You are on page 1of 52

Αρχιμανδρίτης Εφραίμ Γ.

Τριανταφυλλόπουλος
Ιεροκήρυξ Ιεράς Μητροπόλεως Σισανίου και Σιατίστης
Εντεταλμένος επί θεμάτων αιρέσεων

Η ΝΟΕΡΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ:
ΒΑΣΗ ΤΟΥ
ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΥ
ΑΓΩΝΑ ΚΑΙ ΤΗΣ
ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ

Σιάτιστα 2005

Το παρόν πόνημα
αφιερώνεται στη σεβαστή μητέρα μου
Δέσποινα Γ. Τριανταφυλλοπούλου

ISBN 960-92464-2-7

ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ
Στην παρούσα μελέτη επικαλούμενοι τις ευλογίες
και τις προσευχές του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου
μας κ.κ Αντωνίου, και παρ’ όλες τις πνευματικές μας
ελλείψεις, θα προσπαθήσουμε ν’ αποδείξουμε,
μελετώντας την αίρεση και τους αιρετικούς από
ψυχοπνευματικής απόψεως, ότι απαραίτητο εφόδιο στον
αγώνα μας εναντίον των αιρέσεων –μαζί φυσικά με τα
υλικοτεχνικά μέσα που προσφέρει η εποχή μας- είναι η
αδιάλειπτη προσευχή. Η Ορθόδοξη εκκλησία μας, στη
βάση της είναι ασκητική. Πάγιο δε και απλανές
συμπέρασμα της μακραίωνης παραδόσεώς μας, είναι ότι
η δουλειά η πνευματική μέσα μας, η μυστική εργασία,
αποτελεί την καλύτερη εργασία εντός του πλησίονεικόνος Θεού, άρα και του οποιουδήποτε αιρετικού
αθέου, αλλοθρήσκου κλπ.
Ο λόγος του Κυρίου, διά στόματος του αποστόλου
Παύλου «δεῖ γὰρ καὶ αἱρέσεις ἐν ὑμῖν εἶναι, ἵνα οἱ δόκιμοι
φανεροὶ γένωνται ἐν ὑμῖν»1 μας προτρέπει σε μια
δοκιμασία πίστεως και βιωμάτων, στην συνάντησή μας
με την αίρεση, αλλά και σε χαρά ανείπωτη πνευματική
και αγαλλίαση, κατά την υποδοχή εκείνων που
επιστρέφουν.

1

Α΄κορ. 11,12

Περιεχόμενα

Προλεγόμενα…………………………………………………………………………………3
1.
2.
3.
4.
5.
6.

Η Αίρεση ως πνευματική διαταραχή………………………………………………5
Η Αίρεση ως ψυχική διαταραχή…………………………………………………… 12
Η νοερά προσευχή ως ψυχοπνευματική ανακαίνιση…………………… 22
Αίρεση και κοσμικό πνεύμα εναντίον της νοεράς προσευχής……… 32
Η ιεραποστολική τακτική των Πατέρων……………………………………… 40
Σύγχρονα αιρετικά βιώματα………………………………………………………… 45

1. Η ΑΙΡΕΣΗ ΩΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ
Ο γέρων Ιωσήφ ο σπηλαιώτης, στις περίφημες
επιστολές του, με ανάγλυφο τρόπο, μας δίνει την
διαδικασία γένεσης των πλανών και των αιρέσεων.
Αναφέρει συγκεκριμένα στην ΛΣΤ΄ επιστολή του :
«…είναι μία πηγή που αναβλύζει νερό στο
ακροθαλάσσι. Εξαίφνης γίνεται τρικυμία και βγαίνει η
θάλασσα και θολούται με θαλάσσιον ύδωρ η μικρά
μας πηγή. Έλα τώρα εσύ, όσον ευφυής και αν είσαι να
καθαρίσεις το νερό της θαλάσσης από το νερό της
πηγής. Το όμοιον γίνεται εις τον νουν.
Οι δαίμονες είναι πνεύματα. Λοιπόν συγγενεύουν
και αφομοιούνται με το ιδικόν μας πνεύμα, τον νουν.
Ο δε νους, ως τροφοδότης της ψυχής που είναι –
καθότι αυτός φέρει πάσαν νοεράς κινήσεως όψιν και
νόησιν εις την καρδίαν το διυλίζει και το δίδει προς
την διάνοιαν- ο νους λοιπόν, απατάται κατά το
παράδειγμα της πηγής. Ήγουν, κλεψιμαίω τω τρόπω,
το ακάθαρτον πνεύμα θολώνει τον νουν και αυτός το
δίδει προς την καρδίαν όπως είναι κατά συνήθειαν. Αν
η καρδία δεν είναι καθαρά, σκοτεινώς το δίδει εις την
διάνοιαν. Και σκοτίζεται και τότε αμαυρούται η ψυχή.
Και έκτοτε αντί θεωρίας δέχεται διαρκώς φαντασίες.
Και με αυτόν τον τρόπον εβγήκαν όλες οι πλάνες και
έγιναν αιρέσεις».2
2

Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας σελ. 214-215 εκδ. Ι.Μ οσ. Φιλοθέου, Αγ. Όρος, εκδ.
Δ΄ 1992.

Άπαξ και πλανηθεί ο νους είναι πολύ δύσκολο να
επιστρέψει. Ο διάβολος κραταιώς τον κατέχει. Η
πλάνη του νου είναι φοβερή και δυσνόητη. Αλλού ο
γέρων Ιωσήφ υπογραμμίζει: «εκείνος που θα πιασθεί
εις την πλάνην, επειδή, εάν υπακούσει εις άλλον, είναι
κίνδυνος να απαλλαγεί επ’ αυτήν, να τον χάσει ο
πονηρός, δι’ αυτό τον καταπείθει να μη πιστεύει
άλλον κανέναν, να μη υπακούει εις άλλον ποτέ, αλλά
στο εξής να δέχεται μόνο τους ιδίους λογισμούς, να
πιστεύει εις μόνην την ιδικήν του διάκρισιν. Εις αυτό
το αταπείνωτον φρόνημα εμφωλεύει ο πολύς εκείνος
εγωισμός, η εωσφορική υπερηφάνεια των αιρετικών,
όλων των πλανεμένων που δεν θέλουν να
επιστρέψουν».3
Ο άθεος, ο αιρετικός, κάθε πλανημένος είναι πολύ
δύσκολο, αν όχι ακατόρθωτο να έρθει σε συναίσθηση
της καταστάσεώς του, πράγμα που προϋποθέτει
μετάνοια. Δύσκολο να πιστέψει ότι βρίσκεται στην
πλάνη, ότι αυτό που πιστεύει δεν αντιπροσωπεύει την
αλήθεια αλλά το ψεύδος. Αντιθέτως, ο αμαρτωλός
έχει πάντοτε την ευκαιρία να σωθεί.
Άποψις σύγχρονου γέροντος: «Αν έχουμε από τη
μια μεριά χίλιους πλανεμένους, κι από την άλλη
χίλιους βαριά αμαρτωλούς, οι εννιακόσιοι ενενήντα
εννιά από τους αμαρτωλούς θα σωθούν, εκτός από
έναν αμετανόητο, ενώ από τους πλανεμένους ζήτημα
είναι ένας ν’ αλλάξει. Κι αυτό γιατί ένας πλανεμένος
3

Ο.π επιστ. ΛΣΤ΄ σ. 216.

δεν αλλάζει εύκολα, είναι γλυκό χάπι η πλάνη. Ο
αμαρτωλός μπορεί με ένα «ήμαρτον» να σωθεί όπως ο
ληστής πάνω στο σταυρό. Μ’ έναν αιρετικό
πλανεμένο όμως, τα πράγματα είναι πάρα πολύ
δύσκολα. Η ασθένειά του είναι βαριά, σαν μία
καλπάζουσα λευχαιμία, είναι οίηση, δηλαδή αίσθηση
διαφοράς απ’ τους άλλους.
Ακόμη και η φιλομάθεια που τους διακρίνει είναι
νοθευμένη. Όλες οι αρετές νοθεύονται: η ταπείνωση
με την ταπεινοσχημία, η σιωπή με την ασκητοφάνεια,
η αγάπη με τη σάρκα, η προσευχή με την επίδειξη, τα
δάκρυα γίνονται αυτοσκοπός, η πίστη με την αίρεση
κλπ.
Η φιλομάθεια, μεταφράζεται σε ηδονή από το
διάβασμα, η οποία είναι δεμένη με το ότι «κάτι είμαι».
Η ηδονή αυτή περνάει και στο σώμα το οποίο
τραντάζεται ολόκληρο μέσα σε μία δίνη
αυταρέσκειας. Μέθη από τη γνώση. Η ηδονή αυτή,
αποτελεί πάθος ψυχικό, το οποίο καταλαμβάνει την
ψυχή μονοειδώς, επιδρώντας στο σώμα. Έτσι γίνεται η
παρερμηνεία των Ευαγγελικών και Πατερικών
κειμένων εφ’ όσον τη μέθη της γνώσεως εκλαμβάνω
ως θεολογική αποκάλυψη.
Τα όσα ωραία και υψηλά θεολογικά λέγονται στην
Αγ. Γραφή και τα συγγράμματα των Πατέρων, πολλοί
των εντρυφούντων σ’ αυτά, ενώ τα συλλαμβάνουν, τα
κατανοούν και τα χορταίνουν τρόπον τινά, δυστυχώς
τα οικειοποιούνται κατόπιν, ως δικά τους γεννήματα.

Η πνευματική όμως αυτή οικειοποίηση από το νου, ο
οποίος είναι ήδη σκοτισμένος από τα πάθη της
κενοδοξίας και της οιήσεως, γεννά τους καρπούς της
κακοδοξίας, της πλάνης, της διαστροφής και της
αίρεσης. Κάπως έτσι έπεσαν οι μεγάλοι αιρεσιάρχες
και όλοι οι αιρετικοί»4
Σε αίρεση μπορεί να οδηγήσουν και η έλλειψη ή η
υπερβολή σε κάθε μέσον πνευματικού αγώνος.
Ελλείψεις και υπερβολές αποτελούν κακίες οι οποίες
δέον να αποφεύγονται. Στο κτίσιμο το πνευματικό του
οικοδομήματος της ψυχής, το μέτρο σε όλα, αποτελεί
την βασιλική οδό. Προσοχή επίσης στη φαντασία.
Συνήθως διακρίνουμε τέσσερα (4) είδη φαντασίας:
α)εκείνη που αναφέρεται στις προβολές των παθών
πάσης φύσεως, β) τον ρεμβασμό ή ονειροπόληση, γ)
εκείνη των καλλιτεχνών και πολιτισμικών δημιουργών
και δ) την πιο επικίνδυνη, την θεολογική ή την της
θεολογικής δημιουργίας. Αυτή σπρώχνει τον
προσευχόμενο χριστιανό στον γκρεμό των αιρέσεων
και της πλάνης. «Οι ξηρές γνώσεις, ενώνονται με τη
λογική διά μέσου της φαντασίας και γεννούν
θεολογικά φαντάσματα, έκγονα της πλάνης, της
θεοσοφίας, και παιδιά της υπερηφανείας»5.
Συνεχίζουμε:
«Πρώτα καθαρίζεται η καρδιά και ύστερα γίνεται
κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος και μάλιστα όταν
4
5

Σημειώσεις γέροντος υπό τον τίτλο Νουθεσίαι πνευμ. Πατρός, ανέκδοτες σ. 221.
Π. Στεφ. Αναγνωστοπούλου Ανασασμοί σωτηρίας, 568 Πειραιάς 1999.

ξεριζώνονται η υπερηφάνεια και οι πλάνες. Πολύ πιο
πριν όμως, όταν ο νους είναι τυφλωμένος ακόμη από
τα πάθη και θέλει να προσευχηθεί νοερά, τότε αρχίζει
να πιστεύει κάπως, ότι αισθάνεται την παρηγοριά του
Θεού. Αυτό βέβαια είναι φαντασία, όχι αίσθηση. Και
η φαντασία, εάν βασιστούμε σ’ αυτήν, σχηματίζει
όποιες εικόνες θέλει, ακόμη και του Κυρίου, της
Θεοτόκου, των αγίων, του παραδείσου κλπ.
Από εδώ αρχίζει ο κατήφορος των λεγομένων
φωτισμένων, που είναι όλοι πλανεμένοι γιατί
πιστεύουν και προσκυνούν δήθεν του αγγέλους, δήθεν
τον Κύριο, την αγία Τριάδα, το άγιο Πνεύμα και τόσα
άλλα δήθεν.
Κατόπιν προχωρούν, δίνοντας δικές τους
αυθαίρετες ερμηνείες και δημιουργούν δυσάρεστες
καταστάσεις στην Εκκλησία.
Όταν υπάρχει υπερβολική αγαλλίαση και ησυχία
του νου διά της ταπεινοφροσύνης, η έλλειψη
συγκράτησης οδηγεί σε κενοδοξία, ανθρωπαρέσκεια
και νοσηρό συναισθηματισμό τους αρχαρίους περί τα
πνευματικά. Σ’ όλα τα πνευματικά πράγματα, μας
λέγει η πείρα των νηπτικών Πατέρων, ακόμη και σ’
αυτές τις θεϊκές ενέργειες του ακτίστου Τριαδικού
Φωτός, με τη συστολή της Θείας Χάριτος,
παραμονεύει πάντοτε κάποιος κίνδυνος από αδιόρατες

δαιμονικές προσβολές κενοδοξίας».6 ὁ δοκῶν ἑστάναι
βλεπέτω μὴ πέσῃ».7
Οι αιρετικοί λησμονούν αυτό που συνεχώς
θυμούνται οι Πατέρες οι οποίοι θεολογούν επειδή
γινώσκουν τον Θεό: να στέκονται ως νήπια, συνεχώς
τεταπεινωμένοι, ως αρχάριοι και διδασκόμενοι υπό
της Χάριτος διά παντός. Κι αυτό τους δίδεται σαν μια
πάγια, εδραιωμένη αίσθηση, εσωτερική παραδοχή.
[«Λέγεις λόγου χάριν, είμαι αμαρτωλός!» λέγει ο
γέρων Ιωσήφ. «Αλλά έσωθεν λογίζεσαι δίκαιος. Δεν
δύνασαι να αποφύγεις την πλάνην. Η χάρις ζητεί να
σταθεί αλλά επειδή εμπράκτως δεν έχεις βρει την
αλήθειαν, κατ’ ανάγκην πρέπει να φύγει. Διότι
αναμφιβόλως θα πιστεύσης εις τον λογισμόν σου ότι
είσαι αυτό το οποίον δεν είσαι και χωρίς άλλο θα
πλανηθής. Ως εκ τούτου δεν παραμένει»].8
Η ακόρεστη δίψα επίσης, για πνευματική γνώση,
και για υψηλές πνευματικές πτήσεις οδηγεί σε
ανεπιθύμητες καταστάσεις. Συνεχίζουμε: «Εάν ζητείς
μεγάλα και πρό καιρού, δεν σου τα δίδει ο Κύριος.
Διότι ο Θεός τα δίδει με τάξιν. Κι αν εσύ τον βαρύνεις
ζητώντας, αφήνει το πνεύμα της πλάνης και
προσποιείται την χάριν και σε πλανά, δεικνύων σοι
άλλα αντί άλλων. Δι’ αυτό δεν είναι ωφέλιμο να ζητεί
κανείς τα υπέρμετρα».9
6

Π. Στεφ. Αναγνωστοπούλου, Ανασασμοί σωτηρίας, 140.
Α΄Κορ. 10,12.
8
Έκφρασις Αγ. Ιωσήφ. Επιστ. Θ, σελ. 77.
9
Ο.π επιστ. Ι΄, σελ. 85.
7

Η μη σωστή εξομολόγηση πάλι, και πεπραγμένων,
αλλά κυρίως κρυφών λογισμών, μπορεί να οδηγήσει
σε πρόβλημα σοβαρό. Τα κρυφά και στο βάθος της
καρδίας απωθούμενα νοήματα, ισχυροποιούνται,
«λεληθότως υποστρεφόμενα πλέον αδρύνεται»10
σημειώνει ο όσιος Νείλος Αγκύρας.
Τελειώνοντας, θίγουμε το δεύτερο μέρος της
παρούσης μελέτης, λέγοντας πως ένας σοβαρός και
αδιατάρακτος άνθρωπος φροντίζει να ενημερώνεται
πάνω στις ψυχικές του συγκρούσεις, συμφιλιώνεται με
τις άσχημες και δυσάρεστες εμπειρίες της ζωής, «ώστε
να μη συσσωρεύσει στο βάθος της προσωπικότητας
στο ασυνείδητό του, απωθήσεις που θα διαταράξουν
την ψυχική του ισορροπία».11
Γράφει ο καθηγητής Κορναράκης: «διά της
απωθήσεως, το άτομο θα νομίζει ότι δεν έχει καμμία
σχέση με αυτό, ενώ το ασυνείδητό του θα
απασχολείται με την αντιμετώπιση του προβλήματος,
χωρίς το άτομο να γνωρίζει τον τρόπο ενέργειας του
ασυνειδήτου. Άρα, η απώθηση δεν μας απαλλάσει από
το (ψυχολογικό) πρόβλημα, αλλ΄ αντίθετα μας
εμπλέκει σε μία περιπέτεια, που εξελίσσεται όχι κάτω
από το φως της συνειδήσεως, αλλά μέσα στο σκότος
του ασυνειδήτου».12

10

Λόγος ασκητικός οσίου Νείλου, κεφ. ΜΗ΄. Αναφ. στο Θέματα ποιμ. Ψυχολογίας. Ιω. Κορναράκη,
σελ. 97, εκδ. Κυριακίδη, Θεσ/νίκη 1991.
11
«Ψυχολογία και πνευματική ζωή» Ιω. Κορναράκη, σ. 29, εκδ. ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ, Θεσ/νίκη 1980.
12
Ο.π. σελ. 28-29.

2. Η ΑΙΡΕΣΗ ΩΣ ΨΥΧΙΚΗ ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ
Κάθε αίρεση μπορεί να συνιστά υπό πλευράς ψυχικής,
διαταραχή για τον πάσχοντα, ενώ κάθε ψυχασθένεια
ακόμη κι όταν έχει θρησκευτικό περιεχόμενο δεν
αποτελεί, ούτε οδηγεί υποχρεωτικά σε αίρεση.
Αιρετικοί ονομάζονται οι ενσυνειδήτως αποκλίνοντες
από της υγιούς πίστεως και απορρίπτοντες εν η πλείονα
δόγματα της Εκκλησίας εμμένοντες δε εις τας εαυτών
πλάνας και μετά την νουθεσίαν και προτροπήν της
Εκκλησίας προς απόπτυσιν αυτών.13
Υπάρχει λοιπόν ενσυνείδητη δημιουργία διδασκαλίας
και εμμονή σ’ αυτήν.
Μελετώντας τον βίο επιφανών αιρετικών όπως του
Μάνητος14 (240 μ.Χ Βαβυλωνία), του Αρείου15 (230 μ.Χ
κ.ε. Αλεξάνδρεια), του Μακεδονίου16 (4ος αι. μ.Χ), του
Νεστορίου17 (5ος αι. μ.Χ), του Ιουλιανού του Παραβάτη18
(331-363 μ.Χ), του Ωριγένη19 (2ος-3ος μ.Χ αι.), του
Ευτυχούς20 (5ος αι.), της μανιχαίας Ιουλίας21 η οποία
προβλημάτισε τον Άγιο Πορφύριο επίσκοπο Γάζης και
ιεραπόστολο Θεσσαλονικέα, (347-420) αλλά και
σημερινές περιπτώσεις, καταλήγουμε σε πολλά χρήσιμα
συμπεράσματα.
13

ΘΗΕ τομ.1, 1089 εκδ. ΜΑΡΤΙΝΟΣ
ΘΗΕ τομ. 8, 573-77
15
ΘΗΕ τομ. 3, 92-3-4.
16
ΘΗΕ τομ. 8, 503-4-5.
17
ΘΗΕ τομ. 9,427-8-9-30-1-2-3-4.
18
ΘΗΕ τομ. 6,950 1-2-3-4-5
19
ΘΗΕ τομ. 12,572-92.
20
ΘΗΕ τομ.5,1106-9
21
Μάρκου διακόνου Βίος Πορφυρίου Γάζης (85,4-6/13-19)
14

Συχνά ο διάβολος εκμεταλλεύεται τα ψυχικά κενά και
ψυχολογικά τραύματα, ακόμη και την ιδιοσυγκρασία του
ανθρώπου για να τον ρίξει στην πλάνη και την αίρεση,
μέσα στις οποίες μπορούμε να ανιχνεύσουμε από
πλευράς ψυχικής, στοιχεία υστερικής νευρώσεως,
παράνοιας, ακόμη και σχιζοφρένειας.
Ο αιρεσιάρχης Μάνης, για παράδειγμα, κληρονόμησε
την λεγόμενη οραματική ιδιοσυγκρασία από τον πατέρα
του. Είδε δυο οράσεις μέσω των οποίων ειδοποιήθηκε
ότι ξεχωρίζει από τους άλλους και ήρθε πλέον ο καιρός
ν’ αρχίσει την αποστολή του. Τα ακουσθέντα θεώρησε
προερχόμενα εκ του Παρακλήτου.
Η κληρονομικότητα σαν αίτιο παίζει ρόλο στην
εμφάνιση υστερικών συμπτωμάτων. Υπάρχει έντονη
σχέση μεταξύ υστερίας και ειδικής δομής της
προσωπικότητας, όπως ρόλο παίζουν και οι έντονες
οπτικο-ακουστικές υποβολές. Τα άτομα αυτά έχουν την
επιθυμία και την ικανότητα να αυταπατώνται. Είναι
ανίκανα προς αυτό-επίγνωση και προς κατανόηση της
πραγματικότητας εν γένει. Το επικίνδυνο της όλης
υπόθεσης δε, είναι ότι όλα αυτά γίνονται συνειδητά.
Χαρακτηριστικό όλων των αποκλινουσών μορφών
συμπεριφοράς, ιδιαιτέρως των υστερικών, είναι η τάση η
εσωτερική να θέλει να γίνεται το άτομο κέντρο
προσοχής ή η καταφυγή στην υπόκριση προς ίδιον
όφελος.

Ρίζα της υποκρισίας είναι ο εγωισμός. Η μηπραγματοποίηση του ιδεώδους του χριστιανικού στη ζωή
μας, αντί να μας ταπεινώνει, οδηγεί την βούληση και την
φαντασία στην κατασκευή ψευδών ιδεωδών, σύμφωνα
με τα οποία κατευθύνεται η ζωή μας, ενώπιον του Θεού
και του πλησίον. Η πραγματικώς ψευδής αυτή ζωή,
εκλαμβάνεται από εμάς ως πραγματικότητα, καίτοι
φαινομενικώς αληθής.
Στη ζωή γνωστών αιρετικών, παρατηρούμε πρωτ’ απ’
όλα τάσεις ανταρσίας και σύγκρουση με τοπικούς
επισκόπους. Παθολογική εμμονή στην πλάνη,
διατρανούμενη και με επιστολές. Ασυνήθιστο ζήλο και
πρωτότυπες μεθόδους διαδόσεως της αιρέσεως (βλ.
ΑΡΕΙ-ΟΣ). Δημιουργία φατριών. Απόκρυψη και
συγκάλυψη των πραγματικών φρονημάτων, στα πλαίσια
του υποκριτικού παιχνιδιού. Υπόστρωμα –μερικές φορές
παθολογικού βαθμού- της εξωτερικής ευσέβειας και του
χρηστού ήθους, υπάρχουν η αλαζονεία, η εριστικότητα,
και ο φανατισμός. Η φιλοδοξία συμβαδίζει με τη
συκοφάντηση του επισκόπου, ο οποίος πολλές φορές
βιαίως απομακρύνεται. Άνοδος στο θρόνο ακόμα και
υπό τις κατάρες του ορθόδοξου λαού (βλ. Μακεδόνιος).
Εκζητείται δουλικά η βοήθεια αυλικών παραγόντων
βάσει της αρχής «αεί προς τους κρατούντας
αποκλίνειν».22 Συχνά, οι πιστοί υφίστανται σκληρές
σφαγές γι’ αυτό οι αιρετικοί καταδικάζονται ως «αίτιοι
πολλών φόνων».23 Άλλοτε εξαιρετικά σωματικά και
22
23

Σωκρ. Εκκλ. Ιστ. 4,20
Ο.π 2,42.

πνευματικά προσόντα, όπως επιβλητικό παράστημα,
βαρύτονη φωνή, ευγλωτία κλπ. (βλ. ΝΕΣΤΟΡΙΟΣ),
δίνουν έναυσμα σε μανιακή συμπεριφορά εναντίον έστω
και αιρετικών. Η έχθρα, το μίσος και ο φανατισμός
απέναντι και στους αιρετικούς, προβληματίζουν ως
«κλινική εικόνα» τους πιστούς οι οποίοι αποκαλώντας
τον Νεστόριο –επί του προκειμένου- «εμπρηστή»,
υποπτεύονται προβληματικό βίωμα. Καλούνται προς
απολογία από την Εκκλησία και αρνούνται πολλάκις.
Παιδική ηλικία μέσα σε περιβάλλον κατατρεγμού και
διώξεων, σωρεύει απωθημένες τάσεις για εκδίκηση,
ακριβώς γιατί δεν υπάρχει σωστή πνευματική
χειραγώγηση. (βλ. ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ Ο ΠΑΡΑΒΑΤΗΣ).
Αλλού παρατηρούμε έντονη περιέργεια εισδύσεως στα
βαθύτερα νοήματα των κειμένων. Ακραίες μορφές
συμπεριφοράς. Τεράστια παιδεία, ακόρεστη δίψα για
γνώση και συγγραφή και παράξενη ετερόκλητη
διδασκαλία
ενδεικτική
μεγάλων
εσωτερικών
συγκρούσεων (βλ. ΩΡΙΓΕΝΗΣ). Ολ’ αυτά δεν
εμποδίζουν την εμφάνιση εξωτερικά ακεραίου ήθους. Η
εμμονή στην κακοδοξία φθάνει μέχρι και στη
συγκρότηση Ληστρικής συνόδου μετά βίας και
τρομοκρατίας. (βλ. ΕΥΤΥΧΗΣ, 449 μ.Χ).
Τα στοιχεία αυτά και οι συμπεριφορές χαρακτηρίζουν
και τους σημερινούς αιρετικούς. Όμως, θα σταθούμε σε
μερικά άλλα στοιχεία τα οποία σαφώς αποκλίνουν προς
το παθολογικό, παλαιών, αλλά και σημερινών αιρετικών.

Γράφει ο καθηγητής Σταυρ. Μπαλογιάννης: [άτομα
πάσχοντα εξ υστερικής νευρώσεως και διακατέχοντα
υπό παθολογικού θρησκευτικού συναισθήματος,
διατείνονται ότι έχουν προφητικές ικανότητες, ή ότι
επικοινωνούν μετά των αγίων, τους οποίους βλέπουν
καθ’ ύπνον ή εν εγρηγόρσει και δέχονται υπ’ αυτών
εντολάς… και διά των διισχυρισμών των προσελκύουν
περί αυτά έτερα επιρρεπή άτομα, υπό των οποίων
καθίστανται αντικέιμενον σεβασμού και λατρείας.
Συνήθως, το περιεχόμενο των διδασκαλιών των είναι
επιφανειακόν με εσχατολογικήν τινά χροιάν, όταν όμως
άπτονται θεολογικών θεμάτων πολλάκις καθίστανται
πρόξενοι κακοδοξιών και αιρέσεων. Ομιλούν γλώσσας
παραδόξους και ακατανοήτους, μεταπίπτουν δε εις
εμβροντησιακάς καταστάσεις. Γράφουν συμβολικά ή
ζωγραφίζουν ακατανόητα χωρίς να ομιλούν. Η αίρεσις
των Γνωστικών κατά τους πρώτους χριστιανικούς
χρόνους αποτελεί σαφές παράδειγμα της δραματικής
τροπής και εκτάσεως την οποίαν δύνανται να έχουν οι
επιπτώσεις των προβαλλομένων παθολογικών ψυχικώς
στοιχείων εις τα πλαίσια του θρησκευτικού
συναισθήματος.
Χαρακτηριστική είναι η θέσις του απ. Παύλου επί του
ανωτέρω, εκφράζουσα απαράμιλλον
ικανότητα
διακρίσεως των παθολογικών ψυχιατρικώς στοιχείων
και αναλύσεως αυτών: «παρεκάλεσά σε… ἵνα
παραγγείλῃς τισὶ μὴ ἑτεροδιδασκαλεῖν μηδὲ προσέχειν
μύθοις καὶ γενεαλογίαις ἀπεράντοις, αἵτινες ζητήσεις
παρέχουσι μᾶλλον ἢ οἰκονομίαν Θεοῦ τὴν ἐν πίστει· τὸ

δὲ τέλος τῆς παραγγελίας ἐστὶν ἀγάπη ἐκ καθαρᾶς
καρδίας καὶ συνειδήσεως ἀγαθῆς καὶ πίστεως
ἀνυποκρίτου, ὧν τινες ἀστοχήσαντες ἐξετράπησαν εἰς
ματαιολογίαν, θέλοντες εἶναι νομοδιδάσκαλοι, μὴ
νοοῦντες μήτε ἃ λέγουσι μήτε περὶ τίνων
διαβεβαιοῦνται»24]25.
Στον βίο του αγίου Πορφυρίου Γάζης (†420), στο
περιστατικό με την αντιοχειανή μανιχαία Ιουλία η οποία
«υπονομεύοντας την πίστη με την μαγική της
διδασκαλία, πολύ δε περισσότερο με τα χρήματα που
τους έδωσε (:στους πιστούς)»26 θυμίζει την τακτική των
σημερινών ιεχωβιτών, γίνεται μνεία στην εξωτερική όψη
και συμπεριφορά αυτής και της συνοδείας της, οι οποίες
είναι ενδεικτικές και της ψυχικής τους διαταραχής:
α) «ωχροί δε πάντες»27
β) «όλοι δε ώρμουν από της κοσμικής παιδείας, πολλώ
δε μάλλον η Ιουλία. Το δε πρόσχημα αυτών ην ταπεινόν
και το ήθος ήπιον κατά το δη λεγόμενον, έξωθεν
πρόβατα, έσωθεν δε λύκοι άρπαγες και θηρία ιοβόλα,
πάντα γαρ μεθ’ υποκρίσεως λαλούσιν τε πράττουσιν».28
Ανάλογες είναι οι διαπιστώσεις του αγίου Γρηγορίου
του Θεολόγου πάνω στην εξωτερική όψη και
συμπεριφορά του Ιουλιανού του Παραβάτη. Στη
συνάντηση που είχε με τον παλιό του συμμαθητή δεν
24

Α΄Τιμ. 1,3-7
Σταύροι Μπαλογιάννη «Ποιμαντική Ψυχολογία» σελ. 246,248-49 εκδ. ΠΟΥΡΝΑΡΑ, Θεσ/νίκη 1980.
26
«Βίος Πορφυρίου Γάζης» (85,4-6)
27
Ο.π (88,3)
28
Ο.π (88,4-8)
25

αργεί να διαπιστώσει την πλάνη εκ του σύνεγγυς,
μιλώντας μάλιστα για φρενοβλάβεια.29
Ειδικότερα στην περίπτωση του Ιουλιανού θα
αναφέρουμε ότι μυήθηκε στα μυστήρια του βασιλιά
Ήλιου σε σπήλαιο με κεραυνούς, φωτοχυσίες,
επικλήσεις πνευμάτων και μαγικές πράξεις. Επίστεψε ότι
ο βασιλιάς Ήλιος τον διάλεξε να σώσει την
αυτοκρατορία από τους εχθρούς της, κυρίως τους
χριστιανούς. Ίσως να μυήθηκε στα ελευσίνια μυστήρια.
Τελούσε οιωνοσκοπίες, θεουργίες, μαγικές τελετές
θυμίζοντας τους σημερινούς αρχαιόπληκτους. Είχε
πιστέψει δε στους λόγους του Μαξίμου του Εφεσίου,
νεοπλατωνικού φιλοσόφου και θεουργού, ότι είναι η
ενσάρκωση του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Κατά την ώρα
του θανάτου του, επέπληξε τους περί αυτόν κλαίοντας
διότι έκλαιγαν έναν αυτοκράτορα ο οποίος ενωνόταν με
τα αστέρια και τον ουρανό.30
Τον παθολογικό χαρακτήρα των ανωτέρων
καταστάσεων εύκολα αναγνωρίζει κανείς. Το
λογικοφανές και μεγαλοϊδεατικό παραλήρημα του
Ιουλιανού, λόγω της ευρείας όσο και ακατάστατης
παιδείας του, δύσκολα σ’ ένα έμπειρο μάτι, αποκρύπτει
το παρανοϊκό του υπέδαφος.
Γράφει ο καθηγητής Μπαλογιάννης: «Ασθενής
ονομαζόμενος Ιωάννης ήτο περιεζωσμένος διά σειράς
δερματίνων ζωνών και διετείνετο ότι ήτο ο άγιος
29
30

«Ο πληγωμένος αετός» Γρηγόριος ο Θεολόγος ΑΠΟΣΤ. ΔΙΑΚ. του Στυλ. Παπαδοπούλου.
ΘΗΕ τομ. 6,950 κ.ε.

Ιωάννης ο Πρόδρομος»31, και αλλού: «Άλλος ασθενής,
επιστήμων, με πολλή προσοχή και εν μέσω παραβολών,
ομολογούσε τηλεφωνικώς σε συγγενείς και φίλους ότι
ήτο ο Υιός του Θεού ο οποίος ήλθεν εις τον κόσμον διά
την σωτηρίαν της χώρας του. Μετά μίαν εβδομάδα
προέβη εις δημόσια ομολογία των ανωτέρω απόψεων
από αμφιθεάτρου, καλών άπαντας όπως τον
ακολουθήσουν εις το σωτήριον έργον του».32 Τα
αποσπάσματα αυτά βρίσκονται στο κεφάλαιο μελέτης
της σχιζοφρένειας.
Όχι λιγότερο σοβαρά, παρουσιάζονται τα πράγματα
και σε σημερινούς πιστούς θύματα της οιήσεως κυρίως,
λανθασμένης πνευματικής καθοδήγησης και λόγω –
ίσως- (και) ιδιοσυγκρασίας. Λέγει κάποιος γέροντας:
«Ήρθε κάποιος να εξομολογηθεί και λέγει: -Εγώ δεν
έχω ανάγκη από εξομολόγηση, εσύ παπά πρέπει να
εξομολογηθείς σ’ εμένα. –Γιατί; -Γιατί εγώ είμαι
ανώτερος ιερεύς από σένα. Και πως είσαι ανώτερος; Εγώ χειροτονήθηκα απευθείας από τον Μέγα Βασίλειο
εσύ από κάποιον μητροπολίτη. Και κατέβηκε ο Μέγας
Βασίλειος και σε χειροτόνησε από τον ουρανό; Ε!
λοιπόν, σε χειροτόνησε ο διάβολος. Διότι κανέναν δεν
χειροτονούν ούτε οι άγγελοι, ούτε οι άγιοι εκ του
ουρανού, παρά μόνο τα χέρια του επισκόπου. Οι
επίσκοποι θέτουν τα χείρας στους επισκόπους, στους
πρεσβυτέρους, στους διακόνους. Προήρχετο από του
31
32

Ο.π σελ. 111.
Ο.π σελ. 112.

«φωτισμένους».
ψυχιατρείο.33

Λίγο

αργότερα

εισήχθη

στο

Εδώ, το παραλήρημα που οδήγησε στον ψυχιατρικό
εγκλεισμό είχε μαζί με τον μεγαλοϊδεατικό του
χαρακτήρα και αιρετικό περιεχόμενο.
Άλλοτε, πιστοί, πέφτουν θύματα πλανεμένων:
«Προ τριμήνου, μερικά παιδάκια, οχτώ τον αριθμό,
μεταξύ 13 και 14 ετών, μαζεύτηκαν σ’ ένα σπίτι, δήθεν
για να παίξουν, να δουν τηλεόραση, με την προτροπή και
πίεση ενός εξ’ αυτών. Στο σπίτι επιχείρησαν
πνευματιστικό πείραμα, τελετή πνευματισμού… Το ένα
λοιπόν απ’ αυτά τα παιδιά, βάζει τα υπόλοιπα, γύρωγύρω, πιάνουν τα χέρια, ανάβουν κεριά, σφαλίζουν τα
παράθυρα, ξάπλωσαν κι ένα αγοράκι στη μέση κι αυτό
που τα κάλεσε, έκανε το μέντιουμ –το ενδιάμεσο.
Κάλεσε το «πνεύμα» του νεκρού παππού του εν ονόματι
του διαβόλου. Σφίξαν τα χέρια και το παιδί στο κέντρο
σηκώθηκε στον αέρα. Ένα εξ’ αυτών άνοιξε τα μάτια
του γιατί ένοιωσε ένα ψυχρό ρεύμα επάνω του και
ύστερα απ’ αυτό που είδε φώναξε: «Χριστούλη μου»!,
«Παναγία μου»!, «Βοήθεια»! Είχε χριστιανούς γονείς,
πιστά μέλη της Εκκλησίας. Οι γονείς όμως του πρώτου
παιδιού, συχνά έκαναν τελετές πνευματισμού στο σπίτι.
Ακούγεται λοιπόν ξαφνικός θόρυβος, σπάζουν τα
πάντα στο δωμάτιο, καπνός και βρώμα, και ο σηκωμένος
στον αέρα από το πονηρό πνεύμα, πέφτει με πάταγο
33

Π. Στεφ. Αναγνωστοπούλου, Ηπροσευχή του Ιησού, (το κατά δύναμιν) σ. 14.

κάτω. Από τον τρόμο του το παιδί βουβάθηκε. Προ
τριημέρου, βρέθηκε το παιδί αυτό στο πετραχήλι του
πνευματικού βουβό, δεν μπορούσε να μιλήσει. Και μια
αλήθεια: όλα τα συμμετέχοντα παιδιά υπέστησαν
νευρικό κλονισμό, εκτός απ’ αυτό που κάλεσε σε
βοήθεια τον Χριστό και την Παναγία».34
Δικό μας σχόλιο: αυτό που έχει μέσα του ο
πλανημένος ή αιρετικός, αυτό και μεταδίδει όταν βρει
πρόσφορο έδαφος.
Αναφορικά δε με την «ηρεμία» που παρατηρούμε στη
συμπεριφορά των αιρετικών και στην οποία θα
επανέλθουμε παρακάτω, τα όσα μας λέει ο μακαριστός
π. Επιφάνειος Θεοδωρόπουλος είναι λίαν κατατοπιστικά
και γλαφυρά συνάμα: «-Στα χωριά παιδί μου, όταν
θέλουν οι χωρικοί να δέσουν το γαϊδούρι τους για βοσκή,
δε χρειάζεται να το δέσουν κι από τα τέσσερα πόδια.
Αρκεί να το δέσουν απ’ το ένα. Το ίδιο κάνει κι ο
διάβολος με τους Ευαγγελικούς. Αφού τους έχει δέσει
από το πόδι της αίρεσης, δεν τους προσβάλλει με άλλους
πειρασμούς. Έτσι εξηγείται γιατί νιώθουν «ειρήνη» όπως
ισχυρίζονται. Η ειρήνη αυτή είναι επίπλαστος και
πρόσκαιρος».35

34

Ο.π. σελίδες 52-53.
π. Επιφανίου Θεοδωρόπουλου «Υποθήκες ζωής», σελ. 98 εκδ. ησυχ. ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗΣ ΤΡΟΙΖΗΝΑΣ,
1992.
35

3. Η ΝΟΕΡΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΩΣ
ΨΥΧΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΗ.
Ο κόσμος που ζούμε δίνει μία ψευδαίσθηση
χορτασμού, γι’ αυτό και πολλοί εγκαταλείπουν τον Θεό
προς τα είδωλα, τις νέες υλιστικές θεωρίες, τις
ανατολικές θρησκείες, την πλάνη, την αίρεση κλπ.
Νους, καρδιά και προσοχή, οφείλουν διά της
προσευχής να ενωθούν εις εν κατά το «δύο ἢ τρεῖς
συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα».36
Οι πατέρες μας ενθαρρύνουν να προσευχόμαστε
αδιαλείπτως –έστω και προφορικώς- στο Όνομα του
Ιησού. Μας συμβουλεύουν να μην λυπούμαστε που ο
νους διασπάται, να μην απελπιζόμαστε, αλλ’ αντιθέτως
να χαιρόμαστε που τον επαναφέρουμε στα λόγια της
προσευχής (Ιω. Σιναΐτης;).
Η διά στόματος λαλουμένη ευχή, θα ελκύσει σε
προσοχή τον νου και προϊόντος του χρόνου,
συνεχιζομένης της προσπάθειας, θα παύσει ο
μετεωρισμός του νου.
Εννοείται ότι η προσπάθεια συντελείται σε συνδυασμό
με καθαρή –όσο είναι δυνατόν για τον κόσμο εντός του
οποίου ζούμε- εξαγόρευση λογισμών και πεπραγμένων
σε πνευματικό πατέρα, με εφαρμογή των εντολών του
Θεού και εξάσκηση των αρετών, η συμμετοχή επίσης
στα μυστήρια της Εκκλησίας μας κρίνεται άκρως
απαραίτητη.
36

Ματθ. 18,20.

Η έλλειψη προσοχής, συν τω χρόνω θα μας δείξει ότι
ματαιοπονούμε στο χώρο της ευχής. Παράλληλα θα
ιδούμε διά της πείρας ότι προσευχή και προσοχή
ενώνονται «σαν δίδυμα αδέλφια» όπως λένε
χαρακτηριστικά οι Πατέρες.
Η προσευχή στο όνομα του Κυρίου –υπ’ αυτές τις
προϋποθέσεις- είναι παντοδύναμος και παντενεργός,
αποτεφρώνει και καθαρίζει κάθε ακαθαρσία. Όποιος έχει
την προσοχή στην καρδιά του δεν διατρέχει κίνδυνο
διαβολικής πλάνης. Το Όνομα κατερχόμενο στα βάθη
της καρδιάς ταπεινώνει «τον όφιν τον αιχμαλωτίσαντα
τας δυνάμεις της ψυχής, μας σώζει και μας ζωοποιεί»37.
Η ίδια αυτή προσευχή συντρίβει την υπερηφάνεια,
υπογράφει την πνευματική μας χρεωκοπία –δείχνοντάς
μας τον εμφωλεύοντα δράκοντα- και η ίδια αυτή
προσευχή τον κατακαίει, σε επόμενο στάδιο,
θεραπεύοντας τις πληγές που αυτός άνοιξε.
Με την εσωτερική αυτή μελέτη αποξηραίνονται οι
ακάθαρτοι λογισμοί, εκλεπτύνεται η σκέψη, εκχέεται η
χαρά στην καρδία, αποξηραίνεται η πορνεία,
αποδιώκεται η οργή, αφαιρείται η λύπη, απομακρύνεται
η αυθάδεια, εξαφανίζεται η κατάθλιψη.
«Ότι πρέπει να αναμένομεν από την προχευχή, είναι η
εγκατάστασις εν τη καρδία ενός ηρέμου και θερμού
αισθήματος προς τον Θεόν. Ενθουσιασμοί κι επιδιώξεις
υψηλών
νοημάτων,
και
θεωρημάτων,
ν’
37

«Νοερά άθλησις» σ. 71 εκδ. συνοδείας ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ ΜΟΝΑΧΟΥ, αγ. Όρος, 1980.

αποφεύγονται38…προσοχή
στην
αυταρέσκεια,
αυτοεκτίμηση, αυτουπόληψη, υπερήφανον ιδέα περί του
εαυτού, την δήθεν υπεροψίαν προς τους άλλους και κάθε
τοιούτον φρόνημα»39.
Το απόσπασμα αυτό θίγει δυο σημεία – όψεις του
εγωισμού- στα οποία δεν πρόσεξαν οι αιρετικοί: την
θεολογική φαντασία με τις – τάχατες- ψηλές συλλήψεις
της και την υψηλή ιδέα περί εαυτών. Εμπιστοσύνη στα
όποια φαντάσματα, άκρατος εγωισμός και άσκηση
ταυτόχρονα στην νοερά προσευχή, εγκυμονούν
φρενοβλάβεια ή αίρεση. Αντίθετα η ταπείνωση έλκει
την πνευματική δρόσο.
Οι
πνευματικοί
πατέρες
και
συγγραφείς,
συμβουλεύουν: «Εάν έχεις αισθανθεί ότι ο νούς σου
ηνώθει μετα της καρδίας σου και δεν είσαι πλέον
διχασμένος υπό της αμαρτίας, …αποτελείς ενιαιόν τι και
αμέριστον… φύλαξε το δώρο του Θεού»40.
Εδώ, υπονοείται ότι η θεία ενέργεια άπτεται, αγγίζει
τα συντετριμμένα μέρη της ψυχής και τα θεραπεύει, τα
ενώνει εις εν. Η προσευχή, με αυτό τον τρόπο, αποδιώκει
τη θλίψη και τη στενοχώρια, διότι από αυτήν πηγάζει
τέτοια παρηγοριά την οποία δεν προσφέρει κανένα άλλο
πράγμα στον κόσμο αυτό.
Όμως χρειάζεται η επαγρύπνηση, γιατί και τώρα
πλησιάζουν την καρδιά ματαιότητες και οι διάφορες
38

Ο.π σ. 102
Ο.π σ. 142.
40
Επίσκοπος Ιγνάτιος «Συγγράμματα» τ. Β΄σ. 231 στο «Νοερά άθλησις» σ. 343.
39

προσβολές των παθών, ασχέτως αν αποκρούονται εφ’
όσον στην είσοδο της καρδιάς «ίσταται ως φύλαξ
ακοίμητος η προσοχή, η οποία εν ονόματι του Ιησού
αποκρούει τους εχθρούς».41
Πιο συγκεκριμένα γράφει ο όσιος Θεοφάνης ο
Έγκλειστος «και πάλιν ο εχθρός κατορθώνει κάποτε ως
κλέπτης να ενσταλάξει την ως άνω αμαρτωλή
γλυκύτητα, η οποία αμέσως γίνεται αντιληπτή από της
προσοχής, αποβάλλεται και διά της μετανοίας
καθαρίζεται η καρδία εκ της τυχούσης υποβαλλομένης
ιχνώδους ρυπαρότητας».42
Η πρόοδος στην πνευματική ζωή είναι αντιστρόφως
ανάλογη της υπερηφάνειας. Συνεχώς πρέπει να
αυξάνεται εντός μας η επίγνωση της «προσωπικής μας
ακαταλληλότητας με όλη τη σημασία της λέξης».43
Όχι μόνο στην έρημο υπάρχουν αθλητές αυτής της
ιεροτελεστίας, αλλά και στις πόλεις. Ο Παναγιώτατος
πατριάρχης Φώτιος, χωρίς να είναι μοναχός, έχοντας
επιφορτιστεί με τη διοίκηση της τεράστιας επισκοπής
Κωνσταντινούπολης, διδάχτηκε την νοερά προσευχή και
είχε προκόψει σε αυτήν σε τέτοιο βαθμό ώστε κατά τον
Άγιο Συμεών Θεσσαλονίκης, η μορφή του έλαμπε από
τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος, «ως δευτέρου
Μωυσέως».

41

Επισκόπου Θεοφάνους «Άπαντα αληλογραφίας» τ.Δ΄, Νο 705, στο ίδιο σελ. 342.
Ο.π σελίδες 25-104, στο ίδιο σ. 147.
43
Επισκόπου Θεοφάνους, «Άπαντα αλληλογραφίας», τ. Δ΄, Νο 705, στο ίδιο σελ. 351.
42

Και αυτό γιατί η χάρις παρακολουθεί όχι τις
εξωτερικές συνθήκες και το μέγεθος των παθών μας, όσο
την δική μας βία εναντίον τους και βάσει αυτής ποιεί την
έκβαση των πειρασμών και της πνευματικής μας
πορείας.
Το όνομα του Ιησού δρα σαν φάρμακο που ο τρόπος
δράσης του μένει σε μας άγνωστος, αλλά που φαίνεται
από τα αποτελέσματα που φέρνει.
Βέβαια, ο αγώνας κατά των παθών φραστικά
ακούγεται εύκολος, όμως η τροπή που παίρνει πολλές
φορές στους αθλουμένους, είναι δραματική. Φοβερή «η
αντίδραση του φλεγομένου νοητού δράκοντος από την
κραυγαζόμενη νοερώς ευχή», σημειώνει ο λόγιος
μοναχός Θεόκλητος Διονυσιάτης.44
Η αλλού: «χρειάζεται δακρύων οχετοί, πόνος ψυχής
έως θανάτου, άκρα ταπείνωσις, μεγίστη υπομονή. Να
τρέχει αίμα από την υπερκόπωση της ευχής. Να πίπτης
εξαντλημένος ως βαριά ασθενής και να μην παραιτείσαι
της μάχης έως να νικηθούν και να υποχωρήσουν οι
δαίμονες».45
Αλλά και «όταν ξεκοπούν τα πάθη από την καρδίαν με
την υπέρ φύσιν βία της καρδιακής ευχής τότε σώζεται εις
την διάνοιαν μόνον η ενθύμισις αυτών και αν ίσως λείψει

44
45

«Διάλογοι στον Άθω» σελ. 71, εκδ. ΑΣΤΗΡ, β΄εκδ. 1983.
Γέροντος Ιωσήφ, «Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας», σελ. 48-49.

ο φόβος του Θεού και η ευχή από τον άνθρωπο
ζωντανεύουν και ανανεώνονται».46
Υπογραμμίζεται εδώ και πάλι, ότι η έλλειψη προσοχής
υπονομεύει τον πνευματικό αγώνα.
Τα πάθη και οι δαίμονες δρουν στα κράσπεδα, στα
πέριξ της καρδίας. Η χάρις του Αγίου Πνεύματος στο
βάθος. Όσο μία ψυχή πιέζει τον εαυτό της σε προσευχή,
τόσο περισσότερο αντιδρά το πονηρό πνεύμα,
ταυτόχρονα όμως αυξάνει η ικανότητα αντικρούσεως.
Συνεχίζουμε: «αφού φθάσει η ευχή του Ιησού εις την
κατοικία του Σατανά, εις την καρδίαν και την σπαράξη
και την ταράξη δυνατά, ταράττεται ευθύς και συγχύζεται
αυτός… ωσάν ταράζονται οι σφήκες, όταν χτυπήσεις την
φωλιά τους. Βάλε όλην σου την δύναμιν εις την βιαίαν
ευχήν της καρδίας σου διά να ξεσχίσης εκείνον τον
μπερτέν του Σατανά».47
Το λεξιλόγιο μας προξενεί έκπληξη. Η δαιμονική
πάλη, το κονταροχτύπημα με τον πονηρό, δίνεται
ανάγλυφα. Η προτροπή είναι «αντίσταση μέχρι
θανάτου». Διαβάζουμε:
«…ή εγώ να αποθάνω ταύτην την στιγμήν της ώρας
από την υπερβολικήν βίαν της ευχής ή ο διάβολος να
εξορισθή και να φυγαδευθή από την καρδίαν μου μαζί με
τας πονηρίας του».48
46

«Νηπτική θεωρία», σελ. 28 εκδ. Ι.Μ οσ. Ξενοφώντος, αγ. Όρος, εκδ. ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ, Θεσ/
νίκη 1991.
47
«Νηπτική θεωρία» σελ. 75.
48
Ο.π σελ. 75.

Η συγκεκριμένη προσευχή ονομάζεται «νοητή
ρομφαία»49 την οποία «εφοβήθη ο δείλαιος και δειλός»50
Η ορολογία που ακολουθεί, θυμίζει αφαίμαξη ή
διάνοιξη αποστήματος από γιατρό: «…κράζεις και
προσκαλείς τον καλότατον ιατρόν διά να έλθει εις του
λόγου σου να θεραπεύσει τα ανίατα πάθη σου… ανίατα
διότι άλλος δεν δύναται να τα θεραπεύσει παρά μόνον ο
Χριστός… να ζυμωθεί η καρδία με το αναπαυτικόν…
Όνομα…χρεία να μεταχειρισθείς εις αυτήν την καρδίαν
την βεντούζαν η οποία θέλει εβγάλει και θέλει
παστρέψει το πύον και τα βλαβερά αίματα από την
καρδία σου, όπου εκαταπληγώθη νοητώς και
εκατασκοτώθη από τους ασπλάγχνους και νοητούς
ληστάς… τοιουτοτρόπως και η καρδιακή ευχή ανίσως
πιάσει σφικτά έσωθεν εις το στήθος σου, εβγάζει από
αυτό όλα τα πορνικά και πονηρά διανοήματα και το
καθαρίζει».51
Αισθανόμαστε να βρισκόμαστε μέσα σε χειρουργείο.
Πρώτα η επέμβαση και έπειτα ο καθαρισμός.
Στο αρχικό στάδιο της ευχής υπάρχει κάποιος
κίνδυνος, η σχετική ηρεμία του νου η οποία ακολουθεί
την άσκηση στην εν λόγω προσευχή, να εκληφθεί από
τον πιστό σαν καθαρότητα καρδίας. Αυτό αποτελεί
πλάνη. Η ενέργεια του νου είναι στον εγκέφαλο, η ουσία
του στην καρδιά. Η διάνοια, εύκολα καθαρίζεται κι
49

Ο.π σελ. 78.
Ο.π σελ. 78.
51
Ο.π σελίδες 128,129,132.
50

εύκολα μολύνεται, ενώ η καρδιά δύσκολα μολύνεται και
πολύ δύσκολα καθαρίζεται.
Γράφει
συγκεκριμένα
ο
όσιος
Ιγνάτιος
Μπριατσιανίνωφ αναφορικά με το βάθος δράσης της
νοεράς προσευχής:
[Στην αρχή, η προσευχή οδηγεί τον νου σε μία
κατάσταση γαλήνης και προσοχής. Αργότερα διεισδύει
στην καρδιά και την αναζωογονεί γεννώντας αισθήματα
μετάνοιας και λύπησης μέσα της. Βαθύτερα, αρχίζει να
ενεργεί σ’ όλα τα μέρη της ψυχής και του σώματος και
ν’ αποδιώχνει την αμαρτία από παντού, καταστρέφοντας
την κυριαρχία, την επιρροή και το φαρμάκι των
δαιμόνων.
Έρχεται ανείπωτη συντριβή και ανέκφραστος πόνος
ψυχής. Η ψυχή υποφέρει σαν ένας άνθρωπος άρρωστος
ή σαν μία γυναίκα που κοιλοπονάει. Ζων γαρ ο λόγος
του Θεού και ενεργής και τομώτερος υπέρ πάσαν
μάχαιραν δίστομον.52]53
Αλγεινή οδός, άγουσα όμως προς τα βασιλικά δώματα
του Δεσπότου Ιησού. Διαβάζουμε: «Όταν η νοερά
προσευχή ενεργοποιηθεί διά της Θ. Χάριτος εντός της
καρδίας, ύστερα από μόχθο, κόπο και πόνο πολύ, ο νους
γίνεται τόσο καθαρός, τόσο φωτεινός και τόσο ανοικτός
ώστε ν’ ανέρχεται στα δυσθεώρητα ύψη της θεωρίας του
Θεού, αλλά πάντοτε εν Αγίω Πνεύματι. Ωστόσο
52

Εβρ. 4,12
Ιγν. Μπριαντσιανίνωφ «Υιέ μου, δος μοι..» σελ. 108, εκδ. ΟΡΘ.ΠΝΕΥΜ.ΚΕΝΤΡΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ, β΄εκδ.,
Αθήνα 1989.
53

χρειάζεται να γίνει διάκριση από τις πλάνες, τις
διαστροφές κι από όλες εκείνες τις ψευδοκαταστάσεις
και τα ψευδοοράματα των λεγομένων φωτισμένων. Έτσι
πληρούται ο άνθρωπος δι’ απείρων χαρισμάτων,
λούζεται μέσα στις χάριτες και ο νους καθίσταται πλέον
δεκτικός των πνευματικών θεωριών, ώστε ν’
αναρωτιέται εκστατικός ποίαν εκ των θεωριών να
διαλέξει».54
Αφού λοιπόν καθυποτάξει και διασκορπίσει τους
εχθρούς με το όνομα του Ιησού, ο νους εισέρχεται έπειτα
από οδυνηρή πορεία καθάρσεως, στη χορεία των
μακαρίων πνευμάτων και μπαίνει για να προσφέρει
λατρεία αληθινή στο ναό της καρδιάς, που πριν του ήταν
κλειστός.
Το πνεύμα το Άγιο που ως εκείνη την ώρα τον
καλούσε και τον προέτρεπε μονάχα στο θρήνο και τη
μετάνοια, τώρα τον καλεί στην αγαλλίαση.
Υπομένοντας τον πυρετό των παθών, ο άνθρωπος
προχωρά από την κάθαρση, στον φωτισμό και τέλος στη
θέωση. Αντιστοίχως προς τα τρία αυτά στάδια δέχεται
την ανάλογη χάρη: καθαρτική, φωτιστική και
τελειωτική.
Γλαφυρότατα ο γέρων Ιωσήφ
περιγράφει τα τρία αυτά στάδια:

ο

Σπηλαιώτης

«Της μεν πράξεως η χάρις (καθαρτική) απεικάζεται ως
αστέρων διαύγεια, του δε φωτισμού ως πανσέληνος, της
54

Π Στέφ. Αναγνωστοπούλου «Πνευματικοί ανασασμοί» Ѯ 198.

δε θεωρίας (τελειωτική) ως
διαβαίνοντος τον ορίζοντα».55

ηλίου

μεσημβρινού

Κάθαρση σημαίνει παλεύουμε προς τα πάθη,
φωτισμός σημαίνει διαύγεια νοός, καθαρότητα και βάθος
εννοιών. Τα πράγματα στέκουν στην φύση τους,
φυσικώς στην πραγματική τους αλήθεια. Υπάρχει ειρήνη
λογισμών και ανάπαυλα από τους πειρασμούς. Τέλος,
τον φωτισμό διαδέχεται το τρίτο στάδιο: διακοπή της
προσευχής, συχνές θεωρίες, αρπαγή νοός, κατάπαυση
των αισθήσεων, ακινησία και άκρα σιγή των μελών,
ένωσις Θεού και ανθρώπου μέσα σε άπλετο φως.

55

Γέροντος Ιωσήφ «Έκφρασις…» επιστ. λε΄ σελ. 208.

4.ΑΙΡΕΣΗ ΚΑΙ ΚΟΣΜΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ
ΤΗΣ ΝΟΕΡΑΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ
Συχνά, εκτός από αιρετικούς και πλανεμένους,
ακόμα και μορφωμένοι λαϊκοί και κληρικοί, τίθενται
εναντίον της προσευχής αυτής. Μοναχοί με καλές
προθέσεις, που ζουν όμως μίαν εξωτερική ζωή, και δεν
συλλαμβάνουν το νόημα της εσωτερικής ζωής
προσβάλλονται από τους πνευματικούς εργάτες,
θεωρούν παράξενη την συμπεριφορά τους, τους
καταφρονούν, τους συκοφαντούν, τους υβρίζουν και
τους διώκουν με διάφορους τρόπους.
Λέει ο όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ: «οι άνθρωποι
που είναι προσκολλημένοι σ’ ό,τι είναι εξωτερικό και
αισθητό, εναντιώνονται τις πιο προσφιλείς μας
πεποιθήσεις και κάνουν ό,τι μπορούν για να μας
εκτρέψουν από τη βίωση της εσωτερικής ζωής».56
Όταν ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης τον ΙΔ΄αι.
έφτασε στον Άθω και άρχισε να μοιράζεται την
θεόσδοτη γνώση του με ευσεβείς ασκητές που ήταν
θερμοί και ευφυείς μεν, αλλά αντιλαμβάνονταν την
υπηρεσία στο Θεό μ’ έναν σωματικό μονάχα τρόπο, του
εναντιώθηκαν στην αρχή.
«Ακόμη παραδοξότερη φαίνεται η πνευματική
εργασία στο σαρκικό και φυσικό νου, ιδιαίτερα όταν
είναι λερωμένος με την καπνιά της έπαρσης και
δηλητηριασμένος με το φαρμάκι της αίρεσης. Τότε το
56

Ιγν. Μπριαντιαν. «Υιέ μους δος…», σελ. 200.

μίσος του ανθρωπίνου πνεύματος, που συμμάχησε με το
Σατανά ενάντια στο πνεύμα του Θεού, εκδηλώνεται με
αφύσικη μανία. Ο σαρκικός και φυσικός νους
αντιλαμβάνεται κάθε τι το πνευματικό και το διαστρέφει
για να ταιριάζει με το σκοτάδι της πτώσης, μέσα στο
οποίο κινείται ψηλαφώντας, παρ’ όλη τη γήινη μάθησή
του»,57
αναφέρει
ο
επίσκοπος
Ιγνάτιος
(Μπριαντσιανίνωφ).
Τον ΙΔ΄αι. ο από Καλαβρίας Βαρλαάμ, έφτασε στη
Θεσ/νίκη. Εκεί, με σκοπό να δράσει εκ μέρους των
Λατίνων, κάτω από Ορθόδοξο μανδύα (βλ. σήμερα τους
Ουνίτες), αποκήρυξε τον Καθολικισμό. Αφού έγραψε
διάφορα συγγράμματα, για ν’ αποδείξει δήθεν την
ορθότητα των Ανατολικών, κέρδισε την εμπιστοσύνη
του αυτοκράτορα Καντακουζηνού. Καταλαβαίνοντας
πως ο μοναχισμός ήταν το στήριγμα της Εκκλησίας,
θέλησε να τον εξασθενήσει και ακόμα να τον συντρίψει,
έτσι που να κλονίσει ολόκληρη την Εκκλησία. Εξέφρασε
λοιπόν την επιθυμία να ζήσει την πιο αυστηρή μοναχική
ζωή και με δόλο έπεισε κάποιον αθωνίτη μοναχό, να του
αποκαλύψει την έντεχνη άσκηση της προσευχής του
Ιησού.
Αφού πήρε ό,τι ήθελε, αλλά έχοντας καταλάβει, ό,τι
του είχε αποκαλύψει ο μοναχός μ’ έναν τρόπο παράλογο
και επιπόλαιο, εξέλαβε ως ουσία του πράγματος τα υλικά
βοηθήματα (κράτημα της αναπνοής, στάση του σώματος
κλπ.)
57

Ο.π σ. 201.

Συγκλήθηκε
συμβούλιο
στην
Κωσ/πολη.
(Συνοδικοί τόμοι 1341,1347,1351). Ο άγιος Γρηγόριος
ο Παλαμάς, αθωνίτης μοναχός και μεγάλος ασκητής στη
νοερά προσευχή (ο οποίος προτείνει ν’ αρχίζει η
προφορική της άσκηση από τα σχολεία), μπήκε σε
συζήτηση με τον Βαρλαάμ και οι βλασφημίες του
αναθεματίστηκαν. Επέστρεψε στην Καλαβρία και τον
Ρωμαιοκαθολικισμό. Πολλοί όμως Έλληνες επιπόλαιοι
Χριστιανοί, πίστεψαν στη διδασκαλία του και την
έφεραν στη δύση, όπου οι βλασφημίες του και οι άτοπες
συκοφαντίες του, έγιναν δεκτές σαν ομολογία αλήθειας.
«Ο Bergier, συγγραφέας του Dictionnaire
Théologique, στο λήμμα ησυχασμός-ησυχαστές λέει πως
οι Έλληνες μοναχοί προσπαθώντας να φτάσουν στη
θεωρία τρελλαίνονταν, προσήλωναν τα μάτια στον
ομφαλό τους και κρατούσαν την αναπνοή τους,
φαντάζονταν ότι έβλεπαν λαμπερό φως»58 κλπ..
Το φως για το οποίο μιλούν οι Πατέρες μας δεν
είναι υλικό, αλλά πνευματικό ζωοπάροχο, χαροπάροχο,
άκτιστο, φαιδρύνον τον νουν, λευκολαμπές, θεϊκό,
ανοίγει τα μάτια της ψυχής και καθοράται από αυτά,
παρ’ όλο που ενεργεί επίσης και πάνω στα υλικά μάτια,
όπως έγινε στην περίπτωση του αγίου αποστόλου
Παύλου.59
«Είναι μία πραγματική λάμψη της δύναμης του
Αγίου Πνεύματος μέσα στην ψυχή. Μέσω αυτού του
58
59

Ο.π σελ. 209.
Πραξ. 9.

φωτός, φανερώνεται όλη η αλήθεια και ο Θεός
γνωρίζεται αληθινά από την αξία και αγαπημένη
ψυχή»60, εξηγεί με σαφήνεια ο άγιος Μακάριος ο μέγας.
«Οι λογισμοί καίγονται από το εκτυφλωτικό
υποστατικό φως του εν Τριάδι Αγίου Θεού. Είναι τόσο
πολύ το φως που εξαφανίζει κάθε τι που υψώνεται
μπροστά του και το διαλύει. Υπάρχει μόνο φως. Το
βουνό μέσα στο φως σβήνει και η σκιά μπροστά σ’ αυτό
το φως χάνεται. Βέβαια κάνοντας κάποιος άγιος
προσευχή, το πρώτο πράγμα που αισθάνεται καθαρά
μέσα στο νου, είναι φυσικό (κτιστό) φως του νοός του κι
ύστερα, αν θέλει ο Θεός έρχεται εις θεωρίαν του Φωτός
του Κυρίου. Πως αναγνωρίζεται το κτιστό φως από το
άκτιστο; Δίνει ο Θεός βοήθεια και ειδική πνευματική
θεωρία μετά διακρίσεως»61 αναφέρει σύγχρονος
γέροντας.
Βέβαια οι Λατίνοι με τη γνωστή θεολογία της
κτιστής χάριτος, έχουν χάσει το κλειδί προσπέλασης σ’
αυτούς τους πνευματικούς θησαυρούς, την ουσία της
πίστης μας που συνοψίζεται στο ότι «πιστεύω στον κύριο
γιατί Τον βλέπω», «καθώς παρέδοσαν ἡμῖν οἱ ἀπ' ἀρχῆς
62
αὐτόπται καί ὑπηρέται γενόμενοι τοῦ λόγου».
«Ο Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ που έζησε προς τα τέλη
του ΙΗ΄αι. με μία του πραγματεία, ανασκεύασε τις
βλασφημίες κάποιου φιλοσόφου μοναχού με γεώδες
φρόνημα, που έζησε στα όρη Μοσιένσκυ και ήταν
60

Μακάριος ο μέγας, ομ. 7,23 στο «Υιέ μου δος…» σελ. 205.
Π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου «Ανασασμοί…» 562.
62
Λουκ. 1,2
61

σύγχρονός του. Επειδή μερικοί μοναχοί» σημειώνει ο
όσιος Ιγνάτιος «που είχαν ζήλο γι’ αυτήν την προσευχή
έπεσαν στην πλάνη λόγω του εγωισμού τους ή λόγω των
άπειρων πνευματικών τους οδηγών, την μέμφθηκαν και
την βλασφήμησαν. Με παρότρυνση του διαβόλου, ο
μοναχός αυτός επιτέθηκε ενάντια σ’ αυτή σε τέτοιο
βαθμό που ξεπέρασε κατά πολύ τους αιρετικούς
Βαρλαάμ και Ακίνδυνο. Κάποιοι χριστιανοί ασθενούς
θέλησης οδηγήθηκαν σε τέτοια τρέλα από τα χρεία λόγια
του φιλοσόφου, ώστε να πνίξουν σε ποτάμι-δένοντάς
τους από ένα μεγάλο τούβλο- τους θιασώτες της.
Ανικανοποίητος από τις προφορικές του βλασφημίες ο
μοναχός, σκέφτηκε να τις εκδώσει. Χτυπήθηκε όμως
από τη ράβδο του Θεού και τυφλώθηκε. Έτσι τελείωσαν
οι αντίθετες εκστρατείες του».63
Ο πλούσιος σε γήινη σοφία, ο σαρκικός και φυσικός
νους, πάντα βλέπει τη νοερά προσευχή με πολλή
καχυποψία και δίχως συμπάθεια. Είναι ιδιαίτερα απεχθής
και παράδοξη η προσευχή αυτή, ως μέσο ένωσης με το
Θεό, σ’ εκείνους που αρέσκονται στη συντροφιά
πεπτωκότων και απορριμένων πνευμάτων, τα οποία τους
μεταγγίζουν την δική τους σοφία σαν κάτι το πολύ
μεγάλο. Ένας τέτοιος νους, μια τέτοια ψυχή και καρδιά,
στη νοερά προσευχή θα βρει μωρία, γιατί αναζητεί
εμπαθώς σοφία. «Ὁ λόγος ὁ τοῦ Σταυροῦ τοῖς μέν
ἀπολλυμένοις μωρία ἐστί, τοῖς δέ σωζομένοις ἡμῖν δύναμις Θεοῦ
64
ἐστι».
63
64

Ιγν. Μπριαντσιαν. «Υιέ μου δος…» σελ. 206, 207.
Α΄Κορ. 1,18.

Οι αληθινοί όμως χριστιανοί, με τη φαινομενικά
αδύνατη και ασήμαντη εργασία της νοεράς προσευχής
βρίσκουν «τοῖς μὲν ἀπολλυμένοις μωρία ἐστί, τοῖς δὲ
65
σῳζομένοις ἡμῖν δύναμις Θεοῦ ἐστι.».
Οι σύγχρονοι πεπαιδευμένοι κατά κόσμον, που δεν
έχουν ιδέα για την νοερά προσευχή στην Ορθόδοξη
παράδοση, δεν είναι εκπληκτικό που επαναλαμβάνουν
τις βλασφημίες των δυτικών.
Νεοέλληνες αρχαιόπληκτοι δηλώνουν πως «δεν
είναι δύσκολο να κατανοήσουμε το ρόλο του
χριστιανισμού στη γέννηση… και άλλων ψυχικών
διαταραχών… ο χριστιανισμός διδάσκει τους νέους…
ότι η σεξουαλικότητα είναι αμαρτία ή ας είμαστε
ακριβείς, ότι η καθαυτό αμαρτία είναι το δικαιολογημένο
κατά την περίοδο αυτή αυξημένο ενδιαφέρον ως προς
την γεννητική λειτουργία και ακόμη ότι το ανθρώπινο
σώμα και οι λειτουργίες του αποτελούν ασχημοσύνη…
οι ζώντες χριστιανική ζωή κινητοποιούν επίσημες και
πλήρεις μορφές υστερίας».66
Αλλού πάλι η εγκράτεια και ο παρθενικός βίος
αποκαλούνται
«υστερική
αναφροδισία».67
Ας
φανταστούμε λοιπόν, πώς θ’ αντιδρούσαν εκείνοι αν
διάβαζαν τους «Ύμνους των Θείων ερώτων» του οσίου
Συμεών του Νέου Θεολόγου. Είναι σίγουρο πως η
υστερία στην οποία θα ξεσπούσαν, θα μας έδειχνε πάνω
τους και μέσα τους, όλ’ αυτά για τα οποία μας
65

Α΄Κορ. 1,22-25.
66-67 περιοδικό ΠΑΝΘΕΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ, τευχ. 11, χειμερινή τροπή 2000, σελ. 89-91.
67
Ο.π
66

κατηγορούν. Κι επειδή ασπάζονται την άποψη του Freud
ότι κάθε μονοθεϊστική θρησκεία συνιστά μία καθολική
ψυχαναγκαστική νεύρωση, βρίσκουν διέξοδο για τη
νομιμοποίηση της πολλαπλότητας των παθών τους
(«λεγεών») στην αρχαία πολυθεΐα. Θεοί κατ’ εικόνα και
καθ’ ομοίωσίν τους. Την νοερά προσευχή δε, αποκαλούν
«αδιάλειπτη ψυχαναγκαστική επανάληψη»68
Όλοι αυτοί λοιπόν οι «διαφωτισμένοι», θεωρούν τη
συχνή προφορά της ιδίας προσευχής σαν κάτι ανώφελο
και μηδαμινό, την ονομάζουν μηχανική και χωρίς
κατανάλωση σκέψης ενέργειας, κατάλληλη ίσως για
απλούς ανθρώπους. Αλλά δυστυχώς «δεν γνωρίζουν το
μυστικό το οποίο αποκαλύπτεται σαν αποτέλεσμα της
μηχανικής εξασκήσεως. Η συχνή αυτή εργασία των
χειλέων γίνεται μία γνήσια έκκληση της καρδίας,
βυθίζεται ο άνθρωπος μέσα στην εσωτερική ζωή, γίνεται
μία απόλαυση και καθίσταται ό,τι θα ήταν φυσικό για
την ψυχή δίνοντάς της φως και τροφή και οδηγώντας την
σε ένωση με το Θεό.69 Λησμονούν οι δυστυχείς ότι «ἐὰν
μὴ στραφῆτε καὶ γένησθε ὡς τὰ παιδία, οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν
βασιλείαν ... και δε γίνετε σαν τα παιδιά, δεν θα εισέλθετε στη
70
βασιλεία των ουρανών».

Η «μηχανική και χωρίς κατανάλωση σκέψης
ενέργεια» που μας αποδίδουν, δε σημαίνει αφασία του
νου όπως συμβαίνει στους γιόγκι και τους βουδιστές. Ο
νους τίθεται σε αδιάλειπτη επίκληση του θείου ελέους,
68

Περιοδικό ΠΑΝΘΕΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ, τευχ. 11, χειμερινή τροπή 2000, σελ. 89-91.
«Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού», σ. 235 εκδ. ΑΣΤΗΡ, εκδ. η΄, 1986.
70
Ματθ. 18,3.
69

στο βάθος της καρδιάς. Απλότης, ακακία καρδίας και
λεπτότητα νου, δηλ. εξυπνάδα, συμπορεύονται προς
δόξαν Θεού και αγάπηση του πλησίον. Η ζωή επίσης, με
τα βάσανά της, τις αντιξοότητες και τις θλίψεις,
συνεχίζεται. Παράλληλα μ’ αυτά και η αδιάλειπτη
προσευχή, μακριά από την ευθυνοφοβία που
χαρακτηρίζει την εξωτικότητα των θιασωτών των
ανατολικών θρησκειών. Το πυρ της προσευχής διαπερνά
τα πάντα. Έτσι ο πνευματικός, είναι μέσα σε όλα τα του
κόσμου, αλλ’ «ουκ εκ του κόσμου» ενώ τους πάντας
ανακρίνει, χωρίς να ανακρίνεται από κανέναν, κατά το
Γραφικό.
Η απλότης καρδίας μας θυμίζει το «ἀκέραιοι ὡς αἱ
71
περιστεραί», ενώ η λεπτότης και η οξύτης του νου μας
παραπέμπουν στο «φρόνιμοι ὡς οἱ ὄφεις».72 Αυτός είναι ο
χρυσός συνδυασμός των μεγάλων πνευματικών
αναστημάτων στην Ορθοδοξία!

71
72

Ματθ. 10,16
Ματθ. 10,16

5. ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΤΑΚΤΙΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ
ΠΑΤΕΡΩΝ
« αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν
νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος
καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτο».73 Από την προς
Τίτον επιστολή του απ. Παύλου παίρνουμε πρότυπο
αντιμετωπίσεως των αιρετικών. Χρειάζεται όμως
προσοχή, γιατί αν δεν συμβαδίζει η ιεραποστολή μας με
την μυστική εργασία, τότε είναι σίγουρο πως αντί για
μίσος προς την αίρεση, επιδεικνύουμε μίσος προς τους
αιρετικούς, και την κατάσταση αυτή του μένους,
βαπτίζουμε ιεραποστολικό οίστρο. Είναι μία πλάνη
αυτή.
Αξίζει να προσέξουμε στο βίο του αγίου Πορφυρίου
Γάζης, συγγραφέα υπό Μάρκου διακόνου, την εξής
φράση (αναφέρεται στον άγιο): «πάντα τα πάθη έχων
νεκρά πλην του θυμού ον εκίνει κατά των εχθρών της
πίστεως».74 Εννοεί την χρήση του θυμού ως φυσικού
νεύρου της ψυχής, εφ’ όσον έχει προηγηθεί νέκρωση των
παθών.
Εκείνο που πρέπει να διακρίνει τον ποιμένα, απέναντι
στους αιρετικούς, είναι η αρετή της υπομονής. Απέναντι
στους εχθρούς της πίστεως ο άγιος δεν ήταν σκληρός και
ανένδοτος, παρά μόνο όταν χρησιμοποίησε με υπομονή
όλα τα άλλα μέσα. Όταν πληροφορήθηκε τον ερχομό της
μανιχαίας Ιουλίας και ότι παρέσυρε μερικούς
73
74

Τιτ. 3,19
Βίος Πορφυρίου Γάζης σελ. 28

νεοφώτιστους, την κάλεσε να μάθει από πού ήρθε και τι
πίστευε. Δεν θύμωσε όταν έμαθε, αν και το περιβάλλον
του ερεθίστηκε. (Εμείς ερεθίζουμε και φανατίζουμε το
περιβάλλον μας!). Αντιθέτως, με πολλήν υπομονή τη
συμβούλευε «και άπαξ και δις φυλλάτων το ρήμα του
αποστόλου»75, το προαναφερθέν. Την προσφώνησε
«αδελφή», κι όταν αυτή τον προκάλεσε δημόσια σε
συζήτηση, λέγοντάς του μάλιστα «ή με πείθεις ή σε
πείθω»76, εκείνος δέχτηκε σοβαρά. Προσέχουμε:
νήστεψε και προσευχήθηκε πολύ να καταισχυνθεί ο
διάβολος77. Την επομένη, όταν έφτασε η Ιουλία με τη
συνοδεία της, πήρε το Ιερό Ευαγγέλιο και εσταύρωσε με
αυτό το στόμα του. μόνο όταν η συζήτηση τράβηξε ώρες
πολλές και ακούστηκαν οι βλασφημίες του μανιχαϊσμού
ενάντια στον Θεό και πληροφορήθηκε ο άγιος «άνωθεν»
ότι η Ιουλία ήταν κυριευμένη από τον διάβολο, της είπε:
«Ο Θεός, ος, ο τα πάντα ποιήσας… ο εν Τριάδι
δοξαζόμενος, πατάξει σου την γλώσσαν και φιμώσει σου
το στόμα ίνα μη λαλεί δύσφημα» (89,7)78. Και τότε
«ήρξατο γαρ τρέμειν η Ιουλία και αλλοιούσθαι το
πρόσωπον, και μείνασα εν εκστάσει… ην άφωνος και
ακίνητος…ποιήσασα σε ώραν ικανήν…παρέδωκε ψυχήν
απελθούσα εις όπερ ετίμησε σκότος, φως αυτό
ηγησαμένη».79
Ο θυμός του λοιπόν ήταν απαθής και ο ζήλος του
λελογισμένος και κατ’ επίγνωσιν. Ας μη μας διακρίνει
75

Ο.π. σελ. 120.
Ο.π σελ. 120.
77
Ο.π 87,13
78
Ο.π σελ. 124.
79
Ο.π 90, 2-11.
76

επομένως αλόγιστο μένος εναντίον αιρετικών και
αλλοθρήσκων, δείχνοντας έτσι ανεπάρκεια βιωμάτων και
ακαθαρσία καρδίας. Με αυτό τον τρόπο, όσο κι αν μας
λύνει τα χέρια η σημερινή υλικοτεχνική υποδομή και
ενημέρωση, βοηθάμε στην εδραίωση –μάλλον- των
αιρετικών παραφυάδων, παρά αντιαιρετικό έργο
κάνουμε.
Ας δούμε τον άγιο Ιωάννη της Κροστάνδης: «συνήθως
ρωτούσε τους αλλοθρήσκους για τις ανάγκες και τις
δυσκολίες τους, χωρίς να θίγει θέματα θρησκείας…
δέχτηκε αντιπροσωπεία εβραίων που τον ευχαριστούσαν
για μια δωρεά του σε ιουδαϊκή κοινότητα… θεράπευσε
με την προσευχή του έναν άρρωστο τάταρο ρωτώντας
την σύζυγό του: -πιστεύεις στον Θεό; Αφού έλαβε
καταφατική απάντηση, είπε: θα προσευχηθούμε και οι
δύο, εσύ με τον δικό σου τρόπο και εγώ με τον δικό μου»
(!)80. Κινδύνεψε μήπως η Ορθοδοξία του; πολύ πιθανό
άλλωστε η θεραπεία του τατάρου να οδήγησε κι εκείνον
στην Ορθοδοξία. Βλέπουμε επίσης τον ίδιο, να δέχεται
αίτηση για επιταγή 20.000 φράγκων από γάλλο
επίσκοπο, προς εξαγορά ενός ορφανοτροφείου από χέρια
αθέων, και τον γάλλο ναύαρχο Ζερβέ, να τον ευχαριστεί
για κάποιο πολύτιμο δώρο και να του ζητάει να
προσεύχεται για τη Γαλλία».81
Με όμοιο τρόπο η αγία Φιλοθέη και ο όσιος
Αρσένιος ο Καππαδόκης βοηθούσαν αδιακρίτως όσους
είχαν ανάγκη κι έτρεχαν κοντά τους, έστω κι
80
81

Άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης, σελ. 297, εκδ. ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΣ, Ωρωπός 1994.
Ο.π σελ. 298.

αλλοθρήσκους. Ποιος μπορεί να τους μεμφθεί για το
ακραιφνές ορθόδοξό τους φρόνημα; Ο φανατισμός είναι
ξένος στα παιδιά του Θεού, ενώ δείχνει εύγλωττα τη δική
μας αρρώστια.
Στην περίπτωση όμως του οσίου Αρσενίου του
Καππαδόκη, και όταν η ποιμαντική του μάνδρα
κινδύνευσε από αιρετικούς προτεστάντες, μάλιστα
δασκάλους (δάσκαλος κι ο ίδιος), η αντίδραση υπήρξε
ταχύτατη και άμεση: «Γρήγορα να φύγεις, όπως έχεις τα
πράγματά σου, πριν τα ξεφορτώσεις, γιατί στα Φάρασα,
άλλον προτεστάντη δεν θέλουμε, μας φθάνει ο ένας που
έχουμε».82 Και στην εκκλησία: «όποιος θα πει καλημέρα
του Κουψή να το ξέρει θα βγει άλιωτος»83. Και συνεχίζει
σχολιάζοντας ο π. Παΐσιος: «ήταν η μόνη λύση αυτή, για
να απομονώσει την σφήκα, τον Κουψή… έτσι χάλασε
πια η σφηκοφωλιά των προτεσταντών».84
Ο διδάσκαλος και ποιμένας οφείλει να είναι
ποικίλος. Συνεχώς προσευχόμενος, πλήρης βιωμάτων.
Πέρα από τις όποιες γνώσεις, την ενημέρωση που πρέπει
να έχει και την εξοικείωση με τις δυνατότητες της
σύγχρονης τεχνικής, το βίωμα θα τον κατευθύνει στην
σωστή αντιμετώπιση των αιρέσεων.
Αναφέρεται στο βίο του Αγίου Νικολάου του εν
Μύροις, ότι «είχε τόση χάρη επάνω του, τόση
λαμπρότητα και ακτινοβολία αγάπης, ειρήνης και χαράς,

82

«Όσιος Αρσένιος ο Καππαδόκης», γέροντος Παϊσίου σελ. 39 εκδ. Ησυχ. Αγ. Ιω. Θεολόγου
ΣΟΥΡΩΤΗΣ, 1991.
83
Ο.π σελ.40.
84
Ο.π σελ.40.

που όποιος τον κοίταζε στο πρόσωπο, γινότανε καλά! Κι
αν ήταν αιρετικός ξαναγύριζε στην Ορθοδοξία!»85
Χωρίς βίωμα δεν μπορούμε να κατευθύνουμε
σωστά ανθρώπους, ούτε να τους πείσουμε. Οι
καλοπροαίρετοι ελκύονται, παντού όπου υπάρχουν, ως
και από την ειδωλολατρία. Αναφέρεται επίσης από τον π.
Ανανία Κουστένη το εξής: «Μέχρι να φέρει τον Τίμιο
Σταυρό ο Ηράκλειος από την Περσία, ο Τίμιος Σταυρός
εκεί έκαμε ιεραποστολή. Ο άγιος Αναστάσιος ο Πέρσης
(22/1) είναι παιδί του Τίμιου Σταυρού. Πήγαιναν οι
Πέρσες και έβλεπαν τον Σταυρό και οι καλοπροαίρετοι
γύριζαν. Τους είλκυσε ο Τίμιος Σταυρός και χωρίς να το
καταλαβαίνουν του παραδόθηκαν».86 Ελλείψει
ιεραποστόλων δηλαδή, κάμει ο Θεός ιεραποστολή, σαν
να μην είμαστε οι άνθρωποι –παντού- άκρως
απαραίτητοι. Είναι δυνατόν δε, κάποιες φορές
απρόσεκτα, να εμποδίζουμε το έργο Του. Εφ’ όσον όμως
ζούμε και καλούμεθα, ας σταθούμε ταπεινοί και αληθείς.
Ζηλωτισμός και οικουμενισμός είναι τα δύο άκρα
που πρέπει να αποφεύγονται. Ο δεύτερος από τους δύο
είναι πιο επικίνδυνος. Ο πρώτος φαίνεται. Ο δεύτερος
μπορεί να συμβιώνει με ένα πνεύμα «αγάπης», στο
όνομα της οικουμενικότητας της ορθοδοξίας κ.λ.π.
Άμετρη χρήση ορθολογισμού επίσης, αλλοιώνει το
γνήσιο ορθόδοξο πνεύμα: Ας αφήσουμε το γέροντα
Παΐσιο ολοζώντανο να μας διδάξει:

85
86

Αρχιμ. Ανανία Κουστένη, σελ. 18-19 λόγοι α΄εκδ. ΑΡΜΟΣ, 1999.
Αρχιμ. Ανανία Κουστένη, σελ. 18-19 Λόγοι α΄ εκδ. ΑΡΜΟΣ,1999.

«Άλλοι από καλοσύνη λένε: -Στους αιρετικούς μην
λέτε ότι είναι στην πλάνη για να δείξουμε αγάπη. Κι έτσι
τα ισοπεδώνουν όλα. Αν ζούσαν αυτοί τα πρώτα
χριστιανικά χρόνια δεν θα είχαμε ούτε έναν άγιο. Έλεγαν
τότε στους χριστιανούς –Ρίξε μόνο λιβάνι στη φωτιά και
μην αρνείσαι τον Χριστό! Δεν το δέχονταν. –Κάνε μόνο
πως ρίχνεις! Δεν το δέχονταν. Μη μιλάς για το Χριστό
και πήγαινε ελεύθερος σ’ άλλο μέρος! Δεν το δέχονταν.
Σήμερα βλέπεις ένα νερόβραστο κόσμο».87
Και περί ορθολογισμού: «δυστυχώς ο δυτικός
ορθολογισμός έχει επιδράσει… βρισκόμαστε σωματικά
μόνο στην Ορθόδοξη εκκλησία… βλέπουν την Δύση να
βασιλεύει κοσμικά… εάν την έβλεπαν πνευματικά θα
έβλεπαν… ότι προχωράει σιγά-σιγά στο σκοτάδι…
συνεδριάζουν πάνω σε θέματα… που δεν συζητούνται…
δεν κάνει κανείς δουλειά πνευματική, έχει το λογισμό ότι
είναι πνευματικός άνθρωπος και μετά λέει ανοησίες…
τροχάει συνέχεια το μυαλό του, μακριά από το Θεό, το
κάνει δίκοπο μαχαίρι, σφάζεται σιγά-σιγά ο ίδιος και
κόβει και ανθρώπους… το σκέτο μυαλό είναι μπαστούνι
σιδερένιο, δίχως μαγνήτη, που χτυπάει τα μέταλλα για να
κολλήσουν και αυτά τσαλακώνουν και δεν κολλούν… οι
άγιοι Πατέρες κάτι ήξεραν και απαγόρευαν τις σχέσεις
με αιρετικό.88 Σήμερα λένε: -Με όλους, όχι μόνο με τους
αιρετικούς να συμπροσευχηθούμε. Το ευρωπαϊκό
πνεύμα νομίζει ότι και τα πνευματικά θέματα μπορούν
να μπουν στην Κοινή Αγορά»89
87

Γερ. Π. Πνευματική Αφύπνιση τ. Β΄, σελ. 46, εκδ. Ησυχ. Αγ. Θεολόγου ΣΟΥΡΩΤΗΣ,1999.
Του ιδίου, Με πόνο και αγάπη τ. Β΄, σελ. 210-211 στις ίδιες εκδόσεις.
89
89-90 ο.π σελ. 347-348.
88

Κι αλλού: «κάνει να ανακατέψουμε χρυσό και
μπακίρι; Έγινε τόσος αγώνας για να λαμπικάρει το
δόγμα»90.
6. ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΑΙΡΕΤΙΚΑ ΒΙΩΜΑΤΑ
Μια περισσότερο προσεκτική ματιά μέσα μας θα
έδειχνε ότι κι εμείς ως ποιμένες δε ζούμε τη θεολογία
μας που δεν μπορεί να είναι (αλλότρια) απ’ ότι οι
Πατέρες μας είπαν, δίδαξαν, έγραψαν, βίωσαν. Αν είναι
άλλο ο εαυτός μου και άλλο η θεολογία μου ζω τον
νεστοριανισμό, μια κατάσταση που καταταλαιπωρεί και
βασανίζει την Εκκλησία σήμερα, τόσο σε επίπεδο
κληρικών, όσο και σε λαϊκών. Το γνωστό θέμα της
διαστάσεως δόγματος-ήθους δηλαδή. Σαν να ζούμε την
ουδέτερη δι’ απλής επαφής ένωση των δύο φύσεων του
Χριστού. Καίτοι η Εκκλησία μας ομολογεί και
διακηρύσσει την υποστατική ένωση των δύο φύσεων του
Χριστού ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως και
αχωρίστως στις Γ΄(431) και Δ΄(451) Οικουμενικές
συνόδους στην Έφεσο και Χαλκηδόνα αντίστοιχα, η ζωή
μας σαν να μη ζυμώνεται ολάκερη από τη χάρη του
Χριστού, η ομολογία μας έχει κάτι το εξωτερικό, το
επιδερμικό. Μεταλαμβάνουμε του Σώματος και του
Αίματος του Χριστού κι εξακολουθούμε να βόσκουμε
τους χοίρους των παθών. Ο κύριος όμως πρέπει να
αγκαλιάσει κάθε πτυχή του βίου μας γιατί «το γαρ
απρόσληπτον και αθεράπευτον» κατά τον άγιο Γρηγόριο
90

Ο.π

το Θεολόγο91. Αν αθεράπευτοι κηρύττουμε κι
επιδιδόμεθα σε αντιαιρετικό αγώνα εν προκειμένω δεν
πείθουμε τους αιρετικούς αδελφούς δι ους Χριστός
απέθανεν92. Δεν βλέπουν επάνω μας την διαφορά του
καινού. Και καλώς παραμένουν εκεί που είναι. Όσο για
μας, δεν αποφεύγουμε τον κίνδυνο του να μετατιθέμεθα
σε «έτερον ευαγγέλιον»93 διαφορετικό από εκείνο που
παραλάβαμε, αλλοιωμένο, ξένο. Άλλα λόγια, άλλη η ζωή
μας. Ενσάρκωση του νεστοριανισμού.
Η τάση για παράδειγμα την οποία έχουμε κληρικοί
και λαϊκοί να χωρίζουμε του χώρους σε βέβηλους και
ιερούς, εγγενώς, μάλιστα, σαν ν’ αποκλείουμε την
ύπαρξη του Θεού από έναν βέβηλο χώρο, ή την
διάπραξη ασχημοσυνών σε ιερό χώρο είναι νοσηρή
πνευματικώς. Ο κύριος, ο οποίος ως πανταχού παρών
είναι και στην κόλαση παρών, δίνει σημασία όχι τόσο
στο χώρο, όσο στον τρόπο μας μέσα σε οποιοδήποτε
χώρο. Και αυτός ο τρόπος ή θα είναι άγιος η δαιμονικός.
Περιστατικά
από
συναξάρια
και
γεροντικά
καταδεικνύουν του λόγου το αληθές.
Η τάση αυτή λοιπόν έχει μια νεστοριανίζουσα
απόχρωση η οποία συμβαδίζει και με το δυαλισμό των
μανιχαίων και των γνωστικών. Συνακόλουθα
διακρίνονται οι συζητήσει σε πνευματικές και μη
πνευματικές, ακόμη και τα μέλη του σώματος σε τίμια
και άτιμα ωσάν η Θεία Χάρις κατά το βάπτισμα να μην
91

PG 37,181 C
Α΄Κορ. 8,11
93
Γαλ. 1,6
92

αγγίζει ολόκληρο το σώμα ή όταν θεούται ο όλος
άνθρωπος και η άκτιστη Τριαδική Θεία Χάρις άπτεται
του όλου ανθρώπου, κάποια σωματικά μέλη μένουν απ’
έξω! Τίμιος η άτιμος είναι ο λογισμός μας όχι τα μέλη
του σώματός μας τα οποία συχνά –πυκνά ενούνται μετά
του Θείου Σώματος και Αίματος. Μια προσεκτική
ανάγνωση στους Ύμνους των θείων ερώτων94 του
μεγαλύτερου ίσως μυστικού Θεολόγου στην Ορθοδοξία ,
του οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου θα μας
προσγείωνε καταλλήλως. Ο άνθρωπος που είναι
ζυμωμένος ψυχή τε και σώματι με τη Χάρη του Θεού
βρίσκεται ενώπιόν Του εν παντί και δε φοβάται άτιμα
μέλη ή βέβηλους χώρους. Οι εμμονές αυτές δείχνουν τη
δική μας ελλιπή κάθαρση και το δικό μας ανεπαρκές
ορθόδοξο βίωμα. Και βέβαια αποτελούν μία ήπια
νευρωτική πραγματικότητα με σκοπό να αγωνιστούμε
εντονότερα.
Αυτή η διάκριση τιμίων-ατίμων μελών τόσο σε
ορθοδόξως θρησκεύοντες και πολύ «περί τα πνευματικά
τυρβάζοντας» θυμίζει και λίγο, για να μην πούμε
αποτελεί, μονοφυσίτουζα διαστροφή. Αν κάποια μέρη
του σώματος είναι άτιμα, ο Κύριος γιατί προσέλαβε
σώμα ολόκληρο και ήλθε σωματικά να μας
συναναστραφεί; Τι έχει να πει σε μας το συμπέρασμα
της γνωστικής επιστήμης (cognitive science) ότι δεν
υπάρχει τίποτε πνευματικό που να μην είναι ταυτόχρονα
ενσώματο;95 Ο σωματικός δοξασμός είναι βιουμένη
94
95

ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΝΗΠΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΣΚΗΤΙΚΩΝ, τομ. 19 Ε, 19ΣΤ, 1990, 1989 αντιστοίχως.
Π. Νικολ. Λουδοβίκου, Ψυχανάλυση και Ορθόδοξη Θεολογία, εκδ. ΑΡΜΟΣ, σελ. 50,2003.

πραγματικότης. Μακριά από εμάς η πλατωνική
υποτίμηση του σώματος, την οποία κληρονόμησαν και οι
Λατίνοι με αποτέλεσμα ο χριστιανισμός τους να
καταντήσει μία άσαρκη χριστιανική ιδεολογία. Οι
ιδεολογίες δεν αποτελούν παρά φάσματα αληθείας με
αξίωση να επιβληθούν σαν πραγματικές αλήθειες. Η
μοναδική και πραγματική αλήθεια όμως είναι μόνο ο
Χριστός κατά το ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή 96.
Οι όποιες –θρησκευτικές έστω- αλήθειες εκτός Χρίστου
αποτελούν θεολογικά φαντάσματα. Οι όποιες δε ανά τον
κόσμο θρησκείες συνιστούν νευρώσεις (ή ακόμη και
ψυχώσεις) από τις οποίες μας απαλλάσσει μόνον η
(σωστά βιουμένη) Ορθοδοξία, όπως προσφυώς θα έλεγε
ο μακαριστός και πολύς π. Ιωάννης Ρωμανίδης.
Προαναφέραμε ότι και η διάκριση σε πνευματικές
και κοσμικές συζητήσεις δε στέκει από πλευράς
πνευματικής. Σημασία έχει το βίωμα του προσώπου που
ομιλεί. Είναι γνωστό ότι πολλές φορές άψογα
δογματικώς κηρύγματα μας φαίνονται ανούσια, ανιαρά.
Είναι γιατί δεν βιώνονται. Άλλοτε πάλι μια απλή
περιγραφή του τρόπου με τον οποίο ζει ένας
βιοπαλαιστής εξοικονομώντας τα προς το ζην μας
γεμίζει ουράνια παρηγοριά. Ζει ο άνθρωπος του Θεού,
τον Χριστόν γι’ αυτό ό,τι και να κάνει, ό,τι και να πει
είναι χαριτωμένο και σωστά πνευματικό.
Ο χωρισμός πάλι σε εντός και εκτός Εκκλησίας
ανθρώπους, όταν επιμένουμε σε υπερβολικό βαθμό
96

Ιω. 14,6

(εμείς-εσείς κ.λ.π) μπορεί ναοδηγήσει στην αντίληψη ότι
ανήκουμε σε ένα είδος club «σεσωσμένων» «ικανών» ή
και «επιλεγμένων» να σώσουν τους άλλους. Κι αυτό
αποτελεί μία νευρωτικού τύπου εμμονή με
μεγαλοϊδεατικό περιεχόμενο, ενδεικτική άλυτων
προσωπικών συγκρούσεων, τις οποίες δεν μπορούν να
κρύψουν τα βεβιασμένα χαμόγελα που μας παραπέμπουν
στο ψευδές «όλα πάνε καλά, ελάτε μαζί μας»! Ας
αφήσουμε δε τα σενάρια περί του «περιούσιου
ελληνικού λαού»… κ.λ.π. Και μόνο ο αριθμός των
εκτρώσεων ετησίως δείχνει έναν λαό αυτοκτονούντα,
επομένως κάθε άλλο παρά «περιούσιο». Όσο για την
γνώση των πατερικών μας κειμένων, της γλώσσας μας ή
της Ορθοδόξου παραδόσεως, ας μην τις σχολιάσουμε…
ακόμη και οι «εντός» της Εκκλησίας.
Προβληματική πολλές φορές επίσης εμφανίζεται η
σχέση με τον πνευματικό πατέρα. Κοντά σ’ έναν άγιο
πατέρα, τα τέκνα αισθάνονται εντελώς ελεύθερα,
προάγονται πνευματικά, η σχέση λειτουργεί ευρύχωρα
όχι στενόχωρα. Και η αίσθηση αυτή υπάρχει ανεξάρτητα
από τη σωματική ή όχι παρουσία του πατρός. Δυστυχώς
κι εδώ, τόσο από πλευράς πνευματικών πατέρων όσο και
από πλευράς πνευματικών τέκνων συμβαίνουν
ακρότητες. Ιδιαιτέρως πρέπει να προσεχθεί η στενή
προσκόλληση στο πρόσωπο του πνευματικού η οποία
τον μετατρέπει σε είδος γκουρού και για την οποία
ευθύνεται και ο ίδιος. Πως μετά να μιλήσουμε για την
πλάνη του γκουρουισμού;

Στα κηρύγματά μας, τα οποία πολλές φορές είναι
αδόκιμα, κάνουμε το λάθος να ξεχωρίζουμε τον κακό
Θεό της Παλαιάς από τον καλό της Καινής Διαθήκης.
Απότοκο κι αυτό του δυαλισμού τον οποίο ζούμε. Η
τάση αυτή θυμίζει τον μαρκιωνιτισμό των πρώτων
χριστιανικών αιώνων.
Άλλοτε απειλούμε με την κόλαση που τους
περιμένει, ένδειξη της πνευματικής μας ανεπάρκειας. Ο
άγιος ζει, μάλλον θέτει τον εαυτό του υποκάτω πάσης
οικουμένης, θεωρώντας τον χειρότερον απ’ όλους.
Ο Μέγας Αντώνιος έλεγε η κόλαση είναι «μόνο για
μένα, μόνο για μένα)97. Αν η κόλαση είναι μόνο για
μένα, όχι για τους άλλους (αφού είναι οι πάντες
καλύτεροί μου) πώς να γίνει θέμα ομιλίας και
κηρύγματος; Ακόμη όμως κι όταν οι πατέρες θίγουν το
θέμα του ενδεχομένου αιωνίου κολασμού μας το κάνουν
με ευγένεια, με αρχοντιά, και μας θεραπεύουν.
Όλες αυτές οι προβληματικές καταστάσεις που
χαρακτηρίζουν το βίωμά μας, εξομαλύνονται μέσω της
νοεράς προσευχής στο Όνομα του Χριστού
συνδυασμένης βεβαίως με σωστή εξομολόγηση, απλανή
πνευματικό πατέρα, υπακοή στη διδασκαλία του
Χριστού και της Εκκλησίας μας και συχνή συμμετοχή
στη Θεία Ευχαριστία.
Πρώτα δηλαδή θα χρειαστεί να ρυθμίσουμε τα του
οίκου μας και κατόπιν θ’ αναπαυθούν κοντά μας χωρίς
97

Paul Evdokimov, L’ amour fou de Dieu, ed. Du Seuil, p. 34, 1973.

να καταβάλουμε ιδιαίτερο κόπο, οι αιρετικοί αδελφοί
μας, κατά το γνωστό «καθαρθήναι δει είτα καθάραι,
σοφισθήναι είτα σοφίσαι». Αμήν!