῃ σαρκί
σου, / ἀνεπαισχύντως ἅπαντα νοήσεις, ἅπερ λέγω. / Εἰ δὲ οὐδ’ ὅλως ᾖ ἐπίβλημα μικρόν, ἀχράντου /
χιτῶνος λέγω τοῦ Χριστοῦ ἐπέβαλες ψυχῇ σου, / ἐν ἱματίῳ παλαιῷ ἐν ἑνί πάντως τόπῳ / ὑπάρχει, καὶ
αἰσχύνεσαι τὰ λοιπὰ πάντα μέλη,/ τὸ σῶμα κεκτημένος δὲ ρυπαρὸν ὅλο μᾶλλον./ Ἐνδεδυμένος ρυπαρὰ
πῶς οὐκ ἐρυθριάσεις; / Ἐμοῦ λαλοῦντος τὰ φρικτὰ περὶ μελῶν ἁγίων / καὶ δόξαν βλέποντος πολλὴν
καὶ τὸν νοῦν λαμπομένου / καὶ χαίροντος καὶ σαρκικὸν μηδὲν ἐνθυμουμένου / σὺ μὲν τὰς σάρκας
βλέπεις σου τὰς κατερρυπωμένας / καὶ τῷ νοῒ τὰς πράξεις σου διέρχῃ τὰς ἀτόπους, / καὶ ὁ νοῦς σου
τούτοις ἀεὶ ὡς σκώληξ ἰλυσπᾶται. / Διὸ προσάπτεις τῷ Χριστῷ κἀμοὶ τὴν σὴν αἰσχύνην / καὶ λέγεις·
οὐκ αἰσχύνῃ σὺ περὶ τῶν ἀσχημόνων, / μᾶλλον δὲ εἰς ἀσχήμονα μέλη Χριστόν κατάγειν; / - Ἐγὼ δὲ
πάλιν λέγω σοι· Βλέπε Χριστόν ἐν μήτρᾳ, / καὶ τὰ ἐν μήτρᾳ νόησον καὶ μήτραν ὑπεκδύντα, / καὶ πόθεν
ἐξερχόμενος ὁ Θεός μου διῆλθε!», στιχ. 146-198, ΕΠΕ 19Ε, βλ. και PG 120,532 BC.

100

Χριστό και του ανθρωπίνου σώματος, χρησιμοποιώντας ερωτικότατη
ορολογία.
Έτσι ο έρωτας, σαφώς και υπό την απόλυτή του μορφή, γίνεται
μια δύναμη, η αλήθεια της οποίας «επιτρέπει τη συμβολική της χρήση
για να εκφραστούν στον ύψιστο βαθμό οι βαθύτερες και ως εκ τούτου
δημιουργικότερες σχέσεις του κτιστού με το άκτιστο. “Μακάριος ὅστις
τοιοῦτον πρὸς Θεὸν ἐκτήσατο ἔρωτα… οἷον μανικὸς ἐραστὴς πρὸς τὴν
ἑαυτοῦ ἐρωμένην κέκτηται”377… Ο όλος άνθρωπος και όχι μόνο το
πνευματικό του στοιχείο είναι πλασμένος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν
του Θεού».378 Μέσα στο ίδιο πνεύμα ο λογοτέχνης και ζωγράφος,
αγωνιώντας να περιπτυχθεί το πραγματικό, διηγείται ότι «οἱ αισθήσεις
του κινημένες ἀπό ἕνα εἶδος ἐρωτικοῦ πυρετοῦ, προσπαθοῦν μ’ ἕνα
χαρακτηρισμό νὰ κερδίσουν, νὰ λάβουν στὴν κατοχή τους τὸ πράγμα».379
Αυτή του η αγωνία προϋποθέτει σκληρότατο πνευματικό αγώνα
μέχρις εσχάτων, αγώνα ζωής και θανάτου που κάποτε τον έκανε και
«ἔκλαιγε. Εἶχε καταλάβει ὅτι δὲν ἦταν δυνατό νὰ ἱκανοποιηθεῖ μονάχα μὲ
τὰ ἰδεατά σχήματα. Τὸ σῶμα παράμενε μιὰ ἀλήθεια ποὺ θὰ τὴν κέρδιζε ἢ
θὰ πέθαινε».380 Ήταν τελικά η Εκκλησία ως σώμα Χριστού που με τη
χάρη της τον γέμισε με ησυχία μετά τη φοβερή δοκιμασία, χαρίζοντάς
του ένα μακάριο, όσο και εγρηγορότα ύπνο, τη νηφάλιο μέθη381 των
Ορθοδόξων: «Καὶ ἀπό τότε βλέπει ὄνειρα ξύπνιος».382
Έτσι ο Πεντζίκης383 αναφέρει ότι ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς
ακουμπούσε το σταυρό του Χριστού ακόμη και σε “άσεμνα” σημεία του
ανθρωπίνου σώματος, όταν κινδύνευε η υγεία τους και του εζητείτο να
επέμβει: «Ο μέγας Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, που θαυμάζει η ψυχή
και ο νους του ανθρώπου, μετά την ανάγνωση των δια της παρουσίας
αυτού θαυμάτων, πόσο αδίσταχτα προς θεραπεία επέθετε το ιερό
377

Ιωάννου Σιναΐτου, Κλῖμαξ, PG 88,1156 C.
Χρυσόστ. Σταμούλη, Έρως και Θάνατος, σελ. 169.
379
Πεντζίκη, Ὁμιλήματα, σελ. 197-198.
380
Πεντζίκη, Ἀντρέας Δημακούδης, σελ. 75.
381
Aπό τους πρώτους Πατέρες που κάνουν λόγο για “νηφάλιο μέθη” είναι ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης
στην 5η Ὁμιλία του (PG 44,873 Β), στη 10 η Ὁμιλία του (PG 44,992 A) και στη 12η Ὁμιλία του (PG
44,1032 B) στο Άσμα Ασμάτων∙ επίσης ο Κύριλλος Ιεροσολύμων στην Catechese xvii illuminandorum,
xix, De Spiritu Sancto ΙΙ (Κατήχησις ΙΖ΄ φωτιζομένων, Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, 19) PG 33,989 C D,
όπως και ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος (Φιλοκαλία Γ΄, Λόγοι σὲ 150 κεφάλαια, κεφ. 99, σελ. 290).
382
«Προσεύχομαι στὰ πράγματα γιὰ νὰ μὲ δώκουν ζωή», συνέντευξη του Πεντζίκη στο περιοδ. Το
Τέταρτο 2, σελ. 103.
383
Πεντζίκη, Πρὸς Ἐκκλησιασμόν, σελ. 137.
378

101

Σταυρικό σύμβολο, σε κάθε μεριά και την πλέον περιφρονημένη του
πάσχοντος σώματος» και το αιτιολογεί θεολογικά ως εξής: «Τὸ Πάσχον
σῶμα, ὄχι σὰν ὑπό ἐξέταση ἀντικείμενο, ἀλλά σὰν ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός μας,
μᾶς βοηθεῖ νὰ αἰσθανθοῦμε ὁ ὑποστηρικτής τῆς νοερᾶς προσευχῆς
Ἅγιος»384.
Εύστοχα θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι η πυξίδα του όλου
θεολογικού του προσανατολισμού και προβληματισμού, κατευθύνει προς
το σώμα. Σε μεταγενέστερες συνεντεύξεις του αυτοχαρακτηρίζεται
“πραγματιστής”385, εννοώντας περίπου κάτι σαν χριστιανός
ματεριαλιστής. Μεριμνά για τη σωτηρία όλου του σώματος και
αντίπαλός του σε αυτή την πορεία είναι κάθε απόπειρα
ιδεολογικοποίησης της πίστης. Η έμφαση που έδινε στο σώμα, έκανε το
συγγραφέα και ζωγράφο να «θεωρεί απολύτως θεμιτή την απεικόνιση
στους ναούς εικονογραφικών θεμάτων που αντλούνται από τα Απόκρυφα
Ευαγγέλια, όπως το λουτρό του θείου Βρέφους στην παράσταση της
Γέννησης του Χριστού. Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης παρότρυνε
τους μαθητές του να απαλείφουν τη σκηνή του λουτρού, και πράγματι
σώζονται στο Άγιον Όρος τοιχογραφίες της Γέννησης όπου η σκηνή του
λουτρού έχει αποξυσθεί. Η ευλάβεια του Πεντζίκη προς τον συγγραφέα
του Συναξαριστή ήταν τόση ώστε, χωρίς να αισθάνεται ίχνος ανυπακοής
ή αντίφασης, μπορούσε να υπογραμμίζει την ανάγκη να υπενθυμίζεται
έντονα η σάρκα που περιεβλήθη ο Θεάνθρωπος».386
Γράφει κάπου ο Πεντζίκης: « “Η θεία ἐνσάρκωση εἶναι ἡ κλεῖδα
τῆς ἑρμηνείας πάντων τῶν φαινομένων” σκεφτόταν, ἐνῶ εὑρισκόμενος,
σ’ ὅ,τι ἐννοοῦσε ὡς κοιλιά τῆς ἐκκλησίας, μακριά ἀπό τὴν Ἁγία Κεφαλή
τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, ἔνιωθε σὲ πλήρη κοινότητα μὲ ὅλους τοὺς
ἀνθρώπους, ἀπό τὸν καιρό ἀκόμα, ποὺ οἱ νεκροί θαβόντουσαν σὲ στάση
ἐμβρυακή, μέσα στὴ γῆ ποὺ λογαριαζόταν ὡς μήτρα. Μήτρα τοῦ κόσμου
ὅλου ἡ ἐκκλησία, ὅπου καθημερινά παρίσταται, ὁ Κύριος τῶν δυνάμεων,
ὡς τέλειος ἄνθρωπος»387. Αυτή η μέριμνά του μήπως «μείνουν ἔξω καὶ
δὲν σωθοῦν»388 τα “άσεμνα” μέλη, θυμίζει το του Γρηγορίου του
384

οπ.
Βλ. τη συνέντευξή του στο περιοδ. Το Τέταρτο 2, σελ. 102.
386
Γαβριήλ Ν. Πεντζίκη, σχόλια με τίτλο «Μελετώντας του χορού τα βήματα», στο Πρὸς
ἐκκλησιασμόν, ΙΝΔΙΚΤΟΣ, σελ. 387.
387
Πεντζίκη, Ἀρχεῖον, σελ. 185-186.
388
Γαβριήλ Ν. Πεντζίκη, «Μελετώντας του χορού τα βήματα», στο Πρὸς ἐκκλησιασμόν, (ΙΝΔΙΚΤΟΣ),
σελ. 386-387. Υπό το πρίσμα αυτό, και έχοντας προ ολίγου αναφερθεί στον 15o Ύμνο του οσίου
385

102

Θεολόγου προς τον Απολλινάριο: «τὸ γὰρ ἀπρόσληπτον ἀθεράπευτον· ὃ
δὲ ᾕνωται τῷ Θεῷ τοῦτο καὶ σώζεται»389.
Την επίθεση του σταυρικού συμβόλου σε “ασχήμονα” μέλη του
σώματος από τον Άγιο αναφέρει και ο Φιλόθεος ο Κόκκινος390 σε
εξιστόρηση θαύματος του Αγίου. Ο ίδιος ο συγγραφέας και ζωγράφος, σε
παλαιότερη συνέντευξή του στην εκπομπή “Μονόγραμμα”391, δηλώνει,
μάλλον ομολογεί μετ’ εκπλήξεως, ότι κάποτε αισθάνθηκε το χέρι του να
γίνεται εκκλησία, απηχώντας έτσι, γενόμενος δηλαδή φερέ-φωνο της
ναοποιημένης ύπαρξής του και μαρτυρώντας με αυτό τον τρόπο ότι
«φωτισμός είναι η ζωή του πράγματος μέσα στο υποκείμενο»,392 η ζωή
του Χριστού μέσα στον άνθρωπο, ώστε να τα βλέπει αυτός όλα, και το
σώμα του ολόκληρο, μέσα από το νου, τα μάτια, το νου, το σώμα του
Χριστού, δηλαδή την Εκκλησία του. Μέσα σ’ αυτό το πνεύμα του
εκκλησιασμού ολόκληρου του ανθρώπου, αιώνες πριν εμφανιστούν η
Ψυχανάλυση και οι Επιστήμες του ανθρώπου, γράφει ο Άγιος σε άψογη
θεολογική γλώσσα και αναφερόμενος στην παιδική σεξουαλικότητα ότι
«αἱ πρὸς τεκνογονίαν φυσικαὶ κινήσεις ἐπισημαίνουσιν ὑπομαζίοις ἔτ’
οὖσι τοῖς παισί», πολύ σοφά τονίζοντας πως τα πάθη αυτά στη βρεφική
ηλικία «οὔκ’ ἔστι δείγματα ψυχῆς νοσούσης».393
Τον εκκλησιασμό σύνολης της ύπαρξης του συγγραφέα,
φανερώνουν κάποιες παρατηρήσεις του πάνω στην τοιχοποιία και την
αρχιτεκτονική σε ναούς του 14ου αιώνα στη Θεσσαλονίκη: «Σ’ αὐτό
Συμεών του νέου θεολόγου, όπου ο όσιος ομολογεί και τη βάλανο ακόμη του ανθρώπου σύσσωμη με
το Χριστό κατά τη θέωση, εύκολα κατανοεί κανείς τη σωστή σημασία του “σκανδαλώδους” από
πρώτη άποψη στίχου του Πεντζίκη «τ’ ἄγουρο τσουτσουνάκι, σὰν βρύση ἀλήθειας κοιτάει τὸν
οὐρανό»!, βλ. στο Ποιήματα (παλαιοντολογικά), τη συλλογή «Ἀνακομιδή», ιβ΄, “Παράλιες σκέψεις”,
σελ. 60, βλ. και τη συλλογή “παιδιοφράστων” κειμένων του χαλκιδαίου φιλολόγου Ν. Δ.
Τριανταφυλλόπουλου, Περίτριμμ’ αγοράς Θεσσαλονίκιον, ειδικότερα το πρώτο κείμενο με τίτλο «Talia
Pentzicem laudasse, ή το τολμηρό τσουτσουνάκι», σελ. 13-17.
389
Γρηγορίου του Θεολόγου, Epistulae theologicae, TLG 101. 32. 2. 3.
390
«…ἔξει καὶ γὰρ σοι καλῶς καὶ κατ’ εὐχὴν μετὰ μικρὸν πάντα, τοῖς ὀδυνωμένοις μορίοις τοῦ
παρόντος ἐπιβληθέντος, εἶπε, καὶ τμῆμά τι τῆς αὐτῷ πάλαι καινουργηθείσης ἱερᾶς στολῆς, ᾗπερ ἔφην,
τοῦ κόλπου δόξας ἐξενεγκεῖν, σταυροῖς ἐννέα χρυσοῖς ἐντετυπωμένον, ἐπιτίθησι τῷ πάσχοντι μέρει · ὁ
δ’ ἄρα διάκονος ὁ παρεπόμενος τούτῳ, σταυρὸν καὶ αὐτὸς ἀπὸ κηροῦ δόξας φέρειν, τοῖς τοῦ
πάσχοντος ἐπιτίθησιν ὀπισθίοις, τῷ ὑπερκειμένῳ τῆς ἕδρας ὀστῷ προσφύσας, ἱερὸν τοῦτό φασιν
ἰατρῶν παῖδες», βλ. Φιλοθέου Κοκκίνου, Βίος Γρηγορίου….,PG 151,638 C. Η θεώρηση του σώματος
και των “ασέμνων” μελών του από τον Άγιο δε μπορεί φυσικά να είναι άλλη από αυτήν του οσίου
Συμεών του Νέου Θεολόγου, στο μόλις προεκτεθέν εκτεταμένο απόσπασμα από τους Ὕμνους του.
391
Βλ. ιστοσελίδα www.antifono. gr /…/-mainmenu-308html, O Πεντζίκης στην εκπομπή
ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ το 1984, ημερομηνία πρόσβασης 18-1-2010.
392
Πεντζίκη, Ὁμιλήματα, σελ. 198.
393
Γρηγορίου Παλαμά, Πρὸς τὴν σεμνοτάτην ἐν μοναζούσαις Ξένην, εισαγωγή, μετάφραση υπό
Θεοκλήτου Μοναχού Διονυσιάτου, σελ. 104.

103

συντείνει τὰ μέγιστα ἡ τοιχοποιία, ἡ σύνδεση τοῦ οἰκοδομικοῦ ὑλικοῦ,
σὰ νὰ εἶναι οἱ λίθοι καὶ οἱ πλίνθοι στοιχεῖα τοῦ ὀργανικοῦ πλασίματος
ἑνός σώματος. Πολλές φορές βλέποντας ἀπ’ ἔξω τὰ τοξοτά παράθυρα,
σοῦ φαίνεται ὅτι βλέπεις ἄνθρωπο. Νά! δείχνεις τὰ μάτια. Νά! ὁ σταυρός
ἀνάμεσα στὰ φρύδια πάνω ἀπό τὴ μύτη. Δίδυμα ἢ ἁπλά τὰ παράθυρα, τὰ
αἰσθάνεσαι πὼς εἶναι παιδιά τῆς ἐκκλησίας, ποὺ ἄσχετα πρὸς τὸ μέγεθός
της, ἢ καὶ ἂν εἶναι γεμάτη ἀπό παρουσίες ἀνθρώπων ἢ ὄχι, εἶναι ἕνας
κόσμος ὁλόκληρος»394. Στο κείμενό του επίσης «Δυνατότητες μνήμης»
απορρίπτει οποιαδήποτε μηχανιστική αντίληψη για το ανθρώπινο σώμα,
μιλώντας πάλι για ναό: «Ξεκινῶ ἀπό μιὰ καθιερωμένη παρομοίωση τοῦ
ἀνθρωπίνου σώματος μὲ ἐργοστάσιο. Θὰ ἔχετε ἀσφαλῶς δεῖ σχετικές
εἰκόνες. Ὁ ρόλος ἑκάστου ὀργάνου τοῦ σώματος παριστάνεται μ’ ἕνα
εἶδος μηχάνημα. Μιὰ τέτοια παρομοίωση ὀφείλεται νὰ θεωρηθεῖ ἐντελῶς
ἀνεπαρκής σήμερα, ποὺ, μὲ τὴν ἐξέλιξη τῶν γνώσεών μας ἕκαστο ὄργανο
ἀπό μόνο του μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ σὰν ἐργοστάσιο. Παράλληλα πρὸς τὴν
βιομηχανική ἐξέλιξη, ποὺ ὀργανώνει ἐργοστασιακά συγκροτήματα σὰν
ὁλόκληρες πολιτεῖες, θὰ πρέπει νὰ ἐξελιχθεῖ καὶ ἡ εἰκόνα τοῦ
ἀνθρωπίνου σώματος σὲ ἐργοστασιούπολη. Ταυτόχρονα, ἂς θυμηθοῦμε
μιὰ πολύ παλαιότερη ἀντίληψη γιὰ τὸ ἀνθρώπινο σῶμα, ποὺ ἂν δὲν τὴν
ἔχουμε τελείως ξεχάσει, φερόμαστε σὰ νὰ μὴ μᾶς πείθει πιὰ τελείως, ὅτι
δηλαδή τὸ ἀνθρώπινο σῶμα εἶναι Ναός»395. Όλες αυτές οι αναφορές
φανερώνουν μια εμπειρία τελείως διαφορετική από εκείνη στην οποία
παραπέμπει ο Αυγουστίνος (354-430) -κατά τον Ζωρζ Μπατάϊγ396(18971962)- και που σύμφωνα με την οποία inter faeces et urinam nascimur!
Ο δοξασμός της ανθρώπινης φύσης, όπως προαναγγέλεται κατά τη
Μεταμόρφωση του Χριστού, είναι το οδηγητικό νήμα στη σκέψη του
Παλαμά, όσο και σ’ αυτήν του Πεντζίκη, αναφορικά με το σώμα και τα
του σώματος. Ενώ ο Βαρλαάμ αποκαλεί το άκτιστο φως της
Μεταμόρφωσης “αισθητό σύμβολo”397 ,“σύμβολο θεότητος”,398
κατώτερο του διανοητικού φωτός της γνώσεως399 και όχι Αλήθεια
394

Πεντζίκη, «Ἄλλοτε καὶ νῦν», στο Πρὸς ἐκκλησιασμόν, σελ. 33-34.
οπ. σελ. 99.
396
Ο Ερωτισμός, σελ. 82 εκδ. ΙΝΔΙΚΤΟΣ (και ΕΝΤΡΟΠΙΑ).
397
«Ἐπεὶ δὲ αἰσθητὸν ἔφης λέγειν φῶς τὸ φανὲν ἐν Θαβωρίῳ…», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπὲρ τῶν
ἱερῶς ἡσυχαζόντων 1,3,26, Συγγρ. Α, σελ. 411, 436-437.
398
Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, 3,1,11, Συγγρ. Α, σελ. 624.
399
Σύμφωνα με το Βαρλαάμ (Α΄πρὸς Παλαμᾶν, Schirò, σελ. 262) το (κατ’ αυτόν) φως της γνώσεως
που προέρχεται από τη διανοητική καλλιέργεια του ανθρώπου κατά την εντρύφησή του στις διάφορες
επιστήμες και τα προϊόντα της ανθρώπινης γνώσης, είναι «τέλος τῆς θεωρίας», άποψη, επίσης των
περισσοτέρων Στωικών και Πυθαγορείων, βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Συγγρ. Α΄, σελ.363, 423, από όπου
395

104

μεταμορφωτική των πάντων, ο Γρηγόριος Παλαμάς παραπέμποντας στον
Ιωάννη το Δαμασκηνό και το Μέγα Βασίλειο, αγγίζει την ουσία του
γεγονότος, τον πνευματικό του πυρήνα, λέγοντας: «μεταμορφώνεται ο
Χριστός χωρίς να προσλάβει εκείνο που δεν ήταν, ούτε μεταβάλλεται σε
αυτό που δεν ήταν, αλλά εμφανιζόμενος στους δικούς του μαθητές,
ανοίγοντας τα όμματά τους και καθιστώντας τους βλέποντες από
τυφλούς∙ μένοντας ο ίδιος αυτός που ήταν και πρωτύτερα, από τους
μαθητές βλεπόταν έτσι εμφανιζόμενος∙ διότι αυτός είναι το φως το
αληθινό, το ωράισμα της δόξας».400 Όσον αφορά μάλιστα στην
περιγραφή αυτού του φωτός σε σχέση μάλιστα με το σώμα του Χριστού,
αναφέρει: «διεφαίνετο γὰρ οἷόν τι φῶς διὰ ὑελίνων ὑμένων, τοὐτέστιν διὰ
τῆς ἐξ ἡμῶν σαρκός τοῦ Κυρίου, ἡ θεία δύναμις αὐτοῦ διαυγάζουσα τοῖς
ἔχουσι τοὺς ὀφθαλμούς τῆς καρδίας κεκαθαρμένους»401.
Είναι γνωστή η φράση του αγίου Πατέρα προς το Θεό: «φώτισόν
μου τὸ σκότος»! στα βουνά του Άθωνα,402 επιθυμώντας όντως ο Κύριος
να φωτίσει το νου του, προσδοκώντας για πολύν καιρό τη μυστική
έκλαμψη της παρηγορίας του Χριστού μέσα στην καρδιά του. Η
ιδιαίτερη σχέση του με την Παναγία φαίνεται κι από την εμφάνιση σε
αυτόν του Ιωάννου του Θεολόγου ο οποίος του διεμήνυσε την υπόσχεση
της Θεοτόκου ότι θα την έχει για πάντα βοηθό.403
Από την άλλη και ο Πεντζίκης είχε ιδιαίτερη σχέση με την
Παναγία, -επισκέφτηκε το Άγιον Όρος αρκετές δεκάδες φορές, - υπήρχαν
μάλιστα μαρτυρίες, ότι κάποιες φορές και μόνο στο άκουσμα του
ονόματός της ξέσπαγε σε ακατάσχετα κλάματα404. Προσευχόταν δε στο

και η παραπομπή στον Schirò. Bλ. επίσης και Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Ο άγιος Γρηγόριος ο
Παλαμάς, σελ. 113.
400
Περί θεώσεως λόγος πρώτος κατά των δευτέρων 3,1,15, Γρηγορίου Παλαμά, Συγγρ. Α, σελ. 628629: «Ἄκουσον τὰ τοῦ σοφοῦ Δαμασκηνοῦ: μεταμορφοῦται Χριστός, οὐχ ὃ οὐκ ἦν προσλαβόμενος,
οὐδὲ εἰς ὅπερ οὐκ ἦν μεταβαλλόμενος, ἀλλ’ ὅπερ ἦν τοῖς οἰκείοις μαθηταῖς ἐκφαινόμενος διανοίγων
τούτων τὰ ὄμματα καὶ ἐκ τυφλῶν ἐργαζόμενος βλέποντας∙ μένων γὰρ αὐτὸς ἐν ταυτότητι παρ’ ὃ τὸ
πρίν, τοῖς μαθηταῖς ἑωρᾶτο φαινόμενος∙ αὐτὸς γὰρ ἐστὶ τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, τὸ τῆς δόξης ὡράισμα»,
(Ιωάννου Δαμασκηνού, Ὁμιλία 1, Εἰς μεταμόρφωσιν 12-13, PG 96,564 C-565 A ) ».
401
Οπ., χωρίο μη ανιχνευθέν κατά τον Παν. Χρήστου, βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς
ἡσυχαζόντων 3,1, Συγγρ. Α, σελ. 629. Με την ανίχνευση πατερικών χωρίων που χρησιμοποιεί ο άγιος
Γρηγόριος ο Παλαμάς όταν δεν αναφέρει την προέλευσή τους, έχει ασχοληθεί ο μακαριστός πατέρας
Jean Meyendorff, αλλά και ο καθηγητής Χρήστου και οι συν αυτώ, χωρίς, ωστόσο, να έχουν
ανιχνευθεί όλα. Βλ. Συγγρ. Α, σελ. 334.
402
Φιλοθέου Κοκκίνου, Λόγος ἐγκωμιαστικὸς…, PG 151,566 C.
403
Οπ., 566 BCD.
404
Ανδρέα Φωκά, «Μνήμη Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη», περιοδ. Σύναξη 52, σελ. 63.

105

Θεό με τον ίδιο τρόπο: «“Φώτισόν μου το σκότος”, ξαναλέγω την φράση
που έλεγε ο Άγιος».405
Ως προς δε το θέμα της εκζήτησης του θείου ελέους και του εξ’
αυτού προερχομένου φωτισμού, διαρρηγνύοντας τα δεσμά από τις
οποιεσδήποτε ορθολογιστικές διαστρεβλώσεις, αν και ως κατεξοχήν
παλαμικός406 όταν χρειάζεται γίνεται δεινός χειριστής της λογικής407,
αναφέρει ότι του είναι γνωστές οι περιπτώσεις (ενν. ανθρώπων) «ποὺ ἐν
ὀνόματι τοῦ ἀπόλυτου ἀναζήτησαν ν’ ἀντιληφθοῦν τὴ μορφή τοῦ
πράγματος μέσα στὴ νύχτα, στὸ ὅριο ποὺ οἱ αἰσθήσεις οἱ ἀτομικές δὲν
λειτουργοῦν»408, εκφράζοντας παλαμική αγωνία και προσδοκία
ταυτόχρονα «τῆς ἔκλαμψης ἑνός μυστικοῦ φωτός», με την οποία
προσδοκία «προχωράει δίχως νὰ ἔχει τὴ δύναμη νὰ στεγνώσει τὶς
λειτουργίες του, ἂν καὶ ξέρει καὶ πιστεύει στὸν βίο τοῦ πράγματος, πέρα
ἀπό τὸ θάνατο τῶν προσωπικών του αἰσθήσεων». Πρόκειται για μια
αίσθηση
προσωπική,
ταυτόχρονα
καθολική,
πέρα
από
αντικειμενικές/ρασιοναλιστικές αξιολογήσεις αξιοπιστίας, με γεύση
ουράνια: «Ὁ ἄκρατος ὑποκειμενισμός ποὺ καταξιώνει τὸν φωτισμό,
παραμορφώνοντας τὴν ἀντικειμενική μορφή, ξένα πρὸς τὴν κοινή
γνώμη… σὰν μιὰ ἀγωνιώδης προσπάθεια περίπτυξης τοῦ πράγματος,…
μπορεῖ νὰ χαρίσει μιὰ ἀληθινή μὲ πίστη ἐνατένιση τοῦ πραγματικοῦ.409
405

Πεντζίκη, Ὁμιλήματα, σελ. 94.
΄Εχει ήδη επισημανθεί στα πλαίσια της παρούσας εργασίας η άποψη του αγίου Ιεράρχη για τον
Αριστοτέλη του οποίου το σύστημα σκέψης θεωρεί εύχρηστο και από τους χριστιανούς, χωρίς φυσικά
να υιοθετεί τις πλάνες του, βλ. Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, Συγγρ. Α, σελ. 470, Α΄ πρὸς Βαρλαάμ,
Συγγρ. Α, σελ. 257-258, αλλά και στον Jean Meyendorff, Saint Grégoire Palamas et la mystique
orthodoxe, p. 58, 91-92.
407
Την οποία λίγο εκτιμά και πολλές φορές χλευάζει: «Εἶναι αὐτόχρημα γελοῖο τὸ νὰ προσπαθεῖ
κανείς ν’ ἀποδείξει κάτι. Ξεμοιάζει ἐντελῶς μὲ τὴν ποικιλία τῶν διαφόρων ἐκείνων, ποὺ ξεκινώντας
ἀπό τὸ ἄριστα στὰ μαθηματικά τοῦ γυμνασίου καταγίνονται ν’ ἀποδείξουν τὸν τετραγωνισμό τοῦ
κύκλου. Τοὺς ἀφόρητα ἐγωκεντρικούς ἀποτυχημένους ποὺ θέλουν μ’ ἕνα λόγο δικό τους νὰ
ὑποκαταστήσουν τὴν ἀλήθεια τῶν πολλῶν ἀναπνοῶν», βλ. Πεντζίκη, Ὁμιλήματα, σελ. 133.
408
οπ, σελ. 196.
409
Ο Βαρλαάμ πάντως, θα μπορούσε να ειπωθεί, ποτέ δε λησμονεί το (ορθολογιστικό) κύρος με το
οποίο επιβάλλονται οι αντικειμενικές μορφές στην κοινή γνώμη, ούτε την κοινή γνώμη καθ’ εαυτήν,
γνώμη πλειοψηφίας. Γι’ αυτό και την ανθρώπινη γνώση θεωρεί ομότιμη με την εξ’ αποκαλύψεως
γνώση, πιστεύει μάλιστα ότι το γνωστικό της ανθρώπινης ψυχής υπερέχει όλων των άλλων δυνάμεων
αυτής. Κατ’ αυτόν η θύραθεν γνώση αποδιώκει κάθε πάθος και κακία. Οικειούμενος ο άνθρωπος στην
ψυχή του τους λόγους των όντων που υπήρξαν ως εικόνες στο Θείο Νου, απαλλάσσεται από την
άγνοια και γίνεται καθ’ ομοίωσιν Θεού, νομίζει, ξεχνώντας πως δια των λόγων των όντων δεν
φτάνουμε ούτε στη γνώση του Θεού, ούτε στο καθ’ ομοίωσιν. Τα όντα, βεβαίως, αποτελούν φυσική
αποκάλυψη του Θεού και δι’ αυτών ανεβαίνει, ανάγεται ο άνθρωπος στον Κτίστη, μαθαίνει για τη
σοφία, τη δύναμή του κλπ, δεν αποτελούν όμως τίποτε περισσότερο από απλές καταφάσεις. Η
αποφατική αγνωσία είναι τελικά εκείνη που θα κορέσει τον άνθρωπο θείου έρωτος· έτσι έρχεται ο
Χριστός στην καρδιά του ανθρώπου, του αποκαλύπτει τον Πατέρα και το Πνεύμα. Τότε είναι που θ’
ακούσει ο άνθρωπος άρρητα ρήματα· αυτή είναι η ορθόδοξη οδός «γνώσεως» και επιστροφής στο καθ’
ομοίωσιν. Βλ. σχετ και Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, σελ. 87-88.
406

106

Ἔτσι νομίζω ὅτι μπορῶ λογικά νὰ χαρακτηρίσω τὴν ἐντύπωση τῆς
μακαριότητας, ποὺ ἀφήνει μέσα μου ἡ ὄψη τοῦ πραγματικοῦ».410 Ξένη
προς την κοινή γνώμη και η κατάλαμπρη Μεταμόρφωση… «ποὺ ἡ
λάμψη της ἡ διαχρονικὴ ἀνατρέπει τὰ σώματα ὅλων τῶν ἄμεσων ἀξιῶν,
ὅπως ἀκριβῶς βλέπουμε νὰ ἀναποδογυρίζονται τὰ σώματα τῶν πιὸ
ἐκλεκτῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου, ἀτενίζοντας τὴν ἀστραπὴ τῆς θεότητάς
του».411
Η έλευση αυτής της μακάριας πνευματικής κατάστασης
προϋποθέτει υπομονή πολλή, ταπείνωση και εγκατάλειψη στο Χριστό:
«Χρειάζεται ἡ ψυχή τοῦ καθενός νὰ γίνει παιγνίδι τοῦ ἀνέμου,
προκειμένου νὰ δεῖ τὴ δόξα τοῦ πραγματικοῦ, τὴν ἐναρμόνιση τῶν
σχημάτων καὶ χρωμάτων ποὺ παρουσιάζεται κατά ἕναν τρόπο ἐντελῶς
παρομοιάζοντα πρὸς τὶς τοιχογραφίες τῶν παραδοσιακῶν ναῶν τῆς
Ὀρθοδόξου Ἑλληνικῆς ἐκκλησίας. …Ἡ ὀμορφιά τοῦ πραγματικοῦ,
μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιά δὲν εἶναι ὁ
ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου∙ εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντά
σ’ αὐτό ποὺ δὲν εἶσαι».412 Άρα και η αγιογραφία εδώ, -στην ουσία
πρόκειται για ανάλυση της αγιογραφικής τέχνης- παρουσιάζει, κατά τον
Πεντζίκη, τα πρόσωπα όσων θεώθηκαν στην απηρτισμένη τους
τελειότητα, μέσα στο Φως του Χριστού. Έτσι, μακαριότητα και
ενατένιση του πράγματος γίνονται λέξεις περιεκτικές και
διαπορθμευτικές της φωτονυμικής εμπειρίας, εμπειρίας η οποία διατρέχει
όλο το έργο του Παλαμά, αλλά και που όψεις της -κατ’ αναλογίαγίνονται αντιληπτές και σε πολλά σημεία του πεντζικικού έργου.
Αναρωτιέται ο Αρχιεπίσκοπος των Θεσσαλονικέων πως εφόσον οι
μαθητές του Χριστού αξιώθηκαν να δουν με τα σωματικά τους μάτια τη
Θεία Μεταμόρφωση επάνω στο Θαβώρ ως προοίμιο της μελλοντικής
ένδοξης θεοφάνειας του Θεού, γιατί και οι καθαροί στην καρδιά, να μη
δουν με τους οφθαλμούς της ψυχής και το προοίμιο και τον αρραβώνα
της θεοφάνειας αυτού μέσα στο νου;413
Ο Πεντζίκης τάσσεται, σαφώς, υπέρμαχος αυτής της αντι-βαρλααμικής θέσης στο εδώ εξεταζόμενο
απόσπασμα των Ὁμιλημάτων.
410
Πεντζίκη, Ὁμιλήματα, σελ. 197.
411
«Το πορτραίτο του καλλιτέχνη», ο Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΊΚΗΣ απαντάει σε 31 ερωτήσεις της Isadora
Rosenthal-Kamarinea, εφημ. Η Καθημερινή, 7 ημέρες, σελ.9.
412
Πεντζίκη, Μητέρα Θεσσαλονίκη, σελ 130, 131.
413
«…εἰ δὲ καὶ προοίμιον τῆς ἐν δόξῃ μελλούσης ὁρατῆς Θεοῦ θεοφανείας ἡ ἐν Θαβωρίῳ τοῦ Κυρίου
μεταμόρφωσις, καὶ ταύτην οἱ ἀπόστολοι ὀφθαλμοῖς σώματος λαβεῖν κατηξιώθησαν, διατὶ μὴ καὶ τὸ

107

Ακριβώς την ίδια δυνατότητα εμπειρίας πραγματοποιημένη
περιγράφει ο Πεντζίκης σε κείμενό του αναφερόμενο σε κάποιον
αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης:414 «Ὑφάδι ἀπαράμιλλης λευκότητας, ὄχι
ἐνώπιον τῶν ματιῶν ποὺ ἔχουν πάψει νὰ μποροῦν νὰ βλέπουν ὁτιδήποτε,
ἀλλά στὸ ἐσωτερικό τῆς ὅρασης ὁλόκληρης τῆς ὕπαρξης, τὸ παρελθόν
ἀπό κτίσεως κόσμου, δημιουργοῦσε τὰ σαφῆ ὅρια μιᾶς πορείας πρὸς τὴν
αὐριανή χαρά ποὺ μαντεύονταν. Ὅλο τὸ λευκό ὑφάδι τῆς πορείας,
πηγαίνοντας ἀπό τὴν ἀρχή στὰ πιὸ πέρα, διέσχιζε τὸ σήμερα σὰν ἄσπρη
μέρα ἀγάπης, καθαρῆς καὶ δίχως ὅρια. Μὲ ἀλλόφρονα νοῦ, ἄντικρυ σ’
αὐτό τὸ ξημέρωμα τοῦ μοναδικοῦ προσώπου τῶν πραγμάτων καὶ τῆς
ἀλήθειάς των…».
Η χαρά αυτής της εμπειρίας φαίνεται και στο πρόσωπο του
ανθρώπου, σύμφωνα με το παροιμιώδες γραφικό «καρδίας
εὐφραινομένης πρόσωπον θάλλει»415, πράγμα που επισημαίνει και ο
Παλαμάς, λέγοντας: «… κάλλος αληθινό και ερασμιώτατο, που
θεωρείται από τον κεκαθαρμένο στο νου, είναι το σχετικό με τη θεία και
μακάρια φύση, με τις ακτινοβολίες και τις χάριτες του οποίου όποιος το
αντικρύσει, μεταλαμβάνει κάτι από αυτό, σαν να ξαναχρωματίζεται στο
πρόσωπό του με μια χαριτωμένη λάμψη. Γι’ αυτό και ο Μωυσής, όταν
συνομιλούσε με το Θεό δοξάσθηκε στο πρόσωπο».416
Στη λάμψη αυτή, η οποία δεν είναι εκ του κόσμου τούτου,
αναφέρεται με πολύ όμορφο τρόπο ο Πεντζίκης αναφερόμενος στον
τρόπο εκλογής σε ηγούμενο του Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης που
αναφέρθηκε πρωτύτερα: «Τὸ πρόσωπό του… ὁλόκληρο τὸ ἔφεγγε ἕνα
κομμάτι σκιᾶς τοῦ ἥλιου. Καμαρώνοντας αὐτή τὴν καλλονή τοῦ
προοίμιον καὶ τὸν ἀρραβῶνα τῆς κατὰ νοῦν αὐτοῦ θεοφανείας ὸφθαλμοῖς νῦν λήψονται ψυχῆς οἱ
κεκαθαρμένοι τὴν καρδίαν;…», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, Λόγος 1,3,38,
Συγγρ. Α, σελ. 448-449.
414
Πεντζίκη, Πραγματογνωσία, σελ. 152-153, όπου ο τρόπος εκδίπλωσης της πλοκής παραπέμπει
μάλλον στο Γρηγόριο τον Παλαμά, με μία ίσως μικρή πιθανότητα να πρόκειται και για τον άγιο Θεωνά
το Λέσβιο, αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης (†4 Απριλίου), βλ. Διονυσίου Δακουρά, άρθρο “Θεωνάς” στη
ΘΗΕ, τ.6, στήλες 502, 503. Η σκόπιμη, πολλές φορές, παραποίηση γεγονότων από τον Πεντζίκη,
δυσκολεύει την ταυτοποίηση των προσώπων που αναφέρονται στις αφηγήσεις του.
415
Παροιμ. 15,13.
416
«… ὅτι διὰ τῆς πρὸς Θεὸν κατ’ ἀρετὴν ἐγγύτητος καὶ τῆς πρὸς αὐτὸν κατὰ νοῦν ἑνώσεως, ἡ
λαμπρότης ἐγγίνεται καὶ ἀναφαίνεται ἐκείνη, πᾶσι διδομένη τε καὶ ὁρωμένη τῆς δι’ ἀγαθοεργίας
ἀκριβοῦς καὶ διὰ προσευχῆς εἰλικρινοῦς ἀνατεινομένης ἀδιαλείπτως πρὸς Θεὸν κάλλος γάρ, φησὶν
ἀληθινὸν καὶ ἐρασμιώτατον, μόνῳ τὸ τὸν νοῦν κεκαθαρμένῳ θεωρητόν, τὸ περὶ τὴν Θείαν καὶ
μακαρίαν φύσιν ἐστίν, οὗ ὁ ἐνατενίσας ταῖς μαρμαρυγαῖς καὶ ταῖς χάρισι, μεταλαμβάνει τι ἀπ’ αὐτοῦ,
ὥσπερ αἴγλην τινά ἀνθηρὰν εἰς τὴν οἰκείαν ὄψιν ἀναχρωννύμενος ὅθεν καὶ Μωυσῆς ἐν τῷ ὁμιλεῖν
Θεόν ἐδοξάσθη τὸ πρόσωπον», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 34, Εἰς τὴν Μεταμόρφωσιν, PG 151,
432 AB.

108

προσώπου, σὰν καθρέφτη τοῦ δικοῦ της προσώπου, ἡ ὁλομέλεια τῶν
Μοναχών καὶ Ἀσκητῶν τὸν κάμανε στὸ Μοναστήρι Ἡγούμενο».417
Υπογραμμίζονται κιόλας με αυτό τον έξοχο τρόπο, τα πατερικά κριτήρια
επιλογής ενός προσώπου σε μία τέτοια θέση διακονίας -ουσιαστικά- της
αδελφότητας.
Άλλωστε αναζητώντας αυτή τη λάμψη οι μοναχοί του Άθωνα
ξοδεύουν όλη τους τη ζωή, πράγμα που ξέρει καλά ο Πεντζίκης, αφού γι’
αυτόν ο Άθως είναι «ὁ ἱστορικός τόπος, ὅπου ἐπί χίλια ἔτη ἀσκήθηκε ὁ
ἀνθρώπινος στοχασμός, προσπαθώντας στὴ μυστική ἡσυχία, μὲ
ἀδιάλειπτη συνεχή ἐνδοσκόπηση καὶ ἔλεγχο τῆς καρδιᾶς, ν’ ἀξιωθεῖ μὲ
τὰ φθαρτά μάτια τῆς ζωῆς νὰ δεῖ τὴν ἔξοχη λάμψη ποὺ καταύγασε τὸν
ἐνσαρκωθέντα Θεό, ὅταν μεταμορφώθηκε συναλλασσόμενος μὲ τοὺς
Κορυφαίους τῶν Προφητῶν στὸ ὄρος Θαβώρ».418 Ταυτόχρονα όμως ο
Άθωνας παραπέμπει στο εκκλησιαστικό βίωμα ότι «τὰ ἀφιστάμενα ἐν
χώρῳ μποροῦν ν’ ἀποτελοῦν ἕνα καὶ τὸ αὐτό ἐν χρόνῳ»419, δηλαδή μια
όραση γεωγραφική του χρόνου μέσα στο φως του Χριστού, μέσα στο
φως της Εκκλησίας του, του Σώματός του «ὅπου τὸ συγκεκριμένο νὰ
παίρνει τὴν ὄψη ἑνός κόσμου καινούριου»420.
Στον Άθωνα που τόσο πολύ εκτιμάει ο Πεντζίκης, αρκετό μέρος
του βίου του πέρασε και ο φίλος και ηγαπημένος του Άγιος, που τον
βοήθησε πολλάκις να σηκώσει το φορτίο και τον κάματο της ημέρας,
Γρηγόριος ο Παλαμάς. Είναι, εννοείται, ενήμερος της ζωής του, αλλά και
της περιρρέουσας κοινωνικοοικονομικής και πολιτικής κατάστασης της
εποχής των ησυχαστικών ερίδων. Γνωρίζει ότι «εἶχε τὸ μεγάλο χάρισμα
τῶν δακρύων τῶν ἐραστῶν τοῦ Χριστοῦ. Τὸ Φῶς», σημειώνει, «ποὺ
καταλάμπει τὴν ἰσχνή καὶ ταλαιπωρούμενη σάρκα του, εὔγλωττα
ὑποστηριγμένο ἀπό τὸν ἴδιο ὡς αἴσθηση τοῦ Θεοῦ, προκαλεῖ
ἀναστάτωση στὸν καιρό του∙ τὴν ἱστορική διαμάχη τῶν Ἡσυχαστῶν».421
O Nεοέλληνας, κατά τον Πεντζίκη, ζει κυριολεκτικά με την
αναπνοή του Παλαμά. Αισθάνεται αυτή την ανάσα να αρδεύει το είναι
του, την ύπαρξή του ολάκερη. Η Εκκλησία τον τιμά τη δεύτερη Κυριακή
των νηστειών. Σε μία σύλληψη του χρόνου αιωνίως παροντική ο
417

Πεντζίκη, Πραγματογνωσία, σελ. 153.
οπ. σελ. 114-115.
419
οπ. σελ. 153.
420
οπ. σελ. 68.
421
Πεντζίκη, «Ἄλλοτε καὶ νῦν», στο Πρὸς ἐκκλησιασμόν, σελ. 31.
418

109

Πεντζίκης ονομάζει μετά την Κυριακή της Ορθοδοξίας, αυτήν τη
δεύτερη Κυριακή, νίκη νεοελληνική, επεξηγώντας ότι νίκησε «ἡ
καθιέρωση τῆς πίστης στὸν ἄνθρωπο καὶ τὸ σῶμα του, ποὺ μπορεῖ καὶ
γίνεται δοχεῖο τοῦ ἀκτίστου Θαβωρείου φωτός. Μὲ τὸ φῶς αὐτό δὲν
φωτίστηκαν μόνον οἱ ἀγωνιστές τῆς Ἐλευθερίας σὲ μία στιγμή. Τοῦτο
καταγλάισε μορφές σὰν τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ (1714-1779), ποὺ
ἵδρυσε κοντά 300 σχολεῖα στὴν Μακεδονία καὶ Ἤπειρο».422 Αυτό το
φως, «τὸ φῶς τῆς δόξης τοῦ Κυρίου δὲν ἀφήνει καμιά ἀμαυρά κηλίδα, σ’
ὅσους τὸν ἀγαποῦν καὶ δοξάζουν».423
Σταθερός και μόνιμος είναι ο προσανατολισμός του Πεντζίκη προς
το Φως του Χριστού, από όπου αντλεί μνήμες, δηλαδή ανάσα και
παρηγορία θεϊκές για να υπερβαίνει τα καθ’ ημέραν θλιβερά. Σ’ ένα
κείμενό του που αναφέρεται στο νομό Ξάνθης, συσχετίζει τη λέξη
«ἔλαφος» με το γεγονός της όρασης ελαφιού μέσα σε δάσος από
κάποιους ανθρώπους οι οποίοι μετανόησαν -μπορεί να σκεφτεί κανείς
τον άγιο μεγαλομάρτυρα Ευστάθιο τον Πλακίδα (2ος αι.)- αλλά και με την
ομόηχη της λέξης αυτής επίκληση του Ιησού Χριστού, Κυρίου της δόξης:
“έλα/φως”(!), για να καταλήξει πάλι στον άγιο του Φωτός, Γρηγόριο
Παλαμά:424 «“ἔλα, φῶς”, ἐπαναλαμβάνει, κατανοώντας τὴ σημασία τῆς
προσευχῆς ὡς ἐπικλήσεως τοῦ Φωτός. Ὁ ἐσωτερικός χῶρος πάντα
μοιάζει σκοτεινός καὶ τὸν φοβόμαστε, ἂν ἐντός δὲν συμβεῖ ἡ ἔκρηξη τοῦ
φωτός. Αὐτό μᾶς πείθει νὰ ἔμπουμε μέσα στὴν ἐκκλησία, νὰ διακρίνουμε
τὰ πάντα σαφῶς, ἐνῶ πρὶν δὲν βλέπαμε…. Ἄν ὑποθέσουμε ὅτι τὸ φῶς
περνᾶ ἐντελῶς ἀπροσώπως, τὸ γεγονός ὡς ἀνίκανο νὰ προκαλέσει
ἔκρηξη τῆς ψυχῆς δὲν ἐνδιαφέρει, ὅπως ἡ παρουσία, ἡ ἀπαραίτητη γιὰ
τὴν κατανόηση∙ τὴν ἀκατανόητη, γιὰ ὅσους βασίζονται, σ’ ὅσα ξέρουν
καὶ μποροῦν νὰ κρίνουν. Τοὺς πολυμαθεῖς καὶ ἀξιοπρεπεῖς λογίους, ποὺ
ἐναντιώθηκαν στὸ μέγα ὑποστηρικτή τῆς ἐννοίας τῆς νοερᾶς προσευχῆς,
ποὺ, ἀσκουμένη μετά ἀπό κατάλληλη προετοιμασία, καταλάμπει τὸν
ἄνθρωπο μὲ τὸ ἴδιο θεῖο Φῶς, ποὺ στὸ Θαβώρ περιέλαμψε τὸν Κύριο…
Τὴ διδαχή αὐτή τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ἀρχιεπισκόπου
Θεσσαλονίκης ἀναγνώρισε ἡ Ὀρθοδοξία ὡς ἀναντίρρητο γεγονός τῆς
ὑπάρξεως… πληροφορούμεθα ὅτι εἰκοσαετής μόλις, ξεκινώντας ἀπό τὸ
Βυζάντιο μαζί μὲ τ’ ἀδέλφια του γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ἐστάθμευσε γιὰ λίγο
422

οπ. σελ. 36.
Πεντζίκη, «Συγκεκριμένο καὶ γάμος», Πρὸς ἐκκλησιασμόν, σελ. 154
424
Η ηχώ των λέξεων κι’ εδώ “μιμείται τον αχό του πράγματος”, κατά την πεντζικική ορολογία, βλ.
Πεντζίκη, «Δυνατότητες τῆς ἀμεσότητας», στο Πρὸς ἐκκλησιασμόν, σελ. 8.
423

110

στὸ ὑπέρ τὴν Κομοτηνή Παπίκιον ὄρος, φωτίζοντας τὴν πίστη πολλῶν
τῶν ἐκεῖ τότε διαβιούντων μοναχών. Δὲν εἶναι λοιπόν ἀδικαιολόγητο νὰ
σκεφθῶ, ὅτι αὐτός πρέπει νἆ ’ναι ὁ φορεύς τοῦ Ἀκτίστου Φωτός καὶ στὴν
Ξάνθη»425.
Η επίκληση «φώτισόν μου τὸ σκότος» κατά τον Πεντζίκη, είναι η
σημαντικότερη επίκληση των ασκητών. Αν το σκότος των εις γάμου
κοινωνίαν -εγγάμων ή μοναχών- δεν φωτιστεί, τα πρόσωπα σβήνουν,
πιστεύει, δείχνοντας έτσι ότι η ουσία της πνευματικής ζωής είναι ο
φωτισμός του Χριστού, για να μη «σβήσει» τελικά, όπως λέει, το
πρόσωπο του ανθρώπου426. Έτσι ο Πεντζίκης αποτελεί αναμφισβήτητα
από πλευράς διδασκαλίας τη συνέχεια των μεγάλων πατέρων της
Εκκλησίας, προσαρμόζοντας ακριβέστατα τις αιώνιες αλήθειες του
Χριστού στις λεκτικές απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής, πράγμα που
αποτελεί αίτημα και της σύγχρονης ποιμαντικής.
Σχετικά τώρα με τα ενδύματα του Χριστού κατά τη
Μεταμόρφωση, ενδιαφέροντα είναι τα όσα σχολιάζει ο Γρηγόριος
Παλαμάς: «Λαμπρύνθηκαν λοιπόν με το ίδιο φως και το προσκυνητό
εκείνο σώμα του Χριστού, καθώς και τα ενδύματα, αλλ’ όχι εξίσου∙ διότι
το μεν πρόσωπό του έλαμψε ως ο ήλιος, τα δε ενδύματά του επειδή
εφάπτονταν στο σώμα του έγιναν φωτεινά, και μέσω αυτών έδειξε, ποιες
είναι οι στολές της δόξας που θα ενδυθούν κατά το μέλλοντα αιώνα όσοι
θα εγγίσουν στο Θεό, όπως και ποια θα είναι τα ενδύματα της
αναμαρτησίας, τα οποία όταν απέβαλε ο Αδάμ εξαιτίας της παράβασης
φαινόταν γυμνός και αισθανόταν ντροπή»427. Με τον ίδιο τρόπο,
συνεχίζει ο ίδιος, όταν οι ιεροί άνδρες βρίσκονται μέσα στη θεωρία του
θεοπρεπούς Φωτός του Χριστού, κατά τη διάρκεια της επιφοιτήσεως του
Αγίου Πνεύματος και της θεουργού κοινωνίας του με την ψυχή, όπου και
τελεσιουργούνται απόρρητες ελλάμψεις, βλέπουν το ένδυμα της
θεώσεως.428 Ο νους τους τότε δοξάζεται και γεμίζει υπέρκαλη δόξα από
425

Πεντζίκη, «Τοπογραφία καὶ δομή», στο Πρὸς ἐκκλησιασμόν, σελ. 136-137.
οπ. σελ. 147, στο «Συγκεκριμένο καὶ γάμος» του ίδιου βιβλίου.
427
«Ἐλαμπρύνθη μὲν οὖν τῷ αὺτῷ φωτὶ καὶ τὸ προσκυνητὸν ἐκεῖνο τοῦ Χριστοῦ σῶμα καὶ τὰ ἱμάτια,
ἀλλ’ οὐκ ἐπίσης∙ τὸ μὲν γὰρ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος ἔλαμψε, τὰ δὲ ἱμάτια ὡς ὲγγίζοντα τῷ σώματι
ἐκείνου φωτεινὰ ἐγένετο, καὶ διὰ τοῦτον ἔδειξε, τίνες αἱ στολαὶ τῆς δόξης, ἃς ἐνδύσονται κατὰ τὸν
μέλλοντα αἰῶνα οἱ ἐγγίζοντες Θεῷ, καὶ τίνα τὰ ἐνδύματα τῆς ἀναμαρτησίας, ἃς διὰ τὴν παράβασιν
Ἀδὰμ ἀπεκδυσάμενος γυμνὸς ὁρᾶτο καὶ κατῃσχύνετο», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 35, Εἰς τὴν
Μεταμόρφωσιν, PG 151,440 B.
428
« Ὅταν δ’ ἐν ἑαυτοῖς οἱ ἱεροὶ ἄνδρες τὸ θεοπρεπὲς ἐκεῖνο θεωρῶσι φῶς, ὁρῶσι δ’ ἡνίκα τύχωσι τῆς
θεουργοῦ κοινωνίας τοῦ πνεύματος κατὰ τὴν ἀπόρρητον τῶν τελεσιουργῶν ἐλλάμψεων ὲπιφοίτησιν,
τὸ τῆς θεώσεως αὐτῶν ὁρῶσιν ἔνδυμα1, τοῦ νοῦ δοξαζομένου καὶ τῆς ὑπερκάλου πληρουμένου
426

111

τη χάρη του Λόγου, της οποίας μέτοχοι είναι και οι άγγελοι, όπως
ακριβώς με το θεοπρεπές φως της θεότητας του Λόγου, δοξάστηκε πάνω
στο Θαβώρ, το ενωμένο με τη θεότητα σώμα του. Τη δόξα που έδωσε ο
Πατήρ στον Υιό, έδωκε ο Υιός στους φίλους του, σύμφωνα με την
ευαγγελική υπόσχεση.429
Το ερώτημα είναι με ποιο τρόπο θα είναι ορατή η δόξα Του,
εφόσον ο Χριστός σωματικώς είναι αόρατος. Ο Γρηγόριος Παλαμάς
απαντάει ότι η όραση πραγματοποιείται κατ’ ανάγκη νοερώς. Όταν ο
νους γίνει υπερουράνιος και κατά τρόπο πνευματικό ακολουθεί Εκείνον
που ανέβηκε στους ουρανούς για χάρη μας, θα ενωθεί φανερά και
απόρρητα με το Θεό. Τότε βλέπει απόρρητα και υπέρ φύσιν θεάματα και
γεμίζει από κάθε άυλη γνώση και από υψηλότερο φως.430 Και αυτό το
φως δεν αποτελεί αισθητό σύμβολο θεότητας και ενέργεια κατώτερη από
τη νόηση431 όπως διατείνονταν ο Βαρλαάμ και οι οπαδοί του, αλλά είναι
ἀγλαΐας ὑπὸ τῆς τοῦ λόγου θεότητος θεοπρεπεῖ φωτὶ τὸ συνημμένον ἐπὶ τοῦ ὄρους ἐδοξάσθη σῶμα2.
Τὴν γὰρ δόξαν ἣν ὁ πατὴρ ἔδωκεν αὐτῷ δέδωκεν αὐτὸς τοῖς ὑπηκόοις, κατὰ τὸν ἐν εὐαγγελίοις λόγον
καὶ ἠθέλησεν ἵνα ὧσιν οὗτοι μετ’ αὐτοῦ κατὰ τὸν ἐν εὐαγγελίοις λόγον, καὶ ἠθέλησεν ἵνα ᾧσιν οὗτοι
μετ’ αὐτοῦ καὶ θεωρῶσι τὴν δόξαν τὴν αὐτοῦ…», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς
ἡσυχαζόντων, 1,3,5, Συγγρ. Α, σελ. 413-414, όπου ο Γρηγόριος Παλαμάς, συνειδητά ή όχι,
επαναλαμβάνει τους Διάδοχο Φωτικής (40ο κεφάλαιο από τα Ἑκατὸν Γνωστικὰ Κεφάλαια) και Νείλο
τον Ασκητή (Epistolarum liber secundus, PG 79,233 A), αντίστοιχα προς τις δύο παραπομπές της
παρούσας υποσημείωσης.
429
Ιω. 17,24.
430
«Τοῦτο δέ, πῶς ἂν γίγνοιντο σωματικῶς, μηκέτι σωματικῶς αὐτοῦ παρόντος μετὰ τὴν εἰς οὐρανοὺς
ἀνάληψιν; Τελεῖται τοίνυν κατὰ πᾶσαν ἀνάγκην νοερῶς, ὁπηνίκα γεγονὼς ὁ νοῦς ὑπερουράνιος καὶ
οἷον ὀπαδός χρηματίσας τοῦ ὑπεραναβεβηκότος δι’ ἡμᾶς τοὺς οὐρανούς, ἐμφανῶς καὶ ἀπορρήτως
ἑνωθείῃ τῷ θεῷ ἐκεῖ καὶ τῶν ὑπερφυῶν καὶ ἀπορρήτων ἐπιτυγχάνοι θεαμάτων, πάσης ἀΰλου γνώσεως
ὑπερφυῶς ἀναπιμπλάμενος, οὐχ ὡς αἰσθητῶν συμβόλων ἱερῶν θεωρός,… ἀλλ’ ὡς τῷ καλλοποιῷ καὶ
ἀρχικῷ καλλωπιζόμενος κάλλει καὶ τῇ τοῦ Θεοῦ λαμπρυνόμενος λαμπρότητι1. Τὸν αὐτὸν γὰρ τόπον
καὶ αἱ ἀνωτάτω τάξεις τῶν ὑπερκοσμίων νόων ἀναλόγως ἑαυταῖς, κατὰ τὸν οὐρανοφάντορα καὶ
ὑποφήτην τῆς κατ’ αὐτὰς Ἱεραρχίας, οὐ μόνον πρωτοδότου πίστεως καὶ ἐπιστήμης, ἀλλὰ καὶ πρώτου
φωτὸς πρὸς τῆς ἀνωτάτω τριαδικῆς τελεταρχίας ἱεραρχούμεναι πληροῦνται καὶ οὐχὶ τῆς τριαδικῆς
μόνης δόξης μέτοχοι γίνονται καὶ θεωροί, ἀλλὰ καὶ τῆς Ἰησοῦ φωτοφανείας, ἣ καὶ τοῖς μαθηταῖς ὲν
Θαβὼρ ἀπεκαλύφθη2. Μυοῦνται γὰρ καὶ τῆς θεωρίας κατηξιωμέναι ταύτης, θεουργὸν φῶς ὄντα καὶ
αὐτόν, ὡς ἀληθῶς αὐτῷ πλησιάζουσαι καὶ τῶν θεουργικῶν αὐτοῦ φώτων ἐν πρώτῃ μετουσίᾳ
γινόμεναι», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων 1,3,5, Συγγρ. Α, σελ. 414, όπου η
φρασεολογία των δύο παραπομπών σ’ αυτή την υποσημείωση προδίδει, άλλωστε το αναφέρει και ο
ίδιος ο Παλαμάς, την Ἱεραρχία, τον (ψευδο-) Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, Περὶ οὐρανίου ἱεραρχίας 7, 2
PG 3,208 BC και 1,3 PG 3,124 A, αντίστοιχα.
431
«Ὅστις τὸ ἐν Θαβωρίῳ τοὺς μαθητὰς περιαστράψαν φῶς (Ματθ. 17,1-2) φάσμα λέγει καὶ σύμβολον
τοιοῦτον, οἷον γίνεσθαι καὶ ἀπογίνεσθαι, ἀλλ’ οὐ κυρίως εἶναι καὶ οὐχ ὑπὲρ πᾶσαν νόησιν, ἀλλὰ χείρῳ
νοήσεως ἐνέργειαν, σαφῶς ἀντιφθέγγεται ταῖς τῶν ἁγίων δόξαις. Οὗτοι γὰρ κἂν τοῖς ἅσμασι (βλ.
Μηναῖον της 6ης Αυγούστου, πρβλ. και Ιω. Δαμασκηνού, Λόγος εἰς Μεταμόρφωσιν 2∙3∙9∙11, PG 96,
545-566 όπως και Γρηγ. Θεολόγου, Λόγος 40 εἰς τὸ ἅγιον Βάπτισμα 5, PG 36,364 B), κἂν τοῖς
συγγράμμασιν (βλ. Συνοδικὸ Τόμο Α΄ 9-45, PG 151,683-688, όπου μνημονεύονται πολλοί Πατέρες των
οποίων τα συγγράμματα είχε υπόψη του ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς), ἀπόρρητον, ἄκτιστον, ἀΐδιον,
ἄχρονον, ἀπρόσιτον, ἄπλετον, ἄπειρον, ἀπεριόριστον, ἀγγέλοις καὶ ἀνθρώποις ἀθέατον, ἀρχέτυπον
κάλλος καὶ ἀναλλοίωτον, δόξαν Θεοῦ, δόξαν Χριστοῦ, ἀκτῖνα θεότητος καὶ τὰ τοιαῦτα
προσαγορεύουσι…», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ἁγιορειτικὸς τόμος ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων 4,
Συγγρ. Β, σελ. 572-573.

112

θείο φως με το οποίο ο νους καλλωπίζεται και λαμπρύνεται∙ είναι το φως
του Ιησού. Με τον ίδιο τρόπο φωτίζονται και οι αγγελικές τάξεις, οι
οποίες δε γίνονται μόνο θεωροί και μέτοχοι της τριαδικής δόξας, αλλά
και της φωτοφάνειας του Ιησού, η οποία αποκαλύφθηκε στους
αποστόλους πάνω στο όρος Θαβώρ. Μυούνται δε και οι άγγελοι στη θέα
του Ιησού, επειδή είναι θεουργό το φως και μετέχουν των θεουργικών
του φώτων. Γι’ αυτό και ο Μακάριος το φως αυτό ονομάζει “τροφή των
επουρανίων”.432 Επίσης και ο Ανδρέας Κρήτης μιλώντας γι’ αυτό το
φως, ονομάζει μέγιστο τεκμήριο της φιλανθρωπίας του Ιησού, το ότι από
το φως του τρέφεται αΰλως ολόκληρη η νοητή διακόσμηση των
υπερκοσμίων433. Άρα υπάρχει νοερός φωτισμός, που βλέπεται από τους
καθαρούς στην καρδιά, τελείως διαφορετικός από τη φυσική γνώση, ο
οποίος παρέχει αληθή γνώση, πνευματική και υπερφυσική.434
Aνάλογα προς το Γρηγόριο Παλαμά, μάλλον ουσιαστικά μέσα στο
ίδιο πνεύμα κινείται και ο Πεντζίκης, σχετικά με τα ενδύματα της δόξας
του Χριστού. Κατά τη χριστουγεννιάτικη σαρακοστή του 1978435
γράφει: «Μὲ τὴ βοήθεια τῶν ἱερῶν μνημῶν, ὕφανα… τὴν ἀναπόληση τοῦ
λήξαντος ἔτους… τὶς κυμάνσεις τοῦ νοῦ κατά τὴν πρὸ τοῦ ὕπνου
προσευχή καὶ ἐπίκληση καὶ ἀσπασμό τῶν Ἱερῶν Εἰκονισμάτων,
προσπαθώντας νὰ ἑτοιμάσω τὴν στολή τοῦ Νυμφώνα τῆς Δόξης, ποὺ
χθὲς τὸ ἀπόγευμα αἰσθάνθηκα κατά κάποιο τρόπο νὰ φορᾶ τὸ σῶμα
μου…»436. Φαίνεται εδώ, ότι ο μακαριστός Πεντζίκης, μέσα από την
εμπειρία της συνεχούς νήψης, κατεργαζόταν τη στολή της ψυχής του,

432

«Διὸ καὶ ὁ φερωνύμως Μακάριος βρῶμα τῶν ἐπουρανίων τουτὶ καλεῖ τὸ φῶς», παραπομπή στην
Ὁμιλία 12, Περὶ τῆς στάσεως τοῦ Ἀδὰμ πρὸ τοῦ παραβῆναι αὐτὸν τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ…, 14, PG 34,
565 BC, βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Συγγρ. Α, σελ. 414, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, 1,3,5, πρβλ. και με
άλλα χωρία του Mακαρίου ως προς το άκτιστο φως, το οποίο χαρακτηρίζεται ως «τῶν ἀσωμάτων
τροφή, τῆς θείας φύσεως δόξα, τοῦ μέλλοντος αἰῶνος καλλονή, πῦρ θεῖον καὶ ἐπουράνιον, φῶς
ἄρρητον καὶ νοερόν, ἀρραβὼν Πνεύματος ἁγίου, ἁγιαστικὸν ἀγαλλιάσεως ἔλεον», Περὶ ὑψώσεως νοὸς
1,4,9,12,13, PG 34, 889 C, 892 D, 896 C, 900 CD
433
«Ἕτερος δέ τις τῶν θεολόγων, “τοῦτο” φησί, “πᾶσα τῶν ὑπερκοσμίων ἡ νοητὴ διακόσμησις ἀΰλως
ἑστιωμένη τεκμήριον ἐναργέστατον…τίθεται τῆς περὶ ἡμᾶς τοῦ λόγου φιλανθρωπίας”». Ο Ανδρέας ο
Κρήτης εδώ δεν αναφέρεται ρητά, αλλά πρόκειται για εντοπισμένο απόσπασμα στην Ὁμιλία 7, Εἰς
μεταμόρφωσιν, PG 97,933 C, βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων 1,3,5, Συγγρ. Α,
σελ. 414.
434
«Ὡς δ’ ἔστι φωτισμὸς νοερὸς τοῖς κεκαθαρμένοις τὴν καρδίαν ἐνορώμενος, ἄλλος παντάπασι παρὰ
τὴν γνῶσιν, ὃς καὶ παρεκτικός ἐστιν αὐτῆς…», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων
1,3,5, Συγγρ. Α, σελ. 415.
435
Μοναχού Πορφυρίου Σιμωνοπετρίτου, Μνήμης ένεκεν, σελ. 18.
436
οπ. σελ. 18-19, όπου υπάρχει παραπομπή στο περιοδ. Ευθύνη 77, Μάιος 1978, σελ. 235, και
συγκεκριμένα στο κείμενό του «Μία ἐπιστολή».

113

που δε μπορεί να είναι άλλη από αυτήν που περιγράφεται στο προεκτεθέν
παλαμικό απόσπασμα.
Η εν Χριστώ μεταμόρφωση ως βίωμα διαφαίνεται, μάλλον
διαπερνάει, ακόμη ένα κείμενο του συγγραφέα437 που έχει να κάνει μ’
έναν περίπατό του στην ακρογιαλιά παραμονή της Μεταμόρφωσης του
Χριστού και όπου το ακρογιάλι γίνεται το όριο απ’ όπου αρχίζει η
συναναστροφή με τα επέκεινα. Αφού περιδιαβεί σύντομα τις
σημαντικότερες, κατά τη γνώμη του, σελίδες της παγκόσμιας κι εγχώριας
λογοτεχνίας που έχουν να κάνουν με περιπάτους “παρὰ θῖν’ ἁλός”, με
κάποια έμφαση στον Τζέημς Τζόυς (1882-1941), επιστρέφει στο δικό του
συγκεκριμένο στο χώρο και στο χρόνο περίπατο, όπου του
αποκαλύπτονται αίφνης οι λόγοι της άψυχης πλάσης και ταυτόχρονα
νιώθει oλοσώματα ότι το “δείξας τοῖς μαθηταῖς σου τὴν δόξαν σου καθὼς
ἠδύναντο” του απολυτικίου της Μεταμορφώσεως τον αφορά προσωπικά.
Γράφει συγκεκριμένα: «Τὴν μνήμη καὶ τὴν κίνηση τοῦ σώματος
ἀναζητοῦσα ὕστερα, μακραίνοντας ἀπό τὴν ὀμορφιά τοῦ δάσους, ὅπου
μιὰ στιγμή πίστεψα ὅτι, ὅπως στὰ παραμύθια, πουλιά καὶ κλαδιά ἀκόμα
λίγο χρειάζονταν καὶ θὰ τ’ ἄκουγα νὰ μιλοῦν,438 καθώς προσπαθοῦσα νὰ
τοποθετήσω τὴν κατάστασή μου σὲ μιὰ παράλληλο μὲ τὶς ὁμολογίες τῶν
κειμένων»439, εννοώντας κείμενα του Παπαδιαμάντη όπως αναφέρει
παρακάτω, τα οποία όμως καθόλου δεν αφίστανται της πατερικής
παράδοσης, αφού και ο σκιαθίτης πεζογράφος, έμφορτος πατερικών
βιωμάτων, αναπνέει την Ορθόδοξη παράδοση.
«Συντελέστηκε μέσα μου», συνεχίζει, «δίχως νὰ καταλάβω πῶς,
κάποια μεταμόρφωση… Τὸ ένιωσα στὸν περίπατό μου, βλέποντας νὰ
παίρνουν ὑπόσταση αὐτόνομη, δυνατή καὶ ἀνεξάρτητη σάμπως ἕτοιμα να
προχωρήσουν, ἔξω ἀπό μένα πάνω στὴ θάλασσα, ὅλα τῆς μνήμης μου τὰ
ἀποκυήματα. Τότε ἀκριβῶς γεμάτος, ἀπόναν εἰλικρινή θαυμασμό γιὰ
τοὺς ἀνθρώπους τοῦ πνεύματος (σὰν ἐκείνους, ποὺ τὴν ἀξία καὶ τὴν
ἀληθινή τους δόξα μᾶς διδάσκει ὁ Ὅσιος μέγας βυζαντινός μυστικιστής,
437

Πεντζίκη, «Δυνατότητες τῆς ἀμεσότητας», στο Πρὸς ἐκκλησιασμόν, σελ. 7-27.
Σίγουρα μέσα σ’ ένα πνεύμα κατάνυξης, απαλλαγμένο από τις ορθολογιστικές παραμορφώσεις,
υπογραμμίζει αλλού: «Ποιὰ ἑνότητα ἀπ’ ὅσες ἀπαιτοῦνται στὶς τραγωδίες, μπορεῖ νὰ συλλάβει κανείς
γιὰ τὸ πέταμα ἑνός πουλιοῦ, ποὺ πότε ἀκουμπᾶ στὸ ἕνα κλαδί καὶ πότε κάθεται σ’ ἄλλο δέντρο,
ἀνοίγοντας τὸ στόμα του ὅποτε τοὔρχεται ἡ διάθεση νὰ πεῖ πρὸς τὸ Δημιουργό τὰ κρίματα τῆς ἀγάπης
του;», βλ. Σημειώσεις ἑκατό ἡμερῶν, σελ. 102, εκδ. ΑΣΤΗΡ. Εδώ μπορεί κανείς να θυμηθεί τη
συγκλονιστική εμπειρία του Γέροντος Πορφυρίου με το αηδονάκι που φούσκωνε και τανυζόταν για
να υμνήσει το Δημιουργό του, αδιαφορώντας για το αν το έβλεπε κανείς, βλ. Βίος και λόγοι, σελ. 86.
439
Πεντζίκη, «Δυνατότητες τῆς ἀμεσότητας», στο Πρὸς ἐκκλησιασμόν, σελ. 17.
438

114

Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος), ποὺ τόλμησαν καὶ προχώρησαν πολύ
μακρύτερα, πρὸς μιὰ θέα εὐρύτερη καὶ γενική, ἀναστρέφοντας σὰν γάντι
ἀπό τὴν ἀνάποδη τοὺς ἑαυτούς των ἐπέστρεψα στὶς καθ’ ἡμέραν
ἀπασχολήσεις μου».440
Το μεταμορφωτικό φως του Χριστού ως αίσθηση εσωτέρας
ελευθερίας τού γίνεται κάποτε παράγοντας ενοποιητικός των διεστώτων
ένεκα κάποιων διαφωνιών. Μια φορά ο ίδιος σκέφτηκε να “τα χαλάσει”
με ορισμένους ανθρώπους, όσο κι αν επρόκειτο για αγαπημένα του
πρόσωπα και αφορμή για να αναιρέσει την απόφασή του αυτή, στάθηκε η
ανάγνωση ενός συναξαρίου η οποία τον ηρέμησε: «Διαβάζοντας», λέει,
«μιὰ αἴσθηση φωτός ποὺ ἔνιωσα βαθιά, φωτός ποὺ μὲ γέμιζε χαροποιό
δροσιά, μοῦ ἐπέτρεψε νὰ καταλάβω, ὅτι ἦταν δυνατή ἡ συμφιλίωση τῶν
πλέον ἀντιθέτων, χάρις σὲ μιὰ ἀγαπητική θέαση τοῦ ἐπί μέρους καὶ
λεπτομερειακοῦ… ἡ ἴδια ἀγάπη μὲ κατεῖχε σὲ τέτοιο σημεῖο, ὥστε
κανένα καταστρεπτικό, παλιρροϊκό κῦμα θυμοῦ νὰ μὴν ἐγερθεῖ μέσα μου
κατά τοῦ ἀντιθέτου πρὸς τὶς ἀπόψεις μου…».441
Ένας εκκλησιαστικός συγγραφέας λέει ότι οι λέξεις ενός
πνευματικού βιβλίου και μάλιστα της Αγίας Γραφής, είναι τα ιμάτια του
Χριστού. Όπως τα ιμάτια καλύπτουν τον άνθρωπο, έτσι και οι σελίδες
του βιβλίου καλύπτουν το Χριστό.442 Λογικό είναι λοιπόν τα ιμάτια του
Χριστού να αγγίζουν θεραπευτικά.443 Αλλά και ο Γρηγόριος Παλαμάς
υπογραμμίζει444 ότι οι λόγοι της θεόπνευστης Γραφής γνωρίζονται από
τον εκκλησιαζόμενο κάπως σαν άγγελοι πού εξ-αγγέλλουν,
διακηρύσσουν τη θεανθρωπότητα του Λόγου του Θεού, ορατού ακόμη
και με τα μάτια του σώματος.
Εξαιρετικά ενδιαφέροντα είναι τα όσα λέει ο Πεντζίκης σχετικά με
τη ζωγραφική, η οποία όπως και η λογοτεχνία αποτελούν το διακόνημά
του. Τόσο η μία, όσο και η άλλη πρέπει να οδηγούν τον άνθρωπο στην
Εκκλησία. Και τόσο πολύ πρέπει να αφήνεται στο Θεό τηρώντας το
440

οπ. σελ. 26-27.
Πεντζίκη, «Γύρω από μιὰ ζωγραφιά», στο Ὑδάτων ὑπερεκχείλιση, σελ. 125-126.
442
Βλ. στο περιοδ. Ιερ. Μητρ. Καρδίτσης, Άγιος Σεραφείμ 19, «Επιτυχία πνευματικής μελέτης και οι
καρποί της», Απρίλιος-Ιούνιος 2010, σελ. 35, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένο συγγραφέα.
443
Λουκ. 8,44.
444
«…οὐ μόνον ἐπιγνώσεται τοὺς ἐν αὐτῇ τῆς θεοπνεύστου γραφῆς λόγους, οἷόν τινας ἀγγέλους
ἐξαγγέλλοντας περί τε τῆς θεότητος καὶ τῆς ἀνθρωπότητος τοῦ… Λόγου τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ αὐτὸν
ἀσφαλῶς ὄψεται τὸν Κύριον τοῖς τῆς διανοίας ὀφθαλμοῖς, οὐ πολὺ δὲ εἰπεῖν καὶ τοῖς τοῦ σώματος…»,
Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 20, Εἰς τὸ Η΄ Ἑωθινόν…, PG 151,272 CD.
441

115

θέλημά Του ο πεζογράφος ή ο ζωγράφος, ώστε τα κείμενα και οι πίνακές
του να αποτελούν κτιστά αποτελέσματα ακτίστων ενεργειών του Θεού
και επομένως να διηγούνται τα μεγαλεία Του.
Σε κάποια συνέντευξή του υποστηρίζει ότι η ζωγραφική οφείλει
να οδηγεί στο Φως του Χριστού. Με τα χρώματα και τις πινελιές του,
έχοντας πρώτα επιμελώς και αδιαλείπτως μελετήσει τις «χρωματικές
περιπέτειες τοῦ φωτός», συνειδητοποιεί «μὲ τὸν καιρό καὶ τὴν ἄσκηση,
ὅτι ἡ φωτοσύνθεση τῶν γηίνων, περνᾶ στὸ χῶρο τῆς προσωπικῆς
μνήμης, ἀποκτώντας τὴν ἀνέσπερη οἰκουμενικότητα τοῦ Εὐαγγελικοῦ
Φωτός ποὺ μᾶς χαρίζει ὁ Κύριος»445. Έτσι τα όρια μεταξύ αγιο-γραφίας
και ζω-γραφικής “συγχέονται”, όπως και τα όρια πατερικών κειμένων και
λογοτεχνημάτων, μάλλον δε φαίνεται να ενοποιούνται από το
λειτουργικό βίωμα του καλλιτέχνη.
Υπαινίσσεται δηλαδή εδώ ο Πεντζίκης, ότι ο ζωγραφικός πίνακας
εν προκειμένω οφείλει να ακτινοβολεί τη θεία Χάρη, όπως ακριβώς οι
χαριτόβρυτες ιερές εικόνες. Μια κατάσταση όπου κείμενα και εικόνες /
ζω-γραφιές προχέουν την ίδια άκτιστη Χάρη με τα λείψανα και τις
σορούς των αγίων του Θεού από τις οποίες «δεν απομακρύνθηκε η
αγιαστική χάρη, όπως δε διαιρέθηκε η θεότητα από το δεσποτικό σώμα
κατά τον τριήμερο θάνατο».446 Στην ορθόδοξη λειτουργική ζωή εκτός
από το ότι ο άρτος και ο οίνος ταυτίζονται προς τον Κύριο, επιπλέον «τα
ξύλα και τα χρώματα γίνονται οιωνοί ενσαρκώσεως αγίων και τα οστά
και τα λείψανά των φορείς και εκφράσεις αγιαστικής προσωπικής
παρουσίας».447
Έτσι ακριβώς επιθυμεί ο Πεντζίκης τα κείμενα και οι πίνακές του,
καθαρότατα να παραπέμπουν στη φωτεινή Αλήθεια του Χριστού, πράγμα
που σημαίνει ναοποίηση σύνολης της ύπαρξής του, εκκλησιασμό όλου
του χρόνου και του χώρου του, σε τρόπο ώστε ακόμη και ένας περίπατος
στη γενέθλια πόλη του να βιώνεται σαν προσευχή: «…ντυμένος ὅλο τὸν
παρελθόντα χρόνο… τὸ γεγονός ποὺ βρίσκομαι σήμερα στὴν πόλη μας,
δὲν ἔχει τίποτα τὸ κοινό μ’ ὅλ’ αὐτά. Εἶναι ἕνα προσκύνημα».448 Και
445

Βλ. συνέντευξη του Πεντζίκη στο περιοδικό για τις μαθητικές κοινότητες Ελεύθερη γενιά 19, σελ. 5.
«… προσκυνοῦμεν καὶ τὰς ἁγίας αὐτῶν σορούς, ὡς τῆς ἁγιαστικῆς χάριτος τῶν αὐτῶν οὐκ
ἀποπτάσης ἱερωτάτων ὀστῶν, ὥσπερ οὐδὲ τοῦ δεσποτικοῦ σώματος ἐν τῷ τριημέρῳ ἡ θεότης διῃρέθη
θανάτῳ», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Πρὸς Διονύσιο-Ὁμολογία, Συγγρ. Β, σελ. 497.
447
Μητρ. Περγάμου Ιωάννου, «Η ευχαριστιακή θεώρησις του κόσμου…», περιοδ. Διάβαση 64, σελ. 20.
448
Πεντζίκη, Μητέρα Θεσσαλονίκη, σελ. 126.
446

116

είναι μέσα σ’ αυτό το Πνεύμα της Εκκλησίας που κινείται, ώστε οι
λέξεις και τα χρώματά του να μην αποτελούν ορισμό του
εκκλησιαστικώς υπάρχειν, αλλά να παράγουν τον εκκλησιαστικό τρόπο
ύπαρξης ως ζωντανή επισκίαση της χάριτος449. «Δεν πρόκειται, άρα για
αφηρημένο ιδιωτικό στοχασμό, αλλά για τη ζωντανή περιπέτεια της
σωματικής και γλωσσικής οικειώσεως της Εκκλησίας, ξένη σε κάθε
ιδεαλιστική, φιλοσοφική και αφηρημένη θεολογική αναφορά».450
Γι’ αυτό και άλλοτε, μιλώντας για τη λογοτεχνία πιο
συγκεκριμένα, κάνει μνεία για ενοφθαλμισμό του τρόπου γραφής στο
Πνεύμα, άρα στο σώμα της Εκκλησίας, μακριά από “διαφωτιστικές /
σοφιστικές” (κατ’ αναλογίαν “βαρλααμικές”) υποβολές: «Ἄν θέλουμε
νἄ’ χουμε δική μας λογοτεχνία, πρέπει νὰ τὴν μπολιάσουμε μ’ αὐτό τὸ
Πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ κακό παράδειγμα τὸ δίνει ἡ διανόηση. Αὐτή
εἶναι γαλλοτραφής, γερμανοτραφής, ἀγγλοτραφής… Τὸ ἔργο τῆς
Ἐκκλησίας εἶναι νὰ μεταφέρεται στὴν αἰωνιότητα καὶ νὰ συνδέει τὸν
ἄνθρωπο μὲ τὸν παλαιάνθρωπο»451, εννοώντας το παρελθόν με το παρόν,
δηλαδή τους εν ουρανοίς απογεγραμμένους με τους ζωντανούς. Μία
κατεξοχήν λειτουργική έμπυρη εμπειρία, αίσθηση φωτοφάνειας, που
παραπέμπει στη συνεύρεση των ψιχίων των ζωντανών και των
κεκοιμημένων, πάνω στο δισκάριο της Ιεράς Πρόθεσης.
449

Επειδή λοιπόν είτε γράφει, είτε ζωγραφίζει είναι ντυμένος όλο τον παρελθόντα χρόνο σύμφωνα με
τα λεγόμενά του, γνωρίζει ως ικανότατος μελετητής της Ιστορίας και της Τέχνης την παρελθούσα
ευφορία της Αναγέννησης, την ταραχή της Μεταρρύθμισης και της διαμαρτύρησης των προτεσταντών
απέναντι στη Βατικάνειο εκκλησία, πράγμα που προείδε ως πολυδιάσπαση και ο Γρηγόριος Παλαμάς
(«Γινώσκετε, τέκνα μου, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης μέλλει διαιρεθῆναι εἰς πολλὰ τμήματα», βλ.
Ὁμιλίαι ΜΑ΄ τοῦ ἐν ἁγίοις Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ιεροσόλυμα 1857, σελ. 11 ). Ο δε Ευγένιος
Βούλγαρης σημειώνει ότι οι Λατίνοι μετήλθαν οποιοδήποτε μέσο για να εξαλείψουν από το Τριώδιο
την ακολουθία του Αγίου. Βλ. Ὁμιλίαι ΜΑ΄ οπ. σελ. 10, 11, στις οποίες παραπέμπει ο πατήρ
Θεόκλητος Διονυσιάτης, βλ. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, σελ. 288, υποσημ. 385). Εύκολα διακρίνει
επίσης ο Πεντζίκης την καλλιτεχνική σύγχυση της δυτικής τέχνης, που δεν μπορεί να (τον)
παρηγορήσει τον καιρό της μεγάλης θλίψης εντείνοντας το κενό, όπως πχ στον πίνακα της Σταύρωσης
ενός Ματίας Γκρύνεβαλντ [(1475-περ.1528), βλ. στον Ἀντρέα Δημακούδη, σελ. 112-113] στο μουσείο
του Κολμάρ, συνέπεια μιας ανθρωποκεντρικής θεώρησης του κόσμου, όπου ο Θεός εξορίζεται στο
υπερπέραν αδιάφορος για τα παιδιά Του και καθίσταται “βαρλααμικός”, πράγμα που έχει σαν
επιπτώσεις στεγανούς διαχωρισμούς βέβηλου/ιερού, δώθε/κείθε, ενδοκοσμικού /εξωκοσμικού·
γνωρίζει ακόμη ότι ο Ησυχασμός αγωνίστηκε διμέτωπα: από τη μια οι δυαλιστικές συνηχήσεις τόσο
των μασσαλιανών, όσο και των πλατωνιστών, από την άλλη ο ηθικισμός των Λατίνων. Για τούτο
προσέχει στο ζωγραφικό επίπεδο να μη δέχεται επιρροές ούτε από εξαϋλώσεις και αγγελισμούς, ούτε
από στυγνούς κατηχητισμούς και επιφανειακούς συμβολισμούς των πουριτανών. Βλ. επί του θέματος
την εισήγηση του Δημήτρη Ν. Τριανταφυλλόπουλου «Εκκλησιαστική Ζωγραφική και Ησυχασμός»,
στον τόμο Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στην ιστορία και το παρόν, σελ. 180. Γι’ αυτό ζωγραφίζει σαν
παιδί.
450
Πρωτοπ. Νικολάου Λουδοβίκου, Η αποφατική εκκλησιολογία του Ομοούσιου-η αρχέγονη εκκλησία
σήμερα, σελ. 353-356.
451
Βλ. συνέντευξη του Πεντζίκη στο Σωτήρη Γουνελά, στη Σύναξη 38, σελ. 67.

117

Ο λογοτέχνης και ζωγράφος, ως παιδί που παίζει και γράφει,
οφείλει με νηπιάζον φρόνημα να το ζει αυτό, κατά τον Πεντζίκη, πράγμα
που φαίνεται στο ζωγραφικό έργο του Θεσσαλονικέως καλλιτέχνη, όπου
μέσα από έξοχους συνδυασμούς εντόνων χρωμάτων και χρωματική
πανδαισία αμίμητη, διατηρείται η φρεσκάδα και ο αυθορμητισμός των
παιδικών έργων, χωρίς ωστόσο να χάνεται το μυστικό του βάθος, η
παραπεμπτικότητά του στην αναστάσιμη άνωση εκ των θλιβερών
λειμώνων της παρούσης ζωής και της θνητής αμεσότητας που τον
περισφίγγουν, μεταμορφώνοντας και τις δύο σε διαρκείς ευλογίες. Είτε
γράφει, είτε ζωγραφίζει, δεν παύει, τόσο να υποδεικνύει στους μελετητές
του, όσο και να προσβλέπει ο ίδιος στο αμήχανον Κάλλος, το θερμουργό
Φως και την Ωραιότητα του προσώπου του Χριστού. Έτσι φανερώνεται
μια αλήθεια καθολική, μακριά από τη «μεμονωμένη έκφραση μιας
ψυχολογικής ή ιστορικής ατομικότητας».452
Αναφερόμενος στο έργο του ο Σιμωνοπετρίτης Ιερομόναχος
Πορφύριος, ταυτίζει τη μελέτη των κειμένων του με σκάψιμο του ίδιου
του τού εαυτού, του ανθρώπου που τα μελετάει υπομονετικά, πράγμα
που αποτελεί χαρακτηριστικό και των πατερικών κειμένων, ωσότου
καταλάβει πού βρίσκεται στην αρχή από πνευματική άποψη και ποιος
έχει κληθεί να γίνει: ότι είναι δηλαδή υιός του Θεού και ότι ο Ουρανός
τον περιμένει.453
Πέρα από οποιαδήποτε ορθολογιστική αποτίμηση των γραπτών
του προς εξαγωγή χρήσιμων, ίσως, πλην φιλολογικών, συμπερασμάτων,
εφόσον πρόκειται για βιωματική γραφή, ο πατήρ Πορφύριος ο
Σιμωνοπετρίτης παροτρύνει τον καλοπροαίρετο μελετητή: «Διαβάστε
όποιο έργο του θέλετε. Αρκεί να βρείτε το κλειδί για να τον κατανοήσετε.
Θα γεμίσετε φως και ελπίδα. Μόνο μην προσπαθήσετε να βάλετε το νου
σας. Ο ίδιος γεμίζοντας πολλές φορές, όπως τολμούμε να μαρτυρήσουμε,
από την πλημμύρα Θεϊκού φωτός, αδυνατεί να κατανοήσει ποια
πράγματα είναι του νου και ποια του φωτός. Και επαφίεται, και ελπίζει
στον σταυρό του Χριστού τον βαρύ και ελαφρό, που επειδή είναι βαρύς,

452

Π. Δ. Μαστροδημήτρη, Η Εκκλησία ως τέλος και ως αποκάλυψη στον Παπαδιαμάντη και στον
Πεντζίκη, σελ. 8.
453
Μοναχού Πορφυρίου Σιμωνοπετρίτου, Μνήμης ένεκεν, σελ. 35-36.

118

οι πιστοί, έγραφε ή μας έλεγε, τον στολίζουν με χίλια μαργαριτάρια και
πέτρες και ασήμια και γίνεται αλαφρός».454
Έτσι, χαρακτηριστικό των κειμένων του είναι η ασίγαστη
νοσταλγία του Φωτός, του αιώνιου σαββατισμού, της Ογδόης Ημέρας,
την οποία βιώνει και σχολιάζει, αντίθετα με τους άλλους -έστω- βαθιά
θρησκευόμενους λογοτέχνες, οι οποίοι ασχολούνται με κάθε δυνατή
σχέση και εγκόσμια κατάσταση στα έργα της Επταημέρου. Εκείνος, «σαν
από γένος καθαρά λευιτικό, … είναι πρώτα του Επέκεινα και μετά του
Ενθάδε, αφού εν ονόματι του Αιωνίου και με γνώμονα μοναδικό τις
ακατάλυτες αξίες του μας έμαθε, αυτός ο σύγχρονος “Γέροντας” να
μετρούμε και τον ύστατο κόκκο του κονιορτού στον παρόντα κόσμο».455
Η αδιάκοπη αυτή εκζήτηση του Φωτός και του θείου ελέους
φαίνεται να βρίσκει την ικανοποίησή της σε στιγμές που ο Κύριος τού
είναι εγγύς και η φωτεινή παρουσία του τέμνει τη νύκτα των παθών του
αγωνιζόμενου λογοτέχνη και ζωγράφου: «Ἡ ὑπόθεση στὴν ὁποία
ἐγκαταλείπομαι εὐχαρίστως, ξεκινᾶ ἀπό ἕναν παραλληλισμό τῆς σχέσης
τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὰ ζῶα, πρὸς ἐκείνη ποὺ ὁ ἴδιος αἰσθάνεται πρὸς τὸν
Ἀφέντη Χριστό. Θἄ ’θελα λοιπόν νὰ πῶ ὅτι καταγῆς πεσμένος ὁ κ.
Πωσνατομπούμ, μπορεῖ νὰ αἰσθάνθηκε νὰ τοῦ χαϊδεύει τὸ πρόσωπο, ὁ
Παντοκράτωρ Κύριος. Ἀλλά βέβαια ἡ διακοπή, διακοπή τοῦ φωτός,
σημαίνει ὅτι τίποτα δὲ μποροῦμε νὰ δοῦμε μὲ βεβαιότητα».456
Σίγουρα, στην αρχή της πνευματικής πορείας κάποιου, στο
αφετηριακό σημείο, υπάρχει μια δυνατή εμπειρία που του αλλάζει
θεμελιωδώς την οπτική του απέναντι στα πράγματα και νοηματοδοτεί
πάνω σε καινούρια βάση τη ζωή του. Η αλλαγή που υφίσταται δεν είναι
ψυχοσυναισθηματικής τάξης, αλλά οντολογικής. Υπάρχει ένα τέτοιο
σημείο, μια τέτοια φωτονυμική στιγμή, οριακή στη ζωή του Πεντζίκη,
κατά την οποία η Αιωνιότητα «ἤψατο αὐτοῦ»457, κάνοντάς τον άλλον εξ
άλλου, αλλοιώνοντάς τον με την καλή αλλοίωση ανεπιστρεπτί, προς
σωτηρία, ή και προς καταδίκη του αν δεν είχε εκτιμήσει σωστά το
δώρημα, και η οποία τον κατέστησε ικανό να αντέξει και να σηκώσει το
τρομακτικό φορτίο των παθών του, όπως και τις πολλαπλές, κρημνώδεις
454

οπ. σελ. 56.
Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας Στυλιανού, Ο Πεντζίκης του επέκεινα και του ενθάδε, σελ. 13-14.
456
Πεντζίκη, Σημειώσεις ἑκατό ἡμερῶν, σελ. 142, εκδ. ΑΣΤΗΡ.
457
πρβλ. Ματθ. 8,15.
455

119

μάλιστα, ρηγματώσεις του εαυτού του. Μέσα στο Φως του Χριστού ζει
πεθαίνοντας και ο θανατός του αυτός γίνεται ζωή άλλης τάξεως, όπου το
σώμα βαδίζοντας προς τη διάλυση και τη φθορά του, μαθαίνει να
σκέφτεται μέσα από αυτές τις δύο, αλλά ταυτόχρονα μέσα και από την
ανάστασή του.
Η επίσκεψη του Χριστού σε αυτόν αφήνει σ’ ένα δεύτερο,
βαθύτερο επίπεδο, μπορεί να ειπωθεί, μια συνεχή, μη διακοπτόμενη
θέαση των πραγμάτων, υπό την προοπτική της «βεβαιότητας του τάφου
που περιμένει» τον άνθρωπο458 κι αυτό, από πλευράς πνευματικής,
λειτουργεί σαν ασφαλιστική δικλείδα απέναντι σε ενδεχόμενες
παλινδρομήσεις προς τη γη των Σοδόμων. Είναι αυτό που οι Πατέρες
αποκαλούν μνήμη θανάτου και που πολύ όμορφα το περιγράφει με
λογοτεχνικό τρόπο ο Αλέξανδρος Κοσματόπουλος, αποδίδοντας τη ρήση
στο Λέοντα Σεστώβ (1866-1938), χωρίς –ωστόσο- να παραπέμπει σε
κάποιο κείμενό του ρώσου φιλοσόφου: «ο άγγελος του θανάτου»,
γράφει, «είναι γεμάτος μάτια, κι αν αγγίξει άνθρωπο χωρίς να τον πάρει
μαζί του, γιατί δεν ήρθε η ώρα του, του αφήνει ένα ζευγάρι μάτια και
αποκτά μια δεύτερη όραση, βλέπει τον κόσμο με τρόπο διαφορετικό».459
Aπό την ευλογημένη εμπειρία εκείνη και μετά, η ύπαρξή του, ο
κόσμος και ο Θεός έχουν σημανθεί αλλιώς, φέροντας απαράλλακτη την
αίγλη μιας ανείπωτης ομορφιάς. Άλλωστε κατά τον Πεντζίκη «ὀμορφιά
εἶναι ὁ ἐνθουσιασμός ποὺ μᾶς συνεπαίρνει καὶ μᾶς κάνει νὰ νιώθουμε
ὁλόκληροι, μιὰ ἑνότητα ἀδιάσπαστη δίχως περιορισμούς καὶ τέλος».460
Είναι το 1937 που έρχεται αυτή η εμπειρία, υπό τη φωτεινή της
εκδοχή, να σφραγίσει διαπαντός τη ζωή του μεγάλου καλλιτέχνη,
αποτελώντας το δικό του «όραμα της Δαμασκού, τηρουμένων των
αναλογιών»461, λίγο μετά τη συγγραφή του πρώτου του μυθιστορήματος,
του Ανδρέα Δημακούδη, οπότε μπορεί κανείς να πει, ότι σηματωρός και
κήρυκας, αλλά και διήκουσα έννοια και στοχοθεσία, θεμέλιο της χρήσης
των γραμμάτων και των χρωμάτων του, γίνεται η επιθυμία για αναγγελία
της προσωπικής συνάντησης του πεζογράφου και καλλιτέχνη με τον

458

Βλ. τη συνέντευξη του Πεντζίκη στο περιοδ. Το Τέταρτο 2, σελ. 102
Αλέξανδρου Κοσματόπουλου, Λόγος εις Νίκον Γαβριήλ Πεντζίκη, σελ. 21-22.
460
Πεντζίκη, Ἀντρέας Δημακούδης…, σελ. 89.
461
Ανέστη Κεσελόπουλου, Από τον Παπαδιαμάντη στον Πεντζίκη, σελ. 252.
459

120

αναστημένο Χριστό. Ακολουθεί, αμέσως παρακάτω, το κείμενο του
1937:
Ἐλαφρό σύννεφο στέγη / χαμηλός οὐρανός οἰκειώθη τὸ παράθυρο
/ ἀνοίγω τὸ πρωί τὰ μάτια / ὑπομονή / ζεστή στρωμνή ἀπό τὸ πλάγιασμα
/ ἀνταμοιβή / ὄνειρα ποὺ συνεπλέχτηκαν / φωνή ὦ! Προφητάνακτα
Δαβίδ / νὰ σηκωθῶ καθαρός ὅπως νέο παιδί / ὁ πατέρας μου / στίχοι καὶ
μέλος / ψύχρα τοῦ ὄρθρου τῆς ἡμέρας ποὺ ἔρχεται / γρήγορα πρὶν ντυθῶ
τὰ ροῦχα ἀπ’ τὴν καρέκλα / κουρασμένος ἀδελφός ἀπό φτωχό ὕπνο στ’
ἀνάκλιντρο / δαίμονας τῆς ἀρρώστειας ποὺ πειράζει τὴν ἀδελφή / λόξεψα
στοὺς δρόμους τῆς πόλης / εὐχαριστία μ’ εὐγνωμοσύνη / σεβασμός ποὺ
τὸ χέρι ἀσπάστηκα / εὐσπλαχνικά συλλογίζεσαι καὶ μὲ φροντίζεις/
προχωρῶ σὲ λειβάδια τῆς Ἄνοιξης / κράτησε τὸ παιδί ποὺ σφάλλει ἀπό
τὸ χέρι / ἐκεῖ ποὺ εἶναι νὰ φτάσω462.
Το κείμενο αυτό, ανακατώνοντας τα χαρτιά του ο Πεντζίκης,
ξανασυνάντησε στις 15 Οκτωβρίου 1944 και συντάσσει καινούριο
κείμενο με τίτλο Ο ουρανός οικειώθηκε το παράθυρο, θέλοντας να
καταστήσει αυτό, δηλωτικό της καταστάσεώς του εκείνης. Ξαναθυμάται
την ίδια εμπειρία στις 7 Φεβρουαρίου 1963 κατονομάζοντάς την
Διαχείριση εσωτερικής καταθέσεως, και με τίτλο Όρθρος συντάσσει το
ακόλουθο ποίημα:
Ἔρχεται τὸ ἀνάγλυφο σύννεφο καὶ μὲ στεγάζει. /Ὁ οὐρανός
χαμηλώνει καὶ μοῦ γίνεται σπίτι. /Ἀνοίγω τὰ μάτια σὰν παράθυρα
πρωινά. /Τὴ ζεστή ἐγκαταλείποντας στρωμνή τῆς ὑπομονῆς, /σὰν
περικοκλάδα μὲσ’ ἀπό τὰ ὄνειρα βλασταίνοντας, /ἐπαναλαμβάνω τοὺς
λόγους τοῦ Προφητάνακτος. /Ἐγειρόμενος καθαρός σὰ νέο παιδί, /
δοξάζω τὸν Πατέρα ἐν χορῷ καὶ τυμπάνοις. / Ὦ! αὐγινή δροσιά τῆς νέας
ημέρας. /Πρὶν καθήσω ντυμένος τὰ ροῦχα, /μόνος μὲ τὴ σκέψη τοῦ
πτωχοῦ, /τοῦ ἀρρώστου ποὺ δοκιμάζεται καὶ πάσχει, / στὴ γεωμετρία τῶν
ὁδῶν τῆς Οἰκουμένης, / γονατισμένος, μὲ εὐγνωμοσύνη εὐχαριστῶ./ Τὸ
Φῶς ἀσπάζομαι γεμᾶτος σεβασμό. /Μὲ νοιάζεται καὶ μὲ φροντίζει
εὐσπλαχνικά, / τὸ Φῶς ἀπό τὰ περιβόλια τῆς Ἄνοιξης, / μὲ κρατᾶν καὶ δὲ
σφάλλουν τὰ βήματά μου. / Ἔρχεται, προχωρεῖ, μὲ ἐγγίζει τὸ Φῶς.463

462
463

Πεντζίκη, Ομιλήματα, σελ. 195-196.
Πεντζίκη, Ομιλήματα, σελ. 199.

121

Η δεύτερη καταγραφή αποτελεί ένα παραμυθητικό φωτοδέγμον
και φωτοπάροχο και πάλι κείμενο, σχετικό με εκείνη την πρώτη εμπειρία,
η οποία αψευδώς και δίχως παλινδρομήσεις, όπως φάνηκε, έχει
σφραγίσει τη ζωή και το έργο του. Ο ίδιος μιλάει φανερά γι’ αυτό το
φωτισμό αλλού: «Ἔλαβα δηλαδή μιὰ γνώση τοῦ φωτισμοῦ, γνώση ποὺ
ἐπιτρέπει τὸ ξεχώρισμά του. Ξέρω τὴν ἄποψη ποὺ δίνει τὴ μεγαλύτερη
σημασία στὸ φωτισμό, τρομάζοντας τὴ νεκρή σιωπή τῶν πραγμάτων ποὺ
δὲν φωτίζονται».464 Έτσι το Φως του Χριστού είναι επιπλέον παρεκτικό
γνώσεως αναιρετικής της πνευματικής άγνοιας.
Η εμπειρία αυτή είναι εντελώς προσωπική, πόρρω απέχουσα από
οποιαδήποτε αξιολόγηση με βάση κάποια αντικειμενικά κριτήρια που
υιοθετεί η κοινή γνώμη και που βλέπει σχεδόν πάντοτε τα πράγματα
άσπρα ή μαύρα, προϋποθέτει εναγώνια προσπάθεια, πόθο νεκρώσεως για
το Χριστό και λαχτάρα συνάντησης μαζί Του και εντός Του, οπότε
ανταποκρινόμενος Εκείνος σ’ αυτή τη δίψα, καθιστά τον εν κατανύξει
εξουθενωμένο άνθρωπο ενεργούμενο από την άκτιστη Χάρη του,
μακάριο και στην ψυχή και στο σώμα: «Μὲ τὴν προσδοκία τῆς ἔκλαμψης
ἑνός μυστικοῦ φωτός, προχωρῶ δίχως νὰ ἔχω τὴ δύναμη νὰ στεγνώσω τὶς
λειτουργίες μου, ἄν καὶ ξέρω καὶ πιστεύω στὸ βίο τοῦ πράγματος, πέρα
ἀπό τὸ θάνατο τῶν προσωπικών μου αἰσθήσεων. Ὁ ἄκρατος
ὑποκειμενισμός ποὺ καταξιώνει τὸν φωτισμό, παραμορφώνοντας τὴν
ἀντικειμενική μορφή, ξένα πρὸς τὴν
κοινή γνώμη, ποὺ τὴν
ἀντιλαμβάνεται σὰν ἀποτέλεσμα τῆς ἀντίθεσης ἀνάμεσα στὴν ἡμέρα καὶ
τὴ νύχτα, ὅταν δὲν ἐμποδιστεῖ ἀπό τὴν αὐθαίρετη ἄρνηση τοῦ
ἀντικειμενικοῦ ἐλέγχου, σὰν μία ἀγωνιώδης προσπάθεια περίπτυξης τοῦ
πράγματος, μέσα στὴν ἀτομική ἐρήμωση, ποὺ τείνει νὰ μεταβάλει
ὁλόκληρο τὸ ἐγώ σὲ καθαρή ἐνέργεια, μπορεῖ νὰ χαρίσει μία ἀληθινή μὲ
πίστη ἐνατένιση …. Ἔτσι νομίζω ὅτι μπορῶ λογικά νὰ χαρακτηρίσω τὴν
ἐντύπωση τῆς μακαριότητας ποὺ ἀφήνει μέσα μου …. Θἄ ’θελα νὰ
διηγηθῶ τὴν εὐτυχία τοῦ σώματος ποὺ χάνει κάθε αἴσθηση πόνου καὶ
διαλύεται σ’ ἕν’ ἀνάβρυσμα ἀπό δάκρυα».465

464

οπ. σελ. 196.
Πεντζίκη, Ὁμιλήματα, σελ. 197, βλ. και Γρηγορίου του Παλαμά, Αντιρρητικός Δ΄, 16,43, Συγγρ. Γ΄,
σελ. 272-273, όπου ο Παλαμάς απαντάει στην ερώτηση του Ακίνδυνου, πώς είναι δυνατόν να είναι
άκτιστο το φως, αν οι μαθητές το είδαν με κτιστούς οφθαλμούς, παραπέμποντας στους παλαιότερους
από αυτόν Πατέρες που αναφέρονται εδώ, και λέγοντας ότι κατά τη Μεταμόρφωση του Χριστού οι
μαθητές μετέβησαν από τη σάρκα στο Πνεύμα, με την εναλλαγή των αισθήσεων που ενήργησε σ’
αυτούς το Πνεύμα (Μαξίμου του ομολογητού, Περὶ ἀποριῶν, PG 91,1128 A: «ἀπὸ τῆς σαρκὸς εἰς τὸ
465

122

Eντύπωση προξενεί το λεξιλόγιο του ποιητή σε αυτές τις
καταγραφές. Μιλάει με λέξεις απλές και συγκεκριμένες: ουρανός, σπίτι,
σύννεφο, αυγή, ρούχα, σώμα, δάκρυα κλπ. Όταν μάλιστα μιλάει για το
Φως, το μυαλό του αναγνώστη πηγαίνει σε μια πραγματική παρουσία, σε
ένα πραγματικό Πρόσωπο, εφόσον λέει πως το ασπάζεται, τον νοιάζεται
και τον φροντίζει ευσπλαχνικά, τον βοηθάει στο να μη σφάλλουν τα
βήματά του, έρχεται, προχωρεί, τον εγγίζει. Το Φως αυτό για το οποίο
και ο ίδιος νιώθει ακατανίκητη δίψα, δεν είναι άλλο από την εμπειρία της
παρουσίας του Χριστού, στην καρδιά, την ψυχή, τη διάνοια, όπως και το
σώμα του λογοτέχνη, κατατεθειμένο σε κείμενο με σύγχρονο γλωσσικό
ένδυμα και μορφή, αλλά που από πλευράς περιεχομένου και προσωπικού
βιώματος αντιστοιχεί σε ανάλογες λαμπρές πατερικές σελίδες.
Θυμίζει κάπως το κείμενο, αυτό που λέει ο Χαίλντερλιν (17701843) σε κάποιο ποίημά του το οποίο αναφέρει ο Χάιντεγγερ (18891976)466, ότι δηλαδή «εντελώς επάξια, αλλά ποιητικά κατοικεί ο
άνθρωπος πάνω στη γη». Το “ποιητικά” αναφέρεται στην πραγματική και
όχι κατά φαντασίαν ύπαρξη, ενώ η “γη” είναι η κατοικία του ανθρώπου.
Είναι γνωστή η απαξίωση και εχθρότητα με τις οποίες αντιμετώπιζε ο
πνεῦμα μετέβησαν, πρὶν τὴν διὰ σαρκὸς ἀποθέσθαι ζωήν, τῇ ἐναλλαγῇ τῶν κατ’ αἴσθησιν ἐνεργειῶν ἣν
αὐτοὺς τὸ πνεῦμα ἐνήργησε…»). Αλλά και ως προς τους προφήτες και ειδικότερα για τον προφήτη
Ησαΐα ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (Ὁμιλία 7, Εἰς Α΄ Κορινθίους 3, PG 61,58) αναφέρει ότι το
προφητικό αυτί, δεν ήταν αυτί ανθρώπου, αλλά του προστέθηκε αυτί για να ακούει, όπως και ο ίδιος ο
Ησαΐας ομολογεί, εννοώντας το Άγιο Πνεύμα. [«Τὶ οὖν; οἱ προφῆται οὐκ ἤκουσαν; Ἤκουσαν μέν,
ἀλλ’ οὐκ ἦν ἀνθρώπου οὗς τὸ οὗς τὸ προφητικόν· οὐ γὰρ ὡς ἄνθρωποι ἤκουσαν, ἀλλ’ ὡς προφῆται.
Διό φησι, προσέθηκέν μοι ὠτίον ἀκούειν,(Ησ. 50,4) τὴν προσθήκην τὴν ἀπὸ τοῦ Πνεύματος λέγων».] Ο
άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, (Λόγος εἰς τὴν Μεταμόρφωσιν 13, PG 96,565 C, 569 Α), σημειώνει ότι
τόσο έλαμψε το πρόσωπό Του σαν τον ήλιο, όχι γιατί δεν ήταν λαμπρότερος από τον ήλιο, αλλά γιατί
τόσο μπορούσαν να αντικρύσουν οι βλέποντες εν Πνεύματι αγίω και αυτό αποτελεί αλλοίωση της
δεξιάς του Υψίστου («Οὕτως ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος· οὐχ ὅτι μὴ τοῦ ἡλίου ὑπῆρχε
λαμπρότερον, ἀλλ’ ὅσον ἐχώρουν καθορᾷν οἱ βλέποντες… Καὶ ὃ δὲ ἑώρακε, ἐν πνεύματι τοῦτο
τεθέαται. Αὕτη ἡ ἀλλοίωσις τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου»).
Βλέπεται λοιπόν από τους αξίους κάποια «έκρηξη της λαμπρότητας» που προέρχεται από εκεί«ἔκλαμψη μυστικοῦ φωτός», είπε προηγουμένως ο Πεντζίκης -αλλά και σ’ αυτή την όραση μένει
αόρατο· διότι ούτε ο οφθαλμός το βλέπει, ούτε το αυτί το ακούει, ούτε στην καρδιά ανεβαίνει. Οι
αισθήσεις λοιπόν όλες δέχτηκαν την αλλοίωση από τη δεξιά του Υψίστου, δηλαδή από το Πνεύμα και
βλέπουν εν Πνεύματι τα του Πνεύματος, θείως και υπερφυώς. («Ὁρᾶται τοίνυν τοῖς ἀξίοις ἔξαλμά τι
τῆς ἐκεῖθεν λαμπρότητος, ἀλλὰ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ ὁράσει μένει ἀόρατον· οὔτε γὰρ ὀφθαλμὸς αὐτὸ ὁρᾷ
οὔτε οὖς ἀκούει, οὔτε ἐπὶ καρδίαν ἀνθρωπίνην ἀναβαίνει· πάντα γὰρ ταῦτα δεξάμενα τὴν ἐκ τῆς δεξιᾶς
τοῦ Ὑψίστου, ταὐτὸν δ’ εἰπεῖν τοῦ Πνεύματος ἀλλοίωσιν, ἐν Πνεύματι τὰ τοῦ Πνεύματος ὁρᾷ θείως
καὶ ὑπερφυῶς», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ἀντιρρητικὸς Δ΄16, 43). Δεν πρόκειται για κατάσταση
αναισθησίας, «δὲν ἔχω τὴ δύναμη νὰ στεγνώσω τὶς λειτουργίες μου», είπε προηγουμένως ο Πεντζίκης,
«οφθαλμοί, ώτα, καρδία δέχονται το δώρημα της δεξιάς του Υψίστου», είπε και ο Παλαμάς, αλλά για
υπέρ φύση κατάσταση, όπου ο όλος άνθρωπος γίνεται ένας οφθαλμός, «τὸ ἐγώ γίνεται καθαρή
ἐνέργεια», λέει ο Πεντζίκης, «ο άνθρωπος τὰ του Πνεύματος εν Πνεύματι βλέπει υπερφυώς», είπε πάλι
ο Παλαμάς.
466
Μ. Χάιντεγγερ, « …Ποιητικά κατοικεί ο άνθρωπος…», σελ. 21, στο Χρυσόστ. Σταμούλη, Έρως και
θάνατος, σελ. 316.

123

Πεντζίκης τις ιδέες τις οποίες αποκαλούσε περιπαικτικά “αηντίας”
σύμφωνα με τον τρόπο προφοράς τους στην αγγλική γλώσσα467.
Συνεχίζει ο γερμανός ποιητής για το Θεό λέγοντας: «Τι είναι ο Θεός;
Άγνωστος αλλά /γεμάτο είναι το πρόσωπο του ουρανού /απ’ τα
χαρακτηριστικά του. / Όταν πιότερο από κάθε τι / αόρατο είναι το Ένα /
προσαρμόζεται στο ξένο».468 Άγνωστος μεν ο Θεός, δεν παραλείπει όμως
να καθίσταται γνωστός αποκαλυπτόμενος μέσα από το πρόσωπο του
(ετερούσιου) ουρανού. Ενώ, λοιπόν, για πολλούς οι ετερούσιοι του Θεού
ουρανοί δεν διηγούνται απολύτως τίποτα469, για το Χαίλντερλιν
«διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ»470 κατά το Ψαλμικό.
Σ’ ένα κείμενό του για τον υπερρεαλισμό σε σχέση με το
υποσυνείδητο ο Πεντζίκης αναφερόμενος σε κάποια φράση του Μπρετόν
(1896-1966)471 για τα βάσανα, τις θλίψεις, τις στενοχώριες και τα
φαρμάκια που διαλύονται μέσα στην περιπέτεια του ανθρωπίνου βίου
κλπ, είπε πως η Παναγία ακούγοντας το γάλλο ποιητή να τα αποκαλεί
όλα τούτα “ψάρι διαλυτό ἐν ὕδατι” θα μειδιούσε εκλαμβάνοντας την
αναφορά στον ιχθύ, ως σαφή υπόμνηση του Υιού της. Σκεπτόμενος
κανείς με τον τρόπο του Πεντζίκη θα μπορούσε να πει ότι και ο άγιος
Γρηγόριος ο Παλαμάς, ακούγοντας τις παραπάνω φράσεις του
Χαίλντερλιν σίγουρα θα μειδιούσε!
Αλλά και ο ίδιος ο Άγιος, δίνει μία καταπληκτική ερμηνεία της
λέξης “ιχθύς” παίρνοντας αφορμή από το περιστατικό472 της βρώσης από
το Χριστό ψητού ιχθύος και κηρήθρας μελιού, το οποίο μας διηγείται το
στ΄ εωθινό Ευαγγέλιο: Με ιχθύ παρομοιάζει την ανθρώπινη φύση που
κολυμπούσε στα ύδατα της εμπαθείας και των ηδονών, ενώ ψητός ιχθύς
είναι η προσληφθείσα από το Χριστό ανθρώπινη φύση, η οποία δι’ αυτής
της προσλήψεως καθαρίστηκε από κάθε εμπαθή διάθεση και κατέστη
ομόθεη και ωσάν διάπυρη. Κηρήθρα μελιού είναι η χάρη του Αγίου
Πνεύματος μέσα στην καρδιά των πιστευόντων. Εσθίει από αυτά κατά
θεία ενέργεια, χωρίς να έχει ανάγκη φαγητού το αθάνατο σώμα του,
θέλοντας να δείξει με αυτό τον τρόπο, ότι τροφή του είναι η σωτηρία
467

Πεντζίκη, «Προσεύχομαι στὰ πράγματα γιὰ νὰ μὲ δώκουν ζωή», συνέντευξη στο περιοδ. Το Τέταρτο
2, σελ 102.
468
Μ. Χάιντεγγερ, «… Ποιητικά κατοικεί…», στο Χρ. Σταμούλη, Έρως και θάνατος, σελ. 322.
469
Βλ. και Ν. Ματσούκα, Δογματική και συμβολική Θεολογία Β, Έκθεση της ορθόδοξης πίστης…, σελ.
53.
470
Ψαλμ. 18,2.
471
Πεντζίκη, Ἀντρέας Δημακούδης καὶ ἄλλες μαρτυρίες χαμοῦ καὶ δεύτερης πανοπλίας, σελ. 189.
472
Λουκ. 24,42.

124

όλων των ανθρώπων. Δεν τα έφαγε όμως όλα επειδή δεν πίστεψαν
όλοι.473
Με έναν λόγο φωτεινό, εκρηκτικό θεολογικά, συνδέοντας με τα
προηγούμενα, ο Χάιντεγγερ κατά τον καθηγητή Χρυσόστομο
Σταμούλη,474 παρατηρεί ότι ο ποιητής και γενικότερα μπορεί να πει
κανείς ο λογοτέχνης, ο επιστήμονας, ο επαγγελματίας και ο βιοτέχνης,
ακόμη γενικότερα ο άνθρωπος “ποιεί”, δηλαδή όντως ζει, όταν μιλάει για
τις όψεις του ουρανού, υποτασσόμενος στις (φωτεινές) εμφανίσεις του,
σα να γίνεται αυτός ο ίδιος το ξένο ον (ετερούσιον) μέσα στο οποίο ο
Θεός αποστέλλει τον εαυτό Του. Οι όψεις και οι εμφανίσεις αποτελούν
τις εικόνες οι οποίες απεικονίζουν, δείχνουν το Άγνωστο σε κάτι που του
είναι ξένο. Ο ποιητικός λόγος των εικόνων «συλλέγει τη φωτεινότητα και
την ηχώ των εμφανίσεων του ουρανού και τις κάνει Ένα με τη
σκοτεινότητα και τη σιωπή του ξένου. Με τέτοιου είδους όψεις ξαφνιάζει
ο Θεός. Με αυτό το ξάφνιασμα δηλώνει τη συνεχή του εγγύτητα».475
Παρά ταύτα, εδώ γίνεται λόγος μόνο για εγγύτητα του Θεού, αν
και η θεολογική γλώσσα του φιλοσόφου είναι καταπλήσσουσα,
προανακρούοντας κατά κάποιον τρόπο και από μακριά, λόγους και
εμπειρίες παρόμοια με αυτά του Πεντζίκη περί του υποστατικού φωτός
ως ενυπόστατης θεοποιού δωρεάς. Ο λογοτέχνης και ζωγράφος όντως
μιλάει για κάτι ασυγκρίτως πιο “τρομακτικό” με μία ορολογία
αφοπλιστική. Από τη χαϊντεγγεριανή και χαιλντερλιανή “εγγύτητα”
περνάει κανείς στην πεντζικική οικείωση και κατοχή: «Ἔτσι νομίζω ὅτι
μπορῶ νὰ χαρακτηρίσω τὴν ἐντύπωση τῆς μακαριότητας, ποὺ ἀφήνει
μέσα μου ἡ ὄψη τοῦ πραγματικοῦ… οἱ αἰσθήσεις μου κινημένες ἀπό ἕνα
εἶδος ἐρωτικοῦ πυρετοῦ, προσπαθοῦν μ’ ἕναν χαρακτηρισμό νὰ
κερδίσουν, νὰ λάβουν στὴν κατοχή τους τὸ πράγμα. Καταλαβαίνω τί
473

«ἀνάλωσε δὲ τὴν τροφήν οὐ κατὰ τὴν τῶν θνητῶν σωμάτων φύσιν, ἀλλὰ κατὰ θείαν ἐνέργειαν….
τὰ δὲ ἀθάνατα σώματα τροφῆς οὐ δεῖται πρὸς τὸ συνίστασθαι… τὴν γὰρ ἡμετέραν φύσιν ἰχθύος δίκην
οἷον ἐννηχομένην τῇ ὑγρότητι τοῦ ἐνηδόνου βίου καὶ ἐμπαθοῦς, ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος ἑνώσας ἑαυτῷ καθ’
ὑπόστασιν, καὶ τῷ θείῳ καὶ ἀπροσίτῳ πυρὶ τῆς αὐτοῦ θεότητος ἐκκαθάρας πάσης ἐμπαθοῦς διαθέσεως,
ὁμόθεον αὐτὴν καὶ οἷον διάπυρον ἀπετέλεσεν…. Μελισσείῳ δὲ κηρίῳ ἕοικεν ἡμῶν ἡ φύσις, οἱονεί τινι
κηρίῳ τῷ σώματι ἐντεθησαυρισμένον οἱάπερ μέλι, κατέχουσα τὸ λογικὸν χρῆμα, μᾶλλον δὲ τοιοῦτός
ἐστι τῶν εἰς Χριστὸν πιστευόντων ἕκαστος· τὴν γὰρ τοῦ θείου Πνεύματος χάριν ἐναποκειμένην ἔχει τῇ
τε ψυχῇ καὶ τῷ σώματι, καθάπερ μέλι κηρίῳ. Ἐσθίει δὲ ἀπὸ τούτων ὁ Κύριος, ἐπειδήπερ οἰκεῖον ἡδέως
βρῶμα ποιεῖται τὴν σωτηρίαν ἑκάστου τῶν μετεχόντων τῆς φύσεως· οὐ τὸ πᾶν δέ, ἀλλ’ ἀπὸ μελισσείου
κηρίου, τοὐτέστι μέρος ἐσθίει, ἐπεὶ μὴ πάντες ἐπίστευσαν», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 21, Εἰς τὴν
Ἀνάληψιν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, PG 151,280 C D-281 A.
474
Χρυσόστ. Σταμούλη, Έρως και θάνατος, σελ. 322-323.
475
οπ. σελ. 323.

125

εἶναι ὁ φωτισμός: ἡ ζωή τοῦ πράγματος μέσα στὸ ὑποκείμενο»476. Είναι
δηλαδή η εκστατική αγάπη ως “ἐρωτικός πυρετός” κατά την πεντζικική
ορολογία το κινούν την ύπαρξή του προς οικείωση του “πράγματος”, της
Αλήθειας και του Φωτός του Χριστού. Η ζωή του πράγματος δεν είναι
«απλή αποκάλυψη των νοημάτων που στη σκέψη πολλών ταυτίζει το
φως με τη γνώση. Και η γνώση είναι φως, αλλά το φως δεν είναι μόνο
γνώση»477. Είναι πραγματικό το Φως, αληθές, τέλειο, βέβαιο, διηνεκής
έλλαμψη του Πνεύματος καθότι υποστατικό, αλλά και ενυπόστατο, όχι
αυθυπόστατο, δηλαδή «θεωρούμενο σε άλλου υπόσταση»,478 φυσική
ενέργεια του Προσώπου, που λαμβάνει το είναι της από τη φύση.479
Το “σύννεφο” που στεγάζει τον Πεντζίκη και ο “ουρανός” που
χαμηλώνει και του γίνεται “σπίτι”, αποτελούν τους mots clés που δίνουν
το μέτρο της ποιητικής του ανθρώπου, το οποίο δεν μπορεί να είναι άλλο
από τον ουρανό, από το Χριστό. Είναι το μέτρο τού ποιητικώς, άρα
φωτεινώς και κοσμίως κατοικείν. Άλλωστε κατά τον ίδιο «μπορεί… να
εκφράζεται κανείς περί του ωραίου κινούμενος μ’ ένα άλλο φως από το
άμεσο».480 Αντιλαμβάνεται κανείς εύκολα ποιο είναι αυτό το «άλλο
φως».
Ακόμη κι όταν μιλάει μόνο για τη φιλοσοφία του Χάιντεγγερ, ο
Πεντζίκης την εκτιμάει στο βαθμό «ποὺ προσπαθεῖ ἐν ὀνόματι τοῦ
γλωσσικοῦ ὀργάνου, ὡς σώματος ἑνιαίου, νὰ ἐπανασυνδέσει μὲ κάθε
θυσία τῆς λογικῆς τὸ ἀντικείμενο μὲ τὸ ὑποκείμενο».481
Άρα ο Πεντζίκης όπως και ο Γρηγόριος Παλαμάς,482 καλεί τον
άνθρωπο σ’ ένα φωτεινό τρόπο ύπαρξης, μεταθέτοντας το μέτρο της
476

Πεντζίκη, Ὁμιλήματα, σελ. 198. Ενώ κατά τον αιρετικό Γρηγορά οι ενέργειες δεν είναι παρά
«ονόματα κενά πραγμάτων», κατά το Γρηγόριο Παλαμά, οι ενέργειες σαφώς και μπορούν να
ονομαστούν «πράγματα», όχι αυθύπαρκτα, αλλά «περί την θείαν φύσιν»∙ είναι «όντα», «άκτιστα»,
«πράγματα». Βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Κατά Γρηγορά Α΄, 24-25, Συγγρ. Δ, σελ. 249-250. Ο Πεντζίκης,
γνήσιος παλαμιστής εδώ, συνεχίζει την περιγραφή της εμπειρίας του θείου Πατέρα και ως ιδικής του,
επίσης, αίσθησης.
477
Χρυσοστόμου Σταμούλη, Περί Φωτός, σελ. 54.
478
οπ. σελ. 55, βλ. και Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων 1,3,7, Συγγρ. Α΄, σελ. 417.
479
«Τὸ μὲν οὖν φυσικὸν ἀεὶ σύνεστιν τῇ φύσει παρ’ ἧς τὸ εἶναι ἔχειν, φυσικὸν γάρ·», βλ. Γρηγορίου
Παλαμά, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς…,3, 1, 14, Συγγρ. Α΄, σελ. 628.
480
Πεντζίκη, «Ὑποσυνειδήτου κλῖμαξ καὶ σουρρεαλισμός», στο Ἀντρέας Δημακούδης…, σελ. 175.
481
«Το πορτραίτο του καλλιτέχνη», ο Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΊΚΗΣ απαντάει σε 31 ερωτήσεις της Isadora
Rosenthal-Kamarinea, εφημ. Η Καθημερινή,7 ημέρες, Κυριακή 2 Μαρτίου 1997, σελ. 9.
482
«Εἴποι δ’ ἄν τις, σὺν πολλοῖς ἑτέροις, καὶ τὸ τριαδικὸν τῆς ἡμετέρας γνώσεως, μᾶλλον ἡμᾶς τῶν
ἀγγέλων δεικνύειν κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, οὐ μόνον ὅτι τριαδικόν, ἀλλὰ ὅτι καὶ συμπεριβάλλει
γνώσεως ἅπαν εἶδος. Μόνοι γὰρ ἡμεῖς τῶν κτισμάτων ἁπάντων πρὸς τῷ νοερῷ τε καὶ λογικῷ καὶ τὸ
αἰσθητικὸν ἔχομεν∙ ὃ τῷ λογικῷ συνημμένον εἶναι πεφυκός, τεχνῶν τε και ἐπιστημῶν καὶ γνώσεων

126

ζωής του από τα άσαρκα ιδεολογήματα κάθε είδους “αγγελισμών”, στο
Χριστό, σε τρόπο μετα-αγγελικό, σε μια αγαπητική συνεύρεση μέσα στο
αναστημένο και φωτεινό σώμα του Χριστού hic et nunc. Πρόκειται για
την «ανέσπερη ημέρα»483, μια εποχή που ο χρόνος, ο τόπος, η κτίση
ολάκερη δε θα εμπεριέχει τον άνθρωπο, αλλά όλα θα τα εμπεριέχει
εκείνος, όλα θα είναι εντός του μεταμορφωμένα, κι εκείνος μέσα στην
αγάπη του Θεού. Δεν θα “έχει” Θεό, ο Θεός θα “τον έχει”.
Συμπερασματικά μπορεί κανείς να διακρίνει τη μεγάλη σημασία
που έχει στη θεολογική σκέψη του Αγίου, το σώμα. «Είτε αυτό είναι το
ανθρώπινο σώμα, είτε το σώμα του Χριστού, τουτέστιν η Εκκλησία, είτε
το σώμα του λαού. Θα έλεγα πως ο Παλαμάς με τον τρόπο αυτό
αποκαλύπτει μια λαϊκή θεολογία και μια λαϊκή οντολογία, σωματική
οντολογία, που ανοίγει νέους ορίζοντες και μας καλεί σε μια συμμετοχή
στο ήδη εγκαινισμένο στο παρόν εσχατολογικό μέλλον. Όταν μάλιστα
τούτο το σώμα είναι το Πάσχον σώμα, τότε τα πράγματα
μεγιστοποιούνται, διότι δεν βρισκόμαστε ενώπιον ενός υπό εξέταση
αντικειμένου, αλλά ενώπιον του ίδιου μας του εαυτού, τον οποίο καθώς
λέγει ο παις ζωγράφος, ποιητής και πεζογράφος “μᾶς βοηθεῖ νὰ
αἰσθανθοῦμε ὁ ὑποστηρικτής τῆς νοερᾶς προσευχῆς Ἅγιος”484». 485
Άσαρκα εντελώς και απογοητευτικά, στον αντίποδα της παλαμικής
θεολογίας βρίσκονται τα βαρλααμικά κείμενα, απηχώντας ενοχές για το
σώμα, στο οποίο σύμφωνα με αυτά δεν συγχωρείται καμία κίνηση
εξωτερική, ενδεικτική της πνευματικότητάς του. Αυτή η τελευταία δεν
υπάρχει, έχει εξοβελιστεί με αποτέλεσμα στα κείμενα αυτά να υπάρχει
νοσταλγία σώματος, σύμπτωμα εν γένει και όλης της μετέπειτα, αλλά και
σύγχρονης ευρωπαϊκής φιλοσοφίας.
Γνωρίζοντας το διακύβευμα των ησυχαστικών ερίδων του 14ου
αιώνα ο Πεντζίκης γράφει: «… Ἦλθε καὶ ξένος ἀπό τὴν Ἰταλία τότε, ὁ
Βαρλαάμ, γιὰ νὰ ὑποστηρίξει συνωδά μὲ τὸν Γρηγορᾶ, Κυδώνη,
ἐξεῦρε πολυειδέστατον πληθύν…», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, 150 φυσικά, ἠθικά, πρακτικά καὶ
θεολογικά κεφάλαια, βλ. και Φιλοκαλία Δ, σελ. 317-318.
483
«… αἰώνιος δὲ ζωή καὶ αἰώνιος κόλασις, τὸ ἀτελεύτητον τοῦ μέλλοντος αἰῶνος δηλοῖ. Οὐδὲ γὰρ
μετὰ τὴν ἀνάστασιν ἡμέραις καὶ νυξὶν ὁ χρόνος ἀριθμήσεται. Ἔσται δὲ μᾶλλον μία ἡμέρα ἀνέσπερος·
τοῦ ἡλίου τῆς δικαιοσύνης τοῖς δικαίοις φαιδρῶς ἐπιλάμποντος…», βλ. Ιωάννου Δαμασκηνού,
Ἔκδοσις ἀκριβής…2,1, PG 94,864 B.
484
Πεντζίκη, Πρὸς ἐκκλησιασμόν, σελ. 137.
485
Χρυσοστόμου Σταμούλη, «Το κίνημα των Ζηλωτών και ο Γρηγόριος Παλαμάς στο Νίκο Γαβριήλ
Πεντζίκη», σελ. 6.

127

Ἀκίνδυνο καὶ ἄλλους λόγιους, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτο καὶ ἀκατανόητο, πῶς
μπορεῖ μὲ κινήσεις τοῦ σώματος νὰ ἀξιωθεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ γίνει θεόπτης.
Καὶ ξεχνοῦσαν ὅτι “ἐν χορῷ” ὅπως λέει ὁ Προφητάναξ, πρέπει νὰ
αἰνῆται ὁ Κύριος. “Χορεύοντας ὑμνεῖτε τὸν Θεόν”, εἶναι ἕνα θέμα, πολύ
σύνηθες, σὲ τοιχογραφίες τῆς ἐποχῆς τῆς Τουρκοκρατίας. Θυμοῦμαι
ἰδιαίτερα τὴν ἀρκετά μεγάλη τοιχογραφία, στὸ μικρό ἐκκλησάκι τοῦ
κοιμητηρίου τῆς ἱερᾶς μονῆς Γρηγορίου στὸν Ἄθωνα. Οἱ λαϊκές ἀνδρικές
καὶ γυναικεῖες μορφές μοιάζουν νὰ σέρνουν καλαματιανό, πηδηχτές,
πιασμένες μὲ μαντήλια χρωματιστά. Ὁ Βαρλαάμ καὶ οἱ ὀπαδοί του
φοβοῦνται τὶς κινήσεις τοῦ σώματος καὶ τοῦ ἀρνιοῦνται τὴν
πνευματικότητα. Ἐνυπάρχει βέβαια κίνδυνος, τὸ γνωρίζει ὁ Ἡσυχαστής
καλά καὶ σύγχρονα μᾶς παρέχει κάθε δυνατή ὁδηγία γιὰ νὰ
προφυλαχτοῦμε καὶ νὰ μὴ μᾶς συνεπάρουν οἱ δαίμονες. Τὸ εἶναι, καθώς
τὸ σῶμα μας ἀσκεῖται χορευτικά, πρέπει τελείως νὰ ξεχνιέται μέσα σὲ
μία νοσταλγία υψηλή. Τὸ πράγμα καταλήγει σὲ μιὰν ἄρνηση τῆς
νοσταλγίας ἀπό μέρους τοῦ Βαρλαάμ, γιατί καταλαβαίνει, πὼς ἡ
νοσταλγία συχνά συνεπάγεται τὴν ἀποτυχία στὸ παρόν καὶ ἡ λογική μας
εἶναι φάρος προσηλωμένος αὐστηρά μόνο σ’ αὐτό…. Μόνο τὸ σῶμα ποὺ
γεννιέται καὶ πεθαίνει, μπορεῖ νὰ νοσταλγεῖ. Ἡ ἑρμηνεία ποὺ δίδω στὶς
ἀπόψεις αὐτές δικαιολογεῖ καὶ τὴν ἐξαιρετική θέση ποὺ τείνει νὰ πάρει ὁ
Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, στὴν παγκόσμια διανόηση τοῦ καιροῦ μας.
Στὴ Γαλλία τὸν τελευταῖο καιρό κυκλοφόρησαν δύο βιβλία γιὰ τὴν
προσωπικότητα καὶ τὸ ἔργο του. Χαρακτηρίζεται Χριστιανός
Ἐξιστανσιαλιστής»486.
Είναι γεγονός πανθομολογούμενο σε όλα τα σύγχρονα
επιστημονικά πεδία, ότι υπάρχει μία συνεχής ανταλλαγή μεταξύ
ανθρώπινης και υλικής κτίσεως τουλάχιστον επί βιολογικού πεδίου.
Αυτός που πίστεψε και βαπτίστηκε και μεταβλήθηκε σε κατοικητήριο της
Αγίας Τριάδας, μπορεί και οφείλει να υψώσει αυτή την ανταλλαγή σε
υπερφυσικό επίπεδο και να γίνει ο αγωγός μέσα από τον οποίο το Φως
και η χάρη του Χριστού θα επιδημήσουν στον κόσμο. Ο αμαρτωλός και
αμετανόητος άνθρωπος απλώς εκμεταλλεύεται, παίρνει από τον υλικό
κόσμο, χωρίς να δίνει, μάλλον δίνει φθορά και θάνατο. Ο Τριαδικός
άνθρωπος όμως μπορεί να μεταδώσει, αγάπη, ειρήνη, χάρη και ζωή του
Θεού σε όλα τα πλάσματα, τα εγγύς και τα μακράν. Έτσι τα βοηθάει και
486

Πεντζίκη, Πρὸς ἐκκλησιασμόν, σελ. 32.

128

αυτά να απαλλαγούν από τη φθορά υπό την οποία στενάζουν, να δεχθούν
τη ζωοποιό ενέργεια του Θεού, να συμβάλλουν ώστε να αποτελεσθεί η
λαμπρή εκείνη εικόνα, δια της οποίας το πρόσωπο του Τριαδικού Θεού
φανερώνεται στον κόσμο487.
Συμπεραίνοντας χρειάζεται να τονιστεί ότι ο άνθρωπος είναι
πρόσωπο, δεν είναι μόνο ψυχή ή μόνο σώμα, αλλά μία αξεχώριστη και
αδιαίρετη ουσιαστική ενότητα προορισμένη να γίνει μονή της Αγίας
Τριάδας. Δεν είναι απλώς ένοικος μέσα στον κόσμο, αλλά είναι ο νους
αυτού του κόσμου, ο οδηγός της κτίσης προς τον Τριαδικό Θεό488, τον εκ
του μη όντος, Δημιουργό, Προνοητή, Συντηρητή και Τροφέα του
σύμπαντος κόσμου. Το μυστήριο αυτό καλείται ο κάθε άνθρωπος να
ζήσει ψυχή τε και σώματι, ως συνεχή έκπληξη, μέσα στην Εκκλησία,
όπου και ο Χριστός, το κατάλυμα των ανθρωπίνων καημών και ερώτων.
Η χαρά αυτή, της βιώσεως του μυστηρίου της Εκκλησίας ως
Χώρας των ζώντων, εν Φωτί και Έρωτι Χριστού, δεν μπορεί να μην
περιλαμβάνει και το σώμα του ανθρώπου, κεντρικό πυρήνα
προβληματισμού, τόσο στον Άγιο, όσο και στον Πεντζίκη, θέμα το οποίο
διεξοδικά αναπτύχθηκε στο παρόν κεφάλαιο.

487
488

Βλ. σχετ. και στο Δημήτρη Κουτρουμπή, Η χάρις της Θεολογίας, σελ. 184.
οπ. σελ. 182, 183, 184.

129

δ. To μυστήριο του Σταυρού: από την εν σώματι και στόματι
προσκύνηση στη δια της χάριτος της ευχής ένδυση και την άρση.

Η ζωή του χριστιανού, από τη στιγμή της βαπτίσεώς του και μετά,
έχει μόνιμο σταυρικό προσανατολισμό. Ο Πεντζίκης μέσα από τη γραφή
του και τη ζωγραφική του καθιστά σαφέστατο αυτό τον προσανατολισμό
του, συναντώντας ως ομόφρονα και ομόψυχο το δεύτερο πολιούχο Άγιο
της Θεσσαλονίκης στον 20ό αιώνα. Μια περιδιάβαση στα κείμενά τους,
έχει να δείξει πολλά κοινά στοιχεία, πράγμα που σημαίνει ταυτόσημο
βίωμα και ακόμη ανάδειξη του Θεσσαλονικιού λογοτέχνη και ζωγράφου
σε πατερικό μέγεθος των εσχάτων χρόνων. Λέει κάπου σε μια
συνέντευξή του περί της πορείας του ανθρώπου: «Νομίζω ὅτι
χαρακτηριστική εἰκόνα τῆς πορείας -γιατί πάντοτε γιὰ πορεία πρόκειται
διὰ βίου, ἁμαρτωλή, μόνο ὁ Κύριος εἶναι ἀναμάρτητος- εἶναι ἕνα παιδάκι
μὲ τὴν τσάντα του κρεμασμένη στὴν πλάτη, ποὺ πηγαίνει καὶ βλέπει τὴν
ἀνατολή τοῦ ἡλίου σὲ βιβλίο γεωγραφίας. Γράφει ἀπό κάτω: ὁ μικρός
Πέτρος βλέπει μπροστά του τὴν Ἀνατολή, πίσω τὴ Δύση, δεξιά του εἶναι
ὁ Νοτιάς, ἀριστερά ὁ Βοριάς. Αὐτό ἀκριβῶς εἶναι τὸ σημεῖο τοῦ
Σταυροῦ. Ὁ σταυρικός προσανατολισμός μᾶς ἐξασφαλίζει, πέρα ἀπό
κάθε λόγο, νὰ συναφθοῦμε μὲ τὸν κόσμο καὶ νὰ κάνουμε τὸ ἔργο ποὺ
ἀποτελεῖ ὑπηρεσία στὸ Θεό: νὰ δώσουμε ὀνόματα στὰ πράγματα καὶ μὲ
τὸν προσανατολισμό νὰ δώσουμε νόημα στὴ σταυρική τους σημασία»489.
O Σταυρός αποτελεί και για τους δύο το χώρο και το χρόνο μέσα
στον οποίο κινούνται. Αυτός ο χωροχρόνος βιώνεται ως ανακαινιστική
εκκλησιαστική πραγματικότητα που αγγίζει ιαματικά τον όλο άνθρωπο.
Εδώ έχει θέση η καταπληκτική φράση του λογοτέχνη: «Φίλα τὸ Σταυρό.
Χάρισέ του πολλά φιλιά, ὥστε πλήρης κι ὁλόκληρος νὰ ντυθεῖ τὶς σάρκες
σου»,490 αλλά και το εξίσου εκπληκτικό απόσπασμα από τα Ομιλήματα:
«… ὁ Χριστός εἶναι ὁ μοναδικός χορηγός τῆς ἐλευθερίας μας,
489
490

Βλ. συνέντευξη του Πεντζίκη στο περιοδ. Σύναξη 38, σελ. 63- 64.
Βλ. απόσπασμα από την « Ἐρωτηίδα », περιοδ. Το Τέταρτο 2, σελ. 101.

130

ὑπερασπιστής τῆς αὐτεξουσιότητας τοῦ καθενός πλάσματος, ποὺ
κάνοντας ὅ,τι κάνει, σὲ καμιά περίπτωση δὲν πρέπει νὰ ἀπελπίζεται περί
τῆς σωτηρίας του, φτάνει νὰ μπορεῖ νὰ κάμει ἐφ’ ὅλου τοῦ σώματος, τὸ
σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, τοῦ ἱεροῦ Ξύλου ποὺ ἀπό ἐργαλεῖο καὶ μέσο
τιμωρίας, ὁ λαβών σάρκα ἀνθρώπινη Θεός, τὸ κατέστησε σύμβολο τῆς
ἀπό τοῦ τάφου Ἀνάστασης».491
Εκτός του ότι σώζει από την απελπισία, ο Σταυρός δίνει νόημα,
αλήθεια στην ύπαρξη του ανθρώπου και στα γύρω του πρόσωπα και
πράγματα, υπογραμμίζοντας και υπενθυμίζοντας τη σταυρική τους
σημασία, γεγονός που δεν πρόσεξε τελικά ο Τζέιμς Τζόις, στο
(παραληρηματικό) έργο του οποίου Οδυσσέας (1922) αναφέρεται ο
Πεντζίκης λέγοντας: «Ἔτσι οἱ εὐτελεῖς ἀπασχολήσεις ἑνός ἀσήμαντου
ζευγαριοῦ στὸ Δουβλῖνο, τοῦ κυρίου καὶ τῆς κυρίας Μπλούμ, μιὰ χαμένη
ἡμέρα τοῦ αἰώνα μας καὶ ὅλα τὰ νυχτερινά παραληρήματα, χρειάζονται
ἁπλῶς μόνο τὸ σημεῖο “σὺν” τοῦ Σταυροῦ, ἀντί τῆς ἀφαίρεσης ὅλων τῶν
ὑποθέσεων, γιὰ νὰ γίνουν ἀπό φαντάσματα ἄνθρωποι ἀληθινοί, τὰ
πρόσωπα καὶ ἡ πόλη ὑπαρκτή. Νὰ μὴν εἶναι μόνο τεκμήρια πόνου,
ἀναζητήσεων ἄκαρπων στὰ περασμένα, ὅπου κάθε φαντασία, ξέρουμε,
εἶναι ἕνας τοῖχος τῆς ἀσφυκτικῆς κάμαρής μας, μὲ ὅλες τὶς ἀναδιπλώσεις
τῆς μνήμης, τοῦ ἀπωλεσθέντος στὰ κύματα χρόνου».492 Δια του Σταυρού
δηλαδή, παραγκωνίζεται η φαντασία, νοηματοδοτείται εν Χριστώ η
πορεία του ανθρώπου, κερδίζεται ο απωλεσθείς χρόνος και αποκτά
νόημα και η ύπαρξη.
Το μυστήριο του Σταυρού ενεργείται ήδη κατά τους Πατέρες από
τους χρόνους της Παλαιάς Διαθήκης και των Προφητών. Ο άγιος
Γρηγόριος ο Παλαμάς σχολιάζοντας την εντολή του Θεού προς το
Μωυσή ενώπιον της θεωρίας της φλεγόμενης βάτου να λύσει το υπόδημα
των ποδιών του γιατί η γη πάνω στην οποία στέκεται είναι άγια493, λέει
ότι ο αγιασμός αυτός είναι εκείνος που πρόκειται να συντελεστεί πάνω
στη γη δια του Σταυρού του Χριστού, του οποίου την επί γης παρουσία
πρόβλεψε ο Μωυσής και του οποίου Σταυρού η εν Θεώ θεωρία είναι
ανώτερη από εκείνη την πρώτη της βάτου494. Το λύσιμο των
491

οπ. μνημ. εργ. σελ. 215, 216.
Πεντζίκη, Μητέρα Θεσσαλονίκη, σελ. 140.
493
Εξοδ. 3,5.
494
«“Λύσαι οὖν”, φησί, “τὸ ὑπόδημα τῶν ποδῶν σου∙ ἡ γὰρ γῆ ἐφ’ ἣν σὺ ἔστηκας γῆ ἁγία ἐστίν” ∙
ἐδήλου δὲ αὐτῷ ὁ λόγος τὸν μετὰ τὴν ἐπιφάνειαν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ
Χριστοῦ μέλλοντα ἐπὶ τῆς γῆς διὰ τοῦ Σταυροῦ ἔσεσθαι ἁγιασμόν. Τότε γὰρ ὁ Μωυσῆς τὴν τότε
492

131

υποδημάτων, παραπέμπει στην απόθεση των δερματίνων χιτώνων μέσα
από τους οποίους ενεργεί η αμαρτία και αποσπάει τον άνθρωπο από την
αγία γη. Η δύναμη της θεοπτίας θα νικήσει το νόμο της αμαρτίας.495 Στον
αγιασμό όλης της γης μπορεί να παραπεμφθεί κανείς, ακόμη και
μαθηματικώς σκεπτόμενος, προεκτείνοντας τις δύο διαστάσεις του
σταυρού απείρως, προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, οπότε “βλέπει”
τον Σταυρό του Χριστού ν’αγκαλιάζει ολόκληρη τη γη.
Δεν μιμήθηκε το Μωυσή ο αρχαίος έλληνας φιλόσοφος Σωκράτης
ως προς το λύσιμο των υποδημάτων του ενώπιον της φλεγόμενης βάτου
το οποίο παραπέμπει στη σταύρωση του εγώ, πιστεύει ο Πεντζίκης,
παραμένοντας ανθρωποκεντρικός, ειδωλοποιώντας τον άνθρωπο496 και
πιστεύοντας στο γνωστό “νους υγιής σε σώμα υγιές”. «Δὲ μίλησε μὲ
νικημένη, προδομένη τὴ σάρκα, καταφρονώντας τὶς κοινωνικές περί
εὐμαρείας καὶ εὐέχειν διατάξεις, ὅπως οἱ προφῆτες… Ἄν σκύβοντας,
ὅπως ὁ Μωυσῆς, ἔλυνε τοὺς ἱμάντες τῶν ὑποδημάτων του,
ἀναγνωρίζοντας ὅτι ἡ γῆ καὶ τὰ ἐπ’ αὐτῆς ἱδρύματα, ὅπου πατεῖ καὶ
στηρίζεται, εἶναι ἀπόλυτη ἰδιοκτησία τοῦ Κυρίου τῶν δυνάμεων, θὰ ἦταν
ἐλεύθερος νὰ βαδίσει πρὸς τὴ Γῆ τῆς θείας ὑπόσχεσης».497 Η πραγματική
λύση του δράματος θα ήταν η δια της αποθέσεως του δερματίνου
χιτώνος, δηλαδή η δια του Σταυρού νίκη επί της υπερηφανείας, επί του
σαρκικού φρονήματος, πράγμα που ολοκληρωτικά συνέβη με τη
σάρκωση του Λόγου. Έκτοτε, Σταυρός, Ταφή και Ανάσταση, αποτελούν
τριπλή αναγκαιότητα της πνευματικής ζωής του Χριστιανού.
Ο Σταυρός του Χριστού προαναγγελλόταν και προτυπωνόταν
μυστικώς από παλαιές γενεές498, όπως ακριβώς πριν έρθει ο Αντίχριστος
ο ευαγγελιστής Ιωάννης μιλάει για αντιχρίστους που ήρθαν ήδη στον

μέλλουσαν παρουσίαν τοῦ Χριστοῦ προεώρα, πρὸς τὸ μέγα θέαμα ἐκεῖνο βλέπων, τὴν ἐν πυρὶ
δροσιζομένην βάτον∙ ὥστε καὶ ἡ ἐν Θεῷ θεωρία τοῦ Σταυροῦ μυστήριόν ἐστι, τοῦ προτέρου ἐκείνου
μυστηρίου μεῖζον», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 11, Εἰς τὸν Τίμιον καὶ Ζωοποιὸν Σταυρόν, PG 151,
128 C.
495
«Λύσαι οὖν τοῦτο τὸ ὑπόδημα ἐκ τῶν ποδῶν σου, ταὐτὸν δὲ εἰπεῖν, μηκέτι κατὰ σάρκα καὶ τῇ
ἁμαρτίᾳ ζῆθι, ἀλλὰ καταργηθήτω καὶ νεκρωθήτω ἡ ἀντικειμένη τῷ Θεῷ ζωή καὶ τὸ φρόνημα τῆς
σαρκὸς καὶ ὁ ἐν τοῖς μέλεσι νόμος, ὁ ἀντιστρατευόμενος τῷ νόμῳ τοῦ νοὸς καὶ αἰχμαλωτίζων ἐν τῷ
νόμῳ τῆς ἁμαρτίας, μηκέτι ἐπικρατείτω, μηδὲ ἐνεργείτω, τῇ δυνάμει τῆς θεοπτίας νεκρούμενος», οπ.
PG 151,128 B.
496
Πεντζίκη, Ὁμιλήματα, σελ. 169.
497
οπ. σελ. 168-169.
498
« Ὁ τοῦ Χριστοῦ σταυρὸς προανεκηρύττετο καὶ προετυποῦτο μυστικῶς ἐκ γενεῶν ἀρχαίων…», βλ.
Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 11, Εἰς τὸν Τίμιον καὶ Ζωοποιὸν Σταυρόν, PG 151,124 D.

132

κόσμο499, αλλά και ο απόστολος Παύλος500 αναφέρει ότι το μυστήριο της
ανομίας και του Αντιχρίστου ενεργείται στην ανθρωπότητα, πράγμα που
επισημαίνει και ο Γρηγόριος Παλαμάς,501 κάνοντας επίσης λόγο, με το
ίδιο σκεπτικό, για τη μυστική προτύπωση και του Σταυρού, πριν από το
Χριστό.
Κανείς ποτέ δε συμφιλιώθηκε χωρίς τη δύναμη του Σταυρού502. Ο
Σταυρός είναι η κατάργηση της αμαρτίας εξαιτίας της οποίας
αχρειώθηκε, αμαυρώθηκε το κατ’ εικόνα και επομένως η συμφιλίωση
του ανθρώπου με το Θεό.503
Κατά τον Πεντζίκη, σε κάποια συνέντευξή του, «τὸ χῶμα ποὺ
πατᾶμε εἶναι ἡ σάρκα τῶν νεκρῶν»504∙ κατά τον καθηγητή Νίκο
Ματσούκα μάλιστα, ο Πεντζίκης «ζεῖ μὲ τὴν ἀνάσα τῶν νεκρῶν»505.
Ζωντανοί και νεκροί, συναντώνται μέσα στο σώμα του Χριστού, γι’
αυτό και η σάρκα και η ανάσα των νεκρών, άρα και η γη που πατάνε οι
Ορθόδοξοι, κατά το Θεσσαλονικιό συγγραφέα, είναι αγιασμένα
“πράγματα”, όχι άσαρκα ιδεολογήματα, που μόνο δια της νεκρώσεως που
επαγγέλλεται ο Σταυρός μπορούν να βιωθούν.
Μια τέτοια θεωρία του νου έχει δίχως αμφιβολία σταυροτύπως
πλήξει την ψυχή και το σώμα του, δηλαδή τον έχει ζωοποιώς νεκρώσει
σε τέλεια συμφωνία με το μόλις προεκτεθέν παλαμικό κείμενο περί του
δια του Σταυρού αγιασμού συμπάσης της γης, άρα και του χώματος που
πατούν οι άνθρωποι. Ο ίδιος, κάνοντας συνάμα ομολογία πίστης και
διατηρώντας σαφείς αποστάσεις από τη ρωμαιοκαθολική και την
προτεσταντική θεολογία, λέει ότι «μέσα ἀπό τὴ μετάνοια ἑνοποιεῖται ὁ
499

A΄ Iω. 2,18: «…καὶ καθὼς ἠκούσατε ὅτι ὁ ἀντίχριστος ἔρχεται, καὶ νῦν ἀντίχριστοι πολλοὶ
γεγόνασιν· ὅθεν γινώσκομεν ὅτι ἐσχάτη ὥρα ἐστίν».
500
Β΄ Θεσσαλ 2,7: «τὸ γὰρ μυστήριον ἤδη ἐνεργεῖται της ἀνομίας, μόνον ὁ κατέχων ἄρτι ἕως ἐκ μέσου
γένηται».
501
«Ὥσπερ μήπω παραγενομένου τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἁμαρτίας, τοῦ υἱοῦ τῆς ἀνομίας, τοῦ Ἀντιχρίστου
λέγω, ὁ ἠγαπημένος τῷ Χριστῷ φησί Θεολόγος· “Καὶ νῦν, ἀγαπητοί, ὁ Ἀντίχριστός ἐστιν·” οὕτω καὶ ὁ
σταυρὸς ἦν ἐν τοῖς προγενεστέροις καὶ πρὸ τοῦ τελεσθῆναι· ὁ γὰρ μέγας Παῦλος σαφέστερον ἡμᾶς
διδάσκων, πῶς καὶ μήπω παραγενόμενος ἐν ἡμῖν ἐστὶν ὁ Ἀντίχριστος, φησίν· “Ὅτι τὸ μυστήριον αὐτοῦ
ἐνεργεῖται ἐν ἡμῖν…», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 11, Εἰς τὸν Τίμιον καὶ Ζωοποιὸν Σταυρόν, PG
151,124 D και 125 C.
502
«… καὶ οὺδεὶς ποτὲ κατηλλάγη τῷ Θεῷ χωρὶς τῆς τοῦ σταυροῦ δυνάμεως», οπ. βλ. Ὁμιλία 11,PG
151,125 Α.
503
«Τοῦτο δὲ ἐστὶν ὁ τοῦ Χριστοῦ σταυρός, ἡ τῆς ἁμαρτίας κατάργησις. Διὸ καί τις τῶν θεοφόρων
ἡμῶν Πατέρων ἐρωτηθεὶς παρά τινος τῶν ἀπίστων, εἴπερ εἰς τὸν Ἐσταυρωμένον πιστεύει, Ναί, φησίν,
εἰς τὸν τὴν ἁμαρτίαν σταυρώσαντα», οπ. βλ. Ὁμιλία 11,PG 151,125 AB.
504
Συνέντευξη του Πεντζίκη με τίτλο «Διασπώντας τὸν λόγο», στο περιοδ. Ο Παρατηρητής 1, σελ. 21.
505
Νίκου Ματσούκα, Νεοελληνικός πολιτισμός και διανόηση, σελ. 66.

133

χρόνος. Ἐμεῖς οἱ ζωντανοί μποροῦμε νὰ ἐπικοινωνοῦμε μὲ τοὺς ἁγίους
καὶ τοὺς νεκρούς μας. Νὰ τοὺς τιμοῦμε καὶ νὰ συνδεόμαστε μαζί τους
μέσα στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτή ἡ αἴσθηση ὑπάρχει στὶς καταβολές
τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ δὲν ἀπαντᾶται στὶς δυτικές ὁμολογίες».506 Συνεχής
μετάνοια σημαίνει σταυρικό φρόνημα.
Κατά τον Παλαμά οι λόγοι και τα μυστήρια του Σταυρού είναι
δύο: το πρώτο είναι η διάζευξη από τους συγγενείς και από τον κόσμο
και η άσκηση, σύμφωνα με το «ἐμοί ὁ κόσμος ἐσταύρωται»507 και
κατόπιν η αναχώρηση των παθών από τον άνθρωπο, σύμφωνα με το
«κἀγὼ τῷ κόσμῳ»508, στο βαθμό που να μη μπορεί να μιλήσει κάποιος
για σταύρωση πριν τη σταύρωση.509 Ο Αβραάμ, όπως και ο Μωυσής,
αλλά και ο Παύλος αργότερα δέχονται σταυρικό λόγο από το Χριστό ο
οποίος τους δείχνει, δεν τους δίνει, τη γη και το δρόμο που θα
ακολουθήσουν με δική τους ευθύνη, διακινδυνεύοντας μέσα στην
προσωπική του περιπέτεια ο καθένας τους: «ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου καὶ ἐκ
τῆς συγγενείας σου, δεῦρο εἰς γῆν ἣν ἂν σοι δείξω»510. Μια τέτοια μορφή
αναχώρησης εμφανίζεται στο βίο των περισσοτέρων Πατέρων της
Εκκλησίας. Το βάρος πέφτει βέβαια στον τρόπο περισσότερο, παρά στον
τόπο∙ άλλοτε η από τόπο σε τόπο μετακίνηση έρχεται κάποιες φορές
αρωγός στον τρόπο.
Στον Πεντζίκη η μετακίνηση που παίζει τελικά έναν τέτοιο ρόλο,
πραγματοποιείται με την αναχώρησή του από τη Θεσσαλονίκη για το
Παρίσι και το Στρασβούργο με σκοπό σπουδές Φαρμακευτικής και
Βοτανικής το 1926. Η βαθιά μελαγχολία που τον συνέχει και τον
ταλαιπωρεί με αφορμή μια δεσποινίδα που δεν ανταποκρίνεται στον
έρωτά του, αλλά τον βλέπει απλώς φιλικά, κάνει να αναδυθούν από τον
εσωτερικό του κόσμο ψυχικά περιεχόμενα εξαιρετικά δυσάρεστα γι’
αυτόν, που τον ωθούν σε μια φοβερή πάλη ενάντια στις λογής - λογής
506

Βλ. περιοδ. Σύναξη 38, συνέντευξη στο Σωτήρη Γουνελά, σελ. 68.
Γαλ. 6,14.
508
οπ.
509
«.. οἱ δὲ ( ενν. Πατέρες), παραγγέλοντες ἡμῖν μὴ σπεύδειν ἀναβαίνειν ἐπὶ τὸν σταυρὸν πρὸ τοῦ
σταυροῦ, ὡς δύο πάντως ὄντων τῶν λόγων καὶ τῶν μυστηρίων τοῦ σταυροῦ. Κατὰ μὲν οὖν τὸ πρῶτον
τοῦ σταυροῦ μυστήριον, ὅπερ ἐστὶν ἡ φυγὴ τοῦ κόσμου καὶ ἡ τῶν κατὰ σάρκα συγγενῶν διάζευξις,
εἴπερ πρὸς εὐσέβειαν καὶ τὸν κατ’ αὐτὴν ἐμποδίζουσι βίον, καὶ ἡ σωματικὴ ἐργασία, ἦν καὶ πρὸς
ὀλίγον ὠφέλιμον εἶναί φησιν ὁ Παῦλος. Κατὰ ταῦτα γοῦν ὁ κόσμος ἡμῖν σταυροῦται καὶ ἡ ἁμαρτία
φυγόντων ἡμῶν ἐκ τούτων. Κατὰ δὲ τὸ δεύτερον τοῦ Χριστοῦ μυστήριον, ἡμεῖς σταυρούμεθα τῷ
κόσμῳ καὶ τοῖς πάθεσιν, αὐτῶν φευγόντων ἐξ’ ἡμῶν», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 11, Εἰς τὸν
Τίμιον καὶ Ζωοποιὸν Σταυρόν, PG 151,128 CD.
510
Γεν. 12,1.
507

134

υποβολές των παθών του και των δαιμόνων που υποδαυλίζουν τα πάθη
του. Η σταύρωση αυτή, αφομοιωμένη πλέον, περιγράφεται εύγλωττα
μερικά χρόνια αργότερα, το 1935, όταν γράφει το πρώτο του
πεζογράφημα τον Αντρέα Δημακούδη, όπου η αυτοκτονία του στο Ρήνο
σηματοδοτεί το θάνατο του παλαιού φρονήματος και τη φυσική
κατάληξη της εσωτερικής διασπαστικής του κρίσης. Η Θεία Χάρη,
μαιευτικά και προοδευτικά, στη διάρκεια αυτού του «μεταθανάτιου
διάπλου»511 τον καθιστά δεκτικό πολύτιμης, αν και οδυνηρότατης
πνευματικής αγωγής, μέχρις ότου “βλέπει Θεού πρόσωπο”512,
εισοδεύοντας μέσα στην Εκκλησία, αλλαγή πνευματική που
καταγράφεται στο επόμενο βιβλίο του με τίτλο Ο πεθαμένος και η
ανάσταση, το οποίο γράφει το 1938, ένα χρόνο μετά την επίσκεψη της
Χάριτος.
Από τότε και μετά έχει “αναχωρήσει” μόνιμα κατά τον τρόπο από
τους γύρω του, συγγενείς και φίλους και ας βρίσκεται ανάμεσά τους:
«Ὁμιλῶ ἐν πλήρει συνειδήσει. Ἀντιλαμβάνομαι ὅσα κοιτῶ μὲ τὴν ὅρασή
μου, ὅσα ὑποπίπτουν στὶς πέντε μου αἰσθήσεις, ἀντιδρώντας σ’ αὐτές
ὑποφέρω, πάσχω ἢ γελῶ καὶ χαίρουμαι, ὅπως συμβαίνει σ’ ὅλους, μὲ
μόνη τὴ διαφορά, ὅτι γιὰ τὸν ἑαυτό μου ποὺ εἶπα, ὅτι ἔχει περάσει
ἀντίπερα, ὅλα τὰ πραγματικά γεγονότα εἶναι ἁπλά σχήματα λόγου».513
Αυτή την τροπική αναχώρηση προς το επέκεινα την εντάσσει χρονικά,
ειπώθηκε ήδη, μετά τον Ἀντρέα Δημακούδη, ο οποίος «χαρακτηρίζεται
μὲ τὸ θάνατο τοῦ ἀτόμου μὲ τὰ συναισθήματα τοῦ συμβολιστικοῦ
κλίματος. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ βιβλίο ὁ ἄξων τοῦ τρόπου τοῦ γραψίματός
μου ἀλλάζει. Κινοῦμαι σὲ μιὰ περιοχὴ ἐκτὸς παντὸς ὁρίου προσωπικῆς
θελήσεως».514
Ο Σταυρός κατά το Γρηγόριο Παλαμά είναι ξύλο σωτήριο,
βασιλικό σκήπτρο, θείο τρόπαιο, έστω κι αν φρενοβλαβώς οι αιρετικοί
δυσαρεστούνται, καθώς δεν εννόησαν την ευχή του αποστόλου, ώστε να
κατορθώσουν να καταλάβουν τι σημαίνει πλάτος, μήκος, ύψος, βάθος515
και τι σημαίνει επίσης ότι ο Σταυρός του Χριστού παριστάνει όλη την
511

Ο λίαν επιτυχής όρος οφείλεται στον εκ Μαντουδίου της Εύβοιας Παναγιώτη Δ. Μαστροδημήτρη
( Η Εκκλησία ως τέλος και ως αποκάλυψη στον Παπαδιαμάντη και στον Πεντζίκη , σελ. 45).
512
Πεντζίκη, Ὁ πεθαμένος καὶ ἡ ανάσταση, σελ. 113.
513
Πεντζίκη, Ὁμιλήματα, σελ. 147.
514
«Το πορτραίτο του καλλιτέχνη», ο Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΊΚΗΣ απαντάει σε 31 ερωτήματα της Isadora
Rosenthal-Kamarinea, εφημ. Η Καθημερινή, 7 ημέρες, σελ. 8.
515
Εφεσ. 3,18.

135

οικονομία της σαρκικής παρουσίας και περικλείει όλο το κατ’ αυτήν
μυστήριο, εκτείνεται προς όλα τα πέρατα και περιλαμβάνει όλα, τα άνω,
τα κάτω, τα γύρω, τα ενδιάμεσα.516
Παράλληλα κινείται και η σκέψη του Πεντζίκη. Στη γνωστή του
συνέντευξη στο περιοδικό Το Τέταρτο, μιλώντας για το Σταυρό σαν τη
μόνη δυνατότητα προσανατολισμού του ανθρώπου, αφού έψεξε το
δημοσιογράφο πως δεν ξέρει να κάνει το σημείο του σταυρού, γι’ αυτό
και τον κατηγορεί ως σύμβολο που καπηλεύονται οι χριστιανοί,517
αγνοώντας τη δύναμή του, λέει: «στὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα, ὁ
ἄνθρωπος προσηλούμενος καὶ πάσχων, πιστεύει στὴν ἀμεσότητα ν’
ἀλλάξει τὴν τύχη του. Μόνο ἔτσι πιστεύω στὸ σταυρό: ὅταν τὸν δῶ σὰν
γεωγραφία τῶν ὁριζόντων ποὺ μποροῦν ν’ ἀλλάξουν τὴ φύση μου».518
Σίγουρα εδώ υπάρχει βίωση της κατανόησης του πλάτους, του μήκους,
του ύψους, του βάθους, για τα οποία κάνει λόγο ο Παύλος519 και μόλις
πρωτύτερα ο Άγιος520 και σύμφωνα με τα οποία ο Σταυρός εισέρχεται και
συνάμα μεταμορφώνει το χώρο και το χρόνο του ανθρώπου.
Σε αυτή την αντίληψη ζωής παρέπεμπε και η παλαιά έξοχη
διδακτική μέθοδος να μαθαίνουν οι μαθητές του δημοτικού σχολείου τα
τέσσερα σημεία του ορίζοντα σχηματίζοντας πάνω στο σώμα τους το
σημείο του σταυρού. Δε θα ήταν αδόκιμο θεολογικά να υποστηριχθεί, ότι
μια τέτοια παιδαγωγική επέτρεπε στη χάρη του Σταυρού να συναρμόζει
τους μικρούς μαθητές ευλογημένα στον κόσμο, τους ανθρώπους και το
Θεό∙ στην ιστορία και τη γεωγραφία.

516

«.. θεῖον κατ’ ἐχθρῶν ὁρατῶν καὶ ἀοράτων τρόπαιον, κἂν αἱρετικῶν παῖδες ἀπαρέσκονται
φρενοβλαβῶς· οὐ γὰρ ἐπέτυχον τῆς ἀποστολικῆς εὐχῆς, ἵνα ἐξισχύσωσι καταλαβέσθαι σὺν πᾶσι τοῖς
ἁγίοις, τὶ τὸ πλάτος καὶ μῆκος καὶ ὕψος καὶ βάθος· ὅτι ὁ τοῦ Κυρίου σταυρός ἐστι πᾶσαν ἐμφαίνων τῆς
ἐν σαρκὶ τούτου παρουσίας τὴν οἰκονομίαν, καὶ τὸ κατ’ αὐτὴν ἅπαν ἐμπεριέχων μυστήριον, καὶ πρὸς
πάντα τείνων τὰ πέρατα, καὶ πάντα περιλαμβάνων, τὰ ἄνω, τὰ κάτω, τὰ πέριξ, τὰ μεταξύ», βλ.
Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 11, Εἰς τὸν Τίμιον καὶ Ζωοποιὸν Σταυρόν, PG 151,144 B.
517
«Καπηλεύονται όντως οι σημερινοί, και όχι μόνο, χριστιανοί το σταυρό, εφόσον από την αρχή της
ιστορίας τους αντιμετώπισαν το μεγάλο πρόβλημα τού να χωρίζουν το σχήμα του, την εικόνα του, από
αυτόν που είναι σταυρωμένος πάνω του και αδειάζοντάς τον έτσι από το μυστήριό του, που είναι το
έργο του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου, δηλαδή η αγάπη του. Με το διαχωρισμό εικόνας και
πρωτοτύπου, θεάματος και πράγματος, καταστρέφεται η δυνατότητα που έχει ο άνθρωπος να αλλάξει
τα πράγματα με τις δικές του ενέργειες, σύμφωνα πάντα με τις εντολές του Θεού». Βλ. πρωτ.
Αντωνίου Πινακούλα, «Η εικόνα του Σταυρού», περιοδ. Εφημέριος, Ιούλιος-Αύγουστος 2010.
518
Βλ. συνέντευξη του Πεντζίκη «Προσεύχομαι στὰ πράγματα γιὰ νὰ μὲ δώκουν ζωή», στο περιοδ. Το
Τέταρτο 2, σελ. 99.
519
Εφεσ. 3,18.
520
Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 11, Εἰς τὸν Τίμιον καὶ Ζωοποιόν Σταυρόν, PG 151,144 B.

136

Μεταμορφώνοντας κατ’ αυτή την έννοια ο Σταυρός το χωροχρόνο
και της Ελλάδας κατά τον Πεντζίκη, της προσάρτησε τη Βόρειο Ελλάδα
η οποία απελευθερώθηκε όταν ο νέος Ελληνισμός τύπωσε
γραμματόσημα με το Σταυρό του “ἐν τούτῳ νίκα” επάνω τους.521
Αλλά και η λογοτεχνία έχει την ίδια διδακτική αποστολή:
«Βεβαιότατα. Διδάσκει τὴ μέθη ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ στὸ Θεό καὶ ἀποκαθιστᾶ
τὴν ἑνότητά μας μὲ τὸ σύμπαν. Εἶναι μιὰ μέθοδος διδασκαλίας ἐν
ὀνόματι τοῦ ὡραίου».522 Αυτή η ενότητα επιτυγχάνεται μόνο σταυρικά,
όπως σταύρωση αποτελεί και το διδάσκειν.
Εκείνος που ζει το λόγο του Σταυρού, κατά το Γρηγόριο Παλαμά,
τόσο πριν την ιστορική σταύρωση του Χριστού, όσο και μετά,
παρουσιάζεται να προξενεί φαινομενικές ατιμώσεις στον εαυτό του, να
τον εξευτελίζει και να τον ταπεινώνει σε όλα, με πόνο και οδύνη
αποφεύγοντας τις σωματικές ηδονές, δίνοντας τα υπάρχοντά του και
καθιστάμενος έτσι αίτιος πτωχείας στον εαυτό του∙ όμως με τη δύναμη
του Θεού η πτωχεία, η ατιμία και η οδύνη γεννούν αιώνια δόξα και
ηδονή ανέκφραστη.523 Έτσι κατά το Παύλειο ο εσταυρωμένος Χριστός,
σκάνδαλο και μωρία γι’ άλλους, είναι σοφία και δύναμη Θεού524: νικάει
κανείς δια της ασθενείας, υψώνεται δια της ταπείνωσης, πλουτίζει
πτωχεύοντας.
Ο Πεντζίκης συστηματικά κατέστρεφε τη δημόσια εικόνα του
καταφέροντας βαρέα πλήγματα στον εαυτό του, αίροντας δημόσια την
ατίμωση του Σταυρού, τολμώντας να ομολογήσει πράγματα που
ντρέπεται κανείς ακόμη και να τα εξομολογηθεί στον πνευματικό του.
Ατιμωτικός, σταυρικός ο λόγος του, προσγειώνει κατάλληλα: «Οὔτε μὲ
τὸ ν’ ἀγαπᾶς, οὔτε μὲ τὸ νὰ μὴν ἀγαπᾶς γίνεσαι λιγότερο γελοῖος. Δὲν
παύεις νἆ ’σαι κακῆς ποιότητας γελοιογραφία κωμική»525. Ή αλλού:
521

Βλ. συνέντευξη του Πεντζίκη στο Σωτήρη Γουνελά και στο περιοδ. Σύναξη 38, σελ. 63, 64.
«Το πορτραίτο του καλλιτέχνη», ο Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΊΚΗΣ απαντάει σε 31 ερωτήματα της Isadora
Rosenthal-Kamarinea, εφημ. Η Καθημερινή, 7 ημέρες, σελ. 9.
523
«Τοιοῦτός ἐστιν ὁ τοῦ Σταυροῦ λόγος∙ τοιοῦτος δὲ ὤν, οὐ μόνον ἐν τοῖς προφήταις πρὸ τοῦ
τελεσθῆναι, ἀλλὰ καὶ νῦν μετὰ τὸ τελεσθῆναι, μυστήριόν ἐστι μέγα καὶ ὄντως θεῖον. Πῶς ὅτι κατὰ μὲν
τὸ φαινόμενον δοκεῖ προξενεῖν ἀτιμίαν ἑαυτῷ ὁ εὐτελίζων ἑαυτὸν καὶ ταπεινῶν ἐν πᾶσι, καὶ πόνον καὶ
ὀδύνην ὁ τὰς σωματικάς φεύγων ἡδονάς, καὶ ὁ διδοὺς τὰ ὄντα πτωχείας ἑαυτῷ αἴτιος καθίστασθαι∙ διὰ
δὲ τῆς τοῦ Θεοῦ δυνάμεως ἡ πτωχεία αὕτη καὶ ἡ ὀδύνη καὶ ἡ ἀτιμία δόξαν αἰώνιον καὶ ἡδονὴν
ἀνέκφραστον γεννᾶ…», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 11, Εἰς τὸν Τίμιον καὶ Ζωοποιὸν Σταυρόν, PG
151, 141 CD.
524
A΄ Κορ. 1,23: «ἡμεῖς δὲ κηρύσσομεν Χριστὸν ἐσταυρωμένον, Ἰουδαίοις μὲν σκάνδαλον, Ἕλλησι δὲ
μωρίαν, αὐτοῖς δὲ τοῖς κλητοῖς, Ἰουδαίοις τε καὶ Ἕλλησι, Χριστὸν Θεοῦ δύναμιν καὶ Θεοῦ σοφίαν».
525
Πεντζίκη, Ἀντρέας Δημακούδης καὶ ἄλλες μαρτυρίες χαμοῦ καὶ δεύτερης πανοπλίας, σελ. 74.
522

137

«Ὅλο τὸ πρόστυχο δέρμα ποὺ καλύπτει τὸ σῶμα μου, εἶναι μιὰ
ἐκτεταμένη πληγή… Εὐθύς ποὺ θ’ ἀρχίσω νὰ προσεύχομαι
ἀντιλαμβάνομαι πόσο ἀκάθαρτος εἶμαι».526 Άλλοτε αισθάνεται την ψυχή
του να συγγενεύει με τις ψυχές των πορνών, αισθανόμενος φαυλόβιος και
γι’ αυτό αποφεύγει να προσκυνήσει τον Επιτάφιο.527 Το σταυρικό
αίσθημα της ταπείνωσης γι’ αυτόν, συνίσταται στο «νὰ καταλαβαίνεις…
ὅτι εἶσαι ἕνας ἀποτυχημένος ἄνθρωπος, ὅτι εἶσαι γελοῖος, κωμικός,
τρελός. Νὰ τὸ παραδεχθεῖς αὐτό καὶ νἄ ’χεις τὴ δύναμη νὰ τὸ ζεῖς.
Ταπεινότητα δὲν εἶναι ἡ προσπάθεια νὰ πείσεις τοὺς ἄλλους ὅτι δὲν εἶσαι
κάτι, ἀλλά ἡ προσπάθεια νὰ πείσεις τὸν ἑαυτό σου».528
Ίσως στην προκειμένη περίπτωση να βίαζε τον εαυτό του πολύ
περισσότερο απ’ ότι έπρεπε, όπως θα μπορούσε να υποθέσει ένας
άνθρωπος, ο οποίος “θρησκεύει μέσα στα πλαίσια της κανονικότητας”,
αλλά πολύ πιθανότερο φαίνεται κι’ εδώ ν’ ακολουθεί ολόκαρδα το
παλαμικό φρόνημα. Σύμφωνα με τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά οι
υπερέχοντες κατά την εξουσία, αλλά και οι λογιότεροι και σοφότεροι από
τους άλλους χρειάζεται να βιασθούν περισσότερο.529
Η τεταμένη νήψη, ισοδύναμη με τάνυσμα του νου και εξουθένωσή
του στο σταυρό της προσοχής, συγκλονίζει: «Εἶναι ἁμαρτία ὅτι ἔστρεψα
τὸ πρόσωπό μου καὶ εἶδα, ἁμαρτία ὅτι πρόσεξα τὸ ἔνδυμα. Ὅτι πόθησα
το σῶμα. Ὅτι φίλησα τὸ δέρμα. Ἁμαρτία τὸ ἄγγιγμα. Ἁμαρτία ἡ κατοχή.
Ἁμαρτία ἡ ἀπόκτηση. Ἁμαρτία ποὺ κινήθηκα καὶ ἔδρασα, ποὺ
συλλογίστηκα, ποὺ ἀποφάσισα».530
Αλλά και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αναφορικά με τη
σταύρωση σαρκός, παθών και επιθυμιών και τελικά την αδράνεια του
ανθρώπου σε κάθε τι που δεν αρέσει στο Θεό, λέει πως το σώμα όταν
ταλαιπωρεί και στενοχωρεί τον άνθρωπο, πρέπει αυτός να το ανεβάζει
εναγώνια στο ύψος του Σταυρού. Ο τύπος της αδράνειας για την οποία
γίνεται λόγος, δε διαφέρει από την κατά Θεόν απάθεια. Άλλη βέβαια η
526

οπ. στο κείμενο «Ἀγρυπνία», σελ. 155.
Πεντζίκη, Ὁμιλήματα, σελ. 143.
528
Ανέστη Κεσελόπουλου, «Περί Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη», στο Από τον Παπαδιαμάντη στον
Πεντζίκη, σελ. 221.
529
«Σπουδῆς οὖν χρεία καὶ βίας καὶ προσοχῆς πᾶσι μέν, οὐκ ἐπίσης δὲ τοῖς γὰρ ἐν δόξῃ καὶ πλούτῳ
καὶ ἀρχῇ καθεστῶσι καὶ τοῖς περὶ λόγους καὶ περὶ τὴν κτῆσιν τῆς κατ’ αὐτοὺς σοφίας ἐσπουδακόσιν,
εἴπερ σωθῆναι βούλοιντο, πλείονος χρεία βίας τε καὶ σπουδῆς, ἐπεὶ καὶ πεφύκασιν εἶναί πως
δυσπειθέστεροι…», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 15, Τῇ Κυριακῇ τῶν Βαΐων, PG 151,181 AB.
530
Πεντζίκη, Ὁ πεθαμένος καὶ ἡ ἀνάσταση, σελ. 92-93.
527

138

απάθεια των αγγέλων και άλλη των ανθρώπων. Ο ιερός Πατέρας κάνει
την απαραίτητη διευκρίνιση, μιλώντας για κατ’ άνθρωπον απάθεια και
όχι απάθεια αγγελική.531 Η κάθαρση της ψυχής του ανθρώπου άλλωστε,
έχει να κάνει όχι με τις διανοητικές επιδόσεις του, αλλά με την
καθαρότητα της καρδίας του και με τη διάθεσή του να εφαρμόσει το
θέλημα του Θεού. Χρειάζεται όμως προσοχή, γιατί ακόμη και νοερή
έλλαμψη να δεχτεί κάποιος από το Θεό, πλανιέται, αν νομίζει ότι έχει
καθαρθεί από τα πάθη. Αν όμως συνειδητοποιήσει μέσα από την ολίγη
αυτή καθαρότητά του την ακαθαρσία του, ταπεινώνεται και αγωνίζεται
να καθαρίσει και τις άλλες δυνάμεις της ψυχής του, ωσότου φτάσει στην
αληθινή καθαρότητα καρδίας και νου.532
Αλλά ακόμη κι αν αποκοπούν τα πάθη και πάλι ενοχλεί ο
εσωτερικός λογισμός, να μη φοβηθείς, λέει ο Άγιος, διότι σου γίνεται
πρόξενος στεφάνων επειδή δεν πείθει με τις οχλήσεις του, αλλ’ είναι
κίνημα νεκρό, νικημένο απ’ τον αγώνα σου κατά Θεόν.533
Θυμίζει τούτο το «νεκρό κίνημα» την αποφυγή εκ μέρους του
Πεντζίκη της χρησιμοποίησης λαδιού όταν ζωγραφίζει τους πίνακές του,
επειδή θεωρεί το λάδι αισθησιακό, ενώ εκείνος διαθέτει «μνημονικό
αισθησιασμό», όπως λέει534, κατατάσσοντάς το ανάμεσα στα νεκρά
υπόλοιπα όσων αγάπησε. Έτσι καταλήγει στο να προτιμάει τη χρήση
υδατοχρώματος και τέμπερας, τη διαφάνεια του νερού από τον
αισθησιασμό της λιπαρότητας.
Ο άνθρωπος που εκδηλώνει σαρκικό φρόνημα επιθυμώντας
επιπλέον πλούτο και πολλά κτήματα, διαφέρει από τον προσηλωμένο στο
Σταυρό, που δεν μπορεί να κινηθεί προς κάτι τέτοιο. Γι’ αυτό του
χρειάζονται το ανέβασμα και η προσ-ήλωση στο σταυρικό ξύλο μη τυχόν
και ρίξει κάτω τον εαυτό του και αποχωριστεί από τον εκεί επάνω
σταυρωθέντα.535 Σύμφωνα με την εντολή, λέει ο Παλαμάς, αρνείται
531

«Ἀπάθεια γοῦν ἐν ἀνθρώποις οὐκ ἀγγέλων, ἀλλ’ ἀνθρωπίνη ζητεῖται», βλ. Γρηγορίου Παλαμά,
Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων 1,3,49, Συγγρ. Α, σελ. 460.
532
Βλ. και Ανέστη Κεσελόπουλου, Πάθη και αρετές…, σελ. 107, 108, 109.
533
«Εἰ δὲ καὶ μετὰ τὸ κόψαι σε τὰ αἴτια ἑκάστου τῶν παθῶν, πάλιν ἐνοχλεῖ ἔνδοθεν ὁ λογισμός, μὴ
φοβηθῇς· στεφάνων γὰρ γίνεταί σοι πρόξενος, ἐπεὶ ἐνοχλῶν οὐ πείθει, οὐδὲ ἐνεργεῖ, ἀλλὰ κίνημά έστι
νεναρκωμένον, ὡς νικώμενον ὑπὸ τὸν τοῦ κατὰ Θεὸν ἀγῶνος», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 11, Εἰς
τὸν Τίμιον καὶ ζωοποιὸν Σταυρόν, PG 151,141 C.
534
Περικλή Σφυρίδη, «Το ζωγραφικό έργο του Πεντζίκη», περιοδ. Διαβάζω 407, σελ. 96.
535
«Τοῦτο οὖν ἐστὶ τὸ σταυρῶσαι τὴν σάρκα σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις, τὸ ἀνενέργητον
γενέσθαι τὸν ἄνθρωπον πρὸς πᾶν τὸ ἀπαρέσκον Θεῷ. Εἰ δὲ καὶ τὸ σῶμα κατασπᾶ καὶ βιάζεται, ἀλλ’
αὐτὸν ἕκαστον ἀνέχειν ἐναγωνίως τοῦτο πρὸς τὸ ὕψος τοῦ Σταυροῦ… Εἰ τις οὖν ὁρᾶ τὸν λογισμὸν

139

κανείς το σαρκικό φρόνημα του σώματος και δια βίου σηκώνει το
σταυρό του, πράγμα που κάνουν οι φίλοι του Θεού. Αυτοί μάλιστα, χωρίς
να είναι προσδεδεμένοι σ’ αυτό, το χρησιμοποιούν ως συνεργό στα
αναγκαία, αν όμως το καλέσει ο καιρός, είναι έτοιμοι να προδώσουν
ακόμη και αυτό το ίδιο το σώμα τους ,536 αφού άλλωστε και το σώμα του
πιστού στον δια Σταυρού θάνατο ανήκει. Εδώ μπορεί να θυμηθεί κανείς
το του Γρηγορίου του Θεολόγου: «σταυρὸν ἐμοῖς μελέεσι φέρω, σταυρὸν
δὲ πορείῃ, σταυρὸν δὲ κραδίῃ∙ σταυρὸς ἐμοὶ τὸ κλέος».537
Αυτή την προσ-ήλωση στο Σταυρό, ο Πεντζίκης τη ζει ως τα
έγκατα κι έτσι υπερβαίνει τα καθ’ ημέραν θλιβερά και τις ποικίλες του
βίου βλάβες θυμίζοντας κι αυτός έναν άλλο στίχο του Γρηγορίου του
Θεολόγου: «σταυρῷ περιπλάκηθι καὶ στήσεις βλάβην».538 Θα μπορούσε
να ειπωθεί ότι ο χώρος, ο χρόνος και η σάρκα του είναι “περιπλεγμένα”
στο Σταυρό. Άλλωστε πόθος και του ίδιου είναι ο συχνός ασπασμός του
σταυρού, ώστε να μεταμορφωθεί το σώμα του σε ένδυμα του σταυρού.539
Ενδιαφέροντα είναι τα όσα λέει, ο Θεσσαλονικιός καλλιτέχνης και
λογοτέχνης βιώνοντάς τα, αναφορικά με τις δύο διαστάσεις του Σταυρού
ως κύριες συνιστώσες του χωροχρόνου και της πνευματικής του
εμπειρίας: η Πίστη και το παρελθόν αντιστοιχούν στην οριζόντια
διάσταση του Σταυρού, ενώ η Ελπίδα και το μέλλον στην κάθετη
διάσταση, οι οποίες διαστάσεις απείρως προεκτεινόμενες περικλείουν τα
πάντα. Οι δύο διαστάσεις τέμνονται στην Αγάπη, όπου το αιώνιο παρόν
περικλείει τις άλλες δύο αρετές, αλλά και παρελθόν και μέλλον540, μία

αὐτοῦ πλούτου καὶ πολυκτημοσύνης ὀρεγόμενον, γνώτω ὅτι ὁ λογισμὸς οὗτος σαρκικὸς χωρίσῃ τοῦ
σταυρωθέντος ἐν αὐτῷ Χριστοῦ…», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 11, Εἰς τὸν Τίμιον καὶ Ζωοποιὸν
Σταυρόν, PG 151,140 B, 140 D.
536
«Ὥσπερ γὰρ ἀρνεῖσθαι τὸ σῶμα καὶ αἴρειν τὸν σταυρὸν αὐτοῦ τῆς ἐντολῆς κελευούσης, ἔχουσιν
ὅμως τοῦτο οἱ τοῦ Θεοῦ καὶ κατὰ Θεὸν ζῶντες, μὴ λίαν δὲ αὐτῷ προσκείμενοι, χρῶνται μὲν αὐτῷ πρὸς
τὸ δέον συνεργῷ, ἂν δ’ ὁ καιρὸς καλῇ καὶ τοῦτο προδιδόναι», οπ. 141 Α.
537
Γρηγορίου Θεολόγου, Ποίημα ΝΕ΄, Ἀποτροπή τοῦ πονηροῦ καὶ τοῦ Χριστοῦ ἐπίκλησις, PG 37, 1399.
538
Γρηγορίου Θεολόγου, Ποίημα Π΄, Εἰς ἑαυτόν, PG 37,1427.
539
«Φίλα τὸ σταυρό, φίλησέ τον μὲ πολλά φιλιά, ὥστε πλήρης καὶ ὁλόκληρος νὰ ντυθεῖ τὶς σάρκες
σου», συνέντευξη του Πεντζίκη στο Στάθη Τσαγκαρουσιάνο, «Προσεύχομαι στὰ πράγματα γιὰ νὰ μὲ
δώκουν ζωή» στο περιοδ. Το Τέταρτο 2, σελ. 101.
540
«…τῆς δὲ πίστεως, καθάπερ τοῦ χρόνου, διττῶν ὄντων, εὕροιμεν ἂν διττὰς ἀρετάς, συνοικούσας
ἄμφω. Τοῦ γὰρ χρόνου τῷ μὲν παρῳχηκότι ἡ μνήμη, τῷ δὲ μέλλοντι ἐλπίς ἐστι. Πιστεύομεν δὲ τὰ
παρῳχηκότα γεγονέναι, καὶ τὰ μέλλοντα ἔσεσθαι· ἀγαπῶμέν τε αὗ, οὕτως ἔχειν τὰ παρῳχηκότα, πίστει
πεπεισμένοι, τὰ μέλλοντα ἐλπίδι ἀπεκδεχόμενοι. Διὰ πάντων γὰρ ἡ ἀγάπη τῷ γνωστικῷ πεφοίτηκεν,
ἕνα Θεὸν εἰδότι…», βλ. Κλήμεντος Αλεξανδρέως, Στρωματεῖς 2, 12 De fide dupiici, PG 8,989 B-992
Α, τον οποίο έχοντας υπόψη του και ο Πεντζίκης, αναφέρει ότι συσχετίζει το παρελθόν, το παρόν και
το μέλλον με τις αρετές της πίστης, της αγάπης και της ελπίδας αντίστοιχα. Βλ. Πεντζίκη Ὁμιλήματα,
σελ. 215.

140

θεολογία τόπου και χρόνου που παραπέμπει σαφώς στον Κλήμεντα τον
Αλεξανδρέα (150-215).
Η αίσθηση αυτή τον συνοδεύει και όταν φιλοτεχνεί τους πίνακές
του: «Μιὰν ἡμέρα ἦταν 6527 ἅγιοι ἀνώνυμοι (ἀλλά μετρούμενοι) καὶ δὲν
ἤξερα πῶς νὰ τοὺς ἀπεικονίσω. Πῆρα ἕνα εἰδώλιο νεολιθικῆς ἐποχῆς ἀπό
τὸ Διμηνιό. Εἶναι μιὰ γυναίκα καθισμένη μὲ τὰ πέλματα ἁπλωμένα ὡς
βάση καὶ τὸ ἕνα πόδι πάνω στὸ ἄλλο. Παρουσιάζει μιὰ λεκάνη εὐρυτάτη.
Ἀντέγραψα αὐτό τὸ σχῆμα καὶ τὸ γέμισα μὲ 6527 σταυρούς! Ἔτσι τὸ
παρελθόν μὲ τὸ συμβολισμό τοῦ Σταυροῦ μεταφέρει τοὺς μάρτυρές του
στὸ αἰώνιο παρόν».541
Aκούγοντας ο Πεντζίκης κάποιον συνομιλητή του να μιλάει με
τρόπο που θύμιζε σχετικές διατυπώσεις του Κλήμεντα, χάρηκε τόσο,
ώστε θέλησε να σηκωθεί να τον ασπαστεί. Ο άνθρωπος αυτός έλεγε πως
χωρίς τη Θεία συγκατάβαση ως εκ των άνω δωρεά, το παρελθόν και το
μέλλον είναι ανυπόστατα και πως μόνη αυτή η δωρεά χαρίζει υπόσταση
στην Αγάπη.542 Είπε ακόμη ότι η αγάπη, αναμέσον πίστης και ελπίδας τις
ενοποιεί και τις συνδέει.
«Μέσα στὸ μάτι μου», λέει ο Πεντζίκης υπομνηματίζοντας εδώ
τον Κλήμεντα και συσχετίζοντάς τον με το Σταυρό «καθώς τὸν ἄκουγα
νὰ ὁμιλεῖ, εἶδα νὰ σχηματίζεται ὡς νινίον καθαρώτατα ὁ Σταυρός καὶ
ἄρχισα νὰ ἐξηγῶ, ὅτι ἡ ὁριζόντια τοῦ Σωτηρίου Ξύλου, ἀντιστοιχεῖ πρὸς
τὸ παρελθόν, ἐπί τοῦ ὁποίου ἑδράζεται ἡ πίστη, τὴν ὁποία
συνειδητοποιοῦμε μὲ τὴ βοήθεια τῆς ἀδρανοῦς ἐνέργειας τῆς μνήμης. Ἡ
κάθετος, συνέχιζα, ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸ μέλλον, πάνω στὸ ὁποῖο
θεμελιοῦται ἡ Ἐλπίδα, ποὺ μὲ τὴ δράση τῶν ὡρῶν, σὰν εἴμαστε ξύπνιοι,
ὑψώνεται ἀπό τὰ χαμηλά πρὸς τὰ ἄνω, ὥστε πάρα πολλοί τῶν οἰκοδόμων
νὰ ἐξαπατῶνται, νομίζοντας ὅτι μὲ τὸ χτίσιμο, εἶναι δυνατό κάποτε νὰ
φτάσουν, ἴσαμε τὸν Οὐρανό τῆς δόξης. Ἐξ’ αὐτοῦ καὶ ἡ σύγχυση τῶν
γλωσσῶν τῆς Βαβέλ. Ὑπεράνω τοῦ σημείου συναντήσεως τῆς καθέτου
μὲ τὴν ὁριζόντια στὸ Σταυρό, στὸ τελευταῖο ὅριο ποὺ φθάνει ἡ κεφαλή,
εἶναι τὸ ἀκάνθινο στεφάνι τοῦ μαρτυρίου, ποὺ ὅσοι ἀρνιένται νὰ τὸ
παραδεχτοῦν, ἱκανοποιοῦν τὶς φιλοδοξίες των, ἀναλόγως πρὸς τὴν

541
542

Βλ. συνέντευξη του Πεντζίκη στο Σωτήρη Γουνελά, Σύναξη 38, σελ. 67.
Πεντζίκη, Ὁμιλήματα, σελ. 216.

141

ἐπιγραφή, περί ἐγκοσμίου βασιλείας καὶ ἐξουσίας, ποὺ εἰρωνικῶς ἐτέθη
πάνω ἀπό τὸν θανόντα καὶ ἀναστάντα ἐκ τοῦ Ἅδου»543.
Οπωσδήποτε δηλαδή, τους ανθρώπους τούς αναμένει το μαρτύριο
και αν δεν το παραδέχονται, εθελοτυφλούν κενόδοξα αδυνατώντας και
μεταξύ τους να συνεννοηθούν, γιατί συγχέονται οι γλώσσες τους. Η
πίστη στο σταυρικό μαρτύριο πέρα από ματαιόδοξες φαντασιώσεις, κατά
το Γρηγόριο Παλαμά είναι θεωρία, τέλος ή βραβείο ή αρραβώνας
βραβείου που γίνεται ενεργός με την αγάπη544, είναι και όραση καρδίας
πάνω απ’ όλες τις αισθήσεις και νοήσεις μας545, και συνάμα συνάπτει
ορθά τον άνθρωπο πάνω στο Σταυρό των καλών έργων, ο οποίος
άνθρωπος με κανένα τρόπο δεν πρέπει να απελπίζεται πριν από το
οφειλόμενο από όλους τέλος της ζωής.546 Η εν Θεώ θεωρία, άλλωστε,
του Σταυρού είναι ανώτερη από τη θεωρία της φλεγομένης βάτου από το
Μωυσή547. Πίστη δηλαδή, ελπίδα και αγάπη και κατά τους Κλήμεντα,
Παλαμά (σε αυτούς υπόρρητα) και Πεντζίκη (σε αυτόν ρητά) ισορροπούν
μόνο πάνω στο Σταυρό.
Αλλά και ο Πεντζίκης δια του αγίου βαπτίσματος, το οποίο στην
ουσία είναι βάπτισμα στο θάνατο του Χριστού και άρση του Σταυρού
του, αποφεύγει την παγίδευση στην απελπισία: «Τὸ θαλασσινό ἀεράκι
τοῦ ἐπέτρεπε νὰ ἔχει κάποια, ἔστω ἀμυδρά ἀντίληψη τῆς στολῆς ποὺ
βαπτισθείς ἐν Χριστῷ ντύθηκε χάρισμα, ὥστε νὰ παρηγοριέται πὼς δὲν
τριγυρνᾶ, ἐντελῶς ἐν τῷ κόσμῳ κατάγυμνος. Αὐτό κιόλας ἦταν μιὰν
ἀπαρχή βεβαιότητας, ὅτι μποροῦσε νὰ ἐλπίζει, παρά τὴν βαθιά
εἰσχώρηση στὴ σάρκα του τοῦ θανάτου»548.
Συνεχίζοντας ο Πεντζίκης την ανάλυσή του περί της πορείας του
ανθρώπου πάνω στο Σταυρό, λέει τα εξής σημαντικά, τα οποία
543

οπ. σελ. 216-217.
«…τὴν τοῖς πιστοῖς ἔργῳ τὴν πίστιν ἐπιδεικνυμένοις ἐγγινομένην ἀληθῆ τοῦ Θεοῦ θεωρίαν… καίτοι
τῆς πίστεως οὖσαν τέλος ἢ βραβεῖον ἢ βραβείου ἀρραβῶνα, διὰ τῆς ἀγάπης ἐνεργούμενον», βλ.
Γρηγορίου Παλαμά, Β΄ Πρὸς Βαρλαάμ, Συγγρ. Α, σελ. 267.
545
Δια της πίστεως δηλαδή διευρύνεται η πνευματική όραση. «Ἐγὼ δὲ καὶ τὴν ἱερὰν ἡμῶν πίστιν ὑπὲρ
πάσας τὰς αἰσθήσεις καὶ πάσας τὰς νοήσεις ὅρασιν τῆς ἡμετέρας ἕτερον τρόπον τίθεμαι καρδίας, ὡς
ὑπερβαίνουσαν τὰς νοερὰς πάσας δυνάμεις τῆς ἡμῶν ψυχῆς∙ πίστιν δὲ λέγω οὐ τὴν εὐσεβῆ ὁμολογίαν ,
ἀλλὰ τὴν ἐπ’ αὐτῇ καὶ τοῖς ὑπό τοῦ Θεοῦ ἐπηγγελμένοις ἀμετάπειστον ἵδρυσιν», βλ. Γρηγορίου
Παλαμά, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, λόγος 1,3,40, Συγγρ. Α, σελ. 573-574.
546
«Ἀπογινώσκειν γὰρ εἰς τέλος πρὸ τοῦ πᾶσιν ὀφειλομένου τέλους οὐδένα δεῖ…», βλ. Γρηγορίου
Παλαμά, Κατὰ Γρηγορᾶ, Λόγος Β΄, Συγγρ. Δ, σελ. 319.
547
«…ὥστε καὶ ἡ ἐν Θεῷ θεωρία τοῦ Σταυροῦ, μυστήριόν ἐστι, τοῦ προτέρου ἐκείνου μυστηρίου
μεῖζον», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 11, Εἰς τὸν Τίμιον καὶ Ζωοποιὸν Σταυρόν, PG 151,128 C.
548
Πεντζίκη, Ἀρχεῖον, σελ. 79.
544

142

αποτελούν πραγματικά “όραση της καρδίας” του, αλλά και έξοχο
υπομνηματισμό των περί Σταυρού λεγομένων από τον Παλαμά:
«…σύμφωνα πρὸς τὸ Σταυρικό σχῆμα, ἅμα ἀνέβεις τὴν κάθετο ὁδό τῆς
προόδου καὶ τῆς ἐξελίξεως, ξεπερνώντας τὸ φυσικό σου μέγεθος, σὲ
ἀναμένει τὸ μαρτύριο. Ἐάν τὸ ἀγνοήσεις περνᾶς στὸ ψεῦδος, τὴν ἐκτός
τοῦ σώματος ποὺ ἐνεδύθη ὁ Φιλάνθρωπος, ἀποκαλύπτοντας τήν ἀλήθεια,
ἀφηρημένη ἔννοια τῆς ἐξουσίας, ποὺ δὲν ἑνοποιεῖ ποτέ τὶς φάσεις τοῦ
χρόνου, ἀλλά ἀπό τὸ σβήσιμο τῆς χθὲς πάει στὴν καταστροφή τῆς
αὔριον. Προσέχτε τὸ σχῆμα τοῦ Σταυροῦ γιὰ νὰ καταλάβετε, ὅτι μετά
ποὺ θὰ ὑπερβεῖ τὴν κεφαλή, ἡ ἀνοδική πορεία, ἀντιλαμβανόμενη τὸ
τελικό μαρτύριο καὶ τὸ ἐπέκεινα ψεῦδος, ὅλων ὅσων θέλουν νὰ τὸ
ἀγνοοῦν, ἐπιστρέφει πίσω καὶ κατασκηνώνει, στὸ χῶρο συναντήσεως τῆς
νύχτας καὶ τῆς ἡμέρας, τὴν καρδιά ποὺ ἀδιάκοπα πάλλεται, ἀνεξάρτητα
ἀπό τὴ θέληση τοῦ καθενός, ὅσον καιρό θέλει καὶ ὁρίζει Κύριος τῶν
δυνάμεων».549
Με άλλα λόγια, οδηγείται ο άνθρωπος λόγω ματαιοδοξίας και
υπερηφάνειας σε μια αίσθηση κολάσεως ως αποτέλεσμα της συστολής
της θείας χάριτος, όπου ο χώρος και ο χρόνος βιώνονται ως τέρατα550,
ένα αφόρητο θλιβερό δίδυμο, ένας βαρύτατος ζυγός. Ταπεινούμενος
κατόπιν, μετά την προσήλωση στο Σταυρό της προσοχής, της έμπονης
προσευχής και των καλών έργων, ανακαλύπτει το χώρο της καρδιάς του,
όπου εκεί ο νους του («κεφαλή») κατεβαίνει («ἐπιστρέφει»,
«κατασκηνώνει»). Αυτή είναι η φυσική του θέση, από όπου αναπέμπει
την αδιάλειπτη νοο-καρδιακή προσευχή στο Θεό. Αν σωστά βέβαια
εκτιμηθεί και πνευματικά αφομοιωθεί η προηγηθείσα κρίση, τότε χαρίζει
ο Κύριος το δώρο της υπομονής και οδηγεί τον άνθρωπο σε οδυνηρή,
θρηνώδη μετάνοια, αιτία της καθόδου και αναπαύσεως του νου μέσα
στην καρδιά. Εδώ είναι που ο Πεντζίκης ανοίγει το μεγάλο παλαμικό
κεφάλαιο της νοεράς και καρδιακής προσευχής που συνδέει τον άνθρωπο
με το Χριστό, τη Θεοτόκο, τους αγγέλους και τα κατ’ εξοχήν “παιδιά του
Θεού”, τους αγίους και δείχνει ταυτόχρονα πόσο έχει αφομοιώσει το
μεγάλο μυστικό Θεσσαλονικέα Άγιο.
Η καρδιά του ανθρώπου ονομάζεται από τον Άγιο «ταμείο του
λογιστικού» και «πρώτο λογιστικό σαρκικό όργανο». Ο άνθρωπος
549
550

Πεντζίκη, Ὁμιλήματα, σελ. 217.
Αρχιμ. Ιουστίνου Πόποβιτς, Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, σελ. 18.

143

οφείλει να φροντίζει να εποπτεύει και να ρυθμίζει το λογιστικό του, ώστε
να βρίσκεται σε συνεχή νήψη, αλλιώς δεν μπορεί τίποτα να εποπτεύσει,
αν δεν επαναφέρει συγκεντρώνοντας απ’ έξω το νου του, μέσω των
αισθήσεων, μέσα του, σ’ αυτή την ίδια την καρδιά του, το ταμείο των
λογισμών του551. Έτσι η ενέργεια του νου που βρίσκεται στη διάνοια,
επιστρέφει στην ουσία του, η οποία βρίσκεται στο θρόνο της χάριτος552,
στην καρδιά. Εκεί γράφει η χάρη τους νόμους του Πνεύματος.553
Η αντίστοιχη ανάλυση που κάνει ο Πεντζίκης για την κάθοδο του
νου, μάλλον τη μόνιμη παραμονή του στην καρδιά του ίδιου του Ιησού
Χριστού είναι εκπληκτική: «Ἐπεξετάθηκα ἀκολούθως ἐπὶ τοῦ καρδιακοῦ
μυός, ποὺ δρᾶ κατὰ δύο αντίθετες ἔννοιες ὡς ἀντλία ποὺ ἀπορροφᾶ, ἀλλὰ
καὶ ἐξαποστέλλει τὸ αἷμα, ἀρδεύοντας κάθε γωνιὰ τοῦ σώματος, ποὺ
ἐνδυθεὶς ὁ Κύριος τὸ καθηγίασε. Μὲ καρδιὰ ἀπαράλλαχτη μὲ τὴ δικιά
μας, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, χωρώντας ὅλο τὸ νοῦ στὸ κέντρο, ποὺ δέχεται τὶς
προσταγές, τοῦ ἐκτὸς τῆς πλασματικῆς μορφῆς ποὺ ὑπεδύθη,
ἀποστείλαντος αὐτὸν Πατρός, ἀπεποιήθη τὴν ἐφήμερο βασιλεία καὶ
δέχτηκε καὶ ὑπέμεινε τὸ μαρτύριο».554
Οποιοσδήποτε δεν παίρνει το μάθημά του από τη ζωή του
Χριστού, «ἀρνεῖται νὰ ταπεινωθεῖ ὡς πλάσμα θνητό, κατεβάζοντας τὸ
μυαλό του, στὸ κέντρο τῆς κυκλοφορίας τοῦ αἵματος».555
Καρδιά και αίμα συνδέονται στενά, όπως και η καρδιά με κάποιες
όψεις του ουρανού, μιλώντας με πνευματικό τρόπο. Αυτό κάνει τον
Πεντζίκη να πει: «Συνέχισα μιλώντας γιὰ τὸ αἷμα. Εἶπα ὅτι εἶναι σὰν τὴ
θάλασσα ποὺ καθρεφτίζει τὸν Οὐρανό. Ο Οὐρανός ἀνεξερεύνητος στὶς
ἀπέραντες ἐκτάσεις του, εἶναι ὁλόκληρος γεμάτος δημιουργό ἐνέργεια,
ποὺ οἱ ἐπὶ γῆς τὴν ἀντιλαμβανόμαστε, μερικῶς καὶ ἀποσπασματικά, μὲ τὴ
βοήθεια τοῦ Φωτοδότη Ἥλιου».556

551

«Οὐκοῦν ἡ καρδία ἡμῶν ἐστι τὸ τοῦ λογιστικοῦ ταμεῖον καὶ πρῶτον σαρκικὸν ὄργανον λογιστικόν·
τὸ τοίνυν λογιστικὸν ἡμῶν ἐν ἀκριβεῖ νήψει σπεύδοντες ἐπισκέπτεσθαι καὶ διορθοῦν, τίνι γ’ ἂν
ἐπισκεψαίμεθα, εἰ μὴ τὸν ἐγκεχυμένον διὰ τῶν αἰσθήσεων νοῦν ἡμῶν ἔξωθεν συναγαγόντες πρὸς τὰ
ἐντὸς ἐπαναγάγοιμεν καὶ πρὸς αὐτὴν ταύτην την καρδίαν, τὸ τῶν λογισμῶν ταμεῖον;». βλ. Γρηγορίου
Παλαμά, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων 1, 2, Συγγρ. Α, σελ. 396.
552
Οπ.
553
Ο Παλαμάς παραπέμπει στο Μακάριο εδώ: «…ἐκεῖ τοίνυν δεῖ σκοπεῖν, εἰ ἐνέγραψεν ἡ χάρις τοὺς
τοῦ πνεύματος νόμους», βλ. Ὁμιλία 15, 20, PG 34,589 A.
554
Πεντζίκη, Ὁμιλήματα, σελ. 217-218.
555
Οπ. σελ. 218
556
Οπ.

144

Ο άνθρωπος που ζει καρδιακά την ύπαρξη του νοητού ΗλίουΧριστού και τη μετ’ αυτού αναστροφή, φροντίζει με την εν γένει
συμπεριφορά του, να Του προσφέρει χώρο “ζωής”, σαν όπως η
χλωροφύλλη στον ήλιο: «Ὁ Ἥλιος συγκρατεῖται μὲ τὴ χλωροφύλλη τῆς
βλαστήσεως, ποὺ ουσιαστικὰ δὲ διαφέρει ἀπὸ τὸ κύριο συστατικὸ τῶν
αἱμοσφαιρίων, τοῦ ρευστοῦ (ενν. του πλάσματος) ποὺ ἀπὸ μύριους
δρόμους ἡ καρδιὰ κυκλοφορεῖ σὲ ὅλο τὸ σῶμα, ποὺ ντύνει τὴν
ὕπαρξη».557
Η πορεία αυτή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί δίχως ταπείνωση.
Σταυρός, αλλαγή τρόπου ζωής, προσευχή, σωτήρια ταπείνωση και φως
Χριστού συμπλέκονται και αλληλοπεριχωρούνται. Ο Πεντζίκης αναφέρει
την περίπτωση του Παύλου: «Ἡ πορεία αὐτὴ τοῦ νοῦ σκέφτηκα,
εὐχερῶς, ὅτι συμπίπτει πρὸς τὸ παράδειγμα τῆς πορείας πρὸς Δαμασκό.
Ἰσχαιμικὸ ἐπεισόδιο, ξάπλωσε καταγῆς στὸ χῶμα, τὸν ὑπερφίαλο διώκτη,
τῆς διὰ τοῦ ἁγιασθέντος Τιμωροῦ Ξύλου σωτηρίας. Ἡ καρδιά του,
ὑπακούοντας στὴν ἄνωθεν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου τοῦ φωτός, ἀλλοίωσε τὴν
κυρίαρχο ζωικὴ αἴσθηση τῆς ὅρασης. Ὁ ὑπερήφανος ἄνθρωπος, ποὺ
ἐδιδάχθη νὰ προχωρεῖ ὄρθιος, ἔχοντας πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν του ἕναν
εὐρύτερο ἀπὸ τὰ κοινὰ ζῶα ὁρίζοντα, προσπαθεῖ νὰ προχωρήσει τώρα μὲ
τὰ τέσσερα. Ἡ συνείδηση τῆς ἔκπτωσής του, τὸ ξέμοιασμά του μὲ τὰ
τετράποδα, τὰ ἑρπετά, τὴν πληθώρα τῶν ἀσπονδύλων ζώων, καθιστᾶ τὴν
ἀκοή του ἱκανὴ ν’ αντιληφθεῖ τὴ φωνὴ “Σαούλ, Σαούλ, τί μὲ διώκεις”,
ποὺ ἐν ὑπερηφανείᾳ ποτὲ δὲ γίνεται ἀκουστή. Ὑπακούει καὶ ἐγείρεται ὡς
Παῦλος ὁ Σαῦλος. Διερμηνευτὴς τοῦ σχήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου
κατεδέχθη ἐξ ἀγάπης νὰ μαρτυρήσει ὁ ἀναστηθεὶς Θεάνθρωπος».558
Έτσι διερμηνεύοντας το Σταυρό ο Πεντζίκης ξεπερνά τις θλίψεις
και τα άσχημα περιστατικά του βίου. Άνωθεν παρηγοριές τον
στερεώνουν και τον περιθάλπουν: «Αὐτὰ βάνοντας μὲ τὸ νοῦ,
ἐνθουσιασμένος κατὰ τὴν φιλικὴ συζήτηση, ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἑνοποίησης
τοῦ χρόνου διὰ τοῦ Σταυροῦ, στὸ “Νῦν καὶ Ἀεί”, ποὺ φράσσει τὴν
δαιμονικὴ ροή, ἐνεπλήσθην ἐλπίδων».559
Αυτή η πλησμονή ελπίδων στον άνθρωπο, μπορεί να θεωρηθεί
αποτέλεσμα ή αίτιο του σκιρτήματος της προσευχόμενης καρδίας για το
557

Οπ.
Πεντζίκης, Ὁμιλήματα, σελ. 218-219.
559
Οπ. σελ. 219.
558

145

οποίο κάνει λόγο ο Άγιος560, παραπέμποντας στο Μέγα Βασίλειο561 και
το Μέγα Αθανάσιο.562
Έμπειρος ενός τέτοιου σκιρτήματος φαίνεται και ο Πεντζίκης.
Υπάρχουν μαρτυρίες γι’ αυτό στον επικήδειό του: «Κάποτε, ύστερα από
πολλή προσευχή αισθάνθηκε το χέρι της μακαρίτισσας της μητέρας του
να τον χαϊδεύη στην καρδιά, και η καρδιά του να σκιρτά και να χορεύη,
παρόμοιο αίσθημα με αυτό που περιγράφει ο άγιος Νικόδημος, για το
άλμα καρδίας στη νοερά προσευχή».563
Σταυρός και προσευχή λοιπόν συνυπάρχουν στη ζωή του
πεζογράφου και ζωγράφου και μάλιστα αλληλοπεριχωρούνται ως
πνευματικές καταστάσεις, δείχνοντας ότι η επαφή του με τα κείμενα και
τα βιώματα του Αγίου ήταν εκτεταμένη και καθοριστικής σημασίας.

560

«Σκιρτᾶν δὲ τὴν καρδίαν οἱονεὶ πηδῶσαν τῷ ἐνθουσιασμῷ τῆς ἀγάπης τοῦ ἀγαθοῦ καὶ ὁ Μέγας
εἴρηκε Βασίλειος καὶ ὁ Μέγας Ἀθανάσιος σημεῖον τοῦτο τίθεται τῆς χάριτος·», βλ. Γρηγορίου
Παλαμά, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς… 1,3,2, Συγγρ. Α, σελ. 410.
561
Ὅροι κατὰ πλάτος 2, PG 31,909 BC.
562
Βίος Ἀντωνίου 36, PG 26,896 C-897 Α..
563
Περιοδ. Σύναξη 52, σελ. 11, βλ. και τη συνέντευξή του στο Τέταρτο 2, σελ. 104. Μπορεί να θυμηθεί
κανείς εδώ ότι αυτό το σκίρτημα ο Ηλίας το ένιωσε ως «συσσεισμόν» (Γ΄ Βασ. 19,12), ενώ ο Ησαΐας
ως «κοιλίαν ἠχοῦσαν» (Ησ. 16,11).

146

ε. Η σχέση με το μακάριο νοερό κόσμο

Από την πρώτη, κιόλας, επαφή με το έργο του Πεντζίκη, ο απλώς
αναγνώστης ή o μελετητής αντιλαμβάνεται τη στενή σχέση του
συγγραφέα με τη Θεοτόκο, τους αγγέλους και τους αγίους και μάρτυρες
του Θεού, οι οποίοι αποτελούν το καθημερινό του εντρύφημα, παρηγορία
της καρδίας του. Ζωντανές παρουσίες που με την εμφάνισή τους
αποδιώχνουν τα νέφη των λυπηρών. Δεν πρόκειται για νοσταλγία και
ανάμνηση των περιστατικών της ζωής τους ή έστω για ενδελεχή μελέτη
των βίων τους προς ηθική ωφέλεια και ιστορική πληροφόρηση (όπως
στην περίπτωση της τόσο προσφιλούς στους ρωμαιοκαθολικούς
μοναχούς méditation), αλλά για κοινωνία ή προσδοκία συνάντησης
αγαπημένων και «ευγνωμόνων προσώπων μέσα στη χάρη και το φως του
Χριστού»564 κατά το Γρηγόριο Παλαμά.
Ο πόθος ανταπόδοσης ως ευγνωμοσύνης αυτής της αίσθησης
φωτός κάνει ικανούς τους μάρτυρες, ειδικότερα, να αντέχουν τους
πόνους του μαρτυρίου. Γράφει σχετικά ο Πεντζίκης: «Ἡ ασφαλής
προσδοκία τοῦ λαμπροῦ φωτός, συντελοῦσε ἐπίσης στὸ νὰ μὴ νοιώθουν
τὸν πόνο οἱ μάρτυρες αἰκιζόμενοι παντοιοτρόπως. Ἐν πλήρει ἀπαθείᾳ,
συνθέτως ἐκφραζομένης ὡς χαρμολύπης, ἔλεγαν στοὺς δημίους ποὺ τοὺς
ἔψηναν, “ἂν πρόκειται νὰ χορταστεῖτε μὲ τὶς σάρκες μας, γυρίστε μας καὶ
ἀπό τὴν ἄλλη”. Ἀκριβῶς δηλαδή ὅπως γίνεται ὅταν ψήνουν τοὺς κιμάδες
στὴ σχάρα».565
Την επαφή μαζί τους, αντιλαμβάνεται ο Πεντζίκης υπαρξιακά και
ολοσώματα, ως πληροφορία της αφής του,566 ομολογώντας πολλές φορές
564

«Ἴσασιν οἱ κεκαθαρμένοι τὴν καρδίαν διὰ τεκμηρίου τῆς ἐγγινομένης ἐν αὐτοῖς ἱερᾶς φωτοφανείας
ὅτι ἐστὶ Θεὸς καὶ οἷον φῶς ἐστί, μᾶλλον δὲ πηγὴ φωτὸς νοεροῦ τε καὶ ἀϊδίου. Διὸ καὶ χάριν ἴσασιν
οὐχ’ ἑαυτοῖς ἀλλὰ τῷ φωτίζοντι…», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Α΄ Πρὸς Ἀκίνδυνον, Συγγρ. Α, σελ. 216.
565
Πεντζίκη, Ὁμιλήματα, σελ. 205.
566
«Τὶ νὰ αἰσθανόταν ἄραγε ὅταν ἔψαυε μὲ τὶς παλάμες τὶς τοιχογραφίες στὴν Καστοριά καὶ τὴν
Θεσσαλονίκη; Ἔψαυε τὴν δόξα τῶν ἁγίων εἰκόνων καὶ γιατί νὰ μὴν ποῦμε πὼς σὰν τὸν Ἰεζεκιήλ τῆς
Μονῆς τοῦ ὁσίου Δαυίδ τοῦ Λατόμου, ἀφουγκραζόταν τὴ χαρά τῶν ἁγίων ποὺ χορεύουν γύρω στὸν

147

πως μόνον «οἱ ἅγιοι εἶναι τὰ καλούπια ποὺ μποροῦμε νὰ χύσουμε τὴ ζωή
μας».567 Στον επικήδειο568 που εκφωνήθηκε στην Ορμύλια κατά την
ημέρα της ταφής του διευκρινίζεται ότι «το μυστήριο της αφής της αγίας
Μαγδαληνής, που θησαυρίζεται στη Σιμωνόπετρα, αυτός το είχε από
πολύ παλιά διδαχθή».569
Τα περί αφής φαίνεται να επαληθεύονται, όταν κάποτε
παραδέχεται, ή μάλλον ομολογεί την πίστη του: «Δὲν φαντάζομαι, ἀλλά
αἰσθάνομαι καὶ ζῶ τὴν ἀλήθεια. Ἀγγίζω μὲ τὸ χέρι μου καὶ τὸν κόσμον
ὅλον, τριγύρω. Τοῦτο ὄχι μόνο ἐν ὀνόματι τῶν ὅσων καταλαβαίνω, ἀλλά
ἐν ὀνόματι καὶ μιᾶς ἄλλης προσθήκης, ἀδήλωτης».570Αδήλωτη προσθήκη
δεν είναι άλλη από τη χάρη της πίστης, μέσω της οποίας ο πιστός ελπίζει
σε πραγματικές θείες αλήθειες και αγαθά και ελέγχει πράγματα που δε
βλέπονται, κατά το λόγο του αποστόλου Παύλου.571 Τα περί αφής
ομολογούνται και σε κάποιο άλλο κείμενό του: «Δὲν έχω μυαλό καὶ
θέληση, κύριε Πάσχο, ἀλλὰ τέτοιες χαρὲς πάμφωτες χρωστῶ πολλὲς
φορὲς στὰ κείμενα καὶ ἱδρύματα τῆς Ὀρθοδοξίας μας. Ἡ μνήμη τῶν
δακτύλων μου εἶναι γεμάτη ἀπὸ αἰσθητικὲς ἐντυπώσεις τοιχοδομιῶν καὶ
ζωγραφημάτων».572
Η σχέση του Πεντζίκη με τον άγιο Γρηγόριο είναι ζωντανή. Τον
ονομάζει «δεύτερο πολιούχο της Θεσσαλονίκης Μέγα Γρηγόριο»573 και
πολλές φορές αναφέρεται σ’ αυτόν: «Γονατίζω ἐν ἱκεσίαις καὶ τὸν
παρακαλῶ. Τὸ Ἅγιό του λείψανο φυλάσσεται ἐν Θεσσαλονίκῃ. Ἄπειρες
φορές ὡς παιδί καὶ ἐνῆλιξ, ἀσπάσθηκα τὴν Ἁγία Αὐτοῦ Κάρα».574 Και
αλλού: «Τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός Σκήνωμα, διαφυλάσσεται εἰς τὴ
Μητρόπολη θησαυρός. Στὰ σπίτια τὰ χριστιανικά ὁ Ἱερεύς, τὸν
Παρακλητικό ἀναγινώσκοντας Κανόνα σὲ θήκη περικόσμητη ἀσημένια,

θρόνο τοῦ Χριστοῦ; Τοῦ δίδαξε ὁ ἅγιος Παλαμᾶς τὴν μυστική ἔννοια τῆς ἀφῆς γιὰ τὴν προσευχή καὶ
τὴν λατρεία», «Λόγος επιτάφιος», περιοδ. Σύναξη 52,σελ. 11.
567
Μοναχού Πορφυρίου Σιμωνοπετρίτου, «Το ζωγραφικό έργο του Ν. Γ. Πεντζίκη», περιοδ. Ίνδικτος
18, σελ. 276.
568
Γραμμένον από το μοναχό (νυν ιερομόναχο) Πορφύριο (Μπατσαρά), κατά προφορική μαρτυρία του
ιδίου στις 3-1-2011.
569
«Λόγος επιτάφιος», περιοδ. Σύναξη 52, σελ. 11.
570
Πεντζίκη, Ὁμιλήματα, σελ 152.
571
«ἔστι δὲ πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων», Εβρ. 11,1.
572
Βλ. Πεντζίκη, «Γράμμα γιὰ τὸ “Μυστικὸν ἔαρ”», στο Θεολογία και Λογοτεχνία, αφιέρωμα στον Π.
Β. Πάσχο, σελ. 670.
573
Πεντζίκη, Μητέρα Θεσσαλονίκη, σελ. 123.
574
Πεντζίκη, Ὁμιλήματα, σελ. 93.

148

φέρνει τὴν Ὁσία Κάρα ν’ ἀσπασθοῦν, οἱ γονατισμένοι πιστοί σὰν
παιδιά».575
Ο απεριόριστος σεβασμός του Πεντζίκη για τα λείψανα και τη
δύναμή τους είναι εμφανέστατος και σ’ ένα άλλο κείμενό του: «Ὁ λαός
στὴν πατρίδα μας τὸ ξέρει τοῦτο καλά. Γι’ αὐτό παραδέχεται ὅτι τὰ ἅγια
λείψανα εἶναι θαυματουργά. Ἀπό τὰ βάθη τῆς Καππαδοκίας πρόσφυγες
στὴ Νέα Καρβάλη τῆς Καβάλας, μετέφεραν τὸ σεπτό σκήνωμα τοῦ
ποιητοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ. Γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ
ζήσουν στὰ ξένα, ὅταν, ὅπως ὁ Χριστός, πουλήθηκε γιὰ χρήματα καὶ ἡ
Πάργα, οἱ κάτοικοί της συναποκόμισαν τὰ ὀστᾶ τῶν πατέρων τους. Μὲ
τὰ ὀστᾶ τῶν παλαιῶν, ποὺ ἡ φαντασία τούς θέλει γίγαντες, γεμίζουν τὰ
ὑδραγωγεῖα ἀπό τὶς βρύσες ποὺ στέρεψαν. Νερό καὶ ὀστᾶ καὶ χῶμα εἶναι
ταυτόσημα. Τὸ χῶμα στὸν τάφο τοῦ Ἁγίου Δημητρίου ἀντικατέστησε τὴν
ἱαματική δύναμη τοῦ Ἁγίου Μύρου ποὺ ἐστείρευσε. Ἀπό τὰ ὀστᾶ ὁ
ἐθνικός μας ποιητής βλέπει νὰ βγαίνει ἡ Ἐλευθερία τῶν Ἑλλήνων».576
Άλλη φορά με χαριτωμένα απόλυτο τρόπο υπογραμμίζει σε
άγευστο περί τα τοιαύτα δημοσιογράφο ότι είναι πολλά τα λείψανα των
αγίων στη Ρωσία που ευωδιάζουν, καταδεικνύοντας τη νίκη κατά του
θανάτου και το μάταιο της συντηρήσεως της “μούμιας” του Λένιν.577
Σύμφωνα με τον Πεντζίκη εδώ, είναι οι άγιοι μέσα στη χάρη του Χριστού
εκείνοι, οι οποίοι αλλάζουν την ιστορία του κόσμου ολόκληρου, ενώ για
τους “μπολσεβίκους” κάθε εποχής και κάθε χώρου η ιστορία
μεταβάλλεται ύστερα από το θάνατο κάθε ηγέτη τους.578 Και είναι
επόμενο αυτό, γιατί οι άγιοι κάθε εποχής πράττουν τα καλά έργα σαν
έργα πίστεως μόνο στο Χριστό579. Αυτός ο καινούριος τρόπος
προσανατολισμού στο Χριστό ο Οποίος αποτελεί και το τέλος της
ιστορίας, είναι η πίστη στο πρόσωπό του, μέσω της οποίας και μόνο
νικιέται ο θάνατος. Άλλωστε «τέλος νόμου Χριστὸς εἰς δικαιοσύνην
παντὶ τῷ πιστεύοντι».580

575

Πεντζίκη, Μητέρα Θεσσαλονίκη, σελ. 123.
Πεντζίκη, «Ἐλπίς ἐκ τοῦ βυζαντινοῦ ιδ΄αἰώνα», στο Ὑδάτων ὑπερεκχείλιση, σελ. 110.
577
Βλ. συνέντευξη του Πεντζίκη, «Προσεύχομαι στὰ πράγματα γιὰ νὰ μὲ δώκουν ζωή», περιοδ. Το
Τέταρτο 2,σελ. 99.
578
οπ.
579
Ανέστη Κεσελόπουλου, Πάθη και Αρετές.. , σελ. 135, βλ. και αγίου Μάρκου Ασκητού, Τα 226
κεφάλαια περί αυτών που νομίζουν ότι δικαιώνονται από τα έργα τους, Φιλοκαλία τομ. Α΄, σελ. 143 κ.
εξ.
580
Ρωμ. 10,4.
576

149

Η νίκη κατά του θανάτου φαίνεται εύγλωττα στην περίπτωση των
λειψάνων που ευωδιάζουν και μυροβλύζουν, στην οποία αναφέρεται ο
Πεντζίκης και την οποία αναλύει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, λέγοντας
ότι στον αγιασμένο άνθρωπο, μέσω της ψυχής η οποία πάσχει, παθαίνει
τα θεία, άρα που το παθητικό της (θυμός και επιθυμία) αγιάζεται,
μετατίθεται στο Θεό και δεν νεκρώνεται όπως φρονούσε ο Βαρλαάμ581,
αγιάζεται και το σώμα, ακριβώς όπως η θεότητα του Λόγου του Θεού
είναι κοινή και στην ψυχή και στο σώμα582. Και όπως ακριβώς δεν
υπήρξε στιγμή που να εγκατέλειψε η θεότητα το νεκρό σώμα του
Χριστού όσο παρέμενε νεκρό, έτσι και η χάρη του παραμένει στις σορούς
και τα λείψανα των αγίων του583 ως δόξα προερχόμενη από το Θεό,
επιτελώντας ιάματα και τις διάφορες σωτήριες επιφάνειες αυτών στους
ανθρώπους.584 Εδώ μπορεί να θυμηθεί κανείς αρκετές επιφάνειες /
εμφανίσεις της Θεοτόκου και άλλων αγίων και αγγέλων στον άγιο
Γρηγόριο.585
Το “βαρλααμικό” σύμπτωμα της περί τα θεία φιλοσοφίας και του
εξορθολογισμού της πνευματικής ζωής και εμπειρίας, χαρακτηριστικό
581

Προς τον οποίο Βαρλαάμ, συγχέοντα τη στωική με την πατερική απάθεια, απευθυνόμενος ο άγιος
Γρηγόριος Παλαμάς διευκρινίζει: «Ἀλλ’ ἡμεῖς οὐ τοῦτ’ εἶναι ἀπάθειαν ἐδιδάχθημεν, ὦ φιλόσοφε, τὴν
τοῦ παθητικοῦ νέκρωσιν, ἀλλὰ τὴν ἀπὸ χειρόνων τὴν ἐπὶ τὰ κρείττω μετάθεσιν αὐτοῦ καὶ τὴν ἐπὶ τὰ
θεῖα καθ’ ἕξιν ἐνέργειαν, ὁλικῶς ἀπεστραμμένου τὰ πονηρὰ καὶ ἐπεστραμμένου πρὸς τὰ καλά», βλ.
Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων 2,2,19,22,23,24, καὶ 3,3,15, Συγγρ. Α, σελ. 526, 529-531 και 692-693
αντίστοιχα. Επίσης βλ. Ἁγιορειτικὸν Τόμον, PG 150,1233 B, όπως και Ανέστη Κεσελόπουλου, στο
κεφάλαιο «Το πένθος πηγή μετανοίας», στο Πάθη και Αρετές…, σελ. 89.
582
« … Καθάπερ γὰρ κοινή ἐστι σώματος καὶ ψυχῆς ἡ τοῦ ἐνανθρωπήσαντος λόγου τοῦ Θεοῦ θεότης,
διὰ μέσης ψυχῆς θεώσασα τὴν σάρκα, ὡς καὶ Θεοῦ ἔργα ἐκτελεῖσθαι δι’ αὐτῆς, οὕτως ἐπὶ τῶν
πνευματικῶν ἀνδρῶν ἡ τοῦ Πνεύματος χάρις, διὰ μέσης ψυχῆς πρὸς τὸ σῶμα διαπορθμευομένη,
πάσχειν καὶ αὐτῷ τὰ θεῖα δίδωσι καὶ μακαρίως συμπάσχειν τῇ ψυχῇ τῇ τὰ θεῖα πεπονθυῖα, ἥτις ἐπεὶ
πάσχει τὰ θεῖα, καὶ παθητικόν ἔχει τι δήπουθεν ἐπαινετόν καὶ θεῖον∙ μᾶλλον δέ, ἓν ὂν τὸ ἐν ἡμῖν
παθητικόν, καὶ τοιοῦτον ἐκτελεῖσθαι πέφυκε. Προελθὸν οὖν εἰς τὴν μακαρίαν ταύτην ἐντελέχειαν καὶ
τὸ σῶμα θεουργεῖ, οὐκ ἀπὸ τῶν σωματικῶν καὶ προσύλων παθημάτων τότ’ αὐτὸ κινούμενον… »,βλ.
Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, Λόγος 2,2,12, Συγγρ. Α, σελ. 518-519.
583
«… Ὡσαύτως καὶ τὰς σοροὺς τούτων τὰς ἁγίας καὶ εἰ τι τῶν ὀστέων λείψανον∙ οὐ γὰρ διέστη
τούτων ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ, ὥσπερ οὐδὲ τοῦ προσκυνητοῦ σώματος Χριστοῦ διέστη ἡ θεότης ἐπὶ τοῦ
ζωοποιοῦ θανάτου», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Δεκάλογος τῆς κατὰ Χριστὸν νομοθεσίας, PG 150,1093
A.
584
«… Τίς λόγος ἀξίως ἐξείποι τὴν ἐν ταῖς σοροῖς τῶν ἁγίων καὶ τοῖς λειψάνοις τῶν ὀστῶν παρὰ Θεοῦ
δόξαν, τῷ παντὶ χρόνῳ συμπαρατεινομένην, τὴν ἀναδιδομένην ἐκ τούτων ἱερὰν εὐωδίαν, τὰ πηγάζοντα
μύρα, τὰ χαρίσματα τῶν ἱαμάτων, τὰ ἐνεργήματα τῶν δυνάμεων, τὰς πολυειδεῖς καὶ σωτηρίους ἡμῖν ἐν
τούτοις επιφανείας..», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 25, Τῇ Κυριακῇ τῶν Ἁγίων Πάντων, PG 151,324
D-325 A.
585
Αναφέρονται αρκετές τέτοιες εμφανίσεις στο Βίο του, που συνέγραψε ο Φιλόθεος Κόκκινος:
εμφάνιση του Ιωάννου του θεολόγου μέσω του οποίου η Θεομήτωρ τού υπόσχεται ότι θα την έχει δια
βίου αρωγό (PG 151,566 BCD), του αγίου Δημητρίου με τη μορφή δούκα να τον εμποδίζει να
αναχωρήσει για τα Ιεροσόλυμα (PG 151,570 ABC), της Θεοτόκου μετά συνοδείας να του υπόσχεται
ότι τίποτε από τα χρειώδη δε θα λείψουν από αυτόν και τη συνοδεία του (PG 151,579 D-580 Α), ενός
λαμπρού αγγέλου δια του οποίου του χορηγείται το χάρισμα του λόγου και της συγγραφής (PG 151,
580 ABCD) κλπ.

150

όλων των αιρετικών, καταδικάζει απροκάλυπτα ο Πεντζίκης,
περιλαμβάνοντας φυσικά σε αυτούς και τους αρνητές της Νοεράς
Προσευχής η οποία αποτελεί πραγματική κοινωνία του πιστού με το
Χριστό, τη Θεοτόκο, τους αγγέλους και τους αγίους και η οποία, καθώς
λέει, «κατέλαμπε μὲ τὸ ἅγιο Θαβώριο φῶς τὸν μέγα ἅγιο Γρηγόριο τὸν
Παλαμᾶ… Ἡ ἐκκλησία θέλοντας ν’ ἀγκαλιάσει ὅλη τὴν ἀνθρώπινη
δυστυχία, νὰ μὴν ἀφήσει τίποτε ἐκτός αὐτῆς, διεξήγαγε ἀπό παλαιοτάτων
σφοδρούς ἀγῶνες κατά τοῦ ὀρθολογισμοῦ ὅλων ἐκείνων, ποὺ δὲν
ἐσαλεύθη ὁ νοῦς, ἀκούγοντας τὴν ἐντολή τοῦ Κυρίου, ὅτι τὅ ’να χέρι δὲν
πρέπει νὰ ξέρει τί κάνει τὸ ἄλλο, ἐξακολουθώντας ν’ ἀτενίζουν πρὸς τὸν
Παντοκράτορα Οὐρανό, ποὺ αὐτός μόνον καθιστᾶ ὁρατά τὰ ἐν σκοτίᾳ,
μὲ τὶς τροχιές τῶν ἐν αὐτῷ Ἁγίων Ἀστέρων, τῆς Θεοτόκου Σελήνης καὶ
τοῦ Παμφαοῦς Ἡλίου. Διότι αὐτός εἶναι ἡ ὁδός καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ
ζωή».586
Οι όσιοι Πατέρες, κατά τον Πεντζίκη μεταδίδουν από τους τάφους
τους χαρά και ευλογία.587 Το γνωρίζει αυτό ο πεζογράφος, γι’ αυτό
επισημαίνει ότι ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς μπόρεσε να εξηγήσει το
πώς αντιλαμβάνονται οι θνητοί το άκτιστο φως.588
Ο Άγιος όμως επισκέπτεται και τον Πεντζίκη αποδιώκοντας το
πνεύμα της έντονης ακηδίας που συχνά του επιτίθεται. Ένας τρόπος που
χρησιμοποιεί ο συγγραφέας για να βρίσκεται σε επαφή μαζί του, είναι να
καταφεύγει στα κείμενά του: «Τὴ φορά λοιπόν τῆς φάσεως τῆς ἀκηδίας
ποὺ ἀνάφερα, καθισμένος στὴ συνήθη μου πολυθρόνα στὸ σπίτι, κατά
σύμπτωση διάβασα τὰ 33 πρῶτα ἐκ τῶν 155 κεφαλαίων(sic)589, τοῦ
Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ποὺ
ἀναφέρονται σὲ θέματα, “Φυσικά, Θεολογικά, Ἠθικά τε και Πρακτικά”.
Δὲν εἶναι ζήτημα διαβάζοντας, τὸ τί κατάλαβα ἀπό ἄποψη ἐννοίας. Αὐτό
ποὺ συνειδητοποίησα, ἦταν ἡ ἄμεση πλήρωση τῶν κενοτοπίων, τῆς
διάτρητης στὸν παρόντα χρόνο ὕπαρξής μου».590 Ο αριθμός 33
παραπέμπει στα χρόνια του Χριστού, ενώ πολύ επιτυχής η επιλογή της
λέξης “κενοτόπια”, από το χώρο της βιολογίας, υπογραμμίζει την αθρόα
586

Πεντζίκη, Πρὸς ἐκκλησιασμόν, σελ. 152.
Πεντζίκη, Ὁμιλήματα, σελ. 64.
588
οπ. σελ. 93.
589
Πρόκειται για τα 150 Κεφάλαια.
590
Πεντζίκη, Ὁμιλήματα, σελ. 215. Άλλη φορά, διαβάζοντας τον όσιο Ισαάκ το Σύρο «ὄχι μόνο τοῦ
ἔφυγε ὁ ἐκ τῶν τύψεων φόβος, ἀλλὰ κυριολεκτικὰ ἔνιωσε εὐτυχής, σάμπως ἀνοίγοντας ἕνα παράθυρο
καὶ βλέποντας ὁλάκερο τὸν Ἥλιο δικό του», βλ. Ν. Γ. Πεντζίκη, «Γράμμα γιὰ τὸ “Μυστικόν ἔαρ”»,
στο Θεολογία και Λογοτεχνία, αφιέρωμα στον καθηγητή Π. Β. Πάσχο, σελ. 670.
587

151

αίσθηση του πνευματικού και ψυχικού κενού που αισθάνεται ο άνθρωπος
κατά την, έστω και σύντομη, περίοδο συστολής της χάριτος.
Η χάρη του Αγίου λοιπόν, ως νοερός ασπασμός, δεν αφήνει χώρο,
κλείνει τη θύρα στην απόγνωση και επιπλέον διδάσκει το Θεσσαλονικιό
λογοτέχνη και καλλιτέχνη. «Γι’ αυτό δεν έχει καμία θέση ανάμεσα στους
ανθρώπους η απόγνωση, αν και ο πονηρός την υποβάλλει με ποικίλους
τρόπους… Επειδή δηλαδή ο καιρός της ζωής είναι καιρός μετάνοιας, το
γεγονός και μόνο ότι ζει αυτός που αμάρτησε, γι’ αυτόν που θέλει να
επιστρέψει στο Θεό, εγγυάται την από Αυτόν υποδοχή. Διότι με την εδώ
ζωή συνυπάρχει πάντοτε το αυτεξούσιο και στο αυτεξούσιο υπόκειται ως
ύλη η οδός της παραπάνω σημειωμένης ζωής και του θανάτου, όποιο από
αυτά θα ήθελε κάθε άνθρωπος να διαλέξει ή ν’ αποφύγει. Πού θα έχει
θέση η απόγνωση, αφού πάντοτε και όλοι μπορούν, εάν θέλουν, ν’
αποκτήσουν την αιώνια ζωή»;591 Ή και σε άλλο επίσης σημείο: «…
επειδή ο Θεός δεν θέλει το θάνατο του αμαρτωλού, κατά το γεγραμμένο,
όσο θέλει την επιστροφή και τη ζωή του.592 Γιατί δεν επακολούθησε στη
ζωή ευθύς αμέσως ο θάνατος ή και εμείς όταν αμαρτάνουμε γιατί δε
στερούμαστε αμέσως τη ζωή, αν δεν υπήρχε ελπίδα επιστροφής; Όπου,
επομένως, υπάρχει ελπίδα επιστροφής, δεν έχει θέση η απόγνωση».593
Ανταποκρινόμενος στις παλαμικές “υποδείξεις” ο πεζογράφος,
δηλώνει σε άλλο δοκιμιογράφο και δόκιμο συγγραφέα: «Πέρασα κι’ ἐγώ
ἀπό καταστάσεις μὲ διάθεση αὐτοκτονίας, στενοχώριες κλπ, νοιώθοντας
φοβερή μοναξιά. Συλλογιέμαι ὅτι μοῦ δόθηκαν περισσότερα χρόνια ἀπό
χατήρι γιὰ νὰ φτάσω σὲ μετάνοια. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει μέσα του ἄπειρες

591

«Διό οὐδέ ἡ ἀπόγνωσις ὅλως ἔχει χώραν ἐν ἀνθρώποις, εἰ καί ὁ πονηρός ποικίλως ὑποβάλλει
ταύτην… Ἐπειδή γάρ καιρός μετανοίας ὁ τῆς ζωῆς ἐστί καιρός, αὐτό τοῦτο τό ζῆν ἔτι τόν ἡμαρτηκότα
τῷ βουλομένῳ ἐπιστρέφειν πρός Θεόν ἐγγυᾶται τήν παρ’ αὐτοῦ ὑποδοχήν. Τῇ γάρ ἐνταῦθα ζωῇ τό
αὐτεξούσιον σύνεστιν ἀεί∙ τῷ δέ αὐτεξουσίῳ ὑπόκειται ὡς ὕλη ἡ ὁδός τῆς ἀνωτέρω δεδειγμένης ζωῆς
καί τοῦ θανάτου, ὅπερ ἄν τούτων ἕκαστος ἀνθρώπων βούλοιτο ἑλέσθαι ἤ φυγεῖν, ὡς δυνατόν ὄν
κτήσασθαι ὁπότερον θέλει. Ποῦ ἕξει χώραν ἡ ἀπόγνωσις, πάντοτε καί πάντων δυναμένων, ὁπηνίκα
βούλοιντο, τήν αἰώνιον κτήσασθαι ζωήν;», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Πρός Μοναχήν Ξένην, Περί παθῶν
καί ἀρετῶν, PG 150,1053 A.
592
« Οὐ βούλομαι τὸν θάνατον τοῦ ἀσεβοῦς ὡς τὸ ἀποστρέψαι τὸν ἀσεβῆ ἀπὸ τῆς ὁδοῦ αὐτοῦ καὶ ζῆν
αὐτόν», βλ. Ἰεζ. 33,11.
593
«Ὅθεν καί σαφῶς δείκνυται, ὡς οὐκ ἀπεγνωσμένην ἔχομεν τήν σωτηρίαν, οὐδέ ἐστιν ὅλως ἐν ἡμῖν
ἀπογνώσεως καιρός∙ πᾶσα γάρ ἡμῖν ἡ ζωή μετανοίας ἐστί καιρός, μή θέλοντος τοῦ Θεοῦ τόν θάνατον
τοῦ ἁμαρτωλοῦ, κατά τό γεγραμμένον, ὡς τό ἐπιστρέψαι καί ζῆν αὐτόν. Διά τί γάρ οὐκ εὐθύς τῇ
παρακοῇ ἐπηκολούθησεν ὁ θάνατος ἤ καί ἡμεῖς ἁμαρτῶντες οὐκ ἀπαλλατόμεθα τοῦ ζῆν, εἰμή ἐλπίς ἦν
ἐπιστροφῆς; Οὖ δέ ἐλπίς ἐπιστροφῆς, ἀπόγνωσις οὐκ ἔχει χώραν», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 22,
Εἰς τήν Ἀνάληψιν…, PG 151,288 B.

152

δυνάμεις. Νομίζω ὅτι αὐτό εἶναι: ὅ,τι κι’ ἂν πράξουμε, πρῶτος ὁ Κύριος
θὰ μᾶς συγχωρέσει. Μέσα ἀπό τὴ μετάνοια ἑνοποιεῖται ὁ χρόνος».594
Έτσι υπερβαίνει τις καθ’ ημέραν δυσκολίες και αντιξοότητες και
γεμίζει με χαρά Χριστού, νιώθοντας, όπως λέει «ὄχι σπάνια ἐν
ἀνθοφορίᾳ. Λουλούδια χαρᾶς, παντοῦ βλέπει τότε τριγύρω του καὶ μὲ
τὴν προσδοκία τους ὑπομένει τὶς μεταπτώσεις, μὴ ξέροντας τί θἄ ’πρεπε
ν’ ἀλλάξει ἢ ν’ ἀπαρνηθεῖ».595
Το 1933, εικοσιπεντάχρονος ήδη και για πρώτη φορά επισκέπτης
στο Άγιο Όρος, έρχεται σε πρώτη επίσης επαφή με το Συναξαριστή, όπου
μόλις διάβασε ότι κάποιος άγιος νήπιο σαν ήταν την Τετάρτη και την
Παρασκευή δεν ήθελε να θηλάζει, χαρακτήρισε τα γραφόμενα
«μωρολογίες» κι έκλεισε το βιβλίο596. Τέσσερα χρόνια μετά συλλαμβάνει
το νόημα των συναξαρίων: «Τὸ 1937, λυπημένος καὶ γεμᾶτος ἀγάπη,
ξυπνώντας ἕνα πρωί καὶ βλέποντας τὸν οὐρανό ἀπό τὸ παράθυρο τοῦ
ἰδιωτικοῦ μου δωματίου, εἶχα ἔντονη τὴν αἴσθηση τῆς ἐπικοινωνίας μὲ τὰ
ἐν οὐρανῷ καὶ αἰώνια».597
Από το 1967 και μετά, είναι γνωστό ότι καθημερινό του
εντρύφημα γίνεται ο Συναξαριστής, μέχρι την τελευταία μέρα της ζωής
του, για τον οποίο συντάσσει μία μεγάλη, μία μεσαία και μία μικρή
περίληψη και τον οποίο ψηφαριθμώντας με διαφορετική ανά χρονική
περίοδο μέθοδο, καθιστά τη σημαντικότερη πηγή προέλευσης του έργου
του, καθώς και πυρήνα άντλησης παρηγορίας.
Γράφει κάπου: «Τὰ ἐκ τοῦ Συναξαριστοῦ ὀφέλη εἶναι ἡ βοήθεια
ἐκκλησιασμοῦ ποὺ μᾶς παρέχει. Μᾶς βοηθεῖ νὰ ἔμπουμε στὴν ἐκκλησία.
Ἔχω ἐπιβλητική καὶ ὀγκώδη ἔκδοση. Τρεῖς τόμους δεμένους σὲ δύο
σώματα. Σύνολον χίλιες ἑκατόν πενήντα σελίδες. Ἐμπνέουν ἕνα αἴσθημα
παλαιότητος. Ὑποβάλλουν τὴν ἔννοια ἑνός προγονικοῦ θησαυροῦ.
Πολλές συλλογές μὲ βίους Ἁγίων φέρουν τὸ ὄνομα Θησαυρός».598 Η
άντληση παρηγορίας από το Συναξαριστή ζωντανεύει τη γύρωθε μοναξιά
και μοιάζει με συνάντηση ενός ελαφιού που φέρει ολόχρυσο

594

Βλ. περιοδ. Σύναξη 38, συνέντευξη του Πεντζίκη που παραχωρήθηκε στο Σωτήρη Γουνελά, σελ.
68.
595
Πεντζίκη, Ὁμιλήματα, σελ. 215.
596
Πεντζίκη, Πρὸς ἐκκλησιασμόν, σελ. 62-63.
597
Πεντζίκη, Ὁμιλήματα, σελ. 195.
598
Πεντζίκη, Πρὸς ἐκκλησιασμόν, σελ. 80.

153

απαστράπτοντα σταυρό ανάμεσα στις πολύκλαδες αποφύσεις του, μέσα
σε μυστικά σκιερά οντολογικά δάση.599
Η ίδια παρηγοριά τον κατακλύζει κι όταν διαβάζει το Νέο
Μαρτυρολόγιο: «Ὅταν ὁ κ. Πωσνατομπούμ, καταλαβαίνοντας πὼς εἶναι
δυστυχής, γιατί δὲν εἶχε τὰ αὐτά συναισθήματα μὲ κανέναν, οὔτε μὲ τοὺς
πιὸ καλούς φίλους του, ἄρχισε τὴν ἀνάγνωση τοῦ Νέου Μαρτυρολογίου,
διέκρινε κάποιαν ἄλλη ἐνθουσιώδη ἀντίληψη, γεμάτη ἀπό χαρά καὶ
αἰσιοδοξία, ἐκείνη ποὺ ἔκανε τοὺς Ἁγιασμένους ἐν Χριστῷ Μάρτυρες, νὰ
σπεύδουν χορεύοντες ἐν ἀγαλλιάσει στὴν πυρά τοῦ φαινομενικοῦ
ἐξολοθρεμοῦ».600
Αλλού πάλι δίνει τον ορισμό του Συναξαριστή: «εἶναι ἕνας μέγας
ἐρειπιών ἀτομικῶν καταλοίπων, ποὺ λαβαίνουν ζωή καὶ ἔκφραση χάρις
στὴν ἐκκλησία καὶ τὸ περιβάλλον της».601 Είναι δηλαδή ο εκκλησιασμός
του κειμένου εκείνο που δίνει νόημα στα περιστατικά και τις πράξεις που
εκεί αναφέρονται.
Η μελέτη του βίου και οι μνήμες των αγίων, τονίζονται στην
Ορθόδοξη παράδοση γιατί επειδή εκείνοι έλαμψαν «ἐπ’ ἀρετῇ καὶ
θεοσεβείᾳ»602, καλλιεργούν με τη χάρη τους αυτή στις καρδιές των
πιστών που τους τιμούν, την ομοήθεια προς αυτούς και τη μίμηση του
Χριστού κατά την αρετή.603
Στον επικήδειο λόγο που εκφωνήθηκε λίγο πριν από την ταφή του,
ειπώθηκε: «Θυμάσαι που κάθε πρωί, όρθρου βαθέος, ξυπνούσες και
ύστερα από τα καθιερωμένα έκαμνες κανόνα προσευχής με
συγκεκριμένη σειρά, με πειθαρχία και τάξι, τόσους σταυρούς στον τάδε
άγιο, τόσα προσκυνήματα στο Χριστό, τόσους ασπασμούς στην Κυρία
Θεοτόκο».604 Φαίνεται δηλαδή εδώ, ότι η κατά μόνας προσευχή, αποτελεί
καθημερινή μελέτη της καρδίας του, πράγμα που συνιστά ανεπιφύλακτα
και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: «Η παραίνεση για ιδιαίτερη προσευχή
στους οίκους μας, ακόμη και στους κοιτώνες, δυναμώνει την προσευχή
599

Οπ. «Κληρονομικά», σελ. 81, όπου ο νους του αναγνώστη πηγαίνει αβίαστα στο μεγαλομάρτυρα
Ευστάθιο Πλακίδα (20 Σεπτεμβρίου). Η καταπληκτική έκφραση περί «μυστικῶν, σκιερῶν,
ὀντολογικῶν δασῶν», παραπέμπει κατά τρόπο έξοχο στις άκτιστες ενέργειες του Θεού.
600
Πεντζίκη, Σημειώσεις ἑκατό ἡμερῶν, σελ. 55, εκδ. ΑΣΤΗΡ.
601
Πεντζίκη, Πρὸς ἐκκλησιασμόν, σελ. 90.
602
Σοφοκλέους Οικονόμου, Ὁμιλία 54, σελ. 186.
603
«Τοῦτο γάρ ἐστι μαρτύρων ἐγκώμιον, ἡ πρός ἀρετήν παράκλησις τῶν συνειλεγμένων», βλ. Μεγ.
Βασιλείου, Ὁμιλία 19, Εἰς τούς ἁγίους Τεσσαράκοντα Μάρτυρας 2, PG 31,509 A.
604
«Λόγος επιτάφιος», περιοδ. Σύναξη 52, σελ. 10.

154

προς το Θεό στην εκκλησία, και η εσωτερική προσευχή κατά τη διάνοια,
ενισχύει αυτήν που γίνεται με τα χείλη. Διότι εκείνος που θέλει να
προσεύχεται μόνο μέσα στην εκκλησία, χωρίς να τον νοιάζει η προσευχή
στην οικία του, στους δρόμους και στις αγορές, στην ουσία δεν
προσεύχεται ούτε όταν βρίσκεται μέσα στην εκκλησία».605 Ο τρόπος
αυτός προσευχής μάς θυμίζει την παύλεια προτροπή προς τους
Θεσσαλονικείς για ασταμάτητη προσευχή και ευχαριστία προς το Θεό.606
Η προσευχή του Πεντζίκη στον προσωπικό του χώρο ενίσχυε την
προσευχή μέσα στο ναό, όπου όντως δια της κατανύξεως που τον συνείχε
και που κατά κάποιον τρόπο αποτελούσε το “πρόβλημά” του, «δὲν πάω
συχνά στὶς ἀκολουθίες, μᾶς ἔλεγε, γιατί κλαίω καὶ ντροπιάζω τοὺς δικούς
μου. Μ’ ἀρέσει νὰ διαβάζω τὶς ἀκολουθίες καὶ τὰ συναξάρια μόνος
μου»607, συνδεόταν με τους αγίους, τους αγγέλους, το Χριστό και την
Παναγία. Τα άφθονα δάκρυά του στη διάρκεια των ακολουθιών τον
παραπέμπουν στον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, για τον οποίο γράφει ότι
τα μάτια του είχαν το χάρισμα των δακρύων και μάλιστα αναφέρει πως
«διασώζεται εἰσέτι παρά τὸν Ἀλιάκμονα, τὸ σπηλαιῶδες ἄντρον, ὑγρό
ὅπως τὰ μάτια του, ὅπου ἐπί ἔτη ἠσκήθη, μέσα στὴν πυκνή παραποτάμιο
λόχμη».608
Έτσι ζει τη βασιλεία του Θεού από τα εδώ κερδίζοντας και τα εκεί
μετά θάνατον, με τις ικεσίες της Αειπαρθένου, της μητέρας του Χριστού,
καθώς και των Οσίων, των Μαρτύρων, των Προφητών, των Δικαίων, και
των Αποστόλων μαθητών του Κυρίου609 και όλων των φίλων του
Χριστού. Νιώθοντας τους αγίους πρεσβευτές, ικετεύει το Χριστό
μεγαλόφωνα: «Πρεσβείαις τῶν ἁγίων σου, Χριστέ, ἐλέησον ἡμᾶς».610
Είναι γνωστή άλλωστε η αγάπη του στο να τελεί συχνά την
Παράκληση στην Παναγία, για την οποία λέει: «Ἡ Παράκληση στὸ σπίτι
δὲν ἔχει τὸν ὑψηλό δραματικό τόνο τῆς Λειτουργίας. Δὲν εἶναι ὁμιλία
605

«… Ἡ κατά μόνας ἐν τοῖς ἡμῶν οἴκοις, κἄν τοῖς κοιτῶσιν αὐτοῖς, εἰς προσευχήν διέγερσις τήν ἐπ’
ἐκκλησίας συνίστησιν πρός τόν Θεόν∙ καί ἡ ἔνδον κατά διάνοιαν τήν διά τῶν χειλέων∙ ὁ γάρ τότε
μόνον προσεύχεσθαι βουλόμενος, ἡνίκ’ ἄν εἰς τόν τοῦ Θεοῦ ναόν παραγένηται, οἴκοι δέ κἄν τοῖς ὁδοῖς
καί ταῖς ἀγοραῖς μηδεμίαν φροντίδα προσευχῆς ποιούμενος, οὐδ’ ἡνίκα πάρεστι τῷ τοῦ Θεοῦ ναῷ
ἀληθῶς ὑπάρχει προσευχόμενος», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 7, Ἑτέρα περί νηστείας, PG 151,89
D.
606
«Διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς εὐχαριστοῦμεν τῷ Θεῷ ἀδιαλείπτως…», / «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε…», Α΄
Θεσ. 2,13 / 5,17, αντίστοιχα.
607
«Λόγος επιτάφιος», περιοδ. Σύναξη 52, σελ. 11.
608
Πεντζίκη, Σημειώσεις ἑκατό ἡμερῶν, εκδ. ΑΣΤΗΡ, σελ. 38.
609
Πεντζίκη, Ὁμιλήματα, σελ. 149.
610
οπ. σελ. 194.

155

πρὸς τὸ Θεό ἀπευθείας, ἀλλά λυρική ἀποστροφή πρὸς τὴν Παναγία, τὴ
μόνη μικρή ποσότητα γήινης ὕλης, ποὺ κατ’ εὐδοκία τοῦ Δημιουργοῦ
ἀνέβηκε ὁλόσωμη Θεοτόκος στοὺς Οὐρανούς. Ἴσως γι’ αὐτό, μὲ τὴ
μεσιτεία της, ἡ σχέση τοῦ ἀδύναμου ἀνθρώπου μὲ τὸν Κύριο, γίνεται πιὸ
προσιτή κι’ αἰσθητή στὸν καθένα».611
Ο Πεντζίκης ως αυθεντικός ορθόδοξος αντιλαμβάνεται το Χριστό
δια της Θεοτόκου, εφόσον μέσω αυτής και ο Κύριος έγινε γνωστός στο
ανθρώπινο γένος. Η Παναγία αποτελεί τη βάση, το βάθρο, το γήινο
στοιχείο της πίστης του, την προϋπόθεση για “σωματική” αίσθηση της
πίστης του, άσχετης προς απόλυτα ιδεατά σχήματα: «Ἡ μορφή της δὲν
ἀπαιτεῖ τὴν πλήρη ἀπό τοῦ θνητοῦ ἐνδύματος ἀποξένωση. Δὲν ἀφίσταται
ἀπό τὴν ὀμορφιά τῆς ἡμέρας. Ἡ γῆς καὶ τὰ ὄρη ποὺ περιζώνει ἡ
θάλασσα, εἶναι περιβόλι της. Στολισμός της τὰ λουλούδια τῆς ἄνοιξης.
Πλοῦτος της ἡ καρποφορία τῶν ἀγρῶν. Τὰ ζῶα ποὺ γεννᾶν τ’ ἀρνιά, ἡ
ἀγελάδα, τὸ μοσχάρι, ἡ ὄνος, ποὺ παραστάθηκαν στὴν ἄσπορη γέννα τοῦ
Δημιουργοῦ διὰ τῆς Παρθένου μέσα στὸ σπήλαιο ἀντανακλοῦν κάτι ἀπό
τὴν ὀμορφιά της».612
Αλλού επισημαίνει το χοϊκό στοιχείο της πίστης και την δια μέσου
της νεκρώσεως ανάσταση του πιστού, αλλά με κεντρικό άξονα το
πρόσωπο της Παναγίας εν μέσω της Εκκλησίας: «... θέλω νὰ πῶ πὼς ὁ
ρόλος τῆς Παναγίας εἶναι ἀναφαίρετος. Ὁ ρόλος της εἶναι ὅλη ἡ γῆ. Ἡ
Παρθενία εἶναι νέκρωση καὶ ὁ νεκρός εἶναι ὁλάκερη ἡ γῆ. Ἀπό ἐκεῖ
ξεκινᾶμε. Διὰ τῆς Παναγίας καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ ζωή εἶναι αἰώνια,
γιατί ἡ Παναγία εἶναι νεκρή. Δηλαδή εἶναι ἡ ηγέτης μορφή, ἀφοῦ
ἀξιώνεται νὰ γεννήσει τὸ Χριστό, δηλαδή τὴ νέα ζωή… ἡ Παναγία καὶ
μάλιστα ἀπό τὸ γεγονός ὅτι εἶναι Βρεφοκρατοῦσα, πρέπει νὰ εἶναι ὁ
“ἄρτος ἡμῶν ὁ ἐπιούσιος”. Γιατί… ὅλος ὁ κόσμος χωρᾶ μέσα στὴν
Ἐκκλησία, ἀλλά κανένας δὲ χωρᾶ ἂν δὲν ὑπάρχει ἡ Παναγία».613
Αλλά και ο άγιος Γρηγόριος ανάλογα εγκωμιάζοντας την Παναγία
λέει ότι εκείνη διδάσκει τους πιστούς ότι το θεωρείν είναι πράγμα και
όχι λέξη, δίνει δηλαδή πραγματική υπόσταση στην πίστη μας: «…
ένωσες το Θεό με τη σάρκα, έκανες το Θεό υιό ανθρώπου και τον
άνθρωπο υιό Θεού, …μας δίδαξες με έργα ότι το θεωρείν δεν
611

Πεντζίκη, Πραγματογνωσία, σελ. 57.
Οπ.
613
Βλ. τη συνέντευξη του Πεντζίκη στο Σωτήρη Γουνελά στο περιοδ. Σύναξη 38, σελ. 64-65.
612

156

προσγίνεται μόνο με αίσθηση ή και λογισμό στους πραγματικούς
ανθρώπους,… αλλά πολύ περισσότερο με την κάθαρση του νου και τη
μέθεξη της θείας χάριτος, κατά την οποία εντρυφούμε στα θεοειδή κάλλη
όχι με λογισμούς, αλλά με άυλες επαφές».614 Θαυμάσιος ο
χαρακτηρισμός των ακτίστων του Θεού ενεργειών ως «αΰλων επαφών»,
ονομασία που επιτρέπει να κατανοήσει ο αναγνώστης, τόσο τον άκτιστο
χαρακτήρα τους, όσο και την πραγματική τους ύπαρξη, σε σημείο να
μιλάει και ο Πεντζίκης για «πληροφορία της αφής του»615. Έτσι μπορεί
να εννοηθεί και η άποψη του συντάκτη του επικηδείου του, ότι ο άγιος
Γρηγόριος ο Παλαμάς δίδαξε στον Πεντζίκη τη μυστική έννοια της αφής
κατά την προσευχή.616 Πρόκειται ασφαλώς για μυστική συνάντηση «ἐν
ὑπερώῳ τόπῳ».
Γι’ αυτό ο Πεντζίκης, έμπλεως θεομητορικής αισθήσεως, δεν
αισθάνεται άνετα όταν ακόμη και πατερικά κείμενα, όπως αίφνης το
Ορθοδοξία και Οικουμενισμός του εν αγίοις, πλέον, Σέρβου πατρός
Ιουστίνου Πόποβιτς (1894-1979) τονίζουν μονομερώς, κατ’ αυτόν, το
ρόλο του Χριστού. Σημειώνει συγκεκριμένα: «… δὲν ἀναφέρει τὴν
Παναγία οὔτε μία φορά. Μονάχα πρὸς τὸ τέλος. Ὅλο ὁ Χριστός καὶ ὁ
Χριστός! Ἔτσι ὅμως βρισκόμαστε μπροστά σ’ ἕνα ἀπόλυτο σχῆμα ποὺ ὁ
ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ τὸ βιώσει ἐδῶ στὴ γῆ. Ὁ Κύριος ἦρθε καὶ
ἑνωθείς μὲ τὴ Μητέρα Του (γιατί ὡς ἔμβρυο ἦρθε καὶ ὡς ἔμβρυο ἔφυγε
στὴν Ἀνάληψη) διὰ τῆς Παναγίας ἐπιτρέπει καὶ σὲ μᾶς νὰ ἑνωθοῦμε μαζί
Του».617
Ο Γρηγόριος Παλαμάς πάλι, μεταβαίνοντας στο Άγιον Όρος την
άνοιξη του 1317618 για να ακολουθήσει το μοναχικό βίο, μέχρις ότου
αλλά και αφότου μετά από μικρό χρονικό διάστημα θα καρεί μοναχός,
δεν παύει να έχει προ οφθαλμών του την Παναγία. Ο Πατριάρχης
Φιλόθεος αναφέρει ότι αυτήν είχε άμεση προστάτιδα και μεσίτρια προς
το Χριστό, φέροντας κάθε ώρα μπροστά στα μάτια του τη συμμαχία και
614

«Θεομήτωρ ἐχρημάτισας, ἥνωσας τόν νοῦν Θεῷ, ἥνωσας Θεόν σαρκί, υἱόν ἐποίησας Θεόν
ἀνθρώπου καί τόν ἄνθρωπον υἱόν Θεοῦ, κατήλλαξας τόν κόσμον τῷ τοῦ κόσμου ποιητῇ, ἔργοις
ἐδίδαξας ἡμᾶς ὅτι τό θεωρεῖν οὐκ αἰσθήσει μόνον ἤ καί λογισμῷ τοῖς ὄντως προσγίνεται ἀνθρώποις…
ἀλλά πολλῷ μᾶλλον τῇ τοῦ νοῦ καθάρσει καί τῇ τῆς θείας χάριτος μεθέξει, καθ’ ἥν οὐ λογισμοῖς ἀλλ’
ἐπαφαῖς αΰλοις τοῖς θεοειδέσιν ἐντρυφῶμεν κάλλεσιν», βλ. Σοφοκλέους Οικονόμου, Ὁμιλία 53, Εἰς
τήν πρός τά ἅγια τῶν ἁγίων εἴσοδον....,σελ. 178.
615
Βλ. Ὁμιλήματα, σελ. 152.
616
βλ. περιοδ. Σύναξη 52, σελ. 11.
617
Βλ. τη συνέντευξη του Πεντζίκη στο Σωτήρη Γουνελά, περιοδ. Σύναξη 38, σελ. 64.
618
Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, σελ. 20.

157

την όψη εκείνης619, με λόγια και ευχές και νοερά κινήματα και
διανύοντας το δρόμο της υπακοής με τη χειραγωγία εκείνης. Εκείνη ήταν
που δια του ευαγγελιστού Ιωάννου τον ρώτησε γιατί δεν παύει να
κραυγάζει “φώτισόν μου τό σκότος!”620, αλλά και που του υποσχέθηκε τη
συμμαχία της και παλαιότερα και τώρα, και στο παρόν και στο μέλλον.621
Αυτά διηγήθηκε ο άγιος Γρηγόριος στον ευσεβή, ζηλωτή και
σύνοικο μαθητή του Δωρόθεο Βλατή, συνιδρυτή της μονής Βλατάδων
και μετέπειτα μητροπολίτη Θεσσαλονίκης (1371-1379), προσθέτοντας
μάλιστα ότι και κατά τη σχολική του ακόμη ηλικία, ζώντας μέσα στους
βασιλικούς αντιθαλάμους και έχοντας θερμή αγάπη προς τη Θεομήτορα,
δεν παρέλειπε στην αρχή κάθε ημέρας, θεωρώντας τούτο αναγκαίο
περισσότερο από κάθε άλλο έργο και λόγο, να στέκεται μπροστά στην
ιερή της εικόνα, για να πει με πολλή κατάνυξη και συντριβή καρδίας μια
προσευχή, της οποίας προοίμια απάγγελλε κάποτε και η οσία Μαρία η
Αιγυπτία622.
Από την άλλη μεριά και ο πεζογράφος και ζωγράφος της
Θεσσαλονίκης διακηρύσσει ότι μένουν «ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν,
ποὺ δὲν προσκυνοῦν τὴ σεπτή της Εἰκόνα623, ποὺ τὴν ἱστόρησε ὁ
Εὐαγγελιστής παράδειγμα γιὰ τοὺς κατόπιν ζωγράφους, ποὺ σ’ ἔκσταση
μυστική, δίχως μεσολάβηση χειρός, ἔβλεπαν πραγματοποιούμενο τὸ ἔργο
τους».624 Η αίσθηση αυτή του αχειροποίητου χαρακτήρα της εικόνας της
Αχειροποιήτου, που δημιουργείται ως βεβαιωμένη των πραγμάτων
619

«…πρὸς Θεὸν ἐπειγομένῳ νύκτωρ καὶ μεθ’ ἡμέραν, ὁδηγόν τε καὶ προστάτην ὁμοῦ καὶ μεσίτην
προϊσταμένῳ τὴν Θεομήτορα, καὶ πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν ὅσαι ὧραι τὴν ἐκείνης συμμαχίαν τε καὶ τὴν
ὄψιν καὶ λόγοις καὶ εὐχαῖς καὶ νοεροῖς τιθέντι κινήμασι…», βλ.Φιλοθέου Κοκκίνου, Βίος Γρηγορίου
Παλαμᾶ, PG 151,566 B.
620
«Ἡρεμοῦντι δέ ποτε κατὰ μόνας, καὶ ἑαυτῷ καὶ Θεῷ καθ’ ἡσυχίαν προσέχοντι, θεῖός τις ἀνήρ, ὕπαρ
οὐκ ὄναρ, θεοπρεπῶς ἄφνω πρὸ ὀφθαλμῶν ἵσταται ὁ τῶν εὐαγγελιστῶν φησι κορυφαῖος Ἰωάννης,…ὃς
δὴ καὶ ἱλαρῶς ἐκείνῳ τὰς ὄψεις ἐπιβαλών, Ἥκω σοι, φησίν, ἄγγελος πρὸς τῆς πάντων ἁγίων ἐπέκεινα
Δεσποίνης, καθάπερ ὁρᾷς, ἐρησόμενος, ὅτου χάριν νύκτωρ τε καὶ μεθ’ ἡμέραν, ὅσαι ὧραι σχεδόν, οὐ
διαλείπεις οὔτω βοῶν· φώτισόν μου τὸ σκότος…», Οπ. PG 151,566 BC.
621
«Ἀλλὰ μὴ δειλία, μηδ’ ἀμφέβαλε, φησὶν ὁ ἠγαπημένος τοῦ Χριστοῦ μαθητὴς αὖθις, ἡ πάντων
διακελεύεται Δέσποινα δι’ ἡμῶν· αὐτὴ γὰρ καὶ ἐγώ σοι βοηθὸς ἔσομαι.», Οπ. PG 151,566 D.
622
Οπ. 566 D-567 A. Δεν διασώζεται όμως αυτή η ευχή (βλ. σχόλιο ΕΠΕ , Βίος Γρηγορίου Παλαμά,
σελ. 84, υποσημ. 15).
623
Αξίζει να υπενθυμίσει κανείς, εκτός από τον απεριόριστο σεβασμό προς τις εικόνες, και το δέσιμο
του Πεντζίκη παιδιόθεν με τη θαυματουργή οικογενειακή τους εικόνα του αγίου Ελευθερίου, ο οποίος
θεράπευσε θαυματουργικά το λογοτέχνη, κατά προσωπική μαρτυρία του ίδιου (www.antifono.gr/.../mainmenu-308html, στο βίντεο ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ, συνέντευξη του Πεντζίκη στα 1984, ημερομηνία
πρόσβασης 15-6-2009), και την οποία είχε μαζί του κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο
Στρασβούργο ( βλ. Ἀντρέας Δημακούδης…, σελ. 37), όπου αναφέρει ότι η εικόνα αυτή τον έκανε καλά
όταν κινδύνεψε από τύφο.
624
Πεντζίκη, Πραγματογνωσία, σελ. 57.

158

αλήθεια στον πεζογράφο, τους αγιογράφους και τους πιστούς, συνδέεται
με την απανταχού της οικουμένης προστασία της Θεοτόκου στο
χειμαζόμενο άνθρωπο, λόγο για τον οποίο υμνείται από την πένα του:
«Θαυμαστά κάθε φορά παρουσιάζεται στὴν ἀντάρα τοῦ χιονιοῦ, ὅπου ὁ
ἄνθρωπος κινδυνεύει νὰ ἀπομείνει στὴν ὁμίχλη καὶ δὲν ξέρει κατά ποῦ
νὰ βαδίσει. Στὰ μάτια μπροστά τῶν στρατιωτῶν ποὺ φυλάγουν τὰ τακτά
ὅρια. Στὴν πόρτα ἢ τὸ τζάμι δυστυχισμένου σπιτιοῦ. Κάτω ἀπό τὰ
χώματα τῆς γῆς, παραχωμένη θαυματουργή Εἰκόνα. Στὸ νησί τῆς
Σκιάθου ὁ Παπαδιαμάντης (1851-1911), δεινός ὑμνητής της, διηγιέται ὅτι
τὴν ηὕβρανε στὰ κλαδιά ἑνός δέντρου ὅπου συνήθιζαν νὰ κρεμοῦν
κούνιες».625
Τόπος απόλαυσης πνευματικών καταστάσεων για τον Πεντζίκη
ήταν περισσότερο ένας τόπος κατ’ εξοχήν παλαμικός, το Άγιον Όρος,
όπου και συμμετείχε με πολλή χαρά στις αγρυπνίες, αλλοιωμένος την
καλή αλλοίωση της χάριτος του Χριστού: «Την τελευταία φορά μάς
έκανε δημοσία εξομολόγησι στο Συνοδικό της Μονής μας -ήτο η
Κυριακή των Μυροφόρων και σχεδόν όλη νύκτα έμεινε στην αγρυπνία.
Μας ζήτησε μάλιστα το βιβλίο να παρακολουθεί από μέσα, αλλά σε μια
στιγμή το έκλεισε. Ήταν η ώρα των πολυελαίων και ήλθε μαζί μας στο
αναλόγιο -χοροβατών- και ενώ εμείς ψάλλαμε, έψαλλε και αυτός, αλλά
αυτός έβλεπε και μέσα από τα γράμματα».626
«Χοροβατούσε» επειδή εμπνεόταν από τις συναυλίες των αγίων,
ως «θιασώτης της αϊδίου κινήσεως και ενεργείας που δίνεται άνωθεν»,
όπως λέει ο άγιος Παλαμάς, ενώ έβλεπε πίσω από τα γράμματα «ως
εραστής τῆς εμπνεύσεως του θείου Πνεύματος με την πίστη, που δεν
είναι χωρίς ελπίδα της μεγάλης δωρεάς του ουρανού», συνεχίζει ο ίδιος
Άγιος.627 «Οι κυψελίδες του νοός του, όπως το σημείωσε ο ίδιος, ήταν
γεμάτες από το μέλι των αγιομαρτυρικών παλαισμάτων… Ήταν γεμάτος
μετάνοια. Το αίσθημα της μετανοίας, το βαθύ και οδυνηρό και ζήδωρο,
είναι αυτό που μας ενσωματώνει στο σώμα του Χριστού, το αεί νεάζον
και καινοποιούν. Και η προσωπική μ’ Εκείνον επαφή μάς εγγράφει στας
δέλτους των Αγίων, που βρίθουν απείρων, επωνύμων και κυρίως
625

οπ.
«Λόγος επιτάφιος», περιοδ. Σύναξη 52, σελ. 11.
627
«.. Ἀκροάσθωσαν τῆς τῶν ἁγίων συναυλίας ὅσοι θιασῶται τῆς ἐνδιδομένης ἄνωθεν ἀϊδίου κινήσεως
καί ἐνεργείας, οἵ τε διά πίστεως τῆς ἐπιπνοίας ἐρασταί τοῦ θείου Πνεύματος, οὐκ ἀνέλπιδες ὄντες τῆς
οὐρανίου μεγαλοδωρεᾶς», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Λόγος αντιρρητικός Γ΄,6,16-17, βλ. Συγγρ. Γ, σελ.
170.
626

159

ανωνύμων προσώπων, αυτούς πιο πολύ τους αγαπούσε ο κυρ-Νίκος, τους
ανωνύμους».628
Προφανώς ζούσε την Κυριακή -των Μυροφόρων- αυτός ως Άρχων
Μυρεψός, οφφικιάλιος πατριαρχικός629, με όλο το βαθύ νόημά της, σαν
«ημέρα πρώτη και ογδόη, που υπερβαίνει τον εβδοματικό χρόνο, τον
νομικό Σαββατισμό και τις προφητικές εσχατολογικές απαρχές, για να
αναχθεί στην αιώνια καινή ημέρα του Αναστάντος Κυρίου».630
Εισδύοντας στον πολφό των λέξεων και των γραμμάτων, ανακαλύπτει
την Κυριακή όχι ως εικόνα του μέλλοντος αιώνος, αλλά ως τον ίδιο
απέραντο και ατελεύτητο όγδοο αιώνα. Ανακαλύπτει την «ημέρα που
επαναλαμβάνει, στο πλαίσιο και τη δυναμική του λειτουργικού χρόνου, ο
οποίος παροντοποιεί τα παρελθόντα και τα μέλλοντα, τον εβδομαδιαίο
εορτασμό της λαμπροφόρου αναστάσεως του Κυρίου, της Κυριακής
δηλαδή του Πάσχα».631 Το αναστάσιμο αυτό ήθος ετοιμάζει τον
λογοτέχνη και καλλιτέχνη για το πέρασμα από το θάνατο στη ζωή του
Χριστού: «εκ των ποικίλων θανατώσεων στη ζωοποιό συνανάσταση με
το Χριστό, από τη γήινη και φθαρτή φύση στον ουράνιο και αιώνιο
δοξασμό της ύπαρξης».632
Αλλά και ο ναός του πολιούχου αγίου Δημητρίου γίνεται για τον
Πεντζίκη ο ιστορικός, καθώς και ο Κυριακός τόπος όπου καταπαύει η
ψυχή του, η οποία ποθώντας μέσα από τις γεωμετρικές αφαιρέσεις του
κτηρίου την παρουσία του σώματος, υποβάλλεται στην έννοια «τοῦ
ἱστορικοῦ χρόνου, ὅπου μέσα του συντελείται ἡ σωμάτωση τῶν
οὐράνιων καὶ ἄυλων μορφῶν… Ἡ τοιχογραφία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ
Παλαμᾶ προχωρεῖ ὡς μία ἱστορική στιγμή τὴ μνήμη. Μὲ τὶς λαμπρές
πολύχρωμες ἀπεικονίσεις τῶν θαυμάτων, ἡ στιγμή εὐρύνεται, πύρινοι
στῦλοι, κραυγές προσευχῆς, τ’ ἀσκητικά αὐστηρά ἀναστήματα τῶν
Ἁγίων Σεργίου, Θεοδώρου καὶ Ὁσίου Λουκᾶ, μέσα στὴν αἰωνιότητα τῆς
ὑπομονῆς, τῆς πίστης ποὺ ἀτενίζει πρὸς τὸ Δημήτριο, ἱστορημένον σὲ
πολλές μεριές, νεανικότατον, εὔμορφο, νἄ ’χει ἐκτός ἀπό τὰ παιδιά ποὺ
628

«Λόγος επιτάφιος», περιοδ. Σύναξη 52, σελ. 11.
Το 1971, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας ο Α΄του απονέμει το οφφίκιο του Άρχοντος
Μυρεψού της του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας, βλ. Ν. Γ. Πεντζίκης facebook, ημερομ. πρόσβασης:
15-1-2012.
630
Αρχιμ. Νικοδήμου Σκρέττα, «Κολλυβάδες και Θεία Λατρεία», εισήγηση στο ΙΒ΄ Πανελλήνιο
Λειτουργικό Συμπόσιο Στελεχών Ιερών Μητροπόλεων, Βόλος 27 – 29.9.2010) στο περιοδ. Εφημέριος
6, Ιούνιος 2011, σελ. 379.
631
οπ.
632
οπ. σελ. 386.
629

160

εὐλογεῖ, δίπλα του ἀπό κάθε μεριά, τοὺς κτήτορες τοῦ πανενδόξου του
Δόμου. Ἔτσι τὸ ἐπίγειο κτίσμα καθαγιάζεται σὰ χῶρος τῆς παρουσίας
τῶν Ἄνω στὴ γῆ»633.
Γίνεται με αυτό τον τρόπο ο ναός και το ιερό θυσιαστήριο οίκος
που φέρει μέσα του τον Χριστό634, τύπος του σπηλαίου635, όπου κάποιος
μπορεί να θεωρήσει το Χριστό ακόμη και με τους σωματικούς
οφθαλμούς, άλλος ουρανός, όπως λέει και ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς,
σαν υπερουράνια σκηνή, όπου καθισμένος πάνω στο δεσποτικό θρόνο ο
Χριστός λογαριάζεται αοράτως με τους δούλους του που στέκονται γύρω
του και προσεύχονται.636
Συγκροτείται δηλαδή κοινό πανηγύρι επουρανίων και επιγείων,
είτε εντός είτε εκτός Θείας Λειτουργίας, είτε εντός του ναού, είτε στη,
ναοποιημένη, ύπαιθρο. Μια τέτοια εμπειρία πνευματικής πανηγύρεως
λόγω συνάντησης με τους αγίους, περιγράφει σε κάποιο κείμενό του637 ο
Πεντζίκης με ημερομηνία 28 Αυγούστου κάποιας χρονιάς: «Ἔπειτα, ἐν
πλήρει ὁμολογίᾳ, παραμονή τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀποτομῆς τῆς τιμίας κεφαλῆς
τοῦ Προδρόμου, ἐπισκέπτης στὸ ἐπώνυμό του μοναστήρι τῆς Σκήτης
Βερροίας, πηγαίνοντας εἰς προσκύνησιν τῶν τοποθεσιῶν, ὅπου ἀσκήτεψε
ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὅπου παρά τινος κυνηγοῦ εὑρέθησαν
λάμποντα φῶς, τὰ ὀστᾶ τοῦ θαυματουργοῦ Πολιούχου τῆς Βερροίας638,
εἰς τὸν ποταμόν Ἀλιάκμονα, ὅπου ἀναφέρεται ὅτι εὑρέθη ἀρχαῖο
μάρμαρο, μὲ τὰ ὀνόματα νεαρῶν ἀθλητῶν καὶ τοῦ γυμνασιάρχου των,
στὰ ρεῖθρα τῶν ὑδάτων, κολυμβώντας καὶ γεμίζοντας χῶμα ἐκ τῆς
πλουσίας ἰλύος, ἡ σὰρξ εὐφράνθη γάμον πνευματικόν, στὴν περιοχή ποὺ
τόσο ἀγαπήθηκε κατά τὸν ιδ΄ αἰῶνα».
633

Πεντζίκη, Μητέρα Θεσσαλονίκη, σελ. 144-145, και Ν. Γ. Πεντζίκη, Ὑδάτων ὑπερεκχείλιση, σελ.
86-87.
634
«Καί νῦν πρός δόξαν Θεοῦ κινήσωμεν πάντας τούς ὁρῶντας ἡμᾶς, ἐπιγνόντας ὡς ὁ οἶκος οὗτος τόν
Χριστόν ἐν ἑαυτῷ φέρει τούς κατά ψυχήν παραλύτους σφίγγοντα», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 10,
Τῇ Β΄ Κυριακῇ τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, PG 151,124 CD.
635
«Ὅστις οὖν ἐνδιαθέτως ἐπί τό θεῖον ὄντως καί θεοδόχον τοῦτο σπήλαιον προστρέχει καί
προσεδρεύει καί παραμένει μέχρι τέλους, συνάγων καί ἀνατείνων πρός Θεόν τήν ἑαυτοῦ διάνοιαν, οὐ
μόνον ἐπιγνώσεται τούς ἐν αὐτῇ τῆς θεοπνεύστου Γραφής λόγους,… ἀλλά καί αὐτόν ἀσφαλῶς ὄψεται
τόν Κύριον τοῖς τῆς διανοίας ὀφθαλμοῖς, οὐ πολύ εἰπεῖν, καί τοῖς τοῦ σώματος», βλ. Γρηγορίου
Παλαμά, Ὁμιλία 20, Εἰς τό Η΄ Ἑωθινόν, PG 151,272 C.
636
«…Ἔστηκεν ὁ τοῦ Θεοῦ ναός οὗτος καθάπερ οὐρανός ἄλλος ἔνδον τοῦ ἱεροῦ καταπετάσματος,
ὥσπερ ἐν ὑπερουρανίοις σκηναῖς, τόν θρόνον ἔχων τόν δεσποτικόν, ἐφ’ οὗ καθήμενος ὁ τοῦ παντός
βασιλεύς συναιρεῖ λόγον ἀοράτως μετά τῶν δούλων αὐτοῦ, τῶν περιεστώτων πάντων ἡμῶν ἐνταῦθα
καί προσευχομένων», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 36, Εἰς τό ΙΑ΄ Εὐαγγέλιον Κυριακῆς τοῦ
Ματθαίου.., PG 151,456 C.
637
Πεντζίκη, «Ἐλπίς ἐκ τοῦ βυζαντινοῦ ιδ΄ αἰώνα», στο Ὑδάτων ὑπερεκχείλιση, σελ. 111.
638
Εννοεί τον όσιο Αντώνιο το νέο.

161

Ο πνευματικός γάμος και η αίσθηση της χαράς που τον
χαρακτηρίζει, άλλοτε κατονομάζεται από το συγγραφέα σαν λαμπερή
πλημμύρα χάριτος που τον φωτίζει και τον μεταθέτει προς στιγμήν στην
αιωνιότητα δια του Φωτός της Θεανθρωπότητας: «Περπατώντας στὴν
ἁπλωταριά, εἶδε καθαρά μὲ τὰ μάτια του σ’ ἕνα κελλί τὸν Ἡγούμενο. Τὸ
ἴδιο ἐκεῖνο πρόσωπο, ποὺ εἶχαν πετάξει στὴ θάλασσα οἱ λοιπές
πραγματικότητες τῆς ἱστορίας μας, ζοῦσε ἐν ἀκμῇ στὴν ἀπ’ αἰώνων θέση
του. Τοῦτο τὸ γεγονός πλημμύρισε μὲ φῶς τὴν ψυχή τοῦ νέου».639
Στο πολύ αξιόλογο κείμενό του Ἐλπίς ἐκ τοῦ βυζαντινοῦ ιδ΄ αἰώνα,
κυριολεκτικά υπομνηματίζει τον Άγιο, αναφορικά με τις προτυπώσεις και
τη μυστική γνώση των Προφητών σχετικά με τη Θεία Ενσάρκωση.
Παραθέτει μάλιστα απόσπασμα από τον Αγιορειτικό Τόμο που συνέταξε
ο Άγιος (το 1340 περίπου): «Κατά τοὺς ἀρχαίους χρόνους, ὅταν διὰ τοῦ
σπερματικοῦ λόγου ὁ κόσμος ἐτακτοποιεῖτο καὶ ἐλάμβανε τάξη, μὲ τὸν
νόμο τοῦ Μωυσῆ, μυστήριο, ποὺ ἐρευνοῦσαν οἱ Προφῆτες καὶ
ἐλάμβαναν μυστική γνώση αὐτοῦ πρὸ τῆς ἐν τακτῷ χρόνῳ
πραγματοποιήσεώς του, ἀποτελοῦσε ἡ Θεία Ἐνσάρκωση, μᾶς λέγει ὁ
μέγας διδάσκαλος τοῦ Καντακουζηνοῦ, δεύτερος πολιοῦχος τῆς
Θεσσαλονίκης, Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, τοῦ ὁποίου τὸ Ἱερό
Σκήνωμα φυλάσσεται ἀδιάφθορο, μέσα στὸν ἐπώνυμό του ναό. Ὅμως τὰ
μυστηριώδη, ποὺ μόνο οἱ Προφῆτες ἐν πνεύματι προέβλεπαν,
γνωρίστηκαν σὲ ὅλους καὶ μὲ παρρησία κηρύσσονται νῦν, τά δ’
ἐπηγγελμένα τοῖς ἁγίοις ἀγαθά κατά τόν αἰῶνα τόν μέλλοντα, τῆς κατά
Εὐαγγέλιον πολιτείας ἐστί μυστήρια, τοῖς διά τοῦ πνεύματος ὁρᾶν
ἠξιωμένοις, καί τούτοις μετρίως, ὡς ἐν ἀρραβῶνος μέρει, διδόμενά τε καί
προορώμενα· ἐξακολουθεῖ εἰς τὸν Ἁγιορείτικο Τόμο, ποὺ
προσυπέγραψαν συμφωνοῦντες οἱ τότε ἐν Ἄθω Πατέρες, ποὺ ὑπέρ τῶν
ἡσυχαζόντων ὁ μέγας θεωρητικός τοῦ Ἡσυχασμοῦ ὑποστηρικτής, κατά
τῶν ἐξ’ ἰδίας ἀπειρίας καί τῆς πρός ἁγίους ἀπειθείας ἀθετοῦντας τάς τοῦ
Πνεύματος μυστικάς ἐνεργείας κρεῖττον ἤ λόγος ἐν τοῖς κατά Πνεῦμα
ζῶσιν ἐνεργουμένας καί δι’ ἔργων φανερουμένας ἀλλ’ οὐ διά λόγων
ἀποδεικνυμένας». 640

639

Πεντζίκη, Πραγματογνωσία, σελ. 69-70.
Πεντζίκη, Ὑδάτων ὑπερεκχείλιση, σελ. 109-110. Βλ. και Γρηγορίου Παλαμά, Ἁγιορειτικός τόμος ὑπέρ
τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων…, Συγγρ. Β, σελ. 567, από όπου και το παρατιθέμενο από τον Πεντζίκη
απόσπασμα.
640

162

Η μνήμη των αγίων και η ανάγνωση των κειμένων τους για τον
Πεντζίκη αποτελούν πηγή πνευματικής ευφροσύνης. Οι άγιοι κατά τον
Παλαμά αποτελούν ζωντανά βιβλία, απαραίτητα για την κατεύθυνση
προς τα ανώτερα. Έχοντας μάλιστα μεταβεί αυτοί στην άλλη ζωή, με τη
μνήμη των καλών που υπήρχαν σ’ εκείνους, συντηρούν για χάρη των
ανθρώπων την από αυτούς ωφέλεια αθάνατη.641
Πολλές φορές ο νεοέλληνας πεζογράφος και ζωγράφος
εμπνευσμένος από το συναξάρι τους, αναφέρεται λεπτομερώς στα
κατορθώματά τους∙ από αυτό προκύπτει μέγιστη ωφέλεια για τον ίδιο και
κυρίως αποφεύγει την αρπάγη της μελαγχολίας και τον πειρασμό της
απελπισίας. Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς ακριβώς αυτό σημειώνει, ότι
δηλαδή οι άνθρωποι, υπενθυμίζοντας τις πράξεις των αγίων, δεν
προσθέτουν τίποτε στα αγαθά εκείνων, καθώς απέχουν αρκετά από την
αρετή τους. Αντιθέτως αυξάνουν τα αγαθά που προστίθενται από τους
αγίους σ’ αυτούς τους ίδιους, όταν ανυψώνουν τους εαυτούς τους σ’
εκείνους σαν σε θεοφεγγείς λυχνίες, τους κατανοούν περισσότερο και
προσδέχονται την από εκείνους εξερχόμενη καλλοποιό δύναμη.642
Η «καλλοποιός δύναμη» εξέρχεται κι από τους αγγέλους, ανάμεσα
στους οποίους είναι και ο φύλακας άγγελος του χριστιανού που, κατά τον
Πεντζίκη «πράγματι ὑπάρχει… καὶ μᾶς σκέπει, πίσω, τριγύρω μας, πάνω
μας, κατά τρόπο μυστικό. Τότε δὲν θὰ ὑπάρχει λόγος νὰ τρομάζουν (τὰ
παιδιά) γιὰ τὶς μέρες ποὺ ἀδειάζει ὁ χρόνος, θὰ ἔχουν μάθει νὰ
περιμένουν τὶς ὡραῖες γιορτές…»643. Οι άγγελοι κατά τον Θεσσαλονικιό
συγγραφέα και καλλιτέχνη συχνά απεικονίζονται χωρίς πόδια στους
ναούς της Ορθοδόξου Χριστιανικής Παραδόσεως, γιατί είναι
απελευθερωμένοι από τα γήινα.644 Αυτό σε παλαμική γλώσσα σημαίνει
ότι οι άγγελοι είναι «φως νοερό»645 και «μέτοχοι του πυρός»646, και αυτό

641

«.. βίβλοι ζῶσαί τε καί λαλοῦσαι τά πρός ὁδηγίαν τοῦ κρείττονος∙ καί μεταστάντες τοῦ τῇδε βίου
διά τῆς μνήμης των ἐν ἐκείνοις καλῶν ἀθάνατον ἡμῖν τήν παρ’ ἑαυτῶν συντηροῦσιν ὠφέλειαν. Ἡ δέ
μνήμη τῆς ἐκείνων ἀγαθοεργίας ἐγκώμιον ἐκείνων ἐστίν,..», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 28, Κατά
τήν ἑορτήν… Πέτρου καί Παύλου, PG 151,353 D.
642
«Οὐ προστίθεμεν δέ τι τοῖς ἐκείνων ἀγαθοῖς, τῶν πεπραγμένων ἐκείνοις ὑπομιμνήσκοντες. Πῶς γάρ
οἱ μηδέ τήν ἀρετήν ἐσμέν πᾶσαν ἐκείνων ἱκανοί παραστῆσαι;… αὔξομεν δέ τά παρ’ ἐκείνων ἡμῖν
ἀγαθά προσγινόμενα πρός ἐκείνοις οἷά τινας θεοφεγγεῖς λυχνίας ἡμᾶς αὐτούς ἀνατείνοντες καί τήν
ἐκδιδομένην ἀπ’ ἐκείνων καλλοποιόν δύναμιν συνιέντες ἐπί μᾶλλον καί προσδεχόμενοι…», οπ, 356 Α
643
Πεντζίκη, Πραγματογνωσία, σελ. 12.
644
Πεντζίκη, Ὁμιλήματα, σελ. 167.
645
«Οἵ τε γάρ ἄγγελοι, πῦρ οἷον ἄυλον καί ἀσώματον τί δ’ ἄλλο τοῦτο ἐστίν, ἤ φῶς νοερόν», βλ.
Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, Λόγος 1,3,8, Συγγρ. Α, σελ. 418.

163

πάλι σε πεντζικική γλώσσα σημαίνει ότι «πετοῦν δίχως νὰ κάνουν καμιά
διάκριση ἀνάμεσα στὸν κόσμο τῆς ζωῆς καὶ τὸν κόσμο τοῦ θανάτου»,647
ταυτόχρονα στὸ ἐνθάδε καὶ τὸ ἐπέκεινα.
Στα χρόνια της Παλαιάς Διαθήκης υπηρετούσαν τους προφήτες,
βοηθώντας τους να καταφρονούν «τὶς κοινωνικές περί εὐμαρείας καὶ
εὐέχειν διατάξεις»648, ώστε ν’ αποκτήσουν το αγγελοπρεπές και το
αγγελομίμητον, την απελευθέρωση από τα γήινα∙ δεν είναι άλλωστε
σπάνιες οι ενθεωτικές εμπειρίες των Δικαίων της Παλαιάς Διαθήκης, αν
και έλειπε τότε ο τόπος της εκκλησιαστικής σύναξης, δηλαδή η
ανθρώπινη φύση του Χριστού649. Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά
μόνον οι άγγελοι που κράτησαν την τάξη τους και όσοι από τους
ανθρώπους επανήλθαν στο υπερφυές αξίωμα που έχει δοθεί από άνω στα
λογικά όντα πετυχαίνουν τη θεοποιό ενέργεια και χάρη, τον ίδιο θείο και
απόρρητο φωτισμό. Πρόκειται για τους αγγέλους και τους ανθρώπους
που διέσωσαν και περιέσωσαν την αρμονία των ηθών που είχε δοθεί από
τον Κτίστη, ώστε να είναι όργανα εκείνου, χωρητικά της θείας
ενεργείας.650
Aντιθέτως, κατά τον Πεντζίκη, στο Σωκράτη η σκέψη
κατευθύνεται από τη Διοτίμα που ήταν δαίμονας∙ οι δαίμονες δεν
προσπαθούν εν υποταγή να μιμηθούν τον Κύριο, αλλά θέλουν να τον
υποκαταστήσουν.651 Οι δαίμονες κατά τον άγιο Ιεράρχη είναι εκείνοι που
δεν φύλαξαν την τάξη τους, αλλά αποστατώντας και αθετώντας το σκοπό
για τον οποίο δημιουργήθηκαν, αφού απομακρύνθηκαν πολύ από τους
πλησίον του Θεού, ξέπεσαν και από την τιμή. Αν δεν επιχειρούν να

646

«.. Καὶ οἱ ἄγγελοι δὲ καὶ τὰ λειτουργικά πνεύματα τούτου τοῦ πυρός μετέχουσι κατά τὸ
γεγραμμένον “ὁ ποιῶν τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ πνεύματα καὶ τοὺς λειτουργούς αὐτοῦ πυρός φλόγα”», βλ.
οπ., Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, Λόγος 3,1,40, Συγγρ. Α, σελ. 652.
647
Πεντζίκη, Πραγματογνωσία, σελ. 92-93.
648
Πεντζίκη, Ὁμιλήματα, σελ. 169.
649
Βλ. και πατρός Γεωργίου Μεταλληνού, «Χριστιανισμός και Παλαιά Διαθήκη», άρθρο στην
εφημερίδα Χριστιανική, 24-1-2000.
650
«Μόνοι δὲ οἱ τὴν ἑαυτῶν τετηρηκότες τάξιν ἄγγελοι καὶ ὅσοι τῶν ἀνθρώπων ἐπανῆλθον εἰς τὸ
δεδομένον τοῖς λογικοῖς ἄνωθεν ὑπερφυές ἀξίωμα καὶ τῆς θεοποιοῦ ἐνεργείας καὶ χάριτος
μεταλαγχάνουσιν αὐτοῦ τοῦ θείου καὶ ἀπορρήτου φωτισμοῦ… Ἀγγέλοις δηλαδή καὶ ἀνθρώποις, ὅσοι
διεσώσαντο ἤ καὶ ἀνεσώσαντο… τὴν δεδομένην τῶν ἠθῶν ἁρμονίαν παρὰ τοῦ κτίσαντος, ὡς ὄργανα
τελεῖν ἐκείνου τῆς ἐκείνου θείας ἐνεργείας χωρητικά…», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ἀπολογητικός Ε΄ 27,
116, Συγγρ. Γ, σελ. 375-376.
651
Πεντζίκη, Ὁμιλήματα, σελ. 166.

164

παρασύρουν κι εμάς στην έκπτωση, δεν είναι μόνο αχρείοι και άτιμοι,
αλλά αντίθεοι και καταστροφείς και εχθρικότατοι στο γένος μας.652
Ένα πολύ όμορφο απόσπασμα για τους αγγέλους από κείμενο του
Πεντζίκη, που υποβάλλει στην έννοια των αγγέλων ως μακαρίων νοερών
πνευμάτων που αέναα, εν συνεχεί προόδω και θεώσει, ίπτανται
χορευτικά και κυκλικά γύρω από το Θεό, καθώς και ως ιαματικών
αγγελιοφόρων του Θεού στους ανθρώπους, όπως και αντίστροφα ως
πορθμέων των ανθρωπίνων ψυχών και αιτημάτων προσευχής στο Θεό,
μία λειτουργική συνεύρεση ουρανίων και επιγείων, υπάρχει στην
Πραγματογνωσία: «Οἱ ἄγγελοι, περιστέρια, γεμίζουν τὴν ἀπόσταση
μεταξύ Οὐρανοῦ καὶ γῆς, ταξιδεύοντας μὲ φτερά ποὺ ἀγγίζουν τὴν
εὐάλωτη φτέρνα τῶν ἐπί γῆς. Ἄτρακτοι οἱ Ἄγγελοι κλώθουν καὶ
ὑφαίνουν τὰ σύννεφα. Λέμβοι καὶ ὀλκάδες διαπλέουν τοὺς Ἄνω
Ὠκεανούς ὅπου λικνίζονται τ’ ἄστρα. Μεταφέρουν ἀπό χαμηλά τὴν ὀσμή
τῶν νεκρῶν στὴν κατοικία τοῦ Παντοκράτορα, ὅπου ἡ μεταστᾶσα ζωή
γίνεται θυμίαμα τῆς ἀμετάθετης θείας λειτουργίας, ποὺ ἑνώνει μὲ τὸ
πρότυπο τὸ κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωση»653.
Αυτήν τη βεβαιωτικήν υπογράμμιση της από γης μεταφοράς των
ικεσιών των πιστών ανευρίσκει κανείς και στο Γρηγόριο Παλαμά, μαζί
με μία αίσθηση χορευτική, παρούσα και στους δύο: «… τους αγίους
αγγέλους.., τους οποίους ελπίζουμε ότι με τις από εδώ ικεσίες θα έχουμε
πρεσβευτές και μεσίτες προς το Θεό»654, οι οποίοι άγγελοι «είναι φως,
είναι πάντοτε γεμάτοι φως και γίνονται πάντοτε φωτοειδέστεροι από τους
εαυτούς τους, χρησιμοποιώντας μακαρίως την έμφυτη τάση για τροπή
και χορεύοντας με χαρά γύρω από το πρώτο φως, ατενίζοντας πάντοτε
προς αυτό, φωτιζόμενοι άμεσα από αυτό, υμνώντας ακαταπαύστως την
πηγή του φωτός και διαβιβάζοντας την φωτοποιό χάρη στους κατωτέρους
των φωτιζομένων ως διάκονοι φωτός».655

652

«Οἱ δὲ μὴ φυλάξαντες τὴν ἑαυτῶν τάξιν ἀλλ’ ἀποστήσαντες καὶ τὸ πρὸς ὅ γεγόνασιν ἀθετήσαντες,
τῶν ἐγγιζόντων Θεῷ γεγονότες ὡς πορρῳτάτω, καὶ τῆς τιμῆς ἐκπεπτώκασιν. Εἰ δὲ καὶ ἡμᾶς
συνεπισπᾶν ἐπιχειροῦσι πρὸς ἔκπτωσιν, οὐκ ἀχρεῖοι καὶ ἄτιμοι μόνον, ἀλλά καὶ ἀντίθεοι καὶ ἡμῶν τῷ
γένει λυμαντικοί καὶ πολεμιώτατοι», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Κεφάλαια ἑκατόν πεντήκοντα, PG 150,
1140 A.
653
ανωτ. μνημ. έργ., σελ. 128.
654
«τοὺς ἁγίους ἀγγέλους.., οὓς ἐλπίζομεν ἱκετεύοντες ἐντεῦθεν πρεσβευτάς ἕξειν ἐκεῖ καὶ μεσίτας
πρὸς τὸν Θεόν…», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 36, Εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τῆς ΙΑ΄ Κυριακῆς
Ματθαίου…, PG 151,457 B.
655
«… φῶς εἰσί καὶ φωτός ἀεί πληροῦνται καὶ ἀεί ἑαυτῶν γίνονται φωτοειδέστεροι, μακαρίως
χρώμενοι τῇ ἐμφύτῳ τροπῇ, καὶ χορεύοντες ἐν χαρᾷ περί τὸ πρῶτον φῶς, πρὸς αὐτό βλέποντες ἀεί

165

Βλέπει κανείς εδώ ταυτόσημη περιγραφή των ουρανίων
χοροστασιών, η οποία απηχεί αγγελοειδή και αγγελόμορφο τρόπο ζωής
mutatis mutandis, αν και υπάρχουν πολλές υφολογικές αποστάσεις: μια
αίσθηση ότι ο άνθρωπος του Θεού, έχει μεταθέσει το κέντρο της ύπαρξής
του στο επέκεινα, χωρίς ωστόσο να παραθεωρεί την ευλογία τού ενθάδε.
Αυτή η μετάθεση έχει σαν προϋπόθεση, αλλά και αποτέλεσμα να
φαίνεται στον Πεντζίκη «ὅτι διαβαίνει μιὰ πύλη ποὺ στρατιές Ἀγγέλων
τὴ φυλᾶνε, ἀναμέλποντας ὕμνους τρισάγιους, κροτώντας τὰ διπλᾶ καὶ
ἑξαπλᾶ φτερά τους μὲ τὰ ὡραῖα χρώματα».656 Ασφαλώς πρόκειται εδώ
για συνάντηση με τους αγίους Αγγέλους και αυτό μεταφράζεται είτε σαν
άνωθεν αρπαγή του ιδίου του Θεσσαλονικέως των εσχάτων καιρών, είτε
σαν άφιξη των νοερών δυνάμεων πλησίον και εντός του προς
παρηγορίαν, θαλπωρή και τέρψη πνευματική.

κἀκεῖθεν ἀμέσως φωτιζόμενοι καὶ τὴν τοῦ φωτός πηγήν ἄπαυστα ὑμνοῦντες καὶ πρὸς τοὺς
ὑποβεβηκότας τῶν φωτιζομένων τὴν φωτοποιόν χάριν ὡς διάκονοι φωτός», βλ. Γρηγορίου Παλαμά,
Ὁμιλία 22, Εἰς τὴν αὐτήν ἑορτήν (Ἀνάληψιν) ἐν ἧ καὶ περί παθῶν καὶ ἀρετῶν, PG 151,288 CD.
656
Ν. Γ. Πεντζίκη, Πραγματογνωσία, σελ. 135-136.

166

στ. Από το ιδωτικώς θρησκεύειν στο εκκλησιαστικώς υπάρχειν

Όταν κάποτε ρωτήθηκε ο Πεντζίκης για τον εξωραϊσμό του ιερού
ναού του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά στη Θεσσαλονίκη, απάντησε πως
θα πρότεινε να γκρεμιστεί ο ήδη υπάρχων ναός· μάλιστα δήλωσε πως ο
ίδιος εμφορείται από το πνεύμα του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και
πιστεύει στο άκτιστο φως657. Με τη δήλωσή του αυτή φυσικά, ήθελε να
δείξει πως τα θεολογικά / εκκλησιαστικά κριτήρια και οι προϋποθέσεις
για την οικοδόμηση των ναών σήμερα είναι ανύπαρκτα.
Την έλλειψη εκκλησιαστικού βιώματος που αντικατοπτρίζει η
σύγχρονη ναοδομία, όσο κι’ αν αυτή κόπτεται για την Παράδοση,
σχολιάζει σ’ ένα άλλο κείμενό του ο συγγραφέας, υπογραμμίζοντας και
την αιτία, που δεν είναι άλλη από την ξενομανία: «Ἀκόμα κι’ ὅταν
χτίζουμε απομιμούμενοι ρυθμοὺς καὶ διακόσμους παραδοσιακούς, οἱ
ἐκκλησίες μας παραμένουν ἄδειες σήμερα. Πρέπει νὰ τὸ καταλάβουμε
ὅτι δὲν εἶναι τὰ πράγματα ποὺ γεμίζουν, οὔτε τὰ μεγέθη ποὺ
ἐπιβάλλονται. Τότε ἀσφαλῶς, δὲν θὰ μποροῦσε ποτὲ νὰ συγκριθεῖ ἡ
μικρὴ Κουμπελίδικη τῆς Καστοριᾶς, μὲ τὴν Παναγία τῶν Παρισίων.
Αὐτὸ ποὺ ἐπιβάλλεται καὶ ποὺ γεμίζει, εἶναι ἡ ψυχή, πνοή, ἀναπνοὴ τοῦ
ἀνθρώπου. Τοῦ ὑποστασιακοῦ αὐτοῦ γεγονότος ἐμεῖς, ἀρνούμεθα νὰ
λάβουμε συνείδηση. Τὸ ἀποτέλεσμα θλιβερό, σὲ ὅλες μας τὶς
ἐκδηλώσεις, μᾶς ἐμποτίζει μ’ ἕνα αἴσθημα διαρκοῦς κατωτερότητας
ἀπέναντι τῶν προτύπων τῆς προόδου καὶ τῆς ζωῆς ποὺ διαλέξαμε, ὅταν
βγαίνοντας ἀπὸ τὴν ἐκκλησία ἔξω μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση, κινδυνέψαμε
νὰ μᾶς κοπεῖ ἡ ἀνάσα»658.
Το φρόνημα του Πεντζίκη είναι αναμφισβήτητα Ορθόδοξο
εκκλησιαστικό, αφού πιστεύει και ομολογεί, όπως έχει προαναφερθεί, ότι
«τὸ πρόσωπό μας εἶναι ἡ Ἐκκλησία μας ποὺ μᾶς ἑνώνει ἀπανταχοῦ τῆς
657

Βλ. ιστοσελίδα Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης-facebook, ημερομ. πρόσβασης 10-1-2012, όπου υπάρχει
βίντεο με τίτλο «Σπουδή στο συγκεκριμένο».
658
Βλ. Πρὸς ἐκκλησιασμόν, σελ. 41.

167

γῆς»659, όπως και το ότι η αίσθηση πως τιμώνται οι νεκροί και ενώνονται
με τους ζωντανούς μέσα στην Εκκλησία, δηλαδή μέσα στο Χριστό,
υπάρχει μόνο μέσα στην ορθόδοξη Θεία Λειτουργία660. Αυτό το βίωμα
δεν έχει να κάνει με συναισθηματικού τύπου αλλοιώσεις, άλλωστε ο ίδιος
αποστρέφεται τα συναισθήματα και τις ιδέες661, αλλά απηχεί ναοποίηση
της σύνολης ύπαρξής του, του χώρου του και του χρόνου του.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της ναοποίησης δίνει ο
λογοτέχνης και ζωγράφος σε μία του συνέντευξη, μιλώντας για τη γιαγιά
του: «Ἀκοῦστε τώρα κάτι ἄλλο: ἡ γιαγιά μου παντρεύτηκε ἕνα Γερμανό,
καθηγητή μουσικῆς, μαθητή τοῦ Βάγκνερ, σὲ ἡλικία δεκαέξη ἐτῶν. Ὁ
γαμπρός ἔγινε ὀρθόδοξος γιὰ νὰ συναφθεῖ ὁ γάμος. Μετά ποὺ γέννησε τὴ
μητέρα μου ἔμεινε χήρα. Ἡ γιαγιά μου δὲν γνώρισε ἄλλον ἄντρα.
Διετήρησε τὸν νοῦ της ἀνέπαφο. Ἀφιερώθηκε στὴν ἐκκλησία. Ἔγινε
ὁλόκληρη μιὰ ἐκκλησία. Τακτική σὲ ὅλα. Μὲ ἄλλαζε κι ἔλεγε: Ἀλλάζει ὁ
Χριστός κι ἡ Παναγία καὶ τὰ ἀποφόρια τὰ φοράει ὁ Νικολάκης»662.
Αυτή η σταθερή και αμετακίνητη αντίληψη ότι ο χώρος και ο
χρόνος υπάρχουν όχι τόσο ως “προθάλαμοι”, αλλά ως “τόποι”
διασταύρωσης με την αιωνιότητα και φανέρωσής της663 είναι ένα
εκκλησιαστικό βίωμα παρόν στον Ορθόδοξο χριστιανό και ως προς αυτό
ο χριστιανός διαφέρει από τον ειδωλολάτρη, «ὁ ὁποῖος ἐκτιμᾶ τὴν ἰδέα
τοῦ καλοῦ καὶ ἀγαθοῦ ποὺ κατορθώνει ὁ ἑκάστοτε ἄνθρωπος, σὰν νὰ μὴν
πρόκειται νὰ ἐξαφανιστοῦν αὐτά ἀπό ἄλλα, ἀπό μία ἄλλη ζωή
μελλοντική καὶ ὡστόσο παροῦσα, ἐφόσον τὸ μέλλον νῦν ἐστίν»664. «Τότε
659

Βλ. τη συνέντευξη του Πεντζίκη «Προσεύχομαι στὰ πράγματα γιὰ νὰ μὲ δώκουν ζωή», περιοδ. Το
Τέταρτο 2, σελ. 102.
660
Βλ. τη συνέντευξη του Πεντζίκη στο Σωτήρη Γουνελά, περιοδ. Σύναξη 38, σελ. 68.
661
Βλ. περιοδ. Το Τέταρτο 2, σελ. 102.
662
Βλ. περιοδ. Σύναξη 38, σελ. 66.
663
Μητρ. Περγάμου Ιωάννου, «Η ευχαριστιακή θεώρησις του κόσμου», περ. Διάβαση 64, Ιερ. Μητρ.
Περιστερίου, σελ. 19-20.
664
Πεντζίκη, Πρὸς ἐκκλησιασμόν, σελ. 149.
Επίσης: «Ὁ χρόνος σβήνει μέσα στὸ αἴσθημα τὴ διαφορά πεθαμένων καὶ ζωντανῶν», βλ. Πεντζίκη,
Πραγματογνωσία, σελ. 26 / «Δὲν εἶναι νὰ διαβάζεις ἱστορία, μπερδεύεσαι μὲ τὰ πολλά πρόσωπα καὶ
δὲν εἶσαι βέβαιος, πιάνοντας τὸ χέρι σου, ὅτι πράγματι κρατεῖς τὸν ἑαυτό σου», βλ. στο ίδιο, σελ. 31 /
«Ὁ συγγραφέας δὲν ξέρει μὲ ποιὸ τρόπο θὰ μποροῦσε νὰ ἐντάξει στὴν κανονική ἐξέλιξη τῆς ἀφήγησης
μιὰ σειρά συμπτώσεων ποὺ πιστεύει ὅτι ἀποτελεῖ τὴν οὐσία τῶν ὅσων ἀγωνίζεται νὰ ἐκφράσει. Χάρις
σ’ αυτές τὶς συμπτώσεις πρόσωπα τοῦ σήμερα ταυτίζονται μὲ ἄλλα τῶν περασμένων, ἀποδεικνύοντας
τὴ διαχρονική ἑνότητα τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης… Χάνει τὸ νοῦ του κανείς ἀγαπώντας καὶ ὅταν τὸν
ξαναβρίσκει ποιὰ θέση παίρνουν στὴ ζωή οἱ ἐμπειρίες τῆς ἀπώλειας τῆς ἀτομικῆς θέλησης;», βλ. στο
ίδιο, σελ. 43-44. Ίσως να μην απέχει και πολύ από αυτές τις εκκλησιαστικές καταστάσεις καταλύσεως
του εγώ, η γνωστή νοσταλγική ρήση του Αρθούρου Ρεμπώ “Je, c’ est un autre” , δηλαδή το εγώ είναι
κάποιος άλλος (βλ. και Στρατή Πασχάλη, «Η εκζήτηση της αδεξιότητας», περιοδ. Σύναξη 27, σελ.
110).

168

θὰ μποροῦσε νὰ ἐλπίζει ὁ καθένας στὰ ἐν χώρῳ καὶ χρόνῳ ἐκδηλούμενα
ἔργα του, γιὰ νὰ λάβει τὴν εὐλογία τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ὅμως
ἀρνήθηκε τὸν Ὠριγένη ποὺ ἀπέκοψε τὴ φύση του, πιστεύοντας ὅτι ἔκανε
κάτι θεάρεστο. Χρειάζεται ἡ παρουσία τῆς θείας χάριτος ἐπί τῶν ἔργων
καὶ μόχθων κάθε ἀνθρώπου, οἱ πράξεις ἁπλῶς βοηθᾶνε στὸ νὰ καταστεῖ
ὁ ἄνθρωπος δεκτικότερος αὐτῆς».665 Είναι αδύνατο να σκεφτεί και να
ζήσει έτσι ο αλειτούργητος, ο ανεκκλησίαστος666 άνθρωπος, που είναι
εξαρτημένος από τη φιλία του σώματός του.
Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή του ανθρώπου δίχως
εκκλησιαστικό φρόνημα (θα μπορούσε να “εκκλησιάζεται” κιόλας), που
κάνει ο Πεντζίκης και η οποία άνετα αποτελεί ανάγνωση του
“εκκλησιασμού” πολλών της σημερινής εποχής, εποχής μεγάληςοικονομικής - μάλιστα κρίσης : «Ὁ νοικοκύρης ἀπό πολλή ὥρα πρὶν εἶχε
φύγει. Δὲν χρειάστηκε νὰ τὸν ρωτήσουν ἂν θὰ ἔμενε. Ξέρουν ὅτι δὲν
πολυχώνευε τοὺς παπάδες. Ἐκτός ἀπό τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα, μόνο ὅταν
τύχαινε καμιά κηδεία πήγαινε στὴν Ἐκκλησία. Βέβαια δὲν ἐναντιωνόταν
στὶς γυναῖκες ὅσον ἀφορᾶ τὰ ἐκκλησιαστικά. Καταλάβαινε ὅτι
χρειαζόταν κάποιον ἠθικό παραδειγματισμό τὰ παιδιά. Ἀλλά τὸν
ἀπασχολοῦσε ὑπέρ τὸ δέον ἡ δουλειά του. Ἰδίως μετά τὴν τελευταία
κρίση τῆς ἀγορᾶς. Δὲν ἤξερε πῶς θὰ κατάφερνε νὰ τὰ φέρει βόλτα. Αὐτό
εἶναι τὸ διαρκές πρόβλημά του. Ὁ Χριστός, ἕνας πολύ καλός βέβαια καὶ
σοφός ἄνθρωπος, ἂν ὄντως ὑπῆρξε, δὲν καταλάβαινε μὲ ποιὸ τρόπο θὰ
ἦταν δυνατό νὰ τὸν βοηθήσει στοὺς λογαριασμούς του, ἐφ’ ὅσον μάλιστα
ἀπό τότε ποὺ ἔφυγε ἀπό τὸ χωριό του γιὰ τὴν πόλη, ὅπου ἀναδείχτηκε,
ποτέ δὲ ζήτησε νὰ γίνει Ἐπίτροπος. Στ’ ἀλήθεια δὲν τοῦ ἀρέζει νὰ χάνει
ἄσκοπα τὸν καιρό του σὲ κάτι ποὺ δὲν τὸ καταλαβαίνει, μὲ ἀποτέλεσμα
μιὰ τρύπα στὸ νερό».667
Στον Πεθαμένο και την ανάσταση668 επίσης, δίνει μια εύγλωττη
εικόνα τού μη εκκλησιαστικού τρόπου ύπαρξης, υπό το κράτος, ωστόσο,
665

Πεντζίκη, Πρὸς ἐκκλησιασμόν, σελ. 149.
Εντόπισα τη λέξη “ανεκκλησίαστος” στο Μέγα λεξικόν της ελληνικής γλώσσης, των Liddell and
Scott, σελ. 208 του α΄ τόμου, όπου και σημαίνει τον απουσιάζοντα ή και αποκλειόμενο (;) από την
εκκλησία / συνέλευση στην αρχαία γλώσσα, και τον αφορισμένο λαϊκό ή καθηρημένο κληρικό (27 ος
κανόνας της Δ΄ Οικουμ. Συνόδου). Πάντως με βάση το σημερινό γλωσσικό αισθητήριο θα μπορούσε η
λέξη να σημάνει τον μη σωστά εκκλησιαζόμενο ή και τον μη εκκλησιαζόμενο, γι’ αυτό και τη
χρησιμοποίησα.
666

667
668

Πεντζίκη, Πραγματογνωσία, σελ. 58-59.
Αν. μνημ. εργ. σελ. 50-51.

169

του φυσιολογικού πόθου για ερωτική ένωση: «Ὁ νέος ποὺ στέκονταν στὸ
παράθυρο κι ἔβλεπε ἀπέναντί του τὴν ἀγαπημένη κοπέλα μελαγχολοῦσε
γιατί καταλάβαινε ὅτι τίποτε δὲν ὑπῆρχε ποὺ νὰ τοὺς ἐπιτρέπει τὴν
ἕνωση. Ἀπό τοὺς δυό κανένας δὲ μποροῦσε νὰ βγεῖ ἀπό τὸ σῶμα του.
Δὲν γινόντουσαν πουλιά, ἄσπρα περιστέρια οἱ δυό τους, ἀπό τοὺς
ἐξῶστες ν’ ἀνέβουν ψηλά, νὰ σμίξουν στὴν κορυφή τοῦ θόλου μ’
ἁγιασμένες εὐχές. Ἀνάμεσα στοὺς δυό, οὐρανός μὲ πυκνότητα ἰδέας δὲν
ὑπῆρχε. Ἔξω ἀπό κάθε κοινότητα, ὁ καθένας ἔβγαζε γοερές κραυγές
πόνου. Ὄνειρα, λαχτάρες, άγάπη, ὅλα βυθίζονταν σ’ ἕνα τέλμα πικρό
ἀπό μαύρη πίσσα. Ἀνάμεσα στοὺς δυό ὁ κόσμος βούλιαζε ἀπό συμφέρον
μικρό, τὸ δικό σου καὶ τὸ δικό μου. Ἀργυρολογία αἰσχρή, ἔξυπνα
ντυμένη καὶ φκιασιδωμένη σὰν ἰδέα». Εδώ βέβαια φαίνεται ότι ο
εκκλησιαστικός τρόπος ύπαρξης μακρόθεν νοσταλγείται. Ξέρει, άλλωστε
τη χρονική αυτή περίοδο συγγραφής ο Πεντζίκης τι νοσταλγεί, ποιες
επιθυμίες του γυρεύουν ικανοποίηση. Μέσα στο συγκεκριμένο κείμενο
βλέπει κανείς αυτούς τους πόθους, άλλοτε να υφέρπουν και να
συστέλλονται, άλλοτε να τον παρασύρουν λόγω του οίστρου που του
προκαλούν και άλλοτε να ζητάει ο ίδιος την προσευχή της Εκκλησίας,
την άνωθεν ευλογία για να αποκτήσει η κλυδωνιζόμενη ύπαρξή του
νόημα, μέσα στη χαρά της γαμήλιας ένωσης.
Στο ίδιο βιβλίο669 η διάκριση ιερού / βέβηλου στιγματίζεται:
«Μετά τὴν ἱεροτελεστία ἔδωκαν δρόμο στοὺς παπάδες γιὰ νὰ μπορέσει ὁ
κόσμος, οἱ νεαροί νὰ χορέψουν. Κωμωδία».
Σε μία συνέντευξή του επίσης, το 1985, δε διστάζει να ψέξει την
απουσία εκκλησιαστικού φρονήματος στις σχέσεις κλήρου και πιστών με
αίτιο τη φιλαυτία αμφοτέρων: « Σὲ μία ὁμιλία μου μὲ θέμα “Λογοτεχνία
καὶ Ἐκκλησία”, ἕνας δεσπότης ἔκρυβε τὸ εἰρωνικό του χαμόγελο πίσω
ἀπό τὴν πατερίτσα του… δείχνοντας τὴν ἀπόσταση ἀνάμεσα στοὺς
κρατοῦντες τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοὺς πιστούς».670
Όσοι είναι δεμένοι με τη φιλία του σώματος, λέει ο άγιος
Γρηγόριος Παλαμάς, και αγνοούν ότι ο κόσμος είναι ενήδονος αλλά και
ενώδυνος, δυσαρεστούνται από την οδύνη που είναι συμφυής με τον
κόσμο και αγνοώντας το αίτιο του πάθους, σαν να επρόκειτο για

669
670

οπ. σελ. 25.
Πεντζίκη, «Προσεύχομαι στὰ πράγματα γιὰ νὰ μὲ δώκουν ζωή», περιοδ. Το Τέταρτο 2, σελ. 99.

170

νυκτομαχία, κατηγορούν αλλήλους για τις κατά καιρούς δυσχέρειες671. Η
«νυκτομαχία» μεταξύ των φιληδόνων και ξένων προς τον εκκλησιαστικό
τρόπο ζωής, θυμίζει το βύθισμα του νέου και της κοπέλας «σ’ ένα τέλμα
πικρό από μαύρη πίσσα»672 του Πεντζίκη που μόλις προαναφέρθηκε.
Παραπέμπει αυτό κατά αντιπαραβολή στο του Γρηγορίου Παλαμά
για τον άνθρωπο που, αντιθέτως προς τον εγωπαθή, λειτουργημένος
μεταλαμβάνει των αχράντων μυστηρίων και ναοποιείται· ο Χριστός
ενώνεται μαζί του: «..είναι θαύμα ξένο προς κάθε υπερβολή, ενώνεται
και με αυτές τις ανθρώπινες υποστάσεις, αναμιγνύοντας τον εαυτό του με
τον καθένα από τους πιστούς μέσω της μεταλήψεως του αγίου σώματός
του, και γίνεται με εμάς σύσσωμος και μας καθιστά ναό της όλης
θεότητας…».673
Αυτή η ταύτιση ναού και ανθρώπου φαίνεται να αποτελεί τρόπο
ζωής στον Πεντζίκη, “τόπο” αντικρίσματος, φανέρωσης των πραγμάτων
και υπέρβασης της αμεσότητας, ταύτιση που διηγείται τη δόξα και τα
θαυμαστά του Θεού. Ο τρόπος, επίσης, με τον οποίο μιλάει για το ναό,
δείχνει σα να μιλάει για άνθρωπο: «Πολλές φορές βλέποντας ἀπέξω τὰ
τοξοτά παράθυρα, σοῦ φαίνεται ὅτι βλέπεις ἄνθρωπο. Νά! δείχνεις τὰ
μάτια. Νά! ὁ σταυρός ἀνάμεσα στὰ φρύδια πάνω ἀπό τὴ μύτη. Δίδυμα ἢ
ἁπλᾶ τὰ παράθυρα, τὰ αἰσθάνεσαι πὼς εἶναι τὰ παιδιά τῆς ἐκκλησίας,
ποὺ, ἄσχετα πρὸς τὸ μέγεθός της ἢ καὶ ἂν εἶναι γεμάτη ἀπό παρουσίες
ἀνθρώπων ἢ ὄχι, εἶναι ἕνας κόσμος ὁλόκληρος. ...Ἔξω ἀπό τὸ ναό
τριγυρνώντας ἀκόμα, αἰσθάνεσαι τὸ σεβασμό, ποὺ ἐμπνέει τὸ σῶμα ὡς
δοχεῖο τοῦ μυστηρίου τῆς ζωῆς… Ἡ ἀνακαίνιση τῆς ἐκκλησίας τοῦ
Προφήτη Ἡλία μᾶς ἐβεβαίωσε ὅτι στὶς μασχάλες τοῦ κτίσματος ἦταν
χωριστά μικρά παρεκκλησάκια… Ἔχει κανείς τότε τὴν ἐντύπωση ὅτι ὄχι
μόνον τὸ χέρι, ἀλλά τὸ κάθε δάχτυλο τοῦ χεριοῦ εἶναι ὁλόκληρος

671

«Οἱ δὲ τῆς φιλίας τοῦ σώματος ἐξηρτημένοι, τὴν τοῦ κόσμου φύσιν ἀγνοήσαντες, ὡς μὴ μόνον
ἐνήδονός ἐστιν, ἀλλά καὶ ἐνώδυνος, καὶ μὴ συνορῶντες ὅτι φευκτόν ἐστίν αὐτοῖς οἴκοθεν ὃ
περιέπουσι, πρὸς μὲν τὴν τῷ κόσμῳ συμπεφυκυῖαν ἀπαρεσκόμενοι ὀδύνην, ὡς ἐν νυκτομαχίᾳ δὲ τὸ
τοῦ πάθους αἴτιον ἀγνοοῦντες, ἀλλήλους ἐπί ταῖς συμβαινούσαις ἑκάστοτε δυσχερείαις αἰτιῶνται», βλ.
Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 33, Περί ἀρετῶν καὶ τῶν ἀντιθέτων ταύταις παθῶν…, PG 151,420 D-421
A.
672
Πεντζίκη, Ὁ πεθαμένος καὶ ἡ ανάσταση, σελ. 51.
673
«… Ἀλλ’ ὦ θαύματος οὐδεμίαν ἀπολείποντος ὑπερβολήν, καὶ αὐταῖς ταῖς ἀνθρωπίναις ὑποστάσεσιν
ἑνοῦται, τῶν πιστευόντων ἑκάστῳ συνανακιρνῶν ἑαυτόν διὰ τῆς τοῦ ἁγίου σώματος αὺτοῦ
μεταλήψεως, καὶ σύσσωμος ἡμῖν γίνεται καὶ ναόν τῆς ὅλης θεότητος ἡμᾶς ἀπεργάζεται…», βλ.
Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων 1,3,38, Συγγρ. Α, σελ. 449.

171

κόσμος. Καὶ θαυμάζεις ὅτι τὸ σῶμα κρύβει ὅλο τὸν πλοῦτο τοῦ ἐνάστρου
οὐρανοῦ, ποὺ διηγιέται τὴν δόξα τοῦ Κυρίου Θεοῦ».674
Τότε ακριβώς είναι που ο Χριστός διηγούμενος τα θαυμάσια
γίνεται «ένοικος» του σώματος του πιστού κατά Γρηγόριο Παλαμά675, ή
«λᾶλον ὕδωρ μέσα στὸ σῶμα» κατά Πεντζίκη.676 Διηγείται και
αναγγέλλει η Εκκλησία, φανερώνει και ανυμνεί όλο το έργο του Θεού,
δεικνύει και εγκωμιάζει και τους καρπούς που συνήγαγε προς την αιώνια
σωτηρία η παρουσία του Κυρίου, δηλαδή τους εν τη του Χριστού ενότητι
αγίους,677 σημειώνει ο άγιος Ιεράρχης της Θεσσαλονίκης, εκεί όπου και
όταν και ο Πεντζίκης «νιώθει κάτι ἀπό τὴν ἄπειρη διάρκεια, τὴν
674

Βλ. το κείμενο «Ἄλλοτε καὶ νῦν», ή «Ἡ ἀναπνοή τοῦ νεοέλληνα», στο Πρὸς ἐκκλησιασμόν, σελ. 33
-34. Είναι βέβαια γεγονός, και θίγεται άμεσα στο πεντζικικό απόσπασμα που σχολιάζεται εδώ, ότι ο
τρόπος που “αρχιτεκτονεί” κάποιος τη ζωή του φαίνεται στην αρχιτεκτονική του χώρου του. Πολύ
σημαντικό είναι το απόσπασμα από το βιβλίο Η αρχιτεκτονική της αρχιτεκτονικής, ημερολογιακά
σημειώματα, του Άρη Κωνσταντινίδη (1913-1993) που παραθέτει στο βιβλίο του Έρως και θάνατος
(σελ. 111, υποσημ. 40) ο καθηγητής Σταμούλης, και το οποίο με θεολογική ανάγνωση αρχιτεκτονεί
οντολογικά, πεντζικικά θα μπορούσε να ειπωθεί, τη ζωή του αναγνώστη: «Ένα σπίτι με μεγάλα
ανοίγματα (παράθυρα, πόρτες) για να βλέπει κανείς το έξω τοπίο. Κι αυτό να μπαίνει μέσα, έτσι, μέσα
στο σπίτι. Οπότε το μέσα και το έξω θα αποτελούνε μιάν οργανική ενότητα.… Τη ζωή του τήνε χτίζει
ο άνθρωπος κάνοντας αρχιτεκτονική. Με την αρχιτεκτονική διαμορφώνουμε τον τρόπο ζωής που μας
χρειάζεται και που μας ταιριάζει. Ανάλογα με τον τόπο όπου ζούμε (φυσικό τοπίο, κλίμα, ιστορικές
καταβολές) και σύμφωνα με τη χρονική στιγμή, που έχει κι αυτή να πει το λόγο της και τα δικά της.
Με τον τρόπο δηλαδή που ερμηνεύει κάποιος αιώνιες αλήθειες και που μέσα απ’ αυτές πλάθεται, πιο
κύρια το κάθε σύγχρονο “πράγμα”. Αν οι άνθρωποι ξέρανε, σήμερα, να ζήσουνε αληθινά, θα είχαμε
την αληθινή αρχιτεκτονική της εποχής μας».
Στο κείμενό του άλλωστε «Συναισθηματική τοπογραφία» (1935), ο Δημήτρης Πικιώνης (18871968), παραπέμπει στο διάσημο Γάλλο γλύπτη Ροντέν (1840-1917) ο οποίος σχετικά με τον άνθρωπο
έλεγε το εξαιρετικό ότι είναι ένας ναός που βαδίζει («Les cathédrales de France»). Σχολιάζοντας την
εποχή του από πλευράς νοοτροπίας ως προς την πλαστική, ο μεγάλος αρχιτέκτονας αναφέρει ότι οι
νέοι, καλλιτέχνες, αρχιτέκτονες, γλύπτες ή ζωγράφοι, αποφεύγοντας “γυμνάσματα” και
“εγκεφαλισμούς” που περιφρονούν την ύλη, έναν art pur ανίκανο να δουλέψει στην ιστορία, την ηθική,
την κοινωνία και την πραγματικότητα, τείνουν σε μία πνευματικότερη σύλληψη βγαλμένη από τις
επιταγές της ύλης και ικανή χάρη στη δύναμη που έχει το μαθηματικό σχήμα να γράψει ιστορία, να
ενσαρκώσει ηθική και να χαρίσει στην κοινωνία, με καιρό, εκείνο ακριβώς που της λείπει, το ρυθμό, βλ.
στην ιστοσελίδα www.eikastikon.gr/arxitektoniki/pikionis/index.html, κείμενα, ημερομηνία
πρόσβασης: 2-3-2011.
Ο Πεντζίκης στην ίδια ακριβώς γραμμή, ταυτίζει την αλήθεια με το ρυθμό: «Τὴν ἀλήθεια δὲν
μπορῶ νὰ τὴ δῶ σὰν περιγραφή τοῦ κρυστάλλου, ἀλλά μᾶλλον σὰν ρυθμό τῆς ροῆς ποὺ συγκυλᾶ τὰ
θρύμματά του», βλ. στη συνέντευξή του στο Τέταρτο 2, «Προσεύχομαι στὰ πράγματα γιὰ νὰ μὲ
δώκουν ζωή», σελ. 99, όπου υπάρχει παραπομπή για το εδώ αναφερόμενο απόσπασμα από την
Ἀρχιτεκτονική τῆς σκόρπιας ζωῆς.
675

«… ὁ γὰρ μετά πίστεως βλέπων τὴν μυστικήν τράπεζαν… κἂν ἑαυτόν ἄξιον παράσχῃ πρὸς
ὑποδοχήν, οὐχ ὁρᾶ μόνον, ἀλλά καὶ μέτοχος αὐτοῦ γίνεται, καὶ ἔνοικον ἑαυτῷ κτᾶται…», βλ.
Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 20, Εἰς τὸ Η΄ Ἑωθινόν, PG 151,272 D.
676
Πεντζίκη, Πρὸς ἐκκλησιασμόν, σελ. 32.
677
«Νῦν δὲ μετά τὴν Πεντηκοστήν ὁμοῦ πάντας συναγαγοῦσα, κοινόν αὐτοῖς ἀναπέμπει τὸν ὕμνον, οὐ
μόνον ὅτι πάντες ἀλλήλοις ἥνωνται, καὶ κατά τὴν δεσποτικήν εὐχήν ἕν εἰσιν. .. ἐπεί οὖν ταῦτα πάντα
ὕμνησε ἡ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία, νῦν καὶ τὸ λεῖπον προστιθεῖσά τε ὁμοῦ καὶ δεικνῦσα, πόσους καὶ οἵους
καρπούς συνήγαγε πρὸς ζωήν αἰώνιον ἡ τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ
παρουσία…, πάντων ὁμοῦ ποιεῖται τῶν ἁγίων τὴν μνήμην, καὶ πᾶσι τὸν ὕμνον καὶ τὴν τιμήν ἀποδίδωσι
σήμερον», Βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 25, Εἰς τὴν Κυριακήν τῶν Ἁγίων Πάντων, PG 151,329 A C.

172

ἀμετάβλητη ἀγκαλιά τοῦ κόσμου ὅπου ὅλοι χωρᾶμε», και που «μπορεῖ
να πει ὅτι αὐτές εἶναι οἱ πιὸ εὐτυχισμένες στιγμές του…. Τότε παύει
ἐντελῶς νὰ συλλογιέται ποιὸς εἶναι αὐτός καὶ ποιὸς ὁ ἄλλος. Ὅλα τὰ
αἰσθάνεται σὰν μιὰ τερπνή ἄσκηση, περίπου ὅπως νιώθουν τὰ παιδιά ποὺ
παίζουν, ἐκφέροντας λέξεις εὔηχες ποὺ ἔχασαν πιὰ τὸ συγκεκριμένο τους
νόημα: στράνου, μπαλάνου καὶ πᾶτε λαλάνου, σὰν καθιέρωση μυστική
τῶν ἀφελῶν τους κινήσεων».678
Τη σωματική ενοίκηση του Κυρίου φανερώνει με την εξάρθρωση
της γλώσσας ο Πεντζίκης, όταν καλείται να εκφράσει το ανέκφραστο, ν’
αποδώσει το υπέρ νουν ή τα διαμειβόμενα μεταξύ δύο ανθρώπων
μεταμορφωμένων εν Χριστώ. Γράφει αλλού: «Ὁ Αλέξανδρος τοῦ
ἀπαντᾶ: “Νογογαϊώ κηπώ”. Το παιδί ανταπαντά λέγοντας λιζαμαλή. Η
εναλλαγή των προτάσεων συνεχίζεται. Αγνηφαώς κινώ – λιζαμαλή –
Φακοσαϊτώ νηκοσαγέ – λιζαμαλή – Πατρακακισοσηός – λιζαμαλή –
Αγκιστωγάσπισωπος – λιζαμαλή – Απροσεγή γαναφαώς – λιζαμαλή –
Ουφαπωσέ ηκός – λιζαμαλή - Φακοκική νινουσέα. Και ο μυστηριώδης
διάλογος τελειώνει με τη λέξη – λιζαμαφά, που επιλέγει το
παλληκαρόπουλο»679. Παιδικό φρόνημα λαλούντος ύδατος και σωματική
του Κυρίου ανέκφραστη ενοίκηση αλληλοπεριχωρούνται εδώ.
Ο πεζογράφος και καλλιτέχνης δίνει πολύ μεγάλη σημασία, και
καλώς κάνει, στον τρόπο που χτίζονται οι ναοί συγκρίνοντας την
παλαιότερη εποχή με τη σημερινή. Τα κριτήριά του είναι ακραιφνώς
ορθόδοξα, χωρίς να αφήνουν τα ελάχιστα περιθώρια ωραιοποιήσεως της
σημερινής κατάστασης. Αναφερόμενος στο ιδ΄ αιώνα λέει:
«Χαρακτηριστικό τοῦ ιδ΄ αἰώνα εἶναι ὅτι ἐνῶ προσπαθεῖ νὰ ἐξαϋλώσει
ἐξωτερικά τοὺς τοίχους, ἐν ἀντιθέσει στὸ ἐσωτερικό ἀγωνίζεται νὰ
ὑλοποιήσει τὶς εἰκονιζόμενες οὐράνιες μορφές».680 Αντίθετα «ἐμεῖς,
κτίζοντας τὶς σημερινές ἐκκλησίες καὶ ἀπό τὴν τοιχοποιΐα καὶ ἀπό τὴ
διαρρύθμιση τῶν ἐπιφανειῶν καὶ τῶν ἐπιπέδων καὶ ἀπό τὴ ζωγραφική
τους διακόσμηση, ἀποδεικνύουμε ὅτι οὔτε τοῦ ὑλικοῦ, οὔτε τῆς
γεωμετρίας τῆς διαρρυθμίσεώς του, οὔτε τῶν θεμάτων ποὺ
ἀπεικονίζονται ἐπ’ αὐτοῦ, ἀφήνουμε τὴν ψυχή μας νὰ λάβει συνείδηση,

678

Πεντζίκη, Ἀρχιτεκτονική τῆς σκόρπιας ζωῆς, σελ. 30, εκδ. ΑΓΡΑ.
Πεντζίκη, Ὁμιλήματα, σελ. 188-189.
680
Πεντζίκη, «Ἐλπιδοφόρα παραδείγματα», στο Πρὸς ἐκκλησιασμόν, σελ. 75.
679

173

καταστρέφοντας μὲ τὸ νοῦ, κάθε σημείο ὅπου μπορεῖ νὰ ὑπάρχει, σὲ
ἀφελῆ ἐκδήλωση εἰσέτι, τὸ μεράκι καὶ τὴ γνησιότητα τῆς ἀνασαμιᾶς».681
Ο πνευματικός αγώνας μέσα στην Εκκλησία η οποία στεγάζει
ανθρώπους ποικίλων ατομικών καταστάσεων, παίρνει διάφορες μορφές,
που κατατείνουν στο να γνωρίσει όντως ο άνθρωπος το πρόσωπό του
κάνοντας υπομονή στις εναλλαγές και τροπές των ποικίλων αλλοιώσεων.
Υπάρχει κόπος πολύς μέχρις ότου ισορροπήσει το ευρύ φάσμα της
πολυδιάσπασης που χαρακτηρίζει κάθε εκκλησιαζόμενο μέλος. Παρά
ταύτα δεν λείπουν και οι στιγμές τής άνωθεν παραμυθίας. Γράφει ο
Πεντζίκης σε ανάγλυφης ακρίβειας λογοτεχνική και ταυτόχρονα
εξαιρετικής θεολογικής ευκρίνειας γλώσσα: «Ἡ μνήμη του ἁμαρτωλή
διατηρεῖ εἰσέτι τὴν ἀντίληψη τῶν ἄμεσων. Δὲν ἔχει ἀκόμη κατορθώσει
νὰ ταυτιστεῖ μὲ τὴν ἑνότητα τοῦ Ἑνός καὶ αἰώνιου καὶ ἐκτός πάσης
φθοράς. Στὴν ψυχή του περιχύνεται, ἔντονη, ἡ νοσταλγία τῶν ἄπειρων
ἀποστάσεων τῆς γλυκυτάτης αἰωνιότητας, ὅπου δὲν ἔχει σημασία ἂν
πέθανες ἢ ζεῖς, ἂν ξεχνᾶς ἢ θυμᾶσαι, γιατί ὅλα εἶναι ἕνας ἁπλός
περίπατος σὲ κήπους σὰν τὴ σκέψη, ὅπου εὐθύς ἐκπληρώνεται κάθε
εὐχή».682 Η γλυκύτατη αιωνιότητα είναι ένα εκκλησιαστικό βίωμα.
Άλλωστε κατά τον Πεντζίκη «τὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας εἶναι νὰ
μεταφέρεται στὴν αἰωνιότητα καὶ νὰ συνδέει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν
παλαιάνθρωπο»683, δηλαδή τους ζωντανούς με τους νεκρούς. Νιώθει έτσι
μέσα στην Εκκλησία να ξενοδοχείται, σαν «στὸ Μεγάλο Σπίτι τῆς ἐν
σώματι τοῦ Κυρίου ἑνότητας ὅλων τῶν φυσικῶν ἀνθρώπων».684
Ο εκκλησιασμένος άνθρωπος παύει να είναι άτομο και γίνεται
πρόσωπο. Ένα άτομο ωθείται από φυσική ανάγκη να ζει με τους άλλους.
Όμως, «το γένος στο οποίο θα ανήκει» ο εκκλησιασμένος, «δεν θα είναι
απλό βιολογικό είδος, κοινό άθροισμα ατόμων, αλλά θα είναι η
Εκκλησία, ο λαός, η οικογένεια του Θεού, η κτιστή εικόνα της Αγίας
Τριάδος. Η Εκκλησία άλλωστε γι’ αυτό υπάρχει, για να γίνει ο άνθρωπος
από βιολογικό άτομο, ανθρώπινο πρόσωπο, εικών και ομοίωμα του
Θεού, φίλος και τέκνο του Θεού, αλλά και για να φανερώσει σε όλη την

681

Πεντζίκη, «Ἄλλοτε καὶ νῦν», στο Πρὸς ἐκκλησιασμόν, σελ. 40.
Πεντζίκη, Πραγματογνωσία, σελ. 99.
683
Βλ. τη συνέντευξη του Πεντζίκη στο Σωτήρη Γουνελά στο περιοδ. Σύναξη 38, σελ. 67.
684
Πεντζίκη, Πραγματογνωσία, σελ. 114.
682

174

ανθρωπότητα και την κτίση (υλική και αγγελική – νοερή και αισθητή),
τον αληθινό Θεό, την Αγία Τριάδα».685
Ακόμη κι όταν μιλάει για τη θαβώρεια εμπειρία, ή για τις
ησυχαστικές έριδες του ιδ΄αιώνα, ο Θεσσαλονικιός λογοτέχνης και
ζωγράφος δίνει σαφή εκκλησιαστική διάσταση στα λεγόμενά του: «… τὸ
θαβώρειον φῶς, ποὺ δι’ ἀσκήσεως σωματικῆς καὶ τελείας τοῦ σώματος
πειθαρχίας εἰς τὴν νοεράν πρὸς τὸν Κύριον προσευχήν, διεῖδον οἱ
πνευματικοί πατέρες τοῦ ιδ΄αἰώνα, μᾶς βοηθεῖ νὰ καταλάβουμε, κι ὅταν
ἀκόμα οἱ ναοί ποὺ μᾶς κληρονόμησε ἡ παράδοση κατάκεινται σὲ ἐρείπια,
πόσο γεμάτη ἀπό Ἐλπίδα εἶναι ἡ Ἐκκλησία μας».686 «Μπὲς μέσα στὴν
ἐκκλησία», έλεγε, «στὴν ὁποία μπορεῖς ν’ αποχτήσεις τὴν ὑποψίαν ἔστω
τῆς θείας χάριτος, παρηγορία γιὰ ὅ,τι ἤθελες πάθει στὴ ζωή σου».687
Στην Εκκλησία ο άνθρωπος μπαίνει για να μετανοήσει, δίχως να
εμπιστεύεται αρκετά το μυαλό του. «Ἐγώ παίρνω ἀπό τὴν Ἐκκλησία ἕνα
στήριγμα γιὰ τὴν καθημερινή ζωή. Ἡ Ἐκκλησία μὲ βοηθάει νὰ
μετανοῶ»,688 ομολογεί ο Πεντζίκης. «Εἶναι ἄπειρος ὁ κόσμος τῆς
μετανοίας», γράφει ο Θεσσαλονικιός πεζογράφος και ζωγράφος, «καὶ
εἶναι ἡ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία ποὺ μᾶς ἀνοίγει τὴν πύλη καθώς
μεταλαμβάνει. Δὲν ἔχει κανείς παρά νὰ πάει σὲ μιὰ ἐκκλησία καὶ νὰ δεῖ
τὴ ζωγραφική καὶ νὰ μὴ θέλει νὰ καταλάβει. Δὲν πρέπει νὰ τὰ
καταλαβαίνουμε αὐτά τὰ πράγματα. Πρέπει νὰ τὰ αἰσθανόμαστε ὅπως
αἰσθανόμαστε ἕναν ὡραῖο περίπατο».689 Ο «περίπατος» που σαν λέξη
επαναλαμβάνεται, όπως και πρωτύτερα, στον Πεντζίκη συνήθως
παραπέμπει στην αιωνιότητα.
Η «αίσθηση παραπομπής» του στην αιωνιότητα την οποία
διακηρύττει ο Πεντζίκης ως αποτέλεσμα της ολόψυχης και ολοσώματης
συμμετοχής του στην Εκκλησία, αντιστοιχεί στην κατά Γρηγόριο
Παλαμά «αίσθηση παραλαβής» της ψυχής του εκκλησιαζόμενου υπό του
Αγίου Πνεύματος για να γευθεί αυτός τα μέλλοντα αγαθά.690 Όταν τον
685

Δημήτρη Κουτρουμπή, Η χάρις της Θεολογίας, σελ. 181-182.
Πεντζίκη, Ὑδάτων ὑπερεκχείλιση, σελ. 110.
687
Γιώργου Δανιήλ, «Βυζαντινοί περίπατοι», συζήτηση με το Ν. Γ. Πεντζίκη, περιοδ. Σύναξη 27, σελ.
102, βλ. και Ανέστη Κεσελόπουλου, Από τον Παπαδιαμάντη στον Πεντζίκη, σελ. 216, χωρίς
συγκεκριμένη παραπομπή.
688
Βλ. τη συνέντευξη του Πεντζίκη στο Σωτήρη Γουνελά, περιοδ. Σύναξη 38, σελ. 68.
689
οπ. σελ. 67.
690
«τοῦ λογισμοῦ στρεφομένου περί τὰ θεῖα καὶ παραμένοντος τῇ κατά Θεόν ἀληθείᾳ, τὸ επιθυμητικόν
τῆς ψυχῆς ἐπέχοντος καὶ περιέποντος καὶ τὰς σαρκικάς ἐπιθυμίας ἀπωθουμένου, τῶν δὲ σαρκικῶν
λογισμῶν παυσαμένων ἀφ’ ἡμῶν, παραλαβοῦσα τὴν ψυχήν ἡ τοῦ Πνεύματος χάρις, τῶν μελλόντων
686

175

άνθρωπο παραλάβει το Άγιο Πνεύμα, λειτουργείται συνεχώς, είτε εντός,
είτε εκτός του ναού. Οπότε ο άνθρωπος ζει τριαδικά, “κατά λόγον”,
“κατά φύσιν”. Αυτό σημαίνει «να δίνει στο Θεό και τους συνανθρώπους
του παν ό,τι έχει και παν ό,τι είναι, όπως ο Πατήρ δίνει τα πάντα στον
Υιό. Να ανταποδίδει , όσο το δυνατόν τελειότερα την αγάπη του Θεού
και των συνανθρώπων του, όπως ο Υιός ανταποδίδει τελείως την αγάπη
του Πατρός και, τέλος να αναζητεί την τελείωση και ολοκλήρωσή του
στην αγάπη των άλλων, όπως και το Άγιο Πνεύμα είναι η τελείωση και η
φανέρωση της αγάπης του Πατρός και του Υιού».691
Σκεπτόμενος εκκλησιαστικά / λειτουργικά, ο Πεντζίκης γράφει:
«Τί νὰ ὁμιλήσω ὅταν δὲν ἔχω καμία θέση, ἔφυγα καὶ εἶμαι μονάχος;
Ἄλλοι, ὅλοι ἦταν πρὶν ἀπό μένα, ἄλλοι, ὅλοι εἶναι μετά ἀπό μένα κι ἐγώ
τώρα στὸ παρόν δὲν ὑπάρχω».692Ζώντας δηλαδή τα έσχατα μέσα στο
τώρα σμικρύνει τον εαυτό του θεωρούμενος ο ίδιος έσχατος πάντων, και
των πριν και των μετά από αυτόν, ταπεινός και ειρηνικός εφόσον έχει
πάψει να υπάρχει ως εγώ, άρα με «επίγνωση της αλήθειας» κατά τον άγιο
Παλαμά.693
Βλέπει κανείς εδώ μια σαρκωμένη εσχατολογία, έναν -πάλι κατά
το παλαμικό υπόδειγμα- διαρκή σαββατισμό694, πράγμα που δε θα
συνέβαινε με έναν ιστορικό ή με ένα συμβατικό θεολόγο, ο οποίος για
τον Πεντζίκη, εκφραζόμενο πολύ όμορφα έχει «λιποτακτήσει ἀπό τὸ
πάντοτε ἐνεστώς, κρίνει ἐν ὀνόματι τῶν τετρακοσίων δραμιῶν τοῦ
ἐγκεφάλου του, μιλάει γιὰ τὸ παρελθόν καὶ ζεῖ στὸ μέλλον».695Δεν είναι
παρά ένας μεταπράτης που διαφέρει από τον πνευματικό δημιουργό, ο
οποίος υπερβαίνει τη σύμβαση του χωροχρόνου, τον κλωβό της
γεωγραφίας και της ιστορίας, εκκλησιαζόμενος.

ἐκείνων γεύει καὶ ἀπορρήτων ἀγαθῶν, ἃ ὀφθαλμός ἐμπαθοῦς καὶ ἀμελοῦς οὐκ οἶδε… Καὶ ἡ γεῦσις
αὕτη ἀρραβών ἐστίν αὐτῶν, καὶ ἡ τοὺς ἀρραβῶνας τούτων δεχομένη ἡ καρδία πνευματική γίνεται καὶ
τῆς οἰκείας σωτηρίας λαμβάνει πληροφορίαν.. οὕτω γὰρ καὶ συμπολίτης ἔσται τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ»,
βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 20, Εἰς τὸ Η΄ Ἑωθινόν, PG 151,273 CD.
691
Δημήτρη Κουτρουμπή, Η χάρις της Θεολογίας, σελ. 181.
692
Πεντζίκη, Ὁμιλήματα, σελ.. 58
693
«Ἐπαινῶ τὸν εἰπόντα τὴν ταπείνωσιν ἀληθείας εἶναι ἐπίγνωσιν», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Α΄ πρὸς
Βαρλαάμ, Συγγρ. Α, σελ. 236.
694
Ο σαββατισμός κατά τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά, σημαίνει και απραξία κακών, εύχεται μάλιστα ο
ίδιος στους χριστιανούς να κάνουν όλες τις ημέρες Σάββατα: «…ποιήσετε καὶ ὑμεῖς πάσας τὰς ἡμέρας
σάββατα διὰ τῆς ἀπραξίας τῶν κακῶν», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 21, Εἰς τὴν Ἀνάληψιν…, PG
151,284 D.
695
Πεντζίκη, Ὁμιλήματα, σελ. 100.

176

Δεν είναι διαφορετική η σαρκωμένη εσχατολογία από την ένσαρκη
ταπείνωση, η οποία κατά τον Παλαμά τελειοποιείται δια της ειρήνης των
λογισμών, είναι συνεκτική κάθε αρετής και διαφοροποιείται ουσιωδώς
από την ταπεινολογία που διαμορφώνεται με ευχέρεια και σχήματα
λόγου από εκείνον που θέλει∙ όταν είναι πραγματική επιβεβαιώνεται από
το αγαθό και θείο Πνεύμα το οποίο και την κτίζει μέσα στην καρδιά, ως
επισκίαση της χάριτος696.
Η “ανυπαρξία” στο παρόν για την οποία κάνει λόγο ο Πεντζίκης
δεν έχει καμία σχέση με εκμηδένιση της προσωπικότητάς του, αλλά με
πραγματική εύρεση του προσώπου του εν Χριστώ, όπου ο πεζογράφος,
«ἑν ἑτέρᾳ μορφῇ»697 παιζωγράφου, «αφήνει τα κάτω τα άνω φρονεί, τοις
άνω συνάπτεται, εκείνα νοεί»698, όπως θα έλεγε ένας αναβιωτής της
παλαμικής παράδοσης στους έσχατους καιρούς, ο γέροντας Ιωσήφ ο
σπηλαιώτης και ησυχαστής, εννοώντας τον γλυκύτατο εν Χριστώ
σαββατισμό.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς699 σχολιάζοντας το εδάφιο της
Γενέσεως «καὶ εὐλόγησεν ὁ θεός τὴν ἡμέραν τὴν ἑβδόμην καὶ ἡγίασεν
αὐτήν, ὅτι ἐν αὐτῇ κατέπαυσεν ἀπό πάντων τῶν ἔργων αὐτοῦ, ὧν ἤρξατο
ὁ θεός ποιῆσαι»700 παρατηρεί ότι αφού ο Θεός κατέπαυσε από τα έργα
του τα οποία άρχισε να εκτελεί, άρα υπάρχουν έργα του Θεού που ούτε
άρχισε να εκτελεί, ούτε έπαυσε να εκτελεί. Αυτής της φύσεως τα έργα
πρέπει να ζητάει ο άνθρωπος και προς αυτά να τείνει, όπως ακριβώς ο
Κύριος κατέπαυσε από τα αισθητά και αγίασε την ημέρα την εβδόμη,
σαν είδος επανόδου από τα κάτω προς εκείνα τα ανώτερα και
696

«… τὴν τῶν λογισμῶν εἰρήνην, τὰ πρῶτα χορηγεῖ μεθ’ ἧς τὴν γεννητικήν τε καὶ συνεκτικήν
ἁπάσης ἀρετῆς τελειοῖ ταπείνωσιν, οὐ τὴν ἀνυσίμοις εὐχερῶς τῷ βουλομένῳ ρήμασί τε καὶ σχήμασι
συνισταμένην, ἀλλὰ τὴν ὑπὸ τοῦ ἀγαθοῦ καὶ θείου Πνεύματος μαρτυρουμένην, ἣν αὐτό κτίζει τὸ
Πνεῦμα τοῖς ἐγκάτοις ἐγκαινιζόμενον», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Πρὸς Μοναχήν Ξένην, Περί παθῶν καὶ
ἀρετῶν.., PG 150, 1077D-1080 A.
697
Μαρκ. 16,12.
698
Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή 28, σελ. 166.
699
«… ἐν αὐτῇ κατέπαυσεν ὁ Θεός ἀπό πάντων τῶν ἔργων αὐτοῦ ὧν ἢρξατο ποιῆσαι. Οὐκοῦν ἐστὶν
ἔργα τοῦ Θεοῦ ἅπερ οὒτε ἤρξατο ποιεῖν οὔτε κατέπαυσεν ποιῶν… Θέλων οὗν ὁ Θεός τῶν τοιούτων
ἔργων ἡμῖν τὴν δυνατήν γνῶσιν παρασχεῖν καὶ ταῦτα δεῖξαι ζητητέα μᾶλλον τῶν ὑπ’ αἴσθησιν
ἁπάντων, τὴν ἑβδόμην καθ’ ἣν κατέπαυσε τὰ αἰσθητά ποιῶν εὐλόγησέ τε καὶ ἡγίασεν, ὡς ἐπάνοδον
οἷον οὖσαν διὰ τῆς καταπαύσεως ἀπό τῶν κάτω πρὸς ἐκεῖνα τὰ κρείττω καὶ ὑπερκόσμια… ἐν ἕξ
ἡμέραις ἐργασάμενος κόσμον, κατά τὴν ἑβδόμην εἰς τὸ οἰκεῖον ὕψος, ὃ μηδ’ ἀπέλιπε, θεοπρεπῶς
ἐπανῆλθε καὶ τὴν κατ’ αὐτήν κατάπαυσιν εὐλογημένην μᾶλλον ὑπέδειξε, διδάσκων καὶ ἡμᾶς ζητεῖν
εἰσελθεῖν… εἰς ἐκείνην τὴν κατάπαυσιν, ἥτις ἐστίν ἡ κατά νοῦν ἡμῶν θεωρία καὶ ἡ διὰ ταύτης πρὸς
Θεόν ἀνάνευσις..», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 17, Δεικνῦσα τὸ τοῦ Σαββάτου… μυστήριον, PG
151,225 AΒC.
700
Γεν. 2,3 και Εβρ. 4,4.

177

υπερκόσμια. Υπέδειξε ως ευλογημένη την κατάπαυση αυτή, διδάσκοντας
και τον άνθρωπο να ζητάει να εισέλθει το κατά δύναμη σε αυτήν, δηλαδή
στη θεωρία του νου και τη συνακόλουθη ανύψωση προς το Θεό. Γι’ αυτό
και παροτρύνει τους ακροατές του να αναζητούν αυτόν το διαρκή
σαββατισμό, να ζούν το Σάββατο και τις άλλες μέρες της εβδομάδας,
αποφεύγοντας κάθε τι το μη αρεστό στο Θεό, σχολάζοντας ακόμα και
από αθώα λόγια και έργα, παραμένοντας στην Εκκλησία με προσοχή
στην ανάγνωση, την ψαλμωδία, την προσευχή και τη διδασκαλία,
πολιτευόμενοι κατά το ευαγγέλιο του Χριστού, μετέχοντας του σώματος
και του αίματός Του.701
Αυτός ο τρόπος τού να μην υπάρχει στο παρόν, του
εκκλησιαστικού Πεντζίκη, έχει ένα χαρακτήρα απλού, ταπεινού,
παιδικού φρονήματος, ακριβώς γιατί και τα παιδιά με το παιδικό, ταπεινό
τους φρόνημα ζουν το παρόν σαν μια αιώνια στιγμή. Ο Πεντζίκης γράφει
αναζητώντας αυτήν ακριβώς τη στιγμή, όπου ο χρόνος καταργείται. Με
την πράξη του αυτή βιώνει την κατάργηση του παρελθόντος, αλλά και
του μέλλοντος, «ἔτσι ὅπως ὑποχρεούμαστε νὰ καταλάβουμε στὸ στίχο
τοῦ Ἁγίου Ρωμανοῦ τοῦ ποιητοῦ ποὺ ἀναφωνεῖ: “Παιδίον νέον ὁ πρὸ
αἰώνων Θεός”»702.
Θυμίζει ο Πεντζίκης αυτό που λέει όμορφα ο καθηγητής Νησιώτης
(†1986): «το Τώρα είναι σύνθεσις των δύο άλλων εκτάσεων, του
παρελθόντος και του μέλλοντος και χαίρει δια τούτο προτεραιότητος».703
Ο Θεσσαλονικιός συγγραφέας και ζωγράφος και τα παιδιά βλέπουν τα
πάντα παροντικά, γιατί έχουν απλό οφθαλμό και άρα φωτεινό σώμα.704
«Ἡ ἁπλότητα», λέει ο Πεντζίκης «εἶναι ἕνας χαρακτήρας τῆς
συνείδησης, δίχως καμιά ἐξάρτηση ἀπό παρελθόν καὶ μέλλον, μιὰ
θαυμάσια γέφυρα705 ποὺ μέσα σὲ μιὰ στιγμή συγκεντρώνει ὅλους τοὺς
701

«Ὑμεῖς δὲ… ἐάν ἀπέχησθε τῆς πλεονεξίας καὶ τῆς πρὸς ἀλλήλους ἀπεχθείας…, καὶ ἀπὸ τῶν
ἀνεγκλήτων δεῖ σχολάζειν ἔργων τε καὶ λόγων καὶ μεθ’ ὑπομονῆς παραμένειν τῇ τοῦ Θεοῦ ἐκκλησίᾳ
καὶ ὑπέχειν τὰ ὦτα μετὰ συνέσεως τῇ ἀναγνώσει καὶ τῇ διδασκαλίᾳ καὶ προσέχειν μετὰ κατανύξεως
τῇ δεήσει καὶ ταῖς προσευχαῖς καὶ τοῖς ὕμνοις τοῖς πρὸς τὸν θεόν∙ ἀναπληρώσετε γὰρ οὕτω καὶ ἡμεῖς
τὸ σάββατον κατά τὸ εὐαγγέλιον τῆς τοῦ Θεοῦ χάριτος πολιτευόμενοι… καὶ… τὸ ὄμμα τῆς διανοίας
ἀνατείναντες Χριστόν, ὃς υἱούς ἐποίησεν ἡμᾶς Θεοῦ, οὐκ εἰσποιητούς ὀνόματι ψιλῷ ἀλλ’ ἐν κοινωνία
θείου πνεύματος, σαρκί τε καὶ αἵματι τῷ ἑαυτοῦ, θεῷ καὶ ἀλλήλοις προσῳκειωμένους», βλ. Γρηγορίου
Παλαμά, Ὁμιλία 21, Εἰς τὴν Ἀνάληψιν…, PG 151,284 D-285 A.
702
Πεντζίκη, Ὁμιλήματα, σελ. 101.
703
Νίκου Νησιώτη, Υπαρξισμός και Χριστιανική Πίστις, σελ. 128-129, βλ. και Αναστ. Πολυχρονιάδη,
Ο ενεστώς του μέλλοντος, σελ. 180, παραπομπή αριθμ. 7.
704
Ματθ. 6,22: «ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμα σου φωτεινόν ἔσται».
705
Η λέξη “γέφυρα” εδώ, αναφορικά με την απλότητα, παραπέμπει στην έκφραση “οντολογική
γεφύρωση” του καθηγητή Κεσελόπουλου, που αναφέρεται στο χάσμα μεταξύ ζώντων και

178

κόσμους ἐν ὁμονοίᾳ».706 Έτσι ο άνθρωπος απλούς βρίσκεται εν τω απλώ
Θεώ.
Αλλά και κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά η απλότητα είναι
θεοποιός άκτιστη ενέργεια, μας τη χαρίζει ο Υιός, ο οποίος μας μεταθέτει
πέρα από τον εαυτό μας, επιστρέφοντάς μας προς την ενότητα του
συναγωγού Πατέρα707 και ως άκτιστη ενέργεια (ενν. η απλότητα) που
προϋπάρχει σ’ αυτόν φυσικώς708, περιέχει όλο το Θεό. Έτσι ο άνθρωπος,
στολισμένος με την απλότητα και την πίστη, αισθάνεται “μονιασμένος”
με τα πάντα ανακεφαλαιώνοντας στον εαυτό του όλους τους κόσμους και
ενώνεται τελικά ο ίδιος δι’ αγάπης με τον άκτιστο Θεό, αφού η αγάπη
είναι η δύναμη «ἡ τὸν ἄνθρωπον τῷ Θεῷ θεοῦσα διὰ τὸ φιλόθεον».709
Αυτός ο εκκλησιαστικός τρόπος ζωής είναι ένας διαρκής πόθος για
τον Πεντζίκη, καθώς και ένα ζητούμενο διακονίας του δια της
λογοτεχνίας και της ζωγραφικής. Γράφει στο βιβλίο του Ο πεθαμένος και
η ανάσταση: «Τότε θυμήθηκα τὴ διήγηση ἀπό ἕνα ὄνειρο ποὺ εἶχε δεῖ
ἐπανειλημμένα ἡ γιαγιά μου, ἡ μητέρα τῆς μητέρας μου, πὼς στὸ πατρικό
μας σπίτι ἀπό κάτω ἦταν ἐκκλησία θαμμένη. Τῆς παρουσιάζονταν
Σεβάσμια μορφή, ποὺ ἔδινε ἐντολή νὰ γκρεμίσουμε τὸ σπίτι καὶ νὰ
σκάψουμε, νὰ βροῦμε ἀπό κάτω τὴν Ἐκκλησία».710
Αυτή την ανασκαφή έκανε ο Πεντζίκης τρόπο ζωής του,
ανασκάπτοντας δια βίου τον εαυτό του και εν ταυτώ το Ενθάδε και το
Κοσμικό, καθαγιάζοντάς τα εν ονόματι του Επέκεινα, που συναντά
σαρκωμένο στην Εκκλησία. Μόνον έτσι μπορεί να εννοηθεί η φράση:
«Ἔβλεπα τὸν Χρόνο ποὺ παρέρχεται ἢ μένει καὶ ἔρχεται νὰ μὴν εἶναι
πολτός, μάζα ἀχαρακτήριστη, λάσπη, ἀλλά ζυμωτό ψωμί καὶ τὰ χείλη

κεκοιμημένων και στην αποκατάσταση της μεταξύ τους κοινωνίας, που λαβαίνει σάρκα στη ζωή της
Εκκλησίας, βλ. Ανέστη Κεσελόπουλου, Από τον Παπαδιαμάντη στον Πεντζίκη, σελ. 248.
706
Πεντζίκη, Ομιλήματα, σελ. 113.
707
«… οὐ δύναταί τις ἐλθεῖν πρὸς τὸν Πατέρα, εἰ μὴ δι’ Υἱοῦ, τοῦ ὑπεράνω τιθέντος ἡμῶν αὐτῶν ἡμᾶς
καὶ τὴν θεοποιόν ἁπλότητα διδόντος καὶ πρὸς τὴν τοῦ συναγωγοῦ Πατρός ἐπιστρέφοντος ἑνότητα»,
βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, 2,3,42, Συγγρ. Α, σελ. 576.
708
«Αὐτό γὰρ τὸ ἁπλοῦν, δι’ ὃ πανθ’ οὗτοι τὰ φυσικῶς προσόντα τῷ θεῷ μηδέν διαφέρειν τῆς θείας
φύσεώς φασι, καὶ ἄκτιστον ἴσμεν καὶ φύσιν τοῦ θεοῦ οὐκ ἴσμεν ὄν· “οὐ γὰρ δὴ φύσις αὐτῷ ἡ ἁπλότης”,
φησίν ὁ θεολόγος Γρηγόριος (Λόγος 38, Εἰς τὰ Θεοφάνια , PG 36, 317 D-320 A, και Λόγος 45, Εἰς τὸ
Ἅγιον Πάσχα 3, PG 36,628 B). Καίτοι ποιητής ὑπάρχων ὁ θεός τῶν ἐν νοῖς τε καὶ σώμασιν ἁπλοτήτων
φυσικῶν, ὡς ἐνέργειαν ἔχει τὴν ἁπλότητα προσοῦσαν φυσικῶς», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Διάλογος
Ὀρθοδόξου μετά Βαρλααμίτου, 36, Συγγρ. Β, σελ. 199.
709
Ανέστη Κεσελόπουλου, Πάθη και αρετές…, σελ 186, με παραπομπή αριθμ. 96 στο Περί διαφόρων
ἀποριῶν, του Μαξίμου ομολογητού, PG 91,1084 C.
710
Μνημ. ανωτ. έργ. σελ. 153.

179

μου ἔλεγαν: “τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν”»711 , όπως και το
ότι «τὰ Πατερικά λόγια εἶναι ψωμί καὶ τυρί καὶ σὲ τρέφουν. Εἶναι τροφή
τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος. Διατηρεῖσαι μὲ αὐτά».712
Θα ήταν έωλο να υποστηρίξει κανείς ότι η εμπειρία του Πεντζίκη
και του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, δεν έχει ως προϋπόθεση και
θεμέλιο τη συμμετοχή στα μυστήρια της Εκκλησίας. Η συνάντηση με το
Χριστό είναι εμπειρική, όπως εμπειρική είναι η συνάντηση της
ανθρώπινης ελευθερίας με τη χάρη του Θεού. Η λειτουργική αναφορά
του ανθρώπου στο Χριστό και τα μυστήρια της Εκκλησίας, είναι το
προαπαιτούμενο για να καθαρθεί η ψυχή από τα πάθη. Σύμφωνα και με
τον καθηγητή Κεσελόπουλο «ο άνθρωπος προσκομίζει στην Εκκλησία
όλο το μολυσμό και την ακαθαρσία του, για να βρει εκεί αυτή η
προσαγωγή του την αντίστοιχη υποδοχή, το αντίστοιχο μυστήριο
συναντήσεως της ανθρώπινης ελευθερίας με τη θεία Χάρη».713
Το σώμα και το αίμα του Χριστού συγκεφαλαιώνουν το χώρο και
το χρόνο του ανθρώπου. Το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας είναι ο
ουσιαστικότερος τρόπος να ενωθεί ο άνθρωπος υπαρκτικά με το Θεό.
Είναι η κατάφασή του, η εκπεφρασμένη θέλησή του να ζήσει το
μυστήριο και την καθαρότητα της Εκκλησίας.714 Μετέχοντας στο
μυστήριο, ο άνθρωπος μετέχει στο Χριστό, έτσι ώστε η φροντίδα για
εσωτερική κάθαρση να προεκτείνεται σε ολόκληρη τη ζωή του πιστού.
Αν με όλα τα μυστήρια κοινωνούμε τη χάρη του Χριστού, με τη θεία
Ευχαριστία κοινωνούμε τον ίδιο το Χριστό: «οὐ γάρ τι τῶν αὐτοῦ, ἀλλ’
αὐτόν μετέχομεν».715
Κατά την Ορθόδοξη εκκλησιολογία, η Εκκλησία βρίσκεται
αντικειμενικά εκεί όπου ενεργείται η αποστολική διακονία της
ενσωματώσεως, εκεί όπου ο επίσκοπος με την αποστολική εξουσία του,
μαρτυρεί την αυθεντικότητά της και ολοκληρώνει εν τω προσώπω του
τους ενωμένους ανθρώπους σε σύναξη λειτουργική, σε Σώμα Χριστού.716
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς μάλιστα αναφέρει ότι τελώντας κατά την
711

Πεντζίκη, Τὸ μυθιστόρημα τῆς κυρίας Ἔρσης, σελ. 328.
Βλ. τη συνέντευξη του Πεντζίκη στο Σωτήρη Γουνελά στο περιοδ. Σύναξη 38, σελ. 67.
713
Ανέστη Κεσελόπουλου, Πάθη και αρετές…, σελ. 109-110.
714
«ἵνα παραστήσῃ αὐτήν ἑαυτῷ ἔνδοξον τὴν ἐκκλησίαν, μὴ ἔχουσαν σπίλον ἢ ρυτίδα ἤ τι τῶν
τοιούτων, ἀλλ’ ἵνα ᾗ ἁγία καὶ ἄμωμος», βλ. Εφεσ. 5,27.
715
Νικολάου Καβάσιλα, Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, Λόγος 4, PG 150,584 D, βλ. και Ανέστη
Κεσελόπουλου, Πάθη και αρετές…, σελ. 112.
716
Βλ. εκτενέστερα Paul Evdokimov, L’Orthodoxie, pp. 145-185.
712

180

εντολή του Χριστού την ανάμνησή του717 ιερουργούσε καθημερινώς τα
θειότατα μυστήρια και μετείχαν σ’ αυτά οι εκκλησιαζόμενοι718, ύστερα
από την απαραίτητη πνευματική προετοιμασία719, την οποία και
συνιστούσε.
Κατηγορώντας επιπλέον τον Βαρλαάμ, τον ψέγει γιατί ολόκληρο
το χρονικό διάστημα720 που βρισκόταν μαζί τους δεν θεάθηκε να
συμμετέχει στη Θεία Ευχαριστία, ούτε δέχτηκε κάποιον άλλον αγιασμό
της Ορθόδοξης Εκκλησίας, γι’ αυτό και τον υποπτεύεται για
λατινόφρονα.721
Μεγάλο στήριγμα αποτελεί για τον Πεντζίκη η Θεία Κοινωνία, δια
της οποίας νικάει πάντα εχθρό και πολέμιο. Μπορεί να θεωρεί τον εαυτό
του τιποτένιο και αμαρτωλό722, αλλά η απόγνωση και η απελπισία δεν
έχουν θέση στη ζωή του, εφόσον κοινωνάει και αισθάνεται
επαναλαμβάνοντας το όνομα του Χριστού, ότι αυτό είναι «η βρύση κάθε
χαράς».723 «Καταλαβαίνω τώρα» γράφει, «γιατί γίνεται τόσος ἀγώνας,
προκειμένου νὰ δεχτεῖ τὴ μεταλαβιά ὁ καταδικασμένος σὲ θάνατο
ἐγκληματίας. Ἀρκεῖ νὰ δεχτεῖ νὰ πεῖ τὸ ὄνομα Χριστός καὶ τὴν ἴδια ὥρα
τοῦ θανάτου τὸν πλημμυρᾶ ἡ χαρά. Ὁ παρών ἄνθρωπος διὰ τοῦ σώματος
καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἀπέθανε καὶ ἀνεστήθη, μπολιάζεται
τὸν μέλλοντα ἄνθρωπο τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Τὸ χάος καὶ ἡ κόλαση, εἶναι
717

Λουκ. 22,19: «…τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν».
«Τούτου τὴν ἀνάμνησιν ὁσημέραι κατά τὴν αὐτοῦ ἐντολήν ποιούμενοι, καὶ ἱερουργοῦμεν τὰ
θειότατα καὶ μετέχομεν τούτων», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 8, Περί πίστεως, PG 151,100 B, βλ.
και Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 38, Εἰς τὸ Α΄ Ἑωθινόν…, PG 151,481 BC: «…τὸ βρῶμα καὶ τὸ πόμα,
τοῦ Χριστοῦ σώματος καὶ αἵματος, ὧν ἡμεῖς καθ’ ἑκάστην ὡς εἰπεῖν μετέχομεν».
719
«… πῶς ἐν ἡμῖν αὐτοῖς σχῶμεν τὸν θεόν καὶ σύσσωμοι αὐτῷ γενώμεθα, μὴ προαποθέμενοι τὰς
ἁμαρτίας δι’ ἐξομολογήσεως μηδέ τῶν ἐξ’ αὐτῶν προσγενόμενον ρύπον τῇ ψυχῇ ἐλεημοσύνῃ… καὶ
τοῖς ἄλλοις τῆς μετανοίας ἔργοις ἀποκαθάραντες;», βλ. Σοφοκλέους Οικονόμου, Ὁμιλία 56, Περί τῶν
ἁγίων καὶ φρικτῶν τοῦ Χριστοῦ μυστηρίων, σελ. 203.
720
Ο πατήρ Θεόκλητος ο Διονυσιάτης αναφέρει χρονικό διάστημα δεκατεσσάρων ετών, βλ. Ο άγιος
Γρηγόριος ο Παλαμάς, σελ. 167. Δε στάθηκε δυνατό να εντοπίσω σε παλαμικό κείμενο, συγκεκριμένο
χρονικό διάστημα.
721
«Τοιγαροῦν σκηνή πᾶς ὁ λόγος αὐτῷ, κωμωδοῦσα καὶ παίζουσα τὰ ἡμέτερα, καὶ ἣν ἐκκλησίαν ἐκεῖ
καὶ σύνοδον ἱεράν καὶ ἁγίαν φησί, τὴν τῶν Λατίνων ἕοικε λέγειν. Ὅτι γὰρ ἐν πᾶσι μᾶλλον κατ’
ἐκείνην φρονεῖ, τεκμηριώσαιτ’ ἂν τις καὶ τῷ μηδ’ ὀντινοῦν σχεδόν ἁγιασμόν ἀπὸ τῆς ἡμετέρας
ἐκκλησίας προσήκασθαι, τοὺς ἐκεῖθεν ἀπομάττοντα σπίλους, καὶ ἵνα τἄλλα παρῶ, τοσοῦτον ἤδη
χρόνον ἀφ’ οὗπερ ἐπεδήμησεν ἡμῖν οὐδείς ἑώρακεν αὐτόν τῆς ἁγιωτάτης εὐχαριστίας ἐν μεθέξει
γενόμενον· …», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων 3,1,5, βλ. Συγγρ. Α, σελ. 619.
722
Στη συνέντευξή του στο περιοδικό Το Τέταρτο 2, τον Απρίλιο του 1985, ο Πεντζίκης λέει στο
δημοσιογράφο ότι πολλοί τον θεωρούν “πόρνο” χριστιανό. Στην ερώτηση του δημοσιογράφου αν
δέχεται το χαρακτηρισμό, απαντάει και μάλιστα με επιφώνημα ενθουσιασμού, ότι μετά χαράς δέχεται
τον οποιοδήποτε περί του προσώπου του χαρακτηρισμό. Στην ίδια συνέντευξη αναφέρεται σε κάποιον
όσιο Λεόντιο, ο οποίος έλεγε ότι δεχόταν οποιοδήποτε περί του προσώπου του χαρακτηρισμό, πλην
αυτόν του αιρετικού, για τον οποίο θα διαμαρτυρόταν. Βλ. μνημ. περιοδ. σελ. 99, 103.
723
Πεντζίκη, Ομιλήματα, σελ. 90.
718

181

γιὰ ὅσους εὑρισκόμενοι ἐνταῦθα δὲν μποροῦν νὰ δεχτοῦν τὴν μορφοποιό
δύναμη τοῦ λόγου τοῦ Κυρίου, στὸν χρόνο τὸν ἐπέκεινα».724
Το κείμενο εδώ, δείχνει πως πολλές φορές αισθάνθηκε να τον
απελευθερώνει ο Χριστός, πράγμα που τον μυεί έτι περαιτέρω στο
μυστήριο της ζωής Του, με το να εμβολιάζει τον κυκεώνα μιας
απονοηματισμένης από την αμαρτία ανθρώπινης ζωής και τον ασφυκτικό
κλοιό του χωροχρόνου στη Θεανθρωπότητά Του. Έτσι ο όλος άνθρωπος
μορφοποιείται σε κατά χάριν θεάνθρωπο.
Εκεί κατανοεί ο Πεντζίκης τη μεγάλη αγάπη του Θεού για τον
άνθρωπο που οικονόμησε την ευχαριστιακή μετουσία απόλυτα
αγαπητικά. Βλέποντας ο άνθρωπος το ορώμενο, που είναι ο άρτος,
καταφλέγεται από αγάπη και πόθο για την «ἔνδον κρυπτομένη
θεότητα».725
Ηθική μίμηση του Χριστού για τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά και για
τον Πεντζίκη, σημαίνει τη μυστηριακή ένωση μ’ Εκείνον. Η τριπλή
κατάδυση και ανάδυση κατά το βάπτισμα είναι τύπος της τριημέρου
ταφής και έγερσης του Χριστού. Για σύνολη την Ορθόδοξη παράδοση
και για τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά η σάρκα του Χριστού ως σώμα του
ενανθρωπήσαντος Λόγου του Θεού, αποτελεί το σημείο επαφής του
ανθρώπου με το Θεό726 και δείχνει το δρόμο για υπαρκτική κοινωνία με
την αρετή του Χριστού, επομένως το ήθος και η αρετή κατά τον Παλαμά
έχουν θεμέλιο τη Χριστολογία και τα μυστήρια, όπως και η θεολογία της
συμμετοχής του σώματος βασίζεται στην εμπειρία του ακτίστου φωτός.
Στη Θεία Μετάληψη ο Θεάνθρωπος Χριστός ενώνεται με τον άνθρωπο
και κατά την ψυχή και κατά το σώμα, «σύσσωμος ἡμῖν γίνεται».727
Έτσι το σώμα του Χριστού, η Εκκλησία, δεν τρέφει μόνον, αλλά
και διδάσκει στους πιστούς την κοινωνία και τα παθήματα του
Εσταυρωμένου, δείχνοντας τον τρόπο τής προς τον πλησίον και το Θεό
αγάπης, του ταπεινού φρονήματος, της υπακοής, της ζωοποιού
724

οπ. σελ. 90-91.
«Ὁ γὰρ ἄρτος οὗτος οἷόν τι καταπέτασμά ἐστίν ἔνδον κρῦπτον τὴν θεότητα…», βλ. Σοφοκλέους
Οικονόμου, Ὁμιλία 56, Περί τῶν ἁγίων καὶ φρικτῶν μυστηρίων τοῦ Χριστοῦ, σελ. 205.
726
Jean Meyendorff, Introduction à l’ étude de Grégoire Palamas, p. 214.
727
«ἀλλ’ ὦ θαύματος οὐδεμίαν ἀπολείποντος ὑπερβολήν, καὶ αὐταῖς ταῖς ἀνθρωπίναις ὑποστάσεσιν
ἑνοῦται, τῶν πιστευόντων ἑκάστῳ συνανακιρνῶν ἑαυτόν διὰ τῆς τοῦ ἁγίου σώματος αὐτοῦ
μεταλήψεως, καὶ σύσσωμος ἡμῖν γίνεται καὶ ναόν ὅλης τῆς θεότητος ἡμᾶς ἀπεργάζεται-καὶ γὰρ ἐν
αὐτῷ τὸ τοῦ Χριστοῦ σώματι “κατοικεῖ πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς” (Κολ. 2,9)», βλ.
Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων 1,3,38, Συγγρ. Α, σελ. 449.
725

182

νεκρώσεως των παθών και γενικά της κατά Θεόν ζωής.728 Ο πιστός,
σύσσωμος με το Χριστό, διδασκόμενος από την Εκκλησία, ζει ως
παρούσα εμπειρία τον αρραβώνα των μελλουσών ελπίδων729, δηλαδή τη
θέωση, όπου παραδόξως η ιστορία και τα έσχατα συνδέονται στο σώμα
του Χριστού.
Ο εκκλησιασμός σύνολης της ζωής του πιστού, κατά τον Πεντζίκη,
έχει σαν αποτέλεσμα την υπέρβαση των χωροχρονικών συμβάσεων,
επειδή μέσα στο σώμα του Χριστού η ιστορία και η γεωγραφία
καταλύονται ή μάλλον επανευρίσκονται εν ετέρα μορφή, πράγμα που
υπογραμμίζει ως σφοδρή επιθυμία και ο μεγάλος Ρώσος σκηνοθέτης,
ηθοποιός και συγγραφέας, Αντρέι Ταρκόφσκι: «Το σπουδαιότερο απ’
όλα είναι να βρω το χρόνο μέσα στο χρόνο»,730 υπονοώντας την
«ἀνεύρεση τοῦ φρέατος τῆς ἀγάπης ποὺ κρύβεται σ’ ὅλων τῶν ἀνθρώπων
τὰ σωθικά, ἀρδεύοντας μὲ ἀθανασία τὰ φθειρόμενα πήλινα σώματά
τους»,731 όπως κατονομάζει την ίδια διαδικασία ο Πεντζίκης,
αναφερόμενος στο σκοπό της μελέτης, της συγγραφής και της
ζωγραφικής, που κάθε άλλο παρά η απόκτηση γνώσεων και η τέρψη
είναι.
Γι’ αυτό και η αίσθηση που έχει κανείς διαβάζοντας τα κείμενα
του Θεσσαλονικιού λογοτέχνη και ζωγράφου, είναι ότι συγγραφείς
αντιφατικοί μεταξύ τους, ανεξαρτήτως χρονικών και γεωγραφικών
αποστάσεων, έλληνες ή ξένοι, πιστοί ή ολιγόπιστοι732, συν-ευρίσκονται
τη δημιουργική στιγμή της συγγραφής. Αλλά και στους πίνακές του,
πολλές φορές ζωντανοί και πεθαμένοι εκκλησιάζονται μαζί. Είναι η
φιλάνθρωπη ματιά, η φιλόστοργη πνοή του συγγραφέα που τους συνδέει,
όχι αμνηστεύοντας τα πάθη τους, αλλά αγαπώντας τους εν τω Χριστώ

728

«Ὁμοῦ τε γάρ τρεφόμεθα παρ’ αὐτοῦ καὶ διδασκόμεθα κοινωνεῖν ταῖς ἀρεταῖς καὶ τοῖς παθήμασιν
αὐτοῦ, ἵνα καὶ αἰωνίως συζήσωμεν καὶ συμβασιλεύσωμεν αὐτῷ… λαλεῖ δὲ τοῦτο καὶ ἡμῖν, δεικνῦον
ἀριδήλως τὴν ὁδόν τῆς ἀγάπης· ὅτι καὶ αὐτός διὰ τὴν εἰς ἡμᾶς ἀγάπην… τὴν ὁδόν τῆς ταπεινώσεως
ὑποδείξας,…τὴν ὁδόν τῆς ὑπακοῆς…τὴν ὁδόν τὴν διὰ τῆς τῶν παθῶν νεκρώσεως ζωήν ἡμῖν
χαριζομένην αἰώνιον», βλ. και Σοφοκλέους Οικονόμου, Ὁμιλία 56, Περί τῶν ἁγίων καὶ φρικτῶν τοῦ
Χριστοῦ μυστηρίων, σελ. 211-212.
729
Ματθ. 13,43 και Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων 2,3,66, Συγγρ. Α, σελ. 599: «ὃ
νῦν μὲν καὶ τοῖς τὰ ἐναγῆ πάντα δι’ ἀπαθείας καὶ τὰ καθαρά διὰ τῆς εἰλικρινοῦς καὶ ἀΰλου
διαβεβηκόσι προσευχῆς ἐν ἀρραβῶνος μέρει μετρίως προφαίνεται».
730
Αντρέι Ταρκόφσκι, Μαρτυρολόγιο, σελ. 358.
731
Βλ. στο δοκίμιο του Πεντζίκη «Ὑποσυνειδήτου κλῖμαξ καὶ σουρρεαλισμός», στο Ἀντρέας
Δημακούδης…, σελ. 185.
732
Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου, Λογισμοί και απολογισμοί, σελ. 56.

183

και εν τη Εκκλησία, ακριβώς όπως οι Πατέρες προσλαμβάνουν τα
προσληπτά, ενώ περιττά και «καυσούμενα στοιχεῖα τήκεται».733
Μέσα στην Ομορφιά λοιπόν, φιλοξενείται συγκεφαλαιούμενος και
μεταμορφωμένος ο κόσμος σύμπας. Με τρόπο όμορφο ο Πεντζίκης
αναφέρεται σ’ αυτού του είδους την πνευματική εμπειρία: «… το ὡραῖο,
ὅταν ὑπάρχει πρὸς τοῦτο συγκίνηση, μπορεῖ νὰ κομματιαστεῖ καὶ νὰ
μεταφερθεῖ ἔξω ἀπό τὴν ἑνότητα ποὺ τὸ γέννησε, σὲ ἄλλη καὶ ἄλλη,
μέχρι ποὺ νὰ μπορεῖ ἕνας σήμερα νὰ περιβληθεῖ τὴν μυθική ἀλουργίδα
τῶν ἑπῶν τοῦ Ὁμήρου καί, ἐνδεδυμένος τὰ παλαιά, νὰ παρουσιάζεται
συγχρονισμένος, πρὸς τὶς πιὸ ἐπίκαιρες φιλοσοφικές ἀπόψεις».734
Αυτή τη συγκεφαλαίωση που ζει μέσα στην καρδιά του, όπου και
ποικιλοτρόπως του αποκαλύπτεται ο Μεγάλος Καλλιτέχνης, την οφείλει,
όπως λέει στην Εκκλησία: «Πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι πτωχός στὸ
πνεῦμα, πολλαπλῶς διὰ τῆς Ἐκκλησίας ἐνισχύθην. … Ἄλλος ὁ Χριστός
καὶ ἡ Ἁγία αὐτοῦ Ἐκκλησία, ὅπου συνεχίζει ὑπάρχων. Ἄλλος ὁ πλησίον
μας ἄνθρωπος ποὺ ἐν Χριστῷ, μέσα στὴν Ἐκκλησία παντρευόμαστε.
Ἄλλος! Ἐκείνη γυναίκα καὶ αὐτός ἄνδρας. Καὶ ὅμως τὸν ἀγαπῶ ὡς
ἑαυτόν μου. Ἄλλος ὑπῆρξε ὁ ανάδοχός μου ποὺ μ’ ἔντυσε μὲ τὴ στολή
τῆς πίστεως, ὅταν βαπτίστηκα ἐν Χριστῷ μωρό παιδί καὶ δὲν
καταλάβαινα. Τόσοι ἄλλοι εἶμαι ἐγώ. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ σῶμα
μου».735
Τον Όμηρο, τον οποίο αγαπάει και μνημονεύει ο Πεντζίκης,
λέγοντας μάλιστα ότι στα κείμενά του υπάρχει υποψία της τριαδικής
ενότητας και εγκώμιο για την παρθενία736 χρησιμοποιεί και ο άγιος
Γρηγόριος
Παλαμάς,
αναφέροντας
όρους
του
οι
οποίοι
επαναλαμβάνονται και από τον Αριστοτέλη. Συγκεκριμένα στην 56η
Ομιλία737 του γράφει: «Διό καὶ ὁ λόγος παλαιός ἐστιν ὁ καθωμιλημένος
οὗτος, ὁμοιότης, φιλότης738∙ ἡ δὲ τοῦ γαμηλίου συναλλάγματος ἔχειν τι
δοκεῖν τῶν ἄλλων πλέον». Αυτή η γαμήλια ορολογία χρησιμοποιείται
733

Β΄ Πετρ. 3,12.
Πεντζίκη, Πρὸς ἐκκλησιασμόν, σελ. 64.
735
Οπ. σελ. 64, 66-67.
736
Βλ. τη συνέντευξη του Πεντζίκη «Προσεύχομαι στὰ πράγματα γιὰ νὰ μὲ δώκουν ζωή», στο περιοδ.
Το Τέταρτο 2, σελ. 104.
737
Σοφοκλέους Οικονόμου, Ὁμιλία 56, Περί τῶν ἁγίων καὶ φρικτῶν τοῦ Χριστοῦ μυστηρίων…, σελ 206
-207.
738
Ο όρος παραπέμπει στην Οδύσσεια Ρ 218, «τὸν ὁμοῖον ὡς τὸν ὁμοῖον», τον οποίο χρησιμοποιεί και
ο Αριστοτέλης στα Ηθικά Νικομάχεια Η, α, βλ. και Ανέστη Κεσελόπουλου, Πάθη και αρετές…, σελ.
192-193.
734

184

από τον όσιο Ιεράρχη για να τονιστεί η ένωση του ανθρώπου με το
Χριστό κατά τη Θεία Ευχαριστία η οποία, εκτός από πνευματική, είναι
και σωματική739, δηλαδή έχει αγαπητική / ερωτική διάσταση. Τύπος
αυτής της ένωσης είναι η συζυγική ένωση.
Αλλού πάλι ο Πεντζίκης τονίζει την πληρότητα που αισθάνεται ο
άνθρωπος του Χριστού, η οποία είναι εντελώς ανάλογη με τη μετατροπή
του νερού σε κρασί κατά το γάμο στην Κανά. Έτσι κινούμενος ο Όμηρος,
ως πρόδρομος του Χριστιανισμού έλεγε τη θάλασσα «οἴνοπα πόντο»,
λέει ο ίδιος.740
Ο τρόπος του να κοιτάει εκκλησιαστικά όλα τα πράγματα τον
κάνει να είναι ευαίσθητος σε θέματα κατάκρισης απέναντι στους
ιερωμένους: «Ἐσυνέχισαν τέλος μὲ σχόλια γύρω ἀπό τὴ μόρφωση καὶ
ἠθική τῶν σημερινῶν ἱερωμένων… Τὸ ἐναντίον ὑπερθεμάτισα σὲ ὅσα
ἔλεγαν. Μπορεῖ, ἐτόνισα, αὐτό ποὺ συνήθως ἐννοοῦμε ὡς Ἐκκλησία, τὸ
κτήριο ἢ ὁ κοινωνικός θεσμός, οἱ πέτρες καὶ ἡ λάσπη ἢ ὁ κάθε
ταλαίπωρος θνητός ποὺ τὴν ὑπηρετεῖ, ὄχι μονάχα σήμερα, ἀλλά οὐδέποτε
νὰ μὴν ὑπῆρξαν ἀξιόλογα… Τὸ ζήτημα ὅμως ἐν τέλει, ὑπογράμμισα δὲν
εἶναι νὰ ἐξετάσουμε, ἂν ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι πράττουμε τὸ καλό, παρά ἐάν
εἶναι,
ναὶ

ὄχι
ἀπό
Θεοῦ καὶ
κατά συγκατάβαση
ἡ Ἐκκλησία μας, ἐν Χριστῷ δωρεά, ὅπως καὶ ἡ ὕπαρξή μας, ἀσχέτως ἂν
ἡμεῖς διὰ τοῦ παρόντος βίου τὴν κατασπιλώνουμε».741
Άλλοτε όμως φαίνεται αφοριστικός και αδιάλλακτος. Σε μια παρέα
που κατηγορούσε τους ιερείς και την Εκκλησία, «…έκαμνε υπομονή, δε
μιλούσε. Κάποια στιγμή όμως ξέσπασε θύελλα. Τους περιέλουσε όλους
αυτούς που τολμούν με ανόσια χείλη να θίγουν την κοινή μητέρα, την
Εκκλησία. Σηκώνεται και φεύγει πολύ θυμωμένος. Πέφτει εξαντλημένος
στο κρεβάτι του δωματίου του. Και τα μάτια του γίνονται δύο κρουνοί να
ζητήσουν το έλεος για τους αγνοούντας τον Κύριο και γι’ αυτόν (τον ίδιο

739

«Ἵν’ οὖν μὴ κατά πνεῦμα μόνον, ἀλλά καὶ κατά σῶμα ἓν ὧμεν μετ’ ἐκείνου, σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός
αὐτοῦ καὶ ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστῶν αὐτοῦ, τὴν διὰ τοῦ ἄρτου τούτου πρὸς αὐτόν συνάφειαν ἡμῖν
ἐχαρίσατο», βλ. Σοφοκλέους Οικονόμου, Ὁμιλία 56, Περί τῶν ἁγίων καὶ φρικτῶν τοῦ Χριστοῦ
μυστηρίων…, σελ. 206. Εδώ μάλιστα χρησιμοποιείται η ίδια η φράση του Αδάμ , όταν αναγνώρισε την
Εύα (Γεν. 2,23).
740
Πεντζίκη, Σημειώσεις ἑκατό ἡμερῶν, σελ. 199, εκδ. ΑΣΤΗΡ.
741
Πεντζίκη, Πρὸς ἐκκλησιασμόν, σελ. 60-61.

185

δηλαδή) που πρόσβαλε τα πλάσματα των χειρών Του, τους
συνανθρώπους του».742
Η ταπείνωση και τα συνακόλουθα με αυτήν δάκρυα που τον
κατακλύζουν εδώ, θυμίζουν τα γραφόμενα από τον άγιο Γρηγόριο τον
Παλαμά περί ταπείνωσης, ότι δηλαδή όταν κάποιον τον ερεθίζει κάποιο
εξωτερικό γεγονός κάνοντάς τον αλαζόνα και υπερήφανο, να έχει υπόψη
του ότι εκπίπτει από την πίστη και τη χάρη του Χριστού, παύει να είναι
άνθρωπος και γίνεται ατιμότερος των ατίμων και αλογότερος των
αλόγων∙ ας διορθώνει το συντομότερο τον εαυτό του με μετάνοια και
ταπείνωση, πράγμα που εφήρμοσε ο Πεντζίκης στο προηγούμενο
παράδειγμα.743
Αυτή η διαφορετική συμπεριφορά του Πεντζίκη στους ίδιους ή
διαφορετικούς ανθρώπους -πάντως το περιστατικό αναφέρεται ότι έλαβε
χώρα στην Καβάλα το 1957744- θυμίζει, τηρουμένων φυσικά των
αναλογιών, τη συμπεριφορά του αγίου Γρηγορίου απέναντι στο
Βαρλαάμ, όταν τη μακρόχρονη προσπάθεια ειρήνευσης στην οποία
επιδόθηκε ο Άγιος, δίχως να υπάρξει αλλαγή στάσης από τον αιρετικό,
ακολούθησαν, αφού εκείνος έκρινε ότι υπάρχει καιρός ησυχίας και
καιρός πολέμου κατά το Σολομώντα,745 οξύτατοι επιστολιμαίοι
διαξιφισμοί, χωρίς ωστόσο ο άγιος να παύσει τις αναγκαιότατες κοινές
δεήσεις και τις δακρύβρεκτες προσευχές του, με σκοπό τη μεταστροφή
του Καλαβρού και την ειρηνική διευθέτηση του ζητήματος.746

742

Το περιστατικό αναφέρει ο Μοναχός Πορφύριος Σιμωνοπετρίτης, Μνήμης ένεκεν, σελ 32.
«Οὐκοῦν ἀδελφοί, ὅταν τις ὑπό τινος τῶν αὐτῷ φυσικῶς…. τῶν ἔξωθεν προσγεγονότων ἐρεθίζηται
πρὸς ἀλαζονείαν καὶ οἴησιν, τοῦτο ἐπί νοῦν λαμβανέτω, ὡς καὶ τὴν πρὸς Θεόν πίστιν ἀμβλύνει καὶ τῆς
παρ’ αὐτοῦ χάριτος ἐκπίπτει καὶ τὸ ἄνθρωπον εἶναι σχεδόν ἀπόλλυσι καὶ τῶν ἀτίμων ἀτιμώτερος καὶ
τῶν ἀλόγων ἀλογώτερος γίνεται, καὶ διορθούσθω ταχέως ἑαυτόν ἐπιστρέφων διὰ τῆς μετανοίας πρὸς
τὴν ταπείνωσιν», βλ. Σοφοκλέους Οικονόμου, Ὁμιλία 43, Εἰς τὸ τῆς ΙΖ΄ Κυριακῆς τοῦ Ματθαίου
Εὐαγγέλιον…, σελ 28-29.
744
Ο πατήρ Πορφύριος στο Μνήμης ένεκεν ( σελ. 31) παραπέμπει σε τρία έργα του Πεντζίκη: στις
Σημειώσεις ἑκατό ἡμερῶν, σελ. 138, όπου δεν μπόρεσα να το εντοπίσω στις εκδόσεις του ΑΣΤΕΡΟΣ
και ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ που έχω (πρόκειται προφανώς για άλλη έκδοση;), στο Πρὸς ἐκκλησιασμόν,
«Ἔρως τῆς ἐκκλησίας», σελ. 62, και στην «Ἐπιστολή πρὸς Δούκα» του περιοδ. Ευθύνη, σελ. 33, χωρίς
να αναφέρει αριθμό τεύχους.
745
Εκκλ. 3,8: «καιρὸς τοῦ φιλῆσαι καὶ καιρὸς τοῦ μισῆσαι, καιρὸς πολέμου καὶ καιρός εἰρήνης».
746
«Γράφουσι τοιγαροῦν, καὶ μάλα σπουδαίως ἀξιοῦσι τὸν μέγαν μητ’ αὐτῶν τὴν κοινήν παραβλέψαι
δέησιν καὶ πρεσβείαν, τῶν ἀναγκαιοτάτων καὶ πρώτων οὖσαν, … διὰ δὴ τοῦτο καὶ τὸν ἀγῶνα καὶ τὸ
τὴν ἡσυχίαν ἀπολιπών τοῖς ἀντιρρητικοῖς ἠναγκάσθαι χρῆσθαι τῶν λόγων ὀκνῶν καὶ ἀναδυόμενος,
πολύς τις ἦν καὶ ποικίλος, καὶ μηνύμασι καὶ λόγοις καὶ φίλοις καὶ τῷ δυναμένῳ καὶ πεφυκότι παντί
πρὸς εἰρήνην τῶν μοναχῶν, καὶ δὴ καὶ τὴν τῆς Ἐκκλησίας ὁμόνοιαν πάσης τὸν Βαρλαάμ
ἐκκαλούμενος», βλ. Μον. Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, σελ. 74-81, βλ. και
PG 151,586 B.
743

186

Αλλά και ο σκοπός των φωνασκιών του καλλιτέχνη και λογοτέχνη
προς τους γνωστούς και φίλους του στο προαναφερθέν περιστατικό δεν
φαίνεται να διαφέρει από αυτόν του Αγίου: «Στὶς συζητήσεις δὲν
φαντάζομαι καὶ καταλαβαίνω τοῦ καθενός τὴν δίκαια ἄποψη, μόνον νὰ
μὴ μοῦ πειράξουν τὴν ἀκεραιότητα τῶν ἐν ἐμοί. Τότε βάζω τὶς φωνές σὰν
πληγωμένο σκυλί ἢ παιδί. Ἔτσι ἐξηγεῖται τὸ τελευταῖο μου τσάκωμα μὲ
τὴν συντροφιά μας ὅταν ἐπιχείρησα νὰ τοὺς ἐξηγήσω τὴν κοσμοθεωρία
μου γιὰ νὰ τοὺς πάρω κοντά μου, νἆ ’ναι ἀληθινά χαρούμενοι. Ὅμως,
ὅπως μοῦ εἶπαν ὅλοι, τώρα μὲ καταλαβαίνουν καλύτερα».747 Πρόκειται
λοιπόν για την από αγαθή προαίρεση έκφραση του ρόλου του ως
παιδαγωγού εις Χριστόν, ίσως και πατέρα.748
H Eκκλησία είναι το σώμα του Χριστού με βασικό γνώρισμα την
ταπείνωση. Είναι η κοινωνία της θέωσης που δεν προσφέρει
τυποποιημένες λύσεις749 και συνταγές σωτηρίας. Την ταπείνωσή της τη
ζει ως το βάθος ο Πεντζίκης, μέσα στην απείρων διαστάσεων καρδιά
του: «Τὸ γεγονός τῆς ἑνώσεως ὅλων τῶν πλασμάτων σὲ ἕνα σῶμα μὲ τὸν
Οὐρανό, στὸ χῶρο τῆς ζωικῆς λειτουργίας τῆς καρδιᾶς, δὲν κατανοεῖται,
ἂν ὁ νοῦς ὅλων μας τῶν πεποιθήσεων δὲν ταπεινωθεῖ καὶ κατεβεῖ
χαμηλότερα ἀπό τὸ ὕψος τῆς κεφαλῆς ὅπου ἑδρεύει».750
Το να αποδίδει κάποιος ευθύνες μόνο στους κληρικούς για την
εμφανιζόμενη δήθεν αρνητική εικόνα της Εκκλησίας, είναι γνώρισμα
προτεσταντικού φρονήματος, άγνωστου στον Πεντζίκη, για τον οποίο για
κάθε ατόπημα και άστοχη ενέργεια που συμβαίνουν μέσα στην Εκκλησία
ευθύνη έχουν όλοι και ο ίδιος φυσικά. «Έτσι λοιπόν, βλέπει τον κλήρο ο
κυρ-Νίκος. Δεν τον ενδιαφέρει η αμαρτωλότητα ή η αναμαρτησία του,
αλλά μόνο το σωτηριώδες μήνυμα, το οποίο αυτός κομίζει στον κόσμο.
747

Βλ. περιοδ. Ευθύνη, σελ. 33, τευχ. ; , παραπομπή του μοναχού Πορφυρίου, ο οποίος σε άλλο σημείο
του Μνήμης ένεκεν (σελ. 19), παραπέμπει στο τεύχος 77, Μάιος 1978, της Ευθύνης. Ίσως πρόκειται γι’
αυτό το τεύχος.
748
«Ήταν μυσταγωγός. Την κουβέντα σιγά-σιγά την ανήγαγε σε θεωρία για να την τελειώσει ως
θεολογία. Ήταν παιδαγωγός. Ήταν δάσκαλος, όπως το λέει σε ένα του ποίημα: “ συλλογιέμαι λοιπόν
ὅτι ἐτάχτηκα παιδαγωγός / πρέπει νὰ ἐκφράσω τὸ αἰώνιο συνολικό πρόσωπο τῆς ζωῆς”», οπ. στο
βιβλίο του μοναχού Πορφυρίου, σελ. 27. Το παρατιθέμενο εδώ απόσπασμα από τη «Διδαχή», εντόπισα
κι εγώ στο βιβλίο του Πεντζίκη, Παλαιότερα ποιήματα και νεώτερα πεζά, σελ. 36. Σε επίρρωση του
προβληματισμού συνύπαρξης στον Πεντζίκη του παιδαγωγού και του πατέρα, ή έλλειψης του
δεύτερου πρβλ. και Α΄ Κορ. 4,15: «ἐάν γὰρ μυρίους παιδαγωγούς ἔχῃτε ἐν Χριστῷ, ἀλλ’ οὐ πολλούς
πατέρας· ἐν γὰρ Χριστῷ Ιησοῦ διὰ τοῦ εὐαγγελίου ἐγώ ὑμᾶς ἐγέννησα». Θα ήταν ενδιαφέρον ίσως να
μελετηθεί αυτός ο προβληματισμός. Μάλλον ισχύει η συνύπαρξη των δύο ρόλων, κατά την άποψή
μου.
749
Γ. Μαντζαρίδη, Χριστιανική Ηθική, σελ. 38.
750
Πεντζίκη, Ὁμιλήματα, σελ. 218.

187

Γι’ αυτό παραμένει ζωντανό μέλος της Εκκλησίας».751 Αυτή είναι η
ορθόδοξη εκκλησιολογικά στάση, γι’ αυτό και δεν σκανδαλίζεται με
τίποτα, γνώρισμα της ταπεινής του καρδιάς και της αδιαλείπτου
μετανοίας του, σε αντίθεση με το φαρισαίο της παραβολής, ο οποίος
κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, μαζί με την άσκηση της αρετής
αναμίγνυε την προς πάντας κατάκριση, χωρίς να εξαιρεί κανένα, σε
βαθμό να αναρωτιέται ο άγιος, αφού όλοι οι άνθρωποι είναι όπως τους
περιγράφει ο φαρισαίος, ποιος έμεινε να υφίσταται όλες εκείνες τις από
αυτόν εκτοξευόμενες κατηγορίες.752
H Eκκλησία κάνει τον άνθρωπο να μαθητεύει στη μετάνοια, η
οποία είναι μία άλλη εντολή, παρόμοια με εκείνη την πρώτη, εντολή που
ελευθερώνει από όλα τα αμαρτήματα και την προγονική καταδίκη, όλους
όσους θελήσουν να την εφαρμόσουν, ενώ κολάζει εκείνους που την
αθετούν, κάνοντας υπακοή στο διάβολο753. Η μετάνοια δεν είναι διόλου
τυπική ψυχοσυναισθηματική αλλαγή, αλλά οντολογική ανακαίνιση της
ανθρώπινης φύσης. «Παραμένει πάντοτε ενδεχόμενο προσωπικής
ανακάλυψης. Είναι μια προσωπική “ἐκ ψυχῆς ἔκστασις” από την αμαρτία
και άφιξη στο Θεό»,754τελείως διάφορη από την εμμονή στις
οποιεσδήποτε προλήψεις.
Αν υπολογιστεί ότι τη μεγάλη υπαρξιακή του κρίση ο Πεντζίκης
την περνάει λίγο πριν το 1934 που γράφει τον Αντρέα Δημακούδη («ὅπου
δίνεται μιὰ εἰκόνα ἐρωτικῆς ἀπαλλοτριώσεως τοῦ ἐγώ»755, όπως λέει) και
ότι το 1937 είναι η χρονιά που έρχεται ως δρόσος Αερμών το
θεραπευτικό άγγιγμα της χάριτος, ενώνοντας τα το πριν διεστώτα, στο
βιβλίο του Ο πεθαμένος και η ανάσταση, στα 1938, καταγράφεται αυτή η
ανακαίνιση και αναγέννησή του, η πανηγυρική είσοδός του στην
751

Αναστ. Πολυχρονιάδη, Ο ενεστώς του μέλλοντος στον Ν. Γ. Πεντζίκη, σελ. 127
«Τῆς ἀνοίας εἶπεν ἂν τις πρὸς αὐτόν, καὶ εἰ πλὴν σου, πάντες ἄδικοί τε καὶ ἄρπαγες, τίς ὁ τὴν
ἀρπαγήν καὶ τὴν κάκωσιν ὑφιστάμενος;», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 2, Εἰς τὴν κατά τὸν Τελώνην
καὶ Φαρισαῖον…, PG 151,24 D.
753
«Ἀλλ’ οὐκ ἔστιν ἐν ἡμῖν ἐκεῖνο τὸ ξύλον, οὐδὲ τοῦ Θεοῦ νῦν ἐστὶ πρὸς ἡμᾶς ἐντολὴ τὴν ἐκείνου
γεῦσιν ἀπαγορεύουσα. Τοῦτ’ αὐτὸ μὲν ἐκεῖνο τὸ ξύλον οὐκ ἔστιν ἐν ἡμῖν ἴσως, ἡ δὲ τοῦ Θεοῦ ἡμῖν
ἐντολὴ πάρεστι, τοὺς μὲν αὐτῇ πειθομένους, καὶ κατ’ αὐτὴν ζῆν ἐθέλοντας, τῆς τῶν οἰκείων πάντων
ἁμαρτημάτων εὐθύνης, καὶ τῆς προγονικῆς ἀρᾶς καὶ καταδίκης ἐλευθεροῦσα, τοὺς δὲ καὶ νῦν αὐτὴν
ἀθετοῦντας, καὶ προτιμῶντας αὐτῆς τὴν τοῦ πονηροῦ συμβουλήν τε καὶ προσβολὴν, εἰς τὴν
ἠπειλημένην τῷ διαβόλῳ καὶ προητοιμασμένην αἰώνιον ἐκείνην γέεναν τοῦ πυρὸς παραπέμπουσα»,
βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 31 , Εἰς τὴν πρόοδον τοῦ Τιμίου Σταυρού…, PG 151,392 A.
754
Ανέστη Κεσελόπουλου, Πάθη και αρετές…, σελ. 83, όπου και παραπομπή στην Ομιλία 3, PG 151,
44 B του Αγίου: «Ὁ μετανοῶν ἄνθρωπος ἐκ ψυχῆς τῇ μὲν ἀγαθῇ προθέσει καὶ τῷ τῆς ἁμαρτίας
ἐκστῆναι φθάνει πρὸς τὸν Θεόν· ὑπὸ δὲ τῆς κακῆς συνηθείας καὶ τῶν προλήψεων λογιστικῶς
τυραννούμενος, ἔτι μακράν ἀπέχει Θεοῦ…».
755
Πεντζίκη, Ποιήματα (παλαιοντολογικά), οπισθόφυλλο.
752

188

Εκκλησία. Όπως ο ίδιος εξηγεί σε μία απαράμιλλη θεολογικά γλώσσα
«τὸ ἀπαλλοτριωμένο καὶ νεκρό ἐγώ» τοῦ πρώτου του βιβλίου
«ἀνασταίνεται χάρις σὲ στοιχεῖα ἐπαφῆς μὲ τὸν τόπο»,756 τόπο
αναστάσεως του χαμένου εγώ εννοώντας προφανώς το νοητό και
αισθητό τόπο σύναξης της Εκκλησίας μέσα στον οποίο ο Χριστός δια του
τρόπου Του ανασταίνει τον άνθρωπο μπολιάζοντάς τον στην ανθρώπινη
φύση Του, με άλλα λόγια δηλαδή, η θεία χάρη δια των μυριολέκτων
ακτίστων θείων προσόντων της θεώνει τον άνθρωπο ψυχή τε και σώματι,
καθιστώντας τον κοινωνό της ενθεωτικής εμπειρίας των αγίων.
Αλλά ακόμη κι όταν αναφέρεται σε γεωγραφικό τόπο, ο Πεντζίκης
ζει την ενότητα ζώντων και κεκοιμημένων σκεπτόμενος εκκλησιαστικώς
ότι «τὸ χῶμα ποὺ πατᾶμε εἶναι ἀπό μιὰν ἄποψη ἡ σάρκα τῶν νεκρῶν».757
Πρωτότυπη, ενδιαφέρουσα και άκρως εκκλησιαστική είναι η
άποψη του Πεντζίκη, ότι βιώνεται ο Χριστός ως Κοινός Διαλύτης όλων
των ανθρώπων. Αν όμως μόνο επιφανειακά ομολογεί κανείς την
παραπάνω αλήθεια, ταλαιπωρείται από νυγμούς και από πάθη758, λέει ο
ίδιος. Η αίσθηση του Χριστού ως Κοινού Διαλύτη τον κάνει να
αποφεύγει τις κατακρίσεις πάνω σε λανθασμένες ενέργειες ανθρώπων.
Γνωρίζει τη διαφορετικότητα κάθε ανθρώπου που είναι αντανάκλαση
των διαφορετικών υποστάσεων της Αγίας Τριάδος. Κάθε μορφή δεν είναι
κάτι που αυστηρά και κρυσταλλικά μπορεί να περιγραφεί759, αλλά κάτι
άπιαστο, άγνωστο και μακρινό.760 Δεν πιστεύει στη μετρήσιμη αξία των
αρετών καθ’ εαυτάς. Μετάνοια μπορεί να έχουν δύο πρόσωπα, του ενός
να φαίνεται, του άλλου όχι, όπως του αυτοκράτορα Λέοντα ΣΤ΄ του
Σοφού και του Μιχαήλ Γ΄ του οινόφλυγος αντίστοιχα. Οι αρετές και οι
αμαρτίες μοιάζουν με τα θετικά και αρνητικά ιόντα, που βρίσκονται
διαλυμένα στον κοινό διαλύτη που είναι ο Χριστός.761
Ακριβώς και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ακολουθώντας τη
γνήσια χριστιανική και πατερική άποψη «δεν διακρίνει τους ανθρώπους
με βάση τις αρετές ή τις κακίες τους, αλλά τους βλέπει μέσα από τη

756

οπ.
«Διασπώντας το λόγο», συνέντευξη του Πεντζίκη στο περιοδικό Ο παρατηρητής 1, σελ. 21.
758
Πεντζίκη, Ὁμιλήματα, σελ. 157-158.
759
οπ. σελ. 156.
760
οπ. σελ. 156-157, Βλ. και Σημειώσεις ἑκατό ἡμερῶν, σελ. 200, εκδ. ΑΣΤΗΡ.
761
Πεντζίκη, Ὁμιλήματα, σελ 155-157.
757

189

διάθεση να μετανοήσουν ή να επιμείνουν στο χωρισμό τους από τον
Θεό».762
Αυτή την αίσθηση του Χριστού ως Κοινού των πάντων Διαλύτη
επικαλείται ο Πεντζίκης γεμίζοντας χαρά, γιατί περιέχει τη ζωή που
νικάει το θάνατο, κι έτσι μπορεί να είναι ήσυχος για τη συντήρηση και τη
σωτηρία της “διαλυμένης”, μέσα στο Χριστό, ύπαρξής του. Γράφει και
υμνεί με πείρα συνειδησιακή τα χαρακτηριστικά αυτής της ζωής μέσα
στον κοινό και προσωπικό Διαλύτη του.763
Θα ήταν κάπως ασυνήθιστη η αναφορά του λογοτέχνη και
ζωγράφου σε Κοινό Διαλύτη, σε αυτή την έννοια της διάλυσης, αν δεν τη
συναντούσε κανείς σε κάποια πατερικά κείμενα παλαιά, αλλά και
νεότερα παλαμικά764 και σε άλλα έντονων παλαμικών επιρροών, όπως
αίφνης σε αυτά του Νικολάου Καβάσιλα. Στον άγιο Γρηγόριο το
Θεολόγο, για παράδειγμα, ο Χριστός ονομάζεται «ὁ μέγας τῶν χρεῶν
διαλύτης».765Κυρίως όμως είναι στο Νικόλαο Καβάσιλα που
ανευρίσκεται αυτή η κατά Πεντζίκη έννοια της εν Χριστώ διάλυσης και
συγκεκριμένα στο έργο του Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, όπου και γράφει:
«λύει τὴν ἔχθραν ἐν τῇ σαρκί αὐτοῦ (Εφ. 2,15)»766, δηλαδή διαλύει την
έχθρα μας προς το Θεό δια της σαρκός του. Σε άλλο σημείο του ίδιου
έργου αναφέρεται ότι ο Χριστός θέλησε «πρὸς ἑαυτόν ἡμᾶς ἀναλύσῃ»767,
δηλαδή να διαποτίσει όλο το είναι μας768, nous fondre (: τήκω, λιώνω) en
Lui-même769, ενώ αλλού αναλύει θαυμάσια ότι «φανερόν τοίνυν ὡς
ἐγχεῖται μὲν ἡμῖν ὁ Χριστός καὶ ἀναμίγνυσιν ἑαυτόν… καθάπερ ρανίδα
μικράν ὕδατος ἐγχεθεῖσαν ἀπείρῳ μύρου πελάγει. Τοσαῦτα γὰρ δύναται
τοῖς ἐμπεσοῦσι τόδε τὸ μῦρον».770

762

Ανέστη Κεσελόπουλου, Πάθη και αρετές…, σελ. 213.
Πεντζίκη, Ὁμιλήματα, σελ. 157.
764
«Ἔστι δὲ μαθεῖν παρ’ αὐτῶν, ὡς οὐχί πρὸς τὸ μὴ ὂν ὁ κόσμος οὗτος χωρίσει παντάπασιν, ἀλλ’ ὡς
καὶ τὰ ἡμέτερα σώματα μετασκευασθήσεται, πρὸς τὸ θειότερον λυθείς τε καὶ μεταστοιχειωθείς, ὡς
ἀνάλογος ἡμῖν εἴη, τῇ δυνάμει τοῦ θείου πνεύματος», βλ. Γρηγορίου του Παλαμά, Κεφάλαια ἑκατόν
πεντήκοντα, PG 150,1124 A.
765
Γρηγορίου Θεολόγου, Τῷ αυτῷ (Ἰουλιανῷ), epist. 69, PG 37,133 C.
766
Βλ. ανωτ. μνημ. εργ. PG 150,588 B.
767
οπ. PG 150,593 A.
768
Βλ. τη συγκεκριμένη φράση στη μετάφραση αυτού του έργου του Νικολάου Καβάσιλα στην
έκδοση του Ησυχαστηρίου Ιωάννου του Θεολόγου της Σουρωτής, σελ. 116.
769
Nicolas Cabasilas, La vie en Jésus Christ, traduction Serge Broussaleux, Amay-sur-Meuse, 1934, p.
106, μνημον. στο Jean Meyendorff, Saint Grégoire Palamas et la mystique orthodoxe, p. 102.
770
Νικολάου Καβάσιλα, Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, PG 150,593 C.
763

190

Η έννοια λοιπόν του Χριστού ως Κοινού των πάντων Διαλύτη
είναι αναμφισβήτητα προέλευσης προ-παλαμικής, παλαμικής και υστεροπαλαμικής, εντοπισμένη στα προεκτεθέντα αποσπάσματα των Γρηγορίου
του Θεολόγου, Γρηγορίου του Παλαμά και Νικολάου Καβάσιλα και
περιλαμβάνει τις επιμέρους σημασίες της εξόφλησης χρεών, της
συμφιλίωσης με το Θεό, της από το Χριστό διαποτίσεως της ανθρώπινης
υπάρξεως και της μετασκευής της, της “τήξεως” του ανθρώπου από και
εντός του Χριστού, της “εγχύσεως” και αναμίξεως του Υιού και Λόγου
του Θεού με την ανθρώπινη φύση, σαν όπως ρανίδας ύδατος που χάνεται
σε πέλαγος μύρου.
Τόσο μάλιστα επιδρά το μύρο αυτό σε όσους πέσουν μέσα του,
ώστε δεν γίνονται απλώς ευώδεις, δεν αποπνέουν μόνο μύρο, αλλά
γίνονται ευωδία με τις ιδιότητες αυτού του μύρου που κενώθηκε για τον
άνθρωπο. Έτσι σωστά λέει ο απόστολος Παύλος «Χριστοῦ εὐωδία
ἐσμέν».771Αυτές οι επιμέρους σημασίες αποτελούν ταυτόχρονα ανάλυση
και της έννοιας του Χριστού ως Κοινού των πάντων Διαλύτη κατά
Πεντζίκη.
Ζώντας έτσι εκκλησιαστικά λοιπόν αποφεύγει τις οχλήσεις
συνδρόμων ενοχής και αμαρτιοφοβίας, δηλαδή της πολύμορφης
θρησκευτικής νεύρωσης, συχνότατης στα εκκλησιαστικά περιβάλλοντα
της σύγχρονης εποχής και ξένης προς την Ορθόδοξη Παράδοση. Ο
Πεντζίκης ξέρει τι σημαίνει αμαρτία, τη βλέπει όπως οι Πατέρες, δηλαδή
όχι οντολογικά, ως φυσική πραγματικότητα, ούτε δικανικά / νομικά,
δηλαδή ως παράβαση και ψυχολογική ενοχή, αλλά ως μια ελεύθερη
προαίρεση, μια λαθεμένη επιλογή με συνέπειες στην ανθρώπινη φύση.
Άλλωστε το γεγονός της πτώσεως του ανθρώπου και της απάτης του από
το διάβολο είναι εκείνο που εκφράζει απόλυτα το νόημα κάθε αμαρτίας.
Χωρίς αυτή τη θεώρηση, η οποιαδήποτε ηθική μπορεί να εκπέσει σε
ηθικολογία, αφού δε θα ερμηνεύει οντολογικά και ανθρωπολογικά το
γεγονός της αμαρτίας.
Ξέρει λοιπόν ο Πεντζίκης ότι δεν υπάρχει οντολογία του πάθους,
αλλά μόνο φαινομενολογία.772 Το κακό δεν είναι φύση, έστω φύση κακή,
αλλά έξη· δεν υπάρχει, παρά μόνο όταν εκτελείται. Άρα είναι και

771
772

Β΄ Κορ. 2,15.
Ανέστη Κεσελόπουλου, Πάθη και αρετές… , σελ 24, 48, 73.

191

ισχυρότερη η φύση του καλού από την έξη του κακού.773 Πολύ όμορφα,
μ’ έναν εκπληκτικό θεολογικό λόγο, μαρτυρεί γι’ αυτή την αλήθεια και ο
Πεντζίκης: «…μὴ φανταστεῖτε ποτὲ ὅτι τὸ μίσος μπορεῖ νὰ εἶναι
ἰσχυρότερο ἀπὸ τὴν ἀγάπη. Τὸ μίσος οὔτε κἂν ὑπάρχει στὴν πλάση μέσα,
ὡς χωριστὰ γεννημένη μορφή. Εἶναι μιὰ ἁπλὴ μεταμόρφωση τῆς ἀγάπης,
ποὺ ὅταν ἡ ἀνάγκη τῶν περιστάσεων τὴν ἀποκεφαλίζει σέρνεται σὰν
ἑρπετό. Στὸ φαρμακερότερο φίδι, φορέστε σὰν κορόνα, ἕνα κεφάλι
σωστὸ στὴ θέση τῆς ζωολογικῆς του ἀπολήξεως καὶ εὐθὺς θὰ δεῖτε νὰ
ἀνασταίνεται ὁλόκορμη μπροστά σας ἡ ἀγάπη»774. Τα πάθη δηλαδή δεν
ξεριζώνονται, αλλά μεταμορφώνονται εν Χριστώ, βασική ορθόδοξη
θεολογική θέση.
Η αμαρτία κατά τον Παλαμά, είναι λανθασμένη επιλογή, το πάθος
είναι η έξη της αμαρτίας, «ὁδὸς διεστραμμένη πάντως καὶ σκολιὰ»775 με
αιτίες την «ἀμετρία καὶ τὴν παράχρηση»776. Το νόμο ωστόσο της
αμαρτίας ο Πεντζίκης τον ζει με τρόπο παύλειο777, θα μπορούσε να πει
κανείς, ως αλλιώτικο νόμο που συγκλονίζει τα βάθη της ύπαρξής του.
«Ἁμαρτία ἡ κατοχή», σημειώνει. «Ἁμαρτία ἡ ἀπόκτηση. Ἁμαρτία ποὺ
κινήθηκα καὶ ἔδρασα, ποὺ συλλογίστηκα, ποὺ ἀποφάσισα. Ἀποχή εἶναι ἡ
ὁδός τῆς ἐλευθερίας ποὺ σοῦ ἐπιτρέπει τὴν ἀντίληψη τῆς ἁπόλυτης
ὑπόστασης», για να καταλήξει πάλι στον εκκλησιασμό της σύνολης
ύπαρξής μας, πάλι με μία αίσθηση “διάλυσης” εν Χριστώ: «Συμφωνεῖ μὲ
τὴν παρουσία τοῦ κοινοῦ καὶ ἀπανταχοῦ Χριστοῦ μέσα μας».778
O σεβασμός του ολότελα εκκλησιασμένου Πεντζίκη προς το
ανθρώπινο πρόσωπο είναι απεριόριστος, ακόμα ειδικότερα όταν μιλάει
για έναν άνθρωπο άρρωστο, τον οποίο ο γιατρός πρέπει να «κοιτᾶ σὰν
773

Οπ. σελ. 23-24.
Πεντζίκη, Τὸ μυθιστόρημα τῆς κυρίας Ἔρσης, σελ. 184.
775
Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 20, PG 151,273 A.
776
Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, 2,2,19, Συγγρ. Α, σελ. 527.
777
«ἕτερον νόμον ἐν τοῖς μέλεσί μου», Ρωμ. 7,23.
778
Πεντζίκη, Ὁ πεθαμένος καὶ ἡ ἀνάσταση, σελ. 93, βλ. επίσης και την εισήγηση του καθηγητή
Δημήτρη Τσελεγγίδη «Ο χαρακτήρας της ανθρώπινης ελευθερίας κατά τον άγιο Γρηγόριο τον
Παλαμά», όπου σαφώς αναφέρεται ότι η “αντινομική” υποταγή της κτιστής θέλησης και ελευθερίας
του ανθρώπου στην άκτιστη θέληση και ελευθερία του Θεού παίρνει το μέτρο και το βαθμό της από τη
σχέση των δύο φυσικών αυτεξουσίων και θελήσεων του Χριστού, με την ανθρώπινη ν’ ακολουθεί και
να υποτάσσεται στη θεία, απάντηση την οποία δίνει έμμεσα ο Συνοδικός Τόμος του 1351 (PG 151,729
B), με την αναφορά του στον Όρο της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου για τις δύο θελήσεις του Χριστού.
Το πλαίσιο πραγμάτωσης της αληθινής ελευθερίας του ανθρώπου δεν είναι άλλο από την Εκκλησία,
χώρος οικειώσεως, βιώσεως και φανερώσεως της χαρισματικής παρουσίας του Αγίου Πνεύματος. Ο
εκκλησιαστικός τρόπος ζωής εγγυάται στον άνθρωπο την πραγματική ελευθερία εφόσον «οὗ δὲ τὸ
πνεῦμα Κυρίου, ἐκεῖ ἐλευθερία» (Β΄ Κορ. 3,17). Βλ. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στην ιστορία και το
παρόν, Πρακτικά διεθνών επιστημονικών συνεδρίων Αθηνών και Λεμεσού (2000), σελ. 235-236, 238.
774

192

ἕνα μνημεῖο ἀφαντάστου κάλλους, σὰν ἕνα ἥρωα ὁδεύοντα πρὸς τὴν
ἀποκάλυψη, τῆς ὑπεράνω τῶν ἀνθρωπίνων μέτρων ἀληθείας».779
Ενάντιος λοιπόν στο άτομο, τάσσεται αλληλέγγυος προς τα απανταχού
της οικουμένης πρόσωπα, επισημαίνοντας ο ίδιος για τον εαυτό του ότι
θέλει να ζήσει «συντάσσοντας γραπτῶς τὸ συμβόλαιο τῆς μετά τῶν
ἄλλων παντοτινῆς ἑνώσεως».780
O καθηγητής π. Νικόλαος Λουδοβίκος θεωρεί ότι το έργο του
Πεντζίκη αποτελεί σήμερα σύγχρονη φανέρωση της Ορθόδοξης
εκκλησιολογίας: «Στο έργο αυτό (που η ακαδημαϊκή μας θεολογία
αδυνατεί καταθλιπτικά να προσλάβει ουσιαστικά) ο πλήρης
υποκειμενικός εαυτός και η πλήρης συγκεκριμένα καθολικήπραγματολογική, θα λέγαμε γλώσσα του, η οποία στεγάζει όλη την
απειρία των όντων εντός της, είναι σχεδόν σε κάθε σελίδα του παρόντα.
Θα τολμούσα μάλιστα να προτείνω την εκκλησιολογία της γλώσσας ως
μέθοδο αναλύσεως του πεντζικικού έργου. Καθαρά θεολογικά άλλωστε
και στο ζήτημα περί του οποίου ομιλούμε, το έργο του Πεντζίκη είναι
έργο, θα τολμούσα να πω πατερικό, που υπερβαίνει κατά πολύ την
περιορισμένη πνευματική οπτική συνόλου σχεδόν του ακαδημαϊκού
θεολογικού έργου του τελευταίου αιώνα. Αξίζει τον κόπο μιας
μαθητείας… στην ανάγνωση του έργου του Πεντζίκη Πρὸς ἐκκλησιασμόν
- πρόκειται για την πιο αντισχολαστική εκκλησιολογική “πραγματεία”
που γράφτηκε τελευταίως. Είναι ένα βιβλίο που δεν ορίζει την εκκλησία,
αλλά την παράγει ως σωτήριο άνθος του Πνεύματος, από τα πράγματα,
τους τόπους, τα αισθήματα, τα όντα και τη γλώσσα… μου αρέσει συχνά
να σκέφτομαι πως τα κείμενα τούτα θα μπορούσαν να κάνουν τον L.
Wittgenstein (1889-1951) να χαρεί αν τα συναντούσε ποτέ μπροστά
του… που απεχθανόταν βαθύτατα, όπως οι Πατέρες της Εκκλησίας κάθε
ιδεαλιστική, στοχαστική και αφηρημένη θεολογική αναφορά. Το έργο
ειδικότερα του Πεντζίκη στη σύγχρονη εποχή, έργο που αφομοίωσε
βαθιά τις ανάλογες υπαρξιακές τάσεις της δυτικής λογοτεχνίας από τον
Εντουάρ Ντυζαρντέν781 (1861-1949) ως τον Τζαίημς Τζόυς (1882-1941)
και τους έδωσε μιαν απαράμιλλη θεoλογική δικαίωση ορθόδοξη, θα
μπορούσε να βοηθήσει στη μετάνοια…της σύγχρονης ορθόδοξης
θεολογίας και εκκλησιολογίας που παραμένει ανυποψίαστα
779

Πεντζίκη, Σημειώσεις ἑκατό ἡμερῶν, σελ. 120, εκδ. ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ.
Πεντζίκη, Ὁμιλήματα, σελ. 101.
781
Eίναι γνωστό ότι ο Πεντζίκης έχει μεταφράσει ένα απόσπασμα από το έργο του Οι δάφνες κόπηκαν
(Les lauriers sont coupés, 1887).
780

193

εγκλωβισμένη πάντα στην ιδιωτική μεταφυσική της γλώσσα -πλην
ελαχίστων εξαιρέσεων. Η ανάγνωση του Βίτγκενστάιν ή του MερλόΠοντύ (1908-1961), η δικαίωσή τους και η διόρθωσή τους μέσω του
αγίου Μαξίμου, Γρηγορίου του Παλαμά ή του Πεντζίκη, είναι νομίζω,
απλώς μια φανέρωση του δυναμισμού της οικείας παραδόσεως, στην
ερμηνευτική ανάκτηση και συνέχισή της. Ειδικότερα η εκκλησιολογία
της γλώσσας μάς επιτρέπει θαρρώ μια ξεχωριστή συνεισφορά στο
σύγχρονο ευρωπαϊκό μας λόγο που συνιστά, όπως έλεγε ο Μερλό-Ποντύ,
μια κοινή προσπάθεια πάνω στην εκδίπλωση του γίγνεσθαι της
αλήθειας»782.
Aν και ηχεί κάπως απόλυτα η στάση του πατρός Νικολάου
απέναντι στη σύνολη σχεδόν ακαδημαϊκή θεολογική παραγωγή του
τελευταίου αιώνα, ο λόγος του ωστόσο, θίγει το θέμα τού κατά πόσο
συμ/παθώντας τον Χριστό και συμ/πάσχοντας με αυτόν εκκλησιαστικώ
τω τρόπω, προκύπτει αυτό στη διακονία που έχει από Θεού αναλάβει
κανείς. Η ταφή και η ανάσταση στο έργο του Πεντζίκη είναι καταστάσεις
ολόκληρης της ύπαρξής του, πράγμα που συμβαίνει και με τα πατερικά
έργα, όπου οι φάσεις της θεολογίας είναι φάσεις θεογνωσίας, νοούμενες
ως εν Χριστώ πνευματικές μεθηλικιώσεις. Είναι κείμενα που απαιτούν,
μάλλον ταπεινά επαιτούν κατά τον τρόπο του Χριστού, τη συν-μετοχή
του αναγνώστη, τη σύν-πραξή του, τη συν-αναζήτησή του, τη συμπάθειά του, δηλαδή τον εκκλησιασμό του.
Γι’ αυτό ο συγγραφέας δεν μπορεί να κατανοήσει τους ρεαλιστές
λογοτέχνες που εκθειάζουν τις αισθήσεις και τα φαινόμενα. Ενώ ο Εμίλ
Ζολά (1840-1902)783 για παράδειγμα όρισε εκ των προτέρων υποθέσεις
και σειρές για πολυσέλιδα μυθιστορήματα, μέσα στα οποία παρεμβάλλει
782

Πρωτοπ. Νικολάου Λουδοβίκου, Η αποφατική εκκλησιολογία του ομοούσιου-η αρχέγονη εκκλησία
σήμερα, σελ. 353-356. Δεν απέχει πολύ από την αντίληψη του πατρός Νικολάου, η γνώμη του
καθηγητή Χρυσόστομου Σταμούλη, αυτή τη φορά με κεντρικό άξονα προβληματισμού όχι την
εκκλησιολογία, αλλά τη δογματική: ‘Έχω την αίσθηση πως στα κείμενα του μεγάλου παιζω-γράφου
για πρώτη φορά στην ιστορία της θεολογίας -και μη σας εκπλήσσει αυτό, θεωρώ ότι ο Πεντζίκης είναι
μέγας θεολόγος- το κέντρο βάρους μεταφέρεται από το πεδίο της αυστηρής δογματικής διατύπωσης
στον πυρήνα της Ορθόδοξης θεολογίας που είναι το μυστήριο της αγάπης. Θα έλεγα πως ο Πεντζίκης
μάς αποκαλύπτει τον και μας συστήνει με τον Παλαμά της αγάπης, η διδασκαλία του οποίου για το
άκτιστο φως συνδέεται δυναμικά με τα κοινωνικά και πολιτικά δεδομένα της εποχής. Νομίζω δεν θα
υπερέβαλα εάν έλεγα ότι στα μάτια του θεσσαλονικιού ο άγιος Γρηγόριος έχει τη θέση του
επαναστάτη της αγάπης…», βλ. εισήγησή του «Το κίνημα των Ζηλωτών και ο Γρηγόριος Παλαμάς
στο Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη», σελ. 4.
783
Πεντζίκη, Ὁ πεθαμένος καὶ ἡ ἀνάσταση, σελ. 21. Γίνεται αναφορά εδώ από τον Πεντζίκη στην
πολύτομη ιστορία της οικογένειας των Rougon-Macquart που συνέγραψε ο Ζολά και της οποίας κάθε
τόμος μπορεί να διαβαστεί σαν ξεχωριστό μυθιστόρημα.

194

λαμπρές περιγραφές χάριν ποικιλίας, μοιάζοντας μ’ εκείνους που βάζουν
τους ήρωές τους να πεθαίνουν κι ύστερα κάθονται στο γραφείο τους σα
να μη συμβαίνει τίποτα και γράφουν κάτι καινούριο, ο Πεντζίκης,
αντιθέτως, συμ-πονάει, συμ-πάσχει, αλλά και ενθουσιάζεται και
αγαλλιάζει με τους ρευστής υφής ήρωές του, που είναι αυτός και τα
πρόσωπα που συνάντησε όσο έζησε ή μελέτησε, ζωντανούς και
κεκοιμημένους κάθε εποχής που συνευρίσκονται μαζί του τόσο στο
δισκάριο της Πρόθεσης, όσο και μέσα σε Ορθόδοξο Ιερό Τέμενος
απείρων διαστάσεων, προς εκκλησιασμόν784.
Έτσι και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς συμμετέχοντας στον ίδιο
αυτόν εκκλησιασμό, βλέποντας τους εκκλησιαζόμενους πιστούς,
ενθουσιάζεται και μόνο με τη θέα αυτή, γεμίζει αγαλλίαση και δοξάζει
τον ουράνιο πατέρα Χριστό, χωρίς τον οποίο δε μπορεί να κάνει κανένας
κανένα καλό και δια του οποίου κατορθώνεται κάθε επίτευγμα των
ανθρώπων.785

784

Τέτοια κείμενα σαν του Ζολά, δεν καλύπτουν τον Πεντζίκη, γιατί δεν τον προσλαμβάνουν. Θα
μπορούσε, αποτεινόμενος ο ίδιος στο συγγραφέα να πει, αυτά που κάποτε είπε στον Π. Β. Πάσχο:
«Δὲν ηὖρα ὅ,τι λαχταροῦσα. Σὲ πολλὰ σημεῖα μοῦ ἠγέρθησαν ἀντιρρήσεις. Ἀλλοῦ σκέφτηκα ὅτι τὰ
λέτε μὲ πολὺ ἀκριβῆ πληροφόρηση, ἀλλὰ ἐμένα τὸν ἁμαρτωλὸ μὲ ἀφήνετε ἀπέξω», βλ. στο Θεολογία
και Λογοτεχνία, αφιέρωμα στον καθηγητή Π. Β. Πάσχο, σελ. 669.
785
«… ὅταν ἐπί τῆς ἱερᾶς ἐκκλησίας σὺν ὑμῖν τῷ Θεῷ παριστάμενος, στραφείς ἴδω…, καὶ ὑπό μόνης
τῆς θέας εὐθύς ἔνθους γίνομαι καὶ θυμηδίας πληροῦμαι καὶ δοξάζω τὸν ἐν οὐρανοῖς πατέρα Χριστόν,
οὐ χωρίς οὐδέν οὐδείς δύναται ποιεῖν τῶν καλῶν καὶ δι’ οὗ πᾶν ἀνθρώποις τὸ κατορθούμενον», βλ.
Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 2, Τῇ Β΄ Κυριακῇ τῆς Μεγ. Τεσσαρακοστῆς, PG 151,121 CD.

195

ζ. Από τη μοναξιά στο μοναστικό πνεύμα

Στην ωριμότητά του ο Πεντζίκης ομολογεί, σαν αποτέλεσμα της
κατασταλαγμένης του εμπειρίας, πως «ὁ μοναχισμός τρέφει τὴν
ἑνότητα»786, απαντώντας σε επισήμανση δημοσιογράφου ότι η πορεία
του ανθρώπου στο να βιώσει την αλήθεια των συμβόλων είναι μοναχική.
Όποιος έχει εντρυφήσει στα πρώτα του γραπτά βλέπει αυτή την
κοσμογονικών διαστάσεων και με κίνδυνο πνευματικής απώλειας πάλη
του με τον εαυτό του.
Στον Αντρέα Δημακούδη φαίνεται σε όλη της την ανάπτυξη η βαθιά
μελαγχολία που τον συνέχει, επειδή η δεσποινίς Ρενέ Σαίγκερ δεν
ανταποκρίνεται στον έρωτά του. Οι ώρες μοναξιάς κυλούν κάνοντας
αδυσώπητη κόλαση το κύλισμα του χρόνου. Τα πάθη τού επιτίθενται με
φοβερή αγριότητα: «Σὰν καράβι στὰ πελάγη, ὁλόκληρο τὸ εἶναι του
κλυδωνιζόταν μὲ τὸ ἀνεβοκατέβασμα τῶν ἀνεκτέλεστων ἐπιθυμιῶν, ποὺ,
σάπια πτώματα, τὰ παράσερνε κατά ποῦ ἤθελε ἡ ὑγρότητα τῆς ψυχῆς.
Χαμένος γύρευε ἕνα στέρεο κομμάτι γῆς ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ σταματήσει
καὶ νὰ σταθεῖ».787 Εξαχρειωνόταν και εξαγριωνόταν, ψάχνοντας
απεγνωσμένα για πράγματα και πρόσωπα πόθου και πάθους, “θεούς” να
μπαίνουν ανάμεσα στο Θεό και σ’ αυτόν. Ανεκπλήρωτες επιθυμίες και
πάθη υποφώσκοντα στα φρέατα του ασυνείδητου χώρου. Η γη των
παθών αποδεικνύεται συνεχώς κινούμενη άμμος γι’ αυτόν.
Εδώ πρόκειται για την εξαπάτηση των παθών, αφού αιτία τους
είναι η απάτη του κόσμου, ή αλλιώς το κοσμικό φρόνημα. Ο νους του
ανθρώπου, λέει ο άγιος Γρηγόριος, προσκολλώμενος στις ποικίλες
υποβολές των παθών, αφού προσηλωθεί στα κτίσματα, γίνεται
μυριοπαθής και χωρίζεται από τον απαθή Θεό788. Μόλις ο άνθρωπος
786

Βλ. στη γνωστή συνέντευξή του στο περιοδ. Το Τέταρτο 2, σελ 99.
Πεντζίκη, Ἀντρέας Δημακούδης …, σελ. 29.
788
«Ὁρᾶτε τὴν πλάνην καὶ τὴν ἀπάτην τοῦ κόσμου τούτου, πόσον ἐστί ποικίλη; Πόσοις ἡμᾶς
περιβάλλει κακοῖς; Διὰ πόσων ἡμᾶς χωρίζει ἀπό τοῦ Θεοῦ; Μυριοπαθής γὰρ ἡμᾶς ποιήσασα
787

196

ανοίξει τη θύρα του νου στα πάθη, ο νους διασκορπίζεται και
περιπλανάται συνεχώς στη σάρκα και σε γήινα πράγματα789.
Αναφορικά με τις ανεκτέλεστες επιθυμίες, «σάπια πτώματα» κατά
Πεντζίκη790, δεν απαλλάσουν τον άνθρωπο από την εμπάθεια και την
ηδυπάθεια επειδή δεν εκτελέστηκαν, διότι σύμφωνα πάλι με τον άγιο
Γρηγόριο τον Παλαμά τα πάθη δυναστεύουν και ταλαιπωρούν τον
άνθρωπο «και μόνον αγαπώμενα και μελετώμενα κατά νουν»791, αφού
αποτελούν εσωτερική κατάσταση, διαφθορά της ίδιας της ψυχής του
ανθρώπου. Ακόμη κι αν οι εξωτερικές συνθήκες δεν συνευδοκούν και
καθώς και οι αισθήσεις δεν ενεργούν αδιάλειπτα, η αμαρτία μένει
ατέλεστη κι έτσι ούτε ο (ήδη) κλέπτης, ληστής, πόρνος, μοιχός
οδηγούνται μέχρι το τέλος της αμαρτίας.792
H διαφθορά και η εξαχρείωση της ψυχής του ανθρώπου που
γίνεται έρμαιο των παθών και των λογισμών του, όπως την εννοούν οι
Πατέρες και ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, φαίνεται εύγλωττα σ’ ένα άλλο
κείμενο του Πεντζίκη: «Τίποτα. Τὸ κεφάλι μου ἀδειάζει. Δὲν μπορῶ νὰ
ἀκολουθήσω κανέναν εἱρμό. Ἡ σκέψη βυθίζεται στὸ σκοτάδι. Σὲ μιὰ
νύχτα ἀπ’ ὅπου τυφλά παλεύω γιὰ νὰ βγῶ. Ἡ μοναξιά μὲ πλακώνει.
Αἰσθάνομαι ὅτι ἔχω ἀπομακρυνθεῖ κι’ ἀποξενωθεῖ. Χάνω πατέρα,
μητέρα, ἀδελφό, συγγενεῖς, φίλους. Κάθε φροντίδα στοργῆς καὶ φίλτρου
ἀπό μέσα μου ἀφαιρεῖται. … Εἶμαι μονάχος, χωρίς δεσμό μὲ τὸ τίποτα,
δὲν μπορῶ νὰ πλησιάσω κανέναν, ν’ ἀγγίξω κανέναν. Τὰ χέρια μου εἶναι
παράλυτα. Βλέπω τὴν κακία ποὺ μ’ ἔχει πλημμυρίσει. Κατάντησε ἡ
ἐγωιστική μου ὑπόσταση ἀνάξια, ἀνίσχυρη καὶ ἐλεεινή. Δὲν ξέρω ποιὸ
δρόμο ν’ ἀκολουθήσω. Δὲν ξέρω ποιὰ σκάλα ν’ ἀνέβω».793
Κατά τον Αλέξανδρο Κοσματόπουλο και με αφορμή το
προεκτεθέν απόσπασμα, ο Πεντζίκης όντως εκφράζει ένα πνεύμα
ξενιτείας και αναχωρητισμού μ’ έναν τρόπο που θυμίζει τους δια
πολυτρόπως διίστησι τοῦ ἀπαθοῦς», Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 33, Περί ἀρετῶν καὶ τῶν ἀντιθέτων
ταύταις παθῶν…, PG 151,421 B.
789
«ἡνίκα δ’ ἂν τοῖς πάθεσιν θύραν ἀνοίξωμεν, εὐθύς σκορπίζεται (: ο νους), πλανώμενος πᾶσαν ὥραν
περί τὰ σαρκικά τε καὶ γήινα, περί τὰς πολυμόρφους ἡδονάς, καὶ τοὺς ἐπί ταύταις ἐμπαθεῖς
λογισμούς», Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 3, Εἰς τὴν Κυριακήν τοῦ Ἀσώτου, PG 151,40 B.
790
Πεντζίκη, Ἀντρέας Δημακούδης, σελ .29.
791
Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 20, Εἰς τὸ Η΄ Ἑωθινόν…, PG 151,273 A.
792
«… οὐδέ γὰρ ἀδιαλείπτως αἱ ἡμῶν αἰσθήσεις ἐνεργοῦσιν. Ἔστι δ’ ὅτε καὶ τῶν αἰσθήσεων
ἐνεργουσῶν, ἀτέλεστος ἔμεινεν ἡ ἁμαρτία διὰ τὴν τῶν ὑλῶν ἀπορίαν, ἢ καιρῶν τε καὶ τόπων οὐκ
ἐπιτηδείων· ὧν ἄνευ οὐ κλέπτης, οὐ ληστής, οὐ πόρνος, οὐ μοιχός, οὐχ ἅρπαξ, οὐ πλεονέκτης εἰς τέλος
ἔχει τὴν ἀνομίαν», Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 23, Εἰς τὸ Ι΄ Ἑωθινόν…, PG 151,304 C.
793
Πεντζίκη, Ὁ πεθαμένος καὶ ἡ ανάσταση, σελ 92.

197

Χριστόν σαλούς: «Ο σαλός δεν είναι γιος κανενός, αδελφός κανενός,
πατέρας κανενός και δεν έχει σπίτι. Από πρακτική άποψη δεν εξυπηρετεί
κανένα σκοπό, δεν επιτυγχάνει τίποτε».794Δια Χριστόν σαλό τον είχε
χαρακτηρίσει άλλωστε και ο Δημήτρης Κουτρουμπής, κατά μαρτυρία
του ίδιου του Πεντζίκη.795
Στον Αντρέα Δημακούδη περιγράφονται εναργέστατα τα στάδια
που θα ακολουθήσει, μέχρις ότου η αποκαρδίωση τον οδηγήσει σε βαθιά
απόγνωση, ώστε να πέσει «γεμάτος ἀπό χαρά» μάλιστα, «πρώτη φορά
χωρίς κανένα φόβο»796, στο ρεύμα του μεγάλου ποταμού. Και γίνεται ο
Ρήνος ποταμός νοητός Ιορδάνης που του χαρίζει την ειρήνη και την
ηρεμία της ψυχής του ύστερα από το μεγάλο κατακλυσμό. Αυτή η
πνευματική νηνεμία στο βάθος της καρδιάς, δε θα τον εγκαταλείψει μέχρι
το τέλος της ζωής του, παρ’ όλες τις εξωτερικές αναταραχές που είναι
συχνότατες και εντονότατες.
Πριν από τη μεγάλη στιγμή του “σώφρονος” θανάτου του, σε
στιγμή αλλοφροσύνης, όπου φαίνεται η δράση των παθών, περιγράφει το
μαρτύριό του, συνδέοντάς το με την ιδιότυπη μοναξιά του: «Βγαίνοντας
στὸ δρόμο ἄρχισε ξανά νὰ τρέχει. Τὸν κυρίευαν πάλι τὰ πάθη. Ἡ
ἀναταραχή τῶν σωθικῶν τοῦ μονάχου ἀνθρώπου»797.
Κι όμως, μέσα απ’ όλη αυτή τη δοκιμασία, η οποία
συγκεφαλαιώνει εμπειρίες μιας ολόκληρης ζωής το αποτέλεσμα είναι
ευεργετικό για τον ίδιο. Η μοναξιά του, την οποία ουδέποτε έπαψε να
εγκωμιάζει μέχρι τα στερνά του,798 καρποφορεί. Μετατρέπεται με το
χρόνο σε μία ώριμη μοναχικότητα συγγενή προς το μοναστικό πνεύμα,
ίσως και ταυτόσημη. Ο ίδιος γράφει ότι ο εαυτός του φαντάζει «ἕνας νέος
κατά πῶς λέει ὁ κόσμος καταστραμμένος, νικημένος, ἐξουθενωμένος, σὲ
κρίση».799 Ο ταπεινωμένος αυτός νέος, που δεν είναι άλλος από τον ίδιο,
μοιάζει πιο πολύ με μοναχό παρά με λαϊκό: «Ἡ ἐξατομικευμένη
συνειδητή ὕπαρξη αἰσθανόταν τὸν ἑαυτό της ὑπεύθυνο γιὰ τὸ κάθε
πράγμα. Κοινωνικό περιβάλλον, μόρφωση, οἰκονομική καταστροφή,
συναισθηματικές ἀποτυχίες, ἀλλεπάλληλοι θάνατοι προσφιλῶν
794

Αλέξανδρου Κοσματόπουλου, «Ο Ν. Γ. Πεντζίκης και το μοναστικό πνεύμα», σελ 6.
Βλ. περιοδ. Το Τέταρτο 2, σελ. 103.
796
Πεντζίκη, Ἀντρέας Δημακούδης… ,σελ. 126.
797
οπ. σελ. 126.
798
Βλ. περιοδ. Το Τέταρτο 2,σελ. 104.
799
Βλ. το διήγημα «Πορεία καὶ σταμάτημα», στη Συνοδεία ,σελ. 16.
795

198

προσώπων, ἀπομόνωσαν τὸ νέο μας ἄνθρωπο, τοὔ ’δωκαν τὴν
ὑπερτροφική συνείδηση τοῦ μοναχοῦ».800 Κάνει μάλιστα μια διάκριση
ανάμεσα στον κοινωνικό άνθρωπο και το μονάχο άνθρωπο: «Ὁ
κοινωνικός ἄνθρωπος δέχεται παθητικά τὴ ζωή, ὅπως τοῦ προσφέρεται,
ὑπολογίζοντας καὶ σκοτίζοντας τὸν ἐγκέφαλό του μὲ ἕναν πολύ μικρό
ἀριθμό εἰδικευμένων εὐθυνῶν. Ὁ μονάχος ἄνθρωπος εἶναι ὑποχρεωμένος
ν’ ἀνακαλύψει καὶ νὰ ἐξηγήσει τὴν πηγή καὶ τὴν αἰτία τῆς ζωῆς.
Ἐγκαταλείπει τὴ φυσική ἄνεση γιὰ νὰ πάει πρὸς τὴν πνευματική
δυσχωρία. Ὅταν λυγίζει, λυγίζει σὰ φάλαγγα ζυγοῦ ποὺ φορτώνεται
μεγαλύτερο, ὑπέρμετρο βάρος».801
Εδώ το κοινωνικό προσωπείο802 ενός “διαφορετικά”
λειτουργούντος ανθρώπου, από το «ὑπέρμετρο βάρος» καταστρέφεται.
Σ’ αυτή την ατομική διάλυση φαίνεται να προχωράει εκών άκων. Η
αποτυχία συμβαδίζει με την παραίτηση και τη μειονεξία, πράγμα το
οποίο με πνευματική ανάγνωση ή μάλλον με πνευματική αφομοίωση
οδηγεί στη μοναστική αυτομεμψία: «Ἡ ἀμφιβολία σὲ ὅ,τι πιστεύαμε
εἶναι τὸ πρῶτο βῆμα στὴ σκοτεινή καὶ ὑπόγεια δίοδο πρὸς τὴ
μειονεκτικότητα καὶ τὴν αὐτοεξουθένωση. … Ἔχει ἀποτύχει ὁ νέος ποὺ
μᾶς ἀφορᾶ στὸ κοινωνικό του στάδιο. Δὲν μπορεῖ νὰ οἰκονομηθεῖ στὴν
καθημερινή του ζωή. Δὲν μπορεῖ νὰ κάνει μιὰ δουλειά χρήσιμη κι
ὠφέλιμη γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ τοὺς ἄλλους. Εἶναι ἀνίκανος νὰ ποριστεῖ
τ’ ἀπαραίτητα πρὸς τὸ ζῆν. Ἡ συνέχεια ἀπό τὶς ἡμέρες τῆς ζωῆς του τοῦ
παρουσιάζεται ἀπειλητικό φάντασμα. Ἀδιάκοπα, κάθε περιστατικό ποὺ
θὰ τοῦ συμβεῖ, καὶ τὸ πιὸ ἀσήμαντο, τοῦ ἐπαναλαμβάνει τὴν ἀπειλή τῆς
καταστροφῆς. Ἡ σκέψη του ἐξονυχίζει κάθε λεπτομέρεια, τὸν
κατασκάπτει, τὸν τρώει, τὸν κουρελιάζει. … Δὲν ἤξερε πιὰ ἂν αὐτός
ἔβλεπε σωστά… Δὲν μποροῦσε νὰ ἐλέγξει ἂν ὅ,τι ἀντιλαμβανόταν ἦταν

800

οπ. σελ. 25.
οπ. σελ. 26.
802
«Το μεγαλύτερο δίδαγμά του για μένα ήταν η εκμηδένιση του κοινωνικού του προσώπου. Η ίδια η
ζωή και ο κοινωνικός βίος για τη μέγιστη πλειοψηφία των ανθρώπων έχουν πλέον ταυτιστεί απολύτως.
Ο μη ενταγμένος κοινωνικά, ο κοινωνικά ανενεργός, θεωρείται ανύπαρκτος. Ο Πεντζίκης με τη
συμπεριφορά του συνέτριβε κάθε κοινωνικό προσωπείο. Με την παρουσία και την στάση του σου
θύμιζε πως ο άνθρωπος κινείται και πραγματώνεται πέρα από κοινωνικές συντεταγμένες. Σου έδειχνε
πως η αλήθεια και το πραγματικό βρίσκονται πέρα από τις προσπάθειες των ανθρώπων να αποκτήσουν
υπόσταση δια της ισχύος μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι», βλ. την εισήγηση του Αλέξανδρου
Κοσματόπουλου, «Ο Πεντζίκης και το μοναστικό πνεύμα», (σελ. 1), την οποία ο ίδιος μου δώρισε το
Δεκέμβριο του 2008, πριν καν την εκφωνήσει, και για την οποία θερμά τον ευχαριστώ.
801

199

ἡ πραγματικότητα. Ὑποψιαζόταν ὅτι δὲν ἔβλεπε τὸ ἴδιο μὲ τοὺς
ἄλλους».803
Φαίνεται εδώ να εκκολάπτεται η ταπείνωση ως αποτέλεσμα –
καταρχήν- πνευματικού άλγους, που μόνιμο σύντροφό της έχει την
επιγινωσκόμενη αυτομεμψία, όχι την ταπεινολογία, της οποίας και τα
τελευταία ίχνη εξαφάνισε ο καύσωνας των ανελέητων παθημάτων.
Σύμφωνα με τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, η αυτομεμψία «συνυπάρχει
πάντοτε με την ταπείνωση της ψυχής. Αυτή πάλι στην αρχή επιτείνει
σφοδρώς το φόβο της κόλασης, φέρνοντας μπροστά στους οφθαλμούς τη
φρικωδέστατη εκείνη συνδρομή από τα αντίθετα σε ένα κολαστήριο,
προκαλώντας επίσης πρόσθετο φόβο από την πληροφορία ότι εκείνη
είναι άρρητη, ως φοβερότερη και από όσα λέχθηκαν. Εξάλλου το
ατέλειωτο εκείνης πόσα δεινά δεν προσθέτει; Και πράγματι καύσωνας
και ψύχος και σκότος, πυρ και ορμή και στάση, δεσμά και φοβέρες και
δήγματα θηρίων που ζουν παντοτινά, συγκεντρώνονται σε ένα τον καιρό
εκείνης της καταδίκης, αλλά ούτε κι’ έτσι παριστάνεται ποιο ακριβώς
είναι εκείνο το δεινό…».804
Μέσα σ’ αυτό τον πόλεμο ακόμη και οι κάποιες “θετικές”
φαντασιώσεις του Πεντζίκη που αποπειρώνται να δελεάσουν την καρδιά
του, αποδεικνύονται επικίνδυνοι βάλτοι, «βορβορώδεις και βουρκώδεις
δεξαμενές»805 έτοιμες να τον καταπιούν. Οι συνεχείς απορρίψεις και
διαψεύσεις, το ασταμάτητο “τσάκισμα”, η εξουθένωση της
προσωπικότητάς του, όπως περιγράφονται στον Αντρέα Δημακούδη, είχαν
προευτρεπίσει το χώρο της καρδιάς του για να δεξιωθεί το χάρισμα της
μετά δακρύων ταπείνωσης: «ὅλες λοιπόν οἱ κατηγορίες καὶ οἱ εἰρωνεῖες
καταντοῦν ν’ ἀφοροῦν μόνο ἐμένα».806 Αναφέρθηκαν ήδη στην παρούσα
εργασία περιπτώσεις, όπου γίνεται λόγος και για τα δάκρυά του.

803

«Πορεία καὶ σταμάτημα», στη Συνοδεία, σελ. 25-26.
Αξίζει να παρακολουθήσει κανείς το αντίστοιχο έξοχο κείμενο του Αγίου: «Ἡ αὐτομεμψία
σύνεστιν ἀεί τῇ ταπεινώσει τῆς ψυχῆς, αὕτη δὲ τὸν τῆς κολάσεως φόβον τὴν ἀρχήν ἐπανατείνεται
σφοδρῶς πρὸ ὀφθαλμῶν ποιοῦσα τὴν ἐξ’ ἐναντίων ἐκείνην εἰς ἑνός κολαστηρίου φρικωδεστάτην
συνδρομήν καὶ ἔτι προσθήκην τοῦ δέους ἐμποιοῦσα ἐκ τοῦ μανθάνειν ἄρρητον ἐκείνην οὗσαν ὡς καὶ
τῶν εἰρημένων δεινοτέραν. Τὸ δὲ ἀτελεύτητον ἐκείνης αὖθις, ὅση προσθήκη τοῖς δεινοῖς. Καύσων γὰρ
καὶ ψύχος καὶ σκότος καὶ πῦρ καὶ φορά καὶ στάσις δεσμά τε καὶ δείματα καὶ θηρίων ἀειζώων δήγματα
κατ’ ἐκείνην εἰς ἓν συνάγεται τὴν καταδίκην καὶ οὐδ’ οὕτως οἷον ἐκεῖνο τὸ δεινόν παρίσταται…», βλ.
Γρηγορίου Παλαμά, Πρὸς Μοναχήν Ξένην, Περί παθῶν, PG 150,1076 D-1077 A.
805
Ανέστη Κεσελόπουλου, Πάθη και αρετές…, σελ. 36.
806
Πεντζίκη, Ὁ πεθαμένος καὶ ἡ ἀνάσταση, σελ. 21-22.
804

200

Αλλά γι’ αυτήν τη μετά κατανύξεως συνδεδεμένη αυτομεμψία και
αυτοεξουδένωση σημειώνει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς: «Αλλά και η
αυτομεμψία μόνη καθ’ εαυτήν, όταν εγκαθίσταται μόνιμα στο λογιστικό
της ψυχής, σαν ένα νοητό βάρος, συνθλίβει και πιέζει και εκθλίβει τον
οίνο το σωτήριο που ευφραίνει την καρδιά του ανθρώπου, δηλαδή τον
εσωτερικό άνθρωπο. Τέτοιος οίνος είναι η κατάνυξη διότι αυτή μαζί με
το πένθος εκθλίβει και τα πάθη και γεμίζει την ψυχή με μακαριστή χαρά,
αφού την απαλλάξει από το δεινό βάρος τους».807 Έτσι ο μακρύς και
βαρύς «χειμώνας των θλίψεων …μικρόν-μικρόν διαλύεται και εγγίζει το
έαρ της παρηγορίας»808, σε σημείο που ώριμος πια, ο Πεντζίκης δηλώνει
ότι «τοῦ φτιάχνει τὸ κέφι ὅταν μιλάει διαρκῶς γιὰ τὸ θάνατο»809.
Τα πάθη, «διεστραμμέναι δὲ ὁδοί πάντως καὶ σκολιαί»810, κατά τον
άγιο Ιεράρχη, που οφείλονται στην αμετρία και την παράχρηση811, έχουν
την καταγωγή τους στη θέληση του ανθρώπου, όχι στη φύση του. Το
κακό δεν μπορεί να γίνει πραγματικότητα παρά μόνο με τη θέληση του
ανθρώπου, που αποτελεί και τη μοναδική του ουσία, η οποία το καθιστά
φαινομενική ύπαρξη και το τοποθετεί σαν εμπόδιο κοινωνίας μεταξύ
Θεού και ανθρώπου,812 αν και περιέργως τα κείμενα του αγίου Γρηγορίου
αναφέρονται σε πάθη που έχουν την αιτία τους στην μεταπτωτική φύση
του ανθρώπου,813 στην οποία υπάρχουν ψυχική ανισορροπία και αφύσικη
λειτουργία των δυνάμεων της ψυχής (λογιστικού, θυμοειδούς και
επιθυμητικού).
Η διαταραχή αυτή είναι έκδηλη σε πολλά σημεία του πεντζικικού
έργου: «Αἰσθάνομαι ξένος μὲ τὴ ζωή. Ζωντανός ἀλλά ἐνταφιασμένος,
ὅπως οἱ περιορισμένοι στὰ ἄσυλα φρενοπαθῶν».814 Ή αλλού: «Δὲν εἶχε
τίποτα τὸ ἀληθινό ἡ φυσιογνωμία του. Ἦταν ἕνας σκέτος θεατρίνος καὶ
807

«Ἀλλά γὰρ καὶ ἡ αὐτομεμψία μόνη καθ’ αὐτήν, ᾥσπερ τι βάρος νοητόν τῷ λογιζομένῳ τῆς ψυχῆς
ἐπιτεθεῖσα καὶ χρονίσασα, συνθλίβει καὶ πιέζει καὶ τὸν οἶνον ἐκθλίβει τὸν σωτήριον, τὸν εὐφραίνοντα
καρδίαν ἀνθρώπου, τοὐτέστιν τὸν ἐντός ἡμῶν ἄνθρωπον. Οἶνος δὲ τοιοῦτός ἐστιν ἡ κατάνυξις∙
συνεκθλίβει γὰρ τῷ πένθει καὶ τὰ πάθη καὶ χαρᾶς τὴν ψυχήν πληροῖ μακαριστῆς, τοῦ κατά ταῦτα
δεινοῦ βάρους ἀπαλλάξασα…», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Πρὸς Μοναχήν Ξένην, Περί παθῶν, PG 151,
1077 BC.
808
Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, επιστ. 41, σελ. 250.
809
Βλ. περιοδ. Το Τέταρτο 2, σελ. 103.
810
Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία 20, Εἰς τὸ Η΄ Ἑωθινόν…, PG 151,273 A.
811
«παράχρησις γάρ ἐστι τῶν δυνάμεων τῆς ψυχῆς ἡ τὰ τῶν παθῶν ἀποτρόπαια φύουσα…», βλ.
Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων… 2,2,19, Συγγρ. Α, σελ. 527.
812
Ανέστη Κεσελόπουλου, Πάθη και αρετές… ,σελ. 27.
813
«καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτῇ τῇ φύσει μύση», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Δεκάλογος τῆς κατά Χριστόν
νομοθεσίας, PG 150,1097 D, «τὰ ἀπό φύσεως ἐχόντων τὴν ἀρχήν», βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Πρὸς τὴν
ἐν μοναζούσαις Ξένην, PG 150,1061 B.
814
Πεντζίκη, το διήγημα «Μουγκός καὶ ποιητής» στη Συνοδεία, σελ. 39.

201

ὅλα, ὅσα ἔβλεπε καὶ ἀντιλαμβανόταν, δὲν ἦταν παρά σκιές καὶ σχήματα
σ’ ἕνα ἀνερμήνευτο σκοτεινό βάθος. Γρήγορα ὅμως ἔσβησε τὸ ξαφνικό
αὐτό φώτισμα τῆς σκηνῆς τοῦ ἐσωτερικοῦ του δράματος. Μὲ ἄναρθρες
φωνές, κινήσεις ἀπειθάρχητες, πολλά δάκρυα, προσπάθησε νὰ γεμίσει τὸ
ἀδειανό βάθος τοῦ τίποτα».815
Eδώ περιγράφεται έξοχα, μάλλον βιώνεται επακριβώς η κατοίκηση
στη χώρα του σκοταδιού και της σκιάς του θανάτου816, η διαμονή, ο
εγκλεισμός στα αδιέξοδα της ου-τοπίας, σε σημείο που ο χώρος και ο
χρόνος, από πεδία διασταύρωσης με την αιωνιότητα να μεταβάλλονται
διηνεκώς σε «τέρατα»817, σ’ ένα αφόρητο δίδυμο, έναν θλιβερό ζυγό.
Έτσι η ανθρώπινη ύπαρξη του συγγραφέα πλήττεται αφόρητα, ενώ
απεγνωσμένα ψάχνει για το φως της εξόδου, το οποίο όμως σε αυτή τη
φάση συνεχώς αποδεικνύεται εντονότερα σκοτεινό από το ήδη υπάρχον
σκότος: «Ὑπῆρχε μέσα μου ἡ ἐπιθυμία νὰ τρώγω ἀστακούς φρέσκους, νὰ
πίνω κρασί τοῦ καιροῦ τοῦ Ναπολέοντος. Ἡ περηφάνειά μου μ’ ἔκανε νὰ
δυσανασχετήσω ποὖ ’ρθε μιὰ φτωχιά θέλοντας νὰ μοῦ μιλήσει καὶ μ’
ἀπασχόλησε. Ἔδωκα ἕνα δίδραχμο καὶ τὴν ξαπέστειλα κι ἔσπευσα νὰ
πλύνω τὸ χέρι μου ποὺ ἄγγιξε τὸ δικό της ἀπό σιχαμάρα. Τώρα
καταλαβαίνω τί πράγμα ἀποσιωπῶ τόσην ὥρα καὶ πρέπει νὰ τὸ πῶ γιὰ νὰ
μὴν κρύβουμαι, γιὰ νὰ μπορέσω νὰ ξεφύγω ἀπό τὴν ὑποκρισία. Ἀκριβῶς
εὐθύς μετά τὰ κλάματα στὸ κατώφλι, ποὺ εἶχα πέσει μὲ τὸ στόμα, γεμάτο
αἵματα, σηκώθηκα γυρεύοντας νὰ μπλεχτῶ σ’ ἐρωτικές περιπέτειες.
Γνώρισα ἕνα νέο ἔμορφο κορίτσι μὲ σαρκώδη χείλη καὶ περάσαμε τὴ
νύχτα μαζί παρατώντας τὸν μπαρμπ’ Ἀλέξη νὰ διηγιέται μονάχος του
τοὺς καημούς του».818 Σωρεία μαινομένων παθών παραπέμπουν το ένα
στο άλλο το δυστυχές θύμα τους.
Η περιγραφή την οποία κάνει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς της
παραπάνω κατάστασης, δηλαδή της διολίσθησης από τη γαστριμαργία
στην πορνεία, είναι καταπληκτική: Από όλες τις σωματικές αισθήσεις η
γεύση είναι εκείνη που επηρεάζει περισσότερο τα πάθη, όταν δεν
περιορίζεται στην κάλυψη ανάγκης για τροφή, αλλά καταλήγει στην
αμετρία, δηλαδή στην τρυφή. Από αυτό προέρχονται η γαστριμαργία,

815

Πεντζίκη, Ἀντρέας Δημακούδης, σελ. 46.
Πρβλ. Ματθ. 4,16.
817
Αρχιμανδρίτου Ιουστίνου Πόποβιτς, Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, σελ. 18.
818
Πεντζίκη, Ὁ πεθαμένος καὶ ἡ ανάσταση, σελ. 21-22.
816

202

λαιμαργία, πολυποσία, μέθη819. Ο άνθρωπος τότε με κέντρο και πηγή
κάθε σαρκικής αμαρτίας και πάθους τη γαστριμαργία, κρατιέται δέσμιος
σε ολόκληρο τον κύκλο των ηδονών, διότι από την ακρατή κοιλία του,
δίνεται πλούσιο υλικό στην αφή προς πραγματοποίηση παντός σαρκικού
πάθους και ακαθαρσίας.820
Με το πέρασμα των χρόνων και έχοντας αποθησαυρίσει τέτοιες
εμπειρίες πολλών πνευματικών εναλλαγών, ο Πεντζίκης, επόμενο είναι
να αισθάνεται πολύ φίλους και οικείους του τους μοναχούς,
παραδεχόμενος πως ακόμα και η εμφάνισή του στον κόσμο των
γραμμάτων συνδέεται με τη συναναστροφή μοναχών, τους οποίους
θεωρεί ἄλλης ποιότητας ἀνθρώπους,821 γι’ αυτό και αισθάνεται φυσικό
τόπο γι’ αυτόν το Άγιον Όρος, έναν τόπο στον οποίο ο άγιος Γρηγόριος ο
Παλαμάς έζησε συνολικά γύρω στα είκοσι χρόνια, χωρίς ουσιαστικές
διαφορές στον τρόπο ζωής του, σε σχέση με τον αγιορειτικό σημερινό
τρόπο ζωής.822
Τον τόπο αυτόν ο Πεντζίκης επισκέφτηκε 84 φορές823. Αποτελεί
σημείο κεντρικό αναφοράς όλου του έργου του και της ύπαρξής του,
λάλον ύδωρ αποκαλυπτικό της Ομορφιάς των πραγμάτων, εμπειρία ξένη
προς κάθε είδους ιδεοληψία και εξιδανίκευση: «Μετά τὸν γύρο τοῦ
Ἁγίου Ὄρους καὶ τὸ πανόραμά του, ἐπιτρέψτε με ν’ ἀναφέρω
λεπτομέρειες, ποὺ μπορεῖ νὰ φανοῦν ἐπουσιώδεις ἢ ἐντελῶς προσωπικές.
Ἔτσι μόνο μποροῦμε νὰ κερδίσουμε τὸ πράγμα. Ἔτσι μόνο παύει νὰ
εἶναι ψυχρό ἕνα ἀντικείμενο. Θἄ ’θελα νὰ δεῖτε τὸ Ἅγιον Ὄρος σὰν μιὰ
φρέσκια σάρκα, ποὺ μιλεῖ τὴ γλώσσα τῆς αἰωνιότητας. Ἰδού πῶς ἕνα
παιδί παρετυμολόγησε τὸ ἀρχαῖο ὄνομα τοῦ Ἄθω: Α καὶ Ω = ἀρχή καὶ
τέλος, Θ στὴ μέση = ὁ Θεός. Σὰν εικόνα τ’ Ἅγιον Ὄρος, ὁδηγεῖ ἀπό τὸ
819

«Τῶν μὲν οὖν κατά τὴν γεῦσιν πονηρῶν παθῶν οὐχ ἡ τροφή αἰτία, ἀλλ’ ἡ ἀμετρία ταύτης, ὃ ἐστι
τρυφή∙ ταῦτα δέ ἐστι γαστριμαργία, λαιμαργία καὶ πολυποσία καὶ μέθη∙», βλ. Γρηγορίου Παλαμά,
Ὁμιλία 33, Περί ἀρετῶν καὶ τῶν ταύταις ἀντιθέτων παθῶν…, PG 151,417 CD.
820
«… γαστήρ δὲ ὑποδεχομένη τὰ ἐκ τῆς γεύσεως ἀκρατῶς, καὶ πρὸς τὰ ἔξω περιττῶς ἐκδιδοῦσα διὰ
τῆς πέψεως, τῇ ἀφῇ δαψιλῆ χορηγεῖ τῆς κακίας τὴν ὕλην, οἷόν τις βδελυρά δεξαμενή βδελυρούς
ἀναδιδοῦσα κρουνούς, δι’ ὧν συνίσταται τὰ ὑπογάστρια πάθη, πορνεία, μοιχεία, ἀκολασία, ἀσέλγεια,
καὶ πᾶσα ἡ τῆς σαρκός ἀκαθαρσία», βλ. οπ.
821
Ανέστη Κεσελόπουλου, «Περί Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη», ΕΕΘΣΠΘ 1998, σελ. 235, βλ. και
Ὑδάτων ὑπερεκχείλιση, «Ποτὲ δὲ θὰ γίνω λογοτέχνης» (η γνωστή συνέντευξή του στο περιοδ. Διαβάζω
11, ΜάρτιοςᾹπρίλιος 1978), σελ. 209.
822
“Durant vingt ans, Grégoire y mènera la vie monacale qui, au XIVe siècle, n’ était pas tellement
différente de celle que l’on peut voir aujourd’ hui encore à la Sainte Montagne”, βλ. Jean Meyendorff,
Saint Grégoire Palamas et la mystique orthodoxe, p. 58.
823
Ανέστη Κεσελ