Η Ερμητική Γλώσσα

Γενικές και ειδικές σημειώσεις για τον συμβολικό κώδικα του Ερμητισμού
Ένας πολύμορφος συμβολικός κώδικας – Οι πηγές του ερμητικού κώδικα –
Ο κώδικας από κρυπτογραφική άποψη – Ο διάλογος του αλχημιστή με την ύλη –
Ο κώδικας επί το έργον: ουροβόρος και Oculatus abis

1. Ένας πολύμορφος συμβολικός κώδικας
Αυτό που αποκαλείται «ερμητική γλώσσα», ως μέσο μετάδοσης της ερμητικής και
αλχημικής παράδοσης, δεν αποτελεί ένα συνθηματικό λεξιλόγιο απλώς, αλλά έναν
ολόκληρο πολύμορφο συμβολικό κώδικα. Ο κώδικας αυτός λειτουργεί σε τέσσερα, κατά
βάση, πεδία: το προφορικό, το γραπτό, το εικονιστικό και το εργαστηριακό (με τη στενή
έννοια: το «πρακτικό» ή «τεχνικό»).
Το προφορικό ήταν πάντοτε θεμελιώδες σε κάθε μορφή εσωτερικής γνώσης, και από τον
κανόνα αυτόν δεν εξαιρείται ο Ερμητισμός. Ωστόσο, η προφορική μετάδοση των
«μυστικών της Τέχνης», από τον δάσκαλο στον μαθητή, δεν είναι εκ διαμέτρου αντίθετη,
στη φύση της, προς τη γραπτή μετάδοση, όπως παρουσιάζεται συνήθως. Τόσο ο
προφορικός όσο και ο γραπτός λόγος αποτελούν δύο διαφορετικές εκδοχές του
παιχνιδιού της απόκρυψης και της φανέρωσης. Η προφορική μετάδοση δεν είναι κατ'
ανάγκη πιο αποκαλυπτική από τη γραπτή. Αντιθέτως, συχνά είναι πιο αινιγματική,
αποτελώντας ένα είδος μυητικής δοκιμασίας το οποίο είναι εξίσου αυστηρό, αν όχι
ακόμη πιο αυστηρό και απαιτητικό από τη μυητική δοκιμασία προς την οποία αντιστοιχεί
η ίδια η πράξη της ανάγνωσης, σύμφωνα με την παράδοση του Ερμητισμού.
Πέρα από τη συγγένεια αυτή των δύο μέσων, το προφορικό και το γραπτό συμπλέκονται
στην πράξη κατά τρόπο τέτοιο που δεν είναι δυνατόν να διαχωρισθεί αυστηρά το ένα από
το άλλο. Ένα μεγάλο μέρος της προφορικής μετάδοσης καταλαμβάνει ο σχολιασμός και
η συγκριτική ανάγνωση των ερμητικών έργων του παρελθόντος. Και το ίδιο συμβαίνει
σε κείμενα που υιοθετούν τη μορφή του διαλόγου μεταξύ δασκάλου και μαθητή,
αναπαριστώντας την προφορική διδασκαλία, όπως για παράδειγμα ο διάλογος Ευδόξου
και Πυροφίλου στο Le Triomphe Hermétique (Άμστερνταμ 1689) του Limojon de SaintDidier.
Αλλά η σχέση του προφορικού και του γραπτού δεν σταματά εδώ. Δεν περιορίζεται στο
γεγονός ότι το ένα μέσο μπορούσε να λειτουργεί και συμπληρωματικά προς το άλλο,
ούτε απλώς και μόνο στο γεγονός ότι το γραπτό ήταν δυνατόν να υποκαθιστά σε
ορισμένες περιπτώσεις την προφορική μετάδοση, όταν και όπου αυτή, για διάφορους
λόγους, σπάνιζε ή εξέλειπε. Το γραπτό, ειδικότερα, δεν ήταν ποτέ στην ερμητική
παράδοση ένα απλό πάρεργο. Άλλωστε, όπως προκύπτει από τις διαθέσιμες ιστορικές
πηγές, η ερμητική παράδοση, όπως μας είναι γνωστή σήμερα, ξεκίνησε έχοντας ως
έμβλημά της έναν θεό της γραφής και του βιβλίου (τον Ερμή τον Τρισμέγιστο). Όσον
αφορά την προγενέστερη της ελληνιστικής εποχής φάση, μόνο υποθέσεις είναι δυνατόν

να γίνουν σχετικά με το ποιά μορφή ακριβώς είχαν τα μέσα μετάδοσης προτού εξέλθουν
από τους αιγυπτιακούς ναούς οι κοσμολογικές και ειδικά οι αλχημικές διδασκαλίες και
πρακτικές, για να σχηματίσουν μαζί με διάφορα φιλοσοφικά, αλλά και μυστηριακάμαγικά ρεύματα ελληνικής κυρίως προέλευσης τη βάση του Ερμητισμού όπως τον
ξέρουμε σήμερα. Το πιθανότερο είναι ότι σε προγενέστερες φάσεις, εντός της
λειτουργίας του αιγυπτιακού ιερατείου, η προφορική μετάδοση είχε έναν πιο κεντρικό
ρόλο, στο πλαίσιο της μύησης, αλλά και η γραφή, παράλληλα, έναν πιο σαφή
τελετουργικό χαρακτήρα, στο πλαίσιο του ναού.
Για το απώτερο παρελθόν, έχουμε κάθε λόγο να υποθέτουμε ότι η ιερή μεταλλουργία, από
την οποία προήλθε η αλχημεία, δεν διέφερε στη συγκρότησή της από τις άλλες «ιερές
παραδόσεις»: κύριο μέσο μετάδοσης των «μυστικών της Τέχνης» υπήρξε ο προφορικός
ποιητικός λόγος. Αυτή είναι ρίζα από την οποία δεν αποκόπηκε ποτέ ο Ερμητισμός, ο
μύθος και το σύμβολο. Ένα πολύμορφο πεδίο, στο οποίο το γραπτό δεν αντιτίθεται στο
προφορικό, ούτε η εικόνα αντιτίθεται στη λέξη.
Το τρίτο επίπεδο, το εικονιστικό, περιλαμβάνει: α) σύμβολα, που αντιστοιχούν είτε στις
αρχές (της ερμητικής φιλοσοφίας) είτε στα στοιχεία (της εργαστηριακής πρακτικής), είτε
σε έναν συνδυασμό αρχών και στοιχείων, και τότε αναφέρονται είτε σε συγκεκριμένες
αλχημικές διεργασίες είτε στις κοσμολογικές προεκτάσεις ή προϋποθέσεις των
διεργασιών αυτών, β) διαγράμματα που αποτελούνται από διάφορα σύμβολα και γ)
εικόνες που αντλούν το θέμα τους από ορισμένα ρεπερτόρια συμβολικών μορφών που
αναφέρονται στο ανθρώπινο (και ανθρωπομορφικό), στο ζωϊκό (και ζωομορφικό), στο
φυτικό και στο ορυκτό βασίλειο, με περιεχομένο μυθολογικό ή θρησκευτικό.
Το εικονιστικό αντιμετωπίζεται συνήθως ως απλό εξάρτημα του γραπτού. Αλλά στον
Ερμητισμό, η σχέση γραπτού και εικονιστικού δεν είναι τόσο απλή και μονοσήμαντη.
Κατ' αρχάς, ένα βιβλίο γενικά δεν είναι απαραίτητο να περιέχει εικόνες, ένα ερμητικό
βιβλίο όμως είναι δυνατόν να αποτελείται μόνο από εικόνες. Τότε είναι οι εικόνες που
επέχουν θέση κειμένου. Στην περίπτωση κατά την οποία ένα ερμητικό βιβλίο περιέχει
και εικόνα και κείμενο, η εικόνα δεν αποτελεί διακόσμηση του κειμένου. Και δεν
αποτελεί ούτε εικονογράφηση του κειμένου, ακόμα και όταν μια εικόνα σχετίζεται
άμεσα με ένα ορισμένο σημείο του κειμένου. Το αντίθετο μπορεί να ισχύει, να αποτελεί
δηλαδή το κείμενο σχόλιο, έμμεσο, σε ορισμένες πτυχές του συμβολισμού της εικόνας.
Σε κάθε περίπτωση, όπως και το γραπτό, το εικονιστικό διαδραματίζει έναν δικό του
ρόλο στο παιχνίδι της απόκρυψης και της φανέρωσης – παιχνίδι που δεν αφορά
μηνύματα (περιεχόμενα) αλλά αυτό που σήμερα αποκαλείται μεταμηνύματα. Και η
πολύμορφη αυτή σχέση, επιτείνεται από το γεγονός ότι συχνά η ερμητική εικόνα
ενσωματώνει όχι μόνο σύμβολα και συμβολικά διαγράμματα, αλλά και λέξεις και
ακροστιχίδες και επιγράμματα.
Παράλληλα, δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι στον Ερμητισμό το εικονιστικό λειτούργησε και
εντελώς αυτόνομα από το γραπτό στο πεδίο των τεχνών, στην αρχιτεκτονική, τη
γλυπτική, τη ζωγραφική. Από την εποχή που εκδόθηκε το Le Mystère des Cathédrales
(Παρίσι 1926) του Fulcanelli και μέχρι σήμερα, μια αρκετά πλούσια βιβλιογραφία έχει
διευρύνει την οπτική πάνω σε αυτό το ζήτημα.
Το τέταρτο επίπεδο, τέλος, το εργαστηριακό, αντιστοιχεί σε εκείνο που σε άλλες
παραδόσεις αποτελεί την τελετουργική διάσταση. Η αλχημική πρακτική δεν βρίσκεται
πέρα από το «πέπλο» του συμβολισμού, είναι ο ίδιος ο συμβολισμός επί το έργον. Χωρίς
τη διάσταση αυτή, η αλχημεία δεν θα είχε το χαρακτήρα της ιερής τέχνης. Ο συμβολικός

κώδικας που αποκαλούμε «ερμητική γλώσσα» δεν είναι κάποιο είδος θεωρίας που
έρχεται να προστεθεί στην αλχημική πρακτική, δεν είναι ένας κώδικας εξωτερικός προς
την αλχημική πράξη. Το εργαστήριο είναι για τον αλχημιστή ο καθρέφτης του κόσμου,
του ανθρώπου, και εκείνων ακόμη των διαστάσεων του όλου που δεν εμφανίζουν μια
ορισμένη μορφή.
Και στο επίπεδο του εργαστηριακού, υπάρχει μια πολύμορφη σχέση με το προφορικό, το
γραπτό και το εικονιστικό. Αν σε καθένα απ' αυτά τα πεδία το κλειδί είναι η μύηση, τότε
πού τελειώνει η θεωρία και πού αρχίζει η πράξη;
Ειδικά στην ερμητική παράδοση, υπό το έμβλημα του θεού της γραφής και του βιβλίου,
η ανάγνωση δεν έχει τον χαρακτήρα της θεωρητικής κατάρτισης αλλά μιας πρακτικής
εργαστηριακού τύπου. Έρχεται κανείς αντιμέτωπος με κείμενα «σκοτεινά», αινιγματικές
εικόνες, ασυνήθιστες αλληγορίες, συνδυασμούς που ακολουθούν μια δική τους λογική,
απροσδιόριστη. Η έλξη που ασκεί η μαγική αυτή απροσδιοριστία συντονίζεται με μια
αίσθηση αποπροσανατολισμού που μεγαλώνει όταν γνωστοί μύθοι αρχίζουν να μοιάζουν
ανοίκειοι και οι αναγνωρίσιμες μορφές κυκλοφορούν μέσα σε συνδυασμούς που μοιάζει
να οδηγούν παντού και πουθενά: κάτοικοι ενός άλλου κόσμου, με τη δική του γλώσσα. Η
δυνατότητα εισόδου εξαρτάται από τον αναγνώστη, στον βαθμό που ο ίδιος είναι έτοιμος
να αρχίσει να σκέφτεται με τους όρους του συμβολικού σύμπαντος. Μέσω μιας μακράς
διαδικασίας που αναλογεί στη «διαισθητική» εκμάθηση της μητρικής γλώσσας.
Σταδιακή εισχώρηση στο συμβολικό, η ανάγνωση των ερμητικών κειμένων έχει τον
χαρακτήρα επαναλαμβανόμενης κατάδυσης και περιπλάνησης, με οδηγό το αλχημικό
ρητό solve et coagula. Περιπλάνηση και αυτοσυγκέντρωση, διάλυση (solutio) και
συμπύκνωση (coagulatio). Η τελική φάση αυτής της διαδικασίας δεν θα μπορούσε να
είναι τίποτα άλλο από αυτό που θα περίμενε να βρει κανείς μέσα στο ερμητικό σύμπαν:
ένα «σώμα», μια «πέτρα». Όπως ένα δαχτυλίδι, στα παραμύθια – που συχνά δεν είναι
λιγότερο ερμητικά.
H ανάγνωση αυτού του τύπου είναι μια σταδιακή συμπύκνωση, και πιο συγκεκριμένα
ένα πέρασμα από τη φαντασία στην imaginatio, στην ενορατική εικονοποίηση: «...τα
αόριστα, και μάλιστα συγκεχυμένα οράματα θα συμπυκνωθούν σιγά σιγά μέχρι να
πάρουν την όψη σώματος υλικού, δηλαδή, με περισσότερη ακρίβεια, χημικού,
ιδιαιτέρου» όπως έγραψε ένας σύγχρονος αλχημιστής, ο Séverin Batfroi (1977, σ. 62),
στη μελέτη με τον εμβληματικό τίτλο Alchimiques Métamorphoses du Mercure
Universel (Αλχημικές Μεταμορφώσεις του Παγκόσμιου Υδραργύρου). Τέτοιες
παρατηρήσεις λείπουν εντελώς από τη σύγχρονη βιβλιογραφία, με εξαίρεση τη γαλλική
σχολή του Ερμητισμού, στην οποία και ανήκει ο Batfroi (υπήρξε μαθητής του Eugène
Canseliet).
Η ανάγνωση, ως διεργασία συμβολική, όπως η γραφή και η σύνθεση εικόνων και
διαγραμμάτων, είναι και αυτή μια μορφή της αλχημικής πράξης. Η έννοια του
εργαστηρίου δεν περιορίζεται στο τεχνικό πεδίο.
Συνοψίζοντας: ανάμεσα στο προφορικό, το γραπτό, το εικονιστικό και το εργαστηριακό
αναπτύσσονται πολύμορφες σχέσεις, στο βαθμό που κάθε πεδίο αντλεί από τον ίδιο
συμβολικό κώδικα. Και τα τέσσερα πεδία συμμετέχουν, με διάφορους τρόπους, στη
διαμόρφωση, τη συντήρηση και τη μεταβίβαση του ερμητικού συμβολικού κώδικα.

2. Οι πηγές του ερμητικού κώδικα
Η ερμητική παράδοση περιελάμβανε διάφορες θεωρίες, που συνέθεταν μια ολόκληρη
κοσμολογία η οποία μόνον τμηματικά διασώζεται. Ένα corpus αόρατο, διασκορπισμένο
στις βιβλιοθήκες, χιλιάδες χειρόγραφα που δεν μελετά σχεδόν κανείς. Χωρίς την
κοσμολογία, η συμβολική γλώσσα είναι εντελώς ακατανόητη.
Η ερμητική κοσμολογία επικεντρώνεται σε δύο περιοχές, στον ουρανό και στον υπόγειο
κόσμο. Οι θεωρίες που αφορούν τον ουρανό ανήκουν στην παραδοσιακή αστρολογία, η
οποία είναι πολύ διαφορετική από τη σύγχρονη αστρολογία που περιορίζεται στην
πρόβλεψη και στον γενέθλιο χάρτη. Τα ορυκτά, από την άλλη, αποτελούν την
πεμπτουσία της αλχημικής τέχνης και κατ' επέκταση του ερμητικού συμβολισμού. Στο
πλαίσιο αυτό, η αντιστοιχία πλανητών και μετάλλων είναι θεμελιώδης. Η ύλη του
αλχημικού εργαστηρίου συνιστά έναν ορυκτό και μεταλλικό μικρόκοσμο, και ο ουρανός,
κατ' αναλογία, ένα θαυμαστό Μαγιστήριο.
Μια τρίτη περιοχή, ιδιαίτερα σημαντική για την εργαστηριακή πρακτική, είναι η
ατμόσφαιρα και ιδιαιτέρως οι ατμοσφαιρικές συνθήκες εκείνες που είναι ευνοϊκές για το
αλχημικό έργο. Τα μετέωρα είναι βασικό εικονογραφικό κλειδί σε ορισμένα βιβλία. Για
παράδειγμα, στο περίφημο Mutus Liber (Λα Ροσέλ 1677), που αποτελείται μόνο από
εικόνες, και ένα από τα θέματα του οποίου είναι η συλλογή της ουράνιας δρόσου, τα
σύννεφα παίζουν ένα βασικό ρόλο στο συμβολικό πλαίσιο των αλχημικών διεργασιών
που απεικονίζονται. Ο Canseliet (1995, σ. 65 και σ. 122) μάλιστα, ο οποίος δημοσίευσε
και σχολίασε εκτενώς την πρώτη έκδοση του Mutus Liber μετά την ανακάλυψη ενός
αντιτύπου στη δημοτική βιβλιοθήκη της Λα Ροσέλ από τον Ερμητιστή και σπουδαίο
συλλέκτη αλχημικών χειρογράφων Bernard Husson, ισχυρίστηκε ότι δεν είναι σύννεφα
αλλά κύματα, και ότι είναι η έκδοση του Manget (Bibliotheca Chemica Curiosa, Γενεύη
1702) που δίνει αυτή την εντύπωση μετατρέποντας τα κύματα σε σύννεφα. Πράγματι,
στην αυθεντική έκδοση τα σύννεφα δεν έχουν τη συμβατική εικονογραφική μορφή (βλ.
εικόνα παρακάτω, 5.β), κάτι που δεν διέφυγε από το ερμητικό μάτι του Canseliet. Αλλά
κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα πως δεν είναι σύννεφα. Μάλλον είναι σύννεφα η
μορφή των οποίων κρυπτογραφεί τα αόρατα κύματα που κατέρχονται στη γη των
αλχημιστών.
Το θέμα των ουράνιων επιρροών είναι στην ερμητική κοσμολογία ιδιαίτερα περίπλοκο
και πάντως καμία σχέση δεν έχει με εκείνη την απλοϊκή αντίληψη των πλανητικών
επιρροών στους ανθρώπους. Για τον Ερμητιστή ο ουρανός είναι ένα κρυπτογράφημα που
κωδικοποιεί κοσμικούς ρυθμούς με τους οποίους συντονίζεται το αλχημικό έργο. Ο
άνθρωπος είναι ιδιαίτερα πολύπλοκο ον, από την άποψη της μορφής, και ως εκ τούτου
αποκλείεται από το κοσμικό παιχνίδι των δυνάμεων εκείνων που αναζητά ένας
Ερμητιστής. Τα ορυκτά, αντιθέτως, τα οποία σε σχέση με τον άνθρωπο είναι άμορφα,
είναι, γι' αυτό ακριβώς, πιο κατάλληλα ως φορείς και δοχεία ορισμένων κοσμικών
επιρροών. Από εδώ προέρχεται η κεντρική θέση του συμβόλου της Φιλοσοφικής Λίθου,
γύρω από το οποίο οργανώνεται ολόκληρος ο συμβολικός κώδικας.
Ο συμβολικός κώδικας μπορεί να ταξινομηθεί σε δύο κατηγορίες, στις οποίες έχουμε ήδη
αναφερθεί: στις αρχές και στα στοιχεία. Αυτό που πρέπει να προσεχθεί είναι το γεγονός
ότι ο ίδιος όρος μπορεί να αναφέρεται και σε μια αρχή και σε ένα στοιχείο. Οι όροι
πρώτη ύλη (prima materia), υδράργυρος, θείον αναφέρονται στις τρεις καθολικές αρχές
της Ερμητικής Φιλοσοφίας. Ταυτόχρονα όμως, μέσα στα κείμενα, αναφέρονται σε

συγκεκριμένες αλχημικές διεργασίες (απ' όπου και η διάκριση ανάμεσα σε prima
materia και materia prima). Είναι προφανής η δυσκολία που προκύπτει για κάποιον που
δεν κατέχει την τέχνη της ερμητικής ανάγνωσης. Αλλά θα ήταν υπεραπλούστευση να
θεωρήσει κανείς ότι αυτή η πρακτική στη συγγραφή των κειμένων γίνεται απλώς και
μόνο για να περιπλέξει τον αναγνώστη. Η λογική του συγγραφικού αυτού κανόνα είναι
απολύτως ερμητική: το κείμενο αντικατοπτρίζει το παιχνίδι των αρχών και το στοιχείων
που συντελείται στο εργαστήριο, στον αθάνορα, στον νου του αλχημιστή. Μόνον τότε είναι
δυνατόν να μετατραπεί η ίδια η ανάγνωση σε εργαστήριο.
Σε κάθε χαρτογράφηση μιας άγνωστης περιοχής, ξεκινά κανείς από τη γενική εικόνα
πριν προχωρήσει στα επιμέρους στοιχεία και στις λεπτομέρειες εκείνες που είναι
σημαντικές για την κατανόηση του συνόλου. Στα ερμητικά κείμενα, το παιχνίδι των
αρχών και των στοιχείων αποτρέπει μια χαρτογραφική διαδικασία αυτού του τύπου. Οι
καθολικές αρχές, από τις οποίες θα μπορούσε να εξαχθεί μια γενική εικόνα, έχουν
πλήρως ενσωματωθεί στον χθόνιο κόσμο, σαν θεοί που κατέβηκαν στη Γη και
μεταμφιεσμένοι κυκλοφορούν ανάμεσα στους ανθρώπους, αλλάζοντας προσωπεία και
μορφές.
Από εδώ προκύπτει και το βασικό ζήτημα σχετικά με τις πηγές της ερμητικής παράδοσης
και του συμβολικού της κώδικα: πού θα πρέπει να αναζητηθεί η κοσμολογία; Όπως
γνωρίζουν καλά οι Ερμητιστές που σήμερα ακολουθούν την ιδιόμορφη ατραπό της
παραδοσιακής αλχημείας, η αλχημεία είναι κάτι προς ανακάλυψη. Ολόκληρη η ερμητική
παράδοση είναι κάτι προς ανακάλυψη. Δεν υπάρχει στέρεο έδαφος να πατήσει κανείς,
δεν υπάρχει χαρτογραφημένη περιοχή. Υπάρχουν ίχνη (μηνύματα) και τρόποι ανίχνευσης
(μεταμηνύματα). Για τους υπολοίπους, υπάρχουν απλώς συνταγές...
3. Ο ερμητικός κώδικας από κρυπτογραφική άποψη
Η έρευνα των πηγών της ερμητικής παράδοσης και του συμβολικού της κώδικα, ενώ
μπορεί να ξεδιαλύνει αρκετές από τις παρανοήσεις που έχουν δημιουργηθεί από τις μη
εμπεριστατωμένες ερμηνείες, όπως είναι η αποκρυφιστική ή η ψυχολογική ερμηνεία του
Γιουνγκ, από μόνη της δεν αρκεί. Και όχι μόνο δεν αρκεί, αλλά ενδέχεται να ενισχύσει
και τη βασική παρανόηση που προκαλούν διάφορα εισαγωγικού τύπου άρθρα και βιβλία
για την αλχημεία. Είναι το λάθος εκείνο που περιέγραψα προηγουμένως, η εντύπωση ότι
ο Ερμητισμός είναι μια περιοχή στην οποία μπορείς να έχεις πρόσβαση με τη
συνηθισμένη χαρτογραφική διαδικασία.
Δεν αρκεί να εντρυφήσει κανείς στην Ερμητική Φιλοσοφία. Πρέπει να ερευνήσει και πώς
εφαρμόζεται αυτή στη συμβολική του Μεγάλου Έργου. Και εδώ ξεκινούν όλες οι
πραγματικές δυσκολίες. Γιατί η εφαρμογή στη συμβολική του Μεγάλου Έργου διαφέρει
από συγγραφέα σε συγγραφέα. Ενώ η βάση είναι κοινή, η ίδια η πρακτική είναι
διαφορετική σε κάθε αλχημιστή, και κατά συνέπεια διαφορετικός είναι και ο τρόπος που
χρησιμοποιεί ο καθένας τον συμβολισμό. Η Ερμητική Φιλοσοφία δεν παρέχει κάποιο
γενικό κλειδί που θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε κάθε κείμενο. Διαφορετικά σύμβολα
αναφέρονται στο ίδιο πράγμα, και το ίδιο σύμβολο έχει διάφορες σημασίες ανάλογα με
το συμβολικό πλέγμα στο οποίο εντάσσεται κάθε φορά. Τα πράγματα δεν είναι καθόλου
όπως τα φαντάζονται οι περισσότεροι.

Ένα εύστοχο παράδειγμα μας παρέχει ο Paolo Lucarelli (2000α, σ. 8) σχολιάζοντας το
Μυθο-Ερμητικό Λεξικό του Dom Pernety (Dictionnaire Mytho-Hermétique, Παρίσι
1758), ένα σημαντικό χωρίς αμφιβολία έργο το οποίο επανέφερε στη συζήτηση την
αρχαία μυθολογία που είχε έρθει στο προσκήνιο μετά την Αναγέννηση, όταν οι
προτεσταντικής παιδείας Ερμητιστές προτίμησαν για τις αλληγορίες τους την
παγανιστική μυθολογία στη θέση του χριστιανικού συμβολισμού των μεσαιωνικών
αλχημιστών. Η παγίδα, κατά τον Lucarelli, στην οποία παρασύρθηκε ο Dom Pernety
είναι ότι «προσπαθεί να εξηγήσει τους αλχημικούς όρους με τον ερμητικό συμβολισμό,
κάτι που, αντί να διαλύσει τη σύγχυση, την αυξάνει» και μια αιτία για αυτό είναι η
έλειψη ιατρο-επιστημονικής προπαίδειας (χάρη στην οποία μπορεί να διακρίνει κανείς
την αλχημική από τη σπαγειρική ορολογία, μεταξύ των οποίων δεν υπάρχει αυστηρός
διαχωρισμός). Αυτό είναι ένα παράδειγμα σύγχυσης διαφορετικών επιπέδων, που αν δεν
προκλήθηκε, οξύνθηκε πάντως από την επιλογή του συγγραφέα να δώσει στη σύνθετη
θεματολογία της πραγματείας του τη μορφή λεξικού. Η σύγχυση έγκειται στο γεγονός ότι
το πέρασμα από τον μυθολογικό, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συμβολισμό στην
εξήγηση ενός αλχημικού όρου δεν είναι δυνατόν να είναι άμεσο. Γιατί ο ερμητικός
συμβολισμός είναι το πλαίσιο, το κοσμολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ενεργοποιείται η
αλχημική συμβολική διεργασία. Δεν υπάρχουν κλειδιά που να ανοίγουν όλες τις
ερμητικές πόρτες.
Συνοψίζοντας, ενώ στον Ερμητισμό υπάρχει ένας αναγνωρίσιμος συμβολικός κώδικας με
ορισμένους σταθερούς κανόνες, ο κώδικας αυτός δεν εξαρτάται από ένα αυστηρό
σύστημα όρων που διαθέτουν καθολική ισχύ.
4. Ο διάλογος του αλχημιστή με την ύλη. Σε ποιά γλώσσα;
«Η ύλη είναι σιωπηλή. Έτρεμα τη φωνή της, τώρα η σιωπή της με πληγώνει.»
(Lucarelli 1998, σ. 63)
Σε ορισμένα κείμενα υπάρχουν διάλογοι του αλχημιστή με την Ύλη ή με τη Φύση, που
χωρίς αμφιβολία αντανακλούν αληθινούς διαλόγους των αλχημιστών με την ύλη του
Έργου κατά τη διάρκεια της εργαστηριακής πρακτικής. Όπως, για παράδειγμα, στο
Dialogus Mercurii, Alchymistae et Naturae, perquam utilis του 1604, του Κοσμοπολίτη
(Alexander Sethon), το οποίο αργότερα ενσωματώθηκε στο κλασικό έργο Novum Lumen
Chymicum (Κολωνία 1610), στο οποίο περιλαμβάνεται και ένα «φιλοσοφικό αίνιγμα»
του ιδίου, μια αλληγορία όπου ο αλχημιστής συζητά με τον Κρόνο (σύμβολο της materia
prima) αλλά και με τον Ποσειδώνα, που του εμφανίζει έναν καθρέφτη όπου βλέπει τη
Φύση ολόκληρη χωρίς αινίγματα (το μήνυμα εδώ είναι: ένα αίνιγμα που λύνει όλα τα
αινίγματα, και το μεταμήνυμα: αίνιγμα λύνει αίνιγμα).
Το ερώτημα είναι, σε ποιά γλώσσα; Η απάντηση, όσο παράδοξη κι αν ακούγεται, είναι:
στη γλώσσα των ορυκτών. Το παράξενο θα ήταν η απάντηση να μην είναι αυτή και να
νομίζει κανείς –όπως νομίζουν πολλοί– ότι η αλχημεία είναι μια ψυχολογική αλληγορία
ή οτιδήποτε άλλο, κάτι τόσο θολό και συγκεχυμένο που μπορούμε να προβάλουμε πάνω
του ό,τι μας αρέσει. Αν έχει κανείς την παραμικρή ιδέα για όλα αυτά, γιατί να
εκπλήσσεται με το γεγονός ότι η γλώσσα της αλχημείας είναι η γλώσσα του χθόνιου
κόσμου;

Θα παραθέσω ένα απόσπασμα από τη σύγχρονη γαλλική σχολή του Ερμητισμού, η
διατύπωση του οποίου δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες. Η πηγή είναι το A la
découverte de l'alchimie του Bernard Roger, ένα από τα πιο ωραία κατά τη γνώμη μου
βιβλία που γράφτηκαν στον εικοστό αιώνα για την αλχημεία, και μακράν το πιο
εμπεριστατωμένο όσον αφορά τη σχέση του ερμητικού συμβολισμού με τα παραμύθια
και τους θρύλους. Η θεματολογία οδηγεί τον συγγραφέα να επικεντρωθεί σε ορισμένες
όψεις της ερμητικής γλώσσας στις οποίες δεν είχε σταθεί ο Fulcanelli ή ο Canseliet, οι
οποίοι επικεντρώθηκαν περισσότερο στη χρήση της συμβολικής γλώσσας ως κλειδιού
αποκρυπτογράφησης των κειμένων (θα δούμε στη συνέχεια τη λεγόμενη αυτή «γλώσσα
των πουλιών» ή φωνητική/ερμητική cabale). Γράφει ο Bernard Roger – μεταφράζω:
«Τα ορυκτά έχουν τη δική τους [γλώσσα] αφού επικοινωνούν μεταξύ τους με σήματα
μέσω των οποίων επιδρούν το ένα στο άλλο. Κάθε άτομο ενός ορυκτού είδους
ανταλλάσσει με τα άτομα ενός άλλου είδους ή με του δικού του σήματα των οποίων το
σύνολο αποτελεί, σύμφωνα με τους κανόνες μιας “γραμματικής”, τον ειδικό του
χαρακτήρα.» (1988, σ. 46). Στη βάση αυτή, ορίζει τη μεταστοιχείωση ενός μετάλλου, το
πέρασμα δηλαδή από ένα είδος σε ένα άλλο, ως την αλλαγή της γλώσσας του μετάλλου,
μια μεταβολή των κανόνων του ώστε να αποκτήσει «σήματα μέσω των οποίων
εκδηλώνεται ένας διαφορετικός “γραμματικός” συνδυασμός και ένα άλλο νόημα...». Η
μεταστοιχείωση του μολύβδου σε χρυσό, για παράδειγμα, σημαίνει τη μεταμόρφωση του
νοήματος των σημάτων που ο μόλυβδος ανταλλάσσει με το περιβάλλον του, κατά τρόπο
τέτοιο ώστε να γίνεται αντιληπτός ως ένα κομμάτι χρυσού.
Πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι το αποτέλεσμα στο οποίο αναφέρεται ο Roger μπορεί
να επιτευχθεί και με μεθόδους διαφορετικές από την μεταστοιχείωση. Για αυτό ειδικά το
θέμα των μεταστοιχειώσεων παραπέμπω στην εξαιρετική και διεισδυτική μελέτη του
Bernard Husson Transmutations alchimiques (1994, ιδίως σ. 34-40, και με πολλά
παραδείγματα στη συνέχεια από πηγές που δεν έχουν καθόλου ερευνηθεί). Το ζήτημα
είναι ότι όλη η διαφορά της αλχημικής μεταστοιχείωσης από άλλες μεθόδους, όπως οι
λεγόμενες «αρχημικές», δεν έγκειται μόνο στο processus αλλά και στο νόημα που η
μεταστοιχείωση προσλαμβάνει στην Ερμητική Φιλοσοφία. Εκεί όπου ένας απλός
σπαγειριστής ή αρχημιστής αντιλαμβάνεται μια διαδικασία και ένα αποτέλεσμα
ακολουθώντας μια συνταγή, ο Ερμητιστής ανιχνεύει μια ολόκληρη γλώσσα. Αυτή είναι η
διαφορά της ιερής τέχνης από την τεχνική.
Και αυτό δεν είναι όλο. Ανάμεσα στη γλώσσα του ορυκτού και μεταλλικού μικρόκοσμου
και στην ερμητική γλώσσα υπάρχουν σχέσεις αναλογίας σε δομικό επίπεδο. Όπως
σημειώνει ο Roger (ό.π. σ. 46), η «γραμματική» και κατ' επέκταση «νοηματική»
μεταβολή στη γλώσσα του μετάλλου είναι ανάλογη με την μεταβολή που υφίστανται οι
λέξεις στη φωνητική cabale. Στην cabale του γαλλικού Ερμητισμού η ανάγνωση των
λέξεων βασίζεται στον ήχο των γραμμάτων και όχι στην ορθογραφία, γι' αυτό και η
μέθοδος αποκαλείται φωνητική. Είναι μια ειδική μέθοδος φωνητικού συμβολισμού μέσω
της οποίας ανιχνεύονται οι πολλαπλές σημασίες των ερμητικών όρων μέσα σε ένα
κείμενο. Για παράδειγμα, η λέξη feu (πυρ) διαβάζεται και φύω (Lucarelli 2000β), η λέξη
pierre (πέτρα) διαβάζεται και πυρ (Roger 1988, σ. 141). Δεν απαγορεύεται δηλαδή η
αντιστοιχία ενός ουσιαστικού και ενός ρήματος, ή μιας γαλλικής και μιας ελληνικής
λέξης. Η «μεταστοιχείωση» αυτή των λέξεων συντελείται μέσα στην αλχημεία του λόγου.
Αλχημεία της γραφής, της ανάγνωσης και της προφορικής μετάδοσης.

5. Ο κώδικας επί το έργον: παραδείγματα
Στις αντιστοιχίες feu-φύω και pierre-πυρ, που παρέθεσα ενδεικτικά, παρατηρεί κανείς και
κάτι ακόμη, το εγχείρημα του γαλλικού Ερμητισμού να ενσωματώσει στην παράδοσή
του το συμβολικό απόθεμα της ελληνικής γλώσσας. Πέρα από την ελληνική μυθολογία,
που αποτελεί ουσιαστικό τμήμα του ερμητικού συμβολικού κώδικα, η θέση της ίδιας της
ελληνικής γλώσσας είναι κεντρική. Άλλωστε, η φωνητική/ερμητική cabale αποκαλείται
και ελληνική. Θα περιοριστώ εδώ –το θέμα είναι μεγάλο– στην επισήμανση ότι, ιστορικά,
η σχέση του γαλλικού Ερμητισμού με την ελληνική γλώσσα φτάνει ως τον Ραμπελαί, το
έργο του οποίου σημαδεύει τη δεύτερη φάση του ερμητικού ουμανισμού (μετά την πρώτη,
ιταλοκεντρική φάση κατά την εποχή της Αναγέννησης). Αλλά η χρήση του φωνητικού
συμβολισμού στην αλχημεία φτάνει πολύ πιο μακριά, ως τις απαρχές της ερμητικής
τέχνης όπως την γνωρίζουμε σήμερα, στην ελληνιστική εποχή.
Ο Μιχαήλ Στεφανίδης (1917) είχε εγκαίρως εντοπίσει στα κείμενα της «χυμευτικής»,
δηλαδή της χρυσοποιίας, της αλεξανδρινής και βυζαντινής αλχημείας, μια τεχνική που
βασίζεται στην παράθεση και στην ετυμολογία. Παράθεση, είναι η συμπαράθεση
ομοιόφθογγων λέξεων με τις οποίες σημαίνονται ισοδύναμες ουσίες ή πράξεις, όμοιες ή
αντίθετες: λίθος-λιτός (σ. 172) αλλά και λίθος-λήθη(ς) (σ. 174, σημ. 1). Η σχέση των
ομοιόφθογγων λέξεων μπορεί να παρουσιάζεται και ως ετυμολογική, «εν γνώσει
πολλάκις του παρετυμολογήματος», παρατηρεί σωστά ο Στεφανίδης (σ. 173).
Αλλά επειδή η ιστορική αναδρομή δεν είναι το θέμα μου, θα εστιάσω σε δύο
παραδείγματα για να εξηγήσω την πολύμορφη λειτουργία του ερμητικού συμβολικού
κώδικα.
α. Ουροβόρος: ΩΑ
Θεμελιώδες σύμβολο του αρχαίου Ερμητισμού ο ουροβόρος, ο κυκλικός όφις που
καταβροχθίζει τον εαυτό του, τρώγοντας την ουρά του. Σύμβολο της ενότητας του τέλους
και της αρχής. Στην ερμητική Τέχνη έχει την ειδική σημασία του περάσματος από τα
στοιχεία στις αρχές. Ο αλχημιστής Ολυμπιόδωρος, στο Εἰς τὸ κατ᾽ ἐνέργειαν Ζωσίμου
ὅσα ἀπὸ Ἑρμού καὶ τῶν φιλοσόφων ἦσαν εἰρημένα, αποδίδει τον ερμητικό συμβολισμό
του ουροβόρου σε έναν από τους μυθικούς ιδρυτές της αλχημείας, τον Αγαθοδαίμονα. Το
όνομα Αγαθοδαίμων είχε χρησιμοποιηθεί από ορισμένους αλχημιστές –όπως και το
όνομα του Ερμή ή του Θωθ– οι οποίοι ακολουθούσαν τον κανόνα της ανωνυμίας,
σύμφωνα με τον οποίον η πατρότητα των έργων αποδίδεται στους μεγάλους δασκάλους
του παρελθόντος. Με το σύμβολο του ουροβόρου, ο Αγαθοδαίμων «έθεσε την αρχή στο
τέλος, και το τέλος στην αρχή». Και το έκανε όχι από φθόνο (οὐ φθονῶν), για να
αποκρύψει δηλαδή την αλήθεια, «όπως νομίζουν μερικοί αμύητοι» σημειώνει ο
Ολυμπιόδωρος. Αλλά, όπως είναι φανερό για έναν μύστη, υπαινισσόταν μια «λέξη στον
πληθυντικό: ωά» (Εἰς τό κατ᾽ ἐνέργειαν Ζωσίμου, 18: Berthelot 1887, σ. 80).
Ένα σύμβολο τέλους και αρχής ζωομορφικό, ο ουροβόρος, συμβολίζεται το ίδιο με το
τελευταίο και με το πρώτο γράμμα του αλφαβήτου, που σχηματίζουν τη λέξη ωά και
παραπέμπουν στο πολυσήμαντο σύμβολο του φιλοσοφικού ωού, ένα άλλο θεμελιώδες
έμβλημα του αλχημικού έργου. Εκείνο που παρέλειψε να σημειώσει ο Ολυμπιόδωρος και
το οποίο χωρίς αμφιβολία υπαινίσσεται είναι ότι στη λέξη ωόν κρύβεται η λέξη ον.

β. OCULATUS ABIS

Στον δέκατο πέμπτο και τελευταίο πίνακα του Mutus Liber, το ερμητικό ανδρόγυνο –
θείον και υδράργυρος– έχει ολοκληρώσει τις αλχημικές διεργασίες και συμμετέχει σε μια
τελετή αποθέωσης. Ο Ηρακλής (σύμβολο διπλό, του αλχημιστή και της φιλοσοφικής
ύλης, της Λίθου) ανεβαίνει ψηλά, προς τον Ήλιο, ενώ το νεανικό σώμα του κείτεται στο
έδαφος, τυλιγμένο στη λεοντή, σε κατάσταση πόνου και αγωνίας. Τον κρατούν δύο
άγγελοι και τον στεφανώνουν με δάφνες: είναι οι άγγελοι οι οποίοι στον πρώτο πίνακα
ανεβοκατεβαίνουν τη σκάλα που οδηγεί στον ουρανό (σκάλα που έχει πλέον
εγκαταλειφθεί στο έδαφος, στο φόντο της εικόνας) και σαλπίζουν για να ξυπνήσουν το

πρόσωπο που κοιμάται με προσκέφαλο μια πέτρα (αναφορά στον βιβλικό μύθο της
Κλίμακας του Ιακώβ). Σε κάθε χέρι ο Ηρακλής κρατά από ένα ρόδο και ταυτόχρονα
τεντώνει ένα κορδόνι, τις δύο άκρες του οποίου κρατά το ερμητικό ανδρόγυνο. Καθώς
ανεβαίνει προς τον Ήλιο, και προς τα σύννεφα-κύματα που τον περιβάλλουν, το
ερμητικό ανδρόγυνο τον χαιρετά με τη φράση Oculatus abis, δηλαδή «με μάτια ανοιχτά
αποχωρείς», «διορατικός απέρχεσαι».
Η φράση, πέρα από τον εμφανή συμβολισμό της, είναι και αναγραμματισμός του
ονόματος Jacob Saulat στη λατινική μεταγραφή Jacobus Sulat, όπως παρατήρησε ο
Canseliet (1995, σ. 12), το οποίο είναι και αυτό αναγραμματισμός του ονόματος ενός
φαρμακοποιού της Λα Ροσέλ, του Isaac Baulot, όπως απέδειξε ο J. Flouret («À propos de
l'auteur de Mutus Liber», Revue française du histoire du livre, 11, 1976). Ο Baulot, ο
πραγματικός δημιουργός του Mutus Liber, αναφέρεται στη βασιλική άδεια εκτύπωσης
που συνοδεύει την πρώτη έκδοση της Λα Ροσέλ με τον αναγραμματισμό του ονόματός
του. Και μάλιστα δεν αναφέρεται ως δημιουργός, αλλά ως εκείνος που απλώς ανέθεσε
στον εκδότη P. Savouret να εκτυπώσει το Mutus Liber, «Βιβλίο της υψηλής Χημείας του
Ερμή» που έπεσε στα χέρια του. Ο δημιουργός του έργου, σύμφωνα και με το επίγραμμα
του πρώτου πίνακα, είναι κάποιος «που το όνομά του είναι Altus». Αλλά το Altus
(«υψηλός», «μέγας») είναι αναγραμματισμός του Sulat... Αυτή η περίτεχνη στρατηγική
δεν είναι παρά μια προσαρμογή της τακτικής των αρχαίων Ερμητιστών: ανωνυμία,
ενσωμάτωση στη συμβολική παράδοση, «αορατότητα».
Απέδωσα τη φράση Oculatus abis με δύο τρόπους: «με μάτια ανοιχτά αποχωρείς» και
«διορατικός απέρχεσαι». Το ρήμα abeo, ωστόσο, έχει και τις σημασίες: εξαφανίζομαι,
εξαλείφομαι, πεθαίνω, αλλά και μεταλλάσσομαι, μεταμορφώνομαι. Όσο για το oculatus,
υπάρχει και μια τρίτη λύση που οδηγεί πολύ πιο μακριά, εκεί όπου οδηγούν και οι
πολλαπλές σημασίες του abeo. Το επίθετο oculatus μπορεί να αποδοθεί με τη μετοχή
ὀμματωμένος του ρήματος ὀμματόω (π.χ. φρὴν ὠμματωμένη, Αισχύλος, Χοηφόροι, 854).
Το ὀμματόω έχει τις σημασίες «κάνω κάποιον να δει», «δίνω μάτια σε κάποιον», «του
ανοίγω τα μάτια», «του ξαναδίνω την όραση». Στο Περί Ἀρετῆς του Ζωσίμου του
Πανοπολίτη το ὀμματόω αντιστοιχεί στο αἱματόω (με τη σημασία «φονεύω») σύμφωνα
με την τεχνική του φωνητικού συμβολισμού. Στο περίφημο αυτό κείμενο του αρχαίου
Ερμητισμού, οι διεργασίες του Έργου παίρνουν τη μορφή ονείρων κατά τη διάρκεια των
οποίων τελούνται παράδοξες μυήσεις. Ανάμεσα στους ιερουργούς ο αλχημιστής συναντά
τον Αγαθοδαίμονα, και στη συνέχεια έναν άλλον ιερέα, ανώνυμο. Μια φωνή του εξηγεί
ότι αυτός είναι ο ιερέας των αδύτων. Και ότι αυτό που προσπαθεί είναι να φονεύσει
(αἱματῶσαι) τα σώματα, και να ανοίξει τα μάτια (ὀμματῶσαι) τους, και να αναστήσει
τους νεκρούς: Οὖτος βούλεται αἱματῶσαι τὰ σώματα, καὶ ὀμματῶσαι τὰ ὄμματα, καὶ τὰ
νενεκρωμένα ἀναστῆσαι (Berthelot 1888, σ. 117).
Συνοψίζοντας, σημειώνω ότι ο διπλός αναγραμματισμός του ονόματος του αλχημιστή,
που συνδέει τις έννοιες altus και oculatus, δεν προκύπτει από μια απλή κρυπτογραφική
τεχνική αλλά εντάσσεται στην αλχημεία του λόγου. Στη «μεταστοιχείωση» του ονόματος
συμβολίζεται η «μεταστοιχείωση» του ίδιου του αλχημιστή, που «ὀμματωμένος
μεταμορφώνεται». Εκείνη η αλλαγή των σημείων, που παραπέμπει στην πανάρχαια τέχνη
του σαμανισμού και της μύησης.
Δημήτρης Τσουμάνης

Βιβλιογραφικές παραπομπές
Batfroi, S. (1977) Alchimiques Métamorphoses du Mercure Universel (Guy Trédaniel)
Berthelot, M. (επιμ.) (1887) Collection des anciens alchimistes grecs, I (Παρίσι)
Berthelot, M. (επιμ.) (1888) Collection des anciens alchimistes grecs, II (Παρίσι)
Canseliet, E. (1995) Mutus Liber. L'Alchimia e il suo Libro Muto (Arkeios) (γαλλικό
πρωτότυπο 1967)
Husson, B. (1994) Transmutations alchimiques (La Table d'Émeraude) (2η έκδ.)
Lucarelli, P. (1998) Lettere musulmane. Riflessioni sull'Alchimia (Magnanelli)
Lucarelli, P. (2000α) πρόλογος στο Fumagalli, M., Dizionario di Alchimia e di Chimica
farmaceutica antiquaria (Edizioni Mediterranee)
Lucarelli, P. (2000β [22 Μαρτίου]) [με το ψευδώνυμο Enrico Maria Segni] «Fuoco»,
Zenit, http://www.zen-it.com/ermes/studi/segni3.htm
Roger, B. (1988) A la découverte de l'alchimie: L'art d'Hermes à travers contes,
légendes, histoire et rituels maconniques (Dangles)
Στεφανίδης, Μ.Κ. (1917) «Χυμευτική και δημώδης ονοματολογία», Λεξικογραφικόν
Αρχείον της μέσης και νέας ελληνικής, τ. 29 (Αθήνα)