You are on page 1of 12

Ο ποιητής , από πεποίθηση πνευματικός και κοινωνικός νομάδας, έχει

την εξαιρετικά ψυχοφθόρα πολυτέλεια να εκθέτει τις ιδέες του και τις
αγωνίες του , δίχως να εκτιμά προϋποθέσεις άλλες από αυτές που θέτει
αφ’ εαυτού.

Στήνει την σκηνή του ποιητικού δρώμενου , εκεί όπου μπορεί να
αρθρωθεί ο λόγος του , απρόσκοπτα και για όσο χρονικό διάστημα έχει
τη δύναμη να κρατά μακριά από την ύπαρξη του , την αδηφάγα
φιλοδοξία κάθε ηγεμονίσκου. Ύστερα , μαζεύει τα λιγοστά υπάρχοντα
του και παίρνει πάλι τον δρόμο της συνεχούς αναζήτησης , που τρέφει
με τα γλυκύτερα δηλητήρια το ποιητικό υποκείμενο.

Κάθε ποίημα υφίσταται ανάμεσα μας , ως ίχνος ενός συμβάντος που
μας χρεώνει την εκκίνηση μιας διαδικασίας αλήθειας. Το ποίημα , δεν
είναι παρά μόνο η αρχή . αρχή ποιου πράγματος κάνεις δεν ξέρει ,
μέχρι να βρεθεί τόσο μακριά του, ώστε να συνειδητοποιήσει ποσό
κοντά του πέρασε.

Η ιχνηλάτηση , η διείσδυση , σε ένα ποιητικό συμβάν είναι μια μέθεξη ,
ένα κάλεσμα στο άνοιγμα της ψυχής του ποιητή. Είναι μια ανοιχτή
πρόσκληση στα συνειδησιακά κατάβαθα αλλά και μια πρόκληση να
συμπορευθούμε στην προσωπική του Νέκυια. Η κατάβαση στα μύχια ,
είναι απαραίτητη για την ανάβαση στο υψηλό της πνευματικής
ολοκλήρωσης.

Το ποιητικό δρώμενο που μας παρουσιάζει ο Ποιητής, απευθύνεται σε
εκείνους τους αναγνώστες που δεν αρκούνται στη διαχείριση των
κοινωνικών αναπαραστάσεων , αλλά θέλουν να θεμελιώσουν τη ζωή
τους ,στην αυτονομία του υποκειμένου που δίνεται στην τρέλα της
υφαρπαγής του μέλλοντος ,από την φαντασίωση την όποια ονομάζουμε
χάριν νομιμοφροσύνης «πραγματικότητα».

Κάθε ποιητής, για να απευθυνθεί στις ψυχές των αναγνωστών του,
αποδέχεται κάποιες σταθερές και απαράβατες αρχές που του δίνονται
έτοιμες ή παίρνει στα χέρια του την ύπαρξή του και τελεί το μυστήριο
της ποιητικής δημιουργίας, δηλαδή αναπαριστά το δράμα που παίζεται
μέσα στην ψυχή του, με τα δικά του μέσα. Αυτό το δεύτερο
πραγματοποιεί εδώ ο Γιάννης.
Αν προσεγγίσουμε αυτή την συλλογή των ποιημάτων σαν απλοί
αναγνώστες , είναι βέβαιο ότι θα ικανοποιηθούμε τόσο από την
κειμενική αισθητική όσο και από την συναισθηματική φόρτιση που
αυτή αποπνέει . Αν όμως θέλουμε να εμβαθύνουμε και να φθάσουμε
στα μύχια του κειμένου ,τότε τα πράγματα δυσκολεύουν , δυσκολία
ωστόσο αρκετά προκλητική και ερεθιστική.

Μπορούμε να διακρίνουμε στη γραφή του Γιάννη ,τα στοιχεία μιας
ποιητικής που συνδέεται με την εντοπιότητα και την καταγωγή, που
πραγματεύεται το θέμα ενός ενδότερου νόστου και τον ανάγει, με την
απερίφραστη λιτότητα του ελεύθερου στίχου, σε ύλη βαθιά βιωματική
και αφηγημένη. Έχοντας πίσω του μια ενήλικη ζωή με σκηνικό
υπόβαθρό της την καθημερινότητα του μεγάλου αστικού κέντρου, ο
ποιητής θυμάται, διαλέγεται με την παιδική του ηλικία και συνομιλεί με
το αίμα και με τον τόπο του.

Η θεματική γεωγραφία των ποιημάτων , μας οδηγεί σε πεδιάδες ,μας
κατακρημνίζει σε δύσβατα φαράγγια, μας ανεβάζει σε οροπέδια και
βουνοκορφές . Ο ποίηση αυτή καθ’ εαυτή , ο χρόνος, η φθορά, ο
θάνατος, η ανθρώπινη ουσία, η φύση , ο έρωτας αυτά είναι τα θέματα
που καταπιάνεται ο Ποιητής ακολουθώντας την αρχέγονη ποιητική
μήτρα που ενοποιεί όλα τα παραπάνω σε ένα αδιασάλευτο όλο.

Είναι γνωστή η ρήση του Theodor Adorno ότι μετά το Auschwitz δεν
μπορεί να γραφτεί ποίηση. Ευτυχώς ο Celan με το ποίημα αυτού του
ίδιου του Auschwitz , την «Φούγκα του Θανάτου» ,τον διέψευσε και
ευτυχώς που υπάρχει ακόμα ποίηση ,την οποία ο ποιητής μας την
τοποθετεί σε έναν περίλαμπρο θρόνο , εκεί που δικαιωματικά ανήκει.

Η ποίηση λοιπόν ,»Εκείνη : Παντοκρατόρισσα» - χαρακτηριστικός ο
πρώτος στίχος του ποιήματος στο οπισθόφυλλο του βιβλίου- είναι η
πρωταγωνίστρια στο δρώμενο που εκκινεί ο Γιάννης . Η ίδια η ποιητική
διαδικασία , σχολιάζεται με αλληγορίες και μεταφορές.

Καρφιά τα γράμματα – όπως διαβάζουμε στο πρώτο και μοναχικό
ποίημα που συναντούμε στο βιβλίο - η βάσανος του ποιητή να
αναμετρηθεί με την γλώσσα , τον έναρθρο εξωτερικό λόγο για να
εξωτερικεύσει τον εσωτερικό λόγο , τις ασύνειδες ονειρικές
παρορμήσεις , αλλά και ποικιλόμορφα πλιθάρια-όπως αναφέρεται στο
ποίημα «ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙ»- ,ο χειρισμός των λέξεων, το μεταβαλλόμενο
νόημα ή ο εκφυλισμός τους, η σημασία της σιωπής, οι υπόγειες
διατυπώσεις που συζητούν τις αφορμές του πρώτου ερεθίσματος, την
καταγραφή και την μετουσίωσή τους σε λόγο.

Είναι γνωστό άλλωστε , ότι ο αληθινός ποιητής γράφει με το αίμα του
είτε μεταφορικά , είτε κυριολεχτικά όπως έχουν δείξει οι τραγικοί
αυτοκτόνοι .

Το περίφημο καφκικό τσεκούρι της λογοτεχνίας ,κραδαίνετε και από
το υπάρχον πόνημα ,για να σπάει ή τουλάχιστον να ρηγματώνει τον
πάγο της καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων. Το ποίημα πρέπει να
αγκυλώνει , να ματώνει -όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο ποίημα
«ΒΑΤΟΜΟΥΡΑ» -, εικονοκλάστης του παρόντος και μορφοποιός του
μέλλοντος.

Τα ποιήματα , Θεριά, διαρρηγνύουν με τα νύχια τους το επίστρωμα
του παροντικού κομφορμισμού και της κακομοιριάς , για να φανούν πιο
καθαρά εκείνοι οι ουτοπικοί ορίζοντες , που λυτρώνουν το βλέμμα της
συνείδησης και ανανεώνουν την ελπίδα.

Η ποίηση μπορεί να ποτίσει και να γονιμοποιήσει τον άγονο και έρημο
πνευματικό τόπο του υπάρχοντος και να δώσει στην ανθρώπινη ύπαρξη
νόημα.

Ο ποιητής μέσω των στίχων δικαιολογεί ή αναιρεί την βιωμένη
πραγματικότητα του και αναζητά απεγνωσμένα ερείσματα στο
οντολογικά παράλογο γεγονός του υπαρκτού.

Η εσωτερική αναζήτηση , η ενδοσκόπηση, τα υπαρξιακά ερωτήματα
του εγώ και του άλλου, τροφοδοτούν μια συνεχή και ακατάπαυστή
διαλεκτική. Ο ποιητής αναμετράται συνεχώς με το μηδέν και το άπειρο ,
το αρχέγονο αίνιγμα του θανάτου , την σκοπιμότητα της ζωής. Νιώθει
τα ποιήματα σαν παιδία του , κληρονόμοι του είναι του , της ουσίας του
, ίχνος της πορείας του μέσα στο γίγνεσθαι , μεταφέρουν στο διηνεκές
τα αρώματα των στίχων τους.
Είναι πρόδηλη η αγωνία ,μέσω των ποιημάτων-παιδιών του να
διατηρήσει καταγεγραμμένες τις σκέψεις , τις αγωνίες , τα όνειρα του .

Ο Γιάννης αναμετράται συνεχώς, με τον χρόνο και την λήθη του
θανάτου. Η λησμονιά ,το να ξεχαστείς ,είναι το κίνητρο για δημιουργία.
Η έκδοση των ποιημάτων , η αποτύπωση των λέξεων στο χαρτί , είναι
μια έστω εφήμερη νίκη στην φθοροποιό δύναμη του χρόνου. Τα λόγια ,
κατά τα άλλα , πεσμένα φύλλα που τα παρασέρνει ο φθινοπωρινός
αγέρας , όταν γίνονται γραπτός λόγος ,μπορούν να νικήσουν την λήθη ,
αν διαβάζονται και δύνανται να επηρεάζουν συνειδήσεις , αλλιώς ,όπως
χαρακτηριστικά εκφράζεται στο ποίημα «ΑΤΑΡΑΧΑ» τα βιβλία που δεν
διαβάζονται , παρατημένα στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, είναι
μνήματα, τάφοι των ιδεών που μεταφέρουν.

Η υποστασιοποίηση συναισθημάτων και σκέψεων μέσω του γραπτού
λόγου διεκδικεί λοιπόν , ένα μέρισμα αιωνιότητας ,ώστε να
καταπραΰνει την φθαρτότητα και το εφήμερο της προσωπικής ύπαρξης.

Στο ποίημα «ΣΤΙΓΜΗ» ,αποδίδεται έξοχα η ουσία του ίδιου του
ποιητικού συμβάντος, ως μια στιγμιαία παύση, μια ρωγμή στο χρονικό
συνεχές, μια ανατροπή της συμβατικής αιτιότητας του χρόνου.

Έτσι και αλλιώς, η μονή μη απορριπτέα αθανασία , είναι αυτή που
προκύπτει ,ως συνέπεια της συγκατοίκησης του όντος άνθρωπος με το
με το ποιητικό πράττειν.

Γιατί λοιπόν αυτή η ωδή στην ποίηση?

Γιατί η αιωνιότητα του ποιητικού λόγου, αντηχεί στο ιστορικό γίγνεσθαι
προκαλώντας διαχρονικά τον άνθρωπο να δράσει φαντασιακά
,δημιουργικά ακόμα και επαναστατικά ,καταστρέφοντας τα σάπια
κτίσματα του υπάρχοντος , για την αναζήτηση της ουτοπίας , του
Μπλοχιανού Μη-είναι-ακόμα .Η καταστροφή σαν λύτρωση ,σαν
αναγέννηση , εκφράζεται πολύ παραστατικά στο ποίημα
«ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ» με τους τρεις τελευταίους στίχους :

“Επιτέλους

Καταστροφή
Λύτρωση!”

Η προμηθεϊκή πράξη της ποίησης , δημιουργεί έναν ου-τόπο, ένα
ουτοπικό πλεόνασμα ανθρωπινότητας ,τόσο αναγκαίο στην
απάνθρωπη εμπορευματική κοινωνία του θεάματος .

Άλλωστε , η ενδελέχεια του εν δυνάμει προς τον εν ενεργεία άνθρωπο
υφίσταται πάντα, ως δυνατότητα και επ’ουδενί ως ντετερμινιστική
αναγκαιότητα ,όπως έχει δείξει πάμπολλες φορές η ιστορία.

Φαίνεται καθαρά στα ποιήματα του Γιάννη ,η αποστροφή του σε
αυτήν την κοινωνία του εμπορεύματος και στα αδιέξοδα της , τον
καταναλωτικό φετιχισμό ,τον οικονομικό ολοκληρωτισμό και τον τεχνο-
επιστημονικό ναρκισσισμό.

Καθώς η καπιταλιστική εμπορευματική παράγωγη έγραφε ο Μαρξ ,
είναι εγγενώς ασύμβατη με την ποίηση και ως εκ τούτου εχθρική
απέναντι της ,ο ποιητής ως εραστής και μύστης της ποίησης δεν θα
μπορούσε παρά να απωθείται από την σύγχρονη ατομικιστική
βαρβαρότητα.

Οι αναμνήσεις μιας ζωής πιο απλής, πιο φυσικής , πιο αλληλέγγυας
στοιχειώνουν το φαντασιακό του ποιητή και παίζουν κεντρικό ρόλο σε
αλλεπάλληλες πτυχώσεις του έργου του. Η αστική δυστοπία δημιουργεί
απέχθεια ,όπως φαίνεται στο πολύ χαρακτηριστικό «ΘΕΙΑΦΙ» όπως και
στο δίστιχο «Μπετόν και πίσσα Γης ταφόπλακες» που δικαιολογεί
φυσικά και την επιλογή του Γιάννη , να εγκαταλείψει το σκοτεινό
ρουμάνι της μεγαλούπολης, για τον γενέθλιο τόπο του.

Στο ποιήμα «ΤΗΛΕΛΛΗΝ» εκφράζεται ξεκάθαρα ο βαθύς
προβληματισμός, για την ανάδειξη ενός νέου είδους ανθρώπου ,του
ανθρώπου «ομοίωμα», του τηλεανθρώπου .

Ένα νέο είδος ανθρώπου λοιπόν , ο τηλεάνθρωπος , που δεν είναι ούτε
ο υπεράνθρωπος του Νίτσε ,ούτε ο νέος τύπος ανθρώπου του Λένιν,
ούτε το ελεύθερο και αλληλέγγυο άτομο του Μπακούνιν και του
Κροπότκιν. Πιστεύει ότι του λένε, κάνει ότι του λένε, δουλικά,
υποτακτικά χωρίς βούληση και περηφάνια ,μπορεί να φάει ακόμα και
περιττώματα αν τον πείσουν, και μάλιστα θα το θεωρήσει και
αναφαίρετο δικαίωμα του. Μια τρομερή παθητικότητα και αφασία
χωρίς την παραμικρή υποψία αμφισβήτησης ,ευχαριστημένος μέσα
στη μιζέρια του, μικροπρεπής ακόμα και στον εγωισμό του,
ευπροσάρμοστος, καταναλωτής ιδεοληψιών και παραγωγός
εκμετάλλευσης, βλέπει εικόνες να πέρνανε από μπροστά του πιο
δυνατές από την πραγματικότητα που τον περιβάλλει ,και χάνεται μέσα
σε αυτές.

Ο διχασμός ανθρώπου – φύσης ,η υπαρξιακή αναζήτηση περί της
ουσίας του χρόνου και του θανάτου, είναι αγωνίες με τις οποίες
αναμετριέται ο Γιάννης σε ένα τολμηρό φιλοσοφικό καταβύθισμα στον
πυρήνα της ύπαρξης.

Ο εκφυλισμός του καρτεσιανού, ορθολογιστικού παραδείγματος της
νεωτερικότητας , του διαχωρισμού πνεύματος – ύλης , με την αξιακή
ανωτερότητα του πρώτου, καταπιέζει και κατισχύει την ανθρώπινη
υπόσταση και έχει οδηγήσει στη σύγχρονη πνευματική και ψυχολογική
αποσάθρωση του Homo economicus, του νεκροζώντανου ανθρώπου.O
οικονομικός ντετερμινισμός με το παράλογο-θεολογικό δόγμα της
συνεχούς ανάπτυξης , μεταλλάζει το ανθρωπινό υποκείμενο σε
ανθρώπινο ομοίωμα , άβουλο άθυρμα , σε νέους βιο-εξουσιαστικούς
ολοκληρωτισμούς ,πιο απόλυτους και πιο κατασταλτικούς από τους
προηγούμενους.

Στο ποίημα «ΜΥΡΜΗΓΚΟΔΡΟΜΟΣ» , έχουμε ένα νοηματικό και μορφικό
κρίκο σε μια ποιητική αλυσίδα που ξεκινάει από την Δαντική Θεια
Κωμωδία , συνεχίζει στην Έρημη Χώρα του Έλιοτ και αναπαριστά την
κατάβαση των ζωντανών-νεκρών –εργαζόμενων στην κατάβαση τους
στο Inferno ,στο Κολαστήριο της αλλοτριωμένης εργασίας και του
καθημερινού καταναγκασμού της επιβίωσης.

Το κάλεσμα σε ένα νεκρόδειπνο του ονείρου , γεμίζει τη μοναξιά
πληρέστερα από τις συνάξεις αυτών, των αλλοτριωμένων ζωντανών-
νεκρών.

Οι οικολογικές ανησυχίες και η απέχθεια του τρόπου αντιμετώπισης της
φύσης από τον Homo economicus ,είναι προφανής ειδικά στο έξοχο και
πιο μακροσκελές ποίημα της συλλογής «ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΠΗΝΕΙΟ
ΠΟΤΑΜΟ».

Ακόμα το ποίημα «ΠΑΡΑΜΟΡΦΩΣΗ» είναι ενδεικτικό της
προβληματικής των σχέσεων ανθρώπου-φύσης ή επί το
φιλοσοφικότερον της σχέσης υποκειμένου-αντικειμένου.

Το σύγχρονο θετικιστικό παράδειγμα , αναγνωρίζει μόνο ένα
αποκλειστικό καθήκον στο γνωρίζον υποκείμενο ,να γνωρίσει και να
εκμεταλλεύεται την φύση , το γνωστικό αντικείμενο που δεν είναι
τίποτα άλλο από κάτι που περιμένει υπομονετικά να γνωριστεί και να
υποστεί την εκμετάλλευση του γνωρίζοντος υποκειμένου. Αυτή η
Ιδεολογία ,οδηγεί στην σύγχρονη βαρβαρότητα που πράττει ο
άνθρωπος στην φύση και κατ’ επέκταση και στον ίδιο του τον εαυτό.

Αυτός ο κυριαρχικός μεταβολισμός ανθρώπου-φύσης ,είναι το ανάλογο
της σχέσης αφέντη-δούλου, που κυριαρχεί και στις ανθρώπινες σχέσεις.

Ο χρόνος ,η βίωση του χρόνου ,εκφράζεται πολύ παραστατικά στο
ποίημα «ΤΑΧΥΤΗΤΑ» , οπού δείχνεται καθαρά η προβληματική του
εκφυλισμού του χρόνου στην εποχή του οικονομικού imperium, ενός
χρόνου που δεν αισθητοποιείται , αλλά βιώνεται ασυναίσθητα.

Ο άνθρωπος χωρίς ποίηση ,χωρίς δηλαδή ενδοσκόπηση , συναίσθημα ,
φαντασία, αναστοχασμό ,είναι ένας κενός χώρος, ο χρόνος στον κενό
χώρο είναι ανούσιος , α-νόητος.

Ο α-νόητος χρόνος , είναι ο γραμμικός ,μονοδιάστατος χρόνος του
οικονομικού φαταλισμού ,που έχει αντικαταστήσει τον πολυδιάστατο
κυκλικό χρόνο της φυσικής αρμονίας και έχει οδηγήσει σε μια
απομάγευση του κόσμου, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο
κοινωνιολόγος του καπιταλισμού Max Weber , με συνέπεια , ο χρόνος
να μην βιώνεται πια ολιστικά ,σαν ένα μυστηριακό ,μυθικό συμβάν
,αλλά να υπομένετε βασανιστικά, σαν μια βαρετή αλληλοδιαδοχή ιδίων
μικρογεγονότων.

H απομάγευση του μονοδιάστατου γραμμικού καπιταλιστικού χρόνου
έχει σαν φυσικό επακόλουθο την απόσυρση του μύθου από την
σύγχρονη πεζή και ανιαρή «πραγματικότητα».
Ο ρόλος του μύθου ,είναι η θέρμανση των στοιχείων του πνευματικού
μας σύμπαντος και η απόσταξη του φωτεινού πνεύματος, της φωτεινής
ουσίας που κρύβεται στην ψυχή μας. Ο μύθος αποκαλύπτει το σύμπαν
μέσα μας. Ο μύθος βάζει εμάς να κάνουμε τη δουλειά του, γιατί μας
εκσφενδονίζει στο αόρατο διάστημα μιας πραγματικότητας πριν από
κάθε πραγματικότητα. Ο μύθος είναι μια ιστορία, όχι γεγονότα στη
σειρά. Μια ιστορία έχει ένα σχέδιο και πρέπει να αποκαλυφθεί. Μόνον
έτσι θα πλησιάσουμε στην αρχή της ύπαρξης, για να εκμηδενιστούμε
μέσα της και να ξαναγεννηθούμε, γεννώντας τον κόσμο δικό μας.

Ο μύθος δεν μας ξεπλένει από τα συναισθήματά μας, δεν μας
καθαρίζει. Ο Μύθος μας κυλάει μέσα στη λάσπη από την οποία είμαστε
πλασμένοι, μας ξαναδίνει στο ακάθαρτο και μας προσφέρει την
ευκαιρία να πιάσουμε την ύπαρξή μας από την αρχή

Ο Γιάννης ακολουθώντας τα βήματα του Προυστ ,αναζητά αυτόν τον
χαμένο μυθικό κυκλικό χρόνο, μέσα από τις αναμνήσεις των παιδικών
του χρόνων ,από τις ονειρικές συναντήσεις του με αγαπημένα
πρόσωπα, ακόμα και από απλά αντικείμενα γεμάτα θύμησες και
συνειρμούς .

Στα ποιήματα «ΓΥΜΝΟΤΗΤΑ» και «ΡΟΥΧΑ» ,όπως και στο πολύ
χαρακτηριστικό δίστιχο «ΓΥΜΝΙΑ» ,’Σώμα ντυμένο πουλί μαδημένο’, η
αιδώς του γυμνού σώματος στηλιτεύετε, και η γυμνότητα
αναδεικνύεται ως πρότυπο αισθητικής τελειότητας και ερωτισμού, σε
αντίθεση με τα ρούχα που σκλαβώνουν το σώμα και κατισχύουν την
ελευθερία του. Οι βακχικές ενορμήσεις , ο ερωτισμός του γυμνού
σώματος ,εικόνες ενός παγανιστικού παρελθόντος ,εκφυλίζονται
διαμέσου νεοσυντηρητικών ή δήθεν μεταμοντέρνων , αισθητικών
παραμορφώσεων.

Σύμφυτος με το σώμα , ο ερωτικός λόγος εκφράζεται χωρίς σεμνότυφες
συστολές, σε αρκετά σημεία της συλλογής ,ως πλήρωση της ζωής και
ως τελείωση της ανθρώπινης φύσης. Στην κοινωνία του θεάματος ,όροι
όπως συναίσθημα ή πόθος δεν έχουν πια κανένα νόημα ,εκτός αν
νοούνται ως ανταλλακτική αξία. Ήδη δημιουργείται μια νοοτροπία
σεξουαλικής ψυχρότητας. Φυσικά η σεξουαλικότητα παραμένει μια
συλλογική εμμονή ,αλλά η καθ’ αυτό έννοια της σεξουαλικότητας σαν
έμφυλη σεξουαλική σχέση ,σαν αναπαραγωγή ,τείνει να εκλείψει ,
πέφτει σε αχρηστία, και αντικαθίσταται από τον εικονικό κόσμο της
πορνογραφίας.

O Γιάννης τολμάει να εκφραστεί πέρα από τις μικροαστικές
συμβατικότητες και το πολιτικώς ορθόν . Ειδικά στο ποίημα
«ΕΠΙΦΑΝΕΙΣ»

“Ανθοί περιωπής

Υπήρξαν κάποιοι

Στην ενεργό ζωή τους.

Τώρα είναι πια

Σβησμένα σκατά

Πατημένα απ’τον χρόνο.”

Εδώ ο ποιητής , θυμωμένος και αιχμηρός σαν βατουκλιά , εκφράζεται
σαρκαστικά για τους θεσμικούς επιφανείς, την κενότητα της ύπαρξης
τους ,το ανήθικο των πεπραγμένων τους και την απύθμενη κυνικότητα
και υποκρισία τους που φθάνει στο σημείο ,να γράφουν με τα
αιματοβαμμένα χέρια τους, ‘Ειρήνη’, όπως δίδεται εξόχως συμβολικά
στο ποίημα «ΣΤΟΥΣ ΤΡΑΝΟΥΣ ΤΗΣ ΓΗΣ».

Θα ήθελα να κάνω ειδική αναφορά στο ποίημα «ΟΛΑ ΣΕ ΘΥΜΙΖΟΥΝ»,
μια ωδή στη μάνα του ποιητή ,αλλά και σε κάθε μάνα ,γιατί άλλωστε
όλους μας μια μάνα μας έχει γεννήσει. Στον ελεύθερο ,έντονα
φορτισμένο στίχο του , βρίσκουμε μια οικείωση με δίκες μας εικόνες
και εμπειρίες , δημιουργώντας μια ισχυρή συναισθηματική ταύτιση με
τις αναμνήσεις του ποιητή .Αυτό που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον
είναι η μέθοδος του Γιάννη: σαν να «κυκλώνει σημεία/ σε παλίμψηστο
χάρτη», το ποιητικό εγώ, περιηγείται στην οικιακή γεωγραφία,
επισκέπτεται δωμάτια, συνομιλεί μαζί τους και με ό,τι περιέχουν. Οι
κάποτε κατοικημένοι χώροι ζωντανεύουν και η αφήγηση, σαν
παραμύθι, μας αποκαλύπτει τους αρμούς και τα θεμέλιά της.
Στην ποιητική του Γιάννη μπορούμε ευκρινώς να διακρίνουμε πολλά
ρομαντικά στοιχειά .Ο θάνατος , το φεγγάρι, η νύχτα , τα νεκροπούλια
,τα γκρεμίσματα , οι τάφοι , τα κυπαρίσσια, η περιρρέουσα αισθησιακή
μελαγχολία ,δίνει σαφώς ρομαντικό χρώμα και δημιουργεί
συναισθηματικές φορτίσεις που δένουν αρμονικά με την περιεχομενική
ιδιαιτερότητα που θέλει να εκφράσει ο ποιητής.

Για του λόγου το αληθές ,δύο από τα ποιήματα , έντονα ρομαντικού
ύφους που μου άρεσαν πολύ και μου δημιούργησαν συνειρμούς από
τους «Ύμνους στη Νύχτα» του Μεγάλου ρομαντικού ποιητή Νοβάλις:

το «ΟΝΕΙΡΙΚΗ ΛΑΜΨΗ».

“Στη φέξη του το νιόφωτο φεγγάρι

Γεμάτο νερό γυριστό σαν κούπα

Τη νύχτα να ξεδιψάει

Τα φρυγμένα χείλη σου.

Από ψηλά με συντροφεύει

Στάζοντας λάμψη ονειρική.”

Και το

«ΦΕΓΓΑΡΑΣΤΕΡΙΑ»

“Φεγγαραστέρια.

Στην πήχτρα της νύχτα

Ελπίδες κεντούν.

Μα σαν τα σβήσει της μέρας το φως.

Παραμένουν οι ελπίδες σπαρταρώντας

Έξω απ’τα βαλτόνερα σαν νεογνοί γυρίνοι.

Η αχνοφεγγιά της ερχόμενης νύχτας

Θα πνεύσει ελπίδας άνεμο να σύρει
Τις ελπίδες στη στεριά της ζωής

Για πάντα να φωλιάσουν στον τόπο

Τους. Στ’ατένισμα του φεγγαρόφωτος.”

Το φεγγάρι ,ένα εμβληματικό ρομαντικό σύμβολο , παίζει τον κεντρικό
ρόλο στα παραπάνω ποιήματα ,πλάθοντας εικόνες εξαιρετικής λυρικής
ομορφιάς. Στον ευαίσθητο άνθρωπο , στον άνθρωπο-ποιητή το μόνο
ίσως φως που απομένει ,είναι η ονειρική λάμψη του φεγγαρόφωτος.

Τα διάφορα καλολογικά στοιχεία , χρησιμοποιούνται επιτυχημένα και
δημιουργικά. Η μεταφορά, χρησιμοποιείται ως σχεδόν σταθερή
διαδικασία αντιστοιχίας ανάμεσα σε ευρηματικά σημαίνοντα, και σε
πολλαπλά αποκλίνοντα από την κοινή λογική σημαινόμενα, στο πλαίσιο
της οποίας κυρίαρχη θέση κατέχει ως ειδική έκφανση η
προσωποποίηση αφηρημένων εννοιών και πραγμάτων.

Η ποίηση σαν Παντοκρατόρισσα στον θρόνο της , τα παλιά παπούτσια
σιωπηλά και υπάκουα, τα έπιπλα που βασανίζονται, τα δένδρα σε
πολύπλευρους ρόλους ,παίρνουν σάρκα και οστά και δημιουργούν
πολύ έντονες αλληγορικές εικόνες ,φθάνοντας κάποιες φορές στα όρια
του υπερρεαλισμού.

Από τα παραπάνω φαίνεται καθαρά η περίτεχνη μίξη ρομαντικών και
μοντερνιστικών στοιχείων ,η πλούσια μορφική ποικιλία, η οποία αγγίζει
εποχές και περιοχές της ζωής και της ποίησης , σε ένα ύφος «μεικτό
αλλά νόμιμο » κατά την ρήση του Σολομού ,στο οποίο η έμμετρη φόρμα
συνυπάρχει αρμονικά με τον ελεύθερο στίχο και τον συμπληρώνει. Ο
ποιητής τολμάει να εκφραστεί και λεξιπλαστικά όπως π.χ
φεγγαραστέρια ,ερεβοθάλλασσες , σειρηνοβελάσματα ,
αποδεικνύοντας τη μεγάλη δύναμη της ποίησης να εξελίσσει δυναμικά
την γλώσσα.

Ο Γιάννης δεν γράφει για να ξεφύγει από κάποια μικροαστική ανία ή για
κάποια πλήρωση ακαδημαϊκού ναρκισσισμού. Ο Γιάννης γραφεί γιατί
έχει κάτι να πει . Και αυτό το κάτι ,μιλάει στον άνθρωπο του
αναστοχασμού , στον ευαίσθητο άνθρωπο που προσπαθεί να
συντονιστεί με το κοσμικό γίγνεσθαι , στον άνθρωπο ,τέλος, που
νοιώθει στην ψυχή του την πυρά από το Ηρακλείτειο αείζωον πυρ .

Στον Homo Poeticus , τον πραγματικό άνθρωπο.